Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 37

1888.12.14

3,454 rows · 26,336 words · 1 table · 163 turns

Date
1888.12.14
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1888

(Τετάρτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλημεριανῆς παραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἀγροὶ καὶ αἱ γαῖαι αὐτῶν περιῆλθον εἰς τὴν αὐθαίρετον κατοχὴν ἀγροφυλάκων τινῶν καὶ ὑλοτόμων, οἵτινες ἐξέβαλον αὐτοὺς τῶν κτημάτων των. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀναφορὰ Σαράντου Πολυμενάκου, κατοίκου Πανίτσης τῆς Λακωνίας, παραπονουμένου, ὅτι ὁ Δημήτριος Ἀνδρακάκος, κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ, μένει ἀκαταδίωκτος. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀναφορὰ Ἰωάννου Γαλλιάννου, ἐκ Καβάλλας, ἐκτιθέντος, ὅτι αἱ αὐτόθι Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ εἰσπράττουσι παρανόμως φόρον ἐπιτηδεύματος παρὰ τῶν ἐν Καβάλλᾳ πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἐκεῖ Ἕλληνος Προξένου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.

§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορά.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).

§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, ὁποίας προσόδους ἀπήλαυεν ἕκαστος δῆμος κατὰ τὴν ἤδη ἐπικρατοῦσαν φορολογίαν, καὶ ὁποίας θέλει ἀπολαμβάνει, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅθεν παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, περιλαμβάνοντα δι’ ἕκαστον δῆμον τοῦ Κράτους: ά) Πόσα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος περιελήφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ὡς εἰσπρακτέα ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου διαλαμβανομένων φόρων. βʹ) Ποῖος ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ καὶ πόσα τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1888 ἢ τὸ ἀμέσως προηγούμενον. γʹ) Πόσα θέλει λαμβάνει ἐκ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένων φόρων κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ πόσα ἀναλόγως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. δʹ) Ποῖος ὁ κατὰ τὸ 1888 βεβαιωθεὶς φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν οἴνων».

§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, κυροῦν τὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν.

§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένετο κἀμμία μεταβολή;

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν σιδηρόδρομον, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἔκλεισε συμφωνίαν διὰ συμβάσεως πρὸς Ἑταιρίαν. Ἐθεωρήθη ἀσφαλέστερον, ἡ σύμβασις νὰ κυρωθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ ἐγερθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι ζητήματα περί τινων διατάξεων αὐτῆς, ὡς μὴ ἀποῤῥεουσῶν δῆθεν ἐκ τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἡ σύμβασις στηρίζεται. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Σακελλαρόπουλος εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λοχαγοῦ Γκιόκα. Καταθέτω περὶ τούτου σημείωσιν. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικόπουλος εἶχεν ἀναγνώσει τηλεγράφημά τι. Ὑποβάλλω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἀρχῶν Μαντινείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν αἰτήσεις πληροφοριῶν. Ἐκ τούτων καταθέτω μόνον δύο, ἐπιφυλασσόμενος νὰ προσαγάγω προσεχῶς καὶ τὰς λοιπάς.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταβάλλεται ἡ συζήτησις οὕτως εἰς ἔγγραφον διαδικασίαν. Πρέπει νὰ δίδωνται αἱ ἀνακοινώσεις προφορικῶς.

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου περὶ τῶν αἰτηθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου πληροφοριῶν, ἐπειδὴ εἶναι πολλαὶ, δὲν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω συζήτησιν πρὶν ὑποβάλω πάσας. Ἐὰν λεπτομερῶς ἀπήντων, θὰ ἔπραττόν τι ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ὑποβαλόντος τὰς αἰτήσεις. Οὕτως ἐν παραδείγματι ὁ ἐπερωτήσας ζητεῖ σημείωσιν τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1888 δαπανηθέντων εἰς ἀποζημιώσεις ἐκτάκτων λογιστῶν παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ κτλ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι οὐδεὶς διωρίσθη ἢ ἐπληρώθη.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ γίνῃ προφορικῶς.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνέγνωσε τηλεγράφημα καὶ ἠρώτησεν, ἂν ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ναὶ ἢ οὔ. Μετὰ τὴν γενομένην παρ’ ἐμοῦ κατάθεσιν τηλεγραφικῆς τῶν ἀρχῶν ἀναφορᾶς ἐκ Τριπόλεως δὲν φαίνεται ὑπάρχουσα ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀναπτύξω τὰ τῆς ἀναφορᾶς, ἐὰν προκληθῇ συζήτησις.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν μὲ σκοπὸν πλάγιον, ἀλλὰ μόνον, ἵνα διασώσω τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν.

§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἐννοῶ ν’ ἀποκλείσω τὸ προφορικὸν τῶν ἀπαντήσεων, ὁσάκις ἡ περίστασις τὸ καλῇ.

§14ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, δώσατέ μας μίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ἐὰν εὐαρεστῆσθε.

§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδού, ἀναγινώσκω τὸ ληφθὲν ἐκ Τριπόλεως τηλεγράφημα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κατσικοπούλου. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶναι, πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1886, 1887 καὶ 1888 εἰς μισθοὺς κατὰ ταμεῖον κτλ. Καταθέτω τὸν πίνακα, ὅστις πρέπει νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σάκκης ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐκδοθεῖσαι παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ἐφέσεων τοῦ ἐν Καλάμαις ἐργοστασιάρχου οἰνοπνευμάτων Νικ. Σταματελάκη. Ἐζήτησε προσέτι νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς λαθρεμπόρους τινάς, καὶ ἀντίγραφον τῆς κατ’ ἀντιμωλίαν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Καλαμῶν. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα.

§16ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πληροφορία, ἥτις ἐδόθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν Ἀρκαδίας, εἶναι ὁμοία κατὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, ἣν συνέτριψεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῆς πρό τινων ἡμερῶν κατατεθείσης ἀποφάσεώς του, δι’ ἧς ἀπέδειξε τὸν Νομάρχην τοῦτον αὐτόχρημα ἄδικον καὶ φατριαστήν. Ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἔλαβον αἱ εἰρημέναι ἀρχαὶ τὴν ἄνω χορηγηθεῖσαν πληροφορίαν περὶ τοῦ δικηγόρου Κεφαλοπούλου, ἐπλανήθησαν ἀναντιῤῥήτως, καὶ δὲν ὤφειλον νὰ χορηγήσωσιν ἐσπευσμένως τοιαύτην ἀνακριβῆ πληροφορίαν, πρὶν ἢ πεισθῶσι περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Ὁ δικηγόρος κ. Κεφαλόπουλος εἶναι εὐκατάστατος καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος, ἀνίκανος ἑπομένως ἐντελῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διὰ τοῦ ἄνω τηλεγραφήματος ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως. Ὁ Κεφαλόπουλος κατέχει πρὸ ἐτῶν περιουσίαν τοῦ πενθεροῦ του Καλαμβοκίδου, εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ὁποίας ἐνεκατέστη ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπὶ ἀμφισβητήσει τοῦ συγγενοῦς του Καλαμβοκίδου. Οὐδόλως λοιπὸν πρόκειται περὶ Μπουλούκου, ὃν ἀναμιγνύει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα. Ἐὰν ἤδη ἐγείρῃ ἀξιώσεις ὁ Καλαμβοκίδης ἐπὶ τῆς περιουσίας ταύτης, ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ Εἰρηνοδίκου, οὐχὶ δὲ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, μηδὲν ἔχοντος καθῆκον νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐν τούτοις ἡ διαταχθεῖσα ἀνάκρισις θὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, ἥτις θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἀνωτέρω πληροφορίαν τῶν ἀρχῶν Ἀρκαδίας, διατεινομένων, ὅτι ὁ Κεφαλόπουλος ἔκλεψεν ἐλαιόκαρπον....

§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ὅτι ἔκλεψεν, ἀλλ’ ὅτι συνέλεξεν.

§18ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συλλέγῃ τις τοὺς καρπούς του, δὲν κλέπτει, τὸ δὲ τηλεγράφημα λέγει, ὅτι ὁ Κεφαλόπουλος συνελήφθη συλλέγων λάθρα ἐλαιόκαρπον τοῦ Μπουλούκου, μεθ’ οὗ οὐδεμίαν ὁ Κεφαλόπουλος ἔχει ἔριδα. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἤδη παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Συμπολίτης μού τις μετέβη σήμερον νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸ ἐνταῦθα Ταμεῖον δραχμὰς τέσσαρας χιλιάδας, ὀφειλομένας ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Βρυσιῶν, εἶχε δὲ πρὸς τοῦτο τραπεζικὰ γραμμάτια, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον καὶ δίδραχμά τινα ἐφθαρμένα. Τὰ ἐφθαρμένα ταῦτα τραπεζογραμμάτια ἠρνήθη νὰ δεχθῇ ὁ κύριος Ταμίας, ἀξιῶν νὰ τὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλων ὁ συμπολίτης μου. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς ἀντικαταστάσεως πιθανὸν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον τοῦτο εἰς τοὺς ὀφειλέτας, καὶ μάλιστα εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα τῶν Τραπεζῶν; Γνωρίζετε μετὰ πόσης στενοχωρίας κατορθόνουσι σήμερον οἱ ἄνθρωποι νὰ συγκεντρώνωσι τὰ εἰς τὸ Ταμεῖον ὀφειλόμενα; Ἀρκεταὶ εἶναι αἱ τοιαῦται στενοχωρίαι, μὴ προβάλλετε αὐτοῖς καὶ ἄλλας ἀπαιτήσεις, καθιστώσας τὴν θέσιν των δυσχερεστέραν· τοῖς εἶναι ἀρκεταὶ αἱ μέχρι τοῦδε δυσχέρειαι καὶ στενοχωρίαι· μὴ ἐπιπροσθέσητε αὐτοῖς καὶ ἄλλας. Ἐπάναγκες ἑπομένως θεωρῶ νὰ διαταχθῶσιν οἱ Ταμίαι τοῦ Κράτους, νὰ μὴ παρεμβάλλωσι τοιαύτας δυσκολίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου.

§19ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπὸ τῆς χθὲς ἔχομεν πάμπολλα τηλεγραφήματα καὶ ἐγὼ, καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, καὶ ὁ κ. Κανακάρης, καὶ ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν χθὲς ἐβεβαίωσιν, ὅτι διέταξε τηλεγραφικῶς νὰ παύσῃ πᾶσα ἐπικοινωνία σιδηροδρομικὴ διὰ τῆς πόλεως, καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὰ σημερινὰ τηλεγραφήματα τῶν ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, τοῦ κ. Φραγκοπούλου καὶ ἀπείρων ἄλλων, ἡ ἐπικοινωνία αὕτη ἐξακολουθεῖ. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει. Ἔκαμον σήμερον παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Αἱ ἐν Πάτραις ἀρχαὶ, φαίνεται, παρενόησαν τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως λυθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ παύσωσι τὰ παράπονα καὶ ἡ ἐξέγερσις τῆς πόλεως, ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἅπαξ διὰ παντὸς, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρία νὰ μείνῃ ἐν τοῖς σταθμοῖς, ὅπου ἐνεκρίθησαν τὰ σχέδιά της παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, παύσῃ δὲ πᾶσα συγκοινωνία ἐν τῇ πόλει, καὶ οὕτω παύσωσι καὶ τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἡ ὀργὴ τῆς πόλεως Πατρῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἑνωθῶσιν αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ, χάριν τῆς πόλεως. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ πόλις ἔχει ἀντίθετον ἰδέαν, ἕως ὅτου ἀποφασισθῇ, τῇ συνεννοήσει Ἑταιρίας καὶ Κυβερνήσεως, ποῦ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις τῶν γραμμῶν, δέον νὰ παύσῃ πᾶσα συγκοινωνία ἐν τῇ πόλει, ὅπως ἡσυχάσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ πόλις.

§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ Πατρῶν ἔλαβον σήμερον τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου, ἀναφέροντος, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι ἐντεῦθεν τοῦ ἀτμομύλου Καράμπελα καὶ μέχρι τοῦ μώλου Καλαβρύτων οὐδεμία ἐργασία γίνεται, οὐδὲ πρόκειται νὰ κυκλοφορήσωσιν ἁμαξοστοιχίαι. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Νομάρχης ζητεῖ τὴν πληροφορίαν, ἂν ἡ ἀπαγόρευσις ἐκτείνηται καὶ ἐπὶ τοῦ τμήματος ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου μέχρι μύλου Καράμπελα, ἐφ’ οὗ γίνονται ἐργασίαι καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἔναρξις κυκλοφορίας δι’ ἀτμαμάξης, παρήγγειλα ἀμέσως νὰ ἀπαγορευθῇ πᾶσα κυκλοφορία ἐφ’ ὅλης τῆς ἐκτάσεως.

§21Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν οἱ σταθμοὶ ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν πρίν, πρέπει δὲ νὰ ἐμποδισθῇ πᾶσα ἐργασία εἰς τὸ μέλλον, διότι παρετήρησα, ὅτι ἐδίστασεν ἡ ἀρχὴ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς χθεσινῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς.

§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Ταρμπάζη, εἰς ὅσας δὲν εἶχον ἀπαντήσει προχθὲς, τήν τε ἐπερώτησιν περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων καὶ τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Βεΐκου.

§23ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὅλων τῶν δήμων;

§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο μόνον Προϋπολογισμοὺς, οὓς ἔστειλεν ὁ Νομάρχης, διότι ἔγραψεν, ὅτι τοὺς ἄλλους Προϋπολογισμοὺς ἐκύρωσεν ὁ προκάτοχός του, τὰ καθ’ οὗ παράπονα, λέγει, δὲν ἀπευθύνονται κατ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ δίκαιον, διότι δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις ἐκείνου, ἀλλὰ μόνον δι’ ὅσα αὐτὸς ἐκύρωσεν. Ὑποβάλλει δὲ καὶ συμπληρωματικοὺς πίνακας, δι’ ὧν θέλει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔπραξε διάφορα τοῦ πρώην Νομάρχου. Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154).

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐφέρατε τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειροτεχνῶν τῆς Κωπαΐδος;

§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον ἐλπίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ φέρῃ αὐτήν.

§27ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων εὑρίσκω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον, καὶ μάλιστα εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸν δῆμον Σκιλλοῦντος, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος 2% ἐπὶ παντὸς σταφιδοκάρπου τοῦ ῥηθέντος δήμου. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται καὶ ὑπὸ ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις δὲν διαφωτίζει ποσῶς τὸ ζήτημα. Λέγει μόνον ἡ ἔκθεσις, ὅτι συνεπείᾳ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος οὗτος, πρὸς κατασκευὴν πλατείας, νεκροταφείου καὶ δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλου. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως διὰ τῆς συζητήσεως ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συμβιβάζηται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν μου τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ὅπως δὲ καὶ ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ καὶ μορφώσῃ ἀκριβῆ γνώμην, θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν αʹ) ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ δήμου ἐκείνου ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1880 μέχρι τοῦ 1888 συμπεριλαμβανομένου, βʹ) ἀντίγραφον τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν τούτων, πλὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους 1888, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦναι συντεταγμένος, γʹ) πληροφορίαν, ἐὰν ὑπάρχωσι περισσεύματα εἰς τὸν δῆμον, καὶ ποῦ εἶναι κατατεθειμένα τὰ περισσεύματα ταῦτα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ νὰ τῷ ὑποβληθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται τηλεγραφικῶς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ῥηθέντος νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταχυδρομικῶς. Προσέτι δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.

§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ τὰ αὐτὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς δήμους Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης. Ἰδίως δὲ ἔχω ἀνάγκην τῶν πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων.

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων παρετήρησα, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ διδόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων προτείνεται, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς εἰρημένους δήμους νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδά των, καὶ νὰ αὐξήσωσιν αὐτὰ ἐκτάκτως, οὐχὶ διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσι κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων, ἀλλὰ διὰ προσθέτου φόρου. Προτείνει δὲ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐπιψήφισις προσθήκης φόρου ἐπὶ προϊόντος, τοῦ ὁποίου ἡ παραγωγὴ, κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα ταύτην, ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως καὶ οὐχὶ ἐπιβαρύνσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Τῶν νομοσχεδίων τούτων ἡ δικαιολογία εἶναι πολλαπλῆ, ἀλλ’ ἑνὸς μὲν ὡς δικαιολογία προβάλλεται ἡ κατασκευὴ ὡρισμένων δημοτικῶν ἔργων, ἄλλου δὲ ἡ πληρωμὴ παλαιῶν χρεῶν καὶ ἡ κατασκευὴ δημοτικῶν ἔργων ἀορίστως. Τώρα ἐξεταστέον, πόσα εἶναι τὰ χρέη τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα πρέπει οὗτος νὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ νέου τούτου ἐσόδου; Δεύτερον, ποῖα εἶναι εἰδικῶς τὰ δημοτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ πόσην δαπάνην ἀπαιτεῖ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν; Τρίτον, πόσα ἔσοδα θέλει εἰσπράττει καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐκ τῶν ἐκτάκτων τούτων φόρων ὁ δῆμος; διὰ νὰ προσδιορισθῇ οὕτως ἡ διάρκεια τοῦ φόρου.

§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι, ἥρμοζον μᾶλλον κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὅσον περιέχουσιν ἐπικρίσεις αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ περιέχουσιν ἐπίκρισιν τῶν γενομένων, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχειρήματα ἐξ ἑτέρας ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐψηφίζομεν ὅμοιον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου τοῦ δήμου Ἐράνης.

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἶναι ἐπισφαλὲς τὸ σύστημα, νὰ πράττῃ τις ὅ,τι πράττουσιν οἱ ἄλλοι, ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι ἔπραξαν, δὲν ἦτο ὀρθὸν καὶ προσῆκον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας, εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας γνωρίζει ἀκριβῶς ὅλας τὰς λεπτομερείας περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προσθέτου τούτου φόρου, ὁ ὁποῖος φόρος, ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ ἐπανειλημμένως εἰσαχθείς, ἐψηφίσθη ἐν γνώσει ἁπασῶν τῶν λεπτομερειῶν.

§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅ,τι δὲν ἦτο πολὺ ἐπιτυχὲς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν δῆμον Ἐράνης, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προσθέτου φόρου ὑπῆρξα ἐγὼ αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶμαι καὶ δημότης τοῦ δήμου τούτου, εἶμαι δὲ καὶ παραγωγὸς μεγάλης ποσότητος σταφιδοκάρπου, ὅστις ἐπεβαρύνθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μὲ πρόσθετον φόρον τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπεβλήθη πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ἧς ἐφαίνετο ὡρισμένως ὁ εἰδικὸς σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητεῖτο ὁ πρόσθετος φόρος, ἤτοι ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑδραγωγείου. Ὥστε δὲν βλέπω τί τὸ κοινὸν μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δήμου Ἐράνης καὶ τοῦ ἤδη παρουσιαζομένου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀόριστον.

§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀνακρίβεια, νομίζω, ἐμπεριέχεται ἐν ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἐὰν τοὐλάχιστον περιορίσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν δῆμον Σκιλλοῦντος, διότι ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ περιέχεται ὁ κανονισμὸς τῶν γενησομένων ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται ὁ πρόσθετος φόρος· ἐπιβάλλεται δὲ πρόσθετος φόρος οὐχὶ τεσσάρων δραχμῶν, ὡς ἐπεβλήθη ἄλλοτε εἰς τὸν δῆμον Ἐράνης, ἀλλὰ μόνον δύο δραχμῶν.

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἀπηύθυνα παρατηρήσεις πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον μελετήσει τὰ νομοσχέδια περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων εἰς τοὺς δήμους Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων. Εἰς ποίας ἀνάγκας θέλουσι χρησιμεύσει τὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδα, ἀναφέρει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 4 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐκ προσθέτου φόρου πρόσοδος διατεθήσεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπότισιν τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1888 χρεῶν τοῦ δήμου Ὠλένης καὶ ἐκτέλεσιν δημοτικῶν ἔργων.» Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων λέγει ὡσαύτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐκ προσθέτου φόρου πρόσοδος διατεθήσεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπότισιν τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1888 χρεῶν τοῦ δήμου Ὀλυμπίων καὶ ἐκτέλεσιν δημοτικῶν ἔργων». Πόσα εἶναι τὰ χρέη ἑκάστου τῶν δήμων τούτων; Ποῖα εἶναι τὰ δημοτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ; Συνετάχθη προϋπολογισμὸς δι’ ἕκαστον τῶν ἔργων τούτων, καὶ ἀνευρέθη ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπαιτήσει ἡ κατασκευὴ αὐτῶν; Πόσον ποσὸν θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν φόρων τούτων; ἵνα γνωρίζωμεν πόσον χρόνον θέλει διαρκέσει. Ταῦτα ἠρώτησα, καὶ οὐδεμίαν παρατήρησιν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.

§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐγκαινίζεται τὸ πρῶτον ἐνταῦθα, θὰ λέγωμεν εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὁσάκις ἐπιβάλλεται πρόσθετός τις φόρος διὰ λιμενικὰ ἔργα, ἀπαιτεῖται πάντως νὰ ἦναι ὡρισμένα, πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, τὰ λιμενικὰ ἔργα, θὰ ἔχωμεν δὲ ἕτοιμα καὶ τὰ σχέδια. Ἀλλὰ τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖ ἡμᾶς, νὰ τηρήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅπερ καὶ εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑφ’ ὑμῶν νομοσχέδια.

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πλέον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ μελετᾷ τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ὅταν προτείνωνται νομοσχέδια, θὰ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, καὶ αὕτη πρέπει νὰ λέγῃ, ἢ ναί, ἢ ὄχι.

§37ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Λεβίδης ὑπέβαλεν ἐρωτήματά τινα, σχετικὰ πρὸς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, εἰς πλεῖστα ἐκ τῶν ὁποίων ἀπήντησα ἐκ τοῦ προχείρου, εἰς ἕτερα δὲ ἐπεφυλάχθην ν’ ἀπαντήσω βραδύτερον, μὴ κατέχων τότε τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βιβλιοθήκης. Μετὰ τὴν γενομένην ἀκριβῆ ἐργασίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν πρὸς ἐμὲ τοῦ Ταξινόμου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ δύο πίνακας, διὰ τῶν ὁποίων δίδονται ἀκριβεῖς πληροφορίαι πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, πρῶτον περὶ τοῦ ἀκριβοῦς ἀριθμοῦ τῶν βιβλίων, καὶ περὶ τῆς κατὰ τμήματα διαιρέσεως αὐτῶν, δεύτερον περὶ τῶν κατ’ ἔτος εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βιβλιοθήκην βιβλίων, ἐκ δωρεῶν καὶ ἀγορῶν διακεκριμένως, τρίτον περὶ τῶν δετικῶν, καὶ τελευταῖον περὶ τοῦ δαπανηθέντος ἑκάστοτε ποσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις.

§38Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ τυπωθῶσι.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).

§40ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Σήμερον, κύριε Ὑπουργέ, ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Προσυμναίων Γ. Κεραμίδα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ γνωστοποιεῖ καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τρεῖς κάτοικοι τοῦ χωρίου Πασσιᾶ τοῦ δήμου Προσυμναίων τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, ὥρᾳ 8 μ. μ., ἐκ συστάσεως μετέβησαν εἰς πολλὰς οἰκίας τῶν οἰκοκυραίων τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου καὶ ἠπείλησαν καὶ ἔδειραν αὐτούς. Κατόπιν τούτων μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου καὶ ἐπολιόρκησαν αὐτόν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ φονεύσωσιν αὐτόν τε καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ὁ Δήμαρχος ἔλαβε τῷ ὄντι κατάλληλα μέτρα, τί μέτρα νομίζετε; Ἔκλεισε τὴν θύραν τῆς οἰκίας του, περιωρίσθη ἔν τινι μικρῷ δωματίῳ αὐτῆς καὶ ἀνέμενε τὸ τέλος τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως τῶν ἐπιτεθέντων κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ σύζυγός του καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ φωνάζοντα ἐξήγειραν πράγματι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ χωρίου. Ἐκεῖνοι ὅμως διὰ πάσης βίας ἐφρόντιζον νὰ διαῤῥήξωσι τὴν θύραν· ἀλλὰ μὴ κατωρθώσαντες τοῦτο, ἤρξαντο διὰ τῶν πυροβόλων ὅπλων πυροβολοῦντες κατὰ τῆς θύρας· τὰ δὲ σφαιρίδια φαίνονται εἰσέτι ἐπὶ τῆς θύρας καὶ τῶν παραθύρων. Ὁ Δήμαρχος κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν, ὅπου ἔπρεπε, καὶ ἐζήτησε τὴν προστασίαν τῆς τε στρατιωτικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς. Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἀληθῶς ἔφθασεν εἷς ὑπενωμοτάρχης μὲ δύο ἢ τρεῖς χωροφύλακας, περιῆλθον τὸ χωρίον, ἔμειναν εἰς τὰς οἰκίας τῶν καταγγελθέντων ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου καὶ διαταράξει τῶν ἐν λόγῳ χωρικῶν, καὶ τὴν πρωΐαν ἀνεχώρησαν ἄπρακτοι, παραλαβόντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ παραλάβωσι, χωρὶς ὅμως νὰ συλλάβωσι τοὺς δράστας τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης πράξεως, ἥτις εἶναι πρᾶξις τῆς δημοσίας τάξεως.

§41ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς γράφουν τὰ ὀνόματα τούτων, κύριε Γεωργαντᾶ;

§42ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δύο ἀγροφύλακες, μοὶ γράφουν, καὶ εἷς ποιμήν, εἶναι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Φαίνεται, ὅτι ἦσαν ἀγροφύλακες καὶ διὰ λόγους, οὓς δὲν γνωρίζω, ἢ ἐξ ἀμελείας πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἔγεινε πρότασις ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, καὶ ὁ Δήμαρχος προέβη εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν. Τούτου ἕνεκα, φαίνεται, ἠγανάκτησαν κατὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν οἰκοκυραίων τοῦ χωρίου ἐκείνου, οὓς ἠπείλησαν, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, καὶ τέλος, ὡς εἶπον, ἐπολιόρκησαν τὸν Δήμαρχον καὶ ἤθελον νὰ τὸν φονεύσωσιν. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τῷ ὄντι ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ἀλλ’ οἱ δράσται τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης πράξεως περιφέρονται ἀκαταδίωκτοι, ἀπειλοῦντες τὸν Δήμαρχον καὶ τοὺς οἰκοκυραίους τοῦ χωρίου καὶ τοὺς καταθέσαντας μάρτυρας τὴν ἀλήθειαν. Ὁ δὲ Δήμαρχος, τηλεγραφῶν κατεπειγόντως, μοὶ λέγει, νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως προληφθῶσιν αἱ περαιτέρω ἀπειλαὶ καὶ διασωθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ τε καὶ ἄλλων ἴσως. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ συντόνως τὴν σύλληψιν τῶν ἀδίκως ἐπιτεθέντων κατὰ τῶν οἰκοκυραίων καὶ τοῦ Δημάρχου, πρὸς πρόληψιν παντὸς δυστυχήματος. Μοὶ γράφουσι καὶ ἄλλα, Κύριοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀφορῶσιν εἰς ἐμὲ καὶ τὸν συνάδελφόν μου, δὲν κάμνω λόγον περὶ αὐτῶν, διότι δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἡ δραστηρία ἐνέργεια ἐκ μέρους αὐτῶν διὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ πολιορκήσωσι τὸν Δήμαρχον. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, πολιορκῶσι τοὺς Δημάρχους, διὰ νὰ φονεύωσιν αὐτούς, τί μένει πλέον; Ἕν βεβαίως, νὰ φονεύωσι τοῦ λοιποῦ καὶ ἡμᾶς! Ποῦ λοιπὸν ἡ διοίκησις; Αὐτὴ λέγεται ἀγαθὴ καὶ ἀναμορφωτικὴ διοίκησις; Ἀλοίμονον!

§43ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφίσταται ἔνταλμα συλλήψεως;

§44ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω· τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του. Νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ὑψίστης σημασίας καὶ ἀξία τῆς μερίμνης τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.

§45ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ βεβαίως πληροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω οὐδὲν ἐξ αὐτῶν. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ συνέβη τίποτε. Ἐγὼ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἀγροφύλακες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, διωρίσθησαν τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου. Ἐγὼ τῷ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀγροφυλάκων, καὶ αὐτὸς ἀντέλεγεν, ὅτι δὲν δύναται ἢ νὰ τοὺς διορίσῃ.

§46Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναιρέσω τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Δανοπούλου. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος τοὺς διώρισεν, ἦτο καθῆκόν του· ἀλλ’ ὅμως πρέπει δι’ αὐτό, ὅπερ ἔπραξαν, νὰ καταδιωχθῶσιν, ὡς δρᾶσται σπουδαίας ἐγκληματικῆς πράξεως· καὶ ἦτο προτιμότερον ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐσιώπα καὶ οὐχὶ νὰ προστατεύσῃ ἀνθρώπους ἐγκληματήσαντας ὅπως δήποτε, καθόσον οἱ κάτοικοι τοῦ εἰρημένου χωρίου ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς του τὴν προφύλαξιν τούτων καὶ τὴν παρεμπόδισιν τῆς συλλήψεώς των, συνεπείᾳ τῆς καταγγελθείσης πράξεώς των, καὶ ὅτι ἐπιδιώκουσι τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀθώωσίν των κατὰ τῆς ἀποδιδομένης αὐτοῖς κατηγορίας, ἥτις, ὡς προεῖπον, ὄχι μόνον εἶναι σπουδαία, ἀλλὰ καὶ συνεπείας ἐπικινδύνους πᾶσα ὑπὲρ αὐτῶν ἐνέργεια δύναται νὰ ἔχῃ.

§47ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι φίλοι, κύριε Γεωργαντᾶ, τοῦ Δημάρχου οὗτοι, συζῶσι μετ’ αὐτοῦ. Γνωρίζετε τὰ τοῦ δήμου ἐκείνου καλλίτερα. Ἐὰν τὸν ἐπολιόρκησαν ἐντὸς τῆς οἰκίας του, δὲν ἠξεύρω τί ἔλαβε χώραν. Εἶναι ὅμως ἀδιασπάστως συνδεδεμένοι μετ’ αὐτοῦ.

§48Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν ἦναι συνδεδεμένοι, δὲν γνωρίζω· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ἀφοῦ προέβησαν εἰς τοιοῦτον διάβημα, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύωνται καὶ ὑποστηρίζωνται οἱ τρεῖς οὗτοι, ἐναντίον τοῦ χωρίου.

§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὡς καὶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐνοικιάσθη οἰκία διὰ σχολεῖον ἐν Μελιγαλᾷ τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Ἐὰν δὲν ἐνοικιάσθη καὶ ἦναι καιρὸς ἀκόμη, καὶ ἂν προτείνεται νὰ ἐνοικιασθῇ ἡ οἰκία τοῦ κυρίου Γεωργίου Παναγοπούλου, παρακαλῶ νὰ διατάξῃ νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ὅμοιον τοῦ ἐγκαταλειπομένου, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκεῖ τὴν ἰδίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ διορθώσωμεν διὰ τῆς νέας ἐνοικιάσεως, δηλαδὴ τὸ νὰ χάνωσιν οἱ μαθηταὶ τὸν χρόνον, καὶ νὰ ἀσθενήσωσιν ἐξερχόμενοι καὶ περιμένοντες εἰς τὸ ὕπαιθρον ἡ μία τάξις τὴν ἄλλην μέχρι τέλους τῆς παραδόσεως.

§50ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων Παρνασσίδος, ἣν χθὲς ἐζήτησεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Ἀναγνωστόπουλος.

§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ κανονισμοῦ δαπάνης τινὸς ἐκ 12,500 δραχμῶν, γενομένης κατὰ τὸ 1885, κατὰ διαταγὴν τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ ἐκείνην μὲν τὴν ὥραν δὲν εἶχον πρόχειρα διάφορα ἔγγραφα, ἅτινα εἶχον περιέλθει εἰς χεῖράς μου, ὅτι ὅμως ἐπιφυλάσσομαι τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι σήμερον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὰ ἔγγραφα ταῦτα μοὶ παρεῖχον. Τοῦτο πράττω σήμερον, ἐκτελῶν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν χθὲς ἔδωκα. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς χεῖράς μου, εἰσὶν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ δημοσία ὑπηρεσία, πρῶτον ὁ ἀποβιώσας πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δεύτερον ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν 5ην Ἰουλίου 1886 ἀπηύθυνεν ἐπίσημον ἔγγραφον πρὸς τὸν προκάτοχον αὑτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν μακαρίτην Ν. Παπαμιχαλόπουλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου ἔλεγεν εἰς αὐτὸν τάδε (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κύριον Ν. Παπαμιχαλόπουλον. «Διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῆς 4 Νοεμβρίου 1885, κυρωθέντος διὰ τοῦ ΑΣΗʹ Νόμου, ἐχορηγήθη ἐπὶ τοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 60,000, καὶ ἐπετράπη νὰ ἐξοφληθῇ τὸ ἐκδοθησόμενον ἔνταλμα ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὡς ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκτίθεται, ἐξεδόθησαν δὲ παρ’ ὑμῶν, ὡς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα μοι πίνακα, χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκ δραχμῶν 53,050 καὶ λεπτῶν 85 ἐν ὅλῳ. «Διατελῶ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐνεργειῶν, χάριν τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις καὶ ἐγένοντο αἱ δαπάναι, διότι ὡς ἐκ τῆς αἰτίας καὶ τοῦ σκοποῦ των αἱ ἐνέργειαι αὗται διεξήχθησαν ἐν μυστικότητι, κρίνων δὲ καθῆκόν μου νὰ μεριμνήσω πρὸς ἱκανοποίησιν πάση τυχὸν προσενεχθείσης τότε εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ μήπω ἀνταμειφθείσης ὑπηρεσίας, καὶ νὰ συνεχίσω ἐργασίας, χρησίμους ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἵνα μοὶ ἀνακοινώσητε, καθ’ ὃν ἂν κρίνητε προσφορώτερον τρόπον, τὰς δεούσας πληροφορίας, πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐπιβαλλομένων νῦν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργεῖον, χάριν τῶν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος ὑποχρεώσεων, ἐν σχέσει πρὸς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐνεργείας καὶ δαπάνας, καὶ πρὸς κανονισμὸν τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργειῶν τοῦ ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ, ἀφοῦ τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν δύναμαι ν’ ἀρυσθῶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀρχείων. Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.» Τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ἐγγράφου τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἠκούσατε. Τὸ πόρισμα ὅμως αὐτοῦ μοὶ φαίνεται ὀλίγον ἀσαφές. Δὲν γράφει πρὸς τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ἵνα τῷ ἀνακοινώσῃ ποῦ ἐδαπάνησε τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν «τὰς δέουσας πληροφορίας, πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐπιβαλλομένων νῦν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργεῖον ὑποχρεώσεων.» Ὁ μακαρίτης συνάδελφός μου ἔσπευσεν αὐθημερὸν δι’ ἐγγράφου του νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ δαπάναι, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16,382 σημερινὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, ἐγένοντο κατ’ ἔγγραφον ἀπόφασιν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως ἐγώ, ὡς μέλος αὐτοῦ, εἶμαι ἀναρμόδιος νὰ ἐκθέσω πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων προεκλήθησαν αἱ δαπάναι αὗται, σχετικῶς πάντοτε πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, χάριν τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν δραχ. 60,000.

Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς

Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»

Ἀλλ’ ὁ ἀποβιώσας Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ηὐχαριστήθη ἀπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀπάντησιν τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει συναδέλφου μου, ἀπηύθυνε δὲ πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα προκάτοχόν μου μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Ν. Παππαμιχαλόπουλον. «Ἡ πληροφορία, ἣν εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀνακοινώσητε διὰ τῆς ὑμετέρας ἐπιστολῆς, ὅτι αἱ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 60,000 δραχμῶν καταλογισθεῖσαι δαπάναι ἐγένοντο κατ’ ἔγγραφον ἀπόφασιν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἐμφαίνει, νομίζω, τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀρνεῖσθε νὰ ἐκτελέσητε τὴν αἴτησίν μου. Περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν σας, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἂν ἐκανονίσθησαν αἱ ἐνέργειαι αὗται, μόνος ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιος νὰ παράσχητε πληροφορίας καὶ ὀφείλετε, νομίζω, νὰ πράξητε τοῦτο, χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δύναται οὐσιωδῶς νὰ παραβλαφθῇ, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, εἴτε ἐκ παραλείψεως ὑποχρεώσεων ἕνεκεν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ παρελθόν, εἴτε ἐξ ἐνεργειῶν ὡς πρὸς τὸ μέλλον, κανονιζομένων ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τέως πεπραγμένων». Τὸ μέρος τοῦτο περιέχει ἀληθῆ διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδιδε πρὸς τὸν μακαρίτην συνάδελφόν μου. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπαγορεύει, ἵνα αἱ κυβερνητικαὶ ἐνέργειαι ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἰδίως ὑποθέσεων, διεξάγωνται ἐν ἑνότητι, μὴ ἐπηρεαζόμεναι ἑκάστοτε ἐκ τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν, καὶ εἰς τὸ συμφέρον τοῦτο ἀποβλέπων, κρίνω καθῆκόν μου νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν αἴτησιν, ἣν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16,382 ἐγγράφου μου ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους οὐ μόνον δικαιοῦνται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλουσι νὰ μανθάνωσι παρὰ τῶν προκατόχων αὐτῶν πᾶσαν ἀπόῤῥητον ἐνέργειαν, ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς ἀρχῆς τελεσθεῖσαν. «Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.» Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο προωρισμένος νὰ πέσῃ θῦμα ἐξ ἀσθενείας χρονίας, ἔπασχε κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ εἶχεν ἀναχωρήσει τῶν Ἀθηνῶν εἰς θαλάσσιον ταξείδιον, χάριν ἀναῤῥώσεως· τὸ ἔγγραφον ἐστέλλετο κατόπιν αὐτοῦ καὶ ἀνεζήτει αὐτὸν πανταχοῦ, καὶ τέλος συνήντησεν αὐτὸν εἰς Κέρκυραν. Ἐπεδόθη τέλος εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις ἅμα ἐπανελθὼν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπήντησε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεώς του εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τὴν 24 Ἰουλίου 1886. «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. «Ἐπανελθὼν χθὲς τὸ ἑσπέρας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16,885 ὑπουργικὸν ἔγγραφον, ὅπερ ἔλαβον εἰς Κέρκυραν. «Ἀφοῦ, ὡς προανέφερον, τὰ μέτρα καὶ αἱ ἐνέργειαι, χάριν τῶν ὁποίων ἐδαπανήθη ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δραχ. 60,000 τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 52,000 ἢ 53,000 περίπου, ἀπεφασίσθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗτινος ἀπετέλουν μέρος, δὲν ἔχω κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ δικαίωμα, ἐγὼ μόνος ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ νὰ ποιήσωμαι γνωστὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ μέτρα καὶ τὰς ἐνεργείας, περὶ ὧν ἐρωτῶμαι. Ἂν ἦτο ἐργασία, ἀναγομένη εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔμενε τὸ δικαίωμα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἰς ἐμὲ μόνον, νὰ κρίνω, ἂν ὤφειλον, ἢ μή, νὰ χορηγήσω τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἐργασίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰμὶ πάντως ἀναρμόδιος ἐγώ, ἁπλοῦν μέλος αὐτοῦ, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ἔστω καὶ τοῦ διαδόχου μου, τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.

Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς

«Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»

Καὶ δὲν ἐκπλήσσομαι παντάπασι διὰ τὴν σπουδὴν, ἣν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδειξε, διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ὑπόθεσιν, τρέχων ὄπισθεν τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου κατὰ τὴν περιήγησιν τὴν θαλασσίαν, ἣν ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ. Ὡς ἠκούσατε, τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἦσαν μεγάλα καὶ ἐπικείμενα. Ἐπρόκειτο νὰ ἀνεύρῃ ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, ἐὰν ἡμεῖς ἀφήκαμεν ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠμείψαμεν, διὰ νὰ σπεύσῃ νὰ τὰς ἀμείψῃ(!), διότι ἔκρινεν, ὅτι, ἂν ἔμενον ἄνευ τῆς προσηκούσης ἀμοιβῆς αἱ ὑπηρεσίαι, αἵτινες εἶχον προσενεχθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἤθελον ἐπέλθει ζημίαι εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐσκέπτετο ἀκόμη, ὅτι εἶχε καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ ἴδῃ, ποίας ἡμεῖς ἐποιησάμεθα ἐνεργείας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πρὸς τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους, ὅπως συνεχίσῃ αὐτὰς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχίσῃ αὐτὰς, ἐὰν δὲν ἐγνώριζε τὰς ἐνεργείας ἡμῶν. Ἑπομένως δὲν μὲ ἐκπλήσσει παντάπασιν ἡ σπουδὴ αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διπλῆν ἀπάντησιν τοῦ μακαρίτου συναδέλφου μου, ἐκρίθη ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἔγγραφα πρὸς ἐμέ. Ἔλαβον λοιπὸν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν πρώην Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Θ. Δηλιγιάννην. «Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, παρακληθεὶς διὰ δύο ἐγγράφων μου νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ πληροφορίας, περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται ἐγένοντο ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. «Τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην κρίνω καθῆκόν μου νὰ γνωστοποιήσω ὑμῖν, ὡς προϊσταμένῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, πέμπων συνημμένως καὶ ἀντίγραφα τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι ἂν ἐγκρίνητε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δύναται οὐσιωδῶς νὰ παραβλαφθῇ, ὡς ἀνέπτυξα ἐν τοῖς κοινοποιημένοις ἐγγράφοις μου, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν. Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.»

§52Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας;

§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 28 Ἰουλίου. Τὰ πράγματα ἦσαν ἐπείγοντα κύριε συνάδελφε. Ἤρξαντο τὴν πέμπτην Ἰουλίου, καὶ ἔπρεπε νὰ τελειώσωσιν ἐντὸς τοῦ μηνός. Ὅτε ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ ἀποβιώσαντος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εὗρον, ὅτι αὐτὸς ἐνέκρινε νὰ ἀποτανθῇ καὶ πρὸς ἐμὲ, καὶ νὰ μὲ προκαλέσῃ νὰ ἐνεργήσω, ὅ,τι ἂν ἐνέκρινα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἐσκέφθην καὶ ἐνέκρινα, ὅτι, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν ὤφειλον νὰ δώσω οὐδεμίαν πληροφορίαν. Καὶ διατὶ δὲν ὤφειλον νὰ δώσω πληροφορίαν τινά; Ὅτε προέκυψαν ἀπροόπτως τὰ συμβεβηκότα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἐσκέφθημεν τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885 περὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ ἐπελθοῦσα ἀπρόοπτος πολιτικὴ περιπέτεια. Λαβόντες τότε πρόνοιαν, ἵνα ἐνεργήσωμεν τὰ προσήκοντα πρὸς θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν, ἐλάβομεν ἐπίσης πρόνοιαν, ὅπως λάβωμεν τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρισθῶμεν ποσόν τι χρηματικὸν ἄνευ λογοδοσίας, ὅπως θεραπεύωμεν τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας καὶ ἀπροόπτους ἀνάγκας, αἵτινες ἀπήτουν δαπάνας τοιαύτας. Ἀλλὰ οἱ συνάδελφοί μου, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν αὐτῶν, καὶ ἐγὼ εἴχομεν κατὰ σύμπτωσιν τὰς αὐτὰς ἕξεις. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ ζητῶσι μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἔκβασις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης περιπετείας, καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῶσιν ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀπήτουν ὄχι 60 χιλιάδας, ἀλλὰ 100 καὶ 200 καὶ 500 χιλιάδας δραχμὰς, δὲν ἐζητήσαμεν τοιαύτην παρὰ τοῦ Βασιλέως ἄδειαν, ἀλλὰ περιωρίσθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Βασιλέα νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα καὶ νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 60 χιλιάδων δραχμῶν μόνον. Ἐσκέφθημεν, ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι τότε ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας λογικῶς ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ἠδύναντο νὰ θεραπευθῶσι διὰ τοῦ μικροῦ τούτου ποσοῦ, ἐὰν δὲ ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελον παρουσιασθῆ ἀνάγκαι ἄλλαι, ἀπαιτοῦσαι δαπάνας ἀνωτέρου ποσοῦ, καὶ ὁ Βασιλεὺς θὰ ἦτο ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν εἶσθαι παροῦσα, καὶ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαιοῦντα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ἐκείνας. Ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν συνέφερε νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν ἄδειαν, νὰ ποιησώμεθα δαπάνας μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρίστων ἀναγκαίας αἱ τότε γνωσταὶ ἀνάγκαι. Ὅθεν προεκλήθη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθη πίστωσις δραχμῶν 60 χιλιάδων. Ἀλλ’ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐπετρέπετο νὰ διαχειρισθῶμεν τὴν πίστωσιν ταύτην; Παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ μνημονευθέντος Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1885 (ἀναγινώσκει): «Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα χρηματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιολογητικοῦ ἄλλου ἐγγράφου». Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε προσέτι, ὅτι καὶ ὁ νόμος τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου αὑτοῦ, ἐκύρωσε τὸ μνημονευθὲν Β. Διάταγμα. Ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει συνάδελφός μου κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ Διατάγματος καὶ τοῦ νόμου, ὧν ἐμνημόνευσα, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματί του, νὰ ὑπογράψῃ ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως καὶ νὰ στείλῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον νὰ παραλάβῃ ἀκέραιον τὸ ποσὸν τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ νὰ δαπανᾷ, ὁσάκις ἐπαρουσιάζετο ἀνάγκη, δὲν ἔπραξεν οὕτω, διότι ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ οὕτω. Ἀφῆκε τὰ χρήματα εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ὁσάκις δ’ ἐπαρουσιάζετο ἀνάγκη, ἐγκρινομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ πράξεως, ἥτις ἐξεδήλου τὴν ἔγκρισιν ταύτην, ἐξέδιδεν ἔνταλμα διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη καὶ ἐνετέλλετο τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν δὲν ἐδαπανήθησαν πᾶσαι αἱ 60,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ 53.500 καὶ λεπτὰ 85, ὡς ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Λομβάρδος ἔγραφε πρὸς τὸν προκάτοχόν του. Χρεωστῶ νὰ ποιήσωμαι εὔφημον μνείαν τῆς τιμιότητος, μὲ τὴν ὁποίαν πάντες σχεδὸν, ἴσως ἐλάχισται ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις, πάντες οἱ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ δημοσίᾳ διοικήσει ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν τότε εἰς τὴν διάθεσίν των. Ἡ διαχείρισις ἐκείνη δύναται ἴσως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα τιμιότητος διοικήσεως καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρου τότε χρέη Γενικοῦ Προξένου, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε βαθμὸν μόνον Γραμματέως Γενικοῦ Προξενείου, εἰ καὶ ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσῃ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, εἰ καὶ εἶχεν ἐν χερσὶ τὰ ὀγκώδη ταῦτα χρηματικὰ ποσά, ὅτε παρῃτήθημεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μοὶ ἀνήγγειλε δι’ ἐπιστολῆς, ὅτι δὲν εἶχε δαπανήσει, εἰμὴ μόνον 13 ἢ 15 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἐσώζετο ὅλον εἰς τὰς χεῖράς του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μοὶ ἀνεκοινώθη καὶ ἄλλη τις, ἡ ὁποία μοὶ ἀνεκοινώθη δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν 6 Ὀκτωβρίου 1886. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατεπείγοντος, τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ ὑποθέσεις, περὶ ὧν ἐπραγματεύθην ἀνωτέρω, καὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπιληφθῆ ὁ πρώην Ὑπουργὸς Λομβάρδος. Διὰ ταῦτα ἐβράδυνον νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς ἐμὲ, ἵνα μοὶ ζητήσωσι περὶ αὐτῆς πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ διευθυντὴς τοῦ οἰκονομικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπιμελητὴς Ι. Κοντογιάννης ἔλαβε παρὰ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν προκαταβολὴν ἐκ δραχμῶν 12,500. Αἰτησαμένου κατὰ μῆνα Ἰούνιον ἐ. ἔ. τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν τὴν ἀπάλειψιν τῆς προκαταβολῆς ταύτης, ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ μνησθέντος ἐπιμελητοῦ διὰ τῆς συνημμένης ὧδε ἐν ἀντιγράφῳ ὑπ’ ἀριθ. 94,933 διαταγῆς τὰς κατὰ νόμον ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος, οὗτος ὅμως ἐπέδειξεν ἡμῖν, ὡς ἁρμόδιον ἵνα παράσχῃ αὐτὰς, τὸν τέως Ὑπουργὸν ὑποστράτηγον κ. Α. Μαυρομιχάλην, πρὸς ὃν εἶχε παραδοθῆ τὸ ποσόν. Προσκληθεὶς ὁ ὑποστράτηγος, ἵνα δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ τῆς ἐπίσης ἐν ἀντιγράφῳ συνημμένης ὑπ’ ἀριθ. 55,666 διαταγῆς, ὑπέβαλεν ἡμῖν τὴν ἔγκλειστον ἐν ἀντιγράφῳ ἀπάντησιν, δι’ ἧς παραπέμπει τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἁρμόδιον πρὸς παροχὴν αὐτῶν. Ὅθεν παρακαλεῖσθε, ἵνα εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε ἡμῖν τὰ δικαιολογητικὰ τῆς προκαταβολῆς πρὸς ἀπάλειψιν αὐτῆς». Ἡ προκαταβολὴ αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, κατὰ διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαυρομιχάλη, προθυμοποιηθέντος νὰ παράσχῃ εὐκολίαν τινὰ εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον εἰσέτι δὲν ἦτο τότε εὔκολον νὰ ἐντελλώμεθα πληρωμὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς 14 Νοεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην μνείαν. Ἐπειδὴ δὲ ἔσπευδεν ἡ ἀνάγκη, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεφέρθη νὰ εὐκολύνῃ ἡμᾶς εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ παρήγγειλεν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, ὅπερ ἐπλήρωσε τὰς 12,500 δραχμάς. Ἐπεφυλάσσετο δὲ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος νὰ ἐκδώσῃ ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν 60,000 δραχμῶν τὸ ἀναγκαῖον ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου, καὶ ἀπαλειφθῇ ἡ προκαταβολή. Δὲν ἐγνωρίζομεν ἔτι, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει ὑπέρβασίς τις τῆς πιστώσεως τῶν 60,000 δραχμῶν, διότι, ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 12,500 δραχμῶν προσετίθεντο αἱ 53,000, αἵτινες, κατὰ τὰ ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ Λομβάρδου εἰς τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, εἶχον δαπανηθῆ, τότε τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανηθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, συνίστατο εἰς 53,500 πλέον 12,500, ἤτοι εἰς 66,000 δραχμὰς, ἑπομένως ὑπῆρξεν ὑπέρβασις 6,000, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν, ζητοῦντες ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Αἱ ἔκτακτοι λοιπὸν αὗται δαπάναι, τὰς ὁποίας προεκάλουν αἱ ἔκτακτοι αὗται περιστάσεις, εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 66,000 δραχμὰς, ἡμεῖς δὲ, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην, μετὰ τῆς ὁποίας μᾶς ἐτίμησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, προέβημεν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, πεποιθότες, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς οὐδένα, ποῦ ἐδαπανήσαμεν τὰ χρήματα ταῦτα.

§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἔχομεν τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν περὶ τῶν καθηκόντων τῶν προκατόχων πρὸς τοὺς διαδόχους ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτής, καί, ὡς εἶπον καὶ χθές, θέλομεν σήμερον προκαλέσει καὶ τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὅσα δὲ εἶπον χθὲς περὶ τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι ἱκανὰ περὶ τοῦ θέματος, καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἄλλη ἀφορμὴ, θέλομεν περιορισθῆ μόνον, ἵνα ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τούτου πρότασίν μας· ἡ πρότασίς μας θὰ ἦναι ἁπλῆ ἐξήγησις τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θέλομεν προτείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐγκρίνει τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ προκάτοχος δώσῃ εἰς αὐτὴν ἐξήγησιν περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων, τῶν διατεθέντων ἐκ τῆς πιστώσεως, τῆς χορηγηθείσης ἄνευ λογοδοσίας, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Περὶ δὲ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τινὰ, διότι δὲν συνάδουσι πρὸς ὅσα ἐγὼ γινώσκω ἐξ αὐτῶν. Χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ περὶ πληρωμῆς τῶν 12,500 δραχμῶν διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδόθη μὴ κανονικῶς, ἦτο, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδόθη ἡ διαταγὴ, δὲν ὑπῆρχε πλήρης ὁ νόμος τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν· τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Ὁ νόμος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐκδεδομένος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 15 Νοεμβρίου 1885 ἐν ἀριθμῷ 89· ὁ νόμος ἦτο πλήρης, καὶ ὅμως ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον νὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μὴ κανονικῶς· δὲν ἦτο δὲ μόνον πλήρης ὁ νόμος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐκύρου Διάταγμα τῆς 4 Ὀκτωβρίου, ἐφαρμοζόμενον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ ἐκδεδομένον ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1885, Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος· ὥστε οἱ λόγοι, οἱ δοθέντες πρὸς ἐξήγησιν τοῦ ἀκανονίστου τῆς δαπάνης ταύτης, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα· ἀλλὰ περὶ τούτου, ὅταν θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος· ἡμεῖς ζητοῦμεν μόνον νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς εὐθύνης οἱ δύο οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι κατελογίσθησαν, καὶ εἷς οἰκονομικὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει νὰ καταλογισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐπὶ τῶν δύο οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν γίνεται κράτησις τῶν μισθῶν μετὰ τὸν καταλογισμὸν τοῦτον· οὗτος δὲ ἦτο ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, καὶ, ὡς παρετηρήσατε, ὑποβαλὼν αὐτὸ, οὐδεμίαν ἐποιησάμην μνείαν τῆς πιστώσεως τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ποιήσηται μνείαν αὐτῆς, διὰ νὰ παραστήσῃ, ὅτι δυνάμει αὐτῆς ἐδόθη ἡ διαταγή, ἐνῷ οὐδόλως αὕτη ἐσχετίζετο πρὸς τὴν πίστωσιν. Ὑπῆρχεν ἐν λειτουργίᾳ ὁ περὶ πιστώσεως νόμος τότε, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε· σήμερον δὲ λέγει, ὅτι ὑπῆρχε μὲν ἐν λειτουργίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἕνεκα ἀναφυεισῶν δυσχερειῶν· καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐκτελεσθῇ διὰ ποσὸν δραχμῶν 18,146, ἦτο ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ τὸ Διάταγμα, ἐν πλήρει λειτουργίᾳ καὶ ὁ κυρῶν αὐτὸ νόμος, καὶ εἶχον γενῆ δαπάναι πολλαί· καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε περὶ τῶν δαπανῶν, βεβαίως περὶ τῶν πλείστων δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ χρῆσις, διότι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 54,522 ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων, ἅτινα ὅμως, ὡς ἐξ ἐπιστροφῶν, γενομένων κατόπιν, περιωρίσθησαν εἰς 52,027, αἱ 46,366 εἶχον ἐκδοθῆ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ὁποία ἐγένετο χρῆσις· ἐκ τῶν ἄλλων ὅμως βλέπομεν, ὅτι τινῶν βεβαίως δὲν ἐγένετο χρῆσις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιστρατείαν. Οὕτω π. χ. βλέπομεν, ὅτι μία δαπάνη ἐκ 400 δραχμῶν ἐγένετο διὰ τὴν ἅμαξαν ἐκείνην μὲ τὰ νταούλια καὶ τοὺς ζουρνάδες, ἡ ὁποία εἶχε μεταβῆ, φέρουσα τὸν μέλλοντα Πρωθυπουργὸν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν βεβαίως δὲν προέκειτο περὶ τοῦ Βουλγαρικοῦ ζητήματος. (Ἀναγινώσκει): «Νοεμβρίου 9 ὑπ’ ἀριθμὸν 6711. Π. Βασιλείου, ἁμαξηλάτης. Ἀποζημίωσις καὶ βοήθεια ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ ἵππου τῆς ἁμάξης του, δι’ ἧς μετέβη ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὰ Ἀνάκτορα.» Ἐπίσης βλέπομεν ἄλλα ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· βλέπω (ἀναγινώσκει): Ἀποζημίωσις Αὐγούστου 1885, καὶ πάλιν: ἀποζημίωσις Ἀπριλίου 1885. Βεβαίως τότε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις. Ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων δὲν πρόκειται ἤδη· σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας χθὲς, εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων, ἅπερ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐθεωρήθησαν ὡς ἀπόῤῥητα ἀπέναντι τῆς ἐξελεγκτικῆς τῆς διαχειρίσεως ἀρχῆς. Ἡμεῖς πρεσβεύομεν ἀντίθετον ἰδέαν, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως τοιαύτη ἰδέα, ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας χθὲς, παρέλθῃ ἀπαρατήρητος· ἐρχόμεθα ἄρα νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως, μεταβαίνουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκφράσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην της.

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ Βουλαὶ ὡμοίαζον πρὸς τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μάλιστα τὰς συγκληθείσας κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν τὸ σχίσμα, βεβαίως ἤθελον ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προβαλλομένην ἡμερησίαν διάταξιν ἐπιθυμεῖ νὰ περιβάλῃ τὴν Βουλήν. Αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἀφώριζον καὶ πολλάκις ἐξωστράκιζον τοὺς ἱεράρχας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὗται ἔκρινον ὡς μὴ πιστοὺς εἰς τὰ δόγματα τῆς θρησκείας. Ἀλλ’ αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ πλειοψηφίαι δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὐδὲ ν’ ἀφορίζωσιν, οὐδὲ νὰ καταρῶνται. Αἱ Βουλαὶ ἔχουσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτάς. Τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἶναι, νὰ ψηφίζωσι νόμους. Ἑπομένως προβαλλομένων νομοσχεδίων, εἴτε ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, συζητοῦσι καὶ ψηφίζουσιν αὐτά. Καθῆκον ἔχουσιν αἱ Βουλαὶ προσέτι, νὰ ἐλέγχωσι τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, καὶ ἐλέγχουσιν αὐτοὺς, διὰ νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν εὐθύνη, ἐὰν μὲν ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, πολιτική, ἐν ᾗ περιπτώσει παρέβησαν τοὺς νόμους, ἢ τὰ Διατάγματα, ἢ διέπραξαν πράξεις, ζημιούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ καὶ εὐθύνη ἀστική, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κυβερνῶντες ἐγένοντο ὑπαίτιοι ζημίας, ἐπελθούσης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ εὐθύνη ποινική, ἐὰν δὲν ἦναι πλέον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ζητεῖται παρ’ αὐτῶν εὐθύνη, ὅπως τιμωρηθῶσι ποινικῶς κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Πλὴν τίνα εὐθύνην ζητεῖτε διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν προβάλλετε, διὰ νὰ ψηφισθῇ. Προβάλλετε τὴν πρότασιν, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε πλέον ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα πλέον ἐν τῇ κυβερνήσει. Ἢ ζητεῖτε εὐθύνην διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέσαμεν ἐκνόμως; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἁρμόδιον. Παραπέμψατε τὴν ἐξέλεγξιν ἐκεῖ. Ζητεῖτε εὐθύνην, διότι νομίζετε, ὅτι παρέβημεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἢ ἐζημιώσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου; ἢ διότι ἐπροδώσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους; Συστήσατε ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν, καὶ ζητήσατε νὰ δικασθῶμεν καὶ καταδικασθῶμεν, ἐν ᾗ περιπτώσει μᾶς εὕρητε ἐνόχους. Καὶ ἔρχεσθε νομίζοντες, ὅτι δι’ ἡμερησίας διατάξεως δύνασθε νὰ ἀποδοκιμάζητε πολιτικοὺς ἄνδρας; Ἀποδοκιμασίαν θέλετε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς γνώμης ἡμῶν, ὡς πολιτικῶν ἀνδρῶν, λεγόντων, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν νὰ δώσωμεν λόγον! Σᾶς ὡμίλησα περὶ ἀποδοκιμασίας. Ὅταν πράττητέ τι χωρὶς νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξητε, πράττετε πρᾶξιν ἀξίαν περιφρονήσεως. Αἱ Βουλαὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδοκιμάζωσιν οὐδὲ γνώμην, οὐδὲ πράξεις. Πράξεις ἔχουσιν αἱ Βουλαὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδοκιμάζωσι τῶν κυβερνώντων, ἀρνούμεναι ἢ ἀφαιροῦσαι τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπ’ αὐτούς. Πράξεις δύνανται ὡσαύτως ν’ ἀποδοκιμάζωσι τῶν κυβερνησάντων, προκαλοῦσαι τὴν δίκην κατ’ αὐτῶν διὰ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἄλλο δικαίωμα δὲν ἔχουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πλειοψηφία ἤθελεν ἀποδεχθῆ τοιαύτην ἡμερησίαν διάταξιν, ἔπραττεν ἐμμέσως ἀποδοκιμασίαν κατὰ γνώμης πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἔπραττέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἔπραττέ τι, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς περιφρονήσεως ἡμῶν. Σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι καὶ κατὰ προηγουμένην Περίοδον ἄλλη Βουλὴ ἐψήφισεν ἀποδοκιμασίαν κατ’ ἐμοῦ. Ὠλίσθησεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, εἰσηγουμένου τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κηλῖδα τῆς ἱστορίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐδίδαξεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐλαβῆται τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναθέσει εἰς αὐτήν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ πλειοψηφία αὕτη δὲν θέλει πράξει τὸ αὐτὸ ἀτόπημα, ἀλλὰ, καὶ ἂν αὕτη ἤθελε τὸ πράξει, θέλει λάβει τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, ὅτε μετ’ ὀλίγον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς—καὶ δὲν θέλει βραδύνει—θέλει καταθέσει ἐν ταῖς κάλπαις τὴν γνώμην του περὶ τῆς διαγωγῆς πάντων ἡμῶν.

