1889.03.06
2,240 rows · 17,504 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
Τῆς 6 Μαρτίου 1889.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐπαρουσιάσθη σήμερον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ προσεφώνησεν αὐτῷ ὡς ἑξῆς: Μεγαλειότατε! «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς, παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σεβασμοῦ. Εὔχεται δὲ μετὰ τοῦ Ἔθνους, ἵνα, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος, ὁ Ὕψιστος σκέπῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ πάντα τὸν Βασιλικὸν Οἶκον.» Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Σᾶς συγχαίρω ἐπὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ πάλιν ἐτιμήθητε ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ σᾶς εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας ἐπὶ ταῖς εὐχαῖς ὑμῶν ὑπὲρ ἐμοῦ, τῆς Βασιλίσσης, τοῦ Διαδόχου καὶ παντὸς τοῦ Βασιλικοῦ μου Οἴκου. «Ὑπὸ τὴν ἐγνωσμένην ὑμῶν εὐθύτητα καὶ πεῖραν δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ ἐργασίαι καὶ τῆς παρούσης Ἐκτάκτου Συνόδου θέλουσι διαπεραιωθῆ αἰσίως, ἐπὶ ἐθνικῇ ὠφελείᾳ.»
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον παρακαλέσει πέρυσι, νομίζω, τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τείχους προφυλακτικοῦ ἐν τῇ θέσει Γύρα τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐπροθυμοποιήθη νὰ ἐξοδεύσῃ 4,000 δραχμῶν καὶ νὰ κατασκευάσῃ ἕνα ξηρότοιχον, ὁ ὁποῖος μετ’ ὀλίγον παρεσύρθη, ἤδη δὲ θὰ ἔχωμεν πλημμύρας καὶ ζημίας καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐξοδεύσῃ 10,000 δραχμῶν, διὰ νὰ κατασκευασθῇ τεῖχος στερεὸν, ὅπως προφυλαχθῶσι τὰ κτήματα τῶν ἰδιωτῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνει τοὺς φόρους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μοὶ εἴπῃ, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπεσταλμένοι διὰ τὸν ποταμὸν, νομίζω, ποίαν ἐργασίαν ἔχουσιν, ἀπὸ ποῖον ταμεῖον πληρόνονται καὶ μέχρι τίνος σημείου ἔφθασεν ἡ ἐργασία αὕτη; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον ν’ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, περὶ ἧς ἐποίησα λόγον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τῆς ἐπερωτήσεώς σας νομίζω, ὅτι προηγεῖταί τι ἄλλο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς ἔμεινε νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων αἰτιάσεων κατὰ τῶν πράξεων τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἢ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐπὶ τῶν ἐπισκοπικῶν.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξετάσας καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἐρωτήσας καὶ αὐτὸν τὸν παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, οὐδὲν ἄλλο ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ, παρὰ μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Β. Ἐπίτροπος κ. Μαυρομιχάλης, ἐξερχόμενος τοῦ καταστήματος τῆς Συνόδου, τὸ ὁποῖον κεῖται πλησίον τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἀναζητῶν ἅμαξαν, εὑρὼν δὲ τὴν ἅμαξαν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ἐλευθέραν, παρήγγειλεν εἰς τὸν ἁμαξηλάτην νὰ μεταφέρῃ αὐτὸν, ὅπου ἐσκόπει νὰ μεταβῇ. Τοῦτο μόνον καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο διὰ τῆς ἁμάξης τοῦ Διευθυντοῦ.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν προχθὲς λεχθέντων, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀφοῦ ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὴν Σύνοδον ὁ Προεδρεύων, παρέμειναν οἱ ἄλλοι καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἁγίου Σύρου καὶ Τήνου, ἀπεχώρησαν καὶ οἱ ἄλλοι Συνοδικοί, ἀφοῦ δὲ παρῆλθεν ἀρκετὴ ὥρα, τότε μετέβη ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι καὶ περισυνάγοντες τοὺς Ἱεράρχας τοὺς ἔφερον ἐκ νέου εἰς τὸ κατάστημα τῆς Συνόδου, καὶ ἐγένετο νέα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε προχθὲς, ὅτι δὲν γνωρίζει τὸ περιστατικὸν τοῦτο, καὶ ὅτι τὰ πράγματα εἶναι, ὅπως αὐτὸς τὰ ἐξέθηκεν, ὑπεσχέθη δὲ, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου καὶ θὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι Συνοδικοὶ ἀπεχώρησαν ἀπὸ τὸ κατάστημα τῆς Συνόδου μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ἁγίου Σύρου, καὶ ἐὰν, ἀφοῦ ἀπεχώρησαν καὶ μετέβησαν εἰς τὰς οἰκίας των, ἢ οἰκίαν τινὰ, ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι τοὺς περιεμάζευσαν καὶ τοὺς ἐπανέφερον εἰς τὴν Σύνοδον, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ἐγένετο τοῦτο, ἡ ἐνέργεια τοῦ Β. Ἐπιτρόπου καὶ τῶν ἐπανελθόντων Συνοδικῶν δὲν εἶναι κανονική.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου, εἶπον δὲ ῥητῶς, ὅτι τὰς πληροφορίας ἐκείνας εἶχον λάβει παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος ἦλθε πρός με καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτάς. Ἐκθέτων τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, εἶπον, ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προεδρεύοντος, τοῦ Ἁγίου Σύρου καὶ Τήνου, ἐπῆλθε διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθησαν τὰ λοιπὰ μέλη συνεδριάζοντα, καὶ συνέβησαν, ὅσα ἀφηγήθην εἰς τὴν Βουλήν. Περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως σεῖς ἀπετείνατε πρὸς ἐμὲ ῥητὴν ἐρώτησιν· ἠρωτήσατε, ἐὰν, διαρκούσης τῆς διακοπῆς, εἶχον ἀποχωρήσει ὅλα ἤ τινα τῶν μελῶν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ὑμῶν ταύτην ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς ἀμέσως, διότι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἀνέφερέ μοι ἁπλῶς, ὅτι διακοπὴ ἐγένετο, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἁγίου Μεσσηνίας, καὶ προσέθηκα, ὅτι θέλω προσκαλέσει τὸν κ. Β. Ἐπίτροπον καὶ ζητήσει παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Προσεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Β. Ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος μοί ἀνέφερεν, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς ἀναζήτησίν μου καὶ ζητήσῃ ὁδηγίας περὶ τοῦ πρακτέου, ἀλλ’ ὅτι, μὴ συναντήσας με, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ κατάστημα, ἐν ᾧ συνεδριάζει ἡ Σύνοδος, ὅτι ἐκεῖ εὗρε τὸν Ἅγιον Μεσσηνίας, παρ’ οὗ ἔμαθεν, ὅτι οἱ ἕτεροι Συνοδικοὶ μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἁγίου Ὕδρας καὶ ὅτι θέλουσι μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐπανέλθει, ὅτι πράγματι μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐπανῆλθον, καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνώμης ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ὅτε ἔφθασαν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Τριφυλίας, τότε ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου ἠρνήθη νὰ καταχωρίσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῶν Συνοδικῶν, λόγῳ, ὅτι ὁ Προεδρεύων ἀπεχώρησεν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔμαθον, ἐννοεῖται, ὅτι περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Σύνοδον ἐν ἀπουσίᾳ ἐμοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω, ἢ τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βασιλικὸς Ἐπίτροπος.
§7ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πλὴν τῆς ἀνακριβείας, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, μετέδωκε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἑτέραν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον ν’ ἀναιρέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔλαβον ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ἀμέσως μετασχόντων εἰς τὴν διαδικασίαν ταύτην κατὰ τὴν γενομένην ἀπόπειραν ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Προκοπίου, ἀνήνεγκε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, —δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν εἶπεν ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, ἢ διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἢ δι’ ἄλλου μέσου, οὐδὲ γινώσκω οὐδὲν ἄλλο μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἔρχηται εἰς συνάφειαν ἡ Ἐκκλησία πρὸς τὴν Πολιτείαν,— ἀνεκοίνωσε, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Σύνοδος ἐδήλωσε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ πλήρωσις τῆς κενωθείσης ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Μητροπολίτου Προκοπίου θέσεως ἦτο ἀνάγκη, τάχιστα νὰ ἐπιδιωχθῇ· διότι συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας πολλὰ καὶ ποικίλα ἐπέβαλλον τοῦτο ἐπιτακτικῶς. Ἀλλ’ αἱ ἰδικαί μου πληροφορίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔχω ἀφορμὴν νὰ δίδω πᾶσαν πίστιν, καθόσον προέρχονται παρὰ προσώπου λίαν σεβαστοῦ καὶ δυναμένου ἄριστα νὰ γνωρίζῃ, εἶναι, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, οὔτε ἰδίᾳ, οὔτε ἐπισήμως, οὔτε ἐν συνεδριάσει, οὔτε ἐγγράφως, οὔτε κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον γνωστὸν παρέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ κατεπεῖγον τῆς ἐκλογῆς ταύτης· ἑπομένως ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐστήριξε τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἔκνομον καὶ ἥκιστα προσήκουσαν συμπεριφορὰν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν προχθεσινὴν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, αἴρεται ἄρδην. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος δὲν ἐξετέλεσε, παρὰ μίαν εὐχὴν τῆς Συνόδου, πρὸ πολλοῦ ἐκδηλωθεῖσαν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἐὰν ὁ Β. Ἐπίτροπος ὄντως κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ πόθον, ἐκδηλωθέντα ὑπὸ τῆς Συνόδου, βεβαίως τὸ πρᾶγμα θὰ ἤλλασσεν ἐντελῶς φάσιν. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, ἅς ἐγὼ ἔχω, εἶναι ὅλως ἀντιφατικαί· ὅτι ἄνευ οὐδενὸς προηγουμένου, ἐνῷ ἤρεμος διεσκέπτετο ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, διεξάγουσα τὴν τακτικὴν αὑτῆς ὑπηρεσίαν, διέκοψεν αὐτὴν ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ διὰ τρόπου ἐπιτακτικοῦ, τρόπου ἐπισήμου, ὡς ἐντεταλμένος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἠξίωσε παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ προβῇ αὐτοστιγμεὶ πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ μέλλοντος ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον Ἀθηνῶν. Ἕν τῇ ἐκτελέσει ταύτης τῆς ἐντολῆς ἔγκειται ὁ πυρὴν ἁπάσης τῆς ἐκνόμου καὶ ἐκθέσμου ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν διεξήγαγε δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τόσον ἀκροσφαλοῦς ζητήματος, τῆς ἐκλογῆς τῆς κορυφῆς τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καθῆκον, ἢ ν’ ἀπολογηθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἐὰν τοιαύτην ἔδωκεν ἐντολὴν πρὸς τὸ ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, τοῦ ὁποίου τὴν προσωπικότητα ἄλλως τιμῶ, ἤ, ἐὰν παρὰ τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ τὸ εἰρημένον ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας διετάραξε τὴν σοβαρότητα τῶν ἔργων τῆς Συνόδου, δι’ ὑπερβάσεως ἐκθέσμου παρεμβὰν εἰς τὸν κύκλον τῶν πνευματικῶν αὐτῆς καθηκόντων, νὰ παραστῇ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκφράσῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ λύπην του, καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ μέτρα τὰ καταδιωκτικά, ἅπερ ἔλαβε, πρὸς περιστολὴν εἰς τὸ μέλλον καὶ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ὀργάνου τούτου, τὸ ὁποῖον παρέβη τόσῳ πανηγυρικῶς τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι οὐδένα ἐποιήσατο περὶ τούτου λόγον, τηρῶν ἔνοχον σιωπήν. Ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ προχθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐκλογὴ Ἐπισκόπου περιλαμβάνεται εἰς τὸν κύκλον τῶν καθηκόντων ἐκείνων, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ μετὰ τῆς Ἐκκλησίας συνεργάζονται, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων ἀκριβεστάτας ἡ κειμένη νομοθεσία, τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου χαράσσει γραμμὰς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πάσης πολιτείας τῆς ἐξουσίας, κατὰ τὴν πρωτόβουλον αὑτῆς ἔμπνευσιν. Κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου τὸ 2ον ἄρθρον οὐδὲν ἄλλο ἦναι, ἢ κύρωσις τῶν κανόνων τῶν ἀποστολικῶν καὶ τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἐπικαλουμένη ἄνωθεν τὸν φωτισμὸν, διά τινος πνευματικῆς προκαταρκτικῆς λειτουργίας, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τριῶν ὑποψηφίων, τοὺς ὁποίους προτείνει πρὸς τὴν Πολιτείαν ὡς ἱκανοὺς καὶ δοκίμους περὶ τὴν πνευματικὴν ποιμαντορίαν. Μετὰ τὴν πρότασιν δὲ ταύτην ἔχει δικαίωμα, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Πολιτεία νὰ ἐκλέξῃ ἐκ τούτων τὸν ἕνα. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ ἐκλογῆς Μητροπολίτου δύναται μὲν νὰ γίνῃ καὶ ἐκλογὴ τοῦ Μητροπολίτου, καθ’ ὃν προκειμένου καὶ περὶ ἐκλογῆς Ἐπισκόπων τρόπον, νὰ προταθῶσι δηλαδὴ εἴτε κληρικοί, εἴτε καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ, — διότι ἔχομεν παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν θρόνον ἀνυψώθησαν ἄνδρες ἔξοχοι ἀπὸ τῶν πολιτῶν, — οὐχ ἧττον εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν ἐπεκράτησε τὸ νόμιμον καὶ ἔθιμον, ἵνα εἷς τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ διαπρεπόντων ἐπὶ ἀρετῇ καὶ παιδείᾳ Ἱεραρχῶν καλῆται, ἐλευθέρᾳ τῆς Συνόδου ἐκλογῇ, εἰς πλήρωσιν τοῦ κενωθέντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ δεύτερος τρόπος, ἤτοι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔμελλε, σκεφθεῖσα ὡρίμως, ἀφοῦ τ’ ἀποτελοῦντα αὐτὴν μέλη ἀνταλλάξωσι τὰς σκέψεις των, νὰ προβῶσιν ὅλως ἀνεπηρεάστως εἰς τὴν ἐκλογήν. Τούτων, οὕτως ἐχόντων καὶ ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως, ἡ παρουσία τοῦ Β. Ἐπιτρόπου καὶ ἡ ἀπότομος αὐτοῦ ἐπιβολὴ καὶ ἐκβίασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα προβῇ αὕτη αὐτοστιγμεὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Μητροπολίτου, ἐνῷ δὲν ἦτο ἀκόμη διατεθειμένη πρὸς τοῦτο, καὶ διὰ λέξεων μάλιστα, ὑποδηλουσῶν, ὅτι τὸ ἐκλεκτέον πρόσωπον εἶναι γνωστόν, (ἀνεφέρετο, φαίνεται, εἰς προηγουμένην παρὰ τοῖς Συνοδικοῖς ἐργασίαν, εἰς τὸ Συνοδικὸν Γραφεῖον, ἢ εἰς ἄλλον τόπον γενομένην,) ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ Β. Ἐπιτρόπου εἶναι, ἢ οὔ, ἔκθεσμος, ἀντικανονικὴ καὶ τοὺς πολιτειακοὺς νόμους καὶ τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας παραβιάζουσα; Ἰδοὺ ἐν βραχεῖ τὸ ζήτημα. Ὁ Προεδρεύων, λίαν εὐλόγως καὶ ἀξιοπρεπέστατα πρὸς τὴν τοιαύτην σατραπικὴν ἀπαίτησιν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, παρατηρεῖ αὐτῷ, ὅτι «δὲν πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν ἕνα κοινὸν ὑπάλληλον τῆς Συνόδου, ἀλλὰ τὴν κορυφὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ ζητήματος μικροῦ καὶ κοινοῦ, ὥστε μόλις ἐπροτείνατε σεῖς, νὰ προβῶμεν ἡμεῖς. Προδήλως, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς τοῦ Πρωθιεράρχου τῆς Ἐκκλησίας, ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον δύο ἡμερῶν, ὅπως διασκεφθῶμεν· ἀφοῦ μάλιστα κίνδυνος οὐδεὶς ἐπίκειται, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ μέχρι τῆς συνεδριάσεως τῆς Δευτέρας», δηλαδὴ τῆς σήμερον. Μετὰ τὴν ὀρθοτάτην καὶ λίαν προσήκουσαν καὶ σώζουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνόδου παρατήρησιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς, οὐ μόνον δὲν ὑπεχώρησε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ὁ Β. Ἐπίτροπος, ἀλλ’ ἐπέμεινε σκανδαλωδῶς, γενόμενος οὕτως ἔνοχος δευτέρας παραβάσεως, ἀφοῦ οὐδὲν εἶχε καθῆκον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ παρέμβῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ παρέπεισε τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας, ὅστις ἔχει τὰς πλείονας ἀφορμὰς ἐκ συμπτώσεως νὰ ᾖναι ἐνδοτικός, — ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω περὶ αὐτοῦ, σεβόμενος τὸ ἀξίωμά του,— ν’ ἀρχίσῃ ζητῶν τὰς ψήφους τῶν λοιπῶν ἁγίων Συνοδικῶν, θεωρήσας ἀπόντα τὸν Πρόεδρον.—Δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε ὑμεῖς, ἀφ’ ἑαυτῶν, κύριοι Βουλευταί, ὁποίαν ἀκοσμίαν φέρει ἡ τοιαύτη ἔκθεσμος παρέμβασις εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς Ἐκκλησίας.—Τότε ὁ Προεδρεύων διέλυσε, καθὸ εἶχε καθῆκον, τὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ ἐκ χριστιανικῆς ἀνοχῆς καὶ ἐξ ὑπὲρ ἄγαν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ δὲν εὗρεν ἀτυχῶς τὸν ἀκριβῶς ἀνάλογον σεβασμὸν ἐπιστρεφόμενον καὶ ἀμειβόμενον, ἀφοῦ, λέγω, δὲν ἀπηγόρευσεν εὐθύς, ὡς ἤρξατο τοῦ λόγου, τὸν Β. Ἐπίτροπον, προτείνοντα τὴν ἔκθεσμον περὶ τῆς ἐκλογῆς πρότασιν, καὶ εἰσερχόμενον αὐθαδῶς οὕτω εἰς τὸν κύκλον τῶν καθηκόντων τῶν πνευματικῶν τῆς Συνόδου. Καὶ ὅταν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς μητέρα τοῦ Ἔθνους καὶ ἐξ ἀνατροφῆς καὶ ἐκ μελέτης, ἔχῃ τοιαύτην ὑψηλὴν ἀποστολὴν καὶ ἵσταται περιφρουρημένη τόσῳ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, βεβαίως ὤφειλε καὶ ὁ Β. Ἐπίτροπος νὰ ἐμπνευσθῇ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην, πρὸς τὸ παλλάδιον τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ ἀποδειλιάσῃ, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ἐντολὴν, νὰ εἰσέλθῃ, παραβιάζων τὰ προαιώνια δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Συνόδου. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων, ἡ ὁποία στεφανώνει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τρόπου σκανδαλώδους καὶ ἥκιστα προσήκοντος· διότι, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Συνοδικοὶ ἀπεχώρησαν τοῦ Γραφείου, ὁ κ. Β. Ἐπίτροπος, ὡς νὰ ἦτο ὑποστράτηγος, καὶ ὡς νὰ ἐπέκειτο ἡ ὥρα τῆς μάχης, ἔσπευδε νὰ λάβῃ διαταγὰς παρὰ τοῦ στρατάρχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἶχε δὲ τὴν ἀκατονόμαστον ἀξίωσιν, κατ’ ἐπιταγὴν ἐνεργῶν, νὰ παραμείνῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἔχουσα ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ἡ ἀνωτάτη αὕτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ, μέχρις οὗ ἐπιστρέψας κομίσῃ τὰς ὑψηλὰς διαταγὰς τοῦ κ. Βαρελίδου, ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Αὕτη ἡ ἐξήγησις τῶν γεγονότων, τὴν ὁποίαν τόσον ἀφελῶς ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, μαρτυρεῖ τὴν ἐξασκηθεῖσαν ἐπὶ τῆς Συνόδου πίεσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑψηλοῦ ζητήματος μετῆλθεν αὐθαδῶς κατὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Συνόδου. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσαν ταῦτα· ἔλαβεν ὁ Β. Ἐπίτροπος, δὲν ἠξεύρω παρὰ τίνος, διαταγὴν, καὶ σπεύσας πρὸς τὸ Συνοδικὸν Γραφεῖον ἀσθμαίνων, ἀνακοινοῖ τῷ μόνῳ παραμείναντι Ἀρχιεπισκόπῳ Μεσσηνίας, ὅτι διαταγῇ ἀνωτέρα πρέπει νὰ προβῇ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου. Ἐπειδὴ δὲ πλὴν ἑνὸς εἶχον ἀπέλθει οἱ Συνοδικοί, ὀχήματα καὶ ἅρματα ἀστυνομικὰ μετεκόμισαν τούτους ἐν φρουρᾷ εἰς τὸ Ἐπισκοπικὸν Γραφεῖον, πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς ἐκπεπληγμένης κοινωνίας, καὶ οὕτω κατηρτίσθη ἡ δευτέρα συνεδρίασις κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐναντίον παντὸς νόμου καὶ παντὸς ἐθίμου. Περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπῆλθεν ἁπλῆ διακοπὴ, νομίζων, ὅτι διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν λέξεων δύναται νὰ καλυφθῇ τὸ σκάνδαλον. Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, καὶ ὅτι δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡ Σύνοδος εὑρίσκετο ἐν διακοπῇ, καὶ ἐτόλμησε, μετὰ τοιαῦτα ὄργια μάλιστα, δι’ ὑπαινιγμοῦ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποχωρήσεως τοῦ Προέδρου, καὶ ἀνοικείως τὴν ἀποχώρησιν ταύτην νὰ παραβάλῃ πρὸς πολιτικὴν ἀποχώρησιν, ἵνα ψέξῃ ἡμᾶς! Καὶ εἶχον θέσιν τοιοῦτοι ὑπαινιγμοὶ, προκειμένου περὶ Ἱεράρχου, προεδρεύσαντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου;...
