1889.03.14
1.564 στίχοι · 11.772 λέξεις · 117 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10.
Τῆς 14 Μαρτίου 1889.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος σταθμοῦ.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν.
§3ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ περὶ τὸν σταθμὸν κάτοικοι δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἰσχυρίζονται, ὅτι θὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς δι’ αὐτοὺς, νὰ καταργηθῇ ὁ σταθμὸς, διότι διὰ τῆς συμβάσεως ἀπομακρύνονται τοῦ σταθμοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ὠφελήματα καρποῦνται σήμερον. Ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, περιέλαβεν εἰς τὴν σύμβασιν ὅρον, νὰ μὴ καταργηθῇ ὁ σταθμὸς οὗτος.
§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν συμφέρον;
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ προσωπικὸν συμφέρον εἶναι ἄξιον λόγου.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί νὰ μὴ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἄνευ τῶν ὑπογραφῶν, διότι εἶναι δυσανάγνωστοι. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 38).
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ καὶ Καλαβρύτων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 39–40).
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλετε καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν μηχανικῶν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος ἄλλοτε;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ μελέται τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς διενεμήθησαν ἄλλοτε εἰς τοὺς Βουλευτὰς, εἶναι δὲ ὀγκώδεις καὶ θ’ ἀπῃτεῖτο πολλὴ δαπάνη πρὸς ἀναδημοσίευσιν. Ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀκόμη 15 ἴσως τεύχη, ἅτινα δυνάμεθα νὰ καταθέσωμεν.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὅμως δύναται νὰ τυπωθῇ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς ὑποθέσεως, εἰς διαφωτισμὸν περὶ τῶν ἐνεργηθέντων, τὰ δὲ κείμενα δυνάμεθα νὰ καταθέσωμεν εἰς τὸ Γραφεῖον εἰς πλείονα ἀντίτυπα, ὅπως συμβουλεύωνται αὐτὰ οἱ βουλόμενοι. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχε συστήσει ἀναφορὰν, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, πολιτῶν ἐκ Κεφαλληνίας, παραπονουμένων, ὅτι, ἐνῷ ἡ σταφὶς αὐτῶν ἦτο βεβλαμμένη, ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ Κεφαλληνίας ἀπῄτει, ἵνα πληρωθῇ ἐπ’ αὐτῆς τὸ τέλος, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς μὴ βεβλαμμένης, ὁ κ. Βουλευτὴς μάλιστα ἀνέπτυξε καὶ τὰ τοῦ θέματος τούτου, παραστήσας, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἐπιστείλει πρὸς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν Κεφαλληνίας κατόπιν τῶν πρὸς αὐτὸ ἀναφορῶν, ἐντελλόμενον, ὅπως λάβῃ αὕτη ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπαίτησιν καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον αὐτῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές. Εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀναφορὰς τῶν αὐτῶν προσώπων καὶ ἄλλων περὶ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς βεβλαμμένης σταφίδος, καὶ ὅτι τὰς ἀναφορὰς ταύτας ἀπέστειλεν εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν, συστῆσαν τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι, οἵαν παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ Ὑπουργεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ βεβλαμμένη σταφὶς, ἐξαγομένη ἐξ Ἑπτανήσου, πρέπει νὰ πληρώνῃ, ὅ,τι καὶ ἡ μὴ βεβλαμμένη. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐκτίμησις τῆς σταφίδος πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐγίνετο καθ’ ἑβδομάδα, ἀποφαινομένου τοῦ Τελώνου περὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικοῦ, ἐκδιδομένου παρὰ τριῶν εὐυπολήπτων μεσιτῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν λήξασαν ἑβδομάδα πωλήσεων. Μετὰ τὴν ἕνωσιν διετηρήθη τὸ αὐτὸ σύστημα, τῆς καθ’ ἑβδομάδα ἐκτιμήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀγορῶν καὶ πωλήσεων τῆς προηγουμένης ἑβδομάδος, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐξέλιπεν ἡ ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ τῶν μεσιτῶν, ἐπὶ εὐθύνῃ αὐτῶν ἐκδιδομένου, ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐκτίμησις ὅμως ἔχει καὶ σήμερον, ἣν καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως εἶχεν ἐφαρμογὴν, ὡς πρός τε τὴν ἑβδομαδιαίαν χρονικὴν διάρκειαν καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπαγομένην εἰς αὐτὴν σταφίδα πάσης κατηγορίας ἀδιακρίτως, τήν τε ἐκλεκτὴν καὶ τὴν τῆς κατωτέρας ποιότητος, τήν τε ὑγιᾶ καὶ τὴν βεβλαμμένην. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῆς βεβλαμμένης σταφίδος, καὶ ταύτην νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τέλος εἰδικὸν, ἐπίσης πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἐξαίρεσιν καὶ ὑπὲρ τῆς σταφίδος τῆς κατωτέρας ποιότητος. Ἴσως δὲ πρὸς ἀντισήκωσιν πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ἐξαιρετικὴν ἐπὶ πλέον φορολογίαν τὴν σταφίδα τῆς ἀνωτέρας ποιότητος. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐπικρατεῖ τὸ ἀπὸ τῆς ἑνώσεως κληροδοτηθὲν σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ἧς ἐπιβάλλεται τὸ τέλος τῶν 18% κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν τιμῶν τῆς προηγουμένης ἑβδομάδος, ἡ τιμὴ αὕτη βεβαίως θὰ ἦναι κατωτέρα μὲν τῆς τῶν ἀνωτέρων ποιοτήτων, ἀνωτέρα δὲ τῆς τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, ἐν αἷς καὶ ἡ βεβλαμμένη σταφίς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἄρα δὲν θεωρεῖ νόμιμον τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων. Ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τούτου, περὶ τούτου ἀπόκειται εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν, ὅπως ἀποφανθῇ· αὕτη εἶχεν ἤδη ἀποφανθῆ, καθ’ ἣν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει γνώμην. Οὐχ ἧττον, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν αὐτὴν πρὸς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν, ἵνα ἀναθεωρήσῃ αὕτη τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς καὶ εἴτε ἐπιμείνῃ εἰς τὴν προηγουμένην, εἴτε μεταῤῥυθμίσῃ αὐτήν. Ἐγένοντο ἐπερωτήσεις περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἐν Λακωνίᾳ, ἰδίως δ’ ἐπεκρίθη ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Πολυχρονοπούλου. Περὶ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς Μοιραρχίας Λακωνίας, ἔλαβε δ’ ἀπάντησιν τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρελθόντα μῆνα, συστάντος μεταβατικοῦ, συνελήφθησαν καὶ προσῆλθον ἐξ ἐπαρχίας Λακεδαίμονος 32 φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι. Τὸ εὐάρεστον τοῦτο ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε διὰ μόνου τοῦ συνήθους μέσου τῆς καταλύσεως τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰς οἰκίας τῶν καταδιωκομένων. Μόνη δὲ βιαιοπραγία ἀποσπασματάρχου Λακεδαίμονος ἀνθυπολοχαγοῦ Πολυχρονοπούλου γνωστὴ ἡμῖν εἶναι ῥάπισμα, δοθὲν κατά τινος χωρικοῦ, κατοίκου Σόχης, διότι οὗτος διέδωκε ψευδῶς, ὅτι ἀποσπασματάρχης ἐδωροδοκήθη καὶ ἀπέλυσε συλληφθέντα φυγόδικον». Ἐπὶ τούτοις διετάχθη ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης τῶν μεταβατικῶν Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι πράγματι οὗτος ἐῤῥάπισε πολίτην. Ἐπερώτησις ἐγένετο ὑπό τινος τῶν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτῶν περὶ Δημητρίου Ἀντωνοπούλου, καταδικασθέντος ἐπὶ λιποταξίᾳ ὡς ἐφέδρου, παραπονουμένου δὲ, ὅτι, καίτοι ἀπέτισε τὴν ποινήν του, κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου. Ὁ καταδικασθεὶς οὗτος ἐπὶ λιποταξίᾳ δὲν ἀπέτισεν ἔτι τὴν ποινήν του, διότι δὲν ἐδόθη πρὸς αὐτὸν χάρις, ὡς φαίνεται ὑποθέτων ὁ κύριος Βουλευτής· βεβαίως ὅμως, κατὰ τὸν κρατοῦντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κανόνα περὶ τῶν ἐφέδρων, τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ καταδικασθέντων, ἔπρεπε νὰ προεκαλεῖτο ἡ χάρις ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος τούτου ἐπὶ λιποταξίᾳ, δὲν προεκλήθη δὲ αὕτη, διότι δὲν εἶχε περιέλθει εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, ὅτι οὗτος ἦτο ἔφεδρος. Ἐν τῇ γενομένῃ παρὰ τοῦ Στρατοδικείου ἀνακοινώσει περὶ τῆς καταδίκης τοῦ Δημ. Ἀντωνοπούλου δὲν ἐσημειώθη, ὅτι ἦτο ἔφεδρος, ἑπομένως ὑπήχθη εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν τῶν λιποτακτούντων στρατευσίμων, εἰς οὓς δὲν δίδεται χάρις. Ἀλλὰ βεβαιωθέντος πρὸ τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι ἦτο ἔφεδρος, τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε προβῆ εἰς τὰς περὶ προκλήσεως τῆς χάριτος ἐνεργείας. Ἤδη βεβαίως ἡ χάρις θέλει ἀπονεμηθῆ εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ παραδεδεγμένος κανὼν εἶναι, ὅτι οἱ ἔφεδροι, οἱ ἐπὶ λιποταξίᾳ καταδικασθέντες, τυγχάνουσι χάριτος μετὰ ἀπότισιν τριμήνου τιμωρίας. Περὶ τῶν παραπόνων τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βραχνίου τοῦ δήμου Καλαβρύτων ἀπήντησεν ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος Καλαβρύτων· καταθέτω δὲ τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ, ἐξ ἧς καταφαίνεται, ὅτι οὐδὲν συνέβη τῶν, περὶ ὧν παρεπονήθησαν οὗτοι, ὅτι ἡ ἐξέτασις ἐν ταῖς κατοικίαις τῶν Βραχνιωτῶν ἐγένετο καθ’ ὅλας τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, οὐδεμία δὲ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν ἐγένετο, περὶ ὧν παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι οὗτοι, οἵτινες ἄλλως δὲν ἦσαν παρόντες καὶ πιθανὸν εἰς τοῦτο νὰ ὀφείληται τὸ ἀνακριβὲς τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν κατατεθειμένων παρὰ τῇ Προεξοφλητικῇ Τραπέζῃ τῶν Παρισίων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Καὶ τὴν μὲν σύμβασιν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτής, ἀνέγνωσε μάλιστα καὶ τὸ οἰκεῖον ἄρθρον, εἶχε ζητήσει δὲ, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ συμβόλαιον μετὰ τῆς ἑταιρίας des Forges et Chantiers, ὡς εἰδικώτερον κανονίζον τὰ περὶ τούτου. Τὸ συμβόλαιον κανονίζει εἰδικώτερον τὰ τῶν πληρωμῶν, οὐδὲν ὅμως ἀναφέρει περὶ τῶν κατὰ τὴν κατάθεσιν. Τὰ τῆς καταθέσεως ἐκανονίσθησαν δι’ ἀλληλογραφίας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέστειλε πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔδει νὰ γένηται ἡ κατάθεσις, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ παρακαταθήκην· δι’ αὐτῶν ἐκανόνισε τὰ περὶ τῆς σφραγίσεως καὶ τὰ περὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι ἐνταῦθα κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων. Ταῦτα πάντα ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Forges et Chantiers καὶ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, καὶ κατὰ ταῦτα ἐνηργήθησαν κανονικῶς καὶ αἱ καταθέσεις καὶ αἱ σφραγίσεις καὶ αἱ ἀποσφραγίσεις. Ὑποβάλλω σημείωμα περὶ τῶν σφραγίσεων καὶ ἀποσφραγίσεων, περὶ τῶν πληρωμῶν, περὶ τῶν ποσῶν, ἅτινα ἀρχῆθεν κατετέθησαν ἐντὸς τοῦ κιβωτίου καὶ περὶ τῶν ποσῶν, ἅτινα ἑκάστοτε ἐξ αὐτοῦ ἐλήφθησαν, ὑποβάλλω δὲ καὶ ἀντίγραφον ἑνὸς ἐκ τῶν πρωτοκόλλων, δεικνύον τίνι τρόπῳ ἐγίνετο ἡ ἀποσφράγισις καὶ κατόπιν ἡ σφράγισις τοῦ κιβωτίου, καὶ τίνι τρόπῳ καὶ ἤδη πρόκηται νὰ γενῇ πάλιν ἀποσφράγισις καὶ ἐκ νέου σφράγισις τοῦ κιβωτίου, διότι μετὰ τὰ ἐπισυμβάντα εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν κατέστη ἀπαιτητὴ δόσις τις τοῦ τιμήματος τῶν πλοίων καὶ ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν Πρεσβείαν, ἵνα, καθ’ ὃν τρόπον καὶ πρότερον, οὕτω καὶ νῦν προβῇ εἰς τὴν ἀποσφράγισιν τοῦ κιβωτίου.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἐσφραγισμέναι αἱ ὁμολογίαι;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐσφραγισμένον τὸ περιέχον αὐτὰς κιβώτιον.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σύμβασις, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὑποδεικνύει πᾶν ἄλλο, παρὰ τὴν κατάθεσιν κιβωτίου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω ὑπὸ τίνας ὅρους....
