Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 11

1889.11.04

1.703 στίχοι · 13.206 λέξεις · 18 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.11.04
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11

Τῆς 4 Νοεμβρίου 1889

(Σάββατον).

Ὥρᾳ 4 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ἰωάννης Γκιών).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε τρεῖς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις, αἵτινες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι.

§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888 καὶ 1889 ἐνοικιάσεων τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀδηλώτων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐμφαίνοντα τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν δῆμον, τὸ ὄνομα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τὸ ἐνοίκιον, τὸν ἀριθμὸν τῶν συνταχθέντων παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ πρωτοκόλλων, τὸν ἀριθμὸν τῶν πρωτοκόλλων, καθ’ ὧν ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ γεωμέτρου ἐξετάσεως, τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁριστικῶν πρωτοκόλλων καὶ τέλος τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τῶν ἀρχῶν κατάστασιν ἐδικαιώθη νὰ εἰσπράξῃ ὁ ἐνοικιαστής. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Κυπαρισσίᾳ. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἰς τὰς ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς κρατῶνται κατάδικοι, ὧν ἡ ποινὴ ὑπερβαίνει τὰ τρία ἔτη, ὑποβάλλων συνάμα ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν τυχὸν τοιούτων καὶ ἐξηγῶν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἀποστέλλονται εἰς τὰ Σωφρονιστήρια».

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1890, καταθέτω τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887. Ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος θέλει μᾶς παράσχει τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν περὶ τὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ μέλλοντος καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗτινος πρόκειται ἤδη ἡ εἰσαγωγή. Τὸ ἔτος 1888 οἰκονομικῶς ἔληξεν ἤδη, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα ἔτι νὰ ὁμιλήσωμεν μετὰ πάσης θετικότητος, διότι τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ εἶναι γνωστὰ μόνον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καὶ ἂν ὅμως ἦσαν γνωστὰ τηλεγραφικῶς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου, δὲν παρέχουσιν ἐν συνόλῳ τὴν αὐτὴν ἀσφάλειαν, οἵαν τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἅτινα ἐξητάσθησαν ἤδη ἐν τῷ Λογιστηρίῳ καὶ κατεστρώθησαν ἐν ἐπισήμοις πίναξιν. Ὅθεν εἰς τὰ τοῦ 1887 εἶναι πρέπον νὰ δώσωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν, καὶ διότι ἀποτελοῦσι τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ μέλλοντος καὶ διότι ἐνδεικνύουσι τὴν ἀκρίβειαν ἢ τὴν ἔλλειψιν ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν, οὓς ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει ἑκάστοτε, εὐθὺς ἐπὶ τῇ λήξει τῆς χρήσεως, ἐπὶ τῶν προσωρινῶν στηριζομένη ἀποτελεσμάτων τῶν ταμειακῶν καταστάσεων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν ὁμοίᾳ τῆς σημερινῆς ἐποχῇ, τὴν αὐτὴν μάλιστα ἡμέραν, τὴν 4 Νοεμβρίου, ὡς καὶ σήμερον, ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἀνέλυσα τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα, τὰ τότε γνωστὰ, τῶν ταμειακῶν καταστάσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ παρέστησα, ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου ἦτο ἡ ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων ἀποδεικνυομένη σχέσις τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων πρὸς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα· δὲν ἔχει ἄρα ἡ Βουλὴ ἢ νὰ προσέξῃ σήμερον εἰς τὰ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένων, ἵνα ἴδῃ, ἂν ὀρθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξετίμησα ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τὰ ἀποτελέσματα. Πέρυσι, στηριζόμενος εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις, εἶχον παραστήσει, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἐκ δραχμῶν 277 χιλιάδων. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀναγράψει τὸ περίσσευμα εἰς 387 χιλιάδας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἣν ἠρυόμεθα ἐκ τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν καταστάσεων, ἔφερον τὸ περίσσευμα σχεδὸν εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν· διότι, ὅταν ἐπὶ ὁλικοῦ ποσοῦ 83,000,000 ἔχωμεν διαφορὰν 100 χιλιάδων δραχμῶν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπῆρξε πλήρης ἀκρίβεια ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα οὕτω νὰ κανονίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 παρουσιάζεται περίσσευμα 387,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο περίσσευμα πραγματοποιουμένων ἐσόδων πρὸς πραγματοποιούμενα ἔξοδα, ἀλλὰ βεβαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπόμενα ἔξοδα· εἶναι δὲ γνωστὸν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ, ὅτι τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα δὲν συνταυτίζονται πρὸς τὰ πραγματοποιούμενα· κατὰ τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν καταβαλλομένην περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα ἀπόστασις μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων. Ἅλλοτε παλαιὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἡ κανονικὴ ἀναλογία τῶν καθυστερήσεων τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἶναι 10%, καὶ τῷ ὄντι τοιαύτη ἦτο ἄλλοτε ἡ ἀναλογία, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν καταβαλλομένην ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐπιμέλειαν, χάρις εἰς τοὺς νόμους περὶ εἰσπράξεων τῶν φόρων, τοὺς κατόπιν τῆς δηλώσεως ψηφισθέντας, ἐπετεύχθη, ὥστε ἡ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως τῶν 10% νὰ κατέλθῃ ἐπὶ πολὺ, καὶ οὕτω κατὰ τὸ ἔτος 1887 τὴν ἀναλογίαν ταύτην εὑρίσκομεν περιωρισμένην εἰς 7. 54%. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως ὑπολογίσωμεν ἐπὶ καθυστερήσεων 7. 54%, Προϋπολογισμὸς, παρουσιάζων περίσσευμα 387 χιλιάδων δραχμῶν βεβαιώσεων πρὸς ἐπιτρεπομένας δαπάνας, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀσφαλῶς ὑπόσχεται τὸ περίσσευμα τοῦτο, διότι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων ἔσται σπουδαία· ἡ ἀπόστασις αὕτη ἐπὶ 90 ἑκατομμυρίων βεβαιωθησομένων θέλει εἶσθαι 7,000,000, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν 387,000 δραχμῶν τοῦ περισσεύματος πνίγεται ἐντὸς τῆς καθυστερήσεως ταύτης καὶ μόνη ἐλπὶς ἀναπληρώσεως ὑπάρχει ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἐὰν ἄρα ἐπετεύχθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἡ πραγματοποίησις τοῦ τοιούτου ἀναγραφέντος περισσεύματος, ἀπόδειξις τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐπρυτάνευσε πνεῦμα ἄκρας φειδοῦς. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 277,000, ὅπερ ἀνηγγείλαμεν πέρυσιν ὡς περίσσευμα, στηριζόμενοι εἰς προσωρινὰς ταμειακὰς καταστάσεις καὶ οὐχὶ εἰς ἐργασίαν κατεστρωμένην τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἆρα ὑπῆρξε τὸ πραγματικόν; Τί λέγει τὸ καταστρωθὲν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μετ’ ἐπισταμένην ἐξέλεγξιν τεῦχος; Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ τὸ τεῦχος τοῦτο, διότι ἀναγράφει περίσσευμα εἰσπράξεων 241,000 ἀπέναντι τοῦ ἀναγγελθέντος τῶν 277,000. Δυνάμεθα ἄρα νὰ εἴπωμεν, ὅτι συνταυτίζεται τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸ ἀναγγελθὲν καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ προσωριναὶ ταμειακαὶ καταστάσεις δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς ὑπολογισμοὺς ἀσφαλεῖς. Τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἀνήρχοντο εἰς 94,656,000 δραχμῶν, ἐκ τούτων ἐβεβαιώθησαν 89,609,000, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἀναγεγραμμένων 5,047,000· ταῦτα δὲ εἶναι ἀποτέλεσμα βεβαιώσεων ἐπὶ πλέον μὲν 4,683,000 δραχμῶν, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 9,831,000. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, τὸ οὕτω βεβαιωθὲν, ὡς εἶπον, δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον. Ἐξ αὐτοῦ εἰσεπράχθη ποσὸν 82,849,000 δραχμῶν, ἔμενε δὲ εἰσπρακτέον κατὰ τὰς ἑπομένας τοῦ 1887 χρήσεις ποσὸν 6,759,000 δραχμῶν· τουτέστιν ἀπελείφθη καθυστέρημα τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα 7.54%. Ἔξοδα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 94,269,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις ηὔξησαν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 97,691,000. Καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ οὕτω ψηφισθὲν, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπραγματοποιεῖτο, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦτο σπουδαιότατον· ἀλλ’ ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων τῶν 97,691,000 δραχμῶν ἐπραγματοποιήθησαν μόνον δαπάναι 82,608,000, ἑπομένως ἔμεινεν ἀδιάθετον ποσὸν 15,082,000, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτυχθείσης αὐστηροτάτης φειδοῦς περὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τούτου δὲ οὐ μόνον δὲν κατελείφθη τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἤθελέ τις εὐλόγως προσδοκᾷ, παραβάλλων τὰς ψηφισθείσας πιστώσεις πρὸς τὰ ψηφισθέντα ἔσοδα, ἀλλ’ ἀνεδείχθη καὶ τὸ περίσσευμα τὸ πραγματικὸν, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἀποτελέσματα ἀναγγελθέντα καὶ πέρυσι κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, πιστοποιηθέντα καὶ ἐπισημοποιηθέντα ὑπὸ τῆς ἐργασίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἥτις σήμερον καθυποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ τεύχει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ἀφοῦ οὕτως ἀπεδείχθη ὁπόσον εἶναι ἀσφαλῆ τὰ ἀποτελέσματα τὰ παρεχόμενα ἐκ τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν καταστάσεων, δυνάμεθα ἤδη νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν καταστάσεων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 μετὰ πεποιθήσεως μεγαλειτέρας ἢ μέχρι τοῦδε. Γινώσκομεν ἤδη ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτι αἱ προσωριναὶ καταστάσεις, ἀποδεικνύονται συνταυτιζόμεναι σχεδὸν πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐξεληλεγμένα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Κατὰ τὸ 1888 εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδα μὲν 95,306, 000, ἔξοδα δὲ 92,677,000, ἑπομένως προϋπελογίζομεν πλεόνασμα 2,628,000. Τὸ πλεόνασμα τοῦτο εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως πρὸς ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, ἀναπτύσσων τὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887, δὲν εἶναι πλεόνασμα εἰσπράξεων πρὸς πραγματοποιουμένας πληρωμὰς, εἶναι πλεόνασμα βεβαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπομένας δαπάνας, ἑπομένως, ἐὰν ἠθέλομεν ἐφαρμόσει τοὺς μέσους ὅρους τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποδειχθέντων ἀποτελεσμάτων περὶ τὰς διαφορὰς τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἰς τὸ πλεόνασμα τοῦτο, ἠθέλομεν ἰδεῖ αὐτὸ μετατρεπόμενον ἀριθμητικῶς εἰς ἔλλειμμα, διότι, ἂν ἐπὶ βεβαιωθησομένων 95,306,000 ἔχωμεν καθυστέρησιν 8% κατὰ μέσον ὅρον, αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον, ἀλλ’ εἰς ποσὸν 88,681,000. Πρὸς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο παραβαλλόμενον τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον τῶν ἐπιτρεπομένων δαπανῶν, ἀνερχομένων εἰς 92,677,000, ἀφίνει ἔλλειμμα 3,995,000, ἤτοι ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ 4,000,000 δραχμῶν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, οἷος ἐψηφίσθη. Ἤδη ἐξεταστέα ἐκ τῶν ταμειακῶν καταστάσεων τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου. Τὰ ἀποτελέσματα, ὡς εἶπον, δὲν ἠδυνάμεθα, οὐδ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ταμειακῶν καταστάσεων στηριζόμενοι, νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ μόνον μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου· ἐπειδὴ ὅμως πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ἔληξεν ὁ μὴν Ὀκτώβριος δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς τούτου καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐφ’ ὅσον ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ταμειακῶν καταστάσεων. Κατὰ ταύτας τὰ ἔσοδα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐπὶ ποσῷ 95,306,000, παρήγαγον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1889 βεβαίωσιν 94,906,000, ἑπομένως μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ὑπολειπόμεθα ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς βεβαιωτέων κατὰ 400,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου εἶναι ἤδη, ὡς εἶπον, σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν γνωστὰ, συνίστανται δὲ εἰς βεβαιώσεις 1,200,000 περίπου δραχμῶν ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων ἐσόδων καὶ προσέτι εἰς βεβαιώσεις 700,000 δραχμῶν ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ὡς ὁριστικῶς κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἐκδικασθέντος τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου. Ἐὰν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς 1,900,000, προσθέσωμεν εἰς τὰ 94,906,000, ἅτινα ἐβεβαιώθησαν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους τούτου, ἔχομεν ποσὸν 96,806,000 βεβαιωθέντων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888, ἤτοι ἔχομεν βεβαιωθέντα ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντων 1,499,000 δραχμῶν· τουτέστιν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887, ὡς πρὸ μικροῦ παρετήρησα πρὸς ὑμᾶς, εἴχομεν καθυστερήσεις βεβαιώσεων πλέον τῶν 5,000,000, κατὰ τὸ ἔτος 1888 ἔχομεν πλεόνασμα βεβαιώσεων 1,500,000. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1888 εἶχον ἀναγραφῆ εἰς ποσὸν 92,677,000, ἀλλὰ προσετέθησαν δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ποσὰ, ἅτινα ἀνεβίβασαν τὰς ἐπιτρεπομένας δαπάνας εἰς 98,108,000, προσετέθησαν προσέτι καὶ ἐξ ἐπαναφορᾶς πιστώσεων 2,750,000, ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 100,858,000. Ἐκ τούτων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, κατὰ τὰς δεδημοσιευμένας ἤδη ταμειακὰς καταστάσεις, ἐδαπανήθησαν 89,617,000, κατὰ δὲ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας—καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα εἶναι αὗται ἀκριβεῖς, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα,— παριστῶσιν ὡς δαπανηθέντα εἰς ἐξόφλησιν τῶν μετὰ τὸ τέλος Σεπτεμβρίου 1889 ἐνταλμάτων 518,000, εἰς τὰ ἐντάλματα λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων γενομένων κρατήσεων 700,000 καὶ εἰς προσαχθησόμενα ἄλλα ἐντάλματα διαφόρων ὑπηρεσιῶν 300,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,518,000 δραχμῶν ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 89,617,000, ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέντων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1888 εἰς 91,135,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἤδη παραβάλωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, αἵτινες φαίνονται ὡς αἱ ὁριστικαὶ, διότι τὰ τοῦ Ὀκτωβρίου ὑπελογίσθησαν ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἀνερχόμενα εἰς 89,091,000, ἔχομεν ἔλλειμμα κατὰ προσέγγισιν 2,044,000 δραχμῶν. Παρέστησα ἀρχόμενος τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν τοῦ ἔτους 1888, ὅτι τὰ τοῦ ἔτους τούτου, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, παρουσιάζουσι μὲν πλεόνασμα βεβαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπομένας δαπάνας 2,628,000, παρουσιάζουσιν ὅμως ἔλλειμμα εἰσπραχθησομένων πρὸς τὰς ἐπιτρεπομένας δαπάνας 3,995,000· τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιωρίσθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἐντελῶς, ἐὰν ἐπὶ τοῦ 1888 ἐγίνετο ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὸ 1889 καὶ ὅ,τι κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἀνεκοίνωσα πρὸ πολλοῦ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ γίνηται εἰς τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον κρατῶσι τὰ οἰκονομικὰ δόγματα, ἅτινα ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε ἠσπάσθη, τουτέστιν ἡ πληρωμὴ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλῶν ἐπὶ καταβολῇ πάντοτε τοῦ ἀντιτίμου ἐκ τῶν ἐτησίων ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὐχὶ ὅμως δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος, ἀλλὰ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἐὰν δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1888 ἀπεκτᾶτο τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ ποσοῦ, ὅπερ κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος διετέθη διὰ συναλλάγματος, εἰς ἀπότισιν τῶν τοκομεριδίων, θὰ ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, διότι ἐπληρώθησαν ὡς ἐκ τῆς διὰ συναλλάγματος ἀποτίσεως λόγῳ ὑπερτιμήσεως 1,849,000. Εἶπον, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1888 ὠφείλοντο κυρίως εἰς τὴν βεβαίωσιν, ἥτις ἀπεδείχθη ὑπερτέρα τῆς προϋπολογισθείσης κατὰ 1,499,000, καὶ προσέτι εἰς τὸν αὐτὸν λόγον, ὃν ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1887, τουτέστιν εἰς τὴν ἐπιμελῆ εἴσπραξιν, ἣν ἐπιτρέπουσι καὶ οἱ κείμενοι νεώτεροι νόμοι, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας, ἀντὶ 10% καθυστερήσεως, ἔχομεν κατὰ τὸ 1888 διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις 8% περίπου. Ἡ ἐπὶ πλέον δὲ βεβαίωσις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἰδικώτερον, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως ταύτης στηριζόμενοι, νὰ κρίνωμεν, κατὰ πόσον αὕτη θέλει πιθανῶς παρουσιασθῆ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι Προϋπολογισμῷ, περὶ οὗ κυρίως πρόκειται νὰ πραγματευθῶμεν καὶ οὗ χάριν προβαίνομεν εἰς τὰς μελέτας τὰς ἀναδρομικὰς ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν, τῶν τέως ἐφαρμοσθέντων. Ἔχομεν ἐκ τῶν βεβαιώσεων διαφορὰς ἐπὶ πλέον καὶ διαφορὰς ἐπὶ ἔλαττον, ὧν τὸ τελικὸν πόρισμα εἶναι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τοῦ 1,499,000. Ἐν ταῖς ἐπὶ πλέον διαφοραῖς ἔχομεν ποσὸν ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων 2,311,000· τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν ἄλλην, εἰμὴ λογιστικὴν, διότι παρουσιάζεται καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις, ὅπως παρουσιάζεται καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις, δὲν δύναται ἄρα νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Τὰ λοιπὰ δὲ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα εἶναι ἐκ τυχηρῶν 1,034,000, ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ ἐσόδων 918,000, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου 841,000, ἐξ ἐγγείου φόρου σταφίδος 805,000, ἐξ ἀντισηκώματος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 446,000, ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 370,000, ἐκ τόκων ὑπερημερίας 225,000, ἐξ εἰσπράξεως ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων 195,000, ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων 155,000, ἐκ φόρου οἰκοδομῶν 137,000, ἐκ διαφόρων δικαιωμάτων 127,000, ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν 111,000, ἐκ φόρου ἀνωνύμων ἑταιριῶν 85,000, ἐξ ἀντιτίμου ἐκλογικῶν εἰδῶν 82,000, ἐκ φόρου ζώων 57,000, ἐξ ἐγγείου φόρου καπνοῦ 36,000, ἐκ θερμῶν ὑδάτων 25,000, ἐξ ἐγγείου φόρου περιβολίων 23,000, ἐξ ἐγγείου φόρου σύκων 21,000, ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 21,000, ἐξ ἐγγείου φόρου κουκουλίων 19,000, ἐκ φόρου εἰσιτηρίων 15,000, ἐξ ἐνοικίων ἰχθυοτροφείων 12,000, ἐκ προσόδου ποινικῶν ἐργοστασίων 5,000 καὶ ἐξ ἐξόδων πολιτικῶν δικῶν ἀποληπτέων 2,000. Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντα, παραλειπομένων τῶν κλασμάτων· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐπὶ ἔλαττον, παραλειπομένων ἐπίσης τῶν κλασμάτων, ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων 1,672,000 — περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, ἐξ οὗ ἀπηλείφθη ποσὸν 1,750,000 δραχμῶν λόγῳ ὑπερβολικῆς ἐκτιμήσεως, τὰ ἀποτελέσματα δὲ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀκριβῶς ὑπελογίσαμεν τὰ τοῦ 1889, τοσαῦτα διαγράψαντες, διότι κατὰ τοσοῦτον περίπου ὑπελείφθη ἡ βεβαίωσις καὶ κατὰ τὸ 1888·—ἐκ τελῶν τελωνιακῆς εἰσαγωγῆς ἐπὶ ἔλαττον 1,661,000 δραχμῶν, ἐκ φόρου καταναλώσεως οἴνου 772,000, ἐξ ἐγγείου φόρου ἐλαίου 297,000, ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ 248,000, ἐκ δικαιωμάτων διαμετακομίσεων τελωνιακῶν 198,000, ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν 178,000, ἐξ ἐξόδων κοινοποιήσεων περιλήψεων ὑποθήκης ἐθνικῶν γαιῶν 143,000, ἐξ ἀντιτίμου ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων 130,000, ἐξ ἀντιτίμου ἅλατος 108,000, ἐκ δασῶν 107,000, ἐκ μεταλλείων 95,000, ἐξ ἀντιτίμου παιγνιοχάρτων 88,000, ἐξ ἐγγείου φόρου λακωνικῶν προϊόντων 80,000, ἐκ προξενικῶν τελῶν 71,000, ἐκ μερισμάτων μετοχῶν δημοσίου 63,000, ἐξ ἐξόδων καταμετρήσεως ζώων 56,000, ἐξ ἀντιτίμου πυρείων 40,000, ἐκ τελῶν τελωνιακῆς εἰσαγωγῆς 31,000, ἐκ πετρελαίου 27,000, ἐξ ἐπικαρπίας σταφιδώνων καὶ ἀμπελώνων 21,000, ἐξ ἐγγείου φόρου βοσκῶν 14,000, ἐξ ἐγγείου φόρου σπειρομένων γαιῶν 3,000, ἐκ τυπογραφείου 2,000 καὶ ἐκ προσόδου κτημάτων κατακυρωθέντων 59 δραχμάς. Ἐσημείωσα πάντα, διότι τὸ σημείωμα τοῦτο, συνδυαζόμενον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὗτινος ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέγνωσα, δίδει τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν καὶ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1889 καὶ περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Καὶ πράγματι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 τὰς μὲν αὐξήσεις δὲν περιελάβομεν ἁπάσας, οἷαι ἀναγράφονται ἐνταῦθα, τὰς περιελάβομεν ὡς στοιχεῖα ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν μέσων ὅρων, προσεθέσαμεν τὰς αὐξήσεις ταύτας εἰς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν μέσων ὅρων, ἐκτὸς μόνον ὅπου ἦτο βεβαιωμένον, ὅτι τῶν αὐξήσεων τούτων εἶναι πιθανὴ ἡ βεβαίωσις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ λόγων εἰδικῶν· ὡς πρὸς τὰς ἐλαττώσεις ὅμως ἐλάβομεν ταύτας ὑπ’ ὄψει στενότερον, τουτέστιν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἔπρεπε νὰ διαγράψωμεν τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀπεδείχθησαν μὴ βεβαιούμενα ἐν τῷ παρελθόντι. Οὕτως ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν πρώτην ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ ἐπὶ ἔλαττον βεβαίωσιν, τὴν ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων. Τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν εἶχεν ἤδη διαγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ποσῶν, ἅτινα δὲν ἐβεβαιώθησαν, ἄλλα μὲν διεγράφησαν ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἄλλα δὲ διαγράφονται τὸ πρῶτον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 δὲν ἔχομεν ἀποτελέσματα, ὅπως καὶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος διατελεῖ ἤδη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. 22 μῆνας διαρκεῖ ἡ χρῆσις, ἐκ τῶν 22 δὲ μηνῶν παρῆλθον ἤδη οἱ δέκα, ἐκ τῶν 10 δὲ τούτων μηνῶν γινώσκομεν μόνον τ’ ἀποτελέσματα τῶν 9, δὲν δυνάμεθα δὲ ἐκ τῶν 9 μηνῶν νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 22 μηνῶν· δυνάμεθα ὅμως νὰ θεωρήσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν 9 μηνῶν ὡς ἐνδείξεις, ἀποχρώσας πρὸς μελέτας, ἵνα πεισθῶμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπὶς βελτιώσεως τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἢ ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀποτελεσμάτων ἧττον εὐνοϊκῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἔσοδα 96,449,000 δραχμῶν, ἔχομεν δὲ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα 95,974,000 δραχμῶν, ἑπομένως περίσσευμα λίαν περιωρισμένον 475,000 δραχμῶν, περίσσευμα, ὡς εἶπον, βεβαιωθησομένων, ἑπομένως ἔλλειμμα εἰσπραχθησομένων, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι πάντα τὰ ἀναγραφόμενα ἔξοδα ἤθελον πραγματοποιηθῆ. Ἀλλ’ ὡς ἐξέθηκα πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς δαπάνης λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἐν ἔτει 1889, θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου σπουδαίαν οἰκονομίαν, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἀναγραφέντος ὁλοκλήρου, ἐλάχιστα θέλουσι δαπανηθῆ. Τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα ἐξ 96,449,000 δραχμῶν ὑποθέτουσιν, ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ 8% ὡς διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, εἰσπραχθησόμενα 88,733,000 δραχμῶν. Ἐὰν πρὸς ταῦτα παραβάλωμεν τὰ ἔξοδα ἐξ 95,974,000 δραχμῶν, σπουδαῖος πρέπει νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἵνα κατέλθωμεν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν πραγματοποιηθησομένων ἐσόδων. Ἀλλὰ τὰ τοῦ συναλλάγματος καὶ τὰ τῶν ἄλλων πράξεων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ δάνεια, πραγματοποιοῦσιν οἰκονομίας, αἵτινες ὑπόσχονται περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, οὐ μόνον μειοῦντα τὸ ἔλλειμμα, τὸ οὕτω παρουσιαζόμενον, ἀλλὰ καὶ ἀποχρῶντα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἴσως δὲ καὶ περίσσευμα. Διότι ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐξ 95,974,000 δραχμῶν ἔχομεν καὶ πάλιν κατὰ τὸ 1889, ὅπως καὶ πάντοτε κατὰ τὸ παρελθὸν, προσθήκην ἐξ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων· ἀλλὰ τὴν προσθήκην ταύτην, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ καὶ κατὰ τὸ ὅλον, γινώσκομεν ἤδη ἐκ τῶν ψηφισθέντων καὶ ἐκ τῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπιτραπέντων, ταῦτα δὲ ἀνέρχονται εἰς 2,270,000 δραχμῶν, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, ἀναβιβάζουσι τὸ ὅλον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων εἰς 98,244,000 δραχμῶν. Ἑπομένως ἤδη, ὅτε γινώσκομεν σχεδὸν πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα ἐξ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ὅ,τι μὴ διατεθῇ δὲν θέλει ἀντισηκωθῆ ἐκ νεωτέρων πιστώσεων, ἢ τοὐλάχιστον θέλει ἐπ’ ἐλάχιστον ἀντισηκωθῆ, καὶ δυνάμεθα νὰ στηριζώμεθα εἰς τὴν συνήθη ἀναλογίαν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τῶν ἀσχέτων πρὸς τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἀπέναντι ἄρα τῶν ἐξόδων, τῶν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ καθοριζομένων εἰς 98,244,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένας ἐν τῇ πραγματοποιήσει ἐπὶ ἔλαττον δαπάνας αʹ) ἐκ τῆς μὴ πληρωμῆς ὑπερτιμήσεως δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος 6,485,000 δραχμῶν, διότι τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ποσὸν ἐξ 6,765,000 δραχμῶν, λόγῳ τῆς τοιαύτης ὑπερτιμήσεως, δὲν θέλει διατεθῆ, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ποσῷ 280,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένου ἄρα τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τῶν 98,244,000 δραχμῶν, ἔχομεν 91,759,000 δραχμῶν, ἔξοδα ἐπιτρεπόμενα· ἀλλὰ καὶ ταῦτα περιορίζονται περαιτέρω ἐκ τῶν γενομένων πράξεων ἐπὶ τῶν δανείων. Ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκτελέσῃ τροπὰς δανείων πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου· τοιαῦται δὲ ἐξετελέσθησαν πολλαὶ, ὧν τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν ἀναγραφῆ πλήρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, ὅπου καὶ θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτῶν ἐν ἐκτάσει. Ἀλλὰ τινὰ ἐξ αὐτῶν πραγματοποιοῦνται ἤδη καὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1889 καὶ δὴ ἐπὶ ποσῷ 1,417,000 δραχμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ, τῷ τοῦ 1889· ἐὰν ἄρα ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίας οἰκονομίας, διότι, γενομένων ἤδη τῶν τροπῶν, τὸ ποσὸν δὲν θέλει δαπανηθῆ, ἔχομεν τὰ ἔξοδα περιοριζόμενα ἀπὸ 91,759,000 δραχμῶν εἰς 90,331,000, ἐπὶ τούτων δὲ θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ πᾶσαι αἱ ἐν τῇ ἐκτελέσει οἰκονομίαι. Αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐν τῇ ἐκτελέσει εἶναι βέβαιαι· ἐν τῷ παρελθόντι πάντοτε ὑπῆρξαν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων, τῶν ἥκιστα φειδωλῶν, βεβαίως δὲ θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀποδειχθείσης ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν Προϋπολογισμῶν φειδωλοτέρας πασῶν τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων. Ἀφοῦ δὲ ἤδη ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ τῶν 90,331,000 δραχμῶν περιελάβομεν σχεδὸν ὅσα εἶναι πιθανὸν νὰ ζητηθῶσι δι’ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, δὲν φοβούμεθα νὰ ἴδωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐξαφανιζομένας ἢ σπουδαίως περιοριζομένας ἐκ τοιούτων λόγων, ἤτοι ἐκ προσθέτων πιστώσεων· θὰ ὑπάρξῃ ἄρα σπουδαιότατος περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 90,331,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦδε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τ’ ἀποτελέσματα εἶναι σχεδὸν γνωστὰ, ὅπως πάντοτε κατὰ τοιαύτην ἐποχὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν δαπανῶν· ναὶ ἐκεῖ γινώσκομεν, ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ ἔλαττον δαπάνη 1,000,000 δραχμῶν.

§6ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἕτοιμα κατὰ μέσον ὅρον;

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου· δὲν λείπουσιν ἢ δύο μῆνες ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν δὲ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκκαθαρίζονται αἱ δαπάναι ταχύτατα, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δυνάμεθα ἤδη νὰ γινώσκωμεν σχεδὸν ἀκριβῶς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ ἐπὶ ἔλαττον δαπάνη θὰ ἦναι ἀνωτέρα τοῦ 1,000,000. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις Ὑπουργείοις θὰ ἔχωμεν ἐπὶ ἔλαττον δαπάνας σπουδαίας, καὶ, ὅπως ἄλλοτε εἶπον, τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀναπόφευκτοι, ὡς ἐκ τοῦ ἐφαρμοζομένου παρ’ ἡμῖν λογιστικοῦ συστήματος, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν καταρτίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἐν ᾧ ἀναγράφονται ὡς πιστώσεις, περιορίζουσαι τὸν Ὑπουργὸν καὶ μὴ ἐπιτρέπουσαι τὴν μεταφορὰν, ὄχι αἱ ἐν τοῖς κεφαλαίοις, ἀλλ’ αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις, ἐν τοῖς ἄρθροις δὲ ἀναγράφονται πολλάκις καὶ ὅσα ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἔπρεπε ν’ ἀναγράφωνται ἐν ἐδαφίοις. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ἠρύσθημεν ἡμεῖς τοὺς λογιστικοὺς ἡμῶν θεσμοὺς, ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας δεσμεύει τὸν Ὑπουργὸν ὡς πρὸς μόνα τὰ κεφάλαια, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ δύνανται ἀζημίως ἐν πολλοῖς νὰ ἀναγράφωνται ἐπὶ ἔλαττον αἱ πιστώσεις τῶν ἄρθρων, διότι, ἐπιτρεπομένης τῆς ἐντὸς τῶν κεφαλαίων μεταφορᾶς δαπάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, ἐὰν τυχὸν ἡ ἀναγεγραμμένη δαπάνη δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπαρκὴς, ἀναπληροῦται ἐξ ἐνδεχομένου περισσεύματος ἑτέρας, ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ἀλλ’ ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ δαπάνης· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται μεταφορὰ δαπάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, οὐδὲ ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ὅπου αὐτὰ τὰ ἄρθρα, ὡς εἶπον, εἶναι τὰ ἐδάφια ἄλλων Προϋπολογισμῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τοῖς ἄρθροις τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, καίτοι ἐνίοτε γινώσκομεν, ὅτι μικρὰ ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι θέλει δαπανηθῆ ὁλόκληρον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναγραφόμενον ποσὸν, διότι, ἐὰν μὴ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἄρθροις, θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις ἐστερημένη τῶν μέσων τῶν πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι βέβαιον, ὅτι τ’ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν ταῖς ἐκτάκτοις καὶ ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσιν, ἅτινα περιωρίσθησαν ὡς ἐκ τῶν λόγων, οὓς ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, εἰς 90,331,000, θέλουσι σπουδαίως περαιτέρω μειωθῆ ἐν τῇ ἐκτελέσει· τὰ εἰσπραχθησόμενα, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ βεβαιώσεις δὲν θέλουσι κατὰ τὸ 1889 ὑπερβῆ τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας, ὅπως ὑπερέβησαν αὐτὰς κατὰ τὸ 1888, πάλιν ἀνέρχονται εἰς 88,073,000. Ἀπέναντι τοιούτου ποσοῦ εἰσπράξεων ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον περιορισμὸν τῶν δαπανῶν εἰς 90,331,000, βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἧς, ὡς εἶπον, γινώσκομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ βεβαιότητος, ἡ περαιτέρω μείωσις θὰ ἦναι ἀποχρῶσα, ὅπως φέρῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον, πιθανὸν δὲ καὶ εἰς περίσσευμα. Οὕτω καθορίσαντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Προϋπολογισμῶν, περὶ ὧν μέχρι τοῦδε δὲν εἶχον ἀνακοινωθῆ τὰ ὁριστικὰ ἢ τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμεθα, ἐπὶ τούτων στηριζόμενοι, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, οὗτινος ἔργον ἡμῶν εἶναι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ἐξελέγξωμεν τὸν καταρτισμόν. Ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιλάβωμεν τὰ πλεονάσματα τῶν βεβαιώσεων, τὰ ἀποδειχθέντα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν παρελθόντων Προϋπολογισμῶν, νὰ τὰ περιλάβωμεν ὅμως ὡς στοιχεῖα πρὸς καταρτισμὸν τῶν μέσων ὅρων, ἐκτὸς ἐὰν εἰδικοὶ λόγοι ὑπαγορεύωσιν, ὅπως ἅπαν τὸ πλεόνασμα ἀναγραφῇ καὶ κατὰ τὸ 1890. Ἀφοῦ δὲ περιλάβωμεν κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὰ πλεονάσματα ταῦτα, ἀφοῦ περιορίσωμεν τὰ βεβαιωθησόμενα κατὰ λόγον τῶν ἀποδειχθεισῶν ὑστερήσεων τῶν βεβαιώσεων ἐν τῷ παρελθόντι, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, παρατιθέμενος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ παρ’ ἡμῖν κείμενοι ἤδη πρόσθετοι φόροι, ἐθεωρήθη, ὅτι ταχέως πρέπει νὰ ἐπέλθωσι πρὸς ἀνακούφισιν τῆς κοινωνίας ἐκ τοῦ βάρους τῆς τοιαύτης προσθήκης. Δυστυχῶς τ’ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι ἔτι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν ἀπὸ τοῦδε πλησίστιοι εἰς τὴν ὁδὸν τῶν τοιούτων ἀνακουφίσεων· ἀλλὰ, ἐπιτευχθέντος τοῦ ἰσοζυγίου κατὰ τὸ ἔτος 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐν προσεγγίσει, ἐπιτυγχανομένου δ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ 1889, κατὰ τὰ ἤδη πρὸ μικροῦ ἀναπτυχθέντα πρὸς ὑμᾶς, ἐπιτρέπεται νὰ μὴ σκεπτώμεθα περὶ τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὕτω στενῶς, ὡς ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ σκεπτώμεθα μέχρι τοῦδε. Ἐπιτρέπεται ὡς πρός τινα, νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα, δυνάμενα καὶ νὰ μειώσωσι τὰς εἰσπράξεις, ὅτε ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν εἰσπράξεων ὑπόσχεται, ὡς ἐκ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ἀντισήκωμα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς.

