1889.01.26
2,183 rows · 16,778 words · 150 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
Τῆς 26 Ἰανουαρίου 1889.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θὰ διατυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 274).
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμετέρα κοινωνίᾳ παρουσιάζεται φαινόμενον, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε χθὲς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ὑψώθη ἡ δημοσία πίστις, ὥστε, ἐὰν ἄλλοτε τὸ Δημόσιον ἔτρεχεν, ὁσάκις εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, κατόπιν τῶν κεφαλαιούχων, καὶ ἐπεκαλεῖτο μάλιστα τὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁμογενῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ δάνειον, καὶ ὑπεβάλλετο εἰς τόκον, ἀρκετὰ βαρύν, σήμερον ἀπεναντίας προσφέρονται πολλοὶ ξένοι κεφαλαιοῦχοι νὰ δανείσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἁμιλλώμενοι, τίς ἐξ αὐτῶν νὰ δώσῃ περισσότερα χρήματα καὶ νὰ δώσῃ μὲ ὀλιγώτερον τόκον· ἡ ὕψωσις αὕτη τῆς δημοσίας πίστεως ἐπέφερε καὶ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν δημοσίων χρεωγράφων. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Δημόσιον εὑρίσκει μὲ τόσῳ μέτριον τόκον ἄφθονα μάλιστα χρήματα, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὅτι οἱ ἰδιῶται, καὶ πρὸ πάντων οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, ὁσάκις λαμβάνωσιν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσι τόκον βαρύτατον. Εἰς τὰς ἐπαρχίας ὁ συνήθης τόκος εἶναι 20%, πολλάκις φθάνει εἰς 30, ἐνίοτε δὲ προβαίνει μέχρι καὶ 40, συμβαίνει μάλιστα νὰ δανείζωνταί τινες κατὰ τὸ θέρος ὀλίγα ποσὰ, ἀποδοτέα μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, καὶ ὅμως διὰ τοὺς ὀλίγους τούτους μῆνας ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσιν 20 καὶ 25%· ἐξ ἄλλου μέρους βλέπομεν, ὅτι τὸ μόνον πιστωτικὸν προνομιοῦχον κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀντὶ νὰ μεταχειρίζηται τὰ κεφάλαιά της εἰς τὸ νὰ δανείζῃ τοὺς ἰδιώτας, ἔχει ἀπησχολημένα τὰ περισσότερα ἐξ αὐτῶν εἰς δάνεια πρὸς τὸ Δημόσιον, ἤτοι εἰς ἀγορὰν δημοσίων χρεωγράφων, εἰς δάνεια προσωρινὰ καὶ εἰς δάνεια πρὸς τοὺς δήμους καὶ τοὺς λιμένας. Δὲν εἶναι ἆρά γε δυνατὸν νὰ συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε, ἀφοῦ τὰ δημόσια χρεώγραφα ἔλαβον τοιαύτην ὑπερτίμησιν, νὰ ἐκποιήσῃ καὶ αὕτη ἀζημιώτως ὅσα χρεώγραφα ἔχει, καὶ νὰ οἰκονομίσῃ ἐκ τούτου ἀρκετὰ χρήματα, ὥστε νὰ δύνηται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἰδιωτῶν; Ἐκτὸς τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ δάνεια πρὸς τοὺς δήμους καὶ τοὺς λιμένας νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς ἄλλους κεφαλαιούχους καὶ τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης νὰ χρησιμεύσωσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἱδρύθη ἡ Τράπεζα; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς εἶναι, τὸ νὰ δανείζῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἤτοι νὰ χορηγῇ ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ νὰ προεξοφλῇ συναλλάγματα, ὄχι δὲ νὰ δανείζῃ τοὺς δήμους καὶ τὸ Δημόσιον. Ἡ ἐργασία αὕτη προσετέθη βραδύτερον, ὅτε ἐπαρουσιάσθησαν ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, καὶ τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἀπὸ ἄλλους· σήμερον ὅμως, ἀφοῦ τὸ Κράτος εὑρίσκει εὐκόλως νὰ δανείζηται καὶ παρ’ ἄλλων, ἀφοῦ τὰ δημόσια χρεώγραφα δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς ἐπωφελεῖς τιμὰς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, νὰ κρατῇ ἡ Τράπεζα ἀπησχολημένα τὰ κεφάλαιά της εἰς χρεώγραφα καὶ εἰς δάνεια πρὸς τοὺς Δήμους, ἐνῷ αἱ ἐπαρχίαι εὑρίσκονται εἰς τοσοῦτον ἀθλίαν κατάστασιν καὶ μαστίζονται ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν. Ἐκτὸς τούτου, παρατηρῶ, ὅτι, κατὰ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης, ὑπάρχουσι παρ’ αὐτῇ καταθέσεις ἰδιωτῶν, ὑπερβαίνουσαι τὰ 125 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ 25 ἑκατομμύρια περίπου εἶναι ἄτοκα, τὰ δὲ λοιπὰ βεβαίως κατατεθειμένα ἐπὶ μετριωτάτῳ τόκῳ. Πόθεν συμβαίνει τοῦτο; Διατὶ οἱ ἰδιῶται, εἰς οὓς ἀνήκουσι τὰ χρήματα, προτιμῶσι νὰ τὰ καταθέτωσιν ἀτόκως, ἢ μὲ ἐλάχιστον τόκον, εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ δὲν τὰ θέτουσιν εἰς κυκλοφορίαν; Διατὶ δὲν τὰ δανείζουσιν εἰς ἰδιώτας; διατὶ δὲν τὰ δανείζουσιν εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀπολαμβάνωσι τόκον, πολὺ μεγαλύτερον; Κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν διαδικασία, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκολουθῶσιν οἱ ἰδιῶται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἔχει πολλὰς καὶ μεγάλας περιπλοκὰς, καὶ δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἆρα γε δὲν δύναται τοῦτο νὰ διορθωθῇ; Ἐὰν ἀληθῶς τοῦτο ἦναι τὸ κώλυμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀναγκάζονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, νὰ καταθέτωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματά των ἄνευ ὠφελείας τινὸς, ἢ ἄνευ ἀναλόγου ὠφελείας, διατὶ νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ διευκολύνωμεν τὴν κυκλοφορίαν τῶν κεφαλαίων τούτων; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇ ὡρίμως καὶ ἐμβριθῶς ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι πολὺ δυσάρεστος· οἱ κτηματίαι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ δανείζωνται· ὅστις ἔχει κτήματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ πωληθῇ τὸ προιόν του ἐγκαίρως, ἐνδέχεται τὸ προϊόν του νὰ μὴ ἔχῃ τιμήν, ἢ νὰ πάθῃ ἀπὸ ἀτμοσφαιρικὰς μεταβολὰς, καὶ ἕνεκα τούτων νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς νέας καλλιεργείας· εἶναι ἑπομένως ὑποχρεωμένος νὰ δανεισθῇ· ἀλλ’ ὅταν δανείζηται μὲ 20 καὶ 30 καὶ 40%, βεβαίως καταστρέφεται, καὶ θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν, καθ’ ἣν τὰ κτήματα τῶν ἐπαρχιῶν θὰ περιέλθωσιν εἰς τὰς χεῖρας ὀλίγων τοκογλύφων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα λάβῃ τὴν ἀνήκουσαν πρόνοιαν καὶ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ φροντίσῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν νομοθεσίαν, ἐὰν, ὅπως λέγουσι πολλοὶ, πιστεύω δὲ καὶ ἐγὼ, φέρῃ αὕτη πράγματι κώλυμα, ὅπως μὴ διατίθηνται τὰ κεφάλαια εἰς δάνεια πρὸς ἰδιώτας.
§3ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω πληρέστατα τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι τὸ περίπλοκον καὶ ἡ βραδύτης τῆς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διαδικασίας εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἀρνοῦνται νὰ χορηγήσωσιν ἐνυπόθηκα δάνεια ἐπὶ ἀκινήτων. Ἂν ἡ διαδικασία αὕτη ἤθελεν ἁπλοποιηθῆ, ἂν ἤθελον ἐπεκταθῆ εἰς πᾶν ἐνυπόθηκον δάνειον αἱ ἐξαιρετικαὶ περὶ ἐκτελέσεως διατάξεις, αἱ καθιερωθεῖσαι ὑπὲρ τῶν ἐνυποθήκων δανείων τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, ἂν ἤθελεν οὕτω γεννηθῆ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους ἡ πεποίθησις, ὅτι εὐχερῶς καὶ ταχέως ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὰ κεφάλαιά των καὶ ἐν περιπτώσει δυστροπίας τοῦ ὀφειλέτου, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι κατὰ προτίμησιν ἤθελον ἐπιζητῆ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ ἄπειρα κεφάλαια ἤθελον διατεθῆ ὑπὲρ αὐτῶν. Περὶ τούτου καὶ παρὰ πολλῶν κεφαλαιούχων ἔλαβον θετικὰς διαβεβαιώσεις. Ἕνεκα τούτου, συζητουμένου κατὰ τὸ 1882 νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως καὶ εἰς τὰς λοιπὰς Τραπέζας τῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω ῥητὴν τροπολογίαν περὶ ἐπεκτάσεως αὐτῶν εἰς πᾶν ἐν γένει ἐνυπόθηκον δάνειον. Ἀλλ’ ἡ τότε καὶ νῦν Κυβέρνησις ἀντέταξεν, ὅτι ἡ τροπολογία μου, ἀναγομένη εἰς τροποποίησιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἦτο ἄσχετος δῆθεν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ὅτι θέλει ὑποβάλει περὶ τοῦ θέματος τῆς τροπολογίας μου ἰδιαίτερον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂν καὶ παρῆλθον πολλὰ ἔκτοτε ἔτη, δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν της, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῆς γεωργίας καὶ ἐν γένει τῆς κτηματικῆς πίστεως. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον τὴν μέριμναν αὐτῆς περὶ ἀντικειμένου ἐνδιαφέροντος μεγάλως σύμπασαν τὴν κοινωνίαν. Ὁμιλοῦσι περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μᾶλλον πάσης Τραπέζης θέλει συντελέσει εἰς προστασίαν τῆς γεωργίας ἡ ὑπὲρ τῶν ἐνυποθήκων δανείων τροποποίησις τῆς ἡμετέρας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διαδικασίας, οἵα ἐγένετο ἤδη ὑπὲρ μόνων τῶν Τραπεζῶν.
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ὁμολογουμένως ἀληθὲς, ὅτι ἡ περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως διαδικασία τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας εἶναι πολυδαίδαλος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἴσως δὲ καὶ ἡ τοιαύτη διαδικασία εἶναι ὅπως δήποτε μία τῶν πολλῶν αἰτιῶν τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὑπαρχόντων κεφαλαίων ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἄλλοτε ἀνεκοινώθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὑπέβαλε τότε ἐν τροπολογίᾳ τὴν γνώμην ταύτην περὶ τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλὰ τὴν τροπολογίαν εἶχεν ὑποβάλει ἐν νομοσχεδίῳ, ἀσχέτῳ ἐντελῶς πρὸς τοιοῦτον θέμα. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ γνώμην, καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐμελετήθη τὸ ζήτημα τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς περὶ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν διαδικασίας καὶ τῆς, εἰ δυνατὸν, ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῶν παρ’ ἰδιωτῶν ἀναγκαστικῶν ἐκτελέσεων τῆς διαδικασίας, τῆς ἰσχυούσης ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Περὶ τούτου ἑτοιμάζεται καὶ νομοθέτημα, ὡς καὶ περὶ ἄλλων ἀναγκαίων μεταῤῥυθμίσεων.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν παρουσιάζει πλεῖστα ὅσα, χρήζοντα διορθώσεως, τοῦτο εἶναι πανθομολογούμενον, ἀλλὰ μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐὰν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τροποποιηθῶσι, δύναται ν’ ἀρθῇ τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται. Εἰς τὸ κώλυμα τοῦτο σπουδαίως ἐνεργεῖ ἡ ἔλλειψις Πολιτικοῦ Κώδικος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο τόσαι δαπάναι καὶ τόσος χρόνος κατηναλώθη καὶ εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθη, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὅλα τὰ Κράτη κατώρθωσαν νὰ ἀναπλάσσουν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν νομοθεσίαν των, καὶ μόνη ἡ Ἑλλὰς καθυστερεῖ εἰς τοῦτο. Θέλω παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προετοιμάσῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον, ἡ δὲ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη σήμερον νὰ κάμω συζήτησιν νομικὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω, πόσα εἶναι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἰσέτι εἶναι εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαῖα κωλύματα εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ δώσῃ προσοχὴν σπουδαίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος.
§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἔχει ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεων, τὸ τοιοῦτον εἶναι πανθομολογούμενον, καὶ πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ χαίρω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήγγειλεν, ὅτι ἐργάζεται σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῆς τοιαύτης μελέτης, πορίσματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα, ἵνα ὑποβληθῶσι, πρέπει προγουμένως σπουδαίως καὶ σοβαρῶς νὰ μελετηθῶσιν, οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων ἁρμοδίων προσώπων. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς νομοθεσίας θέλει φέρει τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας ἐπρότεινε τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἐκτελεστικῆς διαδικασίας, φρονῶν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως θὰ κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἰδιώτας κεφαλαιούχους, ν’ ἀπασχολῶσι τὰ κεφάλαιά των ἐπωφελέστερον, δίδοντες αὐτὰ πρὸς τοὺς ἰδιώτας, καὶ μὴ καταθέτοντες αὐτὰ εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες ἠλάττωσαν σήμερον ἐπὶ τοσοῦτον τὸν τόκον, ὥστε κατέστη λίαν μικρός. Ἀλλ’ ἵνα προτιμᾷ νὰ διαθέσῃ τις τὰ κεφάλαιά του, ἐν ᾗ περιπτώσει παρουσιασθῇ περίπτωσις ἐπωφελεστέρα, δὲν φθάνει μόνον νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὴν διαδικασίαν καὶ νὰ δεσμεύσωμεν τοὺς ἁρμοδίους δικαστάς, ὅπως διὰ τῶν ἀναβολῶν, τὰς ὁποίας εὐκόλως παρέχουσι, παρατείνωσιν ἔτι μᾶλλον τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ φθάσῃ τις εἰς τέρμα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν· πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν συνάμα, ὅπως ἡ ἐκτέλεσις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καταστῇ ταχεῖα καὶ εὔκολος, διότι, εἰς ἣν περιῆλθε κατάστασιν ὁ τόπος, ἡ ἐκτέλεσις κατέστη σχεδὸν ἀνέφικτος. Ὀφείλομεν λοιπὸν ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο μέρος τῆς ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως· ἀλλά, καὶ τούτου ἐπιτυγχανομένου, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσωμεν, ὅ,τι ἐπιδιώκομεν, διότι οἱ ὑποχρεούμενοι νὰ καταθέτωσι τὰ χρήματά των εἰς τὰς Τραπέζας ἀντὶ εὐτελεστάτου τόκου, ἢ ἄνευ τόκου, ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ πράττωσιν, ὡς ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως καὶ ἰδίως τῆς οἰκονομικῆς, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ τόπος, τὸ πράττουσι διότι εἶναι βέβαιοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δανείσωσι τοὺς γεωργοὺς καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὡς ἐκ τῆς ἀνεχείας, δὲν θὰ λάβωσι τὸν τόκον ἐγκαίρως, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ὑποχρεωθῶσι, διὰ νὰ πληρωθῶσι καὶ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, νὰ προβῶσιν εἰς ἐκποίησιν ἀναγκαστικὴν τῶν ἰδιοκτησιῶν· ἀποφεύγουσι δὲ σήμερον τὴν τοποθέτησιν τῶν κεφαλαίων των εἰς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, καὶ κυρίως εἰς τὴν ἀγροτικὴν, διότι οὐδεμίαν παρέχει ἀσφάλειαν ἡ τοιαύτη τοποθέτησις· ἡ ἀσφάλεια ἐξέλιπεν ἐπὶ τοσοῦτον ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι κύριος τοῦ ἀγροῦ του καὶ τοῦ εἰσοδήματός του, καὶ ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, προσπαθεῖ νὰ τὴν ἐκποιήσῃ, ἐξασφαλίζων ἔστω καὶ ὀλιγώτερον εἰσόδημα, ἀλλὰ πρὸς ἀπόλαυσιν τοῦ ὁποίου εἶναι βέβαιος, ὅτι δὲν κινδυνεύει οὔτε ἡ ζωή του, οὔτε ἡ περιουσία του. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, δι’ ὃν βεβαίως πταίει ἐν γένει ἡ κοινωνία, εἶναι δὲ οὗτος ἡ ἔκρυθμος οἰκονομικὴ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ κοινωνία ἡμῶν, ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν τοῦ βίου καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀναγκῶν, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐξήλθομεν ὅλοι ἐκ τοῦ κύκλου τῶν δυνάμεών μας, καὶ ὅπως πορισθῶμεν τὰ χρήματα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ὑποχρεούμεθα νὰ καταφεύγωμεν εἰς δάνεια, δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν σκοπὸν ν’ ἀποδώσωμεν, καὶ ἐὰν ἔχωμεν τοιοῦτον σκοπὸν, ἀδυνατοῦμεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἐξ ὅλων λοιπὸν τῶν λόγων τούτων προκύπτει ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἀκινησίας τῶν κεφαλαίων, καὶ ἑπομένως ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς νομοθεσίας δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ βεβαίως εἰς τὸ νὰ διορθώσῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, οὐχ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἀμελήσωμεν καὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἀστικῶν νόμων. Περὶ τούτου εἶχε γίνει λόγος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὄχι μόνον αἰσθάνεται τὸ λοιπὸν Κράτος τὴν ἀνάγκην τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἴδιον Κώδικα, αἰσθανόμεθα ταύτην, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς νομοθεσίας μεταξὺ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους, εὑρισκόμενοι εἰς θέσιν ὄχι εὐχάριστον, διότι ἀνατίθεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων μας εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουσι ποσῶς αὐτούς.
§7ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι ἡ Τράπεζα καταχρᾶται τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα τῇ ἔδωκε τὸ Ἔθνος. Ἡ Τράπεζα δυνάμει αὐτῶν δανείζεται καὶ δανείζει, ἀλλὰ βεβαίως μεταξὺ τοῦ δανείζεσθαι καὶ δανείζειν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία διαφορὰ τόκου ὑπὲρ αὐτῆς, ὅπως ἐξ αὐτοῦ καλύπτῃ μέρος τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως καὶ ἐνδεχομένων ζημιῶν· ἀλλ’ ἡ μὲν Τράπεζα, ἐνῷ δανείζεται πρὸς 3 ἢ 4% μὲ μακρυνὰς προθεσμίας, αὐτὴ δανείζει ἐπὶ πρώτῃ ὑποθήκῃ καὶ τῷ τρίτῳ τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων πρὸς 8%, διὰ τοῦ ὑπερόγκου δὲ τούτου τόκου ἀποφεύγει τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, ἵνα διαθέτῃ τὰ χρήματά της ἄλλως· πιστεύω, ὅτι, κατὰ τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει, καὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον δίδει, ὑπάρχει ὡρισμένη διαφορὰ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλήφθη φροντὶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ Τράπεζα τηρῇ τοὺς ὅρους τοῦ Καταστατικοῦ της, ὡς πρὸς τὸν τόκον καὶ τὰς λοιπὰς ὑποχρεώσεις της· ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λαμβάνῃ, ἀναλογεῖ πρὸς 6% καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Τραπέζης διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἤθελεν εἶσθαι ὠφελιμωτέρα εἰς αὐτὴν, καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας θὰ ἦτο εὐεργετικωτέρα, περιστέλλουσα τὴν ἐκεῖ τοκογλυφίαν.