§56ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχω τινὰ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ μακρὰν τοῦ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πρότασις ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι εἶναι πρότασις ἐκφράσεως ἑνὸς παραπόνου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπερμέτρως δυσπιστεῖ πρὸς αὐτήν· αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια μιᾶς τοιαύτης προτάσεως. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παραπονεῖται κατὰ τῆς προκατόχου, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὴν νὰ παραδώσῃ τὰ δικαιολογητικὰ μιᾶς δαπάνης 12,000 δραχμῶν ἐν τῇ διεξαγωγῇ ζητήματος μεγάλου, διεξαγωγῇ, ἡ ὁποία καὶ διαχειρίσεις χρηματικὰς μεγάλας συνεπήγετο καὶ διαχείρισιν ἐν γένει μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπουδαίως ζητεῖ δικαιολογίαν δαπάνης 12,000 δραχμῶν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶναι ἐξωργισμένος δι’ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ διὰ τὴν δυσπιστίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς αὐτὸν, δυσπιστίαν, ἣν ἴσως εὐλόγως χαρακτηρίζει ὑπέρμετρον. Τοῦτο τὸ παράπονον, προτείνει εἰς τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ἐκφράσῃ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, πῶς δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐκφράσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παράπονον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως ἄξιον καί τινος συμπαθείας! Ἂν τοιοῦτόν τι δὲν ἦναι ἡ πρότασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν δύσκολον εἶναι νὰ ἀνεύρῃ τις, τί ἕτερον εἶναι. Μήπως εἶναί τι πρωτότυπον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῶν Κρατῶν; Μήπως θέλει νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, διὰ νὰ κανονισθῇ τὸ μέλλον; μήπως θέλει νὰ λύσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ἀπόῤῥητα, νὰ παραδίδωσιν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πράξει τι ἀδικαιολόγητον, ἀποκρούοντες τὴν πρόνοιαν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θέλει νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν πᾶσαν πληροφορίαν. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἦναι ἴσως πρακτικὸν, ν’ ἀποκρουσθῇ ὑφ’ ἡμῶν διὰ προσεχῆ περίστασιν, διότι ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν διάδοχον πᾶσαν ἀπόῤῥητον πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποίαν ἄρα ἄλλην ἔννοιαν, ποῖον χαρακτῆρα κοινοβουλευτικὸν ἔχει; Ἀποδοκιμασίαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀποδοκιμασία κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα, ὅτι αὕτη ἔχει δυσπιστίαν πρὸς τὴν παροῦσαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι τὸ παράπονον τοῦτο εἶναι ἀποδοκιμασία, τότε ἔρχεται ἡ ἄλλη ἔποψις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπραγματεύθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι βεβαίως σολοικισμὸς μέγας εἶναι, τὸ νὰ ἀπευθύνηται μομφὴ ἐναντίον Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης. Αἱ μομφαὶ, αἱ ἔχουσαι πολιτικὸν καθαρῶς χαρακτῆρα, ἔχουσιν ἕνα σκοπὸν, ἀπολήγουσιν εἰς μεταβολὴν Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ποίαν ἔννοιαν ἔχει μομφὴ, ἐκφερομένη κατὰ προκατόχου Κυβερνήσεως; Λοιπὸν οὐδεμίαν ἄλλην χρησιμότητα καὶ ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρὰ ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς τιθέμεθα εἰς μίαν δυσχερῆ θέσιν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἀποκῤῥύσωμεν αὐτήν· ἔχει ἀξίαν καὶ πρακτικὴν χρησιμότητα, ὅτι ἤθελεν ὑποχρεοῖ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἂν συμπέσῃ εἰς χεῖρας αὐτῆς διεξαγωγὴ ἐθνικῆς τινος ὑποθέσεως, ὑποχρεοῖ αὐτὴν νὰ παράσχῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν, ἂν ἠδυνάμην νὰ ἔχω δισταγμόν τινα ὡς πρὸς τοῦτο, ἂν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος νὰ παραδώσῃ δικαιολογητικὰ πρὸς τὴν παροῦσαν περὶ δαπάνης, ἥτις τῇ ἐπετράπη ἄνευ δικαιολογητικῶν, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὅμως ἐγγράφου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἠκούσθη ἐντεῦθεν, νομίζω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἔγγραφον ἤρκει διὰ νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδίδετο καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἂν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἠδύναντο, διότι ἴσως δὲν θὰ εἶχε σημασίαν τινὰ, ἂν ἠδύναντο, νὰ παράσχωσι πᾶσαν πληροφορίαν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς παρόντας οἱ προκάτοχοι, ἀλλ’ ὅτε ἔλαβον τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τότε τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ τοῖς παράσχουν, καὶ ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι καὶ γνωρίζουν οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ περὶ τίνος διαθέσεως ἐπρόκειτο αὐτῶν τῶν 6 χιλιάδων, καὶ δὲν ἠδύναντο σπουδαίως νὰ ἀπορῶσι περὶ αὐτοῦ, οὐδὲ ἀνησύχησεν ἡ αὐστηρότης καὶ ὁ πατριωτισμὸς αὐτῶν περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τῶν 6 χιλιάδων, ἀλλ’ ἀπευθύνουν ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου, θέλοντες, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀστεϊσθῶσιν ἐν ζητήμασιν ἀνεπιδέκτοις ἀστεϊσμοῦ, λέγουσι πρὸς τοὺς προκατόχους αὐτῶν, ὅτι «θέλομεν νὰ μάθωμεν πῶς διεχειρίσθητε αὐτὰς τὰς 6 χιλιάδας, διὰ νὰ ἴδωμεν μόνον, πῶς νὰ ἐνεργῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ μέλλοντι». Ἀλλ’ ὅτε τοιοῦτον ἔγγραφον ἀπευθύνεται, ἀληθῶς μετ’ ἀγανακτήσεως ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσωσιν, ὅτι «παίζετε ἐν τοῖς τοιούτοις, καὶ ἀφοῦ παίζετε ἐν οὐ παικτοῖς, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐμπιστευθῶμεν οὐδὲν ἔγγραφον, ὅταν αὐτὴ ἡ Βουλὴ μᾶς εἶχεν ἐπιτρέψει νὰ δαπανήσωμεν ἓν μικρὸν ποσὸν ἄνευ δικαιολογητικῶν». Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἐκπεσμὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὸ νὰ προτείνωνται αἱ τοιαῦται ἰδέαι παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ συνοδεύωνται μὲ ἀστεϊσμοὺς προστύχους, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφερομένους. Καὶ ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχῃ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἔλευσίν του εἰς τὰ πράγματα, ὅταν μάλιστα ἡ προκάτοχος διεξήγαγε μέγα ζήτημα, ἔρχεται καὶ παραγνωρίζει μὲν τὸ τοιοῦτον καθῆκον, ἐρωτᾷ δὲ περὶ τῆς διαχειρίσεως 6 χιλιάδων δραχμῶν, τότε βεβαίως καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἐξευτελίζει, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, καὶ ἑαυτόν. Καὶ τί θέλει ἐννοήσει τις, ἀναγινώσκων τὰ τοιαῦτα; Ὅτι καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ θεωρῆται ὕποπτος, ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ διαχειρισθῇ ἓξ χιλιάδας δραχμῶν. Βεβαίως τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κατὰ κανόνα εἶναι πολίτευμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς δημοσιότητος καὶ τῆς δυσπιστίας πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιστάσεις, ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, καθ’ ἃς ἐπινοοῦνται συνεταὶ ἐξαιρέσεις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ παιγνίδιον, τὸ κακῶς ἐπινοηθὲν, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ ἀναμίξῃ παιγνίδια εἰς σοβαρὰν ὑπόθεσιν, οὐ μόνον τὴν Βουλὴν ἐξευτελίζει, ἀλλὰ στρέφεται καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὡς μὴ σπουδάζοντος περὶ τὰ σοβαρώτατα τῶν δημοσίων πραγμάτων.

§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ προβῇ ἡ παροῦσα συζήτησις θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγγράφως τὴν πρότασιν, διὰ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὡρισμένως, θέλομεν νὰ μάθωμεν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καταθέτω ἔγγραφον.

§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ παρακαλῶ.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ἐν πρώτοις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπὸ τῆς ὁποίας χθὲς παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα τυχὸν εἶχεν εἰς χεῖράς του καὶ ἅτινα ἤθελον ἀποδεικνύει τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μακαρίτου πατρός μου ἐπὶ τῶν 60,000, ὀφείλω, λέγω, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, διότι ἔσπευσε νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶχε τηρήσει, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ ἀκριβείᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν καὶ περὶ τὴν τήρησιν καὶ τοῦ ἐλαχίστου λογαριασμοῦ. Ἀκριβῶς καὶ πρὶν ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατυπώσῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τώρα κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐσκόπουν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ διατυπώσῃ τοιαύτην πρότασιν. Ἂν δὲ τυχὸν ἤθελε πράξει τοῦτο, θὰ τὸ ἔπραττε μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς μήνιος, ἣν φαίνεται ἀείποτε διατηρεῖ, καὶ θὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν μνήμην του, ἐναντίον τῆς Βουλῆς τῆς 7ης Ἀπριλίου. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη περιέβαλε διὰ μοναδικῆς ἐμπιστοσύνης, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ καθ’ ὅλον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον αὑτῆς ἡ Ἑλλάς, τὴν Κυβέρνησιν τῆς 7ης Ἀπριλίου ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην...

§62ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ ὁποία τὸν ἄφησεν ὅμως.

§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικρούσητε ὕστερον ἀπὸ τοῦ βήματος.

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ δοθῇ περὶ τούτου ἐξήγησις.

§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐκείνη περιέβαλε διὰ μεγίστης ἐμπιστοσύνης τὴν Κυβέρνησιν τῆς 7ης Ἀπριλίου, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν οἱανδήποτε ἐνέργειαν περί τε τὴν διαχείρισιν τῶν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφύησαν τότε, καὶ περὶ οἱασδήποτε διαχειρίσεως. Καὶ καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία διὰ τόσης περιεβάλλετο ἐμπιστοσύνης, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἐποιήσατο κατάχρησιν αὐτῆς, περιωρίσθη δὲ μόνον εἰς τὴν διάθεσιν τῶν 60,000 δραχμῶν, καὶ τὰς 60,000 ἐδαπάνησεν ἑκάστοτε διὰ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐδαπάνησεν οὐχὶ πάσας, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐξ αὐτῶν κατάλοιπον 7,000 δραχμῶν. Ἀναγινώσκονται τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀλλὰ δὲν πείθουσι τὸν Πρωθυπουργόν· ἀναγινώσκεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν δαπάνην, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πείθεται. Σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸ 2 ἄρθρον τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ κυρωθέντος διὰ νόμου μετὰ ταῦτα, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα χρηματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἄλλων ἐγγράφων». Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἐξασκοῦσιν ἐπὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐντύπωσιν. Καὶ ἐνῷ ἠδύνατο, καθὼς ἄριστα ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνέπτυξεν, ὁ μακαρίτης πατήρ μου, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ παραλάβῃ τὰ χρήματα παρ’ ἑαυτῷ, δὲν ἔπραξεν ὅμως αὐτὸ, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ τιμιότητι, ἀλλ’ ἐλάμβανε δι’ εἰδικοῦ ἐντάλματος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο αὐτῷ ἑκάστοτε, πάντοτε δὲ τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πάντοτε διὰ πρωτοκόλλου, δικαιολογοῦντος τὸν λόγον καὶ τὴν αἰτίαν, ἔρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ζητεῖ νὰ κατατεθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων ἐκείνων, τῶν 53,000. Ἀλλὰ τὰ δικαιολογητικὰ τῆς δαπάνης ταύτης εἶχεν εἰς χεῖράς του μόνος ὁ μακαρίτης πατήρ μου. Δὲν ἔπρεπε σήμερον, προκειμένου περὶ μὴ ὑπάρχοντος, νὰ ζητῇς, κύριε Πρωθυπουργὲ εὐθύνην, διότι τοῦτο εἶναι ἀσέβεια πρὸς τοὺς νεκροὺς, εἶναι τυμβωρυχία! Ἐγὼ ἔχω τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ γραφείου τοῦ μακαρίτου πατρός μου, καὶ δὲν θὰ προσαγάγω αὐτὰ, καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι προσβάλλονται διὰ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτῶν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διὰ τὰ ὁποῖα σὺ ἥκιστα φροντίζεις!

§66Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μακαρίτου Λομβάρδου καὶ τοῦ ἐπίσης ἀειμνήστου Παπαμιχαλοπούλου. Διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων θέλει νὰ ἀποδείξῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885, ὅτι δῆθεν κατεχράσθη 5, 6, 10 χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ σκοπὸς, Κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸς, ὁ σκοπὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἕτερος, θέλει δι’ αὐτοῦ νὰ μεταβάλῃ θέσιν, καὶ ἀπὸ ἀμυνομένου νὰ γίνῃ ἐπιτιθέμενος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχε, πολὺ δὲ μᾶλλον διότι ἡ ὑπόθεσις, καθ’ ἧς ἀμύνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι ὁμοίας φύσεως μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ Πρωθυπουργός, διότι δὲν πρόκειται μήτε περὶ 335 χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα δοθῶσιν εἰς τὸν Σπάρταλην, μήτε περὶ τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας διέθεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμύνεται, διότι ἐν πεποιθήσει πιστεύει, ὅτι καλεῖται νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν, ὁμοία τῆς ὁποίας δὲν ἀναφέρεται μήτε ἐν τῇ ἱστορίᾳ, μήτε εἰς οὐδὲν τῶν διαφόρων Κοινοβουλίων τῶν μεγάλων Ἐθνῶν, μήτε τῶν μικρῶν. Γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ Ἔθνη ψηφίζουσι δωρεὰς, ψηφίζουσιν ἀμοιβὰς, ἀμείβουσιν ἄτομα, ἀλλὰ τί ἄτομα; ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ὑπηρεσίας εἰς αὐτὰ, ποτὲ δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προδίδουσι τὰ ἱερώτερα αὐτῶν συμφέροντα. Καλεῖσθε, Κύριοι, νὰ ψηφίσητε σήμερον ἀμοιβὴν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη δῆθεν, ἀλλ’ ὄχι ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη πραγματικῶς, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Στῆλμαν. Τίς δὲ, νομίζετε, ὁ Στῆλμαν; Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξεπλήρου τὸ πρὸς τὴν πατρίδα ἱερὸν αὐτοῦ καθῆκον, συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ διὰ τοῦ Ῥούμβωλδ μετὰ τῶν Δυνάμεων Αὐστρίας καὶ Γερμανίας, καὶ ἀπέκλεισαν τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸς εἶναι ὁ Στῆλμαν. Καὶ διατὶ νομίζετε ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπεδίωξε τὸν τοιοῦτον ἀποκλεισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων; Διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς σπείρας, ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὸν περιστοιχίζει, καὶ ἡ ὁποία ἀπεμύζησε τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ Ἔθνους καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα. Εἶναι λοιπὸν ἴσοι οἱ λόγοι, καὶ ἴσον τὸ θέμα, περὶ οὗ πρόκειται; Πάντες εἶσθε εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ τὸ γνωρίζητε. Διὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, καὶ νὰ σκεφθῆτε, διότι θὰ διαπράξωμεν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον θέλει τιμωρηθῆ καὶ θέλει ἡ ἱστορία ἀναγράψει μὲ μελαίνας γραμμάς. Καὶ ἀντὶ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1886 ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ σκέπτηται καὶ νὰ μεριμνᾷ, πῶς νὰ λαμπρύνῃ τὰς δάφνας τῶν ἡρώων τοῦ 1821, ἐφρόντισε νὰ ἀποκλείσῃ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, καὶ διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἀμυνθῇ, καὶ οὕτως αἱ δάφναι ἐκεῖναι τῶν ἡρώων τοῦ 1821 νὰ καταπέσωσιν ἅπαξ διὰ παντός. Διὰ τοῦτο καθῆκον νομίζω παντὸς Βουλευτοῦ, νὰ ἀμυνθῇ πάσῃ δυνάμει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ πιέσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ ψηφίσῃ ἀμοιβὴν ὑπὲρ τοῦ ὑβριστοῦ τῆς πατρίδος.

§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν κατ’ οὐσίαν τῆς προτάσεως, ἣν κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς σήμερον. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὁ κανονίζων τὰς ἡμετέρας ἐργασίας, προβλέπει ῥητῶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν προτάσεων καὶ τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Κατὰ τὸ 34 ἄρθρον αὐτοῦ, πᾶσα πρότασις, Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ, παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως καὶ ἰδιοχείρως ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, τυποῦται, μεθ’ ὃ εἰσάγεται κατὰ τὴν χρονολογικὴν τάξιν τῆς εἰσαγωγῆς της. Ἐρωτῶ, Κύριοι, πάντα ἐξ ὑμῶν, ἐρωτῶ αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν, εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, ταύτην τὴν στιγμὴν ὑποβληθείσης καὶ ἀκόμη μὴ τυπωθείσης; Οὐδεμία πρότασις λοιπὸν δύναται νὰ συζητηθῇ, πρὶν ἢ ὑποστῇ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει. Διὰ τοῦτο πρὸ πάσης ἄλλης κατ’ οὐσίαν συζητήσεως τῆς προτάσεως προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις, αἱ ῥηταὶ καὶ σαφεῖς, τοῦ Κανονισμοῦ.

§68ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι λίαν εὐτελὲς τὸ λύειν τὰ δυσχερῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡμῶν, διὰ τοιαύτης παρερμηνείας τῶν κεκανονισμένων. Ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι πράγματι Βουλὴ καὶ δὲν ἦναι Λέσχη, εἰς ἣν ἐπὶ πολλὴν ὥραν καὶ ἐπὶ μακρὸν δύναταί τις νὰ φλυαρῇ, χωρὶς νὰ καταλήγῃ εἰς συμπέρασμα, ἂν, λέγω, ἡ Βουλὴ πράγματι περὶ τῶν κοινῶν σκέπτηται, ὀφείλει ἑκάστοτε νὰ καταλήγῃ εἰς συμπέρασμα, ἐνδεικτικὸν τῆς ἀποφάσεως αὑτῆς. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, τῇ λίαν παραταθείσῃ, ἐπὶ πολλὰς ὥρας διημφισβητήθη ἀξίωμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον, συνεζητεῖτο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς διαδόχους αὑτοῦ τὰ ἀπόῤῥητα, τὰ ὁποῖα, οὐχὶ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις γινώσκει. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο δὲν ἔδει νὰ παρέλθῃ ἄνευ διαμαρτυρίας. Ὤφειλεν ἡ Βουλὴ, ἢ νὰ δεχθῇ τοῦτο, ἂν ἦναι ὀρθὸν, ἢ νὰ τὸ ἀντικρούσῃ, δι’ ἀποφάσεως σαφοῦς καὶ ὡρισμένης. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ζητησάσης νὰ γινώσκῃ τὸ ἀπόῤῥητον ἐκεῖνο, ὅ ἀπέκρυπτεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἡ πρότασις ἐκείνη, λέγω, εἶναι πόρισμα τῆς μακρᾶς ἐκείνης συζητήσεως. Ἄνευ πορίσματος δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἄλλως ἔχομεν ἁπλῆν Λέσχην, εἰς ἣν ἕκαστος δύναται περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου ἐπὶ πολλὴν ὥραν νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν Βουλήν. Ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περὶ εὐθύνης καὶ μομφῆς Ὑπουργείου παρελθόντος, εἶναι ἀκριβεστάτη, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις δύναται κατ’ αὐτῆς νὰ ἀντιταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεσμῶν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης οἱασδήποτε, εἴτε ἠθικῆς εἴτε πολιτικῆς, εἴτε ποινικῆς. Ἂν τοῦτο ἐπρόκειτο, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ κατεψήφιζον τοιαύτης προτάσεως· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται τοὐναντίον περὶ ἀντικρούσεως μομφῆς, ἐξενεχθείσης χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐμέμφθη τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποῤῥήτου. Ἡ μομφὴ αὕτη, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἐκδήλωσις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὸ χειρόκτιον, τὸ ῥιφθὲν κατ’ αὐτῆς, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μομφῇ. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ μομφῆς κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αὐτὴ δὲν ὑπάρχει πλέον, εὐθύνην δύναται νὰ δώσῃ αὕτη ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ νῦν πρόκειται νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ μομφὴ, ἡ ἐπιῤῥιφθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ πρότασις εἶναι νομιμωτάτη.

§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀποδέχηται τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκφράσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλή.

§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ προλαλήσαντος εἶναι ἡ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθεῖσα καὶ ἀναγραφεῖσα ἐν τῇ προτάσει μου, καὶ ἣν ἀντέκρουσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Εἶπον χθὲς, ὅτι ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις παρὰ τῶν προκατόχων, ὅτι οὗτοι ὤφειλον νὰ μᾶς δώσωσιν ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔδωκαν αὐτὰς πρὸς ἡμᾶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις, εἶπον δ’ ἐγώ, ὅτι ταύτην τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐργαζόμενοι ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν, θέλομεν ἀποκρούσει, ὅτι περὶ ταύτης θέλομεν ζητήσει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ ἐῤῥήθη, ὅτι ἀτόπως ζητοῦνται ἐξηγήσεις παρὰ τῶν προκατόχων ὑπὸ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων, νὰ μὴ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Οἱ διάδοχοι κυβερνῆται, οἱ κατακρίνοντες τοὺς προκατόχους, διότι δὲν τοῖς ἀνεκοίνωσαν τὸ ἀπόῤῥητον, πρέπει νὰ τύχωσι ψήφου ἐμπιστοσύνης, μαρτυρούσης, ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν ἐζήτησαν τὰ ἔγγραφα.

§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἀγορεύσας πρὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔδωκε σπουδαιότερόν τινα χαρακτῆρα καὶ δικαιολογίαν εὐπρόσωπον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξήγησεν, ὅτι δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ ἀποκρούσεως μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ τῷ ὄντι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ εὐλογοφανές, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, ἡ πλειοψηφία, ἡ περιβάλλουσα αὐτὸν, δύναται νὰ μὴ τὰς ἀποκρούσῃ. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρίσταται λίαν ὀλιγαρκής, ἐὰν ἀρκῆται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπόκρουσιν μομφῆς. Διότι, ὅταν ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀποτείνει ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται νὰ παράσχῃ δικαιολογητικὰ διαχειρίσεως 6,000 δραχμῶν, δύναται καὶ παρ’ ἀντιπολιτευομένου νὰ θεωρηθῇ ὑπερμέτρως βαρεῖα κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πῶς θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τοιαύτην μομφὴν ὁ συμπολιτευόμενος; Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παρουσιάζεται παραπονουμένη, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ τοσοῦτον δυσπιστεῖ, ὥστε δὲν θέλει νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ τῆς διαχειρίσεως 6,000 δραχμῶν, διαχειρίσεως ἐπιτραπείσης ἄνευ δικαιολογητικῶν. Ὑπὸ τοιαύτας ἐννοίας, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠδύνατο καὶ παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶναι ὑπερμέτρως δύσπιστος πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ δύναμαι ἐγὼ, ὁ ἀντιπολιτευόμενος, νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως οὐδὲ κἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τόσος λόγος, καὶ ὅτι ὑπέρμετρον δυσπιστίαν ἐκφράζει πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ταύτην τὴν μομφὴν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποκρούσῃ. Καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπαινέσω τὴν ὀλιγάρκειαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὑπεμφαίνεται εἰς τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν χρεωστῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρῶτον λέγων, ὅτι καθιεροῖ ἐπικίνδυνον προηγούμενον. Εἶναι περιττὸν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινοῖ εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς λεπτομερείας διαχειρίσεως ἐθνικῶν ζητημάτων, λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καθ’ ἑαυτὰς μεγάλην ἀξίαν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι καθίστανται ἀπαραίτητοι ἐν τῇ διεξαγωγῇ ἑνὸς ἐθνικοῦ ζητήματος. Τοιαύτας λεπτομερείας οὐδὲ καθῆκον, οὐδὲ δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς διαδόχους, ὅταν παρεχωρήθη ἐμπιστοσύνη προσωπικὴ πρὸς διαχείρισιν ἑνὸς ποσοῦ. Καμμία Κυβέρνησις, ἐννοοῦσα σπουδαίως νὰ διαχειρισθῇ ζήτημα ἐθνικὸν ἐξωτερικὸν, δὲν δύναται ποτὲ νὰ καθιερώσῃ τοιοῦτον προηγούμενον· μόνον οἱ μὴ προσέχοντες καὶ οἱ μὴ προβλέποντες εἰς ποίας περιστάσεις δύνανται νὰ εὑρεθῶσι, μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ καθιερώσωσι τοιοῦτόν τι προηγούμενον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν δι’ αὐτὸν, καὶ δεικνύει μόνον τὴν ὀλιγάρκειαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται σήμερον. Ὡς καθιέρωσις ἑνὸς προηγουμένου, δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη ἀρχή.

§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην φέρω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ τότε μόνον δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην ψῆφον, ὅταν ῥητῶς καὶ σαφῶς ἡ πρότασις περιέχῃ τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς διετυπώθη δὲ ἡ πρότασις, δὲν εἶναι ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ λύσις ἐπιστημονικοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἁρμοδιότητα ἔχει ἡ Βουλή, καὶ ἡ λύσις τοῦ ὁποίου ἤθελε καταστήσει γελοίαν τὴν λειτουργίαν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Τίνες αἱ σχέσεις μεταξὺ μιᾶς Κυβερνήσεως ὑπαρχούσης καὶ μιᾶς Κυβερνήσεως μὴ ὑπαρχούσης, ἢ μᾶλλον μεταξὺ τοῦ Κράτους, ὃ ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει, καὶ ἰδιωτῶν, διατελεσάντων ἄλλοτε Ὑπουργῶν, εἶναι ζήτημα κανονιζόμενον ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τοιούτων προτάσεων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι πρὸς συζήτησιν τοιαῦται προτάσεις, εἰμὴ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀνάγκη λοιπὸν, ἡ παροῦσα πρότασις νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς συζήτησιν. Ὅθεν ἐπιμένω, πρὶν ἢ προσκληθῶμεν νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τούτου, νὰ τεθῇ ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις εἰς ψηφοφορίαν.

§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ κρατήσῃ δι’ αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ συνέστησε πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, δηλαδὴ νὰ μὴ δώσῃ δικαιολογητικὰ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς τί σᾶς εἶπεν; Ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸ ἀρνηθῇ, δὲν ἔχει καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς σᾶς. Ἡ πρότασίς σας δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτὸς ἐὰν ψηφοφορηθῇ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.

§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν ἕν ζήτημα ἀναβολῆς· ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω, ὅτι ζητῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δι’ ἑτέραν ὑπόθεσιν, ἵνα ζητήσω πληροφορίας οὐσιώδεις καὶ σπουδαίας· ἑπομένως, οἱανδήποτε λύσιν καὶ ἂν λάβῃ τὸ ζήτημα, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐγκαταλείψω τὸ δικαίωμά μου.

§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θέλω φέρει τὸ ζήτημα ἐπὶ ἑτέρου ἐδάφους. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καθαρίσωμεν τὰ πράγματα. Δυνάμει τοῦ νόμου, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα;

§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.

§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι.

§78ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ προκαλέσητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν, ἔλαβε διπλῆν φάσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἠτήσατο, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ ἐγκρίνει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ προσαγάγῃ ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου τῆς 12ης Νοεμβρίου 1885 πληροφορίας, εἶναι ὀρθή. Δὲν πρόκειται ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ περὶ λύσεως ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη. Αὕτη εἶναι ἡ μία πρότασις, περὶ ἧς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λίαν ὀρθῶς ἐπεκαλέσθη τὸν Κανονισμόν, ζητήσας νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ἀναβὰς τὸ βῆμα, εἶπεν, ὅτι χθὲς ὁ κ. Δηλιγιάννης, λόγον ποιούμενος περὶ τῆς προτάσεως, ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τοιούτου ῥύπου, ἑπομένως νὰ ἐκφράσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐτέθη λοιπὸν καθαρὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κατὰ τοιαύτης προτάσεως δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν οὐδὲν δικαίωμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς υἱοθέτησε τὴν πρότασιν ταύτην, εἰπὼν, ὅτι θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα πάντοτε· ἑπομένως, ἐὰν ἐπιμένῃ, ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρώτη πρότασις, τότε βεβαίως ἔχομεν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἐπασχολήσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ συζητηθῇ εὐρέως, ἂν ἐπιτρέπηται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτη πρότασις, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω καὶ διατὶ ἐξ ἀρχῆς ἀνεκινήθη. Τίνα λόγον εἶχε, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ ἀποῤῥήτων, ἐὰν δηλαδὴ μία Κυβέρνησις ἔχῃ καθῆκον νὰ ἀναγγέλλῃ εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς; Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη, ὁμολογῶ, ἤθελε παραστήσει τὴν Βουλὴν ὡς σύλλογον μαθητῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε προχειροτέραν ἐργασίαν, ὅπως ἀσχοληθῇ, καὶ ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἑπομένως νομίζω καὶ ἀναγκαῖον, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς ἀηδοῦς ταύτης ὑποθέσεως ταχύτερον, ὅτι τάχιστα πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ περὶ ἐμπιστοσύνης.

§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1885 ἔλαβεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δραχμῶν 60 χιλιάδων, καὶ ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ δαπανήσῃ τὴν πίστωσιν ταύτην ἄνευ δικαιολογητικῶν καὶ ἄλλων ἐγγράφων. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλή, ἐλθοῦσα κατόπιν, ἐκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦτο διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885. Ὥστε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε, λαβοῦσα νομίμως, τὴν ἄδειαν, νὰ δαπανήσῃ δραχ. 60,000 ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Ἐὰν δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐναντίον τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου καὶ τοῦ κυρώσαντος τοῦτο νόμου, ἐζήτει ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δὲν ἤθελεν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, Κύριοι, δὲν ζητεῖ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα παρὰ τῆς προκατόχου, ζητεῖ ἁπλῶς πληροφορίας, καὶ τὸ πρᾶγμα διαφέρει βέβαια πολύ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις: «Ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἀναφέρεται, ὡς βλέπετε, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τῆς 12 Νοεμβρίου, δι’ οὗ ἀπηλλάγη ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προσαγάγῃ δικαιολογητικὰ καὶ ἄλλα ἔγγραφα, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐξοφλήσεως τῆς πιστώσεως, ὅπως μή τις ὑποθέσῃ ἐκ πλάνης, ὅτι πρόκειται περὶ τούτων. Ὅλον τὸ ζήτημα λοιπὸν στρέφεται εἰς τοῦτο: Δύναται ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τῆς προκατόχου αὐτῆς πληροφορίας, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα τῆς πιστώσεως;....

§80ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδέποτε.

§81ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς λέγετε οὐδέποτε, ἡμεῖς ὅμως λέγομεν πάντοτε, ἰδοὺ ἡ διαφορά. Σεῖς φρονεῖτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ οὔτε δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὔτε πληροφορίας. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις καὶ δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἁπλῶς πληροφορίας, δεσμευομένη μόνον ἐκ τοῦ νόμου νὰ ζητήσῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.

§82ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ τὰς κάμητε τί;

§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ νὰ κανονίσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς καὶ γνωρίσωμεν τοὐλάχιστον πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲ, Κύριοι, ἡ πλειοψηφία ἔχει καὶ πολιτικὸν καθῆκον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δόσιν τῶν πληροφοριῶν. Διὰ τί; Διότι ἐχαρακτηρίσθη ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζομεν ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη, ὡς προδότης τῆς πατρίδος, καὶ ἐπὶ τῆς ὕβρεως ταύτης στηρίζεται ἡ ἄρνησις τῶν πληροφοριῶν. Τί εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; «Εἰς σὲ θὰ δώσω πληροφορίας; Εἰς τὸν ἔσχατον τῶν πολιτῶν τὰς δίδω, εἰς σὲ ποτέ»· καὶ ὑπενθύμιζε τὰς περὶ ἐσχάτης προδοσίας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ καταφρόνησις αὕτη πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀρχηγὸν ἀντανακλᾷ προφανῶς καὶ πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζομεν. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα συναγωγὴ προδοτῶν! Ἀκούετε; Ἐπιβάλλεται ἄρα εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, τὸ ἔκτακτον καὶ ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἣν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν ὑποστηρίζομεν, εἶναι ἀξία νὰ ζητήσῃ πᾶσαν περὶ παντὸς πράγματος πληροφορίαν. Ἂν σεῖς φρονῆτε τὸ ἐναντίον, εἴπετέ το διὰ τῆς ψήφου σας. Ἰδοὺ ἡ θέσις ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως. Τί σχέσιν ἔχουσι τώρα, Κύριοι, τὰ περὶ μομφῆς καὶ ἀποδοκιμασίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Δὲν ζητοῦμεν μομφὴν κατὰ μὴ Ὑπουργῶν, δὲν ζητοῦμεν ἀποδοκιμασίαν· ζητοῦμεν ἁπλῶς, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν παροῦσαν, πῶς ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως.....

§84ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόχρεως.

§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ φέρῃ τίτλους, δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ὑποχρεοῦται ὅμως νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος της, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τιμᾷ. Ἡ ἔννοια ἄρα τῆς προτάσεως εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· εἶναι ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐκδηλούντων ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καὶ δικαίωμα ἔχει καὶ ἀξία εἶναι νὰ λάβῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ὅταν δὲ, Κύριοι, τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θὰ τὴν ψηφίσωμεν ἡμεῖς, ὡς ἐκδήλωσιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ποίαν σημασίαν ἔχουσι τὰ περὶ τυπώσεως αὐτῆς λεχθέντα, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ νομοθετικῆς προτάσεως; Ἐπὶ ἑκάστης πολιτικῆς συζητήσεως λοιπὸν ἡ ὑποβαλλομένη ὡς πόρισμα αὐτῆς πρότασις πρέπει νὰ τυπῶται καὶ διανέμηται; Ἀλλ’ αὐτὸ, Κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖον...

§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα πρότασις, ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρέπει νὰ τυποῦται· ἄλλο εἶναι ἡ πρότασις, ἥτις ὑποβάλλεται ὡς πόρισμα συζητήσεως.

§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως, κύριε Κωνσταντόπουλε, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, ἢ ἀποφαινόμεθα μόνον, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, ἐθνικὴν καὶ ἀξίαν νὰ ζητήσῃ τὰς περὶ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς πιστώσεως πληροφορίας ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Περὶ μομφῆς δὲ καὶ ἀποδοκιμασίας οὐδεὶς ἐν αὐτῇ λόγος. Καὶ ὅταν σᾶς λέγωμεν κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις, τί ζητεῖτε τὴν ἀναβολὴν, παρακαλῶ; εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ἡ ἀναβολή: Διὰ νὰ φωτισθῆτε ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι τῆς διαρκείας αὐτῆς;

§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ ζητοῦμεν ἡμεῖς.

§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνος Κανονισμοῦ; ὁ Κανονισμὸς πουθενὰ δὲν λέγει, ὅτι αἱ πολιτικαὶ προτάσεις τυποῦνται. Τοῦτο ἀπαιτεῖ μόνον ἐπὶ προτάσεων νόμου.

§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πάσης προτάσεως.

§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε καὶ ἡ ἰδική σας περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ τυπωθῇ. Ὅτι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ τυπωθῇ, ποῦ τὸ εὕρετε ἐν τῷ Κανονισμῷ; Ἐγὼ πολιτεύομαι 30 ὅλα ἔτη, οὐδέποτε δὲ ἤκουσα, προτάσεις τοιαῦται νὰ τυπῶνται. Οὔτε ἡ ἀναβολὴ λοιπὸν, Κύριοι, ἔχει λόγον τινὰ εὔλογον, οὔτε ἡ τύπωσις τῆς προτάσεως.....

§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη πρότασις, κύριε συνάδελφε, οὐδέποτε ὑπεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ.

§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας, τὴν ὁποίαν θὰ διερμηνεύσητε διὰ τῆς ψήφου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, νὰ παραιτήσωσι τοιαύτας προτάσεις, αἵτινες δὲν εἶναι σπουδαῖαι, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, ἀφοῦ ἐδηλώσαμεν πολλάκις, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ἐννοοῦμεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δὲ μομφὴν ἢ ἀποδοκιμασίαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.

§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρότασις, ὅπως ὑπεβλήθη, ἐκφράζει ἐμπιστοσύνην μὲν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δικαιολογουμένην διὰ τῆς λύσεως ἑνὸς ζητήματος, ὅλως θεωρητικοῦ. Ὅσον καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ αὕτη, τὸ γράμμα τῆς συντάξεως αὐτῆς περιέχει ἰδέαν οὐσιαστικὴν, ἣν καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν· διὰ νὰ συζητήσωμεν ὅμως τὴν οὐσιαστικὴν αὐτὴν ἰδέαν, ζητοῦμεν νὰ γίνῃ τοῦτο συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰς διατάξεις ταύτας ἀνέπτυξεν ἀρκούντως ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Κατ’ αὐτὰς δὲ, πᾶσα πρότασις, ὑποβαλλομένη εἴτε παρὰ Ὑπουργοῦ, εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ, ὀφείλει, ὅπως συζητηθῇ, νὰ τυπωθῇ προηγουμένως καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, οἵα ὑπεβλήθη, ἐπιμένομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρότασίν μας περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα, ἔρχεται ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, τῆς γενομένης ὑπὸ τὸν τύπον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§96ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔχω ἀντιληφθῆ ἴσως, ἢ ὅτι ἐννοῶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως, κατόπιν μάλιστα τῶν ἐξηγήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκαν εἰς τὴν πρότασιν. Ἠσθάνθην ἓν εἶδος εὐχαριστήσεως, ὅτε εἶδον τὴν γνώμην μου, τὴν ἐξ ἀρχῆς ἐκφρασθεῖσαν, ἐπισφραγιζομένην διὰ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἐπεκύρωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν βλέπω εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἢ μόνον ἔκφρασιν παραπόνων, οὗτοι δὲ ἐπεκύρωσαν τὴν ἑρμηνείαν μου ταύτην, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἀποκρούσεως μομφῆς, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ὑπὸ τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ κατὰ τοῦ κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔρχωνται καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης συζητήσεως ἡμεῖς δὲν ὑπεβάλομεν πρότασίν τινα οὐσιαστικὴν, ἀλλὰ πρότασιν ἀποκρούσεως μομφῆς, ἔχετε δυσκολίαν νὰ παραδεχθῆτε νὰ ψηφοφορήσῃ ἡ πλειοψηφία τὴν πρότασιν ταύτην; Ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπροκάλεσε σήμερον πολιτικὸν ζήτημα καὶ ψηφοφορίαν ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐπρόκειτο τοιοῦτον ζήτημα νὰ θέσῃ, οὐδὲ ἠμφισβήτησέ τις, ὅτι ἡ πλειοψηφία ὑπάρχει περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, ὡς πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οὐχὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξέφρασε κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ μίαν μομφὴν, μίαν δυσπιστίαν· δύνασθε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τὸ παράπονον αὐτοῦ, ἐκφραζόμενον διὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, νὰ ἀποκρούσητε, ἵνα μὴ ψηφοφορηθῇ, ἢ ἁπλῶς νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολήν; Οὐδαμῶς.

§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν περιέπλεξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων, διότι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν συνᾴδει μὲ τὸ κείμενον τῆς προτάσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς καὶ σήμερον ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν προκάτοχον, νὰ δίδῃ εἰς αὐτὴν λόγον καὶ περὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα νόμοι προηγούμενοι τὴν ἀπαλλάττουσιν ἀπὸ πάσης λογοδοσίας. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ἐὰν ἐνόησα ἀκριβῶς τὴν ὁμιλίαν του, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι κακῶς πράττων ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν δύο ζητήματα καὶ ὄχι ἕν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρεπονέθη διότι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι τοῦτο τῷ εἶναι γνωστὸν, ἀλλὰ θέλει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅπως, καὶ ὅταν ἀκόμη μία Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ ἄνευ λογοδοσίας, ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ λόγον εἰς τὴν διάδοχον, αὐτὴ δὲ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ δαπάνη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπογιατζόγλου, βεβαίως δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις, ὅπως δεχθῶμεν, ὥστε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν δεξιὰν θέλουσιν ὑπερψηφίσει αὐτῆς· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, καὶ πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σκεφθῇ καλῶς, διότι, ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος θὰ ἀναλάβῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τοιαύτην δαπάνην.

§98ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνορθώσητε τὴν περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γνώμην σας, διότι κρίνετε μειωθεῖσαν αὐτὴν ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους περὶ αὐτοῦ ἀπήγγειλα χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐξήγουν διατὶ δὲν ἀνεκοίνωσα τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους εἰς τὸν διάδοχόν μου; Διότι ἐγὼ παρίστων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἄρνησίς μου δὲν ἦτο αὐθαίρετος, ἀλλ’ ὑπηγορεύετο ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὑμεῖς κρίνετε, ὅτι ἐμειώθη ἡ περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ γνώμη, ὅτι κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐδήλωσε μέχρι τοῦδε πρὸς αὐτόν; Θέλετε νὰ ἀνορθώσητε αὐτόν; Θέλετε νὰ δηλώσητε τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην σας, διὰ νὰ βεβαιώσητε καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι ἐξακολουθεῖτε τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν; Ἔχετε τὸ θάῤῥος λοιπὸν, νὰ εἴπητε τοῦτο καθαρῶς καὶ παῤῥησίᾳ. Ἔχετε τὸ θάῤῥος λοιπὸν νὰ προτείνητε εὐκρινῶς πρότασιν ἐμπιστοσύνης. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ παῤῥησία, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ὑπερηφάνεια τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ ὑπερηφάνεια ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλει ἡ πλειονοψηφία νὰ καλύψῃ. Τὴν πρότασιν ταύτην εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιθυμήσῃ, εἶχον δικαίωμα οἱ φίλοι της νὰ προτείνωσι. Τοῦτο ἔπραξα ἐγὼ ἐν ἄλλῃ περιστάσει, ὅτε ἀνῆλθε καὶ ἀγροίκως προσηνέχθη πρὸς ἐμὲ, Πρωθυπουργὸν τότε ὄντα, ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἠγόρευε καὶ ἔλεγε τότε ἀνακριβῆ πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ δὲ, ὡς Πρωθυπουργὸς, τὸν διέκοψα, ἀλλ’ οὗτος διὰ τρόπου, οὐχὶ μόνον ἀνευλαβοῦς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ διὰ τρόπου σκαιοῦ, ἵνα μὴ τὸν χαρακτηρίσω ἄλλως, μοὶ ἐπέταξε «κάθησε κάτω.» Ἡ πλειονοψηφία, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, δὲν ἀντελήφθη τοῦ γεγονότος, καὶ δὲν ἔσπευσε νὰ πατάξῃ τὸ ἀγροῖκον διάβημα τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἠσθάνθην τότε, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ καταδηλωθῇ ἡ πρός με ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν ἔθηκα ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐζήτησα νὰ ἀναμίξω τὴν πολιτείαν τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἀποδοκιμασθῇ αὕτη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, οὐδ’ ἐποιησάμην τὴν ἐλαχίστην μνείαν τοῦ διαβήματος αὐτοῦ. Ἐζήτησα ψῆφον καθαρᾶς πρός με ἐμπιστοσύνης. Τοῦτο εἶναι τὸ συνταγματικὸν, τοῦτο ἐπέβαλλεν ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀξιοπρεπείας. Αἰσθάνεσθε λοιπὸν, ὅτι εἶσθε ἐν παραπλησίᾳ περιπτώσει; Προτείνατε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τί κρύπτεθε ὑπὸ ἡμερησίας διατάξεις; Αἱ ἡμερήσιαι διατάξεις ὑποβάλλονται μόνον ὡς πορίσματα ἐπερωτήσεων, καὶ δὲν ἐκδηλοῦσιν, εἰμὴ τὴν μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἐπερώτησιν καὶ συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκλόνισε, τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς; Ὄχι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπρότεινεν ἐπερώτησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἦλθε νὰ αἰτιαθῇ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἦλθε νὰ αἰτιαθῇ αὐτοῦ, κατὰ τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοὺς ὁποίους ἀνέγνων δεδημοσιευμένους ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ὥρᾳ». Ἰδοὺ τί ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Ὥρας»): «Ἠρώτησα τὸν προκάτοχόν μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, μοὶ ἀπήντησε δὲ ἐκεῖνος, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποτανθῶ πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, διότι κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡ δαπάνη, καὶ δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὕτη ἐγένετο. Ἀπετάνθην πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἠρνήθη νὰ δώσῃ ἐξήγησιν. Ὡς ἐκ τούτου μένουσι χρεωμένοι οἱ στρατιωτικοὶ κτλ.» Καὶ κατωτέρω εἶπε κατὰ τὴν «Ὥραν» ὁ Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ταῦτα θέλει ἐξετάσει ἡ Ἐπιτροπή. Θέλει τὰ ἐξετάσει ἡ Βουλή. Αὕτη θέλει ἐξετάσει ἐν καιρῷ καὶ τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως θέλει ἐξετάσει τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ πολιτειακὸν, τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τῶν προκατόχων, ὅπως καταστήσωσι κοινωνοὺς τῶν παρ’ αὐτῶν πεπραγμένων τοὺς διαδόχους, χάριν τῆς ἀγαθῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πεπραγμένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁμαλῶς, ὀφείλει δὲ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προσπαθήσας διὰ παραγνωρίσεως τοῦ καθήκοντος νὰ καταστήσῃ δυσχερῆ εἰς τοὺς διαδόχους τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἀνατεθέντος εἰς αὐτούς.» Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ἦλθε καὶ μὲ κατήγγειλεν, ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην νὰ δώσω εἰς αὐτὸν αἰτηθείσας πληροφορίας, καὶ ἠρνήθην, διὰ νὰ καταστήσω δυσχερὲς τὸ ἔργον του, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, νὰ ἀποκαταστήσῃ φιλίας τὰς σχέσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους. Ἐπεθύμει λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ποῦ ἐδαπανήσαμεν τὰ χρήματα, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται ἤθελον τῷ χρησιμεύσει διὰ νὰ συνδέσῃ στενωτέρας σχέσεις μὲ τὴν Τουρκίαν; (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἔρχεσθε νὰ προβάλητε πρότασιν, ὡς πόρισμα μετὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν, τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ Πρωθυπουργός; Ὅσα εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος δὲν μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι ἥρμοζον εἰς τὸν νομομαθῆ καὶ εὔγλωττον ῥήτορα τοῦ 1863. Εἶναι διαστροφαὶ, εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προβάλλωνται ἀλλαχοῦ, οὐχὶ ἐν Κοινοβουλίῳ, καὶ ὑπὸ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος διεκρίθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Δὲν ζητοῦμεν δικαιολογητικὰ, ἔλεγεν ὁ κ. Μίλησης πρὸ μικροῦ, ζητοῦμεν πληροφορίας. Εἰπέτε μοι, ζητεῖτε πληροφορίας, διὰ νὰ μάθητε εἰς ποίους ἐδώκαμεν τὰ χρήματα, εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπανήσαμεν; Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις; Δὲν ζητεῖτε μόνον νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ἀπὸ τὰς χεῖρας ἡμῶν τὰ χρήματα, καὶ ὅτι αὐτὰ δὲν τὰ ἐκρατήσαμεν ἡμεῖς, δὲν τὰ ἐκλέψαμεν. Αὐτὴν τὴν συγκατάβασιν, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἑρμιονίδος, σοὶ ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς σου νὰ δεχθῇς, καὶ ἐδήλους, ὅτι δὲν ζητεῖς τὴν ἀπόδειξιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα, καὶ ἄφινες ἀπροσδιόριστον, ἐὰν ἐκλέψαμεν τὰ χρήματα ἢ ὄχι; Εἰς ποίους ἐπληρώσαμεν τὰ χρήματα, δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω. Διατὶ ἐπληρώσαμεν τὰ χρήματα, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν. Καὶ δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν τοῦτο, διότι τὸ Διάταγμα, καὶ ὁ νόμος τῆς 4 Νοεμβρίου 1885, ὁ κυρώσας αὐτὸ, μᾶς ἀπήλλαξε. Καὶ θέλετε σεῖς νὰ σᾶς εἴπωμεν, ποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα, διὰ ποῖον λόγον τὰ ἐδώκαμεν; Ἀλλὰ δὲν μὲ ἀπήλλαξε μόνον ὁ νόμος. Εἶχον προσέτι καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον καθῆκον μόνος ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἀπαλλάξας ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαλύψωμεν πράγματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀποκάλυψις ἦτο ἑπόμενον νὰ ζημιώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ φρονῶ, τὸ ἐβεβαίωσα εἰς τὴν Βουλὴν δεκάκις, καὶ δὲν μοὶ μένει ἢ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπως ἀκούσητε τὸ κείμενον αὐτῆς, καὶ ὅπως σᾶς προσκαλέσω νὰ χαρακτηρίσητε ὑμεῖς τὴν πρᾶξιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. «Ὡς ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας τιμωρεῖται μὲ θάνατον 5ον) ὅστις μεταχειρίζεται μηχανοῤῥαφίας ἢ διατελεῖ συνεννοούμενος μὲ ξένας Δυνάμεις ἢ μὲ τοὺς πράκτοράς των, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ τὰς κινήσῃ εἰς πολεμίας πράξεις ἢ εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ νὰ τὰς προμηθεύσῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ μηχανοῤῥαφίαι αὗται ἢ αἱ συνεννοήσεις ἐπέφερον πολεμίας πράξεις, ἢ ὄχι.» Αἱ πράξεις αὗται χαρακτηρίζονται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὡς βαρύτατα ἐγκλήματα, καὶ τιμωροῦνται διὰ βαρυτάτων ποινῶν. Καὶ ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο ν’ ἀξιώσῃ νὰ λησμονήσω τὰς πεποιθήσεις μου, νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τοιαύτην διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Μίλησης ἔκρινεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ὁ διάδοχος νὰ μοῦ ζητήσῃ: Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, βεβαιωθῆτε, καὶ σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἥκιστα μεριμνῶ περὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θέλετε λάβει. Ἡ ἀπόφασις ὑμῶν ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς, δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμέ. Οὐδ’ εἰς ἐμὲ, οὐδ’ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου. Ἐὰν ἡμεῖς παρέβημεν νόμους τοῦ Κράτους, ἢ ἐὰν ἐσπαταλήσαμεν χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἢ ἂν ἐπροδώκαμεν συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, δύνασθε νὰ μᾶς ἐγκαλέσητε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα τιμωρηθῶμεν κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, καὶ σᾶς προκαλοῦμεν νὰ τὸ πράξητε. Σᾶς εἶπον δὲ χθὲς, ὅτι, ἐὰν δὲν τὸ πράξητε, καὶ ἐὰν τυχὸν συμβῇ νὰ μεταβληθῇ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία, θὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς καθ’ ὑμῶν, διὰ πράξεις ἀληθῶς χυδαίας καὶ ταπεινὰς (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν ὑμῶν δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, ἀφορᾷ εἰς σᾶς. Σεῖς πρέπει νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας σας. Σεῖς πρέπει νὰ φροντίσητε, ἵνα ὅ,τι πράξητε ἦναι σύμφωνον μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, καὶ μὲ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα σᾶς ἀπένειμε. Διότι, ἐὰν πράξητε ὅ,τι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ πράξητε, θέλετε κατακριθῆ. Ἐὰν δὲ πράξητε ὅ,τι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πράξητε, θέλετε ἐπίσης κατακριθῆ. Καὶ ἡ περίοδος αὕτη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς πατρίδος ἡμῶν θέλει καὶ αὕτη μνημονευθῆ ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας ἡμῶν, ὅπως ἐμνημονεύθη ἄλλη περίοδος, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἦτο ὡσαύτως αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον εἶναι εἰσηγητὴς τῆς παρούσης πλειονοψηφίας.

§100ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ ἀμφισβητεῖτε ὑμεῖς περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς· αἱ παννυχίδες, ἃς διερχόμεθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐνταῦθα, βεβαίως σᾶς ἔπεισαν, ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀμφισβητεῖται τοῦτο. Δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς ἐμπιστοσύνης, πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ εἰδικοῦ ζητήματος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λυθῇ ἕτερον σφαλερὸν ἀξίωμα, ὃ ὑμεῖς ἐθέσατε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Σεῖς ἐν τῇ ἐπιθέσει ὑμῶν, σεῖς ἀνεκηρύξατε, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα, ἃ περιήρχοντο εἰς γνῶσιν ὑμῶν ὡς κυβερνητῶν, ἀνήκουσιν ὑμῖν τοῖς ἀτόμοις· δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· δὲν ἐπιτρέπομεν, τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων ἀνήκουσιν αὐτοῖς· ἀνήκουσι τῇ πολιτείᾳ, ἐὰν δὲ τοῦτο ἀληθεύῃ, ὀφείλετε ν’ ἀνακοινώσητε ταῦτα. Δὲν εἶναι λόγος νὰ λέγῃ τις, ὅτι «ἐπειδὴ διαφωνῶ πρὸς τὸν νῦν κυβερνῶντα, διὰ τοῦτο δὲν ἀνακοινῶ αὐτῷ τὰ μυστικὰ, τὰ εἰς ἐμὲ γνωστά». Ὁ Θεμιστοκλῆς ἄλλοτε, Κύριοι, εἶχε συλλάβει ἰδέαν ὠφελιμωτάτην διὰ τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ συνάμα ἀδικωτάτην, ἀνεκοίνωσε δὲ εἰς τὴν πολιτείαν, εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν συνέφερε νὰ καταστήσῃ πάγκοινον τὸ ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ σχέδιον, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ὠφελιμώτατον μὲν διὰ τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἀδικώτατον καθ’ ἑαυτό· ἡ ἐκκλησία τοῦ λαοῦ ἀπῄτησε τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ μυστικοῦ, ἀλλὰ συνάμα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐχεμυθίας, ἐνετείλατο ἑτέρῳ προσώπῳ, τῷ ἀντιπάλῳ τοῦ Θεμιστοκλέους, νὰ ἀκούσῃ τὸ ἀπόῤῥητον καὶ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ. Ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ: «δὲν καταδέχομαι νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἐν ἐμοὶ κεκρυμμένον μυστικὸν τῷ ἀντιπάλῳ μου», τῷ φοβερῷ ἐκείνῳ ἀντιπάλῳ, ὄχι, ἀλλ’ ὑπέκυψεν εἰς τὴν θέλησιν τῆς πολιτείας, καὶ ἀνεκοίνωσε τοῦτο, ἐκεῖνος δὲ ἐξέφερε τὴν περὶ τούτου κρίσιν του (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν, τὸ ἐφ’ ἡμῖν, νὰ ἀφήσωμεν ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινῶνται τοῖς διαδόχοις αὐτῶν· ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν αὐτοῖς, ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτείαν, εἶναι δὲ πολλάκις ἀναγκαιότατα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων αὐτῆς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ γενικῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ περὶ ἐγκρίσεως ὡρισμένης πράξεως, ἣν ἐθεώρησεν ἄδικον καὶ μεμπτὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι γενική τις πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης, ἢ μή, θὰ ἦτό τι γελοῖον. Ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου ὑμεῖς; καὶ δὲν ἔπεισαν ὑμᾶς αἱ ὁλονυκτίαι αὗται, τὰς ὁποίας διερχόμεθα ἐνταῦθα, περιβάλλοντες διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀκούοντες ὑμᾶς περὶ παντὸς ἄλλου λαλοῦντας ἢ περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ περὶ εἰδικῆς ἐγκρίσεως πράξεως, ἣν ἐθεώρησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὴ νόμιμον, μὴ δικαίαν, μὴ ὀρθήν. Ἐὰν ἐν τῇ ἐγκρίσει τῆς πράξεως αὐτῆς ἔγκηται καί τις μομφὴ πρὸς ἐκεῖνον, τούτου τὴν αἰτίαν δὲν ὑπέχομεν ἡμεῖς.

§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαρακτηρίζῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν πρότασίν του.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος;

§103ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Περὶ τῆς ἀναβολῆς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν τὴν παραδέχηται, ναὶ ἢ οὔ.

§105ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ ἄρθρον οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ, ἐὰν δὲν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ προηγουμένως· ὅπως δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος εἶπε, δὲν πρόκειται ἁπλῶς μόνον περὶ τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα μία τοιαύτη ψηφοφορία θὰ ἔχῃ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ μὴ θέσητε τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν.

§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Οἱ κύριοι, ἑρμηνεύοντες τὸν Κανονισμόν, νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσιν ἐξ αὐτοῦ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τὴν ἀναβολήν. Ἐπικαλοῦνται τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, διανεμηθῇ καὶ μετὰ τοῦτο συζητηθῇ· οὕτως ἑρμηνεύουσι τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐφαρμόζουσιν αὐτὸν ἐπὶ προτάσεως, ἡ ὁποία, εἴπομεν, ὅτι εἶναι πρότασις ὄχι νόμου, πρότασις ὄχι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ κατατίθηνται, τυπῶνται καὶ διανέμωνται, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ συζητῶνται, ἀλλὰ πρότασις, ἔχουσα χαρακτῆρα πορίσματος συζητήσεως πολιτικῆς, ὅπως κάλλιστα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, ἡ ὁποία ἑπομένως δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Κανονισμοῦ, ἣν ἐπικαλοῦνται οἱ κύριοι. Κατ’ ἀνάγκην ἄρα ἡ διαφωνία θέλει κριθῇ διὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, δέχεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφοφορία, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ κύριοι κρίνουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς ἐπ’ αὐτῆς, ἢ δὲν δέχεται;

§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως θέλετε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα;

§109ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα.

§110ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγουμένως ἐγὼ εἶχον αἰτιαθῆ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου καὶ συναδέλφου μου, ὡς προτείνοντος ἀναβολήν, ἀφοῦ εἶχε δοθῆ ἡ πρώτη ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς εἶχε δώσει, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρόκειται νὰ περιέχῃ μόνον τὴν ἔννοιαν ἀποκρούσεως μομφῆς, καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν: «ἀποδέχομαι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ὅτι αὐτὴν καὶ μόνον τὴν ἔννοιαν ἔχει»· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην μοὶ ἐπέπρωτο νὰ προσέχω πολὺ εἰς τὰς ἑρμηνείας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς παρέχει ἑκάστοτε, καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν συζήτησιν. Διὰ τῆς δευτέρας ὁμιλίας του ὁ ἐκ Σύρου ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν εἰς ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν περιέχει μόνον τὴν ἀπόκρουσιν μομφῆς, ἔχει καὶ αὐτοτελῆ ἀξίαν. Ἀλλὰ τότε βεβαίως δικαιολογεῖται ἡ ἀξίωσις τῆς τυπώσεως καὶ ἀναβολῆς.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσι δύο ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ διαγραφομένη διαδικασία ἐπὶ τῆς κατατεθείσης παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προτάσεως, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Γ. Σισμάνης ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς Ν
Δ. Βουλπιώτης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟΘάνος Κανακάρης Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
Δ. Χατζόπουλος ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
Γεώργιος Μίλησης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟΑ. Φωτήλας Ο
Γεώργιος Κούστας ΝἈνδ. Αὐγερινὸς
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟἈντ. Ρικάκης
Σωτήριος Δανόπουλος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἸω. Κρεστενίτης Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΝ. Κουμανιώτης Ν
Δημήτριος Πετρίδης ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἈλέξ. Ζαΐμης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Χρ. Χριστόπουλος ΝΝ. Παπανικολάου Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΚωνσταντ. Σινέλης Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
Δ. Ζέγγελης ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης Κωνστ. Βασιλάκης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝἈντ. Καποδίστριας Ν
Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Σπυρ. Ἀλαμάνος
Φωκίων Νέγρης ΟΘεόφιλος Προβατᾶς
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ο
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ο
Νικόλ. Βαλσαμάκης ΝΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ν
Γεράσιμος Μουσούρης Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Ν
Παναγ. Βενιεράτος ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΔημήτριος Τζάνες Ο
Γεώργιος Κόρπας ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
Στέφανος Σκουλούδης ΟΠαναγιώτης Σάκκης Ν
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
Νικόλαος Νομικὸς ΟΝ. Καράπαυλος Ο
Μίνως Μπογιατζόγλους ΟἈσημάκης Χριστόπουλος Ν
Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
Δημοσθένης Καΐρης ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Γεώργιος Δρόσος ΟΣ. Χατζηγάκης Ν
Νικόλαος Κρίσπης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΝΑ. Τακιατζῆς Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝΓ. Τάκης
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟΝ. Ταρμπάζης Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
Λεων. Καπετανάκος ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἰωάν. Καρτάλης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
Εὐάγ. Σταμούλης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Ν. Κοκωσλῆς Γεώρ. Λιδωρίκης Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 135. Ἐκ τούτων 52 εἶπον Ναὶ καὶ 83 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.