§8ΛΕΒΙΔΗΣ. Δημοκοπία.

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ ἀναβάλητε τὴν ἔκφρασιν τοιούτων σκέψεων εἰς τὴν ὥραν, καθ’ ἣν θέλετε μεταβῆ εἰς τὸ καφενεῖον. Ἰδίως δὲ ἐν τῇ τοιαύτῃ σχετικῶς εὐαρέστῳ καταστάσει τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δέον ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν τὰ τῶν νέων φόρων, ὅσων δὲν ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἡ ἐπιτυχία. Διότι, ἀναγκασθέντες ἐκ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους πανταχοῦ, ὅθεν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν πρόσοδον, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν εἰς πάντα, καίτοι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν φόρων τούτων συνεβουλευόμεθα τὰς ξένας νομοθεσίας καὶ τὰ ἀλλαχοῦ γιγνόμενα. Τὰ τῆς νέας φορολογίας νομίζω, ὅτι εἰς τὸν ἀπαθῶς κρίνοντα περὶ αὐτῆς ἐν συνόλῳ δὲν δύνανται ἢ νὰ παράσχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπέτυχον πέρα τῶν ἐπιτρεπομένων ἐλπίδων, διότι, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν ἕνα φόρον, ὅστις ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἐπιτυγχάνει, παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ἐπέτυχεν, οἱ ἄλλοι φόροι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπέτυχον ἐν ἀρχῇ, δέονται ὅμως ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἀναθεωρήσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεων, δι’ ὧν νὰ καταστῇ ἡ λειτουργία αὐτῶν ὅσον ἔνεστιν ὁμαλωτέρα. Ὁ φόρος ὅμως, ὅστις ἀναντιῤῥήτως ἀπέτυχε παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ὁ φόρος οὗτος ἔν τισιν ἐπικρατείαις ἀποτελεῖ ἕνα τῶν κυριωδεστέρων πόρων τοῦ Κράτους, ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις, καίπερ μὴ κατατασσόμενος μεταξὺ τῶν κυριωδεστέρων, κατατάσσεται ὅμως μεταξὺ τῶν σπουδαίων· ἐν ἁπάσαις ὅμως ταῖς χώραις, ταῖς παραγούσαις οἶνον, ἐν ἁπάσαις ταῖς χώραις, ἔνθα ἡ ἀμπελοφυτεία εἶναι διαδεδομένη, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου προσκόπτει εἰς ποικίλας δυσχερείας. Προσκόπτει καὶ ἐν τοῖς Κράτεσιν, ὅπου ὁ φόρος οὗτος θεωρεῖται ἐκ τῶν κυριωδεστέρων, καὶ ἐν τοῖς Κράτεσιν, ὅπου θεωρεῖται ἐκ τῶν σπουδαίων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δευτερευόντων. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ κατ’ ἔτος βλέπομεν τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ὑποβαλλόμενον εἰς βάσανον πρὸς σκοπὸν μεταῤῥυθμίσεως, πολλάκις δὲ καὶ ἐπανειλημμένως μεταῤῥυθμιζόμενον. Αἱ Βουλαὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων κατὰ πᾶσαν Σύνοδον ἐνασχολοῦνται εἰς τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁ δὲ λόγος ὁ κύριος τῆς τοιαύτης ἐνασχολήσεως εἶναι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου προσκρούει εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων. Τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων τῆς παραγωγῆς· ἀλλά, ἂν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων ἔχωσι τοιαύτην σημασίαν, παρ’ ἡμῖν ἔχουσι σημασίαν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν. Ἡ σχετικὴ σημασία τῆς ἀμπέλου ἐν Ἑλλάδι, ὡς στοιχείου γεωργικῆς παραγωγῆς, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ· οὗτος δὲ εἶναι ὁ κυριωδέστερος λόγος, δι’ ὃν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν ἄνευ σπουδαιοτάτης πιέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐφ’ ὅσον ἐπιπίπτῃ ἀμέσως ἐπὶ τὸν ἀμπελουργὸν, πιέζει αὐτὸν, ἀφ’ ἑτέρου, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ ἀμπελουργία ἔχει ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν στεμφύλων εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐὰν ἐξηκολουθοῦμεν σήμερον διατελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νομοθεσίας τῆς πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πρώτου νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, θὰ ἠκούομεν πανταχόθεν ἀπαίτησιν παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὅπως εἰσαχθῇ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὡς ἀναγκαῖος, ἐφ’ ὅσον περιορίζηται εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ παραγόμενα ἐξ ἄλλων ὑλῶν ἢ τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀμπελοφυτείαν. Ἄνευ φορολογίας βαρείας τοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦ παραγομένου ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἡ ἀμπελουργία δὲν δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, διότι σήμερον τοσοῦτον κατέστη εὔωνον τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ὡς ἐκ τῆς εὐτελοῦς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτὸ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα ἐκ τῶν ζαχαρωδῶν ὑλῶν καὶ δὴ ἐκ τῶν στεμφύλων. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἀναθεωροῦντες τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ὁ νόμος οὗτος ὑπέσχετο πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἐπὶ τῷ ὅρῳ 1,300,000· κατὰ πόσον ἡ πρόσοδος αὕτη ἤθελε πραγματοποιηθῆ ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μηχανικῶν μετρητῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ βεβαιότητος· ἀλλ’ ἵνα πραγματοποιηθῇ ἡ πρόσοδος, θὰ ἦτο ἐπάναγκες νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοῦ νόμου δι’ αὐστηρότητος, ἥτις θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς καταστρεπτικὴ τῶν συμφερόντων τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἐπεβάλλετο ἄρα ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ τῆς παραγωγῆς, τῆς συναγωνιζομένης πρὸς τὴν ἐκ τῆς ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων, καὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων, τῶν ὑποβαλλουσῶν εἰς περιορισμοὺς τοὺς παράγοντας οἰνοπνεύματα ἐκ στεμφύλων. Ἐξετάζοντες πάντα ταῦτα, ἀπελήξαμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὡς ἔχει ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ παραγόμενα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, καὶ ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἅτινα ἐξ ἀμυλωδῶν παράγονται ὑλῶν, οὐ μόνον ἔπρεπε ν’ ἀναθεωρηθῇ ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα τὰ παραγόμενα ἐκ στεμφύλων καὶ ἐξ ἄλλων ὁμοειδῶν πρώτων ὑλῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε σχεδὸν νὰ καταργηθῇ ὡς πρὸς ταῦτα ἢ τοὐλάχιστον νὰ διατηρηθῇ μόνον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς φορολογίας τῆς συνήθους βιομηχανίας, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῷ ἐξαιρετικῷ, ἐφ’ ᾧ φορολογοῦνται τὰ οἰνοπνεύματα ἐν τοῖς Κράτεσιν, ἅτινα θεωροῦσι τὸ οἰνόπνευμα ὡς πηγὴν ἐκ τῶν κυριωδεστέρων τῶν προσόδων αὐτῶν. Ἐκ τούτων ὁρμώμενοι, οὐδεμίαν προτείνομεν μεταῤῥύθμισιν εἰς τὰ τοῦ νόμου περὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας, τουτέστιν εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ παράγοντα οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας κατηγορίας προτείνομεν ῥιζικὴν μεταβολήν. Προτείνομεν, ὅπως οἱ παράγοντες οἰνόπνευμα διὰ λεβήτων χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 100 ὀκάδων ἀπαλλαχθῶσι πάσης φορολογίας. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι ὁ παράγων οἰνόπνευμα διὰ λέβητος χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 100 ὀκάδων δὲν εἶναι βιομήχανος, εἶναι γεωργός· ἂν ἦτο βιομήχανος, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μὴ ὑποβάλληται καὶ οὗτος εἰς τὴν ἀνάλογον φορολογίαν τῶν βιομηχάνων, ἀλλὰ δὲν εἶναι βιομήχανος, εἶναι γεωργὸς, καὶ ἡ ἐπιβολὴ εἰς αὐτὸν φορολογίας βιομηχάνου θὰ ἦτο ἄτοπος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ παραγωγὴ γίνηται διὰ λεβήτων χωρητικότητος ἀνωτέρας τῶν ἑκατὸν ὀκάδων, δέον νὰ θεωρηθῇ ὁ οὕτω παράγων οἰνόπνευμα ὡς βιομήχανος καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον ἐπὶ τῇ φορολογικῇ ἀναλογίᾳ τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς τῇ συνήθει. Τοιαύτην ἀναλογίαν ἐθεωρήσαμεν τὴν τῶν 10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν χωρητικότητος τοῦ λέβητος. Ἑπομένως ὁ παράγων οἰνόπνευμα διὰ λέβητος ἑκατὸν ὀκάδων θέλει πληρόνει κατ’ ἔτος ἐφ’ ἅπαξ δέκα δραχμάς, ὁ παράγων οἰνόπνευμα διὰ λέβητος χωρητικότητος πεντακοσίων ὀκάδων θέλει πληρόνει κατ’ ἔτος ἐφ’ ἅπαξ πεντήκοντα δραχμάς. Ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῆς νομοθεσίας ἐπάγεται ἐλάττωσιν προσόδου. Ὡς εἶπον, ἀναγεγραμμένη πρόσοδος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἦτο ἐξ 1,300,000· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη πρόσοδος, ἡ ἐκ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη, διότι ἐλήφθησαν καὶ ἄλλα μέτρα, ὅπως φορολογηθῇ τὸ οἰνόπνευμα. Τὰ μέτρα δὲ ἐκεῖνα ὑπῆρξαν ἐπιτυχῆ. Ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος γίνεται κατὰ δύο τρόπους, γίνεται ἐν τῇ παραγωγῇ, γίνεται καὶ ἐν τῇ καταναλώσει. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκηται περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τῇ παραγωγῇ, εἶπον, ὅτι ἀπετύχομεν ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας· ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν ὅμως ἐν τῇ καταναλώσει, δὲν νομίζω, ὅτι ἀπετύχομεν, καὶ δικαιολογεῖ ἡμᾶς πρὸς τὴν θυσίαν τῆς μνησθείσης προσόδου ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐν τῇ καταναλώσει φορολογίας, παράγουσα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Ἡ φορολογία ἐν τῇ καταναλώσει ἐπετεύχθη διὰ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος παντὸς πωλοῦντος λιανικῶς οἰνόπνευμα· τὸ μέτρον ἐκεῖνο εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 350,000 δραχμῶν. Ἡ πρόσοδος αὕτη ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος· ἀλλὰ πράγματι τὸ ποσὸν τῶν 350,000 δραχμῶν, τὸ οὕτως εἰσπραττόμενον, εἶναι πρόσοδος ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος· ὅταν δὲ ἔχωμεν ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν πρόσοδον 350,000 δραχμῶν, ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῇ καταναλώσει, ἔχομεν προσέτι καὶ τὴν πρόσοδον, ἣν ὑπόσχεται ὁ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων νόμος, ὅπως προτείνεται παρ’ ἡμῶν ἵνα τροποποιηθῇ, ἀνερχομένην εἰς 450,000, ἔχομεν ἐξ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ὁλικὴν πρόσοδον 800,000, ἥτις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ παρ’ ἡμῶν ἐπαρκής. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, θεωρουμένη αὕτη ἀπολύτως ὡς ἐπαρκὴς, δὲν ἀπαλλάττει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ζημίας, ἣν ἐπάγεται ἡ θυσία τῆς διαφορᾶς τῶν 450,000 πρὸς τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ποσὸν ἐξ 1,300,000, ἀλλὰ ταύτην τὴν θυσίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὁλοκλήρως ὡς βεβαία, διότι δὲν ἔχομεν βεβαιωμένα τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τοιούτῳ ποσῷ κατὰ τὸ 1889, ταύτην, λέγω, τὴν θυσίαν ἐπιτρέπει ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς ἡμᾶς, ἵνα ὑποστῶμεν, διότι δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς, τὰς 800,000 περίπου δραχμῶν, καὶ πάλιν νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα πραγματοποιήσεως ἰσοζυγίου. Τοὺς ἀμπελοκτήμονας δέον παντὶ τρόπῳ νὰ ὑποστηρίξωμεν, δέον νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, ἃς προτείνομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, δέον νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν προσέτι καὶ ἐν τῷ συναγωνισμῷ αὐτῶν πρὸς τὴν παραγωγὴν, τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Πανταχοῦ ἐλήφθησαν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς οἰνοποιΐας, τῆς πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα ξένα Κράτη ἐμερίμνησαν περὶ τούτου, ὥστε προέβησαν καὶ μέχρι μέτρου, ὅπερ, κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον οἰκονομικῶς, τουτέστι μέχρι τῆς παροχῆς βραβείων εἰς τὸν παράγοντα οἶνον πρὸς ἐξαγωγὴν καὶ ἐξάγοντα τὸν οὕτω παραχθέντα οἶνον. Ἡμεῖς, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τοιούτου συστήματος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ συστήματος ἐμψυχοῦντος τὴν πρὸς ἐξαγωγὴν οἰνοποιΐαν μέχρι τοῦ κατὰ τὰς ὑγιεῖς οἰκονομικὰς ἀρχὰς ἐπιτρεπομένου ὁρίου, τουτέστι δι’ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ πάσης φορολογίας. Πρέπει ὁ οἶνος, ὁ παραγόμενος ἐν τῇ χώρᾳ πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν νὰ ἀπαλλάσσηται πάσης φορολογίας. Ἐκ τούτου θέλει ἐπέλθει ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, θέλουσιν ἐλαττωθῆ τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων θέλει σπουδαίως ἄλλοθεν ἀντισηκωθῆ. Δὲν ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν τὴν βάσιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐν τῇ σχέσει τῆς φορολογίας πρὸς τὴν φορολογουμένην μονάδα, ἰδίως πρέπει νὰ ζητῶμεν τὴν βάσιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐν τῷ πολλαπλασιασμῷ τῆς μονάδος, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐλπὶς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, διὰ τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διστάζωμεν περὶ τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, καὶ μάλιστα ἂν πρόκηται περὶ παραγωγῆς, ἥτις θέλει εἰσαγάγει ἀμέσως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέταλλον. Καὶ αὐτὴ ἡ παραγωγή, ἡ χάριν καταναλώσεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀπολήγει εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μετάλλου, διότι τὸ διὰ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς ἀναπληρούμενον δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ φέρει ἀρνητικῶς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα διὰ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς τοῦ μετάλλου. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν ἄμεσον τὴν σχέσιν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τῆς παραγωγῆς τῆς εἰς αὐτὸ προωρισμένης, ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν τοιαύτην παραγωγὴν, ἂν δὲ πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς ἀπαιτῆται νὰ θυσιάσωμεν καὶ σπουδαίαν πρόσοδον τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν. Ἰδίως ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν αὐτὴν προκειμένου περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου, ὀφείλομεν νὰ τὴν ὑποστῶμεν χάριν τῆς κοινῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον χάριν τῆς σταφιδαμπέλου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ παντὸς φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς ξηρᾶς σταφίδος, καὶ τότε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ μέτρου καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς χλωρᾶς σταφίδος, εἴπομεν δὲ τότε, ὅτι τοιαύτην ἐπέκτασιν δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπηρεάζετο ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἡ ἐκ τῆς οἰνοποιΐας τῆς συνήθους. Εἴπομεν, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον, ἦτο ἴσως καὶ ἀδύνατον νὰ γενῇ ἡ διάκρισις τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς χλωρᾶς σταφίδος, καὶ τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς σταφυλῆς. Ἀλλ’ ἡ βελτιωθεῖσα κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπει σήμερον νὰ παρακάμψωμεν τὴν δυσχέρειαν, τὴν ἐκ τοῦ ἀνεπιτεύκτου τῆς διακρίσεως, διὰ τῆς καταργήσεως συνάμα καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς σταφυλῆς, ὅταν ὁ οἶνος οὗτος παράγηται πρὸς ἐξαγωγήν. Τὸ προτεινόμενον ἄρα μέτρον δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν οἰνοποιΐαν τὴν συνήθη, ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν οἰνοποιΐαν τὴν ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, ἥτις ὑπόσχεται πολλὰ, διότι ἐκ τῶν πολλῶν μέτρων, ἅτινα προετάθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν τῆς σταφίδος ἐν τῇ κρίσει, ἣν αὕτη διέρχεται, ἴσως ἓν τῶν ὀλιγώτερον ἀμφιβόλων περὶ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τὸ τῆς χρησιμοποιήσεως μέρους τῆς σταφίδος πρὸς παραγωγὴν οἴνου προωρισμένου εἰς κατασκευὴν κονιάκ. Ἤδη ἤρξαντο τοιαῦται ἐργασίαι, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τούτων πρὸς παραγωγὴν οἴνου ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη πρὸς κατασκευὴν κονιάκ, ἀπαιτεῖ ἀναποδράστως τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ. Ἑπομένως διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου οὐ μόνον ἐνισχύομεν τὴν συνήθη οἰνοποιΐαν, ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἀρωγοὶ καὶ εἰς τὰ τῆς σταφίδος. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μόνον, οὐδὲ τὸ κύριον μέτρον, ὅπερ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Βεβαίως μέτρα σπουδαιότερα πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ νὰ ληφθῶσι. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, τοσαύτην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ὥστε δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προβῶμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν εἰς πρότασιν πρὸς αὐτὴν περὶ συνθήκης περὶ καταργήσεως τοῦ παρ’ αὐτῇ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος εἴτε ἐπὶ ἀμοιβαιότητι, τουτέστιν ἐπὶ καταργήσει τοῦ ἐγγείου παρ’ ἡμῖν φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προϊόντος, εἴτε ἐπὶ ἄλλοις ἀντισηκώμασι. Πρὸς τοῦτο ἠθέλομεν θυσιάσει πρόσοδον ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ τῶν 4,000,000 κατὰ τὰ τέως ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καίπερ κολοσσιαῖον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προβάλωμεν τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν θὰ διστάσωμεν ὁμοίας θυσίας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ προτείνωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν, ἵνα δι’ αὐτῶν ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα, οἷα ὑπόσχεται ἡ κατάργησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ. Δυστυχῶς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι τὴν θυσίαν τῆς ἐκ τῆς σταφίδος προσόδου, καὶ ἀπέῤῥιψε τὰς προτάσεις ἡμῶν. Τοῦτο δὲν θέλει μᾶς ἀποτρέψει, ὅπως ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ζήτημα, οὐδὲ φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιτευχθῇ ὅ,τι δὲν ἐπετεύχθη ἤδη, τοὐναντίον φρονοῦμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ θέλουσιν ἐπικρατήσει αἱ ἰδέαι τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἡ σταφὶς θέλει τελικῶς ἐκλείψει ἐκ τοῦ δασμολογίου, ἴσως καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐξέλιπεν ἐξ αὐτοῦ πληθὺς ἄλλων εἰδῶν. Ἀλλὰ σήμερον αἱ προτάσεις ἡμῶν δὲν ἐγένοντο δεκταί. Ἡ πρότασις ὅμως, οἵα παρ’ ἡμῶν διετυπώθη, ἀποδεικνύει ὁποίαν ὀφείλει κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ν’ ἀποδίδῃ σημασίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ τῆς σταφίδος καὶ ὁποίας θυσίας νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων χάριν τῆς σταφίδος, ἐὰν διὰ τῆς θυσίας ἀπεκδεχώμεθα ἀποτελέσματα ὑπὲρ αὐτῆς θετικά. Τὰ μέτρα, ἅτινα ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀνακουφίζοντα τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, δὲν ἐπάγονται ἐπιβάρυνσιν ἑτέρας παραγωγικῆς τάξεως, ἢ ἑτέρας οἱασδήποτε κοινωνικῆς τάξεως, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ἀπεκδεχόμενοι μὲν ἐξ αὐτῶν βελτίωσιν τῶν εἰσπράξεων διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ γινώσκοντες συνάμα, ὅτι, ἂν ἡ αὔξησις αὕτη μὴ ἐπέλθῃ, ἢ βραδύνῃ νὰ ἐπέλθῃ, τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχουσιν ἤδη, ἐπιτρέπουσι τὴν θυσίαν. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μεταῤῥυθμίσεις τῆς φορολογίας ὑπαγορεύονται, εἰς ταύτας δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐὰν μὴ ἀντισηκώσωμεν τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου διὰ φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων ἄλλων. Τὰ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ὅπως ἤδη εἶναι οὗτος ἐπιβεβαρημένος καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καλῶς ἔχοντα, διότι καὶ τὰ δύο δεκατημόρια καθιστῶσι τὸν φόρον τοῦτον ἐπαχθέστατον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχικὸς φόρος τῶν δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἶναι φόρος ὑπερβολικός, οὗτινος πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὸν μετριασμὸν ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ. Δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μετριάσωμεν σήμερον τὸν ἀρχικὸν φόρον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατάργησιν τοὐλάχιστον τοῦ προσθέτου φόρου, ἔστω καὶ δι’ ἀντισηκώματος ἐπὶ ἄλλης φορολογίας. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ πρόσθετος φορολογία τῶν δύο δεκατημορίων εἶναι ἐπαχθεστάτη. Παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογία τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν βεβαιουμένη, εἴτε ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ὡς πρότερον, ὅτε ἴσχυεν ἡ δεκάτη, εἶναι φορολογία ἀδικαιολόγητος. Ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς παραγωγῆς, ἐκτὸς ἐξαιρετικῶν τινων διαμερισμάτων τῆς Ἑλλάδος, ὅπου αὕτη εἶναι πλουσιωτάτη καὶ ὅπου ἑπομένως τὸ εἰσόδημα σχετικῶς πρὸς τὰς δαπάνας εἶναι μέγα, καθαρὸν ἔσοδον ἐκ τῆς παραγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οὐδὲν ὑπάρχει. Κατ’ ἐμὲ, μελετήσαντα ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, τὸ πλεῖστον τῶν δημητριακῶν καρπῶν παράγεται ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ζημίᾳ, δὲν ὑπάρχει ἄρα ἔδαφος πρὸς φορολογίαν. Λέγων, ὅτι παράγονται οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐπὶ ζημίᾳ, φαίνομαι ἰσχυριζόμενός τι ἀντιφατικὸν, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ἀκριβὴς, διότι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς παραγωγῆς δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν τὸν ἐργαζόμενον ἰδιοκτήτην ὡς παρέχοντα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δωρεὰν, τὸ μίσθωμα αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ἀνεξαρτήτως τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς βάρος αὐτῆς· ὅταν δὲ ὑπολογίσητε τὸ μίσθωμα τῆς ἐργασίας τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, τὸ πλεῖστον τῆς παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλλάδι ἀποδεικνύεται ἀποκτώμενον ἐπὶ ζημίᾳ· ἐπὶ παραγωγῆς δὲ, μὴ παρουσιαζούσης καθαρὸν κέρδος, δὲν δικαιολογεῖται φορολογία. Πᾶσα ἄρα φορολογία τῶν ἐπὶ τοιούτοις ὅροις καλλιεργουμένων δημητριακῶν καρπῶν εἶναι κατακριτέα. Ἤκουσα ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐνταῦθα ταῖς πολιτικαῖς, ἢ μᾶλλον ταῖς κομματικαῖς, ἡμᾶς κατακρινομένους ὡς κατηργήσαντας τὴν δεκάτην. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἰσαγάγω τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις ἐμετρίασε τὰ κακὰ τῆς δεκάτης κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπολειπόμενον δεκατημόριον τοῦ βάρους ἐν τῷ φόρῳ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ αὐτὸ πρέπει κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον νὰ ἐκλείψῃ, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἐκλείψῃ ἐφ’ ὅσον ἦναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τῆς δαπάνης πρὸς τὴν παραγωγὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καθαρὸν ἔσοδον, καθαρὸν δὲ ἔσοδον δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἐν ταῖς κατηγορίαις τῶν κατωτέρων βαθμίδων τῆς κλίμακος τῆς φορολογίας· πᾶσα ἄρα μεταῤῥύθμισις ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν κατωτέρων βαθμίδων. Πρέπει πρῶτον νὰ καταργήσωμεν τὰ ἐπὶ πᾶσαν τὴν κλίμακα ἐφαρμοζόμενα πρόσθετα δεκατημόρια, μετὰ τὴν κατάργησιν δὲ ταύτην πρέπει νὰ διαθέσωμεν πᾶν ποσὸν, ὅπερ δυνάμεθα ἄλλοθεν νὰ ἀρυσθῶμεν, εἰς τὸν μετριασμὸν τῆς φορολογίας τῶν κατωτέρων βαθμίδων τῆς κλίμακος. Ἡ κλίμαξ κατέρχεται σήμερον μέχρι τῆς φορολογίας τῶν πέντε δραχμῶν κατὰ κτῆνος, μετὰ δὲ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, μέχρι τῶν ἓξ δραχμῶν. Αὕτη ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ κτήνη, τὰ παράγοντα κατ’ ἀναλογίαν, ἀποδειχθεῖσαν ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, μέχρι τριάκοντα κοιλῶν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταβιβάσωμεν τὰς διαβαθμίσεις μέχρι τῶν κτηνῶν, ὧν ἡ ἀναλογία τῆς παραγωγῆς δὲν ὑπερβαίνει τὰ εἴκοσι κοιλὰ, καὶ τὸν φόρον, ἀντὶ τῶν 5 δραχμῶν, ἐπηυξημένων διὰ τῶν δύο δεκατημορίων εἰς 6, νὰ περιορίσωμεν ὡς πρὸς τὰ κτήνη ταῦτα εἰς δύο δραχμάς. Τὰ κτήνη τὰ ἀροτριῶντα ἐπὶ παραγωγῇ, οὐχὶ ἀνωτέρᾳ τῶν εἴκοσι κοιλῶν, προδήλως οὐδὲν παράγουσιν εἰσόδημα· ταῦτα ἔπρεπε νὰ καλλιεργῶσιν, εἰς μηδεμίαν ὑποβαλλόμενα φορολογίαν. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς σημεῖον, ἐπιτρέπον νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου, ἀλλὰ δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ περιορίσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτῶν ἀπὸ 6 δραχμῶν εἰς 2 δραχμάς. Ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης, τῆς ἐπὶ ἀναλογίᾳ παραγωγῆς μέχρις εἴκοσι κοιλῶν φορολογίας τῶν κτηνῶν διὰ 2 δραχμῶν, προβαίνομεν εἰς τὰ παράγοντα ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἀπὸ εἴκοσι μέχρι τριάκοντα κοιλῶν. Ἐπὶ τούτων ἡ φορολογία σήμερον ὁρίζεται εἰς πέντε δραχμὰς, ηὐξημένας διὰ τῶν δύο δεκατημορίων εἰς ἕξ δραχμὰς, ἡμεῖς δὲ προτείνομεν, ὅπως ἡ διαβάθμισις ἀπὸ δύο δραχμῶν αὐξήσῃ κατὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν καὶ ἑπομένως, ὅπως ὁρισθῇ τῆς κατηγορίας ταύτης ἡ φορολογία εἰς δραχμὰς τρεῖς καὶ ἡμίσειαν, ἀπὸ τῆς διαβαθμίσεως δὲ ταύτης νὰ ἐπέρχηται κατὰ πᾶσαν περαιτέρω διαβάθμισιν αὔξησις δραχμῆς 1,25 μέχρις τῆς διαβαθμίσεως τῶν 11 δραχμῶν, ἐν ᾗ συμπίπτουσιν αἱ δύο κλίμακες. Τοιουτοτρόπως ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ κατωτέρα τῆς διαβαθμίσεως τῶν 11 δραχμῶν, θὰ μετριασθῇ, θὰ ἦναι δὲ ὁ μετριασμὸς κατὰ τοσοῦτον ἐπαισθητότερος, ἐφ’ ὅσον κατερχώμεθα ἐν τῇ κλίμακι, εἰς τὴν ὁποίαν προσθέτομεν καὶ διαβάθμισιν κατωτάτην, μειοῦσαν τὸν νῦν ἰσχύοντα κατώτατον φορολογικὸν ὅρον τῶν 5 ἢ 6 δραχμῶν κατὰ κτῆνος εἰς δραχμὰς δύο. Ἀλλὰ ταῦτα, ἡ κατάργησις τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἡ κατάργησις τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ ἐλάττωσις τῆς αὐτῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κατωτέρων διαβαθμίσεων τῆς κλίμακος, ταῦτα πάντα ἐπάγονται ἐλάττωσιν ἐσόδων σπουδαίαν, ἐλάττωσιν ὑπολογιζομένην σχεδὸν εἰς ἑκατομμύριον, ἤτοι ἀκριβῶς εἰς 933,000 δραχμῶν, ὡς δ’ ἔχουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν δυνάμεθα ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην θυσίαν. Προτείνομεν ἄρα, ὅπως ἐπιβληθῇ φορολογία ἀλλαχοῦ, ἀντισηκοῦσα τὴν ἐλάττωσιν. Τὴν φορολογίαν δὲ ταύτην προτείνομεν ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Προτείνομεν, ὅπως προστεθῇ μία δραχμὴ εἰς τὰς τέσσαρας δραχμὰς, δι’ ὧν ἤδη φορολογεῖται ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ, ἡ προσθήκη δὲ αὕτη ἀποφέρει ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῆς ἐλαττώσεως, τῆς προερχομένης ἐκ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων· ἀλλὰ πλὴν τούτου προτείνομεν ὡς πρὸς τὸν καπνὸν καὶ ἕτερόν τι, προτείνομεν τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἐκ λόγου ὁμοίου πρὸς τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἴνου. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ ἐπείγουσα νὰ μὴ ἐπιβάλληται φορολογία. Ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστη ἐπαισθητὴ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 δὲν θέλετε εὑρεῖ ἀναγεγραμμένα τὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης, ὡς τυπωθέντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε δὲν εἴχομεν ἔτι τὴν γνώμην περὶ τοῦ ἐπείγοντος, ἣν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἔχωμεν σήμερον. Προεβλέπομεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἤθελεν ἐπιστῆ ὡς ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν Τουρκίᾳ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλ’ ἤδη τὰ μέτρα ταῦτα, τ’ ἀπειλοῦντα διὰ σπουδαιοτάτου ἐν Αἰγύπτῳ συναγωνισμοῦ τὸν ἐξαγόμενον ἐξ Ἑλλάδος καπνὸν, ἐλήφθησαν, καὶ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν μέτρα ἐκ τῶν ἐνόντων, ὅπως ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τὸ ἐφικτόν· πρόχειρον δὲ μέτρον εἶναι ἡ κατάργησις πάσης ἐπιβαρύνσεως τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ. Τὸν καπνὸν ἄρα, τὸν ἐξαγόμενον ἐκ τοῦ Κράτους, δέον ν’ ἀφήσωμεν ἀσύδοτον, ἀλλὰ τὸν καπνὸν, τὸν ἐν τῷ Κράτει παραμένοντα, ὅπως ἐν αὐτῷ καταναλωθῇ, οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τῆς ἐγγείου φορολογίας. Δύο ἔχομεν τρόπους πρὸς φορολογίαν τοῦ καπνοῦ τούτου ἐξ ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὸν ἐξαγόμενον, ἢ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ εἰς τὰς διατυπώσεις τῶν ἐγγυήσεων καὶ λυσεγγυήσεων, δι’ ὧν νὰ βεβαιῶται ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολὴ αὐτοῦ, ἢ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις, ὅπως οὕτως ἀφεθῇ ἐντελῶς ἐλευθέρα ἀπὸ φορολογικῶν περιορισμῶν ἡ κίνησις τοῦ καπνοῦ. Βεβαίως τὸ τελευταῖον τοῦτο μέτρον θὰ ἦτο τὸ προτιμότερον ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, διότι οὐ μόνον ἀπαλλάττεται οὕτως ὁ ἐξαγόμενος καπνὸς τῆς ἐκ τῆς φορολογίας ἐπιβαρύνσεως, ἀλλὰ ἀπαλλάττεται καὶ τῆς ἐκ τῶν διατυπώσεων καὶ τῆς χρονοτριβῆς, ἃς αἱ διατυπώσεις ἐπάγονται. Προτείνομεν ἄρα, ὅπως ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς προστεθῇ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δραχμὴ μία καὶ λεπτὰ εἴκοσιν, ἀπαλλαγῇ δὲ ὁ παραγόμενος ἐν τῇ χώρᾳ καπνὸς ἀπὸ πάσης ἐγγείου φορολογίας. Τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως καὶ τ’ ἄλλα, εἶναι ὑπαγόρευσις μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἰδέας, τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ παραγωγή, διότι μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς δυνάμεθα νὰ καταστῶμεν ἱκανῶς ἰσχυροί, ὅπως ἄρωμεν τὰ βάρη, ἅτινα ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν. Τὰ βάρη ταῦτα εἶναι βεβαίως μεγάλα, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐξ ὑπαρχῆς ἐπρυτάνευσεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατανέμωνται διὰ τρόπου, ἀφίνοντος τὴν παραγωγὴν ὅσον ἔνεστιν ἐλευθέραν. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἐπίδρασις τῆς φορολογίας, οὕτω κατανεμηθείσης, ὥστε οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας ἐπῆλθε παρακώλυσις τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχομεν ἀποδείξεις, ὅτι ἐν πολλοῖς ἐκ τῆς φορολογίας ἐπῆλθεν ἐμψύχωσις σπουδαία τῆς παραγωγῆς. Ἰδίως τὰ τοῦ δασμολογίου, ἅτινα δὲν ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ τῆς προστασίας, —ἐπεβλήθησαν ἐπὶ εἰδικῷ σκοπῷ ταμιευτικῷ — ἔσχον ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς σπουδαιότατα, ἀποτελέσματα, ἅτινα σήμερον γίνονται ἐπαισθητὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐλαττώσει τῆς προσόδου τοῦ δασμολογίου. Μετὰ χαρᾶς βλέπομεν τὴν πρόσοδον τοῦ δασμολογίου ἐλαττουμένην, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐλάττωσις προέρχεται ἐξ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἐν τῇ χώρᾳ. Ὅταν βλέπωμεν τὰ ὑφάσματα, τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, ὑποχωροῦντα ἀπέναντι τῶν ὑφασμάτων, τῶν ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων, καίτοι τοῦτο ἐπάγεται σπουδαίαν ζημίαν τοῦ ταμείου, εὐχαρίστως παριστάμεθα εἰς τὴν μείωσιν τῆς προσόδου. Ὅταν βλέπωμεν ποικίλας βιομηχανίας, ἀναθρωσκούσας ὡς προϊόντα τοῦ δασμολογίου, καίτοι τὸ δασμολόγιον δὲν ἐψηφίσθη ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ, ἀλλ’ ἐπὶ σκοπῷ ταμιευτικῷ, ὃν ἐξεπλήρωσεν ἐπιτυχῶς, ἀναγράφομεν τὸ ἀποτέλεσμα εὐχαρίστως. Τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ ἦναι παρ’ ἡμῖν τὸ κύριον μέλημα, πρωτίστη δὲ παραγωγή, χρήζουσα τῆς μερίμνης ἡμῶν, εἶναι ἡ σταφὶς, εὐθὺς κατόπιν τάσσονται τὰ τῆς οἰνοποιίας ἐν γένει, συνταυτιζόμενα ἔν τισι πρὸς τὰ τῆς σταφίδος καὶ τὰ τῆς παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Ἡ μέριμνα αὕτη δὲν ἐπιβάλλει μόνον τὰ μέτρα, ἅτινα ὡς καθαρῶς φορολογικὰ ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτῶν διακεκριμένως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπιβάλλει καὶ ἄλλα μέτρα, ὧν τ’ ἀποτελέσματα δὲν δύνανται δι’ ἀριθμῶν εὐκρινῶς καὶ ἐκ προοιμίων νὰ καθορισθῶσιν, ἐπάγονται ὅμως θυσίας ἐνδεχομένας, ἅστινας ὅμως δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν. Ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς ἦτο μέτρον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸ Κράτος, δυστυχῶς ὅμως ἐκανονίσθη οὕτως ἀμελετήτως, τοσοῦτον ἀνεπιτυχῶς, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν ἐδωρεῖτο ἡ ἐθνικὴ γῆ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, θὰ ἦτο ἐπικερδέστερον εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μέτρον, τοῦ ληφθέντος ὡς τὸ διετύπωσεν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ κατὰ τὸ 1871. Τοιαύτας ὑπέστησαν πιέσεις οἱ ἀποκτήσαντες τὴν ἐθνικὴν ἀκίνητον περιουσίαν ἐκ τῆς ἀμελετήτου ἐκείνης νομοθεσίας, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἀντὶ προθέσεως εὐεργετικῆς κινδυνεύει νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπαγορεύσασα τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην πρόθεσις τιμωρίας τῶν καλλιεργητῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς οὕτω γενομένης διανομῆς. Ἀπεδείχθη δὲ τοῦτο ἐν τῇ ἀκμῇ αὐτοῦ, ὅτε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τοῦ συστήματος τὴν ψήφισιν νόμου, ἐπιτρέποντος τὴν μίσθωσιν τῆς ἐπικαρπίας τῶν καλλιεργουμένων ἀδηλώτων γαιῶν, εἴτε αὗται προέρχωνται ἐκ πλεονασμάτων δηλωθεισῶν γαιῶν, εἴτε αὗται προέρχωνται ἐκ γαιῶν μηδαμῶς δηλωθεισῶν. Ἀπέναντι συστήματος ἀκαταρτίστου καὶ ἀπολήγοντος εἰς τὸ δίλημμα, τοῦ ἀφορολογήτου τῆς προσόδου τῶν μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν, βραβευομένου οὕτω τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου, ἢ τῆς ὑποβολῆς τῆς προσόδου ταύτης εἰς φορολογίαν διὰ μισθώσεως ἐπὶ ἀδήλοις, ἐνόμισαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν καλλιεργουμένων τούτων γαιῶν, τῶν πλεοναζουσῶν ἐπὶ τῶν δηλωθεισῶν ἐκτάσεων, καὶ τῶν γαιῶν, τῶν μηδόλως δηλωθεισῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καλλιεργουμένων, ὧν οὐδεμίαν εἶχε σημείωσιν οὐδὲ γνῶσιν ἡ ὑπηρεσία, ἔπρεπε νὰ ἐκμισθῶται ἐπὶ δημοπρασίᾳ, ὁ δὲ μισθωτὴς ν’ ἀναλαμβάνῃ πρὸς τοὺς κακῆς πίστεως κατόχους τὸν ἀγῶνα τῆς βεβαιώσεως τῆς ἐπικαρπίας. Ποῖον ὑπῆρξε τοῦ μέτρου τούτου τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ εἰσαγαγὸν τὸ μέτρον, ἀνέγραψεν ἐξ αὐτοῦ πρόσοδον 7,000 δραχμῶν, ἀπεδείχθη ὅμως, ὅτι ἀντὶ 7,000 δραχμῶν, καταβληθεισῶν τὸ πρῶτον ἔτος ὑπὸ τῶν μισθωτῶν, εἰσέπραξαν οὗτοι ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Οὐδὲ ταύτας εἰσέπραξαν ἁπάσας παρὰ τῶν κακῆς πίστεως κατόχων, ἀλλ’ εἰσέπραξαν πολλὰς διὰ τοῦ ὅπλου, τοῦ παραδοθέντος εἰς αὐτοὺς πρὸς πίεσιν, παρὰ τῶν καλλιεργούντων γαίας δεδηλωμένας καὶ οἵτινες, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς πιέσεως, προετίμων νὰ πληρώσωσι λύτρα. Δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τοὺς προκατόχους ἡμῶν ἐπὶ τῷ ληφθέντι μέτρῳ· ὁ μόνος καὶ ἐπ’ αὐτῷ κατακριτέος εἶναι ὁ ἀρχικῶς συντάξας καὶ ἐπιτυχὼν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς νομοθεσίας περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς ἀκινήτου περιουσίας, διότι ἐκεῖνος εἶναι ὁ παραίτιος ἁπάντων τῶν δεινῶν. Οἱ δυστυχεῖς προκάτοχοι ἡμῶν εὑρέθησαν ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ θυσιάσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, βραβεύοντες τοὺς κακῆς πίστεως κατόχους, ἢ νὰ παραδώσωσι τὸ μέσον τοῦτο τῆς πιέσεως εἰς χεῖρας τῶν μισθωτῶν. Προετίμησαν τὴν μίσθωσιν, ἐλπίσαντες ἴσως, ὅτι ἤθελε τοὐλάχιστον ἐπιτευχθῆ σπουδαία εἴσπραξις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καίτοι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δημοπρασιῶν ἐξ 7,000 δραχμῶν μικρὰν καὶ περὶ τούτου ἐπέτρεπεν ἐλπίδα. Ναὶ μὲν αἱ δημοπρασίαι μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀπήνεγκον 70,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τί εἶναι 70,000 δραχμῶν ἀπέναντι τῶν ποσῶν, ἅτινα οἱ μισθωταὶ θὰ εἰσέπραττον; Ἐνῷ ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῆς μισθώσεως ἐν δημοσίῳ πλειστηριασμῷ, διατὶ δὲν ἐγένοντο προσφοραὶ ἀνώτεραι; Διότι οἱ ἐπιδιώκοντες ὠφέλειαν ἐκ κανονικῆς ἐργασίας δὲν κατήρχοντο εἰς τὸν διαγωνισμόν, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς ἐπικαρπίας ἤθελε τοὺς ἐκθέσει εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ ἤθελεν ὑποχρεώσει αὐτοὺς νὰ λάβωσι στάσιν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν μὴ ἐπίξηλον. Οἱ διαγωνιζόμενοι ἑπομένως δὲν ἦσαν κατὰ κανόνα ἐκ τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ πρέποντος ἀποτελέσματος τῶν δημοπρασιῶν, ἦσαν μεταξὺ αὐτῶν καὶ πολλοὶ, οἵτινες κατήρχοντο εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἐπὶ σκοπῷ ἐκθέσμου ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἀποκτήσει. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι οἱ μισθωταὶ εἰσπράττουσι, παρ’ ὀφειλόντων καὶ μὴ ὀφειλόντων, ἑκατομμύριον, τὸ δὲ Δημόσιον εἰσπράττει 70,000 δραχμῶν. Ἐβασανίσθη τὸ ζήτημα παντοιοτρόπως, ἐξητάσαμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ βραβευθῶσιν οἱ κακῆς πίστεως κάτοχοι, οἱ καλλιεργοῦντες καὶ ἀποκρύπτοντες τὴν καλλιέργειαν. Ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ παραγάγωμεν οἷον δήποτε ἀγαθὸν ἐκ τοῦ ἐλεεινοῦ θεσμοῦ τῆς μισθώσεως τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀποκρυπτομένων ἀδηλώτων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ὅτι προτιμότερον νὰ μείνῃ ἀζήτητος ὁ κακῆς πίστεως κάτοχος ἢ νὰ ἐξακολουθῇ ὁλόκληρος κοινωνία ὑφισταμένη τὰς ἐκ τῆς μισθώσεως πιέσεις. Ἡ νομοθεσία τοῦ 1871 δὲν συνετάχθη βεβαίως χάριν τῶν κακῆς πίστεως κατόχων, ἀλλ’, ὡς συνετάχθη, ἀναποδράστως καταλήγει εἰς τὴν βράβευσιν τῆς κακῆς πίστεως, ἀφοῦ δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ νομοθεσία, πρέπει ν’ ἀνεχθῶμεν τὰς συνεπείας, ἕως οὗ δυνηθῶμεν ῥιζικῶς νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ κατ’ αὐτήν. Ἀνάγκη ἄρα νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τῶν μισθώσεων καὶ τοῦτο προτείνομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἤτοι τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1885 ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τῆς μισθώσεως τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀδηλώτων γαιῶν, ὧν οἱ καλλιεργηταὶ ἀποκρύπτουσι τὴν καλλιέργειαν. Ταυτοχρόνως, ὡς γινώσκει ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προταθέντων, ἐλήφθησαν ῥιζικὰ μέτρα, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ἐλήφθησαν ῥιζικὰ μέτρα, ὅπως τὰ τοῦ κτηματολογίου τοῦ Κράτους κανονισθῶσιν, ὅπως καταστρωθῇ ὁ κτηματικὸς χάρτης τῆς Ἑλλάδος τῆς τε ἰδιωτικῆς κτήσεως, τῆς μὴ ἐχούσης τὴν ἀρχὴν ἐν τῇ κυριότητι τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἀνατρεχούσης εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκτήθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους, εὐτυχῶς τὸ πλεῖστον τῆς κυριότητος τῆς γῆς ἀνατρέχει εἰς τὸ Δημόσιον, ἑπομένως, κανονίζοντες τὰ τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, κανονίζομεν συνάμα καὶ τὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, τῆς ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ γαιῶν παραγομένης. Εἰσήχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὰ τῆς καταστρώσεως τοῦ κτηματικοῦ χάρτου τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ νόμος ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ δὲν ἔλαβε τὴν ὁριστικὴν κύρωσιν, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἄλλων νόμων, νὰ προβῇ εἰς ἐργασίας προκαταρκτικὰς περὶ τοῦ κτηματικοῦ τούτου χάρτου· αἱ δὲ ἐργασίαι ἤρξαντο καὶ προβαίνουσι ταχύτατα καὶ οἱ μεταβαίνοντες εἰς Ἐλευσῖνα ἀπαντῶσι τοὺς χαράττοντας γραμμὴν τῆς γεωδαιτικῆς βάσεως. Διὰ τοῦ κτηματικοῦ χάρτου θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ κανονισμὸς τοῦ ζητήματος τῶν δηλωθεισῶν καὶ τῶν ἀδηλώτων γαιῶν, ἀλλὰ θέλει κανονισθῆ καὶ ζήτημα ἄλλο σπουδαιότατον, τὸ τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, θέλει δὲ καταστῆ ἐφικτὴ ἡ ἐν Ἑλλάδι ἵδρυσις τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἤδη ἐκ τῶν ἐπιτευχθέντων ὡς πρὸς τὰ τῆς πίστεως τῆς χώρας, ὡς πρὸς τὰ τοῦ ὅρου, ἐφ’ ᾧ δανείζεται τὸ Κράτος, ὁ τόκος τοῦ χρήματος, τοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν χώραν πρὸς χρησιμοποίησιν ἐν αὐτῇ, ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη. Τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐδανείζετο πρὸς 9 καὶ 10%, σήμερον δανείζεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς 5%. Ὅταν δὲ τὸ Δημόσιον δανείζηται πρὸς 5%, δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν πάντες θέλουσι δανείζεσθαι ἐφ’ ὅρῳ παρεμφερεῖ. Ἤδη περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης διαπραγματευόμεθα ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει, ἐπὶ τῇ βάσει τόκου κανονιζομένου, ὅπως ἁπανταχοῦ καὶ ἐνταῦθα, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τόκον τῶν δημοσίων χρεῶν. Προσκόπτουσιν ὅμως αἱ διαπραγματεύσεις οὐχὶ εἰς τὰ τοῦ τόκου, ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς ἰδιωτικῆς ἀκινήτου κτήσεως, ἥτις παρ’ ἡμῖν εἶναι τοσοῦτον ἀκανόνιστος, ὥστε δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἐπ’ αὐτῆς στήριξις τῆς κτηματικῆς πίστεως. Βάσις τῆς κτηματικῆς πίστεως εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου διὰ κανονικῆς ἐργασίας, καὶ ταύτης τῆς ἐργασίας βάσις εἶναι ὁ κτηματικὸς χάρτης. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, εὐθὺς, ὡς δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ ξένον χρῆμα τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἃς ὁ χάρτης ὁ κτηματικὸς καθιστᾷ ἐφικτὰς, ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν Κτηματικῶν Τραπεζῶν, μεθ’ ὧν στενότατα συνδέονται καὶ αἱ Γεωργικαὶ Τράπεζαι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὕτη ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τοῦ ἐπὶ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου· ὅπως τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου ἤδη ἐπιβαρύνονται διὰ τόκου ἐλάσσονος ἢ πρότερον, οὕτω πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως καὶ τὰ χρέη τῶν δήμων διὰ συμπράξεως τοῦ Δημοσίου ἀποτίνωσι τόκον ἐλάσσονα· διὰ τῆς συμπράξεως δὲ τοῦ Δημοσίου, γινομένης κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα καὶ αὐτοῦ τὰ συμφέροντα, θέλει βεβαίως ἐπιτευχθῆ καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων ὅ,τι ἐπετεύχθη καὶ ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἄτοπον σήμερον, ὅτε τὸ Δημόσιον δανείζεται πρὸς 5%, νὰ δανείζωνται οἱ δῆμοι πρὸς 7%· καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως οἱ τόκοι τῶν χρεῶν τῶν δήμων περιορισθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν ὅρον, ἐφ’ ᾧ δανείζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοῦτο τότε μόνον θέλει καταστῆ ἐφικτὸν, ὅταν ψηφισθῇ τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν διὰ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ μνησθῶ τῶν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὐ μόνον διότι τὰ τοῦ τόκου τῶν κεφαλαίων σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πρὸς τὰ τῆς τροπῆς δανείων, ὧν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ διότι διὰ τῶν μέτρων ἐκείνων μεταῤῥυθμίζονται τὰ τῆς φορολογίας τῆς ἐπὶ τῇ εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῇ. Ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν, ἡ κατάργησις αὐτῶν ἀνεπληροῦτο διὰ φορολογίας ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, καὶ ἤδη ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει εἰσάγομεν ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, τροποποιοῦντες αὐτὸ μόνον ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον, ἐν τῇ διανομῇ τῶν εἰσπραττομένων καὶ ἐν τῷ ὅρῳ τῶν εἰσπρακτέων. Οὕτως ἐπιβάλλομεν ἀντὶ τῶν καταργουμένων διαπυλίων τελῶν πρόσθετον δασμὸν ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ· ὁ σπουδαιότερος δὲ τῶν ἐπιβαλλομένων προσθέτων δασμῶν εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ὁ ὅρος τοῦ προσθέτου τούτου δασμοῦ κανονίζεται διὰ τρόπου, μὴ μεταβάλλοντος κατ’ οὐσίαν τὸ καθεστώς. Σήμερον τὰ εἰσαγόμενα σιτηρὰ εἰς τὰς πόλεις ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν 2% ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν ἐν τῇ δασμολογικῇ διατιμήσει τῶν δήμων καθοριζομένων. Οὕτως ὁ σῖτος, ὁ εἰσαγόμενος εἰς Ἀθήνας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὑποβάλλεται εἰς τὸν καθοριζόμενον ἐν τῷ δημοσίῳ δασμολογίῳ φόρον δραχμῆς καὶ λεπτῶν 20 κατὰ στατῆρα, ἀλλ’ ὁ σῖτος οὗτος ὑποβάλλεται καὶ εἰς πρόσθετον ἔτι φόρον δημοτικὸν 28 λεπτῶν, διότι ἡ δημοτικὴ διατίμησις ὁρίζει τὴν τιμὴν τοῦ σίτου εἰς 14 δραχμὰς κατὰ στατῆρα, ἑπομένως κατὰ λόγον τῶν 2% ἐπὶ τῶν 14 δραχμῶν ὁρίζεται ὁ δημοτικὸς δασμὸς εἰς 28 λεπτὰ κατὰ στατῆρα. Ὁ δασμὸς οὗτος τῶν 28 λεπτῶν καταργεῖται ὡς διαπύλιος, ἐπιβάλλεται δὲ ὡς πρόσθετος ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς· καταργοῦνται καὶ τὰ ἐπιβαλλόμενα διαπύλια εἰς τὸν ἐγχώριον σῖτον, τὸν εἰσαγόμενον εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἐγχωρίου σίτου, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι ἐν συνόλῳ ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον, πρέπει εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον νὰ ἐπιβάλωμεν ἴσον ποσὸν πρὸς τὸ καταργούμενον ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν πόλιν ἐγχωρίου σίτου, ὅπως ἀναπληρώσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ τέως ἐπιβαλλομένου δημοτικοῦ δασμοῦ, τουτέστι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενον σῖτον πρόσθετον δασμὸν δὶς 28 λεπτῶν, ἤτοι λεπτῶν 56. Τοῦτο τὸ ποσὸν, ἤτοι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν λεπτὰ 60, προτείνομεν, ὅπως ἐπιβληθῇ ὡς πρόσθετος δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου ἀντὶ τῶν καταργουμένων δημοτικῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους σίτων, εἴτε ξενικῶν εἴτε ἐγχωρίων· τουτέστι τὸ ποσὸν, τὸ τέως ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν ξενικὸν καὶ εἰς τὸν ἐγχώριον σῖτον, θὰ ἐπιβάλληται ὁλόκληρον εἰς τὸν ξενικὸν, ἀπαλλασσομένου τοῦ ἐγχωρίου ἀπὸ παντὸς δημοτικοῦ δασμοῦ καὶ καταργουμένων τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τελωνιακῶν ζωνῶν, αἵτινες παρεμποδίζουσι τὴν ἐμπορικὴν ἐν τῇ χώρᾳ κίνησιν καὶ ὑποβάλλουσιν εἰς μυρίας πιέσεις τοὺς εἰσερχομένους εἰς τοὺς δήμους.