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅμως ἐπανελήφθη ἡ διδασκαλία τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Σάββατον, τὸ προχθές.
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπεκράτησαν εὐτυχῶς ἄλλαι ἰδέαι παρ’ αὐτοῖς τοῖς ἰδίοις Συνοδικοῖς, οἵτινες παρέσχον ἑαυτοὺς προθύμους πρὸς ἐξευτελισμὸν τῆς Ἐκκλησίας· ἐπῆλθε τέλος αὐτοῖς συναίσθησις κατὰ τὴν δευτέραν ἐκείνην ἀντικανονικὴν συνεδρίασιν, καὶ οὕτω δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἐκλογὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν πρὸς ταπείνωσιν τῆς Ἐκκλησίας πρωτοφανῆ, καὶ οὕτως ἐσώθημεν ἀπὸ μεγαλειτέρου σκανδάλου. Ταῦτά εἰσι τὰ πράγματα γυμνά· ταῦτα διεπράχθησαν πανηγυρικῶς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ ἱκανοποίησιν, οὐδὲ δικαιολογίαν τινὰ νὰ προβάλῃ πρὸς τὴν εὔλογον ἐξέγερσιν τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἐλεγξάντων πικρῶς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτου θέματος· οὐδένα ἔδειξε σεβασμὸν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, οὐδὲ ἠδυνήθη νὰ ἀναιρέσῃ τὸ παρ’ ἐμοῦ ῥηθὲν, ὅτι προηγούμενον τοιοῦτον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς εὐτυχῶς δὲν παρέσχε. Τοιαύτη ἀπροκάλυπτος καὶ σκανδαλώδης ἐπέμβασις ἐπὶ τῶν πνευματικῶν καθηκόντων τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἐγένετο. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι προηγούμενα σκανδαλώδη ἀναφέρονται, ἐπενεγκόντα καὶ σχίσματα ἐγκωμιαστικὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν εἰς τὸν λαὸν, ἀλλ’ εἰς καιροὺς πολὺ ζοφώδεις τοῦ Ἔθνους καὶ ἀπωτέρους ἀπὸ τῶν ἡμετέρων χρόνων· ἐπίσημος ὅμως ἀπόπειρα προσβολῆς τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως τελουμένη ἀπροκαλύπτως, οὐδέποτε ἐγένετο· διότι, κύριοι Βουλευταί, δύναται ἕκαστος ν’ ἀντιλαμβάνηται τὸ τελεσθὲν, ὅπως συμφέρει αὐτῷ, ἢ ὡς βούλεται, ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦναι σεμνὸν, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἑκάστοτε, ἢ τὰ κυβερνητικὰ ὄργανα, οἱαδήποτε, ἢ οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς, ἢ οἱ Διευθυνταὶ τῆς Ἀστυνομίας, ἀνερυθριάστως, ἀπροκαλύπτως καὶ ἀνευλαβῶς νὰ ἐπεμβαίνωσι κατὰ τὴν ἐκλογὴν οἱουδήποτε Ἐπισκόπου, φροντίζοντες νὰ ἐπηρεάζωσιν ἐπιδεικτικῶς τὴν πρωτόβουλον καὶ ἐλευθέραν γνώμην τῶν συνειδήσεων, καί νὰ ἀγωνίζωνται διὰ παντὸς τρόπου νὰ ὑποκαταστήσωσι τὴν τῶν κυβερνώντων θέλησιν ἀντὶ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῶν τεταγμένων νὰ ἐκλέγωσιν ἐν πνεύματι θείῳ τὸν ἱκανὸν διὰ τὰ ὑψηλὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα· ἐὰν τοῦτο ἐπιτραπῇ, ἐρωτῶ, ποῦ ἔγκειται πλέον ἡ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας; ποῦ οἱ ἀποστολικοὶ κανόνες καὶ παραδόσεις; ποῦ τὰ κελεύσματα τοῦ Συντάγματος; ποῦ αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας; Ἐὰν ὅσα ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦναι ἀληθῆ, καὶ βεβαίως εἶναι, ἠδύνατο νὰ σκευωρηθῇ μεγαλειτέρα ἐπιδρομὴ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διεδραμάτισαν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας; Ἡ Κυβέρνησις, ἐπωφελουμένη τὴν ἀδυναμίαν τοῦ χαρακτῆρος δύο ἢ τριῶν Ἀρχιερέων, ἢ τὰς ἄλλας βιωτικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν ὡς ἄνθρωποι, σάρκα φέροντες, ἐπέβαλε τὴν θέλησιν αὐτῆς. Τὸ ζήτημα ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ εἶναι λίαν σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον. Δέν με ἐνδιαφέρει, ἂν ὁ Ἅγιος Κεφαλληνίας ἢ ὁ Ἅγιος Ἀκαρνανίας θὰ ἦναι ὁ μέλλων Μητροπολίτης· ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιθυμῶ τὰ μάλιστα, εἶναι, νὰ γίνωνται καὶ νὰ ἐκτελῶνται πιστῶς πάντα, ὅσα οἱ νόμοι κελεύουσι καὶ ὅσα αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτάσσουσι, καὶ νὰ ἐκτελῶνται οὐχὶ τῇ ἐπεμβάσει τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἢ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας. Περὶ τῶν λοιπῶν δὲ, τῶν ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἰδιωτικαῖς αἰθούσαις πρὸς τοὺς κληθέντας Συνοδικοὺς ῥηθέντων, ἀποφεύγω νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, διότι τὰ τελεσθέντα ἀφανῶς εἰσιν ἀνάξια καὶ ἡμῶν καὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος· ἄλλως τε δὲν ἔχω καὶ ἀποδείξεις, ἵνα στηρίξω δικαστικὴν καταγγελίαν, διαφωτίζων τὰ ἐν παρασκηνίοις τελεσθέντα καὶ θρυλλούμενα. Ὅτι ὅμως ἐγένοντο τὰ σκάνδαλα, εἶναι πεπεισμένοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἑκατέρων τῶν πτερύγων. Ἤδη πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐν ἡμέρᾳ καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς κοινωνίας διαδραματισθέντων· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην τὰ τελεσθέντα παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν ἔκθεσμον ἀπόπειραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου καὶ τὸ ἔκθεσμον τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, καὶ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ, ἂν δὲν συμμερίζηται καὶ δὲν ἐγκρίνῃ τὰ τελεσθέντα, νὰ σπεύσῃ νὰ ἀναιρέσῃ ταῦτα, καὶ νὰ προβῇ εἰς τιμωρίαν τῆς ἀσχημοσύνης τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως οὕτω καθησυχάσῃ τὴν συνείδησιν ἡμῶν, νὰ προβῇ δὲ εἰς τιμωρίαν, ἧς εἶναι ἄξιοι οἱ ἐπὶ τοιούτου ἱεροῦ ζητήματος σκανδαλίσαντες καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ τὰς θρησκευτικὰς συνειδήσεις διαταράξαντες, ἂν δὲν ἦναι οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι.
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπέπεσον εἰς ἀνακρίβειαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς, ὅτε εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη περὶ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἵνα ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου. Ἐγὼ εἶπον, καὶ πάλιν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε μὲν ἐπίσημον εἰδοποίησιν παρὰ τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ὑπεστήριξα τοῦτο, ὅτι ἄτομον, ἐπίσημον χαρακτῆρα ἔχον καὶ δυνάμενον νὰ γινώσκῃ τὰς διαθέσεις τῆς Συνόδου, ἀνήγγειλε τῇ Κυβερνήσει, ὅτι αἱ διαθέσεις ἦσαν, ἵνα ἐπειγόντως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ δεύτερον μέρος περιστρέφεται ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος: εἶχεν ἢ δὲν εἶχεν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Συνόδου ἐπὶ τοῦ ζητήματος; Φρονῶ, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα, ἀνεξαρτήτως καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει, εἶχε πληρέστατα ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, εἶναι ὅλως ἀνυπόστατοι, διότι οὗτος οὐδαμῶς προσεπάθησε νὰ ἐπενεργήσῃ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν μελῶν τῆς Συνόδου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην του, ἐκπροσωποῦντος τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε φθάσει ἡ στιγμή, ὅπως ἡ Σύνοδος ἐκφέρῃ τὴν γνωμοδότησιν αὑτῆς· ἦτο δὲ ἐλευθέρα ἡ Σύνοδος νὰ παραδεχθῇ, ἢ μὴ, τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Τὴν γνώμην ὅμως ταύτην ἠσπάσθησαν 4 τῶν μελῶν, ὡς ἐξέθηκα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, κατὰ ταύτης δὲ τῆς γνώμης ἀντεστρατεύθη ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου. Πολλὴν ὥραν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκοπίασεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τοιοῦτο δικαίωμα ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος δὲν εἶχεν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ὅπως προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Συνόδου, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ στιγμή, ἵνα ἡ Σύνοδος ἀποφανθῇ, κατεπατήθη ἡ ἐλευθερία τῆς Συνόδου καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας. Πιστεύω ὅμως, ὅτι, ὅτε ἤκουεν ἀγορεύοντα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτὴν ὁ παρακαθήμενος αὐτῷ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θὰ ἐξεπλάγη, διότι αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, εἶχεν ὑποστηρίξει ἀρχὴν ῥιζικωτάτην, κατὰ πολὺ ἀπέχουσαν τῆς ἡμετέρας καὶ ἀποτελοῦσαν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι, ἐξετάσας ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ.
§11ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Δεληγεώργη ἐσεβάσθη τὴν Ἐκκλησίαν.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ σπεύδετε· ἀκούσατε πρῶτον· θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔγγραφον. Λάβετε τὸν κόπον νὰ περιμείνητε καὶ ἀκούσητε περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὸ 1873, κενῆς οὔσης τῆς θέσεως τοῦ Μητροπολίτου Ἀττικῆς, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἠσχολήθη εἰς ἔκδοσιν γνωμοδοτήσεως πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποβιώσαντος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Θεοφίλου, προέβη δὲ εἰς ἔκδοσιν γνωμοδοτήσεως, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ τὸ κενὸν, τὸ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοφίλου, καὶ προέτεινε τὸν Ἐπίσκοπον Κερκύρας Ἀντώνιον, διεβίβασε δὲ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Καλλιφρονᾶς, Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ Δεληγεώργη. Ἰδοὺ δὲ τί ἀπήντησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῆς Συνόδου (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 5881. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰουλίου 1873. Πρὸς τὸν παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον. «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀναφορᾶς της ὑπ’ ἀριθμὸν 3127 τῆς 28 Ἰουλίου ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν, ὅτι ἐξελέξατο καὶ ἐψηφίσατο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παμψηφεὶ, ὡς ἱκανὸν καὶ κατάλληλον διὰ τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον Ἀθηνῶν, τὸν Σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Κερκύρας Κύριον Ἀντώνιον, μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς ψηφισάσης καὶ ἐκλεξάσης αὐτὸν, καὶ ἐξητήσατο τὴν ἔγκρισιν τοῦ ψηφίσματος τούτου ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως. «Ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν ΣΣ. Συνοδικῶν προκαλεῖ τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας παρακαλεῖσθε, κύριε Βασιλικὲ Ἐπίτροπε, ν’ ἀνακοινώσητε αὐτοῖς. «Ἡ εἰρημένη πρᾶξις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀντικείμενον ἔχει τὴν μετάθεσιν Ἐπισκόπου ἀπὸ Ἐπισκοπῆς εἰς Ἐπισκοπὴν, εἶναι δὲ ἡ μετάθεσις δικαίωμα ἐξαιρετικὸν, ὡς δυνάμενον ν’ ἀδικήσῃ τόν τε μετατιθέμενον Ἱεράρχην καὶ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν μὲν ἐλογίσθη ὡς ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἄξιον, διὰ δὲ τοῦ νόμου ὑπὸ στοιχ. Σ τοῦ ἡμετέρου Βασιλείου ῥητῶς ἀπηγορεύθη, πλὴν ἐὰν τὴν μετάθεσιν ἐγκρίνῃ ὁ Βασιλεὺς, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἄρθρ. Δʹ). «Ὅθεν, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἡ μετάθεσις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καὶ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλουσαν ἐξάπαντος νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Συνόδου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν, ὁπόταν πρόκηται περὶ μεταθέσεως Ἐπισκόπου εἰς χηρεύουσαν Ἐπισκοπὴν, ἀλλὰ μόνον τὸ τοῦ γνωμοδοτεῖν· αἱ δὲ Ἀρχαὶ, εἰς ἃς ἀνήκει τὸ δικαίωμα, μόνον τῆς γνωμοδοτήσεως, δὲν ἐνεργοῦσιν αὐτεπαγγέλτως καὶ ἐκ πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ὅταν προκληθῶσιν. Εἰς δὲ τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐνήργησεν ἐκ πρωτοβουλίας καὶ χωρὶς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς». Καὶ ἐπειδὴ ἐνήργησεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκ πρωτοβουλίας καὶ χωρὶς νὰ προκληθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους ἐγένετο ἑτέρα γνωμοδότησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας διωρίσθη Μητροπολίτης ὁ Προκόπιος.
§13Δ. Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναγνώσατε ὅλον τὸ ἔγγραφον (γέλωτες).
§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα τὸ Ὑπουργεῖον, οὐ μόνον δὲν προεκάλεσε τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν γνωμοδότησιν, ἀλλὰ μάλιστα, προκαλέσαν αὐτὴν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 5383 καὶ 5674 ἀπὸ 13 καὶ 26 τοῦ λήγοντος μηνὸς ἐγγράφων αὐτοῦ νὰ προβῇ κατὰ τὸ Εʹ ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰς τὴν πρότασιν Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς ἔν τε τῇ Μητροπόλει ταύτῃ καὶ ἐν τῇ Ἀρχιεπισκοπῇ Κεφαλληνίας, καταφανῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπροκάλει μετάθεσιν τοιαύτην».
§15ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἑρμηνεύετε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου.
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὡς ἀποτελοῦν ἀρχὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τῆς γνωμοδοτήσεως, ἀλλὰ διότι ἠθελήσατε νὰ παραστήσητε τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία περιωρίσθη εἰς τὰ τοῦ νόμου, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὡς ἀποτολμησάσης προσβολὴν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι Κυβέρνησις ἄλλη εἶχε ῥιζικωτέραν ἀρχὴν, καὶ ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεὶς εὑρέθη ὁ τολμήσας νὰ ἐγείρῃ σκάνδαλον χάριν πολιτικῆς κερδοσκοπίας (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Διακόπτετε, ὅσον θέλετε.
§17Δ. Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐξακολουθήσατε τὴν ἀνάγνωσιν.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπανέρχομαι, ἐπειδὴ συνέβη διακοπή, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς παραγράφου.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε «ἕνεκα τῶν εἰρημένων λόγων» ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἀνεφέρατε ἕτερον λόγον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ τεμαχίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν ἦτο κατηρτισμένη.
§20ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀνάγνωσιν.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεγνώσατε τὸ ἔγγραφον ἀπὸ τοῦ τέλους, ἀνεγνώσατε τὸ συμπέρασμα.
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ τὸ ἀναγνώσητε, σεῖς, ἀφοῦ τοιαύτην αἰτίασιν ἀναφέρετε. (Δίδει τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Ῥάλλην, ὅστις τὸ ἀναγινώσκει).
§23ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρέλειψά τι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως;
§25ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι σεῖς, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλῶν ἐτῶν μὲ γνωρίζετε, ἐλάβετε ἀνάγκην ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι, ὅ,τι λέγω, εἶναι ἀληθές.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἐξήλεγξα ἐπὶ ἀνακριβείᾳ. Εἶπον, ὅτι παρελείψατέ τι ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε ἐν τῇ ἀγορεύσει σας.
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρέλειψα τίποτε;
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§30ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔφθασα ἔτι μέχρι τέλους (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῶν εἰρημένων λόγων τὸ Ὑπουργεῖον ἀπορεῖ, διὰ τίνα αἰτίαν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, γνωμοδοτήσεως μόνον δικαίωμα ἔχουσα ἐπὶ μεταθέσεως Ἐπισκόπου, καὶ μὴ ἐρωτηθεῖσα οὔτε περὶ μεταθέσεως ὡρισμένου Ἐπισκόπου, τοῦ Ἁγίου Κερκύρας, οὔτε περὶ συμπληρώσεως τῆς κενῆς θέσεως τοῦ τῶν Ἀθηνῶν Μητροπολίτου, διὰ μεταθέσεως Ἐπισκόπου ἐν γένει, ἀνερώτητος προέβη, παρὰ τὸν νόμον, εἰς ῥητὴν πρότασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν, καὶ ἀντικαταστήσασα εἰς τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου ἐκφράσεις, ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἀποκρουομένας, ἐξελέξατο (λέγει) καὶ ἐψήφισε διὰ μεταθέσεως Μητροπολίτην εἰς Ἀθήνας, καὶ ῥητῶς ἠτήσατο τοῦ ψήφίσματός της τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Εἶμαι, Κύριοι, ἀκριβέστατος, καὶ ὅταν ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐκ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς αὐτὴν, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν δέ ποτε εἴπω ἀνακρίβειάν τινα, αὕτη θὰ προέρχηται ἐξ ἐσφαλμένης πληροφορίας ἢ λάθους. Ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ εἴπω τι τὸ ψευδές.