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ πρωτόκολλον δεικνύει τοὺς ὅρους.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ σιδηροδρομικὸν σύμπλεγμα τῆς Πελοποννήσου.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο Ἑταιρίαι ἀπέστειλαν μηχανικοὺς εἰς ἐξέλεγξιν τῆς προμελέτης τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὅπως, ὁδηγούμεναι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐξελέγξεως, ὑποβάλωσι προτάσεις. Ἡ ἑτέρα τῶν Ἑταιριῶν τούτων ἐπεραίωσε τὸ ἔργον αὐτῆς, οἱ μηχανικοὶ ἀπῆλθον, ἀνήγγειλε δὲ ἡ Ἑταιρία, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ προτάσεις τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα. Ἡ δὲ ἄλλη, νομίζω, ὅτι εἰσέτι δὲν ἐπεράτωσεν ἐντελῶς τὰς μελέτας, οὐχ ἧττον καὶ αὕτη ὑπόσχεται, ὅτι θέλει εἶσθαι ἑτοίμη προσεχῶς, ἵνα διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ὅρων τῆς παραχωρήσεως.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ὑποβληθῶσι τοιαῦται προτάσεις, δὲν σκέπτεσθε νὰ εἰσαγάγητε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτι βέβαιον τί θέλομεν πράξει· διότι, ἂν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα ὑποβληθῶσιν αἱ προτάσεις τῆς ἑτέρας τῶν Ἑταιριῶν, ἐξ αὐτῶν θέλομεν ὁδηγηθῆ, ἐὰν ἦναι προτιμότερον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, κυροῦν σύμβασιν, συναφθεῖσαν μετὰ ταύτης ἢ ἄλλης Ἑταιρίας, ἢ ἐὰν ἦναι προτιμότερον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως ὑπὸ ὅρους, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαγραφομένους.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλητε ἢ τὸ ἓν, ἢ τὸ ἄλλο;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι θετικὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι ἢ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο θὰ ὑποβληθῇ.
§25ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἔκαμε μελέτας καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν γραμμὴν ἀπὸ Λεονταρίου μέχρι Γυθείου;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναγγείλασα Ἑταιρία τὴν προσεχῆ ὑποβολὴν προτάσεων εἶναι ἡ διεξαγαγοῦσα τὰς ἐξελεγκτικὰς μελέτας, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν παραπόνων τῶν ἐμπόρων Κεφαλληνίας θὰ ἦσαν ὀρθαί, ἐὰν αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας ἦσαν ἀκριβεῖς· ἀλλ’ αὐταί εἰσιν ἐντελῶς ἀνακριβεῖς. Ἡ ἕνωσις δὲν μετέβαλε ποσῶς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, στηρίζεται δὲ ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἡ δ’ ἀξία προσδιορίζεται διὰ τῶν ἀγοραπωλητηρίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλουν οἱ ἔμποροι, ἐὰν δ’ ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτῶν, συνέρχεται Ἐπιτροπὴ καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀγοραίων τιμῶν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος τὸν δασμὸν τῆς σταφίδος. Τί δὲ συμβαίνει ὡς πρὸς τοῦτο; Αἱ τιμαί, ἀναλόγως τῶν ποιοτήτων, εἰσὶ διάφοροι, ὑπάρχει πολλάκις σταφὶς βεβρεγμένη καὶ σταφὶς στεγνή, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἴσως διαφορὰ κατὰ τὴν τιμὴν καὶ 50%. Ἀναλόγως δὲ τῶν ἀγοραπωλητηρίων, τῶν γενομένων κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑβδομάδος τῆς ἑπομένης τῶν τιμῶν, τῶν ὁριζομένων διὰ τῶν ἀγοροπωλητηρίων τούτων, κανονίζεται τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ἐπὶ τῆς ἀξίας ἐπιβάλλεται ὁ δασμὸς, ἡ δὲ ἐκτίμησις γίνεται, ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ἂν ὁ σταφιδόκαρπος ἦναι βεβρεγμένος, ἢ οὔ, ἂν ὑπέστη φθορὰν, ἢ οὔ· συμβαίνει δὲ τοῦτο πολλάκις, ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, ὅτε ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ, μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου ἐφθάρη καὶ ἑπομένως ἡ τιμή του εἶναι πολὺ κατωτέρα τοῦ καλοῦ. Οἱ ἔχοντες λοιπὸν τοιοῦτον καρπὸν ἔχουσι καὶ τὰ ἀγοραπωλητήριά των, ἐξ ὧν προκύπτει ἡ ἀξία αὐτῶν, καὶ ταῦτα ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν τελώνην· ἐὰν δὲ οὗτος ὑποπτεύῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινῆ, δικαιοῦται νὰ προκαλέσῃ ἐκτίμησιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀξίαν, ἐὰν φανῇ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἡ γνησία ἀξία· ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον δικαιοῦται νὰ πράξῃ καὶ οὐχὶ αὐθαιρέτως νὰ μὴ δέχηται τὰ ἀγοραπωλητήρια, νὰ κανονίζῃ δὲ μόνος τὴν ἀξίαν, καὶ νὰ καταναγκάζῃ τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ἔχοντας ὑπὸ φόρτωσιν ἀτμόπλοιον, νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς ὀρέξεις του, διὰ νὰ μὴ ὑποστῶσι μεγαλειτέραν ζημίαν. Τοιαύτη διαγωγὴ δὲν λέγεται ἐκπλήρωσις καθήκοντος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καθαρὰν ἐκβίασιν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Αἱ πληροφορίαι ὅθεν, αἱ δοθεῖσαι πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι πληροφορίαι ἀκριβεῖς, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι εἷς δασμὸς ἐπιβάλλεται ἀδιακρίτως ἐπὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ποιότητος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐπὶ τοῦ μὴ ἐφθαρμένου καὶ ἐπὶ τοῦ ἐφθαρμένου. Σεῖς δὲ, ἐννοεῖτε μόνος σας, πόσον θὰ ἦτο ἄδικον τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται δασμὸς 18 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἐὰν ἐπεβάλλετο εἷς καὶ ὁ αὐτὸς δασμὸς ἐπὶ παντὸς σταφιδοκάρπου, εἴτε καλῆς ποιότητος, εἴτε κακῆς, εἴτε δηλαδὴ ἡ ἀξία αὐτοῦ εἶναι 100 εἴτε 200 δραχμῶν, καὶ ὁ δασμὸς 18 καὶ 36. Εὐελπίζομαι ὅτι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, καὶ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἀποδόσεως δικαίου, θὰ φροντίσητε νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ τελώνου εἰσὶν ἐσφαλμέναι, καὶ θὰ διατάξητε τὰ δέοντα.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος τίθησι τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος τῶν 18 τοῖς ἑκατὸν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας· ἀλλ’ ἡ ἀξία δύναται νὰ κανονισθῇ διακρινομένων τῶν ποιοτήτων, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πωλητηρίων τῶν μερίδων, ἢ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πράξεων τῆς ληξάσης ἑβδομάδος, ἢ τῆς προτεραίας, ἢ κατὰ σύστημα ἄλλο οἱονδήποτε. Τὰ περὶ τούτου εἶναι κεκανονισμένα ὑπὸ τοῦ Ἰονίου νόμου, διατελοῦντος ἐν ἰσχύϊ, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζομένου ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, ὡς ἐφηρμόζετο πρὸ τῆς ἑνώσεως. Περὶ τῶν κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴν ὁ κ. Βουλευτὴς αἰτεῖται, ὅπως ζητήσω νέας πληροφορίας παρὰ τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ ἐξελέγξω ἃς ἔχει ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία πληροφορίας, προκαλῶν παρὰ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ Ἀρχῶν, τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεων περὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ἰονίου νόμου, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἠκολούθησαν πᾶσαι αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ νὰ ἦναι αἱ δοθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι ἀκριβεῖς ὡς πρός τινα τελωνεῖα, νὰ μὴ ἦναι δὲ ἀκριβεῖς ὡς πρὸς ἄλλα. Θέλομεν ἄρα προκαλέσει τὴν ὑποβολὴν πληροφοριῶν παρ’ ὅλων, ἵνα μάθωμεν ἀκριβῶς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου πρὸ τῆς ἑνώσεως καὶ μετ’ αὐτήν. Κείμενος νόμος εἶναι αὐτὸς ὁ πρὸ τῆς ἑνώσεως τεθεὶς, ἀλλὰ τὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν μετεβλήθησαν μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἰδίᾳ ὡς παραλιπομένης τῆς ὑπὸ μεσιτῶν καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ ὑποβολῆς πιστοποιητικοῦ περὶ τῶν πωλήσεων τῆς ληξάσης ἑβδομάδος. Ὅταν λάβω τὰς πληροφορίας, θέλω τὰς ὑποβάλει, ὅπως προκληθῇ συζήτησις, ἂν θεωρηθῇ ἀναγκαία.
§29ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω τὸν τελώνην Κεφαλληνίας, ἀλλὰ παρεκτρέπεται εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἐξακολουθεῖ, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει πρὸ τῆς ἑνώσεως, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐνῷ, ὅταν ὑπάρχῃ κατωτέρας ποιότητος σταφιδόκαρπος, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ φορολογούμενος νὰ ζητήσῃ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ ἐκτιμηθῇ ὁ σταφιδόκαρπός του, ὁ τελώνης ἀποῤῥίπτει τὰς τοιαύτας ἀναφοράς, καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦνται οἱ ἔμποροι.
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ τελώνης Κεφαλληνίας εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων τελωνῶν τοῦ Κράτους.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εὑρίσκω ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἐπανάληψις τῶν ὅσων προφορικῶς εἶπε, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ δι’ ἐγγράφου, ἐκθέτοντος τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς παραδόσεως τῶν ὁμολογιῶν παρὰ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν πλοίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠρώτησα, εἶναι, πῶς, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως δὲν ἀναφέρει παρακαταθήκην αὐτούσιον, ἀλλὰ καθαρὰν καὶ πλήρη πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν πλοίων νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, πῶς ἀκολούθως, διὰ νεωτέρας βεβαίως συμβάσεως, ἢ δι’ ἀλληλογραφίας, ἐπῆλθε καθ’ ὁλοκληρίαν μεταβολὴ τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 4; Ἠθέλησα νὰ ἴδω, ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ἐπὶ τίνων βάσεων ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῶν ὅρων τούτων, οὕτως, ὥστε ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ἀπὸ ὀφειλέτου πρὸς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν πλοίων, μεταβάλλεται εἰς θεματοφύλακα τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες εἰς ἑκάστην πληρωμὴν λαμβάνονται ἐκ κιβωτίου, ἐσφραγισμένου παρ’ αὐτῆς καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ τοιαύτη ἐκτέλεσις τῆς πληρωμῆς τῶν πλοίων εἶναι ὅλως διάφορος τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὁριζομένης. Ὡς δὲ βλέπω ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἔλαβε καὶ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς (option) τῶν ὁμολογιῶν τούτων.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπιλογή, ὑπάρχει ἀγορὰ ὁριστικὴ (ferme).
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον: «Ὅθεν σήμερον ὑπάρχουσιν ἐσφραγισμέναι κτλ....... ἡ δὲ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἔχει τὴν προτίμησιν πρὸς ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν κτλ.»