§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ἐντύπωσις ὑπῆρξεν ἀληθῶς τοιαύτη καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ διὰ τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐκδόντας αὐτά. Ὥστε τὸ κωμικὸν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας. Τὸ ἐνόησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόησεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν ἠδύναντο, ἢ νὰ κινήσωσιν, ἂν ὄχι τὸν οἶκτον, τὸ μειδίαμα τοὐλάχιστον παντὸς, ὅστις ἤθελε τὰ ἀναγνώσει. Ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαίως ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν, ὡς ἐκβαίνοντα τοῦ κύκλου τῶν σπουδαίων. Ἐπεζήτησαν λοιπὸν, τὸ κωμικὸν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων νὰ τὸ καλύψωσι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, καὶ διὰ μιᾶς ἐκφράσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ὀργῆς καὶ τῆς παραφορᾶς, ἥτις κατέχει ἀπὸ ἡμερῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρεφέρθη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸ γελοῖον, νὰ δώσῃ ἀκριβῶς διατύπωσιν, ὁμοίαν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ καλύψῃ. Ὅτι δὲ μία ὑπῆρξε γνώμη περὶ τῆς προτάσεως, τῆς ὑποβληθείσης καὶ ὑπὸ συζήτησιν, ἐκ μέρους ὅλης τῆς Βουλῆς, τὸ ἀπέδειξεν ἡ ἀναστάτωσις αὐτῆς τῆς πλειοψηφίας· οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τίνα εἶχεν ἔννοιαν, ἠναγκάσθη δὲ ἔγκριτον μέλος τῆς πλειοψηφίας, ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων, νὰ δώσῃ ἰδίαν ἑρμηνείαν, καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἠναγκάσθη καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἠναγκάσθη, νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, καίτοι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα τῆς προτάσεώς του. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων, καὶ μετὰ τοῦτον ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος; ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν διὰ τῆς ἐκφράσεως δυσπιστίας, ἣν ἐξήνεγκε κατ’ αὐτῆς καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὑποθέτω, ὅτι ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης δὲν ἀνέμενεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς μειονοψηφίας· γνωρίζει τὰ αἰσθήματά της, γνωρίζει, ὅτι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἱκανός, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκάθητο ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἑδώλια, εἰς ἃ κάθηται, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ, ὅπως δώσῃ λόγον· διότι τοιαύτην ἔχει ἡ μειοψηφία γνώμην περὶ τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγμένων καὶ περὶ τῶν καθημερινῶν πράξεων αὐτῆς. Λοιπὸν βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων, μήτε ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ τῇ ἀποδώσουν, ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως εἶναι κατάδηλος, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸ γρᾶμμα αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Δὲν ὑπάρχει κἄν μομφὴ κατὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἔκφρασις γνώμης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν περιέργων ἐκείνων ἐγγράφων ἤγειρε, καὶ τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ἐκφραζομένην ἐν τῇ προτάσει, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δίδει καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεως, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι ὀρθὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Συντάγματι...

§114ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἔλθουν οἱ Βουλευταί· ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.

§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἔλθωσι τοὐλάχιστον μερικοί· μόλις εἴμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ 15 Βουλευταί.

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐπρέπειαν τῆς πλειοψηφίας· ἀφοῦ δὲν τὴν μέλει τὴν πλειοψηφίαν, τί σᾶς μέλει;

§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§118ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂς κάμουν συνεδρίαν μόνοι των. Ἅμα ὡς εὑρεθῇ ἀπαρτία, νὰ μᾶς φωνάξητε νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς (θόρυβος).

§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα ὡς ἐγένετο ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, ὠφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῆτε ἀμέσως εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Τί ἐμπαιγμὸς εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον κάμνετε; ἔπρεπε νὰ ἐντρέπησθε! (θόρυβος). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 86. Ὁ κ. Ῥάλλης ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§121ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ φρονῇ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τουλάχιστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν εὐπρεπέστερον νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις. Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα ἐκ τῶν τυχαίων, τουλάχιστον τοιαύτην σημασίαν ἀπέδωκαν πάντες, ὅσοι ἐπὶ τούτου ἠγόρευσαν. Ἂν νομίζητε, ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς πλειοψηφίας, νὰ λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ψῆφον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ τὸ εἴπητε καθαρά. Καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ τάχα καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ θεωρήσωμεν, ὅτι θὰ ἦναι ἀξιοπρεπέστερον καὶ διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ συζητήσωμεν κἂν ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, ἥτις δὲν δύναται, παρὰ νὰ κινήσῃ τὴν περιφρόνησιν καὶ τὸ μειδίαμα παντὸς, ὅστις ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας. Ὅτι δὲ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ κινήσῃ τὸ μειδίαμα καὶ τὴν περιφρόνησιν καὶ ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἀμερολήπτου, ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς δύναται νὰ πεισθῇ πᾶς τις, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἔχετε ἀρκετὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων ὑμῶν, καθ’ ὅσον χρόνον διαμένετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε νὰ μὴ θελήσητε νὰ χαρακτηρήσητε αὐτὴν ὡς σχέδιον, δι’ οὗ πᾶσα πρότασις οἵας δήποτε φύσεως καὶ οἱουδήποτε τύπου, ἢ σπουδαίου ἢ κωμικοῦ, δύναται νὰ διέλθῃ. Ἡ πρότασις ἡ ὑπὸ συζήτησιν δὲν φέρει τύπον σπουδαῖον, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Συντάγματι. Τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα εἶναι τὰ νομοθετικὰ, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ δώσῃ νομοθετικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἔχει ἔννοιαν πολιτικήν; Βεβαίως ὄχι. Διότι παρετηρήθη, ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ θίξῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται ἡ πρότασις αὕτη. Ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς προτάσεως ταύτης; Σᾶς λέγει, νὰ ἐγκρίνητε τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοροριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, καὶ σᾶς ἐξήγησεν, ὅτι δὲν σᾶς ζητοῦνται δικαιολογητικὰ, ἀλλὰ πληροφορίαι τινὲς καὶ ἐξηγήσεις, καὶ τίνες ἐξηγήσεις, σᾶς τὸ ἐξήγησε τὸ εὐπρεπὲς ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ πίστωσις ἐκείνη, περὶ ἧς γίνεται λόγος, καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀποβλέπει εἰς περίστασιν ὅλως ἔκτακτον, εἰς περιστάσεις, αἵτινες, χάρις εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τότε μὴ Κυβερνήσεως, εἶχον ἐντελῶς ἐκλείψει, καὶ χάρις ταῖς ἐνεργείαις αὐτῆς ὡς Κυβερνήσεως, διότι ἐπιστράτευσις δὲν ὑπῆρχεν, ὁ ἀποκλεισμὸς εἶχε παύσει, λοιπὸν δὲν ὑπῆρχέ τις ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, ὥστε νὰ ἦναι ἠναγκασμένος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ τότε, νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε συνεχίσει τὰς ἐνεργείας ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἢ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Τὸ ἔγγραφον ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν· ἐπρόκειτο εἰς τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τόσα διαπραχθέντα σκάνδαλα, ὀφειλόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1884, νὰ λάβῃ μίαν ἱκανοποίησιν, ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς διαδόχους του λόγος διὰ δαπάνην 60,000 δραχμῶν, ὅταν ἐκεῖνοι ἐδαπάνησαν ἑκατοστύας χιλιάδων πρὸς μίσθωσιν ἀνυπάρκτων ὑπαλλήλων, καὶ συντήρησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις κατέπεσεν ὑπὸ τὴν φοβερὰν ἐτυμηγορίαν τῆς 7 Ἀπριλίου. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀνταλλαγέντων, ἀλλ’ ἡ παραφορὰ τοὺς ἤγαγεν εἰς τὸ νὰ διατυπώσωσιν ἐγγράφως τὴν αἴτησιν, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ γελοῖον καὶ νὰ θελήσωσι νὰ τὸ καλύψωσι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πρότασις αὕτη, ἂν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰσερχομένη εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς ἔχουσα ἔννοιαν πολιτικήν. Πῶς θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ πρότασις αὕτη; τί θέλει πράξει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς; πῶς θέλει ἀποταθῆ πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν, ἵνα ζητήσῃ τὰς πληροφορίας; διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἢ διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως; Θὰ ἐνόουν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, διότι ἦλθεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, δὲν δύναταί δέ τις, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐμβάλῃ τὴν Βουλήν. Γνωρίζομεν πάντες, πῶς μέχρι τοῦδε μετεχειρίσθη τὴν πλειοψηφίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν, τὴν κατέστησεν ἀληθῶς βωβὴν, τὴν σύρει ὄπισθεν τοῦ ἅρματός του, καὶ ἐννοεῖ, οὐδεὶς ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ τολμήσῃ νὰ ὑποβάλῃ μίαν γνώμην, ἔστω καὶ ἐπὶ τῆς πλέον ἀσημάντου παραγράφου. Ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, ἐννοεῖ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν πλειοψηφίαν πρὸς ἐκδίκησιν καὶ πρὸς κορεσμὸν τῶν ἀγρίων αὐτοῦ παθῶν, διότι εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποβλέπει ἡ πρότασις, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ὅτι ταχέως μεταβάλλονται τὰ πράγματα, ὥστε τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον τόσον ἀσυνειδήτως παραδίδει εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, δύναται νὰ στραφῇ κατ’ αὐτοῦ, εἰς τρόπον μάλιστα μᾶλλον βλαπτικόν· διότι, ἐὰν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀνασκαλεύσῃ τὴν διοίκησιν, δὲν θέλει εὕρει μόνον τὰς 6,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν ὑπὲρ οἱασδήποτε ἀποστολῆς, θέλει εὕρει σφάλματα καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν, καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θέλουσιν ἀποδειχθῆ πρὸς τιμὴν τῶν συγκροτούντων τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί θέλετε κάμει τὴν πρότασιν ταύτην; Ἡ πρότασίς σας εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς οὐδὲν πόρισμα, δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶναι ἰδιώτης· ἐὰν ἔχητε ἰδιώτην, ὡς εἶναι ἀκριβῶς ὁ δοὺς τὰ χρήματα Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε τοιαύτην πρότασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐ μόνον οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται καὶ ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλ’ εὐθύνην Ὑπουργῶν προγενεστέρων πρὸς τοὺς διαδόχους αὐτῶν δὲν γνωρίζω· ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ χαρακτηρίσητε τὸν Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, εἴτε ὡς προηγούμενον Ὑπουργὸν, εἴτε ὡς Βουλευτὴν, ἡ πρότασίς σας εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος λέγει: (Ἀναγινώσκει). Δύναται λοιπὸν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας νὰ ζητήσῃ διασαφήσεις ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τοιαύτας ἐπὶ πράξεων μάλιστα, ἃς ἐνήργησε, χαίρων τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τῆς τότε Βουλῆς, καὶ ἐπὶ πράξεων, τὰς ὁποίας ἐκάλυψε ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἔρχεσθε οὐ μόνον νὰ ἐρευνήσητε πρᾶξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ ἐλέγξητε καὶ πρᾶξιν προηγουμένης Βουλῆς, ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς, διότι αὔριον θέλετε ἰδεῖ αὐτὸ, τρεπόμενον καθ’ ὑμῶν. Θὰ ἐνόουν, ἂν διὰ προτάσεώς τινος ἐπεζητεῖτο ἡ καταδίωξις Ὑπουργοῦ, διαχειρισθέντος τὰ δημόσια, ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην σήμερον, ἀπευθυνομένην εἴτε κατὰ Βουλευτοῦ, εἴτε κατὰ ἰδιώτου, οὐ μόνον δὲν τὴν ἐννοῶ, ἀλλὰ τὴν θεωρῶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικήν. Ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του, ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ἔννοιαν ἄλλην εἰς τὴν προκειμένην πρότασιν, τὴν ἔννοιαν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ προκληθεῖσαν ἐκ τῆς περιφρονητικῆς ἐκφράσεως, ἣν μετεχειρίσθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, διότι ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὸν τρόπον καὶ τὸ μέσον, δι’ οὗ ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἤθελε παρεκτραπῆ, δύναται νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν. Δύναται ὁ Πρόεδρος, εἴτε ἐνασκῶν τὴν προεδρικὴν ἐξουσίαν, εἴτε κατὰ πρότασιν Βουλευτοῦ τινος, νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἀνακληθῇ ἔκφρασις περιφρονητική· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲν τοιοῦτον συμβαίνει, ἡ ἔκφρασις δὲν ἐθεωρήθη προσβλητική, ἐθεωρήθη προσβλητική, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ἂν ἦναι ἀληθῆ, ἦσαν προσβλητικὰ δι’ αὐτόν. Ὅταν μία Κυβέρνησις, κατέρχηται μέχρι σημείου, νὰ προβαίνῃ εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὡς Κυβέρνησις ἀπευθύνει πρὸς ἰδιώτας, διὰ τὴν ἀνασκάλευσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν προκατόχων της, δὲν τολμᾷ δὲ νὰ τὴν προσβάλῃ κατ’ ἐλάχιστον δι’ ὧν μέσων δίδει τὸ Σύνταγμα περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προσβάλλεται διὰ τῶν ἐγγράφων της, καὶ τὴν προσβολὴν ταύτην ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε, ἐνῷ ἀπηυθύνετο κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, οὗτος ἐτράπη κατ’ αὐτοῦ. Ζητεῖ πληροφορίας, αἵτινες εἰς τί θέλουν χρησιμεύσει; Πρόκειται νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῆς τότε Κυβερνήσεως; Δὲν εἶναι οὗτος ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐλέγχεται· καὶ ἡ πίστωσις τῶν 60,000 δρ. καὶ ἡ τῶν 12,500 περιελήφθησαν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1885 καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι χρήματα τοῦ Δημοσίου κακῶς διετέθησαν, ζητήσατε τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς· ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρητε τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ ζητήσητε ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα διὰ προτάσεως, ἥτις θὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θέλει κινήσει τὸ μειδίαμα καὶ τὴν περιφρόνησιν παντός, ὅστις ἤθελε τὴν ἀναγνώσει, νὰ ἐπιῤῥίψητε μομφὴν εἰς τὴν διοίκησιν Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἀφεώρα ἐντελῶς εἰς τὴν κρίσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει, ἢ οὔ, ὁ νόμος τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, δι’ οὗ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ χρῆσις ἄνευ λογοδοσίας τῶν 60,000 δραχμῶν; Ἐὰν ὑπάρχῃ, πῶς δύνασθε νὰ ζητήσητε λόγον; Λέγετε, ὅτι σεῖς κρατεῖτε τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ διαχειρισθῆτε· τοῦτο εἶναι πλάνη· ἀπόῤῥητον δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὴν περίστασιν, ἥτις τὸ παρήγαγε καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὑφίσταται ἡ περίστασις αὕτη. Θὰ ἐνόουν ἀκόμη οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν φυλάκων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν Βουλευτῶν, νὰ ζητήσῃ τις λόγον δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ σεῖς παρουσιάζεσθε ὡς Κυβέρνησις, καὶ ζητεῖτε νὰ κανονίσητε τὴν πορείαν προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ τὴν πορείαν ἀνδρός, ὅστις εἶναι σήμερον Βουλευτής, παραβιάζετε δὲ, οὕτως εἰπεῖν, ὑπερβαίνετε τὰ δικαιώματά σας καὶ καθιερόνετε προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ ἴδητε τρεπόμενον καθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ τραπῇ καὶ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Μετὰ τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναται νὰ γίνῃ τι σοβαρὸν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην. Ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἔχει συμφέρον πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὸ νὰ συντηρήσῃ τὸ γόητρον αὐτῆς, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν θέλῃ μείνῃ τὸ γόητρον ἐκεῖνο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης προτάσεως. Οἱανδήποτε καὶ ἂν δώσωμεν ἑρμηνείαν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ διλήμματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν ἀπὸ προηγουμένην Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ κινήσῃ κατ’ ἐκείνης τὴν ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ ἐγείρῃ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἥτις δὲν ἔχει χῶρον, διότι δὲν ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Δύναται νὰ παίξῃ ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ, ὅτι οὕτω ἀποβάλλει πᾶσαν σπουδαιότητα καὶ ὅτι δὲν δύναται διὰ τῆς ψήφου της καὶ τῶν ἀποφάσεών της νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην.

§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ προκειμένη πρότασις ἔχει καὶ ἄλλον λόγον ὑπάρξεως, τὴν ζηλοτυπίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἀπήλαυσε τοῦ τιμιωτάτου τῶν τίτλων, νὰ ἐπιτρέψῃ δηλ. τὸ Ἔθνος εἰς αὐτὸν τὴν διαχείρισιν χρημάτων τοῦ Κράτους ἄνευ ἐλέγχου· διότι, ὁσάκις τὸ Κράτος ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς νὰ δαπανήσητε τὸ χρῆμα μετ’ ἐλέγχου, πάντοτε ἀπεδείχθη ὁποίαν χρῆσιν τοῦ χρήματος ἐποιήσατε. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα καθαρᾶς ζηλοτυπίας, καὶ ὅστις γινώσκει τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅστις ψυχολογεῖ εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, εὑρίσκει, ὅτι σήμερον, ὅτε ἡγεῖται πλειονοψηφίας, ἐνόμισε κατάλληλον τὴν περίστασιν καὶ φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ ἐξαλείψῃ τὸ γόητρον τοῦ ἀντιπάλου αὐτοῦ, εἰς ὃν κατὰ στιγμὴν ὑπερτάτων τῆς πατρίδος κινδύνων τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐπέτρεψε τὴν ἀνεξέλεγκτον χρῆσιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ψυχολογήσατε τὸν Πρωθυπουργόν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ λόγοι, δι’ οὓς δὲν ἀνέχεται τὴν ὑπεροχήν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Θέλει νὰ ἔχῃ τίτλον τινὰ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, οὗτινος δυνάμει νὰ λέγῃ τοῖς τε συγχρόνοις καὶ τοῖς μετέπειτα: «Τί θαυμάζετε τοὺς ἄνδρας τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885 ἔτους; Αὐτοὶ εἶναι ἴσοι καὶ ὅμοιοι, ἢ καὶ χείρονες ἡμῶν». Καὶ ὅταν ἡ ἱστορία λέγῃ αὐτῷ: «ἀλλ’ εἰς τοὺς ἄνδρας τούτους ἐπέτρεψε τὸ Ἔθνος νὰ διαχειρισθῶσι χρήματα, ἐκ τῶν ὀλίγων, ἅτινα ἔχει, ἀνεξελέγκτως...»

§123Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἡ Βουλὴ συζητῇ, πρέπει νὰ ἦναι παροῦσα· δὲν βλέπω ἀρκοῦντας Βουλευτὰς, καὶ προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἴσθημα ζηλοτυπίας εἶναι τὸ ἐμπνεῦσαν τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν εἶναι αἴσθημα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, οὐδὲ λογιστικός τις λόγος, ὁ προκαλέσας τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιαύτης προτάσεως· οὔτε ἡ πρόθεσις λοιπὸν τῆς τακτοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, οὔτε ἡ ἀνάγκη νὰ μάθῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα εἰσὶ τὰ ἀληθῆ ἐλατήρια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀγανακτεῖ ἐναντίον μου, (ὅπως ἠγανάκτησε πολλάκις κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας) διότι ἀποκαλύπτω τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς τοιαύτης προτάσεως αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐχὶ μόνον τί λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ διατὶ λέγομέν τι, ὁσάκις προτείνωμεν πρότασίν τινα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐὰν αἱ προτάσεις ὑμῶν σκοπὸν ἔχωσι τὴν περιφρούρησιν τῶν νόμων, ἐὰν αἱ προτάσεις ὑμῶν σκοπὸν ἔχωσι νὰ γνωσθῇ, ποῦ ἐδαπανήθη τὸ χρῆμα τοῦ Ἔθνους, ἢ ἂν αὗται ἔχωσι ταπεινότερόν τινα καὶ εὐτελέστατον σκοπὸν καὶ ἐλατήρια μικρὰ, οἷά εἰσι τὰ ἐλατήρια τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅταν ζηλοτυπῶσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν, οὓς ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, εἴποτε ἐμιμοῦντο. Ἀλλ’ ὅτε πρό τινος ἐπεχείρησα τὸ πρῶτον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶπον, ὅτι καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα χρηματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἄλλων ἐγγράφων». (Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, Μέρος πρῶτον, ἀριθ. 57, 17 Ὀκτωβρίου 1885). Ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἄρα τοῦ 1885 ἔτους, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν μεγίστην, δι’ ἧς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος περιέβαλλον αὐτὴν, ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Μετ’ ὀλίγον δὲ συνελθοῦσα ἡ Βουλή, διὰ τοῦ νόμου ὑπὸ στοιχεῖον ΑΣΔʹ τῆς 12 Νοεμβρίου τοῦ 1885 ἔτους καὶ ἐν ἄρθρῳ 2ῳ, κυροῖ τὸ ἀπὸ 4ης Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους Βασιλικὸν Διάταγμα. Διὰ τοῦ νόμου ἄρα τούτου ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πάνθ’ ὅσα ἡ Νομοτελεστικὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ, καὶ πάνθ’ ὅσα εἶχον ἴσως ἤδη πραχθῆ. Ἐρωτῶ, Κύριοι, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐκείνη δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς οἱονδήποτε ἔλεγχον; Δὲν κάθεσθε νὰ ψηφίζητε μέχρι πρωΐας καὶ μέχρι μεσημβρίας ἀκόμη τῆς αὔριον ὅσας θέλετε ἀποδοκιμασίας, ἢ οἱασδήποτε προτάσεις; Νομίζετε, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται τῆς παρούσης Βουλῆς δύνανται νὰ κλονίσωσι κατ’ ἐλάχιστον τὸ νομικὸν κῦρος καὶ τὸ ἠθικὸν κῦρος, ὅπερ κέκτηται ἡ πρᾶξις τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας τοῦ 1885 ἔτους, ἡ ἐπικυρωθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τῆς Βουλῆς ἐκείνης; Τί, τέλος πάντων; εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν ἐξουσιῶν καὶ γνωμῶν καὶ ἰδεῶν, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προτάσεων καὶ ψηφισμάτων ἡμῶν; Ἀλλὰ τὸ πάθος τῆς ζηλοτυπίας εἶναι ἀληθῶς τοσοῦτον βαθὺ καὶ τοσοῦτον μέγα, ὥστε καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος διὰ τῶν ἄρθρων 86 καὶ ἑπομένων καθιέρωσε τὸ ἀκαταλόγιστον ἐκείνου, ὅστις καὶ ἐκ ζηλοτυπίας, ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας προερχομένης, ὁρμώμενος, προβαίνει εἰς διάπραξιν οἱουδήποτε ἀδικήματος. Διότι ἀληθῶς ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ βάσις τοῦ ζητήματος. Ἄς λέγωσιν ὅσον θέλωσι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, ὅτι μάχονται δῆθεν ὑπὲρ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἃς λέγῃ ὁ τεθνεὼς συνάδελφος αὐτῶν καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Λομβάρδος, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μιμηθῇ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει νὰ μάθῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα ἐκεῖνα, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν καὶ ἄλλα. Ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει σχηματίσει ἤδη περὶ τούτου πεποίθησιν, καὶ οἱ μεταγενέστεροι θέλουσιν ἔχει αὐτὴν ταύτην τὴν πεποίθησιν τῆς σήμερον κοινῆς γνώμης, διότι γνωρίζομεν πάντες ποίαν στοργὴν δεικνύουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῶν τιμαλφεστάτων δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἔχει, Κύριοι, ἡ πρότασις ὑμῶν οὐδὲ ἠθικὸν κῦρος, οὐδὲ δύναταί ποτε νὰ ἔχῃ τοιοῦτον. Φέρετε τὴν Βουλὴν τοῦ 1885 ἔτους ἐνταῦθα, καὶ τότε θέσατε τὴν πρότασιν ὑμῶν εἰς ψηφοφορίαν, ἂν τολμᾶτε. Οἱ λόγοι ὑμῶν καὶ τὰ ψηφίσματα ὑμῶν, προκειμένου περὶ πράξεων Βουλῆς παρελθούσης, οὐδὲν ἔχουσι κῦρος, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ πολιτικὴ θέλει ἀποδοκιμάσει ὑμᾶς, διότι εἶναι πρωτάκουστον, νὰ ἔρχηται Βουλὴ ἄλλης Περιόδου καὶ νὰ ζητῇ εὐθύνας παρὰ Ὑπουργοῦ διὰ πράξεις, περὶ ὧν ἔλαβεν ἔγκρισιν παρὰ Βουλῆς παρελθούσης Περιόδου, ἔγκρισιν δὲ οὐχὶ διὰ πλειονοψηφίας δέκα ἢ δώδεκα ψήφων, εἰς ἣν ὑμεῖς κατηντήσατε νὰ φθάσητε ἐπ’ ἐσχάτων, ἀλλὰ διὰ πλειονοψηφίας ἑκατὸν ψήφων, διὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας, ὥστε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὁ τότε ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐκάθητο ἐκεῖ μὲ κεκλιμένην τὴν κεφαλήν, λυπούμενος διότι εἶχε περιέλθει εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε τριάκοντα μόνον νὰ ἀκολουθῶσιν αὐτὸν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Καὶ ἐνθυμοῦμαι φίλον μού τινα, μὴ εὑρισκόμενον σήμερον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι ἀπέτυχεν, ὅστις, βλέπων τὸν τότε ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν τοσοῦτον κεκυφότα καὶ τοσοῦτον πενθηφοροῦντα ἐπὶ τῇ ἀνηκέστῳ αὐτοῦ συμφορᾷ, ἐλυπεῖτο αὐτὸν, καὶ ὁσάκις ἡ Συμπολίτευσις ἐν τῷ μεγέθει καὶ ἐν τῇ πληθύϊ αὐτῆς ἐπετίθετο κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφ’ οἷς κατὰ τοῦ Ἔθνους εἶχε διαπράξει, ὁ συνάδελφος μοι ἔλεγεν: «ἁμαρτία εἶναι, τὸν δυστυχῆ ἄνθρωπον τοιουτοτρόπως νὰ τὸν καταντῶσιν!» Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλεγον αὐτῷ: «Μὴ λυπεῖσαι τὸν ἡγέτην τῆς μειονοψηφίας, διότι δὲν γνωρίζεις ἀκόμη ἀκριβῶς τὸν ἄνθρωπον· πρέπει νὰ ἴδῃς αὐτὸν, ὅταν ἔχῃ εἰς χεῖρας τὴν πλειονοψηφίαν, πῶς θὰ μαίνηται ὑπὲρ τῶν προτάσεων αὐτοῦ, καὶ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων.» Τοιαύτη ἦτο, Κύριοι, ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἥτις ἔδωκε τὸ συζητούμενον δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 7ης Ἀπριλίου διὰ τοῦ ῥηθέντος νόμου. Καὶ ἂν λοιπὸν ἑκατὸν φορὰς, ἐπαναλέγω, φέρητε πρότασιν περὶ προσαγωγῆς ἐνταῦθα ἐγγράφων ἢ λογαριασμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἂν διακοσίας ἢ πεντακοσίας φορὰς ψηφίσητε πρότασιν ἀποδοκιμασίας, ψηφίζετε περὶ γεγονότων, περὶ ὧν οἱ τότε ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ νομοθετικὸν κῦρος τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Οὐδὲν ἄρα ἠθικὸν κῦρος θέλει ἔχῃ ἡ πρότασις ὑμῶν. Ἀλλ’ ἤκουσα ἀληθῶς καὶ ἐγὼ μετὰ λύπης ἀξιοτίμων τινῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης τοῦ Κοινοβουλίου, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) προσπαθούντων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ φιλοτεχνήσωσιν ἐπιχειρήματα, οὐχὶ ἄξια τοῦ περιβόλου τούτου. Ἔλεγον ὅτι: «ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἔγγραφα, ἀλλὰ πληροφορίας.» Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀπαντήσω ἐξ ὀνόματος αὐτοῦ. Θέλετε πληροφορίας, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ δώδεκα χιλιάδες δραχμῶν; Ἐδαπανήθησαν διὰ τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν τοῦ 1885 ἔτους. Ἐδαπανήθησαν ἴσως, ἵνα κατασταθῶσιν ἡμῖν γνωσταὶ περιστάσεις τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, χρήσιμοι εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἡμῶν. Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι, λάβετε αὐτάς. Λοιπόν, ὅταν οἱ νόμοι ἐγκαταστρόνωσι διατάξεις ἐν τοῖς κειμένοις αὐτῶν, οἱ νόμοι σπουδαιολογοῦσι. Καὶ ὅταν ὁ νόμος ἐπεκύρου τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους, καθ’ ὅ: «τὸ ἔνταλμα θέλει ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων», δὲν ὑπέθετε ποτὲ, ὅτι ἤθελε γίνει θέμα δικολαβικῶν συζητήσεων, ἀναξίων τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσωσιν ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἑπομένως οὔτε πληροφορίας εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ δώσωσι πρὸς ὑμᾶς. Καὶ ὅταν ὁ νόμος οὑτωσὶ ἀποφαίνηται, τότε τίνας δικαιολογίας καὶ παραστατικὰ ἔγγραφα ζητεῖτε παρὰ τοῦ σήμερον ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τότε δὲ ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι θὰ φέρω τὸ ζήτημα καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, καὶ εἰς τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, Κύριοι, εἰσερχόμενος, ἐξετάζω αὐτὸ δι’ ὀλίγων, ἵνα συμπεράνω. Εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔχει πρακτικόν τινα σκοπὸν, ἰσχυρίσθην δὲ, ὅτι οὔτε ἠθικὸν σκοπὸν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, Κύριοι, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ ὡς πρότασις ἀντεθνικὴ, καὶ ὡς δυναμένη νὰ στραφῇ ἡμέραν τινὰ ἐναντίον αὐτῶν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τῶν εἰσηγητῶν ταύτης. Διότι, ἂν ἐξαίφνης ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐδαπανήθησαν πρὸς συνεννοήσεις μετὰ ὑποδούλων Ἑλλήνων, (δὲν βεβαιῶ τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ἀπετέλουν μέλος τῆς Κυβερνήσεως,) ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ 12,500 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν πρὸς συνεννοήσεις τοιαύτας, ἢ καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐδαπανήθη πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγένοντο, Κύριοι, αἱ συνεννοήσεις αὗται; Τί εἶχον ὑπ’ ὄψει αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεννοοῦντο τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Εἶχον ὑπ’ ὄψει Βασιλικὸν Διάταγμα καὶ νόμους, δημοσιευθέντας διὰ τῆς ἐπισήμου «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ δι’ ὧν ἐλάμβανον ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ὅτι οὐδέποτε ἤθελον ζητηθῆ ἔγγραφα παραστατικὰ τῶν συνεννοήσεων καὶ τῶν δαπανῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἐξαίφνης τοιαῦτα ἔγγραφα νὰ παραδοθῶσιν εἰς ὑμᾶς, πρὸς οὓς δυνατὸν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες; Εἶναι ἄρα ἡ πρότασις διὰ τοῦτο καὶ ἀντεθνικὴ, καὶ ἂν πολεμῶμεν αὐτὴν, πράττομεν τοῦτο διότι θέλει συντελέσει ἡμέραν τινὰ οὐχὶ μόνον ἐναντίον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διότι οὐδεὶς φίλος ὑμῶν ἐκ τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων θέλει πλέον ἐμπιστευθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μεθ’ ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν γινώσκῃ, ὅτι αἱ συνεννοήσεις αὗται ἡμέραν τινὰ γίνονται θέμα συζητήσεων παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ὑμῶν, τοῦ πολιτικοῦ ὑμῶν ἀντιπάλου, δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀνὴρ, οἷος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις τέλος πάντων ὀφείλει νὰ ἔχῃ πεῖραν τῶν πολιτικῶν τούτων ζητημάτων, ἦλθεν αἰφνιδίως ἐπὶ τὸ βῆμα, (ὁρμήσας, ὡς ἔλεγον σήμερον αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες,) καὶ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ταύτην, ἣν καλῶς ἔπραξε νὰ βάλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συντάξῃ. Ὅστις θέλει λοιπὸν νὰ ψυχολογήσῃ, ἵνα συμπεράνω, δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι καλῶς ἔχων ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν. Προέβη εἰς αὐτὴν ἐν ταραχῇ ψυχικῇ, προέβη εἰς αὐτὴν, διότι αὑτὸς δὲν εἶχε τοιοῦτον τίμιον τίτλον, οἷον ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι εἰς αὐτὸν οὐδέποτε ἐνεπιστεύθη τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Νομοθετικῆς αὑτοῦ Ἐξουσίας τὴν διαχείρισιν χρημάτων ἀνεξελέγκτως. Προέβη λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἐκ τοῦ πάθους τῆς ζηλοτυπίας, περὶ οὗ προβλέπει τὸ ἄρθρον 86 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ θεωρεῖ οὐχὶ καταλογιστὸν τὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ζηλοτυπίας καταπίπτοντα.

§126ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μέχρι τοῦδε ἅπαντες οἱ λόγοι τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιεστρέφοντο εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 60,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν εἶχε χορηγήσει ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅπως δαπανήσῃ αὐτὴν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Οὐδεὶς δὲ ὡμίλησε περὶ τῶν 12,500 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν ἐν ὅσῳ ὑπῆρχεν ἡ πίστωσις αὕτη καὶ χωρὶς νὰ περιληφθῶσι εἰς αὐτήν. Νομίζω, ὅτι ὑποχρέωσιν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸ τοῦ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς ὑπολόγους ὑπαλλήλους ἀπὸ τῆς εὐθύνης τῶν 12,500 δραχμῶν, εἶχε λέγω τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τὸν ἄλλοτε Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν, πῶς καὶ ποῦ ἐξωδεύθησαν, ὅπως ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον δυνηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Ἀρνουμένου βεβαίως τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔμενεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης δυστυχεῖς ὑπαλλήλους, οἵτινες σήμερον μένουσιν ἄνευ μισθοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ γίνωσι τόσοι λόγοι, ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι αἱ 60,000 ἐξωδεύθησαν ἄνευ λογοδοσίας καὶ καλῶς ἐξωδεύθησαν, θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον, νὰ ἐδίδετο λόγος, διατὶ αἱ 12,500 δραχμαὶ δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν πίστωσιν τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ τότε βεβαίως οὐδεὶς παρ’ οὐδενὸς θὰ ἐγίνετο λόγος περὶ αὐτῶν. Ἤδη δὲ αἱ 12,500 δραχμαὶ μένουσιν ἀδικαιολογήτως ἄνευ λογοδοσίας...

§127ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ συμπέρασμά σας.

§128ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐξωδεύθησαν ἕνεκα σκοπῶν ἐθνικῶν, ἀλλ’ εἶχεν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ, καθὼς εἶπον καὶ πρὶν, πληροφορίας περὶ αὐτῶν, καὶ οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος.

§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ οὐχὶ περὶ τῆς ἀποδοχῆς νομοθετημάτων, οὐχὶ περὶ ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ περὶ τῆς διαγωγῆς προσώπων, ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως διατελούντων, εἴτε ἁπλῶν Βουλευτῶν, εἴτε καὶ ὅλως ἰδιωτῶν. Ἐνθυμοῦμαι πρό τινων ἐτῶν, ὅτι ἀνάλογος πρότασις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν Βουλευτοῦ, τολμήσαντος νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν εἰς Αἴγυπτον ἀποστολὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου ὡς πρᾶξιν ἀσύνετον καὶ ἐπιβλαβῆ. Ἤμην τότε, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις τοιαύτην τινὰ πρότασιν διενοήθη καὶ τότε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κομματικοὶ δεσμοὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἐμέ, ἀλλ’ ἀπεφάνθην συμφώνως μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ὀρθὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἔσπευσα ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τῆς ψήφου μου ἐξεδήλωσα. Ἔλεγον τότε, Κύριοι, πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἀνώτατον σῶμα τοῦ Κράτους μετὰ μεγίστης προσοχῆς ὤφειλε νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ποτὲ τὰ ὅρια, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους εἰς αὐτὴν διαγεγραμμένα. Ἔλεγον τότε, ὅτι, ἂν ἁπλοῦν ἄτομον ἐτήρησε διαγωγὴν ἄδικον πρὸς ἕτερον ἄτομον, εἶναι ἀξιοκατάκριτον. Ἀλλὰ ποῖός τις χαρακτηρισμὸς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μίαν ὁλόκληρον Βουλήν, παραγνωρίζουσαν τὴν ἀποστολήν της καὶ ἐκφέρουσαν μομφὰς κατ’ ἀτόμων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ ἀναλόγου περιπτώσεως, καὶ ἤδη ζητεῖται παρ’ ὑμῶν νὰ ἐνεργήσητε πρᾶξιν, ἡ ὁποία διαφεύγει ἐντελῶς τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν, καὶ ἀποτελεῖ κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον περιβάλλεται. Ἂν τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἦναι ἀληθές, τότε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ σᾶς ἐξορκίζω, ἐν ὀνόματι τῶν θεσμῶν, ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ πράξητε ὅ,τι ἐγὼ τότε ἔπραξα, νὰ μὴ ἀκολουθήσητε τὰς πιέσεις, αἵτινες κομματικῶς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἀλλά, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, καὶ πειθόμενοι ὅτι διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα ὑμῶν, νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν, ἔστω καὶ ὑπὸ οἱουδήποτε ἐπιβαλλομένην. Τὰ πρόσωπα, κύριοι Βουλευταί, ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλ’ οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους, τὰ προηγούμενα τοῦ Κοινοβουλίου μένουσιν εἰς ἔπαινον ἢ εἰς αἶσχος ἐκείνων, οἵτινες τὰ προκαλοῦσι καὶ τὰ ἐπιψηφίζουσι. Τίς εἶναι, Κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, κατὰ πάντας τοὺς ἑρμηνευτὰς πάντων τῶν Συνταγμάτων, τίς εἶναι, λέγω, ὁ προορισμὸς τῆς Βουλῆς; ποῖα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα ἐνταῦθα νὰ ἐκτελέσωμεν; Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου σπουδαία ἀμφιβολία. Ἔργον ἡμῶν εἶναι, νὰ ψηφίζωμεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἔργον ἡμῶν εἶναι, νὰ ἐξελέγχωμεν τὰς πράξεις τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων πεσούσης Κυβερνήσεως. Πότε ὅμως, Κύριοι; ὅταν, ἐφαρμόζοντες τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, πρόκηται νὰ ζητήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην παρὰ τῶν μελῶν πεσούσης Κυβερνήσεως.

§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν τούτοις ἐπὶ πέντε ἡμέρας δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§132ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο ὀφείλεται κατὰ πρῶτον λόγον εἰς ἐκείνους, οἵτινες καταχρῶνται τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ ἐπιμένουσι παρακωλύοντες τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας.

§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντιστροφὴ τῆς ἐννοίας.

§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιστρέφεται ἡ ἔννοια τῶν γεγονότων, διότι ἤκουσα ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴν κ. Βαλσαμακὴν λέγοντα πρὸς ὑμᾶς: «Εἶναι ἐννάτη ὥρα, πεινῶ, εἶμαι νῆστις, δὲν δύναμαι νὰ ἀνθέξω· ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον». Ἀλλ’ οὐδεμία ἐδίδετο προσοχὴ εἰς τὰς παραστάσεις αὐτοῦ, ἐνῷ, ὅταν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἐζήτει τὴν ἀναβολὴν, ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ τῆς 7 ὥρας μ. μ. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τοιαύτης ἀδίκου συμπεριφορᾶς, κατὰ τοιαύτης αὐθαιρεσίας; Πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐννάτης ὥρας τῆς πρωΐας εἰργαζόμεθα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς μεσημβρίας. Μόλις γευματίσαντες, ἤλθομεν ἐδῶ τὴν 3ην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν καὶ ἐμείναμεν συζητοῦντες μέχρι τῆς 9ης, ὅτε ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἡ πίστωσις ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη. Σκοπεύων νὰ ἀγορεύσω περὶ αὐτῆς ἐπὶ μακρὸν, ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ ἀπαντήσεως μὲ ἠξίου, καὶ ἐδέησε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναβολήν. Καὶ ζητεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν τοιαύτην πίεσιν καὶ καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἀπὸ μίαν ἀλλόκοτον πεισματικὴν αὐθαιρεσίαν, ἀπὸ μίαν κατάχρησιν τῶν δυνάμεων καὶ τῶν δικαιωμάτων ὑμῶν; Ἰδοὺ τίνες οἱ αἴτιοι τῆς παρατάσεως τῶν συνεδριάσεων, οἱ τηροῦντες συμπεριφορὰν μὴ πρέπουσαν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο. Ἐπανέρχομαι Κύριοι, εἰς τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἔχετε καθῆκον πρὸς τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, νὰ ἐξετάσητε μετὰ προσοχῆς τὸ ὑποβαλλόμενον ὑμῖν ζήτημα, ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἔχητε δικαίωμα ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς προτάσεως, ἣν σήμερον ὑπέβαλον ὑμῖν. Ἵνα ὑπάρξῃ δίκαιον τοιοῦτον, πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ ὑπαχθῇ. Ποῖον, ἐρωτῶ, εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ποῦ πραγματεύεται τὸ Σύνταγμα, ὅτι δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἐξετάσητε τὴν διαγωγὴν τῶν μελῶν παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἵνα μεμφθῆτε αὐτῆς: Τίς, ἐπαναλαμβάνω, συγγραφεὺς ὑποστηρίζει τοιαύτην τινὰ γνώμην, ὁποίαν πρόκειται σήμερον νὰ καθιερώσητε κατὰ τῶν μελῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἡ Βουλὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἓν καὶ μόνον ἔχει δικαίωμα, νὰ συγκροτήσῃ Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ κατάχρησις, ἂν ἐφήρμοσε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἡ πρώην Κυβέρνησις, καὶ ἂν δὲν τοὺς ἐφήρμοσε, νὰ παραπέμψῃ τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Τούτου δὲ μὴ ὑπάρχοντος, δύναται μὲν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν λόγον τῆς πληρωμῆς τῶν δαπανῶν, ἂν παρανόμως τυχὸν ἐδαπάνησαν, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξαν οἱ πρώην Ὑπουργοί, ἀρνηθέντες νὰ χορηγήσωσιν οἱανδήποτε πληροφορίαν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ ποτε ἐντὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν ἔργων. Καὶ τί ζητοῦσι παρ’ ὑμῶν; Ζητοῦσι νὰ ἐγκρίνητε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ζητήσασαν παρὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν λόγον ἐπὶ χρηματικῶν διαχειρίσεων. Ἀλλὰ τὰς σχέσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὰς σχέσεις ἑπομένως τοῦ Δημοσίου τοῦ Ἑλληνικοῦ πρὸς οἱονδήποτε ἰδιώτην, ἔστω διατελέσαντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι ὑμεῖς νὰ κανονίσητε. Τὰς σχέσεις ταύτας κανονίζουσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Αὐτοὶ θέλουν προσδιορίσει ποίας ὑποχρεώσεις ἔχουσιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει. Ἂν αὐτοὶ οἱ νόμοι ἐπιβάλλωσιν ὑποχρεώσεις, ἃς ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι, διὰ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ὑποχρεούμενοι......

§135ΝΕΓΡΗΣ. Ἐφαρμόζονται εἰς τὴν ῥάχιν τῶν ὑπαλλήλων· αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.

§136ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους κατὰ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἂν τοὺς ἐφήρμοσε κακῶς, ἂς τοὺς ἐφαρμόσῃ καλῶς; Αὐτὸς δὲν εἶναι ὅμως λόγος νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Βλέπετε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ποία ἡ σχέσις τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ὧν πολλοὶ οὔτε Βουλευταὶ εἶναι, πρὸς τὸ Κράτος, ὃ ἀντιπροσωπεύει ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ἵνα πεισθῆτε περὶ τοῦ ἀτόπου, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα καὶ μὴ λαβοῦσα πληροφορίαν παρὰ πρώην Ὑπουργῶν, μὴ ὄντων Βουλευτῶν, ἐμφανίζεται ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ζητεῖ νὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι! Ἀλλ’ οὕτω πράττοντες, ἐξευτελίζετε τὸν ἑαυτόν σας, διότι ποίαν ἐπιῤῥοὴν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασίς σας ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεσθε; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Δύνανται, περιφρονοῦντες τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀρνούμενοι πᾶσαν πληροφορίαν. Πῶς λοιπὸν προβαίνετε εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὐδὲν κῦρος; αἵτινες δὲν εἶναι ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἔκφρασις ἁπλῆς γνώμης; Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἡ ἀπόφασις ὑμῶν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα δύνανται νὰ ἀποφανθῶσι ποτὲ ἐπὶ τῶν σχέσεων, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ νὰ προξενήσῃ οὕτως ἀδίκημα κατ’ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκδίδεται. Ἄφετε τὰ Δικαστήρια ἐλεύθερα, νὰ ἀποφανθῶσιν ἀνεπηρεάστως, ἂν οὗτοι δὲν ἐτήρησαν τοὺς νόμους καὶ παρέβησαν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, καὶ μὴ προδικάζετε ὑμεῖς ἀναρμοδίως περὶ τοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι, καταχρώμενοι τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας, γίνεσθε παραίτιοι ἀδικίας. Ἀλλὰ μήπως καὶ κατ’ οὐσίαν ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, εὑρίσκῃ λόγον τινὰ πρὸς παραδοχὴν τοιαύτης προτάσεως; Ἂν ἐξετάσητε κατ’ οὐσίαν ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν μελῶν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, καὶ τὰ δικαιώματα ταύτης πρὸς ἐκείνους, τί θέλετε ἔχῃ; Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν θεωρητικῶς τὰ ζητήματα· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτῶν ἔποψιν. Δὲν ἐξετάζομεν θεωρητικῶς, τίνες δύνανται νὰ ἦναι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν μελῶν πεσούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει νόμου, διαγράφοντος τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, οὐδεμία ὑπάρχει κύρωσις περὶ ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ πίπτοντες Ὑπουργοὶ νὰ ἀνακοινῶσι τὰς μυστικὰς αὐτῶν ἐνεργείας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὑφισταμένην Κυβέρνησιν, νομίζετε, ὅτι, μὴ πράττοντες τοῦτο, ὑποπίπτουσιν εἰς παράβασίν τινα τοῦ νόμου; Εἰς οὐδεμίαν. Διατί; Διότι οὐδεὶς νόμος διαγράφει ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Ἀπόκειται ἑπομένως εἰς τὸν πατριωτισμὸν, εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μελῶν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ὅσα νομίζουσιν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ ἀνακοινώσωσιν. Ἂν δὲν πράξωσι τοῦτο, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ, διότι οὐδεὶς νόμος, ἐπαναλαμβάνω, διαγράφει τὰς ὑποχρεώσεις τῆς πεσούσης πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἑπομένως ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ σπουδαιότατα τῶν μυστικῶν τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχει ἄλλη εὐθύνη, πλὴν τῆς ἠθικῆς, διότι δὲν ὑπάρχουσι νόμοι, τιμωροῦντες τὴν πρᾶξιν ταύτην Καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἠρνήθη σκανδαλωδῶς νὰ παραδώσῃ καὶ δημόσια ἀκόμη ἔγγραφα εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῶν δημοσίων ἐγγράφων ἀπὸ τὰ δημόσια γραφεῖα τιμωρεῖται ὡς κακούργημα, καὶ ὅμως ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ ταῦτα, καὶ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως.....

§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐγὼ ἠρνήθην νὰ παραδώσω ἔγγραφα;

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1880.

§139ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μομφὴ αὕτη σᾶς ἀπηυθύνθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δὲν ἐδώσατε κἀμμίαν ἀπάντησιν, ἀποδεχόμενοι ὡς βέβαιον τὸ γεγονός.

§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλα τὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος.

§141ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀποδίδηται ὡρισμένη πρᾶξις εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἡ ὑπόληψίς του ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν νὰ ἀπαντήσῃ.

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπε τότε, εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνῆκον εἰς προσωπικὰς συνεννοήσεις μετὰ προσώπων ξένων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13ου.

§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦσαν δημόσια.

§144ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται τὰ πάντα νὰ διαστρέφωσι. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνω πεῖραν τῆς τοιαύτης αὐτῶν διαγωγῆς. Ἐτόλμησαν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναιρέσωσι γνώμην, ἣν ἐγὼ εἶχον ἐκφράσει, καὶ κατόπιν διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδημοσιεύθη προηγουμένη ἀγόρευσις αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχεν ἄλλοτε ὑποστηρίξει τὴν γνώμην ταύτην.

§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠρνήθην νὰ παραδώσω δημόσια ἔγγραφα.

§146ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω λοιπὸν ὑποστηρίζων ὅτι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι σπουδαῖα μυστικὰ τοῦ Κράτους παρέλιπον νὰ ἀνακοινώσωσιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην. Εἶναι ἔργον ἁπλῶς τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς συνειδήσεως· διότι οὐδεὶς νόμος διατάσσει ἢ ἐπιβάλλει τοιαύτην ὑποχρέωσιν αὐτῶν πρὸς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται ἄρα σήμερον περὶ μυστικῶν τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἔχῃ ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις πρὸς τὴν διάδοχον; Ποσῶς. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο δαπάναι τινὲς ὑπὸ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Ἡ γνῶσις τῶν προσώπων τούτων δὲν εἶναι μυστικὸν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὀφείλει μία Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν ἄλλην. Ὅταν, Κύριοι, οἱοσδήποτε ὑπήκοος ἢ ὑπάλληλος τῆς Τουρκίας, ἢ ἄλλης τινὸς Δυνάμεως, συνάπτει μυστικὰς σχέσεις πρὸς ὡρισμένον Ὑπουργὸν, πρὸς ὃν τρέφει ἐμπιστοσύνην, καὶ ἀναδέχεται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ἀμοιβῇ πρᾶξίν τινα ἐπ’ ὠφελείᾳ ἡμῶν, νομίζετε, ὅτι εἶναι ποτὲ ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ μυστικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐκ προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης ἐγένετο πρὸς αὐτόν; Τοιαῦται ἀνακοινώσεις ἀντίκεινται οὐ μόνον εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὡς κωλύουσαι πᾶσαν ἐμπιστευτικὴν σχέσιν, ἀλλ’ ἀντίκεινται ἀκόμη καὶ εἰς τὴν καλὴν πίστιν. Τί ζητεῖτε λοιπὸν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; ζητεῖτε νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, ἢ ζητεῖτε νὰ προδώσῃ εἰς ὑμᾶς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ἐνεπιστεύθησαν; Ἀλλὰ, Κύριοι, ὀφείλει ἄραγε ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται περὶ προσώπων, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ὁποίων οὐδεμίαν δύναται νὰ φέρῃ βλάβην; Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι ὤφειλε νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ, καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Τί δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἤγουν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, τί δικαίωμα ἔχει ἀπέναντι αὐτῶν; Τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, εἶναι, οὐχὶ νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ ἀποδοκιμάσῃ, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ κατ’ αὐτῶν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσῃ νὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος αὐτῶν τὰ χρηματικὰ ποσὰ, ἅπερ ἀρνοῦνται νὰ δικαιολογήσωσι. Καὶ ὅταν ἤθελε γενῇ τοιαύτη καταδίωξις κατ’ αὐτῶν, αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἤθελον λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις καὶ ἤθελον ἐκτιμήσει, ἐὰν πράγματι πρέπει νὰ γενῇ τοιοῦτος καταλογισμὸς, ἢ ὄχι. Πῶς ὑμεῖς ἔρχεσθε ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀποφαίνεσθε, ὅτι πρέπει νὰ γενῇ τοιοῦτος καταλογισμός; Σεῖς θὰ δικάσητε μίαν ὑπόθεσιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ὑπολόγων, τῆς ὁποίας τὴν ἐκδίκασιν ἀνέθεσαν οἱ νόμοι εἰς ἄλλην ἀρχήν; Ἀλλὰ προβαίνω, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, καὶ ἐρωτῶ: ἔχουσιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀνακοινώσωσι τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ δαπάνη αὕτη, περὶ ἧς πρόκειται, ὡς καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο; Περὶ τούτων ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους, ὅστις εἶπεν εἰς τοὺς πρώην Ὑπουργούς: «δαπανήσατε ὅπως ἂν ἐγκρίνητε· οὐδεμίαν παρ’ ὑμῶν ζητῶ λογοδοσίαν·» καὶ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐγένετο ἡ δαπάνη....

§147ΝΕΓΡΗΣ. Οὐχὶ τῶν 12,500 δραχμῶν.

§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὅλου τοῦ ποσοῦ ζητοῦσι λόγον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως...... περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885.....»

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Νέγρης δὲν ἦτο παρὼν ὅτε ὡμίλησα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει, ὅτι εὗρε τὴν πυρίτιδα. Ἀγορεύων παρέστησα, ὅτι δὲν ἐγένετο δαπάνη 12,500 δραχμῶν, ἀλλὰ κατέβαλε τὸ Φρουραρχεῖον, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 12,500 δραχμὰς διὰ τὸν λογαριασμὸν τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐπεμελεῖτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη· τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο ἤθελε προστεθῇ εἰς τὰς 52,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἤθελεν ἀποτελέσει 64 ἢ 65 χιλιάδας δραχμῶν. Ἑπομένως ὑπάρχει ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως κατὰ 5,000, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ζητήσει νὰ δικαιολογήσωμεν, ζητοῦντες ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν.

§150ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε καλῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ 12,500 δραχμαί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε ποῦ τὰ ἐξώδευσεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὸ ἤξευρε καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.

§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνεγνώσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;

§152ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι λόγῳ ἁβροφροσύνης ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν πληροφορίαν, ὅτε ἡ αἴτησίς του ἀπεῤῥίφθη, δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ ἄλλο τίποτε ἢ ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους διατάττουσιν, ἤγουν, ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ καταλογισθῇ ἡ ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως εἰς ἐκείνους, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν πρὸς κάλυψιν αὐτῆς, ἢ ἄλλο τι οἱονδήποτε. Οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλήν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ ζητήσῃ ἢ νὰ μὴ ζητήσῃ τοιαύτας πληροφορίας. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει: «δαπάνησον ὅπως ἂν ἐγκρίνῃς· δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν οὐδεμίαν δικαιολογίαν». Πῶς, ἐναντίον τοῦ νόμου τούτου, νόμου ῥητοῦ καὶ σαφοῦς, ἔρχεται μία Κυβέρνησις ἄλλη καὶ λέγει: «ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν λόγον περὶ τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως»; Δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἀντίκειται εἰς πάντα κανόνα λογικῆς, ἐνῷ ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεξελέγκτου διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως πιστώσεως, νὰ ἔρχηται Κυβέρνησις καὶ νὰ λέγῃ: «εἰς ἐμὲ θὰ δώσῃς λόγον τῆς διαχειρίσεως ταύτης»; Πῶς νόμος τοῦ Κράτους, ὑποχρεῶν πάντας τοὺς ἐν αὐτῷ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνίσχυρος ὡς πρὸς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν; Ἐὰν ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς λογοδοσίας δὲν ἦτο ἀπόλυτος, οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν δαπάνην. Ὁ νόμος ἀνέθεσεν εἰς τὴν πλήρη ἐξουσίαν αὐτῶν νὰ πράξωσι κατ’ ἰδίαν ἐκτίμησιν· πῶς λοιπὸν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν λογοδοσίαν; Ἕνεκα, λέγει, τοῦ ἑνιαίου τῆς Κυβερνήσεως· ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ Κυβέρνησις εἶναι, ὅπως καὶ ἡ προτέρα, ἄρα δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως λογοδοσίαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἦτο καὶ αὐτὴ νόμιμος Κυβέρνησις, ὅθεν ὅ,τι ἔπραξεν ἐκείνη θεωρεῖται ὡς πραχθὲν ὑπὸ τῆς διαδόχου, ἕνεκα τοῦ ἑνιαίου. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης. Τὸ ἑνιαῖον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαλλάσσει καὶ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, ὅπως ἀπαλλάσσει καὶ τὴν ἑπομένην, δὲν δικαιολογεῖ κατ’ ἀκολουθίαν τὴν ἑπομένην Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς λογοδοσίαν τὴν προηγουμένην. Καὶ ὅμως ζητοῦσι παρ’ ὑμῶν νὰ λάβητε ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον τοῦ Κράτους, ἀπαλλάξαντα τοὺς Ὑπουργοὺς πάσης λογοδοσίας. Ἂν, Κύριοι, θέλητε νὰ ἀκυρώσητε τὸν ἰσχύοντα νόμον, τότε δὲν εἶναι αὕτη ἡ δικαιοδοσία, ἣν ὀφείλετε νὰ τηρήσητε. Ὀφείλετε νὰ ψηφίσητε νέον νόμον, ἵνα ἀκυρώσητε τὸν πρῶτον, διότι ὁ νόμος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον μόνον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἔργον καὶ τοῦ Βασιλέως, ἑπομένως δέον νὰ κυρώσῃ καὶ ὁ Βασιλεὺς νέον νόμον, ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ πρῶτος νόμος. Ἀλλ’ ἠκούσθη ποτὲ, Κύριοι, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ ἀνεξελέγκτως χρηματικὸν ποσὸν, καὶ νὰ ἔρχηται κατόπιν αὐτὴ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, παλινῳδοῦσα, νὰ ζητῇ λόγον παρ’ αὐτῆς δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε; Θὰ ἦτο ἀδίκημα τερατῶδες, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δύναται νὰ ὑποπέσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑνιαία, καὶ ἑπομένως, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δύναται νὰ ζητῇ λόγον παρὰ πάσης προηγουμένης Κυβερνήσεως περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς. Ἡ δὲ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι ἑνιαία; Πῶς λοιπὸν τὰ δικαιώματα, ὅσα ἐχορήγησεν ἡ Νομοθετικὴ, δύναται λογικῶς νὰ τὰ ἀναιρέσῃ αὐτὴ αὕτη; Ἀλλὰ δὲν ἀναιροῦνται οἱ νόμοι, οἱ χορηγοῦντες δικαιώματα, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ κατάχρησιν, ἣν οὐδέποτε Νομοθετικὴ Ἐξουσία δύναται νὰ διαπράξῃ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβαλλομένη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὑπερβαίνει προδήλως τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς, καὶ ἀποτελεῖ κατάχρησιν οἰκτρὰν τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει ἡ Βουλή. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ πρότασις περιέχει ἑρμηνείαν, προσβάλλουσαν ἐμμέσως τὰ δικαιώματα ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ. Φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐσίαν οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις νομικὴ ἐκ μέρους τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, νὰ διαβιβάζῃ οἱαδήποτε μυστικὰ εἰς τὴν διάδοχόν της· φρονῶ, ὅτι ἰδίως ἡ ὑποχρέωσις πρὸς λογοδοσίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντίκειται οὐ μόνον εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς νὰ δαπανήσωσιν ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἀμέσως. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ πολὺ ὑψηλόν· δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ παραδοχῆς προτάσεως, μὴ βασίμου κατ’ οὐσίαν· πρόκειται περὶ καθιερώσεως ἑνὸς προηγουμένου ἀτόπου, περὶ ἀναμίξεως τῆς Βουλῆς εἰς ὑποθέσεις διοικητικάς. Πρόκειται νὰ προβῆτε αὐθαιρέτως καὶ καταχρηστικῶς εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν καὶ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι βλάβην τῶν δικαιωμάτων ἄλλων ἐνδιαφερομένων προσώπων. Ἑπομένως ἱκετεύω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, μὴ θέλετε νὰ γίνητε ὄργανα μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας, προερχομένης ἐξ ἐκνόμου ἐμπαθείας, ἥτις δὲν ἁρμόζει, οὐχὶ μόνον εἰς κυβερνῶντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἔσχατον ἰδιώτην.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε λόγος περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, διαδεχθεὶς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐζήτησε, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εὕρισκεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἠρώτησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν: διατὶ λοιπὸν δὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅσα σᾶς ἔλεγεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἐσιωπήσατε; Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ φαίνεται, ὅτι πολλάκις τρέχει πλέον τοῦ δέοντος, ἀπήντησεν: ὤ! δὲν ἀπαντᾷ εἰς ὅλα τὰ λόγια ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα βεβαιωθῆτε τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, ἀκούσῃ δὲ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα εἶπον δὲν ἦσαν ἀνάξια τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λόγια, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ περιφρονήσῃ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἀδιαφορίας του. Ὅτε διεδέχθη ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1880, ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον Ἐπιτροπὴ περιέλαβεν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως παράγραφον, διὰ τῆς ὁποίας ἐμέμφετο τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη, ὡς διατάξαντος τὴν ἐπιστράτευσιν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, μὴ καλέσαντος δὲ αὐτὴν ἐγκαίρως. Συνεζητεῖτο δ’ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον Ἐπιτροπῆς, ἤλεγχε τὸν Κουμουνδοῦρον, διατὶ δὲν ἀνεγίνωσκε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Κουμουνδοῦρος μετὰ τῆς ἀφελείας, τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε, ἐκίνησε τοὺς ὤμους λέγων: «δὲν ἔχω οὐδέν». Ὁ κ. νῦν Πρωθυπουργὸς τῷ εἶπε: «Μάλιστα, ὑπάρχουσιν εἰς τὰς θυρίδας, καὶ ἔπρεπε νὰ παρατηρήσητε νὰ τὰ εὕρητε». Ταῦτα ἐγίνοντο ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1880. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἀπήντησεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος εἰς τὸν κ. Τρικούπην (ἀναγινώσκει): Σελ. 35 τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1880: «Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ διπλωματικά. Ἐξήτασα ὅσα μοὶ ἔδωκαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησα τηλεγραφήματα περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἰδιαιτέρα ἀλληλογραφία μετὰ τοῦ Βασιλέως περὶ τούτου ὑπάρχει· τὴν ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον». Εἰς ταῦτα ἀπήντησε τότε ὁ κ. Τρικούπης: «Ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.» Τὴν ἐπιοῦσαν ἦλθεν ὁ Κουμουνδοῦρος βεβαιῶν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἀφαιρέσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἰδοὺ τί εἶπεν (ἀναγινώσκει). Σελ. 36 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, τῆς συνεδριάσεως τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1880: «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόλις σήμερον περὶ τὴν ὥραν πρώτην μ.μ. ἦλθον δύο ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὁ Πανᾶς καὶ ὁ Μεταξᾶς, καὶ μοὶ ἔφερον τὰ τηλεγραφήματα. Τὰ ἐδιαλέξαμεν, ἐπεφόρτισα δὲ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ τὰ ἀντιγράψωσιν. Αὔριον λοιπὸν θέλω τὰ ὑποβάλει. Ἐπιστολὴν ἰδιαιτέραν οὐδεμίαν εὕρομεν, πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης τὴν ἐκράτησε.»

