| 3449 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ο | |
| 3450 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀντ. Ρικάκης | ||
| 3451 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| 3452 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 3453 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ν. Κουμανιώτης | Ν | |
| 3454 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | |
| 3455 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | |
| 3456 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | |
| 3457 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | |
| 3458 | Δ. Χατζόπουλος | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ο | |
| 3459 | Γεώργιος Μίλησης | Ο | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | |
| 3460 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ἰωάννης Πεζᾶς | Ο | ||
| 3461 | Γεώργιος Κούστας | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | ||
| 3462 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | |
| 3463 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 3464 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | |
| 3465 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| 3466 | Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 3467 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο | |
| 3468 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| 3469 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | ||
| 3470 | Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Νικόλαος Βασιλάκης | Ν | |
| 3471 | Φίλιππος Βάρβογλης | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | ||
| 3472 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | |
| 3473 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν | Σπυρ. Ἀλαμάνος | ||
| 3474 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Θεόφιλος Προβατᾶς | ||
| 3475 | Παναγιώτης Μανέτας | Ο | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο | |
| 3476 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | |
| 3477 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ν | |
| 3478 | Δ. Ζέγγελης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | |||
| 3479 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν | Νικόλ. Βαλσαμάκης | ||
| 3480 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Γεράσιμος Μουσούρης | |||
| 3481 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Παναγ. Βενιεράτος | Ο | |
| 3482 | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | ||
| 3483 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Γεώργιος Κόρπας | ||
| 3484 | Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ν | Στέφανος Σκουλούδης | ||
| 3485 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 3486 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| 3487 | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ν | Νικόλαος Νομικός | Ο | |
| 3488 | Νικόλ. Μπουφίδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 3489 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γεώργιος Μπούμπουρας | ||
| 3490 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | ||
| 3491 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | |
| 3492 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γεώργιος Δρόσος | Ο | |
| 3493 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Νικόλαος Κρίσπης | |||
| 3494 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | |||
| 3495 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 3496 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 3497 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 3498 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 3499 | Α. Φωτήλας | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 3500 | Λεων. Καπετανάκος | Ν | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν | |
| 3501 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο | |
| 3502 | Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Δημήτριος Κάρτσωνας | ||
| 3503 | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο | |
| 3504 | Ἰωάν. Καρτάλης | Σ. Χατζηγάκης | Ν | ||
| 3505 | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 3506 | Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 3507 | Ν. Κοκωσλῆς | Γ. Φραγκίδης | Ο | ||
| 3508 | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 3509 | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | Γ. Τάκης | ||
| 3510 | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 3511 | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| 3512 | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| 3513 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 3514 | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |||
| 3515 | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 3516 | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Ν | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 3517 | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | ||
| 3518 | Δημήτριος Τζάνες | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 3519 | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Γεώργ. Λιδωρίκης | Ο | |
| 3520 | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 3521 | Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| 3522 | Νικόλαος Μισυρλῆς | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | ||
| 3523 | Ν. Καράπαυλος | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | Ν |
1888.12.12
3,528 rows · 27,168 words · 1 table · 206 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 12 Δεκεμβρίου 1888
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§2Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐφημερίς τις γαλλικὴ, ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένη, ἡ μόνη ἐνταῦθα γαλλιστὶ συντασσομένη, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκει τὸ ἐν Ἀθήναις διπλωματικὸν σῶμα, περιέχει εἰς τὸ προχθὲς δημοσιευθὲν φύλλον μίαν παράγραφον, τὴν ὁποίαν καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐπανορθώσωμεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγὼ, διότι ἡ περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ἀναφέρει, ἀνάγεται εἰς ἐπεισόδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀμφότεροι ἐλάβομεν μέρος. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐρχόμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ γεγονότα, εἶναι, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη θεωρεῖται ὡς ἐκφράζουσα ἐν γένει τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως.....
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκφράζει, καὶ παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη ὁ «Messager d’ Athènes», τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκφράζει καὶ θεωρεῖται ἐκφράζουσα.
§4ΚΟΖΑΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐκφράζει μᾶλλον τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως κατὰ τοῦτο διαφωνοῦμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένομεν νὰ θεωρῶμεν αὐτὴν ὡς ἀξιωματικῶς ἐδικήν σας. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἀναγινώσκεται παρὰ τοῦ ἐνταῦθα διπλωματικοῦ σώματος καὶ ἔχει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν οὐ μικρὰν διάδοσιν, ἐπειδὴ πολλοὶ ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὴν χαρακτῆρα σχεδὸν ἡμιεπίσημον, κυβερνητικόν, διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐπανορθώσω τὰ γεγονότα. Τὸ χωρίον, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀναφέρεται εἰς τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο ἐπεισόδιον Ῥούμβωλδ, ὅπερ ἔλαβε φήμην εὐρωπαϊκήν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἀπέδωκαν ἐν μέρει τὴν τροπήν, ἣν ἔλαβον τότε τὰ πράγματα, τὰ καταλήξαντα εἰς τὸν ἀποκλεισμόν. Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην ἐγώ, κληθεὶς ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος περικοπὴ ποιεῖται μνείαν τῆς διακοινώσεως τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀγγλίας κ. Χάγκαρτ, δι’ ἧς οὗτος βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶπε καὶ ἐξέφρασε διαφόρους ὑποσχέσεις, διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Τρικούπης ἐχαρακτήρισεν ὡς μωρίας, ὅπως ἐνθυμεῖσθε. Ὅτε ὁ κ. Τρικούπης ἐμειδίασε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγίνωσκεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ ἐν τῇ ἀγγλικῇ διακοινώσει ἀναφερόμενα παράδοξα τῷ ὄντι ἐκεῖνα πράγματα, ἐρωτηθεὶς περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς ἱλαρότητός του παρὰ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἀπήντησεν, ὅτι γελᾷ διότι ἀπορεῖ, πῶς ὁ κ. Δηλιγιάννης δύναται ν’ ἀσχολῆται περὶ μωριῶν, καὶ ὅτι δὲν θεωρεῖ ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἀναιρῇ μωρίας. Καθ’ ἃ γινώσκω ἐκ τῶν διπλωματικῶν μελετῶν μου καὶ ἐκ τῆς πείρας, ὡς ἀρχαίου διπλωματικοῦ ὑπαλλήλου, δι’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται εἰς πρόσωπον ἀξιωματικόν, εἰς ὑπάλληλον, εἰς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς Πρωθυπουργόν, νὰ καταφρονῇ καὶ νὰ μὴ ἀναιρῇ ἀνακριβείας, ἐπισήμως καὶ ἐν ἐπισήμῳ ἰδιότητι ἀποδοθείσας εἰς τὸ ἀξιωματικὸν τοῦτο πρόσωπον παρὰ διπλωματικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐννοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, χωρὶς νὰ ἦσθε πάντες διπλωμάται ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ διὰ μόνων τῶν γνώσεων τῶν ἐπιστημῶν, τὰς ὁποίας ἐμελετήσατε, καὶ διὰ τῆς εὐθυκρισίας, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιτρέπηται εἰς ἰδιώτην νὰ ἀνεχθῇ ψευδῶς ἀποδιδομένας αὐτῷ ἰδέας περὶ ἀντικειμένων σπουδαίων, χωρὶς νὰ τὰς ἀναιρῇ, πολὺ ὀλιγώτερον ἐπιτρέπεται τοῦτο εἰς πρόσωπον ἀξιωματικόν, εἰς Ὑπουργόν, εἰς Πρωθυπουργόν, καὶ ἑπομένως εἶναι καινοφανὴς ὅλως ἡ ἰδέα τοῦ κ. Τρικούπη. Δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε εἷς διπλωματικὸς ὑπάλληλος, ὅστις νὰ μὴ μειδιάσῃ, ὅταν ἀκούσῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας ἀπέδωκεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην ἐν ἐπισήμῳ διακοινώσει μωρίας, ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠξίωσε νὰ τὰς ἀναιρέσῃ. Σημειώσατε, ὅτι αἱ ἀποδοθεῖσαι εἰς τὸν κ. Τρικούπην μωρίαι εἶναι ὁμιλίαι αὐτοῦ πρὸς τὸν Σὶρ Ὀράτιον Ῥούμβωλδ· ὥστε ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς ἀπαξιοῖ νὰ διαψεύσῃ Πρεσβευτὴν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἀπόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν συμφέρῃ, ἢ οὔ, εἰς τὸν κ. Τρικούπην, νὰ ἀναιρῇ ἢ νὰ μὴ ἀναιρῇ μωρίας, ἀποδιδομένας εἰς αὐτὸν ἐν ἐπισήμῳ διακοινώσει παρ’ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ. Πλήν, ἐπειδὴ ἡ ἐν λόγῳ γαλλικὴ ἐφημερὶς λέγει, μεταχειριζομένη φρασεολογίαν γαλλικήν, ὅτι εἶναι πληρωμένος ὁ κ. Δηλιγιάννης (τὸ ὁποῖον δὲν σημαίνει, ὅτι ἔλαβε χρήματα, ἀλλ’ ὅτι ἔπαθε καὶ ἔμαθε ὁ κ. Δηλιγιάννης,) νὰ μὴ πιστεύῃ εἰς βεβαιώσεις τοῦ Σὶρ Ὁρατίου Ῥούμβωλδ, ὀφείλομεν ἡμεῖς ν’ ἀντιπαρατηρήσωμεν, ὅτι εἰς τὸ ἐπεισόδιον, εἰς ὃ ἀναφέρεται, συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, διότι, ὅτε ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὰ πράγματα, ἐπηνωρθώσαμεν ἀμέσως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνακριβῶς περὶ ἡμῶν διεβεβαίωσεν ὁ κ. Ῥούμβωλδ. Καὶ ἐνταῦθα δὲν εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις, τί ὑπῆρξε τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο ἐπεισόδιον, εἰς ὃ τόση ἀπεδόθη σημασία, ἀγνοῶ ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως. Ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι πασίγνωστον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, εἶναι ἀνήρ, ἔχων τὰ προσόντα τοῦ Ἄγγλου εὐπατρίδου ὁμολογουμένως. Καθ’ ἃ δὲ ἀντελήφθην καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν συνάδελφοί του Ἄγγλοι, κέκτηται ἀξιοσημείωτον εἰς τὸ ἐκθέτειν τὰς ἰδέας του ἱκανότητα. Δυστυχῶς τὰ προσόντα ταῦτα τοῦ ἐν λόγῳ Ἄγγλου διπλωμάτου ἐπισκιάζονται ὑπό τινων μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν εἰς ἄλλο στάδιον δύνανται νὰ ἦναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀδιάφορα, ὅμως εἰς τὸ διπλωματικὸν στάδιον ἐπιφέρουσιν ἐνίοτε ἀποτελέσματα δυσάρεστα. Ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ ἐπανήρχετο τὸ δεύτερον ἐν Ἑλλάδι, ὅπου κατὰ τὴν Μεσοβασιλείαν καὶ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἶχε διατελέσει ὡς Γραμματεὺς Πρεσβείας καὶ ὡς Ἐπιτετραμμένος. Τὸν ἐγνώρισα τότε, καὶ εἶχον μετ’ αὐτοῦ ἀρίστας σχέσεις, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διεῤῥήχθησαν αὗται, συνεπείᾳ τοῦ ἐπεισοδίου, ὅπερ θέλω σᾶς ἀφηγηθῆ δ’ ὀλίγων. Ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ ἔχει, ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ὑπερβολικὴν συναίσθησιν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος του. Εἶναι ἐκ τῶν Ἄγγλων ἐκείνων διπλωματῶν, οἱ ὁποῖοι πολὺ περισσότερον ἤθελον ἐπιτύχει εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Λόρδου Πάλμερστον. Ὑπῆρξεν ἐποχή, ἣν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐκ παραδόσεως μόνον γνωρίζετε, καθ’ ἣν συνέβη ποτὲ ὁ τότε πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις Σὶρ Ἔδμον Λάϋονς νὰ ἐπιμείνῃ νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος μὲ τὸ μαστίγιον εἰς τὴν χεῖρα, μὲ τὸ μαστίγιον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησε πέρυσιν ὁ κ. Μπογιατζόγλους (ἱλαρότης). Ὁ Λάϋονς, ὁ κατόπιν διακριθεὶς ὡς ἀρχιναύρχος τῶν ἀγγλικῶν ναυτικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Μαύρῃ Θαλάσσῃ κατὰ τὸν κριμαϊκὸν πόλεμον, ἦτο ἀνὴρ πεπροικισμένος διὰ μεγάλων προτερημάτων, δι’ εὐθύτητος καὶ δι’ ἐντιμότητος. Καὶ βεβαίως τὰς ἀρετὰς ταύτας δὲν τὰς ἀρνοῦμαι εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, πρὸς ὃν περιῆλθον εἰς διάῤῥηξιν σχέσεων μετὰ εἰκοσιπέντε ἐτῶν καλὴν γνωριμίαν. Ἀλλ’ ὁ Λάϋονς εἶχε καὶ ἐκεῖνος τὴν ὑπερβολικὴν ἐκείνην συναίσθησιν τοῦ ἀγγλικοῦ μεγαλείου, ἡ ὁποία τὸν ἔκαμνε νὰ περιφρονῇ εἰς μερικὰς περιστάσεις τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς Κυβέρνησιν μικροῦ Ἔθνους. Εἰς τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο τοῦ μαστιγίου, ὁ Λάϋονς, ἐπιστρέψας ἔφιππος ἐκ τοῦ περιπάτου εἰς τὴν Ἀγγλικὴν πρεσβείαν, εὗρεν ἔγγραφον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀρνητικὸν περὶ ἀξιώσεως ἀναλόγου ἐκείνης τοῦ κ. Σπάρταλη. Θυμωθεὶς δὲ, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἔντευξιν παρὰ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, πρὸς ὃν ἤθελεν ἀπ’ εὐθείας νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ παράπονά του, ἵππευσε πάλιν μὲ τὴν περιβολὴν τοῦ περιπάτου, ἔφθασεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ ἴδῃ τὸν Βασιλέα, ὅπως ἦτο, μὲ τὸ μαστίγιον εἰς τὴν χεῖρα. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς δὲν τὸν ἐδέχθη. Τοιούτου εἴδους ὑπερβολικὴν συναίσθησιν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος του εἶχε καὶ ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἀξιόλογος καὶ ἐντιμότατος Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ. Τοιαύτη ὑπερβολικὴ συναίσθησις τοῦ ἀγγλικοῦ μεγαλείου πρὸ καιροῦ εἶναι ἄκαιρος, εἶναι ἀναχρονισμὸς δι’ Ἄγγλον Ἀντιπρόσωπον. Εἰκοσιπέντε ἔτη περίπου μετὰ τὸν θάνατον τοῦ λόρδου Πάλμερστον, τοιαύτη συμπεριφορὰ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ ἐκινδύνευε νὰ φαίνηται ὄχι σοβαρά. Ἡ Ἀγγλία εἶναι Μεγάλη Δύναμις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐν τῷ κόσμῳ Μεγάλη Δύναμις, ἀλλ’ οὔτε ἐν τῇ σχέσει αὑτῆς πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις ἔχει τὴν αὐτὴν ὑπέροχον θέσιν, ἣν εἶχεν ἐν παρελθούσῃ ἐποχῇ. Πρὸ καιροῦ οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ παραφέρωνται εἰς παρεκτροπάς τινας, χωρὶς νὰ διακινδυνεύωσι τὴν σοβαρότητα τῆς θέσεώς των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑπερβολικῆς ταύτης συναισθήσεως τοῦ ἀγγλικοῦ μεγαλείου, ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ ἦτο καὶ ὁπωσοῦν εὐερέθιστος. Καίτοι κατ’ οὐσίαν φιλόφρων ἀνήρ, παρεφέρετο ἐνίοτε, ὅταν ἀπήντα ἀντίστασιν εἴς τινα ἀξίωσίν του. Ὁ κ. Ῥούμβωλδ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔλαβε χώραν τὸ πολυθρύλλητον ἐπεισόδιον, εὑρίσκετο εἰς μίαν ἐκ τῶν περιόδων ἐκείνων, καθ’ ἃς οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ διπλωμάται, οἱ ἐρχόμενοι εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἀλλήλους, πρέπει νὰ ἦναι ὡπλισμένοι μὲ μεγάλην ψυχραιμίαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον συνέβαινεν εἰς ἐκεῖνον. Ὁ ἐρεθισμός, ὁ κατέχων τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου 1886, αἱ δυσχερεῖς σχέσεις, εἰς ἃς εἶχεν ἤδη περιέλθει μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον φέρει αὐτὸν εἰς ψυχολογικὴν κατάστασιν, ἥτις δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ ἦναι πάντοτε ἐντελῶς κύριος ἑαυτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ διαθέσει εὑρισκόμενος, ἔλαβε τηλεγράφημα τοῦ λόρδου Σώλσβαρυ, ὅπως ἀναγνώσῃ αὐτὸ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, δι’ οὗ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐδήλου, ὅτι ἤθελε παρακωλύσει πᾶσαν κατὰ θάλασσαν ἐνέργειαν κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ προσεκάλει αὐτὸν νὰ παύσῃ τὴν κατὰ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας δρᾶσίν του.....
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ..........
§6ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὰ κείμενα ἐδῶ, κύριε Δηλιγιάννη. Θέλετε νὰ ἐπανορθώσητέ τι;
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§8ΚΟΖΑΚΗΣ. Μετέβη λοιπὸν ὁ κ. Ῥούμβωλδ παρὰ τῷ κ. Δηλιγιάννῃ, ἵνα κάμῃ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην. Περὶ τῆς συνεντεύξεως ταύτης γνωρίζομεν, ὅτι ὑπῆρξε ζωηρὰ ἐκ μέρους τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπ’ ἐναντίας εἶχε τὴν στάσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, τὴν ἀξιοπρεπῆ καὶ πλήρη ψυχραιμίας. Ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἐπέμενε μεθ’ ὑπερβολικῆς ζωηρότητος, ἀξιῶν παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη νὰ παραιτηθῇ, ὅπως εὐκολύνῃ τὰ πράγματα. Ὁ κ. Δηλιγιάννης τῷ παρετήρησεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἀφορᾷ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι λαμβάνει εἰς σημείωσιν τὸ ἀνακοινούμενον αὐτῷ τηλεγράφημα, ὅπερ θέλει ὑποβάλει τῷ Βασιλεῖ. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ συνέντευξις περίπου....
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔδωκαν τῷ κ. Ῥούμβωλδ ἐντολήν, ἵνα μοὶ εἴπῃ νὰ παραιτηθῶ.
§10ΚΟΖΑΚΗΣ. Οὐδαμῶς, καὶ δὲν εἶπον τοῦτο. Ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπόν του, νὰ βεβαιώσῃ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κατὰ θάλασσαν δρᾶσιν. Συνεπῶς ἐκαλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ πᾶσαν περαιτέρω ἐνέργειαν καὶ παρασκευήν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ τηλεγραφήματος. Ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας διεκόπη ἡ συνέντευξις ἐκείνη. Οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὔτε ἐγώ, ὅστις ἐτύγχανον καὶ τυγχάνω τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, ἀνεκοινώσαμέν τι περὶ τῆς συνεντεύξεως. Ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ μείνῃ μυστική· ὁ Πρωθυπουργός, καθ’ ὃν τρόπον ἐτόνισε τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος ὁ Ἄγγλος Πρεσβευτής, ὀρθῶς ὑπέθεσεν, ὅτι πιθανὴ ἦτο ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου. Τοιαύτη ἀνακοίνωσις, διὰ τοιούτου τόνου γενομένη, ἠδύνατο νὰ προαγγέλλῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, μάλιστα κατὰ τὰς ἀγγλικὰς παραδόσεις. Διαταγή, τηλεγραφικῶς διδομένη ἀπὸ Λονδίνου εἰς Μελίτην, ἠδύνατο ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὸν Ἀγγλικὸν στόλον εἰς τὸν Σαρωνικὸν κόλπον. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθῆκον εἶχε νὰ λάβῃ μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, καὶ μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν τάξιν τῆς πρωτευούσης, διότι ἡ αἰφνιδία παρουσία τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου ἠδύνατο καὶ τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως ἐν Ἀθήναις νὰ προκαλέσῃ. Συνεπῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ ποιήσῃ γνωστὴν τὴν γενομένην αὐτῷ ἀνακοίνωσιν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ πρὸς ἐκεῖνα τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἦτο ἀναγκαία. Ὤφειλε νὰ μὴ ἀποκρύψῃ τὸν τρόπον, μεθ’ οὗ ἐτόνισε τὴν ἀνακοίνωσίν του ὁ Ἄγγλος Πρεσβευτής, καθόσον ἐξ αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ ἐξαχθῶσι συμπεράσματα περὶ τοῦ κατεπείγοντος τῶν ἐπικειμένων γεγονότων. Ταῦτα ἐγένοντο ἐν τῇ δυνατῇ ἐχεμυθίᾳ παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καίτοι δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ τηρήσῃ τοιαύτην. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προλάβῃ δι’ ἰδίας δημοσιεύσεως τοῦ γεγονότος τὰς ἀνακριβεῖς ἐν ταῖς λεπτομερείαις δημοσιεύσεις, ἃς προέβλεπον ὡς ἀφεύκτους. Ἐν τούτοις ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνακοίνωσε μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ἀκριβείας τὴν περίπτωσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, εἴς τινας πολιτικὰς, στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀρχὰς, αἵτινες, ἐπὶ τῇ δυνατῇ ἐμφανίσει τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου, ἔπρεπε νὰ λάβωσι μέτρα τινά. Δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ τοῦ παραμικροῦ ἐχθρικοῦ ἢ κἂν ἀμυντικοῦ μέτρου κατὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου, ἀλλὰ περὶ τῆς δυνατῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, ὅστις καὶ ἐξέπλευσε τὴν νύκτα ἐκείνην ἐκ τοῦ Ναυστάθμου δι’ ἄγνωστον διεύθυνσιν, καὶ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς τάξεως ἐν ἀνάγκῃ. Πῶς ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διεδόθησαν τὰ πράγματα εἰς τὸ κοινὸν, εἶναι εὐεξήγητον. Ἀπὸ ἀφηγήσεως εἰς ἀφήγησιν τὰ συμβάντα, ὀλίγον παραμεμορφωμένα, ἐδημοσιεύθησαν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ῥούμβωλδ ἔν τισιν ἐφημερίσι καὶ ἰδίᾳ ἐκτενέστερον ἐν τῇ «Νέᾳ Ἐφημερίδι». Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἔδειξε πόσον ὀλίγον εἶχε τὸ δῶρον τῆς ψυχραιμίας, ἀπαραίτητον πρὸ πάντων εἰς τὸ διπλωματικὸν στάδιον. Μετ’ ἀπορίας εἶδον τότε, ὁποίας ἰδέας εἶχεν εἷς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Ἐὰν πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν Πρεσβευτὴς τῆς Αὐστρίας, ἢ τῆς Ῥωσσίας, ἢ τῆς Πρωσσίας, ἢ τῆς Τουρκίας ἐζήτει τὴν παρέμβασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ τύπου, τοῦτο δὲν θὰ ἦτο θαυμαστόν. Ἀλλ’ ἦτο τῷ ὄντι παράδοξον, νὰ βλέπῃ τις τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς χώρας, ἐν ᾗ βασιλεύει ἡ μεγίστη ἐλευθερία τοῦ τύπου, ἐν ᾗ ξένοι διπλωμάται εἶναι συχνάκις ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς βιαιοτέρας προσβολὰς τοῦ τύπου τούτου, ν’ ἀξιοῖ ἀπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη νὰ θέσῃ φίμωτρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν τύπον, ὅστις ἐν συναυλίᾳ εἶχε τότε ἐπιτεθῆ κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Τὸ ἄρθρον τῆς «Νέας Ἐφημερίδος» εἶχε δημοσιευθῆ τὸ πρωῒ τῆς Κυριακῆς. Περὶ τὴν 11ην πρὸ μεσημβρίας ἔλαβον ἐπιστολὴν, φιλικώτατα γεγραμμένην, τοῦ κ. Ῥούμβωλδ, ὅστις μὲ παρεκάλει νὰ μεταβῶ παρ’ αὐτῷ. Ὡς ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ πράξω τοῦτο. Οὐχ ἧττον ἐσκέφθην, ὅτι δὲν εἶχον λόγον νὰ μὴ μεταβῶ παρὰ Πρεσβευτῇ, μεθ’ οὗ μὲ συνέδεον ἀρχαῖαι καλαὶ σχέσεις. Τὸν κ. Ῥούμβωλδ εὗρον ἐν μεγίστῃ ψυχικῇ ταραχῇ. Ἐσπούδασα τὴν ψυχιατρίαν. Εἶμαι ὁπωσοῦν ψυχολόγος, καὶ προεῖδον τότε κατὰ τὴν συνέντευξιν ἐκείνην τὰς ἐπελθούσας θυέλλας. Ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἐζήτει παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν δημοσιευθέντων. Εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ἁρμοδιότητα νὰ τῷ ὑποσχεθῶ τι. Τῷ παρετήρησα, ὅτι, ὡς Ἀντιπρόσωπος Ἔθνους, ἐν ᾧ ἐπικρατεῖ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, δὲν ἔπρεπε νὰ δεικνύῃ τοσαύτην εὐαισθησίαν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου, ὁποίαν οὐχὶ σήμερον, ἀλλὰ πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἠδυνάμεθα νὰ περιμένωμεν παρὰ Πρεσβευτῶν Κυβερνήσεων ἀπολυταρχικῶν. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν πείσω. Ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἀξίωσίν του. Ἔλαβε τεμάχιον χάρτου καὶ ἔγραψε γαλλιστὶ τὴν ἐπανόρθωσιν, ἣν ἠξίου νὰ δημοσιεύσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν μεταφράσει ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», συγχρόνως δ’ ὑπηγόρευσεν εἰς ἐμὲ αὐτήν. Ἅμα ἐγράφησαν τὰ δύο ταῦτα ἀντίγραφα τοῦ αὐτοῦ σημειώματος, ἐγερθεὶς ὁ κ. Ῥούμβωλδ μοὶ ἐζήτησε τὸ χειρόγραφόν μου, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ μοὶ ἔτεινε τὸ ἰδικόν του. Ἐνταῦθα ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ διπλωματικὸν σῶμα κατὰ κανόνα σύγκειται παρὰ προσώπων ἰδιαιτέρως παιδευομένων διὰ τὸ στάδιον τοῦτο. Ὑπάρχουσιν ἐθιμοτυπίαι, ἤθη καὶ ἔθιμα διπλωματικά, ὑποχρεωτικὰ δι’ ὅλους τοὺς διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους παντὸς βαθμοῦ καὶ παντὸς πεπολιτισμένου Ἔθνους. Τὰ νενομισμένα ταῦτα εἶναι πάντῃ διάφορα τῶν εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα παραδεδεγμένων. Γνωρίζετε, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι, ὅταν γίνωνται μεσιτικαὶ ἐργασίαι, οἱ μεσῖται δὲν ἀφίνουσι τὰ χειρόγραφά των εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἄλλου. Ὅταν ὅμως εἷς Πρεσβευτὴς εὐπατρίδης καὶ ἀρίστης ἀγωγῆς σᾶς δίδῃ τὸ χειρόγραφόν του καὶ κρατῇ τὸ ἰδικόν σας, τὸ πρᾶγμα βεβαίως θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἀλλὰ θὰ θεωρήσητε προσβλητικὸν δι’ αὐτὸν νὰ τῷ ζητήσητε νὰ σᾶς τὸ ἐπιστρέψῃ. Βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μειδιῶντα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς οὗ τὴν καρδίαν σώζεται συμπαθές τι αἴσθημα πρὸς ἐμὲ, σκέπτεται, ὅτι μὲ εὑρίσκει καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἀφελέστατον (ἱλαρότης). Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀρχαῖον προϊστάμενόν μου ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ φίλον μου,—διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη μοὶ ἔδιδε τὸν τίτλον τοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,—τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν παρομοίᾳ περιπτώσει ἤθελον τύχει καὶ τῆς ἰδικῆς του ἐπιεικοῦς κρίσεως, ὅπως ἔτυχον καὶ τῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Διότι ὑπάρχουσιν ἐπιτηδειότητες, μὴ ἐπιτρεπόμεναι δι’ οὐδένα λόγον εἰς πρόσωπα τυχόντα ἀνωτέρας ἀγωγῆς καὶ ἀντιπροσωπεύοντα πεπολιτισμένας Κυβερνήσεις. Δὲν δύνανται νὰ προσενεχθῶσι πρὸς ἀλλήλους ὡς οἱ τυχαῖοι τῶν ἀνθρώπων ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ εἶναι εὐπατρίδης Ἄγγλος, ὅπως ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην εὐπατρίδης. Ἐὰν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν ὑπῆρχεν ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ Ἀντιπροσώπου Μεγάλης Δυνάμεως καὶ τοῦ Ἀντιπροσώπου μικρᾶς Δυνάμεως, βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἱπποτισμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐγενείας ἐθεώρουν, ὅτι εἴμεθα πληρέστατα ἴσοι. Ἐγὼ τουλάχιστον οὐδέποτε ἤθελον ἐκπέσει εἰς τοιοῦτον τέχνασμα, ὅπως εἴπω τί; ὅπως εἴπω, ὅτι ὁ μεθ’ οὗ διεπραγματευόμην μοὶ ὑπεσχέθη τι, ὅπερ δέν μοι ὑπεσχέθη, οὔτε ἠδύνατο νὰ μοὶ ὑποσχεθῇ. Ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸ χειρόγραφον τοῦ κ. Ῥούμβωλδ, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι κατῆλθεν εἰς πρᾶξιν ἀνάρμοστον εἰς τὴν κοινωνικὴν θέσιν του. Εἰς παρομοίαν περίστασιν ἠθέλετε καὶ σεῖς ἐνεργήσει ὅπως ἐγὼ, διότι πάντες ἀνετράφητε εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀνωτέρας κοινωνίας. Ἐγὼ εἶπον τότε τῷ κ. Ῥούμβωλδ τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν περίστασιν διπλωματικὴν φράσιν. Τῷ εἶπον, ὅτι μεταβιβάζω τὴν σημείωσίν του εἰς τὸν ἀρχηγόν μου ad referendum (πρὸς ἀναφορὰν), καὶ ἀνεχώρησα. Βεβαίως τὸν τρόπον τοῦτον, τὸ κατὰ τὴν διπλωματικὴν ἔκφρασιν procedé, τοῦ κ. Ῥούμβωλδ ἐξετίμησα εὐθὺς κατ’ ἀξίαν. Ἐν τούτοις ὁ Ἄγγλος Πρεσβευτὴς περιέμενε τὴν Τρίτην πρωΐ νὰ ἴδῃ τὴν δημοσίευσιν τῆς σημειώσεώς του ἐν τῇ «Πρωΐᾳ». Δὲν τὴν εἶδε. Ἀλλ’ εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἄλλη πρὸ ταύτης περίπτωσις εἶχε λάβει χώραν, ἥτις ἦτο, ἐκτὸς τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, ὁμοία ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαβιβάσεως τῶν ἀξιώσεων τοῦ κ. Ῥούμβωλδ. Κἄποιος ἐνωμοτάρχης, νομίζω, ἐῤῥάπισεν ἕνα Ἄγγλον ὑπήκοον ἐν Εὐβοίᾳ. Ὁ κ. Ῥούμβωλδ ἦλθε λίαν ἐξωργισμένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου μὲ ἐπεσκέφθη. Ἐπιθυμῶν νὰ προλάβω περιπλοκὴν, τὸν ἠρώτησα τί ἀπαιτεῖ. Ἀπῄτησε τὴν μετάθεσιν ἐκεῖθεν τοῦ ἐνωμοτάρχου, καὶ τὴν ἔκφρασιν λύπης ἐκ μέρους τῆς ἡμετέρας Διοικητικῆς ἀρχῆς πρὸς τὸν Ἄγγλον Πρόξενον, μὲ ὑπηγόρευσε τὰς ἀπαιτήσεις του, χωρὶς ὅμως νὰ μοὶ ζητήσῃ τὸ χειρόγραφόν μου. Ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ προϊσταμένου μου, ἐνήργησα εὐθὺς διὰ τοῦ μακαρίτου συμπαθοῦς μοι φίλου κ. Παπαμιχαλοπούλου, διατελοῦντος τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις πάραυτα τηλεγραφικῶς διεβίβασε τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς πρὸς τὸν Νομάρχην Εὐβοίας, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐτελείωσε. Τοιαύτης φύσεως περίπου ἐθεώρησα καὶ τὴν περὶ διαψεύσεως διαπραγμάτευσιν. Ἐπίστευον, ὅτι ἴσως εὑρεθῇ τις τρόπος συμβιβασμοῦ, ἢ ὅτι θέλει τέλος παραιτηθῆ παραβόλων ἀξιώσεων ὁ Ἄγγλος Πρεσβευτής, καὶ θ’ ἀντιπαρέλθῃ καὶ ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ὅπως μὴ συντείνῃ καὶ αὕτη εἰς τὴν περιπλοκὴν τῶν ἤδη τόσον περιπεπλεγμένων πραγμάτων, ὅτε ὁ Σὶρ Ὁράτιος Ῥούμβωλδ ἐπέστειλε διακοίνωσιν, ἐν ᾗ διετείνετο, ὅτι τῷ ὑπεσχέθην τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν γραφέντων ἐν τῇ «Νέᾳ Ἐφημερίδι». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, γαλλιστὶ γεγραμμένον, παρὰ τὸ σύνηθες, διότι οἱ Ἄγγλοι διπλωμάται γράφουσιν ἀγγλιστὶ τὰς διακοινώσεις των, ἐξ ἐθνικοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἦτο ἀρκούντως βίαιον. Διετείνετο ὁ κ. Ῥούμβωλδ, ὅτι τῷ ὑπεσχέθην ἢ διάψευσιν, ἢ μᾶλλον ἐπανόρθωσιν τῶν γεγονότων, λησμονῶν, ἢ μὴ θέλων νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οὐδὲν τῷ ὑπεσχέθην, ὅτι ἀνέλαβον ἁπλῶς ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς νὰ διαβιβάσω τὴν ἀξίωσίν του πρὸς τὸν ἀρχηγόν μου, καὶ ὅτι τὸν ἀπέτρεψα, ὅσον ἠδυνήθην, τοῦ διαβήματος τούτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ προέβη εἰς τοιαύτην διαβεβαίωσιν, ἀντὶ νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τοιαύτην σφαλερὰν διαβεβαίωσιν, ἔπραξα ὅ,τι ὀφείλει εἰς παρομοίαν περίστασιν νὰ πράττῃ κατὰ κανόνα πᾶς διπλωμάτης. Αὐτοστιγμεὶ ἀπηύθυνα γαλλιστὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἧς διέψευδον τὴν εἰς ἐμὲ ἀφορῶσαν ἐν τῇ διακοινώσει τοῦ κ. Ῥούμβωλδ βεβαίωσιν. Ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης ἐν τῇ ἀπαντήσει, ἣν αὐθημερὸν ἔστειλε πρὸς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, τῷ ἔστειλε καὶ ἐν πρωτοτύπῳ τὴν ἐπιστολήν μου. Ἡ ἐπιστολή μου ῥητῶς ἀνέφερε τὴν διπλωματικὴν φράσιν, ὅτι τὴν διαβίβασιν τῆς σημειώσεως τοῦ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ ἀνέλαβον ἁπλῶς ad referendum. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐπίκαιρον, μετὰ τὴν ὁμιλίαν ταύτην, νὰ δημοσιευθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Τὴν διάψευσίν μου οὐδέποτε ῥητῶς διέψευσεν ὁ κ. Ῥούμβωλδ, περιορισθεὶς ἐν δευτέρᾳ συντόμῳ διακοινώσει του νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι, τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀρνουμένου τὴν ὑποσχεθεῖσαν αὐτῷ ἱκανοποίησιν, θέλει τὴν ζητήσει διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἔκτοτε ἐμείναμεν ὑπὲρ τοὺς τρεῖς μῆνας εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐζητήθη, οὔτε ἐδόθη ἡ ἀναγγελθεῖσα ἱκανοποίησις. Ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὐτοῦ, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔγραφεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γράψῃ ἐπανόρθωσιν, καθόσον αὕτη θὰ ἐξέθετε τὰ γεγονότα, ὅπως συνέβησαν, ὅπερ θὰ ἦτο δυσάρεστον διὰ τὸν Ἄγγλον Πρεσβευτήν. Πιστεύω, ὅτι εἰς πάντα διπλωμάτην εὖ ἠγμένον ἠδύνατο νὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη εἰς ἐμὲ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην. Ἐὰν ἄλλως ἐνήργουν, ἔπρεπε νὰ προβῶ παρευθὺς εἰς διαμαρτυρίαν, ἣν ἐθεώρουν ἀσύμφορον κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας στιγμάς. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, οὐδεμίαν ποτὲ ζητήσασα ὑπὲρ τοῦ Πρεσβευτοῦ της ἱκανοποίησιν, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχεν ἀνώτερον τὸ αἴσθημα τοῦ πρέποντος. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἐνεκρίθη ἡ διαγωγὴ τοῦ Πρεσβευτοῦ, ὅτι δὲν ἐθεωρήθην ὡς ἀφελής, ἀλλ’ ὡς συμπεριφερθεὶς ὅπως ἥρμοζεν εἰς εὐπατρίδην καὶ εἰς Ἀντιπρόσωπον Κυβερνήσεως πεπολιτισμένης. Πολλὰ ἐῤῥήθησαν περὶ τοῦ πολυκρότου τούτου ἐπεισοδίου. Εἰς τὸν διατρέχοντα τὸ πολιτικὸν στάδιον πολλαὶ πικρίαι ἐπιφυλάσσονται. Τοῦτο οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, τῶν ὁπωσδήποτε πολιτευομένων, δύναται ν’ ἀποφύγῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ περίπτωσις ἐκείνη ὑπῆρξε πικρὰ δι’ ἐμέ. Ἤκουσα τὰς κατακρίσεις ὄχι μόνον τῶν δυσμενῶν, ἀλλὰ καί τινων φίλων, ἀδαῶν τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων καὶ διατυπώσεων. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔτυχον τῆς ἀμερίστου ἐπιδοκιμασίας τοῦ ἀρχηγοῦ μου, καὶ ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ περίστασις ἐκείνη καὶ ἅπαν τὸ συναφὲς δρᾶμα μὲ συνέδεσε μετ’ αὐτοῦ διὰ δεσμῶν ἀδιαῤῥήκτων καὶ δι’ ἀναμνήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν λησμονοῦνται. Ἐπεδοκίμασε τὴν διαγωγήν μου καὶ ὡς ὑπαλλήλου καὶ ὡς εὐπατρίδου. Εἰς τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἐδόθη σημασία σπουδαία. Πολλοὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ἐξερεθίσασα τὸν κ. Ῥούμβωλδ, ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ λάβῃ οὗτος μέρος οὐσιῶδες εἰς τὴν ἔκβασιν τῶν πραγμάτων. Γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς ἐπιστημονικῶς καὶ ἀμερολήπτως μελετήσαντας τὰ γεγονότα, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἐνταῦθα ξένου διπλωματικοῦ σώματος κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, τὴν ἀπολήξασαν εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὑπῆρξε καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους σφαλερά, ἀφίνουσα ἐν τῇ ἱστορίᾳ στίγμα εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ἀνωφελοῦς ἐκείνης, ὅσον καὶ ἀδικαιολογήτου βίας. Κύριοι συνάδελφοι, πάντες καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων καὶ ἐκ τοῦ αἵματος, ὅπερ ῥέει εἰς τὰς φλέβας σας, εἶσθε ἄνδρες, οὓς οὐδεὶς κίνδυνος θ’ ἀποθαῤῥύνῃ ποτὲ, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐπιτελέσεως ὑψηλοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ θέλετε αἰσθανθῆ ἀγωνίαν ἐν τῇ ψυχῇ σας, ἐάν ποτε ἐν τῷ σταδίῳ σας πιστεύσητε, ὅτι ἐν ὡρισμένῃ περιπτώσει ἐκ σφάλματός σας ἔπαθεν ἡ πατρὶς ἢ προσβολὴν, ἢ ἀδικίαν, ἢ ζημίαν, ἢ βλάβην, ἢ βίαν. Τοιαύτην μορφὴν ἤκουσα ἐπιῤῥιφθεῖσαν κατ’ ἐμοῦ. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἤθελον θυσιάσει τὴν ζωήν μου ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἐπίσης, ὅτι ἤθελε μὲ καταβάλει ἡ συναίσθησις, ὅτι ἐγενόμην αἴτιος κακοῦ εἰς τὸν τόπον μου. Πλὴν ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον. Εἴτε τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ σᾶς ἐξέθεσα, ἐξηρέθισεν, εἴτε δὲν ἐξηρέθισε τὸν κ. Ῥούμβωλδ, πιστεύω, ὅτι ἐνήργησα ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσω. Θέλω μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τῆς ζωῆς μου φέρει ἄνευ οὐδεμιᾶς ὀδύνης τῆς συνειδήσεώς μου τὴν ἀνάμνησιν τῆς περιστάσεως ἐκείνης, διότι ἔχω τὴν βαθεῖαν συναίσθησιν, ὅτι κατ’ αὐτὴν οὐδὲν διέπραξα σφάλμα, ἀλλ’ ἀπεναντίας συνετέλεσα εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος. Φρονῶ δ’ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ, ὅτι κατὰ τὰς ἐκτάκτως κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις, καθ’ ὅλον ἐκεῖνο τὸ ἱστορικὸν δρᾶμα, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀντεπροσώπευσεν ἀξιοπρεπέστατα καὶ εὐγενέστατα τὸν τόπον. Ἐὰν ἀπέτυχεν ὡς πρὸς τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα, ἔσωσεν ὅμως πλειότερον τὰ ἀληθῆ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀφ’ ὅσον ἔσωσαν πολλάκις τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν τινὲς μεγάλαι Κυβερνήσεις. Ναί, κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸ περίφημον ἐκεῖνο λόγιον τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας Φραγκίσκου τοῦ Αʹ, μετὰ τὴν ἐν Παβίᾳ μάχην: Tout est perdu fors l'honneur, «τὰ πάντα ἐχάθησαν, ἐκτὸς τῆς τιμῆς»· διότι τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἔσωσε, διότι δὲν ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλάς, ὅτε ἦλθεν ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς αὐτὴν (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ διαπραγματευθῶ πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ὡς μεσίτης πρὸς μεσίτην, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην διπλωμάτης πρὸς Ἄγγλον διπλωμάτην, ὡς Ἕλλην ἱππότης πρὸς Ἄγγλον ἱππότην. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῶν τότε ἀπείρων ἐπιθέσεων, ὧν ἐγενόμην τὸ ἀντικείμενον καὶ παρ’ ἐχθρῶν καὶ παρά τινων φίλων, ἐν τῷ ἡμεδαπῷ καὶ ἐν τῷ ξένῳ τύπῳ, καὶ ἰδίως ἐν τῷ Ἀγγλικῷ, ἀρκοῦσα μοὶ ἔμεινε παρηγορία ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἡ τότε καὶ μέχρι σήμερον διατηρηθεῖσα ἀμέριστος ἔγκρισις καὶ ἐμπιστοσύνη, ἡ ἄπτωτος φιλία τοῦ τότε προϊσταμένου μου καὶ πάντοτε φίλου μου κ. Θ. Δηλιγιάννη.
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μειοψηφίας· παρευρέθησάν τινα τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς μειοψηφίας κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, ἐδήλωσαν ὅμως, ὅτι, μὴ συμφωνοῦντα ὡς πρὸς τὰς γενικωτέρας γνώμας τῆς πλειοψηφίας, δὲν ὑπογράφουσιν, ἀλλὰ ἐπιφυλάσσονται νὰ ὑποβάλωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 140).
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θὰ δυνηθῇ καὶ ἡ μειοψηφία νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§13ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ ἀγωνιστοῦ Χρόνη Μπασδέκη, τὴν ὁποίαν θὰ παραδώσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, μὲ τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια, ἵνα αὐξήσῃ ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δυνάμει ἑνὸς Διατάγματος τοῦ 1841. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην θερμῶς, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα ἐκ τοῦ πλησίον. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἀγωνιστής, διότι καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, νεαρὸς ἔτι, ἔλαβε μέρος εἰς αὐτήν, καὶ κατὰ τὴν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1854 ὡσαύτως ἔλαβε σπουδαιότατον μέρος, διότι ἦτο ὁπλαρχηγὸς μεγάλου σώματος, καὶ ἠγωνίσθη, καὶ ἔφερεν ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας· ὁ πατὴρ αὐτοῦ πρὸ πάντων ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα, ὡς ἐξάγεται ἐκ πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ παρέδωκε καὶ τὰ ὁποῖα φέρουσιν ὑπογραφὰς μεγάλων στρατηγῶν τοῦ Ἔθνους. Ὁ πατὴρ αὐτοῦ ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα, καὶ ἐν μάχῃ πρὸς τοὺς Τούρκους ἐφονεύθη. Ὁ ἀγωνιστής, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα, δὲν δύναται δὲ νὰ ζήσῃ μὲ τόσον μικρὰν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, μάλιστα κατὰ τοὺς χρόνους τούτους, καθ’ οὓς τὰ πρὸς τὸ ζῆν λίαν ὑπερετιμήθησαν. Ὁ ἀγωνιστὴς οὗτος ἔχει καὶ οἰκογένειαν πολυμελῆ καὶ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς μὲ 100 κατὰ μῆνα δραχμάς, οὐχὶ δὲ αὐτός, ἀλλ’ οὐδὲ ὁ ἔσχατος τῶν πολιτῶν. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς αὔξησιν τῆς συντάξεως τοῦ ἀτυχοῦς τούτου ἀγωνιστοῦ, ὁ ὁποῖος ὀλίγα ἔτη μόνον θὰ ζήσῃ· Δὲν θέλω νὰ εἴπω ποίας ἐκδουλεύσεις προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα, διότι τὸ ὄνομά του εἶναι γνωστόν.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰς συστάσεις τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ φίλου μου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀνασκευάσῃ ἰσχυρισμὸν, ὃν ὁ κ. Τυπάλδος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐφημερίς τις, γαλλιστὶ ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένη, ὑπὸ τὸν τίτλον «Messager d’ Athènes», συνδέεται μετὰ σχέσεων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ κύριος δὲ Πρωθυπουργὸς ἀντιπαρετήρησεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐὰν οὐδὲν ἔλεγον ἐπὶ τούτου, ἤθελον ὑποληφθῆ ὁμολογῶν καὶ ἐγὼ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβής, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω ν’ ἀναιρέσω αὐτὸν, βεβαιῶν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς οὐδεμίαν εὑρίσκεται σχέσιν μετὰ τῆς ἐφημερίδος ταύτης· ἐγὼ εὑρέθην ἀληθῶς εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ Συντάκτου τῆς ἐφημερίδος, περὶ ἧς ὁ λόγος, κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤμην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι εἶχον εὑρεῖ σύμβασιν, ἣν εἶχε συνομολογήσει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς μετ’ αὐτοῦ, καὶ δι’ ἧς ὑπεχρεοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ εἰς αὐτὸν 1000 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὡς συνδρομὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν Χαβᾶς. Ὁμολογῶ δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἣν δὲν πρέπει νὰ λησμονήσω, ὁ κ. Στεφανόπολις μοὶ προσέφερεν ὑπηρεσίας ἀξιολόγους, ἀλλ’ αὗται δὲν προσηνέχθησαν πρός με, ἀλλὰ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἀφ’ ἧς παρῃτήθην τῆς ἀρχῆς, μετὰ τοῦ κ. Στεφανόπολι δὲν διετέλεσα εἰς σχέσιν τινὰ, ὁ δὲ κ. Στεφανόπολις ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν νὰ γράφῃ, ὅ,τι θέλῃ. Ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο ἀληθὴς, ἂν ὁ «Massager d’ Athènes» ἦτο ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀκατανόητον ἤθελεν εἶσθαι τὸ φαινόμενον, ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου αὑτῆς νὰ θαυμάζῃ καὶ ἐξυμνῇ τὸν κ. Πρωθυπουργόν!
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπέ τι μὴ ἀκριβὲς, πρέπει νὰ τὸ ἀναιρέσω, διότι δὲν συμφέρει τὰ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς νὰ παριστῶνται μὴ ἀκριβῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δὲ παρεστήθησαν τὰ περὶ τούτου ἄλλως ἢ ὡς πράγματι ἔχουσι, δέον ἵνα διευκρινισθῶσι. Σύμβασις περὶ τῶν τηλεγραφημάτων τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς μετὰ τοῦ Συντάκτου τοῦ «Ἀγγελιαφόρου Ἀθηνῶν» δὲν ἐγένετο. Ἡ Ἑταιρία Χαβᾶς εἶχε στείλει εἰς Ἀθήνας ἕνα τῶν διευθυντῶν αὐτῆς, τὸν κύριον Μερκαδιέ. Μετὰ τοῦ κυρίου τούτου εἶχε συναφθῆ σύμβασις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶχε τεθῆ ὅρος, νὰ μὴ διορισθῇ ἀντιπρόσωπος ὁ κ. Στεφανόπολις· ἐθεώρουν προτιμότερον νὰ διευθύνηται ἡ ἐνταῦθα ὑπηρεσία ὑπὸ προσώπου ἀμετόχου τῶν κομματικῶν, ἐγίνωσκον δὲ τὰς συμπαθείας τοῦ κυρίου Στεφανόπολι πρός τινας τῶν πολιτευομένων καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον...
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀμμίαν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν προσέφερεν εἰς ἐμέ.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφηγοῦμαι τὰ πράγματα. Ἐγίνωσκον τὰς ἀντιπολιτευτικὰς διαθέσεις τοῦ κ. Στεφανόπολι, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρία ἀντιπρόσωπον, τρέφοντα πολιτικὰς συμπαθείας ἐν τῇ χώρᾳ, ἐνῷ...