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ βεβαιωθῶ περὶ τούτου (θόρυβος καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§32ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν θέλει λησμονήσει τὰ ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ λεχθέντα.... Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς. Προηγούμενον ὑπάρχει, καὶ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς δὲν ἐπεκαλέσθημεν. Τὸ ἔγγραφον μεταβαίνει εἰς τὸ δεύτερον μέρος (ἀναγινώσκει): «Καίτοι τὰ εἰρημένα ἀρκοῦσι πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ μεταθέσεως Ἐπισκόπου νὰ ψηφίζῃ καὶ ἐκλέγῃ καὶ τοῦ Βασιλέως τὴν κύρωσιν αἰτῆται, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ γνωμοδοτῇ, ἐρωτηθεῖσα, μ’ ὅλα ταῦτα ἀναγκαῖον κρίνω, νὰ ἐπιφέρω καὶ τὰς ἑξῆς ἐπὶ τοῦ εἰρημένου ἐγγράφου παρατηρήσεις. «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν κοινοποίησιν τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουλίου ἐγγράφου περὶ ἐκλογῆς Ἐπισκοπικῶν Ἐπιτροπῶν, βλέπον, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἐδύνατο, κατὰ τὴν γνώμην καὶ αὐτῶν τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ συνεδριάσῃ νομίμως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου ἐγγράφου, συνεπλήρωσε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καλέσαν ὡς Συνοδικὸν σύνεδρον τὸν Σ. Ἀρχιεπίσκοπον Φθιώτιδος, ἑπομένως ἄπορον εἶναι, πῶς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος παρεῖδε τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποκατέστησε σκοπὸν ἄλλον καὶ ἐνέργειαν ἄλλην, ἄλλα μὲν περὶ Κεφαλληνίας φροντίσασα, ἄλλα δὲ περὶ Ἀθηνῶν, καὶ ἃ μὲν ἠδύνατο, παρεῖδε, δηλονότι τὴν ἐκλογὴν Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἃ δὲ οὐδαμῶς προσεκλήθη, παρὰ τοὺς νόμους ἐπεμβῆκε, μεταβαλοῦσα τὸ ἁπλοῦν τῆς γνωμοδοτήσεως δικαίωμα αὐτῆς εἰς ῥητὴν καὶ αὐθόρμητον πρότασιν μεταθέσεως ὡρισμένου Ἀρχιερέως διὰ ψηφίσματος καὶ πράξεως ἐκλογῆς, οὐδαμοῦ τῶν νόμων ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως ἀπαντωμένων. «Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπ’ ὄψει ἔχοντες, προσκαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε Βασιλικὲ Ἐπίτροπε, νὰ τὰς κοινοποιήσητε τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπὸ 13 καὶ 26 Ἰουλίου ἡμετέρων ἐγγράφων, ἅτινα παραδεχθεῖσα, κατὰ μέρος μόνον ἐξετέλεσε, χωρὶς δι’ ἀπαντήσεώς της νὰ δώσῃ τὸν ἀποχρῶντα λόγον διὰ τὴν τοῦ ἑτέρου μέρους παράλειψιν. Μετὰ τοῦτο θέλομεν προέλθει δεόντως εἰς τὴν κατὰ τὸν νόμιμον τύπον ἐνέργειαν τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν Ἐπισκοπικῶν θέσεων Ἀθηνῶν, Κεφαλληνίας καὶ Ἀργολίδος· περὶ τῆς τελευταίας μάλιστα, ὡς παλαιοτέρας, εἴχομεν τὴν νόμιμον περὶ χειροτονίας Ἐπισκόπου πρότασιν τῆς Συνόδου ἀπὸ τῆς 20 τοῦ παρελθόντος μηνὸς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4629 ἡμετέρου ἐγγράφου. «Ὁ Ὑπουργὸς Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.» Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, μόνον ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας, ὅτι τοιοῦτο προηγούμενον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀκριβῆ· διότι ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἡ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶχε ῥιζικωτέρας ἀρχάς. Εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ μεταθέσεως Ἐπισκόπου ἀπὸ ἕδρας εἰς ἕδραν, εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας, καὶ ὅτι ἡ Σύνοδος εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς γνωμοδοτήσεως. Ἀπήντησα εἰς τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, συνεπλήρωσα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωσα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς. Ἐκ τούτων δὲ ὅλων ἐξάγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνήργησε κατὰ νόμον, σεβασθεῖσα τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας.
§33Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, συνέβη νὰ ἀποβιώσῃ ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Θεόφιλος, καὶ ἐκενώθη ἡ θέσις. Συνέβη δὲ, μετὰ τὸν θάνατον, ἡ Σύνοδος νὰ μὴ ἦναι ἀρτία. Ἔγραψα τότε εἰς τὰ ἀπόντα μέλη τῆς Συνόδου, εἰς τὸν Τριφυλίας καὶ εἰς τὸν Ἰθάκης, νὰ σπεύσουν, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ Σύνοδος. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐβιαζόμην, διότι ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἐξέδιδε τὰς ἀδείας γάμων, καὶ πολλοὶ ἦσαν ἕτοιμοι διὰ ταξείδια, καὶ ἐζήτουν ἄδειαν τοιαύτην, καὶ δὲν ὑπῆρχεν Ἐπίσκοπος, διὰ νὰ χορηγήσῃ αὐτήν. Ἔγραψα λοιπὸν εἰς τὴν Σύνοδον, νὰ σπεύσῃ, ὅπως διορίσῃ Ἐπισκοπικὴν Ἐπιτροπήν, ἅμα συμπληρωθῇ, ἵνα ἐκδίδῃ τοιαῦτα ἔγγραφα. Κατόπιν, ἀντὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸ ἔγγραφόν μου καὶ ἐκπληρώσεως τῆς ἐκ καθήκοντος ἐντολῆς μου, ἔλαβον ἓν ἔγγραφον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Συνελθοῦσα ἡ Σύνοδος ἐξελέξατο καὶ ἐψηφίσατο ὁριστικῶς τὸν Κερκύρας Ἀντώνιον διὰ Πρόεδρον τῆς Συνόδου»· ἔγραφεν «ἐξελέξατο καὶ ἐψηφίσατο ὁριστικῶς». Τὸ ἐπέστρεψα καὶ εἶπον, ὅτι, «ἐπειδὴ εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Συνόδου μετεχειρίσθητε ῥήματα καὶ φράσεις, ἀποκρουομένας ἀπὸ τὸν Καταστατικὸν νόμον τῆς Συνόδου, εἶναι ἄκυρον τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, καὶ θέλετε προσκληθῆ βραδύτερον νὰ ἐκλέξητε τὸν Μητροπολίτην καὶ Πρόεδρον τῆς Συνόδου.» Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Θεοτόκης, ὅπως δυνηθῇ νὰ στηρίξῃ τὴν ἀπολογίαν του. Ἡ βάσις εἶναι, ὅτι παρέβησαν τὸν Καταστατικὸν Νόμον τοῦ Κράτους, διότι ὁ Καταστατικὸς Νόμος λέγει, ὅτι διορίζεται ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τῆς Συνόδου, ἀλλὰ τοιαύτη προηγουμένη γνωμοδότησις δὲν ἐγένετο. Ἔγραψα λοιπὸν εἰς τὴν Σύνοδον, ὅτι «μετεχειρίσθητε ῥήματα καὶ φράσεις, ἀπὸ τὸν νόμον ἀποκρουομένας’ ὁ νόμος σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε γνώμην, δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθητε καὶ ὁριστικῶς ν’ ἀποφασίσητε καὶ ἐκλέξητε.»
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχετε καὶ τώρα αὐτὴν τὴν γνώμην;
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐρώτησις αὕτη, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἀξίζει ἀπάντησιν (γέλως καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§36ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδίκως ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ὑπέλαβεν, ὅτι πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς πράξεώς του κατὰ τὸ 1873. Τῆς πράξεως ἐκείνης ἀνεμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅπως κρυβῇ ὄπισθεν αὐτῆς, μεθ’ ὅλην τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠθέλησε νὰ κρυβῇ ὄπισθεν αὐτῆς τῆς πράξεως τοῦ συμπολίτου μου· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ κρυβῇ, περιέπεσεν εἰς νέας ἀνακριβείας, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρέστησεν ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; ἐπρόκειτο περὶ τῆς σκανδαλώδους διαταγῆς, ἡ ὁποία διεβιβάσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετάσσοντο στρατιωτικῶς τὰ τέσσαρα μέλη τῆς Συνόδου, τεθέντος ἐκποδὼν τοῦ πέμπτου, νὰ προβῶσιν ἀμέσως καὶ αὐθωρεὶ, οὐχὶ πλέον τῇ προσκλήσει τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τοῦ μετατεθησομένου εἰς τὴν Μητροπολιτικὴν ἕδραν. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ὁμοία ἡ περίστασις; Ἐκεῖ, ἀληθῶς ἴσως, λίαν εὐρέως ἑρμηνεύων ὁ κατὰ τὸ 1873 Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸ γράμμα τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Συνόδου, ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πρόσκλησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προβῇ ἡ Σύνοδος, ἐδῶ ὅμως περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται, ὄχι περὶ προσκλήσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ προβῇ ἡ Σύνοδος εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου καὶ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ μεταθετέου, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ τῆς αὐθωρεὶ ἐκλογῆς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον κρίνετε κατάλληλον, ἐκ πολιτικῆς κερδοσκοπίας, νὰ μεταθέσητε. Καὶ εἴπετέ μοι, ἂν τὸ ἔγγραφον τοῦ σεβαστοῦ συμπολίτου μου δύναται νὰ σᾶς κρύψῃ, καὶ ἂν δύνησθε νὰ ἀπαλλαγῆτε κἀμμιᾶς εὐθύνης δι’ ὅλα τὰ παράχορδα, τὰ ὁποῖα ἐπράξετε. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶναι ἀληθὴς καταδίκη τῶν πράξεών σας· ἢ νομίζετε, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰ ῥήματα, τὰ ὁποῖα εἴπετε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν; τί εἴπετε; εἴτε εἶχε διαλυθῆ, εἴτε ὄχι, ἡ συνεδρίασις, εἴτε εὑρίσκοντο οἱ τέσσαρες Συνοδικοὶ ἐν τῷ Συνοδικῷ καταστήματι, εἴτε δὲν εὑρίσκοντο, τοῖς ἐπετάξατε διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, νὰ προβῶσιν αὐτοὶ οἱ τέσσαρες εἰς τὴν ἐκλογήν. Τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, σᾶς λέγει, ὅτι τοιαύτη συνεδρίασις, ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ κατασκευάσητε, πρὸς τὸν σκοπὸν, ἐπαναλαμβάνω, κερδοσκοπίας πολιτικῆς, τοιαύτη συνεδρίασις εἶναι ἄκυρος, καὶ εἶναι ἀληθῶς ἄκυρος. Διὰ νὰ μᾶς πείσητε πρὸ τριῶν ἡμερῶν περὶ τοῦ, ὅτι νομίμως προσεκαλέσατε τὰ τέσσαρα μέλη τῆς Συνόδου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἤδη ἐξέλθει τοῦ Συνοδικοῦ καταστήματος, ὅπως προβῶσιν εἰς νέαν συνεδρίασιν, μὴ καλούμενα παρὰ τοῦ Προέδρου, μᾶς ἀνεγνώσατε μίαν διάταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Συνόδου, τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν, ἐν ἀπουσίᾳ ἢ κωλυομένου τοῦ Προέδρου, ἀναπληροῖ αὐτὸν ὁ εἰς τὴν συνεδρίασιν ἀμέσως παρακαθήμενος· ἀλλὰ ἐλησμονήσατε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύψατε σήμερον, διὰ νὰ κρυφθῆτε ὄπισθεν αὐτοῦ, λησμονεῖτε καὶ τὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νόμου. Τί ἠθελήσατε νὰ πράξητε; ἐπετάξατε εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνομίσατε, ὅτι δύνανται νὰ ὑποκύψωσιν, ἐπετάξατε, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς ἔλαβε χώραν ἡ διάλυσις ἐκείνη, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ κατάστημα, καὶ μὴ προσκαλούμενοι ὑπὸ τοῦ Προεδρεύοντος τῆς Συνόδου, νὰ προέλθουν εἰς γνωμοδότησιν, δι’ ἧς ἐπρόκειτο νὰ ὑποδειχθῇ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑπεδείξατε. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ὄχι ὁποίαν τὴν παρέστησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας· οὗτος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, καθαρῶς θεωρητικοῦ, ἂν ἡ Σύνοδος ἠδύνατο νὰ προβῇ πρὶν ἢ προκληθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἡ πρόκλησις ὑμῶν ἔλαβε χώραν, προεκλήθη ἡ Σύνοδος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν γνωμοδότησιν, ἀλλὰ συνέβη κἄτι τι περιπλέον· ὅτε οἱ Ἐπίσκοποι ἠθέλησαν νὰ λάβουν τὸν καιρὸν, ἢ εἷς ἐξ αὐτῶν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν καιρὸν, διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ καταλλήλου προσώπου, σεῖς εἴπετε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σκεφθῆτε, διότι σεῖς ἐσκέφθητε διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ φατριασμοῦ, ποῖος εἶναι κατάλληλος νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Τὸ ἔγγραφον τοῦ συμπολίτου μου εἶναι ἐντελῶς νόμιμον, εἶναι ὅμως κακῶς συντεταγμένον. Ὁ κύριος λόγος τοῦ ἐγγράφου εἶναι, ὅτι ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὰ πέντε μέλη αὑτῆς, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν. Ὅλα τὰ ἄλλα ποίαν σημασίαν ἔχουσιν ἀπέναντι ταύτης τῆς ῥιζικῆς κατηγορίας;
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Σέβομαι τὴν Βουλὴν καὶ οὐδέποτε θὰ εἴπω πρὸς αὐτήν τι ἀνακριβὲς, πρέπει δὲ ἕκαστος νὰ πείθηται εἰς τοὺς λόγους μου». Ταῦτα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἐκφερόμενα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ βεβαιότατα οὕτω πρέπει νὰ θεωρῆται, οὕτω πρέπει νὰ ὁμιλῇ ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως, ὁ ἀντιπροσωπεύων ἐν τῇ ἐκτελέσει τὸ Ἔθνος, καὶ μάλιστα ὁπόταν ὁμιλῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, αὐτὸς, ὅστις κατεφωράθη προχθὲς ψευσθεὶς, (οὐδεμίαν ἄλλην λέξιν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταχειρισθῶ) ὅτε ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ τὰ προχθὲς λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, τί ἔρχεται σήμερον νὰ εἴπῃ ὑμῖν; Ἀσυζητητεὶ καὶ ἀνεξετάστως νὰ πεισθῆτε εἰς τοὺς λόγους του! Δέκα ἀνακριβείας τῶν λόγων του ἐξέθηκεν ὑμῖν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης προχθὲς, δεκάκις ἀνῄρεσαν τοὺς λόγους του οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς ἐμὲ χειρίστην ἐντύπωσιν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄκοντα μὲ ἤγειρεν, ὡς εἴδετε, τῆς θέσεώς μου, εἶναι τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἕκαστος πρέπει ἀνεξετάστως νὰ πείθηται εἰς τοὺς λόγους του· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερον τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, τὸ ὁποῖον περιεῖχε, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἃς εἶχον λάβει, «Καθ’ ὑψηλὴν διαταγὴν», ἠρνήθη, ὅτι τοιοῦτον ἔστειλεν ἔγγραφον, μετά τινα δὲ ὥραν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐκράτει εἰς χεῖράς του ἔγγραφόν τι, τὸ ὁποῖον ἀνεγίνωσκεν, ὡς ὂν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστολῆς, ἣν ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔπεμψεν εἰς τοὺς Ἀρχιερεῖς. Ἐκράτει τὸ χαρτίον, ἐξ οὗ ἡ μελάνη ἔσταζε νωπὴ ἔτι, καὶ ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο ἔστειλεν ὁ Γραμματεὺς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὸ ἔγραψεν ὁ κ. Θεοτόκης ἐπὶ ἐκείνης ἐκεῖ τῆς τραπέζης δύο λεπτὰ πρότερον! Ἀπαντήσατε! (συγκίνησις).
§38ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὰ ψεύδη ὑπάρχουν ὅρια, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς πάντα τίμιον ἄνθρωπον, τὸ ὅριον αὐτὸ τοὐλάχιστον νὰ μὴ τὸ ὑπερβαίνῃ. Ἐγώ, Κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐντεῦθεν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐπιστολῆς, δὲν ἐγίνωσκόν τι περὶ αὐτῆς. Μόλις ἤκουσα περὶ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ἔπεμψα τὸν κ. Παπαλουκᾶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα μετακαλέσῃ τὸν κ. Φρειδερῖκον· ἦλθε δὲ ὁ κ. Φρειδερῖκος καί, παρόντων τριῶν κυρίων, τὸν ἠρώτησα: εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγραψες τοιαύτην γελοίαν ἐπιστολήν; μοὶ ἀπήντησε: δὲν ἔχασα τὸν νοῦν μου. Λέγω, τί ἔγραψες; τότε μοὶ ἔδωκεν ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς καὶ μοὶ εἶπεν «αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν ἔγραψα»· καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν ἀνέγνωσα, καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν κατέθεσα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλὰ δὲν φθάνει τοῦτο· τὸ Σάββατον, ἐνῷ ἤμην ἐδῶ, παρόντων τῶν κκ. Ἰωάννου Γεωργαντᾶ καὶ Ἀγγέλου Γεωργαντᾶ, τοῦ κ. Κανακάρη καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, ἦλθεν ὁ κ. Γκίκας καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι μετέβη παρὰ τῷ Ἁγίῳ Ὕδρας καὶ παρέλαβε τὴν ἐπιστολήν. Τὸν ἠρωτήσαμεν, ποῦ εἶναι ἡ ἐπιστολή, καὶ ὁ κ. Γκίκας ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρω κκ. Βουλευτῶν ἀνέγνωσε τὴν ἐπιστολήν. Ἤξευρον, ὅτι ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν φοβεῖται πολάκις νὰ διαβάλλῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου, δὲν ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ νομίσῃ, ὅτι ἠδύνατο τοιαῦτα πρὸς ἐμὲ νὰ προσάψῃ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ταπεινῆς ταύτης καὶ ἐπονειδίστου ἐπιθέσεως ἐντονώτατα, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Γκίκα, ἂν τῷ ἔδωσε τὴν ἐπιστολὴν ὁ Ἐπίσκοπος Ὕδρας.
§39ΓΚΙΚΑΣ. Μάλιστα, μοὶ τὴν ἔδωκε.
§40ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι, ἐὰν ἦν δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν, ὅσα περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν, κατ’ ἐλάχιστον ἀληθῆ, δὲν ἠδυνάμην νὰ μείνω οὐδὲ στιγμὴν οὔτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, οὔτε εἰς τὴν κοινωνικὴν θέσιν, εἰς ἣν ἀνήκω.
§41ΓΚΙΚΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπιστολῆς μοῦ ἐκίνησε πολὺ τὴν περιέργειαν, ὥστε, μόλις ἐγένετο περὶ τούτου λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεχώρησα ἀμέσως καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἁγίου Ὕδρας, τὸν ὁποῖον δὲν εὗρον ἐκεῖ. Ἀπεφάσισα νὰ τὸν περιμείνω καὶ πραγματικῶς μετά τινα ὥραν ἦλθεν. Ἀμέσως τὸν ἐρωτῶ; «Ἐλάβετε τοιαύτην ἐπιστολήν;—Μάλιστα.—Ἠμπορῶ νὰ τὴν ἴδω;—Μάλιστα.» Λοιπὸν ἠγέρθη, εἰσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ παραλαβὼν τὴν ἐπιστολήν, μοὶ τὴν ἐνεχείρισε. Τὸν παρεκάλεσα λοιπόν, νὰ μοὶ τὴν ἀφήσῃ, διότι ἔγεινε πολὺς λόγος περὶ αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θέλω νὰ τὴν ἀναγνώσω εἰς ἐπήκοον πάντων. Καὶ ἐπειδὴ εἷς Βουλευτὴς εἶπεν «εἰς τὴν τιμήν του,» σᾶς διαβεβαιῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τιμήν μου, ὅτι τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, παραλαβὼν ἐκ τοῦ γραφείου ὁ Ἐπίσκοπος Ὕδρας, μοὶ τὴν ἐνεχείρισε καὶ εἶπεν, ὅτι δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ καὶ ἡ μόνη ἀλήθεια. (καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐπιστολήν).
§42ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Σεβασμιώτατε, «Ὁ προϊστάμενός μοι κ. Ὑπουργὸς σᾶς παρακαλεῖ δι’ ἐμοῦ νὰ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἔλθητε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου σήμερον τὴν 3½ ὥραν μ. μ. Διατελῶ κλπ. Ὑμέτερος τῇ 3 Μαρτίου 1889. Κ. ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ.»
§44ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ῥητορικὴ διδάσκει πολλὰ σχήματα, καὶ βεβαίως ἐμελέτησεν αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας· διδάσκει ἀποστροφὰς, διδάσκει καὶ ὀργήν· ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εὑρίσκετο πρὸ ὀλίγου· δι’ ἔλλειψιν ἐπιχειρημάτων, ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ ὀργήν. Τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἐπιστολή; ἢ μήπως ἀπεδόθη ποτὲ ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐγράφη, εἴτε ἐὰν ἔγραφε τὸ «καθ’ ὑψηλὴν διαταγὴν», εἴτε ἐὰν ἔγραφε...
§45ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν). Ἄ! ἄ! ἄ!
