1889.03.07
1,857 rows · 14,498 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Τῆς 7 Μαρτίου 1889.
(Τρίτη).
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων οἱ κάτοικοι παραχειμάζουσι κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἀρκτικὴν καὶ μεσημβρινὴν παραλίαν τῶν Πατρῶν, κατὰ τὸ διάστημα δὲ ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἀπουσιάζουσι, τὰ χωρία αὐτῶν μένουσιν ἄνευ κατοίκων, ἀφίνουσι δὲ φύλακας, τοὺς ὁποίους μισθοδοτοῦσιν οἱ ἴδιοι καὶ φυλάττουσι τὰς οἰκίας των. Χθὲς μοὶ ἀπεστάλη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκει). Τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα φέρει ἐννενήκοντα περίπου ὑπογραφὰς τῶν κατοίκων τῶν παθόντων χωρίων. Καὶ φαίνονται μὲν ταῦτα ἐκ πρώτης ὄψεως ἥκιστα πιθανὰ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ τὰ χαρακτηρίσω, ὡς ἀκριβῆ, διότι ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω, πῶς ἔχει σήμερον ἡ διοίκησις. Ὁπωσδήποτε θὰ παρακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους κυρίους Ὑπουργοὺς, τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται τὸ τηλεγράφημα, νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν καὶ τί ἐνήργησαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἂν ἔλαβον πληροφορίας σχετικάς.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦ τηλεγραφήματος ἐλάβομεν γνῶσιν προχθὲς καὶ εὐθὺς ἐδώσαμεν διαταγὰς πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, ὅπως πληροφορήσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν ἐν αὐτῷ, διότι βεβαίως, ἂν ἐγένοντο τὰ καταγγελλόμενα, πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος εἰς τὰς ἀποθήκας πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, εἰμὴ μόνον ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ τῶν φυλάκων, τῶν παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν διορισθέντων, ἐὰν δὲ αἱ Ἀρχαὶ δώσωσι συνδρομὴν, ἵνα γένηται ἐξέτασις ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ τῶν φυλάκων, εἶναι καὶ αὐταὶ τιμωρητέαι. Πρὶν ὅμως λάβωμεν πληροφορίας, οὐδὲν δύναμαι νὰ ἐνεργήσω, καὶ οὐδὲν δύναμαι νὰ καθορίσω περὶ τῶν ἐνεργηθησομένων. Ὅταν ληφθῶσιν αἱ πληροφορίαι καὶ ἀποδειχθῶσι τυχὸν τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀκριβῆ, θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
§4ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θ’ ἀπαντήσῃ;
§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅ,τι ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔμαθον καὶ ἐγώ. Παρήγγειλα τὸν κ. Εἰσαγγελέα Πατρῶν, νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐν τῷ Τηλεγραφείῳ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ καὶ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων, καὶ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του.
§6ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῇ ἀνακριτὴς ἐπιτοπίως.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ληξάσης τακτικῆς Συνόδου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν λεπτομερῆ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχοντος ὑλικοῦ, καὶ σημείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατεβλήθη εἰς ἀγορὰν ἑκάστου τῶν εἰδῶν τοῦ ὑλικοῦ τούτου. Ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν κατετέθη ἡ σημείωσις αὕτη, ὑπομιμνήσκω τὴν αἴτησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Παρακαλῶ προσέτι αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τὰ κατασκευαζόμενα ἐν Γαλλίᾳ πλοῖα θὰ ἦναι πλήρη ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, ἤτοι καθ’ ὅλα ἕτοιμα, ὡς ἐὰν ἦσαν πρὸς μάχην, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης ἐκ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχοντος ὑλικοῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει θέλει προστεθῆ εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα ὑλικὸν ἐκ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχοντος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ποῖα ἐκ τῶν ὑλικῶν, τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου, θέλουσι παρασχεθῆ πρὸς πλήρη καταρτισμὸν τῶν πλοίων, καὶ ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ὑλικοῦ τούτου.
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θέλω καταθέσει τὰς καταστάσεις καὶ δώσει τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Αἱ ἐργασίαι πρὸς τελειοποίησιν τοῦ σχεδίου, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν τοῖς λεκανοπεδίοις τῆς κάτω Μεσσηνίας, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι χωροῦσιν ἀρκετὰ καλῶς, ἀλλὰ δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχήν της ἡ ὁμὰς τῶν Μηχανικῶν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει πρωτίστως. Ἰδοὺ, τὴν στιγμὴν ταύτην μανθάνω διὰ τηλεγραφήματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένοι οἱ ἐγκριτώτεροι κάτοικοι τοῦ δήμου Θουρίας, ὅτι «πλημμύρα διὰ τῆς θέσεως Γύρας κατέκλυσε τὴν πεδιάδα καὶ τὸ πλεῖστον τῶν σταφιδαμπέλων ἐν Καλάμαις». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, ὅπως τοῦτο παραστήσῃ πρὸς τοὺς κυρίους Μηχανικοὺς, νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς προλήψεως τῶν πλημμυρῶν, διότι δυστυχῶς κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον καὶ συνεχῶς καὶ τὸν Ἀπρίλιον συμβαίνουσι τοιαῦται πλημμύραι, ὥστε κατακλύζουσι τὰς σταφιδαμπέλους. Ἐκ τούτου προέρχεται ἡ ζημία, ὅτι δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των ἐκεῖ, κινδυνεύει δὲ ὅλη ἡ πεδιὰς, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ν’ ἀπολεσθῇ, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ὑποκύπτουσα εἰς σῆψιν. Ὥστε καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των οἱ ἁρμόδιοι Μηχανικοὶ, καὶ νὰ προλάβωσιν, εἰ δυνατὸν, διὰ τῆς κατασκευῆς ἑνὸς τείχους τὰς πλημμύρας εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τῆς θέσεως Γύρας τοῦ ποταμοῦ Παμίσου δὲν παρέρχεται Σύνοδος τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν νὰ μὴ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δι’ ἑνὸς τείχους παρεμποδίσῃ τὴν πλημμύραν εἰς τὰ κτήματα τῶν συμπολιτῶν μου. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε, τῇ παρακλήσει μου, ἐπροθυμοποιήθη, ἀλλὰ δυστυχῶς κατεσκεύασε ξηρόλιθον, ὅστις ἐκόστισε 4,000 δραχμῶν. Διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ τὸ Δημόσιον καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἐζημιώθησαν, διότι, ἂν ἔκαμνε τεῖχος στερεὸν, δὲν θ’ ἀπῃτοῦντο διὰ τοῦτο, παρὰ μόνον δέκα χιλιάδες δραχμῶν, καὶ οὕτω διὰ πολλὰ ἔτη θὰ ἦτο ἐξησφαλισμένη ἡ περιουσία τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον θὰ ἐκάλυπτε τὴν δαπάνην, ἀλλὰ θ’ ἀπελάμβανε διπλάσιον καὶ τριπλάσιον φόρον. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ἐντονώτερον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις κρατήσῃ ὀλίγα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύει ἀνωφελῶς ἀλλαχοῦ, διὰ τὴν θέσιν Γύραν. Ἐκ τούτου οὐδεὶς θέλει ὠφεληθῆ πολιτικῶς, ἂν διὰ τοῦτο πιστεύῃ, ὅτι κάμνομεν τὴν ἐπερώτησιν, ἡ Κυβέρνησις, ἢ μόνον τὸν Δημόσιον, διὰ τὸ ὁποῖον τοσούτους καὶ τηλικούτους ὑπέστη οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ μεταβολὰς πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἰσοζυγίου. Δὲν εἶναι ἄσκοπον, φρονῶ, ὁμιλῶν περὶ τῆς θέσεως Γύρας, μέρους τοῦ ὅλου ποταμοῦ Παμίσου, νὰ γενικεύσω περὶ αὐτοῦ τὴν ὁμιλίαν μου. Διὰ τὴν διοχέτευσιν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἔχει ψηφισθῆ νόμος, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε, ὡς μανθάνω, ἐκεῖ ὑπαλλήλους, ὅπως ἄρξωνται ἐργασιῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀπὸ ποῖον Ταμεῖον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι πληρόνονται καὶ τί ἕκαστος λαμβάνει; διότι φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς, δὲν ἔδωκεν τόσους καρποὺς, ὥστε ἐκ τοῦ συναχθέντος ποσοῦ νὰ πληρόνωνται οἱ ὑπάλληλοι· καὶ ἐπειδὴ τοῦτο φρονῶ, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ ἐργασία, δίδω γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς σκέπτηται νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο, νὰ προϋπολογίσῃ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, καὶ νὰ δανεισθῇ, παρέχουσα ὡς ἐγγύησιν τὸν ἴδιον φόρον.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1887 ἐσπράττει τὸν φόρον καὶ ἔχει χρήματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ τὴν ὑποστηρίζητε· ἄλλως αὐτὴ δύναται καὶ μόνη νὰ ἀμυνθῇ. Ἀφοῦ ὅμως ἀνελάβετε τὴν ὑπεράσπισιν, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τί εἰσεπράχθη.
§13ΤΖΑΝΕΣ. Δὲ εἶμαι Ὑπουργὸς ἐγώ.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε διατὶ μὲ διακόπτετε, ἀφοῦ δὲν ἔχετε τίποτε σοβαρὸν νὰ εἴπητε; Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ τὸ ἰσοζύγιον ἐπραγματοποιήθη, ἀφοῦ καὶ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἑδραιώθη καὶ ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ δανείζηται, νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν δανείου, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἔργου καὶ οὕτω, ἀποκαθισταμένης τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, τὸ Δημόσιον θ’ αὐξήσῃ τὰς προόδους του.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Ὅτε ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐταξείδευεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐγὼ ἐντεῦθεν ἠρώτων τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραττομένων χρημάτων, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ ἠρώτων τὴν Κυβέρνησιν συνάμα, πῶς μεταχειρίζεται τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι τὰ μεταχειρίζεται εἰς πληρωμὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδιογράματος, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως εἶναι μέγα, διότι πρόκειται περὶ εὑρύνσεως τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἀναγομένου εἰς κατάστασιν νὰ δέχηται εἰσπλοὰς πλοίων μικρῶν. Εἶμαι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ καὶ ἔχει τέσσαρας Μηχανικούς, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν των πρὸς τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγεται Γύρα, ἐκεῖ, ὅθεν ἡ πλημμύρα εἰσβάλλει εἰς τὰ κτήματα. Βλέπετε, ὅτι εἶναι ἔκτακτος περίστασις, περὶ τῆς ὁποίας ἐτηλεγράφησαν οἱ κάτοικοι Θουρίας πρὸς ἐμὲ, πρὸς τὸν κ. Πεῤῥωτὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Κάρτσωναν.
§16ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον τίποτε.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ τι κακὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι ἐκεῖνοι θὰ ἐτηλεγράφουν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι πρῶτος ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν. Διὰ τοῦτο ὑπερηφανεύομαι, καὶ θὰ ἦμαι εὐγνώμων, καὶ ὄχι μόνον ἐκ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης πρὸς τὸ ὄνομα ἐκδηλώσεως. Καὶ ἂν δὲν ἤμην ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, καὶ ἂν ἰδιωτεύω, δὲν θὰ παύσω νὰ ἐνθυμῶμαι, τί ὀφείλω πρὸς αὐτὴν, δὲν θὰ παύσω νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου. Κάμνω δὲ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Τζάνεν, ὅτι, καὶ ἐνῷ ἤμην εἰς Κωνσταντινούπολιν δι’ ὑποθέσεις οἰκογενειακὰς, δὲν ἔπαυσα, οὐδ’ ἐκεῖθεν μεριμνῶν περὶ τῶν ἀφορωσῶν τὸν νομὸν Μεσσηνίας ὑποθέσεων. Ἐὰν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Τζάνες νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῶν συναδέλφων του, δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει, ὅπως ὡμίλησε, διότι ἤθελεν ἴδει μὲ πόσην ἐπιμέλειαν καὶ προσοχὴν παρακολουθῶ ὄχι μόνον τῶν Καλαμῶν τὰς ὑποθέσεις, ὡς ἔχω καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ὅπου δύναμαι νὰ φθάσω· ἀγνοεῖ φαίνεται ὁ κ. Τζάνες, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι μόνον ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ, ὅστις τὸν ἐξέλεξε, καὶ ὑποχρεωμένος δι’ αὐτὸν νὰ μεριμνᾷ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸ Κράτος· λοιπὸν, ἐὰν μετέβην εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἶχον ὅμως καὶ τὸν καιρὸν νὰ μεριμνῶ περὶ τοῦ νομοῦ, οὗ τυγχάνω ἀντιπρόσωπος. Δὲν ἐνεργῶ, ὡς ὑμεῖς, δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ὢν κυβερνητικὸς, διὰ νὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, χάριν ἐπιδείξεως, ἀλλὰ μεταβαίνω ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, μάλιστα εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, καὶ μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος ὑποδεικνύω τὰς γενικὰς ἀνάγκας, ἔργων κοινωφελῶν, δὲν ἐμποδίζομαι διόλου νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὸν τόπον. Καὶ ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰς παραστάσεις μου, ἠξεύρει, ὅτι ὄχι ἐμὲ ὑπηρετεῖ, ἀλλ’ ἑαυτό· διότι τὸν κ. Τρικούπην θὰ ἐπαινέσουν οἱ Μεσσήνιοι, ἐὰν ἐπιτευχθῶσιν ἔργα γενικὰ, δὲν γνωρίζουσι δὲ, τίς συνέστησεν, ἐγὼ ἢ σεῖς, ἢ μόνη ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὰς ἀνάγκας, διότι δὲν ἀναβαίνω ἐντεῦθεν νὰ παραστήσω πρόσωπον δημαγωγοῦ εἰς τὸν τόπον μου. Ἐξ εἰλικρινείας κάμνω τὰς παραστάσεις μου, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οὓς ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ προκαλέσω, παρακαλῶ νὰ ὁμολογήσουν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Τζάνες ὡμίλησεν, ὅπως ὡμίλησε.
§19ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐν γένει ὑδραυλικῶν ἔργων, πρόκειται μόνον περὶ ὡρισμένης θέσεως, περὶ τῆς ὁποίας πέρυσιν ἔλεγεν ὁ Μηχανικὸς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὸν χείμαῤῥον. Τώρα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν χρειάζονται παρὰ 10,000 δραχμῶν, καὶ ταύτας ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραχθέντα.
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀποξηράνσεως, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχε μεριμνήσει ἰδιαιτέρως περὶ ἀποξηράνσεως καὶ τῶν λιμνῶν τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, καὶ ὅτι εἶχεν ἀποστείλει πρὸς τοῦτο Μηχανικοὺς ἐκεῖ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν πραγματικῶς μετέβησαν οἱ μηχανικοὶ, καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν μελετῶν αὐτῶν.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ μηχανικοὶ δὲν μετέβησαν ἀκόμη ἐκεῖ, ἀλλὰ πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐργασίας φροντὶς κατεβλήθη καὶ ἤδη προσελήφθη ἐπὶ τούτῳ, διότι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ, πρόσθετος Μηχανικὸς ὑδραυλικὸς Γάλλος, ὅστις ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Κελλενὲκ μεταβήσεται ἐπὶ τόπου, ὅπως διαγράψῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀποξηράνσεως.