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπείραζε τοῦτο· ἀλλὰ κἄποιον ἄλλον θὰ εἴχετε νὰ διορίσητε.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα θὰ ἀκούσητε καὶ περὶ τούτου.— Ἐνῷ τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας καὶ ὁ σκοπὸς ἀπήτει, ὅπως ἀνατεθῇ αὕτη εἰς πρόσωπον, μὴ ἔχον σχέσεις πολιτικὰς ἐν τῇ χώρᾳ· ἀφέθη δὲ ἐλεύθερος ὁ κ. Μερκαδιὲ εἰς ἐκλογὴν οἱουδήποτε ἄλλου, κεκτημένου τὸ προσὸν τῆς ἀπροσωποληψίας. Ἐπὶ τούτοις εἰδοποιηθεὶς περὶ τῆς ἐκλογῆς Γάλλου, παρεπιδημοῦντος τότε ἐνταῦθα, ὀνόματι Τριγκὲ, ἐδήλωσα, ὅτι οὐδεμίαν ἔφερον ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ὁ Τριγκὲ δὲν ηὐδοκίμησε· δὲν παρῆλθε πλήρης ἑβδομὰς καὶ ἐκρίθη ἀκατάλληλος, ὁ δὲ Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρίας, μὴ δυνάμενος νὰ εὕρῃ ἄλλον ἀνταποκριτὴν κατάλληλον, μὲ παρεκάλεσε τέλος, ἵνα ἐπιτρέψω, ὅπως προσληφθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ὁ κ. Στεφανόπολις, εἰς τὴν παράκλησιν δὲ ταύτην ἐνέδωκα. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Στεφανόπολιν περὶ τὰ τῶν ἀνταποκρίσεων τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς. Ἡ συμφωνία δὲ περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ χορηγήματος τῶν χιλίων δραχμῶν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν Χαβᾶς ἐγένετο μετὰ τοῦ κ. Μερκαδιέ. Τίνα λαμβάνει ὁ κ. Στεφανόπολις ἀντιμισθίαν παρὰ τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς, ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν· παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν λαμβάνει χορήγημα, οὔτε ὡς ἀνταποκριτὴς τῆς Ἑταιρίας, οὔτε ὡς ἰδιοκτήτης καὶ συντάκτης τοῦ «Ἀγγελιαφόρου». Διέκοψα τὸν κ. Βουλευτὴν, θέλοντα νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς ὑπευθύνους ἐπὶ τοῖς γραφομένοις ἐν ἐφημερίδι, ἣν οὐδὲν συνδέει πρὸς ἡμᾶς. Ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἕνα πολιτευόμενον θυμιάζει, τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἐπειδὴ δὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλον ὑποθέτομεν ἀντιπολιτευόμενον, ἐνόμισα διακόπτων, ὅτι ἠδυνάμην εὐλόγως νὰ παραστήσω τὴν ἐφημερίδα ὡς συμπαθοῦσαν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν· ἂν ἐπλανήθην, εἴτε διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν φρονεῖ τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε διότι δὲν ἔχει θέσιν ἐν αὐτῇ, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας δὲν διέκοψα, διαφερόμενος ἵνα εἴπω, ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διέκοψα αὐτὸν, ἵνα εἴπω, ὅτι ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι ὑπουργικὴ, ὡς ἐκεῖνος ἀδικαιολογήτως παρίστα αὐτήν. Ὤφειλον δὲ νὰ διατρανώσω τοῦτο, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ν’ ἀποκρούσω ἐπιῤῥιπτομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Κράτους, τὴν εὐθύνην τῶν ἐν τῇ ἐφημερίδι γραφομένων, ἂν δὲ ἄφινα ἤδη ἄνευ παρατηρήσεως τοὺς περὶ ὑπουργικότητος τῆς ἐφημερίδος λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχει αὕτη τοιοῦτον χαρακτῆρα. Ἡ διακοπή μου προεκλήθη ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἐξηγηθῶ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐν γενικωτέρῳ πεδίῳ καὶ οὐχὶ ἐν τῷ ζητήματι τῷ εἰδικῷ, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχεν ὑπογραφῆ οὐχὶ μετὰ τοῦ κ. Στεφανόπολι, ἀλλὰ μετὰ τοῦ κ. Μερκαδιέ. Πράκτωρ ὅμως τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς ἐν Ἀθήναις, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπληρώνοντο αἱ χίλιαι δραχμαί, ἦτο ὁ κ. Στεφανόπολις. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Τριγκὲ, ὃν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν θέσιν τοῦ πράκτορος Havas, ἦτο ἐντελῶς ἀκατάλληλος, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε τοῦτον, ἐνῷ ἐγνώριζε τὸν κ. Τριγκὲ, διότι ἐπλήρονεν αὐτὸν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἀνταποκριτὴν τοῦ «Journal des Debats», καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο ἀμέτοχος πολιτικοῦ κομματισμοῦ. Ἐγὼ, ὅτε ἐγενόμην Πρωθυπουργὸς, ἔσπευσα νὰ καταγγείλω τὴν μνημονευθεῖσαν μετὰ τῆς Ἑταιρίας Havas σύμβασιν καὶ ζητήσω τὴν διάῤῥηξιν αὐτῆς, διότι τὸ Πρακτορεῖον Havas ἐπανειλημμένως ἀνεῦρον διαστρέφον τὴν ἀλήθειαν χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς θέλετε μάθει ἐκ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναφέρει, ἀφορῶντος εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔλαβε μέρος, καὶ ἠγόρευσε μετ’ ἐπιτυχίας καὶ μετὰ πειστικότητος, ὥστε κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐδέχθη τὰς ἐπευφημίας τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις· μετά τινα δὲ καιρὸν ἀνεγίνωσκον εἰς γαλλικὴν ἐφημερίδα τηλεγράφημα τῆς Ἑταιρίας Havas, ἀποσταλὲν ἐντεῦθεν, ἐν ᾧ ἐλέγετο, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, διαδεχθεὶς ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Τρικούπην, προσεπάθησε νὰ τὸν ἀναιρέσῃ, ἀλλὰ πανταχόθεν ἀπεδοκιμάσθη. Τοῦτο δὲ τὸ τηλεγράφημα εἶχε σταλῆ ἐξ Ἀθηνῶν ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὸ Πρακτορεῖον Havas. Τοῦτο μὲ ἠνάγκασεν οὐ μόνον νὰ ζητήσω, γενόμενος Πρωθυπουργὸς, τὴν διάῤῥηξιν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ κληθῶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γράψω εἰς τὴν Ἑταιρίαν Havas καὶ παραστήσω, ὅτι κακῶς ἀντιπροσωπεύεται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ καταγγείλας κατὰ τὸ 1885 τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασιν, δὲν ἐνέμεινα εἰς τὴν καταγγελίαν αὐτῆς, διότι αἱ ἐπελθοῦσαι πολιτικαὶ περιστάσεις μοὶ κατέστησαν ἀναγκαίας τὰς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Καὶ ταῦτα ἀνακοινῶ οὐχὶ, ἵνα καταλογίσω εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὰ γραφόμενα ἐν τῷ «Ἀγγελιαφόρῳ Ἀθηνῶν», ἀφοῦ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι αὐτὸς ἐδήλωσεν ἄλλοτε, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει εὐθύνην οὔτε διὰ τὰ ὑπὸ τῆς «Ὥρας» γραφόμενα.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκύπτει, ὅτι, ἵνα θεωρῆται πρόσωπόν τι ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης του, δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸν θυμιάζῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ διακόψῃ πᾶσαν σχέσιν μὲ τὰ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντα πρόσωπα. Οἱ ἀναγινώσκοντες τὸ φύλλον, ὅ γράφει ὁ κ. Στεφανόπολις, γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη δὲν κάμνει ἄλλο, ἢ νὰ ἐκθειάζῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ θαυμάζῃ τὴν ἱκανότητά του καὶ νὰ ἐξαίρῃ τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα, ἅτινα ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ πολιτικὴ ἐπέφερεν· ἐὰν δὲ συμβαίνῃ ποτὲ νὰ γράφῃ κἀμμίαν λέξιν καὶ διά τινα τῶν ἀντιθέτων, εἴτε διότι ὡμίλησεν ἐπιτυχῶς, εἴτε διότι τοῦ ἤρεσεν ἡ ἀγόρευσίς του, δὲν πράττει τοῦτο μόνη ἡ ἐφημερὶς τοῦ κ. Στεφανόπολι, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι. Ἐσχάτως ἐφημερίδες τῆς Συμπολιτεύσεως ηὐδόκησαν νὰ γράψουν ἐγκώμια δ’ ἐμὲ, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ Συντάκται ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἢ ὅτι συνδέονται μετ’ ἐμοῦ διὰ σχέσεων τοιούτων, ὥστε νὰ καθίστανται ὕποπτοι. Ἐγὼ γνωρίζω πρὸ πολλῶν χρόνων τὸν κ. Στεφανόπολιν, ὅτε εἰργαζόμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου, καὶ εἶχον ἀνάγκην ἀνδρός, διὰ νὰ μεταφράζῃ τὰ ἔγγραφά μου εἰς τὸ Γαλλικόν· ἔκτοτε τὸν ἐγνώρισα, τὸν θεωρῶ φίλον, μὲ τιμᾷ δὲ καὶ αὐτὸς μὲ τὴν φιλίαν του, ἀλλὰ δὲν ἐζήτησα ποτὲ παρ’ αὐτοῦ πολιτικὴν συνδρομήν. Ὁποία εἶναι ἡ θέσις μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἦτο περιττὸν νὰ κάμῃ λόγον.
§24ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ κ. Στεφανόπολι, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα εἶπον σχετικῶς πρὸς τὴν «Messager d’ Athènes», δὲν ἀπέβλεπον εἰς οὐδὲν δυσάρεστον πρὸς τὸν κ. Στεφανόπολιν. Τοῦτον ἐγνώρισα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον καὶ πρὸ ἐτῶν καὶ τελευταίως, ὅτε ἤμην Γενικὸς Γραμματεύς. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἔδειξε πολὺν ζῆλον ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ, εἴτε συμπολιτευόμενος, εἴτε ἀντιπολιτευόμενος, ἐν τῇ ἐφημερίδι του, εἴτε δ’ ἄλλων ἔργων του, ὑπερησπίσθη πάντοτε τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ προσήνεγκεν ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὸν κ. Στεφανόπολιν συνεζήτησα πολλάκις, διότι συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ διὰ φιλίας, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸν πατέρα μου. Γνωρίζω τὰς φιλικὰς διαθέσεις του πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀνωτέρας παρ’ ὅσας δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν ἑαυτόν του. Ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν διεκόψαμεν τὰς σχέσεις ἐπὶ μῆνας. Ὁ κ. Στεφανόπολις εἶναι Ἕλλην ἐκ Λακωνίας καὶ ὁσάκις ἦλθεν ὑπόθεσις ἐθνική, ὑπερησπίσθη τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὡς εἴπερ τις καὶ ἄλλος. Τὸ λέγω ἐπισήμως. Ἡ πολιτικὴ τὸν κ. Στεφανόπολιν δὲν τὸν ἐπηρεάζει ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς πατρίδος. Εἶχον καθῆκον νὰ ὁμολογήσω τοῦτο ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, μὴ θελήσας νὰ δεχθῇ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς τὸν κ. Στεφανόπολιν, καὶ ἠδίκησεν ἕνα τῶν ἐπιστηθιωτέρων φίλων του.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1889. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 141).
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω πίνακα, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κατατιθέμενοι πίνακες πρέπει νὰ τυπῶνται, διότι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἶχον κατατεθῆ ἄλλοι καὶ δὲν ἐτυπώθησαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προφθάνει τὸ Τυπογραφεῖον, ἐν τούτοις θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 142).
§30ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ὅτου ἐζήτησα πληροφορίας χάριν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ὁπωσδήποτε προαναγγέλλεται διὰ τῆς κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας. Ἂν οἱ πίνακες οὗτοι τυπωθῶσι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ματαιοῦται. Πρὸ 20 ἡμερῶν ἐζήτησα πίνακα τῶν δαπανηθέντων κατὰ νομοὺς εἰς κατασκευὴν ὁδῶν· οἱ πίνακες οὗτοι ἐπρόκειτο νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῶν γενικῶν πινάκων, τῶν δημοσιευθέντων ἀπὸ τοῦ 1881 –1886 ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς ὁδοποιΐας, οἵτινες εἶναι λίαν λεπτομερεῖς· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν ἡμῖν, ὅτι θέλει τάχιστα ὑποβάλει τούτους· ἐν τούτοις οἱ πίνακες δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι, ἐνῷ ἔχομεν χρείαν ἱκανοῦ χρόνου, ἵνα μελετήσωμεν αὐτούς. Πλὴν τούτου παρατηρῶ, ὅτι εἰσάγονται νομοσχέδια βαρυσήμαντα, χρῄζοντα μελέτης ἐπισταμένης, καὶ ἐπιμελοῦς ἀναλύσεως ἐν ταῖς συζητήσεσι, καὶ ὅμως ἀναγράφονται ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ῥαγδαίως ἀναγινώσκονται εἰς ά. συζήτησιν. Κατὰ τὸν τρόπον δέ, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ συζητήσεις, παρατεινόμεναι μέχρι τῆς πρωϊνῆς ὥρας, καθ’ ἣν πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν, εἴτε ἐκ σωματικῆς ἀδυναμίας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν δύνανται νὰ συζητήσωσι, νὰ ἀντικρούσωσι τὰ νομοσχέδια, ψηφίζονται ἄνευ ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας οἱ νόμοι. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς εἶναι αὐτὸ τοῦτο, νὰ συζητῶνται διηκριβωμένως τὰ νομοσχέδια· φέρω δὲ προχθεσινὸν παράδειγμα· ἐν ᾧ ἀνεγινώσκετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποτίσεως τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν δήμων εἰς τὸ Κράτος, ἐγὼ ἠρώτησα Βουλευτάς, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον προφθάσει νὰ μελετήσωσιν αὐτό. Παρατηρῶ σήμερον ἀναγραφόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Τοῦθ’ ὅπερ θίγει τόσῳ σπουδαῖα ζητήματα, μέλλοντα ν’ ἀσκήσωσι οὐσιώδη δρᾶσιν, καὶ κοινωνικὴν καὶ πολιτικήν, καὶ ὅμως τοῦτο χθὲς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Αὔριον ἀρχίζει ὁ Προϋπολογισμός· αἱ συνεδριάσεις τοιουτοτρόπως ἐκβιάζονται· διότι βεβαίως, ὅτε ἐγὼ ἐκλήθην, τὴν 3ην πρωϊνὴν ὥραν, νὰ ἔλθω ἐδῶ, ἐπικειμένων ταραχῶν καὶ φόβου καὶ βίας, ὡς μὴ ἀνήγγειλαν, δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ σκεφθῶ, οὐδὲ νὰ συζητήσω νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἀρθῶσι, καὶ νὰ λάβωσιν αἱ συζητήσεις τύπον σπουδαιότερον· διότι οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ τῆς πλειοψηφίας, ἐκβιάζουσι τὴν μειοψηφίαν εἰς ἐργασίαν ἄκαιρον, ἐκ τούτου αἱ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ τὰ ἕτερα μέτρα, εἰς ἃ καταφεύγει ἀμυνομένη ἡ μειονοψηφία ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς· ἀλλ’ ὑπεύθυνος εἶναι ἡ πλειοψηφία δι’ ὅλα ταῦτα· διότι, ὅταν ἔρχησθε αὐθαδῶς νὰ μοὶ τραβήξητε τὸ ὠτίον, δὲν ἐννοεῖτε τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς σας; δὲν ὑπολογίζετε, ὅτι ἀντὶ τούτου θὰ δεχθῆτε ἓν ῥάπισμα, ὡς ἀντίποινον τῆς πράξεώς σας; Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, νὰ ῥυθμίσωσι τὴν ἀκατάσχετον αὑτῶν ὁρμὴν πρὸς περαίωσιν σπασμωδικὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς ἐντὸς δύο ἡμερῶν· διότι τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρὸν, οὐδὲ ἔχει συμφέρον οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλή, νὰ παρουσιάζῃ τοιαῦτα οἰκτρὰ θεάματα, ὧν ἐγένετο μάρτυς ἡ κοινωνία κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἑσπέραν. Τίς ἀρνεῖται τὴν δύναμιν τῆς πλειοψηφίας; τίς τὸ κῦρος αὐτῆς, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις της ἡμεῖς, οἵτινες τόσον εὐγενῶς ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν; Ἔχομεν λοιπὸν τὴν εὔλογον καὶ νόμιμον ἀξίωσιν νὰ σεβασθῆτε καὶ σεῖς ἡμᾶς. Δὲν δύναταί τις, Κύριοι, ἐπὶ πολλὰς ὥρας νὰ ἐργασθῇ καὶ διασκεφθῇ ἐπὶ τόσῳ σοβαρῶν καὶ εἰς ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα ἀφορώντων ζητημάτων. Προχθὲς, τὴν 3ην ὥραν π. μ., εὗρον ἄλλους, εἰσελθὼν εἰς τὸ Βουλευτήριον μετὰ μεσονυκτίους ὥρας, εὗρον λέγω ἄλλους κοιμωμένους, ἄλλους χασμωμένους, ἄλλους πελιδνοὺς τὴν ὄψιν. Ἐνόμισα, ὅτι εἰσῆλθον εἰς ἄλλην τινὰ αἴθουσαν παρὰ εἰς Βουλευτήριον· δὲν παρέστην εὐτυχῶς μάρτυς τῶν σκηνῶν καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀκόσμων καὶ ἀσέμνων τούτων σκηνῶν. Ἀλλὰ τὸ θέαμα τοῦτο τοῦ Βουλευτηρίου ὁμολογῶ, ὅτι μὲ κατέθλιψε, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἐπὶ τούτῳ τὴν θλίψιν μου. Ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπῆρξεν ἄλλη Βουλὴ, εἰς ἣν παρετάθη ἐπὶ δεκατρεῖς ὅλας ὥρας συνεδρίασις καὶ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐκινδύνευεν ἴσως ἡ πατρίς. Τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν εἶναι διὰ τοῦτο τῆς 10ης τοῦ μηνὸς, ἀλλ’ εἶναι καὶ τῆς 11ης. Εἶναι δύο καὶ οὐχὶ μιᾶς ἡμέρας, διότι ἀπὸ τῆς 12ης τοῦ μεσονυκτίου ἀρχίζει ἄλλη, νέα ἡμέρα, ἐνῷ σεῖς ἐπιγράφετε «πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 10 Δεκεμβρίου» Ὅλα ταῦτα εἶναι παράδοξα. Παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ ταπειναί μου παρατηρήσεις, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ κανονίσῃ τὸ ὅριον τὸ τελευταῖον, καθ’ ὃ δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν· διότι, ἂν δὲν τὸ κανονίσῃ, ὀφείλω ἐγὼ νὰ δηλώσω, ὁ Βουλευτὴς, ἀφοῦ δὲν ἔχω τὴν ὄρεξιν οὐδέποτε νὰ προβάλλω ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, οὔτε δεικνύω ποτὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ φέρω προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἂν τοιαύτας ἔχῃ ἰδέας περὶ τοῦ καθήκοντός της ἡ πλειοψηφία, ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπίσης τὴν ἀπόφασιν, ὅτι θὰ ἦμαι ὁ πρωτουργὸς παντὸς δυνατοῦ προσκόμματος, ὥστε νὰ ἀποκρούσω τὴν κατ’ ἐμοῦ γινομένην ἀδικίαν, καὶ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐκβιάσεως, βεβαίως θέλω ἀμυνθῆ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ δικαιώματός μου, προσφεύγων εἰς πάντα τὰ μέσα τῆς κωλυσιεργίας. Καταλήγων δὲ, ἐπιθυμῶ πάλιν νὰ παρακαλέσω, τὸν μὲν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐκτυπωθῶσι τάχιστα αἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθεῖσαι πληροφορίαι καὶ διανεμηθῶσιν ὅσον τάχιστα, τοὺς δὲ κυρίους Ὑπουργοὺς θέλω παρακαλέσει νὰ ἐπισπεύσωσι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας πληροφορίας παρὰ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κανονίσωσι τὰ τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ὑπὸ πνεῦμα σωφροσύνης καὶ σεμνότητος, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὴν μεγάλην τοῦ Κράτους ἐξουσίαν, εἰς τὴν μίαν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀνάξιον αὐτῶν νὰ δίδωσιν ἀφορμάς, ὅπως διαδραματίζωνται σκηναί, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι ἴσως καὶ εἰς πολὺ κατωτέρας αἰθούσας δὲν λαμβάνουσι χώραν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπίκλησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως ἐργασθῶμεν ἐν πνεύματι σωφροσύνης, νομίζω, ὅτι ἀπηχεῖται εὐμενῶς παρὰ πάσης τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν, ὁ μὴ αἰσθανόμενος λύπην ἐπὶ τῇ τροπῇ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ πράγματα ἐσχάτως. Τὴν λύπην ταύτην συνδέει ἕκαστος πρὸς τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ, καὶ τὴν γνώμην του συνδέει ὁ ἐντεῦθεν καθήμενος πρὸς μομφὴν πρὸς τοὺς ἐκεῖθεν καθημένους, πάλιν δὲ οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι πρὸς μομφὴν πρὸς τοὺς ἐντεῦθεν καθημένους. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τούτου; Εἶναι βεβαίως ἡ παρεξήγησις, ἡ ὁποία ὑφίσταται περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων ἑκάστου· διότι ἀναντιῤῥήτως ὑπάρχουσι καὶ δικαιώματα τῆς πλειοψηφίας, ἀναντιῤῥήτως ὑπάρχουσι καὶ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, καὶ ἂν ὑπάρξῃ παραγνώρισίς τις δικαιωμάτων, εἶναι φυσικὸν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀντίδρασις, καὶ θέλομεν οὕτω, ἀλληλοδιαδόχως ἀντιδρῶντες ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου, φθάσει εἰς τὰ ἔσχατα. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τῆς συμφωνίας ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας, —διότι ἄνευ συμφωνίας δὲν εἶναι δυνατὸν πολυμελὲς σῶμα νὰ ἐργάζηται, συμφωνίας ἰδίως πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας,— πρέπει νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τῆς συμφωνίας ταύτης τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀπεκδέχεται ἕκαστος ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ, περιοριζομένων ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων. Σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δυσχερειῶν, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναφυομένων· τὰ πράγματα μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἶναι πρέπον ἐντὸς στενοῦ χρονικοῦ διαστήματος νὰ τελειώσωμεν ἐργασίαν, πρὸς ἧς τὴν συντέλεσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν συντόνως. Δὲν δύναται αὕτη νὰ συντελεσθῇ, ἂν δὲν ἀναπτύξωμεν ἐπιμέλειαν ἄοκνον. Ἂν οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ὅπως δήποτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐργασίας ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ διαγεγραμμένου εἰς ἡμᾶς, ἐξώθουν τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὰ ἄκρα, καὶ ἔλεγον, ὅτι, ἐπειδὴ πλειοψηφοῦμεν ἡμεῖς, πρέπει ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, δυσχερῶς μὲν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε πληρουμένων τῶν ὅρων, οὓς ἀπαιτεῖ ἡ ἐνδελεχὴς συζήτησις, πρέπει ὄχι μόνον ἐκεῖνα νὰ συζητηθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ὅπως δήποτε καὶ πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θεωροῦμεν ψηφιστέα, θὰ ἦτο τότε φυσικὸν, οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην ν’ ἀντιδράσωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει αὐτοῖς ὁ Κανονισμός. Ἂν ὑπάρχῃ σκοπὸς οὐχὶ ὁ εἰλικρινὴς τῆς ἐξευρέσεως τοῦ σημείου, ἕως τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ, εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσωμεν, ὅπως τὰ τῆς Βουλῆς λαμβάνωσι τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης λύπης εἴδομεν αὐτὰ λαμβάνοντα ἐπ’ ἐσχάτων. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἡ εἰλικρινὴς αὕτη ἐπιθυμία, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ εὕρεσις τῆς λύσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια σπουδαιότατα, οἷα εἶναι τὰ περὶ δημοτικῶν φόρων, τὰ περὶ ἀστυνομίας κλπ. Βεβαίως πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἴδῃ ψηφιζόμενα τὸ ταχύτερον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ αὐτὴ ἡ Συμπολίτευσις, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα συζητηθῶσιν εὐρέως, ἵνα εἴτε πολεμήσῃ αὐτὰ κατ’ ἀρχήν, εἴτε, ὡς καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως δύναται νὰ συμβῇ, ἐπιζητήσῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἐὰν ἄρα τοιαύτη ὑπάρχῃ ἐπιθυμία, δὲν θὰ ἦτο δύσκολον ἤδη, ὅτε τελειώνει ἡ Βουλὴ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐργασίας αὐτῆς, τὸ μέχρι τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, δὲν θὰ ἦτο δύσκολον ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ, νὰ καθωρίζομεν τὴν ἐργασίαν ἡμῶν καὶ νὰ ἐδηλοῦμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις νομοσχεδίων τινῶν, ὁσονδήποτε σπουδαίων καὶ ἀναγεγραμμένων ἔτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία ἕως σημείου τινός. Τοιαύτην μεθ’ ἡμῶν συνεννόησιν ἐὰν ζητῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι θέλουσι μᾶς εὑρῇ προθύμους· ἐὰν ὅμως ἐννοῇ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, οὐχὶ ὅπως ἐξευρεθῇ διέξοδος, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, τότε εἶναι μάταια τὰ παράπονα, ὅτι δῆθεν πιέζομεν τὴν μειοψηφίαν καὶ ὅτι προκαλοῦμεν ἡμεῖς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἡμεῖς διαδηλοῦμεν, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς συνεννοήσεις ἐκείνας, ἄνευ τῶν ὁποίων πολυμελὲς σῶμα δὲν δύναται τελεσφόρως νὰ διεξαγάγῃ ἐργασίαν, νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς συνεννοήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἰς πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα διεξάγονται μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, ἐὰν θέλῃ ἡ μειοψηφία νὰ συνεννοηθῇ μεθ’ ἡμῶν, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι θέλομεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς διαθέσεις αὐτῆς διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος θέλει φέρει εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα· ἐὰν δὲν θέλῃ, εἶναι προτιμότερον νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρὰ νὰ καταδαπανήσωμεν τὸν χρόνον εἰς συζήτησιν περὶ τούτου· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἔδωκεν ἐλπίδα, ὅτι αἱ διαθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ θέματι εἶναι εἰλικρινεῖς.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἤμην παρών, καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευεν ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ ἐκ Κορινθίας Βουλευτής, ἑπομένως δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ποίων φράσεων ἐποιήσατο χρῆσιν καὶ ποίας διὰ τῶν φράσεων τούτων ἐννοίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ, ὡς ἤκουσα, ὅτι αἱ φράσεις, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτής, αἱ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἐξεδήλουν αἱ φράσεις αὗται, ἔδωκαν αὐτῷ τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐν καλῇ τῇ πίστει καὶ ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει, εἰσφέρουσα τὸ καθ’ ἑαυτὴν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ὁπωσδήποτε νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὸν χρόνον αὐτόν. Τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀνεχθῶ, διότι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀνεχθῶ ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι μόλις πρὸ μικροῦ ἐπείσθη περὶ τῆς ἀγαθοπιστίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της, καὶ ὅτι ἦτο μέχρι τοῦδε ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦναι διατεθειμένη νὰ εἰσφέρῃ, κατὰ τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσίν της, εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν νομοθετικὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἠθέτησε τὰς περὶ τούτου συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις της, ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἔστερξε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ ἄλλα αὑτῆς συνταγματικὰ δικαιώματα, ὅπως φανῇ πρόθυμος εἰς τὰς παρακελεύσεις ἢ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παραιτήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν τοῦ ἐλέγχου, βεβαίως δὲν ἤθελε δαπανᾶσθαι χρόνος εἰς ἔρευναν τῶν πράξεων τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἰς συζητήσεις ἐπερωτήσεων, πρὸς ἔλεγχον τῶν διαπραχθεισῶν παραβάσεων τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν. Ὁ χρόνος οὗτος βεβαίως ἤθελεν ἀρκέσει νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια, ἀλλ’ ἔπρεπε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παραβῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν, καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ὁποίου εἶναι ὑπεύθυνος, ὡς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὴν παράλειψιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται ἀπέναντι τῆς Βουλῆς πολιτικῶς καὶ νομικῶς, ἐὰν εὐθύνεται ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους ὡσαύτως διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὴν, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐθύνεται ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν δὲν ἐλέγχῃ παρανομίας τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐὰν ἀνέχηται σιωπῶσα παραβάσεις τῶν νόμων, ἢ αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ἑπομένως, ἐὰν ἡμεῖς ἐνησκήσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχορηγημένον, οὐδεὶς δύναται νὰ πορισθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι διὰ τοῦτο κατεδεικνύομεν προαίρεσιν νὰ παραλείπωμεν τὰ πρὸς τὸ νομοθετεῖν καθήκοντά μας, ἢ νὰ μὴ εἰσφέρωμεν ὅ,τι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὀφείλομεν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι μόλις πρὸ μικροῦ ἐπείσθη, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ἀμφίβολον. Ἀλλὰ δι’ ὃν λόγον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ παραλίπωμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα μέχρι τοῦδε, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἔχομεν καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ παραλίπωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ κατὰ τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας μέχρι τῶν ἑορτῶν, ἢ καὶ κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς Συνόδου μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς. Ἐξ ἐναντίας μᾶς ἐπιβάλλεται καθῆκον ζηλοτύπως νὰ ἐχώμεθα καὶ ἐπὶ τοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε, τῆς διαρκείας τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν. Καὶ ἂν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ ἀπουσία ἡμῶν ἐκ τῆς αἰθούσης, ἐκβιασθεῖσα διὰ τρόπου ἀπρεποῦς, ἠκόλυνε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ψηφίσῃ ἑκατοστύας νόμων ἐν δυσὶ ἢ τρισὶ νυξὶν, ἴσως δύναταί τις ἐν τῇ Πολιτείᾳ νὰ καταλογίσῃ εἰς ἡμᾶς εὐθύνην, διότι παρέσχομεν τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἴσως δύναται νὰ καταλογίσῃ τις εἰς ἡμᾶς εὐθύνην, διότι, ἀφέντες τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνετελέσαμεν ἀκουσίως, ἵνα αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου μένωσιν ἀνεῳγμέναι ἐπὶ ἑξήκοντα ἢ πεντήκοντα μόνον ἡμέρας, ἐνῷ ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν, ὅτι εἶναι ἑξάμηνος ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς Συνόδου, καὶ ὅτι ἐπὶ ἓξ μῆνας πρέπει νὰ μένωσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου ἀνοικταί, ἢ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ὀλιγώτερον τῶν τριῶν μηνῶν. Ζητοῦσι λοιπὸν νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τελειώσωμεν ὡς τάχιστα. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τοῦτο, ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἄλλου ὅρου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἐν χερσὶ τὰ ἡνία τῆς Κυβερνήσεως, ἦναι πεπεισμένος περὶ τῆς μεγάλης χρησιμότητος τῶν νομοθετημάτων τούτων, ἐὰν δύναται νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης αὐτῶν φέρει μεγίστην ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἢ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂς μᾶς προσδιορίσῃ ποῖά εἰσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἂς τὰ ἀναγράψῃ πρῶτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Καὶ μήπως, Κύριοι, μέχρι τοῦδε δὲν συνεζητήσαμεν καὶ δὲν ἐψηφίσαμεν πολλὰ νομοσχέδια; Καὶ ἠρνήθημεν νὰ εἰσφέρωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου μέχρι τοῦδε; Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὅρου, τοῦ νὰ ψηφισθῶσιν ὁπωσδήποτε τὰ νομοθετικὰ ἔργα, περὶ ὧν ὁ λόγος. Ἡ ψήφισις ὁπωσδήποτε ἑνὸς μέτρου δὲν ἀποκλείει τὴν ἀποδοχὴν αὐτοῦ τὴν ἀμελέτητον, ἑπομένως ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν νὰ ψηφοφορῇ ἀμελητήτως, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν τὴν ὁπωσδήποτε ἀξιοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὄχι μόνον, διότι δὲν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει τοὺς ὤμους τόσον ῥωμαλαίους, ὥστε νὰ ὑπέχῃ τοιαύτην ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους εὐθύνην, ἀφίνουσα νὰ ψηφίζωνται ἀσυζητητεὶ καὶ ἀμελετήτως νόμοι, τῶν ὁποίων αἱ διατάξεις ἐνδέχεται νὰ ζημιῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ διότι ἤθελε συντελέσει ἄλλως εἰς τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν Βουλὴν, πράττουσα καὶ αὐτὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐπέκρινε καὶ ἀπεδοκίμαζε, τὸ ν’ ἀφίνῃ νὰ διέρχωνται ἀσυζητητεὶ τὰ νομοσχέδια, ὅπως συνέβη κατὰ παρῳχημένας Συνόδους, ἀλλ’ ἀκούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἔτυχε πλήρους τῆς κατακρίσεως αὐτῆς. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§33ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠθεῖταί τις ἀληθῶς, ὠθεῖται ἕκαστος ἰδίως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν χθὲς τὸ γνωστὸν μαρτύριον, εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, προκειμένου τοιούτου ζητήματος. Ὅσοι ὑπέστησαν τὸ μαρτύριον ἐκεῖνο δύνανται νὰ ὦσιν ἤδη παρηγορημένοι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐὰν ἄλλο τι μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέτυχον, ἀλλὰ βεβαίως κατώρθωσαν, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αἰσθανθῇ, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι εὑρίσκεται εἴς τινα ἀνάγκην συνεννοήσεως πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Εἶναι βεβαίως ἓν βῆμα τοῦτο πρὸς διόρθωσιν, τὸ πρῶτον βῆμα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πρώτου τούτου βήματος δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τοὐλάχιστον θέλει αἰσθανθῆ τὸ ἀπαραίτητον τινῶν κανόνων, οἵτινες ἀληθῶς εἶναι προϋπόθεσις ἀναγκαία ἀληθοῦς καὶ σοβαρᾶς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡ γνῶσις καὶ ἡ συναίσθησις τῶν τοιούτων κανόνων, εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ὑπῆρχε παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ἐγκαιρότερον, διότι πολλῶν ἠθέλομεν ἀπαλλαχθῆ, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συνέβησαν, θλιβερῶν γεγονότων· ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπῆλθεν ἤδη, ἔστω καὶ ἀργά, ἡ συναίσθησις εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συνεννοήσεών τινων πρὸς τὴν μειονοψηφίαν καὶ ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Τῷ ὄντι, Κύριοι, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πρὸ παντὸς βάσιν ἔχει τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεγάλης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πλειονοψηφία, ὅπως μέχρις ἴσως καί τινος ὑπερβάσεως ἀναγνωρίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Ἀφοῦ ἡ ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας παρήγαγε τῷ ὄντι τὸ ἔκτακτον φαινόμενον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἰς μεγάλα Κράτη ἠναγκάσθη νὰ ἀνέχηται παρακώλυσιν συστηματικὴν πάσης ἐργασίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησεν οὐδὲ τὴν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς μειονοψηφίας νὰ ψέξῃ, ἐν Ἑλλάδι παρέστημεν εἰς τὸ ἀκριβῶς ἐναντίον θέαμα. Πλειονοψηφία καὶ Κυβέρνησις ἀπεφάσισαν νὰ τυραννήσωσι τὴν μειονοψηφίαν, κρατοῦσαι αὐτὴν μέχρι τῆς πρωΐας. Ἐν Ἑλλάδι ὁ κ. Τρικούπης φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ τυραννῇ τὴν μειονοψηφίαν διὰ παραβάσεως καὶ αὐτῶν τῶν κανόνων τῆς φιλανθρωπίας, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ παίξῃ ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἀρκεῖ, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἐντύπωσις τοῦ τοιούτου φαινομένου, νὰ εἴπῃ αὐτὸς σήμερον: «ἀληθῶς προχθὲς σᾶς ἐτυράννησα· βλέπω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ πράξω, τώρα βλέπω, ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν.» Τέλος πάντων φαίνεται, ὅτι ἡ φιλανθρωπία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκεντήθη, ἔστω καὶ ὀλίγον ἀργὰ, καὶ ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν παννυχίδα τῆς χθές.......
