Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 36

1888.12.13

4,687 rows · 36,103 words · 1 table · 161 turns

Date
1888.12.13
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36

τῆς 13 Δεκεμβρίου 1888

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Ληξουρίου, ὑποβάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς εὐχαριστεῖ μὲν τὸν κ. Τυπάλδον Κοζάκην, ὁμιλήσαντα ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τοῦ λιμένος Ληξουρίου, ἀλλὰ γνωρίζει τῇ Βουλῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν παραπόνων ἔσχε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ ἀπ’ ἐναντίας πάντοτε ἐνέκρινε πάσας τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν τῆς χθὲς γενομένης ἐντεῦθεν καταγγελίας, ὅτι ὑπάλληλός τις ἀστυνομικὸς, ὁ ἀστυνόμος τοῦ Αʹ τμήματος κ. Ἀλεξανδρόπουλος, ἐπετέθη κατά τινος τῶν ἡμετέρων συναδέλφων, εἰσερχομένου τὴν νύκτα, περὶ τὴν 9ην ὥραν, εἰς τὸ Βουλευτήριον, καθῆκον ἐνόμισα, ὅπως καὶ προεδήλωσα χθὲς, νὰ διατάξω αὐθωρεὶ ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, μετὰ προθέσεως ἀπαρεγκλίτου, εὐθὺς, ὡς ἀπεδεικνύετο τὸ παραμικρὸν παράπτωμα ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς περαιτέρω τιμωρίαν. Παρήγγειλα ἑπομένως τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἅμα τῇ ἡμέρᾳ, νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ εἰρημένῳ συναδέλφῳ καὶ προβῇ εἰς ἐξετάσεις ἀκριβεῖς περὶ τῶν συμβάντων χθὲς, ὅπως δι’ αὐτῶν ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ περαιτέρω. Ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐξετέλεσε τὴν παραγγελίαν μου, μεταβὰς σήμερον δὶς εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἕνεκα τῆς πρωϊνῆς ὥρας δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ δεχθῇ αὐτὸν, κατόπιν δὲ συναντήσας αὐτὸν, ἐξελθόντα ἐν τῇ πόλει, ἠρώτησεν αὐτὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως· ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ προέκυψεν, ὅτι μάρτυς, καθ’ ἣν ὥραν συνέβη τὸ καταγγελθὲν χθὲς, παρευρίσκετο ἕτερος ἔντιμος συνάδελφος, εἰς τὴν αὐτὴν πρὸς ἐκεῖνον ἀνήκων πτέρυγαν, ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἀπετάθη καὶ πρὸς τοῦτον, ὅπως καὶ ἐκ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ ἐξαχθῶσι τὰ συντελοῦντα εἰς εὕρεσιν τῆς ἀληθείας. Ἐν ταὐτῷ δὲ, καθ’ ἣν ἔδωκα ἐντολήν, προσεκαλεῖτο εἰς ἀπολογίαν καὶ ὁ καταγγελθεὶς ὡς πταίσας ὑπάλληλος. Τὸ πόρισμα τῶν ἐξετάσεων μετ’ ἀναφορᾶς τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καταθέτω ἀμέσως σήμερον, ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον, ὅτι τὸ συμβὰν ἐν τῇ συναντήσει τοῦ εἰρημένου κ. συναδέλφου πρὸς τὸν ἀστυνόμον τοῦ Αʹ τμήματος ἐτελέσθη μίαν ὥραν καὶ ἴσως πλέον τῆς μιᾶς ὥρας μετὰ τὸ συμβὰν εἰς τὸν ἕτερον συνάδελφον ἡμῶν, τὸν κ. Παπαδόπουλον· δεύτερον, ὅτι ὁ κ. Κρεστενίτης, ὡς καὶ χθὲς προεδήλωσεν ἐντεῦθεν, ἠρνήθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξέτασιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἰπὼν, ὅτι ἀρκεῖται εἰς ὅσα χθὲς εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὡσαύτως δὲ ὁ ἕτερος συνάδελφος, ὁ κ. Κουμανιώτης, τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ μαρτυρία ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, εἶπε μὲν πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅσα ἐγνώριζε περὶ αὐτῆς, ὅτε ὅμως ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἂν δέχηται νὰ ἐξετασθῇ ἐγγράφως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐδήλωσεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἀρνεῖται τοῦτο, ὅτι δὲ προκαλούμενος ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι πρόθυμος νὰ διαβεβαιώσῃ ὅσα καὶ προφορικῶς πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας εἶπεν. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως προκύπτει, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἀνενδοιάστως, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐπίθεσις τοῦ ἀστυνόμου κ. Ἀλεξανδροπούλου κατὰ τοῦ κ. Κρεστενίτου, ὅτι εἰσερχόμενος ὁ κ. Κρεστενίτης νύκτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συναντήσας τὸν κ. ἀστυνόμον, συνομιλοῦντα καὶ κρατούμενον ἀπὸ τῆς χειρὸς μετὰ τοῦ κ. Κουμανιώτου, μεθ’ οὗ φαίνεται ἔχει σχέσεις φιλικὰς, ὠθήθη βιαίως ὑπὸ κλητῆρος τῆς Ἀστυνομίας, ἐξερχομένου καὶ μὴ προσέξαντος. Τότε δὲ παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο τοιοῦτοι κλητῆρες νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, ὁ δὲ κ. Ἀλεξανδρόπουλος ἀπήντησεν, ὅτι αὐτὸς καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων. Ἐκ τούτου ἐπῆλθε δυσαρέσκεια τοῦ κ, Βουλευτοῦ, ὅστις καὶ τότε ἀμέσως καὶ κατόπιν ἐπανελθὼν εἶπε λόγους τινὰς ὀλίγον τραχεῖς πρὸς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον. Ὁ κ. Κουμανιώτης, ἐρωτηθεὶς ἐπὶ τούτου, εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει πταίστην τὸν ἀστυνόμον, καὶ ὅτι, ἂν ἐρωτηθῇ, εἶναι πρόθυμος νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὅσα προφορικῶς εἶπεν εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν πάντες σχεδὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπέβαλον παράπονα, ἐκ Πατρῶν ἀποστελλόμενα, ὅτι ἐργασίαι σιδηροδρομικαὶ τελοῦνται ἐπὶ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, καίτοι εἶχεν ὑποσχεθῆ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ παύσῃ πᾶσα ἐργασία ἐπ’ αὐτῆς. Σπεύσας ἠρώτησα περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν Πάτραις. Χθὲς δὲ εἶχον εἰς ἀπάντησιν τὰς ἑπομένας πληροφορίας. (Ἀναγινώσκει). Παρήγγειλα νὰ διαταχθῇ ἡ παῦσις πάσης κυκλοφορίας ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, ὅτε σήμερον, μετὰ τὴν παραγγελίαν, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, ἔφθασαν νέα παράπονα ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἡ κυκλοφορία ἐνεργεῖται. Ἐνῷ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν ἀπ’ εὐθείας τὰ παράπονα ταῦτα, δύο ἐκ τῶν συναδέλφων, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν νομόν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, οἱ κύριοι Θάνος Κανακάρης καὶ Φωτήλας, ἦλθον πρός με, παραπονούμενοι διὰ τὰ αὐτά. Διέταξα αὐθωρεὶ τηλεγραφικῶς νὰ παύσῃ ἀμέσως πᾶσα ἐργασία καὶ πᾶσα κυκλοφορία ἐπὶ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Καταθέτω τρία νομοσχέδια: Σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 4 Μαΐου καὶ 21 Ἰουλίου 1888 Β. Διαταγμάτων. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀτμοπλοϊκῆς μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ. Καὶ ἕτερον περὶ ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147–149). Καταθέτω ὡσαύτως ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Τρικκάλων, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Ταρμπάζη, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν Δήμαρχον Φαρκαδῶνος. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Ὁ Νομάρχης Τρικκάλων οὐδέποτε ἐζήτησε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Δημάρχου Φαρκαδῶνος· οὐδέποτε ἄρα ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ζητῶν ἔπειτα τὴν διατήρησίν του. Κατηγγέλθησαν ἐξωδίκως πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παραβάσεις τινὲς τῶν καθηκόντων, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Νομάρχου, ἃς ἔπρατεν ὁ Δήμαρχος. Ἔλαβε δὲ ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξ ὧν προκύπτει, ὁποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου καὶ ὁποία ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις. Ἐπὶ τῆς ἄλλης ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου θὰ ἀπαντήσω πιθανῶς αὔριον.

§3ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Παρνασσίδι Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Κοκκώνη ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἃς ἐζήτησέ τις τῶν Βουλευτῶν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Καταθέτω ἐπίσης τὰ ζητηθέντα συμπληρωτικὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ Σωφρονιστηρίου Κεφαλληνίας, δηλαδὴ τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Κεφαλληνίας καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ ἡμερῶν πέντε (τὴν 8 Δεκεμβρίου) εἶχε ζητηθῆ τετάρτη σειρὰ ἐγγράφων, ἀναφερομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἀπονομῆς εἴς τινα κατάδικον χάριτος, μεταβαλούσης τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατετέθησαν πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατετέθησαν δὲ καὶ τὰ τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ πρὸ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν εἶχον προσκληθῆ οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς νὰ στείλωσι τὰ ἔγγραφα. Χθὲς περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ Κερκύρας τὰ ζητηθέντα βουλεύματα τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα καταθέτω ἤδη. Ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων σειρῶν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων δὲν ὑπολείπονται ἢ μόνον τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα ἐξ Ἄρτης ἐζητήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θὰ ἔχωμεν, καὶ ἡ δικογραφία, ἡ ὁποία ἦτο καὶ εἶναι ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ περὶ τῆς ὁποίας σήμερον μοὶ ἀνηνέχθη, ὅτι ἐγένετο διάσκεψις καὶ ἀπόφασις, ἐπίκειται δὲ ἡ δημοσίευσις τῆς ἀποφάσεως, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἤδη ἡ δικογραφία νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Βουλήν. Παρήγγειλα σήμερον νὰ ζητηθῇ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θὰ κατατεθῇ καὶ ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§4ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσε τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Πρωτοδικείου καὶ Ἐφετείου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ πρωτοδίκου κ. Κοκκώνη ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν αὑτοῦ καθηκόντων. Ἀλλὰ χθὲς ἐζήτησα σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν γνωμοδοτήσεων καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς θεωρήσεως, τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ, τοῦ Γραφείου τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος. Κατετέθη καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη, κύριε Ὑπουργέ;

§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σήμερον θὰ ἦναι μεταξὺ τῶν ἐλευσομένων ἐγγράφων.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἔσπευσε σήμερον νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας διοικητικῶν ἐξετάσεων, ὅπως ἐξακριβωθῶσι τὰ λαβόντα χώραν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας κ. Κρεστενίτης. Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησεν. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ πράξεως συναφοῦς μὲ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπόθεσις δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἐνεργεῖν ἐξετάσεις καὶ διατάσσειν προανακρίσεις ἀνήκει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐντέλλεται τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐξετάσεων ἢ τῶν ἀνακρίσεων. Ἀλλὰ τὰ συμβάντα ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Βουλευτηρίου δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξουσίαν μόνον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς πρὸς βεβαίωσιν τῆς πράξεως ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, οὐδὲ δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ἢ νὰ κυρώσῃ τὰ πορίσματα τῆς γενομένης ἐξετάσεως. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν νὰ φέρω ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς ἀντίῤῥησιν. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον, νὰ παραλείπῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἐξουσίαν, καὶ νὰ παραλείπῃ αὐτὴν, ὅπως τὴν διαχειρίζηται ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία. Ἄλλως μειοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει διὰ τῆς ἐξουσίας, ἥτις παρεχωρήθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει διὰ τὴν αὐτοτέλειαν, αὐθυπαρξίαν καὶ ἀνεξάρτητον ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Καὶ ἀληθῶς ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀνέθηκε τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἡ ἀστυνομία δὲ δὲν εἶναι μόνον ἡ φροντὶς πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ φροντὶς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν διαταρασσόντων τὴν τάξιν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, οὐχὶ ἵνα μεταβάλω τὰ γενόμενα, ἀλλ’ ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ νῦν γενόμενον ὡς προηγούμενον, ὁδηγοῦν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἀπαντήσω. Ἡ Βουλὴ χθὲς ἐπεθύμει νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ πληροφορηθῶ περὶ τῶν διατρεξάντων. Καὶ τοῦτο ἔπραξα· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶδον σήμερον παρόντα τὸν κ. Βουλευτήν, τὸν καὶ συνάδελφον ἐξ Ἠλείας καὶ συμπολίτην μου, δὲν ἀνεκοίνωσα ἀμέσως τὰς ἐξετάσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβην· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νομίζει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔπραξε καλῶς, προβὰς εἰς τοιαύτας ἀνακρίσεις, σπεύδω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔλαβον πληροφορίας, ἐξετάσας τόν τε ὑπαστυνόμον καὶ τὸν κλητῆρα, ἐπείσθην πληρέστατα, ὅτι τὸ γεγονὸς δὲν εἶχεν οὐδὲ σκοπὸν, οὐδὲ πρόθεσιν. Ἐπείσθην δὲ ἔτι περισσότερον περὶ τούτου, διότι εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας ἦτο παρὼν, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν ἐρωτηθῇ καὶ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ, θὰ βεβαιώσῃ, ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἠδυνήθην νὰ ἀνακαλύψω καὶ πείσω ἐμαυτὸν, ὡς σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχεν οὐδὲ σκοπὸν, οὐδὲ πρόθεσιν, ἀλλ’ ἦτο τυχαῖον περιστατικόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, κατόπιν τῆς ἐξετάσεως, ἣν ἔκαμα, καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρ’ ἀξιοτίμου ἡμῶν συναδέλφου, αὐτόπτου τῶν διατρεξάντων, ὅστις κατὰ σύμπτωσιν δὲν εἶναι παρὼν, ὅπως τὸν παρακαλέσω νὰ βεβαιώσῃ τοὺς λόγους μου.

§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲ, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι καθῆκον εἶχον, καὶ καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνηνέχθησαν καὶ πολλοὶ τῶν ὁμιλησάντων, διὰ παντὸς τρόπου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθῆκον εἶχον νὰ ἐξετάσω, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, ἑνὸς κλητῆρος πρῶτον, ἑνὸς ἀστυνόμου ἔπειτα, καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο ἀληθῶς ἡ συμπεριφορὰ αὕτη ἀξία τιμωρίας, νὰ τιμωρήσω αὐτοὺς δι’ ἀπολύσεως. Ἐδήλωσα δὲ μόλις πρὸ μικροῦ καὶ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπεδεικνύετο καί τι πλέον, ἐσκόπουν νὰ πράξω καὶ τοῦτο, νὰ παραπέμψω δηλ. αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἁρμοδία νὰ διεξαγάγῃ οὐχὶ πλέον διοικητικὰς, ἀλλὰ δικαστικὰς ἀνακρίσεις. Τοῦτο πράξας, νομίζω, ὅτι παντελῶς δὲν ἀνεμίχθην εἰς καθήκοντα, ἀνήκοντα εἰς ἀλλοτρίαν σφαῖραν, ἀλλ’ ἔπραξα καθαρῶς καὶ μόνον τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.

§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τούτου ἰδίως διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, παρεστάθη, ὅτι ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἡ ἐξέτασις περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ ἀνάκρισις, δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνέπιπτε νὰ συναγάγῃ πορίσματα, ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς συνήγαγεν, εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία, τοῦ μὲν κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καταγγέλλοντος ἓν ὄργανον ἀστυνομικὸν, ὡς παραβὰν τὸ καθῆκον του ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τοῦ δὲ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυριζομένου, ὅτι αἱ βεβαιώσεις αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς; Διὰ τοῦτο ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναμείνῃ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε συναγάγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν ἐξετάσεών του, καὶ ἀναλόγως τῶν πορισμάτων τούτων νὰ ἐνεργήσῃ. Ἑπομένως, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνῆγεν ὡς πόρισμα, ὅτι ἀστυνομικά τινα ὄργανα παρέλιπον τὸ καθῆκόν των (ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου), ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤθελεν ἀνακοινώσει τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ αὐτὰ, χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ πορίσματος τῆς ἀνακρίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἂν παρέβησαν τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, ἢ δὲν παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Αὕτη τυγχάνει ἡ διαφωνία, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμον τὴν παρατήρησιν.

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ διαχειριζόμενοι τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν καὶ εἷς Ἐπιμελητὴς ὑπεβλήθησαν εἰς εὐθύνην χρηματικὴν, μὴ ἀνήκουσαν ἠθικῶς εἰς αὐτοὺς, λόγῳ ἐντάλματός τινος, ἐκ 12,500 δραχμῶν. Οὗτοι κατελογίσθησαν, οἱ μὲν δύο ὡς πληρώσαντες τὸ ἔνταλμα, ὁ δὲ τρίτος ὡς διαθέσας τὸ πληρωθὲν ποσὸν, καὶ γίνεται κράτησις ἐπὶ τῶν μισθῶν αὐτῶν. Ἔχων ἀφορμὴν, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορηθῶ τὰ περὶ τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος εἰς τοὺς εἰρημένους οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς, ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω, ἂν ἠδυνάμην νὰ φέρω θεραπείαν. Ἵνα φέρω ταύτην, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πληροφορία περὶ τοῦ λόγου τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος τούτου, ἐντάλματος ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τοῦ Ἐπιμελητοῦ, ἄνευ ὅμως δικαιολογίας περὶ τοῦ σκοποῦ. Ἠρώτησα τὸν προκάτοχόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, μοὶ ἀπήντησε δὲ ἐκεῖνος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, διότι κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡ δαπάνη καὶ δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὕτη ἐγένετο. Ἀπετάθην πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἠρνήθη νὰ δώσῃ ἐξήγησιν· ὡς ἐκ τούτου μένουσι χρεωμένοι οἱ στρατιωτικοὶ οὗτοι λειτουργοὶ, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ πείθομαι καὶ ὡς ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι οὗτοι ἐνήργησαν, νομίζοντες, ὅτι ἐπιτελοῦσιν ἐθνικὸν καθῆκον, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἀπαλλάττοντος αὐτοὺς τῆς εὐθύνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς βεβαίως θέλει ἐξετάσει τὰ περὶ τοῦ ἐντάλματος τούτου, ἴσως δ’ ἐκείνη δυνηθῇ νὰ μάθῃ εἰς τί τὸ χρῆμα τοῦτο διετέθη. Ὁπωσδήποτε, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι, εἴτε τὸ μάθῃ, εἴτε δὲν τὸ μάθῃ, πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ λειτουργοὶ καταλογισμοῦ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας διὰ τρόπου ἐμμέσου προεκάλεσε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινώσας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμής τις λογαριασμὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθησαν παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι, αἵτινες ὅμως δὲν ἐδόθησαν παρ’ ἐμοῦ. Ἀληθῶς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δύο συνάδελφοι, δύο μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑποστράτηγος κ. Α. Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ ἀπηύθυναν ἑκάτερος ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι τὸ ἐνεστὸς Ὑπουργεῖον ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν πληροφορίας. Καὶ τὸν μὲν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον εἶχε παρακαλέσει δι’ ἐγγράφου ὁ ἀποβιώσας Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν, ποῦ ἐδαπάνησεν ὡρισμένα χρηματικὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ περὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν ἔγγραφα δὲν ἐδήλουν ποῦ ἐδαπανήθησαν. Ὁ δὲ κ. Μαυρομιχάλης μοὶ ἀνεκοίνωσε ἀλληλογραφίαν τοῦ Φρουραρχείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς συνήγετο, ὅτι τὸ Φρουραρχεῖον εἶχε καταβάλει δέκα ἢ δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν κατὰ διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπῆρχον ὅμως τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔδωκα οὐδεμίαν ἀπάντησιν οὐδ’ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδ’ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργούς, διότι δὲν ὤφειλον νὰ δώσω αὐτοῖς τοιαύτας, ἀφοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς ἡμᾶς καὶ ζητήσωσι τοιαύτας πληροφορίας. Καὶ ἡ μὲν δαπάνη, ἡ γενομένη τῇ διαταγῇ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ὡς πρὸς τὴν χρονολογίαν, ἔλαβε χώραν πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ παρεχώρησε πίστωσιν 60 χιλιάδων δραχμῶν, τῶν ὁποίων τὴν διάθεσιν ἀφῆκεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διατρανώσασα διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀπόλυτον πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, καὶ ἐπιτρέψασα νὰ μὴ προσαχθῶσιν οὐδὲ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς δαπάνης ταύτης. Πρὶν ἢ ὅμως ὁ νόμος οὗτος κυρωθῇ, ἤτοι πρὶν ἢ δυνηθῶμεν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου νὰ λάβωμεν χρήματα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνετείλατο τῷ Φρουραρχείῳ νὰ προκαταταβάλῃ δέκα ἢ δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὰς τότε ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ τότε ἐκδοθεὶς νόμος ἐπέτρεπε τὴν δαπάνην τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπεφυλάσσετο δὲ νὰ τακτοποιήσῃ κατόπιν τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐὰν τὸ Φρουραρχεῖον ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ἀπευθυνθῇ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, εἴτε πρὸς ἐμέ, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἐὰν ἀντὶ τούτου ἔπεμπεν ἕνα ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐζήτει νὰ ὁδηγήσω αὐτὸν περὶ τοῦ τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διὰ νὰ τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη αὕτη, ἤθελον ἀμέσως τῷ δώσει τὴν ὁδηγίαν ταύτην, καὶ δὲν ἤθελε προκύψει ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρὸς κανονισμὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπέλαβε τὸ πρᾶγμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς εὔλογον ἀφορμήν, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταβολῆς τοῦ Φρουραρχείου, δὲν ἐννοῶ ποῦ ἐστηρίχθη νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πληροφορίαν, ποῦ ἐγένοντο αἱ δαπάναι. Αἱ δαπάναι ἐκεῖναι ἐγένοντο διὰ τὰς τότε ἀνάγκας, ὧν ἕνεκα ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ τῆς πιστώσεως τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγη ὁ Ὑπουργὸς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δώσῃ δικαιολογίαν. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ὁ διατάκτης τῶν δαπανῶν ἐκείνων Ὑπουργὸς εἶχεν εἰς χεῖράς του γνωμοδοτήσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δυνάμει τῶν ὁποίων διετάχθησαν αἱ δαπάναι, αἱ γνωμοδοτήσεις δὲ αὗται ἤρκουν πρὸς δικαιολογίαν αὐτῶν. Αἱ περιστάσεις ἦσαν ἐντελῶς ἔκτακτοι, τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἦσαν μέγιστα, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦσαν σοβαρώτατα, εἶχεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐνεργήσῃ δαπάνας μέχρις ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐτὸν, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ λοιπὸν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐδαπάνησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς ὁ διάδοχος αὐτοῦ ζητεῖ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς λογοδοσίαν καὶ ἔλεγχον; Καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε παραβῆ νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἦναι δοσίλογος, ὑπεύθυνος εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐδαπάνησεν εἰς δαπάνην μὴ συμφυᾶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἐδαπάνησε παραβὰς νόμον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐδαπάνησε δυνάμει τῆς ἐξουσίας, ἣν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτόν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον, θέλω βεβαίως λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ ἀταξία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ λογαριασμῷ τῷ ὑποβαλλομένῳ, δύναται νὰ τακτοποιηθῇ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν προαγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, τὸ ποσὸν τῶν 12,500 δραχμῶν, τοῦ ὁποίου προτείνω τὴν τακτοποίησιν εἰς τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Φρουραρχείου, τῶν πληρωσάντων τὸ ἔνταλμα, καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ διαθέσαντος τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀνήκει εἰς ποσὸν 60 χιλιάδων δραχμῶν, περὶ οὗ εἶχε δοθῇ πίστωσις. Τοῦτο ἀναγράφομεν ἤδη, τὴν βεβαίωσιν, λέγω, ὅτι αἱ 60 χιλιάδες δραχμαὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τῶν 12,500 δραχμῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θέλει ἐξετάσει τὰ τῆς πιστώσεως, θέλει ἐξακριβώσει καὶ ταῦτα· διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν δὲν ᾖναι 60 χιλιάδες δραχμῶν, ἀλλ’ 72 χιλιάδες καὶ πεντακόσιαι ἐν συνόλῳ, δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 12 χιλιάδων καὶ πεντακοσίων δραχμῶν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αἴτησιν ἐξηγήσεως παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τοῦ διαχειρισθέντος τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατόπιν, παρατηρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ζητήσας τὰς ἐξηγήσεις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐξετέλει καθῆκον, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προκατόχου ἀπὸ τῆς λογοδοσίας διὰ τὴν πίστωσιν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἀλληλεγγύην τῶν Κυβερνήσεων, πρὸς τὴν συνέχειαν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὸ ἑνιαῖον αὐτῶν. Αἱ Κυβερνήσεις, αἱ διαδεχόμεναι ἀλλήλας, εἶναι ἀλληλέγγυοι ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις ταῖς κυβερνητικαῖς, δὲν δύνανται δὲ νὰ διεξάγωσι τὸ ἔργον αὐτῶν καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης εὐθύνην, ἐὰν μὴ διατελῶσιν ἐν γνώσει τῶν ἐνεργειῶν τῶν προκατόχων. Ἡ ἄδεια, ἡ διδομένη εἰς Ὑπουργὸν, ὅπως μὴ συνοδεύῃ διὰ δικαιολογητικῶν δαπάνην τινὰ, εἶναι ἄδεια ἀπέναντι τῶν ἐξελεγχουσῶν ἀρχῶν τὰς χρηματικὰς διαχειρίσεις, δὲν εἶναι ὅμως διακοπὴ τῆς συνεχείας τῆς κυβερνητικῆς. Τὸ ἀπόῤῥητον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατηρήσῃ ἀπέναντι τῶν τρίτων, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἴς τινα ἀποχωροῦντα ἐκ τῆς ἐξουσίας, νὰ εἴπῃ: ἐγὼ, ὡς Κυβέρνησις, γινώσκω τι, καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον γινώσκω ὡς Κυβέρνησις, δὲν τὸ ἀνακοινῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς σήμερον εἶναι Κυβέρνησις. Ὅ, τι γινώσκεις ὡς Κυβέρνησις, ὀφείλεις νὰ τὸ παραδώσῃς ὁλόκληρον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ὡς Κυβέρνησις κατόπιν σοῦ, καὶ ἐκεῖνος θὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἀποῤῥήτου. Ἐὰν ὁ ἀπερχόμενος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε συμπαραλάβει μεθ’ ἑαυτοῦ τὰ ἀπόῤῥητα, δὲν δύναται ὁ διαδεχόμενος αὐτὸν νὰ διαχειρισθῇ ἀνελλιπῶς τὴν Κυβέρνησιν. Τοὐναντίον μάλιστα, ἔπρεπεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ὁ ἀπερχόμενος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λησμονήσῃ τὰ ἀπόῤῥητα, ἀρνούμενος δὲ νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα, παραβιάζει τὸ καθῆκόν του.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐξέθηκεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὀρθαὶ, ὅταν πρόκηται περὶ διαχειρίσεως δημοσίων συμφερόντων, περὶ Κυβερνήσεων, αἵτινες διαδέχονται ἀλλήλας καὶ ἀκολουθοῦσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν πορείαν, ὑπερασπιζόμεναι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἀγωνιζόμεναι νὰ διασώσωσιν αὐτὰ κινδυνεύοντα. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διέταξεν ἐπιστράτευσιν, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς ποικίλας συνεννοήσεις μετ’ ἀτόμων ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους, μετὰ ὑπηκόων τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ Βασιλείου, μετ’ ἀρχῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἀνηκόντων εἰς Ἐπικρατείας ἄλλας, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολιτικὸν ἔγκλημα ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τὰ ἀπόῤῥητα εἰς τοὺς διαδόχους αὑτοῦ. Καὶ μήπως ἐπρόκειτο οἱ διάδοχοι ἡμῶν νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐνεκαινίσαμεν καὶ ἠκολουθοῦμεν; Ἐξ ἐναντίας, μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπῆρξε χάσμα ἐμπιστοσύνης, ὑπῆρξε δυσπιστία ἀπόλυτος καὶ ἄκρα. Ἡμεῖς ἐπεμένομεν ἐφαρμόζοντες πολιτικὴν ὡρισμένην. Σεῖς ἐκηρύχθητε ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ταύτης. Ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ κινηθῇ ὁ στρατός. Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν σχεδὸν πολεμίαν πρὸς τὸν Ἐγιοὺπ–πασσᾶν, ἀλλὰ σεῖς συνεννοεῖσθε πρὸς τὸν Ἐγιοὺπ–πασσᾶν. Ἡμεῖς, ἂν καὶ δὲν ἤμεθα εἰς διακοπὴν σχέσεων ἐπισήμων πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν, βεβαίως δὲν ἤμεθα οὔτε εἰς φιλικάς. Ἀλλὰ σεῖς ἦσθε εἰς θερμοτάτας σχέσεις. Ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς ὑμᾶς τὰ ἀπόῤῥητα, ἀφοῦ σεῖς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν; Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Ἐὰν ἐγνώριζε, ποίαν ἔχομεν γνώμην ἡμεῖς περὶ αὐτοῦ καὶ τῶν μελῶν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὰς ἐνεργείας μας εἰς ἀνθρώπους, περὶ τῶν ὁποίων τοιαύτην εἴχομεν γνώμην. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν πάντα πολίτην Ἕλληνα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν, ὅτι εἶναι Ἕλληνες, διὰ νὰ λάβωσι τὴν ἐξουσίαν. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω σήμερον, χωρὶς νὰ ἔχω τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε φέρει τοιαύτην πρότασιν σήμερον. Ἀλλ’ αὔριον θέλω λάβει τὸν λόγον πάλιν, οὐχὶ διὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν χρῆσιν τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι εὐλόγως καὶ δικαίως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν κοινωνοὺς τοὺς διαδόχους ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνεργήσαμεν. Ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν 10,000 ἢ 12,000 δραχμῶν διὰ τοῦ Φρουραρχείου, ἐνδεχόμενον ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν νὰ εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἐνδεχόμενον νὰ εἶχον δαπανηθῆ πάντα τῆς πιστώσεως ταύτης τὰ χρήματα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῇ ἐντολῇ πάντοτε καὶ τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνδεχόμενον νὰ εἶχε δαπανηθῆ καὶ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 60 χιλιάδων. Ἡμεῖς, ὑπείκοντες εἰς τὸ ἐπεῖγον τῶν περιστάσεων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὰς δαπάνας, σκοποῦντες νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Ὥστε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἤθελε νὰ τακτοποιήσῃ τὴν δαπάνην ταύτην, ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇ τὴν αὐτὴν τακτικήν. Δὲν προσῆκε δ’ εἰς αὐτὸν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, οὕτω δὲ θὰ ἀπήλλασσε καὶ ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης νὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσιωπήσαμεν, ὅτε μᾶς ἐζητήθησαν διασαφήσεις περὶ τῆς γενομένης δαπάνης.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεσχέθη, ὅτι αὔριον θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς....

§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ προκαλέσωμεν ἀπόφασιν.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα προκαλέσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ὅμως θὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐκστόμισιν τοιαύτης ἰδέας, τοιαύτης βλασφημίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐξεγερθῇ σύμπασα, ἵνα καταδικάσῃ αὐτήν. Ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῶν Βουλευτῶν τοῦ Ἔθνους νὰ λέγῃ εἷς Βουλευτὴς, ὅτι «ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω μόνος τὰς ἰδέας, τὰς συμφερούσας εἰς τὸ Κράτος;» Τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἰδεῶν ἀντιθέτων, ὅτε—διότι ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, πότε ἀπεφάνθη,—ὅτε ἐκεῖνος ῥίψασπις εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, καὶ εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὸ ἀνώτατον ἄρχοντα τὰς κλεῖδας τοῦ Κράτους, λέγων: εὑρὲ ἄνδρα νὰ λάβῃ αὐτὰς, διότι ἐγὼ εἰμὶ ἀνίκανος νὰ ἐξακολουθήσω τηρῶν ταύτας. Ἔρχεσαι ἀπὸ τοῦ βήματος ἵνα, εἴπῃς, ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἡμεῖς, ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὴν ἀρχήν. Σὺ, λέγω ἐγὼ, σὺ ἐλησμόνησας, ὅτι εἶσαι Ἕλλην, ἵνα διατηρηθῇς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἔφερες τὸ Κράτος εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ ἐκεῖ ἐφρικίασας ἐνώπιον τοῦ κινδύνου (χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν) καὶ εἶπες εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἶπες εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζες, ὅτι ἠδύνασο ἔτι νὰ διευθύνῃς: «Ἐγὼ ἐγκαταλείπω τὰ πάντα, ἀπαλλάξατέ με τῆς εὐθύνης.» Καὶ ποῖος εἶχε φέρει τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο; (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν) ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγκαλεῖ ἡμᾶς ἐφ’ οἷς ἐπράξαμεν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τοὺς κινδύνους, οὓς ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τὴν χώραν ἄνους ἀρχομανία (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ὁμιλήσω ὅπως ὡμίλησα, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτὴς, ἀπρόκλητος παρ’ ἡμῶν, εἶπε λέξεις καθ’ ἡμῶν, τὰς ὁποίας μόνον ἀναστρέφων ἐγὼ κατ’ αὐτοῦ, ἐξήγειρα τὸν τοιοῦτον χόλον. Τί ἐξήγειρε τὸν χόλον ὑμῶν; Ὅτι εἶπον πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐκεῖνος εἶπε πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐγὼ τὸ εἶπον ἐν δικαίῳ, ἐκεῖνος δὲ τὸ εἶπεν ἐν ἀδίκῳ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἶπε πρὸς ἡμᾶς: ἐλησμονήσατε, ὅτι εἶσθε Ἕλληνες, ἵνα καταλάβητε τὴν ἀρχήν· καὶ ἀπήντησα πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι ἦτο Ἕλλην, ἵνα διατηρηθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Πῶς δὲν ἐξηγείρεσθε, ὅτε ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος οὕτως ὡμίλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐξηγείρεσθε, ὅτε ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: ἐγὼ δὲν σέβομαι τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐμπιστεύεται, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ διαμορφώνει καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα. Ἡ Βουλὴ λέγει, ὅτι θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα διὰ τῶν προσώπων τούτων καὶ διὰ τῶν ἰδεῶν τούτων, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς λέγει: ἐγὼ τὰς ἰδέας ταύτας θεωρῶ προδοτικὰς, τὰ πρόσωπα ταῦτα θεωρῶ προδίδοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους χάριν τῶν ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοῖς παραδίδω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν τοῖς παραδίδω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀποχωρῶν κυβερνήτης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσῃ παρ’ αὐτῷ. Ὅτε τοιαῦτα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν; δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ζητήσωμεν εὐθὺς, ν’ ἀναγραφῇ ἡ διαμαρτυρία τῆς Βουλῆς κατὰ τοιούτων ἰδεῶν; δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ βεβαιώσωμεν καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ δόγματα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπέρτερα τῶν δογμάτων παντὸς ἀτόμου, ἀλλὰ πάντως ἐκείνων τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὸ Ἔθνος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη, ὅτε ἔφερεν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Ἔ! Κύριοι! Παραπονεῖσθε καθ’ ἡμῶν ὡς ἐπιτιθεμένων, ἐνῷ, ἀφ’ ὅτου ἡ Περίοδος αὕτη συνεδριάζει, τοσάκις ἠκούσατε τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, καταγγέλλοντος ἡμᾶς ἐπὶ ὑποθέσεσιν ὅλως ἀνυποστάτοις, ἡμᾶς δὲ εἴδετε συστηματικῶς μὴ ἀπαντῶντας, ἵνα μὴ προκαλέσωμεν τοιαύτας σκηνάς. Βεβαίως ἡ σιωπή μας ἦτο ἡ βαρυτάτη τῶν περιφρονήσεων. Βεβαίως ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν προσβαλλόμενον εἰς τὰ καίρια, ὅταν Κυβέρνησις, οὕτω προσβαλλομένη, ὅπως αὐτὸς προσέβαλλεν ἡμᾶς, δὲν ἀπήντα. Ὠφείλομεν νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν, ἵνα μὴ προκαλέσωμεν τοιαύτας ἀντεγκλήσεις· ἀλλὰ μετὰ τὰ πρὸ ὀλίγου ῥηθέντα ἦτο ἀδύνατον νὰ σιωπήσωμεν, διότι, ἂν ἀνεγνώριζεν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀρχήν, θὰ παρῄτει τὴν θέσιν αὑτῆς, δὲν θὰ ἦτο πλέον αὕτη ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, τὸ Ἔθνος δὲν θὰ ἐτήρει ἀρτίαν τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἀνεγνώριζεν, ὅτι οἱ κυβερνῆται δὲν διαχειρίζονται τὴν ἐξουσίαν, μόνον ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ καὶ καταλείποντες τὴν ἀρχὴν διατηροῦσιν, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας αὑτῶν ὡς κυβερνητόρων, πᾶν τὸ κῦρος, ὅπερ εἶχον, ὅτε διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν, ἣν τὸ Ἔθνος ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτῶν. Ὅταν τὸ Ἔθνος ἀφαιρέσῃ ἀπὸ Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐξουσίαν καὶ δώσῃ αὐτὴν εἰς ἄλλον, ὁ ἐκπεσὼν τῆς ἐξουσίας δύναται νὰ διατηρήσῃ τὰς ἀρχάς του, ἐὰν ἔχῃ ἀρχάς, ἀλλὰ ταύτας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποκαθιστᾷ εἰς ἐκείνας, ὑπὲρ ὧν ἡ Πολιτεία ἀπεφάνθη, οὐδὲ ν’ ἀξιοῖ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὑτοῦ εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα παρὰ τῷ Ἔθνει. Ἐν τῷ Ἔθνει ἐπικρατεῖ ἡ πολιτικὴ μόνον ἐκείνων, οὓς τὸ Ἔθνος ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, καὶ εἰς ἐκείνους οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς ὅ,τι ἐζητήσαμεν, διότι εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα γινώσκῃ, μὴ τυχὸν ἐγένετο διάθεσις τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως πρὸς τοὺς ἐγείροντας ἀξιώσεις περὶ τῶν αὐτῶν, ἀπεκδεχομένους ἐκ τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν τῆς πιστώσεως τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἐκ δευτέρου πληρωμῆς· θὰ μᾶς δώσητε ὅ,τι ἐζητήσαμεν, ἵνα γινώσκῃ, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ τῆς πιστώσεως, οὐχὶ ἡ ἀρχή, ἡ καλουμένη εἰς ἐξέλεγξιν χρηματικῶν διαχειρίσεων, ἥτις οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ἡ ἑνιαία, ἣν οὐδὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τῶν εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν ἀναγομένων, εἰς ἣν ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ, μὴ τυχὸν τὰ λεγόμενα περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος ᾖναι ἀληθῆ. Ἐὰν, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως, ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ἐπιβάλλουσι νὰ σιωπήσωμεν, θ’ ἀπόσχῃ αὕτη ἀπὸ πάσης ἐνεργείας, ἄλλως, θὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῇ ὑπαγορεύσῃ. Ἵνα ἀποφύγωσιν οἱ προκάτοχοι τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τοὺς διαδόχους τῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνηκόντων, ἐπικαλοῦνται δικαιώματα δῆθεν τῶν ἐκπεσόντων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν. Ὅτε ἐζητήσαμεν πληροφορίας, διὰ τοιούτων ἐπικλήσεων προσπαθοῦσι ν’ ἀποφύγωσι τὰς εὐθύνας· παριστῶσιν, ὅτι αὐτοί, οἱ καταλιπόντες τὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν ὥραν ἐνίκων κατὰ τὰ σύνορα, δὲν δύνανται νὰ ἐμπιστευθῶσι τὰ μυστήρια τοῦ Κράτους εἰς τοὺς κληθέντας ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν ἐγκαταλελειμμένην. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ ὁ κατατροπώσας τὸν Ἐγιοὺπ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν συνεννοηθεῖσαν μετ’ αὐτοῦ, πρὸς κανονισμὸν τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος. Τὸ Ἔθνος τοῦτο ἤθελεν, ἤθελε νὰ κανονισθῇ τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, ὅπως καὶ ἐκανονίσθη. Τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγαγες εἰς τοιοῦτο χάος, ἐκανονίσαμεν, ὡς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ, ὅπως τὸ Ἔθνος ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ· ἀξιοῦτε ὑμεῖς ὅτι εἴχετε ἄλλην γνώμην οἱανδήποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ γνώμη ὑμῶν δὲν ἦτο γνώμη τοῦ Ἔθνους, οὐδενὸς ἦτο γνώμη ἐν τῷ Ἔθνει, δὲν ἦτο γνώμη ὑμῶν αὐτῶν, ἀπεμπολησάντων αὐτὴν καὶ ἀποδόντων τὰς κλεῖδας τοῦ Κράτους, ἵνα λάβωσιν αὐτὰς οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, εἰς οὓς ὀφείλετε παντὸς κυβερνητικοῦ ἀποῤῥήτου τὴν παράδοσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν διαχείρισιν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν, ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῶν 12,500 δραχμῶν θὰ ἐκανονίζετο διὰ τοῦ κατόπιν ψηφισθέντος νόμου περὶ χορηγήσεως τῆς πιστώσεως τῶν 60,000 δραχμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐδαπανήθησαν, ὡς φαίνεται, πᾶσαι ἄνευ διαθέσεως ἑνὸς λεπτοῦ ἐξ αὐτῶν εἰς ἀπότισιν τῶν 12,500. Ταῦτα θέλει ἐξετάσει ἡ Ἐπιτροπή. Θέλει τὰ ἐξετάσει ἡ Βουλή. Αὕτη θέλει ἐξετάσει ἐν καιρῷ καὶ τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως θέλει ἐξετάσει τὸ ὑπέρτερον ζήτημα, τὸ πολιτειακὸν, τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τῶν προκατόχων, ὅπως καταστήσωσι κοινωνοὺς τῶν παρ’ αὐτῶν πεπραγμένων τοὺς διαδόχους χάριν τῆς ἀγαθῆς κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πεπραγμένων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁμαλῶς, ὀφείλει δὲ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προσπαθήσας διὰ παραγνωρίσεως τοῦ καθήκοντος νὰ καταστήσῃ δυσχερῆ εἰς τοὺς διαδόχους τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἀνατεθέντος εἰς αὐτούς. (Χειροκροτήματα).

§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκπλήττομαι διατὶ ἐθορυβήθη ἐπὶ τοσοῦτον ὁ Πρωθυπουργός. Τάχα ἐλέχθη σήμερον κοινόν τι, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐλέχθη πρὸς τὴν Βουλήν; Τάχα ἐπειράθημεν σήμερον, ἵνα δυσφημήσωμεν αὐτὸν πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἡ δὲ κοινωνία πρώτην φορὰν σήμερον ἀκούει ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Πῶς ἐλησμονήθη, ὅ,τι ἐγώ, ἀπαντῶν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς συνάδελφον, εἶπον; Ὅτε μοὶ ἐζητεῖτο νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τῶν τότε γενομένων, ἀπήντησα, ὅτι τὰ γενόμενα μᾶς ἐκάλουν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, εἴτε ἐκ μεγαλοφροσύνης, εἴτε ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ὄντως ἐπεθύμησα τότε νὰ καλύψω τὸν μεθυσθέντα Νῶε διὰ τοῦ χιτῶνός μου, καὶ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν τοῦ δικαιώματός μου, οὐδ’ ἐνεκάλεσά τινα ἐπὶ τῇ παραβάσει τῆς μνησθείσης ποινικῆς διατάξεως. Πρώτην φορὰν ἠκούσατε αὐτά, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον; Δὲν ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτομερείας τῶν τότε πραγμάτων; Συνάδελφε Βουλευτὰ ἐκ Μεσσηνίας, ἦλθες κατὰ Μάρτιον τοῦ 1886 καὶ μοῦ ἐζήτησας τὴν ἄδειαν, ἵνα ὑπάγῃς τὴν νύκτα ἔξωθεν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ συλλάβῃς τὸν ἐν τῇ Πρεσβείᾳ ἐκείνῃ συνομοτοῦντα νῦν Πρωθυπουργὸν, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους; (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§18Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.

§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι, νὰ μὴ κενωθοῦν. Καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατέχει διαπρεπῆ θέσιν καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπαρχίᾳ, ζητήσαντα τοιοῦτόν τι παρ’ ἐμοῦ, τοῦ τότε κυβερνῶντος, πρὸς αὐτὸν ἀποτείνομαι, ζητῶν νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ μὲ ἐλέγχουσι, διότι δὲν ἔστερξα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τοῦτον, τὸν οὕτω τότε πολιτευσάμενον, γενόμενον μετ’ ἐμὲ Πρωθυπουργὸν, νὰ ἀνακοινώσω μετὰ τίνων συνενοούμην ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ! Τοῦτο δ’ ἐχαρακτήρισαν ὡς παράβασιν καθήκοντος. Καὶ προβάλλουσιν, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ μάθωσι τὰ ἀπόῤῥητα ἡμῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθησαν, ὡς ἂν ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς σήμερον νὰ μετέλθῃ ἄλλην πολιτικὴν καὶ οὐχὶ τὴν τῶν ἀγαθῶν σχέσεων πρὸς τὸ ὅμορον Κράτος, καὶ παριστῶσιν, ὅτι κινδυνεύει ἡ πολιτική των, ἂν δὲν εἴπωμεν ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα! Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν καὶ ἑτέραν αἰτίασιν, ὅτι ἐπολιτεύθημεν ὡς ἐπολιτεύθημεν, διὰ νὰ διατηρηθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ χάριν τούτου ἐπεμείναμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατείας, ἥτις ἤγαγε τὰ ὀλέθρια κατ’ αὐτοὺς ἀποτελέσματα. Ἄς ἐρευνήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου του, ἵνα ἀνεύρῃ διακοίνωσιν τοῦ ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς ἀνέφερε πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐζήτει παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ἀφοπλίσει. Καὶ ὑπέσχετο ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅτι θέλει τηρήσει τοῦτο μυστικὸν ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας. Εἰπέτε, ὅτι ἀφοπλίζεσθε, καὶ ἀφοπλίσατε ὅταν ἐγκρίνητε, ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ συντελέσῃ νὰ διατηρηθῆτε ἐν τῇ κυβερνήσει, «sauver votre situation». Ἐρευνήσατε ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου, ἵνα εὕρητε ἀναφορὰν τῆς ἐν Ῥώμῃ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς τὸν ἐπληροφόρει, ὅτι ὁ στρατηγὸς Ῥοβιλὰν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐζήτει ἄλλο, ἢ μόνον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι θέλομεν ἀφοπλίσει, ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ τὴν ἄρσιν πάντων τῶν μέτρων, ἅτινα ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει. Ἐμείναμεν λοιπὸν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἵνα διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἢ ἐθυσιάσαμεν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα διατηρήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος; Τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος οὐδέποτε ἐμπορεύθημεν. Δὲν γνωρίζομεν ποίας κληρονομίας παρέλαβες παρὰ τῶν προγόνων σου, ἀλλὰ αἱ κληρονομίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν παρὰ τῶν ἡμετέρων προγόνων, μᾶς ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον, ἵνα πρὸ παντὸς τάσσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐμπορευθῶμεν ταῦτα, ἵνα ἁρπάσωμεν τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἴχομεν, εἰμὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀφοπλιζόμεθα. Καὶ ἂν τὸ ἐπράττομεν, ἠθέλομεν σᾶς βλέπει πολλὰ ἔτη νὰ μένητε ἐν μειονοψηφίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οὐδέποτε ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ τί φωνάζει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐγγράφων, ἅτινα δῆθεν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους; Πρόκειται περὶ ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφαιρεθέντων ἐκεῖθεν; Ποῦ εἶσαι, μακαρίτα Κουμουνδοῦρε, ὅτε κατὰ τὸ 1880 διεδέχθης τὸν Πρωθυπουργὸν Τρικούπην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ ὅτε ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησες παρ’ αὐτοῦ νὰ σοῦ ἀποδώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, εἶχεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ σοῦ ἀντέτασσεν, ὅτι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὰς προσωπικὰς αὐτοῦ συνεννοήσεις! Συνεννοήσεις περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13ου! Καὶ ἡμεῖς ἀφῃρέσαμεν ἔγγραφα ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους; Ὄχι. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφων, ἀλλὰ περὶ χρημάτων. Ἐδαπανήσαμεν χρήματα, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ μᾶς ἐκβιάσῃ νὰ εἴπωμεν αὐτῷ, ποῦ τὰ ἐδαπανήσαμεν. Μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι τὰ σώματα ἡμῶν εἰσιν ἀσθενῆ, ἢ ὅτι ἔχουσιν ἕλκη, καὶ ὁμιλεῖ περὶ λογοδοσίας, καὶ περὶ εὐθύνης ἐπὶ τῇ διαχειρίσει ἡμῶν, διὰ νὰ μᾶς τρομάξῃ; Διατὶ, ὅτε διεδέχθητε ἡμᾶς, δὲν ἀπεκαλύψατε τὰ ἐλαττώματα τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν τῆς χρηματικῆς; Ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ δημοσιεύσωμεν κατὰ τὸ 1885, ποίαν σπατάλην τῶν δημοσίων χρημάτων ἐποιήσατε, κερδοσκοποῦντες ἐν τῇ φατρίᾳ καὶ τῷ κομματισμῷ, διὰ νὰ κρατυνθῆτε ἐν τῷ κόμματι, διὰ νὰ ἐπικρατήσητε ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ. Δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ζώντων, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν τεθνεώτων, καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν ἡμῶν. Τὴν διαχείρισιν πρὸς προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ πρὸς προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, τὴν διαχείρισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ δαπανηθέντων, τὴν διαχείρισιν τῶν πρὸς τὸν στρατωνισμόν, καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, καὶ τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικήν. Καὶ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἐπιχειρήσητε νὰ τὸ πράξητε, θέλετε ἀποκαλύψει μετὰ πόσης τιμιότητος πρωτοφανοῦς διεχειρίσθημεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἐν ἀνωμάλοις χρόνοις. Ἔχω τότε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλει δώσῃ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάσω αὐτὸν καὶ συκοφάντην. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ κρύψω τὴν ἐμὴν γνώμην, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ποία ἡ διαχείρισις τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Φαντασθῆτε, ἂν καθ’ ὃν χρόνον διεχειριζόμεθα καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἂν ἀνθ’ ἡμῶν ἐκυβέρνα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τὴν Ἑλλάδα, φαντασθῆτε, ἂν ἤθελον φθάσει 300 ἢ 400 ἑκατομμύρια ἀνθ’ ὅσων ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσιν, μὴ ἐπιτρεπομένην εἰς αὐτόν. Εἶπε, τί ὁ Βασιλεὺς ἐφρόνει κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886, τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ ἀφηγήθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἦτο διατεθειμένος ν’ ἀποδεχθῇ τὰς παραιτήσεις ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν πρὸς τὸ Στέμμα νὰ πάρῃ τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων....

§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες.

§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ Πρωθυπουργοὶ δὲν ἀναφέρουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ οὐδὲν περισσότερον ἢ ὅσα γνωρίζει τὸ Στέμμα. Πόθεν ἔμαθες τὴν πληροφορίαν, ἣν ἔφερες εἰς τὴν Βουλὴν; Ἀπὸ δημοσίευμα ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἢ ἀπὸ φήμης ἐκ τῶν τριόδων, ἢ ἔχεις τὴν πληροφορίαν ἐξ ἀνακοινώσεων τοῦ Στέμματος; Εἰς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν Βασιλέα, μὴ συναινοῦντα νὰ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις ἡμῶν, ὅτι θέλομεν τῷ πέμψει τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων, ἀντιτάσσω βαθυτάτην καὶ πληρεστάτην περιφρόνησιν. Ἡ Μεγαλειότης του ἔχει ἐν τῷ γραφείῳ του γραπτὴν ἀναφορὰν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος προσεπάθησε νὰ ἄρῃ τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ Στέμμα, καὶ ἦρε πραγματικῶς αὐτοὺς, διότι ὁ Βασιλεὺς, εἰς ἀπάντησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναφορᾶς, ἐποιήσατο γνωστὸν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει δεχθῇ τὰς παραιτήσεις τοῦ Ὑπουργείου. Χθὲς ἐλέχθη δι’ εὐγενοῦς φράσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, μειδιῶντα διὰ τὴν ἀφέλειαν τοῦ εὐγενοῦς φίλου μου, πιστεύσαντος τὸν κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι ἡ ἀπάτη καὶ ὁ δόλος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα εἰς τοὺς εὐπατρίδας, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εὐλόγως ἐθεώρει τοιοῦτον καὶ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, μεθ’ οὗ συνδιελέγετο. Δύναμαι τὴν αὐτὴν ἐπιτίμησιν νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος παρέστησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἀπριλίου εἶχε καθῆκον νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸν ἀφοπλισμὸν, καὶ ὅτι, μὴ πρᾶξαν τοῦτο, παρέλειψε τὸ καθῆκόν του. Μετὰ τοῦ θράσους δὲ, τὸ ὁποῖον πάντοτε τὸν διακρίνει, κατηγόρησεν ἡμᾶς ὡς φυγάδας, ὡς ἐγκαταλείψαντας τὸ Κράτος εἰς τὸν ὄλεθρον. Ποῖος πολιτικὸς ἄνθρωπος,—καὶ πρέπει νὰ ᾖναι πολιτικὸς ὁ ταῦτα εἰπὼν, διὰ νὰ ᾖναι Πρωθυπουργὸς,—τολμᾷ νὰ διανοηθῇ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὸ Κράτος νὰ ἀλλάσσωσιν ἑκάστοτε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζουσι, διὰ νὰ διατηρῶνται εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἂν αὐτὸς ἀπὸ φιλοπολέμου ἐγένετο φιλειρηνικὸς διὰ νὰ γίνῃ Πρωθυπουργὸς, μὲ ἐπέκρινε διότι ἐγὼ ἀπὸ φιλοπολέμου δὲν ἐγενόμην φιλειρηνικός, διὰ νὰ διατηρηθῶ εἰς τὴν ἀρχήν; Ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασι πᾶς πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ εὐθύνεται διὰ τὴν γνώμην του, καὶ ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις, διότι ἔχει ταύτην ἢ ἐκείνην. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐκυβερνῶμεν, ἡ ἀνάγκη νὰ ἀλλάξῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζομεν. Ὅτε τὸ Κράτος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τότε ἐξεπέσαμεν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἂν δὲ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὅστις μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἦτο φιλοπόλεμος, ὅστις, ἀγορεύων εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπάρχει πλέον, ἂν μείνῃ ἀπαθὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ὅστις πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποθαῤῥυνθῇ τὸ Ἔθνος, καὶ ἂν ἡττηθῇ ἅπαξ καὶ δὶς, διότι νικώμενον θὰ νικήσῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους, ἵνα σώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς μ’ ὅλα ταῦτα κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1886, ὅτε συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, ἔκρινεν εὔλογον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ῥούμβωλδ, νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, καὶ νὰ συμβουλεύσῃ τὸν ἀφοπλισμὸν καὶ τὴν εἰρήνην. Δὲν εἶχε λοιπὸν οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν γνώμην του ταύτην; Εἰς σὲ προσῆκε νὰ ἀφοπλίσῃς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀφώπλισαν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀφώπλισαν οἱ πατέρες μας. Ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ μένῃ ἀφωπλισμένη, νὰ θεωρῇ μετ’ ἀδιαφορίας καὶ μετ’ ἀπαθείας τὸν Καραβελὼρ ἐγκαθιστάμενον ἐν τῇ Φιλιππουπόλει, ἐὰν ἐσιώπων, οὐδὲ ἀνησύχουν παντάπασι, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀνετρέπετο, ἐὰν δὲν ἐδυσφόρουν, διότι ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν φυλῶν, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦσι τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου, συνεταράσσετο, ἡ ἰσοῤῥοπία, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐζήτησε νὰ ἐγκαταστήσῃ, συνελθοῦσα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἐὰν ἤθελον νὰ πολιτευθῶ οὕτω, δὲν θὰ προὐκάλουν ἐπιστράτευσιν. Δὲν θὰ προσεπάθουν διὰ τῆς παρασκευῆς πρὸς πόλεμον νὰ διασώσω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον τότε συληθῆ ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Βάτεμβεργ, ἀλλὰ ἤθελον ἀσχολεῖσθαι εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, τῆς οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, ἔνθα εἴχετε ῥίψει αὐτὸ σεῖς διὰ τῆς σπατάλης. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην. Συνέπεσε δὲ νὰ μὴ ἔχητε οὐδὲ σεῖς τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ σήμερον κατηγορεῖτε ἡμᾶς ὡς λιποτάκτας, διότι ἐμείναμεν εἰς τὴν γνώμην μας, καὶ δὲν ἐμιμήθημεν ὑμᾶς, τρέχοντες εἰς τὰ παλάτια τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ συνεννοούμενοι, πῶς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ποιήσωμαι μνείαν ἑτέρας ἀπειλῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἐξετόξευσεν ἀπειλὴν, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐπραγματοποίησεν. Ἀπηύθυνα ἄλλοτε ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὸν, Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντα, διατὶ ἀπέστειλε πλοῖα τοῦ στόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν. Αὐτὸς δ’ εἰς ἀπάντησιν προεκάλεσε τὴν Βουλὴν, νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ. Καὶ ἡ τότε πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἤκουσεν αὐτὸν, ὑπετάχθη εἰς αὐτὸν, διαπράξασα ἄτοπον, ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, δὲν γνωρίζω ποῖοι ἐπέκριναν, καὶ ποῖοι ἀπεδέχθησαν ὡς ὀρθὴν καὶ νόμιμον. Ἐγὼ ὅμως βεβαιῶ τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες τυγχάνουσι μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅτι, εἰ καὶ συνήθως δὲν ὑψοῦμαι ὑπεράνω τῶν νόμων καὶ ὑπεράνω τοῦ πολιτεύματος, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ᾤκτειρα τὴν πλειοψηφίαν ἐκείνην, καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μου περιεφρόνησα τὴν πρᾶξιν ἐκείνην αὐτῆς. Αἱ Βουλαὶ δὲν ἀποδοκιμάζουσι. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοὶ, παρέβημεν τοὺς νόμους; Προκαλέσατε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν ἡμῶν. Συστήσατε Ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν ἢ ἀνακριτικὴν, διὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἡμεῖς θέλομεν πράξει αὐτὸ διὰ σᾶς, (εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ὅταν γενώμεθα εἰσηγηταὶ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ θέλομεν τὸ πράξει ὄχι διὰ τὰ πολιτικὰ σφάλματά σας, ὄχι διὰ τὴν ἀνάρμοστον πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθετε, διὰ νὰ ἀναβιβασθῆτε εἰς τὴν ἀρχὴν, θέλομεν τὸ πράξει διὰ τὴν διαχείρισίν σας τὴν χρηματικήν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡγεῖσθε τῆς πλειονοψηφίας; Ἰδοὺ, ἐὰν σᾶς ἀκούῃ, προκαλέσατε ἀποδοκιμασίαν. Ἄν καὶ αὕτη σᾶς ἀκούσῃ, μειδίαμα θέλω ἀντιτάξει εἰς τὴν πρᾶξίν σας. Καὶ ἐὰν τὴν Βουλὴν, ἥτις σᾶς ἤκουσε τότε, ἀποδοκιμάσασα ἐμὲ, ἐτιμώρησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἐὰν ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα ἐκείνης, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν κατὰ τὸ Σύνταγμα κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως πρέπει νὰ δοθῇ ἐξήγησίς τις εἰς τὸ ἐκπεπληγμένον κοινὸν, εἰς τὰ ἐκπεπληγμένα ἀκροατήρια· διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐν αὐτοῖς ἐννοεῖ τί συμβαίνει ἐνταῦθα. Ἴσως ὑπέθεσαν, ὅτι σπουδαίως ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι ἡ ὀργὴ αὐτοῦ εἶχέ τι τὸ βάσιμον. Δύναται ἐν τούτοις νὰ χαρακτηρίσῃ τις αὐτὴν προσποίησιν, δρᾶμα, ἢ κωμῳδίαν, ἀλλὰ βεβαίως τίποτε ἀληθὲς ἐν τῇ ὀργῇ ἐκείνῃ. Οἱ ἀκροαταὶ, ὅπως ἐννοήσωσιν αὐτὴν, πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐγεννήθη ἓν σκάνδαλον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὸ σκάνδαλον τοῦ Σπάρταλη. Ἐστενοχωρήθη ἐκ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρόκειται περὶ 400,000 περίπου δραχμῶν, αἵτινες, κατὰ παράβασιν παντὸς νόμου, αἵτινες, πρὸς τὸν ἐξευτελισμὸν πάσης ἀρχῆς ἐν τῷ Κράτει, ἐπεζήτησε νὰ χαρισθῶσιν. Ἐξηγέρθη ἐντεῦθεν ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐξηγέρθη καὶ ἡ Βουλή. Ἠθέλησεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἁρπάσῃ τὴν πίστωσιν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ, εἰς δὲ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν ἐδημιούργησεν, ἠθέλησε ν’ ἀντιτάξῃ ἕτερον, τὸ σκάνδαλον περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐλάλησε. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σκάνδαλον τοῦτο; πρόκειται περὶ διαθέσεως 12,000 δραχμῶν. Ἄν εἰς τὴν διαχείρισίν του, μετὰ 2 καὶ ½ ἐτῶν ἀνασκάλευσιν, εὕρετε πταίστην τὸν τότε Πρωθυπουργὸν 12 χιλιάδων δραχμῶν, δύναται νὰ σᾶς οἰκτείρῃ. Αὐτὸς διεχειρίσθη ἑκατὸν εἴκοσιν ὅλα ἑκατομμύρια. Ἂν ἔσφαλεν, ἔσφαλε διότι σᾶς παρέδωκε τὴν ἀρχὴν, ἔσφαλε διότι, ἔχων εἰς χεῖράς του ὅλην τὴν ἐθνικὴν δύναμιν, ὑπέκυψεν εἰς ῥαδιουργίας ἀκατονομάστους. Καὶ δὲν εὕρετε ν’ ἀντιτάξητε κατ’ αὐτοῦ ἢ τὴν διάθεσιν 12,000 δραχμῶν. Θαυμάζω ἀληθῶς, διότι παρωργίσθη ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἕνα εἶχε σκοπὸν, νὰ περισπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις ἐξηγέρθη πρὸ δέκα ἡμερῶν διὰ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πράξεώς σας ἠγείρατε. Καὶ ὅτι τὰ πάντα ὑπῆρξαν προσποίησις ἐν τῇ ὀργῇ ὑμῶν, προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ψευδῶν θεωριῶν, αἵτινες πρώτην ἴσως φορὰν ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους τὰ κατέχουσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὑφεστῶσαι, ἀδιάφορον, ἐὰν παρῆλθον δεκάδες ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἀπὸ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τοῦτο· μετὰ δεκάδα δ’ ἐτῶν, μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη, ἔρχεται εἷς Ὑπουργὸς, μία νέα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα κομματικά, φατριαστικὰ, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ τὴν καλεῖ νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ προτάσσει τὴν θεωρίαν, ὅτι φύλακες τῶν ἀποῤῥήτων εἶναι αἱ ὑφεστῶσαι Κυβερνήσεις καὶ ὄχι αἱ παρελθοῦσαι. Ψευδὴς ὑπὸ ἔποψιν πρακτικὴν, ψευδὴς ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔφθασεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης μέχρις αὐτῆς τῆς μωρίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐθέσπισε τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφῆκεν εἰς τὰς ἀλληλοδιαδόχους Κυβερνήσεις νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἔργων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Θὰ ἦτο ἀληθῶς βδελυρὸν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐὰν εἰς τοιαύτας μωρίας ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εἷς μόνος καὶ μία μόνη Κυβέρνησις εἶναι ὁ φύλαξ τῶν ἀποῤῥήτων, ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διεπράχθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τηροῦνται ἀπόῤῥητα. Θὰ ἦτο δὲ, λέγω, βδελυρὸν, ἐὰν τὸ ἀπόῤῥητον, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἄλλη Κυβέρνησις καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὑπέχει εὐθύνην μόνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐὰν τὸ ἀπόῤῥητον αὐτὸ ἤθελον ἀφεθῆ εἰς τὴν κρίσιν τῶν διαδόχων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συμφέρον φατριαστικὸν νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς προηγουμένας. Καὶ ὅτι εἶναι προσποίησις τὰ διαδραματιζόμενα σήμερον καὶ ψευδὴς ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύει ἡ ἁπλῆ σκέψις, ὅτι ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ παρὰ Βουλευτοῦ καὶ εὐθύνας πολιτικὰς, ἴσως διότι, ὡς εἶπον, ἔσφαλεν, παραδόσας αὐτῷ τὴν ἀρχήν. Δὲν θὰ εὕρητε εἰς οἱονδήποτε συγγραφέα, ὅσον σοφὸν, ἢ ὅσον μωρὸν, τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου, καὶ καθ’ ἣν Κυβέρνησις δύναται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ Βουλευτοῦ, ἢ παρ’ ἁπλοῦ ἰδιώτου. Ἠπείλησεν, ὅτι θέλει προκαλέσει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ κ. Δηλιγιάννη κατὰ τὸ ἔτος 1885–1886. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπειλὴ αὕτη εἶναι ἕωλος. Ἡ εὐθύνη διαιρεῖται εἰς εὐθύνην πολιτικὴν, εὐθύνην ἀστικὴν, καὶ εὐθύνην ποινικήν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατέθηκέ τις τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξῆλθε τῆς ἀρχῆς, ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ ἐξέλιπε· δύνασθε ὅσας δήποτε νὰ ἐκφέρηται ἀποφάσεις, δύναται ὁ κατέχων τὴν πλειοψηφίαν νὰ προκαλέσῃ τοιαύτας, ἀλλ’ ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις ὑμῶν ἤθελον ἀπευθύνεσθαι, μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δύναται ν’ ἀντιτάξῃ κατ’ αὐτῶν τὸ μειδίαμα τῆς περιφρονήσεως. Ὑπολείπονται μόνον δύο εὐθύναι δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ κοινὰ, ἡ ἀστικὴ καὶ ἡ ποινική· περὶ τῆς ἀστικῆς δὲν πρόκειται, ὡς πρὸς δὲ τὴν ποινικὴν, τολμήσατε, ἐὰν θέλητε, νὰ ζητήσητε ποινικὴν εὐθύνην, διότι θέλομεν εὑρῇ τότε τίς ὁ ἔνοχος ὅλων τῶν πεπραγμένων κατὰ Μάϊον τοῦ 1886. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε τὴν θεωρίαν, ὅτι, ὄχι μόνον ὀφείλει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ παραδίδῃ ὅλα τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς εἰς τὴν διάδοχον, ἀλλὰ καί, τὸ παραδοξότερον, ὅτι ὀφείλει καὶ νὰ λησμονήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὰ καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ νοῦ καὶ τῆς μνήμης της ὅ,τι εἶχεν ἐν αὐτῇ, διότι ἡ σκέψις, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει νὰ τρέχῃ μετὰ τῆς ἀλλαγῆς τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν οὐδὲν πρέπει νὰ ὑπολείπηται, ἡ σκέψις ὁλόκληρος καὶ αὐτὰ τὰ ἐνδόμυχα διανοήματα τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τὴν ἀλλαγὴν τῶν Κυβερνήσεων καὶ νὰ εἰσέρχωνται ἀπὸ κεφαλῆς εἰς κεφαλήν! Ἐὰν ᾖναι δυνατόν, ἐννοήσατε αὐτὴν τὴν παράδοξον θεωρίαν! Ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τῶν ἀσθενῶν δυνάμεών μου ἐντεῦθεν, ἀλλὰ διότι τὴν διαχείρισιν τῶν 60,000 δραχμῶν, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔκαμεν ὁ μακαρίτης πατήρ μου....

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο. Ἐδικαιούμην νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου ἐκλιπόντος, δὲν ἤθελε ποτὲ φέρει τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τόσῳ δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ μέλος ἐκεῖνο τοῦ Κοινοβουλίου, πολλάκις ὑπάρξαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, πολλάκις εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις διαχειρισθὲν τὰ κοινὰ, ἀφῆκε τὰς μᾶλλον ἀμέμπτους ἀναμνήσεις περὶ τῆς ἐντιμότητός του. Ναὶ, ἀφῆκεν ἀποθνήσκων ὁ μακαρίτης πατήρ μου μόνον τὴν πενίαν εἰς ἡμᾶς, καὶ τὸ ἔντιμον ὄνομά του, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σὲ (δεικνύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) — καὶ σὲ ὀνομάζω «Σὲ» διότι πρῶτος ἔκαμες τὴν ἀρχὴν νὰ ὀνομάσῃς τὸν κ. Δηλιγιάννην δι’ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ — νὰ θέσῃς ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐντιμότητα τοῦ πατρός μου! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδένα ἐννοεῖ νὰ τηρήσῃ νόμον! Ἦλθε σήμερον, καὶ ὁλόκληρος ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς ἰδέας παραβάσεως νόμου. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 ἐψηφίσατο νόμον, δι’ οὗ ἐπληρεξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ δαπανήσῃ ἄνευ λογοδοσίας 60,000 δραχμὰς δι’ ὑπερτάτας ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους· διαχειριστὴς τῶν 60,000 δραχμῶν ὡρίσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ πατήρ μου, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐξώδευσεν αὐτὰς ὅλας, κατὰ προηγουμένην ἑκάστοτε πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον νὰ παραβιάσῃ· ἔρχεται νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκείνη διαρκῶς ἀπένειμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἧς μέλος ἀπετέλει καὶ ὁ πατήρ μου, καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, καὶ θέλει νὰ ἐκδικηθῇ ἴσως σήμερον τὴν μνήμην τοῦ μακαρίτου πατρός μου διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐζήτησε καὶ ἀνεῦρε καὶ κατέστησε γνωστὴν διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσε τότε καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα τίς οἶδε ποῖα θὰ ἦσαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο σωτῆρες τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ οἱ Βούλγαροι τῇ 6)18 Σεπτεμβρίου. Ἤλπιζον, Κύριοι, καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐλπίζω τοιοῦτα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀποθανόντος ἀντιπάλου του!... Ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ ὑμᾶς (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) νὰ μαρτυρήσητε ἐν τῇ συνειδήσει σας, διότι πλεῖστοι ὑμῶν ὑπήρξατε ἀρχαῖα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνεδέεσθε, εἴτε πολιτικῶς, εἴτε φιλικῶς, μετὰ τοῦ μακαρίτου πατρός μου, ἐπικαλοῦμαι ὑμᾶς, νὰ ἐκφράσητε ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς μνήμης του ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν αὐτήν! Διὰ τὴν διαχείρισιν ἐκείνην ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, ὁ διάδοχος αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔσχε τὴν τόλμην, κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ζητήσῃ δι’ ἐγγράφου του λόγον παρ’ αὐτοῦ. Ὁ πατήρ μου τότε μετὰ μεγάλης ἀπορίας ἀνέγνωσε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, καὶ μὴ γνωρίζων, πῶς νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτό, ἀπήντησεν εἰς αὐτὸ ψυχρότατα καὶ ξηρότατα, ὅτι τῆς διαχειρίσεώς του ἐκείνης οὐδένα ὀφείλει λόγον εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, μόνον δ’ ὀφείλει λόγον καὶ εὐθύνην εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἀπετέλει μέρος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν περιῆλθον τοιαῦτα ἔγγραφα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως............

§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε λοιπὸν δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ παρ’ αὐτοῦ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς χεῖράς του, καὶ ἐὰν τυγχάνωσιν ἀνακοινώσιμα, χάριν τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν μνήμην τοῦ πατρός μου δικαιοσύνης.

§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω αὔριον τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἄλλως, ὅτι δῆθεν ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διαστρέψας τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου.

§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλει προκαλέσει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀποδοκιμάσει καὶ ζῶντας καὶ νεκροὺς περὶ διαχειρίσεως 60,000 δραχμῶν, αἵτινες διετέθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν ἐν στιγμαῖς ὑπερτάτων συμφερόντων καὶ ὑπερτάτης ἀγωνίας τοῦ Ἔθνους! Καὶ θέλει προκαλέσει τὴν ἐκβίασιν τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν λογαριασμῶν ἐκείνων, ἵνα ἴσως ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν μῆνιν καὶ τὴν καταδίωξίν του πρόσωπα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων διετέθησαν δραχμαί τινες ἐκ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου. Καὶ δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ εὐθύνην, καὶ δικαιοῦται νὰ μάθῃ ποῦ ἐξωδεύθησαν αἱ δραχμαὶ ἐκεῖναι αὐτὸς, ὁ οὐ μόνον ἀκολουθήσας καὶ τηρήσας ὅλως διάφορον πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ ἀρχῆθεν ἀναβὰς εἰς τὴν ἀρχὴν δι’ ὅλως διόλου ἀντιθέτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πορείας. Καὶ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καθ’ ἣν ἐποχήν, ἐπὶ πέντε ἤδη ἡμέρας, βασανίζει τὴν Βουλὴν σωματικῶς καὶ διανοητικῶς, περιαγαγὼν ἡμᾶς εἰς κάματον, διὰ νὰ ψηφίσωμεν μὲν ἡμεῖς, νὰ σπαταλήσῃ δὲ καὶ διαθέσῃ αὐτὸς 10,000 λίρας εἰς ἄνθρωπον, δεινῶς περιυβρίσαντα τότε τὴν ἐθνικὴν τιμὴν ἡμῶν καὶ ἀναβιβάσαντα τὸν κ. Τρικούπην εἰς τὴν ἀρχήν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ νεκρὸς τοῦ Παπαμιχαλοπούλου ὑπερασπίσεως ἐντεῦθεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ υἱὸς αὐτοῦ κατεδέχθη νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα διὰ τοιαύτην μικρὰν ὡς πρὸς τὸν νεκρὸν ὑπόθεσιν. Κατηγορήθησαν ἄλλοτε ζῶντες ὁ Παπαμιχαλόπουλος, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’ οἱ κατήγοροι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσωσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἀπηύθυναν. Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ ἀπεφάνθη περὶ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, καὶ ἦτο ἀνάξιον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Παπαμιχαλοπούλου ν’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ· δὲν ἔπρεπεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ λάβωσιν ὀστᾶ καὶ σάρκα εἰς τὸν νοῦν, εἰς τὴν καρδίαν, εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων. Δύνανται ἐντεῦθεν νὰ μᾶς καταγορῶσιν, ὅτι ἡ διαχείρισις ἡ δεῖνα, ἡ συμπεριφορά μας ἡ δεῖνα εἶναι τοιαύτη ἢ τηλικαύτη· εἰς ταῦτα θέλει ἀπαντᾷ αἰωνίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς περιφρονήσεως, διότι μᾶς ἐγνώρισε καὶ ἡ πολιτεία μας εἶναι γνωστή, καὶ θὰ ἦναι γνωστὴ πάντοτε ὡς τιμία. Δὲν ἠξεύρω ἐπίσης, ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐπῆλθε, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη. Αἱ κατηγορίαι, αἱ ἀπευθυνθεῖσαι πρὸς αὐτὸν, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἐγὼ δὲ δὲν ἔρχομαι νὰ βεβαιώσω ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι τὸ εἶπεν ἄλλος, καὶ εἶναι ἔναυλος ἡ ὁμιλία ἐκείνη εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ εἶπεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην Σύνοδον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ πρόσωπον ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰπὼν, ὅτι εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν λέγονται, ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς περιφρονήσεως, καὶ ὅτι ἡ περιφρόνησις ἐκείνη μᾶς ἐκαυτηρίασεν. Περιφρονοῦσιν οἱ δυνάμενοι νὰ περιφρονήσωσι, περιφρονοῦσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὸ παρελθὸν εἶναι ἄμωμον, ἄνευ οὐδενὸς στίγματος, καὶ ἡ περιφρόνησις ἀληθῶς ἐκείνων εἶναι θάνατος· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τοῦ νὰ ὑπερασπισθῇ τις ἑαυτὸν, καταφεύγει εἰς τὸ ἐπιχείρημα τῆς περιφρονήσεως, ἀλλὰ αὕτη δὲν φθάνει μέχρις ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θέλει ν’ ἀπευθυνθῇ, μένει εἰς τὸν περιφρονοῦντα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ συλλογισθῶ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι δύναται νὰ μὲ περιφρονήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτι δύναται νὰ μὲ φθάσῃ ἡ περιφρόνησίς του· εἶναι τόσῳ καθαρὸν τὸ παρελθόν μου, καὶ τόσῳ ὑψωμένον φέρω τὸ μέτωπον, καὶ τόσῳ τιμίως ἵσταμαι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν συμπολιτῶν μου, ὥστε αἱ τοιαῦται περιφρονήσεις εἶναι ὡς νὰ μὴ ἀπηυθύνθησαν· δὲν ἠξεύρω δὲ ἐγὼ, ἐὰν περιφρονήσω εἰς κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ περιφρόνησις φθάσῃ μέχρις αὐτοῦ καὶ τὸν καυτηριάσῃ· ἐν τῇ συνειδήσει μου πιστεύω, ὅτι θὰ τὸν καυτηριάσῃ, καὶ καιρίως.

§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν ἄλλην σκηνογραφίαν....

§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ποίου θέματος παρακαλῶ θὰ ὁμιλήσητε;

§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῆς ἐπερωτήσεως Τάκη!

§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔγγραφα δὲν ὑπεβλήθησαν, δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα.

§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐμέ.

§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφορᾷ, νομίζω, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.

§37ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δέν μοι χρειάζονται τὰ ἔγγραφα.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ παριστᾶται, ὅτι τῶν ἐγγράφων τούτων, ὧν ἡ ἔλλειψις εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἡ προσαγωγὴ εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸ ἕτερον τῶν μερῶν· τί ἄρα ζητοῦμεν; νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τουτέστι μετὰ τὸ Σάββατον, ἢ τὴν Δευτέραν· δὲν προτείνομεν νὰ μὴ γενῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ γενῇ ὑπὸ ὅρους εὐθύτητος, εὐσυνειδησίας καὶ ἰσότητος· τοῦτο ζητοῦμεν, καὶ νομίζω, ὅτι ἤρκει ἡ δήλωσις ἡμῶν αὕτη, ἵνα ἀποδεχθῆτε τὴν αἴτησιν, θαυμάζω δὲ, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέχεσθε.

§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Θαυμάζω βλέπων ὑμᾶς, προσπαθοῦντα νὰ μὲ πείσητε, ὅτι ὀφείλω νὰ δεχθῶ ἀναβολὴν περὶ τοιούτου ἐγκλήματος, θαυμάζω δὲ, διότι ἀπὸ τῆς ἑνδεκάτης Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ᾐτησάμην πάντα σχεδὸν τὰ ἔγγραφα, τὰ χρήσιμα ἐν τῇ συζητήσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔδει δὲ καθ’ ἡμέραν νὰ ἐγείρωμαι ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐκεῖ ἐπάνω, ἵνα δυνηθῶμεν ἐπὶ τέλους νὰ λάβωμεν εἰς χεῖρας ἡμῶν σχεδὸν ἁπάσας τὰς χρησίμους δικογραφίας. Καὶ εἶναι πρωτοφανὲς, προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεως Βουλευτοῦ, ἐλέγχοντος Ὑπουργὸν οἱονδήποτε, ὁ μὲν Βουλευτὴς νὰ λέγῃ: «εἰς ἐμὲ, τὸν ἐπερωτῶντα καὶ ἐλέγχοντα, ἀρκοῦντά εἰσι τὰ κομισθέντα ἔγγραφα», ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, μὴ τολμῶν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ θέτῃ πρὸ αὐτοῦ τὸν ὄγκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ζητῇ ἀναβολὴν ἐπὶ ὑποθέσεως, ἥτις οὐδὲ στιγμὴν ὤφειλε νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς, προκειμένου περὶ τοσοῦτον φοβερᾶς κατηγορίας ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχομαι τὴν ἀναβολὴν, ἣν αἰτεῖσθε, καὶ θέλω χαρακτηρίσει ταύτην, ἐὰν ζητηθῇ νὰ ἐπιβληθῇ διὰ πλειονοψηφίας, ὡς φυγοδικίαν.

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητεῖται ὅμως ἡ ἀναβολή.

§41ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι περιττή!

§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι ζήτημα ἀναβολῆς, δὲν εἶναι ζήτημα ἡμερησίας διατάξεως· ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου. Θέλει νὰ νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν θίγουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως; δύναται νὰ παρέλθῃ ἀξιόλογα ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἡμερησία διάταξις· ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ φέρῃ τὸν λόγον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ.

§43ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ σκηνογραφία....

§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς;

§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπεσύρθη, ἀλλ’ ἐγένετο δήλωσις, ὅτι, καὶ ἂν ἀναβληθῇ τὸ θέμα, οὐχ ἧττον ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ὁμιλήσει. Τὸ Ὑπουργεῖον θέλει κατέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, ὅταν κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐπιστᾶσαν τὴν ὥραν πρὸς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν κ. Βουλευτὴν βεβαίως δὲν θὰ ἐμποδίσωμεν ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσῃ. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σιγήσῃ ἐνώπιον τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθησομένων. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀξίας τῶν λόγων αὐτοῦ· ἡμεῖς, ἐκ προοιμίων γινώσκοντες τὴν ἀξίαν αὐτῶν, δὲν προτιθέμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν ἤδη· ἔχομεν σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ θέματος, ὅταν ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως κατατεθῇ πλήρης.

§46ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· δύνανται νὰ ἀπαντήσωσι καὶ μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀκέραιον, καὶ δύναται νὰ τὸ ἐνασκήσῃ.

§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐθεώρησα τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοσοῦτον ἀναξίαν αὐτοῦ, ὥστε πιστεύω, ὅτι δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον διὰ πλειοτέρων νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ δικαίωμα ἔχω νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἐκκρεμῆ ἐπερώτησίν μου, καὶ ἀδιαφορῶ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ ἀπαντήσει σήμερον, ἢ αὔριον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν, ἀφ’ ἧς ἠρξάμην ἀγορεύων. Παρέστημεν, λέγω, ἀκροαταὶ καὶ θεαταὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐρήμην σκηνογραφίας, ἥτις βεβαίως θέλει ἀναγραφῆ διὰ μελανῶν χρωμάτων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ. Εἴδομεν τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥητῶς καταγγέλλοντα τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, ὡς προβάντα εἰς πράξεις, αἵτινες ὤφειλον νὰ ἐπισύρωσιν ἐναντίον αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ περὶ προδοσίας τῆς Πατρίδος πραγματευόμενον. Εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κρύφα καὶ ἐν νυκτὶ συνεννοούμενον μετὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, πρὸς βλάβην τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἤδη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ σκηνογραφία, ἵνα ἴδωμεν ποῖα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δὲν θέλει ἐπισύρει ἐναντίον αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὐθὺς, ὡς δεχθῇ νὰ παραιτηθῇ τοῦ ὄγκου τῆς πλειονοψηφίας. Ἔδει ἀληθῶς ἡ σκανδαλώδης ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη νὰ διακοπῇ, καὶ διεκόπη δι’ ἑνὸς πυραύλου, ὃν ἔῤῥιψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὅστις βεβαίως ἐστράφη ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς κατ’ ἀδεξίου πυροτέχνου· ἴσως θὰ ἦναι ἀνάγκη, αἱ ἐντυπώσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Τάκη νὰ γίνῃ ἀπόπειρα νὰ διακοπῶσι δι’ ἄλλου πυραύλου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλομεν ἰδεῖ αὔριον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ῥίπτοντα νέον τοιοῦτον, ὅστις ἐπίσης πέπεισμαι, ὅτι θέλει στραφῆ ἐναντίον πάλιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἀκούσητε λεπτομερῶς ἀναλυομένην τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, τότε θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ τῆς Συμπολιτεύσεως πάντες, ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν αὕτη, εἰμὴ νὰ ἀφήσωμεν ν’ ἀναλυθῶσιν ἓν πρὸς ἓν τὰ γεγονότα, νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τούτων νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔδει ἀναμφιβόλως νὰ ἐξετασθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ποῖον, Κύριοι, ἦτο τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα, ὅπερ ἔδωκε χώραν εἰς πάσας αὐτὰς τὰς μακρὰς συζητήσεις ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ τῇ κοινωνίᾳ; Τὸ ζήτημα ἦτο ἡ ἐρώτησις: διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταγγελθεὶς δημοσίᾳ παρὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἤδη πρὸ διετίας, ὡς συμμετέχων τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς ὑποθάλψεως ληστῶν καὶ ληστοσυμμορίας ὅλης, πρῶτον μὲν δι’ ἐγκλήσεως αὐτοῦ, ἐπιδοθείσης πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ᾐτήσατο τὴν καταδίωξιν τοῦ συκοφαντήσαντος αὐτὸν δῆθεν, ἢ ἐξυβρίσαντος δημοσιογράφου, κατόπιν δὲ ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν τῆς τοιαύτης αὐτοῦ καταγγελίας; Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως ἡμῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα. Ἔχομεν ἐφημερίδα, ἥτις ἤδη πρὸ δύο ἐτῶν ἔγραψε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ὑπαίτιος προστασίας ὡρισμένης λῃστρικῆς συμμορίας, αὐτὸς αὐτοπροσώπως καὶ διὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ. Ταῦτα ἐγράφοντο τότε ἐπανειλημμένως. Ἔχομεν δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῶν γραφέντων ἐκβιαζόμενον καὶ διδόντα τέλος πάντων καταγγελίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, δι’ ἧς ἐζήτει τὴν ἐν τάχει καταδίωξιν τοῦ ὑπευθύνου ἐκείνου Συντάκτου. Ὅταν ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη ἡ καταγγελία αὕτη δὲν εὗρεν οὐδὲ μίαν στιγμήν, καθ’ ἣν νὰ δυνηθῇ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Δικαστηρίου, ἐδικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ πᾶς πολίτης τῆς χώρας ταύτης νὰ ἐρωτήσωμεν: Τί λοιπὸν συνέβη; Καὶ ποῖα εἰσὶ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὠθήσαντα τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀποκρύπτῃ τὴν δικογραφίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ φωτὸς τῆς δημοσιότητος καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης; Λοιπὸν τῇ 30 Ὀκτωβρίου 1886 ἔτους ὁ «Χρόνος Ἀθηνῶν» ἐδημοσίευσε τὸ ἑξῆς περιεργότατον καὶ σκανδαλωδέστατον ἄγγελμα (ἀναγινώσκει): «Δεκαπέντε περίπου φοβεροὶ φυγόδικοι, ἐν οἷς τινες καὶ φοβερὰς λῃστείας διέπραξαν, ὁποῖοι οἱ Γαντζούδης, Μανταλέρος, Τάκης (ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Τάκη) καὶ λοιποί, προσελθόντες, ἀφέθησαν ἐν Μεσολογγίῳ ἐλεύθεροι νὰ περιέρχωνται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δικηγόρου Χαριλάου Βουλπιώτου, ἀφιλοκερδῶς ἀναδεχομένου τοιούτου εἴδους πρὸ πάντων ὑποθέσεις. Καὶ ἐτέθησαν μὲν κατόπιν τινὲς εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, ἀλλὰ μένουσι καί τινες εἰσέτι ἐλεύθεροι· ἀλλ’ ὁ Τάκης, ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ, καὶ ἐκοιμᾶτο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Μεσολογγίῳ. Καὶ σημειωτέον, ὅτι, ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπρόκειτο περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιλιστοῦ Τάκη, ὁ ἀξιότιμος διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης λοχαγὸς κ. Μπαϊρακτάρης ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ἐν Ἄρτῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιλιστοῦ τούτου, ἀλλὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργόν του, τὸν κύριον Βουλπιώτην, ἵνα οὗτος τὸν παραδώσῃ. Ταῦτα ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης, ἐλθὼν πρὸ μηνὸς εἰς Μεσολόγγιον, ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον πολλῶν. Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ ἀρχιλιστοῦ Τάκη κατηγορούμενος ἀρχιποιμὴν Γλάγκος καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ εἶχον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βουλπιώτου, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔμενε καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ.» Τῆς δὲ 20 Νοεμβρίου 1886 ἔτους, δηλ. κατ’ ἐξακολούθησιν πρὸ δύο ἐτῶν, ὁ αὐτὸς «Χρόνος» ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Πασίγνωστον εἶναι κατὰ τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὡς διὰ πληθύος ἀλληλογραφιῶν καὶ προφορικῶν ἀνακοινώσεων κατοίκων τοῦ νομοῦ ἐκείνου βεβαιοῦται, ὅτι συστηματικὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν, χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων, ἀπολαμβάνουσιν, οὐ μόνον ἄλλοι ἐγκληματίαι, ἀλλὰ καὶ λῃσταί, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρίου Βουλπιώτου.» Εἶχε παρέλθει εἷς μὴν ἀπὸ τῶν γραφέντων, ἐν ᾧ δὲν ὤφειλε νὰ παρέλθῃ οὐδὲ μία ὥρα, καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον πάλιν νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν. «Ἐκ τοῦ φύλλου τοῦ «Αἰῶνος», τοῦ ἐκδοθέντος τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς, καὶ περιέχοντος τηλεγράφημά τι ἐκ Μεσολογγίου, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω καὶ ἀναγνώσω τὸ ἐκδοθὲν τὴν πρωΐαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας φύλλον τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ὅπερ ἐγκλείω ὧδε, καὶ εἰς ὃ περιέχεται κύριον ἄρθρον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ λῃστεία», δι’ οὗ συκοφαντοῦμαι καὶ ὑβρίζομαι καὶ ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς Ὑπουργός. «Καταγγέλλω ὑμῖν, κύριε Εἰσαγγελεῦ, τὸν συντάκτην τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος καὶ πάντα ἄλλον, ἐνεχόμενον εἰς τὰς ἐν αὐτῷ περιεχομένας ἀξιοποίνους καὶ μοχθηρὰς διαδόσεις, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐνεργήσητε ἐν τάχει ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ ὑμέτερον καθῆκον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Νοεμβρίου 1886.

Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ.»

Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ καταγγελία, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἕκαστος ἄνθρωπος, ἀναγινώσκων τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἐγκληματικαὶ πράξεις ἀπεδίδοντο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περιέμενεν, ὅτι ἡ καταγγελία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου» οὐ μόνον ἤθελεν ἐγχειρισθῆ τάχιστα, ἀλλ’ ὅτι καὶ τάχιστα ἤθελεν ἰδεῖ τὸ φῶς τοῦ δικαστικοῦ ἀκροατηρίου, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς ἔγραφεν ἐκεῖνο τὸ «ἐν τάχει.» Ἀλλ’ ἠκούσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ἡμερῶν τινων ἐνταῦθα λέγοντα, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἠμπόδισε τὴν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ὅτι, ἂν εἶχέ τινα ἐπιθυμίαν ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἦτο, νὰ μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐνόσῳ οὗτος ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν εἶχον ἐπιθυμίαν τινὰ ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο, νὰ μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐν ὅσῳ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πενταετία πρὸς παραγραφήν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀτομική μου ἐπιθυμία ἦτο, νὰ μείνωσιν ἀνοικταὶ δι’ αὐτὸ αἱ θύραι τῆς ἀνακρίσεως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀντίπαλοί μου νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν. Ἴσως, ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ μετήρχετο ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον σύστημα, ἴσως ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ ἐφρότιζεν, ἐν ὅσῳ ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ κλείσῃ τὴν ἀνάκρισιν αὐτὴν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐμερίμνησα περὶ τούτου, οὐδὲ ἐνδομύχως τὸ ἐπεθύμησα». Παρατηρεῖτε, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥητῶς ὡμολόγησεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι αὐτὸς οὗτος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἀναστολῆς τῆς κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» κατηγορίας. Καὶ διατὶ, ἕκαστος ἐρωτᾷ νῦν, ἠμποδίσατε τὴν περαίωσιν τῆς ποινικῆς ταύτης ὑποθέσεως; Ἂν τὰ γραφέντα δὲν προσέβαλλον ὑμᾶς, οὐδένα λόγον ἠθέλετε ἔχει νὰ καταγγείλητε καὶ νὰ αἰτήσητε τὴν ἐν τάχει ἐνέργειαν τῆς καταγγελίας, τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καταμηνυθέντος ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου. Ἀνεστείλατε τὴν κατηγορίαν, διότι εἴχετε ἀκράδαντον πεποίθησιν ἐκ τῶν ἔκτοτε δημοσιευθέντων ἐγγράφων, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ σταθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ Συντάκτου ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ συκοφαντίᾳ, κατόπιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Καὶ ἀληθῶς, ὁποία ἀμφιβολία ἔμεινε περὶ τῶν ῥηθέντων, ἀφοῦ ἔχομεν μάρτυρας αὐτηκόους, ῥητῶς ὁμολογήσαντας ἐν τινι Λέσχῃ, ὅτι ἤκουσαν τοῦ εἰσαγγελέως Δημητριάδου λέγοντος, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης κ. Μπαϊρακτάρης ἐβεβαίου, ὅτι ἡ λῃστεία ἤγειρε τὴν κεφαλὴν αὑτῆς θρασεῖαν ἔν τε τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δὲν ἄφινε τὰς ἀρχὰς ἐλευθέρας, ἵνα καταδιώξωσι τὰς λῃστρικὰς συμμορίας; Ποία, λέγω, ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» εἶναι ἀδύνατον νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ συκοφαντίᾳ, ὅταν Δήμαρχος, φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐβεβαίου ἐνυπογράφως καὶ δημοσίᾳ, ὅτι ἀληθῶς ἤκουσε τοῦ εἰσαγγελέως Δημητριάδου, ἀνακοινοῦντος αὐτῷ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Μπαϊρακτάρη περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ποία ἀμφιβολία μένει, ὅτι ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ ὡς συκοφάντης ἢ ὑβριστὴς, ὅταν ἄνδρες ἀξιοτιμότατοι, ὁ πρώην βουλευτὴς καὶ δικηγόρος Βάλβης, ὁ φοιτητὴς Βορύλλας, ὁ πρώην βουλευτὴς καὶ δικηγόρος Δεσποταῖος, ὁ φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δήμαρχος Ὠλενείας κ. Τσιμπουράκης, ἐβεβαίουν, ὅτι τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως Δημητριάδου, ὡς βεβαιωθέντα ἐνώπιον αὐτοῦ παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης, ἀδύνατον εἶναι νὰ διαψευσθῶσιν; Ἰδοὺ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιστολαί, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν ἐπανειλημμένως καὶ διὰ τοῦ τύπου (ἀναγινώσκει): «Κύριε Διευθυντὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν». Αὐτήκοος δὲν ἐγενόμην τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητριάδου, εἰσαγγελέως Ἄρτης, ῥηθέντων ἔν τινι Λέσχῃ καὶ ἐφαπτομένων τῆς ὑπολήψεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑποστηρίζοντος καὶ ὑποθάλποντος τὸν λήσταρχον Τάκην, ἀλλὰ ταῦτα, ὡς ἐμποιήσαντα δικαίως πολλὴν τὴν αἴσθησιν, εὐθὺς τότε ἀφηγήθησαν μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἐκ τῶν αὐτηκόων κ.κ. Δημ. Δεσποταῖος, δικηγόρος, Κωνστ. Τσιμπουράκης, δήμαρχος Ὠλενείας, καὶ Κωνστ. Βορύλλας, φοιτητής, οἵτινες καὶ ἤδη ἐπιβεβαιοῦσι τὰ λεχθέντα. Ταῦτα ἐπὶ τῆς προκλήσεώς σας αὐτόθι, τῆς εἰς τὸ φύλλον ὑπ’ ἀριθ. 621 διατριβῆς τοῦ κ. Δημητριάδου. Μεσολόγγιον τῇ 16 Νοεμβρίου 1886. «Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως. Α. ΒΑΛΒΗΣ.» «Ἐν Μεσολογγίῳ τὴν 16 Νοεμβρίου 1886. «Κύριε Συντάκτα τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.» «Ἐν τῷ φύλλῳ τῆς ἀξιοτίμου ἐφημερίδος ὑμῶν «Χρόνος Ἀθηνῶν» κατεχωρίσθη τηλεγράφημα τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημητριάδου, δι’ οὗ δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἐνταῦθα, ὡς ἀνέφερεν ἐπιστολὴ περὶ τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, ὡς εἰπόντος ἐν Ἄρτῃ, ὅτι «τί θέλει καὶ πιέζει τὸν κόσμον ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Τάκη; ἂς τὸν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην.» Καίτοι γινώσκοντες τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημητριάδου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς Συντάξεως τῆς ἐφημερίδος ὑμῶν, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ταῦτα ὁ κ. Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί. «Δέξασθε κλπ. Κ. ΒΟΡΥΛΛΑΣ (φοιτητής), ΔΗΜ. ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ (δικηγόρος), Κ. ΤΣΙΜΠΟΥΡΑΚΗΣ (δήμαρχος Ὠλενείων.)»