§22Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα προηγούμενα σχέδια.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλα αὐτὰ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας δὲν εἶναι μόνον ἡ λίμνη Τάκας.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ ὅλων γίνεται φροντίς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Μόσχας Ἰωάννης Πετρὼφ προσφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίτυπον Ἄτλαντος τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, λέγει δὲ, ὅτι ἀνεφέρθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν 13ην Φεβρουαρίου 1888, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔφερεν ἀπόφασιν. Ἐζήτει τότε βοήθημα 8,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκρινεν ἡ Βουλή.
§27Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγνοὺς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Union Banque, εὗρον ἐν αὐτῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν αὐτῇ ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ νόμου, περιέλαβε διατάξεις, μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐν τῇ 13ῃ παραγράφῳ λ. χ. τῆς συμβάσεως παρατηρῶ, ὅτι «ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται ἐπὶ ἓξ ἔτη νὰ μὴ πωλῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ γραμμάτια τῶν παλαιῶν αὐτῆς λαχείων·» ἀλλὰ κατὰ τὴν 3ην παράγραφον τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ ψηφισθέντος νόμου «ἀπαγορεύεται κτλ.» Ἑπομένως κυροῦται τὸ Β. Διάταγμα τῆς 19ης Νοεμβρίου 1864 καὶ καθίσταται νόμος. Τὸ Διάταγμα δ’ ἐκεῖνο προβλέπει τὴν πώλησιν γραμματίων καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, περιλαβοῦσα ἐν τῇ συμβάσει διάταξιν ἀπαγορευτικὴν τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πωλήσεως γραμματίων, ὑπερέβη τὴν ἐντολὴν αὐτῆς, καὶ τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως. Καὶ ἄλλας τοιαύτας ὑπερβάσεις ἠδυνάμην νὰ παρουσιάσω, ἀλλ’ ὡς παρατηρῶ ἐκ τηλεγραφήματος, δημοσιευθέντος σήμερον, ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται ἡ κυκλοφορία ὁμολογιῶν λαχειοφόρων δανείων ξένων Κρατῶν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καθίσταται περιττὴ πλέον ἡ περαιτέρω ἔρευνα. Οὐχ ἧττον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τῶν ὑπερβασιῶν, ἃς παρέλιπε ν’ ἀνακοινώσῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι, οὐδὲ δύναμαι νὰ εἴπω τι, διότι τὰς ἀγνοῶ· ἐὰν ὅμως ἦναι ὅμοιαι πρὸς τὴν ὑπερβασίαν, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον, καὶ πάλιν περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, διότι βεβαίως ὑπερβασία δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεγνώρισεν αὐτήν. Κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελε πραγματοποιήσει τὸ λαχειοφόρον δάνειον περὶ μὴ ἐκδόσεως ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἑτέρου λαχείου, εἰμὴ ἐκείνου, περὶ οὗ προϋπῆρχε ἐκδεδομένη ἄδεια· τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο ἐκ συμφώνου πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Αὕτη περιώρισε τὸ λαχεῖον ἐκεῖνο εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, παραιτηθεῖσα τοῦ δικαιώματος τῆς κυκλοφορίας αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ δάνειον καὶ νὰ κυκλοφορήσῃ αὐτὸ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία σήμερον δηλοῖ, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κυκλοφορίας, ἀρκουμένη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς εἶναι πάντη σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἥτις, σχετικῶς πρὸς τὴν ξένην Ἑταιρίαν, μεθ’ ἧς θὰ συνηλλάσσετο ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου, καθώριζε τὰ τῆς ἐπιτρεπομένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν πραγματοποιήσεως λαχείου. Ἀπέναντι τῆς ξένης Ἑταιρίας δὲν ἐξερχόμεθα τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων· ἀπέναντι τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δὲν ἐξερχόμεθα αὐτῶν, διότι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία διὰ τοῦ περὶ λαχείων νόμου, διατηρουμένου ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐπιτρέπουσα τὰ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας λαχεῖα, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἑταιρίαν εἰς ἔκδοσιν αὐτῶν. Τῆς ἀδείας ταύτης ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δηλοῖ, ὅτι θὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐν μόνῳ τῷ ἐσωτερικῷ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ὅπως ποιήσηται χρῆσιν τῆς ἀδείας καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅταν ἡ τοιαύτη χρῆσις θὰ τὴν ἔβλαπτε, παρεμποδίζουσα τὴν νομὴν κέρδους ἐξ ἑτέρου λαχείου, κέρδους ἱκανῶς σημαντικοῦ, ὥστε ν’ ἀντισηκώσῃ πᾶσαν ἐκ τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς κυκλοφορίας τοῦ παλαιοτέρου δανείου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζημίαν.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου δὲν ἦτο σπουδαία, πολλὰ ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· πρόκειται περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὅστις περιέλαβεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τοῦ νὰ διατηρήσῃ ἀκέραιον τὸ λαχεῖον, τὸ ἐπιτραπὲν δυνάμει Διατάγματος τοῦ 1884, καθιερώσας ὡς νόμον τοῦ Κράτους αὐτὸ τὸ Διάταγμα καὶ τὰς διατάξεις του. Τὸ ζήτημα δὲ γεννᾶται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου: ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις, συμβαλλομένη, ἢ ἔστω καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐτέθησαν οἱ ὅροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Union Bank, ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ ἕτερον ὅρον, ἐπωφελῆ διὰ τὴν Union Bank; αὐτὸ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, διότι ἐκ τοῦ, ὅτι ἀναγκάζεται διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, νὰ περιορίσῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων τοῦ δανείου τοῦ 1874, λαμβάνει χώραν περιορισμὸς τοῦ συναγωνισμοῦ πρὸς τὰ ἕτερα γραμμάτια, τὰ λαχειοφόρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκδοθῆ δυνάμει τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου. Ἐκ τούτου προσπορίζεται ἡ Τράπεζα, πρὸς ἣν συνεβλήθη ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, νέον κέρδος καὶ νέας ὠφελείας, διότι καθίσταται οὕτω πως διὰ τῆς συμβάσεως ἓν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον δὲν προέβλεψεν ὁ νόμος καὶ τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὑπερβασίαν διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν. Δύναται νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας θὰ ἐπικυρώσῃ τοὺς λόγους του,—ὅτι ἠθέλησεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ παραιτηθῇ τοῦ προνομίου. Ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν ὁ νόμος, οὐδὲ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ ἓν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτρεψεν ὁ νόμος. Τοιαῦται παραβάσεις ὑπάρχουσι πλεῖσται· βεβαίως δὲν εἶναι ἤδη στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτάς, διότι, εὐτυχῶς, πληροφορούμεθα ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων, ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ κυκλοφορία τοῦ δανείου ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ τότε ἐπέρχεται ἡ ῥήτρα τοῦ δανείου ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Union Bank. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη διὰ τῶν τηλεγραφημάτων εἰς Ἀθήνας, ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθές, ἐννοοῦμεν νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ πρὸς τοῦτο ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς συμφωνίας.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶχε δικαιώματα ἐκ προϋπάρχοντος νόμου. Καὶ ἂν διὰ μόνης τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων ἐπετυγχάνετο ἡ πραγματοποίησις τοῦ λαχειοφόρου δανείου, δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη, ἵνα ἀποταθῇ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν, αἰτοῦσα τὴν ψήφισιν νέου νόμου· ἀλλὰ θὰ συνωμολόγει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία μετὰ ξένης Τραπέζης πᾶν, ὅ,τι εἰς αὐτὴν συνέφερεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ κειμένου νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως πρὸς συνομολόγησιν τοῦ λαχειοφόρου δανείου δὲν ἐπήρκεσαν αἱ ἐκ τοῦ κειμένου νόμου ἐπιτρεπόμεναι τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ παραχωρήσεις, ἀπῃτοῦντο δὲ παρ’ αὐτῆς παραχωρήσεις ἄλλαι καὶ προσέτι ἡ σύμπραξις τοῦ Δημοσίου, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Βουλήν, ζητήσαντες διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅ,τι ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῇ προηγουμένῃ ἀδείᾳ. Περὶ ὅσων ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπῆρχε προηγουμένη ἄδεια, διότι οἱ κείμενοι νόμοι ἐπέτρεπον εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ, ἢ νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ λαχεῖον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὴν ἄδειαν δὲ ταύτην ἐπεφύλαξεν ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὁ νόμος, δι’ οὗ, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεξετάθη ἡ περιφέρεια τῶν ἐπιτρεπομένων τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ διὰ τῆς τέως κειμένης περὶ λαχείων νομοθεσίας. Πρὸς τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, δέον νὰ συνδυασθῇ καὶ πᾶσα ἡ τέως κειμένη νομοθεσία, ἡ μὴ καταργηθεῖσα διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, εἴτε διὰ ῥητῆς ἐπιφυλάξεως τῶν διατάξεων τοῦ τέως κειμένου νόμου, εἴτε καὶ ἄνευ ῥητῆς μνείας τῶν διατάξεων ἐκείνων. Περὶ τοῦ δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐγένετο ἡ ἐπιφύλαξις ῥητή. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου, ὧν ἐπεφυλάχθη ἡ ἰσχύς, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἡ διάθεσις τῶν τοῦ λαχείου, ὡς ἂν βούληται· ἡ ἐπιφύλαξις ἄρα, ἡ ἐν τῷ νόμῳ, τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ προϋπάρχοντος περὶ τὰ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διετήρησεν ὑπὲρ ταύτης καὶ τὸ δικαίωμα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ λαχείου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς μὴ χρησιμοποιήσεως τῆς ἀδείας. Τοῦ τελευταίου τούτου δικαιώματος ἐποιήσατο χρῆσιν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, αὕτη δὲ εἶναι ἡ ὑπερβασία, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ, ἐλθὼν εἰς συνδρομὴν, ἵνα ἐξαγάγῃ αὐτὸν τῆς δυσχερείας, παριστᾷ ἤδη περιττὴν τὴν συζήτησιν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν, προέβλεπε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, θ’ ἀπεῖχεν ἐξ ὑπαρχῆς, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ, πείθεται δὲ ἤδη, ὅτι εἰς μάτην ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Ἤδη θέλουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μάθωσι, πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ λαχειοφόρου δανείου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Αὐστριακὴν σχέδιον νόμου, ἀπαγορεῦον τῶν ξένων λαχειοφόρων δανείων τὴν κυκλοφορίαν ἐν τῷ Αὐστριακῷ διαμερίσματι τῆς Αὐστροουγγαρίας. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐὰν τοιοῦτος νόμος ψηφισθῇ πρὸ τῆς 19 Μαρτίου, εἶναι ἀπηλλαγμένοι πάσης ὑποχρεώσεως οἱ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου συναλλαχθέντες. Θὰ προφθάσωσιν αἱ Αὐστριακαὶ Βουλαὶ νὰ ψηφίσωσι τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον; Τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον· δὲν ἠξεύρω, πῶς διεξάγονται ἐκεῖ τὰ τῶν συζητήσεων, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, ἐὰν οὐχὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς καὶ παρ’ ἡμῖν λόγους, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι δυσχερὲς νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἐν ταῖς δύο Βουλαῖς, νὰ κυρωθῇ, καὶ νὰ καταρτισθῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων δώδεκα ἡμερῶν, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀδύνατον. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν μέχρι τῆς 19 τοῦ μηνὸς τούτου θὰ ἦναι ἐψηφισμένος ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως, ἂν θ’ ἀπαλλαχθῇ ἡ Τράπεζα Union Bank τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ τῆς συμβάσεως. Ἀπετάθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Αὐστριακὴν, παρατηροῦσα, ὅτι δὲν φαίνεται ἐντελῶς πρέπουσα ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου ἄνευ διατάξεως, ἐπιφυλαττούσης τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τουτέστιν ἄνευ διατάξεως καθοριζούσης, ὅτι ὁ νόμος δὲν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἡ Αὐστροουγγρικὴ Κυβέρνησις ἐφάνη διατεθειμένη, ὅπως εἰσακούσῃ τὴν τοιαύτην ἡμῶν παρατήρησιν, εὑροῦσα αὐτὴν ὀρθὴν, καὶ ὑπεσχέθη τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τοῦ Αὐστροουγγρικοῦ Κράτους νὰ συστήσῃ τὴν ἔνστασιν ἡμῶν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Αὐστρίας. Ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Αὐστρίας καὶ αἱ Αὐστριακαὶ Βουλαὶ εἶναι ἐντελῶς αὐτοτελεῖς, καὶ δὲν εἶναι βέβαιον, εἶναι μάλιστα οὐχὶ καὶ πολὺ πιθανὸν, ὅτι θέλουσι δεχθῆ τὴν τροπολογίαν. Ἑπομένως, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς νόμος θὰ ψηφισθῇ ἄνευ τροπολογίας, ἐπιφυλασσούσης τὰ κεκτημένα δικαιώματα, ἄνευ τροπολογίας περὶ μὴ ὀπισθενεργείας τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν, τουλάχιστον δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς 19 Μαρτίου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπαλλάσσεται ἡ Union Bank τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς περὶ τοῦ δανείου. Ἐὰν ἡ ψήφισις ἐπέλθῃ μετὰ τὴν 19 Μαρτίου, αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου μένουσιν ἀκέραιαι.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μετὰ τῆς ἐν Βιέννῃ Τραπέζης, θὰ πραγματοποιηθῇ, ἢ ὄχι, νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐγείρων τὴν συζήτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἀκυροῦται ῥητὴ διάταξις τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ψηφίσασα νόμους περὶ λαχειοφόρου δανείου, ἐνόησε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν πλειότερα μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σκοπῶν αὐτῆς, οὐδόλως δὲ ἐφρόνει νὰ τῇ ἀφαιρέσῃ, ἢ ἐλαττώσῃ, ὅσα οἱ προηγούμενοι νόμοι ἐχορήγουν πρὸς αὐτὴν, ἀπ’ ἐναντίας ἠθέλησε νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, καθ’ ἣν ἐπεφυλάσσετο εἰς αὐτὴν ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐκδόσεως τοῦ λαχείου, τὸ ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι τῇ εἶχον ἐπιτρέψει. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι ὁ ἐκ τοῦ λαχείου τούτου πόρος θὰ ἦναι μικρός· ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλει ἴσως εἰσπράττει τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ποσότητος, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ψηφισθείσης συμβάσεως. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἠδύνατο, ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι ἐκ τοῦ προϋπάρχοντος λαχείου δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἔχῃ ἀρκετὰς ὠφελείας, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλοτριώσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως, τουτέστι νὰ καταργήσῃ διάταξιν, ὑφισταμένην διὰ νόμου. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι σωματεῖον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται ἀντικείμενα δημόσια καὶ πρέπει νὰ διαχειρίζηται αὐτὰ σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Ἄλλως τε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι διαρκές· ἀνανεοῦται κατ’ ἔτος, καὶ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ Συμβούλιον, νὰ μὴ ἀποτελῶσι αὐτὸ κατὰ τὸ ἑπόμενον, οἱ δὲ νέοι Σύμβουλοι, οἵτινες θέλουσι κληθῆ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἑταιρίας, νὰ ἔχωσιν ἄλλην ἰδέαν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισαν οἱ σημερινοί. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία νὰ παραιτηθῇ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῇ ἐχορήγησεν ὁ νόμος, κακῶς δὲ ἔπραξε καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν ταύτην.
