1889.01.18
2.536 στίχοι · 19.126 λέξεις · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61.
Τῆς 18 Ἰανουαρίου 1889.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γνομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸν τάπητα τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου, κατασκευασθέντα ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῶν ἀπόρων γυναικῶν, ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 6,159· ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε πίστωσις μόνον ἐκ δραχ. 5,000, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς προτείνει δι’ ἐκθέσεώς της νὰ χορηγηθῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1159, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου τιμήματος. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡσαύτως εἴχομεν ζητήσει διὰ τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς 7,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡ τοποθέτησις διαφόρων ἐργαλείων ηὔξησε τὴν δαπάνην κατὰ 3,000 δραχμῶν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην τῶν 3,000, συμφώνως τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ βεβαίως ἄλλη διόρθωσις ῥιζικωτέρα δὲν δύναται νὰ γίνῃ, εἰς τὸ νὰ τεθῶσι τὰ φῶτα ἄνωθεν, διότι καὶ τὸ κατάστημα εἶναι ἀκατάλληλον, τοὐλάχιστον ἂς τεθῶσιν εἰς ὅλους τοὺς λαμπτῆρας ὕελοι ἀμαυροὶ, οὕτως, ὥστε ἡ ἀντανάκλασις νὰ μὴ προσβάλλῃ τοὺς ὀφθαλμούς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοποθέτησις τῶν λαμπτήρων ἐγένετο συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως μηχανικῶν.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Κακῶς ἐγνωμοδότησαν. Οἱ μηχανικοὶ ἔκαμαν καὶ τὸ κατάστημα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποφέρομεν.
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Κινδυνεύομεν ὅλοι ν’ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὸ ψῦχος ἐδῶ μέσα!
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ θερμάστραι ἀδιαλείπτως ἀπὸ πρωΐας καίουσιν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τοῦ καταστήματος δὲν δύναται νὰ θερμανθῇ ἡ αἴθουσα.
§11ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Αἱ θερμάστραι προκαλοῦσι τὰ ῥεύματα τοῦ ἀέρος.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου κρατούμενοι διὰ πολιτικὰ χρέη ζητοῦσι νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Β. Βενδεβῆς ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα ἐφ’ ὅρου ζωῆς 5 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐν Ἠπείρῳ.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνεκινήθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω, νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ἡ Βουλὴ, νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐπί τινα λεπτά. Τὸ ζήτημα τοῦ καταστήματος τοῦ Βουλευτηρίου συνδέεται μὲ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Ἀπεφασίσαμεν νὰ συνερχώμεθα τὴν 3ην ὥραν, καὶ δὲν ἤθελον ἐπαναλάβει τὴν παράκλησίν μου, ἐὰν δὲν ἔβλεπον παρατεινομένας τὰς συνεδριάσεις ἐν καιρῷ νυκτὸς, ὅπερ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μας, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὶς ἠσθένησα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ὥστε ἀναγκάζομαι ἀπὸ τῆς 7ης ὥρας ν’ ἀναχωρῶ. Ἐὰν συνηρχόμεθα τὴν 2αν ὥραν, ἤθελε μένει χρόνος εἰς ἐργασίαν· τὸ κατάστημα δὲν εἶναι κατεσκευασμένον διὰ τὴν νύκτα. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα, παρακαλῶ νὰ συνερχώμεθα τὴν 2αν ὥραν, καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ κατάστημα αὐτὸ, πρὶν τελειώσωμεν ὅλοι, καὶ πρὸ πάντων ἡμεῖς, οἱ γέροντες. Ἄλλοτε εἶχε γίνει σχέδιόν τι περὶ τούτου ἀπὸ τὸν μακαρίτην Καφταντζόγλουν καὶ τὸν Μπουλανζέ. Ἂς γίνῃ ἡ προτεινομένη μεταῤῥύθμισις, ἢ ἂς οἰκοδομηθῇ νέα αἴθουσα ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ κήπου. Κατ’ ἔτος ψηφίζομεν ποσὰ μεγάλα διὰ δημόσια καταστήματα, φειδόμεθα δὲ νὰ δαπανήσωμεν διὰ μίαν αἴθουσαν συνεδριάσεων!
§14ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ ἦτο λίαν χρήσιμον, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς δύο μετὰ μεσημβρίαν, ἔστω καὶ εἰς τὰς τρεῖς. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ πάντοτε ἀπελήξαμεν εἰς τὸ νὰ συνερχώμεθα ἀργότερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁσάκις λέγηταί τι περὶ τούτου, στέλλει ἔγγραφον πρόσκλησιν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐγκαταλείπεται ἡ ἀπόπειρα αὕτη. Ὥστε εἶναι μὲν ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ρικάκη, ἀλλὰ θ’ ἀποτύχῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε. Μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, εἰς μάτην δὲ γίνονται ἄλλαι προτάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀποφασίσῃ αὐτὴ, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἡ ἔναρξις τῶν συνεδριάσεων γίνηται ἐνωρίτερον. Ὡς πρὸς τὸ κατάστημα τοῦ Βουλευτηρίου, τοῦτο πλέον κατεδικάσθη ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, θεωρηθέντων ἀκαταλλήλων καὶ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν παραρτημάτων. Περὶ τούτου ἡ Βουλὴ ἂς λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν. Τὸ νὰ συνέρχηται ἡ Βουλὴ εἰς κατάστημα προσωρινὸν, ἢ νὰ ἐνοικιάσῃ μίαν οἰκίαν, δέν μοι φαίνεται πρακτικόν. Ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ μέγαρον, ἀνάλογον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, οὐχὶ διὰ Βουλευτὰς 150, ἀλλὰ διὰ περισσοτέρους, διότι βέβαια ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν δὲν θὰ μείνῃ ὁ αὐτός.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ναυπλίῳ διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχὰς τῶν διαφόρων τόπων, ὅπου ὑπάρχουσι φυλακαὶ διὰ τοὺς διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένους, νὰ μὴ ὑποβάλλωσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὸ μαρτύριον καὶ τῆς στερήσεως τῶν 15 δραχμῶν. Ἔχω ἐπιστολὴν παρὰ τῶν ἐν Ναυπλίῳ πολιτικῶς κρατουμένων, οἱ ὁποῖοι θρηνοῦσι, διότι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ ποσὰ ἐλάχιστα, καὶ ὅμως στεροῦνται καὶ τῶν 15 αὐτῶν δραχμῶν, δι’ ὧν θ’ ἀγοράσωσι τὰ πρὸς ζωάρκειαν. Δὲν λέγω, ὅτι ἐκ τούτου θὰ δώσωσι καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των. Εἶναι καιρὸς νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νομοθέτημα, δι’ οὗ οἱ προσωποκρατοῦντες ὀφειλέτας νὰ καταβάλλωσι πλείονας τῶν 15 δραχμῶν, διότι διὰ τούτου πράγματι θὰ σωθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ κρατούμενοι. Πρέπει δὲ ἤδη νὰ παραγγείλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς Νομάρχας, οἱ ὁποῖοι νὰ διατάξωσι τοὺς ἐπιστάτας, νὰ μὴ κρατῶσιν ἀνθρώπους διὰ πολιτικὰ χρέη, ἂν οἱ δανεισταὶ δὲν καταθέσωσιν ἐγκαίρως τὰς 15 δραχμάς. Τοῦτο εἶναι φιλάνθρωπον καὶ δίκαιον.
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί ἀπεφασίσθη περὶ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων, κύριε Πρόεδρε;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐπαναλάβωμεν τὸ πείραμα, νὰ ἔλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ.
§18ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὥρας, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα. Τότε μόνον θὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα, ὅταν ὁ Πρόεδρος ἀποφασίσῃ, νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν, ἐν ᾗ περιπτώσει κατὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ὥραν δὲν ἔχουσι προσέλθει ἱκανοὶ πρὸς ἀπαρτίαν Βουλευταί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δέχεται τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον δέον νὰ ὁρίσωμεν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προσέλευσις τῶν Βουλευτῶν νὰ ἦναι ἐφικτή.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸν χειμῶνα ἡ 3η ὥρα μ. μ. εἶναι ἡ καταλληλοτέρα. Λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν μ.μ.
§20ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν παράδοσιν δύο ναυτῶν Ὀθωμανῶν, εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς ζήτημα διεθνοῦς δικαίου. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, — καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄνευ ἐνδοιασμοῦ τὸ λέγω — ὅτι τοιαύτης φύσεως ζητήματα, ὅσα παρουσιάζονται μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἔχουσιν ἰδιάζουσαν σπουδαιότητα. Ἐὰν ἀνάλογοι περιστάσεις ἐλάμβανον χώραν ἀπέναντι ναυτῶν, ἀνηκόντων εἰς οἱανδήποτε ἄλλην Δύναμιν, δὲν ἤθελον θεωρήσει τὸ περιστατικὸν τοῦτο ὡς ἔχον τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ περίπτωσις αὕτη, ἥτις ἔλαβε χώραν ἀπέναντι ναυτῶν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Εἶναι βεβαίως περιττὸν, καὶ ἴσως δὲν ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐντελῶς δυνατὸν, νὰ ἐκθέσω ἐνταῦθα τὴν εἰδικὴν θέσιν, εἰς ἣν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἄλλως εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας πολιτευομένους ἡ εἰδικὴ αὕτη θέσις εἶναι γνωστή. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅπως ἔλαβε χώραν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις μόνη θέλει πείσει πάντας, ὅτι ἡ γενομένη ἐνέργεια δὲν ἐγένετο κατὰ κανόνας. Οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι μόνον σκοπὸς ἀντιπολιτεύσεως φέρει ἡμᾶς εἰς τοιαύτην συζήτησιν, οὔτε, πιστεύω, θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπηρεάζομαι, ἐγὼ πρὸ πάντων, ὁ ἀρχαῖος διπλωματικὸς ὑπάλληλος, ἐξ αἰσθήματος δυσμενοῦς πρὸς τοὺς ἐνεργήσαντας εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Βεβαίως ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, θίγοντος εἰς τὰς διεθνεῖς ἡμῶν σχέσεις, οὐδεμία τοιαύτη βλέψις κομματικὴ δύναται νὰ μ’ ἐπηρεάσῃ Ἀλλ’ οὔτε φρονῶ, ὅτι οἱ ἐνεργήσαντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησαν στερηθέντες τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Φρονῶ μόνον, ὅτι ἐπλανήθησαν, καὶ ὅτι ἡ πλάνη των δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας λίαν ἐπιζημίους εἰς ἡμᾶς. Τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Μεσολογγίου πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Μεσολογγίου, 27 Δεκεμβρίου 1888. «Μόλις ἀφιχθεὶς ἐνταῦθα, σπεύδω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὑμετέραν διαταγήν, δι’ ἧς μὲ ζητεῖτε πλείονας πληροφορίας περὶ τῶν δύο λιποτακτησάντων Ὀθωμανῶν ναυτῶν. «Οὗτοι ἑσπέραν τινὰ, περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, κατὰ τὴν ὁμολογίαν των πρὸς τὸν Ὑπομοίραρχον Βονίτσης, ἐλιποτάκτησαν εἰς Ἄκτιον ἐκ τοῦ ἐν Πρεβέζῃ τουρκικοῦ πολεμικοῦ πλοίου διὰ τῆς λέμβου τοῦ πλοίου τούτου, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς μετήγαγον εἰς Πρέβεζαν τὸν κυβερνήτην των. «Ἡ λέμβος αὕτη ἐῤῥυμουλκήθη, φαίνεται, μέχρι τινὸς ὑπὸ Ἑλληνικῆς λέμβου, καὶ ἐγκατελείφθη ἐντὸς ἡμετέρων ὑδάτων. «Νομάρχης ΒΑΜΠΑΣ». Ἐδῶ πρῶτον παρουσιάζεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δὲν διασαφηνίζεται, ἀλλὰ τοὐναντίον παρουσιάζεται, ἀνατρέπον αὐτὴν τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παραδώσῃ τοὺς ναύτας. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον 21 τῆς ἐν Καλιντζᾷ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης, δι’ οὗ κανονίζεται, ὅπως σᾶς εἶχεν ἀναγνώσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀμοιβαία παράδοσις τῶν λιποτακῶν ἐκ τῶν ἐμπορικῶν καὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων ἐν ταῖς θαλάσσαις τῶν δύο Ἐπικρατειῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα βλέπομεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔλαβον χώραν ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον. Βλέπομεν, ὅτι ἡ λέμβος ἡ τουρκικὴ ἐῤῥυμουλκήθη ὑπὸ λέμβου Ἑλληνικῆς, καὶ ὅτι ἐγκαταλείφθη ἡ τουρκικὴ ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὑδάτων, ὅπερ θὰ εἰπῇ, ὅτι αὐτοὶ οἱ λιποτάκται, ἀποβιβασθέντες εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν ἐκ τῆς ἑλληνικῆς λέμβου, ἀφῆκαν εἰς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν τὴν τουρκικὴν λέμβον· ὥστε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ λέμβος αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὸ πολεμικὸν τουρκικὸν, οἱ λιποτάκται οὗτοι δὲν ἔπιπτον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λιποτακτῶν τοῦ ἄρθρου 21 τῆς ἐν Καλιντζᾷ συνθήκης, διότι οὐδαμοῦ βλέπω, ὅτι οἱ ναῦται οὗτοι ἀπεβιβάσθησαν ἐκ τῆς τουρκικῆς λέμβου. Ἀπεναντίας ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ νομάρχου Βαμπᾶ βλέπω, ὅτι δὲν ἀπεβιβάσθησαν ἀπὸ τῆς τουρκικῆς λέμβου, ἀλλ’ ἀπὸ ἑλληνικῆς, διότι ἡ ὀθωμανικὴ ἐγκαταλείφθη ἐντὸς τῶν ἡμετέρων ὑδάτων εἰς ἀνοικτὴν θάλασσαν. Οἱ ναῦται λοιπὸν ἐδραπέτευσαν ἀπὸ λέμβου ἑλληνικῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἂν ἡ ὀθωμανικὴ λέμβος ἤθελε φθάσει μέχρι τῆς παραλίας τῆς ἑλληνικῆς καὶ οἱ ναῦται οὗτοι ἤθελον ἀποδράσει ἐκ τῆς λέμβου ταύτης, πάλιν δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ λέμβος αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ τουρκικὸν πολεμικὸν πλοῖον. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ πράγματος, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο. Ἐὰν μετὰ τὴν ἀποβίβασιν τοῦ Ὀθωμανοῦ πλοιάρχου, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσουν τὸ ταξείδιόν των οἱ δύο ναῦται καὶ ἔλθωσιν ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων καὶ ἐκεῖ νὰ τοὺς παραλάβῃ λέμβος ἑλληνικὴ, ἐὰν ἐπέστρεφον εἰς τὸ πλοῖον καὶ εἰς αὐτὸ ἐγίνετο στάσις καὶ κατελαμβάνετο αὐτὸ, καὶ ἀφοῦ κατελαμβάνετο ἀπέπλεον ἀπὸ τοὺς λιμένας τῆς Πρεβέζης καὶ ἔφθανον εἰς τὸν λιμένα Ἀκτίου, οὐδαμῶς εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραδώσῃ τοὺς στασιάσαντας ναύτας. Διότι τὸ πλοῖον ἐκεῖνο ἔπαυσε τοῦ νὰ ἦναι πολεμικὸν, ἀφ’ ὅτου κατεβιβάσθη ἡ σημαία, κατελύθησαν αἱ ἐν αὐτῷ Ἀρχαί. Ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς δὲν θὰ ἦτο πλέον πλοῖον πολεμικὸν τοῦ Σουλτάνου, θὰ ἐγίνετο πλοῖον πειρατικὸν, ἢ ὅ,τι ἄλλο θέλετε, οἱ δὲ ναῦται αὐτοῦ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πίπτοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ναυτῶν, τῶν ἀπὸ πολεμικῶν πλοίων λιποτακτούντων, περὶ ὧν ἀναφέρει ἡ ἐν Καλιντζᾷ συνθήκη. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς διηγηθῶ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἔξοχος διπλωματικὸς συγγραφεὺς, ὁ Martens. Δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω εἰς τίνα τῶν τόμων τοῦ συγγράμματος ἀναφέρεται τὸ περιστατικόν. Εὐτυχῶς ἔχω ἀρκετὸν μνημονικὸν, ὥστε τῇ ἐλλείψει μόνον ἀκριβοῦς χρονολογίας, ἣν δὲν ἐνθυμοῦμαι, νὰ σᾶς διηγηθῶ τὸ περιστατικὸν, ὅπως ἔλαβε χώραν. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ 1797 κατελύθη τὸ Κράτος τῶν ἱπποτῶν τῆς Μελίτης. Τὸ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω, συνέβη πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Κράτους τῆς Μελίτης, κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Πλοῖον μέγα ὀθωμανικὸν πολεμικὸν ἐξῆλθεν ἐκ Κων) πόλεως, καταπλέον εἰς τὰς νήσους τὰς τουρκικὰς τοῦ Αἰγαίου. Τὸ πλοῖον τοῦτο προσωρμίσθη εἰς τὸν λιμένα τῆς Χίου, ἢ τῆς Τενέδου. Εἶχε δὲ, ὅπως ὅλα τὰ μεγάλα τουρκικὰ πολεμικὰ πλοῖα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πλήρωμα ἐξ Ἑλλήνων ναυτῶν τῶν πλείστων, καὶ μάλιστα Ὑδραίων. Ὑπῆρχον δὲ καὶ Τοῦρκοι, ἀλλ’ ὀλιγώτεροι τῶν Χριστιανῶν. Τὸ ἐπιτελεῖον ἦτο ὁλόκληρον ἐξ Ὀθωμανῶν. Ὁ Ὀθωμανὸς πλοίαρχος μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν του καὶ πολλῶν στρατιωτῶν Ὀθωμανῶν ἐξῆλθον εἰς τὴν ξηράν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτῶν οἱ Χριστιανοὶ ναῦται οἱ ἐν τῷ πλοίῳ, στασιάζουσι καὶ καταλαμβάνουσι τὸ πλοῖον, φυλακίζουσιν ἢ ῥίπτουσιν εἰς τὴν θάλασσαν τοὺς ὀλίγους Ὀθωμανοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὸ πλοῖον, ἀποσπῶσι τὴν ἄγκυραν, ἀναπτύσσουν τὰ πανία, καὶ τὸ πλοῖον ἀποπλέει. Ὁ Ὀθωμανὸς πλοίαρχος φθάνει τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν παραλίαν, ἀπειλεῖ διὰ τῆς ῥάβδου κωμικῶς τοὺς στασιάσαντας, ἀλλ’ οὐδεμίαν οἱ στασιασταὶ δίδουσι προσοχὴν εἰς τὰς γελοίας ἀπειλὰς καὶ φωνάς του, καὶ τὸ πλοῖον ἀπομακρύνεται τῆς ξηρᾶς. Τὸ πλοῖον ἐκεῖνο μετά τινας ἡμέρας προσορμίζεται εἰς τὸν λιμένα τῆς Μελίτης, ἡ ὁποία τότε διῳκεῖτο, ὡς εἶπον, παρὰ τῶν ἱπποτῶν τῆς Μελίτης, καὶ παραδίδεται εἰς τὸν καλούμενον Μέγαν Κύριον τοῦ Τάγματος. Ἐν τούτοις ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἀντὶ ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν Μέγαν Κύριον τῶν ἱπποτῶν τῆς Μελίτης, ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ὑπεύθυνον τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ἴσως διότι τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ τάγματος τῆς Μελίτης, τοῦ ἐξόχως καθολικοῦ ἐκείνου τάγματος, τὴν εἶχεν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ χριστιανικωτάτου Βασιλέως, ὡς ὠνομάζετο πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας. Τότε ἤρξατο διαπραγμάτευσις μεταξὺ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν, ὅτι τὸ σκάφος παρεδόθη εἰς τὴν Πύλην, τῇ μεσολαβήσει τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν ἱπποτῶν τῆς Μελίτης, ἀλλ’ οὔτε σκιὰ λόγου ἐγένετο περὶ παραδόσεως τῶν λιποτακτῶν ναυτῶν....