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σᾶς τὸ εἶπεν· εἶπε μάλιστα, ὅτι θὰ τὴν ἐπαναλάβῃ.
§35ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ καταντᾷ, Κύριοι, τῷ ὄντι σπουδαῖον....
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί εἴπετε παρακαλῶ; διότι, ἀναγινώσκων ἓν τηλεγράφημα, δὲν ἤκουσα.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἐκ φιλανθρωπίας.....
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι σκέψεις ἰδικαί σας.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπέδωκα κἄτι τι καλόν· ἐὰν τὸ ἀμφισβητῆτε, δύναμαι νὰ τὸ ἀνακαλέσω. Εἶπον, ὅτι ἐσχάτως δεικνύεσθε ὀλίγον φιλάνθρωπος. Ἔλαβον, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω ἰδέας τινὰς περὶ σχετικῆς θέσεως πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πλειοψηφία ἀπέναντι τῆς μειοψηφίας. Τί εἶναι, Κύριοι, ἡ πλειοψηφία εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα; Βεβαίως εἶναι ἓν ἁπλοῦν τεκμήριον, ἓν νομικὸν πλάσμα, νομικὸν πλάσμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ· δὲν εἶναι βεβαίως λογικός τις κανὼν, ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει ἐν τῇ πλειοψηφίᾳ, ὅτι ἐὰν κατὰ ἓν πρόσωπον ὑπερτερῇ ἡ πλειοψηφία τῆς μειοψηφίας καὶ ἀποφασίζηταί τι περὶ ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ συμφέροντος, ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει ἐν τῇ πλειοψηφίᾳ τοῦ ἀριθμοῦ· δύναται πολλάκις νὰ ὑπάρχῃ τὸ ψεῦδος ἐκεῖ, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ μειοψηφίᾳ· τοῦτο οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἓν τεκμήριον· λοιπὸν καθιερώθη τὸ τεκμήριον τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει ἠθικὴν ἀξίαν μόνον, ὅταν παρέχωνται εἰς τὴν μειοψηφίαν ὅλα τὰ μέσα τοῦ φωτισμοῦ τὰ νόμιμα, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ πλήρης καὶ ἐλευθέρα συζήτησις καὶ διαφώτισις καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ σχηματίζηται πλειονοψηφία· πλειονοψηφία ἄνευ προηγουμένης συζητήσεως, πλειονοψηφία ἀριθμητικὴ, ἐκ τῶν προτέρων ὑπάρχουσα, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν, καὶ ὅπως ἡ πλειονοψηφία ὑπερέχει διὰ τῆς ἀποφάσεως, οὕτως ἡ μειονοψηφία σχεδὸν ὑπερέχει ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διασκέψεως......
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Σαρίπολος τὸ λέγει;
§41ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν τὸ λέγει ὁ Σαρίπολος· θέλετε νὰ σᾶς παραπέμψω; Λοιπὸν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διασκέψεως—μεταχειρίζομαι ταύτην τὴν λέξιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ μεταφράσω διαφορετικὰ τὴν λέξιν ξένου συγγραφέως,—ὑπερέχει ἡ μειοψηφία τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ πλειοψηφία ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ ὀφείλει καὶ τὰς ὑπερβολὰς νὰ ἀνέχηται ἀκόμη, διὰ νὰ ἔχῃ ἀξίαν κατόπιν ἡ ἀπόφασίς της· δὲν δύνασθε καθ’ ὑπόθεσιν νὰ λύητε τὸ ζήτημα διὰ λύσεως σοβαρᾶς καὶ ἐχούσης ἀξίαν, ἐὰν σᾶς ζητῆται ἓν ἔγγραφον, διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐπί τινος νομοσχεδίου ἡ μειοψηφία, οὐδέποτε δύνασθε νὰ εἴπητε: «ὄχι, δὲν πρέπει νὰ προσενεχθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἡμεῖς συζητοῦμεν καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν». Καὶ ἤκουσα τοιαύτην ἀξίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ—καὶ κατά τινα περίστασιν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν τοιαύτην συζήτησιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὄχι γνωρίζῃ, διότι βεβαίως γνωρίζει, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ σέβηται στοιχειώδη κανόνα τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,—εἴδομεν τοιαύτην ἀξίωσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον σύγκηται ἀπὸ Ἀβδηρίτας· ἐζητοῦμεν εἰς μίαν ὑπόθεσιν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν, ἔγγραφα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς ἀποφασίζομεν, ἄνευ τῶν ἐγγράφων, ὑμεῖς δύνασθε νὰ συζητήσητε μόνον τὴν ἐπαύριον», καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι κἄτι τι ἔλεγεν ἐκείνην τὴν στιγμήν, ἔχον ἀξίαν δῆθεν, δηλ. ῥητῶς καὶ ἀναφανδὸν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν ἐποχῇ πλέον ἀρκετὰ προκεχωρημένῃ εἰς τὸν πολιτισμὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔῤῥιπτεν αὐτὸν τὸν ἐμπαιγμόν: «ἡμεῖς ἀποφασίζομεν, κατόπιν ὑμεῖς, ἡ μειοψηφία, συζητεῖτε, ὅταν θέλητε, τὴν ἐπαύριον»· καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀνοχὴ, φαίνεται, πολλάκις ἀπέναντι τοιούτων ἐκφράσεων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος! Ἡ πλειοψηφία, Κύριοι, ἀπολαύει ἑνὸς μεγάλου προνομίου. Τὸ προνόμιον εἶναι, ὅτι αἱ θελήσεις αὐτῆς, ὁθενδήποτε καὶ ἂν πηγάζουν, ὑποτίθεται, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους· ὅταν πρακτικώτερον σκεφθῇ τις καὶ μάλιστα σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, δύναται νὰ συλλογισθῇ πόσα ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα πολλάκις ἕνεκα τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ καὶ νὰ ῥυθμίζῃ ἡ πλειοψηφία, ἔχουσα τὸ νομοθετεῖν· ὑμεῖς ἔχετε τὴν θέλησίν σας μετασχηματιζομένην εἰς νόμον, ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάζητε νόμους, ἐνῷ συγχρόνως διοικεῖτε τὸν τόπον, ὅπως θέλετε. Ἔχετε λοιπὸν ἓν φοβερὸν προνόμιον κατὰ τῶν συναδέλφων σας, κατὰ τῆς μειοψηφίας, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι μεθ’ ὅλων τῶν συμπολιτῶν των καὶ τῶν ἐκλογέων των νὰ ἵστανται εὐλαβεῖς ἀπέναντι τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα κατασκευάζετε σεῖς! Καὶ πολλάκις ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὑπῆρξεν ἓν συμφέρον προσωπικὸν, καὶ τοῦτο ἐπεβλήθη ὡς νόμος! Λοιπὸν ἰδίως ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ὕπαρξις τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας καὶ, ὡς εἶπον, καὶ ἡ ὑπεροχὴ αὐτῆς ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διασκέψεως καὶ τῶν συζητήσεων. Καὶ ὅμως ἔχομεν, Κύριοι, ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον! ἡ πλειοψηφία θέλει νὰ τυραννήσῃ καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν συζητήσεων! Καὶ ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἡ νόσος, καὶ πρέπει νὰ τὴν θεραπεύσωμεν ῥιζικῶς, διότι ἕκαστος φαίνεται ἰδίαν ἔχει ἔννοιαν περὶ ἐργασιῶν κοινοβουλευτικῶν, διότι φαίνεται, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁπλῶς μέσα πρὸς πραγματοποίησιν τῶν τελικῶν σκοπῶν μιᾶς κοινωνίας, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θεωροῦνται ὡς τελικὸς σκοπός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδει ἀξίαν πολλὴν εἰς μόνας τὰς πράξεις ἐκείνας τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἅμα ὑπάρξῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν θέσιν αὐτοῦ, ὡς Πρωθυπουργοῦ, σᾶς λέγει: «δὲν γίνεται ἐργασία». Ὡς ἐργασίαν θεωρεῖ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ, τοῦ νὰ μένῃ ἐν τῇ ἀρχῇ, διότι ἴσως ὄχι ἡ διάνοια αὐτοῦ, καθόσον γινώσκει τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν μηχανισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς αὐτό. Δὲν ἐννοεῖ νὰ πέσῃ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἅμα Πρωθυπουργὸς δὲν ἐννοεῖ τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἦναι κοινοβουλευτικός. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο εἴχομεν μέχρι τοῦδε, τὸ ὁποῖον ἔσωζε τὸ Κράτος ἀπὸ ἀνεπανορθώτων κακῶν; τοῦτο ὑπῆρχε τὸ ἀντισήκωμα καὶ τὸ ἀντιφάρμακον πλημμελοῦς πολιτικῆς καταστάσεως, αὐτὸ εἶχον οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων πρότερον. Ὅταν ἔβλεπον, ὅτι δὲν ἠδύναντο κατὰ τοὺς ὅρους τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου νὰ διατηρῶσι τὴν ἐξουσίαν, ἔσπευδον νὰ παραιτῶσι τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ τοὺς διαδεχθῶσιν ἄλλοι. Δὲν ἐθεώρουν, ὅτι πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου, διὰ πάσης θυσίας, νὰ διατηρῶσι τὴν ἐξουσίαν. Ἀπεναντίας φαίνεται, ὅτι, ὅταν μία πολιτικὴ κατάστασις ἦναι πλημμελής, κατ’ ἀνάγκην φέρει τὴν συχνοτέραν μεταβολὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦτο τὸ ἀναπόφευκτον ἦτο φάρμακον συγχρόνως κατὰ μεγαλειτέρων κακῶν· ἐγνώριζον καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων ἄλλοτε τὸν τόπον, νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν λαὸν διὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ δημιουργήσωσι πολλὰς θέσεις, καὶ ἠδύναντο νὰ κρατῶσι τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἦσαν πολὺ ἱκανώτεροι νὰ κρατήσωσι τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν ἤθελον νὰ τὸ πράξωσιν ἐκ παντὸς τρόπου, διότι καὶ πολὺ πλέον σχετισμένοι πρὸς τὸν τόπον ἦσαν, καὶ τρόπους ἴσως εἶχον τοιούτους, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διατηρῶσι τὰς συμπαθείας καὶ τὰς διανοίας τῶν ἀκολουθούντων αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμνον. Οὐδέποτε προέβησαν μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ καθιστᾷ τὰ πράγματα ἐν γένει τῆς Πατρίδος, καὶ ἰδίως τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς κατάστασιν δυσεπανόρθωτον. Ἐπροτίμων νὰ παραιτῶσι τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐθεωρήσατε, ὅτι εἶναι ἱκανότης ἔξοχος τὸ διατηρεῖν τὴν ἐξουσίαν ἐκ παντὸς τρόπου, τὸ καταπονεῖν τὴν μειοψηφίαν διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ τυραννίας ἀκόμη σωματικῆς! Θέλετε νὰ προσδιορίσωμεν καὶ χρονικὰ ὅρια, καὶ νὰ συμφωνῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, τί θὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς τόσων ἡμερῶν, δηλαδὴ νὰ καταστήσωμεν γελοῖον τὸ πολίτευμα διὰ τοιούτων ἐπινοήσεων καὶ κατασκευασμάτων, νὰ θέσωμεν χρονικὰ ὅρια καὶ προσδιορισμὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ταῦτα θὰ ἀποφασίσωμεν ἐντὸς ὡρισμένων ἡμερῶν, νὰ πλάσωμεν, νὰ κατασκευάσωμεν κωμικόν τι πρότυπον, τὸ ὁποῖον μόνον Ἀβδηρῖται ἤθελον κατασκευάσει, νὰ δημιουργήσωμεν κατασκεύασμα καὶ ἐντὸς αὐτοῦ νὰ θέσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐν Ἑλλάδι, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐπλησιάσατε νὰ μᾶς προτείνητε: τί φρονεῖτε, Κύριοι, ψηφίζομεν 15 νόμους εἰς τόσας ἡμέρας; Ὄχι! ἡμεῖς λέγομεν: δέχεσθε μὲ 10; Ἀλλ’ ὄχι! ἂς συμβιβασθῶμεν εἰς τοὺς 14 νόμους! Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον εἰς τὴν μειοψηφίαν νὰ σᾶς προσκαλέσῃ νὰ ὁρίσητε τουλάχιστον τὸν ἀριθμὸν τῶν ζητημάτων ἢ νόμων, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς ὡρισμένων ἡμερῶν, διότι, ὅστις ἤθελε ῥίψει ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς τελευταίας νομοθεσίας τοῦ Κράτους τούτου, ἤθελε φαντασθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ Κράτος οὐδένα νόμον εἶχε προηγουμένως, ὅτι δι’ ὅλα τὰ πράγματα ἐχρειάζοντο νόμοι, δὲν ὑπῆρχον νόμοι πρίν, τώρα ἐνασχολεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συντάξῃ νόμους δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τὸ Κράτος αὐτὸ ἔχει λειτουργίαν νόμων, ἔχει ἀνάγκην καὶ συχνῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων· καὶ εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ ἐτῶν εἰς αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, τίνι τρόπῳ οὐχὶ μόνον νὰ κατασκευάσωμεν νόμους, ἀλλὰ καὶ τίνι τρόπῳ νὰ ἐπανορθώσωμεν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐψηφίσαμεν. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγκάζεται ἐκ περιτροπῆς νὰ δίδῃ ἐπαγγελίας, ὅτι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον θέλει ἐπέλθει βελτίωσις ἢ τροποποίησις αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προτύπου τούτου Βασιλείου. Τὸ Κράτος τοῦτο, τουλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομοθετικὴν, εἶναι πρότυπον Βασίλειον οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ὑφηλίῳ καὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἐν γένει. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, θεωρεῖται μέγα τι τὸ νὰ μεταβάλληται εἷς ὀργανικὸς νόμος, περιμένουσι πρῶτον νὰ ἴδωσι τῆς πείρας τὰς ἐνδείξεις, οὐχὶ καταδικαζούσης τὸ καθεστὸς, ἀλλὰ καὶ ὑποδεικνυούσης καὶ τὶ τὸ ἀντικαταστέον, συζητεῖται τὸ ἀντικείμενον εἰς Συλλόγους, ἔρχεται εἰς Ἐπιτροπὰς, ὑποβάλλεται εἰς τὴν βάσανον πολυμελῶν σωμάτων, καὶ τότε ἔρχεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὑποβάλλεται εἰς συζητήσεις μακροτάτας. Ἐδῶ ὅμως κατηντήσαμεν εἰς τὸ ἑξῆς· ἔρχεται ἓν νομοσχέδιον ἀπροσδοκήτως, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἐφαντάζετο, οὔτε οὐδεμίαν προειδοποίησιν εὑρίσκει τις εἴς τινα ἀγόρευσίν του, ὅτι ἐσκέπτετο νὰ φέρῃ τὴν δεῖνα μεταῤῥύθμισιν εἰς τὸ Κράτος. Αἰφνιδίως παρουσιάζει ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, σχετίζεται μὲ ἀνατροπὴν τῶν ὑπαρχόντων ὀργανικῶν νόμων. Ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, δὲν προφθάνει δέ τις οὔτε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ, ὡς καθῆκον δὲ καὶ τελικὸς σκοπὸς θεωρεῖται ἡ ταχεῖα ψήφισις! Ἅμα ἐμποδίζετε τὴν ταχεῖαν ψήφισιν, καταστρέφετε τὸν σκοπὸν καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Συντάγματος, παρακωλύετε τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς! Καὶ οὐδὲν ἄλλο φοβεῖται φαίνεται τόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρὰ τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἓν νομοσχέδιον του διὰ μίαν ἡμέραν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἴσως ὡς προκατειλημμένον κατ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν ἄλλο πράττω, παρὰ νὰ ζητῶ ἀναβολάς. Τοῦτο εἶπε μίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ πιστεύω, Κύριοι, ὅτι, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ εὕρῃ, ὅτι ἐπρότεινα ἀναβολὴν ποτὲ, συνηγόρησα ὑπὲρ ἀναβολῆς προταθείσης παρ’ ἄλλων, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἐγὼ ἐπρότεινα ἀναβολὴν, ἢ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον νὰ ματαιώσῃ συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ὡς φάσμα τὴν ἀναβολὴν, ἐφαντάσθη, ὅτι ἐγὼ δὲν πράττω ἄλλο τι, παρὰ νὰ ζητῶ τὴν ἀναβολήν. Τὰ νομοσχέδιά του συνήθως, ἂν ὑποστῶσι ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας καὶ μελετηθῶσιν ὁπωσοῦν, κινδυνεύουσι νὰ πίπτωσι διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν τῶν φίλων του, διὰ τοῦτο καὶ πᾶσα τροπολογία τὸν συγχύζει, ὄχι διότι καθ’ ἑαυτὴν ἡ τροπολογία ἤθελεν ἀνατρέψει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διότι ἡ τροπολογία δίδει ἀφορμὴν εἰς μελέτην τινὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν ἀναβολὴν λοιπὸν μιᾶς ἡμέρας ἢ μιᾶς ὥρας διὰ τὰ νομοσχέδιά του τὴν θεωρεῖ ἀπόῤῥιψιν τῶν νομοσχεδίων. Δὲν πρεσβεύω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τὸ ἐπουσιῶδες· ἀπ’ ἐναντίας, νομίζω κατ’ ἀρχὴν, ὅτι εἶναι τὸ κύριον ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠδύνατό τις ἀκινδύνως νὰ καθιερώσῃ, ἵνα ἡ Βουλὴ μὴ ἦναι πλέον σῶμα νομοθετικὸν, ἀλλ’ ἐξελεγκτικὸν μόνον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν σκεφθῶμεν γενικώτερον καὶ περιληπτικώτερον, τίνων πρὸ πάντων ἐν Ἑλλάδι εἴχομεν ἀνάγκην; νόμων, ἢ διοικήσεως; νέων νόμων ἢ ἐκτελέσεως τῶν ὑπαρχόντων; πᾶς τις ἤθελεν ἀπαντήσει, ὅτι νόμους, ἂν ὄχι σοφοὺς, ὑποφερτοὺς ὅμως, εἶχε τὸ Κράτος· τίνος εἴχομεν πρὸ πάντων ἀνάγκην; διοικήσεως, ἐκτελέσεως τῶν νόμων· οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχεν, ἂν δὲν ἐγίνοντο οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπροίκισε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὅταν μία Κυβέρνησις θέλῃ νὰ διοικῇ τὸν τόπον τοῦτον εἰλικρινῶς, οὐδὲν, νομίζω, ἄλλο δύναται νὰ εὔχηται τόσον, ὅσον τὸ νὰ παρέχωσιν οἱ Βουλευταὶ πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων δι’ ἐπερωτήσεων. Πρωθυπουργὸς, αἰσθανόμενος τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου πάσχοντος, ἀλγοῦντος ἐπὶ τῇ καταστάσει τῇ διοικητικῇ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγωνιᾷ, ἂν Βουλευτής τις παρίσταται καταγγέλλων λ. χ. ὑπάλληλον οἱουδήποτε κλάδου, παρέχων πληροφορίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Ἑλλάδι πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἀκούωσι τοὺς Βουλευτὰς ἐπερωτῶντας· διότι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι λίαν ἔκρυθμος, διότι καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία τάξις πλέον δὲν ὑπάρχει, οἱ ὑπάλληλοι ὀργιάζουσι, παρεκτρέπονται· οἱ Ὑπουργοὶ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ λέγωσι: «κάμετέ μου τὴν χάριν νὰ μοὶ κάμητε καταγγελίαν»· ἀλλὰ βλέπει τις, ὅτι, καὶ ὅταν ἀκόμη καταγγέλλωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ βανδαλικώτερα τῶν ἐγκλημάτων, οὐδόλως ταράσσονται οἱ Ὑπουργοί. Καὶ ὅμως δὲν συνέβαινε τοῦτο ἄλλοτε. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπαρουσίασα ἐπιστολὴν ἑνὸς φίλου μου ἐξ Εὐρυτανίας, καταγγέλλοντος ἀξιωματικόν τινα, παρεκτραπέντα κατά τινος πολίτου, ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιθέτου ἠκούσθησαν φωναί, ὅτι «αὐτὸς εἶναι τέρας, καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς.» Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, σχεδὸν τρέμων ἐξ ἀγανακτήσεως, «Κύριε Χατζόπουλε, λέγει, σᾶς παρακαλῶ τὴν ἐπιστολήν, ἂν δὲν ἔχῃ τι ἰδιαίτερον, νὰ μοὶ δώσητε.» Ἔλαβε τὴν ἐπιστολήν, ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τηλεγραφεῖ, διατάσσει ἀνακρίσεις, διατάσσει τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα ἤδη δὲν μᾶς ταράσσουν. Τώρα ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς Πολιτείας εἶναι, νὰ ψηφίζωμεν φόρους ἐπὶ φόρων, νὰ ψηφίζωμεν νόμους, ἀφορῶντας εἰς τὴν ταχυτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ τί πάσχει ἐκεῖνος ὁ πολίτης εἰς τὰς ἀποκέντρους μάλιστα ἐπαρχίας; περὶ τούτου οὐδαμῶς μεριμνῶμεν. Ὑπὸ ταύτην λοιπὸν τὴν ἔποψιν, Κύριοι, καθόσον ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως, ὡς κύριον ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ προκαλεῖν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπερωτήσεων περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Καὶ ἀκούει τις, Κύριοι, ἀληθῶς ἀφελεστάτας σκέψεις, ὅτι πρέπει μέχρι τῶν Χριστουγέννων νὰ περατωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διατί; Διότι πιθανὸν νὰ δυσκολευθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἔλθωσι μετὰ τὰς ἑορτάς. Δηλαδὴ περὶ τῆς εὐκολίας ἡμῶν πρόκειται, καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτό, διὰ νὰ μὴ δυσκολευθῶμεν ἡμεῖς, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀνεξέλεγκτον τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε ἤκουσα τὴν συνθηκολόγησιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν μειοψηφίαν, ἐνόμισα, ὅτι κατὰ θεωρίαν μὲν φαίνεται ποιούμενος βήματά τινα πρὸς τὴν ἀληθῆ λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ πράγματι ἀντικαθιστᾷ εἰς τὴν βίαν, τὴν ὁποίαν ματαίως ἐδοκίμασε νὰ ἐνασκήσῃ, συνθήκας οὐχὶ σοβαρὰς μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ πολίτευμα, καὶ ἄνευ τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ λειτουργίας οὐδὲν θὰ παραχθῇ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ μακρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὴν διοίκησίν σας ποιεῖται ἡ κοινωνία, δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Κατ’ οὐσίαν δὲν λειτουργεῖ ὡς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐλειτούργει τὸ πολίτευμα. Ἐὰν ἐλειτούργει ὡς πρότερον, ἡ κοινωνία αὐτομάτως, διὰ βαθμιαίας μεταῤῥυθμίσεως, διὰ βαθμιαίας ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πλήρους ἡσυχίας, ἀφοῦ ἡ ληστεία κατεστράφη καί, ὡς ἐλπίζω, διὰ παντὸς ἐξηλείφθη ἀπὸ τὸν τόπον, ἀφοῦ προσεκτήσαμεν νέας χώρας, ὁ τόπος ἤθελε προοδεύσει ἀσφαλῶς! Ἀλλ’ ἐὰν ὁμαλῶς ἔβαινον πλέον τὰ πράγματα, ἐπῆλθεν ἡ ἀναμόρφωσις ἡ ἰδική σας, ἐπῆλθεν ἡ νομοθετικὴ ἐκείνη ὁρμή, διὰ τῆς ὁποίας ἀνακαινίζετε τὰ πάντα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς, ἄνευ οὐδενὸς σχεδίου, χωρὶς νὰ ἔχητε πραγματικὰ καὶ σπουδαῖα νομοθετήματα. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ τις, διὰ νὰ καταδείξῃ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε ἀρχὴν δι’ οἱονδήποτε νομοθέτημα, ὅτι μεταπίπτετε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο. Ὅτε ἐπροκαλεῖτε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐρείας περιφερείας, ἐλέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν· ἀλλὰ τὸ δεύτερον βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν ποῖον ὑπῆρξεν; ἡ κατάργησις τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ἡ ἀφαίρεσις τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν προσόδων καὶ ἄλλα νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων πράγματι θὰ ἴδωμεν αἰφνιδίως ἕνα σκελετὸν τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Τὸν θεσμὸν λοιπὸν τῆς δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως, τὸν ὁποῖον ἐσεβάσθη ἡ Μοναρχία, διότι εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος ἐκπηγάζει ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας τῶν αἰώνων, ἔρχεσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐκάμετε ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, καὶ τὸν καταστρέφετε ῥιζηδόν! Κατασκευάζετε ἓν ἰδανικὸν πρόσωπον ἀνύπαρκτον, τὸν Νομόν, καὶ καταργεῖτε τὸν Δῆμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ ἱστορικὰ καὶ πραγματικὰ στοιχεῖα ὑπάρξεως. Λοιπὸν δὲν ἐμελετήσατε τὰ τοῦ τόπου, δὲν ἔχετε κἀνὲν σύστημα, δὲν ἐφθάσατε ποτὲ εἰς οὐδὲν σχέδιον πρακτικὸν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Ἂς φέρωμεν παράδειγμα καὶ διὰ τὰ οἰκονομικά σας σχέδια! Μᾶς ἔλεγεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ἐντεῦθεν: «Ὅστις θέλει νὰ ἴδῃ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μεταβῇ εἰς τὴν ἀγοράν, διὰ νὰ ἴδῃ πόσον εὐθηνὸν εἶναι τὸ κρέας, ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ζώων!» Ἀλλὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡ ἀξία τοσοῦτον ἦτο μεγάλη, ὥστε μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἀκριβῶς ἐναντίου. Ἐπέβαλεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις φόρον τινὰ, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρακτικῶς ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τινὸς φορολογίας· ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διπλασιάζει τὸν φόρον· ποῖος; ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔλεγεν: «ὅστις θέλει νὰ ἐννοήσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ ἐρωτήσῃ πόσον ἔχει τὸ κρέας.» Εἰς διάστημα ὀλίγων μηνῶν ὅλη αὐτὴ ἡ βάσις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, κατέῤῥευσε. Λοιπὸν ποῖον σχέδιον ἔχετε; Περιστρέφεται εἰς ἕνα φανταστικὸν κόσμον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μετὰ πολλῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῷ εὐγλωττίας, ὅταν θέλῃ νὰ σᾶς δώσῃ μίαν ἰδέαν γενικὴν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, μεταχειρίζεται τῷ ὄντι ῥητορικὰ σχήματα ζωηρότατα. Τί μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν; «ὅστις θέλει νὰ ἴδῃ ποῖα ἀποτελέσματα προόδου ἔφερεν ἡ Κυβέρνησίς του, δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἔκθεσιν.» Ἄλλοτε, βλέπετε, μᾶς παρέπεμπεν εἰς τὴν ἀγορὰν, τώρα μᾶς παραπέμπει εἰς τὴν Ἔκθεσιν. Ἴσως θ’ ἀποβλέπῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκεῖ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι εὑρέθη μία τέχνη, ὥστε νὰ κατασκευάζωνται χαρτονομίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν πλέον ἀνάγκην νὰ λαμβάνωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, εἶναι κεντητὰ, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία νέα βιομηχανία τοῦ τόπου, ἡ ὁποία ἴσως συνετέλεσεν εἰς μίαν οἰκονομικὴν ἀναμόρφωσιν. Καὶ ἐπειδή, Κύριοι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, κατάδικός τις εἶχε μίαν ἐξαισίαν ἐπιτηδειότητα εἰς τὰ λεπτουργήματα, δύναται νὰ παρασταθῇ, ὅτι δίσκος τις ἢ κἀνὲν κύπελλον, κατασκευαζόμενον ὑπ’ ἐκείνου τοῦ καταδίκου καὶ δυνάμενον νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Ἔκθεσιν, ἤθελον ὑποτεθῆ ὡς ἀντικείμενα ἐθνικῆς βιομηχανίας. Καὶ ἤθελεν ἐκπλαγῆ τις, βλέπων τὰ τοιαῦτα λεπτουργήματα, καὶ ἤθελε δοκιμάσει νὰ παραγγείλῃ νὰ τοῦ κατασκευάσουν καμμίαν δωδεκάδα ἐξ ἐκείνων τῶν κυπέλλων· ἀλλ’ ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι πρὸς κατασκευὴν χρειάζεται ἔτος, καὶ τὸ ποσὸν μέγα τῆς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένης δαπάνης. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅστις ἀμφιβάλλει περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μεταβῇ εἰς τὴν Ἔκθεσιν. Μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἔκθεσιν, ἐμπνέεται ἐκεῖθεν καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ συνεπείᾳ τῶν ἐμπνεύσεων ἐκείνων παρασκευάζει φορολογικοὺς νόμους. Ἂν θελήσητε λοιπὸν, Κύριοι, νὰ φωτισθῆτε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς βιομηχανίας, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀναπολήσητε εἰς ποίαν κατάστασιν ἀφήκατε τοὺς συμπολίτας σας, φεύγοντες ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, διότι, ἂν μεταβῆτε εἰς τὴν Ἔκθεσιν, δὲν ἔχετε πλέον ἀνάγκην οὔτε τῆς μνήμης, ἐκεῖ βλέπετε τὴν κατάστασιν ὅλου τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν σας, ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ ψηφίζετε τὸν φορολογικὸν νόμον....
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂν γίνουν καὶ τὰ ἄλλα καταστήματα μετὰ 4 ἔτη, τότε ἔτι καλλίτερον.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοσοῦτον, Κύριοι, ἐμπνέεσθε ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὥστε περὶ οὐδενὸς ἄλλου τόσον σκέπτεται νὰ σᾶς εἴπῃ ἢ νὰ μᾶς ὀνομάσῃ ἐντελῶς ἀγροίκους, ἡμᾶς, τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ποιουμένους ἀντιῤῥήσεις τινάς. Σᾶς εἶπε καθ’ ὑπόθεσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι χρειάζονται εἰς μίαν κοινωνίαν ἑστιατόρια, καφφενεῖα καὶ θέατρα! Συμπεραίνω, Κύριοι, καὶ πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον, κάμνω τὴν ὑπόμνησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, χάριν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθησε, τοὐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι πολιτικὴ σφαλερὰ καὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύναται νὰ καταλήξῃ. Ἂς ἀρχίσῃ νὰ ἀναγνωρίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων συνιστῶ αὐτῷ νὰ ἀναμνησθῇ ἁπλῶς, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς κατασκευῆς νόμων, ἢ καὶ τῆς συζητήσεως προϋπολογισμῶν, καὶ τὰ τοιαῦτα μηχανικὰ καὶ τυπικὰ ἔργα οὐδεμίαν ἔχουσι πράγματι σχέσιν μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τοῦ λαοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ἐγκαίρως, διότι ἄλλως θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ αὐτὸς νὰ μεριμνήσωμεν.
§44ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας, κύριε Πρόεδρε, παρεπονέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προκαλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταγγέλλωσι τὰς αὐθαιρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ περιμένω νὰ προκληθῶ, ἀνέφερον προχθὲς, τὶ ἐγένετο ἐν τῇ Κυνουρίᾳ, καὶ ὅτε ἐγὼ ἀνέφερον ταῦτα, ἦλθε κατόπιν μου ἀρωγὸς ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, κατέθηκε πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνῃρέθη ἡ σκανδαλώδης ἐκείνη αὐθαιρεσία τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, καὶ μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, τὴν ἐπίσημον, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατέθηκα καὶ ἕτερα ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ αὐτὰ, ἀποδεικνύοντα καὶ ἑτέραν ἀναίσχυντον αὐθαιρεσίαν τοῦ ἰδίου Νομάρχου, ὅπως ἀναιρέσῃ καὶ ταύτην. Σήμερον πρόκειται νὰ καταγγείλω καὶ ἕτερον δημόσιον λειτουργὸν, τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Ἀττικῆς. Βλέπετε, ὅτι πλησιάζω ἔτι μᾶλλον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ἔφορος τῆς Ἀττικῆς ἑδρεύει εἰς ἀπόστασιν ἑκατὸν πεντήκοντα βημάτων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅμως εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Νομίζει, ὅτι εἶναι στρατιωτικὸς διοικητὴς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δύναται νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει αὐτὸς, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ δώσῃ εἰς οὐδένα λόγον. Πρὸ καιροῦ, εἰς Σπάρτην, ἀνέγνωσα εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὅτι κατηρτίσθη ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ ἐξετέθη εἰς ἀνάκρισιν. Ἐπειδὴ δὲ τυγχάνω ἰδιοκτήτης οἰκίας ἐν Ἀθήναις, ἔσπευσα ἐκεῖθεν δι’ ἀναφορᾶς μου νὰ γνωστοποιήσω τοῦτο πρὸς τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων, καὶ νὰ δηλώσω αὐτῷ, ὅτι ἐκ τῆς οἰκίας ταύτης λαμβάνω ἐτησίως ὡρισμένον ἐνοίκιον, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ νὰ κανονισθῇ ὁ προσήκων φόρος· ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔλαβον εἰδοποίησιν, ἂν κατετάχθην ὡς φορολογούμενος καὶ πόσα ὀφείλω νὰ πληρώσω· ἐλθὼν δ’ ἐνταῦθα, μετέβην πρὸ δύο ἡμερῶν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Ἐφορίας καὶ εὗρον γέροντά τινα, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἦμαι ἐγγεγραμμένος ὡς φορολογούμενος εἰς τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ μὲ ὁποῖον φόρον, ἀλλ’ ὁ κύριος οὗτος μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸ Ταμεῖον, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ἔχει καιρὸν διὰ τοιαύτας πληροφορίας. Δὲν ἐπίστευσα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μεθ’ οὗ ὡμίλουν, ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ Ἔφορος Ἀττικῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν Ἔφορον· ὅτε δὲ ἔμαθον παρ’ αὐτοῦ, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ Ἔφορος τῆς Πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, στραφεὶς, ἀνεχώρησα. Ἐντούτοις φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καθῆκον ἔχουσι νὰ δίδωσι πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς φορολογουμένους, πᾶσαν πληροφορίαν, ἀναγομένην εἰς τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἐπιλήσμων δὲ τῶν καθηκόντων αὑτοῦ καὶ ἄνευ ἀνατροφῆς εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις ἀπὸ φυγοπονίαν παραβαίνει τὰς πρὸς τοὺς πολίτας ὑποχρεώσεις του, ἔτι δὲ κατακριτέος εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις, ὡς βιοποριστικὸν ἔργον μετερχόμενος τὸ τοῦ ὑπαλλήλου στάδιον καὶ παντοίας ταπεινώσεις ὑφιστάμενος, μέχρις οὗ λάβῃ θέσιν τινά, ἵνα ἐκ ταύτης ἀποζήσῃ, λησμονεῖ εἶτα ἑαυτόν, τὴν θέσιν του καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς του, ὅταν καλῆται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Τοιοῦτος ἀτυχῶς ἀπεδείχθη ὁ δυστυχὴς Ἔφορος Ἀττικῆς, καίτοι εἰς ἀπόστασιν μόλις 150 βημάτων ἀπέχει τὸ γραφεῖον αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀποδοκιμάζων δὲ τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τοῦ εἰρημένου Ἐφόρου, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ αὐτὸν, ὅπως μὲ πληροφορήσῃ ταχέως, ἐὰν ἦμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, μὲ ὁποῖον φόρον ἐτησίως, ὁποῖον ἐνοίκιον κατελογίσθη ἐπὶ τῆς οἰκίας μου καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ἄρχεται ὁ χρόνος τῆς πρὸς πληρωμὴν ὑποχρεώσεώς μου.
§45ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πρὸ πολλοῦ ἔκαμα ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν σκανδαλωδῶς γενομένην ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων τοῦ πρωτοδίκου Παρνασσίδος κ. Κοκκώνη, καὶ παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τούτου γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων, διότι βεβαίως, οἱαιδήποτε γνωμοδοτήσεις καὶ ἂν ὑπάρχωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ὅπως ὁ νόμος ἀπαιτεῖ αὐτάς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀγρὸν ἠγόρασε· διότι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἔπραξε. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις, νὰ φέρῃ τέλος πάντων τὰς περὶ ὧν πρόκειται γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων, καὶ σὺν τῇ ὑποβολῇ τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων τὸν παρακαλῶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς κατὰ Αὔγουστον ἐ. ἔ. γενομένης παρ’ αὐτοῦ ἐπιθεωρήσεως τῶν γραφείων τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπουσίαζεν ἐντεῦθεν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ πεισθῇ, ὅτι, ἂν μοὶ ὑπεμίμνησκε, ἤθελον φέρει τὰ ἔγγραφα.
§47ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν· ἐν τούτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρητε, ὡς εἶπον, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§48Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας περὶ τῶν οἰκοπέδων τῶν παρὰ τὸν Ἅγχεσμον;
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ γραφείου τῶν Δημοσίων ἔργων ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ὅτι ἐπὶ τοῦ πέριξ τῆς Σχιστῆς πέτρας χώρου οὐδέποτε εἶχεν ἐγκριθῆ σχέδιον ῥυμοτομίας, τὸ δὲ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1887 Β. Διατάγματος ἐγκριθὲν δὲν κατήργησεν ἐγκεκριμένον σχέδιον, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε κατά τι τὸ προϋπάρχον πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Κατὰ τὴν αὐτὴν πληροφορίαν, τὰ γήπεδα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν κεῖνται ἐπὶ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξετάθη τὸ σχέδιον τῆς πόλεως.
§50Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς προσήγαγον παραχωρητήρια καὶ ἀνέγνωσα αὐτά, διὰ τῶν ὁποίων ῥητῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι πρόκειται περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων, ὅτι ἀνεφέροντο ἐν αὐτοῖς καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν οἰκοπέδων καὶ ὅτι ταῦτα κεῖνται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἐπίσης ἀνέγνωσα ἔγγραφα τοῦ Νομάρχου πρὸς τοὺς κατόχους αὐτῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται αὐτοῖς ἡ ἀνέγερσις οἰκιῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 18 Ἀπριλίου 1887 ἐτέθησαν τὰ οἰκόπεδα ταῦτα ἐκτὸς τῆς οἰκοδομικῆς γραμμῆς. Τέλος πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς δίδει πάντοτε πληροφορίας τινὰς ἀτελεῖς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ῥιζικόν τι μέτρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Εἶναι ἄδικον, ὡς προεῖπον, νὰ καταδιώκωνται καὶ φυλακίζωνται ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία ἐν μέρει διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομάς, ἐνῷ, ἀφοῦ ἐλήφθη τοιοῦτο μέτρον, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἀποζημιωθῶσι. Καὶ πάλιν λοιπὸν τὸν παρακαλῶ, νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς τὰ συχνὰ παράπονα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἀδικοῦνται. Προχθὲς ἐξῆλθεν εἷς τῶν φυλακῶν, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἔμεινεν ἐν αὐταῖς, πληρώσας 500 δραχμάς· αὔριον ἄλλος θὰ φυλακισθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος ὡς Ὑπουργοῦ, ἔχει καὶ ἰδιαιτέραν πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀδικουμένων συμπολιτῶν του.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν ὅ,τι αὐτὸ γινώσκει. Ἤδη γίνεται ἐξέτασις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παραχωρητήρια, λέγοντα, ὅτι τὰ γήπεδα εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐνῷ, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἂν αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἦναι ἀκριβεῖς, ἕπεται, ὅτι συμβαίνει τι περὶ τὰ παραχωρητήρια ταῦτα, ἀναγράφοντα ὡς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως τὰ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ διακηρύξεις τῆς δημοπρασίας καὶ νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ παραχωρητήρια, διότι, ἂν αἱ διακηρύξεις συμφωνῶσι πρὸς τὰ παραχωρητήρια, παριστῶσαι ὡς ἐντὸς τῆς πόλεως τὰ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου αὐτῆς γήπεδα, οἱ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐπαγγελίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἀγοράσαντες δικαιοῦνται νὰ ἀπαιτήσωσι τοὐλάχιστον τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταβληθέντων· ἐὰν ὅμως αἱ διακηρύξεις δὲν παριστῶσιν αὐτὰ ὡς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀναγράφουσι δὲ τοῦτο τὰ παραχωρητήρια, οὐδεμία μὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἀποδόσεως ἢ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν κατὰ τὴν ἐσφαλμένην ἀναγραφήν, ἂν ἐξ ἀμελείας ἐγένετο ἢ ἐκ δόλου. Περὶ τούτων δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἡ ἐξέτασις. Ἔχομεν δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ λάβωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως, ἀλλὰ πιθανώτατα, ἂν δὲν τὸ ἔχωμεν σήμερον, θὰ τὸ ἔχωμεν αὔριον. Ἡ ἐξέτασις πρέπει νὰ γενῇ μετὰ πάσης σπουδῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης ἀκριβείας, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα αὐτῆς θὰ κανονίσῃ τὰς περαιτέρω ἐνεργείας, ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀγοραστῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελεν ἀποδειχθῆ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη περίπτωσις, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἱκανοποιοῦνται ἴσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ παραχωρητήρια, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκδοθέντων παραχωρητηρίων ἠγόρασαν τὰ οἰκόπεδα ταῦτα, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ ἐκδοθὲν παραχωρητήριον ἔμεινεν εἰς χεῖρας τοῦ εἰς ὃν παρεχωρήθη, διότι οὗτος δυνατὸν νὰ ἐξεποίησε κατόπιν αὐτὸ, καὶ ὁ ἀγοράσας ἠγόραζε μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀγοράζει οἰκόπεδον ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως εὑρισκόμενον. Διότι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ποῖον ἦτο τὸ κείμενον τῆς διακηρύξεως, ἐνδιαφέρονται δὲ μόνον, ὡς καταβαλόντες τὸ τίμημα, νὰ δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν οἰκοπέδων των. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποθέτῃ, ὅτι ἔλαβε χώραν δόλος, ἢ συμπαιγνία, ταῦτα θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἀρχικῶν ἀγοραστῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι, οἵτινες εἶναι καλῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἠγόραζον οἰκόπεδα καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου. Ἐντεῦθεν τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, νὰ ἀναστείλῃ τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οἰκόπεδα, ἐκποιηθέντα παρὰ τοῦ Δημοσίου ὡς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως κείμενα, ἤδη εὑρίσκονται ἐκτὸς, ὅτε πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς ἀγοραστὰς τὸ τίμημα καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι πάσης περαιτέρω καταδιώξεως.
§53Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω, νὰ ἀπαλλαγῶσιν οὗτοι πάσης καταδιώξεως.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως οὐχὶ οἱ πρῶτοι, διότι οἱ πρῶτοι εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα οἱ ὑπαίτιοι τοῦ δόλου· πρὸς τοὺς δευτέρους ἔχει ὑπόστασιν ἡ σκέψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, ἀλλ’ ὑπαίτιον δύναται νὰ ᾖναι καὶ τὸ Δημόσιον, ἐὰν τῷ ὄντι ἠλλοιώθη τὸ κείμενον τοῦ παραχωρητηρίου ἐν τῇ ἀντιγραφῇ,—διότι τὰ περὶ τούτου εἰσέτι δὲν ἐξηκριβώθησαν ὁριστικῶς—ὡς ὑπεύθυνον ἐπὶ ταῖς πράξεσι τοῦ ἀντιγραφέως. Ὁ ἀγοράσας παρὰ τοῦ ὑπὲρ οὗ ἐξεδόθη τὸ τοιοῦτον παραχωρητήριον δύναται νὰ ἔχῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ πωλήσαντος εἰς αὐτὸν τὸ γήπεδον, δύναται ἴσως ἐν δεδομένῃ περιπτώσει νὰ ἔχῃ ἀγωγὴν καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὁ ἀποκτήσας τὸ γήπεδον παρὰ τοῦ Δημοσίου κατόπιν τῆς διακηρύξεως, καθ’ ἣν τὸ γήπεδον κεῖται ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, δὲν δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ κειμένου τοῦ παραχωρητηρίου. Ἐν τοιούτῳ πνεύματι θέλει ἐξετάσει τὸ Ὑπουργεῖον τίνες οἱ σήμερον κατέχοντες, καὶ θέλομεν λάβει πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ γεννᾶται μία ἀπορία· ἐὰν ᾖναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, πῶς ἀπεφάσισε τὸ Δημόσιον νὰ τὰ πωλήσῃ;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κακῶς, ἀλλ’ οὕτως ἐπωλήθησαν.
§57ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἐγένετο καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πέραν τοῦ σχεδίου εἶναι ἡ ζώνη, καὶ πέραν τῆς ζώνης εἶναι ὁ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου χῶρος, καὶ ἄν τις ἠγόρασε πέραν τῆς ζώνης, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἐγένετο ἡ πώλησις, ἐθεωροῦντο ἐντὸς τῆς ζώνης.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τοὺς πρώτους καὶ διὰ τοὺς δευτέρους ὀφείλει νὰ λάβῃ μέτρα ἐπιεικῆ, δὲν πρέπει δὲ νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι οἱ ἰδιῶται αὐτοὶ ἦλθον εἰς συμπαιγνίαν πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ κατώρθωσαν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ παραχωρητήρια αὐτῶν ἡ λέξις «οἰκόπεδα» καὶ οὐχὶ «γήπεδα», ὅτι εἶναι ἐντὸς καὶ οὐχὶ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, διότι τὰ παραχωρητήρια δὲν ἐκδίδονται ἄνευ ὑπογραφῆς, ταῦτα φέρουν διαφόρους ὑπογραφάς.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δέκα λεπτὰ πληρόνονται διὰ τὴν σύνταξιν ἑκάστου παραχωρητηρίου.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σύνταξις δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε μὲ τὰς ὑπογραφάς. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι ἐντὸς τοῦ σχεδίου ὑπάρχουσιν οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἦλθεν εἰς συμπαιγνίαν καὶ ἐβεβαίωσε ψευδῆ γεγονότα. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀναστολὴ καταδιώξεως.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διόλου.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Λέγετε διόλου, διότι ἀναχωρεῖτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπῆρξε δόλος.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἄνευ δόλου, προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου κατόχου, οὗτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ τίποτε, διότι αὐτοῦ ἡ συμφωνία πρὸς τὸ Δημόσιον ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς διακηρύξεως· ἐὰν ἡ διακήρυξις λέγῃ «ἐκτὸς τοῦ σχεδίου», δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Τὸ ζήτημα τοῦ δόλου εἶναι χωριστόν· ὡς πρὸς τὸν δεύτερον ὅμως ἀγοραστὴν, ἡ συμφωνία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ παραχωρητηρίου, καὶ τῳόντι ἡ κακὴ σύνταξις τοῦ παραχωρητηρίου γεννᾷ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτόν.
§67Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ καὶ περὶ τοῦ πρώτου δὲν ἔχετε βεβαιότητα, διὰ τοῦτο δικαιολογεῖται ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ συνάλλαγμα τῆς ἀγοραπωλησίας μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν δὲν κατηρτίσθη διὰ τῆς διακηρύξεως, ἀλλὰ διὰ τῶν παραχωρητηρίων. Τὸ παραχωρητήριον περιλαμβάνει ἔστω καὶ ψευδῆ δήλωσιν, ἥτις θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἅμα ἤθελεν ἀποδειχθῇ, ὅτι δόλος δὲν ὑπάρχει ἐκ συνεννοήσεως τοῦ κατόχου αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Δημοσίου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ, θέλει πεισθῇ, ὅτι οἱ πληρώσαντες ἐπείσθησαν ἐκ τῶν παραχωρητηρίων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἥτις πρέπει ταχέως νὰ ἐξακριβωθῇ, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν καταδιώξεων, διότι οὗτοι οὐδὲν ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι ἐπλανήθησαν ἐκ τῆς πλάνης τοῦ Δημοσίου, εἰς ἣν ἔδωσαν πίστιν.