§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ δασμολογίου ἐπιβάλλετε ταῦτα ἢ διὰ τοῦ νόμου;

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ νόμου. Ἠξεύρω, ὅτι οἱ θέλοντες νὰ διαστρέφωσι τὰ πάντα παρέστησαν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα λαμβάνονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνῷ οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῶν προσθέτων δασμῶν πρόκειται νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ εἰσπράττωνται δὲ οὗτοι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ταμείων, διανεμόμενοι καθ’ ὃν τρόπον ὁ περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν νόμος κελεύει.

§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίνες οἱ διαστρέφοντες τὰ πράγματα, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν.

§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης ἐπὶ τῶν κτηνῶν, τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ Κράτος, θέλει ἐπιβληθῆ πρόσθετος φορολογία τριῶν δεκατημορίων, ἥτις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν καταργουμένην τῶν διαπυλίων, διότι κατὰ τὴν δημοτικὴν διατίμησιν τὰ χονδρὰ κτήνη ἔχουσιν ἀξίαν 240 δραχμῶν, ἑπομένως εἰς δρ. 4.80 ἀνέρχεται ἡ φορολογία ἡ δημοτική, ἡ προστιθεμένη νῦν εἰς τὰς τριάκοντα δραχμὰς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν, ἀλλὰ αἱ 4.80 ἐπιβάλλονται καὶ εἰς τὰ εἰσαγόμενα εἰς τοὺς δήμους ἐγχώρια κτήνη, ἐπειδὴ δὲ ὑποθέτομεν ταῦτα ἰσάριθμα πρὸς τὰ ξενικὰ, ἐπιπροσθέτομεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν δασμὸν τῶν ξενικῶν καὶ ἔχομεν πρόσθετον δασμὸν 9,60, περιοριζόμενον διὰ τῶν τριῶν δεκατημορίων εἰς δραχμὰς 9· ἀπαλλάσσονται δ’ οὕτως ἐντελῶς τὰ ἐγχώρια κτήνη παντὸς δημοτικοῦ δασμοῦ, ἐπιβαρυνομένων μόνον τῶν ξενικῶν. Τοιαῦται αἱ προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν ἔν τισι τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1889 καὶ τὴν αὔξησιν ἐν ἄλλοις, αὔξησιν ὅμως, ὡς παρετήρησα, κατωτέραν τῶν ἐλαττώσεων, ἐπειδὴ τὴν αὔξησιν ὡς ἀντισήκωμα προκαλοῦμεν ὡς πρός τινας μόνον τῶν γενομένων καταργήσεων καὶ ἐλαττώσεων φόρων, ἄλλας δὲ ἐλαττώσεις καὶ καταργήσεις εἰσάγομεν ἄνευ οὐδενὸς ἀντισηκώματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διὰ νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1890 σχετικῶς πρὸς τὸν τοῦ 1889, ἔχομεν καὶ ἄλλας μεταβολάς, οὐχὶ ἐκ νομοθετικῶν μέτρων, ἀλλ’ εἴτε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνυομένας ὡς ἀκριβεῖς, εἴτε θεωρουμένας πιθανὰς ἐξ ἄλλων λόγων. Καὶ ἤδη θέλω ἀνακοινώσει ὑμῖν τὰ τῶν αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων τούτων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἵνα παραστήσω ἀκριβῶς πάντα, ὅσα ἐν τῷ πίνακι τούτῳ περιλαμβάνονται, πρέπει νὰ ἐκθέσω καὶ ἕτερόν τι μέτρον, εἰσαγόμενον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἐν αὐτῷ μεταῤῥυθμίζονται τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, διότι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει εἰσοδήματα περὶ τὰ 4,000,000, ἔχει σήμερον βάρη συντηρήσεως τῶν ὁδῶν 1,900,000, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἶναι προωρισμένον, κατὰ τὸν νόμον, ὅπως συντελῇ εἰς τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν, εἴτε δι’ ἀμέσου ἐτησίας διαθέσεως τοῦ ποσοῦ, εἴτε διὰ πραγματοποιήσεως δανείου, ἐπιτρεπομένου κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ ὑπολοίπου τούτου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τόκου τοῦ συμπεφωνημένου ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου τῶν 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 17,580,000 δραχμῶν νέων. Ἤδη κατασκευάζομεν ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς, κατασκευάζομεν δὲ καὶ σιδηροδρόμους οὐ μόνον μεγάλης διεθνοῦς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τοπικῆς συγκοινωνίας, ἀντικαθιστῶντας τὰς ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς. Ἐθεωρήθη, ὅτι ὁ χωρισμὸς τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τοιούτων σιδηροδρόμων, ἀπὸ τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτῶν ὁδῶν δὲν ἐδικαιολογεῖτο πλέον, ὅτε ἔπρεπε τὰ περὶ τούτων νὰ κανονίζωνται ἑνιαίως, ἑπομένως, ὅτι ἀπέναντι τῶν δανείων εἴτε τῶν ὑπὲρ τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοποιΐας κατὰ τὰ κείμενα ἐπιτρεπομένων ἢ πραγματοποιηθέντων, εἴτε τῶν ὑπὲρ τῆς σιδηροδρομικῆς τοπικῆς συγκοινωνίας πραγματοποιηθέντων ἢ ἐπιτραπέντων, ἔδει νὰ χρησιμεύωσι τὰ πλεονάζοντα ποσὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀναγράφομεν ἄρα ὡς ἔξοδον τῆς ὁδοποιΐας τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 17,580,000, ἀνερχομένους εἰς 966,000, ἀναγράφομεν δ’ ἐπίσης ὡς πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, ἀποδιδομένην ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας χάριν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τῶν δανείων εἴτε τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοποιΐας, εἴτε τῆς σιδηροδρομικῆς, τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 925,000. Ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα ἐννοηθῇ ἐντελῶς ὁ πίναξ, ὃν θέλω ἀναγνώσει, πίναξ, περιλαμβάνων τὰ ἐπὶ πλέον τοῦ 1889 ἀναγραφέντα ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1890 ἔσοδα καὶ τὰ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἀναγραφέντα. Τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφέντα εἶναι πρῶτον τὸ μνησθὲν ποσὸν τῶν ἐξ ἀπολήψεως ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχμῶν 925,000, εἶτα δὲ, παραλειπομένων πάντοτε τῶν κλασμάτων, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου 840,000, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος, ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως καπνοῦ 755,000, ὡς ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου, περὶ οὗ ὡμίλησα, ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ ἐξόδων 500,000, ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 413,000, ἐξ ἀντισηκώματος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 300,000, ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων 206,000, ἐκ διαφόρων ἐσόδων τρεχούσης καὶ παρελθούσης χρήσεως 120,000, ἐκ ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων 68,000, ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 35,000, ἐκ φόρου ἀνωνύμων ἑταιριῶν 25,000, ἐκ ποσοστῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δήμους 24,000, ἐκ προσόδων μεταλλείων 5,000, ἐκ προσόδων δημοσίων ἐργοστασίων καὶ καταστημάτων 2,000, ἐκ φόρου οἰκοδομῶν 1,632 καὶ ἐκ φόρου βοσκῶν 319 δραχμῶν. Τὰ ἐπὶ ἔλαττον δὲ ἔσοδα: τέλη τελωνιακὰ εἰσαγωγῆς 1,242,000. Φόρος καταναλώσεως οἴνου 1,098,000· φόρος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν 914,000· εἰσπράξεις ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων 800,000· ἔγγειος φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν 527,000· ποσοστὰ ταμείου ὁδοποιΐας 339,000· ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 408,000· ἐκποίησις ἐθνικῶν ἀκινήτων 245,000· ἀντίτιμον πετρελαίου 208,000· ἀντίτιμον σιγαροχάρτου 177,000· φόρος ἐξαγομένων προϊόντων Ἑπτανήσου 169,000· ἀντίτιμον ἅλατος 150,000· φόρος δασῶν 135,000· πρόσοδος κινητῆς περιουσίας Δημοσίου 79,000· φόρος ἔγγειος προϊόντων φορολογουμένων εἰς τὰ τελωνεῖα 70,000· πρόσοδος ἐκ δημοσίων ἔργων καὶ καταστημάτων 53,000· προξενικὰ τέλη 50,000· εἰσπράξεις τελῶν ἕνεκα καθυστερήσεων 50,000· ἀντίτιμον πυρείων 50,000· ἔγγειος φόρος σταφίδος 45,000· ἀντίτιμον παιγνιοχάρτων 40,000· ἐπικαρπία ἐθνικῶν ἀκινήτων 26,000· διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη 18,000· ἔγγειος φόρος σύκων 12,000· ἐπικαρπία ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων 9,000· τέλη τελωνιακὰ ἐξαγωγῆς 4,000· ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,220,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 6,925,000, ἄρα διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφομένων κατὰ τὸ 1890 ὡς βεβαιωθησομένων πρὸς τὰ τοῦ 1889 δραχμῶν 2,704,000 ἐκ τῶν διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἤτοι ἐκ τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ἐξ ἐνδείξεων τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξ αὐστηροτέρων ἐκτιμήσεων.

§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰς αὐξήσεις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου;