§21ΠΑΧΥΣ. Ὑπῆρχε συνθήκη;
§22ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως ὑπῆρχε συνθήκη. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκριβῶς, ὁποία ὑπῆρχεν ἡ συνθήκη, ἀλλὰ βεβαιῶ, ὅτι ὅλαι αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον μετὰ τῆς Τουρκίας, εἶναι σχεδὸν ὅλαι ἀντιγεγραμμέναι ἀπὸ τὴν συνθήκην ἐκείνην. Τὸ περιστατικὸν δὲ, ὅπερ σᾶς ἀναφέρω, ἀναγράφεται ἐν τῇ συλλογῇ τῶν Causes célèbres τοῦ Martens, ἥτις εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, συλλογῇ, ἣν πολλάκις ἐπιμελῶς ἐμελέτησα. Εἶχεν εὐκαιρίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ἑνὸς αἰῶνος ἔπραξεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις· ἠδύνατο νὰ παραδώσῃ τὴν λέμβον, θεωρῶν τὴν λέμβον ταύτην ὡς ἰδιοκτησίαν ληστευθεῖσαν, κατακτηθεῖσαν παρὰ τῶν λιποτακτῶν, καὶ ἑπομένως ἤθελε βεβαίως δείξει ἁβροφροσύνην, παραδίδων τὴν λέμβον, ἀλλὰ βεβαίως ὑπερέβη τὰ πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν παρ’ αὐτοῦ ὀφειλόμενα, ὅτε δὲν περιωρίσθη νὰ παραδώσῃ μόνον τὴν λέμβον, ἀλλὰ παρέδωκε καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς λιποτάκτας, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἦλθον μὲ τὴν λέμβον ἐκείνην, ἦλθον μὲν μὲ περιουσίαν ξένην, παρ’ αὑτῶν ἁρπαχθεῖσαν, ἀλλὰ δὲν ἦλθον μὲ λέμβον πλοίου πολεμικοῦ, διότι οὐδεμία Ἀρχὴ Τουρκικὴ ἠδύνατο ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν λέμβον ἐκείνην, τὴν ἄνευ σημαίας, ἄνευ οὐδενὸς σήματος, ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Μεγαλειότητα τοῦ Σουλτάνου. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι, ἄν, ἀντὶ τῆς περιστάσεως τῆς λέμβου, ὑπῆρχε περίστασις ἄλλη, ἡ κατάληψις τοῦ πλοίου, ἐὰν ὁλόκληρον τὸ πλήρωμα τούτου στασιᾶσαν ἔφερε τὸ πλοῖον εἰς τὸ Ἄκτιον, ὁ Νομάρχης ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὸ πλοῖον, οὐδέποτε ὅμως ἔπρεπε νὰ φαντασθῇ, νὰ ἀποδώσῃ τοὺς ναύτας. Καίτοι σᾶς ἐξήγησα τὴν βάσιν τῆς σκολιᾶς πορείας, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἠκολούθησε, σᾶς προσθέτω, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων βλέπομεν, ὅτι καὶ ἄλλαι ἀταξίαι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην. Καὶ πρῶτον σᾶς εἶπον, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἔπρεπε νὰ παραδοθῶσιν οἱ ναῦται, διότι ἀπεβιβάσθησαν ἀπὸ πολεμικῆς λέμβου τουρκικῆς, ὅπερ δὲν δέχομαι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τούτου, λέγω, οἱ ναῦται αὐτοὶ, ὅπως ῥητῶς λέγει ὁ κ. Βαμπᾶς, οὐδαμῶς ἀπεβιβάσθησαν ἀπὸ ὀθωμανικῆς λέμβου. Οὗτοι ἀπεβιβάσθησαν ἐκ πλοίου ἑλληνικοῦ, ἡ δὲ λέμβος ἡ ὀθωμανικὴ ἀφέθη εἰς τὴν θάλασσαν. Πιστεύω δὲ, ὅτι μετὰ ζήλου, τιμῶντος τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχὰς, ἔσπευσαν αὗται νὰ λάβωσι τὴν λέμβον καὶ μεταφέρωσιν εἰς τὴν Πρέβεζαν. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν (διότι σημειώσατε, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὁ κ. Δραγούμης ἑνόνει εἰς τὸ πρόσωπόν του δύο ἰδιότητας, τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν,) ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγω, ὑπέθεσεν, ὡς εἰκάζω ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, ὅτι δὲν εἶχε παρὰ ἓν καθῆκον, τὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπῆλθον σφάλματα ἐκ τῆς ἀναρμοδιότητός του. Ὁ κ. Δραγούμης ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα διπλωματικὸν, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ του μετὰ τῶν ὑπαλλήλων του ἐπεκαλέσθη συνθήκας, καὶ οὐδαμῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἑρμηνεύῃ συνθήκας. Ἔπρεπεν ὁ κ. Δραμούμης νὰ παραδώσῃ τὸν φάκελλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ ἀπεναντίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου φαίνεται ὅτι ἠγνόει τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ τῷ ὄντι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργει καθήκοντα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μετῆλθεν ἐνέργειαν μετὰ σπουδῆς, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μεταχειρισθῶ λέξιν σκληρὰν, μετ’ ἀπερισκεψίας, ἡ ὁποία προδήλως ἔφερεν αὐτὸν, νὰ διαπράξῃ λάθος, καὶ λάθος σοβαρόν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὰ ἔγγραφα (ἀναγινώσκει): Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 17)29 Δεκεμβρίου 1888. Τηλεγράφημα Νομάρχου Μεσολογγίου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. «Λίαν ἐπεῖγον. «Δύο ναῦται, λιποτάκται Τοῦρκοι, συλληφθέντες παρὰ φρουρᾶς Ἀκτίου, ἐστάλησαν Ὑπομοίραρχον Βονίτσης. Ἐκεῖ Πρόξενος Τοῦρκος αἰτεῖται ἔκδοσιν λιποτακτῶν. Ἐπειδὴ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ ἀμφιβάλλει, παρακαλῶ διατάξετε, ἐὰν πρέπει ἐκδοθῶσι. Παρακαλῶ, εὐαρεστήθητε τηλεγραφήσητε ταχέως, καθόσον πληροφοροῦμαι, ὅτι λιποτάκται στέλλονται ἐκ Βονίτσης διὰ συνοδίας ἐταῦθα. ΒΑΜΠΑΣ». Τοῦτο τὸ τηλεγράφημα τὸ στέλλει ὁ Νομάρχης Μεσολογγίου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἰλικρινῶς λέγω, ὅτι λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πολυάσχολος ὤν, δὲν διεξήγαγεν αὐτὸς τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ὡς ἀρχαῖος διπλωματικὸς ὑπάλληλος, ἤθελε τὴν διεξαγάγει ὅλως διαφόρως. Ἤδη ἀναγκάζεται νὰ δικαιολογῇ, παρὰ τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησίν του, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις, τῇ 17)29 Δεκεμβρίου 1888. Τηλεγράφημα Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Μεσολογγίου. «Λιποτάκται, περὶ ὧν τηλεγράφημά σας πρὸς κ. Πρόεδρον, δὲν δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι, μὴ ὑπαρχούσης περὶ τούτου συνθήκης. Ἀνακοινώσατε τοῦτο Ἀρχηγείῳ ἐξ ὀνόματος κ. Προέδρου, καὶ μεριμνήσατε περὶ προσκαίρου περιθάλψεως τούτων. «Τηλεγραφήσατε κ. Προέδρῳ ἐκτέλεσιν. «Γενικὸς Γραμματεὺς Α. ΒΑΡΕΛΙΔΗΣ». Ἠγνόει λοιπὸν τὴν ὕπαρξιν τῆς συνθήκης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἧς κατόπιν ἀνέλαβε τὴν ἑρμηνείαν! (Ἀναγινώσκει): Ἐν Μεσολογγίῳ, τῇ 18)30 Δ)βρίου 1888. «Τηλεγράφημα Νομάρχου Μεσολογγίου, πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, Πρωθυπουργὸν κτλ. «Κατὰ ὑμετέραν διαταγὴν, οἱ δύο Ὀθωμανοὶ λιποτάκται κρατοῦνται, ἀλλ’ ἀναφέρω, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν, καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτῶν, καὶ περὶ ναυτῶν προβλέπει συνθήκη τῆς 27 Μαΐου 1855. ΒΑΜΠΑΣ.» Ἐὰν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ληφθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἤθελεν ἐκτεθῆ ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνθήκη περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καὶ εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει Γενικὸν Γραμματέα, προσληφθέντα ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν προσόντων, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τοιοῦτος Γενικὸς Γραμματεὺς ἤθελεν εἶσθαι ἁρμόδιος νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει συνθήκη, καὶ ὅτι ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν συνειθίζει νὰ ἐνεργῇ μετὰ τῆς γοργότητος, μεθ’ ἧς ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. (Ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις τῇ 19)31 Δ)βρίου 1888. «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Μεσολογγίου. «Κατ’ ἄρθρον 21 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, ὑπογραφείσης ἐν Καλιντζᾷ τὴν 27 Μαΐου 1855, καὶ ἧς αἱ διατάξεις ἰσχύουσιν ἔτι, οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι, Πρόξενοι, Ὑποπρόξενοι καὶ Προξενικοὶ Πράκτορες τῶν συμβληθεισῶν Ἐπικρατειῶν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων Ἀρχῶν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν, τὴν σύλληψιν, τὴν κράτησιν καὶ τὴν φυλάκισιν τῶν λιποτακτῶν τῶν πολεμικῶν καὶ ἐμπορικῶν πλοίων τοῦ τόπου των. Ἑπομένως, προκειμένου κατὰ 130 κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημά σας πρὸς Πρόεδρον Κυβερνήσεως περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν Ὀθωμανικοῦ πλοίου, ὀφείλετε παρασχεῖν ὑμετέραν συνδρομὴν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς περὶ ἀποδόσεως αὐτῶν αἰτήσεως τοῦ Ὀθωμανοῦ Προξένου, συμμορφούμενος πρὸς διατάξεις ἀνωτέρω ἄρθρου 21 τῆς συμβάσεως. ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ». Βλέπετε, ὅτι ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ περίεργος ἀλληλογραφία, μεταξὺ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ἑρμηνείας τῆς συνθήκης, ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις, 25)6 Ἰανουαρίου 1889. «Τηλεγράφημα. Νομάρχην Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. «Ἀποστείλλατε λιποτάκτας Ὀθωμανοὺς ναύτας εἰς Πάτρας, πρὸς παράδοσιν τῷ ἐκεῖ Προξένῳ Τουρκίας.
«Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ.»
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πόθεν εἶναι αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα;
§24ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν φαίνεται τοῦτο.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§26ΚΟΖΑΚΗΣ. Πιθανόν. Εἴθε νὰ ἦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς δὲν ἦτο;
§28ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν ἦτο, τότε κατακρίνω καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκει): Πάτραι, 27)8 Ἰανουαρίου 1889. Τηλεγράφημα. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν... «Νομάρχης Ἀκαρνανίας δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου καὶ ὑπὸ συνοδίαν ἀπέστειλε πρὸς ἐνταῦθα Ὀθωμανὸν Πρόξενον δύο λιποτάκτας στρατιώτας Ὀθωμανοὺς, ὅστις δι’ ἀναχωροῦντος ἀπόψε ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου ἐπρόκειτο ἀποστεῖλαι Πρέβεζαν, αὐτῶν ἀρνουμένων. Πληροφορηθεὶς παρὰ Μοιράρχου τοῦτο, καὶ ἐρωτηθεὶς, ἐὰν πρέπῃ παραδώσῃ Προξένῳ κρατουμένους, ἀπήντησα ἀρνητικῶς, καὶ διέταξα ἀπόλυσίν των. Πρόξενος, καίτοι ἀναγνωρίζει, ὅτι οὐδεμία συνθήκη ἐκδόσεως ὑπάρχει, ἐπέμεινε παραλαβεῖν τούτους, ἐρειδόμενος εἰς τὸ πρὸς αὐτὸν ἔγγραφον Νομάρχου Ἀκαρνανίας. Ἐν τούτοις ἀφέθησαν ἐλεύθεροι. Νομάρχης Ἀχαΐας ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ.» Οἱ δυστυχεῖς ἠρνοῦντο, διότι ἐγνώριζον, τί ἐπεφυλάσσετο αὐτοῖς. (Ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις, τῇ 28)9 Ἰανουαρίου 1889. Τηλεγράφημα. Νομάρχην Πατρῶν. «Προκειμένου περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν, καὶ οὐχὶ στρατιωτῶν, ὀφείλετε, κατὰ ἄρθρον 21 τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης 1855, νὰ κρατήσητε καὶ παραδώσητε αὐτοὺς Προξένῳ. Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ.» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 30)11 Ἰανουαρίου 1889. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Νομαρχίαν Πατρῶν. «Εἰς Νομάρχην Ἀκαρνανίας, ἐρωτήσαντα, τί ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ αἰτήσει αὐτόθι Προξένου Τουρκίας περὶ ἀποδόσεως δύο λιποτακτῶν Ὀθωμανῶν ναυτῶν, ἀπήντησεν Ὑπουργεῖον, ὅτι, προκειμένου περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν καὶ οὐχὶ στρατιωτῶν, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ, κατ’ ἄρθρον 21 συνομολογηθείσης τὴν 27 Μαΐου 1855 ἐν Καλιντζᾷ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συνθήκης ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν. Ἑπομένως, ἐὰν οἱ ἀποσταλέντες ὑπὸ εἰρημένου Νομάρχου εἰς αὐτόθι Ὀθωμανὸν Πρόξενον δύο λιποτάκται δὲν ἦναι στρατιῶται, ἀλλὰ ναῦται, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῶσιν. Ἐὰν ὅμως πρόκηται ἀναμφισβητήτως περὶ λιποτακτῶν στρατιωτῶν, ἐνεργηθέντα παρ’ ὑμῶν, κατὰ τηλεγράφημά σας πρὸς Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ἔχουσι καλῶς. Ἀναμένω ἐξηγήσεις.
«ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.»
Ἐν Πάτραις, τῇ 1)13 Ἰανουαρίου 1889. Νομάρχης Ἀχαΐας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. «Συμφώνως ὑμετέρᾳ διαταγῇ οἱ δύο Ὀθωμανοὶ λιποτάκται συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς Πρόξενον Τουρκίας, ὅστις ἔστειλε πρὸ ἡμερῶν εἰς πρὸς ὃν ὅρον. «Νομάρχης Ἀχαΐας ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ.» Ἀλλ’ ἐξετιμήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα ἐνταῦθα. Δὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας στενῆς τῆς συνθήκης. Ὑπάρχει καὶ ἑρμηνεία κατὰ τὰς παραδόσεις τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέκαθεν προσήνεγκε πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος. Μεθ’ ὅλας τὰς ἀναποφεύκτους ἐλλείψεις του, παρουσιάζει ὠργανωμένην ὑπηρεσίαν, ἐνεργήσασαν εἰς διαφόρους περιστάσεις οὕτως, ὥστε ἡ πατρὶς ὀφείλει εἰς αὐτὸ εὐγνωμοσύνην. Πολλὰ σφάλματα πολλάκις προέλαβεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ, ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὁ ἐπὶ τοῦ κρυπτογραφικοῦ γραφείου, ἢ ἄλλος τις ἁρμόδιος τμηματάρχης ἤθελον δώσει τροπὴν ἀλλοίαν εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν, ἑρμηνείαν διάφορον τοῦ ἄρθρου 21 τῆς συνθήκης. Βλέπετε ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων τούτων πόσον ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια αὕτη. Βλέπετε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς ἀλληλογραφοῦντα καὶ ἑρμηνεύοντα τὴν συνθήκην αὐτὴν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην, ἐνῷ βεβαίως ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἦτο οὔτε τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Νομάρχου· δὲν παρέπεμπε δὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἀφοῦ μᾶς λέγει, ὅτι τὰ τελευταῖα τηλεγραφήματα ἐγίνοντο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰκάζω, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ἐγίνοντο οὕτω βραδέως, ὥστε ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ φέρῃ διόρθωσιν. Καὶ περίστασίς τις, τὴν ὁποίαν θέλω ἀναφέρει καὶ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἥτις περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, δύναται νὰ προσθέσῃ τι ἀκόμη εἰς τὰς ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐντυπώσεις μας. Ὁ ἐνταῦθα Πρεσβευτὴς τῆς Τουρκίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διακοίνωσιν περὶ ἀποδόσεως τῶν δύο ναυτῶν κατὰ τὸν τύπον τῶν καλουμένων notes verbales, καὶ ἡ διακοίνωσις αὕτη ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε ἤδη τὰ γεγονότα ἦσαν τετελεσμένα. Βεβαίως, ἐὰν ἡ διακοίνωσις, ἡ ῥηματικὴ καλουμένη, αὕτη φέρῃ χρονολογίαν, ἔστω καὶ μιᾶς ἡμέρας νεωτέραν τῆς διαταγῆς τῆς παραδόσεως τῶν ναυτῶν, τοῦτο βεβαίως θὰ δώσῃ τὴν συναίσθησιν βαρυτάτου σφάλματος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, θὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ βεβαίως, ἐὰν τὰ πράγματα οὕτως ἔχωσιν, ἐὰν δὲν διαψεύδῃ τὴν παραλαβὴν τῆς τοιαύτης διακοινώσεως. Βλέπετε, ὅτι καὶ ὁ Πρόξενος τῆς Τουρκίας εἶχεν ἐνδοιασμοὺς, τοὐλάχιστον περὶ τῆς νομικῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, βλέπετε ἐκ τοῦ συνόλου τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν παράδοξον τῳόντι σπουδὴν, βλέπετε, ὅτι δύο ναῦται Τοῦρκοι, καταλαμβάνοντες καὶ μεταβάλλοντες εἰς πλοῖον πειρατικὸν, εἰς λείαν αὐτῶν λέμβον ὀθωμανικὴν, ἔρχονται εἰς τὰ νερὰ τὰ Ἑλληνικὰ, ὅτι ἐκεῖ τοὺς ῥυμουλκεῖ, δηλαδὴ τοὺς παραλαμβάνει λέμβος Ἑλληνικὴ, ὅτι ἡ λέμβος ἡ τουρκικὴ ἀφίνεται εἰς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν, καὶ εἰκάζει ἁπλῶς ὁ Νομάρχης, ὅτι ἀφέθη εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα, — δυνατὸν νὰ ἀφέθη καὶ εἰς τὰ τουρκικὰ ὕδατα — ὁπωσδήποτε ἔρχονται ἐπὶ Ἑλληνικοῦ πλοίου, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀποβιβάζονται, καὶ ὅμως συλλαμβάνονται ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν, στέλλονται εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἐκεῖθεν εἰς τὰς Πάτρας, ἀλληλογραφία διαμείβεται μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατ’ ἀρχὰς, βραδέως ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀγνοῶ δὲ, ἐὰν ἐγένετο γνωστὴ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι πιθανὸν νὰ ἦλθε μόνον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁπωσδήποτε βλέπω σειρὰν ἀνωμαλιῶν εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην, βλέπω περίπτωσιν, ἣν κατ’ οὐδένα τρόπον δύναμαι νὰ θέσω εἰς τοὺς ὅρους τοῦ 21 ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ Καλιντζᾶ. Βλέπω ἀπ’ ἐναντίας περίπτωσιν, ἥτις βεβαίως ἐκβαίνει τῆς συνθήκης ἐκείνης, διότι οὐδαμῶς ἔφθασε τὸ πλοῖον τὸ Ὀθωμανικὸν εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα, οὐδαμῶς ἐκ τοῦ πολεμικοῦ τούτου Ὀθωμανικοῦ πλοίου ἐδραπέτευσαν δύο ναῦται, ἀλλ’ οἱ ναῦται ἦλθον, ἐκ θαλάσσης Τουρκικῆς ὁρμώμενοι, ἐπὶ σκάφους, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ὀνομάζῃ Τουρκικὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὕτω θέλει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον σκάφος οὐδένα ἔφερε χαρακτῆρα Τουρκικοῦ σκάφους, οὔτε σημαίαν. Βλέπομεν, ὅτι οὔτε κἄν διὰ τῆς ἀμφιβόλου ταύτης λέμβου ἔφθασαν οὗτοι εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, ὡς ὁμολογεῖ καὶ ὁ Νομάρχης, ἔφθασαν διὰ λέμβου Ἑλληνικῆς. Καὶ βλέπομεν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ πρακτικὴ τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς τὰς capitulations, καὶ ἡ ἔννοια τούτων ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν ἔχει οὐδὲν τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ἄρθρον 21 τῆς συνθήκης τοῦ Καλιντζᾶ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόξενος τῆς Τουρκίας διστάζει περὶ τοῦ δικαίου του, οὐδεμία δὲ παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Ὀθωμανικῆς Πρεσβείας γίνεται ἐνέργεια, ἥτις νὰ πιέζῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε νὰ σπεύδῃ. Βεβαίως ἔσπευδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ἦναι εὐάρεστος εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργέ, τοσοῦτον εἴχετε ζῆλον εἰς τὸ νὰ ἦσθε εὐάρεστος, ἀφοῦ παρερμηνεύετε τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης, ἀφοῦ ἐνεργεῖτε ἀναρμοδίως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπεριμένετε νὰ λάβητε διακοίνωσιν τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας, ἀφοῦ οὕτως ἐνεργεῖτε, παραβλέποντες τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐκ τῆς συνθήκης εἴχετε, ἧς καὶ τὴν ὕπαρξιν ἠγνοεῖτε, καὶ κατόπιν δὲν ἐνοήσατε, δὲν ἐμελετήσατε, καὶ δὲν ἐξετιμήσατε, συνάμα δὲν ἐσκέφθητε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει τὴν ἑξηκονταετῆ πρακτικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἀπετάθητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας, διὰ νὰ μάθητε παρ’ αὐτῆς, ποία εἶναι ἡ πρακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Θὰ σᾶς ἔλεγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ὅτε ὑπήκοος Ὀθωμανὸς ἀναμφισβήτητος, ὁ Ναδίρης, πρὸ 45 ἐτῶν ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Πρεσβείας, καὶ ὑπάλληλος τῆς Πρεσβείας, ἐπυροβόλησε κατὰ τοῦ πρεσβευτοῦ Μουσούρου καὶ ἐπικινδύνως ἐτραυμάτισεν αὐτὸν, καίτοι προδήλως ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ τὸν παραδώσῃ, ὅμως ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ ἔτη, καὶ μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις, μόλις καὶ μετὰ βίας, καὶ βιαζομένη παρ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης, παρέδωκε τὸν ἐγκληματήσαντα ἐκεῖνον. Διότι τοιαύτη δυστυχῶς ὑπάρχει ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν αἰσθημάτων, μεταξὺ τῆς συναισθήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ γενεὰ τοῦ ἀγῶνος, ἥτις τότε ἐκυβέρνα, καὶ τῆς συναισθήσεως τῆς παρούσης γενεᾶς, ἥτις τόσον κατεβίβασε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς πᾶσαν περίστασιν (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν κατωρθώσατε οὔτε διὰ τοῦ γοήτρου τοῦ Βασιλέως, οὔτε διὰ τοῦ γοήτρου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε διὰ τῶν ἰδίων ὑμῶν ἐνεργειῶν, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκάματε τοιαύτας, (δὲν σᾶς ἀδικῶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν ἐκάματε) ἀλλ’ ἀπετύχατε, ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν, οἱ ὁποῖοι σήπονται τώρα εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξ ὧν ὁ εἷς παρεφρόνησε, ὁ δ’ ἕτερος εἶναι ἑτοιμοθάνατος σεῖς δὲν κατωρθώσατε, λέγω, νὰ τοὺς σώσητε ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης δολοφονίας, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς κατεδίκασεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅμως ἐφάνητε τόσον πρόθυμος νὰ παραχωρήσητε, ὄχι δύο ναύτας Ὀθωμανούς, ἀλλὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου! (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Τὴν 17)29 Δεκεμβρίου π. ἔ. ὁ Νομάρχης Ἀκαρνανίας ἐτηλεγράφησε τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐν Ἀκτίῳ συλληφθέντες ἀπεστάλησαν εἰς Βόνιτσαν πρὸς τὸν Ὑπομοίραρχον δύο ναῦται λιποτάκται Τοῦρκοι, ὅτι ὁ ἐν Βονίτσῃ Ὀθωμανὸς Πρόξενος αἰτεῖται τὴν ἔκδοσιν τῶν λιποτακτῶν, ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἀμφιβάλλει, παρακαλῶ διατάξατε ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκδοθῶσι· «παρακαλῶ εὐαρεστηθῆτε», λέγει τὸ τηλεγράφημα, «τηλεγραφήσητε ἀμέσως, καθόσον πληροφοροῦμαι, ὅτι στέλλονται ἐκ Βονίτσης διὰ συνοδίας ἐνταῦθα.»....