§8ΤΥΠΑΛ. ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἠκούσατε ἐνταῦθα καὶ ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τοῦ φοβεροῦ δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἐνεποίησε δεινοτάτην ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον, διότι ὑπὸ τὰς οἰκτροτέρας περιστάσεις διὰ ῥοπάλου ἐφονεύθησαν δύο πρόσωπα λίαν σεβαστὰ καὶ ἀγαπητὰ εἰς τὴν νῆσον. Ὁ Δημήτριος Ἄννινος Ἀναστασάτος, ἀνήκων εἰς μίαν τῶν ἀρχαιοτάτων εὐγενῶν οἰκογενειῶν τῆς Κεφαλληνίας, ἐπέπρωτο, εἰς τὸ 75ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ ἀποθάνῃ διὰ στυγερᾶς δολοφονίας ἐν τῇ ἀρχαίᾳ οἰκογενειακῇ ἐξοχικῇ ἐπαύλει του, μιᾷ τῶν ὡραιοτάτων ἐπαύλεων τῆς ὡραίας νήσου, ἐδολοφονήθη δὲ μετὰ τῆς ἑξηκονταετοῦς ἀδελφῆς του! Ὅλα τὰ περιστατικὰ τοῦ δράματος τούτου, ὅπως ἐκτίθενται, ἐμποιοῦσιν ἔκτακτον φρίκην! Εὐχάριστον εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ἥτις ἐξήγειρε βαθέως τὸ αἴσθημα τῆς φρίκης εἰς τὸν τόπον, ἐνήργησαν μετ’ ἐκτάκτου δραστηριότητος καὶ ἐπιτυχίας αἱ Ἀρχαὶ αὐτόθι. Κατὰ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλαβον, «δράσται ἀνακαλυφθέντες συνελήφθησαν· ἐνδιαφέρον καὶ ἐνέργεια Νομαρχοῦντος, Εἰσαγγελέως καὶ Ἀνακριτοῦ ἄξιαι παντὸς ἐπαίνου.» Εἶναι βέβαιον ἐξ ὅλων τῶν περιστάσεων, τῶν ἀναφερομένων ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, ὅτι δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ἔγκλημα ὡς ὠργανωμένη, οὕτως εἰπεῖν, λῃστεία. Τοιαύτη ἐν Κεφαλληνίᾳ δὲν ὑπάρχει. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸ κέρδος ὑπῆρξε τὸ ἐλατήριον τοῦ φοβεροῦ διπλοῦ φόνου, ἀλλὰ δρᾶσται ὑπῆρξαν ἄνθρωποι ἐκ τῆς γειτονίας, ἄνθρωποι πιθανῶς ἐργασθέντες εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖ, γνωρίζοντες τὰ κατ’ αὐτὸ, οἵτινες ἐλατήριον εἶχον τὸ ἀθέμιτον κέρδος. Οὐδεμία ὅμως λῃστρικὴ συμμορία ὑπῆρξε. Κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ὅλως τοπικός, εἶναι δὲ λίαν εὐχάριστον, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνέπτυξαν αἱ Ἀρχαὶ τοῦ τόπου καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ Νομαρχῶν, ὥς μοι ἐτηλεγράφησαν δι’ ἄλλου τηλεγραφήματος, ἔκτακτον τῷ ὄντι δραστηριότητα...
§9ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ τοὺς κάμωμεν ἓν εὐχαριστήριον.
§10ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὴν μορφὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπευθύνετε, κύριε συνάδελφε, δὲν τὴν θεωρῶ ὀρθὴν, διότι πᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζηται, ὅπως θέλει καὶ ὅπως ἐννοεῖ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Διοικήσεως, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ ὅτι, ὁσάκις αἱ Ἀρχαὶ ἐνεργῶσιν, ὅπως δυστυχῶς πανταχοῦ καὶ πάντοτε δὲν ἐνεργοῦσιν, ὁσάκις, λέγω, ἐνεργῶσιν, ὅπως ἐνήργησαν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἶναι ἄξιαι ἐπαίνου. Οἱ δὲ τηλεγραφοῦντες δὲν εἶναι ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι φίλοι μου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ προσθέσω καὶ σκέψεις τινὰς ἄλλας, σχετιζομένας πρὸς τὴν περίστασιν ταύτην. Διότι τὸ ἔγκλημα τοῦτο φέρει χαρακτῆρα ὅλως τοπικὸν καὶ ὄχι λῃστρικὸν, διότι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐνήργησεν ὅπως ἔπρεπεν ἡ Ἐξουσία, ἐκ τούτου δὲν προκύπτει, ὅτι ὑπάρχει ὁμαλὴ κατάστασις ἐν Κεφαλληνίᾳ. Καὶ πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε τὸν κ. Βαλσαμάκην, ὅστις σᾶς εἶπε γεγονὸς λίαν σοβαρὸν, ὅτι μεταξὺ τῶν λόγων, οἵτινες καθιστῶσι προβληματικὴν τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ βεβαίως ἐπίσης ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης ἀσφαλείας τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, καὶ ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα ἀπέναντι περιστατικοῦ τοιούτου. Δὲν θέλω διὰ τούτου νὰ κατηγορήσω εἰδικῶς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἄτοπον. Λέγω, ὅτι ἐν γένει ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὑφίσταται, εἶναι ὀρθὴ καὶ ἀκριβὴς καὶ ἀξία τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Πρὸ ἑνὸς ἔτους, νομίζω, εἶχον συμβῆ ἄλλα ἐγκλήματα ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε δημοσίαν δύναμιν, ἥτις, καίπερ ἐνεργήσασα, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων αὐτῆς, τὸ καθῆκόν της, οὐχ ἧττον παρεξετράπη εἰς πράξεις, αἵτινες δυσφημοῦσι τὴν δημοσίαν δύναμιν, καὶ περὶ τούτου ἔγραψαν καὶ ἐφημερίδες, φίλα φρονοῦσαι τῇ Κυβερνήσει, οἷα ἡ ἐφημερὶς «Ἐμπρὸς», καὶ ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ ἐξέθετον τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν Κεφαλληνίᾳ εἰς τὴν θέσιν ταύτην: ἀφ’ ἑνὸς, ὁ τόπος νὰ ἔχῃ βεβαίως ἀνάγκην δημοσίας δυνάμεως, ὅπως ἀσφαλισθῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ζητήσῃ τοιαύτην, διότι ἔχει ἔναυλον εἰς τὴν μνήμην του τὴν κακὴν συμπεριφορὰν τῆς δημοσίας δυνάμεως αὐτόθι. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ συνάδελφος κ. Μπασιᾶς, δὲν διστάζω νὰ ἐκφράσω, οἷα ἐξέφρασα αἰσθήματα ἐκτιμήσεως πρὸς τὰς Ἀρχὰς, αἵτινες τόσον δραστηρίως ἐνήργησαν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ ἔφερον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν, ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐπεζήτουν διὰ μέσων πολὺ μεγαλειτέρων τοὺς φονεῖς, διὰ τὴν πολυθρύλλητον ὑπόθεσιν τῶν Μανταίων. Λέγω οὐχ ἧττον, ὅτι καταδικάζω τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Διοικήσεως, ἥτις κλονίζει τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν ἐπὶ τῆς Διοικήσεως, ἥτις φέρει τοὺς πολίτας νὰ διστάζωσιν, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμήσωσι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑφίστανται καὶ τὸ ὁποῖον τόσον σοβαρῶς σᾶς ἐχαρακτήρισε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βαλσαμάκης, ἀπὸ τὰς παρεκτροπὰς τῆς δημοσίας δυνάμεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας σκέψεις ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὰς ὁποίας παραλείπω, ὅπως μὴ ἐν οὐ δέοντι καὶ ἐν περιπτώσει ὅλως εἰδικῇ, μακρηγορήσω. Εἶναι φαινόμενον, ἄξιον λόγου, τοῦτο, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐν Κεφαλληνίᾳ σπουδαίως διεσαλεύθη κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ οὐ μόνον ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἀλλὰ ἐν ὅλῃ τῇ Ἐπικρατείᾳ. Ὑπάρχει ὡσεὶ ἄνεμός τις ἀνομίας, ὅστις ἔπνευσεν ἐπὶ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη εἴδομεν πολλαπλασιασθέντα τὰ ἐγκλήματα ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ εἴδομεν, ὅτι ἡ ἔκτακτος αὐστηρότης, ἥτις ἀνεπτύχθη ἐναντίον τῶν ἐγκληματιῶν, οὐδὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, καὶ ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ζητηθῶσιν ἄλλα μέσα, ἠθικοποιοῦντα τὴν κοινωνίαν, ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην καὶ ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν διοίκησιν, τὰ ὁποῖα νὰ φέρωσι τροπὴν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἄν ἤθελεν ἐρωτηθῇ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις διετέλεσεν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δικαστὴς ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἀφεὶς ἐκεῖ ἀρίστας ἀναμνήσεις, ἂν ἤθελεν ἐρωτηθῇ περὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας τότε ἔλαβε περὶ Κεφαλληνίας, ἤθελε μᾶς εἴπει, ὅτι εἷς τῶν λαῶν τῶν μᾶλλον εὐαγώγων, μία τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας σπανίως παρουσιάζονται ἐγκλήματα, εἶναι ἡ Κεφαλληνία. Ταῦτα εἶπε πρὸς ἐμὲ ἄλλοτε ὁ κ. Δραγούμης, καὶ ἦσαν ἀληθῆ· ἐπίσης καὶ ὁ κ. Καρατζᾶς μὲ εἶπε τὰ αὐτὰ, αὐτὸς, ὅστις διετέλεσεν ἐπὶ ἔτη ἐν Κεφαλληνίᾳ Εἰσαγγελεύς. Πῶς ἔκτοτε τὰ ἐγκλήματα ἐπλεόνασαν ἐν Κεφαλληνίᾳ, πῶς καὶ μετὰ τὰς δύο ἐκτελέσεις, τὰς ὁποίας, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν ἀσπαζομένων τὴν θανατικὴν ποινὴν, ἔπρεπε νὰ θεωρήσωμεν ὡς μέσον παρεμποδίσεως τῶν ἐγκλημάτων, πῶς εἴδομεν ἀκριβῶς μετὰ τὰς ἐκτελέσεις ταύτας πολλαπλασιασθέντα τὰ ἐγκλήματα; Δὲν θέλω βεβαίως νὰ σύρω ὡς συμπέρασμα ἐκ τούτου, ὅτι τὸν πολλαπλασιασμὸν τοῦτον τὸν ἔφεραν αἱ ἐκτελέσεις, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ βεβαίως ἐπιτρέπεται, κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου, νὰ φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐδὲν συνετέλεσαν αὗται, ὅπως ἐμποδίσωσι τὰ ἐγκλήματα. Γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη 80 περίπου φόνοι ἐγένοντο ἐν Κεφαλληνίᾳ, καὶ ὅμως ὁ λαὸς τῆς Κεφαλληνίας εἶναι εἷς τῶν εὐγενεστέρων λαῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἷς τῶν γενναιοτέρων ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις. Ἀλλὰ πάσχει καὶ αὐτός, ὑπὸ τοῦ νοσήματος, ὑφ’ οὗ πάσχει ὁλόκληρος ἡ Ἐπικράτεια. Διεσαλεύθησαν αἱ κοινωνικαὶ βάσεις τοῦ τόπου, ἐχαλαρώθησαν αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἀπετέλουν τὴν βάσιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην αὐτοκτονίας, βλέπομεν φόνους, βλέπομεν ἀγρίαν περιφρόνησιν πρὸς τὴν ζωήν, βλέπομεν τὰ συμπτώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι βαθεῖαν τὴν ἠθικὴν ἀποσύνθεσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως τῆς κοινωνίας, δὲν ἐφαντάσθην νὰ θεωρήσω ὑπεύθυνον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ κατάστασιν, ἥτις ἔχει ῥίζας βαθείας καὶ παλαιάς, ἡ ὁποία συνδέεται μετὰ τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ πάλιν λέγω, ὅτι εὐθύνεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων, δὲν λαμβάνει πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ ἐπὶ τὴν διοίκησιν.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι αἱ Ἀρχαὶ Κεφαλληνίας ἔδειξαν ἔκτακτον δραστηριότητα καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν συνέλαβον τοὺς δράστας τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφος ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐκφράζει χάριτας εἰς τὰς Ἀρχάς, παρακαλῶ τὸν συνάδελφον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίας ἐνεργείας ἔκαμον αἱ ἴδιαι Ἀρχαὶ καὶ ποῖα δραστήρια μέτρα ἔλαβον διὰ τὸν πρὸ 5 ἡμερῶν συμβάντα φόνον τοῦ νέου Γαρμπῆ εἰς τὸ χωρίον Φραγγάτα; Ἀλλ’ ὁ ἀγορεύσας, ἐνῷ συνεκινήθη διὰ τὸ ἐν Παυλιαῖς δρᾶμα, καὶ ἔπλεξεν ἐγκώμια διὰ κολακευτικῶν λόγων ὑπὲρ νομαρχούντων καὶ ἄλλων, οὔτε κἂν ἐμνήσθη ἢ ἐμέμφθη τὴν ἀδρανῆ ἐνέργειαν τῶν ἰδίων προσώπων διὰ τὸν φόνον Γαρμπῆ, λησμονήσας, ὅτι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ αὐτὴ ἐνέργεια, ἀδιάφορον, ἂν οἱ παθόντες ἦναι εὐπατρίδαι ἢ χωρικοί, πλούσιοι ἢ πένητες, πολυμαθεῖς ἢ ἀγράμματοι. Ἡ Συνταγματικὴ Πολιτεία μας ἓν μέτρον ἔχει δι’ ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις.
§12ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, προκειμένου περὶ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ, νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν. Ἂν καὶ ὁ ἐκεῖ ἀνακριτὴς ἦναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον ὁμολογῶ, ὅτι διακρίνεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀνακριτικοῦ αὐτοῦ καθήκοντος, καὶ ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη περίστασις, οὐ μόνον ἐξετέλεσε τὰ ἀνακριτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα μετὰ δραστηριότητος, ἀλλ’ ἐξετέλεσε καὶ καθήκοντα χωροφυλακῆς· διότι, μὴ ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς χωροφύλακας, παρήγγειλεν αὐτοὺς νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι χωρὶς νὰ καταστήσῃ γνωστὸν τὸν σκοπὸν, καὶ μεταβὰς νύκτωρ συνέλαβε τοὺς φονεῖς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχει καθῆκον ἕκαστος πολίτης, πολὺ μᾶλλον Βουλευτής, ὁσάκις παρουσιάζηται περίστασις περὶ τοιούτων ὑπαλλήλων, νὰ ἀναφέρῃ τὰς πράξεις αὐτῶν.
§13ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνακριτής;
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου, περὶ ἐκλογῆς εἰδικῶν παρέδρων. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ εἰδικῶν παρέδρων. Ἐγεννήθησαν διάφορα ζητήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: τίνες ἔχουσι δικαίωμα ψήφου κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας; Τὸ ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος εἰδικὸς Πάρεδρος ἐκλέγεται μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ αὐτοῦ Παρεδρείου, τῶν ἐχόντων κατὰ τὸν ὁριστικὸν κατάλογον τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ παρόντος νόμου διαγραφομένας ἰδιότητας τοῦ ἐκλεξίμου». Ἡ Νομαρχία Ἀττικῆς, κακῶς ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ εἰδική, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ, ἂν ὁ ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἔχῃ πραγματικῶς κατοικίαν ἐν τῷ Παρεδρείῳ, ἢ ὄχι. Εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον δὲν γίνεται μνεία τῆς κατοικίας, καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, διότι οἱ ἐνασκοῦντες τὰ δικαιώματά των τὰ ἐκλογικά, κατὰ τεκμήριον, θεωροῦνται ὡς κατοικοῦντες ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἐνασκοῦσι τὰ δικαιώματά των, ἀλλ’ ἀναγράφεται ἡ προσωρινὴ διαμονή, ἡ διαμονή, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἐκλογεῖς, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάσσετο ὁ κατάλογος. Παραδείγματος χάριν, στρατεύσιμος, ἑπομένως συμπληρώσας τὸ 21ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ζητεῖ τὴν ἐγγραφήν του, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, ἐγγράφεται, καὶ ἐγγράφεται ὡς στρατιώτης, ὡς διαμένων ἐνταῦτα, ἢ ἐν Κερκύρᾳ. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ὁ στρατιώτης οὗτος, ὁ κάτοικος Ἀμαρουσίου, Κηρισσίας, ἢ Λεωνιδίου, ἔχῃ δικαίωμα ψήφου κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Κακῶς ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον ἡ Νομαρχία, εἶπεν, ὅτι οὗτοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ψήρου, καὶ δι’ ἐγγράφου αὑτῆς πρὸς τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων, ἀνακοινωθέντος καὶ πρὸς τὰς ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπάς, ἐπιτάσσονται αὗται, ὅπως μὴ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς φέροντας ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ διαμονὴν ἄλλην, παρὰ τὴν τοῦ Παρεδρείου, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντον διὰ τοὺς πολιτευομένους, ἀλλ’ ἕνεκα τοπικῶν λόγων δύναται νὰ λάβῃ χαρακτῆρα ἐπίμονον, καὶ νὰ λάβωσι χώραν συμπλοκαί. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως ἂν κρίνῃ καλλίτερον.
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι χθὲς ἦλθον καὶ πρὸς ἐμὲ κάτοικοι χωρίου τινὸς, παραπονούμενοι, ὅτι φίλοι αὐτῶν ἀποκλείονται τῆς ψηφοφορίας, διότι δὲν θεωροῦνται ἔχοντες ἐν τῷ δήμῳ διαμονήν. Δοθείσης ἐκ τούτου ἀφορμῆς, ἐξήτασα καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι τοιαύτη ἔχει γνώμην ἡ Νομαρχία Ἀττικῆς. Ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτην ἑρμηνεία δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὰ καταδειχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἄτοπα, θέλω δὲ φροντίσει νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, καὶ ταχέως, ἐντὸς τῆς αὔριον, δοθήσεται λύσις, συμφωνοτέρα πρὸς τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος βεβαίως ἐνταῦθα ὁμιλεῖ περὶ κατοίκων, καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται, ὅτι ἡ λέξις κατοίκων ἔχει στενωτέραν ἔννοιαν, τὴν τῶν διαμενόντων· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φθάνομεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὅπερ κατέδειξεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι πολλοὶ τῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου ἐγγραφέντων ὡς μὴ κατοίκων ἐν τῷ χωρίῳ, κατόπιν ἐπιστρέψαντες, θέλουσιν ἀποκλεισθῆ, λόγῳ τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς, καίτοι βεβαίως ἔχουσι δικαίωμα ψήφου καὶ ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ, ὡς καὶ ἐν ἄλλῃ ἐκλογῇ, δυνάμει τῆς ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ χωρίου ἐγγραφῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. συνάδελφος, θέλει ἐπικρατήσει.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ προσθέσω, διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία· ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέλθωμεν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου καὶ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς νὰ ἐξελέγχουν, ἂν οἱ ἐκλογεῖς ἦναι κάτοικοι, ἢ ὄχι, θὰ ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν παρουσιάζηται ὁ Ἀνδρέας Αὐγερινός, νὰ ἀμφισβητῆται, ἂν ἦναι κάτοικος εἰς τὸ Παρεδρεῖον ἐκεῖνο. Ἡ λέξις «κατοικούντων», ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 22, παρέλκει.
§18ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ κοινοῦ μετ’ ἄλλων συναδέλφων μου ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐπιδόσεως ποινικῶν ἐγγράφων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν). Κατὰ τῆς ἀτελείας τῶν διατάξεων αὐτῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας πολλαὶ πρὸ πολλοῦ ἠγέρθησαν κατακρίσεις, ἀπό τινος δὲ χρόνου αἱ κατακρίσεις αὗται ἔλαβον χαρακτῆρα ζωηρότερον, διότι τὰ ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ διατεταγμένα περὶ ἐκδόσεως παρέχουν εἰς τοὺς κλητῆρας στάδιον ἀτελοῦς, ἵνα μὴ τι ἄλλο εἴπω, κοινοποιήσεως. Δὲν βλέπομεν δὲ τὸν λόγον, διατὶ ὁ νομοθέτης, ὁ τόσον ἐπιμελῶς διατάξας τὰ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ἐπὶ πολιτικαῖς διαφοραῖς δικογράφων, καὶ διὰ πολλῶν ἐγγυήσεων ἐξασφαλίσας τὰ περὶ αὐτῶν, νὰ δεικνύηται τόσον ὀλιγώρως μεριμνῶν ἐπὶ ποινικῶν ὑποθέσεων, ἐν αἷς πρόκειται συνήθως περὶ πολυτιμοτάτων τοῦ πολίτου δικαίων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναπτύξω ἀναλυτικώτερον ἐν καιρῷ, ὑπεβάλαμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀρτίως σᾶς ἀνέγνωσα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 275).