§32ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν παρῃτήθη οἴκοθεν τοῦ δικαιώματος, περὶ οὗ ὁ λόγος. Ὁ περιορισμὸς τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καθόσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν κλήρων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἶχε συμφωνηθῆ πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὁ νόμος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἦτο γνωστὸς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας, τὸ Συμβούλιον δὲ τῆς Ἑταιρίας, ἐπειδὴ ἐγνώριζε τὸ τοιοῦτον, ὅτε εἰσήγαγε τὴν πρότασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἑταίρων καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, ῥητῶς ὑπέβαλε τὸν ὅρον τοῦτον, καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη αὐτόν. Ὥστε ὁ ὅρος ὁ ἐπιμεριστικὸς τοῦ λαχείου τῆς Ἑταιρίας, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κλήρων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἦτο γνωστὸς καὶ εἶχε συμφωνηθῆ προηγουμένως. Φαίνεται δ’ ὅτι, ἐπειδὴ ἐθεωρήθη μὴ οὐσιῶδες καὶ ἀφορῶν εἰς δευτερεύοντα ζητήματα, δὲν ἐγένετο περὶ αὐτοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λόγος.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐβοίας καὶ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀποδεικνύουσι τὴν εἰλικρίνειαν, μετὰ τῆς ὁποίας εἰσήγαγε καὶ ὑπεστήριξε τὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται περὶ ἑνὸς ὅρου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δώσῃ νέαν ὠφέλειαν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θ’ ἀνελάμβανε τὸ δάνειον, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ὅρος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιώδης, ἀποκρύπτεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐνῷ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις οὐδεμία γίνεται τοῦ ὅρου τούτου μνεία, ἀμέσως μετὰ ταῦτα συμβάλλεται ἡ Κυβέρνησις, συμβάλλεται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ τίθεται εἰς τὴν σύμβασιν ὁ ὅρος, διὰ τοῦ ὁποίου καθιστᾷ εἰς αὐτὴν μονοπώλιον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐνῷ δὲ ἐπρόκειτο νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν, ὅπως νομίζομεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ, τοὺς Αὐστριακοὺς, βλέπομεν, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις, ἡ δῆθεν γινομένη ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, πράγματι δὲ, ὅπως προσπορισθῇ ἡ Κυβέρνησις χρήματα, ἡ ἐκμετάλλευσις αὕτη γίνεται πρὸς βλάβην τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων καὶ εἰς βάρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Θαυμάζω, πῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, δὲν μᾶς ἀνέφερε τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ Συνελεύσει τῶν ἑταίρων, ἢ ἐν τῷ Συμβουλίῳ.
§34ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐξήγησα τὰ περὶ τοῦ περιορισμοῦ ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν λαχείων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τὸ ὅλον δὲ ποσὸν, τὸ ἐκ τοῦ λαχείου, κατὰ μέσον ὅρον, πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 40,000 ἢ 45,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἀλλὰ μόλις 7,000 ἢ 8,000 πρέπει νὰ ὑπολογίσητε, ὅτι διετίθεντο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλάνη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἶναι κατὰ τὰ 29%.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλάνη ἡ ἰδική σας εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, διότι ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ τῶν λαχείων τῶν διατιθεμένων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ περὶ τῆς ὅλης προσόδου.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται, ὅτι μόνην ἐλπίδα, περὶ τῆς μὴ ἀπαγορεύσεως τῆς κυκλοφορίας τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐν Αὐστρίᾳ, ἔχει τὸ δυνατὸν τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων 12 ἡμερῶν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο, διότι καὶ ἐὰν μὴ ψηφισθῇ ἐντὸς 12 ἡμερῶν, ἡ ἀπαγόρευσις θὰ ἐπέλθῃ· ἡ συμφωνία ἡμῶν μετὰ τῆς Union Bank οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ Αὐστριακοῦ.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ, δηλ. ὅτι δὲν πιστεύετε νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τροποποίησις, ἀπαγορεύουσα τὴν ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν τοῦ ψηφισθησομένου νόμου. Δὲν ἔχετε ἑπομένως πεποίθησιν, ὅτι αἱ λαχειοφόροι ὁμολογίαι θὰ κυκλοφορήσωσιν ἐν Αὐστρίᾳ, διότι δὲν πιστεύετε, ὅτι ἡ καλὴ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστροουγγαρίας θὰ ἐπηρεάσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Αὐστρίας. Εὑρισκόμεθα δὲ οὕτως ἐνώπιον ἑνὸς ἐνδεχομένου, ὅτι τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον δύναται νὰ ληφθῇ παρὰ τῆς Union Bank ἢ ἄλλης Τραπέζης, χωρὶς νὰ δύνηται νὰ κυκλοφορήσῃ ἐν Αὐστρίᾳ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτε συνεζητήσαμεν τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, ὅτι τὸ κύριον ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῶν κατ’ αὐτοῦ παρατηρήσεων ἡμῶν ἦτο, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ κυκλοφορήσῃ, οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν Αὐστρίᾳ. Ἡ τοιαύτη διαβεβαίωσις καθησύχασε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν περὶ τῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν τὸ δάνειον τοῦτο ἤθελε τοποθετηθῆ ἐν Ἑλλάδι. Σήμερον ἡ ἰδέα τῆς τοποθετήσεως τοῦ δανείου ἐν Αὐστρίᾳ ἐξέλιπεν. Ἐκλειψάσης δὲ ταύτης, δύο τινὰ δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ἐν περιπτώσει μὴ ἀκυρώσεως τοῦ δανείου, ἢ ὅτι οἱ ἀναδεχθέντες αὐτὸ θὰ τὸ κρατήσωσιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν, τοποθετοῦντες ἐλάχιστον μέρος ἐν ἄλλοις Κράτεσι τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἐπιτρέπεται τοῦτο, ἢ ὅτι θὰ προσπαθήσωσι νὰ τοποθετήσωσιν αὐτὸ ἐν Ἑλλάδι. Τὸ πρῶτον εἶναι ἀπίθανον. Τὸ δεύτερον δὲ εἶναι τὸ πιθανόν. Τοιουτοτρόπως παρισταμένου σήμερον τοῦ ζητήματος, ἀποβαίνει οὐσιωδέστερος ὁ ὅρος, ὁ προσδιορίζων τὸ ποσοστὸν τοῦ δανείου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ παραδεχθῇ καὶ κυκλοφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι, συμφώνως μὲ τὰ ἐπιφυλαχθέντα εἰς αὐτὴν δικαιώματα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καθησυχάσῃ τοὺς θεωροῦντας κακὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐν αὐτῇ πώλησιν μεγάλου ἀριθμοῦ λαχειοφόρων ὁμολογιῶν, ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖον εἶναι τὸ ὁρισθὲν ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν τούτων, ὅπερ δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ καὶ κυκλοφορήσῃ, εἰμὴ τὸ ποσὸν, οὗτινος ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὡρίσθη δὲ τὸ ποσὸν εἰς τὸ εἰκοστημόριον τοῦ ὅλου δανείου.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐπιτρέψῃ αὔριον, ἐὰν θέλῃ, τὰ 19 εἰκοστημόρια νὰ κυκλοφορήσωσιν ἐν Ἑλλάδι. Νομίζω, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἀπόφασιν νὰ ψέγῃ καὶ ὅταν οὐδὲν ὑπάρχῃ τὸ ἐπίψογον, δημιουργῶν αὐτὸς τὰ ἐπικριτέα. Ἀφ’ οὗ λέγομεν, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν, εἰμὴ μόνον τοῦ εἰκοστημορίου, ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ ὑψώσῃ τὸν ὅρον. Ἐφ’ ὅσον δὲν πράττῃ τοῦτο, ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἦναι ηὐχαριστημένος. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κατὰ τὴν σύμβασιν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ ὅρῳ ἀνωτέρῳ· οὐδὲν ὅμως ἔχει συμφέρον, ἵνα ὑψώσῃ τὸν ὅρον· ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία συμπράττει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὑποθέσει, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀδείας. Μέχρι τοῦδε ἐπετράπη μόνον ἡ ἔκδοσις καὶ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι τοῦ εἰκοστημορίου. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦτο δὲν θεωρεῖται ὑπερβολικὸν, εἶναι ἀνάλογον, καὶ εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦτο θὰ ἐμμείνωμεν, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ πραγματοποίησις τῆς συμβάσεως.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἐπαρκὴς, ἵνα ἡσυχάσῃ τὴν συνείδησιν πάντων ἡμῶν. Ἦτο δὲ ἀναγκαία, καὶ εὐλόγως ἀνησύχησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, διότι κατὰ τὸν νόμον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὸ ποσὸν τοῦ λαχειοφόρου δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκτεθῆ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Ἑπομένως πολὺ πιθανὸν ἦτο, νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸ 1)20, ἀλλὰ ἐξακολουθοῦσα νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ προσεχῶς καὶ τὰ ἄλλα δέκα καὶ ἐννέα εἰκοστά. Ἑπομένως ἐμένομεν οὕτως ἐξηρτημένοι ἐκ τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων. Ἀλλὰ μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ φέρωμεν παρατήρησίν τινα, διότι εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συμπράττουσα μετὰ τῆς Ἑταιρίας, δὲν θέλει ἐπιτρέψει πέραν τοῦ εἰκοστοῦ ἔκδοσιν δανείου. Τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὅλως κεχωρισμένον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Γεωργαντᾶ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς κατήγγειλε διατάξεις τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Τραπέζης, ὡς ὑπερβαινούσας τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Νομοθετικὴ Ἀρχὴ ἔδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς συνομολόγησιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεσάφησε τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συμβάσει τοιαῦται ὑπερβασίαι, καὶ ὅτι ἐποιήσατο χρῆσιν διὰ τῆς συμβάσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐχορήγησεν αὐτῷ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο χρήζει περαιτέρω διασαφήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν, συμφωνῶ δὲ ἀκριβῶς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλη, γνωμοδοτήσαντος, νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἵνα κατ’ ἄλλην ἡμέραν συζητήσωμεν περὶ τούτου. Φαίνεται ὅμως, ὅτι, καθ’ ἃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Αὐστριακὴν Βουλήν, δὲν θέλει παράσχει εἰς τὴν ἐν Αὐστρίᾳ Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν διάῤῥηξιν τῆς συμβάσεως. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησε, καὶ ἐν Αὐστρίᾳ ἐξακολουθοῦσιν αὐτὴν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἐν Αὐστρίᾳ δὲν συναινοῦσι νὰ ψηφίζωσιν εἰς τρεῖς νύκτας 150 νόμους, ὡς ἐγένετο παρ’ ἡμῖν πέρυσιν. Ἂν ἠκολούθουν ἐκεῖ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἡ ἡμετέρα Βουλὴ πέρυσι, βεβαίως ἤθελε ψηφισθῆ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ ἀμέσως τὸ εἰσαχθὲν ἐκεῖ νομοσχέδιον, καὶ ἤθελε παρασχεθῆ εἰς τὴν Union Bank τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἀκολουθοῦσι τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ καὶ ἡμετέρα Βουλὴ ἐφέτος, καθ’ ἣν δὲν ἐψηφίσαμεν μέχρι τοῦδε εἰμὴ 48 μόνον νομοσχέδια, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν ν’ ἀπευθύνῃ αἰτίασιν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ παρείχετο εἰς τὴν Τράπεζαν, τὴν ἐν Βιέννῃ, ἡ ἀφορμή, ἵνα ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς συμβάσεως, διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἡ περαιτέρω ἐφαρμογὴ αὐτῆς θέλει ἐπιβεβαιώσει τοὺς φόβους καὶ τοὺς ἰσχυρισμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπροβάλομεν. Οὕτω δὲ θέλουσιν ἐπέλθει τὰ ἄτοπα, τῶν ὁποίων μάρτυρες θέλομεν γίνει, ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ἐκτελεσθῇ.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως μετὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀποχώρησιν τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς συμβάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς σπουδαίαν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς 19 Μαρτίου, ὅτε θὰ ὑπάρξῃ τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔῤῥιψε κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του λέξεις, δι’ ὧν ἔδωσεν εἰς τοὺς χρηματιζομένους πολλὰς ἐλπίδας, συνέπεια τῶν ὁποίων θὰ ᾖναι, νὰ ἴδωμεν πάλιν τὸ εἰκοσάδραχμον, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς δραχμὰς 24 καὶ 75)00, νὰ κατέλθῃ πάλιν εἰς 23, ὅπως κατόπιν ἀνέλθῃ πλειότερον. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἐλπίδες αὗται; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι παρετήρησεν εἰς τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ νόμος ὁ Αὐστριακὸς δὲν ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ ἀπαγόρευσιν διὰ τὰς συνομολογηθείσας ἤδη συμβάσεις, νὰ προσβάλῃ δ’ οὕτω κεκτημένα δικαιώματα δι’ ὀπισθενεργοῦ ἰσχύος. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, οὐχὶ χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν τῶν χρηματιζομένων καὶ χάριν τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις πολλὰς ἤδη ὑπέστη καταστροφάς, ὅτι δὲν ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα ὡς πρὸς ἡμᾶς, ἕνεκα τοῦ ὅρου τῆς συμβάσεως, τοῦ δίδοντος τὸ δικαίωμα εἰς ἀποχώρησιν εἰς τὴν Union Bank. Ὁ ὅρος ἔχει οὕτω: «Μέχρι τῆς 31 Μαρτίου ἡ Union Bank ἀπολαύει τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς παρούσης συμβάσεως, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπαγορευθῇ, ἢ ἀνασταλῇ, εἴτε ἐν Αὐστρίᾳ, εἴτε ἐν Οὑγγαρίᾳ, ἡ δημοσία κυκλοφορία λαχειοφόρων ὁμολογιῶν» κλπ. Ἐντεῦθεν κεκτημένον δικαίωμα δὲν ὑφίσταται μέχρι τῆς 19 Μαρτίου, οὐδὲ θὰ ὑφίσταται ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφισθῇ ὁ αὐστριακὸς νόμος καὶ ἀπαγορεύσῃ τὴν κυκλοφορίαν λαχειοφόρων γραμματίων μέχρι τῆς 19 Μαρτίου. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ θέλωμεν νὰ πλανῶμεν τὴν ἀγοράν. Ἂν δὲν ἐπέλθῃ τυχαία ἀργοπορία κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ αὐστριακοῦ νόμου, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θ’ ἀποχωρήσῃ ἡ Union Bank τῆς συμβάσεως, ὅτι δ’ ὅλαι αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει. Ταῦτα λέγω, ὡς ἤδη ἐδήλωσα, χάριν τῶν χρηματιζομένων καὶ ὅπως ἀποφύγωσι νέας ζημίας. Παρακαλῶ δὲ, ἐὰν πρόκηται νὰ γίνῃ συζήτησις, νὰ κατατεθῇ ὁ Κανονισμὸς, ὅστις προβλέπεται ἀπὸ τὴν βʹ παράγραφον τοῦ νόμου, καὶ ὅστις φέρει τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τῆς συμβάσεως. Πρόκειται περὶ Κανονισμοῦ, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου συνέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐντεῦθεν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσι μυστικοὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ εὐφυεῖς καὶ δεξιοὶ συνδυασμοὶ, οὓς ἠθέλησε ν’ ἀποκρύψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως μὴ ἀπαλλοτριώσῃ ξένον κτῆμα. Σήμερον τὰ πάντα πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν Γερμανικῶν Βουλῶν σύμβασιν τῆς Ἑλλάδος περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ. Δὲν ἐννοῶ περί τινος συμβάσεως, πρόκειται. Τὴν εἴδησιν ταύτην περιέχει ἡ ἡμιεπίσημος, «Gazzette d'Allemagne du Nord», καὶ τοῦτο μὲ παρακινεῖ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη τις σύμβασις.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως ἔχητε ὑπ’ ὄψει παλαιόν τι φύλλον τῆς ἐφημερίδος; (ἱλαρότης).