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε συνελήφθησαν;
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν λέγει τὸ τηλεγράφημα· φαίνεται, τὴν προτεραίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπεμψεν ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἀναζήτησίν μου· ἐπειδὴ δὲ δὲν εὑρέθην ἐγὼ αὐτὸς ἐκεῖ, συνεννοήθη μετὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, εἰς ὃν ἔδωκε τὴν ἐντολὴν, μὴ παρατηρηθέντος, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν, νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Νομάρχην, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνθήκη ἐκδόσεως, ὀφείλει δὲ νὰ περιποιηθῇ τοὺς λιποτάκτας καὶ κρατήσῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ παραδώσῃ αὐτούς· τοῦτο εἶναι τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπόντος ἐμοῦ, κάλλιστα πράξας, ἀπέστειλε πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀκαρνανίας. (Ἀναγινώσκει). Εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔκειτο ἀπέναντι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπετέθη ὅτι θὰ παρετύγχανεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς συνεννοήθη ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδοθῶσιν οἱ συλληφθέντες, διότι συνθήκη περὶ ἐκδόσεως δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης ἀπαντᾷ ἀμέσως πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς συνάφειαν ἀπ’ εὐθείας, (ἀναγινώσκει): «Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 18)30 Δεκεμβρίου 1888. «Πρὸς τὸν κ. Τρικούπην Πρωθυπουργόν. «Καθ’ ὑμετέραν διαταγὴν, οἱ δύο Ὀθωμανοὶ λιποτάκται κρατοῦνται, ἀλλ’ ἀναφέρω, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτῶν, καὶ περὶ ναυτῶν προβλέπει συνθήκη τῆς 27 Μαΐου 1855. Νομάρχης ΒΑΜΠΑΣ.» Τοῦτο τὸ τηλεγράφημα περιῆλθεν ἀμέσως εἰς ἐμὴν γνῶσιν, ἀποσταλὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐμὲ, συνέπεσε δ’ ἐγὼ νὰ ἦμαι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὅστις μετὰ τόσου ζήλου ἀνέπτυξε τὰ τῆς ἐπερωτήσεως καὶ κατέκρινε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου, ἐνόμισεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κατὰ σύμπτωσιν ἔχων δύο ἰδιότητας, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εὐθὺς, ὡς ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἐχούσης σχέσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ καταλείπων τὴν ἕδραν αὑτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκεῖ συγκαλῶν εἰς συμβούλιον ἅπαντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε μετὰ προσόντων, εἴτε ἄνευ προσόντων, ἂν καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχωσιν εὐτυχῶς ἐν αὐτῷ ὑπάλληλοι ἄνευ προσόντων, νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ εἶχον ἄλλην γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, οὐχὶ μόνον, διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι ἐνταυτῷ καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν ἤμην μόνον Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον πληρέστατα τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς ὑφισταμένη τις Ἀρχὴ ἐρωτᾷ, τί ἔχει νὰ πράξῃ, νὰ λάβω ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον, νὰ ἐξετάσω, ὁποία τις εἶναι ἡ διάταξις τῆς συνθήκης, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ δικαστὴς ἤθελεν ἐξετάσει ἐν δεδομένῃ περιπτώσει τὰ κατ’ αὐτήν, καὶ εὑρίσκων, ὅτι ἡ συνθήκη εἶναι ῥητὴ, ὅτι ναῦται λιποτάκται ἀποδίδονται, νὰ παραγγείλω διὰ τοῦ ἑπομένου τηλεγραφήματος τὸν Νομάρχην, ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς παραδόσεως. Καὶ οὕτως ἐρχόμεθα εἰς τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ φέρει τὴν ἐμὴν ὑπογραφὴν, ἐκδοθὲν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Λέγω δὲ ἐν τούτῳ: κατὰ τὸ ἄρθρον δεῖνα, (τὸ ὁποῖον φροντίζω καὶ μεταφέρω ὁλόκληρον) εἴμεθα ὑπόχρεοι τοὺς ναύτας τοὺς λιποτάκτας νὰ ἀποδίδωμεν, καὶ φροντίσατε περὶ τῆς ἀποδόσεως. Καὶ περὶ τίνος πρόκειται; παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ περιπτώσεως ἐκδόσεως ὅλως διόλου ἐξαιρετικῆς· διότι, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγου τόσῳ ζωηρῶς συνεζήτησε περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐλάμβανε τὸν κόπον, ἐὰν ἄλλως δὲν ἐνεθυμεῖτο, ἢ δὲν ἐγίνωσκε, νὰ ἀνοίξῃ τὰ βιβλία, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν ναυτῶν εἶναι ὅλως διόλου ἐξαιρετικὴ ἔκδοσις, εἰς οὐδένα ὑποβάλλεται τῶν κανόνων, εἰς οὓς αἱ ἄλλαι ἐκδόσεις, αἱ τῶν λιποτακτῶν στρατιωτῶν, ἢ τῶν κακουργούντων. Οἱ γράψαντες περὶ τῶν συνθηκῶν, αἵτινες περιλαμβάνουσι διατάξεις περὶ ἐκδόσεως ναυτῶν, λέγουσιν, ὅτι, προκειμένων τοιούτων περιπτώσεων, οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀναβολή, οὐδὲ ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῇ ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐπιτόπιος εἰς τὴν κεντρικὴν Ἀρχὴν καὶ ἀναμείνῃ παρ’ αὐτῆς ὁδηγίας, οὐδ’ ἐπιβάλλεται ἐκπλήρωσις τύπων, ὁποῖοι τηροῦνται, προκειμένου περὶ ἄλλων ἐκδόσεων, ὅπως ἀποδοθῶσι ναῦται λιποτάκται· διότι, ἐὰν τοιαῦτά τινα ζητηθῶσι, θὰ παρέλθῃ καιρὸς, τὸ δὲ πλοῖον, ὅπερ σπεύδει νὰ ἀποπλεύσῃ, δὲν δύναται νὰ περιμένῃ, ζημιοῦται. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁδηγήσασα τοὺς νομοθετήσαντας τὴν τοιαύτην διάταξιν, νὰ ὁρίσωσιν, ὅτι αἱ ἐπιτόπιοι Ἀρχαὶ εἶναι ὑπόχρεοι εἰς ἀπόδοσιν παραχρῆμα τῶν λιποτακτῶν ναυτῶν, ἅμα συλλαμβανομένων. Οἱονδήποτε τῶν συγγραφέων, τῶν γραψάντων περὶ διεθνοῦς δικαίου, ἐὰν ἀνοίξωμεν, θέλομεν ἰδεῖ τοῦτο, διὰ μακρῶν ἀναπτυσσόμενον. Καὶ αἱ μὲν συνθῆκαι διατάσσουσι γενικῶς, αἱ δὲ εἰδικαὶ περιπτώσεις ἀνάγονται πᾶσαι εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις. Ἔχετε νὰ ἐρωτήσητε μόνον: ὑπῆρχε περίπτωσις ἐκδόσεως; Ἐὰν δ’ ὑπῆρχε περίπτωσις ἐκδόσεως, εἶναι ὡρισμένοι οἱ κανόνες, καθ’ οὓς γίνεται ἡ ἔκδοσις. Δὲν μεταβάλλονται οἱ κανόνες, ἐὰν πρόκηται περὶ λέμβου καὶ οὐχὶ περὶ πλοίου. Ὁ κανὼν ἐτέθη γενικῶς· οἱ ναῦται ἀποδίδονται, ἀποδίδονται δὲ καθ’ ὡρισμένον τινὰ τρόπον, τρόπον σύντομον, συνοπτικὸν, ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν τῶν ἐπιτοπίων, εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε λιμενικῶν, εἴτε ἄλλων οἱωνδήποτε. Δὲν διακρίνει δὲ ὁ νόμος, οὐδὲ εἶναι λογικὴ ἡ διάκρισις, ἄλλα νὰ ἐφαρμόζωμεν προκειμένου περὶ λιποτακτῶν ἐκ λέμβου, καὶ ἄλλα ἐπὶ λιποτακτῶν ἐκ πλοίου. Τοῦτο μόνον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἀρχή, εἴτε ἡ ἐπιτόπιος, εἴτε ἡ κεντρική, ἐὰν γένηται ἀναφορὰ τῆς ὑποθέσεως εἰς αὐτήν· «ἐγένετο λιποταξία ναυτῶν, ἐγένετο ὑπὸ ὅρους τοιούτους, ὁποίους προβλέπει ἡ συνθήκη; δηλαδὴ ἐγένετο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει;» Ἐὰν ἐγένετο οὕτω, ὀφείλουσιν αἱ τοπικαὶ Ἀρχαὶ νὰ ἀποδώσωσι τοὺς λιποτάκτας, καὶ ἐὰν αὗται ἀμφιβάλλωσιν, ὀφείλει ἡ κεντρικὴ Ἀρχὴ, νὰ διατάξῃ τὴν παράδοσιν αὐτῶν, ὀφείλει δὲ νὰ διατάξῃ ταῦτα πάντα τάχιστα, διότι ταχύτητα ζητεῖ ὁ νόμος ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων, διότι ἔλλειψιν διατυπώσεων ζητεῖ ἡ συνθήκη ἐπὶ τοιούτων περιπτώσεων...
§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόθεν παραδέχεσθε, ὅτι ἐγένετο λιποταξία;
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν, θὰ τὸ ἀκούσητε· ἀλλ’ ἤρχισα κατὰ σειρὰν, ἥτις μοὶ ἐφάνη ὀρθὴ, θὰ ἔλθω δὲ ἔπειτα εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνδιαφέρει εἰς ὑμᾶς. Διέταξε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀποδοθῶσιν οἱ λιποτάκται ναῦται, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις ἐβράδυνεν ὀλίγον, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ λιποτάκται ἐκ Βονίτσης ἐστέλλοντο εἰς Μεσολόγγιον, καὶ ὁ Νομάρχης περιέμενεν ὁδηγίας περὶ τοῦ πρακτέου, διὰ τοῦτο ἐφρόντισα καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῇ 25 Δεκεμβρίου, τῇ 6ῃ Ἰανουαρίου κατὰ τὴν νέαν χρονολογίαν, νὰ τηλεγραφήσω πρὸς αὐτὸν, ν’ ἀποστείλῃ τοὺς Ὀθωμανοὺς λιποτάκτας εἰς Πάτρας, πρὸς παράδοσιν εἰς τὸν ἐκεῖ Πρόξενον τῆς Τουρκίας, διότι ὑπελογίσθη, ὅτι ἐκεῖθεν εὐκόλως ἤθελον ἀποσταλῆ εἰς Πρέβεζαν. Τὸ τηλεγράφημα ἐλήφθη παρὰ τοῦ Νομάρχου, εἰδοποιήθη δὲ καὶ ὁ τῆς Ἀχαΐας. Ἀλλὰ καὶ ἐν Πάτραις δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν ἀμέσως, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν, ὁ δὲ Νομάρχης ἀπαντᾷ (ἀναγινώσκει): «Πάτραι 27)8 Ἰανουαρίου 1889. Τηλεγράφημα. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν. Νομάρχης Ἀκαρνανίας δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου καὶ ὑπὸ συνοδίαν ἀπέστειλε πρὸς ἐνταῦθα Ὀθωμανὸν Πρόξενον δύο λιποτάκτας στρατιώτας Ὀθωμανοὺς, ὅστις δι’ ἀναχωροῦντος ἀπόψε ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου ἐπρόκειτο ἀποστεῖλαι Πρέβεζαν, αὐτῶν ἀρνουμένων. Πληροφορηθεὶς παρὰ Μοιράρχου τοῦτο, καὶ ἐρωτηθεὶς, ἐὰν πρέπῃ παραδώσῃ Προξένῳ κρατουμένους, ἀπήντησα ἀρνητικῶς, καὶ διέταξα ἀπόλυσίν των. Πρόξενος, καίτοι ἀναγνωρίζει, ὅτι οὐδεμία συνθήκη ἐκδόσεως ὑπάρχει, ἐπέμεινε παραλαβεῖν τούτους, ἐρειδόμενος εἰς τὸ πρὸς αὐτὸν ἔγγραφον Νομάρχου Ἀκαρνανίας. Ἐν τούτοις ἀφέθησαν ἐλεύθεροι. «Νομάρχης Ἀχαΐας ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ.» Προκύπτει δηλονότι, ὅτι ὁ μὲν Νομάρχης ἠγνόει παντελῶς, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν, ὁ δὲ Πρόξενος ἠγνόει παντελῶς καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ διότι ὁ Πρόξενος ἠγνόει τοῦτο, καὶ δὲν ἐγίνωσκε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ δικαιώματα, ἅτινα ἡμεῖς, προλαμβάνοντες, καὶ ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκον ἡμῶν, τὸ Διεθνὲς, ὡς ὀφείλομεν πρὸς πᾶν Κράτος καὶ κυριώτατα πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἀνεγνωρίζομεν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐζητεῖτο διὰ διακοινώσεως, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν ἐκδόσεως ὀφειλομένης; Ὅστις ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, δύναται νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ μετὰ θάῤῥους λέγω, ὅτι οὐδέποτε θέλω πράξει τοιοῦτόν τι· ἐγὼ, ἔχων καθῆκον νὰ ἐκπληρώσω, φρονῶ, ὅτι ὀφείλω νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος....
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ αἰτήσεως;
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην αἰτήσεως ἄλλης παρὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐκ Βονίτσης· ταύτην τὴν αἴτησιν εἶχον καθῆκον νὰ ἐκτελέσω ἐν Βονίτσῃ, διότι τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἐξετελέσθη ἐκεῖ, λόγῳ ἀμφιβολιῶν, ὤφειλον νὰ τὸ ἐκτελέσω ἐν Πάτραις, ὅπου ἔφθασαν οἱ λιποτάκται....
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφον ἐκ Βονίτσης;
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς. Παρήγγειλα λοιπὸν εἰς τὸν Νομάρχην Πατρῶν νὰ παραδώσῃ τοὺς ναύτας, καὶ ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἡ παραμικρὰ, εἶπον αὐτῷ, μόνον νὰ παραδώσῃ αὐτοὺς, ἐὰν πρόκηται περὶ ναυτῶν, ὅπως ἡμεῖς νομίζομεν, καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτῶν. Καὶ ἰδοὺ, πῶς διετυπώθη τὸ τηλεγράφημα, καὶ τοῦτο ἐξελθὸν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): Ἐν Ἀθήναις, τῇ 28)9 Ἰανουαρίου 1889. Νομάρχην Πατρῶν. «Προκειμένου περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν, καὶ οὐχὶ στρατιωτῶν, ὀφείλετε, κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης 1855, νὰ κρατήσητε καὶ παραδώσητε αὐτοὺς Προξένῳ. Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ.» Ὁ δὲ Νομάρχης, κατόπιν ἑτέρου τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ἐρωτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐξετελέσθη ἡ παραγγελία, ἀπαντᾷ: «Συμφώνως πρὸς τὰ τηλεγραφήματα ὑμῶν, παρέδωκα τοὺς λιποτάκτας.» Οὕτως ἔχει ἁπλούστατα ἡ ὑπόθεσις. Ἐξ ὅσων δ’ ἐξέθηκα, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδὲ ἴχνος τῶν αἰτιάσεων ἐκείνων, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἐκρύθμου, ἔμεινεν ἐπὶ ποδός· τὸ πᾶν νομίζω, ὅτι ἔγεινε θρύμμα. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Εἶχον καθῆκον καὶ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ Ἀρχαὶ αἱ ἐπιτόπιοι, νὰ ἀποδώσωσι τοὺς δύο ναύτας, ὡς λιποτάκτας, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης; Νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε πάντως ἀνάγκη νὰ καταναλίσκεται πολὺς χρόνος εἰς ἀνάπτυξιν αἰτιάσεων οἱωνδήποτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελέ ποτε τοιοῦτο ζήτημα ἔλθει εἰς τὴν Βουλήν· διότι ἁπλουστέρα καὶ καθαρωτέρα ταύτης περίπτωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἐν ταῖς διεθνέσι σχέσεσι. Τί ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν; ἔχομεν πλοῖον ναυλοχοῦν ἐν Πρεβέζῃ, εἰς ἀπόστασιν οὐδὲ χιλίων ἴσως μέτρων ἀπὸ τοῦ Ἀκτίου, ἐν λιμένι Τουρκικῷ, χωριζομένῳ ἀπὸ τοῦ Ἀκτίου διὰ διαστήματος ἐλαχίστου, καλυπτομένου πολλαπλασίως ὑπὸ βολῆς κανονίου, καὶ διὰ θαλάσσης, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ἐλευθέρα ὑπὸ τῆς συνθήκης, τῆς προσαρτησάσης μέρος τῆς Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐκ τοῦ πλοίου τούτου τοῦ πολεμικοῦ, τοῦ ναυλοχοῦντος ἐκεῖ, ἐξέρχεται λέμβος καὶ μεταφέρει τὸν πλοίαρχον εἰς τὴν ξηρὰν, ἡ δὲ λέμβος αὕτη κωπηλατεῖται ὑπὸ δύο Τούρκων ναυτῶν· ὑποθέτω, ὅτι ἡ λέμβος, μεταφέρουσα τὸν κυβερνήτην, φέρει καὶ σημαίαν, τοῦτο δὲ λέγω, οὐχὶ διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος ἡ σημαία, ἀλλὰ διότι παρετήρησα ὅτι ἐπανειλημμένως μετὰ πολλῆς ἐλευθερίας ἠθέλησαν νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν σημαίαν ἀπὸ τῆς λέμβου, ἐπανειλημμένως εἶπον: ἄνευ σημαίας πῶς ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἡ λέμβος ἦτο τουρκική;.....
