1889.10.28
446 στίχοι · 3.431 λέξεις · 28 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
Τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1889
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται ἡ συμπληρωτικὴ ἐκλογὴ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς νόμιμον τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν βουλευτὴν κ. Κοντογούρην ὡς ἔχοντα τὰ προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἕβδομον Τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς Κυκλάδων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 5). Ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 6).
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε νὰ μάθῃ τοὺς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ Καλαμῶν ἀνακριτοῦ κ. Μυρμήρα. Ἐὰν συνέπιπτε νὰ εἶχεν ἀναγνώσει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶχε δημοσιευθῆ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ, ἤθελεν ἀποφύγει τὴν πρὸς ἐμὲ ἐρώτησιν, διότι ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἀπηλλάγη τῇ αἰτήσει αὐτοῦ καὶ τῇ γνώμῃ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων. Ὁ κ. Μυρμήρας δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησε τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τὴν μετάθεσίν του ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν διὰ λόγους ὑγιείας, πιστοποιουμένους καὶ παρ’ ἰατρῶν. Ἠρώτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτής, ἐὰν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον μέτρον τι ἐπὶ ἔριδος, λαβούσης χώραν μεταξὺ δύο τῶν ἐκεῖ δικαστῶν. Οὐδεμίαν πληροφορίαν περὶ τοιαύτης ἔριδος ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Πρωτοδίκου ἐκείνου ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἕτερος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐξέφρασε χθὲς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ τοὺς λόγους τῆς μεταθέσεως Εἰρηνοδίκου τινός. Ὅπως, κύριε Βουλευτά, λόγοι ὑπηρεσίας, ἐντελῶς ταυτισθέντες μὲ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἴχετε ὑποβάλει, ἔπεισαν πέρυσι τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀπολύσῃ τὸν πρώην Εἰρηνοδίκην καὶ μεταθέσῃ ἐκεῖ τὸν ἤδη μετατεθέντα, οὕτω λόγοι ὑπηρεσίας, οὐχὶ ἐξ αὑτοῦ προελθόντες, ἀλλ’ ἐκ τῆς μεταθέσεως ἑτέρου Εἰρηνοδίκου, ἐπέφερον τὴν μετάθεσιν αὐτήν. Δὲν ἤκουσα ἐὰν ἔχητε παράπονα κατὰ τοῦ νῦν Εἰρηνοδίκου. Ἐλπίζω δ’ ὅτι θ’ ἀκούσω καὶ περὶ αὐτοῦ, ὅταν μετατεθῇ, τοὺς αὐτοὺς εὐφήμους λόγους, τοὺς ὁποίους ἤκουσα παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἤδη μετατεθέντος. (Ἐταῦθα, προσελθόντος τοῦ ἱερέως, ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Κοντογούρης).
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ πολλὰ ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, μετὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, παρακαλῶ σήμερον αὐτὸν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ κατάστασιν τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἐ. ἔ. μέχρι σήμερον, καὶ τοῦ εἴδους αὐτῶν. Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος νόμου ἐγένετο μετάθεσις τοῦ Δικαστηρίου Κυπαρισσίας εἰς τὴν παραλίαν, καὶ ἂν ἐγκατεστάθη εἰς τὴν παραλίαν, καὶ νὰ καταστήσῃ εἰς ἡμᾶς γνωστὰ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ πολῖται θὰ δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τῆς πόλεως εἰς τὴν παραλίαν.
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύναμαι ἀμέσως νὰ σᾶς πληροφορήσω ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐρώτησίν σας, βεβαιῶν ὑμᾶς, ὅτι μετάθεσις ἕδρας Πρωτοδικείου οὐδεμία ἐγένετο. Ὁ παράλιος συνοικισμὸς Κυπαρισσίας ἡνώθη μὲ τὴν πόλιν διὰ Β. Διατάγματος, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὁποίου, τῇ γνώμῃ καὶ τῇ αἰτήσει τῶν ἁρμοδίων ἐκεῖ Ἀρχῶν, ἐπέτρεψα τὴν ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς πόλεως ἐνοικίασιν δικαστικῶν καταστημάτων. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπέτρεψαν διὰ τὰ καταστήματα καὶ τῶν ἄλλων κλάδων οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε μνείαν, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἀκόμη τὴν ἀπόστασιν τοῦ συνοικισμοῦ τῆς πόλεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ᾖναι συνοικία, καὶ μᾶς δώσῃ καὶ ἀκριβῆ κατάλογον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκιῶν τῆς συνοικίας αὐτῆς.