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια. Πρῶτον, περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΩΚΘʹ καὶ ͵ΩΚϚʹ τοῦ 1880 καὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΑΟΓʹ νόμου τοῦ 1883· καὶ δεύτερον, νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ληξιαρχικῶν πράξεων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 276–277).
§22ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, μετὰ λύπης μου νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως τοῦ καθηγητοῦ τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Γυμνασίου Ἰω. Μιχαὴλ, καὶ λυποῦμαι, διότι θὰ γίνω ἀφορμὴ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπασχολήσω, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δυσαρεστήσω. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μᾶς εἶπεν, ὅτι τῷ ἐκάμαμεν ἐπανειλημμένας παραστάσεις περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς παύσεως τοῦ καθηγητοῦ, μᾶς διεβεβαίωσε δὲ, ὅτι ἐπαύθη δικαίως, καὶ ἐπαύθη συνεπείᾳ ἐκθέσεως τοῦ Γυμνασιάρχου. Ἡμεῖς, Κύριοι, σεβόμεθα τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν καὶ γνωρίζωμεν τίνι τρόπῳ ἔγεινε τὸ ἔγγραφον καὶ τίνι τρόπῳ συνετάχθη, καὶ ἐπιμένομεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι βεβαίως σκευωρία ἐγένετο ἐναντίον τοῦ παυθέντος καθηγητοῦ· εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο, καὶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει πίστιν εἰς ἓν ἔγγραφον, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας ἡμῶν. Γνωρίζομεν πολὺ καλὰ τὸν κ. Μιχαὴλ, εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων καθηγητῶν, τελειοποιήσας τὰς σπουδὰς αὑτοῦ ἐν Γερμανίᾳ, εἶναι δὲ ἀνώτερος παντὸς ἄλλου, καὶ τοῦ Γυμνασιάρχου αὐτοῦ, κατὰ τὰς γνώσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐξηγέρθησαν ἐναντίον του ὅλοι, καὶ προσπαθοῦν νὰ τὸν καταστρέψουν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ, διότι δὲν εἶναι πρέπον, συνεπείᾳ ἑνὸς ἐγγράφου, νὰ παύηται εἷς καθηγητὴς τοῦ καθήκοντος, καὶ νὰ ῥίπτηται εἰς τοὺς δρόμους. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς ἄλλας ἐκθέσεις κατὰ τοῦ διδασκάλου τῆς Τουρκικῆς Σιμὼν Ζαδέ; πῶς διατηρεῖ ἐκεῖνον ἐν τῇ θέσει, καίπερ δὶς τιμωρηθέντα δικαστικῶς; Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλητε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν παῦσιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ δεδικαιολογημένην, διότι ἄλλως δὲν ἤθελον προκαλέσει ταύτην. Θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα.
§24ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκ Λαρίσσης κατ’ ἐπανάληψιν μοὶ ἔγραψαν, ὅτι διατηρεῖται εἷς Καθηγητὴς ἐκεῖ τοῦ Γυμνασίου τετράκις φυλακισθεὶς καὶ ἀποφυλακισθείς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς τιμωρίας, τὰς ἐπιβληθείσας εἰς τὸν Καθηγητὴν αὐτὸν, τὸν ὀνομαζόμενον Σιμοζαδέν. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τὸν διατηρεῖ εἰσέτι εἰς τὴν θέσιν του.
§25ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δέν μοι ἀνέφερε κἀμμία Ἀρχὴ, ὅτι κατεδικάσθη· ἀνέμενον νὰ λάβω γνῶσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Πιστεύω, ὅτι αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ θὰ μοὶ ὑποβάλουν πληροφορίας, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ ἐνεργήσω, ὅ,τι πρέπει.
§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν μοι φαίνονται πολὺ σπουδαῖοι, διότι, ὅταν καταγγέλληται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Καθηγητὴς, ὅτι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν φυλακὴν διὰ νὰ διδάσκῃ τὴν νεότητα, τοῦτο καὶ μόνον ἐπιβάλλει αὐτῷ τὸ χρέος, ἀμέσως νὰ προσκαλέσῃ τὸν Νομάρχην, ἵνα ὑποβάλῃ ἔκθεσιν καὶ πᾶσαν πληροφορίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πρωτοδικῶν καὶ νὰ ὑποβάλητε τὰς δικογραφίας, δι’ ἃς κατεδικάσθη ὁ καθηγητὴς Σιμοζαδὲς, καὶ πρὶν ἔτι τὰς ὑποβάλῃ, νὰ ἀπολύσητε τὸν ἀνάξιον τοῦτον Καθηγητήν.
§27ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅμα ὡς λάβω πληροφορίας περὶ τοῦ, ὅτι ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ πρόκειται, κατεδικάσθη, θὰ λάβω τὰ προσήκοντα μέτρα. Μὴ ἀνησυχῆτε τόσον, ἄλλως καὶ ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατηγορήθη, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ὑπερευαισθησίαν τοῦ κ. συναδέλφου· δὲν κατηγορήθη δι’ ἀνήθικον πρᾶξιν, κατηγγέλθη, ὅτι ἐῤῥάπισεν ἕνα συνάδελφόν του.
§28ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει ὅλους νὰ τοὺς ῥαπίσῃ, διὰ νὰ σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 680,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἡ γέφυρα ἐπὶ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, ἥτις κατεσκευάσθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ δύο ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα, ἦναι δίκαιον νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, ἢ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξακολουθεῖ νὰ κατασκευάζηται.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἑταιρία κατασκευάζει τὴν γέφυραν· ἐν ὅσῳ δὲν τὴν παραδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, ὀφειλὴ δὲν ὑφίσταται. Ἂν γένηται ἡ παράδοσις τῷ 1889, ἡ πίστωσις θὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους τούτου.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσέτι, ὅπως γνωρίζομεν ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τὸ δάνειον, ὅπερ ἐξεδόθη διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, ἀνέρχεται εἰς 3,756,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν ἀκριβῶς τὸ ἀντιτίτιμον 44 χιλιομέτρων. Τὸ ποσὸν λοιπὸν τῶν 250,000, πόθεν θὰ πληρωθῇ;
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς διαχειρίσεως, κατόπιν δὲ θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ὁριστικῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς δαπάνης διὰ πόρου τινός, εἰδικῶς καθορισθησομένου. Σήμερον ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα διαχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις, θὰ καταβάλλῃ τὰ ἑκάστοτε ὀφειλόμενα, ἀλλ’ εἰδικὸς πόρος πρὸς τὴν δαπάνην θὰ καθορισθῇ, ὅταν ἐν καιρῷ διευκρινισθῇ, ὁποῖον εἶναι τὸ ὀφειλόμενον ποσόν, διότι σήμερον ἔτι δὲν εἶναι τοῦτο γνωστόν.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπει ὁ Λογιστικὸς Νόμος, διότι, ἂν πρόκηται νὰ δαπανηθῇ τι ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 9 ῥητῶς ἀπαιτεῖ τὴν σύγχρονον εὕρεσιν καὶ εἰδικοῦ πόρου. Ἑπομένως δὲν δύνασθε, ἢ νὰ καταλογίσητε τὴν δαπάνην εἰς βάρος τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν θὰ ἐκτελεσθῇ αὕτη.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἀπαιτεῖ νὰ δίδηται πάντοτε διατράνωσις περὶ ὑπάρξεως πόρου πρὸς τὴν ἔκτακτον δαπάνην· διατρανοῦμεν δὲ, ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα διαχειρίζεται τὸ Δημόσιον, ὑπάρχουσι σήμερον περισσεύοντα, δι’ ὧν δύναται ἡ πίστωσις αὕτη νὰ καλυφθῇ, δι’ ὧν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δαπάνην ταύτην· ἂν δὲ κατόπιν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον, δύναται εἰδικὴ εἴσπραξις χρήματος νὰ καθορισθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου εἶναι καθαρὸν, καὶ ἀπαιτεῖ, αἱ πληρωμαὶ τῶν δαπανῶν ὅλων νὰ γίνωνται εἰς βάρος χρήσεως ὡρισμένης, οὐχὶ διαχειρίσεως ἀορίστου καὶ ἀβεβαίας. Βαρύνει λοιπὸν τὴν χρῆσιν τοῦ 1889;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι τότε εἴπετε, ὅτι θὰ εὕρητε ἄλλον εἰδικὸν πόρον, καὶ οὐχὶ τοὺς πόρους τῆς χρήσεως.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τὸ εἰδικὸν τῶν χρημάτων, δι’ ὧν αὕτη θέλει πληρωθῇ. Ἡ πίστωσις δίδεται ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ τοῦ 1889, ἑπομένως ὁ καταλογισμὸς θέλει πάντως γενῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1889. Ἐὰν ὅμως συμβῇ, ὥστε τὰ χρήματα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ἔχει διαθέσιμα, ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς ν’ ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, θέλει ληφθῆ φροντὶς περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ κενοῦ δι’ εἰδικοῦ δανείου. Τοῦτο ὅμως δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν καταλογισμὸν τῆς πιστώσεως. Ἡ πίστωσις δίδεται ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 καὶ θὰ διατεθῇ ἐπὶ τῆς αὐτῆς χρήσεως.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ θὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφόσον, ἐννοεῖται, αἱ δαπάναι πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἰδίαν παρατήρησιν θὰ φέρω καὶ ἐπὶ τῶν 80,000 δραχμῶν, ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῶν 250,000 δραχμῶν. Ἡ τελευταία μάλιστα φαίνεται μᾶλλον τακτικὴ παρὰ ἔκτακτος δαπάνη· ὥστε θὰ βαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1889;
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ἔχει δίκαιον, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον παρουσιάζετε, δὲν ὑπάρχει περίσσευμα. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν δὲ Νόμον, ὁσάκις πρόκηται διὰ πιστώσεως, μὴ περιληφθείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ ὁρισθῇ δαπάνη τις, πρέπει συγχρόνως νὰ ὑποδεικνύηται καὶ ὁ πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη αὕτη θὰ καλυφθῇ. Καὶ κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής, ζητῶν νὰ μάθῃ, ἐκ τίνων ἐκτάκτων πόρων θέλετε πληρώσει τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολογίαν, δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα, διότι, ἂν εἴχετε περίσσευμα ἐσόδων εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἠδύνασθε ἐκ τοῦ περισσεύματος τούτου νὰ κάμητε οἱανδήποτε ἔκτακτον δαπάνην, ἐὰν π. χ. ἤμεθα εἰς τὴν εὐτυχῆ θέσιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κατ’ ἔτος περίσσευμα 500,000,000, ἠδυνάμεθα ἄνευ εἰδικῶν πόρων νὰ προμηθευθῶμεν πλοῖα, νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν παρουσιάζει περίσσευμα. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής, ζητῶν νὰ μάθῃ τὸν εἰδικὸν πόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖτε νὰ πληρώσητε τὴν δαπάνην ταύτην, τὴν μὴ συμπεριληφθεῖσαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ἡ πίστωσις αὕτη ἔχει καθαρῶς χαρακτῆρα ἔκτακτον, τουτέστι πιστώσεως, μὴ ἀντιστοίχου πρὸς τοὺς τακτικοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Τοὐλάχιστον αἱ δύο πρῶται ἀναντιῤῥήτως ἔχουσι τοιοῦτον χαρακτῆρα, διότι αἱ ἀποζημιώσεις ἰδιωτικῶν κτημάτων, καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου, ἀναντιῤῥήτως δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους τὰ σχετιζόμενα ἔξοδα πρὸς τοὺς συμπληρωματικοὺς σιδηροδρόμους τῆς Πελοποννήσου. Ἀφοῦ τὰ εἰρημένα ἔξοδα εἶναι στοιχεῖα τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἀφοῦ αἱ τῶν σιδηροδρόμων δαπάναι ἀνάγονται εἰς τὰς ἐκτάκτους, δὲν ἀνταποκρίνονται αἱ δύο πιστώσεις πρὸς πόρους τακτικούς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, πᾶσα δαπάνη, σχετιζομένη πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους, εἶναι δαπάνη ἔκτακτος. Ἐὰν μικραί τινες δαπάναι τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρόμων περιλαμβάνωνται ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦτο δὲν προδίδει παραγνώρισιν τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ γίνεται πρὸς ἀποφυγὴν λεπτολόγων διακρίσεων. Κράτη πλούσια, τὴν ἔκτακτον ταύτην δαπάνην δύνανται νὰ πραγματοποιῶσιν ἐν μέρει, ἢ καὶ ἐν ὅλῳ, διὰ τῶν τακτικῶν αὐτῶν πόρων, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Ἡ Ἑλλὰς τοὺς τακτικοὺς αὑτῆς πόρους εἶναι ἠναγκασμένη νὰ διαθέτῃ εἰς τὰς τακτικὰς αὑτῆς δαπάνας, καὶ ἂν αἱ τακτικαὶ αὑτῆς δαπάναι ἦναι ἐλάσσονες τῶν τακτικῶν πόρων, ἐπειδὴ οἱ πόροι ἀποκτῶνται διὰ φορολογίας λίαν ἐπαχθοῦς, δὲν πρέπει νὰ διαθέτῃ τὸ περίσσευμα εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐπωφελῆται ἐξ αὐτοῦ πρὸς ἐλάττωσιν τῶν φόρων. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην πίστωσιν, τῷ ὄντι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ἂν ἡ δαπάνη πρέπῃ νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἢ τῶν ἐκτάκτων, τὰ ἔξοδα λέγω τῆς μετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων· διότι ναὶ μὲν Ἔκθεσις τῶν Παρισίων δὲν γίνεται τακτικῶς, ἀλλ’ Ἐκθέσεις διεθνεῖς, εἰς ἃς μετέχει ἡ Ἑλλάς, ἐπαναλαμβάνονται κατὰ περιόδους. Ἴσως ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἀναγράφῃ πάντοτε ποσὸν τοιοῦτον, 250,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τοσοῦτον ὑπέρογκον τὸ ποσόν, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ θεωρηθῇ ἡ δαπάνη, καθὸ περιοδικῶς ἐπαναφερομένη, ὡς ἀνήκουσα μᾶλλον εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ τῶν τριῶν πιστώσεων αἱ δαπάναι θὰ πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὸ παρὸν διὰ χρημάτων, ἅτινα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς διαχειρίσεως, ὁριστικῶς ὅμως διὰ χρημάτων, ἅτινα ὡς πρὸς μὲν τὴν τρίτην πίστωσιν ἴσως ληφθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, τουτέστιν ἄνευ δανείου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς δύο πρώτας, βεβαίως θὰ προέλθωσιν ἐξ ἐκτάκτου πόρου, δηλαδὴ ἐκ δανείου, ἀναλόγου πρὸς τὴν ἐκκαθαρισθησομένην δαπάνην, ἧς τὸ ποσὸν σήμερον δὲν δυνάμεθα ἔτι νὰ γινώσκωμεν.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων καὶ παρὰ τοῖς Ἔθνεσιν ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, δὲν συμπεριλαμβάνει τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐκτελεῖ διὰ τοῦ τακτικοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχουσιν Ὑπουργεῖα τῶν Δημοσίων ἔργων, καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ταῦτα ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πολυτελῆ καὶ μεγάλας ἐπιβάλλουσιν δαπάνας. Ἀσχολεῖται δ’ αὕτη εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν παραλαβὴν καὶ τὴν ἐπίβλεψιν, καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας λεπτομερείας, σχετικὰς μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Οὐδεμία ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων ἀναγράφεται ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐκείνων ἀκόμη τῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσι τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν καὶ ἅτινα ὑφίστανται τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀτοπήματα. Πάντοτε αἱ τοιαῦται δαπάναι ἀναγράφονται ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δαπάνης τῶν τακτικῶν ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῆς ἐπιβλέψεως, τῆς προκαταρκτικῆς μελέτης, τῆς ἐπιτηρήσεως, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐργασία καὶ αἱ δαπάναι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν, οἵτινες πληρόνονται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἂν θελήσωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐκτάκτους τὰς δαπάνας ταύτας, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἐπιβλαβὲς ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἀνέπτυξα προχθὲς, καὶ ὅπερ φαίνεται, ὅτι ἀσπάζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ περιορίσωμεν δηλ. τὰς τακτικὰς ἡμῶν δαπάνας εἰς τὸ ποσὸν τῶν τακτικῶν ἡμῶν ἐσόδων, ὅλας δὲ τὰς ἄλλας δαπάνας θὰ φροντίζωμεν νὰ τὰς ἐνδύωμεν τὸ ἔνδυμα ἐκτάκτων δαπανῶν, καὶ νὰ τὰς κατατάσσωμεν εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ἢ εἰς ἐκτάκτους Προϋπολογισμούς. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐπιβλαβὲς, δύναται δὲ νὰ φέρῃ βλάβην, πολὺ οὐσιωδεστέραν ἐκείνης, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς παραστάσεως τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν, ἄνευ δηλ. ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, τὴν ὁποίαν ἀποφεύγων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θέλει νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐκτελεσθῶσι διὰ τῶν γενικῶν πόρων αὐτοῦ. Δυνάμεθα, ἂν οἱ πόροι οὗτοι δὲν ἀρκῶσι, νὰ συνάψωμεν καὶ δάνειον, χρησιμεῦον πρὸς κάλυψιν γνωστοῦ ἐλλείμματος, ἀλλὰ δὲν πρέπει δι’ ἑκάστην δαπάνην, ἣν θέλομεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἔκτακτον, νὰ συνομολογῶμεν δάνειον, ἢ ν’ ἀφίνωμεν αὐτὴν νὰ τὴν συμπεριλάβωμεν εἰς δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ συνομολογήσωμεν ἀργότερον.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ συνομολογήσωμεν εἰδικὸν δάνειον δι’ ἑκάστην τῶν πιστώσεων τούτων, ἢ δι’ ἕκαστον μάλιστα ἄρθρον τῶν πιστώσεων, ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι ὁ πόρος θὰ ἦναι ἐκ δανείου· δηλαδή, ἐὰν συνομολογηθῇ γενικώτερον δάνειον, θὰ καθορισθῇ, ὅτι ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ θὰ διατεθῇ καὶ πρὸς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, περὶ ὧν αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις, διότι, ὡς εἶπον, ἐν τῷ παρόντι θὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, διαθέτοντες χρῆμα ἐκ τοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁριστικῶς διὰ δανείου θὰ κανονισθῶσι, τῶν δαπανῶν τούτων βαρυνουσῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην τοὺς ἐκτάκτους πόρους καὶ οὐχὶ τοὺς τακτικούς, διότι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν μισθῶν τῶν μηχανικῶν,—οἱ μισθοὶ τῶν μηχανικῶν πληρόνονται ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων— πρόκειται περὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν μηχανικῶν, περὶ ἐξόδων κινήσεως τῶν μηχανικῶν. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα. Κυρίως αἱ δαπάναι αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν γαιῶν, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἂν θεωρῶμεν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ὁλόκληρος πρέπει νὰ κατασκευασθῇ δι’ ἐκτάκτων πόρων, καὶ ἡ ἐξαγορὰ τῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν θὰ στρωθῇ ὁ σιδηρόδρομος, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ αὕτη δι’ ἐκτάκτου πόρου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§52ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα ἤδη, ὅτι θεωρῶ σύμπτωμα εὐτυχὲς τὴν περίπτωσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατεδικάσθη τὸ λαχεῖον. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις παρουσιάζει πολλὰ τὰ ἐλαττωματικὰ, ἔχει καὶ εἰς τὴν βάσιν ἕνα λόγον, οὐσιωδῶς κλονίζοντα τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πεποίθησιν ἡμῶν. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εὐλόγως δίδει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπιστημονικὸς σκοπὸς δὲν ὑπῆρξε τὸ κύριον ἐλατήριον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ μακρῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφῆκε, νομίζω, εἰς ἡμᾶς μᾶλλον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἐργασία εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην χρησιμεύει ὡς πρόφασις. Εὐγλώττως οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρέστησαν τὰ ἄτοπα τοῦ συστήματος τῶν λαχειοφόρων δανείων. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα ὑπὲρ τῶν λαχειοφόρων δανείων δὲν ἐφάνησαν εἰς ἐμὲ πειστικά. Διότι ὁ θεσμὸς οὗτος λειτουργεῖ εἰς ἄλλα Κράτη, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε δῆθεν μέτρα τινὰ κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν λαχείων ἐν τῇ Ἑλλάδι, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ὀρθῶς ἐνήργησεν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ λαχείου, ὅπως τοῦτο ἀρκούντως ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς τὰ καθ’ ἑαυτὸ λαχεῖα, ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τὰ λαχειοφόρα δάνεια κατὰ τὸν τύπον τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Τραπέζης, διότι κατὰ τὰς τελευταίας διατάξεις τοῦ νόμου, τοὐλάχιστον οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὸ λαχειοφόρον δάνειον τῆς Τραπέζης πρέπει νὰ ἔχωσι πραγματικὴν μετοχὴν, πρέπει νὰ ἔχωσι χρῆμα. Διὰ τοῦ λαχειοφόρου τούτου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ποιούμεθα ἔναρξιν καταστάσεως...