§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἀπευθύνει πρό τινων ἡμερῶν ἐπερώτησιν, ἀναφερομένην εἰς ὡρισμένας κατηγορίας κατά τινος ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο ἔτη διηύθυνε τὸ τελωνεῖον Σύρου. Ἐμελέτησα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθέντα ἔγγραφα, καὶ εὗρον, ὅτι αἱ ἀποδιδόμεναι τῷ εἰρημένῳ ὑπαλλήλῳ κατηγορίαι ἐπὶ νοσφίσει πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν εἶναι βάσιμοι. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς οὐ μόνον δὲν κατεδιώχθη ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ διατηρεῖται εἰς τὴν θέσιν του, οὐδὲ θ’ ἀνεκαλύπτοντο αἱ καταχρήσεις, ἂν δὲν ἐδίδετο ὤθησις ἐκ μέρους ἰδιωτῶν, οἵτινες ἔτυχον νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν...
§70ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλέσατε, κύριε Πρόεδρε, τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των, διότι ἄλλως μᾶς πιέζετε νὰ κάμωμεν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ταῦτα ἔχουσιν οὕτως, ἀποδεικνύει ἡ ἐξέλεγξις, ἥτις ἐγένετο. Τὸ πρῶτον ἔλλειμμα ἔλαβε χώραν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, πότε δὲ νομίζετε, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις ἀπὸ τὸ Λογιστήριον; Τὸν Ἰούνιον, ὅτε μία ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε τὰ καθέκαστα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δευτέραν ἀπὸ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἡμέραν, καταθέτων τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος διέπραξε τὰς πράξεις, αἵτινες τῷ ἀποδίδονται, ἀλλὰ τὰς διέπραξεν ἐκ παραδρομῆς. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ πράξεις αὗται; Συμβολαιογράφος τις Ἑρμουπόλεως, Φραγκιᾶς ὀνόματι, κατέθεσεν εἰς τὸ Ταμεῖον ἓν πλειστηρίασμα δραχμῶν 35,800, ὁ δὲ Ταμίας ἀντὶ 35,800, διὰ τὰς ὁποίας ἐξέδωκε γραμμάτιον παραλαβῆς, χρεοῦται μὲ μόνον δραχμὰς 30,800. Ὅτε ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐσημείωσε 30,800. Καὶ διὰ τί ἔπραξε τοῦτο; Ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Διὰ νὰ καταχρασθῇ τὰς 5,000. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν τὸ ἔκαμνεν ἐξυπαρχῆς μὲ πρόθεσιν νὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον, θὰ ἦτο ἠλίθιος, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι μετά τινα καιρὸν θὰ ἐγίνετο ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστήριῳ καὶ θὰ ἀνεκαλύπτετο ἡ διαφορά. Ἀλλὰ, Κύριοι, σεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι διὰ τοὺς ὑπολόγους ἐν γένει ἢ δὲν γίνεται διόλου ἐξέλεγξις ἐν τῷ Λογιστηρίῳ, ἢ γίνεται μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου, εἰς τρόπον, ὥστε ἀποβαίνει ἀνέφικτος ἡ ἀνακάλυψις τῶν καταχρήσεων. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἂν δὲν ἐξετίθεντο τὰ καθέκαστα ἐν ἐφημερίδι ἐξ ἀνταποκρίσεως ἐκ Σύρου, δὲν θὰ ἐξηλέγχοντο οἱ λογαριασμοὶ, οὕτω δὲ δὲν θ’ ἀνεκαλύπτετο ἡ κατάχρησις.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐφημερὶς τὸ ἔμαθεν ἐκ τοῦ Λογιστηρίου, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ ὑπάρχει ὑπάλληλος, παρέχων αὐτῇ τὰς εἰδήσεις. Βλέπετε, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ ἡμερομηνία.
§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, τὸ Λογιστήριον ἔλαβε βραδέως γνῶσιν. Ἔπρεπεν ἡ ἐξέλεγξις νὰ γίνῃ πρὸ τοῦ Ἰουνίου.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατόν, διότι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Ἀπριλίου περιέρχονται εἰς αὐτὸ κατὰ τὰ τέλη Μαΐου.
§75ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἔρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διέταξε τὸν Νομάρχην Κυκλάδων νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις. Νομάρχης εἶναι ὁ κ. Θεοχάρης. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι περὶ τῆς ἠθικῆς ποιότητος τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Τὸν γνωρίζετε ὅλοι, καὶ δύνασθε νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ ἀμερολήπτως καὶ εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολήν, ἥτις τῷ ἀνετέθη. Προέβη ἐν τούτοις εἰς ἀνακρίσεις διοικητικὰς, καὶ πρῶτον ἐνήργησεν αὐτοψίαν ἐπὶ τῶν βιβλίων τοῦ Ταμείου· ἰδοὺ δὲ τί λέγει. (Ἀναγινώσκει). Τὸ γραμμάτιον τῆς παρακαταθήκης ἐξεδόθη διὰ 35,800, τὸ Πρόχειρον σημειοῖ 30,800. Αὐτὸ, λέγει, εἶναι λᾶθος. Ἔρχεται κατόπιν εἰς τὸ Καθημερινὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κάμνει τὰς ἑξῆς σκέψεις. (Ἀναγινώσκει). Λοιπὸν λᾶθος εἰς τὸ Πρόχειρον, λᾶθος εἰς τὸ Καθημερινὸν, λᾶθος εἰς τὸ γραμμάτιον τῆς παραδόσεως. Ἐκλήθη ἐπὶ τέλους καὶ εἰς ἀπολογίαν ὁ ἴδιος· ἰδοὺ δὲ πῶς ἀπολογεῖται. (Ἀναγινώσκει). Διὰ τῆς τοιαύτης ἀπολογίας ὁμολογεῖ τὴν ἐνοχήν του, καὶ ὅμως ὁ Νομάρχης λέγει, ὅτι παραδρομή τις μόνον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ γραμματίου ἐξ ἐπιπολαιότητος τοῦ ἐκδόντος αὐτὸ ὑπαλλήλου, καὶ οὐχὶ πρόθεσις πρὸς καταδολίευσιν τοῦ Δημοσίου...
§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε κατετέθησαν αἱ 35,800;
§77ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 17 Φεβρουαρίου. Ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἤτοι ἀφοῦ καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ ὑπολόγου ἀπεδείχθη, ὅτι οὗτος ἐσφετερίσθη δημόσια χρήματα, ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ παραπομπὴ αὐτοῦ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, πρὸς βεβαίωσιν, ὄχι μόνον τῆς ἀπιστίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πλαστογραφίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐξάγεται, ὅτι εἶχε γίνει καὶ τοιαύτη πλαστογραφία. Ἰδοὺ πῶς περὶ τούτου ἐκφράζεται ὁ ἴδιος Νομάρχης. (Ἀναγινώσκει). Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὗρεν, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοιαύτην πρᾶξιν νὰ παραπέμψῃ τὸν ὑπάλληλον εἰς δικαστικὴν ἀνάκρισιν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εὗρεν ἀκόμη αἰτίαν, δίδουσαν χώραν εἰς παῦσιν, διὰ τοῦτο δὲ τὸν διετήρησε καὶ τὸν διατηρεῖ ὑπάλληλον. Μετά τινας ἡμέρας, μετὰ ἕνα περίπου μῆνα, ἀνακαλύπτεται ἄλλη, παρομοίας φύσεως, κατάχρησις τοῦ ἰδίου ὑπαλλήλου. Εἰσέπραξεν ἀπό τινα Ἑταιρίαν φαρικὰ δικαιώματα διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἐκ δραχμῶν 2,770, ἐξέδωκε δὲ δύο γραμμάτια παραλαβῆς, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 149 καὶ 150. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσέπραξεν 2,770 δραχμάς, ἐξέδωκε δὲ τὰ γραμμάτια διὰ τόσον ποσὸν, ἐχρεώθη μόνον μὲ δραχμὰς 2,170, τουτέστιν ἀφήρεσεν ἀπὸ τὰ δύο κονδύλια 600 δραχμάς. Τὸ Λογιστήριον ἀνεκάλυψε καὶ τὴν δευτέραν ταύτην κατάχρησιν, μετὰ σχετικὴν διὰ τῆς ἐφημερίδος «Χώρας» καταγγελίαν. Καὶ ἐν μὲν τῇ ἐφημερίδι ἐδημοσιεύθη ἡ κατάχρησις αὕτη, ὁρισθέντων τῶν ἀριθμῶν τῶν γραμματίων καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, τῇ 29 Ἰουλίου, τὸ δὲ ἔγγραφον τοῦ Γεν. Λογιστηρίου περὶ διοικητικῆς ἀνακρίσεως ἐγένετο τὴν 3 Αὐγούστου. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν θ’ ἀνεκάλυπτε τίποτε, ἂν μὴ ἐγίνετο ἡ δημοσία καταγγελία· ὥστε ἦτο ἀσφαλὴς ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος, διὰ τοῦτο δὲ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις, καὶ οὐχὶ παραδρομή, ὡς θέλει νὰ εἴπῃ ἡ ὑπηρεσία....
§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν μηνιαίαν κατάστασιν τοῦ Λογιστηρίου πόσα ἐσημείωσε διὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν;
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 30,000 δραχμάς, ἐνῷ εἰσέπραξε 35,000. Ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν καὶ αὐτῆς τῆς καταχρήσεως τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπηυθύνθη πάλιν πρὸς τὸν Νομάρχην....
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατάστασις ἀνέγραφε 30,000 δραχμάς, τὸ δὲ γραμμάτιον 35,000, καὶ ἐκ τούτου προήρχετο ἡ διαφορά, περὶ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι πληροφορίαι.
§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται· δὲν ἀναιρεῖται ἡ κατηγορία. Τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἶπον, ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τουτέστι παρήγγειλε τὸν Νομάρχην Κυκλάδων νὰ ἐνεργήσῃ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, καὶ κατὰ πρῶτον.....
§82ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σεῖς ἀγορεύετε, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§84ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μάλιστα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 86. Κατετέθησαν ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς τεσσάρων νομοσχεδίων: Περὶ χορηγήσεως πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 680,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1889. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1889, ἐκ δραχμῶν 3,208,978. Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 70,845. Παραπέμπονται εἰς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 143–146). Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§87ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νομάρχης ἐξήτασε πρῶτον τὸν πράκτορα τῆς ἐν Σύρῳ Ῥωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Ἰβάνωφ, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε τὰς 2,770 δραχμὰς, οὗτος δὲ εἶπεν, ὅτι ἔδωκε 2,770 δραχμὰς, καὶ διὰ τόσον ποσὸν ἔλαβε δύο γραμμάτια παραδόσεως ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον Καλούδην....
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Καλούδης τί εἶπεν;
§89ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὗτος, ἀπολογηθεὶς, κατέθηκε τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπολογία του, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἡ κατηγορία· ἐὰν δὲ θέλετε νὰ μάθητε καὶ τί λέγει ὁ Νομάρχης διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, ἀκούσατε. (Ἀναγινώσκει). Μετὰ τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδεμία νομίζω δύναται νὰ μείνῃ εὔλογος ἀμφιβολία καὶ εὐλογοφανὴς ἐνδοιασμὸς περὶ τοῦ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐχώρησε τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς πλαστογραφίας· διότι, ὅταν τις σημειοῖ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐπὶ τῶν ἐγγράφων ἄλλα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουσι τὰ πράγματα, ἀλλοιοῖ τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων, καὶ τοῦτο εἶναι πλαστογραφία. Ἐν τούτοις, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀποδεδειγμένου ἐγκλήματος, ὄχι μόνον δὲν κρίνεται ἡ καταδίωξις τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ ἀπαραίτητος, ἀλλὰ τοὐναντίον δὲν εὑρίσκει ὁ Ὑπουργὸς λόγον νὰ τὸν ἀπολύσῃ, τουτέστι νὰ δεχθῇ τοὐλάχιστον τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι εἶναι ἄπειρος, ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῷ δημοσίαν λειτουργίαν.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς πρόκειται, περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου ταχέως, διότι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐντὸς διοριῶν οὐχὶ μακρῶν ἐπεξεργάζεται τὰς λογοδοσίας τῶν Ταμιῶν, καὶ παραβάλλει τὰ ἀποτελέσματα τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν πρὸς τὰς ἄλλας πράξεις, ἀνευρίσκον τὸ ἀληθές. Εὐθὺς, ὡς ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν περὶ τούτου, ἐξητάσαμεν πρῶτον περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ εὕρομεν, ὅτι ταῦτα ἐξησφαλίσθησαν. Εὐθὺς, ὡς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀνεκάλυψε τὴν πρώτην διαφορὰν τῶν 5,000 δραχμῶν καὶ τὴν δευτέραν τῶν 600 δραχμῶν, εὐθὺς προσεκάλεσε τὸν ὑπόλογον νὰ ἀποδώσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, οὗτος δὲ τὰ ἀπέδωκεν αὐθωρεί. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἐνεργήσας ὁ ὑπάλληλος καλῇ τῇ πίστει, εἶχε περιπέσει εἰς σφάλμα, ἢ ἂν ὑπῆρχε δόλος. Περὶ τούτου ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διορίσωμεν πρὸς ἐξέτασιν τὴν ἀνωτάτην ἐν Σύρῳ ἀρχὴν, τουτέστι τὸν Νομάρχην· δὲν ὑπῆρχεν ὅμως καὶ δυσχέρειά τις περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος, διότι, ὡς καὶ οἱ ἁρμόδιοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐξήγησαν εὐθὺς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπῆρχε πρόθεσις δόλου ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ γινώσκῃ ὁ ὑπόλογος, ὅτι τὰ βιβλία αὐτοῦ θὰ ἐξηλέγχοντο συνάμα μετὰ τῶν ταμιακῶν γραμματίων, ἢ μετὰ τῶν γραμματίων παραδόσεως, πρὸς τὰ ὁποῖα τὰ βιβλία ἀνταπεκρίνοντο, καὶ ὅτι τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἐντὸς διαστήματος ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν. Ἂν ὑπῆρχε πρόθεσις δόλου, θὰ ἐγίνετο ἡ ἐνέργεια ἐν περιστάσει, καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλπὶς, ὅτι θὰ διέφευγε τὸν ἔλεγχον ἡ πρᾶξις. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐλπίδα ὁ ὑπόλογος, διότι ἤξευρεν, ὅτι συνάμα μετὰ τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ θέλει ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τοῦ Συμβολαιογράφου τὴν λογοδοσίαν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, οὐδὲν ἄλλο εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἢ τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς ἐγένετο ἡ πρᾶξις. Ἐὰν προέκειτο περὶ Ταμίου πεπειραμένου, ὅπως θὰ ἦτο βεβαίως ὁ Ταμίας Σύρου, ἂν διευθύνετο τὸ ταμεῖον τότε ὑπὸ τοῦ κανονικοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ ἐξέτασις ἴσως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκής. Προκειμένου περὶ ἀρχαίου καὶ πεπειραμένου ταμιακοῦ ὑπαλλήλου, διεξαγαγόντος τοιαύτην ὑπόθεσιν μετὰ ἀμελείας τοσαύτης, ὥστε νὰ μὴ παραβάλῃ τὴν ἐγγραφὴν τὴν ἐν τῷ βιβλίῳ πρὸς τὴν ἐγγραφὴν τὴν ἐν τῷ γραμματίῳ παραδόσεως ἢ ἐν τῷ γραμματίῳ παραλαβῆς, θὰ ἐπεβάλλετο ἄκρα αὐστηρότης περὶ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ δὲν προέκειτο περὶ τοῦ Ταμίου· προέκειτο περὶ Γραμματέως ταμείου, τυχαίως διευθύνοντος τὸ ταμεῖον, ἀπόντος τοῦ Ταμίου. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ὡς Γραμματεὺς ἦτο ἐπαρκής, ἀλλ’ ὡς διευθυντὴς τοῦ ταμείου ἀπεδείχθη μὴ ἔχων τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν. Αὕτη εἶναι ἡ ὅλη ἐξήγησις τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ συνάμα μετὰ τούτων συνέπεσεν ὁ Γραμματεὺς τοῦ ταμείου νὰ ἦναι συγγενὴς Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις ἐργάζεται παρ’ ἐμοὶ ὡς ἰδιαίτερος γραμματεύς. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάλληλος, διότι τυγχάνει συγγενὴς ἰδιαιτέρου μου γραμματέως, δὲν πρέπει νὰ τυγχάνῃ δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι ὁ προϊστάμενος Ὑπουργείου, παρουσιαζομένης ἀνωμαλίας περὶ τὴν ἐνέργειαν ὑπαλλήλου, μετὰ ἐξέτασιν τῶν κατ’ αὐτὴν, ἂν μὲν ἀνευρίσκῃ δόλον, ἢ καὶ ἀμέλειαν ἀσύγγνωστον εἰς δημόσιον ὑπάλληλον, ὀφείλει νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπόλυσιν, ἢ καὶ εἰς δικαστικὴν καταδίωξιν, ἂν ὅμως δὲν διαγινώσκῃ τὴν παρεκτροπὴν τοιαύτην, ὀφείλει νὰ μὴ μετέλθῃ τρόπον τοσοῦτον αὐστηρὸν, οὐδὲ νὰ θελήσῃ, πρὸς ἀποφυγὴν συκοφαντικῶν ἐπικρίσεων, ν’ ἀδικήσῃ δυστυχῆ ὑπάλληλον.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς ἠκούσατε, τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπηρέασε κατὰ μέγα μέρος, ἵνα μὴ εἴπω ἐν ὅλῳ, ἡ φιλανθρωπία· ὥστε ἀδικοῦσι τὸν κ. Τρικούπην οἱ νομίζοντες, ὅτι δὲν εἶναι καὶ αὐτὸς φιλάνθρωπος. Ἀλλὰ, ἀνεξαρτήτως τοῦ αἰσθήματος, ὅπερ ἐπηρέασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὴν πρᾶξιν ταύτην αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, οὕτω δὲ ἐξετάζων τὴν πρᾶξιν, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι φέρει ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα. Ὁσάκις ὑπόλογοι σημειώνωσι ποσὰ ἀνώτερα εἰς τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουν, κατώτερα δὲ εἰς τὰ γραμμάτια, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων χρεοῦνται, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζουν τοὺς λογαριασμούς των, ἡ πρᾶξις αὕτη χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν ποινικὸν νόμον ὡς ἀπιστία μετὰ πλαστογραφίας, οἱ δὲ διαπράξαντες ὑπάλληλοι παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ κατεδικάσθησαν. Καὶ αὐτὸς ὁ Τελώνης, τοῦ ὁποίου σᾶς ἀνέγνωσα μίαν ἡμέραν ἓν τηλεγράφημα καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν, εἰς τοιαύτην πρᾶξιν ὑπέπεσε, καὶ κατεδικάσθη εἰς βαρυτάτην ποινήν· εἶχεν ἐκδώσει γραμμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφε ποσὸν ἀνώτερον τοῦ σημειωθέντος εἰς τὸ στέλεχος. Ἅμα ἀνεκαλύφθη ἡ πρᾶξις, παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ κατεδικάσθη εἰς δεκαετῆ δεσμά. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, τί συνέβη; Εἷς Συμβολαιογράφος ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ ταμεῖον Σύρου καὶ παρέδωκεν εἰς αὐτὸν 35,000 δραχμὰς, ἔλαβε δὲ γραμμάτιον παραλαβῆς, φέρον τὴν ποσότητα ταύτην, ἀλλ’ εἰς τὸ στέλεχος τοῦ γραμματίου ἐσημείωσεν ὀλιγώτερα. Ἀλλὰ τὰ στελέχη τῶν τριπλοτύπων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουν οἱ Ταμίαι, δὲν ἀποστέλλονται ἐγκαίρως εἰς τὸ Λογιστήριον, ἡ δὲ ἐξέλεγξις γίνεται διὰ τῶν λεγομένων γραμματίων παραδόσεως. Τί δὲ εἶναι τὸ γραμμάτιον τῆς παραδόσεως; Εἶναι ἐξώφυλλον (borderau), εἰς τὸ ὁποῖον σημειοῦται ὁ πληρώσας, τὸ πληρωθὲν ποσὸν καὶ ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ πληρωμή· τὸ γραμμάτιον τοῦτο χρησιμεύει καὶ ὡς βάσις διὰ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ ταμείου. Ὁ ὑπόλογος λοιπὸν, ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς τὸν Συμβολαιογράφον γραμμάτιον παραλαβῆς 35,000 δραχμῶν, συνέταξε γραμμάτιον παραδόσεως διὰ 30,000 δραχμάς. Ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ ἐνέγραψεν εἰς τὰ βιβλία του 30,000 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τοῦτο μετέφερεν εἰς τὰς μηνιαίας καταστάσεις, οὕτω δὲ καὶ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ἐχρεώθη μὲ 30,000 δραχμὰς, ἐνῷ εἰσέπραξε 35,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν 5,000 δὲν ἀνεκαλύφθη, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἀνακαλυφθῇ, ὅτε τὸ Λογιστήριον ἐξήλεγχε τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπολόγου, διότι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει, εἰμὴ μόνον τὸ γραμμάτιον τῆς παραδόσεως, τοῦτο δὲ ἦτο ἐντελῶς σύμφωνον μὲ τὴν κατάστασιν· πότε δὲ ἀνεκαλύφθη ἡ κατάχρησις, ἐὰν ἀληθῶς ἀνεκαλύφθη ἀπὸ τὸ Λογιστήριον; Ἀνεκαλύφθη, ὅτε ἐπαρουσιάσθη τὸ γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῇ εἰς τὸν Συμβολαιογράφον. Ὅτε ὁ Συμβολαιογράφος ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἔλαβε 35,000 δραχμὰς, ὁ ὑπόλογος ἐπιστώθη μὲ 35,000 δραχμὰς, ἐστάλησαν δὲ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Λογιστήριον καὶ ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ γραμματίου τῆς παραλαβῆς πρὸς τὸ τῆς παραδόσεως ἀνεκαλύφθη ἡ διαφορά. Ἀλλ’ ἦτο σύμπτωσις νὰ παρουσιασθῇ τὸ γραμμάτιον τῆς παραλαβῆς ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν, διότι ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ καὶ μετὰ 2 ἔτη....
§92ΤΙΝΕΣ. Καὶ μετὰ 10.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Συμβολαιογράφος βεβαίως, ἀφοῦ κατέθεσε τὰ χρήματα, συνέταξε τὸν πίνακα τῆς κατατάξεως, φαίνεται δὲ, ὅτι κατὰ τοῦ πίνακος τούτου δὲν ἐγένοντο ἐνστάσεις, οὕτω δὲ ἔμεινεν ὁριστικὸς, καὶ ὁ Συμβολαιογράφος ἔλαβε τὰ κατατεθέντα χρήματα. Ὁ δὲ Ταμίας, πληρώσας αὐτὰ, ἐπιστώθη μὲ 35,000 δραχμάς· θαυμάζω δὲ μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων, ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἕνεκα τούτου ἐζημιώθη ὁ ὑπόλογος τὴν διαφορὰν τῶν 5,000 δραχμῶν· ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον καὶ οὐχὶ αὐτός. Ἡ ἀνακάλυψις δὲν ἐγένετο ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ὑπολόγου, ἀλλ’ ἐγένετο ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ γραμματίου τῆς παραλαβῆς πρὸς τὸ γραμμάτιον τῆς παραδόσεως, ὁσάκις δὲ ἐγένετο τοῦτο, ὁσάκις δηλ. ἐξεδόθη γραμμάτιον διαφέρον ἀπὸ τὸ στέλεχος ἢ τὸ γραμμάτιον τῆς παραδόσεως, ἡ κατάχρησις ἀνεκαλύφθη ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ γραμματίου πρὸς τὸ στέλεχος Ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀνεκαλύφθη ἡ κατάχρησις ἐκ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸ Λογιστήριον λογαριασμῶν καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ ἀμέσως. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, τὸ ἔγκλημα δὲν ἐξαλείφεται· ἡ λαβοῦσα χώραν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον κατάχρησις τῆς παρακαταθήκης τῶν 300,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγράφη εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν, ἀνεκαλύφθη κατὰ τὴν πρώτην ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐκαλύφθη καὶ ἡ κατάχρησις. Διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι εἷς ἀρχαῖος ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὸ μακρότατον διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του δὲν εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ εἰς κατάκρισιν, ἐφυλακίσθη καὶ ἀπέθανεν εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου. Εἰς δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ Λογιστικοῦ Τμήματος δὲν βλέπω οὐδεμίαν κρίσιν εὐνοϊκὴν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου....
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔγγραφον συνετάχθη πρὸς κατάθεσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἑπομένως ἐλήφθη φροντίς, ὅπως μηδεμίαν περιέχῃ κρίσιν, ἀλλ’ ἁπλῆν ἀφήγησιν γεγονότων. Ἐπειδὴ ὅμως ποιεῖσθε μνείαν τῶν διευθυνόντων τὰ τμήματα, δηλῶ, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ τμήματος τοῦ ταμιακοῦ εἶναι γνώμης, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οὐδεὶς ὑπῆρξε δόλος, ἀλλ’ ἁπλῶς σφάλμα ἐξ ἀπειρίας.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παραδέχομαι τὸ ἀκαταλόγιστον. Ἀλλὰ ἄλλο τὸ ἀκαταλόγιστον καὶ ἄλλο τὸ ἔγκλημα. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἐγκληματική· πολλοὶ Ταμίαι καὶ Τελῶναι καὶ εἰσπράκτορες διὰ διαφορὰν 10 καὶ 20 δραχμῶν παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ κατεδικάσθησαν. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέλετε νὰ παραδεχθῆτε τὸ ἀκαταλόγιστον, ἀδιαφορῶ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι αὐτὸς εἰσέπραξε 35,000 καὶ ἐχρεώθη μόνον μὲ 30,000, καὶ ἐβιάσθη νὰ ἀποδώσῃ τὰς 5,000, ὅτε ἀνεκαλύφθη ἡ κατάχρησις. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν Συμβολαιογράφον. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἕτερα δύο γραμμάτια, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ ἡ κατάχρησις, διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ εἰσπράξεως δικαιωμάτων, ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον· ἐνῷ δὲ εἰσεπράχθησαν 2,600 δραχμαί, ὁ ὑπόλογος ἐνέγραψεν εἰς τὰ βιβλία του 2,000, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραμματίων τῆς παραδόσεως, τὰ ὁποῖα συνέταξεν, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν ἤθελε ποτὲ ἀνακαλυφθῆ ἡ διαφορὰ τῶν 600 δραχμῶν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ γίνῃ γνωστή, ἐὰν ἤθελε προσκληθῆ ποτὲ ὁ Πράκτωρ νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὅσον ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· φέρει χαρακτῆρα πολὺ βαρύν. Ἐὰν δὲ ἕνεκα τοῦ ἀκαταλογίστου, εἴτε ἐξ ἀπειρίας τοῦ ὑπολόγου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ φανῇ ἐπιεικὴς καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεμβαίνω· ἐὰν ὅμως τὸν παρέπεμπεν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἤθελε καταδικασθῆ ἐπὶ ἀπιστίᾳ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐπερατώθη. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ, ὅτι ὁ Γραμματεὺς τοῦ ταμείου, περὶ οὗ πρόκειται, διηύθυνεν αὐτὸ ἐπὶ δύο ἔτη, ἐν ἐλλείψει Ταμίου. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἀληθές, ὅτι αἰτία τῆς πράξεως ὑπῆρξεν ἡ ἀπειρία τοῦ ἐν λόγῳ ταμιακοῦ Γραμματέως, ἐρωτᾶται, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ γενικὸν Λογιστήριον, ὅπερ ἐπὶ διετίαν ὅλην δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐνόησῃ τὴν τοιαύτην ἀπειρίαν τοῦ διευθύνοντος τὸ ταμεῖον Σύρου; Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῆς ὑπηρεσίας, μὴ ὑποβαλλομένης ἑκάστοτε εἰς ἔλεγχον, καὶ ἑπομένως μὴ προδιδούσης τὴν ἀνικανότητα τοῦ διευθύνοντος αὐτήν. Πρόκειται περὶ ἔργων Ταμίου, ὅστις κατὰ δεκαήμερον κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὸν καθρέπτην τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ διὰ τῶν δεκαημέρων λεγομένων καταστάσεων. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, μεθ’ ὅσα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀνέπτυξαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος. Δὲν ἦτο ἡ δῆθεν ἀνικανότης τοῦ ὑπαλλήλου αἰτία τῆς πράξεως, ἀλλὰ σκοπὸς δόλιος πρὸς νόσφισιν χρημάτων. Δεδόσθω ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιπολαιότητος καὶ ἀπειρίας· ἐρωτῶ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τοῦ Κράτους, ὅπερ ἐπὶ δύο ἔτη, μεθ’ ὅλον τὸν ἄγρυπνον ἔλεγχον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς οὗτος καυχᾶται, δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἐπιπολαιότητα καὶ ἀδεξιότητα τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου; Ἄλλο εἶναι τὸ ἐλατήριον, οὗτινος δυνάμει ἀφῃρέθη ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὁ καὶ χρήματα νοσφισθεὶς καὶ πρᾶξιν πλαστογραφίας ἐνεργήσας, ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸν γνωστὸν Νομάρχην κ. Θεοχάρην. Τὸ ἐλατήριον καὶ ὁ λόγος εἰσὶ πρόδηλοι, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν, τὶς ἵσταται ὄπισθεν ἢ παραπλεύρως τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸς εὑρέθη, διότι ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν, ὅτι στενὸς τυγχάνει συγγενὴς τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ ἀδικήσας ὑπάλληλος....