§38ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὴν κατεβίβασαν.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε κύριος νὰ κάμνητε ὑποθέσεις, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ κύριος νὰ ἀντιτάσσω ἄλλας ὑποθέσεις, εὐλογωτέρας τῶν ὑμετέρων, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὅταν οἱ πλοίαρχοι ἐξέρχωνται εἰς τὴν ξηρὰν, ἡ λέμβος φέρει πάντοτε τὴν σημαίαν, οὐδένα δ’ ἔχομεν μάρτυρα νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐνταῦθα, ὅτι ἔσχισαν οἱ ναῦται τὴν σημαίαν καὶ ἔῤῥιψαν αὐτὴν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀπεβίβασαν λοιπὸν τὸν πλοίαρχον εἰς τὴν ξηρὰν οἱ εἰρημένοι ναῦται. Ἐκεῖ δὲ, κατασχεθέντες ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἐλευθερίας, ὅστις ἀκριβῶς καθίστησιν ἐπικίνδυνον τὴν παρουσίαν τῶν ναυτῶν εἰς ξένους λιμένας καὶ ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην τῶν συνθηκῶν, πόθου ἐλευθερίας, φυσικωτάτου μάλιστα εἰς ναύτας ὑποβεβλημένους εἰς στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ μάλιστα Τουρκικὴν, καὶ ἔχοντας ἀπέναντι εἰς ἀπόστασιν ἑνὸς μιλίου γῆν Ἑλληνικὴν, ἀπεφάσισαν νὰ λιποτακτήσωσι, καὶ διὰ τῆς λέμβου αὐτῶν, κωπηλατοῦντες, ἔφθασαν εἰς τὸ Ἄκτιον. Ὁ προαγορεύσας, ὡς ὑποθέτω, ἐκ μεγάλης ἐπιθυμίας νὰ δείξῃ, ὅτι γινώσκει τὰ γενόμενα καὶ πρὸ τοῦ 1800, ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ἱστορίαν ὁλόκληρον, ἥτις τῇ ἀληθείᾳ ἀγνοῶ εἰς τί ἄλλο ἐσκόπει ἢ μόνον νὰ διασκεδάσῃ ἡμᾶς ὡς διήγημα, προωρισμένον νὰ ἀποκοιμίζῃ ὀρθίους, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, ἀνεκοίνωσεν ἱστορίαν ὅλην πράξεως πειρατικῆς, μεταβαλούσης τὸ πλοῖον ἀπὸ πολεμικοῦ εἰς πειρατικὸν καὶ γεννησάσης τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ Μέγας Κύριος τῆς Μελίτης διεξήγαγε, καθ’ ὃν τρόπον διηγήθη ὑμῖν, ὅτι διεξήγαγε. Ἀλλὰ ποία ἡ σχέσις μεταξὺ ναυτῶν, καταλαμβανόντων διὰ στάσεως πλοῖον, κατεχόντων αὐτὸ ὡς κυρίων ἐν ξένῃ, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐγκληματούντων, καὶ ναυτῶν, οἵτινες, οἱ δυστυχεῖς, οὐδένα ἄλλο σκοπὸν εἶχον, εἰμὴ μόνον νὰ ἀποβιβασθῶσιν εἰς ξένον ἔδαφος, ὅπως εὕρωσιν ἐκεῖ τὴν ἐλευθερίαν, οἵτινες παρέλαβον λέμβον ὑπηρετικὴν τοῦ πλοίου, εἰς ὃ ἀνῆκον, καὶ δι’ αὐτῆς διεπεραιώθησαν εἰς τὴν ἀπέναντι ἀκτὴν, ὅπου ἀπεβιβάσθησαν, συντελέσαντες τὴν λιποταξίαν; Καὶ δὲν βλέπω, κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον θέλει τελεσθῆ ἡ λιποταξία ἢ διὰ λέμβου. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φρονεῖ, ὅτι λιποτακτοῦσιν ἀναγκαίως μόνοι οἱ ῥιπτόμενοι εἰς τὴν θάλασσαν καὶ κολυμβῶντες καὶ οὕτως ἐξερχόμενοι εἰς τὴν ξηράν· ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκηται τὸ πλοῖον προσωρμισμένον, διὰ λέμβου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐξέρχονται οἱ ἐν αὐτῷ εἰς τὴν ξηρὰν, καὶ συνήθως οἱ ναῦται τῶν πλοίων διὰ λέμβων αὐτῶν τῶν πλοίων ἐξέρχονται. Διὰ λέμβου τοῦ πλοίου ἐξῆλθον καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ πλοίου, ὅπου εὑρίσκοντο πλησίον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς· ὅπως φθάσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ διέλθωσι τὴν ἐγχώριον θάλασσαν, εἰσῆλθον εἰς τὰ ἐγχώρια ὕδατα, καὶ ἀπέβησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ξηράν. Ἐγένοντο ἄρα λιποτάκται ἐπὶ Ἑλληνικῶν ὑδάτων καὶ ἐξ Ὀθωμανικοῦ σκάφους. Ἂν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶχέ ποτε εἰσέλθει εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν, ἤθελε μάθει, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Ῥωμαῖοι, πρὸ πάντων μάλιστα οἱ Ῥωμαῖοι, εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται διάκρισις μεταξὺ λέμβου καὶ πλοίου· πλοῖον εἶναι πᾶν ὄργανον, εἴτε μικρὸν, εἴτε μέγα, δι’ οὗ πλέει τις ἐπὶ τοῦ ὕδατος· καὶ τὴν σχεδίαν αὐτὴν οἱ Ῥωμαῖοι ὠνόμαζον πλοῖον. Λοιπὸν ἐκ τοιούτου πλοιαρίου ἐξῆλθον καὶ αὐτοὶ, πλοιαρίου Ὀθωμανικοῦ, διότι καὶ χίλια μίλια μακρὰν ἐὰν εὑρίσκετο, πάλιν ἡ λέμβος ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ πλοῖον, ἐξ οὗ ἀπεσπάσθη. Οἱ γράψαντες περὶ ναυτικοῦ δικαίου, πάντες λέγουσιν, ὅτι ἡ λέμβος, καὶ μακρὰν τοῦ πλοίου εὑρισκομένη, θεωρεῖται ἀνήκουσα εἰς αὐτὸ, οὗτινος εἶναι παράρτημα· αὐτοὶ λέγουσιν, ὅτι καὶ τὸ τηλεβόλον, ἅτε προωρισμένον νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ τοῦ πλοίου, θεωρεῖται παράρτημα αὐτοῦ καὶ ὅταν ἔτι μὴ εὑρίσκηται ἐπ’ αὐτοῦ. Πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐν ᾧ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ναῦται παρέλαβον τὴν λέμβον, μόνον ὅπως λιποτακτήσωσιν ἐπ’ αὐτῆς, ἄνευ προθέσεως ἰδιοποιήσεως ἐπὶ πειρατείᾳ, κατὰ τίνα τρόπον καταργεῖ τὴν ἰδιότητα τῆς λέμβου ταύτης, ὡς πλοίου Ὀθωμανικοῦ, τοὺς δὲ ἐξ αὐτῶν λιποτακτήσαντας δὲν θέλει λιποτάκτας ἐξ Ὀθωμανικοῦ πλοίου; Τίνα λόγον ἔχει νὰ πράξῃ οὕτως; αὐθαίρετον λόγον, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ οὕτω νὰ πράξῃ, εἴτε διότι δυστυχῶς ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὕτω νὰ πράξῃ. Ἀπεβιβάσθησαν οἱ ναῦται ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, καὶ ἐξετελέσθη λιποταξία. Ἔκτοτε εἶναι ὑποχείριοι εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχὰς, καὶ ὑποτεταγμένοι εἰς τὴν ὑπάρχουσαν διεθνῆ ὑποχρέωσιν παρὰ ταῖς Ἑλληνικαῖς Ἀρχαῖς ἀποδόσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐκ περισσοῦ, καὶ τοῦτο δεικνύει ἐπὶ πλέον τὴν πρόθεσιν αὐτῶν, μὴ θέλοντες, νὰ φαντασθῇ τίς ποτε, ὅτι ἦσαν κλέπται, ἢ μὴ θέλοντες νὰ γίνωσιν ὑπαίτιοι ἀφαιρέσεως τῆς λέμβου, τοῦ παραρτήματος τούτου τοῦ πλοίου, δι’ οὗ ἀπεβιβάσθησαν εἰς τὴν ξηράν, ἠθέλησαν ν’ ἀπωθήσωσιν αὐτὴν πρὸς τὴν Πρέβεζαν, καὶ ἐπιβάντες ἀκατίου Ἑλληνικοῦ, ἐξῆλθον περαιτέρω. Ἐγκατέλιπον ἔξω τὴν λέμβον καὶ ἐπανῆλθον, μὴ ἐγκαταλιπόντες τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τότε ἐγκατέλιπον τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα, καὶ μετέπειτα ἐπανῆλθον, ἡ λιποταξία ἦτο ἤδη τετελεσμένη. Πολλάκις συμβαίνει, προκειμένου περὶ ναυτῶν λιποτακτῶν, νὰ μὴ προφθάσωσιν αἱ Ἀρχαὶ νὰ συλλάβωσι καὶ ἀποδώσωσιν αὐτοὺς εἰς τὸ πλοῖον, ἀλλὰ παρέρχονται πολλάκις μῆνες, αἱ δὲ συνθῆκαι, προβλέπουσαι τοῦτο, τόσον ἀκριβολογοῦσιν, ὥστε ἐπιτρέπουσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας νὰ κρατῶνται οἱ ναῦται πρὸς ἀπόδοσιν, Ἀναχωρεῖ πολλάκις τὸ πλοῖον, ἀφ’ οὗ ἐλιποτάκτησαν, πλέει ἕνα καὶ δύο πλοῦς, ἐν τούτοις ζητηθέντες συλλαμβάνονται οἱ ναῦται καὶ κρατοῦνται, μέχρις οὗ ἀποδοθῶσιν. Οἱ ναῦται, οἱ οὕτω μένοντες ἐπὶ μῆνας ἐν τῷ τόπῳ τῆς λιποταξίας, δυνατὸν καὶ νὰ ἐξῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ ἐπὶ ἀκατίου, καὶ νὰ διῆλθον πάλιν εἰς τὴν ἀπέναντι θάλασσαν τῆς πατρίδος αὐτῶν, καὶ πάλιν νὰ ἐπανῆλθον· ἐκ τούτου δὲν ἔπαυσαν νὰ ὦσιν ἀποδοτέοι λιποτάκται· τὸ ἐναντίον ἤθελεν εἶναι βλασφημία κατὰ τῆς ἐννοίας τῶν συνθηκῶν περὶ ναυτικῆς λιποταξίας. Τὰ παραιτέρω ἄρα πάντα εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάγωσι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Πρέβεζαν ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἀκατίου, νὰ ἐπισκεφθῶσι τοὺς συγγενεῖς αὐτῶν, καὶ πάλιν ἡ ἰδιότης αὐτῶν, ὡς λιποτακτῶν ἐπὶ Ἑλληνικῶν ὑδάτων ἐξ Ὀθωμανικοῦ πλοίου, ἤθελε παραμείνει ἀναλλοίωτος. Οὕτω, Κύριοι, ἁπλῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Τοιούτους ναύτας, λιποτακτήσαντας ἐπὶ ἐφολκίου τουρκικοῦ, ὅπερ παρέλαβον ἐκ τοῦ ναυλοχοῦντος ἐν Πρεβέζῃ πολεμικοῦ τουρκικοῦ πλοίου, καὶ ἐξελθόντας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὕδατα, ὅπως ἐκεῖθεν λιποτακτήσωσι, τοιούτους ναύτας ἀπεδώκαμεν. Τοῦτο πράξαντες, ἐπράξαμεν ἁπλούστατα τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ἐπράξαμεν δὲ αὐτὸ ἐγκαίρως, ἄνευ ἀνάγκης ὑπομνήσεως αὐτοῦ, κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀξιοσέβαστον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, μὴ περιμένουσαν διακοινώσεις, ὅπως πράξῃ τὸ δέον. Διότι ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος καὶ περὶ διακοινώσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπεδόθη, ὡς εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτής, μίαν ἡμέραν, ἢ δύο, μετὰ τὴν ἀπόδοσιν, καὶ ὅτι ἡ διακοίνωσις αὕτη βεβαίως ἐτάραξεν ἡμᾶς. Μάλιστα, Κύριοι, ὑπῆρξε διακοίνωσις, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο σκοποῦσα ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτής· δὲν ὑπῆρξε διακοίνωσις, παραπονουμένη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀρνεῖται τὴν ἀπόδοσιν τῶν ναυτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν Ἀρχῶν Βονίτσης, ὅτι ἠρνήθησαν νὰ παραδώσωσιν ἐκεῖ τοὺς ναύτας· καὶ εἰς ταύτην τὴν διακοίνωσιν, ἥτις ἦλθε 4 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπόδοσιν, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ἁπλούστατα, ὅτι οἱ ναῦται ἀπεδόθησαν, μήτε κατακρίνασα τὰς Ἀρχὰς τῆς Βονίτσης μήτε δεχθεῖσα ψόγον κατ’ αὐτῶν, λόγῳ, ὅτι δὲν ἀπέδωκαν τοὺς ναύτας· διότι αἱ Ἀρχαὶ Βονίτσης, ἦτο φυσικόν, ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ διστάσωσι, καὶ νὰ ζητήσωσι τὰς ὁδηγίας τῆς ἀνωτέρας Ἀρχῆς.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ναῦται τῶν πολεμικῶν πλοίων τελοῦσιν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐπὶ ὡρισμένην διάρκειαν χρόνου, τὴν διάρκειαν δὲ ταύτην προσδιορίζουσιν οἱ νόμοι, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ναυτολογία. Ἀλλὰ καὶ οἱ ναῦται τῶν ἐμπορικῶν πλοίων τελοῦσιν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον διὰ συμβάσεως, καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη αὐτῶν διαρκεῖ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Ἡ λιποταξία τῶν ναυτῶν ἐκ τῶν πολεμικῶν πλοίων καὶ τῶν ἐμπορικῶν εἶναι διάῤῥηξις πρόωρος τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον πρὸ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους συνηλλάχθησαν, καὶ ἡ λιποταξία δὲ τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς εἶναι διάῤῥηξις πρόωρος τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τελοῦσι κατὰ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς λιποταξίας τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς λιποταξίας τῶν ναυτῶν, διότι ἡ λιποταξία τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς, ὅσοι καὶ ἂν ἦσαν οἱ λιποτακτήσαντες, δὲν παραλύει τὸν κορμὸν καὶ τὸ στέλεχος τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν, ἐνῷ ἡ λιποταξία τῶν ναυτῶν παραλύει τὸ στέλεχος καὶ τὸν κορμὸν τοῦ ναυτικοῦ σώματος, καὶ παραλύει αὐτὸ οὕτως, ὥστε τὸ σῶμα τοῦτο δύναται ν’ ἀποσυντεθῇ ἐντελῶς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ σῶμα τοῦτο λειτουργεῖ ἐν σκάφει πολεμικῷ ἢ ἐμπορικῷ, τὸ σκάφος τοῦτο τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολεσθῇ, ἤ, ἐὰν δὲν ἀπολεσθῇ, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοσούτων ὑποχρεώσεων χρηματικῶν, ὥστε τὸ σύνολον αὐτῶν νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν ἀξίαν τοῦ πλοίου. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια, νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς λιποταξίας τῶν ναυτῶν κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζονται τὰ τῆς λιποταξίας τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς. Ὁ τρόπος δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου, εἶναι ἡ συνομολόγησις ὑποχρεώσεως τῶν Κρατῶν, ὅσα συναλλαγῶσι, νὰ παραδίδωσι τοὺς ναύτας τούτους εὐθὺς, ὡς ζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Προξενικῆς Ἀρχῆς, καὶ εὐθὺς, ὡς ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ναῦται οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὰ πλοῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλιποτάκτησαν, ὥστε νὰ ἐπανάγωνται τάχιστα εἰς τὰς τάξεις των ἐν τοῖς πλοίοις, καὶ ἐξακολουθῶσι ταῦτα τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἐξετέλουν, οὐδὲ νὰ παρακωλυθῶσιν ἐκ τῆς ἀπουσίας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο μάλιστα αἱ συνθῆκαι κανονίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Κρατῶν κατὰ τρόπον, ἐνδεικνύοντα τὴν μεγάλην ταχύτητα, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κανονίζωνται τὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν ναυτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ πλοῖα, τὰ πολεμικὰ, ἢ τὰ ἐμπορικὰ, ναυλοχῶσιν ἔν τινι τῶν λιμένων τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσι, τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν οἱ λιποτάκται, εὐκόλως πληροῦνται διὰ τῆς ναυτολογίας. Πότε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ Κανονισμοὶ, οἱ ῥυθμίζοντες τὰς σχέσεις ταύτας τῶν Κρατῶν; Ὅταν τὰ πλοῖα εὑρίσκωνται οὐχὶ ἐν λιμένι τοῦ ἰδίου αὐτῶν Κράτους, ἀλλ’ ἐν λιμένι τοῦ ἑτέρου Κράτους, διότι ἐν τῷ ξένῳ λιμένι δὲν δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσιν ἀμέσως τοὺς λιποτακτοῦντας ναύτας. Ὅτι τοῦτο ἔχει οὕτω, δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως πασῶν τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε μέχρι τοῦδε περὶ τούτου. Δὲν εἶναι πρώτη ἡ Τουρκία, μεθ’ ἧς συνωμολογήθη διάταξις τοιαύτη περὶ παραδόσεως λιποτακτῶν ναυτῶν. Πρὶν ἢ συνομολογήσωμεν τὴν συνθήκην τοῦ Καλιντζᾶ, εἴχομεν συνομολογήσει συνθήκας παραπλησίας μετ’ ἄλλων Κρατῶν, ἔχω δὲ τὴν συλλογὴν τούτων, καὶ σᾶς ἀναγινώσκω π. χ. συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν συνομολογήσει μὲ τὴν Βόρειον Ἀμερικὴν κατὰ τὴν 10ην Δεκεμβρίου 1837, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ ἄρθρον 13 κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ ἄρθρου 21 τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης, εἰμὴ μόνον, ὅτι εὐγλωττότερον καὶ σαφέστερον καταδηλοῖ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Προξένους, Ὑποπροξένους ἢ Ἐμπορικούς Πράκτορας, νὰ ἐξαιτῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων Ἀρχῶν διὰ τὴν σύλληψιν, κράτησιν καὶ φυλάκισιν δραπετῶν τῶν πολεμικῶν ἢ ἐμπορικῶν πλοίων τῆς Ἐπικρατείας των. Θέλουν δ’ ἀπευθύνεσθαι ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰ Δικαστήρια, τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, καὶ θέλουν ζητεῖ ἐγγράφως τοὺς εἰρημένους δραπέτας, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν βιβλίων τῶν πλοίων, ἢ τῶν ναυτολογίων, (rôles d’ équipage) ἢ δι’ ἑτέρων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι τὰ δεῖνα ἄτομα ἀποτελοῦσι μέρος τῶν δεῖνα πληρωμάτων, τῆς δ’ αἰτήσεως οὕτως ἀποδεικνυομένης, δὲν θέλει ἀρνεῖσθαι ἡ ἀπόδοσις....» Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄτομα ἀνήκουσιν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἰσχυρίζονται οἱ Πρόξενοι, ὅτι ἐλιποτάκτησαν, εἶναι εὔκολον, διότι τὸ πλοῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ λιμένι, εἰς τὸν ὁποῖον ἑδρεύει ἡ Προξενικὴ Ἀρχὴ, ἡ ζητοῦσα τὴν παράδοσιν καὶ πρόχειρον ἐν τῷ πλοίῳ τὸ ναυτολόγιον. Ἐνῷ, ἐὰν τὸ πλοῖον δὲν ἦναι ἐν τῷ λιμένι τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἔν τινι λιμένι τῆς Σουηδίας, ἢ τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, ἢ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἢ τῆς τῆς Σμύρνης, θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι λιποτάκται, καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου. Καὶ ἐὰν τὸ πλοῖον ἦναι ἐν τῷ λιμένι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῆς Σμύρνης, ποῖον συμφέρον προστατεύει ἡ συνομολόγησις τῆς ῥήτρας ταύτης; Τρέχει κίνδυνόν τινα τὸ ἐμπορικὸν πλοῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλιποτάκτησαν δύο ἢ τρεῖς ναῦται, νὰ μὴ δύνηται νὰ ναυτολογήσῃ ἀντ’ αὐτῶν ἄλλους; Κίνδυνον τοιοῦτον τρέχει, ὅταν ἦναι ἐν τῷ λιμένι τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ παράδοσις τῶν λιποτακτῶν. Ἀλλὰ τὸ πλοῖον αὐτὸ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐδραπέτευσαν οἱ ναῦται, τοὺς ὁποίους παρέδωκεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, δὲν ἐναυλόχει ἐν λιμένι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐναυλόχει ἐν τῷ λιμένι τῆς Πρεβέζης. Τὴν αὐτὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ἐκ τῆς συνθήκης μετὰ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, εὑρίσκετε ἐν τῇ συνθήκῃ μετὰ τῆς Πρωσίας, τῇ συνομολογηθείσῃ τῇ 31 Ἰουλίου 1839 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Προξένους, Ὑποπροξένους ἢ Ἐμπορικοὺς τούτων Πράκτορας, νὰ ἐξαιτῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων Ἀρχῶν διὰ τὴν σύλληψιν, κράτησιν καὶ φυλάκισιν δραπετῶν τῶν πολεμικῶν ἢ ἐμπορικῶν πλοίων τῆς Ἐπικρατείας των. Θέλουν δ’ ἀπευθύνεσθαι ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰ Δικαστήρια, τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, καὶ θέλουν ζητεῖ ἐγγράφως τοὺς εἰρημένους δραπέτας, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν βιβλίων τῶν πλοίων, ἢ τῶν ναυτολογίων (rôles d’ équipage), ἢ δι’ ἰδιαιτέρων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι τὰ δεῖνα ἄτομα ἀπετέλεσαν μέρος τῶν δεῖνα πληρωμάτων, τῆς δ’ αἰτήσεως ταύτης ἀποδεικνυομένης, δὲν θέλει ἀρνεῖσθαι ἡ ἀπόδοσις....» Θέλετε εὑρεῖ ἐν συνθήκῃ μὲ τὸ Βέλγιον, ἡ ὁποία συνωμολογήθη τὴν 13 Σεπτεμβρίου 1840, τὸ ἄρθρον 17, ὁρίζον ὡσαύτως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Προξένους τούτους, Ὑποπροξένους ἢ Ἐμπορικοὺς Πράκτορας, νὰ ἐξαιτῶνται τὴν συνδρομὴν τῶν ἐγχωρίων Ἀρχῶν διὰ τὴν σύλληψιν, κράτησιν καὶ φυλάκισιν δραπετῶν τῶν πολεμικῶν ἢ ἐμπορικῶν πλοίων τῆς Ἐπικρατείας των. Θέλουν δ’ ἀπευθύνεσθαι ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰ Δικαστήρια, τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, καὶ θέλουν ζητεῖ ἐγγράφως τοὺς εἰρημένους δραπέτας, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν βιβλίων τῶν πλοίων, ἢ τῶν καταλόγων, (rôles d’ équipage) ἢ δι’ ἰδιαιτέρων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι τὰ δεῖνα ἄτομα ἀπετέλεσαν μέρος τῶν δεῖνα πληρωμάτων. Τῆς δὲ αἰτήσεως οὕτως ἀποδεικνυομένης, δὲν θέλει ἀρνεῖσθαι ἡ ἀπόδοσις....» Θέλετε εὑρεῖ ὡσαύτως τὴν διάταξιν ταύτην καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας συνθήκας. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνετελέσθη σύγχυσις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21 τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Τουρκίας ἐπιβάλλει ἀπολύτως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς παραδόσεως τῶν λιποτακτῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἰδίως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἓν μόνον γεγονὸς ἐζήτει νὰ βεβαιώσῃ, τὸ γεγονὸς, ἂν ἦναι στρατιῶται τῆς ξηρᾶς, ἢ λιποτάκται ναῦται, καὶ ὅτι διέτασσε νὰ παραδώσωσιν αὐτοὺς, ἐὰν ἦναι λιποτάκται ναῦται. Ἀναγινώσκω καὶ ἐγὼ τινα τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι δὲν ἔχω τὰς αὐτὰς γνώμας ἐπ’ αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀνήγγειλε πρῶτος τὰ τῶν λιποτακτῶν τούτων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Λέγουσιν, ὅτι ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀποδέχομαι τὴν ἐξήγησιν, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ δοθῇ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα, διότι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς δὲν εἶχεν ἐξουσίαν ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀποκριθῇ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Νομάρχου, καὶ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποδόσεως τῶν λιποτακτῶν ναυτῶν, διότι δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου συνθήκη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὗρε τὸ πρᾶγμα ἁπλοῦν, λησμονῶν, ἢ ἀγνοῶν ἴσως τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὰ καθήκοντα τῶν Γενικῶν Γραμματέων, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς ἐξουσία νὰ λύωσι ζητήματα καὶ νὰ ἀποφαίνωνται γνώμας, καὶ κανονίζωσι δισταγμούς. Οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράφωσι προπαρασκευαστικὰ ἔγγραφα, ὅπως προπαρασκευάζωσι τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ εἰσαχθῇ πρὸς ἀπόφασιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Συνέβη δὲ, κατὰ παράξενον τρόπον, ἡ γνώμη τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως νὰ ἦναι ἡ ὀρθοτέρα ἀπὸ τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας θέλετε ἀκούσει, ἢ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ παρακαλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρόκειται περὶ ναυτῶν, καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς. Τοῦτο, τὸ ὅτι πρόκειται περὶ λιποτακτῶν ναυτῶν, εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν του ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὡς φαίνεται ἐν τῇ ἀπαντήσει, ἣν εἶχεν ἐπιστείλει. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν παράστασιν ταύτην ὁ Νομάρχης. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν, ἵνα λάβῃ τὴν ἀφορμὴν νὰ διδάξῃ τὸν Γενικὸν Γραμματέα, ὅτι ἔσφαλε, διότι ὑπάρχει συνθήκη περὶ παραδόσεως λιποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἀπεστέλλετο, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ, τὸ εἰρημένον τηλεγράφημα, καὶ ὅτι ἔλαβεν αὐτὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλεν ἐκεῖ ἀμέσως νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐργαζόμενος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι καὶ οἱ Τμηματάρχαι οἱ ἁρμόδιοι φέρουσι μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν εὐθύνην, προσυπογράφοντες εἰς τὰ ἔγγραφα, ἤθελε πεισθῇ, ὅτι ἡ παρατήρησις καὶ ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, διότι ἡ διαταγὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε, δὲν φέρει τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου....
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, προκειμένης εἰδικῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία ἀνήκει ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ διατάξῃ.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε τὰ προσόντα, ὅπως ἀποφαίνησθε γνώμας ἐπὶ πραγμάτων καὶ ὑποθέσεων τοῦ δημοσίου δικαίου τῆς Ἑλλάδος, διότι ἀγνοεῖτε, ὡς φαίνεται, τὴν διάταξιν τοῦ Διατάγματος τῆς 3 Ἀπριλίου 1883, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάγεται (ἀναγινώσκει) «ἡ ἐκπεραίωσις, διατήρησις καὶ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν συνθηκῶν μὲ τὰς ξένας Δυνάμεις.» Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, ἡ ὑπόθεσις ἀφεώρα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν συνθήκης μετὰ ξένης Δυνάμεως...