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατὶ ἔναρξιν; Τὸ πατριωτικὸν δάνειον τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον πιστεύω ἐγκρίνετε, ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο, νομίζω, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς τὸ παρόν.
§54ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι δεύτερον, δὲν εἶναι τὸ πρῶτον.
§56ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμοιον, διότι ὑπὸ ἄλλους ὅρους ἐγένετο καὶ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν πτοοῦμαι ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δάνειόν τι ἐγένετο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω τι περὶ τούτου. Λέγω περὶ τῆς λέξεως «ἔναρξις». Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἔναρξις ἐγένετο τότε. Παρακαλῶ, νὰ εἰπῆτε: «ἡ ἐξακολούθησις τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσαγάγομεν», καὶ τότε εἶμαι σύμφωνος.
§58ΚΟΖΑΚΗΣ. Περὶ τούτου εἰδικώτερον θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ἁρμόδιος. Ἐγὼ ὅμως θεωρῶ, ὅτι ὁ τύπος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον γίνεται τὸ παρὸν λαχεῖον, θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν Ἑλλάδα σύστημα τοιούτων λαχείων, τῶν ὁποίων αἱ κοινωνικαὶ συνέπειαι θὰ ἦναι δεινόταται. «Οἱ νομοθέται, λέγει ἔξοχος Γάλλος συγγραφεύς...
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος συγγραφεύς, κύριε Τυπάλδε;
§60ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ ἔνδοξος οἰκονομολόγος Say... «Οἱ νομοθέται, λέγει ὁ Say, οἱ καθιδρύοντες τὰ λαχεῖα, ψηφίζουσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἀριθμόν τινα κλοπῶν καὶ αὐτοκτονιῶν κατ’ ἔτος». Ὑπάρχει μεγίστη ἀλήθεια εἰς τοὺς λόγους τούτους τοῦ Γάλλου σοφοῦ, ἀλήθεια, ἔχουσα εἰδικῶς τὴν ἐφαρμογήν της εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Διατελοῦμεν εἰς κατάστασιν κοινωνικὴν, περὶ τῆς ὁποίας εἶχον ἀφορμὴν καὶ πρὸ ὀλίγου νὰ ὁμιλήσω. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις Ἀντιπρόσωπος ἐνταῦθα, μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ἡ ἠθικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι ἀνώμαλος. Καὶ ὅταν λέγω τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως σήμερον ἔλεγον· βεβαίως οὐδέποτε ἐφαντάσθην νὰ καταστήσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπεύθυνον διὰ τὴν τοιαύτην δεινὴν ἠθικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελοῦμεν. Ἡ ἠθικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἡμῖν σοβαρὰν ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως ἔχει αἰτίας βαθείας. Παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προσδοκῶμεν μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ βοηθήσωσι τὴν ἐνέργειαν ἐκείνων, οἵτινες ἀνθίστανται, ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς τὴν ἠθικὴν ἔκλυσιν, εἰς ἣν παριστάμεθα. Παρατηρήσατε ἓν μόνον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐσχάτως ἐπίτασιν μεγίστην, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικώτατον τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας. Καὶ ἂν σᾶς ἀναφέρω περὶ τοῦ φαινομένου τούτου, εἶναι, διότι αὐτὸ θὰ συνδεθῇ διὰ τρόπου ἀξιοσημειώτου πρὸς τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε. Ἐννοῶ τὴν ἐπιδημίαν τῆς αὐτοκτονίας. Οἱ αὐτοκτονοῦντες ἦσαν ἄγνωστοι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν γενεὰν, τὴν μεγάλην γενεὰν τοῦ ἀγῶνος. Σπανιώτατα ὑπῆρχον τὰ παραδείγματα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, τῶν αὐτοκτονούντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ ὅμως συγκρίνατε τὰς ὀδύνας, τὰς δυσχερείας τοῦ ἀγῶνος, τοὺς κινδύνους, τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ μεγάλη ἐκείνη γενεὰ, πρὸς τὸν σχετικῶς ἄνετον καὶ εὔκολον βίον, τὸν ὁποῖον διάγομεν ἡμεῖς. Πάντες, ὅσοι συνανεστράφημεν καὶ διὰ μακρῶν ὡμιλήσαμεν μετὰ τῶν γονέων καὶ προπατόρων ἡμῶν, τῶν ζησάντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πολλάκις ἐφρικιάσαμεν διὰ τὰ φοβερὰ δυστυχήματα, τὰς ἀκατονομάστους δοκιμασίας, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθον, καὶ ὅμως ἡ ἡρωϊκὴ ἐκείνη γενεὰ, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἀφθόνως ἔχυσε καὶ τὸ χρῆμα καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πατρίδος, οὐδέποτε ἐγνώρισε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐτοκτονοῦσιν ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, διότι ἡ αὐτοκτονία εἶναι σύμπτωμα ἠθικῆς ἐκλύσεως. Ἀληθῶς ἡ ἱστορία παρουσιάζει ἐκτάκτους τινὰς αὐτόχειρας, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσι μεταξὺ τῶν ἀδυνάτων χαρακτήρων. Γνωρίζομεν βεβαίως τοὺς μεγάλους ἄνδρας τῆς στωϊκῆς φιλοσοφίας κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν τελευταίων περιόδων τῆς Ῥωμαϊκῆς Δημοκρατίας, γνωρίζομεν τοὺς Βρούτους καὶ τοὺς Κάτωνας καὶ τόσους ἄλλους ἐνδόξους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς θύματα τῆς ἀδυναμίας αὐτῶν, ὅτε ηὐτοκτόνουν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη μᾶς διδάσκει, ὅτι αἱ αὐτοκτονίαι, ὅπως εἶναι ἐκεῖναι τῶν τελευταίων περιόδων τῆς Ῥωμαϊκῆς Δημοκρατίας, ἀποτελοῦσι πράγματι σπανίας ἐξαιρέσεις. Ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν αὐτοκτονιῶν εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰς βάσεις ἐκείνας τοῦ ἠθικοῦ χαρακτῆρος, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τοὺς ἀνθρώπους ἱκανούς, ν’ ἀτενίσωσι τὰς ποικίλας κοινωνικὰς δυσχερείας. Διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦσι τὴν αὐτοκτονίαν δειλίαν, ἐσχάτην δειλίαν. Τὸ φαινόμενον, ὅπερ παρουσιάζεται εἰς πάσας τὰς κοινωνίας, εἰς ἃς λειτουργεῖ τὸ λαχεῖον, θέλει παρουσιασθῆ καὶ εἰς ἡμᾶς. Πάντοτε βλέπομεν τὴν αὐτοκτονίαν ἀναπτυσσομένην καὶ πολλαπλασιαζομένην καὶ ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης. Εἰς τὴν ἠθικὴν λοιπὸν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, ἀδιστάκτως πιστεύω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὃ θέλετε σήμερον ψηφίσει, θέλει προσθέσει πλεῖστα θύματα εἰς τὸν βωμὸν τῆς αὐτοκτονίας. Ἀλλ’ ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ἠθικὸν μέρος τοῦ ζητήματος καὶ τὸ κοινωνικόν. Οὔτε θέλω ἐξετάσει αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ. Περὶ τούτου ἄλλοι ἁρμόδιοι συνεζήτησαν. Μένω ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότατον, διότι διὰ τίνα ἄλλον λόγον ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ δάνειον τοῦτο, ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἰμὴ ὅπως βοηθήσῃ τὰς ἐπιστημονικὰς ἐργασίας; Πλὴν ἐρωτῶ, διατί ἀναθέτει τὴν ἐπιστημονικὴν ταύτην ἐντολὴν εἰς σωματεῖον ἥκιστα ἐπιστημονικόν. Διότι δὲν ὑπάρχει σωματεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιστημονικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Παρ’ αὐτῇ ὑπάρχουσι τινὲς ἄνδρες, οἱ καλούμενοι amateurs, ἐκ τῶν ἐχόντων γνώσεις τινὰς ἀρχαιολογίας καὶ μετερχομένων τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην ὡς ἄθυρμα εὐγενές, ἀλλ’ οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ἀρχαιολόγοι ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ εἶναι ὀλίγιστοι, τὸ δὲ μέγα πλῆθος τῶν μελῶν της δὲν εἶναι ἀρχαιολόγοι, εἶναι πολῖται ἔντιμοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἀπέναντι τῶν 15 δραχμῶν, ἃς δίδουσι κατ’ ἔτος, συντελοῦσιν εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς ἐπιστήμης· ὅτι δὲ κατ’ οὐδὲν συντελεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνάπτει μέγα δάνειον διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὥστε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς σωματεῖον ἐλάχιστα χρήσιμον, ἀφοῦ τὰ μέσα δὲν ἐξαρκοῦσιν οὔτε κατ’ ἐλάχιστον πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὀρθῶς, —καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρώτη αὐτὴ ἐκτιμᾷ τὴν ὑψίστην ἔννοιαν τοῦ ζητήματος τούτου, —ὅταν πιστεύῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, διατί τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν δὲν ἀναλαμβάνει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, τελειοποιοῦσα τὴν ὑπηρεσίαν της; διατί ἀποτείνεται εἰς Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἥτις εἶναι τόσον ἐπιστημονικὴ, ὡς πᾶσα ἄλλη Ἑταιρία, ἣν ἤθελον συγκροτήσει ἔμποροι οἱοιδήποτε; διατὶ ἀποτείνεται εἰς Ἑταιρίαν, ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς ἐπιστημονικὸν σωματεῖον; διατὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν εἶναι εὐκολώτατον νὰ διορθώσῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, προσλαμβάνουσα εἰδικούς, δὲν ἐνεργεῖ τὴν σπουδαιοτάτην ταύτην ἐργασίαν, ἥν ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις φαίνεται πρώτη ἐκτιμήσασα κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτῆς ἀξίαν, ἀφοῦ ἀποφασίζει ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ μέχρι τοῦδε δαπανώμενον ποσὸν τῶν 130 χιλιάδων δραχμῶν εἰς 400,000, διατὶ δὲν ἐνεργεῖ ἡ ἰδία Κυβέρνησις; Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀναζωογονοῦσα οὕτω πως τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, θέλει ν’ ἀναζωογονήσῃ πτῶμα. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως· εἶχεν ἄλλοτε λόγον ὑπάρξεως ἕνεκα τῆς γλισχρότητος τῶν μέσων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ γλισχρότης τῶν μέσων τῆς Κυβερνήσεως ἐν παρελθούσαις ἐποχαῖς, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἡ Κυβέρνησις οὔτε διὰ τοῦ δημοσίου χρήματος, οὔτε διὰ δανείου ἠδύνατο νὰ πράξῃ τι γενναῖον ὑπὲρ τῶν Ἀρχαιοτήτων· οὗτος ὑπῆρξεν ὁ κύριος λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήθη ἡ συγκρότησις σώματος, οἷον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὡς τρόπος κατάλληλος πρὸς ἐργασίαν τινά. Καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἐν ἀρχῇ εἶχε χαρακτῆρα διεθνῆ, καὶ τὰ χρήματα, τὰ χορηγούμενα εἰς αὐτήν, εἶχον χαρακτῆρα διεθνῆ. Σήμερον ὅμως, ὅτε τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σχετικῶς τοιαῦτα, ὥστε δύναται νὰ δαπανήσῃ 130,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τῶν δαπανῶν πρὸς συντήρησιν τῶν Μουσείων, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐγγυηθῇ δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ δαπανηθῶσιν, ὡς ἐξετέθη, περὶ τὰς 400,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, —καὶ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι καλῶς θὰ δαπανηθῶσι, διότι πράγματι τὸ Ἀρχαιολογικὸν ζήτημα παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ἐπιστημονικόν, ἀλλ’ ἐθνικόν, μεγίστης ἐννοίας,—ἀφοῦ τόσον ἄφθονα, ἑνὶ λόγῳ, ὑπάρχουσι τὰ μέσα, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνει αὐτὴ τὴν διάθεσιν τῶν μέσων τούτων, ἀλλ’ ἀφίνει τὴν διαχείρισιν αὐτῶν εἰς Ἑταιρίαν, ἣν ἀδιστάκτως χαρακτηρίζω ὡς πτῶμα; διότι, ἂν ἐξαιρέσητε ἀπ’ αὐτῆς τὰ ὀλίγα πρόσωπα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην, τὰ λοιπὰ εἶναι ὁμὰς ἀνθρώπων ἀμαθῶν, ἢ τοὐλάχιστον ἐντελῶς ἀδαῶν τῆς ἀρχαιολογίας, εἰς ἃ θέλει ἡ Κυβέρνησις ἀναθέσει, δὲν ἠξεύρω διατί, τὴν διάθεσιν καὶ διεύθυνσιν σπουδαίων ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν. Ἂν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἦτο Ἑταιρία καθαρῶς ἐπιστημονική, ἂν ἦτο Ἀκαδημία,—καὶ λέγω ἐν παρόδῳ, ὅτι δι’ 150,000 δραχμῶν καὶ Ἀκαδημίαν ὁλόκληρον ἠδύνατο νὰ συστήσῃ, ἥτις ἠδύνατο νὰ τιμήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι ἓν σπουδαιότατον καθίδρυμα Ἀκαδημίας, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν 5 ἑκατομμύρια, ὅπως οἰκοδομηθῇ κατάστημα, ὅπερ εἶναι ἓν τῶν λαμπροτέρων κτιρίων τῆς Εὐρώπης, —ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διαθέσει τὰ χρήματα ταῦτα πρὸς συντήρησιν Ἀκαδημίας, ἤθελεν ἔχει καὶ Τμῆμα Ἀρχαιολογικόν, συγκροτούμενον παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θὰ ἤξευρον, τί ἔκαμον, ἐνῷ σήμερον, ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ γίνῃ τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν ὀλιγίστων ἀρχαιολόγων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ. Οὕτως ἐνεργοῦσιν οἱ Γάλλοι, οἱ Γερμανοὶ καὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἧς τόσον προχθὲς ἐξετιμήθησαν αἱ ὑπηρεσίαι παρά τινος τῶν Ὑπουργῶν, βεβαίως προσήνεγκεν ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αὗται εἶναι ἐλάχισται, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔργα, ἃ ἐξετέλεσαν οἱ ξένοι ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἐξετέλεσεν ἔργα ἀξιόλογα, ἀλλ’ εἶναι κατώτερα τῶν ἔργων, ἃ οἱ Γερμανοί, οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Ἄγγλοι, δι’ εἰδικῶν ἀποστολῶν, διὰ τῶν ἐξόχων καλλιτεχνῶν, καὶ πλείστων ἐπιστημόνων, ἐπισκεφθέντων ἀπὸ ἑξηκονταετίας τὴν Ἑλλάδα, εἰργάσθησαν, ὡς καὶ διὰ τῶν ἐνταῦθα Σχολῶν, αἵτινες οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὴν ἡμετέραν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἧς, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἔργον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ξένα, εἶναι ἐλάχιστον, διότι ἡ χρησιμότης, ἣν παρεῖχεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κατὰ τὴν 30ετῆ περίοδον τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεί. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι θιασώτης καὶ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, λίαν ἀτυχῶς, εἶναι ὀπαδὸς τῆς ἀποκεντρώσεως, διότι ὑπὸ ἄλλον τύπον πάλιν θὰ συγκεντρώσῃ. Ταῦτα λέγων περὶ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐπιτελεῖ πᾶν τὸ καθῆκον αὐτῆς ἔναντι τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐδείχθη κατὰ τὰς δύο ταύτας πρώτας γενεὰς τοῦ βίου του, ἂν ὑπολογίσωμεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου, μίαν δηλαδὴ 60ετίαν, φρονῶ, ὅτι ἐφάνημεν κατώτεροι τῶν προσδοκιῶν τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀρχαιοτήτων. Κατὰ τὰ 60 ταῦτα ἔτη ἐτελέσθησαν μεγάλαι ἀρχαιολογικαὶ ἐργασίαι ἐν Ἑλλάδι παρ’ Εὐρωπαίων, καὶ οὐ μόνον ἀνασκαφαί, ἀλλὰ καὶ μελέται σπουδαιόταται μετέβαλον τὴν Ἀρχαιολογίαν εἰς ἱστορικὴν ἐπιστήμην, ἐξ ὧν ἡμεῖς οὔτε τὸ χιλιοστὸν τῶν ἱστορικῶν καὶ ἀρχαιολογικῶν ἀνακαλύψεων κατωρθώσαμεν. Εἴδομεν πολλὰ τῶν λαμπρῶν ἔργων τῆς ἀρχαιότητος καταστρεφόμενα συνεχῶς, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος περὶ τὰς ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφάς. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα μόνον διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῆς 60ετοῦς ἐργασίας. Ἀποδίδω τὴν εὐθύνην εἰς πάντας τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας, οἵτινες δὲν ἐστάθημεν ἱκανοὶ οὔτε τὰ προγονικὰ μνημεῖα νὰ σώσωμεν, οὔτε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἐπιστήμης. Ἀλλ’ εἴμεθα ἀξιόμεμπτοι, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ σώσωμεν αὐτὰ τὰ μνημεῖα, καίτοι λέγομεν, ὅτι ἐτέθημεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς καταγωγῆς μας, ἣν διεκδικοῦμεν ὡς Σαμψώνειον τρίχα, χορηγοῦσαν ἡμῖν ἔκτακτον δύναμιν. Ἀνέγνων ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ» τῆς χθὲς τὴν λυπηρὰν ἀγγελίαν, ὅτι νέας ὑπέστη καταστροφὰς ὁ Λέων τῆς Χαιρωνείας. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν συγκινητικὴ ἀνακάλυψις ἐγένετο ἐκεῖ, καὶ δυστυχῶς καὶ αὕτη συνεταράχθη καὶ κατεστράφη ἐν μέρει. Ἀπεκαλύφθη ἐκεῖ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ὁ Ἱερὸς Λόχος ὁλόκληρος, κείμενος ἐν τάξει, μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ, κατέχοντας θέσιν ἰδίαν.
§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὰ ὀστᾶ (ἱλαρότης).
§62ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως τὰ ὀστᾶ, ἃ ἐσεβάσθησαν τόσοι αἰῶνες, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθη ὁ πανδαμάτωρ χρόνος, καὶ ἐν τούτοις εὑρέθησαν χεῖρες Ἑλληνικαί, νὰ συνταράξωσι τὴν ἱερὰν ἐκείνην κόνιν καὶ καταστρέψωσι τὰ ὀστᾶ.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβὲς τοῦτο.