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τῆς 12 Μαρτίου 1889, νέον ἔτος. Θεωρεῖ τοῦτο παλαιὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀνύπαρκτος εἴδησις.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι τακτικὸν, νὰ ἀναγγέλλῃ πᾶσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἅμα τῷ καταρτισμῷ, τὴν τυχὸν ἀποχώρησιν τινῶν ἢ ἑνὸς τῶν Ὑπουργῶν, καὶ τοὺς λόγους, τοὺς προκαλέσαντας τὴν τοιαύτην μεταβολήν· τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον νομίζω τοῦτο σήμερον, διότι, ὡς ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, πολλαὶ φῆμαι καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ διὰ ζώσης ἐκυκλοφόρησαν, τοιαῦται μάλιστα, αἵτινες κρατοῦσι τὸ δημόσιον καὶ ἡμᾶς λίαν ἀνησύχους. Καὶ ἀληθῶς πρέπει ν’ ἀνησυχῶμεν, ἂν αἱ φῆμαι αὗταί εἰσιν ἀκριβεῖς, διότι θὰ ἦναι ἀμφίβολον, ἂν ὑφίσταται πλέον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ὡς πρώτη εἴδησις μετεδίδετο ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἀνὰ τὴν πόλιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διεφώνησε πρὸς τὸν κ. Δεϊμέζην, τὸ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι οὗτος παρηρμήνευσε τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου, καὶ ἐκ τούτου τὰ ἀλλεπάλληλα, ἀλλὰ καὶ δίκαια παράπονα τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ κ. Δεϊμέζης παρῃτήθη, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν. Ταῦτα ἤκουσα· δὲν τὰ βεβαιῶ. Παρακαλῶ ἑπομένως, νὰ δώσῃ διασαφήσεις περὶ τούτου, ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὁ πρώην Ὑπουργός. Λέγουσιν ἐπίσης, ὅτι ἐπῆλθε δυσαρέσκειά τις μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προσέκρουε, φαίνεται, ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς λόγους, εἰς οὓς δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεχρεώθη νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεργαζόμενος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη μετεδόθη φήμη, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνακαλύψας ὅτι ἀνώτερός τις ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του ἐνήργει τῇ ἐπινεύσει ἄλλων καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, καὶ θελήσας ν’ ἀπολύσῃ τοῦτον, διεφώνησε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμεινε, καὶ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου. Τὸ περὶ τούτου Διάταγμα, μόλις ὑποβληθὲν, ἐπεστράφη ἐκ τῶν Ἀνακτόρων ὑπογεγραμμένον, περίληψις δὲ τούτου ἀπεστάλη ἀμέσως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δημοσίευσιν. Μαθὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ περὶ τούτου, ἐζήτησεν ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τὸ σχετικὸν Διάταγμα, ἀπαγορεύσας, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τὴν δημοσίευσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι μετὰ τοῦτο δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ συνεργάζηται μὲ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος προσηνέχθη τόσον ἀνευλαβῶς πρὸς αὐτὸν, καὶ μὲ Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι τοιαύτην ὤφειλε νὰ τηρήσῃ στάσιν πρὸς συνάδελφόν του. Πλὴν τῶν φημῶν τούτων, ἔχομεν καὶ γεγονός τι, τὴν δῆθεν παραίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δημοσιευθεῖσαν εἰς ἐφημερίδα τινὰ, συντεταγμένην μάλιστα ὑπὸ τύπον δικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ τὴν ὁποίαν ἔσπευσαν νὰ δημοσιεύσωσι, φρονοῦντες, ὅτι οὕτως ὑπετίμων τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Μανέτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Μανέτας δὲν ἐδίστασε νὰ διαψεύσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς τοιαύτης παραιτήσεως. Ἡ διάψευσις αὕτη κατέδειξε μίαν ἔτι φορὰν τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τὸ κόμμα τοῦτο ἐγεννήθη, ἠνδρώθη καὶ ὑφίσταται. Δικαιοῦμαι δὲ νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἡ ἐφημερίς, ἥτις ἐδημοσίευσε τὴν ψευδῆ ἐκείνην παραίτησιν, φίλα φρονεῖ τῇ Κυβερνήσει. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐκθέσῃ τοὺς ἀληθεῖς λόγους τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἐκ τῶν τοιούτων κυκλοφορουσῶν φημῶν ἐντύπωσις, ὅπως τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ διατηρῆται εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία τὸ ἔθεσε.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν παραιτῆται Ὑπουργὸς παρούσης τῆς Βουλῆς, εἴθισται νὰ γίνηται ἐπίσημος ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραιτήσεως· ὅταν δὲ παραιτῆται ἀπούσης τῆς Βουλῆς, τοιαύτη ἀνακοίνωσις δὲν δύναται νὰ γένηται, δύναται ὅμως, ἂν ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο ἀφορμὴ, νὰ γένηται ἀνακοίνωσις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως. Ἀφορμὴ πρὸς τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ὑπάρχει, ὅταν ἡ παραίτησις προῆλθεν ἐκ πολιτικῆς διαφωνίας, ὅταν ὅμως δὲν προῆλθεν ἐκ τοιαύτης διαφωνίας, ἀλλ’ ἐκ διαφωνίας ὑπηρεσιακῆς, δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ, ὅπως προκληθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως συζήτησις περὶ τοῦ θέματος. Ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλῃ νὰ προκαλέσῃ εἰδικήν τινα συζήτησιν ἐπὶ θέματός τινος, σχετιζομένου πρὸς τήν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει μετάσχει τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον τὸ καθῆκον τῇ ἐπιβάλλῃ τοῦτο. Ὡς πρὸς τὰς κυκλοφορησάσας φήμας, τοιαύτας, ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἢ κατὰ τὸ ὅλον σχεδὸν, ἀνακριβεῖς, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅλως περιττὸν νὰ διαψεύσῃ αὐτάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ βλάψωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὡς δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ἀκριβεῖς, μὴ οὖσαι τοιαῦται, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σπεύσει ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ διαψεύσῃ ταύτας, ἀλλ’ αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι, ἐφ’ ὅσον θὰ ἦσαν ἐπιβλαβεῖς, ἂν ἠλήθευον, ἔφερον προφανῆ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀνακριβείας καὶ ἦτο περιττὴ οἱαδήποτε διάψευσις, ἵνα ἐννοήσῃ ἕκαστος, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ὑπόστασιν.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§52ΜΑΝΕΤΑΣ. Προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, προσέρχομαι, ὅπως ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα ἀπεφάσισα νὰ καταλίπω τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχον ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἠπόρησα δὲ διὰ τὴν περιέργειαν τοῦ συναδέλφου, διότι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ κατεδείχθη, ὅτι γινώσκει ἀκριβῶς τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα παρητήθην, παρέστησε δὲ, ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι καὶ πασίδηλος. Γνωστοῦ ἄρα ὄντος τοῦ λόγου, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐξηγήσω σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν εἰλικρινῶς, ὡς ὀφείλει πᾶς τις νὰ ἐκφράζηται, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Μετὰ τὴν λῆξιν τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον λόγους, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς, νὰ φρονῶ, ὅτι ὤφειλον νὰ προκαλέσω τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων. Ὑπέβαλον συνεπῶς πρὸς τὸν Βασιλέα σχέδια Διαταγμάτων, σκοπούντων τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἔτυχον δὲ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Διέταξα νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον περίληψις τῶν Διαταγμάτων, τῶν διατασσόντων τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἵνα δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ τούτου νόμον. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἐπληροφορήθην, ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσις τῶν περιλήψεων ἐκείνων. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι μὲ ὑπεχρέου νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς διευθύνσεως τοῦ ἀνατεθειμένου μου Ὑπουργείου, ὅπερ καὶ ἔπραξα.
§53ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Εὖγε σου!
§54ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐξηγήσας πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ παραιτήσω τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχον ἐν τῇ Κυβερνήσει, αἰσθάνομαι καὶ ἕτερον καθῆκον, νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὰ μέλη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν, διὰ τὴν εὐμένειαν, ἣν ἐπεδείξαντο πρός με κατὰ τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ εἶχον τὴν τιμὴν, νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ βεβαιώσω πάντας, ὅτι θὰ διατηρήσω ἀνεξάλειπτον ἀπὸ τὴν μνήμην μου τὴν φιλόφρονα διάθεσιν, ἣν πρὸς ἐμὲ ἐπεδείξαντο (εὖγε! εὖγε!).
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ὁποίαν καταφωρᾶται ἢ συλλαμβάνεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μὴ ἀληθῆ· εἴτε ἀναγινώσκων ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον, εἴτε ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λησμονεῖ πρὸς ποίους ὁμιλεῖ, πρὸς ποῖον Σῶμα ἀπευθύνεται. Εἶχον ἄλλοτε τὴν τιμήν, ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὁμιλῶν περὶ διαφόρων ζητημάτων, νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνειθίζει νὰ λησμονῇ τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς διεβεβαίωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι, ὅσα ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Μανέτα, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην κατὰ συνέπειαν νὰ τὰ διαψεύσῃ οὔτε ἐντεῦθεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν του ὀργάνων. Ἠδιαφόρει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἂν ἡ τιμὴ τοῦ πρώην συναδέλφου του ἐκυλίετο ἐν ταῖς ὁδοῖς, ἠδιαφόρει, ἂν τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ κατέπιπτε καὶ περιεφρονεῖτο ἀπὸ τὰ ὄργανα αὐτοῦ, τὰ δυσφημοῦντα πάντοτε πάντα, διαφωνοῦντα πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν ἀπεδείχθη μόνον τοῦτο ἐκ τῆς προκληθείσης παρ’ ἐμοῦ ἐξηγήσεως· ἀπεδείχθη καὶ τὸ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ οἱ νῦν δὲν εἶναι ἐλεύθεροι κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν Ὑπουργείων των νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους κατὰ τὸ γράμμα αὐτῶν, οὔτε νὰ ἀποπέμπωσι τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους, παρερμηνεύοντας αὐτοὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, οὔτε ἀκόμη νὰ προτείνωσι νόμον τῆς ἰδίας αὐτῶν γνώμης περὶ τοῦ κλάδου, οὗτινος προΐστανται. Καὶ ὅ,τι ἔλεγον χθές, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν λυπηρὰν ὑπόθεσιν τῶν Συνοδικῶν, ἀποδεικνύεται σήμερον ἀληθές. Οἰκτρὸν εἶναι τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Ὀλίγον ἂν προσέξῃ τις, θέλει ἰδεῖ, ὅτι, ἂν δὲν συμφέρῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξεν, ἀπούσης μάλιστα τῆς μειοψηφίας, νὰ ἐφαρμοσθῇ κατά τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἢ ἂν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς μεταῤῥυθμίσεως αὐτοῦ, ἢ ἂν διαγνώσῃ, ὅτι τὰ ὄργανα αὐτοῦ παρερμηνεύουσι τὸν νόμον διὰ λόγον, ὁ ὁποῖος κρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιβλαβής, καὶ θελήσῃ ν’ ἀπολύσῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ συνεργάζηται πλέον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ἂν συμφέρῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ κοιμηθῇ ὁ νόμος διὰ λόγους κομματικούς, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ παρανομήσῃ· ἐὰν δὲ τολμήσῃ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην κατὰ τοῦ νόμου καὶ ὑποβάλῃ ἰδίαν γνώμην πρὸς τροποποίησιν αὐτοῦ, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον! ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἀποπέμπεται· ἐὰν ἔχῃ δὲ τὸν παλληκαρισμὸν νὰ παύσῃ ὑπάλληλον ἄνευ τῆς γνώμης καὶ ἀδείας αὐτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς οὗτος πρέπει νὰ χάσῃ σὺν τῇ ἀποπομπῇ καὶ τὴν τιμήν του. Κατ’ εὐφημισμὸν οἱ κρατοῦντες τὰ Ὑπουργεῖα σήμερον καλοῦνται μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ μόνον ταῦτα εἶναι τὰ ἕλκη τῆς Κυβερνήσεως ταύτης; Καὶ δὲν εἶσθε μάρτυρες τῶν γιγνομένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ; Μήπως ἐπιτρέπηται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην; Δὲν εἴδετε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, κρυπτόμενον ὄπισθεν αὐτῆς, καὶ ἐνοχοποιοῦντα ταύτην, ὅταν καταφωρᾶται παρανομῶν, νὰ κάμνῃ δὲ ἀποστροφὰς περιφρονητικὰς πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ, νομίζων, ὅτι οὕτως ἐκπληροῖ τὴν ἀποστολήν του καὶ τηρεῖ ἐπαξίως τὴν θέσιν του; Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ σημερινοῦ, τοῦ πασιφανοῦς, τοῦ ἀποδεδειγμένου, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ἡ πλειοψηφία νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἴδῃ εἰς τίνος χεῖρας ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμπιστεύηται τὰ ἡνία τοῦ Κράτους. Ὀφείλει ἡ πλειοψηφία νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀπὸ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος τὰ πάντα ποδοπατεῖ, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὕτη, μὴ σεβόμενος οὔτε τιμὴν προσώπων, οὔτε τὰ ἀξιώματα, οὔτε τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Εἶναι πρωτοφανὴς καὶ πρωτάκουστος ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ Πρωθυπουργοῦ καὶ διοίκησις χώρας, συνταγματικῶς διοικουμένης· οὔτε ἐν μοναρχίᾳ ἀπολύτῳ συμβαίνουσι τὰ τοιαῦτα. Συλλαβόντες τὸν Πρωθυπουργὸν, μὴ λέγοντα τ’ ἀληθῆ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἁπλοῦ ὄντος, δὲν δικαιοῦσθε νὰ πιστεύητε, ὅτι, ὅσα ἠκούσατε ἐντεῦθεν λεγόμενα περὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, περὶ ἰσοζυγίου, περὶ ὀργανισμοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, δὲν εἶναι ἀκριβῆ; Τίς ἐξ ὑμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ καὶ τίς δὲν δύναται νὰ καταγγείλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβαλλόμενον, ὅτι εἶναι Προϋπολογισμὸς εἰκονικός; τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπατᾷ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Βουλήν; Ποῖον νόμον δὲν εἴδετε στρεβλωθέντα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Ποῖον νόμον αὐτοῦ δὲν κατεπάτησεν ὁ ἴδιος Πρωθυπουργός; καὶ ποῦ δὲν τὸν συνελάβομεν κακῶς διαχειριζόμενον τὰ τῆς Πολιτείας; Κύριοι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ σημειώσητε τὰ ἑξῆς: Ἂν ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ σας τοιαύτας καταγγελίας, δὲν τὰς ἀπευθύνω διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα νὰ καθέξω τὴν θέσιν αὐτοῦ, οὔτε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ κατέχουσιν, ἀλλὰ διότι ἔχω τὸ καθῆκον, ὡς Ἕλλην, ὡς ἀντιπρόσωπος, ν’ ἀπευθύνω ὑμῖν τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ νὰ συμβουλεύσω τὸ ὀρθόν· δὲν προέρχεται λοιπὸν ἡ συμβουλή μου ἐξ ὑστεροβουλίας τινὸς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἀκουστή· καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ κατασταθῆτε αἴτιοι τῶν βεβαίων λυπηρῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ πάθῃ ἡ πατρὶς ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον, ὕστερον ἀπὸ ἑξαετῆ μελέτην τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ διϋλίσατε τὰ πάντα καὶ ἐν ταῖς τελευταίαις αὐτῶν λεπτομερείαις, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελάβετε αὐτὸν, μὴ λέγοντα τ’ ἀληθῆ καὶ μὴ πράττοντα τὰ ἀκριβῆ, ὀφείλετε νὰ ἄρητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας, ὀφείλετε νὰ ἀπομακρύνητε τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων, διότι αἱ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὸν τόπον, θὰ βαρύνωσι καὶ ὑμᾶς.
