1889.02.07
2,031 rows · 15,757 words · 130 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
τῆς 7 Φεβρουαρίου 1889.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι πολῖται Μεσσήνης δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι τὸ αὐτόθι ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀρνεῖται νὰ ἀνανεώσῃ τὰ συναλλάγματά των, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς μὲν τοὺς φόρους, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι, ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν ὅμως, ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὅμοιον τηλεγράφημα καὶ ἀπετάθην πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς Τραπέζης, ἥτις ἔδωκε διαταγὰς λίαν εὐνοϊκὰς, ὅπως τῶν μὲν μὴ πωλησάντων τὴν σταφίδα ἀνανεῶνται τὰ συναλλάγματα, τῶν δὲ πωλησάντων αὐτὴν καὶ ἐξοφλούντων τὰ συναλλάγματα γίνωνται δεκτὰ νέα συναλλάγματα, Ὥστε νομίζω, ὅτι αἱ δοθεῖσαι διαταγαὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς εὐλόγους ἐπιθυμίας τῶν ἀναφερομένων.
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοὺς μὴ πωλήσαντας τὴν σταφίδα δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀνανέωσις τῶν συναλλαγμάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ λάβωσι καὶ ἄλλα δάνεια, διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ πωλήσωσι τὴν σταφίδα ἐν τῷ μεταξύ.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πωληθῇ ἡ σταφὶς, θὰ ἐξοφληθῶσι τὰ γραμμάτια τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῶσι χρήματα διὰ τὴν νέαν καλλιέργειαν.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διαταγὴ τῆς Τραπέζης ἐπάγεται, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπωλήθη ἡ σταφὶς, τὴν μὴ ἐκτέλεσιν καταδιώξεως, ἀρξαμένης δὲ τῆς καλλιεργείας, τὴν εἰς τοὺς πληρώσαντας ἐκ νέου χορήγησιν πιστώσεως, διότι αἱ πιστώσεις αἱ γεωργικαὶ ἀποτίνονται κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς, ἐπαναλαμβάνονται δὲ πάλιν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς καλλιεργείας.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου κάτι τι νὰ κάμῃ. Δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς, οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ ὑποταμίαι νὰ λαμβάνωσιν, ὅσα δύνανται νὰ πληρώσωσιν οἱ φορολογούμενοι, διότι ἤδη καταδιώκονται νὰ καταβάλωσιν ὁλοκλήρους τὰς δόσεις. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ εὐκολία τις, διότι πράγματι σήμερον εἰς τὰς ἐπαρχίας Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου εἶναι σταφιδοφόροι Ἐπαρχίαι, οἱ ἄνθρωποι δυσκολεύονται νὰ καταβάλωσι τοὺς φόρους των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατὸν, νὰ λάβῃ μέτρον τι.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν πίνακα τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῶν ἐμμίσθων Προξενικῶν ἀρχῶν κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888. Προπέρυσιν εἶχον καταθέσει τὸν πίνακα τῶν ἐτῶν 1883, 1884, 1885 καὶ 1886, ὅστις καὶ τυπωθεὶς διενεμήθη τότε εἰς τὴν Βουλήν· οὐχ ἧττον συνήφθη κάτω τοῦ πίνακος τούτου πίναξ συγκεφαλαιωτικὸς τῶν εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἑξῆς. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, τὰ μὲν ἔτη 1887 καὶ 1888 ἔδωκαν, τὸ 1887 δρ. 615,720, τὸ δὲ 1888 δρ. 559,854 ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, — πρόκειται περὶ δραχμῶν μεταλλικῶν — τὸ ἔτος 1886 ἔδωκεν 687,000, ἀλλ’ ἐν τῷ ἔτει τούτῳ περιελήφθη καὶ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ πρὸς 20 ο|ο· τὸ 1885 δρ. 595,000, τὸ 1884 δρ. 586,000, καὶ τὸ 1883 δρ. 606,000. Ἐκπληρῶν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκα χθὲς, καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς δημοπρασίας τῆς ἀνακαινίσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κύμης εἰς τὴν παραλίαν μετὰ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι συνάδουσι πρὸς ὅσα εἶπον χθὲς, καὶ τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα καταγεγραμμένας ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ ἦναι σαφεστέρα ἡ ἀπάντησις. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην τὰ τῆς δημοπρασίας τῆς ἐπισκευῆς καὶ ἐξυγιάνσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κύμης εἰς τὴν παραλίαν ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, συνετάχθη προϋπολογισμὸς, πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων ζημιῶν ἕνεκα τῆς λαβούσης χώραν ἐδαφικῆς καταπτώσεως «(eboulément)» καὶ ἐξυγίανσιν τοῦ ἐδάφους, ἐκ δραχμῶν 39,552. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τούτου ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν τὴν 13–15 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., καθ’ ἣν ἐμειώθη κατὰ δραχμὰς 3,560. Μετὰ τὴν δημοπρασίαν ὁ ἐργολάβος Σακελλαρίου ὑπέβαλεν αἴτησιν, δι’ ἧς ἐμείου κατὰ 5% εἰσέτι τὸ ἄνω μνησθὲν ποσόν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπερ, λαβὸν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ δημοπρασία διεξήχθη νομίμως, καὶ ὅτι ὁ εἰρημένος ἐργολάβος παρέστη καὶ διηγωνίσθη κατὰ τὴν δημοπρασίαν καὶ συνεπῶς εἶχε γνῶσιν τῶν τε τιμῶν τῆς ἐργολαβίας ὡς καὶ τῆς ἐκτελεσθησομένης ἐργασίας, καὶ ὅτι ἠδύνατο κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας νὰ μειώσῃ ἐφ’ ὅσον ἤθελε τὴν τιμὴν, ἀπεφήνατο, ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησίς του καὶ νὰ ἐγκριθῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ τελευταίου κατὰ τὴν νομίμως διεξαχθεῖσαν δημοπρασίαν μειοδότου. Ἄλλως τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, θεωρῆσαν πρὸ πολλοῦ ἐπάναγκες, νὰ ἐξουδετερώνῃ καὶ προλαμβάνῃ τὰς ἐκ μέρους τινῶν ἐργολάβων γινομένας ἐκβιάσεις πρὸς συναλλαγὴν, ὁσάκις μάλιστα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ κατὰ τὴν δημοπρασίαν μείωσις τῆς τιμῆς ἦναι ἀρκοῦσα, καὶ ὅτι ἡ ἐπὶ ἔλαττον προσφορὰ δύναται, ἢ νὰ ἦναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ὑπὲρ οὗ πρωτίστως ἐνδιαφέρεται τὸ Δημόσιον, ἢ νὰ ἐπενέγκῃ ζημίαν εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅπερ ἄλλως δὲν ἐπιθυμεῖ, ἠναγκασμένον ἢ νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας, ἢ κακῶς ν’ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον, προβλέπον ἄφευκτον ζημίαν ἕνεκεν τῆς ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττωθείσης ἀξίας αὐτοῦ, ἔλαβεν ὡς ἀρχὴν, αἱ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις προσφοραὶ νὰ μὴ γίνωνται δεκταί. Ταῦτα εἶχον εἴπει καὶ χθὲς, καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἀπεδέχθην ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐνέκρινα τὴν δημοπρασίαν, νομίσας, ὅτι ἔπραξα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὅστις οὐδὲν παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν, νὰ ἐπικυρώνῃ τὰς κανονικῶς διεξαχθείσας δημοπρασίας, ἅμα τῷ πέρατι αὐτῶν.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν συζητήσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατ’ ἄλλην τινὰ ἡμέραν.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων τῶν προξενικῶν τελῶν τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατεθέσατε, καὶ τῶν ἐπισήμων πινάκων, τῶν δημοσιευομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι εὐεξήγητος, διότι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐκεῖ, εἶναι ταμιακὸς, τὰ δὲ ἔσοδα τὰ Προξενικὰ δὲν εἰσάγονται πάντα διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας, ὅπου λειτουργοῦσι Προξενικὰ Ταμεῖα εἰδικὰ, εἰσάγονται διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἑπομένως ὁ πίναξ, ὁ ὁποῖος κατετέθη, δὲν περιλαμβάνει τὰς εἰσπράξεις ἐκείνας.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ πίναξ τῆς 30 Ὀκτωβρίου, περιέχων τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἠδύνατο νὰ συμπεριλάβῃ τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκα, εἶναι κατηρτισμένος ἔκ τε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφρόντισε νὰ ἀντιπαραβάλῃ τοὺς ἀριθμοὺς μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας εἰσπράξεις, εἰδικῶς δὲ ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας, δὲν εἶχε τὰ στοιχεῖα παρ’ ἑαυτῷ, καὶ ἀπετάθη πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπως κατ’ ἔτος πράττει, διὰ νὰ παραλάβῃ αὐτά.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τίνος εἰσέρχονται εἰς τὸ Λογιστήριον;
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ τῶν Προξένων πέμπονται· τὰ μὲν τῶν ἄλλων Προξενείων πέμπονται διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ δὲ τῶν δύο Ταμείων ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ προξενικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888, εἰσὶν ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ καθ’ ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε παρελθόντα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας νομοθεσίας. Κατὰ τὸ 1884 π. χ. εἰσεπράχθησαν 586,960, ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τὸ 1887 ἢ 1888, ὡς ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ χθὲς, ὁμιλῶν περὶ τούτου, ὑπελόγισα τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν νῦν εἰσπραττομένων προξενικῶν τελῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1882, ὅτε δὲν εἶχεν ἔτι ἐφαρμοσθῆ ὁ νέος νόμος, καὶ ὑπελόγισα τὴν διὰ τὸ 1887 αὔξησιν ἐσόδων εἰς 300,000 δρ., διὰ τὸ 1888 αὔξησιν ἐσόδων 300,000, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1882 εἶχον εἰσπραχθῆ 274,691, ὑπελόγισα διὰ τὸ 1887 καὶ 1888 δρ. 574,691.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ παρατηρούμενα ἔχουσιν ἀκριβῶς, μάλιστα ἀκριβέστερον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπολογίζονταί τινες χιλιάδες περισσότεραι τῶν εἰσπραχθεισῶν κατὰ τὸ 1888, ἀλλ’ ἡ κατάθεσις τῶν πινάκων, ἡ ὁποία ἐγένετο, διότι ὠφείλετο, κυρίως ἐπεσπεύσθη μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέβαλεν, ἰσχυρισθείς, ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν Προξενείων καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἀνέρχεται εἰς 13,000,000 νομίζω, θὰ ἐπαυξηθῇ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν Προξενείων· ἑπομένως πᾶσα παρατήρησις ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ ἐπίσημοι πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888 δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἀναγραφὴν 650,000 δραχμῶν, ἢ μᾶλλον φράγκων χρυσῶν, ὡς ἔσοδον τῶν προξενικῶν τελῶν, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸν πίνακα τοῦ τέλους 8)βρίου 1888 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 συμπεριλαμβάνονται ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, βεβαίως τὰ ἔσοδα, τὰ προερχόμενα ἐκ προξενικῶν τελῶν, συμπεριλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ ὅλου τούτου τῶν ἐσόδων. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ταῦτα δὲν συμπεριλαμβάνωνται ἐν τῷ ἄρθρῳ τῶν προξενικῶν τελῶν, ἐν τίνι ἄρθρῳ τοῦ γενικοῦ τούτου πίνακος περιλαμβάνονται;
§19ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ κατάστασις, κύριε Ὑπουργέ.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, νὰ τυπωθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 283).
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχοντος κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 ὑλικοῦ διὰ τὴν τακτικὴν συντήρησιν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐν γένει ναυτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ποία ἡ ἀξία αὐτοῦ.
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προτάσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων περὶ μεταθέσεως Πρωτοδικῶν, τὰς μὴ πραγματοποιηθείσας εἰσέτι, καὶ συγχρόνως, καταθέτων τὰς προτάσεις ταύτας, νὰ ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, διατὶ δὲν ἐπραγματοποίησεν ὅσας τυχὸν δὲν ἐπραγματοποίησεν, ὡς καὶ τί μέτρον τηρεῖ ἐπὶ τῶν Εἰσαγγελέων περὶ μεταθέσεως τῶν Πρωτοδικῶν· καὶ αὖθις δὲ ἀνανεῶ τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ὅπως ἐπισπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συνέπεσε νὰ μὴ ἦμαι παρὼν, ὅτε πρῶτον ἐκάμετε τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ, καίτοι δὲν ἔσχον γνῶσιν αὐτῆς, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω ἀμέσως πληροφορίας, ἐπιφυλαττόμενος νὰ φέρω καὶ τὰ ἔγγραφα. Αἱ περὶ μεταθέσεων προτάσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ ἀναγκῶν καὶ λόγων ὑπηρεσίας, ἀνεξαιρέτως ἐξετελέσθησαν πᾶσαι, ἐὰν μένωσι δὲ δύο ἢ τρεῖς ἐκκρεμεῖς, αὗται προὐκλήθησαν δι’ αἰτήσεων αὐτῶν τῶν ἰδίων δικαστῶν, ζητούντων νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των, ἐπὶ τοιούτων δὲ αἰτήσεων δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἐπεβάλλετό μοι ἄμεσος ἀπόφασις, ἔχοντι μάλιστα ὑπ’ ὄψει γενικώτερα συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, πᾶσα πρότασις Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, στηριζομένη εἰς λόγους τῆς ὑπηρεσίας, ἐξετελέσθη ταχέως.
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ διαμφισβητήσω ἀπολύτως τὴν ἀκρίβειαν τῆς προφορικῆς διαβεβαιώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν παρακαλῶ, πρὸς πληρεστέραν ἐκτίμησιν αὐτῆς, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς προτάσεις, τὰς μὴ πραγματοποιηθείσας, τότε δὲ θὰ λάβωμεν ἀφορμὴν νὰ συζητήσωμεν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον προέβαλε.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ζητήματα τοιαῦτα πρέπει πάντοτε νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὰ φύσει συνήθως λεπτὰ ζητήματα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς γνωμοδοτήσεις προϊσταμένων Ἀρχῶν περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν, περὶ ὧν ἐκ τοῦ νόμου ἔχουσι καθῆκον νὰ γνωμοδοτῶσιν, εὐκταῖον θὰ ἦτο μετά τινος φειδοῦς νὰ γίνωνται ἀντικείμενα δημοσίων συζητήσεων, μετὰ μείζονος δὲ φειδοῦς νὰ ζητῆται ἡ προσαγωγὴ σχετικῶν ἐγγράφων. Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Πλειστάκις δυνατὸν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι νὰ περιέχωνται λόγοι ἰδιαίτεροι, ἐπιβάλλοντες τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν, νὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἀπὸ ὡρισμένου Δικαστηρίου, χωρὶς οἱ λόγοι οὗτοι, ὅλως τυπικοὶ ἐνίοτε, νὰ ἦναι πρέπον νὰ καταστῶσι δημοσίως γνωστοί. Ἐγὼ ὅμως θὰ φέρω τὰς ζητηθείσας γνωμοδοτήσεις, διότι, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, δὲν συμπίπτει νὰ περιέχηται ἐν αὐταῖς λόγος τοιοῦτος.
