1889.03.03
1,409 rows · 10,637 words · 81 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
τῆς 3 Μαρτίου 1889.
(Παρασκευή).
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπιτροπῶν.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις νὰ εἴπω πρὸ αὐτῆς.
§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν δύνασθε πρὸ τῆς περατώσεως τῆς ψηφοφορίας.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μείνωμεν μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας καὶ τότε νὰ γένηται πᾶσα ἐπερώτησις καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία, καθόσον καὶ ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδια καὶ θὰ ζητήσωμεν νὰ κανονισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον, ὥστε πρέπει πάντως νὰ μείνωμεν ἐν ἀπαρτίᾳ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δύσκολον, νομίζω, νὰ κατορθωθῇ νὰ μείνωμεν ἐν ἀπαρτίᾳ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, διότι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι λίαν ἐνοχλητικὴ καὶ κοπιαστική.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω μόνον.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε νὰ γίνῃ ψηφοφορία καὶ μετὰ ταῦτα.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ τις νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ· τὸ Προεδρεῖον εἶναι κατηρτισμένον.
§9ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις καὶ πρὸ τῆς ψηφοφορίας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται.
§11ΤΙΝΕΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι κατηρτισμένον.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν τὸ Προεδρεῖον δὲν ἦτο κατηρτισμένον, καὶ ἐπρόκειτο περὶ κατεπειγούσης ὑποθέσεως, δὲν ἠδύνατο ἐκ τούτου ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐπερώτησις. Αἱ Ἐπιτροπαὶ χρησιμεύουσι πρὸς βάσανον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσαχθῆ· πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς ἤδη.
§13ΤΙΝΕΣ. Ὁμιλήσατε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδίδων, κύριοι συνάδελφοι, μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ εἴπω, ἐπέμενον νὰ λάβω τὸν λόγον. Σήμερον συνέβη ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς κοινωνίᾳ σκάνδαλον, ὅπερ ἔφερεν ὁλόκληρον τὴν πόλιν εἰς ἀναστάτωσιν—εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν,—εἰς ἀναστάτωσιν καὶ τίποτε ὀλιγώτερον. Ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ἀσφαλῶς πληροφορημένος, ἐν τῇ πορείᾳ τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου σήμερον ὁ παρ’ αὐτῇ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, προέβαλεν αἴφνης τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου. Ἓν τῶν μελῶν τῆς Συνόδου εἶπεν, ὅτι, προκειμένου περὶ σπουδαίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βασιλείου, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀνεβάλλετο εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ἵνα σκεφθῶσιν ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου ἐμβριθῶς καὶ ὡρίμως τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ μέλους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁ Πρόεδρος, συγκατανεύων καὶ ἔχων καὶ τὴν γνώμην ὅλου τοῦ σώματος, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν καὶ ἀπῆλθον. Μετὰ ἓν τέταρτον ὥρας ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, (εἶμαι δὲ, Κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τὰ πράγματα, ὡς συνέβησαν) δηλώσας ἐκεῖ ἀμέσως, ὅτι θέλει σπεύσει νὰ λάβῃ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀπῆλθε πραγματικῶς ἐφ’ ἁμάξης, καὶ μετὰ ἓν τέταρτον ὥρας ἐπιστρέψας, ἀπέστειλε τὴν ἅμαξαν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἄλλας ἁμάξας, πέντε ἐν ὅλῳ, μετὰ κλητήρων ἀστυνομικῶν, οἵτινες περισυνῆγον ἐκ πάσης κἄρας καὶ ἐκ πάσης θέσεως τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἔτυχον νὰ εὑρίσκωνται, τοὺς Συνοδικούς, πειθαναγκάζοντες—περιορίζομαι εἰς τὴν λέξιν ταύτην μόνον—καὶ λέγοντες, ὅτι, κατὰ νεωτέρας διαταγὰς, ἦτο ἀνάγκη νὰ σπεύσωσι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ λυθῇ σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου. Πειθαναγκασθέντες, ἐπαναλαμβάνω, ἦλθον οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν Συνοδικῶν, δὲν ἐκλήθη δ’ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ὅπερ δεικνύει προθέσεις βεβαίως ὄχι λίαν νομιμόφρονας, διότι τὸ Σωματεῖον δὲν δύναται νὰ συνεδριάζῃ ἄνευ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου αὐτοῦ, ὡς δὲν δύναται νὰ συνεδριάζῃ, ἐλλείποντος ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, περὶ τόσῳ σοβαροῦ ζητήματος· διότι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου ἐν ἀπουσίᾳ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ, πῶς, ἅμα τῇ κενώσει τῆς θέσεως ἑνὸς Συνοδικοῦ, ἐκλήθη ἄλλος, ἵνα ἀναπληρώσῃ αὐτόν; Θὰ ἠδύναντο καὶ οἱ τέσσαρες παρόντες τότε νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ἐκεῖ, ἅμα ἀφίχθησαν εἰς τὸ Συνοδικὸν κατάστημα τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, περισυνήχθησαν διάφοροι πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, κυρίως ναυτικοί, ὑπάλληλοι, βιάζοντες, παρακαλοῦντες καὶ πᾶν μέσον μεταχειριζόμενοι, ἵνα πείσωσι τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ ἐνεργήσωσι σήμερον ἀμέσως ἐκεῖ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ἐὰν ἀνήκῃ ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, (δεικνύει ἑκατέραν τῶν πτερύγων)—εἶναι ἴσως, ἢ μᾶλλον βεβαίως, ὡς ὑπάλληλος, διατεθειμένος νὰ διάκηται φιλικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,—εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀπουσιάζοντος τοῦ Προέδρου, καὶ ὑπὸ τόσην βίαν, ἡ ὁποία ἐνησκεῖτο ἐκεῖ καταφανέστατα. Μετὰ θορυβώδη συζήτησιν, ἠναγκάσθησαν νὰ διαλυθῶσιν ἄπρακτοι οἱ Συνοδικοί, καὶ τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἕως ἐκεῖ. Βεβαιότατα ἡ τόση σπουδὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν δεικνύει πολὺν τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο τῶν ἱερῶν κανόνων, ὅπερ διέπει τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, διότι αὕτη, ὡς πάντες καλῶς γνωρίζετε, ἔχει κεφάλαιον νόμων, καθ’ οὓς διοικεῖται. Εἶναι βεβαίως τεταγμένη ἡ ἐνέργεια αὐτῆς παραπλεύρως πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι οὔτε ὑποτακτική, οὔτε θεραπαινὶς τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ὡς ἠθέλησαν νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν σήμερον διὰ τοιαύτης ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἐὰν ἔμενον τὰ πράγματα ἕως ἐδῶ, ἴσως δὲν θὰ ἦτο τόσου μεγάλου λόγου ἄξιον τὸ πρᾶγμα. Μετὰ μεσημβρίαν ὅμως ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Κωνστ. Φρειδερῖκος ἀπέστειλε πρὸς τὰ τέσσαρα μέλη τῆς Συνόδου, ὄχι δὲ καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἔγγραφον, ἐν ᾧ γράφεται, ὅτι, «καθ’ ὑψηλὴν διαταγὴν» τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ καλεῖ τοὺς Συνοδικοὺς εἰς τὸ Γραφεῖον.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑψηλῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ προϊσταμένου του, βεβαίως· τοὺς ἐκάλει δὲ τὴν 3½ ὥραν μ. μ. εἰς τὸ Γραφεῖον.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον Γραφεῖον;
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁρίζει· καὶ τοῦτο, ἢ ἐκ παραλείψεως, ἢ ἀπὸ σκοποῦ. Βεβαίως εἰς οὐδὲν ἕτερον Γραφεῖον ὀφείλουσι νὰ προσέρχωνται, καλούμενοι διὰ τοιούτου ἐγγράφου, οἱ Συνοδικοί, ἢ εἰς τὸ Γραφεῖόν των. Λέγει δὲ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ὅτι πρόκειται νὰ σκεφθῶσι περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθὼς εἶπον, δὲν ἐκλήθη, διότι περὶ αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἡ γνώμη, ὅτι θ’ ἀνθίστατο. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἦναι εἰς γνῶσίν του ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐγγράφου τούτου, καὶ πρὸς τινα σκοπὸν ἐξέδοτο αὐτὸ, τὸ ὄχι βεβαίως τακτικὸν, τὸ ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Σύνοδον, ἡ ὁποία ἐκαλεῖτο εἰς συνεδρίασιν ἐν ὥρᾳ ἀκανονίστῳ, ἀφοῦ ἡ συνεδρίασις, ἡ ὁποία ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων γίνεται τὴν πρωΐαν, εἶχε λήξει καὶ οὐδεὶς λόγος ἐπέτρεπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καλέσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Σύνοδον πρὸς συνεδρίασιν....
§19ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἠδύνατο.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος ἔπρεπε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Περιορίζομαι, Κύριοι, εἰς ταῦτα, προκαλῶν ἐπ’ αὐτῶν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα σπουδαιότατον, θεωρῶ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν λίαν ἐπίμεπτον. Περιορίζομαι δ’ εἰς αὐτὰ, μὴ θέλων ν’ ἀναφέρω ἰδιαιτέρας ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐτελοῦντο κυρίως τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, πειθαναγκαζομένων τῶν Ἐπισκόπων ν’ ἀπομακρύνωνται τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐν αἷς ἡμέραις ὀφείλουσι νὰ προσεύχωνται καὶ νὰ καταγίνωνται εἰς τὰ θρησκευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα... (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ). Γελᾶτε, Κύριοι! Ἐγὼ ὅμως ἔχω ὑψηλοτέραν ἰδέαν ἀπὸ ὑμᾶς περὶ τῶν Ἐπισκόπων. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν ἄλλων ἐκείνων ἐνεργειῶν. Ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρᾶγμα, ὡς συνέβη, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, τῆς ὁποίας καὶ ὑμεῖς βεβαίως ἀντελήφθητε σήμερον καὶ τὴν ταραχὴν καὶ τὴν ἀναστάτωσιν. Προκαλῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ζητήματος, ὅταν πρόκηται καὶ αὐτὰ τὰ θρησκευτικά μας, καὶ αὐτοὶ οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ νόμοι καὶ κανόνες νὰ ποδοπατηθῶσιν, ὡς εἴδομεν καὶ τόσα ἄλλα ποδοπατούμενα.
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ δοθῇ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ τότε θέλω ἀπαντήσει.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ψηφοφορία εἶναί τι τυπικὸν, τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμποδισθῇ ὑπὸ τῆς ἐργασίας ταύτης τῆς ψηφοφορίας, ἵνα ἀπαντήσῃ.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἀπαντήσει μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλει ἀπαντήσει παντάπασι, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας περιεῖχεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Διοικήσεως, εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς, καὶ ὅτι ἀποτελοῦσι στέφανον ἐπαίνου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς αὐτόν. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεμβάσεις τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὅταν δὲ τοιαῦται καταγγέλλωνται ἐπεμβάσεις, ἡ Κυβέρνησις πρώτη εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἡσυχάσῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, οἵτινες θέλουσιν ἀκούσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐπιχειρεῖ δευτέραν φορὰν σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεχείρησεν ὁ κατακτητής, δὲν ἐπεχείρησεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοὺς τέσσαρας αἰῶνας, οἱ ὁποῖοι διέῤῥευσαν ἔκτοτε. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα, ν’ ἀξιώσωμεν πληροφορίας ἀμέσως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Δὲν θέλει νὰ δώσῃ αὐτάς; Θέλει κρίνει ἡ κοινωνία περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν μένει διατελοῦντες ἐν πλήρει ἀνησυχίᾳ περὶ τοῦ κινδύνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἤγαγεν αὖθις τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπιτροπῶν, καὶ κατόπιν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Βαρβιτσιώτου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 103. Ἐκ τῆς γενομένης διαλογῆς προέκυψεν, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον τῆς πλειονοψηφίας ἔλαβε ψήφους 62, τὸ δὲ τῆς μειονοψηφίας 41. Ἑπομένως αἱ Ἐπιτροπαὶ κατηρτίσθησαν ἐκ τῶν λαχόντων τῆς σχετικῶς πλειονοψηφίας, ὡς ἑξῆς:
Αʹ.
Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Σωτήριος Δανόπουλος, Δημήτριος Ζουλούμης, Νικόλαος Καλαντζόπουλος, Ἀργύριος Κανταρτζῆς, Κωνσταντῖνος Κοσσονάκος, Σπυρίδων Κουκούλεζας, Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης, Τρύφων Μουτσόπουλος, Μίνως Μπογιατζόγλους, Γεώργιος Μπούμπουρας, Νικόλαος Νομικός, Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος, Ἀνάργυρος Σιμόπουλος, Κωνσταντῖνος Χαλκιόπουλος, Κωνστ. Καραπάνος, Νικόλαος Λεβίδης, Νικόλαος Βαλσαμάκης, Κωνστ. Κωνσταντόπουλος, Δημ. Πετρίδης, Γ. Κόρπας, Ἰωάννης Γεωργαντᾶς.
Βʹ.
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος, Νικόλαος Καράπαυλος, Νικόλαος Καφετζόγλους, Φωκίων Νέγρης, Ἀλκιβιάδης Παπαλουκᾶς, Στέφανος Σκουλούδης, Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος, Γεώρ. Μαυρομιχάλης, Σπ. Νοταρᾶς.
Γʹ.
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Βασίλειος Βουδούρης, Ἀναστάσιος Δημητριάδης, Δημήτριος Μ. Καλλιφρονᾶς, Περικλῆς Μποῦτος, Ἰωάννης Παδοβᾶς, Κωνσταντῖνος Χατζῖσκος, Ἀνδρέας Παπαγιαννακόπουλος, Φίλιππος Βάρβογλης, Νικόλαος Μισυρλῆς.
Δʹ.
Ἐπὶ τῆς Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου κλπ. Ἀναστάσιος Ζαρμάνης, Ἀθανάσιος Καζαμπάκας, Δημήτριος Κουτσουμπλῆς, Τρύφων Μουτσόπουλος, Εὐθύμιος Ματζιᾶς, Ἰωάννης Παπαδόπουλος, Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος, Ἐπαμεινώνδας Σακελλαρόπουλος, Γεώργιος Κούστας.
Εʹ.
Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Θεόδωρος Γκίκας, Δημήτριος Γουδῆς, Λωρέντζος Δελαρόκας, Γεώργιος Δρόσος, Νικόλαος Κρίσπης, Μιχαὴλ Νικηφοράκης, Θεμιστοκλῆς Κανάρης, Σπυρίδων Ἀλαμάνος, Ἀριστείδης Πετροπουλάκης.
Ϛʹ.
Ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Θάνος Κανακάρης, Παναγιώτης Μανέτας, Ἠλίας Παλαμήδης, Νικόλαος Παπαλέξης, Ἰωάννης Πεζᾶς, Εὐάγγελος Σταμούλης, Δημήτριος Πετρίδης, Ἀριστείδης Σακελλαρόπουλος, Ἀντώνιος Καποδίστριας.
Ζʹ.
Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀριστείδης Ἀργυρόπουλος, Παναγιώτης Βενιεράτος, Γεώργιος Δρόσος, Μιχαὴλ Ἰατρίδης, Ἀργύριος Κανταρτζῆς, Ἰωάννης Παπαδόπουλος, Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς, Περικλῆς Πεῤῥωτής, Πολυχρόνιος Κωνσταντᾶς.
Ηʹ.
Ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς, Γεώργιος Μίλησης, Γεράσιμος Μουσούρης, Νικόλαος Παπανικολάου, Δημήτριος Τζάνες, Ἀλέξανδρος Φωτήλας, Ἀλέξανδρος Ζαΐμης, Κωνσταντῖνος Ἀναγνωστόπουλος, Σωτήριος Χατζηγάκης.
Θʹ.
Ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Δημήτριος Βότσαρης, Μιλτιάδης Γουλιμῆς, Δημήτριος Ζουλούμης, Κωνσταντῖνος Κοσσονάκος, Ὄθων Μακρυγιάννης, Γεώργιος Σισμάνης, Ἄγγελος Γεωργαντᾶς, Νεοκλῆς, Πετμεζᾶς, Γ. Πετροπουλάκης.
Ιʹ.
Ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Νικόλαος Καλογερόπουλος, Ἀλέξανδρος Κοντόσταυλος, Ἀναστάσιος Λούντζης, Γεώργιος Παχὺς, Ἀλοΐσιος Τόμαν, Ἀνδρέας Ψύλλας, Γεώργιος Τυπάλδος Κοζάκης, Νικόλαος Βασιλάκης, Παν. Σάκκης.
ΙΑʹ.
Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Κωνσταντῖνος Ζωγλοπίτης, Ἀχιλλεὺς Λογιωτάτου, Διονύσιος Λομβάρδος, Ἰωάννης Πεζᾶς, Ἀχιλλεὺς Τακιατζῆς, Γεώργιος Φραγκίδης, Ἠλίας Φλέσσας, Δημ. Κάρτσωνας, Κωνστ. Κατσικόπουλος.
ΙΒʹ.
Ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος, Κωνσταντῖνος Μαρκίδης, Ξανθὸς Πικουλάκης, Διονύσιος Πλακᾶς ἢ Ζήβας, Κωνσταντῖνος Συνέλης, Χρῆστος Στεφανόπουλος, Λεων. Καπετανάκος, Χρ. Χρηστόπουλος, Ν. Ταρμπάζης.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὴν ἀπόσβεσιν δανείων. Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Περὶ χορηγήσεως πιστώσεων δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων...
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος ἔτους;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θ’ ἀναγραφῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, εἶναι δὲ ὅλων τῶν ἐτῶν. Ἕτερον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Εἶμαι γνώμης, ὅπως πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν τακτικὴν Σύνοδον, ἐπανέλθωσιν εἰς συζήτησιν, ὡς ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμὸς, κατὰ τὸ στάδιον, ἐν ᾧ διετέλουν· ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλω ἐκ νέου τὸ περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ προσωπικοῦ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν, διότι ἐπηνέχθησαν τροποποιήσεις τινὲς, ὧν ἕνεκα θεωρῶ, ὅτι, καίτοι ἦτο τεταγμένον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εἶναι προτιμότερον, ὅπως γένηται ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς αʹ ἀναγνώσεως, οὕτω τροποποιηθέντος. Ἐπίσης καὶ δύο ἄλλα νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν ἐγένοντο μικραί τινες τροποποιήσεις, ὑποβάλλονται ἐκ νέου, τὸ περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τὸ περὶ στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ὡς πρὸς τἆλλα, προτείνω, ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καθ’ ἣν εἶχον καὶ πρότερον σειράν, μέχρις οὗ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄλλη τις αὐτῶν κατάταξις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 2–9).
§30ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἐξέθηκε τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ἐπὶ τὸ δραματικώτερον, ἐγὼ θὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον. Σήμερον ἡ Σύνοδος εἶχε τακτικὴν συνεδρίασιν· κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Συνόδῳ κ. Μαυρομιχάλης παρέστησεν εἰς τὴν Σύνοδον τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐκ πολλῶν λόγων ἐπιβαλλομένην, ὅπως ἡ Σύνοδος ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τοῦ καταλλήλου Ἱεράρχου, ὅπως καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσῃ οὖσα κενὴ ἡ ὑψηλὴ θέσις τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καὶ Προέδρου τῆς Συνόδου. Τὴν ἰδέαν ταύτην ὁ κ. Β. Ἐπίτροπος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Σύνοδον, ἀναπτύξας καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτὸν καθίστων ἐπείγουσαν τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῆς Συνόδου. Ὁ Προεδρεύων τῆς Συνόδου ἀντέστη κατὰ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβληθέντος ζητήματος καὶ προέτεινεν, ὅπως ἀναβληθῇ αὕτη διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἢ δι’ ἄλλην τινὰ μεταγενεστέραν συνεδρίασιν. Κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης τοῦ Προεδρεύοντος ἀντετάχθησαν οἱ ἕτεροι τέσσαρες Συνοδικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦτο ἀναβληθῇ, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ Προεδρεύοντος ἐκφραζομένη ἰδέα, ὅτι ἀπαιτεῖται σκέψις, πρὶν ἢ ἡ Σύνοδος ἐκφράσῃ γνώμην, ἀπετέλει πρόφασιν πρὸς ἀναβολήν, καθόσον πρὸ πολλοῦ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ καταλλήλου Ἱεράρχου σκέψις γίνεται παρὰ τῶν Συνοδικῶν, οἵτινες οὐ μόνον ἀνεγνώριζον τὸ κατεπεῖγον τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Σύνοδος ἐκφράσῃ γνώμην, ἀλλ’ εἶχον δηλώσει, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβαινεν εἰς τὴν διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου πρόκλησιν πρὸς ἔκφρασιν τῆς γνώμης ταύτης, ἡ Σύνοδος θὰ ἦτο ἠναγκασμένη, ἕνεκα τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο σχετίζονται, ἵνα προβῇ αὐτεπαγγέλτως εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης ταύτης. Ὁ Προεδρεύων, βλέπων, ὅτι ἡ πρότασίς του περὶ ἀναβολῆς δὲν ἐτύγχανεν ὑποστηρίξεως παρὰ τοῖς Συνοδικοῖς, ὅτι τέσσαρες Συνοδικοὶ ἐπολέμουν ταύτην, ἔκρινεν ὀρθὸν ν’ ἀκολουθήσῃ μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποδεχθῇ, τὸ μέτρον τῆς ἀποχωρήσεως. Εἶναι πιθανὸν ἡ πτέρυξ ἡ ἀριστερά, νὰ μὴ εὕρῃ τὸ μέτρον τοῦτο κατακριτέον, εἶναι πιθανὸν, ἐνθυμουμένη, ὅτι καὶ αὕτη ἄλλοτε, εὑρισκομένη ἐν μειονοψηφίᾳ, ἀπεφάσισε νὰ ἀποχωρήσῃ, νὰ εὕρῃ, ὅτι ὁ Προεδρεύων τῆς Συνόδου, εὑρισκόμενος ἐν μειονοψηφίᾳ, ἐδικαιοῦτο δι’ ἀποχωρήσεως νὰ προσπαθήσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀνεχώρησε λοιπὸν ὁ Προεδρεύων, χωρὶς νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ συνταχθῇ πρακτικὸν τῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν λεχθέντων, ἐπῆλθε μικρά τις διακοπή, καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον πολεμήσει τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν, ἐνόμισαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Καταστατικοῦ, τοῦ διέποντος τὰ τῆς Συνόδου, εἶχον δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν συνεδρίασιν, εἶχον δικαίωμα νὰ ἐξενέγκωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην. Ὁ Β. Ἐπίτροπος εὗρεν, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη τῶν τεσσάρων Συνοδικῶν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς καὶ νομίμως ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐσκέφθη, καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁ Καταστατικὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει ἐπὶ λέξει τάδε. (Ἀναγινώσκει). Ὁ νόμος οὗτος ῥητῶς προβλέπει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν κώλυμά τι ἐπέρχεται, καὶ ὁρίζει, ὅτι τὸν Πρόεδρον, κωλυόμενον, ἀντικαθιστᾷ ὁ μετ’ αὐτὸν προκαθήμενος. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ σημειώσω, ὅτι μετὰ τὴν ὑποστηριχθεῖσαν παρὰ τοῦ Προεδρεύοντος γνώμην τῆς ἀναβολῆς, βλέπων, οὗτος, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῶν ἑτέρων Συνοδικῶν, αἴφνης ἐνεθυμήθη, ὅτι εἶχεν ἀνεψιόν τινα πάσχοντα, καὶ εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἀνεψιὸς οὗτος πάσχει, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως μεταβῇ πρὸς περίθαλψιν αὐτοῦ, τοῦ ἀνεψιοῦ του. Ἐπελθόντος κωλύματος, καθιστῶντος τὴν παρουσίαν τοῦ Προεδρεύοντος ἀδύνατον, νομίμως ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μετ’ αὐτὸν προκαθημένου. Τοιαύτην γνώμην ἐξήνεγκον οἱ Συνοδικοί, τοιαύτην ὁ Β. Ἐπίτροπος, καὶ ἀνενδοιάστως φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι καὶ νομικῶς ὀρθή, ἀδιστάκτως πιστεύων, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συνεδριάσεως ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μετὰ τὸν κωλυόμενον Πρόεδρον προκαθημένου. Ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις, καὶ τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἐξήνεγκον γνώμην περὶ Ἱεράρχου, μέλλοντος νὰ καθέξῃ τὴν κενὴν ἕδραν. Μετὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης ταύτης ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀναγράψῃ τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅτε ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου ἠρνήθη τὴν σύνταξιν τοῦ πρακτικοῦ, λόγῳ, ὅτι δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου ἡ Σύνοδος ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ, ἀκολουθῶν δὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Προεδρεύοντος, ἀπεχώρησε καὶ αὐτός, ὅπως μὴ συνταχθῇ τὸ πρακτικὸν τῶν λαβόντων χώραν, καὶ τὸ πρακτικὸν δὲν συνετάχθη, καὶ οὐδεμία ἑπομένως ἐδόθη γνωμοδότησις. Αὐτὰ εἶναι τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν ἡ ἐνέργεια τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὅπως εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐκθέτῃ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Προεδρεύοντος καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Γραμματέως μεγάλως ἐκθέτουσι τὴν ὑπόληψιν αὐτὴν τῆς Συνόδου. Καθῆκον εἶχον, ἵνα, ἀφοῦ ἔλαβον παρὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου τὴν ἔκθεσιν τῶν διατρεξάντων, ἀκούσω καὶ τὴν γνώμην τῶν Συνοδικῶν, τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἂν καὶ ἤμην ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος, ὅτι ἅπασαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Β. Ἐπιτρόπου, θὰ ἦσαν πληρέστατα σύμφωνοι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤθελον λάβει παρὰ τῶν Συνοδικῶν. Τῇ παραγγελίᾳ μου ὁ ὑπάλληλος κ. Φρειδερῖκος προσεκάλεσε τοὺς Ἐπισκόπους, τοὺς παρόντας κατὰ τὴν συνεδρίασιν μέχρι τοῦ τέλους αὐτῆς, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ζητήσω παρ’ αὐτῶν πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων. Ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, βλέπων, ὅτι τὸ ζήτημα εἶχε λάβει χροιὰν πολὺ σοβαράν, ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμίξῃ τὸ γελοῖον, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ πρόσκλησις ἔγεινεν ὑπὸ τύπον πράγματι γελοῖον. Ὑπέθετον βεβαίως, γνωρίζων τὸν κ. Φρειδερῖκον, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, προσεκάλεσα δὲ ἀμέσως αὐτὸν, ὅπως μοὶ δώσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔγραψε πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους· τὸ σχέδιον δὲ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σεβασμιώτατε. Ὁ προϊστάμενός μοι κ. Ὑπουργὸς σᾶς παρακαλεῖ δι’ ἐμοῦ νὰ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἔλθητε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου σήμερον τὴν 3½ ὥραν μ. μ. Διατελῶ κτλ. «Τῇ 3 Μαρτίου 1889. Ὑμέτερος Κ. ΦΡΕΙΔΕΙΡΙΚΟΣ.» Οὔτε αἱ λέξεις «ὑψηλῇ διαταγῇ», αἱ τοσοῦτον ταράξασαι τὸν κ. Βουλευτὴν, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὔτε περὶ συνεδριάσεως τῆς Ἱ. Συνόδου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρόκειται, ὡς εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ τῇ Βουλῇ· ἐὰν δὲ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτής, τῶν σχετιζομένων τῇ ἐπιστολῇ, καὶ τὰς ὁποίας τὸ κείμενον αὐτῆς διαψεύδει, κρίνητε περὶ τῶν ἑτέρων πληροφοριῶν, ἃς ἀνεκοίνωσε περὶ τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν, δύνασθε νὰ σχηματίσητε ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πληροφοριῶν τούτων. Ἐξέθηκα ἐν λεπτομερείᾳ τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἥτις μόνη εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι κατὰ πάντα σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Ὡς πρὸς τὰς ἀποδιδομένας τέλος εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατηγορίας περὶ δῆθεν ἐπεμβάσεων αὐτῆς εἰς τὰ τῆς Συνόδου, οὐδεμία τοιαύτη ἐπέμβασις ἐγένετο. Οἱ Συνοδικοί, οἱ παραμείναντες μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ ἐξήνεγκον τὴν ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς των ὑπαγορευθεῖσαν γνώμην. Ἐὰν δέ τις ὑπάρχῃ, ὁ ἀποπειραθεὶς νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς γνώμης, τοιοῦτος εἶναι ὁ διὰ τῆς ἀποχωρήσεως προσπαθήσας νὰ παρακωλύσῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ ὁ διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν ματαιώσας ταύτην.
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν γεγονότων, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι ἀνακριβής. Λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐχὶ τὰ 4 μέλη τῆς Συνόδου ἦσαν σύμφωνα, ὅπως προβῶσι σήμερον εἰς τὴν ἐκλογὴν, διότι ῥητῶς ὁ Ἅγιος Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας ἔφερε πρότασιν ἀναβολῆς, ἣν ἀμέσως ἔθηκεν εἰς συζήτησιν ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, ἡ δὲ Σύνοδος ἐνέκρινε, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, μάλιστα οὐδὲ προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλης τινὸς ἐκ τῆς συνήθους ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μόνον ὁ Προεδρεύων ἀπεχώρησε, καὶ ἦτο περιττὸν ἐν ταῖς περὶ ἀποχωρήσεως θεωρίαις του ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναμίξῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἦσαν ἐν γνώσει τοῦ κατεπείγοντος καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη οὐδεμιᾶς σκέψεως· βεβαιότατα ὑπῆρχεν ἀνάγκη σκέψεως, διότι μόλις χθὲς, τῇ 12ῃ ὥρᾳ τοῦ μεσονυκτίου, ὑπεβλήθη εἰς αὐτοὺς τὸ πρόσωπον, καὶ οὐχὶ εἰς ὅλους, ἀλλ’ εἰς μόνον τὰ 4 μέλη, ἐν τοῖς ὁποίοις κατὰ σύμπτωσιν ἴσως δὲν περιελαμβάνετο ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος εἶχε βεβαίως καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ μιᾶς ἡμέρας ἀναβολὴν, διὰ νὰ σκεφθῇ. Μέχρι τοῦ μεσονυκτίου τῆς χθὲς προεβάλλετο ὁ Ἅγιος Νικομηδείας, καὶ ἐκείνου ἀποκρουσθέντος, ὡς ξένου, ὑπεβλήθη ὁ τῆς Κεφαλληνίας κ. Γερμανός. Πρόκειται περὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἐν τῷ Κράτει, ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν σήμερον νὰ πιέσωσι, καὶ οὐχὶ μετὰ διακοπὴν, (ἄλλην διάψευσιν ἔχω νὰ κάμω τῷ κ. Ὑπουργῷ) ἀλλὰ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως ἐστάλη ἡ ἅμαξα τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ παρέλαβον τοὺς Συνοδικούς. Καὶ ἐάν τις κρίνῃ ἐκ τῶν περὶ τούτου πληροφοριῶν σας, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ περὶ τῶν ἄλλων, θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐπισήμως ἐψεύσθητε πρὸς τὴν Βουλήν. Λέγει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἁπλούστατα ἀνεπληρώθη σήμερον ὁ Πρόεδρος δι’ ἄλλου. Διὰ τίνος ἀνεπληρώθη; Τίς ἀνεκηρύχθη σήμερον Προεδρεύων ἐν τῇ Συνόδῳ, διὰ νὰ προεδρεύσῃ; Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, οὔτε τὸ Καταστατικὸν, οὔτε ἡ ἀξία καὶ ὑπόληψις τῆς Συνόδου ἐπέτρεπε νὰ συνέλθῃ αὕτη καὶ ἀποφασίσῃ διὰ μόνον τεσσάρων μελῶν αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος μάλιστα, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐπαξίως κατέχει τὴν θέσιν αὐτοῦ, οὔτε ἐκρίθη ἄξιος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ κληθῇ εἰς τὸ ἰδιαίτερον συμβούλιον, εἰς ὃ χθὲς τὸ μεσονύκτιον ἐκλήθησαν οἱ λοιποί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἠρνήθη ὁ Γραμματεὺς νὰ συντάξῃ πρακτικόν. Ἄριστα ἔπραξε, διότι ὁ Γραμματεὺς, ἀνὴρ γνωρίζων τὰ καθήκοντά του, ἐκ μορφώσεως καὶ πείρας μακρᾶς ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν πρακτικοῦ. Εἶτα ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἁπλούστατα σᾶς λέγει, ὅτι ἐκάλεσε τοὺς Ἐπισκόπους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ πληροφορηθῇ καὶ παρ’ αὐτῶν τὰ διατρέξαντα. Καὶ ἐκαλέσατε αὐτοὺς ὡς ὑπαλλήλους σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ δὲν σᾶς ἀρκεῖ ὁ Β. Ἐπίτροπος; δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς αὐτόν; Ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὴ ἔχητε πεποίθησιν εἰς ἄνδρα, οἷος ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἐπιμένω λοιπὸν, ὅτι οὐδὲν, ἐξ ὅσων ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐπιῤῥίπτω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην εἰς αὐτόν.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί! Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται πρὸ ὑμῶν, δοθείσης ἀφορμῆς ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, εἶναι σοβαρὸν καὶ ὑψίστης σημασίας, ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἀμέριστον προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. Πρόκειται περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν θρησκευτικῶν κανόνων τῶν Συνόδων, τῶν κυρωθέντων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, πρόκειται περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ἐγένετο ὄντως ἐπιδρομὴ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὰ δικαιώματα εἶναι ἀνώτερα παντὸς περιορισμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς νόμος, οὐδεμία ἐξουσία δύναται νὰ περιστείλῃ ἢ νὰ τροποποιήσῃ· εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας εἰσὶ διφυῆ· εἶναι δικαιώματα τῆς πνευματικῆς δικαιοδοσίας, ἀποῤῥέοντα ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐμπνεομένης ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ θεμελιωτοῦ αὐτῆς. Μετὰ ταῦτα ἕπονται τὰ δικαιώματα τὰ ἱστορικὰ, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν μακρῶν αἰώνων ἀπέκτησεν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς πρὸς τὸ Ἔθνος, διερχόμενον τὰς δοκιμασίας καὶ τὸ μαρτύριον τῆς δουλείας, τὰς ὁποίας προσέφερεν ἐν ἡρωϊκῇ αὐταπαρνήσει, καὶ τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀνεξάλειπτον τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην καὶ ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία κυρώσαντα, παρέσχον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἑρμηνεύοντα τὴν εὐλάβειαν καὶ εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Βάσις ὅλων τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶναι κυριώτατα αἱ ἱστορικαὶ παραδόσεις τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἵτινες ὡροθέτησαν ἀπαρεγκλίτως τὸν κύκλον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀφίνεται ἐλευθέρα νὰ λειτουργήσῃ, ἀνεπηρέαστος ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐξουσίας καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ πάσης κοσμικῆς δυνάμεως. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Συντάγματος διαῤῥήδην καὶ κατηγορηματικῶς ἀναγράφει περιφρουροῦν τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἅπερ ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου κυροῦνται πᾶσαι αἱ Ἀποστολικαὶ παραδόσεις, πάντα τὰ δικαιώματα, ὅσα αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἐθέσπισαν περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, τίς εἶναι ἡ οὐσιωδεστέρα παράδοσις καὶ ἡ θεμελιωδεστέρα ἐξασφάλισις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, παρὰ ἡ ἐλευθέρα ἐκλογὴ τῶν ἀνωτάτων αὐτῆς λειτουργῶν καὶ μάλιστα τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Ἂν ἡ ἐλαχίστη παρέμβασις τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας ἐπέλθῃ, ποῦ μένουσι πλέον τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; θέλει κατασταθῆ πάντως ἡ ἐκκλησία δούλη εὐτελὴς τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; ἠκούσατε τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας. Ἐν ὥρᾳ νυκτὸς ἐκλήθησαν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δύο Ἀρχιερεῖς καὶ διὰ τρόπου, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον πάντες συμπεραίνετε, παρεπείσθησαν. Ἐπειράθη ἐν πρώτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προτείνῃ ὡς Μητροπολίτην κληρικὸν ἀπὸ ξένης Ἐπικρατείας, ὡς ἂν ἐστερεῖτο ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἐγκρίτων κληρικῶν, ἀξίων, ὅπως ἀναβῶσι τὸν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ λέγουσι μάλιστα, ὅτι ἐπρότεινε τὸν ἐπίσκοπον Νικομηδείας. Ἀλλ’ ὡς ἀνέγνωσα σήμερον ἐν τῷ τύπῳ, οὗτος, καὶ ἂν εἶχε ἔκτακτα προσόντα, δὲν ἠδύνατο νὰ προσκληθῇ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, διότι δὲν εἶναι πολίτης Ἕλλην. Καὶ προσθέτουσι μάλιστα, δὲν ἠξεύρω δ’ ἂν ᾖναι ἀληθές, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα πολιτογραφήσεως τοῦ κληρικοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι μεῖζον τεκμήριον τῆς παρεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κέκτηται, ἀπέκτησε διὰ μακρῶν αἱματηρῶν θυσιῶν καὶ τῆς ἡρωϊκῆς αὐταπαρνήσεως τῶν λειτουργῶν αὐτῆς, ἥτις, παρακολουθοῦσα τὰς δυστυχεῖς περιπετείας τοῦ Ἔθνους, καὶ συμμετέχουσα τῶν θλίψεων καὶ τῶν δακρύων αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτε ὁ ἄγριος κατακτητὴς ἐξεπόρθησε τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐγένετο ἀληθὴς αὐτοῦ μήτηρ· καὶ ὅμως τότε ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ πορθητοῦ πάντα τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ τέσσαρας ὅλους αἰῶνας παρέμειναν ἀναλλοίωτα καὶ ἀκέραια ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγόν. Ταῦτα τὰ ἐσωτερικὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων φρουρούμενα, περιέλαβεν ὁ Καταστατικὸς νόμος τῆς Συνόδου, ὅστις οὐδεμίαν ἐπιτρέπει παρέμβασιν τῆς Πολιτείας ἐν τῷ κύκλῳ τῶν πνευματικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς τοῦτο ἀπαγορεύει. Καὶ ἐν τῷ κύκλῳ τούτῳ κεῖται καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων. Κατὰ τὸν νόμον ἡ Σύνοδος προτείνει τρεῖς, ἐκ τούτων δὲ ἕνα ἐκλέγει ὁ Βασιλεύς. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἡ Σύνοδος εἶναι ἀνεξάρτητος ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ πνευματικοῦ τούτου καθήκοντος αὐτῆς. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Μητροπολίτου, ἡ Σύνοδος δύναται νὰ προτείνῃ ἕνα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων ἢ Ἀρχιεπισκόπων τοῦ Βασιλείου ἐν ἐλευθερίᾳ πλήρει, ὅστις μετατιθέμενος πληροῖ τὴν κενὴν θέσιν· καὶ περὶ τούτου πρόκειται σήμερον, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἀοιδίμου Προκοπίου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δικαιολογούμενος; Εἶπεν, ὅτι, συνεδριαζούσης τῆς Συνόδου, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος αἴφνης καὶ ἀπροσδοκήτως ἐπρότεινεν, ὅπως κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν ἀνυπερθέτως ἐκλέξῃ ἡ Σύνοδος τὸν Μητροπολίτην. Ἀλλὰ πρὸς τί ἐπέμενε, καὶ τίνος δικαιώματος ἐποιεῖτο χρῆσιν, ἐπιμένων οὕτω; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι οὕτω, ὅτι μετὰ τὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ὑπηρετήθη ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας; Ἐφηρμόσθη ὁ Καταστατικὸς Νόμος! Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκετε τὸ κατεπεῖγον; Ἐκινδύνευεν ἡ χώρα, καὶ ἐπρόκειτο νὰ σωθῇ διὰ τοῦ Μητροπολίτου; Βεβαίως τυπικῶς ὅλα δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι, καὶ πάντα νὰ συγκαλυφθῶσι διὰ προφάσεων ταπεινῶν. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οἱ τέσσαρες Συνοδικοὶ ἦσαν σύμφωνοι, ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου κατὰ τὴν συνεδρίαν τοῦ Σαββάτου, ἀλλ’ ὅτι ἀπεχώρησεν ὁ Ἅγιος Σύρου καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἔσχε τὸ θάῤῥος ὁ ἅγιος Σύρου ἐν τοιαύτῃ ἱλαρωτάτῃ ὑποθέσει νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τόσον ἀνευλαβῆ τῆς Πολιτείας ἐπέμβασιν παρὰ τὸν νόμον, καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ πολλῆς εὐλαβείας περὶ τοῦ Ἱεράρχου τούτου νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ μήπως ὁ ἐχθρὸς, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἀδυνατῶν νὰ νοήσω τὸν λόγον τῆς σπουδῆς, μήπως ἐπολιόρκει τὰς Ἀθήνας ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔμελλεν ὁ Μητροπολίτης νὰ ἐξέλθῃ, νὰ τὸν ἀποκρούσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας; Διατί τάχα νὰ γίνῃ χθὲς ἡ ἐκλογὴ καὶ ὄχι τὴν Δευτέραν; Ταῦτα πάντα βεβαίως ἐσκευωρήθησαν πρὸς ἐκβίασιν, ὅπως ἐκλεχθῇ Μητροπολίτης ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἤθελε καὶ ἐπέτασσε τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Καὶ μέχρι τῆς Δευτέρας ἄρα ἂν ἀνεβάλλετο ἡ ἐκλογὴ Μητροπολίτου, ποῖον συμφέρον τῆς χώρας ἤθελε διακινδυνεύσει; Προδήλως ἐπρόκειτο περὶ ἐπηρεασμοῦ τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, καὶ ἐφοβοῦντο οἱ σπεύδοντες, μήπως, ἂν ἀνεβάλλετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Μητροπολίτου, ἔμελλον οἱ ἐπηρεασθέντες νὰ μεταμεληθῶσι; Διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται τὸ σκανδαλῶδες ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤθησαν τὰ πράγματα οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀσεβεῖ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνθυμοῦμαί τι σκανδαλωδέστερον, τὰ περὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, τὸν ὁποῖον κατεβίβασαν ἀπὸ τοῦ θρόνου καίπερ ἀγαπώμενον ὑπὸ τοῦ ποιμνίου του, παραβάντες τὸν νόμον καὶ τὴν ἠθικήν. Τί συνέβη ἐπὶ τῆς καταλύσεως τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ζακύνθου; Ὁ Καταστατικὸς Νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι τότε μόνον δύναται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ποιμενάρχου, ὅταν ἡ Σύνοδος ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὸ διὰ πρακτικοῦ τινος, ὅτι ὁ ποιμενάρχης κατέστη ἀνίκανος εἰς ἐπιτέλεσιν τῶν πνευματικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ἀλλ’ ὑπῆρχε τάχα εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην τῆς καθαιρέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου, ὑπῆρχε περίστασις τοιαύτη; ὑπῆρχε πρακτικὸν τῆς Συνόδου, καταγγέλλον ὡς ἀνίκανον νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ πνευματικὸν αὐτοῦ καθῆκον τὸν ποιμενάρχην Ζακύνθου; Οὐδέν. Αὐτεπαγγέλτως ὁ τότε Ὑπουργὸς διέταξε δύο ἰατροὺς, καὶ μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐπιθανατίου Ἱεράρχου, καὶ συνέταξαν πρακτικὸν, ὅτι εἶναι ἀνίκανος, λόγῳ ἀσθενείας, νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ πνευματικὰ αὐτοῦ καθήκοντα· ὑπέβαλον οἱ ἰατροὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν γνωμοδότησίν των ταύτην, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν ἐπιτακτικῶς πρὸς τὴν Σύνοδον. Ἀτυχῶς οἱ τότε Συνοδικοί, πειθήνιοι καὶ εὐπειθῶς στέρξαντες, καθήρεσαν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον ἐκεῖνον, πικράναντες αὐτὸν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς του, καὶ παραβάντες τὸν νόμον, τὸν ἐγγυώμενον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας. Τί ἄλλο γίνεται καὶ σήμερον πρὸ ἡμῶν παρὰ τοιαύτη ἐπιδρομή; Ἀλλ’ ἴσως ἤθελεν εἴπει τις, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάλογον πρὸς ὅσα συμβαίνουσι ἐν τῇ Πολιτείᾳ· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, οὐδὲ ἐκπλήττομαι ἐπὶ τούτοις, διότι σειρὰ πράξεων μαρτυρεῖ, ὅτι οὐδεμία εὐλάβεια οὔτε πρὸς τοὺς θεσμοὺς, οὔτε πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἡμετέρας πατρίδος παρέχεται ἀπὸ τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Εἶναι εὔκολον νὰ γελᾷ τις, ἐπιτελουμένων τοιούτων ἀσεβημάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι σπουδαῖος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν συγκινεῖται, ὅταν βλέπῃ τοιαύτην ἀνευλάβειαν πρὸς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθησαν καὶ οἱ αἰῶνες καὶ οἱ τύραννοι καὶ οἱ δορυκτήτορες τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνέγνωσεν ὑμῖν ἐπιστολὴν, ὅπως διαψεύσῃ τὸ ῥηθὲν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένος ἐν αὐτῇ ὁ τίτλος τῆς Ὑψηλότητος· καὶ ἐν γαληνιαίᾳ συνειδήσει σᾶς προσέθηκεν, ὅτι διέταξε τὸν Γραμματέα αὐτοῦ, ὁ μέγας οὗτος δυνάστης, ἵνα καλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τέσσαρας Ἀρχιερεῖς, ἀνωτάτους λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας, κατέχοντας τὸ ὕψιστον ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα καὶ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι περιβεβλημένος αὐτὸς ὁ Ὑπουργός. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκάλεσε δι’ ἑνὸς γραμματίου νὰ προσέλθωσιν, ὡς ἐὰν ἦσαν δίοποι τοῦ Ναυτικοῦ ἢ γραφεῖς τινος γραφείου, νὰ προσέλθωσι τὴν 3½ ὥραν ἐνώπιον τῆς ἐξοχότητος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀνακοινώσωσιν αὐτῷ, τί συμβαίνει. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία τοῦ Ὑπουργοῦ μαρτυρεῖ, ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῶν Ἀρχιεπισκόπων τῆς πατρίδος, καὶ ποίαν εὐλάβειαν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσι πρὸς αὐτόν. Τάχα δὲν εἴχετε παρὰ τοῦ Κράτους κεχορηγημένην ἅμαξαν, ἵνα προσέλθητε σεῖς πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ ἐρωτήσητε τούτους, ἐπιτελοῦντες καθῆκον σεβασμοῦ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ πολίτου πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν; Καὶ ὠφείλατε νὰ μεταβῆτε παρ’ αὐτοῖς, ἵνα τοὺς ἐνισχύσητε, ἐὰν τυχὸν ἐκ πλαγίων μέσων καὶ ἐνεργειῶν διεταράχθη ἡ πεποίθησις, ἣν εἶχον εἰς ἑαυτοὺς, καὶ νὰ συστήσητε αὐτοῖς, ὅπως ἐκλέξωσι τὸν μᾶλλον ἄξιον καὶ ἱκανὸν νὰ διοικήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ὑψηλὸν θρόνον τοῦ Μητροπολίτου. Τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον ὑμῶν, καὶ οὐχὶ νὰ καλέσητε, ὡς τυχαίους ἀνθρώπους καὶ ὑπαλλήλους, τοὺς Συνοδικοὺς ἐνώπιόν σας. Ὠφείλετε μάλιστα νὰ εὐλαβηθῆτε τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου, καὶ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἔχετε οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ ἔλθητε εἰς συνεννόησιν πρὸς αὐτούς. Δὲν ἤρκεσεν ἄρα ἡ νυκτερινὴ συνεννόησις, ἀλλ’ ἐναντίον πάντων τούτων ἐκαλέσατε τοὺς ἀρχιερεῖς, ὅπως ἐπιβληθῆτε αὐτοῖς νὰ ἐκτελέσωσι τὴν θέλησιν ὑμῶν; Λυποῦμαι, ὅτι ἔφθασαν τὰ πράγματα τῆς ἡμετέρας πατρίδος εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐκτραγῳδῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦτα ἐκκλησιαστικὰ σκάνδαλα. Πολλαὶ περιστάσεις τοῦ Ἔθνους ἦσαν χαλεπαὶ, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τοιούτου εἴδους ἀπροκάλυπτοι ἐπεμβάσεις εἰς τὰ ἱερώτερα ἡμῶν οὐδέποτε ἐγένοντο, οὐδ’ ἀνεγράφησαν εἰς τὰ χρονικὰ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Καὶ περὶ τινος μεγάλου ζητήματος πρόκειται; πρόκειται νὰ ἐκλέξωσιν οἱ Ἀρχιερεῖς τὸν ἱκανώτερον μεταξὺ ἑαυτῶν, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ πηδαλιουχήσῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ σπουδὴ; πρὸς τί τὰ νυκτερινὰ διαβούλια; Ἄφετε τοὺς Ἀρχιεπισκόπους ἐλευθέρους, νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ αὐτῶν τὸν κατάλληλον. Ἔχουσι χριστιανικὴν ἀνατροφὴν καὶ παιδείαν καὶ μόρφωσιν πλεῖστοι Ἀρχιερεῖς, μεταξὺ τούτων θὰ εὕρωσι τὸν ἱκανὸν, ὅπως διοικήσῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφοῦ ἡ ἀνάμιξις ὑμῶν εἶναι ἀπηγορευμένη ὑπὸ τοῦ νόμου, πῶς τολμᾶτε ἀπροκαλύπτως, νὰ ἔρχησθε εἰς συνάφειαν πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, τὸ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας τῆς Ἐκκλησίας περιλαμβανόμενον; Ἐπιφυλάσομαι νὰ ἐπανέλθω, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς θέλει δώσει πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ἔχει συγκεχυμένας γνώσεις τῆς κρατούσης ἐν Ἑλλάδι νομοθεσίας, τῆς κανονιζούσης τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτρέψει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφοῦ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ Στέμμα ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὸν, νὰ ἀσχοληθῇ μετ’ ἐμβριθείας καὶ μελετήσῃ τοὺς νόμους, οἵτινες κανονίζουσι τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ διοίκησις τῶν ναυτικῶν πραγμάτων νὰ ἦναι προσιτὴ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐδιδάχθησαν τὰ τοῦ Ναυτικοῦ, ἂν οὗτοι ἔχωσιν ἐγκυκλοπαιδικάς τινας καὶ γενικὰς γνώσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ὑποβοηθήσωσιν αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐννοῶσι τὰς εἰσηγήσεις τῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλὰ αἱ ἐγκυκλοπαιδικαὶ καὶ γενικαὶ γνώσεις δὲν ἀρκοῦσι καὶ διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ἐν σχέσεσι μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, καὶ ἥτις συζῇ μετὰ τῆς Πολιτείας ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ σέβωνται οἱ κυβερνῶντες τὴν Πολιτείαν τῆς πατρίδος. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἰδίαν πολιτείαν, ἥτις εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τῆς πολιτικῆς πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, ἡ δὲ πολιτεία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἰδίαν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν καταρτίζει αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία, διὰ μόνης τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς Πολιτείας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἐπέτρεψαν εἰς αὐτόν. Πλὴν τῆς συμμετοχῆς ταύτης, ἥτις συνίσταται, ἐπὶ μὲν τῆς ἀναῤῥήσεως τῶν ἱεραρχῶν, εἴτε Ἀρχιεπίσκοποι εἴτε Ἐπίσκοποί εἰσιν οὗτοι, εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπὶ δὲ τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἤθελε προβάλει, πλὴν τῆς συμμετοχῆς ταύτης, ἡ Πολιτεία εἶναι ἐντελῶς ξένη τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν καλεῖται νὰ προνοήσῃ οὐδὲ περὶ τῶν πλημμελειῶν, αἵτινες τυχὸν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει, οὐδὲ περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ χηρεύσαντος θρόνου. Καὶ ὅμως τὴν πρόνοιαν ταύτην ἀνέλαβε σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἂν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχεν ἀναβάλει μέχρι σήμερον, ἵνα σκεφθῇ καὶ προτείνῃ τὴν πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως τοῦ Μητροπολίτου, διότι ἐνεδείχθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναβολῆς τῶν περὶ τούτου, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς αὐτὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ καταλλήλου προσώπου, οὐδὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τις περὶ τῆς ἐκκρεμότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφῆκε τὰ περὶ τούτου ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, παρέχουσα ἐξ ἁβρότητος εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν τὴν εὐκολίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ, ἀνευροῦσα κατ’ αὐτὰς τὸ κατὰ τὴν γνώμην της κατάλληλον πρόσωπον, ἐνετείλατο εἰς τὸν Βασ. Ἐπίτροπον νὰ καλέσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἵν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν περὶ τούτου πρότασιν· τοῦτο εἶναι ἀληθὴς ἐπέμβασις εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις μόνη αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας. Προὐνοήσεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ νομῷ Ζακύνθου, ἀλλὰ προὐνόησε παραβᾶσα τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας, προὐνόησεν ἐπεμβᾶσα εἰς ἀλλότρια δικαιώματα, τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἂν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἔμεινεν ἀτιμώρητος, οἱ Ὑπουργοὶ ἂς ὁμολογήσωσι χάριτας, εἴτε εἰς τὴν μεγάλην συγκατάβασιν τοῦ ἀειμνήστου Ἱεράρχου, ὅστις πρὸ ἑνὸς μηνὸς κατῆλθεν εἰς τὸν Ἅδην, εἴτε καὶ εἰς τὰς ἄλλας πολιτικὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος. Ἂν ἄλλος ἀντὶ ἐκείνου ἐκάθητο ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου, ἤθελε διδάξει τὴν Κυβέρνησιν πόσον δὲν ηὐλαβήθη, ἀλλ’ ἠθέτησε τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς. Ὁ ἀοίδιμος Ἱεράρχης, ἄνθρωπος πρᾷος καὶ ἤπιος, ἀληθοῦς καὶ ἀνυποκρίτου ἀρετῆς, ζητῶν ν’ ἀποφύγῃ τὰ σκάνδαλα, ἐπέτεινε τὴν ὑπομονὴν αὐτοῦ καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖά εἰσι διαγεγραμμένα εἰς τὴν ὑπομονὴν οὐχὶ πλέον τοῦ Ἱεράρχου, ἀλλὰ τοῦ ἀνωτάτου διοικητοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ τοῦτο συντελεῖται καὶ σήμερον, καὶ συντελεῖται κατ’ αὐτὴν τὴν πρὸ μικροῦ γενομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὁμολογίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ποῖος προνοεῖ περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου; Ὁ Βασ. Ἐπίτροπος. Καὶ διὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐνησκήσατε διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου, δὲν ἔχετε εὐθύνην; Νομίζετε, ὅτι αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν ὑμετέραν ἐξουσίαν, καὶ λέγετε, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν προεκάλει διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου τὴν Σύνοδον, νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτου, ἡ Σύνοδος ἤθελε προβῆ αὐτεπαγγέλτως εἰς τοῦτο; Βεβαίως δικαίωμα ἦτο τῆς Συνόδου, νὰ προβῇ εἰς πρότασιν πρὸς πλήρωσιν τῆς χηρευούσης Μητροπόλεως, ὑμεῖς ὅμως δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ προκαλέσητε αὐτὴν εἰς τοῦτο, καὶ τοιοῦτον δικαίωμα, ὅπερ δὲν εἴχετε, ἐξησκήσατε σήμερον, κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν ὁμολογίαν, διὰ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ἥτις ὑπάρχει νενομοθετημένη παρ’ ἡμῖν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν, ταύτην δ’ ἀποτελεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ αὐθυπαρξία, ἡ κυριαρχικὴ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, μὴ ὑποκειμένης εἰς οὐδένα, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Μόνη λοιπὸν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ κενοῦ, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ὅτε αὕτη ἐνέκρινεν, οὐδέποτε δ’ ἠδύνατο τὴν πρωτοβουλίαν τῆς μερίμνης ταύτης νὰ λάβῃ ὁ Βασ. Ἐπίτροπος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀπέσχε τῆς συνεδριάσεως σήμερον ὁ ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἱεράρχης, καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα ὁ Β. Ἐπίτροπος ἀνέλαβεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν προεδρείαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Βεβαίως ἀνέλαβε τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι, ἐν ᾧ ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος αὐτῆς ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, ὁ Βασ. Ἐπίτροπος ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὰς ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ αὐτὰς νὰ καλέσῃ τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἐκ νέου εἰς συνεδρίασιν. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ἱεράρχου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν προεδρείαν τῆς Συνόδου, καὶ νὰ ἐκφέρῃ μάλιστα ἀνευλαβῶς τὴν γνώμην του ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ἐπικρίνων τὸν Ἱεράρχην, ἢ μᾶλλον σατυρίζων αὐτόν. Νομίζει ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ σατυρίζῃ καὶ τοὺς διοικοῦντας τὰ τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τοῦ αὐτοῦ θράσους, μεθ’ οὗ σατυρίζει ἑκάστοτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ἀγνοεῖ ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς, ὅτι οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως, πολλῷ δὲ ἧσσον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς πολιτείας τῶν διοικούντων τὴν Ἐκκλησίαν; Τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι κριθῆ ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ὅταν οὗτοι κληθῶσι νὰ ἐκλέξωσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κρίνουσιν ἀξίους νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸ Ἔθνος, τὴν πολιτείαν δὲ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δύνανται νὰ κρίνωσιν ἐκεῖνοι μόνον, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσι περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπῆρχε σχέσις καὶ συγγένεια τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν κατὰ τὸ 1887 εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἀποχώρησιν, πρὸς τοὺς λόγους, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν προεδρεύοντα σήμερον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἱεράρχην, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν σήμερον, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ἢ ν’ ἀπόσχῃ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἃ ἰσχυρίσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὑπῆρχε συγγένεια, διότι, καθὼς ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεχείρησε νὰ ἀποστομώσῃ καὶ ἀποκλείσῃ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἠνάγκασε δ’ οὕτω τὴν μειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ν’ ἀπόσχῃ τῶν συνεδριάσεων, ἀφοῦ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπεκύρωσεν, ὡς καλῶς ἔχουσαν, τὴν πρᾶξιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἱ αὐτοὶ λόγοι ἠνάγκασαν καὶ τὸν προεδρεύοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἱεράρχην, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου σήμερον, ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἐπεχείρησε νὰ πράξῃ ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Σιμόπουλος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ σύστημα εἶναι τὸ αὐτό. Καὶ νομίζουσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἐφαρμόζουσιν αὐτὸ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δύνανται νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὡμίλησε πρὸ μικροῦ περὶ τῶν ἀριθμῶν. Οἱ ἀριθμοὶ λύουσιν ἀληθῶς τὰ ζητήματα, ὅταν προκαλῆται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον καὶ ἀπόφασιν. Ἐὰν ὑπῆρχον οἱ ἀριθμοὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἠθέλομεν ἐκπληρώσει βεβαίως τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, καθ’ ἣν βλέπομεν περιαχθεῖσαν εἰς κίνδυνον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐγαλούχησε τὴν Ἑλληνικὴν ἐλευθερίαν, καὶ πρώτη ἔθηκε τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἠθέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ ἐπὶ πλείστων ἄλλων περιπτώσεων, τὰς ὁποίας εἴδομεν λαβούσας χώραν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο ἀρκούμεθα εἰς τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ Ὑπουργοὶ ἀντιτάσσουν τὴν σιωπὴν, ὁσάκις μάλιστα δὲν δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι. Κατὰ τὸν Καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμον, ἂν ὁ Ἱεράρχης, ὁ ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, εἶχε λύσει τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον, οὐδεὶς ἄλλος εἶχε δικαίωμα νὰ συγκαλέσῃ αὖθις τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς συνεδρίασιν, εἰμὴ ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸν Καταστατικὸν τῆς Συνόδου νόμον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προεδρεύσῃ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀντ’ αὐτοῦ. Μόνος ἐκεῖνος εἶχε δικαίωμα νὰ συγκαλέσῃ τὴν Σύνοδον εἰς συνεδρίασιν. Διὰ τοῦτο ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔπραξε συμφώνως μὲ τὸν νόμον, μὴ στέρξας νὰ ἐργασθῇ ἐν συνεδριάσει, ἐκνόμως συγκροτουμένῃ. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ παύσωσι καὶ διορίζωσι τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Γραφείων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ δύνανται νὰ ἐνασκῶσι τὸ δικαίωμά των τοῦτο, ἐὰν μάλιστα θέλωσι νὰ ἄρωσιν οὕτω κὰ τυχὸν ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν προσκόμματα, ὁ Γραμματεὺς ὅμως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δεσμὸς μὲ συνδέει, ἐξεπλήρωσε σήμερον τὸ καθῆκόν του, μὴ παρασχὼν τὰ μέσα πρὸς ἐξακολούθησιν ἐργασιῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ἀφοῦ αἱ ἐργασίαι αὗται ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῶσι μὴ νομίμως. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί κοινὸν εἶχεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μὲ τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν, μὲ τοὺς ὑπαστυνόμους καὶ τὰς ἁμάξας τῶν ἀστυνόμων, μὲ τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλον σχεδὸν εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι εἰσήλασαν ἴσως καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ τῆς Συνόδου, καὶ οἱ ὁποῖοι μετέφερον τὰ μέλη τῆς Συνόδου ἀπὸ τῶν οἰκιῶν των εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ τ’ ἀνάπαλιν; Συνετελέσθη ποτὲ ἐπέμβασις διὰ τρόπου ἀσεμνοτέρου καὶ ὑβριστικωτέρου; Καὶ τὸν τρόπον τοῦτον, προσπαθεῖτε νὰ δικαιολογήσητε, παριστῶντες, ὅτι εἶσθε ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν νομίμων δικαιωμάτων σας! Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀγωνιζώμεθα ὑπὲρ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ἔχομεν καθῆκον νὰ στιγματίζωμεν τὴν ἀθέτησιν τῶν θεσμῶν καὶ τὴν καταστρατήγησιν τοῦ πολιτεύματος. Πρὸ παντὸς ὅμως ἔχομεν καθῆκον, καὶ ὡς πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ὡς μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ν’ ἀποκρούσωμεν τὰς ἐπιθέσεις, αἵτινες γίνονται κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ν’ ἀπωθήσωμεν τὰς ἀσεβεῖς χεῖρας, αἵτινες ἐξετάθησαν καὶ μέχρι τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦτο πράττομεν σήμερον, καλοῦντες ὑμᾶς, νὰ σταματήσητε πρὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ ἐκδηλώσεως ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος. Ἂν πρόκηται ἐκλογὴ ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἂν πρόκηται ἐκλογὴ ἑνὸς Δημάρχου, ἑνὸς εἰδικοῦ παρέδρου, ἂν πρόκηται ἐκλογὴ καὶ Μητροπολίτου, θὰ ἴδητε ἀμέσως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, τοὺς κλητῆρας, τοὺς χωροφύλακας, τοὺς ἀστυνόμους. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀσεβῶσι καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τοὺς νόμους, δὲν δύναται ὅμως νὰ τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ ἀσεβῶσι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη προεδρευομένη, τρὶς ἤδη ἔλαβε πεῖραν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἀναμιγνυομένη εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ἀνεμίχθη ἐν Ζακύνθῳ, καὶ ἀνεμίχθη ἐν Πάτραις, ἀνεμίχθη καὶ εἰς τὴν μεγαλόπολιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει δυστυχῶς εἰς Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ἔφθασε μέχρις ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας, ἂν ἐπέτρεπεν ἡ ἡ γλῶσσα ἡ κοινοβουλευτική, ὤφειλε νὰ χαρακτηρίσῃ τις ὡς κακοήθεις· καὶ αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι εἰς τί κατέληξαν; εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας, διότι, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀποβλέπει τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ ἐπιῤῥοὴν διὰ τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῆς κομματικῆς δυνάμεως. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ προσώπου εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ἀσφαλής, εἰς τὸ ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει τεθῇ ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ, τοῦ Μητροπολιτικοῦ ἢ καὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ, πρέπει νὰ ἦναι τυφλὸν ὄργανον τῶν φατριαστικῶν προθέσεων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἴδομεν τὸ σύστημα αὐτὸ ἐκδηλούμενον εἰς ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας, δῆθεν διαψεύδων τὸν Βουλευτὴν Λακωνίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀνέφερεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐτόλμησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ τοσαύτης αὐθαδείας νὰ ἀποταθῇ διὰ τοῦ Γραμματέως του πρὸς Ἱεράρχας, καὶ νὰ καλέσῃ αὐτοὺς, ὡς ἤθελε καλέσει δὲν ἠξεύρω τίνα ὑπαξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, ἢ γραφέα τοῦ Ὑπουργείου. Ὅταν τις ἀπευθύνηται πρὸς Ἱεράρχην, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὄχι τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, ὅπερ τὸ πρόσωπον κατέχει. Καὶ ἂν ἐμπαίζωμεν καὶ τοὺς Ἱεράρχας καὶ τὰ ἱερὰ, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἄλλοι θὰ καταστρέψωσιν αὐτά, θέλομεν δὲ ἀπολέσει οὕτω τὴν μόνην βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ στηρίζωμεν τὰ δικαιώματά μας τὰ ἐθνικά. Ὅταν τις ὁμιλῇ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα ὅταν τύχῃ νὰ ἦναι Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὀφείλει νὰ δεικνύῃ διὰ πάσης λέξεως, τὴν ὁποίαν ἐκφέρει ἐκ τοῦ στόματός του, τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐὰν δὲ μετέρχηται γλῶσσαν, ἣν μετῆλθε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐ μόνον δὲν σέβεται τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ δὲν σέβεται οὔτε ἑαυτὸν, οὐδὲ γνωρίζει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ σήμερον. Ἀντὶ νὰ ἐμπαίξῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὤφειλε νὰ συγκαλύψῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ παράτυπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ· ἀλλὰ τοῦτο ἔλαβε χώραν ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἠθέλησε μόνον νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς φατριαστικοὺς σκοπούς της, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀποβλέψασα, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ εὕρῃ τὸ ὄργανόν της, τὸ ὁποῖον ἤθελεν, ἐκ Μεγαρίδος ἢ ἐκ Κεφαλληνίας νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν δεῖνα Ἐκκλησίαν, ἢ τὴν δεῖνα. Ἐπρόκειτο πάντοτε περὶ τῶν θέσεων, δὲν ἀπεβλέψατέ ποτε εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς Ἐκκλησίας, μηδὲ ἀπεβλέψατε εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχετε· ἐπαρουσιάσθη μία περίστασις, ἐντελῶς εὐνοϊκὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἠδύνατο ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἐὰν ἤθελε, νὰ ἀναστηλώσῃ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, ν’ ἀνυψώσῃ τὴν Ἐκκλησίαν· ἀντὶ τούτου τί ἐπράξατε; ἐστείλατε τοὺς κλητῆράς σας, διὰ νὰ συλλέξωσι τοὺς Συνοδικοὺς, διὰ νὰ καταῤῥίψητε πλέον ἐντελῶς τὸ ἐκκλησιαστικὸν γόητρον. Τοιαῦται πράξεις ἐγείρουν τὴν ἀγανάκτησιν, ἀποδεικνύουσι τὴν ἐκτέλεσιν, ἡ ὁποία διέπει τὰς σκέψεις τὰς κυβερνητικὰς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδὲν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἔχετε, ὅτι εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀποβλέπετε, εἰμὴ εἰς τὸ πῶς θὰ ἐκπληρώσητε τοὺς κομματικούς σας σκοποὺς καὶ ἐπιῤῥώσητε αὐτούς. Ἀλλ’ ἀφήσατε τὰς σκέψεις ταύτας, ὅταν πρόκηται περὶ Ἐκκλησίας, ἀφήσατε αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ, ἀφοῦ δὲν εἶσθε ἄξιοι νὰ μεριμνήσητε σεῖς περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς καὶ ἀφήσατε τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας ἀκέραιον. Διελύθη ἡ συνεδρίασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἀμέσως κατόπιν εὑρέθη, ὅτι δὲν ὑπετάγησαν οἱ Συνοδικοὶ εἰς τὰς ἐντολὰς, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει, καὶ διὰ τοῦτο ἐκ νέου συγκαλεῖται ἡ Σύνοδος κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἡμέραν ἀληθῶς, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τῶν τακτικῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ἡ ἡμέρα τῶν τακτικῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου εἶχε λήξει, ἡ συνεδρίασις ἐκείνη εἶχε λήξει καὶ εἶχεν ἐξαντληθῆ, καὶ ἐκαλέσατε τοὺς Συνοδικοὺς ἐκ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν νὰ προσέλθωσι. Νομίζετε τάχα, ὅτι ἦσαν κανονικὰ τὰ πράγματα, νομίζετε, ὅτι δικαιολογοῦσι τὴν διαγωγήν σας ὅσα ἐξιστορήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος; ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπεβλέπετε, πῶς νὰ ὑποκαταστήσητε εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν Συνοδικῶν τὴν ἰδίαν γνώμην καὶ τὴν ἰδίαν ἐκλογήν· ἀπεβλέπετε μόνον εἰς τὸ νὰ ἀνεύρητε τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελέσῃ τοὺς φατριαστικούς σας σκοπούς. Πράξατέ το· ἔχετε τόσα ἄλλα ἐπὶ τῆς ῥάχεως ὑμῶν, δὲν θὰ ἦναι τοῦτο τὸ πρῶτον ἀνόμημα.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν καὶ μόνον μέρος ἀφῆκα ἀδιάψευστον ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· τοῦτο εἶναι τὸ μέρος τῆς ἐπιστολῆς, τῆς ἀποσταλείσης παρὰ τοῦ κ. Φρειδερίκου πρὸς τοὺς Ἀρχιεπισκόπους. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐστάλη τὸ ἔγγραφον, ὡς ἀνέφερεν ὑμῖν, ὅτι «καθ’ ὑψηλὴν διαταγὴν» καλεῖ τοὺς Συνοδικοὺς εἰς τὸ Γραφεῖον. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνω ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ὑποβολιμαῖον (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φέρετέ το.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι, διότι γνωρίζετε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὸ φέρω.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐγὼ περὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου οὐδὲν γινώσκω· πρώτην φορὰν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου· ἐγὼ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Φρειδερίκον νὰ μεταβῇ παρὰ τοῖς Ἱεράρχαις καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτοὺς, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὰς 3 ἢ 4 ὥρας μ. μ. εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐγένετο λόγος περὶ ἐπιστολῆς, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Φρειδερίκος, ἀμέσως εἰδοποίησα αὐτὸν νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐζήτησα δὲ ἀπ’ αὐτὸν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστολῆς, ἣν ἔγραψεν, αὐτὸς δὲ μοὶ ἔδωκε τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογήσατε, ὅτι δὲν εἶσθε ἐν γνώσει τοῦ ἀποσταλέντος ἐγγράφου, καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω γνῶσιν μόνον ἐκείνων, ἅπερ ἀνέφερον.