§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδιαιτέραν ἐπιστολήν.

§155ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ περὶ τῆς ὑγείας σας, οὐδὲ περὶ τῶν συμφερόντων σας, ἀλλὰ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους.

§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους ὥρας συζητοῦμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, μολονότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἐτέθη εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέσιν, παραδόξως ὑπὸ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλληλοδιαδόχως ὁμιλησάντων, μετετοπίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀληθῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι ἐγεννήθη κυκεών. Ὁ τελευταῖος μάλιστα ἀγορεύσας μετὰ πολλοῦ πάθους καὶ μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος, παρ’ ὀλίγον νὰ μὲ κάμῃ νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἂν ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, κινδυνεύω νὰ παραβιάσω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας καὶ ἀναιρέσω τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἦτο τοσαύτη ἡ δύναμις τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Κωνσταντοπούλου καὶ τοσαύτη ἡ ἔκφρασις τοῦ πάθους του, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν δὲν ἐγνώριζέ τις κατὰ βάθος, τίς ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης ἐκφράσεως, ἐκινδύνευε ν’ ἀποπλανηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ, καίπερ ἐν ἀρχῇ εὑρεθεὶς ἀπέναντι τοιαύτης ἐντυπώσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τέλους νὰ ἀποπλανηθῶ· καὶ ἂν μακροτέρα πεῖρα δὲν ἠδύνατο νὰ μὲ προφυλάξῃ ἀπὸ τοιαύτης ἀποπλανήσεως, τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα ἐσχάτως ἀναμφισβητήτως ἤθελον μοὶ χρησιμεύσει πρὸς τοῦτο. Τὸ ζήτημα λοιπὸν μετετοπίσθη, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ἐὰν ἐπαναφέρω τοῦτο εἰς τὴν θέσιν του. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν πρὸ πάντων τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν τυπικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Τυπικὴ ἔποψις: Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην πρότασιν, ναὶ ἢ οὔ; Οὐσιαστικὴ ἔποψις: Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ταύτης εἶναι ὀρθή; Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, φρονῶ, ὅταν ἐξετάσῃ τις, θὰ φθάσῃ ἀναγκαίως εἰς τὸ ὀρθὸν συμπέρασμα. Καὶ πρῶτον, τί περιλαμβάνει ἡ πρότασις; Διὰ τῆς προτάσεως καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλή; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ὑμῶν, δυνάμενος ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα ἐκπληροῖ καθήκοντα νομοθετικά· ὡς πολιτικὸν σῶμα λύει ζητήματα πολιτικά. Πᾶν ὅ,τι δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς πολιτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, δικαιοδοσίας αὐτῆς, ἐκπληροῦσα τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῆς, ἐλέγχῃ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ἔχει ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται μετὰ τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐπ’ αὐτῶν· ἀποφαινομένη δὲ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἐκπληροῖ τὸν ἀληθῆ αὑτῆς προορισμόν. Ἀλλὰ πότε καλεῖται ἡ Βουλή, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Σεῖς ἀνεγράψατε τὸ ἀληθὲς δόγμα, ὅπερ κἀγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ ἡ Βουλή, καλουμένη, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πολιτικῆς μερίδος, εἴτε ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου Βουλευτοῦ, ν’ ἀποφανθῇ μετὰ ἔλεγχον περὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἔχει νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν οὕτω τὸ πρᾶγμα ἔχῃ, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ πίστωσις, καλύπτουσα τὴν εὐθύνην φαινομένων ὑπολόγων, μὴ ὄντων ὑπολόγων· ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἡγέτου αὑτῆς, ἤ, κατά τινα μερίδα αὐτῆς, διὰ τοῦ προϊσταμένου αὑτῆς.... (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).

§157ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη μερίς.

§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἴσως δὲν ὑπάρχει.... Λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑτῆς—ἂς μεταχειρισθῶ ἰδίαν ἔκφρασιν—ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὅσα σχετικῶς πρὸς τὴν αἰτουμένην πίστωσιν εἶχεν ἐνεργήσει, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, καὶ πρὸς τοῦτο διεμαρτυρήθη, ἰσχυριζομένη, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐξουσίας ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς, ἐνῷ ὑπάρχει νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ δαπανήσῃ ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἄνευ ἐλέγχου, ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν, ἐζήτησε παρὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς δαπάνης, περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἦτο μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει προφανῶς εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 ἐψήφισε, καὶ ὅτι εἶναι μία πρᾶξις, ἀπαγορευομένη καὶ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, ἀπαγορευομένη καὶ ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Εἰς ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη τὸ ἐναντίον, λέγουσα, ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζει, ὅτι τὸ ἐνήργησεν ἐντὸς τοῦ νόμου, νομίζει, ὅτι εἶχε δικαίωμα, καθ’ ὃ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν προκατόχων πληροφορίαν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ἐκείνου ποσοῦ, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ἐννοῇ νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν περὶ τῆς διαχειρίσεως. Οἱ λέγοντες, ὅτι ἡ τοιαύτη αἴτησις εἶναι αἴτησις πρὸς λογοδοσίαν, νομίζω, ὅτι ὑποκρίνονται· διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὴν δικαιουμένην πρὸς τοῦτο Κυβέρνησιν, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα, ἵνα αὕτη διατελῇ ἐν γνώσει, ἐὰν ὁ σκοπὸς οὗτος διατελῇ ὢν ἐκκρεμὴς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁμοία τις ἐργασία, ἵνα διατελῇ ἐν γνώσει καὶ συνεχίσῃ τὸ ἔργον. Ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐῤῥωμένως ἀντετάχθησαν οἱ τῆς ἀριστερᾶς, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔδει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν, ἵνα βεβαιωθῇ, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐὰν καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ὅσα ἐνήργησεν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς τοιαύτης αἰτήσεως ἐξανίστανται, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ Βουλὴ μὲ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, ὡσανεὶ ἐκλήθη ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ συσχετίσῃ τὰς ἑαυτῆς σκέψεις μὲ τὰς ἐνεργείας τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ὡσανεὶ διὰ τῆς προτάσεως ἐκλήθη ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν παρ’ ἀνυπάρκτου Κυβερνήσεως. Καὶ τίς ἀντιτάσσεται εἰς τοῦτο; Τίς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ προκατόχου Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης κατὰ τον χρόνον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ Βουλή; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα σήμερον, ὅτε καλεῖται νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Καὶ ὁποῖον κῦρος θὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς; ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κωνσταντόπουλος· εἶναι τοιαύτη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκβιάσῃ αὐτὴν νὰ παραδώσῃ τὰ ἀπόῤῥητα εἰς τὴν ὑφισταμένην νῦν Κυβέρνησιν; Καὶ τίς εἶπε τοιοῦτόν τι; Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν, ἣν ἔχουν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Τουτέστιν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος, τοῦ νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι «καλῶς ἔπραξας»· μέχρις ἐδῶ περιορίζεται τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἐκτοπίζηται τὸ ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν, εἶναι εὔκολον νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ συλλογιζώμεθα, ὅτι οἱ ἀκούοντες δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄγευστοι οὔτε τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, οὔτε τῶν κειμένων νόμων, καὶ γνωρίζουσιν ὁποίαν χρῆσιν ὀφείλουσι νὰ κάμνωσι τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, γνωρίζουσι δὲ καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἐρχόμενοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἐν δικαιώματι ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἦναι ἀναμφισβήτος, εἶναι ἄρνησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, ἐρωτωμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐπὶ συγκεκριμένου ζητήματος. Καὶ ἀνέμιξαν τὸ ζήτημα μὲ διάφορα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν, καὶ ἐπεζήτησαν νὰ τεθῇ ἀπολύτως ζήτημα γενικῆς πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τούτῳ πρότασιν. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τούτου δὲν πρόκηται, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποφαίνηται συγκεκριμένως ἐπὶ ὡρισμένης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐπὶ συγκεκριμένης περιστάσεως ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ τινος ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποβολὴ τῆς προτάσεως καὶ ἡ ἐπίκλησις τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς εἶναι πρᾶγμα καινοφανὲς, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος· διότι, ἐὰν ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἀρνούμεθα τὴν ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἐπὶ τόσας ἡμέρας συζητῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, περὶ τίνος ἄλλου διαμαρτύρεσθε, λέγοντες, ὅτι ἕν ἀπέμεινεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, Κύριοι, δὲν ἀσκεῖται ἁπλῶς διὰ τῶν φωνῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἀσκεῖται διὰ τῶν ἀποφάσεων. Αἱ φωναὶ καὶ αἱ συζητήσεις ἄγουσιν εἰς συμπέρασμα, ἐπὶ τοῦ συμπεράσματος τίθεται πρότασις, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐπέρχεται ἀπόφασις· ὅταν δὲ ἐπέλθῃ ἀπόφασις, ἡ νικῶσα ψῆφος κατασβέννυσι τὰς φωνάς· αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἴδωμεν, πρόκειται περὶ αἰτήσεως λογοδοσίας, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξανέστησαν; ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, περιλαμβάνει αἴτησιν πρὸς λογοδοσίαν τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, τῶν διαχειρισαμένων τὸ κονδύλιον τῶν 60,000 δραχμῶν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν τοῦ νόμου τοῦ 1885, διότι οὐδεὶς θέλει νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸ ὀχύρωμά σας. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1885 εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε ἄνευ ἐλέγχου, καὶ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ὑμῶν διὰ τὴν διαχείρισιν ταύτην. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα, καὶ καθῆκον μάλιστα, νὰ ἀποκρύπτητε ἀπὸ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατέχετε ὡς Κυβέρνησις, ἄ! Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, τοῦτο εἶναι ἀνήκουστον σφάλμα. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη, ἐὰν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, τῶν ὁποίων Κυβερνήσεων πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, εἶναι ἀπόῤῥητον, ἐὰν αὗται ἀπερχόμεναι ἀφίνωσι τοὺς διαδόχους εἰς τὸ χάος, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ προφορικῶν ἴσως συνεννοήσεων ἐπὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων τῆς χώρας, νὰ ἐγκαταλείπωσι τοὺς διαδόχους εἰς τὸν ὠκεανὸν, μὴ γνωρίζοντας πῶς νὰ βαδίζωσιν! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε διὰ πάσας τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ἀναγομένας εἰς συμφέροντα ὕψιστα τοῦ Κράτους, ἰδίως ἐξωτερικὰ, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν ἀπέρχωνται τῆς ἐξουσίας, νὰ συμπαραλαμβάνωσι πάντα τὰ ἀρχεῖα μαζῆ των, ἵνα τὰ ἀποκρύπτωσιν ἀπὸ τοὺς διαδόχους, διότι πάντα ταῦτα εἶναι ἀπόῤῥητα τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχουσι δύο Κυβερνήσεις εἰς ἓν Κράτος, καὶ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀπόῤῥητα τῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ γίνωσι γνωστὰ εἰς τὴν ἑτέραν. Προκειμένου περὶ ζητήματος σοβαροῦ καὶ σπουδαίου τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος διὰ τῆς πλειοψηφίας ἀναγνωρίζει ὡς τοιαύτην, ἡ Κυβέρνησις αὕτη δικαιοῦται νὰ διαχειρισθῇ τὰ ἀπόῤῥητα, δικαιουμένη δὲ νὰ διαχειρισθῇ τὰ ἀπόῤῥητα, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μυηθῇ τούτων. Ἐὰν δὲ καθιερωθῇ ἡ ἐναντία ἀρχὴ, ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κληθῶσι νὰ ἐφαρμόσωσι ταύτην! Δι’ ἐμὲ, ὡς Βουλευτὴν, εἶναι φοβερὸν καὶ νὰ ἀναλογισθῶ κἄν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἐν πεποιθήσει, θέλει δυνηθῆ ποτε νὰ συμπεριφερθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς τὴν διάδοχον αὑτῆς, χωρὶς τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ νὰ ἀποβάλῃ πᾶσαν τὴν ἐμπιστοσύνην μου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω Κυβέρνησιν διατηροῦσαν μυστικὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, χωρὶς συγχρόνως νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις, ἄκουσα, ἐκ μικροφιλοτιμίας, ἢ νὰ εἴπω ἐξ ἀνοησίας, θὰ γίνῃ πρόξενος νὰ βλαβῶσιν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μου; Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον, καθ’ ἃ εἶμαι βέβαιος, δὲν τὴν πρεσβεύει ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ὑποχρέωσιν καλούμενος νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν πληροφορίαν, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἤθελεν ἀποβάλει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1885 ἐκτήσατο. Ἐὰν λοιπὸν καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ πρότασις ἀναμφισβητήτως ἦναι ὀρθὴ, ἐὰν καὶ κατὰ τύπους ἡ πρότασις ἦναι ὀρθὴ, ἐρωτῶ, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη τῶν μακρῶν ἐκείνων ἐκδρομῶν, τὰς ὁποίας ἐποιήσαντο οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἵνα πείσωσιν ἡμᾶς νὰ καταψηφίσωμεν τῆς προτάσεως ταύτης, μὴ περιοριζόμενοι ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἀνατρέχοντες εἰς γεγονότα, μηδεμίαν πρὸς τὸ ζήτημα ἔχοντα σχέσιν; Δὲν πιστεύω νὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον προσελκύσει περισσότερον τοῦ πρέποντος τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν συνειδήσει. Ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶσιν ὑψηλὸν, μετ’ ἀπαθείας ὀφείλουσιν ἐπὶ τούτου νὰ κρίνωσι, καὶ αὐτοὶ οἱ Ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ἑκάστοτε, ἀσχέτως πρὸς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ καθιερώσωσιν ἀληθῶς τοιοῦτον προηγούμενον, διότι πρέπει νὰ διδάξωσι καὶ τοὺς μᾶλλον φατριαστὰς κυβερνῶντας, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ τόπου, πᾶς φατριασμὸς πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, πᾶς διχασμὸς πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, καὶ ἥ τε προκάτοχος καὶ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς μία καὶ ἡ αὐτή.

§159ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἀπεφάσισέ τις ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) μετὰ τοσούτους ἀγορεύσαντας ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελε καταγίνει εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἴσως διότι εἶμαι ἐκ τῶν νεωτέρων Βουλευτῶν, δὲν κατορθόνω νὰ ἐννοήσω. Ἡ πρότασις λέγει: «Ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12ης Νοεμβρίου 1885 κλπ.». Αἱ πληροφορίαι εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα διετέθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν ὡς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλεγεν. Ἔλεγε δὲ, νὰ διατεθῶσιν ἄνευ λογοδοσίας. Ποίας ἄρα πληροφορίας δύναται νὰ δώσῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὴν παροῦσαν; ποῖαι δὲ θὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι, ἐὰν δὲν ἦναι ἡ παράβασις τοῦ νόμου; Ἐὰν δὲν ἦναι ἡ προσαγωγὴ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι; Ὁ κ. Μίλησης πρῶτον ἔλεγε: «Δὲν ζητοῦμεν τὰ δικαιολογητικά». Τί ἄλλο ζητοῦσι λοιπόν; Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι: διετέθησαν τὰ χρήματα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς διαθέσαντας τὰ χρήματα νὰ μὴ κάμωσι χρῆσιν ποτὲ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ διέθεσαν; Ἂς μᾶς ἐξηγήσωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἂς διατυπώσωσι μίαν καλλιτέραν πρότασιν, καὶ ἂς φέρωσι ταύτην εἰς ψηφοφορίαν.

§160ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)

§161ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως εὗρον εὔλογον νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔδωκαν εἰς τὴν πρότασιν αὐτῆς ἑρμηνείαν, ἁπλουστάτην μὲν, ἀλλὰ μηδόλως συνᾴδουσαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οἱ ἀξιότιμοι ἡμῶν συνάδελφοι λέγουν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις γνωρίζει τὸν νόμον τοῦ 1885, ὅστις ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν προκάτοχον νὰ δαπανήσῃ χρήματα ἄνευ λογοδοσίας, διὰ τοῦτο δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὐδὲ νὰ ὑποβάλῃ τὰς πράξεις αὐτῆς εἰς ἔλεγχον, θέλει μόνον ἁπλῶς νὰ λάβῃ πληροφορίας, πῶς διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ αὕτη διαθέτουσα ποσά τινα πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος, πρὸς ὃ τὰ διέθεσε καὶ ἡ προκάτοχος. Ἀλλ’ οἱ τοῦτο λέγοντες δὲν ἤκουσαν χθὲς τί ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀνέγνωσαν τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Ἂν ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδουσι, πόῤῥω ἀπέχει τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι οὗτος εἶπε ῥητῶς, ὅτι θέλει νὰ μάθῃ, πῶς διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ θέλει νὰ τὸ μάθῃ, διὰ νὰ κάμῃ ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν, καὶ ἂν μὲν ἴδῃ, ὅτι καλῶς διετέθησαν, τότε νὰ σιωπήσῃ, ἢ ἄλλως νὰ κρίνῃ τί πρέπει νὰ γίνῃ· μὲ ἄλλας λέξεις, θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ κατασταθῇ ἐλεγκτὴς τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ καθυποβάλῃ εἰς αὐτὴν καὶ τὰ ἐντάλματα καὶ ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε κρίσιν· ἐὰν δὲ τυχὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν γενομένην διάθεσιν, φρονεῖ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ πράγματα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Τρικούπης. (Ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνακαλύψῃ, ὅτι κακῶς διετέθησαν τὰ χρήματα; Οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς προκατόχους του. Βλέπετε λοιπὸν ποία διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν πρότασίν του, καὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν λίαν ἀφελῶς ἔδωσεν ὁ κ. Μίλησης καὶ ὁ κ. Μπουφίδης. Τί εἶπον οὗτοι; Ἄπαγε! ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον τοὺς προκατόχους· σέβεται τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, γνωρίζει, ὅτι ἐδόθη ἡ ἄδεια νομοθετικῶς εἰς τοὺς προκατόχους, ἀλλὰ, καθ’ ὃ Κυβέρνησις, θέλει νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ μίαν ἁπλῆν γνῶσιν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει: θέλω νὰ ἐξελέγξω, ἐὰν καλῶς διετέθησαν τὰ χρήματα, καὶ ἂν καλῶς διετέθησαν, θὰ σιωπήσω, ἄλλως, θὰ πράξω ὅ,τι τὸ καθῆκον ὑπαγορεύει. Δηλαδὴ θὰ κρίνῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδαπανήθησαν. Πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Βουλὴ, ἡ ὁποία νὰ ἀκολουθήσῃ τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας ἑρμηνείας. Ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, παρουσιασθῇ δὲ ἄλλοτε σπουδαιότατον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποφασισθῆ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς ἓν Ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ ἄνευ ἐλέγχου, δυσκόλως θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ προβῇ εἰς τὴν δαπάνην, ἀφοῦ γνωρίζει, ὅτι αὔριον θὰ ἔλθῃ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον, καὶ ἂν δὲν εὕρῃ καλῶς γενομένην τὴν χρῆσιν, νὰ τὸ ἐκθέσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα. Ποῖος Ὑπουργὸς θὰ προβῇ εἰς πρᾶξίν τινα, ἀφοῦ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ἐν πάσῃ μυστικότητι, θὰ ἔλθῃ κατόπιν εἰς τὴν δημοσιότητα; Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε, ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσητε τοιαύτην πρότασιν.