§28ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ρικάκη, ταύτην εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω· καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ, ὅτι μετὰ φειδοῦς πρέπει νὰ ζητῆται ἡ κατάθεσις τῶν τοιούτων ἐγγράφων, οὐδὲν ἀπαντῶ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι, ἐὰν προβάλληται λόγος ὑπηρεσίας, ἐμποδίζων τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, εἶμαι προθυμότατος ν’ ἀποσύρω τὴν αἴτησίν μου, μὴ θέλων ποτὲ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς οἱανδήποτε τοιαύτην κατάθεσιν, παραβλάπτουσαν τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο στρατιῶται ὑποβάλλουσι παράπονα, ὅτι, ἐνῷ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν ἀπαλλασσομένων, ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου των ἀρνεῖται νὰ τοῖς δώσῃ πιστοποιητικόν. Ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν Νομάρχην, ἔκαμαν καὶ καταγγελίαν περὶ τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Δήμαρχος δὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ πιστοποιητικόν. Σημειῶ ὅλα ταῦτα, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τῶν συναφῶν αὐτῷ ζητημάτων, ἤτοι τῆς ἐρεύνης τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν παντὶ κλάδῳ τῆς διοικήσεως, ἔλαβον ἤδη τὸν λόγον καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσαν οἱ πρὸ ἐμοῦ κατασχόντες τὸ βῆμα τοῦτο ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναλύσαντες τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις ἐν τῷ συνόλῳ, ἢ ἐν σχέσει πρὸς τὰ καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖα. Κατέδειξαν δ’ οὗτοι τὰ τρωτὰ μέρη τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, καὶ ἐπέκριναν καὶ ἐκάκισαν καὶ ἐξήλεγξαν αὐτὰ καταλλήλως. Ἐγὼ, λαμβάνων τὸν λόγον, ἐλάχιστα θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἅτε μὴ προτιθέμενος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πολυπλόκων ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι μετὰ τοσαύτης δεξιότητος ἐχειρίσθησαν, ἐξελέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς πολυδαιδάλους καὶ λαβυρινθώδεις κρύπτας τῶν ἀριθμῶν τούτων· θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν μόνον θέμα, ἀλλὰ σπουδαιότατον καὶ θίγον ὑπὸ πολλὰς, ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις, τὴν ἀσφάλειαν τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν εὐμάρειαν τῶν τε ἀτόμων καθ’ ἕκαστα καὶ τῆς Πολιτείας ἐν συνόλῳ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐπὶ τούτου πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ καιροὺς ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποδείξαντες ὅσα δέοντα βελτιώσεως καὶ τροποποιήσεως, πρὸς ταχυτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς. Ἴδιον ἔχων τὸ θέμα τοῦτο, ὀφείλω καὶ ἰδίᾳ νὰ μνημονεύσω μετ’ ἐπαίνων μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπόντος νῦν ἐντεῦθεν, ἄλλοτε παρακαθήσαντος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, βουλευτοῦ τότε ἐκ Βόλου, ὅστις ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι ἐποιήσατο θέμα πολλοῦ λόγου ἐντεῦθεν, πολλῶν δὲ μελετῶν καὶ συγγραφῶν ἔτι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ὡμίλησαν ἐνταῦθεν περὶ τούτου, καὶ πολλὰ συνεζήτησαν καὶ πολλὰ ὑπέδειξαν: οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κύριοι Κωνσταντόπουλος, Ῥάλλης, Βαλσαμάκης, Ῥικάκης, Λεβίδης καὶ ἕτεροι, οἵτινες τυχὸν διαφεύγουσι τὴν μνήμην μου· ἰδίᾳ δὲ καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὁ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Κοντόσταυλος, ὡς Ὑπουργὸς ἄλλοτε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πολὺ εἰργάσθη πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου τούτου, καὶ νομοσχέδια συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν, ἐὰν δὲ μὴ ἐπεψηφίσθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ, ἐψηφίσθησαν ὅμως μετὰ ταῦτα, ἐν μεταγενεστέραις Συνόδοις τῆς Βουλῆς, καὶ κατέστησαν νόμοι τοῦ Κράτους. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεων καὶ προσπαθειῶν τῶν διαφόρων συναδέλφων ἐπεδιώχθη μετὰ φιλοτιμίας πραγματικῆς ἡ βελτίωσις τοῦ κλάδου τῆς δικαιοσύνης. Διότι αὐτὴ ἡ πυκνῶς ἐπαναληφθεῖσα προσπάθεια ἐνδεικνύει, ὅτι ἡ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, εἰ μὴ πάσχει καίριόν τι πάθημα, ὅπερ καὶ ἐγὼ δὲν βλέπω εὐτυχῶς, ἐν τούτοις δὲν εὑρίσκεται, δὲν μένει ἐν τῇ περιωπῇ, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἵσταται, ὡς ἐκ τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ καὶ σκοποῦ αὐτῆς ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ ταῖς Πολιτείαις καθ’ ὅλου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ποιήσηταί τις σήμερον λόγον οὐδαμοῦ, πολλῷ δ’ ἧσσον ἐν Κοινοβουλίῳ, ἐνώπιον Ἀντιπροσώπων Ἔθνους, περὶ τῆς μεγάλης σημασίας τῆς δικαιοσύνης ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ ταῖς πολιτείαις· ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ἐλπίζω, νὰ ῥίψητε μετ’ ἐμοῦ τὸ βλέμμα ὑμῶν εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους, ὅπου οἱ ἐνασκήσαντες τὴν δικαιοσύνην καλῶς ἐν τῷ κόσμῳ ἐθεοποιοῦντο· ὁ Αἰακὸς καὶ ὁ Μίνως καὶ ὁ Ῥαδάμανθυς ἐτέθησαν ὑπὸ τῶν ἀρχαίων εἰς τὸν πέραν τοῦ τάφου κόσμον, ὡς δικασταὶ τῶν θνητῶν, ἀξιώτατοι τούτου κριθέντες, διότι καὶ ἐν τῷ κόσμῳ ἤσκησαν δικαιοσύνην. Οἱ ἀρχαῖοι ἀπέδωκαν μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἣν, ἵνα ἑνὸς καὶ μόνου μνημονεύσω, ὁ Πλάτων καλεῖ «ἀρετήν τε καὶ σοφίαν» Καὶ ὁ καταρτισμὸς τῶν Δικαστηρίων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἦτο ὁμολογουμένως εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιτυχῶν, τῶν ἀσφαλιζόντων τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀσφαλῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἐν Δικαστηρίοις πολλοῖς, ὑπαλλήλοις καὶ μάλιστα πολυπροσώποις, ἀπενέμετο οὕτως, ὥστε καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ζημιουμένων ἐστέργετο καὶ ἀνεγνωρίζετο ὡς καλή! Ὑπὲρ τὰ λοιπὰ δὲ Δικαστήρια ἵστατο ὑπέρτατον καὶ ἐρίτιμον δικαστήριον ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅστις ἀφεώρα ἐπὶ τῆς καλῆς ἐνασκήσεως τῆς δικαιοσύνης, ὡς τὸ ἰδιώτατον καὶ τιμιώτατον ἐν Ἀθήναις Δικαστήριον, ὡς λέγει ὁ Δημοσθένης. Οἱ Ῥωμαῖοι ὠνόμαζον τὴν δικαιοσύνην «ἐπιστήμην θείων τε καὶ ἀνθρωπίνων»· τοσαύτην σημασίαν ἀπέδιδον εἰς αὐτήν. Ἡ Ῥώμη δέ, τὸ κραταιὸν ἐκεῖνο Κράτος, ἐὰν σώζηται σήμερον ἐν τῇ ἱστορίᾳ, δὲν ἐσώθη βεβαίως διὰ τὰς δορυκτησίας καὶ τὰς ἄλλας πράξεις αὑτοῦ τὰς μεγάλας, ὅσον ἐσώθη διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς δικαιοσύνης μεγάλης καὶ πολλῆς ἐργασίας αὑτοῦ· καὶ ηὐδοκίμησεν ὄντως ἡ Ῥώμη μᾶλλον διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς δικαιοσύνης ἢ διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῶν ὅπλων. Ἐν ταῖς νεωτέραις κοινωνίαις ἀπεδόθη μεγίστη ὡσαύτως σημασία εἰς τὴν καλὴν καὶ ἀσφαλῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ πρὸ πάντων ἐλήφθη πρόνοια νὰ τηρηθῇ αὕτη ἐν ὕψει καὶ περιωπῇ, ὁποία ἐμπρέπει ὁμολογουμένως εἰς τὸν ὕψιστον, τὸν θεῖον τοῦτον θεσμόν. Ἔχει δὲ θείαν ἀληθῶς τὴν καταγωγὴν αὐτῆς ἡ δικαιοσύνη, διότι, ἐὰν ἐκ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ ἀφαιρέσητε τὴν ἰδιότητα τοῦ Δικαίου, ὁμολογουμένως δὲν θὰ εὕρητε ἐν τῷ Ὄντι τούτῳ τῷ Ὑπερτάτῳ ἐκεῖνο, ὅπερ εὑρίσκετε ἐν αὐτῷ σὺν τῇ ἰδιότητι τῆς δικαιοσύνης. Ὁ Θεὸς, διότι εἶναι δίκαιος, ἔχει, ἐν τῇ ἐμῇ τοὐλάχιστον συνειδήσει, μείζονα, ἄμετρον ἀξίαν, ἢ διὰ τὰς ἄλλας αὑτοῦ ἰδιότητας· οὐδὲ θὰ ἤρκει ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ ἀγαθότης αὑτοῦ ἄνευ τῆς δικαιοσύνης. Παρ’ ἡμῖν ὡσαύτως, ἅμα τῇ ἀποκαταστάσει μέρους τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους ὡς ἐλευθέρου Κράτους, ἐλήφθη ἐπίσης πρόνοια περὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀμέσως ἐν ἀρχῇ αὕτη ἐτάχθη ὡς μία τῶν τριῶν ἐξουσιῶν ἐν τῷ Κράτει, καὶ πάντοτε ἐθεωρήθη σεβαστή· ἡ δὲ προηγουμένη Βασιλεία, ἐὰν κατέλιπέ τι καὶ ἄλλο ἡμῖν, κατέλιπε καὶ τὴν ἀγαθωτάτην φήμην περὶ τῆς καλῆς ἐπὶ τῆς τριακονταετίας ἐκείνης ἐνασκήσεως τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ἐθεσμοθετήθη νὰ περιβληθῇ ὁ κλάδος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν διὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις ἐξασφαλίζει αὐτοῖς πλήρη τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὸ ὕψος τῆς θέσεως αὐτῶν, ἀποτρέπει δὲ οἱονδήποτε πολιτικὸν ἐπηρεασμόν. Καὶ ἄλλα νομοθετήματα μετὰ ταῦτα εἰσήχθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν, ἀποβλέποντα πάντοτε εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ θεσμοῦ. Ὁμιλῶ δὲ μόνον περὶ τῆς δικαιοσύνης ταύτης, τοῦ κυρίου κλάδου, διότι δικαιοσύνης καὶ ἄλλοι ὑπάρχουσι κλάδοι· δικαιοσύνην ἀπονέμει πᾶς ὑπάλληλος, πᾶν γραφεῖον σήμερον· καὶ ὁ Νομάρχης, καὶ ὁ Ταμίας, καὶ ὁ Ἔφορος, καὶ ὁ Δήμαρχος δικαιοσύνην ἀπονέμουσι· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τῶν Δικαστηρίων, τῆς ὑψηλοτέρας καὶ ἐπισημοτέρας. Ἀλλ’ οὐχὶ πάντοτε ἐπετεύχθη ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς πρὸς ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης· πολλάκις δὲ καὶ διά τινων νομοθετημάτων καθειλκύσθη, οὕτως εἰπεῖν, καὶ κατεβιβάσθη ἡ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ ὕψους αὐτῆς, πρὸ πάντων ἐκ τῆς σεμνότητος καὶ ἀνεξαρτησίας, εἰς ἣν πρέπει κυριώτατα νὰ ἵσταται. Ταχύτατον βλέμμα θὰ ῥίψω ἐπὶ τῶν διαφόρων βαθμίδων τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὴ ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις. Παρενθετικῶς δὲ θὰ μνημονεύσω, ὅτι νόμος τις, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1887, ἂν μὴ πλανῶμαι, περὶ ἀμεταθέτου ἐπὶ διετίαν τῶν δικαστῶν καὶ περὶ ἰσοχρόνου μονιμότητος τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων τῶν ἀνακριτῶν, δὲν ἐπήνεγκε τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προετίθετο, διότι, ἐνῷ φαινομενικῶς οἱ μὲν Πρωτοδίκαι μένουσιν ἀμετάθετοι, οἱ δ’ ἀνακριταὶ διατηροῦσι τὴν ἰδιότητα ταύτην ἐπὶ μίαν διετίαν, ὁ νόμος ἀφῆκε μίαν θύραν, ἀρκετὰ εὐρεῖαν, ἥτις καθιστᾷ τὴν ἐξαίρεσιν κανόνα· διότι δι’ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, βεβαιουμένης δι’ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς, κατὰ τὸν νόμον, καὶ τὸν ἀνακριτὴν ν’ ἀπαλλάξῃ τῶν καθηκόντων του καὶ τὸν δικαστὴν νὰ μεταθέσῃ. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἀπαιτῆται μεγάλη δυσκολία, διὰ ν’ ἀποκτηθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Ἀναγνωστόπουλος πολλάκις ἔκαμε λόγον περὶ τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ ἀνακριτοῦ κ. Κοκκώνη, δικαστοῦ ἱκανωτάτου καὶ ἀξίου πάσης τιμῆς, ὡς γνωρίζω, (διότι ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συνδέωμαι μετ’ αὐτοῦ διὰ φιλίας) καὶ παρεκάλεσε νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως, δι’ ἧς προτείνεται ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτοῦ ἀπὸ ἀνακριτοῦ, ἐνῷ ἀρτίως ἐξεφράσθη αὐτῷ ἡ εὐαρέσκεια καὶ τοῦ περιοδεύοντος ἐπιθεωρητοῦ κ. Καρατζᾶ καὶ ἡ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ προφορικῶς, ὡς γινώσκω, κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Γραβιᾶς.
§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἔλειπεν ἡ διάταξις αὕτη, ἢ ἐὰν ἀντεκαθίστατο δι’ ἄλλης, ἐὰν π. χ. ὡρίζετο, τὴν πρότασιν περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπαλλαγῆς νὰ ὑποβάλλῃ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Πρωτοδικείου, τότε θὰ ἐθεωρεῖτό πως ἐξησφαλισμένη ἡ τοιαύτη ἐνέργεια. Τοῦτο εἶπον, ὅλως διόλου παρενθετικῶς, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν ἐπέτυχε.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐμελετήσατε τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθεσα, τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Ῥάλλη, περὶ τῶν γενομένων ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου μεταθέσεων;
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ εὑρίσκετε μετὰ τὴν μελέτην ταύτην, ὅτι δικαιολογεῖσθε, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα ὁ νόμος οὗτος;
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, βλέπετε, ἀναφέρω ὡρισμένον παράδειγμα.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω ἕτερον παράδειγμα· ὁ ἀνακριτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, ὁμώνυμος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ συγγενής μου, μετετέθη ἄνευ λόγου.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν ἐκτίμησίν σας, ἄνευ λόγου· ἀλλὰ πῶς ἀποφαίνεσθε, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε;
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἐκθέσητε τοὺς λόγους, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πολὺ εὐκόλως.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο ἦτο ὅλως διόλου παρενθετικὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτό. Σπουδαιότατος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, καταβιβάζεται καὶ κλονίζεται ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην, ἢ μᾶλλον συσκοτίζεται ἡ αἴγλη, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ περιβάλληται αὕτη, εἶναι ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἑδρεύει. Τὰ δικαστικὰ καταστήματα ἐν Ἑλλάδι ὑπερβαίνουσι κατὰ τὴν ποιότητα, ἴσως καὶ τὴν ῥυπαρότητα, καὶ κατ’ ἄλλο τι ἔτι, ὅλα τὰ λοιπὰ δημόσια καταστήματα, τὰ μὴ διακρινόμενα βεβαίως ἐπὶ καινότητι καὶ ἀξιοπρεπεῖ διακοσμήσει. Τὰ καταστήματα τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων ἐν Ἑλλάδι, πλὴν ἴσως τῶν τῆς Κερκύρας, εἰσὶ πάντα ἐρείπια. Γνωρίζω δικαστάς τινας Πρωτοδίκας, οἵτινες, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, διὰ νὰ δικάσωσι, νὰ ἐνασκήσωσι τὸ σπουδαιότατον, τὸ ὑψηλότατον ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον περιβάλλονται, ἀντὶ τῆς μεγαλοπρεποῦς τηβέννου, τὴν ὁποίαν περιεβάλλοντο ἄλλοτε οἱ δικασταὶ καὶ ἣν εἴς τινα Κράτη περιβάλλονται ἔτι καὶ νῦν οἱ δικασταί, φέρουσι τὸ παλαιότερον τῶν ἐνδυμάτων των, καὶ δικαίως, διότι θὰ ῥυπάνωσι καὶ φθείρωσι τὰ καινουργῆ. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐπηρεάζει καθ’ ὅλου τὴν περὶ δικαιοσύνης γνώμην καὶ πεποίθησιν τοῦ κόσμου ἡ κατάστασις αὕτη. Δὲν εἶναι δυστυχῶς μυστικὸν, οὔτε ἄγνωστον εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ ψευδορκία ἀπό τινος κατέστη ἐν τῷ τόπῳ νόσος ἐπιδημική· ἡ ἀνταλλαγὴ ὅρκων μεταξὺ δύο διαδίκων εἶναι εἴς τινας τόπους πρᾶγμα σύνηθες. Ὁ προσερχόμενος νὰ δώσῃ ψευδῆ ὅρκον, ἐὰν εἰσήρχετο εἰς μεγαλοπρεπὲς, σχετικῶς, δικαστικὸν κατάστημα, ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν διὰ τῆς καλῆς αὐτοῦ καταστάσεως, διὰ τῆς καινουργότητος τῶν ἐπίπλων, καὶ τοῦ ὅλου διακόσμου, ἴσως θὰ ἐτροποποίει τὰς προθέσεις, μὲ τὰς ὁποίας προσέρχεται εἰς τὸ Δικαστήριον διὰ νὰ ψευδορκήσῃ, ἴσως ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ πράξῃ, δὲν ἁρμόζει εἰς τὸν ναὸν, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθεν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπῃ τὰ πάντα κεκονιαμένα, ἐφθαρμένα, ποταπὰ, ὡς τὴν συνείδησίν του κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, δὲν δυσκολεύεται νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει περὶ τῆς περιουσίας, περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, περὶ τῆς ζωῆς ἔτι τοῦ πολίτου κατ’ ἐκείνην τὴν δίκην. Θὰ ἠδύνατο δὲ ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ δι’ ἐκτάκτου τινὸς δαπάνης, ἀλλὰ μάλιστα καὶ δι’ οἰκονομίας ποσοῦ τινος, ἀνθ’ ὅσων πληρόνει νῦν δι’ ἐνοίκια καταστημάτων, ν’ ἀνεγείρῃ βαθμηδὸν καταστήματα δικαστικὰ εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τέλους δὲ εἰς ὅλας, ἄξια τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς τῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα ἐξωτερικώτερον. Ἄλλος δὲ λόγος, οὐχ ἧττον σπουδαῖος καὶ σοβαρὸς, εἶναι τὸ μισθολόγιον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, ὁμολογεῖται παρὰ πάντων σήμερον, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκές. Οἱ μισθοί, οἱ ὁποῖοι ἐπληρόνοντο πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, ὅτε ἐθεωροῦντο ἐπαρκεῖς, ἴσως δὲ καὶ δαψιλεῖς, οἱ μισθοὶ οὗτοι δὲν ἀρκοῦσι σήμερον, ὑπὸ τοὺς νέους ὅρους, ὑφ’ οὓς ζῶμεν. Προκειμένου περὶ προτάσεως τοιαύτης, ν’ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστικῶν καὶ οἱωνδήποτε ἄλλων, βεβαίως προσκρούομεν ἀμέσως εἰς τὸ ἀμετάτρεπτον σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα αὐτῆς. «Δὲν δυνάμεθα,» θ’ ἀκούσητε ἀμέσως, «νὰ ποιήσωμεν οὐδεμίαν προσθήκην δαπάνης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ!» Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω τόσον σπουδαίαν τὴν δαπάνην ταύτην, ὥστε δὲν ὀκνῶ νὰ ποιήσω κατωτέρω καὶ πρότασίν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαιότατα πᾶς δημόσιος λειτουργὸς πρέπει νὰ βιοῖ ἀξιοπρεπῶς, καὶ διὰ τοῦ παραστήματος τῆς περιβολῆς καὶ τῆς ὅλης διαίτης του νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν κοινωνίαν· περισσότερον ὅμως πρέπει νὰ βιοῖ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς, εἰς τὸν ὁποῖον τόσα εἶναι ἀνατεθειμένα ὕψιστα συμφέροντα τῶν ἀτόμων, τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ βίου αὑτοῦ πρέπει νὰ γίνηται παράδειγμα τοῖς πᾶσι. Περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων δὲν κρίνω πρόσφορον τὴν στιγμὴν νὰ κάμω λόγον· ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, κατ’ ἐξαίρεσιν, θὰ ἠδυνάμην νὰ προτείνω τοῦτο, καὶ συγχρόνως νὰ συνοδεύσω αὐτὸ μὲ νέαν πρότασιν: Ἐὰν ἐπιβαρύνηται ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῆς δαπάνης πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἰμὶ πρόθυμο, παρ’ ὅλην τὴν ὑπάρχουσαν στενοχωρίαν ἐν τῷ τόπῳ, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ σκιαγραφήσω ἐντεῦθεν, νὰ ψηφίσω νέον τινὰ φόρον, προωρισμένον πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ πολῖται, οἱ πληρώσαντες τοιοῦτόν τινα φόρον, θέλουσιν ἀπολαύσει αὐτὸν πολλαπλάσιον ἕκαστος διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ζωῆς του, τῆς περιουσίας του, τῆς βιομηχανίας του ὁ βιομήχανος, τοῦ ἐμπορίου του ὁ ἔμπορος, τῶν ἐκ τῆς γῆς προϊόντων του ὁ γεωπόνος. Τὴν πληρωμὴν τοιούτου φόρου θεωρῶ προσοδοφόρον μάλιστα, οὐχὶ δ’ ἐπιβαρυντικήν. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι βεβαίως ζῶσι μετὰ στενοχωρίας διὰ τῶν μισθῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπονέμονται σήμερον· ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι οἱ διοικητικοί, οἱ οἰκονομικοί, οἱ τελωνιακοὶ κλπ., εἰσελθόντες εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, εἰσῆλθον μισθοδοτούμενοι ἐκ τῶν κατωτέρων θέσεων, ἐξ ὧν προήχθησαν εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας σήμερον κατέχουσιν· ἀλλ’ οἱ δικαστικοί, οἱ εἰσελθόντες ὡς ἐπιστήμονες, οἱ δαπανήσαντες τοσαῦτα ἔτη πρὸς ἐγκυκλοπαιδικὰς σπουδὰς, πενταετίαν τοὐλάχιστον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἓν ἔτος μέχρις οὗ λάβωσι τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγόρου, δύο ἔτη ἐξασκοῦντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἄνευ βεβαίως ἀπολαυῶν, διότι ὀλίγον ἐπέδωκαν εἰς αὐτὸ, προτιθέμενοι νὰ ὑποστῶσι τὰς δικαστικὰς ἐξετάσεις, οἱ δικαστικοὶ οὗτοι ὑπάλληλοι κατέβαλον καὶ κεφάλαια ἰδιαίτερα, ἵνα γίνωσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ εἰς τούτους ὀφείλεται μία συνδρομὴ ἰδιαιτέρα τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἄλλως καταδαπανῶνται καὶ εἰς ἀγορὰν συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῶν ἐπαγγέλματος. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη πρόνοια δὲν ἐλήφθη, δύναται ὅμως νὰ ληφθῇ νῦν. Ἠδυνάμην νὰ μὴ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις σήμερον, ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ πράττω τοῦτο σήμερον, διότι ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ λάβῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψει καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀναγράψῃ τὴν μικρὰν ταύτην δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἔχομεν, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, 140 Πρωτοδίκας, 22 Προέδρους καὶ 40 Ἀντεισαγγελεῖς καὶ Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 44 Ἐφέτας, 5 Προέδρους καὶ 8 Ἀντεισαγγελεῖς καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, Ἀρεοπαγίτας δὲ μετὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως καὶ Εἰσαγγελέως 17, ἤτοι ἐν ὅλῳ 276 πρόσωπα· ἐὰν αὐξηθῇ ὁ μισθὸς ὅλων τούτων κατὰ δραχ. 100 μηνιαίως, θὰ προστεθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δαπάνη 332,400 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ πεποιθήσει αὑτοῦ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος αὑτοῦ, φρονεῖ, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα. Ἐὰν ἔχῃ περίσσευμα, αἱ 332,000 αὗται δραχμαὶ ἂς δοθῶσιν ἐκ τοῦ περισσεύματος. Ἐὰν ἔχῃ μόνον ἰσοζύγιον, ἂς ὑποστῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἔλλειμμα κατὰ 332,000 δραχμὰς, ἐὰν αὗται πρόκηται νὰ διατεθῶσι πρὸς τὸν σπουδαιότατον τοῦτον σκοπόν. Ἐὰν ὅμως τὸ ἔλλειμμα, ὡς οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἰσχυρίσθησαν, εἶναι 10,000,000, ἢ 12,000,000, ἢ 13,000,000, ἢ 17,000,000, τότε εἰς τὸ πολὺ, εἰς τὸ μέγα τοῦτο ἔλλειμμα ἐλαχίστην θὰ ἐνεποίει διαφορὰν ἡ ἐπὶ πλέον προσθήκη ἐλλείμματος 332,000 δραχμῶν.