§42Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκλήθησαν καὶ οἱ 5 ἀρχιεπίσκοποι, ἢ μόνον οἱ 4;
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ 4.
§44ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διατὶ οἱ 4; διότι ὑπεθέτετε, ὅτι ὁ πέμπτος τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἤθελε τὸ κάμει γνωστόν, καὶ δὲν θὰ ἠδύνασθε νὰ τὸ διαψεύσητε.
§45ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς μετὰ τὰ ἐκτεθέντα δὲν μένει εἰς ἐμὲ ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρξε κατὰ πάντα νόμιμος καὶ πρέπουσα. Τὴν συζήτησιν ταύτην παρηκολούθησα μετ’ ἐντελοῦς ἀμεροληψίας. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐτέθην ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, καίτοι ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι δὲν θέλω ἀποκρύψει, ὅτι τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, ἔχει ὅλας τὰς πεποιθήσεις μου. Τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κεφαλληνίας θεωρῶ ἕνα τῶν μᾶλλον διακεκριμένων Ἑλλήνων κληρικῶν...
§46ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§47ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως κατορθοῦται διὰ τοῦ τρόπου τούτου. Δὲν βλέπω, διατὶ δὲν θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὁλόκληρον τὴν πεποίθησίν μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης (διακοπαὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγκωμίων, κύριε Πρόεδρε.
§49ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας.
§50ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ τίς ὁ κατάλληλος, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸν ἀποθανόντα Μητροπολίτην, εἶναι ἐκκρεμές. Διατί λοιπὸν νὰ προκαταλαμβάνωμεν τὰς κρίσεις;
§51ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν θεωρῶ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς συζητήσεως, ὡς δεικνύοντα σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐγὼ δὲν ἐπρόφθασα ἀκόμη νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Εἶπον, ὅτι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα ἐκτιθέμενα ἐνταῦθα, καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπείσθην ἀκριβῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησεν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ, ἐπείσθην, ὅτι ἐνήργησε μετὰ σπουδῆς καὶ μετὰ τρόπου, δι’ οὗ δὲν ἐσεβάσθη τοὺς τύπους, καὶ ἑπομένως οὔτε τὴν οὐσίαν, διότι οἱ τύποι καὶ ἡ οὐσία εἶναι ταὐτὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγένετο λόγος πλέον ἢ ἅπαξ περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦσιν, ὅτι ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀκούσω ἄνευ διαμαρτυρίας. Ἐῤῥήθη περὶ αὐτοῦ παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀνάξιος νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου....
§52ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§53ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐγὼ τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν συμμερίζομαι, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἐσιώπων, ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην, ἐνῷ δὲν τὴν συμμερίζομαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ, εἶναι, ὅτι, ἐὰν τῷ ὄντι αἱ πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχωσιν ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, βεβαίως ὑπάρχουσιν ὑπὲρ προσώπου καθ’ ὅλα ἀξίου. Ἀλλὰ παρεξετράπη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐνεργείας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ προέλθῃ, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ ἱεράρχης, ὑπὲρ οὗ ἔχει τὰς πεποιθήσεις της ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησε, δὲν ἐσεβάσθη τοὺς τύπους, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν οὐσίαν. Διότι, προκειμένου λόγου, περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιεπισκόπου, ὅστις μέλλει νὰ ἦναι αὐτοδικαίως καὶ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπάρχουσι διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι πᾶσαι ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Καὶ ὅταν ὑπὸ οἱασδήποτε πεποιθήσεως ὁρμωμένη, ὅσον ὀρθὴ καὶ ἂν θεωρηθῇ αὕτη, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἐνεργείας παρατύπους, προσέκρουσε συνάμα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν ἤθελον οὔτε ὁ ἄριστος φίλος μου καὶ ὑπερσέβαστος Ἱεράρχης τῆς Κεφαλληνίας διὰ τοιούτου τρόπου νὰ προέλθῃ εἰς τὸ ὕψιστον ἀξίωμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ οὔτε ἕνα τῶν μεγαλειτέρων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον τοιοῦτος, ἤθελον νὰ τὸν ἴδω προερχόμενον εἰς τὴν θέσιν ταύτην διὰ τρόπου, ὅστις νὰ καταλύῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὥστε βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνω ἀντικείμενον διακοπῶν ἐκ μέρους σας, ἀφοῦ τὸ οὐσιῶδες εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεδιώχθη ἡ ἐκλογή, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ ὑμᾶς. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ εἴπω τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἐξεφράσθησαν ἐνταῦθα γνῶμαι καὶ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῶσιν; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος οὗτος δὲν εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας. Καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέθεσαν, ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς οὗτος δύναται νὰ γίνῃ ὄργανον οἱασδήποτε φατρίας, τοὺς βεβαιῶ, ὅτι ἐντελῶς πλανῶνται. Ὁ Κεφαλληνίας εἶναι τύπος Ἱεράρχου. Τοιαύτην ἔχω πεποίθησιν, περὶ αὐτοῦ, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ὀφείλω νὰ ἐκφράσω. Πλὴν καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς συντόμου ταύτης παρεμβάσεώς μου εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην εἶναι, ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐνέργειαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπῆρξαν σφαλεραί, προσέκρουσαν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, προσέκρουσαν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ τοιοῦτον βεβαίως εἶναι τὸ μόνον σπουδαῖον μέρος τῆς παρούσης ὑποθέσεως· διότι, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀρίστου τῷ ὄντι καὶ ἐξόχου Ἀρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, ἀλλὰ περὶ μεγάλου τινὸς ἁγίου πατέρος τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ πάσης τῆς ὀρθοδοξίας ἀνεγνωρισμένου ὡς τοιούτου, πάλιν ἤθελον διαμαρτυρηθῆ, ἐὰν διὰ τοιούτου τρόπου ἐπεδιώκετο ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἀνῄρεσαν τὴν κατηγορίαν, τὴν ἐκτοξευθεῖσαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐπεμβάσεως αὐτῆς εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Τὸ γεγονὸς μάλιστα τῆς προσκλήσεως τῶν Συνοδικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὄχι βεβαίως ὅπως βεβαιώσωσι τὰς πληροφορίας, περὶ τῶν ὁποίων, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδεμίαν εἶχεν ἀμφιβολίαν, ἀλλ’ ὅπως ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν ἑτέρα τις ὑπηρεσία, τὸ γεγονὸς, λέγω, τοῦτο ἔρχεται εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποτεινομένης κατηγορίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἔχει ἐξαιρετικὴν ὅλως σπουδαιότητα. Ἐπέμβασις τοσοῦτον ἀναφανδὸν γενομένη, τοιαύτην προκαλέσασα συζήτησιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τοσοῦτον συγκινήσασα τὴν κοινωνίαν, δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ καὶ ἐπὶ εὐρυτέρων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδόλως εἶναι ἀπίθανον νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα διαγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία πρὸς ἐπέμβασιν ἄλλων ἐξουσιῶν καὶ ἄλλων Κυβερνήσεων εἰς τὴν διαχείρισιν Ἐκκλησιαστικῶν κέντρων, στενῶς συνδεομένων μετὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἐπενέβη, ὅπως μεταφέρῃ τοὺς Ἀρχιερεῖς εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου, καὶ πειθαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλέχθη, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον κλητῆρες καὶ στρατιωτικοὶ εἰσῆλθον καὶ περιέμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου. Πάντα ταῦτα δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ τὰ θεωρήσωμεν ὡς βεβαιωμένα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ὡσαύτως νὰ τὰ θεωρήσωμεν καὶ ὡς ἀνυπόστατα, ἀφοῦ βεβαιοῦνται ἐπανειλημμένως παρὰ συναδέλφων, οἵτινες ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσιν, ὅπως ὦσι τόσον πιστευτοί, ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργός. Νομίζω, ὅτι ὄχι πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει, ἢ νὰ διαψεύσῃ αὐτά, ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ τὰ διαψεύσῃ. Ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅπως ἀποκρούσῃ τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνει εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, καὶ ὅπως ἀφαιρέσῃ πᾶσαν δικαιολογίαν εἰς ἐνδεχομένην τοιαύτην ἐπέμβασιν ἄλλων Κυβερνήσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ διαψεύσῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ τοιαύτας ἐκρύθμους καὶ ἐθνικῶς ἐπιβλαβεῖς πράξεις.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά, νομίζω, ἐλέχθησαν.