§8ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πληροφορῶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ὅτι ἡ μία συνοικία ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἄλλην περὶ τὰ δέκα λεπτὰ, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυπαρισσίας ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν διὰ πράξεώς του, ὅπως τὰ δημόσια καταστήματα, συνῳδὰ ταῖς ἐκθέσεσι τῶν δημοσίων ἀρχῶν, μεταφερθῶσιν εἰς τὴν παραλίαν, διότι δυστυχῶς ἡ διαμονὴ τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ πόλει, ὡς ἐκ τοῦ ἀνωμάλου τοῦ ἐδάφους, ἦτο δύσκολος καὶ διότι οὐδεμία ἐν τῇ κατωφερείᾳ ἐκείνῃ τῆς Κυπαρισσίας ἠδύνατο νὰ γίνῃ πρόοδος εἰς τὸν τόπον καὶ ἀνάπτυξις, οἵα προσεδοκᾶτο ἐν τῇ παραλίᾳ, προσέτι δὲ τὸ ἀνήλιον, τὸ νοσῶδες τῆς πόλεως καὶ αἱ ἐπίμονοι παραστάσεις τῶν κατοίκων ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταφέρῃ τὰ δημόσια καταστήματα εἰς τὴν παραλίαν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀδυναμία, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ ὅλον τοῦ κ. Κοκκέβη, μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ Κυπαρισσία εἶναι τόπος νοσώδης (ἱλαρότης).
§10ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ κατοικῶ εἰς τὴν παραλίαν καὶ ἀπολαμβάνω τοῦ καθαροῦ καὶ θαλασσίου ἀέρος καὶ δι’ αὐτὸ χαίρω ὑγείαν, ὡς παρατηρεῖτε.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα ἀφ’ ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος προσεπάθησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μείνητε ὀλίγην ὥραν ἐνταῦθα, διὰ νὰ σᾶς ἐκθέσω τί συμβαίνει. Ἀπὸ τοῦ 1872, ὅτε συνεστήθη Πρωτοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἡ πόλις αὕτη ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν καὶ σημαντικὴν πρόοδον· κατεσκευάσθησαν ἐν αὐτῇ πολλαὶ καὶ καλαὶ οἰκίαι, ἐστρώθησαν ὁδοὶ, διωρθώθησαν αἱ πλατεῖαι, διωχετεύθη πόσιμον ὕδωρ, ἔγειναν πολλὰ πανδοχεῖα, ξενοδοχεῖα καὶ ἄλλα καταστήματα. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπῆλθε γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀνέκοψε τὴν πρόοδον τῆς πόλεως, ἀλλ’ ἀπειλεῖ τὴν τελείαν αὐτῆς καταστροφὴν καὶ ἔχει εἰς ἀναστάτωσιν ὅλους τοὺς κατοίκους. Ἡ Κυπαρισσία δὲν εἶναι παράλιος, κεῖται ἐπὶ τῆς κατωφερείας τοῦ ὑπερκειμένου ὄρους, καὶ διὰ νὰ ἀνέλθῃ τις ἀπὸ τῆς παραλίας εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγορὰ καὶ τὰ πλειότερα καταστήματα, ἀπαιτεῖται ἡμισείας καὶ ἐπέκεινα ὥρας ἐπίπονος ὁδοιπορία, ἡ ὁποία κουράζει καὶ τὸν πλέον εὔρωστον ἄνθρωπον. Εἰς τὸ παράλιον δὲν ὑπῆρχον οἰκοδομαὶ, ἐπειδὴ ὅμως ἤρχισεν ἀπό τινος χρόνου νὰ κατασκευάζηται ἐκεῖ λιμὴν καὶ νὰ κτίζωνται ἀποθῆκαί τινες, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1871 ἐσχεδιογράφησε τὸν χῶρον ἐκεῖνον καὶ συνέστησεν ἐκεῖ συνοικισμὸν διὰ Βασ. Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα τοῦτο στηρίζεται εἰς τὸν περὶ συνοικισμῶν νόμον τοῦ 1865, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντα τὰ οἰκόπεδα, τὰ περιλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ σχεδίου συνοικισμοῦ, δίδονται δωρεὰν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συνοικισθῶσιν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ν’ ἀναγείρωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὡρισμένης ἀξίας οἰκοδομάς, πᾶσαι δὲ αἱ ἰδιοκτησίαι, αἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ ἐντὸς τοῦ σχεδίου, δημεύονται, ἀποζημιουμένων τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἣν εἶχον αὗται πρὸ τοῦ συνοικισμοῦ. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρησίας ἔδειξαν διάθεσιν νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς εἰς τὴν παραλίαν, διὰ τοῦτο δὲ ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ὅλοι οἰκόπεδα, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ ἔλαβον, οὐδεὶς σχεδὸν ἐξεπλήρωσε τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν καὶ ἑπομένως τὰ οἰκόπεδα ἔμειναν διαθέσιμα. Κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἐξεδόθη νόμος ἐξαιρετικὸς περὶ τοῦ συνοικισμοῦ τούτου, ἐπιτρέπων εἰς πάντα τὸν βουλόμενον, νὰ καταλάβῃ τὰ διαθέσιμα ἐθνικὰ οἰκόπεδα. Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἤθελεν ἀνεγείρει κατὰ τὸ ἥμισυ οἰκοδομὴν, νὰ καταθέσῃ δὲ ἐγγύησιν 300 δραχμῶν, ἥτις θὰ τῷ ἐπεστρέφετο ἐὰν ἤρχιζε τὴν οἰκοδομὴν καὶ προέβαινε μέχρι τοῦ ἡμίσεως, ἄλλως θὰ ἔχανε καὶ αὐτὴν καὶ τὸ οἰκόπεδον. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἠλπίζετο, ὅτι ἤθελε διευκολυνθῆ ὁ συνοικισμὸς, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατέστρεψε καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸν, διότι περιωρίσθη εἰς μόνα τὰ ἐθνικὰ οἰκόπεδα, ἀντὶ δὲ τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς πρώην ἰδιοκτήτας, δὲν ἠξεύρω πῶς αἱ ἰδιοκτησίαι ἀφέθησαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οὗτοι δὲ, διαιρέσαντες αὐτὰς, συνισταμένας εἰς ἀμπέλους καὶ ἀγροὺς καὶ μηδαμινὴν ἀξίαν ἐχούσας εἰς οἰκόπεδα, ἀπαιτοῦσι τρεῖς, τέσσαρας καὶ ἐπέκεινα δραχμὰς τὸν πῆχυν. Ὥστε ὁ θέλων νὰ οἰκοδομήσῃ εἰς τὴν παραλίαν εἶναι ὑποχρεωμένος ὄχι μόνον νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν οἰκοδομὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ πληρώσῃ χιλιάδας περίπου δραχμῶν, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸ οἰκόπεδον. Ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν καὶ κατέλαβον τὰ ἐθνικὰ οἰκόπεδα, ἐπειδὴ δὲν ὑπεχρεοῦντο νὰ κάμωσι τελείαν οἰκοδομὴν, ἔκτισαν μόνον τέσσαρας τοίχους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρῆλθον καὶ ἄλλα 7 ἔτη, χωρὶς νὰ γίνῃ οὐδεμία πρόοδος εἰς τὸν συνοικισμὸν ἐκεῖνον. Ἀλλ’ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν παραλίαν, εἶναι, ὅτι αἱ Ἀρχαὶ μένουσιν εἰς τὴν πόλιν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, πεισθεῖσα εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας, ἀπεφάσισε νὰ μεταθέσῃ τὰς Ἀρχὰς ἀπὸ τῆς πόλεως τῆς Κυπαρισσίας εἰς τὸν συνοικισμόν. Ἀλλ’ ὁ συνοικισμὸς εἶναί τι χωριστὸν ἀπὸ τὴν πόλιν, μεταξὺ τοῦ συνοικισμοῦ καὶ τῆς πόλεως ὑπάρχουσιν ἀγροὶ, σταφιδάμπελοι καὶ ἄλλαι φυτεῖαι, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις Ἀρχῶν τινων καὶ ἰδίως τοῦ Πρωτοδικείου ἄνευ νόμου ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον, ἐκήρυξε διὰ Διατάγματος τὸν συνοικισμὸν παράρτημα τῆς πόλεως. Ἀμέσως δὲ ἐγένοντο συμφωνίαι μὲ διαφόρους ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἡμιτελεῖς οἰκοδομὰς, ἐνῳκίασαν ταύτας πολυετῶς καὶ οὕτω κατηρτίσθησαν οἰκοδομαὶ, εἰς τὰς ὁποίας αἱ Ἀρχαὶ, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἐτοποθετήθησαν εἰς τὴν παραλίαν. Ἀλλὰ, μολονότι παρῆλθεν ἔκτοτε ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, οὐδεὶς σχεδὸν τῶν κατοίκων κατῆλθεν, οὔτε αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οἰκόπεδα καὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰ πωλῶσιν εἰς μεγάλας τιμὰς, οὔτε αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς ἡμιτελεῖς οἰκοδομὰς καὶ ἐνῳκίασαν ταύτας εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκ τούτου ἐδημιουργήθη μία ἀφόρητος κατάστασις διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς κατοίκους, κατάστασις, ἡ ὁποία διὰ τὸν ἀδιάφορον θεατὴν ἀποβαίνει κἄπως κωμική. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πόλις μετὰ 8,000 κατοίκων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὀλίγαι σποραδικαὶ οἰκίαι, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ Ἀρχαί. Οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον, τὴν Ἐφορείαν, τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ τὰς ἄλλας Ἀρχὰς χάνουσιν ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν των, διὰ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν παραλίαν καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ οἱ προσερχόμενοι ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς ἐπαρχίας διὰ νὰ εὕρωσι τὰς Ἀρχὰς, καὶ αὐτοὶ ἀπαντῶσι μεγάλας δυσκολίας, διότι ἐκεῖ κάτω οὔτε τοὺς δικηγόρους εὑρίσκουσιν, οὔτε τοὺς φίλους των. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ὑπάλληλοι, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἐζήτησαν νὰ μετατεθῶσι τὰ καταστήματα εἰς τὴν κάτω πόλιν, εἶναι σήμερον πολὺ μετενοημένοι, διότι μένουσιν ἐκεῖ κάτω μόνοι, δὲν ἔχουσιν ἰατρὸν, δὲν ἔχουσι φαρμακεῖον καὶ μόλις κλίνῃ πρὸς τὴν δύσιν ὁ ἥλιος καὶ ἀπέλθωσιν οἱ ἕνεκεν τῶν ὑποθέσεών των προσερχόμενοι εἰς τὰς Ἀρχὰς, μένουσιν ἐντελῶς μεμονωμένοι. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, περὶ τῆς ὁποίας ἤμην ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ σήμερον, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον. Διὰ νὰ ἐννοηθῇ δὲ καλλίτερον τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σκεφθῇ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν αʹ) νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπογραφικὸν πίνακα τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Κυπαρισσίας κατοικούντων· βʹ) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσαι νέαι οἰκίαι ᾠκοδομήθησαν ἐν τῇ παραλίᾳ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1888 καὶ ἐντεῦθεν· γʹ) νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνῳκιάσθησαν πρὸς χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου, περιέχουσαν τὸ ὄνομα τοῦ ἰδιοκτήτου, τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν χρησιμεύει ἑκάστη, τὸν χρόνον καὶ τὸ μηνιαῖον ἐνοίκιον· καὶ δʹ) ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, διαλαμβανούσας ἐὰν ἐκ τῆς μεταθέσεως τῶν Ἀρχῶν εἰς τὴν παραλίαν ἐγεννήθησαν δυσκολίαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς πολίτας καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ ἐκλείψωσιν αἱ δυσκολίαι αὗται ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Προσθέτω δὲ, ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι ἕνεκα τῆς μεταθέσεως ταύτης τῶν Ἀρχῶν ἐπὶ δύο ἤδη περιόδους δὲν συνεκροτήθη σύνοδος Κακουργιοδικείου εἰς Κυπαρισσίαν, πρὸς ζημίαν μεγάλην τοῦ τόπου καὶ πρὸς βλάβην τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία, ὡς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, κάλλιστα ὑπηρετεῖτο ὁσάκις συνιστᾶτο ἐκεῖ Κακουργιοδικεῖον.