§44ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Περὶ τῶν Εἰρηνοδικῶν δὲν εἴπετε τίποτε.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Εἰρηνοδίκαι, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀμείβονται ὁπωσοῦν καλῶς, καὶ ἡ κοινωνική των δὲ θέσις, καὶ οἱ τόποι, εἰς οὓς βιοῦσι, συντρέχουσιν, ὥστε σχεδὸν νὰ ἐπαρκῇ ὁ μισθός των. Ἐν τούτοις ἀποδέχομαι προθύμως τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου· καὶ περὶ αὐτῶν λοιπὸν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα, ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἀποφασίσει νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτο μέτρον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω γενικῶς περὶ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Φρονῶ, ὅτι ἡ αὔξησις 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς τοὺς σημερινοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἤθελε θέσει αὐτοὺς εἰς ἄλλην περιωπὴν, ἤθελεν ἐξαγάγει αὐτοὺς ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται, καὶ ἤθελον ἀφοσιωθῆ περισσότερον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των. Περὶ τῶν ἄλλων Δικαστηρίων οὐδὲν ἔχει τις νὰ παρατηρήσῃ· μόνον ὡς πρὸς τὰ Ἐφετεῖα θεωρῶ, ὅτι ἡ περιφέρεια τινῶν τούτων εἶναι ἄνισος· τὸ Ἐφετεῖον π. χ. Πατρῶν ἔχει παραπολὺ μεγάλην περιφέρειαν, ἔχει τὰ Πρωτοδικεῖα Μεσολογγίου (εἰς ὃ ὑπάγονται τόσαι ἐπαρχίαι), Πύργου, Λευκάδος, Ζακύνθου καὶ Πατρῶν· ἐνῷ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἔχει πολὺ μικροτέραν περιφέρειαν. Καὶ ἐνῷ εἰς τὸ μὲν ὑπάρχει πληθώρα ἐργασίας, κωλύουσα τὴν ὁμαλὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, εἰς τὸ ἕτερον ὑπάρχει σχεδὸν περίσσεια χρόνου· δύναταί τις δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀφεύκτως πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ Πρωτοδικεῖα Ζακύνθου καὶ Λευκάδος εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, διότι τοῦτο ἤθελε συντελέσει, πλὴν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῆς ἐργασίας, καὶ εἰς τὴν καλλιτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὑπαρχόντων ἐν Κερκύρᾳ δικαστῶν, οἵτινες καταγίνονται ἀποκλειστικώτερον εἰς τὴν μελέτην τῆς Ἰονίου νομοθεσίας, καὶ ἤθελεν ἐξασφαλισθῆ ἐπαρκέστερον ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τὸν λόγον τῆς μικρότητος καὶ γλισχρότητος τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὑφίσταται καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος σπουδαιότατον κλονισμόν. Ἡ μισθοδοσία τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἀναγράφεται εἰς δραχμὰς 450, πράγματι δὲ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 402 ἢ 403 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν κρατήσεων καὶ τοῦ χαρτοσήμου. Πᾶς Ἀρεοπαγίτης λίαν εὐχαρίστως προσβλέπει εἰς τὰς θέσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων, αἱ ὁποῖαι ἐσχάτως ἱδρύθησαν, τὸ μὲν ἕνεκα τῆς ἀμέσου αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας του εἰς δραχμὰς 700, ὅσας λαμβάνει ὁ Νομικὸς Σύμβουλος, τὸ δὲ χάριν τοῦ ἐμμέσου ὠφελήματος τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεώς του, συνεπείᾳ τῆς ὑπηρεσίας τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, ὅταν τυχὸν καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἤθελον συντρέχει εἰς τοῦτο. Ἀποβλέπει λοιπὸν δικαίως εἰς τὴν θέσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου ἕκαστος Ἀρεοπαγίτης, γινόμενος δὲ τοιοῦτος, διανύει μίαν πενταετίαν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας εἰργάσθη εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀποσύρεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, λαμβάνων σύνταξιν ἀνωτέραν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρεοπαγίτου, καὶ ὡς δικηγόρος ἀπολαύων μικρᾶς ὠφελείας ἢ καὶ μεγάλης. Ἀρεοπαγῖται ἄλλοι τότε καλοῦνται ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐτὸν, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ὑφίσταται διαρκῆ ἐναλλαγὴν προσώπων, καὶ οὕτω δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἀνώτατον καὶ τιμιώτατον τοῦτο Δικαστήριον τῆς ἑνοποιήσεως τῆς νομολογίας· διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐν τῷ νόμῳ μόνον ἀναγραφὴ τοῦ σκοποῦ τούτου, ἀλλὰ πρέπει διὰ τῆς ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπάρξεως τῶν αὐτῶν προσώπων νὰ γένηται πραγματικὴ ἡ ἐπικράτησις μιᾶς γνώμης. Αὔξησις δὲ οὐχὶ μόνον 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἀλλὰ καὶ πολλῷ γενναιοτέρα ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν 15 μόλις Ἀρεοπαγιτῶν μας ἤθελεν εἶναι σπουδαιοτάτη ὠφέλεια εἰς τὴν καθόλου δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, κύριοι συνάδελφοι, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν· περαίνων δὲ τὸν λόγον, προτείνω καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀναγραφήν, ἐὰν μὴ ποσοῦ τινος πρὸς ταχίστην κατασκευὴν δικαστικῶν καταστημάτων, ὅπερ καὶ ἐγὼ δὲν θεωρῶ τοσοῦτον εὐχερές, τὴν ἀναγραφὴν ὅμως ποσοῦ τινος πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ ὅλων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀπὸ τῶν Ἀντεισαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἄνω, ἀπὸ τῶν Εἰρηνοδικῶν αὐτῶν, κατὰ 100 δραχ. μηνιαίως. Τὴν καλὴν δικαιοσύνην ἐν τῷ τόπῳ, τὴν ποινικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἀναντιῤῥήτως ἡ βελτίωσις τῶν πάντων· βελτίωσις ἐν τῇ διοικήσει, βελτίωσις ἐν τῷ ἐμπορίῳ, βελτίωσις ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, βελτίωσις ἐν τῇ γεωργίᾳ καὶ τῇ ἐξασκήσει ὅλων τῶν ἄλλων παραγωγικῶν ἔργων ἐν τῷ τόπῳ, ἑπομένως καὶ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς γενικῆς βελτιώσεως, διὰ τῆς γενικῆς εὐμαρείας. Τὴν δαπάνην λοιπόν, ἣν προτείνω, θεωρῶ οὐχὶ μόνον ὡς συντελεστικωτάτην ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν καθαρῶς οἰκονομικὴν συμφέρουσαν καὶ προσοδοφόρον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. (Ἀναγινώσκει): Κεφάλαιον Αʹ. Ἄμεσοι φόροι. Ἄρθρον 1. Ἔγγειοι φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 περὶ ἐγγείων φόρων θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, καθόσον νομίζω, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας, καθὼς καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἔσοδον, δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὴν ἰσότητα τῆς φορολογίας, οὔτε μὲ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὅτε πρὸ 9, νομίζω, ἐτῶν ἀπεφασίσθη ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀπεδέξατο τὴν πρότασιν ταύτην, παρεδέχθη δὲ τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπέναντι διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα τότε ὑπεβλήθησαν. Τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατεκρίθη τότε, ὡς μέσον ἀκατάλληλον, καὶ λόγῳ ἀνισότητος καὶ λόγῳ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελε φέρει. Ἡ ἀνισότης ἀπεδείχθη ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, τὸ δὲ μικρὸν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη διὰ τοῦ συστήματος τούτου, βεβαίως κατέστησεν ἀπ’ ἀρχῆς ἀναγκαίαν καὶ ἐπιβεβλημένην τὴν σκέψιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ τοιούτου συστήματος· ἀλλ’ ἀφότου ἡ Θεσσαλία προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, νομίζω, ὅτι κατέστη ἀπαραίτητος ἡ μεταβολὴ αὐτοῦ. Τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, εἰμὴ νὰ φορολογῇ τὴν μικρὰν γεωργικὴν τάξιν, τὴν δὲ μεγάλην ἰδιοκτησίαν τὴν ἀφίνει ἀφορολόγητον. Προκειμένου νὰ φορολογηθῇ ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὺς ἀροτριῶντας βόας, νὰ φορολογηθῇ, ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὸ ὄργανον, ἡ φορολογία περιορίζεται εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὴν ἐργασίαν αὐτήν, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ὀργάνου, ἡ δὲ παραγωγὴ εἶναι ἐλευθέρα πάσης φορολογίας. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ μὲν παραγωγὴ εἶναι ἐκ δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἐπὶ μεγάλων ἐκτάσεων, ἡ δὲ καλλιέργεια περιορίζεται εἰς χεῖρας τῶν γεωργῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας. Ἐὰν εἴχομεν τὸ σύστημα τὸ στρεμματικόν, ἤθελον ὅλοι αὐτοὶ φορολογηθῆ, οἱ δὲ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἤθελον πληρώσει φόρον, ἀνάλογον τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, καὶ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν ἤθελεν ἀνέρχεσθαι εἰς ὀκτὼ καὶ ἐννέα ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ τάξις τῶν φορολογουμένων φορολογεῖται τόσον βαρέως, ἀφοῦ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὁ Προϋπολογισμὸς ἀπὸ 40 καὶ 45 ἑκατομμυρίων νὰ ἀναβῇ εἰς 90 καὶ 95 ἑκατομμύρια, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως τὸ μέρος τοῦτο τῆς φορολογίας τροποποιηθῇ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι διὰ τὸ μέλλον ὑπ’ ὄψει. Νομίζω, ὅτι τὸ στρεμματικὸν σύστημα ἤθελεν εἶσθαι τὸ καταλληλότερον, δικαιότερον καὶ τὸ μᾶλλον παραγωγικὸν διὰ τὸ Κράτος.