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ὁποίαν δέχεσθε, ὅτι δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, δύναται, ἐὰν δὲν ἔχῃ δισταγμοὺς νὰ προβάλῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑμεῖς δὲ ἐλύσατε τοὺς δισταγμοὺς τοῦ Νομάρχου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄνευ τῆς γνώμης καὶ ἑπομένως ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐννοήσητε, πότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλαβε γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ἀρκεῖ νὰ ἀκούσητε, ὅτι, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰργάζετο καὶ ἐνήργει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ὑποθέσεως, ὑπαγομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν 19 Δεκεμβρίου, μετὰ ἕξ ἡμέρας, ἤτοι τὴν 25 Δεκεμβρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠδυνήθη νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Νομάρχην Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τῆς ἑρμηνείας ἡ ὁποία ἐδόθη. Ἐνῷ δὲ ἐδόθη τοιαύτη ὁδηγία, ὁ Νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τοῦ ὁποίου ἀπεστέλλοντο οἱ λιποτάκται, οὐδεμίαν εἴδησιν εἶχε περὶ τούτου, ἠναγκάσθη δὲ διὰ τοῦτο ὁ Νομάρχης νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ 8 Ἰανουαρίου, ὅτι ἔφθασαν ἐκεῖ οἱ λιποτάκται, τοὺς ὁποίους ἐζήτει ὁ Πρόξενος τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι ἀνεγνώριζε μὲν ὁ Πρόξενος τῆς Τουρκίας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς παραδώσῃ, ἐπειδὴ ὅμως ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶχε κοινοποιήσει εἰς τὸν Πρόξενον τῆς Τουρκίας, ὅτι ἤθελον παραδοθῆ εἰς αὐτὸν, ἐζήτει τοὺς λιποτάκτας τούτους δυνάμει τῆς δηλώσεως ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν θεωρίαν αὐτοῦ· ὅτε δ’ ἀνέπτυσσε τὴν θεωρίαν αὐτοῦ, ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑβρίσῃ μὲν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ὁμιλήσῃ δ’ ἀνευλαβῶς περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις εἶχεν ἀγορεύσει πρὸ αὐτοῦ, καὶ νὰ μυκτηρίσῃ αὐτόν. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἔρχομαι ν’ ἀναιρέσω, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ αὕτη εἶναι πλημμελής. Εἶπον, ὅτι ὠφελήθη ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἀναπτύξεως τῆς θεωρίας διὰ νὰ ἐξυβρίσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, αἰτιαθεὶς αὐτῆς, ὅτι προέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, περὶ τῆς ἀτόπου παραδόσεως τῶν λιποτακτῶν Ὀθωμανῶν, διότι ἐθεώρει πάντως ἀναγκαῖον νὰ καταναλωθῇ ὁ χρόνος καὶ παρακωλυθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ καταδεχθῶ νὰ ἀναιρέσω καὶ διὰ μυριοστὴν φορὰν ὕβριν, ἐκτοξευομένην κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὁσάκις εὑρίσκωνται εἰς στενοχωρίαν, προσφεύγουσιν εἰς τὰς ὕβρεις, διότι ἐξ αὐτῶν ζητοῦσιν ἐπικουρίαν. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀφοῦ οἱ λιποτάκται ἔφθασαν εἰς τὴν Πρέβεζαν ἐπὶ ἀκατίου τουρκικοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὸ πολεμικὸν πλοῖον, τὸ ἐν Πρεβέζῃ ναυλοχοῦν, τὸ ἀκάτιον τοῦτο ἐξωμοιοῦτο μὲ τὸ πλοῖον, ἑπομένως, καὶ ἂν ἐλιποτάκτησαν ἐκ τοῦ ἀκατίου, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν εἶχον λιποτακτήσει ἐκ τοῦ πλοίου, ὡς ἂν τοῦτο ἦτο εἰς τὸ Ἄκτιον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ λέμβος ἐχρησίμευσεν εἰς διαπόρθμευσιν τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ λιμένι Πρεβέζης πλοίου εἰς τὴν ξηρὰν, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰκάζει, ὅτι ἡ λέμβος ἔφερε διὰ τοῦτο τὴν σημαίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ λιποτάκται διεπορθμεύθησαν εἰς Ἄκτιον διὰ λέμβου, ἡ ὁποία φέρει τὴν τουρκικὴν σημαίαν, ἡ λέμβος δ’ ἕνεκα τούτου ἐξομοιοῦται πρὸς πλοῖον τουρκικὸν πολεμικόν. Ἡ θεωρία αὕτη ἀποδεικνύει εἴτε σοφιστείαν ἀδικαιολόγητον, εἴτε ἀμάθειαν ἀναντίῤῥητον. Κατὰ τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔγγραφα, ὑπάρχουσι, βεβαιούμενα ὑπὸ τῶν ἰδίων ὑμῶν ὑπαλλήλων, τὰ ἑξῆς γεγονότα. Ἡ λέμβος παρέλαβε τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου, διοικουμένη ὑπὸ δύο ναυτῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ πλοίου διεπόρθμευσεν αὐτὸν εἰς τὴν παραλίαν τῆς Πρεβέζης, ἔνθα ἀφῆκε τὸν κυβερνήτην. Κατόπιν ἡ λέμβος δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πλοῖον, ἀλλ’ ἔλαβε διεύθυνσιν πρὸς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν, διότι τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ οἱ δύο ναῦται, οἵτινες ἐκυβέρνων τὴν λέμβον, ἀπεφάσισαν νὰ λιποτακτήσωσιν. Οἱ ναῦται οὗτοι, μὴ ἐπανελθόντες εἰς τὰς ἐν τῷ πλοίῳ τάξεις των, ἐλιποτάκτησαν, καὶ ἁρπάσαντες τὴν λέμβον, κατέλαβον αὐτήν. Ἡ λέμβος δὲν ἦτο πλέον λέμβος τοῦ τουρκικοῦ πλοίου, ἦτο λέμβος, ἀνήκουσα εἰς δύο λιποτάκτας. Ὑποθέσατε ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει λῃστρικὴν συμμορίαν, εὑρίσκουσαν ἐν Ἐλευσῖνι λέμβον πολεμικοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου, προσωρμισμένου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ συμμορία αὕτη ἐπιβαίνει τῆς λέμβου, καταλαμβάνει αὐτὴν, καὶ δι’ αὐτῆς διαπορθμεύεται εἰς παραλίαν πόλιν καὶ διαπράτει λῃστείαν. Ἐνέχεται τὸ Κράτος διὰ τοῦτο; Ἡ λέμβος διηρπάγη ὑπὸ λῃστῶν, ὡς διηρπάγη ὑπὸ τῶν λιποτακτῶν τοῦ ἐν Πρεβέζῃ πλοίου, καὶ δὲν ἦτο πλέον ὄργανον τοῦ πλοίου, εἰς ὃ ἀνῆκε πρότερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπαγαγὼν τοὺς λιποτάκτας τούτους εἰς τὸ ἄρθρον 21 τῆς συνθήκης τοῦ Καλιντζᾶ, ἔπραξε τὸ αὐτὸ, ὅπερ ἤθελε πράξει ἄλλος, ἐὰν παρέδιδεν ἕνα λιποτάκτην Βέλγον ἢ Ἀμερικανὸν, ὁ ὁποῖος εἶχε κατορθώσει νὰ λιποτακτήσῃ εἰς Ἀμερικὴν καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα δι’ οἱουδήποτε μέσου. Ἡ ἐπίκλησις τῶν διατάξεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου μοὶ ἐφάνη ἀστεία, διότι, ἐὰν, ὅταν πρόκηται νὰ ἑρμηνεύσωμεν συνθήκας ἢ κανονισμοὺς διεθνῶν σχέσεων, ζητῶμεν νὰ κανονίσωμεν αὐτοὺς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, δέν μοι φαίνεται, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν. Τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον κανονίζει τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, τὰς συμφεροντολογικὰς σχέσεις· ἐὰν εἰς τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἀναγράφηται, ὅτι ἡ λέμβος ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ πλοίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις, ὅταν ἡ λέμβος δὲν κυβερνᾶται ὑπὸ τοῦ πλοίου, εἰς ὃ ἀνήκει, ἀλλ’ ἀποσπᾶται ἀπ’ αὐτοῦ ὑπὸ λῃστῶν ἢ λιποτακτῶν, δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὸ πλοῖον, ἀνήκει εἰς τοὺς ἅρπαγας, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέῤῥηξαν τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας, καὶ ἀνεκήρυξαν ἑαυτοὺς κυρίους τῆς λέμβου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέστη ἀπό τινος καιροῦ νευρικός. Τὰ νεῦρα αὐτοῦ ἐγένοντο εὐερέθιστα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτείνῃ τις ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὸν, χωρὶς νὰ ἀκούσῃ ὡς ἀπάντησιν φράσιν, ἀπηγορευμένην ὑπὸ τῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὴν καλὴν συμπεριφορὰν τῶν ἀνθρώπων, τῶν καλουμένων νὰ διεξαγάγωσι μάλιστα δημοσίας σχέσεις μεταξύ των. Εἰς τὸν ἕνα λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίληψιν, καὶ δὲν ἐννοεῖ, εἰς τὸν ἄλλον ἀπαντᾷ διὰ τρόπου ἀπρεποῦς. Βεβαίως ἡμεῖς, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν, ἵνα περιστείλωμεν τὴν ἀπρέπειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ὡς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ περιστείλωμεν τοὺς Ὑπουργούς, ἀπὸ τοῦ νὰ παρανομῶσι, διότι εἴμεθα μειοψηφία. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ εἰρημένος Ὑπουργὸς διαχειρίζεται, τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν συνεπλήρωσεν ἔτι τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀγωγὴν, διότι λησμονεῖ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν ὑποχρεοῦται νὰ διεξάγῃ σχέσεις. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω σαφέστερον, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν, τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας. Ἀλλ’ εἰπὼν ὅσα εἶπον, δὲν προσδοκῶ, ὅτι οἱ λόγοι μου, ἢ αἱ γνῶμαί μου, θέλουσι γενῆ ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παραλίπω νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν γνωστὸν, ὅτι, ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις χορηγεῖ ἀμέριστον καὶ ἀπόλυτον τὴν ὑποστήριξίν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦναι διατεθειμένη νὰ παραβλέπῃ πάσας τὰς πράξεις αὐτῆς, καὶ ἂν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς συνθήκας, καὶ ἂν ἀναιρῶσι τοὺς νόμους, ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν, ἐπὶ ὑποθέσεων μάλιστα συναφῶν πρὸς τὰς διεθνεῖς σχέσεις τοῦ Κράτους, ἐπὶ ὑποθέσεως μάλιστα, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον πρὸς ῥύθμισιν τῶν διεθνῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ συνθηκῶν ἀνελάβομεν, εἴχομεν καθῆκον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ὅτι ἀποκρούομεν τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, καὶ ἀποδοκιμάζομεν αὐτὴν, ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς συνθήκας, ὅτι τέλος πάντων δὲν θέλομεν ποτὲ ἀναγνωρίσει ὡς προηγούμενον τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι διατρέχω καὶ ἐγὼ τὸν κίνδυνον νὰ ἐπιτιμηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως οἱ προαγορεύσαντες, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν μίαν ἐρώτησιν καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς ἐπείσθη, ὅτι οἱ δύο ναῦται, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ἐν Βονίτσῃ, ἀνῆκον εἰς τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐλλιμενισμένον ἐν Πρεβέζῃ. Κατὰ τὰς συνθήκας, ἃς ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, οἱ Πρόξενοι καὶ οἱ πλοίαρχοι, οἱ ἀπαιτοῦντες τὴν ἀπόδοσιν τῶν ναυτῶν, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσάγωσιν ἐνώπιον τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν τὰ ναυτολόγια καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ πλοίου, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται πράγματι, ὅτι οἱ ναῦται, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀπόδοσις, ἀνήκουσιν εἰς τὰ ξένα πλοῖα, καὶ διὰ νὰ γίνηται ἡ προσαγωγὴ αὕτη, ὑποτίθεται, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι ἐλλιμενισμένα ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λιμένος· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ πλοῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον λέγεται, ὅτι ἐλιποτάκτησαν οἱ ναῦται, ἦτο ἐλλιμενισμένον ἐν Πρεβέζῃ, καὶ οἱ ναῦται εὑρέθησαν ἐν Βονίτσῃ· πῶς ἐπείσθησαν αἱ Ἀρχαὶ τῆς Βονίτσης, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἐγγράφων, ὅτι αὐτοὶ ἀνῆκον εἰς τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, ἀφοῦ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει οὐδὲν ἔγγραφον, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι, διότι τὸ πλοῖον ἦτο εἰς Πρέβεζαν καὶ οὐχὶ εἰς Βόνιτσαν;....
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ Ἄκτιον.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος βεβαίως καὶ ἡ συνθήκη ἀπαιτοῦσι καὶ νὰ ἦναι ἐλλιμενισμένον ἐντὸς τοῦ λιμένος τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἀπόδοσις. Τουρκικὸν πλοῖον δὲν ἦτο ἐλλιμενισμένον εἰς τὴν Βόνιτσαν. Καὶ δύναται μὲν νὰ παραδεχθῇ τις, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ λέμβος ἀνῆκεν εἰς τὸ πλοῖον, ἀλλ’ ἡ λέμβος δὲν εἶχεν οὐδὲ ναυτολόγιον, οὐδὲ ἔγγραφον, καὶ δὲν ἠδύνατο ἐκ τῆς λέμβου νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ ναῦται ἀνῆκον εἰς τὸ πλοῖον. Τὴν ἀπορίαν ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διασαφήσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατόν.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως, προκειμένου περὶ λέμβου, ναυτολόγιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ· ἀλλ’ ὅτε ἡ λέμβος ἔφθασεν εἰς Ἄκτιον, ἀντιληφθεὶς τὸ γεγονὸς ὁ ἐν Βονίτσῃ Πρόξενος, διετύπωσε πρὸς τὴν ἐκεῖ Ἀρχὴν ἀπαίτησιν περὶ ἀποδόσεως τῶν ναυτῶν, περὶ ὧν ἐπιστοποίησεν, ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ ἐν Πρεβέζῃ ναυλοχοῦντος πλοίου, καὶ διὰ τῆς λέμβου τοῦ πλοίου τούτου ἀπέβησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος....
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συνθῆκαι ἀπαιτοῦσιν.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας θέλει βεβαιωθῆ ἤδη, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ὑποθέσεων, πολλαχοῦ καὶ ἄνευ συνθηκῶν γίνονται αἱ ἀποδόσεις, διότι ἐθεωρήθη τὸ θέμα κοινοῦ συμφέροντος, κοινῆς ἀνάγκης· αἱ συνθῆκαι δὲ γίνονται μόνον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἀποδόσεως. Ἐὰν ἀνοίξητε τὸ σύγγραφα τοῦ Calvo περὶ «διεθνοῦς δικαίου» θέλετε ἰδεῖ τὸν συγγραφέα, λέγοντα, ὅτι δέον συνοπτικώτατα νὰ γίνεται ἡ ἀπόδοσις, διότι εἶναι κοινὸν συμφέρον πασῶν τῶν Ἐπικρατειῶν, νὰ ἀποδίδωνται ἀμοιβαίως οἱ λιποτακτοῦντες ναῦται εὐθὺς, ὡς οὗτοι, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς προσορμίσεως τοῦ πλοίου εἰς τὰ ὕδατα ξένου Κράτους, ἀποβῶσιν εἰς τὴν ξηρὰν, καὶ ἀναζητηθῶσιν ὑπὸ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ περὶ ἄλλου ἀντικειμένου εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἐπειδὴ ὅμως ἡ συζήτησις ἀκόμη ἐξακολουθεῖ, ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἀπορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἔχω, περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 21 τῆς συνθήκης, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ συζήτησις. Ἤθελον δηλαδὴ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τί φρονεῖ περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου; νομίζει, ὅτι δυνάμει τῆς συνθήκης ταύτης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδίδῃ πάντα λιποτακτοῦντα ἐξ ὀθωμανικοῦ πλοίου, ἁπλῶς μόνον, διότι εἶναι λιποτάκτης;
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξήγησα τοῦτο εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ὑποθέτομεν, ὅτι τότε μόνον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον, καὶ τότε μόνον νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἡ λιποταξία γίνηται ἐκ πλοίου διατελοῦντος ἀκόμη ἐν Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἐξήγησα ἄλλοτε· εἴμεθα σύμφωνοι.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καλῶς· εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ λιποταξία πρέπει νὰ γίνῃ ἐκ πλοίου εὑρισκομένου ἐν Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ. Ἐὰν λοιπὸν πρόκηται περὶ λιποταξίας γενομένης ἐκ πλοίου, μὴ εὑρισκομένου ἐν Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ, τότε ἡ συνθήκη καὶ κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἐφαρμόζεται. Ὥστε, τούτου τεθέντος, ὑπολείπεται μόνον νὰ ἐξετάσωμεν...
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί εἶναι πλοῖον!
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... ἂν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν οἱ ἐκ λέμβου εἰς τὴν ξηρὰν ἀποβιβαζόμενοι, ἀνήκοντες δὲ εἰς πλοῖον, εὑρισκόμενον ἐκτὸς τῶν ὑδάτων τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἡ τοιαύτη ἀποβίβασις προσώπων, ἀνηκόντων εἰς πλοῖον τοιοῦτον, συνεπάγηται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀπόδοσιν αὐτῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι συνέπεια τῆς γνώμης ταύτης θὰ ἦναι, ὅτι, ἐὰν ἐκ πλοίου, εὑρισκομένου ἐν Σμύρνῃ, δύο ναῦται Ὀθωμανοὶ, ἐπιλαμβανόμενοι λέμβου τινὸς τοῦ πλοίου τούτου, ἤθελον μεταβῆ εἰς Πειραιᾶ, οὗτοι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ θεωρηθῶσι λιποτάκται τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας, καὶ ἑπομένως ἀποδοτέοι εἰς αὐτήν. Ἰδοὺ εἰς ποίαν συνέπειαν θὰ μᾶς φέρῃ ἡ γνώμη, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποστηρίζει. Μίαν τοιαύτην συνέπειαν, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐγκρίνω, καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ συνθήκη, δὲν ἀρκεῖ μόνον, ὅτι διὰ λέμβου, ἀνηκούσης εἰς πολεμικὸν πλοῖον, ἐγένετο ἡ ἀποβίβασις εἰς τὴν ξηρὰν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ τὸ πλοῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἡ λέμβος, νὰ ναυλοχῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας....
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ λέμβος, λέγει τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, εἶναι πλοῖον, ὅπως τὸ ἐφαρμόζουσιν οἱ γράψαντες περὶ Διεθνοῦς δικαίου.