§12ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφός μου ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐγγράφως τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ τῷ δώσω, ἀφοῦ καὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην ἐκεῖ τὴν κατάστασιν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ᾠκοδομήθησαν εἰς τὴν παραλίαν 41 οἰκίαι, ἐν αἷς 41 οἰκογένειαι κατοικοῦσι, περὶ τὰς 30 εἰσὶν ἀτελεῖς καὶ ἄλλαι ἐξακολουθοῦσι νὰ κτίζωνται καθ’ ἑκάστην. Τὸ δὲ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέκοψε τὴν ταχεῖαν πρόοδον καὶ κατάβασιν τῶν πολιτῶν εἰς τὴν παραλίαν, εἶναι οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς λόγος, διότι δὲν ἐπωλήθη ὁ σταφιδόκαρπος τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὸς ἔτος μὲ τιμὴν καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν χρηματικῶν μέσων ἠμποδίσθησαν οἱ κάτοικοι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ταχεῖαν συνοίκισίν των ἐν τῇ παραλίᾳ, ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἅπαντες συνησθάνθησαν καὶ συναισθάνονται καὶ πρῶτος ὁ κ. συνάδελφός μου περὶ συνοικισμοῦ ἐν τῇ παραλίᾳ ἐμερίμνησε καὶ ἐνήργησε κατὰ τὸ 1871 νὰ συνταχθῇ τὸ σχέδιον αὐτοῦ. Ἀπὸ τοῦ ἔτους δὲ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἤρχισε νὰ παγιῶται μετὰ σπουδῆς ἡ ἰδέα τοῦ συνοικισμοῦ τῆς παραλίας καὶ ἔκτοτε καὶ οἰκίαι ἐκτίσθησαν καὶ ἤδη τὰ πάντα πρὸς ἀναπαυτικὴν διαμονὴν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ τὸ παρὸν καὶ προσδοκῶμεν μείζονα διὰ τὸ μέλλον ἀνάπτυξιν, χάριν τῆς ὁποίας ἓν ἑκατομμύριον ἐδαπανήσαμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος καὶ θὰ δαπανήσωμεν εἰσέτι ἓν ἕτερον ἑκατομμύριον πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς, οἱ κατοικοῦντες ἐκεῖ, εὑρίσκομεν τὴν πρόοδον λίαν προκεχωρημένην καὶ δὲν παύομεν νὰ μεριμνῶμεν ἀναλόγως τῶν μέσων μας εἰς τὴν ταχεῖαν ἐγκατάστασίν μας ἐν τῇ παραλίᾳ....
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως ὑπάρχῃ κανὲν οἴκημά σας ἐνοικιασμένον;
§14ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω κανὲν οἴκημα ἐνοικιασμένον· εἶχον ἓν καὶ τὸ ἐξενοικίασα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ζητεῖ ἀπογραφικὸν πίνακα τοῦ συνοικισμοῦ. Ἀπογραφικὸς πίναξ τοιοῦτος ἰδιαίτερος τοῦ συνοικισμοῦ δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ συνοικισμὸς ἀποτελεῖ ἓν ὅλον μετὰ τῆς πόλεως, καὶ ὑπάρχει ἀπογραφικὸς πίναξ ὁλοκλήρου τῆς πόλεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔρχεται καὶ ζητεῖ πληροφορίας περὶ τῆς Κυπαρισσίας, διὰ νὰ δημοκοπήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν συμφέρον ἐκεῖ. Εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὑπενθυμίζω, ὅτι αἱ πόλεις δὲν οἰκοδομοῦνται τόσον ταχέως, καὶ εἶναι μεγάλη ἡ πρόοδος, διότι ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους ᾠκοδομήθησαν καὶ κατοικοῦνται τεσσαράκοντα μία οἰκίαι, καὶ καθ’ ἑκάστην οἰκοδομοῦνται ἄλλαι, ἀναλόγως τῶν ὑπαρχόντων κεφαλαίων εἰς τὸν τόπον· ἡ δὲ πρόοδος καταφαίνεται ὅτι θὰ ἦναι ταχεῖα. Ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνοικίων. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι πρότερον ἐπλήρονε περισσότερα τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πόλιν. Ἐπλήρονε δὲ διὰ τὰ Δικαστήρια 250 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ σήμερον πληρόνει μόνον διακοσίας καὶ ἔχει οἰκίαν τριπλασίαν. Οἱ κάτοικοι ἐκεῖ ἐθυσίασαν χρήματα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προόδου τοῦ τόπου καὶ ὄχι διὰ νὰ πάρουν 200 δραχμὰς τὸν μῆνα. Σήμερον διὰ τὸ Εἰσαγγελικὸν κατάστημα πληρόνουν 80 δραχμὰς εἰς περικαλλῆ οἰκίαν, ἐνῷ πρὶν ἐπλήρονον 120. Περὶ ὅλων τούτων ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις καὶ συμβόλαια. Τὴν μεταβολὴν ταύτην ἐζήτησεν ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ Κυπαρισσίας καὶ τὸ Δημοτικὸν αὐτῆς Συμβούλιον, ἥτις τότε καὶ αὐτὴ καὶ τὸ Συμβούλιον ἦσαν φίλοι τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅστις δὲν πρέπει νὰ ἔρχηται καὶ νὰ μέμφηται τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι μιᾶς εὐχῆς τοῦ τόπου. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ παράπονα καὶ θὰ ὑπάρχουν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν συμφέροντα· καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἕκαστος θέλει νὰ βλέπῃ τὰ πάντα πρὸ τῆς οἰκίας του; καὶ ἅμα δὲν τὰ βλέπῃ, δὲν παραπονεῖται καὶ δὲν παρουσιάζει ὅλας τὰς δυσκολίας; Ἀλλὰ ταῦτα δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει ὅταν πρόκηται νὰ βελτιωθῇ ὁ τόπος, καὶ δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι ἀγανακτοῦν μεταβαίνοντες εἰς ἀπόστασιν πέντε λεπτῶν. Αὐτὸ ἄλλως τε εἶναι καὶ ὑγιεινὸν (ἱλαρότης). Ζητεῖ νὰ μάθῃ, ἂν ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ οἰκοδομηθῶσιν ἐκεῖ καὶ ἄλλαι οἰκίαι. Καὶ τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἄλλοτε ἤνθη ὁ Μιστρᾶς, καὶ διετάχθη ἡ μεταφορὰ τῶν Ἀρχῶν εἰς Σπάρτην, καὶ ἐκτίσθη μία οἰκία ἐκεῖ; Τίς ἤθελεν εἴπει τότε, ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἐλπὶς τῆς προόδου τῆς Σπάρτης καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὕτη, διότι κατεστρέφετο ὁ Μιστρᾶς; Τί θέλει λοιπὸν νὰ μάθῃ τώρα, ἀφοῦ ὁ χρόνος θὰ τὸ δείξῃ βραδύτερον; Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐγίνετο ἡ πρόοδος; ἠθέλετε νὰ μὴ γίνῃ ἡ μεταφορὰ εἰς τὴν παραλίαν, νὰ ἀφήσωμεν τοὺς κατοίκους νὰ ζῶσιν εἰς τὰ βουνὰ ὡς πεταλίδες; Αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἔρχηται μία Βουλὴ νὰ συζητῇ. Τὴν συζήτησιν προεκάλεσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἀμέσως ἦλθεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις εὐλαβέστατα ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην του τὴν ἐπερώτησιν προητοιμασμένος καὶ λέγει ὅτι «ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ κάμω λόγον εἰς ἄλλην ἡμέραν, ἀλλὰ κάμνω σήμερον, διότι μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος». Νομίζω ὅτι θ’ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὁ κ. συνάδελφος. Εὔχομαι δὲ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ πεισθῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἡ δημοτικότης, ἣν ἐπιζητεῖ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, δὲν θὰ τὸν ὠφελήσῃ, διότι ὁ τόπος ἀρκετὰ γνωρίζει τὰ συμφέροντά του.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἔχω συμφέροντα εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, οὔτε οἰκόπεδα, οὔτε οἰκήματα διὰ νὰ ἐνοικιάσω· ἀδιαφορῶ ἂν θὰ μετατεθῶσιν ἢ ὄχι τὰ Δικαστήρια, μὲ ἐνδιαφέρει ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλους τοὺς πολίτας τῆς Κυπαρισσίας, διότι ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι εἶμαι ἀντιπρόσωπος καὶ τῆς Κυπαρισσίας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἐκεῖ τόσας ψήφους, ὅσας ἔχει καὶ αὐτός....