§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν θέμα ἄλλο ἀξιολογώτερον καὶ ὑψηλότερον προὐβλήθη. Ἀφοῦ ἡ ὅλη ἔρευνα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους περιωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν καταστίχωσιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐσόδων, ἀπεκρυσταλλωμένην ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ μόνον κατὰ τοῦτο μεταβαλλομένην, καθ’ ὅσον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνονται τὰ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἑκατομμύρια· ἀφοῦ, λέγω, οὐδεμία ἄλλη συζήτησις ἐγένετο οὔτε περὶ γενικῶν μέτρων, ληπτέων πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου, οὐδὲ περὶ συστήματος βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς καὶ αὐξήσεως οὕτω καὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀφοῦ οὔτε περὶ προαγωγῆς τῆς γεωργίας, φθινούσης ὁσημέραι, ἐπὶ μεγίστῃ δυστυχίᾳ τῆς εὐρείας κοινωνικῆς βάσεως, ἥτις εἶναι ἡ τάξις τῶν γεωργῶν, οὐδὲν προὐτάθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέτρον. Ἀφοῦ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος οὐδὲ περὶ βελτιώσεως τῆς κτηνοτροφίας, εἰς ἣν πρὸ πάντων ἔδει νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις, μέχρις οὗ μεταβληθῇ εἰς ὑπόστεγον ἡ βάρβαρος σήμερον νομαδικὴ καὶ πλάνης κτηνοτροφία, ἐξ ἧς ἐλάχιστα πορίζεται ὁ ἐν ἡμιαγρίᾳ στολῇ καὶ διαίτῃ ταλαιπωρούμενος ποιμαντικὸς πληθυσμός. Ἀφοῦ οὐδὲν ἄλλο προὐβλήθη οἰκονομολογικὸν ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, σχέσιν ἔχον πρὸς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς ναυτιλίας καὶ τῶν ἄλλων πηγῶν, ἀφ’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ δυνάμεις ἡ ἐν μαρασμῷ κοινωνικὴ ζωή, καὶ νὰ αὐξηθῇ καὶ ὁ δημόσιος πλοῦτος,—διότι ταῦτα κυρίως ὀνομάζονται ζητήματα οἰκονομολογικὰ, ἄξια τῆς Βουλῆς.— Ἀφοῦ δὲν διϊστάμεθα, ἀφοῦ δὲν ἀνταγωνιζόμεθα ἐν τῇ εὑρέσει τῶν μέσων τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς αἱ δύο πτέρυγες, παρὰ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ φορτώσωμεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ λαοῦ, περὶ δὲ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, ἂν ὁ λαὸς ἦναι πλούσιος ἢ πτωχός, διχογνωμοῦμεν, τοῦ μὲν Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζομένου ἀπὸ δεκάδος ἐτῶν ἤδη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πλούσιος, καὶ ὅτι κρύπτει ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος ἐν τοῖς σπλάγχνοις αὐτῆς, ὡς ἡ παρθένος γῆ τῆς Βρασιλίας, ἀμύθητον πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ὁ γεωργὸς διὰ τῆς ἀξίνης του δύναται νὰ ἀνασκάπτῃ· ἡμεῖς δὲ ἀντισχυριζόμεθα, λέγοντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πτωχὸς καὶ ὅτι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις, καὶ ἰδίως ἡ ἀκόλαστος τοῦ Πρωθυπουργοῦ οἰκονομικὴ πολιτική, ἐπέῤῥιψαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ, εἶναι δυσβάστακτα, δὲν ἀπομένει πλέον ἄλλη συζήτησις, παρὰ ἡ συζήτησις τῶν ἀριθμῶν, καὶ περὶ ταύτην διατρίβομεν ἀπὸ πολλοῦ, μάτην ἐλέγχοντες τὰς ἐκ προμελέτης ἀνακριβείας διὰ τῶν ἀληθῶν ἀριθμῶν καὶ διὰ τῶν πραγμάτων. Προκειμένου περὶ τοῦ καθορισμοῦ σήμερον τῶν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῶν πολυπληθεστέρων τάξεων ἐπιτεθησομένων ἀμέσων φόρων, νομίζω, ὅτι πάντες ἔχομεν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ὑψώσωμεν φωνήν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν οἱ φόροι οὗτοι ἦναι ἴσοι, ἦναι δίκαιοι ἦναι ἀνάλογοι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις· καὶ ἂν ἡ ἄδικος φορολογία, ἡ ἐπὶ τῶν πολυπληθεστέρων καὶ ἀπορωτέρων τάξεων τοῦ λαοῦ, ἐπιβαλλομένη, ἦναι τόσον μεγάλη, ὥστε κατέστησε κατὰ πάντα λόγον αὐτὸν εἵλωτα καὶ ὀφειλέτην βαρῶν, δυστυχῶς ἀναποτίτων καὶ μετ’ ἀδυσώπητον καταδίωξιν. Τοῦθ’ ὅπερ μόνοι οἱ περὶ τὰ τῆς φορολογίας ἐπιμελῶς διατρίβοντες δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσιν ἐν δικαιοσύνῃ καὶ μετά τινος συμπαθείας. Ἐνῷ οἱ ξένοι πρὸς τὸν τόπον καὶ ἀπὸ τῶν βιβλίων καὶ τῶν στατιστικῶν ἄλλων χωρῶν κρίνοντες ἐξηλέγχθησαν ἀπατώμενοι καὶ ἥκιστα ἀκριβεῖς ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς αὐτῶν. Τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὡς ἀναγράφονται ἐν τοῖς πίναξι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡρίσθησαν εἰς 96,000,000 περίπου· ἀλλ’ ἐκ τῶν 96,000,000 τούτων τὰ 75,000,000, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βαρύνουσι πάσας τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ταῦτα τὰ 74 ἢ 75 ἑκατομμύρια (διότι τὰ ἄλλα ἔσοδα προέρχονται οὐχὶ ἐκ φόρων πληρονομένων παρὰ τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ κτημάτων δημοσίων καὶ ἄλλων δημοσίων ἐσόδων,) βαρύνουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἰδίως δὲ βαρύνουσι κατὰ γενικὸν λόγον τὰς τάξεις τοῦ πτωχοῦ λαοῦ μᾶλλον οἱ ἄμεσοι ἢ οἱ ἔμμεσοι φόροι. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ θέματος, τίνες φόροι ἁρμόζουσι μᾶλλον καὶ εἶναι ἀνεκτικώτεροι παρ’ ἡμῖν, οἱ ἄμεσοι ἢ οἱ ἔμμεσοι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ὑπὸ τῶν οἰκονομολόγων, πανταχοῦ δ’ ἐπεκράτησε καὶ εὐλόγως ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι οἱ βαρύτεροι, οἱ ἀμέσως ἐπιβαλλόμενοι εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ παρεμποδίζοντες τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν τῶν πόρων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν παρ’ ἄλλαις Ἐπικρατείαις οἱ ἄμεσοι φόροι τοιοῦτον φέρωσι χαρακτῆρα, καὶ διὰ τῶν νομοθεσιῶν των κατὰ μικρὸν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ὅσον αἱ περιστάσεις ἑκάστου λαοῦ καὶ ἑκάστου Κράτους ἐπιτρέπουσιν, ἀπὸ ἀμέσων μεταβάλλονται εἰς ἐμμέσους, ἄν, λέγω, οἱ ἄμεσοι φόροι κρίνωνται ὡς ἄχθος βαρύτατον καὶ κώλυμα τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς κοινωνικῆς προόδου, ἂν κρίνωνται ὡς θεσμὸς βάρβαρος κατὰ τὸ πλεῖστον, βεβαίως παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς ἐπιβαλλόμενοι, εἰσὶν ὀλεθριώτατοι. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι οἱ ἄμεσοι φόροι ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὁρίζονται εἰς 7% μόνον, ἢ εἰς 8% τὸ πολὺ, ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· ἂν ὁ χωρικὸς δηλονότι ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἀμπέλου του, ἢ τοῦ ἀγροῦ του, ἢ τῆς ἰδιοκτησίας του, ἑκατὸν δραχμὰς, ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ εἰς τὸ Κράτος, πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἐπὶ καθαροῦ εἰσοδήματος· ἀφαιρουμένων τῶν τόκων τοῦ κεφαλαίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἰδιοκτήτης τῆς ἀμπέλου ἢ τοῦ ἀγροῦ, ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου ὁρίζεται τὸ ποσὸν 8%. Ἂν, λέγω, λοιπὸν εἰς ἐκεῖνα τὰ Ἔθνη θεωρῆται σκληρὸς καὶ βαρὺς ὁ ἄμεσος φόρος, καὶ φροντίζωσιν αἱ Κυβερνήσεις διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀνταλλάξωσιν αὐτοὺς, μεταβάλλοντες εἰς ἐμμέσους, τί νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ δυστυχοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον φορολογοῦμεν, οὐχὶ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς; Εἶναι μάλιστα φόροι τινὲς ἄμεσοι, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦσι τόσον σκληρῶς τὸν πολίτην, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἂν ἀφήσωσιν ἑκατοστημόριόν τι ἐκ τῆς παραγωγῆς εἰς τὸν παραγωγόν. Ὑπάρχουσι διαμερίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, —καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι λέγω ὑπερβολὴν,— κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν ἀφίνει εἰς τὸν καλλιεργητὴν οὐδ’ ὀβολὸν, ἀλλ’ ἐργάζεται οὗτος ἁπλῶς διὰ νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους· τοιαύτη δὲ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἀναλογία τῶν ἀμέσων φόρων παρ’ ἡμῖν, ὁριζομένων ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς, καὶ ἐκ τούτου προέρχεται λεληθότως ἡ ἀνεξήγητος πενία τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, μεθ’ ὅλην τὴν λιτότητα καὶ τὴν παροιμιώδη φιλοπονίαν του. Εἷς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς παρετήρησε, βαρύνει τὰς πτωχοτέρας καὶ ἀπορωτέρας τάξεις, εἶναι ὁ τασσόμενος πρῶτος, καὶ τὴν προμετωπίδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ κοσμῶν. Εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρος Αἰγυπτιακὸς, βαρβαρότατος, ὁ ὁποῖος οὐδένα λόγον ἔχει, νὰ λειτουργῇ ἐν Ἑλληνικαῖς χώραις. Διότι, ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὴν παραγωγὴν τὴν καθαρὰν, ἀντὶ νὰ φορολογῇ τὴν γῆν τὴν παράγουσαν, φορολογεῖ τὸ ὄργανον τῆς καλλιεργείας. Οὗτος ὁ φόρος, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ χαρακτηρισθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ὁ φόρος τῆς Αἰγύπτου, ὁ λεγόμενος Ἀχούρ, τὸν ὁποῖον οἱ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου ἐπέβαλλον εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς γῆς. Βεβαίως ὑπῆρξε μέγα εὐεργέτημα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν γεωργίαν ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, καθόσον ἀπήλλαξεν αὐτὴν ἀπὸ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν χωροφυλάκων· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἑτέρα πληγὴ ἐπεφυλάσσετο αὐτῇ, καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἀπορωτάτας τάξεις, τοῦ νὰ φορολογῶνται οἱ βόες. Εἰς τοσοῦτον δὲ βαθμὸν κατὰ βάσιν τῆς ἀναλογίας, καθ’ ἣν ἐτάχθη, ἐκορυφώθη ἡ ἐξ αὐτοῦ κατάθλιψις, ὥστε συνέβη (καὶ συνέβη εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν) ὁλόκληρα χωρία, ἀπὸ δύο ἐτῶν ἤδη, νὰ μὴ ἀφήσωσιν οὐδένα βόα. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ χωρίον Μελίσσι—ὅσοι διέβητε ἐκεῖθεν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, βεβαίως θὰ διήλθετε ἀπὸ τὴν ὡραίαν ἐκείνην κώμην, τὴν κατάφυτον, τῆς παραλίας τῆς Σικυῶνος, ἡ ὁποία προξενεῖ βεβαίως τόσον εὐφρόσυνον ἐντύπωσιν πρὸς τὸν διαβάτην, διὰ τὴν χλοάζουσαν ἐκ τῶν φυτειῶν, καὶ ἰδίως τῆς σταφιδαμπέλου καὶ τῆς ἀμπέλου, γῆν,—σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ ὡραίου τούτου χωρίου, χωρὶς νὰ φοβῶμαι νὰ μὲ διαψεύσητε, εἰς τοιαύτην ἀπόγνωσιν περιῆλθον ἐκ τοῦ βαρυτάτου φόρου, ὥστε ἐπώλησαν πάντας τοὺς βόας αὐτῶν, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μέχρι τοῦ 1886, ἕκαστος βοῦς ἐφορολογεῖτο διὰ 70–80 δραχμῶν ὁμοῦ μετὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἂν εἶχέ τις δύο βόας, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ φόρον 40 δραχμάς. Ἐπροτίμησαν λοιπὸν νὰ πωλήσωσι τοὺς βόας καὶ σπείρωσιν, ἀτελέστατα καλλιεργοῦντες διὰ τῆς ἀξίνης, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τὴν βαρεῖαν ταύτην φορολογίαν τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς στατιστικῆς ὅμως, ὑποβεβλημένης εἰς τὴν Βουλὴν, δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μελισσίου προῆλθον, ἐμιμήθησαν καὶ ἄλλα διαμερίσματα τοῦ Κράτους, ἵνα ἀπαλλαχθῶσι τοῦ βαρυτάτου τούτου φόρου. Κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν στατιστικὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν φορολογουμένων ἀπὸ τοῦ 1880, παρατηρεῖ τις τὴν ἑξῆς ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε δύναται νὰ γίνῃ ἀντιληπτὴ ἡ παρατήρησις αὕτη· διότι κατὰ τὸ 1882 προσετέθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι καὶ ηὔξησεν ὁ ἀριθμός· ὥστε, ἐνῷ κατὰ τὸ 1882 ἠριθμοῦντο ἐν τῷ Βασιλείῳ 185,081 κτήνη, τὸ 1882 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 230,533. Ἀπὸ τοῦ 1882 ὅμως, μολονότι εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν κτηνῶν κατεβλήθησαν, ὡς γινώσκετε, μέτρα ἀδυσωπήτως αὐστηρὰ, ὥστε δὲν δύναται εὐλόγως νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν προέρχεται ἐξ ἀποκρύψεως τῶν φορολογουμένων, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου καὶ κατὰ τῶν ἀποκρυπτόντων τὰ ζῶα, κατέστησαν πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι δὲν δύναταί τις ν’ ἀποκρύψῃ τὰ ζῶά του. Ἐν τούτοις, ἐνῷ κατὰ τὸ 1882 ἠριθμοῦντο ἐν τῷ Βασιλείῳ 230,533 ἀροτῆρες βόες, ἔκτοτε ἄρχεται καταπίπτων ὁ ἀριθμὸς, καὶ κατὰ τὸ 1884 ἐλαττοῦνται εἰς 215,000· ἔτι μᾶλλον ἐλαττοῦνται τὸ 1885, εἰς 208,605, καὶ εἰς τὰ 1886 καταπίπτει ὁ ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν εἰς 201,668, τὸ δὲ 1887 ἔτι μᾶλλον εἰς 185,592, δηλονότι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887 30,000 ἀροτήρων κτηνῶν ἐξέλιπον ἀπὸ τῆς ἡμετέρας χώρας, ἐπὶ μεγίστῃ τῆς παραγωγῆς ζημίᾳ· διότι, ὡς γινώσκετε, 30,000 ἀροτῆρες ἀποτελοῦσι 15,000 ζεύγη γεωργικά. Ἂν δὲ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἕκαστον ζεῦγος δύναται κατὰ μέσον ὅρον νὰ ἀροτριᾷ 50 στρέμματα γῆς, πολλαπλασιάσητε δὲ ταῦτα τὰ πεντήκοντα στρέμματα πρὸς τὰ 15,000 ζεύγη βοῶν, τὰ ὁποῖα ἡ βαρεῖα καὶ ἄσπλαγχνος φορολογία ἀπεστέρησεν ἀπὸ τοὺς κατοίκους, θὰ ἔχητε ἓν μέγα ποσὸν γαιῶν ἀροσίμων, τὸ ὁποῖον ἐστερήθη τῆς ἐπιμελοῦς καλλιεργίας· διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις εὐλόγως, ὅτι ἡ ἔλλειψις, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτήρων βοῶν εἶναι τεκμήριον, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν ἐργαλεῖα καλλιεργείας τελειότερα, ἀροτριῶντα διὰ τοῦ ἀτμοῦ, εἴτε διὰ τῶν ἵππων, ὅτι ἐφηρμόσθησαν ἄλλαι τελειότεραι μέθοδοι, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐπικρατοῦσιν ἐν Εὐρώπῃ· οὐδ’ ὅτι ἀπεκτήσαμεν ἐν Ἑλλάδι καλλιέργειαν ἐπιμελεστέραν καὶ ἀκριβεστέραν, ἐνεργουμένην διὰ τῶν τελειοτέρων ὀργάνων· ἀλλὰ δυστυχῶς τῆς καλλιεργείας ἡ ποιότης ἐγένετο χείρων ἐκ τῆς ἐκλείψεως τῶν 30 χιλιάδων βοῶν. Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ ἡ ἀροτρίασις τῶν ἀγρῶν, ἀντὶ νὰ γίνηται διὰ τοῦ ἀρότρου, τὸ ὁποῖον, ὅσον δήποτε ἀτελὲς καὶ ἀρχαϊκὸν ἂν ἦναι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀροτριᾷ τὴν γῆν ἀτελέστερον τῆς ἀξίνης; Βεβαίως αἱ γαῖαι, ἐκλιπόντων τῶν βοῶν, καλλιεργοῦνται σήμερον διὰ τῆς ἀξίνης, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς γεωργίας, καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς παραγωγῆς. Εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ προδίδει ἁπλότητα, νὰ φρονῶμεν καὶ νὰ καυχώμεθα, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἤρξατο νὰ γίνηται ὀλιγωτέρα ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ σίτου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ ἐκ τούτου νὰ τεκμαιρώμεθα τὴν ἀπόδειξιν τῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς γεωργίας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ εὐδαίμονι χώρᾳ! Ἀλλ’ ἂν ἅπαξ, ἂν ἐπὶ δύο ἔτη ἐγένετο ἔκτακτος εὐφορία, καὶ ἡ ἔκτακτος τῆς ἀτμοσφαίρας εὐμένεια συνετέλεσεν εἰς τοῦτο, εἶναι τάχα τοῦτο ἀσφαλὲς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν πεποίθησιν ἡμῶν περὶ βελτιώσεως τῆς γεωργίας; Ἀλλ’ οἱ ἔχοντες ἀφορμὰς νὰ συγχρωτίζωνται πρὸς τοὺς γεωργοὺς, δύνανται καὶ δικαιοῦνται εὐκόλως νὰ μειδιῶσιν, ἀκούοντες τοιαῦτα σαθρὰ συμπεράσματα. Τέλος πάντων οἱ πίνακες μαρτυροῦσιν, ὅτι ἐξέλιπον ἀπὸ τοῦ 1882, 15 χιλιάδες ζεύγη βοῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλαὶ χιλιάδες στρεμμάτων τῆς χώρας, ἢ ἔμειναν ἀκαλλιέργητοι, ἢ ἀτελέστατα ἐκαλλιεργήθησαν διὰ τῆς ἀξίνης, ἐπὶ βλάβῃ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοῦτο εἶναι τὸ μεμαρτυρημένον ἀποτέλεσμα, τὸ πρῶτον, τῆς ἀσπλάγχνου ταύτης φορολογίας καὶ ἀδίκου. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτου τοῦ λόγου, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν εἶναι, οὐχὶ ἄδικον, ἀλλ’ ἀπάνθρωπον, νὰ φορολογῆτε τόσον ἀθέως τὸν πτωχὸν χωρικὸν, τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ περιουσία ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο βόας, ἀπὸ ἕνα ὄνον, καὶ ἀπὸ δύο αἶγας, καὶ μίαν καλύβην, ν’ ἀφίνητε δὲ τοὺς μεγάλους κυρίους, τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν, ἀφορολογήτους; Νομίζω ὅτι, οὐχὶ εἰς τὸν 19ον αἰῶνα καὶ ἐν Ἑλλάδι, τῇ κοιτίδι τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω εἰς τίνα σκότειον αἰῶνα, καὶ εἰς τίνα χώραν τῶν Ζουλοῦ ἢ τῶν Κανιβάλων, ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσι Κυβερνήσεις, ἢ κυβερνῆται, ἢ Βουλαί, αἵτινες ἐν συνειδήσεως ἠρεμίᾳ ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν πτωχὸν καὶ ἀνυπόδητον καὶ γυμνητεύοντα χωρικὸν τὸν φόρον τοῦτον, ὃν δικαίως καὶ ὁσίως ὤφειλε νὰ τελῇ ὁ πλούσιος καὶ τρισόλβιος κύριος τῆς γῆς. Ὑπάρχουσι μάλιστα διαμερίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία, ἕνεκεν ἱστορικῶν περιπετειῶν τῆς χώρας, περιῆλθεν ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς, ἀπὸ τῶν δορυκτητόρων καὶ ἁρπάγων εἰς ὀλίγους κυρίους. Ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας, Ἄρτης, Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης καὶ εἴς τινα διαμερίσματα τῆς Πελοποννήσου καὶ ἀλλαχοῦ ἴσως, κατέστησαν αἴφνης πολλοὶ κύριοι μεγάλοι ἰδιοκτῆται γαιῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἱκανὰ εἰσοδεύουσιν ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, καὶ ἐνῷ μετέχουσι τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ἀγαθῶν καὶ δωρημάτων ἐν τοῖς πρώτοις, οὐδένα τελοῦσι φόρον πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀρέσκονται νὰ ῥίπτωσι τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ πτωχοῦ ζευγηλάτου. Νομίζω, λοιπόν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ σκεφθῶμεν πλέον περὶ σωτηρίας τῶν πτωχῶν γεωργῶν, ἀφοῦ ἐπὶ ἑπταετίαν λειτουργεῖ ἡ ἄσπλαγχνος αὕτη ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν φορολογία, ἡ βαρύνουσα καὶ ἐξαντλοῦσα τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ, αἵτινες δὲν δύνανται διὰ τοῦτο ν’ ἀνακύψωσιν ἀπὸ τῆς βαρυνούσης αὐτὰς φορολογίας καὶ κινδυνεύουσι νὰ περιστῶσιν εἰς θέσιν δουλοπαροίκων. Πάντες οἱ ἔχοντες σχέσιν πρὸς χωρικούς, πάντες οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι ὁλόκληραι οἰκογένειαι, παῖδες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἐργαζόμεναι νυχθημερὸν, εἰς βαθμὸν καθ’ ὃν ἀμφιβάλλω, ἂν δύνανται νὰ παραβληθῶσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν δίαιταν πρὸς ἄλλον λαόν, ὑπὸ τὸν ὡραῖον τοῦτον οὐρανὸν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸ εὔκρατον καὶ συγκεκερασμένον αὐτῆς κλῖμα, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς τοὺς καλλιτέρους, ὑπὸ συνθήκην πληθυσμοῦ τὴν ἀρίστην, ὅμως πένονται οἰκτρῶς, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι πολλαχοῦ καὶ λιμώττουσι. Καὶ εἶναι τοῦτο παράδοξον, ἀφοῦ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς χώρας, εἶναι ἀραιότατος. Μόνη ἡ Πελοπόννησος κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἔτρεφεν ἀνέτως πέντε ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, ἐνῷ σήμερον μόλις δύνανται νὰ ζῶσιν 700 χιλιάδες. Ἐν τούτοις ὑπὸ ὅλας ταύτας τὰς εὐτυχεῖς περιστάσεις καὶ συνθήκας ὁ γεωργικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ λιτοδίαιτος, ὁ φιλόπονος, ὁ νυχθημερὸν ἐργαζόμενος, εἶναι γυμνὸς, πτωχὸς, χαμαιεύνης, ὡς ἔλεγεν ὁ Ὅμηρος. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν καλύβην αὐτοῦ, καὶ εὑρίσκετε πολλάκις ἓν ῥάκος, δι’ οὗ θὰ καλύψῃ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του! Εἰσὶ διαμερίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐν τοῖς ὁποίοις ἡ πενία καὶ ἡ ἀθλιότης τῶν τάξεων τούτων, προερχομένη κυριώτατα ἐκ τῆς βαρείας φορολογίας καὶ τῆς ἀγρίας τοκογλυφίας, κινοῦσι τὸν οἶκτον τοῦ ἐπισκέπτου! Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ Ἀμερικῆς, δὲν πρόκειται περὶ Βρασιλίας, πρόκειται περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν πενίαν γινώσκομεν καὶ τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν! Δὲν ἐπῆλθεν ἆρά γε ἡ ὥρα, τέλος πάντων, νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὰς πτωχοτέρας ταύτας καὶ ἀθλιεστέρας τάξεις τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν ἄσπλαγχνον ταύτην φορολογίαν τῶν ἀροτήρων, καὶ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου; Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον περὶ τούτου καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐξέθηκα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἠσπάσθη, ἀλλὰ κατ’ ἄλλην μέθοδον, περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου. Ὁ φυσικώτερος βεβαίως τρόπος εἶναι, ἡ φορολογία αὕτη νὰ βαρύνῃ τὴν γῆν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον βέβαια εὔκολον, ἀλλὰ μάλιστα, ὅτι εἶναι παγχάλεπον, νὰ ἐξακριβωθῇ καὶ καταστρωθῇ εἰς βιβλία ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία, ὅπως εἰς ἄλλα Ἔθνη, ἔχοντα κτηματολόγια, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ γῆ ἡ φορολογητέα κατὰ ποιότητα. Ὥστε ἅπαξ νὰ ταχθῇ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τελῇ ἕκαστον στρέμμα γῆς. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἂν καὶ ἔχῃ τοῦτο πολλὴν δυσκολίαν, ὅμως τοσοῦτον ἀδυσωπήτως ἐπείγει ἡ ἀνάγκη, καὶ τοσοῦτον σκληρὰ καὶ ἄσπλαγχνος καὶ ἄδικος ἡ φορολογία κατὰ τῶν ἀπορωτέρων τάξεων τοῦ λαοῦ, ὥστε ὀφείλει ἀμελητὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ παντὸς τρόπου, διὰ πάσης θυσίας, νὰ σπεύσῃ καὶ ἀπαλλάξῃ τοὺς δυστυχεῖς τούτους συμπολίτας ἡμῶν τοῦ ἐπαχθεστάτου τούτου φορολογικοῦ βάρους, διότι κινδυνεύουσι νὰ καταντήσωσιν εἰς τὴν τύχην τῶν εἰλώτων! Ὅταν στερῶνται τῶν μέσων τῆς συντηρήσεώς των, ὅταν οὐδενὸς κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ δύνανται νὰ μετάσχωσι, διότι εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν ἐκ τῆς ἀμαθείας καὶ κακοδαιμονίας, ἐρωτῶ, κατὰ τί διαφέρουσι τῶν δουλοπαροίκων, ἢ τῶν εἰλώτων, παρὰ κατὰ τὸν ἀνωφελῆ τίτλον Συνταγματικοῦ πολίτου; Δὲν ἔχω δυσκολίαν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ βεβαιώσω, ὅτι τοιαῦταί εἰσιν αἱ στερήσεις αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ τούτων, καὶ τηλικαύτη ἡ ἀμάθεια, ὥστε νὰ ὑποβιβάζῃ τούτους εἰς τὴν τάξιν τῶν δουλοπαροίκων. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον καλοῦμεν ἑκάστοτε νὰ δώσῃ διὰ τῆς ψήφου του γνώμην περὶ τῶν κοινῶν, οὕτως ὑπὸ δύο τῶν μεγίστων δεινῶν κατατρυχόμενον, ὑπὸ τῆς πενίας καὶ τῆς ἀμαθείας. Ἀρτίως ἀπὸ τῆς δουλείας ἐξελθόντες οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ, δειλοὶ καὶ εὐτελεῖς, μὴ τυχόντες δὲ μορφωτικῆς τινος ἐπιδράσεως, ποίαν βάσιν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀσφαλῆ κοινωνικῆς εὐημερίας καὶ πολιτικῆς εὐεξίας, ὅταν τὰς τάξεις ταύτας ἐγκαταλείπητε ἀμοίρους πάσης προστατευτικῆς προνοίας εἰς τοιαύτην δυστυχίαν, ὑλικὴν καὶ ἠθικήν; Διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀνισότητος τῆς ὑλικῆς εὐημερίας, ἡ ὁποία κατάδηλος ἐγένετο ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ὑμῖν, οὗτοι οὐδενὸς πλεονεκτήματος πνευματικοῦ καὶ ἠθικοῦ ἀπολαύουσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῷ Κράτει· διότι οὔτε πλοῦτον ἔχουσιν, οὔτε τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν μετέχουσιν, οὔτε τῶν ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, οὔτε τῶν ἀπὸ τῶν Γυμνασίων πνευματικῶν ἀγαθῶν μετέχουσιν, οὔτε τῶν ἀξιωμάτων τῆς Πολιτείας γίνονται κοινωνοί, οὔτε οὐδεμιᾶς ἄλλης κοινῆς μετέχουσιν ὠφελείας. Ζῶσιν ἐν δημοκρατικῇ ἰσότητι πρὸς τὰ κτήνη αὐτῶν βίον ἀβίωτον, καὶ ἐργάζονται πρὸς πλουτισμὸν καὶ ἀπόλαυσιν τῶν λοιπῶν εὐπορωτέρων καὶ ἀνωτέρων τάξεων.
§49ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Πῶς νὰ γίνῃ λοιπόν;
§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ φορολογῶνται οἱ κύριοι τῶν γαιῶν, νὰ φορολογῆται ὁ παρακαθήμενος ὑμῖν κύριος Παχὺς, ὁ ὄντως παχύς! οὐχὶ δὲ ὁ ἰσχνὸς, ὁ ἀνυπόδητος ζευγολάτης, ὁ ἐργαζόμενος ἐν πάσῃ στερήσει ὑλικῇ καὶ πνευματικῇ, ὅπως παχύνωνται οἱ ἔχοντες γαίας πολλὰς καὶ οὐδ’ ὀβολὸν πληρόνοντες εἰς τὸν φόρον τῆς γεωργίας. Ἀπόδειξιν δὲ ἔχετε καὶ ἄλλην ἀκόμη τρανωτέραν, ὅτι ὁ λαὸς τῶν μικρῶν τάξεων, ὁ ὑφιστάμενος τὸν φόρον τοῦτον, ἀπέκαμεν. Ἂν μελετήσητε τοὺς πίνακας καὶ εὕρητε τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου τούτου ἀπὸ τοῦ 1882, θέλετε ὄντως πεισθῆ, ὅτι ἀπέκαμε. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν φόρον τῶν ζώων· διότι ἐπίσης τὴν αὐτὴν τάξιν τῆς κοινωνίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βαρύνει· μολονότι οἱ ποιμένες δύνανται νὰ ἔχωσι βαθμῖδα ἀνωτέραν, καθόσον αὐτοί εἰσιν οἱ κύριοι τῶν ζώων, δι’ ἃ τελοῦσι τὸν φόρον, καὶ αὐτοὶ οὗτοι ἀπολαμβάνουσι τὰ ἐκ τῶν προϊόντων τῆς κτηνοτροφίας ὀφέλη. Ἀπόδειξις, λέγω, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι, οἱ ἄμεσοι, ὁ τῶν ἀροτήρων βοῶν καὶ ὁ τῶν ζώων, κατέστησαν ἐξολοθρευτικοὶ εἰς τὰς τάξεις, τὰς ὁποίας βαρύνουσιν, εἶναι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδουσιν ἡμῖν οἱ πίνακες τῆς φορολογίας. Μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα τὰ καταθλιπτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν, μεθ’ ὅλους τοὺς ὑποταμίας, εἰσπράκτορας καὶ χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν εἰς ἐνέργειαν, ὅπως εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους, ἐν τούτοις οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτήρων καὶ ἐπὶ τῶν ποιμνίων οὐδέποτε εἰσπράττονται οὐδὲ κατὰ προσέγγισιν. Τί παρατηρεῖται κατὰ τὸ ἔτος 1887; 500 χιλιάδες καὶ ἱκαναὶ ἑκατοστύες δραχμῶν ἔμειναν ἀνείσπρακτοι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μεθ’ ὅλα τὰ μέσα τὰ καταθλιπτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν, διότι δίκαιον εἶναι, ἀφοῦ εἷς φόρος ἐψηφίσθη, καὶ νὰ πληρόνηται ἀνελλιπῶς. Μ’ ὅλον τοῦτο οἱ ἄνθρωποι, καταδικαζόμενοι καὶ τιμωρούμενοι διὰ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων, ἂν δὲν πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν σκευῶν των καὶ διὰ κονακίων καὶ ἄλλων ἔτι ἐκβιασμῶν, ἐν τούτοις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν, ὅπως πληρώσωσι τὸν φόρον. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἐνῷ προϋπελογίσθη ὁ φόρος εἰς 3,600,000, εἰσεπράχθησαν μόνον 2, 716,000, δηλ. τὸ τρίτον τοῦ προϋπολογισθέντος. Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν ἐκ τῶν ἀπολύτων χρειωδῶν, ὅπως ἀποτίσωσιν αὐτόν; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθησαν κατὰ τῶν φορολογουμένων ἅπαντα τὰ καταθλιπτικὰ μέτρα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπέτρεπεν ἄφθονα καὶ ἀδυσώπητα, ὡς εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι παρημέλησαν τὰ δημόσια ὄργανα τὸ καθῆκον αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔμειναν ἀνείσπρακτοι οἱ φόροι. Τί συμπέρασμα λοιπὸν συνάγετε, ὅταν βλέπητε, ὅτι ἐξ ἑνὸς φόρου 3,600,000 μένωσιν ἀνείσπρακτοι 61,000 δραχμῶν, παρ’ ὅτι ἡ τάξις ἡ φορολογουμένη ἀπέκαμε καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποτίσῃ πλέον τὸν φόρον; Τρίτος φόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀνάγκην καὶ ὀφείλω νὰ φέρω πικρὰς παρατηρήσεις, εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀναγινώσκομεν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἄλλων πεπολιτισμένων Ἐπικρατειῶν ἀναγραφόμενον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ σπεύδοντες καὶ ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου τὸν αὐτὸν φόρον. Ἀλλ’ ἐσκέφθητε τίνα οἶνον φορολογοῦσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, καὶ τίνα οἶνον φορολογοῦμεν ἡμεῖς; Οἱ Γαλλικοὶ καὶ οἱ Ἱσπανικοὶ οἶνοι τιμῶνται πρὸς 5 καὶ 8 δραχμὰς κατὰ φιάλην· καὶ ἑπομένως δίκαιον εἶναι, τοιαῦτα ἔσοδα εἰσπράττοντες ἐξ αὐτῶν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων, νὰ ἀποφέρωσι τῷ Κράτει ἀνάλογον φόρον. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὁ οἶνος δὲν εἶναι προϊὸν βιομηχανίας, δὲν εἶναι οἶνος πολυτελείας, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ χωρικοῦ ποσόν τι χρήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῶμεν ἀνάλογόν τινα φόρον. Ὁ οἶνος εἶναι παρ’ ἡμῖν ἐκ τῶν τῆς πρώτης τροφῆς· συντελεῖ εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τήρησιν τοῦ ἀγρότου, ὡς ὁ ἄρτος, ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς θεωρεῖται πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ καὶ χρησιμώτερος τοῦ ἄρτου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀνεκουφίσαμεν τὴν γεωργίαν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἐπαχθής, παρὰ μόνον καθόσο ἐπαχθῶς ἐβεβαιοῦτο καὶ ἐπαχθέστερον εἰσεπράττετο, ἀντὶ τούτου ὅμως ἐθέσαμεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, πολὺ ἐπαχθεστέρους. Ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης εἰσεπράττοντο 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἑπομένως ἀφέθησαν καὶ εἰσπράττομεν ἀντ’ ἐκείνου δύο ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτήρων, ὥστε εἰς τὸν χωρικὸν ἐχαρίσαμεν δύο μόνον ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου σήμερον, ἣν ἀποτίνει ἡ αὐτὴ σχεδὸν γεωργικὴ τάξις τῶν κατοίκων, ἀναβαίνει εἰς 3,600,000· ἑπομένως οὐ μόνον δὲν ἀφήσαμεν εἰς αὐτὸν χάριν τινά, ἀλλὰ εἰσπράττομεν παρ’ αὐτοῦ πλείονα ἀσυγκρίτως, ἢ ὅσα διὰ τῆς δεκάτης. Ἀλλὰ τί φορολογοῦμεν διὰ τῶν φόρων τούτων ἐπὶ τοῦ οἴνου; Ὑγρόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς παραγωγῆς, ἐὰν ἦναι ἄφθονον, εἰς τὰ τρία τέταρτα τῶν χωρίων καὶ τῶν κωμῶν τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην ἀξίαν· δὲν εἶναι οὔτε ἐμπόρευμα, οὐδὲ ζητεῖται νὰ ἀγορασθῇ ἐν τοῖς ὀρεινοῖς διαμερίσμασι τῆς χώρας. Πολλαχοῦ, ὅταν ἐπέλθῃ μεγάλη παραγωγή, χάνεται τὸ γλεῦκος, διότι δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία πρὸς μεταφοράν, οὐδὲ ἀγγεῖα πρὸς ὑποδοχήν. Εἰς τοὺς δήμους Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας καὶ εἰς πλείστους τῶν ὀρεινῶν δήμων πωλεῖται τὸ γλεῦκος, ὅταν πωλῆται, πρὸς 15 καὶ 10 λεπτὰ τὴν ὀκάν. Ἄν μία ἄμπελος παράγῃ διακοσίας ὀκάδας οἴνου κατὰ στρέμμα, αὐτὴ θὰ πληρώσῃ κατὰ στρέμμα φόρον 4 δραχμάς· ἀλλ’ ἐὰν προσθέσητε τὰ ἔξοδα τῆς καλιεργείας, ἀναβαίνοντα εἰς 25 ἢ καὶ 30 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, εἰς τὰς τιμὰς τοῦ γλεύκους, μόλις δύναται νὰ ὑπολογισθῇ κατὰ στρέμμα εἰς 30 ἢ 40 δραχμάς· τί σᾶς μένει; Παρατηρεῖτε, ὅτι πολλάκις λαμβάνετε ὡς φόρον τὸ ὅλον, ἢ καὶ πλέον ἔτι τῆς καθαρᾶς ἐξόδων παραγωγῆς. Φανερόν, ὅτι ὁ φόρος, ὃν λαμβάνετε, εἶναι βαρύς· διότι δὲν εἶχε κἀμμίαν, ἢ ἐλαχίστην ἀξίαν, τὸ προϊόν. Εἰς τὰς πόλεις ὁ οἶνος βεβαίως πρέπει νὰ φορολογῆται, ὡς ὑπερτιμώμενος περισσότερον, παρὰ εἰς τὰ χωρία· καὶ ἐν τῇ ἰσότητι τῆς φορολογίας ταύτης, ἥτις ἐπεζητήθη διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ νόμου τοῦ οἴνου, ἔγκειται ἡ ἐσχάτη ἀδικία. Συνοψίζων τὰς παρατηρήσεις μου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεταβάλῃ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὡς ἐπιεικής, πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία. Δὲν εἶναι πλέον ζήτημα, ὅτι πρέπει τάχιστα ὁ φόρος νὰ μεταβληθῇ, ἀφοῦ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ὁπωσδήποτε ν’ ἀρθῇ ὁ φόρος ἀπὸ τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ. Δεύτερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, διότι, ἐξετάσας τοὺς στατιστικοὺς πίνακας ἀπὸ τοῦ 1840, παρετήρησα, ὅτι ἡ κτηνοτροφία κατ’ ἔτος φθίνει, καὶ ἐκ τῆς βαρείας φορολογίας καὶ διότι καταδιώκεται διὰ τῶν ἀγρίων νόμων περὶ ποιμνιοβοσκῶν καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν βοσκησίμων πεδίων, ὡς ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν φυτειῶν· ὡσαύτως ὡς ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας πληρώνει ὁ κτηνοτρόφος εἰς τὰς νομὰς καὶ τὰ λειβάδια, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὑφίσταται καὶ συντηρεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ ἀρχαϊκὴ κτηνοτροφία, διατελοῦσα ἔτι εἰς τὸ στάδιον τὸ νομαδικόν, οὖσα μεταβατικὴ καὶ ὑπαίθριος, ὑφισταμένη πάσας τὰς καταστροφὰς, τὰς ἐκ τῆς δυσμενείας τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τῆς δριμύτητος τοῦ ψύχους. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, ἄδικοι, ὡς ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου, εἰσὶ τόσῳ βαρεῖς καὶ βαρύνουσι τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργούς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν εὐρεῖαν βάσιν τῆς κοινωνικῆς πυραμίδος. Διὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ, ὅσον τάχιον, ἐπίκουρος εἰς τὸν ταλαιπωρούμενον τοῦτον λαὸν, διότι θὰ ἔλθῃ ὥρα, καθ’ ἣν, ἐξαντληθείσης τῆς ὑπομονῆς του καὶ ὑπὸ τῆς πενίας ὠθούμενος, ἐνδεχόμενον νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἀπότισιν τοιούτων, ἀστόργως ἐπιβαλλομένων καὶ ἐξολοθρευτικῶν φόρων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως· μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Κεφαλαίου Αʹ καὶ τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλαίου, ἐκ δραχ. 21,452,967).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. Φόροι καταναλώσεως. Ἄρθρον 1. Τελευταῖος δασμὸς εἰσαγωγῆς 24,115,500. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρ. 2. Δικαιώματα καταναλώσεως καπνοῦ 4,875,000.