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει προτίμησιν καὶ ὑποχρέωσιν.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ ἴδω τὴν σύμβασιν, ἢ τὴν ἀλληλογραφίαν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρακαταθήκη ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης, οὐχὶ πρὸς ἀνατροπὴν, διότι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἀγοράζει ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀρχῆθεν τιμῇ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁμολογιῶν, οὗ τὸ ἀντίτιμον ἀποτίνει τὴν ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμον δόσιν. Αἱ ὁμολογίαι ἐξάγονται ἐκ τοῦ κιβωτίου καὶ παραδίδονται εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν εὐθὺς, ὡς δόσις τις καταστῇ ἀπαιτητὴ, τότε δὲ τελεῖται ἡ ἀγορά. Ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας ταύτας πρὸς 337 φράγκα ἑκάστην. Τοῦτο εἶναι τὸ συμφωνηθὲν μετὰ τῆς Τραπέζης· δὲν ἠγόρασεν αὕτη ὁμολογίας ἀξίας 26 ἑκατομμυρίων φράγκων πραγματικῶν, συνεβλήθη, ὅπως ἀγοράζῃ τὰς ἀποσυρομένας ἑκάστοτε ἐκ τῆς παρακαταθήκης ὁμολογίας, ἐφ’ ὅσον ἀποσύρωνται καὶ μόνον ὅταν ἀποσύρωνται. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀφαιρῶνται ἐκ τῆς παρακαταθήκης αἱ ὁμολογίαι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξάγωνται ἐκ τοῦ κιβωτίου, δὲν ὑπάρχει ἀγορὰ τετελεσμένη, ὑπάρχει μόνον ὑποχρέωσις καὶ δικαίωμα Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης εἰς πώλησιν καὶ ἀγοράν. Ἔχομεν ἄρα συμφωνίαν περὶ πωλήσεως καὶ ἀγορᾶς ὑπὸ χρονικὸν ὅρον, ἔχομεν καὶ παρακαταθήκην. Ἐνόσῳ ἡ προθεσμία, ἧς ἐπὶ τῇ λήξει ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ ἀγοράσῃ, δὲν ἐξέπνευσεν, αἱ ὁμολογίαι εἰσὶ παρακατατεθειμέναι, καὶ τὰ τῆς παρακαταθήκης κανονίζονται διὰ τῶν πρωτοκόλλων, ὧν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλή. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἡ δόσις καταστῆ ἀπαιτητὴ, ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ κιβωτίου ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁμολογιῶν, ὧν τὸ συμπεφωνημένον ἀντίτιμον ἐξισοῦται πρὸς τὴν ὀφειλομένην δόσιν, καὶ εἶναι ὑπόχρεως ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσῃ αὐτὴ τὰς ὁμολογίας ἀντὶ 337 φράγκων ἑκάστην. Ἡ ἀγορὰ ἄρα συντελεῖται, ὅταν παύῃ ἡ παρακαταθήκη, ἐνόσῳ δὲ αἱ ὁμολογίαι εἶναι παρακατατεθειμέναι ὑπὸ σφραγῖδα, ἀνήκουσιν οὐχὶ εἰς τὸν μέλλοντα ἀγοραστὴν, ἀλλ’ εἰς τὸν παρακαταθέσαντα, καὶ διέπονται ὑπὸ τῶν νενομισμένων περὶ παρακαταθηκῶν.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀγορὰ ὑπὸ χρονικὸν ὅρον εἶναι ὁριστικὴ ἀγορὰ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ προχθὲς καὶ σήμερον πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι μεταξὺ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων καὶ τοῦ κατατεθέντος ἐγγράφου ὑπάρχει ἀντίφασις. Τὸ μὲν ἔγγραφον δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα προτιμήσεως, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀγορὰ εἶναι ὁριστικὴ ὑπὸ χρονικὸν ὅρον. Ὅλα ταῦτα ὅμως δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ ἄρθρου 4. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ Τράπεζα δὲν ὀφείλει νὰ ἐξάγῃ τὰς ὁμολογίας ἐξ ἑνὸς εἰδικοῦ κιβωτίου, καὶ πραγματοποιήσῃ τότε τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἡ Τράπεζα ἀνέλαβεν ὁριστικῶς (ferme) 26 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὁμολογίας· τὰ 26 δὲ ταῦτα ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν ἀναδέχεται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τῶν πλοίων. Ὅτι δὲ τοῦτο ἔχει οὕτως, ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὸ δεύτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀναλαμβάνει ὁριστικῶς (ferme) κατὰ τὸν κατωτέρω ἐξηγούμενον τρόπον ὁλόκληρον τὸ δάνειον εἰς τιμὴν φρ. 337 κτλ.» Ὥστε τὸ Comptoir d’ Escompte ἐποίησε πλήρη καὶ τελείαν ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἀνέλαβε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ πληρώσῃ μὲν ἀμέσως ἐντὸς προθεσμιῶν ὡρισμένων τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν ἄλλων πληρωμῶν, τῶν τότε ὁρισθεισῶν, νὰ δώσῃ δὲ εἰς προθεσμίας, αἵτινες δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ συμβολαίῳ, ἀλλ’ ὑποτάσσονται εἰς τὸ συμβόλαιον τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, οὐχὶ 77,151 ὁμολογίας, ἀλλ’ 26 ἑκατομμύρια φράγκων. Ἐπῆλθεν ἑπομένως μεταβολὴ εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης, οἱ δὲ νέοι ὅροι μοὶ φαίνονται ἔχοντές τι τὸ βαρύτερον διὰ τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἴδω τὴν ἀνταλλαχθεῖσαν ἀλληλογραφίαν, ἢ τὴν συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης λέγει, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης καὶ ἑπομένως αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο προϋποθέτει, ὅτι ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα δὲν εἶχεν, ἣν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς γνώμην, περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἢ ὅτι ἔλαβεν ἀντάλλαγμα τοῦ περιορισμοῦ αὐτῶν. Ἀλλὰ ἀντάλλαγμα δὲν ἠδύνατο νὰ τῇ δοθῇ, εἰμὴ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, ἐὰν ἐδώσαμέν τι εἰς ἀντάλλαγμα, πρέπει νὰ τὸ ἐλάβομεν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως δὲν τὸ ἐδώσαμεν ἐκ τῶν ἰδίων, διὰ λόγους, οὓς εὐκόλως ἐννοεῖτε (ἱλαρότης)· ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς οὐδὲν ἐχορηγήσατε, ἑπομένως οὐδὲν ἐδόθη εἰς ἀντάλλαγμα· συναινέσασα δὲ ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἄνευ ἀνταλλάγματος εἰς ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐλάττωσιν δικαιωμάτων, ἔπραξε βεβαίως τοῦτο, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα, ἵνα ἀντιταχθῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἐφαρμογήν. Τί δὲ ἠνάγκαζε τὴν Προεξοφλητικήν, ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ τοιοῦτον πλεονέκτημα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως; Τὴν ἠνάγκαζεν ἡ ῥήτρα, ἣν δὲν ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτής, παραθέτων τὸ ἄρθρον 4, διότι ἐσταμάτησε πρὸ τῆς ῥήτρας ταύτης. Τὸ τελικὸν ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, οὗτινος τὴν ἀνάγνωσιν παρέλειψεν ὁ κ. Βουλευτής, ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπολαυὴ τοῦ τόκου τῶν 77,151 τούτων ὁμολογιῶν δὲν θέλει ἀρχίσει τρέχουσα εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὲρ τοῦ Comptoir d’ Escompte, εἰμὴ ἀπὸ τῶν χρονολογιῶν καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν καταβολῶν τῶν ληξιπροθέσμων ποσοτήτων ἐπὶ τοῦ ῥηθέντος ποσοῦ τῶν 26, 00,000». Τουτέστιν αἱ ὁμολογίαι αὗται δὲν ὑφίστανται, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐξαχθῶσιν ἐκ τοῦ κιβωτίου, καὶ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν, ἀγοράζουσαν αὐτάς. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας λαμβάνουσιν ὕπαρξιν αἱ ὁμολογίαι, καὶ μόνον ἔκτοτε ὁ τόκος αὐτῶν ἀρχίζει τρέχων· τοῦτο κανονίζει ἡ τελευταία τοῦ ἄρθρου διάταξις· πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τῆς τελευταίας ταύτης διατάξεως ἐγένετο ἡ παρακαταθήκη. Δεχθεῖσα ἄρα ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα τὴν παρακαταθήκην τῶν ὁμολογιῶν, ὡς ἐγένετο, συνῄνεσεν εἰς τοῦτο, γινώσκουσα, ὅτι ἡ τελευταία διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 ἐχορήγει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως οὕτως ἐφαρμόσῃ τὴν σύμβασιν. Ταῦτα ἐξηγοῦσι, διατὶ οὐδεμίαν ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἀντέταξεν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ τρόπου αὕτη ἐπεδίωξεν αὐτήν, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως ἐν τῷ τελευταίῳ αὐτοῦ ἐδαφίῳ. Κατὰ ταῦτα, ἐνόσῳ αἱ ὁμολογίαι δὲν καταστῶσιν ἀπαιτηταί, ὡς ἐκ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς ναυπηγήσεως, μένουσιν εἰς παρακαταθήκην, ἀλλὰ νόμιμον καὶ τοκοφόρον ὕπαρξιν ἀποκτῶσι μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ κιβωτίου, χάριν τῆς διὰ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν πληρωμῆς τῆς ναυπηγικῆς Ἑταιρίας, ὅτε καὶ ἡ Τράπεζα ἡ Προεξοφλητικὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀγοράσῃ αὐτὰς ἀντὶ 337 φράγκων ἑκάστην.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἀκριβῶς ἡ παράγραφος ἡ τελευταία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ ὡς βάσιν τῶν ἰδεῶν του, εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀναιρεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς ἰδέας ταύτας. Ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἐποχὴν μέλλουσαν. Δὲν εἶχεν ἑπομένως δικαίωμα νὰ ὠφεληθῇ τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤθελε πληρώσει τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τοῦ σχηματισμοῦ ἑνὸς τρεχουμένου λογαριασμοῦ ἀμοιβαίων τόκων μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐτέθη ἡ τελευταία παράγραφος, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων δι’ ὁμολογίας, ὧν δὲν εἶχεν εἰσέτι λάβει τὸ ἀντίτιμον, ἡ δὲ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ἐὰν θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰς ὁμολογίας ταύτας, ἀναδέχεται νὰ πληρόνῃ αὕτη τοὺς τόκους αὐτῶν. Τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔμμεσος τρεχούμενος λογαριασμὸς, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα ἠδύνατο μὲν νὰ ἐκποιήσῃ, ὁπόταν ἤθελε, τὰς ὁμολογίας ταύτας, δὲν ἐδικαιοῦτο ὅμως νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν πληρωμὴν τόκων πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν. Ἐπῆλθεν ἀκολούθως ἡ τροποποίησις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 4. Ἐνδεχόμενον καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα ἑνὸς τοιούτου κανονισμοῦ τῆς παραδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλὰ βεβαίως διὰ πάντα ἐννοοῦντα τὴν σημασίαν τῶν περὶ δανείων συμβάσεων τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου δὲν σημαίνει, ὅτι αἱ ὁμολογίαι μένουσιν ὡς αὐτούσιος παρακαταθήκη. Νεωτέρα συνεννόησις ἐπῆλθεν ἀκολούθως. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπήρχετο τοιαύτη δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀλληλογραφία, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ συνεννόησις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀνέφερε. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συζητήσεις περὶ τούτου, δὲν ἔχει, ἢ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνταλλαχθεῖσαν ἀλληλογραφίαν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς φυλάξεως καὶ παραδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, ἐὰν πράγματι δὲν ὑπάρχῃ τι, τὸ παραβιάζον τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ δὲν ἔχῃ λόγον τινὰ, ἐμποδίζοντα αὐτὸν νὰ πράξῃ τοῦτο.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Σύμβασις εἶναι ὁ συμφωνηθεὶς πρὸς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 4ου. Ἡ συμφωνία ὑπῆρξεν ἀπόῤῥοια ὁδηγιῶν, δοθεισῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν, καὶ ὧν τὸ κείμενον προθύμως θέλω καταθέσει εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Συνεπείᾳ τῶν ὁδηγιῶν τούτων ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία συνενοήθη μετὰ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ γενῇ ἡ παρακαταθήκη, ἐκανονίσθη δὲ ὁ τρόπος κατὰ τὰ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 4ου σύμβασιν.
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συμφωνίαν αὐτὴν, τὴν δι’ ἀλληλογραφίας συναφθεῖσαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, αἱ ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ἦσαν παρακατατεθειμέναι παρ’ αὐτῇ, καὶ ὁσάκις ἐπαρουσιάζετο ἀνάγκη νὰ γίνῃ πληρωμὴ πρὸς τὴν ναυπηγοῦσαν Ἑταιρίαν, ἠνοίγετο τὸ κιβώτιον, ἐν τῷ ὁποίῳ περιείχοντο αἱ μετοχαὶ, καὶ ἐδίδετο εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν ὁ ἀνάλογος ἀριθμὸς τῶν μετοχῶν, αὐτὴ δ’ ἐπλήρονε τὴν ναυπηγοῦσαν Ἑταιρίαν. Ταῦτα ἐνεργοῦντο ἐν ὅσῳ ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα εὑρίσκετο εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐπῆλθεν ἀνάγκη πληρωμῆς καὶ μετὰ τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς περιέστη ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐγένετο ὡς αἱ προηγούμεναι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Προεξοφλητικὴ νὰ λάβῃ τὰς μετοχὰς ἀπὸ τὸ κιβώτιον καὶ νὰ δώσῃ τὸ ἀντίτιμον εἰς τὴν ναυπηγικὴν Ἑταιρίαν. Τοῦτο φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαρουσίασε, διότι λέγει ὅτι ὁ Πρέσβυς ἔδωκεν ἐντολὴν, νὰ δώσῃ τὰς μετοχὰς εἰς τὴν ναυπηγοῦσαν Ἑταιρίαν ἡ Προεξοφλητική.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἔλαβεν ἐντολὴν, ὅπως παραλάβῃ τὸ χρῆμα παρὰ τῆς Προεξοφλητικῆς, δὲν ἔχομεν ὅμως εἴδησιν περὶ ἐκτελέσεως· τοῦτο δὲ διότι τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ ποιεῖται μνείαν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀπεστάλη ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου Σαββάτῳ ἑσπέρας, εἰς ἀπάντησιν τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ὁ Πρεσβευτὴς μὲ ἠρώτα περὶ τοῦ πρακτέου, τῆς δόσεως οὔσης ληξιπροθέσμου. Μέχρις ὥρας δὲν ἔχομεν εἴδησιν περὶ τῶν ἐνεργηθέντων ἐπὶ τῇ παραλαβῇ τοῦ τηλεγραφήματος, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ πάντα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, ὡς διατάχθησαν.