§64ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν συγκίνησιν, μεθ’ ἧς μοὶ περιέγραψε τὸ θέαμα, ὃ εἶδε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀνακαλύψεως ἐκείνης, ὁ ἰατρὸς Γαλβάνης. Ἦσαν σκελετοὶ ἀρειμανίως παρατεταγμένοι, ἀλλὰ συνεταράχθη ἡ τάξις ἐκεῖ τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων. Ἀλλὰ θ’ ἀκούσω μὲ εὐχαρίστησιν διάψευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι ἡ ἀνακάλυψις τοῦ πολυανδρίου τῆς Χαιρωνείας, ἐν ᾧ εὑρέθησαν τὰ σώματα 270 περίπου ἀνδρῶν τοῦ Ἱεροῦ Λόχου, ὀφείλεται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ διεξήχθη ὑπὸ ἀνδρός, οὗ ἡ μνήμη θέλει μείνει ἀΐδιος, διὰ τὸν μέγαν ζῆλον, τὴν μεγάλην ἀκρίβειαν καὶ τὴν μεγάλην εὐσυνειδησίαν, μεθ’ ἧς ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ὀφείλεται καὶ ὁ θάνατός του· διεξήχθη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Σταματάκη, τοῦ ἐνθουσιώδους φίλου τῶν ἀρχαιοτήτων, τοῦ διακεκριμένου ἐφόρου αὐτῶν, τοῦ ἐκ μικρῶν ὁρμηθέντος καὶ αὐτοδιδάκτου. Ὁ Σταματάκης ἐσέβετο τὰ ἀρχαῖα, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, εἰργάζετο μετ’ εὐσυνειδήτου ἀκριβείας, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος. Αὐτὸς διηύθυνε τὰς ἐργασίας, τὰς ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐν Χαιρωνείᾳ ἐνεργηθείσας, καὶ διεξήγαγε τὸ ἔργον ἄριστα, τηρήσας καὶ ἡμερολόγιον ἀκριβές, εἰς αὐτὸν δ’ ὀφείλεται καὶ τό, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔστειλεν ἐκεῖ τὸν ἰατρὸν Γαλβάνην, ἵνα μελετήσῃ τὰ εὑρεθέντα κρανία, διότι ἐνομίσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φωτισθῇ ἐκεῖθεν ἡ ἐπιστήμη περὶ τὴν φυσιολογικὴν μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε ἴσως, ὁ κ. Γαλβάνης οὐδὲν εὗρε κρανίον ἀκέραιον καὶ δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ἐπαρκῶς εἰς μελέτην, κατώρθωσε δὲ μόνον ἐκ τῶν διακοσίων τόσων κρανίων νὰ παραλάβῃ ἑπτὰ μόνον μετ’ ἄλλων ὀστῶν, ἅτινα, μετακομισθέντα ἐνταῦθα, ὑπάρχουσι κατατεθειμένα ἐν τῷ Φυσιογραφικῷ Μουσείῳ. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἔκθεσις τοῦ κ. Γαλβάνη, βεβαιοῦσα ταῦτα.
§66ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος δύναται νὰ βεβαιώσῃ ταῦτα.
§67ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τὰς πληροφορίας του. Χαίρω, ὅτι δὲν συνεταράχθη ἡ κόνις τῶν ἡρωϊκῶν ἐκείνων ἀνδρῶν.
§68ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε τί διὰ τὸ νομοσχέδιον;
§69ΚΟΖΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου λέγω, συμπεραίνων, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν πρακτικόν. Συνοψίζων τὰ ῥηθέντα, λέγω, ὅτι ἀναρμοδίως ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην θυσίαν ποιεῖ ὑπὲρ Ἑταιρίας, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σωματεῖον ἐπιστημονικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τοῦ λόγου μου, καὶ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δυσκόλως θέλει ἀναιρεθῆ. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα μέσα ἀνώτερα μιᾶς Ἑταιρίας, προβαίνει δι’ ἐκχωρήσεως αὐτῶν εἰς Ἑταιρίαν, ἀπεκδυομένη καὶ τῆς εὐθύνης, καὶ ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο πράττει ἡ Κυβέρνησις, διότι πιστεύει, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται νὰ ἦναι εὐχάριστον εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαίως πάσης ἐκτιμήσεως ἄξια, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουσιν ἀπέναντι ἡμῶν τίτλους τοιούτους, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ θυσία αὕτη ὑπὲρ αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ λάβῃ τὸ παράδειγμα τόσων ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἔχει ὅλα τὰ μέσα, διὰ νὰ προσλάβῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς τοὺς ὀλίγους πράγματι ἀρχαιολόγους, καὶ νὰ ἐνεργῇ δι’ αὐτῶν, ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς, καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα αὕτη ἔχει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, νὰ ἐνεργῇ ὑπηρεσίαν, ἥτις πιθανῶς θέλει διεξαχθῆ διὰ τρόπου ἀτελοῦς παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ θὰ προκαλέσῃ πολλάκις τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει Ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν· ἐὰν τὴν θεωρῇ περιττήν, ἂς τὴν καταργήσῃ· ἀφοῦ ὅμως δὲν θεωρεῖ αὐτὴν περιττήν, ἀφοῦ τὴν ἔχει, διατὶ δὲν τελειοποιεῖ αὐτήν, διατὶ ἑπομένως, τελειοποιοῦσα αὐτήν, δὲν ἀναθέτει εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει εἰς Σῶμα ἀνεύθυνον; Ἴσως ἐργασία, συγκεντρουμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελεν ἔχει τροπὴν πρακτικήν, ἴσως δὲν ἠθέλομεν παρίστασθαι εἰς φαινόμενα ἀρκούντως περίεργα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην βλέπομεν, διότι εἰς τὴν ἀσυναρτησίαν ταύτην ὀφείλεται τὸ νὰ βλέπωμεν ἤδη τὸν Λέοντα τῆς Χαιρωνείας καταστρεφόμενον, τὸν Λέοντα ἐκεῖνον, ὅστις διεμελίσθη παρὰ τοῦ Μανσόλα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι, δὲν ἠξεύρω διατί, ἐφαντάσθη ὁ Μανσόλας ἐκεῖνος, ὅτι ὑπῆρχε θησαυρὸς εἰς τὸν Λέοντα ἐκεῖνον, καὶ διὰ τοῦτο τὸν Λέοντα ἐκεῖνον τὸν κατέστρεψε, διὰ νὰ εὕρῃ τὸν θησαυρόν...
§70ΤΙΝΕΣ. Ποῖος Μανσόλας;
§71ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ πατὴρ τοῦ τμηματάρχου Μανσόλα. Ὁ Λέων λοιπὸν τῆς Χαιρωνείας εἶναι ἓν τῶν πολλῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα δεικνύουσιν ἡμῖν, πόσον εἶναι ἀτελεστάτη ἡ φύλαξις τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν εἶναι ἱκαναί, νὰ προφυλάττωσι τὰς ἀρχαιότητας τῆς πρωτευούσης. Βλέπομεν τὴν συγκεχυμένην ἐνέργειαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπολήγουσαν εἰς καταστροφὴν συστηματικήν, γινομένην ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀρχαιότητος, βλέπομεν πολλὰ καλλιτεχνικὰ ἔργα ἐν τῇ Ἀκροπόλει, καταλυθέντα ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι δὲν ἀνήκουσι δῆθεν εἰς τὴν κλασικὴν ἀρχαιότητα, καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἐργασίας εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, αἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπικίνδυνοι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἔδαφος ἀκόμη τοῦ ἱεροῦ βράχου. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν σᾶς ἀνέφερα περὶ ἐπικειμένων μεγάλων δυστυχημάτων εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἡμῶν, σᾶς εἶπόν τι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι καὶ ἐλησμονήθη, ὅπερ ἀποδεικνύει, πόσον ὀλίγον πράγματι κηδόμεθα τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου, σᾶς εἶπον, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δυτικὸς θριγγὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Θησέως ἀπειλεῖται ἐκ καταπτώσεως, διότι ὑπάρχει σπόνδυλος, ὅστις εἶναι διεῤῥηγμένος, καὶ ὅστις διὰ στεφάνης σιδηρᾶς κακῶς συγκρατεῖται, καὶ ὅστις ἡμέραν τινὰ θὰ μᾶς ἐπιφέρῃ μέγα δυστύχημα, καταπίπτοντος καὶ τοῦ μόνου τούτου ναοῦ, ὅστις ὁλόκληρος περισώζεται, καὶ τότε ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ πενταετίαν ἐζήτησε τεχνίτας, ἀλλ’ ὅτι εὑρέθησαν οἱ τεχνῖται αὐτοὶ νὰ ἦναι ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦλθον νὰ σώσουν τὸ Θησεῖον· διότι τοῦτο μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Σαλβιάται, ἐκ συστήματος ἀντιπολιτεύσεως πρὸς αὐτόν, καὶ ἀδιόρθωτοι ὄντες ἀντιπολιτευόμενοι, ἴσως ἕνεκα τῶν σχέσεων αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐν Βενετίᾳ Τυπάλδους, δὲν ἤθελον νὰ ἔλθωσι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ πενταετίαν τοὺς ἐζήτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε, μέχρις οὗ κατέπεσεν ὁ Παντοκράτωρ τοῦ Δαφνίου. Λοιπόν, τὸ ἐπ’ ἐμοί, τολμῶ νὰ συμβουλεύσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ δάνειον τοῦτο νὰ τὸ κάμῃ καὶ νὰ τὸ πράξῃ διὰ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὑπηρεσίαν, ὑπηρεσίαν σπουδαίως συγκεντρουμένην εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, ὑπηρεσίαν συγκροτουμένην παρ’ ἁπάντων τῶν ἐξόχων ἀρχαιολόγων, παρ’ ἁπάντων τῶν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ εὑρισκομένων ὀλίγων ἀρχαιολόγων, καὶ συγκεντρώσῃ εἰς τὰς καλουμένας στιβαρὰς χεῖράς της καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, διότι πᾶσα Κυβέρνησις θὰ ἐνεργήσῃ κάλλιον μιᾶς ἀκατονομάστου Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Βεβαίως δὲν τὰ εἶπον, διότι ἐπίστευσα ποτέ, ὅτι θὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν. Ταῦτα εἶπον, διότι ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τὰ εἴπω, διότι θεωρῶ, ὅτι διὰ τρόπου ἀκαταλλήλου, διὰ τρόπου μὴ παρέχοντος οὔτε ἐπιστημονικήν, οὔτε διοικητικὴν ἐγγύησιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει παράσχει εἰς τὸ σωματεῖον τοῦτο μέσα, τῶν ὁποίων αὕτη, καὶ οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις μετ’ αὐτήν, ἀσυγκρίτως θὰ ποιήσηται καλλιτέραν χρῆσιν.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ δανείου καὶ κατὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας (ἱλαρότης)· ἐγὼ δηλῶ, ὅτι θὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ δανείου καὶ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὥστε θὰ εὑρεθῶ, μὲ λύπην μου, εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος. Τὰ λαχεῖα, Κύριοι, εἶναι ὁμολογουμένως μέσον πορισμοῦ χρημάτων, ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦτο θεωρεῖται ἀνήθικον καὶ εἶναι κατηργημένον καθ’ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον· ἀλλὰ, μὲ ὅλην αὐτῶν τὴν ἀνηθικότητα, εἰς ὅλα τὰ Κράτη γίνονται ἐξαιρέσεις, ὁσάκις πρόκηται περὶ κοινωφελῶν σκοπῶν. Παρ’ ἡμῖν δὲ, ἐὰν ὑπάρχῃ σκοπὸς κοινωφελὴς, τοιοῦτος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πρὸ πάντων ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία, ἡ ἔργον ἔχουσα τὴν ἀνακάλυψιν καὶ διάσωσιν τῶν μνημείων τῆς Ἀρχαιότητος· διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐπετράπη λαχεῖον ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη πρό τινος καιροῦ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύονται τὰ λαχεῖα, ἔκαμεν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ἐξεδόθη ἐπὶ τούτῳ Διάταγμα. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπειδὴ σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιτρέψῃ λαχεῖον εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἤτοι λαχεῖον χάριν τῶν ἀρχαιοτήτων, δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀποῤῥιπτέον κατ’ ἀρχὴν, θέλω ὅμως τὸ ἀποκρούσει, διότι, ἀντὶ νὰ ἀφίνῃ τὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ λαχεῖον, τὸ ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, καὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κάμνει δάνειον λαχειοφόρον. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν εἶναι βεβαίως ἀξία τῶν κατακρίσεων, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ὁ δὲ προαγορεύσας προέβη εἰς τὴν κατάκρισιν ταύτην, διότι ἐσύγχυσε τὰ μέλη τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας μὲ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς· ἀλλ’ ἄλλα εἶναι τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦσι τὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἄλλα τὰ μέλη, ἐξ ὧν συγκροτεῖται τὸ Συμβούλιον. Μέλη τῆς Ἑταιρίας εἶναι πολλοὶ ἀγαθοὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ζῆλον ὑπὲρ τῶν ἀρχαίων συνεισφέρουσι τὸν ὀβολόν των, καταβάλλοντες ἐτησίαν τινὰ συνδρομήν. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδείς ποτε ἐκ τῶν ἀγαθῶν τούτων ἀνθρώπων ἐζήτησεν, ἢ διενοήθη νὰ ζητήσῃ, ὅπως γίνῃ καὶ μέλος τοῦ Συμβουλίου. Τὰ μέλη τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου ἐκλέγονται ἀπὸ τοὺς ἀγαθοὺς τούτους πολίτας, τοὺς συνεισφέροντας τὸν ὀβολόν των καὶ συνερχομένους κατ’ ἔτος, ἐκλέγονται δὲ πάντοτε οἱ κατ’ ἐξοχὴν διαπρέποντες παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολόγοι. Ἰσόβιον μέλος τοῦ Συμβουλίου καὶ Πρόεδρος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὁ μακαρίτης Φίλιππος Ἰωάννου· ἰσόβιον μέλος καὶ διαρκὲς εἶναι ὁ καθηγητὴς κ. Καστόρχης, περὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι γινώσκετε, πόσον ἀσχολεῖται εἰς τὰ ἀρχαιολογικά· ἐπίσης ἰσόβιον μέλος εἶναι ὁ πρώην καθηγητὴς κ. Κουμανούδης, εἰδικώτερον τοῦ ὁποίου ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἄλλον ὡς πρὸς τὰ τῆς Ἀρχαιολογίας· δὲν ἔλειψαν δὲ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον οὔτε ὁ Φιντικλῆς, οὔτε ὁ μακαρίτης Εὐστρατιάδης, οὔτε ὁ Σταματάκης, οὔτε ὁ Μυλωνᾶς, οὔτε ὁ Σεμιτέλος, οὔτε ὁ Καβαδίας, οἱ ὁποῖοι πάντες εἶναι ἀρχαιολόγοι. Διὰ τῶν χρημάτων δὲ, τὰ ὁποῖα συνεισφέρουσιν οἱ ἑταῖροι, καὶ διὰ τῶν ἐκτάκτων συνδρομῶν, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε παρέχει ἡ Κυβέρνησις, πολλὰ καὶ σπουδαῖα ἐξετέλεσε τὸ Συμβούλιον. Ὡσαύτως μὴ ἀρχαιολόγοι εἰσέρχονται εἰς τὸ Συμβούλιον. Τοῦτο δὲ γνωρίζω καλῶς ἐξ ἰδίας πείρας, διότι καὶ ἐγὼ ἤμην ἀνέκαθεν μέλος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ οὐδέποτε διενοήθην νὰ ζητήσω νὰ γίνω καὶ μέλος τοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν εἶμαι ἀρχαιολόγος, ἐν τούτοις εἰς μίαν ἐκλογὴν, ἐν ἀπουσίᾳ μου, ἐξελέγην μέλος τοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτε εἰδοποιήθην περὶ τούτου καὶ προσεκλήθην ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, μετέβην εἰς τὸ Συμβούλιον, κομίζων καὶ τὴν παραίτησίν μου· εἶπον δὲ πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη, ὅτι εἶμαι ἥκιστα κατάλληλος καὶ ἁρμόδιος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην· ἀλλὰ πάντες οἱ ἄλλοι, οἵτινες ἐτύγχανον ὅλοι σχεδὸν ἀρχαιολόγοι, μοὶ ἀπεκρίθησαν, ὅτι «δὲν σὲ ἐξελέξαμεν διὰ τὰς ἀρχαιολογικάς σου γνώσεις, ἀλλὰ σὲ θεωροῦμεν ἀναγκαῖον διὰ τὰς διοικητικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις σου, διότι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει ἀνάγκην πλειοτέρων προσώπων διὰ τὰς ἀρχαιολογικὰς αὐτῆς ἐργασίας, ἔχει ὅμως ἀνάγκην προσώπων, τὰ ὁποῖα δύνανται διὰ τῶν γνώσεων καὶ τῶν σχέσεών των νὰ ὑποβοηθήσωσιν αὐτὴν, εἰς τὸ νὰ πορίζηται περισσότερα χρήματα.» Ἀκούσας ταῦτα, ἐπείσθην καὶ ἔμεινα εἰς τὸ Συμβούλιον, συνετέλεσα δὲ καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ν’ ἀναπτυχθῶσιν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, οἱ πόροι τῆς Ἑταιρίας· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐγὼ ἤμην ὁ εἰσηγητὴς καὶ τοῦ πρώτου λαχείου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τοσοῦτος λόγος· συνεννοήθην μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, διωργάνωσα αὐτὸ, καὶ ἐκ τοῦ λαχείου τούτου, καθὼς ἠκούσατε, εἰσπράττονται κατ’ ἔτος 40 μέχρις 60 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ μὲ αὐτὰς τὰς δραχμὰς ἐδόθη ζωὴ εἰς τὴν Ἑταιρίαν....