§46ΡΑΛΛΗΣ. ... μήπως ἀπεδόθη ἡ σύνταξις τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης εἰς τὸν Ὑπουργόν; Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ φωνασκιῶν θέλουν νὰ μὲ διαψεύσουν, βεβαίως δὲν ἔχουν δίκαιον· τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα εἶναι ἐδῶ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι παρήγγειλεν εἰς τὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου νὰ συντάξῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν, καὶ τὴν συνέταξε, χωρὶς νὰ ὑπογράψῃ ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου. Τίς ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν συνέταξε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην ὁ Ὑπουργός; Οὐδείς. Λοιπὸν διατὶ ὅλη ἐκείνη ἡ ἱλαροτραγῳδία, τῆς ὁποίας παρέστημεν μάρτυρες πρὸ ὀλίγου; διατὶ παρέστη εἰς τὸ μέσον ὁ κ. Γκίκας, καὶ διατὶ τὸν εἴδομεν ὠργισμένον; Διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὰς κατηγορίας, αἵτινες τοῖς ἀποδίδονται. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν γελοῖος Γραμματεὺς γελοίως διετύπωσεν οἱανδήποτε πρόσκλησιν, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη διετυπώθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν βεβαίωσίν του, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς, οὐδεὶς ἀπήντησε· τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς πορείας του τῆς καθόλου, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ ἴδω τὸν Ὑπουργὸν ὀργιζόμενον, ὀργιζόμενον ὅμως καθ’ ἑαυτοῦ, διότι, ἂν παριστάμεθα πάντες εἰς τὴν ἀληθῶς θλιβερὰν ταύτην συζήτησιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ἐκθέσμους ἐνεργείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπείκει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰς τὸν φατριασμὸν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ναὶ, ἢ ὄχι, καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Συνοδικῶν ἐτολμήσατε διὰ κλητήρων νὰ καλέσητε αὐτοὺς νὰ προσέλθουν καὶ ψηφίσουν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠθέλατε; Ναὶ, ἢ ὄχι, παρηγγείλατε διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅπως προβῇ ἡ Σύνοδος, καίπερ μὴ ὑπαρχόντων τῶν πέντε μελῶν, ὅπως ὁρίζει ὁ Καταστατικὸς Νόμος, ὅπως προβῇ εἰς πρότασιν περὶ Μητροπολίτου; Περὶ αὐτῶν δὲν ὠργίσθητε· ὀργίζεσθε διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν δι’ ὑμᾶς ἔχει εὐθύνην καὶ οὐδεμίαν σημασίαν.
§47Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Γκίκαν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν γνωρίζῃ, τὰς δύο ἢ τρεῖς ταύτας ἡμέρας, ὅτι ὁ Ἅγιος Ὕδρας ἐφρουρεῖτο, εἰς ποίαν οἰκίαν καὶ παρὰ τίνος; καὶ ποῦ ἐκοιμᾶτο;
§48ΓΚΙΚΑΣ. Ὅσα ἐγράφησαν εἰς ἐφημερίδας εἶναι μῦθοι. Ἐγὼ εἶδον τὸν Ὕδρας μόνον τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς. Ἔχω τριακονταετῆ πολιτικὸν βίον, καὶ μὲ γνωρίζουν...
§49Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριε συνάδελφε, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἐντιμότητά σας, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν ἀφοσίωσίν σας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, χάριν τῆς ὁποίας ἠδύνασο νὰ θυσιάσῃς καὶ μέρος τῆς ἐντιμότητος. Ἐπίσης ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὄπισθεν αὐτῆς θέλετε νὰ καλύψητε ἐν γένει τὰ αἴσχη καὶ τὰ ἕλκη, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην παρασκευάζετε. Θὰ ἔλθῃ ὅμως στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πληρωθῆτε μὲ τὸ ἴδιον νόμισμα, διότι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ ἐν γένει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σᾶς τιμωρήσῃ, καὶ θὰ σᾶς τιμωρήσῃ λίαν αὐστηρῶς. Ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, Κύριοι, τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθησαν οἱ κατὰ καιροὺς Αὐτοκράτορες τῆς Τουρκίας, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ τὴν θίξωσι, διότι ὄπισθεν τοῦ συμβόλου αὐτῆς εὗρε τὴν ἐλευθερίαν του ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ τὴν ὕπαρξίν της ἐν γένει ἡ Ὀρθοδοξία, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐσεβάσθητε. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν λοιπὸν βίον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδόλως θέλω τὸν ἐξετάσει, διότι εἶναι πλήρης ἑλκῶν, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνάξιος πάσης συζητήσεως.
§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅστις, ἐλεγχόμενος διὰ παραβάσεις τόσῳ σοβαρὰς, ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκαλῇ ἡμᾶς πολιτικοὺς κερδοσκόπους, καίπερ ἐπιτελοῦντας καθῆκον καὶ ἀσκοῦντας τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν δικαίωμα, τοῦ ἐλέγχου κατ’ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ δύνηται νὰ δικαιολογηθῇ, δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρὸς, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἐκφράσω τὴν λύπην μου. Περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι; Δύο εἶναι τὰ ζητήματα· τὸ ἓν εἶναι πραγματικὸν, ἀναφερόμενον πρὸς τὰ τελεσθέντα προχθὲς ἐν τῷ Συνοδικῷ Γραφείῳ, τὸ δ’ ἕτερον εἶναι καθαρῶς νομικὸν, ἀφορῶν εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγεγραμμένα κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου. Περὶ ἑκατέρου τούτων οὐδένα ἀποχρῶντα ἔφερε λόγον, εἴτε δικαιολογοῦντα τὰ τελεσθέντα, εἴτε ἐξηγοῦντα τὴν στάσιν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὁ Ὑπουργός· οὔτε ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ Β. Ἐπίτροπος καὶ ἡ Πολιτεία ἔχουσι καθῆκον νὰ παρέμβωσι, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς χηρεύοντος Ἐπισκοπικοῦ θρόνου, εἶπέ τι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐλεγχθεὶς παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ ἐμοῦ, οὔτε περὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἐὰν τῷ ὄντι παρέβη τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς, ἐπιχειρήσαντα, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν αἰδὼ πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, νὰ καταρτίσωσι δευτέραν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συνεδρίασιν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς πρώτης, τῆς νομίμου. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, πάντα ταῦτα, ἡ παρέμβασις τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ λοιπὴ σκευωρία, ἡ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς τελεσθεῖσα, ἐὰν ἐγένοντο κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἂν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο ταῦτα, τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς τιμωρίαν τῶν ὀργάνων τούτων, τὰ ὁποῖα παρέβησαν τοὺς νόμους, ἐπιλαθόμενα καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρός τε τὴν Σύνοδον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν; Ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει παντὸς λόγου, δυναμένου νὰ δικαιολογήσῃ ἢ συγκαλύψῃ τὰ ὄργια, ἐπεχείρησεν ἁπλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, προηγούμενον, δι’ οὗ ἐπεστρέφετο ὡς ἀπαράδεκτος πρότασις τῆς Συνόδου περὶ Μητροπολίτου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Καλλιφρονᾶ, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου νομίζει, ὅτι ἠδύνατο νὰ κρυβῇ καὶ νὰ καταδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα, ὅτι δὲν ὑπάρχει προηγούμενον· ὡς ἂν ἐγὼ εἶχον ἀναδαφίσει τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὡς ἂν ἐγὼ εἶχον μελετήσει ὅλην τὴν λειτουργίαν τῆς Συνόδου ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ὡς ἂν ἐγίνωσκον, ὅτι ἀπηυθύνθη τοιοῦτον ἔγγραφον Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἀλλ’ ἔχει τινὰ σχέσιν, ἢ ἀναλογίαν, τὸ τότε γενόμενον πρὸς τὰ σημερινά; Ἀλλ’ ἐπρόκειτο τάχα περὶ τούτου; Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπηύθυνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον, ἦτο, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὸν παραστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ Β. Ἐπίτροπος ὑπενθύμισεν ἁπλῶς πρὸς τὴν Σύνοδον συμπλήρωσιν τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου; περὶ ὑπενθυμίσεως ἐγὼ ὡμίλησα; εἶπον ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον πρὸς τοῦτο ὁ Β. Ἐπίτροπος; ἢ εἶπον, ὅτι σκανδαλωδῶς ἐπέμενε ἐκβιάζων τὴν Σύνοδον νὰ προβῇ αὐτοστιγμεὶ, καὶ διὰ σχημάτων καὶ λόγων, μεστῶν ἀπειλῆς, διετάραξε τὴν ἱερότητα τοῦ Συνοδικοῦ, γραφείου καὶ ὅτι παρανόμως καὶ ἐκθέσμως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης τ’ ἀστυνομικὰ ὄργανα μετεκόμισαν ἑκόντας ἄκοντας τοὺς σεβασμιωτάτους Συνοδικοὺς, ἵνα τελεσθῇ δευτέρα συνεδρίασις τῆς Συνόδου, παρὰ τὸν νόμον, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου αὐτῆς; Τί ἀπηντήσατε, κ. Ὑπουργὲ, εἰς ὅλας ταύτας τὰς ἀπαντήσεις, τάς τε θεωρητικὰς καὶ πραγματικάς; Καὶ πῶς αἰτιολογηθέντες ἐνομίσατε, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) καὶ νὰ τὴν μεμφθῆτε, ὡς προκαλέσασαν πάντα ταῦτα χάριν πολιτικῆς κερδοσκοπίας; Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ κερδοσκοπήσωμεν ἐπὶ τῶν ἱερῶν, ἢ σεῖς, οἵτινες ἐπολιτεύθητε οὕτω, τὴν ὑποδικίαν ἐπωφελούμενοι ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς εἶναι, ὁποῖον τὸ γινώσκετε σεῖς, καὶ φέρει τὰς ὁποίας γινώσκετε σεῖς πληγάς; — καὶ σιωπῶ, διότι πρόκειται περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος,—ἐπωφελήθητε δὲ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καὶ δι’ ἐκείνου ἠθελήσατε νὰ διανοίξητε τὴν θύραν καὶ εἰσελθόντες καταπατήσητε καὶ νόμους καὶ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Σύνταγμα; Τί ἄλλο ἐπράξατε, ἢ ἠθελήσατε νὰ ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας εἰς τὴν Σύνοδον, αὐθημερὸν μάλιστα, ἀξιοῦντες νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ θέλημά σας; Καὶ μετὰ τοσαῦτα ὄργια, ἐξελεγχθέντα παρὰ τοῦ τύπου καὶ μήπω ἀναιρεθέντα, εἰσέτι τολμᾶτε νὰ ἀποκαλῆτε ἡμᾶς πολιτικοὺς κερδοσκόπους! Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1873, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, εἶχε τὸ δικαίωμα, ὄχι βεβαίως ν’ ἀπευθύνῃ τοιοῦτον ἔγγραφον, ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῇ τὸ κῦρος τῆς πράξεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐκείνη ὑπὸ Συνόδου μὴ ἀρτιμελοῦς· καὶ ἐγένετο μάλιστα διὰ τρόπου ἀσεβοῦς πρὸς τὴν Πολιτείαν· διότι, ἐνῷ ἡ Σύνοδος ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκάλεσε τὸ πέμπτον μέλος εἰς πλήρωσιν τῆς ὁλομελείας τῆς Συνόδου καὶ εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ πρὸς τοῦτο Διάταγμα, ἐνῷ ἐγίνωσκε τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον ὡς πέμπτον Συνοδικὸν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Φθιώτιδος, διότι τὸν ἐκάλεσεν αὐτὸ, ὅπως πενταμελὴς καταρτισθῇ ἡ Σύνοδος, καθὼς ὁρίζει τὸ Καταστατικὸν, καὶ τότε νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν Ἐπισκόπου πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενωθέντος ἐκ θανάτου θρόνου τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, ὅμως ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δὲν ἠξεύρω τίνος ἕνεκεν λόγου, παριδοῦσα τὴν ἐνδεδειγμένην ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας, προέβη, καίπερ μὴ νομίμως συγκεκροτημένη ἐκ πέντε μελῶν, εἰς πρότασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ Ἁγίου Κερκύρας Ἀντωνίου. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὰ ῥηθέντα περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔχουσι νομικὴν κύρωσιν. Καὶ προεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἀναφέρῃ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Συνόδου, ἐφ’ οὗ στηρίζεται, ἢ ἐφ’ οὗ ἐστήριξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναγνώσῃ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραπέμψῃ ἡμᾶς, ἀλλ’ εἶπεν ἁπλῶς «κατὰ τὸν νόμον». Ἀλλὰ τίνα νόμον ἐπικαλεῖσθε; τί λέγει τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος σύγκειται ἐκ πέντε μελῶν ἰσοψήφων ἐκ τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ Ἀρχιεπισκόπων, τῶν ἐχόντων ἐπισκοπάς, ὧν εἷς Πρόεδρος καὶ τέσσαρες Σύνεδροι». Ἤδη ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦτο: διαλύσαντος τὴν συνεδρίασιν τοῦ προεδρεύοντος Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου καὶ ἀπελθόντος, ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ λοιποὶ τέσσαρες Ἀρχιερεῖς εἰς δευτέραν συνεδρίασιν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν; Ἦτο νόμιμος καὶ ἔγκυρος συνεδρίασις τῆς Συνόδου, οὐχὶ ἐκ πέντε, ὡς ὁ νόμος κελεύει διαῤῥήδην, ἀλλ’ ἐκ τεσσάρων Ἀρχιερέων; ἰδοὺ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἐκράτησεν εὔγλωττον σιγὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ἐν τμήματι Βʹ, περὶ τῶν Ἐπισκόπων, τί σαφῶς καθορίζει; Ἀκούσατε: «Μετάθεσις Ἐπισκόπου γίνεται μόνον ἐγκρίσει τοῦ Βασιλέως, κατὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τηρουμένων τῶν κανόνων ἀπαραλλάκτως, ὡς καὶ παρὰ πάσαις ταῖς λοιπαῖς ὁμοδόξοις τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαις». Ὡς παρατηρεῖτε, ἀναγκαῖος ὅρος τῆς μεταθέσεως εἶναι ἡ γνωμοδότησις τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ εἶναι ἐλευθέρα γνωμοδότησις ἡ παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου τόσῳ πανηγυρικῶς ἐπιβαλλομένη; τὸν δὲ ὅρον τῆς γνωμοδοτήσεως, ἵνα προσηκόντως ἑρμηνεύσητε, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγητε εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ μελετήσῃ, τίνα τὰ κρατοῦντα νόμιμα ἐπὶ τῆς μεταθέσεως Ἀρχιεπισκόπου ἢ Ἐπισκόπου εἰς τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πῶς τὸ Πατριαρχεῖον ἐνεργεῖ, κατὰ πόσον ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ἐπεμβαίνει, ἐπὶ τοιούτων τῆς Ἐκκλησίας ἱερῶν ἀρχαιρεσιῶν, τί κελεύουσιν οἱ κανόνες περὶ τούτων, ὁποῖοι εἶναι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς μόνον ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται ἡ μετάθεσις Ἐπισκόπων καὶ μετὰ τὴν μελέτην ταύτην, ἐὰν εὕρισκεν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα, παραβιάζουσα τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Συνόδου, νὰ βαίνῃ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἡ Κυβέρνησις εἰς προτάσεις πρὸς τὴν Σύνοδον, καὶ νὰ προκαλῇ αὐτοστιγμεὶ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς περὶ προσώπου, περὶ οὗ ἐσκέφθη τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐξέλεξεν ὁ Πρωθυπουργός, τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον τὰ ἀκριβῆ. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐτόλμησε νὰ ἰσχυρισθῇ· ἔχω καθῆκον μάλιστα, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐῤῥήθη καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκυρώθη, ὅτι ἡ Πολιτεία, ὅταν πρόκηται περὶ μεταθέσεως Ἀρχιερέως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ αὕτη τὴν Σύνοδον, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Σύνοδος ἀπρόκλητος νὰ γνωμοδοτήσῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω ἐπιτακτικὸν καθῆκον, λέγω, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοιαύτης γνώμης, οὐδαμοῦ στηριζομένης, οὔτε εἰς νόμον τινὰ, οὔτε εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, διότι, ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ ὡς ἔχον βάσιν καὶ κύρωσίν τινα, ἀφαιροῦνται ἀναντιλέκτως τὰ ἱερὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐλευθέρα νὰ γνωμοδοτῇ. Ἡ δὲ Πολιτεία ἐλευθέρα νὰ κυρώσῃ, ἢ μὴ, τὴν γνωμοδότησιν ταύτην. Τοῦτο εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν «ἐλευθέρα Ἐκκλησία ἐν Πολιτείᾳ ἐλευθέρᾳ». Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν τῇ προκειμένῃ ἐκλογῇ τοῦ Μητροπολίτου ἦτο τάχα ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον τῆς Συνόδου, νὰ προτείνῃ μετάθεσιν Ἐπισκόπου, καὶ δὲν εἶχε τὴν ἐλευθερίαν νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν τριῶν κληρικῶν, ἐξ ὧν νὰ ἐγκρίνῃ ὁ Βασιλεὺς τὸν ἕνα; Λοιπὸν ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐτόλμησε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Σύνοδον, ὡς μόνον τρόπον πληρώσεως τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου τὴν μετάθεσιν; Παραλείπω τὴν θρασύτητα ἐνώπιον τῆς ὑψηλῆς διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Σύνοδον διὰ τρόπου ἥκιστα προσήκοντος, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ τεταγμένη ἡμέρα, διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἐκλεχθῇ ὁ Μητροπολίτης. Πόθεν ἠρύσθη τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ φρονῇ, ὅτι ἡ Σύνοδος ἤθελε προβῆ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ κενωθέντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου διὰ μεταθέσεως, ἀφοῦ ἦτο ἐπίσης νόμιμον καὶ δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ θρόνου διὰ προτάσεως τριῶν κληρικῶν ἀπ’ εὐθείας; Ἰδοὺ καὶ ὁ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐκβιασμός. Ἀφήσατε αὐτὴν ἐλευθέραν νὰ σκεφθῇ; ἐδώκατε αὐτῇ τὸν ὑλικὸν χρόνον νὰ μελετήσῃ ὡρίμως; Μόλις ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐπρότεινε τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶσιν εἰς γνωμοδότησιν, ὁ Πρόεδρος ἐζήτησεν, ἐν χριστιανικῇ ὄντως μακροθυμίᾳ καὶ ἀνοχῇ, διήμερον ἀναβολὴν πρὸς διάσκεψιν, ἐνῷ εἶχε καθῆκον νὰ ἐπιτάξῃ σιωπὴν πρὸς τὸν ἐπιμένοντα Β. Ἐπίτροπον· ἀλλ’ ἐσεβάσθη τὴν Πολιτείαν, καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν, ὅπως σκεφθῇ ἡ Σύνοδος, ἂν ἦτο συμφέρον τῇ Ἐκκλησίᾳ νὰ προτιμήσῃ τὸν ἕνα τρόπον, διὰ μεταθέσεως πλήρωσιν τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου, ἢ τὸν ἕτερον, διὰ προτάσεως τριῶν κληρικῶν πρὸς ἐκλογήν. Ἀλλ’ ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐξετέλει τὴν ἡμέραν ἐκείνην καθήκοντα ἀνθυπάτου. Περὶ πάντων τούτων τῶν ἐκθέσμων γεγονότων οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἑπομένως δὲν ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ, λέγων, ὅτι ἀνήρεσε τὰ λεχθέντα καὶ ὅτι ἀνακριβῆ ἐγὼ εἶπον. Συμπεραίνων, ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐν τοῖς ἔργοις τῆς Συνόδου πρὸς ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τῶν μελλόντων νὰ πληρώσωσιν Ἐπισκοπικὸν θρόνον, καὶ ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως αὐτῆς περὶ μεταθέσεως, οὐδὲν ἄρθρον ῥητὸν ἠδυνήθη νὰ ἐπικαλεσθῇ, οὐδὲ νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ περὶ νομιμότητος. Ἐνῷ ἐγὼ ἀντέταξα ῥητὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅτι τὴν μετάθεσιν Ἐπισκόπου, μετὰ τὴν ἀνεπηρέαστον γνωμοδότησιν τῆς Συνόδου, ἐγκρίνει ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ περιορίζῃ ἢ ἐπηρεάζῃ τὴν πρωτόβουλον γνώμην τῆς Συνόδου, εἴτε πρόκειται περὶ μεταθέσεως, εἴτε περὶ προτάσεως τῶν ἱκανῶν εἰς πλήρωσιν Ἐπισκοπικοῦ θρόνου. Ἐπὶ τούτων οὐδεὶς χωρεῖ ἀντισχυρισμὸς, οὐδεμία ἀντιλογία, καὶ πᾶσα γνώμη ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν προνομίων, καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησαν εἰς τὴν Σύνοδον. Ἑπομένως ἐξ ὅλων τούτων συμπεραίνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν σπουδαῖον ἀντέταξεν, οὐδὲν εὔλογον, οὔτε περὶ τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος, οὔτε περὶ τοῦ νομικοῦ, οὔτε εἰς ἀναίρεσιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα κατήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐλέγξας τὴν ἔκθεσμον καὶ ἀκατονόμαστον τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμβασιν ἐπὶ τῶν προαιωνίων καὶ ἀπαραγράπτων τῆς Ἐκκλησίας δικαιωμάτων.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1873, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη αὐτὸ, καθὰ εἶπεν, ὄχι διότι συμμερίζεται τὰς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ γνώμας καὶ διότι ἑρμηνεύει τὸν νόμον, ὡς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ἡρμηνεύθη, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι ὑπάρχει προηγούμενον, καὶ ὅτι κακῶς ᾐτιάθη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς διαπράξαντος πρᾶξιν, τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει προηγούμενον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φρονῇ, ὅτι ἀπέδειξεν ὑπάρξαν προηγούμενον τῆς πράξεως αὐτοῦ, ἐπεθύμουν ὅμως, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ποῖον προηγούμενον ὑπῆρξεν ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, βεβαιοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προεδρεύων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σεβασμιώτατος Ἱεράρχης ἀπεχώρησε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, ὡς δεδομένου, ἐκτρεπομένου εἰς εἰρωνείας καὶ αἰτιάσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ᾧ ὁ σεβασμιώτατος Ἱεράρχης Σύρου καὶ Τήνου δὲν εἶχεν ἀποχωρήσει, ἀλλὰ εἶχε λύσει τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ὡς Πρόεδρος τῆς Συνόδου; Εἶναι ἀκριβὴς παράστασις τῶν γενομένων, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκτιθεμένη πρὸς τὴν Βουλήν; Προκαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ποῦ, πότε καὶ κατὰ τίνα χρόνον ἀνεῦρεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προηγούμενον Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, βεβαιοῦντος τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Προεδρεύοντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ Συνοδικὰ μέλη ἔμειναν ἐν τῷ Συνοδικῷ καταστήματι, ἐν ᾧ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶχον ἀπέλθει εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν; Εἶναι τοῦτο πιστὴ καὶ ἀκριβὴς παράστασις τῶν γενομένων ἐν τῷ Συνοδικῷ γραφείῳ, ἐκτιθεμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν Βουλήν; Προκαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ ποῖον χρόνον εὗρε προηγούμενον, ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, Ὑπουργοῦ Ἐκκλησιαστικῶν, βεβαιοῦντος, ὅτι εἶχεν ἐκδηλωθῆ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἡ ἐπιθυμία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προκαλέσῃ αὕτη τὴν Σύνοδον, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ πληρώσεως τοῦ χηρεύοντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου, ἐν ᾧ οὐδὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Συνόδου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοιοῦτον, οὐδεμία ὑπῆρξε παράστασις τοῦ σώματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, γενομένη δι’ ἐκείνου τοῦ μέλους αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβὴς παράστασις τῶν γενομένων, ἐκτιθεμένη πρὸς τὴν Βουλήν; Πῶς ὀργίζεσθε, διότι ἀμφισβητεῖται ἡ ἀκρίβεια τῶν λόγων σας; Καὶ ὀργιζόμενοι ἐκτρέπεσθε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποδείξητε, ὅτι ὑμεῖς, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως, θέλετε ζητήσει προσωπικὴν ἱκανοποίησιν παρὰ Βουλευτοῦ,—ὑμεῖς, ὁ Ὑπουργὸς,—ἐν ᾧ ὠφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ ζητήσητε προσωπικῶς ἐξηγήσεις ἀπὸ Βουλευτοῦ διὰ τὰς γνώμας αὐτοῦ; Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Πολιτείας, ἵνα συμπράξῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρὸς πλήρωσιν τοῦ χηρεύοντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου, ἀλλὰ δὲν ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνήργησαν, ἂν ἀληθῶς ὑπελάμβανον, ὅτι εἶχον δικαίωμα, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνήσκησαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπέθεσαν, ὅτι εἶχον! Ἢ νομίζουσιν, ὅτι ἦσαν ἄξιαι προσοχῆς αἱ αἰτιολογίαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῶσιν, ὅτι δὲν ἐκίνησαν τὸν οἶκτον τῶν ἀκουόντων, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος εὗρε τὸ ὄχημα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἐκεῖ ποῦ παρεστὼς, ὅτι ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβῇ, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφοῦ οἱ διαβάται ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν εἶδον μέλη τῆς Συνόδου ἐπὶ ὀχημάτων, μετὰ τοῦ ἡνιόχου δὲ καθημένους ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ὁδηγοῦντας αὐτοὺς, ὡς ὡδήγουν τοὺς λωποδύτας, τοὺς ἀποπεμπομένους τῶν Ἀθηνῶν;...