§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει αὐτό;

§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 16 Νοεμβρίου 1886. Ἄν ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἐκάλει τούτους ὡς μάρτυρας ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἢ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἀδιάφορον, ἂν ἐκάλει μάρτυρας τὸν Βάλβην, τὸν Δημητριάδην, ἂν νὰ φέρῃ εἰς ἀντιπαράστασιν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους τούτους κυρίους, αὐτὸν τὸν Μπαϊρακτάρην ἂν ἐκάλει μάρτυρα ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εἴπατέ μοι, ἤθελεν εὑρεθῆ δικαστὴς, ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελε κύψει τὸν αὐχένα ἀπέναντι τῆς ἰσχύος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις νὰ κατεδίκαζεν αὐτόν; Ἰδοὺ ὁ πρόδηλος λόγος, δι’ ὃν ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, οὔτε συνέφερε νὰ καθεσθῇ εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου, ἵνα ὑποστῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ οὐχὶ ὁ Συντάκτης, τὸν ἔλεγχον τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα ἐν ὅλῃ ταύτῃ τῇ σκηνογραφίᾳ· τὸ κύριον ζήτημα εἶναι: διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἕνα μὲν μῆνα ἐσιώπα, δῆθεν συκοφαντούμενος καὶ ὑβριζόμενος διὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», διατὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἐγχειρίζει τέλος πάντων καταγγελίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐν ᾗ λέγει, ἐν τάχει νὰ ἐνεργηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην; καὶ διατὶ ἐπὶ δύο κατόπιν ἔτη προσπαθεῖ, ὡς αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησε διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν»; Ἐλέγχουσα ἡ Βουλή, ἐδικαιοῦτο, ἢ δὲν ἐδικαιοῦτο, ἀπέναντι τοῦ σκανδαλώδους αὐτοῦ ζητήματος, προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Ὑπουργοῦ τουτέστι τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, κατηγορουμένου ἐπὶ συνενοχῇ καὶ συμπράξει, χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων, μετὰ ληστῶν, ὡς ἔλεγον, (καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἀποδεχθῇ τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἡ ἁρμοδία ἐξουσία βεβαιώσῃ αὐτήν,) ἐρωτῶ λοιπόν: εἶχε δίκαιον, εἶχε δικαίωμα, — καὶ τί λέγω δικαίωμα; — εἶχε καθῆκον ἡ Βουλὴ δι’ ἐπερωτήσεως νὰ αἰτήσηται λόγον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; διατὶ ἐπὶ δύο ἔτη σὺ, ὁ φρονῶν, ὅτι ἔνοχος, ὡς ἐξυβρίσας ὑμᾶς καὶ συκοφαντήσας ὑμᾶς, εἶναι ὁ Συντάκτης ἐκεῖνος, διατὶ ἐπὶ δύο ἔτη ἀνέστειλας τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ τοῦτο ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἐμοῦ, εἰσηγουμένου τὴν ἐν λόγῳ ἐπερώτησιν, ἣν δι’ ἀναβολῶν, διὰ προσκομιδῆς δικογραφιῶν, ὁτὲ μὲν βραδέως, ὁτὲ δὲ ἐλλιπῶν, καὶ σήμερον διὰ προτάσεως ἀναβολῆς καθαρᾶς, ἐζήτησας, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀναγκάσῃς τὴν κοινωνίαν νὰ λησμονήσῃ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἔχω δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα δὲν ἀποδείκνυνται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, νὰ ἐπιῤῥίψω αὐτῷ κατηγορηματικῶς τηλικαύτην μομφήν. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ διαπορῶ καὶ νὰ ἐλέγχω τὸν Ὑπουργόν, καὶ νὰ ζητῶ παρ’ αὐτοῦ ἐπανειλημμένως νὰ ἀπαντήσῃ, διατὶ δὲν εἰσήγαγεν ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὸν ἐξυβρίσαντα καὶ συκοφαντήσαντα αὐτόν, ὡς ἔλεγε, Συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν. Διότι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔπραττε τοῦτο, ἵνα ἀφήσῃ, ὡς διετείνετο, ἐλευθέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς διαδόχους αὑτοῦ. Ἀδικεῖ δὲ ἑαυτὸν ὁποιοσδήποτε Ὑπουργός, προβάλλων τοιοῦτον αἰτιολόγημα πρὸς ἀπολογίαν αὑτοῦ. Διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν τῆς κοινωνίας εἰς ἑαυτὸν, ὡς φιλότιμον καὶ ἐνάρετον ἄνδρα, καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὰ δικαστικὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, εἰς ἣν ἀνήκει, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸς ἐπηρεασμὸς κατὰ δικαστῶν παρ’ Ὑπουργοῦ, ὅπως σώσωσι τὴν τιμὴν αὑτοῦ, ἢ τὴν φιλοτιμίαν. Εἶναι ἄρα καὶ ἐξύβρισις πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἡ αἰτιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἂν, Κύριοι, τοῦτο ἦναι τὸ ζήτημα τὸ κύριον, ὅπερ ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, καὶ περὶ οὗ σήμερον ὡμίλησα προοιμιαζόμενος, ἰδοὺ ἀνεφάνη ἐξαίφνης ἕτερον, παρεμπίπτον, τὸ ζήτημα τοῦ ληστάρχου Τάκη, περὶ οὗ σήμερον εἰδικῶς θέλω ὁμιλήσει. Ἀμυνόμενος, καὶ δικαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ κατὰ τὴν πρώτην τῶν ἀγορεύσεων αὑτοῦ τὸν Ἀλέξιον Τάκην ὡς ἅπαξ μόνον καὶ ἐν νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ, καὶ καθ’ Ἕλληνος οὐχὶ, ἀλλὰ καθ’ ὑπηκόου Ὀθωμανοῦ ἐγκληματήσαντα. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κοινωνία σύμπασα ἐπίστευσεν εἰς τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ αὐτὸς ἠκροώμην συναδέλφου ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) μεμφομένου μου, ὡς εἰσαγαγόντος δῆθεν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς δὲν εἶχον ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίας πληροφορίας. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἴδομεν, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργικὸς τύπος ἐξεμάνη, καὶ δικαίως, ἐναντίον τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ἐν λόγῳ ἐπερώτησιν. Καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι λέγω λόγους, μὴ μαρτυρουμένους δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἀναγινώσκω μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ οὗ θέλει πεισθῆ καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἠγωνίζετο νὰ ἀποδείξῃ ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ Τάκης ἦτο ἀγαθός τις νεανίας, ὅτι περιέπεσεν ἐν νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἕνεκα τῆς φιλοτίμου αὑτοῦ ψυχῆς, καὶ εἰς μίαν μόνον ἐγκληματικὴν πρᾶξιν! Ἔχω εἰς χεῖράς μου τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς 11 Νοεμβρίου 1888 ἔτους. «Ἡ ποινὴ (ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς) αὐτοῦ τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ δωδεκαετίας, μετεβλήθη κλπ.» Ῥητῶς λοιπόν, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἐβεβαίου ὁ Ὑπουργὸς τὰ ἑξῆς: «Ἡ ποινὴ αὐτοῦ τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ δωδεκαετίας». Καὶ καθ’ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον αὐτοῦ βίον αὐτὸς ἐτύγχανε τοσοῦτον ἐνάρετος, ὥστε δύναται νὰ στήσῃ ἀγῶνα ἀρετῆς πρὸς οἱονδήποτε τῶν ἄλλων πολιτῶν Ἑλλήνων. Ἀπόδειξις, ὅτι παριστᾷ ἀλλοῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φοβερὸν λήσταρχον, περὶ οὗ θέλετε ἀκούσει πράξεις, οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθείσας ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅταν τοσοῦτον παρίστα ἀθῶον τὸν ἐν λόγῳ λήσταρχον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ ἐπισημοτάτου τούτου βήματος, δὲν ἀδικῶ τοὺς δημοσιογράφους ἐκείνους, οἵτινες, ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐμαίνοντο, γράφοντες μάλιστα, ὅτι, ἂν αὐτοὶ ἦσαν Ὑπουργοί, πλήρη χάριν ἤθελον δώσει εἰς τὸν ἐν λόγῳ κατάδικον....

§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὑπουργικὰ ἐδώλια ἐκενώθησαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν· νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι παρόντες πάντες οἱ Βουλευταὶ, διὰ νὰ πληροφορηθῶσι τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὴν ὑπόθεσιν. Ἄλλως, νὰ μὴ παραπονηθῆτε, ἂν κάμωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀφοῦ αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἔλθωσιν.

§51ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, κάμετε ἔνστασιν.

§52ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα δι’ ἡμᾶς ταῦτα.

§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δι’ ὑμᾶς δὲν εἶναι σπουδαῖα ταῦτα, διότι πολλὰς ὁμοίας χάριτας ἐλάβετε εἰς τὴν Ζάκυνθον, δι’ ὧν ἐξελέχθητε Βουλευτής. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δίκαιον εἶχεν ὁ τύπος, πληροφορούμενος ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ πλανηθῇ, εἶναι ὑπουργική τις ἐφημερίς, ἧς ἀκούσατε παρακαλῶ σειράς τινας, ἵνα κρίνητε πόσον ἐξωργίσθη ἐπὶ ταῖς ψευδέσι παραστάσεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ἂν δὲν ὑπερησπίσθημεν αὐτὸν εἰς δύο προηγούμενα φύλλα διὰ τὸ ἀηδὲς αὐτὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τάκη, ἐπράξαμεν τοῦτο, διότι ἐπλανήθημεν ἐκ τῶν λόγων του, ἀποκρύψαντος ἐπιμελῶς, ἐν ᾧ ὡμίλει ὡς Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ ἐπισημοτάτου βήματος τοῦ Ἔθνους, πάντα τὰ ἐπιβαρυντικὰ τοῦ Τάκη προηγούμενα. Καὶ ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶμέν ποτε ὄργανον τοῦ κ. Βουλπιώτου, ὅτε ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι ὁ ἀνὴρ ἐν τῇ ἐπισημότητι τοῦ ἀξιώματός του εἶχεν ἀποκρύψει τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ ἀπὸ τοὺς Συναδέλφους του καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν δημοσίαν γνώμην, συνεβουλεύσαμεν αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ. Δὲν μᾶς ἤκουσε. Τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν. «Ὅτε ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην τὴν παραίτησιν, ἐκινούμεθα ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ διατελῇ Ὑπουργὸς ὁ ἀνήρ, ὅστις ὁμιλῶν ἐν τῇ πρώτῃ ἀπολογίᾳ του περὶ τῆς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀδελφοῦ του παρουσίας τοῦ Τάκη, ἐδικαιολογεῖτο, λέγων, ὅτι ὁ ἀδελφός του εἶναι δικηγόρος, — εὑρίσκομεν δὲ καὶ ἡμεῖς τοῦτο φυσικώτατον, — κατόπιν ὅμως ἐβεβαίου ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἐν τῇ δευτέρᾳ, ὅτι προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἄνευ συνηγόρου καὶ ὁ Πρόεδρος τῷ διώρισε τοιοῦτον ἐξ ἐπαγγέλματος τὸν δικηγόρον Τριανταφύλλην. Παραλείποντες δὲ, ὅτι κατόπιν ὁ Τάκης ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπαρουσιάζετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἄνευ συνηγόρου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ ἀπροστάτευτος αὐτὸς ὑπέβαλλεν ἀναιρέσεις, ὑπὸ ἀγνώστου νομομαθείας συντασσομένας, παρατηροῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ τοσαύτας λεπτομερείας ἐσταχυολόγει ὁ κ. Βουλπιώτης ἐκ τῆς δικογραφίας, ἕπεται, ὅτι μετὰ ἐπισταμένην ἀνάγνωσιν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ἐν τῇ πρώτῃ ἀπολογίᾳ του, ὅτι ὁ χρηστὸς οὗτος Εὐρυτὰν «κατεδικάσθη διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸ δωδεκαετίας». Ἀλλὰ δὲν ἔλεγεν ἀλήθειαν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε τὸ πρῶτον ἀπελογεῖτο, ἀφοῦ ἐβεβαίου, ὅτι διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν εἶχε καταδικασθῆ ὁ Τάκης, καὶ δὲν ἔλεγεν ἀλήθειαν ἐν γνώσει, διότι κατὰ τὴν ἕκτην ἀπολογίαν του ἀπέδειξεν, ὅτι ἀρχῆθεν καλῶς ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ δίκη, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἐγένετο τὴν 2 Νοεμβρίου 1887, ἀπὸ δὲ τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1886 μέχρι τῆς 2 Νοεμβρίου 1887, ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἕνα μῆνα, ἐν τῇ φυλακῇ ὤν, ἐδικάσθη διὰ τὰς ἄλλας πράξεις. Διὰ τί λοιπὸν ἀπέκρυψε τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν κατεδικάσθη; «Μετὰ τοιαύτην κατάφωρον ὄντως ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας, διαπραχθεῖσαν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς ὁ κ. Βουλπιώτης; Καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς, οἱ διὰ τῆς ἀποκρύψεως ταύτης ὑπ’ αὐτοῦ παραπλανηθέντες καὶ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὸν ἐπὶ δύο φύλλα τῆς «Ἐφημερίδος», νὰ τῷ εἴπωμεν καθαρὰ τὴν γνώμην μας, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ!» Ταῦτα, Κύριοι, γράφουσιν οἱ δημοσιογράφοι ἐκεῖνοι, οἵτινες μαίνονται ὑποστηρίζοντες τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀληθῶς δίκαιον εἶχον νὰ ζητῶσι τοσαύτην φιλοτιμίαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος, ὅταν τοσαύτην φιλοτιμίαν εἶχεν ἄλλοτε Ὑπουργός τις τῆς Τουρκίας! Ἔλαβον, Κύριοι, ἐπιστολὴν δούλου Ἕλληνος ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὅστις μοὶ γράφει (ἀναγινώσκει): «Ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ (καὶ σημειοῖ διὰ κυρτῶν γραμμάτων «τῇ Τουρκίᾳ») κατὰ τὸ 1877–1878 ἔτος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, (συνάδελφος τοῦ ἡμετέρου κ. Θεοτόκη) εἰ καὶ ἐτύγχανε γαμβρὸς τοῦ Σουλτάνου, (τοῦ Σουλτάνου!) συνεπείᾳ ἄρθρου τῆς τουρκικῆς ἐφημερίδος «Βακήτ», ἐν ᾧ ἐλέγετο, ὅτι ὑπόνοιαι ὑπάρχουσι περί τινος πλειστηριασμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐξ ἰδιοτελείας δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, συνεπείᾳ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, ἡ τότε Τουρκικὴ Βουλὴ (διότι, ἐνθυμεῖσθε, καὶ οἱ Τοῦρκοι, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν εἶχον Βουλὴν,) ὑπεχρέωσεν εὐσχήμως τὸν πανίσχυρον Ὑπουργὸν τῆς Τουρκίας νὰ παραιτηθῇ, καὶ παρῃτήθη». Δικαίως ἄρα ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ἠξίου παρὰ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Ὀθωμανός, ὁ συγγενὴς μάλιστα τοῦ Σουλτάνου! Αὐτὴ ἄρα ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐπιμέλεια τουτέστι πρὸς ἀπόκρυψιν ὅλης τῆς σειρᾶς καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν συμπεπλεγμένων ἐγκλημάτων τοῦ Τάκη, περὶ ὧν εὐθὺς ἀμέσως θέλω ποιήσει λόγον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐπιμελὴς ἀπόκρυψις, ὁποῖός τις ὑπῆρξεν ὁ Τάκης, ἐμφαίνει τὸ ἀναμφισβήτητον ἐνδιαφέρον καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἁπάσης τῆς οἰκογενείας Βουλπιώτου ὑπὲρ τοῦ Τάκη. Ἐμφαίνει δεύτερον, ὅτι ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως, ὃν ἐξηπάτησε, καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς, ἃς ἐπίσης ἐξηπάτησε. Καὶ περὶ τῆς ἐξαπατήσεως ταύτης ἔχομεν, ὡς ἠκούσατε ἤδη, μάρτυρας εὐγλώττους αὐτοὺς τοὺς φίλους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δημοσιογράφους. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἄρχεται τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλει ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ τῆς ἐν λόγῳ χάριτος. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἔλεγον ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ἐν ᾧ τὸ κύριον θέμα εἶναι ἡ παρεμπόδισις τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἂν ἠσέβησε πρὸς τὸν νόμον, ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ τὸ ζήτημα τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἔπαυσε νὰ ἦναι τὸ πρωτεῦον, καὶ πρωτεῦον τώρα ἐγείρεται, ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ μεγαλοπρεπεῖ ἐγκληματικότητι, τὸ ζήτημα τοῦ λῃστάρχου Ἀλεξ. Τάκη!...

§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Λεβίδη. Τί ἀπέγινεν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, αὐτὴ ἡ μήνυσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»; ὑπάρχει κἀμμία πληροφορία, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται;

§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται; Εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Εἰσαγγελίας. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον πιστοποιοῦν τὸ ἐναντίον. Ἡμεῖς βλέπομεν καθ’ ἡμέραν τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἐν τῇ πόλει ἐλεύθερον.

§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ὁ Ὑπουργὸς δὲν φέρει πληροφορίας;

§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς ὀλίγου ὑποθέτω, ὅτι θὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ θὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐξακολουθεῖ καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἐκδίδοται τὸ βούλευμα.

§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐρευνηθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ χάριτος δι’ ἀπάτης πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα· καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν λέξιν ταύτην, διότι κατόπιν δι’ ἐπισημοτάτων ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀληθῶς, μόνον ἵνα λάβωσιν εἰς χεῖρας τὴν χάριν ὑπὲρ τοῦ Τάκη, ἐξηπάτησαν τοῦ Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ὡς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαπατήσῃ τις τὸν ὑπηρέτην αὑτοῦ. Καὶ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐξηπάτησαν τὴν Α. Μεγαλειότητα, πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ὁποῖός τις εἶναι τάχα ὁ Τάκης, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὴς ἡ παράστασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποφηναμένου περὶ ἐκείνου, ὅτι ὑπῆρχεν ἁγνός τις καὶ μικρόσωμος νεανίας, καὶ ἀπόφοιτος δὲν ἠξεύρω τίνος Σχολαρχείου τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς γνωστὰς εἰς ἡμᾶς πράξεις τοῦ λῃστάρχου, τότε θέλω παρακαλέσει, Κύριοι, οὐχὶ ὑμᾶς, (δεικνύει τοὺς ἀριστερόθεν καθημένους) ἀλλὰ ὑμᾶς, (δεικνύει τοὺς δεξιόθεν) ἐν συνειδήσει νὰ εἴπητε, ἂν ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ δοθῇ χάρις εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον. Καὶ ἂν δὲν ἔπρεπε, τότε βεβαίως ἐγείρονται πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἀλήθειαι, δι’ ἃς κατηγόρησαν ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ καθ’ ἃς ἐκήρυττον ὑμᾶς, ὡς ἔχοντας συμφέρον ἐκλογικὸν, ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλο, διὰ τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη. Καὶ ποῖα, παρακαλῶ, εἶναι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα; Καὶ φέρετέ μοι, Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν τυγχάνετε δικηγόροι, εἴτε ἐτύχετε Εἰσαγγελεῖς, εἴτε δικασταὶ, ἕνα καὶ μόνον ὅμοιον ἐγκληματίαν, διαπράξαντα τοσαῦτα ἀδικήματα, ὅσα διέπραξεν ὁ φίλος καὶ συμπολίτης καὶ προστατευόμενος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ περὶ ὧν ἐγείρουσι βοὴν μεγίστην καὶ φοβερὰν αἱ δικογραφίαι αὗται. Τὸ πρῶτον αὐτοῦ κακούργημα εἶναι ἀληθῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐν τῇ νεαρᾷ, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡλικίᾳ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας ὑπάρχει ἀμφιβολία τις, ἂν δὲν ἐφιλοτεχνήθη παρὰ τῶν προστατῶν τοῦ Τάκη. Καὶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐπισημότατον ἔγγραφον εὐθὺς μετ’ ὀλίγον. Ποῖον τὸ πρῶτον ἔγκλημά του; Νύκτωρ καὶ ἐν ἀπομεμακρυσμένῳ τόπῳ μετ’ ἄλλου ἐκρεούργησε τὸν ποιμένα Χαρδαλλᾶν, καὶ ἐπεχείρησαν νὰ κρεουργήσωσι καὶ τὸν υἱὸν τοῦ Χαρδαλλᾶ, καὶ τὸν ὑπηρέτην αὐτῶν, οὓς βαρέως ἐτραυμάτισαν, καὶ τὸ σκότος μόνον ἐδυνήθη νὰ σώσῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους, υἱὸν καὶ ὑπηρέτην, διότι ὁ πατὴρ αὐτοστιγμεὶ ἐξέπνευσεν. Ἐπέπεσαν ὡς ἄγρια θηρία κατὰ τῶν θυμάτων, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι ἀθῶοι πολῖται ἀμέριμνοι ἐκοιμῶντο, φιλοξενήσαντες, σημειώσετε καλῶς, ἐν τῇ καλύβῃ αὐτῶν ἐκ φόβου τοὺς δολοφόνους. Καὶ ἀπέκτειναν τὸν ποιμένα, διὰ τίνων ὀργάνων; Διὰ πελέκεων καὶ πυροβόλων ὅπλων! Ἰδοὺ Κύριοι, τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως (ἀναγιγνώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύπτουσι τὰ ἑξῆς. Ὅτι τὴν ἑσπέραν τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1875 εἰς τὴν θέσιν Παρασπορίστρια τοῦ χωρίου Σαρδινιάνων, ἔνθα ἔβοσκε τὸ ποίμνιον τοῦ Γεωργίου Χαρδαλλᾶ, ἐμφανισθέντες οἱ κατηγορούμενοι, εἶπον, ὅτι ἔπραξαν φόνον τινὰ καὶ θὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Ὅτι τούτους ὑπεδέχθησαν οἱ παθόντες καὶ συνήνεσαν νὰ διανυκτερεύσωσιν ἐκεῖ. Ὅτι κοιμωμένων τῶν παθόντων, διὰ πυροβόλων ὅπλων, ἅπερ ἔφερον, καὶ διὰ γιαταγανίων, τὸν μὲν Γεώργιον Χαρδαλλᾶν ἐφόνευσαν, τὸν δὲ Κωνστ. Γ. Χαρδαλλᾶν καὶ Κωνστ. Τσίγκαν κατετραυμάτισαν, σωθέντας διὰ τῆς φυγῆς καὶ τοῦ σκότους. Καὶ ὅτι αἰτία τῶν κακουργημάτων τούτων λέγεται, ὅτι οἱ αὐτουργοὶ ἐχθρεύοντο τὸν Γ. Γαρδαλλᾶν, ὃν ἐνόμιζον αὐτουργὸν ἢ συναίτιον προσβολῆς τῆς τιμῆς τῆς συζύγου τοῦ Ἰωάννου Σαλμαγούλα, πατρὸς τοῦ Κωνστ. Σαλμαγούλα». Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ Τάκη, δι’ ἣν κατεδικάσθη ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι Κακουργιοδικῶν, κηρυχθεὶς ἔνοχος φόνου ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως, ἔνοχος φοβερωτάτης δολοφονίας, ἐπιβληθείσης αὐτῷ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Ἀναγινώσκω μέρος τῆς καταθέσεως τοῦ Κωνσταντίνου Χαρδαλλᾶ κατὰ τὴν προανάκρισιν (ἀναγινώσκει:) «Ἐγὼ τὴν νύκτα τῆς 7ης–8ης Δεκεμβρίου 1875 ἤμην εἰς τὴν καλύβην τοῦ ποιμνιοστασίου μετὰ τοῦ πατρός μου Γεωργίου Χαρδαλλᾶ, καὶ τοῦ Κώστα Τσίγκα· ἐκεῖ εἰσῆλθον περὶ τὰ σουρουπώματα, ἤτοι μόλις ἐνύκτωσεν, οἱ Ἀλέξιος Τάκης καὶ Κώστας Σαλμαγούλας, οἵτινες εἶπον εἰς τὸν πατέρα μου, παρόντος ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Τσίγκα, ὅτι, ἐπειδὴ διέπραξαν φόνον τινὰ, θὰ μεταβοῦν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος, καὶ ὅτι διῆλθον νὰ διανυκτερεύσουν εἰς τὴν καλύβην μας, καὶ τὴν πρωΐαν νὰ ἀναχωρήσουν, ὅπου καὶ ἔμειναν, καὶ ἐν ᾧ ἐκοιμώμην, αἴφνης ἠγέρθην ἔντρομος, ἕνεκα πυροβόλου ὅπλου, ὅπερ ἐκπυρσοκρότησε, καὶ εἶδον τοὺς ἐν λόγῳ δύο φονεῖς, κρατοῦντας εἰς χεῖρας τουφέκια καὶ μαχαίρας (γιαταγάνια), ὅτε ἀμέσως ἐπιτεθέντες κατ’ ἐμοῦ, μὲ ἐκτύπησαν διὰ τῶν γιαταγανίων εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα, ὅστις ἐθλάσθη, ὡς βλέπετε, καὶ εἰς τὴν κεφαλήν μου, ἣν ἐπίσης βλέπετε, ὅτι φέρει τρία τραύματα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἤρχισαν νὰ θεραπεύωνται, ἕνεκα τῆς καλῆς ἰατρικῆς περιποιήσεως. Συγχρόνως τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου, καίτοι σκοτισμένος, ἤκουσα φωνὴν τοῦ πατρός μου, λέγουσαν: «φύγε, παιδί μου, διότι καὶ σὲ θὰ φονεύσουν οἱ κακοῦργοι», καὶ ἐγερθεὶς, ἐν μέσῳ αὐτῶν, ἐτράπην εἰς φυγὴν, καὶ ἐσώθην, διότι οὗτοι, ἕνεκα τῶν τραυμάτων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπήνεγκον, δὲν μὲ κατεδίωξαν πλέον, νομίζοντες, ὅτι ἐξετελέσθη καὶ κατ’ ἐμοῦ ὁ θανατηφόρος σκοπός των. Μετ’ ὀλίγον ἐπανελθὼν εἰς τὴν παρακειμένην θέσιν, εὗρον ἐκεῖ τὸν Κώσταν Τσίγκαν τετραυματισμένον καὶ ἡμιθανῆ, ὡς καὶ ἐγὼ κατόπιν περιῆλθον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἐκεῖθεν μᾶς παρέλαβον καὶ διὰ κλίνης μᾶς μετέφερον ἐνταῦθα, ὅπου ἔκτοτε μένομεν». Ἄλλη κατάθεσις τοῦ Κώστα Τσίγκα, τοῦ ὑπηρέτου, τοῦ ἐπίσης τραυματισθέντος... Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν, διότι ἀφηγεῖται τὴν σκηνὴν μὲ τὰς αὐτὰς φρικτὰς λεπτομερείας...

§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς εἶχεν ἀφορμὰς κατὰ τοῦ παθόντος; ὁ Τάκης ἢ ὁ ἄλλος;

§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἄλλος.

§61ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶχεν εἰδικότητα, βλέπετε, δι’ αὐτὸ προσελήφθη.

§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἣν δὲν ἀναγινώσκω, χάριν συντομίας, ἀλλ’ ἐν ᾗ διὰ μελανῶν χρωμάτων ὁ ἐνωμοτάρχης ζωγραφίζει τὸ ἀποτρόπαιον καὶ φοβερὸν τῆς πράξεως, ἧς ἔλαβε γνῶσιν.

§63ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ὁ κατηγορούμενος. Μήπως ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ βαρύτερον ἀκόμη; Ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ παρέλθῃ ἡ ὥρα.

§64ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ παρέλθῃ ἡ ὥρα, λέγετε, ἀφοῦ νομίζω, ὅτι ἠκούσατε, ὅτι παραλείπω τὴν ἀνάγνωσιν τοσούτων σπουδαίων ἐγγράφων! Λοιπὸν δὲν ἀναγινώσκω καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, καὶ δύο ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις, περιγραφούσας τὸν ἄγριον τρόπον, καθ’ ὃν ὁ ἀτυχὴς Χαρδαλιᾶς κατεκερματίσθη ὑπὸ τοῦ ἀποφοίτου αὐτοῦ τῆς θεολογικῆς σχολῆς, ὡς παρίστα ἡμῖν τὸν Τάκην κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὰς ἐκθέσεις ταύτας δὲν ἀναγινώσκω, ἐπίσης χάριν συντομίας. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ Τάκη, ἣν εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἧς λεπτομερείας τινὰς ἠθέλησα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδητε, ὅτι μικρὰ ἦτο, οὕτως εἰπεῖν, δι’ αὐτὸν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν ὡμίλει περὶ μιᾶς καὶ μεμονωμένης πράξεως, γενομένης ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ, καὶ μεθ’ ἣν, ὡς ἔλεγεν, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔμενεν ἤρεμος καὶ μετανοῶν ὁ Ἀλέξιος Τάκης. Καὶ τί ἀποδεικνύεται, Κύριοι; Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐβεβαίου τὰ ἀκριβῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καίτοι διετέλει ἐν γνώσει αὐτῶν. Ἡ πρᾶξις, ἣν ἠκούσατε, ἔλαβε χώραν τῇ 7 Φεβρουαρίου 1875, καὶ παρακαλῶ σημειώσατε καλῶς τὴν χρονολογίαν ταύτην. Ἑβδόμῃ Φεβρουαρίου 1875, ὅτε λέγει, ὅτι εἶχε τὴν ἡλικίαν μόλις 14 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἔχομεν αὐτὸν, ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος μόλις, ἀποδεικνυόμενον δι’ ἑτέρας ἐγκληματικῆς δικογραφίας ἐνεργήσαντα ἐπίσης φοβερωτάτην πρᾶξιν, ἀπόπειραν φόνου, καὶ ὑπὸ περιστάσεις ἐπιβαρυντικωτάτας. Ἰδοὺ τὰ πρακτικὰ τοῦ Κακουργιοδικείου. Κατηγορεῖται ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, γενομένῃ τῇ 23 Φεβρουαρίου 1876!...

§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐγκλητήριον τὸ ἔχετε;

§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως τὸ ἔχω. Ὅλα τὰ ἔχω, καὶ ὅλα θέλω τὰ ἀναγνώσει, διότι νομίζω, ὅτι δὲν καταναλίσκω χρόνον ματαίως. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην κατεδικάσθη τῇ 11 Νοεμβρίου ἐ.ἔ., δηλ. πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν, ἐνώπιον τῶν ἐν Ζακύνθῳ Συνέδρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῆς πράξεως ταύτης ἐν προγενεστέρᾳ συνεδριάσει, ἔλεγε τῇ 28 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ὅτι διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ Τάκης κατεδικάσθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως εἰς δέκα ἐτῶν καὶ μιᾶς ἡμέρας φυλάκισιν! Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει τὰς διακρίσεις μεταξὺ φυλακίσεως καὶ προσκαίρων δεσμῶν, διότι εὐθὺς, ὡς κατεδικάσθη εἰς δέκα ἔτη καὶ μίαν ἡμέραν, κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Βεβαίως δὲν ἦτο ἡ λέξις φυλάκισις ἐκείνη, ἣν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ εἶπε καὶ ταύτην ἐντέχνως, ἵνα ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ πράγματος. Εἶπον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν πρώτην, τὴν πρὸ ἔτους ἀπὸ τότε γενομένην, καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Διατὶ ἁμιλλᾶται; Διότι εἰς τὴν πρώτην πρᾶξιν ἐδύνατο τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγένετο ἔνοχος τοῦ φόνου, θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν φιλοτιμίαν φίλου, ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐγένετο ἔνοχος ἀποπείρας δολοφονίας, μισθωθεὶς ἐπὶ χρήμασιν! (ἀναγινώσκει): «Ὁ ῥηθεὶς Ἀλέξιος Μαχᾶς....», καὶ πρώτην ταύτην φορὰν φαίνεται, ὅτι οὗτος ὁ Μαχᾶς εἶναι ὁ Ἀλέξιος Τάκης· διότι θέλετε μάθει, ὅτι ὅσα ἐγκλήματα ἔπραξε, τόσα περίπου ἐπίθετα ἤλλαξεν. Εἶναι ὁ πρώτιστος κανὼν τῶν ἀνθρώπων τῆς ποιότητος τῆς ἐγκληματικῆς τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, νὰ λαμβάνωσι τόσα ἐπίθετα, ὅσα μελετῶσι νὰ διαπράξωσιν ἐγκλήματα. Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως, οὗτινος δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ὑπογραφήν.

§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδω (βλέπει τὸ χειρόγραφον). Εἶναι ἡ ὑπογραφή μου.

§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Χαίρω.—Ἀναγινώσκω τὸ ἐγκλητήριον: «Ὅτι ἀνέκαθεν ἕνεκεν ἁμίλλης τοῦ ἐμπορίου, ὅ τε ὁ παθὼν Κ. Κέντρος καὶ ὁ κατηγορούμενος Νικόλ. Δρίβας διέκειντο εἰς ἐχθρικὰς σχέσεις, ἃς οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ περιστείλωσι, καίτοι πολλαὶ πρὸς τοῦτο κατεβλήθησαν προσπάθειαι ἐκ μέρους συγγενῶν καὶ φίλων. Ἰδίως δὲ ἡ ἔχθρα αὕτη ἐσχάτως εἶχεν ἐπιταθῆ ἕνεκα λαθρεμπορίου τινὸς, διαπραχθέντος ὑπὸ τῆς οἰκογενείας Δρίβα καὶ καταγγελθέντος, ἡ δὲ οἰκογένεια Δρίβα ἀπέδιδε τὴν καταγγελίαν τῆς πράξεως εἰς τὸν παθόντα Κ. Κέντρον. Ὅτι ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς πράξεως παρετηρήθη ἐνδιαιτώμενος καὶ εἰς στενὰς σχέσεις μετ’ αὐτῆς εὑρισκόμενος ὁ ἕτερος κατηγορούμενος Ἀλέξιος Μαχᾶς, οὗτινος τὴν ἐπωνυμίαν ὁ κατηγορούμενος Δρίβας ὑπέκρυπτε πάντοτε εἰς τοὺς κατοίκους, ἀποκαλῶν αὐτὸν διὰ τοῦ ψευδωνύμου Δ. Φρεμεντίνου, πολλάκις δὲ εὑρεθεὶς μετ’ αὐτοῦ καὶ σπανίως διαχωριζόμενος, ἐξέφρασεν ἀπειλητικὰς κατὰ τῆς οἰκογενείας Κέντρου φράσεις. Ὅτι κατὰ τὴν 11ην Φεβρουαρίου 1876 ὁ ῥηθεὶς Ἀλέξιος Μαχᾶς ἐθεάθη περιφερόμενος καὶ ἀποκρυπτόμενος εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας Κέντρου, κατὰ δὲ τὴν 23 Φεβρουαρίου ἰδίου ἔτους, ἤτοι τὴν ἡμέραν τῆς πράξεως περὶ τὴν δείλην, ἐθεάθη συνδιαλεγόμενος εἰς τὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας τοῦ Ν. Δρίβα μετ’ αὐτοῦ, μεθ’ οὗ πρὸς τὸ ἑσπέρας ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ διεχωρίσθησαν. Ὅτι μετὰ τὸ περιστατικὸν τοῦτο περὶ τὴν ὥραν 7½ τῆς ἑσπέρας, ἐνῷ ὁ Κωνστ. Κέντρος περιεπάτει εἰς τὴν παραλίαν Βονίτσης, ἄγνωστος, ὑποκρυπτόμενος εἰς τὸ σκότος, ἐξεπυρσοκρότησε κατ’ αὐτοῦ εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων βημάτων πιστόλιον πλῆρες πυρίτιδος καὶ σφαιρῶν, πληγώσας αὐτὸν εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα, ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰς τὸ φῶς τῆς ἐκπυρσοκροτήσεως ἠδυνήθη ὁ παθὼν νὰ διακρίνῃ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ δολοφόνου, ὃν καὶ ἄλλοι πρὸ τῆς πράξεως εἶχον ἰδεῖ περιφερόμενον πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν πρᾶξιν γενικὴ ἐσχηματίσθη πεποίθησις ἐν Βονίτσῃ, ὅτι αὐτουργοὶ αὐτῆς ἦσαν ὁ Νικόλαος Κ. Δρίβας μετὰ τοῦ ἑτέρου Ἀλεξ. Μαχᾶ, ὅστις ἀναχωρήσας εὐθὺς ἐκ Βονίτσης, συνελήφθη ἐν Πρεβέζῃ ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ἔνθα μεταβάντες πολλοὶ ἐκ τῶν μαρτύρων, οὐ μόνον ἀνεγνώρισαν αὐτὸν ὡς αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἄγνωστον τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων περιστατικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν εἰς τοὺς πλείστους, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ αὐτουργὸς τῆς κατὰ τοῦ Κέντρου ἀποπείρας δολοφονίας, παρακινηθεὶς πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Νικολάου Δρίβα, ἐπὶ ὑποσχέσει ἀμοιβῆς»! Εἶναι τώρα, Κύριοι, ἀληθῆ ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερεν, ὅτι δῆθεν ὁ Τάκης μετὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν τοῦ φόνου τοῦ ποιμένος Χαρδαλιᾶ καὶ τῆς ἀποπείρας φόνου ἀμφοτέρων τῶν σὺν αὐτῷ, γενομένην τῇ 7 Φεβρουαρίου 1875, διῆγε τὸν ἤρεμον καὶ μοναστικὸν καὶ σώφρονα ἐκεῖνον βίον, δι’ ὃν, ἂν ἦτο ἀληθὲς, καὶ ἐγὼ ἤθελον εἶσθαι ἐπιεικὴς ὑπὲρ τοῦ τέρατος τούτου; Ἰδοὺ, ὅτι μετὰ ἓν ἀκριβῶς ἔτος τῇ 23 Φεβρουαρίου 1876, ἔχομεν αὐτὸν ἀποπειρώμενον νὰ δολοφονήσῃ ἀθῶον πολίτην ἐπὶ χρήμασιν! Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων γεννῶνται ἀμφιβολίαι, ἢ μᾶλλον τεκμαίρονται πεποιθήσεις, ὅτι οἱ περὶ τὸν Ἀλέξιον Τάκην ἐφιλοτέχνησαν τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ. Διατί; Διότι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 329 τοῦ 1876 τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν βούλευμα ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ πυροβολήσας... ἔχων τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ, ἀνάστημα κοντὸν, μελαγχρινὸς, ἔχων μικρὸν μυστάκι.» Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι ἐνταῦθα ὁ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Κοζάκης Τυπάλδος, ὅστις ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς χθὲς, ὅτι ἔχει πολλὰς γνώσεις φυσιολογικὰς, (ἀκούω μάλιστα, ὅτι φοιτᾷ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὸ μάθημα τοῦτο,) ἵνα βεβαιώσῃ, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, περὶ οὗ τὰ βουλεύματα δέχονται, ὅτι εἶχε μύστακα μικρὸν, εἶναι τῆς νεαρᾶς ἡλικίας τῶν 14 ἢ 15 ἐτῶν, ἂν ἔμπειρος διαχειριστὴς τοῦ χαντζαρίου καὶ τῶν πυροβόλων ὤν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐμπειρότερος δικηγόρος, ἵνα καταβιβάσῃ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα σήμερον, μετὰ δέκα ἔτη, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης....

§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐγκλητήρια ποίαν ἡλικίαν τοῦ ἀποδίδουν;

§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Δυστυχῶς τὰ ἐγκλητήρια δὲν ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ἡλικίας, διότι ἦτο φυγόδικος τότε.— Ἦτο λοιπὸν ἡ πρᾶξις αὕτη καθαρὰ ἀπόπειρα δολοφονίας καὶ κατὰ τὸ ἐγκλητήριον καὶ κατὰ τὰ βουλεύματα. Καὶ ἐπὶ τίνι ἐλατηρίῳ; Ἐῤῥήθη, ἐπὶ τῷ ἐλατηρίῳ, τῷ εὐτελεστάτῳ, τῆς χρηματικῆς ἀμοιβῆς, ἄνευ ἰδίου τοὐλάχιστον ἠθικοῦ συμφέροντος, ἢ ἄνευ συμφέροντος, ἔστω ἠθικοῦ, τρίτου, ὅπως ἰσχυρίζονται, ὅτε ἐγένετο ἔνοχος τῆς πρώτης πράξεως. Καὶ ἤδη, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἐπίσης φοβερὰν, ἂν μὴ καὶ φοβερωτέραν ταύτης, ἐξ ἧς καὶ μόνης ἠδύνατο νὰ ἀποδειχθῇ τὸ προσωπικὸν συμφέρον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Καὶ διὰ τοῦτο θέλω προβῆ, ἀναλύων ὅσας λεπτομερείας ἠδυνάμην νὰ ἔχω, διότι δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη, ἀδικαιολογήτως, νὰ κομισθῇ ἐνταῦθα ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκκρεμὴς δικογραφία, αἰτήσαντος τοῦ καταδίκου ἀναίρεσιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι συντομώτερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλύσω τοιαύτας πράξεις. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑτέρας λῃστρικῆς πράξεως αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τῶν ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν αὐτοῦ· διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει κατόπιν, οἱ Τάκηδες ἦσαν πολυάριθμοι, καὶ πανταχοῦ, ἔνθα ἐγκλημάτησαν, ἐνήργουν ἐν οἰκογενειακῷ, οὕτως εἰπεῖν, συνδυασμῷ. Ἔχω, Κύριοι, ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τοῦ Κακουργιοδικείου Τρικκάλων, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν σύντονον προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τούτων (ἀναγινώσκει): «Κατηγορούμενοι Ἀνδρέας Τάκης, Γρηγόριος Τάκης παρόντες, Εὐάγγελος Τάκης, Ἀλέξιος Τάκης, ἀπόντες. Λῃστεία. Πρακτικὰ τῆς 16 Ἰουνίου 1888. Κατάθεσις Ἀναστασίου Καναβοῦ, κατοίκου Μπουκουβίτσας: Ἐνεδρεύοντες οἱ Βαγγέλης καὶ Ἀλέξιος Τάκης καὶ ὁ Γυφτάκης εἰς θέσιν Κατοῦνι Μπουκουβίτσης, μὲ συνέλαβον τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1880. Δέσαντές με, μετέφερον εἰς κονάκια Ἀνδρέα καὶ Γρηγορίου Τάκη! Μοῦ ἔδεσαν μάτια καὶ αὐτιά, μὲ ἔῤῥιψαν χαμαί, μὲ ἐβασάνιζον, καλύπτοντές με διὰ κλάδων καὶ καθήμενοι ἐπ’ ἐμοῦ. Ταῦτα, ἵνα πληρώσω λύτρα. (Ἐνταῦθα ὁ μάρτυς ἐσήκωσε τὰ μανίκια τοῦ ὑποκαμίσου του, καὶ ἀντελήφθη τὸ Δικαστήριον ἴχνη πληγῶν). Ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ὀλίγον ἔλειψε νὰ πληρώσω τὸ κοινὸν χρέος. Πετσὶ καὶ κόκκαλα εἶχον μείνει. Ὁ πατήρ μου, ἀπελπισθείς, ἐπλήρωσεν 130 λίρας. Τεσσαράκοντα ἡμέρας μὲ εἶχον δεμένον χέρια καὶ ποδάρια. Μοὶ ἔδιδον κοντακιαῖς! (Ἐνταῦθα διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διότι ὁ παθὼν κατελήφθη ὑπὸ λειποθυμίας).» Λοιπόν: «Ἐνεδρεύοντες οἱ Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης κλπ.» Αὐτὰ λέγουσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Κακουργιοδικείου Τρικκάλων. Καὶ ἐν ᾧ, ὡς ἠκούσατε, κατατίθησιν ὁ παθὼν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διότι κατελήφθη ὑπὸ λειποθυμίας. Ἐν ᾧ ἡ πρᾶξις εἶχε διαπραχθῆ πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὁ παθών, ἀναπολῶν ὅσα φρικώδη μαρτύρια ὑπέστη, λειποθυμεῖ. Ἰδού, Κύριοι ἄλλη πρᾶξις τοῦ κακούργου τούτου, εἰς ὃν δὲν ἀπηξίωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἴτε διότι ἦτο συμπολίτης αὐτοῦ, εἴτε δι’ οἵους δήποτε ἄλλους λόγους, νὰ ἀπονείμῃ χάριν, περὶ ἧς λεπτομερῶς μετ’ ὀλίγον θέλω ποιήσει λόγον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ δὲν ἔδιδε λόγον ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν, διότι ἐφυγοδίκει. Ἔδιδε λόγον μόνον ὁ Ἀνδρέας Τάκης. Καὶ ἐνταῦθα γεννᾶται ἑτέρα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς θέλω ὁμιλήσει, ἵνα πιστοποιηθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ χθὲς ἔλεγον, ὅτι ἓν ἔγκλημα προσπαθεῖτε νὰ εὕρητε τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πεντήκοντα ἄλλα ὡς κεράσια διὰ τοῦ πρώτου ἐγκλήματος περιπλέκονται πρὸς ἄλληλα. Ἐμφανίζεται, Κύριοι, μάρτυς ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν, τίς νομίζετε; Οἰκονομικὸς Ἔφορος τοῦ Κράτους! Καὶ τί λέγει; Ὅτι συκοφαντίαι εἶναι πάντα τὰ περὶ τοῦ Ἀνδρέου Τάκη κατατιθέμενα. Καὶ κατωρθώθη νὰ καταδικασθῇ ὡς λησταποδόχος μόνον ὁ Ἀνδρέας Τάκης. Ὡς δὲ μοὶ λέγουσιν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι ἐξ ἰδίας γνώμης νὰ βεβαιώσω τοῦτο, ὁ Οἰκονομικὸς οὗτος Ἔφορος τυγχάνει ἀπώτερος συγγενὴς τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Εἶναι ὁ Ἀθανάσιος Γιαννόπουλος, ὅστις ἔχει καὶ ἄλλο τι ἐπώνυμον, ὅπερ ὅμως δὲν ἐνθυμοῦμαι. Οὗτος τυγχάνει στενὸς συγγενὴς τοῦ δημάρχου Γρανίτσα, συγγενοῦς ἐπίσης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ περὶ οὗ θέλω φέρει κατόπιν τὸν λόγον, διότι καὶ οὗτος εἶχε καταδιωχθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἥτις ἀναφαίνεται καὶ ἀναπηδᾷ, δυσειδής, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀπελπίζουσα περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη, περὶ ἧς ποιοῦμαι λόγον. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Λαμίας ἐπὶ τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1884 πρὸς τὸ 1885 ἔτος, ὁ κ. Μεσθενεύς, πιστεύω νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔχει κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστρικῆς συμμορίας καὶ ὡς λαβὼν δῶρον πρὸς τοῦτο τριακοσίας πεντήκοντα λίρας. Ἡ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου καταγγελία δὲν ἐγένετο παρ’ ἁπλοῦ τινος πολίτου, ἀλλ’ ἠξεύρετε παρὰ τίνος; Παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Δ. Λυμπεροπούλου. Ὁ παρ’ Ἐφέταις τότε ἐν Ἀθήναις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπέσσης, ἐνεργήσας προανάκρισιν, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ τούτου, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Μεσθενεὺς ἀπελύθη τῆς θέσεως αὐτοῦ...

§71ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν, κύριε Ῥουλευτά. Συκοφαντεῖτε τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος μάλιστα παρέδωκε τὸν λῃστὴν τοῦτον.

§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖον; Ἐγὼ δὲν συκοφαντῶ. Ἀκούσατε τί λέγω. Ὁ ἀνακριτὴς κ. Δ. Λυμπερόπουλος κατήγγειλε τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐπὶ δωροληψίᾳ καὶ λῃσταποδοχῇ, ἤτοι, ὅτι, Εἰσαγγελεὺς ὤν, ἐδέχθη καὶ ἔκρυψεν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ λῃστάς, καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῶν τὰς λίρας ἐκείνας. Ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ ὁ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπένσης ἐνήργησε προανάκρισιν, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514 τῆς 15 Μαρτίου 1885 ἔτους ἐγγράφου αὐτοῦ ἀπέστειλε τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακρίσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ἡ δικογραφία αὐτή, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐγὼ ἔχω κακὰς πληροφορίας. Τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μπένση, ἀπέλυσε τὸν ῥηθέντα Εἰσαγγελέα, ὅστις ὅμως, καίπερ οὑτωσεὶ κατηγορηθείς, ἀγνοῶ πῶς, διωρίσθη πάλιν ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρέστη ἐν Τρικκάλοις κατὰ τὴν δίκην τοῦ λῃστάρχου Εὐαγγέλη Τάκη καὶ τοῦ Ἀνδρέου Τάκη, Γεωργίου Τάκη καὶ Ἀλεξίου Τάκη....

§73ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐγένετο κατηγορία κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως Μεσθενέως.

§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλὲ δά! 1514 ἔγγραφον Μπένση νὰ ἔλθῃ, καὶ τότε ἐνθυμηθῆτε νὰ συζητήσωμεν.

§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατηγορία κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως Μεσθενέως δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ δύσκολον πρᾶγμα νὰ ὑπάρξῃ μία κατηγορία.

§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐλησμονήσατε μέχρι τοῦδε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, διότι ἠκούσατε τὸν φόνον τοῦ Χαρδαλιᾶ, καὶ τὴν ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου αὐτῶν, καὶ τὴν ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ Κέντρου, τὴν λῃστείαν, δι’ ἣν δικάζεται ἐν Τρικκάλοις, καὶ ἧς τὴν δικογραφίαν δὲν κατωρθώσαμεν εἰσέτι νὰ ἔχωμεν ἐνταῦθα. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ἄλλη αἴφνης πρᾶξις’ ἕνωσις, λῃστεία, ἁρπαγή, παράνομος κατακράτησις καὶ ἐκβίασις, γενόμεναι τῇ 1 Δεκεμβρίου 1888 ἔτους παρ’ αὐτοῦ τούτου, παρ’ αὐτῆς τῆς συμπαθοῦς ὑπάρξεως, ὡς ὠνόμαζεν ἐν ἀρχῇ τὸν Τάκην ὁ ὑπουργικὸς τύπος. Ἰδού, Κύριοι, τὰ πρακτικὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων τῆς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ἔτους, ὅτε κατεδικάσθη ὁ Ἀλέξιος Τάκης εἰς πρόσκαιρα εἴκοσιν ἐτῶν δεσμά. Ἀλλ’ ἀκούσατε παρακαλῶ καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως τὸ ἐγκλητήριον (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ὅτι κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου 1880, ἐν ᾧ ὁ Βασίλειος Ἰω. Τσούνης ἐφύλαττε τὸ ποίμνιόν του ἐν θέσει Βελανιδιᾷ τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου του Σουμεροῦ, ἦλθον ἐκεῖ, δύο ὥρας μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, πέντε λῃσταὶ ἔνοπλοι, οἵτινες ἐπέπεσον κατ’ αὐτοῦ βιαίως, καὶ ἄνευ δικαιώματος συλλαβόντες αὐτὸν τὸν ἔδεσαν, τοῦ ἔσφαξαν μίαν προβατίναν, ἀκολούθως δὲ τὸν ἀπήγαγον ἄκοντα, ὡς καὶ τοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους Γεώργιον Τσούνην καὶ Γεώργιον Σπ. Κοντοχρῆστον, καὶ τοὺς μετήγαγον εἰς θέσιν Γλήνα, μίαν ὡς ἔγγιστα ὥραν ἀπέχουσαν τῆς θέσεως Βελανιδιὰ, αἰτοῦντες παρὰ τοῦ ἁρπαγέντος Βασιλείου Τσούνη ὡς λύτρα πρὸς ἀπελευθέρωσίν του 300 λίρας ὀθωμανικάς! Ὅτι μετὰ τοῦτο ἀπέλυσαν τοὺς Γεώργιον Τσούνην καὶ Γεώργιον Κοντοχρῆστον, μεταβάντας πρὸς τοὺς συγγενεῖς τοῦ Βασιλείου Τσούνη καὶ ἀνενεγκόντας αὐτοῖς τὴν αἰχμαλωσίαν των καὶ τὰ παρὰ τῶν λῃστῶν αἰτούμενα λύτρα πρὸς ἀπελευθέρωσίν του. Ὅτι οἱ λῃσταὶ οὗτοι μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν Γεωργίου Τσούνη καὶ Γεωργίου Κοντοχρήστου, ἀπήγαγον τὸν ἁρπαγέντα Βασίλειον Τσούνην, ἄκοντα, εἰς τὰ χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τῶν Ἀγράφων, ἔνθα, ἀφαιρέσαντες αὐτὸν τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κατεκράτησαν παρανόμως, στερήσαντες τῆς χρήσεως τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας, ἐπὶ 18 ἡμέρας, καθ’ ἃς μεταχειρισθέντες κατ’ αὐτοῦ βιαιοπραγίας καὶ ἀπειλὰς, ἐπὶ σκοπῷ νὰ περιποιήσωσιν εἰς ἑαυτοὺς παράνομον ὄφελος, ἐξεβίασαν τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε ὁ ἀδελφός του Ἀθανάσιος Τσούνης, μετὰ προηγουμένην συμφωνίαν τῶν λῃστῶν, ἔδωκε πρὸς τοὺς Κολλὸν Σπαῆν, Βασίλειον Χρυσαφογεῶργον καὶ Τσέλιον Κοσιφάκην (ἤδη ἀποβιώσαντα) 30 λίρας ὀθωμανικὰς, ἃς μετέφερον εἰς τὸ ἐν τῇ θέσει Ῥόγκια τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Βραγγιανὰ τοῦ δήμου Ἀργιθέας δάσος καὶ παρέδωκαν αὐτὰς εἰς χεῖρας τοῦ Εὐαγγέλου Τάκη, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς συμμορίας, οὕτω δὲ οἱ λῃσταὶ ἀπέλυσαν τὸν ἁρπαγέντα. Ὅτι μεταξὺ τῶν πέντε λῃστῶν, τῶν διαπραξάντων τὴν ὡς εἴρηται λῃστείαν, ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἦτο καὶ ὁ κατηγορούμενος Ἀλέξιος Τάκης». Τὸ ἠκούσατε; «Τριακοσίας ὀθωμανικὰς λίρας!» ἐζήτουν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ἐγκλητήριον τῆς ἐν λόγῳ πράξεως. Καὶ ἵνα ἴδητε, ὅτι τὸ ἐγκλητήριον εἶναι ἐπιεικὲς, παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν μίαν ἢ δύο μαρτυρίας, ἵνα ἔχητε εἰκόνα ἀκριβῆ ὅλου αὐτοῦ τοῦ πανοράματος, εἰς ὃ ἡ Κυβέρνησις ἠνάγκασε νὰ καταναλώσῃ τὸν χρόνον αὐτῆς ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει ὁ Βασίλειος Χρυσαφογεώργης ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, παρ’ ᾗ κατέθηκε τὰ πράγματα, βεβαίως ἐν πάσῃ ἀμεροληψίᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1880 ἔτους ὁ ἀδελφὸς τοῦ Βασιλείου Τσούνη, Ἀθανάσιος Τσούνης, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐν Ζελενίτσῃ κατοικίαν μου, μοὶ εἶπεν, ὅτι λῃσταὶ ᾐχμαλώτισαν τὸν ἀδελφόν του Βασίλειον Τσούνην, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ καὶ ἐρευνήσω πρὸς ἀνεύρεσίν του. Ἀμέσως ἐρευνήσας, ἀνεκάλυψα, ὅτι τὸν εἶχον αἰχμάλωτον λῃσταὶ εἰς ἓν δάσος τῆς περιφερείας Παλαιοῦ Ἀργυρίου τοῦ δήμου Ἀργιθέας, καὶ μεταβὰς ἐκεῖσε, μὲ ἀντάμωσεν ὁ Εὐάγγελος Τάκης καὶ εἷς ἄλλος, ἄγνωστός μου, καὶ μοὶ εἶπον νὰ τοῖς δώσω 300 λίρας καὶ οὕτω ν’ ἀπολύσουν τὸν αἰχμάλωτον Βασίλειον Τσούνην, ἄλλως θὰ τὸν κόψουν! Τότε ἔφυγα, ἀφοῦ μοῦ ἔδωσαν προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν, καὶ ἐπῆγα νὰ οἰκονομήσω τριάκοντα λίρας, τὰς ὁποίας συνεφωνήσαμεν νὰ τοῖς δώσω πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀνωτέρω Τσούνη. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ᾠκονόμησα τὰς τριάκοντα λίρας, τὰς ὁποίας παρέλαβον, καὶ μεταβὰς μετὰ τοῦ Κολιοῦ Σπανῆ καὶ Τσέλλου Κοσιβάκη εἰς ἓν δάσος τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Βραγγιανὰ τοῦ δήμου Ἀργιθέας, ὅπου εὕρομεν ἐκεῖσε τοὺς λῃστὰς, ὧν ἡ συμμορία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς Εὐάγγελον Τάκην, Ἀλέξιον Τάκην καὶ τρεῖς ἑτέρους, ἀγνώστους πρὸς ἐμὲ, καὶ ἀφοῦ παρέδωκα εἰς χεῖρας τοῦ Εὐαγγέλου Τάκη τὰς τριάκοντα λίρας, ἔφερον ἀμέσως τὸν αἰχμάλωτον Βασίλειον Τσούνην, μᾶς τὸν παρέδωκαν καὶ ἀνεχώρησαν, καὶ οὕτως ἀπηλευθερώθη οὗτος». Ἄλλος μάρτυς, ὁ Θεόδωρος Καράλης, τί λέγει; Καὶ ἔχω λόγον ἀναγινώσκων τὴν κατάθεσιν ταύτην. Καὶ ἡ κατάθεσις αὕτη ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐπανῆλθεν εἰς τὸ χωρίον ὁ Τσούνης τετραυματισμένος δεινῶς! ὡμολόγησε δὲ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς αἰχμαλωσίας του οἱ λῃσταὶ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ Ἀλέξιος Τάκης τὸν ἐβασάνιζον ἀνηλεῶς!» Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἄλλην κατάθεσιν μάρτυρος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οἱ λησταὶ, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν περιορίζονται ἐγκληματοῦντες ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ, ὅπερ δὲ ἐθεώρησε καὶ τόσον ἐλαφρυντικὴν περίστασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ αὐτοῦ, καίτοι ἐγὼ, ἀντιστρέφων τὰ πράγματα, θέλω ἀποδείξει, ὅτι αὕτη τυγχάνει ἡ ἐπιβαρυντικωτάτη κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περίστασις. Ἀκούσατε λοιπὸν τί λέγει ὁ ληστευθεὶς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνωτέρω οἱ λησταὶ μὲ μετέφερον εἰς τὰ χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τοῦ δήμου Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας, φρονῶ, ἔνθα μὲ κατεκράτησαν ἐπὶ 18 ἡμέρας, ὅτε καὶ μὲ ἀπέλυσαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλαβον τὰς 30 λίρας ὀθωμανικάς. Ἐκ τῶν αἰχμαλωτισάντων με ληστῶν δύο μόνον ἐπαρουσιάζοντο, καὶ οὗτοι ἦσαν οἱ Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης». Εἰς τὰ χωρία λοιπὸν Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τῆς Εὐρυτανίας! Αὐτοὶ εἰσήρχοντο εἰς τὰ χωρία τῆς πατρίδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Καὶ ὠνόμαζον αὐτοὺς δημοσίᾳ: «ὁ Εὐάγγελος καὶ ὁ Ἀλέξιος!». «Δὲν ἐγνώριζον δὲ, ἐξακολουθεῖ ὁ παθών, αὐτοὺς προηγουμένως, ἤκουσα ὅμως νὰ τοὺς ὀνομάζωσιν οὕτως εἰς τὰ χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανά». Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ἡ ἀποστολὴ τῶν λύτρων, ὁ Ἀλέξιος Τάκης μὲ ἐκτύπησε διὰ τοῦ κοντακίου τοῦ ὅπλου κατὰ τὸ ὄπισθεν μέρος τῆς κεφαλῆς, ἐπενεγκών μοι τραῦμα». Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν κ. Χατζοπούλου εἰς ποῖον δῆμον τάχα ἦτο δήμαρχος ὁ Γρανίτσας;

§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων.

§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ εἰς τὸν δῆμον, εἰς ὃν ἔμειναν ἐπὶ 18 ἡμέρας ἐμφωλεύοντες ὁ Εὐαγγέλης Τάκης καὶ ὁ Ἀλέξιος Τάκης καὶ Συντροφία. Ὡραιότατα! Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, διότι ἠρώτησα τὸν κ. Χατζόπουλον, ὅτε ἐμελέτων τὰ ἔγγραφα καὶ εὗρον τὴν ἀπολογίαν ταύτην τοῦ Τάκη, ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτοῦ τούτου, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ τὴν ὑπογραφὴν αὐτήν. (Ὁ ἀγορεύων δεικνύει τὴν ὑπογραφὴν τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προβῶ καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐγκληματικὰς πράξεις, ἐπίσης σοβαρὰς, ὁποία ἡ προκειμένη, (λαμβάνει ὁ ἀγορεύων ἄλλην ὀγκώδη δικογραφίαν) ἥτις ἐστὶν ὁ κρίκος, ὁ συνδέων πάσας τὰς πράξεις πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἥτις, συντομώτατα ἄλλως τε ἀναλυομένη παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλει ἀποδείξει ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὴν συμμορίαν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Ἡ δικογραφία εἶναι σκανδαλωδεστάστη ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κατεδικάσθη ὁ Ἀλέξιος Τάκης τῇ 30 Ἀπριλίου 1887 ἔτους ὑπὸ τῶν ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικῶν ἐπὶ ἀναιρέσει (προσέξατε παρακαλῶ εἰς τὴν λέξιν) εἰς 18 ἐτῶν δεσμά. Ἀριθμὸς ἀποφάσεως 7· καὶ ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν, διότι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὃν δι’ ἐπιστολῶν κατήγγελλον ἡμῖν πρό τινων ἡμερῶν ἔντιμοι ἡμῶν φίλοι ἐκ Κερκύρας. Καὶ περὶ τῶν ἐπιστολῶν τούτων ἀκριβῶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἦσαν λιβελλογραφήματα ἀνώνυμα, βεβαιοῦντα ψεύδη καὶ ἀνύπαρκτα γεγονότα, πρὸς συκοφαντίαν. Ἀλλὰ δὲν κατηγορεῖτο ἐπὶ ἀναιρέσει ὁ Τάκης, ὡς κατεδίκασεν αὐτὸν τὸ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικεῖον. Κατηγορεῖτο ἐπὶ φόνῳ ἐσκεμμένῳ καὶ ἐκ προμελέτης! Ἀλλὰ τίς παρίσταται, Κύριοι,—προσέξατε καλῶς,—ὁ ἥρως αὐτῆς τῆς μεταβολῆς τῆς κατηγορίας, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς; Ὁ ἐν Κερκύρᾳ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης, ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Καὶ διατὶ ἐγένετο ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη πρᾶξις; Δι’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον καὶ χθὲς, καὶ σήμερον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι πρόκειται περὶ πληθώρας ἐγκλημάτων, ἄλλων μὲν, βεβαιωθέντων, ἄλλων δὲ μήπω βεβαιωθέντων, καὶ ἄλλων οὐδέποτε ἀνακαλυφθησομένων, διότι τίς οἶδεν εἰς ὁποῖα σκότη καὶ τίσι κρυφίαις ἐνεργείαις ἐτάφησαν διὰ παντός! Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀδικηθέντας, τοὺς λῃστευθέντας, ἀκρωτηριασθέντας καὶ δολοφονηθέντας! Ἐνταῦθα, λέγω, ἀνακαλύπτεται καὶ ἄλλη ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἔκτοκος ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης. Οἱ Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν καὶ τῶν συγγενῶν εἶχον φονεύσει δεκατιστήν τινα Τοῦρκον· ἦτο δεκατιστής, βεβαίως εἶχε πολλὰς λίρας εἰς τὰ θυλάκια αὐτοῦ....

§79ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν Τάκηδων ὑπάρχει τις εἰς τὰς φυλακάς;

§80ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον ὑμῖν, ὁ Ἀνδρέας Τάκης κατεδικάσθη ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν. Ὑποθέτω, ὅτι, ἂν δὲν τῷ ἐδόθη χάρις, εἶναι ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Ἐπειδὴ δὲ μὲ διακόπτετε, λέγω καὶ τοῦτο πρὸς ποικιλίαν. Διεδόθη, ὅτι ὁ Εὐάγγελος Τάκης, ὁ ἀρχηγὸς τῆς συμμορίας καὶ τῆς οἰκογενείας, διεδόθη, λέγω, καὶ ἐβεβαιώθη δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἐφονεύθη ἐν τῷ ὀθωμανικῷ ἐν συμπλοκῇ τινι. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω τὴν βεβαίωσιν ταύτην τῆς Ἀρχῆς, διότι, μελετῶν τὰς δικογραφίας ταύτας, εὗρον, ὅτι καὶ ἄλλοτε ὁ Εὐάγγελος Τάκης εἶχε φονευθῆ, καὶ ὅμως κατόπιν εὑρέθη πλησίον τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἐλῄστευσε τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὁμογενοῦς Ἀβέρωφ. Καὶ πάλιν χθὲς ἀνέγνων που, ὅτι μὲ εὐρωπαϊκὴν ἐνδυμασίαν περιεφέρετο ἐν τῇ Εὐρυτανίᾳ, ἢ τῷ Μεσολογγίῳ, ἀδιάφορον. Καὶ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπεθύμουν νὰ ἔφθανεν ἡ φωνή μου μέχρι τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εἴπω πρὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἀντιπάλους: «προσέχετε, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Εὐάγγελος Τάκης ἐφονεύθη, ἀλλὰ τίς οἶδεν εἰς ποῖα κρησφύγετα κρύπτεται τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας». Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον ἔγκλημα, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἐκτόκου ἐγκλήματος, ὡς εἶπον. Ὁ δεκατιστὴς Ὀθωμανὸς εἶχε λίρας, παρεμόνευσαν λοιπὸν αὐτὸν οἱ Τάκαι εἰς ἀπόκεντρον μέρος, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν καὶ ἐλῄστευσαν. Αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ ἐξεμάνησαν, ὡς εἰκός· εἰς πιστὸς τοῦ Κορανίου ἐδολοφονήθη παρὰ λῃστῶν Ἑλλήνων· πῦρ καὶ ὄλεθρος εἰς τὰ χωρία, ἵνα εὕρωσι, ποία εἶναι ἡ λῃστρικὴ συμμορία, ἡ διαπράξασα τὸν φόνον! Βάσανοι ἀνήκουστοι κατὰ τῶν ἐκεῖ χωρικῶν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀποσπασμάτων. Εἷς, ὁ ἀτυχὴς, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃ τὰς μυρίας βασάνους, προσέρχεται εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ βεβαιοῖ, ὅτι ἡ λῃστοσυμμορία Τάκη εἶναι ἡ φονεύσασα τὸν Τοῦρκον δεκατιστήν. Καταδιώκεται λοιπὸν ἡ λῃστοσυμμορία δραστηρίως, ἥτις, ἐρευνῶσα καὶ ἐξετάζουσα τὴν αἰτίαν τῆς καταδιώξεως τῆς τοιαύτης, μανθάνει, ὅτι προεδόθη παρά τινος χωρικοῦ. Αὐτὸς ἄρα ὁ χωρικὸς, ὁ προδοὺς τοὺς λῃστὰς, εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ἐδολοφόνησεν ὁ Ἀλέξιος Τάκης. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ καθαρᾶς καὶ στυγερᾶς δολοφονίας. Ἡ πρᾶξις ἐγένετο τῇ 6 Μαρτίου 1881, καὶ ταύτης μετεῖχεν ἀποφώλιόν τι τέρας, οὗτινος τὴν εἰκόνα θέλω προσπαθήσει νὰ δώσω ὑμῖν, καὶ οὐ ὅμοιον οὐδὲν ἐγέννησεν οὐδὲ ἡ ἐλευθέρα, οὐδὲ ἡ δούλη Ἑλλάς. Εἶναι ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος! Γνωρίζει καὶ αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ εἰς αὐτὸν ἔδωκε χάριν, καταδικασθέντα εἰς θάνατον. Εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον χάριν! Διατί; Θέλετε ἰδεῖ τὸ ἐλατήριον, καὶ θέλετε πεισθῆ, ἂν ἐγὼ συκοφαντῶ, ὡς εἶχον ἀποτολμήσει μίσθιοί τινες νὰ εἴπωσιν, ἢ ἂν δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν, προκύπτουσαν ἄλλως τε ἐξ ἐπισημοτάτων ἐγγράφων. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ποιήσωμαι ἐνταῦθα λόγον, ἵνα μὴ διασπάσω τὴν διήγησιν, ἥτις, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον δυσάρεστος, διότι προκαλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον. Τὸ δὲ ἐνδιαφέρον δὲν προκαλεῖται ἐκ τῆς ῥητορικῆς δυνάμεως τοῦ ἀγορεύοντος, ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀναπτύξῃ τοιοῦτον ζήτημα ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς σειρᾶς ἀποτροπαιοτάτων κακουργημάτων, ἅτινα δὲν ἐγένοντο ἱκανὰ νὰ συγκινήσωσι τὴν εὐαίσθητον, ὡς ἔλεγεν ἡμῖν ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ψυχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διαπραττόμενα κατὰ ἀθώων καὶ ἀπονηρεύτων χωρικῶν, δούλων Ἑλλήνων ἔστω, ἂν οὐχὶ καὶ ἐλευθέρων. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐγκλητήρια τοῦ εἰσαγγελέως κ. Γεωργίου Μπένση (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς 30 Ἰανουαρίου 1883 βουλεύματός του, παρέπεμψεν εἰς τὸ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν Κακουργιοδικεῖον τοὺς Δημ. Ῥοκόφυλλον καὶ Ἀλέξιον Τάκην, ἵνα δικασθῶσιν ὡς ὑπαίτιοι ἑνώσεως καὶ φόνου, κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 66, 56, 57 καὶ 288 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ 169 καὶ 170 τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, ὀργανώσαντες λῃστρικὴν συμμορίαν, ἧς ἀρχηγὸς ἦν ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος, διέπραττον διαφόρους λῃστείας κατὰ τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν. Ὅτι, ἔχοντες ἀφορμὰς ἔχθρας καὶ ἀντιπαθειῶν κατὰ τοῦ παθόντος Β. Ἀλεξίου, τὴν 6 Μαρτίου 1881 ἐνήδρευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου Σουμεροῦ τοῦ Ῥαδοβιζίου. Ὅτι, ἐνῷ διήρχετο οὗτος, προσεκλήθη ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων νὰ σταθῇ, μὴ ὑπακούσας δέ, ἀλλὰ τραπεὶς εἰς φυγήν, ἐπυροβολήθη ὑπὸ τῶν ἄνω κατηγορουμένων καὶ ἐτραυματίσθη καιρίως εἰς διάφορα τοῦ σώματός του μέρη. Ὅτι οἱ συγχώριοί του, ἀκούσαντες τοὺς πυροβολισμούς, ἔσπευσαν ἐπὶ τοῦ τόπου καὶ εὗρον τὸν Β. Ἀλεξίου, ζῶντα ἔτι, ὅστις ἐδήλωσεν αὐτοῖς, ὅτι ἐπυροβολήθη ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων, ἤτοι, τοῦ Δ. Ῥοκοφύλλου, τῶν ἀδελφῶν Εὐαγγέλου καὶ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τοῦ Ἰω. Χαρμπῆ· ἐβεβαιώθη δὲ ἡ ταυτότης αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἡ τῶν κατηγορουμένων λῃστοσυμμορία, λυμαινομένη ἰδίως τὰ περὶ τὸ Σουμερὸν χωρία, ἦν γνωστὴ εἰς τοὺς μάρτυρας, ὧν τινες εἶδον τοὺς κατηγορουμένους ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν, διερχομένους τὸν ποταμόν, καὶ διέκριναν καὶ ἀνεγνώρισαν αὐτούς, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῶν τραυμάτων ὁ Β. Ἀλεξίου ἀπεβίωσε μετ’ ὀλίγην ὥραν». Ἀρχηγὸς ἄρα τῆς συμμορίας ὁ Ῥοκόφυλλος! Φαντάσθητε τίς ὁ Ῥοκόφυλλος, ἵνα ἀναγνωρίζωσιν αὐτὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν τέσσαρες Τάκαι! Ὅσοι γνωρίζετε τὰ ἔθιμα τὰ λῃστρικά, μὲ ἐννοεῖτε καλῶς τὶ λέγω. Ὅταν μία οἰκογένεια δίδῃ τέσσαρας ὅλους λῃστὰς εἰς τὴν συμμορίαν, βεβαίως ἔχει τίτλῳ πλέον τὴν ἀρχηγίαν· καὶ τὴν ἀρχηγίαν παρῄτησαν οἱ Τάκαι πρὸ τοῦ Ῥοκοφύλλου, αὐτοῦ τοῦ χαριτωθέντος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. «Ἧς ἀρχηγὸς ἦν ὁ Δημ. Ῥοκόφυλλος», ῥητῶς λέγει τὸ ἐγκλητήριον. Καὶ κατωτέρω: «διέπραττον διαφόρους λῃστείας κατὰ τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν.» Ἀλλ’ ἠκούσατε ποίας ἰδέας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Πλὴν περὶ τῶν ἰδεῶν τούτων θέλω ποιήσει λόγον κατόπιν. «Ὅτι ἔχοντες ἀφορμὰς ἔχθρας καὶ ἀντιπαθειῶν, ἐνήδρευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου.» Πρόκειται ἄρα περὶ ἀναμφισβητήτου δολοφονίας. Καὶ ἂν αὕτη ἡ πρᾶξις δὲν ἦναι δολοφονία, ἂς διαγραφῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις, ἡ βεβαιουμένη δι’ ἐπισημοτάτου ἐγκλητηρίου τοῦ εἰσαγγελέως κ. Μπένση, σχηματισθέντος οὐχὶ κατὰ τὴν ἰδιότροπον καὶ αὐθέκαστον θέλησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐκ μελέτης τῆς δικογραφίας καὶ τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Λοιπὸν παραπέμπονται ὁ Ἀλέξιος Τάκης, Ῥοκόφυλλος κλπ. ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ φόνῳ, ὁ δὲ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, ὁ μὴ φίλος τῶν Τάκηδων, περὶ ὧν ποσῶς δὲν ἐνδιαφέρεται, οὐδὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ὑπουργὸς, τί νομίζετε, ὅτι πράττει; Προτείνει εἰς τοὺς ἐνόρκους, οὓς, σημειώσατε καλῶς, ὅτι, ἵνα καταρτίσωσιν, εἰργάσθησαν ἀδελφικώτατα ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὑπεράσπισις καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Εἰσαγγελία, καὶ ἐννοεῖται ἐπὶ τίνι σκοπῷ, λοιπὸν λέγω εἰς τοὺς ἐνόρκους, τοὺς φιλοτεχνηθέντας τῇ συμπαιγνίᾳ ὑπερασπίσεως καὶ κατηγορίας, προτείνει ὁ ἀδελφὸς τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος καὶ διανομέως τῆς δικαιοσύνης, τί; Νὰ μὴ τύχῃ καὶ καταδικασθῇ ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐπὶ φόνῳ, ἀλλ’ ἐπὶ ἁπλῆ ἀναιρέσει! Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἐφιλοτεχνήθη ἐκ συμπαιγνίας, δὲν ἔχετε ἢ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἡ μὲν ὑπεράσπισις ἕνα μόνον ἔνορκον ἐξῄρεσεν, ἡ δὲ κατηγορία οὐδὲ ἕνα! Ἀλλ’ ἠκούσατε τὸ εὔγλωττον ἐγκλητήριον τῆς Εἰσαγγελίας. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν πρᾶξιν εἶχε παραπεμφθῆ καὶ ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ φόνῳ. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, τὸν Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν ὑπέρτατον ἔφορον τοῦ νόμου, τὸν προστάτην τῆς ἀδικουμένης Κοινωνίας, ἔχοντα ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ ἐγκλητήριον τοῦ εἰσαγγελέως Μπένση, προϊσταμένου αὐτοῦ, καὶ προτείνοντα τί; Τὴν μεταβολὴν τῆς κατηγορίας, μὴ τυχὸν, πρὸς Θεοῦ! καὶ καταδικασθῇ ὁ Τάκης εἰς θάνατον. Διατί; Διότι εἷς ὑπῆρχε σκοπὸς καὶ μία ἱερὰ ἐντολὴ, νὰ σώσῃ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν κεφαλὴν τῶν Τάκηδων καὶ ἵνα σώσῃ ταύτην, σώζει καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ῥοκοφύλλου· καὶ περὶ τούτου εἰδικῶς εὐθὺς ἀμέσως θέλω ὁμιλήσει. Διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εἰσάγεται κατόπιν ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν Κερκύρας, καὶ καταδικάζεται ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον! Καὶ τίς, παρακαλῶ, νομίζετε, ὅτι ἦτο ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, ὅτε ἐδικάζετο ὁ Ῥοκόφυλλος ἐν Κερκύρᾳ, ὡς ἐῤῥήθη, καὶ καταδικάζετο εἰς θάνατον; Ὡς ἀπὸ μηχανῆς Θεὸς, πάλιν ὁ πρώην ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, γενόμενος διὰ τῆς σκανδαλωδεστάτης μεταβολῆς τῶν νόμων ἀπὸ Ἀντεισαγγελέως Ἐφέτης. Διατὶ ἡ μεταβολὴ τῶν νόμων σκανδαλώδης; Διότι ἐπιστεύετο, καὶ δικαίως, ὅτι οὐδέποτε ἤθελεν εὑρεθῆ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τοῦ κ. Ἰωάννου Βουλπιώτου, ὡς ἱκανοῦ νὰ γένηται Ἐφέτης, αὐτὸς, ὅστις οὐδέποτε διεκρίθη ὡς δικαστικὸς ἀνὴρ, οὐδέποτε διεκρίθη ἐπὶ νομικῇ ἱκανότητι. Ἀλλ’ ἦλθον αὐτοὶ οἱ ἱεροὶ ἄνθρωποι, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὧν ὁμοίους οὐδέποτε εἶχεν ἰδεῖ οὔτε ἡ ἀρχαία οὔτε ἡ νέα Ἑλλὰς, ἀφ’ ὅτου εἶχον ἀποθάνει οἱ Φωκίωνες καὶ οἱ Ἀριστεῖδαι, καὶ μετέβαλον τοὺς νόμους, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γνωμοδοτῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἐξυπνήσαμεν πρωΐαν τινὰ, καὶ εἴδομεν καὶ τὸν κ. Ἰωάννην Βουλπιώτην ἐφέτην! Καὶ ἐνῷ πάλιν πρωΐαν τινὰ βλέπομεν αὐτόν, ὡς εἰσαγγελεύοντα, προτείνοντα ὑπὲρ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη τὴν χάριν, τὴν καταδίκην τουτέστιν ἐπὶ ἀναιρέσει, οὐχὶ δὲ ἐπὶ φόνῳ, ἑτέραν πρωΐαν ἐγειρόμεθα, καὶ βλέπομεν αὐτὸν προεδρεύοντα τῶν Συνέδρων, ἵνα σώσῃ τὸν Ῥοκόφυλλον. Καὶ θέλετε μοὶ εἴπει, καὶ δικαίως, πῶς ἔσωσε τὸν Ῥοκόφυλλον, ἀφοῦ προήδρευε τῶν Συνέδρων, ὅτε ὁ Ῥοκόφυλλος κατεδικάσθη εἰς θάνατον; Τὴν ἀπορίαν ταύτην κρατήσατε ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, καὶ ἀμέσως θέλω λύσει ὑμῖν αὐτήν. Ἔχω τὰ πρακτικὰ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην. Ἕνωσις καὶ φόνος, λέγουσιν. Ἀντεισαγγελεὺς Ἰω. Βουλπιώτης, ἐν Κερκύρᾳ. Ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως ἐκ τῶν πρακτικῶν τούτων τῶν ἐπισήμων. «Λαβὼν τὸν λόγον ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς, καὶ ἀναπτύξας τοὺς λόγους τῆς κατηγορίας, ἐζήτησε τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου (Ἀλεξίου Τάκη) ἐπὶ ἀναιρέσει». Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἐπίσημον ἔγγραφον, ὑπογεγραμμένον; Ἦτο λοιπὸν ἀνώνυμος καὶ λιβελλογραφικὴ ἡ ἐπιστολὴ, ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐλθοῦσα ἐκ Κερκύρας καὶ βεβαιοῦσα τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως; Λοιπὸν ἔχομεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, καθ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ παθόντος, τὴν πρᾶξιν τῆς συμμορίας Ῥοκοφύλλου–Τάκη κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου, ὃν ἐδολοφόνησαν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ, καὶ παρίσταται ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, καὶ ζητεῖ τὴν ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὴν τοῦ κατηγορητηρίου ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τῶν συγκατηγορουμένων διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, τὴν ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ καὶ κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου ἐκτελεσθεῖσαν. Τώρα, Κύριοι, θέλω ἀναφέρει γεγονὸς, δι’ ὃ, ἂν δὲν πράξητε ἄλλο, θέλετε σταυροκοπηθῆ. Τί νομίζετε ἐπιχείρημα εὑρίσκει ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης, ἵνα προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ Ῥοκοφύλλου εἰς ἰσόβια δεσμά; Εὑρίσκει ἐπιχείρημα τὸν ἑαυτόν του, εἰς ὃν παραπέμπει, τὸν ἀντεισαγγελέα δηλ. Ἰωάννην Βουλπιώτην. Καὶ λέγει: Κατεδικάσθη ὁ Ῥοκόφυλλος παρὰ τῶν ἐνόρκων εἰς θάνατον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βουλεύματος καὶ τοῦ ἐγκλητηρίου, ἀλλ’ ὁ Τάκης κατεδικάσθη ἐπὶ ἀναιρέσει διὰ τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο προτείνω, λέγει, νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον χάρις, μεταβαλλομένης ὑπὲρ αὐτοῦ τῆς ποινῆς. Δηλαδὴ, ἵνα εἴπω οὕτω, ἀφοῦ ἐσιγύρισε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ φίλου Τάκη, ἔπρεπε νὰ σιγυρίσῃ κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ τὴν τοῦ Ῥοκοφύλλου, χάριν πάλιν τοῦ Τάκη. Διότι ἄλλως ἠθέλομεν παραστῆ θεαταὶ ἀπαισίου θεάματος, ἠθέλομεν ἰδεῖ τὸν μὲν Ῥοκόφυλλον ἀποκεφαλιζόμενον διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, τὸν δὲ Τάκην καπνίζοντα ἐντὸς τῶν φυλακῶν, τίς οἶδε τίνων φυλακῶν ἐκ τῶν ἀνετωτέρων τοῦ Κράτους. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰωάννου Βουλπιώτου, ὡς Προέδρου τῶν Συνέδρων, ὑπὲρ τοῦ Δημητρίου Ῥοκοφύλλου! (ἀναγινώσκει): «Ὅτι δέον ἡ ποινὴ τοῦ ἀνωτέρω καταδικασθέντος νὰ μεταβληθῇ εἰς ἰσόβια δεσμὰ, διότι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατεδικάσθη, ἐξετελέσθη κατὰ τὸ ἔτος 1881, ἤτοι πρὸ ἑπταετίας καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχε τελεσθῆ ἡ ἕνωσις τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου μετὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, καὶ διότι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, δικασθεὶς, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1887 ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων, ὁ συστασιώτης Ἀλέξιος Τάκης, κατεδικάσθη εἰς δεσμὰ 18

ἐτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων

ΙΩ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ»

Εὑρίσκει ὡς ἐλαφρυντικὴν περίστασιν, ὅτι διέπραξεν ἐγκλήματα καὶ δολοφονίας κατ’ ἐκείνων, οὓς θέλομεν νὰ πείσωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀδελφοὺς ὁμαίμονας, ὁμογλώσσους καὶ ὁμοθρήσκους, κατ’ ἐκείνων, οὓς θέλομεν νὰ πείσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκούωσι τὰς Ῥουμανικὰς, τὰς Ἀλβανικὰς καὶ τὰς Βουλγαρικὰς καὶ Πανσλαυϊστικὰς καὶ Αὐστριακὰς προπαγάνδας· καὶ εὑρίσκονται οἱ προστάται τοῦ νόμου, οἱ Εἰσαγγελεῖς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀδελφοὶ τῶν μεγαλοϊδεατῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ὡς ἐπιχείρημα τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς ἀθλίου τινὸς καὶ ἀχρειστάτου καταδίκου εὑρίσκουσι τί; Ὅτι οὗτος δὲν ἐγκλημάτησε καθ’ ἡμῶν, τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων, ἀλλὰ κατὰ τῶν προστύχων καὶ ἀποῤῥίψεως ἀξίων Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν. Εἶναι περὶ τούτου σύμφωνος καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ συμπράκτορος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὃν ἠκούσατε πρό τινων ὡρῶν διὰ τίνος στόμφου παρίστα ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον δεινότατον ὑπέρμαχον τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ. «Καὶ διότι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν (ἐξηκολούθει ὁ πρόεδρος κ. Βουλπιώτης) δικασθεὶς ὁ συστασιώτης Ἀλέξιος Τάκης, κατεδικάσθη εἰς δεσμὰ 18 ἐτῶν». Φέρει δηλαδὴ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ χάρις εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον, τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἐνοχὴν ὁ πρόεδρος κ. Βουλπιώτης, τὴν ἐγκληματικὴν....

§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἦτο Εἰσαγγελεύς;

§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Γεώργιος Μπένσης. Δύσκολον πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ διεφθαρμένῃ πολιτικῇ ἐποχῇ!

§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν ὡς πρὸς τὸν Τάκην;

§84ΛΕΒΙΔΗΣ. 30 Ἀπριλίου 1887 ἔτους. Ἡ πρότασις χάριτος πρὸς τὸν Ῥοκόφυλλον εἶναι τῆς 16 Μαΐου 1888.

§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχε δημοσιευθῇ εἰς τὸν «Χρόνον» ἡ καταγγελία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;

§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί λέγετε! Βεβαίως. Ἀπὸ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς συνηλλάσσετο. Ἐπὶ τίσιν ὅροις; Ἂς ἀποφανθῇ ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος, ἂν ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἄξιος χάριτος ὁ Ῥοκόφυλλος, διὰ τί; Διότι δὲν ἔπραξέ τι κατὰ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀλλὰ μόνον κατὰ δούλων Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, οἱ ἀδελφοὶ καὶ οἱ προστάται τοῦ τοτὲ μὲν Εἰσαγγελέως, τοτὲ δὲ Προέδρου κ. Ἰωάννου Βουλπιώτου δὲν ἦναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ 1881 ἔτος, ὅτε προέκειτο νὰ εἰσέλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Ἄρταν, ἵνα καταλάβῃ τὰς παραχωρηθείσας χώρας, ἔλεγον εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ Ἠπειρώτας: «Θεσσαλοὶ καὶ Ἠπειρῶται, λάβετε τὰ ὅπλα καὶ ἀποκρούσατε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὅστις ἔρχεται νὰ καταλάβῃ τὴν πρὸ τεσσάρων ὅλων αἰώνων τυραννουμένην παρὰ τῶν Τούρκων χώραν, ἄνευ νόμου!» Εἶναι, βλέπετε, Κάτωνες, καὶ ἤθελον νόμον, ἵνα εἰσέλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Ἄρταν καὶ καταλάβῃ τὸ μέρος τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι λέγω πράγματα ἀνύπαρκτα, ἀναγινώσκω ὑμῖν τὴν «Ὥραν» τῆς 21 Ἰουνίου 1881 ἔτους, ὑπ’ ἀριθ. 232 (σελ. αʹ καὶ βʹ), ἥτις ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Καὶ δι’ ἐνυπογράφων δημοσιευμάτων καὶ δι’ ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν διαμαρτύρονται οἱ Θεσσαλοὶ κατὰ τῆς μεταβιβάσεως αὑτῶν ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ εἰς τὸν ζυγὸν ἄλλης, οὐχ ἧττον ἐπαχθοῦς, αὐθαιρεσίας. Λέγουσιν: Ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται καὶ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν θ’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δίκαιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρὶν ἢ διὰ νόμου εἰσαχθῇ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, οὐδὲ θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τοὺς Νομάρχας καὶ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, τοὺς διορισθησομένους εἰς μὴ νενομοθετημένας θέσεις». Εἶναι, Κύριοι, τὸ κείμενον ἐπισήμου φύλλου, ὑπηρετοῦντος τὰ βουλεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ προεκάλουν, οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἐμφύλιον πόλεμον μεταξὺ ἐλευθέρων καὶ δούλων Ἑλλήνων οἱ Κάτωνες αὐτοὶ πολιτικοί. Διατί; Διότι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος δὲν προνόησε διὰ νόμου νὰ εἰσάξῃ ἐκεῖ τὴν νέαν νομοθεσίαν. Καὶ ἐνῷ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν στρατευμάτων ἐκείνων ἐτηλεγράφουν ἀληθῶς διὰ λέξεων, προκαλουσῶν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν συγκίνησιν, ὡς καὶ οἱουδήποτε Ἕλληνος, οὗτοι ἔλεγον εἰς τοὺς στρατηγούς: «Προσέξατε μὴ τυχὸν καὶ γίνητε αἴτιοι ἐμφυλίου πολέμου. Ἀποσύρατε τὰ στρατεύματα τῆς καταλήψεως, διότι καταλαμβάνετε τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν ἄνευ νόμου». Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ προκήρυξις τοῦ ἑτέρου τῶν στρατηγῶν ἐκείνων (ἀναγινώσκει): «Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Κυβερνήσεως Αὐτοῦ, καταλαμβάνω, καθ’ ὑψηλὴν Βασιλικὴν διαταγήν, πρῶτος ἐγώ, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην χώραν, καὶ δέχομαι ἐν τοῖς κόλποις τῆς μητρὸς Πατρίδος ὑμᾶς, τοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος τούτου, συμπολίτας ἴσους ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ἀπολαύοντας τοῦ λοιποῦ ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν τῆς εὐνομίας καὶ τῆς Βασιλικῆς προστασίας, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ θρησκεύματος». Ταῦτα, Κύριοι, ἔγραφεν ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς καταλήψεως, καὶ τὴν ἡμερησίαν ταύτην διαταγὴν ἐξέδιδεν εἰσερχόμενος εἰς Ἄρταν. Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν οἱ κύριοι οὗτοι ἐμφορῶνται, εἶναι παράδοξον, ἐὰν βλέπωμεν τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους αὐτῶν, τὸν Πρόεδρον τῶν Συνέδρων, ὑποστηρίζοντα τὴν παραχώρησιν χάριτος εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον, διότι δῆθεν δὲν διέπραξεν ἐγκλήματα καθ’ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἐνῷ καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον; Ἡ πρᾶξις ἄρα εἶναι στυγερωτάτη δολοφονία. Ἀλλ’ ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐντεῦθεν: «Τί με κατηγορεῖτε, ἀφοῦ ὁ ἀδελφός μου δὲν προέτεινε νὰ δοθῇ χάρις εἰς τὸν Τάκην;» Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, Κύριοι, πίπτει αὐτὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ. Τί νὰ ἔκαμνε τὴν χάριν ταύτην ὁ Τάκης, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον πρόκειτο νὰ δικασθῇ διὰ πρᾶξιν, σύρουσαν καθ’ ἑαυτῆς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Κατεδικάσθη οὐχὶ ἐπὶ ἑνώσει καὶ φόνῳ, ἐνῷ ἔδει νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ ἑνώσει καὶ φόνῳ, οὐχὶ δὲ ἐπὶ ἀναιρέσει. Τίνα ἀνάγκην εἶχε προστασίας διὰ χάριτος πρὸς μεταβολὴν τῆς τοιαύτης μικρᾶς ἀναλόγως τῆς πράξεως ποινῆς, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ δώσῃ λόγον κατόπιν δι’ ἄλλην, ἐπίσης ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, τιμωρουμένην ἐπίσης μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Αὐτὸς εἶχε μυρίας ἐναντίον αὐτοῦ ἐκκρεμεῖς φανερὰς καὶ ἀγνώστους κατηγορίας! Ἔγεμεν ἐγκλημάτων ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἂν ἔχῃ ψυχὴν τοιοῦτος κακοῦργος! Καὶ ἀνάγκην εἶχε νὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς χάριν ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι διὰ τὸν Ῥοκόφυλλον, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐτέθη ῥητῶς εἰς τοὺς ἐνόρκους τὸ ζήτημα τῆς ἀναιρέσεως· οἱ δὲ ἔνορκοι εἶπον: «Ὄχι δὲν εἶναι ἔνοχος ἀναιρέσεως· ναί, εἶναι ἔνοχος φόνου καὶ ἑνώσεως». Ἐδύναντο οἱ ἔνορκοι, τιθεμένου ἐνώπιον αὐτῶν τοῦ ζητήματος τῆς ἀναιρέσεως, ἐὰν τῳόντι ἦτο ἔνοχος τοιαύτης, νὰ δεχθῶσιν αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα ἐγνώριζον, ὅτι ἄλλοι ἔνορκοι εἶχον δεχθῆ ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ Τάκη....

§87ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ φόνου δὲν ἐτέθη ὡς πρὸς τὸν Τάκην.

§88ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐτέθη καὶ ἀπεῤῥίφθη, διότι τὸ Δικαστήριον των ἐνόρκων τὸ κατήρτισεν ἡ ὑπεράσπισις, συνεννοουμένη μετὰ τῆς Εἰσαγγελίας.

§89ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;

§90ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἐκ τῆς λογικῆς.

§91ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐξῄρεσέ τινα τῶν ἐνόρκων ὁ Εἰσαγγελεύς;

§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, διότι συνεχῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μὲ διέκοψεν ἐκεῖθεν, ἐρωτῶν: «Τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἦσαν ἆρά γε ἀποδεικτικὰ ἑνώσεως καὶ φόνου;», ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ καταφύγω εἰς τὰς ἀνακρίσεις, τὰς κατὰ τὴν προανάκρισιν δοθείσας, ἃς ἀναγινώσκω, οὐχὶ πάσας, ἀλλὰ τινὰς ἐξ αὐτῶν, δι’ ὧν θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ πρᾶξις ἦν καθαρὰ δολοφονία....

§93ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ βασίζησθε εἰς αὐτὰ τὰ χαρτιὰ, διότι ἄλλα λέγονται εἰς τὴν προανάκρισιν, καὶ ἄλλα ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου.

§94ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· δώσατέ με τὰ ὑμέτερα, ἵνα βασισθῶ ἐπ’ αὐτῶν. Ποῦ θέλετε νὰ βασισθῶ; Περίεργος ἄνθρωπος!

§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, συμμορία ληστρικὴ κατηρτίσθη καὶ φονεύει ἀνθρώπους, καὶ κάμνετε λόγον περὶ ἀναιρέσεως;

§96ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐὰν ἀπευθύνητε εἰς ἐμὲ ἐρωτήσεις δεομένας ἀπαντήσεως, εἴδετε, ὅτι ἀπαντῶ. Ἀλλ’ ὅταν κάμνητε ἐρωτήσεις, δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν, νομίζω, ὅτι θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ μὴ ἀπαντήσω. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι προέκειτο περὶ φόνου καὶ ἑνώσεως, καὶ ὅτι κακῶς ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης προέτεινε τὴν μεταβολὴν τῆς κατηγορίας· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τί ἄλλο δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ, εἰμὴ τὰς ἐπισήμους μαρτυρίας, τὰς ἐν τῇ ἀνακρίσει ληφθείσας; Λοιπὸν ὁ Σωτήριος Βιλαέτης, ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῆς πράξεως (ἀναγινώσκει): «Τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου ἐφόνευσαν οἱ ἄνω κατηγορούμενοι Δ. Ν. Ῥοκόφυλλος, Ι. Χαρμπῆς, Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης καὶ Γ. Δάσκαλος. Αἰτία δὲ ἦτο, διότι ὁ Γεώργιος εἶχε μαλώσει μὲ τὸν φονευθέντα δι’ ἓν χωράφιον, καὶ διότι ὁ Βασίλειος Ἀλεξίου εἶχε προδώσει εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ Γεώργιος Δάσκαλος μετὰ τῶν ἄλλων ληστῶν ἐλῄστευσε καὶ ἐφόνευσεν Ὀθωμανόν τινα δεκατιστήν. Οἱ λησταὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρεμόνευον ἔξωθεν τοῦ χωρίου, διὰ νὰ συλλάβωσι τὸν φονευθέντα Β. Ἀλεξίου· ἐνῷ οὗτος διήρχετο, τὸν περιεκύκλωσαν καὶ τῷ εἶπον νὰ παραδοθῇ, ἀλλ’ αὐτὸς ἐζήτησε νὰ φύγῃ, καὶ τότε οἱ ἄνω κατηγορούμενοι τὸν ἐπυροβόλησαν. Ὅτε, ἀκούσαντες τοὺς πυροβολισμοὺς ἐν τῷ χωρίῳ, ἐτρέξαμεν εἰς τὸν τόπον τῆς πράξεως, εὕρομεν αὐτὸν ζῶντα ἀκόμη, τὸν ἠρωτήσαμεν ποῖοι τὸν ἐπυροβόλησαν, καὶ μᾶς εἶπεν, ὁ Ῥοκόφυλλος, Ἰωάννης Χαρμπῆς, Τακαῖοι καὶ Γεώργιος Δάσκαλος. Μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν ἐξέπνευσεν». Εἶναι ἀναίρεσις; Ἄλλος μάρτυς. Ὁ Χρῆστος Ἀλεξίου. Καὶ βλέπω μάλιστα ἐπ’ αὐτῶν τῶν καταθέσεων μηδενικά τινα. Βλέπετε αὐτὰ τὰ μηδενικά; (ἐπιδεικνύει τὸ ἔγγραφον). Ἐννοοῦσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ οἱ περὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐμελέτησαν τὴν δικογραφίαν, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι μηδενικὰ αἱ τοιαῦται καταθέσεις. Ἔθεσαν λοιπὸν τὰ μηδενικὰ αὐτὰ, ἵνα ὑποδείξωσι τοῖς ἄλλοις, τοῖς μέλλουσι νὰ μελετήσωσι, καὶ εἴπωσιν αὐτοῖς: μὴ καταγίνητε περὶ τὰ μηδενικά. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐνήδρευσαν τὴν 6ην Μαρτίου τοῦ 1880 πλησίον τοῦ χωρίου μας Σουμεροῦ, καὶ ἐνῷ ὁ ἀδελφός μου ἀπήρχετο ἐκ τοῦ χωρίου μας πρὸς ἀγορὰν ζώων, περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, οἱ λῃσταὶ, ἐξελθόντες αἰφνιδίως, τῷ ἐφώναξαν νὰ σταθῇ, ἀλλ’ ὁ φονευθεὶς ἀδελφός μου, ὅστις εἶχε χρήματα μαζῇ του, δὲν ἐσταμάτησεν, ἀλλ’ ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ οἱ λῃσταὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἐπλήγωσαν καιρίως εἰς διάφορα τοῦ σώματός του μέρη, μεθ’ ὃ τῷ ἀφῄρεσαν τὰς πεντακοσίας δραχμὰς, ἃς ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ τὰ ἀσήμιά του (γαντζούδια καὶ πιστόλια), καὶ ἀνεχώρησαν, πιστεύσαντες πιθανῶς, ὅτι ὁ ἀδελφός μου ἦτο νεκρός». Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσις, ἡ δευτέρα. Ἀναγινώσκω ἄλλην κατάθεσιν, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη, εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, διότι ἀναφέρει, ὅσα λέγει ὁ μάρτυς, ὡς ἀκούσας παρὰ τοῦ ἰδίου φονευθέντος, ὀλίγῳ πρὶν παραδώσῃ τὴν ψυχήν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Καὶ φοβηθεὶς ἐτράπη εἰς φυγὴν, διότι ἔβγαλαν τὰ γιαταγάνια των νὰ μὲ φονεύσωσι, καὶ φεύγων ἔπεσα ἐπάνω εἰς τὸν ἀδελφόν μου Βασίλειον, τὸν ὁποῖον εὗρον κατὰ γῆς, φέροντα τρία τραύματα θανατηφόρα διὰ σφαιρῶν ὅπλου, καὶ τὸ μὲν ἓν κατὰ τὴν δεξιὰν ὠμοπλάτην, τὸ δὲ ἄλλο κατὰ τὴν δεξιὰν ὀστεακὴν χώραν, καὶ τὸ τρίτον διαμπερὲς κατὰ τοὺς μηροὺς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐκ Σουμεροῦ μετέβαινεν εἰς Αὐλάκι, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τράγους, καὶ καθ’ ὁδὸν τὴν ὥραν ἐκείνην οἱ Εὐάγγελος Τάκης, Δημ. Ῥοκόφυλλος, Ἀλέξιος Τάκης, Ἰωάν. Χαρμπῆς, Δημ. Χαρμπῆς, Γεώργιος Ἀλεξίου ἢ Δάσκαλος, Ἀναστ. Ἀλεξίου ἢ Δάσκαλος καὶ Ἀθανάσιος Βιλαέτης τὸν ἐπυροβόλησαν καὶ τὸν ἐτραυμάτισαν, ὡς εἶχε.» Παρατηρεῖτε, Κύριοι, τοιαύτας καταθέσεις ἔχομεν, καὶ ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀντεισαγγελεὺς, θεωρεῖ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἀναίρεσιν, δηλ. ὅτι αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ συνεπλάκησαν εἰς ἔριδα μετὰ τοῦ ἀτυχοῦς φονευθέντος, ὅτι ἠρεθίσθησαν αἱ ψυχαὶ αὐτῶν, καὶ συνέλαβον τὸν ἐγκληματικὸν σκοπὸν νὰ ἀποκτείνωσιν! Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀναίρεσις. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἠρεθίσθησαν, καὶ συνεπλάκησαν εἰς ἔριδα καὶ εἰς χεῖρας; Αὐτοὶ ἦσαν λῃστοσυμμορία, καὶ ἐφόνευσαν τὸν ἄνθρωπον, διότι αὐτὸς ἦν ὁ καταδώσας τὴν λῃστοσυμμορίαν αὐτῶν εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀρχὴν, ἥτις λῃστοσυμμορία εἶχε φονεύσει τὸν Τοῦρκον δεκατιστήν. Καθαρωτέρα δολοφονία οὐδέποτε συνεζητήθη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων οἱουδήποτε Κράτους τοῦ κόσμου....

§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐὰν ἐξητάσθησαν μάρτυρες ὑπερασπίσεως καὶ τί κατέθεσαν;

§98ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας τί κατέθεσαν; Διότι πολλάκις σπανίως καταθέτουν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅ,τι εἰς τὴν ἀνάκρισιν.