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξ αὐτῶν ἔζησεν ἡ Ἑταιρία.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἔργα τινά. Ἐὰν δὲ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν ἔκαμε πᾶν, ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων. Ἀφ’ ἑτέρου οὐδέποτε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἠμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ καὶ αὕτη ὅ,τι ἦτο δυνατόν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ἐνεργεῖ, ὅ,τι θεωρεῖ ἀναγκαῖον, ἡ δὲ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔρχεται συνήθως εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα συλλέγει, διὰ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας κατέχει καὶ διὰ τῶν ἀκαμάτων αὐτῆς ἐνεργειῶν· ὥστε, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως κατακρίνηται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ ὅπως δυσπιστῶμεν πρὸς αὐτὴν, οὐδὲ εἶναι πρέπον νὰ στερήσωμεν τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἐκ τοῦ μόνου ἐπαρκοῦς πόρου, τὸν ὁποῖον μέχρι σήμερον κέκτηται, καὶ δι’ οὗ ἠδυνήθη, καθὼς προεῖπον, νὰ ζήσῃ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ, ὥστε τὸ λαχεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προώρισται διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, νὰ μείνῃ πάλιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑταιρίας, καὶ νὰ μὴ ἀναμιχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν τῳόντι, καθὼς εἶναι ὁμολογούμενον, ἀνεπτύχθη καὶ ἀναπτύσσηται ὁσημέραι ἡ στοργὴ καὶ ὁ ἔρως πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς νέας ταύτης ἐπικουρίας, τὴν ὁποίαν διανοεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ δυνηθῇ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑταίρων αὐτῆς νὰ αὐξήσῃ καὶ γενναιοτέρας προσφορὰς ἀπὸ τοὺς ἐραστὰς τῶν ἀρχαίων νὰ λαμβάνῃ, ἔτι δὲ τὸ λαχεῖον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται, θὰ εὑρίσκῃ εὐρυτέραν τοποθέτησιν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐξοικονομῇ ἐτησίως 80 ἕως 100 χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι, προστιθέμεναι εἰς τοὺς τακτικοὺς αὐτῆς πόρους καὶ εἰς τὰς συνδρομάς, τὰς ὁποίας λαμβάνει πανταχόθεν, ἔτι δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπιχορήγησιν, τὴν ὁποίαν τῇ χορηγεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι κακὸν, προκειμένου περὶ ἀρχαιοτήτων, νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ κάμῃ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι δάνειον λαχειοφόρον. Τὰ τοιαῦτα δάνεια, Κύριοι, κατεκρίθησαν καὶ κατακρίνονται ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ δὲν ἠμποροῦν, εἰμὴ νὰ ἔχουν ἐπιβλαβεῖς συνεπείας διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους, ἑπομένως πρέπει νὰ τὰ ἀποφύγωμεν ἐκ παντὸς τρόπου· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὅπως πάντοτε, οὕτω καὶ σήμερον, διοικεῖται ὑπὸ Συμβουλίου ἐξ ἀρχαιολόγων, ἐὰν δὲ ἦναι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ δύο ἢ τρεῖς μὴ ἀρχαιολόγοι, οὗτοι προσελήφθησαν διὰ τὰς διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς γνώσεις των. Ἐγὼ δὲν εἶμαι πλέον μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, διότι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπεσύρθην, ἀφοῦ ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὑπηρέτησα εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀλλ’ ἀντ’ ἐμοῦ προσελήφθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως βλάπτει, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἀρχαιολογικὰς γνώσεις, διότι δύνανται νὰ ἦναι χρήσιμοι ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν εἰς τὸ Συμβούλιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν μὲ τὸ λαχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω διασαφήσεις τινὰς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ ἐννοήσω τὴν ἔννοιαν ὅλων τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει κατατεθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει εἰς 9, ἐνδεχόμενον δὲ καὶ εἰς 10 ἑκατομμύρια, θὰ πληρόνῃ τὸ Κράτος 3,66% τόκον;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ ὅλον. Διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν, ἐὰν λάβῃ 10,000,000, θὰ πληρόνῃ τόκον καὶ χρεωλύσιον 5,15%, ἐὰν δὲ λάβῃ 9,000,000, θὰ πληρόνῃ τόκον καὶ χρεωλύσιον 5,70%· τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνῃ τὸ Κράτος, θὰ ἦναι 513,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ 65 ἔτη.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου, θὰ δίδῃ καὶ 200,000 δραχμῶν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι τοῦτο μόνον, διότι ἐκεῖνο εἶναι δῶρον.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον θὰ κρατήσῃ τὸ Κράτος καὶ αὐτὸ, καὶ θὰ πληρόνῃ 5%.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν τὸ Κράτος κρατήσῃ τὰ χρήματα, βεβαίως θὰ πληρόνῃ τὸν τόκον.
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἀναδεχθησόμενος τὸ δάνειον ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ δῶρον εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 4,000,000, τὰ 4,000,000 ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀλλὰ τὰ ἀφίνει κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Κράτος, καὶ θὰ λαμβάνῃ 5%· ἀφίνω λοιπὸν τὰ 4,000,000 καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ 9,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον, διότι ἐκ τῶν 9,000,000 θὰ πληρόνωνται ἡ ἀναγκαία δόσις διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν κληρουμένων λαχνῶν, καθὼς καὶ αἱ ἀμοιβαί.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὰ 9,000,00 ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί θὰ πληρόνῃ τὸ Κράτος.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Κράτος διὰ τὰ 9,000,000 θὰ πληρόνῃ πρὸς 5,70%, ἐὰν δὲ λάβῃ 10,000,000, θὰ πληρόνῃ 5,13%, διότι τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ καταβάλλῃ, εἴτε πραγματοποιήσει 9,000,000, εἴτε 10,0000,0000, φαίνεται δὲ πιθανώτερον, ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ 10,000,000.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἀποκτᾷ τὸ Κράτος δάνειον μὲ 3,66%, ἀλλὰ μὲ 6%.
§85ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ χαρίσῃ τὰ 4,000,000, ἐπὶ τοῦ ὅλου εἶναι 5,13%.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος διὰ τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα χαρίζει εἰς τὴν Ἑταιρίαν, θὰ πληρόνῃ 5%.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ῥητῶς εἶπον χθὲς, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θέλει δανεισθῆ ἐπὶ τόκῳ, πολὺ κατωτέρῳ τοῦ συνήθους. Ἐφ’ ὅσον τὸ καταβληθησόμενον κεφάλαιον περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος ὡς δάνειον, συνομολογεῖται ἐπὶ τοῖς συνήθεσιν ὅροις, εἶπον κατά τι ἐλαφροτέροις τῶν συνήθων, ἀλλὰ τόσον ὀλίγον ἐλαφροτέροις, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξισούμενον πρὸς τὰ λοιπὰ δάνεια. Ταῦτα ἀσχέτως πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῖς συνήθεσιν ὅροις δανείζεται τὸ Κράτος;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῖς συνήθεσιν ὅροις, ἀλλ’ ὀλίγον τι κατωτέρω· τοῦτο ἰσχυρίσθην χθές, ἀπαντῶν εἰς ἄλλους, εἰπόντας τὸ ἐναντίον· εἶπον, ὅτι τὸ μὲν Δημόσιον δανείζεται ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς συνήθεσιν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἐν γένει ὠφελεῖται, λαμβάνον χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἀντὶ, οὐχὶ 5,13%, ἀνθ’ ὧν δανείζεται τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀντὶ 3,66%, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο δίδεται ἐν συνόλῳ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν δι’ ἀποτίσεως χρεωλυτικῆς δόσεως 3,66%, τοῦ μὲν Δημοσίου λαμβάνοντος 10 ἑκατομμύρια καὶ πληρόνοντος δόσιν 5,13%, τῆς δὲ Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας λαμβανούσης 4 ἑκατομμύρια καὶ πληρονούσης μηδέν.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ Δημόσιον κάμνει δάνειον 9,000,000, πολὺ πιθανὸν, μὲ 6%.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανώτερον 10,000,000.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω, ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία λόγου ἀξία.
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νομίζετε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ αὕτη λαχεῖον, ἢ δάνειον; Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀναμιγνύητε τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν μὲ τὸ Δημόσιον.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ λαχεῖον, καὶ τὸ πραγματοποιεῖ, τὸ Δημόσιον ἐπίσης ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον πρὸς 6%, καὶ τὸ πραγματοποιεῖ πρὸς 5,60%, ἀμφότερα εὐχάριστα, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ τὸ Δημόσιον ἐπέτυχον ἑκατέρα τοῦ σκοποῦ των ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών των.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι πραγματοποιοῦνται ἀμφότερα διὰ λαχείου, δι’ ἑνὸς μέσου, τὸ ὁποῖον κατακρίνεται ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Διατὶ νὰ καταφύγωμεν ἄνευ προφανοῦς ἢ μεγάλης τινὸς ὠφελείας εἰς ἓν τοιοῦτον μέσον. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§97ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων περὶ τοῦ λαχειοφόρου τούτου δανείου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς οὐδένα τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, διότι ἐγὼ εἶμαι οὐ μόνον κατὰ τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὄχι καθ’ ἑαυτῆς ὡς Ἑταιρίας, ἀλλὰ διότι ἡ Ἑταιρία αὕτη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐξῆλθε τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῆς ὁρίων. Ὁμολογουμένως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἂν μὴ ἀνεμίγνυτο εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς κομματικὴ ἐπήρεια, ὡς σῶμα ἐπιστημονικόν, σκοπὸν ἔχον τὴν δι’ ἀνασκαλεύσεως ἀνακάλυψιν, ταξινόμησιν, συντήρησιν καὶ μελέτην τῶν μνημείων τῆς ἀρχαιότητος, εἶναι σωματεῖον ἄξιον παντὸς σεβασμοῦ καὶ ἄξιον τιμῆς καὶ περιθάλψεως καὶ παρὰ τοῦ Ἔθνους καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπίσης εἶμαι καὶ κατὰ τοῦ λαχείου, διότι κατ’ ἀρχὴν λαχεῖον σημαίνει ἐξαπάτησιν, δι’ ἐλπίδος κέρδους, τοῦ κοινοῦ, ἵνα συνεισφέρῃ χρήματα πρὸς ὠφέλειαν ἑνὸς ἢ πρὸς ἐπίτευξιν ἄλλου τινὸς σκοποῦ. Κατὰ δύο τρόπους δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ τὸ κοινὸν, νὰ συνεισφέρῃ πρός τινα σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ προσέφερεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, εἴτε ἐκβιαζόμενον, εἴτε ἐξαπατώμενον· τὰ λαχεῖα βεβαίως στηρίζονται εἰς ἀπάτην· ἴσως εἶναι ἀπάτη ἐξ ἐλατηρίου ἀγαθοῦ, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς σκοπὸν ἀγαθὸν, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀπάτη· διότι, ἂν δὲν ἦτο ἀπάτη, δὲν θὰ ἔστεργε νὰ συνεισφέρῃ ἕκαστος ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τοῦ λαχείου· οὐδὲ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ποτε, ὅτι καθαρὸς ἔρως ἐπιστημονικὸς ἢ ἀγαθοποιὸς κινεῖ τοὺς ἀγοράζοντας τὰ λαχειοφόρα γραμμάτια· διότι, ἂν ἦτο τοῦτο μόνον τὸ κινοῦν ἐλατήριον, ἤθελον συνεισφέρει ἀφ’ ἑαυτῶν οἱ πολῖται ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὅσα ἀγοράζοντες ἤδη τὰ λαχεῖα δαπανῶσιν. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος τοὺς κινεῖ, εἶναι ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν χρυσῆ ἐλπὶς τοῦ κέρδους· ἄρα ἡ βάσις τοῦ λαχείου δὲν εἶναι ἠθικὴ, ἑπομένως εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν. Καὶ πρέπει μάλιστα τὸ λαχεῖον νὰ ἀποκηρυχθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τὰς κοινωνίας, ἀφοῦ γίνεται τοσαύτη κατάχρησις, ἐπὶ ἐξαπατήσει τῶν ἁπλουστέρων· διότι ἄνθρωποι, ἔχοντες ἀνεπτυγμένην τὴν διάνοιαν, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ στηρίζωσι τὰς ἐλπίδας των ἐπὶ τοιούτων κερδῶν. Εὐλόγως διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει τὰ λαχεῖα ν’ ἀποκηρυχθῶσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μακρὰ σειρὰ χρόνου τὸ καθιέρωσε καὶ ἡ νομοθεσία ἡμῶν τὸ ἔχει κυρώσει ἤδη ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦτο μόνον δύναταί τις νὰ ἀποδεχθῇ, καὶ ἀφοῦ μάλιστα διὰ τῆς ἀποκηρύξεώς του δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τοῦ νὰ καταργήσῃ τοῦτο. Ἀφοῦ δὲ εἶναι καθιερωμένον τὸ λαχεῖον διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ βάσεων ἀσφαλεστέρων καὶ νὰ γίνῃ εὐρύτερον, ὥστε οἱ πόροι, δι’ ὧν θ’ ἀνασκαλευθῶσι καὶ μελετηθῶσι τὰ μνημεῖα τῆς ἀρχαιότητος, νὰ γίνωσιν ἀφθονώτεροι. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ μετὰ τοῦ λαχείου συνδεομένου δανείου καθ’ ἑαυτὸ, δὲν ἐπεμβαίνω. Περὶ τοῦ οἰκονομολογικοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ ἐπιτυγχανομένου διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω. Σήμερον διατελοῦμεν ὑπὸ τὸν ἀστερισμὸν τῶν συνδυασμῶν· διότι, ὡς ἀπεδείχθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, τὸ Κράτος ἔχει μικράν τινα ὠφέλειαν, ἀφοῦ ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον δανείζεται, τὰ 9 ἑκατομμύρια καὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, εἶναι κατώτερος ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχει συνάψει ὅλα τὰ ἄλλα δάνεια· ἑπομένως εἶναι οἰκονομία, καὶ δὲν ἔχω νὰ ἀντιτάξω τίποτε. Ἕτερον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, κρινομένης καθόσον δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν τὸν ἐπιστημονικὸν τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐν παραβολῇ πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν, γινομένην ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως δὲν ἐλλείπουσι παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἐπιδιώκονται τοιοῦτοι σκοποὶ, ἐπιτυγχάνονται διὰ κεντρικῶν Συμβουλίων ἐξ ἐπιστημόνων, διευθυνομένων ὑπὸ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ εὐθύνη εἶναι μεγαλειτέρα παντὸς ἄλλου, ἐργαζομένου ἄνευ εὐθύνης τοιαύτης πολιτικῆς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ἐξ ἄλλου εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ πολλάκις ἐπιστημονικοὶ Σύλλογοι, μετ’ ἐνθουσιασμοῦ πεφωτισμένου ἐργασθέντες, κατέληξαν εἰς μελέτας καὶ πορίσματα, δικαίως κινοῦντα τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν ἔπαινον τῶν κοινωνιῶν, παρ’ αἷς ἐργάζονται. Ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ τοὺς ὑπὲρ καὶ τοὺς κατὰ λόγους. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρία ἡ Ἀρχαιολογική, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον θέσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησίν της, εἶναι ζήτημα ἂν ἦναι καθαρῶς ἐπιστημονικὴ Ἑταιρία, ἢ ἔχῃ καί τι πολιτικῆς ἀποχρώσεως. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ τοιαῦτα ἐπιστημονικὰ καθιδρύματα ἐλλείπει τὸ χρῶμα, τὸ καθαρῶς ἐπιστημονικόν, καὶ συγκιρνῶνται μὲ χρῶμα πολιτικόν, συμβαίνει νὰ ἦναι ὀλεθριώτερα παρ’ ὅ,τι ἂν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν ἰδίαν της εὐθύνην ἐξετέλει τὰ καθήκοντα καὶ τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Βεβαίως, ἂν ἡ πολιτικὴ δὲν παρεισέφρυεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἔμενε καθαρὸν ἐπιστημονικὸν σωματεῖον, ὡς ἦτο κατὰ τὴν ἐποχήν, περὶ ἧς ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ μικροῦ ἀνέφερε, βεβαίως οὐδὲν εἶχέ τις νὰ εἴπῃ· διότι τότε προΐστατο αὐτῆς καὶ διηύθυνεν αὐτὴν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, καὶ διηύθυνεν αὐτὴν δι’ ἀνδρὸς ἐναρέτου, ἐμπεφορημένου ὑπὸ ἁγνοτάτου αἰσθήματος φιλεπιστημοσύνης καὶ φιλαρχαίου, τοῦ ἀοιδίμου Φιλίππου Ἰωάννου· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τὸ τριακονταετὲς, ὅτε τὰ τοῦ Ὑπουργείου φῶτα ἦσαν πολὺ ἀμυδρὰ ἢ ὅσα θὰ ἐπήρκουν πρὸς μελέτην τῶν ἀνασκαπτομένων ἀρχαιοτήτων, ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία σπουδαίως τὴν ἐπιστήμην ὑπηρέτησε, καὶ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν διέθρυπτε. Διότι κατώρθωσε νὰ στηρίξωσιν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας ἐπιστήμονας οἱ σοφοὶ τῆς Εὐρώπης χρηστὰς ἐλπίδας, ὅτι ἤθελεν ἔλθει καιρὸς, καθ’ ὃν ἡ ἀρχαιολογικὴ ἐπιστήμη θὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔστησε τὸν θρόνον αὐτῆς καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ ἐν Βερολίνῳ καὶ Λονδίνῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου καλλιεργεῖται ἡ ἐπιστήμη ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας μετὰ τοσούτου ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως.
§98ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ὁ ἀοίδιμος Ὄθων ἀπῆλθε τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἥττονος ἀξίας παρὰ τὰ τότε γενόμενα;
§99ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἀκόμη περὶ τούτου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι καὶ αἱ μετὰ ταῦτα ἐργασίαι ἔχουν τι τὸ ἐπίψογον. Ἐξ ἐναντίας ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ ταῦτα ἐργαζομένη ὅσον δύναται ἐπιμελῶς καὶ ὅσον εἶναι ἱκανὴ ἐπωφελῶς· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπιμελῶς καὶ παραλλήλως πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ἐργάζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἠκούσατε, ὅτι οἱ χρηματικοὶ πόροι, τοὺς ὁποίους χορηγεῖ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, συμποσοῦνται εἰς 140,000 δραχμάς. Ὥστε ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν καὶ παραλλήλως βαίνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία, καὶ ἤδη ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ μισθὸν ἀξιολόγους ἐπιστήμονας Ἐφόρους, τῶν ὁποίων ἐστερεῖτο πρότερον καὶ οἵτινες μετὰ ζήλου ἀξιεπαίνου καὶ μετ’ ἐπιτυχίας ἀξιοθαυμάστου ἐπιτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν.
§100ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐσημειώθη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, αἱ 130 χιλιάδες, δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Μουσείου. Αἱ ἀρχαιολογικαὶ ἐργασίαι διεξάγονται ὅλαι δι’ ἐξόδων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνασκαφὴ τῆς Ἀκροπόλεως ἐγένετο δι’ ἐξόδων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§101ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία μέχρις ἐσχάτων ἐξηκολούθει καὶ ἐξακολουθεῖ ἐργαζομένη προσφόρως πρὸ ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνέστη, οὐχ ἧττον ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἐπικράτησις ἐν αὐτῷ δρώντων πολιτικῶν προσώπων συνετέλεσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἔπρεπέ τις νὰ ἀπεκδέχηται ἀπὸ σώματος ἐπιστημονικοῦ, λειτουργοῦντος ἀπὸ ἑξηκονταετίας ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἐπιστήμης.
§102ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε ὡς πρὸς τοῦτο. Οὐδεμία ἐπίδρασις τῆς Κυβερνήσεως ἀσκεῖται ἐπὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συμβουλίου.
§103ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μή με διακόπτετε, κύριε Κοντόσταυλε. Ὁμολογουμένως τὸ Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐξ ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν. Ἂν ἐξαιρέσητε δὲ δύο ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν τὸ πολὺ, οἱ λοιποὶ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχουσι σχέσιν τινὰ, ὄχι ὅτι εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος ἀρχαιολόγοι, διότι ἐκτὸς τοῦ σοφοῦ διδασκάλου μου Κουμανούδη, τὸν ὁποῖον ἡ μακρὰ πεῖρα κατέστησεν ἐξ ἐπαγγέλματος ἀρχαιολόγον, καὶ τοῦ κ. Καββαδία, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰδικῶς σπουδάσει, εἶναι ἐπιστήμων τῆς ἀρχαιολογίας, οἱ λοιποὶ εἶναι φιλόλογοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος μῦσται τῆς Ἀρχαιολογίας.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ Φίλιος;
§105ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ αὐτὸς εἶναι λίαν ἀξιότιμος καὶ ἀρχαιολόγος ἐξ ἐπαγγέλματος. Τιμῶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνδρα καὶ διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του ἱκανότητα καὶ διὰ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀκραιφνῆ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι Ἔφορος, εἶναι ὄργανον τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία θὰ λάβῃ μεγάλας ἐκτάσεις καὶ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην πολλῶν Ἐφόρων, διότι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀρχαιολογικὸν μουσεῖον καὶ θὰ ἔχωμεν πολλοὺς ἀρχαιολογικοὺς Ἐφόρους, ἀλλὰ πρέπει νὰ σταλῶσι νὰ σπουδάσωσι. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ταχυτάτη φροντὶς περὶ τούτου διὰ νόμου. Παρατηρεῖτε, ὅτι ἔχει καταρτισθῆ ἀρχαιοκαπηλεία, καὶ αἱ ἀρχαιότητες κατέστησαν τελευταῖον ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ συμπολῖται μετέρχονται ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, καὶ ἔχουσι πρακτορεῖα καὶ πράκτορας, οἱ ὁποῖοι περισυλλέγουσι πανταχόθεν τὰς ἀρχαιότητας καὶ τὰς μεταφέρουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ διὰ λαθραιότητος κατόπιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· πληροφορῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν δὲν σπεύσῃ νὰ καταστήσῃ αὐστηρότερον ἔτι τὸν περὶ καταδιώξεως τῶν ἀρχαιοκαπήλων νόμον, τὸν κείμενον, ὅσον καὶ ἂν ἐπεκτείνῃ τὴν ἀστυνομίαν της ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ἱκανὴ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν πολυσχιδῆ ταύτην ὁμάδα τῶν ἀρχαιοκαπήλων, οἱ ὁποῖοι καταλυμαίνονται ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας δὲν ἀποτελεῖ ἡ ἐλευθέρα ἐκλογὴ τῶν ἀποτελούντων τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον ἑταίρων, ἀλλ’ ἡ προσωπικὴ ἐπίδρασις πολιτευομένων, ἐπιδιωκόντων τίς οἶδε τίνας σκοποὺς, οὐχὶ βεβαίως ἀρχαιολογικούς.