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης· τοῦτο εἶπεν ἀκριβῶς πρὸς ἐμέ· διαψεύσατε τὸν κ. Μαυρομιχάλην.
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ διαψεύσεως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπολαμβάνει ἑαυτὸν ὡς ἰδιώτην, ὅστις συζητεῖ μετά τινος ἄλλου ἰδιώτου, καὶ παραπέμπει αὐτὸν εἰς διάψευσιν τρίτου! ὁμιλοῦσι περὶ διαψεύσεως, καθ’ ὃν χρόνον βεβαιοῦται, ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρευρίσκετο εἰς τὰ δώματα τοῦ Συνοδικοῦ καταστήματος κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Ποῖον καθῆκον ἐξετέλει ἐκεῖ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§54ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ μεσίτου παντὸς ἔργου.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν συστέλλονται ἐπὶ τῷ ἀσέμνῳ τρόπῳ, μεθ’ οὗ ἐπειράθησαν νὰ ἐνασκήσωσι δικαίωμα, ὅπερ ἀμφισβητῶ, ὅτι εἶχον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν εἶχον, οὐδέποτε ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ ἐνασκήσωσι διὰ τρόπου οὕτως ὑβριστικοῦ, ὄχι πρὸς Ἀρχὴν, ἀλλὰ πρὸς ἐξουσίαν! διότι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξουσία, ὅπως καὶ ὑμεῖς εἶσθε ἐξουσία, καὶ δι’ ὃν λόγον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ μέλη τῆς Συνόδου, νὰ ἔλθωσι νὰ διαταράξωσι τὰς συζητήσεις σας ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἢ νὰ ἀποστείλωσι τὸν Γραμματέα τῆς Συνόδου, διὰ νὰ ὑπηρεάσῃ ἢ ἐκβιάσῃ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐπετρέπετο οὐδ’ εἰς ὑμᾶς, νὰ ζητήσητε, διὰ τοιούτου τρόπου νὰ ἐπηρεάσητε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ ἐπηρεάσητε τὰς γνώμας αὐτῶν, τὰς ὁποίας, ἡ θρησκεία τοὐλάχιστον μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι σχηματίζουσι τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ Ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλῇ τὴν Σύνοδον, ἵνα μεριμνᾷ, εἴτε πρὸς πλήρωσιν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε πρὸς βελτίωσιν κακῶς λειτουργούντων ὀργάνων τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν τοιοῦτόν τι ἐφρόνουν, ἤθελον ὑποτάξει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν μέχρι τοῦδε οἱ σεβασμιώτατοι Ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὰς διαφόρους Συνοδικὰς περιόδους, ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν οἱ χηρεύοντες θρόνοι τῶν Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων, καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν, διότι ἐπερίμενον νὰ λάβητε ὑμεῖς τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ νὰ προκαλέσητε αὐτοὺς εἰς τοῦτο, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ Ἱεράρχαι ἔσφαλον, ἔχουσι δὲ ἀτελεστάτην γνῶσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθωσι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ ψηφίσωσι τὴν πλήρωσιν χηρευουσῶν Ἐπισκοπῶν ἢ Ἀρχιεπισκοπῶν διά τινος ἐκλογῆς τριῶν ὑποψηφίων δι’ ἑκάστην ἕδραν, καὶ νὰ διαβιβάσωσι τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τότε δ’ ἄρχεται τὸ ὑμέτερον δικαίωμα, εἴτε νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως περὶ διορισμοῦ οἱουδήποτε ἐξ αὐτῶν θέλετε, εἴτε νὰ μὴ διορίσητέ τινα. Σεῖς ὑπείχετε τὴν εὐθύνην εἴτε τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλετε πράξει, διορίζοντες τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, εἴτε τῆς παραλείψεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλετε κάμει, ἂν οὐδένα διωρίζετε. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτάξητε εἰς τὴν Σύνοδον, νὰ προτείνῃ ὑποψηφίους πρὸς πλήρωσιν τῆς χηρευούσης Ἐπισκοπῆς, ἢ νὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν, διότι δὲν εἴχετε ἐπιτρέψει νὰ προβάλῃ πρότασιν πρὸς πλήρωσιν τῶν Ἐπισκοπικῶν θέσεων. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ὅτε ἐκενώθη ὁ θρόνος τοῦ Μητροπολίτου, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθῃ ἀμέσως, ἢ ὅταν αὕτη ἤθελεν ἐγκρίνει, ὅπως σκεφθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε προτείνει τὴν πλήρωσιν τοῦ χηρεύοντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου, εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἀποστείλῃ εἰς ὑμᾶς, καὶ τότε ἤρχετο τὸ δικαίωμα ὑμῶν, νὰ ἐγκρίνητε τὴν πρότασιν ταύτην, εἴτε νὰ μὴ ἐγκρίνητε αὐτὴν, ὅπως ἡ Σύνοδος ἀναγκασθῇ νὰ σκεφθῇ ἐκ νέου καὶ προβάλῃ ἄλλην πρότασιν. Ἀλλὰ δικαίωμα δὲν ἔχετε νὰ ἀναμιχθῆτε εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς, νὰ εἴπητε πρὸς αὐτὴν, νὰ μὴ προβάλῃ ἢ νὰ προβάλῃ πρότασιν, νὰ εἴπητε μάλιστα πρὸς τὴν Σύνοδον ν’ ἀποφασίσῃ σήμερον, καὶ ὄχι αὔριον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπετε ἀναβολήν τινα. Τοῦτο εἶναι ὕβρις πρὸς Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ οἱ νόμοι τῆς πατρίδος καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ πολιτικὸν τῆς χώρας ἔθηκαν ἐκεῖ ὡς ἀνωτάτην Ἐκκλησιαστικὴν ἀρχήν, ἐφ’ ἧς ὑμεῖς οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα. Τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπαλληλίαν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰσὶν Ὑπουργοὶ τῆς διοικήσεως τῆς θρησκείας, ὅπως ὑμεῖς εἶσθε Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῶν πολιτικῶν. Καὶ καθὼς ἐκεῖνοι δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσωσιν ὑμᾶς, ἢ νὰ περιφρονήσωσιν ὑμᾶς, ἢ νὰ ἐκβιάσωσιν ὑμᾶς, οὕτω καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα, οὔτε νὰ ἐπηρεάσητε αὐτούς, οὔτε νὰ ἐκβιάσητε αὐτούς, οὔτε νὰ περιφρονήσητε αὐτούς. Ἔχετε μάλιστα καθῆκον νὰ εὐλαβῆσθε αὐτούς, διότι δὲν εἶναι μόνον Ὑπουργοὶ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ εἰσὶ καὶ Ἱεράρχαι τῆς πατρίδος σας, εἰσὶ φύλακες τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος σας, τῆς θρησκευτικῆς κοινωνίας, ἥτις διετήρησε τὸν Ἑλληνισμὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν, καὶ ἐξέθηκε τὴν Μίτραν, ἣν ἔφερεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ τὸ κηρύκειον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἐν χερσὶν εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους, τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος, ἥτις πρώτη ἀνύψωσε τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας οἱ πλεῖστοι τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνήρτησαν εἰς τὸ πλευρόν των τὴν σπάθην καὶ ἔβαλον εἰς τὴν ζώνην των τὸ πιστόλιον. Καὶ ἐνῷ οὕτω πολιτεύεσθε, ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς δημιουργοῦμεν σκάνδαλα κομματικῶν ἀνταγωνισμῶν καὶ φατριαστικῆς κερδοσκοπίας! Καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἀνῆλθε τὸ αἷμα εἰς τὴν κεφαλήν σας, ὅτε ταῦτα ἐλέγετε, ἀπορῶ πῶς δὲν σᾶς ἤλεγξεν ἡ συνείδησίς σας, ἀπορῶ τέλος πάντων, πῶς δὲν ἐνεθυμήθητε, ὅτι ὁμιλεῖτε πρὸς Βουλευτήν, ζῶντα ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι οἱ λόγοι σας θέλουσι δημοσιευθῆ καὶ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ ἀπὸ πάντας τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο αὐτόπται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀνηκούστων σκανδάλων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θέλετε εὑρεῖ προηγούμενον ἐν τῇ ἱστορίᾳ Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Πῶς! νομίζετε, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὅτι δὲν διενυκτέρευεν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, δὲν ἐτρέφετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅτι αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ ἀναιρέσῃ, ὅ,τι ὁλόκληρος ἡ πόλις γνωρίζει;
§56ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι ψεύδη ὅλα, ὅσα ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι!
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττετε, τὸ πράττετε διότι σᾶς ἀνέχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν σᾶς ἠνείχετο, δὲν ἠθέλετε δυνηθῆ νὰ πράξητε, ὅ,τι ἐπράξατε, ἀλλ’ ἠθέλετε περιμένει, ὅταν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ ἔλθητε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἶναι ψεύδη ὅλα, ὅσα ἐδημοσιεύθησαν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ἐδώκατε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι πάντα τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διενυκτέρευον ἐν τοῖς οἴκοις αὐτῶν καὶ ἐγεύοντο ἐν τοῖς οἴκοις αὐτῶν. Ποῦ ἐγεύοντο, δὲν γνωρίζω, ἢ ποῦ διενυκτέρευον· οὐδὲ εἶπον, ὅτι ἐγεύοντο ἐν τῷ οἴκῳ ὑμῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἀκόμη οἶκοι, πλὴν τοῦ ὑμετέρου, ἱκανοὶ νὰ φιλοξενήσωσι τοὺς Συνοδικούς.
§58ΓΚΙΚΑΣ. Τότε μὲ συγχωρεῖτε.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ τὸ εἴπω μετὰ λύπης. Ἐπέπρωτο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ τὸ κατάστημα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ μεταβληθῇ εἴτε εἰς τὰ δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς τὰ ὁποῖα πολλάκις εἰσήλασαν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅπως παραπείσωσι Βουλευτὰς, νὰ σχηματίσωσι τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην, εἴτε νὰ μεταβληθῇ εἰς τόπον ἐκλογικὸν, πέριξ τοῦ ὁποίου οἱ ψηφοθῆραι, εἴτε ἐπαιτοῦσι ψήφους, εἴτε ἐκβιάζουσι τοὺς ἐκλογεῖς, ὅπως δώσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ηὐλαβήθησαν τὴν πατρίδα, οἱ ὁποῖοι δὲν κατεδήλωσαν τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς αὐτῆς, οἵτινες ἀπεκτήθησαν δι’ αἱμάτων καὶ ἐκερδήθησαν διὰ μεγάλων θυσιῶν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσι τοὺς νόμους ὡς ἱστὸν ἀράχνης, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὴν νομοδοτικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς μηχανὴν κατασκευῆς ῥουσφετίων, εἰς χαλκεῖον προσωπικῶν δωρεῶν καὶ παραχωρήσεων, ἐπέπρωτο αὐτοὶ, ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ῥίψωσι βλέμμα ἀνευλαβὲς καὶ πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας. Ἐπέπρωτο νὰ περιϋβρίσωσι καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τοσαῦτα ὀφείλει ἡ πατρὶς ἡμῶν. Δυστυχῶς ἡ ἀριθμητικὴ ἀσθένεια ἡμῶν δὲν μᾶς παρέχει τὰ μέσα νὰ περιστείλωμεν αὐτοὺς ἐν τῇ κατωφερείᾳ ταύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλίσθησαν. Ἀναγκαζόμεθα δὲ νὰ ἀρκώμεθα λέγοντες, ἐπιτιμῶντες καὶ στιγματίζοντες τὰ μὴ προσηκόντως γιγνόμενα, προσδοκῶντες, ὅτι οἱ λόγοι ἡμῶν θέλουσι χρησιμεύσει ἡμέραν τινὰ πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐποχῆς ταύτης, καθ’ ἣν τοσαῦτα ἐτελέσθησαν καὶ τελοῦνται. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, πρὶν ἢ ἐκδηλώσω, ὅτι εὐφροσύνως ἤκουσα, ὅτι ἡ φωνὴ ἡμῶν εὗρεν ἀντήχησιν ἐν τῷ καταστήματι ἐκείνῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ συνέρχονται τὰ μέλη τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ὅτι εὑρέθησαν, καθ’ ἃ σήμερον ἀνηγγέλθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, δύο ἐρίτιμοι καὶ σεβαστοὶ Ἱεράρχαι, δηλώσαντες, ὅτι κρίνουσιν ἀσυμβίβαστον τὸ ἔργον αὐτῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ μὲ τὰς ἀξιώσεις τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδηλώθησαν αἱ ἀξιώσεις αὗται τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἀποθέντες τὴν ἐντολήν των. Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος σεβαστοὶ Ἱεράρχαι προσήνεγκον πολύτιμον ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἐλπίζω, ὅτι θέλει διδάξει πάντας τοὺς διαδόχους ὑμῶν, νὰ μὴ τολμήσωσι ποτὲ νὰ ἐπικαλεσθῶσι προηγούμενα ἐκ τῆς πολιτείας ὑμῶν, ὡς ὑμεῖς ἐτολμήσατε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τοιαῦτα ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ 1873, σπεύσαντες νὰ κρυβῆτε ὑπὸ τὰς πράξεις ἐκείνων.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτοῦ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅπως ἀναιρέσω γνώμην, ἣν θεωρῶ ἐσφαλμένην καὶ ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται δυνάμει τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου νὰ συνεδριάζῃ νομίμως καὶ ἐκφέρῃ ἀποφάσεις, καὶ ἂν δὲν σύγκηται ἐκ τῶν 5 μελῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι παρηρμήνευσε τὸν νόμον εἰς οὐσιῶδες αὐτοῦ μέρος. Καθ’ ὅσον ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τῆς Συνόδου σχετίζεται μὲ τὸ κῦρος τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων αὐτῆς. Ὅταν πρόκηται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν νόμιμον καταρτισμὸν πολυμελοῦς Σώματος, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον δι’ ἑρμηνευτικῆς μεθόδου νὰ ὁρίζωμεν τὸν νόμιμον καταρτισμόν. Τί λέγει ὁ Καταστατικὸς Νόμος; «Ἀνωτάτη διοικοῦσα ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, συγκειμένη ἐκ πέντε μελῶν ἰσοψήφων». Λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις σύγκειται ἐκ 5 μελῶν ἰσοψήφων, ἵνα δὲ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐνεργήσῃ νομίμως, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν νόμον ἡ παρουσία τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ τοῦ Γραμματέως αὐτῆς, πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν. «Πᾶσα ἀπόφασις λαμβάνεται, κατὰ πλειοψηφίαν» περὶ ἰσοψηφίας δὲν ὁμιλεῖ ὁ νόμος. Δύο διατάξεις λοιπὸν ἔχομεν, ῥητὰς καὶ σαφεῖς· ἡ μία λέγει, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἡ ὁποία διέπει τὰ τῆς Ἐκκλησίας, σύγκειται ἐκ πέντε μελῶν, ἡ δευτέρα, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται συζητοῦνται καὶ ἀποφασίζονται ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀποφασίζονται δὲ κατὰ πλειοψηφίαν. Προκειμένου περὶ νομικοῦ ζητήματος, ἕκαστος, νομίζω, ὀφείλει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του ἐλευθέρως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν διατάξεων τούτων, τί προβάλλεται; προβάλλεται διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι, ὅταν κωλύηται ὁ Πρόεδρος, λαμβάνει τὴν θέσιν του ὁ προκαθήμενος». Ἐρωτῶ, ὁ νόμος ὡμίλησε περὶ ἀναπληρώσεως, ἐν περιπτώσει κωλύματος, ἢ περὶ ἀπαρτίας τοῦ Σώματος; Προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ 150 μέλη, λέγει, ὅτι εἶναι νόμιμος ἀπαρτία, ὅταν ἔχῃ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς· προκειμένου περὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα σύγκεινται ἀπὸ δεκαοκτὼ μέλη, λέγει, ὅτι εἶναι νόμιμος ἀπαρτία, ὅταν ἦναι ὡρισμένος ὁ ἀριθμός· προκειμένου περὶ ὅλων τῶν λοιπῶν πολυμελῶν Σωμάτων, ῥητῶς προέβλεψεν ὁ νόμος· ὅταν ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον σύγκειται ἀπὸ πέντε μέλη, καὶ ὁρίζῃ συγχρόνως, ὅτι τὸν Πρόεδρον ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος δικαστὴς, προσθέτει, ὅτι πρέπει νὰ προσλαμβάνηται καὶ ἕτερος; Ἂν λάβητε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε, ποῦ θὰ φθάσητε; Τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἀπὸ πέντε μέλη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦναι παρόντα, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν, δύναται νὰ συνεδριάσῃ χωρὶς ὁ Προεδρεύων νὰ συμπληρώσῃ τὸ Δικαστήριον; Ὄχι, καίτοι ὁ νόμος δὲν ἔχει περὶ τούτου εἰδικὴν διάταξιν. Νομίζω λοιπὸν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου πρέπει νὰ γίνῃ συμφώνως μὲ τὰς ῥητὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προέβλεψαν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἑπομένως, ἀπέναντι τῆς ῥητῆς ταύτης διατάξεως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἑρμηνευτικῶς νὰ μεταβάλωμεν τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ἔθεσεν, ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεών του. Τὴν γνώμην ταύτην ἠκούσατε, ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξέφρασεν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἔχει αὐτὴ Σύνοδος ἡ σημερινή. Πότε προέβη ἡ Σύνοδος εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀθηνῶν; Ὅτε ἦλθεν ὁ Παροναξίας, ἔμενε δὲ χηρεύουσα ἡ Ἐπισκοπὴ Ἀθηνῶν, ἕως ὅτου ἦλθε τὸ 5ον μέλος, διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπαιτουμένη ἀπόφασις. Τοιαύτη Σύνοδος νομίζετε, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν ἁρμοδίαν, ἄνευ τοῦ ἑτέρου μέλους, προκειμένου νὰ ἐνεργήσῃ μίαν πρᾶξιν τόσον σοβαρὰν, ὁποία ἡ γνωμοδότησις περὶ τοῦ Μητροπολίτου καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ ἐφαρμοζομένη διάταξις καὶ αἱ διατάξεις ὅλαι τοῦ νόμου συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ Β. Ἐπίτροπος δὲν συνεμορφώθη μὲ τὴν γνώμην ταύτην.