§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ἴδια κατέθεσαν. Ἰδοὺ τὰ πρακτικά. (ἀναγινώσκει). «Ὁ «Βασίλειος Παπαδογιάννης, ὁρκισθείς, κατέθεσεν ὅ,τι καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ὁ Χρῆστος Ἀλεξίου ἐπίσης κατέθηκεν ὅ,τι καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν». Παρατηρεῖτε, ὅτι, καὶ ἐνόρκως ἐξεταζόμενοι, βεβαιοῦσι τὴν δολοφόνον πρᾶξιν τῆς λῃστοσυμμορίας. Καὶ ἦτο ἀναγκαία ἡ διακοπὴ αὕτη, καὶ εὐχαριστῶ διότι μὲ διεκόψατε. Ὁ Νικόλαος Καράλης, ἄλλος δηλ. μάρτυς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1880 ἐφονεύθη ἔξωθεν τοῦ χωρίου μας εἷς Τοῦρκος δεκατιστής. Ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὸ χωρίον μας Τοῦρκοι στρατιῶται, διέπραξαν πολλὰς ὠμότητας καὶ μᾶς ἠπείλησαν, ὅτι θὰ μᾶς φονεύσωσιν, ἂν δὲν παραδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς φονεῖς τοῦ Τούρκου τούτου, ἔκλεισαν ἐντὸς καλύβης πλέον τῶν πεντήκοντα χωρικῶν τοῦ χωρίου, ἐν οἷς ἤμην καὶ ἐγώ· τότε ἠρωτῶμεν ἀλλήλους ἐντὸς τῆς καλύβης, ποῖος ἐφόνευσε τὸν Τοῦρκον, διὰ νὰ τὸν παραδώσωμεν, καὶ οὕτως ἀπαλλαγῶμεν, ὁ δὲ Βασίλειος Ἀλεξίου, ὁ φονευθεὶς, εἶπεν, ὅτι ἡ λῃστοσυμμορία τοῦ Ῥοκοφύλλου ἐφόνευσε καὶ ἐλήστευσε τὸν Ὀθωμανόν, καὶ ὅτι ὁ κατηγορούμενος Γεώργιος Δάσκαλος εἶχε φέρει τοὺς λῃστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐλήστευσαν καὶ ἐφόνευσαν τὸν ἀνωτέρω Ὀθωμανόν, διότι οὗτος ἐγνώριζεν, ὅτι εἶχε χρήματα μεθ’ ἑαυτοῦ, καθ’ ὃ δεκατιστής. Ἀνεφέραμεν τοῦτο εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Τούρκων στρατιωτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπελύθημεν. Μετὰ τοῦτο οἱ Τοῦρκοι στρατιῶται μᾶς ἐζήτησαν νὰ παραδώσωμεν τοὺς λῃστὰς, καὶ τότε ὁ Γεώργιος Δάσκαλος, φοβούμενος τὴν καταδίωξιν, ἡνώθη μετὰ τῶν λῃστῶν, ἠπείλησε δὲ, ὅτι θὰ καταστρέψῃ τὸ χωρίον, διότι τὸν ἐπροδώσαμεν’ καὶ κατὰ πρῶτον μὲν συνέλαβεν ἡ λῃστοσυμμορία αὕτη τὸν ἐκ τοῦ χωρίου μας Ἀθανάσιον Τσούσην, δι’ ἐξαγορὰν δὲ ἐπλήρωσε διακόσια τάλληρα, καὶ κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου 1881 ἐφόνευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου τὸν ἀδελφὸν τοῦ μηνυτοῦ Βασίλειον Ἀλεξίου. Εὕρομεν δὲ τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου ζῶντα ἀκόμη, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ λῃστοσυμμορία Ῥοκοφύλλου, μεθ’ ἧς ἦτο καὶ ὁ Γεώργιος Δάσκαλος, τὸν ἐπυροβόλησαν, διότι ἀπεπειράθη νὰ διαφύγῃ τὴν σύλληψίν του ὑπὸ τῶν λῃστῶν». Ὁ Βασίλειος Παπαδογιάννης (ἀναγινώσκει): «Καὶ κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου εὑρόντες τὸν παθόντα οἱ λῃσταὶ ἔξωθεν τοῦ χωρίου, ἐζήτησαν νὰ τὸν συλλάβωσι, καὶ ἐπειδὴ οὗτος ἐτράπη εἰς φυγὴν, διὰ νὰ σωθῇ, ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἐτραυμάτισαν καιρίως. Ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον τῆς πράξεως, εὕρομεν τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου ζῶντα ἀκόμη, μᾶς εἶπε δὲ, ὅτι τὸν ἐπυροβόλησαν οἱ κατηγορούμενοι Δημ. Ῥοκόφυλλος, Ἰωάννης Χαρμπῆς, Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης καὶ Γεώργιος Δάσκαλος, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ σταθῇ νὰ τὸν συλλάβωσι. Μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν ἐξέπνευσε»....

§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε μάρτυρες ὑπερασπίσεως δὲν ὑπάρχουσιν.

§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.— Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης προέτεινε τὴν μεταβολὴν τοῦ κατηγορητηρίου....

§102ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ μία μικρὰ διακοπή.

§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν δίδομεν.

§104ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, κύριε Λεβίδη, καθήσατε ὀλίγον εἰς τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ὁμιλῆτε, διὰ νὰ ξεκουρασθῶμεν ὀλίγον.

§105ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τὸ κάμνητε δι’ ἐμὲ, δὲν ἐκουράσθην. Ἂς δειχθῶμεν ὀλίγον ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοιαῦτα ἀκούοντας καὶ πάσχοντας.

§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς ὠφελοῦσι.

§107ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλος εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναβιβασθῇ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ἵνα ἴδωμεν τίς εἶναι, ἢ τί διέπραξε, καὶ ἂν ἐδικαιολογεῖτο, ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρέχων εἰς αὐτὸν τὴν Βασιλικὴν χάριν. Τῇ 10ῃ Μαΐου 1888 ἔτους — καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὰς χρονολογίας—κατεδικάσθη ὁ Ῥοκόφυλλος ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικῶν εἰς θάνατον. Τῇ 16ῃ Μαΐου ἰδίου ἔτους ὁ Πρόεδρος τότε Βουλπιώτης, ὁ ἐν τῇ προκειμένῃ δίκῃ ὡς Σύνεδρος προεδρεύων, προτείνει χάριν ὑπὲρ τοῦ Ῥοκοφύλλου, δι’ οὓς λόγους εἴδομεν. Εἶπον νὰ προσέξητε εἰς τὰς χρονολογίας, διότι, ἐνῷ τῇ 10ῃ Μαΐου 1888 ἔτους κατεδικάζετο ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον, τῇ 9ῃ Μαΐου, δηλ. μίαν ἡμέραν πρότερον, εἶχε καταδικασθῆ ἐν Κερκύρᾳ δι’ ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 3 εἰς εἰκοσαετῆ δεσμὰ δι’ ἐκβίασιν καὶ ἁρπαγήν’ λόγος πρόσθετος, δι’ ὃν οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ Πρόεδρος τότε τῶν Συνέδρων κ. Βουλπιώτης νὰ προτείνῃ τὴν χάριν, διότι 24 ὥρας πρὸ τῆς καταδίκης διὰ τὴν στυγερωτάτην ἐκείνην πρᾶξιν εἰς θάνατον εἶχε καταδικασθῆ, ὡς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, δι’ ἁρπαγὴν ἀνθρώπων καὶ δι’ ἐκβίασιν, εἰς εἰκοσαετῆ πρόσκαιρα δεσμά. Καὶ τῇ 30 Μαΐου ἐ. ἔ. κατεδικάζετο ἐν Ζακύνθῳ εἰς ἰσόβια δεσμά, ἐπὶ τίνι νομίζετε ἐγκλήματι; ἐπὶ ἐμπρησμῷ! Καὶ περὶ τοῦ ἐγκλήματος τούτου ἀμέσως θέλω ὁμιλήσει. Πρωτάκουστα, Κύριοι, καὶ πρωτοφανῆ εἰς τὰ δικαστικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος τυγχάνουσι τοιαῦτα συῤῥέοντα κακουργήματα, ἀπέχοντα ἐλάχιστον χρόνου διάστημα τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἄλλου, καὶ ὅμως παρέχουσι τὴν εὐκολίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δίδῃ εἰς τοιαῦτα τέρατα τὸ ἱερώτατον τῶν προνομίων τῆς Βασιλείας, τὴν χάριν, ἣν οἱ περὶ αὐτῆς συγγράψαντες χαρακτηρίζουσιν ὡς τὸν πολυτιμότατον ἀδάμαντα τοῦ βασιλείου στέμματος. Αὐτὸν τὸν ἀδάμαντα ἐποδοκύλισε καὶ ἐποδοπάτησε, χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων, ὡς λέγει ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου», ὃν εἰσέτι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀφήσωσι νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἢ χάριν ἐκλογικῶν ὠφελημάτων, ὡς μετὰ παντὸς θάῤῥους δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ διατὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ πρώην Ἀντεισαγγελεὺς καὶ τότε Πρόεδρος, νὰ συστήσῃ αὐτὸν ἀμέσως εἰς τὴν Βασιλικὴν χάριν; Διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Ῥοκόφυλλος ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον δι’ ἄλλην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος ὁ Πρόεδρος κ. Βουλπιώτης, ἐὰν, καὶ τοιαύτης ἐγκληματικῆς καταδίκης ὑπαρχούσης, αὐτὸς ἀνίστατο, προτείνων ὑπὲρ τοῦ πελάτου αὐτοῦ χάριν. Καὶ ἵνα σώσωμεν λοιπὸν τὸν Τάκην, σώζομεν τὸν Ῥοκόφυλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλληλουχία τῆς ὑποθέσεως. Ποῖος δήμιος ἤθελε τολμήσει νὰ ἀφήσῃ τὴν μάχαιραν νὰ πέσῃ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ Ῥοκοφύλλου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελε κραυγάσει πρὸς αὐτόν: «Δήμιε, μὲ ἀποκεφαλίζεις, ἀλλὰ διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ, κατὰ τοῦ αὐτοῦ παθόντος, ὁ Ἀλέξιος Τάκης, τῇ προτάσει τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς Ἀντεισαγγελέως, κατεδικάσθη ἐπὶ ἁπλῇ ἀναιρέσει εἰς ἰσόβια δεσμά». Καὶ ἡ χεὶρ τοῦ δημίου, δὲν ἀμφιβάλω, ὅτι ἤθελε σταθῆ πρὸ τοιούτου εὐγλώττου ἐπιχειρήματος τοῦ πνέοντος τὰ λοίσθια καταδίκου. Καὶ πῶς συνελήφθη ὁ Ῥοκόφυλλος; Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ μάθητε τοῦτο, ἵνα συλλάβητε ἀμυδράν τινα ἰδέαν περὶ τοῦ ἐπικινδύνου τούτου τέρατος, περὶ οὗ μετ’ ὀλίγον θέλω ὁμιλήσει, ἐπικαλούμενος ἐπίσημα ἔγγραφα, χαρακτηρίζοντα τὸ μέγεθος καὶ τὴν συῤῥοὴν τῶν ἐγκλημάτων αὐτοῦ. Ποιοῦμαι χρῆσιν ἐπιστολῆς ἰδιωτικῆς ἀνδρός, ὑπερτέρου πάσης ὑπονοίας ἐπὶ ψευδολογίᾳ, σταλείσης μοι ἐξ Ἄρτης τῇ 25 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. (ἀναγινώσκει): «Συνελήφθη λοιπὸν ἐν Ῥαδοβιζίῳ τῆς Ἄρτης, ἐν καιρῷ ἀγρίου χειμῶνος καὶ ἐν ὥρᾳ μεσονυκτίου, πολιορκηθεὶς παρ’ ἀποσπάσματος ἐκλεκτῶν ὑπαξιωματικῶν εὐζώνων, πλέον τῶν εἴκοσιν, ἀποσταλέντος ἐντεῦθεν. Ἐπεχείρησεν ἀντίστασιν, ἀλλ’ ἐμποδίσθη ἐκ τῶν ὀδυρμῶν τῶν πολιορκουμένων σὺν αὐτῷ γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων του, μὴ ἡ ἔκβασις τῆς πολιορκίας ἐπιφέρῃ εὐλόγως καὶ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν.» Ἐδέησεν ἄρα ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ νὰ καταρτίσῃ ἐπὶ τούτῳ ἐξ ἐπιλέκτων ὑπαξιωματικῶν εὐζώνων ἀπόσπασμα, νὰ εὕρῃ νύκτα θυελλώδη, καὶ χειμερινὴν καὶ σκοτεινήν, νὰ πολιορκήσῃ τὸ οἴκημα, νὰ μὴ ἀρκέσῃ δὲ αὐτό, ἀλλὰ νὰ συντελέσωσι καὶ οἱ βαθεῖς γόοι καὶ οἱ ὀδυρμοὶ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων τοῦ Ῥοκοφύλλου, ἵνα δυνηθῇ τοιοῦτον ἀπόσπασμα νὰ συλλάβῃ τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὃν χαρακτηρίζουσιν ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτης, ὡς θέλετε πεισθῆ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων μετ’ ὀλίγον, οὐχὶ ἐπικίνδυνον ἄνθρωπον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Μὰ θὰ πιστεύσητε, Κύριοι, ὅτι εἶναι μῦθος ὁ τοιοῦτος παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν χαρακτηρισμός· καὶ ἐν τούτοις θέλω ἀναγνώσει πρὸς ὑμᾶς μετ’ ὀλίγον ἐπισημότατον ἔγγραφον Ἑλληνικῆς ἀρχῆς, ἐν ᾧ ῥητῶς λέγεται, ὅτι ὁ Τάκης καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος δὲν εἶναι ἀνεπανορθώτου ἐπικινδύνου χαρακτῆρος, οὐδὲ εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν.» Καὶ ἀλλάσσω ἀμέσως τὴν σκηνογραφίαν, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Ζακύνθου, ἵνα ἴδητε ἄλλην ἐκεῖ φοβερωτέραν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ἡ δίκη γίνεται τῇ 30 Μαΐου ἐ. ἔ., κατηγορεῖται δὲ, ἐπὶ τίνι νομίζετε πράξει; Ἐπὶ ἐμπρησμῷ! Ἀλλὰ τίνι ἐμπρησμῷ; Κατῳκημένου κτιρίου! καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ἔνοικοι ἐκοιμῶντο! Πρᾶξις ἐπισύρουσα, κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον, τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Καὶ εἰς τί καταδικάζεται; τίς γνωρίζει τίσι μέσοις καὶ τίσιν ἐπιστολαῖς. Εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 10 ἐτῶν μόνον καὶ μιᾶς ἡμέρας! Καὶ ὅταν ἀκούσητε τὰς μαρτυρίας τῶν πυρποληθέντων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὄπισθεν τῶν ἐνόρκων ἵσταται ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, ἢ ὁ Ὑπουργὸς κ. Βουλπιώτης, ἢ ὁ φίλος ἐν Ζακύνθῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος μὲ ἐδίδαξε νὰ ἀναγινώσκω τὰ ἐγκλητήρια τῶν Εἰσαγγελέων, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι λέγω δῆθεν ἰδέας ἐκ τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως, ἢ τῶν πραγμάτων ὑπερβολικωτέρας. Καὶ ἔχω, Κύριοι, εἰς χεῖράς μου τὸ ἐπίσημον ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύπτουσι τὰ ἑξῆς. Ὅτι οἱ ἀνωτέρω κατηγορούμενοι Γεώργιος Τζούμας, Δημήτριος Ῥοκόφυλλος, κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7–8 Ὀκτωβρίου 1885, μεταβάντες ἐν τῷ χωρίῳ Ἀρειάδα τοῦ δήμου Ἀμβρακίας τοῦ Βάλτου, ἐκ προθέσεως ἔθεσαν πῦρ εἰς τὰς ἐκεῖ κατῳκημένας οἰκίας τῶν Ἀθαν. Διαμαντῆ καὶ Δ. Διαμαντῆ, καὶ τὸ πῦρ ἐξεῤῥάγη, καθ’ ὃν χρόνον ὕπνωττον οἱ ἐν αὐταῖς κατοικοῦντες». Πρᾶξις τουτέστιν, ἐπισύρουσα τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. (Ἀναγινώσκει): «Χθὲς, λέγει μάρτυς τις, ὁ Δημήτριος Διαμάντης, μετὰ τὸ μεσονύκτιον, (ἤτοι τὴν ἀναφερομένην ἐποχὴν) μετέβησαν οἱ μνησθέντες λῃστοφυγόδικοι εἰς τὸ ἐνταῦθα χωρίον μας καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἀθανασίου, καὶ λαβόντες ἐκ τῶν συσσωρευμένων ἔξωθεν τῆς οἰκίας του καυσοξύλων, ἔθηκαν πῦρ εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ παρεμβάντες μερικοὶ ἄνδρες καὶ πλεῖσται γυναῖκες, ἔσβυσαν τὸ πῦρ, καὶ οὕτω διεσώθη ἡ οἰκία, καὶ ἐφόνευσαν καὶ ἕνα χοῖρον τοῦ ἀδελφοῦ μου, καθὼς καὶ ἕνα ὄνον καὶ ἕνα κύνα τοῦ συγχωρίου μας Μαυρομμάτη Νικολάου, καὶ μετὰ τοῦτο, συνεχίζοντες τοὺς ἀλλεπαλλήλους πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν κατοίκων, ἵνα μὴ τοὺς πλησιάσωσι, (μὲ τὰ ὁποῖα ἔφερον ὀπισθογεμῆ ὅπλα) ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου ἔξωθεν, καὶ λαβόντες καυσόξυλα, ἐσώρευσαν αὐτὰ εἰς τὴν πόρταν τοῦ ἰσωγείου δωματίου, ἔθεσαν πῦρ καὶ κατέκαυσαν τὸ ἥμισυ τοῦ δωματίου, ὅπως μὲ καύσωσι μετὰ τῆς οἰκίας μου, ἀλλ’ ἐγὼ προέλαβον ἀμέσως μετὰ τῆς οἰκογενείας μου, ἤτοι μετὰ τῶν θυγατέρων μου Μαρίας, Αἰκατερίνης καὶ Εὐφροσύνης, καὶ μετέβημεν εἰς τὴν παρακειμένην οἰκίαν τοῦ Μήλη Χρήστου, καὶ οὕτω διεσώθημεν ἀπὸ τὴν πυρκαϊὰν καὶ ἀπὸ τὸ σκότωμα, καθὼς μᾶς ἠπείλει νὰ μᾶς πελεκήσῃ.» Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἑτέρα πρᾶξις τοῦ Ῥοκοφύλλου. Οἱ ἔνορκοι, δὲν γνωρίζω, πῶς παρεσκευάσθησαν, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν ἐκοιμῶντο ἐντὸς τῆς οἰκίας ἄνθρωποι, καὶ δι’ αὐτὸ κατεδικάσθησαν οἱ κατηγορούμενοι οὐχὶ ὡς ἔνοχοι ἐμπρησμοῦ κατῳκημένου κτιρίου, ἀλλ’ ὡς ἔνοχοι ἁπλοῦ ἐμπρησμοῦ. Καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ποινὴν τῶν 10 ἐτῶν καὶ μιᾶς ἡμέρας προσκαίρων δεσμῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων, ὁ κ. Τσαούσης, ἐγνωμοδότησε, μὴ τυχὸν μεταβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ Ῥοκοφύλλου, μὴ τυχὸν καὶ χαρισθῇ, ἔστω καὶ κατὰ μίαν ἡμέραν, διότι, λέγει, ἐξ ἄκρας ἐπιεικείας δὲν ἐδέχθησαν οἱ ἔνορκοι, ὅτι τὸ κτίριον δὲν ἦτο κατῳκημένον, καὶ δὲν ἐπεβλήθη, τούτου ἕνεκα, τῷ κατηγορουμένῳ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ταῦτα μόνα εἶναι τὰ ἐγκλήματα τοῦ Ῥοκοφύλλου, περὶ οὗ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῷ Βασιλεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος τῇ δημοσίᾳ τάξει καὶ ἀσφαλείᾳ; Εἶχε γραῖάν τινα θείαν, πλουσίαν. Ἐμφανίζεται νύκτα τινὰ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτῆς καὶ λέγει: «ἢ τὴν περιουσίαν σου, ἢ τὴν ῥῖνά σου!» Καὶ ἡ γραῖα, δυσειδὴς πιθανὸν καὶ γραῖα, παραχωρεῖ τὴν ῥῖνα ἀντὶ τῆς περιουσίας, καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος, ὡς ἐπιδέξιος χειροῦργος, ἀποκόπτει τὴν ῥῖνα τῆς θείας! «Ἢ τὸ οὖς, ἢ τὴν περιουσίαν σου!» Καὶ ἡ ταλαίπωρος θεία παραχωρεῖ καὶ τὸ οὖς! «Ἢ τὴν περιουσίαν σου, ἢ καὶ τὸ ἕτερον οὖς!» Καὶ παραχωρεῖ καὶ τὸ ἕτερον οὖς ἡ θεία, καὶ δὲν προδίδει τὴν κεκρυμμένην αὐτῆς περιουσίαν! Καὶ ἵνα μὴ θεωρηθῶ ἐπικὸς, ἀποκόπτει ὁ Ῥοκόφυλλος τῆς γραίας θείας καὶ τοὺς δύο μαστοὺς, καὶ κατόπιν φονεύει αὐτὴν, ἀσπαίρουσαν καὶ δυσειδεστέραν, ὡς εἶχε καταστήσει αὐτήν! Καὶ εἰσέρχεται ὁ ὑπηρέτης εἰς τὸ δωμάτιον, ἵνα σώσῃ τὴν ὀλολύζουσαν γραῖαν, καὶ ἡ μάχαιρα τοῦ δημίου ἐμπήγεται εἰς τὴν κοιλίαν καὶ τούτου, καὶ ἔχομεν δύο θύματα ἀντὶ ἑνός! Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ Ῥοκόφυλλος, ὁ ἀδελφὸς τῶν Τάκηδων, εἰς ὃν ἔδωκε χάριν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διότι δὲν εὕρισκεν, ὅτι εἶναι χαρακτῆρος κακούργου, ἀνεπανορθώτου, ἢ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν! Καὶ ἂν δὲν ἐσχηματίσατε ἐκ τούτων πεποίθησιν, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐπισημότατον ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Βρεστενίτσα, τῇ 5 Φεβρουαρίου 1882. Ὁ πρῶτος λόχος πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ Κάτω Πέτα. Περὶ ἐνδιαιτωμένων λῃστῶν. Ὁ μὲν Δημ. Ῥοκόφυλλος, καταγόμενος ἐκ Σακαρέτσι τοῦ Βάλτου, κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐφόνευσεν ἕτερον συγχωριανόν του, μεταβὰς ἐνταῦθα, ἔνθα καὶ ἐνυμφεύθη. Ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ ἔτος 1875, ἀνοίξας δι’ ἀντίκλειδος κασσέλαν τοῦ ἐνταῦθα κατοίκου Νικολάου Φώτη, τῷ ἀφήρεσεν 60 ῥεγγίνας. Ἐπίσης δι’ ἀντίκλειδος ἐκ κασσέλας τοῦ Ἀθαν. Βλαχοδήμου ἀφήρεσε δραχμὰς 200, μετ’ ὀλίγον δὲ καιρὸν μεταβὰς εἰς Γλογοβίτσαν τῆς Θεσσαλίας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χρήστου Κουτίνα ἢ Μπαρέλα, φονεύσας δι’ ἐγχειριδίου τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὸν ὑπηρέτην του, εἶτα δὲ θέσας πῦρ, ἀπεπειράθη νὰ πυρπολήσῃ τὴν οἰκίαν, ὅπερ προελήφθη παρὰ τῶν χωρικῶν, οὗτος δὲ ἀπῆλθεν. Ἐκεῖθεν δὲ μεταβὰς εἰς Σκουλικαρυὰν, καθ’ ὁδὸν συνέλαβεν ἱερέα ἐκ Θεσσαλίας, τὸν ὁποῖον ἐγύμνωσεν ἀφαιρέσας αὐτοῦ 7 τάλληρα καὶ διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ. Ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ ἔτος 1878, ἑνωθεὶς μὲ συμμορίαν ἑτέρων λῃστῶν, ἠχμαλώτισαν δύο κατοίκους τοῦ χωρίου Τσερκίστας τοῦ Κάτω Ῥοδοβιζίου, ἐν ᾗ καὶ ἕτερος ὀπαδὸς Ἰωάννης Χαρμπῆς, ἀπολύσαντες αὐτοὺς ἀντὶ λύτρων. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν μεταβὰς εἰς Σουμεροῦ, ἐφόνευσε Τοῦρκον ἐνοικιαστὴν τῶν δημοσίων προσόδων. Κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ ἔτος ἠχμαλώτισε τὸν ἐκ Σουμεροῦ Τσούνην, λαβὼν 40 λίρας ἀντὶ λύτρων, μετ’ ὀλίγον δὲ καιρὸν μετὰ τοῦ Ἰωάν. Χαρμπῆ ἐκ Σουμεροῦ ἐφόνευσαν τὸν ἐκ Σουμεροῦς Κουκουμπέλλαν. «Συνεπείᾳ ὅθεν τῶν ἀνωτέρω πράξεων, καὶ ἐπειδὴ, ὡς ἀνωτέρω ἐῤῥήθη, οὗτοι ἐνδιαιτῶνται κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν μας, ἔχοντες ἐνταῦθα ὁ μὲν πρῶτος τὴν γυναῖκά του καὶ πολλοὺς συγγενεῖς, ὁ δὲ ἕτερος ἐπίσης πολλοὺς συγγενεῖς, ἐνδέχεται καὶ ἤδη νὰ προβῶσιν εἰς ὁμοίας φύσεως πράξεις. «Διὸ παρακαλοῦμεν τὴν Διοίκησίν μας, ὅπως εὐαρεστουμένη ἐνηργήσῃ καὶ μᾶς δοθῶσιν αἱ δέουσαι πληροφορίαι, ὅπως εἰς τυχοῦσαν ἀνακάλυψιν αὐτῶν καὶ εἰς ἐνδεχομένην ἀντίστασιν κατὰ τῶν τὴν σύλληψιν αὐτῶν διαταχθησομένων ὁπλιτῶν, ἢ εἰς ἀπόπειραν δραπετεύσεως, γίνῃ χρῆσις τοῦ πυρὸς κατ’ αὐτῶν, ἢ οὔ, ἐπειδὴ οὐδεμίαν περὶ τούτων εἴδησιν ἔχομεν.» Καὶ ἐν τέλει ὁ ἀξιωματικὸς ἐρωτᾷ, ἐὰν πρέπῃ, ἅμα συναντήσῃ τὸν λῃστὴν τοῦτον, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ πυρὸς, ἄνευ τῆς πολυτελοῦς διαδικασίας τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ δίδεται εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας ἡ ἐντολὴ νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τοῦ πυρὸς κατὰ τοιούτων ἀνθρώπων, ἔστω καὶ ἀδικάστων. Περὶ τοιούτου ἄρα ἀνθρώπου ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὴν χάριν, ἐνῷ ἔχει ἀπόφασιν τῶν Κακουργιοδικῶν, καταδικάζουσαν αὐτὸ τὸ ἀποφώλιον τέρας εἰς θάνατον. Καὶ λέγει κατόπιν πρὸς ἡμᾶς: «Τί ἤλθετε ἐνταῦθα, καὶ ταράσσετε ἡμᾶς μὲ ὑποβολὰς ἐπερωτήσεων;» Καὶ λέγουσι: «Καθήσατε νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, ὅπως πληρώσωμεν 400,000 δραχμῶν εἰς ἕνα Ἑβραῖον, προδώσαντα διὰ τοῦ γαμβροῦ αὑτοῦ, τοῦ ἀπαισίου Στῆλμαν, τὴν πατρίδα. Καὶ ἀφήσατε ἀνεξελέγκτους τοιαύτας πράξεις τῆς Διοικήσεως, ἀξίας ὁμολογουμένως Εἰδικοῦ Δικαστηρίου!» Ὁμιλῶ δι’ ἐγγράφων, οὐδένα ὑβρίζω, οὐδὲ τολμῶ νὰ προπηλακίσω οὐδένα, διότι οὐδὲ τῆς ἀνατροφῆς μου, οὐδὲ τῶν ἐμῶν ἐπιτηδευμάτων τυγχάνει τοῦτο ἴδιον. Ἀλλ’ ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, ἀνακοινῶ πράξεις Ὑπουργῶν, αἵτινες οὐχὶ ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Τουρκίᾳ, ἐν τῇ Τουρκιᾷ, ὡς μοὶ ἔγραφεν ὁ Κωνσταντινουπολίτης ἐκεῖνος, ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ἂν ἐλάμβανον χώραν, (καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἐνταῦθα, ὅστις ἐχρημάτισε μέλος τοῦ Ὀθωμανικοῦ ἐκείνου Κοινοβουλίου,) ἤθελεν ἔχει τὴν φιλοτιμίαν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπόλογος (ὡς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ συγγενὴς τοῦ Σουλτάνου, περὶ οὗ ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ τῇ ἀγορεύσεώς μου,) νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς: «Μοὶ εἶναι ἀδύνατον, κατόπιν τοιούτων ἀποκαλύψεων καὶ τοιούτων σκηνογραφιῶν, νὰ παραμείνω μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὸν, ὡς ὀφείλει νὰ ἔχῃ αὐτὸ πᾶς Ὑπουργὸς ἐλευθέρου Κράτους, πρὶν ἢ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς, καὶ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν πεπτωκότα νόμον, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον!» Τὸ δίκαιον ἢ εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἢ εἰς τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ὅστις κατήγγειλεν ὑμᾶς καὶ τοὺς ὑμετέρους ἀδελφοὺς, ὅτι χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων ἐπροστατεύετε τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ἔχω εἰσέτι ἐνταῦθα θησαυρὸν ἀκένωτον, (δεικνύει τὰ ἔγγραφα) ὃν ὅμως θέλω ἐξαντλήσει, αἰτοῦμαι δὲ τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν, ὅπως μὴ διακοπῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα ἔχωμεν πλήρη τὴν σκηνογραφίαν καὶ τὸ πανόραμα αὐτό. Πανόραμα! δι’ ὅπερ ἀκριβὰ, εἰμὶ βέβαιος, ἤθελον πληρώσει οἱοιδήποτε πολῖται οἱουδήποτε πεπολιτισμένου ἢ βαρβάρου Κράτους, ἵνα ἀπολαύσωσιν αὐτοῦ, οὗπερ ὑμεῖς δωρεὰν, κύριοι συνάδελφοι, ἀπολαμβάνετε, ὡς καὶ ἐκεῖνοι ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὰ ἀκροατήρια). Ἀλέξιος Τάκης! Σκηνογραφία δεκάτη πέμπτη, ἢ εἰκοστὴ, ἀριθμήσατε. Κακουργιοδικεῖον Κερκύρας. Ἐκβίασις καὶ ἁρπαγὴ δύο νέων. Ἔγκλημα ἰσάξιον πρὸς τὰ ἄλλα. Ἀριθ. ἀποφάσεως 68 τοῦ 1886 ἔτους. Καταδίκη εἰς δεσμὰ πρόσκαιρα 16 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καὶ πάλιν τὸν πεπειραμένον φίλον μου, τὸν πρώην παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέα κ. Κωνσταντόπουλον (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἅπαντες (8 τὸν ἀριθμὸν), ἑνωθέντες πρὸς ἐκτέλεσιν πολλῶν, μὴ ὡρισμένων, πράξεων γένους ἢ εἴδους, τὴν 10 Ἀπριλίου 1881 συνέλαβον βιαίως τοὺς Δημήτριον Ι. Λάμπρου καὶ Εὐθύμιον Κ. Λάμπρου καὶ κρατοῦντες αὐτοὺς μακρὰν τῶν γονέων των δεδεμένους, τοὺς ἠνάγκασαν, μεταχειρισθέντες βιαιοπραγίας κατὰ τῶν συλληφθέντων, ἀπειλήσαντες τὸ σῶμα καὶ τὴν ζωὴν, νὰ δώσωσιν αὐτοῖς ἐν εἴδει λύτρων, πρὸς ἐξαγορὰν τῆς ἐλευθερίας των, ἀνὰ 100 λίρας ἕκαστος, ἀπέλυσαν δὲ αὐτοὺς, τὸν μὲν μετὰ εἴκοσι, τὸν δὲ μετὰ τριάκοντα ἑπτὰ ἀπὸ τῆς συλλήψεως ἡμέρας οἱ κατηγορούμενοι, ἀφοῦ ἔλαβον τὰς διακοσίας ταύτας λίρας». Καὶ τίς παρίσταται Εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ὡς Θεὸς ἀπὸ μηχανῆς; Πάντοτε ὁ Ἰωάννης Βουλπιώτης! Φαντάζεσθε, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἐγκλητηρίου σπουδαιοτάτου, περὶ καταρτισμοῦ Δικαστηρίου ἐνόρκων, συμφωνούσης ἀναμφιβόλως τῆς ὑπερασπίσεως μετὰ τῆς κατηγορίας! Ἀναγνώστης Ντοῦρος, μάρτυς, τί καταθέτει; (ἀναγινώσκει): «Οἱ πατέρες τῶν κατηγορουμένων (τῶν συλληφθέντων θέλει νὰ εἴπῃ) συνήθροισαν ἐννενήκοντα λίρας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐγὼ καὶ ἔφερον πρὸς τοὺς λῃστάς· πρὸς δὲ τοῖς ἔδωκα καὶ δύο ὡρολόγια, 2 σιλάχια χρυσᾶ, 3 σταυρωτὰ τσόχινα, ἅτινα ἔλαβον οἱ λῃσταὶ καὶ ἀφῆκαν ἐλεύθερον τὸν Δημήτριον Ι. Λάμπρου, ἐκράτησαν δὲ τὸν Εὐθύμιον Κ. Λάμπρου, καὶ ἐζήτουν ἄλλας 100 λίρας! — Διὰ τὸν ἄλλον αἰχμάλωτον ἔλαβον ἑτέρας ἑκατὸν λίρας χρυσᾶς ὀθωμανικὰς, τὰς ὁποίας ἔφερε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κωστούλας Ἀλακούτσης, καὶ ἀπέλυσαν τὸν αἰχμάλωτον». «Ἐρ.—Πόσα χρήματα ἐν συνόλῳ ἔλαβον οἱ λῃσταί; «Ἀπ.—Εἰς μετρητὰ καὶ εἰς διάφορα ἄλλα πράγματα περὶ τὰς 250 λίρας Ὀθωμανικάς. «Ἐρ.—Οἱ λῃσταὶ ἐκακοποίησαν τοὺς αἰχμαλώτους; «Ἀπ.—Ὅταν ἐγὼ ἐπῆγα τὰ πρῶτα λύτρα, ἔμπροσθέν μου ἐκακοποίησαν τὸν Εὐθύμιον Κ. Λάμπρου». Ἕτερος μάρτυς, Κωνσταντῖνος Λάμπρου (ἀναγινώσκει): «Καὶ κατόπιν ἐστείλαμεν 50 λίρας, ἃς δὲν ἐδέχθησαν, καὶ ἠθέλησαν νὰ κόψωσι τοὺς αἰχμαλώτους». Κωστούλας Ἀλακούτσης (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν ἐγὼ ἐπῆγα ἑτέρας ἑκατὸν λίρας, ἃς δὲν ἐδέχθησαν, καὶ ἐζήτουν νὰ κόψουν τὰ παιδιά». Καὶ ἀκούσατε, Κύριοι, τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συλληφθέντος αἰχμαλώτου (ἀναγινώσκει): «Μᾶς ἔπιασαν, μᾶς ἔδεσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὸν λαιμὸν καὶ μᾶς μετέφερον εἰς τὴν θέσιν Μελίσσια.—Ἐρ. Σᾶς ἐκακοποίησαν; —Ἀπ. Μᾶς ἔδερναν ἀδιακόπως καὶ μᾶς εἶχον δεμένους εἰς τὸν λαιμὸν, τρεῖς φορὰς δὲ ἠθέλησαν νὰ μᾶς φονεύσουν μὲ τὸ γιαταγάνι καὶ μὲ τὸ τουφέκι.» Ἄλλος, ὁ πατὴρ τοῦ παθόντος (ἀναγινώσκει): «Τότε ἐγὼ ἔφυγα, καὶ ἦλθον εἰς τὸ χωρίον μου, ὅπου ἐπωλήσαμεν ὅλα μας τὰ πράγματα καὶ οἰκονομήσαμεν ἑκατὸν λίρας, καὶ τρία σταυρωτὰ, 4 ζεύγη τσαρουχίων, 2 σελλάχια χρυσᾶ καὶ 2 ὡρολόγια». Καὶ ἤδη θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν λῃστείαν, ἣν ἐνήργησε κατὰ τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ. Κατηγορούμενοι ὁ Ἀλέξιος Τάκης καὶ ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος· διότι περὶ τούτων πάντοτε πρόκειται. Τὰ πρακτικὰ εἶναι τῆς 1 Ἰουνίου 1887 ἔτους’ καταδικάζονται δὲ οὗτοι μόνον εἰς 20 ἐτῶν δεσμά. Ἀκούσατε δὲ, παρακαλῶ, τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς. Ὅτι περὶ ὥραν 4 μ. μ. τῆς 26 ἢ 27 Ἰουλίου 1885 ἡ αἰχμαλωτισθεῖσα Ἑλένη Γ. Καραγιαννοπούλου μετὰ τῆς ἐν Μετσόβῳ διδασκαλίσσης Βασιλικῆς Μπιάζη καὶ τῆς μητρός της Πολυξένης, μετέβησαν χάριν περιπάτου ἔξωθεν τοῦ Μετσόβου, εἰς θέσιν Ἅγιος Γεώργιος, ἔνθα γίνεται ὁ συνήθης περίπατος, μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν συναντήσασαι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην τὴν Εὐδοκίαν Ἀβέρωφ μετὰ τοῦ συζύγου της Στεργίου Τζουανοπούλου καί τινος ἄλλης συγγενοῦς των, παρέμενον χάριν περιπάτου μέχρι τῆς 6ης ὥρας, ὁπότε ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον αὐτῶν τέσσαρες ἄγνωστοι, φέροντες λερὴν φουστανέλαν καὶ μανδύας στρατιωτικούς, ἄνευ καλύμματος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ ὡπλισμένοι δι’ ὅπλων, μαχαιρῶν καὶ πολυκρότων, οἵτινες ἀμέσως ἐσταμάτησαν αὐτοὺς, δύο δὲ ἐκ τούτων συνέλαβον ἐκ τῶν βραχιόνων τὴν Ἑλένην Καραγιανοπούλου, μὴ ἀντιστᾶσαν». Δηλαδὴ ἡ ληστεία ὑπὸ τὰς ἐπιβαρυντικωτάτας περιστάσεις, προβλεπομένη καὶ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 364 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τοῦ τιμωροῦντος μὲ θάνατον τοὺς λῃστὰς, τοὺς ἐνεργήσαντας λῃστοπραξίαν εἴτε ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ, εἴτε ἐν μὴ δημοσίᾳ ὁδῷ, ἀλλὰ βαρέως τραυματίσαντας τὸν λῃστευθέντα (ἀναγινώσκει): «Οἱ δὲ ἕτεροι δύο, ἐξακολουθεῖ τὸ ἐγκλητήριον, ἀπεπειράθησαν νὰ ἀπαγάγωσι τὴν Εὐδοκίαν Ἀβέρωφ, ἀλλ’ αὕτη ἀντέστη, ὑποβοηθουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ συζύγου της Τζουανοπούλου, ὑπέκυψεν ὅμως κατόπιν καὶ αὕτη εἰς τὴν θέλησιν τῶν λῃστῶν, ἀφοῦ οὗτοι ἐπιτεθέντες ἐτραυμάτισαν κατὰ τὴν κεφαλὴν τὸν ἀνθιστάμενον τῆς Εὐδοκίας σύζυγον. Ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο ταῦτα, ἐνεφανίσθησαν ὀκτὼ ἄλλοι λῃσταὶ, οἵτινες, ἑνωθέντες μετὰ τῶν λοιπῶν, παρέλαβον τὰς ὡς εἴρηται δύο γυναῖκας καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰ ὄρη, βαδίζοντες δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς, μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης, ὅτε ἔφθασαν εἰς πυκνόν τι δάσος ἐκ πεύκων, ἐκεῖ δ’ ἀναπαυθέντες μέχρι τῆς πρωΐας, ἠγέρθησαν καὶ βαδίσαντες ἐπὶ ἀποκρήμνων ὀρέων καὶ δυσβάτων ὁδῶν, ἀνῆλθον εἰς τι ὄρος, ἔνθα παρέμενον φυλάττοντες ἐπὶ ἕνδεκα ἡμέρας τὰς αἰχμαλώτους. Ὅτι μετὰ ταῦτα οἱ λῃσταὶ μετέφερον τὰς αἰχμαλώτους εἰς ἄλλην θέσιν δασώδη, ἔνθα κρατήσαντες αὐτὰς μέχρι τῆς 12 Αὐγούστου, ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπηλευθερώθησαν, διεπραγματεύοντο τὴν ἀπολύτρωσιν μετὰ τοῦ ἀπεσταλμένου ὑπὸ τοῦ Ἀβέρωφ ἐπιστάτου τῶν κτημάτων αὐτοῦ Ν. Μήτσα, ὅστις παρέδωκεν εἰς τοὺς λῃστὰς τὰ συμπεφωνηθέντα λύτρα, ἤτοι 7,400 λίρας ὀθωμανικάς». Δηλαδὴ 200 χιλιάδας δραχμῶν! Βλέπω, ὅτι ἐκπλήττεσθε, κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε ἔν τινι προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτε ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἀξιοῦντες, ὅτι οἱ φίλοι αὐτῶν ἔχουσιν οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἐσκέφθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ποιήσωνται τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῶν συνδυασμοὺς, καὶ ἀφθόνως εἰσέῤῥευσεν ὁ χρυσὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ. Λοιπὸν 7,400 λίρας! Ἀλλὰ μόνον ταῦτα; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Καὶ διάφορα ἄλλα πολύτιμα εἴδη, ἤτοι τέσσαρα ὡρολόγια χρυσᾶ μὲ τὰς ἁλύσους, μίαν ὁμοίαν χρυσῆν, ἑτέραν ἀργυρὰν τοῦ λαιμοῦ, ἓν δακτυλίδιον χρυσοῦν μὲ ἀδάμαντα, ἀξίας ἑκατὸν λιρῶν, ἓν μενταλιὸν μὲ πολλοὺς ἀδάμαντας, δύο τάσια ἀργυρᾶ κλπ. παρέλαβε καὶ ἀπηλευθέρωσε τοὺς αἰχμαλώτους, ὧν ἡ ζωὴ ἐτέθη εἰς προφανῆ κίνδυνον ἐκ τῶν κακουχιῶν καὶ στερήσεων, ἃς ὑπέστησαν, καὶ τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ ἀπειλῶν τῶν λῃστῶν, οἵτινες ἐπὶ δεκαεπτὰ ὅλας ἡμέρας κατεκράτησαν παρανόμως τὰς αἰχμαλώτους, ἀπαγαγόντες αὐτὰς ἀκουσίως εἰς δασώδη καὶ ἀπόκρημνα μέρη, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἁρπαγεῖσαι ἀφῃρέθησαν τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ κατηγορεῖ αὐτοὺς ὡς παραβάντας τὸ ἄρθρον 364 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ τοιαύτην λῃστείαν, ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ γενομένην, (διότι ἠκούσατε, ὅτι ἐγένετο ἐν τῷ δημοσίῳ περιπάτῳ,) καὶ καθ’ ἣν ἐξετελέσθησαν βιαιοπραγίαι καὶ τραυματισμοὶ ἐπικίνδυνοι κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς συζύγου, ὅστις ὥρμησεν ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδίας γυναικὸς, ὅπερ λέγω τοιαύτην λῃστείαν τιμωρεῖ, καὶ δικαίως, μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Καὶ ἐπὶ τῇ ποινῇ τοῦ θανάτου ἐγκαλεῖ αὐτὸν ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεύς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι λέγω ταῦτα, μὴ ἔχων πλήρη τὴν δικογραφίαν τῆς λῃστείας Ἀβέρωφ, διότι ἤδη, κατ’ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Κερκύρας, ἀπὸ τῆς 10ης Μαρτίου 1888 ἔτους ἔχει σταλῆ αὕτη εἰς τὸν Ἀνακριτὴν Ἄρτης. Ἐννέα ὅλους μῆνας εὑρίσκεται ἡ δικογραφία εἰς τὴν Ἄρταν χάριν ἀνακρίσεων, ἀλλὰ τίς οἶδε, μήπως ἐξ ὀπισθοβουλίας καὶ φιλοτεχνηθείσης ἀμύνης, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐνταῦθα ὁλόκληρον αὐτὴν, καὶ μὴ ὦμεν κύριοι ἐν δικαιώματι νὰ ἐρευνήσωμεν αὐτὴν, ὡς ἐμπρέπει εἰς δικανικοὺς ἄνδρας. Τὰ βουλεύματα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰ ἐγκλητήρια τῆς Εἰσαγγελίας, πλὴν οἱ ἔνορκοι δὲν δέχονται τὴν λῃστείαν ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ καὶ ὅτι ἐβλήθη τινὸς εἰς κίνδυνον ἡ ζωή, καὶ δὲν δέχονται, ὅτι ἐτέθη εἰς κίνδυνον ἡ ζωὴ τοῦ συζύγου, διότι πάντοτε ὄπισθεν τῶν δικογραφιῶν Τάκη καὶ Ῥοκοφύλλου ἵσταται ὑψηλός τις καὶ παχὺς καὶ ἀόρατος προστάτης, ὅστις, ὁτὲ μὲν διὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως, ὁτὲ διὰ τοῦ Προέδρου, ἄλλοτε μὲν διὰ τῶν ἐνόρκων, ἄλλοτε δὲ τίς οἶδε διὰ τίνων μέσων, ἅτινα δυστυχῶς ἡμεῖς ἐδῶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, φροντίζει νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν ζωὴν τηλικούτων ἀποτροπαίων τεράτων. Ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτυρικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ δημοσίᾳ ἡ ὁδὸς καὶ εἰς κίνδυνον ὑπεβλήθη ἡ ζωὴ τοῦ συζύγου τῆς ἑτέρας αὐτῶν. Τὰ βουλεύματα, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι δέχονται τὴν δημοσίαν ὁδὸν, καὶ τὰ τραύματα καὶ τὴν λῃστείαν, διότι ἄλλως δὲν ἐδύνατο ὁ Εἰσαγγελεὺς τοιαύτην κατηγορίαν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῷ δημοσίῳ αὐτοῦ ἐγκλητηρίῳ. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τὰ πρακτικὰ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἤτοι τὴν ἔνορκον βεβαίωσιν τῶν πραγμάτων (ἀναγινώσκει): «Προσῆλθεν ἕτερος μάρτυς,.... ὅστις ἐρωτηθεὶς εἶπεν, ὅτι ὀνομάζεται Νικόλαος Θεμελῆς. Μῆτσος καὶ ἐξετασθεὶς κατέθεσεν ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἀνακρίσει προσθεὶς, ὅτι κατὰ τὴν αἰχμαλωσίαν ἐπῆγεν, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τῶν λῃστῶν, καὶ ἐκάθησε πέντε ὥρας μαζῇ των, κατόπιν ἐξαναπῆγε 5 ἢ 6 φορὰς, τὴν τελευταίαν τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ ἴδῃ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀβέρωφ, ἥτις, ἅμα ἰδοῦσα αὐτὸν, ἐνηγκαλίσθη κλαίουσα, ἔμεινε δὲ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν 6 ἢ 7 ὥρας μετὰ τῶν λῃστῶν, ὅτι, ὅτε τοῖς προσεκόμισε τὰ λύτρα, 7400 λίρας ὀθωμανικὰς, 4 ὡρολόγια χρυσᾶ καὶ πλεῖστα ἄλλα κοσμήματα, ἦσαν παρόντες ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι καὶ τὰ ἐμετροῦσαν, τὰ ἐκτυποῦσαν δὲ εἰς λίθον, ὅπως ἴδωσιν, ἂν ἦναι νόθα ἢ γνήσια, καὶ ἀναγνωρίζει καὶ τοὺς τέσσαρας κατηγορουμένους, οἵτινες τότε ἦσαν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, καλλίτερον ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του. Ὅτι ὁ δρόμος, ὅπου διεπράχθη ἡ λῃστεία, εἶναι δημόσιος καὶ ἁμαξωτός». Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία ὑπάρχει, καὶ ἂς φέρωσιν ὅσας δήποτε ἐνταῦθα ἐτυμηγορίας, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐπιεικῶς καὶ διὰ μέσων παρανόμων δὲν ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου οἵαν ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν τὰ βουλεύματα καὶ ἐγκλητήρια τοῦ Εἰσαγγελέως. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ Τάκης κατεδικάσθη τῇ 1ῃ Ἰουνίου 1887 ἔτους, ὡς εἶπον, εἰσελθὼν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος. Δικαιολογεῖται τώρα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἠκούσατε σειρὰν τοιούτων ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκκοφύλλου, λέγων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κεφαλικὴν ποινὴν κατὰ τοῦ Τάκη διὰ πρᾶξιν, ἣν εἶχεν ἐνεργήσει κατὰ τὸ 1875 ἔτος, ὡς ἐκ τοῦ νεαροῦ δῆθεν τῆς ἡλικίας; καὶ διότι δῆθεν μιᾶς καὶ μόνης πράξεως ἐγένετο τότε ἔνοχος, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τοῦ 1875 ἐγένετο ἔνοχος φοβερᾶς ἀποπείρας δολοφονίας, μισθωθεὶς ἐπὶ χρήμασι; καὶ ἀφοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἂν δὲν ἐτίθεντο εἰς ἐνέργειαν μέσα καὶ ἰσχυραὶ προστασίαι διὰ πάσας τὰς πράξεις, ἅστινας ἐντεῦθεν ἀπηρίθμησα, ἔπρεπε νὰ καταδικασθῶσιν εἰς θάνατον καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ Τάκης; Ἐν τίνι συγγράμματι περὶ ποινῆς, καὶ εἰδικῶς περὶ τῆς τοῦ θανάτου, εὗρε παρομοίας θεωρίας ἡ ἔξοχος νομικὴ ἱκανότης τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ; Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἐκ τῶν νόμων, οὕς ἐσπουδάσαμεν, καὶ ἐκ τῶν συγγραφέων, οὓς ἀνέγνωμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ὅλος ὁ βίος καὶ ὅλος ὁ χαρακτὴρ τοῦ καταδικασθέντος, καὶ ἐξετάζονται πᾶσαι αἱ προγενέστεραι καὶ μεταγενέστεραι πράξεις ἐκείνης, δι’ ἣν κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἥτις ἄλλως, προκειμένου περὶ Τάκη, ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὴ νὰ σύρῃ κατ’ αὐτοῦ τὸν πέλεκυν τοῦ δημίου. Καὶ μετὰ τοιαύτην φιλοσοφικὴν καὶ πλήρη καὶ ἀμερόληπτον ἐξέτασιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν πολυτιμότερον ἀδάμαντα τοῦ Στέμματος, ὅστις εἶναι ἡ προνομία τῆς χάριτος, καὶ νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτοῦ, ὅπως σώσῃ τὴν κεφαλὴν καταδίκου! Ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀπηντήσαμεν οὐδ’ ἐν τοῖς νόμοις τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν νεωτέρων πολιτειῶν, οὐδ’ ἐν τοῖς συγγραφεῦσι, τοῖς περὶ θανατικῆς ποινῆς συγγράψασιν, οὐδ’ ἐν τοῖς ποινικολόγοις καὶ τοῖς φιλοσόφοις, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ μίαν μηχανὴν ἣν νὰ κορδίζῃ, καὶ ἐκ τῆς μηχανῆς ταύτης, ἀνοιγομένης, νὰ ἐμφανίζηται ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαίφνης, ὁτὲ μὲν χειρονομῶν ὡς Εἰσαγγελεύς, ὁτὲ δὲ ὡς Πρόεδρος, διευθύνων τὰς συνεδριάσεις τῶν Κακουργιοδικείων, καὶ νὰ ὑπεραμύνηται, ὅπως σώσῃ τοὺς πολιτικοὺς αὑτοῦ φίλους, ἐκείνους, οὓς ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δημοσίᾳ ἔγραψε, καὶ ἐδέχθη τὴν εὐθύνην τῶν γραφέντων, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐφιλοξένουν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὑτῶν οἱ ἀδελφοὶ Βουλπιῶται ἐν Μεσολογγίῳ, «χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων», ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ γράψῃ ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν», περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ πεπτωκότος αὑτῶν δικαίου. Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες χαρίζουσι τοιουτοτρόπως τὰς κεφαλὰς τοιούτων δημίων; Ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ὤκνησαν, εὐθὺς μετὰ τὴν Βουλευτικὴν ἐκλογὴν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, εἴκοσι καταδίκους νὰ στείλωσιν εἰς τὸν Ἅδην· καὶ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀνεγινώσκετε εἰς μεγαλοσχήμους ἐφημερίδας τοὺς πλόας τῆς λαιμητόμου, καὶ ἐβλέπετε ποικιλομόρφους μορφὰς, δημοσιευομένας ἐν ταῖς πρώταις σελίσι μεγαλοσχήμων ἐφημερίδων, μορφὰς τεράτων, ἅτινα ἀπεκεφάλισεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν φείδονται ἄρα τοῦ αἵματος ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶναι φίλοι αὑτῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφείσθησαν τοῦ αἵματος τοῦ Μπογιάτη, συμπολίτου τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀντιπάλου πολιτικοῦ, ὅστις κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ἐνῷ οἱ μάρτυρες κατηγγέλθησαν ἐπὶ ψευδορκίᾳ καὶ ἐνῷ διεξήγοντο ἀνακρίσεις πρὸς βεβαίωσιν ἢ οὐ τῆς ψευδορκίας, ἧς συνεπείᾳ κατεδικάσθη εἰς θάνατον ὁ Μπονάτης, καὶ ἐνῷ ἐκκρεμεῖς οὕτως ἵσταντο αἱ ἀνακρίσεις κατὰ τῶν ψευδομαρτύρων, — τῶν πραγματικῶν ἢ οὔ, δὲν ἐξετάζω σήμερον, — ὁ πέλεκυς τοῦ δημίου ἀπεχώρησε τὴν κεφαλὴν τοῦ Μπονάτη ἐκ τοῦ σώματος, διότι, ὡς λέγουσι, δὲν ἦτο πολιτικὸς φίλος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν...

§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμοῦ ἀπευθύνετε, εἶναι τοσοῦτον βαρεῖα, ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι, πρὶν ἀπευθύνητε αὐτὴν, ἠθέλετε ζητήσει νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα, διότι ὑποθέτω, ὅτι τίμιος ἄνθρωπος, ἀπευθύνων τοιαύτην κατηγορίαν, ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ καλῶς τὰ πράγματα πρὶν τὰ ἐκθέσῃ. Χρεωστῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, ἂν ὁ Μπονάτης ἦναι ἀντίπαλος ἢ ὄχι, ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἵνα ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου πρὸ πολλῶν ἐτῶν θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐξετελέσθη, ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω τὸ ἀποτρόπαιον τῆς ἐκτελέσεως ταύτης, παρεκάλεσα δ’ ἐπιμόνως καὶ πολὺ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, καὶ ἐζήτησα καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, ἵνα ὑπὲρ τῆς χάριτος συνηγορήσῃ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔμεινεν ἄκαμπτος, καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν παράκλησιν ἡμῶν ταύτην.

§109ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρώτη φράσις, ἐξ ὅσων εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ Μπονάτη, εἶναι, ὅτι ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἀναδέχομαι εὐθύνην περὶ τῆς ἀληθείας τούτων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας Μπονάτη κατηγγέλθησαν ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ; Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε. Βεβαίως δὲν ἀπαντᾶτε, διότι διατάσσει ὑμᾶς οὕτως ὁ Πρωθυπουργὸς,.... ὅστις ἀπεκώλυσε καὶ προχθὲς τὸν κύριον....

§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν βλέπετε, ὅτι ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ ἀπαντήσω....

§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἡμέραν τινὰ, ὅτι τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτράβηξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ ἐπενδύτου, καὶ ἀμέσως οὗτος ἐκάθησε.

§112ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀπαντῶ.

§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἀκούω.

§114ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατηγορία ἐγένετο κατά τινων τῶν μαρτύρων ἐπὶ ψευδορκίᾳ· δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ μάρτυρες οὗτοι πράγματι ἐψευδομαρτύρησαν· ἠξεύρω μόνον, ὅτι ἀνακρίσεις διεξάγονται.

§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν βεβαιοῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ἐνῷ κατηγγέλθησαν μάρτυρες ἐπὶ ψευδορκίᾳ, συνεπείᾳ τῶν μαρτυριῶν τῶν ὁποίων ὁ Μπονάτης κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ἐνῷ αἱ ἀνακρίσεις κατὰ τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν μαρτύρων δὲν ἐπερατώθησαν, ὁ πέλεκυς τοῦ δημίου ἀπέκοψε τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀτυχοῦς Μπονάτη. Καὶ λέγω ταῦτα ἐν γνώσει πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τῆς δίκης ταύτης. Διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔχω ἐν τῇ μικρᾷ βιβλιοθήκῃ μου, (διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν καὶ μικρὰν βιβλιοθήκην, ἐπειδὴ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τινων ἡμερῶν ἀνέγνων ἔν τινι μεγαλοσχήμῳ ἐφημερίδι, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν, ὡς μὴ ἔχοντες δῆθεν οὔτε βιβλία ἐν ταῖς ἡμετέραις οἰκίαις,) ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν, ὅτι ἔχω ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ μου ὁλόκληρον φυλλάδιον, πραγματευόμενον ἐν ἄκρᾳ λεπτομερείᾳ τὰ τῆς δίκης Μπονάτη, καὶ ἐκθέτον τὴν εὐθύνην ἐκείνου, ὅστις, οὑτωσεὶ ἐκκρεμοῦς ἱσταμένου τοῦ ζητήματος διὰ τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τῶν μαρτύρων κατηγορίας ἐπὶ ψευδορκίᾳ, ἀφῆκε τὸν πέλεκυν τοῦ δημίου νὰ πέσῃ καὶ νὰ ἀποχωρίσῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ πολιτικοῦ ὑμῶν ἀντιπάλου, διότι τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε. Δὲν λέγω, ὅτι ἐδώσατε τοιαύτην ἐντολὴν, ἀλλὰ συμπίπτει μία σύμπτωσις ἀρκετὰ δυνατή.

§116ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιμονή σας, μετὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἀποτελεῖ ἀτιμίαν.

§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν λέξιν ταύτην στρέφω ἐναντίον σου. Καὶ βεβαίως τοιαύτας λέξεις θέλουσιν εἰπεῖ περὶ ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ θάῤῥος ἐντεῦθεν ἐπὶ τέσσαρας ἤδη ὁλοκλήρους ὥρας νὰ καταγγέλλῃ τὰ ἐγκλήματα αὐτῶν. Τὴν ἀτιμίαν λοιπὸν τὴν ἀποδίδω εἰς τὸ πρόσωπόν σου.

§118ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λέξεις καὶ τίποτε ἄλλο.

§119Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ὑβρίζουσι τοὺς ἀγορεύοντας.

§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν φθάνει ἡ ὕβρις του μέχρις ἐμοῦ. Σᾶς ἐκαυτηρίασεν ἡ ἀγόρευσίς μου, καὶ τρέμετε, καὶ διὰ τοῦτο ὑβρίζετε καὶ προπηλακίζετε. Λοιπὸν αὐτὰς τὰς ὕβρεις τὰς στρέφω ἐναντίον σου, διότι εἶσαι ἄξιος τοιαύτης ὕβρεως, μοχθηρὲ καὶ αὐθάδη Ὑπουργέ!

§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθην ν’ ἀπευθύνω ὑμῖν. Αὐτὸ καὶ μόνον (εὖγε!).

§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ προχωρήσω, ἀδιαφορῶν πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ προεκάλεσεν ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, δὲν γνωρίζω τί σκεπτόμενος, ὅτι δύναται νὰ κερδίσῃ. Ἠκούσατε ἐπανειλημμένως τὸ ὄνομα Γρανίτσα τινὸς δημάρχου. Καὶ οὗτος, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ βούλευμά τι ἀπαλλακτικὸν ὡς Δήμαρχος καὶ ὡς μὴ μετασχὼν δῆθεν εἰς προστασίαν ληστοσυμμοριῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς τὰ πράγματα τοῦ τόπου περιῆλθον, οὐδεμίαν πλέον ἔχω οὔτε ἐκ βουλευμάτων, οὔτε ἐκ δικαστικῶν ἀποφάσεων πεποίθησιν. Τί βουλεύματα καὶ τί δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ὅταν, Κύριοι, ἐπὶ τοσαύτας ὥρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀμερολήπτως ἐκθέτωμεν δυνάμει τίνων ἀποκρύφων ἐνεργειῶν τὰ βουλεύματα καὶ αἱ ἀποφάσεις, καταρτίζονται; Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, ἔγγραφα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ Παπαμιχαλοπούλου, ῥητῶς καταγγέλλοντα τὸν Γρανίτσαν, ὡς διατρέφοντα λῃστὰς ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ. Καὶ ποίους, Κύριοι, λῃστάς; Τὸν Τάκην καὶ τὴν συμμορίαν αὐτοῦ. Εἶναι τὸ ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 18,410 τοῦ ἔτους 1885 (ἀναγινώσκει): «Βασίμους ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἔτι ὁ λήσταρχος Ἀποστολάκης μετὰ τοῦ ὀπαδοῦ αὐτοῦ διῆλθεν ἐκ τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν καὶ διέτριψε μάλιστα παρὰ τοῖς συγγενέσι καὶ τοῖς φίλοις αὐτοῦ, ἤτοι ἐν Σκυλίστᾳ μὲν παρὰ τῷ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρῷ αὐτοῦ Γεωργίῳ Καραγκούνη, ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲ παρὰ συγγενέσιν αὐτοῦ καὶ παρὰ τῷ Δημάρχῳ Ἀπεραντίων, μεθ’ οὗ, ὡς μανθάνομεν, εἰς στενὰς διατελεῖ σχέσεις καὶ συναιτερισμοὺς συμφερόντων». Καὶ ὁ δήμαρχος Ἀπεραντίων εἶναι ὁ Γρανίτσας, ὁ συγγενὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ συγγενὴς τοῦ Ἐφόρου, τοῦ μεταβάντος ὡς μάρτυρος ὑπερασπίσεως εἰς τὰ Τρίκκαλα. Ἕτερον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ἐπισημοτάτης δηλ. ἀρχῆς τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ὑπ’ ἀριθ. 20,097 τῆς 29 Ἰουλίου 1885 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ ληστάρχου Ἀποστολάκη Κωστάκη καὶ τοῦ ὀπαδοῦ αὐτοῦ Τάση Τζουμάκη ἀπομένουσιν ἐκ τῶν γνωστῶν λῃστρικῶν καὶ ἐπίσης ἐπιφόβων συμμοριῶν αἱ τοῦ Τάκη καὶ Δράκου, αἵτινες, ἐγκληματοῦσαι ἐν τῷ Τουρκικῷ, εἰσέρχονται καὶ εὑρίσκουσιν ἀσυλίαν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, ἡ μὲν τοῦ Τάκη καθὼς καὶ τοῦ φονευθέντος Ἀποστολάκη ἐν Καλλαῤῥύταις παρὰ τοῦ γνωστοῦ λησταποδόχου Γιαχνῆ, ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲ κατὰ τὸν δῆμον Ἀπεραντίων παρὰ τοῦ Δημάρχου. Ἐν τῷ δήμῳ λοιπὸν Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας εὑρίσκουσιν ἄσυλον οἱ λησταὶ παρὰ τῷ Δημάρχῳ. Ἕτερον ἔγγραφον: «Νομάρχας Ἄρτης καὶ Αἰτωλίας καὶ ἔπαρχον Τζουμέρκων». (Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπ’ ἀριθ. 22,283, ἐν ᾧ καταγγέλλονται οἱ Δήμαρχοι). Καὶ κατάθεσις μάρτυρος σπουδαιοτάτου, τοῦ Κωνσταντίνου Βοτσαΐτου (ἀναγινώσκει): «Ἐγεννήθην καὶ κατοικῶ εἰς Μεσολόγγιον, διαμένω ἐνταῦθα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, Ἀνθυπομοίραρχος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ χριστιανός. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν δήμαρχον Ἀνδρέαν Γρανίτσαν, παρὰ τῶν αὐτῶν ποιμένων ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ὁ Γλάγκος, τῇ συστάσει τοῦ εἰρημένου Δημάρχου, ὑπέθαλπε τὸν ληστὴν Τάκην καὶ τὴν συμμορίαν του». Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν γινώσκοντα τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ῥητῶς καταγγέλλοντα καὶ κατονομάζοντα τὸν δήμαρχον Γρανίτσαν, ὡς προστατεύοντα τὴν ληστρικὴν συμμορίαν Τάκη, ἔτι δὲ ἔχομεν καὶ τὴν χωροφυλακήν. Ἴσως, Κύριοι, ἠνώχλησα ὑμᾶς, διὰ μακρῶν ἐπὶ τοσαύτας ὥρας ἀγορεύσας. Ἴσως περισσότερον ὑμῶν (δεικνύων τοὺς συμπολιτευομένους) ἠνώχλησά τινας ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ἐντεῦθεν κυρίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν περισσότερον ἐξετέλεσα, ἢ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα Βουλευτὴν καθῆκον καὶ δικαίωμα. Ὅταν ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ παριστῶσιν, ἡμᾶς μὲν ὡς μὴ ἐννοοῦντας δῆθεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ὑψίστην ἐντολήν, ἣν διὰ χιλιάδων ψήφων ἐλευθέρων συμπολιτῶν ἡμῶν ἐλάβομεν, παρίστανται δὲ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ μόνοι ὡς σωτῆρες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὃν εἴδομεν πόσον ἠγάπησαν, ὅτε παρώτρυνον τοὺς Ἠπειρώτας καὶ τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν κατάληψιν τῶν χωρῶν αὐτῶν παρὰ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν. Ὅταν ἔλεγον ὁ Ἀντεισαγγελεύς, ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτός, ὅτι ἐλαφρυντικὴ περίστασις εἶναι, τὸ ὅτι οἱ λησταὶ ἐγκλημάτησαν καθ’ ὑπηκόων Τούρκων, ἀλλὰ Χριστιανῶν τὸ θρήσκευμα καὶ ὁμοφύλων ἡμῶν. Ὅταν, λέγω, οὕτω πως πολιτεύωνται, οὐδαμῶς δικαιοῦνται νὰ λέγωσι περὶ ἡμῶν μὲν, ὅτι δὲν γινώσκομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτοὶ δὲ ἦλθον δῆθεν ἐδῶ, ἵνα σώσωσι καὶ Ἑλληνισμὸν καὶ Ἑλλάδα, καὶ πεπτωκότας νόμους καὶ ἀδικουμένους πολίτας. Καὶ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάλληλος στιγμή, μετὰ τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν πάντων τούτων τῶν ἐγκλημάτων, ὧν ὅμοια βεβαίως δὲν ἠκούσατε μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθέντα, νὰ ἴδωμεν, ὁποία τις τυγχάνει ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἐνασκήσαντος τὴν προνομίαν τῆς χάριτος ὑπὲρ τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ροκοφύλλου. Καὶ τί λέγω ὁποία τις εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποία τις ἡ εὐθύνη ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διατί; Διότι δὲν εἶχον παρέλθει πολλαὶ ἡμέραι καὶ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι ἐπὶ τῇ πράξει τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν φίλων αὐτῷ ἐφημερίδων, καὶ ἐζήτησε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς πλειονοψηφίας τὸν συνάδελφον αὐτοῦ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔχω τὸν φάκελλον, τὸν περιέχοντα τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ μετεβλήθη ἡ ποινὴ τοῦ Τάκη καὶ Ῥοκοφύλλου· ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἔχω ἐπίσης καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν χαρίτων, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ἄνακτα, συνυποβαλὼν αὐτῷ τὸ πρὸς ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν Τάκην καὶ Ῥοκόφυλλον καὶ ἄλλους Βασιλικὸν Διάταγμα. Λέγει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι «εὑρίσκει ὀρθὴν καὶ δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς». Εὑρίσκει, λέγει, ὀρθὴν καὶ δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς. Καὶ τώρα, Κύριοι, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν αὐτὴν τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων, ἵνα ἴδητε, τί λέγει περὶ Τάκη καὶ Ῥοκοφύλλου καὶ ἄλλων τινῶν, κατωτέρας, ἢ καὶ ἴσης περιωπῆς, κακούργων. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ γνωμοδοτικὴ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν, περὶ ὧν καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καθῆκον εἴχομεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι πιστῶς ἐκτελοῦσι τὸ ἱερώτατον τοῦτο τῶν καθηκόντων· διότι ἴσα πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν δίδοντα καὶ ἀπονέμοντα τὴν χάριν, ἵστανται αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι, αἵτινες προμελετῶσι καὶ προεξετάζουσι τὰς δικογραφίας ἐμβριθῶς καὶ δικαίως καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἐκφέρουσι τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐν συνειδήσει ἀποφαινόμεναι. Καὶ τίνες νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι οἱ ἄνδρες οὗτοι, περὶ ὧν ὁμολογουμένως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶχον τὴν ἀρίστην ἰδέαν; Ὁ κ. Καρατζᾶς, Εἰσαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις ἐνταῦθα, ὁ κ. Γαλιάτσας, Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν ἐνταῦθα, ὁ κ. Πετσάλης, Τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Μαντζούφας, Εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ ὁ κ. Παππαφράγκος, Γενικὸς Γραμματεὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ συγγενὴς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.... Παρακαλῶ μίαν στιγμὴν, ἵνα συσχετίσωμεν.

§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§124ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὑμῶν περὶ τῶν ποικίλων καὶ τερατωδῶν αὐτῶν ἐγκλημάτων. Δὲν ἐκράτησα τὸν ἀριθμὸν, διότι εἶναι ἀτελεύτητος, ἀλλ’ ὑμεῖς ἴσως ἐκρατήσατε αὐτὸν, καὶ ἐμείνατε ἔκπληκτοι ἀπέναντι τῶν φοβερῶν κακουργημάτων, ἅτινα πάντα εἰσὶ ληστεῖαι ἐν δημοσίαις ὁδοῖς, καὶ μετὰ πληγῶν καὶ βασάνων, φόνοι ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως, ἑνώσεις, ἁρπαγαὶ ἀνθρώπων, ἐκβιάσεις, ἀφαιρέσεις χιλιάδων λιρῶν, αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ κακουργήματα, ἀποκοπαὶ ῥινῶν καὶ ὤτων καὶ μαστῶν τῆς γραίας θείας τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ἔγγραφα ἀξιωματικῶν ἀριθμοῦσι μυρία ἐγκλήματα, γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ἔγγραφα πασῶν τῶν Διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀκόμη, χαρακτηρίζουσιν αὐτὸν ὡς τὸν ἐπιφοβώτατον τῶν κακούργων, τὸν ἀρχηγὸν κατόπιν τῆς ληστοσυμμορίας Τάκη. Ὅμοιος δ’ αὐτῷ ἀναμφιβόλως καὶ οὗτος. Καὶ περὶ αὐτῶν, Κύριοι, τῶν ἀνθρώπων ἰδοὺ τί γνωμοδοτοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους: «Ἐπειδὴ πολλαὶ καὶ ἐλαφρυντικαὶ (!) περιστάσεις προκύπτουσιν, ἐκ τῆς μελέτης ἐξαγόμεναι, δικαιολογοῦσαι τὴν μεταβολὴν τῆς ποινῆς, καθότι καὶ τὸ εἶδος (!) τοῦ ἐκτελεσθέντος ἐγκλήματος...» Τὸ εἶδος τοῦ ἐκτελεσθέντος ἐγκλήματος; Ληστεῖαι! Φόνοι! Τὰ ἠκούσατε: «καὶ αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθησαν!» Περιστάσεις! Τί περιστάσεις; Ἐμπρησμοὶ κατῳκημένων κτιρίων νύκτωρ, τῶν ἀνθρώπων κοιμωμένων! Ἀναιρέσεις διὰ πελέκεως κοιμωμένων ἀνθρώπων, οἵτινες ἐφιλοξένησαν αὐτοὺς! Ἀποκοπαὶ ῥινῶν καὶ ὤτων! Ληστεῖαι καὶ τυραννίαι τῶν ληστευθέντων, καὶ τὰ παρόμοια! Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἔκθεσις: «Καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν». Ποῖος τρόπος; Ὁ ἐπιφοβώτατος τῶν τρόπων: δολοφονίαι νύκτωρ, δολοφονίαι ἐπὶ μισθῷ χρηματικῷ! ληστοπραξίαι τερατώδεις! Τί κάμνουσι τέλος πάντων ταῦτα; (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ πάντα ταῦτα δὲν προδίδουν τοὺς δράστας ἀνθρώπους κακούργου ἀνεπανορθώτου χαρακτῆρος, ἐπικινδύνους δὲ τῇ κοινωνικῇ τάξει καὶ τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ (!), διὰ τοῦτο γνωμοδοτοῦμεν νὰ μεταβληθῇ ἡ ποινὴ αὐτῶν»! Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἀνεπανορθώτου κακούργου χαρακτῆρος ὁ Τάκης καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος! δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν! Καὶ εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, ἕνα ἐπικινδυνωδέστερον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ἂν δὲν ἐφοβεῖτο τὸν ἔλεγχον, βεβαίως ἤθελεν ἐκτελέσει τὴν συνταγὴν ἐφημερίδος, ἥτις ἐμέμφθη αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐπετίμησε μάλιστα, διότι δὲν ἔδωκε πλήρη χάριν εἰς τὸν Τάκην. Καὶ ποῖοι, παρακαλῶ, εἶναι ἐπικινδυνωδέστεροι ἄνθρωποι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν; Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ὧν τὰς πράξεις μίαν πρὸς μίαν ἠκούσατε, καὶ ὧν αἱ πράξεις πολλοὺς ἔστειλαν εἰς τὸν Ἅδην, καὶ πολλὰς οἰκογενείας ἀπωρφάνισαν καὶ περιουσίας πτωχῶν χωρικῶν κατέστρεψαν, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωσιν ὁμοίους αὐτοῖς ὡς πρὸς τὴν κακουργίαν. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν συνετέλεσαν, ὥστε πολὺς χρυσὸς ἐκ τῆς ὁμόρου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἶναι ταῦτα ἆρά γε, Κύριοι, ὅσα ἀνέγνων ἐν τῇ ἐκθέσει ψεύδη; Καὶ εἶναι ἀνύπαρκτα γεγονότα; Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις τῶν ἀνωτέρων αὐτῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, περὶ ὧν γίνεται καὶ σκέψις, ὅτι δὲν μισθοδοτοῦνται ἁδρῶς, ἵνα ἐκπληρῶσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἔκθεσις αὐτῶν, καὶ αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν. (Δεικνύει τὴν ἔκθεσιν). Καὶ τί πλέον νὰ ἀναμένῃ ὁ τόπος, ὅταν Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπέρτατος τοῦ νόμου προστάτης, καὶ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, οἷς ἐδόθη ἡ ἄσκησις τῆς δημοσίας ἀγωγῆς, καὶ πάντες οἱ Τμηματάρχαι καὶ οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς διέρχωνται οὕτω πως τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλεγχθείσας, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῶσι, δικογραφίας, καὶ δὲν ἐκπλήσσωνται πρὸ τοιούτων στυγερῶν καὶ ἀπανθρωποτάτων ἐγκλημάτων, καὶ φιλοτεχνῶσι καὶ γνωμοδοτῶσιν, ὅτι καὶ τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων καὶ αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθησαν, καὶ ὁ τρόπος αὐτῶν δὲν πείθουσιν αὐτοὺς, ὅτι πρόκειται περὶ κακούργων, ἐπικινδύνων τῇ δημοσίᾳ τάξει καὶ τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ; Τί, λέγω, περιμένει πλέον ὁ τόπος οὗτος, ὅταν ἀνεξάρτητοι καὶ πεπαιδευμένοι ἄνδρες, διότι παρήγγειλεν αὐτοῖς ἡ φατρία νὰ περιφρονήσωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ποιῶσι τὸν ἀτυχῆ Ὑπουργὸν νὰ ἵσταται κατηγορούμενος πλέον, καὶ οὐχὶ ὑπόδικος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Κινήσατε τὸν μηχανισμὸν, ἂν τολμᾶτε, τῆς ἀνακριτικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, παύσετε ὀχυρούμενοι ὄπισθεν πλειονοψηφίας ἄλλων μὲν πλανωμένων, ἄλλων δὲ ἐξ ἐπιεικείας κρινόντων, καὶ ἔλθετε τότε νὰ λογαριασθῶμεν, ὑμεῖς μὲν ὡς κατηγορούμενοι, ἐγὼ δὲ ὡς δημόσιος κατήγορος. Καὶ τότε θέλω ἀποδείξει, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον, εἰς Ὑπουργὸς νὰ ἐκφέρῃ κατ’ ἐμοῦ ὕβριν, ἣν ἀμέσως ἀπέδωκα εἰς αὐτόν. Διότι νομίζω, ὅτι αἱ ὕβρεις τῶν Ὑπουργῶν, ἐκφερόμεναι μάλιστα ἐν τοιαύταις στιγμαῖς τοιούτου ἐλέγχου, δὲν προδίδουσιν ἄλλο; εἰμὴ, ὅτι ἐταράχθησαν, εἰμὴ, ὅτι ἄνθρακες πεπυρακτωμένοι εἶναι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν, καὶ ὅτι σκέπτονται, μελετῶντες τὸ βάθος τοῦ μέλλοντος, ὅτι δὲν θέλουσι διαφύγει νὰ δώσωσι λόγον ἐπὶ τοιαύταις (ἂς εἴπω τὴν λέξιν, ἣν εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἐμοῦ,) «ἀκατονομάστοις πράξεσι!» Καὶ ἐν τῷ Διατάγματι τῷ Βασιλικῷ, τῷ περιλαμβάνοντι τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον, περιλαμβάνονται καὶ ἄλλοι, ἥσσονες μὲν πιθανὸν τὴν ἐγκληματικότητα, ὅμοιοι δὲ τὸν χαρακτῆρα κακοῦργοι ἄνδρες. Ἔχω, Κύριοι, δικογραφίαν τινὰ κατὰ Καπαρέλλη τινὸς, περὶ ἧς θέλω ποιήσει λόγον· καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ λύσω ἀπορίαν τινὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις, διαπορῶν ἡμέραν τινὰ, εἶπε: «Τέλος πάντων αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ ἐπάνω θὰ κουβαλήσῃ ἐδῶ πάσας τὰς δικογραφίας τῶν Εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους;» Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἤθελον τὰς δικογραφίας ταύτας, τὰς περὶ χαρίτων, δοθεισῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἵνα ἴδω, μήπως καὶ εἰς παρομοίους τῷ Ῥοκοφύλλῳ καὶ τῷ Τάκῃ ἐδώσατε χάριν, τίς οἶδε ποίους ἐκλογικοὺς συνδυασμοὺς τρέφοντες, καὶ ποίας συμφωνίας, πολιτικὰς ἢ ἐπαρχιακάς. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί γνωμοδοτεῖ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων περὶ τοῦ Καπαρέλλη, οὗτινος τὴν θανατικὴν ποινὴν μετέβαλον εἰς ἰσόβια δεσμὰ (ἀναγινώσκει): «Ἀποφαινόμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάξιος χάριτος, καὶ δέον νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπιβληθεῖσα αὐτῷ ποινὴ, καθόσον σπανίως τόσον ἀγρία πρᾶξις διεπράχθη!» Ὑποθέτω, ὅτι ποιοῦμαι κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ διακόψωμεν, διότι ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ ἀγόρευσις. Ἀναγινώσκω ὑμῖν περὶ τῆς προκειμένης πράξεως τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως (ἀναγινώσκει): «Καιροφυλακτήσας δὲ ὁ κατηγορούμενος, μέχρις ὅτου ἐκοιμήθη ὁ παθὼν, μετέβη καὶ ἔσφαξεν αὐτὸν, ἐμπήξας τὴν μάχαιραν εἰς τὸν λαιμόν του!» Μετέβη καὶ ἔσφαξεν αὐτὸν, ἐμπήξας τὴν μάχαιραν εἰς τὸν λαιμόν! Καὶ δίκαιον εἶχεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, γνωμοδοτῶν, ὅτι σπανίως τοιαύτη ἐγκληματικὴ πρᾶξις ἔλαβε χώραν. Καὶ περὶ τοιαύτης πράξεως γνωμοδοτοῦσιν οἱ δικαστικοὶ ἄνθρωποι, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ὁ Καπαρέλλης εἶναι ἀνάξιος Βασιλικῆς χάριτος. Ἄλλος, ὁ Παναγιώτης Ἀναπλιώτης, ἀδελφοκτόνος! Καὶ εἶναι ἆρά γε ὁ μόνος ἀδελφοκτόνος, ὅστις ἔλαβε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν Βασιλικὴν χάριν; Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἡμίσεως, ἀγορεύων ἐντεῦθεν περὶ ὁμοίου θέματος, ἔφερον ἐνώπιον ὑμῶν χιλιάδας δικογραφιῶν, ἃς εἶχον καταγίνει νὰ μελετήσω, ὅτι τότε ἀπέδειξα, ὅτι καὶ εἰς ἀδελφοκτόνους, καὶ εἰς πατροκτόνους καὶ εἰς πάντας τοὺς φοβερωτάτους ἐγκληματίας τῆς Ἑλλάδος οἱ κύριοι οὗτοι ἔδωκαν χάριν, ἕνεκα ἐκλογικῶν συναλλαγῶν, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ καυχώμενοι, ὅτι μόνον αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν δοῦλον Ἑλληνισμὸν ἐπὶ μεγάλαις ἰδέαις, ἐπὶ σεβασμῷ πρὸς τοὺς νόμους, ἐπὶ προαγωγῇ τοῦ Ἔθνους. Καὶ περὶ τοῦ κακούργου τούτου τί λέγει Εἰσαγγελεὺς, πράγματι σπάνιος ἐν τῇ κακῇ ἐποχῇ, ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα; Διότι ἀληθῶς ἐκπλήσσομαι, καὶ θέλετε καὶ ὑμεῖς ἐκπλαγῆ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ἀκόμη ἀκέραιοι Εἰσαγγελικοὶ ἄνδρες. Ψυχολογήσατε ἐπ’ αὐτῶν, λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔχουσι πολλοὶ μακρὸν παρελθὸν δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν πενίᾳ, ψυχολογήσατε, καὶ τεθῆτε ὑμεῖς, οἰκογενειάρχαι, εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ εἴπετε, ἂν δὲν θέλετε κλίνει τὴν κεφαλὴν, ὅταν εὑρίσκωνται Ὑπουργοὶ, οἵτινες λέγουσιν: «ἢ τὴν γνωμοδότησίν σου, ἢ ἡ παῦσίς σου! Ἢ ἡ γνωμοδότησίς σου, ἢ ἡ ἐξολόθρευσις καὶ σοῦ καὶ τῶν τετάρτων ἐξαδέλφων σου ἀκόμη!» Διότι ἐκεῖ περιάγονται τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας· δὲν εὑρίσκει πλέον δίκαιον, δὲν εὑρίσκει ἐπιείκειαν, οὐχὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀντιπολιτευομένου, οὐχὶ ὁ πατὴρ, ἀλλ’ οὐδὲ ὁ τρίτος, οὐδὲ ὁ τέταρτος ἐξάδελφος. Καὶ ἔπλασαν Ἑλλάδα, διῃρημένην εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα! Καὶ περιήγαγον τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν, δὲν λέγω τῶν κυρίων συναδέλφων Βουλευτῶν, ἀλλὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὑπάρχει ἄσπονδον μῖσος, ἐξ οὗ πολλὰ κακὰ προοιωνίζομαι τῇ Πολιτείᾳ. Εἶναι σπάνιον, λέγω, ἵνα ἐπαναφέρω τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχει Εἰσαγγελεὺς, ὅστις εἶπεν: «Εἰς τοιαύτην στυγερὰν δολοφονίαν, εἶναι αἶσχος νὰ δοθῇ Βασιλικὴ χάρις!»....

§125ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§126ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Μπράτιμος.

§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ἀραμπῆς ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν προσωνυμίαν.

§128ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴθε νὰ ἦσαν Ἀραμπῆδες οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις καὶ εἰς αὐτὸν ἐδόθη χάρις, τῇ προτάσει τῆς ῥηθείσης Ἐπιτροπῆς. Μὰ εἶναι μικρὸν πρᾶγμα τοῦτο; Πρὸς Θεοῦ, ποῦ κατηντήσαμεν! Ἀδελφοκτόνοι ἀπειλοῦσι τὴν κοινωνίαν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν; Αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ χάρις εἰς αὐτὸ τὸ τέρας. Ἀλλ’ εὗρον ἕνα δειμαλέον Ἀντεισαγγελέα Πρωτοδικῶν, νὰ γνωμοδοτήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ χάρις, καὶ βασιζόμενοι εἰς τὴν διαφωνίαν ταύτην, ἀπονέμουσιν αὐτὴν εἰς κακοῦργον, οὕτινος ὅταν ἀναγνώσησε τὴν δικογραφίαν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδένα λόγον εἶχε ν’ ἀποκτείνῃ οὗτος τὸν ἴδιον ἀδελφόν. Ἰδοὺ οἱ φάκελλοι, αἱ δικογραφίαι κατὰ σειρὰν τῶν κυρίων αὐτῶν κακούργων, διότι κυρίους πρέπει πλέον νὰ ὀνομάζῃ τις τοὺς λῃστὰς, εἰς οὓς ηὐδόκησεν ἡ Αὐτοῦ Ἐξοχότης νὰ ἀπονείμῃ τὴν Βασιλικὴν χάριν. Ἀληθῶς (διότι ὀφείλω νὰ ἦμαι δίκαιος) ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι τούτῳ εὑρίσκω καὶ γυναῖκας, καταδικασθείσας εἰς θάνατον, ὧν τὴν ποινὴν δικαίως μετέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτοῦ, χάριν τοῦ δικαίου. Εἶναι ἀληθῶς ἀπάνθρωπον νὰ ἴδῃ τις τὴν γυναῖκα, συρομένην εἰς τὴν λαιμητόμον, καὶ οὐχὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗ τὰς ἀρχὰς εἴδομεν ὁποῖαι τινές εἰσιν, ἀλλ’ ὁ αὐστηρότατος ἀρχαῖος Ῥωμαῖος, νομίζω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς κατὰ γυναικὸς, ἤθελε τρέμει καὶ συγκινηθῆ· καὶ διὰ τοῦτο εἰλικρινῶς συγχαίρω αὐτόν· ἀλλ’ ἐπιτιμῶ συγχρόνως καὶ ἐλέγχω, διότι, ἀπατῶν τὸν Βασιλέα, παρέστησε, θέλων ν’ ἀποφύγῃ δῆθεν τὴν εὐθύνην, διὰ τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς, παρέστησε, λέγω, εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ὅτι προέκειτο περὶ ἀθλίων τινῶν καὶ ἀσημάντων κακούργων, οὐχὶ δ’ ἐπικινδύνων εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ὑφῄρεσε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ λέγω ὑφῄρεσε, διότι αὕτη εἶναι ἡ νομικὴ λέξις, ἡ τὸ πρᾶγμα ἐκφράζουσα· ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἱερώτατόν τι, ἐμπεπιστευμένον εἰς χεῖρας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Ἄνακτος, ὅστις ἔχει περὶ τοσούτων νὰ μεριμνᾷ, νὰ καταγίνηται καὶ εἰς τὴν μελέτην πασῶν τῶν δικογραφιῶν, ὅταν μάλιστα ἦναι τοσαῦται, καὶ εἰς τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, ἵνα εὕρῃ, ἂν ὁ δεῖνα κατάδικος ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἄξιος χάριτος. Εἶναι λοιπὸν ὑφαίρεσις τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως ἡ τοιαύτη χρῆσις τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη, Κύριοι, μετὰ τὴν ἐξέτασιν πάντων αὐτῶν, τῶν ποικίλων καὶ δυσωνύμων καὶ τραγικῶν ἐγκλημάτων, εἰς ἀστείαν τινὰ πρᾶξιν, ἀστείαν οὐχὶ καθ’ ἑαυτὴν, διότι εἶναι σοβαρωτάτη, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰ φρικώδη κακουργήματα, ἅπερ ἠκούσατε, ἵνα ποικίλωμεν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι πραγματικῶς ἐνώπιον ἡμῶν, βουληφόροι τοῦ Ἔθνους, παρίσταται τραγῳδία, εἰς ἣν οἱ τραγικοὶ παρεμβάλλουσι κωμικά τινα πρόσωπα, ἵνα ποικίλωσι τὴν ὑπόθεσιν καὶ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἄνεσιν τῶν ἀκροωμένων. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε πρώην Καθηγητὰ τῆς Φιλολογίας; (Ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πετρίδην). Ἔρχομαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἑβραίου, τοῦ ἐν Λαρίσσῃ, ἐν ᾗ ἐπίσης ἐξηπάτησε τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ φέρει ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ καταδεικνύωμεν τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἀπρεπῶν τούτων ἐνεργειῶν, συνδεομένων πρὸς ἀλλήλας, ἐν εἴδει ἁλύσεως, διὰ διαφόρων ἀμφιβόλου φύσεως καὶ ὑπόπτων κρίκων. Ὁ Μαγὰρ εἶναι Ἑβραῖος, ὅστις, ὀργισθεὶς, δὲν γνωρίζω κατὰ τίνος ὑπαλλήλου ἐν Λαρίσσῃ, ἐπικειμένης τῆς ἐπαναληπτικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς, ἐξέφερεν ὕβριν ἀπρεπεστάτην καὶ ἀσεβεστάτην κατὰ τοῦ Βασιλέως. Εἰσάγεται ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ καταδικάζεται εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν. Τὸ θέμα εἶναι, Κύριοι, ἐπίσης ἄξιον προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐν Λαρίσσῃ ἔμελλε νὰ διεξαχθῇ, ὡς εἶπον, ἡ ἐπαναληπτικὴ Βουλευτικὴ ἐκλογή. Ὁ ἐκεῖ Ἀρχιῤῥαβῖνος καὶ οἱ προϊστάμενοι τῆς Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος μαίνονται διὰ τὴν καταδίκην, γνωρίζετε δὲ ποῖον φανατισμὸν ἔχουσιν ὑπὲρ τῶν ὁμοφύλων αὑτῶν οἱ Ἑβραῖοι· τηλεγραφοῦσι λοιπὸν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Τρικούπην καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην, καὶ αἰτοῦσι νὰ δοθῇ χάρις εἰς τὸν Ἑβραῖον. Ἡ χάρις, δὲν γνωρίζω πῶς, ἀναβάλλεται, οἱ Ἑβραῖοι δυσαρεστοῦνται, καὶ τρέπονται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν Λαρίσσῃ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τί ἔχει νὰ ἀπολέσῃ; Ἐδῶ ἐδόθησαν χάριτες, λέγει καθ’ ἑαυτὸν, εἰς Ῥοκοφύλλους καὶ Τάκηδες, καὶ δι’ ἕνα ψωραλέον Ἑβραῖον ἤθελε καταστραφῆ ὁ κόσμος; Εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης, ὅτι ὁ Ἑβραῖος ὕβρισε τὸν Βασιλέα, ὅτι ἀμφιβολίαι τέλος πάντων γεννῶνται, ἐὰν ὕβρισε τὸν Βασιλέα, ἢ τὸν μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς ἔριδα. Ἐν τῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἄρα ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς γράφει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν σχετικῶν πρακτικῶν, ἐνδοιασμοὶ προέκυψαν, ἂν αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὕβρεις ἀπηυθύνοντο εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ἢ κατὰ τοῦ μηνυτοῦ τοῦ κατηγορουμένου». Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκ τῶν σχετικῶν πρακτικῶν προκύπτουσιν ἀμφιβολίαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐ μόνον ἀμφιβολία τις δὲν γεννᾶται, ἀλλὰ καὶ πλήρης βεβαιότης, ὅτι ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος Ἑβραῖος ὕβρισε δι’ ἀσέμνου φράσεως τὸν ὑπέρτατον ἡμῶν Ἄρχοντα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ πρακτικὰ, ἅτινα βεβαιοῦσι τοῦτο, ἀλλ’ ὁλόκληροι καταθέσεις ἐν τῇ προανακρίσει, ῥητῶς λέγουσαι, ὅτι ἡ φράσις ἀπηυθύνετο ἐναντίον τοῦ Βασιλέως. Τίθεται μάλιστα ῥητὸν ἐρώτημα εἰς τοὺς μάρτυρας, τέσσαρας τὸν ἀριθμόν. Πρὸς τὸν παθόντα (ἀναγινώσκει): «Μήπως ἀπέτεινεν εἰς σὲ τὴν ὕβριν ταύτην, καὶ σὺ ἐνόμισες, ὅτι τὴν ἀπέτεινε πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα; — Ἀπ. Ἂν τὴν ἀπέτεινεν εἰς ἐμὲ, θὰ ὡμίλει εἰς δεύτερον πρόσωπον, ἤτοι θὰ ἔλεγε κτλ.» Τοῦτο πιστοποιοῦσι ἄλλοι τρεῖς μάρτυρες, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, πάντες δὲ καὶ ἐνόρκως. Ἐν τούτοις πάντα ταῦτα εἶναι διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀμφίβολα, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῇ χάρις, ἀφοῦ ὁ Ἀρχιῤῥαβῖνος καὶ ἡ ἐκεῖ Ἰσραηλιτικὴ παροικία ἐπέμενον, ἀπειλοῦντες πολιτικὴν μετάστασιν κατὰ τὴν ἐκλογήν. Καὶ ποῖον εἶναι τώρα, κύριοι συνάδελφοι, τέλος πάντων τὸ συμπέρασμα ὅλης αὐτῆς τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως; Ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδίκησε πρῶτον τὸν Νόμον, καὶ δεύτερον τὴν Κοινωνίαν. Ἠπάτησε καὶ Βασιλέα καὶ Βουλὴν καὶ Ἔθνος. Ὅτι ἠδίκησε, μαρτυροῦσιν αἱ πολλαπλαῖ δικογραφίαι καὶ αἱ μομφαί, ἃς ἤκουσεν ἐκ φιλικῶς πρὸς αὐτὸν διακειμένων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων. Ἐδείχθη, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀναπηδῶντος ὡς ἀπὸ μηχανῆς, ὁτὲ μὲν ὡς Εἰσαγγελέως ὑπὲρ Τάκη, ὁτὲ δὲ ὡς Προέδρου ὑπὲρ Τάκη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἐνασκηθείσης προνομίας τῆς Βασιλικῆς χάριτος προστάτης τῶν λῃστῶν, ποῖος; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης! Προστάτης τῶν λῃστῶν καὶ ἐναντίον τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἐναντίον τῆς ὁμόρου, διότι καὶ καθ’ ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ καθ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, ἀλλ’ ἀδελφῶν ἡμῶν χριστιανῶν, Ἠπειρωτῶν τε καὶ Θεσσαλῶν, ἐκακούργησαν τὰ τέρατα ἐκεῖνα. Εἶναι δὲ φοβερωτέρα ἡ κατὰ τῶν ὁμοφύλων, ὑποδούλων τότε ἀδελφῶν, κακουργία, καὶ ἀντιπολιτικωτέρα ἡ ἰδέα, ἡ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐντεῦθεν λεχθεῖσα, παρὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως δὲ κ. Βουλπιώτου ὑποστηριχθεῖσα ἐν τῇ γνωμοδοτικῇ προτάσει, ὅτι ἄξιοι τουτέστι χάριτος εἰσὶν ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ Τάκης, διότι δὲν ἐκακούργησαν κατ’ ἐλευθέρων ἀνθρώπων, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔζων ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κυριαρχίαν! Ὠφελοῦμεν λοιπὸν τὸ Ἔθνος, λέγοντες πρὸς τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας: «Οὐδαμῶς ἐστὲ ἄξιοι ἴσης πρὸς ἡμᾶς προστασίας!» καὶ λέγοντες ταῦτα καθ’ ἣν ἐποχὴν Ἀλβανικαὶ καὶ Ῥουμανικαὶ καὶ Αὐστριακαὶ καὶ Ἰταλικαὶ καὶ Πανσλαυϊστικαὶ προπαγάνδαι ὀργώνουσι τὴν δούλην Ἑλλάδα ἰδίᾳ δὲ τὴν φίλην πατρίδα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ; Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐὰν ἤθελε νὰ δώσῃ χάριν εἰς ἀνθρώπους, ἀδικήσαντας ὑποδούλους Ἕλληνας, δὲν ἠρώτα τὸν συνάδελφον αὐτοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἡ καλλιτέρα ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν ηὐκαίρει ἴσως νὰ διαφωτίζῃ τὸν συνάδελφον αὐτοῦ, διότι ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ἐδίδετο χάρις εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην, καὶ καθ’ ἃς ἔλεγεν ἡμῖν ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔβλαψε, διότι οὗτοι ἐγκλημάτησαν κατὰ ὑπηκόων Τούρκων, ἔστω καὶ Χριστιανῶν, εἶναι λέγω ἀληθὲς, ὅτι κατ’ αὐτὰς ἐκείνας τὰς ἡμέρας δὲν ηὐκαίρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τὸν συνάδελφον, διότι κατεγίνετο εἰς σπουδαιότατον θέμα, νὰ κάμῃ τὸν Κεμὰλ νὰ μεθυσθῇ καὶ ν’ ἀποθάνῃ ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς λύσεως τῶν ἐξωτερικῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων, ὡς ἔγραφεν ὁ ἐπίσημος ὑπουργικὸς τύπος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατεγίνετο ἐπίσης καὶ εἰς ἐσωτερικὰ ζητήματα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι ἔχει τὴν τιμὴν νὰ προΐσταται καὶ νὰ διευθύνῃ δύο Ὑπουργεῖα. Κατεγίνετο λοιπὸν εἰς τὸ νὰ ἐκκοκκαλίσῃ 300,000 δραχμῶν τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, διανέμων αὐτὰς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτοῦ, διότι ἐμυρίσθη ἴσως, ὅτι ἐπίκεινται Βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Καὶ δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι ἐξεκοκκάλισεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς δραχμὰς ταύτας, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἄμεμπτος διαχειριστὴς ξένων χρημάτων. Ἔχω μάλιστα ἐν τῇ μικρᾷ μου βιβλιοθήκῃ ἔκθεσίν τινα Ἐπιτροπῆς τινος ἐκστρατείας εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς ἣν ἐκστρατείαν μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν ἦτο καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ σημειοῦνται αἱ δαπάναι τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μετάβασιν ἐκ Πειραιῶς εἰς τὴν Χαλκιδικὴν χερσόνησον. Εὑρίσκω δὲ ὑποσημείωσίν τινα ἐκεῖ, ἐν ᾗ λέγεται, ὅτι: «ἐνταῦθα σημειωθήτω, ὅτι ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης κατέβαλεν ἐξ ἰδίων τὰ ἔξοδα τῶν προγευμάτων αὐτοῦ, συνιστάμενα εἰς δρ. 3 καὶ 60|00.» (Ἱλαρότης). Κύριοι, πρὸ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὑπῆρχε συνήθειά τις ἐν Γαλλίᾳ, ἐν τῇ πόλει Ὀρλεάνς. Ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὑπῆρχον φυλακαὶ καταδίκων· ὁσάκις δὲ ὁ Ἐπίσκοπος Ὀρλεάνς εἰσήρχετο ἐπισήμως εἰς τὴν πόλιν, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ τὰς ποινὰς πάντων τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις καταδίκων. Οἱ Γάλλοι λοιπὸν ἐλευθέρως ἐδύναντο νὰ ἐγκληματῶσι, καὶ κατόπιν συνήπτετο ἀγὼν, ποῖος πρῶτος ἤθελε μετενεχθῆ εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Ὀρλεάνς, καραδοκῶν καὶ ἀναμένων τὴν ἐπίσημον εἴσοδον τοῦ Ἐπισκόπου, εἰς οὗ τὴν αὐθέκαστον ἐξουσίαν ἦν ἀνατεθειμένον νὰ δώσῃ χάριν, ἀνοίγων τὰς πύλας τῶν φυλακῶν, ὅπως ἐξέλθωσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ πάντες οἱ κατάδικοι. Ὅ,τι ἦτο ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρλεάνς ἐν τῇ Γαλλίᾳ πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, αὐτὸ τοῦτο εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Πάντες ἐγκληματοῦσι. Διατί; Διότι πάντες εἶναι βέβαιοι, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Δικαιοσύνης ἐν ἐπισήμοις ἡμέραις τοῦ Ἔθνους ἀνοίγει τὰς φυλακὰς καὶ ἀπονέμει ἀνεξέλεγκτον τὴν χάριν. Ἕκαστος σπεύδει νὰ ἐγκληματήσῃ, διότι εἶναι βέβαιος, ὅτι θέλει γλυτώσει, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ κυριολεξία τοῦ πράγματος. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνασκήσεως προνομίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ γλυτώσωμεν τοὺς ἡμετέρους πολιτικοὺς φίλους. Συγγραφεύς τις, σύγχρονος καὶ νεώτατος, πραγματευόμενος τὰ περὶ προνομίας τῆς Β. χάριτος, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὅσον οἰκτρὸν καὶ ἂν ᾖ, δὲν εἶναι σπάνιον τὸ θέαμα Κυβερνήσεως, ἀποσπώσης τὸν λαμπρότερον ἀδάμαντα τοῦ Βασιλικοῦ στέμματος, ὡς πάνυ εὐλόγως ἀπεκλήθη ἡ χάρις, ἵνα καταῤῥίψῃ καὶ ποδοκυλίσῃ αὐτὸν εἰς τὸν βόρβορον τῶν φατριαστικῶν παθῶν καὶ τῆς ἐκλογικῆς παλαίστρας. Δὲν ἀρκοῦσι πρὸς κορεσμὸν τῆς φατρίας αἱ ἀπειροπληθεῖς ἐν τῇ διοικήσει θέσεις καὶ τὰ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀξιώματα, οὐδὲ τὰ λοιπὰ τῆς ἐξουσίας δῶρα, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὡς βορὰ εἰς τὸ παμφάγον αὐτῆς στόμα καὶ τὸ ὕψιστον καὶ ἱερώτατον τῶν δικαιωμάτων, ἡ χάρις, περὶ ἧς ὁ Dupin-ainé εἶπεν, ὅτι ἕλκει ἐξ οὐρανοῦ τὴν καταγωγήν! Τῆς καταχρήσεως δὲ ταύτης καταφανῆ εἰσι τὰ ἀναπόφευκτα ἀποτελέσματα. Ἕνεκεν αὐτῆς γενικὴ παρὰ τῷ λαῷ καθίσταται πεποίθησις, ἡ τοσοῦτον εὐφυῶς παρὰ τοῦ Balzak ἐκφρασθεῖσα ἰδέα, ὅτι: οἱ νόμοι εἰσὶν ἱστοὶ ἀράχνης, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διαφεύγουσι μὲν αἱ μεγάλαι μυῖαι, συλλαμβάνονται δὲ μόνον αἱ μικραί. Οὕτω πᾶσα ἰσχὺς καὶ πᾶν γόητρον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ νόμου, πᾶς σεβασμὸς πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην ἐκλείπει, καὶ τὸ ἔγκλημα ἐγείρει θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν καὶ καταπληκτικῶς πολλαπλασιάζεται!» (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τύπωσιν, ὅπως διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151). Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§130ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω πρὸ παντὸς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως.