§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἡ αὔξησις αὕτη, ὡς εἶπον, δὲν ἀποτελεῖ ἔσοδον τοῦ Κράτους· θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ὡς ποσοστὰ ἀποδιδόμενα εἰς τοὺς δήμους. Οὕτω τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1890 ἀναγράφονται ἐπὶ τῷ ποσῷ 93,967,720, ἅτινα, ὡς εἶπον, εἶναι κατώτερα τῶν κατὰ τὸ 1889 ψηφισθέντων 96,449,000 κατὰ 2,481,000. Τὰ δὲ ἔξοδα, ἅτινα κατὰ τὸ 1889 προϋπελογίζοντο εἰς 95,974,000, προϋπολογίζονται κατὰ τὸ 1890 εἰς 91,081,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889 προέρχεται καὶ αὕτη ἐκ διαφόρων λόγων, κυρίως ὅμως ἐκ τῶν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὸ δημόσιον χρέος ἐγένετο ἐργασία σπουδαία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντων νόμων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ψηφισθέντων νόμων ἐγένοντο πολλαὶ τροπαὶ δανείων, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀπήνεγκεν ἀποτελέσματα ἐπωφελῆ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀπολήξασαι ἔν τισιν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου μέχρι 5%, ἐν ἄλλοις εἰς 5½%, πάντοτε δὲ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν χρεωλυσίων, ὅπερ ἦν τὸ κυρίως σκοπούμενον. Ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γενομένας ταύτας πράξεις, διότι ἡ Βουλή, ἀναθέσασα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔργον τῆς διεξαγωγῆς τῶν τροπῶν τούτων, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγξῃ πάντα τὰ γενόμενα. Καὶ ταῦτα πάντα θέλουσιν ἀνακοινωθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ἀπὸ τοῦδε ὅμως πρέπει νὰ γνωρισθῶσι τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐξ ὑπαρχῆς γενομένων ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους πράξεων. Αἱ πράξεις αὗται ἀπέληξαν εἰς ἐτησίαν τοῦ Δημοσίου ὠφέλειαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν, 270,000· ἐκ τῶν δύο δανείων, τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων 944,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων 515,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομυρίων 91,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομυρίων 49,000· ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων, τῶν τραπέντων διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομυρίων, 1,192,000· ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 10,200,000 δραχμῶν 12,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν σιδηροδρόμων Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου 135,000· ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν 12,000· ἐκ τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 9 καὶ 20 ἑκατομμυρίων 619,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τοῦ τραπέντος διὰ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, 925,000· καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 7% εἰς 4% 379,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἐν συνόλῳ 5,148,000, ταῦτα δὲ πλὴν τῶν 379,000 ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν, ἑπομένως, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὴν ὑπερτίμησιν πρὸς τὸ τρέχον παρ’ ἡμῖν νόμισμα, ἀνέρχεται ἡ ὠφέλεια εἰς 6,408,000. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐγένοντο ἐσχάτως καὶ ἕτεραι πράξεις, μήπω δημοσιευθεῖσαι, πράξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, τοῦ καλουμένου τῆς ἀνεξαρτησίας. Τὸ δάνειον τοῦτο προέκειτο, ὡς εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, νὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ δανείου τοῦ λαχειοφόρου, ἀλλὰ τὸ λαχειοφόρον δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη· ἑπομένως ἤδη ἐπραγματοποιήσαμεν προσωρινὸν δάνειον ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ προμηθείᾳ ἑνὸς τεταρτημορίου τοῦ ἑκατὸν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου καὶ κατάργησιν ἑπομένως τοῦ χρεωλυσίου αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς γινώσκετε, ἔχει μέγα χρεωλύσιον, ἔχει χρεωλύσιον ἀνώτερον τοῦ τόκου· ἡ κατὰ τοῦτο ἄρα ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου, ἡ μείωσις τοῦ ἐτησίου βάρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι μεγάλη, ἀνερχομένη εἰς 1,096,000 εἰς χρυσόν· ἂν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογίσωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρέπει νὰ προσθέσωμεν 274,000 δραχμῶν, ἑπομένως ἡ ὠφέλεια εἶναι 1,370,000, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ 6,408,000 δραχμῶν, φέρουσιν ἐτησίαν ἐλάττωσιν εἰς τὴν δαπάνην τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 7,779,000, εἰς χρυσὸν δὲ 6,245,000. Αὗται εἶναι αἱ ὠφέλειαι, αἱ ἐκ τῶν τροπῶν τῶν δανείων. Ἐξ ὑπαρχῆς εἶχον εἰπεῖ προηγουμένως, τίνες ἐκ τῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος γενομένων πράξεων τούτων ἔσχον ἀποτελέσματα καὶ ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, ἐν ἀντιπαραθέσει δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ἀπαριθμῶ τὰς πράξεις, αἵτινες καταλογίζονται ἐν τῷ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, δὲν κατελογίζοντο δὲ ἐν τῷ τοῦ ἐνεστῶτος. Ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἐκ τῶν πράξεων τῶν γενομένων ἐπὶ τῶν δανείων διαφοραὶ ἐπὶ ἔλαττον: ἐκ τῆς ἀποσβέσεως μέρους τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 6 εἰς 5% τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομ. 367,000 δραχμῶν· ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τῶν δανείων τῶν 10 καὶ τῶν 6 ἑκατομ. 109,000· ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 44,000· ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν ἐτῶν 1824 καὶ 1825 δραχμαὶ 1,150,000· ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων 200,000· ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν πληρονομένων προμηθειῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων συνεπείᾳ τῶν γενομένων πράξεων 180,000· ἐκ τοῦ τόκου τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 170, 000· ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων ἐκ φράγκων 10,200,000 καὶ ἐκ λιρῶν 400,000 δραχμῶν 418,000· τὸ ὅλον 2,654,000 εἰς χρυσὸν, πλὴν τῆς ἐκ τῶν γραμματίων ἐλαττώσεως. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἀναγράφομεν μόνον 500,000 δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος, ἑπομένως διαφορὰ πρὸς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μὴ διατεθέντα, 6,265,000 δραχμῶν. Ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰς. Ἔχομεν, ὡς εἶπον, τὰ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀναγραφόμενα ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου αὐτῆς ἐπὶ ποσῷ 1,042,000. Ἔχομεν καὶ ποσὰ μικροτέρου λόγου, ἀναφερόμενα λόγῳ τάξεως· ἐκ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν τριῶν Δυνάμεων 2,000· ἐκ τοῦ χρεωλύτρου τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων 25,000 ἐκ τοῦ χρεωλύτρου τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 900. Ταῦτα εἶναι λογιστικὸς κανονισμός· ἐν συνόλῳ δ’ ἔχομεν προσθετέαν ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴν 1,071,000, ἐξ οὗ ὅμως ἀφαιρετέον τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἤτοι 877,000 δραχμῶν διὰ τόκον ὁμολογιῶν τοῦ δανείου 135 ἑκατομμυρίων, διατεθεισῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων τῶν θωρηκτῶν, καὶ 37,000 δραχμῶν διὰ τόκον ἐγγυήσεων· ἀφαιρουμένων ἄρα τούτων τῶν 914,000 δραχμῶν ἀπὸ τοῦ 1,071,000, ἔχομεν 156,000 δραχμῶν, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ 8,919,000, φέρουσι τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν δαπανῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 9,076,000. Πλὴν τῶν διαφορῶν τούτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, ἔχομεν καὶ διαφορὰς ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων. Ἔχομεν ἰδίως ἐπὶ πλέον διαφορὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰς 1,056,000 δραχμῶν, τοῦτο δὲ, διότι, πλὴν ἄλλων αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων, ἔχομεν αὐξήσεις τὰς ἑπομένας: ἔχομεν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ἐφεδρεία 800,000 δραχμῶν διὰ τὰς ἀσκήσεις αὐτῆς, ἔχομεν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ἱματισμὸς 500,000 δραχμῶν, ἔχομεν δι’ ἱππωνείαν 200,000 δραχμῶν, δι’ ἱπποφορβὴν 50,000 δραχμῶν, καὶ διὰ τὸ συστηθὲν σχολεῖον βολῆς 40,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐπὶ ἔλαττον διὰ τὸ καταργηθὲν προπαρασκευαστικὸν σχολεῖον τῆς Κερκύρας 100,000 δραχμῶν· διὰ τὰς ἐαρινὰς ἀσκήσεις, αἵτινες συγχωνεύονται ἐν τῇ πιστώσει τῆς ἐφεδρείας, 200,000, 135,000 δραχμῶν ἐκ διαφόρων ἐλαττώσεων εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἅτινα ἡ ὑπηρεσία ἀπέδειξε δεκτικὰ αὐτῶν, εἰς τὴν χωροφυλακὴν 60,000 δραχμῶν καὶ εἰς τὰς δαπάνας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν 50,000 δραχμῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφει ἐπὶ πλέον δαπάνας 589,000 δραχμῶν, ταύτας δὲ, διότι, ὡς ἐκ τῆς κινήσεως τῶν θωρηκτῶν, ἅτινα θὰ καταπλεύσωσι, τὸ μὲν πρῶτον προσεχῶς, τὰ δὲ ἄλλα ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀσκήσεων τῶν ἀνδρῶν, τῶν παρασκευαζομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν καὶ ἐν γένει πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στόλου, ἀντὶ ἀνδρῶν 2945, ὅσοι ἀπετέλουν τὴν ναυτικὴν δύναμιν κατὰ τὸ ἔτος 1889, θὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ ἄνδρας 3361, ἤτοι 41 ἐπὶ πλέον. Εἶναι καὶ ἄλλαι μικραὶ διαφοραὶ, μὴ χρήζουσαι ἰδίας ἐνταῦθα μνείας. Ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις ὑπάρχουσι διαφοραί τινες ἐπὶ πλέον, αἵτινες ὅμως τὸ πλεῖστον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ αὐτὰ τὰ περιληφθέντα ἐν ἐκτάκτοις καὶ ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 46.000 δραχμῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 290,000 δραχμῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 71,000 δραχμῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 116,000, τῆς δὲ γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν 49,000. Ὑπάρχουσι καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἐπὶ πλέον δαπάναι 759,000 δραχμῶν, προερχόμεναι αἱ μὲν 350,000 ἐκ ποσοστῶν εἰσπράξεως, ἅτινα εἶναι ἀνώτερα τῶν τέως ἀναγραφομένων, διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἀνώτεραι, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐκ προμηθειῶν τῶν μονοπωλίων εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀποθεμάτων, ἤτοι 372,000 διὰ πετρέλαιον, 75,000 διὰ σιγαρόχαρτον, 30,000 διὰ πυρεῖα καὶ 25,000 διὰ παιγνιόχαρτα. Αἱ ἄλλαι διαφοραὶ εἶναι μικροτέρου λόγου. Κατὰ ταῦτα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐν ἔτει 1890 παρίστανται ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν 91,081,000 ἀπέναντι ἐσόδων 93,967,000· ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον 2,885,000. Ὡς παρετήρησα, ἡ διαφορὰ αὕτη βεβαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ψηφιζομένας πιστώσεις δὲν εἶναι ἀποχρῶσα, ἵνα θεωρηθῇ τὸ ἰσοζύγιον ἀσφαλές· πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὅπως καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐλάττωσις δαπανῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι καὶ τοῦτο θέλει ἐπιτευχθῆ καὶ διαφορὰ θέλει ὑπάρξει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1890 ἢ κατὰ τὰ ἔτη, ὧν ἔληξεν ἡ χρῆσις, διότι κατὰ τὸ 1890 ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν περιελήφθησαν ὡς εἰσπρακτέα τὰ ἀποδειχθέντα μὴ πραγματοποιήσιμα, ὅπως δὲν περιελήφθησαν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 τὰ σπουδαιότερα ἐξ αὐτῶν· τουτέστι διεγράψαμεν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 τὸ ἔσοδον ἐκεῖνο, τὸ ἀποῤῥέον ἐκ τῶν νόμων τοῦ 1871 περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐξ 1,600,000, ὅπερ διηνεκῶς ἀνεγράφετο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς μέχρι τοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαίνετο καὶ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς· τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 καὶ ἐν τῷ τοῦ 1887· παραβάλλοντες ἄρα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ἢ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, οἵτινες εἶναι οἱ ὅροι συγκρίσεως, διότι ὁ τοῦ 1889 δὲν εἶναι ἱκανῶς προκεχωρημένος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἄρθρου ἔχομεν 1,700,000 δραχμῶν ἐλπιζομένην διαφορὰν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τῶν ἐσόδων. Ἔχομεν καὶ ἄλλας προσδοκίας. Ὅπως μέχρι τοῦδε ὁ νόμος ὁ περὶ ἀδείας τροπῆς δανείων ἀπήνεγκεν ἀποτελέσματα λίαν ὠφέλιμα εἰς τὸ Δημόσιον, ἐλπίζομεν ὅτι, ὑπάρχοντος καὶ περαιτέρω σταδίου ἐνεργείας, θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1890 νὰ πραγματοποιήσωμεν καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ νέας οἰκονομίας· διότι ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, οὗτινος τὸ χρεωλύσιον εἶναι 1,470,000 δραχμῶν, ἔχομεν καὶ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ περιορισθὲν εἰς 100,000,000, οὗτινος τὸ χρεωλύσιον ἀνέρχεται εἰς 1,239,000· ὅταν ἄρα ἐπιτευχθῇ ἡ τροπὴ τῶν δανείων τούτων, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἐπιβαρύνσεως λόγῳ δημοσίου χρέους 2,729,000 δραχμῶν εἰς χρυσόν. Ἡ τροπὴ δὲν ἐπετεύχθη ἔτι, δὲν ἠδυνήθημεν ἄρα ν’ ἀναγράψωμεν τὴν ἐλάττωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀποτελεῖ δὲ αὕτη ἐφόδιον τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, ὅταν παραβάλωμεν αὐτὸν πρὸς τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς γνωστοὺς ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτῶν εἴτε τοῖς προσωρινοῖς, εἴτε τοῖς ἐκκαθαρισμένοις καὶ ἐπισήμοις, εὑρίσκομεν ὅτι, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, κατηρτισμένος ἐν περισσεύματι βεβαιωτέων ἐσόδων 335,000 δραχμῶν, ἀπέληξεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, ἀναγράφων περίσσευμα βεβαιωτέων 2,628,000 δραχμῶν, προσήγγισεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ κατ’ οὐσίαν ἐκτιμώμενος ἐπραγματοποίησεν αὐτὸ, ἤδη, ὅτε ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 περίσσευμα βεβαιωτέων 2,886,000 δραχμῶν, δυνάμεθα εὐλόγως νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐν τῇ πραγματοποιήσει αὐτοῦ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα θέλομεν ἐπιτύχει πλεόνασμα βεβαιώσεων καὶ μείωσιν τῆς ἀποστάσεως τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν βεβαιώσεων ἐν ἀναλογίᾳ μεγαλειτέρᾳ ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα θέλομεν πραγματοποιήσει οἰκονομίας, ἀποχρώσας εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ εἰσπραχθησομένων καὶ βεβαιωτέων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκῇ πρὸς τοῦτο τὸ ἐκ 2,886,000 ἐν Προϋπολογισμῷ βεβαιώσεων ἀναγραφόμενον περίσσευμα. Βεβαίως αἱ εἰσπράξεις ἐπὶ ἐσόδων βεβαιωτέων 93,967,000 δραχμῶν θὰ ὑπολειφθῶσι τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ καὶ εἰς 8% ὑπολογίζοντες τὴν διαφορὰν καὶ ὑποθέτοντες τὰς βεβαιώσεις μὴ ὑπερτέρας τῶν ἀναγραφομένων, καίτοι τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἐπιτρέπουσι τοιαύτην ἐλπίδα, πάλιν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων κατὰ τὰς ἀναλογίας τῆς ἐν τῷ παρελθόντι περιστολῆς τῶν δαπανῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐξασφαλίζουσιν, ὅπως καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ὧν τ’ ἀποτελέσματα ἀνεκοίνωσα πρὸς ὑμᾶς, οὕτω καὶ ἐν τῷ τοῦ 1890 εὐχερεστέραν μάλιστα, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους, τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἐσόδων πρὸς ἀπάντησιν αὐτῶν. Ἔχοντες οὕτως ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περίσσευμα 2,885,000, ἔχομεν ἐκ τῆς κεκτημένης πείρας τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ θὰ ὑπάρξῃ ἰσοζύγιον. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν βεβαίως, τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ συνετάττομεν ἰδιοῤῥύθμως ἡμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων. Τοῦτο ἐπεθύμουν, καὶ ἐλπίζω νὰ ὑπουργεύσω ἐφ’ ἱκανὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ εἰσαγάγω καὶ οὕτω κατηρτισμένον Προϋπολογισμόν. Τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ὤφειλον νὰ καταρτίσω αὐτὸν ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, διότι τότε μόνον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς οὕτω συντεταγμένος, ὅταν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν πιθανῶν βεβαιώσεων ἔχωμεν πάλιν τυπικὸν ἰσοζύγιον. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ τοιοῦτον τυπικὸν ἰσοζύγιον εἶναι μέγα περίσσευμα, εἶναι περίσσευμα ἀνώτερον ἴσως τοῦ ἀναγκαίου, ὄχι ὅμως καὶ ἀνώτερον τοῦ πρέποντος. Προϋπολογισμὸς ἰδίως ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὰ τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι σταθερά, ὅπου ἐξαρτῶνται ταῦτα ἐκ μυρίων τυχαίων περιστάσεων, πρέπει πάντοτε νὰ παρουσιάζῃ περίσσευμα ἀνώτερον τοῦ θεωρουμένου ὡς ἀναγκαίου ἐν ἄλλαις χώραις, ἵνα θεωρῆται ἄρτιος. Ἐλπίζω, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὡς βαίνουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος οὕτω νὰ συντάσσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον εἰσπράξεων πρὸς ἁπάσας τὰς ψηφιζομένας πιστώσεις, καὶ νὰ μένῃ ὡς περίσσευμα ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν πραγματοποιουμένων ἐσόδων πρὸς τὰς διατιθεμένας πιστώσεις.

§16ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ὡς ἐν Ἀμερικῇ.