§56ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§57ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω ἀληθῶς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου, θαυμάζω, διότι θέλουσι νὰ πλανῶνται, καὶ ὑπολαμβάνουσιν ὡς πράγματα τὰ συνταγματικὰ πλάσματα. Πλᾶσμα συνταγματικὸν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, πλᾶσμα συνταγματικὸν εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐγκρίνει ἢ δὲν ἐγκρίνει τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν του, διορίζει καὶ παύει αὐτοὺς, ἀλλὰ τὰ πλάσματα ταῦτα οὐδόλως ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα, τὰ παρ’ ἡμῖν. Τὰ μέσα, ἅτινα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις, διαχειριζομένη τὰς Βασιλικὰς προνομίας, πλάττουν τὰς πλειοψηφίας, καὶ αἱ πλειοψηφίαι δὲν δύνανται, ἢ νὰ ἦναι δοῦλαι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὰς ἔπλασεν. Ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἀργεῖ ἐντελῶς, καὶ ὅτι ἀργεῖ, τὸ ἐβεβαιώθητε ἐπανειλημμένως μέχρι τοῦδε, τὸ ἐβεβαιώθητε ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ χθές· χθὲς, διακόπτων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἀπεπειρᾶτο ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Γραμματέως τῆς Συνόδου, ἤθελε πραγματοποιηθῆ αὕτη. Ἦτο ὡς νὰ ἔλεγε: «τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἐγὼ διαχειρίζομαι καὶ ὄχι ὁ Βασιλεύς.» Τοιαύτη εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Τί θέλομεν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτῆς; Πρέπει νὰ τὴν ἀντιλαμβανώμεθα, ὁποία εἶναι καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμῶμεν, ὡς ὑφίσταται. Θέλομεν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διατὶ ν’ ἀπαντήσῃ; Πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δὲν εἶναι πρὸς καύχησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν; ἔχει ἄλλος τις ἐντὸς τοῦ Κράτους θέλησιν; Τί εἶναι ἡ Βασιλεία, εἰμὴ σκιά; Καὶ ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε περίπτωσις παραιτήσεως, ὑπῆρξε περίπτωσις παραιτήσεως τοῦ Βασιλέως. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; Ἐξεδόθη Διάταγμα, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἐνέκρινεν ὁ Βασιλεὺς τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ τυπογράφος τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἀρνεῖται τὴν καταχώρισιν· ἐνασκεῖ οὗτος τὴν ἀρνησικυρίαν ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν ἦναι εὐχαριστημένος ὁ Βασιλεύς, τί ἔχει νὰ εἴπῃ τις; Ἀρκεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνασκεῖ. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀντικατέστησαν τὰ πλάσματα καὶ τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνταγματικοὺς, θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς καταστροφήν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ γίνῃ ἀνάρπαστος ἡ πρωθυπουργικὴ παντοδυναμία, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν αἱ ἐξουσίαι ἐκεῖναι, αἵτινες τόσον ἐλησμόνησαν τὸν προορισμόν των ἐν τῷ Κράτει, τόσον ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολήν των καὶ τὰ καθήκοντά των, ἐὰν θέλωσι δυνηθῆ νὰ σώσουν ἀκέραια τὰ προνόμιά των. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλο τις τὸν λόγον;... Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐτελείωσε, νομίζω, τὸ σχετικὸν ζήτημα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρὶς προεκάλεσα, τίς ἔχει τὸν λόγον, καὶ οὐδενὸς παρουσιασθέντος ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τίνος ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Βουλήν, τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς σχετικῆς συζητήσεως.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ἐξηκολούθει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς σημερινῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἄλλης ἐπερωτήσεως. Ἐὰν ἐγένετο τοιοῦτον, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῦτε, βεβαίως ἐγένετο, ἀλλ’ ἐγένετο, διότι δὲν ἀντελήφθημεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, τίς ζητεῖ τὸν λόγον.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι προεκάλει ὁ κ. Πρόεδρος συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ ζητήματος. Ἐπὶ τῆς ἄλλης συζητήσεως, τῆς χθεσινῆς, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ, πρὶν ἢ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας, νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ, ὅσα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς φίλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν φρονούσας ἐφημερίδας, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι προεκλήθη γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι πρόκειται καὶ καταδίωξις νὰ γίνῃ κατὰ τῶν Ἀρχιεπισκόπων καὶ μελῶν τῆς Συνόδου, ἅτινα παρέλειψαν δῆθεν νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἐὰν πρόκηται νὰ παραστῶμεν εἰς τὸ πρότυπον αὐτὸ Βασίλειον ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ πρὸ τοῦ ἐξαισίου θεάματος, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς, ἀνεψιὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ κατηγορήσῃ τοὺς δύο Ἱεράρχας ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἡ αἴτησίς μου ἔχει σπουδαιότητα, διότι, ἐὰν μὲν ἦναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα, πρέπει ἐπὶ ἄλλου πεδίου νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι ἀληθῆ, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ διαψεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ διαδοθέντα διὰ τῶν ἐφημερίδων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνακύψωμεν ἐκ τῆς ἐκπλήξεως, ὑφ’ ἧς κατέχεται σήμερον ἡ κοινωνία ὁλόκληρος διὰ τὴν ἀσκουμένην πίεσιν ἐπὶ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀληθῶς δὲ θὰ ἦναι ἀξιοθρήνητον διὰ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἴδωμεν τοὺς Ἀρχιεπισκόπους Κυκλάδων καὶ Τριφυλίας, παρισταμένους ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὡς κατηγορουμένους καὶ δικαζομένους ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, κηρυσσομένους δ’ ἐκπτώτους τῆς ἀρχῆς. Πρόκειται, Κύριοι, καὶ δὲν πρέπει μήτε νὰ πλανώμεθα, μήτε ν’ ἀστειζώμεθα, πρόκειται περὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν πάντων, πρόκειται περὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἄνευ δ’ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐπάρξῃ βιώσιμον αὐτὸ τὸ ἐλεεινὸν κατασκεύασμα, ὅπως τὸ κατεσκευάσαμεν. Πρέπει νὰ παύσωμεν παίζοντες ἐν οὐ παικτοῖς. Κυβέρνησις, ἥτις ἀποτολμᾷ νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς φίλους της τοιαύτας διαδόσεις, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει συνείδησιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλονται αὐτῇ ὡς Κυβερνήσει, ἀλλ’ οὐδὲ συνείδησιν τῶν πράξεώς της.
§66ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνει, καὶ περὶ τῶν πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ, τί δικαιοῦμαι νὰ πράξω. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν καθῆκον ἔχω, ἵνα εὐχαριστήσω τὴν περιέργειάν του. Ἐρωτᾷ, ἐὰν ἀπετάθην πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, νὰ δώσῃ γνώμην. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐμέ, καὶ περὶ τούτου οὐδένα ὀφείλω λόγον. Ἐάν ποτε προβῶ εἰς πρᾶξίν τινα, βεβαίως καθῆκον ἔχω νὰ δώσω λόγον καὶ νὰ φέρω εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξίν μου ταύτην.
§67ΣΑΚΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ἡ «Ἐφημερὶς» γράφει....
§68ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακόπτετε! (φωναὶ ἀριστερόθεν καὶ θόρυβος).
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω τὰς διαδόσεις, πρόκειται νὰ δώσω λόγον τῶν παρ’ ἐμοῦ πεπραγμένων, νὰ φέρω δὲ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου, καὶ ἕτοιμος θὰ ἦμαι πάντοτε νὰ δώσω λόγον καὶ φέρω τὴν εὐθύνην αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἔχω καθῆκον, ἵνα εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔχω. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζῃ, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, τότε φθάνομεν ἀναγκαίως εἰς αὐτὸ τὸ δυσάρεστον συμπέρασμα, ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀνακοινῇ τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν σκέψεων αὐτοῦ νὰ ἐγείρηται συζήτησις, ἐπὶ τούτων νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ γνώμην, καὶ νὰ κρύπτηται ἀργότερον ὁ Ὑπουργὸς ὄπισθεν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας νομίζει συμφώνους καὶ πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἔχει καθῆκον, ἵνα παραστῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δώσῃ λόγον τῶν ἀποφάσεών του. (Φωναὶ ἀριστερόθεν, θόρυβος).
§70ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τολμᾶτε, καταδικάσατέ τους (θόρυβος).
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἀληθῶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ διανοήματα καὶ τὰς σκέψεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐκτιμήσῃ αὐτάς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει ἓν δικαίωμα, νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, τὰ ἔκτροπα διανοήματά του νὰ τὰ διαδίδῃ διὰ τοῦ Σπαρτίδου, πρὸς ἐκπτόησιν ἐκείνων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι ἔχουν καθῆκον ν’ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρώτιστον καθῆκον τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν παρέβη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, ἐπιτρέψασα τὴν διάδοσιν τοιούτων ἀποτροπαίων διανοημάτων. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ ἀναστημά σας δύναται νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ στείλητε τοὺς Ἀρχιεπισκόπους καὶ πρὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου σας, πράξατέ το, ἀλλὰ θέλετε τότε ἐξέλθει τῆς αἰθούσης ταύτης χωρὶς νὰ γνωρίζητε οὐδὲ πῶς εἰσήλθετε, οὐδὲ πῶς ἐξήλθετε (θόρυβος καὶ κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ φωνάζετε, διότι, ἂν κατρακυλήσωσιν ἐκεῖνοι, βεβαίως θὰ κατρακυλήσητε καὶ σεῖς πάντες. Δύνανταί τινες ἐξ ὑμῶν νὰ ἐπιδείξωσι παρελθὸν πολιτικὸν, νὰ προβάλωσιν, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἀλλὰ πολλοί, καὶ ἰδίως οἱ φωνασκοῦντες, εἶσθε ἀνεμομαζώματα, θὰ γίνητε δὲ τότε ἀνεμοσκορπίσματα. Μέχρι τοῦδε εἴχετε τὴν φρόνησιν νὰ κρύπτητε διὰ τῆς σιγῆς τὴν εὐθύνην σας διὰ τὴν παροχὴν δυνάμεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Παύσατε φωνασκοῦντες, διότι αἱ φωνασκίαι σας βεβαίως σᾶς καθιστῶσιν ὑπευθύνους τῶν πράξεων ἐκείνων τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν, εἰμὴ ὡς ἔκθεσμοι καὶ φρενότροποι. Διανοήματα δὲν εἶναι αἱ ἀπειλαὶ, αἱ διαδιδόμεναι διὰ τῶν φίλων σας. Γνωρίζομεν ἀληθῶς, ὁποία εἶναι ἡ γενναιότης σας ἡ πολιτική. Ὅταν διασπείρητε φήμας, ὁμοίας πρὸς τὰς σημερινάς, ὑπούλως καὶ κρυφίως, ὡς ἡ ἔχιδνα τὸ δηλητήριόν της, κρύπτεσθε ἐπιμελῶς, καὶ λέγετε, ὅτι δὲν εἶσθε ὑπαίτιοι τῶν διαδόσεων. Καὶ πόθεν ἔμαθεν ὁ Σπαρτίδης σας τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; καὶ πῶς ἐφαντάσθη ἐκεῖνος νὰ ἐπισείσῃ τὴν καταδίωξιν κατὰ τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Σεῖς τὰ ἀνεκοινώσατε. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ διανοημάτων μὴ ἐκδηλωθέντων, πρόκειται περὶ σκέψεων, αἵτινες ἔλαβον σάρκα, καὶ περὶ σκέψεων, αἵτινες προσβάλλουν μὲν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας, καθ’ ἧς διαδίδονται ὡς ἀπειλαί, διὰ τοιαύτας δὲ πράξεις ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ζητήσωμεν λόγον.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐζήτησε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔδωκε τοιαύτην, φρονῶ, ὅτι ἡ γνωμοδότησις δὲν ὑπάγεται εἰς τὸν κύκλον τῶν διανοημάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ γνωμοδότησις εἶναι ἔγγραφος πρᾶξις σωματείου δημοσίου, ἑπομένως εἶναι ἔργον τετελεσμένον, δὲν εἶναι πλέον διανόημα, καὶ τῆς πράξεως ταύτης ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν προσαγωγήν. Διεδόθη ἀληθῶς καὶ ἐγράφη εἰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἀπεδέχθη τὴν παραίτησιν τῶν σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν Σύρου καὶ Τριφυλίας ἀπὸ τῆς θέσεως τῶν Συνοδικῶν, εἰπὼν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι, καὶ ὅτι παραιτούμενοι, ἀρνοῦνται ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, ἐλέχθη παρὰ πολλῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀλλὰ προσέθηκαν, ὅτι δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς παραιτήσεως, ἀλλ’ ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν δύνηται καὶ ποινικῶς νὰ καταδιώξῃ τοὺς Ἱεράρχας, καὶ ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη καταφατικῶς, εἶπε δηλαδὴ, ὅτι δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι Σῶμα, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἐξασκεῖ πολλὴν ἐπιῤῥοὴν, καὶ ὅστις μανθάνει, ὅτι ἓν τοιοῦτον Σῶμα ἀπεφάνθη, ὅτι δύναται νὰ καταδιωχθῇ διὰ μίαν οἱανδήποτε πρᾶξιν, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ κοιμᾶται ἥσυχος· ἑπομένως ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπῆρξε τοιαύτη γνωμοδότησις, καὶ συγχρόνως νὰ ἐκθέσῃ καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖται πληροφορία ὡρισμένη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ζητεῖται πληροφορία, καὶ θὰ δοθῇ εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην πρὸς πληροφορίας ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐδόθη καὶ εἰς τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς διατυπωθεῖσαν αἴτησιν πρὸς πληροφορίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως ἐκ Μεσσηνίας ἀπέτεινε πρὸς ἐμὲ ἐρώτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, διότι εἶναι τετελεσμένον γεγονός· ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος Σύρου καὶ Τήνου καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Τριφυλίας ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῶν σπουδαίων αὐτῶν καθηκόντων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐὰν ἀπετάθην ἢ ὄχι εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ποία ἡ ἀπάντησις τούτου εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας εἴπετε, ὅτι ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸ, εἰς αὐτὰ οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω, ταῦτα εἶναι ἔργα ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, διότι νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ γνωμοδότησιν πρὸς σχηματισμὸν ἰδίας γνώμης, τὴν γνωμοδότησιν ταύτην εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ, νὰ σταθμίσῃ αὐτὴν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις του· ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργήσῃ, τότε ὀφείλει εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε μόνον ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ λόγον πρὸς αὐτήν.