§131ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας.

§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν τῆς διακοπῆς;

§134ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 10;

§136ΤΙΝΕΣ. Δὲν μᾶς βλέπετε;

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Χ. Χριστοπούλου καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈντ. Ρικάκης
Γ. Σισμάνης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Δ. Βουλπιώτης ΟἸω. Κρεστενίτης
Ἀθ. Ἴσκος ΝΝ. Κουμανιώτης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝἈλέξ. Ζαΐμης Ν
Μ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
Δ. Χατζόπουλος ΝΝ. Παπανικολάου Ο
Γεώργιος Μίλησης ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰωάννης Πεζᾶς Ο
Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ο
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟΒασίλειος Βουδούρης Ο
Σωτήριος Δανόπουλος ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
Δημήτριος Πετρίδης ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀντ. Καποδίστριας Ν
Χρ. Χριστόπουλος ΝΝικόλαος Βασιλάκης Ν
Φίλιππος Βάρβογλης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Ἠλίας Φλέσσας ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΘεόφιλος Προβατᾶς
Παναγιώτης Μανέτας ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ο
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
Δ. Ζέγγελης Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
Δημ. Ν. Βότσαρης Γεράσιμος Μουσούρης
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ο
Γεώργιος Χ. Παχὺς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΟΓεώργιος Κόρπας
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΣτέφανος Σκουλούδης
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΝικόλαος Νομικός Ο
Νικόλ. Μπουφίδης Μίνως Μπογιατζόγλους Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώργιος Μπούμπουρας
Δημ. Καλλιφρονᾶς Λωρέντζος Δελαρόκας Ο
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΓεώργιος Δρόσος Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης Νικόλαος Κρίσπης
Τρύφων Μουτσόπουλος Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Θάνος Κανακάρης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Α. Φωτήλας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Λεων. Καπετανάκος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Εὐάγγ. Σταμούλης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΟΓ. Τάκης
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΝ. Ταρμπάζης Ν
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΣταμ. Μπουντούρης Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
Α. Λογιωτάτου ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Κων. Κουμουνδοῦρος ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Περ. Πεῤῥωτῆς Νικόλ. Κοντογιάννης
Δημ. Τζάνες ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Περ. Μποῦτος ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Παν. Σάκκης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Νικ. Παπαλέξης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Νικ. Μισυρλῆς ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ν. Καράπαυλος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121· ἐκ τούτων 42 εἶπον Ναὶ, καὶ 79 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο κεφάλαια κατηγορίας περιέχει ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερώτησις, ἐκ τούτων δὲ τὸ ἓν μὲν ἀφορᾷ εἰς κατάχρησιν τῆς Βασιλικῆς προνομίας τῆς χάριτος, τὸ ἄλλο δὲ εἰς ὕποπτον καὶ σκανδαλώδη πρὸς ὡρισμένον λῃστὴν ἐπίδειξιν ἀπεριορίστου εὐνοίας ἐκ μέρους τοῦ ἐν λόγῳ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου κεφαλαίου περιττὸν νομίζω νὰ κάμω λόγον αὐτοτελῶς. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ ματαιοπονία, ἐὰν ἐπεχείρουν ν’ ἀποδείξω τὸ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γεγονὸς, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξηυτέλισε καὶ τὴν τῆς χάριτος προνομίαν, τὴν λαμπροτέραν τῶν Βασιλικῶν προνομιῶν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἀσεβῶς νὰ μεταχειρίζηται ὡς τὸ ἐπιτηδειότερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον τῶν ἀπείρων ἐν διηνεκεῖ ἐνεργείᾳ πρὸς κομματικὴν κερδοσκοπίαν ἀθεμίτων μέσων. Θὰ περιορισθῶ ἑπομένως εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ δευτέρου μόνον κεφαλαίου τῆς κατηγορίας, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ διαφόρους τρόπους παρέσχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν λῃστὴν Τάκην, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ μόνον θὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἀπονεμηθείσης τῷ λῃστῇ τούτῳ χάριτος, ἐφόσον αὕτη χρησιμεύει πρὸς ἀπόδειξιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται κατηγορίας. Τίς εἶναι ἡ πρώτη ἀφορμὴ, ἥτις ἔδωκε χώραν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν; Τὴν γνωρίζετε πάντες. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, μετὰ σχετικὴν ἐναντίον του καταγγελίαν, δημοσιευθεῖσαν ἐν ἐφημερίδι, ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ καὶ μεγάλην διάδοσιν ἐχούσῃ, προέβη εἰς ἔγκλησιν κατὰ τοῦ ἐκδότου καὶ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ταύτης, παρήγγειλε δὲ τῷ Εἰσαγγελεῖ, ὅπως ἐν τάχει ἐνεργήσῃ τὰ πρὸς διεξαγωγὴν καὶ περαίωσιν τῆς ἐγερθείσης ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐξυβρίσει κατηγορίας. Καὶ ὅμως, καίτοι παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἢ τρία ἔτη, οὐδὲν ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν μήνυσίν του. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ἀπολογούμενος διὰ τοῦτο, εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπεθύμει, ἐνόσῳ εἶναι Ὑπουργὸς, νὰ λάβῃ πέρας ἡ ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐξυβρίσει κατηγορία, ἀλλ’ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν τοιαύτη δικαιολογία ἦναι ἀξία προσοχῆς τινος καὶ σπουδαιότητος. Τίνα εἰσὶ τὰ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δημοσιευθέντα; Εἶναι τόσῳ γνωστὰ, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἔσπευσε μὲν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ δημοσιεύματα ταῦτα ὡς μὴ ἀληθῆ, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς εὐμενέστατα πρὸς αὐτὸν διακειμένους. Ὁ πρῶτος, ὅστις εἶπεν, ὅτι ὁ Τάκης ἐτύγχανεν ἀνεπιφυλάκτου συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του, εἶναι ὁ ταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Τοῦτο εἶπε πρὸς τὸν τότε εἰσαγγελέα Λευκάδος κ. Δημητριάδην, οὗτος δὲ τ’ ἀνεκοίνωσε δημοσίᾳ, ἐνώπιον πολλῶν ἐν Μεσολογγίῳ, μεθ’ ὃ ἐπηκολούθησεν ἡ ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» δημοσίευσις. Πολλαὶ τότε κατεβλήθησαν, ὡς ἦν ἑπόμενον, προσπάθειαι, νὰ γίνῃ διάψευσις ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου κ. Δημητριάδου, αἱ προσπάθειαι δὲ αὗται εὐκόλως ἐστέφθησαν δι’ ἐπιτυχίας, διότι ὁ καὶ τότε καὶ νῦν εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης ἐγνώριζε καλῶς, ὅτι θὰ ἐπαύετο, ἂν δὲν ἔστεργε νὰ προβῇ εἰς βεβιασμένην διάψευσιν. Πλὴν ποίαν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις γενομένη διάψευσις τοῦ Δημητριάδου ἀπέναντι τῆς ἐνυπογράφου τῶν κ. κ. Δεσποταίου, Βάλβη, Βορύλλα καὶ Τσιμπουράκη δηλώσεως, ὅτι ἐγένοντο αὐτήκοοι τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητριάδου δημοσίᾳ ἐν τῇ Λέσχῃ λεχθέντων; Σημειωτέον δὲ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Τσιμπουράκης εἶναι φίλος προσωπικὸς καὶ πολιτικὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἦναι τοῦτο μόνον; Ἐδημοσιεύθη, ὅτι ὁ Τάκης περιήρχετο ἐλεύθερος ἐν Μεσολογγίῳ καὶ διέμενεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο θὰ ὑπερέβαινε βεβαίως τὰ ὅρια τῆς πιθανότητος, ἂν δὲν εἴχομεν τὴν ὁμολογίαν, τίνος νομίζετε; αὐτοῦ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ εἰσαγγελέως Μπράβου. Ὁ ἀγαθὸς αὐτὸς Εἰσαγγελεὺς, ὁ διατελῶν, ὡς ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπήρειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ἀδελφοῦ του Χαριδήμου Βουλπιώτου, ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ» δημοσιευθέντα, ἀλλ’ εὑρέθη, ὁ ἀτυχής! τόσῳ στενοχωρημένος ἀπέναντι γεγονότος τοῖς πᾶσι γνωστοῦ ἐν Μεσολογγίῳ, ὥστε ἀντὶ διαψεύσεως ἔκαμεν ἀκουσίως ὁμολογίαν, πρὸ τῆς ὁποίας πᾶσα ἄλλη μαρτυρία περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ περιττή. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ εἰσαγγελεὺς Μπράβος δι’ ἐγγράφου του, ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν «Χρόνον Ἀθηνῶν», τὴν «Παλιγγενεσίαν» καὶ τὴν «Ὥραν» (ἀναγινώσκει): «Τὰ περὶ φυγοδίκων γραφέντα εἰσὶν ἀνακριβῆ. Οἱ φυγόδικοι, περὶ ὧν πρόκειται, προσῆλθον αὐθορμήτως ἐνώπιόν μας. Ἀφέθησαν δὲ προσωρινῶς ἐλεύθεροι δι’ ἔλλειψιν χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ διότι ἐπέκειτο μίσθωσις τοῦ καταστήματος. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἐμισθώθη, προσῆλθον, εἰδοποιηθέντες παρ’ ἡμῶν, καὶ μόνοι των μετέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐφυλακίσθησαν. Ὁ εἰσαγγελεὺς ΜΠΡΑΒΟΣ.» Καὶ τώρα νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο: Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Θέλετε ἄλλην ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ Τάκης, ὅστις περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν φυγοδίκων τοῦ Μπράβου, ἐξενίζετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ἔμενεν ἐλεύθερος; Ὁ Τάκης, τὸ αἱμοχαρὲς αὐτὸ θηρίον, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα ἔδωκεν ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἀφέθη ἐλεύθερος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ διὰ τί; διότι δὲν εἶχον χῶρον αἱ φυλακαὶ τοῦ Μεσολογγίου! Ἀκούετε; Αἱ φυλακαί, αἵτινες ἔχουν χῶρον διὰ τοὺς συμπολίτας σας, διότι ἔτυχε νὰ ὀφείλουν 30, 40 ἢ 50 δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν ἔχουν χῶρον διὰ τὸν Τάκην, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μισθωθῇ εὐρύχωρον κατάστημα. Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι ἔχομεν δικαιοσύνην, ὅτι ἔχομεν διοίκησιν! Θέλετε τώρα νὰ σᾶς ἐξηγήσω, διὰ τί ὁ Τάκης προσῆλθεν αὐθόρμητος, καὶ διὰ τί ἀφέθη ἐλεύθερος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ διὰ τί δὲν ἔφυγεν, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ; Πέποιθα, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοιαύτης ἐξηγήσεως. Ὁ Τάκης κάλλιστα ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ κεφαλή του ἀνῆκεν εἰς τὸν δήμιον, δὲν θ’ ἀπεφάσιζε δὲ ποτὲ νὰ προσέλθῃ, ἂν δὲν ἐλάμβανεν ὑπόσχεσιν περὶ σωτηρίας ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Βουλπιώτου. Τὰ ἐν Μεσολογγίῳ κατὰ τὴν προσέλευσιν γενόμενα καὶ τὰ κατόπιν ἐπακολουθήσαντα σκάνδαλα οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον ἀφίνουσιν ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Διὰ κριτὴν ἀπροκατάληπτον καὶ διὰ συζητητὴν καλῆς πίστεως θὰ ἤρκουν τὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου γνωστὰ περιστατικὰ, πρὸς μόρφωσιν πεποιθήσεως περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδείχθη ἔνοχος τῆς δεινῆς κατηγορίας, ἥτις τῷ ἀπεδόθη. Πλὴν ἔρχεται καὶ σειρὰ ἄλλων, λίαν ἐμφαντικῶν, γεγονότων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ ὄχι πρὸς πληρεστέραν ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς διατράνωσιν τῆς ἐν γένει ἀπελπιστικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διατελοῦμεν. Ἀφοῦ τέλος πάντων προσῆλθεν ὁπωσδήποτε εἰς τὰς ἀρχὰς ὁ συνεπαρχιώτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Τάκης, ἤρξαντο εἰσαγόμεναι ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐνώπιον τῶν διαφόρων Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους πλεῖσται δίκαι, ἐπὶ φόνοις, ἀναιρέσεσι καὶ λῃστείαις, εἰς μίαν δὲ τῶν δικῶν τούτων, διεξαγομένην ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Τρικκάλων, προσῆλθεν ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως Γιαννόπουλός τις, ἔφορος νῦν Καλαμπάκας, καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ὁ μάρτυς αὐτὸς, ἐξεταζόμενος ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἐφωράθη, ὅτι εἶχε διαπραγματευθῆ ἄλλοτε τὴν πληρωμὴν λύτρων ἐκ μέρους ἀτυχῶν τινων αἰχμαλώτων πρὸς τὸν αἰχμαλωτίσαντα Τάκην. Εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἁπλῆ σύμπτωσις; Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν. Δήμαρχος Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας εἶναι Ἀνδρέας τις Γρανίτσας, πολιτικὸς φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου. Εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου αὐτοῦ ἔμενεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη, ἀδελφοῦ τοῦ περὶ οὗ ἡ συζήτησις Ἀλεξίου Τάκη. Ἔκ τινων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ ἅτινα κατετέθησαν, προκύπτει, ὅτι καὶ ὁ πολιτικὸς οὗτος φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει τῆς ληστοσυμμορίας Τάκη, εἶχε δ’ ἐκδοθῆ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως. Μήπως ἦναι καὶ τοῦτο ἁπλῆ τις σύμπτωσις; Ὁποία διαβολικὴ ἀληθῶς συῤῥοὴ συμπτώσεων! Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν εἴχομεν ἐμμέσους τρόπον τινὰ ἀποδείξεις, ἤδη δ’ ἔρχονται αἱ ἄμεσοι, αἱ πηγάζουσαι ἐξ ἐπισήμων Βουλπιωτικῶν ἐνεργειῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημ. Βουλπιώτης ἔχει ἀδελφὸν Ἰωάννην Βουλπιώτην, ὅστις πρό τινος μὲν χρόνου ἦτο Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἤδη δὲ εἶναι Ἐφέτης. Ἐπρόκειτο νὰ ἐκδικασθῶσι κατηγορίαι τινὲς κατὰ Τάκη ἐνώπιον τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικείου, ἐκεῖ δὲ ἔτυχε τότε νὰ ἦναι Ἀντεισαγγελεὺς ὁ κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης. Ὁ κύριος οὗτος ἐγνώριζε πολὺ καλῶς, ἐκ τῶν ἐν τῷ «Χρόνῳ» δημοσιευθέντων, ὅτι ὁ ἀδελφός του Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ Τάκη, ὅτι εἶχεν ἐγκαλέσει τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου», καὶ ὅτι εἶχε γίνει μέγας ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ θόρυβος καὶ πάταγος περὶ τῆς σκανδαλωδεστάτης ταύτης ὑποθέσεως. Ἐδικαιοῦτο λοιπὸν ἕκαστος νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος ὡς Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰς ἐναντίον τοῦ Τάκη κατηγορίας, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν θέσιν καὶ τὸ ἀξίωμά του. Καὶ ἐν τούτοις, ὡς ἠκούσατε, ὁ κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης ὄχι μόνον ἔλαβε μέρος εἰς δίκας κατὰ τοῦ Τάκη, ἀλλὰ, φρικτὸν εἰπεῖν! ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ λῃστείας καὶ φόνου, ὃν ὁ Τάκης μετ’ ἄλλων συμμοριτῶν εἶχε διαπράξει, ὁ κ. Βουλπιώτης ὑπεστήριξεν ἀναίρεσιν, καὶ οἱ ἔνορκοι τὴν παρεδέχθησαν! Φαντασθῆτε. Ὁ κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης δὲν αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ λόγον ἐξαιρέσεως εἰς δίκην κατὰ λῃστοῦ συνεπαρχιώτου του, περὶ οὗ εἶχε ῥηθῆ καὶ δημοσιευθῆ, ὅτι ὑπεθάλπετο παρὰ τῆς Βουλπιωτικῆς οἰκογενείας! Ὅ,τι θεωρεῖται ἀδύνατον, ὄχι μόνον δι’ ἀνώτερον δικαστικὸν λειτουργὸν, ἀλλὰ διὰ πάντα εὖ ἠγμένον καὶ εὐσυνείδητον ὁπωσοῦν ἰδιώτην, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὡς διαιτητὴς νὰ δικάσῃ διαφοράν τινα, θεωρεῖται δυνατὸν καὶ τελεῖται ὑπὸ τὰς σκανδαλωδεστέρας περιστάσεις ἀπὸ τὸν πρώην μὲν ἀντεισαγγελέα ἐφετῶν, νῦν δ’ ἐφέτην Ἰωάννην Βουλπιώτην, ἀδελφὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἠκούσατε πρό τινων ἡμερῶν τοῦ κυρίου τούτου Ὑπουργοῦ λέγοντος: «Καὶ τί τάχα σημαίνει, ἂν ὁ ἀδελφός μου ἔλαβε μέρος εἰς τὴν δίκην τοῦ Τάκη;» Ἰδοὺ ποίας ἰδέας ἔχει περὶ δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης! Ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἀδελφός σας, κύριε Ὑπουργὲ, τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ» δημοσιευθέντα περὶ ὑμῶν καὶ περὶ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ἀδελφοῦ ὑμῶν; Δὲν ἐγνώριζε τὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Δεσποτάτου, Τσιμπουράκη καὶ λοιπῶν συμπολιτῶν σας; Δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε καταγγείλει τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου» ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ, καὶ ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη ἔμενεν ἐκκρεμής; Καὶ ἂν ἐγνώριζε, καὶ βεβαίως ἐγνώριζε, πάντα ταῦτα, πῶς τολμᾶτε νὰ ἰσχυρίζησθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν, ἂν οὗτος ἔλαβε μέρος εἰς δίκας κατὰ τοῦ Τάκη; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι φρίττω πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς ἀνευλαβείας σας κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς. Καὶ μήπως τὰ πράγματα περιορίζονται ἕως ἐδῶ; Ἰδοὺ, ἐπακολουθεῖ ἡ ἀπονομὴ τῆς πρὸς τὸν Τάκην χάριτος, ἥτις εἶναι ἡ κορύφωσις τοῦ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικτικοῦ οἰκοδομήματος. Τίς εἶναι ὁ Ἀλέξιος Τάκης; Τέρας ἀνθρωπόμορφον, θηρίον αἱμοχαρὲς, τοῦ ὁποίου ὅμοιον δυσκόλως δύναταί τις ν’ ἀπαντήσῃ εἰς μυθιστορήματα. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπαρίθμησις τῶν φόνων, τῶν ἀναιρέσεων, τῶν ἀκρωτηριασμῶν, τῶν ἐμπρησμῶν, τῶν αἰχμαλωσιῶν, καὶ τῶν ἀποτροπαίων βασάνων, ὅσας οὗτος ὡς λῃστὴς διέπραξεν, ἐμποιοῦσι φρίκην εἰς πάντα, μὴ ἀποβαλόντα τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Καὶ ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ὂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ δώσῃ χάριν μετὰ μικρὸν, ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη εἰς θάνατον! Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος ὡς αὐτοτελὲς γεγονὸς, ἀποδεικνῦον κατάχρησιν τῆς βασιλικῆς ταύτης προνομίας, ἀλλ’ ὡς πρόσθετον καὶ ἐπίσημον τρόπον τινὰ ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ λῃστὴς Ἀλέξιος Τάκης, καὶ ὁ ἀρχιλῃστὴς ἀδελφός του Εὐάγγελος Τάκης, καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ αὐτῶν λῃσταὶ ἐτύγχανον ἀνέκαθεν καὶ τυγχάνουσιν ἀνεπιφυλάκτου συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του. Καὶ πῶς ἄλλως δύναταί τις νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπονομὴν χάριτος πρὸς τὸν Τάκην; Συνδυάσατε τὸ γεγονὸς τοῦτο πρὸς τὰ προηγούμενα, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀπομείνῃ εἰς καλῆς πίστεως συζητητὴν ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς περὶ τῆς πλήρους ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῆς χάριτος, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ μίαν καὶ μόνην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν κατηγορήθη καὶ κατεδικάσθη ὁ Τάκης εἰς θάνατον, ἤτοι δι’ ἕνα φόνον, ὃν εἶχε διαπράξει εἰς νεαρὰν ἡλικίαν, διὰ λόγους οἰκογενειακῆς φιλοτιμίας! Καὶ δικαίως τότε ὁ κ. Ὑπουργός, μετὰ τοιαύτας διαβεβαιώσεις, ἔλεγε μετὰ κόμπου πρὸς τοὺς κατηγόρους του: «Καὶ πῶς! εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποκόψω τὴν κεφαλὴν τοῦ Τάκη διὰ τὴν μίαν καὶ μόνην ταύτην πρᾶξιν, ἣν διέπραξεν εἰς ἡλικίαν 14 ἐτῶν;» Ἡ ἀλήθεια ὅμως δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀποκαλυφθῇ, καὶ ἀντὶ τοῦ νεαροῦ φονέως, τοῦ διαπράξαντος δῆθεν ἕνα φόνον ὑπὸ ἐλαῤῥυντικὰς περιπτώσεις, ἔχομεν διαβόητον λῃστήν, διαπράξαντα μετὰ τὸν πρῶτον φόνον, ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1885, τὰ στυγερώτερα τῶν κακουργημάτων, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἔκαμον λόγον. Καὶ εἰς τοιοῦτον λῃστὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπονέμει χάριν! Καὶ ἐὰν μὲν ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε διατάξει οὐδεμίαν ἄλλην ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς, ἕνεκα γενικωτέρων σκέψεων καὶ πεποιθήσεων, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ὁπωσοῦν εὐνόητον, ἀλλ’ ὅταν ἔχητε Ὑπουργὸν, ὅστις μετέβαλε τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς ἀπαίσιον θέατρον ἀποτομῆς ἀνθρωπίνων κεφαλῶν, πῶς δύνασθε νὰ τὸν δικαιόσητε ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, ἀφοῦ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἴδιον καθῆκον καὶ ὡς πρὸς τὸν Τάκην; Ὡραία ἀληθῶς δικαιοσύνη! Ἐπιμένει ὁ κ. Βουλπιώτης νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἐκτελεῖται ἡ θανατικὴ ποινὴ κατὰ τοῦ Μπονάτη, ὅστις διέπραξε μίαν ἀνθρωποκτονίαν ἐν καταστάσει μετρίας συγχύσεως, ἣν ἐκ πλάνης δὲν παρεδέχθησαν οἱ ἔνορκοι, δίδεται δὲ χάρις εἰς τὸν Τάκην, ὅστις, μεταξὺ τῶν ἄλλων, διέπραξε καί τινας δολοφονίας ἐπὶ μισθῷ! Δυστυχὴς προνομία τοῦ Βασιλέως, πῶς κατήντησας, καὶ πόσα αἴσχη διαπράττονται ἐν ὀνόματί σου! Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρειδόμενος, ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεδείξατο ἄμετρον εὔνοιαν καὶ στοργὴν εἰς τὸν λῃστὴν Ἀλέξιον Τάκην καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἐπὶ τούτῳ εὐθύνη βαρύνει μόνον τὸν κ. Βουλπιώτην, ἢ ἐκτείνεται ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις μετέχει τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγῇ καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ προσέκρουον κατ’ ἐπιτακτικῆς ὑπαγορεύσεως τῆς ἐμῆς συνειδήσεως, ἐὰν ἔλεγον τὸ ἐναντίον. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου φέρει εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Κυβερνήσεως; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤχθη εἰς τὸ μέσον τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, ἔσπευσε νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ ἐναντίον τοῦ κ. Βουλπιώτου δημοσιεύματα ὡς λιβελλογραφίας, καὶ νὰ προκαλέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Τρικούπης νὰ χωρίσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ πράξῃ ἄλλως, ἀφοῦ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλπιώτου διαπραχθέντων καὶ διαπραττομένων ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ πρὸ πάντων ἐν Μεσολογγίῳ. Καὶ τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠξεύρει τί συμβαίνει ἐν Μεσολογγίῳ, τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι; Ἐκτὸς τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, αἵτινες τῷ ἀναγγέλλουσιν, ἐξ ἐπιτακτικῆς ὑποχρεώσεως, τὰ συμβαίνοντα, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἰδιαίτεροι φίλοι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κ. Τρικούπη εἰς ὁλόκληρον τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, καὶ πρὸ πάντων εἰς Εὐρυτανίαν καὶ εἰς Μεσολόγγιον, οἱ ὁποῖοι τὸν τηροῦσιν ἐνήμερον εἰς τὰ συμβαίνοντα, ἐν πάσῃ τῇ δυνατῇ λεπτομερείᾳ. Ἐκτὸς λοιπὸν πάσης εὐλόγου ἀμφισβητήσεως ἀποβαίνει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετέλει καὶ διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς συνδρομῆς, ἧς ἐτύγχανον οἱ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ. Βουλπιώτου καταγόμενοι ἀδελφοὶ Τάκη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, τὸ ἀπολέμητον δὲ συμπέρασμα, ὅπερ ἐκ τούτου προκύπτει, εἶναι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὰς ἐν γένει σκανδαλώδεις ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη, ἣν ἐκφράζω μετὰ τῆς παῤῥησίας ἐκείνης, ἥτις δέον νὰ χαρακτηρίζῃ πάντα τοῦ Ἔθνους ἀντιπρόσωπον, ἔχοντα συνείδησιν τῶν καθηκόντων του. Δυστυχῶς ὅμως βλέπω πολλοὺς ἐκ τῶν τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες οὐ μόνον ἀντιφρονοῦσιν, ἀλλὰ καὶ δυσφοροῦσιν ἐπὶ τῷ ὅτι καταναλίσκομεν τὸν χρόνον εἰς τοιαύτας συζητήσεις. Καὶ ἐπὶ μὲν τῇ ἐναντιοφωνίᾳ οὐδένα δύναμαι νὰ μεμφθῶ, διότι αἱ πεποιθήσεις ἑκάστου εἶναι σεβασταί, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι αἰσθάνομαι λύπης ἅμα καὶ ἀγανακτήσεως αἴσθημα, ὅταν ἀκούω τινὰς, λέγοντας, ὅτι πρέπει νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ οἱωνδήποτε ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ν’ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ὅπως ἐπανέλθωμεν μετὰ ἓν ἔτος καὶ ἐπαναλάβωμεν τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ ὑποστηρίζοντες νὰ τοὺς ἐρωτήσω: εἶναι τοῦτο καὶ λέγεται ἐκπλήρωσις καθήκοντος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς; Ἐννοῶ τὰς διαθέσεις καὶ προαιρέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνᾷ ὑπὸ τὸ κράτος ἀληθοῦς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀποστρέφεται τὴν συζήτησιν, καὶ τρέμει πρὸ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐξυπηρετῇ τυφλῶς τὰς τοιαύτας ἀπολυταρχικὰς καὶ ἐνόχους βλέψεις τοῦ ἡγέτου αὐτῆς; Καὶ τίς δύναται σήμερον, εἰ μὴ εἶναι πεπωρωμένος τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν, ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διέπει τὸν τόπον ἀχαρακτήριστός τις καὶ ἀκατονόμαστος τυραννίς; Τί ἀφῆκαν ὄρθιον ἐν τῷ τόπῳ; Ἔχομεν διοίκησιν; ἔχομεν δικαιοσύνην; ἔχομεν στρατόν; Αὐτὰ τὰ ζητήματα θέλομεν ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν, σεῖς δὲ μᾶς λέγετε, ὅτι αἱ τοιαῦται συζητήσεις εἶναι ἀνωφελεῖς, καὶ τείνουσιν εἰς ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ συζητήσεις αὗται, αἵτινες περιστρέφονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ παραλείψεων, ἦναι ἄσκοποι καὶ ἀνωφελεῖς, τότε δέν μοι λέγετε, παρακαλῶ, ποῖαι εἶναι αἱ σκόπιμοι καὶ ὠφέλιμοι; Ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγράφεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην δωρεᾶς τῶν 350 χιλιάδων δραχμῶν, σεῖς δὲ δεικνύετε μεγάλην ἀδημονίαν καὶ στενοχωρίαν, διότι δὲν σπεύδομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν ταύτην διάταξιν, διὰ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ τίς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ ψηφίσητε; Ἀποτελεῖτε τὴν πλειονοψίαν, μεθ’ ὅλας δὲ τὰς ἰδικάς μας διαμαρτυρίας, θὰ ψηφίσητε, ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα ὑπέβαλε καὶ θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Τρικούπης. Αὐτὸ τὸ ἐννοοῦμεν πολὺ καλῶς, ἀλλὰ διὰ τί βιάζεσθε τόσον πολύ; Μήπως ἐπίκειται ἡ λῆξις τῆς Συνόδου; Μόλις παρῆλθον δύο μῆνες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεώς της, ὑπολείπονται δὲ τέσσαρες ἀκόμη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἑξαμήνου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαρκῇ ἑκάστη Σύνοδος. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ σπουδή, πρὸς τί ἡ στενοχωρία; Θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν ταχέως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων. Ἡ πρόθεσις ὑμῶν αὕτη θὰ ἦτο εὐνόητος καὶ εὐεξήγητος, ἐὰν ἠδύνασθε νὰ ἔχητε γνώμην τινὰ ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ σήμερον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν μετεβιβάσθη ἀκέραιον καὶ σχεδὸν ἀνεξέλεγκτον ἐκ τῆς Νομοθετικῆς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν; Πότε ἠθέλησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ κατὰ κεραίαν μίαν οἱονδήποτε νομοσχέδιόν της; Συνέβη νὰ ἴδω πολλάκις Βουλευτάς τινας τῆς Συμπολιτεύσεως μετὰ δέους ὑποβάλλοντας τροπολογίας τινάς, καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας παραιτοῦντας αὐτάς, διότι δὲν τὰς ἀποδέχεται ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ἀφοῦ ἦναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπηλλοτριώθη ἐντελῶς τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετικοῦ, δὲν μᾶς ἀφίνετε τοὐλάχιστον νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; Δὲν βλέπετε, ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι εἰκονική; Ἄν ἀπομένῃ τι ἀκόμη, τοῦτο εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν ἀτασθαλιῶν. Καὶ δὲν ἀποβαίνει μὲν καὶ οὗτος ἀποτελεσματικός, ἀλλ’ ὀπωσδήποτε χρησιμεύει ἐν μέρει μὲν ὡς ἀσθενὴς φραγμὸς εἰς τὰς παντοίας ἀκολασίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐν μέρει δὲ ὡς ἀνακούφισις καὶ παρηγορία εἰς τοὺς ὑφισταμένους τὰ δεινὰ τῆς ἐξηχρειωμένης διοικήσεως. Πόσα δὲν ἠκούσαμεν καὶ πόσα δὲν θ’ ἀκούσωμεν ἴσως ἀκόμη, διότι παρατείνομεν τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς περὶ τοῦ Τάκη συζήτησιν! Καὶ ὅμως τίς ἀπαθὴς καὶ εὐσυνείδητος κριτὴς δὲν ἤθελε μᾶς δικαιώσει διὰ τοῦτο; Ἀδιαστάκτως φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν πολὺ περισσότερον, ἢ ὅσον ὠφέλησαν αὐτὴν οἱ τριακόσιοι περίπου νόμοι, οὓς ἀβασανίστως ἐψηφίσατε κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους. Εἶναι λυπηρὸν βεβαίως, διότι δὲν ἔχομεν σήμερον τὴν δύναμιν νὰ ζητήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀποβαίνει ἀνωφελὴς ἡ ἁπλῆ συζήτησις. Ἐξ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι αὕτη δύναται νὰ διδάξῃ ὁπωσοῦν τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβιάζωσιν ἀσυστόλως τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ περιυβρίζωσι θρασέως τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀνανήψωμεν! Δὲν τὸ βλέπετε; Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν κυβερνητικὸν σύστημα, τεῖνον ὑπούλως καὶ δολίως εἰς τελείαν οὐδετέρωσιν τῆς ἀληθοῦς καὶ πραγματικῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον καὶ πρέπει νὰ παύσῃ λειτουργοῦν, εἴπετέ το καθαρά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχῃ τις τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν εἰλικρίνειάν σας. Τὸ νὰ λέγητε ὅμως, ὅτι εἶσθε ὀπαδοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπείκετε τυφλῶς εἰς τὰ νεύματα αὐθάδους καὶ ἀπολυτόφρονος Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε εἰλικρινὲς, οὔτε γενναῖον, οὔτε συμφέρον εἰς τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε. Καὶ τίνες εἶναι οἱ πρὸς οὓς παρέχετε ἀμέριστον καὶ ἀνεπιφύλακτον ὑποστήριξιν; Γνωρίζετε βεβαίως. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, διὰ νὰ φθάσουν εἰς ὃ σημεῖον πολιτικῆς δυνάμεως ἔφθασαν, παρέστησαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι πάντων τῶν ἐν τῷ τόπῳ κακῶν αἴτιοι ἦσαν καὶ εἶναι οἱ Βουλευταί. Ἐλησμονήσατε ἆρά γε τὴν κατὰ τῶν Βουλευτῶν ἀγρίαν καὶ λυσσώδη ἐκείνην σταυροφορίαν τῶν ἐνθέρμων ὑποστηρικτῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως; ἔλεγον οὗτοι καὶ ἔγραφον καὶ ἐδημοσίευον: Τίς εἶναι ἔνοχος διὰ τὰ παντὸς εἴδου ἐγκλήματα; Ὁ Βουλευτής, ὅστις ἀθωόνει τοὺς ἐγκληματίας, ἢ καταδικαζομένους τοὺς ἐξάγει ἐκ τῶν φυλακῶν διὰ χάριτος. Τίς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς κλοπὰς καὶ καταχρήσεις τοῦ δημοσίου πλούτου; Ὁ Βουλευτής, ὅστις διορίζει τοὺς κλέπτας καὶ ἅρπαγας εἰς τὰς δημοσίας θέσεις οὐχὶ δὲ σπανίως συνεταιρίζεται μετ’ αὐτῶν πρὸς ἀθέμιτον κερδοσκοπίαν....

§140ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὰ εἶπε κἀνεὶς αὐτά· εἶναι μῦθοι.

§141ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ ἐπιλήσμων ὁ διακόψας με κύριος Βουλευτὴς, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐλησμόνει τόσον ἐνωρὶς τοὺς ἱστορικοὺς ἐκείνους κατὰ τῆς Βουλευτοκρατίας φιλιππικούς, οὓς ἐδημοσίευον ἐν χορῷ ὅλα τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τῆς εὐρείας περιφερείας νόμου, ὃν ἐθεώρουν, καὶ εὐλόγως, ὡς τὸ μόνον μέσον ὁριστικῆς μὲν ἐπικρατήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καταπτώσεως δὲ πάσης ἀντιῤῥόπου πολιτικῆς ἐν τῷ τόπῳ δυνάμεως. Καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ σχεδίου ὑπῆρξεν ἀληθῶς πλήρης. Τίς, ἐὰν μὴ ἦναι τυφλὸς, δὲν βλέπει τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην εἰς τὰ σήμερον συμβαίνοντα; Ποῦ εἶναι ἡ πολιτικὴ δύναμις, πρὸ τῆς ὁποίας ἔτρεμεν ἄλλοτε ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργός; Τὴν συνέτριψεν ἐν μέρει, ἐξακολουθεῖ δὲ συντρίβων αὐτὴν, χάρις εἰς τὴν συνδρομὴν, ἣν τῷ παρέσχετε καὶ τῷ παρέχετε διὰ τῆς ψήφου σας. Ὅσον σημαίνει σήμερον εἷς ἀφωσιωμένος πλησίον τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν σημαίνετε τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα ἐξ ὑμῶν. Τὸ ἀρνεῖσθε αὐτό; Δὲν τὸ πιστεύω, ἐκτὸς ἐὰν ὡς μέτρον τῆς ὀφειλομένης ὑμῖν ἐκτιμήσεως λαμβάνετε τὴν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φαινομενικὴν ἐκδήλωσιν ἐξηναγκασμένης ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ ὑμετέρας θέσεως. Τοιοῦτος τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ ὁ χαρακτήρ. Βλέπει, ὅτι σήμερον ἔχει τὴν ἀνάγκην ὑμῶν; Σᾶς θωπεύει, πλὴν αἱ θωπεῖαί του ἐνέχουν οὐ μόνον ὑστεροβουλίαν, ἀλλὰ καὶ μνησικακίαν. Ὅταν παρέλθῃ ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν τὸν ἔφερεν ἡ ἀνδρικὴ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ στρέψῃ ὑμῖν καὶ πάλιν τὰ νῶτα, θὰ προσπαθήσῃ δὲ νὰ ἐκδικηθῇ πάντας ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἠθέλησαν τυχὸν νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς δυσχερείας, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Καὶ ἔχει δίκαιον, τοιαύτην μετερχόμενος τακτικὴν, διότι, ἐνῷ καταφωρᾶται διαπράττων πάντα ἐκεῖνα, ἅτινα ψευδῶς καὶ συκοφαντικῶς ἀπέδιδεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἔρχονται οὗτοι καὶ καλύπτουν διὰ τῆς ψήφου των οὐ μόνον τὴν ποινικὴν καὶ ἀστυκὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην του. Ἀπένειμε τρισχιλίας χάριτας ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν. Κατὰ τί εὐθύνονται διὰ τοῦτο οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ὑπῆρχον τότε; Ἀπέλυσε σωρείαν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν. Χάριν τίνων Βουλευτῶν ἔπραξε τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο, ἀφοῦ Βουλευταὶ δὲν ὑπῆρχον; Οὐδὲ εἶναι εὔκολον ν’ ἀριθμήσῃ τις τὰ ἀναρίθμητα κυβερνητικὰ ὄργια, ἅτινα τὴν πηγήν των ἔχουν εἰς τὰ παντοῖα συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ἐν τούτοις σύρεσθε τυφλῶς ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοιούτου κυβερνητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁσημέραι ἀποκαλύπτεται ἀσύμφορον καὶ ἐπικίνδυνον εἰς τὸ Ἔθνος....

§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς σύρεται.

§143ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν οὐδεὶς σύρεται, ἢ ὄχι, τὸ ἀποδεικνύει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἡ τακτικὴ ὑμῶν ἐπὶ τῆς ζητουμένης ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη πιστώσεως. Κατενοήσατε ὅλοι, ὅτι πρόκειται περὶ χαριστικῆς πράξεως ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, πλὴν δὲν φαίνεσθε ἐμπεφορημένοι τοῦ ἀπαραιτήτου ψυχικοῦ σθένους, ὅπως τὸ ἀποκρούσητε. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν λέγουσιν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐχαρακτηρίσθη ὡς πολιτικόν, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπερψηφίσωσι, πρὸς ἀποφυγὴν κυβερνητικῆς κρίσεως ἢ πτώσεως. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποδοθῇ πολιτικὴ ἔννοια εἰς καθαρῶς χρηματικὸν ἀντικείμενον; Ἐδῶ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι ἔχει ποιάν τινα ἐλευθερίαν ἐν τῷ σκέπτεσθαι καὶ κρίνειν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως μία ἁπλῆ πίστωσις ἀνυψωθῇ εἰς ζήτημα κυβερνητικόν, καὶ ὅτι ἑπομένως θὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει δυστυχῶς, καὶ ἰδοὺ διατὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἄγεται καὶ φέρεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, κατὰ τὰς ὁρμὰς καὶ ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δὲν ἀπεδείχθη ἄξιος τοιαύτης ἀπολύτου καὶ τυφλῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ἀληθῶς ἀπελπιστικόν, καταντᾷ δὲ καὶ ἀνεξήγητον τὸ φαινόμενον τοῦτο. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν λέγετε, ὅτι ἀποκρούει ἡ συνείδησίς σας ἓν ἀχρεῖον νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἁμιλλᾶσθε, τίς τοῦ ἄλλου νὰ δείξῃ μείζονα προθυμίαν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἐγὼ αὐτὸς ἤκουσα συναδέλφων συμπολιτευομένων, λεγόντων, ὅτι ἀληθῶς ὁ Σπάρταλης δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τίποτε, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ τῷ δοθῶσιν αἱ 335 χιλιάδες δραχμῶν, εἴτε διότι μᾶς πιέζει ἡ Ἀγγλία, εἴτε διότι ὁ κ. Τρικούπης ἔχει προσωπικὰς πρὸς αὐτὸν ὑποχρεώσεις....

§144ΓΚΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ εἴπητε τίνες τὰ λέγουν αὐτὰ, ἄλλως συκοφαντεῖτε.

§145ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ συκοφαντίας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι αὕτη εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκετε. Μὲ προκαλεῖτε νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ πράξω ποτὲ, διότι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἐγενόμην αὐτήκοος τῶν ὅσα εἶπον ἐκ προσωπικῆς καὶ ἰδιαιτέρας μετὰ συμπολιτευομένων Βουλευτῶν συζητήσεως....

§146ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ ποῦ εὑρέθη ἐδῶ συκοφαντία;

§147ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως δὲ, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀκριβῆ, δὲν θ’ ἀπετέλουν συκοφαντίαν. Συκοφαντεῖ τις, ὅταν ἐν γνώσει τῆς ἀθωότητος ἄλλου τινὸς ἀποδίδῃ αὐτῷ ὡρισμένας πράξεις, αἵτινες, ἂν ἠλήθευον, θὰ τὸν ἐξέθετον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ οὐδεμίαν τοιαύτην πρᾶξιν ἀπέδωκα ἐγὼ πρὸς οἱονδήποτε. Ἐξ ἐναντίας παρέστησα, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας κυρίων Βουλευτῶν σκέπτονται μὲν ὀρθῶς, δὲν ἔχουσιν ὅμως ἐπαρκῆ ψυχικὴν δύναμιν, ὅπως ἁρμόσωσι τὰς σκέψεις αὑτῶν πρὸς τὰ πράγματα. Εἶναι τοῦτο συκοφαντία;...

§148ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι πλέον μυστικά. Οἱ συμπολιτευόμενοι κατακρίνουσι καὶ ἀποδοκιμάζουσι δημοσίᾳ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ψηφίσουν.

§149ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς βεβαιοῖ ὅσα ἐγὼ εἶπον, γνωρίζω δὲ μάλιστα, ὅτι τῷ ἀνεκοινώθησαν παρὰ Βουλευτοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ περίεργοί τινες λεπτομέρειαι, ἀναφερόμεναι πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν Σπάρταλην, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι μοὶ εἶναι συγκεχωρημένον νὰ ὀνομάσω πρόσωπα.

§150ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς τὰ λέγουν διὰ νὰ σᾶς ἐνθαῤῥύνουν.

§151ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶς ἄλλος θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπῃ τοῦτο, παρὰ ὁ κ. Βουδούρης.

§152ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ τί;

§153ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐν ᾧ κυρίως ἡ συζήτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, φαίνεσθε καὶ σεῖς, ὅτι εἶσθε σύμφωνος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐνῷ πλειστάκις ἐξεφράσθητε καὶ ἐξακολουθεῖτε ἐκφραζόμενος δυσμενέστατα κατὰ τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ἐνθυμοῦμαι δὲ μάλιστα, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον προεκλήθη ψηφοφορία ὑπὲρ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ὑμεῖς ῥητῶς ἐδηλώσατε, ὅτι ἐδίδετε λευκὴν ψῆφον, οὐχὶ χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχε χαρακτηρίσει τὸ ζήτημα ὡς κυβερνητικόν.

§154ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε τότε ἐψήφισα, οὔτε τώρα θὰ ψηφίσω. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶμαι συνεπής. Σᾶς εἶπον τότε, ὅτι δὲν ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πράγματι δὲ δὲν ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτοῦ, οὔτε τώρα θὰ ψηφίσω (ἱλαρότης).

§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε εἶσθε σύμφωνοι.

§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι.

§157ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ μοὶ κάμητε παρατηρήσεις.

§158ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα ἐγὼ νὰ σᾶς κάμω παρατηρήσεις. Ἀπέκρουσα ἰδικήν σας παρατήρησιν.

§159ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ, βλέπετε, εἶμαι περισσότερον ἐντὸς τῆς ἀληθείας.