§106ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κακὰς πληροφορίας ἔχετε.
§107ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σήμερον γίνεται ἡ ἐκλογικὴ ἐργασία τοῦ Συμβουλίου, ὁποία γίνεται κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Δημάρχων· οἱ δὲ περιβεβλημένοι τὴν κυβερνητικὴν δύναμιν ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ἑταίρους καὶ ἡ ἐκλογὴ γίνεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις ἑνός. Περὶ τούτου δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ διαψεύσῃ οὐδείς. Τώρα, ἂν ἡ κηδεμονία αὕτη γίνηται ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑταιρίας, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ, εἶναι, ὅτι δὲν πληροῦται διὰ τῆς ἐκλογῆς ἡ βούλησις τῶν ἑταίρων, ὧν πλεῖστοι, ὑπάλληλοι ὄντες, παρασύρονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβαινούσης δι’ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ αὐτῆς ὄγκου.
§108ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ μιᾶς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους, καὶ τὴν κατακρίνετε ἀδίκως.
§109ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, μή με διακόπτετε· μὴ ταράττεσθε δέ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
§110ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ μὲ ταράττει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, διότι, ἂν οἱ λόγοι σας ἀνεφέροντο εἰς ἐμὲ, θὰ ἠδιαφόρουν, ἀλλὰ ταράττομαι, διότι προσβάλλετε ἄνδρας, ἀξίους πάσης τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης. Εἴπετε, ὅτι ἐκλέγεται τὸ Συμβούλιον διὰ τῆς ἐπιδράσεως τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβὲς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τελευταίων δύο ἐκλογῶν, καθ’ ἃς ἐπὶ ἀριθμοῦ 116 ἐκλογέων, παρόντων κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Συμβουλίου, ἐξελέγη τοῦτο διὰ ψήφων 111. Εἶναι δυνατὸν ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν;
§111ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις τῶν λόγων μου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι προεσχεδιασμένη, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλεῖστοι τῶν ἑταίρων θὰ παραιτηθῶσι, διότι ἡ ἐκλογὴ δὲν γίνεται κατὰ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν καθαρὰν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑποτίθησιν ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔμπνευσιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐταὶ εἶναι σκέψεις ἀποτυχόντος.
§113ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως σκέψεις ἀποτυχόντος, ὅταν ἀποτυγχάνῃ τις διότι ἀποκλείεται τοῦ ἐκλογικοῦ σταδίου διὰ πανοπλίας Κυβερνητικῆς καὶ ὅταν ἡ ἐκλογὴ ἐπηρεάζηται ὑπὸ ὁλοκλήρου τῆς δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀτόπως ἀναμιγνυομένης εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Συμβουλίου μιᾶς ἐπιστημονικῆς Ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τοῦτο, διότι εἶναι ἀνάξιον λόγου καὶ μικρόν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχει νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, ἐνόμισα ὅμως καλὸν νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα ἁπλῶς, ἵνα λάβῃ μίαν ἰδέαν ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν φώτων, τὰ ὁποῖα φωτίζουσι τὰ πλεῖστα μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ὅλης Ἑταιρίας, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἑταιρία ἡ μόνη ἁρμοδία εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ ἄγρυπνον τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ πλούτου, τοῦ ἀποτεθησαυρισμένου ἐν τοῖς Ἀρχαιολογικοῖς Μουσείοις. Καὶ ἄλλοτε ἐπανέλαβον καὶ σήμερον προστίθημι, ὅτι εἰς τὰς συλλογὰς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐκτὸς τῶν ἀγαλμάτων καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσμετακόμιστα, περιλαμβάνεται πληθὺς μικρῶν εὐμετακομίστων, ἀλλὰ πολυτίμων ἀρχαιοτήτων....
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἀγάλματα· ὅ,τι ἦτο λίθινον παρεδόθη εἰς τὸ δημόσιον Μουσεῖον.
§115ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπικρίνετε, πρέπει πραγματικὴν τοὐλάχιστον ἐπίκρισιν νὰ κάμητε. Ἡ Ἑταιρία ἔχει δύο Μουσεῖα, τὸ ἓν εἶναι εἰς τὸ ὑπόγειον τοῦ Βαρβακείου, ἐν ᾧ νῦν δὲν ἀπομένουσιν ἢ ἐπιγραφαὶ σχεδὸν μόνον, τὸ ἕτερον εἶναι ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ.
§116ΠΕΤΡΙΔΗΣ. ... ἔνθα κρύπτονται χιλιάδες ἀντικειμένων ἀρχαιολογικῶν, ἀγνώστων εἰς τὸν κόσμον. Ἔχει καὶ εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν μικρὰ ἀρχαῖα, ἰδίως εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἀναγόμενα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον μεγίστης ἀξίας καὶ λίαν εὐμετακόμιστα καὶ μήπω ἐγγεγραμμένα εἰς καταλόγους. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τοῦ 1886. Ἀπαριθμῶν τὰ πολυειδῆ καὶ πολυμέριμνα καθήκοντα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου Ἐπιμελητοῦ τοῦ Μουσείου τῆς Ἑταιρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἰσόβιος Γραμματεὺς κ. Κουμανούδης, προσεπιλέγει (ἐν σελίδι 20 τῶν πρακτικῶν) τὰ ἑξῆς: «Τὰς δυσκολίας ταύτας συνορῶν τὸ Συμβούλιον, ἔδωκε πρό τινος χρόνου τὴν ἄδειαν τῷ ἐπιμελητῇ, νὰ προσλάβῃ (!) τινὰ βοηθὸν τῆς ἐκλογῆς του (!) διὰ τὰ Μουσειακὰ καὶ τὰ ἄλλα ἔργα, καὶ εὐχόμεθα νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐκλογήν.» Τίς νὰ ἐπιτύχῃ; Τίς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ βοηθοῦ; Οὐχὶ τὸ Συμβούλιον, οὐχὶ ὁ Πρόεδρος, ἀλλ’ ὁ ἀνευθύνως μόνος διαχειριζόμενος τὸν σωρευμένον τοῦτον καὶ ἀπερίγραπτον ἐν βιβλίοις ἀρχαιολογικὸν πλοῦτον. Προσεπιλέγει δ’ ὁ Γραμματεύς: «Τότε καὶ μόνον θὰ κατορθωθῇ καὶ ἡ ποθουμένη ἔκδοσις ἐντύπου καταλόγου τῶν ἀρχαίων διὰ τὸ κοινόν. Ὁ δὲ χειρόγραφος κατάλογος προβαίνει ἀδιαλείπτως συντασσόμενος παρὰ τοῦ ἐπιμελητοῦ. Ἐφθάσαμεν ἐν αὐτῷ τὸν γενικὸν ἀριθμὸν 75,968. Πέρυσιν ὁ ἀριθμὸς ἦτο 15,676.» Τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντύπου καταλόγου, τουτέστι τὴν καταγραφὴν καὶ τὴν περιγραφὴν τῶν κατατεθειμένων ἐν τῷ Μουσείῳ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων, εἶναι ἐπεῖγον νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Ἀλλ’ ἔδει πρὸ πολλοῦ ἤδη νὰ ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν καταλόγῳ ἐντύπῳ τὰ πρὸ τοσούτων ἐτῶν ἐῤῥιμένα ἐκεῖ εἰς σωροὺς ἀνεξελέγκτους ἀρχαῖα.
§117ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἤλθετε νὰ ὁμιλήσητε.
§118ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐν ὑποσημειώσει δὲ προστίθησιν ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Κουμανούδης, ἵνα λάβητε ἰδέαν τινὰ, τὰ ἑξῆς: «Σύγκειται ὁ ἀριθμὸς οὗτος (τῶν ἐγγραφέντων ἀρχαίων) ἐκ τῶν ἑξῆς εἰδικῶν ἀριθμῶν. Λιθίνων 4,237, χαλκῶν 1138, (ἐξ ὧν 111 σταθμὰ) ἀργυρῶν 68, ὀστεΐνων 115, ὑαλίνων 276, διαφόρων ὑλῶν 305, πηλίνων ἀγγείων 3,542, πηλίνων μορφῶν 1964 κτλ. κτλ. Νομίσματα δὲ ὑπάρχουσιν ἐν ὅλῳ 1689. Ἀλλὰ καὶ χαλκᾶ ἔτι ὑπάρχουσι διαφόρων ἐθνῶν καὶ ἐποχῶν ἀκατάτακτα ὑπὲρ τὰς εἴκοσι χιλιάδας»!! Εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους ἀνεγράφησαν μόλις χίλια, μένουσι δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἄνευ ἐγγραφῆς πόσα ἀντικείμενα; ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἰστέον δ’ ὅτι αἱ λαβαὶ ἀμφορέων αἱ ἐνεπίγραφοι (Ρόδου, Θάσου, Κνίδου κτλ.) συμποσοῦνται νῦν ὑπὲρ τὰς δέκα χιλιάδας, κατατεθειμέναι οὖσαι ἐν τοῖς ὑπογείοις τοῦ Βαρβακείου» κλπ. Λυπηρότατον δὲ, ὅτι αἱ πλεῖσται τούτων ἐξεδόθησαν ὑπὸ ξένων Ἀρχαιολόγων ἐν πολυτίμοις καταλόγοις. Καὶ λέγω δυστυχῶς, διότι οὕτως ἀποδεικνύμεθα ἀληθεῖς Ἀνατολῖται, καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ ἡμῶν Ἑταιρία ἀδρανεστάτη. Τίς δὲ εἶναι ἡ τύχη τῶν νομισμάτων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι; τὰ πέρυσι διαδραματισθέντα κατέστησαν ἡμᾶς λίαν ὑπόπτους, προκειμένου μάλιστα περὶ Ἑταιρίας, ἡ ὁποία συνέρχεται ἅπαξ τοῦ ἔτους πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Συμβουλίου, τὰ δὲ πλεῖστα μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἔχοντα ἄλλας ἀσχολίας, δὲν δύναται νὰ συνέρχωνται, εἰμὴ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, ὁλόκληροι δὲ οἱ ἀρχαιολογικοὶ οὗτοι θησαυροὶ μένουσιν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐπιμελητοῦ, ὅστις ἐπιμελητής, σημειωτέον, λαμβάνει τὸν βοηθὸν αὑτοῦ κατ’ ἐκλογήν του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἦναι μᾶλλον δύσπιστος καὶ κατὰ καθῆκον γενικὸν, καὶ μάλιστα μεθ’ ὅσας συνέβησαν κλοπὰς ἐν τῷ Νομισματικῷ Μουσείῳ, τοῦ ὁποίου τὰς κλεῖδας ἐκράτουν δύο ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πίστιν ἀνεξέλεγκτον πρὸς οὐδένα ἀπολύτως, καίτοι τιμῶ προσωπικῶς τοὺς διαχειριζομένους τὰ τοῦ Μουσείου. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι εὐθύνης καὶ ἐλέγχου ἀνώτερος (ἀναγινώσκει): «Παρεδόθησαν κλπ.» Ἐπίσης τὸ ἑπόμενον ἔτος. (Ἀναγινώσκει)....
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνος ἔτους εἶναι αὐτά;
§120ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦ 1887. Ἐκ τούτων τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων πολὺ ἐλάχιστος ἀριθμὸς ἀνεγράφη διότι ὁ ἐπιμελητὴς τοῦ Μουσείου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τοῦ ἑκατόγχειρος, εἶναι ταξινόμος τῶν ἀρχαιοτήτων, εἶναι Γραμματεὺς τοῦ Συμβουλίου, εἶναι παραλήπτης τῶν ἀρχαιοτήτων, εἶναι συγχρόνως αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τὰ περιγράφει. Εἶναι ἀδύνατον δὲ εἷς ἄνθρωπος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τόσῳ πολυμέριμνον ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν. Ἂν δὲ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐξ οὗ οἱ πόροι τόσῳ πλυθύνονται, καὶ ἀρχίσωσιν αἱ ἀρχαιολογικαὶ ἀνασκαφαὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ πολλαχόθεν ἀνασκαλευόμεναι καὶ ἀνακαλυπτόμεναι ἀρχαιότητες εἰσέρχωνται ἀθρόαι εἰς τὰς ἰσχνὰς χεῖρας τοῦ ἑνὸς τούτου ἐπιμελητοῦ, νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ σωτηρίας αὐτῶν ἐγγύησιν, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρός τε τὸν ἐπιμελητὴν καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ κ. Κουμανούδην. Νομίζω δὲ, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἦμαι δύσπιστος, προκειμένου περὶ τοιούτου μεγάλου ἐπιστημονικοῦ θησαυροῦ, πρὸς τὸ Συμβούλιον, ἀφοῦ ἐξ ὀλιγωρίας τοῦ Συμβουλίου συνέβη ἀτυχῶς εἰς τὴν περιουσίαν τῆς Ἑταιρίας κλοπὴ 75 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω, ἂν κατόπιν αἱ μέριμναι τοῦ Συμβουλίου κατώρθωσαν νὰ ἐξασφαλίσωσιν. Ἐδέησε νὰ ἀποθάνῃ ὁ ταμίας καὶ τότε νὰ γνωσθῇ τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν μνήμην τεθνεῶτος ἐντίμου ἀνδρὸς, ἀλλὰ θέλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἀφορώντων εἰς τὴν φύλαξιν καὶ ἐξασφάλισιν πλούτου, χρεία ἐνδελεχοῦς καὶ ἀγρύπνου προσοχῆς.
§121ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀδρανείας ἢ τῆς ἀμελείας τοῦ Συμβουλίου.
§122ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ τὸν λόγον σας ἀνέγνωσα ἐντεῦθεν· σεῖς λέγετε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἄτοπον.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατέ τον πάλιν.
§124ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐγνώριζε τὸ Συμβούλιον, ὅτι ὁ ταμίας ἐξώφλησε τὸ ἔνταλμα, διότι τὸ ἔνταλμα, ἐξεδόθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ταμίου, καὶ οὐχὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Συμβουλίου, ὡς ὤφειλεν. Ὁ ταμίας ἔλαβε τὰ χρήματα, τὰ ἔθεσεν εἰς τὸ ταμεῖόν του, καὶ τὸ Συμβούλιον ἠγνόει ἐντελῶς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, προκειμένου περὶ ἀντικειμένων τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης, περὶ τὰ ὁποῖα χαίνουσιν αἱ ἁρπακτικαὶ χεῖρες τῶν ξένων καὶ τῶν καπήλων, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἥσυχον τὴν συνείδησιν; Χρεία ἐγγυήσεων ἀσφαλῶν καὶ πρὸ πάντων ἐνδελεχοῦς τῶν ἀρχαίων ἐπιθεωρήσεως, ὅτε βεβαίως ὁ πολύτιμος οὗτος θησαυρὸς, ὁ ἀρχαιολογικὸς, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσφαλισθῇ· χωρὶς δὲ τούτου ἡ διαρπαγὴ τῶν ἀρχαίων θὰ ἦναι ἄφευκτος. Ἀφοῦ εἴχομεν Μουσεῖον Νομισματικὸν, τοῦ ὁποίου δυνάμει νόμου ἐκράτουν τὰς κλεῖδας δύο ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, καὶ τὸ Μουσεῖον τοῦτο ἐκλέπτετο πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν καὶ οὐδεὶς εἶχέ τι ὑπονοήσει περὶ τούτου, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκετο ὁ Ῥαυτόπουλος νὰ προβῇ εἰς τὴν μεγάλην κλοπὴν, ἀκόμη θὰ ἐπιστεύομεν, ὅτι ἔκειντο ἐν ταῖς θήκαις αὑτῶν ἠσφαλισμένα τὰ νομίσματα, τίνα θὰ ἔχητε ἐγγύησιν περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων ἀπειραρίθμων καὶ πολυειδῶν, μήπω ἀναγεγραμμένων ἐν καταλόγοις; Προκειμένου λοιπὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν 200,000 δρ., εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν πᾶσαν ἐγγύησιν παρ’ αὐτῆς καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει διαχειρίζεσθαι τὸ χρῆμα τοῦτο, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐνεργῇ ἀνασκαφὰς, καὶ περὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, αἱ ὁποῖαι τυχὸν θ’ ἀνακαλύπτωνται, καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως, κατατάξεως καὶ ταξινομήσεως αὐτῶν εἰς καταλόγους. Πρέπει προσέτι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἑξαμηνίαν, κατὰ τριμηνίαν, κατὰ μῆνα, εἰ δυνατὸν, ἐνεργῇ ἔλεγχον δι’ ἀνδρῶν, περὶ τῶν ὁποίων νὰ ὑπάρχῃ πᾶσα πίστις, ἐπὶ τῶν ἑρμαρίων καὶ τῶν θηκῶν τῶν ἀρχαίων τῶν ἐν τοῖς Μουσείοις· διότι, ἂν πρόκηται τὰ ἀνακαλυπτόμενα ταῦτα ἀρχαῖα νὰ κλέπτωνται ἢ νὰ καταστρέφωνται, προτιμότερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ τεθαμμένα, μέχρις ὅτου ἄλλαι γενεαὶ κατορθώσωσι νὰ ἐξασφαλίσωσιν αὐτά. Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀγνοῆτε, ὅτι ἡ κλοπὴ τῶν ἀρχαίων ἀνεκηρύχθη εἰς τὴν δυσμικὴν Εὐρώπην ὡς θεμιτόν τι καὶ θεωρεῖται ὑπὸ πολλῶν ἐπιτετραμμένη· ἄνθρωποι ὑψίστης κοινωνικῆς τάξεως, ἐπιστήμονες, καθηγηταὶ, πρίγκηπες προβαίνουσιν εἰς ταύτην ἄνευ οὐδεμιᾶς συστολῆς, δικαιολογούμενοι διὰ τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἔρωτος. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι οἱ τῶν ἀρχαίων κάπηλοι ἐμπνέονται οὐχὶ ὑπὸ ἐπιστημονικοῦ ἔρωτος, ἀλλ’ ὑπὸ βδελυρᾶς καὶ ἀχρείας φιλοκερδείας, ἐξ ἧς ὠθούμενοι ἐπιλανθάνονται καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς πρὸς τὰ ἱερὰ τῶν προγόνων κειμήλια εὐλαβείας. Καταλήγων ἐπιφωνῶ: προσοχὴ εἰς τοὺς κλέπτας τῶν ἀρχαίων καὶ τὰς πολυπροσώπους συμμορίας αὐτῶν! (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου προτείνω, νὰ προστεθῇ ἄρθρον 6: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. (Ἀναγινώσκεται).