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει μία παραγνώρισις ἀξιοθρήνητος καὶ τῆς λεπτότητος καὶ τοῦ ὕψους τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται. Ὑπετέθη, φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν, προτίθεται, ἢ ὑποτίθεται, ὅτι προτίθεται, νὰ καταδιώξῃ τελωνιακόν τινα ὑπάλληλον καὶ ἑπομένως, περιστρεφόμενος εἰς τοὺς τύπους καὶ θέλων ν’ ἀκριβολογήσῃ περὶ τοὺς τύπους καὶ νὰ τηρήσῃ τὴν ἑαυτοῦ θέσιν, εἶπεν ὅτι, «περὶ ὅσων διανοοῦμαι, δὲν ὀφείλω νὰ δώσω λόγον εἰς τὴν Βουλήν». Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι μὲν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαίως παρετήρησεν, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται ν’ ἀποβαίνῃ ἐνίοτε συμφέρον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν προκαταβολικῶς, ὡς εἶπε, προκαλῶνται συζητήσεις τοιαῦται, προκαταβολικοῦ ἐλέγχου τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ προθέσεώς τινος, ὅπως προκαταβολικῶς γίνῃ ἔλεγχος κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε ταύτην τὴν στιγμὴν περὶ τίνος πρόκειται, ἐλησμόνησεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀνωτάτων τῆς Ἐκκλησίας λειτουργῶν. Τὸ τοιοῦτον ζήτημα καὶ αἱ διαδόσεις, ὅταν λαμβάνωσι μάλιστα σάρκα, δὲν εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν γαλήνην τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ ἤθελεν ἱερὸν καθῆκον παραμελεῖ τις, ἐὰν καὶ ἐπὶ τῶν διαδόσεων ἀκόμη δὲν ἤθελε προκαλέσει τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν γένει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην φαίνεται λησμονοῦσα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κοινῶν ὑπαλλήλων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις ἀληθῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τί προτίθεται νὰ πράξῃ· ἀλλὰ, λησμονοῦμεν ποίαν τὰ τοιαῦτα ἔχουσιν ἀξίαν διὰ τὸν λαὸν, λησμονοῦμεν, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ὁ λαὸς, προκειμένου περὶ Ἐκκλησίας, νὰ τηρῇ ἀπαραμείωτον τὸν σεβασμὸν καὶ ν’ ἀποβλέπῃ πρὸς τὴν αἴγλην, μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ περιβάλλωνται οἱ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου καὶ οἱ ἀνώτατοι τῆς Ἐκκλησίας Ἱεράρχαι. Θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἐπουσιῶδες, νὰ διασύρηται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀποτελεῖται κατὰ τὰ ἀνώτατα στρώμματα αὐτῆς ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, λησμονεῖτε δὲ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένοι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ, καὶ αὐτοὶ οἱ τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅτι ὁ νομοθέτης προέβη εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ὕψους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος τοσοῦτον, ὥστε παρεβίασεν ἕτερα ἱερὰ ἀξιώματα χάριν τῆς τηρήσεως αὐτοῦ τοῦ ὕψους. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τίνα νομίζετε προνόμια καθιεροῦνται ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Ἐπισκόπων; προνόμια, ἀπέναντι τῶν ὁποίων καὶ ἡ κεφαλὴ τοῦ πολίτου δύναται νὰ τρέχῃ τὸν ἔσχατον κίνδυνον! Ὡς λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν καλοῦνται κατὰ κανόνα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων οἱ Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ πρέπει νὰ στέλληται ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος νὰ τοὺς ἐξετάζῃ κατ’ οἶκον· δύναται νὰ καλῶνται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, καὶ ὅμως καὶ ἐκεῖ ἀπαγορεύεται νὰ ἐξετασθῇ ὁ Ἐπίσκοπος κατ’ ἀντιπαράστασιν πρὸς τὸν πολίτην, καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἀποβαίνῃ ἐνίοτε λίαν ἐπικίνδυνον εἰς τὸν πολίτην. Καὶ δι’ ἄλλων ἐπίσης προσεπάθησεν ὁ νομοθέτης νὰ τηρήσῃ ὑψηλὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος· τὰ τοιαῦτα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ νομοθέτου σπουδαῖα, σήμερον θεωροῦνται ἄξια περιφρονήσεως. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναται ν’ ἀφήσῃ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὠχυρώθη, καὶ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν, πρὸς καθησύχασιν τοῦ κοινοῦ.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπατᾶται, χαρακτηρίζων ὡς ἁπλῆν σκέψιν καὶ ὡς γεγονὸς, ὑπάρχον μόνον ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, τὸ γεγονὸς τῆς αἰτήσεως γνωμοδοτήσεως παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀπατᾶται τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ γεγονὸς τοῦτο περιῆλθεν ἤδη διὰ τῆς δημοσιογραφίας εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Τὰ δημοσιευθέντα περὶ ἐρωτήσεως καὶ ἀπαντήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἤ εἰσι ψευδῆ, ἤ εἰσιν ἀληθῆ. Ψευδῆ ὅμως ἢ ἀληθῆ, χρησιμεύουσιν ὡς μέσον ἐκφοβίσεως καὶ πιέσεως τῶν Ἀρχιερέων ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τὰ δημοσιευθέντα εἰσὶ ψευδῆ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει καθῆκον, χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐκκλησίας, νὰ διαψεύσῃ αὐτά. Ἐὰν δ’ εἰσὶν ἀληθῆ, ὀφείλει νὰ εἴπῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ νὰ προβῇ εἰς τὸ παράτολμον μέτρον, τοῦ νὰ πιέσῃ Ἀρχιερεῖς, ὑποστηρίζοντας δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, ἐξασφαλιζόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Δὲν πιστεύω, ὅτι Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σωφρονοῦσα δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον ἀπονενοημένον μέτρον, ὅπερ θὰ ἔχῃ κάκιστα ἀποτελέσματα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ὀλεθρίαν δ’ ἠχὼ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοιαύτην ἔχων ἰδέαν, νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὀφείλει νὰ μὴ ἀφήσῃ οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, περὶ προθέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ σύρῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων Σεβαστοὺς Ἱεράρχας, ἔχουσιν ὑπόστασίν τινα.
§77ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὡς Βουλευτὴς, ἀξιῶ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως τὴν γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι Συμβούλιον, ἐπισήμως διὰ νόμου κατηρτισμένον, τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο πᾶσα πρᾶξις, ἀπὸ τοῦ Γραφείου τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐξερχομένη, ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, τῆς ἀνωτάτης τοῦ Κράτους ἐξουσίας· χρώμενος τῷ δικαιώματι τούτῳ, ἀξιῶ, αὔριον νὰ ἦναι κατατεθειμένη εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἡ περὶ τούτων γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Δεύτερον, ἀξιῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποβάλῃ, ἐὰν ἔχῃ, ἀπάντησιν τῶν Σεβασμιωτάτων Ἀρχιερέων μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, διὰ τῶν ὁποίων συνειθίζουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μεταδίδωσι τὰς ἰδέας των εἰς τὴν κοινωνίαν· καθ’ ὅσον περιέστημεν εἰς τὴν ἐλεεινὴν ταύτην κατάστασιν, νὰ μανθάνωμεν τὰς σπουδαιοτέρας τοῦ Κράτους ὑποθέσεις παρὰ τῶν ἐφημερίδων, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ τὰς πληροφορηθῶμεν ἐγκαίρως καὶ ἀκριβῶς παρὰ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Οὐδεμίαν ἀνησυχίαν ἔχω περὶ τῆς τύχης τῶν Σεβασμιωτάτων Ἀρχιερέων, μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἵτινες εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ προμαχήσωσι τόσον ὑπερηφάνως καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τόσον ἀγερώχως Ἐξουσίαν, τολμήσασαν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων αὐτῶν, τῶν πνευματικῶν· βεβαιῶ, ὅτι ἐφησυχάζουσιν, ἐκπληρώσαντες καθῆκον ἱερὸν ἐν γαλήνῃ ψυχῆς ἀδιαταράκτῳ. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἀξιότιμοί τινες συνάδελφοι δι’ ὑπαινιγμῶν ὑπεδήλωσαν, ὅτι οἱ Σ. Ἀρχιερεῖς οὗτοι ἀνησυχοῦσιν ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Οἱ Ἀρχιερεῖς ἐπετέλεσαν ἐπαξίως τῆς ἐπαγγελίας αὐτῶν ἱερὸν καθῆκον, ὑπερμαχήσαντες ὑπὲρ τῶν προαιωνίων δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τυγχάνουσι διὰ τοῦτο τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τοῦ ἀμερίστου σεβασμοῦ τοῦ Ἔθνους, τὸ δὲ ἀξίωμα αὐτῶν ἀνυψώθη πολὺ ὑπεράνω τῶν ἀξιωμάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετῆλθον τοιαύτην ἐπιδρομὴν κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Φρονῶ δὲ, —καὶ ἀντελήφθην μάλιστα οὕτω τὸ διάβημα τῶν Ἀρχιερέων, καθ’ ὃ διεμήνυσαν τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν ἀποχὴν αὐτῶν ἀπὸ τῶν Συνοδικῶν καθηκόντων,—ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς δὲν παρῃτήθησαν τοῦ συνοδικοῦ αὐτῶν καθήκοντος, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐδήλωσαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις ἐπειράθη νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὅτι ἀπαιτοῦσι νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς κἀμμίαν ἐπίσημον σχέσιν ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς τὴν τοιαῦτα τολμήσασαν Κυβέρνησιν. Οἱ Ἱεράρχαι δὲν εἶναι ὑπάλληλοί σας, —νοήσατέ το καλῶς — οὐδ’ ὑποχρεοῦνται κἂν ἐκ τοῦ νόμου νὰ λάβωσι τὴν ὑμετέραν ἄδειαν, ὅπως μεταβῶσι χάριν τοῦ ποιμνίου των εἰς τὰς Ἐπισκοπάς των, οὐδὲ θὰ σᾶς ἐρωτήσωσι. Θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ἐπισκοπῆς των, καὶ ἂν τολμᾶτε, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ἀνάστημά σας, ἐναγάγετε τούτους εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐκτελέσατε τὰς ἀπειλάς σας, δι’ ὧν ἀναντιῤῥήτως κινεῖτε τὸ μειδίαμα τῶν συνετῶν πολιτῶν, διὰ τὴν ταπεινὴν ταύτην μέθοδον τῶν ἀνεκτελέστων ἀπειλῶν, πρὸς ἐκπτόησιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς;
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον διενεμήθη, καὶ ἀφοῦ διενεμήθη σήμερον, νὰ συζητήσωμεν αὔριον.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· σήμερον νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παροῦσαν Ἔκτακτον Σύνοδον, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 279,270). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσλήψεως ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἰδιωτῶν φαρμακοποιῶν καὶ ἱερέων.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μοὶ ἐγέννησε μίαν ἀπορίαν. Ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 45 καὶ 47 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὑπάρχουσι δύο νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνοδευόμενα ὑπὸ ἐκθέσεων, ἀναπτυσσουσῶν διάφορα ἐπιχειρήματα καὶ λόγους πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσλαμβάνωνται ἰδιῶται ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐναντίον τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑποστηριζομένης ἀρχῆς ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑποστηρίζει καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, νὰ προσλαμβάνῃ καὶ ἰδιώτας ἰατρούς. Νομίζω, ὅτι ἡ νομοθεσία παντὸς Ἔθνους, πρὸ πάντων ἡ σύγχρονος νομοθεσία αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ βασίζηται ἐπὶ τῶν αὐτῶν περίπου ἀρχῶν. Τοιαύτη δὲ ἀντίθεσις ἀρχῶν ἐν νομοσχεδίοις, ἀναγεγραμμένοις ἐν τῇ αὐτῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔχει τι τὸ ὑπερβολικόν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἥτις προκαλεῖ τὴν τοιαύτην ἀντίθεσιν μεταξὺ νόμων, τοὺς ὁποίους προσκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν συγχρόνως.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς βεβαίως νομίζων, ὅτι δὲν θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἂν ἀνεγίνωσκε τὸ νομοσχέδιον, θὰ εὕρισκεν ἐν αὐτῷ τὰ συμβιβάζοντα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς εἶναι πολὺ μεγαλείτερος, καὶ αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἀνάλογόν τι, εἶναι ἀσυγκρίτως πλείονες ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐν τῷ στρατῷ δύναται νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐκ τοῦ προχείρου στρατιωτικὸς ἰατρός. Ὅταν τύχῃ νὰ ἀσθενήσῃ ἔν τινι φρουρᾷ, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕτερος στρατιωτικὸς ἰατρός, ἢ νὰ μετατεθῇ ἐκ τοιαύτης φρουρᾶς ὁ στρατιωτικὸς ἰατρός, ἕως οὗ μεταβῇ ἐκεῖσε ὁ διορισθεὶς εἰς ἀντικατάστασιν ἢ ἀναπλήρωσιν στρατιωτικὸς ἰατρός, ἐπιτρέπεται, ἵνα προσλαμβάνηται εἷς ἐκ τῶν ἐπιτοπίων πολιτικῶν ἰατρῶν. Τοῦτο ἐγίνετο πάντοτε· δὲν πρόκειται περὶ νέας ἀρχῆς, καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἦτο καὶ αὕτη ἐκ τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν δὲν εἶχε ληφθῆ νομοθετικὴ πρόνοια, εἴχομεν δὲ παρίδει τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὅτε καταργήσαντες τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐπιτρέπον, ὅπως καὶ ἄνευ νόμου διατίθηνται αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, ἐνομοθετήσαμεν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ. Ἤδη πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως νομοθετικῆς προνοίας περὶ τοῦ προκειμένου, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σύμφωνον πρὸς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα καὶ πρὸς τὰ τέως διαρκῶς γιγνόμενα.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἄδικον, νομίσας, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα τὰ νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἔχω ὀλιγώτερον ἄδικον, ἐὰν ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἐνόησεν ὅσα εἶπον. Δὲν ἐπολέμησα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν μιᾶς ἀντιφάσεως. Ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, δύναται νὰ παρουσιασθῇ καὶ διὰ τὸ ναυτικόν. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο δύναται εὐλόγως νὰ γεννήσῃ ἑτέραν ὑπόνοιαν, περὶ ἧς ἐπιφυλάττομαι νὰ συζητήσω, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὴν ὑπόνοιαν δηλαδή, ὅτι ἐν τῷ ναυτικῷ εἰσερχόμεθα εἰς ὁδὸν ὑπερβολικῶν δαπανῶν καὶ ἐννοοῦμεν καὶ ἐν τῷ ἰατρικῷ καὶ φαρμακευτικῷ κλάδῳ νὰ ἔχωμεν προσωπικὸν ἀρκετὰ πολυάριθμον, ὅπως δι’ αὐτοῦ θεραπεύωνται καὶ πᾶσαι αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι. Ἐὰν ἑπομένως ἦναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψει καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ συνδυασθῶσι δὲ αἱ διατάξεις αὐτῶν κατὰ τρόπον μὴ παρουσιάζοντα τὴν ἀντίφασιν, ἣν ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐξυπηρετοῦντα τὰς τακτικὰς καὶ τὰς προσκαίρους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τόσον κατὰ ξηράν, ὡς καὶ κατὰ θάλασσαν.