§52Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν δύνηται, προχείρως, τί εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν σιγάρων, τῶν λεγομένων πούρων.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν πληροφορίαν.
§54Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἕνεκεν τοῦ βαρέος τέλους γίνεται μέγα λαθρεμπόριον ἐπὶ τῶν πούρων, ὥστε τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει τίποτε.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, κατοικῶν ἐν Ἀθήναις, γινώσκει, ὅτι ἐλαχίστη γίγνεται ἐνταῦθα κατανάλωσις πούρων. Σπανίως βλέπει τις παρ’ ἡμῖν τὸν καπνίζοντα ποῦρον καὶ, ἄν τις φανῇ, θεωρεῖται ὡς μόλις ἀποβιβασθεὶς εἰς τὴν χώραν καὶ μήπω ἀποβαλὼν τὰς ξενικὰς ἕξεις.
§56Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀπατᾶσθε· πολλοὶ καπνίζουν, καὶ ὑπάρχει τὸ παράπονον μάλιστα τῶν καπνοπωλῶν, ὅτι δὲν πωλοῦσιν ἕνεκεν τοῦ λαθρεμπορίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3 «δικαιώματα καταναλώσεως ποτῶν 1,364,200» ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἐκ δραχ. 30,354,700). (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ τὰ λοιπὰ κεφάλαια ὡς ἑξῆς: Κεφάλαιον Γʹ. «Τέλη καὶ δικαιώματα», τὸ ὅλον δραχ. 14,381,860. Κεφάλαιον Δʹ. «Μονοπώλια» τὸ ὅλον δραχ. 9,618,000. Κεφάλαιον Εʹ. «Πρόσοδος δημοσίων κτημάτων, καταστημάτων καὶ νομημάτων», τὸ ὅλον δραχ. 3,365,441. Κεφάλαιον Ϛʹ. «Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν», τὸ ὅλον δραχ. 4,232,972. Κεφάλαιον Ζʹ. «Ἀπολήψεις ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ» τὸ ὅλον 1,760,000. Κεφάλαιον Ηʹ. «Διάφορα ἔσοδα τῆς τρεχούσης καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων», τὸ ὅλον 4,025,000. Κεφάλαιον Θʹ. «Ποσοστὰ, ἀνήκοντα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας», τὸ ὅλον 5,718,373. Κεφάλαιον Ιʹ. «Ἔσοδα ταμείου φάρων», τὸ ὅλον 450,000. Κεφάλαιον ΙΑʹ. «Ποσοστὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς δήμους», τὸ ὅλον 732,000. Κεφάλαιον ΙΒʹ. «Διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη ἀποδοτέα», τὸ ὅλον 358,140. Τὸ ὅλον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1889, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 96,449,453. (Μετὰ ταῦτα ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1889).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Μέρος Αʹ. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ κεφάλαια 1ον, τὸ ὅλον ἐκ δραχ. 38,663,636, καὶ 2ον, τὸ ὅλον ἐκ δραχ. 130,764). Κεφάλαιον 3. Συντάξεις.
§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων κατ’ ἔτος αὐξάνει, καὶ θὰ ἦτο φυσικὴ ἡ αὔξησις, ἐὰν δὲν συνεδέετο στενῶς μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας. Διοικητικῶς βεβαίως δύναται νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν, διὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς μεγάλης εὐκολίας, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἀφίναμεν τοὺς ὑπαλλήλους μονιμωτέρους, καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ ἦτο καλλιτέρα, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφελεῖτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νομοθετικῆς ἐνεργείας πρὸς καταστολὴν τῶν κακῶν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συντάξεως, οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουσι σύνταξιν, ἐὰν παραμείνωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 60οῦ αὐτῶν ἔτους, ἢ ἐὰν ἀπολυθῶσιν, ἀφοῦ συμπληρώσωσιν ὑπηρεσίαν εἴκοσιν ἐτῶν, ἐν τούτοις σήμερον, ἅμα συμπληρώσωσι τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ προκαλέσωσι τὴν παῦσίν των, ἐπιβαρυνομένου οὕτω τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν δαπάνην τῆς συντάξεως. Ὁ μὴ ἀρεσκόμενος εἰς τὴν γενομένην μετάθεσίν του ἀρνεῖται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, οὕτω δὲ ἐκβιάζει τὴν παῦσίν του καὶ λαμβάνῃ σύνταξιν· ἀλλὰ πρέπει, ἀπειθῶν οὕτω νὰ ἀποκτᾷ σύνταξιν, ἢ πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν οὕτως, ὥστε ὁ ὑπάλληλος, ὁ διὰ τοιούτου τρόπου προκαλῶν τὴν παῦσίν του, νὰ μὴ λαμβάνῃ τὴν σύνταξίν του; Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικούς. Ὁ στρατιωτικὸς, ὅστις συνεπλήρωσε τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποσύρεται, ὥστε συμβαίνει πολλοὶ ἔτι ἀκμαῖοι νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀποστρατείαν των.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτικῶν· εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἔγκειται τὸ κακόν.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι νεώτατοι εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀποστρατευθέντες ἀνέλαβον ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ ἰδίως ὡς μηχανικοί. Ἐνόσῳ ἡ ὑπηρεσία τοὺς θεωρεῖ χρησίμους, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας ν’ ἀποχωρῶσι, νὰ καταλείπωσι τὰς τάξεις των ἕνεκα ὑλικοῦ συμφέροντος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 3, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, τοῦ ὅλου τοῦ Κεφαλαίου ἀνερχομένου εἰς δρ. 4,492,900. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ Κεφάλαια 4, 5 καὶ 6, τοῦ μὲν Κεφαλαίου 4 ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 1,212,500, τοῦ Κεφαλ. 5 εἰς δραχ. 401,658, καὶ τοῦ Κεφαλ. 6 εἰς δραχ. 6,804. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τοῦ Κεφαλαίου 7 τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο «Ἔξοδα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου» προστίθενται 10,000 δραχμῶν διὰ μίσθωσιν καταστήματος, ἥτις καὶ ἐγένετο ἤδη, καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ τοποθέτησιν ἐκεῖ τῶν Ἀρχείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη, καὶ οὕτως ἐπιψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἑξῆς: «Ἔξοδα Γεν. Λογιστηρίου 33,000.» Μεθ’ ὃ ἐπιψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλαίου 7, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 339,910. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 8, 9, 10 καὶ 11, τοῦ μὲν Κεφαλ. 8 ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 78,480, τοῦ Κεφαλ. 9 εἰς δρ. 65,520, τοῦ Κεφαλ. 10 εἰς δραχ. 258,200, καὶ τοῦ Κεφαλ. 11 εἰς 622,164).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλ. 12. Τυπογραφεῖον. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν Τυπογραφείου καὶ Λιθογραφείου.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ Λιθογραφείου προστίθενται, κατὰ τὰ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, ἤτοι 7,000 δραχμῶν, ποσὸν, ὅπερ ἀνέκαθεν ἐδαπανᾶτο, καὶ προσέτι 2,100 δραχμαὶ δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ὥστε ἐν ὅλῳ, ἀντὶ τῶν 108,040 δραχμῶν, θὰ σημειωθῶσιν 117,140.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε ἀνάγκας ὑπηρεσίας; ἀγορὰν ὑλικοῦ, ἢ μισθοδοσίαν προσωπικοῦ;
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ μισθοδοσίαν προσωπικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη καὶ ἐπιψηφίζεται τὸ Κεφάλαιον 12 κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ, ἀνερχομένου τοῦ ποσοῦ εἰς δρ. 142,140).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 13. Ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί γίνονται τὰ ἔξοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων; Πέρυσιν εἶχε γίνει λόγος, ὅτι δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου καὶ δι’ εἰδικῆς πιστώσεως ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσι τὰ ἐξ αὐτῶν ὀφειλόμενα. Τοῦτο δὲν ἔγεινε, δὲν ἐζητήθη πίστωσις παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὰ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων. Τί γίνονται ἑπομένως ταῦτα;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁσάκις μὲν ὑπάρχωσιν ὑπόλοιπα τῶν πιστώσεων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, δὲν ἀπαιτεῖται νέα ψῆφος τῆς Βουλῆς διὰ δαπάνας γνωστὰς κατὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀναγράφονται αὗται ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τῆς τρεχούσης χρήσεως, εἰς ἣν μεταφέρεται ἴση ποσότης ἐκ τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων τῆς οἰκείας χρήσεως· ὁσάκις δὲ δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ὑπόλοιπα, ἀπαιτεῖται ἡ ψήφισις ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως. Τοιοῦτον περὶ πιστώσεως νόμον θὰ ὑποβάλωμεν ἴσως κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἡ χρῆσις τοῦ 1887 μόλις πρὸ μικροῦ ἔκλεισε, τὰ πληρωτέα ἄρα ὑπόλοιπα αὐτῆς θὰ ἦναι ἴσως κεκανονισμένα κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ὅτε, γινομένων τῶν κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον διακρίσεων, θὰ ὑποβληθῇ ἡ πίστωσις. Ἐπίσης καὶ περὶ τῶν πιστώσεων τῶν προηγουμένων τοῦ 1887 χρήσεων θὰ ὑποβληθῇ τότε τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ χρῆσις τοῦ 1886 ἀφίνει ἄνω τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὑπόλοιπον ἐκκαθαρισμένων ἐξόδων. Ὑπάρχουσιν ὑπόλοιπα πιστώσεων τοῦ 1886, ἀρκοῦντα πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁσάκις ὑπάρχωσι πληρωτέα ὑπόλοιπα παρελθούσης χρήσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, μεταφέρεται ἐκ τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως ἐκείνης εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἄνευ νέας ψήφου τῆς Βουλῆς, ποσότης ἴση πρὸς τὰ πληρωθέντα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐντάλματα τῆς παρελθούσης χρήσεως· πρὸς τὴν διάταξιν ὅμως ταύτην δὲν συνάδουσι τὰ ἐν ἄρθρῳ 73. Ἐπὶ δὲ τῶν ὀφειλῶν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, τῶν μὴ ἀναγομένων εἰς πληρωτέα ὑπόλοιπα, ἀπαιτεῖται πάντως ἡ ψήφισις νόμου περὶ πιστώσεων. Ὑποβάλλοντες νόμον περὶ τούτων κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, θέλομεν προκαλέσει καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἐκ τῆς ἀσυμφωνίας τῶν ἄρθρων 66 καὶ 73 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου προερχομένης δυσχερείας. Ἡμεῖς δὲ ἰδίως ἔχομεν τὸ ἐνδιαφέρον ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν περὶ τούτου, διότι πρὸ τοῦ κανονισμοῦ αὐτῶν διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου, ἢ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποτίσωμεν τὰ ὀφειλόμενα. (Ἐπιψηφίζονται τὰ Κεφάλαια 14–30 κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ· ἤτοι τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλ. 14 δραχ. 968,224, τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλ. 15 δρ. 1,149,980, τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλ. 16 δρ. 632,692, τοῦ Κεφαλ. 17 δρ. 70,000, τοῦ Κεφαλ. 18 δρ. 236,790, τοῦ Κεφαλ. 19 δρ. 966,000, τοῦ Κεφαλ. 20 δρ. 350,400, τοῦ Κεφαλ. 21 δρ. 71,800, τοῦ Κεφαλ. 22 δρ. 153,000, τοῦ Κεφαλ. 23 δρ. 1,428,000, τοῦ Κεφαλ. 24 δρ. 1,009,304, τοῦ Κεφαλ. 25 δρ. 8,000, τοῦ Κεφαλ. 26 δρ. 152,814, τοῦ Κεφαλ. 27 δρ. 131,888, τοῦ Κεφαλ. 28 δρ. 325,308, τοῦ Κεφαλ. 29 δρ. 270,000, καὶ τὸ ὅλον τοῦ Κεφαλ. 30 δρ. 140,500).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 31. Ἀποδόσεις. Ἄρθρον 1. Ποσοστὰ ὁδοποιΐας 4,000,000.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 4,000,000 δρ. ὡς ἀπόδοσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ 500,000 εἰς τοὺς δήμους. Πρὸ ὀλίγου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἀνεγράψαμεν ἔσοδα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 5,700,000, διὰ λογαριασμὸν δὲ τῶν δήμων 700,000, ἑπομένως ἀναγράφονται διὰ λογαριασμὸν τῶν δύο τούτων ἀποδόσεων ποσὰ κατὰ δρ. 1,900,000 κατώτερα τῶν δι’ αὐτὰς ἀναγραφομένων ἐσόδων. Γνωρίζω, ὅτι σήμερον ἀποδίδονται τὰ ἔσοδα ταῦτα οὐχὶ κατὰ χρῆσιν, ἀλλὰ κατὰ διαχείρισιν· δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ 1889 θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τοὺς δήμους τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ἀνηκόντων ποσοστῶν τῶν δέκα τελευταίων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888 καὶ τῶν 12 πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Ἡ χρῆσις ὅμως τοῦ 1888 ἀναγράφει ἔσοδα περίπου ὅμοια μὲ τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐκ τῶν τελωνείων, ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἐκ τῶν δόσεων τῶν ἐκποιηθέντων ἐθνικῶν κτημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων λαμβάνουσι ποσοστὰ οἱ δῆμοι καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, μικρὰς παρουσιάζουσι διαφορὰς μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889. Ἐὰν ἑπομένως ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πεπεισμένη, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπομακρύνεται πολὺ τοῦ ἀναγραφέντος διὰ τὸ 1888, καὶ ὅτι θὰ μείνωσι καθυστερούμενα ἐξ αὐτοῦ περίπου 6%, ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἓξ ἑκατομμύρια περίπου, ἀντὶ τῶν 4,500,000, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τοσοῦτον ἑπομένως ποσὸν ὀφείλει νὰ ἀναγράψῃ ἐν αὐτῷ, ἂν πράγματι ἐλπίζῃ νὰ εἰσπράξῃ 6,500,000 περίπου διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος πείθουσιν, ὅτι ἀποδοτέον ποσὸν εἶναι τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμένον, ἐνόσῳ δὲ τὸ λογιστικὸν τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι ἀφωμοιωμένον πρὸς τὸ γενικὸν λογιστικὸν τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα περὶ τὰ τῆς διαρκείας τῆς χρήσεως, ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἀποδοτέων, ἤτοι τῶν εἰσπραχθησομένων, μέχρι τῆς κλείσεως τῆς χρήσεως τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ ἔλαττον τῶν βεβαιωτέων εἶναι ἀνέφικτος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπὶ τῆς ὅλης διαρκείας τῆς χρήσεως τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ γένηται ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐκπτώσεων ἀπὸ τῶν βεβαιωθησομένων εἰς ἐξεύρεσιν τῶν πιθανῶς εἰσπραχθησομένων καὶ ἑπομένως ἀποδοτέων, πάλιν τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ὅλως διάφορα τῶν παραστηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἁπλοϊκώτατα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξεῦρε τὴν ἀναλογίαν τοῦ ἐκπεσμοῦ, ὁρίσας αὐτὴν ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τοῦ συνόλου τῶν εἰσπραττομένων πρὸς τὸ σύνολον τῶν βεβαιουμένων γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὰ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας οὔτε ἐπὶ πασῶν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἀποδίδονται, οὔτε ἐπὶ τῷ αὐτῷ ἐφ’ ἑκάστης προσόδου ὅρῳ· ἐν ᾧ δὲ ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις λογίζεται ἐν συνόλῳ κατὰ μέσον ὅρον εἰς 8% περίπου, ἡ ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος ἐσόδων διαφορὰ παραλλάσσει, ἐξικνουμένη μέχρι 47% ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐξ ἀντιτίμου ἐθνικῶν κτημάτων. Ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν ἐξήτασε τὰ περὶ τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἥτις θὰ ἦτο ἡ πρέπουσα, μόνον ὅταν τὸ λογιστικὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας συμβαδίζῃ μετὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἀνακριβῶς ὑπελόγισε, μὴ διακρίνας τὰς προσόδους, ἐφ’ ὧν ἡ ἀπόδοσις, τὸν ὅρον, ἐφ’ ᾧ ἡ ἀπόδοσις, καὶ τὰς παρεπομένας ἐκπτώσεις. Ἡ διάκρισις τῶν ἐκπτώσεων εἶναι εὐχερής. Εἰς τὴν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 παρετέθη πίναξ τῆς ἐπὶ ἔλαττον τῶν βεβαιωθέντων εἰσπράξεως ἐξ ἑκάστης κατηγορίας ἐσόδου, ἐπὶ τῶν ἀναλογιῶν δὲ τοῦ πίνακος ἐκείνου λογιζομένης τῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς βεβαιωτέων ἐξ ἑκάστου τῶν εἰδικῶν πόρων τῆς ὁδοποιίας, ἐξευρίσκομεν τὸ σύνολον τῶν ἀφαιρετέων ἀπὸ τῶν βεβαιωθησομένων πρὸς καθαρισμὸν τῶν εἰσπραχθησομένων καὶ ἑπομένως ἀποδοτέων. Ἡ ἀναλογία τῆς ἐκτώσεως βεβαίως δὲν εἶναι 6%, ὡς ἐθεώρησεν αὐταπόδεικτον ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδ’ ἐξευρίσκεται αὐταποδείκτως, ἀλλὰ προκύπτει ἐκ τῆς ἐπὶ ἔλαττον εἰσπράξεως ἑνὸς ἑκάστου πόρου καὶ ἐκ τοῦ ὅρου, τοῦ ἀποδοτέου εἰς τὴν ὁδοποιίαν ποσοστοῦ. Μὴ ἐνδιατρίψας ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τοιαύτας διακρίσεις, θαυμάζει, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ κατ’ αὐτὸν πιθανὰ, θαυμαστότερον ὅμως θὰ ἦτο, ἂν ἀνταπεκρίνοντο. Σήμερον ἄρα, μήπω τεθέντος τοῦ λογιστικοῦ τῆς ὁδοποιίας ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ λογιστικὸν τὸ δημόσιον, ἰδίως περὶ τὰ τῆς διαρκείας τῆς χρήσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς τὸ τέως παραδεδεγμένον σύστημα, ἀναγράφοντες τὰ ἀποδοτέα κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἐν τῷ προσεχεῖ δὲ Προϋπολογισμῷ, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ κανονισθῶσι τὰ τοῦ λογιστικοῦ τῆς ὁδοποιίας κατὰ τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Δημοσίου, θὰ δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ ἀποδοτέα ἐξ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τῆς ἀναλογίας τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν εἰσπραττομένων ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας καὶ τῶν δήμων καὶ ἑπομένως ἀποδοτέων πρὸς τὰ βεβαιωθησόμενα ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ τῆς ὁδοποιίας.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως τῶν εἰσπρακτέων πρὸς τὰ βεβαιωθησόμενα εἶναι ἁπλούστατον. Διὰ τὴν ὁδοποιίαν ἡ ἀναλογία εἶναι μικροτέρα ἴσως τῶν 7%, διότι ἡ ὁδοποιία καὶ οἱ δῆμοι συμμετέχουσι κυρίως εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, αἵτινες δὲν ἀφίνουσι καθυστερούμενον. Ἐκ τῶν τελωνείων ἑπομένως τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον ἔσεται ἴσον μὲ τὸ βεβαιωθησόμενον...