§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δʹ § τοῦ ἄρθρου 5, παρακαλῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἀναδεχόμενοι τὸ δάνειον νὰ κανονίζωσι τὸ πρόγραμμα τοῦ λαχείου;
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν ἀναδεχομένην τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου Τράπεζαν, ὅπως κανονίσῃ αὐτὴ τὸ πρόγραμμα τοῦ λαχείου, δύναται δὲ αὕτη νὰ διανείμῃ ἔν τινι ἔτει βραβεῖα ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλλομένων 513,000 δραχμῶν, ἐν ἑτέρῳ δὲ ἔτει βραβεῖα ποσοῦ κατωτέρου τῶν 513,000. Ἐφ’ ὅσον διανείμῃ ποσὰ ἀνώτερα, μὴ ἀρυομένη αὐτὰ ἐν ἀποθέματι τοῦ ταμείου τοῦ λαχείου, ἡ προκαταβολὴ βαρύνει τὴν Τράπεζαν, ἥτις θὰ πληρωθῇ τὸν τόκον ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς οὐχὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ λαχείου, παρ’ οὗ θέλει ἀναλάβει καὶ τὰ προκαταβληθέντα. Ἂν τοὐναντίον διανείμῃ ἔν τινι ἔτει ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλλομένων, τὰ περισσεύοντα ἀποτελοῦσιν ἀπόθεμα τοῦ ταμείου τοῦ λαχείου, τὸ δ’ ἀπόθεμα τοῦτο θὰ κρατῆται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς δάνειον, ἐπὶ τόκῳ 4%. Ἦτο ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εἴσπραξις λόγῳ δανείου, καὶ ἡ πληρωμὴ τόκου. Ναὶ μὲν ὁ τόκος 4% εἶναι εὐνοϊκός, ἀλλ’ ἔστω καὶ ἐπὶ εὐνοϊκῷ τόκῳ δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανείζηται τὰ περισσεύματα, ἂν μὴ περιελαμβάνετο ἐν τῷ νόμῳ εἰδικὴ ἄδεια.
§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης κλονίζεται ἡ πεποίθησις τῶν ἀγοραζόντων περὶ τῆς ἐγγυήσεως;
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς. Τὸ Δημόσιον καταβάλλει κατ’ ἔτος 513,000 δραχμῶν, καὶ ἀπέναντι τούτων αὐτὸ καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία λαμβάνουσιν ὁμοῦ 13 ἢ 14 ἑκατομμύρια, πραγματοποιουμένης οὕτως ὑπὲρ αὐτῶν τῆς ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ὠφελείας. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχῃ πεποίθησις ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν, θὰ διατεθῶσιν αὗται, καὶ ἑπομένως οἱ ἀνάδοχοι τοῦ δανείου θ’ ἀποζημιωθῶσι καὶ θὰ πραγματοποιήσωσι κέρδος, ἐὰν τοὐναντίον δὲν ὑπάρχῃ πεποίθησις, θὰ μείνωσι τὰ γραμμάτια ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ τῶν ἐκδόντων. Ὅ,τι θέλομεν ἡμεῖς ἐξησφαλισμένον, εἶναι ἡ πληρωμὴ τῶν γραμματίων κατὰ τὸ πρόγραμμα, ταύτην δὲ ἐξασφαλίζει ἐνδελεχῶς ἡ τοῦ χρήματος καταβολὴ ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀνθ’ ὧν τοῦτο εἰσέπραξεν ἐξ ὑπαρχῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲ, κατὰ τὸ συνταχθησόμενον πρόγραμμα, ὑπερβαίνωσιν αἱ ἐτήσιοι πληρωμαὶ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβληθησομένην δόσιν, ἡ Τράπεζα παραδίδει εἰς τὸ Δημόσιον ἐνέχυρον περὶ τῆς κανονικῆς ἀποτίσεως τῆς ὑπερβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ προστεθὲν ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§131ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὴν κατάστασιν τῶν δαπανῶν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ κεφ. 3 ἐδαφ. βʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων.
§133ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι ἀργὰ πλέον. Αὔριον.
§134ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς συζητηθῇ καὶ τοῦτο σήμερον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνα διάκρισιν ποιεῖται μεταξὺ τῶν λέξεων ἀγορᾶς καὶ ἐξαγορᾶς, ἣν μεταχειρίζεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐννοῶ, ὡς ἀφορῶσαν εἰς τοῦτο, τουτέστιν, ἐὰν δίδηται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἄδεια τῆς ἀποκτήσεως μόνων τῶν ὁμολογιῶν, ὧν οἱ κάτοχοι, μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπὴν, ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, ἀποζημιούμενοι ἐπὶ ἀρτίᾳ τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ, ἢ ἐὰν ἡ ἄδεια ἦναι γενικωτέρα, τουτέστιν, ἐὰν ἀφορᾷ καὶ εἰς τούτων τῶν ὁμολογιῶν τὴν ἀπόκτησιν, ἀλλὰ προσέτι καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν ὁμολογιῶν ἀσχέτως πρὸς προσφερομένην ἐπιλογὴν περὶ τροπῆς τοῦ δανείου. Ἀπαντῶ, ὅτι ἡ ἄδεια ἔχει τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν βλέπω, διατὶ κάμνετε χρῆσιν τῆς λέξεως «ἐξαγορᾶς», ἐνῷ ἡ λέξις «ἀγορᾶς» εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἐποίησα, διότι τὸ ἄρθρον 3 ἀναιρεῖ τὴν περιωρισμένην ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἐξαγορᾶς». Τὸ ἄρθρον 3 εἰσάγει προηγούμενον, ὅπερ δὲν εἶναι καλόν· θέτει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν θέσιν τῶν κερδοσκοπούντων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, ἐπιτρέπον εἰς αὐτὸ ν’ ἀγοράζῃ χρεώγραφα καὶ μεταπωλῇ αὐτά, τὸ προϊὸν δὲ τῆς πωλήσεως, νὰ τὸ μεταχειρίζηται εἰς πληρωμὴν δανείων. Δάνεια δὲ τοιαῦτα εἶναι καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἅτινα δύναται νὰ ἐκδίδῃ καὶ πάλιν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξοφλήσῃ διὰ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως τῶν ἐξαγορασθέντων χρεωγράφων. Ὁ τοιοῦτος κύκλος ἀγοραπωλησίας χρεωγράφων, πληρωμῶν καὶ συνομολογήσεων δανείων εἶναι ἀκριβῶς ἡ πορεία, ἣν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἠκολούθησε δύο ἢ τρία ἔτη πρὸ τῆς πτωχεύσεως αὐτῆς, καὶ ἥτις δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρὰ παντὶ ὀρθῶς σκεπτομένῳ, ὡς Κυβέρνησιν κερδοσκόπον.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι λόγοι, δι’ οὓς ἡ ἄδεια πρέπει νὰ ᾖναι εὐρυτέρα. Ἐν τοῖς προσφάτως ἐνεργηθεῖσι περὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ἀντελήφθητε περιπτώσεων ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ἐν τῇ τροπῇ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, συνεφωνήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη ἐξαγοράσῃ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως πάσας τὰς ὁμολογίας, ὧν οἱ κάτοχοι δὲν ἤθελον ἀποδεχθῇ τὴν προτεινομένην τροπήν· ἡ δὲ Τράπεζα, ἐξαγοράζουσα τὰς ὁμολογίας ταύτας ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, πληροῖ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν κατόχων τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει πᾶν Κράτος, τρέπον δάνειον, ὅπως ἐξοφλῇ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ τὰς ὁμολογίας τῶν μὴ ἀρεσκομένων ἐπὶ τῇ τροπῇ, ὑποκαθίσταται δὲ εἰς τὰ δικαιώματα τῶν τέως κατόχων, δυναμένων νὰ διαθέσωσι τὰς ὁμολογίας κατ’ ἀρέσκειαν. Ἐπειδὴ ὑπεθέσαμεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τοιαύτης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ πρὸς ἄλλην Τράπεζαν συμφωνίας, νὰ προβῶμεν εἰς τροπὴν δανείων, ἢ καὶ ἄνευ τῆς παρεμβάσεως Τραπέζης αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ συμφέρουσαν τὴν κατ’ ἄλλο, οἱονδήποτε, σύστημα ἀνάκτησιν ὁμολογιῶν δανείου τινὸς, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ δανείου τούτου ἐπιτρεπόμενα, περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3. Κατ’ αὐτήν, ἐπὶ δανείων, ὧν ἡ ἀγοραία τιμὴ εἶναι ὑπὸ τὸ ἄρτιον, θὰ συνέφερεν, ἀντὶ τῆς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ὑποχρεωτικῆς ἐξαγορᾶς, ἡ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ ἀγορὰ ὁμολογιῶν δανείου, οὗτινος ἐπιδιώκεται ἡ τροπή. Εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων παρομαρτεῖ πάντοτε ἡ ἐξαγορὰ τῶν ὁμολογιῶν, ὧν οἱ κάτοχοι δὲν ἀποδέχονται τὴν τροπὴν, τῆς ἐξαγορᾶς δὲ ταύτης τὴν πραγματοποίησιν νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν κατὰ τοὺς τρόπους, τοὺς μᾶλλον συμφέροντας εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐν τῷ δανείῳ τῶν 26,000,000, τῷ νῦν τρεπομένῳ, γινώσκομεν, ὅτι ἐλάχιστος ἀριθμὸς κατόχων παρουσιάσθη, ζητῶν τὴν ἀπότισιν τοῦ κεφαλαίου. Καθ’ ἣν εἴχομεν χθὲς πληροφορίαν, εἶχε ζητηθῆ ἡ ἐξόφλησις κεφαλαίου ἀξίας δραχμῶν 136,000 ἐπὶ τῶν 16,000,000, ἅτινα νομίζω ὀφείλονται ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου. Πᾶσαι αἱ ὁμολογίαι, ἃς ἡ Τράπεζα θέλει οὕτως ἐξοφλήσει, γίνονται κτῆμα αὐτῆς, ἥτις δύναται νὰ τὰς διατηρήσῃ, ἢ νὰ τὰς ἐκποιήσῃ, ὡς ὁμολογίας τοῦ τετραμμένου δανείου. Ἀντιθέτως, τὸ δάνειον τῶν 6,000,000 ἐξαγοράζεται ὑποχρεωτικῶς, ἄνευ παρεμβάσεως Τραπέζης καὶ μὴ προσφερομένης εἰς τοὺς κατόχους τῆς ἐπιλογῆς τῆς ἀποδοχῆς τροπῆς τοῦ δανείου ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο ἐθεωρήθη συμφερωτέρα ἡ ὁλοσχερὴς αὐτοῦ κατάργησις διὰ τῆς ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ. Αἱ ὁμολογίαι ἄρα τοῦ δανείου τούτου, ἐξοφλούμεναι, δὲν ἀποδίδονται εἰς τὴν κυκλοφορίαν. Οὕτως ἐπὶ ἑκάστου δανείου ἴδιαι περιπτώσεις ὑπαγορεύουσιν ἴδιον σύστημα ἐνεργείας ἐν νόμῳ ἄρα, κανονίζοντι μέλλουσαν περὶ τροπῆς καὶ ἐξοφλήσεως δανείων ἐνέργειαν, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐνεργείας ταύτης ἐντὸς στενῶν ὁρίων θὰ ἐματαίου τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σπανίως ἀπαντᾶται κατὰ τὴν τροπὴν δανείων, διότι σπανίως οἱ κάτοχοι αὐτῶν εἰσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μελετωμένης τροπῆς. Προσπαθοῦσι δὲ οὗτοι, κερδοσκοποῦντες, νὰ ἐξαγοράζωσι τὰς ὁμολογίας αὐτῶν εἰς τιμὰς κατωτέρας, ὅπως τὰς μετατρέψωσιν εἰς τὸ ἄρτιον. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζει βλάβην τινὰ εἰδικὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐξαγοράσῃ αὐτὰς εὐθηνότερον, ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε τὰς ἐξαγοράσει διὰ τῆς τροπῆς. Ἡ ἀγοραπωλησία ὅμως τῶν χρεωγράφων των δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς τὰ Κράτη, ἅτινα θέλουσι νὰ ἔχωσι τὴν πίστιν των ἀνωτέραν πάσης μομφῆς. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἵλκυσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, προκύπτει δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα τὰς ἐξαγορασθείσας ταύτας ὁμολογίας δύνηται νὰ τὰς πωλήσῃ ἐκ νέου.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ συμφωνίᾳ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, καὶ ἐξαγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ, ἐπετράπη ἡ πώλησις τῶν παρὰ τῆς Τραπέζης ἐξαγοραζομένων ὁμολογιῶν, ἡ δὲ Τράπεζα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Δημόσιον διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποδίδει εἰς τὸν κάτοχον τὸ κεφάλαιον τῆς ὁμολογίας. Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, αἱ σήμερον ἀποδιδόμεναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀναλαβοῦσαν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μετρήσῃ εἰς τοὺς ἀποδίδοντας, τὸ κεφάλαιον, αὗται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐξαγοράζονται, καίτοι τὸ κεφάλαιον μετρεῖται εἰς τὸν κάτοχον παρὰ τῆς Τραπέζης, εἰς ἣν μεταβιβάζονται κατὰ τὴν συμφωνίαν αἱ ἐξαγοραζόμεναι ὁμολογίαι, διότι ὁ ὁμολογιοῦχος δὲν ἔχει ἐκ τοῦ δανείου σχέσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν, μόνον πρὸς τὸ Δημόσιον ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ ἀντίστοιχα δικαιώματα, ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δὲ καλεῖται νὰ δεχθῇ τὴν τροπὴν, εἰδοποιούμενος, ὅτι, ἐὰν δὲν δεχθῇ αὐτὴν, ἀναλαμβάνει ἄρτιον τὸ κεφάλαιον, παρουσιάζων τὴν ὁμολογίαν του εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Παρουσιάζων ἄρα οὗτος τὴν ὁμολογίαν του εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν ἀποτείνεται πρὸς ταύτην, ἀλλὰ πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ἀποτῖνον τὸ κεφάλαιον τῆς ὁμολογίας διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, τοιαύτης φύσεως ἐργασίαν, ἢ ἄλλας παρεμφερεῖς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι.
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει θεμελιώδης διαφορά. Ἡ Τράπεζα, ὡς ἐκδοχεὺς τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει τὸ Δημόσιον, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, ἐξαγοράζει αὐτὰς, κατὰ τὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν αὐτῆς, διὰ λογαριασμόν της, καὶ δύναται νὰ μεταπωλήσῃ ἢ κρατήσῃ αὐτὰς κατὰ βούλησιν. Αὕτη ἐνεργεῖ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην καὶ πρὸς ἴδιον ὄφελος, ἢ ζημίαν. Τὸ ἄρθρον 3 εἶναι καθαρόν· λέγει: «Αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα ἐξαγοραζόμεναι ὁμολογίαι δύνανται νὰ ἐκποιῶνται, τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν διατιθεμένου ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν δανείων». Οὕτως ἔχον τὸ ἄρθρον, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διαρκῶς νὰ ἐκτελῇ διὰ λογαριασμὸν της πράξεις ἀγοραπωλησίας. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην, πρέπει νὰ συνταχθῇ ἄλλως, π. χ. ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἀκυρώσῃ τὰς ἀγοραζομένας ὁμολογίας, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ αὐτὰς διὰ λογαριασμὸν τῶν, μεθ’ ὧν ἤθελε συμβληθῆ, Τραπεζῶν ἢ τραπεζιτῶν, οἵτινες ἤθελον ἀγοράσει αὐτὰς διὰ λογαριασμόν των.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἔννοια ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐξάγει πᾶς, ἀναγινώσκων αὐτὸ, εἶναι, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαγοράζῃ διὰ λογαριασμόν της ὁμολογίας, τὰς ὁποίας νὰ πωλῇ ἐκ νέου, καὶ διὰ τοῦ ἀντιτίμου νὰ ἀγοράζῃ νέας, ὅπως πωλήσῃ καὶ ταύτας. Εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται εἰς τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἔχει γενικὴν ἔννοιαν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δύνηται νὰ προΐδῃ ἀπὸ τοῦδε ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεως, ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, ἣν ἔκαμε μετὰ τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν αὕτη χάριν τῆς οἰκονομίας, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς μὴ τυπώσεως νέων τίτλων, δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ δάνεια κυκλοφοροῦντα ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν εἶναι τακτικὸν, δάνειον, τὸ ὁποῖον προσεκλήθη εἰς ἐξόφλησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἐξωφλήθη ἅπαξ, νὰ τεθῇ ἐκ νέου εἰς κυκλοφορίαν.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσεκλήθη εἰς τροπήν.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα προσεκαλέσατε εἰς τροπὴν τοὺς ὁμολογιούχους, ὑποτίθεται, ὅτι τοὺς προσεκαλέσατε ὅλους. Ὀφείλετε ἑπομένως ν’ ἀκυρώσητε τὰς ἐξαγορασθείσας ὁμολογίας, διότι εἰς τοὺς παραδεχθέντας τὴν τροπὴν καὶ μὴ παρουσιάσαντας τὰς ὁμολογίας των πρὸς πληρωμὴν, παρέχεται εἶδος ὑποσχέσεως, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξοφληθεῖσαι ὁμολογίαι θέλουσιν ἀκυρωθῆ, καὶ περιορισθῆ ὁ εἰς κυκλοφορίαν ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς ἐκείνας μόνον, ὧν οἱ κάτοχοι ἤθελον παραδεχθῆ τὴν τροπήν.
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν τοῖς δώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, ἐὰν ὅμως δὲν τοῖς δώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, οὐδεμίαν περὶ μὴ ἀποδόσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὴν κυκλοφορίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῖς εἴπῃ, ὅτι τὰς ἐξαγορασθησομένας ὁμολογίας δὲν θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν κυκλοφορίαν, βεβαίως ὀφείλει νὰ καταργήσῃ ταύτας. Καὶ ἀσχέτως μὲν πρὸς εἰδικὰς περιπτώσεις, ὑπαγορευούσας τυχὸν διάφορον ἐνέργειαν, θὰ ἦναι ἴσως συμφορώτερον εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑπόσχεσιν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ δώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν διὰ λόγους ἰδίους, ὧν ἡ ἐκτίμησις προσήκει εἰς αὐτὴν, εἶναι πρέπον νὰ μὴ ἐξυπακούηται ἡ ὑπόσχεσις, οὐδὲ νὰ ἦναι ἐκ τοῦ νόμου ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις, ἵνα δώσῃ αὐτήν. Διατελοῦμεν ἤδη ἐν διαπραγματεύσει μετὰ Τραπέζης, ἣν θεωρῶ περιττὸν νὰ ὀνομάσω, ὅπως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, οὗτινος τὸ κεφάλαιον διὰ τῆς λειτουργίας τῆς συνθέτου χρεωλυσίας περιωρίσθη ἕως τῆς σήμερον εἰς 54,000,000, τρέψωμεν τοὺς ὅρους, κατά τινα μὲν, ἐπὶ τῷ τύπῳ τῆς τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, κατ’ ἄλλα δὲ, ἰδιοῤῥύθμως. Ἂν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται τελεσφορήσωσι, δέον νὰ ᾖ οὕτω διεσκευασμένος ὁ νόμος, ὥστε νὰ μὴ προσκόψῃ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἡ διεξαγωγὴ τῶν τῆς τροπῆς τοῦ δανείου καὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν ὑπὸ Τραπέζης. Κατὰ τὴν καταρτιζομένην συμφωνίαν, ἡ Τράπεζα, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, θέλει εἰδοποιήσει τοὺς ὁμολογιούχους, ὅτι, ἐὰν μέχρι τῆς δεῖνα ἡμέρας μὴ παρουσιασθῶσιν, ἵνα πληρωθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν, αὗται ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης θὰ λογίζωνται τετραμμέναι εἰς τὸ νέον δάνειον, τὸ συνεστημένον ὑπὸ τοὺς συμπεφωνημένους πρὸς τὴν Τράπεζαν ὅρους, ἐὰν δὲ παρουσιασθῶσι, θὰ τοῖς μετρηθῇ ὑπὸ τῆς Τραπέζης τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν, περιερχομένων εἰς τὴν κυριότητα τῆς Τραπέζης.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ τότε δὲν λέγεται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν μετὰ Τραπέζης, διὰ νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο;
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνέπεσεν ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει ἡ διαπραγμάτευσις νὰ διεξάγηται ἤδη, καὶ ἠδυνήθην ὡς ἐκ τούτου ν’ ἀρυσθῶ ἐν αὐτῇ τὸ παράδειγμα, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἄλλαι περιπτώσεις, ὑποτυποῦσαι ἄλλα παραδείγματα.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς. Ἡ ἄδεια, ἡ διδομένη σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀγοράζῃ χρεώγραφα καὶ μεταπωλῇ αὐτά, εἶναι ἄδεια ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.