§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὕτως ἡρμήνευσα τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑπ’ ὄψει, καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἐξάγω ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Τράπεζα.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπτώχευσεν ἡ Τράπεζα, ἐξακολουθεῖ τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§45ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἐλήφθη τὸ ἀντίτιμον ἀπὸ τὴν Προεξοφλητικὴν, ἢ ἂν ἐδόθησαν ὁμολογίαι εἰς τὴν ναυπηγικὴν Ἑταιρίαν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμολογίαι δὲν θέλουσι δοθῆ εἰς τὴν ναυπηγικὴν Ἑταιρίαν, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ Προεξοφλητικὴ, ἐὰν δὲ παύσῃ αὕτη ὑφισταμένη, θέλουσι δοθῆ εἰς τὸν ἀντικαταστήσοντα, ἐκτὸς ἐὰν οὗτος παραιτηθῇ τῆς συμφωνίας. Διότι ἐννοεῖται, ὅτι ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 337 φράγκων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὐχαρίστως ἤθελε λύσει τὰς περὶ τῶν ὁμολογιῶν συμφωνίας, τῆς τρεχούσης τιμῆς οὔσης ἀνωτέρας, οὐδεμία ἄρα θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια περὶ τὴν διάθεσιν τῶν ὁμολογιῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Προεξοφλητικὴ δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας ἐπὶ τῷ τιμήματι τῶν 337 φράγκων. Ἡ ἐντολὴ δὲ, ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν Πρεσβευτὴν, εἶναι, νὰ δώσῃ τὰς ὁμολογίας εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν, λαμβάνων παρ’ αὐτῆς τὸ ἀντίτιμον τῶν 337 φράγκων, νὰ ἐξοφλήσῃ δὲ τὴν ναυπηγικὴν Ἑταιρίαν διὰ τῶν χρημάτων, ἅτινα θὰ λάβῃ παρὰ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, ὡς ἀντίτιμον τῶν ὁμολογιῶν.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν θετικήν τινα ἰδέαν καὶ νὰ μὴ συζητῶμεν ἀορίστως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν, τὴν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ναυπηγικῆς Ἑταιρίας.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη διαλαμβάνει μόνον περὶ τῶν δόσεων, οὐδένα δ’ ἔχομεν λόγον, ἵνα μὴ καταθέσωμεν ταύτην, ὡς πρὸς τὰ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἀφορῶντα· τὰ τῆς κατασκευῆς ὅμως τῶν πλοίων δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσι δημοσίᾳ.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταθέσατε ὑμεῖς, ὅπως θέλετε ταύτην, ὅπως μὴ γίνῃ κοινή. Ὡσαύτως ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἀνταπόκρισις, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Πρέσβεως, πρὸς κανονισμὸν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 4ου (θόρυβος).
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀλληλογραφία πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν συνίσταται εἰς τὰς ὁδηγίας, τὰς δοθείσας, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 4ου. Τὰ κατόπιν ἐνηργήθησαν μεταξὺ τοῦ Πρεσβευτοῦ καὶ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, ἀπέληξαν δὲ εἰς τὸν τύπον τοῦ πρωτοκόλλου, ὃν ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Δύναμαι ἄρα νὰ καταθέσω τὸ κείμενον τῶν δοθεισῶν ὁδηγιῶν, ὡς καὶ τὸ τηλεγράφημα, τὸ σταλὲν ἐντεῦθεν τῷ παρελθόντι Σαββάτῳ, περὶ τῆς τελευταίας ἀποσφραγίσεως, οὗτινος τὴν ἐκτέλεσιν εἰσέτι δὲν γινώσκομεν.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὰς τελευταίας εἰδήσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἦναι αὗται δυσάρεστοι, διότι ἂν ἦναι δυσάρεστοι, ἀναγκάζομαι νὰ περιέλθω εἰς ἀνησυχίας, μετὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν μακρὰν, ἥτις ἔλαβε χώραν σήμερον. Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἵνα κατατεθῇ ἡ σύμβασις, εἴτε ἡ κοινὴ συμφωνία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 4ου, εἴτε ἡ ἀνταλλαγεῖσα ἀλληλογραφία, ἦτο αἴτησις λογικὴ καὶ ἀναγκαία καὶ ἠδύνατο νὰ προταθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Θαυμάζω δὲ νεαρούς τινας συναδέλφους, οἵτινες, λαμβάνοντες θέσιν παρὰ τὸ βῆμα, νομίζουσιν, ὅτι ἐπιτρέπεται αὐτοῖς ν’ ἀστεΐζωνται ἢ νὰ χλευάζωσι, καὶ ὅτι ἐπιδεικνύουσιν οὕτω σοφίαν. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν μεριμνῶμεν, ὅσον περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ συντελέσωμεν εἰς διάσωσιν ἐθνικῆς περιουσίας. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν σέβας εἰς τὸν καθήμενον ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀξιοῦμεν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς σιγὴν, ἵνα μὴ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ διαλόγους. Καὶ ὄντως, ἂν συμβῇ τὸ δυστύχημα, νὰ πτωχεύσῃ τὸ ἐν Παρισίοις μνημονευθὲν κατάστημα, ἐπειδὴ τοῦτο ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ ᾖναι ὁ ἀγοραστὴς τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες εἶναι κατατεθειμέναι ἐν αὐτῷ, ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσιν ἀντιπροσωπεύσει τὸ εἰρημένον κατάστημα κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, δὲν θέλουσι παραιτηθῆ τοῦ δικαιώματος τούτου χάριν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλουσι ζητήσει νὰ ἐνασκήσωσιν αὐτὸ, αἱ δὲ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἐξαγάγει ἀπὸ τὸ κιβώτιον, θέλουσι περιέρχεσθαι εἰς αὐτὸ, ἀγνοῶ δὲ, ἂν τὴν συμπεφωνημένην τιμὴν τῶν 337 φράγκων δι’ ἑκάστην αὐτῶν θέλωσιν εἶσθαι εἰς θέσιν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν ναυπηγικὴν Ἑταιρίαν. Ὁ Κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ, ὡς καὶ αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας ἔστειλε πρὸς τὸν Πρέσβυν, καὶ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ὅτι ἀποδέχεται αὐτάς. Πάντα ταῦτα ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ καταθέσῃ.
§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἰδική μου ἐπερώτησις θὰ θεωρηθῇ ταπεινὴ, ὕστερον ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον σοβαροῦ, ἀποβλέποντος εἰς μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους· καὶ ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ὑποβάλω. Ἐν τῷ σημερινῷ φύλλῳ τῆς «Ἀκροπόλεως» ἀνέγνωσα εἴδησιν, ὅτι κοράσιον τετραετὲς, πρὸ πέντε μηνῶν εὑρεθὲν καθ’ ὁδὸν, ἀγνώστου οἰκογενείας, κρατεῖται εἰς τμῆμα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ὅπου διαιτᾶται, μὴ εὑρίσκον ἀλλαχοῦ προστασίαν, ὅτι ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ κορασίου τούτου εἰς ἓν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη. Ἡ τοιαύτη εἴδησις, γραφομένη ἐν ἐφημερίδι, ἐχούσῃ τοιαύτην κυκλοφορίαν, δὲν δύναται ἢ νὰ σκανδαλίσῃ τὴν δημοσίαν συνείδησιν· ἑπομένως ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Δὲν ἐννοῶ, πῶς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἠρνήθησαν νὰ παραδεχθῶσι τὸ κοράσιον αὐτὸ, καὶ πῶς σχολαστικαὶ ἑρμηνεῖαι τῶν Κανονισμῶν ἐμποδίζουσι τὴν τοιαύτην παραδοχήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέον νὰ κοιμηθῶσιν οἱ Κανονισμοὶ καὶ ν’ ἀκουσθῇ μόνη ἡ φωνὴ τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἠθικῆς, καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων δὲν ἐπιτρέπεται πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία τῶν Κανονισμῶν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ὅπως μὴ συμβῇ, νὰ διαιτᾶται κοράσιον τετραετὲς ἐν ἀστυνομικῷ καταστήματι.
§53ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα μηνὸς παρῃτήθην τῆς θέσεως τοῦ Ἐφόρου τοῦ Ἀμαλιείου, ἀγνοῶ, τί ἐγένετο διὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο κοράσιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ ὀκταετίαν καὶ ἐπέκεινα διετέλεσα Ἔφορος τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἐκείνου καταστήματος, καθῆκον ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπιτιμήσεις....
§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐπετίμησα κανένα.
§55ΚΟΖΑΚΗΣ. ... τὰς ὁποίας ὁ κ. συνάδελφος ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ἀμαλίειον, διότι ἄλλο κατάστημα φιλανθρωπικὸν, δυνάμενον νὰ δεχθῇ τοιοῦτο κοράσιον, δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀγνοεῖ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργοῦσι τὰ τοιαῦτα καταστήματα. Ὅσα εἶπεν ὑπὸ φιλανθρωπικὴν ἔποψιν περὶ τοῦ τετραετοῦς κορασίου εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ βεβαίως τὰ παραδέχομαι. Ἀλλ’ ἂς σκεφθῇ, ἂν ἦναι δυνατὴ ἡ ὕπαρξις φιλανθρωπικοῦ καταστήματος ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προέβαλεν. Ἕν κοράσιον εἶναι ἐγκαταλελειμμένον καὶ ἄξιον προστασίας. Ἑπομένως ἀνάγκη νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ὁ Κανονισμὸς, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ἀμαλίειον. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο καθιερωθῇ, βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ θέσις οὐδὲ διὰ κατάστημα, περιλαμβάνον 1000 ὀρφανά. Τὸ Ἀμαλίειον διέπεται ὑπὸ ὀργανισμοῦ, ἐγκεκριμένου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ Κανονισμοῦ τούτου. Ὁ Κανονισμὸς διαγράφει, ὅτι πρὸς εἰσαγωγὴν τῶν ὀρφανῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ταῦτα ὀρφανὰ ἐκ πατρὸς ἢ μητρὸς, ἄλλως ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑποτρόφων, νὰ ἔχωσι δὲ ἡλικίαν, οὐχὶ κατωτέραν τῶν 7 ἐτῶν, οὐδὲ ἀνωτέραν τῶν 10. Οὐδὲν δ’ ἔχει δικαίωμα ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἀμαλιείου νὰ ἀθετῇ τὸν καταστατικὸν ὀργανισμὸν καὶ νὰ δέχηται πᾶν δυστυχὲς πλᾶσμα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ κἀνὲν φιλανθρωπικὸν κατάστημα. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι πολλάκις ἐσοφίσθησαν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ Κυρίαι τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τρόπους πρὸς εἰσαγωγὴν ὀρφανῶν, μὴ ἐκπληρούντων ἐντελῶς πάντας τοὺς ὅρους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῶσι καὶ τὴν ἐπιτίμησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀπευθύνω ἑτέραν ἐπερώτησιν φιλανθρωπικὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν τοῦ δυστυχήματος τῆς δήξεως ὑπὸ λυσσῶντος κυνὸς ἀτυχῶν παίδων τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν ἐλήφθη πρόνοιά της, ὅπως τὰ ἀτυχῆ ταῦτα πλάσματα σταλῶσιν εἰς Παρισίους. Πρὸ δύο ἐτῶν ὑπέβαλον πρότασιν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιαύτη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι γνωρίζω τοὺς ὅρους, τοὺς δυσχερεστάτους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ Παστὲρ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Βεβαίως οὔτε ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν, οὔτε ὑπὸ τὴν διοικητικὴν ἔποψιν εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ὅπως ἐνεργήσωμέν τι σπουδαῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἤδη. Οὐχ ἧττον νομίζω, ἐπειδὴ τὸ δυστύχημα τῆς δήξεως λυσσώντων κυνῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐνιαύσιον, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ μελέτη τοὐλάχιστον πρὸς προσεχῆ ἐφαρμογὴν τῆς θεραπείας Παστὲρ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐλπίζω, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει ν’ ἀποστείλῃ τὰ δυστυχῆ ἐκεῖνα πλάσματα, τὰ δηχθέντα ὑπὸ τοῦ λυσσῶντος κυνὸς, εἰς Παρισίους.
§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπετίμησα τὸ Ἀμαλίειον, ὡς ἐξέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Παρετήρησα μόνον, ὅτι, ἐὰν ὁ Κανονισμὸς ἐκώλυε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ πλάσματος, δὲν ἦτο λόγος ἰσχυρὸς, ὅπως ἀρνηθῶσι τὴν παραδοχὴν ἑνὸς ἀπολωλότος, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐν μέσῳ τῆς ὁδοῦ, μὴ γνωρίζον οὔτε πατέρα, οὔτε μητέρα. Γνωρίζω, ὅτι τὰ τοιαῦτα καταστήματα διέπονται ὑπὸ Κανονισμῶν, οἵτινες δέον νὰ λειτουργῶσιν ἐν ὁμαλῇ περιστάσει. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, περὶ οὗ ὡμίλησα, εἶναι ἐκτὸς τῶν συνήθων ὅρων. Εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἰς πεπολιτισμένον κόσμον σπανιώτατα δύναται νὰ παρουσιασθῇ. Τετραετὲς κοράσιον ζητεῖ ἄσυλον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν εὑρίσκει ἓν φιλανθρωπικὸν κατάστημα, διότι λέγουσιν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ ἡλικίαν 7 ἐτῶν, ἢ φέρουσιν ἄλλας ἀντιῤῥήσεις. Τοιαῦται ἀπαιτήσεις δὲν ἐπιτρέπονται, οἱ δὲ Κανονισμοὶ καὶ πᾶς ἄλλος λόγος πρέπει νὰ κοιμηθῶσιν ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, καὶ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ προστατεύσωμεν ἓν ἀτυχὲς πλᾶσμα, τοῦ ὁποίου ἡ καταγωγὴ εἶναι ἄγνωστος. Λυποῦμαι, διότι τοιαύτη συνηγορία ῥίπτεται ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης προτάσεως φιλανθρωπικῆς. Τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τῆς προστασίας τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται, παρὰ νὰ σκανδαλίσῃ τὴν δημοσίαν συνείδησιν.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ τοῦ γεγονότος, τοῦ ὁποίου νῦν πρῶτον ἤδη λαμβάνω γνῶσιν παρὰ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ, θὰ ἐρευνήσω, καὶ αὔριον θέλω φέρει πληροφορίας· διότι καὶ ἐγὼ κρίνω τὸ ζήτημα ἄξιον ταχείας ἐξετάσεως καὶ μερίμνης. Ἐπειδὴ δὲ πρὸς τὸ ζήτημα τὸ φιλανθρωπικὸν συνεδέθη καὶ ἐρώτησις, ἀφορῶσα εἰς παῖδας, τελευταῖον δηχθέντας ὑπὸ λυσσῶντος κυνὸς, ἀπαντῶ ἀμέσως, ὅτι περὶ τούτων, καθὼς καὶ περὶ ἄλλων 5 ἢ 6, ἡ Κυβέρνησις προενόησε ν’ ἀποστείλῃ τοὺς παθόντας μετὰ καταλλήλου συνοδίας εἰς Παρισίους, ὅπως ὑποστῶσι τὴν θεραπείαν. Ἀπαντῶν ἤδη εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδούρου, καταθέτω ἐνταῦθα σημείωσιν λεπτομερῆ περὶ Παμίσου.