§162ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κατέστησε σχεδὸν ματαίαν τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ προβῶ, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κ. Μπουφίδην. Εὐχαρίστως παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μπουφίδου ἐπεδοκιμάσθη πληρέστατα ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λέγω, ὅτι τὸ παρετήρησα εὐχαρίστως, διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπερησπίσθη τόσον ἐπιτυχῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅσον ὁ φίλος μου κ. Μπουφίδης. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ἐπρέσβευσεν, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐξέλεγξιν μέλη Κυβερνήσεως προηγουμένης, ὅπερ καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὡς ὀρθότατον. Καὶ ἤδη μάλιστα κατανεύων ὁ κ. Μπουφίδης ἐπικυρόνει τὴν γνώμην μου. Ἀφ’ ἑτέρου ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῶν πράξεων τῆς ὑφισταμένης Κυβερνήσεως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι πλήρης συμφωνία ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μπουφίδου. Τώρα ἐξεταστέον, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, περιορίζεται ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἐγκρίνῃ πρᾶξιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἢ μήπως πρόκειται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον πρᾶξιν Κυβερνήσεως μὴ ὑπαρχούσης; Ἂν τὸ δεύτερον, ὁ κ. Μπουφίδης θέλει σπεύσει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν γνώμην, ἣν ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐξέφρασε, διότι, ψηφίζων ὑπὲρ αὐτῆς, πρόκειται νὰ ἀποδοκιμάσῃ πράξεις Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης. Τώρα ἐρωτῶ τὸν φίλον μου, ὅταν μεταξὺ τῆς πρώην καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπάρχῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἡμεῖς, λύοντες τὸ φιλονεικούμενον καὶ ὅλως δικαστικὸν τοῦτο ζήτημα, ἀποφαινώμεθα, ὅτι δικαιοῦται ἡ νῦν Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν, ἐρωτῶ, λέγω, δὲν ἀποδοκιμάζομεν οὕτω τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν; δὲν καθιεροῦμεν οὕτω προηγούμενον, ὅτι τὸ ἀνώτατον Συνέδριον τῆς Βουλῆς δικαιοῦται νὰ γνωμοδοτῇ περὶ δικαστικῶν ὑποθέσεων; Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἡμεῖς πρότασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἀποδοκιμάζει τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν. Διατυπώσατε καθαρῶς τὴν πρότασιν, ὡς πρότασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς· μὴ θέλετε ὅμως, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ψηφίζετε πρότασιν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκφράσητε ἀποδοκιμασίαν μιᾶς ἄλλης πράξεως, στηριζομένης ἐπὶ νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ ἄλλης Βουλῆς. Ἐνῷ λοιπὸν εἴμεθα τόσον σύμφωνοι εἰς τὰς βάσεις μετὰ τοῦ κ. Μπουφίδου, εἰς τὰ ἀποτελέσματα διαφωνοῦμεν πολύ. Ὀλίγας ἤδη λέξεις ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, εἰς ἣν ὁ φίλος μου προέβη. Πρόκειται νὰ ἀποδοκιμάσωμεν πράξεις ἀτόμων, διατελεσάντων ἄλλοτε Ὑπουργῶν, καὶ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς διενέξεις, εἰς δικαστικὰς μάλιστα διενέξεις μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τοιούτου ζητήματος εἶναι ποτὲ ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; ὅταν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δίκας μετὰ ἰδιωτῶν, ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δίκαιον ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄδικον ἔχει τὸ ἄτομον; Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως. Κατ’ οὐσίαν, εἶναι βάσιμος αὐτὴ ἡ πρότασις; ὑποστηρίζετε σπουδαίως, ὅτι δύναται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, ὑπὲρ ὧν ἐγένετο ἡ δαπάνη ἐκείνη, ἣν ὁ νόμος ἀνέθετο εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον διαχείρισιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Ζητοῦνται πληροφορίαι, καὶ ἐρωτῶ ποῖαι; Ζητεῖται ὁ γενικὸς σκοπὸς τῆς γενομένης δαπάνης; Τοῦτο ἐλέχθη ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι δηλαδὴ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ἐγένετο ἡ δαπάνη. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἀπαιτοῦσι λογοδοσίαν ἀκριβῆ, ὑπὲρ τίνων προσώπων καὶ πρὸς τίνα ἰδιαίτερον σκοπὸν ἐγένετο ἡ δαπάνη. Διατί; Διότι ὅ,τι εἶχε μυστικὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, θέλει νὰ τὸ ἠξεύρῃ καὶ αὕτη, καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν καὶ πᾶσα μεταγενεστέρα Κυβέρνησις παρ’ ὅλων τῶν προκατόχων, ἀπὸ τοῦ 1843! Φρονῶ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Μπουφίδης ἐξήνεγκεν ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, εἶναι τὰ ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα, ὅσα ἠδύναντο νὰ λεχθῶσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως οὐδὲ τυπικῶς δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, οὐδὲ οὐσιαστικῶς.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1888
3(Τετάρτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
7τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλημεριανῆς πα-
9ραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἀγροὶ καὶ αἱ γαῖαι αὐτῶν περιῆλθον
10εἰς τὴν αὐθαίρετον κατοχὴν ἀγροφυλάκων τινῶν καὶ ὑλοτό-
11μων, οἵτινες ἐξέβαλον αὐτοὺς τῶν κτημάτων των. Ἡ ἀνα-
12φορὰ αὕτη παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
13νομικῶν.
14Ἀναφορὰ Σαράντου Πολυμενάκου, κατοίκου Πανίτσης
15τῆς Λακωνίας, παραπονουμένου, ὅτι ὁ Δημήτριος Ἀνδρα-
16κάκος, κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ, μένει ἀκαταδίωκτος. Παρα-
17πέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
18Ἀναφορὰ Ἰωάννου Γαλλιάννου, ἐκ Καβάλλας, ἐκτι-
19θέντος, ὅτι αἱ αὐτόθι Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ εἰσπράττουσι πα-
20ρανόμως φόρον ἐπιτηδεύματος παρὰ τῶν ἐν Καβάλλᾳ πολι-
21τῶν Ἑλλήνων, καὶ παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἐκεῖ Ἕλ-
22ληνος Προξένου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
23Ἐξωτερικῶν.
24§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ,
25κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορά.
26§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
27§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἑπομέ-
28νην ἐπερώτησιν:
29«Διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν
30προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν,
31ὁποίας προσόδους ἀπήλαυεν ἕκαστος δῆμος κατὰ τὴν ἤδη
32ἐπικρατοῦσαν φορολογίαν, καὶ ὁποίας θέλει ἀπολαμβάνει,
33ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅθεν παρακαλεῖται ὁ κ.
34Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
35πίνακα, περιλαμβάνοντα δι’ ἕκαστον δῆμον τοῦ Κράτους:
36ά) Πόσα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος περιελήφθησαν ἐν τῷ
37Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ὡς εἰσπρακτέα ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρ-
38θρον 10 τοῦ νομοσχεδίου διαλαμβανομένων φόρων.
39βʹ) Ποῖος ὁ πληθυσμὸς αὐτοῦ καὶ πόσα τὰ ἐκ τοῦ φόρου
40τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν βεβαιω-
41θέντα κατὰ τὸ 1888 ἢ τὸ ἀμέσως προηγούμενον.
42γʹ) Πόσα θέλει λαμβάνει ἐκ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου
43ἐπιβαλλομένων φόρων κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ
44πόσα ἀναλόγως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτη-
45δευμάτων.
46δʹ) Ποῖος ὁ κατὰ τὸ 1888 βεβαιωθεὶς φόρος ἐπὶ τῶν ἀρο-
47τριώντων κτηνῶν καὶ τῶν οἴνων».
48§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον,
49κυροῦν τὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως
50τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν.
51§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένετο κἀμμία μεταβολή;
52§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τοῦ νόμου, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἡ
53Κυβέρνησις τὸν σιδηρόδρομον, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἔκλεισε
54συμφωνίαν διὰ συμβάσεως πρὸς Ἑταιρίαν. Ἐθεωρήθη ἀσφα-
55λέστερον, ἡ σύμβασις νὰ κυρωθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ
56ἐγερθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι ζητήματα περί τινων διατάξεων
57αὐτῆς, ὡς μὴ ἀποῤῥεουσῶν δῆθεν ἐκ τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἡ
58σύμβασις στηρίζεται. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152).
59Ὁ βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Σακελ-
60λαρόπουλος εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λοχαγοῦ
61Γκιόκα. Καταθέτω περὶ τούτου σημείωσιν.
62Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικόπουλος εἶχεν ἀνα-
63γνώσει τηλεγράφημά τι. Ὑποβάλλω εἰς ἀπάντησιν τῆς
64ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν
65τῶν ἀρχῶν Μαντινείας.
66Ὁ βουλευτὴς κ. Λεβίδης εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν Ὑπουρ-
67γὸν τῶν Οἰκονομικῶν αἰτήσεις πληροφοριῶν. Ἐκ τούτων
68καταθέτω μόνον δύο, ἐπιφυλασσόμενος νὰ προσαγάγω προ-
69σεχῶς καὶ τὰς λοιπάς.
70§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταβάλλεται ἡ συζήτησις
71οὕτως εἰς ἔγγραφον διαδικασίαν. Πρέπει νὰ δίδωνται αἱ
72ἀνακοινώσεις προφορικῶς.
73§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου περὶ τῶν
74αἰτηθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου πληροφοριῶν, ἐπειδὴ
75εἶναι πολλαὶ, δὲν ἠθέλησα νὰ προκαλέσω συζήτησιν
76πρὶν ὑποβάλω πάσας. Ἐὰν λεπτομερῶς ἀπήντων, θὰ
77ἔπραττόν τι ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Βου-
78λευτοῦ, τοῦ ὑποβαλόντος τὰς αἰτήσεις. Οὕτως ἐν παρα-
79δείγματι ὁ ἐπερωτήσας ζητεῖ σημείωσιν τῶν κατὰ τὸ ἔτος
801888 δαπανηθέντων εἰς ἀποζημιώσεις ἐκτάκτων λογι-
81στῶν παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ κτλ. Ἡ ἀπάντησις
82εἶναι, ὅτι οὐδεὶς διωρίσθη ἢ ἐπληρώθη.
83§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ.
84Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ γίνῃ προ-
85φορικῶς.
86§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνέγνωσε
87τηλεγράφημα καὶ ἠρώτησεν, ἂν ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ναὶ ἢ οὔ.
88Μετὰ τὴν γενομένην παρ’ ἐμοῦ κατάθεσιν τηλεγραφικῆς τῶν
89ἀρχῶν ἀναφορᾶς ἐκ Τριπόλεως δὲν φαίνεται ὑπάρχουσα
90ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀνα-
91πτύξω τὰ τῆς ἀναφορᾶς, ἐὰν προκληθῇ συζήτησις.
92§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν
93μὲ σκοπὸν πλάγιον, ἀλλὰ μόνον, ἵνα διασώσω τὸ δικαίωμα
94τῶν Βουλευτῶν.
95§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἐννοῶ ν’ ἀποκλείσω τὸ προφο-
96ρικὸν τῶν ἀπαντήσεων, ὁσάκις ἡ περίστασις τὸ καλῇ.
97§14ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, δώσατέ μας
98μίαν προφορικὴν ἀνακοίνωσιν, ἐὰν εὐαρεστῆσθε.
99§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδού, ἀναγινώσκω τὸ ληφθὲν ἐκ Τριπό-
100λεως τηλεγράφημα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ.
101Κατσικοπούλου. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
102Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ
103Βοιωτίας εἶναι, πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1886,
1041887 καὶ 1888 εἰς μισθοὺς κατὰ ταμεῖον κτλ. Καταθέτω
105τὸν πίνακα, ὅστις πρέπει νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα,
106ἀριθ. 153).
107Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σάκκης ἐζήτησε νὰ
108κατατεθῶσιν αἱ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐκδοθεῖσαι παρὰ
109τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ἐφέσεων τοῦ
110ἐν Καλάμαις ἐργοστασιάρχου οἰνοπνευμάτων Νικ. Σταμα-
111τελάκη. Ἐζήτησε προσέτι νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ
112ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς λαθρεμπόρους τινάς, καὶ ἀντί-
113γραφον τῆς κατ’ ἀντιμωλίαν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδι-
114κείου Καλαμῶν. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα.
115§16ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν
116τοῦ ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
117τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πληροφορία, ἥτις ἐδόθη πρὸς τὴν Κυ-
118βέρνησιν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν Ἀρκαδίας, εἶναι ὁμοία κατὰ τὴν
119ἀκρίβειαν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας,
120ἣν συνέτριψεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῆς
121πρό τινων ἡμερῶν κατατεθείσης ἀποφάσεώς του, δι’ ἧς ἀπέ-
122δειξε τὸν Νομάρχην τοῦτον αὐτόχρημα ἄδικον καὶ φατρια-
123στήν. Ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἔλαβον αἱ εἰρημέναι ἀρχαὶ τὴν
124ἄνω χορηγηθεῖσαν πληροφορίαν περὶ τοῦ δικηγόρου Κεφα-
125λοπούλου, ἐπλανήθησαν ἀναντιῤῥήτως, καὶ δὲν ὤφειλον νὰ
126χορηγήσωσιν ἐσπευσμένως τοιαύτην ἀνακριβῆ πληροφορίαν,
127πρὶν ἢ πεισθῶσι περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Ὁ δικηγόρος κ.
128Κεφαλόπουλος εἶναι εὐκατάστατος καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος,
129ἀνίκανος ἑπομένως ἐντελῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
130διὰ τοῦ ἄνω τηλεγραφήματος ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως.
131Ὁ Κεφαλόπουλος κατέχει πρὸ ἐτῶν περιουσίαν τοῦ πενθε-
132ροῦ του Καλαμβοκίδου, εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ὁποίας ἐνεκα-
133τέστη ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπὶ ἀμφισβητήσει τοῦ συγγε-
134νοῦς του Καλαμβοκίδου. Οὐδόλως λοιπὸν πρόκειται περὶ
135Μπουλούκου, ὃν ἀναμιγνύει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸ
136ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα.
137Ἐὰν ἤδη ἐγείρῃ ἀξιώσεις ὁ Καλαμβοκίδης ἐπὶ τῆς περιου-
138σίας ταύτης, ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ
139Εἰρηνοδίκου, οὐχὶ δὲ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ
140ἀξιωματικοῦ, μηδὲν ἔχοντος καθῆκον νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐν
141τούτοις ἡ διαταχθεῖσα ἀνάκρισις θὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀλή-
142θειαν, ἥτις θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἀνωτέρω
143πληροφορίαν τῶν ἀρχῶν Ἀρκαδίας, διατεινομένων, ὅτι ὁ
144Κεφαλόπουλος ἔκλεψεν ἐλαιόκαρπον....
145§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ὅτι
146ἔκλεψεν, ἀλλ’ ὅτι συνέλεξεν.
147§18ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συλλέγῃ τις τοὺς καρπούς
148του, δὲν κλέπτει, τὸ δὲ τηλεγράφημα λέγει, ὅτι ὁ Κεφα-
149λόπουλος συνελήφθη συλλέγων λάθρα ἐλαιόκαρπον τοῦ
150Μπουλούκου, μεθ’ οὗ οὐδεμίαν ὁ Κεφαλόπουλος ἔχει ἔριδα.
151Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἤδη
152παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν
153Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ
154τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Συμπολίτης μού τις μετέβη σήμερον νὰ
155πληρώσῃ πρὸς τὸ ἐνταῦθα Ταμεῖον δραχμὰς τέσσαρας
156χιλιάδας, ὀφειλομένας ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Βρυσιῶν, εἶχε δὲ
157πρὸς τοῦτο τραπεζικὰ γραμμάτια, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρ-
158χον καὶ δίδραχμά τινα ἐφθαρμένα. Τὰ ἐφθαρμένα ταῦτα
159τραπεζογραμμάτια ἠρνήθη νὰ δεχθῇ ὁ κύριος Ταμίας, ἀξιῶν
160νὰ τὰ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλων ὁ συμπολίτης μου. Ἡ
161ὑποχρέωσις αὕτη τῆς ἀντικαταστάσεως πιθανὸν νὰ ἀνήκῃ
162εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον τοῦτο
163εἰς τοὺς ὀφειλέτας, καὶ μάλιστα εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρ-
164χουσιν ὑποκαταστήματα τῶν Τραπεζῶν; Γνωρίζετε μετὰ
165πόσης στενοχωρίας κατορθόνουσι σήμερον οἱ ἄνθρωποι νὰ
166συγκεντρώνωσι τὰ εἰς τὸ Ταμεῖον ὀφειλόμενα; Ἀρκεταὶ εἶναι
167αἱ τοιαῦται στενοχωρίαι, μὴ προβάλλετε αὐτοῖς καὶ ἄλλας
168ἀπαιτήσεις, καθιστώσας τὴν θέσιν των δυσχερεστέραν· τοῖς
169εἶναι ἀρκεταὶ αἱ μέχρι τοῦδε δυσχέρειαι καὶ στενοχωρίαι·
170μὴ ἐπιπροσθέσητε αὐτοῖς καὶ ἄλλας. Ἐπάναγκες ἑπομένως
171θεωρῶ νὰ διαταχθῶσιν οἱ Ταμίαι τοῦ Κράτους, νὰ μὴ παρεμ-
172βάλλωσι τοιαύτας δυσκολίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου.
173§19ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπὸ τῆς χθὲς ἔχομεν πάμπολλα τηλεγρα-
174φήματα καὶ ἐγὼ, καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, καὶ ὁ κ. Κανακάρης,
175καὶ ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ
176τοῦ ζητήματος τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
177τῶν Ἐσωτερικῶν χθὲς ἐβεβαίωσιν, ὅτι διέταξε τηλεγραφι-
178κῶς νὰ παύσῃ πᾶσα ἐπικοινωνία σιδηροδρομικὴ διὰ τῆς
179πόλεως, καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὰ σημερινὰ τηλεγραφήματα
180τῶν ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, τοῦ κ. Φραγ-
181κοπούλου καὶ ἀπείρων ἄλλων, ἡ ἐπικοινωνία αὕτη ἐξακο-
182λουθεῖ. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει. Ἔκαμον σήμερον παρα-
183στάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Αἱ ἐν Πάτραις ἀρχαὶ, φαίνε-
184ται, παρενόησαν τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως
185λυθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ παύσωσι τὰ παράπονα καὶ
186ἡ ἐξέγερσις τῆς πόλεως, ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἅπαξ διὰ παν-
187τὸς, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρία νὰ μείνῃ ἐν τοῖς σταθμοῖς,
188ὅπου ἐνεκρίθησαν τὰ σχέδιά της παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
189παύσῃ δὲ πᾶσα συγκοινωνία ἐν τῇ πόλει, καὶ οὕτω παύσωσι
190καὶ τὰ τηλεγραφήματα καὶ ἡ ὀργὴ τῆς πόλεως Πατρῶν.
191Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἑνω-
192θῶσιν αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ, χάριν τῆς πόλεως. Ἀλλ’
193ἐν ὅσῳ ἡ πόλις ἔχει ἀντίθετον ἰδέαν, ἕως ὅτου ἀποφασισθῇ,
194τῇ συνεννοήσει Ἑταιρίας καὶ Κυβερνήσεως, ποῦ πρέπει νὰ
195γίνῃ ἡ ἕνωσις τῶν γραμμῶν, δέον νὰ παύσῃ πᾶσα συγκοι-
196νωνία ἐν τῇ πόλει, ὅπως ἡσυχάσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ πόλις.
197§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ Πα-
198τρῶν ἔλαβον σήμερον τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου, ἀναφέ-
199ροντος, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου
200Πατρῶν–Πύργου ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι ἐντεῦθεν τοῦ ἀτμο-
201μύλου Καράμπελα καὶ μέχρι τοῦ μώλου Καλαβρύτων οὐδε-
202μία ἐργασία γίνεται, οὐδὲ πρόκειται νὰ κυκλοφορήσωσιν
203ἁμαξοστοιχίαι. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Νομάρχης ζητεῖ τὴν πληρο-
204φορίαν, ἂν ἡ ἀπαγόρευσις ἐκτείνηται καὶ ἐπὶ τοῦ τμήματος
205ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου μέχρι μύλου Καράμ-
206πελα, ἐφ’ οὗ γίνονται ἐργασίαι καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἔναρ-
207ξις κυκλοφορίας δι’ ἀτμαμάξης, παρήγγειλα ἀμέσως νὰ
208ἀπαγορευθῇ πᾶσα κυκλοφορία ἐφ’ ὅλης τῆς ἐκτάσεως.
209§21Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μεί-
210νωσιν οἱ σταθμοὶ ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν πρίν, πρέπει δὲ νὰ ἐμπο-
211δισθῇ πᾶσα ἐργασία εἰς τὸ μέλλον, διότι παρετήρησα, ὅτι
212ἐδίστασεν ἡ ἀρχὴ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς χθεσινῆς ὑπουργικῆς
213διαταγῆς.
214§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω
215τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἐκ Τρικ-
216κάλων βουλευτοῦ κ. Ταρμπάζη, εἰς ὅσας δὲν εἶχον ἀπαν-
217τήσει προχθὲς, τήν τε ἐπερώτησιν περὶ τῶν προϋπολογισμῶν
218τῶν δήμων καὶ τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Βεΐκου.
219§23ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὅλων τῶν δήμων;
220§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο μόνον Προϋπολογισμοὺς, οὓς ἔστει-
221λεν ὁ Νομάρχης, διότι ἔγραψεν, ὅτι τοὺς ἄλλους Προϋπολο-
222γισμοὺς ἐκύρωσεν ὁ προκάτοχός του, τὰ καθ’ οὗ παράπονα,
223λέγει, δὲν ἀπευθύνονται κατ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ δίκαιον, διότι
224δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις ἐκείνου, ἀλλὰ μόνον δι’
225ὅσα αὐτὸς ἐκύρωσεν. Ὑποβάλλει δὲ καὶ συμπληρωματικοὺς
226πίνακας, δι’ ὧν θέλει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔπραξε διάφορα
227τοῦ πρώην Νομάρχου.
228Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσα-
229λίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154).
230§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐφέρατε τὴν ἔκθεσιν τῶν
231ἐμπειροτεχνῶν τῆς Κωπαΐδος;
232§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον ἐλπίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ φέρῃ
233αὐτήν.
234§27ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑπο-
235βληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχε-
236δίων εὑρίσκω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον, καὶ
237μάλιστα εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸν δῆ-
238μον Σκιλλοῦντος, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος 2%
239ἐπὶ παντὸς σταφιδοκάρπου τοῦ ῥηθέντος δήμου. Τὸ
240νομοσχέδιον συνοδεύεται καὶ ὑπὸ ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου
241Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις δὲν διαφωτίζει ποσῶς τὸ ζήτημα.
242Λέγει μόνον ἡ ἔκθεσις, ὅτι συνεπείᾳ ψηφίσματος τοῦ Δημο-
243τικοῦ Συμβουλίου ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος οὗτος,
244πρὸς κατασκευὴν πλατείας, νεκροταφείου καὶ δὲν γνωρίζω
245τίνος ἄλλου. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ
246νομοσχεδίου τούτου νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως διὰ τῆς συζη-
247τήσεως ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
248λίου συμβιβάζηται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν συμ-
249πολιτῶν μου τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ὅπως δὲ καὶ ἡ Βουλὴ
250σχηματίσῃ καὶ μορφώσῃ ἀκριβῆ γνώμην, θεωρῶ ἀναγκαῖον,
251ἵνα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλῃ εἰς
252τὴν Βουλὴν αʹ) ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ δήμου
253ἐκείνου ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1880 μέχρι τοῦ 1888
254συμπεριλαμβανομένου, βʹ) ἀντίγραφον τῶν ἀπολογισμῶν
255τῶν ἐτῶν τούτων, πλὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους 1888, ὁ ὁποῖος
256δὲν θὰ ἦναι συντεταγμένος, γʹ) πληροφορίαν, ἐὰν ὑπάρχωσι
257περισσεύματα εἰς τὸν δῆμον, καὶ ποῦ εἶναι κατατεθειμένα
258τὰ περισσεύματα ταῦτα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν
259νὰ ζητήσῃ νὰ τῷ ὑποβληθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται τηλε-
260γραφικῶς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς
261τὴν συζήτησιν τοῦ ῥηθέντος νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ ἔχω-
262μεν τὰς πληροφορίας ταχυδρομικῶς. Προσέτι δὲ παρακαλῶ
263αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ καὶ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τοῦ
264Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
265§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
266τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ τὰ αὐτὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφο-
267ρῶντα εἰς τοὺς δήμους Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης. Ἰδίως δὲ
268ἔχω ἀνάγκην τῶν πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων
269καὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων.
270§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων
271παρετήρησα, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ διδόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν
272εἶναι ἐπαρκεῖς. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων προτείνεται, ὅπως
273ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς εἰρημένους δήμους νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδά των,
274καὶ νὰ αὐξήσωσιν αὐτὰ ἐκτάκτως, οὐχὶ διὰ τῶν τακτικῶν ἐσό-
275δων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσι κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων,
276ἀλλὰ διὰ προσθέτου φόρου. Προτείνει δὲ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ
277ἐπιψήφισις προσθήκης φόρου ἐπὶ προϊόντος, τοῦ ὁποίου ἡ
278παραγωγὴ, κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα ταύτην, ἔχει ἀνάγκην
279ἐνισχύσεως καὶ οὐχὶ ἐπιβαρύνσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
280πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
281Τῶν νομοσχεδίων τούτων ἡ δικαιολογία εἶναι πολλαπλῆ,
282ἀλλ’ ἑνὸς μὲν ὡς δικαιολογία προβάλλεται ἡ κατασκευὴ
283ὡρισμένων δημοτικῶν ἔργων, ἄλλου δὲ ἡ πληρωμὴ παλαιῶν
284χρεῶν καὶ ἡ κατασκευὴ δημοτικῶν ἔργων ἀορίστως. Τώρα
285ἐξεταστέον, πόσα εἶναι τὰ χρέη τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα πρέπει
286οὗτος νὰ πληρώσῃ διὰ τοῦ νέου τούτου ἐσόδου; Δεύτερον,
287ποῖα εἶναι εἰδικῶς τὰ δημοτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται
288νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ πόσην δαπάνην ἀπαιτεῖ ἕκαστον ἐξ
289αὐτῶν; Τρίτον, πόσα ἔσοδα θέλει εἰσπράττει καθ’ ἕκαστον
290ἔτος ἐκ τῶν ἐκτάκτων τούτων φόρων ὁ δῆμος; διὰ νὰ προσ-
291διορισθῇ οὕτως ἡ διάρκεια τοῦ φόρου.
292§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω,
293ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι, ἥρμοζον μᾶλλον
294κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὅσον
295περιέχουσιν ἐπικρίσεις αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ περιέχουσιν ἐπί-
296κρισιν τῶν γενομένων, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀρυσθῶ ἐπι-
297χειρήματα ἐξ ἑτέρας ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐψηφίζομεν ὅμοιον
298νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου πρὸς κατα-
299σκευὴν ὑδραγωγείου τοῦ δήμου Ἐράνης.
300§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω
301τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
302ὅτι εἶναι ἐπισφαλὲς τὸ σύστημα, νὰ πράττῃ τις ὅ,τι πράτ-
303τουσιν οἱ ἄλλοι, ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι ἔπραξαν, δὲν
304ἦτο ὀρθὸν καὶ προσῆκον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας, εἶναι ἀκρι-
305βὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
306κῶν; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας γνωρίζει ἀκρι-
307βῶς ὅλας τὰς λεπτομερείας περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ προσθέ-
308του τούτου φόρου, ὁ ὁποῖος φόρος, ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ
309ἐπανειλημμένως εἰσαχθείς, ἐψηφίσθη ἐν γνώσει ἁπασῶν τῶν
310λεπτομερειῶν.
311§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅ,τι δὲν ἦτο πολὺ
312ἐπιτυχὲς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν
313Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν δῆμον Ἐράνης,
314ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπι-
315βολῆς τοῦ προσθέτου φόρου ὑπῆρξα ἐγὼ αὐτός, ὁ ὁποῖος
316εἶμαι καὶ δημότης τοῦ δήμου τούτου, εἶμαι δὲ καὶ παραγω-
317γὸς μεγάλης ποσότητος σταφιδοκάρπου, ὅστις ἐπεβαρύνθη
318διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μὲ πρόσθετον φόρον τεσσάρων
319δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπε-
320βλήθη πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ἧς ἐφαίνετο
321ὡρισμένως ὁ εἰδικὸς σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητεῖτο ὁ πρόσ-
322θετος φόρος, ἤτοι ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑδραγωγείου. Ὥστε δὲν
323βλέπω τί τὸ κοινὸν μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δήμου
324Ἐράνης καὶ τοῦ ἤδη παρουσιαζομένου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντε-
325λῶς ἀόριστον.
326§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀνακρίβεια, νομίζω, ἐμπεριέχεται ἐν
327ταῖς παρατηρήσεσι τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἐὰν τοὐ-
328λάχιστον περιορίσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ
329ἀναγόμενον εἰς τὸν δῆμον Σκιλλοῦντος, διότι ἐν αὐτῷ τῷ
330νομοσχεδίῳ περιέχεται ὁ κανονισμὸς τῶν γενησομένων ἔργων,
331διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται ὁ πρόσθετος φόρος· ἐπιβάλλεται
332δὲ πρόσθετος φόρος οὐχὶ τεσσάρων δραχμῶν, ὡς ἐπεβλήθη
333ἄλλοτε εἰς τὸν δῆμον Ἐράνης, ἀλλὰ μόνον δύο δραχμῶν.
334§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἀπηύθυνα παρατηρήσεις
335πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,
336εἶχον μελετήσει τὰ νομοσχέδια περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φό-
337ρων εἰς τοὺς δήμους Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων.
338Εἰς ποίας ἀνάγκας θέλουσι χρησιμεύσει τὰ ἐκ τοῦ φόρου
339τούτου ἔσοδα, ἀναφέρει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 4
340(ἀναγινώσκει):
341«Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐκ προσθέτου φόρου πρόσοδος δια-
342» τεθήσεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπότισιν τῶν μέχρι τέλους τοῦ
343» 1888 χρεῶν τοῦ δήμου Ὠλένης καὶ ἐκτέλεσιν δημοτικῶν
344» ἔργων.»
345Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φό-
346ρου εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων λέγει ὡσαύτως (ἀναγινώσκει):
347«Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐκ προσθέτου φόρου πρόσοδος δια-
348» τεθήσεται ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπότισιν τῶν μέχρι τέλους
349» τοῦ ἔτους 1888 χρεῶν τοῦ δήμου Ὀλυμπίων καὶ ἐκτέλεσιν
350» δημοτικῶν ἔργων».
351Πόσα εἶναι τὰ χρέη ἑκάστου τῶν δήμων τούτων; Ποῖα
352εἶναι τὰ δημοτικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ; Συνε-
353τάχθη προϋπολογισμὸς δι’ ἕκαστον τῶν ἔργων τούτων, καὶ
354ἀνευρέθη ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν θέλει ἀπαιτήσει ἡ κατα-
355σκευὴ αὐτῶν; Πόσον ποσὸν θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν φόρων
356τούτων; ἵνα γνωρίζωμεν πόσον χρόνον θέλει διαρκέσει. Ταῦτα
357ἠρώτησα, καὶ οὐδεμίαν παρατήρησιν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ.
358Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
359§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον
360ἐγκαινίζεται τὸ πρῶτον ἐνταῦθα, θὰ λέγωμεν εἰς τὸ ἑξῆς,
361ὅτι, ὁσάκις ἐπιβάλλεται πρόσθετός τις φόρος διὰ λιμενικὰ
362ἔργα, ἀπαιτεῖται πάντως νὰ ἦναι ὡρισμένα, πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ
363ὁ φόρος, τὰ λιμενικὰ ἔργα, θὰ ἔχωμεν δὲ ἕτοιμα καὶ τὰ
364σχέδια. Ἀλλὰ τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι δικαιο-
365λογεῖ ἡμᾶς, νὰ τηρήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅπερ καὶ εἰς
366τὰ ὑποβληθέντα ὑφ’ ὑμῶν νομοσχέδια.
367§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι πρόκειται νὰ
368εἰσαχθῇ ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν
369θὰ ἐπιτρέπηται πλέον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ με-
370λετᾷ τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ὅταν προτείνωνται νομοσχέδια, θὰ
371ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, καὶ αὕτη πρέπει νὰ λέγῃ, ἢ ναί, ἢ ὄχι.
372§37ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ
373ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Λεβίδης
374ὑπέβαλεν ἐρωτήματά τινα, σχετικὰ πρὸς τὴν Βιβλιοθή-
375κην τῆς Βουλῆς, εἰς πλεῖστα ἐκ τῶν ὁποίων ἀπήντησα
376ἐκ τοῦ προχείρου, εἰς ἕτερα δὲ ἐπεφυλάχθην ν’ ἀπαντήσω
377βραδύτερον, μὴ κατέχων τότε τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἐκ
378τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βιβλιοθήκης. Μετὰ τὴν γενομένην ἀκρι-
379βῆ ἐργασίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν πρὸς
380ἐμὲ τοῦ Ταξινόμου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ δύο
381πίνακας, διὰ τῶν ὁποίων δίδονται ἀκριβεῖς πληροφορίαι
382πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, πρῶτον περὶ τοῦ ἀκριβοῦς ἀριθμοῦ
383τῶν βιβλίων, καὶ περὶ τῆς κατὰ τμήματα διαιρέσεως αὐ-
384τῶν, δεύτερον περὶ τῶν κατ’ ἔτος εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βι-
385βλιοθήκην βιβλίων, ἐκ δωρεῶν καὶ ἀγορῶν διακεκριμένως,
386τρίτον περὶ τῶν δετικῶν, καὶ τελευταῖον περὶ τοῦ δαπα-
387νηθέντος ἑκάστοτε ποσοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰς χορηγηθείσας
388πιστώσεις.
389§38Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
390§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
391§40ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Σήμερον, κύριε Ὑπουργέ, ἔλα-
392βον τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Προσυμναίων Γ. Κερα-
393μίδα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ γνωστοποιεῖ καὶ μὲ παρακαλεῖ
394νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τρεῖς κάτοικοι τοῦ χω-
395ρίου Πασσιᾶ τοῦ δήμου Προσυμναίων τὴν παρελθοῦσαν
396Τετάρτην, ὥρᾳ 8 μ. μ., ἐκ συστάσεως μετέβησαν εἰς πολ-
397λὰς οἰκίας τῶν οἰκοκυραίων τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου καὶ ἠπεί-
398λησαν καὶ ἔδειραν αὐτούς. Κατόπιν τούτων μετέβησαν εἰς
399τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου καὶ ἐπολιόρκησαν αὐτόν, ἐπὶ τῷ
400σκοπῷ νὰ φονεύσωσιν αὐτόν τε καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ.
401Ὁ Δήμαρχος ἔλαβε τῷ ὄντι κατάλληλα μέτρα, τί μέτρα
402νομίζετε; Ἔκλεισε τὴν θύραν τῆς οἰκίας του, περιωρίσθη
403ἔν τινι μικρῷ δωματίῳ αὐτῆς καὶ ἀνέμενε τὸ τέλος τῆς ἐγ-
404κληματικῆς πράξεως τῶν ἐπιτεθέντων κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ
405σύζυγός του καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ φωνάζοντα ἐξήγειραν
406πράγματι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ χωρίου. Ἐκεῖνοι ὅμως διὰ
407πάσης βίας ἐφρόντιζον νὰ διαῤῥήξωσι τὴν θύραν· ἀλλὰ μὴ
408κατωρθώσαντες τοῦτο, ἤρξαντο διὰ τῶν πυροβόλων ὅπλων
409πυροβολοῦντες κατὰ τῆς θύρας· τὰ δὲ σφαιρίδια φαίνονται
410εἰσέτι ἐπὶ τῆς θύρας καὶ τῶν παραθύρων. Ὁ Δήμαρχος κα-
411τήγγειλε τὴν πρᾶξιν, ὅπου ἔπρεπε, καὶ ἐζήτησε τὴν προσ-
412τασίαν τῆς τε στρατιωτικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς. Περὶ
413τὸ μεσονύκτιον ἀληθῶς ἔφθασεν εἷς ὑπενωμοτάρχης μὲ δύο
414ἢ τρεῖς χωροφύλακας, περιῆλθον τὸ χωρίον, ἔμειναν εἰς τὰς
415οἰκίας τῶν καταγγελθέντων ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου καὶ δια-
416ταράξει τῶν ἐν λόγῳ χωρικῶν, καὶ τὴν πρωΐαν ἀνεχώρη-
417σαν ἄπρακτοι, παραλαβόντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ὅ,τι ἔπρεπε
418νὰ παραλάβωσι, χωρὶς ὅμως νὰ συλλάβωσι τοὺς δράστας
419τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης πράξεως, ἥτις εἶναι πρᾶξις τῆς
420δημοσίας τάξεως.
421§41ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς γράφουν τὰ ὀνόματα τούτων,
422κύριε Γεωργαντᾶ;
423§42ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δύο ἀγροφύλακες, μοὶ γράφουν, καὶ
424εἷς ποιμήν, εἶναι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Φαίνεται, ὅτι ἦσαν
425ἀγροφύλακες καὶ διὰ λόγους, οὓς δὲν γνωρίζω, ἢ ἐξ ἀμε-
426λείας πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἔγεινε πρότασις ἐκ μέρους
427τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, καὶ ὁ Δήμαρχος προέβη εἰς τὴν
428παῦσιν αὐτῶν. Τούτου ἕνεκα, φαίνεται, ἠγανάκτησαν κατὰ
429τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν οἰκοκυραίων τοῦ χωρίου ἐκείνου, οὓς
430ἠπείλησαν, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, καὶ τέλος, ὡς εἶπον,
431ἐπολιόρκησαν τὸν Δήμαρχον καὶ ἤθελον νὰ τὸν φονεύσωσιν.
432Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τῷ ὄντι ἐπελήφθη ἀνακρίσεων ἀλλ’ οἱ δρά-
433σται τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης πράξεως περιφέρονται ἀκα-
434ταδίωκτοι, ἀπειλοῦντες τὸν Δήμαρχον καὶ τοὺς οἰκοκυραί-
435ους τοῦ χωρίου καὶ τοὺς καταθέσαντας μάρτυρας τὴν ἀλή-
436θειαν. Ὁ δὲ Δήμαρχος, τηλεγραφῶν κατεπειγόντως, μοὶ
437λέγει, νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως προληφθῶσιν αἱ περαιτέρω
438ἀπειλαὶ καὶ διασωθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ ζωὴ
439αὐτοῦ τε καὶ ἄλλων ἴσως.
440Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
441γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ συντόνως τὴν σύλλη-
442ψιν τῶν ἀδίκως ἐπιτεθέντων κατὰ τῶν οἰκοκυραίων καὶ
443τοῦ Δημάρχου, πρὸς πρόληψιν παντὸς δυστυχήματος.
444Μοὶ γράφουσι καὶ ἄλλα, Κύριοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀφορῶσιν εἰς
445ἐμὲ καὶ τὸν συνάδελφόν μου, δὲν κάμνω λόγον περὶ αὐτῶν,
446διότι δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.
447Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
448Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
449εἶναι ἡ δραστηρία ἐνέργεια ἐκ μέρους αὐτῶν διὰ τὴν σύλλη-
450ψιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ πολιορ-
451κήσωσι τὸν Δήμαρχον. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, πολιορκῶσι
452τοὺς Δημάρχους, διὰ νὰ φονεύωσιν αὐτούς, τί μένει πλέον;
453Ἕν βεβαίως, νὰ φονεύωσι τοῦ λοιποῦ καὶ ἡμᾶς! Ποῦ λοι-
454πὸν ἡ διοίκησις; Αὐτὴ λέγεται ἀγαθὴ καὶ ἀναμορφωτικὴ
455διοίκησις; Ἀλοίμονον!
456§43ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφίσταται ἔνταλμα συλλήψεως;
457§44ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω· τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς δι-
458καστικῆς ἐξουσίας· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ ἐνεργήσῃ τὸ
459καθῆκόν του. Νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ὑψίστης ση-
460μασίας καὶ ἀξία τῆς μερίμνης τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
461§45ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ βεβαίως πλη-
462ροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος
463συνάδελφος, καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς
464θέσιν νὰ βεβαιώσω οὐδὲν ἐξ αὐτῶν. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ συ-
465νέβη τίποτε. Ἐγὼ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἀγροφύλα-
466κες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, διωρίσθησαν
467τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου. Ἐγὼ τῷ ἔλεγον, ὅτι δὲν
468εἶναι ἀνάγκη ἀγροφυλάκων, καὶ αὐτὸς ἀντέλεγεν, ὅτι δὲν
469δύναται ἢ νὰ τοὺς διορίσῃ.
470§46Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναιρέσω τὰ λεχθέντα
471παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Δανοπούλου. Ἐὰν ὁ Δήμαρ-
472χος τοὺς διώρισεν, ἦτο καθῆκόν του· ἀλλ’ ὅμως πρέπει δι’
473αὐτό, ὅπερ ἔπραξαν, νὰ καταδιωχθῶσιν, ὡς δρᾶσται σπου-
474δαίας ἐγκληματικῆς πράξεως· καὶ ἦτο προτιμότερον ὁ κ.
475συνάδελφος νὰ ἐσιώπα καὶ οὐχὶ νὰ προστατεύσῃ ἀνθρώπους
476ἐγκληματήσαντας ὅπως δήποτε, καθόσον οἱ κάτοικοι τοῦ
477εἰρημένου χωρίου ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς συγγε-
478νεῖς του τὴν προφύλαξιν τούτων καὶ τὴν παρεμπόδισιν τῆς
479συλλήψεώς των, συνεπείᾳ τῆς καταγγελθείσης πράξεώς των,
480καὶ ὅτι ἐπιδιώκουσι τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀθώωσίν των
481κατὰ τῆς ἀποδιδομένης αὐτοῖς κατηγορίας, ἥτις, ὡς προεῖ-
482πον, ὄχι μόνον εἶναι σπουδαία, ἀλλὰ καὶ συνεπείας ἐπικινδύ-
483νους πᾶσα ὑπὲρ αὐτῶν ἐνέργεια δύναται νὰ ἔχῃ.
484§47ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι φίλοι, κύριε Γεωργαντᾶ,
485τοῦ Δημάρχου οὗτοι, συζῶσι μετ’ αὐτοῦ. Γνωρίζετε τὰ τοῦ
486δήμου ἐκείνου καλλίτερα. Ἐὰν τὸν ἐπολιόρκησαν ἐντὸς τῆς
487οἰκίας του, δὲν ἠξεύρω τί ἔλαβε χώραν. Εἶναι ὅμως ἀδια-
488σπάστως συνδεδεμένοι μετ’ αὐτοῦ.
489§48Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν ἦναι συνδεδεμένοι, δὲν γνω-
490ρίζω· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ἀφοῦ προέβησαν εἰς τοιοῦ-
491τον διάβημα, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύωνται καὶ ὑποστη-
492ρίζωνται οἱ τρεῖς οὗτοι, ἐναντίον τοῦ χωρίου.
493§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
494Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὡς καὶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐνοι-
495κιάσθη οἰκία διὰ σχολεῖον ἐν Μελιγαλᾷ τοῦ δήμου Οἰχα-
496λίας. Ἐὰν δὲν ἐνοικιάσθη καὶ ἦναι καιρὸς ἀκόμη, καὶ ἂν προ-
497τείνεται νὰ ἐνοικιασθῇ ἡ οἰκία τοῦ κυρίου Γεωργίου Πανα-
498γοπούλου, παρακαλῶ νὰ διατάξῃ νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν
499σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ὅμοιον τοῦ
500ἐγκαταλειπομένου, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκεῖ τὴν ἰδίαν κατάστα-
501σιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ διορθώσωμεν διὰ τῆς νέας ἐνοι-
502κιάσεως, δηλαδὴ τὸ νὰ χάνωσιν οἱ μαθηταὶ τὸν χρόνον,
503καὶ νὰ ἀσθενήσωσιν ἐξερχόμενοι καὶ περιμένοντες εἰς τὸ
504ὕπαιθρον ἡ μία τάξις τὴν ἄλλην μέχρι τέλους τῆς παραδό-
505σεως.
506§50ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατα-
507θέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ τῆς
508ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων Παρνασσίδος, ἣν
509χθὲς ἐζήτησεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Ἀναγνωστό-
510πουλος.
511§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ
512κανονισμοῦ δαπάνης τινὸς ἐκ 12,500 δραχμῶν, γενομένης
513κατὰ τὸ 1885, κατὰ διαταγὴν τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
514τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ ἐκείνην
515μὲν τὴν ὥραν δὲν εἶχον πρόχειρα διάφορα ἔγγραφα, ἅτινα
516εἶχον περιέλθει εἰς χεῖράς μου, ὅτι ὅμως ἐπιφυλάσσομαι τὴν
517ἐπιοῦσαν, ἤτοι σήμερον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
518πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὰ ἔγγραφα ταῦτα μοὶ παρεῖχον.
519Τοῦτο πράττω σήμερον, ἐκτελῶν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν χθὲς
520ἔδωκα. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς χεῖράς μου,
521εἰσὶν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ δημοσία
522ὑπηρεσία, πρῶτον ὁ ἀποβιώσας πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
523τερικῶν, δεύτερον ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ
524τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
525κατὰ τὴν 5ην Ἰουλίου 1886 ἀπηύθυνεν ἐπίσημον ἔγγραφον
526πρὸς τὸν προκάτοχον αὑτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
527τὸν μακαρίτην Ν. Παπαμιχαλόπουλον, διὰ τοῦ ὁποίου
528ἐγγράφου ἔλεγεν εἰς αὐτὸν τάδε (ἀναγινώσκει):
529«Πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κύριον
530Ν. Παπαμιχαλόπουλον.
531«Διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῆς 4 Νοεμβρίου 1885,
532» κυρωθέντος διὰ τοῦ ΑΣΗʹ Νόμου, ἐχορηγήθη ἐπὶ τοῦ διὰ
533» τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
534» Ὑπουργείου τούτου ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν
535» 60,000, καὶ ἐπετράπη νὰ ἐξοφληθῇ τὸ ἐκδοθησόμενον
536» ἔνταλμα ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἕνεκα τῶν ἐκτά-
537» κτων περιστάσεων, ὡς ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ
538» Συμβουλίου ἐκτίθεται, ἐξεδόθησαν δὲ παρ’ ὑμῶν, ὡς Ὑπουρ-
539» γοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα μοι
540» πίνακα, χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκ δραχμῶν 53,050 καὶ
541» λεπτῶν 85 ἐν ὅλῳ.
542«Διατελῶ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν κατὰ τὰς ἐκτάκτους
543» περιστάσεις ἐνεργειῶν, χάριν τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἡ
544» πίστωσις καὶ ἐγένοντο αἱ δαπάναι, διότι ὡς ἐκ τῆς αἰτίας
545» καὶ τοῦ σκοποῦ των αἱ ἐνέργειαι αὗται διεξήχθησαν ἐν
546» μυστικότητι, κρίνων δὲ καθῆκόν μου νὰ μεριμνήσω πρὸς
547» ἱκανοποίησιν πάση τυχὸν προσενεχθείσης τότε εἰς τὸ Κράτος,
548» ἀλλὰ μήπω ἀνταμειφθείσης ὑπηρεσίας, καὶ νὰ συνεχίσω ἐρ-
549» γασίας, χρησίμους ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν
550» συμφερόντων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς,
551» ἵνα μοὶ ἀνακοινώσητε, καθ’ ὃν ἂν κρίνητε προσφορώτερον
552» τρόπον, τὰς δεούσας πληροφορίας, πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐπι-
553» βαλλομένων νῦν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργεῖον,
554» χάριν τῶν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος ὑποχρεώσεων, ἐν σχέσει
555» πρὸς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐνεργείας καὶ δαπάνας, καὶ πρὸς
556» κανονισμὸν τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργειῶν τοῦ ἐπὶ τῷ αὐτῷ
557» σκοπῷ, ἀφοῦ τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν δύναμαι ν’ ἀρυ-
558» σθῶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀρχείων.
559Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.»
560Τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ἐγγράφου τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσω-
561τερικῶν Ὑπουργοῦ ἠκούσατε. Τὸ πόρισμα ὅμως αὐτοῦ μοὶ
562φαίνεται ὀλίγον ἀσαφές. Δὲν γράφει πρὸς τὸν μακαρίτην
563Παπαμιχαλόπουλον, τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ἵνα τῷ ἀνα-
564κοινώσῃ ποῦ ἐδαπάνησε τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλὰ ζητεῖ
565νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν «τὰς δέουσας πληροφορίας, πρὸς ἐκτί-
566μησιν τῶν ἐπιβαλλομένων νῦν εἰς τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου
567Ὑπουργεῖον ὑποχρεώσεων.»
568Ὁ μακαρίτης συνάδελφός μου ἔσπευσεν αὐθημερὸν δι’ ἐγ-
569γράφου του νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα Ὑπουργὸν
570τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
571«Πᾶσαι αἱ δαπάναι, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ὑπ’ ἀριθ.
57216,382 σημερινὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, ἐγένοντο κατ’
573ἔγγραφον ἀπόφασιν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
574λίου. Ἑπομένως ἐγώ, ὡς μέλος αὐτοῦ, εἶμαι ἀναρμόδιος νὰ
575ἐκθέσω πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας,
576ἕνεκα τῶν ὁποίων προεκλήθησαν αἱ δαπάναι αὗται, σχετι-
577κῶς πάντοτε πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, χάριν τῶν
578ὁποίων ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν δραχ. 60,000.
579Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
580Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
581Ἀλλ’ ὁ ἀποβιώσας Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ηὐχα-
582ριστήθη ἀπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀπάντησιν τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ
583λήξει συναδέλφου μου, ἀπηύθυνε δὲ πρὸς τὸν ἀποβιώσαντα
584προκάτοχόν μου μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ἕτερον ἔγγραφον, τὸ
585ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
586ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
587Πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν
588κ. Ν. Παππαμιχαλόπουλον.
589«Ἡ πληροφορία, ἣν εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀνακοινώσητε
590»διὰ τῆς ὑμετέρας ἐπιστολῆς, ὅτι αἱ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν
591»60,000 δραχμῶν καταλογισθεῖσαι δαπάναι ἐγένοντο κατ’
592»ἔγγραφον ἀπόφασιν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
593»λίου, ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἐμφαίνει, νομίζω, τὸν λόγον,
594»δι’ ὃν ἀρνεῖσθε νὰ ἐκτελέσητε τὴν αἴτησίν μου. Περὶ τῶν
595»κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὑπὸ
596»τὴν διεύθυνσίν σας, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καθ’
597»οἱονδήποτε τρόπον ἂν ἐκανονίσθησαν αἱ ἐνέργειαι αὗται,
598»μόνος ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιος νὰ παράσχητε πληροφορίας
599»καὶ ὀφείλετε, νομίζω, νὰ πράξητε τοῦτο, χάριν τοῦ ἐθνικοῦ
600»συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δύναται οὐσιωδῶς νὰ παραβλαφθῇ,
601»ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, εἴτε ἐκ παραλείψεως
602»ὑποχρεώσεων ἕνεκεν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ παρελθόν, εἴτε ἐξ
603»ἐνεργειῶν ὡς πρὸς τὸ μέλλον, κανονιζομένων ἐν ἀγνοίᾳ τῶν
604»τέως πεπραγμένων».
605Τὸ μέρος τοῦτο περιέχει ἀληθῆ διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν
606ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδιδε πρὸς τὸν
607μακαρίτην συνάδελφόν μου. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
608«Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπαγορεύει, ἵνα αἱ κυβερνη-
609»τικαὶ ἐνέργειαι ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἰδίως ὑποθέσεων, διεξάγων-
610»ται ἐν ἑνότητι, μὴ ἐπηρεαζόμεναι ἑκάστοτε ἐκ τῶν προ-
611»σωπικῶν μεταβολῶν, καὶ εἰς τὸ συμφέρον τοῦτο ἀποβλέ-
612»πων, κρίνω καθῆκόν μου νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν αἴτησιν, ἣν διὰ
613»τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16,382 ἐγγράφου μου ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, διότι
614»φρονῶ, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους οὐ
615»μόνον δικαιοῦνται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλουσι νὰ μανθάνωσι παρὰ
616»τῶν προκατόχων αὐτῶν πᾶσαν ἀπόῤῥητον ἐνέργειαν, ὑπὸ
617»τὸ κῦρος τῆς ἀρχῆς τελεσθεῖσαν.
618«Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.»
619Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο προωρι-
620σμένος νὰ πέσῃ θῦμα ἐξ ἀσθενείας χρονίας, ἔπασχε κατὰ τὸν
621χρόνον ἐκεῖνον καὶ εἶχεν ἀναχωρήσει τῶν Ἀθηνῶν εἰς θα-
622λάσσιον ταξείδιον, χάριν ἀναῤῥώσεως· τὸ ἔγγραφον ἐστέλλετο
623κατόπιν αὐτοῦ καὶ ἀνεζήτει αὐτὸν πανταχοῦ, καὶ τέλος
624συνήντησεν αὐτὸν εἰς Κέρκυραν. Ἐπεδόθη τέλος εἰς τὸν κ.
625Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις ἅμα ἐπανελθὼν μετ’ ὀλίγας ἡμέ-
626ρας ἀπήντησε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεώς του εἰς τὸν Ὑπουρ-
627γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει):
628«Ἐν Ἀθήναις τὴν 24 Ἰουλίου 1886.
629«Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον.
630«Ἐπανελθὼν χθὲς τὸ ἑσπέρας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
631ἀπαντήσω εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16,885 ὑπουργικὸν ἔγγραφον,
632ὅπερ ἔλαβον εἰς Κέρκυραν.
633«Ἀφοῦ, ὡς προανέφερον, τὰ μέτρα καὶ αἱ ἐνέργειαι, χάριν
634τῶν ὁποίων ἐδαπανήθη ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δραχ. 60,000
635τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 52,000 ἢ 53,000 περίπου, ἀπεφασί-
636σθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗτι-
637νος ἀπετέλουν μέρος, δὲν ἔχω κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ δι-
638καίωμα, ἐγὼ μόνος ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ νὰ ποιήσωμαι γνω-
639στὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ μέτρα καὶ τὰς ἐνεργείας, περὶ
640ὧν ἐρωτῶμαι. Ἂν ἦτο ἐργασία, ἀναγομένη εἰς τὴν ἀπο-
641κλειστικὴν ἁρμοδιότητα ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν
642Ἐσωτερικῶν, ἔμενε τὸ δικαίωμα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἰς
643ἐμὲ μόνον, νὰ κρίνω, ἂν ὤφειλον, ἢ μή, νὰ χορηγήσω τὰς
644ζητουμένας πληροφορίας. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἐργασίας
645τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰμὶ πάντως ἀναρμόδιος ἐγώ,
646ἁπλοῦν μέλος αὐτοῦ, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ἔστω καὶ τοῦ δια-
647δόχου μου, τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερ-
648νήσεως.
649Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
650«Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
651Καὶ δὲν ἐκπλήσσομαι παντάπασι διὰ τὴν σπουδὴν, ἣν ὁ
652πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδειξε, διὰ νὰ ἐξα-
653κριβώσῃ τὴν ὑπόθεσιν, τρέχων ὄπισθεν τοῦ μακαρίτου Πα-
654παμιχαλοπούλου κατὰ τὴν περιήγησιν τὴν θαλασσίαν, ἣν
655ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ. Ὡς ἠκούσατε, τὰ συμφέροντα τοῦ
656Κράτους ἦσαν μεγάλα καὶ ἐπικείμενα. Ἐπρόκειτο νὰ ἀνεύρῃ
657ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, ἐὰν ἡμεῖς ἀφήκαμεν ὑπηρεσίας,
658τὰς ὁποίας δὲν ἠμείψαμεν, διὰ νὰ σπεύσῃ νὰ τὰς ἀμείψῃ(!),
659διότι ἔκρινεν, ὅτι, ἂν ἔμενον ἄνευ τῆς προσηκούσης ἀμοιβῆς
660αἱ ὑπηρεσίαι, αἵτινες εἶχον προσενεχθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
661τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἤθελον ἐπέλθει ζημίαι εἰς τὸ Κράτος.
662Ἀλλ’ ἐσκέπτετο ἀκόμη, ὅτι εἶχε καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ
663ἴδῃ, ποίας ἡμεῖς ἐποιησάμεθα ἐνεργείας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν
664συμφερόντων πρὸς τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους, ὅπως συνεχίσῃ
665αὐτὰς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχίσῃ αὐτὰς, ἐὰν δὲν
666ἐγνώριζε τὰς ἐνεργείας ἡμῶν. Ἑπομένως δὲν μὲ ἐκπλήσσει
667παντάπασιν ἡ σπουδὴ αὐτοῦ.
668Ἀλλὰ μετὰ τὴν διπλῆν ἀπάντησιν τοῦ μακαρίτου συνα-
669δέλφου μου, ἐκρίθη ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἀποστα-
670λῶσι τὰ ἔγγραφα πρὸς ἐμέ. Ἔλαβον λοιπὸν τὸ ἑξῆς ἔγγρα-
671φον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει):
672«Πρὸς τὸν πρώην Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
673κ. Θ. Δηλιγιάννην.
674«Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Ν. Πα-
675παμιχαλόπουλος, παρακληθεὶς διὰ δύο ἐγγράφων μου νὰ
676μοὶ ἀνακοινώσῃ πληροφορίας, περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν
677ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του,
678ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ πράξῃ τοῦτο,
679ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αἱ ἐνέργειαι αὗται ἐγένοντο ἀποφάσει τοῦ
680Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
681«Τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην κρίνω καθῆκόν μου νὰ γνωστο-
682ποιήσω ὑμῖν, ὡς προϊσταμένῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου,
683πέμπων συνημμένως καὶ ἀντίγραφα τῶν διαμειφθέντων ἐγ-
684γράφων, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι ἂν ἐγκρί-
685νητε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δύναται οὐσι-
686ωδῶς νὰ παραβλαφθῇ, ὡς ἀνέπτυξα ἐν τοῖς κοινοποιημένοις
687ἐγγράφοις μου, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν αἰτουμένων πληροφο-
688ριῶν.
689Ὁ Ὑπουργὸς Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.»
690§52Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας χρονολογίας;
691§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 28 Ἰουλίου. Τὰ πράγματα ἦσαν ἐπεί-
692γοντα κύριε συνάδελφε. Ἤρξαντο τὴν πέμπτην Ἰουλίου,
693καὶ ἔπρεπε νὰ τελειώσωσιν ἐντὸς τοῦ μηνός.
694Ὅτε ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ ἀποβιώσαντος
695Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εὗρον, ὅτι αὐτὸς ἐνέκρινε
696νὰ ἀποτανθῇ καὶ πρὸς ἐμὲ, καὶ νὰ μὲ προκαλέσῃ νὰ ἐνερ-
697γήσω, ὅ,τι ἂν ἐνέκρινα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἐσκέ-
698φθην καὶ ἐνέκρινα, ὅτι, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν
699ὤφειλον νὰ δώσω οὐδεμίαν πληροφορίαν. Καὶ διατὶ δὲν ὤφει-
700λον νὰ δώσω πληροφορίαν τινά;
701Ὅτε προέκυψαν ἀπροόπτως τὰ συμβεβηκότα τῆς Φι-
702λιππουπόλεως, ἐσκέφθημεν τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ
703Ἀπριλίου τοῦ 1885 περὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐδη-
704μιούργησεν ἡ ἐπελθοῦσα ἀπρόοπτος πολιτικὴ περιπέτεια.
705Λαβόντες τότε πρόνοιαν, ἵνα ἐνεργήσωμεν τὰ προσήκοντα
706πρὸς θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν, ἐλάβομεν ἐπίσης πρό-
707νοιαν, ὅπως λάβωμεν τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρισθῶμεν ποσόν
708τι χρηματικὸν ἄνευ λογοδοσίας, ὅπως θεραπεύωμεν τὰς
709ἐκτάκτους ἐκείνας καὶ ἀπροόπτους ἀνάγκας, αἵτινες ἀπήτουν
710δαπάνας τοιαύτας. Ἀλλὰ οἱ συνάδελφοί μου, καὶ τὸ λέγω
711πρὸς τιμὴν αὐτῶν, καὶ ἐγὼ εἴχομεν κατὰ σύμπτωσιν τὰς
712αὐτὰς ἕξεις. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ
713ζητῶσι μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἔχουσιν
714ἀνάγκην. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ποία
715ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἔκβασις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης περιπετείας,
716καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ παρου-
717σιασθῶσιν ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀπήτουν ὄχι 60 χιλιά-
718δας, ἀλλὰ 100 καὶ 200 καὶ 500 χιλιάδας δραχμὰς, δὲν
719ἐζητήσαμεν τοιαύτην παρὰ τοῦ Βασιλέως ἄδειαν, ἀλλὰ
720περιωρίσθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Βασιλέα νὰ ἐκδώσῃ
721Διάταγμα καὶ νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν ἀναπληρωματικὴν πί-
722στωσιν 60 χιλιάδων δραχμῶν μόνον.
723Ἐσκέφθημεν, ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι τότε ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας
724λογικῶς ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ἠδύναντο νὰ θεραπευθῶσι
725διὰ τοῦ μικροῦ τούτου ποσοῦ, ἐὰν δὲ ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελον
726παρουσιασθῆ ἀνάγκαι ἄλλαι, ἀπαιτοῦσαι δαπάνας ἀνωτέρου
727ποσοῦ, καὶ ὁ Βασιλεὺς θὰ ἦτο ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ Βουλὴ
728ἤθελεν εἶσθαι παροῦσα, καὶ ἠδυνάμεθα τότε νὰ ζητήσωμεν
729παρ’ αὐτῆς τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαιοῦντα, ὅπως ἐπαρκέσωμεν
730εἰς τὰς ἀνάγκας ἐκείνας. Ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν συνέφερε νὰ
731ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν ἄδειαν, νὰ ποιησώμεθα
732δαπάνας μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρίστων ἀναγ-
733καίας αἱ τότε γνωσταὶ ἀνάγκαι. Ὅθεν προεκλήθη Β. Διά-
734ταγμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθη πίστωσις δραχμῶν 60 χιλιάδων.
735Ἀλλ’ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐπετρέπετο νὰ διαχειρισθῶμεν τὴν πί-
736στωσιν ταύτην; Παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε τὸ 2ον ἄρθρον
737τοῦ μνημονευθέντος Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1885
738(ἀναγινώσκει):
739«Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα χρη-
740»ματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἡμετέρου
741»ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιο-
742»λογητικοῦ ἄλλου ἐγγράφου».
743Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε προσέτι, ὅτι καὶ ὁ νόμος τῆς 12
744Νοεμβρίου 1885, διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου αὑτοῦ, ἐκύρωσε τὸ
745μνημονευθὲν Β. Διάταγμα.
746Ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει συνάδελφός μου κ. Ν. Παπαμι-
747χαλόπουλος, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ Διατάγματος καὶ τοῦ νό-
748μου, ὧν ἐμνημόνευσα, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα
749ἐπ’ ὀνόματί του, νὰ ὑπογράψῃ ἀπόδειξιν ἐξοφλήσεως καὶ νὰ
750στείλῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον νὰ παραλάβῃ ἀκέραιον τὸ
751ποσὸν τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν οἰ-
752κίαν του καὶ νὰ δαπανᾷ, ὁσάκις ἐπαρουσιάζετο ἀνάγκη, δὲν
753ἔπραξεν οὕτω, διότι ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ οὕτω.
754Ἀφῆκε τὰ χρήματα εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ὁσάκις δ’
755ἐπαρουσιάζετο ἀνάγκη, ἐγκρινομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ
756Συμβουλίου διὰ πράξεως, ἥτις ἐξεδήλου τὴν ἔγκρισιν ταύ-
757την, ἐξέδιδεν ἔνταλμα διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον
758ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη καὶ ἐνετέλλετο τὴν πληρωμὴν αὐ-
759τοῦ. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν δὲν ἐδαπανήθησαν πᾶσαι αἱ
76060,000 δραχμαὶ, ἀλλὰ 53.500 καὶ λεπτὰ 85, ὡς ὁ πρώην
761Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Λομβάρδος ἔγραφε πρὸς τὸν
762προκάτοχόν του. Χρεωστῶ νὰ ποιήσωμαι εὔφημον μνείαν
763τῆς τιμιότητος, μὲ τὴν ὁποίαν πάντες σχεδὸν, ἴσως ἐλάχι-
764σται ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις, πάντες οἱ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖ-
765νον ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ δημοσίᾳ διοικήσει ὑπάλληλοι τοῦ
766Κράτους διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν τότε
767εἰς τὴν διάθεσίν των. Ἡ διαχείρισις ἐκείνη δύναται ἴσως νὰ
768χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα τιμιότητος διοικήσεως καὶ εἰς
769αὐτὰ τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι εἷς ὑπάλ-
770ληλος, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρου τότε χρέη Γενικοῦ Προξένου, καὶ
771ὁ ὁποῖος εἶχε βαθμὸν μόνον Γραμματέως Γενικοῦ Προξενείου,
772εἰ καὶ ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσῃ ἑκατοστύας χιλιά-
773δων δραχμῶν, εἰ καὶ εἶχεν ἐν χερσὶ τὰ ὀγκώδη ταῦτα χρη-
774ματικὰ ποσά, ὅτε παρῃτήθημεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μοὶ
775ἀνήγγειλε δι’ ἐπιστολῆς, ὅτι δὲν εἶχε δαπανήσει, εἰμὴ μόνον
77613 ἢ 15 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἐσώζετο
777ὅλον εἰς τὰς χεῖράς του.
778Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μοὶ ἀνεκοινώθη καὶ
779ἄλλη τις, ἡ ὁποία μοὶ ἀνεκοινώθη δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουρ-
780γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν 6 Ὀκτωβρίου 1886. Ἡ
781ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, τὸν χαρακτῆρα τοῦ
782κατεπείγοντος, τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ ὑποθέσεις, περὶ ὧν ἐπραγ-
783ματεύθην ἀνωτέρω, καὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπιληφθῆ ὁ πρώην
784Ὑπουργὸς Λομβάρδος. Διὰ ταῦτα ἐβράδυνον νὰ ἀπευθυν-
785θῶσι πρὸς ἐμὲ, ἵνα μοὶ ζητήσωσι περὶ αὐτῆς πληροφορίας
786(ἀναγινώσκει):
787«Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ διευθυντὴς τοῦ οἰκονομικοῦ
788»τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπιμελητὴς Ι. Κοντο-
789»γιάννης ἔλαβε παρὰ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν προκατα-
790»βολὴν ἐκ δραχμῶν 12,500. Αἰτησαμένου κατὰ μῆνα Ἰού-
791»νιον ἐ. ἔ. τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν τὴν ἀπάλειψιν τῆς
792»προκαταβολῆς ταύτης, ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ μνησθέντος
793»ἐπιμελητοῦ διὰ τῆς συνημμένης ὧδε ἐν ἀντιγράφῳ ὑπ’ ἀριθ.
794»94,933 διαταγῆς τὰς κατὰ νόμον ἀναγκαίας πληροφορίας
795»περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος, οὗτος ὅμως ἐπέδειξεν
796»ἡμῖν, ὡς ἁρμόδιον ἵνα παράσχῃ αὐτὰς, τὸν τέως Ὑπουρ-
797»γὸν ὑποστράτηγον κ. Α. Μαυρομιχάλην, πρὸς ὃν εἶχε παρα-
798»δοθῆ τὸ ποσόν. Προσκληθεὶς ὁ ὑποστράτηγος, ἵνα δώσῃ
799»τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ τῆς ἐπίσης ἐν ἀντιγράφῳ συν-
800»ημμένης ὑπ’ ἀριθ. 55,666 διαταγῆς, ὑπέβαλεν ἡμῖν τὴν
801»ἔγκλειστον ἐν ἀντιγράφῳ ἀπάντησιν, δι’ ἧς παραπέμπει τὸ
802»Ὑπουργεῖον πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἁρμόδιον πρὸς παροχὴν αὐτῶν.
803»Ὅθεν παρακαλεῖσθε, ἵνα εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε ἡμῖν
804»τὰ δικαιολογητικὰ τῆς προκαταβολῆς πρὸς ἀπάλειψιν
805»αὐτῆς».
806Ἡ προκαταβολὴ αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Φρουραρχείου
807Ἀθηνῶν, κατὰ διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
808τιωτικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαυρομιχάλη, προθυμοποιηθέν-
809τος νὰ παράσχῃ εὐκολίαν τινὰ εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν γνω-
810ρίζω διὰ ποῖον λόγον εἰσέτι δὲν ἦτο τότε εὔκολον νὰ ἐντελ-
811λώμεθα πληρωμὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς 14 Νοεμ-
812βρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου
813ἐποιησάμην μνείαν. Ἐπειδὴ δὲ ἔσπευδεν ἡ ἀνάγκη, ὁ Ὑ-
814πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεφέρθη νὰ εὐκολύνῃ ἡμᾶς
815εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ παρήγγειλεν
816εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, ὅπερ ἐπλήρωσε τὰς 12,500 δραχμάς.
817Ἐπεφυλάσσετο δὲ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μα-
818καρίτης Παπαμιχαλόπουλος νὰ ἐκδώσῃ ἐπὶ τῆς πιστώσεως
819τῶν 60,000 δραχμῶν τὸ ἀναγκαῖον ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματι
820τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα
821ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρ-
822χείου, καὶ ἀπαλειφθῇ ἡ προκαταβολή. Δὲν ἐγνωρίζομεν ἔτι,
823ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει ὑπέρβασίς τις τῆς πιστώσεως τῶν 60,000
824δραχμῶν, διότι, ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 12,500 δραχμῶν
825προσετίθεντο αἱ 53,000, αἵτινες, κατὰ τὰ ἀνακοινωθέντα
826ὑπὸ τοῦ Λομβάρδου εἰς τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλό-
827πουλον, εἶχον δαπανηθῆ, τότε τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε
828δαπανηθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, συνίστατο εἰς 53,500
829πλέον 12,500, ἤτοι εἰς 66,000 δραχμὰς, ἑπομένως ὑπῆρ-
830ξεν ὑπέρβασις 6,000, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ δικαιολο-
831γήσωμεν, ζητοῦντες ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βου-
832λήν. Αἱ ἔκτακτοι λοιπὸν αὗται δαπάναι, τὰς ὁποίας προεκά-
833λουν αἱ ἔκτακτοι αὗται περιστάσεις, εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς
83466,000 δραχμὰς, ἡμεῖς δὲ, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐμπιστοσύ-
835νην, μετὰ τῆς ὁποίας μᾶς ἐτίμησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξου-
836σία, προέβημεν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, πεποιθότες, ὅτι δὲν
837ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς οὐδένα, ποῦ ἐδαπα-
838νήσαμεν τὰ χρήματα ταῦτα.
839§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἔχο-
840μεν τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν περὶ τῶν καθηκόντων τῶν
841προκατόχων πρὸς τοὺς διαδόχους ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ
842πάλιν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτής, καί, ὡς εἶπον καὶ χθές,
843θέλομεν σήμερον προκαλέσει καὶ τὴν περὶ τούτου ἀπόφα-
844σιν τῆς Βουλῆς. Ὅσα δὲ εἶπον χθὲς περὶ τούτου νομίζω,
845ὅτι εἶναι ἱκανὰ περὶ τοῦ θέματος, καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἄλλη
846ἀφορμὴ, θέλομεν περιορισθῆ μόνον, ἵνα ὑποβάλωμεν εἰς τὴν
847Βουλὴν τὴν περὶ τούτου πρότασίν μας· ἡ πρότασίς μας θὰ
848ἦναι ἁπλῆ ἐξήγησις τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν
849διάταξιν. Θέλομεν προτείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφαν-
850θῇ, ὅτι ἐγκρίνει τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ
851προκάτοχος δώσῃ εἰς αὐτὴν ἐξήγησιν περὶ τῆς χρήσεως τῶν
852χρημάτων, τῶν διατεθέντων ἐκ τῆς πιστώσεως, τῆς χορη-