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ λέμβος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πλοῖον, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη λέμβος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολεμικὸν πλοῖον, διότι ἄλλως πρέπει νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, καὶ ἂν ἐκ Σμύρνης δύο ναῦται τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Τουρκίας λάβωσι λέμβον τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ μεταβῶσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ, αὐτοὶ εἶναι ἀποδοτέοι. Παραδέχεται μίαν τοιαύτην συνέπειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἂν παραδέχηται τοιαύτην συνέπειαν, θὰ ἦναι συνεπὴς, ἀποδώσας καὶ τοὺς λιποτάκτας, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται· ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἀποδέχηται, τότε νομίζω, ὅτι δὲν ἡρμήνευσε σαφῶς τὴν συνθήκην. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, πότε ὑπάρχει λιποταξία, ἐπαγομένη τὴν ἀπόδοσιν, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἦναι τὸ πλοῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσιν οἱ ναῦται, ἐν Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ, ἵνα ὑπάρχῃ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἀπόδοσιν. Ἐὰν τὸ πλοῖον δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν ὁ πλοίαρχος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ τὸν ναύτην, δὲν εὑρίσκεται ἐνταῦθα, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀποδόσεως δυνάμει τῆς συνθήκης, ἣν συζητοῦμεν. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ λέμβος, ἣν εἶχον μεθ’ ἑαυτῶν οἱ δύο ἐκεῖνοι ναῦται, εἶναι πολεμικὸν πλοῖον. Δὲν εἶναι βεβαίως, ἢ ἐφ’ ὅσον αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν πειθαρχίαν τὴν στρατιωτικήν, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑπὸ τὴν διάθεσιν καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ πλοιάρχου τοῦ πλοίου. Ὅταν ὅμως ὁ τοιοῦτος σύνδεσμος ἐκλείψῃ, ὅταν ἡ λέμβος ἀποχωρήσῃ ἐντελῶς ἀπὸ τῆς πειθαρχίας τοῦ πλοίου, κηρυχθῇ ἀντάρτις, τότε ἡ λέμβος δὲν εἶναι πλέον ἐξάρτημα τοῦ πλοίου, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολεμικὸν πλοῖον, τότε ἔχομεν γεγονὸς, ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς, ἤγουν στάσιν τῶν ναυτῶν καὶ μετάβασιν αὐτῶν ὡς τοιούτων εἰς ἕτερον τόπον. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ λιποταξίας ἐκ πλοίου τουρκικοῦ, ἀλλὰ περὶ λέμβου, οὐδεμίαν ἐχούσης ἐξάρτησιν ἀπὸ τὸ πλοῖον, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ἀντάρτις κατὰ τῆς ἐν τῷ πλοίῳ ἐξουσίας. Καὶ ἡμεῖς τότε δὲν ἔχομεν, φρονῶ, ὑποχρέωσιν νὰ παραδίδωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν ἐκηρύχθησαν ἀντάρται κατὰ τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας. Ἕνεκα τούτων νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν προκειμένην συνθήκην ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν. Τὸ συμπέρασμα, ὅπερ, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς συνθήκης, δέον νὰ παραδεχθῶμεν, εἶναι, ὅτι τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ ἀποδίδωμεν λιποτάκτας, ὅταν τὸ πλοῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσιν, εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν τὸ πλοῖον δὲν εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, ὅταν οἱ ναῦται ἐστασίασαν καὶ διὰ λέμβου ἢ ἄλλου τινὸς μέσου, ἀνήκοντος εἰς τὸ πλοῖον, ἐγκατέλειψαν τὸ πλοῖον καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ὀφείλομεν νὰ τοὺς παραδώσωμεν· καὶ ἑπομένως ἡ παράδοσις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης. Ἐὰν, Κύριοι, ἕτερός τις δὲν θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τότε δύναμαι νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος ἐγγεγραμμένος. Ὥστε δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πατρίδι μου, ἐν Τριπόλει, ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν ἀκμαία καὶ ζωηρὰ βιομηχανία πρὸς κατεργασίαν τοῦ σιδήρου. Τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ταύτης, καίπερ βεβαίως καθυστεροῦντα ὑπὸ ἔποψιν τέχνης καὶ κομψότητος πρὸς τὰ προϊόντα τῆς Εὐρωπαϊκῆς βιομηχανίας, οὐχ ἧττον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μετεφέροντο εἰς πάσας σχεδὸν τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπήρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, ἰδίως τῶν κωμοπόλεων καὶ τῶν χωρίων. Ἀλλὰ πρό τινος χρόνου, ἡ προϊοῦσα εἰσαγωγὴ προϊόντων ὁμοίας βιομηχανίας ἐξ Εὐρώπης, καὶ ἡ προϊοῦσα χρῆσις τῶν προϊόντων τούτων, περιήγαγε τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, τὴν σιδηρουργικὴν, εἰς λίαν δύσκολον θέσιν. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ βιομηχανία μεταχειρίζεται πρὸς κατεργασίαν τοῦ σιδήρου μηχανὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται εὐώνως νὰ ἐκποιῇ τὰ προϊόντα της, ἐνῷ ἡ ἐγχωρία βιομηχανία συνήθως κατεργάζεται τὸν σίδηρον διὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἐργασίας καὶ ἑπομένως αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῆς εἶναι ἀνώτεραι ἢ τῶν ἐρχομένων ἐξ Εὐρώπης. Ἵνα ἐπαρκέσωσιν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς βιομήχανοι, ἢ μᾶλλον, ἵνα συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ προϊόντα τῆς ἐξωτερικῆς βιομηχανίας, ἀναγκάζονται νὰ καταβάλλωσιν ἐργασίαν ἀληθῶς ὑπεράνθρωπον. Οἱ ἐν Τριπόλει διαμείναντες, ἢ ἐκεῖθεν διελθόντες, ἀντελήφθησαν βεβαίως, ὅτι οἱ ἐκεῖσε σιδηρουργοί, ἰδίως κατὰ τὸν χειμῶνα, ἐγείρονται ἀκριβῶς σχεδὸν τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἐργάζονται διαρκῶς καθ’ ὅλην τὴν νύκτα καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν μέχρις ἑσπέρας, πλέον τῶν 16 ὡρῶν καθ’ ἑκάστην, ἵνα δυνηθῶσι διὰ τῆς συντόνου ἐργασίας νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰς τιμὰς τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐμπορευμάτων. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οἱ δυστυχεῖς οὗτοι περιῆλθον εἰς δυσχερῆ θέσιν, καὶ ἡ ἐργασία των περιωρίσθη εἰς ὀλίγα τινὰ προϊόντα τῆς τέχνης, ἰδίως μάλιστα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πετάλων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις διὰ τὰ φορτηγὰ ζῶα. Ἀλλὰ πρό τινος χρόνου καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο κατέστη σχεδὸν ἀδύνατος ὁ συναγωνισμὸς, καὶ τοῦτο διότι τὸ ἐμπόριον κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς σίδηρον καθ’ ὅλα ὅμοιον κατὰ τὰς διαστάσεις μὲ τὸν σίδηρον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται πρὸς κατασκευὴν τῶν πετάλων, εἰς τρόπον, ὥστε δι’ ἁπλῆς ἐξ αὐτοῦ ἀποκοπῆς δύναταί τις νὰ ἔχῃ πέταλον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐντόπιος σιδηρουργὸς ἐκ χονδροῦ σιδήρου διὰ τῆς σφύρας μετὰ πολλῆς δυσκολίας δύναται νὰ κατασκευάσῃ. Ἕνεκα τούτου πράγματι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι περιῆλθον εἰς ἀπελπισίαν. Ὁ σίδηρος οὗτος εἰσάγεται ἀτελής. Ἑπομένως ἡ μόνη ἐλπὶς, ἣν ἔχουσιν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενοι καὶ ἀποζῶντες ἐκ τοῦ ἔργου των, εἶναι, νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ τοιοῦτος σίδηρος ὡς κατειργασμένος, καὶ συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν σίδηρον αὐτοῦ τέλος τι, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ καταστῇ δυσχερεστέρα ἡ εἰσαγωγή του. Ἕνεκα τούτου ὑποβάλλουσιν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, περιέχουσαν πλείστας ὑπογραφὰς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτουσι τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ φθάνουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δέον νὰ εὐδοκήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβάλῃ τέλος τι, δασμόν τινα εἰς τὸν τοιοῦτον σίδηρον, διότι ἂν καὶ φαίνηται ὡς ἀκατέργαστος, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἶναι κατειργασμένος. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ παύσωσιν ἐντελῶς πᾶσαν ἐργασίαν καὶ περιέλθωσιν εἰς πλήρη ἀπελπισίαν. Διὰ τοῦτο, εἰσάγων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν καὶ ἐξεύρῃ μέσον τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς ἐντελοῦς ἀπελπισίας ἀνθρώπους ἐργατικοὺς, ἐντίμους, ἀξίους πάσης προστασίας καὶ διὰ τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῶν καὶ διὰ τὴν ἀκατάσχετον ἐπιμονὴν, διὰ τῆς ὁποίας κατορθοῦσι μέχρι τοῦδε νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν βιομηχανίαν. Ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§62ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τροπολογίαν εἰς τὸν σχετικὸν νόμον, συμφώνως τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνταλμάτων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὸ ἔτος 1889. Θὰ τυπωθῶσι ἀμφότεραι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226–227).
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχ. 30,000 ἐπὶ τοῦ Κεφαλ. 22, φέροντος τίτλον «Ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα ἀντιπροσώπων τῆς Δικαστικῆς καὶ Διοικητικῆς Ἀρχῆς εἰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογὰς Βουλευτῶν καὶ Δημοτικῶν Ἀρχῶν». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 228).
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὸ Προεδρεῖον ἐξέλεξεν Ἐπιτροπὴν, σκοποῦσαν τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου συντάξεως συνοπτικῶν πρακτικῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, χρησίμων, ἵνα δημοσιεύωνται διὰ τῶν ἐφημερίδων. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἔλαβεν ἡ Βουλή, διότι πολλοὶ παρετήρησαν, ὅτι αἱ δημοσιευόμεναι περιλήψεις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν ταῖς ἐφημερίσι περιέχουσι πολλὰς ἐλλείψεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συνῆλθε σήμερον καὶ ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· μὲ ἐπεφόρτισε δὲ, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συμπέρασμα αὐτῆς. Αὕτη πιστεύει, ὅτι αἱ ἀτέλειαι, αἱ παρατηρούμεναι εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἐφημερίδων, προκύπτουσιν ἐκ τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς θέσεως, ἐν ᾗ συντάσσουσι τὰ πρακτικὰ ταῦτα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐφημερίδων. Προτείνει δὲ ὡς πρώτην δοκιμήν, νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου ἓν ἐκ τῶν θεωρείων, τῶν ἄντικρυ τοῦ Προεδρείου, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτοι θὰ δύνανται καλλίτερον νὰ ἀκούωσι καὶ ἀντιλαμβάνωνται τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, νὰ δοθῇ δὲ συνάμα παρὰ τοῦ Προεδρείου πᾶσα ἄλλη εὐκολία εἰς αὐτούς, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου. Ἐὰν δὲ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν παρατηρουμένων ἀτελειῶν, τότε ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν ἄλλων μέτρων, ἅτινα θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖα πρὸς διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν αὐτῶν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χαίρω, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς συμφωνεῖ ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐμὴν γνώμην. Διότι πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἦλθον πρός με τρεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ Συλλόγου τῶν δημοσιογράφων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶπον νὰ παρατηρήσωσι, ποῖον ἐκ τῶν θεωρείων κρίνουσι καταλληλότερον· ὑπεδείχθη δὲ τὸ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον θὰ τροποποιηθῇ, καὶ θὰ λάβωσι θέσιν ἐκεῖ οἱ δημοσιογράφοι, οἵτινες καὶ ἔμειναν πολὺ εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ πᾶσα ἄλλη ἀναγκαία εὐκολία.
§69ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, παρακαλῶ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐγὼ, καὶ ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γ. Γεωργαντᾶ, τοῦ ἀξιοτίμου τούτου συναδέλφου μου, περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης, μάλιστα λίαν περιωρισμένης. Κατόπιν ἐγένοντο διάφοροι προτάσεις, περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ περὶ ἐλαττώσεως ἐν γένει τῶν φόρων, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή....
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία πρότασις τοιαύτη ἐγένετο· ἐγένετο πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν δύο δεκατημορίων.
§71ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριε Καραπάνε. Μή με διακόπτετε. Γενομένης ψηφοφορίας, ἐψήφισα κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, κατὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ὑπερεψήφισα δὲ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γεωργαντᾶ. Καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἐφημερίς, ἡ ὁποία διαβολικῶς...
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ «Χώρα»!
§73ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡ «Χώρα»· ἐφημερίς τις, ἀρτίως ἐκδοθεῖσα, ἡ ὁποία γράφει, ὅτι ἐψήφισα ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γεωργαντᾶ, καὶ ὅτι ἠγέρθησαν καγχασμοὶ, λέγει, καὶ γέλωτες ἐξ ἑκατέρων τῶν μερίδων, ὅτε ἐγὼ ἐψήφισα καὶ εἶπον Ναί. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μνησθῆτε, ἂν πράγματι προέκυψε τοιοῦτος γέλως, ὅτε ἐψήφισα ἐγώ, συνεπὴς εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γεωργαντᾶ. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ, ὅτι δίδω ἀξίαν τινὰ εἰς τὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ἐκ κακοβουλίας γράφουσιν οἱ δημοσιογράφοι, ἵνα συκοφαντῶσι τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἀλλ’ ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰ παράπονα ταῦτα, τὰ δίκαια, ὅπως ὁριστικῶς κανονισθῶσι τὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, διότι ἀληθῶς πλαστογραφοῦνται τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεγόμενα καὶ προτεινόμενα.
§74ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπερεψήφισε τότε τῆς προτάσεώς μου. Δὲν γνωρίζω δὲ, διατὶ παραπονεῖται κατά τινος ἐφημερίδος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράζωμεν παράπονα κατὰ τῶν ἐφημερίδων, καθ’ ἑκάστην δὲν θὰ ἐγίνετο ἴσως ἄλλο τι, ἢ νὰ ἐκφράζωνται τοιαῦτα, καὶ δικαιότατα. Καὶ ἂν ἐξ ἡμῶν τις ἐξέφραζε τὰ παράπονα ταῦτα, δὲν θὰ εἶχε καὶ τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἄλλη ἐφημερίς, εἰς τὸ αὐτὸ ἀνήκουσα κόμμα, ἤθελεν ἐπανορθώσει τὸ ἀδίκημα· ἐνῷ, ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εὑρέθη ἑτέρα ἐφημερίς, ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ «Ἐπιθεώρησις», ἡ ὁποία ἐπηνώρθωσεν, ὅ,τι ἑτέρα ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνακριβῶς ἔγραψεν. Ἑπομένως, ἂν ἐφημερίς τις, ἀρτίως ἐκδοθεῖσα, ἐκ πλάνης ἔγραψεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγραψεν, ἔπρεπε νὰ παρηγορηθῇ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εὑρέθη ἄλλη ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἐξῆρε τὴν συμπεριφορὰν αὐτοῦ ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὧν καθ’ ἑκάστην σχεδὸν οἱ λόγοι παραμορφοῦνται, καὶ ἐκ προθέσεως γράφονται ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων, οὐδεμία ἐκ τῶν ἄλλων ἐφημερίδων, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα, ἀναιρεῖ ταῦτα.
§75ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἂς τὸ δοκιμάσωμεν.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ θεωρήσῃ ὑπάρχουσαν κακοβουλίαν ἐκ μέρους τῶν ἐφημερίδων. Ἀπ’ ἐναντίας ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἐνέργειάν της, πεποιθυῖα ὅτι, οὐχὶ κακοβουλία, ἀλλὰ τὸ ἀκατάλληλον τοῦ χώρου γεννᾷ τὰ ἄτοπα, τῶν ὁποίων ἐλάχιστον εἶναι τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀναφερόμενον. Πιστεύω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς δημοσιογραφίας, τυγχάνοντες πασῶν τῶν εὐκολιῶν καὶ πασῶν τῶν ὑποστηρίξεων ἀπὸ μέρους τοῦ Προεδρείου, θὰ φιλοτιμηθῶσιν, ἵνα πιστότερον καὶ ἀκριβέστερον συντάσσωσι καὶ δημοσιεύωσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§77ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πολὺ ἁπλοῦς ὑπῆρξεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀποδώσας εἰς κακοβουλίαν τὴν εἴδησιν τῶν «Καιρῶν», οἱ ὁποῖοι ἀρτίως ἐξεδόθησαν. Ὑποθέτω, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ κακῶν πληροφοριῶν. Πιστεύω δέ, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν «Καιρῶν», ἡ ὁποία εἶναι γνωστή, θὰ ζητήσῃ πρώτη αὐτὴ νὰ διαψεύσῃ τὸ γραφὲν, καὶ ἱκανοποιήσῃ τὸν κ. συνάδελφον.
§78ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι τοῦτο.
§79ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἐδολιεύθη τις τὴν σύνταξιν τῶν «Καιρῶν», διότι, ὅπως γνωρίζετε, μόλις προχθὲς ἐκδοθεῖσα ἡ ἐφημερὶς αὕτη, δὲν εἶχεν ἴδιον πρακτικογράφον μέχρι τῆς χθές, εἶναι δὲ γνωστόν, τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ πρώτου φύλλου αὐτῆς, ὅτι εἰς πᾶν ἄλλο δύναται ἡ ἐφημερὶς αὕτη νὰ κατέρχηται, ἢ εἰς τοιαῦτα.
§80ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ, καὶ κατέθεσε, τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνήφθη σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἀνδρέου Καμπᾶ διὰ τὴν διετῆ χορηγίαν τῆς νομῆς διὰ τὰ κτήνη τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ συμβολαίου, εἶναι, ὅτι εἶχον λάβει πληροφορίας, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ χαρτοσήμου, ἡ ὁποία βαρύνει, ὡς γνωρίζετε, τὸν χορηγητὴν, δὲν ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς ἀξίας τῆς διετοῦς χορηγίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑβδόμου αὐτῆς. Καὶ πράγματι, ὡς παρετήρησα ἐν τῷ προσαχθέντι συμβολαίῳ, ἐνῷ ἡ ἀξία τῆς διετοῦς χορηγίας ὁρίζεται, κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς 750,000 δραχμῶν, εἰς τὸ συμβόλαιον ὡρίσθη ἡ ἀξία μόνον εἰς 100,000. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ἰσχύοντα, ὅτε ἐγένετο τὸ συμβόλαιον, ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς διετοῦς χορηγίας, θὰ ἐπληρόνετο τέλος χαρτοσήμου 13,250 δραχμῶν, ἐνῷ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἡ ὁποία ὡρίσθη εἰς τὸ συμβόλαιον, ἐπληρώθησαν μόνον 1250 δραχμαί, δηλαδὴ ὑπάρχει διαφορὰ 12 ὅλων χιλιάδων δραχμῶν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ ὠφέλειαν τοῦ Καμπᾶ. Τώρα ἐρωτῶ: δὲν ἤξευρον οἱ συντάξαντες τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, πόση ἦτο ἡ ἀξία τῆς διετοῦς χορηγίας τῆς νομῆς; Βεβαίως τὸ ἤξευρον· διότι εἶχον δεδομένην τὴν ἀξίαν τοῦ χορηγητέου ἀντικειμένου, τὸν μέσον ὅρον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα διαμένουσι διαρκῶς ἐν τῇ φρουρᾷ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, περιπλέον δὲ τὰ δεδομένα τοῦ τελευταίου, καὶ τοῦ προτελευταίου ἔτους. Ἑπομένως δὲν ἠδύναντο, ἢ νὰ γνωρίζωσι. Διατὶ ὥρισαν λοιπὸν τὴν ἀξίαν εἰς 100,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἀξία ἦτο 750,000; καὶ διατὶ ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον μεγάλη, δηλ. 12,000 δραχμῶν; Ἕκαστος δύναται νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ἀφοῦ μάλιστα γινώσκει τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατὰ προηγουμένας συνεδριάσεις ἀναπτυχθέντα ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν χορηγίαν τῆς νομῆς διὰ τὰ κτήνη τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐπεζητήθη ἐπιμόνως ἡ ὠφέλεια τοῦ χορηγητοῦ Καμπᾶ, πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Καὶ δὲν ἔχω μὲν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ πειραθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα, ἀλλ’ ὅστις θέλει νὰ κρίνῃ ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς, κατανοεῖ, ὅτι οὐδεμία βάσιμος καὶ σπουδαία δικαιολογία δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν ἐδῶ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι γίνεται ἐν τῷ συμβολαίῳ μνεία, ὅτι, ἂν ἡ ἀξία τῆς χορηγίας ὑπερβῇ τὰς 100,000 δραχμῶν, ὑποχρεοῦται ὁ ἐργολάβος νὰ πληρώσῃ κατὰ προσθήκην ἀνάλογον τέλος χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη γίνεται, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἦναι ὡρισμένη ἡ ἀξία τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἐν τοιαύτῃ δὲ πάλιν περιπτώσει, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς πραγματικῆς ἀξίας καὶ τῆς κατὰ προσέγγισιν πρέπει νὰ ἦναι ἐλαχίστη, ἤτοι μεταξὺ 100,000 δραχμῶν δύνανται νὰ ἦναι 5 ἢ 10 χιλιάδες δραχμῶν. Βεβαίως ἄρα ἐκ προθέσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐσημειώθησαν ἐν τῷ συμβολαίῳ μόνον 100,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἀξία ἦτο 750,000, καθ’ ἣν προσήγαγε σημείωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μάλιστα διετέλει ἐν γνώσει τῆς ἀληθοῦς ἀξίας ἐξ ὑπαρχῆς, διότι, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ, ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διετοῦς χορηγίας, ἰδοὺ τὶ ἔλεγε, ὅτε ἐγὼ διετεινόμην, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 350 χιλιάδας δραχμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 350,000, ἐνῷ ἡ ὅλη ἀξία τῆς χορηγίας εἶναι 272,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἤτοι 544,070 δραχμῶν διὰ τὰ δύο ἔτη». Καὶ ἦτο μὲν καὶ τοῦτο ἀνακριβὲς, διότι ἡ ἀξία, ὡς εἶπον, ἀνέρχεται εἰς 750,000 δραχμῶν, καὶ ὄχι εἰς 550,000 περίπου, ὡς ἔλεγε πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ αἱ 550 αὗται χιλιάδες ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει, πάλιν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τέλος χαρτοσήμου 10,250 δραχμῶν, καὶ ὄχι 1250, αἵτινες ἐπληρώθησαν.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν εἶπε ταῦτα ἐπιθυμῶν νὰ λάβῃ ἀπάντησιν, καὶ οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν ἐπεθύμει νὰ λάβῃ ἀπάντησιν, διότι αὕτη θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἦσαν ἀνακριβῆ, ὅσα εἶπε περὶ τοῦ ἐργολάβου, ὡς δῆθεν ὑπεκφυγόντος πληρωμήν τινα. Ὁ ἐργολάβος ἐπλήρωσεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ὤφειλε νὰ πληρώσῃ. Ἄλλοτε τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε ὑπὸ συζήτησιν, εἴχομεν δὲ προσαγάγει καὶ τὸν φάκελλον, ἐξ οὗ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐπλήρωσεν εἰς χαρτόσημον, ὅ,τι ὤφειλε νὰ πληρώσῃ. Τὸ ἀρχικῶς καταβληθὲν ποσὸν καθώρισε κατὰ νόμον οὐχὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁ Συμβολαιογράφος, ἐκτιμήσας τὴν πιθανὴν ἀξίαν τοῦ συμβολαίου. Ὁ Συμβολαιογράφος δὲ εἶχε συμφέρον νὰ προσδιορίσῃ ἀνώτερον ποσὸν, διότι θὰ ἐλάμβανε ποσοστὸν μεγαλύτερον, ἀλλ’ οὗτος ἀνέγραψε ποσὸν 100,000 δραχμῶν, ἐπιφυλάξας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὰ τοῦ χαρτοσήμου, ἂν ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τῆς ἐκτιμήσεως ἐπὶ ταῖς ἑκάστοτε γινομέναις πληρωμαῖς. Διατὶ δὲ ὁ Συμβολαιογράφος δὲν ἔγραψε μεγαλειτέραν ἀξίαν; Διότι, μὴ ὄντος ἐκ προοιμίων γνωστῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, ἅτινα θὰ διετρέφοντο ἐν Ἀθήναις, ἔδει νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ προμήθεια ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ πιθανῷ ὅρῳ, ἕνεκα τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἀποδόσεως τῶν εἰς χαρτόσημον καταβληθέντων, ἂν ἡ προμήθεια δὲν ἐξισοῦτο πρὸς τὸν ὅρον τῆς ἐκτιμήσεως. Εἶχον ὑποθέσει, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει περὶ τούτου, ἀλλ’ ὅτι ἤθελε νὰ πληροφορηθῇ, μὴ ὁ ἐργολάβος διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ὠφελήθη ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν προσθέτων τελῶν, διότι ὡς πρὸς ταῦτα ὁ νέος νόμος εἶναι εὐνοϊκώτερος τοῦ παλαιοῦ· ἀλλὰ, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ κρατήσεις ἐπὶ τῶν εἰς τὸν ἐργολάβον πληρωμῶν, γίνονται κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, διότι ἡ ὀφειλὴ ἤρτηται ἐκ τοῦ συμβολαίου, οὗτινος ἡ χρονολογία κανονίζει τὸν νόμον, καθ’ ὃν λογίζονται τὰ συμπληρωματικὰ ποσὰ ἐπὶ ἑκάστης πληρωμῆς, τουτέστι καταβάλλει ὁ ἐργολάβος τὰ συμπληρωματικὰ ταῦτα ποσὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς προοδευτικῆς κλίμακος, ἥτις ἴσχυεν, ὅτε τὸ συμβόλαιον ὑπεγράφη.