§160ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συγχαίρω, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου μὲ διεκόψατε. Ἔλεγον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ὠθεῖ τὴν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἀνεπιφύλακτον καὶ τυφλὴν ὑποταγὴν πέραν παντὸς μέτρου, πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτου, ἔκαμον μνείαν τοῦ ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι αὕτη, ἐνῷ ἐνδομύχως ἀποδοκιμάζει τὸ περὶ Σπάρταλη νομοσχέδιον, δὲν ἔχει τὸ ψυχικὸν σθένος, ὅπως καταψηφίσῃ αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὴν ἐπιψήφισιν ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ταῦτα μὲν εἶπον ἐν παρενθέσει, συνεχίζων δὲ τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἐκφράζω ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην, ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν συμπολιτευομένων, ἂν ὄχι ὅλοι, ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθηκε δυστυχῶς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ μέχρις ἀπιστεύτου βαθμοῦ. Καὶ ὅμως, ἂν προκληθῇ ψηφοφορία, οὐδεὶς θὰ δώσῃ μέλαιναν κατ’ αὐτοῦ ψῆφον. Διὰ τί; Διότι εἶναι ἀπαίτησις τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο λέγηται λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τότε δὲν ἠξεύρω ποῖον ποτὲ πολίτευμα ὑπῆρξε δεσποτικώτερον καὶ ἀχρειέστερον αὐτοῦ. Περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξεδήλωσα ἤδη τὸ ἐμὸν φρόνημα. Εἶπον, ὅτι συνευθύνεται μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς ἀποκαλυφθείσας ἀνηκούστους ῥυπαρότητας ἐν τῷ ἀπασχολοῦντι ἡμᾶς ζητήματι. Καὶ ἠδύνατο μὲν ἡ πλειονοψηφία νὰ μὴ συμφωνῇ πρὸς τὴν περὶ γενικῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης γνώμην μου, διότι τοιαύτη ἀτυχῶς εἶναι τῶν πραγμάτων ἡ σημερινὴ κατάστασις, ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως λόγῳ ἐπετρέπετο αὐτῇ νὰ δεικνύῃ δουλικὴν προθυμίαν πρὸς ἀθώωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀσχέτως πρὸς τὴν ὅλην κυβερνητικὴν εὐθύνην. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Δημητρίου Βουλπιώτου ὡς ἀτόμου, ὁπότε θὰ εἶχον ἴσως θέσιν αἰσθήματα προσωπικῆς συμπαθείας καὶ ἐπιεικείας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὗτινος ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις ταυτίζεται πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἔδει νὰ κυριαρχῇ πάσης ἄλλης πλαγίας σκέψεως, εἴτε εἰς ἀτομικὰς συμπαθείας, εἴτε εἰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὀφείλεται αὕτη. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἡμεῖς φρονοῦμεν καὶ περὶ τοιούτων συζητοῦμεν, σεῖς μᾶς λέγετε, ὅτι καταδαπανῶμεν ἐπὶ ματαίῳ πολύτιμον χρόνον, καθ’ ὃν θὰ εἶχον ἤδη ψηφισθῆ πολλὰ νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Παράδοξοι ἀληθῶς σκέψεις καὶ ἀλλόκοτοι ἀξιώσεις τῆς πλειονοψηφίας. Ποῦ στηρίζονται αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται; Τοῦτο δι’ ἡμᾶς καταντᾷ αἴνιγμα. Ἐῤῥήθη, ὅτι ἡ τῆς σημερινῆς πλειονοψηφίας στοργὴ καὶ τυφλὴ ἀφοσίωσις πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ὀφείλεται εἰς τὸν πόθον τῆς κυβερνητικῆς μονιμότητος. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ποῖα εἶναι τὰ ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ταύτης μονιμότητος ἀγαθὰ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τοσαῦται γίνονται θυσίαι; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν βλέπω ἀγαθόν τι, ἱκανὸν ν’ ἀντισηκώσῃ τὰ τόσα δεινὰ, ὧν πρόξενος ἀπέβη καὶ ἀποβαίνει ἡ ἑδραίωσις τοῦ κρατοῦντος κυβερνητικοῦ καθεστῶτος. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν αἱ Κυβερνήσεις ἔπιπτον σχεδὸν κατὰ νουμηνίαν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, καθ’ οὓς χρόνους συνέβαινον αἱ συχναὶ κυβερνητικαὶ ἀλλαγαὶ, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐτηρεῖτο ἀκμαῖον, ἐν γένει δὲ ἡ τοῦ τόπου κατάστασις ἦτο ἀσυγκρίτως καλλιτέρα τῆς σημερινῆς. Πότε, ἐρωτῶ, καὶ ποία Βουλευτικὴ πλειονοψηφία παρέστησε κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ δὲν ὑπῆρχε κυβερνητικὴ μονιμότης, τὸ οἰκτρὸν θέαμα, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς; Πότε ἡ ὑπὸ ποικίλας μορφὰς ἁρπαγὴ καὶ σπατάλη τῆς δημοσίας περιουσίας ἔλαβε τὰς ἐπικινδύνους διαστάσεις, ἃς παρατηρεῖ τις σήμερον; Ἐν ἑκάστῳ οἰκονομικῷ συνδιασμῷ, ἐν ἑκάστῳ δανείῳ, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ψηφίζετε ἀδιακόπως, ὑπολανθάνει ἡ ἀθέμιτος κερδοσκοπία τῶν γνωστῶν τραπεζιτῶν καὶ μεσιτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Τρικούπης κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα. Τίς θὰ ἐτόλμα νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον παραπλήσιον πρὸς τὸ περὶ Σπάρταλη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν, ὡς ἐνασμενίζουν νὰ λέγωσιν οἱ ἀφιλοκερδεῖς θιασῶται τῆς κυβερνητικῆς μονιμότητος, τὰ Ὑπουργεῖα ἀνεβοκατέβαινον ἀνὰ 24 ὥρας; Θὰ ἐνομίζετο παράφρων ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀποτόλμα τότε τοιοῦτον τόλμημα, καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σωθῇ, εἰ μὴ ἐτίθετο ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ ἀκαταλογίστου. Πότε ἐν τῇ δικαιοσύνῃ παρετηρήθησαν αἴσχη καὶ ὄργια, οἷα τὰ ἐν τῷ περὶ Τάκη ἀξιοθρηνήτῳ ἐπεισοδίῳ; Πότε ἡ δημοσία ἀσφάλεια περιῆλθεν εἰς τὸ θλιβερὸν σημεῖον, εἰς ὃ διατελεῖ σήμερον; Πότε ἐγένετο τοσαύτη θραῦσις εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν, ὅση γίνεται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κυβερνητικῆς σας μονιμότητος; Ἀγνοεῖτε ἆρά γε τὰ συμβαίνοντα, ἢ ὑποκρίνεσθε, ὅτι τὰ ἀγνοεῖτε; Πρὸ μικροῦ ἐτελέσθησαν ἐν Πάτραις, τῇ δευτέρᾳ πόλει τοῦ Βασιλείου, ἓξ ἀνθρωποκτονίαι ἐν διαστήματι δύο ἑβδομάδων! Οἱ φονευθέντες ἦσαν χρηστοὶ καὶ ἔντιμοι οἰκογενειάρχαι, ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ἀποζῶντες καὶ οὐκ ὀλίγους πληρώνοντες φόρους, ἐφονεύθησαν δὲ ἐν πλήρει σχεδὸν μεσημβρίᾳ καὶ εἰς τὰ κεντρικώτερα μέρη τῆς πόλεως, χωρὶς νὰ συλληφθῶσιν κἂν οἱ ἀποκτείναντες αὐτούς. Περὶ δὲ τῆς Ἠλείας τί νὰ εἴπω; Ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀφ’ ἑνὸς μὲν διατελεῖ ὑπὸ εἶδός τι καταστάσεως πολιορκίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δημοσία ἀσφάλεια ἢ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἐντελῶς, ἢ τὰ περὶ ταύτης ἐνεργοῦνται μετὰ ἐγκληματικῆς χαλαρότητος. Ἡ αὐτὴ περίπου κατάστασις παρατηρεῖται εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους. Καὶ ἔπειτα μᾶς λέγουν, ὅτι στέργουσι τὸ κρατοῦν σύστημα χάριν κυβερνητικῆς μονιμότητος! Κατέστημεν ἀληθῶς ἀγνώριστοι, ὅπως ἐν ἄλλῃ συζητήσει ἔλεγον. Σημαίνει, Κύριοι, μεσονύκτιον, καὶ πρέπει νὰ περάνω τὸν λόγον μου. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω παρεκβάσεις τινάς, οὐχὶ ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν κύριον θέμα. Ἠμφισβητήθη ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἡμετέρας προθέσεως περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ ἄτοπος αὕτη ἀμφισβήτησις. Ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς εὐρείας ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως ἐννοοῦμεν νὰ ἐνασκήσωμεν ἐξ ὑπερτάτου καθήκοντος τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπερ ἀπέμεινεν ἐν ἐνεργείᾳ ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἐν τῇ τοῦ δικαιώματος τούτου ἐνασκήσει οὐδενὸς ταπεινοῦ ἐλατηρίου, οὐδεμιᾶς πλαγίας σκέψεως ἐμφορούμεθα. Εἶναι τῳόντι δυσάρεστον διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ τόπου σύμπτωμα, τὸ νὰ φρονῇ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ γίνῃ τόσος λόγος διὰ τὸ ζήτημα τοῦ λῃστοῦ Τάκη, ἢ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπιστίας καὶ πλαστογραφίας τοῦ ἐν Σύρῳ γνωστοῦ ἐκείνου ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, ἢ δι’ ἄλλας παραπλησίας ἀτασθαλίας καὶ ἀκολασίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπον. Εἶναι δηλαδὴ καιρὸς ν’ ἀνανήψωμεν. Οἱ διαχειρισταὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, φρονοῦντες, ὅτι ὑπολογίζουσιν ἀσφαλῶς ἐπὶ τῆς ἐκ μέρους ὑμῶν ἀνεπιφυλάκτου καὶ τυφλῆς ὑποστηρίξεως, ὠθοῦσι τὸν τόπον εἰς δοκιμασίας. Ὑπολογίζετε ἴσως καὶ σεῖς ἐπὶ τῆς ἐπ’ ἄπειρον ἀνοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺ ἡ δημιουργηθεῖσα ὑπὸ μυσαροῦ πολιτικοῦ συστήματος ἀφόρητος κατάστασις, πρὸς τὸ τέλος δὲ τοῦτο τείνει ὁ ἡμέτερος ἀγών. Ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυβέρνησιν ἐκ πεποιθήσεως, ἂν δ’ ἐνίοτε ἀναγκαζώμεθα ν’ ἀνάγωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν μέχρι λελογισμένης καὶ δεδικαιολογημένης ἀντιδράσεως, τὸ πράττομεν ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
2τῆς 13 Δεκεμβρίου 1888
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Ληξουρίου, ὑπο-
8βάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς εὐχαριστεῖ μὲν τὸν κ. Τυπάλδον
9Κοζάκην, ὁμιλήσαντα ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τοῦ λιμένος Λη-
10ξουρίου, ἀλλὰ γνωρίζει τῇ Βουλῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν παρα-
11πόνων ἔσχε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ ἀπ’ ἐναντίας
12πάντοτε ἐνέκρινε πάσας τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν
13λιμενικῶν ἔργων.
14Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
15§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν
16τῆς χθὲς γενομένης ἐντεῦθεν καταγγελίας, ὅτι ὑπάλληλός
17τις ἀστυνομικὸς, ὁ ἀστυνόμος τοῦ Αʹ τμήματος κ. Ἀλε-
18ξανδρόπουλος, ἐπετέθη κατά τινος τῶν ἡμετέρων συναδέλ-
19φων, εἰσερχομένου τὴν νύκτα, περὶ τὴν 9ην ὥραν, εἰς τὸ
20Βουλευτήριον, καθῆκον ἐνόμισα, ὅπως καὶ προεδήλωσα χθὲς,
21νὰ διατάξω αὐθωρεὶ ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, μετὰ προθέ-
22σεως ἀπαρεγκλίτου, εὐθὺς, ὡς ἀπεδεικνύετο τὸ παραμικρὸν
23παράπτωμα ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, νὰ προ-
24βῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς
25περαιτέρω τιμωρίαν. Παρήγγειλα ἑπομένως τὸν κ. Διευθυν-
26τὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἅμα τῇ ἡμέρᾳ, νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ
27εἰρημένῳ συναδέλφῳ καὶ προβῇ εἰς ἐξετάσεις ἀκριβεῖς περὶ
28τῶν συμβάντων χθὲς, ὅπως δι’ αὐτῶν ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ
29περαιτέρω. Ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐξετέλεσε τὴν
30παραγγελίαν μου, μεταβὰς σήμερον δὶς εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ.
31Βουλευτοῦ, ὅστις ἕνεκα τῆς πρωϊνῆς ὥρας δὲν ἦτο ἕτοιμος
32νὰ δεχθῇ αὐτὸν, κατόπιν δὲ συναντήσας αὐτὸν, ἐξελθόντα
33ἐν τῇ πόλει, ἠρώτησεν αὐτὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως· ἐπειδὴ δὲ
34ἐν τῷ μεταξὺ προέκυψεν, ὅτι μάρτυς, καθ’ ἣν ὥραν συνέ-
35βη τὸ καταγγελθὲν χθὲς, παρευρίσκετο ἕτερος ἔντιμος συ-
36νάδελφος, εἰς τὴν αὐτὴν πρὸς ἐκεῖνον ἀνήκων πτέρυγαν, ὁ κ.
37Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἀπετάθη καὶ πρὸς τοῦτον, ὅπως
38καὶ ἐκ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ ἐξαχθῶσι τὰ συντελοῦντα εἰς
39εὕρεσιν τῆς ἀληθείας. Ἐν ταὐτῷ δὲ, καθ’ ἣν ἔδωκα ἐντο-
40λήν, προσεκαλεῖτο εἰς ἀπολογίαν καὶ ὁ καταγγελθεὶς ὡς
41πταίσας ὑπάλληλος. Τὸ πόρισμα τῶν ἐξετάσεων μετ’ ἀνα-
42φορᾶς τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καταθέτω
43ἀμέσως σήμερον, ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, εἰς τὴν
44Βουλήν.
45Ἐκ τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ
46πρῶτον, ὅτι τὸ συμβὰν ἐν τῇ συναντήσει τοῦ εἰρημένου κ.
47συναδέλφου πρὸς τὸν ἀστυνόμον τοῦ Αʹ τμήματος ἐτε-
48λέσθη μίαν ὥραν καὶ ἴσως πλέον τῆς μιᾶς ὥρας μετὰ τὸ συμ-
49βὰν εἰς τὸν ἕτερον συνάδελφον ἡμῶν, τὸν κ. Παπαδόπου-
50λον· δεύτερον, ὅτι ὁ κ. Κρεστενίτης, ὡς καὶ χθὲς προεδήλω-
51σεν ἐντεῦθεν, ἠρνήθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξέτασιν ἐπὶ τοῦ θέ-
52ματος τούτου, εἰπὼν, ὅτι ἀρκεῖται εἰς ὅσα χθὲς εἶπεν ἐν τῇ
53Βουλῇ. Ὡσαύτως δὲ ὁ ἕτερος συνάδελφος, ὁ κ. Κουμανιώ-
54της, τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ μαρτυρία ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως,
55εἶπε μὲν πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅσα ἐγνώ-
56ριζε περὶ αὐτῆς, ὅτε ὅμως ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ κ. Διευθυντοῦ
57τῆς Ἀστυνομίας, ἂν δέχηται νὰ ἐξετασθῇ ἐγγράφως ἐπὶ τῆς
58ὑποθέσεως, ἐδήλωσεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἀρνεῖται τοῦτο, ὅτι δὲ
59προκαλούμενος ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι πρόθυμος νὰ διαβεβαιώσῃ
60ὅσα καὶ προφορικῶς πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνο-
61μίας εἶπεν. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως προκύπτει, κατὰ τὴν πεποί-
62θησίν μου, ἀνενδοιάστως, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐπίθεσις τοῦ ἀστυ-
63νόμου κ. Ἀλεξανδροπούλου κατὰ τοῦ κ. Κρεστενίτου, ὅτι
64εἰσερχόμενος ὁ κ. Κρεστενίτης νύκτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
65συναντήσας τὸν κ. ἀστυνόμον, συνομιλοῦντα καὶ κρατούμε-
66νον ἀπὸ τῆς χειρὸς μετὰ τοῦ κ. Κουμανιώτου, μεθ’ οὗ φαί-
67νεται ἔχει σχέσεις φιλικὰς, ὠθήθη βιαίως ὑπὸ κλητῆρος τῆς
68Ἀστυνομίας, ἐξερχομένου καὶ μὴ προσέξαντος. Τότε δὲ πα-
69ρετήρησεν εἰς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο
70τοιοῦτοι κλητῆρες νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατ’
71ἐκείνην τὴν ὥραν, ὁ δὲ κ. Ἀλεξανδρόπουλος ἀπήντησεν, ὅτι
72αὐτὸς καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων.
73Ἐκ τούτου ἐπῆλθε δυσαρέσκεια τοῦ κ, Βουλευτοῦ, ὅστις καὶ
74τότε ἀμέσως καὶ κατόπιν ἐπανελθὼν εἶπε λόγους τινὰς ὀλί-
75γον τραχεῖς πρὸς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον. Ὁ κ. Κουμα-
76νιώτης, ἐρωτηθεὶς ἐπὶ τούτου, εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει πταί-
77στην τὸν ἀστυνόμον, καὶ ὅτι, ἂν ἐρωτηθῇ, εἶναι πρόθυμος
78νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὅσα προφορικῶς εἶπεν εἰς τὸν
79κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας.
80Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν πάντες σχεδὸν οἱ ἀντιπρόσωποι
81τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπέβαλον παράπονα, ἐκ
82Πατρῶν ἀποστελλόμενα, ὅτι ἐργασίαι σιδηροδρομικαὶ τε-
83λοῦνται ἐπὶ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, καί-
84τοι εἶχεν ὑποσχεθῆ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ παύσῃ πᾶσα ἐργα-
85σία ἐπ’ αὐτῆς. Σπεύσας ἠρώτησα περὶ τῶν συμβαινόντων
86ἐν Πάτραις. Χθὲς δὲ εἶχον εἰς ἀπάντησιν τὰς ἑπομένας πλη-
87ροφορίας. (Ἀναγινώσκει).
88Παρήγγειλα νὰ διαταχθῇ ἡ παῦσις πάσης κυκλοφορίας
89ἐπὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, ὅτε σήμερον, μετὰ τὴν παραγγε-
90λίαν, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, ἔφθα-
91σαν νέα παράπονα ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἡ κυκλοφορία ἐνεργεῖ-
92ται. Ἐνῷ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν ἀπ’ εὐθείας τὰ παρά-
93πονα ταῦτα, δύο ἐκ τῶν συναδέλφων, τῶν ἀντιπροσωπευόν-
94των τὸν νομόν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, οἱ κύριοι Θάνος Κανα-
95κάρης καὶ Φωτήλας, ἦλθον πρός με, παραπονούμενοι διὰ
96τὰ αὐτά. Διέταξα αὐθωρεὶ τηλεγραφικῶς νὰ παύσῃ ἀμέ-
97σως πᾶσα ἐργασία καὶ πᾶσα κυκλοφορία ἐπὶ τῆς παραλια-
98κῆς ὁδοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
99Καταθέτω τρία νομοσχέδια: Σχέδιον νόμου περὶ κυρώ-
100σεως τῶν ἀπὸ 4 Μαΐου καὶ 21 Ἰουλίου 1888 Β. Διαταγ-
101μάτων. Ὅμοιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀτμοπλοϊκῆς
102μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ. Καὶ ἕτερον περὶ
103ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύ-
104ρεσιν ὑδάτων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147–149).
105Καταθέτω ὡσαύτως ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
106τερικῶν πρὸς τὸν Νομάρχην Τρικκάλων, διὰ τοῦ ὁποίου δί-
107δεται ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ ἐκ Τρικκάλων βου-
108λευτοῦ κ. Ταρμπάζη, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν Δήμαρχον Φαρ-
109καδῶνος. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον).
110Ὁ Νομάρχης Τρικκάλων οὐδέποτε ἐζήτησε τὴν ἀπό-
111λυσιν τοῦ Δημάρχου Φαρκαδῶνος· οὐδέποτε ἄρα ὑπῆρξεν
112ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ζητῶν ἔπειτα τὴν διατήρησίν
113του. Κατηγγέλθησαν ἐξωδίκως πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν
114Ἐσωτερικῶν παραβάσεις τινὲς τῶν καθηκόντων, κατὰ τὴν
115κρίσιν τοῦ Νομάρχου, ἃς ἔπρατεν ὁ Δήμαρχος. Ἔλαβε δὲ
116ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξ ὧν προκύπτει, ὁποῖον ἦτο
117τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου καὶ ὁποία ἡ δοθεῖσα
118ἀπάντησις.
119Ἐπὶ τῆς ἄλλης ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου θὰ
120ἀπαντήσω πιθανῶς αὔριον.
121§3ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατα-
122θέτω τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Παρνασσίδι
123Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, περὶ ἀπαλ-
124λαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Κοκκώνη ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν
125καθηκόντων αὐτοῦ, ἃς ἐζήτησέ τις τῶν Βουλευτῶν Φθιώτι-
126δος καὶ Φωκίδος. Καταθέτω ἐπίσης τὰ ζητηθέντα συμπληρω-
127τικὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ Σωφρονιστηρίου Κεφαλληνίας, δηλαδὴ
128τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Κεφαλλη-
129νίας καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
130Πρὸ ἡμερῶν πέντε (τὴν 8 Δεκεμβρίου) εἶχε ζητηθῆ τε-
131τάρτη σειρὰ ἐγγράφων, ἀναφερομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν
132ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἀπονομῆς εἴς τινα κατάδικον
133χάριτος, μεταβαλούσης τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς ἰσόβια
134δεσμά. Ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατετέθησαν
135πάντα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατετέ-
136θησαν δὲ καὶ τὰ τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι
137καὶ πρὸ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν εἶχον προσκληθῆ οἱ
138ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς νὰ στείλωσι τὰ ἔγγραφα. Χθὲς περι-
139ῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ Κερκύρας τὰ ζητηθέντα βου-
140λεύματα τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα καταθέτω ἤδη.
141Ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων σειρῶν τῶν ζητηθέντων ἐγγρά-
142φων δὲν ὑπολείπονται ἢ μόνον τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα
143ἐξ Ἄρτης ἐζητήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐντὸς δύο ἢ τριῶν
144ἡμερῶν θὰ ἔχωμεν, καὶ ἡ δικογραφία, ἡ ὁποία ἦτο καὶ εἶναι
145ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ περὶ τῆς ὁποίας σή-
146μερον μοὶ ἀνηνέχθη, ὅτι ἐγένετο διάσκεψις καὶ ἀπόφασις,
147ἐπίκειται δὲ ἡ δημοσίευσις τῆς ἀποφάσεως, καὶ ὅτι εἶναι
148δυνατὸν ἤδη ἡ δικογραφία νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
149καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Βουλήν. Παρήγγειλα σή-
150μερον νὰ ζητηθῇ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θὰ κατατεθῇ καὶ
151ἡ δικογραφία τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
152§4ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
153κατέθεσε τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Πρωτο-
154δικείου καὶ Ἐφετείου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ
155πρωτοδίκου κ. Κοκκώνη ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν αὑτοῦ καθηκόν-
156των. Ἀλλὰ χθὲς ἐζήτησα σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν γνωμοδοτή-
157σεων καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ
158τῆς θεωρήσεως, τῆς γενομένης παρ’ αὐτοῦ, τοῦ Γραφείου τοῦ
159Πρωτοδικείου Παρνασσίδος. Κατετέθη καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη,
160κύριε Ὑπουργέ;
161§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σήμερον θὰ ἦναι μεταξὺ τῶν ἐλευσομέ-
162νων ἐγγράφων.
163§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς
164ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκοίνωσε πρὸ
165μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἔσπευσε σήμερον νὰ προβῇ εἰς ἐνερ-
166γείας διοικητικῶν ἐξετάσεων, ὅπως ἐξακριβωθῶσι τὰ λα-
167βόντα χώραν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, περὶ
168τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐξ
169Ἠλείας κ. Κρεστενίτης. Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῆς
170ταχύτητος, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήρ-
171γησεν. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ πράξεως συναφοῦς μὲ
172τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς,
173νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος
174ὑπόθεσις δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κυρίου
175Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἐνεργεῖν ἐξετάσεις καὶ
176διατάσσειν προανακρίσεις ἀνήκει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξου-
177σίαν τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐντέλλεται τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐξετά-
178σεων ἢ τῶν ἀνακρίσεων. Ἀλλὰ τὰ συμβάντα ἐν τῷ κατα-
179στήματι τοῦ Βουλευτηρίου δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀστυνο-
180μικὴν ἐξουσίαν τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ εἰς τὴν
181ἐξουσίαν μόνον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ Ὑπουρ-
182γεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς πρὸς βεβαίω-
183σιν τῆς πράξεως ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπὶ
184τῆς προκειμένης περιπτώσεως, οὐδὲ δύναται νὰ ἀμφισβη-
185τήσῃ ἢ νὰ κυρώσῃ τὰ πορίσματα τῆς γενομένης ἐξετάσεως.
186Δὲν ἔχω οὐδεμίαν νὰ φέρω ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς ἀντίῤῥησιν.
187Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον, νὰ παρα-
188λείπῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἐξουσίαν, καὶ νὰ παραλείπῃ
189αὐτὴν, ὅπως τὴν διαχειρίζηται ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία.
190Ἄλλως μειοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει
191διὰ τῆς ἐξουσίας, ἥτις παρεχωρήθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Συν-
192τάγματος, καὶ ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει
193διὰ τὴν αὐτοτέλειαν, αὐθυπαρξίαν καὶ ἀνεξάρτητον ἐνά-
194σκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Καὶ ἀληθῶς ὁ Κανονισμὸς τῆς
195Βουλῆς ἀνέθηκε τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ.
196Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἡ ἀστυνομία δὲ δὲν εἶναι μόνον ἡ
197φροντὶς πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ φρον-
198τὶς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν διαταρασσόντων τὴν τάξιν. Διὰ
199τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν,
200οὐχὶ ἵνα μεταβάλω τὰ γενόμενα, ἀλλ’ ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ
201νῦν γενόμενον ὡς προηγούμενον, ὁδηγοῦν ἐν τῷ μέλλοντι
202τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς.
203§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἀπαντήσω. Ἡ Βουλὴ
204χθὲς ἐπεθύμει νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ πληροφορηθῶ περὶ τῶν
205διατρεξάντων. Καὶ τοῦτο ἔπραξα· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶδον
206σήμερον παρόντα τὸν κ. Βουλευτήν, τὸν καὶ συνάδελφον
207ἐξ Ἠλείας καὶ συμπολίτην μου, δὲν ἀνεκοίνωσα ἀμέσως
208τὰς ἐξετάσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβην· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιό-
209τιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νομίζει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
210γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔπραξε καλῶς, προβὰς εἰς τοιαύ-
211τας ἀνακρίσεις, σπεύδω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι,
212καθ’ ἃς ἐγὼ ἔλαβον πληροφορίας, ἐξετάσας τόν τε ὑπαστυ-
213νόμον καὶ τὸν κλητῆρα, ἐπείσθην πληρέστατα, ὅτι τὸ γε-
214γονὸς δὲν εἶχεν οὐδὲ σκοπὸν, οὐδὲ πρόθεσιν. Ἐπείσθην δὲ
215ἔτι περισσότερον περὶ τούτου, διότι εἷς τῶν ἐντίμων συνα-
216δέλφων μας ἦτο παρὼν, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν
217ἐρωτηθῇ καὶ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ, θὰ βεβαιώσῃ, ὅ,τι
218ἐγὼ εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἠδυνήθην νὰ ἀνακαλύψω καὶ πείσω
219ἐμαυτὸν, ὡς σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχεν οὐδὲ σκο-
220πὸν, οὐδὲ πρόθεσιν, ἀλλ’ ἦτο τυχαῖον περιστατικόν. Αὐτὴ
221εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, κα-
222τόπιν τῆς ἐξετάσεως, ἣν ἔκαμα, καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς
223ὁποίας ἔλαβον παρ’ ἀξιοτίμου ἡμῶν συναδέλφου, αὐτόπτου
224τῶν διατρεξάντων, ὅστις κατὰ σύμπτωσιν δὲν εἶναι παρὼν,
225ὅπως τὸν παρακαλέσω νὰ βεβαιώσῃ τοὺς λόγους μου.
226§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲ,
227εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι καθῆκον εἶχον, καὶ καθῆκον,
228εἰς τὸ ὁποῖον ἀνηνέχθησαν καὶ πολλοὶ τῶν ὁμιλησάντων,
229διὰ παντὸς τρόπου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθῆ-
230κον εἶχον νὰ ἐξετάσω, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ συμπεριφορὰ τῶν
231ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, ἑνὸς κλητῆρος πρῶτον, ἑνὸς ἀστυ-
232νόμου ἔπειτα, καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο ἀληθῶς ἡ συμπεριφορὰ
233αὕτη ἀξία τιμωρίας, νὰ τιμωρήσω αὐτοὺς δι’ ἀπολύσεως.
234Ἐδήλωσα δὲ μόλις πρὸ μικροῦ καὶ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει
235ἀπεδεικνύετο καί τι πλέον, ἐσκόπουν νὰ πράξω καὶ τοῦτο,
236νὰ παραπέμψω δηλ. αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἁρμο-
237δία νὰ διεξαγάγῃ οὐχὶ πλέον διοικητικὰς, ἀλλὰ δικαστικὰς
238ἀνακρίσεις. Τοῦτο πράξας, νομίζω, ὅτι παντελῶς δὲν ἀνεμί-
239χθην εἰς καθήκοντα, ἀνήκοντα εἰς ἀλλοτρίαν σφαῖραν, ἀλλ’
240ἔπραξα καθαρῶς καὶ μόνον τὸ καθῆκον, τὸ ἐπιβαλλόμενον
241εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
242§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τούτου ἰδίως διαφωνῶ
243πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ ἡ
244πρᾶξις, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, παρεστάθη, ὅτι ἔλαβε
245χώραν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἡ ἐξέτασις περὶ τῆς διαγωγῆς
246τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ ἀνάκρισις, δὲν
247ἀνῆκεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἰς
248τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
249λῆς συνέπιπτε νὰ συναγάγῃ πορίσματα, ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνο,
250τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς συνήγαγεν, εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν
251εὑρεθῆ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία, τοῦ μὲν κ. Προέδρου
252τῆς Βουλῆς καταγγέλλοντος ἓν ὄργανον ἀστυνομικὸν, ὡς
253παραβὰν τὸ καθῆκον του ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τοῦ δὲ κ.
254Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυριζομένου, ὅτι αἱ βεβαιώσεις
255αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς; Διὰ τοῦτο ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουρ-
256γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναμείνῃ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα
257ἤθελε συναγάγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν ἐξετά-
258σεών του, καὶ ἀναλόγως τῶν πορισμάτων τούτων νὰ ἐνερ-
259γήσῃ. Ἑπομένως, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνῆγεν ὡς
260πόρισμα, ὅτι ἀστυνομικά τινα ὄργανα παρέλιπον τὸ καθῆ-
261κόν των (ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου), ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
262ἤθελεν ἀνακοινώσει τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
263τερικῶν, ὅστις ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ αὐτὰ, χωρὶς νὰ ἀμφισβη-
264τήσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ πορίσματος τῆς ἀνακρίσεως τοῦ κ.
265Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἂν παρέβησαν τὰ
266ὄργανα ἐκεῖνα, ἢ δὲν παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Αὕτη τυγ-
267χάνει ἡ διαφωνία, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμον τὴν παρατήρησιν.
268§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ διαχειριζόμενοι τὸ
269ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν καὶ εἷς Ἐπιμελητὴς ὑπε-
270βλήθησαν εἰς εὐθύνην χρηματικὴν, μὴ ἀνήκουσαν ἠθικῶς εἰς
271αὐτοὺς, λόγῳ ἐντάλματός τινος, ἐκ 12,500 δραχμῶν. Οὗτοι
272κατελογίσθησαν, οἱ μὲν δύο ὡς πληρώσαντες τὸ ἔνταλμα, ὁ
273δὲ τρίτος ὡς διαθέσας τὸ πληρωθὲν ποσὸν, καὶ γίνεται κράτη-
274σις ἐπὶ τῶν μισθῶν αὐτῶν. Ἔχων ἀφορμὴν, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρε-
275σίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορηθῶ
276τὰ περὶ τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος εἰς τοὺς εἰρημένους
277οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς, ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω, ἂν ἠδυνά-
278μην νὰ φέρω θεραπείαν. Ἵνα φέρω ταύτην, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ
279πληροφορία περὶ τοῦ λόγου τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος
280τούτου, ἐντάλματος ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν
281Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τοῦ Ἐπιμελητοῦ, ἄνευ ὅμως δικαιολο-
282γίας περὶ τοῦ σκοποῦ. Ἠρώτησα τὸν προκάτοχόν μου
283Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς
284ὁποίους ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος,
285μοὶ ἀπήντησε δὲ ἐκεῖνος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν
286τότε Πρωθυπουργὸν, διότι κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουρ-
287γικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡ δαπάνη καὶ δὲν τῷ ἐπετρέπετο
288νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὕτη ἐγένετο. Ἀπε-
289τάθην πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἠρνήθη νὰ δώσῃ
290ἐξήγησιν· ὡς ἐκ τούτου μένουσι χρεωμένοι οἱ στρατιωτικοὶ
291οὗτοι λειτουργοὶ, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ πεί-
292θομαι καὶ ὡς ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
293λίου, ὅτι οὗτοι ἐνήργησαν, νομίζοντες, ὅτι ἐπιτελοῦσιν ἐθνι-
294κὸν καθῆκον, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου,
295ἀπαλλάττοντος αὐτοὺς τῆς εὐθύνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς
296Βουλῆς βεβαίως θέλει ἐξετάσει τὰ περὶ τοῦ ἐντάλματος
297τούτου, ἴσως δ’ ἐκείνη δυνηθῇ νὰ μάθῃ εἰς τί τὸ χρῆμα
298τοῦτο διετέθη. Ὁπωσδήποτε, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι, εἴτε τὸ
299μάθῃ, εἴτε δὲν τὸ μάθῃ, πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ στρα-
300τιωτικοὶ λειτουργοὶ καταλογισμοῦ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ.
301§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις,
302τὰς ὁποίας διὰ τρόπου ἐμμέσου προεκάλεσε σήμερον ὁ κ.
303Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινώσας εἰς τὴν
304Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμής τις λογαριασμὸς ἐν τῷ
305Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθησαν
306παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι, αἵτινες ὅμως δὲν ἐδόθησαν παρ’
307ἐμοῦ. Ἀληθῶς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δύο συνάδελφοι, δύο μέλη
308τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, ὁ μακαρίτης
309Παπαμιχαλόπουλος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ
310ἀξιότιμος ὑποστράτηγος κ. Α. Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς
311ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ ἀπηύθυναν ἑκάτερος ἔγγραφον,
312διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι τὸ ἐνεστὸς Ὑπουρ-
313γεῖον ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν πλη-
314ροφορίας. Καὶ τὸν μὲν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον εἶχε
315παρακαλέσει δι’ ἐγγράφου ὁ ἀποβιώσας Ὑπουργὸς τῶν
316Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν, ποῦ ἐδαπάνησεν ὡρι-
317σμένα χρηματικὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ περὶ τῆς δαπά-
318νης αὐτῶν ἔγγραφα δὲν ἐδήλουν ποῦ ἐδαπανήθησαν. Ὁ δὲ
319κ. Μαυρομιχάλης μοὶ ἀνεκοίνωσε ἀλληλογραφίαν τοῦ Φρου-
320ραρχείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξ ἧς συνή-
321γετο, ὅτι τὸ Φρουραρχεῖον εἶχε καταβάλει δέκα ἢ δώδεκα χι-
322λιάδας δραχμῶν κατὰ διαταγὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν
323Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπῆρχον ὅμως τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.
324Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
325δὲν ἔδωκα οὐδεμίαν ἀπάντησιν οὐδ’ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιω-
326τικῶν, οὐδ’ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργούς, διότι
327δὲν ὤφειλον νὰ δώσω αὐτοῖς τοιαύτας, ἀφοῦ καὶ ὁ Ὑπουρ-
328γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
329δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς ἡμᾶς καὶ ζητή-
330σωσι τοιαύτας πληροφορίας.
331Καὶ ἡ μὲν δαπάνη, ἡ γενομένη τῇ διαταγῇ τοῦ ἐπὶ τῶν
332Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Φρουραρχείου
333Ἀθηνῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ὡς πρὸς τὴν χρονολογίαν, ἔλαβε
334χώραν πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου
335ἡ Βουλὴ παρεχώρησε πίστωσιν 60 χιλιάδων δραχμῶν, τῶν
336ὁποίων τὴν διάθεσιν ἀφῆκεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
337τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διατρανώσασα διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀπό-
338λυτον πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, καὶ ἐπιτρέψασα νὰ μὴ
339προσαχθῶσιν οὐδὲ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς δαπάνης
340ταύτης. Πρὶν ἢ ὅμως ὁ νόμος οὗτος κυρωθῇ, ἤτοι πρὶν ἢ δυ-
341νηθῶμεν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου νὰ λάβωμεν χρήματα, τὸ
342Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνετείλατο τῷ Φρουραρ-
343χείῳ νὰ προκαταταβάλῃ δέκα ἢ δώδεκα χιλιάδας δραχμῶν,
344διὰ νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὰς τότε ἀνάγκας,
345διὰ τὰς ὁποίας ὁ τότε ἐκδοθεὶς νόμος ἐπέτρεπε τὴν δαπάνην
346τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπεφυλάσσετο δὲ νὰ τακτοποιήσῃ
347κατόπιν τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐὰν τὸ Φρουραρχεῖον ἢ τὸ
348Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ἀπευθυνθῇ δι’ ἐπι-
349σήμων ἐγγράφων πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
350Ὑπουργόν, εἴτε πρὸς ἐμέ, ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε τὰς ζη-
351τηθείσας πληροφορίας, ἐὰν ἀντὶ τούτου ἔπεμπεν ἕνα ὑπάλ-
352ληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῆς οἰκονομι-
353κῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐζήτει νὰ ὁδηγήσω αὐτὸν περὶ τοῦ
354τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διὰ νὰ τακτοποιηθῇ ἡ δαπάνη αὕτη,
355ἤθελον ἀμέσως τῷ δώσει τὴν ὁδηγίαν ταύτην, καὶ δὲν ἤθελε
356προκύψει ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου νομοσχε-
357δίου πρὸς κανονισμὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπέλαβε τὸ πρᾶγμα
358ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς εὔλογον ἀφορμήν, ἵνα
359ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταβολῆς τοῦ Φρουραρχείου,
360δὲν ἐννοῶ ποῦ ἐστηρίχθη νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουρ-
361γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πληροφορίαν, ποῦ ἐγένοντο αἱ
362δαπάναι. Αἱ δαπάναι ἐκεῖναι ἐγένοντο διὰ τὰς τότε ἀνάγκας,
363ὧν ἕνεκα ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ τῆς πιστώσεως τῶν ἑξήκοντα
364χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγη ὁ Ὑπουρ-
365γὸς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δώσῃ δικαιολογίαν. Γνωρίζω δὲ, ὅτι
366ὁ διατάκτης τῶν δαπανῶν ἐκείνων Ὑπουργὸς εἶχεν εἰς χεῖ-
367ράς του γνωμοδοτήσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δυνάμει
368τῶν ὁποίων διετάχθησαν αἱ δαπάναι, αἱ γνωμοδοτήσεις δὲ
369αὗται ἤρκουν πρὸς δικαιολογίαν αὐτῶν.
370Αἱ περιστάσεις ἦσαν ἐντελῶς ἔκτακτοι, τὰ συμφέροντα,
371τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἦσαν μέγιστα, τὰ μέτρα, τὰ
372ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦσαν
373σοβαρώτατα, εἶχεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν,
374ὅπως ἐνεργήσῃ δαπάνας μέχρις ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν,
375χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ
376ἐψήφισε τὸν νόμον, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐτὸν, καὶ
377ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ λοιπὸν δυνάμει τοῦ νόμου
378τούτου ἐδαπάνησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς ὁ
379διάδοχος αὐτοῦ ζητεῖ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς
380λογοδοσίαν καὶ ἔλεγχον; Καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
381τικῶν ἤθελε παραβῆ νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἦναι δοσί-
382λογος, ὑπεύθυνος εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ ὁ Ὑ-
383πουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
384τερικῶν δὲν ἐδαπάνησεν εἰς δαπάνην μὴ συμφυᾶ πρὸς τὰ συμ-
385φέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἐδαπάνησε παραβὰς νόμον τοῦ
386Κράτους, ἀλλ’ ἐδαπάνησε δυνάμει τῆς ἐξουσίας, ἣν ἡ Νομο-
387θετικὴ Ἐξουσία ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτόν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζή-
388τησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυ-
389πουργὸς σήμερον, θέλω βεβαίως λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω
390ἀποδείξει, ὅτι ἡ ἀταξία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ λογαρια-
391σμῷ τῷ ὑποβαλλομένῳ, δύναται νὰ τακτοποιηθῇ ἄνευ τοῦ
392νόμου τούτου.
393§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν
394προαγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, τὸ ποσὸν τῶν
39512,500 δραχμῶν, τοῦ ὁποίου προτείνω τὴν τακτοποίησιν εἰς
396τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ
397Φρουραρχείου, τῶν πληρωσάντων τὸ ἔνταλμα, καὶ τοῦ οἰκο-
398νομικοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ διαθέσαντος τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀνή-
399κει εἰς ποσὸν 60 χιλιάδων δραχμῶν, περὶ οὗ εἶχε δοθῇ πί-
400στωσις. Τοῦτο ἀναγράφομεν ἤδη, τὴν βεβαίωσιν, λέγω, ὅτι
401αἱ 60 χιλιάδες δραχμαὶ δὲν ἐδαπανήθησαν ἀνεξαρτήτως τοῦ
402ποσοῦ τῶν 12,500 δραχμῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρό-
403κειται ἤδη ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θέλει ἐξετάσει τὰ τῆς
404πιστώσεως, θέλει ἐξακριβώσει καὶ ταῦτα· διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν
405τὸ πληρωθὲν δὲν ᾖναι 60 χιλιάδες δραχμῶν, ἀλλ’ 72 χιλιά-
406δες καὶ πεντακόσιαι ἐν συνόλῳ, δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ
407καὶ τὸ ποσὸν τῶν 12 χιλιάδων καὶ πεντακοσίων δραχμῶν εἰς
408τὴν πίστωσιν ταύτην.
409Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αἴτησιν
410ἐξηγήσεως παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτε-
411ρικῶν ὑπὸ τοῦ διαχειρισθέντος τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατόπιν,
412παρατηρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ζητήσας τὰς ἐξηγήσεις, κατ’
413ἐμὴν γνώμην, ἐξετέλει καθῆκον, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Ὑπουρ-
414γοῦ τοῦ προκατόχου ἀπὸ τῆς λογοδοσίας διὰ τὴν πίστωσιν
415οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἀλληλεγγύην τῶν Κυβερνή-
416σεων, πρὸς τὴν συνέχειαν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὸ ἑνιαῖον
417αὐτῶν. Αἱ Κυβερνήσεις, αἱ διαδεχόμεναι ἀλλήλας, εἶναι
418ἀλληλέγγυοι ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις
419ταῖς κυβερνητικαῖς, δὲν δύνανται δὲ νὰ διεξάγωσι τὸ ἔργον
420αὐτῶν καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν ἐκ τῆς ἀλ-
421ληλεγγύης εὐθύνην, ἐὰν μὴ διατελῶσιν ἐν γνώσει τῶν ἐνερ-
422γειῶν τῶν προκατόχων. Ἡ ἄδεια, ἡ διδομένη εἰς Ὑπουργὸν,
423ὅπως μὴ συνοδεύῃ διὰ δικαιολογητικῶν δαπάνην τινὰ, εἶναι
424ἄδεια ἀπέναντι τῶν ἐξελεγχουσῶν ἀρχῶν τὰς χρηματικὰς
425διαχειρίσεις, δὲν εἶναι ὅμως διακοπὴ τῆς συνεχείας τῆς κυβερ-
426νητικῆς. Τὸ ἀπόῤῥητον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
427διατηρήσῃ ἀπέναντι τῶν τρίτων, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
428δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἴς τινα ἀποχω-
429ροῦντα ἐκ τῆς ἐξουσίας, νὰ εἴπῃ: ἐγὼ, ὡς Κυβέρνησις, γινώ-
430σκω τι, καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον γινώσκω ὡς Κυβέρνησις, δὲν
431τὸ ἀνακοινῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς σήμερον εἶναι
432Κυβέρνησις. Ὅ, τι γινώσκεις ὡς Κυβέρνησις, ὀφείλεις νὰ τὸ
433παραδώσῃς ὁλόκληρον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ὡς
434Κυβέρνησις κατόπιν σοῦ, καὶ ἐκεῖνος θὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ τοὺς
435ὅρους τοῦ ἀποῤῥήτου. Ἐὰν ὁ ἀπερχόμενος τῆς Κυβερνήσεως
436ἤθελε συμπαραλάβει μεθ’ ἑαυτοῦ τὰ ἀπόῤῥητα, δὲν δύναται
437ὁ διαδεχόμενος αὐτὸν νὰ διαχειρισθῇ ἀνελλιπῶς τὴν Κυβέρνη-
438σιν. Τοὐναντίον μάλιστα, ἔπρεπεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ὁ ἀπερ-
439χόμενος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λησμονήσῃ τὰ ἀπόῤῥητα, ἀρνού-
440μενος δὲ νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα, παραβιάζει τὸ καθῆκόν του.
441§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας πρὸ
442μικροῦ ἐξέθηκεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
443εἶναι ὀρθαὶ, ὅταν πρόκηται περὶ διαχειρίσεως δημοσίων συμ-
444φερόντων, περὶ Κυβερνήσεων, αἵτινες διαδέχονται ἀλλήλας
445καὶ ἀκολουθοῦσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν πορείαν, ὑπερασπιζό-
446μεναι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους
447καὶ ἀγωνιζόμεναι νὰ διασώσωσιν αὐτὰ κινδυνεύοντα. Ἀλλ’
448ὅταν πρόκηται περὶ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διέταξεν ἐπι-
449στράτευσιν, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς ποικίλας συνεννοήσεις μετ’
450ἀτόμων ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους, μετὰ ὑπηκόων τούτου
451καὶ ἐκείνου τοῦ Βασιλείου, μετ’ ἀρχῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἀνη-
452κόντων εἰς Ἐπικρατείας ἄλλας, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι
453πολιτικὸν ἔγκλημα ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τὰ
454ἀπόῤῥητα εἰς τοὺς διαδόχους αὑτοῦ.
455Καὶ μήπως ἐπρόκειτο οἱ διάδοχοι ἡμῶν νὰ ἀκολουθήσωσι
456τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐνεκαινίσαμεν καὶ ἠκολου-
457θοῦμεν; Ἐξ ἐναντίας, μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπῆρξε χάσμα
458ἐμπιστοσύνης, ὑπῆρξε δυσπιστία ἀπόλυτος καὶ ἄκρα. Ἡμεῖς
459ἐπεμένομεν ἐφαρμόζοντες πολιτικὴν ὡρισμένην. Σεῖς ἐκηρύ-
460χθητε ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ταύτης. Ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ
461κινηθῇ ὁ στρατός. Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ
462τεθῇ ὑπὸ τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν
463σχεδὸν πολεμίαν πρὸς τὸν Ἐγιοὺπ–πασσᾶν, ἀλλὰ σεῖς συνεν-
464νοεῖσθε πρὸς τὸν Ἐγιοὺπ–πασσᾶν. Ἡμεῖς, ἂν καὶ δὲν ἤμεθα
465εἰς διακοπὴν σχέσεων ἐπισήμων πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικρά-
466τειαν, βεβαίως δὲν ἤμεθα οὔτε εἰς φιλικάς. Ἀλλὰ σεῖς ἦσθε
467εἰς θερμοτάτας σχέσεις. Ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει
468νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς ὑμᾶς τὰ ἀπόῤῥητα, ἀφοῦ σεῖς δὲν
469ἐπρόκειτο νὰ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν;
470Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει νὰ κατη-
471γορήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Ἐὰν ἐγνώριζε,
472ποίαν ἔχομεν γνώμην ἡμεῖς περὶ αὐτοῦ καὶ τῶν μελῶν τοῦ
473ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ἦτο δυ-
474νατὸν εἰς ἡμᾶς, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὰς ἐνεργείας μας εἰς ἀν-
475θρώπους, περὶ τῶν ὁποίων τοιαύτην εἴχομεν γνώμην. Ἡμεῖς
476ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν πάντα πολίτην Ἕλληνα, ἀλλὰ
477δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλησμό-
478νησαν, ὅτι εἶναι Ἕλληνες, διὰ νὰ λάβωσι τὴν ἐξουσίαν.
479Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω σή-
480μερον, χωρὶς νὰ ἔχω τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ὁ
481κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε φέρει τοιαύτην πρότασιν σήμερον.
482Ἀλλ’ αὔριον θέλω λάβει τὸν λόγον πάλιν, οὐχὶ διὰ νὰ ἀνα-
483κοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν χρῆσιν τῶν
484δαπανῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι εὐλόγως καὶ δικαίως
485δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν κοινωνοὺς τοὺς διαδόχους
486ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνεργήσαμεν.
487Ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν 10,000 ἢ 12,000 δραχμῶν
488διὰ τοῦ Φρουραρχείου, ἐνδεχόμενον ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις
489τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν νὰ εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἐνδεχόμενον
490νὰ εἶχον δαπανηθῆ πάντα τῆς πιστώσεως ταύτης τὰ χρή-
491ματα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς
492ἐκείνης, τῇ ἐντολῇ πάντοτε καὶ τῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουρ-
493γικοῦ Συμβουλίου, ἐνδεχόμενον νὰ εἶχε δαπανηθῆ καὶ πο-
494σὸν ἀνώτερον τῶν 60 χιλιάδων. Ἡμεῖς, ὑπείκοντες εἰς τὸ
495ἐπεῖγον τῶν περιστάσεων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ προβῶ-
496μεν εἰς τὰς δαπάνας, σκοποῦντες νὰ ζητήσωμεν ἀναπληρω-
497τικὴν πίστωσιν. Ὥστε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
498βουλίου, ἐὰν ἤθελε νὰ τακτοποιήσῃ τὴν δαπάνην ταύτην,
499ἔπρεπε νὰ ἀκολουθῇ τὴν αὐτὴν τακτικήν. Δὲν προσῆκε δ’ εἰς
500αὐτὸν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, οὕτω δὲ
501θὰ ἀπήλλασσε καὶ ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης νὰ εἴπωμεν τοὺς
502λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσιωπήσαμεν, ὅτε μᾶς ἐζητήθησαν
503διασαφήσεις περὶ τῆς γενομένης δαπάνης.
504§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπε-
505σχέθη, ὅτι αὔριον θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγ-
506γραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἀπό-
507φασιν αὐτῆς....
508§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ προκαλέσωμεν ἀπόφασιν.
509§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγρα-
510φα, ἵνα προκαλέσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ὅμως
511θὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι δυ-
512νατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐκστόμισιν τοιαύτης ἰδέας, τοι-
513αύτης βλασφημίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡ
514Βουλὴ νὰ ἐξεγερθῇ σύμπασα, ἵνα καταδικάσῃ αὐτήν. Ἐπι-
515τρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῶν
516Βουλευτῶν τοῦ Ἔθνους νὰ λέγῃ εἷς Βουλευτὴς, ὅτι «ἐγὼ
517ἀντιπροσωπεύω μόνος τὰς ἰδέας, τὰς συμφερούσας εἰς τὸ
518Κράτος;» Τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἰδεῶν
519ἀντιθέτων, ὅτε—διότι ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, πότε ἀπεφάν-
520θη,—ὅτε ἐκεῖνος ῥίψασπις εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι δὲν ἠδύ-
521νατο πλέον νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, καὶ εἶχεν ἀποδώσει εἰς
522τὸ ἀνώτατον ἄρχοντα τὰς κλεῖδας τοῦ Κράτους, λέγων:
523εὑρὲ ἄνδρα νὰ λάβῃ αὐτὰς, διότι ἐγὼ εἰμὶ ἀνίκανος νὰ ἐξα-
524κολουθήσω τηρῶν ταύτας. Ἔρχεσαι ἀπὸ τοῦ βήματος ἵνα,
525εἴπῃς, ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἡμεῖς, ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες, ἵνα
526ἀποκτήσωμεν τὴν ἀρχήν. Σὺ, λέγω ἐγὼ, σὺ ἐλησμόνησας,
527ὅτι εἶσαι Ἕλλην, ἵνα διατηρηθῇς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἔφερες
528τὸ Κράτος εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ ἐκεῖ ἐφρικίασας
529ἐνώπιον τοῦ κινδύνου (χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν) καὶ εἶπες
530εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἶπες εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἐνό-
531μιζες, ὅτι ἠδύνασο ἔτι νὰ διευθύνῃς: «Ἐγὼ ἐγκαταλείπω τὰ
532πάντα, ἀπαλλάξατέ με τῆς εὐθύνης.» Καὶ ποῖος εἶχε φέρει
533τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο; (Θόρυβος ἐν τῇ ἀρι-
534στερᾷ). Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ
535τῶν Βουλευτῶν) ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγκαλεῖ ἡμᾶς ἐφ’ οἷς
536ἐπράξαμεν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τοὺς κινδύνους, οὓς ἐπε-
537σώρευσεν ἐπὶ τὴν χώραν ἄνους ἀρχομανία (Θόρυβος ἐν τῇ
538ἀριστερᾷ). Μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ὁμιλήσω ὅπως ὡμίλησα, διότι
539ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτὴς, ἀπρόκλητος παρ’
540ἡμῶν, εἶπε λέξεις καθ’ ἡμῶν, τὰς ὁποίας μόνον ἀναστρέφων
541ἐγὼ κατ’ αὐτοῦ, ἐξήγειρα τὸν τοιοῦτον χόλον. Τί ἐξήγειρε
542τὸν χόλον ὑμῶν; Ὅτι εἶπον πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον
543αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐκεῖνος εἶπε πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ
544εἶναι, ὅτι ἐγὼ τὸ εἶπον ἐν δικαίῳ, ἐκεῖνος δὲ τὸ εἶπεν ἐν
545ἀδίκῳ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἶπε πρὸς ἡμᾶς: ἐλησμονή-
546σατε, ὅτι εἶσθε Ἕλληνες, ἵνα καταλάβητε τὴν ἀρχήν· καὶ
547ἀπήντησα πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι ἦτο Ἕλλην,
548ἵνα διατηρηθῇ ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Πῶς δὲν ἐξηγείρεσθε, ὅτε ὁ
549Βουλευτὴς ἐκεῖνος οὕτως ὡμίλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ
550πῶς δὲν ἐξηγείρεσθε, ὅτε ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἔλεγε πρὸς τὴν
551Βουλήν: ἐγὼ δὲν σέβομαι τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ἡ
552Βουλὴ ἐμπιστεύεται, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ διαμορφώνει καὶ διὰ
553τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα. Ἡ Βουλὴ
554λέγει, ὅτι θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἡ χώρα διὰ τῶν προσώπων
555τούτων καὶ διὰ τῶν ἰδεῶν τούτων, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς λέγει:
556ἐγὼ τὰς ἰδέας ταύτας θεωρῶ προδοτικὰς, τὰ πρόσωπα ταῦτα
557θεωρῶ προδίδοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους χάριν τῶν
558ἰδίων αὑτῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοῖς παραδίδω
559ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν τοῖς παρα-
560δίδω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀποχωρῶν κυβερνήτης δὲν ἔχει τὸ
561δικαίωμα νὰ κρατήσῃ παρ’ αὐτῷ. Ὅτε τοιαῦτα ἐλέχθησαν
562ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν;
563δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ζητήσωμεν εὐθὺς, ν’ ἀναγραφῇ ἡ
564διαμαρτυρία τῆς Βουλῆς κατὰ τοιούτων ἰδεῶν; δὲν εἴμεθα
565ὑπόχρεοι νὰ βεβαιώσωμεν καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν Βου-
566λὴν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ δόγματα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι
567ὑπέρτερα τῶν δογμάτων παντὸς ἀτόμου, ἀλλὰ πάντως ἐκεί-
568νων τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὸ Ἔθνος εἰς τὸ ση-
569μεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη, ὅτε ἔφερεν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἀρχήν;
570Ἔ! Κύριοι! Παραπονεῖσθε καθ’ ἡμῶν ὡς ἐπιτιθεμένων,
571ἐνῷ, ἀφ’ ὅτου ἡ Περίοδος αὕτη συνεδριάζει, τοσάκις ἠκού-
572σατε τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, καταγγέλ-
573λοντος ἡμᾶς ἐπὶ ὑποθέσεσιν ὅλως ἀνυποστάτοις, ἡμᾶς δὲ
574εἴδετε συστηματικῶς μὴ ἀπαντῶντας, ἵνα μὴ προκαλέσω-
575μεν τοιαύτας σκηνάς. Βεβαίως ἡ σιωπή μας ἦτο ἡ βαρυ-
576τάτη τῶν περιφρονήσεων. Βεβαίως ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος
577ἔπρεπε νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν προσβαλλόμενον εἰς τὰ καίρια,
578ὅταν Κυβέρνησις, οὕτω προσβαλλομένη, ὅπως αὐτὸς προ-
579σέβαλλεν ἡμᾶς, δὲν ἀπήντα. Ὠφείλομεν νὰ μὴ ἀπαντή-
580σωμεν, ἵνα μὴ προκαλέσωμεν τοιαύτας ἀντεγκλήσεις· ἀλλὰ
581μετὰ τὰ πρὸ ὀλίγου ῥηθέντα ἦτο ἀδύνατον νὰ σιωπήσω-
582μεν, διότι, ἂν ἀνεγνώριζεν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀρχήν, θὰ
583παρῄτει τὴν θέσιν αὑτῆς, δὲν θὰ ἦτο πλέον αὕτη ἡ Ἀντι-
584προσωπεία τοῦ Ἔθνους, τὸ Ἔθνος δὲν θὰ ἐτήρει ἀρτίαν τὴν
585ἐξουσίαν αὑτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἀνεγνώριζεν, ὅτι οἱ κυβερνῆται
586δὲν διαχειρίζονται τὴν ἐξουσίαν, μόνον ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν
587ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ καὶ καταλείποντες τὴν ἀρχὴν διατηροῦσιν,
588ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας αὑτῶν ὡς κυβερνητόρων,
589πᾶν τὸ κῦρος, ὅπερ εἶχον, ὅτε διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν, ἣν
590τὸ Ἔθνος ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτῶν. Ὅταν τὸ Ἔθνος ἀφαιρέσῃ
591ἀπὸ Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐξουσίαν καὶ δώσῃ αὐτὴν εἰς ἄλ-
592λον, ὁ ἐκπεσὼν τῆς ἐξουσίας δύναται νὰ διατηρήσῃ τὰς ἀρ-
593χάς του, ἐὰν ἔχῃ ἀρχάς, ἀλλὰ ταύτας δὲν ἔχει δικαίωμα
594νὰ ὑποκαθιστᾷ εἰς ἐκείνας, ὑπὲρ ὧν ἡ Πολιτεία ἀπεφάν-
595θη, οὐδὲ ν’ ἀξιοῖ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὑτοῦ εἶναι ἡ ἐπικρα-
596τοῦσα παρὰ τῷ Ἔθνει. Ἐν τῷ Ἔθνει ἐπικρατεῖ ἡ πολιτικὴ
597μόνον ἐκείνων, οὓς τὸ Ἔθνος ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν,
598καὶ εἰς ἐκείνους οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ πᾶν ὅ,τι
599ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ θὰ ὑποχρεω-
600θῆτε νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς ὅ,τι ἐζητήσαμεν, διότι εἶναι ἀναγ-
601καῖα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα γινώσκῃ, μὴ τυχὸν ἐγένετο
602διάθεσις τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως πρὸς τοὺς ἐγείροντας
603ἀξιώσεις περὶ τῶν αὐτῶν, ἀπεκδεχομένους ἐκ τοῦ ἀποῤῥήτου
604τῶν τῆς πιστώσεως τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἐκ δευτέρου πληρω-
605μῆς· θὰ μᾶς δώσητε ὅ,τι ἐζητήσαμεν, ἵνα γινώσκῃ, πῶς ἐδα-
606πανήθησαν τὰ τῆς πιστώσεως, οὐχὶ ἡ ἀρχή, ἡ καλουμένη εἰς
607ἐξέλεγξιν χρηματικῶν διαχειρίσεων, ἥτις οὐδὲν εἶχε δικαίω-
608μα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ Κυβέρ-
609νησις τῆς χώρας, ἡ ἑνιαία, ἣν οὐδὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τῶν
610εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν ἀναγομένων, εἰς ἣν ἀνήκει νὰ
611ἐξετάσῃ, μὴ τυχὸν τὰ λεγόμενα περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ
612χρήματος ᾖναι ἀληθῆ.
613Ἐὰν, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς πι-
614στώσεως, ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ
615Ἔθνους ἐπιβάλλουσι νὰ σιωπήσωμεν, θ’ ἀπόσχῃ αὕτη ἀπὸ
616πάσης ἐνεργείας, ἄλλως, θὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῇ ὑπαγο-
617ρεύσῃ. Ἵνα ἀποφύγωσιν οἱ προκάτοχοι τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς
618τοὺς διαδόχους τῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνηκόντων, ἐπικα-
619λοῦνται δικαιώματα δῆθεν τῶν ἐκπεσόντων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς,
620τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν. Ὅτε ἐζητήσαμεν πληροφο-
621ρίας, διὰ τοιούτων ἐπικλήσεων προσπαθοῦσι ν’ ἀποφύγωσι
622τὰς εὐθύνας· παριστῶσιν, ὅτι αὐτοί, οἱ καταλιπόντες τὴν ἀρ-
623χήν, καθ’ ἣν ὥραν ἐνίκων κατὰ τὰ σύνορα, δὲν δύνανται νὰ
624ἐμπιστευθῶσι τὰ μυστήρια τοῦ Κράτους εἰς τοὺς κληθέντας
625ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἀρχὴν ἐγκαταλελειμ-
626μένην. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ ὁ κατατροπώσας τὸν
627Ἐγιοὺπ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν συνεννοηθεῖσαν μετ’ αὐτοῦ, πρὸς
628κανονισμὸν τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος. Τὸ Ἔθνος τοῦτο
629ἤθελεν, ἤθελε νὰ κανονισθῇ τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, ὅπως καὶ
630ἐκανονίσθη. Τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγαγες εἰς
631τοιοῦτο χάος, ἐκανονίσαμεν, ὡς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ
632κανονισθῇ, ὅπως τὸ Ἔθνος ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανο-
633νισθῇ· ἀξιοῦτε ὑμεῖς ὅτι εἴχετε ἄλλην γνώμην οἱανδή-
634ποτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ γνώμη ὑμῶν δὲν ἦτο γνώμη
635τοῦ Ἔθνους, οὐδενὸς ἦτο γνώμη ἐν τῷ Ἔθνει, δὲν ἦτο γνώ-
636μη ὑμῶν αὐτῶν, ἀπεμπολησάντων αὐτὴν καὶ ἀποδόντων
637τὰς κλεῖδας τοῦ Κράτους, ἵνα λάβωσιν αὐτὰς οἱ ἐκτελεσταὶ
638τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, εἰς οὓς ὀφείλετε παντὸς κυβερνη-
639τικοῦ ἀποῤῥήτου τὴν παράδοσιν.
640Ὡς πρὸς δὲ τὴν διαχείρισιν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν
641συζήτησιν, ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῶν
64212,500 δραχμῶν θὰ ἐκανονίζετο διὰ τοῦ κατόπιν ψηφισθέντος
643νόμου περὶ χορηγήσεως τῆς πιστώσεως τῶν 60,000 δραχμῶν
644εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐδαπανήθησαν, ὡς φαί-
645νεται, πᾶσαι ἄνευ διαθέσεως ἑνὸς λεπτοῦ ἐξ αὐτῶν εἰς ἀπό-
646τισιν τῶν 12,500. Ταῦτα θέλει ἐξετάσει ἡ Ἐπιτροπή. Θέ-
647λει τὰ ἐξετάσει ἡ Βουλή. Αὕτη θέλει ἐξετάσει ἐν καιρῷ καὶ
648τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς
649προσεχοῦς συνεδριάσεως θέλει ἐξετάσει τὸ ὑπέρτερον ζήτημα,
650τὸ πολιτειακὸν, τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος
651τῶν προκατόχων, ὅπως καταστήσωσι κοινωνοὺς τῶν παρ’
652αὐτῶν πεπραγμένων τοὺς διαδόχους χάριν τῆς ἀγαθῆς κυ-
653βερνήσεως τῆς χώρας. Ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας ἐν ἀγνοίᾳ
654τῶν πεπραγμένων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁμαλῶς,
655ὀφείλει δὲ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προσπαθήσας διὰ παρα-
656γνωρίσεως τοῦ καθήκοντος νὰ καταστήσῃ δυσχερῆ εἰς τοὺς
657διαδόχους τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους
658ἀνατεθέντος εἰς αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
659§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκπλήττομαι διατὶ ἐθορυβήθη
660ἐπὶ τοσοῦτον ὁ Πρωθυπουργός. Τάχα ἐλέχθη σήμερον κοινόν
661τι, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐλέχθη πρὸς τὴν Βουλήν; Τάχα
662ἐπειράθημεν σήμερον, ἵνα δυσφημήσωμεν αὐτὸν πρὸς τὴν
663κοινωνίαν, ἡ δὲ κοινωνία πρώτην φορὰν σήμερον ἀκούει ὅσα
664ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Πῶς ἐλησμονήθη,
665ὅ,τι ἐγώ, ἀπαντῶν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς συνάδελ-
666φον, εἶπον; Ὅτε μοὶ ἐζητεῖτο νὰ δώσω πληροφορίας περὶ
667τῶν τότε γενομένων, ἀπήντησα, ὅτι τὰ γενόμενα μᾶς ἐκά-
668λουν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου,
669ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, εἴτε ἐκ μεγαλοφροσύνης, εἴτε ἐκ κα-
670θήκοντος πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ
671ὄντως ἐπεθύμησα τότε νὰ καλύψω τὸν μεθυσθέντα Νῶε διὰ
672τοῦ χιτῶνός μου, καὶ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν τοῦ δικαιώμα-
673τός μου, οὐδ’ ἐνεκάλεσά τινα ἐπὶ τῇ παραβάσει τῆς μνη-
674σθείσης ποινικῆς διατάξεως. Πρώτην φορὰν ἠκούσατε αὐτά,
675τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον; Δὲν ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, ὁ
676ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτομερείας τῶν τότε πραγμάτων;
677Συνάδελφε Βουλευτὰ ἐκ Μεσσηνίας, ἦλθες κατὰ Μάρτιον τοῦ
6781886 καὶ μοῦ ἐζήτησας τὴν ἄδειαν, ἵνα ὑπάγῃς τὴν νύκτα
679ἔξωθεν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ συλλάβῃς τὸν ἐν τῇ
680Πρεσβείᾳ ἐκείνῃ συνομοτοῦντα νῦν Πρωθυπουργὸν, κατὰ
681τοὺς χρόνους ἐκείνους; (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα
682ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
683§18Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
684§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι, νὰ μὴ κενωθοῦν.
685Καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατέχει
686διαπρεπῆ θέσιν καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπαρ-
687χίᾳ, ζητήσαντα τοιοῦτόν τι παρ’ ἐμοῦ, τοῦ τότε κυβερνῶν-
688τος, πρὸς αὐτὸν ἀποτείνομαι, ζητῶν νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶ-
689ναι ἡ πολιτεία τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ μὲ ἐλέγχουσι, διότι
690δὲν ἔστερξα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τοῦτον, τὸν οὕτω τότε πο-
691λιτευσάμενον, γενόμενον μετ’ ἐμὲ Πρωθυπουργὸν, νὰ ἀνακοι-
692νώσω μετὰ τίνων συνενοούμην ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ ἐν τῇ
693ὁμόρῳ χώρᾳ! Τοῦτο δ’ ἐχαρακτήρισαν ὡς παράβασιν καθή-
694κοντος. Καὶ προβάλλουσιν, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ μάθωσι τὰ
695ἀπόῤῥητα ἡμῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πολιτικὴν, τὴν
696ὁποίαν ἠσπάσθησαν, ὡς ἂν ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς σή-
697μερον νὰ μετέλθῃ ἄλλην πολιτικὴν καὶ οὐχὶ τὴν τῶν ἀγα-
698θῶν σχέσεων πρὸς τὸ ὅμορον Κράτος, καὶ παριστῶσιν, ὅτι
699κινδυνεύει ἡ πολιτική των, ἂν δὲν εἴπωμεν ποῦ ἐδαπανή-
700θησαν τὰ χρήματα!
701Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν καὶ ἑτέραν
702αἰτίασιν, ὅτι ἐπολιτεύθημεν ὡς ἐπολιτεύθημεν, διὰ νὰ διατη-
703ρηθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ χάριν τούτου ἐπεμείναμεν εἰς τὴν
704ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατείας, ἥτις ἤγαγε τὰ
705ὀλέθρια κατ’ αὐτοὺς ἀποτελέσματα. Ἄς ἐρευνήσῃ ὁ Ὑπουρ-
706γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου του,
707ἵνα ἀνεύρῃ διακοίνωσιν τοῦ ἐν Λονδίνῳ Πρέσβεως τῆς Ἑλ-
708λάδος, δι’ ἧς ἀνέφερε πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ
709Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐζήτει παρὰ
710τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι θέ-
711λει ἀφοπλίσει. Καὶ ὑπέσχετο ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
712γὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅτι θέλει τηρήσει τοῦτο μυστικὸν ἐπὶ
713τρεῖς ἑβδομάδας. Εἰπέτε, ὅτι ἀφοπλίζεσθε, καὶ ἀφοπλίσατε
714ὅταν ἐγκρίνητε, ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς
715Ἀγγλίας, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ συντελέσῃ νὰ διατηρηθῆτε ἐν
716τῇ κυβερνήσει, «sauver votre situation». Ἐρευνήσατε ἐν
717τοῖς ἀρχείοις τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου, ἵνα εὕρητε ἀναφο-
718ρὰν τῆς ἐν Ῥώμῃ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν τότε
719Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς τὸν
720ἐπληροφόρει, ὅτι ὁ στρατηγὸς Ῥοβιλὰν, ὁ τότε Ὑπουρ-
721γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐζήτει ἄλλο, ἢ
722μόνον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι θέλομεν ἀφοπλίσει, ἕτοιμος
723νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ τὴν
724ἄρσιν πάντων τῶν μέτρων, ἅτινα ἡ Εὐρώπη εἶχε λάβει.
725Ἐμείναμεν λοιπὸν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἵνα διατηρήσωμεν τὴν
726ἐξουσίαν, ἢ ἐθυσιάσαμεν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα διατηρήσωμεν τὴν
727τιμὴν τῆς Ἑλλάδος; Τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος οὐδέ-
728ποτε ἐμπορεύθημεν. Δὲν γνωρίζομεν ποίας κληρονομίας παρέ-
729λαβες παρὰ τῶν προγόνων σου, ἀλλὰ αἱ κληρονομίαι, τὰς
730ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν παρὰ τῶν ἡμετέρων προγόνων,
731μᾶς ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον, ἵνα πρὸ παντὸς τάσσωμεν τὰ
732συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐμπορευ-
733θῶμεν ταῦτα, ἵνα ἁρπάσωμεν τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἴχομεν,
734εἰμὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀφοπλιζόμεθα. Καὶ ἂν τὸ ἐπράττο-
735μεν, ἠθέλομεν σᾶς βλέπει πολλὰ ἔτη νὰ μένητε ἐν μειονο-
736ψηφίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οὐδέποτε ἐγκατέλιπεν ἡμᾶς ἡ
737ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
738Καὶ τί φωνάζει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ
739ἐγγράφων, ἅτινα δῆθεν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ
740Κράτους; Πρόκειται περὶ ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
741Ἐξωτερικῶν, ἀφαιρεθέντων ἐκεῖθεν; Ποῦ εἶσαι, μακαρίτα
742Κουμουνδοῦρε, ὅτε κατὰ τὸ 1880 διεδέχθης τὸν Πρωθυ-
743πουργὸν Τρικούπην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ ὅτε ἐλθὼν εἰς τὸ
744Ὑπουργεῖον ἐζήτησες παρ’ αὐτοῦ νὰ σοῦ ἀποδώσῃ τὰ ἔγ-
745γραφα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου,
746εἶχεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
747τερικῶν, καὶ σοῦ ἀντέτασσεν, ὅτι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὰς
748προσωπικὰς αὐτοῦ συνεννοήσεις! Συνεννοήσεις περὶ τῆς ἐκ-
749τελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13ου! Καὶ ἡμεῖς ἀφῃρέσαμεν
750ἔγγραφα ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους; Ὄχι. Δὲν πρόκειται
751περὶ ἐγγράφων, ἀλλὰ περὶ χρημάτων. Ἐδαπανήσαμεν χρή-
752ματα, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ μᾶς ἐκβιάσῃ νὰ εἴπω-
753μεν αὐτῷ, ποῦ τὰ ἐδαπανήσαμεν. Μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς
754νομίζῃ, ὅτι τὰ σώματα ἡμῶν εἰσιν ἀσθενῆ, ἢ ὅτι ἔχουσιν
755ἕλκη, καὶ ὁμιλεῖ περὶ λογοδοσίας, καὶ περὶ εὐθύνης ἐπὶ τῇ
756διαχειρίσει ἡμῶν, διὰ νὰ μᾶς τρομάξῃ; Διατὶ, ὅτε διεδέ-
757χθητε ἡμᾶς, δὲν ἀπεκαλύψατε τὰ ἐλαττώματα τῆς διαχει-
758ρίσεως ἡμῶν τῆς χρηματικῆς; Ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ
759δημοσιεύσωμεν κατὰ τὸ 1885, ποίαν σπατάλην τῶν δημο-
760σίων χρημάτων ἐποιήσατε, κερδοσκοποῦντες ἐν τῇ φατρίᾳ
761καὶ τῷ κομματισμῷ, διὰ νὰ κρατυνθῆτε ἐν τῷ κόμματι, διὰ
762νὰ ἐπικρατήσητε ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ.
763Δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπρι-
764λίου τοῦ 1885, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ζώντων, καὶ ἐν ὀνόματι
765τῶν τεθνεώτων, καὶ προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξελέγξῃ
766τὴν διαχείρισιν ἡμῶν. Τὴν διαχείρισιν πρὸς προμήθειαν τοῦ
767ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ πρὸς προμήθειαν τοῦ
768ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, τὴν διαχείρισιν τῶν πρὸς συντήρησιν
769τοῦ στρατοῦ δαπανηθέντων, τὴν διαχείρισιν τῶν πρὸς τὸν
770στρατωνισμόν, καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐσωτερι-
771κῆς διοικήσεως, καὶ τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικήν. Καὶ
772ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἐπιχειρήσητε νὰ τὸ πράξητε, θέλετε
773ἀποκαλύψει μετὰ πόσης τιμιότητος πρωτοφανοῦς διεχειρί-
774σθημεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἐν ἀνωμάλοις χρόνοις.
775Ἔχω τότε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην
776ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλει δώσῃ εἰς ἐμὲ τὸ δι-
777καίωμα νὰ ὀνομάσω αὐτὸν καὶ συκοφάντην. Ἀλλὰ δὲν δύ-
778ναμαι νὰ κρύψω τὴν ἐμὴν γνώμην, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ
779ποία ἡ διαχείρισις τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου παρὰ τοῦ
780Πρωθυπουργοῦ. Φαντασθῆτε, ἂν καθ’ ὃν χρόνον διεχειριζό-
781μεθα καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ
782τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἂν ἀνθ’ ἡμῶν ἐκυβέρνα ὁ νῦν Πρω-
783θυπουργὸς τὴν Ἑλλάδα, φαντασθῆτε, ἂν ἤθελον φθάσει 300
784ἢ 400 ἑκατομμύρια ἀνθ’ ὅσων ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν.
785Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι Πρωθυπουργὸς,
786καὶ ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσιν, μὴ ἐπιτρεπο-
787μένην εἰς αὐτόν. Εἶπε, τί ὁ Βασιλεὺς ἐφρόνει κατὰ τὸν Ἀπρί-
788λιον τοῦ 1886, τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ ἀφηγήθη,
789ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἦτο διατεθειμένος ν’ ἀποδεχθῇ τὰς πα-
790ραιτήσεις ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν πρὸς τὸ Στέμμα
791νὰ πάρῃ τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων....
792§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες.
793§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ Πρωθυπουργοὶ δὲν ἀναφέρουσιν εἰς
794τὴν Βουλὴν ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ὁ Πρωθυπουργὸς
795εἶναι ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ὁ Πρωθυπουργὸς
796δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ οὐδὲν περισσότερον ἢ ὅσα γνωρίζει
797τὸ Στέμμα. Πόθεν ἔμαθες τὴν πληροφορίαν, ἣν ἔφερες εἰς
798τὴν Βουλὴν; Ἀπὸ δημοσίευμα ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἢ ἀπὸ
799φήμης ἐκ τῶν τριόδων, ἢ ἔχεις τὴν πληροφορίαν ἐξ ἀνακοι-
800νώσεων τοῦ Στέμματος; Εἰς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀπέδω-
801κεν εἰς ἡμᾶς ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον
802προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν εἰς
803τὸν Βασιλέα, μὴ συναινοῦντα νὰ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις
804ἡμῶν, ὅτι θέλομεν τῷ πέμψει τὰς κλεῖδας τῶν Ὑπουργείων,
805ἀντιτάσσω βαθυτάτην καὶ πληρεστάτην περιφρόνησιν. Ἡ
806Μεγαλειότης του ἔχει ἐν τῷ γραφείῳ του γραπτὴν ἀναφορὰν
807τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος
808προσεπάθησε νὰ ἄρῃ τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ
809Στέμμα, καὶ ἦρε πραγματικῶς αὐτοὺς, διότι ὁ Βασιλεὺς, εἰς
810ἀπάντησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναφορᾶς, ἐποιήσατο γνωστὸν
811εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει δεχθῇ τὰς πα-
812ραιτήσεις τοῦ Ὑπουργείου.
813Χθὲς ἐλέχθη δι’ εὐγενοῦς φράσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
814Κεφαλληνίας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, μειδιῶντα διὰ τὴν
815ἀφέλειαν τοῦ εὐγενοῦς φίλου μου, πιστεύσαντος τὸν κ. Ῥούμ-
816βωλδ, ὅτι ἡ ἀπάτη καὶ ὁ δόλος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα
817εἰς τοὺς εὐπατρίδας, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εὐλό-
818γως ἐθεώρει τοιοῦτον καὶ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, μεθ’ οὗ
819συνδιελέγετο. Δύναμαι τὴν αὐτὴν ἐπιτίμησιν νὰ ἀπευθύνω
820εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος παρέστησεν,
821ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἀπριλίου εἶχε καθῆκον νὰ μείνῃ
822εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸν ἀφοπλισμὸν, καὶ
823ὅτι, μὴ πρᾶξαν τοῦτο, παρέλειψε τὸ καθῆκόν του. Μετὰ τοῦ
824θράσους δὲ, τὸ ὁποῖον πάντοτε τὸν διακρίνει, κατηγόρησεν
825ἡμᾶς ὡς φυγάδας, ὡς ἐγκαταλείψαντας τὸ Κράτος εἰς τὸν
826ὄλεθρον. Ποῖος πολιτικὸς ἄνθρωπος,—καὶ πρέπει νὰ ᾖναι πο-
827λιτικὸς ὁ ταῦτα εἰπὼν, διὰ νὰ ᾖναι Πρωθυπουργὸς,—τολμᾷ
828νὰ διανοηθῇ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς κυβερνῶντας
829τὸ Κράτος νὰ ἀλλάσσωσιν ἑκάστοτε τὴν πολιτικὴν, τὴν
830ὁποίαν ἐφαρμόζουσι, διὰ νὰ διατηρῶνται εἰς τὴν ἐξουσίαν,
831καὶ ἂν αὐτὸς ἀπὸ φιλοπολέμου ἐγένετο φιλειρηνικὸς διὰ νὰ
832γίνῃ Πρωθυπουργὸς, μὲ ἐπέκρινε διότι ἐγὼ ἀπὸ φιλοπολέ-
833μου δὲν ἐγενόμην φιλειρηνικός, διὰ νὰ διατηρηθῶ εἰς τὴν
834ἀρχήν;
835Ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασι πᾶς πολιτικὸς
836ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ εὐθύνεται διὰ τὴν γνώμην
837του, καὶ ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις, διότι ἔχει ταύτην ἢ
838ἐκείνην. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκαταλεί-
839ψωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι ἐπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν
840εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐκυβερνῶμεν, ἡ ἀνάγκη νὰ ἀλλά-
841ξῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζομεν. Ὅτε τὸ Κρά-
842τος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τότε
843ἐξεπέσαμεν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἂν δὲ ὁ νῦν Πρωθυ-
844πουργὸς, ὅστις μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἦτο φιλοπόλεμος,
845ὅστις, ἀγορεύων εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν
846ὑπάρχει πλέον, ἂν μείνῃ ἀπαθὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸν
847περὶ τῶν ὅλων κύβον, ὅστις πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ
848Ἔθνους ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποθαῤῥυνθῇ τὸ Ἔθνος,
849καὶ ἂν ἡττηθῇ ἅπαξ καὶ δὶς, διότι νικώμενον θὰ νικήσῃ,
850καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους, ἵνα σώσῃ τὰ συμ-
851φέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς μ’ ὅλα ταῦτα
852κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1886, ὅτε συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος
853Σύνοδος, ἔκρινεν εὔλογον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ῥούμ-
854βωλδ, νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, καὶ νὰ συμβουλεύσῃ τὸν ἀφο-
855πλισμὸν καὶ τὴν εἰρήνην. Δὲν εἶχε λοιπὸν οὗτος τὴν ὑπο-
856χρέωσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν γνώμην του ταύτην; Εἰς σὲ
857προσῆκε νὰ ἀφοπλίσῃς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν Ἑλλάδα τὴν
858ἀφώπλισαν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀφώπλισαν οἱ πατέρες μας. Ἐὰν
859ἀπ’ ἀρχῆς ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ μένῃ ἀφωπλι-
860σμένη, νὰ θεωρῇ μετ’ ἀδιαφορίας καὶ μετ’ ἀπαθείας τὸν
861Καραβελὼρ ἐγκαθιστάμενον ἐν τῇ Φιλιππουπόλει, ἐὰν ἐσιώ-
862πων, οὐδὲ ἀνησύχουν παντάπασι, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Βερο-
863λίνου ἀνετρέπετο, ἐὰν δὲν ἐδυσφόρουν, διότι ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν
864φυλῶν, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦσι τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου,
865συνεταράσσετο, ἡ ἰσοῤῥοπία, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐζήτησε
866νὰ ἐγκαταστήσῃ, συνελθοῦσα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολί-
867νου, ἐὰν ἤθελον νὰ πολιτευθῶ οὕτω, δὲν θὰ προὐκάλουν ἐπι-
868στράτευσιν. Δὲν θὰ προσεπάθουν διὰ τῆς παρασκευῆς πρὸς
869πόλεμον νὰ διασώσω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ
870ὁποῖα εἶχον τότε συληθῆ ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Βάτεμβεργ,
871ἀλλὰ ἤθελον ἀσχολεῖσθαι εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς κατα-
872στάσεως τῶν πραγμάτων, τῆς οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ
873Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου ἀπὸ
874τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, ἔνθα εἴχετε ῥίψει αὐτὸ σεῖς διὰ
875τῆς σπατάλης. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην.
876Συνέπεσε δὲ νὰ μὴ ἔχητε οὐδὲ σεῖς τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ
877σήμερον κατηγορεῖτε ἡμᾶς ὡς λιποτάκτας, διότι ἐμείναμεν
878εἰς τὴν γνώμην μας, καὶ δὲν ἐμιμήθημεν ὑμᾶς, τρέχοντες εἰς
879τὰ παλάτια τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ συνεννοούμε-
880νοι, πῶς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν πρὸ τῆς
881ἐπιστρατεύσεως.
882Δὲν πρέπει νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ποιήσωμαι
883μνείαν ἑτέρας ἀπειλῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουρ-
884γὸς, ὅστις εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ
885εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἐξετόξευσεν ἀπειλὴν, ἣν καὶ ἄλλοτε
886ἐπραγματοποίησεν. Ἀπηύθυνα ἄλλοτε ἐπερώτησιν πρὸς αὐ-
887τὸν, Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντα, διατὶ ἀπέ-
888στειλε πλοῖα τοῦ στόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ εἰς τὴν Ἀλεξάν-
889δρειαν. Αὐτὸς δ’ εἰς ἀπάντησιν προεκάλεσε τὴν Βουλὴν, νὰ
890μὲ ἀποδοκιμάσῃ. Καὶ ἡ τότε πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς
891ἤκουσεν αὐτὸν, ὑπετάχθη εἰς αὐτὸν, διαπράξασα ἄτοπον,
892ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλὰ
893τὴν ἀποδοκιμασίαν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, δὲν γνωρίζω ποῖοι
894ἐπέκριναν, καὶ ποῖοι ἀπεδέχθησαν ὡς ὀρθὴν καὶ νόμιμον.
895Ἐγὼ ὅμως βεβαιῶ τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες τυγχάνουσι μέλη
896τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅτι, εἰ καὶ συνήθως δὲν ὑψοῦμαι ὑπε-
897ράνω τῶν νόμων καὶ ὑπεράνω τοῦ πολιτεύματος, βεβαιῶ
898ὑμᾶς, ὅτι ᾤκτειρα τὴν πλειοψηφίαν ἐκείνην, καὶ ἐν τῇ συνει-
899δήσει μου περιεφρόνησα τὴν πρᾶξιν ἐκείνην αὐτῆς. Αἱ Βου-
900λαὶ δὲν ἀποδοκιμάζουσι. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοὶ,
901παρέβημεν τοὺς νόμους; Προκαλέσατε τὴν ποινικὴν κατα-
902δίωξιν ἡμῶν. Συστήσατε Ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν ἢ ἀνακρι-
903τικὴν, διὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον.
904Ἡμεῖς θέλομεν πράξει αὐτὸ διὰ σᾶς, (εὖγε! ἐκ τῆς ἀρι-
905στερᾶς) ὅταν γενώμεθα εἰσηγηταὶ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ
906θέλομεν τὸ πράξει ὄχι διὰ τὰ πολιτικὰ σφάλματά σας, ὄχι
907διὰ τὴν ἀνάρμοστον πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετήλθετε, διὰ
908νὰ ἀναβιβασθῆτε εἰς τὴν ἀρχὴν, θέλομεν τὸ πράξει διὰ τὴν
909διαχείρισίν σας τὴν χρηματικήν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
910Ἡγεῖσθε τῆς πλειονοψηφίας; Ἰδοὺ, ἐὰν σᾶς ἀκούῃ, προ-
911καλέσατε ἀποδοκιμασίαν. Ἄν καὶ αὕτη σᾶς ἀκούσῃ, μει-
912δίαμα θέλω ἀντιτάξει εἰς τὴν πρᾶξίν σας. Καὶ ἐὰν τὴν Βου-
913λὴν, ἥτις σᾶς ἤκουσε τότε, ἀποδοκιμάσασα ἐμὲ, ἐτιμώρησεν
914ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν
915ταύτην, ἐὰν ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα ἐκείνης, καὶ εἰς τὴν
916Βουλὴν ταύτην θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν ὁ
917Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν κατὰ τὸ Σύνταγμα κληθῇ ν’ ἀπο-
918φανθῇ ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς
919ἀριστερᾶς).
920§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως πρέπει νὰ δοθῇ ἐξήγησίς τις εἰς τὸ ἐκπε-
921πληγμένον κοινὸν, εἰς τὰ ἐκπεπληγμένα ἀκροατήρια· διότι
922εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς ἐν αὐτοῖς ἐννοεῖ τί συμβαίνει ἐνταῦ-
923θα. Ἴσως ὑπέθεσαν, ὅτι σπουδαίως ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουρ-
924γὸς, καὶ ὅτι ἡ ὀργὴ αὐτοῦ εἶχέ τι τὸ βάσιμον. Δύναται ἐν
925τούτοις νὰ χαρακτηρίσῃ τις αὐτὴν προσποίησιν, δρᾶμα, ἢ
926κωμῳδίαν, ἀλλὰ βεβαίως τίποτε ἀληθὲς ἐν τῇ ὀργῇ ἐκείνῃ.
927Οἱ ἀκροαταὶ, ὅπως ἐννοήσωσιν αὐτὴν, πρέπει νὰ γνωρίζωσιν
928ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀπὸ ὀκτὼ ἡμερῶν
929ἐγεννήθη ἓν σκάνδαλον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὸ σκάν-
930δαλον τοῦ Σπάρταλη. Ἐστενοχωρήθη ἐκ τούτου ὁ κ. Πρω-
931θυπουργός. Πρόκειται περὶ 400,000 περίπου δραχμῶν, αἵ-
932τινες, κατὰ παράβασιν παντὸς νόμου, αἵτινες, πρὸς τὸν ἐξευ-
933τελισμὸν πάσης ἀρχῆς ἐν τῷ Κράτει, ἐπεζήτησε νὰ χαρισθῶ-
934σιν. Ἐξηγέρθη ἐντεῦθεν ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐξηγέρθη καὶ ἡ
935Βουλή. Ἠθέλησεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἁρπάσῃ τὴν
936πίστωσιν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ
937σταματήσῃ, εἰς δὲ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν
938ἐδημιούργησεν, ἠθέλησε ν’ ἀντιτάξῃ ἕτερον, τὸ σκάνδαλον
939περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐλάλησε. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ
940σκάνδαλον τοῦτο; πρόκειται περὶ διαθέσεως 12,000 δραχ-
941μῶν. Ἄν εἰς τὴν διαχείρισίν του, μετὰ 2 καὶ ½ ἐτῶν ἀνα-
942σκάλευσιν, εὕρετε πταίστην τὸν τότε Πρωθυπουργὸν 12 χιλι-
943άδων δραχμῶν, δύναται νὰ σᾶς οἰκτείρῃ. Αὐτὸς διεχειρίσθη
944ἑκατὸν εἴκοσιν ὅλα ἑκατομμύρια. Ἂν ἔσφαλεν, ἔσφαλε διότι
945σᾶς παρέδωκε τὴν ἀρχὴν, ἔσφαλε διότι, ἔχων εἰς χεῖράς του
946ὅλην τὴν ἐθνικὴν δύναμιν, ὑπέκυψεν εἰς ῥαδιουργίας ἀκατο-
947νομάστους. Καὶ δὲν εὕρετε ν’ ἀντιτάξητε κατ’ αὐτοῦ ἢ τὴν
948διάθεσιν 12,000 δραχμῶν. Θαυμάζω ἀληθῶς, διότι παρωρ-
949γίσθη ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
950ἕνα εἶχε σκοπὸν, νὰ περισπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις ἐξη-
951γέρθη πρὸ δέκα ἡμερῶν διὰ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς
952πράξεώς σας ἠγείρατε.
953Καὶ ὅτι τὰ πάντα ὑπῆρξαν προσποίησις ἐν τῇ ὀργῇ ὑμῶν,
954προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ψευδῶν θεωριῶν, αἵτινες πρώτην ἴσως
955φορὰν ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Σᾶς εἶπεν ὁ
956κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους τὰ κατέ-
957χουσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὑφεστῶσαι, ἀδιάφορον, ἐὰν παρῆλθον
958δεκάδες ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἀπὸ τῶν περιστά-
959σεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τοῦτο· μετὰ δεκάδα δ’
960ἐτῶν, μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη, ἔρχεται εἷς Ὑπουργὸς, μία νέα Κυβέρ-
961νησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα κομματικά, φατρι-
962αστικὰ, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ τὴν καλεῖ νὰ
963ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ προτάσσει τὴν θεω-
964ρίαν, ὅτι φύλακες τῶν ἀποῤῥήτων εἶναι αἱ ὑφεστῶσαι Κυ-
965βερνήσεις καὶ ὄχι αἱ παρελθοῦσαι. Ψευδὴς ὑπὸ ἔποψιν πρα-
966κτικὴν, ψευδὴς ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
967ἔφθασεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης μέχρις αὐτῆς τῆς μω-
968ρίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐθέσπισε τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι δυ-
969νατὸν νὰ ἀφῆκεν εἰς τὰς ἀλληλοδιαδόχους Κυβερνήσεις νὰ
970κρίνωσι περὶ τῶν ἔργων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων.
971Θὰ ἦτο ἀληθῶς βδελυρὸν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ
972τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐὰν εἰς τοιαύτας μωρίας
973ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εἷς μόνος καὶ μία
974μόνη Κυβέρνησις εἶναι ὁ φύλαξ τῶν ἀποῤῥήτων, ἡ Κυβέρνη-
975σις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διεπράχθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τηροῦν-
976ται ἀπόῤῥητα. Θὰ ἦτο δὲ, λέγω, βδελυρὸν, ἐὰν τὸ ἀπόῤῥη-
977τον, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἄλλη Κυβέρνησις καὶ διὰ τὸ ὁποῖον
978ὑπέχει εὐθύνην μόνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐὰν τὸ ἀπόῤῥη-
979τον αὐτὸ ἤθελον ἀφεθῆ εἰς τὴν κρίσιν τῶν διαδόχων, αἱ
980ὁποῖαι ἔχουσι συμφέρον φατριαστικὸν νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς προ-
981ηγουμένας. Καὶ ὅτι εἶναι προσποίησις τὰ διαδραματιζόμενα
982σήμερον καὶ ψευδὴς ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπο-
983δεικνύει ἡ ἁπλῆ σκέψις, ὅτι ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ παρὰ Βου-
984λευτοῦ καὶ εὐθύνας πολιτικὰς, ἴσως διότι, ὡς εἶπον, ἔσφαλεν,
985παραδόσας αὐτῷ τὴν ἀρχήν. Δὲν θὰ εὕρητε εἰς οἱονδήποτε
986συγγραφέα, ὅσον σοφὸν, ἢ ὅσον μωρὸν, τὴν θεωρίαν, τὴν
987ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλί-
988γου, καὶ καθ’ ἣν Κυβέρνησις δύναται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας
989παρὰ Βουλευτοῦ, ἢ παρ’ ἁπλοῦ ἰδιώτου. Ἠπείλησεν, ὅτι θέλει
990προκαλέσει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ κ.
991Δηλιγιάννη κατὰ τὸ ἔτος 1885–1886. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπει-
992λὴ αὕτη εἶναι ἕωλος. Ἡ εὐθύνη διαιρεῖται εἰς εὐθύνην πολι-
993τικὴν, εὐθύνην ἀστικὴν, καὶ εὐθύνην ποινικήν. Ἀφ’ ἧς στιγ-
994μῆς κατέθηκέ τις τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξῆλθε
995τῆς ἀρχῆς, ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ ἐξέλιπε· δύνασθε ὅσας δή-
996ποτε νὰ ἐκφέρηται ἀποφάσεις, δύναται ὁ κατέχων τὴν πλειο-
997ψηφίαν νὰ προκαλέσῃ τοιαύτας, ἀλλ’ ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ
998ὁποίου αἱ ἀποφάσεις ὑμῶν ἤθελον ἀπευθύνεσθαι, μὴ ἔχετε
999οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δύναται ν’ ἀντιτάξῃ κατ’ αὐτῶν
1000τὸ μειδίαμα τῆς περιφρονήσεως. Ὑπολείπονται μόνον δύο εὐ-
1001θύναι δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ κοινὰ, ἡ ἀστικὴ
1002καὶ ἡ ποινική· περὶ τῆς ἀστικῆς δὲν πρόκειται, ὡς πρὸς δὲ
1003τὴν ποινικὴν, τολμήσατε, ἐὰν θέλητε, νὰ ζητήσητε ποινικὴν
1004εὐθύνην, διότι θέλομεν εὑρῇ τότε τίς ὁ ἔνοχος ὅλων τῶν πε-
1005πραγμένων κατὰ Μάϊον τοῦ 1886. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1006§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύ-
1007πωσε τὴν θεωρίαν, ὅτι, ὄχι μόνον ὀφείλει ἡ προκάτοχος Κυ-
1008βέρνησις νὰ παραδίδῃ ὅλα τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς εἰς τὴν διά-
1009δοχον, ἀλλὰ καί, τὸ παραδοξότερον, ὅτι ὀφείλει καὶ νὰ λη-
1010σμονήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὰ καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ νοῦ
1011καὶ τῆς μνήμης της ὅ,τι εἶχεν ἐν αὐτῇ, διότι ἡ σκέψις, κατὰ
1012τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει νὰ τρέχῃ μετὰ τῆς ἀλλαγῆς
1013τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν οὐδὲν
1014πρέπει νὰ ὑπολείπηται, ἡ σκέψις ὁλόκληρος καὶ αὐτὰ τὰ
1015ἐνδόμυχα διανοήματα τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν πρέπει νὰ
1016παρακολουθῶσι τὴν ἀλλαγὴν τῶν Κυβερνήσεων καὶ νὰ
1017εἰσέρχωνται ἀπὸ κεφαλῆς εἰς κεφαλήν! Ἐὰν ᾖναι δυνατόν,
1018ἐννοήσατε αὐτὴν τὴν παράδοξον θεωρίαν!
1019Ἔλαβον τὸν λόγον, οὐχὶ διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς
1020Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τῶν ἀσθε-
1021νῶν δυνάμεών μου ἐντεῦθεν, ἀλλὰ διότι τὴν διαχείρισιν τῶν
102260,000 δραχμῶν, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1023ἔκαμεν ὁ μακαρίτης πατήρ μου....
1024§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργι-
1025κοῦ Συμβουλίου.
1026§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο.
1027Ἐδικαιούμην νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1028γὸς, προκειμένου περὶ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου ἐκλιπόντος,
1029δὲν ἤθελε ποτὲ φέρει τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1030τόσῳ δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ μέλος ἐκεῖνο τοῦ Κοινοβου-
1031λίου, πολλάκις ὑπάρξαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, πολλάκις εἰς ἐκ-
1032τάκτους περιστάσεις διαχειρισθὲν τὰ κοινὰ, ἀφῆκε τὰς μᾶλ-
1033λον ἀμέμπτους ἀναμνήσεις περὶ τῆς ἐντιμότητός του. Ναὶ,
1034ἀφῆκεν ἀποθνήσκων ὁ μακαρίτης πατήρ μου μόνον τὴν πε-
1035νίαν εἰς ἡμᾶς, καὶ τὸ ἔντιμον ὄνομά του, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπι-
1036τρέπεται εἰς σὲ (δεικνύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) — καὶ σὲ
1037ὀνομάζω «Σὲ» διότι πρῶτος ἔκαμες τὴν ἀρχὴν νὰ ὀνομά-
1038σῃς τὸν κ. Δηλιγιάννην δι’ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ — νὰ θέσῃς ὑπὸ
1039ἀμφισβήτησιν τὴν ἐντιμότητα τοῦ πατρός μου!
1040Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδένα ἐννοεῖ νὰ τηρήσῃ νόμον!
1041Ἦλθε σήμερον, καὶ ὁλόκληρος ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν
1042ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς ἰδέας παραβά-
1043σεως νόμου. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 ἐψηφίσατο νόμον, δι’ οὗ
1044ἐπληρεξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ
1045δαπανήσῃ ἄνευ λογοδοσίας 60,000 δραχμὰς δι’ ὑπερτάτας
1046ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους· διαχειριστὴς τῶν 60,000 δραχμῶν
1047ὡρίσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ πατήρ μου,
1048ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐξώδευσεν αὐτὰς
1049ὅλας, κατὰ προηγουμένην ἑκάστοτε πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ
1050Συμβουλίου. Τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1051σήμερον νὰ παραβιάσῃ· ἔρχεται νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην,
1052τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκείνη διαρκῶς ἀπένειμεν εἰς τὴν Κυ-
1053βέρνησιν τὴν τότε, ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἧς μέλος ἀπε-
1054τέλει καὶ ὁ πατήρ μου, καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην διὰ τὴν
1055διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, καὶ θέλει νὰ ἐκδικηθῇ ἴσως
1056σήμερον τὴν μνήμην τοῦ μακαρίτου πατρός μου διὰ τὴν
1057εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐζήτησε καὶ ἀνεῦρε καὶ κατέ-
1058στησε γνωστὴν διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσε
1059τότε καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα τίς οἶδε ποῖα θὰ
1060ἦσαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο σωτῆρες τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ
1061οἱ Βούλγαροι τῇ 6)18 Σεπτεμβρίου. Ἤλπιζον, Κύριοι, καὶ
1062εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐλπίζω τοιοῦτα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
1063πουργοῦ περὶ ἀποθανόντος ἀντιπάλου του!... Ἐπικαλοῦ-
1064μαι δὲ καὶ ὑμᾶς (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) νὰ μαρ-
1065τυρήσητε ἐν τῇ συνειδήσει σας, διότι πλεῖστοι ὑμῶν ὑπήρ-
1066ξατε ἀρχαῖα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνεδέεσθε, εἴτε
1067πολιτικῶς, εἴτε φιλικῶς, μετὰ τοῦ μακαρίτου πατρός μου,
1068ἐπικαλοῦμαι ὑμᾶς, νὰ ἐκφράσητε ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς
1069μνήμης του ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν αὐτήν!
1070Διὰ τὴν διαχείρισιν ἐκείνην ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, ὁ
1071διάδοχος αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔσχε
1072τὴν τόλμην, κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ζη-
1073τήσῃ δι’ ἐγγράφου του λόγον παρ’ αὐτοῦ. Ὁ πατήρ μου
1074τότε μετὰ μεγάλης ἀπορίας ἀνέγνωσε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο,
1075καὶ μὴ γνωρίζων, πῶς νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτό, ἀπήντησεν
1076εἰς αὐτὸ ψυχρότατα καὶ ξηρότατα, ὅτι τῆς διαχειρίσεώς
1077του ἐκείνης οὐδένα ὀφείλει λόγον εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνη-
1078σιν, μόνον δ’ ὀφείλει λόγον καὶ εὐθύνην εἰς τὸν προϊστάμε-
1079νον τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἀπετέλει μέρος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν πε-
1080ριῆλθον τοιαῦτα ἔγγραφα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς τότε
1081Κυβερνήσεως............
1082§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
1083§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε λοιπὸν δικαιοῦμαι νὰ
1084ἐπικαλεσθῶ καὶ παρ’ αὐτοῦ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγρά-
1085φων ἐκείνων, ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς χεῖράς του, καὶ ἐὰν τυγ-
1086χάνωσιν ἀνακοινώσιμα, χάριν τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν μνή-
1087μην τοῦ πατρός μου δικαιοσύνης.
1088§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
1089πουργόν, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω αὔριον τὸ ἔγγραφον
1090τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἄλλως,
1091ὅτι δῆθεν ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφα-
1092σιν τῆς Βουλῆς, διαστρέψας τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου.
1093§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλει προκαλέσει τὴν
1094ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀποδοκιμάσει
1095καὶ ζῶντας καὶ νεκροὺς περὶ διαχειρίσεως 60,000 δραχμῶν,
1096αἵτινες διετέθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν ἐν στιγμαῖς ὑπερτά-
1097των συμφερόντων καὶ ὑπερτάτης ἀγωνίας τοῦ Ἔθνους! Καὶ
1098θέλει προκαλέσει τὴν ἐκβίασιν τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγρά-
1099φων καὶ τῶν λογαριασμῶν ἐκείνων, ἵνα ἴσως ὑπαγάγῃ ὑπὸ
1100τὴν μῆνιν καὶ τὴν καταδίωξίν του πρόσωπα, ὑπὲρ τῶν
1101ὁποίων διετέθησαν δραχμαί τινες ἐκ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου. Καὶ
1102δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ εὐθύνην, καὶ δικαιοῦται νὰ μάθῃ ποῦ
1103ἐξωδεύθησαν αἱ δραχμαὶ ἐκεῖναι αὐτὸς, ὁ οὐ μόνον ἀκολου-
1104θήσας καὶ τηρήσας ὅλως διάφορον πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ
1105ἀρχῆθεν ἀναβὰς εἰς τὴν ἀρχὴν δι’ ὅλως διόλου ἀντιθέτου
1106πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πορείας. Καὶ ἔρχεται νὰ ζη-
1107τήσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καθ’ ἣν
1108ἐποχήν, ἐπὶ πέντε ἤδη ἡμέρας, βασανίζει τὴν Βουλὴν σωμα-
1109τικῶς καὶ διανοητικῶς, περιαγαγὼν ἡμᾶς εἰς κάματον, διὰ
1110νὰ ψηφίσωμεν μὲν ἡμεῖς, νὰ σπαταλήσῃ δὲ καὶ διαθέσῃ
1111αὐτὸς 10,000 λίρας εἰς ἄνθρωπον, δεινῶς περιυβρίσαντα
1112τότε τὴν ἐθνικὴν τιμὴν ἡμῶν καὶ ἀναβιβάσαντα τὸν κ.
1113Τρικούπην εἰς τὴν ἀρχήν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1114§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ νεκρὸς τοῦ
1115Παπαμιχαλοπούλου ὑπερασπίσεως ἐντεῦθεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς
1116τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ υἱὸς αὐτοῦ κατε-
1117δέχθη νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα διὰ τοιαύτην μικρὰν ὡς πρὸς
1118τὸν νεκρὸν ὑπόθεσιν. Κατηγορήθησαν ἄλλοτε ζῶντες ὁ Πα-
1119παμιχαλόπουλος, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’
1120οἱ κατήγοροι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσωσιν ἐντὸς τοῦ Κοι-
1121νοβουλίου τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα
1122κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἀπηύθυναν. Ἡ ἐτυμηγορία τοῦ
1123λαοῦ ἀπεφάνθη περὶ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, καὶ ἦτο ἀνάξιον
1124εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Παπαμιχαλοπούλου ν’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ
1125νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ· δὲν ἔπρεπεν οὐδ’ ἐπὶ στιγ-
1126μὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν
1127ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ λάβωσιν ὀστᾶ καὶ
1128σάρκα εἰς τὸν νοῦν, εἰς τὴν καρδίαν, εἰς τὸ πνεῦμα τῶν
1129Ἑλλήνων. Δύνανται ἐντεῦθεν νὰ μᾶς καταγορῶσιν, ὅτι ἡ
1130διαχείρισις ἡ δεῖνα, ἡ συμπεριφορά μας ἡ δεῖνα εἶναι τοι-
1131αύτη ἢ τηλικαύτη· εἰς ταῦτα θέλει ἀπαντᾷ αἰωνίως ὁ Ἑλ-
1132ληνικὸς λαὸς διὰ τῆς περιφρονήσεως, διότι μᾶς ἐγνώρισε καὶ
1133ἡ πολιτεία μας εἶναι γνωστή, καὶ θὰ ἦναι γνωστὴ πάντοτε
1134ὡς τιμία.
1135Δὲν ἠξεύρω ἐπίσης, ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1136γὸς νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
1137ὅπως ἐπῆλθε, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν
1138μετεχειρίσθη. Αἱ κατηγορίαι, αἱ ἀπευθυνθεῖσαι πρὸς αὐτὸν,
1139δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἐγὼ δὲ δὲν ἔρχομαι νὰ βεβαιώσω ὅ,τι
1140εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι τὸ εἶπεν ἄλλος,
1141καὶ εἶναι ἔναυλος ἡ ὁμιλία ἐκείνη εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὴν
1142μνήμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ
1143εἶπεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην
1144Σύνοδον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα,
1145εἶναι ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ
1146πρόσωπον ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰπὼν, ὅτι εἰς ἐκεῖνα,
1147τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν λέγονται, ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ
1148τῆς περιφρονήσεως, καὶ ὅτι ἡ περιφρόνησις ἐκείνη μᾶς ἐκαυ-
1149τηρίασεν. Περιφρονοῦσιν οἱ δυνάμενοι νὰ περιφρονήσωσι, περι-
1150φρονοῦσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὸ παρελθὸν εἶναι ἄμωμον,
1151ἄνευ οὐδενὸς στίγματος, καὶ ἡ περιφρόνησις ἀληθῶς ἐκείνων
1152εἶναι θάνατος· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τοῦ νὰ ὑπερασπισθῇ τις
1153ἑαυτὸν, καταφεύγει εἰς τὸ ἐπιχείρημα τῆς περιφρονήσεως,
1154ἀλλὰ αὕτη δὲν φθάνει μέχρις ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θέλει
1155ν’ ἀπευθυνθῇ, μένει εἰς τὸν περιφρονοῦντα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ
1156συλλογισθῶ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι δύναται νὰ μὲ περιφρονήσῃ ὁ
1157κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτι δύναται νὰ μὲ φθάσῃ ἡ περιφρό-
1158νησίς του· εἶναι τόσῳ καθαρὸν τὸ παρελθόν μου, καὶ τόσῳ
1159ὑψωμένον φέρω τὸ μέτωπον, καὶ τόσῳ τιμίως ἵσταμαι ἐν τῇ
1160συνειδήσει τῶν συμπολιτῶν μου, ὥστε αἱ τοιαῦται περι-
1161φρονήσεις εἶναι ὡς νὰ μὴ ἀπηυθύνθησαν· δὲν ἠξεύρω δὲ
1162ἐγὼ, ἐὰν περιφρονήσω εἰς κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ τοῦ Πρω-
1163θυπουργοῦ, ἐὰν ἡ περιφρόνησις φθάσῃ μέχρις αὐτοῦ καὶ τὸν
1164καυτηριάσῃ· ἐν τῇ συνειδήσει μου πιστεύω, ὅτι θὰ τὸν καυ-
1165τηριάσῃ, καὶ καιρίως.
1166§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν ἄλλην
1167σκηνογραφίαν....
1168§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ποίου θέματος παρα-
1169καλῶ θὰ ὁμιλήσητε;
1170§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῆς ἐπερωτήσεως Τάκη!
1171§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔγγραφα δὲν
1172ὑπεβλήθησαν, δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα.
1173§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐμέ.
1174§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφορᾷ, νομίζω, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
1175§37ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δέν μοι χρειάζονται τὰ ἔγγραφα.
1176§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμα εἰς τὸ Ὑπουρ-
1177γεῖον, καὶ παριστᾶται, ὅτι τῶν ἐγγράφων τούτων, ὧν ἡ
1178ἔλλειψις εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἡ προσαγωγὴ
1179εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸ ἕτερον τῶν μερῶν· τί ἄρα ζητοῦμεν;
1180νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως μετὰ τὴν προσαγωγὴν
1181τῶν ἐγγράφων, τουτέστι μετὰ τὸ Σάββατον, ἢ τὴν Δευτέ-
1182ραν· δὲν προτείνομεν νὰ μὴ γενῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ γενῇ
1183ὑπὸ ὅρους εὐθύτητος, εὐσυνειδησίας καὶ ἰσότητος· τοῦτο
1184ζητοῦμεν, καὶ νομίζω, ὅτι ἤρκει ἡ δήλωσις ἡμῶν αὕτη, ἵνα
1185ἀποδεχθῆτε τὴν αἴτησιν, θαυμάζω δὲ, ὅτι δὲν τὴν ἀποδέ-
1186χεσθε.
1187§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Θαυμάζω βλέπων ὑμᾶς, προσπαθοῦντα νὰ
1188μὲ πείσητε, ὅτι ὀφείλω νὰ δεχθῶ ἀναβολὴν περὶ τοιούτου
1189ἐγκλήματος, θαυμάζω δὲ, διότι ἀπὸ τῆς ἑνδεκάτης Νοεμ-
1190βρίου ἐ. ἔ. ᾐτησάμην πάντα σχεδὸν τὰ ἔγγραφα, τὰ χρή-
1191σιμα ἐν τῇ συζητήσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔδει δὲ καθ’
1192ἡμέραν νὰ ἐγείρωμαι ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐκεῖ ἐπάνω, ἵνα
1193δυνηθῶμεν ἐπὶ τέλους νὰ λάβωμεν εἰς χεῖρας ἡμῶν σχεδὸν
1194ἁπάσας τὰς χρησίμους δικογραφίας. Καὶ εἶναι πρωτοφανὲς,
1195προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεως Βουλευτοῦ, ἐλέγχοντος Ὑπουρ-
1196γὸν οἱονδήποτε, ὁ μὲν Βουλευτὴς νὰ λέγῃ: «εἰς ἐμὲ, τὸν
1197ἐπερωτῶντα καὶ ἐλέγχοντα, ἀρκοῦντά εἰσι τὰ κομισθέντα
1198ἔγγραφα», ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, μὴ τολμῶν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ,
1199νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ θέτῃ πρὸ αὐτοῦ τὸν
1200ὄγκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ζητῇ ἀναβολὴν ἐπὶ
1201ὑποθέσεως, ἥτις οὐδὲ στιγμὴν ὤφειλε νὰ μένῃ ἐκκρεμὴς,
1202προκειμένου περὶ τοσοῦτον φοβερᾶς κατηγορίας ἐναντίον
1203αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1204Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχομαι τὴν ἀναβολὴν,
1205ἣν αἰτεῖσθε, καὶ θέλω χαρακτηρίσει ταύτην, ἐὰν ζητηθῇ νὰ
1206ἐπιβληθῇ διὰ πλειονοψηφίας, ὡς φυγοδικίαν.
1207§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητεῖται ὅμως ἡ ἀναβολή.
1208§41ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι περιττή!
1209§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι ζήτημα ἀναβολῆς, δὲν εἶναι
1210ζήτημα ἡμερησίας διατάξεως· ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ
1211δικαίωμα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ φέρῃ τὸν λόγον
1212ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου. Θέλει νὰ νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυ-
1213πουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ ὁ
1214κ. Βουλευτὴς, δὲν θίγουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνή-
1215σεως; δύναται νὰ παρέλθῃ ἀξιόλογα ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1216εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἡμερησία
1217διάταξις· ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ φέρῃ
1218τὸν λόγον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ.
1219§43ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μετα-
1220βληθῇ ἡ σκηνογραφία....
1221§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις τῆς
1222ἀναβολῆς;
1223§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπεσύρθη, ἀλλ’ ἐγέ-
1224νετο δήλωσις, ὅτι, καὶ ἂν ἀναβληθῇ τὸ θέμα, οὐχ ἧττον ὁ
1225κ. Βουλευτὴς θέλει ὁμιλήσει. Τὸ Ὑπουργεῖον θέλει κατέλθει
1226εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, ὅταν κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐπι-
1227στᾶσαν τὴν ὥραν πρὸς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν κ.
1228Βουλευτὴν βεβαίως δὲν θὰ ἐμποδίσωμεν ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσῃ.
1229Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ δυνηθῇ
1230νὰ σιγήσῃ ἐνώπιον τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθησομένων. Τοῦτο
1231ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀξίας τῶν λόγων αὐτοῦ· ἡμεῖς, ἐκ προοι-
1232μίων γινώσκοντες τὴν ἀξίαν αὐτῶν, δὲν προτιθέμεθα ν’ ἀπαν-
1233τήσωμεν ἤδη· ἔχομεν σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ
1234θέματος, ὅταν ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως κατατεθῇ πλήρης.
1235§46ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1236τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· δύνανται νὰ
1237ἀπαντήσωσι καὶ μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ καὶ κατὰ
1238τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ
1239Βουλευτοῦ εἶναι ἀκέραιον, καὶ δύναται νὰ τὸ ἐνασκήσῃ.
1240§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐθεώρησα τὴν γνώμην τοῦ κ.
1241Πρωθυπουργοῦ τοσοῦτον ἀναξίαν αὐτοῦ, ὥστε πιστεύω, ὅτι
1242δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον διὰ πλειοτέρων νὰ ἀποδείξω,
1243ὅτι καὶ δικαίωμα ἔχω νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἐκκρεμῆ ἐπερώ-
1244τησίν μου, καὶ ἀδιαφορῶ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ ἀπαντήσει
1245σήμερον, ἢ αὔριον.
1246Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν, ἀφ’ ἧς
1247ἠρξάμην ἀγορεύων. Παρέστημεν, λέγω, ἀκροαταὶ καὶ θεαταὶ,
1248οὕτως εἰπεῖν, ἐρήμην σκηνογραφίας, ἥτις βεβαίως θέλει ἀνα-
1249γραφῆ διὰ μελανῶν χρωμάτων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ.
1250Εἴδομεν τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥητῶς καταγγέλ-
1251λοντα τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, ὡς προβάντα εἰς
1252πράξεις, αἵτινες ὤφειλον νὰ ἐπισύρωσιν ἐναντίον αὐτοῦ τὸ
1253ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ περὶ προδοσίας τῆς
1254Πατρίδος πραγματευόμενον. Εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν,
1255ὡς ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κρύφα καὶ ἐν νυκτὶ συνεν-
1256νοούμενον μετὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, πρὸς βλάβην
1257τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἤδη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ ἡ σκη-
1258νογραφία, ἵνα ἴδωμεν ποῖα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δὲν
1259θέλει ἐπισύρει ἐναντίον αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
1260εὐθὺς, ὡς δεχθῇ νὰ παραιτηθῇ τοῦ ὄγκου τῆς πλειονο-
1261ψηφίας.
1262Ἔδει ἀληθῶς ἡ σκανδαλώδης ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη
1263νὰ διακοπῇ, καὶ διεκόπη δι’ ἑνὸς πυραύλου, ὃν ἔῤῥιψεν ὁ κ.
1264Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὅστις βεβαίως ἐστράφη ἐναντίον αὐτοῦ,
1265ὡς κατ’ ἀδεξίου πυροτέχνου· ἴσως θὰ ἦναι ἀνάγκη, αἱ ἐντυ-
1266πώσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Τάκη νὰ γίνῃ ἀπόπειρα νὰ διακο-
1267πῶσι δι’ ἄλλου πυραύλου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλομεν
1268ἰδεῖ αὔριον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ῥίπτοντα νέον τοιοῦτον,
1269ὅστις ἐπίσης πέπεισμαι, ὅτι θέλει στραφῆ ἐναντίον πάλιν
1270αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
1271Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἀκούσητε λεπτομερῶς ἀναλυομένην
1272τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν, τότε θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, οἱ τῆς
1273Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ τῆς Συμπολιτεύσεως πάντες, ὅτι
1274οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν αὕτη, εἰμὴ νὰ
1275ἀφήσωμεν ν’ ἀναλυθῶσιν ἓν πρὸς ἓν τὰ γεγονότα, νὰ κατα-
1276δείξωμεν τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τούτων νὰ ἀπο-
1277δείξωμεν, ὅτι ἔδει ἀναμφιβόλως νὰ ἐξετασθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ
1278Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1279Καὶ ποῖον, Κύριοι, ἦτο τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα,
1280ὅπερ ἔδωκε χώραν εἰς πάσας αὐτὰς τὰς μακρὰς συζητήσεις
1281ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ τῇ κοινωνίᾳ; Τὸ ζήτημα ἦτο ἡ ἐρώτησις:
1282διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταγγελθεὶς δημοσίᾳ
1283παρὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἤδη πρὸ διετίας,
1284ὡς συμμετέχων τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς ὑποθάλψεως
1285ληστῶν καὶ ληστοσυμμορίας ὅλης, πρῶτον μὲν δι’ ἐγκλήσεως
1286αὐτοῦ, ἐπιδοθείσης πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις παρὰ Πλημμελειο-
1287δίκαις Εἰσαγγελέα, ᾐτήσατο τὴν καταδίωξιν τοῦ συκοφαν-
1288τήσαντος αὐτὸν δῆθεν, ἢ ἐξυβρίσαντος δημοσιογράφου, κα-
1289τόπιν δὲ ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν τῆς τοιαύτης αὐτοῦ κα-
1290ταγγελίας; Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως
1291ἡμῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα.
1292Ἔχομεν ἐφημερίδα, ἥτις ἤδη πρὸ δύο ἐτῶν ἔγραψε περὶ τοῦ
1293Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ὑπαίτιος προστασίας
1294ὡρισμένης λῃστρικῆς συμμορίας, αὐτὸς αὐτοπροσώπως καὶ
1295διὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ. Ταῦτα ἐγράφοντο τότε ἐπανειλημ-
1296μένως. Ἔχομεν δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ ἕνα
1297μῆνα ἀπὸ τῶν γραφέντων ἐκβιαζόμενον καὶ διδόντα τέλος
1298πάντων καταγγελίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθή-
1299ναις Πλημμελειοδικῶν, δι’ ἧς ἐζήτει τὴν ἐν τάχει καταδίω-
1300ξιν τοῦ ὑπευθύνου ἐκείνου Συντάκτου. Ὅταν ἐπὶ δύο ὅλα
1301ἔτη ἡ καταγγελία αὕτη δὲν εὗρεν οὐδὲ μίαν στιγμήν, καθ’ ἣν
1302νὰ δυνηθῇ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Δι-
1303καστηρίου, ἐδικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ πᾶς πολίτης τῆς
1304χώρας ταύτης νὰ ἐρωτήσωμεν: Τί λοιπὸν συνέβη; Καὶ ποῖα
1305εἰσὶ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὠθήσαντα τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀποκρύ-
1306πτῃ τὴν δικογραφίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ φωτὸς τῆς δημο-
1307σιότητος καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης;
1308Λοιπὸν τῇ 30 Ὀκτωβρίου 1886 ἔτους ὁ «Χρόνος Ἀθη-
1309νῶν» ἐδημοσίευσε τὸ ἑξῆς περιεργότατον καὶ σκανδαλωδέ-
1310στατον ἄγγελμα (ἀναγινώσκει):
1311«Δεκαπέντε περίπου φοβεροὶ φυγόδικοι, ἐν οἷς τινες καὶ
1312φοβερὰς λῃστείας διέπραξαν, ὁποῖοι οἱ Γαντζούδης, Μαν-
1313ταλέρος, Τάκης (ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Τάκη) καὶ λοι-
1314ποί, προσελθόντες, ἀφέθησαν ἐν Μεσολογγίῳ ἐλεύθεροι νὰ
1315περιέρχωνται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἀδελφοῦ
1316τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δικηγόρου Χαριλάου Βουλ-
1317πιώτου, ἀφιλοκερδῶς ἀναδεχομένου τοιούτου εἴδους πρὸ
1318πάντων ὑποθέσεις. Καὶ ἐτέθησαν μὲν κατόπιν τινὲς εἰς τὰς
1319πολιτικὰς φυλακὰς, ἀλλὰ μένουσι καί τινες εἰσέτι ἐλεύθε-
1320ροι· ἀλλ’ ὁ Τάκης, ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ, καὶ ἐκοιμᾶτο
1321ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Μεσολογγίῳ.
1322Καὶ σημειωτέον, ὅτι, ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπρόκειτο περὶ
1323τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιλιστοῦ Τάκη, ὁ ἀξιότιμος διοι-
1324κητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης λοχαγὸς κ. Μπαϊρακτάρης
1325ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ἐν Ἄρτῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυ-
1326πουργὸς κ. Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς κατα-
1327διώξεως τοῦ ἀρχιλιστοῦ τούτου, ἀλλὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς
1328τὸν Ὑπουργόν του, τὸν κύριον Βουλπιώτην, ἵνα οὗτος τὸν
1329παραδώσῃ. Ταῦτα ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης, ἐλθὼν
1330πρὸ μηνὸς εἰς Μεσολόγγιον, ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον πολλῶν.
1331Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ
1332ἀρχιλιστοῦ Τάκη κατηγορούμενος ἀρχιποιμὴν Γλάγκος
1333καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ εἶχον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ
1334κ. Βουλπιώτου, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔμενε καὶ ὁ ἀδελ-
1335φὸς τοῦ ἀρχιλιστοῦ.»
1336Τῆς δὲ 20 Νοεμβρίου 1886 ἔτους, δηλ. κατ’ ἐξακολού-
1337θησιν πρὸ δύο ἐτῶν, ὁ αὐτὸς «Χρόνος» ἔγραφεν (ἀναγι-
1338νώσκει):
1339«Πασίγνωστον εἶναι κατὰ τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας,
1340ὡς διὰ πληθύος ἀλληλογραφιῶν καὶ προφορικῶν ἀνακοινώ-
1341σεων κατοίκων τοῦ νομοῦ ἐκείνου βεβαιοῦται, ὅτι συστη-
1342ματικὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν, χάριν ἰδίως χρημα-
1343τικῶν ὠφελημάτων, ἀπολαμβάνουσιν, οὐ μόνον ἄλλοι ἐγ-
1344κληματίαι, ἀλλὰ καὶ λῃσταί, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ
1345τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρίου Βουλπιώτου.»
1346Εἶχε παρέλθει εἷς μὴν ἀπὸ τῶν γραφέντων, ἐν ᾧ δὲν
1347ὤφειλε νὰ παρέλθῃ οὐδὲ μία ὥρα, καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δι-
1348καιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν παρὰ τοῖς ἐν
1349Ἀθήναις Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα τὸ ἑξῆς ἔγγραφον,
1350ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον πάλιν νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν κ.
1351Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει):
1352«Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειο-
1353δικῶν.
1354«Ἐκ τοῦ φύλλου τοῦ «Αἰῶνος», τοῦ ἐκδοθέντος τὴν
1355ἑσπέραν τῆς χθὲς, καὶ περιέχοντος τηλεγράφημά τι ἐκ Με-
1356σολογγίου, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω καὶ ἀναγνώσω τὸ
1357ἐκδοθὲν τὴν πρωΐαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας φύλλον τοῦ «Χρόνου
1358Ἀθηνῶν», ὅπερ ἐγκλείω ὧδε, καὶ εἰς ὃ περιέχεται κύριον
1359ἄρθρον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
1360καὶ ἡ λῃστεία», δι’ οὗ συκοφαντοῦμαι καὶ ὑβρίζομαι καὶ
1361ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς Ὑπουργός.
1362«Καταγγέλλω ὑμῖν, κύριε Εἰσαγγελεῦ, τὸν συντάκτην
1363τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος καὶ πάντα
1364ἄλλον, ἐνεχόμενον εἰς τὰς ἐν αὐτῷ περιεχομένας ἀξιοποί-
1365νους καὶ μοχθηρὰς διαδόσεις, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐνερ-
1366γήσητε ἐν τάχει ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ ὑμέτερον καθῆκον.
1367Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Νοεμβρίου 1886.
1368Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ.»
1369Αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ καταγγελία, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἕκα-
1370στος ἄνθρωπος, ἀναγινώσκων τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἐγ-
1371κληματικαὶ πράξεις ἀπεδίδοντο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
1372Δικαιοσύνης, περιέμενεν, ὅτι ἡ καταγγελία τοῦ κ. Ὑπουρ-
1373γοῦ κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου» οὐ μόνον ἤθελεν
1374ἐγχειρισθῆ τάχιστα, ἀλλ’ ὅτι καὶ τάχιστα ἤθελεν ἰδεῖ τὸ
1375φῶς τοῦ δικαστικοῦ ἀκροατηρίου, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς
1376οὗτος ὁ Ὑπουργὸς ἔγραφεν ἐκεῖνο τὸ «ἐν τάχει.» Ἀλλ’ ἠκού-
1377σαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ἡμερῶν τινων
1378ἐνταῦθα λέγοντα, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἠμπόδισε
1379τὴν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
1380Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ὅτι,
1381ἂν εἶχέ τινα ἐπιθυμίαν ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἦτο, νὰ
1382μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐνόσῳ οὗτος ἦτο Ὑπουργὸς τῆς
1383Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν εἶχον ἐπιθυμίαν τινὰ
1384»ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο, νὰ μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθε-
1385»σις αὕτη, ἐν ὅσῳ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρό-
1386»κειται περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ἐξ ἐπαγ-
1387»γέλματος, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πενταετία πρὸς
1388»παραγραφήν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀτομική μου ἐπιθυμία
1389»ἦτο, νὰ μείνωσιν ἀνοικταὶ δι’ αὐτὸ αἱ θύραι τῆς ἀνακρί-
1390»σεως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀντί-
1391»παλοί μου νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν. Ἴσως, ἐὰν ἄλλος
1392»ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ μετήρχετο ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον
1393»σύστημα, ἴσως ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ ἐφρό-
1394»τιζεν, ἐν ὅσῳ ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ κλείσῃ τὴν ἀνάκρισιν
1395»αὐτὴν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐμερίμνησα περὶ τούτου,
1396»οὐδὲ ἐνδομύχως τὸ ἐπεθύμησα».
1397Παρατηρεῖτε, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥητῶς ὡμολό-
1398γησεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι αὐτὸς οὗτος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἀνα-
1399στολῆς τῆς κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»
1400κατηγορίας. Καὶ διατὶ, ἕκαστος ἐρωτᾷ νῦν, ἠμποδίσατε τὴν
1401περαίωσιν τῆς ποινικῆς ταύτης ὑποθέσεως; Ἂν τὰ γραφέντα
1402δὲν προσέβαλλον ὑμᾶς, οὐδένα λόγον ἠθέλετε ἔχει νὰ κα-
1403ταγγείλητε καὶ νὰ αἰτήσητε τὴν ἐν τάχει ἐνέργειαν τῆς
1404καταγγελίας, τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καταμηνυθέντος ἐνώπιον
1405τοῦ ἀκροατηρίου. Ἀνεστείλατε τὴν κατηγορίαν, διότι εἴχετε
1406ἀκράδαντον πεποίθησιν ἐκ τῶν ἔκτοτε δημοσιευθέντων ἐγ-
1407γράφων, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ σταθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ
1408ἐν λόγῳ Συντάκτου ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ συκοφαντίᾳ, κατόπιν
1409τῶν ἐγγράφων, ἅτινα περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ διὰ
1410τῆς δημοσιογραφίας.
1411Καὶ ἀληθῶς, ὁποία ἀμφιβολία ἔμεινε περὶ τῶν ῥηθέντων,
1412ἀφοῦ ἔχομεν μάρτυρας αὐτηκόους, ῥητῶς ὁμολογήσαντας ἐν
1413τινι Λέσχῃ, ὅτι ἤκουσαν τοῦ εἰσαγγελέως Δημητριάδου λέ-
1414γοντος, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης κ. Μπαϊρα-
1415κτάρης ἐβεβαίου, ὅτι ἡ λῃστεία ἤγειρε τὴν κεφαλὴν αὑτῆς
1416θρασεῖαν ἔν τε τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ,
1417διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν
1418Ὑπουργὸν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δὲν ἄφινε τὰς
1419ἀρχὰς ἐλευθέρας, ἵνα καταδιώξωσι τὰς λῃστρικὰς συμμορίας;
1420Ποία, λέγω, ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ Συντάκτης τοῦ
1421«Χρόνου Ἀθηνῶν» εἶναι ἀδύνατον νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ ἐξυ-
1422βρίσει ἢ συκοφαντίᾳ, ὅταν Δήμαρχος, φίλος τοῦ κ. Πρω-
1423θυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐβε-
1424βαίου ἐνυπογράφως καὶ δημοσίᾳ, ὅτι ἀληθῶς ἤκουσε τοῦ
1425εἰσαγγελέως Δημητριάδου, ἀνακοινοῦντος αὐτῷ τὰ λεχθέντα
1426παρὰ τοῦ Μπαϊρακτάρη περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργοῦ
1427τῆς Δικαιοσύνης; Ποία ἀμφιβολία μένει, ὅτι ὁ Συντάκτης
1428τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ
1429ὡς συκοφάντης ἢ ὑβριστὴς, ὅταν ἄνδρες ἀξιοτιμότατοι, ὁ
1430πρώην βουλευτὴς καὶ δικηγόρος Βάλβης, ὁ φοιτητὴς Βορύλ-
1431λας, ὁ πρώην βουλευτὴς καὶ δικηγόρος Δεσποταῖος, ὁ φίλος τοῦ
1432κ. Πρωθυπουργοῦ δήμαρχος Ὠλενείας κ. Τσιμπουράκης, ἐβε-
1433βαίουν, ὅτι τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως Δημητριά-
1434δου, ὡς βεβαιωθέντα ἐνώπιον αὐτοῦ παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ
1435μεταβατικοῦ Ἄρτης, ἀδύνατον εἶναι νὰ διαψευσθῶσιν;
1436Ἰδοὺ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιστολαί, αἵτινες ἐδημοσιεύθη-
1437σαν ἐπανειλημμένως καὶ διὰ τοῦ τύπου (ἀναγινώσκει):
1438«Κύριε Διευθυντὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν». Αὐτήκοος δὲν
1439ἐγενόμην τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητριάδου, εἰσαγγελέως Ἄρτης,
1440ῥηθέντων ἔν τινι Λέσχῃ καὶ ἐφαπτομένων τῆς ὑπολήψεως
1441τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑποστηρίζοντος καὶ
1442ὑποθάλποντος τὸν λήσταρχον Τάκην, ἀλλὰ ταῦτα, ὡς
1443ἐμποιήσαντα δικαίως πολλὴν τὴν αἴσθησιν, εὐθὺς τότε ἀφη-
1444γήθησαν μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἐκ τῶν αὐτηκόων κ.κ.
1445Δημ. Δεσποταῖος, δικηγόρος, Κωνστ. Τσιμπουράκης, δή-
1446μαρχος Ὠλενείας, καὶ Κωνστ. Βορύλλας, φοιτητής, οἵτινες
1447καὶ ἤδη ἐπιβεβαιοῦσι τὰ λεχθέντα. Ταῦτα ἐπὶ τῆς προ-
1448κλήσεώς σας αὐτόθι, τῆς εἰς τὸ φύλλον ὑπ’ ἀριθ. 621 δια-
1449τριβῆς τοῦ κ. Δημητριάδου.
1450Μεσολόγγιον τῇ 16 Νοεμβρίου 1886.
1451«Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως. Α. ΒΑΛΒΗΣ.»
1452«Ἐν Μεσολογγίῳ τὴν 16 Νοεμβρίου 1886.
1453«Κύριε Συντάκτα τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.»
1454«Ἐν τῷ φύλλῳ τῆς ἀξιοτίμου ἐφημερίδος ὑμῶν «Χρόνος
1455Ἀθηνῶν» κατεχωρίσθη τηλεγράφημα τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρ-
1456της κ. Δημητριάδου, δι’ οὗ δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἐνταῦθα,
1457ὡς ἀνέφερεν ἐπιστολὴ περὶ τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, ὡς εἰπόν-
1458τος ἐν Ἄρτῃ, ὅτι «τί θέλει καὶ πιέζει τὸν κόσμον ἡ Κυβέρ-
1459νησις διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Τάκη; ἂς τὸν ζη-
1460τήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην.»
1461Καίτοι γινώσκοντες τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρ-
1462της κ. Δημητριάδου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς Συν-
1463τάξεως τῆς ἐφημερίδος ὑμῶν, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν,
1464ὅτι ταῦτα ὁ κ. Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον
1465ἡμῶν καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί.
1466«Δέξασθε κλπ.
1467Κ. ΒΟΡΥΛΛΑΣ (φοιτητής), ΔΗΜ. ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ
1468(δικηγόρος), Κ. ΤΣΙΜΠΟΥΡΑΚΗΣ (δήμαρχος Ὠλενείων.)»
1469§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει αὐτό;
1470§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 16 Νοεμβρίου 1886.
1471Ἄν ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἐκάλει τούτους
1472ὡς μάρτυρας ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου,
1473ἢ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἀδιάφορον, ἂν ἐκάλει μάρ-
1474τυρας τὸν Βάλβην, τὸν Δημητριάδην, ἂν νὰ φέρῃ εἰς ἀντι-
1475παράστασιν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους τούτους κυρίους, αὐτὸν τὸν
1476Μπαϊρακτάρην ἂν ἐκάλει μάρτυρα ὑπερασπίσεως ἐνώπιον
1477τοῦ Δικαστηρίου, εἴπατέ μοι, ἤθελεν εὑρεθῆ δικαστὴς, ὅσον
1478καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελε κύψει τὸν αὐχένα ἀπέναντι τῆς
1479ἰσχύος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Πρω-
1480θυπουργοῦ, ὅστις νὰ κατεδίκαζεν αὐτόν; Ἰδοὺ ὁ πρόδηλος λό-
1481γος, δι’ ὃν ὁ Συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δὲν ἦτο ἐπιτε-
1482τραμμένον, οὔτε συνέφερε νὰ καθεσθῇ εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κα-
1483τηγορουμένου, ἵνα ὑποστῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ οὐχὶ ὁ Συν-
1484τάκτης, τὸν ἔλεγχον τῆς Δικαιοσύνης.
1485Τοῦτο εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζή-
1486τημα ἐν ὅλῃ ταύτῃ τῇ σκηνογραφίᾳ· τὸ κύριον ζήτημα
1487εἶναι: διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἕνα μὲν
1488μῆνα ἐσιώπα, δῆθεν συκοφαντούμενος καὶ ὑβριζόμενος διὰ
1489τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», διατὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἐγχειρίζει
1490τέλος πάντων καταγγελίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐν ᾗ λέγει,
1491ἐν τάχει νὰ ἐνεργηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην; καὶ διατὶ ἐπὶ
1492δύο κατόπιν ἔτη προσπαθεῖ, ὡς αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησε διὰ
1493τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐνέρ-
1494γειαν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου τῶν
1495Ἀθηνῶν»; Ἐλέγχουσα ἡ Βουλή, ἐδικαιοῦτο, ἢ δὲν ἐδι-
1496καιοῦτο, ἀπέναντι τοῦ σκανδαλώδους αὐτοῦ ζητήματος,
1497προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ
1498Ὑπουργοῦ τουτέστι τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, κατηγο-
1499ρουμένου ἐπὶ συνενοχῇ καὶ συμπράξει, χάριν ἰδίως χρηματι-
1500κῶν ὠφελημάτων, μετὰ ληστῶν, ὡς ἔλεγον, (καὶ ἐγὼ βε-
1501βαίως δὲν θέλω ἀποδεχθῇ τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἡ ἁρμοδία
1502ἐξουσία βεβαιώσῃ αὐτήν,) ἐρωτῶ λοιπόν: εἶχε δίκαιον, εἶχε
1503δικαίωμα, — καὶ τί λέγω δικαίωμα; — εἶχε καθῆκον ἡ
1504Βουλὴ δι’ ἐπερωτήσεως νὰ αἰτήσηται λόγον παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
1505γοῦ τῆς Δικαιοσύνης; διατὶ ἐπὶ δύο ἔτη σὺ, ὁ φρονῶν, ὅτι
1506ἔνοχος, ὡς ἐξυβρίσας ὑμᾶς καὶ συκοφαντήσας ὑμᾶς, εἶναι ὁ
1507Συντάκτης ἐκεῖνος, διατὶ ἐπὶ δύο ἔτη ἀνέστειλας τὴν ἐνέρ-
1508γειαν τῆς Δικαιοσύνης;
1509Καὶ τοῦτο ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἐμοῦ, εἰσηγου-
1510μένου τὴν ἐν λόγῳ ἐπερώτησιν, ἣν δι’ ἀναβολῶν, διὰ προσ-
1511κομιδῆς δικογραφιῶν, ὁτὲ μὲν βραδέως, ὁτὲ δὲ ἐλλιπῶν, καὶ
1512σήμερον διὰ προτάσεως ἀναβολῆς καθαρᾶς, ἐζήτησας, κύριε
1513Ὑπουργέ, νὰ ἀναγκάσῃς τὴν κοινωνίαν νὰ λησμονήσῃ.
1514Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ
1515τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἔχω δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγ-
1516ματα δὲν ἀποδείκνυνται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, νὰ ἐπιῤ-
1517ῥίψω αὐτῷ κατηγορηματικῶς τηλικαύτην μομφήν. Ἔχω
1518ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ διαπορῶ καὶ νὰ ἐλέγχω τὸν Ὑπουρ-
1519γόν, καὶ νὰ ζητῶ παρ’ αὐτοῦ ἐπανειλημμένως νὰ ἀπαντήσῃ,
1520διατὶ δὲν εἰσήγαγεν ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύ-
1521νης τὸν ἐξυβρίσαντα καὶ συκοφαντήσαντα αὐτόν, ὡς ἔλεγε,
1522Συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν. Διότι οὐδέποτε εἶναι
1523δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ πιστεύσῃ,
1524ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔπραττε τοῦτο, ἵνα
1525ἀφήσῃ, ὡς διετείνετο, ἐλευθέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς δικαιο-
1526σύνης εἰς τοὺς διαδόχους αὑτοῦ. Ἀδικεῖ δὲ ἑαυτὸν ὁποιοσδή-
1527ποτε Ὑπουργός, προβάλλων τοιοῦτον αἰτιολόγημα πρὸς
1528ἀπολογίαν αὑτοῦ. Διότι πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν τῆς
1529κοινωνίας εἰς ἑαυτὸν, ὡς φιλότιμον καὶ ἐνάρετον ἄνδρα, καὶ
1530τὴν πεποίθησιν εἰς τὰ δικαστικὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, εἰς
1531ἣν ἀνήκει, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸς ἐπηρεασμὸς κατὰ δικα-
1532στῶν παρ’ Ὑπουργοῦ, ὅπως σώσωσι τὴν τιμὴν αὑτοῦ, ἢ τὴν
1533φιλοτιμίαν. Εἶναι ἄρα καὶ ἐξύβρισις πρὸς τὴν δικαστικὴν
1534ἐξουσίαν ἡ αἰτιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1535Καὶ ἂν, Κύριοι, τοῦτο ἦναι τὸ ζήτημα τὸ κύριον, ὅπερ
1536ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, καὶ περὶ οὗ σήμερον ὡμίλησα
1537προοιμιαζόμενος, ἰδοὺ ἀνεφάνη ἐξαίφνης ἕτερον, παρεμπί-
1538πτον, τὸ ζήτημα τοῦ ληστάρχου Τάκη, περὶ οὗ σήμερον
1539εἰδικῶς θέλω ὁμιλήσει.
1540Ἀμυνόμενος, καὶ δικαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1541νης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προσεπάθησε νὰ παραστήσῃ
1542κατὰ τὴν πρώτην τῶν ἀγορεύσεων αὑτοῦ τὸν Ἀλέξιον Τά-
1543κην ὡς ἅπαξ μόνον καὶ ἐν νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ, καὶ καθ’
1544Ἕλληνος οὐχὶ, ἀλλὰ καθ’ ὑπηκόου Ὀθωμανοῦ ἐγκλημα-
1545τήσαντα. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κοινωνία σύμπασα ἐπίστευσεν
1546εἰς τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1547καιοσύνης. Ἐγὼ αὐτὸς ἠκροώμην συναδέλφου ἐκ τῆς πτέρυ-
1548γος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) μεμφομένου μου,
1549ὡς εἰσαγαγόντος δῆθεν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς δὲν εἶχον ἀσφα-
1550λεῖς καὶ βεβαίας πληροφορίας. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἴδο-
1551μεν, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργικὸς τύπος ἐξεμάνη, καὶ δικαίως, ἐναν-
1552τίον τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ἐν λόγῳ ἐπερώτησιν. Καὶ ἵνα μὴ
1553ὑποτεθῇ, ὅτι λέγω λόγους, μὴ μαρτυρουμένους δι’ ἐπισήμων
1554ἐγγράφων, ἀναγινώσκω μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουρ-
1555γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ οὗ θέλει πεισθῆ καὶ πάλιν ὁ κ.
1556Ὑπουργός, ὅτι ἠγωνίζετο νὰ ἀποδείξῃ ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ Τάκης
1557ἦτο ἀγαθός τις νεανίας, ὅτι περιέπεσεν ἐν νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ
1558εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἕνεκα τῆς φιλοτίμου αὑτοῦ ψυχῆς,
1559καὶ εἰς μίαν μόνον ἐγκληματικὴν πρᾶξιν! Ἔχω εἰς χεῖράς
1560μου τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς 11 Νοεμβρίου
15611888 ἔτους. «Ἡ ποινὴ (ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς) αὐτοῦ τοῦ
1562»εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ
1563»μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν
1564»ἀπατῶμαι, πρὸ δωδεκαετίας, μετεβλήθη κλπ.»
1565Ῥητῶς λοιπόν, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἐβε-
1566βαίου ὁ Ὑπουργὸς τὰ ἑξῆς: «Ἡ ποινὴ αὐτοῦ τοῦ εἰς θάνα-
1567»τον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ μίαν καὶ
1568»μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
1569»πρὸ δωδεκαετίας». Καὶ καθ’ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον αὐτοῦ
1570βίον αὐτὸς ἐτύγχανε τοσοῦτον ἐνάρετος, ὥστε δύναται νὰ
1571στήσῃ ἀγῶνα ἀρετῆς πρὸς οἱονδήποτε τῶν ἄλλων πολιτῶν
1572Ἑλλήνων. Ἀπόδειξις, ὅτι παριστᾷ ἀλλοῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς
1573τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φοβερὸν λήσταρχον, περὶ οὗ θέλετε
1574ἀκούσει πράξεις, οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθείσας ἐν
1575Ἑλλάδι. Καὶ ὅταν τοσοῦτον παρίστα ἀθῶον τὸν ἐν λόγῳ
1576λήσταρχον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ ἐπισημο-
1577τάτου τούτου βήματος, δὲν ἀδικῶ τοὺς δημοσιογράφους
1578ἐκείνους, οἵτινες, ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ.
1579Ὑπουργοῦ, ἐμαίνοντο, γράφοντες μάλιστα, ὅτι, ἂν αὐτοὶ
1580ἦσαν Ὑπουργοί, πλήρη χάριν ἤθελον δώσει εἰς τὸν ἐν λόγῳ
1581κατάδικον....
1582§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὑπουργικὰ ἐδώλια
1583ἐκενώθησαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ διὰ
1584τὴν Κυβέρνησιν· νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι παρόντες
1585πάντες οἱ Βουλευταὶ, διὰ νὰ πληροφορηθῶσι τὰ συμβαίνοντα
1586κατὰ τὴν ὑπόθεσιν. Ἄλλως, νὰ μὴ παραπονηθῆτε, ἂν κάμωμεν
1587ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀφοῦ αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι δὲν
1588εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἔλθωσιν.
1589§51ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, κάμετε ἔνστασιν.
1590§52ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχουσι σπουδαιότη-
1591τα δι’ ἡμᾶς ταῦτα.
1592§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δι’ ὑμᾶς δὲν εἶναι σπουδαῖα ταῦτα,
1593διότι πολλὰς ὁμοίας χάριτας ἐλάβετε εἰς τὴν Ζάκυνθον, δι’
1594ὧν ἐξελέχθητε Βουλευτής.
1595Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δίκαιον εἶχεν ὁ τύπος, πληροφορούμε-
1596νος ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ πλανηθῇ, εἶναι
1597ὑπουργική τις ἐφημερίς, ἧς ἀκούσατε παρακαλῶ σειράς τινας,
1598ἵνα κρίνητε πόσον ἐξωργίσθη ἐπὶ ταῖς ψευδέσι παραστάσεσι
1599τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει):
1600«Ἂν δὲν ὑπερησπίσθημεν αὐτὸν εἰς δύο προηγούμενα
1601»φύλλα διὰ τὸ ἀηδὲς αὐτὸ ἐπεισόδιον τοῦ Τάκη, ἐπράξαμεν
1602»τοῦτο, διότι ἐπλανήθημεν ἐκ τῶν λόγων του, ἀποκρύψαν-
1603»τος ἐπιμελῶς, ἐν ᾧ ὡμίλει ὡς Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ ἐπιση-
1604»μοτάτου βήματος τοῦ Ἔθνους, πάντα τὰ ἐπιβαρυντικὰ τοῦ
1605»Τάκη προηγούμενα. Καὶ ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶμέν
1606»ποτε ὄργανον τοῦ κ. Βουλπιώτου, ὅτε ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι
1607»ὁ ἀνὴρ ἐν τῇ ἐπισημότητι τοῦ ἀξιώματός του εἶχεν ἀπο-
1608»κρύψει τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ ἀπὸ τοὺς
1609»Συναδέλφους του καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν δημο-
1610»σίαν γνώμην, συνεβουλεύσαμεν αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ. Δὲν
1611»μᾶς ἤκουσε. Τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν.
1612«Ὅτε ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην τὴν πα-
1613»ραίτησιν, ἐκινούμεθα ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν δύναται πλέον
1614»νὰ διατελῇ Ὑπουργὸς ὁ ἀνήρ, ὅστις ὁμιλῶν ἐν τῇ
1615»πρώτῃ ἀπολογίᾳ του περὶ τῆς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀδελφοῦ του
1616»παρουσίας τοῦ Τάκη, ἐδικαιολογεῖτο, λέγων, ὅτι ὁ ἀδελ-
1617»φός του εἶναι δικηγόρος, — εὑρίσκομεν δὲ καὶ ἡμεῖς τοῦτο
1618»φυσικώτατον, — κατόπιν ὅμως ἐβεβαίου ἐξ ἐπισήμων ἐγγρά-
1619»φων ἐν τῇ δευτέρᾳ, ὅτι προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου
1620»ἄνευ συνηγόρου καὶ ὁ Πρόεδρος τῷ διώρισε τοιοῦτον ἐξ
1621»ἐπαγγέλματος τὸν δικηγόρον Τριανταφύλλην. Παραλείπον-
1622»τες δὲ, ὅτι κατόπιν ὁ Τάκης ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπαρουσιάζετο ὑπὸ
1623τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἄνευ συνηγόρου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πά-
1624»γου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ ἀπροστάτευτος αὐτὸς ὑπέβαλλεν ἀναι-
1625»ρέσεις, ὑπὸ ἀγνώστου νομομαθείας συντασσομένας, παρατη-
1626»ροῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ τοσαύτας λεπτομερείας ἐσταχυολόγει ὁ
1627»κ. Βουλπιώτης ἐκ τῆς δικογραφίας, ἕπεται, ὅτι μετὰ ἐπι-
1628»σταμένην ἀνάγνωσιν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ἐν τῇ πρώτῃ
1629»ἀπολογίᾳ του, ὅτι ὁ χρηστὸς οὗτος Εὐρυτὰν «κατεδικάσθη
1630»διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν
1631»δὲν ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸ δωδεκαετίας». Ἀλλὰ
1632»δὲν ἔλεγεν ἀλήθειαν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε τὸ πρῶτον ἀπελο-
1633»γεῖτο, ἀφοῦ ἐβεβαίου, ὅτι διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην
1634»πρᾶξιν εἶχε καταδικασθῆ ὁ Τάκης, καὶ δὲν ἔλεγεν ἀλήθειαν
1635»ἐν γνώσει, διότι κατὰ τὴν ἕκτην ἀπολογίαν του ἀπέδειξεν,
1636»ὅτι ἀρχῆθεν καλῶς ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ δίκη, διὰ τὴν ὁποίαν
1637»κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἐγένετο τὴν 2 Νοεμβρίου 1887,
1638»ἀπὸ δὲ τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1886 μέχρι τῆς 2 Νοεμβρίου
1639»1887, ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἕνα μῆνα, ἐν τῇ φυλακῇ ὤν, ἐδικά-
1640»σθη διὰ τὰς ἄλλας πράξεις. Διὰ τί λοιπὸν ἀπέκρυψε τὸ
1641»γεγονὸς τοῦτο καὶ ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι διὰ μίαν καὶ
1642»μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν κατεδικάσθη;
1643«Μετὰ τοιαύτην κατάφωρον ὄντως ἀπόκρυψιν τῆς ἀλη-
1644»θείας, διαπραχθεῖσαν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, δύ-
1645»ναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς ὁ κ. Βουλπιώτης; Καὶ
1646»δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς, οἱ διὰ τῆς ἀποκρύψεως ταύτης
1647»ὑπ’ αὐτοῦ παραπλανηθέντες καὶ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὸν ἐπὶ
1648»δύο φύλλα τῆς «Ἐφημερίδος», νὰ τῷ εἴπωμεν καθαρὰ τὴν
1649»γνώμην μας, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ!»
1650Ταῦτα, Κύριοι, γράφουσιν οἱ δημοσιογράφοι ἐκεῖνοι, οἵτι-
1651»νες μαίνονται ὑποστηρίζοντες τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Καὶ
1652»ἀληθῶς δίκαιον εἶχον νὰ ζητῶσι τοσαύτην φιλοτιμίαν παρὰ
1653»τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος, ὅταν τοσαύ-
1654»την φιλοτιμίαν εἶχεν ἄλλοτε Ὑπουργός τις τῆς Τουρκίας!
1655Ἔλαβον, Κύριοι, ἐπιστολὴν δούλου Ἕλληνος ἐκ Κωνσταν-
1656τινουπόλεως, ὅστις μοὶ γράφει (ἀναγινώσκει):
1657«Ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ (καὶ σημειοῖ διὰ κυρτῶν γραμμά-
1658»των «τῇ Τουρκίᾳ») κατὰ τὸ 1877–1878 ἔτος ὁ τότε
1659»Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, (συνάδελφος τοῦ ἡμετέρου κ.
1660»Θεοτόκη) εἰ καὶ ἐτύγχανε γαμβρὸς τοῦ Σουλτάνου, (τοῦ
1661»Σουλτάνου!) συνεπείᾳ ἄρθρου τῆς τουρκικῆς ἐφημερίδος
1662»«Βακήτ», ἐν ᾧ ἐλέγετο, ὅτι ὑπόνοιαι ὑπάρχουσι περί τινος
1663»πλειστηριασμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ
1664»Ὑπουργὸς ἐξ ἰδιοτελείας δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, συνε-
1665»πείᾳ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, ἡ τότε Τουρκικὴ Βουλὴ (διότι,
1666»ἐνθυμεῖσθε, καὶ οἱ Τοῦρκοι, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν εἶχον
1667»Βουλὴν,) ὑπεχρέωσεν εὐσχήμως τὸν πανίσχυρον Ὑπουργὸν
1668»τῆς Τουρκίας νὰ παραιτηθῇ, καὶ παρῃτήθη».
1669Δικαίως ἄρα ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ἠξίου παρὰ τοῦ Ἕλλη-
1670νος Ὑπουργοῦ, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Ὀθωμανός, ὁ συγ-
1671γενὴς μάλιστα τοῦ Σουλτάνου! Αὐτὴ ἄρα ἡ πρᾶξις τοῦ κ.
1672Ὑπουργοῦ, ἡ ἐπιμέλεια τουτέστι πρὸς ἀπόκρυψιν ὅλης τῆς
1673σειρᾶς καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν συμπεπλεγμένων ἐγκλημάτων
1674τοῦ Τάκη, περὶ ὧν εὐθὺς ἀμέσως θέλω ποιήσει λόγον, αὐτή,
1675λέγω, ἡ ἐπιμελὴς ἀπόκρυψις, ὁποῖός τις ὑπῆρξεν ὁ Τάκης,
1676ἐμφαίνει τὸ ἀναμφισβήτητον ἐνδιαφέρον καὶ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1677γοῦ καὶ ἁπάσης τῆς οἰκογενείας Βουλπιώτου ὑπὲρ τοῦ Τά-
1678κη. Ἐμφαίνει δεύτερον, ὅτι ἐζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ κα-
1679λύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως, ὃν ἐξηπά-
1680τησε, καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς, ἃς ἐπίσης
1681ἐξηπάτησε. Καὶ περὶ τῆς ἐξαπατήσεως ταύτης ἔχομεν, ὡς
1682ἠκούσατε ἤδη, μάρτυρας εὐγλώττους αὐτοὺς τοὺς φίλους τῆς
1683παρούσης Κυβερνήσεως δημοσιογράφους.
1684Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἄρχεται τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλει ἀπα-
1685σχολήσει τὴν Βουλὴν τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ
1686ἀπονομῇ τῆς ἐν λόγῳ χάριτος. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἔλεγον ἐν
1687ἀρχῇ, ὅτι, ἐν ᾧ τὸ κύριον θέμα εἶναι ἡ παρεμπόδισις τῆς δι-
1688καιοσύνης ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς κατὰ τοῦ
1689Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἂν ἠσέβησε πρὸς τὸν
1690νόμον, ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ τὸ ζήτημα τοῦ Συντάκτου τοῦ
1691«Χρόνου Ἀθηνῶν» ἔπαυσε νὰ ἦναι τὸ πρωτεῦον, καὶ πρω-
1692τεῦον τώρα ἐγείρεται, ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ μεγαλοπρεπεῖ ἐγκλη-
1693ματικότητι, τὸ ζήτημα τοῦ λῃστάρχου Ἀλεξ. Τάκη!...
1694§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Λεβίδη.
1695Τί ἀπέγινεν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, αὐτὴ ἡ μήνυσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
1696γοῦ κατὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»; ὑπάρχει
1697κἀμμία πληροφορία, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται;
1698§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται; Εἰς τὰ
1699ἀρχεῖα τῆς Εἰσαγγελίας. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον πιστοποιοῦν
1700τὸ ἐναντίον. Ἡμεῖς βλέπομεν καθ’ ἡμέραν τὸν Συντάκτην
1701τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἐν τῇ πόλει ἐλεύθερον.
1702§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ὁ Ὑπουργὸς δὲν φέρει
1703πληροφορίας;
1704§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς
1705ὀλίγου ὑποθέτω, ὅτι θὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ θὰ ἐκδοθῇ
1706τὸ βούλευμα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐβεβαίωσεν,
1707ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐξακολουθεῖ καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἐκδίδοται τὸ
1708βούλευμα.
1709§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐρευνηθῇ ἡ
1710εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ
1711χάριτος δι’ ἀπάτης πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα· καὶ ἐπι-
1712μένω εἰς τὴν λέξιν ταύτην, διότι κατόπιν δι’ ἐπισημοτάτων
1713ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀληθῶς, μόνον ἵνα λάβωσιν
1714εἰς χεῖρας τὴν χάριν ὑπὲρ τοῦ Τάκη, ἐξηπάτησαν τοῦ Αὐτοῦ
1715Μεγαλειότητα, ὡς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαπατήσῃ τις τὸν
1716ὑπηρέτην αὑτοῦ. Καὶ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐξηπάτησαν τὴν Α.
1717Μεγαλειότητα, πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ὁποῖός τις εἶναι τάχα
1718ὁ Τάκης, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὴς ἡ παράστασις τοῦ κ. Ὑπουρ-
1719γοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποφηναμένου περὶ ἐκείνου,
1720ὅτι ὑπῆρχεν ἁγνός τις καὶ μικρόσωμος νεανίας, καὶ ἀπόφοι-
1721τος δὲν ἠξεύρω τίνος Σχολαρχείου τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν
1722ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς γνωστὰς εἰς ἡμᾶς πράξεις
1723τοῦ λῃστάρχου, τότε θέλω παρακαλέσει, Κύριοι, οὐχὶ ὑμᾶς,
1724(δεικνύει τοὺς ἀριστερόθεν καθημένους) ἀλλὰ ὑμᾶς, (δεικνύει
1725τοὺς δεξιόθεν) ἐν συνειδήσει νὰ εἴπητε, ἂν ἔπρεπεν ἀληθῶς
1726νὰ δοθῇ χάρις εἰς τοιοῦτον ἄνθρωπον. Καὶ ἂν δὲν ἔπρεπε,
1727τότε βεβαίως ἐγείρονται πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἀλήθειαι, δι’ ἃς
1728κατηγόρησαν ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ καθ’ ἃς ἐκήρυττον
1729ὑμᾶς, ὡς ἔχοντας συμφέρον ἐκλογικὸν, ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλο,
1730διὰ τὴν συμμορίαν τοῦ Τάκη.
1731Καὶ ποῖα, παρακαλῶ, εἶναι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα; Καὶ
1732φέρετέ μοι, Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν τυγχάνετε δικηγόροι, εἴτε
1733ἐτύχετε Εἰσαγγελεῖς, εἴτε δικασταὶ, ἕνα καὶ μόνον ὅμοιον ἐγ-
1734κληματίαν, διαπράξαντα τοσαῦτα ἀδικήματα, ὅσα διέπρα-
1735ξεν ὁ φίλος καὶ συμπολίτης καὶ προστατευόμενος τοῦ κ.
1736Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ
1737καὶ περὶ ὧν ἐγείρουσι βοὴν μεγίστην καὶ φοβερὰν αἱ δικο-
1738γραφίαι αὗται.
1739Τὸ πρῶτον αὐτοῦ κακούργημα εἶναι ἀληθῶς ἐκεῖνο, ὅπερ
1740ἔλαβε χώραν ἐν τῇ νεαρᾷ, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1741ἡλικίᾳ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας ὑπάρχει ἀμφι-
1742βολία τις, ἂν δὲν ἐφιλοτεχνήθη παρὰ τῶν προστατῶν τοῦ
1743Τάκη. Καὶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου,
1744θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐπισημότατον ἔγγραφον εὐθὺς μετ’ ὀλί-
1745γον. Ποῖον τὸ πρῶτον ἔγκλημά του; Νύκτωρ καὶ ἐν ἀπο-
1746μεμακρυσμένῳ τόπῳ μετ’ ἄλλου ἐκρεούργησε τὸν ποιμένα
1747Χαρδαλλᾶν, καὶ ἐπεχείρησαν νὰ κρεουργήσωσι καὶ τὸν υἱὸν
1748τοῦ Χαρδαλλᾶ, καὶ τὸν ὑπηρέτην αὐτῶν, οὓς βαρέως ἐτραυ-
1749μάτισαν, καὶ τὸ σκότος μόνον ἐδυνήθη νὰ σώσῃ τοὺς ἀτυ-
1750χεῖς ἐκείνους, υἱὸν καὶ ὑπηρέτην, διότι ὁ πατὴρ αὐτοστιγμεὶ
1751ἐξέπνευσεν. Ἐπέπεσαν ὡς ἄγρια θηρία κατὰ τῶν θυμάτων,
1752καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι ἀθῶοι πολῖται ἀμέριμνοι
1753ἐκοιμῶντο, φιλοξενήσαντες, σημειώσετε καλῶς, ἐν τῇ κα-
1754λύβῃ αὐτῶν ἐκ φόβου τοὺς δολοφόνους. Καὶ ἀπέκτειναν τὸν
1755ποιμένα, διὰ τίνων ὀργάνων; Διὰ πελέκεων καὶ πυροβόλων
1756ὅπλων!
1757Ἰδοὺ Κύριοι, τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως (ἀναγι-
1758γνώσκει): «Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύπτουσι
1759τὰ ἑξῆς. Ὅτι τὴν ἑσπέραν τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1875 εἰς
1760τὴν θέσιν Παρασπορίστρια τοῦ χωρίου Σαρδινιάνων, ἔνθα
1761ἔβοσκε τὸ ποίμνιον τοῦ Γεωργίου Χαρδαλλᾶ, ἐμφανισθέντες
1762οἱ κατηγορούμενοι, εἶπον, ὅτι ἔπραξαν φόνον τινὰ καὶ θὰ
1763ὑπάγωσιν εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Ὅτι τούτους ὑπεδέχθησαν οἱ
1764παθόντες καὶ συνήνεσαν νὰ διανυκτερεύσωσιν ἐκεῖ. Ὅτι κοι-
1765μωμένων τῶν παθόντων, διὰ πυροβόλων ὅπλων, ἅπερ ἔφερον,
1766καὶ διὰ γιαταγανίων, τὸν μὲν Γεώργιον Χαρδαλλᾶν ἐφόνευ-
1767σαν, τὸν δὲ Κωνστ. Γ. Χαρδαλλᾶν καὶ Κωνστ. Τσίγκαν
1768κατετραυμάτισαν, σωθέντας διὰ τῆς φυγῆς καὶ τοῦ σκότους.
1769Καὶ ὅτι αἰτία τῶν κακουργημάτων τούτων λέγεται, ὅτι οἱ
1770αὐτουργοὶ ἐχθρεύοντο τὸν Γ. Γαρδαλλᾶν, ὃν ἐνόμιζον αὐ-
1771τουργὸν ἢ συναίτιον προσβολῆς τῆς τιμῆς τῆς συζύγου τοῦ
1772Ἰωάννου Σαλμαγούλα, πατρὸς τοῦ Κωνστ. Σαλμαγούλα».
1773Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ Τάκη, δι’ ἣν
1774κατεδικάσθη ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι Κακουργιοδικῶν, κη-
1775ρυχθεὶς ἔνοχος φόνου ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως, ἔνο-
1776χος φοβερωτάτης δολοφονίας, ἐπιβληθείσης αὐτῷ τῆς ποι-
1777νῆς τοῦ θανάτου. Ἀναγινώσκω μέρος τῆς καταθέσεως τοῦ
1778Κωνσταντίνου Χαρδαλλᾶ κατὰ τὴν προανάκρισιν (ἀναγι-
1779νώσκει:)
1780«Ἐγὼ τὴν νύκτα τῆς 7ης–8ης Δεκεμβρίου 1875 ἤμην
1781εἰς τὴν καλύβην τοῦ ποιμνιοστασίου μετὰ τοῦ πατρός μου
1782Γεωργίου Χαρδαλλᾶ, καὶ τοῦ Κώστα Τσίγκα· ἐκεῖ εἰσῆλθον
1783περὶ τὰ σουρουπώματα, ἤτοι μόλις ἐνύκτωσεν, οἱ Ἀλέξιος
1784Τάκης καὶ Κώστας Σαλμαγούλας, οἵτινες εἶπον εἰς τὸν πα-
1785τέρα μου, παρόντος ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Τσίγκα, ὅτι, ἐπειδὴ
1786διέπραξαν φόνον τινὰ, θὰ μεταβοῦν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κρά-
1787τος, καὶ ὅτι διῆλθον νὰ διανυκτερεύσουν εἰς τὴν καλύβην
1788μας, καὶ τὴν πρωΐαν νὰ ἀναχωρήσουν, ὅπου καὶ ἔμειναν,
1789καὶ ἐν ᾧ ἐκοιμώμην, αἴφνης ἠγέρθην ἔντρομος, ἕνεκα πυρο-
1790βόλου ὅπλου, ὅπερ ἐκπυρσοκρότησε, καὶ εἶδον τοὺς ἐν λόγῳ
1791δύο φονεῖς, κρατοῦντας εἰς χεῖρας τουφέκια καὶ μαχαίρας
1792(γιαταγάνια), ὅτε ἀμέσως ἐπιτεθέντες κατ’ ἐμοῦ, μὲ ἐκτύ-
1793πησαν διὰ τῶν γιαταγανίων εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα, ὅστις
1794ἐθλάσθη, ὡς βλέπετε, καὶ εἰς τὴν κεφαλήν μου, ἣν ἐπίσης
1795βλέπετε, ὅτι φέρει τρία τραύματα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἤρχισαν
1796νὰ θεραπεύωνται, ἕνεκα τῆς καλῆς ἰατρικῆς περιποιήσεως.
1797Συγχρόνως τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου, καίτοι σκοτισμένος,
1798ἤκουσα φωνὴν τοῦ πατρός μου, λέγουσαν: «φύγε, παιδί μου,
1799διότι καὶ σὲ θὰ φονεύσουν οἱ κακοῦργοι», καὶ ἐγερθεὶς, ἐν μέσῳ
1800αὐτῶν, ἐτράπην εἰς φυγὴν, καὶ ἐσώθην, διότι οὗτοι, ἕνεκα
1801τῶν τραυμάτων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπήνεγκον, δὲν μὲ κατεδίω-
1802ξαν πλέον, νομίζοντες, ὅτι ἐξετελέσθη καὶ κατ’ ἐμοῦ ὁ θα-
1803νατηφόρος σκοπός των. Μετ’ ὀλίγον ἐπανελθὼν εἰς τὴν παρα-
1804κειμένην θέσιν, εὗρον ἐκεῖ τὸν Κώσταν Τσίγκαν τετραυμα-
1805τισμένον καὶ ἡμιθανῆ, ὡς καὶ ἐγὼ κατόπιν περιῆλθον εἰς
1806τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἐκεῖθεν μᾶς παρέλαβον καὶ διὰ
1807κλίνης μᾶς μετέφερον ἐνταῦθα, ὅπου ἔκτοτε μένομεν».
1808Ἄλλη κατάθεσις τοῦ Κώστα Τσίγκα, τοῦ ὑπηρέτου, τοῦ
1809ἐπίσης τραυματισθέντος... Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἀνα-
1810γνώσω αὐτὴν, διότι ἀφηγεῖται τὴν σκηνὴν μὲ τὰς αὐτὰς
1811φρικτὰς λεπτομερείας...
1812§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς εἶχεν ἀφορμὰς κατὰ τοῦ
1813παθόντος; ὁ Τάκης ἢ ὁ ἄλλος;
1814§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἄλλος.
1815§61ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶχεν εἰδικότητα, βλέπετε, δι’ αὐτὸ προσ-
1816ελήφθη.
1817§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἣν δὲν
1818ἀναγινώσκω, χάριν συντομίας, ἀλλ’ ἐν ᾗ διὰ μελανῶν χρω-
1819μάτων ὁ ἐνωμοτάρχης ζωγραφίζει τὸ ἀποτρόπαιον καὶ φο-
1820βερὸν τῆς πράξεως, ἧς ἔλαβε γνῶσιν.
1821§63ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ὁ
1822κατηγορούμενος. Μήπως ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμω-
1823ρηθῇ βαρύτερον ἀκόμη; Ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ παρέλθῃ ἡ ὥρα.
1824§64ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ παρέλθῃ ἡ ὥρα, λέγετε, ἀφοῦ νομίζω,
1825ὅτι ἠκούσατε, ὅτι παραλείπω τὴν ἀνάγνωσιν τοσούτων σπου-
1826δαίων ἐγγράφων!
1827Λοιπὸν δὲν ἀναγινώσκω καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου.
1828Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, καὶ δύο ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις, περι-
1829γραφούσας τὸν ἄγριον τρόπον, καθ’ ὃν ὁ ἀτυχὴς Χαρδαλιᾶς
1830κατεκερματίσθη ὑπὸ τοῦ ἀποφοίτου αὐτοῦ τῆς θεολογικῆς
1831σχολῆς, ὡς παρίστα ἡμῖν τὸν Τάκην κατὰ τὴν πρώτην συνε-
1832δρίασιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὰς ἐκθέσεις ταύ-
1833τας δὲν ἀναγινώσκω, ἐπίσης χάριν συντομίας.
1834Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ Τάκη, ἣν εἶναι περιτ-
1835τὸν ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, ἀφοῦ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων
1836κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἧς λεπτομερείας τινὰς
1837ἠθέλησα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδητε, ὅτι μικρὰ ἦτο,
1838οὕτως εἰπεῖν, δι’ αὐτὸν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου.
1839Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1840καιοσύνης, καθ’ ἣν ὡμίλει περὶ μιᾶς καὶ μεμονωμένης πρά-
1841ξεως, γενομένης ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ, καὶ μεθ’ ἣν, ὡς ἔλεγεν, ἐπὶ
1842πολλὰ ἔτη ἔμενεν ἤρεμος καὶ μετανοῶν ὁ Ἀλέξιος Τάκης.
1843Καὶ τί ἀποδεικνύεται, Κύριοι; Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1844καιοσύνης δὲν ἐβεβαίου τὰ ἀκριβῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1845του, καίτοι διετέλει ἐν γνώσει αὐτῶν. Ἡ πρᾶξις, ἣν ἠκού-
1846σατε, ἔλαβε χώραν τῇ 7 Φεβρουαρίου 1875, καὶ παρακαλῶ
1847σημειώσατε καλῶς τὴν χρονολογίαν ταύτην. Ἑβδόμῃ Φε-
1848βρουαρίου 1875, ὅτε λέγει, ὅτι εἶχε τὴν ἡλικίαν μόλις 14
1849ἐτῶν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἔχομεν αὐτὸν, ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος μόλις,
1850ἀποδεικνυόμενον δι’ ἑτέρας ἐγκληματικῆς δικογραφίας ἐνερ-
1851γήσαντα ἐπίσης φοβερωτάτην πρᾶξιν, ἀπόπειραν φόνου, καὶ
1852ὑπὸ περιστάσεις ἐπιβαρυντικωτάτας. Ἰδοὺ τὰ πρακτικὰ τοῦ
1853Κακουργιοδικείου. Κατηγορεῖται ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐπὶ ἀπο-
1854πείρᾳ φόνου, γενομένῃ τῇ 23 Φεβρουαρίου 1876!...
1855§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐγκλητήριον τὸ ἔχετε;
1856§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως τὸ ἔχω. Ὅλα τὰ ἔχω, καὶ ὅλα θέλω
1857τὰ ἀναγνώσει, διότι νομίζω, ὅτι δὲν καταναλίσκω χρόνον
1858ματαίως.
1859Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην κατεδικάσθη τῇ 11 Νοεμβρίου
1860ἐ.ἔ., δηλ. πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν, ἐνώπιον τῶν ἐν Ζα-
1861κύνθῳ Συνέδρων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῆς πρά-
1862ξεως ταύτης ἐν προγενεστέρᾳ συνεδριάσει, ἔλεγε τῇ 28 Νο-
1863εμβρίου ἐ. ἔ., ὅτι διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ Τάκης κατεδι-
1864κάσθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως εἰς δέκα ἐτῶν καὶ μιᾶς ἡμέ-
1865ρας φυλάκισιν! Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1866σύνης δὲν γνωρίζει τὰς διακρίσεις μεταξὺ φυλακίσεως καὶ
1867προσκαίρων δεσμῶν, διότι εὐθὺς, ὡς κατεδικάσθη εἰς δέκα
1868ἔτη καὶ μίαν ἡμέραν, κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Βε-
1869βαίως δὲν ἦτο ἡ λέξις φυλάκισις ἐκείνη, ἣν ἔπρεπε νὰ μεταχει-
1870ρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ εἶπε καὶ ταύτην
1871ἐντέχνως, ἵνα ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ πράγματος.
1872Εἶπον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν πρώτην,
1873τὴν πρὸ ἔτους ἀπὸ τότε γενομένην, καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο
1874δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Διατὶ ἁμιλλᾶται; Διότι εἰς τὴν
1875πρώτην πρᾶξιν ἐδύνατο τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγένετο
1876ἔνοχος τοῦ φόνου, θέλων νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν φιλοτιμίαν φί-
1877λου, ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐγένετο ἔνοχος ἀποπείρας δο-
1878λοφονίας, μισθωθεὶς ἐπὶ χρήμασιν! (ἀναγινώσκει): «Ὁ ῥη-
1879θεὶς Ἀλέξιος Μαχᾶς....», καὶ πρώτην ταύτην φορὰν φαίνε-
1880ται, ὅτι οὗτος ὁ Μαχᾶς εἶναι ὁ Ἀλέξιος Τάκης· διότι θέλετε
1881μάθει, ὅτι ὅσα ἐγκλήματα ἔπραξε, τόσα περίπου ἐπίθετα
1882ἤλλαξεν. Εἶναι ὁ πρώτιστος κανὼν τῶν ἀνθρώπων τῆς ποιό-
1883τητος τῆς ἐγκληματικῆς τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, νὰ λαμβάνωσι
1884τόσα ἐπίθετα, ὅσα μελετῶσι νὰ διαπράξωσιν ἐγκλήματα.
1885Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως, οὗτινος
1886δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ὑπογραφήν.
1887§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδω (βλέπει τὸ
1888χειρόγραφον). Εἶναι ἡ ὑπογραφή μου.
1889§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Χαίρω.—Ἀναγινώσκω τὸ ἐγκλητήριον:
1890«Ὅτι ἀνέκαθεν ἕνεκεν ἁμίλλης τοῦ ἐμπορίου, ὅ τε ὁ παθὼν
1891»Κ. Κέντρος καὶ ὁ κατηγορούμενος Νικόλ. Δρίβας διέκειντο
1892»εἰς ἐχθρικὰς σχέσεις, ἃς οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ περιστεί-
1893»λωσι, καίτοι πολλαὶ πρὸς τοῦτο κατεβλήθησαν προσπά-
1894»θειαι ἐκ μέρους συγγενῶν καὶ φίλων. Ἰδίως δὲ ἡ ἔχθρα
1895»αὕτη ἐσχάτως εἶχεν ἐπιταθῆ ἕνεκα λαθρεμπορίου τινὸς,
1896»διαπραχθέντος ὑπὸ τῆς οἰκογενείας Δρίβα καὶ καταγγελ-
1897»θέντος, ἡ δὲ οἰκογένεια Δρίβα ἀπέδιδε τὴν καταγγελίαν τῆς
1898»πράξεως εἰς τὸν παθόντα Κ. Κέντρον. Ὅτι ἡμέρας τινὰς
1899»πρὸ τῆς πράξεως παρετηρήθη ἐνδιαιτώμενος καὶ εἰς στενὰς
1900»σχέσεις μετ’ αὐτῆς εὑρισκόμενος ὁ ἕτερος κατηγορούμενος
1901»Ἀλέξιος Μαχᾶς, οὗτινος τὴν ἐπωνυμίαν ὁ κατηγορούμε-
1902»νος Δρίβας ὑπέκρυπτε πάντοτε εἰς τοὺς κατοίκους, ἀπο-
1903»καλῶν αὐτὸν διὰ τοῦ ψευδωνύμου Δ. Φρεμεντίνου, πολλά-
1904»κις δὲ εὑρεθεὶς μετ’ αὐτοῦ καὶ σπανίως διαχωριζόμενος,
1905»ἐξέφρασεν ἀπειλητικὰς κατὰ τῆς οἰκογενείας Κέντρου φρά-
1906»σεις. Ὅτι κατὰ τὴν 11ην Φεβρουαρίου 1876 ὁ ῥηθεὶς
1907»Ἀλέξιος Μαχᾶς ἐθεάθη περιφερόμενος καὶ ἀποκρυπτόμενος
1908»εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας Κέντρου, κατὰ δὲ τὴν 23 Φε-
1909»βρουαρίου ἰδίου ἔτους, ἤτοι τὴν ἡμέραν τῆς πράξεως περὶ
1910»τὴν δείλην, ἐθεάθη συνδιαλεγόμενος εἰς τὸν ἐξώστην τῆς
1911»οἰκίας τοῦ Ν. Δρίβα μετ’ αὐτοῦ, μεθ’ οὗ πρὸς τὸ ἑσπέρας
1912»ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ διεχωρίσθησαν. Ὅτι μετὰ τὸ
1913»περιστατικὸν τοῦτο περὶ τὴν ὥραν 7½ τῆς ἑσπέρας, ἐνῷ
1914»ὁ Κωνστ. Κέντρος περιεπάτει εἰς τὴν παραλίαν Βονίτσης,
1915»ἄγνωστος, ὑποκρυπτόμενος εἰς τὸ σκότος, ἐξεπυρσοκρότησε
1916»κατ’ αὐτοῦ εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων βημάτων πιστόλιον
1917»πλῆρες πυρίτιδος καὶ σφαιρῶν, πληγώσας αὐτὸν εἰς τὴν
1918»ἀριστερὰν χεῖρα, ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰς τὸ φῶς τῆς ἐκπυρσο-
1919»κροτήσεως ἠδυνήθη ὁ παθὼν νὰ διακρίνῃ τὰ χαρακτηρι-
1920»στικὰ τοῦ δολοφόνου, ὃν καὶ ἄλλοι πρὸ τῆς πράξεως εἶχον
1921»ἰδεῖ περιφερόμενον πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὅτι εὐθὺς μετὰ
1922»τὴν πρᾶξιν γενικὴ ἐσχηματίσθη πεποίθησις ἐν Βονίτσῃ,
1923»ὅτι αὐτουργοὶ αὐτῆς ἦσαν ὁ Νικόλαος Κ. Δρίβας μετὰ
1924»τοῦ ἑτέρου Ἀλεξ. Μαχᾶ, ὅστις ἀναχωρήσας εὐθὺς ἐκ Βο-
1925»νίτσης, συνελήφθη ἐν Πρεβέζῃ ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν,
1926»ἔνθα μεταβάντες πολλοὶ ἐκ τῶν μαρτύρων, οὐ μόνον ἀνε-
1927»γνώρισαν αὐτὸν ὡς αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἄγνωστον τῶν ἀνω-
1928»τέρω ἐκτεθέντων περιστατικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγη-
1929»σεν εἰς τοὺς πλείστους, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ αὐτουργὸς τῆς κατὰ
1930»τοῦ Κέντρου ἀποπείρας δολοφονίας, παρακινηθεὶς πρὸς τοῦτο
1931»ὑπὸ τοῦ Νικολάου Δρίβα, ἐπὶ ὑποσχέσει ἀμοιβῆς»!
1932Εἶναι τώρα, Κύριοι, ἀληθῆ ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1933Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερεν, ὅτι δῆθεν ὁ
1934Τάκης μετὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν τοῦ φόνου τοῦ ποιμένος Χαρ-
1935δαλιᾶ καὶ τῆς ἀποπείρας φόνου ἀμφοτέρων τῶν σὺν αὐτῷ,
1936γενομένην τῇ 7 Φεβρουαρίου 1875, διῆγε τὸν ἤρεμον καὶ
1937μοναστικὸν καὶ σώφρονα ἐκεῖνον βίον, δι’ ὃν, ἂν ἦτο ἀληθὲς,
1938καὶ ἐγὼ ἤθελον εἶσθαι ἐπιεικὴς ὑπὲρ τοῦ τέρατος τούτου;
1939Ἰδοὺ, ὅτι μετὰ ἓν ἀκριβῶς ἔτος τῇ 23 Φεβρουαρίου 1876,
1940ἔχομεν αὐτὸν ἀποπειρώμενον νὰ δολοφονήσῃ ἀθῶον πολίτην
1941ἐπὶ χρήμασιν!
1942Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐξ ἐπισήμων ἐγ-
1943γράφων γεννῶνται ἀμφιβολίαι, ἢ μᾶλλον τεκμαίρονται πεποι-
1944θήσεις, ὅτι οἱ περὶ τὸν Ἀλέξιον Τάκην ἐφιλοτέχνησαν τὸ
1945νεαρὸν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ. Διατί; Διότι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 329
1946τοῦ 1876 τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδι-
1947κῶν βούλευμα ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης λέγει (ἀναγινώσκει):
1948«Ὁ πυροβολήσας... ἔχων τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ, ἀνά-
1949»στημα κοντὸν, μελαγχρινὸς, ἔχων μικρὸν μυστάκι.» Καὶ δὲν
1950ἠξεύρω, ἂν ἦναι ἐνταῦθα ὁ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Κοζάκης
1951Τυπάλδος, ὅστις ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς χθὲς, ὅτι ἔχει πολλὰς γνώ-
1952σεις φυσιολογικὰς, (ἀκούω μάλιστα, ὅτι φοιτᾷ εἰς τὸ Πανε-
1953πιστήμιον εἰς τὸ μάθημα τοῦτο,) ἵνα βεβαιώσῃ, καὶ ὅτι ὁ ἄν-
1954θρωπος, περὶ οὗ τὰ βουλεύματα δέχονται, ὅτι εἶχε μύστακα
1955μικρὸν, εἶναι τῆς νεαρᾶς ἡλικίας τῶν 14 ἢ 15 ἐτῶν, ἂν
1956ἔμπειρος διαχειριστὴς τοῦ χαντζαρίου καὶ τῶν πυροβόλων
1957ὤν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐμπειρότερος δικηγόρος, ἵνα κατα-
1958βιβάσῃ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ νὰ χρησι-
1959μεύσῃ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα σήμερον, μετὰ δέκα ἔτη, εἰς τὸν
1960Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης....
1961§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐγκλητήρια ποίαν ἡλικίαν
1962τοῦ ἀποδίδουν;
1963§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Δυστυχῶς τὰ ἐγκλητήρια δὲν ὁμιλοῦσι περὶ
1964τῆς ἡλικίας, διότι ἦτο φυγόδικος τότε.— Ἦτο λοιπὸν ἡ πρᾶ-
1965ξις αὕτη καθαρὰ ἀπόπειρα δολοφονίας καὶ κατὰ τὸ ἐγκλη-
1966τήριον καὶ κατὰ τὰ βουλεύματα. Καὶ ἐπὶ τίνι ἐλατηρίῳ;
1967Ἐῤῥήθη, ἐπὶ τῷ ἐλατηρίῳ, τῷ εὐτελεστάτῳ, τῆς χρηματι-
1968κῆς ἀμοιβῆς, ἄνευ ἰδίου τοὐλάχιστον ἠθικοῦ συμφέροντος, ἢ
1969ἄνευ συμφέροντος, ἔστω ἠθικοῦ, τρίτου, ὅπως ἰσχυρίζονται,
1970ὅτε ἐγένετο ἔνοχος τῆς πρώτης πράξεως.
1971Καὶ ἤδη, Κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλην ἐγκληματικὴν
1972πρᾶξιν, ἐπίσης φοβερὰν, ἂν μὴ καὶ φοβερωτέραν ταύτης, ἐξ
1973ἧς καὶ μόνης ἠδύνατο νὰ ἀποδειχθῇ τὸ προσωπικὸν συμφέ-
1974ρον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ
1975καὶ τῶν φίλων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Καὶ διὰ τοῦτο θέλω προβῆ,
1976ἀναλύων ὅσας λεπτομερείας ἠδυνάμην νὰ ἔχω, διότι δυστυ-
1977χῶς δὲν κατωρθώθη, ἀδικαιολογήτως, νὰ κομισθῇ ἐνταῦθα
1978ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκκρεμὴς δικογραφία, αἰτή-
1979σαντος τοῦ καταδίκου ἀναίρεσιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι συντο-
1980μώτερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλύσω τοιαύτας πράξεις.
1981Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑτέρας λῃστρικῆς πράξεως αὐτοῦ τού-
1982του τοῦ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τῶν ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν
1983αὐτοῦ· διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει κατόπιν, οἱ Τάκηδες
1984ἦσαν πολυάριθμοι, καὶ πανταχοῦ, ἔνθα ἐγκλημάτησαν, ἐνήρ-
1985γουν ἐν οἰκογενειακῷ, οὕτως εἰπεῖν, συνδυασμῷ.
1986Ἔχω, Κύριοι, ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τοῦ Κακουρ-
1987γιοδικείου Τρικκάλων, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν σύντονον προσο-
1988χὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τούτων (ἀνα-
1989γινώσκει):
1990«Κατηγορούμενοι Ἀνδρέας Τάκης, Γρηγόριος Τάκης πα-
1991»ρόντες, Εὐάγγελος Τάκης, Ἀλέξιος Τάκης, ἀπόντες. Λῃ-
1992»στεία. Πρακτικὰ τῆς 16 Ἰουνίου 1888. Κατάθεσις Ἀνα-
1993»στασίου Καναβοῦ, κατοίκου Μπουκουβίτσας: Ἐνεδρεύοντες
1994»οἱ Βαγγέλης καὶ Ἀλέξιος Τάκης καὶ ὁ Γυφτάκης εἰς θέσιν
1995»Κατοῦνι Μπουκουβίτσης, μὲ συνέλαβον τῇ 20 Σεπτεμβρίου
1996»1880. Δέσαντές με, μετέφερον εἰς κονάκια Ἀνδρέα καὶ
1997»Γρηγορίου Τάκη! Μοῦ ἔδεσαν μάτια καὶ αὐτιά, μὲ ἔῤῥι-
1998»ψαν χαμαί, μὲ ἐβασάνιζον, καλύπτοντές με διὰ κλάδων καὶ
1999»καθήμενοι ἐπ’ ἐμοῦ. Ταῦτα, ἵνα πληρώσω λύτρα. (Ἐνταῦθα
2000»ὁ μάρτυς ἐσήκωσε τὰ μανίκια τοῦ ὑποκαμίσου του, καὶ
2001»ἀντελήφθη τὸ Δικαστήριον ἴχνη πληγῶν). Ἀπὸ τὰ βασανι-
2002»στήρια ὀλίγον ἔλειψε νὰ πληρώσω τὸ κοινὸν χρέος. Πετσὶ καὶ
2003»κόκκαλα εἶχον μείνει. Ὁ πατήρ μου, ἀπελπισθείς, ἐπλήρω-
2004»σεν 130 λίρας. Τεσσαράκοντα ἡμέρας μὲ εἶχον δεμένον χέ-
2005»ρια καὶ ποδάρια. Μοὶ ἔδιδον κοντακιαῖς! (Ἐνταῦθα διακό-
2006»πτεται ἡ συνεδρίασις, διότι ὁ παθὼν κατελήφθη ὑπὸ λει-
2007»ποθυμίας).»
2008Λοιπόν: «Ἐνεδρεύοντες οἱ Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης
2009κλπ.» Αὐτὰ λέγουσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Κακουργιοδικείου
2010Τρικκάλων. Καὶ ἐν ᾧ, ὡς ἠκούσατε, κατατίθησιν ὁ παθὼν
2011ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διότι
2012κατελήφθη ὑπὸ λειποθυμίας. Ἐν ᾧ ἡ πρᾶξις εἶχε διαπραχθῆ
2013πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὁ παθών, ἀναπολῶν ὅσα φρικώδη μαρ-
2014τύρια ὑπέστη, λειποθυμεῖ. Ἰδού, Κύριοι ἄλλη πρᾶξις τοῦ
2015κακούργου τούτου, εἰς ὃν δὲν ἀπηξίωσεν ὁ κ. Ὑπουργός,
2016εἴτε διότι ἦτο συμπολίτης αὐτοῦ, εἴτε δι’ οἵους δήποτε ἄλλους
2017λόγους, νὰ ἀπονείμῃ χάριν, περὶ ἧς λεπτομερῶς μετ’ ὀλίγον
2018θέλω ποιήσει λόγον.
2019Ἀλλά, Κύριοι, ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ δὲν ἔδιδε λόγον ὁ
2020Ἀλέξιος Τάκης ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν,
2021διότι ἐφυγοδίκει. Ἔδιδε λόγον μόνον ὁ Ἀνδρέας Τάκης.
2022Καὶ ἐνταῦθα γεννᾶται ἑτέρα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐγκλη-
2023ματικὴ πρᾶξις, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς θέλω ὁμιλή-
2024σει, ἵνα πιστοποιηθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ χθὲς ἔλεγον, ὅτι ἓν ἔγκλημα
2025προσπαθεῖτε νὰ εὕρητε τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
2026πεντήκοντα ἄλλα ὡς κεράσια διὰ τοῦ πρώτου ἐγκλήματος
2027περιπλέκονται πρὸς ἄλληλα. Ἐμφανίζεται, Κύριοι, μάρτυς
2028ὑπερασπίσεως ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν, τίς
2029νομίζετε; Οἰκονομικὸς Ἔφορος τοῦ Κράτους! Καὶ τί λέγει;
2030Ὅτι συκοφαντίαι εἶναι πάντα τὰ περὶ τοῦ Ἀνδρέου Τάκη
2031κατατιθέμενα. Καὶ κατωρθώθη νὰ καταδικασθῇ ὡς ληστα-
2032ποδόχος μόνον ὁ Ἀνδρέας Τάκης. Ὡς δὲ μοὶ λέγουσιν, ἀλλ’
2033ἐγὼ δὲν δύναμαι ἐξ ἰδίας γνώμης νὰ βεβαιώσω τοῦτο, ὁ Οἰ-
2034κονομικὸς οὗτος Ἔφορος τυγχάνει ἀπώτερος συγγενὴς τοῦ κ.
2035ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Εἶναι ὁ Ἀθανάσιος Γιαννό-
2036πουλος, ὅστις ἔχει καὶ ἄλλο τι ἐπώνυμον, ὅπερ ὅμως δὲν ἐνθυ-
2037μοῦμαι. Οὗτος τυγχάνει στενὸς συγγενὴς τοῦ δημάρχου Γρανί-
2038τσα, συγγενοῦς ἐπίσης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ περὶ οὗ θέλω
2039φέρει κατόπιν τὸν λόγον, διότι καὶ οὗτος εἶχε καταδιωχθῆ
2040ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν.
2041Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἥτις
2042ἀναφαίνεται καὶ ἀναπηδᾷ, δυσειδής, οὕτως εἰπεῖν, καὶ
2043ἀπελπίζουσα περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐκ τῆς δικογραφίας ταύ-
2044της. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη, περὶ ἧς ποιοῦμαι λόγον. Ὁ
2045Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Λαμίας ἐπὶ τοῦ κ. Τρι-
2046κούπη κατὰ τὸ 1884 πρὸς τὸ 1885 ἔτος, ὁ κ. Μεσθενεύς,
2047πιστεύω νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔχει κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει
2048λῃστρικῆς συμμορίας καὶ ὡς λαβὼν δῶρον πρὸς τοῦτο τρια-
2049κοσίας πεντήκοντα λίρας. Ἡ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τού-
2050του καταγγελία δὲν ἐγένετο παρ’ ἁπλοῦ τινος πολίτου,
2051ἀλλ’ ἠξεύρετε παρὰ τίνος; Παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Δ. Λυμ-
2052περοπούλου. Ὁ παρ’ Ἐφέταις τότε ἐν Ἀθήναις Εἰσαγγε-
2053λεὺς κ. Μπέσσης, ἐνεργήσας προανάκρισιν, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν
2054περὶ τούτου, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντι-
2055πολιτεύσεως ὁ κ. Μεσθενεὺς ἀπελύθη τῆς θέσεως αὐτοῦ...
2056§71ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν, κύριε Ῥου-
2057λευτά. Συκοφαντεῖτε τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος μάλι-
2058στα παρέδωκε τὸν λῃστὴν τοῦτον.
2059§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖον; Ἐγὼ δὲν συκοφαντῶ. Ἀκούσατε τί
2060λέγω. Ὁ ἀνακριτὴς κ. Δ. Λυμπερόπουλος κατήγγειλε τὸν
2061Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐπὶ
2062δωροληψίᾳ καὶ λῃσταποδοχῇ, ἤτοι, ὅτι, Εἰσαγγελεὺς ὤν,
2063ἐδέχθη καὶ ἔκρυψεν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ λῃστάς, καὶ ἔλαβε
2064παρ’ αὐτῶν τὰς λίρας ἐκείνας. Ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ
2065ὁ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπένσης
2066ἐνήργησε προανάκρισιν, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514 τῆς 15
2067Μαρτίου 1885 ἔτους ἐγγράφου αὐτοῦ ἀπέστειλε τὴν σχη-
2068ματισθεῖσαν δικογραφίαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν,
2069πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακρίσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ
2070ἔλθῃ ἐδῶ ἡ δικογραφία αὐτή, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐγὼ ἔχω κα-
2071κὰς πληροφορίας. Τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐπὶ τῇ βάσει
2072τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Μπένση, ἀπέλυσε τὸν ῥηθέντα Εἰσαγ-
2073γελέα, ὅστις ὅμως, καίπερ οὑτωσεὶ κατηγορηθείς, ἀγνοῶ
2074πῶς, διωρίσθη πάλιν ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
2075νης, καὶ παρέστη ἐν Τρικκάλοις κατὰ τὴν δίκην τοῦ λῃ-
2076στάρχου Εὐαγγέλη Τάκη καὶ τοῦ Ἀνδρέου Τάκη, Γεωρ-
2077γίου Τάκη καὶ Ἀλεξίου Τάκη....
2078§73ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐγένετο κατηγορία κατὰ τοῦ εἰσαγ-
2079γελέως Μεσθενέως.
2080§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλὲ δά! 1514 ἔγγραφον Μπένση νὰ ἔλθῃ,
2081καὶ τότε ἐνθυμηθῆτε νὰ συζητήσωμεν.
2082§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατηγορία κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως Με-
2083σθενέως δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ δύσκολον πρᾶγμα
2084νὰ ὑπάρξῃ μία κατηγορία.
2085§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐλησμονήσατε μέχρι τοῦδε
2086τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ Ἀλεξίου Τάκη
2087καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, διότι ἠκούσατε τὸν φόνον τοῦ
2088Χαρδαλιᾶ, καὶ τὴν ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ υἱοῦ καὶ
2089τοῦ ὑπηρέτου αὐτῶν, καὶ τὴν ἀπόπειραν φόνου κατὰ τοῦ
2090Κέντρου, τὴν λῃστείαν, δι’ ἣν δικάζεται ἐν Τρικκάλοις, καὶ
2091ἧς τὴν δικογραφίαν δὲν κατωρθώσαμεν εἰσέτι νὰ ἔχωμεν
2092ἐνταῦθα. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ἄλλη αἴφνης πρᾶξις’ ἕνωσις, λῃ-
2093στεία, ἁρπαγή, παράνομος κατακράτησις καὶ ἐκβίασις, γε-
2094νόμεναι τῇ 1 Δεκεμβρίου 1888 ἔτους παρ’ αὐτοῦ τούτου,
2095παρ’ αὐτῆς τῆς συμπαθοῦς ὑπάρξεως, ὡς ὠνόμαζεν ἐν ἀρχῇ
2096τὸν Τάκην ὁ ὑπουργικὸς τύπος. Ἰδού, Κύριοι, τὰ πρακτικὰ
2097τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων τῆς 4 Δεκεμ-
2098βρίου τοῦ 1887 ἔτους, ὅτε κατεδικάσθη ὁ Ἀλέξιος Τάκης
2099εἰς πρόσκαιρα εἴκοσιν ἐτῶν δεσμά.
2100Ἀλλ’ ἀκούσατε παρακαλῶ καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑπο-
2101θέσεως τὸ ἐγκλητήριον (ἀναγινώσκει):
2102«Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς
2103περιστατικά. Ὅτι κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου 1880, ἐν ᾧ ὁ
2104Βασίλειος Ἰω. Τσούνης ἐφύλαττε τὸ ποίμνιόν του ἐν θέσει
2105Βελανιδιᾷ τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου του Σουμεροῦ, ἦλθον
2106ἐκεῖ, δύο ὥρας μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, πέντε λῃσταὶ
2107ἔνοπλοι, οἵτινες ἐπέπεσον κατ’ αὐτοῦ βιαίως, καὶ ἄνευ δι-
2108καιώματος συλλαβόντες αὐτὸν τὸν ἔδεσαν, τοῦ ἔσφαξαν μίαν
2109προβατίναν, ἀκολούθως δὲ τὸν ἀπήγαγον ἄκοντα, ὡς καὶ
2110τοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους Γεώργιον Τσούνην καὶ Γεώργιον
2111Σπ. Κοντοχρῆστον, καὶ τοὺς μετήγαγον εἰς θέσιν Γλήνα,
2112μίαν ὡς ἔγγιστα ὥραν ἀπέχουσαν τῆς θέσεως Βελανιδιὰ,
2113αἰτοῦντες παρὰ τοῦ ἁρπαγέντος Βασιλείου Τσούνη ὡς λύ-
2114τρα πρὸς ἀπελευθέρωσίν του 300 λίρας ὀθωμανικάς! Ὅτι
2115μετὰ τοῦτο ἀπέλυσαν τοὺς Γεώργιον Τσούνην καὶ Γεώρ-
2116γιον Κοντοχρῆστον, μεταβάντας πρὸς τοὺς συγγενεῖς τοῦ
2117Βασιλείου Τσούνη καὶ ἀνενεγκόντας αὐτοῖς τὴν αἰχμαλω-
2118σίαν των καὶ τὰ παρὰ τῶν λῃστῶν αἰτούμενα λύτρα πρὸς
2119ἀπελευθέρωσίν του. Ὅτι οἱ λῃσταὶ οὗτοι μετὰ τὴν ἀπόλυ-
2120σιν τῶν Γεωργίου Τσούνη καὶ Γεωργίου Κοντοχρήστου,
2121ἀπήγαγον τὸν ἁρπαγέντα Βασίλειον Τσούνην, ἄκοντα, εἰς τὰ
2122χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τῶν Ἀγράφων, ἔνθα, ἀφαι-
2123ρέσαντες αὐτὸν τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κατε-
2124κράτησαν παρανόμως, στερήσαντες τῆς χρήσεως τῆς προσω-
2125πικῆς του ἐλευθερίας, ἐπὶ 18 ἡμέρας, καθ’ ἃς μεταχειρισθέν-
2126τες κατ’ αὐτοῦ βιαιοπραγίας καὶ ἀπειλὰς, ἐπὶ σκοπῷ νὰ
2127περιποιήσωσιν εἰς ἑαυτοὺς παράνομον ὄφελος, ἐξεβίασαν τοὺς
2128συγγενεῖς αὐτοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε ὁ ἀδελφός του Ἀθανά-
2129σιος Τσούνης, μετὰ προηγουμένην συμφωνίαν τῶν λῃστῶν,
2130ἔδωκε πρὸς τοὺς Κολλὸν Σπαῆν, Βασίλειον Χρυσαφογεῶργον
2131καὶ Τσέλιον Κοσιφάκην (ἤδη ἀποβιώσαντα) 30 λίρας ὀθω-
2132μανικὰς, ἃς μετέφερον εἰς τὸ ἐν τῇ θέσει Ῥόγκια τῆς περι-
2133φερείας τοῦ χωρίου Βραγγιανὰ τοῦ δήμου Ἀργιθέας δάσος
2134καὶ παρέδωκαν αὐτὰς εἰς χεῖρας τοῦ Εὐαγγέλου Τάκη, ὡς
2135ἀρχηγοῦ τῆς συμμορίας, οὕτω δὲ οἱ λῃσταὶ ἀπέλυσαν τὸν
2136ἁρπαγέντα. Ὅτι μεταξὺ τῶν πέντε λῃστῶν, τῶν διαπρα-
2137ξάντων τὴν ὡς εἴρηται λῃστείαν, ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἦτο καὶ
2138ὁ κατηγορούμενος Ἀλέξιος Τάκης».
2139Τὸ ἠκούσατε; «Τριακοσίας ὀθωμανικὰς λίρας!» ἐζή-
2140τουν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ἐγκλητήριον τῆς ἐν λόγῳ πρά-
2141ξεως. Καὶ ἵνα ἴδητε, ὅτι τὸ ἐγκλητήριον εἶναι ἐπιεικὲς,
2142παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν μίαν ἢ δύο μαρτυρίας, ἵνα
2143ἔχητε εἰκόνα ἀκριβῆ ὅλου αὐτοῦ τοῦ πανοράματος, εἰς ὃ ἡ
2144Κυβέρνησις ἠνάγκασε νὰ καταναλώσῃ τὸν χρόνον αὐτῆς ἡ
2145πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ, Κύριοι,
2146τί λέγει ὁ Βασίλειος Χρυσαφογεώργης ἐνώπιον τῆς ἀνακρι-
2147τικῆς ἀρχῆς, παρ’ ᾗ κατέθηκε τὰ πράγματα, βεβαίως ἐν
2148πάσῃ ἀμεροληψίᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ (ἀναγινώσκει):
2149«Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1880 ἔτους ὁ ἀδελφὸς τοῦ
2150»Βασιλείου Τσούνη, Ἀθανάσιος Τσούνης, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐν
2151»Ζελενίτσῃ κατοικίαν μου, μοὶ εἶπεν, ὅτι λῃσταὶ ᾐχμα-
2152»λώτισαν τὸν ἀδελφόν του Βασίλειον Τσούνην, καὶ μὲ
2153»παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ καὶ ἐρευνήσω πρὸς ἀνεύρεσίν του.
2154»Ἀμέσως ἐρευνήσας, ἀνεκάλυψα, ὅτι τὸν εἶχον αἰχμάλωτον
2155»λῃσταὶ εἰς ἓν δάσος τῆς περιφερείας Παλαιοῦ Ἀργυρίου
2156»τοῦ δήμου Ἀργιθέας, καὶ μεταβὰς ἐκεῖσε, μὲ ἀντάμωσεν ὁ
2157»Εὐάγγελος Τάκης καὶ εἷς ἄλλος, ἄγνωστός μου, καὶ μοὶ
2158»εἶπον νὰ τοῖς δώσω 300 λίρας καὶ οὕτω ν’ ἀπολύσουν τὸν
2159»αἰχμάλωτον Βασίλειον Τσούνην, ἄλλως θὰ τὸν κόψουν!
2160»Τότε ἔφυγα, ἀφοῦ μοῦ ἔδωσαν προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν,
2161»καὶ ἐπῆγα νὰ οἰκονομήσω τριάκοντα λίρας, τὰς ὁποίας
2162»συνεφωνήσαμεν νὰ τοῖς δώσω πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀνω-
2163»τέρω Τσούνη. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ᾠκονόμησα τὰς τριά-
2164»κοντα λίρας, τὰς ὁποίας παρέλαβον, καὶ μεταβὰς μετὰ
2165»τοῦ Κολιοῦ Σπανῆ καὶ Τσέλλου Κοσιβάκη εἰς ἓν δάσος
2166»τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Βραγγιανὰ τοῦ δήμου Ἀργι-
2167»θέας, ὅπου εὕρομεν ἐκεῖσε τοὺς λῃστὰς, ὧν ἡ συμμορία
2168»ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς Εὐάγγελον Τάκην, Ἀλέξιον Τάκην
2169»καὶ τρεῖς ἑτέρους, ἀγνώστους πρὸς ἐμὲ, καὶ ἀφοῦ παρέδωκα
2170»εἰς χεῖρας τοῦ Εὐαγγέλου Τάκη τὰς τριάκοντα λίρας, ἔφε-
2171»ρον ἀμέσως τὸν αἰχμάλωτον Βασίλειον Τσούνην, μᾶς τὸν
2172»παρέδωκαν καὶ ἀνεχώρησαν, καὶ οὕτως ἀπηλευθερώθη οὗτος».
2173Ἄλλος μάρτυς, ὁ Θεόδωρος Καράλης, τί λέγει; Καὶ
2174ἔχω λόγον ἀναγινώσκων τὴν κατάθεσιν ταύτην. Καὶ ἡ
2175κατάθεσις αὕτη ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ (ἀναγι-
2176νώσκει):
2177«Ἐπανῆλθεν εἰς τὸ χωρίον ὁ Τσούνης τετραυματισμένος
2178»δεινῶς! ὡμολόγησε δὲ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διά-
2179»στημα τῆς αἰχμαλωσίας του οἱ λῃσταὶ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ
2180»Ἀλέξιος Τάκης τὸν ἐβασάνιζον ἀνηλεῶς!»
2181Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἄλλην κατά-
2182θεσιν μάρτυρος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οἱ λησταὶ, περὶ ὧν πρό-
2183κειται, δὲν περιορίζονται ἐγκληματοῦντες ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ,
2184ὅπερ δὲ ἐθεώρησε καὶ τόσον ἐλαφρυντικὴν περίστασιν ὁ κ.
2185Πρωθυπουργὸς μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ
2186αὐτοῦ, καίτοι ἐγὼ, ἀντιστρέφων τὰ πράγματα, θέλω ἀπο-
2187δείξει, ὅτι αὕτη τυγχάνει ἡ ἐπιβαρυντικωτάτη κατὰ τοῦ
2188κ. Πρωθυπουργοῦ περίστασις. Ἀκούσατε λοιπὸν τί λέγει ὁ
2189ληστευθεὶς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ (ἀναγινώσκει):
2190«Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνωτέρω οἱ λησταὶ μὲ μετέ-
2191φερον εἰς τὰ χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τοῦ δήμου Ἀπε-
2192ραντίων τῆς Εὐρυτανίας, φρονῶ, ἔνθα μὲ κατεκράτησαν ἐπὶ
219318 ἡμέρας, ὅτε καὶ μὲ ἀπέλυσαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλα-
2194βον τὰς 30 λίρας ὀθωμανικάς. Ἐκ τῶν αἰχμαλωτισάντων
2195με ληστῶν δύο μόνον ἐπαρουσιάζοντο, καὶ οὗτοι ἦσαν οἱ
2196Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος Τάκης».
2197Εἰς τὰ χωρία λοιπὸν Ἀργύρη καὶ Σιλπιανὰ τῆς Εὐρυ-
2198τανίας! Αὐτοὶ εἰσήρχοντο εἰς τὰ χωρία τῆς πατρίδος τοῦ
2199κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Καὶ ὠνόμαζον αὐτοὺς
2200δημοσίᾳ: «ὁ Εὐάγγελος καὶ ὁ Ἀλέξιος!».
2201«Δὲν ἐγνώριζον δὲ, ἐξακολουθεῖ ὁ παθών, αὐτοὺς προη-
2202γουμένως, ἤκουσα ὅμως νὰ τοὺς ὀνομάζωσιν οὕτως εἰς τὰ
2203χωρία Ἀργύρη καὶ Σιλπιανά».
2204Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ἡ ἀπο-
2205στολὴ τῶν λύτρων, ὁ Ἀλέξιος Τάκης μὲ ἐκτύπησε διὰ τοῦ
2206κοντακίου τοῦ ὅπλου κατὰ τὸ ὄπισθεν μέρος τῆς κεφαλῆς,
2207ἐπενεγκών μοι τραῦμα».
2208Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
2209ἡμῶν κ. Χατζοπούλου εἰς ποῖον δῆμον τάχα ἦτο δήμαρχος
2210ὁ Γρανίτσας;
2211§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἀπεραντίων.
2212§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ εἰς τὸν δῆμον, εἰς ὃν ἔμειναν ἐπὶ
221318 ἡμέρας ἐμφωλεύοντες ὁ Εὐαγγέλης Τάκης καὶ ὁ Ἀλέ-
2214ξιος Τάκης καὶ Συντροφία. Ὡραιότατα!
2215Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐρωτήσω
2216τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὴν
2217ὑπογραφὴν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, διότι ἠρώτησα τὸν κ. Χα-
2218τζόπουλον, ὅτε ἐμελέτων τὰ ἔγγραφα καὶ εὗρον τὴν ἀπο-
2219λογίαν ταύτην τοῦ Τάκη, ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτοῦ
2220τούτου, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ τὴν ὑπογραφὴν αὐτήν. (Ὁ
2221ἀγορεύων δεικνύει τὴν ὑπογραφὴν τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δι-
2222καιοσύνης).
2223Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προβῶ καὶ εἰς ἄλλας
2224ἀκόμη ἐγκληματικὰς πράξεις, ἐπίσης σοβαρὰς, ὁποία ἡ προ-
2225κειμένη, (λαμβάνει ὁ ἀγορεύων ἄλλην ὀγκώδη δικογρα-
2226φίαν) ἥτις ἐστὶν ὁ κρίκος, ὁ συνδέων πάσας τὰς πράξεις
2227πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἥτις, συντομώτατα ἄλλως τε ἀναλυο-
2228μένη παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θέλει ἀποδείξει
2229ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
2230Δικαιοσύνης πρὸς τὴν συμμορίαν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Ἡ δι-
2231κογραφία εἶναι σκανδαλωδεστάστη ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ
2232κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Κατεδικάσθη ὁ Ἀλέξιος Τά-
2233κης τῇ 30 Ἀπριλίου 1887 ἔτους ὑπὸ τῶν ἐν Κερκύρᾳ Κα-
2234κουργιοδικῶν ἐπὶ ἀναιρέσει (προσέξατε παρακαλῶ εἰς τὴν
2235λέξιν) εἰς 18 ἐτῶν δεσμά. Ἀριθμὸς ἀποφάσεως 7· καὶ ἀνα-
2236φέρω τὸν ἀριθμὸν, διότι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὃν δι’ ἐπι-
2237στολῶν κατήγγελλον ἡμῖν πρό τινων ἡμερῶν ἔντιμοι ἡμῶν
2238φίλοι ἐκ Κερκύρας. Καὶ περὶ τῶν ἐπιστολῶν τούτων ἀκρι-
2239βῶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἦσαν
2240λιβελλογραφήματα ἀνώνυμα, βεβαιοῦντα ψεύδη καὶ ἀνύ-
2241παρκτα γεγονότα, πρὸς συκοφαντίαν.
2242Ἀλλὰ δὲν κατηγορεῖτο ἐπὶ ἀναιρέσει ὁ Τάκης, ὡς κατε-
2243δίκασεν αὐτὸν τὸ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικεῖον. Κατηγο-
2244ρεῖτο ἐπὶ φόνῳ ἐσκεμμένῳ καὶ ἐκ προμελέτης! Ἀλλὰ τίς
2245παρίσταται, Κύριοι,—προσέξατε καλῶς,—ὁ ἥρως αὐτῆς τῆς με-
2246ταβολῆς τῆς κατηγορίας, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς μεταβολῆς
2247τῆς ποινῆς; Ὁ ἐν Κερκύρᾳ ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ.
2248Ἰωάννης Βουλπιώτης, ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς
2249Δικαιοσύνης! Καὶ διατὶ ἐγένετο ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη πρᾶ-
2250ξις; Δι’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον καὶ χθὲς, καὶ σήμερον, ἀρχόμε-
2251νος τοῦ λόγου μου, ὅτι πρόκειται περὶ πληθώρας ἐγκλημά-
2252των, ἄλλων μὲν, βεβαιωθέντων, ἄλλων δὲ μήπω βεβαιωθέν-
2253των, καὶ ἄλλων οὐδέποτε ἀνακαλυφθησομένων, διότι τίς οἶδεν
2254εἰς ὁποῖα σκότη καὶ τίσι κρυφίαις ἐνεργείαις ἐτάφησαν διὰ
2255παντός! Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἀδικηθέντας, τοὺς λῃστευθέν-
2256τας, ἀκρωτηριασθέντας καὶ δολοφονηθέντας! Ἐνταῦθα, λέ-
2257γω, ἀνακαλύπτεται καὶ ἄλλη ἐγκληματικὴ πρᾶξις, ἔκτο-
2258κος ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης. Οἱ Εὐάγγελος καὶ Ἀλέξιος
2259Τάκης μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν καὶ τῶν συγγενῶν εἶ-
2260χον φονεύσει δεκατιστήν τινα Τοῦρκον· ἦτο δεκατιστής, βε-
2261βαίως εἶχε πολλὰς λίρας εἰς τὰ θυλάκια αὐτοῦ....
2262§79ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν Τάκηδων ὑπάρχει τις εἰς
2263τὰς φυλακάς;
2264§80ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον ὑμῖν, ὁ Ἀνδρέας Τάκης κατεδικάσθη
2265ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν. Ὑποθέτω, ὅτι,
2266ἂν δὲν τῷ ἐδόθη χάρις, εἶναι ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Ἐπειδὴ
2267δὲ μὲ διακόπτετε, λέγω καὶ τοῦτο πρὸς ποικιλίαν. Διεδόθη,
2268ὅτι ὁ Εὐάγγελος Τάκης, ὁ ἀρχηγὸς τῆς συμμορίας καὶ τῆς
2269οἰκογενείας, διεδόθη, λέγω, καὶ ἐβεβαιώθη δι’ ἐπισήμων ἐγγρά-
2270φων, ὅτι ἐφονεύθη ἐν τῷ ὀθωμανικῷ ἐν συμπλοκῇ τινι. Ἀλλ’
2271ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω τὴν βεβαίωσιν ταύτην τῆς
2272Ἀρχῆς, διότι, μελετῶν τὰς δικογραφίας ταύτας, εὗρον, ὅτι
2273καὶ ἄλλοτε ὁ Εὐάγγελος Τάκης εἶχε φονευθῆ, καὶ ὅμως κα-
2274τόπιν εὑρέθη πλησίον τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἐλῄστευσε τὴν
2275οἰκογένειαν τοῦ ὁμογενοῦς Ἀβέρωφ. Καὶ πάλιν χθὲς ἀνέ-
2276γνων που, ὅτι μὲ εὐρωπαϊκὴν ἐνδυμασίαν περιεφέρετο ἐν τῇ
2277Εὐρυτανίᾳ, ἢ τῷ Μεσολογγίῳ, ἀδιάφορον. Καὶ ὁμιλῶν ἀπὸ
2278τοῦ βήματος τούτου, ἐπεθύμουν νὰ ἔφθανεν ἡ φωνή μου μέχρι
2279τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εἴπω
2280πρὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἀντιπάλους: «προσέχετε, διότι
2281»δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Εὐάγγελος Τάκης ἐφονεύθη, ἀλλὰ
2282»τίς οἶδεν εἰς ποῖα κρησφύγετα κρύπτεται τῆς ἐπαρχίας Εὐ-
2283»ρυτανίας».
2284Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον ἔγκλημα, καὶ ἄρ-
2285χομαι ἀπὸ τοῦ ἐκτόκου ἐγκλήματος, ὡς εἶπον. Ὁ δεκατιστὴς
2286Ὀθωμανὸς εἶχε λίρας, παρεμόνευσαν λοιπὸν αὐτὸν οἱ Τάκαι
2287εἰς ἀπόκεντρον μέρος, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν καὶ ἐλῄστευσαν.
2288Αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ ἐξεμάνησαν, ὡς εἰκός· εἰς πιστὸς τοῦ
2289Κορανίου ἐδολοφονήθη παρὰ λῃστῶν Ἑλλήνων· πῦρ καὶ
2290ὄλεθρος εἰς τὰ χωρία, ἵνα εὕρωσι, ποία εἶναι ἡ λῃστρικὴ
2291συμμορία, ἡ διαπράξασα τὸν φόνον! Βάσανοι ἀνήκουστοι
2292κατὰ τῶν ἐκεῖ χωρικῶν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀποσπασμάτων.
2293Εἷς, ὁ ἀτυχὴς, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃ τὰς μυρίας βασά-
2294νους, προσέρχεται εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ βεβαιοῖ, ὅτι ἡ λῃστο-
2295συμμορία Τάκη εἶναι ἡ φονεύσασα τὸν Τοῦρκον δεκατι-
2296στήν. Καταδιώκεται λοιπὸν ἡ λῃστοσυμμορία δραστηρίως,
2297ἥτις, ἐρευνῶσα καὶ ἐξετάζουσα τὴν αἰτίαν τῆς καταδιώξεως
2298τῆς τοιαύτης, μανθάνει, ὅτι προεδόθη παρά τινος χωρικοῦ.
2299Αὐτὸς ἄρα ὁ χωρικὸς, ὁ προδοὺς τοὺς λῃστὰς, εἶναι ἐκεῖνος,
2300ὃν ἐδολοφόνησεν ὁ Ἀλέξιος Τάκης. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς
2301παρατηρεῖτε, περὶ καθαρᾶς καὶ στυγερᾶς δολοφονίας. Ἡ
2302πρᾶξις ἐγένετο τῇ 6 Μαρτίου 1881, καὶ ταύτης μετεῖχεν
2303ἀποφώλιόν τι τέρας, οὗτινος τὴν εἰκόνα θέλω προσπαθήσει
2304νὰ δώσω ὑμῖν, καὶ οὐ ὅμοιον οὐδὲν ἐγέννησεν οὐδὲ ἡ ἐλευ-
2305θέρα, οὐδὲ ἡ δούλη Ἑλλάς.
2306Εἶναι ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος! Γνωρίζει καὶ αὐτὸν ὁ
2307κ. Ὑπουργός. Καὶ εἰς αὐτὸν ἔδωκε χάριν, καταδικασθέντα
2308εἰς θάνατον. Εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον χάριν! Διατί; Θέλετε
2309ἰδεῖ τὸ ἐλατήριον, καὶ θέλετε πεισθῆ, ἂν ἐγὼ συκοφαντῶ,
2310ὡς εἶχον ἀποτολμήσει μίσθιοί τινες νὰ εἴπωσιν, ἢ ἂν δὲν
2311λέγω τὴν ἀλήθειαν, προκύπτουσαν ἄλλως τε ἐξ ἐπισημοτά-
2312των ἐγγράφων. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ
2313ποιήσωμαι ἐνταῦθα λόγον, ἵνα μὴ διασπάσω τὴν διήγησιν,
2314ἥτις, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον δυσάρεστος, διότι προ-
2315καλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον. Τὸ δὲ ἐνδιαφέρον δὲν προκαλεῖται ἐκ
2316τῆς ῥητορικῆς δυνάμεως τοῦ ἀγορεύοντος, ἥτις βεβαίως δὲν
2317εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀναπτύξῃ τοιοῦτον ζήτημα ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ
2318μεγαλοπρεπείᾳ, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς σειρᾶς ἀποτροπαιοτάτων
2319κακουργημάτων, ἅτινα δὲν ἐγένοντο ἱκανὰ νὰ συγκινήσωσι
2320τὴν εὐαίσθητον, ὡς ἔλεγεν ἡμῖν ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ψυχὴν τοῦ
2321κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διαπραττόμενα κατὰ
2322ἀθώων καὶ ἀπονηρεύτων χωρικῶν, δούλων Ἑλλήνων ἔστω,
2323ἂν οὐχὶ καὶ ἐλευθέρων.
2324Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐγκλητήρια τοῦ εἰσαγγελέως κ.
2325Γεωργίου Μπένση (ἀναγινώσκει):
2326«Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν, διὰ
2327τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς 30 Ἰανουαρίου 1883 βουλεύματός
2328του, παρέπεμψεν εἰς τὸ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Κερ-
2329κύρᾳ Ἐφετῶν Κακουργιοδικεῖον τοὺς Δημ. Ῥοκόφυλλον καὶ
2330Ἀλέξιον Τάκην, ἵνα δικασθῶσιν ὡς ὑπαίτιοι ἑνώσεως καὶ
2331φόνου, κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 66, 56, 57 καὶ 288 τοῦ
2332Ποινικοῦ Νόμου καὶ 169 καὶ 170 τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ποι-
2333νικοῦ Κώδικος. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν
2334τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, ὀργανώσαν-
2335τες λῃστρικὴν συμμορίαν, ἧς ἀρχηγὸς ἦν ὁ Δημήτριος Ῥο-
2336κόφυλλος, διέπραττον διαφόρους λῃστείας κατὰ τὴν Ἤπειρον
2337καὶ Θεσσαλίαν. Ὅτι, ἔχοντες ἀφορμὰς ἔχθρας καὶ ἀντιπα-
2338θειῶν κατὰ τοῦ παθόντος Β. Ἀλεξίου, τὴν 6 Μαρτίου 1881
2339ἐνήδρευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου Σουμεροῦ τοῦ Ῥαδοβιζίου.
2340Ὅτι, ἐνῷ διήρχετο οὗτος, προσεκλήθη ὑπὸ τῶν κατηγορου-
2341μένων νὰ σταθῇ, μὴ ὑπακούσας δέ, ἀλλὰ τραπεὶς εἰς φυγήν,
2342ἐπυροβολήθη ὑπὸ τῶν ἄνω κατηγορουμένων καὶ ἐτραυματί-
2343σθη καιρίως εἰς διάφορα τοῦ σώματός του μέρη. Ὅτι οἱ
2344συγχώριοί του, ἀκούσαντες τοὺς πυροβολισμούς, ἔσπευσαν
2345ἐπὶ τοῦ τόπου καὶ εὗρον τὸν Β. Ἀλεξίου, ζῶντα ἔτι, ὅστις
2346ἐδήλωσεν αὐτοῖς, ὅτι ἐπυροβολήθη ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων,
2347ἤτοι, τοῦ Δ. Ῥοκοφύλλου, τῶν ἀδελφῶν Εὐαγγέλου καὶ
2348Ἀλεξίου Τάκη καὶ τοῦ Ἰω. Χαρμπῆ· ἐβεβαιώθη δὲ ἡ
2349ταυτότης αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἡ τῶν κατηγορουμένων λῃστο-
2350συμμορία, λυμαινομένη ἰδίως τὰ περὶ τὸ Σουμερὸν χωρία,
2351ἦν γνωστὴ εἰς τοὺς μάρτυρας, ὧν τινες εἶδον τοὺς κατηγο-
2352ρουμένους ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν, διερχομένους τὸν ποτα-
2353μόν, καὶ διέκριναν καὶ ἀνεγνώρισαν αὐτούς, καὶ ὅτι συνεπείᾳ
2354τῶν τραυμάτων ὁ Β. Ἀλεξίου ἀπεβίωσε μετ’ ὀλίγην ὥραν».
2355Ἀρχηγὸς ἄρα τῆς συμμορίας ὁ Ῥοκόφυλλος! Φαντάσθητε
2356τίς ὁ Ῥοκόφυλλος, ἵνα ἀναγνωρίζωσιν αὐτὸν ἀρχηγὸν
2357αὐτῶν τέσσαρες Τάκαι! Ὅσοι γνωρίζετε τὰ ἔθιμα τὰ λῃ-
2358στρικά, μὲ ἐννοεῖτε καλῶς τὶ λέγω. Ὅταν μία οἰκογένεια
2359δίδῃ τέσσαρας ὅλους λῃστὰς εἰς τὴν συμμορίαν, βεβαίως ἔχει
2360τίτλῳ πλέον τὴν ἀρχηγίαν· καὶ τὴν ἀρχηγίαν παρῄτησαν
2361οἱ Τάκαι πρὸ τοῦ Ῥοκοφύλλου, αὐτοῦ τοῦ χαριτωθέντος παρὰ
2362τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. «Ἧς ἀρχηγὸς ἦν
2363ὁ Δημ. Ῥοκόφυλλος», ῥητῶς λέγει τὸ ἐγκλητήριον. Καὶ
2364κατωτέρω: «διέπραττον διαφόρους λῃστείας κατὰ τὴν Ἤπει-
2365ρον καὶ Θεσσαλίαν.» Ἀλλ’ ἠκούσατε ποίας ἰδέας ἔχει ὁ κ.
2366Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ Θεσσαλίας καὶ Ἠπεί-
2367ρου. Πλὴν περὶ τῶν ἰδεῶν τούτων θέλω ποιήσει λόγον
2368κατόπιν. «Ὅτι ἔχοντες ἀφορμὰς ἔχθρας καὶ ἀντιπαθειῶν,
2369ἐνήδρευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου.» Πρόκειται ἄρα περὶ ἀναμ-
2370φισβητήτου δολοφονίας. Καὶ ἂν αὕτη ἡ πρᾶξις δὲν ἦναι
2371δολοφονία, ἂς διαγραφῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Ποι-
2372νικοῦ Νόμου.
2373Αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις, ἡ βεβαιουμένη δι’ ἐπισημοτάτου ἐγ-
2374κλητηρίου τοῦ εἰσαγγελέως κ. Μπένση, σχηματισθέντος οὐχὶ
2375κατὰ τὴν ἰδιότροπον καὶ αὐθέκαστον θέλησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ
2376ἐκ μελέτης τῆς δικογραφίας καὶ τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμ-
2377βουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Λοιπὸν παραπέμπονται ὁ
2378Ἀλέξιος Τάκης, Ῥοκόφυλλος κλπ. ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ
2379φόνῳ, ὁ δὲ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, ὁ μὴ φίλος
2380τῶν Τάκηδων, περὶ ὧν ποσῶς δὲν ἐνδιαφέρεται, οὐδὲ ὁ ἀδελ-
2381φὸς αὐτοῦ Ὑπουργὸς, τί νομίζετε, ὅτι πράττει; Προτείνει
2382εἰς τοὺς ἐνόρκους, οὓς, σημειώσατε καλῶς, ὅτι, ἵνα καταρ-
2383τίσωσιν, εἰργάσθησαν ἀδελφικώτατα ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὑπεράσπισις
2384καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Εἰσαγγελία, καὶ ἐννοεῖται ἐπὶ τίνι σκοπῷ,
2385λοιπὸν λέγω εἰς τοὺς ἐνόρκους, τοὺς φιλοτεχνηθέντας τῇ
2386συμπαιγνίᾳ ὑπερασπίσεως καὶ κατηγορίας, προτείνει ὁ ἀδελ-
2387φὸς τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος καὶ διανομέως τῆς δικαιοσύνης,
2388τί; Νὰ μὴ τύχῃ καὶ καταδικασθῇ ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐπὶ
2389φόνῳ, ἀλλ’ ἐπὶ ἁπλῆ ἀναιρέσει! Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι ὁ
2390καταρτισμὸς τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἐφιλοτεχνήθη ἐκ
2391συμπαιγνίας, δὲν ἔχετε ἢ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἡ μὲν
2392ὑπεράσπισις ἕνα μόνον ἔνορκον ἐξῄρεσεν, ἡ δὲ κατηγορία
2393οὐδὲ ἕνα! Ἀλλ’ ἠκούσατε τὸ εὔγλωττον ἐγκλητήριον
2394τῆς Εἰσαγγελίας. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι δι’ αὐτὴν
2395ταύτην τὴν πρᾶξιν εἶχε παραπεμφθῆ καὶ ὁ Δημήτριος Ῥο-
2396κόφυλλος ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ φόνῳ. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι,
2397τὸν Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, τὸν ὑπέρτατον ἔφορον
2398τοῦ νόμου, τὸν προστάτην τῆς ἀδικουμένης Κοινωνίας,
2399ἔχοντα ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ ἐγκλητήριον τοῦ εἰσαγγελέως
2400Μπένση, προϊσταμένου αὐτοῦ, καὶ προτείνοντα τί; Τὴν
2401μεταβολὴν τῆς κατηγορίας, μὴ τυχὸν, πρὸς Θεοῦ! καὶ κα-
2402ταδικασθῇ ὁ Τάκης εἰς θάνατον. Διατί; Διότι εἷς ὑπῆρχε
2403σκοπὸς καὶ μία ἱερὰ ἐντολὴ, νὰ σώσῃ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουρ-
2404γοῦ τὴν κεφαλὴν τῶν Τάκηδων καὶ ἵνα σώσῃ ταύτην,
2405σώζει καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ῥοκοφύλλου· καὶ περὶ τούτου
2406εἰδικῶς εὐθὺς ἀμέσως θέλω ὁμιλήσει.
2407Διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εἰσάγεται κατόπιν ὁ Δημήτριος
2408Ῥοκόφυλλος ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν Κερκύρας, καὶ
2409καταδικάζεται ἐπὶ ἑνώσει καὶ ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον! Καὶ τίς,
2410παρακαλῶ, νομίζετε, ὅτι ἦτο ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου
2411τῶν Συνέδρων, ὅτε ἐδικάζετο ὁ Ῥοκόφυλλος ἐν Κερκύρᾳ, ὡς
2412ἐῤῥήθη, καὶ καταδικάζετο εἰς θάνατον; Ὡς ἀπὸ μηχανῆς
2413Θεὸς, πάλιν ὁ πρώην ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, γενό-
2414μενος διὰ τῆς σκανδαλωδεστάτης μεταβολῆς τῶν νόμων
2415ἀπὸ Ἀντεισαγγελέως Ἐφέτης. Διατὶ ἡ μεταβολὴ τῶν
2416νόμων σκανδαλώδης; Διότι ἐπιστεύετο, καὶ δικαίως, ὅτι
2417οὐδέποτε ἤθελεν εὑρεθῆ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ
2418γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τοῦ κ. Ἰωάννου Βουλπιώτου, ὡς ἱκανοῦ
2419νὰ γένηται Ἐφέτης, αὐτὸς, ὅστις οὐδέποτε διεκρίθη ὡς δικα-
2420στικὸς ἀνὴρ, οὐδέποτε διεκρίθη ἐπὶ νομικῇ ἱκανότητι. Ἀλλ’
2421ἦλθον αὐτοὶ οἱ ἱεροὶ ἄνθρωποι, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὧν ὁμοί-
2422ους οὐδέποτε εἶχεν ἰδεῖ οὔτε ἡ ἀρχαία οὔτε ἡ νέα Ἑλλὰς,
2423ἀφ’ ὅτου εἶχον ἀποθάνει οἱ Φωκίωνες καὶ οἱ Ἀριστεῖδαι, καὶ
2424μετέβαλον τοὺς νόμους, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γνω-
2425μοδοτῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
2426καὶ ἐξυπνήσαμεν πρωΐαν τινὰ, καὶ εἴδομεν καὶ τὸν κ. Ἰω-
2427άννην Βουλπιώτην ἐφέτην! Καὶ ἐνῷ πάλιν πρωΐαν τινὰ
2428βλέπομεν αὐτόν, ὡς εἰσαγγελεύοντα, προτείνοντα ὑπὲρ τοῦ
2429Ἀλεξίου Τάκη τὴν χάριν, τὴν καταδίκην τουτέστιν ἐπὶ
2430ἀναιρέσει, οὐχὶ δὲ ἐπὶ φόνῳ, ἑτέραν πρωΐαν ἐγειρόμεθα, καὶ
2431βλέπομεν αὐτὸν προεδρεύοντα τῶν Συνέδρων, ἵνα σώσῃ τὸν
2432Ῥοκόφυλλον. Καὶ θέλετε μοὶ εἴπει, καὶ δικαίως, πῶς ἔσωσε
2433τὸν Ῥοκόφυλλον, ἀφοῦ προήδρευε τῶν Συνέδρων, ὅτε ὁ Ῥο-
2434κόφυλλος κατεδικάσθη εἰς θάνατον; Τὴν ἀπορίαν ταύτην
2435κρατήσατε ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, καὶ ἀμέσως θέλω λύσει
2436ὑμῖν αὐτήν.
2437Ἔχω τὰ πρακτικὰ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν Ἀλέξιον Τά-
2438κην. Ἕνωσις καὶ φόνος, λέγουσιν. Ἀντεισαγγελεὺς Ἰω. Βουλ-
2439πιώτης, ἐν Κερκύρᾳ. Ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, τὰς προτά-
2440σεις τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως ἐκ τῶν πρακτικῶν τούτων τῶν
2441ἐπισήμων. «Λαβὼν τὸν λόγον ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς, καὶ
2442»ἀναπτύξας τοὺς λόγους τῆς κατηγορίας, ἐζήτησε τὴν ἐνο-
2443»χὴν τοῦ κατηγορουμένου (Ἀλεξίου Τάκη) ἐπὶ ἀναιρέσει».
2444Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἐπίσημον ἔγγραφον, ὑπογεγραμ-
2445μένον; Ἦτο λοιπὸν ἀνώνυμος καὶ λιβελλογραφικὴ ἡ ἐπι-
2446στολὴ, ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐλθοῦσα ἐκ Κερκύρας καὶ βεβαιοῦσα
2447τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως; Λοιπὸν ἔχο-
2448μεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, καθ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ
2449παθόντος, τὴν πρᾶξιν τῆς συμμορίας Ῥοκοφύλλου–Τάκη κατὰ
2450τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου, ὃν ἐδολοφόνησαν ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ,
2451καὶ παρίσταται ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, καὶ
2452ζητεῖ τὴν ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὴν τοῦ κατηγορητηρίου ὑπὲρ
2453τοῦ ἑτέρου τῶν συγκατηγορουμένων διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν,
2454τὴν ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ καὶ κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἀν-
2455θρώπου ἐκτελεσθεῖσαν.
2456Τώρα, Κύριοι, θέλω ἀναφέρει γεγονὸς, δι’ ὃ, ἂν δὲν πρά-
2457ξητε ἄλλο, θέλετε σταυροκοπηθῆ. Τί νομίζετε ἐπιχείρημα
2458εὑρίσκει ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης,
2459ἵνα προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ Ῥο-
2460κοφύλλου εἰς ἰσόβια δεσμά; Εὑρίσκει ἐπιχείρημα τὸν ἑαυτόν
2461του, εἰς ὃν παραπέμπει, τὸν ἀντεισαγγελέα δηλ. Ἰωάννην
2462Βουλπιώτην. Καὶ λέγει: Κατεδικάσθη ὁ Ῥοκόφυλλος παρὰ
2463τῶν ἐνόρκων εἰς θάνατον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βουλεύματος καὶ
2464τοῦ ἐγκλητηρίου, ἀλλ’ ὁ Τάκης κατεδικάσθη ἐπὶ ἀναιρέσει
2465διὰ τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο προτείνω, λέγει,
2466νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον χάρις, μεταβαλλομένης
2467ὑπὲρ αὐτοῦ τῆς ποινῆς. Δηλαδὴ, ἵνα εἴπω οὕτω, ἀφοῦ ἐσι-
2468γύρισε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ φίλου Τάκη, ἔπρεπε νὰ σιγυρίσῃ
2469κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ τὴν τοῦ Ῥοκοφύλλου, χάριν πά-
2470λιν τοῦ Τάκη. Διότι ἄλλως ἠθέλομεν παραστῆ θεαταὶ ἀπαι-
2471σίου θεάματος, ἠθέλομεν ἰδεῖ τὸν μὲν Ῥοκόφυλλον ἀποκε-
2472φαλιζόμενον διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, τὸν δὲ Τάκην καπνί-
2473ζοντα ἐντὸς τῶν φυλακῶν, τίς οἶδε τίνων φυλακῶν ἐκ τῶν
2474ἀνετωτέρων τοῦ Κράτους. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰωάν-
2475νου Βουλπιώτου, ὡς Προέδρου τῶν Συνέδρων, ὑπὲρ τοῦ Δημη-
2476τρίου Ῥοκοφύλλου! (ἀναγινώσκει):
2477«Ὅτι δέον ἡ ποινὴ τοῦ ἀνωτέρω καταδικασθέντος νὰ
2478μεταβληθῇ εἰς ἰσόβια δεσμὰ, διότι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατεδι-
2479κάσθη, ἐξετελέσθη κατὰ τὸ ἔτος 1881, ἤτοι πρὸ ἑπταετίας
2480καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχε τελεσθῆ ἡ ἕνωσις τοῦ τμήμα-
2481τος τῆς Ἠπείρου μετὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, καὶ διότι διὰ
2482τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, δικασθεὶς, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀπὸ 30
2483Ἀπριλίου 1887 ἀποφάσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Συνέδρων, ὁ συ-
2484στασιώτης Ἀλέξιος Τάκης, κατεδικάσθη εἰς δεσμὰ 18
2485ἐτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων
2486ΙΩ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ»
2487Εὑρίσκει ὡς ἐλαφρυντικὴν περίστασιν, ὅτι διέπραξεν ἐγ-
2488κλήματα καὶ δολοφονίας κατ’ ἐκείνων, οὓς θέλομεν νὰ πεί-
2489σωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀδελφοὺς ὁμαίμονας, ὁμογλώσσους καὶ
2490ὁμοθρήσκους, κατ’ ἐκείνων, οὓς θέλομεν νὰ πείσωμεν, ὅτι δὲν
2491πρέπει νὰ ἀκούωσι τὰς Ῥουμανικὰς, τὰς Ἀλβανικὰς καὶ
2492τὰς Βουλγαρικὰς καὶ Πανσλαυϊστικὰς καὶ Αὐστριακὰς
2493προπαγάνδας· καὶ εὑρίσκονται οἱ προστάται τοῦ νόμου, οἱ
2494Εἰσαγγελεῖς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀδελφοὶ τῶν μεγαλοϊδεατῶν
2495Ὑπουργῶν, οἵτινες ὡς ἐπιχείρημα τῆς μεταβολῆς τῆς ποι-
2496νῆς ἀθλίου τινὸς καὶ ἀχρειστάτου καταδίκου εὑρίσκουσι τί;
2497Ὅτι οὗτος δὲν ἐγκλημάτησε καθ’ ἡμῶν, τῶν ἐλευθέρων
2498Ἑλλήνων, ἀλλὰ κατὰ τῶν προστύχων καὶ ἀποῤῥίψεως
2499ἀξίων Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν. Εἶναι περὶ τούτου σύμ-
2500φωνος καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
2501νης, τοῦ συμπράκτορος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὃν ἠκούσατε
2502πρό τινων ὡρῶν διὰ τίνος στόμφου παρίστα ἑαυτὸν ὡς τὸν
2503μόνον δεινότατον ὑπέρμαχον τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ. «Καὶ
2504διότι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν (ἐξηκολούθει ὁ πρόεδρος κ.
2505»Βουλπιώτης) δικασθεὶς ὁ συστασιώτης Ἀλέξιος Τάκης,
2506»κατεδικάσθη εἰς δεσμὰ 18 ἐτῶν». Φέρει δηλαδὴ εἰς ἀπό-
2507δειξιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ χάρις εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον, τὴν
2508ἰδίαν αὑτοῦ ἐνοχὴν ὁ πρόεδρος κ. Βουλπιώτης, τὴν ἐγκλη-
2509ματικὴν....
2510§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἦτο Εἰσαγγελεύς;
2511§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Γεώργιος Μπένσης. Δύσκολον πρᾶγμα ἐν
2512τοιαύτῃ διεφθαρμένῃ πολιτικῇ ἐποχῇ!
2513§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε συνεζητήθη ἡ ὑπόθε-
2514σις αὕτη ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν ὡς πρὸς τὸν Τάκην;
2515§84ΛΕΒΙΔΗΣ. 30 Ἀπριλίου 1887 ἔτους. Ἡ πρότασις χά-
2516ριτος πρὸς τὸν Ῥοκόφυλλον εἶναι τῆς 16 Μαΐου 1888.
2517§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχε δημοσιευθῇ εἰς τὸν «Χρόνον»
2518ἡ καταγγελία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
2519§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί λέγετε! Βεβαίως. Ἀπὸ τοῦ προηγουμέ-
2520νου ἔτους. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς συνηλλάσσετο.
2521Ἐπὶ τίσιν ὅροις; Ἂς ἀποφανθῇ ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρί-
2522δος, ἂν ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν
2523Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
2524Δικαιοσύνης. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἄξιος χάριτος ὁ Ῥο-
2525κόφυλλος, διὰ τί; Διότι δὲν ἔπραξέ τι κατὰ Ἑλλήνων ὑπη-
2526κόων, ἀλλὰ μόνον κατὰ δούλων Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν.
2527Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, οἱ ἀδελφοὶ καὶ οἱ προστάται τοῦ
2528τοτὲ μὲν Εἰσαγγελέως, τοτὲ δὲ Προέδρου κ. Ἰωάννου Βουλ-
2529πιώτου δὲν ἦναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ 1881 ἔτος,
2530ὅτε προέκειτο νὰ εἰσέλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Ἄρ-
2531ταν, ἵνα καταλάβῃ τὰς παραχωρηθείσας χώρας, ἔλεγον εἰς
2532τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ Ἠπειρώτας: «Θεσσαλοὶ καὶ Ἠπειρῶ-
2533»ται, λάβετε τὰ ὅπλα καὶ ἀποκρούσατε τὸν Ἑλληνικὸν
2534»στρατὸν, ὅστις ἔρχεται νὰ καταλάβῃ τὴν πρὸ τεσσάρων
2535»ὅλων αἰώνων τυραννουμένην παρὰ τῶν Τούρκων χώραν,
2536»ἄνευ νόμου!» Εἶναι, βλέπετε, Κάτωνες, καὶ ἤθελον νό-
2537μον, ἵνα εἰσέλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Ἄρταν καὶ
2538καταλάβῃ τὸ μέρος τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Καὶ
2539ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι λέγω πράγματα ἀνύπαρκτα, ἀναγι-
2540νώσκω ὑμῖν τὴν «Ὥραν» τῆς 21 Ἰουνίου 1881 ἔτους,
2541ὑπ’ ἀριθ. 232 (σελ. αʹ καὶ βʹ), ἥτις ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
2542«Καὶ δι’ ἐνυπογράφων δημοσιευμάτων καὶ δι’ ἰδιωτικῶν
2543ἐπιστολῶν διαμαρτύρονται οἱ Θεσσαλοὶ κατὰ τῆς μεταβι-
2544βάσεως αὑτῶν ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ εἰς τὸν ζυγὸν ἄλλης, οὐχ
2545ἧττον ἐπαχθοῦς, αὐθαιρεσίας. Λέγουσιν: Ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶ-
2546ται καὶ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν θ’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δίκαιον τοῦ
2547Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, πρὶν ἢ διὰ νόμου εἰσαχθῇ εἰς τὴν
2548χώραν ἡμῶν, οὐδὲ θὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τοὺς Νομάρχας καὶ
2549τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, τοὺς διορισθησομένους εἰς μὴ νε-
2550νομοθετημένας θέσεις».
2551Εἶναι, Κύριοι, τὸ κείμενον ἐπισήμου φύλλου, ὑπηρετοῦν-
2552τος τὰ βουλεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ προεκάλουν,
2553οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἐμφύλιον πόλεμον μεταξὺ ἐλευ-
2554θέρων καὶ δούλων Ἑλλήνων οἱ Κάτωνες αὐτοὶ πολιτικοί.
2555Διατί; Διότι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος δὲν προνόησε
2556διὰ νόμου νὰ εἰσάξῃ ἐκεῖ τὴν νέαν νομοθεσίαν. Καὶ ἐνῷ οἱ
2557Ἀρχηγοὶ τῶν στρατευμάτων ἐκείνων ἐτηλεγράφουν ἀληθῶς
2558διὰ λέξεων, προκαλουσῶν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν συγκίνησιν,
2559ὡς καὶ οἱουδήποτε Ἕλληνος, οὗτοι ἔλεγον εἰς τοὺς στρα-
2560τηγούς: «Προσέξατε μὴ τυχὸν καὶ γίνητε αἴτιοι ἐμφυλίου
2561»πολέμου. Ἀποσύρατε τὰ στρατεύματα τῆς καταλήψεως,
2562»διότι καταλαμβάνετε τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν
2563»ἄνευ νόμου». Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ προκήρυξις τοῦ ἑτέρου τῶν
2564στρατηγῶν ἐκείνων (ἀναγινώσκει):
2565«Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Κυ-
2566βερνήσεως Αὐτοῦ, καταλαμβάνω, καθ’ ὑψηλὴν Βασιλικὴν
2567διαταγήν, πρῶτος ἐγώ, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
2568τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην χώραν, καὶ δέχομαι ἐν τοῖς κόλποις
2569τῆς μητρὸς Πατρίδος ὑμᾶς, τοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος
2570τούτου, συμπολίτας ἴσους ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ἀπολαύον-
2571τας τοῦ λοιποῦ ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν τῆς εὐνομίας καὶ τῆς
2572Βασιλικῆς προστασίας, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ θρησκεύ-
2573ματος».
2574Ταῦτα, Κύριοι, ἔγραφεν ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ
2575τῆς καταλήψεως, καὶ τὴν ἡμερησίαν ταύτην διαταγὴν
2576ἐξέδιδεν εἰσερχόμενος εἰς Ἄρταν.
2577Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν οἱ κύριοι οὗτοι ἐμφορῶν-
2578ται, εἶναι παράδοξον, ἐὰν βλέπωμεν τοὺς συγγενεῖς καὶ φί-
2579λους αὐτῶν, τὸν Πρόεδρον τῶν Συνέδρων, ὑποστηρίζοντα
2580τὴν παραχώρησιν χάριτος εἰς τὸν Ῥοκόφυλλον, διότι δῆθεν
2581δὲν διέπραξεν ἐγκλήματα καθ’ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἐνῷ καὶ
2582τοῦτο ἀκόμη δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον;
2583Ἡ πρᾶξις ἄρα εἶναι στυγερωτάτη δολοφονία. Ἀλλ’ ἔλε-
2584γεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐντεῦθεν: «Τί με κατηγο-
2585»ρεῖτε, ἀφοῦ ὁ ἀδελφός μου δὲν προέτεινε νὰ δοθῇ χάρις εἰς
2586»τὸν Τάκην;» Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, Κύριοι, πίπτει
2587αὐτὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ. Τί νὰ ἔκαμνε τὴν χάριν ταύτην ὁ Τάκης,
2588ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον πρόκειτο νὰ δικασθῇ διὰ πρᾶξιν, σύρου-
2589σαν καθ’ ἑαυτῆς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Κατεδικάσθη
2590οὐχὶ ἐπὶ ἑνώσει καὶ φόνῳ, ἐνῷ ἔδει νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ
2591ἑνώσει καὶ φόνῳ, οὐχὶ δὲ ἐπὶ ἀναιρέσει. Τίνα ἀνάγκην εἶχε
2592προστασίας διὰ χάριτος πρὸς μεταβολὴν τῆς τοιαύτης μι-
2593κρᾶς ἀναλόγως τῆς πράξεως ποινῆς, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ δώσῃ
2594λόγον κατόπιν δι’ ἄλλην, ἐπίσης ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, τι-
2595μωρουμένην ἐπίσης μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου; Αὐτὸς εἶχε
2596μυρίας ἐναντίον αὐτοῦ ἐκκρεμεῖς φανερὰς καὶ ἀγνώστους
2597κατηγορίας! Ἔγεμεν ἐγκλημάτων ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἂν ἔχῃ
2598ψυχὴν τοιοῦτος κακοῦργος! Καὶ ἀνάγκην εἶχε νὰ γνωμο-
2599δοτήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς χάριν ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2600τῆς Δικαιοσύνης;
2601Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι διὰ τὸν Ῥοκόφυλλον, ὡς
2602ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἐτέθη ῥητῶς εἰς τοὺς
2603ἐνόρκους τὸ ζήτημα τῆς ἀναιρέσεως· οἱ δὲ ἔνορκοι εἶπον:
2604«Ὄχι δὲν εἶναι ἔνοχος ἀναιρέσεως· ναί, εἶναι ἔνοχος φόνου
2605»καὶ ἑνώσεως». Ἐδύναντο οἱ ἔνορκοι, τιθεμένου ἐνώπιον αὐ-
2606τῶν τοῦ ζητήματος τῆς ἀναιρέσεως, ἐὰν τῳόντι ἦτο ἔνο-
2607χος τοιαύτης, νὰ δεχθῶσιν αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα ἐγνώρι-
2608ζον, ὅτι ἄλλοι ἔνορκοι εἶχον δεχθῆ ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ
2609Τάκη....
2610§87ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ φόνου δὲν ἐτέθη ὡς
2611πρὸς τὸν Τάκην.
2612§88ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐτέθη καὶ ἀπεῤῥίφθη, διότι τὸ Δικαστήριον
2613των ἐνόρκων τὸ κατήρτισεν ἡ ὑπεράσπισις, συνεννοουμένη
2614μετὰ τῆς Εἰσαγγελίας.
2615§89ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
2616§90ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἐκ τῆς λογικῆς.
2617§91ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐξῄρεσέ τινα τῶν ἐνόρκων ὁ Εἰσαγ-
2618γελεύς;
2619§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, διότι συνε-
2620χῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μὲ διέκοψεν ἐκεῖθεν, ἐρωτῶν: «Τὰ
2621πραγματικὰ γεγονότα ἦσαν ἆρά γε ἀποδεικτικὰ ἑνώσεως
2622καὶ φόνου;», ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ καταφύγω εἰς τὰς
2623ἀνακρίσεις, τὰς κατὰ τὴν προανάκρισιν δοθείσας, ἃς ἀνα-
2624γινώσκω, οὐχὶ πάσας, ἀλλὰ τινὰς ἐξ αὐτῶν, δι’ ὧν θέλω
2625ἀποδείξει, ὅτι ἡ πρᾶξις ἦν καθαρὰ δολοφονία....
2626§93ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ βασίζησθε εἰς αὐτὰ τὰ
2627χαρτιὰ, διότι ἄλλα λέγονται εἰς τὴν προανάκρισιν, καὶ
2628ἄλλα ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου.
2629§94ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· δώσατέ με
2630τὰ ὑμέτερα, ἵνα βασισθῶ ἐπ’ αὐτῶν. Ποῦ θέλετε νὰ βασι-
2631σθῶ; Περίεργος ἄνθρωπος!
2632§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, συμμορία
2633ληστρικὴ κατηρτίσθη καὶ φονεύει ἀνθρώπους, καὶ κάμνετε
2634λόγον περὶ ἀναιρέσεως;
2635§96ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐὰν ἀπευθύνητε εἰς ἐμὲ ἐρω-
2636τήσεις δεομένας ἀπαντήσεως, εἴδετε, ὅτι ἀπαντῶ. Ἀλλ’
2637ὅταν κάμνητε ἐρωτήσεις, δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν, νο-
2638μίζω, ὅτι θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ μὴ ἀπαντήσω. Ἐγὼ
2639ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἀποδεικνύουσιν,
2640ὅτι προέκειτο περὶ φόνου καὶ ἑνώσεως, καὶ ὅτι κακῶς ὁ ἀντει-
2641σαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης προέτεινε τὴν μεταβολὴν τῆς
2642κατηγορίας· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τί
2643ἄλλο δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ, εἰμὴ τὰς ἐπισήμους μαρτυ-
2644ρίας, τὰς ἐν τῇ ἀνακρίσει ληφθείσας; Λοιπὸν ὁ Σωτήριος
2645Βιλαέτης, ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῆς πράξεως (ἀναγινώσκει):
2646«Τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου ἐφόνευσαν οἱ ἄνω κατηγορού-
2647μενοι Δ. Ν. Ῥοκόφυλλος, Ι. Χαρμπῆς, Εὐάγγελος καὶ Ἀλέ-
2648ξιος Τάκης καὶ Γ. Δάσκαλος. Αἰτία δὲ ἦτο, διότι ὁ Γεώργιος
2649εἶχε μαλώσει μὲ τὸν φονευθέντα δι’ ἓν χωράφιον, καὶ διότι
2650ὁ Βασίλειος Ἀλεξίου εἶχε προδώσει εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀρ-
2651χὴν, ὅτι ὁ Γεώργιος Δάσκαλος μετὰ τῶν ἄλλων ληστῶν
2652ἐλῄστευσε καὶ ἐφόνευσεν Ὀθωμανόν τινα δεκατιστήν. Οἱ λη-
2653σταὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρεμόνευον ἔξωθεν τοῦ χωρίου,
2654διὰ νὰ συλλάβωσι τὸν φονευθέντα Β. Ἀλεξίου· ἐνῷ οὗτος
2655διήρχετο, τὸν περιεκύκλωσαν καὶ τῷ εἶπον νὰ παραδοθῇ,
2656ἀλλ’ αὐτὸς ἐζήτησε νὰ φύγῃ, καὶ τότε οἱ ἄνω κατηγορού-
2657μενοι τὸν ἐπυροβόλησαν. Ὅτε, ἀκούσαντες τοὺς πυροβολι-
2658σμοὺς ἐν τῷ χωρίῳ, ἐτρέξαμεν εἰς τὸν τόπον τῆς πράξεως,
2659εὕρομεν αὐτὸν ζῶντα ἀκόμη, τὸν ἠρωτήσαμεν ποῖοι τὸν ἐπυ-
2660ροβόλησαν, καὶ μᾶς εἶπεν, ὁ Ῥοκόφυλλος, Ἰωάννης Χαρμπῆς,
2661Τακαῖοι καὶ Γεώργιος Δάσκαλος. Μετὰ μίαν δὲ περίπου
2662ὥραν ἐξέπνευσεν».
2663Εἶναι ἀναίρεσις; Ἄλλος μάρτυς. Ὁ Χρῆστος Ἀλεξίου.
2664Καὶ βλέπω μάλιστα ἐπ’ αὐτῶν τῶν καταθέσεων μηδενικά
2665τινα. Βλέπετε αὐτὰ τὰ μηδενικά; (ἐπιδεικνύει τὸ ἔγγρα-
2666φον). Ἐννοοῦσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ οἱ περὶ τὸν κ.
2667Ὑπουργὸν ἐμελέτησαν τὴν δικογραφίαν, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι
2668μηδενικὰ αἱ τοιαῦται καταθέσεις. Ἔθεσαν λοιπὸν τὰ μη-
2669δενικὰ αὐτὰ, ἵνα ὑποδείξωσι τοῖς ἄλλοις, τοῖς μέλλουσι νὰ
2670μελετήσωσι, καὶ εἴπωσιν αὐτοῖς: μὴ καταγίνητε περὶ τὰ
2671μηδενικά. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐνή-
2672δρευσαν τὴν 6ην Μαρτίου τοῦ 1880 πλησίον τοῦ χωρίου
2673μας Σουμεροῦ, καὶ ἐνῷ ὁ ἀδελφός μου ἀπήρχετο ἐκ τοῦ χω-
2674ρίου μας πρὸς ἀγορὰν ζώων, περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέ-
2675ρας ἐκείνης, οἱ λῃσταὶ, ἐξελθόντες αἰφνιδίως, τῷ ἐφώναξαν νὰ
2676σταθῇ, ἀλλ’ ὁ φονευθεὶς ἀδελφός μου, ὅστις εἶχε χρήματα
2677μαζῇ του, δὲν ἐσταμάτησεν, ἀλλ’ ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ οἱ
2678λῃσταὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἐπλήγωσαν και-
2679ρίως εἰς διάφορα τοῦ σώματός του μέρη, μεθ’ ὃ τῷ ἀφῄρε-
2680σαν τὰς πεντακοσίας δραχμὰς, ἃς ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ
2681τὰ ἀσήμιά του (γαντζούδια καὶ πιστόλια), καὶ ἀνεχώρη-
2682σαν, πιστεύσαντες πιθανῶς, ὅτι ὁ ἀδελφός μου ἦτο νεκρός».
2683Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσις, ἡ δευτέρα.
2684Ἀναγινώσκω ἄλλην κατάθεσιν, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη,
2685εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, διότι ἀναφέρει, ὅσα λέγει ὁ
2686μάρτυς, ὡς ἀκούσας παρὰ τοῦ ἰδίου φονευθέντος, ὀλίγῳ πρὶν
2687παραδώσῃ τὴν ψυχήν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
2688«Καὶ φοβηθεὶς ἐτράπη εἰς φυγὴν, διότι ἔβγαλαν τὰ
2689γιαταγάνια των νὰ μὲ φονεύσωσι, καὶ φεύγων ἔπεσα ἐπάνω
2690εἰς τὸν ἀδελφόν μου Βασίλειον, τὸν ὁποῖον εὗρον κατὰ γῆς,
2691φέροντα τρία τραύματα θανατηφόρα διὰ σφαιρῶν ὅπλου,
2692καὶ τὸ μὲν ἓν κατὰ τὴν δεξιὰν ὠμοπλάτην, τὸ δὲ ἄλλο
2693κατὰ τὴν δεξιὰν ὀστεακὴν χώραν, καὶ τὸ τρίτον διαμπερὲς
2694κατὰ τοὺς μηροὺς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐκ Σουμεροῦ μετέ-
2695βαινεν εἰς Αὐλάκι, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τράγους, καὶ καθ’ ὁδὸν
2696τὴν ὥραν ἐκείνην οἱ Εὐάγγελος Τάκης, Δημ. Ῥοκόφυλλος,
2697Ἀλέξιος Τάκης, Ἰωάν. Χαρμπῆς, Δημ. Χαρμπῆς, Γεώργιος
2698Ἀλεξίου ἢ Δάσκαλος, Ἀναστ. Ἀλεξίου ἢ Δάσκαλος καὶ
2699Ἀθανάσιος Βιλαέτης τὸν ἐπυροβόλησαν καὶ τὸν ἐτραυμά-
2700τισαν, ὡς εἶχε.»
2701Παρατηρεῖτε, Κύριοι, τοιαύτας καταθέσεις ἔχομεν, καὶ ὁ
2702κ. Βουλπιώτης, ἀντεισαγγελεὺς, θεωρεῖ τὴν πρᾶξιν ταύτην
2703ἀναίρεσιν, δηλ. ὅτι αὐτοὶ οἱ λῃσταὶ συνεπλάκησαν εἰς ἔριδα
2704μετὰ τοῦ ἀτυχοῦς φονευθέντος, ὅτι ἠρεθίσθησαν αἱ ψυχαὶ
2705αὐτῶν, καὶ συνέλαβον τὸν ἐγκληματικὸν σκοπὸν νὰ ἀπο-
2706κτείνωσιν! Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀναίρεσις. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἠρεθίσθη-
2707σαν, καὶ συνεπλάκησαν εἰς ἔριδα καὶ εἰς χεῖρας; Αὐτοὶ
2708ἦσαν λῃστοσυμμορία, καὶ ἐφόνευσαν τὸν ἄνθρωπον, διότι
2709αὐτὸς ἦν ὁ καταδώσας τὴν λῃστοσυμμορίαν αὐτῶν εἰς τὴν
2710Τουρκικὴν ἀρχὴν, ἥτις λῃστοσυμμορία εἶχε φονεύσει τὸν
2711Τοῦρκον δεκατιστήν. Καθαρωτέρα δολοφονία οὐδέποτε συνε-
2712ζητήθη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων οἱουδήποτε Κράτους τοῦ
2713κόσμου....
2714§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν,
2715ἐὰν ἐξητάσθησαν μάρτυρες ὑπερασπίσεως καὶ τί κατέθεσαν;
2716§98ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ μάρτυρες τῆς κατηγο-
2717ρίας τί κατέθεσαν; Διότι πολλάκις σπανίως καταθέτουν
2718ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅ,τι εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
2719§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ἴδια κατέθεσαν. Ἰδοὺ τὰ πρακτικά.
2720(ἀναγινώσκει). «Ὁ «Βασίλειος Παπαδογιάννης, ὁρκισθείς,
2721»κατέθεσεν ὅ,τι καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ὁ Χρῆστος Ἀλεξίου
2722»ἐπίσης κατέθηκεν ὅ,τι καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν». Παρατηρεῖτε,
2723ὅτι, καὶ ἐνόρκως ἐξεταζόμενοι, βεβαιοῦσι τὴν δολοφόνον πρᾶ-
2724ξιν τῆς λῃστοσυμμορίας. Καὶ ἦτο ἀναγκαία ἡ διακοπὴ
2725αὕτη, καὶ εὐχαριστῶ διότι μὲ διεκόψατε.
2726Ὁ Νικόλαος Καράλης, ἄλλος δηλ. μάρτυς (ἀναγινώσκει):
2727«Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1880 ἐφονεύθη ἔξωθεν τοῦ χω-
2728ρίου μας εἷς Τοῦρκος δεκατιστής. Ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἦλθον
2729εἰς τὸ χωρίον μας Τοῦρκοι στρατιῶται, διέπραξαν πολλὰς
2730ὠμότητας καὶ μᾶς ἠπείλησαν, ὅτι θὰ μᾶς φονεύσωσιν, ἂν
2731δὲν παραδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς φονεῖς τοῦ Τούρκου τούτου,
2732ἔκλεισαν ἐντὸς καλύβης πλέον τῶν πεντήκοντα χωρικῶν
2733τοῦ χωρίου, ἐν οἷς ἤμην καὶ ἐγώ· τότε ἠρωτῶμεν ἀλλήλους
2734ἐντὸς τῆς καλύβης, ποῖος ἐφόνευσε τὸν Τοῦρκον, διὰ νὰ τὸν
2735παραδώσωμεν, καὶ οὕτως ἀπαλλαγῶμεν, ὁ δὲ Βασίλειος Ἀλε-
2736ξίου, ὁ φονευθεὶς, εἶπεν, ὅτι ἡ λῃστοσυμμορία τοῦ Ῥοκοφύλλου
2737ἐφόνευσε καὶ ἐλήστευσε τὸν Ὀθωμανόν, καὶ ὅτι ὁ κατηγο-
2738ρούμενος Γεώργιος Δάσκαλος εἶχε φέρει τοὺς λῃστὰς, οἱ ὁποῖοι
2739ἐλήστευσαν καὶ ἐφόνευσαν τὸν ἀνωτέρω Ὀθωμανόν, διότι
2740οὗτος ἐγνώριζεν, ὅτι εἶχε χρήματα μεθ’ ἑαυτοῦ, καθ’ ὃ δεκα-
2741τιστής. Ἀνεφέραμεν τοῦτο εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Τούρ-
2742κων στρατιωτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπελύθημεν. Μετὰ
2743τοῦτο οἱ Τοῦρκοι στρατιῶται μᾶς ἐζήτησαν νὰ παραδώσω-
2744μεν τοὺς λῃστὰς, καὶ τότε ὁ Γεώργιος Δάσκαλος, φοβούμε-
2745νος τὴν καταδίωξιν, ἡνώθη μετὰ τῶν λῃστῶν, ἠπείλησε
2746δὲ, ὅτι θὰ καταστρέψῃ τὸ χωρίον, διότι τὸν ἐπροδώσαμεν’
2747καὶ κατὰ πρῶτον μὲν συνέλαβεν ἡ λῃστοσυμμορία αὕτη τὸν
2748ἐκ τοῦ χωρίου μας Ἀθανάσιον Τσούσην, δι’ ἐξαγορὰν δὲ
2749ἐπλήρωσε διακόσια τάλληρα, καὶ κατὰ τὴν 6ην Μαρτίου
27501881 ἐφόνευσαν ἔξωθεν τοῦ χωρίου τὸν ἀδελφὸν τοῦ μηνυ-
2751τοῦ Βασίλειον Ἀλεξίου. Εὕρομεν δὲ τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου
2752ζῶντα ἀκόμη, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ λῃστοσυμμορία Ῥο-
2753κοφύλλου, μεθ’ ἧς ἦτο καὶ ὁ Γεώργιος Δάσκαλος, τὸν ἐπυ-
2754ροβόλησαν, διότι ἀπεπειράθη νὰ διαφύγῃ τὴν σύλληψίν του
2755ὑπὸ τῶν λῃστῶν».
2756Ὁ Βασίλειος Παπαδογιάννης (ἀναγινώσκει): «Καὶ κατὰ
2757τὴν 6ην Μαρτίου εὑρόντες τὸν παθόντα οἱ λῃσταὶ ἔξωθεν
2758τοῦ χωρίου, ἐζήτησαν νὰ τὸν συλλάβωσι, καὶ ἐπειδὴ οὗτος
2759ἐτράπη εἰς φυγὴν, διὰ νὰ σωθῇ, ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ
2760καὶ τὸν ἐτραυμάτισαν καιρίως. Ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸν
2761τόπον τῆς πράξεως, εὕρομεν τὸν Βασίλειον Ἀλεξίου ζῶντα
2762ἀκόμη, μᾶς εἶπε δὲ, ὅτι τὸν ἐπυροβόλησαν οἱ κατηγορού-
2763μενοι Δημ. Ῥοκόφυλλος, Ἰωάννης Χαρμπῆς, Εὐάγγελος καὶ
2764Ἀλέξιος Τάκης καὶ Γεώργιος Δάσκαλος, διότι δὲν ἠθέλησε
2765νὰ σταθῇ νὰ τὸν συλλάβωσι. Μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν
2766ἐξέπνευσε»....
2767§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε μάρτυρες ὑπερασπίσεως
2768δὲν ὑπάρχουσιν.
2769§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.— Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν
2770ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης προέτεινε τὴν μεταβολὴν
2771τοῦ κατηγορητηρίου....
2772§102ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ μία μικρὰ
2773διακοπή.
2774§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν δίδομεν.
2775§104ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, κύριε Λεβίδη, καθήσατε
2776ὀλίγον εἰς τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ὁμιλῆτε, διὰ νὰ ξεκουρασθῶ-
2777μεν ὀλίγον.
2778§105ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν τὸ κάμνητε δι’ ἐμὲ, δὲν ἐκουράσθην.
2779Ἂς δειχθῶμεν ὀλίγον ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοιαῦτα
2780ἀκούοντας καὶ πάσχοντας.
2781§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς ὠφελοῦσι.
2782§107ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλος εἶναι ἀνάγ-
2783κη ν’ ἀναβιβασθῇ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ἵνα ἴδωμεν τίς εἶναι, ἢ
2784τί διέπραξε, καὶ ἂν ἐδικαιολογεῖτο, ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, ὁ
2785Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρέχων εἰς αὐτὸν τὴν Βασι-
2786λικὴν χάριν. Τῇ 10ῃ Μαΐου 1888 ἔτους — καὶ παρακαλῶ
2787νὰ προσέξητε εἰς τὰς χρονολογίας—κατεδικάσθη ὁ Ῥοκό-
2788φυλλος ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικῶν εἰς θάνα-
2789τον. Τῇ 16ῃ Μαΐου ἰδίου ἔτους ὁ Πρόεδρος τότε Βουλπιώ-
2790της, ὁ ἐν τῇ προκειμένῃ δίκῃ ὡς Σύνεδρος προεδρεύων, προ-
2791τείνει χάριν ὑπὲρ τοῦ Ῥοκοφύλλου, δι’ οὓς λόγους εἴδομεν.
2792Εἶπον νὰ προσέξητε εἰς τὰς χρονολογίας, διότι, ἐνῷ τῇ
279310ῃ Μαΐου 1888 ἔτους κατεδικάζετο ἐπὶ φόνῳ εἰς θάνατον,
2794τῇ 9ῃ Μαΐου, δηλ. μίαν ἡμέραν πρότερον, εἶχε καταδικασθῆ
2795ἐν Κερκύρᾳ δι’ ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 3 εἰς εἰκοσαετῆ δεσμὰ
2796δι’ ἐκβίασιν καὶ ἁρπαγήν’ λόγος πρόσθετος, δι’ ὃν οὐδὲν
2797δικαίωμα εἶχεν ὁ Πρόεδρος τότε τῶν Συνέδρων κ. Βουλ-
2798πιώτης νὰ προτείνῃ τὴν χάριν, διότι 24 ὥρας πρὸ τῆς κατα-
2799δίκης διὰ τὴν στυγερωτάτην ἐκείνην πρᾶξιν εἰς θάνατον
2800εἶχε καταδικασθῆ, ὡς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, δι’ ἁρπαγὴν
2801ἀνθρώπων καὶ δι’ ἐκβίασιν, εἰς εἰκοσαετῆ πρόσκαιρα δεσμά.
2802Καὶ τῇ 30 Μαΐου ἐ. ἔ. κατεδικάζετο ἐν Ζακύνθῳ εἰς ἰσόβια
2803δεσμά, ἐπὶ τίνι νομίζετε ἐγκλήματι; ἐπὶ ἐμπρησμῷ! Καὶ
2804περὶ τοῦ ἐγκλήματος τούτου ἀμέσως θέλω ὁμιλήσει.
2805Πρωτάκουστα, Κύριοι, καὶ πρωτοφανῆ εἰς τὰ δικαστικὰ
2806καὶ τὰ κοινωνικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος τυγχάνουσι τοιαῦτα
2807συῤῥέοντα κακουργήματα, ἀπέχοντα ἐλάχιστον χρόνου διά-
2808στημα τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἄλλου, καὶ ὅμως παρέχουσι τὴν εὐκο-
2809λίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δίδῃ εἰς
2810τοιαῦτα τέρατα τὸ ἱερώτατον τῶν προνομίων τῆς Βασιλείας,
2811τὴν χάριν, ἣν οἱ περὶ αὐτῆς συγγράψαντες χαρακτηρίζουσιν
2812ὡς τὸν πολυτιμότατον ἀδάμαντα τοῦ βασιλείου στέμματος.
2813Αὐτὸν τὸν ἀδάμαντα ἐποδοκύλισε καὶ ἐποδοπάτησε, χά-
2814ριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων, ὡς λέγει ὁ Συντάκτης
2815τοῦ «Χρόνου», ὃν εἰσέτι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀφήσωσι νὰ δι-
2816κασθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἢ χάριν ἐκλογικῶν ὠφελη-
2817μάτων, ὡς μετὰ παντὸς θάῤῥους δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ
2818τοῦ βήματος τούτου. Καὶ διατὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Βουλπιώτης,
2819ὁ πρώην Ἀντεισαγγελεὺς καὶ τότε Πρόεδρος, νὰ συστήσῃ
2820αὐτὸν ἀμέσως εἰς τὴν Βασιλικὴν χάριν; Διότι μετ’ ὀλίγας
2821ἡμέρας ὁ Ῥοκόφυλλος ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον δι’ ἄλλην
2822ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος ὁ
2823Πρόεδρος κ. Βουλπιώτης, ἐὰν, καὶ τοιαύτης ἐγκληματικῆς
2824καταδίκης ὑπαρχούσης, αὐτὸς ἀνίστατο, προτείνων ὑπὲρ τοῦ
2825πελάτου αὐτοῦ χάριν.
2826Καὶ ἵνα σώσωμεν λοιπὸν τὸν Τάκην, σώζομεν τὸν Ῥοκό-
2827φυλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλληλουχία τῆς ὑποθέσεως. Ποῖος δή-
2828μιος ἤθελε τολμήσει νὰ ἀφήσῃ τὴν μάχαιραν νὰ πέσῃ ἐπὶ
2829τοῦ τραχήλου τοῦ Ῥοκοφύλλου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελε κραυ-
2830γάσει πρὸς αὐτόν: «Δήμιε, μὲ ἀποκεφαλίζεις, ἀλλὰ διὰ τὴν
2831αὐτὴν πρᾶξιν, ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ χρόνῳ, κατὰ τοῦ αὐτοῦ
2832παθόντος, ὁ Ἀλέξιος Τάκης, τῇ προτάσει τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ.
2833Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς Ἀντεισαγγελέως, κατε-
2834δικάσθη ἐπὶ ἁπλῇ ἀναιρέσει εἰς ἰσόβια δεσμά». Καὶ ἡ χεὶρ
2835τοῦ δημίου, δὲν ἀμφιβάλω, ὅτι ἤθελε σταθῆ πρὸ τοιούτου
2836εὐγλώττου ἐπιχειρήματος τοῦ πνέοντος τὰ λοίσθια κατα-
2837δίκου.
2838Καὶ πῶς συνελήφθη ὁ Ῥοκόφυλλος; Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι,
2839νὰ μάθητε τοῦτο, ἵνα συλλάβητε ἀμυδράν τινα ἰδέαν περὶ
2840τοῦ ἐπικινδύνου τούτου τέρατος, περὶ οὗ μετ’ ὀλίγον θέλω
2841ὁμιλήσει, ἐπικαλούμενος ἐπίσημα ἔγγραφα, χαρακτηρίζοντα
2842τὸ μέγεθος καὶ τὴν συῤῥοὴν τῶν ἐγκλημάτων αὐτοῦ. Ποιοῦ-
2843μαι χρῆσιν ἐπιστολῆς ἰδιωτικῆς ἀνδρός, ὑπερτέρου πάσης
2844ὑπονοίας ἐπὶ ψευδολογίᾳ, σταλείσης μοι ἐξ Ἄρτης τῇ 25
2845Νοεμβρίου ἐ. ἔ. (ἀναγινώσκει):
2846«Συνελήφθη λοιπὸν ἐν Ῥαδοβιζίῳ τῆς Ἄρτης, ἐν καιρῷ
2847ἀγρίου χειμῶνος καὶ ἐν ὥρᾳ μεσονυκτίου, πολιορκηθεὶς παρ’
2848ἀποσπάσματος ἐκλεκτῶν ὑπαξιωματικῶν εὐζώνων, πλέον
2849τῶν εἴκοσιν, ἀποσταλέντος ἐντεῦθεν. Ἐπεχείρησεν ἀντίστα-
2850σιν, ἀλλ’ ἐμποδίσθη ἐκ τῶν ὀδυρμῶν τῶν πολιορκουμένων
2851σὺν αὐτῷ γυναικῶν καὶ τῶν τέκνων του, μὴ ἡ ἔκβασις τῆς
2852πολιορκίας ἐπιφέρῃ εὐλόγως καὶ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν.»
2853Ἐδέησεν ἄρα ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ νὰ καταρτίσῃ ἐπὶ
2854τούτῳ ἐξ ἐπιλέκτων ὑπαξιωματικῶν εὐζώνων ἀπόσπασμα,
2855νὰ εὕρῃ νύκτα θυελλώδη, καὶ χειμερινὴν καὶ σκοτεινήν, νὰ
2856πολιορκήσῃ τὸ οἴκημα, νὰ μὴ ἀρκέσῃ δὲ αὐτό, ἀλλὰ νὰ
2857συντελέσωσι καὶ οἱ βαθεῖς γόοι καὶ οἱ ὀδυρμοὶ τῶν γυναι-
2858κῶν καὶ τῶν τέκνων τοῦ Ῥοκοφύλλου, ἵνα δυνηθῇ τοιοῦτον
2859ἀπόσπασμα νὰ συλλάβῃ τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὃν χαρακτη-
2860ρίζουσιν ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης καὶ ὁ Ὑπουργὸς
2861ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτης, ὡς θέλετε πεισθῆ ἐξ
2862ἐπισήμων ἐγγράφων μετ’ ὀλίγον, οὐχὶ ἐπικίνδυνον ἄνθρωπον
2863εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Μὰ θὰ πιστεύσητε,
2864Κύριοι, ὅτι εἶναι μῦθος ὁ τοιοῦτος παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν
2865χαρακτηρισμός· καὶ ἐν τούτοις θέλω ἀναγνώσει πρὸς ὑμᾶς
2866μετ’ ὀλίγον ἐπισημότατον ἔγγραφον Ἑλληνικῆς ἀρχῆς, ἐν ᾧ
2867ῥητῶς λέγεται, ὅτι ὁ Τάκης καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος δὲν εἶναι
2868»ἀνεπανορθώτου ἐπικινδύνου χαρακτῆρος, οὐδὲ εἶναι ἐπικίν-
2869»δυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν.»
2870Καὶ ἀλλάσσω ἀμέσως τὴν σκηνογραφίαν, καὶ παρακαλῶ
2871ὑμᾶς νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Ζακύνθου, ἵνα ἴδητε
2872ἄλλην ἐκεῖ φοβερωτέραν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν τοῦ Ῥοκο-
2873φύλλου. Ἡ δίκη γίνεται τῇ 30 Μαΐου ἐ. ἔ., κατηγορεῖται δὲ,
2874ἐπὶ τίνι νομίζετε πράξει; Ἐπὶ ἐμπρησμῷ! Ἀλλὰ τίνι ἐμπρη-
2875σμῷ; Κατῳκημένου κτιρίου! καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ἔνοι-
2876κοι ἐκοιμῶντο! Πρᾶξις ἐπισύρουσα, κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον,
2877τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Καὶ εἰς τί καταδικάζεται; τίς γνω-
2878ρίζει τίσι μέσοις καὶ τίσιν ἐπιστολαῖς. Εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ
287910 ἐτῶν μόνον καὶ μιᾶς ἡμέρας! Καὶ ὅταν ἀκούσητε τὰς
2880μαρτυρίας τῶν πυρποληθέντων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὄπισθεν τῶν
2881ἐνόρκων ἵσταται ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Βουλπιώτης, ἢ ὁ Ὑ-
2882πουργὸς κ. Βουλπιώτης, ἢ ὁ φίλος ἐν Ζακύνθῳ τοῦ κ. Ὑπουρ-
2883γοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος μὲ
2884ἐδίδαξε νὰ ἀναγινώσκω τὰ ἐγκλητήρια τῶν Εἰσαγγελέων,
2885ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι λέγω δῆθεν ἰδέας ἐκ τῆς ἐμῆς ἀντιλή-
2886ψεως, ἢ τῶν πραγμάτων ὑπερβολικωτέρας. Καὶ ἔχω, Κύριοι,
2887εἰς χεῖράς μου τὸ ἐπίσημον ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως
2888(ἀναγινώσκει):
2889«Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προκύπτουσι τὰ ἑξῆς.
2890»Ὅτι οἱ ἀνωτέρω κατηγορούμενοι Γεώργιος Τζούμας, Δη-
2891»μήτριος Ῥοκόφυλλος, κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7–8 Ὀκτω-
2892»βρίου 1885, μεταβάντες ἐν τῷ χωρίῳ Ἀρειάδα τοῦ δήμου
2893»Ἀμβρακίας τοῦ Βάλτου, ἐκ προθέσεως ἔθεσαν πῦρ εἰς τὰς
2894»ἐκεῖ κατῳκημένας οἰκίας τῶν Ἀθαν. Διαμαντῆ καὶ Δ. Δια-
2895»μαντῆ, καὶ τὸ πῦρ ἐξεῤῥάγη, καθ’ ὃν χρόνον ὕπνωττον οἱ
2896»ἐν αὐταῖς κατοικοῦντες».
2897Πρᾶξις τουτέστιν, ἐπισύρουσα τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου.
2898(Ἀναγινώσκει):
2899«Χθὲς, λέγει μάρτυς τις, ὁ Δημήτριος Διαμάντης, μετὰ
2900τὸ μεσονύκτιον, (ἤτοι τὴν ἀναφερομένην ἐποχὴν) μετέβησαν
2901οἱ μνησθέντες λῃστοφυγόδικοι εἰς τὸ ἐνταῦθα χωρίον μας καὶ
2902εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἀθανασίου, καὶ λαβόντες ἐκ
2903τῶν συσσωρευμένων ἔξωθεν τῆς οἰκίας του καυσοξύλων, ἔθη-
2904καν πῦρ εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ παρεμβάντες μερικοὶ ἄνδρες καὶ
2905πλεῖσται γυναῖκες, ἔσβυσαν τὸ πῦρ, καὶ οὕτω διεσώθη ἡ οἰ-
2906κία, καὶ ἐφόνευσαν καὶ ἕνα χοῖρον τοῦ ἀδελφοῦ μου, καθὼς
2907καὶ ἕνα ὄνον καὶ ἕνα κύνα τοῦ συγχωρίου μας Μαυρομμάτη
2908Νικολάου, καὶ μετὰ τοῦτο, συνεχίζοντες τοὺς ἀλλεπαλλή-
2909λους πυροβολισμοὺς κατὰ τῶν κατοίκων, ἵνα μὴ τοὺς πλη-
2910σιάσωσι, (μὲ τὰ ὁποῖα ἔφερον ὀπισθογεμῆ ὅπλα) ἦλθον εἰς
2911τὴν οἰκίαν μου ἔξωθεν, καὶ λαβόντες καυσόξυλα, ἐσώρευσαν
2912αὐτὰ εἰς τὴν πόρταν τοῦ ἰσωγείου δωματίου, ἔθεσαν πῦρ
2913καὶ κατέκαυσαν τὸ ἥμισυ τοῦ δωματίου, ὅπως μὲ καύσωσι
2914μετὰ τῆς οἰκίας μου, ἀλλ’ ἐγὼ προέλαβον ἀμέσως μετὰ τῆς
2915οἰκογενείας μου, ἤτοι μετὰ τῶν θυγατέρων μου Μαρίας, Αἰ-
2916κατερίνης καὶ Εὐφροσύνης, καὶ μετέβημεν εἰς τὴν παρακει-
2917μένην οἰκίαν τοῦ Μήλη Χρήστου, καὶ οὕτω διεσώθημεν ἀπὸ
2918τὴν πυρκαϊὰν καὶ ἀπὸ τὸ σκότωμα, καθὼς μᾶς ἠπείλει νὰ
2919μᾶς πελεκήσῃ.»
2920Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἑτέρα πρᾶξις τοῦ Ῥοκοφύλλου. Οἱ
2921ἔνορκοι, δὲν γνωρίζω, πῶς παρεσκευάσθησαν, ἀλλὰ τὸ βέβαιον
2922εἶναι, ὅτι ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν ἐκοιμῶντο ἐντὸς τῆς οἰκίας ἄν-
2923θρωποι, καὶ δι’ αὐτὸ κατεδικάσθησαν οἱ κατηγορούμενοι
2924οὐχὶ ὡς ἔνοχοι ἐμπρησμοῦ κατῳκημένου κτιρίου, ἀλλ’ ὡς
2925ἔνοχοι ἁπλοῦ ἐμπρησμοῦ. Καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων
2926ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ποινὴν τῶν 10 ἐτῶν καὶ μιᾶς ἡμέρας
2927προσκαίρων δεσμῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων, ὁ κ. Τσα-
2928ούσης, ἐγνωμοδότησε, μὴ τυχὸν μεταβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ
2929Ῥοκοφύλλου, μὴ τυχὸν καὶ χαρισθῇ, ἔστω καὶ κατὰ μίαν
2930ἡμέραν, διότι, λέγει, ἐξ ἄκρας ἐπιεικείας δὲν ἐδέχθησαν οἱ
2931ἔνορκοι, ὅτι τὸ κτίριον δὲν ἦτο κατῳκημένον, καὶ δὲν ἐπε-
2932βλήθη, τούτου ἕνεκα, τῷ κατηγορουμένῳ ἡ ποινὴ τοῦ θανά-
2933του.
2934Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ταῦτα μόνα εἶναι τὰ ἐγκλή-
2935ματα τοῦ Ῥοκοφύλλου, περὶ οὗ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
2936Δικαιοσύνης τῷ Βασιλεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνος τῇ δημο-
2937σίᾳ τάξει καὶ ἀσφαλείᾳ; Εἶχε γραῖάν τινα θείαν, πλουσίαν.
2938Ἐμφανίζεται νύκτα τινὰ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτῆς καὶ λέγει:
2939«ἢ τὴν περιουσίαν σου, ἢ τὴν ῥῖνά σου!» Καὶ ἡ γραῖα,
2940δυσειδὴς πιθανὸν καὶ γραῖα, παραχωρεῖ τὴν ῥῖνα ἀντὶ τῆς
2941περιουσίας, καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος, ὡς ἐπιδέξιος χειροῦργος, ἀπο-
2942κόπτει τὴν ῥῖνα τῆς θείας! «Ἢ τὸ οὖς, ἢ τὴν περιουσίαν
2943σου!» Καὶ ἡ ταλαίπωρος θεία παραχωρεῖ καὶ τὸ οὖς! «Ἢ
2944τὴν περιουσίαν σου, ἢ καὶ τὸ ἕτερον οὖς!» Καὶ παραχωρεῖ
2945καὶ τὸ ἕτερον οὖς ἡ θεία, καὶ δὲν προδίδει τὴν κεκρυμμένην
2946αὐτῆς περιουσίαν! Καὶ ἵνα μὴ θεωρηθῶ ἐπικὸς, ἀποκόπτει
2947ὁ Ῥοκόφυλλος τῆς γραίας θείας καὶ τοὺς δύο μαστοὺς, καὶ
2948κατόπιν φονεύει αὐτὴν, ἀσπαίρουσαν καὶ δυσειδεστέραν, ὡς
2949εἶχε καταστήσει αὐτήν! Καὶ εἰσέρχεται ὁ ὑπηρέτης εἰς τὸ
2950δωμάτιον, ἵνα σώσῃ τὴν ὀλολύζουσαν γραῖαν, καὶ ἡ μά-
2951χαιρα τοῦ δημίου ἐμπήγεται εἰς τὴν κοιλίαν καὶ τούτου,
2952καὶ ἔχομεν δύο θύματα ἀντὶ ἑνός!
2953Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ Ῥοκόφυλλος, ὁ ἀδελφὸς τῶν Τάκη-
2954δων, εἰς ὃν ἔδωκε χάριν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
2955διότι δὲν εὕρισκεν, ὅτι εἶναι χαρακτῆρος κακούργου, ἀνεπα-
2956νορθώτου, ἢ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφά-
2957λειαν! Καὶ ἂν δὲν ἐσχηματίσατε ἐκ τούτων πεποίθησιν,
2958θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐπισημότατον ἔγγραφον (ἀναγινώσκει):
2959«Βρεστενίτσα, τῇ 5 Φεβρουαρίου 1882. Ὁ πρῶτος λόχος
2960πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ Κάτω Πέτα. Περὶ ἐνδιαιτωμένων
2961λῃστῶν. Ὁ μὲν Δημ. Ῥοκόφυλλος, καταγόμενος ἐκ Σακα-
2962ρέτσι τοῦ Βάλτου, κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐφόνευσεν ἕτερον συγ-
2963χωριανόν του, μεταβὰς ἐνταῦθα, ἔνθα καὶ ἐνυμφεύθη. Ὁ
2964αὐτὸς κατὰ τὸ ἔτος 1875, ἀνοίξας δι’ ἀντίκλειδος κασσέ-
2965λαν τοῦ ἐνταῦθα κατοίκου Νικολάου Φώτη, τῷ ἀφήρεσεν
296660 ῥεγγίνας. Ἐπίσης δι’ ἀντίκλειδος ἐκ κασσέλας τοῦ
2967Ἀθαν. Βλαχοδήμου ἀφήρεσε δραχμὰς 200, μετ’ ὀλίγον δὲ
2968καιρὸν μεταβὰς εἰς Γλογοβίτσαν τῆς Θεσσαλίας, εἰσῆλθεν
2969εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χρήστου Κουτίνα ἢ Μπαρέλα, φονεύσας
2970δι’ ἐγχειριδίου τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὸν ὑπηρέτην του, εἶτα
2971δὲ θέσας πῦρ, ἀπεπειράθη νὰ πυρπολήσῃ τὴν οἰκίαν, ὅπερ
2972προελήφθη παρὰ τῶν χωρικῶν, οὗτος δὲ ἀπῆλθεν. Ἐκεῖθεν
2973δὲ μεταβὰς εἰς Σκουλικαρυὰν, καθ’ ὁδὸν συνέλαβεν ἱερέα ἐκ
2974Θεσσαλίας, τὸν ὁποῖον ἐγύμνωσεν ἀφαιρέσας αὐτοῦ 7 τάλληρα
2975καὶ διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ. Ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ ἔτος 1878,
2976ἑνωθεὶς μὲ συμμορίαν ἑτέρων λῃστῶν, ἠχμαλώτισαν δύο κα-
2977τοίκους τοῦ χωρίου Τσερκίστας τοῦ Κάτω Ῥοδοβιζίου, ἐν ᾗ
2978καὶ ἕτερος ὀπαδὸς Ἰωάννης Χαρμπῆς, ἀπολύσαντες αὐτοὺς
2979ἀντὶ λύτρων. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν μεταβὰς εἰς Σουμεροῦ,
2980ἐφόνευσε Τοῦρκον ἐνοικιαστὴν τῶν δημοσίων προσόδων. Κατὰ
2981τὸ αὐτὸ δὲ ἔτος ἠχμαλώτισε τὸν ἐκ Σουμεροῦ Τσούνην,
2982λαβὼν 40 λίρας ἀντὶ λύτρων, μετ’ ὀλίγον δὲ καιρὸν μετὰ
2983τοῦ Ἰωάν. Χαρμπῆ ἐκ Σουμεροῦ ἐφόνευσαν τὸν ἐκ Σουμεροῦς
2984Κουκουμπέλλαν.
2985«Συνεπείᾳ ὅθεν τῶν ἀνωτέρω πράξεων, καὶ ἐπειδὴ, ὡς ἀνω-
2986τέρω ἐῤῥήθη, οὗτοι ἐνδιαιτῶνται κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν μας,
2987ἔχοντες ἐνταῦθα ὁ μὲν πρῶτος τὴν γυναῖκά του καὶ πολ-
2988λοὺς συγγενεῖς, ὁ δὲ ἕτερος ἐπίσης πολλοὺς συγγενεῖς, ἐνδέ-
2989χεται καὶ ἤδη νὰ προβῶσιν εἰς ὁμοίας φύσεως πράξεις.
2990«Διὸ παρακαλοῦμεν τὴν Διοίκησίν μας, ὅπως εὐαρεστου-
2991μένη ἐνηργήσῃ καὶ μᾶς δοθῶσιν αἱ δέουσαι πληροφορίαι,
2992ὅπως εἰς τυχοῦσαν ἀνακάλυψιν αὐτῶν καὶ εἰς ἐνδεχομένην
2993ἀντίστασιν κατὰ τῶν τὴν σύλληψιν αὐτῶν διαταχθησομέ-
2994νων ὁπλιτῶν, ἢ εἰς ἀπόπειραν δραπετεύσεως, γίνῃ χρῆσις
2995τοῦ πυρὸς κατ’ αὐτῶν, ἢ οὔ, ἐπειδὴ οὐδεμίαν περὶ τούτων
2996εἴδησιν ἔχομεν.»
2997Καὶ ἐν τέλει ὁ ἀξιωματικὸς ἐρωτᾷ, ἐὰν πρέπῃ, ἅμα συ-
2998ναντήσῃ τὸν λῃστὴν τοῦτον, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ πυρὸς,
2999ἄνευ τῆς πολυτελοῦς διαδικασίας τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ
3000δίδεται εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας ἡ ἐντολὴ
3001νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τοῦ πυρὸς κατὰ τοιούτων ἀνθρώπων,
3002ἔστω καὶ ἀδικάστων. Περὶ τοιούτου ἄρα ἀνθρώπου ἐφρόντι-
3003σεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ Βα-
3004σιλικὴν χάριν, ἐνῷ ἔχει ἀπόφασιν τῶν Κακουργιοδικῶν,
3005καταδικάζουσαν αὐτὸ τὸ ἀποφώλιον τέρας εἰς θάνατον. Καὶ
3006λέγει κατόπιν πρὸς ἡμᾶς: «Τί ἤλθετε ἐνταῦθα, καὶ ταράσ-
3007σετε ἡμᾶς μὲ ὑποβολὰς ἐπερωτήσεων;» Καὶ λέγουσι:
3008«Καθήσατε νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, ὅπως πληρώσωμεν
3009400,000 δραχμῶν εἰς ἕνα Ἑβραῖον, προδώσαντα διὰ τοῦ
3010γαμβροῦ αὑτοῦ, τοῦ ἀπαισίου Στῆλμαν, τὴν πατρίδα. Καὶ
3011ἀφήσατε ἀνεξελέγκτους τοιαύτας πράξεις τῆς Διοικήσεως,
3012ἀξίας ὁμολογουμένως Εἰδικοῦ Δικαστηρίου!» Ὁμιλῶ δι’
3013ἐγγράφων, οὐδένα ὑβρίζω, οὐδὲ τολμῶ νὰ προπηλακίσω οὐ-
3014δένα, διότι οὐδὲ τῆς ἀνατροφῆς μου, οὐδὲ τῶν ἐμῶν ἐπιτη-
3015δευμάτων τυγχάνει τοῦτο ἴδιον. Ἀλλ’ ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν
3016ἐγγράφων, ἀνακοινῶ πράξεις Ὑπουργῶν, αἵτινες οὐχὶ ἐν-
3017ταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Τουρκίᾳ, ἐν τῇ Τουρκιᾷ, ὡς μοὶ
3018ἔγραφεν ὁ Κωνσταντινουπολίτης ἐκεῖνος, ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ
3019Κράτει ἂν ἐλάμβανον χώραν, (καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρ-
3020τυρίαν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἐνταῦθα, ὅστις ἐχρημάτισε
3021μέλος τοῦ Ὀθωμανικοῦ ἐκείνου Κοινοβουλίου,) ἤθελεν ἔχει
3022τὴν φιλοτιμίαν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπόλογος (ὡς ὁ Ὑπουργὸς
3023ἐκεῖνος, ὁ συγγενὴς τοῦ Σουλτάνου, περὶ οὗ ὡμίλησα ἐν
3024ἀρχῇ τῇ ἀγορεύσεώς μου,) νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς: «Μοὶ εἶναι
3025»ἀδύνατον, κατόπιν τοιούτων ἀποκαλύψεων καὶ τοιού-
3026»των σκηνογραφιῶν, νὰ παραμείνω μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὸν,
3027»ὡς ὀφείλει νὰ ἔχῃ αὐτὸ πᾶς Ὑπουργὸς ἐλευθέρου Κράτους,
3028»πρὶν ἢ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆ-
3029»κον αὑτῆς, καὶ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν πεπτωκότα νόμον, καὶ ν’
3030»ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον!» Τὸ δίκαιον ἢ εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουρ-
3031γὲ, ἢ εἰς τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ὅστις κα-
3032τήγγειλεν ὑμᾶς καὶ τοὺς ὑμετέρους ἀδελφοὺς, ὅτι χάριν
3033ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων ἐπροστατεύετε τὴν συμμορίαν
3034τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου.
3035Ἔχω εἰσέτι ἐνταῦθα θησαυρὸν ἀκένωτον, (δεικνύει τὰ
3036ἔγγραφα) ὃν ὅμως θέλω ἐξαντλήσει, αἰτοῦμαι δὲ τὴν ἐπιεί-
3037κειαν ὑμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν, ὅπως
3038μὴ διακοπῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα ἔχωμεν πλήρη τὴν σκη-
3039νογραφίαν καὶ τὸ πανόραμα αὐτό. Πανόραμα! δι’ ὅπερ ἀκρι-
3040βὰ, εἰμὶ βέβαιος, ἤθελον πληρώσει οἱοιδήποτε πολῖται οἱου-
3041δήποτε πεπολιτισμένου ἢ βαρβάρου Κράτους, ἵνα ἀπολαύ-
3042σωσιν αὐτοῦ, οὗπερ ὑμεῖς δωρεὰν, κύριοι συνάδελφοι, ἀπο-
3043λαμβάνετε, ὡς καὶ ἐκεῖνοι ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὰ ἀκροατήρια).
3044Ἀλέξιος Τάκης! Σκηνογραφία δεκάτη πέμπτη, ἢ εἰκο-
3045στὴ, ἀριθμήσατε. Κακουργιοδικεῖον Κερκύρας. Ἐκβίασις
3046καὶ ἁρπαγὴ δύο νέων. Ἔγκλημα ἰσάξιον πρὸς τὰ ἄλλα.
3047Ἀριθ. ἀποφάσεως 68 τοῦ 1886 ἔτους. Καταδίκη εἰς δεσμὰ
3048πρόσκαιρα 16 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καὶ πάλιν τὸν πε-
3049πειραμένον φίλον μου, τὸν πρώην παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέα
3050κ. Κωνσταντόπουλον (ἀναγινώσκει):
3051«Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς
3052περιστατικά. Ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἅπαντες (8 τὸν ἀριθ-
3053μὸν), ἑνωθέντες πρὸς ἐκτέλεσιν πολλῶν, μὴ ὡρισμένων, πρά-
3054ξεων γένους ἢ εἴδους, τὴν 10 Ἀπριλίου 1881 συνέλαβον
3055βιαίως τοὺς Δημήτριον Ι. Λάμπρου καὶ Εὐθύμιον Κ. Λάμ-
3056πρου καὶ κρατοῦντες αὐτοὺς μακρὰν τῶν γονέων των δεδε-
3057μένους, τοὺς ἠνάγκασαν, μεταχειρισθέντες βιαιοπραγίας κατὰ
3058τῶν συλληφθέντων, ἀπειλήσαντες τὸ σῶμα καὶ τὴν ζωὴν,
3059νὰ δώσωσιν αὐτοῖς ἐν εἴδει λύτρων, πρὸς ἐξαγορὰν τῆς ἐλευ-
3060θερίας των, ἀνὰ 100 λίρας ἕκαστος, ἀπέλυσαν δὲ αὐτοὺς,
3061τὸν μὲν μετὰ εἴκοσι, τὸν δὲ μετὰ τριάκοντα ἑπτὰ ἀπὸ τῆς
3062συλλήψεως ἡμέρας οἱ κατηγορούμενοι, ἀφοῦ ἔλαβον τὰς δια-
3063κοσίας ταύτας λίρας».
3064Καὶ τίς παρίσταται Εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ὡς
3065Θεὸς ἀπὸ μηχανῆς; Πάντοτε ὁ Ἰωάννης Βουλπιώτης! Φαν-
3066τάζεσθε, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἐγκλητηρίου σπουδαιοτά-
3067του, περὶ καταρτισμοῦ Δικαστηρίου ἐνόρκων, συμφωνούσης
3068ἀναμφιβόλως τῆς ὑπερασπίσεως μετὰ τῆς κατηγορίας!
3069Ἀναγνώστης Ντοῦρος, μάρτυς, τί καταθέτει; (ἀναγινώσκει):
3070«Οἱ πατέρες τῶν κατηγορουμένων (τῶν συλληφθέντων θέ-
3071λει νὰ εἴπῃ) συνήθροισαν ἐννενήκοντα λίρας, τὰς ὁποίας
3072ἔλαβον ἐγὼ καὶ ἔφερον πρὸς τοὺς λῃστάς· πρὸς δὲ τοῖς ἔδωκα
3073καὶ δύο ὡρολόγια, 2 σιλάχια χρυσᾶ, 3 σταυρωτὰ τσόχινα,
3074ἅτινα ἔλαβον οἱ λῃσταὶ καὶ ἀφῆκαν ἐλεύθερον τὸν Δημή-
3075τριον Ι. Λάμπρου, ἐκράτησαν δὲ τὸν Εὐθύμιον Κ. Λάμπρου,
3076καὶ ἐζήτουν ἄλλας 100 λίρας! — Διὰ τὸν ἄλλον αἰχμάλω-
3077τον ἔλαβον ἑτέρας ἑκατὸν λίρας χρυσᾶς ὀθωμανικὰς, τὰς
3078ὁποίας ἔφερε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κωστούλας Ἀλακούτσης, καὶ
3079ἀπέλυσαν τὸν αἰχμάλωτον».
3080«Ἐρ.—Πόσα χρήματα ἐν συνόλῳ ἔλαβον οἱ λῃσταί;
3081«Ἀπ.—Εἰς μετρητὰ καὶ εἰς διάφορα ἄλλα πράγματα
3082περὶ τὰς 250 λίρας Ὀθωμανικάς.
3083«Ἐρ.—Οἱ λῃσταὶ ἐκακοποίησαν τοὺς αἰχμαλώτους;
3084«Ἀπ.—Ὅταν ἐγὼ ἐπῆγα τὰ πρῶτα λύτρα, ἔμπροσθέν
3085μου ἐκακοποίησαν τὸν Εὐθύμιον Κ. Λάμπρου».
3086Ἕτερος μάρτυς, Κωνσταντῖνος Λάμπρου (ἀναγινώσκει):
3087«Καὶ κατόπιν ἐστείλαμεν 50 λίρας, ἃς δὲν ἐδέχθησαν, καὶ
3088ἠθέλησαν νὰ κόψωσι τοὺς αἰχμαλώτους».
3089Κωστούλας Ἀλακούτσης (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν ἐγὼ
3090ἐπῆγα ἑτέρας ἑκατὸν λίρας, ἃς δὲν ἐδέχθησαν, καὶ ἐζήτουν
3091νὰ κόψουν τὰ παιδιά».
3092Καὶ ἀκούσατε, Κύριοι, τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου
3093συλληφθέντος αἰχμαλώτου (ἀναγινώσκει):
3094«Μᾶς ἔπιασαν, μᾶς ἔδεσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὸν λαιμὸν
3095καὶ μᾶς μετέφερον εἰς τὴν θέσιν Μελίσσια.—Ἐρ. Σᾶς ἐκα-
3096κοποίησαν; —Ἀπ. Μᾶς ἔδερναν ἀδιακόπως καὶ μᾶς εἶχον δε-
3097μένους εἰς τὸν λαιμὸν, τρεῖς φορὰς δὲ ἠθέλησαν νὰ μᾶς φο-
3098νεύσουν μὲ τὸ γιαταγάνι καὶ μὲ τὸ τουφέκι.»
3099Ἄλλος, ὁ πατὴρ τοῦ παθόντος (ἀναγινώσκει): «Τότε
3100ἐγὼ ἔφυγα, καὶ ἦλθον εἰς τὸ χωρίον μου, ὅπου ἐπωλήσαμεν
3101ὅλα μας τὰ πράγματα καὶ οἰκονομήσαμεν ἑκατὸν λίρας, καὶ
3102τρία σταυρωτὰ, 4 ζεύγη τσαρουχίων, 2 σελλάχια χρυσᾶ καὶ
31032 ὡρολόγια».
3104Καὶ ἤδη θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν λῃστείαν, ἣν ἐνήργησε
3105κατὰ τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ. Κατηγορούμενοι ὁ Ἀλέξιος
3106Τάκης καὶ ὁ Δημήτριος Ῥοκόφυλλος· διότι περὶ τούτων
3107πάντοτε πρόκειται. Τὰ πρακτικὰ εἶναι τῆς 1 Ἰουνίου 1887
3108ἔτους’ καταδικάζονται δὲ οὗτοι μόνον εἰς 20 ἐτῶν δεσμά.
3109Ἀκούσατε δὲ, παρακαλῶ, τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως
3110(ἀναγινώσκει):
3111«Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς.
3112Ὅτι περὶ ὥραν 4 μ. μ. τῆς 26 ἢ 27 Ἰουλίου 1885 ἡ αἰχ-
3113μαλωτισθεῖσα Ἑλένη Γ. Καραγιαννοπούλου μετὰ τῆς ἐν
3114Μετσόβῳ διδασκαλίσσης Βασιλικῆς Μπιάζη καὶ τῆς μη-
3115τρός της Πολυξένης, μετέβησαν χάριν περιπάτου ἔξωθεν τοῦ
3116Μετσόβου, εἰς θέσιν Ἅγιος Γεώργιος, ἔνθα γίνεται ὁ συνήθης
3117περίπατος, μετὰ μίαν δὲ περίπου ὥραν συναντήσασαι εἰς τὴν
3118θέσιν ἐκείνην τὴν Εὐδοκίαν Ἀβέρωφ μετὰ τοῦ συζύγου της
3119Στεργίου Τζουανοπούλου καί τινος ἄλλης συγγενοῦς των,
3120παρέμενον χάριν περιπάτου μέχρι τῆς 6ης ὥρας, ὁπότε ἐνε-
3121φανίσθησαν ἐνώπιον αὐτῶν τέσσαρες ἄγνωστοι, φέροντες λε-
3122ρὴν φουστανέλαν καὶ μανδύας στρατιωτικούς, ἄνευ καλύμ-
3123ματος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ ὡπλισμένοι δι’ ὅπλων, μαχαι-
3124ρῶν καὶ πολυκρότων, οἵτινες ἀμέσως ἐσταμάτησαν αὐτοὺς,
3125δύο δὲ ἐκ τούτων συνέλαβον ἐκ τῶν βραχιόνων τὴν Ἑλένην
3126Καραγιανοπούλου, μὴ ἀντιστᾶσαν».
3127Δηλαδὴ ἡ ληστεία ὑπὸ τὰς ἐπιβαρυντικωτάτας περιστά-
3128σεις, προβλεπομένη καὶ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 364
3129τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τοῦ τιμωροῦντος μὲ θάνατον τοὺς λῃ-
3130στὰς, τοὺς ἐνεργήσαντας λῃστοπραξίαν εἴτε ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ,
3131εἴτε ἐν μὴ δημοσίᾳ ὁδῷ, ἀλλὰ βαρέως τραυματίσαντας τὸν
3132λῃστευθέντα (ἀναγινώσκει):
3133«Οἱ δὲ ἕτεροι δύο, ἐξακολουθεῖ τὸ ἐγκλητήριον, ἀπεπειρά-
3134θησαν νὰ ἀπαγάγωσι τὴν Εὐδοκίαν Ἀβέρωφ, ἀλλ’ αὕτη
3135ἀντέστη, ὑποβοηθουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ συζύγου της Τζουα-
3136νοπούλου, ὑπέκυψεν ὅμως κατόπιν καὶ αὕτη εἰς τὴν θέλη-
3137σιν τῶν λῃστῶν, ἀφοῦ οὗτοι ἐπιτεθέντες ἐτραυμάτισαν κατὰ
3138τὴν κεφαλὴν τὸν ἀνθιστάμενον τῆς Εὐδοκίας σύζυγον. Ὅτι,
3139καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο ταῦτα, ἐνεφανίσθησαν ὀκτὼ ἄλλοι
3140λῃσταὶ, οἵτινες, ἑνωθέντες μετὰ τῶν λοιπῶν, παρέλαβον τὰς
3141ὡς εἴρηται δύο γυναῖκας καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰ ὄρη, βαδίζον-
3142τες δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς, μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς ἐπιού-
3143σης, ὅτε ἔφθασαν εἰς πυκνόν τι δάσος ἐκ πεύκων, ἐκεῖ δ’ ἀνα-
3144παυθέντες μέχρι τῆς πρωΐας, ἠγέρθησαν καὶ βαδίσαντες
3145ἐπὶ ἀποκρήμνων ὀρέων καὶ δυσβάτων ὁδῶν, ἀνῆλθον εἰς τι
3146ὄρος, ἔνθα παρέμενον φυλάττοντες ἐπὶ ἕνδεκα ἡμέρας τὰς
3147αἰχμαλώτους. Ὅτι μετὰ ταῦτα οἱ λῃσταὶ μετέφερον τὰς
3148αἰχμαλώτους εἰς ἄλλην θέσιν δασώδη, ἔνθα κρατήσαντες
3149αὐτὰς μέχρι τῆς 12 Αὐγούστου, ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπηλευθε-
3150ρώθησαν, διεπραγματεύοντο τὴν ἀπολύτρωσιν μετὰ τοῦ ἀπε-
3151σταλμένου ὑπὸ τοῦ Ἀβέρωφ ἐπιστάτου τῶν κτημάτων αὐ-
3152τοῦ Ν. Μήτσα, ὅστις παρέδωκεν εἰς τοὺς λῃστὰς τὰ συμ-
3153πεφωνηθέντα λύτρα, ἤτοι 7,400 λίρας ὀθωμανικάς». Δη-
3154λαδὴ 200 χιλιάδας δραχμῶν!
3155Βλέπω, ὅτι ἐκπλήττεσθε, κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλ’ ἐνθυ-
3156μεῖσθε ἔν τινι προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτε ἔλεγον πρὸς
3157ὑμᾶς, ὅτι ἀξιοῦντες, ὅτι οἱ φίλοι αὐτῶν ἔχουσιν οἰκονομικοὺς
3158συνδυασμοὺς, ἐσκέφθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ποιήσωνται τοὺς οἰ-
3159κονομικοὺς αὐτῶν συνδυασμοὺς, καὶ ἀφθόνως εἰσέῤῥευσεν ὁ
3160χρυσὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουρ-
3161γοῦ. Λοιπὸν 7,400 λίρας! Ἀλλὰ μόνον ταῦτα; Ἀκούσατε
3162(ἀναγινώσκει):
3163«Καὶ διάφορα ἄλλα πολύτιμα εἴδη, ἤτοι τέσσαρα ὡρο-
3164λόγια χρυσᾶ μὲ τὰς ἁλύσους, μίαν ὁμοίαν χρυσῆν, ἑτέραν
3165ἀργυρὰν τοῦ λαιμοῦ, ἓν δακτυλίδιον χρυσοῦν μὲ ἀδάμαντα,
3166ἀξίας ἑκατὸν λιρῶν, ἓν μενταλιὸν μὲ πολλοὺς ἀδάμαν-
3167τας, δύο τάσια ἀργυρᾶ κλπ. παρέλαβε καὶ ἀπηλευθέρωσε
3168τοὺς αἰχμαλώτους, ὧν ἡ ζωὴ ἐτέθη εἰς προφανῆ κίνδυνον
3169ἐκ τῶν κακουχιῶν καὶ στερήσεων, ἃς ὑπέστησαν, καὶ τῶν
3170βιαιοπραγιῶν καὶ ἀπειλῶν τῶν λῃστῶν, οἵτινες ἐπὶ δεκαε-
3171πτὰ ὅλας ἡμέρας κατεκράτησαν παρανόμως τὰς αἰχμαλώ-
3172τους, ἀπαγαγόντες αὐτὰς ἀκουσίως εἰς δασώδη καὶ ἀπόκρη-
3173μνα μέρη, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἁρπαγεῖσαι ἀφῃρέθησαν τῆς
3174προστασίας τῆς Κυβερνήσεως».
3175Καὶ κατηγορεῖ αὐτοὺς ὡς παραβάντας τὸ ἄρθρον 364 τοῦ
3176Ποινικοῦ Νόμου, ὅπερ τοιαύτην λῃστείαν, ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ
3177γενομένην, (διότι ἠκούσατε, ὅτι ἐγένετο ἐν τῷ δημοσίῳ περι-
3178πάτῳ,) καὶ καθ’ ἣν ἐξετελέσθησαν βιαιοπραγίαι καὶ τραυ-
3179ματισμοὶ ἐπικίνδυνοι κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς συζύγου, ὅστις
3180ὥρμησεν ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδίας γυναικὸς, ὅπερ λέγω τοι-
3181αύτην λῃστείαν τιμωρεῖ, καὶ δικαίως, μὲ τὴν ποινὴν τοῦ
3182θανάτου. Καὶ ἐπὶ τῇ ποινῇ τοῦ θανάτου ἐγκαλεῖ αὐτὸν ὁ
3183παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεύς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι λέγω ταῦτα,
3184μὴ ἔχων πλήρη τὴν δικογραφίαν τῆς λῃστείας Ἀβέρωφ,
3185διότι ἤδη, κατ’ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Κερ-
3186κύρας, ἀπὸ τῆς 10ης Μαρτίου 1888 ἔτους ἔχει σταλῆ αὕτη
3187εἰς τὸν Ἀνακριτὴν Ἄρτης. Ἐννέα ὅλους μῆνας εὑρίσκεται
3188ἡ δικογραφία εἰς τὴν Ἄρταν χάριν ἀνακρίσεων, ἀλλὰ τίς
3189οἶδε, μήπως ἐξ ὀπισθοβουλίας καὶ φιλοτεχνηθείσης ἀμύνης,
3190ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐνταῦθα ὁλόκληρον αὐτὴν, καὶ μὴ ὦμεν κύ-
3191ριοι ἐν δικαιώματι νὰ ἐρευνήσωμεν αὐτὴν, ὡς ἐμπρέπει εἰς
3192δικανικοὺς ἄνδρας. Τὰ βουλεύματα εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰ
3193ἐγκλητήρια τῆς Εἰσαγγελίας, πλὴν οἱ ἔνορκοι δὲν δέχονται
3194τὴν λῃστείαν ἐν δημοσίᾳ ὁδῷ καὶ ὅτι ἐβλήθη τινὸς εἰς κίν-
3195δυνον ἡ ζωή, καὶ δὲν δέχονται, ὅτι ἐτέθη εἰς κίνδυνον ἡ
3196ζωὴ τοῦ συζύγου, διότι πάντοτε ὄπισθεν τῶν δικογραφιῶν
3197Τάκη καὶ Ῥοκοφύλλου ἵσταται ὑψηλός τις καὶ παχὺς καὶ
3198ἀόρατος προστάτης, ὅστις, ὁτὲ μὲν διὰ τοῦ Ἀντεισαγγε-
3199λέως, ὁτὲ διὰ τοῦ Προέδρου, ἄλλοτε μὲν διὰ τῶν ἐνόρκων,
3200ἄλλοτε δὲ τίς οἶδε διὰ τίνων μέσων, ἅτινα δυστυχῶς ἡμεῖς
3201ἐδῶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, φροντίζει νὰ ἀσφαλίζῃ
3202τὴν ζωὴν τηλικούτων ἀποτροπαίων τεράτων.
3203Ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτυρικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι
3204καὶ δημοσίᾳ ἡ ὁδὸς καὶ εἰς κίνδυνον ὑπεβλήθη ἡ ζωὴ τοῦ
3205συζύγου τῆς ἑτέρας αὐτῶν. Τὰ βουλεύματα, εἶναι περιττὸν
3206νὰ εἴπω, ὅτι δέχονται τὴν δημοσίαν ὁδὸν, καὶ τὰ τραύματα
3207καὶ τὴν λῃστείαν, διότι ἄλλως δὲν ἐδύνατο ὁ Εἰσαγγελεὺς
3208τοιαύτην κατηγορίαν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῷ δημοσίῳ αὐτοῦ
3209ἐγκλητηρίῳ. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τὰ πρακτικὰ ἐνώπιον τοῦ
3210Κακουργιοδικείου, ἤτοι τὴν ἔνορκον βεβαίωσιν τῶν πραγμά-
3211των (ἀναγινώσκει):
3212«Προσῆλθεν ἕτερος μάρτυς,.... ὅστις ἐρωτηθεὶς εἶπεν, ὅτι
3213ὀνομάζεται Νικόλαος Θεμελῆς. Μῆτσος καὶ ἐξετασθεὶς κα-
3214τέθεσεν ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἀνακρίσει προσθεὶς, ὅτι κατὰ τὴν
3215αἰχμαλωσίαν ἐπῆγεν, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τῶν λῃ-
3216στῶν, καὶ ἐκάθησε πέντε ὥρας μαζῇ των, κατόπιν ἐξαναπῆγε
32175 ἢ 6 φορὰς, τὴν τελευταίαν τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ ἴδῃ τὴν
3218θυγατέρα τοῦ Ἀβέρωφ, ἥτις, ἅμα ἰδοῦσα αὐτὸν, ἐνηγκαλί-
3219σθη κλαίουσα, ἔμεινε δὲ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν 6 ἢ 7
3220ὥρας μετὰ τῶν λῃστῶν, ὅτι, ὅτε τοῖς προσεκόμισε τὰ λύτρα,
32217400 λίρας ὀθωμανικὰς, 4 ὡρολόγια χρυσᾶ καὶ πλεῖστα
3222ἄλλα κοσμήματα, ἦσαν παρόντες ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι
3223καὶ τὰ ἐμετροῦσαν, τὰ ἐκτυποῦσαν δὲ εἰς λίθον, ὅπως ἴδωσιν,
3224ἂν ἦναι νόθα ἢ γνήσια, καὶ ἀναγνωρίζει καὶ τοὺς τέσσαρας
3225κατηγορουμένους, οἵτινες τότε ἦσαν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν,
3226καλλίτερον ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του. Ὅτι ὁ δρόμος, ὅπου διε-
3227πράχθη ἡ λῃστεία, εἶναι δημόσιος καὶ ἁμαξωτός».
3228Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία ὑπάρχει, καὶ ἂς φέρωσιν
3229ὅσας δήποτε ἐνταῦθα ἐτυμηγορίας, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐπιει-
3230κῶς καὶ διὰ μέσων παρανόμων δὲν ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ
3231Κακουργιοδικείου οἵαν ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν τὰ βουλεύματα
3232καὶ ἐγκλητήρια τοῦ Εἰσαγγελέως. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην
3233ὁ Τάκης κατεδικάσθη τῇ 1ῃ Ἰουνίου 1887 ἔτους, ὡς εἶπον,
3234εἰσελθὼν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος.
3235Δικαιολογεῖται τώρα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ
3236ἠκούσατε σειρὰν τοιούτων ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ Τάκη
3237καὶ τοῦ Ῥοκκοφύλλου, λέγων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ
3238τὴν κεφαλικὴν ποινὴν κατὰ τοῦ Τάκη διὰ πρᾶξιν, ἣν εἶχεν
3239ἐνεργήσει κατὰ τὸ 1875 ἔτος, ὡς ἐκ τοῦ νεαροῦ δῆθεν τῆς
3240ἡλικίας; καὶ διότι δῆθεν μιᾶς καὶ μόνης πράξεως ἐγένετο
3241τότε ἔνοχος, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ
3242τοῦ 1875 ἐγένετο ἔνοχος φοβερᾶς ἀποπείρας δολοφονίας,
3243μισθωθεὶς ἐπὶ χρήμασι; καὶ ἀφοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἂν
3244δὲν ἐτίθεντο εἰς ἐνέργειαν μέσα καὶ ἰσχυραὶ προστασίαι διὰ
3245πάσας τὰς πράξεις, ἅστινας ἐντεῦθεν ἀπηρίθμησα, ἔπρεπε
3246νὰ καταδικασθῶσιν εἰς θάνατον καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ
3247Τάκης; Ἐν τίνι συγγράμματι περὶ ποινῆς, καὶ εἰδικῶς περὶ
3248τῆς τοῦ θανάτου, εὗρε παρομοίας θεωρίας ἡ ἔξοχος νομικὴ
3249ἱκανότης τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ; Ἡμεῖς
3250γνωρίζομεν ἐκ τῶν νόμων, οὕς ἐσπουδάσαμεν, καὶ ἐκ τῶν
3251συγγραφέων, οὓς ἀνέγνωμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως
3252θανατικῆς ποινῆς, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ὅλος ὁ βίος καὶ ὅλος
3253ὁ χαρακτὴρ τοῦ καταδικασθέντος, καὶ ἐξετάζονται πᾶσαι αἱ
3254προγενέστεραι καὶ μεταγενέστεραι πράξεις ἐκείνης, δι’ ἣν
3255κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἥτις ἄλλως, προκειμένου περὶ Τάκη,
3256ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὴ νὰ σύρῃ κατ’ αὐτοῦ τὸν πέλεκυν τοῦ
3257δημίου. Καὶ μετὰ τοιαύτην φιλοσοφικὴν καὶ πλήρη καὶ ἀμε-
3258ρόληπτον ἐξέτασιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δι-
3259καιοσύνης νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος
3260καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν πολυτιμότερον ἀδάμαντα τοῦ Στέμμα-
3261τος, ὅστις εἶναι ἡ προνομία τῆς χάριτος, καὶ νὰ ποιήσηται
3262χρῆσιν αὐτοῦ, ὅπως σώσῃ τὴν κεφαλὴν καταδίκου! Ἀλλὰ
3263ποτὲ δὲν ἀπηντήσαμεν οὐδ’ ἐν τοῖς νόμοις τῶν ἀρχαίων καὶ
3264τῶν νεωτέρων πολιτειῶν, οὐδ’ ἐν τοῖς συγγραφεῦσι, τοῖς περὶ
3265θανατικῆς ποινῆς συγγράψασιν, οὐδ’ ἐν τοῖς ποινικολόγοις
3266καὶ τοῖς φιλοσόφοις, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουρ-
3267γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ μίαν μηχανὴν ἣν νὰ κορδίζῃ,
3268καὶ ἐκ τῆς μηχανῆς ταύτης, ἀνοιγομένης, νὰ ἐμφανίζηται ὁ
3269ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαίφνης, ὁτὲ μὲν χειρονομῶν ὡς
3270Εἰσαγγελεύς, ὁτὲ δὲ ὡς Πρόεδρος, διευθύνων τὰς συνεδριάσεις
3271τῶν Κακουργιοδικείων, καὶ νὰ ὑπεραμύνηται, ὅπως σώσῃ τοὺς
3272πολιτικοὺς αὑτοῦ φίλους, ἐκείνους, οὓς ὁ συντάκτης τοῦ «Χρό-
3273νου Ἀθηνῶν» δημοσίᾳ ἔγραψε, καὶ ἐδέχθη τὴν εὐθύνην τῶν
3274γραφέντων, ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐφιλοξένουν ἐν τῇ οἰκίᾳ
3275αὑτῶν οἱ ἀδελφοὶ Βουλπιῶται ἐν Μεσολογγίῳ, «χάριν ἰδίως
3276χρηματικῶν ὠφελημάτων», ὡς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ γράψῃ
3277ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν», περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσι
3278τὴν τόλμην νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ
3279δύο ἔτη, καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀνόρ-
3280θωσιν τοῦ πεπτωκότος αὑτῶν δικαίου.
3281Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες χαρίζουσι τοιουτοτρόπως
3282τὰς κεφαλὰς τοιούτων δημίων; Ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ὤκνη-
3283σαν, εὐθὺς μετὰ τὴν Βουλευτικὴν ἐκλογὴν τῆς 4ης Ἰανουα-
3284ρίου, εἴκοσι καταδίκους νὰ στείλωσιν εἰς τὸν Ἅδην· καὶ ἐνθυ-
3285μεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀνεγινώσκετε εἰς μεγαλο-
3286σχήμους ἐφημερίδας τοὺς πλόας τῆς λαιμητόμου, καὶ ἐβλέ-
3287πετε ποικιλομόρφους μορφὰς, δημοσιευομένας ἐν ταῖς πρώταις
3288σελίσι μεγαλοσχήμων ἐφημερίδων, μορφὰς τεράτων, ἅτινα
3289ἀπεκεφάλισεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν φείδονται
3290ἄρα τοῦ αἵματος ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶναι φίλοι αὑτῶν, καὶ
3291διὰ τοῦτο δὲν ἐφείσθησαν τοῦ αἵματος τοῦ Μπογιάτη, συμ-
3292πολίτου τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀντιπάλου
3293πολιτικοῦ, ὅστις κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ἐνῷ οἱ μάρ-
3294τυρες κατηγγέλθησαν ἐπὶ ψευδορκίᾳ καὶ ἐνῷ διεξήγοντο
3295ἀνακρίσεις πρὸς βεβαίωσιν ἢ οὐ τῆς ψευδορκίας, ἧς συνεπείᾳ
3296κατεδικάσθη εἰς θάνατον ὁ Μπονάτης, καὶ ἐνῷ ἐκκρεμεῖς
3297οὕτως ἵσταντο αἱ ἀνακρίσεις κατὰ τῶν ψευδομαρτύρων, —
3298τῶν πραγματικῶν ἢ οὔ, δὲν ἐξετάζω σήμερον, — ὁ πέλεκυς
3299τοῦ δημίου ἀπεχώρησε τὴν κεφαλὴν τοῦ Μπονάτη ἐκ τοῦ
3300σώματος, διότι, ὡς λέγουσι, δὲν ἦτο πολιτικὸς φίλος τοῦ
3301Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν...
3302§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ κατηγο-
3303ρία, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμοῦ ἀπευθύνετε, εἶναι τοσοῦτον βαρεῖα,
3304ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι, πρὶν ἀπευθύνητε αὐτὴν, ἠθέλετε ζητήσει
3305νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα, διότι ὑποθέτω, ὅτι τίμιος ἄν-
3306θρωπος, ἀπευθύνων τοιαύτην κατηγορίαν, ἔχει καθῆκον νὰ
3307ἐξετάσῃ καλῶς τὰ πράγματα πρὶν τὰ ἐκθέσῃ. Χρεωστῶ νὰ
3308σᾶς εἴπω, ὅτι, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, ἂν ὁ Μπονά-
3309της ἦναι ἀντίπαλος ἢ ὄχι, ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἵνα ἐν Κερ-
3310κύρᾳ, ὅπου πρὸ πολλῶν ἐτῶν θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐξετε-
3311λέσθη, ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω τὸ ἀποτρόπαιον τῆς ἐκτελέ-
3312σεως ταύτης, παρεκάλεσα δ’ ἐπιμόνως καὶ πολὺ τὸν ἐπὶ τῆς
3313Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, καὶ ἐζήτησα καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ
3314ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου,
3315ἵνα ὑπὲρ τῆς χάριτος συνηγορήσῃ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς
3316Δικαιοσύνης ἔμεινεν ἄκαμπτος, καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν παρά-
3317κλησιν ἡμῶν ταύτην.
3318§109ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρώτη φράσις, ἐξ ὅσων εἶπον ἀπὸ τοῦ βή-
3319ματος τούτου περὶ τοῦ Μπονάτη, εἶναι, ὅτι ἐδήλωσα ῥη-
3320τῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἀναδέχομαι εὐθύνην περὶ τῆς ἀληθείας
3321τούτων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν,
3322εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας
3323Μπονάτη κατηγγέλθησαν ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ; Παρακαλῶ
3324νὰ μοὶ ἀπαντήσητε. Βεβαίως δὲν ἀπαντᾶτε, διότι διατάσ-
3325σει ὑμᾶς οὕτως ὁ Πρωθυπουργὸς,.... ὅστις ἀπεκώλυσε καὶ
3326προχθὲς τὸν κύριον....
3327§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν βλέπετε, ὅτι ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ
3328ἀπαντήσω....
3329§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἡμέραν τινὰ, ὅτι τὸν Ὑπουρ-
3330γὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτράβηξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ
3331τοῦ ἐπενδύτου, καὶ ἀμέσως οὗτος ἐκάθησε.
3332§112ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀπαντῶ.
3333§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἀκούω.
3334§114ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατηγορία ἐγένετο κατά τινων τῶν μαρ-
3335τύρων ἐπὶ ψευδορκίᾳ· δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἀπε-
3336δείχθη, ὅτι οἱ μάρτυρες οὗτοι πράγματι ἐψευδομαρτύρησαν·
3337ἠξεύρω μόνον, ὅτι ἀνακρίσεις διεξάγονται.
3338§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν βεβαιοῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
3339ὅτι, ἐνῷ κατηγγέλθησαν μάρτυρες ἐπὶ ψευδορκίᾳ, συνεπείᾳ
3340τῶν μαρτυριῶν τῶν ὁποίων ὁ Μπονάτης κατεδικάσθη εἰς
3341θάνατον, καὶ ἐνῷ αἱ ἀνακρίσεις κατὰ τῆς κατηγορίας ταύ-
3342της τῶν μαρτύρων δὲν ἐπερατώθησαν, ὁ πέλεκυς τοῦ δη-
3343μίου ἀπέκοψε τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀτυχοῦς Μπονάτη. Καὶ λέγω
3344ταῦτα ἐν γνώσει πασῶν τῶν λεπτομερειῶν τῆς δίκης ταύτης.
3345Διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔχω ἐν τῇ μικρᾷ βιβλιοθήκῃ μου,
3346(διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν καὶ μικρὰν βιβλιο-
3347θήκην, ἐπειδὴ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τινων ἡμερῶν ἀνέγνων ἔν
3348τινι μεγαλοσχήμῳ ἐφημερίδι, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δι-
3349καίωμα νὰ ὁμιλῶμεν, ὡς μὴ ἔχοντες δῆθεν οὔτε βιβλία ἐν
3350ταῖς ἡμετέραις οἰκίαις,) ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν, ὅτι ἔχω ἐν τῇ
3351βιβλιοθήκῃ μου ὁλόκληρον φυλλάδιον, πραγματευόμενον ἐν
3352ἄκρᾳ λεπτομερείᾳ τὰ τῆς δίκης Μπονάτη, καὶ ἐκθέτον τὴν
3353εὐθύνην ἐκείνου, ὅστις, οὑτωσεὶ ἐκκρεμοῦς ἱσταμένου τοῦ ζη-
3354τήματος διὰ τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τῶν μαρτύρων κατη-
3355γορίας ἐπὶ ψευδορκίᾳ, ἀφῆκε τὸν πέλεκυν τοῦ δημίου νὰ
3356πέσῃ καὶ νὰ ἀποχωρίσῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ πολιτικοῦ ὑμῶν
3357ἀντιπάλου, διότι τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε. Δὲν λέγω,
3358ὅτι ἐδώσατε τοιαύτην ἐντολὴν, ἀλλὰ συμπίπτει μία σύμ-
3359πτωσις ἀρκετὰ δυνατή.
3360§116ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιμονή σας, μετὰ τὰ παρ’
3361ἐμοῦ λεχθέντα, ἀποτελεῖ ἀτιμίαν.
3362§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν λέξιν ταύτην στρέφω ἐναντίον σου.
3363Καὶ βεβαίως τοιαύτας λέξεις θέλουσιν εἰπεῖ περὶ ἐκείνου,
3364ὅστις ἔχει τὸ θάῤῥος ἐντεῦθεν ἐπὶ τέσσαρας ἤδη ὁλοκλήρους
3365ὥρας νὰ καταγγέλλῃ τὰ ἐγκλήματα αὐτῶν. Τὴν ἀτιμίαν
3366λοιπὸν τὴν ἀποδίδω εἰς τὸ πρόσωπόν σου.
3367§118ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λέξεις καὶ τίποτε ἄλλο.
3368§119Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν
3369ὑβρίζουσι τοὺς ἀγορεύοντας.
3370§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν φθάνει ἡ ὕβρις του μέχρις ἐμοῦ.
3371Σᾶς ἐκαυτηρίασεν ἡ ἀγόρευσίς μου, καὶ τρέμετε, καὶ διὰ
3372τοῦτο ὑβρίζετε καὶ προπηλακίζετε. Λοιπὸν αὐτὰς τὰς ὕβρεις
3373τὰς στρέφω ἐναντίον σου, διότι εἶσαι ἄξιος τοιαύτης ὕβρεως,
3374μοχθηρὲ καὶ αὐθάδη Ὑπουργέ!
3375§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν τὰς
3376λέξεις, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθην ν’ ἀπευθύνω ὑμῖν. Αὐτὸ καὶ
3377μόνον (εὖγε!).
3378§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ προχωρήσω,
3379ἀδιαφορῶν πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ προεκάλεσεν ὁ ἐπὶ τῶν
3380Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, δὲν γνωρίζω τί σκεπτόμενος, ὅτι δύνα-
3381ται νὰ κερδίσῃ. Ἠκούσατε ἐπανειλημμένως τὸ ὄνομα Γρανί-
3382τσα τινὸς δημάρχου. Καὶ οὗτος, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχει ὑπὲρ
3383ἑαυτοῦ βούλευμά τι ἀπαλλακτικὸν ὡς Δήμαρχος καὶ ὡς μὴ
3384μετασχὼν δῆθεν εἰς προστασίαν ληστοσυμμοριῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ,
3385ὡς τὰ πράγματα τοῦ τόπου περιῆλθον, οὐδεμίαν πλέον ἔχω
3386οὔτε ἐκ βουλευμάτων, οὔτε ἐκ δικαστικῶν ἀποφάσεων
3387πεποίθησιν. Τί βουλεύματα καὶ τί δικαστικαὶ ἀποφά-
3388σεις, ὅταν, Κύριοι, ἐπὶ τοσαύτας ὥρας ἀπὸ τοῦ βήματος
3389τούτου ἀμερολήπτως ἐκθέτωμεν δυνάμει τίνων ἀποκρύφων
3390ἐνεργειῶν τὰ βουλεύματα καὶ αἱ ἀποφάσεις, καταρτίζονται;
3391Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, ἔγγραφα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
3392κῶν Ὑπουργοῦ Παπαμιχαλοπούλου, ῥητῶς καταγγέλλοντα
3393τὸν Γρανίτσαν, ὡς διατρέφοντα λῃστὰς ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ.
3394Καὶ ποίους, Κύριοι, λῃστάς; Τὸν Τάκην καὶ τὴν συμμορίαν
3395αὐτοῦ. Εἶναι τὸ ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 18,410 τοῦ ἔτους 1885
3396(ἀναγινώσκει):
3397«Βασίμους ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἔτι
3398ὁ λήσταρχος Ἀποστολάκης μετὰ τοῦ ὀπαδοῦ αὐτοῦ διῆλθεν
3399ἐκ τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν καὶ διέτριψε μάλιστα παρὰ τοῖς
3400συγγενέσι καὶ τοῖς φίλοις αὐτοῦ, ἤτοι ἐν Σκυλίστᾳ μὲν
3401παρὰ τῷ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρῷ αὐτοῦ Γεωργίῳ Καραγκούνη,
3402ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲ παρὰ συγγενέσιν αὐτοῦ καὶ παρὰ τῷ Δη-
3403μάρχῳ Ἀπεραντίων, μεθ’ οὗ, ὡς μανθάνομεν, εἰς στενὰς δια-
3404τελεῖ σχέσεις καὶ συναιτερισμοὺς συμφερόντων».
3405Καὶ ὁ δήμαρχος Ἀπεραντίων εἶναι ὁ Γρανίτσας, ὁ συγγε-
3406νὴς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ συγγενὴς
3407τοῦ Ἐφόρου, τοῦ μεταβάντος ὡς μάρτυρος ὑπερασπίσεως
3408εἰς τὰ Τρίκκαλα.
3409Ἕτερον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν,
3410τῆς ἐπισημοτάτης δηλ. ἀρχῆς τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κρά-
3411τους, ὑπ’ ἀριθ. 20,097 τῆς 29 Ἰουλίου 1885 ἔτους (ἀνα-
3412γινώσκει):
3413«Μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ ληστάρχου Ἀποστολάκη
3414Κωστάκη καὶ τοῦ ὀπαδοῦ αὐτοῦ Τάση Τζουμάκη ἀπομέ-
3415νουσιν ἐκ τῶν γνωστῶν λῃστρικῶν καὶ ἐπίσης ἐπιφόβων
3416συμμοριῶν αἱ τοῦ Τάκη καὶ Δράκου, αἵτινες, ἐγκληματοῦσαι
3417ἐν τῷ Τουρκικῷ, εἰσέρχονται καὶ εὑρίσκουσιν ἀσυλίαν ἐν τῷ
3418Ἑλληνικῷ, ἡ μὲν τοῦ Τάκη καθὼς καὶ τοῦ φονευθέντος
3419Ἀποστολάκη ἐν Καλλαῤῥύταις παρὰ τοῦ γνωστοῦ ληστα-
3420ποδόχου Γιαχνῆ, ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲ κατὰ τὸν δῆμον Ἀπεραν-
3421τίων παρὰ τοῦ Δημάρχου.
3422Ἐν τῷ δήμῳ λοιπὸν Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας εὑρί-
3423σκουσιν ἄσυλον οἱ λησταὶ παρὰ τῷ Δημάρχῳ. Ἕτερον ἔγ-
3424γραφον: «Νομάρχας Ἄρτης καὶ Αἰτωλίας καὶ ἔπαρχον
3425Τζουμέρκων». (Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Παπαμιχαλοπού-
3426λου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπ’ ἀριθ. 22,283,
3427ἐν ᾧ καταγγέλλονται οἱ Δήμαρχοι).
3428Καὶ κατάθεσις μάρτυρος σπουδαιοτάτου, τοῦ Κωνσταν-
3429τίνου Βοτσαΐτου (ἀναγινώσκει):
3430«Ἐγεννήθην καὶ κατοικῶ εἰς Μεσολόγγιον, διαμένω ἐν-
3431ταῦθα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, Ἀνθυπομοίραρχος τῆς Χωρο-
3432φυλακῆς καὶ χριστιανός. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν δήμαρχον
3433Ἀνδρέαν Γρανίτσαν, παρὰ τῶν αὐτῶν ποιμένων ἐπληροφο-
3434ρήθημεν, ὅτι ὁ Γλάγκος, τῇ συστάσει τοῦ εἰρημένου Δημάρ-
3435χου, ὑπέθαλπε τὸν ληστὴν Τάκην καὶ τὴν συμμορίαν του».
3436Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν
3437Ἐσωτερικῶν, τὸν γινώσκοντα τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
3438ῥητῶς καταγγέλλοντα καὶ κατονομάζοντα τὸν δήμαρχον
3439Γρανίτσαν, ὡς προστατεύοντα τὴν ληστρικὴν συμμορίαν
3440Τάκη, ἔτι δὲ ἔχομεν καὶ τὴν χωροφυλακήν.
3441Ἴσως, Κύριοι, ἠνώχλησα ὑμᾶς, διὰ μακρῶν ἐπὶ τοσαύ-
3442τας ὥρας ἀγορεύσας. Ἴσως περισσότερον ὑμῶν (δεικνύων
3443τοὺς συμπολιτευομένους) ἠνώχλησά τινας ἐκ τῶν ἀξιοτίμων
3444ἐντεῦθεν κυρίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν περισσότερον ἐξε-
3445τέλεσα, ἢ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα Βουλευτὴν καθῆκον
3446καὶ δικαίωμα. Ὅταν ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ παριστῶσιν,
3447ἡμᾶς μὲν ὡς μὴ ἐννοοῦντας δῆθεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν
3448ὑψίστην ἐντολήν, ἣν διὰ χιλιάδων ψήφων ἐλευθέρων συμπο-
3449λιτῶν ἡμῶν ἐλάβομεν, παρίστανται δὲ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοὶ
3450μόνοι ὡς σωτῆρες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὃν εἴδομεν πόσον ἠγά-
3451πησαν, ὅτε παρώτρυνον τοὺς Ἠπειρώτας καὶ τοὺς Θεσ-
3452σαλοὺς νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν κατάληψιν τῶν χωρῶν αὐτῶν
3453παρὰ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν. Ὅταν ἔλεγον ὁ Ἀντει-
3454σαγγελεύς, ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτός,
3455ὅτι ἐλαφρυντικὴ περίστασις εἶναι, τὸ ὅτι οἱ λησταὶ ἐγκλη-
3456μάτησαν καθ’ ὑπηκόων Τούρκων, ἀλλὰ Χριστιανῶν τὸ
3457θρήσκευμα καὶ ὁμοφύλων ἡμῶν. Ὅταν, λέγω, οὕτω πως
3458πολιτεύωνται, οὐδαμῶς δικαιοῦνται νὰ λέγωσι περὶ ἡμῶν
3459μὲν, ὅτι δὲν γινώσκομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, ὅτι
3460παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν κανονικὴν λειτουρ-
3461γίαν τοῦ Κοινοβουλίου, αὐτοὶ δὲ ἦλθον δῆθεν ἐδῶ, ἵνα σώ-
3462σωσι καὶ Ἑλληνισμὸν καὶ Ἑλλάδα, καὶ πεπτωκότας νό-
3463μους καὶ ἀδικουμένους πολίτας.
3464Καὶ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάλληλος στιγμή, μετὰ τὴν λε-
3465πτομερῆ ἐξέτασιν πάντων τούτων τῶν ἐγκλημάτων, ὧν
3466ὅμοια βεβαίως δὲν ἠκούσατε μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθέντα, νὰ
3467ἴδωμεν, ὁποία τις τυγχάνει ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς
3468ἐνασκήσαντος τὴν προνομίαν τῆς χάριτος ὑπὲρ τοῦ Τάκη
3469καὶ τοῦ Ροκοφύλλου. Καὶ τί λέγω ὁποία τις εἶναι ἡ εὐ-
3470θύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν,
3471ὁποία τις ἡ εὐθύνη ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
3472Διατί; Διότι δὲν εἶχον παρέλθει πολλαὶ ἡμέραι καὶ ἐνθυ-
3473μεῖσθε βεβαίως, ὅτι ἐπὶ τῇ πράξει τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
3474σύνης Ὑπουργοῦ ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὁ κ. Πρωθυ-
3475πουργός, ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν φίλων αὐτῷ ἐφημερίδων,
3476καὶ ἐζήτησε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς πλειονοψηφίας τὸν
3477συνάδελφον αὐτοῦ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
3478Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔχω τὸν φάκελλον, τὸν περιέχοντα τὸ
3479Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ μετεβλήθη ἡ ποινὴ τοῦ Τάκη
3480καὶ Ῥοκοφύλλου· ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς
3481τὸν Βασιλέα, ἔχω ἐπίσης καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμ-
3482βουλίου τῶν χαρίτων, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸν
3483Ἄνακτα, συνυποβαλὼν αὐτῷ τὸ πρὸς ἀπονομὴν χάριτος
3484εἰς τὸν Τάκην καὶ Ῥοκόφυλλον καὶ ἄλλους Βασιλικὸν Διά-
3485ταγμα.
3486Λέγει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι «εὑρί-
3487σκει ὀρθὴν καὶ δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ
3488τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς». Εὑρίσκει, λέγει, ὀρθὴν καὶ δεδι-
3489καιολογημένην τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτρο-