853γηθείσης ἄνευ λογοδοσίας, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
854σίαν διάταξιν.
855Περὶ δὲ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶμαι
856ἠναγκασμένος νὰ εἴπω τινὰ, διότι δὲν συνάδουσι πρὸς ὅσα
857ἐγὼ γινώσκω ἐξ αὐτῶν. Χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν
858εἰπεῖ, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ περὶ πληρωμῆς τῶν 12,500
859δραχμῶν διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδόθη
860μὴ κανονικῶς, ἦτο, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδόθη ἡ διαταγὴ,
861δὲν ὑπῆρχε πλήρης ὁ νόμος τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν·
862τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Ὁ νόμος κατὰ τὴν ἐποχὴν
863ἐκείνην ἦτο ἐκδεδομένος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
864τῆς 15 Νοεμβρίου 1885 ἐν ἀριθμῷ 89· ὁ νόμος ἦτο πλή-
865ρης, καὶ ὅμως ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον
866ἐκεῖνον νὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μὴ
867κανονικῶς· δὲν ἦτο δὲ μόνον πλήρης ὁ νόμος, ἀλλ’ ἦτο καὶ
868ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐκύρου Διάταγμα
869τῆς 4 Ὀκτωβρίου, ἐφαρμοζόμενον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νό-
870μου καὶ ἐκδεδομένον ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
871βερνήσεως τῆς 17 Ὀκτωβρίου 1885, Διάταγμα, περὶ τοῦ
872ὁποίου ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος· ὥστε οἱ λόγοι, οἱ δοθέν-
873τες πρὸς ἐξήγησιν τοῦ ἀκανονίστου τῆς δαπάνης ταύτης,
874δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα· ἀλλὰ περὶ τούτου,
875ὅταν θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ νομο-
876σχεδίου ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος·
877ἡμεῖς ζητοῦμεν μόνον νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς εὐθύνης οἱ δύο
878οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι κατελογίσθησαν, καὶ
879εἷς οἰκονομικὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει νὰ κατα-
880λογισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοσούτῳ μᾶλλον,
881ὅσῳ ἐπὶ τῶν δύο οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν γίνεται κράτη-
882σις τῶν μισθῶν μετὰ τὸν καταλογισμὸν τοῦτον· οὗτος δὲ
883ἦτο ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέ-
884διον, καὶ, ὡς παρετηρήσατε, ὑποβαλὼν αὐτὸ, οὐδεμίαν ἐποιη-
885σάμην μνείαν τῆς πιστώσεως τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν·
886ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ
887ποιήσηται μνείαν αὐτῆς, διὰ νὰ παραστήσῃ, ὅτι δυνάμει
888αὐτῆς ἐδόθη ἡ διαταγή, ἐνῷ οὐδόλως αὕτη ἐσχετίζετο πρὸς
889τὴν πίστωσιν. Ὑπῆρχεν ἐν λειτουργίᾳ ὁ περὶ πιστώσεως νό-
890μος τότε, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε· σή-
891μερον δὲ λέγει, ὅτι ὑπῆρχε μὲν ἐν λειτουργίᾳ, ἀλλὰ δὲν
892ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἕνεκα
893ἀναφυεισῶν δυσχερειῶν· καὶ ὅμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶ-
894χεν ἐκτελεσθῇ διὰ ποσὸν δραχμῶν 18,146, ἦτο ἐν πλήρει
895ἐνεργείᾳ τὸ Διάταγμα, ἐν πλήρει λειτουργίᾳ καὶ ὁ κυρῶν αὐτὸ
896νόμος, καὶ εἶχον γενῆ δαπάναι πολλαί· καὶ ἂν θελήσητε
897νὰ ἐξετάσητε περὶ τῶν δαπανῶν, βεβαίως περὶ τῶν πλεί-
898στων δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ
899χρῆσις, διότι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 54,522 ἐκδο-
900θέντων ἐνταλμάτων, ἅτινα ὅμως, ὡς ἐξ ἐπιστροφῶν, γενο-
901μένων κατόπιν, περιωρίσθησαν εἰς 52,027, αἱ 46,366 εἶ-
902χον ἐκδοθῆ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε
903δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ὁποία ἐγένετο χρῆσις· ἐκ
904τῶν ἄλλων ὅμως βλέπομεν, ὅτι τινῶν βεβαίως δὲν ἐγένετο
905χρῆσις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιστρατείαν. Οὕτω π. χ. βλέ-
906πομεν, ὅτι μία δαπάνη ἐκ 400 δραχμῶν ἐγένετο διὰ τὴν
907ἅμαξαν ἐκείνην μὲ τὰ νταούλια καὶ τοὺς ζουρνάδες, ἡ ὁποία
908εἶχε μεταβῆ, φέρουσα τὸν μέλλοντα Πρωθυπουργὸν εἰς τὰ
909Ἀνάκτορα, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν βεβαίως δὲν προέκειτο περὶ
910τοῦ Βουλγαρικοῦ ζητήματος. (Ἀναγινώσκει): «Νοεμβρίου 9
911ὑπ’ ἀριθμὸν 6711. Π. Βασιλείου, ἁμαξηλάτης. Ἀποζημίω-
912σις καὶ βοήθεια ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ ἵππου τῆς ἁμάξης
913του, δι’ ἧς μετέβη ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὰ Ἀνάκτορα.»
914Ἐπίσης βλέπομεν ἄλλα ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνά-
915γονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· βλέπω (ἀναγινώσκει): Ἀπο-
916ζημίωσις Αὐγούστου 1885, καὶ πάλιν: ἀποζημίωσις
917Ἀπριλίου 1885. Βεβαίως τότε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις.
918Ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων δὲν πρόκειται ἤδη· σήμερον
919πρόκειται περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ.
920Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας χθὲς, εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν
921ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων,
922ἅπερ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐθεωρήθησαν ὡς ἀπόῤ-
923ῥητα ἀπέναντι τῆς ἐξελεγκτικῆς τῆς διαχειρίσεως ἀρχῆς.
924Ἡμεῖς πρεσβεύομεν ἀντίθετον ἰδέαν, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι
925ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως
926τοιαύτη ἰδέα, ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκα-
927δίας χθὲς, παρέλθῃ ἀπαρατήρητος· ἐρχόμεθα ἄρα νὰ προ-
928τείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως, μεταβαίνουσα εἰς τὴν ἡμε-
929ρησίαν διάταξιν, ἐκφράσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην της.
930§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ Βουλαὶ ὡμοίαζον πρὸς
931τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μάλιστα τὰς συγκληθείσας κατὰ
932τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν τὸ σχίσμα, βεβαίως ἤθε-
933λον ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουρ-
934γὸς κατὰ τὴν προβαλλομένην ἡμερησίαν διάταξιν ἐπιθυμεῖ
935νὰ περιβάλῃ τὴν Βουλήν. Αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἀφώριζον
936καὶ πολλάκις ἐξωστράκιζον τοὺς ἱεράρχας ἐκείνους, τοὺς
937ὁποίους αὗται ἔκρινον ὡς μὴ πιστοὺς εἰς τὰ δόγματα τῆς
938θρησκείας. Ἀλλ’ αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ πλειοψηφίαι δὲν ἔχουσι
939δικαίωμα οὐδὲ ν’ ἀφορίζωσιν, οὐδὲ νὰ καταρῶνται. Αἱ Βου-
940λαὶ ἔχουσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέ-
941θηκεν εἰς αὐτάς. Τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἶναι, νὰ ψηφίζωσι
942νόμους. Ἑπομένως προβαλλομένων νομοσχεδίων, εἴτε ὑπὸ
943τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, συ-
944ζητοῦσι καὶ ψηφίζουσιν αὐτά. Καθῆκον ἔχουσιν αἱ Βουλαὶ
945προσέτι, νὰ ἐλέγχωσι τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, καὶ
946ἐλέγχουσιν αὐτοὺς, διὰ νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτῶν εὐθύνη, ἐὰν
947μὲν ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, πολιτική, ἐν ᾗ περιπτώσει παρέ-
948βησαν τοὺς νόμους, ἢ τὰ Διατάγματα, ἢ διέπραξαν πράξεις,
949ζημιούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ δημοσίου τα-
950μείου, ἢ καὶ εὐθύνη ἀστική, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κυβερνῶντες
951ἐγένοντο ὑπαίτιοι ζημίας, ἐπελθούσης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
952Κράτους ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἢ εὐθύνη ποινική, ἐὰν
953δὲν ἦναι πλέον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτε ζητεῖται παρ’ αὐτῶν
954εὐθύνη, ὅπως τιμωρηθῶσι ποινικῶς κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐ-
955θύνης τῶν Ὑπουργῶν. Πλὴν τίνα εὐθύνην ζητεῖτε διὰ τῆς
956ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν προβάλλετε, διὰ νὰ ψηφι-
957σθῇ. Προβάλλετε τὴν πρότασιν, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι
958δὲν ἔχετε πλέον ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα
959πλέον ἐν τῇ κυβερνήσει. Ἢ ζητεῖτε εὐθύνην διὰ νὰ μᾶς ὑπο-
960χρεώσητε νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα,
961τὰ ὁποῖα ἀφῃρέσαμεν ἐκνόμως; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
962εἶναι ἁρμόδιον. Παραπέμψατε τὴν ἐξέλεγξιν ἐκεῖ. Ζητεῖτε εὐ-
963θύνην, διότι νομίζετε, ὅτι παρέβημεν τοὺς νόμους τοῦ Κρά-
964τους, ἢ ἐζημιώσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου;
965ἢ διότι ἐπροδώσαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους; Συστή-
966σατε ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν, καὶ ζητήσατε νὰ δικασθῶμεν
967καὶ καταδικασθῶμεν, ἐν ᾗ περιπτώσει μᾶς εὕρητε ἐνόχους.
968Καὶ ἔρχεσθε νομίζοντες, ὅτι δι’ ἡμερησίας διατάξεως δύνασθε
969νὰ ἀποδοκιμάζητε πολιτικοὺς ἄνδρας; Ἀποδοκιμασίαν θέλετε
970νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς γνώμης ἡμῶν, ὡς πολιτικῶν
971ἀνδρῶν, λεγόντων, ὅτι δὲν χρεωστοῦμεν νὰ δώσωμεν λόγον!
972Σᾶς ὡμίλησα περὶ ἀποδοκιμασίας. Ὅταν πράττητέ τι χω-
973ρὶς νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξητε, πράττετε πρᾶξιν
974ἀξίαν περιφρονήσεως. Αἱ Βουλαὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα
975ν’ ἀποδοκιμάζωσιν οὐδὲ γνώμην, οὐδὲ πράξεις. Πράξεις ἔχουσιν
976αἱ Βουλαὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδοκιμάζωσι τῶν κυβερνώντων,
977ἀρνούμεναι ἢ ἀφαιροῦσαι τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπ’ αὐτούς.
978Πράξεις δύνανται ὡσαύτως ν’ ἀποδοκιμάζωσι τῶν κυβερνησάν-
979των, προκαλοῦσαι τὴν δίκην κατ’ αὐτῶν διὰ τοῦ Εἰδικοῦ Δικα-
980στηρίου. Ἄλλο δικαίωμα δὲν ἔχουσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πλειοψη-
981φία ἤθελεν ἀποδεχθῆ τοιαύτην ἡμερησίαν διάταξιν, ἔπραττεν
982ἐμμέσως ἀποδοκιμασίαν κατὰ γνώμης πολιτικῶν ἀνδρῶν,
983ἔπραττέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἔπραττέ τι,
984τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς περιφρονήσεως ἡμῶν.
985Σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι καὶ κατὰ προηγουμένην Περίοδον
986ἄλλη Βουλὴ ἐψήφισεν ἀποδοκιμασίαν κατ’ ἐμοῦ. Ὠλίσθη-
987σεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, εἰσηγουμένου τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, εἰς
988ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κηλῖδα τῆς ἱστορίας τοῦ κοι-
989νοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐδί-
990δαξεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὐλαβῆται τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνι-
991κῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναθέσει εἰς αὐτήν.
992Ἐλπίζω, ὅτι ἡ πλειοψηφία αὕτη δὲν θέλει πράξει τὸ αὐτὸ
993ἀτόπημα, ἀλλὰ, καὶ ἂν αὕτη ἤθελε τὸ πράξει, θέλει λάβει
994τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, ὅτε μετ’ ὀλίγον ὁ Ἑλληνι-
995κὸς λαὸς—καὶ δὲν θέλει βραδύνει—θέλει καταθέσει ἐν ταῖς
996κάλπαις τὴν γνώμην του περὶ τῆς διαγωγῆς πάντων ἡμῶν.
997§56ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχω τινὰ ἀμφιβολίαν
998περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
999καὶ μακρὰν τοῦ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι
1000πρότασις ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνή-
1001σεως, ὑποθέτω μᾶλλον, ὅτι εἶναι πρότασις ἐκφράσεως ἑνὸς
1002παραπόνου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κ. Δηλι-
1003γιάννης ὑπερμέτρως δυσπιστεῖ πρὸς αὐτήν· αὐτὴ εἶναι ἡ
1004πραγματικὴ ἔννοια μιᾶς τοιαύτης προτάσεως. Ἡ παροῦσα
1005Κυβέρνησις παραπονεῖται κατὰ τῆς προκατόχου, ὅτι δὲν
1006ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὴν νὰ παραδώσῃ τὰ δικαιολογητικὰ
1007μιᾶς δαπάνης 12,000 δραχμῶν ἐν τῇ διεξαγωγῇ ζητή-
1008ματος μεγάλου, διεξαγωγῇ, ἡ ὁποία καὶ διαχειρίσεις χρη-
1009ματικὰς μεγάλας συνεπήγετο καὶ διαχείρισιν ἐν γένει
1010μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέ-
1011σωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπουδαίως ζητεῖ δικαιολο-
1012γίαν δαπάνης 12,000 δραχμῶν παρὰ τῆς προκατόχου
1013Κυβερνήσεως, εἶναι ἐξωργισμένος δι’ οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ διὰ
1014τὴν δυσπιστίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς αὐτὸν,
1015δυσπιστίαν, ἣν ἴσως εὐλόγως χαρακτηρίζει ὑπέρμετρον.
1016Τοῦτο τὸ παράπονον, προτείνει εἰς τὴν πλειοψηφίαν, νὰ
1017ἐκφράσῃ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν
1018ἠξεύρω, ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, πῶς δύναταί τις ν’ ἀπο-
1019φύγῃ ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐκφράσῃ ὁ κ.
1020Πρωθυπουργὸς, παράπονον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως ἄξιον καί
1021τινος συμπαθείας! Ἂν τοιοῦτόν τι δὲν ἦναι ἡ πρότασις τοῦ
1022Πρωθυπουργοῦ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν δύσκολον εἶναι νὰ
1023ἀνεύρῃ τις, τί ἕτερον εἶναι. Μήπως εἶναί τι πρωτότυπον εἰς
1024τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῶν Κρατῶν; Μήπως θέλει νὰ
1025λύσῃ ἓν ζήτημα, διὰ νὰ κανονισθῇ τὸ μέλλον; μήπως θέλει
1026νὰ λύσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις πρέπει
1027πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ἀπόῤ-
1028ῥητα, νὰ παραδίδωσιν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ
1029ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν οἱ ἀντιπολι-
1030τευόμενοι πράξει τι ἀδικαιολόγητον, ἀποκρούοντες τὴν πρό-
1031νοιαν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θέλει
1032νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν διάδοχον
1033Κυβέρνησιν πᾶσαν πληροφορίαν. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν
1034ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἦναι ἴσως πρα-
1035κτικὸν, ν’ ἀποκρουσθῇ ὑφ’ ἡμῶν διὰ προσεχῆ περίστασιν,
1036διότι ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυ-
1037βέρνησις πρέπει νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν διάδοχον πᾶσαν
1038ἀπόῤῥητον πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ καὶ αὐτὴν τὴν
1039ἔννοιαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποίαν ἄρα ἄλλην
1040ἔννοιαν, ποῖον χαρακτῆρα κοινοβουλευτικὸν ἔχει; Ἀποδο-
1041κιμασίαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ δὲν
1042δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀποδοκιμασία κατὰ τῆς προκα-
1043τόχου Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα, ὅτι αὕτη ἔχει δυσπιστίαν
1044πρὸς τὴν παροῦσαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι τὸ
1045παράπονον τοῦτο εἶναι ἀποδοκιμασία, τότε ἔρχεται ἡ
1046ἄλλη ἔποψις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
1047τεύσεως ἐπραγματεύθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι βεβαίως σολοικι-
1048σμὸς μέγας εἶναι, τὸ νὰ ἀπευθύνηται μομφὴ ἐναντίον
1049Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης. Αἱ μομφαὶ, αἱ ἔχουσαι πολι-
1050τικὸν καθαρῶς χαρακτῆρα, ἔχουσιν ἕνα σκοπὸν, ἀπολή-
1051γουσιν εἰς μεταβολὴν Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ποίαν ἔννοιαν
1052ἔχει μομφὴ, ἐκφερομένη κατὰ προκατόχου Κυβερνήσεως;
1053Λοιπὸν οὐδεμίαν ἄλλην χρησιμότητα καὶ ἀξίαν δύναται
1054νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρὰ ἐκείνην, ὑπὸ
1055τὴν ὁποίαν ἀληθῶς τιθέμεθα εἰς μίαν δυσχερῆ θέσιν, ἂν δυ-
1056νάμεθα νὰ ἀποκῤῥύσωμεν αὐτήν· ἔχει ἀξίαν καὶ πρακτικὴν
1057χρησιμότητα, ὅτι ἤθελεν ὑποχρεοῖ τὴν παροῦσαν Κυβέρ-
1058νησιν, ἂν συμπέσῃ εἰς χεῖρας αὐτῆς διεξαγωγὴ ἐθνικῆς τινος
1059ὑποθέσεως, ὑποχρεοῖ αὐτὴν νὰ παράσχῃ πᾶσαν πληροφο-
1060ρίαν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλην τινὰ
1061ἔποψιν, ἂν ἠδυνάμην νὰ ἔχω δισταγμόν τινα ὡς πρὸς τοῦτο,
1062ἂν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος νὰ παραδώσῃ
1063δικαιολογητικὰ πρὸς τὴν παροῦσαν περὶ δαπάνης, ἥτις
1064τῇ ἐπετράπη ἄνευ δικαιολογητικῶν, μετὰ τὴν ἀνάγνω-
1065σιν ὅμως ἐγγράφου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἠκούσθη ἐντεῦθεν, νο-
1066μίζω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ἔγγραφον ἤρκει διὰ νὰ ἀπο-
1067κρουσθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν μέχρι τῆς στιγ-
1068μῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδίδετο καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς
1069τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἂν μέχρι τῆς
1070στιγμῆς ἐκείνης ἠδύναντο, διότι ἴσως δὲν θὰ εἶχε σημασίαν
1071τινὰ, ἂν ἠδύναντο, νὰ παράσχωσι πᾶσαν πληροφορίαν πρὸς
1072τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς παρόντας οἱ προκάτοχοι, ἀλλ’ ὅτε
1073ἔλαβον τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τότε τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε
1074νὰ τοῖς παράσχουν, καὶ ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι καὶ γνωρί-
1075ζουν οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ περὶ τίνος διαθέσεως ἐπρόκειτο
1076αὐτῶν τῶν 6 χιλιάδων, καὶ δὲν ἠδύναντο σπουδαίως νὰ ἀπο-
1077ρῶσι περὶ αὐτοῦ, οὐδὲ ἀνησύχησεν ἡ αὐστηρότης καὶ ὁ πα-
1078τριωτισμὸς αὐτῶν περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τῶν 6 χιλιάδων,
1079ἀλλ’ ἀπευθύνουν ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου, θέλοντες, οὕτως
1080εἰπεῖν, νὰ ἀστεϊσθῶσιν ἐν ζητήμασιν ἀνεπιδέκτοις ἀστεϊσμοῦ,
1081λέγουσι πρὸς τοὺς προκατόχους αὐτῶν, ὅτι «θέλομεν νὰ
1082μάθωμεν πῶς διεχειρίσθητε αὐτὰς τὰς 6 χιλιάδας, διὰ νὰ
1083ἴδωμεν μόνον, πῶς νὰ ἐνεργῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ μέλλοντι».
1084Ἀλλ’ ὅτε τοιοῦτον ἔγγραφον ἀπευθύνεται, ἀληθῶς μετ’
1085ἀγανακτήσεως ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσωσιν, ὅτι «παίζετε ἐν τοῖς
1086τοιούτοις, καὶ ἀφοῦ παίζετε ἐν οὐ παικτοῖς, βεβαίως δὲν
1087δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐμπιστευθῶμεν οὐδὲν ἔγγραφον, ὅταν αὐτὴ
1088ἡ Βουλὴ μᾶς εἶχεν ἐπιτρέψει νὰ δαπανήσωμεν ἓν μικρὸν πο-
1089σὸν ἄνευ δικαιολογητικῶν». Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἐκπεσμὸς
1090τοῦ Κοινοβουλίου τὸ νὰ προτείνωνται αἱ τοιαῦται ἰδέαι
1091παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ συνοδεύωνται μὲ ἀστεϊ-
1092σμοὺς προστύχους, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφερομέ-
1093νους. Καὶ ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχῃ καὶ δικαίωμα καὶ κα-
1094θῆκον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυ-
1095βερνήσεως μετὰ τὴν ἔλευσίν του εἰς τὰ πράγματα, ὅταν
1096μάλιστα ἡ προκάτοχος διεξήγαγε μέγα ζήτημα, ἔρχεται
1097καὶ παραγνωρίζει μὲν τὸ τοιοῦτον καθῆκον, ἐρωτᾷ δὲ περὶ
1098τῆς διαχειρίσεως 6 χιλιάδων δραχμῶν, τότε βεβαίως καὶ τὸ
1099Κοινοβούλιον ἐξευτελίζει, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, καὶ ἑαυτόν.
1100Καὶ τί θέλει ἐννοήσει τις, ἀναγινώσκων τὰ τοιαῦτα; Ὅτι
1101καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ θεωρῆται ὕποπτος, ὅταν
1102πρόκηται περὶ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ διαχειρισθῇ
1103ἓξ χιλιάδας δραχμῶν. Βεβαίως τὸ κοινοβουλευτικὸν πολί-
1104τευμα κατὰ κανόνα εἶναι πολίτευμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς
1105δημοσιότητος καὶ τῆς δυσπιστίας πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’
1106ὑπάρχουσι περιστάσεις, ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωτερι-
1107κῶν ζητημάτων, καθ’ ἃς ἐπινοοῦνται συνεταὶ ἐξαιρέσεις.
1108Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ παιγνίδιον, τὸ κακῶς ἐπινοη-
1109θὲν, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ
1110κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ ἀναμίξῃ παιγνίδια εἰς σοβαρὰν
1111ὑπόθεσιν, οὐ μόνον τὴν Βουλὴν ἐξευτελίζει, ἀλλὰ στρέφεται
1112καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὡς μὴ σπουδάζοντος περὶ τὰ σο-
1113βαρώτατα τῶν δημοσίων πραγμάτων.
1114§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ προβῇ ἡ παροῦσα συ-
1115ζήτησις θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Πρω-
1116θυπουργὸς ἐγγράφως τὴν πρότασιν, διὰ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συ-
1117ζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὡρισμένως, θέ-
1118λομεν νὰ μάθωμεν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος
1119ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν.
1120§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν καταθέτω ἔγγραφον.
1121§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ παρακαλῶ.
1122§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν
1123ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην
1124πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς
112512 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1126ταξιν».
1127§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ἐν πρώτοις ἀπὸ τῆς
1128θέσεως ταύτης, ἀπὸ τῆς ὁποίας χθὲς παρεκάλεσα τὸν ἀξιό-
1129τιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγ-
1130γραφα, ἅτινα τυχὸν εἶχεν εἰς χεῖράς του καὶ ἅτινα ἤθελον
1131ἀποδεικνύει τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μακαρίτου πατρός μου
1132ἐπὶ τῶν 60,000, ὀφείλω, λέγω, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμο-
1133σύνην μου πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, διότι ἔσπευσε νὰ προσα-
1134γάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶχε τηρήσει, ἐν τῇ
1135διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ ἀκριβείᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν
1136κοινῶν καὶ περὶ τὴν τήρησιν καὶ τοῦ ἐλαχίστου λογαρια-
1137σμοῦ. Ἀκριβῶς καὶ πρὶν ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατυπώσῃ
1138τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τώρα κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον,
1139ἐσκόπουν νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ δια-
1140τυπώσῃ τοιαύτην πρότασιν. Ἂν δὲ τυχὸν ἤθελε πράξει
1141τοῦτο, θὰ τὸ ἔπραττε μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς μήνιος, ἣν
1142φαίνεται ἀείποτε διατηρεῖ, καὶ θὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν μνή-
1143μην του, ἐναντίον τῆς Βουλῆς τῆς 7ης Ἀπριλίου. Ἡ Βουλὴ
1144ἐκείνη περιέβαλε διὰ μοναδικῆς ἐμπιστοσύνης, ὁμοίαν τῆς
1145ὁποίας δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ καθ’ ὅλον τὸν κοινοβουλευτικὸν
1146βίον αὑτῆς ἡ Ἑλλάς, τὴν Κυβέρνησιν τῆς 7ης Ἀπριλίου
1147ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην...
1148§62ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ ὁποία τὸν ἄφησεν ὅμως.
1149§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικρού-
1150σητε ὕστερον ἀπὸ τοῦ βήματος.
1151§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ δοθῇ περὶ τούτου ἐξήγησις.
1152§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ
1153ἐκείνη περιέβαλε διὰ μεγίστης ἐμπιστοσύνης τὴν Κυβέρνη-
1154σιν τῆς 7ης Ἀπριλίου, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν οἱανδήποτε
1155ἐνέργειαν περί τε τὴν διαχείρισιν τῶν ὑψίστων ἐθνικῶν συμ-
1156φερόντων ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφύησαν τότε,
1157καὶ περὶ οἱασδήποτε διαχειρίσεως. Καὶ καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ
1158ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία
1159διὰ τόσης περιεβάλλετο ἐμπιστοσύνης, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην
1160ἐποιήσατο κατάχρησιν αὐτῆς, περιωρίσθη δὲ μόνον εἰς τὴν
1161διάθεσιν τῶν 60,000 δραχμῶν, καὶ τὰς 60,000 ἐδαπάνη-
1162σεν ἑκάστοτε διὰ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1163καὶ ἐδαπάνησεν οὐχὶ πάσας, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐξ αὐτῶν κατά-
1164λοιπον 7,000 δραχμῶν. Ἀναγινώσκονται τὰ ἔγγραφα
1165ἐκεῖνα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀλλὰ δὲν πείθουσι τὸν Πρω-
1166θυπουργόν· ἀναγινώσκεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν
1167δαπάνην, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πείθεται. Σᾶς ἀνέ-
1168γνωσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸ 2 ἄρθρον τοῦ Β. Διατάγματος
1169τοῦ κυρωθέντος διὰ νόμου μετὰ ταῦτα, ἔχον οὕτω (ἀναγινώ-
1170σκει): «Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα
1171χρηματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐπὶ τῶν
1172Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ δικαιολογητι-
1173κῶν ἄλλων ἐγγράφων». Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἐξα-
1174σκοῦσιν ἐπὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐντύπωσιν. Καὶ ἐνῷ ἠδύ-
1175νατο, καθὼς ἄριστα ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνέπτυξεν, ὁ μακα-
1176ρίτης πατήρ μου, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,
1177νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα, νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ παρα-
1178λάβῃ τὰ χρήματα παρ’ ἑαυτῷ, δὲν ἔπραξεν ὅμως αὐτὸ, ἐν τῇ
1179διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ τιμιότητι, ἀλλ’ ἐλάμβανε δι’ εἰδικοῦ
1180ἐντάλματος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο αὐτῷ ἑκάστοτε,
1181πάντοτε δὲ τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
1182πάντοτε διὰ πρωτοκόλλου, δικαιολογοῦντος τὸν λόγον καὶ
1183τὴν αἰτίαν, ἔρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ζητεῖ νὰ κατατε-
1184θῶσι τὰ δικαιολογητικὰ τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων ἐκεί-
1185νων, τῶν 53,000. Ἀλλὰ τὰ δικαιολογητικὰ τῆς δαπά-
1186νης ταύτης εἶχεν εἰς χεῖράς του μόνος ὁ μακαρίτης πα-
1187τήρ μου. Δὲν ἔπρεπε σήμερον, προκειμένου περὶ μὴ ὑπάρ-
1188χοντος, νὰ ζητῇς, κύριε Πρωθυπουργὲ εὐθύνην, διότι τοῦτο
1189εἶναι ἀσέβεια πρὸς τοὺς νεκροὺς, εἶναι τυμβωρυχία! Ἐγὼ
1190ἔχω τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ γραφείου
1191τοῦ μακαρίτου πατρός μου, καὶ δὲν θὰ προσαγάγω αὐτὰ,
1192καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι προσβάλλονται διὰ τῆς ἀνακοινώσεως
1193αὐτῶν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διὰ τὰ ὁποῖα σὺ ἥκιστα
1194φροντίζεις!
1195§66Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν
1196εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουρ-
1197γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μακαρίτου Λομβάρδου καὶ τοῦ ἐπίσης
1198ἀειμνήστου Παπαμιχαλοπούλου. Διὰ τῶν ἐγγράφων τού-
1199των θέλει νὰ ἀποδείξῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885, ὅτι δῆθεν
1200κατεχράσθη 5, 6, 10 χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ σκοπὸς, Κύριοι,
1201δὲν εἶναι αὐτὸς, ὁ σκοπὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἕτερος,
1202θέλει δι’ αὐτοῦ νὰ μεταβάλῃ θέσιν, καὶ ἀπὸ ἀμυνομένου νὰ
1203γίνῃ ἐπιτιθέμενος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπέτυχε, πολὺ δὲ μᾶλλον
1204διότι ἡ ὑπόθεσις, καθ’ ἧς ἀμύνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν
1205εἶναι ὁμοίας φύσεως μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ Πρω-
1206θυπουργός, διότι δὲν πρόκειται μήτε περὶ 335 χιλιάδων
1207δραχμῶν, ἵνα δοθῶσιν εἰς τὸν Σπάρταλην, μήτε περὶ τῶν
120810 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας διέθεσεν ἡ προκάτοχος
1209Κυβέρνησις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμύνεται, διότι ἐν πεποι-
1210θήσει πιστεύει, ὅτι καλεῖται νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν, ὁμοία
1211τῆς ὁποίας δὲν ἀναφέρεται μήτε ἐν τῇ ἱστορίᾳ, μήτε εἰς οὐδὲν
1212τῶν διαφόρων Κοινοβουλίων τῶν μεγάλων Ἐθνῶν, μήτε τῶν
1213μικρῶν. Γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ Ἔθνη ψηφίζουσι δωρεὰς,
1214ψηφίζουσιν ἀμοιβὰς, ἀμείβουσιν ἄτομα, ἀλλὰ τί ἄτομα;
1215ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ὑπηρεσίας εἰς αὐτὰ, ποτὲ δὲ
1216ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προδίδουσι τὰ ἱερώτερα αὐτῶν συμφέροντα.
1217Καλεῖσθε, Κύριοι, νὰ ψηφίσητε σήμερον ἀμοιβὴν ὑπὲρ τοῦ
1218Σπάρταλη δῆθεν, ἀλλ’ ὄχι ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη πραγματι-
1219κῶς, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Στῆλμαν. Τίς δὲ, νομί-
1220ζετε, ὁ Στῆλμαν; Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Μάϊον
1221τοῦ 1886, ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξεπλήρου τὸ πρὸς
1222τὴν πατρίδα ἱερὸν αὐτοῦ καθῆκον, συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ
1223Πρωθυπουργοῦ καὶ διὰ τοῦ Ῥούμβωλδ μετὰ τῶν Δυνάμεων
1224Αὐστρίας καὶ Γερμανίας, καὶ ἀπέκλεισαν τὴν Ἑλλάδα.
1225Αὐτὸς εἶναι ὁ Στῆλμαν. Καὶ διατὶ νομίζετε ὁ Πρωθυπουρ-
1226γὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπεδίωξε τὸν τοιοῦτον ἀπο-
1227κλεισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων; Διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν
1228ἐξουσίαν καὶ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς σπείρας, ἡ
1229ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὸν περιστοιχίζει, καὶ ἡ ὁποία
1230ἀπεμύζησε τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ Ἔθνους καὶ τὴν τελευταίαν
1231ἰκμάδα. Εἶναι λοιπὸν ἴσοι οἱ λόγοι, καὶ ἴσον τὸ θέμα, περὶ
1232οὗ πρόκειται; Πάντες εἶσθε εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ τὸ
1233γνωρίζητε. Διὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα,
1234καὶ νὰ σκεφθῆτε, διότι θὰ διαπράξωμεν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον
1235θέλει τιμωρηθῆ καὶ θέλει ἡ ἱστορία ἀναγράψει μὲ μελαίνας
1236γραμμάς. Καὶ ἀντὶ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν
1237ἐποχὴν τοῦ 1886 ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ σκέπτηται καὶ νὰ
1238μεριμνᾷ, πῶς νὰ λαμπρύνῃ τὰς δάφνας τῶν ἡρώων τοῦ
12391821, ἐφρόντισε νὰ ἀποκλείσῃ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, καὶ
1240διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον εἰς τὸν Ἑλλη-
1241νικὸν στρατὸν νὰ ἀμυνθῇ, καὶ οὕτως αἱ δάφναι ἐκεῖναι τῶν
1242ἡρώων τοῦ 1821 νὰ καταπέσωσιν ἅπαξ διὰ παντός. Διὰ
1243τοῦτο καθῆκον νομίζω παντὸς Βουλευτοῦ, νὰ ἀμυνθῇ πάσῃ
1244δυνάμει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὁ Πρω-
1245θυπουργὸς, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ παρόντος νο-
1246μοσχεδίου, δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ πιέσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν
1247καὶ νὰ ψηφίσῃ ἀμοιβὴν ὑπὲρ τοῦ ὑβριστοῦ τῆς πατρίδος.
1248§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι, πρὶν ἢ
1249προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν κατ’ οὐσίαν τῆς προτάσεως, ἣν
1250κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν
1251ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς σήμερον.
1252Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὁ κανο-
1253νίζων τὰς ἡμετέρας ἐργασίας, προβλέπει ῥητῶς περὶ τοῦ
1254τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν προτάσεων καὶ τῆς συζητήσεως
1255αὐτῶν. Κατὰ τὸ 34 ἄρθρον αὐτοῦ, πᾶσα πρότασις, Βουλευ-
1256τοῦ ἢ Ὑπουργοῦ, παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως
1257καὶ ἰδιοχείρως ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν,
1258καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, τυποῦται, μεθ’ ὃ εἰσά-
1259γεται κατὰ τὴν χρονολογικὴν τάξιν τῆς εἰσαγωγῆς της.
1260Ἐρωτῶ, Κύριοι, πάντα ἐξ ὑμῶν, ἐρωτῶ αὐτὸν τὸν Πρω-
1261θυπουργὸν, εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προβῇ
1262ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, ταύ-
1263την τὴν στιγμὴν ὑποβληθείσης καὶ ἀκόμη μὴ τυπωθεί-
1264σης; Οὐδεμία πρότασις λοιπὸν δύναται νὰ συζητηθῇ, πρὶν
1265ἢ ὑποστῇ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ὁ Κανονι-
1266σμὸς ἀναγράφει. Διὰ τοῦτο πρὸ πάσης ἄλλης κατ’ οὐσίαν
1267συζητήσεως τῆς προτάσεως προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διὰ
1268νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις, αἱ ῥηταὶ καὶ σαφεῖς, τοῦ Κα-
1269νονισμοῦ.
1270§68ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον
1271προλαλήσαντα, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, νο-
1272μίζω δὲ, ὅτι εἶναι λίαν εὐτελὲς τὸ λύειν τὰ δυσχερῆ ζητή-
1273ματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡμῶν, διὰ
1274τοιαύτης παρερμηνείας τῶν κεκανονισμένων. Ἂν ἡ Βουλὴ
1275ἦναι πράγματι Βουλὴ καὶ δὲν ἦναι Λέσχη, εἰς ἣν ἐπὶ πολ-
1276λὴν ὥραν καὶ ἐπὶ μακρὸν δύναταί τις νὰ φλυαρῇ, χωρὶς
1277νὰ καταλήγῃ εἰς συμπέρασμα, ἂν, λέγω, ἡ Βουλὴ πράγ-
1278ματι περὶ τῶν κοινῶν σκέπτηται, ὀφείλει ἑκάστοτε νὰ
1279καταλήγῃ εἰς συμπέρασμα, ἐνδεικτικὸν τῆς ἀποφάσεως
1280αὑτῆς. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, τῇ λίαν παραταθείσῃ,
1281ἐπὶ πολλὰς ὥρας διημφισβητήθη ἀξίωμά τι, τὸ ὁποῖον δὲν
1282πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον, συνεζητεῖτο ἀξίωμα, τὸ
1283ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι
1284οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς διαδόχους
1285αὑτοῦ τὰ ἀπόῤῥητα, τὰ ὁποῖα, οὐχὶ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς
1286Κυβέρνησις γινώσκει. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο δὲν ἔδει νὰ παρέλθῃ
1287ἄνευ διαμαρτυρίας. Ὤφειλεν ἡ Βουλὴ, ἢ νὰ δεχθῇ τοῦτο, ἂν
1288ἦναι ὀρθὸν, ἢ νὰ τὸ ἀντικρούσῃ, δι’ ἀποφάσεως σαφοῦς καὶ
1289ὡρισμένης. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυ-
1290πουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερ-
1291νήσεως, ζητησάσης νὰ γινώσκῃ τὸ ἀπόῤῥητον ἐκεῖνο, ὅ ἀπέ-
1292κρυπτεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην Πρωθυ-
1293πουργὸς, ἡ πρότασις ἐκείνη, λέγω, εἶναι πόρισμα τῆς μακρᾶς
1294ἐκείνης συζητήσεως. Ἄνευ πορίσματος δὲν δύναται νὰ ἐννοη-
1295θῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Ἄλλως ἔχομεν ἁπλῆν Λέσχην,
1296εἰς ἣν ἕκαστος δύναται περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου ἐπὶ
1297πολλὴν ὥραν νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν
1298Βουλήν. Ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς
1299τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περὶ εὐθύνης καὶ μομφῆς Ὑπουρ-
1300γείου παρελθόντος, εἶναι ἀκριβεστάτη, κατ’ ἐμὴν κρί-
1301σιν, καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις δύναται κατ’ αὐτῆς νὰ ἀντιτα-
1302χθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεσμῶν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται
1303περὶ εὐθύνης οἱασδήποτε, εἴτε ἠθικῆς εἴτε πολιτικῆς, εἴτε
1304ποινικῆς. Ἂν τοῦτο ἐπρόκειτο, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ κατεψήφιζον
1305τοιαύτης προτάσεως· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρό-
1306κειται τοὐναντίον περὶ ἀντικρούσεως μομφῆς, ἐξενεχθείσης
1307χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος
1308ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐμέμφθη τοῦ Ὑπουργείου, διότι
1309ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποῤῥήτου. Ἡ μομφὴ
1310αὕτη, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἐκδήλωσις δυσπιστίας πρὸς
1311τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος, ἡ
1312δὲ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὸ χειρόκτιον, τὸ ῥιφθὲν
1313κατ’ αὐτῆς, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς
1314ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μομφῇ. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω,
1315περὶ μομφῆς κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αὐτὴ δὲν
1316ὑπάρχει πλέον, εὐθύνην δύναται νὰ δώσῃ αὕτη ἐντὸς τοῦ
1317νόμου καὶ τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ νῦν πρόκειται νὰ ἀποκρου-
1318σθῇ ἡ μομφὴ, ἡ ἐπιῤῥιφθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὑπὸ τὴν
1319ἔποψιν ταύτην ἡ πρότασις εἶναι νομιμωτάτη.
1320§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀποδέχηται
1321τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρό-
1322κειται νὰ ἐκφράσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ
1323Βουλή.
1324§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ προλα-
1325λήσαντος εἶναι ἡ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθεῖσα καὶ ἀναγραφεῖσα ἐν
1326τῇ προτάσει μου, καὶ ἣν ἀντέκρουσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1327Ἀρκαδίας. Εἶπον χθὲς, ὅτι ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις παρὰ τῶν
1328προκατόχων, ὅτι οὗτοι ὤφειλον νὰ μᾶς δώσωσιν ἐξηγήσεις
1329καὶ δὲν ἔδωκαν αὐτὰς πρὸς ἡμᾶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1330Ἀρκαδίας ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ
1331ζητήσωμεν ἐξηγήσεις, εἶπον δ’ ἐγώ, ὅτι ταύτην τὴν ἀξίω-
1332σιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐργαζόμενοι ἐν τῷ δικαιώ-
1333ματι ἡμῶν, θέλομεν ἀποκρούσει, ὅτι περὶ ταύτης θέλομεν
1334ζητήσει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι πρέπον,
1335ἀφοῦ ἐῤῥήθη, ὅτι ἀτόπως ζητοῦνται ἐξηγήσεις παρὰ τῶν
1336προκατόχων ὑπὸ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων, νὰ μὴ ἀπο-
1337φανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Οἱ διάδοχοι κυβερνῆται, οἱ
1338κατακρίνοντες τοὺς προκατόχους, διότι δὲν τοῖς ἀνεκοίνωσαν
1339τὸ ἀπόῤῥητον, πρέπει νὰ τύχωσι ψήφου ἐμπιστοσύνης, μαρ-
1340τυρούσης, ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν ἐζήτησαν τὰ ἔγ-
1341γραφα.
1342§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιό-
1343τιμος συνάδελφος, ὁ ἀγορεύσας πρὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1344ἔδωκε σπουδαιότερόν τινα χαρακτῆρα καὶ δικαιολογίαν εὐ-
1345πρόσωπον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξή-
1346γησεν, ὅτι δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ ἀποκρούσεως μομφῆς,
1347τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην
1348Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1349Καὶ τῷ ὄντι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ εὐλογοφανές, καὶ χρεω-
1350στῶ νὰ ὁμολογήσω εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ,
1351ὅτι τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ πρώην Πρωθυπουρ-
1352γὸς κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ
1353περιπτώσει, ἡ πλειοψηφία, ἡ περιβάλλουσα αὐτὸν, δύναται
1354νὰ μὴ τὰς ἀποκρούσῃ. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρω-
1355θυπουργὸς παρίσταται λίαν ὀλιγαρκής, ἐὰν ἀρκῆται εἰς τοῦτο
1356καὶ μόνον, εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς
1357πρὸς ἀπόκρουσιν μομφῆς. Διότι, ὅταν ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν
1358ἀποτείνει ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν-
1359ται νὰ παράσχῃ δικαιολογητικὰ διαχειρίσεως 6,000 δραχ-
1360μῶν, δύναται καὶ παρ’ ἀντιπολιτευομένου νὰ θεωρηθῇ ὑπερ-
1361μέτρως βαρεῖα κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πῶς θὰ ἐπιδο-
1362κιμάσῃ τοιαύτην μομφὴν ὁ συμπολιτευόμενος; Ἡ παροῦσα
1363Κυβέρνησις παρουσιάζεται παραπονουμένη, ὅτι ἡ προκάτο-
1364χος Κυβέρνησις ἐπὶ τοσοῦτον δυσπιστεῖ, ὥστε δὲν θέλει νὰ
1365ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ τῆς διαχειρίσεως 6,000 δραχ-
1366μῶν, διαχειρίσεως ἐπιτραπείσης ἄνευ δικαιολογητικῶν. Ὑπὸ
1367τοιαύτας ἐννοίας, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠδύ-
1368νατο καὶ παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ
1369πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶναι ὑπερμέτρως δύσπι-
1370στος πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ δύναμαι ἐγὼ, ὁ
1371ἀντιπολιτευόμενος, νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς προκει-
1372μένης ὑποθέσεως οὐδὲ κἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τόσος λόγος, καὶ
1373ὅτι ὑπέρμετρον δυσπιστίαν ἐκφράζει πρὸς τὴν παροῦσαν Κυ-
1374βέρνησιν. Ταύτην τὴν μομφὴν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
1375ἀποκρούσῃ. Καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπαινέσω τὴν ὀλι-
1376γάρκειαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὑπεμφαίνεται εἰς τὴν πρότασιν.
1377Ἀλλὰ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν χρεωστῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσο-
1378χὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρῶτον λέγων, ὅτι καθιεροῖ ἐπι-
1379κίνδυνον προηγούμενον. Εἶναι περιττὸν νὰ καθιερώσωμεν τὴν
1380ἀρχὴν, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὴν
1381ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινοῖ εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς λεπτομε-
1382ρείας διαχειρίσεως ἐθνικῶν ζητημάτων, λεπτομερείας, αἱ
1383ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καθ’ ἑαυτὰς μεγάλην ἀξίαν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι
1384καθίστανται ἀπαραίτητοι ἐν τῇ διεξαγωγῇ ἑνὸς ἐθνικοῦ ζη-
1385τήματος. Τοιαύτας λεπτομερείας οὐδὲ καθῆκον, οὐδὲ δικαίω-
1386μα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς διαδόχους, ὅταν
1387παρεχωρήθη ἐμπιστοσύνη προσωπικὴ πρὸς διαχείρισιν ἑνὸς
1388ποσοῦ. Καμμία Κυβέρνησις, ἐννοοῦσα σπουδαίως νὰ διαχει-
1389ρισθῇ ζήτημα ἐθνικὸν ἐξωτερικὸν, δὲν δύναται ποτὲ νὰ κα-
1390θιερώσῃ τοιοῦτον προηγούμενον· μόνον οἱ μὴ προσέχοντες
1391καὶ οἱ μὴ προβλέποντες εἰς ποίας περιστάσεις δύνανται νὰ
1392εὑρεθῶσι, μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ καθιερώσωσι τοιοῦτόν τι
1393προηγούμενον.
1394Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
1395πουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει
1396κἀμμίαν ἀξίαν δι’ αὐτὸν, καὶ δεικνύει μόνον τὴν ὀλιγάρκειαν,
1397ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχεται σήμερον. Ὡς καθιέρωσις ἑνὸς
1398προηγουμένου, δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ
1399μέλλον τοιαύτη ἀρχή.
1400§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζη-
1401τῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐν τῷ δι-
1402καίῳ αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην φέρω ἀντίῤῥησιν,
1403ἀλλὰ τότε μόνον δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην ψῆφον, ὅταν
1404ῥητῶς καὶ σαφῶς ἡ πρότασις περιέχῃ τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ
1405Βουλὴ ἐκφράζει τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν κ. Πρωθυ-
1406πουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς διετυπώθη δὲ ἡ πρότασις,
1407δὲν εἶναι ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ λύσις ἐπιστημονικοῦ
1408ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἁρμοδιότητα
1409ἔχει ἡ Βουλή, καὶ ἡ λύσις τοῦ ὁποίου ἤθελε καταστήσει
1410γελοίαν τὴν λειτουργίαν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος.
1411Τίνες αἱ σχέσεις μεταξὺ μιᾶς Κυβερνήσεως ὑπαρχούσης καὶ
1412μιᾶς Κυβερνήσεως μὴ ὑπαρχούσης, ἢ μᾶλλον μεταξὺ τοῦ
1413Κράτους, ὃ ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει, καὶ ἰδιωτῶν, δια-
1414τελεσάντων ἄλλοτε Ὑπουργῶν, εἶναι ζήτημα κανονιζόμε-
1415νον ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαιο-
1416δοσίαν νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τοιούτων προτάσεων. Ἀλλ’
1417ὁπωσδήποτε δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι πρὸς συζήτησιν
1418τοιαῦται προτάσεις, εἰμὴ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ Κα-
1419νονισμοῦ. Ἀνάγκη λοιπὸν, ἡ παροῦσα πρότασις νὰ τυπωθῇ
1420καὶ νὰ διανεμηθῇ, καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1421ταξιν πρὸς συζήτησιν. Ὅθεν ἐπιμένω, πρὶν ἢ προσκληθῶ-
1422μεν νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τούτου, νὰ τεθῇ ἡ περὶ ἀναβο-
1423λῆς πρότασις εἰς ψηφοφορίαν.
1424§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1425νὰ θελήσῃ νὰ κρατήσῃ δι’ αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν Βουλὴν εἰς
1426τὸ ὕψος αὐτῆς. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, δὲν εἶναι
1427σύμφωνος μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ συνέστησε πρὸς τὴν
1428προκάτοχον Κυβέρνησιν, δηλαδὴ νὰ μὴ δώσῃ δικαιολογητικὰ
1429ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ πρώην
1430Πρωθυπουργὸς τί σᾶς εἶπεν; Ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει δικαίωμα
1431ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸ ἀρνηθῇ, δὲν ἔχει καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς
1432σᾶς. Ἡ πρότασίς σας δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτὸς ἐὰν
1433ψηφοφορηθῇ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κωνσταν-
1434τόπουλος.
1435§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν ἕν ζήτημα ἀναβολῆς· ἀλλὰ
1436πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, νομίζω ἀναγκαῖον
1437νὰ δηλώσω, ὅτι ζητῶ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατά-
1438ξεως δι’ ἑτέραν ὑπόθεσιν, ἵνα ζητήσω πληροφορίας οὐσιώδεις
1439καὶ σπουδαίας· ἑπομένως, οἱανδήποτε λύσιν καὶ ἂν λάβῃ τὸ
1440ζήτημα, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐγκαταλείψω τὸ δικαίωμά μου.
1441§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θέλω φέρει τὸ ζήτημα
1442ἐπὶ ἑτέρου ἐδάφους. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
1443καθαρίσωμεν τὰ πράγματα. Δυνάμει τοῦ νόμου, εἶναι ἢ δὲν
1444εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα;
1445§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀνα-
1446βολῆς.
1447§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι.
1448§78ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ
1449προκαλέσητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν, ἔλαβε
1450διπλῆν φάσιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1451ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
1452τάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἠτήσατο, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή,
1453ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ ἐγκρίνει
1454τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ἡ ἀπαίτησις
1455τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ προσαγάγῃ ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νό-
1456μου τῆς 12ης Νοεμβρίου 1885 πληροφορίας, εἶναι ὀρθή. Δὲν
1457πρόκειται ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς
1458τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ περὶ λύσεως ζητήματος, τὸ ὁποῖον
1459συνεζητήθη. Αὕτη εἶναι ἡ μία πρότασις, περὶ ἧς ὁ ἀξιότι-
1460μος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λίαν ὀρθῶς ἐπεκαλέσθη τὸν Κα-
1461νονισμόν, ζητήσας νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ.
1462Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ἀναβὰς τὸ βῆμα, εἶπεν, ὅτι χθὲς
1463ὁ κ. Δηλιγιάννης, λόγον ποιούμενος περὶ τῆς προτάσεως,
1464ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ
1465ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τοιούτου ῥύπου, ἑπομένως νὰ ἐκφράσῃ
1466ὑπὲρ αὐτῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐτέθη λοιπὸν καθα-
1467ρὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Κατὰ τοιαύτης προτάσεως
1468δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν οὐδὲν δικαίωμα. Ὁ κ. Πρωθυ-
1469πουργὸς υἱοθέτησε τὴν πρότασιν ταύτην, εἰπὼν, ὅτι θέτει
1470ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα πάντοτε· ἑπο-
1471μένως, ἐὰν ἐπιμένῃ, ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ
1472θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστο-
1473σύνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρώτη πρότασις,
1474τότε βεβαίως ἔχομεν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
1475τοῦ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἐπασχο-
1476λήσῃ τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ συζητηθῇ εὐρέως, ἂν ἐπιτρέ-
1477πηται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτη πρότασις, ἡ ὁποία
1478δὲν ἠξεύρω καὶ διατὶ ἐξ ἀρχῆς ἀνεκινήθη. Τίνα λόγον εἶχε,
1479νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα περὶ ἀποῤῥήτων, ἐὰν δηλαδὴ μία Κυ-
1480βέρνησις ἔχῃ καθῆκον νὰ ἀναγγέλλῃ εἰς τὴν διάδοχον αὐτῆς
1481τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς; Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη, ὁμολογῶ,
1482ἤθελε παραστήσει τὴν Βουλὴν ὡς σύλλογον μαθητῶν, ὁ
1483ὁποῖος δὲν εἶχε προχειροτέραν ἐργασίαν, ὅπως ἀσχοληθῇ,
1484καὶ ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἑπομένως νομίζω καὶ ἀναγ-
1485καῖον, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς ἀηδοῦς ταύτης ὑποθέ-
1486σεως ταχύτερον, ὅτι τάχιστα πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότα-
1487σις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ περὶ ἐμπιστοσύνης.
1488§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ προ-
1489κάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτω-
1490βρίου 1885 ἔλαβεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δραχμῶν 60
1491χιλιάδων, καὶ ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ δαπανήσῃ τὴν πίστωσιν
1492ταύτην ἄνευ δικαιολογητικῶν καὶ ἄλλων ἐγγράφων. Εἶναι
1493ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλή, ἐλθοῦσα κατόπιν, ἐκύρωσε τὸ
1494Διάταγμα τοῦτο διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885.
1495Ὥστε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε, λαβοῦσα νομίμως,
1496τὴν ἄδειαν, νὰ δαπανήσῃ δραχ. 60,000 ἄνευ δικαιολογη-
1497τικῶν ἐγγράφων. Ἐὰν δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐναντίον
1498τοῦ Διατάγματος τῆς 4 Ὀκτωβρίου καὶ τοῦ κυρώσαντος
1499τοῦτο νόμου, ἐζήτει ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ
1500παρουσιάσῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δὲν ἤθελεν εἶναι ἐν
1501τῷ δικαίῳ. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, Κύριοι, δὲν ζη-
1502τεῖ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα παρὰ τῆς προκατόχου, ζη-
1503τεῖ ἁπλῶς πληροφορίας, καὶ τὸ πρᾶγμα διαφέρει βέβαια
1504πολύ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις: «Ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα
1505τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύ-
1506την πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νό-
1507μου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
1508σίαν διάταξιν». Ἀναφέρεται, ὡς βλέπετε, καὶ αὐτὸς ὁ νό-
1509μος τῆς 12 Νοεμβρίου, δι’ οὗ ἀπηλλάγη ἡ τότε Κυβέρ-
1510νησις τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προσαγάγῃ δικαιολογητικὰ καὶ
1511ἄλλα ἔγγραφα, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐξοφλήσεως τῆς
1512πιστώσεως, ὅπως μή τις ὑποθέσῃ ἐκ πλάνης, ὅτι πρόκειται
1513περὶ τούτων.
1514Ὅλον τὸ ζήτημα λοιπὸν στρέφεται εἰς τοῦτο: Δύνα-
1515ται ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τῆς προκα-
1516τόχου αὐτῆς πληροφορίας, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρή-
1517ματα τῆς πιστώσεως;....
1518§80ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδέποτε.
1519§81ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς λέγετε οὐδέποτε, ἡμεῖς ὅμως λέγομεν
1520πάντοτε, ἰδοὺ ἡ διαφορά. Σεῖς φρονεῖτε, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
1521σις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ οὔτε
1522δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὔτε πληροφορίας. Ἡμεῖς φρο-
1523νοῦμεν, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις καὶ δικαιοῦται καὶ ὀφείλει
1524νὰ ζητήσῃ ἁπλῶς πληροφορίας, δεσμευομένη μόνον ἐκ τοῦ
1525νόμου νὰ ζητήσῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.
1526§82ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ τὰς κάμητε τί;
1527§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ νὰ κανονίσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς καὶ
1528γνωρίσωμεν τοὐλάχιστον πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα.
1529Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲ, Κύριοι, ἡ πλειοψηφία ἔχει καὶ πο-
1530λιτικὸν καθῆκον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δόσιν τῶν πληροφοριῶν.
1531Διὰ τί; Διότι ἐχαρακτηρίσθη ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν, τὸν ὁποῖον
1532ὑποστηρίζομεν ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη, ὡς προδότης τῆς πατρί-
1533δος, καὶ ἐπὶ τῆς ὕβρεως ταύτης στηρίζεται ἡ ἄρνησις τῶν
1534πληροφοριῶν. Τί εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1535ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; «Εἰς
1536σὲ θὰ δώσω πληροφορίας; Εἰς τὸν ἔσχατον τῶν πολιτῶν
1537τὰς δίδω, εἰς σὲ ποτέ»· καὶ ὑπενθύμιζε τὰς περὶ ἐσχάτης
1538προδοσίας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ καταφρόνησις
1539αὕτη πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀρχηγὸν ἀντανακλᾷ προφανῶς καὶ
1540πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζομεν. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν
1541εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ εἴ-
1542μεθα συναγωγὴ προδοτῶν! Ἀκούετε; Ἐπιβάλλεται ἄρα
1543εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, τὸ ἔκτακτον καὶ ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ
1544εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἣν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν ὑπο-
1545στηρίζομεν, εἶναι ἀξία νὰ ζητήσῃ πᾶσαν περὶ παντὸς πράγ-
1546ματος πληροφορίαν. Ἂν σεῖς φρονῆτε τὸ ἐναντίον, εἴπετέ
1547το διὰ τῆς ψήφου σας. Ἰδοὺ ἡ θέσις ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἰδοὺ
1548ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως.
1549Τί σχέσιν ἔχουσι τώρα, Κύριοι, τὰ περὶ μομφῆς καὶ ἀπο-
1550δοκιμασίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Δὲν ζητοῦμεν
1551μομφὴν κατὰ μὴ Ὑπουργῶν, δὲν ζητοῦμεν ἀποδοκιμασίαν·
1552ζητοῦμεν ἁπλῶς, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ πληροφο-
1553ρήσῃ τὴν παροῦσαν, πῶς ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῆς πιστώ-
1554σεως.....
1555§84ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόχρεως.
1556§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ φέρῃ τίτλους, δικαιο-
1557λογητικὰ ἔγγραφα, ὑποχρεοῦται ὅμως νὰ δώσῃ πληροφο-
1558ρίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος της, τὴν ὁποίαν ὀφεί-
1559λει νὰ τιμᾷ. Ἡ ἔννοια ἄρα τῆς προτάσεως εἶναι ἀκριβῶς
1560ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· εἶναι
1561ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐκδηλούντων ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυ-
1562βέρνησιν, ἥτις καὶ δικαίωμα ἔχει καὶ ἀξία εἶναι νὰ λάβῃ
1563τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ὅταν δὲ, Κύριοι, τοιαύτη
1564ἦναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν
1565θὰ τὴν ψηφίσωμεν ἡμεῖς, ὡς ἐκδήλωσιν ἐμπιστοσύνης πρὸς
1566τὴν Κυβέρνησιν, ποίαν σημασίαν ἔχουσι τὰ περὶ τυπώσεως
1567αὐτῆς λεχθέντα, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ νομοθετικῆς προτά-
1568σεως; Ἐπὶ ἑκάστης πολιτικῆς συζητήσεως λοιπὸν ἡ ὑπο-
1569βαλλομένη ὡς πόρισμα αὐτῆς πρότασις πρέπει νὰ τυπῶται
1570καὶ διανέμηται; Ἀλλ’ αὐτὸ, Κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖον...
1571§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα πρότασις, ἐγγεγραμ-
1572μένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρέπει νὰ τυποῦται· ἄλλο
1573εἶναι ἡ πρότασις, ἥτις ὑποβάλλεται ὡς πόρισμα συζητήσεως.
1574§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως, κύριε Κωνσταντόπουλε,
1575οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, ἢ ἀποφαινόμεθα μόνον, μετὰ τὴν
1576γενομένην συζήτησιν, ὅτι ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν,
1577τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, ἐθνικὴν καὶ ἀξίαν νὰ ζητήσῃ
1578τὰς περὶ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς πιστώσεως πληροφορίας ἀπὸ
1579τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Περὶ μομφῆς δὲ καὶ ἀπο-
1580δοκιμασίας οὐδεὶς ἐν αὐτῇ λόγος. Καὶ ὅταν σᾶς λέγωμεν
1581κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις, τί ζητεῖτε
1582τὴν ἀναβολὴν, παρακαλῶ; εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ἡ ἀνα-
1583βολή: Διὰ νὰ φωτισθῆτε ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι τῆς
1584διαρκείας αὐτῆς;
1585§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τήρησιν τοῦ Κανονι-
1586σμοῦ ζητοῦμεν ἡμεῖς.
1587§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνος Κανονισμοῦ; ὁ Κανονισμὸς πουθενὰ
1588δὲν λέγει, ὅτι αἱ πολιτικαὶ προτάσεις τυποῦνται. Τοῦτο
1589ἀπαιτεῖ μόνον ἐπὶ προτάσεων νόμου.
1590§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πάσης προτάσεως.
1591§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε καὶ ἡ ἰδική σας περὶ ἀναβολῆς πρέπει
1592νὰ τυπωθῇ. Ὅτι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ τυπωθῇ, ποῦ τὸ
1593εὕρετε ἐν τῷ Κανονισμῷ; Ἐγὼ πολιτεύομαι 30 ὅλα ἔτη,
1594οὐδέποτε δὲ ἤκουσα, προτάσεις τοιαῦται νὰ τυπῶνται.
1595Οὔτε ἡ ἀναβολὴ λοιπὸν, Κύριοι, ἔχει λόγον τινὰ εὔλογον,
1596οὔτε ἡ τύπωσις τῆς προτάσεως.....
1597§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη πρότασις, κύριε συν-
1598άδελφε, οὐδέποτε ὑπεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ.
1599§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας, τὴν ὁποίαν θὰ διερ-
1600μηνεύσητε διὰ τῆς ψήφου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συν-
1601αδέλφους τῆς πλειοψηφίας, νὰ παραιτήσωσι τοιαύτας προ-
1602τάσεις, αἵτινες δὲν εἶναι σπουδαῖαι, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς
1603τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, ἀφοῦ ἐδηλώσαμεν πολλάκις,
1604ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ἐννοοῦμεν ἁπλῶς καὶ κα-
1605θαρῶς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυ-
1606βέρνησιν, οὐχὶ δὲ μομφὴν ἢ ἀποδοκιμασίαν κατὰ τῆς προ-
1607κατόχου Κυβερνήσεως.
1608§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρότασις, ὅπως ὑπεβλήθη, ἐκφρά-
1609ζει ἐμπιστοσύνην μὲν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δικαιολο-
1610γουμένην διὰ τῆς λύσεως ἑνὸς ζητήματος, ὅλως θεωρητι-
1611κοῦ. Ὅσον καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ αὕτη, τὸ γράμμα τῆς συν-
1612τάξεως αὐτῆς περιέχει ἰδέαν οὐσιαστικὴν, ἣν καλούμεθα νὰ
1613συζητήσωμεν· διὰ νὰ συζητήσωμεν ὅμως τὴν οὐσιαστικὴν
1614αὐτὴν ἰδέαν, ζητοῦμεν νὰ γίνῃ τοῦτο συμφώνως μὲ τὰς
1615διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰς διατάξεις ταύτας ἀνέπτυ-
1616ξεν ἀρκούντως ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Κατ’
1617αὐτὰς δὲ, πᾶσα πρότασις, ὑποβαλλομένη εἴτε παρὰ Ὑπουρ-
1618γοῦ, εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ, ὀφείλει, ὅπως συζητηθῇ, νὰ
1619τυπωθῇ προηγουμένως καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς.
1620Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότα-
1621σις, οἵα ὑπεβλήθη, ἐπιμένομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρότα-
1622σίν μας περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
1623§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα, ἔρχεται ὡς
1624πόρισμα τῆς συζητήσεως, τῆς γενομένης ὑπὸ τὸν τύπον ἐμ-
1625πιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
1626§96ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος φί-
1627λος καὶ συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔχω ἀντιληφθῆ ἴσως,
1628ἢ ὅτι ἐννοῶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ
1629τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως, κατόπιν μάλιστα τῶν ἐξη-
1630γήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βου-
1631λευτὴς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκαν εἰς τὴν πρότασιν.
1632Ἠσθάνθην ἓν εἶδος εὐχαριστήσεως, ὅτε εἶδον τὴν γνώ-
1633μην μου, τὴν ἐξ ἀρχῆς ἐκφρασθεῖσαν, ἐπισφραγιζομένην
1634διὰ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἐπεκύρωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον
1635ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν βλέπω εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἢ μόνον
1636ἔκφρασιν παραπόνων, οὗτοι δὲ ἐπεκύρωσαν τὴν ἑρμηνείαν
1637μου ταύτην, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὅτι
1638δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἀποκρούσεως μομφῆς, ἡ ὁποία ἐξεφρά-
1639σθη ὑπὸ τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ κατὰ τοῦ κ. νῦν
1640Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι αὕτη
1641ἦτο ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔρχωνται καὶ
1642σᾶς λέγουν, ὅτι ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης συζητήσεως ἡμεῖς δὲν
1643ὑπεβάλομεν πρότασίν τινα οὐσιαστικὴν, ἀλλὰ πρότασιν
1644ἀποκρούσεως μομφῆς, ἔχετε δυσκολίαν νὰ παραδεχθῆτε νὰ
1645ψηφοφορήσῃ ἡ πλειοψηφία τὴν πρότασιν ταύτην; Ὁ κ. πρώην
1646Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπροκάλεσε σήμερον πολιτικὸν ζήτημα
1647καὶ ψηφοφορίαν ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐπρόκειτο τοιοῦτον ζή-
1648τημα νὰ θέσῃ, οὐδὲ ἠμφισβήτησέ τις, ὅτι ἡ πλειοψηφία
1649ὑπάρχει περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουρ-
1650γὸς, ὡς πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οὐχὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς
1651Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξέφρασε κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ
1652μίαν μομφὴν, μίαν δυσπιστίαν· δύνασθε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ
1653νῦν Πρωθυπουργοῦ, τὸ παράπονον αὐτοῦ, ἐκφραζόμενον διὰ
1654μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, νὰ ἀποκρούσητε, ἵνα μὴ ψηφο-
1655φορηθῇ, ἢ ἁπλῶς νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολήν; Οὐδαμῶς.
1656§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν περιέ-
1657πλεξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων,
1658διότι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ
1659κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν συνᾴδει μὲ τὸ κείμενον τῆς προτά-
1660σεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς καὶ σήμερον ἀνέπτυξε διὰ μα-
1661κρῶν, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀπὸ
1662τὴν προκάτοχον, νὰ δίδῃ εἰς αὐτὴν λόγον καὶ περὶ τῶν ἀντι-
1663κειμένων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα νόμοι προηγούμενοι τὴν
1664ἀπαλλάττουσιν ἀπὸ πάσης λογοδοσίας. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βου-
1665λευτὴς εἶπεν, ἐὰν ἐνόησα ἀκριβῶς τὴν ὁμιλίαν του, ὅτι δὲν
1666πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἰσχυρί-
1667σθη, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἡ
1668πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι κακῶς
1669πράττων ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπι-
1670στοσύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν
1671δύο ζητήματα καὶ ὄχι ἕν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρε-
1672πονέθη διότι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην ὁ κ. Δηλι-
1673γιάννης, διότι τοῦτο τῷ εἶναι γνωστὸν, ἀλλὰ θέλει νὰ κα-
1674θιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅπως, καὶ ὅταν ἀκόμη μία Κυβέρνησις
1675ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ ἄνευ λογοδοσίας, ἔχῃ τὴν
1676ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ λόγον εἰς τὴν διάδοχον, αὐτὴ δὲ νὰ
1677ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο
1678ἡ δαπάνη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπο-
1679γιατζόγλου, βεβαίως δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις, ὅπως
1680δεχθῶμεν, ὥστε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, βέβαιοι ὄντες, ὅτι
1681ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν δεξιὰν θέλουσιν ὑπερψηφίσει
1682αὐτῆς· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν, νο-
1683μίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, καὶ πρέπει ὁ κ.
1684Πρωθυπουργὸς νὰ σκεφθῇ καλῶς, διότι, ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύ-
1685τη ἀρχὴ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία
1686καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος
1687θὰ ἀναλάβῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τοιαύτην δαπάνην.
1688§98ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1689§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ
1690ἀνορθώσητε τὴν περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γνώμην σας,
1691διότι κρίνετε μειωθεῖσαν αὐτὴν ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους
1692περὶ αὐτοῦ ἀπήγγειλα χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐξήγουν
1693διατὶ δὲν ἀνεκοίνωσα τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους εἰς τὸν
1694διάδοχόν μου; Διότι ἐγὼ παρίστων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ
1695ἄρνησίς μου δὲν ἦτο αὐθαίρετος, ἀλλ’ ὑπηγορεύετο ὑπὸ τῶν
1696συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὑμεῖς κρίνετε, ὅτι ἐμειώθη ἡ
1697περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ γνώμη, ὅτι κλονίζεται ἡ ἐμπιστο-
1698σύνη, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐδήλωσε μέ-
1699χρι τοῦδε πρὸς αὐτόν; Θέλετε νὰ ἀνορθώσητε αὐτόν;
1700Θέλετε νὰ δηλώσητε τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην σας, διὰ
1701νὰ βεβαιώσητε καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι ἐξακολουθεῖτε
1702τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν; Ἔχετε τὸ θάῤῥος λοιπὸν,
1703νὰ εἴπητε τοῦτο καθαρῶς καὶ παῤῥησίᾳ. Ἔχετε τὸ θάῤῥος
1704λοιπὸν νὰ προτείνητε εὐκρινῶς πρότασιν ἐμπιστοσύνης.
1705Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ παῤῥησία, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ὑπερηφάνεια
1706τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ ὑπερηφάνεια ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
1707θέλει ἡ πλειονοψηφία νὰ καλύψῃ. Τὴν πρότασιν ταύτην εἶχε
1708δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιθυμήσῃ, εἶχον δικαίωμα οἱ
1709φίλοι της νὰ προτείνωσι. Τοῦτο ἔπραξα ἐγὼ ἐν ἄλλῃ περι-
1710στάσει, ὅτε ἀνῆλθε καὶ ἀγροίκως προσηνέχθη πρὸς ἐμὲ,
1711Πρωθυπουργὸν τότε ὄντα, ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
1712τεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἠγόρευε καὶ ἔλεγε
1713τότε ἀνακριβῆ πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ δὲ, ὡς Πρω-
1714θυπουργὸς, τὸν διέκοψα, ἀλλ’ οὗτος διὰ τρόπου, οὐχὶ μό-
1715νον ἀνευλαβοῦς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς πατρίδος του,
1716ἀλλὰ διὰ τρόπου σκαιοῦ, ἵνα μὴ τὸν χαρακτηρίσω ἄλλως,
1717μοὶ ἐπέταξε «κάθησε κάτω.» Ἡ πλειονοψηφία, κατὰ τὴν
1718στιγμὴν ἐκείνην, δὲν ἀντελήφθη τοῦ γεγονότος, καὶ δὲν
1719ἔσπευσε νὰ πατάξῃ τὸ ἀγροῖκον διάβημα τοῦ τότε ἀρχη-
1720γοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἠσθάν-