§63ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἐμὲ φαίνεται παράδοξον τῷ ὄντι καὶ νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ μιᾶς Ἀρχῆς δημοσίας ἐν τῷ Κράτει. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τοῦτο ζήτημα, καὶ ὑποθέτουσιν, ὅτι, προκειμένου περὶ καταρτισμοῦ δημοσίων Ἀρχῶν, δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἐφαρμοζόμενοι ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ γενικοὶ κανόνες περὶ ἀπαρτίας πολυμελῶν σωμάτων, πλανῶνται βεβαίως, φρονοῦντες ἴσως, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται περὶ νομικοῦ προσώπου ἁπλῶς... περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις ἐπὶ περιουσίας καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὁποίου, ἂν εἷς νόμος δὲν προβλέπῃ, βεβαίως τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς πλειοψηφίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄγνοια τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν τοῦ Δημοσίου δικαίου εἶναι τὸ ὑποθέτειν, ὅτι, ὅταν ὁ νόμος ὁρίζῃ τὸν καταρτισμὸν μιᾶς δημοσίας Ἀρχῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐλλειπόντων τινῶν τῶν μελῶν τούτων, τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων κατὰ τὸν νόμον, δύναται τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ συγκροτηθῇ καὶ συμπληρωθῇ κατὰ τὸν νόμον. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ Ἑταιρίας, δὲν πρόκειται περὶ κοινότητος, πρόκειται περὶ ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει. Ὅταν δὲ, προκειμένου περὶ ἐξουσίας δημοσίας ἐν τῷ Κράτει, σᾶς λέγῃ ὁ νόμος, ὅτι «ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀποτελεῖται ἐκ πέντε μελῶν» δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ νὰ γίνεται κἂν συζήτησις περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁσάκις εὑρίσκωμεν νόμον περὶ τούτου καὶ ῥητὰς διατάξεις ἐν αὐτῷ, ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐπρόβλεψεν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐναντία περίπτωσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἠθέλησεν ἐνταῦθα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποτροπὴν πάσης τοιαύτης παρανομίας, καὶ λέγει ἐν τῷ Καταστατικῷ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅτι «πᾶσα ὑπόθεσις συζητεῖται ἐν τῇ Συνόδῳ παρὰ πάντων τῶν μελῶν». Καὶ εἶναι πλέον ζήτημα, ὅταν καὶ ἡ γενικὴ ἀρχὴ, ἡ διέπουσα τὸν καταρτισμὸν δημοσίας ἐξουσίας, ἡ μόνη λογικὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ καὶ αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ἀπαιτοῦσι τὴν παρουσίαν πάντων τῶν μελῶν, ὅπως ὑποτεθῇ ὑπάρχουσα ἡ δημοσία αὕτη ἐξουσία, εἶναι πλέον σπουδαῖον τὸ νὰ ἐκφράζησθε ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν εἶναι ἀπεναντίας, ὅ,τι σκανδαλῶδες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ νὰ νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἐξουσία ἐν τῷ Κράτει, μὴ κατηρτισμένη καθὼς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος; Ἠπόρησα τῷ ὄντι, πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοσοῦτον ὠλιγώρησε στοιχειωδῶς, ἢ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπηρεάσθη ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως καὶ αὐτὸν τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐξουσίας ταύτης, τῆς δημοσίας, ἀλλὰ καὶ ἱερᾶς συνάμα, παραβιάσῃ. Ἀλλὰ, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Μίλησης, ἐκ μιᾶς ἄλλης φράσεως ἑνὸς ἄρθρου ἐξηγεῖται, ὅτι τὸν Πρόεδρον, κωλυόμενον ἢ ἀπόντα, ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος, καὶ ἐκ τούτου ἐξηγεῖται, ὅτι, καὶ ἂν ἐλλείψῃ ἓν μέλος, δὲν εἶναι σπουδαῖον. Καὶ πόθεν ἐξηγεῖται; Πῶς ἐξηγεῖται; Ὅταν λείπῃ ὁ Πρόεδρος, ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ ὁ νόμος, τίς μεταξὺ τῶν μελῶν ἐν γένει τῆς Συνόδου θέλει εἶναι ὁ Πρόεδρος. Ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ κανονίσῃ, ποῖος θὰ ἔχῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, ὄχι διότι ἦτο περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο μέλος, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ τέσσαρα, διότι τὸν Πρόεδρον ἀπουσιάζοντα δὲν ἀναπληροῖ ἕτερον μέλος, ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ, τίς μεταξὺ τῶν πέντε μελῶν τῆς Συνόδου, τὰ ὁποῖα ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ὑπάρχωσι, θὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν τοῦ προεδρεύειν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Περὶ τούτου ἐπρόκειτο. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς νομομαθὴς ἀνὴρ, οἷος ὁ κύριος Μίλησης, ἐκ τούτου ἐξήγαγεν, ὅτι, ἀφοῦ τὸν Πρόεδρον, ἀπουσιάζοντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ἕτερον Συνοδικὸν μέλος, ἕπεται, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ λείπῃ καὶ ὡς Πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ ὡς Συνοδικὸς, ὥστε περιττεύει ἓν μέλος, καὶ μάλιστα, κατὰ τὸν κύριον Μίλησην, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἰδίως περιττεύει τὸ μέλος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι Πρόεδρος. Ἴσως πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν λείψῃ ἄλλο μέλος τῆς Συνόδου, τοῦτο δὲν φέρει βλάβην. Ἀλλ’ ἐὰν λείψῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, τὸ μέλος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται καὶ τὸ σημαντικώτατον καὶ τὸ ἔχον πλείονα ἀξίαν, τότε ἡ Σύνοδος ἀρκεῖ νὰ ἀποτελῆται καὶ ἐκ τεσσάρων μελῶν; Ταῦτα, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηρίθμησα, πῶς διῆλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πραγματικὸν, τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τῆς σκανδαλώδους, βεβαίως δὲν θέλω ἀρνηθῆ, ὅτι ὑπῆρξέ τι σκάνδαλον, ἄξιον ἐλέγχου. Ἂν συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν ὁ Β. Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Σύνοδον, ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, ἢ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέστη ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Σύνοδος πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἤθελον θεωρήσει, ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα παρεκτροπή. Ἀληθῶς τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἠκολούθησε μέσην ὁδὸν, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μίληση, καὶ οὔτε τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῆς Διοικήσεως ἐκήρυξε, (καὶ, ἐννοεῖται, δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου, παρὰ περὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας,) ἀλλ’ οὔτε βεβαίως ἠθέλησε τὴν ὑποταγὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Πολιτείαν· καθιέρωσε μέσην ὁδὸν, τῆς ἐν ἁρμονίᾳ καὶ συμφωνίᾳ συμβιώσεως. Καὶ λίαν δικαίως τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ εὐτυχῶς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους ἡμῶν καὶ τὰς προσδοκίας ἀκόμη τοῦ μέλλοντος, ἐκανόνισε τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν κατὰ τοὺς τοιούτους κανόνας, οὔτε εἶχεν ἀνάγκην ποτὲ ὁ νομοθέτης νὰ δυσπιστήσῃ, ὅτι αἱ σχέσεις αὗται ἐν Ἑλλάδι καὶ προκειμένου περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, αἱ σχέσεις αὗται, τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἱστορία καθιέρωσε, μέλλουσι νὰ ἦναι διηνεκεῖς καὶ νὰ μὴ στηρίζωνται μόνον ἐπὶ τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἱστορίας καὶ ἐπὶ τῶν αἰσθημάτων ἐν γένει τοῦ Ἔθνους. Λοιπὸν τὴν μέσην ταύτην ὁδὸν καθιέρωσε τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ ἐξουσιῶν τῆς Συνόδου, πρέπει νὰ προσέξῃ τις, ποίας φράσεις μεταχειρίζεται ὁ νόμος. Ὁ νόμος τῷ ὄντι ἔταξε παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τὸν Β. Ἐπίτροπον, ἀλλὰ, διὰ νὰ διευκρινήσῃ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ καὶ τὴν συμμετοχὴν, εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐν γένει ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐποπτεύωσιν ἐπὶ πάντων τῶν γινομένων ἐν τῷ Κράτει, δι’ αὐτὸ διορίζεται ὁ Β. Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Ὁ Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ἔχει τὸ καθῆκον, νὰ παρευρίσκηται καὶ νὰ προσυπογράφῃ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς Συνόδου. Δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν πράξεων τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσυπογράφῃ, καὶ ἡ τοιαύτη συμμετοχή του ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν ῥητὴν δικαιολόγησιν ἐν τῷ νόμῳ, διότι ὁ Βασιλεὺς, λέγει ὁ νόμος, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν γενικὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν γινομένων ἐν τῷ Κράτει. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἡ παρουσία τοῦ Β. Ἐπιτρόπου νὰ μειώσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον καὶ ἐπίκρισιν τὰς πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ παρουσία τοῦ Β. Ἐπιτρόπου εἶναι ὡς παρουσία ἑνὸς ὀφθαλμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλῶς ἐπισκοποῦντος τὰ ἰσχυρῶς γινόμενα κατὰ τὴν θέλησιν τῆς Συνόδου. Ἀλλὰ μολονότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ Β. Ἐπιτρόπου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπόκεινται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐξουσίαν τῆς Συνόδου, προσυπογράφῃ, ἐν τούτοις ἐπῆλθεν, ὅ,τι δὲν δύναμαι, ἢ νὰ θεωρήσω σκάνδαλον. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος εἶπεν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέστη ἡ στιγμὴ ἐκλογῆς Μητροπολίτου. Καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι καθῆκον ἦτο τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κάμῃ μίαν ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Σύνοδον· τοῦτο δὲ βεβαίως οὐδένα θεσμὸν παραβιάζει. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα λέγονται συνήθως εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, γνωρίζομεν, τί περικαλύπτουσι. Δὲν ἐπρόκειτο ἐνταῦθα ὁ Β. Ἐπίτροπος νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ὑπόμνησιν ἁπλῶς, δὲν θὰ ἐσκανδαλίζοντο καὶ οἱ πολῖται καὶ ἡ Βουλή. Περὶ τοῦ τοιούτου γεγονότος οὐδεὶς θὰ ἔκαμνε λόγον, οὐδὲ θὰ συνεζητεῖτο, ἂν ὁ Β. Ἐπίτροπος κ. Μαυρομιχάλης ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δηλαδὴ καλὸν θὰ ἦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ποῖος θὰ εἶχε τὴν ἀνοησίαν νὰ σκανδαλισθῇ ἐπὶ τοιαύτῃ προτάσει, γινομένῃ εἴτε παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, εἴτε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἴτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ δικανικὴ ἀπόδειξις εἶναι δύσκολος, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ κοινὴ ἀντίληψις δὲν εἶναι τόσον δυσχερής, ὅσον ὑποθέτει ὁ κ. Μίλησης, οὔτε εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ πλασθῇ τὸ τοιοῦτον. Ἀποροῦσι μάλιστα οἱ πολῖται, ὅτι καὶ ἐνταῦθα συζητεῖται τὸ πρακτικὸν κῦρος, ὥστε, ἂν εἴπωμεν, ὅτι οὐδὲν συνέβη, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἔκαμε μίαν ὑπόμνησιν μόνον πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, σφάλλομεν ὑπερβολικά. Εἶναι γνωστὸν, τί λανθάνει ὑπὸ τὰ τοιαῦτα, οὔτε δύναταί τις νὰ εὕρῃ δικανικὴν ἀπόδειξιν, διὰ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου σωματείου, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης ἐπεμβάσεως εἰς ἄλλην ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, δὲν ἤθελον ἀπορήσει ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐξακολουθήσει τῆς γενικῆς τάσεως τοῦ γενικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπ’ ἐναντίας ἤθελον ἀπορήσει, ἂν, συγκεντρώσας τὰ πάντα ἐν ἑαυτῷ, ἤθελεν ἀφήσει ἐξουσίαν τινὰ ἄνω τοῦ βραχίονός του. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπὸ τῆς τοιαύτης τάσεως, δι’ ἧς κατελήφθη, νὰ μὴ ἀνέχηται ἑτέραν ἐξουσίαν ἀνωτέραν αὐτοῦ, τὰ πάντα διαπράττονται. Καὶ ἔχομεν δεῖγμα τῆς τοιαύτης τάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ἡ τοιαύτη τάσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἤθελεν ὀπισθοχωρήσει.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
§65ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἄλλαι Ἀρχαὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ ἄλλα Σωματεῖα ἀποφασίζωσι περὶ πράξεων δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει βεβαίως ὡς κανόνα κοινὸν ἄνθρωπον, σχετικῆς, οὕτως εἰπεῖν, τελειότητος, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ Ἀρχῆς δημοσίας, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ὑποθέτουσιν, ὅτι ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ σκεφθῶσι περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ σκανδαλίζηται ἡ κοινωνία, ὅταν ἐκεῖ, ὅπου ὑποθέτει, ὅτι ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπαιτεῖται πρὸς ἐργασίαν, βλέπῃ, ὅτι αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις ῥίπτονται εἰς τὸν βόρβορον τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν. Καὶ εἶναι βεβαίως χαρακτηριστικὸν τῆς κρατούσης πολιτικῆς, νὰ προστίθηνται καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ διακοπῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιτρέπητε νὰ σατυρίζωνται τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί λέγετε;
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ μὲ σᾶς, δὲν εἶσθε ἄξιος νὰ ὁμιλῆτε μαζῇ μου, ἀπόβλητε! (Ψιθυρισμοί).
§69ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἠκούσθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἂν πρόκηται περὶ τῆς συγκεκριμένης ταύτης περιπτώσεως, ἐγὼ ἀντιφωνῶ πρὸς τὸν κ. Μίλησην, διότι ἐξέφυγεν ἀπὸ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ ἡ εἰρωνικὴ ἐκείνη ἔκφρασις καὶ εἶναι δυσάρεστον, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη μόνον ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων, δι’ ἃς ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν εἰρωνείαν καὶ τὴν σάτυραν. Ἀλλ’ ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ, λέγει ὁ κ. Μίλησης, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅπως ἐν τῷ διαστήματι τῆς μιᾶς ἢ δύο ὡρῶν, ἐπιφοιτήσῃ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δηλ. ἠθέλησε νὰ σατυρίσῃ ἰδέας θρησκευτικὰς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιφοιτήσῃ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα!!
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐπιφοιτᾷ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Μίλησης δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.