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ ὑπάλληλος;
§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλούδης.—Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Εὐθὺς, ὡς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἔρευναν ἐγκλήματός τινὸς, ἀδίκου τινὸς πράξεως, ἀμέσως ἐμφανίζεται καὶ νέον ἀδίκημα, καὶ τρίτον, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συμβαίνει, ὅ,τι ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρομοίωσιν ἐπὶ τῶν κερασίων. Ζητεῖτε νὰ λάβητε ἓν κεράσιον, καὶ λαμβάνετε πολλὰ, διότι εἰσὶ συμπεπλεγμένα. Ἔχομεν εἰς χεῖρας ἔγκλημα αὐτόδηλον, ἐκ τούτου λαμβάνοντες ἀφορμὴν, εὑρίσκομεν σχετικῶς καὶ ἄλλην παραβίασιν τῶν νόμων. Καὶ δὲν ἤθελον λέγει ταῦτα, ἐὰν δὲν ἐφρόνουν τινὲς, ἢ δὲν προσεποιοῦντο, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τυγχάνει ἀκοίμητος φρουρὸς τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἐνθυμοῦμαι πρό τινων μηνῶν, ὅτι συνετάραξε τὴν κοινωνίαν Ἀθηνῶν, ἐπισκεπτόμενος δι’ ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, συνοδευόντων ταύτας, διὰ κουστωδίας ἀστυνόμων καὶ ἐφίππων χωροφυλάκων, ἰδιωτικὰς οἰκίας, εἰσέβαλλε διὰ τῶν τοιούτων ἐπιτροπῶν εἰς τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας αἰφνιδίως, καὶ ἐζήτει τοὺς καταχραστὰς, καὶ ἐσφράγιζε τὰ ταμεῖα τὰ ἰδιωτικὰ, καὶ ἀνέθετεν εἰς μεμισθωμένους λιβελλογράφους νὰ γράφωσιν, ὅτι ἐλῃστεύθησαν τὰ ταμεῖα φιλανθρωπικῶν ἑταιριῶν, ὅτι ἠσθένησαν οἱ ὑπόλογοι, φοβηθέντες τὸν ἔλεγχον τοῦ Κερβέρου Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἄλλοτε, ἐν καταλλήλῳ ἐποχῇ θέλει γίνει λόγος. Τώρα ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπέδειξεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές; ἡ προστασία τοῦ ταμιακοῦ ἐκείνου ὑπαλλήλου ἐγένετο, διότι οὗτος συνδέεται διὰ στενωτάτων συγγενικῶν δεσμῶν πρὸς τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ στοργὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν ἰδιαίτερον αὑτοῦ γραμματέα εἶναι τοιαύτη καὶ τηλικαύτη, ὥστε νὰ ὠθῶσι καὶ οὗτος καὶ οἱ συνυπουργοὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως καὶ τὴν δικαιοσύνην ἀκόμη εἰς ἐγκλήματα; Καὶ περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει ἀμέσως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἄλλοτε μακρὸς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς πολυθρυλλήτου ἐκείνης ὑποθέσεως τοῦ χόρτου· ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη συνεζητήθη διὰ μακρῶν, ἠκούσαμεν δὲ τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, εἰπόντος, ὅτι καὶ πάλιν θέλει φέρει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δὲν ἐξηντλήθη. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης εὑρέθη δημοσιογράφος τις, ἐνασκῶν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ὡς φρουρὸς τῶν νόμων ἔχει, νὰ γράψῃ ἄρθρον, ὁμολογουμένως δριμὺ καὶ φλογερὸν, ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες ὠφελήθησαν ἐκ τῆς ῥυπαρᾶς ὑποθέσεως τοῦ χόρτου. Ἔγραψεν ἄρα ὁ ἐν λόγῳ δημοσιογράφος, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ χόρτου μερίδα ἀναντιῤῥήτως ἔχει ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν βεβαιῶ τὸ γεγονὸς, τοῦτο ὅμως ἐγράφη. Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην ἀσεβῆ ὑπόνοιαν; Ἀμέσως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὁ συντάκτης τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐκείνου ὀργάνου. Καὶ οὕτως ἐκδίδεται τῇ 17 Ἰουνίου ἐ. ἔ. κλητήριον θέσπισμα, δι’ οὗ καλεῖται νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ ὁ Συντάκτης τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Σημειώσατε, ὅτι δὲν συνέβη ὅ,τι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»· ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου» γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐνεχείρισε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν μήνυσιν, δι’ ἧς ἐνετέλλετο νὰ ἐνεργηθῇ ἐν τάχει ἡ καταδίωξις τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου»· εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐνηργήθη αὕτη. Ἄλλοι λόγοι ἐκεῖ, οἵτινες διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθησαν ἄλλοτε, διὰ μακρῶν δὲ θέλουσιν ἀναπτυχθῆ καὶ αὔριον, ἂν συναινέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρωμεν αὔριον τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ζητήματος Τάκη. Ἀλλ’ ἐν τῇ ὑποθέσει, ἣν πραγματεύομαι νῦν, συνέβησαν ἀκριβῶς ἀντιθέτως τὰ πράγματα. Τῇ 17 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἐκδίδεται τὸ κλητήριον θέσπισμα, δι’ οὗ καλεῖται ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ὁ Συντάκτης τῆς «Χώρας», καὶ δικάσιμος ὁρίζεται ἡ 27 Ἰουνίου· ἐντὸς δηλ. δέκα ἡμερῶν ὀφείλεις νὰ δώσῃς λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῇ συκοφαντίᾳ καὶ τῇ ἐξυβρίσει τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κατηγορούμενος ὁμολογουμένως ἐθορυβήθη· διότι μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι καὶ μικρὸν πρᾶγμα νὰ ἐμφανίζηταί τις κατηγορούμενος ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὅταν ὄπισθεν τῶν ὑπευθύνων ἵστανται τοσοῦτον ἰσχυροὶ προστάται. Καὶ ἐνῷ νομίζει ἕκαστος, ὅτι, ἀφοῦ τὸ κλητήριον θέσπισμα ἐξεδόθη τῇ 17 Ἰουνίου, ἡ δὲ δίκη ὡρίσθη διὰ τὴν 27, ὅτι λέγω τὴν 27 Ἰουνίου ὁ Συντάκτης τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης ἔδιδε λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, τί νομίζετε, ὅτι συνέβη; Ἥμισυ ἔτος ἔχει παρέλθει, καὶ ὁ Συντάκτης τῆς «Χώρας» δὲν ἐδικάσθη ἀκόμη ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἐρευνήσωμεν τί συνέβη, καὶ ἂν δὲν παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι ἕνεκα συναλλαγῆς; Μὴ τυχὸν ἐφοβήθησαν τὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοῦ Δικαστηρίου συζήτησιν, προκειμένου περὶ τοῦ ἂν ὁ Συντάκτης τῆς «Χώρας» ἐσυκοφάντησεν ἢ οὔ, τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐὰν προχωρήσωμεν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸ συνέβη, ὅτι οὐδὲν συμφέρον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἴδῃ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀνελισσομένην ὅλην ἐκείνην τὴν πολύπλοκον ὑπόθεσιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ χόρτον. Ἐνῷ λοιπὸν ὁλόκληρος ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν, μανθάνουσα, ὅτι τῇ 27 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἔμελλε νὰ γένηται ἡ δίκη τοῦ Συντάκτου τῆς «Χώρας», ἀνέμενεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πλημμελειοδικείου, τί ἐγνώσθη κατόπιν; Ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἀνεκλήθη, ὅτι ἔστειλαν καὶ παρεκάλεσαν τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας» νὰ συναινέσῃ νὰ μὴ δικασθῇ. Καὶ ἡ συναλλαγὴ ἐγένετο καὶ ἀπετελέσθη. Διότι τίς εἶναι ὁ μωρὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε θελήσει νὰ κινδυνεύσῃ ἀγῶνα δικαστικὸν, ἐπικρατούσης τοιαύτης συναλλαγῆς, τοιαύτης πιέσεως καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν Δικαστηρίων; Διότι εἶναι ἀνάγκη καὶ τοῦτο νὰ λεχθῇ. Παρακαλεῖ εὐσεβάστως ἡ Εἰσαγγελία ἕνα Συντάκτην ἐφημερίδος νὰ συναινέσῃ καὶ νὰ εὐδοκήσῃ, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ κατηγορία, μηδὲ ἴδῃ ποτὲ τὸ φῶς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Ἡ συναλλαγὴ ἄρα ἐτελέσθη, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μωρὸς ἤθελεν εἶσθαι ὁ Συντάκτης, ἂν δὲν ἐδέχετο τὴν πρότασιν. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι ἡ καταγγελία ἐπὶ τοῖς ἄρθροις ἐκείνοις τῆς «Χώρας» ἔχει δοθῆ ἤδη πρὸ ἓξ μηνῶν, καὶ ἐν τούτοις κοιμᾶται ἔτι ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν. Λέγουσι μάλιστα, ὅτι οἱ ποντικοὶ εἶχον ἐπιληφθῇ τῆς δικογραφίας αὐτῆς καὶ ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ἔχουσι γίνει καὶ κενὰ ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ποντικῶν, ὁσάκις οὗτοι ηὐκαίρουν ἐξ ἄλλης ἀσχολίας, ἣν εἶχον, ῥοκανίζοντες τὴν δικογραφίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν «Χρόνον». Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνταῦθα ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—κωμικὸν χαρακτῆρα. Ἀφοῦ συμφέρον δὲν εἶχον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἡ καταγγελία τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου, πῶς λοιπὸν συνέβη νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὁ Συντάκτης τῆς «Χώρας», καὶ μάλιστα τοσοῦτον συντόμως; Ἰδοὺ τί συνέβη. Ὑπῆρχεν ἐνταῦθα Ἀντεισαγγελεύς τις, ὀνομαζόμενος Ἀντωνιάδης, φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤ τινος τῶν φίλων. Ἀλλ’ ἐδέησεν αὐτὸς ὁ Ἀντωνιάδης νὰ πέσῃ θῦμα, ὁ ἀτυχὴς, ἄλλου ἰσχυροτέρου προστατευομένου. Καὶ τίς οὗτος; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀνεψιὸν, πολὺ καλὸν νέον, (ἐγὼ προσωπικῶς ὡς δικηγόρος οὐδένα λόγον ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ· ἀπεναντίας μάλιστα,) τί ὡραιότερον πρᾶγμα, εἰμὴ διὰ μιᾶς νὰ γίνῃ Ἀντεισαγγελεὺς ἐν Ἀθήναις ὁ ἀνεψιός; Τέλος πάντων διὰ συνοπτικῆς τινος διαδικασίας ὁ Ἀντωνιάδης ἐξοστρακίζεται τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὁ κ. Τρικούπης γίνεται Ἀντεισαγγελεὺς ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀντωνιάδης, σημειώσατε καλῶς, ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε καὶ κακίαν ἐν τῇ ψυχῇ! Ἔπεσε θῦμα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκδικηθῇ, καὶ ἐξεδικήθη. Πρὶν λάβῃ τὰ ἔγγραφα αὐτοῦ καὶ ἀναχωρήσῃ ἐκ τοῦ Εἰσαγγελικοῦ γραφείου, στιγμὰς δέ τινας πρὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς μεταθέσεως, ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἔχει καταγγείλει τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας» ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐξυβρίσει, ὅτι δὲ συμφέρον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡ ἐν λόγῳ καταγγελία ποτὲ νὰ μὴ ἴδῃ τὸ φῶς τοῦ Δικαστηρίου· ἐνεργεῖ λοιπὸν μυστικήν τινα ἀναδίφησιν τῶν δικογραφιῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις, εὑρίσκει τὴν δικογραφίαν, τὴν κατὰ τοῦ Συντάκτου τῆς «Χώρας», ἐκδίδωσι κλητήριον θέσπισμα κατ’ αὐτοῦ, ὁρίζει δικάσιμον τὴν 27 Ἰουνίου ἐ. ἔ. καὶ οὕτως ἐξεδικήθη ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς τὸν μεταθέσαντα αὐτὸν κ. Πρωθυπουργόν. Διότι, ἐνῷ ἐφρόντιζον ἐπὶ ἓν ἔτος οἱ περὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ κρύπτωσι τὴν δικογραφίαν ταύτην, μὴ τυχόν ποτε καὶ φανερωθῇ, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς, ὁ ἐπὶ ἓν ἔτος συναλλαττόμενος μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μὴ εἰσάγων τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ γραμματέως, ἵνα ἐξ ἐκδικήσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰσαγάγῃ τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ, ὡς ἴσως ἐξ ἀρχῆς ὑπετέθη. Παρατηρεῖτε, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν δημόσιον ὑπάλληλον, τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον, καταγγέλοντα Συντάκτην ἐφημερίδος ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ, καὶ ἐπὶ τίνι πράξει; ἐπὶ τῷ ὅτι, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ἐπιῤῥοῆς αὐτοῦ, ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος συμμετέσχεν εἰς τὰς παρανόμους ὠφελείας ἐκ τῆς ὑποθέσεως τοῦ χόρτου, ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτην καταγγελίαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἤδη ἐπὶ ἓν ἔτος, αὕτη κοιμᾶται, ἵνα μὴ ἴδωσι τὰ πράγματα τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ πότε ἔρχεται εἰς τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πάλιν προσωρινῶς; Ὅτε πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκδίκησις τοῦ ἀντεισαγγελέως κ. Ἀντωνιάδου, μετατιθεμένου ἐξ Ἀθηνῶν, ἐρχομένου δ’ ἐνταῦθα τοῦ ἀντεισαγγελέως κ. Τρικούπη, ἐκδίκησις κατὰ τοῦ ἐμπίστου φίλου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου. Εἶναι, Κύριοι, ἡ συναλλαγὴ ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτῆς μορφὴν, ἡ συναλλαγὴ τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ἡ συναλλαγὴ τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἂν προέκειτο περὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν κατατρίβει τὸν χρόνον, ποιούμενοι περὶ τοιούτων πραγμάτων λόγον, καίτοι τοιαῦτα οὐδέποτε ἐγένοντο. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι διαδώσει, ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλοὶ εὔπιστοι ἄνθρωποι, παραδεχόμενοι τοῦτο, ὅτι αὐτοὶ δῆθεν εἰσὶν οἱ εἰσηγηταὶ τῆς καταστροφῆς τῆς συναλλαγῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐτυράννουν ἄλλοτε ἡγέτην κόμματος μεγάλου, καθήμενον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, (δεικνύει τὴν ἕδραν Κουμουνδούρου) καὶ ἐμυκτήριζον αὐτὸν καὶ ἐνταῦθα καὶ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων, ὡς ἐνδοτικὸν καὶ κύπτοντα πρὸ τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἠνωρθοῦτο ἐκεῖνος ἐκ τοῦ τάφου, καὶ ἔβλεπεν, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ —τί πλέον συναλλαγή; δὲν ὑπάρχει λέξις,— λαθρεμπορεύουσι τὴν δικαιοσύνην, τί ἤθελεν εἰπεῖ; Καὶ εἶναι, Κύριοι, λαθρεμπορία τῆς δικαιοσύνης, ὅταν οὕτω πως διεξάγωνται αἱ δημόσιαι ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ὅταν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἡ δημοσία κατηγορία ἐννοῇ νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ὑπέρτατον καὶ τιμιώτατον αὑτῆς καθῆκον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐποιήσατο εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἀθηνῶν παραστάσεις ἐπὶ τῇ παρανομίᾳ ταύτῃ; Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν διὰ τοῦ τύπου πολλάκις, δι’ ἐπανειλημμένων ἄρθρων ἐγκρίτου ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδος, τοῦ «Συλλόγου», ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἀθηνῶν ἐγένοντο ἔνοχος τοιαύτης ἀκατονομάστου συναλλαγῆς. Εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἀθηνῶν προσεκάλεσε τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας», καὶ εὐσεβάστως παρεκάλει αὐτὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως μὴ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.....
§100ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρώτη φορὰ εἶναι, καθ’ ἣν ἀκούω τὰ τοιαῦτα.
§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, τί θὰ εἴπητε! ὅπως ἠκούετε πρώτην φορὰν καὶ διὰ τὸν Τάκην, ὅτι ἦτο μέγας κακοῦργος. Παρεστήσατε αὐτὸν ὡς νεαρόν τινα διδάκτορα τῆς Θεολογίας, ἢ τῆς φιλοσοφίας· καὶ τοῦτο εἶναι τοσοῦτον βέβαιον, ὥστε ἡ φίλη ὑμῖν δημοσιογραφία τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔλεγεν, ὅτι ἠδικήσατε τὸν νεαρὸν αὐτὸν λογιώτατον, μὴ παρασχόντες αὐτῷ πλήρη χάριν. Καὶ κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι εἴχετε γνῶσιν πάντων τῶν ἐγκλημάτων, καὶ θέλει ἀποδειχθῇ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἴχετε γνῶσιν πάντων τῶν ἐγκλημάτων, καὶ θέλει ἀποδειχθῇ αὔριον, ὅτι διὰ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν συνετελεῖτε εἰς προστασίαν τῶν φοβερωτάτων κακούργων, τοῦ Τάκη καὶ τοῦ Ῥοκοφύλλου, οὓς πιστεύω, ὅτι γνωρίζετε, ἢ ἂν δὲν γνωρίζετε, θέλετε μάθει αὔριον....
§102ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τοιαύτη προεξόφλησις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σκέπτεσθε νὰ εἴπητε αὔριον, εἶναι πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ πρέπων χαρακτηρισμός.
§103ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὰ προεξοφλῶ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες προεξοφλοῦσι, διότι ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δημοσίως διεχειρίσθην τὴν ὑπόθεσιν Τάκη, καὶ δημοσίως διὰ τοῦ τύπου ἐγὼ αὐτὸς διεχειρίσθην πρὸ 8 καὶ 10 μηνῶν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τῆς 11ης Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἐζητήσαμεν τὰς δικογραφίας, οὐδέποτε ἔσχετε τὸ θάῤῥος νὰ φέρητε ταύτας ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ συμβαίνει ὅ,τι ἐπὶ τῶν φρεάτων, ὅταν ἐντὸς αὐτῶν πίπτωσιν οἱ ἀσκοὶ καὶ μεταχειρίζωνται τὰ τσιγγέλια, ἵνα ἀνασύρωσιν αὐτούς. Τσιγγέλια μεταχειριζόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἵνα φέρητε μίαν πρὸς μίαν τὰς δικογραφίας, καὶ ἀκόμη δὲν κατωρθώσατε νὰ φέρητε αὐτὰς πάσας. Καὶ δὲν ἐφέρετε τὴν δικογραφίαν τῶν Τρικκάλων, εὑρισκομένην παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐνῷ καθῆκον εἴχετε, διότι αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος διὰ τὴν κατὰ τύπους συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ ταύτης θέλομεν συζητήσει αὔριον, καὶ δὲν θέλετε μείνει εὐχαριστημένοι. Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ πάλιν, ποῖα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις οὕτω περιέπεσεν εἰς αὐτὴν τὴν συναλλαγὴν, νὰ προσκαλέσῃ Συντάκτην δημοσιογραφικοῦ φύλλου, καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ συναινέσῃ καὶ εὐδοκήσῃ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ κατ’ αὐτοῦ ἐκδοθὲν κλητήριον; Δὲν ἐνηργήσατε τίποτε· καὶ βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐνηργήσατέ τι, διότι ἰσχυρίζεσθε, ὅτι πρώτην φορὰν λαμβάνετε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης νῦν, καὶ ὅμως ἐγὼ γνωρίζω ἄριστα, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἀναγινώσκετε αὐτὴν τὴν ἐφημερίδα (δεικνύει τὸν «Σύλλογον»), ἥτις πολὺ ζημιοῖ ὑμᾶς.....
§104ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὴν ἀναγινώσκω ποτέ.
§105ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε δὲν συγχαίρω ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἀναγινώσκητε αὐτήν, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι καθῆκον, καὶ συμφέρον μάλιστα, νὰ ἀναγινώσκωσι πάσας τὰς ἐφημερίδας, ἀφοῦ ἄλλως τε ἀναγινώσκετε τὰς λιβελλογραφικάς. Ἐρωτῶ λοιπὸν, Κύριοι, εἶχε δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ περιέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν συναλλαγήν; εἶχε δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ κλητήριον, ὅπερ ἐδημοσίευσε, κοινοποιήσας αὐτὸ εἰς τὸν κατηγορούμενον; Οὐχὶ βεβαίως. Διότι ἡ δημοσία ἀγωγὴ δὲν εἶνε κτῆμα τῆς Εἰσαγγελίας, ἡ δημοσία ἀγωγὴ εἶναι κτῆμα τῆς Πολιτείας. Βεβαίως ἡ Εἰσαγγελία διαχειρίζεται αὐτήν, βεβαίως ἡ Εἰσαγγελία δίδει τὴν ὤθησιν εἰς τὴν δημοσίαν ἀγωγήν, ἀλλ’ αὕτη εἶναι κτῆμα τῆς Πολιτείας, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εὐθὺς, ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐκδώσει κλητήριον θέσπισμα, καὶ καλέσει οἱονδήποτε κατηγορούμενον ἐνώπιον οἱουδήποτε Δικαστηρίου, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: «Ἐλθὲ καὶ συναλλάχθητι μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοιούτοις ἢ τοιούτοις ὅροις, σοὶ ὑπόσχομαι δὲ νὰ ἀνακαλέσω τὴν δημοσίαν ἀγωγήν.» Δύναται ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐὰν νομίζῃ ὀρθὸν ἢ νόμιμον, νὰ παραιτηθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου τῆς δημοσίας καταγγελίας καὶ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῷ νὰ ἀνακαλῇ τὰ κλητήρια θεσπίσματα, ἅτινα, μελετήσας τὸ ἀδίκημα, ἐξέδωκε. Δὲν εἶναι μάλιστα ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν δημοσίαν κατηγορίαν οὐδὲ τῶν ἐνδίκων μέσων νὰ παραιτηθῇ, εὐθὺς ὡς ἐποιήσατο χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ἐρχομένη ἐνώπιον τῶν ἀκροατηρίων ἢ ἐνώπιον τῶν συμβουλίων, ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ ταῦτα, ἢ ἐκεῖ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔχει λόγους, δι’ οὓς μεταβάλλει γνώμην. Ἀλλ’ εὐθὺς, Κύριοι, ὡς φθάσωμεν εἰς τὸ θλιβερὸν αὐτὸ σημεῖον, νὰ ἀναγνωρίζωμεν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους νὰ ἐπισείωσι τὴν δημοσίαν κατηγορίαν κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ νὰ λέγωσι πρὸς αὐτούς: «ἢ ὑποχωρεῖς εἰς τὰ πολιτικά σου φρονήματα, ἢ σοῦ κοινοποιῶ τὴν δημοσίαν κατηγορίαν, ἢ τὸ κλητήριον θέσπισμα», εὐθὺς, ὡς δεχθῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία κατηγορία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῇ τὰ ἐγκλητήρια, ἢ τὰ κλητήρια θεσπίσματα, πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, καὶ κατόπιν πάλιν, καλοῦσα αὐτοὺς, νὰ λέγῃ· «ἐλθὲ καὶ συμβιβάσθητι μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι, ἐὰν συμβιβασθῇς, δὲν εἰσάγω τὴν ὑπόθεσίν σου εἰς τὸ Δικαστήριον», εὐθὺς ὡς δεχθῶμεν ταῦτα, Κύριοι, ἀπόλλυνται καὶ οἱ νόμοι, ἀπόλλυται καὶ ἡ ἠθική, ἀπόλλυται καὶ ἡ ἀσφάλεια, ἀπόλλυται καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ἡ προσωπική, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶχον, ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν γενομένων, διευθυνόντων τῶν νῦν Ὑπουργῶν, συμβαίνει ὅ,τι ἐπὶ τῶν κερασίων· ἓν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὁ κ. Παππαγιανακόπουλος, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως συνεπλέχθησαν πολλά.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος μακρὸς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔθετο εἰς ἐνέργειαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κατορθώσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον ἐπετάθη ἡ χρῆσις τῶν μέσων τούτων τῆς ἐκβιάσεως, καὶ ὡς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ της ἀνέφερε τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατηθέντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἐκτίμησις τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐξήρτηται μόνον ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τεθέντων, ἀλλ’ ἐν γένει ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐξετελέσθησαν ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν συλληφθέντων δὲν ἔφθασαν μέχρι τῆς πολιτικῆς φυλακῆς, κατορθώσαντες διὰ διαφόρων μέσων καὶ διὰ πληρωμῆς πολλάκις, συνεπείᾳ δανείων, νὰ ἀποφύγωσι τὴν περαιτέρω στέρησιν τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Ἕνεκα τούτου, ἐπιθυμῶν νὰ ἐξακριβώσω πληρέστερον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς ὅσα δικαιώματα ἐπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις λόγῳ ἐκτελέσεως τοιούτων ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι σήμερον, ἢ μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος μηνός. Ἀλλὰ, καίτοι ἐπανειλημμένως, Κύριοι, ἐπανέλαβον τὴν παράκλησιν ταύτην, δὲν κατώρθωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ παρουσιάσῃ ἔγγραφόν τινα πληροφορίαν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑποβάλω σήμερον ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ, ὅσον ἔνεστι τάχιον, κατάστασιν, περιέχουσαν τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Σήμερον, Κύριοι, ἔλαβον ἐπιστολὴν συμπολίτου τινός, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, δι’ ἧς μὲ παρακαλεῖ θερμῶς νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι ὁ Συμβολαιογράφος Καρυταίνης κατεμηνύθη διὰ πολλὰς καὶ διαφόρους πράξεις, ἀναγομένας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ὅτι αἱ μηνύσεις αὗται εὑρίσκονται πρὸ χρόνου ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Τριπόλεως, καὶ ὅτι περὶ αὐτῶν δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ δέουσα ἐνέργεια. Καίτοι δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος γράφει τὴν ἐπιστολὴν, ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένει, ὅτι αἱ μηνύσεις εἶναι βάσιμοι, ὅτι ὁλόκληρος μάλιστα ἡ κοινωνία ἐκείνη ὑποφέρει, ὡς ἐκ τῆς μὴ προσηκούσης διαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ Συμβολαιογράφου, καίτοι οὐδεμίαν ἀναλαμβάνω εὐθύνην ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γραφομένων, ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἀληθῶς μηνύσεις κατὰ τοῦ Συμβολαιογράφου, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ φίλος μου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπραγματεύθη πρὸ καιροῦ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν ἡ δημοσία ἀγωγή. Ἀληθῶς κατὰ τὸ διάστημα, τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ ἐκπλαγῶ πολλάκις ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνησκήθη ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων, ἐσκόπουν δὲ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, πραγματευόμενος περὶ τούτου. Ἡ μνεία ὅμως, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Λεβίδης πρὸ μικροῦ, τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μὲ ἀναγκάζει νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἑπομένως νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα συντελέσῃ, ὅπως κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνασκεῖται ἡ δημοσία ἀγωγὴ ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν. Παρέχω δὲ ἰδίως ἀφετηρίαν πρόχειρον πληθὺν κατηγορητηρίων, χιλίων καὶ πλέον ἴσως, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν κατὰ οἰνοπωλῶν τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ παραβάσει νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτιμώρουν τὴν παράβασιν διὰ ποινικῆς καταδιώξεως. Ἀφ’ οὗ δὲ τὰ κατηγορητήρια ταῦτα ἐξεδόθησαν καὶ ἀφ’ οὗ ἡ δημοσιογραφία ἐπῆλθε, κραυγάζουσα κατὰ τῆς παρανόμου ἐνεργείας τῆς Εἰσαγγελίας, τότε ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἀνεκάλεσε τὰ κατηγορητήρια, πεισθεῖσα καὶ αὕτη, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐναγάγῃ αὐτοὺς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Εἰδοποιῶ περὶ τούτου ἀπὸ τοῦδε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἀττικῆς, διὰ τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ Εἰσαγγελία Ἀθηνῶν, ἵνα καταδιώξῃ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων τὰς χιλιάδας ταύτας τῶν οἰνοπωλῶν, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καταθέσῃ τὰ ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κατηγορητήρια κατ’ αὐτῶν.