1721θην τότε, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ καταδηλωθῇ ἡ πρός με
1722ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν
1723ἔθηκα ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἐζήτησα νὰ ἀναμίξω τὴν
1724πολιτείαν τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως
1725ἀποδοκιμασθῇ αὕτη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, οὐδ’ ἐποιησάμην
1726τὴν ἐλαχίστην μνείαν τοῦ διαβήματος αὐτοῦ. Ἐζήτησα ψῆ-
1727φον καθαρᾶς πρός με ἐμπιστοσύνης.
1728Τοῦτο εἶναι τὸ συνταγματικὸν, τοῦτο ἐπέβαλλεν ἡ συνεί-
1729δησις τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄν-
1730δρες, νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀξιοπρεπείας.
1731Αἰσθάνεσθε λοιπὸν, ὅτι εἶσθε ἐν παραπλησίᾳ περιπτώσει;
1732Προτείνατε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τί κρύπτεθε ὑπὸ ἡμερη-
1733σίας διατάξεις; Αἱ ἡμερήσιαι διατάξεις ὑποβάλλονται μό-
1734νον ὡς πορίσματα ἐπερωτήσεων, καὶ δὲν ἐκδηλοῦσιν, εἰμὴ
1735τὴν μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων γνώμην τῆς
1736Βουλῆς. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἐπερώτησιν καὶ συζήτησιν, ἡ
1737ὁποία ἐκλόνισε, τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην τῆς
1738Βουλῆς; Ὄχι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπρότεινεν ἐπερώτη-
1739σιν. Ἡ Κυβέρνησις ἦλθε νὰ αἰτιαθῇ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀν-
1740τιπολιτεύσεως, καὶ ἦλθε νὰ αἰτιαθῇ αὐτοῦ, κατὰ τοὺς λό-
1741γους αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοὺς ὁποίους ἀνέγνων δεδη-
1742μοσιευμένους ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ὥρᾳ».
1743Ἰδοὺ τί ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει ἐκ
1744τῆς «Ὥρας»): «Ἠρώτησα τὸν προκάτοχόν μου κ. Ὑπουργὸν
1745»ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους
1746»ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, μοὶ
1747»ἀπήντησε δὲ ἐκεῖνος, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποτανθῶ πρὸς τὸν τότε
1748»Πρωθυπουργὸν, διότι κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργι-
1749»κοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡ δαπάνη, καὶ δὲν τῷ ἐπετρέπετο
1750»νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὕτη ἐγένετο.
1751»Ἀπετάνθην πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἠρνήθη
1752»νὰ δώσῃ ἐξήγησιν. Ὡς ἐκ τούτου μένουσι χρεωμένοι οἱ
1753»στρατιωτικοὶ κτλ.»
1754Καὶ κατωτέρω εἶπε κατὰ τὴν «Ὥραν» ὁ Πρωθυπουρ-
1755γὸς (ἀναγινώσκει): «Ταῦτα θέλει ἐξετάσει ἡ Ἐπιτροπή.
1756»Θέλει τὰ ἐξετάσει ἡ Βουλή. Αὕτη θέλει ἐξετάσει ἐν καιρῷ
1757»καὶ τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ
1758»τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως θέλει ἐξετάσει τὸ δεύτερον ζή-
1759»τημα, τὸ πολιτειακὸν, τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ
1760»καθήκοντος τῶν προκατόχων, ὅπως καταστήσωσι κοινω-
1761»νοὺς τῶν παρ’ αὐτῶν πεπραγμένων τοὺς διαδόχους, χάριν
1762»τῆς ἀγαθῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἡ κυβέρνησις τῆς
1763»χώρας, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πεπραγμένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1764»διεξαχθῇ ὁμαλῶς, ὀφείλει δὲ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προσ-
1765»παθήσας διὰ παραγνωρίσεως τοῦ καθήκοντος νὰ καταστήσῃ
1766»δυσχερῆ εἰς τοὺς διαδόχους τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τοῦ ὑπὸ
1767»τοῦ Ἔθνους ἀνατεθέντος εἰς αὐτούς.» Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν
1768ἦλθε καὶ μὲ κατήγγειλεν, ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην νὰ δώσω εἰς
1769αὐτὸν αἰτηθείσας πληροφορίας, καὶ ἠρνήθην, διὰ νὰ κατα-
1770στήσω δυσχερὲς τὸ ἔργον του, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, νὰ
1771ἀποκαταστήσῃ φιλίας τὰς σχέσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους. Ἐπε-
1772θύμει λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ποῦ ἐδαπανήσαμεν τὰ χρή-
1773ματα, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται ἤθελον τῷ χρησιμεύσει
1774διὰ νὰ συνδέσῃ στενωτέρας σχέσεις μὲ τὴν Τουρκίαν; (εὖγε!
1775ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἔρχεσθε νὰ προβάλητε πρότασιν, ὡς
1776πόρισμα μετὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν, τὴν πρότασιν, τὴν
1777ὁποίαν προέβαλεν ὁ Πρωθυπουργός;
1778Ὅσα εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος δὲν μοὶ ἐφάνησαν,
1779ὅτι ἥρμοζον εἰς τὸν νομομαθῆ καὶ εὔγλωττον ῥήτορα τοῦ
17801863. Εἶναι διαστροφαὶ, εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα
1781δύνανται νὰ προβάλλωνται ἀλλαχοῦ, οὐχὶ ἐν Κοινοβουλίῳ,
1782καὶ ὑπὸ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος διεκρίθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Δὲν
1783ζητοῦμεν δικαιολογητικὰ, ἔλεγεν ὁ κ. Μίλησης πρὸ μικροῦ,
1784ζητοῦμεν πληροφορίας. Εἰπέτε μοι, ζητεῖτε πληροφορίας, διὰ
1785νὰ μάθητε εἰς ποίους ἐδώκαμεν τὰ χρήματα, εἰς ποίας
1786ἀνάγκας ἐδαπανήσαμεν; Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις; Δὲν
1787ζητεῖτε μόνον νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος
1788ἔλαβεν ἀπὸ τὰς χεῖρας ἡμῶν τὰ χρήματα, καὶ ὅτι αὐτὰ
1789δὲν τὰ ἐκρατήσαμεν ἡμεῖς, δὲν τὰ ἐκλέψαμεν. Αὐτὴν
1790τὴν συγκατάβασιν, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἑρμιονίδος, σοὶ
1791ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς σου νὰ δεχθῇς, καὶ ἐδήλους, ὅτι
1792δὲν ζητεῖς τὴν ἀπόδειξιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰ χρή-
1793ματα, καὶ ἄφινες ἀπροσδιόριστον, ἐὰν ἐκλέψαμεν τὰ χρή-
1794ματα ἢ ὄχι; Εἰς ποίους ἐπληρώσαμεν τὰ χρήματα, δὲν
1795δύναμαι νὰ τὸ εἴπω. Διατὶ ἐπληρώσαμεν τὰ χρήματα,
1796δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν. Καὶ δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν
1797νὰ εἴπωμεν τοῦτο, διότι τὸ Διάταγμα, καὶ ὁ νόμος τῆς 4
1798Νοεμβρίου 1885, ὁ κυρώσας αὐτὸ, μᾶς ἀπήλλαξε. Καὶ
1799θέλετε σεῖς νὰ σᾶς εἴπωμεν, ποῖος ἔλαβε τὰ χρήματα, διὰ
1800ποῖον λόγον τὰ ἐδώκαμεν; Ἀλλὰ δὲν μὲ ἀπήλλαξε μόνον
1801ὁ νόμος. Εἶχον προσέτι καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον καθῆκον
1802μόνος ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἀπαλλάξας ἡμᾶς
1803ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαλύψωμεν πράγματα, τῶν
1804ὁποίων ἡ ἀποκάλυψις ἦτο ἑπόμενον νὰ ζημιώσῃ τὰ συμ-
1805φέροντα τοῦ Κράτους.
1806Καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ
1807Κράτους. Τὸ φρονῶ, τὸ ἐβεβαίωσα εἰς τὴν Βουλὴν δεκάκις,
1808καὶ δὲν μοὶ μένει ἢ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ
1809Ποινικοῦ Νόμου, ὅπως ἀκούσητε τὸ κείμενον αὐτῆς, καὶ
1810ὅπως σᾶς προσκαλέσω νὰ χαρακτηρίσητε ὑμεῖς τὴν πρᾶξιν
1811(ἀναγινώσκει):
1812«Ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. «Ὡς ἔνοχος ἐσχάτης
1813»προδοσίας τιμωρεῖται μὲ θάνατον 5ον) ὅστις μεταχειρί-
1814»ζεται μηχανοῤῥαφίας ἢ διατελεῖ συνεννοούμενος μὲ ξένας
1815»Δυνάμεις ἢ μὲ τοὺς πράκτοράς των, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ τὰς
1816»κινήσῃ εἰς πολεμίας πράξεις ἢ εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλ-
1817»λάδος, ἢ νὰ τὰς προμηθεύσῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Εἶναι δὲ
1818»ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ μηχανοῤῥαφίαι αὗται ἢ αἱ συνεννοήσεις
1819»ἐπέφερον πολεμίας πράξεις, ἢ ὄχι.»
1820Αἱ πράξεις αὗται χαρακτηρίζονται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ
1821Νόμου ὡς βαρύτατα ἐγκλήματα, καὶ τιμωροῦνται διὰ
1822βαρυτάτων ποινῶν. Καὶ ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο
1823ν’ ἀξιώσῃ νὰ λησμονήσω τὰς πεποιθήσεις μου, νὰ κλείσω
1824τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τοιαύτην διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ
1825Νόμου, καὶ νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ.
1826Μίλησης ἔκρινεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ὁ διάδοχος νὰ μοῦ
1827ζητήσῃ: Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, βεβαιωθῆτε, καὶ σᾶς λέγω
1828τὴν ἀλήθειαν, ἥκιστα μεριμνῶ περὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν
1829ὁποίαν θέλετε λάβει. Ἡ ἀπόφασις ὑμῶν ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς,
1830δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμέ. Οὐδ’ εἰς ἐμὲ, οὐδ’ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους
1831συναδέλφους μου. Ἐὰν ἡμεῖς παρέβημεν νόμους τοῦ Κράτους,
1832ἢ ἐὰν ἐσπαταλήσαμεν χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἢ ἂν ἐπρο-
1833δώκαμεν συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, δύνασθε νὰ μᾶς ἐγκαλέ-
1834σητε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα τιμωρηθῶμεν κατὰ τὸν
1835περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, καὶ σᾶς προκαλοῦμεν
1836νὰ τὸ πράξητε. Σᾶς εἶπον δὲ χθὲς, ὅτι, ἐὰν δὲν τὸ πράξητε,
1837καὶ ἐὰν τυχὸν συμβῇ νὰ μεταβληθῇ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία,
1838θὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς καθ’ ὑμῶν, διὰ πράξεις ἀληθῶς
1839χυδαίας καὶ ταπεινὰς (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ
1840ἀπόφασις λοιπὸν ὑμῶν δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, ἀφορᾷ εἰς σᾶς.
1841Σεῖς πρέπει νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας σας. Σεῖς
1842πρέπει νὰ φροντίσητε, ἵνα ὅ,τι πράξητε ἦναι σύμφωνον μὲ
1843τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, καὶ μὲ τὰ δικαιώματα, τὰ
1844ὁποῖα τὸ Σύνταγμα σᾶς ἀπένειμε. Διότι, ἐὰν πράξητε ὅ,τι
1845δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ πράξητε, θέλετε κατακριθῆ. Ἐὰν
1846δὲ πράξητε ὅ,τι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πράξητε, θέλετε ἐπίσης
1847κατακριθῆ. Καὶ ἡ περίοδος αὕτη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου
1848τῆς πατρίδος ἡμῶν θέλει καὶ αὕτη μνημονευθῆ ὑπὸ τῆς
1849κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας ἡμῶν, ὅπως ἐμνημονεύθη ἄλλη
1850περίοδος, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἦτο ὡσαύτως αὐτὸς ὁ Πρω-
1851θυπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον εἶναι εἰσηγητὴς τῆς παρού-
1852σης πλειονοψηφίας.
1853§100ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς ἐμ-
1854πιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ ἀμφισβητεῖτε ὑμεῖς
1855περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς· αἱ παννυχίδες, ἃς διερχόμεθα
1856ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐνταῦθα, βεβαίως σᾶς ἔπεισαν, ὅτι οὐδ’ ἐπ’
1857ἐλάχιστον ἀμφισβητεῖται τοῦτο. Δὲν πρόκειται περὶ γενι-
1858κῆς ἐμπιστοσύνης, πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς
1859ἐπὶ εἰδικοῦ ζητήματος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λυθῇ ἕτερον σφα-
1860λερὸν ἀξίωμα, ὃ ὑμεῖς ἐθέσατε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1861(θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Σεῖς ἐν τῇ ἐπιθέσει ὑμῶν, σεῖς
1862ἀνεκηρύξατε, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα, ἃ περιήρχοντο εἰς γνῶσιν
1863ὑμῶν ὡς κυβερνητῶν, ἀνήκουσιν ὑμῖν τοῖς ἀτόμοις· δὲν εἶναι
1864ἀληθὲς τοῦτο· δὲν ἐπιτρέπομεν, τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ν’ ἀναγραφῇ ἐν
1865τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα
1866τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων ἀνήκουσιν αὐτοῖς· ἀνήκουσι τῇ
1867πολιτείᾳ, ἐὰν δὲ τοῦτο ἀληθεύῃ, ὀφείλετε ν’ ἀνακοινώσητε
1868ταῦτα. Δὲν εἶναι λόγος νὰ λέγῃ τις, ὅτι «ἐπειδὴ διαφωνῶ
1869πρὸς τὸν νῦν κυβερνῶντα, διὰ τοῦτο δὲν ἀνακοινῶ αὐτῷ
1870τὰ μυστικὰ, τὰ εἰς ἐμὲ γνωστά». Ὁ Θεμιστοκλῆς ἄλλοτε,
1871Κύριοι, εἶχε συλλάβει ἰδέαν ὠφελιμωτάτην διὰ τὰς Ἀθή-
1872νας, ἀλλὰ συνάμα ἀδικωτάτην, ἀνεκοίνωσε δὲ εἰς τὴν πο-
1873λιτείαν, εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν συνέφερε νὰ
1874καταστήσῃ πάγκοινον τὸ ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ σχέδιον, ὅπερ,
1875ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ὠφελιμώτατον μὲν διὰ τὰς Ἀθήνας,
1876ἀλλ’ ἀδικώτατον καθ’ ἑαυτό· ἡ ἐκκλησία τοῦ λαοῦ ἀπῄ-
1877τησε τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ μυστικοῦ, ἀλλὰ συνάμα, πρὸς τὸ
1878συμφέρον τῆς ἐχεμυθίας, ἐνετείλατο ἑτέρῳ προσώπῳ, τῷ ἀν-
1879τιπάλῳ τοῦ Θεμιστοκλέους, νὰ ἀκούσῃ τὸ ἀπόῤῥητον καὶ
1880νὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ. Ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν ἐτόλμησε νὰ εἴ-
1881πῃ: «δὲν καταδέχομαι νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἐν ἐμοὶ κεκρυμμέ-
1882νον μυστικὸν τῷ ἀντιπάλῳ μου», τῷ φοβερῷ ἐκείνῳ ἀντι-
1883πάλῳ, ὄχι, ἀλλ’ ὑπέκυψεν εἰς τὴν θέλησιν τῆς πολιτείας,
1884καὶ ἀνεκοίνωσε τοῦτο, ἐκεῖνος δὲ ἐξέφερε τὴν περὶ τούτου
1885κρίσιν του (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν,
1886τὸ ἐφ’ ἡμῖν, νὰ ἀφήσωμεν ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς πρακτι-
1887κοῖς τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα τῶν ἑκάστοτε
1888κυβερνώντων δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινῶνται τοῖς διαδόχοις
1889αὐτῶν· ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν αὐτοῖς, ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτείαν,
1890εἶναι δὲ πολλάκις ἀναγκαιότατα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν
1891ὑποθέσεων αὐτῆς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ γενικῆς ἐμπι-
1892στοσύνης, ἀλλὰ περὶ ἐγκρίσεως ὡρισμένης πράξεως, ἣν ἐθεώ-
1893ρησεν ἄδικον καὶ μεμπτὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως·
1894διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι γενική τις πρότασις περὶ
1895ἐμπιστοσύνης, ἢ μή, θὰ ἦτό τι γελοῖον. Ἀμφιβάλλετε περὶ
1896τούτου ὑμεῖς; καὶ δὲν ἔπεισαν ὑμᾶς αἱ ὁλονυκτίαι αὗται,
1897τὰς ὁποίας διερχόμεθα ἐνταῦθα, περιβάλλοντες διὰ τῆς ἐμ-
1898πιστοσύνης ἡμῶν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀκούοντες ὑμᾶς περὶ
1899παντὸς ἄλλου λαλοῦντας ἢ περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
1900Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ περὶ εἰδικῆς
1901ἐγκρίσεως πράξεως, ἣν ἐθεώρησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
1902τεύσεως μὴ νόμιμον, μὴ δικαίαν, μὴ ὀρθήν. Ἐὰν ἐν τῇ ἐγ-
1903κρίσει τῆς πράξεως αὐτῆς ἔγκηται καί τις μομφὴ πρὸς ἐκεῖ-
1904νον, τούτου τὴν αἰτίαν δὲν ὑπέχομεν ἡμεῖς.
1905§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1906γὸς χαρακτηρίζῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν πρότασίν του.
1907§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος;
1908§103ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Περὶ τῆς ἀναβολῆς νὰ ἐρω-
1909τηθῇ ἡ Βουλή.
1910§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν τὴν παρα-
1911δέχηται, ναὶ ἢ οὔ.
1912§105ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε
1913τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ ἄρθρον
1914οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ, ἐὰν δὲν τυπωθῇ
1915καὶ διανεμηθῇ προηγουμένως· ὅπως δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσση-
1916νίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος εἶπε, δὲν πρόκειται ἁπλῶς
1917μόνον περὶ τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ
1918τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα μία τοιαύτη ψηφοφορία θὰ
1919ἔχῃ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανο-
1920νισμόν, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ μὴ θέσητε τὴν πρότασιν εἰς
1921ψηφοφορίαν.
1922§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσω-
1923τερικῶν). Οἱ κύριοι, ἑρμηνεύοντες τὸν Κανονισμόν, νομί-
1924ζουσιν, ὅτι ἔχουσιν ἐξ αὐτοῦ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τὴν
1925ἀναβολήν. Ἐπικαλοῦνται τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ σταμα-
1926τήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, διανεμηθῇ καὶ
1927μετὰ τοῦτο συζητηθῇ· οὕτως ἑρμηνεύουσι τὸν Κανονισμὸν
1928καὶ ἐφαρμόζουσιν αὐτὸν ἐπὶ προτάσεως, ἡ ὁποία, εἴπομεν,
1929ὅτι εἶναι πρότασις ὄχι νόμου, πρότασις ὄχι ἐξ ἐκείνων, τὰς
1930ὁποίας ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ κατατίθηνται, τυπῶνται
1931καὶ διανέμωνται, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ συζητῶνται, ἀλλὰ
1932πρότασις, ἔχουσα χαρακτῆρα πορίσματος συζητήσεως πολι-
1933τικῆς, ὅπως κάλλιστα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος
1934καὶ Κορινθίας συνάδελφος, ἡ ὁποία ἑπομένως δὲν ὑπάγεται
1935εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Κανονισμοῦ, ἣν ἐπικαλοῦνται
1936οἱ κύριοι. Κατ’ ἀνάγκην ἄρα ἡ διαφωνία θέλει κριθῇ διὰ
1937τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς, διότι ἄλλως δὲν
1938εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ
1939Βουλή, δέχεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφοφο-
1940ρία, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ κύριοι κρίνουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμο-
1941σθῇ ὁ Κανονισμὸς ἐπ’ αὐτῆς, ἢ δὲν δέχεται;
1942§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν, διὰ
1943νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ.
1944§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως θέλετε
1945νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα;
1946§109ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα.
1947§110ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγουμένως ἐγὼ εἶχον αἰτιαθῆ τοῦ
1948ἀξιοτίμου φίλου καὶ συναδέλφου μου, ὡς προτείνοντος ἀνα-
1949βολήν, ἀφοῦ εἶχε δοθῆ ἡ πρώτη ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ
1950ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς εἶχε δώσει, ὅτι ἡ πρότασις
1951αὕτη πρόκειται νὰ περιέχῃ μόνον τὴν ἔννοιαν ἀποκρούσεως
1952μομφῆς, καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν: «ἀποδέχομαι τὴν
1953ἑρμηνείαν ταύτην, ὅτι αὐτὴν καὶ μόνον τὴν ἔννοιαν ἔχει»·
1954ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην μοὶ ἐπέπρωτο νὰ
1955προσέχω πολὺ εἰς τὰς ἑρμηνείας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1956Σύρου Βουλευτὴς παρέχει ἑκάστοτε, καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν,
1957τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν συζήτησιν. Διὰ τῆς δευτέρας ὁμι-
1958λίας του ὁ ἐκ Σύρου ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἐπέστησε τὴν
1959προσοχὴν εἰς ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως εἶχον
1960λάβει ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν περιέχει μόνον τὴν
1961ἀπόκρουσιν μομφῆς, ἔχει καὶ αὐτοτελῆ ἀξίαν. Ἀλλὰ τότε
1962βεβαίως δικαιολογεῖται ἡ ἀξίωσις τῆς τυπώσεως καὶ ἀνα-
1963βολῆς.
1964§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσι δύο ψηφολέκται.
1965Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἐπὶ τῷ
1966τέλει τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονι-
1967σμοῦ διαγραφομένη διαδικασία ἐπὶ τῆς κατατεθείσης παρὰ
1968τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προτάσεως, λέ-
1969γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1970(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1971ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκ-
1972κη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1973Χαρ. Τρικούπης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
1974Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
1975Γ. Σισμάνης ΟΔημ. Καλλιφρονᾶς Ν
1976Δ. Βουλπιώτης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ν
1977Ἀθ. Ἴσκος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ο
1978Ν. Καλαντζόπουλος ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
1979Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
1980Μ. Γουλιμῆς ΟΘάνος Κανακάρης Ο
1981Μ. Ἰατρίδης ΟἈθ. Πετιμεζᾶς
1982Δ. Χατζόπουλος ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
1983Γεώργιος Μίλησης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ν
1984Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟΑ. Φωτήλας Ο
1985Γεώργιος Κούστας ΝἈνδ. Αὐγερινὸς
1986Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟἈντ. Ρικάκης
1987Σωτήριος Δανόπουλος ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
1988Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἸω. Κρεστενίτης Ν
1989Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΝ. Κουμανιώτης Ν
1990Δημήτριος Πετρίδης ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ο
1991Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἈλέξ. Ζαΐμης Ν
1992Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
1993Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
1994Χρ. Χριστόπουλος ΝΝ. Παπανικολάου Ο
1995Φίλιππος Βάρβογλης ΝΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
1996Ἠλίας Φλέσσας ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
1997Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΚωνσταντ. Σινέλης Ο
1998Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΒασίλειος Βουδούρης Ο
1999Παναγιώτης Μανέτας ΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
2000Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
2001Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
2002Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
2003Δ. Ζέγγελης ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ο
2004Δημ. Ν. Βότσαρης Κωνστ. Βασιλάκης Ν
2005Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝἈντ. Καποδίστριας Ν
2006Γεώργιος Χ. Παχὺς ΟΝικόλαος Βασιλάκης Ν
2007Στέφανος Δραγούμης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2008Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
2009Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Σπυρ. Ἀλαμάνος
2010Φωκίων Νέγρης ΟΘεόφιλος Προβατᾶς
2011Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ἰωάννης Παδοβᾶς Ο
2012Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
2013Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ο
2014Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ο
2015Νικόλ. Βαλσαμάκης ΝΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ν
2016Γεράσιμος Μουσούρης Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Ν
2017Παναγ. Βενιεράτος ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ν
2018Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΝΔημήτριος Τζάνες Ο
2019Γεώργιος Κόρπας ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
2020Στέφανος Σκουλούδης ΟΠαναγιώτης Σάκκης Ν
2021Ἀλοΐσιος Τόμαν ΟΝικόλαος Παπαλέξης Ο
2022Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
2023Νικόλαος Νομικὸς ΟΝ. Καράπαυλος Ο
2024Μίνως Μπογιατζόγλους ΟἈσημάκης Χριστόπουλος Ν
2025Γεώργιος Μπούμπουρας ΟΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
2026Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
2027Δημοσθένης Καΐρης ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
2028Γεώργιος Δρόσος ΟΣ. Χατζηγάκης Ν
2029Νικόλαος Κρίσπης Κ. Ζωγλοπίτης Ο
2030Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
2031Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
2032Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΝΑ. Τακιατζῆς Ο
2033Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝΓ. Τάκης
2034Γιανν. Μαυρομιχάλης ΟΝ. Ταρμπάζης Ν
2035Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
2036Λεων. Καπετανάκος ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
2037Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
2038Γεώρ. Πετροπουλάκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
2039Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2040Ἰωάν. Καρτάλης Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
2041Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ν
2042Εὐάγ. Σταμούλης ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
2043Ν. Κοκωσλῆς Γεώρ. Λιδωρίκης Ο
2044Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
2045Κωνστ. Μαρκίδης ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
2046Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΝ
2047Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
2048§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 135. Ἐκ τούτων
204952 εἶπον Ναὶ καὶ 83 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
2050περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
2051Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
2052§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ἐντύ-
2053πωσις ὑπῆρξεν ἀληθῶς τοιαύτη καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν
2054καὶ διὰ τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐκδόντας
2055αὐτά. Ὥστε τὸ κωμικὸν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ διὰ μιᾶς
2056ψηφοφορίας. Τὸ ἐνόησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόη-
2057σεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν ἠδύναντο, ἢ νὰ κινήσωσιν,
2058ἂν ὄχι τὸν οἶκτον, τὸ μειδίαμα τοὐλάχιστον παντὸς, ὅστις
2059ἤθελε τὰ ἀναγνώσει. Ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαίως ἠδύ-
2060ναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν, ὡς ἐκβαίνοντα τοῦ κύκλου τῶν
2061σπουδαίων. Ἐπεζήτησαν λοιπὸν, τὸ κωμικὸν τῶν ἐγγράφων
2062ἐκείνων νὰ τὸ καλύψωσι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, καὶ διὰ μιᾶς
2063ἐκφράσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ὀργῆς καὶ τῆς
2064παραφορᾶς, ἥτις κατέχει ἀπὸ ἡμερῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυ-
2065βερνήσεως, παρεφέρθη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε εἰς τὴν πρό-
2066τασιν ἐκείνην, δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸ γελοῖον, νὰ
2067δώσῃ ἀκριβῶς διατύπωσιν, ὁμοίαν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέ-
2068λησε νὰ καλύψῃ. Ὅτι δὲ μία ὑπῆρξε γνώμη περὶ τῆς προ-
2069τάσεως, τῆς ὑποβληθείσης καὶ ὑπὸ συζήτησιν, ἐκ μέρους
2070ὅλης τῆς Βουλῆς, τὸ ἀπέδειξεν ἡ ἀναστάτωσις αὐτῆς τῆς
2071πλειοψηφίας· οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τίνα εἶχεν ἔννοιαν,
2072ἠναγκάσθη δὲ ἔγκριτον μέλος τῆς πλειοψηφίας, ὁ Βουλευτὴς
2073Κυκλάδων, νὰ δώσῃ ἰδίαν ἑρμηνείαν, καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύ-
2074την ἠναγκάσθη καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κ.
2075Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἠναγκάσθη,
2076νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, καίτοι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα
2077τῆς προτάσεώς του. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
2078Κυκλάδων, καὶ μετὰ τοῦτον ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος; ὅτι
2079πρόκειται περὶ προτάσεως ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν
2080Κυβέρνησιν, ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ προτείνῃ
2081τοιαύτην πρότασιν διὰ τῆς ἐκφράσεως δυσπιστίας, ἣν ἐξή-
2082νεγκε κατ’ αὐτῆς καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2083σεως, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὑποθέτω, ὅτι
2084ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης δὲν ἀνέμενεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2085νήσεως παρὰ τῆς μειονοψηφίας· γνωρίζει τὰ αἰσθήματά της,
2086γνωρίζει, ὅτι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἱκα-
2087νός, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκάθητο ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἑδώ-
2088λια, εἰς ἃ κάθηται, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ, ὅπως
2089δώσῃ λόγον· διότι τοιαύτην ἔχει ἡ μειοψηφία γνώμην περὶ
2090τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγμένων καὶ περὶ τῶν κα-
2091θημερινῶν πράξεων αὐτῆς. Λοιπὸν βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ὁ
2092σκοπός, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ὁ
2093Βουλευτὴς Κυκλάδων, μήτε ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τὴν ἔν-
2094νοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ τῇ ἀποδώσουν, ἡ ἔννοια τῆς
2095προτάσεως εἶναι κατάδηλος, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει
2096ἡμῶν τὸ γρᾶμμα αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρί-
2097νουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ προσαγωγῆς
2098εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
2099νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
2100σίαν διάταξιν.» Δὲν ὑπάρχει κἄν μομφὴ κατὰ τοῦ πρώην
2101Πρωθυπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ
2102τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἔκφρασις γνώμης ἐκ μέρους τῆς
2103Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ Πρωθυπουρ-
2104γὸς διὰ τῶν περιέργων ἐκείνων ἐγγράφων ἤγειρε, καὶ τὴν
2105γνώμην ταύτην, τὴν ἐκφραζομένην ἐν τῇ προτάσει, ἥτις δὲν
2106δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
2107δίδει καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς προτάσεως, πρέπει
2108νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι ὀρθὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ
2109δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Τὰ δικαιώματα
2110τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Συντάγματι...
2111§114ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἔλθουν οἱ Βουλευταί· ἄλλως θὰ
2112κάμω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
2113§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἔλθωσι τοὐλάχιστον μερικοί· μό-
2114λις εἴμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ 15 Βουλευταί.
2115§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐπρέπειαν
2116τῆς πλειοψηφίας· ἀφοῦ δὲν τὴν μέλει τὴν πλειοψηφίαν, τί
2117σᾶς μέλει;
2118§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε
2119Πρόεδρε.
2120§118ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂς κάμουν συνεδρίαν μόνοι των. Ἅμα ὡς
2121εὑρεθῇ ἀπαρτία, νὰ μᾶς φωνάξητε νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς
2122(θόρυβος).
2123§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα ὡς ἐγένετο ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας,
2124ὠφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προβῆτε ἀμέσως εἰς τὴν ἀνά-
2125γνωσιν τοῦ καταλόγου. Τί ἐμπαιγμὸς εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον
2126κάμνετε; ἔπρεπε νὰ ἐντρέπησθε! (θόρυβος).
2127(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
2128§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 86.
2129Ὁ κ. Ῥάλλης ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
2130§121ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ φρονῇ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου
2131ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τουλάχιστον εἰς τὴν Κυβέρ-
2132νησιν, ἔπρεπεν εὐπρεπέστερον νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις.
2133Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα ἐκ τῶν τυχαίων, τουλάχιστον
2134τοιαύτην σημασίαν ἀπέδωκαν πάντες, ὅσοι ἐπὶ τούτου ἠγό-
2135ρευσαν. Ἂν νομίζητε, ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν
2136τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς πλειοψη-
2137φίας, νὰ λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ψῆφον ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
2138νὰ τὸ εἴπητε καθαρά. Καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ τάχα καὶ
2139ἡμεῖς δὲν θὰ θεωρήσωμεν, ὅτι θὰ ἦναι ἀξιοπρεπέστερον καὶ
2140διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ συζητήσωμεν κἂν ἐπὶ τοι-
2141αύτης προτάσεως, ἥτις δὲν δύναται, παρὰ νὰ κινήσῃ τὴν
2142περιφρόνησιν καὶ τὸ μειδίαμα παντὸς, ὅστις ἔχει τὴν συναί-
2143σθησιν τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας. Ὅτι δὲ ἡ πρότασις αὕτη
2144εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ κινήσῃ τὸ μειδίαμα καὶ
2145τὴν περιφρόνησιν καὶ ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται,
2146ἀλλὰ καὶ παντὸς ἀμερολήπτου, ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς
2147δύναται νὰ πεισθῇ πᾶς τις, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι
2148ἔχετε ἀρκετὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων ὑμῶν, καθ’ ὅσον
2149χρόνον διαμένετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε νὰ μὴ θελήσητε
2150νὰ χαρακτηρήσητε αὐτὴν ὡς σχέδιον, δι’ οὗ πᾶσα πρότασις
2151οἵας δήποτε φύσεως καὶ οἱουδήποτε τύπου, ἢ σπουδαίου ἢ
2152κωμικοῦ, δύναται νὰ διέλθῃ. Ἡ πρότασις ἡ ὑπὸ συζήτησιν
2153δὲν φέρει τύπον σπουδαῖον, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλε-
2154σμα δύναται νὰ ἔχῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαιώματα καὶ καθή-
2155κοντα, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Συντάγματι. Τὰ δικαιώματα
2156καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα εἶναι τὰ νομοθετικὰ, οὐδεὶς δὲ δύ-
2157ναται νὰ δώσῃ νομοθετικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην.
2158Ἀλλ’ ἔχει ἔννοιαν πολιτικήν; Βεβαίως ὄχι. Διότι παρετη-
2159ρήθη, ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ θίξῃ τὴν ἀξιοπρέ-
2160πειαν ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπευθύνεται ἡ πρότασις
2161αὕτη. Ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς προτάσεως ταύ-
2162της; Σᾶς λέγει, νὰ ἐγκρίνητε τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνή-
2163σεως περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοροριῶν περὶ τῶν
2164κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885,
2165καὶ σᾶς ἐξήγησεν, ὅτι δὲν σᾶς ζητοῦνται δικαιολογητικὰ,
2166ἀλλὰ πληροφορίαι τινὲς καὶ ἐξηγήσεις, καὶ τίνες ἐξηγήσεις,
2167σᾶς τὸ ἐξήγησε τὸ εὐπρεπὲς ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ
2168πίστωσις ἐκείνη, περὶ ἧς γίνεται λόγος, καὶ ἥτις ἔδωκεν
2169ἀφορμὴν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀποβλέπει εἰς περί-
2170στασιν ὅλως ἔκτακτον, εἰς περιστάσεις, αἵτινες, χάρις εἰς
2171τὴν ἐνέργειαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τότε μὴ Κυβερ-
2172νήσεως, εἶχον ἐντελῶς ἐκλείψει, καὶ χάρις ταῖς ἐνεργείαις
2173αὐτῆς ὡς Κυβερνήσεως, διότι ἐπιστράτευσις δὲν ὑπῆρχεν,
2174ὁ ἀποκλεισμὸς εἶχε παύσει, λοιπὸν δὲν ὑπῆρχέ τις ἐκ τῶν
2175περιστάσεων ἐκείνων, ὥστε νὰ ἦναι ἠναγκασμένος ὁ Ὑπουρ-
2176γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ τότε, νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ τρόπου,
2177καθ’ ὃν ἤθελε συνεχίσει τὰς ἐνεργείας ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ
2178τοῦ Κράτους, ἢ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου.
2179Τὸ ἔγγραφον ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν· ἐπρόκειτο εἰς τὰ
2180μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τόσα διαπραχθέντα σκάνδαλα,
2181ὀφειλόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ
21821884, νὰ λάβῃ μίαν ἱκανοποίησιν, ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ
2183ἀπὸ τοὺς διαδόχους του λόγος διὰ δαπάνην 60,000 δραχ-
2184μῶν, ὅταν ἐκεῖνοι ἐδαπάνησαν ἑκατοστύας χιλιάδων πρὸς
2185μίσθωσιν ἀνυπάρκτων ὑπαλλήλων, καὶ συντήρησιν τῆς Κυ-
2186βερνήσεως ἐκείνης, ἥτις κατέπεσεν ὑπὸ τὴν φοβερὰν ἐτυμη-
2187γορίαν τῆς 7 Ἀπριλίου. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἀφορμὴ
2188τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀνταλλαγέντων, ἀλλ’ ἡ παραφορὰ τοὺς
2189ἤγαγεν εἰς τὸ νὰ διατυπώσωσιν ἐγγράφως τὴν αἴτησιν,
2190ὥστε νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ γελοῖον καὶ νὰ θελήσωσι νὰ τὸ
2191καλύψωσι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πρό-
2192τασις αὕτη, ἂν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰσερχομένη εἰς
2193τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ, δὲν
2194δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς ἔχουσα ἔννοιαν πολιτικήν.
2195Πῶς θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ πρότασις αὕτη; τί θέλει
2196πράξει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς
2197πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς; πῶς θέλει ἀποταθῆ πρὸς τὸν
2198πρώην Ὑπουργὸν, ἵνα ζητήσῃ τὰς πληροφορίας; διὰ τοῦ κ.
2199Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἢ διὰ τοῦ
2200Εἰσαγγελέως; Θὰ ἐνόουν τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδωσεν ὁ κ.
2201Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, διότι ἦλθεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ
2202ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, δὲν δύναταί δέ τις, ἔχων ὑπ’ ὄψει
2203τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλάνην, εἰς
2204τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐμβάλῃ τὴν Βουλήν. Γνωρίζομεν πάν-
2205τες, πῶς μέχρι τοῦδε μετεχειρίσθη τὴν πλειοψηφίαν ὁ κ.
2206Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν, τὴν
2207κατέστησεν ἀληθῶς βωβὴν, τὴν σύρει ὄπισθεν τοῦ ἅρματός
2208του, καὶ ἐννοεῖ, οὐδεὶς ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ τολμήσῃ νὰ
2209ὑποβάλῃ μίαν γνώμην, ἔστω καὶ ἐπὶ τῆς πλέον ἀσημάντου
2210παραγράφου. Ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, ἐννοεῖ νὰ μεταχειρισθῇ
2211τὴν πλειοψηφίαν πρὸς ἐκδίκησιν καὶ πρὸς κορεσμὸν τῶν
2212ἀγρίων αὐτοῦ παθῶν, διότι εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποβλέπει
2213ἡ πρότασις, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
2214ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ὅτι ταχέως μεταβάλλονται τὰ πράγματα,
2215ὥστε τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον τόσον ἀσυνειδήτως παραδίδει εἰς
2216τοὺς ἀντιπάλους του, δύναται νὰ στραφῇ κατ’ αὐτοῦ, εἰς
2217τρόπον μάλιστα μᾶλλον βλαπτικόν· διότι, ἐὰν ἡ διάδοχος
2218Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἀνασκαλεύσῃ τὴν διοίκησιν, δὲν θέλει
2219εὕρει μόνον τὰς 6,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι διετέθησαν ὑπὲρ
2220οἱασδήποτε ἀποστολῆς, θέλει εὕρει σφάλματα καὶ κατὰ
2221τὴν διοίκησιν, καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν, τὰ ὁποῖα βεβαίως
2222δὲν θέλουσιν ἀποδειχθῆ πρὸς τιμὴν τῶν συγκροτούντων τὴν
2223σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί θέλετε κάμει τὴν
2224πρότασιν ταύτην; Ἡ πρότασίς σας εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος
2225καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς οὐδὲν πόρισμα, δὲν
2226ἔχετε, παρὰ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
2227Ἀρκαδίας εἶναι ἰδιώτης· ἐὰν ἔχητε ἰδιώτην, ὡς εἶναι ἀκρι-
2228βῶς ὁ δοὺς τὰ χρήματα Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
2229ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε τοιαύτην πρότασιν ἐνώπιον
2230τῆς Βουλῆς;
2231Ἀλλὰ, Κύριοι, οὐ μόνον οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα
2232δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται καὶ
2233ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
2234Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν πρὸς
2235τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλ’ εὐθύνην Ὑπουργῶν προγενεστέρων
2236πρὸς τοὺς διαδόχους αὐτῶν δὲν γνωρίζω· ὁπωσδήποτε καὶ
2237ἂν θελήσητε νὰ χαρακτηρίσητε τὸν Βουλευτὴν Ἀρκαδίας,
2238εἴτε ὡς προηγούμενον Ὑπουργὸν, εἴτε ὡς Βουλευτὴν, ἡ
2239πρότασίς σας εἶναι καθαρῶς ἀντισυνταγματική. Τὸ ἄρθρον
224058 τοῦ Συντάγματος λέγει: (Ἀναγινώσκει). Δύναται λοιπὸν
2241ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας νὰ ζητήσῃ διασαφή-
2242σεις ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν
2243ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τοιαύτας ἐπὶ
2244πράξεων μάλιστα, ἃς ἐνήργησε, χαίρων τὴν ἀπόλυτον ἐμπι-
2245στοσύνην τῆς τότε Βουλῆς, καὶ ἐπὶ πράξεων, τὰς ὁποίας
2246ἐκάλυψε ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Διὰ τῆς προτάσεως ταύ-
2247της ἔρχεσθε οὐ μόνον νὰ ἐρευνήσητε πρᾶξιν τοῦ Πρωθυ-
2248πουργοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ ἐλέγξητε καὶ πρᾶξιν προηγουμέ-
2249νης Βουλῆς, ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ δώ-
2250σητε εἰς αὐτοὺς, διότι αὔριον θέλετε ἰδεῖ αὐτὸ, τρεπόμενον
2251καθ’ ὑμῶν. Θὰ ἐνόουν, ἂν διὰ προτάσεώς τινος ἐπεζητεῖτο
2252ἡ καταδίωξις Ὑπουργοῦ, διαχειρισθέντος τὰ δημόσια, ἀλλὰ
2253τὴν πρότασιν ταύτην σήμερον, ἀπευθυνομένην εἴτε κατὰ
2254Βουλευτοῦ, εἴτε κατὰ ἰδιώτου, οὐ μόνον δὲν τὴν ἐννοῶ, ἀλλὰ
2255τὴν θεωρῶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικήν. Ὁ Βουλευτὴς Ἀρ-
2256γολίδος, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του, ἠθέλησε νὰ ἀπο-
2257δώσῃ ἔννοιαν ἄλλην εἰς τὴν προκειμένην πρότασιν, τὴν ἔν-
2258νοιαν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ προκληθεῖσαν ἐκ τῆς περι-
2259φρονητικῆς ἐκφράσεως, ἣν μετεχειρίσθη κατὰ τῆς Κυβερνή-
2260σεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτὴν
2261τὴν ἔποψιν ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, διότι
2262ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὸν τρόπον καὶ τὸ μέσον, δι’ οὗ ὁ Βου-
2263λευτής, ὁ ὁποῖος ἤθελε παρεκτραπῆ, δύναται νὰ ἀνακληθῇ
2264εἰς τὴν τάξιν. Δύναται ὁ Πρόεδρος, εἴτε ἐνασκῶν τὴν προε-
2265δρικὴν ἐξουσίαν, εἴτε κατὰ πρότασιν Βουλευτοῦ τινος, νὰ
2266ζητήσῃ, ὅπως ἀνακληθῇ ἔκφρασις περιφρονητική· ἀλλ’ ἐπὶ
2267τοῦ προκειμένου οὐδὲν τοιοῦτον συμβαίνει, ἡ ἔκφρασις δὲν
2268ἐθεωρήθη προσβλητική, ἐθεωρήθη προσβλητική, διότι ἐκεῖνα,
2269τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ἂν ἦναι ἀλη-
2270θῆ, ἦσαν προσβλητικὰ δι’ αὐτόν. Ὅταν μία Κυβέρνησις,
2271κατέρχηται μέχρι σημείου, νὰ προβαίνῃ εἰς ἔγγραφα, τὰ
2272ὁποῖα ὡς Κυβέρνησις ἀπευθύνει πρὸς ἰδιώτας, διὰ τὴν ἀνα-
2273σκάλευσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν προκατόχων της, δὲν τολμᾷ
2274δὲ νὰ τὴν προσβάλῃ κατ’ ἐλάχιστον δι’ ὧν μέσων δίδει τὸ
2275Σύνταγμα περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις
2276προσβάλλεται διὰ τῶν ἐγγράφων της, καὶ τὴν προσβολὴν
2277ταύτην ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε, ἐνῷ
2278ἀπηυθύνετο κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, οὗτος ἐτράπη κατ’
2279αὐτοῦ. Ζητεῖ πληροφορίας, αἵτινες εἰς τί θέλουν χρησιμεύ-
2280σει; Πρόκειται νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῆς τότε Κυβερ-
2281νήσεως; Δὲν εἶναι οὗτος ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐλέγχεται· καὶ ἡ πί-
2282στωσις τῶν 60,000 δρ. καὶ ἡ τῶν 12,500 περιελήφθησαν
2283ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1885 καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν
2284ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι
2285χρήματα τοῦ Δημοσίου κακῶς διετέθησαν, ζητήσατε τὴν
2286σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς· ἐὰν νο-
2287μίζητε, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δη-
2288μοσίου οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρητε
2289τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ ζητήσητε ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ
2290δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα διὰ προτάσεως, ἥτις θὰ ἐξευτελίσῃ
2291τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θέλει κινήσει τὸ μειδίαμα καὶ τὴν περι-
2292φρόνησιν παντός, ὅστις ἤθελε τὴν ἀναγνώσει, νὰ ἐπιῤῥίψητε
2293μομφὴν εἰς τὴν διοίκησιν Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἀφεώρα ἐντε-
2294λῶς εἰς τὴν κρίσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει, ἢ οὔ,
2295ὁ νόμος τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦ αὐ-
2296τοῦ ἔτους, δι’ οὗ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ χρῆσις ἄνευ
2297λογοδοσίας τῶν 60,000 δραχμῶν; Ἐὰν ὑπάρχῃ, πῶς δύ-
2298νασθε νὰ ζητήσητε λόγον; Λέγετε, ὅτι σεῖς κρατεῖτε τὰ
2299ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ
2300διαχειρισθῆτε· τοῦτο εἶναι πλάνη· ἀπόῤῥητον δύναται νὰ
2301ὑπάρξῃ κατὰ τὴν περίστασιν, ἥτις τὸ παρήγαγε καὶ καθ’
2302ὃν χρόνον ὑφίσταται ἡ περίστασις αὕτη. Θὰ ἐνόουν ἀκόμη
2303οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν φυλάκων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπὸ
2304τὴν ἰδιότητα τῶν Βουλευτῶν, νὰ ζητήσῃ τις λόγον δι’ οἱαν-
2305δήποτε πρᾶξιν παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ σεῖς
2306παρουσιάζεσθε ὡς Κυβέρνησις, καὶ ζητεῖτε νὰ κανονίσητε
2307τὴν πορείαν προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ τὴν πορείαν
2308ἀνδρός, ὅστις εἶναι σήμερον Βουλευτής, παραβιάζετε δὲ,
2309οὕτως εἰπεῖν, ὑπερβαίνετε τὰ δικαιώματά σας καὶ καθιερό-
2310νετε προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ ἴδητε τρεπόμε-
2311νον καθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ τραπῇ καὶ κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας
2312τῆς Βουλῆς. Μετὰ τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναται νὰ γίνῃ
2313τι σοβαρὸν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην. Ἡ πλειοψηφία, ἥτις
2314ἔχει συμφέρον πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὸ νὰ συντηρήσῃ τὸ
2315γόητρον αὐτῆς, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν θέλῃ μείνῃ τὸ γόη-
2316τρον ἐκεῖνο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοιαύτης προτάσεως. Οἱαν-
2317δήποτε καὶ ἂν δώσωμεν ἑρμηνείαν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ
2318διλήμματος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ λογο-
2319δοσίαν ἀπὸ προηγουμένην Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι δὲν τολμᾷ
2320νὰ κινήσῃ κατ’ ἐκείνης τὴν ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ ζητεῖ
2321νὰ ἐγείρῃ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἥτις δὲν ἔχει χῶρον, διότι
2322δὲν ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Δύναται νὰ παίξῃ ἡ
2323πλειοψηφία, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ, ὅτι οὕτω ἀποβάλλει
2324πᾶσαν σπουδαιότητα καὶ ὅτι δὲν δύναται διὰ τῆς ψήφου
2325της καὶ τῶν ἀποφάσεών της νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κοινὴν
2326γνώμην.
2327§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ προκειμένη πρότασις
2328ἔχει καὶ ἄλλον λόγον ὑπάρξεως, τὴν ζηλοτυπίαν τοῦ κ.
2329Πρωθυπουργοῦ, ὅστις οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἀπήλαυσε τοῦ
2330τιμιωτάτου τῶν τίτλων, νὰ ἐπιτρέψῃ δηλ. τὸ Ἔθνος εἰς αὐ-
2331τὸν τὴν διαχείρισιν χρημάτων τοῦ Κράτους ἄνευ ἐλέγχου·
2332διότι, ὁσάκις τὸ Κράτος ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς νὰ δαπανή-
2333σητε τὸ χρῆμα μετ’ ἐλέγχου, πάντοτε ἀπεδείχθη ὁποίαν
2334χρῆσιν τοῦ χρήματος ἐποιήσατε. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα κα-
2335θαρᾶς ζηλοτυπίας, καὶ ὅστις γινώσκει τὸν χαρακτῆρα τοῦ
2336κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅστις ψυχολογεῖ εἰς τὰ βάθη τῆς ψυ-
2337χῆς αὐτοῦ, εὑρίσκει, ὅτι σήμερον, ὅτε ἡγεῖται πλειονοψηφίας,
2338ἐνόμισε κατάλληλον τὴν περίστασιν καὶ φρονεῖ, ὅτι δύναται
2339νὰ ἐξαλείψῃ τὸ γόητρον τοῦ ἀντιπάλου αὐτοῦ, εἰς ὃν κατὰ
2340στιγμὴν ὑπερτάτων τῆς πατρίδος κινδύνων τὸ Ἔθνος διὰ
2341τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐπέτρεψε τὴν ἀνεξέλεγκτον χρῆ-
2342σιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ψυχολογήσατε τὸν Πρωθυ-
2343πουργόν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ λόγοι, δι’ οὓς
2344δὲν ἀνέχεται τὴν ὑπεροχήν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πολιτικήν,
2345τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Θέλει νὰ ἔχῃ τίτλον τινὰ ἐν τῇ
2346ἱστορίᾳ, οὗτινος δυνάμει νὰ λέγῃ τοῖς τε συγχρόνοις καὶ
2347τοῖς μετέπειτα: «Τί θαυμάζετε τοὺς ἄνδρας τῆς ἐπιστρα-
2348»τεύσεως τοῦ 1885 ἔτους; Αὐτοὶ εἶναι ἴσοι καὶ ὅμοιοι, ἢ καὶ
2349»χείρονες ἡμῶν». Καὶ ὅταν ἡ ἱστορία λέγῃ αὐτῷ: «ἀλλ’
2350»εἰς τοὺς ἄνδρας τούτους ἐπέτρεψε τὸ Ἔθνος νὰ διαχειρι-
2351»σθῶσι χρήματα, ἐκ τῶν ὀλίγων, ἅτινα ἔχει, ἀνεξελέγκτως...»
2352§123Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἡ Βουλὴ
2353συζητῇ, πρέπει νὰ ἦναι παροῦσα· δὲν βλέπω ἀρκοῦντας
2354Βουλευτὰς, καὶ προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
2355(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
2356§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2357§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἴσθημα ζηλο-
2358τυπίας εἶναι τὸ ἐμπνεῦσαν τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸν κ.
2359Πρωθυπουργόν. Δὲν εἶναι αἴσθημα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νό-
2360μους, οὐδὲ λογιστικός τις λόγος, ὁ προκαλέσας τὸν κ. Πρω-
2361θυπουργὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιαύτης προτάσεως· οὔτε ἡ
2362πρόθεσις λοιπὸν τῆς τακτοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ
2363Κράτους, οὔτε ἡ ἀνάγκη νὰ μάθῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ
2364χρήματα εἰσὶ τὰ ἀληθῆ ἐλατήρια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2365Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀγανακτεῖ
2366ἐναντίον μου, (ὅπως ἠγανάκτησε πολλάκις κατὰ τὰς ἡμέ-
2367ρας ταύτας) διότι ἀποκαλύπτω τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς τοι-
2368αύτης προτάσεως αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ Ἑλλη-
2369νικὸς λαὸς, οὐχὶ μόνον τί λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου,
2370ἀλλὰ καὶ διατὶ λέγομέν τι, ὁσάκις προτείνωμεν πρότασίν
2371τινα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐὰν αἱ προ-
2372τάσεις ὑμῶν σκοπὸν ἔχωσι τὴν περιφρούρησιν τῶν νόμων,
2373ἐὰν αἱ προτάσεις ὑμῶν σκοπὸν ἔχωσι νὰ γνωσθῇ, ποῦ ἐδα-
2374πανήθη τὸ χρῆμα τοῦ Ἔθνους, ἢ ἂν αὗται ἔχωσι ταπει-
2375νότερόν τινα καὶ εὐτελέστατον σκοπὸν καὶ ἐλατήρια μικρὰ,
2376οἷά εἰσι τὰ ἐλατήρια τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅταν ζηλο-
2377τυπῶσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν, οὓς ἤθελεν εἶσθαι προτι-
2378μότερον, εἴποτε ἐμιμοῦντο.
2379Ἀλλ’ ὅτε πρό τινος ἐπεχείρησα τὸ πρῶτον ἐν τῷ ζητή-
2380ματι τούτῳ νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶπον, ὅτι καὶ ἐπὶ ἄλλου
2381ἐδάφους εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλ-
2382θω εἰς τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ
2383τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς
23844 Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους λέγει (ἀναγινώσκει):
2385«Τὸ διὰ τὴν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ποσότητα χρη-
2386»ματικὸν ἔνταλμα θέλει ἐκδοθῆ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἡμετέ-
2387»ρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐξοφληθῆ ἄνευ
2388»δικαιολογητικῶν ἄλλων ἐγγράφων». (Ἐφημερὶς τῆς Κυβερ-
2389νήσεως, Μέρος πρῶτον, ἀριθ. 57, 17 Ὀκτωβρίου 1885).
2390Ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἄρα τοῦ 1885 ἔτους, ἀποβλέ-
2391πουσα εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν μεγίστην, δι’ ἧς κατὰ
2392τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος περιέβαλ-
2393λον αὐτὴν, ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν δημο-
2394σίευσιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Μετ’ ὀλίγον δὲ συνελ-
2395θοῦσα ἡ Βουλή, διὰ τοῦ νόμου ὑπὸ στοιχεῖον ΑΣΔʹ τῆς
239612 Νοεμβρίου τοῦ 1885 ἔτους καὶ ἐν ἄρθρῳ 2ῳ, κυροῖ τὸ
2397ἀπὸ 4ης Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους Βασιλικὸν Διάταγμα.
2398Διὰ τοῦ νόμου ἄρα τούτου ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Νομοθετι-
2399κῆς Ἐξουσίας πάνθ’ ὅσα ἡ Νομοτελεστικὴ ἐνόμισεν, ὅτι
2400ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ, καὶ πάνθ’ ὅσα εἶχον ἴσως ἤδη πραχθῆ.
2401Ἐρωτῶ, Κύριοι, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐκείνη δύναται
2402νὰ ὑποβληθῇ εἰς οἱονδήποτε ἔλεγχον; Δὲν κάθεσθε νὰ ψηφί-
2403ζητε μέχρι πρωΐας καὶ μέχρι μεσημβρίας ἀκόμη τῆς αὔριον
2404ὅσας θέλετε ἀποδοκιμασίας, ἢ οἱασδήποτε προτάσεις; Νομί-
2405ζετε, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται τῆς παρούσης Βουλῆς δύναν-
2406ται νὰ κλονίσωσι κατ’ ἐλάχιστον τὸ νομικὸν κῦρος καὶ τὸ
2407ἠθικὸν κῦρος, ὅπερ κέκτηται ἡ πρᾶξις τῆς Νομοτελεστικῆς
2408Ἐξουσίας τοῦ 1885 ἔτους, ἡ ἐπικυρωθεῖσα διὰ τοῦ νόμου
2409τῆς Βουλῆς ἐκείνης;
2410Τί, τέλος πάντων; εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύ-
2411την σύγχυσιν ἐξουσιῶν καὶ γνωμῶν καὶ ἰδεῶν, ὥστε νὰ μὴ
2412γνωρίζωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προτάσεων καὶ ψηφισμά-
2413των ἡμῶν; Ἀλλὰ τὸ πάθος τῆς ζηλοτυπίας εἶναι ἀληθῶς
2414τοσοῦτον βαθὺ καὶ τοσοῦτον μέγα, ὥστε καὶ ὁ Ποινικὸς Νό-
2415μος διὰ τῶν ἄρθρων 86 καὶ ἑπομένων καθιέρωσε τὸ ἀκατα-
2416λόγιστον ἐκείνου, ὅστις καὶ ἐκ ζηλοτυπίας, ἐξ οἱασδήποτε
2417αἰτίας προερχομένης, ὁρμώμενος, προβαίνει εἰς διάπραξιν
2418οἱουδήποτε ἀδικήματος. Διότι ἀληθῶς ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ
2419βάσις τοῦ ζητήματος. Ἄς λέγωσιν ὅσον θέλωσι καὶ ὁ κ.
2420Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, ὅτι μάχονται δῆθεν ὑπὲρ
2421τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῆς τακτο-
2422ποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἃς λέγῃ ὁ τεθνεὼς συνάδελφος
2423αὐτῶν καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Λομβάρδος,
2424ὅτι ἐπεθύμει νὰ μιμηθῇ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων αὐτοῦ,
2425καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει νὰ μάθῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρή-
2426ματα ἐκεῖνα, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν αὐτὴν
2427αἰτίαν καὶ ἄλλα. Ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει σχηματίσει ἤδη
2428περὶ τούτου πεποίθησιν, καὶ οἱ μεταγενέστεροι θέλουσιν ἔχει
2429αὐτὴν ταύτην τὴν πεποίθησιν τῆς σήμερον κοινῆς γνώμης,
2430διότι γνωρίζομεν πάντες ποίαν στοργὴν δεικνύουσιν οἱ
2431κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, προκειμένου
2432περὶ τῶν τιμαλφεστάτων δικαιωμάτων τοῦ Κράτους.
2433Ἀλλὰ δὲν ἔχει, Κύριοι, ἡ πρότασις ὑμῶν οὐδὲ ἠθικὸν
2434κῦρος, οὐδὲ δύναταί ποτε νὰ ἔχῃ τοιοῦτον. Φέρετε τὴν Βου-
2435λὴν τοῦ 1885 ἔτους ἐνταῦθα, καὶ τότε θέσατε τὴν πρότασιν
2436ὑμῶν εἰς ψηφοφορίαν, ἂν τολμᾶτε. Οἱ λόγοι ὑμῶν καὶ τὰ
2437ψηφίσματα ὑμῶν, προκειμένου περὶ πράξεων Βουλῆς παρελ-
2438θούσης, οὐδὲν ἔχουσι κῦρος, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ πολιτικὴ
2439θέλει ἀποδοκιμάσει ὑμᾶς, διότι εἶναι πρωτάκουστον, νὰ ἔρχη-
2440ται Βουλὴ ἄλλης Περιόδου καὶ νὰ ζητῇ εὐθύνας παρὰ
2441Ὑπουργοῦ διὰ πράξεις, περὶ ὧν ἔλαβεν ἔγκρισιν παρὰ Βου-
2442λῆς παρελθούσης Περιόδου, ἔγκρισιν δὲ οὐχὶ διὰ πλειονο-
2443ψηφίας δέκα ἢ δώδεκα ψήφων, εἰς ἣν ὑμεῖς κατηντήσατε
2444νὰ φθάσητε ἐπ’ ἐσχάτων, ἀλλὰ διὰ πλειονοψηφίας ἑκατὸν
2445ψήφων, διὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας, ὥστε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι
2446ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὁ τότε ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2447καὶ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐκάθητο ἐκεῖ μὲ κεκλιμέ-
2448νην τὴν κεφαλήν, λυπούμενος διότι εἶχε περιέλθει εἰς τοιαύ-
2449την κατάστασιν, ὥστε τριάκοντα μόνον νὰ ἀκολουθῶσιν
2450αὐτὸν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Καὶ ἐνθυμοῦμαι φίλον μού
2451τινα, μὴ εὑρισκόμενον σήμερον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τού-
2452του, διότι ἀπέτυχεν, ὅστις, βλέπων τὸν τότε ἐκ Μεσολογ-
2453γίου Βουλευτὴν τοσοῦτον κεκυφότα καὶ τοσοῦτον πενθηφο-
2454ροῦντα ἐπὶ τῇ ἀνηκέστῳ αὐτοῦ συμφορᾷ, ἐλυπεῖτο αὐτὸν,
2455καὶ ὁσάκις ἡ Συμπολίτευσις ἐν τῷ μεγέθει καὶ ἐν τῇ πληθύϊ
2456αὐτῆς ἐπετίθετο κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τότε Ἀντιπολι-
2457τεύσεως, ἐφ’ οἷς κατὰ τοῦ Ἔθνους εἶχε διαπράξει, ὁ συνά-
2458δελφος μοι ἔλεγεν: «ἁμαρτία εἶναι, τὸν δυστυχῆ ἄνθρωπον
2459» τοιουτοτρόπως νὰ τὸν καταντῶσιν!» Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλεγον
2460αὐτῷ: «Μὴ λυπεῖσαι τὸν ἡγέτην τῆς μειονοψηφίας, διότι
2461»δὲν γνωρίζεις ἀκόμη ἀκριβῶς τὸν ἄνθρωπον· πρέπει νὰ
2462»ἴδῃς αὐτὸν, ὅταν ἔχῃ εἰς χεῖρας τὴν πλειονοψηφίαν, πῶς
2463»θὰ μαίνηται ὑπὲρ τῶν προτάσεων αὐτοῦ, καὶ τῶν δικαίων
2464»καὶ τῶν ἀδίκων.»
2465Τοιαύτη ἦτο, Κύριοι, ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἥτις ἔδωκε
2466τὸ συζητούμενον δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 7ης
2467Ἀπριλίου διὰ τοῦ ῥηθέντος νόμου. Καὶ ἂν λοιπὸν ἑκατὸν
2468φορὰς, ἐπαναλέγω, φέρητε πρότασιν περὶ προσαγωγῆς ἐνταῦθα
2469ἐγγράφων ἢ λογαριασμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἂν δια-
2470κοσίας ἢ πεντακοσίας φορὰς ψηφίσητε πρότασιν ἀποδοκιμα-
2471σίας, ψηφίζετε περὶ γεγονότων, περὶ ὧν οἱ τότε ὑπεύθυνοι
2472Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ νομοθετικὸν κῦρος τῆς Βουλῆς ἐκείνης.
2473Οὐδὲν ἄρα ἠθικὸν κῦρος θέλει ἔχῃ ἡ πρότασις ὑμῶν.
2474Ἀλλ’ ἤκουσα ἀληθῶς καὶ ἐγὼ μετὰ λύπης ἀξιοτίμων
2475τινῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης τοῦ Κοινοβουλίου,
2476(δεικνύει τὴν δεξιὰν) προσπαθούντων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
2477Βουλῆς νὰ φιλοτεχνήσωσιν ἐπιχειρήματα, οὐχὶ ἄξια τοῦ
2478περιβόλου τούτου. Ἔλεγον ὅτι: «ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν
2479»ἔγγραφα, ἀλλὰ πληροφορίας.» Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ
2480ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀπαντήσω ἐξ ὀνόματος
2481αὐτοῦ. Θέλετε πληροφορίας, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ δώδεκα
2482χιλιάδες δραχμῶν; Ἐδαπανήθησαν διὰ τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν
2483τοῦ 1885 ἔτους. Ἐδαπανήθησαν ἴσως, ἵνα κατασταθῶσιν
2484ἡμῖν γνωσταὶ περιστάσεις τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, χρήσι-
2485μοι εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἡμῶν. Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι,
2486λάβετε αὐτάς. Λοιπόν, ὅταν οἱ νόμοι ἐγκαταστρόνωσι δια-
2487τάξεις ἐν τοῖς κειμένοις αὐτῶν, οἱ νόμοι σπουδαιολογοῦσι.
2488Καὶ ὅταν ὁ νόμος ἐπεκύρου τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 4
2489Ὀκτωβρίου 1885 ἔτους, καθ’ ὅ: «τὸ ἔνταλμα θέλει ἐξο-
2490»φληθῆ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων», δὲν ὑπέθετε ποτὲ,
2491ὅτι ἤθελε γίνει θέμα δικολαβικῶν συζητήσεων, ἀναξίων
2492τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσωσιν
2493ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἑπομένως οὔτε πληροφορίας
2494εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ δώσωσι πρὸς ὑμᾶς. Καὶ ὅταν ὁ νόμος
2495οὑτωσὶ ἀποφαίνηται, τότε τίνας δικαιολογίας καὶ παρα-
2496στατικὰ ἔγγραφα ζητεῖτε παρὰ τοῦ σήμερον ἡγέτου τῆς
2497Ἀντιπολιτεύσεως, τότε δὲ ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης;
2498Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι θὰ φέρω τὸ ζήτημα καὶ ἐπὶ ἄλλου ἐδά-
2499φους, καὶ εἰς τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, Κύριοι, εἰσερχόμενος, ἐξε-
2500τάζω αὐτὸ δι’ ὀλίγων, ἵνα συμπεράνω. Εἶπον, ὅτι ἡ πρό-
2501τασις δὲν ἔχει πρακτικόν τινα σκοπὸν, ἰσχυρίσθην δὲ, ὅτι οὔτε
2502ἠθικὸν σκοπὸν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, Κύριοι,
2503δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ συμ-
2504φέρον τοῦ Κράτους, καὶ ὡς πρότασις ἀντεθνικὴ, καὶ ὡς
2505δυναμένη νὰ στραφῇ ἡμέραν τινὰ ἐναντίον αὐτῶν τῶν κυρίων
2506Ὑπουργῶν, τῶν εἰσηγητῶν ταύτης. Διότι, ἂν ἐξαίφνης ὑπο-
2507θέσωμεν, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐδαπανήθησαν πρὸς συνεν-
2508νοήσεις μετὰ ὑποδούλων Ἑλλήνων, (δὲν βεβαιῶ τὸ πρᾶγμα,
2509διότι δὲν ἀπετέλουν μέλος τῆς Κυβερνήσεως,) ἀλλὰ πρὸς
2510στιγμὴν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ 12,500 δραχμαὶ ἐδαπανή-
2511θησαν πρὸς συνεννοήσεις τοιαύτας, ἢ καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν
2512τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐδα-
2513πανήθη πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγένοντο,
2514Κύριοι, αἱ συνεννοήσεις αὗται; Τί εἶχον ὑπ’ ὄψει αὐτῶν
2515ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεννοοῦντο τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως
2516ἐκείνης; Εἶχον ὑπ’ ὄψει Βασιλικὸν Διάταγμα καὶ νόμους,
2517δημοσιευθέντας διὰ τῆς ἐπισήμου «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
2518νήσεως», καὶ δι’ ὧν ἐλάμβανον ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ὅτι
2519οὐδέποτε ἤθελον ζητηθῆ ἔγγραφα παραστατικὰ τῶν συνεν-
2520νοήσεων καὶ τῶν δαπανῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἐξαίφνης
2521τοιαῦτα ἔγγραφα νὰ παραδοθῶσιν εἰς ὑμᾶς, πρὸς οὓς δυνα-
2522τὸν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὑπόδουλοι
2523Ἕλληνες; Εἶναι ἄρα ἡ πρότασις διὰ τοῦτο καὶ ἀντεθνικὴ,
2524καὶ ἂν πολεμῶμεν αὐτὴν, πράττομεν τοῦτο διότι θέλει συν-
2525τελέσει ἡμέραν τινὰ οὐχὶ μόνον ἐναντίον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ
2526ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διότι
2527οὐδεὶς φίλος ὑμῶν ἐκ τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων θέλει πλέον
2528ἐμπιστευθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μεθ’ ὑμῶν, κύριε Πρω-
2529θυπουργὲ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν γινώσκῃ, ὅτι αἱ συνεννοήσεις
2530αὗται ἡμέραν τινὰ γίνονται θέμα συζητήσεων παρὰ τοῦ
2531ἐχθροῦ ὑμῶν, τοῦ πολιτικοῦ ὑμῶν ἀντιπάλου, δημοσίᾳ ἐν
2532τῇ Βουλῇ. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀνὴρ, οἷος ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2533γὸς, ὅστις τέλος πάντων ὀφείλει νὰ ἔχῃ πεῖραν τῶν πολιτι-
2534κῶν τούτων ζητημάτων, ἦλθεν αἰφνιδίως ἐπὶ τὸ βῆμα, (ὁρμή-
2535σας, ὡς ἔλεγον σήμερον αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες,) καὶ ὑπέ-
2536βαλε τὴν πρότασιν ταύτην, ἣν καλῶς ἔπραξε νὰ βάλῃ τὸν
2537Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συντάξῃ. Ὅστις θέλει λοιπὸν
2538νὰ ψυχολογήσῃ, ἵνα συμπεράνω, δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσῃ τὸν
2539κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι κα-
2540λῶς ἔχων ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν. Προέβη
2541εἰς αὐτὴν ἐν ταραχῇ ψυχικῇ, προέβη εἰς αὐτὴν, διότι αὑ-
2542τὸς δὲν εἶχε τοιοῦτον τίμιον τίτλον, οἷον ὁ ἡγέτης τῆς
2543Ἀντιπολιτεύσεως· διότι εἰς αὐτὸν οὐδέποτε ἐνεπιστεύθη τὸ
2544Ἔθνος διὰ τῆς Νομοθετικῆς αὑτοῦ Ἐξουσίας τὴν διαχείρισιν
2545χρημάτων ἀνεξελέγκτως. Προέβη λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν
2546ταύτην ἐκ τοῦ πάθους τῆς ζηλοτυπίας, περὶ οὗ προβλέπει
2547τὸ ἄρθρον 86 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ θεωρεῖ οὐχὶ κατα-
2548λογιστὸν τὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ζηλοτυπίας καταπί-
2549πτοντα.
2550§126ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μέχρι τοῦδε ἅπαντες οἱ λό-
2551γοι τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιεστρέφοντο
2552εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 60,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν εἶχε
2553χορηγήσει ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅπως
2554δαπανήσῃ αὐτὴν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς δικαιολογητικῶν
2555ἐγγράφων. Οὐδεὶς δὲ ὡμίλησε περὶ τῶν 12,500 δραχμῶν,
2556αἵτινες ἐδαπανήθησαν ἐν ὅσῳ ὑπῆρχεν ἡ πίστωσις αὕτη καὶ
2557χωρὶς νὰ περιληφθῶσι εἰς αὐτήν. Νομίζω, ὅτι ὑποχρέωσιν
2558εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸ τοῦ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέ-
2559διον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοὺς ὑπολόγους ὑπαλλήλους ἀπὸ τῆς
2560εὐθύνης τῶν 12,500 δραχμῶν, εἶχε λέγω τὴν ὑποχρέωσιν
2561ὁ κ. Πρωθυπουργός, χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τὸν ἄλλοτε
2562Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν, πῶς καὶ ποῦ ἐξωδεύθη-
2563σαν, ὅπως ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον δυνηθῇ νὰ πληροφο-
2564ρήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Ἀρνουμένου βεβαίως τοῦ
2565πρώην Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔμενεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2566σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον,
2567ὅπως ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης δυστυχεῖς ὑπαλλήλους, οἵτι-
2568νες σήμερον μένουσιν ἄνευ μισθοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ γί-
2569νωσι τόσοι λόγοι, ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι αἱ 60,000 ἐξωδεύ-
2570θησαν ἄνευ λογοδοσίας καὶ καλῶς ἐξωδεύθησαν, θὰ ἦτο
2571πολὺ καλλίτερον, νὰ ἐδίδετο λόγος, διατὶ αἱ 12,500 δραχ-
2572μαὶ δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν πίστωσιν τῶν ἑξήκοντα χι-
2573λιάδων δραχμῶν. Καὶ τότε βεβαίως οὐδεὶς παρ’ οὐδενὸς θὰ
2574ἐγίνετο λόγος περὶ αὐτῶν. Ἤδη δὲ αἱ 12,500 δραχμαὶ μέ-
2575νουσιν ἀδικαιολογήτως ἄνευ λογοδοσίας...
2576§127ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ συμπέρασμά
2577σας.
2578§128ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐξωδεύθησαν
2579ἕνεκα σκοπῶν ἐθνικῶν, ἀλλ’ εἶχεν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος
2580τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ, καθὼς εἶπον καὶ πρὶν, πληρο-
2581φορίας περὶ αὐτῶν, καὶ οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἡ προκάτοχος
2582Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς.
2583§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμι-
2584λήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
2585§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2586Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν
2587ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ οὐχὶ
2588περὶ τῆς ἀποδοχῆς νομοθετημάτων, οὐχὶ περὶ ἐξελέγξεως
2589τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ περὶ τῆς
2590διαγωγῆς προσώπων, ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως διατελούντων,
2591εἴτε ἁπλῶν Βουλευτῶν, εἴτε καὶ ὅλως ἰδιωτῶν. Ἐνθυμοῦ-
2592μαι πρό τινων ἐτῶν, ὅτι ἀνάλογος πρότασις ὑπεβλήθη εἰς
2593τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποδοκιμά-
2594ζει τὴν διαγωγὴν Βουλευτοῦ, τολμήσαντος νὰ χαρακτη-
2595ρίσῃ τὴν εἰς Αἴγυπτον ἀποστολὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου
2596ὡς πρᾶξιν ἀσύνετον καὶ ἐπιβλαβῆ. Ἤμην τότε, κύριοι
2597Βουλευταί, ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ.
2598Τρικούπη, ὅστις τοιαύτην τινὰ πρότασιν διενοήθη καὶ τότε
2599νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον
2600νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κομ-
2601ματικοὶ δεσμοὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἐμέ, ἀλλ’ ἀπε-