§58ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις, περὶ ἧς πρόκειται, ἀφορᾷ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτινος προκαλῶ τὴν προσοχήν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν τοῦ 1863, διαρκούντων τῶν πέντε ἐτῶν, τροποποίησις τοῦ καταλόγου ἐπιτρέπεται εἰς εἰδικὰς μόνον περιπτώσεις, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐγένετο μεταβίβασις οἰκοδομῆς τινος, ὁπότε ὁ φόρος τῆς οἰκοδομῆς ταύτης πληρώνεται ὑπὸ τοῦ νέου ἰδιοκτήτου ἀπὸ τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους· τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο τροποποίησις διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τῆς 1 Ἀπριλίου 1887, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Οἱ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων βαρύνουσι τοὺς τελευταίους ἰδιοκτήτας, εἴτε οὗτοι τυγχάνουσιν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ, εἴτε οἱ πρώην ἰδιοκτῆται». Ἑπομένως ἐξ ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων τούτων προκύπτει, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ ἀναγκαστικῆς, ἀλλὰ περὶ ἑκουσίας μεταβιβάσεως, καθ’ ἣν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν αἱ ἀνωτέρω διατάξεις. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐκποιήσεως δι’ ἀναγκαστικοῦ πλειστηριασμοῦ, ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἵτινες δὲν ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων. Κατ’ αὐτάς, τὸ Δημόσιον, ἔχον ἀπαιτήσεις, προερχομένας ἐκ φόρου οἰκοδομῆς τινος, καὶ εἰδοποιηθὲν περὶ τοῦ ἀναγκαστικοῦ πλειστηριασμοῦ αὐτῆς, ὀφείλει ν’ ἀναγγελθῇ, διὰ νὰ καταταχθῇ ἐπὶ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος αὐτῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 940, ἐδάφ. 7 τῆς Πολ. Δικονομίας, διότι κατὰ τὸν νόμον διὰ τοῦ ἀναγκαστικοῦ πλειστηριασμοῦ μεταβιβάζεται τὸ πλειστηριασθὲν ἀκίνητον εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ νέου κυρίου ἐλεύθερον παντὸς βάρους. Ἐξέθηκα δὲ ταῦτα, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1887 κατεσχέθη ἀναγκαστικῶς καὶ ἐπλειστηριάσθη ἐνταῦθα μία οἰκία, ἀνήκουσα εἰς τὸν Μ. Κάλκον, τὸ δὲ Δημόσιον, εἰδοποιηθὲν νομίμως περὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ αὐτῆς, δὲν ἀνηγγέλθη, διὰ νὰ καταταχθῇ ἐπὶ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος αὐτῆς, ὡς πρὸς τοὺς καθυστερουμένους φόρους τῶν οἰκοδομῶν· ἤδη μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐκπλειστηριάσματος καὶ τὴν διανομὴν του πρὸς τοὺς διαφόρους δικαιούχους, τὸ Δημόσιον αἰτεῖται παρ’ ἐμοῦ, ὡς ἀγοραστοῦ αὐτῆς, φόρον οἰκοδομῆς τοῦ 1887, καθ’ ὃ δὲν ἤμην κύριος, ἡ δὲ ἀπαίτησις αὕτη δὲν εἶναι νόμιμος, διότι ἡ ὑποχρέωσίς μου εἰς πληρωμὴν φόρου οἰκοδομῶν ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888, πλὴν καὶ τοῦ ἔτους τούτου ὁ ζητούμενος φόρος δὲν εἶναι νόμιμος, διότι κατὰ νόμον ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ πληρονομένου ἐνοικίου, ὄντος δὲ τοῦ ἐνοικίου τῆς διαληφθείσης οἰκίας ἐκ δραχμῶν 1560, ὁ ὀφειλόμενος φόρος συνίσταται ὡς ἑξῆς· αʹ) φόρος 6% ἐπὶ τοῦ ἄνω ἐνοικίου, δραχ. 93 καὶ 60)00· βʹ) φόρος δύο δεκατημορίων, δρ. 18 καὶ 72)00, καὶ γʹ) φόρος ὁδικὸς, δραχμὰς 5 καὶ 62)00· τὸ ὅλον δραχ. 117.94)00, ἃς ἐπλήρωσα, κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 44 τῆς 31 Ἰανουαρίου 1889 γραμμάτιον συμψηφισμοῦ τοῦ Ὑποταμίου Σπάρτης. Ἐν τούτοις ὁ Ὑποταμίας Ἀθηνῶν αἰτεῖται, ἐκτὸς τῶν πληρωθεισῶν τούτων δραχμῶν, διὰ μὲν τὸ ἔτος 1887 δραχμὰς 159, διὰ δὲ τὸ ἔτος 1888 προσέτι δραχμὰς 35 καὶ 6)00. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ὀφείλονται, παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγήν μου ἀπὸ πάσης καταδιώξεως.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα κατοίκων Καλαμῶν, παρακαλούντων με νὰ συστήσω τὴν αἴτησιν περὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ διαβιβάσῃ αὐτὸ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§60Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσεν ἔγγραφον τοῦ ἐπόπτου τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων τοῦ νομοῦ Λακωνίας, διὰ τοῦ ὁποίου δηλοῦται, ὅτι ὁ ἀποσπασματάρχης Πολυχρονόπουλος ἁπλῶς ἐῤῥάπισεν ἕνα εἰς τὸ χωρίον Σοχὰ τῆς Λακεδαίμονος. Περὶ τούτου οὐδόλως ἐπρόκειτο διὰ τῆς πρὸ ἡμερῶν ἐπερωτήσεώς μου, διότι τὸ χωρίον Σοχὰ ἀπέχει μίαν ὥραν, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δήμου Μελιτίνης, ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἓξ ἢ ἑπτὰ ὥρας, καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἐπόπτης οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν περὶ τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ συμβάντων. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος συνέλαβε περὶ τοὺς 10 ἢ 15 πολίτας, τοὺς ὁποίους ἐφυλάκισεν ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τοῦ χωρίου Κόκκινα Λουριὰ, μετὰ ταῦτα τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Ἅγιος Νικόλαος, καὶ τοὺς ἐκράτησεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Αʹ Δημαρχικοῦ Παρέδρου, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ ἔχῃ ἀδελφὸν φυγόδικον, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπεδήμησε καὶ εἶναι ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐν γένει εἰς τὰ χωρία καταδιώκονται οἱ πολῖται, διότι δὲν προδίδουσι τοὺς φυγοδίκους, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ μεταφέρωσι τὰ ποίμνιά των ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου εἰς τὸν δῆμον Γυθείου· περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Ἐπίσης δὲ καὶ ἕτερος ἀποσπασματάρχης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γυθείου ὑπολοχαγὸς, Κρόνιας καλούμενος, ἐντὸς τῆς πόλεως Γυθείου, ἐρευνήσας εἴς τινα οἰκίαν διά τινα φυγόδικον καὶ μὴ εὑρὼν αὐτὸν, ἐτοποθέτησε 15 ἢ 20 στρατιώτας εἰς τὴν οἰκίαν ἐκείνην, κατόπιν μεταβαίνει εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως, ὅπου εἰργάζετο ὁ πατὴρ τοῦ φυγοδίκου, φανοποιὸς ὤν, εἰσέρχεται εἰς τὸ κατάστημά του, τὸν συλλαμβάνει ἀπὸ τὰ μαλλιὰ, τὸν ἐξάγει τοῦ καταστήματός του καὶ τὸν σύρει εἰς τὴν ἀγοράν. Περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν ἠθέλησα κατὰ τὴν πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησίν μου νὰ κάμω λόγον· ἀλλ’ ἤδη ἀναγκάζομαι, ἐπειδὴ ὁ ἐπόπτης οὗτος δὲν ἔχει πληροφορίας, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ τοιαύτας. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν, νὰ μὴ καταδιώκωνται οἱ φυγόδικοι καὶ νὰ μὴ πιέζωνται ἐλαφρῶς οἱ ἄνθρωποι πρὸς ὑπόδειξιν τοιούτων, ἀλλὰ βεβαίως ὄχι καθ’ ὃν τρόπον πιέζονται, διότι πιεζόμενοι πανταχόθεν τοιουτοτρόπως, δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξουν καὶ εὑρίσκονται ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διάφοροι τυπογράφοι Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός των μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι προσφέρονται νὰ τυπώσωσιν ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἅπαντας τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τοῦ Κράτους εἰς τὴν τιμὴν τῶν 20,000 δραχμῶν, εἰς ἣν ἀνῆλθεν ἡ δαπάνη ἐσχάτως, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν πρότασιν ταύτην.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὴν δαπάνην κάτω τῶν 4,000, ἴσως καὶ τῶν 3,000 δραχμῶν, θὰ χρησιμεύσῃ ἡ προσφορὰ αὕτη ὡς ὁ ἀνώτατος ὅρος, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς μειοδοσίαν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρὸς προίκισιν τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς:
§64ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Χθὲς, Κύριοι, κληθεὶς νὰ δώσω ψῆφον, ἐπεφυλάχθην νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐψήφισα κατὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν τριῶν νομοσχεδίων· ὑποχρεοῦμαι ὅθεν, νὰ ἐκπληρώσω τὴν ληφθεῖσαν ἐπιφύλαξιν, ὑποχρεοῦμαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον νὰ πράξω τοῦτο, ὅσῳ ἡ ψῆφός μου δὲν συναντᾶται μὲ τὴν ψῆφον τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καίτοι ἴσως κατὰ τὰ φρονήματα, ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔδωσαν ἐναντίαν ψῆφον τῆς ἰδικῆς μου. Τί φρονῶ, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν θεσμὸν τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, εἶναι γνωστὸν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, καθότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν διεξήγετο ἡ τῷ ὄντι εὐγενὴς πάλη κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, διότι ἦτο πάλη ἀρχῶν καὶ πεποιθήσεων, ἀνῆκον εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην, ἥτις ἐφρόνει τὰ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ὁμάδος, ἥτις ἐφρόνει τὰ τῆς Δημοκρατίας. Ἔκτοτε, Κύριοι, δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω τὰς γνώμας μου καὶ τὰς πεποιθήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐξακολουθῶ καὶ νῦν, ὡς καὶ τότε, νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ συνταγματικὴ βασιλεία εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διά τε τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ὡς εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸν θεσμὸν τῆς συνταγματικῆς βασιλείας ἐννοῶ, Κύριοι, ἰσχυρὸν, τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν ἐπιθυμῶ ἑδραιωμένην ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ ἀγάπῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι μόνον τοιαύτην ἰσχὺν δύναται ν’ ἀρυσθῇ εἰς Κράτος μικρὸν, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· καὶ μόνον διὰ τοιαύτης ἰσχύος περιβαλλομένη, δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἀποστολήν της, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ὅθεν ἐξετάζων, Κύριοι, τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, σκεφθεὶς, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα συντείνωσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνίσχυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, ἐὰν τοιαῦται προτάσεις, ὑποβαλλόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ, δύνανται νὰ παράσχωσι τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ γόητρον, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Βασιλεία, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς της, καὶ εἰς μόνον ταῦτα ἀποβλέπων, καὶ ἐμφορούμενος ἐκ τῶν αἰσθημάτων, ἐξ ὧν ἐμφοροῦμαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, ἐπείσθην, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, νὰ δώσω ψῆφον ἀρνητικήν. Πρὶν δὲ, Κύριοι, προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου, πρὶν ἢ ἐκθέσω, τί φρονῶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν γνώμην μου δὲν ἐσχημάτισα μόνον ἐκ τῆς ἰδίας κρίσεως καὶ πεποιθήσεως, δὲν ἠρκέσθην εἰς τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, καὶ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἠρύσθην ἐκ τῆς ἐπαφῆς, ἥν, ὡς ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, ἔλαβον καὶ ἔχω μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν σκέψεων καὶ παρατηρήσεων σοφῶν ἀνδρῶν καὶ ἐξόχων πολιτειολόγων, αἵτινες, συνδυαζόμεναι μετὰ τῆς ἐμῆς πεποιθήσεως καὶ πείρας, ἐξ ἀνάγκης ἔδει νὰ μὲ πείσωσι νὰ δώσω τὴν ψῆφον, ἥν ἔδωσα, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὅν τρέφω πρὸς τὴν Βασιλείαν, διότι φρονῶ, ὅτι, τοῦτο πράττων, ἐργάζομαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, ὁ δὲ δίδων ἀντίθετον ψῆφον τῆς ἐμῆς ἐργάζεται κατ’ αὐτοῦ. Πιθανὸν νὰ περιποιῆται τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἀκούσατε, Κύριοι, τί περὶ τούτου ἐκθέτουσιν οἱ ἄνδρες οὗτοι· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω πρῶτον τὸ κείμενον, διότι θεωρῶ, ὅτι ἔχει σπουδαιότητα δι’ ἐκείνους, οἵτινες γινώσκουσι τὴν γαλλικὴν, ἡ ἀκρόασις τοῦ κειμένου, καθότι αἱ λέξεις τοῦ κειμένου ἔχουσι σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θέλει δώσει ἡ μετάφρασις. Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ἀναγινώσκω τὰς κρίσεις τοῦ Λουδοβίκου Ἑῤῥίκου Ζακώβ, συντηρητικοῦ Γερμανοῦ, συγγραφέως, γράψαντος κατὰ τὸ 1821, εἰς ἐποχὴν δηλαδή, καθ’ ἥν ἐκράτουν αἱ συντηρητικώτεραι ἰδέαι, ὡς πρὸς τὰ μοναρχικὰ αἰσθήματα, προκειμένου δὲ περὶ ἐκφράσεως γνώμης ἐπὶ ἀντικειμένων, ὡς τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, φρονεῖ τις, ὅτι ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος ἔγραφε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καὶ ἔφερε γνώμην, ὡς νὰ ἐπρόκειτο σήμερον νὰ κληθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ γράψῃ ἢ νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων. (Ἀναγινώσκει καὶ εἶτα μεταφράζει): «Οὐδὲν ἀτοπώτερον καὶ ἀντίθετον τῆς ἀξιοπρεπείας ἑνὸς Ἡγεμόνος, ἢ τὸ νὰ καταφεύγῃ καὶ νὰ ἐπικαλῆται τὴν ψῆφον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους διὰ πᾶσαν τυχαίαν αὔξησιν τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ δαπάνης.... Αἱ ὑπὸ τὸ ὄνομα «παροχαὶ» γνωσταὶ πιστώσεις, αἱ καταβαλλόμεναι ἐν καιρῷ γάμων ὑπὲρ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἢ πρὸς οἰκοδομὴν μεγάρων πρὸς χρῆσιν αὐτῆς, εἰσὶ μέθοδοι ἀκατάλληλοι, ἤτοι ὀλίγον εὐπρεπεῖς (peu decentes), ἵνα διὰ τούτων προβλέπωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ἡγεμόνων. Ὡς ἐκ τούτου οἱ συναισθανόμενοι τὴν ἀξιοπρέπειάν των Ἡγεμόνες προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὰς ἀποφεύγωσιν.» Ὁ ἀναγινώσκων τὰ ἀνωτέρω δὲν νομίζει, Κύριοι, ὅτι ὁ συγγραρεὺς ἐκεῖνος, γράφων καὶ ἐκφέρων τὰς γνώμας του κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτι ἔγραφε καὶ ἐξέφερε γνώμην, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ἡμῖν νομοσχεδίων; Νομοσχέδιον περὶ προικοδοτήσεως, νομοσχέδιον περὶ οἰκοδομῆς ἀνακτόρου, νομοσχέδιον περὶ ἰδιαιτέρας δαπάνης τοῦ Βασιλέως, καὶ τὰ τρία ταῦτα ἀντικείμενα, ἅπερ ὁ Γερμανὸς ἐκεῖνος θεωρεῖ ἀνὰ ἓν ἕκαστον, ὡς ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Βασιλείαν, νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν ψῆφον τῶν Βουλευτῶν διὰ τὴν παροχὴν τῶν πόρων, τῶν ἀναγκαίων διὰ τοιαύτας δαπάνας, ἡ Κυβέρνησις ἐν συνόλῳ τὰ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ πολιτειολόγον, γράψαντα κατὰ τὸ 1886 ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς πολιτείας καὶ κοινωνίας, καὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ καὶ σκέψεις, χρησίμους καὶ διδακτικάς, ὡς δυναμένας νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὰς κρίσεις μας ἐπὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἅς διατελοῦμεν (ἀναγινώσκει, καὶ εἶτα μεταφράζει): «Ἡ Βασίλισσα Βικτωρία παρασκευάζει θαυμασίως τὸ ἔδαφος εἰς ὁμαλὴν μεταβολήν. Μὴ γινομένη καταφανὴς εἰς τὸν λαόν της καὶ συνειθίζουσα αὐτὸν νὰ πράττῃ καὶ ἄνευ αὐτῆς (à ce passer d’ elle), καταδεικνύει ἀνεπαισθήτως αὐτῷ τὸ ἀνωφελὲς τῆς Βασιλείας. Ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια στοιχίζει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὑποχρεουμένην ἑκάστοτε νὰ παρέχῃ πιστώσεις διὰ τοὺς γόνους αὐτῆς. Ὁ τόπος ἤρχισε νὰ ἐκφράζηται, ὅτι ἡ Βασιλεία εἶναι βαρεῖα δαπάνη, καὶ ὅτι αὕτη δὲν εἶναι πλέον ζωτικὸν στοιχεῖον, οὔτε κατὰ συνέπειαν ἀναγκαῖον εἰς τὴν κυβερνητικὴν λειτουργίαν.... Οἱ πλησιάζοντες αὐτὴν πολιτικοὶ καὶ διπλωμάται ἐντυποῦνται ἐκ τῆς εὐρύτητος τῶν γνώσεών της, ἐκ τῆς εὐκρινείας τῶν σκέψεών της καὶ ἐκ τῆς θαυμασίας μνήμης. Ἀλλὰ τὸ παθητικὸν πρόσωπον, ὅπερ τηρεῖ (son rôle passif) καὶ τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενον (les exigences de la constitution), καὶ ἡ ἀποχή της ἀπὸ πᾶσαν ἐνέργειαν καταστρέφουσι καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν της καὶ τὰ ἐκ τῶν ἰδιοτήτων αὐτῆς εὐεργετήματα.» Καὶ ταῦτα, Κύριοι, λέγονται περὶ τοῦ πλουσιωτέρου τῶν Κρατῶν καὶ περὶ τοῦ λαοῦ, ὅστις ἀποδίδει προαιώνιον λατρείαν εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Κύριοι, ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἀνωτέρω γνωμῶν καὶ παρατηρήσεων φρονῶ, ὅτι ἔχει μεγίστην σχέσιν μὲ τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα, καὶ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ σπουδαίως ἐπὶ τῶν σκέψεων ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῶν σκέψεων παντὸς, ὅστις μεριμνᾷ καὶ ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας. Ἐὰν, Κύριοι, ἐξετάσωμεν, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διοικεῖ τὸ Κράτος ἐν σχέσει πρὸς τὴν Βασιλείαν, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἐνήργησε, δὲν τὸ ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς Βασιλικῆς ἰσχύος, διότι τὰ γενόμενα οὐδόλως συνέτειναν πρὸς ἑδραίωσιν τῆς Βασιλείας εἰς τὰς συνειδήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν δὲ ἰσχὺν, ὡς προεῖπον, δύναται μόνον ν’ ἀρυσθῇ ἀπὸ τὴν πρὸν αὐτὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοιαύτη ἰσχὺς βεβαίως, ὡς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγμένων φαίνεται, δὲν προσεκτήθη. Μετὰ εἰκοσιπενταετῆ Βασιλείαν, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνεκίνησεν ἁπάσας τὰς Ἑλληνικὰς καρδίας, ἤτοι τὴν χαρμόσυνον περίστασιν τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, ἡ Κυβέρνησις συνέδεσε καὶ ἐξεμεταλλεύθη δυστυχῶς ὑπὲρ τῆς ἐκλογικῆς αὐτῆς πολιτικῆς καὶ αἱ ἐντυπώσεις ἐκ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς βεβαίως δὲν ἦσαν εὐάρεστοι, οὐδὲ συνέτειναν ν’ ἀφήσωσιν εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πᾶν, ὅ,τι ὤφειλεν οὗτος ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ν’ ἀναμιμνήσκηται, ὁσάκις ἀναπολῇ τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ Βασιλέως. Ἡ ἐξ ὑστεροβουλίας πρόσκλησις ἀφ’ ἑνὸς τῶν Δημάρχων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἄνοιξις τῶν φυλακῶν, συνδυαζόμεναι μὲ τὴν κάλπην, ἥτις ἐκάλει κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν τῆς εὐρείας περιφερείας, ἐδηλητηρίασαν τὸ γλυκὺ ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου αἴσθημα τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ σκέψις περὶ τῆς χορηγίας πρὸς τὸν Διάδοχον τῶν ἐπιβαλλομένων, ὡς ἐκ τῆς ἐνηλικιότητός του, δαπανῶν διὰ τὰς ἰδιαιτέρας ὡς ἐκ τούτου ἀνάγκας, καὶ προθύμως ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ παράσχῃ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Βασιλικοῦ Θρόνου, ὅ,τι ἐν γένει χορηγεῖται εἰς ὅλα τὰ Συνταγματικὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἡ πρότασις περὶ τῆς χορηγίας συνοδεύεται μὲ ἑτέραν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν θεσμοὺς, οἵτινες ἐτροποποιήθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτοῦ τοῦ Μεσαιῶνος, ἤτοι εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσχυε τὸ θεῖον δίκαιον, κατελύθησαν δὲ ὁλοσχερῶς διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1789! Καὶ προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, καὶ ψηφίζει ἡ Βουλὴ θεσμὸν, τὸν ὁποῖον μόνον ἐν τῇ ἐποχῇ τῶν Καπέτων ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας ἀπὸ Κοινοβουλευτικὸν σῶμα, ἂν τοιοῦτο ἐκαλεῖτο νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην πρότασιν. Ἡ παραχώρησις τῆς Μανωλάδος εἰς τὸν Κωνσταντῖνον, Κύριοι, ἑδραίωσεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν Βασιλείαν; Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἠρύσθη ἡ Βασιλεία ἀγάπην, σεβασμὸν, γόητρον; Σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου ταύτας. Σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν ἑτέρας προτάσεις, ἔχομεν τρεῖς προτάσεις, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλομένας· πρότασιν περὶ προικοδοτήσεως, πρότασιν περὶ οἰκοδομῆς μεγάρου, πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, ἔχομεν δηλαδὴ ὅλας ἐκείνας τὰς προτάσεις, ἃς ὁ μνημονευθεὶς συγγραφεὺς, γράφων κατὰ τὸ 1821, ἐθεώρει μὴ εὐπρεπὲς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς Βουλάς. Ὀλίγα θὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰς προτάσεις. Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προικοδότησιν, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἰμὴ, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνεγνωρίσθη εἰς τοὺς Βασιλεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἰδίαν περιουσίαν (domaine privet), τοὺς Βασιλεῖς βαρύνουσι καὶ τὰ ἔξοδα τὰ οἰκογενειακὰ καὶ πᾶν ἄλλο ἰδιαίτερον ἔξοδον· ὡς δὲ ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑνὸς ἀναγνωρίζεται ὑποχρέωσις τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δικαίωμα τῆς Βασιλείας, ν’ ἀπαιτήσῃ τοιαύτην προικοδότησιν. Καὶ δὲν ἀμφισβητῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ Ἔθνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται δωρεάς· καὶ βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκηται ἐν στενοχωρίᾳ, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς αὑτοῦ καταστάσεως, ὀφείλει νὰ πράξῃ κἄτι τι εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ γίνωσιν οἱ γάμοι τῆς Βασιλόπαιδος, ἀλλ’ ὅ,τιδήποτε πράξῃ, τὸ τοιοῦτον ὀφείλει νὰ θεωρηθῇ ὡς δῶρον, διδόμενον ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν γάμων, ὡς πᾶν δῶρον, τὸ ὁποῖον δίδοται εἰς πάντα γάμον ὑπὸ τῶν συμμεριζομένων τὴν χαρὰν κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ χαρμοσύνου γεγονότος. Δὲν ἤθελον ἔχει οὐδεμίαν δυσκολίαν, Κύριοι, νὰ ψηφίσω τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο ἀφεώρα εἰς δῶρον, ὅπερ δίδεται εἰς τὴν Βασιλόπαιδα κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν γάμων, μὴ ἀποβλέπον εἰς τὸ ποσόν· διότι βεβαίως, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι τόσον γενναῖοι, ὅσον ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα, καθ’ ἣν περίπτωσιν πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ὁ γάμος τῆς πρώτης Βασιλόπαιδος τῆς Ἑλλάδος. Παραδεχόμενοι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζοντες αὐτὸ, ὡς ὑποβάλλεται, ἀναγνωρίζετε ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, διότι οὐδεμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν, ἢ τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς πρὸς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Διὰ τῆς γενομένης διακρίσεως δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἠθικὸν καθῆκον, φαινόμενοι μάλιστα εὐπρεπέστεροι καὶ καθιστῶντες τὸ προσφερόμενον πλέον εὐπρόσδεκτον, διότι προσφέρεται οὐχὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ ὡς δῶρον, τὸ ὁποῖον ἡ εὐχαρίστησις καὶ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους προσφέρει εἰς τὴν Βασιλόπαιδα, καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ τελεσθῇ ὁ γάμος αὐτῆς. Διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου πρόκειται περὶ οἰκοδομῆς μεγάρου. Ἄν, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου κατάστασις ἦτο διάφορος, τίς ἤθελεν ἀντείπει ὡς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν, ἥτις ἐπὶ τέλους θ’ ἀποτελέσῃ ἐθνικὸν κτῆμα; Καὶ ναὶ μὲν ἄλλα Κράτη ἔχουσι μέγαρα, χρησιμεύοντα εἰς τοὺς Διαδόχους καὶ λοιποὺς Βασιλικοὺς γόνους, ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἀριθμοῦντα αἰώνων βίον, ᾠκοδόμησαν τοιαῦτα μέγαρα, ἀφοῦ προηγουμένως ἐφρόντισαν νὰ οἰκοδομήσωσι πᾶν, ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, εἰς Κράτος ὅμως ὡς τὸ ἡμέτερον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Δικαιοσύνη ἔτι περιπλανᾶται εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν ἀπὸ σεσαθρωμένης εἰς σεσαθρωμένην οἰκίαν ζητοῦσα καταφύγιον, εἰς Κράτος, ὅπου, ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ κληροδοτήματα, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οἰκοδόμημα δημοσίας ἀνάγκης καὶ χρήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν οἰκοδομὴν καὶ τοῦ οἰκοδομήματος τούτου; Μὴ τυχὸν τὸ οἰκοδόμημα θὰ ἦναι ἕτοιμον κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Διάδοχος θὰ ἔλθῃ μετὰ τῆς σεπτῆς συζύγου του; Ἂν ὁ Διάδοχος δὲν πρόκηται νὰ κατοικήσῃ, εἰμὴ μετὰ ἔτος ἢ μετὰ ἔτη, διότι βεβαίως τοιαῦτα οἰκοδομήματα ἀπαιτοῦσι χρόνον πρὸς κατασκευήν, δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ οἰκοδομὴ αὕτη εἰς εὐτυχεστέραν ἐποχήν, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος νὰ δύναται νὰ δαπανήσῃ, χωρὶς νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς δαπάνης; Διατὶ ταῦτα πάντα ἀθρόα νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀθρόα νὰ ψηφισθῶσι παρ’ αὐτῆς; πολὺ δὲ περισσότερον, διατὶ διὰ ταῦτα πάντα ν’ ἀπασχοληθῇ ἐκτάκτως ἡ Βουλή, καὶ νὰ συνδεθῇ τοιουτοτρόπως ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, μὲ ἑτέραν δαπάνην, βαρύνουσαν τὸν Προϋπολογισμόν; Δὲν πείθεσθε, Κύριοι, ὅτι οἱ ταῦτα μελετῶντες δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὰς κρίσεις τοῦ πολιτειολόγου ἐκείνου, ὅστις ὡμίλει περὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς Ἀγγλίας;...