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῶν κτημάτων.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ τῶν κτημάτων... Διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις ὡσαύτως τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσονται ἴσα μὲ τὰ εἰσπραχθησόμενα. Πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν εἰσπραχθησομένων διὰ τοὺς δήμους καὶ τὴν ὁδοποιίαν προέρχεται ἐκ τῶν τελωνιακῶν ἐσόδων καὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τὰ ¾ περίπου προέρχονται ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, οἵτινες ἀφίνουσι καθυστερήσεις, ἀλλ’ οὐχὶ τὰς μεγαλειτέρας. Τὰς μεγαλειτέρας καθυστερήσεις ἀφίνουσι τὰ ἐθνικὰ κτήματα· εἰς αὐτὰ οἱ δῆμοι καὶ ἡ ὁδοποιία δὲν συμμετέχουσιν ἢ κατὰ 400,000 δραχ. περίπου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συμμετοχὴ τῶν δήμων καὶ τῆς ὁδοποιίας εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἀφίνοντα μεγάλας καθυστερήσεις εἶναι ἐλαχίστη, μεγαλειτέρα δὲ ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα οὐδεμίαν ἀφίνουσι καθυστέρησιν, ἡ ἀναλογία τῶν καθυστερήσεων διὰ λ)σμὸν τῶν δήμων εἶναι μικροτέρα τῶν διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου τοιούτων. Εἰπὼν δὲ, ὅτι αὗται ἀνέρχονται εἰς 6%, ἐστηρίχθην ἐπὶ ὑπολογισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πλήρη πεποίθησιν, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἰσπραττόμενα ποσοστὰ διὰ λ)σμὸν τῶν δήμων καὶ τῆς ὁδοποιΐας δὲν δύνανται ν’ ἀφήσωσι καθυστερήσεις, ὑπερβαινούσας τὰ 6% ἢ 7%, ἅτινα ἀναλογοῦσι διὰ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων. Οὕτω δ’ ὑπολογίζων, εὑρίσκω, ὅτι αἱ καθυστερήσεις τῶν ποσοστῶν, τῶν ἀποδοθησομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς δήμους, ἀνέρχονται εἰς 300,000 μέχρι 400,000 δρ. Ἐπειδὴ δὲ ὡς βεβαιωθησόμενα διὰ λ)σμὸν αὐτῶν ἀναγράφονται 6½ περίπου ἑκατομμύρια, ἕπεται, ὅτι εἶναι ὅλως ἐσφαλμένη καὶ ἀβάσιμος ἡ ἀναγραφὴ μόνον 4½ ἑκατομμυρίων ὡς ἀπόδοσις εἰς τοὺς δήμους καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κλείει τὴν χρῆσίν του εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, δὲν μεταβάλλει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι ἡ χρῆσις τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀπολαμβάνει τῶν εἰσπραττομένων ἐντὸς τοῦ ἔτους, διὰ λ)σμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ διὰ λ)σμὸν κατὰ 10 μῆνας τοῦ ἔτους τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὸ 1889 ἑπομένως ἡ χρῆσις τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θὰ συμμεθέξῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν, τὴν γενησομένην διὰ λ)σμὸν τοῦ 1889 κατὰ τοὺς 12 μῆνας καὶ διὰ λ)σμὸν τοῦ 1888 κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας αὐτοῦ· ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, τὰ ἔσοδα τοῦ 1888 δὲν θεωροῦνται, ὅτι ἔσονται κατώτερα τῶν τοῦ 1889, οὐδεμία διαφορὰ θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς εἰσπράξεις, τὰς γενησομένας διὰ λ)σμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν δήμων καὶ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ἐφαρμοζόμενον σήμερον. Ἂν ἑπομένως ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι θὰ βεβαιωθῶσι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δήμους καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ διὰ λ)σμὸν αὐτῶν περιλαμβανόμενον ποσὸν ἐν τοῖς ἐσόδοις τούτοις.
§78ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δικαιολογούμενον διὰ τὴν ἀναγραφὴν ὀλιγωτέρας δαπάνης εἰς ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τοὺς δήμους, ἀπέναντι ἐσόδων, ἀναγραφομένων κατὰ 2 ἑκατομμύρια περίπου ἐπὶ πλέον. Ἤκουσα δὲ τὴν δικαιολογίαν ταύτην καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἠπόρησα, καὶ ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στηρίζει ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κακοῦ συστήματος ἀποδόσεως εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τοῦ ἐπικρατήσαντος μέχρι σήμερον, ἐνῷ, ὅτε πρό τινος χρόνου ἤλεγχον τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, λέγων, ὅτι ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων, ὡμολόγησε μὲν οὗτος, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐπικρατεῖ μέχρι σήμερον, ἀλλὰ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς χρήσεως. Τὸν ἠρώτησα δὲ ἐπίτηδες περὶ τούτου, καὶ ἀπήντησε ῥητῶς, ὅτι βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1889 θὰ ἐφαρμοσθῇ....
§79ΠΑΧΥΣ. Δὲν ἐψηφίσθη νόμος.
§80ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ποῖος νόμος, κύριε Παχύ;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος.
§82ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀπόδοσιν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς χρήσεως, καὶ οὐχὶ τῆς διαχειρίσεως· οὐδὲν σᾶς κωλύει εἰς τοῦτο. Τέλος πάντων πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Σήμερον λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους θ’ ἀρχίσῃ. Οὐδεὶς νόμος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τῶν εἰς αὐτὸ ὀφειλομένων. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ σφαλεροῦ συστήματος, ὅπερ ἐφαρμόζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ εἰσπράξεις ἀνέρχονται εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ καὶ διὰ τοῦ συστήματος τῆς χρήσεως.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ἐν χρήσει νῦν σύστημα τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας εἶναι πλημμελές. Ἀλλ’ εἴτε μεταβληθῇ, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέδειξε, καὶ ὁ κ. Καραπάνος ὡσαύτως συνεφώνησεν, εἴτε δὲν μεταβληθῇ καὶ ἐξακολουθήσῃ νὰ λειτουργῇ οὕτως, ὡς μέχρι τοῦδε ἐλειτούργει, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν, διὰ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ἀκολουθῶμεν τὴν διαχείρισιν καὶ οὐχὶ τὴν χρῆσιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, εἰσπράττομεν συγχρόνως τὰ ἔσοδα δύο χρήσεων, εἰσπράττομεν τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον ποσοστὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ πληρωμὴ, ἀλλ’ εἰσπράττομεν συγχρόνως καὶ τὸ ποσοστὸν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν μειοῦνται ἕνεκα τοῦ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, διότι κατὰ τὸ ἔτος εἰσπράττομεν δύο χρήσεων ἔσοδα. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι δὲν εἰσπράττομεν τὰ ἔσοδα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἰσπράττομεν δ’ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ἔσοδα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἑπομένως τὸ ζήτημα, ἂν τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἀποδοτέα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ποσὰ ἐπαρκῶσιν, ὅπως ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸ, ὅσα εἰσεπράξαμεν διὰ λ)σμὸν αὐτοῦ, ἢ ἀνεγράφησαν ὀλιγώτερα, εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς μελέτης τοῦ ἑτέρου ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς ἡ δημοσία ὑπηρεσία προβάλλει τοῦτο ὡς λόγον. Ἐνῷ π.χ. κατὰ τὸ 1889 καταλογίζονται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἀποδίδονται εἰς αὐτὸ τὰ ἔσοδα μόνον τοῦ 1889, ἐπειδὴ τὸ 1889 εἰσπράττονται οὐχὶ μόνον τὰ ἔσοδα τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ 1888 μέχρι τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1888, καὶ ἀποδίδονται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 καὶ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1888. (Ἐπιψηφίζεται ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 59,784,516).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ εἰδικὸς Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 2,216,160).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔξοδα τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον 1 κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἐκ δρ. 2,187,960). Κεφάλαιον 2.
§86ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν κεφαλαίῳ 2 ἔχει ὑποβληθῆ δήλωσίς τις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ποσὸν ἀναβιβάζεται ἀπὸ δραχ. 375,252 εἰς δραχ. 378,698. Ἡ δήλωσις περιέχει προσθήκην 3,446 δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη καὶ ἐπιψηφίζεται τὸ Κεφάλαιον 2 συμφώνως τῇ δηλώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ Κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 4,843,730).
§87ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω μίαν ἰδέαν. Δὲν δίδω βεβαίως πολλὴν σπουδαιότητα πρακτικὴν εἰς τὸ νὰ παραταθῇ μίαν ἡμέραν, ἢ ὄχι, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὅλου τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπετίθετο, ὅτι σήμερον ἠθέλομεν προβῆ μέχρι περατώσεως τῆς ψηφίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ οἱ πλειότεροι δὲν εἴμεθα ἐφωδιασμένοι οὐδὲ μὲ τοὺς Προϋπολογισμούς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναταί τις τώρα, ἂν τυχὸν θέλῃ, νὰ ἐπιφέρῃ παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῶν ἐξόδων, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀνταποδώσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχει αὐτὸς διὰ τῶν ἱδρώτων του, νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ὑπέρμετρος αὕτη ἐπίσπευσις, ὥστε, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ. Λέγω ταῦτα μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τοῦ, ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐπιφέρῃ παρατήρησίν τινα. Ἐὰν ὅμως χρειάζηται νὰ γίνῃ πλήρης ἡ ἐπίδειξις, ὅτι τὸ ὅλον εἶναι εἰκονικὸν, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀντιλέγω, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἐκφραστικὸν τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν γένει, ἐπειδὴ ὅμως πιθανὸν Βουλευταί τινες νὰ θέλωσι νὰ φέρωσι παρατήρησίν τινα, ἁπλῶς ἀναφέρω, ὅτι καὶ τοῦτο ἀποκλείεται, καθ’ ὃν τρόπον σπεύδετε. Ἐὰν ὅμως ἐπικρατῇ ἡ ἰδέα τῆς βίας, τῆς ἀνυπομονησίας, τῆς ἐπισπεύσεως, δὲν ἐπιμένω· καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ αἰσθάνωμαι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως θέλετε.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι αἱ ἐπιθυμίαι αὗται μοὶ φαίνονται ἀλυσιτελεῖς. Τί ἐπιθυμεῖ ὁ κ. συνάδελφος; Νὰ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀπευθύνει. Πρόκειται νὰ φωτισθῇ ἐξ αὐτῶν ἡ Βουλή; Πρόκειται νὰ μεταβάλῃ δι’ αὐτῶν γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τοὐλάχιστον πρόκειται ν’ ἀκούσωμεν παρὰ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μίαν οἱανδήποτε αἰτιολογίαν, πρὸς ἀναίρεσιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἢ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ κειμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Χατζόπουλος ἔσφαλεν, ἐπιθυμῶν νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν (ἱλαρότης). Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1ον).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2ον.
§92ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑποβάλλει προτάσεις.
§93ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς παρῃτήθη τῶν προτάσεων αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 2ον ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ κεφάλαια 3ον, 4ον, 5ον καὶ 6ον, ὡς ἔχουσιν).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7ον. Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι 4,000 δραχ. εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ κεφαλαίου τούτου διὰ τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη συστάσεως τοιούτων. Ἐπίσης δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου 1,000 δραχμαὶ διὰ διανομεῖς, τὸ ὅλον ἐπὶ πλέον 5,000 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. (Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 7).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 8ον. Δημόσια ἔργα.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἔκτακτος πίστωσις, διὰ τὴν δαπάνην τῆς γεφύρας τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου καὶ ὄχι τὸ 12ον κεφάλαιον.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ῥητῶς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν περὶ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ τῶν ἄλλων, διατάσσει νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ πιστώσεις εἰς ὡρισμένα κεφάλαια· αὐτὸ βεβαίως δὲν δύναται νὰ παραλειφθῇ.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλει γενῆ ἐκ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ὄχι ἐκ τῆς σημερινῆς ἀποφάσεως.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Παρατηρῶ μὲ εὐχαρίστησιν, ὅτι ἡ πίστωσις πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐμειώθη ἀπὸ 18,000 εἰς 2,000, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη ἐμφαίνει, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας αὐτῆς ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν πλῆρες τὸ σχέδιον.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔφθασεν εἰς πέρας, ἐργάζεται εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς τοῦτο.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρὰ τῷ λιμένι Χελίου ὑπάρχει λίμνη, τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα σήπονται τὸ θέρος καὶ καθιστῶσι τὸν τόπον νοσηρὸν, ἕνεκα τούτου δὲ ἠμποδίσθη ὁ συνοικισμὸς ἐν τῷ λιμένι ἐκείνῳ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ 10,000 μόνον δραχμῶν, ἵνα κατασταθῇ ὁ λιμὴν αὐτὸς ὑγιεινός· δὲν πρόκειται εἰμὴ ν’ ἀνοιχθῇ εἷς χάνδαξ, διὰ τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην δὲν πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν εἰμὴ 10,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόκληρος, κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δημόσια ἔργα, διότι οὐδὲν ἔργον, ἐξ ὅσων γίνονται ἐν Πελοπονήσῳ, θέλει χρησιμοποιηθῆ διὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην. Παρεκάλεσα πρὸς τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 13ον τοῦ κεφαλαίου 8ου τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Παρακαλῶ ἤδη τὴν Βουλὴν, νὰ συστήσῃ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Σπετσῶν καὶ Ὕδρας, νὰ ὁμολογήσωσιν, ὁπόσον χρήσιμος θὰ ἦναι ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης ταύτης.