2602φάνθην συμφώνως μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν
2603ὀρθὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς.
2604Ἔσπευσα ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ
2605τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ
2606τῆς ψήφου μου ἐξεδήλωσα. Ἔλεγον τότε, Κύριοι, πρὸς τὴν
2607Βουλήν, ὅτι τὸ ἀνώτατον σῶμα τοῦ Κράτους μετὰ μεγί-
2608στης προσοχῆς ὤφειλε νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν
2609τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ποτὲ τὰ
2610ὅρια, τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ
2611Κράτους εἰς αὐτὴν διαγεγραμμένα. Ἔλεγον τότε, ὅτι, ἂν
2612ἁπλοῦν ἄτομον ἐτήρησε διαγωγὴν ἄδικον πρὸς ἕτερον ἄτο-
2613μον, εἶναι ἀξιοκατάκριτον. Ἀλλὰ ποῖός τις χαρακτηρισμὸς
2614δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μίαν ὁλόκληρον Βουλήν, παρα-
2615γνωρίζουσαν τὴν ἀποστολήν της καὶ ἐκφέρουσαν μομφὰς
2616κατ’ ἀτόμων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα
2617νὰ ἀποφανθῇ; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπὶ ἀνα-
2618λόγου περιπτώσεως, καὶ ἤδη ζητεῖται παρ’ ὑμῶν νὰ ἐνερ-
2619γήσητε πρᾶξιν, ἡ ὁποία διαφεύγει ἐντελῶς τὸν κύκλον
2620τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν, καὶ ἀποτελεῖ κατάχρησιν τῶν
2621δικαιωμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον περιβάλ-
2622λεται. Ἂν τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἦναι ἀληθές, τότε,
2623σᾶς παρακαλῶ, καὶ σᾶς ἐξορκίζω, ἐν ὀνόματι τῶν θεσμῶν,
2624ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ πρά-
2625ξητε ὅ,τι ἐγὼ τότε ἔπραξα, νὰ μὴ ἀκολουθήσητε τὰς
2626πιέσεις, αἵτινες κομματικῶς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν συνεί-
2627δησιν ὑμῶν, ἀλλά, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν,
2628καὶ πειθόμενοι ὅτι διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα ὑμῶν, νὰ
2629ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν, ἔστω καὶ ὑπὸ οἱουδήποτε ἐπι-
2630βαλλομένην. Τὰ πρόσωπα, κύριοι Βουλευταί, ἔρχονται
2631καὶ παρέρχονται, ἀλλ’ οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους, τὰ προη-
2632γούμενα τοῦ Κοινοβουλίου μένουσιν εἰς ἔπαινον ἢ εἰς αἶσχος
2633ἐκείνων, οἵτινες τὰ προκαλοῦσι καὶ τὰ ἐπιψηφίζουσι.
2634Τίς εἶναι, Κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, κατὰ
2635πάντας τοὺς ἑρμηνευτὰς πάντων τῶν Συνταγμάτων, τίς
2636εἶναι, λέγω, ὁ προορισμὸς τῆς Βουλῆς; ποῖα τὰ καθή-
2637κοντα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα ἐνταῦθα νὰ ἐκτελέσωμεν;
2638Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου σπουδαία ἀμφι-
2639βολία. Ἔργον ἡμῶν εἶναι, νὰ ψηφίζωμεν τοὺς νόμους τοῦ
2640Κράτους, ἔργον ἡμῶν εἶναι, νὰ ἐξελέγχωμεν τὰς πράξεις
2641τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν
2642καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων πεσούσης Κυβερνήσεως. Πότε ὅμως,
2643Κύριοι; ὅταν, ἐφαρμόζοντες τὰς συνταγματικὰς διατάξεις,
2644πρόκηται νὰ ζητήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην παρὰ τῶν μελῶν
2645πεσούσης Κυβερνήσεως.
2646§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν τούτοις ἐπὶ πέντε ἡμέρας δὲν
2647εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2648§132ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν
2649ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦτο ὀφείλεται κατὰ πρῶτον λόγον
2650εἰς ἐκείνους, οἵτινες καταχρῶνται τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ
2651ἐπιμένουσι παρακωλύοντες τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων
2652τῆς μειοψηφίας.
2653§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντιστροφὴ τῆς ἐν-
2654νοίας.
2655§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιστρέφεται ἡ ἔννοια
2656τῶν γεγονότων, διότι ἤκουσα ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2657του τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴν κ. Βαλσα-
2658μακὴν λέγοντα πρὸς ὑμᾶς: «Εἶναι ἐννάτη ὥρα, πεινῶ, εἶμαι
2659νῆστις, δὲν δύναμαι νὰ ἀνθέξω· ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον».
2660Ἀλλ’ οὐδεμία ἐδίδετο προσοχὴ εἰς τὰς παραστάσεις αὐτοῦ,
2661ἐνῷ, ὅταν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἐζήτει τὴν ἀνα-
2662βολὴν, ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ τῆς 7 ὥρας μ. μ.
2663Πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τοιαύτης ἀδίκου
2664συμπεριφορᾶς, κατὰ τοιαύτης αὐθαιρεσίας; Πρὸ ὀκτὼ ἡμε-
2665ρῶν, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐννάτης ὥρας τῆς πρωΐας εἰργαζόμεθα
2666ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς μεσημ-
2667βρίας. Μόλις γευματίσαντες, ἤλθομεν ἐδῶ τὴν 3ην μετὰ
2668μεσημβρίαν ὥραν καὶ ἐμείναμεν συζητοῦντες μέχρι τῆς 9ης,
2669ὅτε ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἡ πίστωσις ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη.
2670Σκοπεύων νὰ ἀγορεύσω περὶ αὐτῆς ἐπὶ μακρὸν, ἐζήτησα τὴν
2671ἀναβολὴν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ ἀπαντήσεως μὲ
2672ἠξίου, καὶ ἐδέησε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ
2673ἀπαρτίας, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναβολήν. Καὶ ζητεῖτε
2674λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν τοιαύτην πίεσιν καὶ κα-
2675ταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἀπὸ μίαν ἀλλόκοτον
2676πεισματικὴν αὐθαιρεσίαν, ἀπὸ μίαν κατάχρησιν τῶν δυνά-
2677μεων καὶ τῶν δικαιωμάτων ὑμῶν; Ἰδοὺ τίνες οἱ αἴτιοι τῆς
2678παρατάσεως τῶν συνεδριάσεων, οἱ τηροῦντες συμπεριφορὰν
2679μὴ πρέπουσαν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο.
2680Ἐπανέρχομαι Κύριοι, εἰς τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ
2681ὁποίου πρόκειται. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἔχετε καθῆκον πρὸς
2682τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, νὰ
2683ἐξετάσητε μετὰ προσοχῆς τὸ ὑποβαλλόμενον ὑμῖν ζήτημα,
2684ἵνα πεισθῆτε, ἂν ἔχητε δικαίωμα ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς
2685προτάσεως, ἣν σήμερον ὑπέβαλον ὑμῖν. Ἵνα ὑπάρξῃ δί-
2686καιον τοιοῦτον, πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄρθρον τοῦ Συν-
2687τάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ
2688ὑπαχθῇ. Ποῖον, ἐρωτῶ, εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ποῦ πραγ-
2689ματεύεται τὸ Σύνταγμα, ὅτι δύνασθε ὑμεῖς νὰ ἐξετάσητε
2690τὴν διαγωγὴν τῶν μελῶν παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἵνα
2691μεμφθῆτε αὐτῆς: Τίς, ἐπαναλαμβάνω, συγγραφεὺς ὑπο-
2692στηρίζει τοιαύτην τινὰ γνώμην, ὁποίαν πρόκειται σήμερον
2693νὰ καθιερώσητε κατὰ τῶν μελῶν τῆς προκατόχου Κυβερ-
2694νήσεως; Ἡ Βουλὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἓν καὶ μόνον ἔχει δι-
2695καίωμα, νὰ συγκροτήσῃ Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ ἐξε-
2696τάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ κατάχρησις, ἂν ἐφήρμοσε τοὺς νόμους
2697τοῦ Κράτους ἡ πρώην Κυβέρνησις, καὶ ἂν δὲν τοὺς ἐφήρ-
2698μοσε, νὰ παραπέμψῃ τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς εἰς τὸ Εἰδι-
2699κὸν Δικαστήριον. Τούτου δὲ μὴ ὑπάρχοντος, δύναται μὲν
2700ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν λό-
2701γον τῆς πληρωμῆς τῶν δαπανῶν, ἂν παρανόμως τυχὸν ἐδα-
2702πάνησαν, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται, ἂν
2703καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξαν οἱ πρώην Ὑπουργοί, ἀρνηθέντες
2704νὰ χορηγήσωσιν οἱανδήποτε πληροφορίαν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν
2705Κυβέρνησιν. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ
2706ποτε ἐντὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν ἔργων. Καὶ τί ζητοῦσι
2707παρ’ ὑμῶν; Ζητοῦσι νὰ ἐγκρίνητε τὴν παροῦσαν Κυβέρ-
2708νησιν, ζητήσασαν παρὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν λόγον ἐπὶ
2709χρηματικῶν διαχειρίσεων. Ἀλλὰ τὰς σχέσεις τῆς παρού-
2710σης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Κρά-
2711τους τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὰς σχέσεις ἑπομένως τοῦ Δημοσίου
2712τοῦ Ἑλληνικοῦ πρὸς οἱονδήποτε ἰδιώτην, ἔστω διατελέσαντα
2713εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶσθε ἁρμόδιοι ὑμεῖς νὰ
2714κανονίσητε. Τὰς σχέσεις ταύτας κανονίζουσιν οἱ νόμοι τοῦ
2715Κράτους. Αὐτοὶ θέλουν προσδιορίσει ποίας ὑποχρεώσεις ἔχου-
2716σιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρ-
2717νησις ἀντιπροσωπεύει. Ἂν αὐτοὶ οἱ νόμοι ἐπιβάλλωσιν ὑπο-
2718χρεώσεις, ἃς ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι, διὰ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ
2719ὑποχρεούμενοι......
2720§135ΝΕΓΡΗΣ. Ἐφαρμόζονται εἰς τὴν ῥάχιν τῶν ὑπαλλή-
2721λων· αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
2722§136ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ καθῆκον
2723νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους κατὰ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν πρέπει
2724νὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἂν τοὺς ἐφήρμοσε κακῶς, ἂς τοὺς ἐφαρμόσῃ
2725καλῶς; Αὐτὸς δὲν εἶναι ὅμως λόγος νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν
2726Βουλὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
2727Βλέπετε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ
2728οὐδεμίαν ἔποψιν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα ν’
2729ἀποφανθῶμεν ποία ἡ σχέσις τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ὧν
2730πολλοὶ οὔτε Βουλευταὶ εἶναι, πρὸς τὸ Κράτος, ὃ ἀντι-
2731προσωπεύει ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ἵνα πεισθῆτε περὶ τοῦ
2732ἀτόπου, ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα καὶ μὴ
2733λαβοῦσα πληροφορίαν παρὰ πρώην Ὑπουργῶν, μὴ ὄντων
2734Βουλευτῶν, ἐμφανίζεται ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ζητεῖ νὰ ἀπο-
2735φανθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι! Ἀλλ’
2736οὕτω πράττοντες, ἐξευτελίζετε τὸν ἑαυτόν σας, διότι ποίαν
2737ἐπιῤῥοὴν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασίς σας ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων,
2738περὶ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεσθε; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Δύ-
2739νανται, περιφρονοῦντες τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, νὰ ἐξακολου-
2740θήσωσιν ἀρνούμενοι πᾶσαν πληροφορίαν. Πῶς λοιπὸν προ-
2741βαίνετε εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὐδὲν κῦρος;
2742αἵτινες δὲν εἶναι ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἔκφρασις ἁπλῆς γνώμης;
2743Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἡ ἀπόφασις ὑμῶν δύναται νὰ ἐξα-
2744σκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα δύνανται
2745νὰ ἀποφανθῶσι ποτὲ ἐπὶ τῶν σχέσεων, περὶ ὧν πρόκειται,
2746καὶ νὰ προξενήσῃ οὕτως ἀδίκημα κατ’ ἐκείνων, κατὰ τῶν
2747ὁποίων ἐκδίδεται. Ἄφετε τὰ Δικαστήρια ἐλεύθερα, νὰ ἀπο-
2748φανθῶσιν ἀνεπηρεάστως, ἂν οὗτοι δὲν ἐτήρησαν τοὺς νόμους
2749καὶ παρέβησαν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, καὶ μὴ προδι-
2750κάζετε ὑμεῖς ἀναρμοδίως περὶ τοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ διατὶ
2751λέγω, ὅτι, καταχρώμενοι τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας,
2752γίνεσθε παραίτιοι ἀδικίας.
2753Ἀλλὰ μήπως καὶ κατ’ οὐσίαν ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα,
2754εὑρίσκῃ λόγον τινὰ πρὸς παραδοχὴν τοιαύτης προτάσεως;
2755Ἂν ἐξετάσητε κατ’ οὐσίαν ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν
2756μελῶν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, καὶ
2757τὰ δικαιώματα ταύτης πρὸς ἐκείνους, τί θέλετε ἔχῃ; Δὲν
2758πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν θεωρητικῶς τὰ ζητήματα· πρό-
2759κειται νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτῶν
2760ἔποψιν. Δὲν ἐξετάζομεν θεωρητικῶς, τίνες δύνανται νὰ ἦναι
2761αἱ ὑποχρεώσεις τῶν μελῶν πεσούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν
2762ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει νόμου, διαγράφοντος
2763τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, οὐδεμία ὑπάρχει κύρωσις περὶ
2764ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ
2765πίπτοντες Ὑπουργοὶ νὰ ἀνακοινῶσι τὰς μυστικὰς αὐτῶν
2766ἐνεργείας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὑφι-
2767σταμένην Κυβέρνησιν, νομίζετε, ὅτι, μὴ πράττοντες τοῦτο,
2768ὑποπίπτουσιν εἰς παράβασίν τινα τοῦ νόμου; Εἰς οὐδεμίαν.
2769Διατί; Διότι οὐδεὶς νόμος διαγράφει ποῖαι εἶναι αἱ ὑπο-
2770χρεώσεις τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν
2771Κυβέρνησιν. Ἀπόκειται ἑπομένως εἰς τὸν πατριωτισμὸν,
2772εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μελῶν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως,
2773νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ὅσα νομί-
2774ζουσιν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ ἀνακοι-
2775νώσωσιν. Ἂν δὲν πράξωσι τοῦτο, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα
2776νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ, διότι οὐδεὶς νόμος, ἐπαναλαμβάνω, δια-
2777γράφει τὰς ὑποχρεώσεις τῆς πεσούσης πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν
2778Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἑπομένως ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἤθελεν
2779ἀρνηθῆ νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ σπουδαιότατα τῶν μυστικῶν
2780τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχει ἄλλη εὐθύνη, πλὴν τῆς ἠθικῆς,
2781διότι δὲν ὑπάρχουσι νόμοι, τιμωροῦντες τὴν πρᾶξιν ταύτην
2782Καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
2783Πρωθυπουργὸς, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἠρνήθη σκανδαλωδῶς νὰ παρα-
2784δώσῃ καὶ δημόσια ἀκόμη ἔγγραφα εἰς τοὺς διαδόχους
2785αὐτοῦ, ἂν καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῶν δημοσίων ἐγγράφων ἀπὸ
2786τὰ δημόσια γραφεῖα τιμωρεῖται ὡς κακούργημα, καὶ ὅμως
2787ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ ταῦτα, καὶ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ παρὰ
2788τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως.....
2789§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐγὼ ἠρνήθην νὰ παρα-
2790δώσω ἔγγραφα;
2791§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς
2792Βουλῆς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1880.
2793§139ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μομφὴ αὕτη σᾶς ἀπηυ-
2794θύνθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δὲν ἐδώσατε κἀμμίαν
2795ἀπάντησιν, ἀποδεχόμενοι ὡς βέβαιον τὸ γεγονός.
2796§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν δύνα-
2797ταί τις νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλα τὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος.
2798§141ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀποδίδηται ὡρισμένη
2799πρᾶξις εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἡ ὑπόληψίς του ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν
2800νὰ ἀπαντήσῃ.
2801§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπε τότε, εἰς ἀπάντησιν πρὸς
2802τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα
2803ἀνῆκον εἰς προσωπικὰς συνεννοήσεις μετὰ προσώπων ξένων
2804πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13ου.
2805§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦσαν δημόσια.
2806§144ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται τὰ πάντα νὰ δια-
2807στρέφωσι. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμ-
2808βάνω πεῖραν τῆς τοιαύτης αὐτῶν διαγωγῆς. Ἐτόλμησαν,
2809Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναιρέσωσι γνώμην, ἣν
2810ἐγὼ εἶχον ἐκφράσει, καὶ κατόπιν διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδημο-
2811σιεύθη προηγουμένη ἀγόρευσις αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2812ὅστις εἶχεν ἄλλοτε ὑποστηρίξει τὴν γνώμην ταύτην.
2813§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠρνήθην νὰ παραδώσω
2814δημόσια ἔγγραφα.
2815§146ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω λοιπὸν ὑποστηρίζων
2816ὅτι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι σπουδαῖα μυστικὰ τοῦ Κράτους
2817παρέλιπον νὰ ἀνακοινώσωσιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ εἰς τοὺς
2818διαδόχους αὐτῶν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην.
2819Εἶναι ἔργον ἁπλῶς τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς συνειδήσεως·
2820διότι οὐδεὶς νόμος διατάσσει ἢ ἐπιβάλλει τοιαύτην ὑπο-
2821χρέωσιν αὐτῶν πρὸς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν.
2822Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται ἄρα σήμερον περὶ μυ-
2823στικῶν τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ὁποίων δύνα-
2824ται νὰ ἔχῃ ἠθικήν τινα ὑποχρέωσιν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις
2825πρὸς τὴν διάδοχον; Ποσῶς. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ προσώπων,
2826πρὸς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο δαπάναι τινὲς ὑπὸ τῆς πεσούσης Κυ-
2827βερνήσεως. Ἡ γνῶσις τῶν προσώπων τούτων δὲν εἶναι μυστι-
2828κὸν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὀφείλει μία Κυβέρνησις νὰ ἀνα-
2829κοινώσῃ εἰς τὴν ἄλλην. Ὅταν, Κύριοι, οἱοσδήποτε ὑπήκοος ἢ
2830ὑπάλληλος τῆς Τουρκίας, ἢ ἄλλης τινὸς Δυνάμεως, συνάπτει
2831μυστικὰς σχέσεις πρὸς ὡρισμένον Ὑπουργὸν, πρὸς ὃν τρέφει ἐμ-
2832πιστοσύνην, καὶ ἀναδέχεται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ἀμοιβῇ πρᾶξίν
2833τινα ἐπ’ ὠφελείᾳ ἡμῶν, νομίζετε, ὅτι εἶναι ποτὲ ἐπιτετραμ-
2834μένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ μυστικὸν
2835τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐκ προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης ἐγένετο πρὸς
2836αὐτόν; Τοιαῦται ἀνακοινώσεις ἀντίκεινται οὐ μόνον εἰς αὐτὸ
2837τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὡς κωλύουσαι πᾶσαν ἐμπιστευτικὴν
2838σχέσιν, ἀλλ’ ἀντίκεινται ἀκόμη καὶ εἰς τὴν καλὴν πίστιν.
2839Τί ζητεῖτε λοιπὸν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; ζη-
2840τεῖτε νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, ἢ ζητεῖτε νὰ
2841προδώσῃ εἰς ὑμᾶς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς αὐτὴν καὶ μόνην
2842ἐνεπιστεύθησαν;
2843Ἀλλὰ, Κύριοι, ὀφείλει ἄραγε ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις
2844νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται
2845περὶ προσώπων, ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ὁποίων οὐδεμίαν δύνα-
2846ται νὰ φέρῃ βλάβην; Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμήν,
2847ὅτι ὤφειλε νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ, καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Τί δικαίωμα
2848ἔχει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἤγουν τὸ Ἑλληνικὸν Δημό-
2849σιον, τί δικαίωμα ἔχει ἀπέναντι αὐτῶν; Τὸ μόνον δικαίωμα,
2850ὅπερ ἔχει, εἶναι, οὐχὶ νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ ἀπο-
2851δοκιμάσῃ, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ κατ’ αὐτῶν τὴν ἐφαρμο-
2852γὴν τῶν νόμων τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσῃ νὰ καταλογισθῶ-
2853σιν εἰς βάρος αὐτῶν τὰ χρηματικὰ ποσὰ, ἅπερ ἀρνοῦνται
2854νὰ δικαιολογήσωσι. Καὶ ὅταν ἤθελε γενῇ τοιαύτη κατα-
2855δίωξις κατ’ αὐτῶν, αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἤθελον λάβῃ ὑπ’
2856ὄψει τὰς περιστάσεις καὶ ἤθελον ἐκτιμήσει, ἐὰν πράγ-
2857ματι πρέπει νὰ γενῇ τοιοῦτος καταλογισμὸς, ἢ ὄχι. Πῶς
2858ὑμεῖς ἔρχεσθε ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀποφαίνεσθε, ὅτι πρέπει
2859νὰ γενῇ τοιοῦτος καταλογισμός; Σεῖς θὰ δικάσητε μίαν
2860ὑπόθεσιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ ὑπολόγων, τῆς ὁποίας τὴν
2861ἐκδίκασιν ἀνέθεσαν οἱ νόμοι εἰς ἄλλην ἀρχήν;
2862Ἀλλὰ προβαίνω, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, καὶ ἐρωτῶ: ἔχου-
2863σιν οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως
2864τοῦ Κράτους, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀνακοινώσωσι τὰ πρό-
2865σωπα ταῦτα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ δαπάνη αὕτη,
2866περὶ ἧς πρόκειται, ὡς καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο; Περὶ
2867τούτων ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους, ὅστις εἶπεν εἰς τοὺς
2868πρώην Ὑπουργούς: «δαπανήσατε ὅπως ἂν ἐγκρίνητε· οὐδε-
2869μίαν παρ’ ὑμῶν ζητῶ λογοδοσίαν·» καὶ δυνάμει τοῦ νόμου
2870τούτου ἐγένετο ἡ δαπάνη....
2871§147ΝΕΓΡΗΣ. Οὐχὶ τῶν 12,500 δραχμῶν.
2872§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὅλου τοῦ ποσοῦ ζητοῦσι
2873λόγον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτη-
2874σιν τῆς Κυβερνήσεως...... περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν
2875τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1885.....»
2876§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Νέγρης δὲν ἦτο παρὼν
2877ὅτε ὡμίλησα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει, ὅτι εὗρε τὴν πυρίτιδα.
2878Ἀγορεύων παρέστησα, ὅτι δὲν ἐγένετο δαπάνη 12,500
2879δραχμῶν, ἀλλὰ κατέβαλε τὸ Φρουραρχεῖον, κατὰ διαταγὴν
2880τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 12,500 δραχμὰς διὰ
2881τὸν λογαριασμὸν τῶν ἀναγκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐπεμε-
2882λεῖτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ
2883ἐκδοθῇ ἔνταλμα, ἵνα ἀποδοθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2884καὶ τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη· τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο ἤθελε προσ-
2885τεθῇ εἰς τὰς 52,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε τὸ
2886Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἤθελεν ἀποτελέσει 64
2887ἢ 65 χιλιάδας δραχμῶν. Ἑπομένως ὑπάρχει ὑπέρβασις τῆς
2888πιστώσεως κατὰ 5,000, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ζητήσει νὰ
2889δικαιολογήσωμεν, ζητοῦντες ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν.
2890§150ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς
2891Κυβερνήσεως ἔκαμε καλῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Δηλιγιάν-
2892νην, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ 12,500 δραχμαί. Εἶναι ἀλη-
2893θὲς, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπε ποῦ τὰ ἐξώδευσεν. Ἀλλ’ ὁ
2894κ. Πρόεδρος δὲν τὸ ἤξευρε καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ τὰς
2895πληροφορίας ταύτας.
2896§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνεγνώσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέ-
2897δρου τῆς Κυβερνήσεως;
2898§152ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνό-
2899μιζεν, ὅτι λόγῳ ἁβροφροσύνης ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν πλη-
2900ροφορίαν, ὅτε ἡ αἴτησίς του ἀπεῤῥίφθη, δὲν ὤφειλε νὰ κά-
2901μῃ ἄλλο τίποτε ἢ ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους διατάττου-
2902σιν, ἤγουν, ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ καταλογισθῇ ἡ ὑπέρβασις τῆς
2903πιστώσεως εἰς ἐκείνους, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωτικὴν πί-
2904στωσιν πρὸς κάλυψιν αὐτῆς, ἢ ἄλλο τι οἱονδήποτε. Οὐδέ-
2905ποτε ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλήν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν
2906πρέπῃ νὰ ζητήσῃ ἢ νὰ μὴ ζητήσῃ τοιαύτας πληροφορίας.
2907Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος λέ-
2908γει: «δαπάνησον ὅπως ἂν ἐγκρίνῃς· δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν
2909οὐδεμίαν δικαιολογίαν». Πῶς, ἐναντίον τοῦ νόμου τούτου,
2910νόμου ῥητοῦ καὶ σαφοῦς, ἔρχεται μία Κυβέρνησις ἄλλη καὶ
2911λέγει: «ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν λόγον
2912περὶ τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως»; Δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι,
2913ὅτι ἀντίκειται εἰς πάντα κανόνα λογικῆς, ἐνῷ ὁ νόμος
2914δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεξελέγκτου διαχειρίσεως καὶ δια-
2915θέσεως πιστώσεως, νὰ ἔρχηται Κυβέρνησις καὶ νὰ λέγῃ: «εἰς
2916ἐμὲ θὰ δώσῃς λόγον τῆς διαχειρίσεως ταύτης»; Πῶς νόμος
2917τοῦ Κράτους, ὑποχρεῶν πάντας τοὺς ἐν αὐτῷ, δύναται νὰ
2918θεωρηθῇ ἀνίσχυρος ὡς πρὸς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν; Ἐὰν
2919ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς λογοδοσίας δὲν ἦτο ἀπόλυτος, οἱ
2920πρώην Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν δαπά-
2921νην. Ὁ νόμος ἀνέθεσεν εἰς τὴν πλήρη ἐξουσίαν αὐτῶν νὰ
2922πράξωσι κατ’ ἰδίαν ἐκτίμησιν· πῶς λοιπὸν δύναται νὰ δι-
2923καιολογηθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δώσωσιν εἰς
2924αὐτὴν λογοδοσίαν; Ἕνεκα, λέγει, τοῦ ἑνιαίου τῆς Κυβερ-
2925νήσεως· ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ Κυβέρνησις εἶναι, ὅπως καὶ ἡ προ-
2926τέρα, ἄρα δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς προκατόχου Κυ-
2927βερνήσεως λογοδοσίαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ, ὅτι
2928καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἦτο καὶ αὐτὴ νόμιμος Κυ-
2929βέρνησις, ὅθεν ὅ,τι ἔπραξεν ἐκείνη θεωρεῖται ὡς πραχθὲν ὑπὸ
2930τῆς διαδόχου, ἕνεκα τοῦ ἑνιαίου. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν δύνα-
2931ται νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης. Τὸ
2932ἑνιαῖον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαλλάσσει καὶ τὴν προηγουμένην
2933Κυβέρνησιν, ὅπως ἀπαλλάσσει καὶ τὴν ἑπομένην, δὲν δι-
2934καιολογεῖ κατ’ ἀκολουθίαν τὴν ἑπομένην Κυβέρνησιν νὰ
2935ζητῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς λογοδοσίαν τὴν προηγουμένην.
2936Καὶ ὅμως ζητοῦσι παρ’ ὑμῶν νὰ λάβητε ἀπόφασιν, ἡ
2937ὁποία ἀντίκειται εἰς ῥητὸν νόμον τοῦ Κράτους, ἀπαλλάξαντα
2938τοὺς Ὑπουργοὺς πάσης λογοδοσίας. Ἂν, Κύριοι, θέλητε
2939νὰ ἀκυρώσητε τὸν ἰσχύοντα νόμον, τότε δὲν εἶναι αὕτη ἡ
2940δικαιοδοσία, ἣν ὀφείλετε νὰ τηρήσητε. Ὀφείλετε νὰ ψηφί-
2941σητε νέον νόμον, ἵνα ἀκυρώσητε τὸν πρῶτον, διότι ὁ νόμος,
2942Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον μόνον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἔργον καὶ
2943τοῦ Βασιλέως, ἑπομένως δέον νὰ κυρώσῃ καὶ ὁ Βασιλεὺς νέον
2944νόμον, ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ πρῶτος νόμος. Ἀλλ’ ἠκούσθη ποτὲ,
2945Κύριοι, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς
2946μίαν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ ἀνεξελέγκτως χρηματικὸν πο-
2947σὸν, καὶ νὰ ἔρχηται κατόπιν αὐτὴ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία,
2948παλινῳδοῦσα, νὰ ζητῇ λόγον παρ’ αὐτῆς δι’ ἐκεῖνα, τὰ
2949ὁποῖα ἐδαπάνησε; Θὰ ἦτο ἀδίκημα τερατῶδες, εἰς τὸ ὁποῖον
2950δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ Νομοθε-
2951τικὴ Ἐξουσία δύναται νὰ ὑποπέσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι
2952ἑνιαία, καὶ ἑπομένως, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυ-
2953πουργοῦ, δύναται νὰ ζητῇ λόγον παρὰ πάσης προηγουμέ-
2954νης Κυβερνήσεως περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς. Ἡ δὲ Νομοθε-
2955τικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι ἑνιαία; Πῶς λοιπὸν τὰ δικαιώματα,
2956ὅσα ἐχορήγησεν ἡ Νομοθετικὴ, δύναται λογικῶς νὰ τὰ ἀναι-
2957ρέσῃ αὐτὴ αὕτη; Ἀλλὰ δὲν ἀναιροῦνται οἱ νόμοι, οἱ χορη-
2958γοῦντες δικαιώματα, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ κατάχρησιν, ἣν
2959οὐδέποτε Νομοθετικὴ Ἐξουσία δύναται νὰ διαπράξῃ.
2960Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότα-
2961σις, ἡ ὑποβαλλομένη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὑπερβαίνει
2962προδήλως τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς, καὶ ἀποτελεῖ κατάχρη-
2963σιν οἰκτρὰν τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει ἡ Βουλή. Τοσοῦτο μᾶλ-
2964λον, καθόσον ἡ πρότασις περιέχει ἑρμηνείαν, προσβάλλου-
2965σαν ἐμμέσως τὰ δικαιώματα ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων
2966πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ. Φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐσίαν οὐδεμία ὑπάρ-
2967χει ὑποχρέωσις νομικὴ ἐκ μέρους τῆς πεσούσης Κυβερνή-
2968σεως, νὰ διαβιβάζῃ οἱαδήποτε μυστικὰ εἰς τὴν διάδοχόν
2969της· φρονῶ, ὅτι ἰδίως ἡ ὑποχρέωσις πρὸς λογοδοσίαν ἐπὶ τοῦ
2970προκειμένου ἀντίκειται οὐ μόνον εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ἀντί-
2971κειται εἰς ῥητὸν νόμον τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς
2972τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς νὰ δαπανήσωσιν ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγ-
2973χου καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ
2974ἀμέσως.
2975Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ πολὺ ὑψηλόν·
2976δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ παραδοχῆς προτάσεως, μὴ βασί-
2977μου κατ’ οὐσίαν· πρόκειται περὶ καθιερώσεως ἑνὸς προηγου-
2978μένου ἀτόπου, περὶ ἀναμίξεως τῆς Βουλῆς εἰς ὑποθέσεις
2979διοικητικάς. Πρόκειται νὰ προβῆτε αὐθαιρέτως καὶ κατα-
2980χρηστικῶς εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τῆς δικαιοδο-
2981σίας ὑμῶν καὶ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι βλάβην τῶν δι-
2982καιωμάτων ἄλλων ἐνδιαφερομένων προσώπων. Ἑπομένως
2983ἱκετεύω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, μὴ θέλετε νὰ γίνητε ὄργανα
2984μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας, προερχομένης ἐξ ἐκνόμου ἐμπα-
2985θείας, ἥτις δὲν ἁρμόζει, οὐχὶ μόνον εἰς κυβερνῶντας, ἀλλὰ
2986καὶ εἰς τὸν ἔσχατον ἰδιώτην.
2987§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβή-
2988τησε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρ-
2989καδίας, ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε λόγος περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
2990ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, διαδεχθεὶς τὸν νῦν Πρωθυπουρ-
2991γὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐζήτησε, καὶ τὰ
2992ὁποῖα δὲν εὕρισκεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ
2993κ. Κωνσταντόπουλος ἠρώτησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν: διατὶ
2994λοιπὸν δὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅσα σᾶς ἔλεγεν ὁ ἡγέτης τῆς
2995Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἐσιωπή-
2996σατε; Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2997τερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ φαίνεται, ὅτι πολ-
2998λάκις τρέχει πλέον τοῦ δέοντος, ἀπήντησεν: ὤ! δὲν ἀπαντᾷ
2999εἰς ὅλα τὰ λόγια ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ σᾶς παρακα-
3000λέσω νὰ ἀκούσητε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα
3001βεβαιωθῆτε τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, ἀκούσῃ δὲ ἡ Βουλή,
3002ὅτι ὅσα εἶπον δὲν ἦσαν ἀνάξια τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Πρω-
3003θυπουργοῦ λόγια, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ περιφρονήσῃ, κατὰ
3004τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερι-
3005κῶν, διὰ τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἀδιαφορίας του.
3006Ὅτε διεδέχθη ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος τὸν νῦν
3007Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ
30081880, ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον
3009Ἐπιτροπὴ περιέλαβεν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως παρά-
3010γραφον, διὰ τῆς ὁποίας ἐμέμφετο τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ.
3011Τρικούπη, ὡς διατάξαντος τὴν ἐπιστράτευσιν ἐν ἀπουσίᾳ
3012τῆς Βουλῆς, μὴ καλέσαντος δὲ αὐτὴν ἐγκαίρως. Συνεζη-
3013τεῖτο δ’ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ὁ νῦν
3014Πρωθυπουργός, ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει κατὰ τοῦ Κου-
3015μουνδούρου καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
3016Βασιλικὸν λόγον Ἐπιτροπῆς, ἤλεγχε τὸν Κουμουνδοῦρον,
3017διατὶ δὲν ἀνεγίνωσκε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν
3018τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Κουμουνδοῦρος μετὰ
3019τῆς ἀφελείας, τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε, ἐκίνησε τοὺς ὤμους
3020λέγων: «δὲν ἔχω οὐδέν». Ὁ κ. νῦν Πρωθυπουργὸς τῷ εἶπε:
3021«Μάλιστα, ὑπάρχουσιν εἰς τὰς θυρίδας, καὶ ἔπρεπε νὰ παρα-
3022τηρήσητε νὰ τὰ εὕρητε». Ταῦτα ἐγίνοντο ἐν τῇ συνε-
3023δριάσει τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1880. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνε-
3024δριάσεως ἀπήντησεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος εἰς τὸν κ.
3025Τρικούπην (ἀναγινώσκει): Σελ. 35 τῶν στενογραφημένων
3026πρακτικῶν τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1880: «Ἀπὸ τῆς πρώτης
3027ἡμέρας ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ διπλωματικά. Ἐξήτασα
3028ὅσα μοὶ ἔδωκαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησα τηλεγραφήματα περὶ
3029συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἰδιαιτέρα ἀλλη-
3030λογραφία μετὰ τοῦ Βασιλέως περὶ τούτου ὑπάρχει· τὴν
3031ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον».
3032Εἰς ταῦτα ἀπήντησε τότε ὁ κ. Τρικούπης: «Ὑπάρχει
3033εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.» Τὴν ἐπιοῦσαν ἦλθεν ὁ Κουμουνδοῦρος
3034βεβαιῶν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἀφαιρέσει τὰ ἔγγραφα
3035ταῦτα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἰδοὺ τί εἶπεν (ἀναγινώσκει).
3036Σελ. 36 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, τῆς
3037συνεδριάσεως τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1880:
3038«ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόλις σήμερον περὶ τὴν ὥραν
3039πρώτην μ.μ. ἦλθον δύο ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὁ
3040Πανᾶς καὶ ὁ Μεταξᾶς, καὶ μοὶ ἔφερον τὰ τηλεγραφήματα.
3041Τὰ ἐδιαλέξαμεν, ἐπεφόρτισα δὲ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους
3042νὰ τὰ ἀντιγράψωσιν. Αὔριον λοιπὸν θέλω τὰ ὑποβάλει.
3043Ἐπιστολὴν ἰδιαιτέραν οὐδεμίαν εὕρομεν, πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ
3044κ. Τρικούπης τὴν ἐκράτησε.»
3045§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδιαιτέραν ἐπιστολήν.
3046§155ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ περὶ τῆς ὑγείας σας, οὐδὲ περὶ
3047τῶν συμφερόντων σας, ἀλλὰ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
3048Κράτους.
3049§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους ὥρας συζη-
3050τοῦμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, μολονότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ
3051κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἀξιοτίμων
3052μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἐτέθη εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέ-
3053σιν, παραδόξως ὑπὸ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
3054ἀλληλοδιαδόχως ὁμιλησάντων, μετετοπίσθη καθ’ ὁλοκλη-
3055ρίαν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀληθῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
3056ὅτι ἐν τῷ ζητήματι ἐγεννήθη κυκεών. Ὁ τελευταῖος μά-
3057λιστα ἀγορεύσας μετὰ πολλοῦ πάθους καὶ μετὰ πολλοῦ
3058ἐνδιαφέροντος, παρ’ ὀλίγον νὰ μὲ κάμῃ νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἂν
3059ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ.
3060Πρωθυπουργὸς, κινδυνεύω νὰ παραβιάσω τοὺς νόμους τῆς
3061πατρίδος μας καὶ ἀναιρέσω τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβου-
3062λευτικοῦ πολιτεύματος. Ἦτο τοσαύτη ἡ δύναμις τῶν λό-
3063γων τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Κωνσταντοπούλου καὶ το-
3064σαύτη ἡ ἔκφρασις τοῦ πάθους του, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν
3065δὲν ἐγνώριζέ τις κατὰ βάθος, τίς ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης
3066ἐκφράσεως, ἐκινδύνευε ν’ ἀποπλανηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ,
3067καίπερ ἐν ἀρχῇ εὑρεθεὶς ἀπέναντι τοιαύτης ἐντυπώσεως, δὲν
3068ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τέλους νὰ ἀποπλανηθῶ· καὶ ἂν μακροτέρα
3069πεῖρα δὲν ἠδύνατο νὰ μὲ προφυλάξῃ ἀπὸ τοιαύτης ἀποπλα-
3070νήσεως, τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα ἐσχάτως ἀναμφισβητή-
3071τως ἤθελον μοὶ χρησιμεύσει πρὸς τοῦτο. Τὸ ζήτημα λοιπὸν
3072μετετοπίσθη, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ἐὰν ἐπανα-
3073φέρω τοῦτο εἰς τὴν θέσιν του. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν πρὸ
3074πάντων τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ.
3075Πρωθυπουργοῦ ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν τυπικὴν ἔποψιν
3076καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Τυπικὴ ἔποψις: Ἔχει τὸ
3077δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην πρότασιν, ναὶ ἢ οὔ;
3078Οὐσιαστικὴ ἔποψις: Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ταύτης εἶναι
3079ὀρθή; Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, φρονῶ, ὅταν ἐξετάσῃ τις,
3080θὰ φθάσῃ ἀναγκαίως εἰς τὸ ὀρθὸν συμπέρασμα. Καὶ πρῶτον,
3081τί περιλαμβάνει ἡ πρότασις; Διὰ τῆς προτάσεως καλεῖται
3082ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ πρᾶξιν τῆς Κυβερνή-
3083σεως. Ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλή; Δὲν πιστεύω νὰ
3084ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ὑμῶν, δυνάμενος ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν
3085τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα ἐκπληροῖ
3086καθήκοντα νομοθετικά· ὡς πολιτικὸν σῶμα λύει ζητήματα
3087πολιτικά. Πᾶν ὅ,τι δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰ νομοθετικὰ
3088καθήκοντα τῆς Βουλῆς, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει
3089δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐκπλήρω-
3090σιν τῆς πολιτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, δικαιοδοσίας αὐτῆς, ἐκπλη-
3091ροῦσα τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῆς,
3092ἐλέγχῃ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ἔχει ἀναμφισβητήτως
3093τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται μετὰ τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐπ’
3094αὐτῶν· ἀποφαινομένη δὲ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων,
3095ἐκπληροῖ τὸν ἀληθῆ αὑτῆς προορισμόν. Ἀλλὰ πότε καλεῖ-
3096ται ἡ Βουλή, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων;
3097Σεῖς ἀνεγράψατε τὸ ἀληθὲς δόγμα, ὅπερ κἀγὼ ἀποδέχομαι,
3098ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ ἡ Βουλή, καλουμένη, εἴτε ὑπὸ τῆς
3099Κυβερνήσεως, εἴτε ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πολιτικῆς
3100μερίδος, εἴτε ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου Βουλευτοῦ, ν’ ἀποφανθῇ
3101μετὰ ἔλεγχον περὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ καθῆ-
3102κον καὶ δικαίωμα ἔχει νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν οὕτω τὸ πρᾶγμα
3103ἔχῃ, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἡ Κυβέρνη-
3104σις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ
3105πίστωσις, καλύπτουσα τὴν εὐθύνην φαινομένων ὑπολόγων,
3106μὴ ὄντων ὑπολόγων· ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἡγέτου αὑ-
3107τῆς, ἤ, κατά τινα μερίδα αὐτῆς, διὰ τοῦ προϊσταμένου αὑ-
3108τῆς.... (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
3109§157ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη μερίς.
3110§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἴσως δὲν ὑπάρχει.... Λοιπὸν ἡ Ἀντι-
3111πολίτευσις διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑτῆς—ἂς μεταχειρισθῶ ἰδίαν
3112ἔκφρασιν—ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὅσα σχετικῶς πρὸς τὴν
3113αἰτουμένην πίστωσιν εἶχεν ἐνεργήσει, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ
3114νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, καὶ πρὸς τοῦτο διεμαρτυρήθη,
3115ἰσχυριζομένη, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς
3116ἐξουσίας ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς, ἐνῷ ὑπάρχει νόμος, δυνάμει
3117τοῦ ὁποίου ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ δαπανήσῃ
3118ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἄνευ ἐλέγχου, ὡρισμένον χρηματικὸν
3119ποσὸν, ἐζήτησε παρὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν πληροφορίας
3120περὶ τοῦ τρόπου τῆς δαπάνης, περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν ἐδα-
3121πανήθησαν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἦτο
3122μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει προφανῶς εἰς τὸν νόμον, τὸν
3123ὁποῖον ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 ἐψήφισε, καὶ ὅτι εἶναι μία πρᾶ-
3124ξις, ἀπαγορευομένη καὶ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, ἀπαγορευομένη καὶ
3125ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Εἰς ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις ἰσχυ-
3126ρίσθη τὸ ἐναντίον, λέγουσα, ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἐνήργησεν ἡ Κυ-
3127βέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζει, ὅτι τὸ ἐνήργησεν
3128ἐντὸς τοῦ νόμου, νομίζει, ὅτι εἶχε δικαίωμα, καθ’ ὃ Κυ-
3129βέρνησις τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν προκατόχων
3130πληροφορίαν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ἐκείνου
3131ποσοῦ, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ἐννοῇ νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν περὶ
3132τῆς διαχειρίσεως. Οἱ λέγοντες, ὅτι ἡ τοιαύτη αἴτησις εἶναι
3133αἴτησις πρὸς λογοδοσίαν, νομίζω, ὅτι ὑποκρίνονται· διότι
3134δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐδαπανή-
3135θησαν τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὴν
3136δικαιουμένην πρὸς τοῦτο Κυβέρνησιν, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐδα-
3137πανήθησαν τὰ χρήματα, ἵνα αὕτη διατελῇ ἐν γνώσει, ἐὰν
3138ὁ σκοπὸς οὗτος διατελῇ ὢν ἐκκρεμὴς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη
3139νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁμοία τις ἐργασία, ἵνα διατελῇ ἐν γνώσει
3140καὶ συνεχίσῃ τὸ ἔργον. Ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην τῆς
3141Κυβερνήσεως ἐῤῥωμένως ἀντετάχθησαν οἱ τῆς ἀριστερᾶς, ἡ
3142Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔδει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς
3143πράξεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν,
3144ἵνα βεβαιωθῇ, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐὰν καλῶς ἡ Κυβέρ-
3145νησις ἐνήργησεν ὅσα ἐνήργησεν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς τοιαύτης
3146αἰτήσεως ἐξανίστανται, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ Βουλὴ
3147μὲ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, ὡσανεὶ ἐκλήθη ἡ Βουλὴ
3148νὰ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ συσχετίσῃ τὰς ἑαυτῆς σκέψεις μὲ τὰς
3149ἐνεργείας τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ὡσανεὶ διὰ τῆς
3150προτάσεως ἐκλήθη ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν παρ’
3151ἀνυπάρκτου Κυβερνήσεως. Καὶ τίς ἀντιτάσσεται εἰς τοῦτο;
3152Τίς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
3153λόγον παρὰ προκατόχου Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης κατὰ
3154τον χρόνον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ Βουλή; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτον
3155δικαίωμα δὲν ἔχῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὴν
3156Βουλὴν τὸ δικαίωμα σήμερον, ὅτε καλεῖται νὰ κρίνῃ τὴν
3157πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς
3158ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Καὶ ὁποῖον
3159κῦρος θὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς; ἐρωτᾷ ὁ ἀξιό-
3160τιμος φίλος μου κ. Κωνσταντόπουλος· εἶναι τοιαύτη ἡ ἀπό-
3161φασις τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τῆς
3162προκατόχου Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκβιάσῃ αὐτὴν νὰ παραδώσῃ
3163τὰ ἀπόῤῥητα εἰς τὴν ὑφισταμένην νῦν Κυβέρνησιν; Καὶ τίς
3164εἶπε τοιοῦτόν τι; Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὸ κῦ-
3165ρος καὶ τὴν ἰσχὺν, ἣν ἔχουν αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Του-
3166τέστιν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος, τοῦ νὰ δώσῃ
3167κῦρος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν
3168Κυβέρνησιν ὅτι «καλῶς ἔπραξας»· μέχρις ἐδῶ περιορίζεται τὸ
3169κῦρος τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ διὰ τοιούτων ἐπι-
3170χειρημάτων ἐκτοπίζηται τὸ ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν, εἶναι
3171εὔκολον νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν. Πρέ-
3172πει, Κύριοι, νὰ συλλογιζώμεθα, ὅτι οἱ ἀκούοντες δὲν εἶναι
3173ἐντελῶς ἄγευστοι οὔτε τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, οὔτε τῶν
3174κειμένων νόμων, καὶ γνωρίζουσιν ὁποίαν χρῆσιν ὀφείλουσι νὰ
3175κάμνωσι τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, γνωρίζουσι δὲ καὶ τὰ
3176καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἐρχόμενοι
3177ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἔλεγχος, τὸν
3178ὁποῖον ἐν δικαιώματι ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν
3179πράξεων, ἦναι ἀναμφισβήτος, εἶναι ἄρνησις τῶν δικαιωμάτων
3180τῆς Βουλῆς νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή,
3181ἐρωτωμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν καλῶς ἢ
3182κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐπὶ συγκεκριμένου ζητήματος.
3183Καὶ ἀνέμιξαν τὸ ζήτημα μὲ διάφορα ἄλλα ζητήματα,
3184τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύνανται νὰ ἔχωσι
3185σχέσιν, καὶ ἐπεζήτησαν νὰ τεθῇ ἀπολύτως ζήτημα γενικῆς
3186πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ περὶ τούτου δὲν πρόκειται,
3187ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐν γένει πολιτικὴν
3188τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης
3189νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τούτῳ πρότασιν. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τούτου
3190δὲν πρόκηται, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις
3191εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποφαίνηται συγκε-
3192κριμένως ἐπὶ ὡρισμένης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κα-
3193λῶς ἢ κακῶς ἐπὶ συγκεκριμένης περιστάσεως ἐνήργησεν ἡ
3194Κυβέρνησις; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ
3195παρὰ τινος ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποβολὴ τῆς προτάσεως
3196καὶ ἡ ἐπίκλησις τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς εἶναι
3197πρᾶγμα καινοφανὲς, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
3198δέλφου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται πρὸς τοὺς νόμους
3199τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἀκρι-
3200βῶς τὸ ἐναντίον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς
3201Βουλῆς καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος·
3202διότι, ἐὰν ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου,
3203ἀρνούμεθα τὴν ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἐπὶ τόσας ἡμέρας
3204συζητῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, περὶ τίνος ἄλλου
3205διαμαρτύρεσθε, λέγοντες, ὅτι ἕν ἀπέμεινεν εἰς τὴν Ἀντιπολί-
3206τευσιν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ
3207ἐλέγχου, Κύριοι, δὲν ἀσκεῖται ἁπλῶς διὰ τῶν φωνῶν, τὸ δι-
3208καίωμα τοῦ ἐλέγχου ἀσκεῖται διὰ τῶν ἀποφάσεων. Αἱ φω-
3209ναὶ καὶ αἱ συζητήσεις ἄγουσιν εἰς συμπέρασμα, ἐπὶ τοῦ συμ-
3210περάσματος τίθεται πρότασις, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐπέρ-
3211χεται ἀπόφασις· ὅταν δὲ ἐπέλθῃ ἀπόφασις, ἡ νικῶσα ψῆφος
3212κατασβέννυσι τὰς φωνάς· αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος.
3213Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα,
3214διὰ νὰ ἴδωμεν, πρόκειται περὶ αἰτήσεως λογοδοσίας, κατὰ
3215τῆς ὁποίας ἐξανέστησαν; ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
3216ἡ Κυβέρνησις, περιλαμβάνει αἴτησιν πρὸς λογοδοσίαν τῶν
3217προκατόχων Ὑπουργῶν, τῶν διαχειρισαμένων τὸ κονδύλιον
3218τῶν 60,000 δραχμῶν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ
3219ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν τοῦ νόμου τοῦ 1885, διότι οὐδεὶς θέλει
3220νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸ ὀχύρωμά σας. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ
32211885 εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε ἄνευ ἐλέγχου, καὶ
3222οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ὑμῶν διὰ τὴν δια-
3223χείρισιν ταύτην. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα, καὶ
3224καθῆκον μάλιστα, νὰ ἀποκρύπτητε ἀπὸ τὴν διάδοχον Κυ-
3225βέρνησιν τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατέχετε
3226ὡς Κυβέρνησις, ἄ! Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, τοῦτο εἶναι ἀνήκου-
3227στον σφάλμα. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη, ἐὰν αἱ ἑκάστοτε
3228Κυβερνήσεις, τῶν ὁποίων Κυβερνήσεων πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι,
3229προκειμένου μάλιστα περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, εἶναι
3230ἀπόῤῥητον, ἐὰν αὗται ἀπερχόμεναι ἀφίνωσι τοὺς διαδόχους
3231εἰς τὸ χάος, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ προφορικῶν ἴσως
3232συνεννοήσεων ἐπὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων τῆς χώρας, νὰ
3233ἐγκαταλείπωσι τοὺς διαδόχους εἰς τὸν ὠκεανὸν, μὴ γνωρί-
3234ζοντας πῶς νὰ βαδίζωσιν! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
3235πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε διὰ πάσας τὰς πράξεις τῶν Κυ-
3236βερνήσεων, τὰς ἀναγομένας εἰς συμφέροντα ὕψιστα τοῦ Κρά-
3237τους, ἰδίως ἐξωτερικὰ, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ δικαίωμα
3238εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὅταν ἀπέρχωνται τῆς ἐξουσίας, νὰ
3239συμπαραλαμβάνωσι πάντα τὰ ἀρχεῖα μαζῆ των, ἵνα τὰ
3240ἀποκρύπτωσιν ἀπὸ τοὺς διαδόχους, διότι πάντα ταῦτα εἶναι
3241ἀπόῤῥητα τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχουσι δύο Κυβερ-
3242νήσεις εἰς ἓν Κράτος, καὶ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν
3243ἀπόῤῥητα τῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ
3244γίνωσι γνωστὰ εἰς τὴν ἑτέραν. Προκειμένου περὶ ζητήμα-
3245τος σοβαροῦ καὶ σπουδαίου τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις,
3246τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος διὰ τῆς πλειοψηφίας ἀναγνωρίζει ὡς
3247τοιαύτην, ἡ Κυβέρνησις αὕτη δικαιοῦται νὰ διαχειρισθῇ τὰ
3248ἀπόῤῥητα, δικαιουμένη δὲ νὰ διαχειρισθῇ τὰ ἀπόῤῥητα,
3249ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ
3250μυηθῇ τούτων. Ἐὰν δὲ καθιερωθῇ ἡ ἐναντία ἀρχὴ, ἀλλοί-
3251μονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κληθῶσι νὰ ἐφαρ-
3252μόσωσι ταύτην! Δι’ ἐμὲ, ὡς Βουλευτὴν, εἶναι φοβερὸν καὶ νὰ
3253ἀναλογισθῶ κἄν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν
3254ὑποστηρίζω ἐν πεποιθήσει, θέλει δυνηθῆ ποτε νὰ συμπερι-
3255φερθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς τὴν διάδοχον αὑτῆς,
3256χωρὶς τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ νὰ ἀποβάλῃ πᾶσαν τὴν ἐμπιστο-
3257σύνην μου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω Κυβέρνησιν δια-
3258τηροῦσαν μυστικὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, χωρὶς συγ-
3259χρόνως νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις, ἄκουσα, ἐκ
3260μικροφιλοτιμίας, ἢ νὰ εἴπω ἐξ ἀνοησίας, θὰ γίνῃ πρόξενος
3261νὰ βλαβῶσιν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μου;
3262Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ
3263ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ ἐφ’
3264ὅσον, καθ’ ἃ εἶμαι βέβαιος, δὲν τὴν πρεσβεύει ὁ ἡγέτης τῆς
3265Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ὑποχρέωσιν καλούμενος νὰ δώσῃ τὴν
3266δέουσαν πληροφορίαν, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἤθε-
3267λεν ἀποβάλει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου
3268τοῦ 1885 ἐκτήσατο. Ἐὰν λοιπὸν καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ πρό-
3269τασις ἀναμφισβητήτως ἦναι ὀρθὴ, ἐὰν καὶ κατὰ τύπους ἡ
3270πρότασις ἦναι ὀρθὴ, ἐρωτῶ, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη τῶν μακρῶν
3271ἐκείνων ἐκδρομῶν, τὰς ὁποίας ἐποιήσαντο οἱ ἀξιότιμοι συνά-
3272δελφοι, ἵνα πείσωσιν ἡμᾶς νὰ καταψηφίσωμεν τῆς προτά-
3273σεως ταύτης, μὴ περιοριζόμενοι ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ ζητή-
3274ματος, ἀλλ’ ἀνατρέχοντες εἰς γεγονότα, μηδεμίαν πρὸς τὸ
3275ζήτημα ἔχοντα σχέσιν; Δὲν πιστεύω νὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθε-
3276λον προσελκύσει περισσότερον τοῦ πρέποντος τὴν προσοχὴν
3277ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἀποφασίσωσιν ἐπὶ τοῦ προ-
3278κειμένου ἐν συνειδήσει. Ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶσιν ὑψηλὸν,
3279μετ’ ἀπαθείας ὀφείλουσιν ἐπὶ τούτου νὰ κρίνωσι, καὶ αὐτοὶ
3280οἱ Ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ἑκάστοτε, ἀσχέτως
3281πρὸς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ συμφέ-
3282ροντα τοῦ Ἔθνους, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ καθιερώσωσιν
3283ἀληθῶς τοιοῦτον προηγούμενον, διότι πρέπει νὰ διδάξωσι
3284καὶ τοὺς μᾶλλον φατριαστὰς κυβερνῶντας, ὅτι, ὅταν πρό-
3285κηται περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ τόπου, πᾶς φα-
3286τριασμὸς πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, πᾶς διχασμὸς πρέπει νὰ ἐκλείψῃ,
3287καὶ ἥ τε προκάτοχος καὶ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ
3288θεωρῆται ὡς μία καὶ ἡ αὐτή.
3289§159ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἀπεφάσισέ τις
3290ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) μετὰ τοσού-
3291τους ἀγορεύσαντας ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, (δεικνύει τὴν
3292ἀριστερὰν) νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελε
3293καταγίνει εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς προτάσεως, τὴν
3294ὁποίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἴσως διότι εἶμαι ἐκ τῶν νεωτέρων
3295Βουλευτῶν, δὲν κατορθόνω νὰ ἐννοήσω. Ἡ πρότασις λέγει:
3296«Ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως
3297περὶ προσαγωγῆς εἰς ταύτην πληροφοριῶν περὶ τῶν κατὰ
3298τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 12ης Νοεμβρίου 1885 κλπ.».
3299Αἱ πληροφορίαι εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα διετέθησαν καὶ ἐδα-
3300πανήθησαν ὡς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλεγεν. Ἔλεγε δὲ, νὰ διατε-
3301θῶσιν ἄνευ λογοδοσίας. Ποίας ἄρα πληροφορίας δύναται νὰ
3302δώσῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὴν παροῦσαν; ποῖαι
3303δὲ θὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι, ἐὰν δὲν ἦναι ἡ παρά-
3304βασις τοῦ νόμου; Ἐὰν δὲν ἦναι ἡ προσαγωγὴ τῶν δικαιο-
3305λογητικῶν ἐγγράφων, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖ-
3306ναι; Ὁ κ. Μίλησης πρῶτον ἔλεγε: «Δὲν ζητοῦμεν τὰ δικαιο-
3307λογητικά». Τί ἄλλο ζητοῦσι λοιπόν; Ἰδοὺ αἱ πληροφο-
3308ρίαι: διετέθησαν τὰ χρήματα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νό-
3309μου ἐκείνου. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ὁ
3310νόμος ἐκεῖνος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς διαθέσαν-
3311τας τὰ χρήματα νὰ μὴ κάμωσι χρῆσιν ποτὲ τοῦ σκοποῦ,
3312διὰ τὸν ὁποῖον τὰ διέθεσαν; Ἂς μᾶς ἐξηγήσωσι τὴν πρό-
3313τασιν αὐτὴν, ἂς διατυπώσωσι μίαν καλλιτέραν πρότασιν,
3314καὶ ἂς φέρωσι ταύτην εἰς ψηφοφορίαν.
3315§160ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
3316§161ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς
3317Συμπολιτεύσεως εὗρον εὔλογον νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν τῆς
3318Κυβερνήσεως, καὶ ἔδωκαν εἰς τὴν πρότασιν αὐτῆς ἑρμη-
3319νείαν, ἁπλουστάτην μὲν, ἀλλὰ μηδόλως συνᾴδουσαν πρὸς
3320ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3321γός. Οἱ ἀξιότιμοι ἡμῶν συνάδελφοι λέγουν, ὅτι ἡ παροῦσα
3322Κυβέρνησις γνωρίζει τὸν νόμον τοῦ 1885, ὅστις ἔδωκε τὴν
3323ἄδειαν εἰς τὴν προκάτοχον νὰ δαπανήσῃ χρήματα ἄνευ
3324λογοδοσίας, διὰ τοῦτο δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ
3325παρ’ αὐτῆς δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὐδὲ νὰ ὑποβάλῃ τὰς
3326πράξεις αὐτῆς εἰς ἔλεγχον, θέλει μόνον ἁπλῶς νὰ λάβῃ πλη-
3327ροφορίας, πῶς διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, πρὸς τὸν
3328σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ αὕτη διαθέτουσα ποσά
3329τινα πρὸς τὸ αὐτὸ τέλος, πρὸς ὃ τὰ διέθεσε καὶ ἡ προκά-
3330τοχος. Ἀλλ’ οἱ τοῦτο λέγοντες δὲν ἤκουσαν χθὲς τί ἔλεγεν ὁ
3331κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀνέγνωσαν τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ. Ἂν
3332ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι τὸν λόγον τοῦ κ. Πρω-
3333θυπουργοῦ, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν
3334δίδουσι, πόῤῥω ἀπέχει τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρω-
3335θυπουργὸς, διότι οὗτος εἶπε ῥητῶς, ὅτι θέλει νὰ μάθῃ, πῶς
3336διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ θέλει νὰ τὸ μάθῃ, διὰ
3337νὰ κάμῃ ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν, καὶ ἂν μὲν ἴδῃ, ὅτι καλῶς διε-
3338τέθησαν, τότε νὰ σιωπήσῃ, ἢ ἄλλως νὰ κρίνῃ τί πρέπει νὰ
3339γίνῃ· μὲ ἄλλας λέξεις, θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ κατασταθῇ
3340ἐλεγκτὴς τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει ἡ
3341προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ καθυποβάλῃ εἰς αὐτὴν καὶ τὰ
3342ἐντάλματα καὶ ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ τὸν
3343ἀφήσῃ ἐλεύθερον νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε κρίσιν· ἐὰν δὲ τυ-
3344χὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐγκρίνῃ τὴν γενομένην διάθεσιν,
3345φρονεῖ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα
3346τὰ πράγματα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Τρικούπης. (Ἀναγινώσκει).
3347Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνακα-
3348λύψῃ, ὅτι κακῶς διετέθησαν τὰ χρήματα; Οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ
3349νὰ κατηγορήσῃ τοὺς προκατόχους του. Βλέπετε λοιπὸν ποία
3350διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Πρωθυ-
3351πουργὸς εἰς τὴν πρότασίν του, καὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν
3352λίαν ἀφελῶς ἔδωσεν ὁ κ. Μίλησης καὶ ὁ κ. Μπουφίδης. Τί
3353εἶπον οὗτοι; Ἄπαγε! ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβά-
3354λῃ εἰς ἔλεγχον τοὺς προκατόχους· σέβεται τοὺς νόμους τοῦ
3355Κράτους, γνωρίζει, ὅτι ἐδόθη ἡ ἄδεια νομοθετικῶς εἰς τοὺς
3356προκατόχους, ἀλλὰ, καθ’ ὃ Κυβέρνησις, θέλει νὰ ἔχῃ καὶ
3357αὐτὴ μίαν ἁπλῆν γνῶσιν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
3358θυπουργὸς λέγει: θέλω νὰ ἐξελέγξω, ἐὰν καλῶς διετέθησαν
3359τὰ χρήματα, καὶ ἂν καλῶς διετέθησαν, θὰ σιωπήσω, ἄλ-
3360λως, θὰ πράξω ὅ,τι τὸ καθῆκον ὑπαγορεύει. Δηλαδὴ θὰ
3361κρίνῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐδαπα-
3362νήθησαν. Πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι θὰ εὑρεθῇ Βουλὴ, ἡ
3363ὁποία νὰ ἀκολουθήσῃ τοιαύτας ἰδέας καὶ τοιαύτας ἑρμη-
3364νείας. Ἐὰν καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ, παρουσιασθῇ δὲ ἄλ-
3365λοτε σπουδαιότατον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποφα-
3366σισθῆ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς ἓν Ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ ἄνευ
3367ἐλέγχου, δυσκόλως θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο νὰ
3368προβῇ εἰς τὴν δαπάνην, ἀφοῦ γνωρίζει, ὅτι αὔριον θὰ ἔλθῃ
3369ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον, καὶ ἂν
3370δὲν εὕρῃ καλῶς γενομένην τὴν χρῆσιν, νὰ τὸ ἐκθέσῃ εἰς τὴν
3371δημοσιότητα. Ποῖος Ὑπουργὸς θὰ προβῇ εἰς πρᾶξίν τινα,
3372ἀφοῦ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ
3373κάμῃ ἐν πάσῃ μυστικότητι, θὰ ἔλθῃ κατόπιν εἰς τὴν δη-
3374μοσιότητα; Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε,
3375ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσητε τοιαύτην πρότασιν.
3376§162ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου
3377ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κατέστησε σχεδὸν ματαίαν τὴν
3378περαιτέρω ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ προβῶ,
3379ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κ. Μπουφίδην.
3380Εὐχαρίστως παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ.
3381Μπουφίδου ἐπεδοκιμάσθη πληρέστατα ὑπὸ πάντων τῶν με-
3382λῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λέγω, ὅτι τὸ παρετήρησα εὐ-
3383χαρίστως, διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπερησπίσθη τόσον ἐπι-
3384τυχῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅσον ὁ
3385φίλος μου κ. Μπουφίδης. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔσπευσε νὰ ἀνα-
3386κοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ὅτι
3387αὐτὸς οὐδέποτε ἐπρέσβευσεν, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ
3388ὑπὸ ἐξέλεγξιν μέλη Κυβερνήσεως προηγουμένης, ὅπερ καὶ
3389ἐγὼ ὑποστηρίζω ὡς ὀρθότατον. Καὶ ἤδη μάλιστα κατα-
3390νεύων ὁ κ. Μπουφίδης ἐπικυρόνει τὴν γνώμην μου. Ἀφ’ ἑτέ-
3391ρου ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅτι
3392δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῶν πράξεων τῆς
3393ὑφισταμένης Κυβερνήσεως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι πλήρης συμ-
3394φωνία ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μπουφίδου. Τώρα
3395ἐξεταστέον, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βου-
3396λήν, περιορίζεται ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἐγκρίνῃ πρᾶξιν τῆς πα-
3397ρούσης Κυβερνήσεως, ἢ μήπως πρόκειται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγ-
3398χον πρᾶξιν Κυβερνήσεως μὴ ὑπαρχούσης; Ἂν τὸ δεύτερον,
3399ὁ κ. Μπουφίδης θέλει σπεύσει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν γνώμην, ἣν
3400ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐξέφρασε, διότι, ψηφίζων ὑπὲρ αὐτῆς,
3401πρόκειται νὰ ἀποδοκιμάσῃ πράξεις Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρ-
3402χούσης. Τώρα ἐρωτῶ τὸν φίλον μου, ὅταν μεταξὺ τῆς
3403πρώην καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπάρχῃ ὑπὸ ἀμφι-
3404σβήτησιν τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ
3405ζητήσῃ λογοδοσίαν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ
3406ἡμεῖς, λύοντες τὸ φιλονεικούμενον καὶ ὅλως δικαστικὸν
3407τοῦτο ζήτημα, ἀποφαινώμεθα, ὅτι δικαιοῦται ἡ νῦν Κυβέρ-
3408νησις νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν, ἐρωτῶ, λέγω, δὲν ἀποδοκι-
3409μάζομεν οὕτω τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν; δὲν καθιεροῦ-
3410μεν οὕτω προηγούμενον, ὅτι τὸ ἀνώτατον Συνέδριον τῆς
3411Βουλῆς δικαιοῦται νὰ γνωμοδοτῇ περὶ δικαστικῶν ὑποθέ-
3412σεων; Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἡμεῖς
3413πρότασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἀποδοκιμάζει τὴν παρελθοῦ-
3414σαν Κυβέρνησιν. Διατυπώσατε καθαρῶς τὴν πρότασιν, ὡς
3415πρότασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡμεῖς δὲν ἔχο-
3416μεν ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς· μὴ θέλετε
3417ὅμως, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ψηφίζετε πρότασιν ὑπὲρ τῆς
3418Κυβερνήσεως, νὰ ἐκφράσητε ἀποδοκιμασίαν μιᾶς ἄλλης πρά-
3419ξεως, στηριζομένης ἐπὶ νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ ἄλλης Βουλῆς.
3420Ἐνῷ λοιπὸν εἴμεθα τόσον σύμφωνοι εἰς τὰς βάσεις μετὰ τοῦ
3421κ. Μπουφίδου, εἰς τὰ ἀποτελέσματα διαφωνοῦμεν πολύ.
3422Ὀλίγας ἤδη λέξεις ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητή-
3423ματος, εἰς ἣν ὁ φίλος μου προέβη. Πρόκειται νὰ ἀποδοκιμά-
3424σωμεν πράξεις ἀτόμων, διατελεσάντων ἄλλοτε Ὑπουργῶν,
3425καὶ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς διενέξεις, εἰς δικαστικὰς
3426μάλιστα διενέξεις μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τοιούτου ζητή-
3427ματος εἶναι ποτὲ ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; ὅταν τὸ
3428Δημόσιον ἔχῃ δίκας μετὰ ἰδιωτῶν, ἀνάγεται εἰς τὰ καθή-
3429κοντα τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δίκαιον ἔχει ἡ Κυβέρ-
3430νησις καὶ ἄδικον ἔχει τὸ ἄτομον;
3431Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως.
3432Κατ’ οὐσίαν, εἶναι βάσιμος αὐτὴ ἡ πρότασις; ὑποστηρί-
3433ζετε σπουδαίως, ὅτι δύναται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ
3434ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, ὑπὲρ ὧν ἐγένετο
3435ἡ δαπάνη ἐκείνη, ἣν ὁ νόμος ἀνέθετο εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον
3436διαχείρισιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Ζητοῦνται πλη-
3437ροφορίαι, καὶ ἐρωτῶ ποῖαι; Ζητεῖται ὁ γενικὸς σκοπὸς τῆς
3438γενομένης δαπάνης; Τοῦτο ἐλέχθη ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι δηλαδὴ
3439ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ἐγένετο ἡ δαπάνη. Ἀλλὰ δὲν
3440ἠρκέσθησαν εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἀπαιτοῦσι λογο-
3441δοσίαν ἀκριβῆ, ὑπὲρ τίνων προσώπων καὶ πρὸς τίνα ἰδιαί-
3442τερον σκοπὸν ἐγένετο ἡ δαπάνη. Διατί; Διότι ὅ,τι εἶχε
3443μυστικὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, θέλει νὰ τὸ ἠξεύρῃ καὶ αὕτη,
3444καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ζητήσῃ λογοδο-
3445σίαν καὶ πᾶσα μεταγενεστέρα Κυβέρνησις παρ’ ὅλων τῶν
3446προκατόχων, ἀπὸ τοῦ 1843!
3447Φρονῶ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Μπουφίδης
3448ἐξήνεγκεν ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑπο-
3449στηρίξῃ, εἶναι τὰ ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα, ὅσα ἠδύναντο
3450νὰ λεχθῶσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς προ-
3451τάσεως οὐδὲ τυπικῶς δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, οὐδὲ
3452οὐσιαστικῶς.
3453§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3454Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.