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ πολιτειολόγος;
§66ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διπλωμάτης Ῥῶσσος.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ψευδώνυμος.
§68ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δίδεται εἰς τὸν λαὸν ἀφορμή, νὰ σκέπτηται, ὅτι ἡ Βασιλεία στοιχίζει ἀκριβὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἑπομένως δὲν συμφωνεῖτε, ὅτι τοιαῦται προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν συντείνουσιν ὑπὲρ τὴν ἐνισχύσεως τῆς Βασιλείας ἐν τῷ λαῷ; Ὅταν δέ, Κύριοι, προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, καὶ τὸ συνδυάσητε μὲ τὴν αἰτιολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χάριν αὐτῆς τῆς Βασιλείας; Αἱ ἀνάγκαι αἱ Βασιλικαὶ ἤρχισαν νὰ ἐλαττῶνται, ἀντὶ ν’ αὐξάνωσιν· ἂν δὲ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς χορηγίας, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ βαρύνηται τὸ Κράτος διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Ἄλλως τε, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, δὲν ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὠθήσωμεν τὴν Βασιλείαν; ὅτι δὲν πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὴν παραδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Βασιλείας τοιαύτης προτάσεως; Διότι τί θὰ εἴπωσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, οἵτινες παραπονοῦνται ὡσαύτως ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι; Καὶ ἄν, Κύριοι, τῶν ὑπαλλήλων τὰ παράπονα ἦναι νόμιμα καὶ δίκαια, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους δὲν ὀφείλει πρῶτος νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα πρὸς αὐτούς, καὶ δὲν ὀφείλει πρῶτος διὰ τοῦ παραδείγματός του νὰ καθησυχάσῃ τὰ παράπονα τῶν ἐργαζομένων καὶ προσφερόντων τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς τὸ Κράτος; Μετὰ τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, κρίνω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ συμπεράνω. Συμπεραίνων ὅμως, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅ,τι προηγουμένως σᾶς ἀνέφερον, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τὴν σειράν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα, γεγονότων ἐπιτελεσθέντων ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Ἂν δὲ ταῦτα συνδέσητε μὲ τὴν συχνὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως ἐκ τοῦ Κράτους, καὶ μὲ τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὁ Πρωθυπουργός, παντοδυναμίαν, ἥτις ἔφθασεν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ περιφρονῶνται αἱ πράξεις του, ὑποχρεοῦται νὰ ἐρωτᾷ προηγουμένως τὸν Πρωθυπουργόν, πρὶν ἢ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του ὑπὸ τὰ Διατάγματα τῶν Ὑπουργῶν του, δὲν νομίζετε, ὅτι συντρέχουσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὡς πρὸς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις, ἀποβλέπει ὁ Γερμανὸς συγγραφεύς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ πολιτειολόγος, ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς Βασιλείας καὶ τὴν κοινὴν γνώμην; Καὶ ἂν, Κύριοι, συμμερίζησθε τὰς γνώμας ταύτας, καὶ ἂν φρονῆτε, ὅτι παρετηρήθησαν οἱ ἐκ τούτων κίνδυνοι εἰς ἐποχὴν ἔτι μᾶλλον μεμακρυσμένην, ἀλλ’ οὐχ ἧττον λίαν ὁμοιάζουσαν ὡς πρὸς τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ, ἂν παραδεχθῆτε τὰς σκέψεις καὶ παρατηρήσεις τοῦ πολιτειολόγου, ὡς πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα, ὡς σκέψεις καὶ παρατηρήσεις ἐμβριθεῖς, οἱ μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, καὶ οἱ ἐν πεποιθήσει πρεσβεύοντες τὰ τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας, δὲν πρέπει νὰ ἀποκρούσωσι τὰ νομοσχέδια, ὡς ταῦτα ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Κατ’ ἐμὲ, μόνον οἱ κατὰ τῆς Βασιλείας ἐργαζόμενοι, μόνον οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ προετοιμάσωσιν ὁμαλὴν μεταβολὴν ἐν τῷ Κράτει, μόνον οἱ εἰς τὰ πρόσωπα ἀποβλέποντες, αὐτοὶ μόνον δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ νὰ ψηφίσωσι τοιαύτας προτάσεις. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ εἰλικρινής μου γνώμη. Κύριοι, ἐφρόνουν, ὅτι καθῆκον εἶχον, ταῦτα φρονῶν ὡς πρὸς τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, νὰ δώσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, καὶ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, μετ’ εἰλικρινείας καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ δώσω τοιαύτην ψῆφον. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα, Κύριοι, παρεκινήθην ἔτι μᾶλλον ἀπὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐνεθυμήθην, ἀπὸ προηγούμενον ἱστορικὸν καὶ οὐχὶ μεμακρυσμένον. Κατὰ τὸ 1837 ὁ Πρωθυπουργὸς Dupin, φρονῶν, ὅτι ὑπηρετεῖ τὴν Βασιλείαν, ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Λουδοβῖκον Φίλιππον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ συστάσεως κληρουχίας ὑπὲρ τοῦ δουκὸς τοῦ Νεμούρ. Ἡ πρότασις παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐξεφράσθησαν ἀντίθετοι γνῶμαι, παρετηρήθη, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κληρουχιῶν, καταργηθεὶς διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, δὲν πρέπει νὰ ἀναζήσῃ. Ὡς δὲ ἐπληροφορήθη τὰ γενόμενα ὁ Φίλιππος, διὰ διαταγῆς του τῆς 12 Ἀπριλίου ἀνεκάλεσε τὴν πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ του. Πέπεισμαι, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, ὡς ἔχουσιν, ὁ Βασιλεὺς βεβαίως θὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ συστήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς οἰκοδομῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἀποκρούσῃ τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς χορηγίας του, εὐχαρίστως δὲ θ’ ἀποδεχθῇ τὸ προσφερόμενον πρὸς τὴν βασιλόπαιδα δῶρον, ἂν τοῦτο προσφερθῇ οὐχὶ ὡς προίξ, ἀλλὰ ὡς ἁπλῆ δωρεά, προσφερομένη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς τεκμήριον ἀγάπης τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοζάκης ἐπιμένει εἰς τὴν τροπολογίαν του;
§70ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὄχι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τί ἔγεινε, κύριε Πρόεδρε;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰκοδομῆς δημοσίου κτιρίου πρὸς ἐνοίκησιν τοῦ Διαδόχου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§75ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ δαπάνη, ἡ ὁριζομένη διὰ τοῦ ὑποβεβλημένου νομοσχεδίου, θὰ ἦναι ἀκριβὴς, διότι, ὡς ἐπληροφορήθην, οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ ἀρχιτέκτονος Τσίλλερ δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβεῖς, διπλασιαζομένης ἐνίοτε τῆς δαπάνης ἑνὸς οἰκοδομήματος. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι, ν’ αὐξήσωμεν τὴν δαπάνην, ἢ ὄχι;
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ ἀρκέσωσιν. Ἐσχάτως τὸ Δημόσιον ἐξετέλεσεν ἄλλην οἰκοδομὴν, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ τοῦ ἀρχιτέκτονος κ. Τσίλλερ σχεδιασθεῖσαν, ἀλλὰ σχεδιασθεῖσαν ὑπὸ ἑτέρου ξένου ἀρχιτέκτονος, τοῦ κ. Τρούμπ, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἐδαπανήθησαν πλείονα τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν τοσοῦτον ὀλιγώτερα, ὥστε ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεκρίθη ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ἀνακρίβειαν ἐπὶ πλέον κατὰ τοσοῦτον. Διαφορὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει ὑπῆρξεν ἡ κατακύρωσις τῆς ἐργολαβίας ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων. 25% τοῦ ἑνὸς τμήματος καὶ 26% τοῦ ἑτέρου, ἤδη δὲ συνεπληρώθη τὸ κτίριον καὶ πράγματι οὐδεμία ἐγένετο ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ τῆς κατακυρώσεως, ἢ ἴσως ἐλαχίστη, δυναμένη νὰ μειώσῃ ἀπὸ 25% εἰς 24% τὴν πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἐπὶ ἔλαττον διαφοράν. Τὸ μᾶλλον πρόσφατον ἄρα παράδειγμα δὲν μαρτυρεῖ ὑπέρβασιν προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον οἰκονομίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ θὰ ὑπάρξῃ τις οἰκονομία. Ὅπως δήποτε ὅμως θὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ὑπέρβασις, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπέρβασις, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ ἂν μὲν δὲν ἦναι ἀκριβὴς, διότι παρέστησε δαπάνας ἀνωτέρας τῶν πραγματικῶς ἀπαιτουμένων, τοῦτο δὲν εἶναι προτέρημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπικαλεῖται αὐτὸ ὡς προτέρημα καὶ τὸ παριστᾷ τοιοῦτον, ζητῶν διὰ τούτου νὰ ἀναγνωρίσητε ὡς ἀκριβεῖς τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς συνταχθέντας ὅτε ἐγένετο τὸ ἔργον. Ἀληθῶς ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς ἀκριβείας εἶναι ἐλάττωμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι καθιστᾷ εὔκολον τὴν καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἂν οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσωνται, παριστῶντες τὰς πραγματικὰς δαπάνας κατὰ 25% ἀνωτέρας ἀπὸ τὰς πράγματι ἀναγκαιούσας, τότε εἶναι εὔκολον διὰ τῆς δημοπρασίας νὰ μειοδοτῇ τις 4 ἢ 5 ἢ 6% ὀλιγώτερα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ θεωρῆται ἡ προσφορὰ αὐτοῦ συμφέρουσα καὶ νὰ ἐγκρίνωνται τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας καὶ νὰ παραχωρῆται ἡ ἐργολαβία, οὐχὶ κατὰ 25% ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον οὗτος ὑπερέβαινε τὰς ἀληθεῖς τιμὰς, ἀλλὰ μόνον κατὰ 5 ἢ 10% ὀλιγώτερον. Διὰ τοῦτο ἐγένετο λόγος παρ’ ἡμῶν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, καὶ ὑπεθέσαμεν, ὁμιλοῦντες περὶ τούτου, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ μηχανικοῦ ἐκείνου, ὅστις συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἤθελε καταδείξει εἰς αὐτὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἦναι ἀκριβὴς καὶ νὰ προϋπολογίζῃ τὰς δαπάνας, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγγύτερον πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλ’ ἡ ἀνωτέρω πλημμέλεια τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀναιρεῖ, ἐξ ἐναντίας καθιστᾷ εὐλόγους τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, διότι, ἂν διὰ τοῦ εἰρημένου προϋπολογισμοῦ παρεστήθησαν τότε αἱ δαπάναι κατὰ 25% ἀνώτεραι τῶν πραγματικῶν, εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθετον πλημμέλειαν, ἤτοι νὰ παριστᾷ τὰ δαπάνας κατὰ 25 ἢ 50% μικροτέρας τῶν πραγματικῶς δαπανηθησομένων, οὕτω δὲ δημιουργεῖται ἡ ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ πίστωσις συμπληρωτική. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν γεννᾶται εὐλόγως ὑπόνοια εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, μήπως ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐν γνώσει τῆς τοιαύτης διαφορᾶς τῆς δαπάνης καὶ ἐζητήθη πίστωσις μικροτέρα τῆς ἀπαιτουμένης, ἵνα μὴ ἐμποιήσῃ δυσάρεστον ἐντύπωσιν; Ἀλλὰ, ἂν τοιοῦτόν τι γίνηται, τοῦτο εἶναι ὑβριστικὸν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, διότι οἱ τοιοῦτόν τι διανοηθέντες βεβαίως ἐκλαμβάνουσι τὴν Βουλὴν ὡς Σῶμα, τὴν σοβαρότητα τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐμπαίξωσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε δίκαιον νὰ παρακαλέσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν μηχανικῶν περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μεγάρου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ μηχανικὸς, ὅστις συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν, ἀπέκτησε καὶ κἄποιαν φήμην διὰ τοιαύτην ἱκανότητα, διότι ὁσάκις ἐκλήθη νὰ συντάξῃ προϋπολογισμὸν, συνέταξεν αὐτὸν πάντοτε μικρότερον τοῦ πραγματικοῦ, καὶ πολλάκις ἐσταμάτησαν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἰδιῶται ἢ Ἑταιρίαι εἶχον ἐπιχειρήσει, διότι ἕνεκα τῶν τοιούτων προϋπολογισμῶν δὲν εἶχε γενῆ πρόβλεψις τοσούτων κεφαλαίων, ὅσα ἀπῃτήθησαν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν ἔργων τούτων. Ὁ λόγος οὗτος μάλιστα καθίστησιν ἔτι μᾶλλον ἀξίαν προσοχῆς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, καὶ ἀναγκάζει καὶ ἐμὲ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Βασιλικῆς χορηγίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κοκκέβης).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 206,571 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι κατετέθησαν συνημμένα ἔγγραφα καὶ πίναξ. Ταῦτα δὲν εἴδομεν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διανεμηθῶσιν. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῆς κατατάξεως τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν κεφαλαίῳ ἕκτῳ· τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐν τοῖς κεφαλαίοις τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἕβδομον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 8,386,333 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον τῆς ἕκτης Δεκεμβρίου 1888 συνομολογεῖται δάνειον 400,000 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 10,000,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον συμπεριελήφθη ἀκολούθως εἰς ἕτερον δάνειον. Τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη κυρίως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δύο δανείων τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων. Τώρα ἀντὶ τῶν 10,000,000 φράγκων πρόκειται νὰ πληρωθῶσι διὰ τὰ δάνεια ταῦτα μόνον 8,386,000 δραχμαὶ, περισσεύουσιν ἑπομένως περίπου 4,000,000 δραχμῶν· ἐπεθύμουν νὰ μάθω, εἰς ποῖον σκοπὸν θὰ χρησιμεύσῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο;