§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἀναπτύξω τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται· νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν, περὶ ὧν πρόκειται, προσώπων. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ ἰατροὶ καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ τοῦ ναυτικοῦ πρέπει νὰ ταξειδεύωσιν εἰς τὰ πλοῖα, πρέπει νὰ ἀντέχωσιν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ ἔχωσι τὰς συνηθείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ὅπως ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς, περὶ ἧς ποιεῖται μνείαν, εἰς τοὺς ἰατροὺς καὶ φαρμακοποιοὺς τοῦ ναυτικοῦ.
§86ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν χρησιμωτάτων. Πρὸ ἕνδεκα ἤδη ἐτῶν διατελῶν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, ὡς Γραμματεὺς καὶ ὡς Ἀντιπρόεδρος, καὶ ἐργασθεὶς εἰς ἐποχὴν ἐπιστρατειῶν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πεισθῶ περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ὅσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἀπεδείχθη τὸ ἀριθμητικῶς ἀνεπαρκὲς τῆς στρατιωτικῆς ἰατρικῆς ὑπηρεσίας εἰς περιστάσεις, οὐ μόνον ἐκτάκτους, ὅπως εἶναι ὁ πόλεμος ἢ ἡ ἐπιστρατεία, ἀλλὰ καὶ εἰς περιστάσεις ὁμαλὰς, ὅταν ἐπιδημία τις, ἢ ἄλλη περίστασις, ἀφαιρῇ τινας τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ. Πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης πρὸ ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῶν ἐπικούρων ἰατρῶν, καὶ οὗτοι, ἰδίως κατὰ τὰς τελευταίας συμπλοκὰς, προσήνεγκον σπουδαιοτάτας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ὁ ἀριθμὸς ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν ἐκλήθησαν ἐκτάκτως εἰς βοήθειαν τῆς στρατιωτικῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας καί τινες ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. Ὁ κ. Ζωχιὸς διηύθυνεν ἐν Ἀθήναις ἓν τῶν προσωρινῶν θεραπευτηρίων. Ἡ πεῖρα λοιπὸν τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξε τὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἁπλῶς νὰ κυρώσῃ τὰ γεγονότα. Ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι προσωπικῶς ἠσχολήθην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν, ὡς εἶπον, νὰ μελετήσω τὰ κατ’ αὐτὸ ἐκ τῆς ἰδιότητός μου, ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐν σχέσει πρὸς κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη πίστωσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος, ἐπιτρέπων τὴν τοιαύτην δαπάνην, ζητεῖται ἤδη ἡ τοιαύτη νομοθετικὴ ἄδεια. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὑπέλαβεν ὅτι μόνον σήμερον πρόκειται νὰ γένηται ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα τῆς προσλήψεως ἀναπληρωτῶν ἰατρῶν ἢ φαρμακοποιῶν ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ σύστημα τοῦτο ὑπῆρχεν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατηργήθη τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε περὶ αὐτοῦ προηγούμενος νόμος, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ζητηθῇ ἤδη καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς δαπάνης ἄδεια τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ ἐξακολουθήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσλαμβάνῃ ἀναπληρωτὰς τῶν Ἰατρῶν καὶ Φαρμακοποιῶν. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέλαβεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσάγεται οἰκονομία τις, καὶ ἐπέκρινε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διατὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ καὶ ἐκεῖνος τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅπως εἰσαγάγῃ τὴν αὐτὴν οἰκονομίαν. Ἐγὼ ὑπελάμβανον, ὅτι ὁ φίλος μου κ. Καραπάνος ἤθελε συναγάγει ἀντίθετον πόρισμα, ἤτοι ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει ἡ σπατάλη. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ κεφάλαιον 19 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ἀκούοντες πόσας ἀναπληρώσεις διαπράττει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὰς ὁποίας πληρόνει τὸ δημόσιον ταμεῖον πλὴν τῶν τακτικῶν μισθῶν δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προσλαμβάνει. Ἀναπληρόνει τοὺς ἰατροὺς, οἵτινες τυχὸν εἶναι ἀσθενεῖς, ἢ οἵτινες διατελοῦσιν ἐν κανονικῇ ἀδείᾳ, ἢ οἵτινες δὲν ὑπάρχουν, διότι δὲν εἶναι πλήρης ὁ ἀριθμός. Ἀναπληρόνει ὡσαύτως τοὺς φαρμακοποιοὺς, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, τοὺς ἐπικούρους κτηνιάτρους καὶ τοὺς δοκίμους φαρμακοποιούς. Ἀλλ’ ἀναπληρόνει ἀκόμη τοὺς κλητῆρας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς τυπογράφους, τοὺς βοηθοὺς τῶν τυπογράφων, τὸν ἰδιώτην μεταφραστὴν, τοὺς φύλακας τῶν γαιῶν Ῥοὺφ, τοὺς ἐπιστάτας ἄλλων κτημάτων, ἀνηκόντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ προσέτι ἐπιτρέπει νὰ προσλαμβάνῃ ἰδιώτας γραφεῖς. Ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν εἶναι κόσμος, ὅστις δὲν ζῇ δυνάμει νόμου. Ἐν ᾧ δὲ, ἐὰν ἀσθενήσῃ τυπογράφος, ἢ λάβῃ ἄδειαν ἀπουσίας, ἔπρεπε νὰ ἀντικαθίσταται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ ἐὰν κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου ἀσθενήσῃ, ἢ λάβῃ ἄδειαν ἀπουσίας, νὰ ἀντικαθίσταται ὡσαύτως, ἢ ἐὰν ὁ μεταφραστὴς λάβῃ ἄδειαν ἀπουσίας νὰ ἀντικαθίσταται καὶ αὐτὸς, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἐπιστάτης τῶν κτημάτων Ῥοὺφ, νὰ ἀντικαθίσταται, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀντικαθίστων αὐτοὺς, ἀλλὰ διετήρουν αὐτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μισθοδοτοῦντες αὐτοὺς, προσελάμβανον δὲ καὶ ἀναπληρωτὰς αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἐμισθοδότουν ὡσαύτως. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου μοὶ ἐδόθη παραμυθία τις, διότι δι’ αὐτοῦ ζητεῖται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἄδεια, διὰ νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναπλήρωσιν μόνον τῶν ἰατρῶν φαρμακοποιῶν καὶ ἱερέων, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ ἐκ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως δαπάνης πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἄλλων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων ποικίλων τάξεων τῶν δημοσίων ὑπηρετῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπεθύμουν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καὶ ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἰατρῶν, ἢ κτηνιάτρων, ἢ φαρμακοποιῶν, γίνηται μετά τινας φειδοῦς· θέλει δὲ τοῦτο κατορθωθῆ, ἐὰν δὲν διευκολύνηται μετὰ μεγάλης προθυμίας ἡ ἀπουσία αὐτῶν, ἑπομένως ἐὰν αἱ ἄδειαι ἦναι περιωρισμέναι, ἢ ἐὰν αἱ τοποθετήσεις γίνωνται οὕτως, ὥστε νὰ ἀποφεύγηται ἡ ἀνάγκη ἀναπληρώσεως. Διότι πρό τινων ἑβδομάδων, κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας κ. Κρεστενίτης ἤλεγξε τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διαμονὴν ἰδιωτικοῦ ἰατροῦ πρὸς ἀναπλήρωσιν δῆθεν ἀπόντος στρατιωτικοῦ ἰατροῦ, μετά τινας δ’ ἑβδομάδας ἀπελύθη ὁ ἰδιώτης ἰατρός, ὅπερ κατέδειξεν, ὅτι πράγματι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναπληρωτοῦ, διότι ἦτο δυνατόν, νὰ ὑπάρχῃ ἐν Πύργῳ τοποθετημένος στρατιωτικὸς ἰατρός.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν προσθήκην νομίζω ἀναγκαίαν εἰς ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰμὶ καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος εἰς τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ περὶ τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Συζητῶν ὅμως τὰ τῆς συντάξεως νόμου, ὑποθέτω, ὅτι οὗτος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὑπάρχουσι βεβαίως γεγονότα πολλὰ, ὑποστηρίζοντα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν γίνεται σπατάλη. Εἰς ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα, π. χ. ἔχομεν Νοσοκομεῖα μικρὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν δύο καὶ τρεῖς ἰατροί...
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πόσους ἔχουσιν ἀσθενεῖς;
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ ὀλιγωτέρους ἄλλων Νοσοκομείων, τὰ ὁποῖα διευθύνονται παρ’ ἑνὸς ἰατροῦ. Ὑπάρχει Νοσοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὀλιγωτέρους ἀσθενεῖς τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ καὶ Βόλῳ. Ἐνῷ δὲ ταῦτα διευθύνονται ὑπὸ ἑνὸς ἀρχιάτρου, τὸ Νοσοκομεῖον ἐκεῖνο διευθύνεται παρὰ δύο ἀρχιάτρων καὶ ἄλλων. Τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα, καὶ ὅπερ νομιμοποιεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δύναται καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπωφελέστερον καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἰδιώτης ἰατρὸς διετηρεῖτο ὡς ἀναπληρωτὴς ἄνευ ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη τὸ ἐναντίον, ὅτι διετηρεῖτο ἐξ ἀνάγκης, καὶ εὐθὺς, ὡς ἐγένετο ὁ διορισμὸς στρατιωτικοῦ ἰατροῦ, ὁ ἀναπληρωτὴς ἐκεῖνος ἀπηλλάγη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ΑΥΛϚʹ νόμου τῆς 19 Μαΐου 1887.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος τῆς 19 Μαΐου 1887, ὁ ὁποῖος καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶχεν ὡσαύτως καὶ αὐτὸς καταργήσει ἄλλον νόμον, τὸν τῆς 22 Ἰουνίου 1882, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ κατάταξις εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ ἀνθυπασπιστοῦ τῶν νέων ἐκείνων, οἵτινες ἐτέλεσαν τὰς σπουδάς των ἐν τινι Στρατιωτικῇ Σχολῇ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἐξεπλήρωσαν ἄλλους τινὰς ὅρους. Ἀλλὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1887, ἤτοι πρὸ 22 μηνῶν ἀπὸ τῆς σήμερον, δὲν εἶχε κατασταθῆ δῆλον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1882 ἐλειτούργει ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξέρχονται ἀξιωματικοὶ διὰ τὰ ὅπλα τὰ μὴ τεχνικά; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει του, μεταξὺ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους προέβαλε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προτείνει καὶ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἡ συστηθεῖσα κατὰ τὸ 1882, παρέχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ζητήσωμεν πλέον τὴν συνδρομὴν τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐρχομένων. Ἀλλ’ ἡ Σχολὴ παρεῖχε τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν καὶ κατὰ τὸ 1887. Διατὶ λοιπὸν τότε δὲν κατηργεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος; Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπικρίνω τὴν προτεινομένην κατάργησιν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο μία θύρα, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγοντο εἰς τὸν στρατὸν ἄνδρες, ἔχοντες ὀλιγώτερα δικαιώματα, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντες, ἢ οἱ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν σπουδάζοντες. Ἐπικροτῶ λοιπὸν εἰς τὴν κατάργησιν, ἐλέγχω ὅμως τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπὸ τοῦ 1887, καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἐπίκρισίν μου διὰ τὴν παράλειψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσαν οἱ συντάκται τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἐξηγῶ ὅμως τὴν παράλειψιν αὐτὴν, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι κατ’ ἄλλον τρόπον, τὸ ὁποῖον προσδοκῶ, ὅτι θέλει ἀποκηρύξει πλέον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ δὲν ψηφίζονται οἱ νόμοι, ὅπως ἐψηφίζοντο παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε κατὰ τὸ 1887 ἐτροποποιήσαμεν τὸν νόμον τοῦ 1882 περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκπαιδευομένων, δὲν εἴχομεν ἔτι ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἅτινα κατέχομεν σήμερον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁμιλῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀνατρέχων εἰς τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, παρέστησεν, ὅτι εἴχομεν ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τὸ 1887, ἤτοι ἐπὶ πενταετίαν, καὶ ὅτι μετὰ πενταετῆ πρόσκτησιν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης θὰ ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λησμονεῖ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1882 δὲν ἐφηρμόσθη εὐθὺς, ἔδει δὲ, κατὰ τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ διάταξιν, νὰ παράσχῃ ἀξιωματικοὺς μετὰ 2 ἔτη, καὶ κατὰ τὰ βραδύτερον νομοθετηθέντα μετὰ τρία ἔτη, ὥστε κατὰ τὸ 1887 τὸ πολὺ εἴχομεν 2 ἐτῶν ἀποτελέσματα, ἅτινα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ, ἵνα εὐθὺς τότε, ὅπως σήμερον μετὰ τὴν προσθήκην καὶ ἑτέρων 2 τάξεων, ἔκτοτε ἐξελθουσῶν ἐκ τῆς Σχολῆς, πεισθῶμεν, ὅτι αὕτη ἐπαρκῶς ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν αὐτῆς καὶ ὅτι ἐπιβλαβὴς θ’ ἀπέβαινεν ἡ κατάταξις ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν, ἐκπαιδευομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων τὴν κατάταξιν τούτων, μὴ ὑπαρχόντων τότε ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξερχομένων, ἡ κατάταξις τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀξιωματικῶν ἦτο ὠφέλιμος εἰς τὸν στρατόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι ἄνευ ἐπαρκοῦς πείρας προβαίνομεν εἰς μέτρα νομοθετικὰ, συγχρόνως ἐπικρίνει τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, ὡς λίαν βραδέως ἐπερχομένην· τὴν μεταῤῥύθμισιν δὲν ψέγει καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ ψέγει αὐτὴν, ὡς προτεινομένην μετὰ τὴν ἐξ ἐφαρμογῆς τεσσάρων ἐτῶν πεῖραν ἐνῷ κατ’ αὐτὸν ἔδει νὰ προταθῇ μετὰ τὴν ἐξ ἐφαρμογῆς δύο μόνον ἐτῶν πεῖραν. Ἴσως καὶ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἀπολύτως δὲν θὰ παρεῖχεν ἐπαρκῆ πεῖραν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἀποβαίνει ἐπαρκὴς, διότι ἡ μεταῤῥύθμισις δὲν σχετίζεται μόνον πρὸς τὸ ἀποδειχθὲν ἐξαίρετον ποιὸν τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ὡς ἀνθυπολοχαγῶν, ἀλλὰ σχετίζεται καὶ πρὸς τὸ ὑπεράριθμον αὐτῶν. Ἔχοντες ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀνθυπολοχαγοὺς ὑπεραρίθμους, εἶναι ἄτοπον, νὰ ἐπιτρέπωμεν, ὅπως εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους τούτους ἐπιπροστίθηνται καὶ ἕτεροι ὑπεράριθμοι, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκπαιδευόμενοι. Ἐὰν ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν ἔδιδε πάντα τὸν ἀριθμὸν, τὸν ἀπαιτούμενον εἰς πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐν ταῖς θέσεσι τῶν ἀνθυπολοχαγῶν, ἴσως ἔπρεπε καὶ σήμερον ἔτι νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατατάσσοντες ἀνθυπολοχαγοὺς, ἐκπαιδευομένους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀφοῦ ὅμως ἡ Σχολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀποδίδει πάντα τὸν ἀριθμόν, τὸν ἀπαιτούμενον, ἀποδίδει δὲ αὐτὸν ἐξ ἀξιωματικῶν ἀρίστων, ἐπέστη σήμερον ἡ ὥρα πρὸς τὴν μεταῤῥύθμισιν, ἥτις δὲν εἶχεν ἔτι ἐπιστῆ κατὰ τὸ 1887, ὅτε δὲν ὑπῆρχον ὑπεράριθμοι.