§16ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔχεις λάθος.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν δὲ ἐξελέχθην Βουλευτὴς, βεβαίως δὲν εἶχον κάμει αὐτὴν τὴν δημοκοπίαν.
§18ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἦσαν φρέσκα τὰ πράγματα, τώρα ἐπάλῃωσαν (ἱλαρότης).
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν εἶχον ὑπογράψει πρόγραμμα ἀντιπολιτευομένου καὶ εἶχον καταγγελθῆ ὡς κυβερνητικός....
§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τόσα ὑπὲρ ὑμῶν, ὅσα δὲν ἔκαμε διὰ κἀνένα ἄλλον.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν θεσμῶν, οὐδὲν ἄλλο μὲ συνδέει μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ μὲ βλέπῃ πάντοτε ὑπὸ καλὴν ὄψιν εἰς τὸ ὄνειρόν του. Ὑπῆρξα ἀντιπολιτευόμενος καὶ τοιοῦτος θὰ ὑπάρξω καὶ εἰς τὸ μέλλον, πολεμῶν κατὰ μέτωπον πάντοτε, οὐδὲ ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω δημοκοπίας διὰ νὰ κερδήσω ψήφους. Πολιτεύομαι τιμίως καὶ μετὰ παῤῥησίας, καὶ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀπολαμβάνω τῆς ἀγάπης τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τοῦτο. Ἔκαμα τὸ παράπονον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν μετάθεσιν τῶν Ἀρχῶν, διότι τοιαύτας ἔχω πληροφορίας ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐψήφισαν, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ μετάθεσις καὶ ὅτι παρέβλαψεν αὕτη τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ δὲν ὠφέλησε παρὰ μόνον τοὺς ἔχοντας οἰκόπεδα. Ὡς δὲ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος, οὐδέποτε θὰ συνοικισθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις ἐκανόνισε τὰ πράγματα διὰ τοῦ τελευταίου νόμου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, διότι θὰ κάμωμεν εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας δὲν εἶναι νοσώδης, ὡς εἶπον, καὶ τὸ ἀποδεικνύει τὸ σῶμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§22ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ κατοικῶ εἰς τὴν παραλίαν καὶ διὰ τοῦτο ἔχω ὑγείαν.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§24ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δύο ἐφημερίδες, φίλα φρονοῦσαι τῇ Κυβερνήσει, ἀνέγραψαν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δικαίως συνετάραξε τὴν κοινωνίαν. Πρόκειται περὶ κακουργήματος, λαβόντος χώραν εἰς τὸν δῆμον Κερατέας, παρὰ τὸ Λαύριον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνηγγέλθη χθές. Ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς, ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς, φέρει χαρακτῆρα λίαν σοβαρὸν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ δημοσιευθέντα ἦναι ἀκριβῆ.