§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐξηντλήθη σήμερον τὸ ζήτημα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν περιστατικῶν τινων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν μετὰ μεσημβρίαν· ἐὰν δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας του, δέον νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν οἱ τέσσαρες Συνοδικοί, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε διὰ τοῦ Τμηματάρχου του, μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τίνας πληροφορίας τῷ ἔδωκαν.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εἶδον μόνον τοὺς δύο, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν κατὰ πάντα τὰ ἀφηγηθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ δύο Συνοδικοί, οἱ προσκληθέντες, ἐβεβαίωσαν κατὰ πάντα τὰ ἀφηγηθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο νὰ τοὺς θέσητε ὑπὸ κράτησιν τοὺς Συνοδικούς; Τί ἐπρόκειτο νὰ πράξητε τέλος πάντων; Πρόκειται νὰ καλύψητε τὰς ἐνεργείας πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν Συνοδικῶν, περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αὐτὴ ἡ περιέργεια εἰς τί ἐχρησίμευε;
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐναντίου, ἐπρόκειτο νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ὁ Προεδρεύων τῆς Συνόδου προσεπάθησε διὰ παντὸς μέσου νὰ πιέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν του, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογήν, καὶ ἀπεδείχθη πληρέστατα, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθησε νὰ πιέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐναντίαν τῆς ἰδικῆς του γνώμην. Δὲν ἀπεδείχθη λοιπὸν πίεσις κυβερνητική, διότι οὐδεμία τοιαύτη ἔλαβε χώραν, καὶ ἂν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος προσεκάλεσε τὴν Σύνοδον, ἵνα ἐκφράσῃ γνώμην, ὅπως τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς ὁρίζει, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέφρασε τοιαύτην γνώμην’ λοιπὸν ποῦ βλέπετε τὴν πίεσιν τὴν κυβερνητικήν;
§60ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγω τίποτε, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδεικνύῃ τοιαύτην πίεσιν. Ἡ συνεδρίασις διεκόπη ἕνεκεν τῆς ἀπουσίας τοῦ Προεδρεύοντος, κατόπιν ἐξηκολούθησεν ἡ συνεδρίασις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μετ’ αὐτὸν ἐρχομένου, καὶ ὅτε κατέληξεν εἰς συμπέρασμα, ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου ἠρνήθη τὴν σύνταξιν τοῦ πρακτικοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Ἐὰν εἰς ταῦτα θέλητε νὰ εὕρητε πίεσιν, εἶσθε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουσι πίεσιν· ἡ Κυβέρνησις ἔμεινεν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τῶν διαγραφομένων αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου. Ὁ Β. Ἐπίτροπος ὑπέδειξε μόνον τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἡ Σύνοδος προβῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν, εἶπον δὲ, ὅτι ἡ Σύνοδος, αὐτὴ ἡ ἰδία, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὁ χρόνος εἶχεν ἐπέλθει, ὅπως προβῇ εἰς ταύτην, ὅτε δὲ ὁ Προεδρεύων εἶδεν, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ γενομένη παρὰ τῶν τεσσάρων Συνοδικῶν, δὲν συνεφώνει πρὸς τὸν ἐνδόμυχον πόθον αὐτοῦ, ἔφυγεν ἐκ τῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀνεχώρησε λέγων, ὅτι ὁ ἀνεψιός του πάσχει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· ἐὰν θέλητε νὰ τὴν διαστρέψητε, εἶσθε ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν θὰ διαστραφῶσι τὰ πράγματα.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία διαβεβαίωσις, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δέν μοι φαίνεται κατὰ πάντα ἀκριβής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἀπεχώρησεν ὁ Προεδρεύων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔμειναν τὰ ἄλλα μέλη αὐτῆς καὶ προβάντα εἰς τὰς ἐργασίας των, ἐγνωμοδότησαν περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔκρινον ἄξιον νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου, καὶ ὅτι ὁ Γραμματεὺς τῆς Συνόδου ἠρνήθη νὰ συντάξῃ τὰ πρακτικά· ἀλλ’ ἐγὼ ἤκουσα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Προεδρεύοντος ἀπεχώρησαν καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου....
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ γινώσκω.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ μάλιστα, ὅτι καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰς οἰκίας των. Ἐὰν δὲ ἀληθεύῃ, ὅτι ἀπεχώρησαν καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξακολουθοῦσα ἡ συνεδρίασις; καὶ ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεχώρησαν, ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς φέρῃ ἐκ νέου; ποῖος εἶναι ὁ αὐθάδης, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰς οἰκίας τῶν Συνοδικῶν καὶ νὰ τοὺς πλάνῃ οἱονεὶ ἀπὸ τοῦ ὠτὸς καὶ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ νὰ τοῖς λέγῃ «συνεδριάσατε»; Ποῖος ἠδύνατο νὰ ἀντιποιηθῇ τοιοῦτο δικαίωμα, ἀφοῦ ἅπαξ διελύθη ἡ συνεδρίασις, δι’ οἱονδήποτε λόγον; Βεβαιοῦται τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ συνεδρίασις διελύθη, ὅτι πάντες οἱ Συνοδικοὶ ἀπεχώρησαν ἀπὸ τοῦ καταστήματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἀπῆλθον εἰς οἰκίαν, οὐκ ὀλίγον ἀπέχουσαν τοῦ Γραφείου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν διελύθη ἡ συνεδρίασις· ἀφοῦ δὲ διελύθη, ποῖος ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ τοὺς καλέσῃ ἐκ νέου; Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πληροφορίαν ἐκ μέρους τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὅτι δὲν διελύθη ἡ συνεδρίασις.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμειναν ἐκεῖ οἱ Συνοδικοί;
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, οὐδὲ μοὶ εἶπέ τι ὁ Β. Ἐπίτροπος, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προκύπτῃ, ὅτι, ἐπελθούσης τῆς διακοπῆς, ἀνεχώρησαν οἱ Ἐπίσκοποι. Τοῦτο μανθάνω διὰ πρώτην φορὰν ἐδῶ· οὐδὲ διαταγὴν ἔδωκα, οὔτε εἶπόν τι εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον, σχετιζόμενον πρὸς τὴν προσέλευσιν τῶν Ἐπισκόπων, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν. Πρώτην φορὰν μανθάνω ἤδη, ὅτι ἀνεχώρησαν καὶ μετὰ ταῦτα ἐκ νέου προσῆλθον, ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ἀλλ’ ἐξ ὅσων μοὶ εἶπεν ὁ Β. Ἐπίτροπος, δὲν δύναμαι νὰ σχηματίσω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀπεχώρησαν καὶ οἱ ἄλλοι Συνοδικοὶ, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἁγίου Σύρου.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν βεβαιωθῇ, καθὼς θέλει βεβαιωθῆ ἐξάπαντος, ὅτι ἀνεχώρησαν οἱ Συνοδικοὶ ἀπὸ τοῦ καταστήματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν αὐθάδειαν νὰ τοὺς καλέσῃ ἐκ νέου καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ, συγχρόνως πρέπει νὰ ἐπαινεθῇ ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅστις, καίπερ κρατούμενος ἐκεῖ καὶ πιεζόμενος, ἠρνήθη νὰ συντάξῃ πρακτικὸν παρανόμου συνεδριάσεως· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ διελύθη ἡ συνεδρίασις, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, οὐδὲ εἶχέ τις τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ, πρὸς τοῦτο τοὺς Ἀρχιερεῖς· οὗτοι ὤφειλον νὰ συνέλθωσιν ἐκ νέου κατὰ τὴν προσδιωρισμένην διὰ τὰς συνεδριάσεις ἡμέραν, ἤτοι τὴν ἑπομένην Δευτέραν· ἐὰν δὲ δὲν παρευρίσκετο τότε ὁ Προεδρεύων, ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του ὁ μετ’ αὐτὸν Ἀρχιεπίσκοπος. Ἑπομένως, ὅ,τι ἔγεινεν, εἶναι παράτυπον, τοῦτο δὲ προεκάλεσε τὴν ἀναστάτωσιν τῆς κοινωνίας, καὶ περὶ αὐτοῦ κυρίως ἐγένετο λόγος, οὐχὶ δὲ περὶ τῶν συμβάντων ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι γνωστά· τὰ τελευταῖα ἐσκανδάλισαν τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐπὶ τούτων ἀπαιτῶ νὰ ἐξετάσητε καὶ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ γνωρίζωμεν, καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ τὰ βεβαιώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Ὑπουργὸς· ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει ἓν πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν Συνοδικῶν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν οἱασδήποτε γνώμης, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἐν τῷ καταστήματι τῆς Συνόδου.
§70ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν παρεδεχόμην τὴν ὑμετέραν γνώμην, ὤφειλον νὰ σιωπήσω, καὶ ν’ ἀφήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας νὰ ἐκθέσῃ τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν Σύνοδον, ὅπως τὰ ἐξέθεσεν. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὰ ἐξέθηκεν ὁ Β. Ἐπίτροπος. Σεῖς προεκαλέσατε τὴν συζήτησιν, τὴν προεκαλέσατε δὲ, ἀναφέροντες γεγονότα ἀνακριβῆ.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἐκάμνετε καλὰ νὰ ἐσιωπᾶτε, παρὰ νὰ δώσητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐδώσατε.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλουσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν πράγματι, διαλυθείσης τῆς συνεδριάσεως, ἡ Ἀστυνομία ἔπεμψε τὴν ἅμαξαν, τὴν ὁποίαν διαθέτει, ὅπως μεταφέρῃ τοὺς Συνοδικοὺς Ἀρχιερεῖς εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου. Τοῦτο θὰ μᾶς δείξῃ, τίνες ἐκ τῶν πληροφοριῶν εἰσιν ἀληθεῖς· ἐκεῖναι, ἃς ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἢ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας;
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς ἀνεμίχθη τὸ ὄνομά μου εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ μέχρι τέλους δὲν ἤθελον ἐννοήσει, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν με ἠρώτα, ἐὰν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἢ ἡ Ἀστυνομία ὁπωσδήποτε. Βεβαιῶ τὸν ἐπερωτήσαντα, ὅτι, τὸ κατ’ ἐμὲ, μόνον μετὰ μεσημβρίαν ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο συνεδρίασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεὶς, πλὴν τῶν ἐνταῦθα ἀναγγειλάντων τὸ πρᾶγμα, μοὶ ὡμίλησε περὶ ἐνεργείας τινὸς τῆς Ἀστυνομίας. Εἶδον τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας σήμερον, τὸν εἶδον ἡσυχώτατον, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπετηδεύετο, γινώσκων τοῦτο, τὸ λεγόμενον ὅτι συνέβη ἐνταῦθα, ὅπως μὲ ἀπατήσῃ.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλέχθη παρὰ Βουλευτῶν, ὅτι διελύθη ἡ πρώτη συνεδρίασις, ὅτι προσεκλήθησαν ἐκ νέου οἱ Συνοδικοί, καὶ ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν μετέβησαν διὰ τῆς ἁμάξης τῆς Ἀστυνομίας. Τοῦτο τὸ διαψεύδετε ἐπισήμως;
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε λοιπὸν, ὅταν θέλητε νὰ διεψεύσητε, προσέχετε, μὴ διεψευσθῆτε.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι εἶναι ἀνακριβὴς πᾶσα ὑμῶν πληροφορία. Ἀλλ’ ὁμιλεῖτε νῦν περὶ ὡρισμένου γεγονότος, περὶ ἁμάξης τῆς Ἀστυνομίας. Θὰ ἐρωτήσω περὶ ἁμάξης, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦναι ὁμοία.
§78Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι χθὲς τὸ μεσονύκτιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσε τοὺς δύο Ἐπισκόπους, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ τοῦ διαβάσουν τὴν εὐχήν των, ἀλλὰ νὰ διαβάσῃ αὐτὸς εἰς αὐτοὺς τὸν κανόνα τῶν πολιτικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀκριβεῖς, καὶ νὰ πληροφορήσῃ αὔριον τὴν Βουλὴν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βλέπω ἄλλον ἐκεῖ, τὸν κ. Θεοτόκην. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπισήμως γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ κάμω ἐπερώτησιν τὴν Δευτέραν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 35′ μ. μ.