§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐ μόνον ἐν Ἀμερικῇ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς γινώσκετε δὲ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ χρεωλύσιον ἐξαιρετικῶς μόνον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θεωρεῖται δὲ ὡς ἀναγκαῖον χρεωλύσιον τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ προκύπτον περίσσευμα. Ἐκεῖ συντάσσεται ὁ Προϋπολογισμὸς μετὰ βεβαίου περισσεύματος, οὗτινος τὸ ποσὸν, ὅσον καταδειχθῇ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἔσται τὸ χρεωλύσιον τοῦ ἔτους. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς θέλομεν φθάσει ταχέως εἰς θέσιν, ἐπιτρέπουσαν οὕτω νὰ καταρτίζωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἕως οὗ πατήσωμεν τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, ἐπετύχομεν τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τρόπου, ὃν διετὴς ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν ἄγοντα εἰς ἀπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἤδη μάλιστα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὡς ἀνέπτυξα αὐτὰ, ὑπόσχονται τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν βελτίονα ἔτι ἢ ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μόνων τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος στηριζόμενοι, ἔχομεν ταῦτα, πιστοποιοῦντα πανδήμως, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐξησφαλίσθη παρ’ ἡμῖν, καὶ ἑδραιοῦντα τὰ ἐκ τῶν περὶ τούτου ἐγγυήσεων ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἅτινα εἶναι ἐκ τῶν κυριωδέστερον ἐπιδιωκομένων διὰ τοῦ ἀρτίου καταρτισμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠδυνήθημεν νὰ καταρτίσωμεν ἄρτιον προϋπολογισμὸν, ἀπολήγοντα εἰς ἄρτιον ἀπολογισμὸν, οὐχὶ διὰ μέτρων ἐκρύθμων, ἀλλὰ μόνον διὰ μέτρων, ἅτινα ἡ ἠθικὴ συμβουλεύει, διὰ μέτρων ἀποδεικνυόντων, ὅτι ἔχομεν πᾶσαν τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Ἀναδείξαντες ἡμᾶς αὐτοὺς ἱκανοὺς, ὅπως διεξάγωμεν ἄρτια τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, εὐλαβούμενοι τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, κατωρθώσαμεν νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ν’ ἀπολαύσωμεν τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐκ τῆς πίστεως ἀποῤῥεουσῶν. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἠδύνατό τις τῷ ὄντι νὰ πτοηθῇ ἐκ τῆς ὄψεως αὐτῶν. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι κολοσσιαῖον τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ κατελήξαμεν, διότι, ὅταν ἀναλογιζώμεθα, ἐξετάζοντες μιᾶς δεκαετίας ἀπολογισμούς, διὰ τίνων ἁλμάτων ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τῶν νῦν πραγματοποιουμένων καὶ δι’ ὧν ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀγόμεθα εἰς θαυμασμὸν ἐπὶ τῇ ἐπιχειρήσει, ἣν ἀπετολμήσαμεν. Ὅταν λαμβάνωμεν ἀνὰ χεῖρας τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς παρελθόντας καὶ εὑρίσκωμεν, ὅτι εἰς παλαιὰς δραχμὰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1880 ἀνῆλθον εἰς 41,618,000, τουτέστιν εἰς 37 περίπου ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, βλέπωμεν δὲ σήμερον, μετὰ τὴν μόνην προσθήκην τῶν εἰσοδημάτων τῆς Θεσσαλίας, εἴσπραξιν 90 ἑκατομμυρίων, καταλαμβανόμεθα ἐκ θαυμασμοῦ, πῶς τὸ Ἔθνος δὲν ἐγονάτισεν ὑπὸ τοιοῦτον βάρος, ἀλλὰ φέρει αὐτὸ εὐσταλὲς εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐῤῥήθη πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτι διὰ τοιούτων ἐπιβαρύνσεων θέλει παρακωλυθῆ ἡ παραγωγή, ὅτι διὰ τοιούτων ἐπιβαρύνσεων δὲν θέλει ἐπιτύχει τοῦ ἐπιδιωκομένου, ἀλλὰ θέλει ἀπολήξει εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Τὸ Ἔθνος ἔσχε τὸ ἠθικὸν σθένος ν’ ἀναδεχθῇ τὰς ἐπιβαρύνσεις ταύτας, ἀπέδειξε δὲ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων, ὅτι εἶχε καὶ τὸ ὑλικὸν σθένος, ἵνα διὰ τῆς ἐργατικότητος αὑτοῦ κατανικήσῃ πάσας τὰς δυσχερείας καὶ παρασχὸν πᾶν, ὅ,τι ἀπῃτεῖτο μέχρι τοῦδε εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ, ἐξακολουθῇ τὴν παροχὴν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι διὰ θελήσεως καὶ δυνάμεως, ὁσημέραι αὐξανομένης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ θέλησις ἑδραιοῦται καὶ ἡ δύναμις πολλαπλασιάζεται, τὸ βάρος βαθμηδὸν ἐλαττοῦται. Ἤδη πρῶτον ἔτος εἰσάγομεν μέτρα περὶ μικρᾶς ἀπαλλαγῆς φορολογίας, μικρᾶς, διότι τὸ πλεῖστον ἠναγκάσθημεν νὰ ἀντισηκώσωμεν, οὐχ ἧττον εἰσηγάγομεν καὶ ἀπαλλαγὰς ἄνευ ἀντισηκώματος. Ἐλπίζομεν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ εἰσαγάγωμεν νεωτέρας καὶ μεγαλειτέρας ἀπαλλαγὰς, διότι καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δεῖται μετριασμοῦ, καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἄλλοι φόροι, οἵτινες ἐπεβαρύνθησαν μετὰ τὰς τελευταίας τοῦ Ἔθνους συμφορὰς, δέονται καὶ ἐκεῖνοι μειώσεως· ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεκδεχόμεθα οὕτω νὰ προβαίνωμεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος εἰς ἐλαττώσεις φόρων, εἰσήλθομεν εἰς ὁδὸν, ὑποσχομένην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὔξησιν ἐσόδων. Τοῦτο συμβαίνει κατὰ τὸ 1890· ἐλαττοῦμεν τοὺς φόρους, ὑπολείπεται δὲ περίσσευμα ἀνώτερον ἢ ἐν τῷ παρελθόντι· τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ 1891, χάρις εἰς τὰ ληφθέντα καὶ εἰς τὰ λαμβανόμενα μέτρα καὶ χάρις εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν εἶχε τὸ Ἔθνος, ἵνα ἀναδειχθῇ ἄξιον ἑαυτοῦ, καὶ χάρις εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχεν εἰς ἑαυτὸ, καὶ εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἔθνους εἶχεν εἰς τὸ Ἔθνος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαί).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
2Τῆς 4 Νοεμβρίου 1889
3(Σάββατον).
4Ὥρᾳ 4 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου
8τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ἰωάννης
9Γκιών).
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπου-
11λος ὑπέβαλε τρεῖς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις, αἵτινες θέλουσι
12τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
13§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι.
14§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
15«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑπο-
16βάλῃ πίνακα τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888
17καὶ 1889 ἐνοικιάσεων τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀδηλώτων γαιῶν
18καὶ φυτειῶν, ἐμφαίνοντα τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν δῆμον, τὸ
19ὄνομα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τὸ ἐνοίκιον, τὸν ἀριθμὸν τῶν συν-
20ταχθέντων παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ πρωτοκόλλων, τὸν ἀριθμὸν
21τῶν πρωτοκόλλων, καθ’ ὧν ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις, τὸ ἀπο-
22τέλεσμα τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ γεωμέτρου ἐξετάσεως, τὸν
23ἀριθμὸν τῶν ὁριστικῶν πρωτοκόλλων καὶ τέλος τὸ χρημα-
24τικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τῶν ἀρχῶν
25κατάστασιν ἐδικαιώθη νὰ εἰσπράξῃ ὁ ἐνοικιαστής.
26«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑπο-
27βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν
28μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ
29Ἐφετῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδι-
30κῶν περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Κυπαρισσίᾳ.
31«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πλη-
32ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἰς τὰς ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας
33ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς κρατῶνται κατάδικοι, ὧν ἡ ποινὴ
34ὑπερβαίνει τὰ τρία ἔτη, ὑποβάλλων συνάμα ὀνομαστικὸν
35κατάλογον τῶν τυχὸν τοιούτων καὶ ἐξηγῶν τοὺς λόγους,
36δι’ οὓς δὲν ἀποστέλλονται εἰς τὰ Σωφρονιστήρια».
37§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
38λίου ἔχει τὸν λόγον.
39§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγων τὸν προϋπολο-
40γισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος
411890, καταθέτω τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
42τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887. Ὁ ἀπολογισμὸς οὗτος θέ-
43λει μᾶς παράσχει τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ στηρίξω-
44μεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν περὶ τὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ
45μέλλοντος καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗτινος
46πρόκειται ἤδη ἡ εἰσαγωγή. Τὸ ἔτος 1888 οἰκονομικῶς ἔλη-
47ξεν ἤδη, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα ἔτι νὰ ὁμιλήσω-
48μεν μετὰ πάσης θετικότητος, διότι τὰ προσωρινὰ ἀποτελέ-
49σματα αὐτοῦ εἶναι γνωστὰ μόνον μέχρι τέλους Σεπτεμ-
50βρίου, καὶ ἂν ὅμως ἦσαν γνωστὰ τηλεγραφικῶς καὶ τὰ ἀπο-
51τελέσματα τοῦ Ὀκτωβρίου, δὲν παρέχουσιν ἐν συνόλῳ τὴν
52αὐτὴν ἀσφάλειαν, οἵαν τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἅτινα
53ἐξητάσθησαν ἤδη ἐν τῷ Λογιστηρίῳ καὶ κατεστρώθησαν ἐν
54ἐπισήμοις πίναξιν. Ὅθεν εἰς τὰ τοῦ 1887 εἶναι πρέπον νὰ
55δώσωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν, καὶ διότι ἀποτελοῦσι τὸ
56ἀσφαλὲς ἔδαφος περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ μέλλοντος καὶ
57διότι ἐνδεικνύουσι τὴν ἀκρίβειαν ἢ τὴν ἔλλειψιν ἀκριβείας
58τῶν ὑπολογισμῶν, οὓς ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει ἑκάστοτε,
59εὐθὺς ἐπὶ τῇ λήξει τῆς χρήσεως, ἐπὶ τῶν προσωρινῶν στη-
60ριζομένη ἀποτελεσμάτων τῶν ταμειακῶν καταστάσεων. Κατὰ
61τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν ὁμοίᾳ τῆς σημερινῆς ἐποχῇ, τὴν αὐ-
62τὴν μάλιστα ἡμέραν, τὴν 4 Νοεμβρίου, ὡς καὶ σήμερον,
63ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἀνέλυσα τὰ
64προσωρινὰ ἀποτελέσματα, τὰ τότε γνωστὰ, τῶν ταμειακῶν
65καταστάσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τῆς ἐποχῆς
66ἐκείνης, καὶ παρέστησα, ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου ἦτο
67ἡ ἐκ τῶν καταστάσεων τούτων ἀποδεικνυομένη σχέσις τῶν
68πραγματοποιηθέντων ἐσόδων πρὸς τὰ πραγματοποιηθέντα
69ἔξοδα· δὲν ἔχει ἄρα ἡ Βουλὴ ἢ νὰ προσέξῃ σήμερον εἰς τὰ
70τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομέ-
71νων, ἵνα ἴδῃ, ἂν ὀρθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐξετίμησα ἐκ
72τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τὰ ἀποτελέσματα. Πέρυσι,
73στηριζόμενος εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις, εἶχον παρα-
74στήσει, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα
75κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἐκ δραχμῶν 277 χιλιάδων. Ὁ
76Προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀναγράψει τὸ περίσσευμα εἰς 387
77χιλιάδας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν,
78ἣν ἠρυόμεθα ἐκ τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν καταστάσεων,
79ἔφερον τὸ περίσσευμα σχεδὸν εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν· διότι, ὅταν
80ἐπὶ ὁλικοῦ ποσοῦ 83,000,000 ἔχωμεν διαφορὰν 100
81χιλιάδων δραχμῶν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπῆρξε
82πλήρης ἀκρίβεια ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς. Ἀλλὰ δὲν δυ-
83νάμεθα οὕτω νὰ κανονίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τοὺς
84ὑπολογισμοὺς τούτους, διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ Προϋπολο-
85γισμῷ τοῦ 1887 παρουσιάζεται περίσσευμα 387,000
86δραχμῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο περίσσευμα πραγματοποι-
87ουμένων ἐσόδων πρὸς πραγματοποιούμενα ἔξοδα, ἀλλὰ βε-
88βαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπόμενα ἔξοδα· εἶναι δὲ
89γνωστὸν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ, ὅτι τὰ βεβαι-
90ούμενα ἔσοδα δὲν συνταυτίζονται πρὸς τὰ πραγματοποιού-
91μενα· κατὰ τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν καταβαλλομένην περὶ τὴν
92εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα
93ἀπόστασις μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων.
94Ἅλλοτε παλαιὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ.
95Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἡ κανονικὴ ἀνα-
96λογία τῶν καθυστερήσεων τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βε-
97βαιώσεις εἶναι 10%, καὶ τῷ ὄντι τοιαύτη ἦτο ἄλ-
98λοτε ἡ ἀναλογία, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν καταβαλλομένην
99ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐπιμέλειαν, χάρις εἰς τοὺς νόμους περὶ
100εἰσπράξεων τῶν φόρων, τοὺς κατόπιν τῆς δηλώσεως ψηφι-
101σθέντας, ἐπετεύχθη, ὥστε ἡ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως
102τῶν 10% νὰ κατέλθῃ ἐπὶ πολὺ, καὶ οὕτω κατὰ τὸ ἔτος
1031887 τὴν ἀναλογίαν ταύτην εὑρίσκομεν περιωρισμένην εἰς
1047. 54%. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως ὑπολογίσωμεν ἐπὶ κα-
105θυστερήσεων 7. 54%, Προϋπολογισμὸς, παρουσιάζων
106περίσσευμα 387 χιλιάδων δραχμῶν βεβαιώσεων πρὸς ἐπι-
107τρεπομένας δαπάνας, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀσφα-
108λῶς ὑπόσχεται τὸ περίσσευμα τοῦτο, διότι ἡ ἀπόστασις
109μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων ἔσται σπου-
110δαία· ἡ ἀπόστασις αὕτη ἐπὶ 90 ἑκατομμυρίων βεβαιωθη-
111σομένων θέλει εἶσθαι 7,000,000, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν 387,
112000 δραχμῶν τοῦ περισσεύματος πνίγεται ἐντὸς τῆς κα-
113θυστερήσεως ταύτης καὶ μόνη ἐλπὶς ἀναπληρώσεως ὑπάρ-
114χει ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ
115προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἐὰν ἄρα ἐπετεύχθη ἐν τῷ
116Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἡ πραγματοποίη-
117σις τοῦ τοιούτου ἀναγραφέντος περισσεύματος, ἀπόδειξις
118τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
119ἐπρυτάνευσε πνεῦμα ἄκρας φειδοῦς. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν
120277,000, ὅπερ ἀνηγγείλαμεν πέρυσιν ὡς περίσσευμα, στη-
121ριζόμενοι εἰς προσωρινὰς ταμειακὰς καταστάσεις καὶ οὐχὶ
122εἰς ἐργασίαν κατεστρωμένην τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἆρα
123ὑπῆρξε τὸ πραγματικόν; Τί λέγει τὸ καταστρωθὲν ὑπὸ τοῦ
124Γενικοῦ Λογιστηρίου μετ’ ἐπισταμένην ἐξέλεγξιν τεῦχος;
125Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ τὸ τεῦχος τοῦτο, διότι ἀναγράφει
126περίσσευμα εἰσπράξεων 241,000 ἀπέναντι τοῦ ἀναγγελ-
127θέντος τῶν 277,000. Δυνάμεθα ἄρα νὰ εἴπωμεν, ὅτι συν-
128ταυτίζεται τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸ ἀναγγελθὲν καὶ ἀποδει-
129κνύεται, ὅτι αἱ προσωριναὶ ταμειακαὶ καταστάσεις δύνανται
130νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς ὑπολογισμοὺς ἀσφαλεῖς.
131Τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἀνήρχοντο εἰς
13294,656,000 δραχμῶν, ἐκ τούτων ἐβεβαιώθησαν 89,609,000,
133τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἀναγεγραμμένων 5,047,000·
134ταῦτα δὲ εἶναι ἀποτέλεσμα βεβαιώσεων ἐπὶ πλέον μὲν
1354,683,000 δραχμῶν, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 9,831,000. Τὸ ποσὸν
136δὲ τοῦτο, τὸ οὕτω βεβαιωθὲν, ὡς εἶπον, δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσ-
137πραχθῇ ὁλόκληρον. Ἐξ αὐτοῦ εἰσεπράχθη ποσὸν 82,849,
138000 δραχμῶν, ἔμενε δὲ εἰσπρακτέον κατὰ τὰς ἑπομένας τοῦ
1391887 χρήσεις ποσὸν 6,759,000 δραχμῶν· τουτέστιν ἀπε-
140λείφθη καθυστέρημα τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ βεβαιω-
141θέντα 7.54%. Ἔξοδα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολο-
142γισμῷ 94,269,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ἀναπληρωματικαὶ καὶ
143ἔκτακτοι πιστώσεις ηὔξησαν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 97,691,000.
144Καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ οὕτω ψηφισθὲν, διὰ τοῦ
145Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωμα-
146τικῶν πιστώσεων ἐπραγματοποιεῖτο, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦτο
147σπουδαιότατον· ἀλλ’ ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων
148τῶν 97,691,000 δραχμῶν ἐπραγματοποιήθησαν μόνον
149δαπάναι 82,608,000, ἑπομένως ἔμεινεν ἀδιάθετον ποσὸν
15015,082,000, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτυχθείσης αὐστηροτάτης
151φειδοῦς περὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ Προϋπολογι-
152σμοῦ. Ἐκ τούτου δὲ οὐ μόνον δὲν κατελείφθη τὸ ἔλλειμ-
153μα, ὅπερ ἤθελέ τις εὐλόγως προσδοκᾷ, παραβάλλων τὰς
154ψηφισθείσας πιστώσεις πρὸς τὰ ψηφισθέντα ἔσοδα, ἀλλ’
155ἀνεδείχθη καὶ τὸ περίσσευμα τὸ πραγματικὸν, περὶ οὗ πρὸ
156ὀλίγου ὡμίλησα.
157Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ
158τοῦ 1887, ἀποτελέσματα ἀναγγελθέντα καὶ πέρυσι κατὰ
159τὴν αὐτὴν ἡμέραν, πιστοποιηθέντα καὶ ἐπισημοποιηθέντα
160ὑπὸ τῆς ἐργασίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἥτις σήμερον
161καθυποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ τεύχει τοῦ ἀπο-
162λογισμοῦ τοῦ 1887.
163Ἀφοῦ οὕτως ἀπεδείχθη ὁπόσον εἶναι ἀσφαλῆ τὰ ἀπο-
164τελέσματα τὰ παρεχόμενα ἐκ τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν
165καταστάσεων, δυνάμεθα ἤδη νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην
166τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προσωρινῶν ταμειακῶν καταστά-
167σεων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 μετὰ πεποιθήσεως μεγα-
168λειτέρας ἢ μέχρι τοῦδε. Γινώσκομεν ἤδη ἐκ τοῦ ἀπο-
169λογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτι αἱ προσωριναὶ καταστάσεις,
170ἀποδεικνύονται συνταυτιζόμεναι σχεδὸν πρὸς τὰ ἀπο-
171τελέσματα τὰ ἐξεληλεγμένα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
172Κατὰ τὸ 1888 εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
173ἔσοδα μὲν 95,306, 000, ἔξοδα δὲ 92,677,000, ἑπο-
174μένως προϋπελογίζομεν πλεόνασμα 2,628,000. Τὸ πλεό-
175νασμα τοῦτο εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως πρὸς ἐκεῖνο, περὶ
176οὗ πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, ἀναπτύσσων τὰ τοῦ ἀπο-
177λογισμοῦ τοῦ 1887, δὲν εἶναι πλεόνασμα εἰσπράξεων πρὸς
178πραγματοποιουμένας πληρωμὰς, εἶναι πλεόνασμα βεβαιω-
179θησομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπομένας δαπάνας, ἑπομένως,
180ἐὰν ἠθέλομεν ἐφαρμόσει τοὺς μέσους ὅρους τῶν κατὰ τὸ
181παρελθὸν ἀποδειχθέντων ἀποτελεσμάτων περὶ τὰς διαφορὰς
182τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἰς τὸ πλεόνασμα
183τοῦτο, ἠθέλομεν ἰδεῖ αὐτὸ μετατρεπόμενον ἀριθμητικῶς
184εἰς ἔλλειμμα, διότι, ἂν ἐπὶ βεβαιωθησομένων 95,306,000
185ἔχωμεν καθυστέρησιν 8% κατὰ μέσον ὅρον, αἱ πραγ-
186ματικαὶ εἰσπράξεις δὲν θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν, τὸ
187ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον, ἀλλ’ εἰς ποσὸν
18888,681,000. Πρὸς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο παραβαλλόμενον
189τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον τῶν ἐπιτρεπομέ-
190νων δαπανῶν, ἀνερχομένων εἰς 92,677,000, ἀφίνει ἔλλειμμα
1913,995,000, ἤτοι ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ 4,000,000 δραχ-
192μῶν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, οἷος ἐψη-
193φίσθη. Ἤδη ἐξεταστέα ἐκ τῶν ταμειακῶν καταστάσεων
194τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου. Τὰ ἀπο-
195τελέσματα, ὡς εἶπον, δὲν ἠδυνάμεθα, οὐδ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν
196ταμειακῶν καταστάσεων στηριζόμενοι, νὰ γινώσκωμεν ἀκρι-
197βῶς μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ μόνον μέχρι τῆς 30
198Σεπτεμβρίου· ἐπειδὴ ὅμως πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ἔληξεν ὁ
199μὴν Ὀκτώβριος δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἐξ ἄλλων πλη-
200ροφοριῶν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς τούτου καὶ οὕτω
201δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς
202τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐφ’
203ὅσον ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ταμειακῶν καταστά-
204σεων. Κατὰ ταύτας τὰ ἔσοδα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐπὶ
205ποσῷ 95,306,000, παρήγαγον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου
2061889 βεβαίωσιν 94,906,000, ἑπομένως μέχρι τέλους Σε-
207πτεμβρίου ὑπολειπόμεθα ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀνα-
208γεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς βεβαιωτέων κατὰ
209400,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
210Ὀκτωβρίου εἶναι ἤδη, ὡς εἶπον, σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν
211γνωστὰ, συνίστανται δὲ εἰς βεβαιώσεις 1,200,000 περίπου
212δραχμῶν ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων καὶ ἐκ
213διαφόρων ἄλλων ἐσόδων καὶ προσέτι εἰς βεβαιώσεις 700,
214000 δραχμῶν ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθη-
215ναίων, ὡς ὁριστικῶς κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἐκδικασθέντος
216τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου. Ἐὰν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ,
217ἀνερχόμενα εἰς 1,900,000, προσθέσωμεν εἰς τὰ 94,906,000,
218ἅτινα ἐβεβαιώθησαν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους
219τούτου, ἔχομεν ποσὸν 96,806,000 βεβαιωθέντων ἐπὶ τῆς
220χρήσεως τοῦ 1888, ἤτοι ἔχομεν βεβαιωθέντα ἐπὶ πλέον τῶν
221ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντων 1,499,000 δραχμῶν·
222τουτέστιν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887, ὡς πρὸ μικροῦ παρετήρησα
223πρὸς ὑμᾶς, εἴχομεν καθυστερήσεις βεβαιώσεων πλέον τῶν
2245,000,000, κατὰ τὸ ἔτος 1888 ἔχομεν πλεόνασμα βε-
225βαιώσεων 1,500,000. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1888 εἶχον ἀναγρα-
226φῆ εἰς ποσὸν 92,677,000, ἀλλὰ προσετέθησαν δι’ ἀνα-
227πληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ποσὰ, ἅτινα ἀνε-
228βίβασαν τὰς ἐπιτρεπομένας δαπάνας εἰς 98,108,000, προ-
229σετέθησαν προσέτι καὶ ἐξ ἐπαναφορᾶς πιστώσεων 2,750,
230000, ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται
231εἰς 100,858,000. Ἐκ τούτων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου
2321888, κατὰ τὰς δεδημοσιευμένας ἤδη ταμειακὰς καταστά-
233σεις, ἐδαπανήθησαν 89,617,000, κατὰ δὲ τὸν μῆνα Ὀκτώ-
234βριον αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας—καὶ ὡς πρὸς τὰ
235ἔξοδα εἶναι αὗται ἀκριβεῖς, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα,—
236παριστῶσιν ὡς δαπανηθέντα εἰς ἐξόφλησιν τῶν μετὰ τὸ
237τέλος Σεπτεμβρίου 1889 ἐνταλμάτων 518,000, εἰς τὰ ἐν-
238τάλματα λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων γενομένων κρατήσεων
239700,000 καὶ εἰς προσαχθησόμενα ἄλλα ἐντάλματα διαφό-
240ρων ὑπηρεσιῶν 300,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,518,000 δραχμῶν
241ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ
24289,617,000, ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέντων
243μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1888 εἰς 91,135,000 δραχ-
244μῶν. Ἐὰν ἤδη παραβάλωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, αἵτινες
245φαίνονται ὡς αἱ ὁριστικαὶ, διότι τὰ τοῦ Ὀκτωβρίου ὑπε-
246λογίσθησαν ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ αὐτοῦ ἔτους,
247ἀνερχόμενα εἰς 89,091,000, ἔχομεν ἔλλειμμα κατὰ προ-
248σέγγισιν 2,044,000 δραχμῶν.
249Παρέστησα ἀρχόμενος τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν τοῦ ἔτους
2501888, ὅτι τὰ τοῦ ἔτους τούτου, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ
251Προϋπολογισμῷ, παρουσιάζουσι μὲν πλεόνασμα βεβαιωθη-
252σομένων ἐσόδων πρὸς ἐπιτρεπομένας δαπάνας 2,628,000,
253παρουσιάζουσιν ὅμως ἔλλειμμα εἰσπραχθησομένων πρὸς τὰς
254ἐπιτρεπομένας δαπάνας 3,995,000· τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιω-
255ρίσθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια, θὰ
256ἠδύνατο δὲ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἐντελῶς, ἐὰν ἐπὶ τοῦ 1888 ἐγί-
257νετο ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὸ 1889 καὶ ὅ,τι κατὰ τὸ σύστημα,
258ὅπερ ἀνεκοίνωσα πρὸ πολλοῦ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ γίνη-
259ται εἰς τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον κρατῶσι τὰ οἰκονομικὰ δόγματα,
260ἅτινα ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε ἠσπάσθη, τουτέστιν ἡ πληρωμὴ
261τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλῶν ἐπὶ καταβολῇ πάντοτε τοῦ
262ἀντιτίμου ἐκ τῶν ἐτησίων ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὐχὶ ὅμως
263δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος, ἀλλὰ δι’ οἰκονομικῶν συνδυα-
264σμῶν. Ἐὰν δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ
2651888 ἀπεκτᾶτο τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ ποσοῦ, ὅπερ κατὰ τὸ
266αὐτὸ ἔτος διετέθη διὰ συναλλάγματος, εἰς ἀπότισιν τῶν
267τοκομεριδίων, θὰ ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον κατὰ τὰ ἀποτελέ-
268σματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, διότι
269ἐπληρώθησαν ὡς ἐκ τῆς διὰ συναλλάγματος ἀποτίσεως λόγῳ
270ὑπερτιμήσεως 1,849,000. Εἶπον, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀποτελέ-
271σματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος
2721888 ὠφείλοντο κυρίως εἰς τὴν βεβαίωσιν, ἥτις ἀπεδείχθη
273ὑπερτέρα τῆς προϋπολογισθείσης κατὰ 1,499,000, καὶ
274προσέτι εἰς τὸν αὐτὸν λόγον, ὃν ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐν τῷ
275ἀπολογισμῷ τοῦ 1887, τουτέστιν εἰς τὴν ἐπιμελῆ εἴσπραξιν,
276ἣν ἐπιτρέπουσι καὶ οἱ κείμενοι νεώτεροι νόμοι, ὡς ἐκ τῆς
277ὁποίας, ἀντὶ 10% καθυστερήσεως, ἔχομεν κατὰ τὸ
2781888 διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις
2798% περίπου. Ἡ ἐπὶ πλέον δὲ βεβαίωσις πρέπει νὰ ἐξε-
280τασθῇ εἰδικώτερον, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως ταύτης
281στηριζόμενοι, νὰ κρίνωμεν, κατὰ πόσον αὕτη θέλει πιθανῶς
282παρουσιασθῆ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι Προϋπολογισμῷ, περὶ οὗ
283κυρίως πρόκειται νὰ πραγματευθῶμεν καὶ οὗ χάριν προβαί-
284νομεν εἰς τὰς μελέτας τὰς ἀναδρομικὰς ἐπὶ τῶν προϋπολο-
285γισμῶν, τῶν τέως ἐφαρμοσθέντων.
286Ἔχομεν ἐκ τῶν βεβαιώσεων διαφορὰς ἐπὶ πλέον καὶ δια-
287φορὰς ἐπὶ ἔλαττον, ὧν τὸ τελικὸν πόρισμα εἶναι ἡ ἐπὶ
288πλέον διαφορὰ τοῦ 1,499,000. Ἐν ταῖς ἐπὶ πλέον διαφο-
289ραῖς ἔχομεν ποσὸν ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων 2,311,000·
290τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν ἄλλην, εἰμὴ λογι-
291στικὴν, διότι παρουσιάζεται καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις, ὅπως πα-
292ρουσιάζεται καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις, δὲν δύναται ἄρα νὰ μᾶς
293χρησιμεύσῃ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
294τοῦ 1890. Τὰ λοιπὰ δὲ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα εἶναι ἐκ
295τυχηρῶν 1,034,000, ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ ἐσόδων 918,
296000, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου 841,000, ἐξ ἐγγείου φόρου
297σταφίδος 805,000, ἐξ ἀντισηκώματος στρατιωτικῆς ὑπηρε-
298σίας 446,000, ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 370,000, ἐκ
299τόκων ὑπερημερίας 225,000, ἐξ εἰσπράξεως ἐσόδων παρελ-
300θουσῶν χρήσεων 195,000, ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων 155,
301000, ἐκ φόρου οἰκοδομῶν 137,000, ἐκ διαφόρων δικαιωμά-
302των 127,000, ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν 111,
303000, ἐκ φόρου ἀνωνύμων ἑταιριῶν 85,000, ἐξ ἀντιτίμου
304ἐκλογικῶν εἰδῶν 82,000, ἐκ φόρου ζώων 57,000, ἐξ ἐγγείου
305φόρου καπνοῦ 36,000, ἐκ θερμῶν ὑδάτων 25,000, ἐξ ἐγ-
306γείου φόρου περιβολίων 23,000, ἐξ ἐγγείου φόρου σύκων 21,
307000, ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 21,000, ἐξ ἐγ-
308γείου φόρου κουκουλίων 19,000, ἐκ φόρου εἰσιτηρίων 15,000,
309ἐξ ἐνοικίων ἰχθυοτροφείων 12,000, ἐκ προσόδου ποινικῶν
310ἐργοστασίων 5,000 καὶ ἐξ ἐξόδων πολιτικῶν δικῶν ἀπολη-
311πτέων 2,000. Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπὶ πλέον βεβαιωθέντα, πα-
312ραλειπομένων τῶν κλασμάτων· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐπὶ ἔλατ-
313τον, παραλειπομένων ἐπίσης τῶν κλασμάτων, ἐξ ἐκποιήσεως
314ἐθνικῶν κτημάτων 1,672,000 — περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐγέ-
315νετο λόγος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ Προϋπο-
316λογισμὸς τοῦ 1889, ἐξ οὗ ἀπηλείφθη ποσὸν 1,750,000
317δραχμῶν λόγῳ ὑπερβολικῆς ἐκτιμήσεως, τὰ ἀποτελέσματα
318δὲ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀκριβῶς ὑπελογίσαμεν τὰ τοῦ 1889,
319τοσαῦτα διαγράψαντες, διότι κατὰ τοσοῦτον περίπου ὑπε-
320λείφθη ἡ βεβαίωσις καὶ κατὰ τὸ 1888·—ἐκ τελῶν τελωνια-
321κῆς εἰσαγωγῆς ἐπὶ ἔλαττον 1,661,000 δραχμῶν, ἐκ φόρου
322καταναλώσεως οἴνου 772,000, ἐξ ἐγγείου φόρου ἐλαίου 297,
323000, ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ 248,000, ἐκ δι-
324καιωμάτων διαμετακομίσεων τελωνιακῶν 198,000, ἐκ δι-
325καιώματος καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν 178,000, ἐξ
326ἐξόδων κοινοποιήσεων περιλήψεων ὑποθήκης ἐθνικῶν γαιῶν
327143,000, ἐξ ἀντιτίμου ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων 130,000,
328ἐξ ἀντιτίμου ἅλατος 108,000, ἐκ δασῶν 107,000, ἐκ με-
329ταλλείων 95,000, ἐξ ἀντιτίμου παιγνιοχάρτων 88,000, ἐξ
330ἐγγείου φόρου λακωνικῶν προϊόντων 80,000, ἐκ προξενικῶν
331τελῶν 71,000, ἐκ μερισμάτων μετοχῶν δημοσίου 63,000,
332ἐξ ἐξόδων καταμετρήσεως ζώων 56,000, ἐξ ἀντιτίμου πυ-
333ρείων 40,000, ἐκ τελῶν τελωνιακῆς εἰσαγωγῆς 31,000, ἐκ
334πετρελαίου 27,000, ἐξ ἐπικαρπίας σταφιδώνων καὶ ἀμπε-
335λώνων 21,000, ἐξ ἐγγείου φόρου βοσκῶν 14,000, ἐξ ἐγ-
336γείου φόρου σπειρομένων γαιῶν 3,000, ἐκ τυπογραφείου
3372,000 καὶ ἐκ προσόδου κτημάτων κατακυρωθέντων 59
338δραχμάς. Ἐσημείωσα πάντα, διότι τὸ σημείωμα τοῦτο, συν-
339δυαζόμενον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὗτινος ἀποτέλεσμα
340τῆς ἐφαρμογῆς εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέγνωσα, δίδει τὰς βά-
341σεις, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν καὶ περὶ τὴν ἐκτίμη-
342σιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1889 καὶ περὶ τὸν καταρτι-
343σμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Καὶ πράγματι ἐν τῷ
344Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 τὰς μὲν αὐξήσεις δὲν περιελάβο-
345μεν ἁπάσας, οἷαι ἀναγράφονται ἐνταῦθα, τὰς περιελάβομεν
346ὡς στοιχεῖα ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν μέσων ὅρων, προσεθέ-
347σαμεν τὰς αὐξήσεις ταύτας εἰς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελ-
348θόντος πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν μέσων ὅρων, ἐκτὸς μόνον
349ὅπου ἦτο βεβαιωμένον, ὅτι τῶν αὐξήσεων τούτων εἶναι πι-
350θανὴ ἡ βεβαίωσις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ λόγων εἰδικῶν· ὡς
351πρὸς τὰς ἐλαττώσεις ὅμως ἐλάβομεν ταύτας ὑπ’ ὄψει στε-
352νότερον, τουτέστιν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
3531890 ἔπρεπε νὰ διαγράψωμεν τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀπεδείχθη-
354σαν μὴ βεβαιούμενα ἐν τῷ παρελθόντι. Οὕτως ἐπέστησα τὴν
355προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν πρώτην ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ ση-
356μειώματι τούτῳ ἐπὶ ἔλαττον βεβαίωσιν, τὴν ἐξ ἐκποιήσεως
357ἐθνικῶν κτημάτων. Τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν εἶχεν ἤδη διαγραφῆ
358ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων
359ποσῶν, ἅτινα δὲν ἐβεβαιώθησαν, ἄλλα μὲν διεγράφησαν ἤδη
360ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἄλλα δὲ διαγράφονται τὸ
361πρῶτον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890.
362Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 δὲν ἔχομεν ἀποτε-
363λέσματα, ὅπως καὶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888,
364διότι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος διατελεῖ ἤδη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ.
36522 μῆνας διαρκεῖ ἡ χρῆσις, ἐκ τῶν 22 δὲ μηνῶν παρῆλθον
366ἤδη οἱ δέκα, ἐκ τῶν 10 δὲ τούτων μηνῶν γινώσκομεν μόνον
367τ’ ἀποτελέσματα τῶν 9, δὲν δυνάμεθα δὲ ἐκ τῶν 9 μηνῶν
368νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 22 μη-
369νῶν· δυνάμεθα ὅμως νὰ θεωρήσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν
3709 μηνῶν ὡς ἐνδείξεις, ἀποχρώσας πρὸς μελέτας, ἵνα πεισθῶ-
371μεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπὶς βελτιώσεως τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
372κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἢ ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀποτελεσμάτων
373ἧττον εὐνοϊκῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων.
374Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἔχομεν ἀναγεγραμμένα
375ἔσοδα 96,449,000 δραχμῶν, ἔχομεν δὲ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα
37695,974,000 δραχμῶν, ἑπομένως περίσσευμα λίαν περιωρισμένον
377475,000 δραχμῶν, περίσσευμα, ὡς εἶπον, βεβαιωθησομένων,
378ἑπομένως ἔλλειμμα εἰσπραχθησομένων, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ,
379ὅτι πάντα τὰ ἀναγραφόμενα ἔξοδα ἤθελον πραγματοποιη-