§105Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας. Παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ αὐξηθῇ κατὰ 30,000 δραχμῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ποσὸν δὲν εἶναι μέγα.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεγάλαι ἐκτάσεις ἐθνικῶν γαιῶν κατακλύζονται, καὶ τὸ Δημόσιον στερεῖται μεγίστων εἰσοδημάτων, ἐνῷ διὰ μικρᾶς δαπάνης δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ὠφεληθῇ μεγάλως.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῷ εἶχεν εἰπεῖ ἐν καιρῷ, ὅτι ἤθελε περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, περὶ οὗ ὡμίλησε, ἢ γενικώτερον, ὅτι ἤθελε νομοθετικῶς προνοήσει περὶ αὐτῶν, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι θέλει ληφθῆ τοιαύτη νομοθετικὴ πρόνοια. Ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ αὕτη πρόνοια δὲν εἶναι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ δαπάνη διὰ δημόσιον ἔργον, ὅση ἡ προτεινομένη, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ, εἰμὴ ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔργου, ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ ἔργου εἶναι σχεδὸν συντετελεσμένος, ἂν μὴ καὶ ὁλοσχερῶς. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα ἔργα, ὧν διετάχθη ἡ σχεδίασις καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀφορῶσι δὲ ταῦτα εἰς τὰς λίμνας τῆς Μαντινείας. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, μελετῶσα ἤδη τὰ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως τῆς Θεσσαλίας, ἠδυνήθη, διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποσπάσῃ προσωπικὸν, πρὸς σχεδίασιν τῆς ἀποξηράνσεως ἐν Μαντινείᾳ· ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι, ἂν μὴ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑπομένην τακτικὴν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικὸν νόμον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάνης καὶ περὶ τοῦ Χελίου καὶ περὶ τῶν λιμνῶν τῆς Μαντινείας.
§108Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συμπεριληφθῇ μία πίστωσις.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ· καὶ ἂν συμπεριληφθῇ ὑπὸ γενικὸν τίτλον ἡ πίστωσις, κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, δὲν δύναται νὰ διατεθῇ εἰς ἔργα, περὶ ὧν δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον 8ον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ἐκ δρ. 584,960).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 9ον. Βοήθειαι.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῶν βοηθημάτων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὅσον γνωρίζει, ὅτι πρόκειται περὶ δυστυχοῦς, ἡ ὁποία ἀληθῶς εἶναι ἀξία οἴκτου, περὶ δυστυχοῦς τοιαύτης, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ ὄνειδος διὰ τὸν τόπον, πρόκειται περὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ Σπηλιάδου, ἡ ὁποία ἀκριβῶς καὶ κυριολεκτικῶς ἐπαιτεῖ παρὰ τοῖς πᾶσι καὶ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν· ὀφείλει, λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν, τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ ὄνειδος.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι δικαιοτάτη ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἀφότου εὑρίσκομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παράσχω βοηθήματα μικρὰ εἰς τὴν κόρην ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς τρόπος νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν αὐτῆς, ὄχι μόνον, διότι ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς τοῦ νόμου, τοῦ εἰδικοῦ διὰ τὰ βοηθήματα, ἀλλὰ, διότι ἡ Πολυζωΐδου—ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ αὐτῆς—....
§113ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα περὶ αὐτῆς.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ... εἶχεν ἤδη σύνταξιν, νυμφευθεῖσα δὲ καὶ χηρεύσασα ἐκ νέου, ἀπώλεσεν αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον γινώσκω πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, ἢ ὑποβολὴν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται, ὡς γινώσκετε, εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 9ον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὰ κεφάλαια 10ον καὶ 11ον).
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἡ ψηφισθεῖσα ἔκτακτος πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν γέφυραν ἐπὶ τῆς διώρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, ὡς καὶ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Παγκόσμιον Ἔκθεσιν.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ δίς. Εἶναι δὲ ἤδη ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἀπαρτίζει μόνον τὸ νῦν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τεῦχος, δὲν δυνάμεθα δὲ τὸ ἤδη ἐψηφισμένον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ ἑτέρου νόμου, νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου ἐν τῷ προτεταγμένῳ τῶν πινάκων τοῦ τεύχους τούτου νόμῳ· διότι, ἐὰν περιλάβωμεν τὸ ποσὸν ἐν τοῖς πίναξι καὶ ἑπομένως ἐν τῷ προτεταγμένῳ νόμῳ, θὰ τὸ ἔχωμεν ἐψηφισμένον ἐπὶ τῷ διπλασίῳ. Ὅ,τι ζητοῦσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει κεκανονισμένον νομοθετικῶς.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ, διότι βεβαίως τοῦτο ἐψηφίσθη, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται ὅλαι αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρέπει νὰ ἀναγράψῃ ὁ Γραμματεὺς ἄνευ ψηφίσεως τὰς εἰς αὐτὸ ἀνηκούσας ἐκ τῶν προηγουμένως ψηφισθεισῶν πιστώσεων.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει νόμος, κανονίζων, ὅτι ἡ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ἀνήκει εἰς τὸ 12ον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι μερικὸς Προϋπολογισμός· ψηφίζοντες ἄρα ἤδη ἕτερον Προϋπολογισμὸν, τὸν γενικὸν, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν τὴν αὐτὴν πίστωσιν ἐν τοῖς πίναξι, διότι, ἐὰν τὴν ἀναγράψωμεν ἐν αὐτοῖς, θὰ τὴν περιλάβωμεν καὶ ἐν τῷ ἀθροίσματι τοῦ γενικοῦ νόμου καὶ θὰ τὴν ἔχωμεν ἐπὶ τῷ διπλασίῳ ἐψηφισμένην.
§119ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς ὑποβάλλεται εἰς Κοινοβούλιον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ἐκδοθεὶς περὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, εἶναι ἀρκοῦσα ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἤδη ἀναγραφῇ ἐκ νέου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ πίστωσις, θὰ ἔχωμεν δύο πιστώσεις. Ἐγώ, Κύριοι, γνωρίζω, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους πρέπει ἀναγκαίως καὶ ἀναποφεύκτως ν’ ἀναγράφωνται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πίστωσις, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ ἀληθῶς μὲν ὑπάρχουσιν ἔκτακτοι περιστάσεις, περὶ ὧν ἦτο ἀδύνατον νὰ προβλέψῃ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέτρεψεν ὁ νόμος, νὰ δίδωνται πιστώσεις καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ νόμου, ἀλλὰ ἀπῄτησε ῥητῶς ὁ νόμος νὰ ἀναγράφωνται αὗται, αἱ ἐκτάκτως διδόμεναι πιστώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὥστε νὰ μὴ παύσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζων τὸ σύνολον τῆς δαπάνης τοῦ Κράτους. Αὐτὴν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἡ εἰδικὴ διάταξις τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐψηφίσαμεν τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, καὶ δι’ ἧς διατάσσεται, ὅτι «ἡ παροῦσα πίστωσις θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ δεῖνα κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ». Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀναγκαῖος, καὶ συμβαίνει κατὰ κανόνα, νὰ ἦναι ἐψηφισμένος πρὸ τῆς χορηγήσεως τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, διὰ τοῦτο δὲν εἶναι τότε δυνατὴ ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑλικὴ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως, ἀντὶ τούτου δὲ γίνεται ἡ δέουσα σημείωσις εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀναγράφεται ῥητῶς ἔκτακτος πίστωσις εἰς τὸν Ἀπολογισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ σύμπτωσιν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐψηφισμένον τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐψηφίσθη ἡ ἔκτακτος πίστωσις, περὶ ἐγγραφῆς αὐτῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὸν, ἀναγράφοντες τὴν πίστωσιν εἰς τὸ προκείμενον κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τούτοις, ἐνῷ, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ μνησθεὶς νόμος, ἀπαντῶσιν ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ θ’ ἀποτελέσῃ δύο πιστώσεις! Αὐτὰ δὲν εἶναι σπουδαῖα· ἕτερος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀρνήσεως ταύτης· θέλουσι ν’ ἀποκρύψωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, παριστῶντες τὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν· αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν ἐγγραφὴν τῆς πιστώσεως, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ πιστώσεως, δοθείσης διὰ νόμου, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νέα πίστωσις.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπηγγέλθη πάντοτε σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ προηγουμένων νόμων.
§121ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν καθιεροῖ ὁ νόμος.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἐφήρμοσεν αὐτός. Ἔρχεται δὲ σήμερον δι’ ἕνα τυπικὸν λόγον ν’ ἀναιρέσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην. Εἶναι δὲ τυπικὸς ὁ λόγος τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῶν δαπανῶν τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ μὴ ἀναγράψωμεν αὐτὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ τὰς πληρώσωμεν. Θέλομεν νὰ κρυφθῶμεν ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, μὴ ἀναγράφοντες τὰς δαπάνας ταύτας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1889. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, μήτε ὀρθὸν, νὰ παραβιασθῇ μία τοιαύτη θεμελιώδης ἀρχὴ, τῆς ὁποίας ἡ τυπικὴ αὕτη παραβίασις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον μεγαλειτέρας καὶ οὐσιωδεστέρας ἐν τῷ μέλλοντι παραβιάσεως. Ἡ ἀναγραφὴ τῶν πιστώσεων τούτων πρέπει νὰ γίνῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἤκουσεν ἤδη ὁ κόσμος, ὅτι ἔχομεν περίσσευμα, ἡ ἀναγραφὴ δὲ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν πιστώσεων τούτων δὲν θὰ καταστρέψῃ τὴν διαδοθεῖσαν φήμην περὶ ὑπάρξεως περισσεύματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Θὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη ὑφισταμένη καὶ φέρουσα τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ ἐξ αὐτῆς.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ δὶς πίστωσιν, δύναται νὰ ψηφίσῃ νόμον καὶ κατόπιν πίστωσιν· τὴν πίστωσιν ψηφίζει, εἴτε ἐν τῷ νόμῳ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐν εἰδικοῖς νόμοις, ἤτοι ἐν εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς, ὁ δὲ εἰδικὸς νόμος, δι’ οὗ ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ περὶ τῆς γεφύρας καὶ περὶ ἄλλων τινῶν, ὁρίζει καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃ ἀνήκουσιν αἱ ψηφισθεῖσαι πιστώσεις.
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἀναγράφονται».
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Ἀναγράφονται» διότι ἀνήκουσι· βεβαίως τὰ ἀνήκοντα ἀναγράφονται εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ἀλλ’ ἀναγράφονται διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ γενικοῦ ἐκ δευτέρου. Οὔσης ἤδη ἐψηφισμένης τῆς πιστώσεως, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπελαμβάνετο ἐκ νέου τοῦ θέματος, τί θὰ συνέβαινε, καταψηφιζομένης τυχὸν ἤδη αὐτῆς; διότι βεβαίως δὲν ἐννοοῦσιν οἱ τοιαῦτα προτείνοντες, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ ἐκ νέου περὶ τῆς πιστώσεως, οὖσα ὑπόχρεως νὰ ψηφίσῃ καταφατικῶς· ἀλλ’ ἐὰν ψηφίσῃ ἀποφατικῶς, ἡ Βουλὴ ἀναιρεῖ ἀπόφασιν τῆς ἰδίας Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς προεῖπον, προϋπολογισμὸς εἶναι καὶ οἱ ψηφιζόμενοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰδικοὶ νόμοι, καὶ, ὡς εἶπε προηγουμένως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι μόνος ὁ νόμος, ὁ ψηφιζόμενος μετὰ τῶν γενικῶν πινάκων, ὁ Προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖται ἐξ ὅλων τῶν περὶ πιστώσεων ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἶναι τὸ ἄθροισμα τῶν πιστώσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς ὡρισμένην χρῆσιν· ἀφοῦ δὲ ἡ πίστωσις αὕτη ἐψηφίσθη, ἡ κατάταξις αὐτῆς εἶναι ζήτημα τυπικόν. Καὶ ἔλαβε κατάταξιν ἡ ψηφισθεῖσα πίστωσις ὑπὸ κεφάλαιον 12 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Τοῦτο εἶναι διὰ νόμου καθωρισμένον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθωμεν διὰ νέας ψήφου ἐπὶ τὰ αὐτά. Πάντα τὰ περὶ τὴν πίστωσιν ταύτην εἶναι τετελεσμένα, τετελεσμένη εἶναι καὶ ἡ κατάταξις τῆς πιστώσεως ἐν τῷ κεφαλαίῳ 12, θὰ ὑπάρξωσιν ἴσως καὶ ἄλλοι αὐτοτελεῖς νόμοι πιστώσεων, οἵτινες θὰ προσθέσωσι καὶ ἄλλα κεφάλαια εἰς τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἢ θὰ προσαυξήσωσι διὰ τῆς νέας πιστώσεως τὸ ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ποσόν. Εἰς τί ἀφορᾷ ἡ ἀπαίτησις ὑμῶν; τυπικῶς οὐδένα ἔχετε λόγον, ἵνα ζητῆτε τὴν ἐν τοῖς πίναξι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψήφισιν ἐκτάκτων πιστώσεων, ζητεῖτε δ’ αὐτὴν, ἐλπίζοντες διὰ τῆς συγχύσεως τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Κράτους νὰ παραστήσητε τὸ ἰσοζύγιον ἐκλιπόν. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς ἀξιοῦμεν ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους πρὸς τὰ ἔξοδα, περιλαμβάνοντα καὶ τὰ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, ἢ τῆς γεφύρας τοῦ Ἰσθμοῦ; Τὸ ἰσοζύγιον, περιλαμβανομένων καὶ τῶν δαπανῶν τούτων εἰς τὰ ἔξοδα, ἀποκτᾶται διὰ δανείου, ἀφοῦ ὁ σιδηρόδρομος Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ ἡ γέφυρα τοῦ ἰσθμοῦ δὲν θὰ κατασκευασθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀρκεῖ αἱ τακτικαὶ πρόσοδοι τοῦ Κράτους ν’ ἀπαντῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πρὸς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν δανείου. Ἀναγράφοντες ἄρα ἐν τοῖς πίναξι τῶν ἐξόδων τὴν πίστωσιν περὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, θ’ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς πίναξι τῶν ἐσόδων τὸ κεφάλαιον τοῦ ἀντιστοίχου δανείου. Ἔλλειμμα δὲν ὑφίσταται ἐν Προϋπολογισμῷ, ὅταν ἔκτακτοι δαπάναι καλύπτωνται ὑπὸ ἐκτάκτων πόρων, ἀλλ’ ὅταν δι’ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι διὰ δανείων, καλύπτωνται τακτικαὶ δαπάναι, τοῦτο δὲ δὲν συμβαίνει ἐν τῷ ψηφιζομένῳ Προϋπολογισμῷ.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα οὐσιαστικὸν τὸ τῶν δαπανῶν, αἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐξ εἰδικῶν πόρων. Ἀλλ’ εἰς τὰς ψηφισθείσας πιστώσεις δὲν ὑπάρχουσι μόνον δαπάναι, αἵτινες ἔχουσιν εἰδικὸν πόρον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, μὴ ἔχουσαι τοιοῦτο, δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, εἶναι μάλιστα ἄτακτον καὶ ἐπιβλαβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, αἵτινες, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ δανείου. Φύσει δαπάναι πληρωθησόμεναι διὰ δανείων δὲν ὑπάρχουσι. Μόνον αἱ δαπάναι ἐκεῖναι πληρόνονται διὰ δανείων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος νομίζει ἐπιβαλλομένας, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τῶν τακτικῶν πόρων αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἡ φύσις τῆς δαπάνης, ἥτις καθιστᾷ αὐτὴν πληρωτέαν διὰ δανείων, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἥτις μᾶς ἀναγκάζει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὡρισμέναι τινὲς δαπάναι δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἄλλως ἢ διὰ δανείων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα τάξεως. Ζήτημα δὲ τάξεως εἶναι ἡ κατάταξις τῆς δαπάνης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Τὰς δαπάνας π. χ. αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατατάσσομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο καὶ οὐχὶ εἰς ἕτερον, τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐκτελοῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατατάσσομεν εἰς αὐτὸ ὑπὸ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὡρισμένα. Ψηφίζοντες τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, λαμβάνομεν γνῶσιν καὶ ἀποφασίζομεν, ἐκτὸς τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῶν πιστώσεων, καὶ περὶ τῆς τάξεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῶν. Δὲν ἐπιτρέπομεν δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελέσῃ δαπάνας, ἀνηκούσας εἰς ἄλλο. Δὲν ἐπιτρέπεται π. χ. εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληρώσῃ μισθοὺς εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ πληρώσῃ μισθοὺς δημοδιδασκάλων. Χάριν δὲ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς τάξεως ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν τὰς δαπάνας τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν κεφαλαίῳ 12 καὶ 13, χωρὶς νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ συζητήσωμεν αὐτὰς κατ’ οὐσίαν.
§127ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο, ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ τὸ Σύνταγμα λέγουσι ῥητῶς, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους· τὸ ἄρθρον μάλιστα 19 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ῥητῶς ἐπιτάσσει, ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, προστιθεμένου εἰς αὐτὸν ἰδιαιτέρου κεφαλαίου. Τὴν διάταξιν ταύτην, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε ψηφισθῆ, ἦτο ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, οὐδὲν τὸ κωλύον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· καὶ τοῦτο ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγε, ζητήσας τὴν χορήγησιν τοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν πίστωσιν ἐκείνην. (Ἀκολούθως ἐπιψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, ὁ εἰδικὸς Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνερχόμενος εἰς δραχμὰς 3,106,658, ὁ εἰδικὸς Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνερχόμενος εἰς δρ. 17,131,000, καὶ ὁ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχόμενος εἰς δραχ. 4,241,486. Ἀναγινώσκεται μετὰ ταῦτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1888, γενομένων εἰς τοὺς ἀριθμοὺς μεταβολῶν συμφώνως πρὸς τὰς ψηφισθείσας πιστώσεις, καθ’ ὃ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 ὁρίζονται εἰς δραχμὰς 95,974, 420).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὅλον τῶν προϋπολογιζομένων εἰσπράξεων τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὸ ἔτος 1889 ἐκ δραχ. 696,677, ὡς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ἀνερχόμενος εἰς δρ. 696,677).
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πρακτικά, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύσσομεν τὴν λῆξιν τῆς Γʹ Συνόδου τῆς ΙΑʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προσωρινῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Φεβρουαρίου 1889.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.