§25ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας μου εἶναι ὀδυνηρὰ καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως σοβαρά τινα γεγονότα δολοφονιῶν καὶ συμπλοκῶν μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πολιτῶν. Τὴν ἑσπέραν τῆς 24 Ὀκτωβρίου νέοι τῆς πόλεως Ἄργους, καλῶν οἰκογενειῶν, πάντες φοιτηταὶ, ὁ μὲν δολοφονηθεὶς τεταρτοετὴς φοιτητὴς τῆς Νομικῆς, ὁ ἕτερος τελειόφοιτος τῆς Ἰατρικῆς, ὁ τρίτος τῆς Φαρμακευτικῆς καὶ ὁ ἕτερος ἔμπορος, συνδιεσκέδαζον ἔν τινι καφφενείῳ, κειμένῳ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ ἁγίου Πέτρου, πλησίον τοῦ στρατῶνος τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος. Ἐφάνη δὲ, ὅτι οἱ νέοι ἦσαν εἰς εὔθυμον κατάστασιν καὶ ἐπροξένουν ἀταξίαν τινά· ἀλλ’ ἡ χωροφυλακὴ, τῆς ὁποίας τὸ καθῆκον εἶναι νὰ προλαμβάνῃ πᾶσαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν κατάστασιν τῶν κατοίκων καὶ τῶν συνευθυμούντων, ἀντὶ νὰ προσέλθῃ εὐγενῶς, εἰσῆλθεν ἀγρίως εἰς τὸ καφφενεῖον καὶ ἐζήτησε νὰ μεταφέρῃ τοὺς νέους εἰς τὰς φυλακὰς. Οἱ νέοι εἶπον εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς περιπόλου ἐνωμοτάρχην, ὅτι οὐδεμίαν διατάραξιν πράττουσιν, ἀλλ’ ὅτι ζημιοῦσι μόνον τὸ βαλάντιόν των καὶ ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας των. Ὁ ἐνωμοτάρχης ἀπεχώρησε κατ’ ἀρχὰς, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸ καφφενεῖον καὶ βαρβάρως ἐπετέθη κατὰ τῶν νέων, ἐξ οὗ ἐπῆλθε συμπλοκή. Οἱ χωροφύλακες ἔσυρον ἀπὸ τοῦ τραχήλου τοὺς φοιτητὰς, ἀλλ’ οὗτοι ἐδραπέτευσαν, φεύγοντες πρὸς τὰς οἰκίας των, εἷς δὲ τούτων ἔλαβε καὶ τὴν λόγχην ἑνὸς χωροφύλακος· ἀλλ’ ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς χωροφυλακῆς, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς πρόληψιν ἀπευκταίου τινὸς, διέταξε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν χωροφύλακας νὰ πυροβολῶσι κατὰ τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτρεχον πρὸς τὰς οἰκίας των. Καθ’ ἑνὸς δὲ τούτων, τοῦ Γεωργίου Μυστακοπούλου, μόλις προφθάσαντος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ νὰ κλείσῃ τὴν θύραν, ὁ ἐνωμοτάρχης διέταξε πῦρ, αἱ σφαῖραι διεπέρασαν τὴν θύραν, εὗρον δὲ ὄπισθεν τὸν δυστυχῆ Μυστακόπουλον καὶ τὸν ἄφησαν ἄπνουν. Ἡ πόλις ἐγένετο ὡς ἐκ τούτου ἀνάστατος, οἱ δὲ στρατιῶται ἐκλείσθησαν εἰς τὸν στρατῶνα. Καὶ ὅμως ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς περιπόλου ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος εἶχεν, ὡς λέγουν, καὶ προηγουμένας ἀφορμὰς ἐναντίον τοῦ φονευθέντος, μένει ἐλεύθερος καθὼς καὶ οἱ χωροφύλακες. Ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως δραστηρίως, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ δολοφονήσαντες τὸν Γεώργιον Μυστακόπουλον εἶναι ἐλεύθεροι, φοβοῦμαι μὴ τυχὸν ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης προκύψωσι καὶ ἕτερα δυστυχήματα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προλάβῃ πᾶν ἀπευκτέον. Ἄλλο ἀδίκημα συνέβη ἐν Ἀργολίδι. Δύο εἰσπράκτορες μετὰ τεσσάρων χωροφυλάκων μετέβησαν εἰς τὸν ὀρεινὸν δῆμον Ἀλαίας, φαίνεται δὲ, ὅτι διέπραξάν τι ἄδικον ἢ παράνομον, καὶ οἱ πολῖται ἐπετέθησαν κατ’ αὐτῶν, γενομένης δὲ συμπλοκῆς, ἐφονεύθησαν δύο πολῖται. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ὀδυνηρὰ καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν προφυλάκισιν τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν ἀνακρίσεων.
§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει κἀμμίαν εἴδησιν;
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζω μόνον, ὅτι παραχρῆμα ὁ Εἰσαγγελεὺς Ναυπλίου μετέβη εἰς Ἄργος πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσιν, ἐλήφθη δὲ πρόνοια πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ προϊσταμένου τῆς χωροφυλακῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερον ἀντικείμενον πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.