§72ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ συζητήσωμεν οὕτω. Βεβαίως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπιφοιτᾷ, διότι ἡ σκέψις αὕτη δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόῤῥοια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ βεβαίως ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρόνου τινὸς, ὅπως σκεφθῇ περὶ τοσοῦτον ὑψηλοῦ καὶ ἱεροῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν οὕτω, θέλω εἴπει πρὸς τὸν κ. Μίλησην: ἀφήσατε εἰς τὸν λαὸν νὰ ἔχῃ, καὶ δικαίως, πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προΐστανται τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀπόῤῥοια βεβαίως, οὐχὶ μιᾶς μόνον ἐποχῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀσεβεῖτε οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν θρησκείαν, οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀσεβεῖτε πρὸς τὰ φοβερὰ ταῦτα ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κινήσωσι μίαν ἡμέραν σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅταν τὰ τοιαῦτα τὰ σατυρίζητε καὶ τὰ μυκτηρίζητε. Ἐνόμιζον, ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦσθε ἀσεβεῖς, ἠθέλετε ὀπισθοχωρήσῃ προκειμένου περὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἠθέλετε ὀπισθοχωρήσει, οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸν λαὸν, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ ἐκ μερίμνης τινὸς στοιχειώδους περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχητε· διότι, δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύψωμεν, ὅτι μεγάλη δύναμις καὶ μέγας μοχλὸς ἐθνικῆς ἐνεργείας, εἰς τὸν ὁποῖον πολλὰς ἐλπίδας δυνάμεθα ν’ ἀναρτῶμεν, πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἔπρεπε λοιπὸν τοῦτο νὰ σᾶς κάμῃ, ὥστε ν’ ἀποφύγητε καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐπηρεασμὸς ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὅπως ἐκλεχθῇ ὁ ἀρεστὸς εἰς αὐτὴν, ἔπρεπε νὰ ἀφήσητε πλήρη φιλελευθερίαν καὶ πλήρη τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει ἐκλεχθῆ Μητροπολίτης παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, θέλει ἐξέλθει παρὰ τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς κρίσεως καὶ θελήσεως, ἀδιάφορον ἐπὶ τέλους, ἂν αὐτὸ ἤθελε θεωρηθῆ σφάλμα. Διότι δὲν ἠξεύρω ποία ἐγγύησις παρέχεται, ὅταν δὲν ἐπιθυμῇ τις νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀποφασίσαντες ἀπεφάσισαν διότι ἀληθῶς ἐπεφοίτησε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Μητροπολίτου, καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀφήσητε, καὶ ἂν ἐπρόκειτο τὸ τοιοῦτον νὰ ἦναι πρόληψις, ἐλευθέραν ταύτην τὴν πρόληψιν, καὶ νὰ μὴ τὴν μυκτηρίζητε, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Μίλησης, διότι θὰ ἔλθῃ ἴσως μία ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πρόκειται νὰ εὐλογήσῃ Ἑλληνικὰ ὅπλα, πρόκειται ἴσως νὰ προηγηθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ πρέπει νὰ πιστεύῃ καὶ ὁ τελευταῖος στρατιώτης, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὐλογεῖ τὰ ὅπλα του, εἶναι ἀπόῤῥοια θείας ἐνεργείας.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ ἑνὸς προσωπικοῦ λόγου. Ἄν ἦναί τι τὸ χαρακτηρίζον τὴν ἐποχὴν, εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ συμβαῖνον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ πειρῶνται ἄλλοι νὰ διδάξωσι τὸ σέβας πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας, καὶ νὰ μὲ κατηγορήσωσιν, ὅτι ἐζήτησα νὰ σατυρίσω τὸ δόγμα, ὅτι ἐν τῇ χειροτονίᾳ Ἐπισκόπου ἐπιφοιτᾷ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία προσθήκη ἐκ τῶν πολλῶν, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθησαν εἰς τὸ λυπηρότατον τοῦτο ζήτημα. Ἐγὼ δὲν διενοήθην, κύριε Πρόεδρε, νὰ σατυρίσω τὸ δόγμα τοῦτο τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ ἐγὼ τὸ πιστεύω. Ἠθέλησα νὰ σατυρίσω ἐκείνους, οἵτινες μετεχειρίσθησαν καὶ αὐτὴν τὴν ἱερότητα τοῦ δόγματος, ὡς ὅπλον κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ εἶπον, ὅτι ἐχρειάζετο τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δύο ἡμερῶν σκέψιν τοῦ Ἁγίου Σύρου, διὰ νὰ ἐπιφοιτήσῃ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὴν ἐκλογήν. Αὐτὰ εἶναι βλασφημία, κύριε Πρόεδρε, καὶ αὐτὴν τὴν βλασφημίαν τὴν ἀποκρούω, ὡς ἀληθὴς Χριστιανὸς, δηλῶν, ὅτι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τῷ ὄντι ἐπιφοιτᾷ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἐπισκόπου, εὔχομαι δὲ νὰ ἐπιφοιτήσῃ καὶ εἰς τοὺς ἁγίους Συνοδικοὺς τὸ πανάγιον Πνεῦμα καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, διὰ νὰ ἐκλέξωσι Μητροπολίτην, ἄξιον τῶν περιστάσεων τῶν δυσχερῶν, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἄρτι καταλιπὼν τὸ βῆμα ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, λίαν ὀρθῶς καὶ λίαν προσηκόντως ἐχαρακτήρησε τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα ὡς λυπηρὸν, διότι ὁμολογουμένως, οἱαδήποτε λύσις καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἐπὶ τοῦ Μητροπολιτικοῦ ζητήματος, ἡ ζημία, ἡ μέχρι τοῦδε προκύψασα ἐκ τῶν ἐν τούτῳ λαβόντων χώραν, καὶ ἐκ τῶν ἐκτυλιχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, εἶναι τρισμεγίστη. Ὅταν ἡ κοινωνία μανθάνῃ, ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὑπάτην Ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, μεσονυκτίως καὶ ἐσπευσμένως προσκαλοῦνται εἰς διαβούλια παρὰ προσώπων, σκοπούντων νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος καὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, ὅταν ἀλλαχόθεν ἀκούῃ, ὅτι οἱ σεβασμιώτατοι οὗτοι Ἱεράρχαι διατάσσωνται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως δώσωσι λόγον τῶν πράξεων καὶ σκέψεών των, ὡς οἱ ἔσχατοι γραφεῖς, ὅταν ἑτέρωθεν ἀκούῃ, ὅτι λυθείσης τῆς ἀπαισίας ἐκείνης συνοδικῆς συνεδριάσεως, ἐξαναγκάζεται ἡ Σύνοδος νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὴν, ἐπαναγομένων εἰς τὸ Συνοδικὸν γραφεῖον τῶν μελῶν αὐτῆς τῇ κουστωδίᾳ ἀστυνομικῶν κλητήρων, ὅταν πληροφορῆται, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἀξιωματικοὶ εἰσήλασαν βεβήλως εἰς τὸ Συνοδικὸν Γραφεῖον κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Σεβασμιωτάτων πατέρων, ὅταν κοινολογῆται, ὅτι τινὲς τῶν Συνοδικῶν εὑρίσκονται ὑπὸ τοιαύτας ἀλγεινὰς περιστάσεις, κρατούσας αὐτοὺς δεσμίους εἰς τὰ νεύματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν, λέγω, ἡ κοινωνία διατελῇ ἤδη ἐν γνώσει πάντων τούτων, οὐδεὶς, πιστεύω, θὰ τολμήσῃ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ προκύψασα ζημία ἐστὶ σοβαρωτάτη. Αἱ ἐπὶ τῶν ὑψίστων ζητημάτων διασκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρέπει νὰ ἀποῤῥέωσιν ἐκ τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου θελήσεως τῶν μελῶν αὐτῆς διασκεπτομένων μεθ’ ὑψίστης προνοίας ἐπὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων· οὐδὲν ἄλλο πρέπει νὰ φαίνηται εἰσχωρῆσαν εἰς τὰς σκέψεις των, παρὰ μόνον τὸ ἀνώτερον συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους, ἅπερ πάντοτε ἀχώριστα καὶ ἀλληλένδετα ἀπεδείχθησαν καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Κατ’ ἄλλον τρόπον καταρτιζόμεναι αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς, ἀπολλῦσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους τὸ κῦρος καὶ τὸν σεβασμὸν, ὧν πρέπει νὰ ἀπολαύωσι. Τὴν συνείδησίν των μόνον καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἅγιοι Πατέρες νὰ ἀκούωσιν, ἐπικαλούμενοι πρὸ πάντων, ἀλλὰ μόνον τὴν συνδρομὴν τῆς θείας ἐμπνεύσεως. Ταῦτα λέγων, ποσῶς δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, τὸ καθαρῶς θεολογικὸν καὶ δογματικὸν, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, μὴ προσηκόντως ἀνεκίνησαν οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι, περὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, διότι δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καθιστῶμεν καὶ τὰ ὑψηλότερα ζητήματα θέματα κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων πολιτικῶν. Τὰ θέματα τὰ θρησκευτικὰ, τὰ καθαρῶς δογματικὰ, ἀνήκουσιν εἰς ἄλλην σφαῖραν, λελυμένα δὲ τυγχάνουσιν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Τούτου ἕνεκεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ ἄτοπον εἰς Κοινοβούλιον Ἑλλήνων καὶ χριστιανῶν ὀρθοδόξων νὰ ἀνακινῶνται τοιαῦτα ζητήματα, μετά τινος μάλιστα ἐλαφρότητος, ἀνοικείου πρὸς τὸ ὕψος καὶ τὴν ἱερότητα αὐτῶν. Ἡ συζήτησις ἄρα, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλει, μετὰ σοβαρότητος διεξαγομένη, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ κύρια σημεῖα, ἅτινα ἐνέδειξαν τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου λαβόντα χώραν, καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης ἀναπτυχθέντα· τὰ κύρια δὲ ταῦτα καὶ θεμελιώδη ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὀφείλει νὰ συμπυκνωθῇ καὶ συγκεντρωθῇ ἡ ὅλη συζήτησις, εἰσὶ τὰ ἑξῆς δύο. Πρῶτον, ποία εἶναι ἡ κατὰ τοὺς καθεστηκότας νόμους θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ποία ἡ δικαιοδοσία καὶ τὰ ὅρια ἑκατέρας τῶν ἐξουσιῶν τούτων, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συμμετοχήν των ἐν τῇ ἐκλογῇ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· καὶ δεύτερον, κατὰ τίνα τρόπον αὕτη νομίμως συγκροτεῖται, συνεδριάζει καὶ ἀποφασίζει. Κατὰ τὸν ΣΑʹ τοῦ 1852 Καταστατικὸν νόμον, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἡ ὑπερτάτη ἐν τῷ Κράτει Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ, ἐνεργοῦσα πάντη μὲν αὐτοβούλως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα, τῇ συμπράξει δὲ καὶ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἐξωτερικά· ποῖα δ’ εἰσὶν ἐσωτερικὰ καὶ ποῖα ἐξωτερικὰ καθήκοντα, ταῦτα ἀναγράφονται λεπτομερῶς ἐν τοῖς Ζʹ, Ηʹ, Θʹ, Ιʹ καὶ ΙΑʹ κεφαλαίοις τοῦ προμνησθέντος Καταστατικοῦ Νόμου. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς μελέτης τῶν κειμένων τούτων προκύπτει, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν εἶναι ἐξουσία, ἐν πᾶσιν ὑποτεταγμένη εἰς τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἀποτελοῦσα ἕνα τῶν κρίκων τῆς ὑπαλληλιακῆς ἱεραρχίας· ἀπεναντίας ἡ Σύνοδος κέκτηται ἐξουσίαν καὶ δικαιοδοσίαν ἰδιαζούσης φύσεως, ἐν πολλοῖς ὅλως ἀνεξαρτήτως καὶ αὐτοβούλως δρῶσα ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐνεργείας τῶν ἰδιαιτέρων της καθηκόντων. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ συμμερισθῶ τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες παρεσύρθησαν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἡ Σύνοδος ἀποτελεῖ δῆθεν ἰδιαιτέραν ἐξουσίαν, καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτόβουλον καὶ αὐτοκέφαλον, ἐνεργοῦσαν πάντη ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς· ἡ τοιαύτη θεωρία μοὶ φαίνεται λίαν ὑπερβολικὴ, ἀντιστρατευομένη οὐ μόνον εἰς τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τοῦ ἑνιαίου πολιτικοῦ μας ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ παραγνωρίζουσα τὰ ὅρια τῶν διαφόρων ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν, καὶ ἱκανὴ νὰ ἐνσπείρῃ σύγχυσιν περὶ τῆς φύσεως καὶ ἐκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας, ἣν ἑκάστη ἀρχὴ ἐν τῷ Κράτει ἀσκεῖ ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγεγραμμένου αὐτῇ κύκλου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐν πᾶσιν ἐξουσία ἀνεξάρτητος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τότε θὰ εἴχομεν Κράτος ἐν Κράτει, ὅπερ δὲν εἶναι ἴδιον ὀρθῶς συντεταγμένου πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ. Πρὸς τὴν ἔννοιαν ταύτην συνᾴδων καὶ ὁ Καταστατικὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμος, ἐν ἄρθρῳ 6 διαγράφει τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑπερτάτην Βασιλικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἐναπόκειται ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους, ἀνήκει καὶ ἡ ἐποπτεία ἐφ’ ὅλων τῶν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου γινομένων, διορίζεται παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Β. Ἐπίτροπος, ὅστις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρευρίσκηται εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου, προσυπογράφων ἁπάσας τὰς ἀποφάσεις καὶ πράξεις αὐτῆς, αἵτινες ἄνευ τῆς παρουσίας του ἢ τῆς ὑπογραφῆς του εἰσὶν ἄκυροι». Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ζῇ ἄρα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων αὐτῆς, ἐν ἁρμονίᾳ συνεργαζομένη μετὰ τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς, τὴν δὲ ἐναρμόνιον ταύτην συμβίωσιν καὶ σύμπραξιν κανονίζουσιν οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις. Μετὰ τὰς γενικότητας ταύτας, ἃς ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ προτάξω, ὅπως τεθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτῆς θέσιν, παρακολουθήσατέ μοι, παρακαλῶ, Κύριοι, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ ἐρευνήσωμεν, τίνα τρόπον οἱ νόμοι διαγράφουσιν ὡς πρὸς τὴν συνεργασίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ἡ πλήρωσις τοῦ κενωθέντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου Ἀθηνῶν κατὰ νόμον διττῶς δύναται νὰ γίνῃ, ἢ διὰ χειροτονίας νέου Ἐπισκόπου Ἀττικῆς, ἢ διὰ μεταθέσεως τούτου ἐξ ἄλλης Ἐπισκοπῆς. Καὶ εἰ μὲν πρόκειται περὶ χειροτονίας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑποδεικνύει τρεῖς, ἐξ ὧν ἐγκρίνει τὸν ἕνα ὁ Βασιλεὺς, εἰ δὲ πρόκειται περὶ μεταθέσεως, αὕτη συντελεῖται τότε, ὅταν περὶ τούτου γνωμοδοτήσῃ ἡ Σύνοδος καὶ ἐγκρίνῃ ὁ Βασιλεύς. Ταῦτα σαφῶς κελεύουσι τὰ Γʹ καὶ Δʹ κεφάλαια τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου. Ἐὰν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν κειμένων τούτων ἐπροσέξατε καλῶς, ἐλπίζω, ὅτι δὲν σᾶς ἀναπέμεινεν οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν γνωμῶν, ἃς ἀρτίως ἐξέθηκα. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ χειροτονία Ἐπισκόπου, ἐὰν δὲν ὑποδειχθῶσι τρεῖς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἂν δὲν ἐγκριθῇ εἷς ἐκ τούτων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ὀφείλει τὴν ἐκλογήν του νὰ περιορίσῃ ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῆς Συνόδου τριῶν ὑποδειχθέντων· ἐὰν δὲν συντρέξωσιν ἀμφότερα ταῦτα, ἡ ὑπόδειξις τῆς Συνόδου καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλέως, ἡ προχείρισις Ἐπισκόπου δὲν συντελεῖται· οὔτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀφ’ ἑαυτῆς ἐπαρκεῖ νομίμως πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο, οὔτε ὁ Βασιλεὺς, τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀμφότεραι αἱ ἐξουσίαι αὗται πρέπει νὰ συντρέξωσι πρὸς τὸ χειροτονηθῆναι Ἐπίσκοπον. Ἂν αἱ ἐξουσίαι αὗται περιέλθωσιν εἰς σύγκρουσιν ὡς πρὸς τὰς γνώμας αὐτῶν, περιερχόμεθα εἰς τὸ ἀπροχώρητον· δι’ αὐτὸ πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, ἀλλ’ οὔτε ὑποτεταγμένη, ἀλλ’ ἐν ἁρμονίᾳ συμβιοῦσα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμπράττουσα μετ’ αὐτῆς ὑπὸ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας. Τὴν σύμπραξιν ταύτην παραστατικώτερον θὰ ἴδητε, ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Γʹ κεφαλαίου τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου, καθ’ ὃ πρὸς χειροτονίαν ἀπαιτεῖται, ὡς σᾶς εἶπον, ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὑπόδειξις τῶν τριῶν ὑποψηφίων ὑπὸ τῆς Συνόδου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τοῦτο προσαπαιτεῖται ἡ χειροτονία, μετ’ αὐτὴν δὲ πάλιν ἡ ἐπικύρωσις διὰ Β. Διατάγματος. Ἀμφότεραι ὅθεν αἱ ἐξουσίαι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ κοσμικὴ, πρέπει νὰ συμπράξωσι, πρέπει κατά τινα τρόπον νὰ ἐπιθέσωσι τὰς χεῖρας των ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ χειροτονουμένου, ὅπως κατὰ νόμον συντελεσθῇ ἡ εἰς Ἐπίσκοπον ἀνάῤῥησίς του, ὅπερ διατρανοῦται καὶ ἐν τῇ διαβεβαιώσει τοῦ χειροτονουμένου (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ διὰ τῆς ψήφου τῶν θεόθεν συγκροτούντων τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Πατέρων ἐψηφίσθην ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ Ἐπίσκοπος, ἔτυχον δὲ καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Βασιλέως, διαβεβαιῶ κτλ.» Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ἡ μετάθεσις Ἐπισκόπου γίνεται, ἀπαιτεῖται τουτέστι πρὸς ταύτην ἡ γνωμοδότησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς Κυβερνήσεως· οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῆς Συνόδου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μετάθεσιν, οὔτε ἡ γνωμοδότησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀρκεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴν ἄνευ τῆς Κυβερνητικῆς ἐγκρίσεως. Γνωμοδοτεῖ ἡ Σύνοδος περὶ μεταθέσεως Ἐπισκόπου τινός; Ματαίως γνωμοδοτεῖ, διότι οὐδὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ ἄνευ καὶ τῆς περὶ τούτου Κυβερνητικῆς ἐγκρίσεως. Ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν μετάθεσιν τοῦ δεῖνα Ἐπισκόπου καὶ εἶναι εὐδιάθετος νὰ ἐνεργήσῃ ταύτην; Ματαίως τοῦτο ποθεῖ, ἂν δὲν γνωμοδοτήσῃ ἡ Σύνοδος. Ἡ μία ἄρα ἐξουσία ἄνευ τῆς ἄλλης οὐδὲν δύναται, μόνον δὲ ἡ ἐν ἁρμονίᾳ σύμπραξις ἀμφοτέρων τῶν ἐξουσιῶν, ἑκατέρας αὐτοβούλως καὶ ἐλευθέρως δρώσης ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς δικαιοδοσίας της, συντελεῖ τὸ ἔργον.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὴν ζητεῖτε, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δυσαρεστήσω.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ τοιαύτην ἐναρμόνιον σύμπραξιν καὶ τῶν δύο ἐξουσιῶν ἀναγνωρίζετε, νὰ συννενοῶνται περὶ τοῦ πρακτέου, εὑρίσκετε κακὴν τὴν συννενόησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης;
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπάντησιν, καὶ εὐρυτάτην μάλιστα, θὰ εὕρητε εἰς ὅσα ἀμέσως θὰ εἴπω.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν περιμένω.
§80ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀφήσω νὰ περιμένητε ἐπὶ πολύ. Ἀφοῦ, Κύριοι, καθωρίσαμεν τὴν ἔκτασιν καὶ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς καὶ κοσμικῆς ἀρχῆς ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Μητροπολίτου ζητήματι, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἑκατέρα τῶν ἐξουσιῶν τούτων πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐνεργείας της. Ἀλλ’ οἱ ὅροι οὗτοι ἐτηρήθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἡ Σύνοδος καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον εἶχεν, εἴτε αὐθορμήτως, εἴτε καὶ προκαλουμένη, — διὰ νὰ κάμω ἓν βῆμα πρὸς τὸν κ. Μίλησην, — νὰ ἐπιληφθῇ τῶν πρὸς πλήρωσιν τοῦ χηρεύοντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου Ἀθηνῶν νομίμων, εἴτε προβάλλουσα τρεῖς ὑποψηφίους, ὅπως χειροτονηθῇ εἷς τούτων τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε γνωμοδοτοῦσα περὶ μεταθέσεως ἐξ ἄλλης Ἐπισκοπικῆς ἕδρας· ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της ταύτῃ οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ δι’ οὐδενὸς τρόπου, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον διὰ τοῦ τρόπου, ἐφ’ ᾧ καταγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις παρεμβᾶσα. Εἰς τὴν Σύνοδον, καὶ μόνον εἰς αὐτὴν, ἀπόκειται τὸ δικαίωμα, κατὰ πρωτοβουλίαν μάλιστα, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της, ἀπόκειται ἡ ἔγκρισις τῆς Συνοδικῆς γνωμοδοτήσεως. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εὐλαβῆται τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Συνόδου, αὕτη δὲ νὰ ᾖναι ζηλότυπος τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν παρ’ οἱουδήποτε ἀσεβῆ τούτων καταπάτησιν. Δὲν θεωρῶ, κύριε Μίληση, ἀθέμιτον τὴν ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν Κυβερνήσεως καὶ Συνόδου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοιαύτης συνεννοήσεως, ἀλλὰ περὶ κυβερνητικῆς πιέσεως, ἐξασκηθείσης ἐν πάσῃ ἀπροκαλύπτῳ ἐντάσει, ἐκδηλωθείσῃ εἰς πάσας τὰς φάσεις τῆς θλιβερᾶς ταύτης, ὡς λίαν δικαίως τὴν ἐχαρακτηρίσατε, ὑποθέσεως. Ὅταν νύκτωρ, καθὰ ἐλέχθη, καλῶνται οἱ Συνοδικοὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὐχὶ πάντες ἀλλὰ τινὲς ἐξ αὐτῶν καὶ ἀναγκάζωνται νὰ μεταβάλωσιν ἐκπεφρασμένην ἤδη γνώμην των, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις νὰ ὀνομάσῃ τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἀθώαν καὶ θεμιτὴν συνεννόησιν. Δὲν γνωρίζω τὰ ἐλατήρια, ἅτινα καθιστῶσί τινα ἤ τινας τῶν Συνοδικῶν πειθηνίους τῇ Κυβερνήσει, ἀλλ’ ἂν ἀληθεύωσι τὰ ψιθυριζόμενα, ἐγκαρδίως θλίβομαι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τὴν ἀλγεινὴν θέσιν ἐκείνων, περὶ ὧν οἱ ψιθυρισμοὶ ἀκούονται· ἂν ταῦτα ἔχωνται καὶ ἐλαχίστης ὑποστάσεως, οὐ μόνον οἱ οὕτω δεινῶς αἰτιώμενοι ἔπρεπε νὰ ἀποστῶσι τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ κατέλθῃ ἄχρι τοῦ σημείου, ὅπως, ἐκμεταλλευομένη τὴν θλιβερὰν θέσιν των, κατορθώσῃ τοῦ πόθου της ἐν ὑψίστῳ ζητήματι, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποφασισθῇ ὑπὸ Συνόδου, καὶ πάντα τὰ μέλη νὰ δύνανται ἐλευθέρως, ἀνεπηρεάστως καὶ ἀφόβως νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην, συμβουλευόμενα μόνον τὴν συνείδησίν των ἐν τῇ ἀποφάνσει των περὶ τοῦ ἀρίστου Μητροπολίτου. Δι’ ὅσων λέγω ποσῶς δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καταλληλότητα τοῦ Ἁγίου Κεφαλληνίας. Δὲν ἔσχον μὲν τὴν εὐτυχίαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ ἐκτιμήσω τὰ προσόντα τοῦ Σεβασμιωτάτου τούτου Ἱεράρχου, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἤκουσα ἄγομαι μετὰ χαρᾶς νὰ πιστεύσω, ὅτι κοσμεῖται ὑπὸ πολυτίμων πνευματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀρετῶν, ἀξίων νὰ προβιβάσωσιν αὐτὸν ἐπὶ τὸν θρόνον τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ δὲν κεῖται ἐν τούτοις τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀποκλειστικῶς περιστρέφεται μόνον εἰς τὴν ἔκθεσμον ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὑπόθεσιν ἥν, πάντα τὰ μέλη τῆς Συνόδου, ἀνεπηρέαστα καὶ ἐν ἀφοβίᾳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσωσιν, ἐπικαλούμενα καὶ τὴν θείαν συνδρομὴν πρὸς τὸ ἐξευρεῖν τὸν ἄριστον ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ὑψίστου ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος. Ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ ὁ Ἅγιος Κεφαλληνίας, εἴποτε ἐκλεχθῇ, θέλει δικαιώσει τὴν περὶ αὐτοῦ ἀρίστην φήμην, ἀρνούμενος ἀξίωμα διὰ τοιούτων ἐξευτελισμῶν ἀποκτώμενον.