3490πῆς. Καὶ τώρα, Κύριοι, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἀναγνώσω
3491ὑμῖν αὐτὴν τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς γνωμοδοτικῆς Ἐπιτρο-
3492πῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων, ἵνα ἴδητε, τί λέγει περὶ Τάκη καὶ Ῥο-
3493κοφύλλου καὶ ἄλλων τινῶν, κατωτέρας, ἢ καὶ ἴσης περιωπῆς,
3494κακούργων. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ γνωμοδοτικὴ τῶν
3495χαρίτων Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν, περὶ ὧν καὶ
3496ὑμεῖς καὶ ἐγὼ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης καθῆκον εἴχομεν
3497νὰ φρονῶμεν, ὅτι πιστῶς ἐκτελοῦσι τὸ ἱερώτατον τοῦτο τῶν
3498καθηκόντων· διότι ἴσα πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν δίδοντα καὶ
3499ἀπονέμοντα τὴν χάριν, ἵστανται αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι, αἵτι-
3500νες προμελετῶσι καὶ προεξετάζουσι τὰς δικογραφίας ἐμβρι-
3501θῶς καὶ δικαίως καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἐκφέρουσι τὴν γνώμην
3502αὐτῶν, ἐν συνειδήσει ἀποφαινόμεναι.
3503Καὶ τίνες νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι οἱ ἄνδρες οὗτοι, περὶ
3504ὧν ὁμολογουμένως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶχον τὴν ἀρί-
3505στην ἰδέαν; Ὁ κ. Καρατζᾶς, Εἰσαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις
3506ἐνταῦθα, ὁ κ. Γαλιάτσας, Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν
3507ἐνταῦθα, ὁ κ. Πετσάλης, Τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
3508τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Μαντζούφας, Εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ
3509Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ ὁ κ. Παππαφράγκος, Γενικὸς Γραμμα-
3510τεὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ συγγενὴς,
3511ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.... Παρακαλῶ μίαν
3512στιγμὴν, ἵνα συσχετίσωμεν.
3513§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3514§124ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τὸν Τάκην.
3515Ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην ὑμῶν περὶ τῶν ποικίλων καὶ τε-
3516ρατωδῶν αὐτῶν ἐγκλημάτων. Δὲν ἐκράτησα τὸν ἀριθμὸν,
3517διότι εἶναι ἀτελεύτητος, ἀλλ’ ὑμεῖς ἴσως ἐκρατήσατε αὐτὸν,
3518καὶ ἐμείνατε ἔκπληκτοι ἀπέναντι τῶν φοβερῶν κακουργημά-
3519των, ἅτινα πάντα εἰσὶ ληστεῖαι ἐν δημοσίαις ὁδοῖς, καὶ μετὰ
3520πληγῶν καὶ βασάνων, φόνοι ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως,
3521ἑνώσεις, ἁρπαγαὶ ἀνθρώπων, ἐκβιάσεις, ἀφαιρέσεις χιλιάδων
3522λιρῶν, αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ κακουργήματα, ἀποκοπαὶ
3523ῥινῶν καὶ ὤτων καὶ μαστῶν τῆς γραίας θείας τοῦ Ῥοκοφύλ-
3524λου. Ἔγγραφα ἀξιωματικῶν ἀριθμοῦσι μυρία ἐγκλήματα,
3525γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, τοῦ Ῥοκοφύλλου. Ἔγγραφα πασῶν
3526τῶν Διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀκόμη, χα-
3527ρακτηρίζουσιν αὐτὸν ὡς τὸν ἐπιφοβώτατον τῶν κακούργων,
3528τὸν ἀρχηγὸν κατόπιν τῆς ληστοσυμμορίας Τάκη. Ὅμοιος
3529δ’ αὐτῷ ἀναμφιβόλως καὶ οὗτος.
3530Καὶ περὶ αὐτῶν, Κύριοι, τῶν ἀνθρώπων ἰδοὺ τί γνωμο-
3531δοτοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους: «Ἐ-
3532πειδὴ πολλαὶ καὶ ἐλαφρυντικαὶ (!) περιστάσεις προκύπτουσιν,
3533ἐκ τῆς μελέτης ἐξαγόμεναι, δικαιολογοῦσαι τὴν μεταβολὴν
3534τῆς ποινῆς, καθότι καὶ τὸ εἶδος (!) τοῦ ἐκτελεσθέντος ἐγ-
3535κλήματος...» Τὸ εἶδος τοῦ ἐκτελεσθέντος ἐγκλήματος;
3536Ληστεῖαι! Φόνοι! Τὰ ἠκούσατε: «καὶ αἱ περιστάσεις, ὑφ’
3537ἃς ἐξετελέσθησαν!» Περιστάσεις! Τί περιστάσεις; Ἐμπρη-
3538σμοὶ κατῳκημένων κτιρίων νύκτωρ, τῶν ἀνθρώπων κοιμω-
3539μένων! Ἀναιρέσεις διὰ πελέκεως κοιμωμένων ἀνθρώπων,
3540οἵτινες ἐφιλοξένησαν αὐτοὺς! Ἀποκοπαὶ ῥινῶν καὶ ὤτων!
3541Ληστεῖαι καὶ τυραννίαι τῶν ληστευθέντων, καὶ τὰ παρόμοια!
3542Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἔκθεσις: «Καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως
3543αὐτῶν». Ποῖος τρόπος; Ὁ ἐπιφοβώτατος τῶν τρόπων: δολο-
3544φονίαι νύκτωρ, δολοφονίαι ἐπὶ μισθῷ χρηματικῷ! ληστο-
3545πραξίαι τερατώδεις! Τί κάμνουσι τέλος πάντων ταῦτα;
3546(ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ πάντα ταῦτα δὲν προδίδουν τοὺς
3547δράστας ἀνθρώπους κακούργου ἀνεπανορθώτου χαρακτῆρος,
3548ἐπικινδύνους δὲ τῇ κοινωνικῇ τάξει καὶ τῇ δημοσίᾳ ἀσφα-
3549λείᾳ (!), διὰ τοῦτο γνωμοδοτοῦμεν νὰ μεταβληθῇ ἡ ποινὴ
3550αὐτῶν»!
3551Λοιπὸν δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἀνεπανορθώτου κακούργου χα-
3552ρακτῆρος ὁ Τάκης καὶ ὁ Ῥοκόφυλλος! δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι
3553εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν! Καὶ εἴπετέ μοι,
3554παρακαλῶ, ἕνα ἐπικινδυνωδέστερον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν
3555καὶ ἀσφάλειαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις,
3556ἂν δὲν ἐφοβεῖτο τὸν ἔλεγχον, βεβαίως ἤθελεν ἐκτελέσει τὴν
3557συνταγὴν ἐφημερίδος, ἥτις ἐμέμφθη αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐπετί-
3558μησε μάλιστα, διότι δὲν ἔδωκε πλήρη χάριν εἰς τὸν Τάκην.
3559Καὶ ποῖοι, παρακαλῶ, εἶναι ἐπικινδυνωδέστεροι ἄνθρωποι
3560εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν; Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι,
3561ὧν τὰς πράξεις μίαν πρὸς μίαν ἠκούσατε, καὶ ὧν αἱ πράξεις
3562πολλοὺς ἔστειλαν εἰς τὸν Ἅδην, καὶ πολλὰς οἰκογενείας
3563ἀπωρφάνισαν καὶ περιουσίας πτωχῶν χωρικῶν κατέστρεψαν,
3564οἱ ἄνθρωποι οὗτοι βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωσιν
3565ὁμοίους αὐτοῖς ὡς πρὸς τὴν κακουργίαν. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι
3566ἀληθὲς, ὅτι δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν συνετέλεσαν, ὥστε
3567πολὺς χρυσὸς ἐκ τῆς ὁμόρου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν
3568τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
3569Καὶ εἶναι ταῦτα ἆρά γε, Κύριοι, ὅσα ἀνέγνων ἐν τῇ ἐκ-
3570θέσει ψεύδη; Καὶ εἶναι ἀνύπαρκτα γεγονότα; Ἰδοὺ, Κύριοι,
3571ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις τῶν ἀνωτέρων αὐτῶν ὑπαλλήλων τοῦ
3572Κράτους, περὶ ὧν γίνεται καὶ σκέψις, ὅτι δὲν μισθοδοτοῦνται
3573ἁδρῶς, ἵνα ἐκπληρῶσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἰδοὺ,
3574Κύριοι, ἡ ἔκθεσις αὐτῶν, καὶ αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν. (Δει-
3575κνύει τὴν ἔκθεσιν).
3576Καὶ τί πλέον νὰ ἀναμένῃ ὁ τόπος, ὅταν Εἰσαγγελεὺς τοῦ
3577Ἀρείου Πάγου, ὑπέρτατος τοῦ νόμου προστάτης, καὶ
3578Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, οἷς ἐδόθη ἡ ἄσκησις τῆς δημο-
3579σίας ἀγωγῆς, καὶ πάντες οἱ Τμηματάρχαι καὶ οἱ Γενικοὶ
3580Γραμματεῖς διέρχωνται οὕτω πως τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος
3581τούτου ἐλεγχθείσας, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῶσι,
3582δικογραφίας, καὶ δὲν ἐκπλήσσωνται πρὸ τοιούτων στυγερῶν
3583καὶ ἀπανθρωποτάτων ἐγκλημάτων, καὶ φιλοτεχνῶσι καὶ
3584γνωμοδοτῶσιν, ὅτι καὶ τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων καὶ αἱ περι-
3585στάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθησαν, καὶ ὁ τρόπος αὐτῶν δὲν πεί-
3586θουσιν αὐτοὺς, ὅτι πρόκειται περὶ κακούργων, ἐπικινδύνων
3587τῇ δημοσίᾳ τάξει καὶ τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ; Τί, λέγω, περι-
3588μένει πλέον ὁ τόπος οὗτος, ὅταν ἀνεξάρτητοι καὶ πεπαι-
3589δευμένοι ἄνδρες, διότι παρήγγειλεν αὐτοῖς ἡ φατρία νὰ περι-
3590φρονήσωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ποιῶσι τὸν ἀτυχῆ
3591Ὑπουργὸν νὰ ἵσταται κατηγορούμενος πλέον, καὶ οὐχὶ
3592ὑπόδικος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ;
3593Κινήσατε τὸν μηχανισμὸν, ἂν τολμᾶτε, τῆς ἀνακριτι-
3594κῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, παύσετε ὀχυρούμενοι ὄπι-
3595σθεν πλειονοψηφίας ἄλλων μὲν πλανωμένων, ἄλλων δὲ ἐξ
3596ἐπιεικείας κρινόντων, καὶ ἔλθετε τότε νὰ λογαριασθῶμεν,
3597ὑμεῖς μὲν ὡς κατηγορούμενοι, ἐγὼ δὲ ὡς δημόσιος κατήγο-
3598ρος. Καὶ τότε θέλω ἀποδείξει, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον, εἰς
3599Ὑπουργὸς νὰ ἐκφέρῃ κατ’ ἐμοῦ ὕβριν, ἣν ἀμέσως ἀπέδωκα
3600εἰς αὐτόν. Διότι νομίζω, ὅτι αἱ ὕβρεις τῶν Ὑπουργῶν, ἐκφε-
3601ρόμεναι μάλιστα ἐν τοιαύταις στιγμαῖς τοιούτου ἐλέγχου,
3602δὲν προδίδουσιν ἄλλο; εἰμὴ, ὅτι ἐταράχθησαν, εἰμὴ, ὅτι ἄν-
3603θρακες πεπυρακτωμένοι εἶναι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν, καὶ
3604ὅτι σκέπτονται, μελετῶντες τὸ βάθος τοῦ μέλλοντος, ὅτι
3605δὲν θέλουσι διαφύγει νὰ δώσωσι λόγον ἐπὶ τοιαύταις (ἂς
3606εἴπω τὴν λέξιν, ἣν εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
3607καιοσύνης περὶ ἐμοῦ,) «ἀκατονομάστοις πράξεσι!»
3608Καὶ ἐν τῷ Διατάγματι τῷ Βασιλικῷ, τῷ περιλαμβάνοντι
3609τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον, περιλαμβάνονται καὶ ἄλλοι,
3610ἥσσονες μὲν πιθανὸν τὴν ἐγκληματικότητα, ὅμοιοι δὲ τὸν
3611χαρακτῆρα κακοῦργοι ἄνδρες. Ἔχω, Κύριοι, δικογραφίαν τινὰ
3612κατὰ Καπαρέλλη τινὸς, περὶ ἧς θέλω ποιήσει λόγον· καὶ
3613δὲν δύναμαι ἢ νὰ λύσω ἀπορίαν τινὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιο-
3614σύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις, διαπορῶν ἡμέραν τινὰ, εἶπε: «Τέλος
3615πάντων αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ ἐπάνω θὰ κουβαλήσῃ ἐδῶ
3616πάσας τὰς δικογραφίας τῶν Εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους;»
3617Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἤθελον τὰς δικογρα-
3618φίας ταύτας, τὰς περὶ χαρίτων, δοθεισῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ
3619Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἵνα ἴδω, μήπως καὶ εἰς παρομοίους
3620τῷ Ῥοκοφύλλῳ καὶ τῷ Τάκῃ ἐδώσατε χάριν, τίς οἶδε
3621ποίους ἐκλογικοὺς συνδυασμοὺς τρέφοντες, καὶ ποίας συμφωνίας,
3622πολιτικὰς ἢ ἐπαρχιακάς. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί γνωμοδοτεῖ ὁ
3623Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων
3624περὶ τοῦ Καπαρέλλη, οὗτινος τὴν θανατικὴν ποινὴν μετέ-
3625βαλον εἰς ἰσόβια δεσμὰ (ἀναγινώσκει): «Ἀποφαινόμεθα,
3626ὅτι εἶναι ἀνάξιος χάριτος, καὶ δέον νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπιβλη-
3627θεῖσα αὐτῷ ποινὴ, καθόσον σπανίως τόσον ἀγρία πρᾶξις διε-
3628πράχθη!»
3629Ὑποθέτω, ὅτι ποιοῦμαι κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν,
3630ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ διακόψωμεν, διότι ἐνταῦθα δὲν
3631δύναται νὰ διακοπῇ ἡ ἀγόρευσις. Ἀναγινώσκω ὑμῖν περὶ
3632τῆς προκειμένης πράξεως τὸ ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως
3633(ἀναγινώσκει): «Καιροφυλακτήσας δὲ ὁ κατηγορούμενος,
3634»μέχρις ὅτου ἐκοιμήθη ὁ παθὼν, μετέβη καὶ ἔσφαξεν αὐτὸν,
3635»ἐμπήξας τὴν μάχαιραν εἰς τὸν λαιμόν του!» Μετέβη καὶ
3636ἔσφαξεν αὐτὸν, ἐμπήξας τὴν μάχαιραν εἰς τὸν λαιμόν! Καὶ
3637δίκαιον εἶχεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, γνωμοδοτῶν, ὅτι σπανίως τοι-
3638αύτη ἐγκληματικὴ πρᾶξις ἔλαβε χώραν. Καὶ περὶ τοιαύτης
3639πράξεως γνωμοδοτοῦσιν οἱ δικαστικοὶ ἄνθρωποι, ὁ Πρόεδρος
3640καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ὁ Καπαρέλλης εἶναι ἀνάξιος Βασιλι-
3641κῆς χάριτος.
3642Ἄλλος, ὁ Παναγιώτης Ἀναπλιώτης, ἀδελφοκτόνος! Καὶ
3643εἶναι ἆρά γε ὁ μόνος ἀδελφοκτόνος, ὅστις ἔλαβε παρὰ τοῦ κ.
3644Ὑπουργοῦ τὴν Βασιλικὴν χάριν; Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι,
3645ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἡμίσεως, ἀγορεύων ἐντεῦθεν περὶ
3646ὁμοίου θέματος, ἔφερον ἐνώπιον ὑμῶν χιλιάδας δικογραφιῶν,
3647ἃς εἶχον καταγίνει νὰ μελετήσω, ὅτι τότε ἀπέδειξα, ὅτι
3648καὶ εἰς ἀδελφοκτόνους, καὶ εἰς πατροκτόνους καὶ εἰς πάντας
3649τοὺς φοβερωτάτους ἐγκληματίας τῆς Ἑλλάδος οἱ κύριοι
3650οὗτοι ἔδωκαν χάριν, ἕνεκα ἐκλογικῶν συναλλαγῶν, οἱ κύριοι
3651Ὑπουργοὶ, οἱ καυχώμενοι, ὅτι μόνον αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ
3652εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν δοῦλον Ἑλληνισμὸν
3653ἐπὶ μεγάλαις ἰδέαις, ἐπὶ σεβασμῷ πρὸς τοὺς νόμους, ἐπὶ προα-
3654γωγῇ τοῦ Ἔθνους. Καὶ περὶ τοῦ κακούργου τούτου τί λέγει
3655Εἰσαγγελεὺς, πράγματι σπάνιος ἐν τῇ κακῇ ἐποχῇ, ἐν ᾗ
3656σήμερον εὑρισκόμεθα; Διότι ἀληθῶς ἐκπλήσσομαι, καὶ θέ-
3657λετε καὶ ὑμεῖς ἐκπλαγῆ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται
3658ἀκόμη ἀκέραιοι Εἰσαγγελικοὶ ἄνδρες. Ψυχολογήσατε ἐπ’
3659αὐτῶν, λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔχουσι πολλοὶ μακρὸν παρελθὸν
3660δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν πενίᾳ, ψυχολογήσατε, καὶ τεθῆτε
3661ὑμεῖς, οἰκογενειάρχαι, εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ εἴπετε, ἂν
3662δὲν θέλετε κλίνει τὴν κεφαλὴν, ὅταν εὑρίσκωνται Ὑπουργοὶ,
3663οἵτινες λέγουσιν: «ἢ τὴν γνωμοδότησίν σου, ἢ ἡ παῦσίς
3664σου! Ἢ ἡ γνωμοδότησίς σου, ἢ ἡ ἐξολόθρευσις καὶ σοῦ καὶ
3665τῶν τετάρτων ἐξαδέλφων σου ἀκόμη!» Διότι ἐκεῖ περιά-
3666γονται τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας· δὲν εὑρίσκει πλέον
3667δίκαιον, δὲν εὑρίσκει ἐπιείκειαν, οὐχὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀντιπο-
3668λιτευομένου, οὐχὶ ὁ πατὴρ, ἀλλ’ οὐδὲ ὁ τρίτος, οὐδὲ ὁ τέταρ-
3669τος ἐξάδελφος. Καὶ ἔπλασαν Ἑλλάδα, διῃρημένην εἰς δύο
3670ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα! Καὶ περιήγαγον τὰ πράγματα
3671τῆς Πολιτείας εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε μεταξὺ ἡμῶν καὶ
3672αὐτῶν, δὲν λέγω τῶν κυρίων συναδέλφων Βουλευτῶν, ἀλλὰ
3673τῶν Ὑπουργῶν, ὑπάρχει ἄσπονδον μῖσος, ἐξ οὗ πολλὰ κακὰ
3674προοιωνίζομαι τῇ Πολιτείᾳ. Εἶναι σπάνιον, λέγω, ἵνα ἐπα-
3675ναφέρω τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχει Εἰσαγγελεὺς, ὅστις εἶπεν:
3676«Εἰς τοιαύτην στυγερὰν δολοφονίαν, εἶναι αἶσχος νὰ δοθῇ
3677Βασιλικὴ χάρις!»....
3678§125ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
3679§126ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Μπράτιμος.
3680§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ἀραμπῆς ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν
3681προσωνυμίαν.
3682§128ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴθε νὰ ἦσαν Ἀραμπῆδες οἱ ἀδελφοὶ τοῦ
3683Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
3684Ἐν τούτοις καὶ εἰς αὐτὸν ἐδόθη χάρις, τῇ προτάσει τῆς
3685ῥηθείσης Ἐπιτροπῆς. Μὰ εἶναι μικρὸν πρᾶγμα τοῦτο; Πρὸς
3686Θεοῦ, ποῦ κατηντήσαμεν! Ἀδελφοκτόνοι ἀπειλοῦσι τὴν
3687κοινωνίαν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν;
3688Αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων ἀπεφή-
3689νατο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ χάρις εἰς αὐτὸ τὸ τέρας. Ἀλλ’
3690εὗρον ἕνα δειμαλέον Ἀντεισαγγελέα Πρωτοδικῶν, νὰ γνωμο-
3691δοτήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ χάρις, καὶ βασιζόμενοι εἰς τὴν
3692διαφωνίαν ταύτην, ἀπονέμουσιν αὐτὴν εἰς κακοῦργον, οὕτι-
3693νος ὅταν ἀναγνώσησε τὴν δικογραφίαν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι
3694οὐδένα λόγον εἶχε ν’ ἀποκτείνῃ οὗτος τὸν ἴδιον ἀδελφόν.
3695Ἰδοὺ οἱ φάκελλοι, αἱ δικογραφίαι κατὰ σειρὰν τῶν κυρίων
3696αὐτῶν κακούργων, διότι κυρίους πρέπει πλέον νὰ ὀνομάζῃ
3697τις τοὺς λῃστὰς, εἰς οὓς ηὐδόκησεν ἡ Αὐτοῦ Ἐξοχότης νὰ
3698ἀπονείμῃ τὴν Βασιλικὴν χάριν. Ἀληθῶς (διότι ὀφείλω νὰ
3699ἦμαι δίκαιος) ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι τούτῳ εὑρίσκω
3700καὶ γυναῖκας, καταδικασθείσας εἰς θάνατον, ὧν τὴν ποινὴν
3701δικαίως μετέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ λέγω τοῦτο πρὸς
3702τιμὴν αὐτοῦ, χάριν τοῦ δικαίου. Εἶναι ἀληθῶς ἀπάνθρωπον
3703νὰ ἴδῃ τις τὴν γυναῖκα, συρομένην εἰς τὴν λαιμητόμον, καὶ
3704οὐχὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗ τὰς ἀρχὰς εἴδομεν ὁποῖαι τινές εἰσιν,
3705ἀλλ’ ὁ αὐστηρότατος ἀρχαῖος Ῥωμαῖος, νομίζω, ὅτι, καθ’ ἣν
3706στιγμὴν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ ἐκτέλεσιν θανατικῆς
3707ποινῆς κατὰ γυναικὸς, ἤθελε τρέμει καὶ συγκινηθῆ· καὶ διὰ
3708τοῦτο εἰλικρινῶς συγχαίρω αὐτόν· ἀλλ’ ἐπιτιμῶ συγχρόνως καὶ
3709ἐλέγχω, διότι, ἀπατῶν τὸν Βασιλέα, παρέστησε, θέλων ν’ ἀπο-
3710φύγῃ δῆθεν τὴν εὐθύνην, διὰ τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν μελῶν τῆς
3711ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς, παρέστησε, λέγω, εἰς τὴν Αὐτοῦ
3712Μεγαλειότητα, ὅτι προέκειτο περὶ ἀθλίων τινῶν καὶ ἀση-
3713μάντων κακούργων, οὐχὶ δ’ ἐπικινδύνων εἰς τὴν δημοσίαν
3714τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ὑφῄρεσε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασι-
3715λέως, καὶ λέγω ὑφῄρεσε, διότι αὕτη εἶναι ἡ νομικὴ λέξις, ἡ
3716τὸ πρᾶγμα ἐκφράζουσα· ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἱε-
3717ρώτατόν τι, ἐμπεπιστευμένον εἰς χεῖρας τῶν κυρίων Ὑπουρ-
3718γῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Ἄνακτος, ὅστις
3719ἔχει περὶ τοσούτων νὰ μεριμνᾷ, νὰ καταγίνηται καὶ εἰς τὴν
3720μελέτην πασῶν τῶν δικογραφιῶν, ὅταν μάλιστα ἦναι το-
3721σαῦται, καὶ εἰς τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, ἵνα εὕρῃ, ἂν ὁ
3722δεῖνα κατάδικος ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἄξιος χάριτος. Εἶναι λοι-
3723πὸν ὑφαίρεσις τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως ἡ τοιαύτη χρῆ-
3724σις τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ.
3725Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη, Κύριοι, μετὰ τὴν ἐξέτασιν πάν-
3726των αὐτῶν, τῶν ποικίλων καὶ δυσωνύμων καὶ τραγικῶν ἐγ-
3727κλημάτων, εἰς ἀστείαν τινὰ πρᾶξιν, ἀστείαν οὐχὶ καθ’ ἑαυ-
3728τὴν, διότι εἶναι σοβαρωτάτη, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰ φρι-
3729κώδη κακουργήματα, ἅπερ ἠκούσατε, ἵνα ποικίλωμεν τὴν
3730ὑπόθεσιν, καὶ ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι πραγματικῶς ἐνώπιον ἡμῶν,
3731βουληφόροι τοῦ Ἔθνους, παρίσταται τραγῳδία, εἰς ἣν οἱ
3732τραγικοὶ παρεμβάλλουσι κωμικά τινα πρόσωπα, ἵνα ποι-
3733κίλωσι τὴν ὑπόθεσιν καὶ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν
3734ἄνεσιν τῶν ἀκροωμένων. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε πρώην Κα-
3735θηγητὰ τῆς Φιλολογίας; (Ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πετρί-
3736δην). Ἔρχομαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἑβραίου, τοῦ ἐν Λα-
3737ρίσσῃ, ἐν ᾗ ἐπίσης ἐξηπάτησε τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τοῦτο
3738ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουρ-
3739γοῦ φέρει ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ καταδεικνύωμεν τὴν ἀλληλουχίαν
3740τῶν ἀπρεπῶν τούτων ἐνεργειῶν, συνδεομένων πρὸς ἀλλή-
3741λας, ἐν εἴδει ἁλύσεως, διὰ διαφόρων ἀμφιβόλου φύσεως καὶ
3742ὑπόπτων κρίκων.
3743Ὁ Μαγὰρ εἶναι Ἑβραῖος, ὅστις, ὀργισθεὶς, δὲν γνωρίζω
3744κατὰ τίνος ὑπαλλήλου ἐν Λαρίσσῃ, ἐπικειμένης τῆς ἐπανα-
3745ληπτικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς, ἐξέφερεν ὕβριν ἀπρεπεστά-
3746την καὶ ἀσεβεστάτην κατὰ τοῦ Βασιλέως. Εἰσάγεται ἐνώ-
3747πιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ καταδικάζεται εἰς ἑξάμηνον
3748φυλάκισιν. Τὸ θέμα εἶναι, Κύριοι, ἐπίσης ἄξιον προσοχῆς.
3749Ἀλλ’ ἐν Λαρίσσῃ ἔμελλε νὰ διεξαχθῇ, ὡς εἶπον, ἡ ἐπανα-
3750ληπτικὴ Βουλευτικὴ ἐκλογή. Ὁ ἐκεῖ Ἀρχιῤῥαβῖνος καὶ οἱ
3751προϊστάμενοι τῆς Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος μαίνονται διὰ τὴν
3752καταδίκην, γνωρίζετε δὲ ποῖον φανατισμὸν ἔχουσιν ὑπὲρ τῶν
3753ὁμοφύλων αὑτῶν οἱ Ἑβραῖοι· τηλεγραφοῦσι λοιπὸν πρὸς τὸν
3754Πρωθυπουργὸν κ. Τρικούπην καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς
3755Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην, καὶ αἰτοῦσι νὰ δοθῇ χάρις εἰς
3756τὸν Ἑβραῖον. Ἡ χάρις, δὲν γνωρίζω πῶς, ἀναβάλλεται, οἱ
3757Ἑβραῖοι δυσαρεστοῦνται, καὶ τρέπονται πρὸς τὴν Ἀντιπο-
3758λίτευσιν ἐν Λαρίσσῃ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τί ἔχει νὰ ἀπολέσῃ;
3759Ἐδῶ ἐδόθησαν χάριτες, λέγει καθ’ ἑαυτὸν, εἰς Ῥοκοφύλλους
3760καὶ Τάκηδες, καὶ δι’ ἕνα ψωραλέον Ἑβραῖον ἤθελε κατα-
3761στραφῆ ὁ κόσμος; Εὑρίσκει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν
3762ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης, ὅτι ὁ Ἑβραῖος
3763ὕβρισε τὸν Βασιλέα, ὅτι ἀμφιβολίαι τέλος πάντων γεννῶν-
3764ται, ἐὰν ὕβρισε τὸν Βασιλέα, ἢ τὸν μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς ἔριδα.
3765Ἐν τῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἄρα ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς γρά-
3766φει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν σχετικῶν
3767πρακτικῶν, ἐνδοιασμοὶ προέκυψαν, ἂν αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὕβρεις
3768ἀπηυθύνοντο εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότη-
3769τος, ἢ κατὰ τοῦ μηνυτοῦ τοῦ κατηγορουμένου».
3770Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκ τῶν σχετικῶν πρα-
3771κτικῶν προκύπτουσιν ἀμφιβολίαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν ἀναγνώ-
3772σητε τὰ πρακτικὰ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐ μόνον ἀμφιβολία τις
3773δὲν γεννᾶται, ἀλλὰ καὶ πλήρης βεβαιότης, ὅτι ὁ ἄθλιος
3774ἐκεῖνος Ἑβραῖος ὕβρισε δι’ ἀσέμνου φράσεως τὸν ὑπέρτατον
3775ἡμῶν Ἄρχοντα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ πρακτικὰ, ἅτινα
3776βεβαιοῦσι τοῦτο, ἀλλ’ ὁλόκληροι καταθέσεις ἐν τῇ προανα-
3777κρίσει, ῥητῶς λέγουσαι, ὅτι ἡ φράσις ἀπηυθύνετο ἐναντίον
3778τοῦ Βασιλέως. Τίθεται μάλιστα ῥητὸν ἐρώτημα εἰς τοὺς
3779μάρτυρας, τέσσαρας τὸν ἀριθμόν. Πρὸς τὸν παθόντα (ἀνα-
3780γινώσκει): «Μήπως ἀπέτεινεν εἰς σὲ τὴν ὕβριν ταύτην, καὶ
3781σὺ ἐνόμισες, ὅτι τὴν ἀπέτεινε πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα
3782τὸν Βασιλέα; — Ἀπ. Ἂν τὴν ἀπέτεινεν εἰς ἐμὲ, θὰ ὡμίλει
3783εἰς δεύτερον πρόσωπον, ἤτοι θὰ ἔλεγε κτλ.»
3784Τοῦτο πιστοποιοῦσι ἄλλοι τρεῖς μάρτυρες, κατὰ τὸν αὐ-
3785τὸν τρόπον, πάντες δὲ καὶ ἐνόρκως. Ἐν τούτοις πάντα ταῦτα
3786εἶναι διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀμφίβολα, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῇ
3787χάρις, ἀφοῦ ὁ Ἀρχιῤῥαβῖνος καὶ ἡ ἐκεῖ Ἰσραηλιτικὴ παροι-
3788κία ἐπέμενον, ἀπειλοῦντες πολιτικὴν μετάστασιν κατὰ τὴν
3789ἐκλογήν.
3790Καὶ ποῖον εἶναι τώρα, κύριοι συνάδελφοι, τέλος πάντων τὸ
3791συμπέρασμα ὅλης αὐτῆς τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως; Ὅτι ὁ κ.
3792Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδίκησε πρῶτον τὸν Νόμον, καὶ
3793δεύτερον τὴν Κοινωνίαν. Ἠπάτησε καὶ Βασιλέα καὶ Βουλὴν
3794καὶ Ἔθνος. Ὅτι ἠδίκησε, μαρτυροῦσιν αἱ πολλαπλαῖ δι-
3795κογραφίαι καὶ αἱ μομφαί, ἃς ἤκουσεν ἐκ φιλικῶς πρὸς αὐ-
3796τὸν διακειμένων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων. Ἐδείχθη, ὅτι ὁ
3797κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τοῦ ἀδελ-
3798φοῦ αὐτοῦ, ἀναπηδῶντος ὡς ἀπὸ μηχανῆς, ὁτὲ μὲν ὡς Εἰ-
3799σαγγελέως ὑπὲρ Τάκη, ὁτὲ δὲ ὡς Προέδρου ὑπὲρ Τάκη, ἀφ’
3800ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἐνασκηθείσης προνομίας τῆς Βασιλικῆς
3801χάριτος προστάτης τῶν λῃστῶν, ποῖος; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς
3802Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης! Προστάτης τῶν λῃστῶν καὶ ἐναν-
3803τίον τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἐναντίον τῆς ὁμόρου, διότι καὶ
3804καθ’ ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ καθ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν,
3805ἀλλ’ ἀδελφῶν ἡμῶν χριστιανῶν, Ἠπειρωτῶν τε καὶ Θεσ-
3806σαλῶν, ἐκακούργησαν τὰ τέρατα ἐκεῖνα. Εἶναι δὲ φοβερω-
3807τέρα ἡ κατὰ τῶν ὁμοφύλων, ὑποδούλων τότε ἀδελφῶν, κα-
3808κουργία, καὶ ἀντιπολιτικωτέρα ἡ ἰδέα, ἡ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
3809γοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐντεῦθεν λεχθεῖσα, παρὰ τοῦ ἀντει-
3810σαγγελέως δὲ κ. Βουλπιώτου ὑποστηριχθεῖσα ἐν τῇ γνωμο-
3811δοτικῇ προτάσει, ὅτι ἄξιοι τουτέστι χάριτος εἰσὶν ὁ Ῥοκό-
3812φυλλος καὶ ὁ Τάκης, διότι δὲν ἐκακούργησαν κατ’ ἐλευθέ-
3813ρων ἀνθρώπων, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔζων ὑπὸ τὴν
3814τουρκικὴν κυριαρχίαν! Ὠφελοῦμεν λοιπὸν τὸ Ἔθνος, λέ-
3815γοντες πρὸς τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας: «Οὐδαμῶς ἐστὲ
3816ἄξιοι ἴσης πρὸς ἡμᾶς προστασίας!» καὶ λέγοντες ταῦτα καθ’
3817ἣν ἐποχὴν Ἀλβανικαὶ καὶ Ῥουμανικαὶ καὶ Αὐστριακαὶ καὶ
3818Ἰταλικαὶ καὶ Πανσλαυϊστικαὶ προπαγάνδαι ὀργώνουσι τὴν
3819δούλην Ἑλλάδα ἰδίᾳ δὲ τὴν φίλην πατρίδα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
3820Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ;
3821Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
3822γὸς, ἐὰν ἤθελε νὰ δώσῃ χάριν εἰς ἀνθρώπους, ἀδικήσαντας
3823ὑποδούλους Ἕλληνας, δὲν ἠρώτα τὸν συνάδελφον αὐτοῦ ἐπὶ
3824τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι
3825ἡ καλλιτέρα ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος; Εἶναι ἀλη-
3826θὲς, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν ηὐκαίρει ἴσως
3827νὰ διαφωτίζῃ τὸν συνάδελφον αὐτοῦ, διότι ἀκριβῶς κατὰ
3828τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ἐδίδετο χάρις εἰς τὸν Ῥοκόφυλ-
3829λον καὶ τὸν Τάκην, καὶ καθ’ ἃς ἔλεγεν ἡμῖν ἐντεῦθεν ὁ κ.
3830Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔβλαψε, διότι οὗ-
3831τοι ἐγκλημάτησαν κατὰ ὑπηκόων Τούρκων, ἔστω καὶ Χρι-
3832στιανῶν, εἶναι λέγω ἀληθὲς, ὅτι κατ’ αὐτὰς ἐκείνας τὰς
3833ἡμέρας δὲν ηὐκαίρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3834νὰ διαφωτίσῃ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τὸν συνάδελφον,
3835διότι κατεγίνετο εἰς σπουδαιότατον θέμα, νὰ κάμῃ τὸν Κε-
3836μὰλ νὰ μεθυσθῇ καὶ ν’ ἀποθάνῃ ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς λύσεως
3837τῶν ἐξωτερικῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων, ὡς ἔγραφεν ὁ ἐπί-
3838σημος ὑπουργικὸς τύπος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατεγίνετο ἐπί-
3839σης καὶ εἰς ἐσωτερικὰ ζητήματα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3840Ὑπουργὸς, διότι ἔχει τὴν τιμὴν νὰ προΐσταται καὶ νὰ διευ-
3841θύνῃ δύο Ὑπουργεῖα. Κατεγίνετο λοιπὸν εἰς τὸ νὰ ἐκκοκκα-
3842λίσῃ 300,000 δραχμῶν τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, διανέμων
3843αὐτὰς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτοῦ, διότι ἐμυρίσθη ἴσως, ὅτι
3844ἐπίκεινται Βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Καὶ δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι
3845ἐξεκοκκάλισεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς δραχμὰς ταύτας,
3846διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἄμεμπτος διαχειριστὴς ξένων χρη-
3847μάτων. Ἔχω μάλιστα ἐν τῇ μικρᾷ μου βιβλιοθήκῃ ἔκθεσίν
3848τινα Ἐπιτροπῆς τινος ἐκστρατείας εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς
3849ἣν ἐκστρατείαν μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν ἦτο καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν
3850Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ σημειοῦν-
3851ται αἱ δαπάναι τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μετάβασιν ἐκ Πει-
3852ραιῶς εἰς τὴν Χαλκιδικὴν χερσόνησον. Εὑρίσκω δὲ ὑποση-
3853μείωσίν τινα ἐκεῖ, ἐν ᾗ λέγεται, ὅτι: «ἐνταῦθα σημειωθήτω,
3854ὅτι ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης κατέβαλεν ἐξ ἰδίων τὰ ἔξοδα
3855τῶν προγευμάτων αὐτοῦ, συνιστάμενα εἰς δρ. 3 καὶ 60|00.»
3856(Ἱλαρότης).
3857Κύριοι, πρὸ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως,
3858ὑπῆρχε συνήθειά τις ἐν Γαλλίᾳ, ἐν τῇ πόλει Ὀρλεάνς. Ἐν
3859τῇ πόλει ταύτῃ ὑπῆρχον φυλακαὶ καταδίκων· ὁσάκις δὲ ὁ
3860Ἐπίσκοπος Ὀρλεάνς εἰσήρχετο ἐπισήμως εἰς τὴν πόλιν,
3861εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ τὰς ποινὰς πάντων τῶν ἐν
3862ταῖς φυλακαῖς ταύταις καταδίκων. Οἱ Γάλλοι λοιπὸν ἐλευ-
3863θέρως ἐδύναντο νὰ ἐγκληματῶσι, καὶ κατόπιν συνήπτετο
3864ἀγὼν, ποῖος πρῶτος ἤθελε μετενεχθῆ εἰς τὰς φυλακὰς τῆς
3865Ὀρλεάνς, καραδοκῶν καὶ ἀναμένων τὴν ἐπίσημον εἴσοδον
3866τοῦ Ἐπισκόπου, εἰς οὗ τὴν αὐθέκαστον ἐξουσίαν ἦν ἀνατε-
3867θειμένον νὰ δώσῃ χάριν, ἀνοίγων τὰς πύλας τῶν φυλακῶν,
3868ὅπως ἐξέλθωσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ πάντες οἱ κατάδικοι. Ὅ,τι
3869ἦτο ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρλεάνς ἐν τῇ Γαλλίᾳ πρὸ τῆς Γαλ-
3870λικῆς Ἐπαναστάσεως, αὐτὸ τοῦτο εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς
3871Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν.
3872Πάντες ἐγκληματοῦσι. Διατί; Διότι πάντες εἶναι βέβαιοι,
3873ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Δικαιοσύνης ἐν ἐπισήμοις ἡμέραις
3874τοῦ Ἔθνους ἀνοίγει τὰς φυλακὰς καὶ ἀπονέμει ἀνεξέλεγκτον
3875τὴν χάριν. Ἕκαστος σπεύδει νὰ ἐγκληματήσῃ, διότι εἶναι
3876βέβαιος, ὅτι θέλει γλυτώσει, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ κυριολε-
3877ξία τοῦ πράγματος. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνασκήσεως προνο-
3878μίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ γλυτώσωμεν τοὺς ἡμετέρους πολι-
3879τικοὺς φίλους.
3880Συγγραφεύς τις, σύγχρονος καὶ νεώτατος, πραγματευόμε-
3881νος τὰ περὶ προνομίας τῆς Β. χάριτος, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
3882«Ὅσον οἰκτρὸν καὶ ἂν ᾖ, δὲν εἶναι σπάνιον τὸ θέαμα Κυβερ-
3883»νήσεως, ἀποσπώσης τὸν λαμπρότερον ἀδάμαντα τοῦ Βασι-
3884»λικοῦ στέμματος, ὡς πάνυ εὐλόγως ἀπεκλήθη ἡ χάρις,
3885»ἵνα καταῤῥίψῃ καὶ ποδοκυλίσῃ αὐτὸν εἰς τὸν βόρβορον τῶν
3886»φατριαστικῶν παθῶν καὶ τῆς ἐκλογικῆς παλαίστρας. Δὲν
3887»ἀρκοῦσι πρὸς κορεσμὸν τῆς φατρίας αἱ ἀπειροπληθεῖς ἐν τῇ
3888»διοικήσει θέσεις καὶ τὰ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀξιώματα, οὐδὲ
3889»τὰ λοιπὰ τῆς ἐξουσίας δῶρα, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὡς βορὰ
3890»εἰς τὸ παμφάγον αὐτῆς στόμα καὶ τὸ ὕψιστον καὶ ἱερώτα-
3891»τον τῶν δικαιωμάτων, ἡ χάρις, περὶ ἧς ὁ Dupin-ainé
3892»εἶπεν, ὅτι ἕλκει ἐξ οὐρανοῦ τὴν καταγωγήν! Τῆς κατα-
3893»χρήσεως δὲ ταύτης καταφανῆ εἰσι τὰ ἀναπόφευκτα ἀπο-
3894»τελέσματα. Ἕνεκεν αὐτῆς γενικὴ παρὰ τῷ λαῷ καθίστα-
3895»ται πεποίθησις, ἡ τοσοῦτον εὐφυῶς παρὰ τοῦ Balzak ἐκ-
3896»φρασθεῖσα ἰδέα, ὅτι: οἱ νόμοι εἰσὶν ἱστοὶ ἀράχνης, διὰ μέσου
3897»τῶν ὁποίων διαφεύγουσι μὲν αἱ μεγάλαι μυῖαι, συλλαμβά-
3898»νονται δὲ μόνον αἱ μικραί. Οὕτω πᾶσα ἰσχὺς καὶ πᾶν
3899»γόητρον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ νόμου, πᾶς σεβασμὸς πρὸς τὴν
3900»ποινικὴν δικαιοσύνην ἐκλείπει, καὶ τὸ ἔγκλημα ἐγείρει θρα-
3901»σεῖαν τὴν κεφαλὴν καὶ καταπληκτικῶς πολλαπλασιάζε-
3902»ται!» (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3903§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ εἰσηγη-
3904τὴς τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3905κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τύπωσιν,
3906ὅπως διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151).
3907Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
3908§130ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω πρὸ παντὸς τὴν διακοπὴν τῆς συνε-
3909δριάσεως.
3910§131ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας.
3911§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
3912§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν τῆς διακοπῆς;
3913§134ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, καὶ δι’ ὀνομαστι-
3914κῆς κλήσεως.
3915§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 10;
3916§136ΤΙΝΕΣ. Δὲν μᾶς βλέπετε;
3917§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται.
3918Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως λέ-
3919γουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3920(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3921ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Χ. Χριστοπούλου καὶ Καλο-
3922γεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3923Χαρ. Τρικούπης ΟἈνδρ. Αὐγερινὸς Ο
3924Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟἈντ. Ρικάκης
3925Γ. Σισμάνης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
3926Δ. Βουλπιώτης ΟἸω. Κρεστενίτης
3927Ἀθ. Ἴσκος ΝΝ. Κουμανιώτης Ν
3928Ν. Καλαντζόπουλος ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
3929Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝἈλέξ. Ζαΐμης Ν
3930Μ. Γουλιμῆς ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος Ο
3931Μ. Ἰατρίδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ο
3932Δ. Χατζόπουλος ΝΝ. Παπανικολάου Ο
3933Γεώργιος Μίλησης ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ο
3934Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἰωάννης Πεζᾶς Ο
3935Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ο
3936Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΟΒασίλειος Βουδούρης Ο
3937Σωτήριος Δανόπουλος ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
3938Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
3939Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
3940Δημήτριος Πετρίδης ΝΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
3941Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΓεώργιος Θεοτόκης Ο
3942Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
3943Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀντ. Καποδίστριας Ν
3944Χρ. Χριστόπουλος ΝΝικόλαος Βασιλάκης Ν
3945Φίλιππος Βάρβογλης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
3946Ἠλίας Φλέσσας ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
3947Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
3948Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΘεόφιλος Προβατᾶς
3949Παναγιώτης Μανέτας ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ο
3950Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
3951Ἠλίας Παλαμήδης ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
3952Δ. Ζέγγελης Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος
3953Κωνστ. Κατσικόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
3954Δημ. Ν. Βότσαρης Γεράσιμος Μουσούρης
3955Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΠαναγ. Βενιεράτος Ο
3956Γεώργιος Χ. Παχὺς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
3957Στέφανος Δραγούμης ΟΓεώργιος Κόρπας
3958Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΝΣτέφανος Σκουλούδης
3959Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
3960Φωκίων Νέγρης ΟΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
3961Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΝικόλαος Νομικός Ο
3962Νικόλ. Μπουφίδης Μίνως Μπογιατζόγλους Ο
3963Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώργιος Μπούμπουρας
3964Δημ. Καλλιφρονᾶς Λωρέντζος Δελαρόκας Ο
3965Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ο
3966Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΓεώργιος Δρόσος Ο
3967Ὄθων Μακρυγιάννης Νικόλαος Κρίσπης
3968Τρύφων Μουτσόπουλος Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
3969Θάνος Κανακάρης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
3970Ἀθ. Πετιμεζᾶς Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ν
3971Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ν
3972Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ο
3973Α. Φωτήλας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
3974Λεων. Καπετανάκος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ν
3975Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
3976Γεώρ. Πετροπουλάκης ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
3977Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
3978Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ν
3979Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
3980Εὐάγγ. Σταμούλης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
3981Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ο
3982Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
3983Κωνστ. Μαρκίδης ΟΓ. Τάκης
3984Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΝ. Ταρμπάζης Ν
3985Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
3986Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΣταμ. Μπουντούρης Ο
3987Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ο
3988Α. Λογιωτάτου ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
3989Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
3990Κων. Κουμουνδοῦρος ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
3991Περ. Πεῤῥωτῆς Νικόλ. Κοντογιάννης
3992Δημ. Τζάνες ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
3993Περ. Μποῦτος ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
3994Παν. Σάκκης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
3995Νικ. Παπαλέξης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
3996Νικ. Μισυρλῆς ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
3997Ν. Καράπαυλος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ν
3998§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 121· ἐκ τούτων 42
3999εἶπον Ναὶ, καὶ 79 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ δια-
4000κοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη.
4001Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
4002§139ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο κεφάλαια κατηγο-
4003ρίας περιέχει ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς
4004ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπε-
4005ρώτησις, ἐκ τούτων δὲ τὸ ἓν μὲν ἀφορᾷ εἰς κατάχρησιν τῆς
4006Βασιλικῆς προνομίας τῆς χάριτος, τὸ ἄλλο δὲ εἰς ὕποπτον
4007καὶ σκανδαλώδη πρὸς ὡρισμένον λῃστὴν ἐπίδειξιν ἀπεριο-
4008ρίστου εὐνοίας ἐκ μέρους τοῦ ἐν λόγῳ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ
4009περὶ μὲν τοῦ πρώτου κεφαλαίου περιττὸν νομίζω νὰ κάμω
4010λόγον αὐτοτελῶς. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ ματαιοπονία, ἐὰν
4011ἐπεχείρουν ν’ ἀποδείξω τὸ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως γεγο-
4012νὸς, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξηυτέλισε καὶ τὴν τῆς χά-
4013ριτος προνομίαν, τὴν λαμπροτέραν τῶν Βασιλικῶν προνο-
4014μιῶν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἀσεβῶς νὰ
4015μεταχειρίζηται ὡς τὸ ἐπιτηδειότερον καὶ ἀποτελεσματικώ-
4016τερον τῶν ἀπείρων ἐν διηνεκεῖ ἐνεργείᾳ πρὸς κομματικὴν
4017κερδοσκοπίαν ἀθεμίτων μέσων. Θὰ περιορισθῶ ἑπομένως εἰς
4018τὴν ἔρευναν τοῦ δευτέρου μόνον κεφαλαίου τῆς κατηγορίας,
4019τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ διαφόρους
4020τρόπους παρέσχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν λῃστὴν Τάκην,
4021ἐπὶ τοσοῦτον δὲ μόνον θὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἀπονεμηθείσης
4022τῷ λῃστῇ τούτῳ χάριτος, ἐφόσον αὕτη χρησιμεύει πρὸς
4023ἀπόδειξιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται κατηγορίας.
4024Τίς εἶναι ἡ πρώτη ἀφορμὴ, ἥτις ἔδωκε χώραν εἰς τὴν
4025ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν; Τὴν γνωρίζετε πάντες. Ὁ κ.
4026Ὑπουργὸς, μετὰ σχετικὴν ἐναντίον του καταγγελίαν, δημο-
4027σιευθεῖσαν ἐν ἐφημερίδι, ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ καὶ μεγάλην
4028διάδοσιν ἐχούσῃ, προέβη εἰς ἔγκλησιν κατὰ τοῦ ἐκδότου
4029καὶ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ταύτης, παρήγγειλε δὲ τῷ
4030Εἰσαγγελεῖ, ὅπως ἐν τάχει ἐνεργήσῃ τὰ πρὸς διεξαγωγὴν
4031καὶ περαίωσιν τῆς ἐγερθείσης ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐξυβρίσει
4032κατηγορίας. Καὶ ὅμως, καίτοι παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἢ τρία
4033ἔτη, οὐδὲν ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης. Ὁ κ.
4034Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν μήνυσίν του. Καὶ εἶναι μὲν ἀλη-
4035θὲς, ὅτι, ἀπολογούμενος διὰ τοῦτο, εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπεθύμει,
4036ἐνόσῳ εἶναι Ὑπουργὸς, νὰ λάβῃ πέρας ἡ ἐπὶ συκοφαντίᾳ
4037καὶ ἐξυβρίσει κατηγορία, ἀλλ’ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε,
4038ἂν τοιαύτη δικαιολογία ἦναι ἀξία προσοχῆς τινος καὶ σπου-
4039δαιότητος.
4040Τίνα εἰσὶ τὰ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δημοσιευθέντα;
4041Εἶναι τόσῳ γνωστὰ, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ
4042τὰ ἐπαναλάβω. Ἔσπευσε μὲν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ κ. Ὑπουρ-
4043γὸς νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ δημοσιεύματα ταῦτα ὡς μὴ ἀληθῆ,
4044ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς
4045εὐμενέστατα πρὸς αὐτὸν διακειμένους. Ὁ πρῶτος, ὅστις εἶπεν,
4046ὅτι ὁ Τάκης ἐτύγχανεν ἀνεπιφυλάκτου συνδρομῆς ἐκ μέρους
4047τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του, εἶναι ὁ ταγμα-
4048τάρχης Μπαϊρακτάρης. Τοῦτο εἶπε πρὸς τὸν τότε εἰσαγγε-
4049λέα Λευκάδος κ. Δημητριάδην, οὗτος δὲ τ’ ἀνεκοίνωσε
4050δημοσίᾳ, ἐνώπιον πολλῶν ἐν Μεσολογγίῳ, μεθ’ ὃ ἐπηκολού-
4051θησεν ἡ ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» δημοσίευσις. Πολλαὶ τότε
4052κατεβλήθησαν, ὡς ἦν ἑπόμενον, προσπάθειαι, νὰ γίνῃ διά-
4053ψευσις ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου κ. Δημητριάδου, αἱ προσπάθειαι
4054δὲ αὗται εὐκόλως ἐστέφθησαν δι’ ἐπιτυχίας, διότι ὁ καὶ τότε
4055καὶ νῦν εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης ἐγνώριζε καλῶς, ὅτι
4056θὰ ἐπαύετο, ἂν δὲν ἔστεργε νὰ προβῇ εἰς βεβιασμένην διά-
4057ψευσιν. Πλὴν ποίαν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ὑπὸ τοιαύτας
4058περιστάσεις γενομένη διάψευσις τοῦ Δημητριάδου ἀπέναντι
4059τῆς ἐνυπογράφου τῶν κ. κ. Δεσποταίου, Βάλβη, Βορύλλα
4060καὶ Τσιμπουράκη δηλώσεως, ὅτι ἐγένοντο αὐτήκοοι τῶν ὑπὸ
4061τοῦ κ. Δημητριάδου δημοσίᾳ ἐν τῇ Λέσχῃ λεχθέντων; Ση-
4062μειωτέον δὲ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Τσιμπουράκης εἶναι φίλος
4063προσωπικὸς καὶ πολιτικὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ μή-
4064πως ἦναι τοῦτο μόνον; Ἐδημοσιεύθη, ὅτι ὁ Τάκης περιήρ-
4065χετο ἐλεύθερος ἐν Μεσολογγίῳ καὶ διέμενεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ
4066ἀδελφοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο θὰ ὑπε-
4067ρέβαινε βεβαίως τὰ ὅρια τῆς πιθανότητος, ἂν δὲν εἴχομεν
4068τὴν ὁμολογίαν, τίνος νομίζετε; αὐτοῦ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ
4069εἰσαγγελέως Μπράβου. Ὁ ἀγαθὸς αὐτὸς Εἰσαγγελεὺς, ὁ δια-
4070τελῶν, ὡς ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὑπὸ τὴν ἄμεσον
4071ἐπήρειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐν Με-
4072σολογγίῳ ἀδελφοῦ του Χαριδήμου Βουλπιώτου, ἠθέλησε νὰ
4073διαψεύσῃ τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ» δημοσιευθέντα, ἀλλ’ εὑρέθη, ὁ
4074ἀτυχής! τόσῳ στενοχωρημένος ἀπέναντι γεγονότος τοῖς πᾶσι
4075γνωστοῦ ἐν Μεσολογγίῳ, ὥστε ἀντὶ διαψεύσεως ἔκαμεν ἀκου-
4076σίως ὁμολογίαν, πρὸ τῆς ὁποίας πᾶσα ἄλλη μαρτυρία περὶ
4077τῆς ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ περιττή.
4078Ἰδοὺ τί γράφει ὁ εἰσαγγελεὺς Μπράβος δι’ ἐγγράφου του,
4079ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν «Χρόνον Ἀθηνῶν», τὴν «Παλιγγε-
4080νεσίαν» καὶ τὴν «Ὥραν» (ἀναγινώσκει):
4081«Τὰ περὶ φυγοδίκων γραφέντα εἰσὶν ἀνακριβῆ. Οἱ φυγό-
4082δικοι, περὶ ὧν πρόκειται, προσῆλθον αὐθορμήτως ἐνώπιόν
4083μας. Ἀφέθησαν δὲ προσωρινῶς ἐλεύθεροι δι’ ἔλλειψιν χώρου
4084ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ διότι ἐπέκειτο μίσθωσις τοῦ καταστή-
4085ματος. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἐμισθώθη, προσῆλθον, εἰδοποιηθέντες
4086παρ’ ἡμῶν, καὶ μόνοι των μετέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ
4087ἐφυλακίσθησαν. Ὁ εἰσαγγελεὺς ΜΠΡΑΒΟΣ.»
4088Καὶ τώρα νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἴπω τὸ γνω-
4089στὸν ἐκεῖνο: Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Θέλετε ἄλ-
4090λην ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ Τάκης, ὅστις περιλαμβά-
4091νεται μεταξὺ τῶν φυγοδίκων τοῦ Μπράβου, ἐξενίζετο ἐν τῇ
4092οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ἔμενεν ἐλεύθερος;
4093Ὁ Τάκης, τὸ αἱμοχαρὲς αὐτὸ θηρίον, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα
4094ἔδωκεν ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἀφέθη ἐλεύθερος ὑπὸ
4095τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ διὰ τί; διότι δὲν εἶχον χῶρον αἱ
4096φυλακαὶ τοῦ Μεσολογγίου! Ἀκούετε; Αἱ φυλακαί, αἵτινες
4097ἔχουν χῶρον διὰ τοὺς συμπολίτας σας, διότι ἔτυχε νὰ ὀφεί-
4098λουν 30, 40 ἢ 50 δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν ἔχουν
4099χῶρον διὰ τὸν Τάκην, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μισθωθῇ
4100εὐρύχωρον κατάστημα. Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι ἔχομεν
4101δικαιοσύνην, ὅτι ἔχομεν διοίκησιν! Θέλετε τώρα νὰ σᾶς ἐξη-
4102γήσω, διὰ τί ὁ Τάκης προσῆλθεν αὐθόρμητος, καὶ διὰ τί
4103ἀφέθη ἐλεύθερος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ διὰ τί δὲν ἔφυ-
4104γεν, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ; Πέποιθα, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι
4105τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοιαύτης ἐξηγήσεως.
4106Ὁ Τάκης κάλλιστα ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ κεφαλή του ἀνῆκεν
4107εἰς τὸν δήμιον, δὲν θ’ ἀπεφάσιζε δὲ ποτὲ νὰ προσέλθῃ, ἂν
4108δὲν ἐλάμβανεν ὑπόσχεσιν περὶ σωτηρίας ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς
4109Βουλπιώτου. Τὰ ἐν Μεσολογγίῳ κατὰ τὴν προσέλευσιν
4110γενόμενα καὶ τὰ κατόπιν ἐπακολουθήσαντα σκάνδαλα οὐδὲ
4111τὸν ἐλάχιστον ἀφίνουσιν ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν
4112λόγων μου.
4113Διὰ κριτὴν ἀπροκατάληπτον καὶ διὰ συζητητὴν καλῆς
4114πίστεως θὰ ἤρκουν τὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου γνωστὰ
4115περιστατικὰ, πρὸς μόρφωσιν πεποιθήσεως περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ.
4116Ὑπουργὸς ἀπεδείχθη ἔνοχος τῆς δεινῆς κατηγορίας, ἥτις
4117τῷ ἀπεδόθη. Πλὴν ἔρχεται καὶ σειρὰ ἄλλων, λίαν ἐμφαν-
4118τικῶν, γεγονότων, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ
4119ὄχι πρὸς πληρεστέραν ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς
4120διατράνωσιν τῆς ἐν γένει ἀπελπιστικῆς καταστάσεως, εἰς
4121ἣν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διατελοῦμεν. Ἀφοῦ τέλος πάντων
4122προσῆλθεν ὁπωσδήποτε εἰς τὰς ἀρχὰς ὁ συνεπαρχιώτης τοῦ
4123κ. Ὑπουργοῦ Τάκης, ἤρξαντο εἰσαγόμεναι ἡ μία κατόπιν
4124τῆς ἄλλης ἐνώπιον τῶν διαφόρων Κακουργιοδικείων τοῦ
4125Κράτους πλεῖσται δίκαι, ἐπὶ φόνοις, ἀναιρέσεσι καὶ λῃ-
4126στείαις, εἰς μίαν δὲ τῶν δικῶν τούτων, διεξαγομένην ἐνώπιον
4127τοῦ Κακουργιοδικείου Τρικκάλων, προσῆλθεν ὡς μάρτυς
4128ὑπερασπίσεως Γιαννόπουλός τις, ἔφορος νῦν Καλαμπάκας,
4129καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ὁ μάρτυς αὐτὸς, ἐξε-
4130ταζόμενος ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἐφωράθη, ὅτι εἶχε διαπραγμα-
4131τευθῆ ἄλλοτε τὴν πληρωμὴν λύτρων ἐκ μέρους ἀτυχῶν
4132τινων αἰχμαλώτων πρὸς τὸν αἰχμαλωτίσαντα Τάκην. Εἶναι
4133ἆρά γε τοῦτο ἁπλῆ σύμπτωσις; Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν.
4134Δήμαρχος Ἀπεραντίων τῆς Εὐρυτανίας εἶναι Ἀνδρέας τις
4135Γρανίτσας, πολιτικὸς φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώ-
4136του. Εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Δημάρχου αὐτοῦ ἔμενεν ἐπὶ πολλὰ
4137ἔτη ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη, ἀδελφοῦ τοῦ
4138περὶ οὗ ἡ συζήτησις Ἀλεξίου Τάκη. Ἔκ τινων ἐγγράφων,
4139τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν,
4140καὶ ἅτινα κατετέθησαν, προκύπτει, ὅτι καὶ ὁ πολιτικὸς οὗ-
4141τος φίλος καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου εἶχε κατηγο-
4142ρηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει τῆς ληστοσυμμορίας Τάκη, εἶχε δ’ ἐκ-
4143δοθῆ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως. Μήπως ἦναι καὶ
4144τοῦτο ἁπλῆ τις σύμπτωσις; Ὁποία διαβολικὴ ἀληθῶς
4145συῤῥοὴ συμπτώσεων! Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν εἴχομεν ἐμμέσους
4146τρόπον τινὰ ἀποδείξεις, ἤδη δ’ ἔρχονται αἱ ἄμεσοι, αἱ πη-
4147γάζουσαι ἐξ ἐπισήμων Βουλπιωτικῶν ἐνεργειῶν. Ὁ Ὑπουρ-
4148γὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημ. Βουλπιώτης ἔχει ἀδελφὸν
4149Ἰωάννην Βουλπιώτην, ὅστις πρό τινος μὲν χρόνου ἦτο
4150Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἤδη δὲ εἶναι Ἐφέτης. Ἐπρό-
4151κειτο νὰ ἐκδικασθῶσι κατηγορίαι τινὲς κατὰ Τάκη ἐνώ-
4152πιον τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικείου, ἐκεῖ δὲ ἔτυχε τότε
4153νὰ ἦναι Ἀντεισαγγελεὺς ὁ κ. Ἰωάννης Βουλπιώτης. Ὁ κύ-
4154ριος οὗτος ἐγνώριζε πολὺ καλῶς, ἐκ τῶν ἐν τῷ «Χρόνῳ»
4155δημοσιευθέντων, ὅτι ὁ ἀδελφός του Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
4156σύνης εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ Τάκη, ὅτι εἶχεν
4157ἐγκαλέσει τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου», καὶ ὅτι εἶχε γίνει
4158μέγας ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ θόρυβος καὶ πάταγος περὶ τῆς
4159σκανδαλωδεστάτης ταύτης ὑποθέσεως. Ἐδικαιοῦτο λοιπὸν
4160ἕκαστος νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν
4161θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος ὡς Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰς
4162ἐναντίον τοῦ Τάκη κατηγορίας, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν θέ-
4163σιν καὶ τὸ ἀξίωμά του. Καὶ ἐν τούτοις, ὡς ἠκούσατε, ὁ κ.
4164Ἰωάννης Βουλπιώτης ὄχι μόνον ἔλαβε μέρος εἰς δίκας κατὰ
4165τοῦ Τάκη, ἀλλὰ, φρικτὸν εἰπεῖν! ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ λῃ-
4166στείας καὶ φόνου, ὃν ὁ Τάκης μετ’ ἄλλων συμμοριτῶν εἶχε
4167διαπράξει, ὁ κ. Βουλπιώτης ὑπεστήριξεν ἀναίρεσιν, καὶ οἱ
4168ἔνορκοι τὴν παρεδέχθησαν! Φαντασθῆτε. Ὁ κ. Ἰωάννης
4169Βουλπιώτης δὲν αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ λόγον ἐξαιρέσεως εἰς
4170δίκην κατὰ λῃστοῦ συνεπαρχιώτου του, περὶ οὗ εἶχε ῥηθῆ
4171καὶ δημοσιευθῆ, ὅτι ὑπεθάλπετο παρὰ τῆς Βουλπιωτικῆς οἰ-
4172κογενείας! Ὅ,τι θεωρεῖται ἀδύνατον, ὄχι μόνον δι’ ἀνώ-
4173τερον δικαστικὸν λειτουργὸν, ἀλλὰ διὰ πάντα εὖ ἠγμέ-
4174νον καὶ εὐσυνείδητον ὁπωσοῦν ἰδιώτην, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὡς
4175διαιτητὴς νὰ δικάσῃ διαφοράν τινα, θεωρεῖται δυνατὸν καὶ
4176τελεῖται ὑπὸ τὰς σκανδαλωδεστέρας περιστάσεις ἀπὸ τὸν
4177πρώην μὲν ἀντεισαγγελέα ἐφετῶν, νῦν δ’ ἐφέτην Ἰωάννην
4178Βουλπιώτην, ἀδελφὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ
4179ἠκούσατε πρό τινων ἡμερῶν τοῦ κυρίου τούτου Ὑπουργοῦ
4180λέγοντος: «Καὶ τί τάχα σημαίνει, ἂν ὁ ἀδελφός μου
4181ἔλαβε μέρος εἰς τὴν δίκην τοῦ Τάκη;» Ἰδοὺ ποίας ἰδέας
4182ἔχει περὶ δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης!
4183Ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἀδελφός σας, κύριε Ὑπουργὲ, τὰ
4184ἐν τῷ «Χρόνῳ» δημοσιευθέντα περὶ ὑμῶν καὶ περὶ τοῦ
4185ἐν Μεσολογγίῳ ἀδελφοῦ ὑμῶν; Δὲν ἐγνώριζε τὰ τῆς ἐπι-
4186στολῆς τοῦ Δεσποτάτου, Τσιμπουράκη καὶ λοιπῶν συμ-
4187πολιτῶν σας; Δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε καταγ-
4188γείλει τὸν Συντάκτην τοῦ «Χρόνου» ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ
4189συκοφαντίᾳ, καὶ ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη ἔμενεν ἐκκρεμής;
4190Καὶ ἂν ἐγνώριζε, καὶ βεβαίως ἐγνώριζε, πάντα ταῦτα, πῶς
4191τολμᾶτε νὰ ἰσχυρίζησθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει
4192κἀμμίαν σημασίαν, ἂν οὗτος ἔλαβε μέρος εἰς δίκας κατὰ τοῦ
4193Τάκη; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι φρίττω
4194πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς ἀνευλαβείας σας κατὰ τῆς δημοσίας
4195ἠθικῆς.
4196Καὶ μήπως τὰ πράγματα περιορίζονται ἕως ἐδῶ; Ἰδοὺ,
4197ἐπακολουθεῖ ἡ ἀπονομὴ τῆς πρὸς τὸν Τάκην χάριτος, ἥτις
4198εἶναι ἡ κορύφωσις τοῦ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικτικοῦ
4199οἰκοδομήματος. Τίς εἶναι ὁ Ἀλέξιος Τάκης; Τέρας ἀνθρω-
4200πόμορφον, θηρίον αἱμοχαρὲς, τοῦ ὁποίου ὅμοιον δυσκόλως δύ-
4201ναταί τις ν’ ἀπαντήσῃ εἰς μυθιστορήματα. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
4202τίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπαρίθμησις τῶν φόνων, τῶν
4203ἀναιρέσεων, τῶν ἀκρωτηριασμῶν, τῶν ἐμπρησμῶν, τῶν αἰχ-
4204μαλωσιῶν, καὶ τῶν ἀποτροπαίων βασάνων, ὅσας οὗτος ὡς
4205λῃστὴς διέπραξεν, ἐμποιοῦσι φρίκην εἰς πάντα, μὴ ἀποβα-
4206λόντα τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Καὶ ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ὂν
4207ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ δώσῃ χάριν μετὰ μικρὸν, ἀφ’ ἧς
4208κατεδικάσθη εἰς θάνατον! Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου,
4209ὅτι δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος ὡς αὐτοτε-
4210λὲς γεγονὸς, ἀποδεικνῦον κατάχρησιν τῆς βασιλικῆς ταύ-
4211της προνομίας, ἀλλ’ ὡς πρόσθετον καὶ ἐπίσημον τρόπον τινὰ
4212ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὅτι ὁ λῃστὴς Ἀλέξιος Τάκης, καὶ ὁ ἀρ-
4213χιλῃστὴς ἀδελφός του Εὐάγγελος Τάκης, καὶ οἱ ἄλλοι
4214ἀδελφοὶ αὐτῶν λῃσταὶ ἐτύγχανον ἀνέκαθεν καὶ τυγχάνου-
4215σιν ἀνεπιφυλάκτου συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν
4216ἀδελφῶν του. Καὶ πῶς ἄλλως δύναταί τις νὰ ἐξηγήσῃ τὴν
4217ἀπονομὴν χάριτος πρὸς τὸν Τάκην; Συνδυάσατε τὸ γεγονὸς
4218τοῦτο πρὸς τὰ προηγούμενα, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν ᾖναι δυνατὸν
4219ν’ ἀπομείνῃ εἰς καλῆς πίστεως συζητητὴν ὁ ἐλάχιστος ἐν-
4220δοιασμὸς περὶ τῆς πλήρους ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅτε τὸ
4221πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῆς χάριτος, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν
4222ἐδίστασε νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ μίαν καὶ
4223μόνην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν κατηγορήθη καὶ κατεδικάσθη
4224ὁ Τάκης εἰς θάνατον, ἤτοι δι’ ἕνα φόνον, ὃν εἶχε διαπράξει
4225εἰς νεαρὰν ἡλικίαν, διὰ λόγους οἰκογενειακῆς φιλοτιμίας!
4226Καὶ δικαίως τότε ὁ κ. Ὑπουργός, μετὰ τοιαύτας διαβεβαιώ-
4227σεις, ἔλεγε μετὰ κόμπου πρὸς τοὺς κατηγόρους του: «Καὶ
4228πῶς! εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποκόψω τὴν κεφαλὴν τοῦ
4229Τάκη διὰ τὴν μίαν καὶ μόνην ταύτην πρᾶξιν, ἣν διέπραξεν
4230εἰς ἡλικίαν 14 ἐτῶν;» Ἡ ἀλήθεια ὅμως δὲν ἐβράδυνε νὰ
4231ἀποκαλυφθῇ, καὶ ἀντὶ τοῦ νεαροῦ φονέως, τοῦ διαπράξαν-
4232τος δῆθεν ἕνα φόνον ὑπὸ ἐλαῤῥυντικὰς περιπτώσεις, ἔχομεν
4233διαβόητον λῃστήν, διαπράξαντα μετὰ τὸν πρῶτον φόνον,
4234ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1885, τὰ στυγερώτερα τῶν κα-
4235κουργημάτων, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἔκαμον λόγον.
4236Καὶ εἰς τοιοῦτον λῃστὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπονέμει χάριν!
4237Καὶ ἐὰν μὲν ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε
4238διατάξει οὐδεμίαν ἄλλην ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς, ἕνεκα
4239γενικωτέρων σκέψεων καὶ πεποιθήσεων, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο
4240ὁπωσοῦν εὐνόητον, ἀλλ’ ὅταν ἔχητε Ὑπουργὸν, ὅστις μετέ-
4241βαλε τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς ἀπαίσιον θέατρον
4242ἀποτομῆς ἀνθρωπίνων κεφαλῶν, πῶς δύνασθε νὰ τὸν δικαιό-
4243σητε ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, ἀφοῦ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἴδιον
4244καθῆκον καὶ ὡς πρὸς τὸν Τάκην; Ὡραία ἀληθῶς δικαιο-
4245σύνη! Ἐπιμένει ὁ κ. Βουλπιώτης νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἐκτε-
4246λεῖται ἡ θανατικὴ ποινὴ κατὰ τοῦ Μπονάτη, ὅστις διέ-
4247πραξε μίαν ἀνθρωποκτονίαν ἐν καταστάσει μετρίας συγ-
4248χύσεως, ἣν ἐκ πλάνης δὲν παρεδέχθησαν οἱ ἔνορκοι, δίδεται
4249δὲ χάρις εἰς τὸν Τάκην, ὅστις, μεταξὺ τῶν ἄλλων, διέπραξε
4250καί τινας δολοφονίας ἐπὶ μισθῷ! Δυστυχὴς προνομία τοῦ
4251Βασιλέως, πῶς κατήντησας, καὶ πόσα αἴσχη διαπράττονται
4252ἐν ὀνόματί σου!
4253Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων, ἐπὶ τῶν ὁποίων
4254ἐρειδόμενος, ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
4255Δικαιοσύνης ἐπεδείξατο ἄμετρον εὔνοιαν καὶ στοργὴν εἰς
4256τὸν λῃστὴν Ἀλέξιον Τάκην καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ.
4257Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἐπὶ τούτῳ εὐθύνη βαρύνει μόνον τὸν κ.
4258Βουλπιώτην, ἢ ἐκτείνεται ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως;
4259Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρ-
4260νησις μετέχει τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δια-
4261γωγῇ καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ
4262προσέκρουον κατ’ ἐπιτακτικῆς ὑπαγορεύσεως τῆς ἐμῆς συνει-
4263δήσεως, ἐὰν ἔλεγον τὸ ἐναντίον. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
4264δεχθῇ τις, ὅτι οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου φέρει εὐθύνην ὁ
4265κ. Πρωθυπουργός, ὅστις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐνσάρκωσις
4266τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Κυβερνήσεως; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ
4267κ. Τρικούπης εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤχθη
4268εἰς τὸ μέσον τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, ἔσπευσε νὰ χαρα-
4269κτηρίσῃ τὰ ἐναντίον τοῦ κ. Βουλπιώτου δημοσιεύματα ὡς
4270λιβελλογραφίας, καὶ νὰ προκαλέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφον ἐμπι-
4271στοσύνης ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο
4272μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Τρικούπης νὰ χωρίσῃ τὴν
4273εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν εὐθύνην
4274τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ πράξῃ
4275ἄλλως, ἀφοῦ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν
4276ὑπὸ τοῦ κ. Βουλπιώτου διαπραχθέντων καὶ διαπραττο-
4277μένων ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ πρὸ πάντων ἐν Μεσολογγίῳ. Καὶ
4278τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠξεύρει
4279τί συμβαίνει ἐν Μεσολογγίῳ, τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι;
4280Ἐκτὸς τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, αἵτινες τῷ ἀναγγέλλουσιν,
4281ἐξ ἐπιτακτικῆς ὑποχρεώσεως, τὰ συμβαίνοντα, ὑπάρχουν
4282καὶ οἱ ἰδιαίτεροι φίλοι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κ. Τρικούπη
4283εἰς ὁλόκληρον τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, καὶ πρὸ πάντων
4284εἰς Εὐρυτανίαν καὶ εἰς Μεσολόγγιον, οἱ ὁποῖοι τὸν τηροῦσιν
4285ἐνήμερον εἰς τὰ συμβαίνοντα, ἐν πάσῃ τῇ δυνατῇ λεπτομε-
4286ρείᾳ. Ἐκτὸς λοιπὸν πάσης εὐλόγου ἀμφισβητήσεως ἀπο-
4287βαίνει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετέλει καὶ διατελεῖ ἐν πλη-
4288ρεστάτῃ γνώσει τῆς συνδρομῆς, ἧς ἐτύγχανον οἱ ἐκ τῆς
4289ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ. Βουλπιώτου καταγόμενοι ἀδελφοὶ
4290Τάκη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν
4291αὐτοῦ, τὸ ἀπολέμητον δὲ συμπέρασμα, ὅπερ ἐκ τούτου προ-
4292κύπτει, εἶναι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην
4293διὰ τὰς ἐν γένει σκανδαλώδεις ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4294τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
4295Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη, ἣν ἐκφράζω μετὰ τῆς
4296παῤῥησίας ἐκείνης, ἥτις δέον νὰ χαρακτηρίζῃ πάντα τοῦ
4297Ἔθνους ἀντιπρόσωπον, ἔχοντα συνείδησιν τῶν καθηκόντων
4298του. Δυστυχῶς ὅμως βλέπω πολλοὺς ἐκ τῶν τῆς πτέρυγος
4299τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες οὐ μόνον ἀντιφρονοῦσιν, ἀλλὰ
4300καὶ δυσφοροῦσιν ἐπὶ τῷ ὅτι καταναλίσκομεν τὸν χρόνον εἰς
4301τοιαύτας συζητήσεις. Καὶ ἐπὶ μὲν τῇ ἐναντιοφωνίᾳ οὐδένα
4302δύναμαι νὰ μεμφθῶ, διότι αἱ πεποιθήσεις ἑκάστου εἶναι
4303σεβασταί, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι αἰσθάνομαι
4304λύπης ἅμα καὶ ἀγανακτήσεως αἴσθημα, ὅταν ἀκούω τινὰς,
4305λέγοντας, ὅτι πρέπει νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς
4306μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ οἱωνδήποτε ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ νὰ
4307εἰσέλθωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
4308ταξιν, νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
4309ν’ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ὅπως ἐπανέλθωμεν μετὰ
4310ἓν ἔτος καὶ ἐπαναλάβωμεν τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ἀλλ’ ἂς
4311μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ ὑποστηρίζοντες νὰ
4312τοὺς ἐρωτήσω: εἶναι τοῦτο καὶ λέγεται ἐκπλήρωσις καθή-
4313κοντος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς; Ἐννοῶ τὰς διαθέσεις καὶ
4314προαιρέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐπι-
4315θυμεῖ νὰ κυβερνᾷ ὑπὸ τὸ κράτος ἀληθοῦς κοινοβουλευτικοῦ
4316πολιτεύματος. Ἀποστρέφεται τὴν συζήτησιν, καὶ τρέμει πρὸ
4317τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ἡ πλειονο-
4318ψηφία εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐξυπηρετῇ τυφλῶς τὰς τοιαύτας
4319ἀπολυταρχικὰς καὶ ἐνόχους βλέψεις τοῦ ἡγέτου αὐτῆς; Καὶ
4320τίς δύναται σήμερον, εἰ μὴ εἶναι πεπωρωμένος τὸν νοῦν καὶ
4321τὴν καρδίαν, ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον κοινοβουλευτι-
4322κοῦ πολιτεύματος διέπει τὸν τόπον ἀχαρακτήριστός τις καὶ
4323ἀκατονόμαστος τυραννίς; Τί ἀφῆκαν ὄρθιον ἐν τῷ τόπῳ;
4324Ἔχομεν διοίκησιν; ἔχομεν δικαιοσύνην; ἔχομεν στρα-
4325τόν; Αὐτὰ τὰ ζητήματα θέλομεν ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν,
4326σεῖς δὲ μᾶς λέγετε, ὅτι αἱ τοιαῦται συζητήσεις εἶναι ἀνωφε-
4327λεῖς, καὶ τείνουσιν εἰς ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
4328Ἀλλ’ ἐὰν αἱ συζητήσεις αὗται, αἵτινες περιστρέφονται εἰς
4329τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ παραλείψεων,
4330ἦναι ἄσκοποι καὶ ἀνωφελεῖς, τότε δέν μοι λέγετε, παρακα-
4331λῶ, ποῖαι εἶναι αἱ σκόπιμοι καὶ ὠφέλιμοι; Ὡς πρῶτον ἀντι-
4332κείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγράφεται τὸ νομοσχέ-
4333διον περὶ τῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην δωρεᾶς τῶν 350 χιλιά-
4334δων δραχμῶν, σεῖς δὲ δεικνύετε μεγάλην ἀδημονίαν καὶ
4335στενοχωρίαν, διότι δὲν σπεύδομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
4336ἡμερησίαν ταύτην διάταξιν, διὰ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέ-
4337διον αὐτό. Καὶ τίς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ
4338τὸ ψηφίσητε; Ἀποτελεῖτε τὴν πλειονοψίαν, μεθ’ ὅλας δὲ
4339τὰς ἰδικάς μας διαμαρτυρίας, θὰ ψηφίσητε, ὄχι μόνον αὐτὸ,
4340ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα ὑπέβαλε καὶ θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Τρικού-
4341πης. Αὐτὸ τὸ ἐννοοῦμεν πολὺ καλῶς, ἀλλὰ διὰ τί βιάζεσθε
4342τόσον πολύ; Μήπως ἐπίκειται ἡ λῆξις τῆς Συνόδου; Μόλις
4343παρῆλθον δύο μῆνες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεώς της, ὑπολείπονται
4344δὲ τέσσαρες ἀκόμη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἑξαμήνου χρονικοῦ
4345διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαρκῇ ἑκάστη
4346Σύνοδος. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ σπουδή, πρὸς τί ἡ στενοχωρία;
4347Θέλετε νὰ εἰσέλθωμεν ταχέως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
4348ἵνα ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων. Ἡ πρόθεσις ὑμῶν
4349αὕτη θὰ ἦτο εὐνόητος καὶ εὐεξήγητος, ἐὰν ἠδύνασθε νὰ
4350ἔχητε γνώμην τινὰ ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ
4351τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ σήμερον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νομο-
4352θετεῖν μετεβιβάσθη ἀκέραιον καὶ σχεδὸν ἀνεξέλεγκτον ἐκ
4353τῆς Νομοθετικῆς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν; Πότε
4354ἠθέλησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ κατὰ κεραίαν
4355μίαν οἱονδήποτε νομοσχέδιόν της; Συνέβη νὰ ἴδω πολλά-
4356κις Βουλευτάς τινας τῆς Συμπολιτεύσεως μετὰ δέους ὑπο-
4357βάλλοντας τροπολογίας τινάς, καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας
4358εὐκολίας παραιτοῦντας αὐτάς, διότι δὲν τὰς ἀποδέχεται ὁ
4359Πρωθυπουργός. Καὶ ἀφοῦ ἦναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ
4360Βουλὴ ἀπηλλοτριώθη ἐντελῶς τοῦ δικαιώματος τοῦ νομο-
4361θετικοῦ, δὲν μᾶς ἀφίνετε τοὐλάχιστον νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ
4362δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; Δὲν βλέπετε, ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα
4363ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι εἰκο-
4364νική; Ἄν ἀπομένῃ τι ἀκόμη, τοῦτο εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν
4365κυβερνητικῶν ἀτασθαλιῶν. Καὶ δὲν ἀποβαίνει μὲν καὶ οὗτος
4366ἀποτελεσματικός, ἀλλ’ ὀπωσδήποτε χρησιμεύει ἐν μέρει μὲν
4367ὡς ἀσθενὴς φραγμὸς εἰς τὰς παντοίας ἀκολασίας τῆς Ἐκτε-
4368λεστικῆς Ἐξουσίας, ἐν μέρει δὲ ὡς ἀνακούφισις καὶ παρη-
4369γορία εἰς τοὺς ὑφισταμένους τὰ δεινὰ τῆς ἐξηχρειωμένης
4370διοικήσεως.
4371Πόσα δὲν ἠκούσαμεν καὶ πόσα δὲν θ’ ἀκούσωμεν ἴσως ἀκόμη,
4372διότι παρατείνομεν τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς περὶ τοῦ Τάκη
4373συζήτησιν! Καὶ ὅμως τίς ἀπαθὴς καὶ εὐσυνείδητος κριτὴς
4374δὲν ἤθελε μᾶς δικαιώσει διὰ τοῦτο; Ἀδιαστάκτως φρονῶ,
4375ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν Πολι-
4376τείαν καὶ τὴν κοινωνίαν πολὺ περισσότερον, ἢ ὅσον ὠφέλη-
4377σαν αὐτὴν οἱ τριακόσιοι περίπου νόμοι, οὓς ἀβασανίστως
4378ἐψηφίσατε κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους. Εἶναι λυ-
4379πηρὸν βεβαίως, διότι δὲν ἔχομεν σήμερον τὴν δύναμιν νὰ
4380ζητήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ
4381δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀποβαίνει ἀνωφελὴς ἡ ἁπλῆ συζή-
4382τησις. Ἐξ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι αὕτη δύναται νὰ διδάξῃ
4383ὁπωσοῦν τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
4384ὅτι δὲν τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβιάζωσιν ἀσυστό-
4385λως τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ περιυβρίζωσι θρασέως τὴν δη-
4386μοσίαν ἠθικήν.
4387Εἶναι καιρὸς νὰ ἀνανήψωμεν! Δὲν τὸ βλέπετε; Ἔχομεν
4388πρὸ ἡμῶν κυβερνητικὸν σύστημα, τεῖνον ὑπούλως καὶ δολίως
4389εἰς τελείαν οὐδετέρωσιν τῆς ἀληθοῦς καὶ πραγματικῆς λει-
4390τουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν νομίζητε,
4391ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον καὶ
4392πρέπει νὰ παύσῃ λειτουργοῦν, εἴπετέ το καθαρά. Ἐν τοι-
4393αύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχῃ τις τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα
4394ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν εἰλικρίνειάν σας. Τὸ νὰ λέγητε ὅμως,
4395ὅτι εἶσθε ὀπαδοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἐνῷ εἶναι
4396βέβαιον ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπείκετε τυφλῶς εἰς τὰ νεύματα
4397αὐθάδους καὶ ἀπολυτόφρονος Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τοῦτο
4398δὲν εἶναι οὔτε εἰλικρινὲς, οὔτε γενναῖον, οὔτε συμφέρον εἰς
4399τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε. Καὶ τίνες εἶναι οἱ
4400πρὸς οὓς παρέχετε ἀμέριστον καὶ ἀνεπιφύλακτον ὑποστήριξιν;
4401Γνωρίζετε βεβαίως. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, διὰ νὰ φθάσουν
4402εἰς ὃ σημεῖον πολιτικῆς δυνάμεως ἔφθασαν, παρέστησαν
4403ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι πάντων τῶν ἐν τῷ τόπῳ
4404κακῶν αἴτιοι ἦσαν καὶ εἶναι οἱ Βουλευταί. Ἐλησμονήσατε
4405ἆρά γε τὴν κατὰ τῶν Βουλευτῶν ἀγρίαν καὶ λυσσώδη ἐκεί-
4406νην σταυροφορίαν τῶν ἐνθέρμων ὑποστηρικτῶν τῆς σημερινῆς
4407Κυβερνήσεως; ἔλεγον οὗτοι καὶ ἔγραφον καὶ ἐδημοσίευον:
4408Τίς εἶναι ἔνοχος διὰ τὰ παντὸς εἴδου ἐγκλήματα; Ὁ Βου-
4409λευτής, ὅστις ἀθωόνει τοὺς ἐγκληματίας, ἢ καταδικαζομέ-
4410νους τοὺς ἐξάγει ἐκ τῶν φυλακῶν διὰ χάριτος. Τίς εἶναι
4411ὑπεύθυνος διὰ τὰς κλοπὰς καὶ καταχρήσεις τοῦ δημοσίου
4412πλούτου; Ὁ Βουλευτής, ὅστις διορίζει τοὺς κλέπτας καὶ
4413ἅρπαγας εἰς τὰς δημοσίας θέσεις οὐχὶ δὲ σπανίως συνεται-
4414ρίζεται μετ’ αὐτῶν πρὸς ἀθέμιτον κερδοσκοπίαν....
4415§140ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὰ εἶπε κἀνεὶς αὐτά· εἶναι μῦθοι.
4416§141ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ
4417ἐπιλήσμων ὁ διακόψας με κύριος Βουλευτὴς, διότι ἄλλως
4418δὲν θὰ ἐλησμόνει τόσον ἐνωρὶς τοὺς ἱστορικοὺς ἐκείνους
4419κατὰ τῆς Βουλευτοκρατίας φιλιππικούς, οὓς ἐδημοσίευον ἐν
4420χορῷ ὅλα τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
4421κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τῆς εὐρείας περι-
4422φερείας νόμου, ὃν ἐθεώρουν, καὶ εὐλόγως, ὡς τὸ μόνον μέσον
4423ὁριστικῆς μὲν ἐπικρατήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καταπτώ-
4424σεως δὲ πάσης ἀντιῤῥόπου πολιτικῆς ἐν τῷ τόπῳ δυνάμεως.
4425Καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ σχεδίου ὑπῆρξεν ἀληθῶς πλήρης. Τίς,
4426ἐὰν μὴ ἦναι τυφλὸς, δὲν βλέπει τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην εἰς
4427τὰ σήμερον συμβαίνοντα; Ποῦ εἶναι ἡ πολιτικὴ δύναμις,
4428πρὸ τῆς ὁποίας ἔτρεμεν ἄλλοτε ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργός;
4429Τὴν συνέτριψεν ἐν μέρει, ἐξακολουθεῖ δὲ συντρίβων αὐτὴν,
4430χάρις εἰς τὴν συνδρομὴν, ἣν τῷ παρέσχετε καὶ τῷ παρέχετε
4431διὰ τῆς ψήφου σας. Ὅσον σημαίνει σήμερον εἷς ἀφωσιω-
4432μένος πλησίον τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν σημαίνετε τριάκοντα ἢ
4433τεσσαράκοντα ἐξ ὑμῶν. Τὸ ἀρνεῖσθε αὐτό; Δὲν τὸ πιστεύω,
4434ἐκτὸς ἐὰν ὡς μέτρον τῆς ὀφειλομένης ὑμῖν ἐκτιμήσεως λαμ-
4435βάνετε τὴν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φαινομενικὴν ἐκδή-
4436λωσιν ἐξηναγκασμένης ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ
4437καὶ τῇ κοινωνίᾳ ὑμετέρας θέσεως. Τοιοῦτος τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ
4438ὁ χαρακτήρ. Βλέπει, ὅτι σήμερον ἔχει τὴν ἀνάγκην ὑμῶν;
4439Σᾶς θωπεύει, πλὴν αἱ θωπεῖαί του ἐνέχουν οὐ μόνον ὑστε-
4440ροβουλίαν, ἀλλὰ καὶ μνησικακίαν. Ὅταν παρέλθῃ ἡ ἀνάγκη,
4441εἰς ἣν τὸν ἔφερεν ἡ ἀνδρικὴ στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
4442θὰ στρέψῃ ὑμῖν καὶ πάλιν τὰ νῶτα, θὰ προσπαθήσῃ δὲ νὰ
4443ἐκδικηθῇ πάντας ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἠθέλησαν τυχὸν
4444νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς δυσχερείας, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Καὶ ἔχει
4445δίκαιον, τοιαύτην μετερχόμενος τακτικὴν, διότι, ἐνῷ κατα-
4446φωρᾶται διαπράττων πάντα ἐκεῖνα, ἅτινα ψευδῶς καὶ συκο-
4447φαντικῶς ἀπέδιδεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἔρχονται οὗτοι καὶ
4448καλύπτουν διὰ τῆς ψήφου των οὐ μόνον τὴν ποινικὴν καὶ
4449ἀστυκὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην του.
4450Ἀπένειμε τρισχιλίας χάριτας ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν. Κατὰ
4451τί εὐθύνονται διὰ τοῦτο οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ὑπῆρχον
4452τότε; Ἀπέλυσε σωρείαν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν. Χάριν
4453τίνων Βουλευτῶν ἔπραξε τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο, ἀφοῦ
4454Βουλευταὶ δὲν ὑπῆρχον; Οὐδὲ εἶναι εὔκολον ν’ ἀριθμήσῃ
4455τις τὰ ἀναρίθμητα κυβερνητικὰ ὄργια, ἅτινα τὴν πηγήν των
4456ἔχουν εἰς τὰ παντοῖα συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ
4457τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ἐν τούτοις σύρεσθε τυφλῶς ὄπισθεν τοῦ
4458ἅρματος τοιούτου κυβερνητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁση-
4459μέραι ἀποκαλύπτεται ἀσύμφορον καὶ ἐπικίνδυνον εἰς τὸ
4460Ἔθνος....
4461§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς σύρεται.
4462§143ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν οὐδεὶς σύρεται, ἢ
4463ὄχι, τὸ ἀποδεικνύει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἡ τακτικὴ ὑμῶν
4464ἐπὶ τῆς ζητουμένης ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη πιστώσεως. Κατε-
4465νοήσατε ὅλοι, ὅτι πρόκειται περὶ χαριστικῆς πράξεως ὑπὲρ
4466ὡρισμένων προσώπων καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δη-
4467μοσίου, πλὴν δὲν φαίνεσθε ἐμπεφορημένοι τοῦ ἀπαραιτήτου
4468ψυχικοῦ σθένους, ὅπως τὸ ἀποκρούσητε. Τὸ περίεργον δὲ
4469εἶναι, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν λέγουσιν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα
4470ἐχαρακτηρίσθη ὡς πολιτικόν, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπερψηφί-
4471σωσι, πρὸς ἀποφυγὴν κυβερνητικῆς κρίσεως ἢ πτώσεως.
4472Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποδοθῇ πολιτικὴ ἔννοια εἰς καθα-
4473ρῶς χρηματικὸν ἀντικείμενον; Ἐδῶ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ἡ
4474πλειονοψηφία, ὅτι ἔχει ποιάν τινα ἐλευθερίαν ἐν τῷ σκέπτε-
4475σθαι καὶ κρίνειν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Ἠδύ-
4476νατο καὶ ὤφειλε νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι οὐδεὶς
4477λόγος ὑπάρχει, ὅπως μία ἁπλῆ πίστωσις ἀνυψωθῇ εἰς ζή-
4478τημα κυβερνητικόν, καὶ ὅτι ἑπομένως θὰ ψηφίσῃ κατὰ συνεί-
4479δησιν. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει δυστυχῶς, καὶ ἰδοὺ διατὶ ὑπο-
4480στηρίζω, ὅτι ἄγεται καὶ φέρεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, κατὰ
4481τὰς ὁρμὰς καὶ ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, ὡς
4482καὶ ἄλλοτε εἶπον, δὲν ἀπεδείχθη ἄξιος τοιαύτης ἀπολύτου
4483καὶ τυφλῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ἀληθῶς ἀπελπιστικόν,
4484καταντᾷ δὲ καὶ ἀνεξήγητον τὸ φαινόμενον τοῦτο. Ἀφ’ ἑνὸς
4485μὲν λέγετε, ὅτι ἀποκρούει ἡ συνείδησίς σας ἓν ἀχρεῖον νο-
4486μοσχέδιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἁμιλλᾶσθε, τίς τοῦ ἄλλου νὰ δείξῃ
4487μείζονα προθυμίαν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἐγὼ αὐτὸς ἤκου-
4488σα συναδέλφων συμπολιτευομένων, λεγόντων, ὅτι ἀληθῶς
4489ὁ Σπάρταλης δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τίποτε, ἀλλ’ ὅτι
4490πρέπει νὰ τῷ δοθῶσιν αἱ 335 χιλιάδες δραχμῶν, εἴτε διότι
4491μᾶς πιέζει ἡ Ἀγγλία, εἴτε διότι ὁ κ. Τρικούπης ἔχει προ-
4492σωπικὰς πρὸς αὐτὸν ὑποχρεώσεις....
4493§144ΓΚΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ εἴπητε τίνες τὰ λέγουν αὐτὰ, ἄλλως
4494συκοφαντεῖτε.
4495§145ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ συ-
4496κοφαντίας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι αὕτη εἶναι ἀπο-
4497κλειστικὸν προνόμιον τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκετε. Μὲ προ-
4498καλεῖτε νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ πρά-
4499ξω ποτὲ, διότι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον. Τοῦτο μόνον
4500λέγω, ὅτι ἐγενόμην αὐτήκοος τῶν ὅσα εἶπον ἐκ προσωπικῆς
4501καὶ ἰδιαιτέρας μετὰ συμπολιτευομένων Βουλευτῶν συζητή-
4502σεως....
4503§146ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ ποῦ εὑρέθη ἐδῶ συκοφαντία;
4504§147ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως δὲ, ὡς ὀρθῶς πα-
4505ρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τὰ ὑπ’ ἐμοῦ
4506λεχθέντα, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀκριβῆ, δὲν θ’ ἀπετέ-
4507λουν συκοφαντίαν. Συκοφαντεῖ τις, ὅταν ἐν γνώσει τῆς ἀθωό-
4508τητος ἄλλου τινὸς ἀποδίδῃ αὐτῷ ὡρισμένας πράξεις, αἵτι-
4509νες, ἂν ἠλήθευον, θὰ τὸν ἐξέθετον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν,
4510ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ οὐδεμίαν τοιαύτην πρᾶξιν ἀπέδωκα
4511ἐγὼ πρὸς οἱονδήποτε. Ἐξ ἐναντίας παρέστησα, ὅτι πολλοὶ
4512ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας κυρίων Βουλευτῶν σκέπτονται
4513μὲν ὀρθῶς, δὲν ἔχουσιν ὅμως ἐπαρκῆ ψυχικὴν δύναμιν, ὅπως
4514ἁρμόσωσι τὰς σκέψεις αὑτῶν πρὸς τὰ πράγματα. Εἶναι
4515τοῦτο συκοφαντία;...
4516§148ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι πλέον μυστικά. Οἱ
4517συμπολιτευόμενοι κατακρίνουσι καὶ ἀποδοκιμάζουσι δημοσίᾳ
4518τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη, ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι εἶναι
4519ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ψηφίσουν.
4520§149ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ὁ ἀξιότιμος ἐξ
4521Ἀχαΐας Βουλευτὴς βεβαιοῖ ὅσα ἐγὼ εἶπον, γνωρίζω δὲ μά-
4522λιστα, ὅτι τῷ ἀνεκοινώθησαν παρὰ Βουλευτοῦ τῆς πλειονο-
4523ψηφίας καὶ περίεργοί τινες λεπτομέρειαι, ἀναφερόμεναι πρὸς
4524τὰς ἰδιαιτέρας ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν
4525Σπάρταλην, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι μοὶ εἶναι συγκεχωρημέ-
4526νον νὰ ὀνομάσω πρόσωπα.
4527§150ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς τὰ λέγουν διὰ νὰ σᾶς ἐνθαῤῥύνουν.
4528§151ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶς ἄλλος θὰ εἶχε τὸ
4529δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπῃ τοῦτο, παρὰ ὁ κ. Βουδούρης.
4530§152ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ τί;
4531§153ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐν ᾧ κυρίως ἡ συ-
4532ζήτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
4533σύνης, φαίνεσθε καὶ σεῖς, ὅτι εἶσθε σύμφωνος πρὸς τὴν πλειο-
4534νοψηφίαν, ἐνῷ πλειστάκις ἐξεφράσθητε καὶ ἐξακολουθεῖτε ἐκ-
4535φραζόμενος δυσμενέστατα κατὰ τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ἐνθυ-
4536μοῦμαι δὲ μάλιστα, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον προεκλήθη ψηφο-
4537φορία ὑπὲρ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ὑμεῖς ῥητῶς ἐδηλώσατε, ὅτι
4538ἐδίδετε λευκὴν ψῆφον, οὐχὶ χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν τοῦ
4539κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχε χαρακτηρίσει τὸ ζήτημα ὡς
4540κυβερνητικόν.
4541§154ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ὑπὲρ τοῦ Ὑπουρ-
4542γοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε τότε ἐψήφισα, οὔτε τώρα θὰ ψη-
4543φίσω. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶμαι συνεπής. Σᾶς εἶπον τότε,
4544ὅτι δὲν ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πράγ-
4545ματι δὲ δὲν ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτοῦ, οὔτε τώρα θὰ ψηφίσω
4546(ἱλαρότης).
4547§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε εἶσθε σύμφωνοι.
4548§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἴμεθα σύμ-
4549φωνοι.
4550§157ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ ἠθελήσατε νὰ
4551μοὶ κάμητε παρατηρήσεις.
4552§158ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα ἐγὼ νὰ σᾶς
4553κάμω παρατηρήσεις. Ἀπέκρουσα ἰδικήν σας παρατήρησιν.
4554§159ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ, βλέπετε, εἶμαι περισσότερον
4555ἐντὸς τῆς ἀληθείας.
4556§160ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συγχαίρω, καὶ ἐπα-
4557νέρχομαι εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου μὲ διεκόψατε.
4558Ἔλεγον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ὠθεῖ τὴν πρὸς τὸν κ. Τρι-
4559κούπην ἀνεπιφύλακτον καὶ τυφλὴν ὑποταγὴν πέραν παν-
4560τὸς μέτρου, πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτου, ἔκαμον μνείαν τοῦ
4561ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι αὕτη, ἐνῷ ἐνδομύχως ἀπο-
4562δοκιμάζει τὸ περὶ Σπάρταλη νομοσχέδιον, δὲν ἔχει τὸ ψυχι-
4563κὸν σθένος, ὅπως καταψηφίσῃ αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὴν
4564ἐπιψήφισιν ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ταῦτα μὲν εἶ-
4565πον ἐν παρενθέσει, συνεχίζων δὲ τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ
4566ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἐκφράζω ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώ-
4567μην, ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν συμπολιτευομένων, ἂν ὄχι ὅλοι,
4568ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
4569καιοσύνης ἐξέθηκε δυστυχῶς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ μέχρις ἀπι-
4570στεύτου βαθμοῦ. Καὶ ὅμως, ἂν προκληθῇ ψηφοφορία, οὐ-
4571δεὶς θὰ δώσῃ μέλαιναν κατ’ αὐτοῦ ψῆφον. Διὰ τί; Διότι
4572εἶναι ἀπαίτησις τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο λέγηται
4573λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τότε δὲν ἠξεύρω
4574ποῖον ποτὲ πολίτευμα ὑπῆρξε δεσποτικώτερον καὶ ἀχρειέ-
4575στερον αὐτοῦ. Περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξεδήλωσα ἤδη
4576τὸ ἐμὸν φρόνημα. Εἶπον, ὅτι συνευθύνεται μετὰ τοῦ κ.
4577Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς ἀποκαλυφθείσας ἀνη-
4578κούστους ῥυπαρότητας ἐν τῷ ἀπασχολοῦντι ἡμᾶς ζητή-
4579ματι. Καὶ ἠδύνατο μὲν ἡ πλειονοψηφία νὰ μὴ συμφωνῇ
4580πρὸς τὴν περὶ γενικῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης γνώμην μου,
4581διότι τοιαύτη ἀτυχῶς εἶναι τῶν πραγμάτων ἡ σημερινὴ
4582κατάστασις, ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως λόγῳ ἐπετρέπετο αὐτῇ νὰ δει-
4583κνύῃ δουλικὴν προθυμίαν πρὸς ἀθώωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
4584Δικαιοσύνης, ἀσχέτως πρὸς τὴν ὅλην κυβερνητικὴν εὐθύ-
4585νην. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Δημητρίου Βουλπιώτου ὡς
4586ἀτόμου, ὁπότε θὰ εἶχον ἴσως θέσιν αἰσθήματα προσωπικῆς
4587συμπαθείας καὶ ἐπιεικείας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουρ-
4588γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὗτινος ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις ταυτί-
4589ζεται πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους, ἐν
4590τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἔδει νὰ κυριαρχῇ
4591πάσης ἄλλης πλαγίας σκέψεως, εἴτε εἰς ἀτομικὰς συμπα-
4592θείας, εἴτε εἰς εἰσηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὀφείλεται
4593αὕτη.
4594Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἡμεῖς φρονοῦμεν καὶ περὶ τοιούτων συ-
4595ζητοῦμεν, σεῖς μᾶς λέγετε, ὅτι καταδαπανῶμεν ἐπὶ ματαίῳ
4596πολύτιμον χρόνον, καθ’ ὃν θὰ εἶχον ἤδη ψηφισθῆ πολλὰ
4597νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Παράδοξοι ἀληθῶς
4598σκέψεις καὶ ἀλλόκοτοι ἀξιώσεις τῆς πλειονοψηφίας. Ποῦ στη-
4599ρίζονται αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται; Τοῦτο δι’ ἡμᾶς
4600καταντᾷ αἴνιγμα. Ἐῤῥήθη, ὅτι ἡ τῆς σημερινῆς πλειονο-
4601ψηφίας στοργὴ καὶ τυφλὴ ἀφοσίωσις πρὸς τὸν κ. Τρικού-
4602πην ὀφείλεται εἰς τὸν πόθον τῆς κυβερνητικῆς μονιμότητος.
4603Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ποῖα εἶναι τὰ ἐκ τῆς κυβερ-
4604νητικῆς ταύτης μονιμότητος ἀγαθὰ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων το-
4605σαῦται γίνονται θυσίαι; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν βλέπω ἀγαθόν τι,
4606ἱκανὸν ν’ ἀντισηκώσῃ τὰ τόσα δεινὰ, ὧν πρόξενος ἀπέβη
4607καὶ ἀποβαίνει ἡ ἑδραίωσις τοῦ κρατοῦντος κυβερνητικοῦ κα-
4608θεστῶτος. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν
4609αἱ Κυβερνήσεις ἔπιπτον σχεδὸν κατὰ νουμηνίαν, ἀλλ’ ἐπί-
4610σης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, καθ’ οὓς χρόνους συνέβαι-
4611νον αἱ συχναὶ κυβερνητικαὶ ἀλλαγαὶ, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα
4612ἐτηρεῖτο ἀκμαῖον, ἐν γένει δὲ ἡ τοῦ τόπου κατάστασις ἦτο
4613ἀσυγκρίτως καλλιτέρα τῆς σημερινῆς. Πότε, ἐρωτῶ, καὶ
4614ποία Βουλευτικὴ πλειονοψηφία παρέστησε κατὰ τὰ ἔτη,
4615καθ’ ἃ δὲν ὑπῆρχε κυβερνητικὴ μονιμότης, τὸ οἰκτρὸν θέα-
4616μα, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βου-
4617λῆς; Πότε ἡ ὑπὸ ποικίλας μορφὰς ἁρπαγὴ καὶ σπατάλη
4618τῆς δημοσίας περιουσίας ἔλαβε τὰς ἐπικινδύνους διαστάσεις,
4619ἃς παρατηρεῖ τις σήμερον; Ἐν ἑκάστῳ οἰκονομικῷ συνδια-
4620σμῷ, ἐν ἑκάστῳ δανείῳ, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ψηφίζετε ἀδια-
4621κόπως, ὑπολανθάνει ἡ ἀθέμιτος κερδοσκοπία τῶν γνωστῶν
4622τραπεζιτῶν καὶ μεσιτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Τρικού-
4623πης κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα. Τίς θὰ ἐτόλμα νὰ ὑποβάλῃ νο-
4624μοσχέδιον παραπλήσιον πρὸς τὸ περὶ Σπάρταλη κατὰ τὴν
4625ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν, ὡς ἐνασμενίζουν νὰ λέγωσιν οἱ
4626ἀφιλοκερδεῖς θιασῶται τῆς κυβερνητικῆς μονιμότητος, τὰ
4627Ὑπουργεῖα ἀνεβοκατέβαινον ἀνὰ 24 ὥρας; Θὰ ἐνομίζετο
4628παράφρων ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀποτόλμα τότε τοιοῦτον τόλ-
4629μημα, καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σωθῇ, εἰ μὴ ἐτίθετο ὑπὸ τὴν
4630σκέπην τοῦ ἀκαταλογίστου. Πότε ἐν τῇ δικαιοσύνῃ παρε-
4631τηρήθησαν αἴσχη καὶ ὄργια, οἷα τὰ ἐν τῷ περὶ Τάκη ἀξιο-
4632θρηνήτῳ ἐπεισοδίῳ; Πότε ἡ δημοσία ἀσφάλεια περιῆλθεν εἰς
4633τὸ θλιβερὸν σημεῖον, εἰς ὃ διατελεῖ σήμερον; Πότε ἐγένετο
4634τοσαύτη θραῦσις εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν, ὅση γίνεται ὑπὸ
4635τὸ κράτος τῆς κυβερνητικῆς σας μονιμότητος; Ἀγνοεῖτε ἆρά
4636γε τὰ συμβαίνοντα, ἢ ὑποκρίνεσθε, ὅτι τὰ ἀγνοεῖτε; Πρὸ
4637μικροῦ ἐτελέσθησαν ἐν Πάτραις, τῇ δευτέρᾳ πόλει τοῦ Βα-
4638σιλείου, ἓξ ἀνθρωποκτονίαι ἐν διαστήματι δύο ἑβδομάδων!
4639Οἱ φονευθέντες ἦσαν χρηστοὶ καὶ ἔντιμοι οἰκογενειάρχαι, ἐκ
4640τῆς ἐργασίας τῶν ἀποζῶντες καὶ οὐκ ὀλίγους πληρώνοντες
4641φόρους, ἐφονεύθησαν δὲ ἐν πλήρει σχεδὸν μεσημβρίᾳ καὶ εἰς
4642τὰ κεντρικώτερα μέρη τῆς πόλεως, χωρὶς νὰ συλληφθῶσιν
4643κἂν οἱ ἀποκτείναντες αὐτούς. Περὶ δὲ τῆς Ἠλείας τί νὰ εἴ-
4644πω; Ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀφ’ ἑνὸς μὲν διατελεῖ ὑπὸ εἶδός τι
4645καταστάσεως πολιορκίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀφ’
4646ἑτέρου δὲ δημοσία ἀσφάλεια ἢ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἐντελῶς, ἢ
4647τὰ περὶ ταύτης ἐνεργοῦνται μετὰ ἐγκληματικῆς χαλαρότη-
4648τος. Ἡ αὐτὴ περίπου κατάστασις παρατηρεῖται εἰς τὰ λοιπὰ
4649μέρη τοῦ Κράτους. Καὶ ἔπειτα μᾶς λέγουν, ὅτι στέργουσι
4650τὸ κρατοῦν σύστημα χάριν κυβερνητικῆς μονιμότητος! Κα-
4651τέστημεν ἀληθῶς ἀγνώριστοι, ὅπως ἐν ἄλλῃ συζητήσει
4652ἔλεγον.
4653Σημαίνει, Κύριοι, μεσονύκτιον, καὶ πρέπει νὰ περάνω τὸν
4654λόγον μου. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω παρεκβάσεις
4655τινάς, οὐχὶ ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν κύριον
4656θέμα. Ἠμφισβητήθη ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἡμετέρας προθέσεως
4657περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, δὲν ἔπρεπε δὲ
4658νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ ἄτοπος αὕτη ἀμφισβήτησις. Ἠθέ-
4659λησα ν’ ἀποδείξω, καὶ ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ἐπερω-
4660τήσεων καὶ τῆς εὐρείας ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως ἐννοοῦμεν
4661νὰ ἐνασκήσωμεν ἐξ ὑπερτάτου καθήκοντος τὸ μόνον δι-
4662καίωμα, ὅπερ ἀπέμεινεν ἐν ἐνεργείᾳ ἐκ τοῦ κοινοβουλευτι-
4663κοῦ πολιτεύματος, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἐν τῇ τοῦ
4664δικαιώματος τούτου ἐνασκήσει οὐδενὸς ταπεινοῦ ἐλατηρίου,
4665οὐδεμιᾶς πλαγίας σκέψεως ἐμφορούμεθα. Εἶναι τῳόντι
4666δυσάρεστον διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ τόπου σύμ-
4667πτωμα, τὸ νὰ φρονῇ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κό-
4668πον νὰ γίνῃ τόσος λόγος διὰ τὸ ζήτημα τοῦ λῃστοῦ Τάκη,
4669ἢ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπιστίας καὶ πλαστογραφίας τοῦ ἐν
4670Σύρῳ γνωστοῦ ἐκείνου ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, ἢ δι’ ἄλλας
4671παραπλησίας ἀτασθαλίας καὶ ἀκολασίας τῆς Ἐκτελεστι-
4672κῆς Ἐξουσίας. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι πρὸ μικροῦ εἶπον. Εἶναι
4673δηλαδὴ καιρὸς ν’ ἀνανήψωμεν. Οἱ διαχειρισταὶ τῆς Ἐκτε-
4674λεστικῆς Ἐξουσίας, φρονοῦντες, ὅτι ὑπολογίζουσιν ἀσφαλῶς
4675ἐπὶ τῆς ἐκ μέρους ὑμῶν ἀνεπιφυλάκτου καὶ τυφλῆς ὑπο-
4676στηρίξεως, ὠθοῦσι τὸν τόπον εἰς δοκιμασίας. Ὑπολογίζετε
4677ἴσως καὶ σεῖς ἐπὶ τῆς ἐπ’ ἄπειρον ἀνοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ
4678λαοῦ, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πλανᾶσθε. Δὲν εἶναι δυνατὸν
4679νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺ ἡ δημιουργηθεῖσα ὑπὸ μυσαροῦ πολι-
4680τικοῦ συστήματος ἀφόρητος κατάστασις, πρὸς τὸ τέλος δὲ
4681τοῦτο τείνει ὁ ἡμέτερος ἀγών. Ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυ-
4682βέρνησιν ἐκ πεποιθήσεως, ἂν δ’ ἐνίοτε ἀναγκαζώμεθα ν’ ἀνά-
4683γωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν μέχρι λελογισμένης καὶ δεδι-
4684καιολογημένης ἀντιδράσεως, τὸ πράττομεν ἀμυνόμενοι ὑπὲρ
4685τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
4686§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4687Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.