§82ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε πρὸς ἡμᾶς, ὡσὰν νὰ μὴ ἐγνωρίζομεν, πῶς συντάσσονται τὰ συμβόλαια, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Συμβολαιογράφος δὲν ὥρισε τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Προσέθηκεν, ὅτι ὁ Συμβολαιογράφος ὁρίζει ἑκάστοτε τὴν ἀξίαν τῆς συμβάσεως μονομερῶς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἡ ἀξία ὁρίζεται ἐκ συμφώνου ὑπὸ τοῦ Συμβολαιογράφου καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, ὅσα εἶναι συμβαλλόμενα, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ παρέστησαν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου οἱ Ἀριστομένης Γαλάνης ταγματάρχης, Δημήτριος Γεωργαντᾶς λοχαγὸς, καὶ Ἰωάννης Ἀργίτης ὑπολοχαγὸς, ἅπαντες οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί. Αὐτοὶ οἱ κύριοι δὲν ἐγνώριζον ἆρά γε, ὅτι ἡ ἀξία τῆς νομῆς διὰ τὰ δύο ἔτη ἦτο 750,000 δραχμῶν, καὶ ὄχι 100,000 μόνον; ...
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἂν διετάσσετο ὁ στρατὸς ν’ ἀναχωρήσῃ, τί θὰ ἐγίνετο;
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φρουρὰ τῶν Ἀθηνῶν δὲν φεύγει· ἄλλως δὲ τὰ τοιαῦτα ἐνδεχόμενα εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐργολάβων.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠδύναντο νὰ μείνωσι χίλιοι ἄνδρες καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἀναχωρήσουν.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπερίμενον ἄλλην ἀπάντησιν, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῆτε σεῖς, ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι σεῖς τὰ παραδέχεσθε ὅλα, ὡς ὀρθά.
§87Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ σεῖς, ὡς μὴ ὀρθά. Εἰς τὰ συμβόλαια, τὰ συντασσόμενα, πρέπει νὰ ὁρίζηται καὶ ἡ ἀξία εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα ὑπάρχῃ διαφορά, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις.
§88ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι, ὅταν γίνηται σύμβασις, πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ ἀξία τοῦ χαρτοσήμου· ἀδιάφορον δὲ, ἂν δι’ οἱονδήποτε κατόπιν λόγον δὲν πραγματοποιηθῶσιν ὁλοσχερῶς οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως. Τοῦτο, ὅπως εἶπον, βαρύνει τὸν ἐργολάβον.
§89ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ τῶν προτέρων ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἦσαν 2,000 ζῶα· ἀλλ’ ἂν ἐδίδετο διαταγὴ νὰ ἀναχωρήσουν, καὶ ὁ ἐργολάβος δὲν ἔδιδε τροφὴν, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τὸ χαρτόσημον;
§90ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπερίμενα ἄλλην ἀπάντησιν.
§91ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ πῶς! μᾶς νομίζετε τόσον ἁπλοϊκοὺς, ὥστε νὰ νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχάρισεν εἰς τὸν Καμπᾶν 10,000 δραχμὰς;
§92ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ πωλήσητε ἐκδούλευσιν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα διὰ τὸν Πρωθυπουργόν.
§93ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν χάριν λοιπόν;
§94ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, ὧν σᾶς ἀνέγνωσα τὰ ὀνόματα, καὶ οἵτινες ἀπολαύουσιν ἀπολύτου εὐνοίας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις τοὺς ἔχει ὑπὸ τὴν προστασίαν του.
§95ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κάμε καλὰ λοιπὸν μὲ ἐκείνους.
§96ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις διακρίνεται ἐπὶ νοημοσύνῃ, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνα, ἃ προηγουμένως εἶπε. Βεβαίως ἔπραξε τοῦτο, διότι ἀγνοεῖ τὸν μηχανισμόν, καθ’ ὃν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ συμβόλαια φορολογοῦνται, συμβόλαια τουτέστι διὰ χορηγίας, συναπτόμενα μετὰ τοῦ Δημοσίου. Πρόκειται περὶ χορηγίας, ἥτις στηρίζεται εἰς πιθανότητας. Τὸ Δημόσιον συμβάλλεται νὰ πληρώσῃ τόσον χόρτον, ἀλλά πόσα κτήνη ἐν Ἀθήναις θὰ εὑρίσκωνται, ἵνα καταναλωθῇ τὸ χόρτον αὐτό, ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἶναι βέβαιον. Εἰς τοιαύτην χορηγίαν τί γίνεται; Συνηθέστατα, ἢ μᾶλλον πάντοτε σχεδόν, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ὁ κατώτατος ὅρος, ὅτι τουτέσσι τόσον ποσὸν ἀσφαλῶς θὰ καταναλωθῇ, καὶ ἐπιβάλλεται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀσφαλοῦς ποσοῦ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, μέχρι δὲ ἐξαντλήσεως τοῦ ποσοῦ, ὃ διὰ τοῦ συμβολαίου φορολογεῖται, τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐντάλματα φορολογοῦται κατὰ τὴν ἐξόφλησιν μὲ 50 λεπτῶν χαρτόσημον. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ κατανάλωσις προβῇ περαιτέρω, καὶ ὁ χορηγητὴς δικαιωθῇ νὰ λάβῃ πλείονα χρήματα, χαρίζεται ἆρά γε τὸ περιπλέον; Παντάπασιν· οὐ μόνον δὲν χαρίζεται ἐν τῇ πράξει, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὅρους τῶν συμβολαίων, ἰδίως ἐν τῷ προκειμένῳ, συνομολογεῖται ῥητῶς, ὅτι, ἂν τὸ ποσὸν τοῦ χορηγηθησομένου πράγματος ὑπερβῇ τὸ φορολογηθὲν διὰ τοῦ συμβολαίου ποσὸν, ὁ χορηγητὴς εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐνταλμάτων θὰ πληρώσῃ τὸ ἀνάλογον χαρτόσημον ἐπὶ τοῦ πέραν τοῦ φορολογηθέντος. Ὅταν τοιαύτη ἐξασφάλισις λαμβάνηται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος δύναται νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ὁ χορηγητὴς ἔλαβε δωρεὰν παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ πῶς δύναται νὰ ἔρχηται ἐλέγχων καὶ Κυβέρνησιν καὶ πλειονοψίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ καταχρήσεσιν ἰδανικαῖς.
§97ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς γίνεται ἡ ἐξέλεγξις;
§98ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμίου. Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὥστε ὁ Κεντρικὸς Ταμίας νὰ πληρώσῃ ἔνταλμα χωρὶς νὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον τοῦτο περιλαμβάνεται εἰς τὸ φορολογηθὲν διὰ τοῦ συμβολαίου ποσὸν, ἢ εἶναι πέραν τούτου; Ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ τῶν τοιούτων συμβολαίων· ὁ Ταμίας καταρτίζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμβολαίου κατάστασιν, ἵνα ἴδῃ πόσα ποσὰ ἐνετάλησαν εἰς βάρος τοῦ φορολογηθέντος ποσοῦ διὰ τοῦ συμβολαίου, καὶ διὰ πᾶν ποσὸν, ὅπερ εἶναι πέραν τοῦ φορολογηθέντος, θὰ ἐπιβάλῃ τὸ ἀνάλογον τέλος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ζήτημα προέκυψε μόνον, ἂν οἱ χορηγηταὶ θὰ καταλογισθῶσι νὰ πληρώσωσι φόρον χαρτοσήμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νόμου, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συμβάσεως, καὶ τὸ ζήτημα ἐλύθη κατὰ τῶν χορηγητῶν, ὑποχρεωθέντων νὰ πληρώσωσι χαρτόσημον ἐπὶ τῶν περιπλέον ποσῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1885, τοῦ καθιερώσαντος τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ διαμφισβητήσωσιν οἱ χορηγηταὶ τοῦτο· ἀλλὰ τέλος ἡ λύσις ἐδόθη ταμιευτικῶς, διότι σήμερον βεβαιοῦται φόρος κατὰ τὸν παλαιὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον, ὅστις ἔπαυσεν ἰσχύων. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἐπίσημος βεβαίωσις, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δεδομένη, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη ταμιευτικώτερον τοῦ πρέποντος, εἶναι ματαιοπονία ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν μὲ τοιαύτας ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ φαντασιώδει δωρεᾷ, ἐνῷ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ταμιευτικῶς σκεπτομένη, φορολογεῖ αὐστηρῶς τοὺς τοιούτους χορηγητάς, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, αὐστηρότερον τοῦ πρέποντος.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε λήξει ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ἐπερώτησις, ἣν εἶχον προβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐν Τριπόλει πολιτῶν, τὴν ὁποίαν τὸ Τηλεγραφεῖον Τριπόλεως ἠρνήθη νὰ μεταβιβάσῃ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, ἀνέγνων αὐτά, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὁ διευθύνων τὸ Τηλεγραφεῖον Τριπόλεως δὲν ἐνήσκησε νόμιμον δικαίωμα, ἀρνηθεὶς νὰ μεταβιβάσῃ τὴν δοθεῖσαν ἀναφορὰν εἰς Ἀθήνας. Ὅτι δὲ δὲν ἐνήσκησε νόμιμον δικαίωμα, ἐξάγεται πρῶτον ἐκ τοῦ κειμένου τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, διότι ἀντίγραφον αὐτῆς κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός· δεύτερον ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἰδίου τηλεγραφητοῦ, κατὰ τὸ κείμενον τῆς ὁποίας, «οὗτοι (οἱ ἀποστολεῖς) ἠρνήθησαν νὰ παραδώσουν εἰς αὐτὸν τὴν ἀναφοράν, ὡς ἠρνήθησαν χθὲς νὰ στέρξωσιν, ὅπως αὕτη τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ νόμου ΑΦϚʹ». Ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς τὸ κείμενον τῆς ἀναφορᾶς, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸ Τηλεγραφεῖον; Ἄς ἐξετάσωμεν. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου διατάσσει ταῦτα (ἀναγινώσκει:) «Ἀπαγορεύεται ἡ μεταβίβασις τηλεγραφημάτων, ὧν τὸ περιεχόμενον προφανῶς ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἠθικήν. Τὰ δὲ Τηλεγραφεῖα δηλοῦσι παραχρῆμα τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῶν εἰς τοὺς ἀποστολεῖς ἢ κομιστάς, οἵτινες, ἂν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἀποστολήν των, δύνανται νὰ προκαλέσωσιν, ἐν μὲν τῇ Πρωτευούσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἀλλαχοῦ δὲ τὴν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτῆς, τοῦ Εἰρηνοδίκου». Λοιπὸν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ Τηλεγραφεῖον τὴν γνώμην τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς; Ἀντέβαινεν ἡ ἀναφορὰ εἰς τὰ δημόσια ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν; Καὶ ἂν ἡ ἀναφορὰ δὲν ἀντέβαινεν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, οὔτε εἰς τὴν ἠθικήν, πῶς ἐφρόνει, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν γνώμην τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ διατὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ ἠρνήθη τὴν μεταβίβασιν; Τί ἐγράφη ἐν τῇ ἀναφορᾷ; Ἀκούσατε καὶ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Μεταδοθεῖσα ἐπιψήφισις ἐπιχορηγήσεως Σπάρταλη καὶ συντροφίας, ὑπὸ περιστάσεις καὶ προηγούμενα καταπιέσεως ξένων, ἐξυβρισάντων ἐν τῇ πιέσει τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον Ἔθνος ἰδιοτελῶς, ἐν ἐποχῇ μάλιστα, καθ’ ἣν ὁ λαός, δυσπραγῶν, στενάζει ὑπὸ τὸ βάρος φορολογίας καταπιεστικῆς καὶ ἀδίκου, ἀλγεινὴν ἐνεποίησεν εἰς πάντας ἐντύπωσιν. Πλειοψηφία Βουλῆς, ὑπερακοντίσασα ἐσκαμμένα ἐν ἐπιψηφίσει ἐξευτελιστικοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη, δὲν ἐξεπροσώπευσε γενναῖον φρόνημα καὶ Ἔθνους καὶ Βασιλείας. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑμέτερον δικαίωμα ἀρνησικυρίας δύναται σῶσαι Ἔθνος ἀπὸ τὸν περίγελων κόσμου». Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ Πρωθυπουργός, εἶναι, ὅτι τὸ κείμενον τῆς ἀναφορᾶς ἐνδεχόμενον νὰ ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ὑβριστικόν. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχήν, αὕτη ἤθελε πέμψει αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦτο δὲ ἦτο πάντοτε ἐν καιρῷ νὰ πέμψῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως καταδιωχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξύβρισαν. Ἀλλ’ ἡ δημοσία ἠθικὴ δὲν ἠνωχλεῖτο παντάπασι, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἠπειλεῖτο ἡ δημοσία τάξις ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ὅπως ὁ τηλεγραφητὴς ἀρνηθῇ τὴν μεταβίβασιν, ὁ δὲ τηλεγραφητὴς, ἀξιώσας νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, παρέβη τὸν νόμον. Ταῦτα εἶπον, διότι κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν. Ταῦτα δὲ λέγω σήμερον, διότι ἀξιῶ νὰ τιμωρηθῇ ὁ τηλεγραφητής. Λαμβάνω ὅμως τὴν ἀφορμὴν ἐκ τούτου, ὅπως συστήσω νὰ ἐκδοθῇ γενικὴ διαταγὴ εἰς ὅλους τοὺς τηλεγραφητὰς, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐξηγηθῇ εἰς αὐτοὺς, πότε πρέπει νὰ ἀρνῶνται τὴν μεταβίβασιν τηλεγραφημάτων, ὅπως μὴ ἐκτείνωσι τὸ δικαίωμα αὐτῶν πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος προσδιώρισε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§101ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συγκατατεθῇ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ὁ περὶ στρατολογίας νόμος. Εἰς τὴν πρότασιν δὲ ταύτην προβαίνω, ὄχι διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιλαμβάνονται καὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ προέβαλον, ἀλλὰ διότι τὸ θεωρῶ κατεπεῖγον. Εἶναι δὲ, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κἄπως καὶ φορολογικὸν, καὶ πάντα τὰ φορολογικὰ προτάσσονται τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθόσον δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, αἱ κληρώσεις τοῦ τρέχοντος ἔτους τῶν στρατευσίμων θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τοῦ ὁποίου τὰς διατάξεις πάντες εὕρομεν πλημμελεῖς. Διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καίτοι φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι ἀναπόφευκτον νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ πάλιν, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν της, ψηφιζομένου ἤδη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐχ ἧττον συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν ἐπάνοδον τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσωμεν αὐτό. Εἶπον δὲ, ὅτι θέλομεν προτάττει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια, εἰς ἃ δὲν θὰ γίνηται ἀντίῤῥησις, διότι ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νομίζω, ὅτι σπουδαία ἀντίῤῥησις δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Συμφωνῶ ἄρα, ὅπως προτάξωμεν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἔτι συνεδρίασιν, διότι, ψηφιζομένου αὐτοῦ, δυνάμεθα εὐθὺς ἤδη νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς διατάξεις του, ὧν καὶ σήμερον παρουσιάζεται ἀνάγκη ἐκτελέσεως. Ἐὰν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀναβολὴ ἐπάγεται ζημίαν τῶν στρατευσίμων.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν, νὰ ταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν τάξιν, εἰς ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσδιορίζει. Ὅ,τι ὅμως δὲν παραδεχόμεθα, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν νὰ τὸ δηλώσωμεν, εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον προήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἤτοι δὲν συναινοῦμεν νὰ διερχώμεθα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ψηφίζωμεν τὰ νομοσχέδια, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Τὴν τακτικὴν ταύτην δὲν δεχόμεθα, διότι δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμόν. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ πλειοψηφία, θέλομεν δὲ συζητεῖ κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ ἐμὴ γνώμη συμφωνεῖ πρὸς τὸν Κανονισμὸν, καὶ οὐχὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ· διότι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν σειρὰν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κατόπιν ὅμως τοῦ καταρτισμοῦ ταύτης δύναται, ἐκ λόγων ἄλλων, ἡ Βουλή, προκαλουμένη ὑπὸ 10 Βουλευτῶν, νὰ προτιμήσῃ ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲ προανήγγειλα, τίνα νομοσχέδια ἡ πλειοψηφία εἶναι διατεθειμένη, ἵνα προτάξῃ. Ἐὰν ἐπὶ νομοσχεδίου τινὸς πρόκηται νὰ γενῇ μακρὰ συζήτησις, θὰ προτείνωμεν τὴν πρόταξιν ἑτέρων, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἤδη προτείνομεν, ἵνα προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τί ἄλλο ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅπως ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζηται τὴν προτεραίαν, ἢ ὅπως λαμβάνωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταὶ, ποῖα νομοσχέδια θέλουσι συζητηθῆ τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ κατασταθῶσιν ἕτοιμοι νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως; Ἀλλ’ ἐὰν αὔριον ἐν τῇ συνεδριάσει, ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ ἀριθμὸν 8, προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθμὸν 30, ποῦ γνωρίζομεν ἡμεῖς, ἂν ἐπ’ αὐτοῦ θέλωμεν ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ αἱ μελέται ἡμῶν δὲν ἐξετάθησαν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 30 τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Τὰ ἀναγινωσκόμενα νομοσχέδια προκαλοῦσι συζήτησιν, ἑπομένως πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 31 νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν προκαλεῖ συζήτησιν. Καὶ γνωρίζομεν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 31 δὲν προκαλῇ συζήτησιν; Μήπως δυνάμεθα νὰ μελετῶμεν καὶ τὰ 64 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει; Ἡμεῖς μελετῶμεν τὰ 8, 10, 12 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι κατὰ σειρὰν πρῶτα ἀναγεγραμμένα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς συνεδριάσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν. Βεβαίως ἡ πλειοψηφία δύναται τὰ πάντα νὰ πράξῃ· μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἀπόφθεγμα, «ἡ Βουλὴ τὰ πάντα πράττει», ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πράττῃ τὰ πάντα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἐπιθυμεῖτε; νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δι’ αὔριον.