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἐπίκρισίς μου εἶχέ τι τὸ εὐάρεστον δι’ αὐτόν, ἤ, ἐὰν μὴ τὸ ὑπέλαβεν, ἐζήτησε νὰ καταστήσῃ αὐτὸ εὐάρεστον εἰς ἑαυτὸν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἐγὼ ἐπέκρινα τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν του, διότι βραδέως ἐπέρχεται. Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ ἐπέκρινα τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν ὤθησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταχύτητος δὲν διορθοῦνται τὰ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ὑπάρχοντα ἄτοπα, διατηρούμενα δ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ἐπάγουσιν ἄτοπα ἐν τῇ διοικήσει. Δὲν ἐπέκρινα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε καὶ συζητοῦμεν σήμερον, ἐξ ἐναντίας ἐκήρυξα, ὅτι ἐπιδοκιμάζω αὐτό. Ἐπέκρινα ὅμως τὸν νόμον τοῦ Μαΐου τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη μετὰ σπουδῆς καὶ ἐπεψηφίσθη μετὰ σπουδῆς, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποῖα ἄτοπα προῆλθον, διότι δι’ αὐτοῦ ἐδημιουργήθη ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, ὑπερβαίνων τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐν ᾧ, ἐὰν ἔκτοτε δὲν ἐδημιουργοῦντο διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ σπουδάζοντες ἐν Σχολαῖς Εὐρωπαϊκαῖς, δὲν ἤθελον δημιουργηθῆ οἱ ὑπεράριθμοι. Καὶ ἀληθῶς ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχε δύο μηχανὰς, δι’ ὧν κατεσκεύαζεν ἀξιωματικοὺς, ἤτοι τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τὰς ξένας Σχολὰς, ἐν ᾧ ἤρκει μόνον μία διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνος ὁ μηχανισμὸς τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἤρκεσεν εἰς ἀπόδοσιν τῶν ὑπεραρίθμων, ἐλαχίστη δὲ ἡ προσθήκη ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκπαιδευθέντων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλαχίστη αὕτη προσθήκη εἰς τοὺς ὑπεραρίθμους πρέπει νὰ παύσῃ, ἀφοῦ μάλιστα ἐλήφθη ἤδη πρόνοια, ὅπως ἐλαττωθῶσι καὶ οἱ ὑπὸ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀποδιδόμενοι ὑπεράριθμοι. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποδοχῶν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, φέρει μᾶλλον οἰκονομίαν δαπάνης. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλα νομοσχέδια, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα φέρουσιν αὔξησιν δαπάνης. Καὶ εἴς τινα μὲν τῶν νομοσχεδίων τούτων δι’ ἐκθέσεως ὑποδεικνύεται περίπου τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως, εἰς ἄλλα ὅμως δὲν γίνεται τοῦτο. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε σημείωσίν τινα, ἀφορῶσαν εἰς τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ σημείωσις ἐκείνη ἦτο ἀτελής. Διὰ νὰ μὴ ζητῶμεν δὲ ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου πληροφορίας, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, νὰ ὑποβάλωσι πλήρη σημείωσιν τῆς ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων προκυπτούσης αὐξήσεως δαπάνης.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον ἐπάγει ἐλάττωσιν δαπάνης, ἀλλὰ δαπάνης κακῶς νομοθετηθείσης κατὰ τὸ 1887, διότι τὰ κατὰ τὸ 1887 νομοθετηθέντα εἰσήγαγον τὴν σπατάλην. Αὐτὸ ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τί διετάχθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ Μαΐου τοῦ 1887; Διὰ δύο στίχων διετάχθη, ὅτι «οἱ ἄνδρες, οἵτινες προσλαμβάνονται εἰς τὸν λόχον τῶν τηλεγραφητῶν, θέλουσι λαμβάνει ὡς ἐπίδομα ποσὸν ὡρισμένον.» Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ ἡ χορηγία τοῦ ἐπιδόματος τούτου εἰς πάντας τοὺς προσλαμβανομένους εἰς τὸν λόχον τῶν τηλεγραφητῶν; Ὄχι, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὸ ἐπίδομα διὰ πάντας τοὺς ἄνδρας, καὶ ἐπιτρέπει αὐτὸ μόνον δι’ ἐκείνους οἵτινες ἀποσπῶνται ἐκ τῆς ἕδρας αὐτῶν. Ὅθεν τὸ νομοσχέδιον δὲν διατάσσει τι, τὸ ὁποῖον φιλοσοφικὴ μελέτη ἀνεκάλυψε κατὰ τὸ εἰκοσάμηνον διάστημα, ἀλλὰ διατάσσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ καταργουμένου νόμου ἦτο γνωστὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ δι’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1887, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο ὁ καταργούμενος νόμος, πάντες οἱ νόμοι ἐψηφίζοντο δι’ ἀτμομηχανῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς μελέτης.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νομίζει, ὅτι οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ νόμος, ὁ καταργούμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατηρτίσθη ἄνευ ἐπαρκοῦς μελέτης. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, οὗτινος τὴν διάταξιν περὶ τοῦ ἐπιμισθίου τροποποιοῦμεν, συνετάχθη ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, ὅστις ἐνέκυψεν ἴσως εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, ὅσον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, καίτοι κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ μετὰ ταχύτητος ἀτμοκινήτου εἰργάσθη, συντάξας νομοσχέδιον. Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι οὕτως εἰργάζετο ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ, καὶ ὅτε ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς νομοσχέδιον περὶ συστάσεως λόχου τηλεγραφητῶν, κανονίζον ὅτι ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν θὰ κατανεμηθῇ εἰς σταθμοὺς, τοποθετηθησομένους εἰς ἀπόκεντρα σημεῖα χάριν ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωμεν τὸν κανονισμόν. Ἤδη πειθόμεθα, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ θεσμὸς τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, ὅτι ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν, ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως αὐτοῦ, καὶ ὅτι τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ εἰσηγήσει τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ ψηφισθὲν εἰς ἀποζημίωσιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν, τῶν διατελούντων εἰς σημεῖα ἀπόκεντρα, δικαίως δίδεται, ἀλλ’ ἐπίσης πειθόμεθα ἐκ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λόχου, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διατελῶσιν οἱ ἄνδρες αὐτοῦ διαρκῶς ἐν ἀποκέντροις σταθμοῖς, ὅτι δύνανται καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς τοῦ ἔτους, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸ κέντρον, συνέπεια δὲ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διατελῶσιν εἰς τὸ κέντρον, θὰ ἦτο διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀπότισις τοῦ ἐπιμισθίου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος εἶχε συνταχθῆ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν θὰ ἔμενον διαρκῶς ἐκτὸς τοῦ κέντρου, δὲν εἶχε ληφθῆ πρόνοια, ὅπως ἀφαιρῆται ἀπ’ αὐτῶν τὸ ἐπιμίσθιον, ὅταν διατελῶσι παρὰ τῷ κέντρῳ. Ἤδη, ὅτε κατὰ τὸν κανονισμὸν θὰ διατελῶσι καὶ παρὰ τῷ κέντρῳ, ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως, ἐφ’ ὅσον παρ’ αὐτῷ διατελῶσι, μὴ δίδωται εἰς αὐτοὺς τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁρισθὲν ὡς διαρκὲς, ὅτε καὶ ἡ διαμονὴ αὐτῶν ἐν ἀποκέντροις σταθμοῖς ὑπετίθετο διαρκής. Τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος, ὁ χαρακτηρισθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ὡς ἀχωνεύτως ψηφισθεὶς, τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ τροποποιοῦν τὸν νόμον, ὡς ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ ἀποκτηθείσης πείρας.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις ὁ προσδιορισμὸς τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπιμισθίου, τὸ ὁποῖον διατάσσεται νὰ δίδηται εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν τινά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ τὸ ἐδίδαξε σήμερον, καὶ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἔχει δίκαιον νὰ μὲ ἐπικρίνῃ κατὰ τοῦτο, διότι ἐστερούμην τῶν στρατιωτικῶν τούτων γνώσεων. Ὅθεν ὁμολογῶ, ὅτι ὁ στρατηγὸς Vosseur ἔχει ὑπερτέρας στρατιωτικὰς γνώσεις ἐμοῦ, ὅσας ἴσως ἔχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ, ὅτι ἐγὼ ἠγνόουν, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐπιμισθίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δίδηται εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ὅτι ὁ στρατηγὸς Vosseur εἶναι κατάλληλος νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, ὀργανίζον τὸν λόχον τῶν τηλεγραφητῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν σήμερον, συνετάχθη παρὰ τοῦ κ. Vosseur, ἕπεται, ὅτι καταργοῦντες αὐτὸν, πράττομεν ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτοῦ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Vosseur εἶναι, ὅτι οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν δὲν πρέπει νὰ γυμνάζωνται ἐν τοῖς κέντροις. Σήμερον δὲ, ἐναντίον τῆς γνώμης ταύτης, προτείνεται, ἵνα τὸ πλεῖστον τῶν ἀνδρῶν τούτων μένῃ ἐν τοῖς κέντροις. Ἐὰν τοῦτο ἦναι καλλίτερον διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν τηλεγραφητῶν, ἢ οὔ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῶ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ Vosseur, πρὶν ἐφαρμόσωμεν αὐτήν, καὶ φοβοῦμαι, μήπως ἡ οἰκονομία, ἡ τόσον μικρὰ, ἣν πρόκειται νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπιφέρῃ βλάβην οὐσιωδεστέραν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν. Ἄν δὲ τοιαύτη πρόκηται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη, νομίζω, ὅτι κακῶς ἐπιζητεῖται ἡ τοιαύτη ἀσήμαντος οἰκονομία.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ στρατηγὸς Vosseur μεταξὺ τῶν ὁδηγιῶν, ἃς ἀφῆκεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποχωρῶν, κατέλιπε καὶ ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ ὁδηγώμεθα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς. Ταύτην τὴν ἀρχὴν παραδεχόμενοι καὶ ἡμεῖς καὶ ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ὁδηγούμενοι, ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸν θεσμόν. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιώδης, ἀλλ’ ἡ βάσις αὐτῆς δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ἐκανόνισεν, ὅτι ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν θὰ διατελῇ διαρκῶς ἀπεσπασμένος ἐν ἀποκέντροις τόποις, ἀλλ’ ὁ συντάξας τὸν νόμον δὲν προὐνόησε περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου ἤθελον διαμένει παρὰ τὸ κέντρον, δὲν προὐνόησε δέ, διότι ὁ κανονισμὸς καὶ οὐχὶ ὁ νόμος καθώριζε τότε ὡς ἕδραν τοῦ λόχου τὰ ἀπόκεντρα σημεῖα. Ἤδη ὁ κανονισμὸς μεταβάλλεται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς, ὑπὸ ταύτης μεταῤῥυθμίζονται μόνον τὰ περὶ ἐπιμισθίων, καταργουμένων αὐτῶν ἐν περιπτώσεσι δημιουργουμέναι ὑπὸ τοῦ νέου κανονισμοῦ. Καὶ ἂν ἡ μεταῤῥύθμισις μὴ ψηφισθῇ, θὰ διατελῇ ὅμως ἰσχύων ὁ νέος κανονισμός· θὰ καταβάλλῃ δὲ τὸ Δημόσιον ἐπιμίσθια, ψηφισθέντα μόνον χάριν τῶν ἐκτὸς τοῦ κέντρου διαμενόντων. Περὶ ταύτης τῆς οἰκονομίας πρόκειται σήμερον καὶ οὐδόλως περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν θέσεων, ἔνθα θέλουσι διαμένει οἱ ἄνδρες τοῦ τηλεγραφικοῦ λόγου.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τῆς οἰκονομίας ταύτης ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν, διότι, ἐὰν ὁ στρατηγὸς Vosseur ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ μένωσιν ἐν τοῖς κέντροις οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν, βεβαίως ἤθελε προΐδει, ὅτι, ἐν τοῖς κέντροις μένοντες, δὲν ἔπρεπε νὰ λαμβάνωσι τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι, μένοντες ἐκτὸς τῶν κέντρων. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει τάσις ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ ἰδίως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μένωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις, φοβοῦμαι μήπως ἡ τάσις αὕτη ᾖναι ἡ ἀφορμὴ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ μήπως αὕτη ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὴν πραγματικὴν ἐκγύμνασιν τῶν τηλεγραφητῶν. Διὰ τοῦτο ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἐκφέρω θετικὴν γνώμην ἐπὶ εἰδικοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ἁρμόδιον. Ἐφιστῶ δὲ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὸ ζήτημα, μήπως ἡ ἐπιθυμία τῆς ὁριστικῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν ἐν τοῖς κέντροις, καὶ ἰδίως ἐν Ἀθήναις, ἐπιφέρῃ βλάβην μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιφέρει ἡ διὰ τοῦ διοικητικοῦ κανονισμοῦ πρόσκαιρος συγκέντρωσις αὐτῶν, ὁσάκις ἡ ἐκγύμνασίς των δὲν ἀπαιτῇ τὴν ἐκτὸς τῶν κέντρων ἐνασχόλησιν αὐτῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Διευθύνσεων τοῦ Μηχανικοῦ.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀργὰ, κύριε Πρόεδρε· νὰ ἀναβάλωμεν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.