§81Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Ἅγιος Κεφαλληνίας.
§82ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἐλπίζω, ἀξιότιμε συνάδελφε, διότι, οὕτω προσφερόμενος, θὰ χαράξῃ τὸ ὄνομά του ἀνεξιτήλοις γράμμασιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ θὰ προσφέρῃ πολύτιμον ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, σώζων μὲν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἐξευτελισμοῦ, διδάσκων δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ὑποτελεῖς εἰς ταύτην Συνοδικοὺς τὰ καθήκοντα, ὧν ἐξετράπησαν. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως περιωρίσθη ἕως ἐδῶ; Ἠκούσατε τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἀπαισίαν Συνοδικὴν συνεδρίασιν· κατὰ ταύτην προσκαλοῦνται ἀποτόμως οἱ Συνοδικοὶ ὑπὸ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου, ὅπως γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ Μητροπολιτικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ γνωμοδοτήσωσιν; Οἰκτρὰ καταστρατήγησις τοῦ νόμου! Δὲν ἐπρόκειτο νὰ γνωμοδοτήσωσιν ἐν ἀνεπηρεάστῳ συνειδήσει, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλάβωσιν ὡς ψιττακοὶ τὸ ἐπιμόνως ἐπιβληθὲν αὐτοῖς ἔξωθεν. Δύο ἐκ τῶν σεβασμιωτάτων Συνοδικῶν προτείνουσιν ἀναβολὴν, ὅπως λάβωσι καιρὸν καὶ σκεφθῶσιν, ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ πολεμεῖται, διότι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐπιμένει, ἵνα αὐθωρεὶ, ἄνευ βραδύτητος, λυθῇ τὸ ζήτημα· καὶ δὲν θέλω, ταῦτα λέγων, νὰ ψέξω τὸν ἀξιότιμον καὶ κατὰ πάντα σεβαστὸν ἄνδρα, ὅστις κατέχει τὸ ἀξίωμα τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, διότι ὡς ὑπάλληλος ἐνήργει κατὰ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τέλους ὁ Προεδρεύων σεβασμιώτατος Σύρου ἀναγκάζεται νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μέχρις ἐδῶ τὰ πράγματα. Μετὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως ἐπανάγονται δι’ ἀστυνομικῶν ἁμαξῶν οἱ Ἀρχιερεῖς εἰς τὸ Συνοδικὸν Γραφεῖον, ὅπου εἰσήλασαν βεβήλως, κατὰ τὰ ἐντεῦθεν ἐκτεθέντα, ὑπάλληλοι, ἀξιωματικοὶ καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, καὶ πάλιν προκαλοῦνται οἱ Συνοδικοὶ ν’ ἀποφασίσουν ἀμέσως περὶ τοῦ Μητροπολιτικοῦ ζητήματος. Εἶναι, Κύριοι, οὗτος τρόπος ἐνεργείας; Εἶναι, δι’ ὄνομα Θεοῦ, κατάστασις; Οὕτως ἐνόησεν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἤθελε παρ’ ὀλίγον ἐκλεγῆ διὰ τοιούτου τρόπου, ἂν ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου δὲν ἠρνεῖτο νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὰ γινόμενα καὶ ἂν δὲν ἀπεχώρει. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον Γραμματέα, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς Σεβασμιωτάτους Σύρου καὶ Τριφυλίας, οἵτινες ἀπέτρεψαν τὴν συντέλεσιν τοιαύτης αἰσχύνης ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας! Οὐδέποτε θὰ λησμονηθῇ ἡ γενναιόφρων καὶ ἔντιμος αὕτη πολιτεία των. Πρὸς τί, Κύριοι, τὰ ἔκτροπα ταῦτα; Πρὸς τί τὸ σπασμωδικῶς κατεπεῖγον; Ποία ἦτο ἡ ἐπικειμένη ζημία εἰς τὴν Πολιτείαν, ἢ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐὰν ἀνεβάλλετο τὸ ζήτημα διὰ δύο ἡμέρας, ὡς προέτειναν οἱ δύο τῶν Συνοδικῶν; Οὐδεὶς κίνδυνος, ἀπολύτως οὐδείς, ἐδικαιολόγει τὰ γενόμενα· ἀλλ’ ἔπρεπε ταῦτα νὰ γίνωσι, διὰ νὰ ἐξευτελισθῇ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ πατρίς μας, διὰ νὰ ἐξευτελισθῇ ἡ Σύνοδος, διὰ νὰ μὴ μείνῃ τέλος πάντων τίποτε εἰς τὴν θέσιν του ὄρθιον. Καὶ ποῖον κῦρος θὰ ἔχῃ πλέον εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πιστῶν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς; Καὶ ποῖον κῦρος θὰ εἶχεν ὁ οὕτω πως ἐκλεγόμενος Μητροπολίτης ἀπέναντι τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων, ἀπαγορευόντων, ἐπὶ ποινῇ καθαιρέσεως, τὴν τοιαύτην ἀνάμιξιν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ θέματι τούτῳ; Καὶ ποῖον κῦρος θὰ εἶχεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πιστεύοντος, ὅτι ὁ Μητροπολίτης εἶναι ἀπαύγασμα μελέτης βαθείας, ἐν πάσῃ συνειδήσει καὶ φόβῳ Θεοῦ γινομένης καὶ τρόπον τινὰ ὑπὸ θείας ἐμπνεύσεως χειραγωγουμένης; Εἶχον δίκαιον ἐν ἀρχῇ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ γενόμενα τρισμεγίστην προὐξένησαν ζημίαν, καὶ ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ σταματήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν τακτικήν της, διότι εἶναι τακτικὴ καταστροφῆς. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ πιστεύσατέ μοι, ὅτι αἰσθάνομαι ἠθικὴν κόπωσιν ἐκ τῆς βαθείας θλίψεως, ἣν δοκιμάζω ἐκ τῆς ἀναπολήσεως τῶν λαβόντων χώραν, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τουτέστι περὶ τοῦ νομίμου καταρτισμοῦ τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δύναται νὰ παράσχῃ σπουδαίας δυσχερείας, ἐὰν μετὰ προσοχῆς καὶ καλῆς πίστεως μελετηθῶσιν αἱ σχετικαὶ τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου διατάξεις. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου ἀναγράφει τάδε: «Ἡ Σύνοδος σύγκειται ἐκ πέντε μελῶν ἰσοψήφων, ὧν εἷς Πρόεδρος καὶ τέσσαρες σύνεδροι· τὸν Πρόεδρον, κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἀμέσως μετ’ αὐτὸν προκαθήμενος τῶν ἄλλων». Ὡς ἐκ προνοίας δὲ, Κύριοι, ἐν τῇ συλλογῇ τοῦ ἀειμνήστου Μάμουκα, ἣν φέρω εἰς χεῖρας, ἡ λέξις πέντε ἐν κεφαλαίοις γράμμασιν ἀναγράφεται, ὡσανεὶ θέλουσα διὰ μεγαλειτέρων τυπογραφικῶν στοιχείων νὰ σταματήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀναγνώστου. Τὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα μεγίστης ὁλκῆς τοιαύτην ἔννοιαν ἔχουσιν, οἱονεὶ κραυγάζοντα διὰ βροντώδους φωνῆς, προφέροντα τὴν λέξιν πέντε· ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης, καίτοι τοιοῦτον πέντε, χονδρὸν καὶ βροντῶδες, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, δὲν ἠθέλησε νὰ προσέξῃ, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ πέντε τοῦτο δὲν σημαίνει πέντε, ἀλλὰ τέσσαρες (ἱλαρότης).
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακάτω ἀναγνώσατε.
§84ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν θὰ παραλείψω, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, παρακαλῶ, κρατήσατε εἰς τὴν μνήμην σας τὴν λέξιν «πέντε», ὡς καὶ τὴν ἄλλην λέξιν «ἰσοψήφων», διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, πῶς θὰ συμβιβάσητε καὶ τὸ «ἰσοψήφων» μὲ τὴν γνώμην σας, καθ’ ἣν καὶ τέσσαρες Συνοδικοὶ δύνανται νομίμως νὰ συνεδριάσωσι καὶ ἀποφασίσωσιν. Ἐκ τοῦ ὅτι τὸν Πρόεδρον, κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ πρεσβύτερος κατὰ τὴν χειροτονίαν Ἀρχιερεὺς, ἠθέλησαν οἱ ἀντιλέγοντες νὰ συναγάγωσιν, ὅτι καὶ τέσσαρες Συνοδικοὶ ἀρκοῦσι πρὸς νόμιμον συνεδρίασιν. Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἔλεγον, ὅτι καὶ τέσσαρες Ἐφέται ἀρκοῦσι πρὸς συγκρότησιν νομίμου συνεδριάσεως τοῦ Ἐφετείου, διότι καὶ ἡ δικονομία λέγει, ὅτι τὸν Πρόεδρον, κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος Ἐφέτης. Ἀλλὰ ἡ λέξις «ἀναπλήρωσις» δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον. Ὅταν λέγωμεν ἀναπλήρωσιν ἑνὸς μέλους δι’ ἄλλου, ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν μένει κενὸν ἐν τῇ θέσει, ἀλλ’ αὕτη καταλαμβάνεται παρ’ ἄλλου.
§85ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι, προκειμένου περὶ Ἐφετείων, εἶναι ῥητὴ διάταξις, καθ’ ἣν, ἐὰν συγκροτηθῇ ἀπὸ τέσσαρας τὸ Δικαστήριον, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄκυρος.
§86ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λησμονῶ, ἀλλ’ ὑμεῖς λησμονεῖτε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικονομικῶν διατάξεων, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἢ μὴ, διαγραφομένων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Συνόδου, τουτέστι περὶ νόμου θεμελιώδους καὶ ὀργανιστικοῦ, περὶ τοῦ Συντάγματος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Ἐκκλησίας, οὗτινος πᾶσαι μὲν αἱ διατάξεις εἰσὶν οὐσιώδεις, πᾶσα δὲ παραβίασις οἱασδήποτε αὐτῶν ἐπιδρᾷ ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ κύρους τῶν γινομένων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ προσφάτῳ πράξει δὲν ἐκυρώθη ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω; Τί συνέβη; Ἀποθανόντος τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Προκοπίου, τοῦτον εἰς τὰ προεδρικὰ αὐτοῦ καθήκοντα ἀνεπλήρωσεν ὁ ἅγιος Σύρου, ὡς προκαθήμενος τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ μήπως ἔμεινεν ἡ Σύνοδος μὲ τέσσαρα μέλη; Παντάπασι, διότι ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἐκάλεσε πέμπτον μέλος, τὸν Σεβασμιώτατον Παροναξίας. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐὰν ἠδύνατο ἡ Σύνοδος νὰ ὑφίσταται νομίμως μὲ τέσσαρα μέλη; Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἔχομεν τὴν σαφῆ διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ αὐτοῦ Καταστατικοῦ Νόμου, λέγοντος: «Πᾶσα ὑπόθεσις, ἀναγομένη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνόδου, συζητεῖται μὲν παρὰ πάντων τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀποφασίζεται δὲ διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων». Ἀφοῦ ὁ νόμος λέγει «πάντων», πῶς ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ «πάντες» δὲν σημαίνει «πάντες», ἀλλὰ τέσσαρες ἢ τρεῖς; Περίεργον τὸ λεξικὸν τοῦ κ. Μίληση, καθ’ ὃ τὸ πέντε σημαίνει τέσσαρες ἢ τρεῖς, τὸ δὲ πάντων σημαίνει ὄχι πάντων.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε ὅμως καὶ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 12.
§88ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως προὐτιθέμην νὰ τὴν ἀναγνώσω, ἀλλὰ πάντοτε βιάζεσθε· τὴν ἀναγινώσκω λοιπὸν ἀμέσως: «Διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπαιτεῖται νὰ φέρωσι τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν μελῶν, τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν».
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν πῶς συμβιβάζετε τοῦτο μὲ τὴν γνώμην σας; Ἂν ἀπῃτοῦντο καὶ τὰ πέντε, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ φράσις: «τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν;»
§90ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο μεγίστη ἀνάγκη, διότι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν εἶναι ἀμεταβλήτως πάντοτε τὰ αὐτά· ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ ὑπογράφωνται αἱ ἀποφάσεις παρὰ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ οὐχὶ παρ’ ἄλλων, τυχὸν μεταγενεστέρως κληθέντων, οἵτινες δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ γνωστὸν, ὅτι ἀπόφασίς τις ἐγένετο ἐν νομίμῳ συνεδρίᾳ τοῦ Σώματος, ἐτέθη νὰ ὑπογράφωσι ταύτην, οὐχὶ μόνον τὰ πλειονοψηφοῦντα μέλη, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα.
§92ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸν ἀπόντα Πρόεδρον ἀντικαθιστᾷ ὁ Προεδρεύων, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ νόμιμος συνεδρίασις ἐκ τεσσάρων.
§93ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Πολὺ σωστά! Ὡραῖα τὸ εἶπε!
§94ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε νὰ τὸ νομίζητε· τοῦτο δὲν βλάπτει τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου. Πρὸς τί ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, πλειοτέρας ἀναλύσεως; Ὅταν ὁ νόμος ἐδῶ μὲν φωνάζῃ «πέντε», ἀλλαχοῦ δὲ κραυγάζῃ «πάντες», ἐπιτρέπεται πλέον καλῆς πίστεως ἀμφισβήτησις;
§95ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ παρελθόντι πολλάκις ἡ Σύνοδος συνεδρίασε μὲ τέσσαρας, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ δισταγμὸς περὶ τοῦ κύρους τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς.
§96ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι τὰ προηγούμενα, ὅταν τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἦναι σαφές· ταῦτα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καθ’ ἑαυτῶν, οὐχὶ δὲ νὰ κλονίσωσι τὴν στερεότητα τῶν κειμένων, εὑρίσκω δὲ καὶ λίαν περίεργον τὴν τακτικήν, ὅταν συλλαμβανώμεθα ἐπ’ αὐτοφώρῳ, παραβαίνοντες τοὺς νόμους, νὰ ἀνασκάπτωμεν τὸ παρελθόν, διὰ νὰ ἀνακαλύψωμεν παραβάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας νὰ ὀχυρωθῶμεν. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀποπειραθεῖσα συνεδρίασις ἐκ τεσσάρων μόνον μελῶν, κατ’ ἐμέ, ὑπῆρξε παράνομος, καὶ διὰ τοῦτο ἐποιησάμην εὔφημον μνείαν τοῦ Γραμματέως, ἀρνηθέντος νὰ συντελέσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του εἰς τὴν συντέλεσιν ἐκθέσμων πράξεων, μετ’ ἀπροκαλύπτου δὲ χαρᾶς ἤκουσα, ὅτι αἱ ἀπόπειραι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τιμωρίαν αὐτοῦ δι’ ἀπολύσεως, διότι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐναυάγησαν.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ἀπόπειρα ἐγένετο· εὐθὺς δ’ ὡς γένηται, βεβαιώθητε, ὅτι δὲν θέλει ναυαγήσει.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν δὲν ἐγένετο ἀπόπειρα, βεβαίως δὲν ἐγένετο, διότι δὲν ἐτολμήθη.
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἐβεβαιώθην, ὅτι ὑπεβλήθη καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, ὅπερ ἐπεστράφη ἀνυπόγραφον.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι καὶ τοῦτο, ὡς «τὸ καθ’ ὑψηλὴν διαταγήν», καὶ ἐν τούτοις ἐκεῖ ἐῤῥήθη, ὅτι ἐπλαστογράφησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐπιστολὴν ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου.
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ εἶπον ἐγώ.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ εἶπον οἱ φίλοι σας.
§103ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τὰ εἶπον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ἄλλως τε δὲν εὐθύνομαι ἐγὼ διὰ τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους τῶν φίλων μου.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσον εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπλαστογράφησε, τόσον ἐπίσης εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα, περὶ ἧς ἐποιήσασθε λόγον.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καί τινα φρόνησιν.
§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένετε, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἐπίσημον βεβαίωσίν σας, ἀλλὰ τότε μένει ἀνεξήγητον, πῶς διατηρεῖτε τὸν Γραμματέα τῆς Συνόδου, ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην σας παρηνόμησε καὶ παρέβη τὸ καθῆκόν του.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἀποταθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπερώτησις αὕτη, βεβαίως, θέλομεν σᾶς δώσει τὴν ἀπάντησιν.
§108ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατηροῦντες αὐτὸν ἐν τῇ θέσει, ἀποδεικνύετε, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει σας ἀναγνωρίζετε, ὅτι οὐδόλως παρηνόμησεν, ἀφοῦ διαψεύδετε, ὅτι ἀπεπειράθητε νὰ τὸν ἀπολύσητε, διότι, ἐὰν σπουδαίως φρονῆτε, ὅτι παρηνόμησε, τὸν διατηρεῖτε δὲ ἑκουσίως, τότε παρανομεῖτε σεῖς.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι τὸ σκάνδαλον θέλει ὠθήσει ἕως εἰς τὰ ἄκρα ἡ Κυβέρνησις.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς τοῦτο θέλετε, τὸ σκάνδαλον.
§111ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν σκανδάλων ὑπαίτιοί εἰσιν οὐχὶ οἱ ἀποκαλύπτοντες καὶ ἐλέγχοντες ταῦτα, ἀλλ’ οἱ διαπράττοντες αὐτὰ, καὶ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ παύσωσι πλέον ταῦτα συντελούμενα χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν πρέπει νὰ φειδώμεθα, πρὸ πάντων δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπέρτατον ἔχει πρὸς τοῦτο καθῆκον. Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ γινόμενα δὲν θέλουσι λάβει πλειοτέρας διαστάσεις καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προέλθει εἰς σκέψεις συνετωτέρας, καταλείπω τὸ βῆμα, εὐχόμενος, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶ καὶ ἀνέλθω αὖθις αὐτὸ ἐπὶ θλιβερᾷ εὐκαιρίᾳ παρομοίων σκανδάλων, καταζημιούντων καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, πρὸς τὴν ἀκεραιότητα τῶν δικαιωμάτων τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀποδεικνύωμεν πλειοτέραν εὐλάβειαν καὶ περισσότερον σεβασμόν. Εἴθε οἱ λόγοι μου νὰ μὴ ἀντηχήσωσιν ἐπὶ ματαίῳ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος· κηρύττομεν τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θὰ περατωθῇ ἀπόψε. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· ἡ ἀπειλὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶμεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπεβλήθησαν αἱ παραιτήσεις δύο Συνοδικῶν, καὶ δὲν ἐγένοντο δεκταί· εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις. Μὴ λέγετε, ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, διότι θὰ ἔλθῃ αὔριον· δὲν βλέπω, διατὶ σπεύδει ἡ Κυβέρνησις.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 10). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ.μ.