§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ δασμολογίου.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τοῦτο δεχόμεθα νὰ προταθῇ, ἀλλ’ ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι γίνεται μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, βεβαίως θέλει ἐγκαταλειφθῆ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως καὶ ἐπικυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου χθὲς, ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης τὸ δρομολόγιον τῆς Ἑταιρίας Λόϋδ. Τοῦτο κατατίθεται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἠρωτήθην προσέτι, διὰ τίνα λόγον, προκειμένου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ἐν ἄρθρῳ 9 γίνεται λόγος μόνον περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ δρομολογίου. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ ὑπηρεσίας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, μὴ ἐχούσης τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, συνομολογοῦντες σύμβασιν μετ’ αὐτῆς, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, προκειμένου δὲ περὶ ὑπηρεσίας ἐξωτερικῆς, ἔχομεν τὴν σύμβασιν τὴν διεθνῆ τῆς Βέρνης, ἥτις ἐν ἄρθροις 3, 4, καὶ ἑπομένοις ὁρίζει τὰς ὑποχρεώσεις τῶν συμβληθεισῶν Ἐπικρατειῶν, ἡ δὲ Ἑταιρία τοῦ Λόϋδ, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἶναι ταχυδρομικὴ Ἑταιρία, ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Αὐστροουγγρικοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ εἰδικὴ συνομολόγησις περὶ τούτου τοῦ θέματος· τοῦτο δὲ εἶναι ἐξηγημένον μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δέν μοι φαίνονται καθ’ ὅλα ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ συνθήκη καθιερώνει τὰ δικαιώματα τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταφορᾶς, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ συνθήκης μεταξὺ δύο Κυβερνήσεων. Ἂν δὲ ἡ Ἑταιρία Λόϋδ ἔχῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποτάσσηται εἰς αὐτὴν, τοῦτο δὲν τὴν ἐμποδίζει νὰ ᾖ Ἑταιρία ἰδιωτικὴ καὶ ἀνεξάρτητος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς μὲ ἄλλας Κυβερνήσεις, αἵτινες διέπονται ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτῆς, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἀλληλεθνῶν συμβάσεων. Αὐτὴ δὲ μόνη ἡ προσθήκη τῶν λέξεων «ἐν τῷ ἐσωτερικῷ», αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἄλλαις συμβάσεσιν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὑφίσταται περιορισμὸς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρίας ταύτης. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπίσημος δήλωσις τῆς Ἑταιρίας Λόϋδ, ἀναγνωρίζουσα, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν λέξεων «ἐν τῷ ἐσωτερικῷ» δὲν περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵν’ ἀποστείλῃ δι’ αὐτῆς τοὺς ταχυδρομικούς της φακέλλους καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τότε δὲν ἔχω παρατήρησίν τινα.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ σύμβασις ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἴπομεν, συνωμολογήσαμεν δὲ εἰδικὸν ὅρον περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀκριβῶς τοῦτο ἦτο ὑπὸ συζήτησιν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς Ἑταιρίας Λόϋδ. Ἡ Ἑταιρία μάλιστα αὕτη, μετὰ τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως, ἠρνήθη ἐπί τινα χρόνον νὰ μεταβιβάζῃ τοὺς σάκκους ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ ἐκ τούτου ὑπέπεσεν εἰς κινδύνους, οἵτινες ἠνάγκασαν ἐπὶ τέλους αὐτὴν ἐν τῇ διαπραγματεύσει μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποταχθῇ. Ὅτε συνωμολογήθη ἡ σύμβασις αὕτη, ἐλήφθη ἡ πρόνοια νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μεταφορὰ τοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ταχυδρομείου, διότι, προκειμένου περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρία Λόϋδ, ἥτις ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα, ἀλλὰ καὶ θεωρεῖται ἐξάρτημα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας τῆς Αὐστροουγγαρίας, καὶ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Αὐστροουγγρικοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ συμβληθεῖσαι ἐν Βάρνῃ, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὰ ἀτμόπλοια αὐτῶν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων τῶν ἑτέρων Κυβερνήσεων.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς συνθήκης τῆς Βέρνης δύνανται νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν Λόϋδ, νὰ μεταφέρῃ τοὺς σάκκους τοῦ Ἑλληνικοῦ ταχυδρομείου ἐξ ἑνὸς Ἑλληνικοῦ λιμένος εἰς ἄλλον λιμένα Τουρκικὸν, ὅταν διὰ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῆς συμβάσεως ἀπεκδύηται τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως. Ἐνδέχεται νὰ φέρῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταφέρῃ αὐτοὺς ἐξ Ἑλλάδος εἰς Αὐστρίαν, ἐξ Ἑλλάδος ὅμως εἰς Τουρκίαν, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ φέρῃ αὐτὴν, μετὰ τὴν περιοριστικὴν διάταξιν τῆς συζητουμένης συμβάσεως.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην περιοριστικὴν ἔννοιαν ἡ λέξις αὕτη.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἐποίησα ἤδη ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, σχετικῶς πρὸς τὴν βλάβην, ἥτις δύναται νὰ προσγίνῃ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἡμῶν, ἂν ἡ Ἑταιρία Λόϋδ δικαιῶται νὰ ἀναστείλῃ τοὺς πλόας αὐτῆς καὶ καταργήσῃ τὰ ταξείδιά της, ὑπὸ μόνον τὸν ὅρον, ν’ ἀνακοινώσῃ τοῦτο πρὸ 15 ἡμερῶν. Τί σκέπτεται περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός;
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους συνεβλήθημεν, ὑπὸ ἄλλους ὅρους δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συμβληθῶμεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1889, καὶ εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–14).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, καὶ ὅπως δεικνύει καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἅτινα πρόκειται νὰ γίνωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ ἔτη πολλά, ἑπομένως δὲν ἐννοῶ τὴν βίαν, τοῦ νὰ ψηφίσητε ἀπὸ τοῦδε τὴν ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου μέχρι 12,000,000· βλέπω δὲ ἐν τῇ περὶ τούτου διατάξει τοῦ ἄρθρου 15 τὴν προετοιμασίαν συνδυασμοῦ τινος, ἀναλόγου μὲ τὸν συνδυασμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κατασκευάζεται ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν. Ἕνεκα τούτου, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἄδεια ἀμέσου συνομολογήσεως 12,000,000 δανείου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν συνομολογηθῇ, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, διότι βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ μείνῃ νεκρὸν, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ὅρων τῆς κατασκευῆς τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ συνομολογηθῇ ὁλόκληρον εὐθὺς, ἀλλ’ εἰς δόσεις, ὅπως καὶ ἐγένετο· ἔχομεν ἤδη συνεννόησιν πρὸς τὴν Τράπεζαν.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίσωμεν καλλίτερον τὰ περὶ τούτου.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο ἤδη συνεννόησις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη πραγματοποιήσῃ μὲν τὸ δάνειον τῶν 12,000,000, ἀλλὰ κατὰ δόσεις, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη· πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου, ἡ πραγματοποίησις ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνηται πολὺ πέραν τῆς ἀμέσου ἀνάγκης, διότι, ἐὰν τυχὸν λάβωμεν χρήματα περισσότερα τῶν εὐθὺς δαπανηθησομένων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαθέσωμεν αὐτὰ ἀλλαχοῦ, ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἤθελον μείνει ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ Δημοσίου νεκρὰ, θὰ ὑφίστατο τὸ Δημόσιον ζημίαν· πρέπει ὅμως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Ἐκτελεστικήν, ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιῇ τὸ δάνειον πέραν τῆς ἀνάγκης, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὑποβάλλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐκ τῆς ἀργίας τοῦ χρήματος ζημίαν.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε τὸ δάνειον νὰ συμφωνηθῇ ἐπ’ ἀνοικτῷ λ)σμῷ.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ ἐπὶ ἀνοικτῷ λ)σμῷ, διότι ἡ Τράπεζα δὲν χορηγεῖ ἤδη τοιαῦτα δάνεια, ἀλλὰ θὰ συνομολογηθῇ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς πραγματοποιήσεως κατὰ δόσεις.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου δὲν θὰ βαρύνωσι τὸ Δημόσιον, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον πραγματοποιεῖται τὸ δάνειον ποσόν.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον πραγματοποιοῦνται αἱ δόσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως 3,208,978 δραχμῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῶν πιστώσεων τούτων, ὅπως ψηφισθῶσι σὺν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889. Τοῦτο ζητῶν καὶ σήμερον, νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης προτάσεώς μου. Δὲν θὰ συζητήσω τὰ κονδύλια καὶ τὰς λεπτομερείας τῶν πιστώσεων τούτων, ἐπιφυλαττόμενος νὰ πράξω τοῦτο, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εὐαρεστηθῶσι νὰ δώσωσι τὰς πληροφορίας, ἃς πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα. Τὴν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψήφισιν τῶν πιστώσεων τούτων θεωρῶ ἀναγκαίαν, ἕνεκα λόγων γενικωτέρων, σχετιζομένων μὲ θεμελιώδεις διατάξεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, μὲ τὴν κανονικὴν λειτουργείαν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ μὲ τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ψηφιζόμεναι, καθ’ ὃν τρόπον ὑποβάλλονται, αἱ πιστώσεις αὗται, καθιεροῦσιν ἀρχὴν, ἀντιβαίνουσαν εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ δυναμένην νὰ φέρῃ ἐπιβλαβῆ σύγχυσιν καὶ πλάνην εἰς τὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 60 λέγει ῥητῶς: «ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸν Ἀπολογισμόν». Τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ἀναπτύσσει καὶ συμπληροῖ ὁ Λογιστικὸς Νόμος. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ δημόσια ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως προσδιορίζονται διὰ τῶν ἐνιαυσίων οἰκονομικῶν νόμων, καὶ ἀποτελοῦσι τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.» Τὸ ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Ὁ γενικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ψηφίζεται καὶ κυροῦνται ἐντὸς τῆς Συνόδου, τῆς ληγούσης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου φέρει τὸ ὄνομα ὁ Προϋπολογισμός.» Τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Ὁ οἰκονομικὸς νόμος χορηγεῖ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις διὰ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως, τὰ πληρονόμενα ἐκ τῶν χρηματικῶν πόρων, τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων». Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ἐξάγεται καθαρῶς, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος καθιεροῦσι τὸ ἑνιαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν· ὀρθῶς δὲ καὶ σοφῶς σκεπτόμενος ὁ νομοθέτης, καθιέρωσε τοῦτο, καὶ δὲν παρεδέχθη τὴν ὕπαρξιν ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος παραδέχεται ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν αὗται, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῶν, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁρισθείσας εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἡ δὲ ἐπικύρωσις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 17.» Ὅθεν ἔκτακτοι πιστώσεις εἰσὶν ἐκεῖναι, αἵτινες χρησιμεύουσι πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, ἀναφανεισῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδαμοῦ δ’ ὁ Λογιστικὸς Νόμος παραδέχεται τὴν ψήφισιν τοιούτων πιστώσεων πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδαμοῦ δ’ ὁ νόμος οὗτος παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν γενικοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, χρησιμεύοντος πρὸς ἀναγραφὴν ἐν αὐτῷ δαπανῶν, ἃς κατ’ αὐθαίρετον κρίσιν ἠθέλομεν χαρακτηρίσει, ὡς μὴ ἀνηκούσας εἰς τὸν γενικὸν καὶ ἑνιαῖον Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ δικαιολογία, ἥτις χρησιμεύει πρὸς σύνταξιν ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, μὴ ἐπαναλαμβανόμεναι κατ’ ἔτος, καὶ αἵτινες πρέπει νὰ διακριθῶσι τῶν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανομένων. Ἡ δικαιολογία αὕτη εἶναι ἁπλοῦν σόφισμα. Ὡς τοιοῦτον δὲ ἀναγνωρίζεται σήμερον παρὰ παντὸς, κηδομένου τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι πλεῖσται δαπάναι, μὴ ἐπαναλαμβανόμεναι, ὅμοιαι καὶ αἱ αὐταί, αἵτινες ὅμως ἐναλλὰξ καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀμοιβαδὸν ἐπαναλαμβάνονται κατ’ ἔτος ἄνευ διακοπῆς. Ὅπως πεισθῶμεν περὶ τούτου, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθωμεν τῆς χώρας ἡμῶν, ἢ ν’ ἀναδράμωμεν εἰς ἀπομεμακρυσμένην ἐποχήν· οἱ τελευταῖοι Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν μᾶς παρέχουσι τὴν ἀπόδειξιν. Κατὰ τὸ 1887 εἴχομεν τοιαύτας δαπάνας, καὶ ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὰς εἰς τοὺς σιδηροδρόμους δοθείσας χιλιομετρικὰς ἀποζημιώσεις. Κατὰ τὸ 1888 εἴχομεν, ἐκτὸς τούτων, τὴν περίφημον πίστωσιν Σπάρταλη καὶ ἄλλας. Κατὰ τὸ 1889 ἔχομεν τὰς δαπάνας διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Παγκόσμιον Ἔκθεσιν, διὰ τὴν μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ κλπ. Κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891 θὰ ἔχωμεν ἄλλας ὁμοίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν Ἔθνος, ἀναπτυσσόμενον καὶ μὴ θέλον νὰ ἀναστείλῃ τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ν’ ἀποφύγῃ τὰς τοιαύτας δαπάνας. Θὰ ἔχῃ πάντοτε κατ’ ἔτος, εἴτε νὰ κατασκευάσῃ γέφυραν, εἴτε νὰ μελετήσῃ τὴν κοίτην ποταμοῦ, εἴτε νὰ διορθώσῃ πορθμὸν, εἴτε νὰ ἐγείρῃ δημόσιον κτίριον, εἴτε νὰ συμπληρώσῃ τὸν στρατιωτικὸν αὐτοῦ ὀργανισμόν. Ἡ ἀνάγκη τῆς προόδου ἐπιβάλλει εἰς πάντα τὰ Κράτη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑφίστανται δαπάνας, χρησίμους πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς συγκοινωνίας, τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως καὶ τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Αἱ τοιαῦται δαπάναι ἐπαναλαμβάνονται μετὰ τόσης τάξεως καὶ ἐπιμονῆς, μεθ’ ὅσης ἴσως δὲν ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ τὴν συντήρησιν τῶν διαφόρων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, αἱ χαρακτηριζόμεναι ὡς τακτικαί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλὰ Κράτη διακρίνουσι τὰς τοιαύτας δαπάνας καὶ κατατάττουσιν αὐτὰς ἐν ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ. Τὰ Κράτη ὅμως, τὰ παραδεχθέντα τοῦτο, ὥρισαν νομοθετικῶς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως καὶ ἐξελέγξεως τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ βάσεσι σχεδὸν ὁμοίαις πρὸς ἐκείνας, αἵτινες χρησιμεύουσι πρὸς σύνταξιν, συζήτησιν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν τακτικῶν αὐτῶν Προϋπολογισμῶν. Ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς ἔχει τὰ ἔσοδά του, τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰ περισεύματα αὐτοῦ. Ὡς ἔσοδα ἔχει τὰ περισσεύματα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁσάκις οὗτος ἀφίνῃ τοιαῦτα, καὶ τὰ δάνεια. Καὶ τὰ Κράτη δὲ, τὰ νομοθετικῶς παραδεχθέντα τὴν ὕπαρξιν ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἀνεγνώρισαν ταχέως τὰ ὀλέθρια αὐτοῦ ἀποτελέσματα, Πανταχοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς χρησιμεύει ὡς ἀφορμὴ πλάνης καὶ συγχύσεως περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Καὶ οἱ συντάσσοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ οἱ μελετῶντες καὶ οἱ συζητοῦντες αὐτὸν, καὶ ἡ κοινωνία ἐν γένει ἐξοικειοῦνται μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ ἀναφερόμεναι, ἔχουσι κἄτι τι τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ παροδικὸν, καὶ δὲν βαρύνουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον πάγιον καὶ σταθερόν. Ὑπὸ τοιαύτην δ’ ἐντύπωσιν νομίζουσιν, ὅτι τὰ ἐν τοῖς τακτικοῖς Προϋπολογισμοῖς ἀναφερόμενα παριστῶσι τὴν ἀληθῆ καὶ παγίαν κατάστασιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες πανταχοῦ ἀρέσκονται εἰς ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, μεταφέρουσι συνήθως ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν ἔκτακτον τὰς δαπάνας, ἃς δι’ οἱονδήποτε λόγον δύνανται νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς ἐκτάκτους. Αἱ Βουλαὶ δὲ καὶ ἡ κοινωνία τότε μόνον αἰσθάνονται τὸ ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων ἐπιβαλλόμενον βάρος, ὅταν αὗται συντρίψωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Θὰ περιορισθῶ ὅμως εἰς πρόσφατον τοιοῦτον δύο μεγάλων Κρατῶν. Κατὰ τὸ 1877 μέχρι τοῦ 1879 καὶ 1880, ἡ Γαλλία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς εἶχον τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ἀμφοτέρων οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐπαρουσίαζον σπουδαῖα περισσεύματα. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν καὶ τὰ περισσεύματα τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν ἐμέθυσαν τοὺς Γάλλους, καὶ ὤθησαν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ των διὰ τῆς ψηφίσεως ὑπερβολικῶν δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων πολυτελῶν, πρὸς ὑπερβολικὴν ἐπέκτασιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ αὐτῶν συμπλέγματος κλπ. Αὐξήσαντες τοιουτοτρόπως τὰς ἐκτάκτους αὐτῶν δαπάνας οἱ Γάλλοι, ἐξήντλησαν ταχέως τὰ περισσεύματα τοῦ τακτικοῦ αὐτῶν Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔφθασαν εἰς ἐλλείμματα, πρὸς κάλυψιν τῶν ὁποίων μετέφερον ἐξ αὐτοῦ πολλὰς δαπάνας εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, οὕτως, ὥστε ταχέως ἔφθασαν εἰς πλήρη διατάραξιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν, καθ’ ἧς παλαίουσι σήμερον. Ἐν Ἀμερικῇ ὅμως, ὅπου μήτε ἐμεθύσθησαν, μήτε ἔπλασαν ἐκτάκτους δαπάνας καὶ ἐκτάκτους Προϋπολογισμοὺς, εὑρίσκονται σήμερον οὐχὶ ἐνώπιον ἐλλειμμάτων τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς δυσκολίας, πῶς νὰ διαθέσωσι τὰ περισσεύματα αὐτῶν. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ᾐσθάνθησαν καὶ οἱ Γάλλοι, ἀπὸ τριῶν δ’ ἐτῶν περίπου βλέπομεν αὐτοὺς, τείνοντας εἰς τὴν κατάργησιν, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ εἰς τὴν συγχώνευσιν ὅλων τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου ἐν ἑνὶ Προϋπολογισμῷ. Ὑπάρχουσι δαπάναι τινὲς, ὅλως ἔκτακτοι καὶ ἐξαιρετικαὶ, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Αἱ τοιαῦται ὅμως δαπάναι δὲν πρέπει νὰ συγχυθῶσι μετὰ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἵτινες, καίπερ φαινόμεναι ὡς ἔκτακτοι, ἐπαναλαμβάνονται ὅμως ἐναλλὰξ κατὰ πᾶν ἔτος. Τοιαῦταί εἰσιν αἱ δαπάναι στρατιωτικῆς τινος ἐνεργείας, ἐπανορθώσεως στρατιωτικῶν δυστυχημάτων, ἢ κατασκευῆς μεγάλου τινὸς ἔργου, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τῶν πόρων τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτας δαπάνας εἶχεν ἡ Γαλλία μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ αὐτῆς ὑλικοῦ, καὶ τὴν τελειοποίησιν τοῦ ἀναγκαίου συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων αὐτῆς, ἐξετέλεσε δὲ ταύτας δι’ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτην εἶχεν ἡ Ἀγγλία διὰ τὴν ἐκστρατείαν τῆς Ἀβυσσινίας, ἣν ἐξετέλεσεν ὡσαύτως δι’ εἰδικοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτην εἴχομεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ ἔχομεν ἀκόμη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως– Καλαμῶν, τῶν θωρηκτῶν καὶ ἄλλων τοιούτων ἐξαιρετικῶν ἔργων. Τὰς δαπάνας ταύτας, ἅμα Κράτος τι ἀποφασίσῃ νὰ τὰς ἐκτελέσῃ, εὑρίσκει ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὸν εἰδικὸν πόρον, δι’ οὗ θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, συνήθως δὲ τοιοῦτος πόρος εἶναι τὸ δάνειον. Τοιοῦτοι εἰδικοὶ Λ/σμοὶ, οὓς, ἂν θέλωμεν, δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν εἰδικοὺς Προϋπολογισμοὺς, δὲν δύνανται νὰ φέρωσι σύγχυσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ πλάνην περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν Γνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὡρισμένον ἔργον καὶ ὡρισμέναι ὑπηρεσίαι θέλουσιν ἐκτελεσθῆ δι’ εἰδικοῦ πόρου, τὸν ὁποῖον εὕρομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Οὐδεμία ἑπομένως σύγχυσις καὶ περιπλοκὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ τῆς λειτουργίας τοῦ εἰδικοῦ τούτου λογαριασμοῦ καὶ τῆς τοῦ γενικοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον εἰδικὸν λογαριασμὸν δὲν ἀποκρούει, μήτε ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος, ὅστις ἐν τοῖς ἄρθροις 24 καὶ 9 ἀναγνωρίζει τὴν δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, δι’ εἰδικοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ εἰδικῆς ἐκτάκτου δαπάνης ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, μήτε τὸ θετικὸν συμφέρον τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Γενικὸν ὅμως ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν δὲν παραδέχεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συγχέωμεν τὸν τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν μὲ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς μόνας τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν γνωσταὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς προβλεπομένας πρὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Λέγων δὲ, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν καθιεροῖ τὸ ἑνιαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἀπαιτεῖ αὕτη, ἵνα ὁ Προϋπολογισμὸς συντάσσηται εἰς ἓν μόνον τεῦχος, ὅπως ἰσχυρίσθη ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δυνάμεθα νὰ συντάσσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν εἰς πλείονα τεύχη, ἂν τοῦτο εὐκολύνῃ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας· ἕκαστον Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἴδιον τεῦχος διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, καὶ τὰς ἐξαιρετικὰς δὲ καὶ ἐναλλὰξ ἐπαναλαμβανομένας κατ’ ἔτος δαπάνας δυνάμεθα νὰ κατατάσσωμεν, εἴτε ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου, εἴτε καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ τεύχει. Τοῦτο δὲν βλάπτει τὸ ἑνιαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἀρκεῖ ὅλα τὰ τεύχη καὶ τὰ κεφάλαια τῶν δαπανῶν νὰ συγκεντρῶνται εἰς ἕνα γενικὸν πίνακα, χρησιμεύοντα ὡς κάτοπτρον τῆς γενικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ δεικνύοντα τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ἂν δὲ εἰς Κράτη, ἔχοντα ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, κανονικῶς συντασσόμενον, καὶ ἐν συνόλῳ ψηφιζόμενον, κατὰ κανόνας προδιαγεγραμμένους, παρατηρῶνται τὰ ἀτοπήματα, ἅτινα ἀνέπτυξα, δυνάμεθα εὐκόλως νὰ φαντασθῶμεν, ποία ἔσεται ἡ σύγχυσις καὶ ἡ πλάνη, ἥτις θέλει προκύψει ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν, ὅταν παραδεχθῶμεν τὴν ἄνευ προδιαγεγραμμένης καὶ νενομοθετημένης βάσεως ὕπαρξιν ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ καὶ δαπανῶν, ψηφιζομένων διὰ νομοσχεδίων, ἀσχέτων πρὸς ἄλληλα, καὶ πρὸς τὴν γενικὴν κατάστασιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ ἔχοντες τὴν εἰδικότητα καὶ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως, συνδυάζοντες τὰς μεμονωμένας ταύτας πιστώσεις, ἐκτελέσωσι τοὺς ἀναγκαίους ὑπολογισμοὺς καὶ εὕρωσι τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως, εἰς ἣν αὗται ἀναφέρονται. Αἱ τοιαῦται πιστώσεις ἀντίκεινται εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἅστινας δὲν πρέπει νὰ θίγωμεν, νομοθετοῦντες περὶ εἰδικῶν ζητημάτων. Ἀντίκεινται δὲ συνάμα καὶ εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Οὐδένα δὲ ἕτερον βλέπω λόγον, δικαιολογοῦντα αὐτάς, ἐκτὸς τῆς ἐπιθυμίας, νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ νὰ μὴ βαρύνωσιν αὐτὸν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι τῶν πιστώσεων τούτων, αἵτινες δὲν ἔχουσιν εἰδικὸν πόρον καὶ αἵτινες ἐξ ἀνάγκης θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη, ἡ χρησιμεύουσα πρὸς ἐπίδειξιν ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, στηριζομένων ἐπὶ λογιστικῆς συγχύσεως, ἐφηρμόσθη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προσωρινοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἧς τὸ πεπλανημένον ἀπεδείξαμεν κατὰ τὴν περὶ αὐτῆς συζήτησιν. Πρόκειται δὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὸ 1889, ὡς ἰδιάζων πόρος τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς δημιουργίαν εἰκονικῶν ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων. Ὁ λόγος οὗτος δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν καθιέρωσιν ψηφίσεως πιστώσεων κατὰ τρόπον, σκοποῦντα διὰ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς πλάνης νὰ διαταράξῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τὴν τοσοῦτον ἀναγκαίαν διὰ τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Μὴ βλέπων δ’ οὐδένα οὐσιώδη καὶ ἐπείγοντα λόγον τῆς τοιαύτης ψηφίσεως αὐτῶν, ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἀναβληθῶσι καὶ ψηφισθῶσι μετὰ τοῦ προσεχέστατα ψηφισθησομένου τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§131ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ νόμου τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 πίστωσις δραχμῶν 25,000 δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας τῆς ναυπηγήσεως, καὶ διὰ τοῦ νόμου τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1887 δραχμῶν 140,000, τὸ ὅλον δρ. 165,000. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν δὲ, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη ὁλόκληρον καὶ ζητεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου συμπληρωτικὴ πίστωσις. Ἑπομένως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ προσαγάγῃ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου σημείωσιν τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν αἱ 165,000 δραχμῶν. Προσέτι ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πίστωσις δραχμῶν 200,000. Καὶ ναὶ μὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται ὡς αἰτιολογία: «Ἔξοδα παραλαβῆς καὶ μεταφορᾶς τῶν πλοίων», ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται λεπτομερέστερον: «Διὰ τὴν ἑτοιμασίαν καὶ ἐφοδίασιν τῶν πλοίων διὰ ταξείδιον, διὰ μισθοὺς πληρωμάτων, διὰ μηχανικοὺς καὶ λοιπά, καὶ διὰ γαιάνθρακας», παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ διασαφήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίου εἴδους ἀνάγκαι περιλαμβάνονται εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἑτοιμασίας καὶ ἐφοδιάσεως τῶν πλοίων, δηλαδὴ νὰ εἰδικοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας, ἃς διὰ τοῦ γενικοῦ ὅρου ἐσκόπει νὰ καταδηλώσῃ.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναλόγους πληροφορίας ἔχω ζητήσει καὶ ἐγώ.
§135ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 680,000.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τούτου προτείνομεν τὴν ἀναβολήν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητήσωμεν.
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, ἂς ἀναβληθῇ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 45′ μ. μ.