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει ἑτέρου νομοσχεδίου ἐξηγεῖται, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς παριστᾷ αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς, τουτέστι δὲν θὰ διατεθῇ τὸ δάνειον πρὸς ἀπότισιν κεφαλαίων μεγαλειτέρων, τὸ δάνειον θὰ διατεθῇ πρὸς ἀπότισιν κεφαλαίου ἴσου. Ἤδη πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον, δι’ οὗ θέλουσιν ἀποτιθῆ τὰ δύο προσωρινὰ δάνεια· τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι μεταλλικὸν, καὶ θέλουσιν ἀποτιθῆ πάλιν δι’ αὐτοῦ δάνεια μεταλλικὰ, διατεθέντα πρὸς ἀπότισιν ἑτέρων δανείων. Ἡ ἀπότισις τῶν δανείων τούτων, καὶ ἂν ἦσαν ταῦτα δάνεια τραπεζικῶν γραμματίων, ἀνεγράφη ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους ὡς γενομένη ἐν ἰσοτιμίᾳ μετάλλου καὶ γραμματίου, διότι, ὡς ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, περὶ τούτου δ’ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ἡ διαφορὰ τιμῆς τραπεζικῶν γραμματίων καὶ χρυσοῦ δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους. Ἐν τοῖς βιβλίοις ἄρα τοῦ Κράτους τὰ δάνεια εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐπὶ τῷ ποσῷ, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐξοφλοῦνται. Ἀλλὰ καὶ οὕτω γινομένου τοῦ καταλογισμοῦ, ὑπάρχει πάλιν διαφορά, διότι ἐντεῦθεν ποριζόμεθα 8,386,333, τὰ δὲ δάνεια τὰ ἐξοφλούμενα εἶναι 10,000,000 δρ. Ἡ ἐξήγησις τῶν διαφορῶν γίνεται ἐν ἐκθέσει περὶ ἄλλων προτάσεων, καὶ ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῶν προτάσεων ἐκείνων θέλομεν ἀναπτύξει καὶ τὰ τῶν διαφορῶν τούτων. Σχετίζεται δὲ τὸ ζήτημα πρὸς τὰ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν, διότι ἡ τελικὴ ἐξόφλησις δὲν γίνεται διὰ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν, ἀντικαθιστῶντος τό τε προσωρινὸν δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν, ὅπως καὶ τὸ ἕτερον προσωρινὸν δάνειον τῶν 10,200,000 φράγκων.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ δάνειον τῶν 30,000,000, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὡμίλησεν, ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ νομισματικὸν, φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν ἐσφαλμένην ἰδέαν, νὰ ἰσοτιμᾷ τὸν χρυσὸν μὲ τὸ χαρτονόμισμα. Ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μακρῶν, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω, ἀλλὰ καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σφαλερὸν τοῦ συστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον δεικνύει ἀποτελέσματα ὅλως ἀσύμφωνα πρὸς τὰ πράγματα. Ὅταν ὑποβληθῇ ἡ ῥηθεῖσα ἔκθεσις περὶ τοῦ δανείου τῶν 30,000,000, ἴσως τότε συζητήσωμεν καὶ πάλιν τὸ ζήτημα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 507,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2ον μοὶ ἐνθυμίζει τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἐζητήσαμεν νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χάριν τάξεως, αἱ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἔκτακτοι πιστώσεις. Τὸ κύριον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο τότε, ὅτι ἠθέλομεν οὕτω ψηφίσει δὶς τὰς αὐτὰς πιστώσεις. Ἐνταῦθα, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 1ον, ψηφίζομεν ὅλην τὴν πίστωσιν· ἐὰν δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 2ου ἐγκρίνωμεν καὶ τὸ Διάταγμα, δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ψηφίζομεν δὶς τὴν αὐτὴν πίστωσιν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ ἦναι συνεπής, πρέπει νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ἄρθρον 2ον, νὰ συντάξῃ δὲ τὸ ἄρθρον 1ον κατὰ τρόπον, ἐγκρίνοντα τὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγκριθεῖσαν πίστωσιν.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· πρόκειται ἁπλῶς περὶ τύπου ἐγκρίσεως. Ὁ τύπος οὗτος ἀπεδείχθη ὀρθὸς καὶ διαφορὰ οὐδεμία ὑπάρχει, ἡ δ’ ἐγγραφὴ γενήσεται ἑνιαία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δρ. 200,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς ὑπέβαλον ἀμέσως.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἄλλη κατάστασις δὲν ὑπεβλήθη.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κατάστασις ἐκείνη, εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι θὰ βραδύνῃ, διότι ἐδέησε νὰ ζητηθῇ παρὰ πάντων τῶν συνταγμάτων σημείωσις περὶ τῶν ἀπολυθησομένων ἀνδρῶν ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀσκήσεων. Εἶπον ὅμως, ὅτι αἱ ἀπολύσεις δὲν θὰ ἦναι ἐπαισθηταὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς δυνάμεως, θὰ ἦναι ἀτομικαὶ καὶ σπάνιαι, ἀφοῦ οὔτε κλάσις, οὔτε κατηγορία τις ἀπολύεται· αἱ μειώσεις δυνάμεως θὰ προέλθωσιν ἐκ θανάτων, ἐξ ἀδειῶν, ἐξ λιποταξιῶν, τουτέστιν, ἐκ περιπτώσεων τυχαίων, ἐξ ὧν κατὰ ποσοστὸν ἐλάχιστον ἐπηρεάζεται τὸ ὅλον.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἄλλην πληροφορίαν νομίζω ἀναγκαίαν. Βεβαίως 200,000 δραχμῶν προσδιωρίσθησαν κατόπιν ἑνὸς προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τῶν δαπανῶν θὰ ἦναι καλὸν νὰ ὑποβληθῇ, ἢ τοὐλάχιστον ἡ βάσις.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς ἔκθεσις δύναται νὰ ὑποβληθῇ, ἀλλ’ ὡς εἰδίκευσις τῆς πιστώσεως κατ’ ἄρθρα δὲν πρέπει νὰ συνοδεύσῃ αὐτήν, ἵνα μὴ δεσμεύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν διαθέσεως τῆς πιστώσεως κατὰ τὰς ἀνάγκας. Τῶν ἀναγκῶν τούτων πρέπει νὰ ἔχῃ γενικήν τινα ἰδέαν ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὴν πίστωσιν, δὲν εἶναι ὅμως συμφέρουσα ἡ εἰδίκευσις τῶν πιστώσεων, ὅπως ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ, διότι θὰ παρακωλύῃ αὕτη τὴν ἐφαρμογήν.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐνόουν τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν φανῇ, ὅτι μετὰ δύο συνεδριάσεις θὰ κλείσῃ ἡ Σύνοδος καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον καιρός· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μένει ἀρκετὸς χρόνος, ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἂν ἀναβληθῇ ἐπὶ δύο ἡμέρας.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως δὲν ἦναι τυπωμένα τὰ ὑποβληθέντα, ἀναβάλλομεν τὴν συζήτησιν ἐκείνην.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ σοβαρώτερον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη θὰ ἀσωτευθῇ χωρὶς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιρήσεως).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως δραχμῶν 95,182 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ζητούμεναι πιστώσεις ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας παρῳχημένων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ἀπαιτηταὶ δικαστικῶς. Διὰ τὰς τοιαύτας δαπάνας εἶναι ἀνάγκη νὰ προσάγηται ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὁ ὁποῖος νὰ διαλαμβάνῃ τὸ ὄνομα τοῦ δικαιούχου, τὸ ἀρχικὸν ποσὸν, τὸν τόκον καὶ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἀπορῶ, πῶς δὲν συνοδεύονται ὑπὸ τοιούτου καταλόγου, καὶ παρακαλῶ, πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ εἰς δευτέραν συζήτησιν, νὰ ὑποβληθῇ ὁ κατάλογος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦνται αὐτά.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι τυποῦνται, εἶναι ἀσφαλιστική. Τὸ Προεδρεῖον ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ ἕτοιμα.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ πίναξ, ὁ ἀναφερόμενος εἰς ἓν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου 1,200,000 λιρῶν, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ τυπωθῇ ἐγκαίρως καὶ αὐτός.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ὁ φάκελλος ὑποβεβλημένος.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς τὴν πίστωσιν δι’ ἐνοίκια τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας σχετίζεται φάκελλος ὀγκώδης. Ἡ ὀφειλὴ ἀποῤῥέει ἐκ ματαιωθείσης ἀγορᾶς οἰκίας, περὶ ἧς εἶχε ψηφισθῆ νόμος. Ἡ ἀγορὰ τῆς οἰκίας, κατεχομένης ὑπὸ τῆς Πρεσβείας, ἐπήνεγκε τὴν παῦσιν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνοικίων· ἤδη ὅμως, ματαιωθείσης τῆς ἀγορᾶς, ἀντικαθιστῶσι τὰ καθυστεροῦντα ἐνοίκια, τὸ τίμημα τῆς ἀγορᾶς. Πάντα ταῦτα ἐξηλέγχθησαν, καθωρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν.
§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαστικῶς;
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ὡς δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις, κατὰ τὰ νενομισμένα.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι εἰς τὸ ἴδιον κεφάλαιον.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ δαπάνη ἐν τῷ κεφαλαίῳ «δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις», οὐχὶ ὅμως δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς καταγνωσθεῖσα, ἀλλὰ κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων ἀναγνωρισθεῖσα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως)
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, τῶν ἐξετασάντων τὴν ὑπόθεσιν, παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, τί περιλαμβάνεται ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν, ἀλλ’ εἶναι κατατεθειμένος ὀγκώδης φάκελλος, καὶ ὑποθέτω, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὴν ἔκθεσιν, διότι εἶναι αὕτη ἔγγραφον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δὲν εὐκολύνει παντάπασιν ἡμᾶς, τὸ νὰ ἦναι ὁ φάκελλος εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς δὲ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τίποτε.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὸς περισσοτέραν πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, προστίθημι, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸν κύριον τῆς οἰκίας, ἐκρατεῖτο ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου διετάχθη ἡ ἀγορὰ, ἀπὸ τῆς μισθοδοσίας τοῦ Πρέσβεως.
§114ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ἐγένετο λόγος τις, οὔτε ἦτο ἀναγκαία ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε. Ἄλλην πληροφορίαν ζητοῦμεν ἡμεῖς, νὰ ἴδωμεν τὸν λογαριασμὸν, ὡς ἐξεκαθάρισαν αὐτὸν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ κλητῆρος ἐν τῷ Ἰατροσυνεδρίῳ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὰ περαιτέρω διὰ τὴν αὔριον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 45′ μ.μ.