380θῆ. Ἀλλ’ ὡς ἐξέθηκα πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς δαπάνης λόγῳ
381ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἐν ἔτει 1889, θὰ ἔχω-
382μεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου σπουδαίαν οἰκονομίαν, διότι
383ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἀναγραφέντος ὁλοκλήρου, ἐλά-
384χιστα θέλουσι δαπανηθῆ. Τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα ἐξ
38596,449,000 δραχμῶν ὑποθέτουσιν, ἐπὶ τῷ ὑπολογισμῷ 8%
386ὡς διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς
387βεβαιώσεις, εἰσπραχθησόμενα 88,733,000 δραχμῶν. Ἐὰν
388πρὸς ταῦτα παραβάλωμεν τὰ ἔξοδα ἐξ 95,974,000 δραχ-
389μῶν, σπουδαῖος πρέπει νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς ἐν τῇ ἐκτε-
390λέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἵνα κατέλθωμεν
391μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν πραγματοποιηθησομένων ἐσόδων. Ἀλ-
392λὰ τὰ τοῦ συναλλάγματος καὶ τὰ τῶν ἄλλων πράξεων,
393τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ δάνεια, πραγματοποιοῦσιν οἰκο-
394νομίας, αἵτινες ὑπόσχονται περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, οὐ
395μόνον μειοῦντα τὸ ἔλλειμμα, τὸ οὕτω παρουσιαζόμενον, ἀλλὰ
396καὶ ἀποχρῶντα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἴσως δὲ καὶ
397περίσσευμα. Διότι ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐξ
39895,974,000 δραχμῶν ἔχομεν καὶ πάλιν κατὰ τὸ 1889,
399ὅπως καὶ πάντοτε κατὰ τὸ παρελθὸν, προσθήκην ἐξ ἀνα-
400πληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων· ἀλλὰ τὴν προσ-
401θήκην ταύτην, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ καὶ κατὰ τὸ ὅλον,
402γινώσκομεν ἤδη ἐκ τῶν ψηφισθέντων καὶ ἐκ τῶν διὰ Β.
403Διαταγμάτων ἐπιτραπέντων, ταῦτα δὲ ἀνέρχονται εἰς
4042,270,000 δραχμῶν, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ ἐν τῷ
405Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, ἀναβιβάζουσι τὸ ὅλον
406τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων εἰς 98,244,000 δραχμῶν.
407Ἑπομένως ἤδη, ὅτε γινώσκομεν σχεδὸν πᾶν τὸ δυνάμενον
408νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα ἐξ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτά-
409κτων πιστώσεων, ὅ,τι μὴ διατεθῇ δὲν θέλει ἀντισηκωθῆ ἐκ
410νεωτέρων πιστώσεων, ἢ τοὐλάχιστον θέλει ἐπ’ ἐλάχιστον ἀν-
411τισηκωθῆ, καὶ δυνάμεθα νὰ στηριζώμεθα εἰς τὴν συνήθη ἀνα-
412λογίαν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τῶν ἀσχέτων πρὸς τὰς
413ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἀπέναντι ἄρα
414τῶν ἐξόδων, τῶν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ καθοριζομένων εἰς
41598,244,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένας ἐν τῇ
416πραγματοποιήσει ἐπὶ ἔλαττον δαπάνας αʹ) ἐκ τῆς μὴ πλη-
417ρωμῆς ὑπερτιμήσεως δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος 6,485,000
418δραχμῶν, διότι τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
419τοῦ 1889 ποσὸν ἐξ 6,765,000 δραχμῶν, λόγῳ τῆς τοιαύ-
420της ὑπερτιμήσεως, δὲν θέλει διατεθῆ, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ποσῷ
421280,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένου ἄρα τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ
422τῶν 98,244,000 δραχμῶν, ἔχομεν 91,759,000 δραχμῶν,
423ἔξοδα ἐπιτρεπόμενα· ἀλλὰ καὶ ταῦτα περιορίζονται περαι-
424τέρω ἐκ τῶν γενομένων πράξεων ἐπὶ τῶν δανείων. Ἡ Βουλὴ
425ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκτελέσῃ τροπὰς δα-
426νείων πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου· τοιαῦται δὲ ἐξετελέσθη-
427σαν πολλαὶ, ὧν τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν ἀναγραφῆ πλή-
428ρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, ὅπου καὶ θέλω ὁμιλή-
429σει περὶ αὐτῶν ἐν ἐκτάσει. Ἀλλὰ τινὰ ἐξ αὐτῶν πραγμα-
430τοποιοῦνται ἤδη καὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1889 καὶ δὴ ἐπὶ ποσῷ
4311,417,000 δραχμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ, τῷ τοῦ
4321889· ἐὰν ἄρα ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίας οἰκο-
433νομίας, διότι, γενομένων ἤδη τῶν τροπῶν, τὸ ποσὸν δὲν θέλει
434δαπανηθῆ, ἔχομεν τὰ ἔξοδα περιοριζόμενα ἀπὸ 91,759,000
435δραχμῶν εἰς 90,331,000, ἐπὶ τούτων δὲ θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ
436πᾶσαι αἱ ἐν τῇ ἐκτελέσει οἰκονομίαι. Αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐν τῇ
437ἐκτελέσει εἶναι βέβαιαι· ἐν τῷ παρελθόντι πάντοτε ὑπῆρξαν
438καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων, τῶν ἥκιστα φειδωλῶν,
439βεβαίως δὲ θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως,
440τῆς ἀποδειχθείσης ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν Προϋπολογισμῶν
441φειδωλοτέρας πασῶν τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων. Ἀφοῦ
442δὲ ἤδη ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ τῶν 90,331,000 δραχμῶν
443περιελάβομεν σχεδὸν ὅσα εἶναι πιθανὸν νὰ ζητηθῶσι δι’
444ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, δὲν φοβού-
445μεθα νὰ ἴδωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐξαφανιζομένας ἢ
446σπουδαίως περιοριζομένας ἐκ τοιούτων λόγων, ἤτοι ἐκ
447προσθέτων πιστώσεων· θὰ ὑπάρξῃ ἄρα σπουδαιότατος
448περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 90,331,000 δραχμῶν. Ἀπὸ
449τοῦδε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τ’ ἀποτελέ-
450σματα εἶναι σχεδὸν γνωστὰ, ὅπως πάντοτε κατὰ τοιαύτην
451ἐποχὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν
452δαπανῶν· ναὶ ἐκεῖ γινώσκομεν, ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ
453ὑπάρξῃ ἐπὶ ἔλαττον δαπάνη 1,000,000 δραχμῶν.
454§6ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἕτοιμα κατὰ μέσον ὅρον;
455§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν τ’ ἀποτελέ-
456σματα τὰ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου· δὲν λείπουσιν ἢ δύο
457μῆνες ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν δὲ τῷ Ὑπουρ-
458γείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκκαθαρίζονται αἱ δαπάναι τα-
459χύτατα, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
460Στρατιωτικῶν δυνάμεθα ἤδη νὰ γινώσκωμεν σχεδὸν ἀκρι-
461βῶς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογι-
462σμοῦ καὶ ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ ἐπὶ ἔλαττον δαπάνη θὰ ἦναι
463ἀνωτέρα τοῦ 1,000,000. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις Ὑπουργείοις
464θὰ ἔχωμεν ἐπὶ ἔλαττον δαπάνας σπουδαίας, καὶ, ὅπως ἄλ-
465λοτε εἶπον, τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀναπόφευκτοι, ὡς ἐκ τοῦ
466ἐφαρμοζομένου παρ’ ἡμῖν λογιστικοῦ συστήματος, ὡς ἐκ τοῦ
467τρόπου, καθ’ ὃν καταρτίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἐν
468ᾧ ἀναγράφονται ὡς πιστώσεις, περιορίζουσαι τὸν Ὑπουργὸν
469καὶ μὴ ἐπιτρέπουσαι τὴν μεταφορὰν, ὄχι αἱ ἐν τοῖς κεφα-
470λαίοις, ἀλλ’ αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις, ἐν τοῖς ἄρθροις δὲ ἀναγρά-
471φονται πολλάκις καὶ ὅσα ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἔπρεπε
472ν’ ἀναγράφωνται ἐν ἐδαφίοις. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κρά-
473τους, ἐξ οὗ ἠρύσθημεν ἡμεῖς τοὺς λογιστικοὺς ἡμῶν θε-
474σμοὺς, ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας δεσμεύει τὸν
475Ὑπουργὸν ὡς πρὸς μόνα τὰ κεφάλαια, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ
476Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ δύνανται ἀζημίως ἐν πολλοῖς νὰ
477ἀναγράφωνται ἐπὶ ἔλαττον αἱ πιστώσεις τῶν ἄρθρων, διό-
478τι, ἐπιτρεπομένης τῆς ἐντὸς τῶν κεφαλαίων μεταφορᾶς δα-
479πάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, ἐὰν τυχὸν ἡ ἀναγεγραμμένη
480δαπάνη δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπαρκὴς,
481ἀναπληροῦται ἐξ ἐνδεχομένου περισσεύματος ἑτέρας, ἀνα-
482γεγραμμένης ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ἀλλ’ ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ
483δαπάνης· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται μεταφορὰ
484δαπάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, οὐδὲ ἐν τῷ αὐτῷ κεφα-
485λαίῳ, ὅπου αὐτὰ τὰ ἄρθρα, ὡς εἶπον, εἶναι τὰ ἐδάφια
486ἄλλων Προϋπολογισμῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγρά-
487φωμεν ἐν τοῖς ἄρθροις τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ,
488καίτοι ἐνίοτε γινώσκομεν, ὅτι μικρὰ ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι
489θέλει δαπανηθῆ ὁλόκληρον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναγραφόμενον
490ποσὸν, διότι, ἐὰν μὴ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἄρθροις, θέλει εὑρε-
491θῆ ἡ Κυβέρνησις ἐστερημένη τῶν μέσων τῶν πρὸς ἀπάντη-
492σιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι βέ-
493βαιον, ὅτι τ’ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολο-
494γισμῷ καὶ ἐν ταῖς ἐκτάκτοις καὶ ἀναπληρωματικαῖς
495πιστώσεσιν, ἅτινα περιωρίσθησαν ὡς ἐκ τῶν λόγων, οὓς
496ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, εἰς 90,331,000, θέλουσι σπουδαίως
497περαιτέρω μειωθῆ ἐν τῇ ἐκτελέσει· τὰ εἰσπραχθησό-
498μενα, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ βεβαιώσεις δὲν θέλουσι
499κατὰ τὸ 1889 ὑπερβῆ τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
500ἀναγεγραμμένας, ὅπως ὑπερέβησαν αὐτὰς κατὰ τὸ 1888,
501πάλιν ἀνέρχονται εἰς 88,073,000. Ἀπέναντι τοιούτου πο-
502σοῦ εἰσπράξεων ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον περιορισμὸν τῶν
503δαπανῶν εἰς 90,331,000, βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἐν τῇ
504ἐφαρμογῇ, ἧς, ὡς εἶπον, γινώσκομεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα ἐν
505τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ βεβαιότητος, ἡ πε-
506ραιτέρω μείωσις θὰ ἦναι ἀποχρῶσα, ὅπως φέρῃ εἰς τὸ ἰσο-
507ζύγιον, πιθανὸν δὲ καὶ εἰς περίσσευμα.
508Οὕτω καθορίσαντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς
509τῶν Προϋπολογισμῶν, περὶ ὧν μέχρι τοῦδε δὲν εἶχον ἀνα-
510κοινωθῆ τὰ ὁριστικὰ ἢ τὰ προσωρινὰ ἀποτελέσματα εἰς
511τὴν Βουλὴν, δυνάμεθα, ἐπὶ τούτων στηριζόμενοι, νὰ προ-
512βῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890,
513οὗτινος ἔργον ἡμῶν εἶναι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ
514ἐξελέγξωμεν τὸν καταρτισμόν. Ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ
515Προϋπολογισμοῦ τούτου εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιλά-
516βωμεν τὰ πλεονάσματα τῶν βεβαιώσεων, τὰ ἀποδειχθέντα
517ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν παρελθόντων Προϋπολογισμῶν, νὰ τὰ
518περιλάβωμεν ὅμως ὡς στοιχεῖα πρὸς καταρτισμὸν τῶν μέ-
519σων ὅρων, ἐκτὸς ἐὰν εἰδικοὶ λόγοι ὑπαγορεύωσιν, ὅπως
520ἅπαν τὸ πλεόνασμα ἀναγραφῇ καὶ κατὰ τὸ 1890. Ἀφοῦ δὲ
521περιλάβωμεν κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὰ πλεονάσματα ταῦ-
522τα, ἀφοῦ περιορίσωμεν τὰ βεβαιωθησόμενα κατὰ λόγον τῶν
523ἀποδειχθεισῶν ὑστερήσεων τῶν βεβαιώσεων ἐν τῷ παρελθόν-
524τι, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα καὶ
525νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων,
526παρατιθέμενος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐπι-
527τρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα, ὅτε ἐψη-
528φίσθησαν οἱ παρ’ ἡμῖν κείμενοι ἤδη πρόσθετοι φόροι, ἐθεω-
529ρήθη, ὅτι ταχέως πρέπει νὰ ἐπέλθωσι πρὸς ἀνακούφισιν
530τῆς κοινωνίας ἐκ τοῦ βάρους τῆς τοιαύτης προσθήκης.
531Δυστυχῶς τ’ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι ἔτι τοιαῦτα, ὥστε νὰ
532δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν ἀπὸ τοῦδε πλησίστιοι εἰς τὴν ὁδὸν
533τῶν τοιούτων ἀνακουφίσεων· ἀλλὰ, ἐπιτευχθέντος τοῦ ἰσο-
534ζυγίου κατὰ τὸ ἔτος 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐν προσεγ-
535γίσει, ἐπιτυγχανομένου δ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ 1889, κατὰ
536τὰ ἤδη πρὸ μικροῦ ἀναπτυχθέντα πρὸς ὑμᾶς, ἐπιτρέπεται
537νὰ μὴ σκεπτώμεθα περὶ τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὕτω στε-
538νῶς, ὡς ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ σκεπτώμεθα μέχρι τοῦδε. Ἐπι-
539τρέπεται ὡς πρός τινα, νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα, δυνάμενα καὶ
540νὰ μειώσωσι τὰς εἰσπράξεις, ὅτε ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν εἰσ-
541πράξεων ὑπόσχεται, ὡς ἐκ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν παρα-
542γωγικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ἀντισήκωμα ἐκ τῆς
543αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς.
544§8ΛΕΒΙΔΗΣ. Δημοκοπία.
545§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ ἀναβάλητε τὴν
546ἔκφρασιν τοιούτων σκέψεων εἰς τὴν ὥραν, καθ’ ἣν θέλετε με-
547ταβῆ εἰς τὸ καφενεῖον.
548Ἰδίως δὲ ἐν τῇ τοιαύτῃ σχετικῶς εὐαρέστῳ κατα-
549στάσει τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δέον ν’ ἀπασχολήσωσι
550τὴν Βουλὴν τὰ τῶν νέων φόρων, ὅσων δὲν ἀπεδείχθη
551ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἡ ἐπιτυχία. Διότι, ἀναγκασθέντες ἐκ
552τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβά-
553λωμεν φόρους πανταχοῦ, ὅθεν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν
554πρόσοδον, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν εἰς πάντα, καίτοι
555ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν φόρων τούτων συνεβουλευόμεθα τὰς
556ξένας νομοθεσίας καὶ τὰ ἀλλαχοῦ γιγνόμενα. Τὰ τῆς νέας
557φορολογίας νομίζω, ὅτι εἰς τὸν ἀπαθῶς κρίνοντα περὶ αὐτῆς
558ἐν συνόλῳ δὲν δύνανται ἢ νὰ παράσχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι
559ἐπέτυχον πέρα τῶν ἐπιτρεπομένων ἐλπίδων, διότι, ἐὰν ἐξαι-
560ρέσωμεν ἕνα φόρον, ὅστις ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἐπιτυγχάνει,
561παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ἐπέτυχεν, οἱ ἄλλοι φόροι κατὰ τὸ πλεῖ-
562στον ἐπέτυχον ἐν ἀρχῇ, δέονται ὅμως ἐν ταῖς λεπτομερείαις
563ἀναθεωρήσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεων, δι’ ὧν νὰ καταστῇ ἡ
564λειτουργία αὐτῶν ὅσον ἔνεστιν ὁμαλωτέρα. Ὁ φόρος ὅμως,
565ὅστις ἀναντιῤῥήτως ἀπέτυχε παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν οἰνο-
566πνευμάτων. Ὁ φόρος οὗτος ἔν τισιν ἐπικρατείαις ἀποτελεῖ
567ἕνα τῶν κυριωδεστέρων πόρων τοῦ Κράτους, ἐν ἄλλαις
568ἐπικρατείαις, καίπερ μὴ κατατασσόμενος μεταξὺ τῶν κυ-
569ριωδεστέρων, κατατάσσεται ὅμως μεταξὺ τῶν σπουδαίων·
570ἐν ἁπάσαις ὅμως ταῖς χώραις, ταῖς παραγούσαις οἶνον,
571ἐν ἁπάσαις ταῖς χώραις, ἔνθα ἡ ἀμπελοφυτεία εἶναι διαδε-
572δομένη, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου προσκόπτει εἰς ποι-
573κίλας δυσχερείας. Προσκόπτει καὶ ἐν τοῖς Κράτεσιν, ὅπου ὁ
574φόρος οὗτος θεωρεῖται ἐκ τῶν κυριωδεστέρων, καὶ ἐν τοῖς
575Κράτεσιν, ὅπου θεωρεῖται ἐκ τῶν σπουδαίων, ἀλλ’ ἐκ τῶν
576δευτερευόντων. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ κατ’ ἔτος βλέ-
577πομεν τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ὑποβαλ-
578λόμενον εἰς βάσανον πρὸς σκοπὸν μεταῤῥυθμίσεως, πολλάκις
579δὲ καὶ ἐπανειλημμένως μεταῤῥυθμιζόμενον. Αἱ Βουλαὶ τῶν
580Κρατῶν ἐκείνων κατὰ πᾶσαν Σύνοδον ἐνασχολοῦνται εἰς τὰ
581τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁ δὲ λόγος ὁ κύριος τῆς
582τοιαύτης ἐνασχολήσεως εἶναι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου
583προσκρούει εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων. Τὰ
584συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν
585Ἰταλίᾳ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων τῆς παραγωγῆς· ἀλλά,
586ἂν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτη-
587μόνων ἔχωσι τοιαύτην σημασίαν, παρ’ ἡμῖν ἔχουσι σημα-
588σίαν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν. Ἡ σχετικὴ σημασία τῆς
589ἀμπέλου ἐν Ἑλλάδι, ὡς στοιχείου γεωργικῆς παραγωγῆς,
590εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ· οὗτος δὲ
591εἶναι ὁ κυριωδέστερος λόγος, δι’ ὃν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύ-
592ματος δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν ἄνευ σπου-
593δαιοτάτης πιέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύμα-
594τος, ἐφ’ ὅσον ἐπιπίπτῃ ἀμέσως ἐπὶ τὸν ἀμπελουργὸν, πιέζει
595αὐτὸν, ἀφ’ ἑτέρου, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ οἰνοπνεύματος,
596ἡ ἀμπελουργία ἔχει ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν
597οἰνοπνευμάτων πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν στεμφύλων εἰς πα-
598ραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐὰν ἐξηκολουθοῦμεν σήμερον δια-
599τελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νομοθεσίας τῆς πρὸ τῆς εἰσα-
600γωγῆς τοῦ πρώτου νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων,
601θὰ ἠκούομεν πανταχόθεν ἀπαίτησιν παρὰ τῶν ἀμπελοκτη-
602μόνων, ὅπως εἰσαχθῇ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὡς ἀναγ-
603καῖος, ἐφ’ ὅσον περιορίζηται εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ παραγό-
604μενα ἐξ ἄλλων ὑλῶν ἢ τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀμπε-
605λοφυτείαν. Ἄνευ φορολογίας βαρείας τοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦ
606παραγομένου ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἡ ἀμπελουργία δὲν δύ-
607ναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, διότι σήμε-
608ρον τοσοῦτον κατέστη εὔωνον τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμε-
609νον ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ὡς ἐκ τῆς εὐτελοῦς τιμῆς τῶν σιτη-
610ρῶν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτὸ ἐν
611ταῖς ἀγοραῖς τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα ἐκ τῶν ζαχαρωδῶν
612ὑλῶν καὶ δὴ ἐκ τῶν στεμφύλων. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν
613ὑπ’ ὄψει, ἀναθεωροῦντες τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνο-
614πνευμάτων. Ὁ νόμος οὗτος ὑπέσχετο πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δη-
615μοσίου, ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἐπὶ
616τῷ ὅρῳ 1,300,000· κατὰ πόσον ἡ πρόσοδος αὕτη ἤθελε
617πραγματοποιηθῆ ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μηχανικῶν με-
618τρητῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ βεβαιότητος· ἀλλ’
619ἵνα πραγματοποιηθῇ ἡ πρόσοδος, θὰ ἦτο ἐπάναγκες νὰ προ-
620βῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοῦ νόμου δι’ αὐστηρότη-
621τος, ἥτις θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς καταστρεπτικὴ τῶν συμφερόντων
622τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἐπεβάλλετο ἄρα ἡ ἀνάγκη τῆς
623διατηρήσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς
624τὰ τῆς παραγωγῆς, τῆς συναγωνιζομένης πρὸς τὴν ἐκ τῆς
625ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων, καὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν
626διατάξεων, τῶν ὑποβαλλουσῶν εἰς περιορισμοὺς τοὺς πα-
627ράγοντας οἰνοπνεύματα ἐκ στεμφύλων. Ἐξετάζοντες
628πάντα ταῦτα, ἀπελήξαμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι, ἐνῷ ὁ
629νόμος ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὡς ἔχει ὡς πρὸς τὰ οἰνο-
630πνεύματα, τὰ παραγόμενα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, καὶ ἑπο-
631μένως καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα, τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ
632ἐξωτερικοῦ, ἅτινα ἐξ ἀμυλωδῶν παράγονται ὑλῶν, οὐ μό-
633νον ἔπρεπε ν’ ἀναθεωρηθῇ ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα τὰ πα-
634ραγόμενα ἐκ στεμφύλων καὶ ἐξ ἄλλων ὁμοειδῶν πρώτων
635ὑλῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε σχεδὸν νὰ καταργηθῇ ὡς πρὸς ταῦτα
636ἢ τοὐλάχιστον νὰ διατηρηθῇ μόνον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς φορο-
637λογίας τῆς συνήθους βιομηχανίας, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῷ
638ἐξαιρετικῷ, ἐφ’ ᾧ φορολογοῦνται τὰ οἰνοπνεύματα ἐν τοῖς
639Κράτεσιν, ἅτινα θεωροῦσι τὸ οἰνόπνευμα ὡς πηγὴν ἐκ τῶν
640κυριωδεστέρων τῶν προσόδων αὐτῶν. Ἐκ τούτων ὁρμώμενοι,
641οὐδεμίαν προτείνομεν μεταῤῥύθμισιν εἰς τὰ τοῦ νόμου περὶ
642τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς τρίτης κατηγο-
643ρίας, τουτέστιν εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ παράγοντα
644οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς πρώτης καὶ
645τῆς δευτέρας κατηγορίας προτείνομεν ῥιζικὴν μεταβολήν.
646Προτείνομεν, ὅπως οἱ παράγοντες οἰνόπνευμα διὰ λεβήτων
647χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 100 ὀκάδων ἀπαλλαχθῶσι
648πάσης φορολογίας. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι ὁ παράγων
649οἰνόπνευμα διὰ λέβητος χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 100
650ὀκάδων δὲν εἶναι βιομήχανος, εἶναι γεωργός· ἂν ἦτο βιο-
651μήχανος, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μὴ ὑποβάλληται καὶ οὗτος εἰς
652τὴν ἀνάλογον φορολογίαν τῶν βιομηχάνων, ἀλλὰ δὲν εἶναι
653βιομήχανος, εἶναι γεωργὸς, καὶ ἡ ἐπιβολὴ εἰς αὐτὸν φορο-
654λογίας βιομηχάνου θὰ ἦτο ἄτοπος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ παρα-
655γωγὴ γίνηται διὰ λεβήτων χωρητικότητος ἀνωτέρας τῶν
656ἑκατὸν ὀκάδων, δέον νὰ θεωρηθῇ ὁ οὕτω παράγων οἰνόπνευ-
657μα ὡς βιομήχανος καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον ἐπὶ τῇ φορο-
658λογικῇ ἀναλογίᾳ τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς τῇ συνήθει.
659Τοιαύτην ἀναλογίαν ἐθεωρήσαμεν τὴν τῶν 10 λεπτῶν κατ’
660ὀκᾶν χωρητικότητος τοῦ λέβητος. Ἑπομένως ὁ παράγων
661οἰνόπνευμα διὰ λέβητος ἑκατὸν ὀκάδων θέλει πληρόνει κατ’
662ἔτος ἐφ’ ἅπαξ δέκα δραχμάς, ὁ παράγων οἰνόπνευμα διὰ
663λέβητος χωρητικότητος πεντακοσίων ὀκάδων θέλει πληρόνει
664κατ’ ἔτος ἐφ’ ἅπαξ πεντήκοντα δραχμάς.
665Ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῆς νομοθεσίας ἐπάγεται ἐλάτ-
666τωσιν προσόδου. Ὡς εἶπον, ἀναγεγραμμένη πρόσοδος ἐν τῷ
667Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἦτο ἐξ 1,300,000· ἀλλὰ δὲν εἶ-
668ναι αὕτη ἡ μόνη πρόσοδος, ἡ ἐκ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἡ ἐν τῷ
669Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη, διότι ἐλήφθησαν καὶ ἄλλα
670μέτρα, ὅπως φορολογηθῇ τὸ οἰνόπνευμα. Τὰ μέτρα δὲ ἐκεῖνα
671ὑπῆρξαν ἐπιτυχῆ. Ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος γίνεται
672κατὰ δύο τρόπους, γίνεται ἐν τῇ παραγωγῇ, γίνεται καὶ ἐν
673τῇ καταναλώσει. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκηται περὶ τῆς φο-
674ρολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τῇ παραγωγῇ, εἶπον, ὅτι
675ἀπετύχομεν ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα πρώτης καὶ
676δευτέρας κατηγορίας· ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν ὅμως ἐν τῇ
677καταναλώσει, δὲν νομίζω, ὅτι ἀπετύχομεν, καὶ δικαιολογεῖ
678ἡμᾶς πρὸς τὴν θυσίαν τῆς μνησθείσης προσόδου ἡ ἐπιτυχία
679τῆς ἐν τῇ καταναλώσει φορολογίας, παράγουσα ὑπὲρ τοῦ
680Δημοσίου ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Ἡ φορολογία ἐν τῇ
681καταναλώσει ἐπετεύχθη διὰ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὴν ἀνωτά-
682την κλάσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος παντὸς πωλοῦντος
683λιανικῶς οἰνόπνευμα· τὸ μέτρον ἐκεῖνο εἶχεν ὡς ἀποτέ-
684λεσμα τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 350,
685000 δραχμῶν. Ἡ πρόσοδος αὕτη ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐφαρ-
686μογῇ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος· ἀλλὰ πράγματι τὸ
687ποσὸν τῶν 350,000 δραχμῶν, τὸ οὕτως εἰσπραττόμενον, εἶναι
688πρόσοδος ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος· ὅταν δὲ ἔχωμεν ἐκ τοῦ οἰ-
689νοπνεύματος καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν πρόσοδον
690350,000 δραχμῶν, ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῇ καταναλώσει,
691ἔχομεν προσέτι καὶ τὴν πρόσοδον, ἣν ὑπόσχεται ὁ περὶ φόρου
692ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων νόμος, ὅπως προτείνεται παρ’ ἡμῶν
693ἵνα τροποποιηθῇ, ἀνερχομένην εἰς 450,000, ἔχομεν ἐξ οἰ-
694νοπνευματωδῶν ποτῶν ὁλικὴν πρόσοδον 800,000, ἥτις νο-
695μίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ παρ’ ἡμῶν ἐπαρκής. Εἶναι
696ἀληθὲς, ὅτι, θεωρουμένη αὕτη ἀπολύτως ὡς ἐπαρκὴς, δὲν ἀπαλ-
697λάττει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ζημίας, ἣν ἐπάγεται ἡ θυσία τῆς δια-
698φορᾶς τῶν 450,000 πρὸς τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋ-
699πολογισμῷ τοῦ 1889 ποσὸν ἐξ 1,300,000, ἀλλὰ ταύτην
700τὴν θυσίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὁλοκλήρως ὡς
701βεβαία, διότι δὲν ἔχομεν βεβαιωμένα τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ
702τοιούτῳ ποσῷ κατὰ τὸ 1889, ταύτην, λέγω, τὴν θυσίαν
703ἐπιτρέπει ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς ἡμᾶς, ἵνα ὑποστῶμεν,
704διότι δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ
705ποσὸν τῆς διαφορᾶς, τὰς 800,000 περίπου δραχμῶν, καὶ πά-
706λιν νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα πραγματοποιήσεως ἰσοζυγίου.
707Τοὺς ἀμπελοκτήμονας δέον παντὶ τρόπῳ νὰ ὑποστηρί-
708ξωμεν, δέον νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων,
709ἃς προτείνομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμά-
710των, δέον νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν προσέτι καὶ ἐν τῷ συναγω-
711νισμῷ αὐτῶν πρὸς τὴν παραγωγὴν, τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους.
712Πανταχοῦ ἐλήφθησαν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς ἐμψύχωσιν
713τῆς οἰνοποιΐας, τῆς πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπὶ
714τοσοῦτον μάλιστα ξένα Κράτη ἐμερίμνησαν περὶ τούτου,
715ὥστε προέβησαν καὶ μέχρι μέτρου, ὅπερ, κατὰ τὴν γνώ-
716μην μου δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον οἰκονομικῶς, του-
717τέστι μέχρι τῆς παροχῆς βραβείων εἰς τὸν παράγοντα οἶ-
718νον πρὸς ἐξαγωγὴν καὶ ἐξάγοντα τὸν οὕτω παραχθέντα
719οἶνον. Ἡμεῖς, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ
720τοιούτου συστήματος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ
721ἐργασθῶμεν ἐπὶ συστήματος ἐμψυχοῦντος τὴν πρὸς ἐξαγω-
722γὴν οἰνοποιΐαν μέχρι τοῦ κατὰ τὰς ὑγιεῖς οἰκονομικὰς ἀρχὰς
723ἐπιτρεπομένου ὁρίου, τουτέστι δι’ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ πάσης
724φορολογίας. Πρέπει ὁ οἶνος, ὁ παραγόμενος ἐν τῇ χώρᾳ πρὸς
725ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ εἰς τὴν
726ἀλλοδαπὴν νὰ ἀπαλλάσσηται πάσης φορολογίας. Ἐκ τού-
727του θέλει ἐπέλθει ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, θέλουσιν ἐλατ-
728τωθῆ τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων θέλει σπου-
729δαίως ἄλλοθεν ἀντισηκωθῆ. Δὲν ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν τὴν
730βάσιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐν τῇ σχέσει τῆς φορολο-
731γίας πρὸς τὴν φορολογουμένην μονάδα, ἰδίως πρέπει νὰ ζη-
732τῶμεν τὴν βάσιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐν τῷ πολλα-
733πλασιασμῷ τῆς μονάδος, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία.
734Ὅταν ὑπάρχῃ ἐλπὶς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἐφ’ ἧς
735ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, διὰ τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς κα-
736ταργήσεως τοῦ φόρου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διστάζωμεν περὶ
737τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ, καὶ μάλιστα
738ἂν πρόκηται περὶ παραγωγῆς, ἥτις θέλει εἰσαγάγει ἀμέσως
739ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέταλλον. Καὶ αὐτὴ ἡ παραγωγή, ἡ χά-
740ριν καταναλώσεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀπολήγει εἰς τὴν αὔ-
741ξησιν τοῦ μετάλλου, διότι τὸ διὰ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς
742ἀναπληρούμενον δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ φέρει
743ἀρνητικῶς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα διὰ τῆς μὴ ἐξαγω-
744γῆς τοῦ μετάλλου. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν ἄμεσον τὴν σχέσιν πρὸς
745τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τῆς παραγωγῆς τῆς εἰς αὐτὸ προωρισμέ-
746νης, ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν τοιαύ-
747την παραγωγὴν, ἂν δὲ πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς ἀπαιτῆται νὰ
748θυσιάσωμεν καὶ σπουδαίαν πρόσοδον τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν
749νὰ ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν. Ἰδίως ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν αὐτὴν
750προκειμένου περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου, ὀφείλομεν νὰ
751τὴν ὑποστῶμεν χάριν τῆς κοινῆς ἀμπέλου, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον
752χάριν τῆς σταφιδαμπέλου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσή-
753γαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ
754παντὸς φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς ξηρᾶς
755σταφίδος, καὶ τότε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ
756μέτρου καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς χλωρᾶς
757σταφίδος, εἴπομεν δὲ τότε, ὅτι τοιαύτην ἐπέκτασιν δὲν θὰ
758ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπη-
759ρεάζετο ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἡ ἐκ
760τῆς οἰνοποιΐας τῆς συνήθους. Εἴπομεν, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον,
761ἦτο ἴσως καὶ ἀδύνατον νὰ γενῇ ἡ διάκρισις τοῦ οἴνου, τοῦ πα-
762ραγομένου ἐκ τῆς χλωρᾶς σταφίδος, καὶ τοῦ παραγομένου ἐκ
763τῆς σταφυλῆς. Ἀλλ’ ἡ βελτιωθεῖσα κατάστασις τοῦ
764Προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπει σήμερον νὰ παρακάμψωμεν τὴν
765δυσχέρειαν, τὴν ἐκ τοῦ ἀνεπιτεύκτου τῆς διακρίσεως,
766διὰ τῆς καταργήσεως συνάμα καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου,
767τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς σταφυλῆς, ὅταν ὁ οἶνος οὗτος πα-
768ράγηται πρὸς ἐξαγωγήν. Τὸ προτεινόμενον ἄρα μέτρον δὲν
769ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν οἰνοποιΐαν τὴν συνήθη, ἀφορᾷ καὶ εἰς
770τὴν οἰνοποιΐαν τὴν ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, ἥτις ὑπόσχεται
771πολλὰ, διότι ἐκ τῶν πολλῶν μέτρων, ἅτινα προετάθησαν
772πρὸς ὑποστήριξιν τῶν τῆς σταφίδος ἐν τῇ κρίσει, ἣν αὕτη
773διέρχεται, ἴσως ἓν τῶν ὀλιγώτερον ἀμφιβόλων περὶ τὰ ἀπο-
774τελέσματα εἶναι τὸ τῆς χρησιμοποιήσεως μέρους τῆς στα-
775φίδος πρὸς παραγωγὴν οἴνου προωρισμένου εἰς κατασκευὴν
776κονιάκ. Ἤδη ἤρξαντο τοιαῦται ἐργασίαι, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ
777πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τούτων πρὸς παραγωγὴν οἴνου ἐκ
778χλωρᾶς σταφίδος, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη πρὸς
779κατασκευὴν κονιάκ, ἀπαιτεῖ ἀναποδράστως τὴν κατάργησιν
780τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ. Ἑπομένως διὰ
781τοῦ προτεινομένου μέτρου οὐ μόνον ἐνισχύομεν τὴν συνήθη
782οἰνοποιΐαν, ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἀρωγοὶ καὶ εἰς τὰ τῆς σταφίδος.
783Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μόνον, οὐδὲ τὸ κύριον μέτρον, ὅπερ
784πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Βεβαίως μέτρα
785σπουδαιότερα πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ νὰ ληφθῶσι. Τὸ καθ’
786ἡμᾶς, τοσαύτην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὰ τῆς ὑποστηρί-
787ξεως τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, ὥστε δὲν ἐδιστάσαμεν
788νὰ προβῶμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν εἰς πρότασιν
789πρὸς αὐτὴν περὶ συνθήκης περὶ καταργήσεως τοῦ παρ’ αὐτῇ
790φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος εἴτε ἐπὶ ἀμοιβαιότητι, τουτέστιν ἐπὶ
791καταργήσει τοῦ ἐγγείου παρ’ ἡμῖν φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προϊ-
792όντος, εἴτε ἐπὶ ἄλλοις ἀντισηκώμασι. Πρὸς τοῦτο ἠθέλομεν
793θυσιάσει πρόσοδον ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
794τοῦ 1889 ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ τῶν 4,000,000 κατὰ τὰ
795τέως ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καίπερ κολοσσιαῖον τὸ ποσὸν
796τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ
797προβάλωμεν τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν
798Κυβέρνησιν, καὶ δὲν θὰ διστάσωμεν ὁμοίας θυσίας καὶ
799ἐν τῷ μέλλοντι νὰ προτείνωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν,
800ἵνα δι’ αὐτῶν ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα, οἷα ὑπόσχεται
801ἡ κατάργησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ
802ἐν Ἀγγλίᾳ. Δυστυχῶς ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι
803τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι τὴν θυ-
804σίαν τῆς ἐκ τῆς σταφίδος προσόδου, καὶ ἀπέῤῥιψε τὰς προ-
805τάσεις ἡμῶν. Τοῦτο δὲν θέλει μᾶς ἀποτρέψει, ὅπως ἐπανέλ-
806θωμεν ἐπὶ τὸ ζήτημα, οὐδὲ φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς,
807ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιτευχθῇ ὅ,τι δὲν ἐπετεύχθη ἤδη,
808τοὐναντίον φρονοῦμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ θέλουσιν ἐπικρατήσει
809αἱ ἰδέαι τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ
810τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἡ σταφὶς θέλει τελικῶς ἐκλείψει ἐκ
811τοῦ δασμολογίου, ἴσως καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος παρὰ τῆς
812Ἑλλάδος, ὅπως ἐξέλιπεν ἐξ αὐτοῦ πληθὺς ἄλλων εἰδῶν. Ἀλ-
813λὰ σήμερον αἱ προτάσεις ἡμῶν δὲν ἐγένοντο δεκταί. Ἡ
814πρότασις ὅμως, οἵα παρ’ ἡμῶν διετυπώθη, ἀποδεικνύει ὁποίαν
815ὀφείλει κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ν’ ἀποδίδῃ σημασίαν ἡ Ἑλ-
816ληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ τῆς σταφίδος καὶ ὁποίας θυσίας
817νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσό-
818δων χάριν τῆς σταφίδος, ἐὰν διὰ τῆς θυσίας ἀπεκδεχώμεθα
819ἀποτελέσματα ὑπὲρ αὐτῆς θετικά.
820Τὰ μέτρα, ἅτινα ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀνακουφί-
821ζοντα τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, δὲν ἐπάγονται ἐπιβάρυν-
822σιν ἑτέρας παραγωγικῆς τάξεως, ἢ ἑτέρας οἱασδήποτε κοι-
823νωνικῆς τάξεως, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς
824ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ἀπεκ-
825δεχόμενοι μὲν ἐξ αὐτῶν βελτίωσιν τῶν εἰσπράξεων διὰ τῆς
826αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ γινώσκοντες συνάμα, ὅτι, ἂν ἡ
827αὔξησις αὕτη μὴ ἐπέλθῃ, ἢ βραδύνῃ νὰ ἐπέλθῃ, τὰ τοῦ Προϋπο-
828λογισμοῦ, ὡς ἔχουσιν ἤδη, ἐπιτρέπουσι τὴν θυσίαν. Ἀλλὰ καὶ
829περαιτέρω μεταῤῥυθμίσεις τῆς φορολογίας ὑπαγορεύονται, εἰς
830ταύτας δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐὰν μὴ ἀντισηκώσω-
831μεν τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου διὰ φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων
832ἄλλων. Τὰ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ὅπως ἤδη εἶναι οὗτος ἐπιβε-
833βαρημένος καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων,
834δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καλῶς ἔχοντα, διότι καὶ τὰ
835δύο δεκατημόρια καθιστῶσι τὸν φόρον τοῦτον ἐπαχθέστα-
836τον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχικὸς φόρος τῶν δύο λεπτῶν κατ’
837ὀκᾶν εἶναι φόρος ὑπερβολικός, οὗτινος πρέπει νὰ ἐπιζητήσω-
838μεν τὸν μετριασμὸν ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ. Δὲν νομίζω,
839ὅτι δυνάμεθα νὰ μετριάσωμεν σήμερον τὸν ἀρχικὸν
840φόρον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατάργησιν τοὐ-
841λάχιστον τοῦ προσθέτου φόρου, ἔστω καὶ δι’ ἀντισηκώμα-
842τος ἐπὶ ἄλλης φορολογίας. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον
843τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ πρόσθετος φορολογία τῶν δύο
844δεκατημορίων εἶναι ἐπαχθεστάτη. Παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογία τῶν
845δημητριακῶν καρπῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν βε-
846βαιουμένη, εἴτε ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ὡς πρότερον, ὅτε ἴσχυεν ἡ
847δεκάτη, εἶναι φορολογία ἀδικαιολόγητος. Ὡς ἔχουσι παρ’
848ἡμῖν τὰ τῆς παραγωγῆς, ἐκτὸς ἐξαιρετικῶν τινων διαμερισμά-
849των τῆς Ἑλλάδος, ὅπου αὕτη εἶναι πλουσιωτάτη καὶ ὅπου
850ἑπομένως τὸ εἰσόδημα σχετικῶς πρὸς τὰς δαπάνας εἶναι μέγα,
851καθαρὸν ἔσοδον ἐκ τῆς παραγωγῆς δημητριακῶν καρ-
852πῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οὐδὲν ὑπάρχει. Κατ’ ἐμὲ,
853μελετήσαντα ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, τὸ πλεῖστον τῶν δη-
854μητριακῶν καρπῶν παράγεται ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ζημίᾳ, δὲν
855ὑπάρχει ἄρα ἔδαφος πρὸς φορολογίαν. Λέγων, ὅτι παρά-
856γονται οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐπὶ ζημίᾳ, φαίνομαι ἰσχυρι-
857ζόμενός τι ἀντιφατικὸν, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ἀκριβὴς,
858διότι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς παραγωγῆς δὲν πρέπει νὰ θεω-
859ρῶμεν τὸν ἐργαζόμενον ἰδιοκτήτην ὡς παρέχοντα τὴν ὑπη-
860ρεσίαν αὐτοῦ δωρεὰν, τὸ μίσθωμα αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπολο-
861γίζηται ἀνεξαρτήτως τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς βάρος αὐτῆς·
862ὅταν δὲ ὑπολογίσητε τὸ μίσθωμα τῆς ἐργασίας τοῦ ἰδιο-
863κτήτου καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, τὸ πλεῖστον τῆς πα-
864ραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλλάδι ἀποδει-
865κνύεται ἀποκτώμενον ἐπὶ ζημίᾳ· ἐπὶ παραγωγῆς δὲ, μὴ
866παρουσιαζούσης καθαρὸν κέρδος, δὲν δικαιολογεῖται φο-
867ρολογία. Πᾶσα ἄρα φορολογία τῶν ἐπὶ τοιούτοις ὅροις καλ-
868λιεργουμένων δημητριακῶν καρπῶν εἶναι κατακριτέα.
869Ἤκουσα ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐνταῦθα ταῖς πολιτικαῖς, ἢ
870μᾶλλον ταῖς κομματικαῖς, ἡμᾶς κατακρινομένους ὡς κα-
871τηργήσαντας τὴν δεκάτην. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ
872εἰσαγάγω τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀρο-
873τριώντων κτηνῶν, ὅστις ἐμετρίασε τὰ κακὰ τῆς δεκάτης
874κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπολειπόμενον
875δεκατημόριον τοῦ βάρους ἐν τῷ φόρῳ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
876κτηνῶν καὶ αὐτὸ πρέπει κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον
877νὰ ἐκλείψῃ, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἐκλείψῃ ἐφ’ ὅσον ἦναι
878ἀποδεδειγμένον ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τῆς δαπάνης πρὸς τὴν
879παραγωγὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καθαρὸν ἔσοδον, καθαρὸν δὲ
880ἔσοδον δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἐν ταῖς κατηγορίαις τῶν κα-
881τωτέρων βαθμίδων τῆς κλίμακος τῆς φορολογίας· πᾶσα
882ἄρα μεταῤῥύθμισις ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ πρέπει νὰ ἀρ-
883χίσῃ ἀπὸ τῶν κατωτέρων βαθμίδων. Πρέπει πρῶτον νὰ
884καταργήσωμεν τὰ ἐπὶ πᾶσαν τὴν κλίμακα ἐφαρμοζόμενα
885πρόσθετα δεκατημόρια, μετὰ τὴν κατάργησιν δὲ ταύτην
886πρέπει νὰ διαθέσωμεν πᾶν ποσὸν, ὅπερ δυνάμεθα ἄλλοθεν
887νὰ ἀρυσθῶμεν, εἰς τὸν μετριασμὸν τῆς φορολογίας τῶν
888κατωτέρων βαθμίδων τῆς κλίμακος. Ἡ κλίμαξ κατέρ-
889χεται σήμερον μέχρι τῆς φορολογίας τῶν πέντε δραχμῶν
890κατὰ κτῆνος, μετὰ δὲ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων,
891μέχρι τῶν ἓξ δραχμῶν. Αὕτη ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται εἰς
892τὰ κτήνη, τὰ παράγοντα κατ’ ἀναλογίαν, ἀποδειχθεῖσαν ἐπὶ
893τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, μέχρι τριάκοντα κοιλῶν.
894Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταβιβάσωμεν τὰς διαβαθμίσεις μέ-
895χρι τῶν κτηνῶν, ὧν ἡ ἀναλογία τῆς παραγωγῆς δὲν ὑπερ-
896βαίνει τὰ εἴκοσι κοιλὰ, καὶ τὸν φόρον, ἀντὶ τῶν 5 δραχμῶν,
897ἐπηυξημένων διὰ τῶν δύο δεκατημορίων εἰς 6, νὰ περιορίσω-
898μεν ὡς πρὸς τὰ κτήνη ταῦτα εἰς δύο δραχμάς. Τὰ κτήνη
899τὰ ἀροτριῶντα ἐπὶ παραγωγῇ, οὐχὶ ἀνωτέρᾳ τῶν εἴκοσι
900κοιλῶν, προδήλως οὐδὲν παράγουσιν εἰσόδημα· ταῦτα ἔπρε-
901πε νὰ καλλιεργῶσιν, εἰς μηδεμίαν ὑποβαλλόμενα φορολογίαν.
902Δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς σημεῖον, ἐπιτρέπον νὰ σκεφθῶμεν
903περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου, ἀλλὰ δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε
904νὰ περιορίσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτῶν ἀπὸ 6 δραχμῶν εἰς
9052 δραχμάς. Ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης, τῆς ἐπὶ ἀναλογίᾳ
906παραγωγῆς μέχρις εἴκοσι κοιλῶν φορολογίας τῶν κτηνῶν διὰ
9072 δραχμῶν, προβαίνομεν εἰς τὰ παράγοντα ἐπὶ ἀναλογίᾳ
908ἀπὸ εἴκοσι μέχρι τριάκοντα κοιλῶν. Ἐπὶ τούτων ἡ φορολο-
909γία σήμερον ὁρίζεται εἰς πέντε δραχμὰς, ηὐξημένας διὰ τῶν
910δύο δεκατημορίων εἰς ἕξ δραχμὰς, ἡμεῖς δὲ προτείνομεν, ὅπως
911ἡ διαβάθμισις ἀπὸ δύο δραχμῶν αὐξήσῃ κατὰ μίαν καὶ
912ἡμίσειαν δραχμὴν καὶ ἑπομένως, ὅπως ὁρισθῇ τῆς κατηγο-
913ρίας ταύτης ἡ φορολογία εἰς δραχμὰς τρεῖς καὶ ἡμί-
914σειαν, ἀπὸ τῆς διαβαθμίσεως δὲ ταύτης νὰ ἐπέρχηται
915κατὰ πᾶσαν περαιτέρω διαβάθμισιν αὔξησις δραχμῆς 1,25
916μέχρις τῆς διαβαθμίσεως τῶν 11 δραχμῶν, ἐν ᾗ συμπίπτου-
917σιν αἱ δύο κλίμακες. Τοιουτοτρόπως ἡ φορολογία τῶν ἀρο-
918τριώντων κτηνῶν, ἡ κατωτέρα τῆς διαβαθμίσεως τῶν 11
919δραχμῶν, θὰ μετριασθῇ, θὰ ἦναι δὲ ὁ μετριασμὸς κατὰ το-
920σοῦτον ἐπαισθητότερος, ἐφ’ ὅσον κατερχώμεθα ἐν τῇ κλίμακι,
921εἰς τὴν ὁποίαν προσθέτομεν καὶ διαβάθμισιν κατωτάτην,
922μειοῦσαν τὸν νῦν ἰσχύοντα κατώτατον φορολογικὸν ὅρον τῶν
9235 ἢ 6 δραχμῶν κατὰ κτῆνος εἰς δραχμὰς δύο.
924Ἀλλὰ ταῦτα, ἡ κατάργησις τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ
925τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἡ κατάργησις τῶν δύο δεκατημορίων
926ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ ἐλάττωσις
927τῆς αὐτῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κατωτέρων διαβαθμίσεων
928τῆς κλίμακος, ταῦτα πάντα ἐπάγονται ἐλάττωσιν ἐσόδων
929σπουδαίαν, ἐλάττωσιν ὑπολογιζομένην σχεδὸν εἰς ἑκατομ-
930μύριον, ἤτοι ἀκριβῶς εἰς 933,000 δραχμῶν, ὡς δ’
931ἔχουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν δυνάμεθα ἄνευ διατα-
932ράξεως τοῦ ἰσοζυγίου νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην θυσίαν.
933Προτείνομεν ἄρα, ὅπως ἐπιβληθῇ φορολογία ἀλλαχοῦ,
934ἀντισηκοῦσα τὴν ἐλάττωσιν. Τὴν φορολογίαν δὲ ταύτην
935προτείνομεν ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Προτείνομεν,
936ὅπως προστεθῇ μία δραχμὴ εἰς τὰς τέσσαρας δραχ-
937μὰς, δι’ ὧν ἤδη φορολογεῖται ἡ κατανάλωσις τοῦ κα-
938πνοῦ, ἡ προσθήκη δὲ αὕτη ἀποφέρει ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῆς
939ἐλαττώσεως, τῆς προερχομένης ἐκ τῶν προτεινομένων με-
940ταῤῥυθμίσεων· ἀλλὰ πλὴν τούτου προτείνομεν ὡς πρὸς τὸν
941καπνὸν καὶ ἕτερόν τι, προτείνομεν τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγ-
942γείου φόρου ἐπὶ αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἐκ λόγου ὁμοίου πρὸς
943τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ
944ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἴ-
945νου. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλο-
946δαπὴν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ ἐπείγουσα νὰ μὴ
947ἐπιβάλληται φορολογία. Ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστη
948ἐπαισθητὴ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καὶ
949διὰ τοῦτο ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ
9501890 δὲν θέλετε εὑρεῖ ἀναγεγραμμένα τὰ τῆς μεταῤ-
951ῥυθμίσεως ταύτης, ὡς τυπωθέντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρό
952τινων ἡμερῶν, ὅτε δὲν εἴχομεν ἔτι τὴν γνώμην περὶ τοῦ ἐπεί-
953γοντος, ἣν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἔχωμεν σήμερον. Προεβλέπομεν,
954ὅτι ἡ ἀνάγκη ἤθελεν ἐπιστῆ ὡς ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν
955ἐν Τουρκίᾳ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κα-
956πνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλ’ ἤδη
957τὰ μέτρα ταῦτα, τ’ ἀπειλοῦντα διὰ σπουδαιοτάτου ἐν Αἰ-
958γύπτῳ συναγωνισμοῦ τὸν ἐξαγόμενον ἐξ Ἑλλάδος καπνὸν,
959ἐλήφθησαν, καὶ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν μέτρα ἐκ τῶν
960ἐνόντων, ὅπως ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τὸ ἐφικτόν· πρόχειρον
961δὲ μέτρον εἶναι ἡ κατάργησις πάσης ἐπιβαρύνσεως τοῦ
962ἐξαγομένου καπνοῦ. Τὸν καπνὸν ἄρα, τὸν ἐξαγόμενον ἐκ
963τοῦ Κράτους, δέον ν’ ἀφήσωμεν ἀσύδοτον, ἀλλὰ τὸν κα-
964πνὸν, τὸν ἐν τῷ Κράτει παραμένοντα, ὅπως ἐν αὐτῷ κατα-
965ναλωθῇ, οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τῆς ἐγ-
966γείου φορολογίας. Δύο ἔχομεν τρόπους πρὸς φορολογίαν
967τοῦ καπνοῦ τούτου ἐξ ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὸν ἐξαγόμενον,
968ἢ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ εἰς τὰς διατυπώ-
969σεις τῶν ἐγγυήσεων καὶ λυσεγγυήσεων, δι’ ὧν νὰ βεβαιῶται
970ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολὴ αὐτοῦ, ἢ τὴν βεβαίωσιν τοῦ
971φόρου τοῦ ἐγγείου τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου κα-
972πνοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις, ὅπως οὕτως ἀφεθῇ ἐντελῶς ἐλευθέρα
973ἀπὸ φορολογικῶν περιορισμῶν ἡ κίνησις τοῦ καπνοῦ. Βε-
974βαίως τὸ τελευταῖον τοῦτο μέτρον θὰ ἦτο τὸ προτιμότερον
975ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, διότι οὐ μόνον ἀπαλλάττεται οὕτως
976ὁ ἐξαγόμενος καπνὸς τῆς ἐκ τῆς φορολογίας ἐπιβαρύνσεως,
977ἀλλὰ ἀπαλλάττεται καὶ τῆς ἐκ τῶν διατυπώσεων καὶ τῆς
978χρονοτριβῆς, ἃς αἱ διατυπώσεις ἐπάγονται. Προτείνομεν ἄρα,
979ὅπως ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς προστεθῇ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
980καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δραχμὴ μία καὶ λεπτὰ εἴκοσιν,
981ἀπαλλαγῇ δὲ ὁ παραγόμενος ἐν τῇ χώρᾳ καπνὸς ἀπὸ πά-
982σης ἐγγείου φορολογίας. Τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως καὶ τ’ ἄλλα,
983εἶναι ὑπαγόρευσις μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἰδέας, τῆς ἰδέας, ὅτι
984πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ
985παραγωγή, διότι μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγω-
986γῆς δυνάμεθα νὰ καταστῶμεν ἱκανῶς ἰσχυροί, ὅπως ἄρωμεν
987τὰ βάρη, ἅτινα ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὴν κοι-
988νωνίαν. Τὰ βάρη ταῦτα εἶναι βεβαίως μεγάλα, ἀλλ’ εὐτυ-
989χῶς ἐξ ὑπαρχῆς ἐπρυτάνευσεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατα-
990νέμωνται διὰ τρόπου, ἀφίνοντος τὴν παραγωγὴν ὅσον ἔνεστιν
991ἐλευθέραν. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἐπίδρασις τῆς φορολογίας,
992οὕτω κατανεμηθείσης, ὥστε οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ θεω-
993ρήσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας ἐπῆλθε παρακώλυσις τῆς
994παραγωγῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχομεν ἀποδείξεις, ὅτι ἐν
995πολλοῖς ἐκ τῆς φορολογίας ἐπῆλθεν ἐμψύχωσις σπουδαία
996τῆς παραγωγῆς. Ἰδίως τὰ τοῦ δασμολογίου, ἅτινα δὲν ἐπε-
997βλήθησαν ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ τῆς προστασίας, —ἐπεβλή-
998θησαν ἐπὶ εἰδικῷ σκοπῷ ταμιευτικῷ — ἔσχον ἀποτελέ-
999σματα ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς σπουδαιότατα, ἀποτελέ-
1000σματα, ἅτινα σήμερον γίνονται ἐπαισθητὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ
1001ἐλαττώσει τῆς προσόδου τοῦ δασμολογίου. Μετὰ χαρᾶς
1002βλέπομεν τὴν πρόσοδον τοῦ δασμολογίου ἐλαττουμένην, ἐφ’
1003ὅσον ἡ ἐλάττωσις προέρχεται ἐξ αὐξήσεως τῆς παραγω-
1004γῆς ἐν τῇ χώρᾳ. Ὅταν βλέπωμεν τὰ ὑφάσματα, τὰ ἐκ τοῦ
1005ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, ὑποχωροῦντα ἀπέναντι τῶν ὑφασμά-
1006των, τῶν ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων, καίτοι τοῦτο ἐπάγεται
1007σπουδαίαν ζημίαν τοῦ ταμείου, εὐχαρίστως παριστάμεθα
1008εἰς τὴν μείωσιν τῆς προσόδου. Ὅταν βλέπωμεν ποικίλας
1009βιομηχανίας, ἀναθρωσκούσας ὡς προϊόντα τοῦ δασμολογίου,
1010καίτοι τὸ δασμολόγιον δὲν ἐψηφίσθη ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ,
1011ἀλλ’ ἐπὶ σκοπῷ ταμιευτικῷ, ὃν ἐξεπλήρωσεν ἐπιτυχῶς, ἀνα-
1012γράφομεν τὸ ἀποτέλεσμα εὐχαρίστως.
1013Τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ ἦναι παρ’
1014ἡμῖν τὸ κύριον μέλημα, πρωτίστη δὲ παραγωγή, χρήζουσα
1015τῆς μερίμνης ἡμῶν, εἶναι ἡ σταφὶς, εὐθὺς κατόπιν τάσσον-
1016ται τὰ τῆς οἰνοποιίας ἐν γένει, συνταυτιζόμενα ἔν τισι πρὸς
1017τὰ τῆς σταφίδος καὶ τὰ τῆς παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν.
1018Ἡ μέριμνα αὕτη δὲν ἐπιβάλλει μόνον τὰ μέτρα, ἅτινα ὡς
1019καθαρῶς φορολογικὰ ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν
1020αὐτῶν διακεκριμένως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπιβάλλει
1021καὶ ἄλλα μέτρα, ὧν τ’ ἀποτελέσματα δὲν δύνανται δι’
1022ἀριθμῶν εὐκρινῶς καὶ ἐκ προοιμίων νὰ καθορισθῶσιν,
1023ἐπάγονται ὅμως θυσίας ἐνδεχομένας, ἅστινας ὅμως δὲν
1024πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν. Ἡ διανομὴ
1025τῆς ἐθνικῆς γῆς ἦτο μέτρον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸ
1026Κράτος, δυστυχῶς ὅμως ἐκανονίσθη οὕτως ἀμελετήτως,
1027τοσοῦτον ἀνεπιτυχῶς, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι,
1028ἐὰν ἐδωρεῖτο ἡ ἐθνικὴ γῆ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, θὰ ἦτο ἐπι-
1029κερδέστερον εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μέτρον, τοῦ ληφθέντος ὡς τὸ
1030διετύπωσεν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ κατὰ τὸ 1871.
1031Τοιαύτας ὑπέστησαν πιέσεις οἱ ἀποκτήσαντες τὴν ἐθνικὴν
1032ἀκίνητον περιουσίαν ἐκ τῆς ἀμελετήτου ἐκείνης νομοθεσίας,
1033ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἀντὶ προθέσεως εὐεργετικῆς κινδυνεύει νὰ
1034θεωρηθῇ ὡς ὑπαγορεύσασα τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην πρόθε-
1035σις τιμωρίας τῶν καλλιεργητῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς οὕτω
1036γενομένης διανομῆς. Ἀπεδείχθη δὲ τοῦτο ἐν τῇ ἀκμῇ αὐ-
1037τοῦ, ὅτε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν ὡς ἀναγ-
1038καίαν συνέπειαν τοῦ συστήματος τὴν ψήφισιν νόμου, ἐπι-
1039τρέποντος τὴν μίσθωσιν τῆς ἐπικαρπίας τῶν καλλιεργουμέ-
1040νων ἀδηλώτων γαιῶν, εἴτε αὗται προέρχωνται ἐκ πλεονασμά-
1041των δηλωθεισῶν γαιῶν, εἴτε αὗται προέρχωνται ἐκ γαιῶν
1042μηδαμῶς δηλωθεισῶν. Ἀπέναντι συστήματος ἀκαταρτίστου
1043καὶ ἀπολήγοντος εἰς τὸ δίλημμα, τοῦ ἀφορολογήτου τῆς
1044προσόδου τῶν μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν, βραβευομένου οὕτω
1045τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου, ἢ τῆς ὑποβολῆς τῆς προσό-
1046δου ταύτης εἰς φορολογίαν διὰ μισθώσεως ἐπὶ ἀδή-
1047λοις, ἐνόμισαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν
1048καλλιεργουμένων τούτων γαιῶν, τῶν πλεοναζουσῶν ἐπὶ
1049τῶν δηλωθεισῶν ἐκτάσεων, καὶ τῶν γαιῶν, τῶν μηδό-
1050λως δηλωθεισῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καλλιεργουμένων, ὧν
1051οὐδεμίαν εἶχε σημείωσιν οὐδὲ γνῶσιν ἡ ὑπηρεσία, ἔπρεπε νὰ
1052ἐκμισθῶται ἐπὶ δημοπρασίᾳ, ὁ δὲ μισθωτὴς ν’ ἀναλαμβάνῃ
1053πρὸς τοὺς κακῆς πίστεως κατόχους τὸν ἀγῶνα τῆς βεβαιώ-
1054σεως τῆς ἐπικαρπίας. Ποῖον ὑπῆρξε τοῦ μέτρου τούτου τὸ
1055ἀποτέλεσμα; Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ εἰσαγαγὸν τὸ μέτρον, ἀνέγρα-
1056ψεν ἐξ αὐτοῦ πρόσοδον 7,000 δραχμῶν, ἀπεδείχθη ὅμως,
1057ὅτι ἀντὶ 7,000 δραχμῶν, καταβληθεισῶν τὸ πρῶτον ἔτος
1058ὑπὸ τῶν μισθωτῶν, εἰσέπραξαν οὗτοι ἑκατοστύας χιλιάδων
1059δραχμῶν. Οὐδὲ ταύτας εἰσέπραξαν ἁπάσας παρὰ τῶν κακῆς
1060πίστεως κατόχων, ἀλλ’ εἰσέπραξαν πολλὰς διὰ τοῦ ὅπλου,
1061τοῦ παραδοθέντος εἰς αὐτοὺς πρὸς πίεσιν, παρὰ τῶν καλ-
1062λιεργούντων γαίας δεδηλωμένας καὶ οἵτινες, ἵνα ἀπαλλα-
1063γῶσι τῆς πιέσεως, προετίμων νὰ πληρώσωσι λύτρα. Δὲν δύ-
1064ναμαι νὰ κατακρίνω τοὺς προκατόχους ἡμῶν ἐπὶ τῷ λη-
1065φθέντι μέτρῳ· ὁ μόνος καὶ ἐπ’ αὐτῷ κατακριτέος εἶναι ὁ ἀρ-
1066χικῶς συντάξας καὶ ἐπιτυχὼν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς νομοθεσίας
1067περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς ἀκινήτου περιουσίας, διότι ἐκεῖ-
1068νος εἶναι ὁ παραίτιος ἁπάντων τῶν δεινῶν. Οἱ δυστυχεῖς
1069προκάτοχοι ἡμῶν εὑρέθησαν ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ
1070θυσιάσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, βραβεύοντες τοὺς
1071κακῆς πίστεως κατόχους, ἢ νὰ παραδώσωσι τὸ μέσον τοῦτο
1072τῆς πιέσεως εἰς χεῖρας τῶν μισθωτῶν. Προετίμησαν τὴν μί-
1073σθωσιν, ἐλπίσαντες ἴσως, ὅτι ἤθελε τοὐλάχιστον ἐπιτευχθῆ
1074σπουδαία εἴσπραξις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καίτοι τὸ ἀπο-
1075τέλεσμα τῶν δημοπρασιῶν ἐξ 7,000 δραχμῶν μικρὰν
1076καὶ περὶ τούτου ἐπέτρεπεν ἐλπίδα. Ναὶ μὲν αἱ δημο-
1077πρασίαι μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀπήνεγκον 70,000 δραχ-
1078μῶν, ἀλλὰ τί εἶναι 70,000 δραχμῶν ἀπέναντι τῶν πο-
1079σῶν, ἅτινα οἱ μισθωταὶ θὰ εἰσέπραττον; Ἐνῷ ἐγένετο ἡ
1080παραχώρησις τῆς μισθώσεως ἐν δημοσίῳ πλειστηριασμῷ,
1081διατὶ δὲν ἐγένοντο προσφοραὶ ἀνώτεραι; Διότι οἱ ἐπιδιώκον-
1082τες ὠφέλειαν ἐκ κανονικῆς ἐργασίας δὲν κατήρχοντο εἰς τὸν
1083διαγωνισμόν, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς ἐπικαρπίας
1084ἤθελε τοὺς ἐκθέσει εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ ἤθε-
1085λεν ὑποχρεώσει αὐτοὺς νὰ λάβωσι στάσιν ἀπέναν-
1086τι τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν μὴ ἐπίξηλον. Οἱ διαγωνιζό-
1087μενοι ἑπομένως δὲν ἦσαν κατὰ κανόνα ἐκ τῶν συντε-
1088λούντων εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ πρέποντος ἀποτελέ-
1089σματος τῶν δημοπρασιῶν, ἦσαν μεταξὺ αὐτῶν καὶ πολλοὶ,
1090οἵτινες κατήρχοντο εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἐπὶ σκοπῷ ἐκθέ-
1091σμου ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελον
1092ἀποκτήσει. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι οἱ μισθωταὶ εἰσπράτ-
1093τουσι, παρ’ ὀφειλόντων καὶ μὴ ὀφειλόντων, ἑκατομμύριον,
1094τὸ δὲ Δημόσιον εἰσπράττει 70,000 δραχμῶν. Ἐβασανίσθη
1095τὸ ζήτημα παντοιοτρόπως, ἐξητάσαμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ
1096μὴ βραβευθῶσιν οἱ κακῆς πίστεως κάτοχοι, οἱ καλλιεργοῦν-
1097τες καὶ ἀποκρύπτοντες τὴν καλλιέργειαν. Ἀνεγνωρίσαμεν
1098ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ παραγάγωμεν οἷον δήποτε ἀγαθὸν ἐκ
1099τοῦ ἐλεεινοῦ θεσμοῦ τῆς μισθώσεως τῆς ἐπικαρπίας τῶν
1100ἀποκρυπτομένων ἀδηλώτων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ὅτι προ-
1101τιμότερον νὰ μείνῃ ἀζήτητος ὁ κακῆς πίστεως κάτοχος ἢ
1102νὰ ἐξακολουθῇ ὁλόκληρος κοινωνία ὑφισταμένη τὰς ἐκ
1103τῆς μισθώσεως πιέσεις. Ἡ νομοθεσία τοῦ 1871 δὲν συνε-
1104τάχθη βεβαίως χάριν τῶν κακῆς πίστεως κατόχων, ἀλλ’,
1105ὡς συνετάχθη, ἀναποδράστως καταλήγει εἰς τὴν βράβευσιν
1106τῆς κακῆς πίστεως, ἀφοῦ δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ νομοθεσία, πρέ-
1107πει ν’ ἀνεχθῶμεν τὰς συνεπείας, ἕως οὗ δυνηθῶμεν ῥιζικῶς
1108νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ κατ’ αὐτήν. Ἀνάγκη ἄρα νὰ πα-
1109ραιτηθῶμεν ἀπὸ τῶν μισθώσεων καὶ τοῦτο προτείνομεν εἰς
1110τὴν Βουλήν, ἤτοι τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κατὰ
1111τὸν νόμον τοῦ 1885 ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τῆς μισθώσεως τῆς
1112ἐπικαρπίας τῶν ἀδηλώτων γαιῶν, ὧν οἱ καλλιεργηταὶ ἀπο-
1113κρύπτουσι τὴν καλλιέργειαν. Ταυτοχρόνως, ὡς γινώσκει ἡ
1114Βουλὴ ἐκ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προτα-
1115θέντων, ἐλήφθησαν ῥιζικὰ μέτρα, ὅπως κανονισθῶσι τὰ
1116τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ἐλήφθησαν ῥιζικὰ
1117μέτρα, ὅπως τὰ τοῦ κτηματολογίου τοῦ Κράτους κανονι-
1118σθῶσιν, ὅπως καταστρωθῇ ὁ κτηματικὸς χάρτης τῆς Ἑλ-
1119λάδος τῆς τε ἰδιωτικῆς κτήσεως, τῆς μὴ ἐχούσης τὴν
1120ἀρχὴν ἐν τῇ κυριότητι τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἀνατρεχού-
1121σης εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὡς
1122ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκτήθη ἡ ἀνεξαρτησία
1123τοῦ Κράτους, εὐτυχῶς τὸ πλεῖστον τῆς κυριότητος τῆς γῆς
1124ἀνατρέχει εἰς τὸ Δημόσιον, ἑπομένως, κανονίζοντες τὰ τῆς
1125ἰδιωτικῆς κτήσεως, κανονίζομεν συνάμα καὶ τὰ τῶν δικαιω-
1126μάτων τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, τῆς
1127ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ γαιῶν παραγομένης.
1128Εἰσήχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν Βουλὴν
1129σχέδιον νόμου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προ-
1130βῇ εἰς τὰ τῆς καταστρώσεως τοῦ κτηματικοῦ χάρ-
1131του τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ νόμος ἐψηφίσθη εἰς πρώτην
1132ἀνάγνωσιν καὶ δὲν ἔλαβε τὴν ὁριστικὴν κύρωσιν, ἀλλ’ ἐπι-
1133τρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἄλλων νόμων, νὰ προβῇ εἰς
1134ἐργασίας προκαταρκτικὰς περὶ τοῦ κτηματικοῦ τούτου χάρ-
1135του· αἱ δὲ ἐργασίαι ἤρξαντο καὶ προβαίνουσι ταχύτατα
1136καὶ οἱ μεταβαίνοντες εἰς Ἐλευσῖνα ἀπαντῶσι τοὺς χαράτ-
1137τοντας γραμμὴν τῆς γεωδαιτικῆς βάσεως. Διὰ τοῦ κτημα-
1138τικοῦ χάρτου θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ κανονισμὸς τοῦ ζητήματος
1139τῶν δηλωθεισῶν καὶ τῶν ἀδηλώτων γαιῶν, ἀλλὰ θέλει κα-
1140νονισθῆ καὶ ζήτημα ἄλλο σπουδαιότατον, τὸ τῆς ἰδιωτικῆς
1141κτήσεως, θέλει δὲ καταστῆ ἐφικτὴ ἡ ἐν Ἑλλάδι ἵδρυσις τῆς
1142κτηματικῆς πίστεως. Ἤδη ἐκ τῶν ἐπιτευχθέντων ὡς πρὸς
1143τὰ τῆς πίστεως τῆς χώρας, ὡς πρὸς τὰ τοῦ ὅρου, ἐφ’ ᾧ δα-
1144νείζεται τὸ Κράτος, ὁ τόκος τοῦ χρήματος, τοῦ ἐκ τοῦ ἐξω-
1145τερικοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν χώραν πρὸς χρησιμοποίησιν ἐν
1146αὐτῇ, ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη. Τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἄλ-
1147λοτε ἐδανείζετο πρὸς 9 καὶ 10%, σήμερον δανείζεται
1148ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς 5%. Ὅταν δὲ τὸ Δημόσιον
1149δανείζηται πρὸς 5%, δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν
1150πάντες θέλουσι δανείζεσθαι ἐφ’ ὅρῳ παρεμφερεῖ. Ἤδη περὶ
1151Κτηματικῆς Τραπέζης διαπραγματευόμεθα ἐπὶ τοιαύτῃ βά-
1152σει, ἐπὶ τῇ βάσει τόκου κανονιζομένου, ὅπως ἁπανταχοῦ
1153καὶ ἐνταῦθα, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τόκον τῶν δημοσίων χρεῶν.
1154Προσκόπτουσιν ὅμως αἱ διαπραγματεύσεις οὐχὶ εἰς τὰ τοῦ
1155τόκου, ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς ἰδιωτικῆς ἀκινήτου κτήσεως, ἥτις
1156παρ’ ἡμῖν εἶναι τοσοῦτον ἀκανόνιστος, ὥστε δὲν εἶναι εὔκολος
1157ἡ ἐπ’ αὐτῆς στήριξις τῆς κτηματικῆς πίστεως. Βάσις τῆς
1158κτηματικῆς πίστεως εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν δικαιωμάτων
1159ἑκάστου διὰ κανονικῆς ἐργασίας, καὶ ταύτης τῆς ἐργασίας
1160βάσις εἶναι ὁ κτηματικὸς χάρτης. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου,
1161εὐθὺς, ὡς δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ ξένον χρῆμα τὰς
1162ἐγγυήσεις τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἃς ὁ χάρτης ὁ κτηματι-
1163κὸς καθιστᾷ ἐφικτὰς, ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν Κτηματικῶν
1164Τραπεζῶν, μεθ’ ὧν στενότατα συνδέονται καὶ αἱ Γεωργικαὶ
1165Τράπεζαι.
1166Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὕτη ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως
1167τοῦ τόκου τοῦ ἐπὶ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου· ὅπως τὰ χρέη τοῦ
1168Δημοσίου ἤδη ἐπιβαρύνονται διὰ τόκου ἐλάσσονος ἢ πρότερον,
1169οὕτω πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως καὶ τὰ χρέη τῶν δή-
1170μων διὰ συμπράξεως τοῦ Δημοσίου ἀποτίνωσι τόκον ἐλάσ-
1171σονα· διὰ τῆς συμπράξεως δὲ τοῦ Δημοσίου, γινομένης κατὰ
1172τρόπον ἐξασφαλίζοντα καὶ αὐτοῦ τὰ συμφέροντα, θέλει βε-
1173βαίως ἐπιτευχθῆ καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων ὅ,τι ἐπετεύχθη καὶ
1174ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἄτοπον σήμερον, ὅτε τὸ Δημόσιον
1175δανείζεται πρὸς 5%, νὰ δανείζωνται οἱ δῆμοι πρὸς 7%·
1176καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως οἱ τόκοι τῶν
1177χρεῶν τῶν δήμων περιορισθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν ὅρον, ἐφ’ ᾧ
1178δανείζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοῦτο τότε μόνον θέλει
1179καταστῆ ἐφικτὸν, ὅταν ψηφισθῇ τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1180Σύνοδον ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον, τὸ ἀφορῶν εἰς
1181τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ εἰς τὴν ἀντι-
1182κατάστασιν αὐτῶν διὰ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἦτο ἀνάγκη
1183νὰ μνησθῶ τῶν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐν σχέσει πρὸς τὸν
1184Προϋπολογισμὸν, οὐ μόνον διότι τὰ τοῦ τόκου τῶν κεφα-
1185λαίων σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ
1186πρὸς τὰ τῆς τροπῆς δανείων, ὧν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγρά-
1187φει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ διότι διὰ τῶν μέ-
1188τρων ἐκείνων μεταῤῥυθμίζονται τὰ τῆς φορολογίας τῆς ἐπὶ
1189τῇ εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῇ. Ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν
1190ἔτος, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν, ἡ
1191κατάργησις αὐτῶν ἀνεπληροῦτο διὰ φορολογίας ἐπὶ
1192τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, καὶ ἤδη ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει
1193εἰσάγομεν ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, τροποποιοῦντες αὐτὸ μό-
1194νον ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον, ἐν τῇ διανομῇ τῶν εἰσπραττομέ-
1195νων καὶ ἐν τῷ ὅρῳ τῶν εἰσπρακτέων. Οὕτως ἐπιβάλλομεν
1196ἀντὶ τῶν καταργουμένων διαπυλίων τελῶν πρόσθετον δα-
1197σμὸν ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ· ὁ σπουδαιότερος δὲ τῶν ἐπιβαλλο-
1198μένων προσθέτων δασμῶν εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν. Ὁ ὅρος
1199τοῦ προσθέτου τούτου δασμοῦ κανονίζεται διὰ τρόπου, μὴ
1200μεταβάλλοντος κατ’ οὐσίαν τὸ καθεστώς. Σήμερον τὰ εἰσα-
1201γόμενα σιτηρὰ εἰς τὰς πόλεις ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν
12022% ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν ἐν τῇ δασμολογικῇ διατιμήσει τῶν
1203δήμων καθοριζομένων. Οὕτως ὁ σῖτος, ὁ εἰσαγόμενος εἰς
1204Ἀθήνας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὑποβάλλεται εἰς τὸν καθοριζόμε-
1205νον ἐν τῷ δημοσίῳ δασμολογίῳ φόρον δραχμῆς καὶ λεπτῶν
120620 κατὰ στατῆρα, ἀλλ’ ὁ σῖτος οὗτος ὑποβάλλεται καὶ
1207εἰς πρόσθετον ἔτι φόρον δημοτικὸν 28 λεπτῶν, διότι ἡ δη-
1208μοτικὴ διατίμησις ὁρίζει τὴν τιμὴν τοῦ σίτου εἰς 14 δραχ-
1209μὰς κατὰ στατῆρα, ἑπομένως κατὰ λόγον τῶν 2%
1210ἐπὶ τῶν 14 δραχμῶν ὁρίζεται ὁ δημοτικὸς δασμὸς εἰς 28
1211λεπτὰ κατὰ στατῆρα. Ὁ δασμὸς οὗτος τῶν 28 λεπτῶν κα-
1212ταργεῖται ὡς διαπύλιος, ἐπιβάλλεται δὲ ὡς πρόσθετος ἐπὶ
1213τῆς εἰσαγωγῆς· καταργοῦνται καὶ τὰ ἐπιβαλλόμενα δια-
1214πύλια εἰς τὸν ἐγχώριον σῖτον, τὸν εἰσαγόμενον εἰς τὴν πό-
1215λιν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἐγχω-
1216ρίου σίτου, τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι
1217ἐν συνόλῳ ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον, πρέπει
1218εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σῖτον νὰ ἐπιβάλωμεν ἴσον ποσὸν
1219πρὸς τὸ καταργούμενον ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν πόλιν ἐγ-
1220χωρίου σίτου, ὅπως ἀναπληρώσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ
1221τέως ἐπιβαλλομένου δημοτικοῦ δασμοῦ, τουτέστι πρέπει νὰ
1222ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενον σῖτον
1223πρόσθετον δασμὸν δὶς 28 λεπτῶν, ἤτοι λεπτῶν 56. Τοῦτο
1224τὸ ποσὸν, ἤτοι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν λεπτὰ 60, προτείνο-
1225μεν, ὅπως ἐπιβληθῇ ὡς πρόσθετος δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν
1226εἰσαγομένου σίτου ἀντὶ τῶν καταργουμένων δημοτικῶν δα-
1227σμῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τοὺς δήμους σίτων, εἴτε ξενι-
1228κῶν εἴτε ἐγχωρίων· τουτέστι τὸ ποσὸν, τὸ τέως ἐπιβαλλό-
1229μενον εἰς τὸν ξενικὸν καὶ εἰς τὸν ἐγχώριον σῖτον, θὰ ἐπιβάλ-
1230ληται ὁλόκληρον εἰς τὸν ξενικὸν, ἀπαλλασσομένου τοῦ ἐγ-
1231χωρίου ἀπὸ παντὸς δημοτικοῦ δασμοῦ καὶ καταργουμένων
1232τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τελωνιακῶν ζωνῶν, αἵτινες παρεμπο-
1233δίζουσι τὴν ἐμπορικὴν ἐν τῇ χώρᾳ κίνησιν καὶ ὑποβάλλου-
1234σιν εἰς μυρίας πιέσεις τοὺς εἰσερχομένους εἰς τοὺς δήμους.
1235§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ δασμολογίου ἐπιβάλλετε ταῦτα
1236ἢ διὰ τοῦ νόμου;
1237§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ νόμου. Ἠξεύρω,
1238ὅτι οἱ θέλοντες νὰ διαστρέφωσι τὰ πάντα παρέστησαν, ὅτι
1239τὰ μέτρα ταῦτα λαμβάνονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου,
1240ἐνῷ οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῶν προσθέτων δασμῶν πρόκειται νὰ
1241περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ εἰσπράττωνται δὲ
1242οὗτοι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ταμείων, διανεμόμενοι καθ’ ὃν
1243τρόπον ὁ περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν νόμος
1244κελεύει.
1245§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίνες οἱ διαστρέφοντες τὰ
1246πράγματα, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν.
1247§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης ἐπὶ τῶν κτηνῶν,
1248τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ Κράτος, θέλει ἐπιβληθῆ πρόσθετος
1249φορολογία τριῶν δεκατημορίων, ἥτις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν
1250καταργουμένην τῶν διαπυλίων, διότι κατὰ τὴν δημοτικὴν
1251διατίμησιν τὰ χονδρὰ κτήνη ἔχουσιν ἀξίαν 240 δραχμῶν,
1252ἑπομένως εἰς δρ. 4.80 ἀνέρχεται ἡ φορολογία ἡ δημοτική,
1253ἡ προστιθεμένη νῦν εἰς τὰς τριάκοντα δραχμὰς ἐπὶ τῶν ἔξω-
1254θεν εἰσαγομένων κτηνῶν, ἀλλὰ αἱ 4.80 ἐπιβάλλονται καὶ
1255εἰς τὰ εἰσαγόμενα εἰς τοὺς δήμους ἐγχώρια κτήνη, ἐπειδὴ δὲ
1256ὑποθέτομεν ταῦτα ἰσάριθμα πρὸς τὰ ξενικὰ, ἐπιπροσθέτομεν
1257τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν δασμὸν τῶν ξενικῶν καὶ ἔχομεν
1258πρόσθετον δασμὸν 9,60, περιοριζόμενον διὰ τῶν τριῶν δε-
1259κατημορίων εἰς δραχμὰς 9· ἀπαλλάσσονται δ’ οὕτως ἐν-
1260τελῶς τὰ ἐγχώρια κτήνη παντὸς δημοτικοῦ δασμοῦ, ἐπι-
1261βαρυνομένων μόνον τῶν ξενικῶν.
1262Τοιαῦται αἱ προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ἔχου-
1263σιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν ἔν τισι τῶν εἰσπράξεων
1264τοῦ 1889 καὶ τὴν αὔξησιν ἐν ἄλλοις, αὔξησιν ὅμως, ὡς
1265παρετήρησα, κατωτέραν τῶν ἐλαττώσεων, ἐπειδὴ τὴν αὔ-
1266ξησιν ὡς ἀντισήκωμα προκαλοῦμεν ὡς πρός τινας μόνον
1267τῶν γενομένων καταργήσεων καὶ ἐλαττώσεων φόρων, ἄλ-
1268λας δὲ ἐλαττώσεις καὶ καταργήσεις εἰσάγομεν ἄνευ οὐδενὸς
1269ἀντισηκώματος.
1270Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διὰ νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως αὐξή-
1271σεων καὶ ἐλαττώσεων τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
1272δων τοῦ 1890 σχετικῶς πρὸς τὸν τοῦ 1889, ἔχομεν καὶ ἄλ-
1273λας μεταβολάς, οὐχὶ ἐκ νομοθετικῶν μέτρων, ἀλλ’ εἴτε ἐκ
1274τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνυομένας ὡς
1275ἀκριβεῖς, εἴτε θεωρουμένας πιθανὰς ἐξ ἄλλων λόγων. Καὶ
1276ἤδη θέλω ἀνακοινώσει ὑμῖν τὰ τῶν αὐξήσεων καὶ ἐλαττώ-
1277σεων τούτων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἵνα παραστήσω ἀκριβῶς
1278πάντα, ὅσα ἐν τῷ πίνακι τούτῳ περιλαμβάνονται, πρέπει
1279νὰ ἐκθέσω καὶ ἕτερόν τι μέτρον, εἰσαγόμενον διὰ τοῦ Προϋ-
1280πολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἐν αὐτῷ μεταῤῥυθμίζονται τὰ τοῦ
1281ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ καταλογι-
1282σμοῦ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, διότι τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει εἰσο-
1283δήματα περὶ τὰ 4,000,000, ἔχει σήμερον βάρη συντη-
1284ρήσεως τῶν ὁδῶν 1,900,000, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἶναι προωρι-
1285σμένον, κατὰ τὸν νόμον, ὅπως συντελῇ εἰς τὴν κατασκευὴν
1286νέων ὁδῶν, εἴτε δι’ ἀμέσου ἐτησίας διαθέσεως τοῦ ποσοῦ, εἴτε
1287διὰ πραγματοποιήσεως δανείου, ἐπιτρεπομένου κατὰ τοὺς
1288κειμένους νόμους εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ ὑπο-
1289λοίπου τούτου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τόκου τοῦ συμπε-
1290φωνημένου ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου τῶν 20,000,
1291000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 17,580,000 δραχμῶν νέων.
1292Ἤδη κατασκευάζομεν ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς, κατασκευάζο-
1293μεν δὲ καὶ σιδηροδρόμους οὐ μόνον μεγάλης διεθνοῦς
1294συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τοπικῆς συγκοινωνίας, ἀντικαθιστῶν-
1295τας τὰς ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς. Ἐθεωρήθη, ὅτι ὁ χωρισμὸς τῆς
1296δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τοιούτων σιδηροδρόμων, ἀπὸ τῆς
1297δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἁμαξιτῶν ὁδῶν δὲν ἐδικαιολο-
1298γεῖτο πλέον, ὅτε ἔπρεπε τὰ περὶ τούτων νὰ κανονίζωνται
1299ἑνιαίως, ἑπομένως, ὅτι ἀπέναντι τῶν δανείων εἴτε τῶν ὑπὲρ
1300τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοποιΐας κατὰ τὰ κείμενα ἐπιτρεπομένων
1301ἢ πραγματοποιηθέντων, εἴτε τῶν ὑπὲρ τῆς σιδηροδρομικῆς
1302τοπικῆς συγκοινωνίας πραγματοποιηθέντων ἢ ἐπιτραπέν-
1303των, ἔδει νὰ χρησιμεύωσι τὰ πλεονάζοντα ποσὰ τοῦ τα-
1304μείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀναγράφομεν ἄρα ὡς ἔξοδον τῆς ὁδο-
1305ποιΐας τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 17,580,000, ἀνερχο-
1306μένους εἰς 966,000, ἀναγράφομεν δ’ ἐπίσης ὡς πρόσοδον
1307τοῦ Δημοσίου, ἀποδιδομένην ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
1308χάριν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τῶν δανείων εἴτε τῆς ἁμα-
1309ξιτοῦ ὁδοποιΐας, εἴτε τῆς σιδηροδρομικῆς, τὸ ὑπόλοιπον ἐκ
1310δραχμῶν 925,000. Ἀναφέρω τοῦτο, ἵνα ἐννοηθῇ ἐντελῶς ὁ
1311πίναξ, ὃν θέλω ἀναγνώσει, πίναξ, περιλαμβάνων τὰ ἐπὶ πλέον
1312τοῦ 1889 ἀναγραφέντα ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1890 ἔσοδα καὶ
1313τὰ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἀναγρα-
1314φέντα. Τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφέντα εἶναι πρῶτον τὸ μνησθὲν
1315ποσὸν τῶν ἐξ ἀπολήψεως ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχ-
1316μῶν 925,000, εἶτα δὲ, παραλειπομένων πάντοτε τῶν κλα-
1317σμάτων, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου 840,000, διότι τοῦτο ἀπο-
1318δεικνύει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος, ἐκ δικαιωμάτων
1319καταναλώσεως καπνοῦ 755,000, ὡς ἐκ τοῦ προσθέτου φό-
1320ρου, περὶ οὗ ὡμίλησα, ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ ἐξόδων 500,
1321000, ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 413,000, ἐξ ἀντιση-
1322κώματος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 300,000, ἐκ φόρου ἐπι-
1323τηδευμάτων 206,000, ἐκ διαφόρων ἐσόδων τρεχούσης καὶ
1324παρελθούσης χρήσεως 120,000, ἐκ ταχυδρομείων καὶ τη-
1325λεγραφείων 68,000, ἐκ κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντά-
1326ξεων 35,000, ἐκ φόρου ἀνωνύμων ἑταιριῶν 25,000, ἐκ πο-
1327σοστῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς δήμους 24,000, ἐκ προσόδων
1328μεταλλείων 5,000, ἐκ προσόδων δημοσίων ἐργοστασίων καὶ
1329καταστημάτων 2,000, ἐκ φόρου οἰκοδομῶν 1,632 καὶ ἐκ
1330φόρου βοσκῶν 319 δραχμῶν.
1331Τὰ ἐπὶ ἔλαττον δὲ ἔσοδα: τέλη τελωνιακὰ εἰσαγωγῆς
13321,242,000. Φόρος καταναλώσεως οἴνου 1,098,000· φόρος
1333ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν 914,000· εἰσπράξεις ἐσόδων
1334παρελθουσῶν χρήσεων 800,000· ἔγγειος φόρος ἀροτριώντων
1335κτηνῶν 527,000· ποσοστὰ ταμείου ὁδοποιΐας 339,000·
1336ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 408,000· ἐκποίησις ἐθνικῶν
1337ἀκινήτων 245,000· ἀντίτιμον πετρελαίου 208,000· ἀντί-
1338τιμον σιγαροχάρτου 177,000· φόρος ἐξαγομένων προϊόν-
1339των Ἑπτανήσου 169,000· ἀντίτιμον ἅλατος 150,000· φό-
1340ρος δασῶν 135,000· πρόσοδος κινητῆς περιουσίας Δημοσίου
134179,000· φόρος ἔγγειος προϊόντων φορολογουμένων εἰς τὰ τε-
1342λωνεῖα 70,000· πρόσοδος ἐκ δημοσίων ἔργων καὶ καταστη-
1343μάτων 53,000· προξενικὰ τέλη 50,000· εἰσπράξεις τελῶν
1344ἕνεκα καθυστερήσεων 50,000· ἀντίτιμον πυρείων 50,000·
1345ἔγγειος φόρος σταφίδος 45,000· ἀντίτιμον παιγνιοχάρτων
134640,000· ἐπικαρπία ἐθνικῶν ἀκινήτων 26,000· διεθνῆ τηλε-
1347γραφικὰ τέλη 18,000· ἔγγειος φόρος σύκων 12,000· ἐπι-
1348καρπία ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων 9,000· τέλη τελωνιακὰ
1349ἐξαγωγῆς 4,000· ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,220,000, ἐπὶ ἔλαττον
1350δὲ 6,925,000, ἄρα διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφομένων
1351κατὰ τὸ 1890 ὡς βεβαιωθησομένων πρὸς τὰ τοῦ 1889 δραχ-
1352μῶν 2,704,000 ἐκ τῶν διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους
1353ἀνέφερα, ἤτοι ἐκ τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μεταῤῥυθ-
1354μίσεων, ἐξ ἐνδείξεων τοῦ παρελθόντος καὶ ἐξ αὐστηροτέρων
1355ἐκτιμήσεων.
1356§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰς αὐξήσεις
1357τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου;
1358§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἡ αὔξησις αὕτη,
1359ὡς εἶπον, δὲν ἀποτελεῖ ἔσοδον τοῦ Κράτους· θέλουσιν ἀνα-
1360γραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ὡς ποσοστὰ ἀποδιδό-
1361μενα εἰς τοὺς δήμους.
1362Οὕτω τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1890 ἀναγράφονται ἐπὶ τῷ
1363ποσῷ 93,967,720, ἅτινα, ὡς εἶπον, εἶναι κατώτερα τῶν
1364κατὰ τὸ 1889 ψηφισθέντων 96,449,000 κατὰ 2,481,000.
1365Τὰ δὲ ἔξοδα, ἅτινα κατὰ τὸ 1889 προϋπελογίζοντο εἰς
136695,974,000, προϋπολογίζονται κατὰ τὸ 1890 εἰς 91,
1367081,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 πρὸς τὰ
1368ἔξοδα τοῦ 1889 προέρχεται καὶ αὕτη ἐκ διαφόρων λόγων,
1369κυρίως ὅμως ἐκ τῶν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὸ δημόσιον
1370χρέος ἐγένετο ἐργασία σπουδαία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὴν
1371παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθέντων νόμων. Ἐπὶ τῇ βάσει
1372τῶν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ψηφισθέντων νόμων ἐγένοντο
1373πολλαὶ τροπαὶ δανείων, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀπήνεγκεν ἀπο-
1374τελέσματα ἐπωφελῆ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀπολήξασαι ἔν τισιν εἰς
1375τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου μέχρι 5%, ἐν ἄλλοις εἰς 5½%,
1376πάντοτε δὲ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν χρεωλυσίων, ὅπερ
1377ἦν τὸ κυρίως σκοπούμενον. Ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βου-
1378λὴν τὰς γενομένας ταύτας πράξεις, διότι ἡ Βουλή, ἀναθέ-
1379σασα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔργον τῆς διεξαγωγῆς τῶν τροπῶν
1380τούτων, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγξῃ
1381πάντα τὰ γενόμενα. Καὶ ταῦτα πάντα θέλουσιν ἀνακοινωθῆ
1382εἰς τὴν Βουλὴν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, ἀπὸ τοῦδε ὅμως πρέ-
1383πει νὰ γνωρισθῶσι τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐξ
1384ὑπαρχῆς γενομένων ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους πράξεων. Αἱ πρά-
1385ξεις αὗται ἀπέληξαν εἰς ἐτησίαν τοῦ Δημοσίου ὠφέλειαν ἐκ
1386τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν, 270,000· ἐκ τῶν δύο
1387δανείων, τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων
1388944,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων 515,000·
1389ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομυρίων 91,000· ἐκ τοῦ
1390δανείου τῶν 15 ἑκατομυρίων 49,000· ἐκ τῶν προσωρινῶν
1391δανείων, τῶν τραπέντων διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατο-
1392μυρίων, 1,192,000· ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 10,
1393200,000 δραχμῶν 12,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν σιδηροδρό-
1394μων Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρι-
1395νίου 135,000· ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 400,000
1396λιρῶν 12,000· ἐκ τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 9 καὶ
139720 ἑκατομμυρίων 619,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ-
1398μυρίων, τοῦ τραπέντος διὰ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων
1399λιρῶν, 925,000· καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν
1400ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 7% εἰς 4% 379,000
1401δραχμῶν, τουτέστιν ἐν συνόλῳ 5,148,000, ταῦτα δὲ πλὴν
1402τῶν 379,000 ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν, ἑπο-
1403μένως, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὴν ὑπερτίμησιν πρὸς τὸ τρέχον
1404παρ’ ἡμῖν νόμισμα, ἀνέρχεται ἡ ὠφέλεια εἰς 6,408,000.
1405Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐγένοντο ἐσχάτως καὶ ἕτεραι πράξεις,
1406μήπω δημοσιευθεῖσαι, πράξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐξόφλησιν
1407τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, τοῦ καλουμένου τῆς ἀνε-
1408ξαρτησίας. Τὸ δάνειον τοῦτο προέκειτο, ὡς εἶχον ἀνακοι-
1409νώσει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
1410δον, νὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ δανείου τοῦ λαχειοφόρου, ἀλλὰ τὸ
1411λαχειοφόρον δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη· ἑπομένως ἤδη
1412ἐπραγματοποιήσαμεν προσωρινὸν δάνειον ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ
1413προμηθείᾳ ἑνὸς τεταρτημορίου τοῦ ἑκατὸν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ
1414δανείου τούτου καὶ κατάργησιν ἑπομένως τοῦ χρεωλυσίου αὐ-
1415τοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς γινώσκετε, ἔχει μέγα χρεωλύσιον,
1416ἔχει χρεωλύσιον ἀνώτερον τοῦ τόκου· ἡ κατὰ τοῦτο ἄρα ὠφέ-
1417λεια τοῦ Δημοσίου, ἡ μείωσις τοῦ ἐτησίου βάρους τοῦ Προϋ-
1418πολογισμοῦ εἶναι μεγάλη, ἀνερχομένη εἰς 1,096,000 εἰς
1419χρυσόν· ἂν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογίσωμεν εἰς τραπε-
1420ζικὰ γραμμάτια, πρέπει νὰ προσθέσωμεν 274,000 δραχμῶν,
1421ἑπομένως ἡ ὠφέλεια εἶναι 1,370,000, αἵτινες, προστιθέ-
1422μεναι εἰς τὰ 6,408,000 δραχμῶν, φέρουσιν ἐτησίαν ἐλάτ-
1423τωσιν εἰς τὴν δαπάνην τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τραπεζικὰ
1424γραμμάτια 7,779,000, εἰς χρυσὸν δὲ 6,245,000. Αὗται
1425εἶναι αἱ ὠφέλειαι, αἱ ἐκ τῶν τροπῶν τῶν δανείων. Ἐξ ὑπαρ-
1426χῆς εἶχον εἰπεῖ προηγουμένως, τίνες ἐκ τῶν κατὰ τὸ τρέχον
1427ἔτος γενομένων πράξεων τούτων ἔσχον ἀποτελέσματα καὶ
1428ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, ἐν ἀντιπαραθέσει δὲ τοῦ Προϋ-
1429πολογισμοῦ τοῦ 1890 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889
1430ἀπαριθμῶ τὰς πράξεις, αἵτινες καταλογίζονται ἐν τῷ τοῦ
1431προσεχοῦς ἔτους, δὲν κατελογίζοντο δὲ ἐν τῷ τοῦ ἐνεστῶτος.
1432Ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἐκ τῶν πρά-
1433ξεων τῶν γενομένων ἐπὶ τῶν δανείων διαφοραὶ ἐπὶ ἔλαττον: ἐκ
1434τῆς ἀποσβέσεως μέρους τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐλαττώσεως
1435τοῦ τόκου ἀπὸ 6 εἰς 5% τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομ.
1436367,000 δραχμῶν· ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τῶν δανείων τῶν 10
1437καὶ τῶν 6 ἑκατομ. 109,000· ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου
1438τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 44,000· ἐκ τῆς καταργή-
1439σεως τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν ἐτῶν 1824 καὶ 1825
1440δραχμαὶ 1,150,000· ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου
1441τῶν ἐντόκων γραμματίων 200,000· ἐκ τοῦ περιορισμοῦ
1442τῶν πληρονομένων προμηθειῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
1443νείων συνεπείᾳ τῶν γενομένων πράξεων 180,000· ἐκ τοῦ
1444τόκου τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 170,
1445000· ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ-
1446μυρίων καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων ἐκ φράγκων 10,200,
1447000 καὶ ἐκ λιρῶν 400,000 δραχμῶν 418,000· τὸ ὅλον
14482,654,000 εἰς χρυσὸν, πλὴν τῆς ἐκ τῶν γραμμα-
1449τίων ἐλαττώσεως. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἀνα-
1450γράφομεν μόνον 500,000 δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος,
1451ἑπομένως διαφορὰ πρὸς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπο-
1452λογισμῷ τοῦ 1889, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μὴ διατεθέντα,
14536,265,000 δραχμῶν. Ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐπὶ ἔλαττον δια-
1454φορὰς. Ἔχομεν, ὡς εἶπον, τὰ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀνα-
1455γραφόμενα ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου
1456αὐτῆς ἐπὶ ποσῷ 1,042,000. Ἔχομεν καὶ ποσὰ μικροτέ-
1457ρου λόγου, ἀναφερόμενα λόγῳ τάξεως· ἐκ τοῦ τόκου τοῦ
1458δανείου τῶν τριῶν Δυνάμεων 2,000· ἐκ τοῦ χρεωλύτρου τῶν
1459δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων 25,000 ἐκ τοῦ
1460χρεωλύτρου τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 900. Ταῦτα
1461εἶναι λογιστικὸς κανονισμός· ἐν συνόλῳ δ’ ἔχομεν προσθε-
1462τέαν ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴν 1,071,000, ἐξ οὗ ὅμως ἀφαι-
1463ρετέον τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
14641890 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἤτοι 877,000
1465δραχμῶν διὰ τόκον ὁμολογιῶν τοῦ δανείου 135 ἑκατομμυρίων,
1466διατεθεισῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων τῶν θωρηκτῶν, καὶ
146737,000 δραχμῶν διὰ τόκον ἐγγυήσεων· ἀφαιρουμένων ἄρα
1468τούτων τῶν 914,000 δραχμῶν ἀπὸ τοῦ 1,071,000, ἔχο-
1469μεν 156,000 δραχμῶν, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ 8,919,
1470000, φέρουσι τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν δαπανῶν ἐν τῷ
1471κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 9,076,000.
1472Πλὴν τῶν διαφορῶν τούτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ
1473δημοσίου χρέους, ἔχομεν καὶ διαφορὰς ἐν τοῖς προϋπολογι-
1474σμοῖς τῶν Ὑπουργείων. Ἔχομεν ἰδίως ἐπὶ πλέον διαφορὰς ἐν
1475τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
1476ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐν
1477τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχο-
1478μεν ἐπὶ πλέον διαφορὰς 1,056,000 δραχμῶν, τοῦτο δὲ, διότι,
1479πλὴν ἄλλων αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων, ἔχομεν αὐξήσεις τὰς
1480ἑπομένας: ἔχομεν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ἐφεδρεία 800,000
1481δραχμῶν διὰ τὰς ἀσκήσεις αὐτῆς, ἔχομεν ὑπὸ τὸ κεφά-
1482λαιον ἱματισμὸς 500,000 δραχμῶν, ἔχομεν δι’ ἱππωνείαν
1483200,000 δραχμῶν, δι’ ἱπποφορβὴν 50,000 δραχμῶν, καὶ
1484διὰ τὸ συστηθὲν σχολεῖον βολῆς 40,000 δραχμῶν. Ἀλλ’
1485ἔχομεν καὶ ἐπὶ ἔλαττον διὰ τὸ καταργηθὲν προπαρασκευαστι-
1486κὸν σχολεῖον τῆς Κερκύρας 100,000 δραχμῶν· διὰ τὰς ἐαρινὰς
1487ἀσκήσεις, αἵτινες συγχωνεύονται ἐν τῇ πιστώσει τῆς ἐφεδρείας,
1488200,000, 135,000 δραχμῶν ἐκ διαφόρων ἐλαττώσεων εἰς
1489κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἅτινα ἡ ὑπηρεσία ἀπέδειξε δεκτικὰ
1490αὐτῶν, εἰς τὴν χωροφυλακὴν 60,000 δραχμῶν καὶ εἰς τὰς
1491δαπάνας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν 50,000 δραχμῶν.
1492Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφει ἐπὶ πλέον δα-
1493πάνας 589,000 δραχμῶν, ταύτας δὲ, διότι, ὡς ἐκ τῆς κινή-
1494σεως τῶν θωρηκτῶν, ἅτινα θὰ καταπλεύσωσι, τὸ μὲν πρῶ-
1495τον προσεχῶς, τὰ δὲ ἄλλα ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ ὡς ἐκ τῶν
1496ἀσκήσεων τῶν ἀνδρῶν, τῶν παρασκευαζομένων διὰ τὴν
1497ὑπηρεσίαν αὐτῶν καὶ ἐν γένει πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στόλου,
1498ἀντὶ ἀνδρῶν 2945, ὅσοι ἀπετέλουν τὴν ναυτικὴν δύναμιν
1499κατὰ τὸ ἔτος 1889, θὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἐνεργῷ ὑπηρε-
1500σίᾳ ἄνδρας 3361, ἤτοι 41 ἐπὶ πλέον. Εἶναι καὶ ἄλλαι
1501μικραὶ διαφοραὶ, μὴ χρήζουσαι ἰδίας ἐνταῦθα μνείας.
1502Ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις ὑπάρχουσι διαφοραί τινες
1503ἐπὶ πλέον, αἵτινες ὅμως τὸ πλεῖστον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ
1504αὐτὰ τὰ περιληφθέντα ἐν ἐκτάκτοις καὶ ἀναπληρωμα-
1505τικαῖς πιστώσεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889,
1506ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 46.000 δραχ-
1507μῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 290,000 δραχ-
1508μῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 71,000 δραχμῶν,
1509τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 116,000, τῆς δὲ γε-
1510νικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διαφορὰ
1511ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν 49,000. Ὑπάρχουσι καὶ ἐν τοῖς ἐξό-
1512δοις διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἐπὶ πλέον δαπάναι
1513759,000 δραχμῶν, προερχόμεναι αἱ μὲν 350,000 ἐκ ποσοστῶν
1514εἰσπράξεως, ἅτινα εἶναι ἀνώτερα τῶν τέως ἀναγραφομένων,
1515διότι καὶ αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἀνώτεραι, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐκ προ-
1516μηθειῶν τῶν μονοπωλίων εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀποθεμάτων,
1517ἤτοι 372,000 διὰ πετρέλαιον, 75,000 διὰ σιγαρόχαρτον,
151830,000 διὰ πυρεῖα καὶ 25,000 διὰ παιγνιόχαρτα. Αἱ ἄλ-
1519λαι διαφοραὶ εἶναι μικροτέρου λόγου. Κατὰ ταῦτα τὰ
1520ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐν ἔτει 1890 παρίστανται ἀνερχόμενα εἰς
1521τὸ ποσὸν 91,081,000 ἀπέναντι ἐσόδων 93,967,000· ἑπομένως
1522ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον 2,885,000. Ὡς παρετήρησα, ἡ
1523διαφορὰ αὕτη βεβαιωθησομένων ἐσόδων πρὸς ψηφιζομένας
1524πιστώσεις δὲν εἶναι ἀποχρῶσα, ἵνα θεωρηθῇ τὸ ἰσοζύγιον
1525ἀσφαλές· πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο,
1526ὅπως καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐλάττωσις δαπανῶν ἐν
1527τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν πᾶσαν ἐλπίδα,
1528ὅτι καὶ τοῦτο θέλει ἐπιτευχθῆ καὶ διαφορὰ θέλει ὑπάρξει
1529ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐπὶ πλέον
1530κατὰ τὸ 1890 ἢ κατὰ τὰ ἔτη, ὧν ἔληξεν ἡ χρῆσις, διότι
1531κατὰ τὸ 1890 ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν περιε-
1532λήφθησαν ὡς εἰσπρακτέα τὰ ἀποδειχθέντα μὴ πραγματο-
1533ποιήσιμα, ὅπως δὲν περιελήφθησαν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογι-
1534σμῷ τοῦ 1889 τὰ σπουδαιότερα ἐξ αὐτῶν· τουτέστι διε-
1535γράψαμεν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 τὸ ἔσοδον
1536ἐκεῖνο, τὸ ἀποῤῥέον ἐκ τῶν νόμων τοῦ 1871 περὶ διαθέσεως τῶν
1537ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐξ 1,600,000, ὅπερ διηνεκῶς
1538ἀνεγράφετο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς μέχρι τοῦ τῆς χρήσεως
1539τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαίνετο καὶ ἐν τοῖς
1540ἀπολογισμοῖς· τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον ἐν
1541τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 καὶ ἐν τῷ τοῦ 1887· παρα-
1542βάλλοντες ἄρα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 πρὸς τὸν
1543Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ἢ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
15441887, οἵτινες εἶναι οἱ ὅροι συγκρίσεως, διότι ὁ τοῦ 1889
1545δὲν εἶναι ἱκανῶς προκεχωρημένος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἵνα χρη-
1546σιμεύσῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἄρ-
1547θρου ἔχομεν 1,700,000 δραχμῶν ἐλπιζομένην διαφορὰν ἐν
1548τῇ πραγματοποιήσει τῶν ἐσόδων. Ἔχομεν καὶ ἄλλας προσ-
1549δοκίας. Ὅπως μέχρι τοῦδε ὁ νόμος ὁ περὶ ἀδείας τροπῆς
1550δανείων ἀπήνεγκεν ἀποτελέσματα λίαν ὠφέλιμα εἰς τὸ Δη-
1551μόσιον, ἐλπίζομεν ὅτι, ὑπάρχοντος καὶ περαιτέρω σταδίου
1552ἐνεργείας, θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1890 νὰ πραγμα-
1553τοποιήσωμεν καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ νέας οἰκονομίας· διότι
1554ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, οὗτινος τὸ χρεω-
1555λύσιον εἶναι 1,470,000 δραχμῶν, ἔχομεν καὶ τὸ δάνειον
1556τῶν 170,000,000, τὸ περιορισθὲν εἰς 100,000,000, οὗτινος
1557τὸ χρεωλύσιον ἀνέρχεται εἰς 1,239,000· ὅταν ἄρα ἐπι-
1558τευχθῇ ἡ τροπὴ τῶν δανείων τούτων, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν
1559ἐπιβαρύνσεως λόγῳ δημοσίου χρέους 2,729,000 δραχμῶν
1560εἰς χρυσόν. Ἡ τροπὴ δὲν ἐπετεύχθη ἔτι, δὲν ἠδυνήθημεν ἄρα
1561ν’ ἀναγράψωμεν τὴν ἐλάττωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀπο-
1562τελεῖ δὲ αὕτη ἐφόδιον τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι
1563τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως
1564τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, ὅταν παραβάλωμεν αὐτὸν πρὸς
1565τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς γνωστοὺς ἐν τοῖς ἀποτελέσμα-
1566σιν αὐτῶν εἴτε τοῖς προσωρινοῖς, εἴτε τοῖς ἐκκαθαρισμένοις
1567καὶ ἐπισήμοις, εὑρίσκομεν ὅτι, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
15681887, κατηρτισμένος ἐν περισσεύματι βεβαιωτέων ἐσόδων
1569335,000 δραχμῶν, ἀπέληξεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀφοῦ ὁ Προϋ-
1570πολογισμὸς τοῦ 1888, ἀναγράφων περίσσευμα βεβαιω-
1571τέων 2,628,000 δραχμῶν, προσήγγισεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον
1572καὶ κατ’ οὐσίαν ἐκτιμώμενος ἐπραγματοποίησεν αὐτὸ,
1573ἤδη, ὅτε ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 πε-
1574ρίσσευμα βεβαιωτέων 2,886,000 δραχμῶν, δυνάμεθα εὐλό-
1575γως νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐν τῇ πραγματοποιήσει αὐτοῦ ὡς
1576πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα θέλομεν ἐπιτύχει πλεόνασμα βεβαιώσεων
1577καὶ μείωσιν τῆς ἀποστάσεως τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν βε-
1578βαιώσεων ἐν ἀναλογίᾳ μεγαλειτέρᾳ ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, ὡς
1579πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα θέλομεν πραγματοποιήσει οἰκονομίας, ἀπο-
1580χρώσας εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ εἰσπραχθη-
1581σομένων καὶ βεβαιωτέων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκῇ πρὸς τοῦτο τὸ
1582ἐκ 2,886,000 ἐν Προϋπολογισμῷ βεβαιώσεων ἀναγραφόμε-
1583νον περίσσευμα. Βεβαίως αἱ εἰσπράξεις ἐπὶ ἐσόδων βεβαιω-
1584τέων 93,967,000 δραχμῶν θὰ ὑπολειφθῶσι τοῦ ποσοῦ τού-
1585του. Ἀλλὰ καὶ εἰς 8% ὑπολογίζοντες τὴν διαφορὰν
1586καὶ ὑποθέτοντες τὰς βεβαιώσεις μὴ ὑπερτέρας τῶν ἀναγρα-
1587φομένων, καίτοι τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1888
1588ἐπιτρέπουσι τοιαύτην ἐλπίδα, πάλιν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1589τῶν ἐξόδων κατὰ τὰς ἀναλογίας τῆς ἐν τῷ παρελθόντι περι-
1590στολῆς τῶν δαπανῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐξασφαλίζουσιν, ὅπως
1591καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ὧν τ’ ἀποτελέσματα ἀνεκοίνωσα
1592πρὸς ὑμᾶς, οὕτω καὶ ἐν τῷ τοῦ 1890 εὐχερεστέραν μάλι-
1593στα, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους, τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἐσόδων
1594πρὸς ἀπάντησιν αὐτῶν. Ἔχοντες οὕτως ἀναγεγραμμένον ἐν
1595τῷ Προϋπολογισμῷ περίσσευμα 2,885,000, ἔχομεν ἐκ τῆς
1596κεκτημένης πείρας τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ θὰ
1597ὑπάρξῃ ἰσοζύγιον. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν βεβαίως, τὸν Προϋπο-
1598λογισμὸν νὰ συνετάττομεν ἰδιοῤῥύθμως ἡμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει
1599τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων. Τοῦτο ἐπεθύμουν, καὶ ἐλπίζω νὰ
1600ὑπουργεύσω ἐφ’ ἱκανὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ εἰσα-
1601γάγω καὶ οὕτω κατηρτισμένον Προϋπολογισμόν. Τὸ ἔτος
1602τοῦτο δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ὤφειλον νὰ καταρτίσω αὐτὸν ὑπὸ τοι-
1603οῦτον τύπον, διότι τότε μόνον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπο-
1604λογισμὸς οὕτω συντεταγμένος, ὅταν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ
1605ποσοστοῦ τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων
1606ἀπὸ τῶν πιθανῶν βεβαιώσεων ἔχωμεν πάλιν τυπικὸν ἰσο-
1607ζύγιον. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ τοιοῦτον τυπικὸν ἰσοζύγιον εἶναι
1608μέγα περίσσευμα, εἶναι περίσσευμα ἀνώτερον ἴσως τοῦ ἀναγ-
1609καίου, ὄχι ὅμως καὶ ἀνώτερον τοῦ πρέποντος. Προϋπολογι-
1610σμὸς ἰδίως ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὰ τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι
1611σταθερά, ὅπου ἐξαρτῶνται ταῦτα ἐκ μυρίων τυχαίων
1612περιστάσεων, πρέπει πάντοτε νὰ παρουσιάζῃ περίσσευ-
1613μα ἀνώτερον τοῦ θεωρουμένου ὡς ἀναγκαίου ἐν ἄλλαις
1614χώραις, ἵνα θεωρῆται ἄρτιος. Ἐλπίζω, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ
1615Προϋπολογισμοῦ καὶ ὡς βαίνουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1616ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος
1617οὕτω νὰ συντάσσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ
1618ἔχωμεν ἰσοζύγιον εἰσπράξεων πρὸς ἁπάσας τὰς ψηφιζο-
1619μένας πιστώσεις, καὶ νὰ μένῃ ὡς περίσσευμα ἡ ἐπὶ πλέον
1620διαφορὰ τῶν πραγματοποιουμένων ἐσόδων πρὸς τὰς διατι-
1621θεμένας πιστώσεις.
1622§16ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ὡς ἐν Ἀμερικῇ.
1623§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐ μόνον ἐν Ἀμερικῇ, ἀλλὰ καὶ ἀλλα-
1624χοῦ, ὡς γινώσκετε δὲ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ χρεωλύσιον ἐξαιρε-
1625τικῶς μόνον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θεωρεῖται
1626δὲ ὡς ἀναγκαῖον χρεωλύσιον τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης συντάξεως
1627τοῦ Προϋπολογισμοῦ προκύπτον περίσσευμα. Ἐκεῖ συντάσ-
1628σεται ὁ Προϋπολογισμὸς μετὰ βεβαίου περισσεύματος, οὗτι-
1629νος τὸ ποσὸν, ὅσον καταδειχθῇ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἔσται τὸ
1630χρεωλύσιον τοῦ ἔτους. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς θέλομεν φθάσει
1631ταχέως εἰς θέσιν, ἐπιτρέπουσαν οὕτω νὰ καταρτίζωμεν τὸν
1632Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἕως οὗ πατήσωμεν τὸ ἔδαφος
1633ἐκεῖνο, ἐπετύχομεν τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ
1634τρόπου, ὃν διετὴς ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν ἄγοντα εἰς ἀπολογι-
1635σμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἤδη μάλιστα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
16361890, ὡς ἀνέπτυξα αὐτὰ, ὑπόσχονται τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς
1637τὸν ἀπολογισμὸν βελτίονα ἔτι ἢ ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλὰ καὶ
1638ἐπὶ μόνων τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος στηριζόμε-
1639νοι, ἔχομεν ταῦτα, πιστοποιοῦντα πανδήμως, ὅτι τὸ ἰσοζύ-
1640γιον ἐξησφαλίσθη παρ’ ἡμῖν, καὶ ἑδραιοῦντα τὰ ἐκ τῶν περὶ
1641τούτου ἐγγυήσεων ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἡμῶν
1642πίστεως, ἅτινα εἶναι ἐκ τῶν κυριωδέστερον ἐπιδιωκομένων
1643διὰ τοῦ ἀρτίου καταρτισμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠδυνή-
1644θημεν νὰ καταρτίσωμεν ἄρτιον προϋπολογισμὸν, ἀπολήγον-
1645τα εἰς ἄρτιον ἀπολογισμὸν, οὐχὶ διὰ μέτρων ἐκρύθμων, ἀλλὰ
1646μόνον διὰ μέτρων, ἅτινα ἡ ἠθικὴ συμβουλεύει, διὰ μέτρων
1647ἀποδεικνυόντων, ὅτι ἔχομεν πᾶσαν τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰς
1648ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Ἀναδείξαντες ἡμᾶς αὐτοὺς ἱκανοὺς, ὅπως
1649διεξάγωμεν ἄρτια τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, εὐλα-
1650βούμενοι τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, κατωρθώσαμεν νὰ ἑδραιώ-
1651σωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ν’ ἀπολαύ-
1652σωμεν τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐκ τῆς πίστεως ἀποῤῥεουσῶν.
1653Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος
1654εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἠδύνατό τις τῷ ὄντι νὰ πτοηθῇ ἐκ τῆς
1655ὄψεως αὐτῶν. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι κολοσσιαῖον τὸ ἀποτέλε-
1656σμα, εἰς ὃ κατελήξαμεν, διότι, ὅταν ἀναλογιζώμεθα, ἐξετά-
1657ζοντες μιᾶς δεκαετίας ἀπολογισμούς, διὰ τίνων ἁλμάτων
1658ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τῶν νῦν πραγ-
1659ματοποιουμένων καὶ δι’ ὧν ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὰς ὑπο-
1660χρεώσεις ἡμῶν, ἀγόμεθα εἰς θαυμασμὸν ἐπὶ τῇ ἐπιχειρήσει,
1661ἣν ἀπετολμήσαμεν. Ὅταν λαμβάνωμεν ἀνὰ χεῖρας τοὺς ἀπο-
1662λογισμοὺς τοὺς παρελθόντας καὶ εὑρίσκωμεν, ὅτι εἰς παλαιὰς
1663δραχμὰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1880 ἀνῆλθον εἰς 41,
1664618,000, τουτέστιν εἰς 37 περίπου ἑκατομμύρια νέων
1665δραχμῶν, βλέπωμεν δὲ σήμερον, μετὰ τὴν μόνην προσθήκην
1666τῶν εἰσοδημάτων τῆς Θεσσαλίας, εἴσπραξιν 90 ἑκατομ-
1667μυρίων, καταλαμβανόμεθα ἐκ θαυμασμοῦ, πῶς τὸ Ἔθνος δὲν
1668ἐγονάτισεν ὑπὸ τοιοῦτον βάρος, ἀλλὰ φέρει αὐτὸ εὐσταλὲς
1669εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐῤῥήθη πρὸς τὸ Ἔθνος,
1670ὅτι διὰ τοιούτων ἐπιβαρύνσεων θέλει παρακωλυθῆ ἡ παρα-
1671γωγή, ὅτι διὰ τοιούτων ἐπιβαρύνσεων δὲν θέλει ἐπιτύχει τοῦ
1672ἐπιδιωκομένου, ἀλλὰ θέλει ἀπολήξει εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτε-
1673λέσματα. Τὸ Ἔθνος ἔσχε τὸ ἠθικὸν σθένος ν’ ἀναδεχθῇ τὰς
1674ἐπιβαρύνσεις ταύτας, ἀπέδειξε δὲ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων,
1675ὅτι εἶχε καὶ τὸ ὑλικὸν σθένος, ἵνα διὰ τῆς ἐργατικότητος
1676αὑτοῦ κατανικήσῃ πάσας τὰς δυσχερείας καὶ παρασχὸν
1677πᾶν, ὅ,τι ἀπῃτεῖτο μέχρι τοῦδε εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπο-
1678χρεώσεων αὑτοῦ, ἐξακολουθῇ τὴν παροχὴν καὶ ἐν τῷ
1679μέλλοντι διὰ θελήσεως καὶ δυνάμεως, ὁσημέραι αὐξανο-
1680μένης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ θέλησις ἑδραιοῦται καὶ ἡ δύναμις
1681πολλαπλασιάζεται, τὸ βάρος βαθμηδὸν ἐλαττοῦται. Ἤδη
1682πρῶτον ἔτος εἰσάγομεν μέτρα περὶ μικρᾶς ἀπαλλαγῆς
1683φορολογίας, μικρᾶς, διότι τὸ πλεῖστον ἠναγκάσθημεν νὰ
1684ἀντισηκώσωμεν, οὐχ ἧττον εἰσηγάγομεν καὶ ἀπαλλαγὰς
1685ἄνευ ἀντισηκώματος. Ἐλπίζομεν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ
1686εἰσαγάγωμεν νεωτέρας καὶ μεγαλειτέρας ἀπαλλαγὰς, διότι
1687καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δεῖται μετριασμοῦ,
1688καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἄλλοι φόροι, οἵτινες ἐπεβα-
1689ρύνθησαν μετὰ τὰς τελευταίας τοῦ Ἔθνους συμφορὰς, δέονται
1690καὶ ἐκεῖνοι μειώσεως· ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεκδεχόμεθα οὕτω νὰ
1691προβαίνωμεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος εἰς ἐλαττώσεις φόρων, εἰσήλ-
1692θομεν εἰς ὁδὸν, ὑποσχομένην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὔξησιν ἐσό-
1693δων. Τοῦτο συμβαίνει κατὰ τὸ 1890· ἐλαττοῦμεν τοὺς
1694φόρους, ὑπολείπεται δὲ περίσσευμα ἀνώτερον ἢ ἐν τῷ παρελ-
1695θόντι· τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ 1891, χάρις εἰς τὰ
1696ληφθέντα καὶ εἰς τὰ λαμβανόμενα μέτρα καὶ χάρις εἰς
1697τὴν ἀπόφασιν, ἣν εἶχε τὸ Ἔθνος, ἵνα ἀναδειχθῇ ἄξιον ἑαυτοῦ,
1698καὶ χάρις εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχεν εἰς ἑαυτὸ, καὶ εἰς τὴν
1699πεποίθησιν, ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἔθνους εἶχεν εἰς τὸ Ἔθνος.
1700(Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυ-
1701γαί).
1702§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1703Ὥρᾳ 8 μ. μ.