§108ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν διόρθωσιν ἑνὸς καὶ μόνου γεγονότος ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικοβοιωτίας κ. Λεβίδου· ἐπειδὴ δὲ ἐκ τυχαίας περιστάσεως συνέπεσε νὰ γνωρίζω πᾶν ὅ,τι ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἐγερθείσης κατὰ τοῦ Συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Χώρας» δημοσίας ἀγωγῆς ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ, καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ λόγου, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ ἐκοινοποιήθη ἴσως πρὸς τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας», ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ταύτην. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος δὲν κατήγγειλε τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας» διὰ τὸ χόρτον, ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος κατήγγειλε τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας» ὡς δημοσιεύσαντα ψευδῶς, ὅτι ἐξεδόθη κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως διὰ τὰ τελωνειακά· τούτου ἕνεκεν ἐξεδόθη τῷ ὄντι κατηγορητήριον, ἐγκλητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν ὑπὸ τοῦ ἀντεισαγγελέως κ. Ἀντωνιάδου, καὶ ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸν Συντάκτην τῆς «Χώρας»· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν παρετήρησεν, ὅτι ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ δὲν δύναται ὁ δημοσιογράφος, ὁ διὰ τῆς ἐφημερίδος του δημοσιεύσας τὸ ἀνυπόστατον ἐκεῖνο γεγονὸς, νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, διότι εἶναι παραπεμπτέος ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, καθόσον ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημα τύπου καὶ κατηγόρησε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον διὰ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του, διὰ τοῦτο καὶ μόνον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀνεκάλεσε τὸ ἐγκλητήριον ἐκεῖνο. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνεκλήθη τὸ ἐγκλητήριον ἐκεῖνο τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατὰ τοῦ Συντάκτου τῆς «Χώρας». Τοῦτο, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ κατακρίνῃ, διότι εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ὑπηγορεύετο ἐκ τοῦ καθήκοντος τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ· ἑπομένως τὴν ἀκρίβειαν ταύτην νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θέλει ἀποδεχθῆ καὶ δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀνακρίβειάν του, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε καὶ ὁ κύριος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ζητήσας τὴν δημοσίευσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα εἶπον δὲν ἦσαν συναφῆ μετὰ τῆς κατὰ τοῦ Συντάκτου τῆς «Χώρας» κατηγορίας· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν κατηγορητηρίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Εἰσαγγελία κατὰ χιλιάδων οἰνοπωλῶν τῶν Ἀθηνῶν, ἄν καὶ κατὰ τὸν νόμον οὗτοι δὲν ἐτιμωροῦντο.
§110ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπόντος τοῦ κ. Λεβίδου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις πρὸς τὸν ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτήν. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὁσάκις καταγγέλλεται Ὑπουργός τις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς λαμβάνει τὸν λόγον καὶ ἀπαντᾷ ἐν ὀνόματι τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν παροῦσαν δὲ περίστασιν ἐπαρουσιάσθη καὶ τὸ ἑξῆς ἀστεῖον· ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει περὶ τοῦ συμβάντος τοῦ Συντάκτου τῆς «Χώρας», ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὡς γνώστης ὅλων τῶν πραγμάτων, καὶ ἐξήγησε ὅλα τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διὰ τὰ συμβάντα ταῦτα.
§111ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε· νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δύναται οἱοσδήποτε ἐκ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἐκ τῶν ἰδιωτῶν νὰ γινώσκῃ μίαν περίστασιν, ὑπαγομένην εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἀπήντησα ἐξ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐγὼ ἀπήντησα, ἐπειδὴ εἶμαι ἐν γνώσει μιᾶς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀπήντησα εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καθ’ ἑνὸς ἀνωτέρω ὑπαλλήλου, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, παρέβη δῆθεν τὸ καθῆκόν του, ἀνακαλέσας ἐγκλητήριον, τὸ ὁποῖον ἐκοινοποίησε πρός τινα κατηγορούμενον. Βεβαίως, ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διηγήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Βουλευτής, ὁ Εἰσαγγελεύς, εἶναι ἄξιος μομφῆς, εἶναι ἄξιος κατηγορίας· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα· ἐνόμισα δὲ καθῆκόν μου νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀλήθειαν, ὅπως μὴ ἀφήσω αὐτὴν ν’ ἀποπλανηθῇ, πιστεύουσα εἰς τὴν ἀφήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας. Διὰ ταῦτα ἐγώ, κατὰ τὸν κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον, ἀντεποιήθην τοῦ ἔργου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης! Καὶ τί θέλετε νὰ ἐνοήσητε μὲ τοῦτο, ἀξιότιμε συνάδελφε; Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐνοήσω τὸ πνεῦμα τῆς ἐρωτήσεώς σας. Ἐγὼ ἁπλῶς καὶ μόνον ἠθέλησα νὰ ἐξακριβώσω μίαν περίστασιν, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ μίαν πρᾶξιν ἀνωτάτου δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου τυγχάνω προσωπικὸς φίλος καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ὑπόληψιν δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ διασυρομένην διὰ μιᾶς ἀνακριβείας, ἣν ὤφειλον νὰ ἐπανορθώσω.
§112ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ φίλου μου κ. Κοσσονάκου εἶναι ἀρκετὰ παράδοξος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ᾐσθάνθη τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ ὑπαλλήλου, καὶ τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν ᾐσθάνθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι, ἄν τις εἰσήρχετο εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ τε κ. Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελεν ἀνακαλύψει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἤθελει εἶσθαι πολὺ περίεργον· βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ὑπάλληλον, διότι βεβαίως ὁ κύριος Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς στενωτάτας πρὸς αὐτὸν σχέσεις, ἀλλ’ ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει πλησίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ θερμοτάτην πρὸς τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ὑπάλληλον σχέσιν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ὑπάλληλον; Νομίζω, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀνώτατον τοῦτον ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνόσῳ εἶναι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποστηρίξῃ.
§113ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει πολὺ συγκεχυμένην ἰδέαν περὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι, Βουλευτοῦ τινος εἰπόντος ὅ,τι ἤκουσεν, ἢ ὅ,τι ἴσως ἐνόμισεν, ὅτι ἀντελήφθη, περὶ ὑπαλλήλου τινὸς δικαστικοῦ, ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ῥητῶς ἐδήλωσε, προκληθείς, ὅτι θέλει ἐξετάσει καὶ ἐνεργήσει τὰ δέοντα, ἕτερος δὲ Βουλευτὴς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνέπεσε νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὰ κατὰ τὴν περίστασιν, ἐφ’ ᾗ ἐγένετο ἡ κατάκρισις τοῦ ὑπαλλήλου. Ἄριστα δ’ ἔπραξεν ὁ Βουλευτὴς οὗτος, σπεύσας νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ μὴ ἀκριβῶς παρὰ τοῦ συναδέλφου λεχθέντα, καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι ἀκριβῆ τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας ἐκτεθέντα.
§114ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατα.
§115ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θέλω τὸ βεβαιώσει διὰ τῆς ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι περὶ αὐτῶν. Εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ἀκούσω τὰ λεχθέντα, καὶ νὰ κρατήσω σημείωσιν, εὐχαρίστως δὲ ἤκουσα τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ γινώσκῃ τὰ συμβάντα, καὶ οὐδὲν ὑπάρχει, δικαιολογοῦν τὴν ἐπὶ τούτῳ ἀπορίαν τοῦ ἐπερωτήσαντος.
§116ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶμαι ψυχολόγος, ἀλλά, ἂν καὶ δὲν εἶμαι, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνόησα τὰ ἐν τῇ ψυχῇ του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἀπόσχῃ ἐντελῶς τῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ καταγγελίας κατ’ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἐπίστευεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ὑποστήριξίν του.
§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶναι παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς βλέπω, ὀφείλω νὰ δώσω μικράν τινα ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴν, ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τὰ γεγονότα ἔχωσιν, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἐξέθεσε, βεβαίως ἡ πρᾶξις, ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὸν παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ἀποβάλλει πλέον τὴν βαρύτητά της ὑπὸ ἔποψιν ἠθικὴν, δὲν παύει ὅμως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἀποτελῇ παράβασιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων. Δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος, διότι κακῶς ἐθεωρήθη ἁρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐνῷ τοιοῦτον τυγχάνει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ ἐγκλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδώσει αὐτὸς κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ὤφειλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀκόμη περιπτώσει, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Πλημμελιοδικεῖον, τοῦτο δὲ, κηρυττόμενον κατὰ νόμον ἀναρμόδιον, ἠδύνατο νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου. Ἡ ἀποδοθεῖσα λοιπὸν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα αἰτίασις εἶναι πάντοτε βάσιμος.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ ὡς πρὸς τὰς ἐξετάσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀναγκάζωμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν προκεχωρηκυῖαν ὥραν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πράττω τοῦτο, δι’ ὃν λόγον ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσι τὸ αὐτὸ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δηλαδὴ ἔρχομαι νὰ ὑπομνήσω πάλιν τὴν μακρὰν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω ἐνταῦθα, διότι ἐπ’ αὐτῆς οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν, ἂν καὶ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἦτο καὶ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀρκετὰ σοβαρόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἠθέλησε κατὰ θεωρίαν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖον εἶναι τὸ σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα ὡς Βουλευταί, κατὰ πρᾶξιν δὲ προχθὲς μᾶς ἀπέδειξε, πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ σχέδιον τοῦτο, δηλαδὴ νὰ ὑποβάλλῃ ἡμᾶς καὶ εἰς σωματικὸν περιορισμὸν καὶ εἰς διανοητικὴν κόπωσιν διὰ παννυχίου συνεδριάσεως, καὶ μάλιστα προκειμένης συζητήσεως ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον, καθὼς τόσοι ἐκ τῶν ἐπανειλημμένως ἀγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀπέδειξαν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ. Εἰσερχομένης τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἴσως λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις περὶ αὐτοῦ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εὐδοκοῦσι, καθὼς φαίνεται, ὕστερον ἀπὸ τόσας ἐπαναλήψεις καὶ ὑπομνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο σήμερον, νὰ ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἡμῶν, ἐνῷ εἶχον τὸν καιρὸν ἐπὶ τῶν περισσοτέρων ἐξ αὐτῶν νὰ πράξωσι τοῦτο. Ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησιν περὶ διαφόρων δημοσίων ἔργων ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη διῃρεῖτο εἰς 7 κεφάλαια, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιεῖχε διαφόρους παραγράφους, ἀποτελούσας ἑκάστην ἀνὰ μίαν ἐρώτησιν. Ἤλπιζον, ὅτι τὰς πλείστας τῶν παρ’ ἐμοῦ ζητηθεισῶν πληροφοριῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ κατὰ συνεδρίασιν λίαν ἐγγὺς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως· μέχρι τοῦδε ὅμως οὐδεμίαν ὑπέβαλε. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπαναλάβω τὴν αὐτὴν μακρὰν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω ἰδιαιτέρως τινὰ ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῆς. Ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα κατασκευαζομένης γεφύρας, ἤλπιζον δέ, ὅτι θὰ εἶχον τὴν ἀπάντησίν του μέχρι τοῦδε, διότι τὸ ἔργον προχωρεῖ, διότι τὸ ἔργον τοῦτο, ὡς ἰσχυρίσθην τότε, καὶ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ἐθεμελιώθη ἐπὶ βάσεων στρεβλῶν καὶ ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ, ἂν ἦναι καιρὸς καὶ ἂν ἦναι ἐπιδεκτικὸν διορθώσεως ἐν τῷ σημείῳ, εἰς ὃ μέχρι τοῦδε ἔφθασεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ· ἤδη ὑπομιμνήσκω ἰδιαιτέρως τὴν ἐπερώτησιν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀληθές, ὡς πανθομολογεῖται ἐν Σπάρτῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ κύριοι Γράβαρης, Μπαλάνος, Σάουρωτ καὶ Μπαΐρας, ὡς ἐν ἐπιτροπῇ κληθέντες, ἐβεβαίωσαν καὶ κατέδειξαν δι’ ἐκθέσεων καὶ παραστάσεων αὑτῶν τὴν ὑπὸ τῶν Γάλλων μηχανικῶν στρεβλὴν καὶ ἑτοιμόῤῥοπον τοποθέτησιν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα παρὰ τὴν Σπάρτην; Ποία δὲ μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς ἐνδυνάμωσιν τῆς γεφύρας καὶ ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου τῆς καταστροφῆς αὐτῆς;» Διότι, ὡς τότε ἀνέπτυξα, πρὸς ἰσχυροποίησιν τῆς γεφύρας ταύτης, ἀμέσως, ἅμα συντελεσθῇ ἡ κατασκευὴ της, ἀφοῦ αὕτη ἐκόστισε 500,000, θὰ ἀπαιτηθῶσιν ἕτεραι 300,000, διὰ νὰ μὴ ἀποβῶσι μάταιαι καὶ ὅσαι ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν ἀρχικὴν κατασκευήν. Ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω νὰ ζητήσω ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Σπάρτην, διότι ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἐξακολουθεῖ καὶ νῦν στρεβλῶς γινομένη. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν παρατείνεται ὁ χρόνος καὶ ἡ δὲν ἐμποδισθῇ τὸ κακῶς γινόμενον, ἢ δὲν μάθωμεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν γίνεται τι κακόν, ἐφ’ ὅσον δὲν δοθῇ αὐτὴ ἡ ἀπάντησις, δικαιοῦμαι νὰ ἀνησυχῶ ἐν τῇ μερίμνῃ μου περὶ τῶν ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας ἐκτελουμένων ἔργων. Σπουδαίαν ἐπίσης σημασίαν καὶ ἰδιαιτέραν ἐξ ὅλων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα τότε ἀνέφερον, ἔχει δι’ ἐμὲ ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία, παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Βοιὰς ὁδοῦ. Καὶ ἐκεῖ ἐδαπανήθησαν 50,000 δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἑνὸς τμήματος τῆς ὁδοῦ. Αἴφνης διατάσσεται ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν, πληρόνεται εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ τεκμαιρόμενον κέρδος 10%, τὸ δὲ κατασκευασθὲν τμῆμα ἀφίεται βορὰ εἰς τὰ ῥυάκια καὶ εἰς τὰς ἄλλας καταστροφὰς, αἵτινες ἐπέρχονται εἰς τὰ ἡμιτελῆ ἔργα. Ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς τότε ἐπερωτήσεώς μου εἶχον τονίσει καὶ τὸ ἑξῆς: «Ποία μελέτη ἐγένετο κατὰ διαταγὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου τῆς Λακεδαίμονος βάλτου; — Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συνετάχθη τότε προϋπολογισμὸς ἐκ δραχμῶν 72,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου; — Διατὶ διεκόπη τὸ ἔργον καὶ ἐματαιώθη τελείως;» Εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐρωτήσεως καὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης μὲ φέρει ἡ προχθὲς γενομένη ὑποβολὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνάψῃ χρεωλυτικὸν δάνειον πραγματικοῦ κεφαλαίου ἐκ 12,000,000 δραχμῶν καὶ νὰ παραχωρήσῃ ὡς ἐγγύησιν τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀξίας, ὡς τοὐλάχιστον προϋπολογίζονται, δραχ. 12,000,000. Βεβαίως τὰ ἔργα ταῦτα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ἐκτελεσθῆ, προκειμένου περὶ τῆς Θεσσαλίας, περὶ εὐφορωτάτου ἀληθῶς μέρους καὶ περὶ ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἥτις, ὡς ἐσχάτως προσκτηθεῖσα καὶ ἀπὸ τῆς δουλείας ἀποσπασθεῖσα, δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἄλλως πᾶν τὸ γινόμενον εἰς τὴν Θεσσαλίαν δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς αὐτήν, ἀλλὰ γενικώτερον εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, διότι τῆς Θεσσαλίας ἡ εὐημερίας εἶναι τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ἡ εὐημερία. Ἀλλὰ, προκειμένου νὰ δαπανηθῇ τόσῳ μέγα ποσὸν διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, δικαιοῦνται καὶ ἄλλα μέρη τῆς Ἐπικρατείας, πλειότερα ἴσως ἔχοντα δικαιώματα καὶ διότι παλαιότερον, οὕτως εἰπεῖν, ἀνῆκον εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἐπικράτειαν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων παλαιότερον εἶχε ληφθῆ φροντὶς περὶ αὐτῶν, διότι εἶχον κεκτημένον δικαίωμα. Διὰ τὸν βάλτον τοῦ Τρινάσου, ὁ ὁποῖος κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τριῶν, τεσσάρων δήμων, ὁ ὁποῖος καλύπτει χιλιάδας στρέμματα εὐφορωτάτων γαιῶν καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι αἰτία μολυσμάτων καὶ γενικῆς δυσπραγίας τῶν περιοίκων, ὡς διὰ τῆς ἀποξηράνσεώς του ἤθελε γίνει αἰτία εὐημερίας εἰς τέσσαρας δήμους τῶν ἐπαρχιῶν Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τὴν ἐκτέλεσιν μελετῶν καὶ τὸν σχεδιασμὸν τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποξήρανσις. Αἱ μελέται ἐγένοντο, ἡ δαπάνη προϋπελογίσθη εἰς 72,000 δρ. καὶ ἡ ἔναρξις τῆς ἐργασίας ἐπέκειτο, ὅτε, ἀποχωρησάσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ καὶ νῦν κατέχουσα αὐτήν. Τότε πᾶσα ἐργασία πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ βάλτου Τρινάσου διεκόπη καὶ ἐματαιώθη τελείως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐν τῇ γενικῇ καὶ μεγάλῃ ἐργασίᾳ, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ βεβαίως καὶ αὐτὸν διὰ τὰ Θεσσαλικὰ ἔργα, νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μεριμνήσῃ, ἂν ὄχι περὶ ἄλλου τινὸς, τοὐλάχιστον περὶ χορηγήσεως τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα διὰ νὰ μάθω καὶ ἐγὼ, εἰ δυνατὸν, τὴν αἰτίαν, δι’ ἥν τὸ ἔργον διεκόπη, διὰ νὰ μάθωσι τοῦτο καὶ οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων. Διότι φοβοῦμαι, μὴ ἡ αἰτία τῆς διακοπῆς δὲν ἦτο σοβαρὰ καὶ ἐπιτακτικὴ καὶ δὲν ἐπήγαζεν ἐξ ἀνάγκης ἀναποδράστου καὶ ὑπερτέρας, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθεν ἐξ ἀμελείας, ἄνευ πλαγίου λόγου. Πρέπει δὲ νὰ μάθωσι καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Τρινάσου καὶ τῶν πέριξ μερῶν τὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε γνωρίζουσι μόνον τὴν ἄλλην γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ αὐτῶν, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν αὐτῶν πρὸς πληρωμὴν φόρων, καὶ πάλιν φόρων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουσι καὶ τοὺς ὁποίους διὰ νὰ πληρώσωσι πωλοῦσι κτήνη καὶ κτήματα, πρέπει δ’ ἐπὶ τέλους νὰ πωληθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι!
§120ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ἀρτίως ἀπευθυνθεῖσαι πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κκ. Ὑπουργοὺς ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας, προκαλοῦσι δύο ζητήματα, ἅτινα κατ’ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἐντελῶς ἀπαρατήρητα. Καὶ πρῶτον· δύναται νομίμως ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ἀφοῦ ἱκανοποίησε τὸ κλητήριον θέσπισμα πρὸς τὸν κατηγορούμενον, νὰ ἀποσύρῃ αὐτὸ, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως; Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν ἐνταῦθα εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἔργον ἡμῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ὅπως περισταλῶσιν αἱ τυχὸν συμβαίνουσαι καταχρήσεις. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων, δὲν λέγω ὅλοι, προβαίνουσιν ἐνίοτε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζουσιν ὡς θεμιτὴν εὐκολίαν, καὶ δὲν εἰσάγουσιν ὑποθέσεις, ἀφοῦ τὰς προσδιώρισαν καὶ ἀφοῦ ἐκοινοποίησαν τὸ κλητήριον θέσπισμα πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ τὰς κλήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας. Καὶ δὲν πράττουσι τοῦτο ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν, ἀλλ’ ὑπείκοντες εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν κατηγορουμένων, ἢ μᾶλλον τῶν ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφερομένων. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῶν δημοσίων κατηγόρων καὶ Εἰσαγγελέων προφανῶς εἶναι παράνομος, καὶ διότι ὑπ’ οὐδενὸς νόμου χορηγεῖται αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἰδίως διότι προάγονται εἰς τὴν ἐνέργειάν των ταύτην ἐξ εἰσηγήσεων, τεινουσῶν νὰ ὑπηρετήσωσι κομματικὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες παρεμβαίνουσιν ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεμονωμένων καὶ ἀραιοτάτων παραδειγμάτων, ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε τόσην σπουδαιότητα, ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει ἐνίοτε εἰς εὐρυτάτας διαστάσεις, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν εἶσθε δικηγόροι, βεβαίως θὰ ἔχητε πεῖραν τῆς ἐκθέσμου ταύτης ἐνεργείας καὶ δὲν θὰ δυσκολευθῆτε νὰ συνομολογήσητε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου.
§121ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέν μοι ἀνεκοινώθη οὐδέποτε παράπονον ἐπὶ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ τῶν Εἰσαγγελέων, οὔτε οἴκοθεν γνωρίζω τι.
§122ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν, ἂν καὶ ἦναι δύσκολον, νὰ ἦσθε ὑμεῖς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀτόπου τούτου, ἀπεμακρύνθητε δὲ πολὺ ἀπὸ τὴν δικηγορικὴν ἀνάμιξιν εἰς ποινικὰς ὑποθέσεις, ὥστε θὰ ἐλησμονήσατε τὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνοντα.
§123ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐλησμόνησα ποσῶς, ἀλλὰ δέν μοι παρουσιάσθη τοιαύτη περίπτωσις.
§124ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν τὸ Μεσολόγγιον καὶ οἱ κατὰ καιροὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Πρωτοδικείου τούτου ν’ ἀποτελῶσιν ἐξαίρεσιν, ἢ κατὰ σύμπτωσιν νὰ μὴ ἔτυχε νὰ λάβητε ὑμεῖς πεῖραν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος, ὑποθέτω, ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐν τῷ δικηγορικῷ ἐπαγγέλματι θ’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου, ἠντλημένην ἐκ τῆς καθημερινῆς πείρας· σᾶς προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῶν Εἰσαγγελέων εἶναι γνωστὴ εἰς τοὺς κατηγορουμένους, τῶν ὁποίων ἡ πρώτη σκέψις, ἅμα λάβωσι τὸ κλητήριον θέσπισμα, ἐστὶν ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποσύρωσι τὴν δίκην, τὸ ὁποῖον καὶ πολλάκις κατορθόνουσιν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἀμφισβητῶμεν τὰ ἀναμφισβήτητα, καλὸν εἶναι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ λάβητε μέτρα, παραγγέλλοντες τοὺς κ. κ. Εἰσαγγελεῖς δι’ αὐστηροτάτων ἐγκυκλίων, ὅπως ἀπέχωσι τοιαύτης ἐνεργείας, μειούσης τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παραβλαπτούσης καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ὅσον οἱ μάρτυρες, οἱ κληθέντες εἰς τὴν ἀποσυρθεῖσαν δίκην, ἔρχονται πολλάκις ἐπὶ ματαίῳ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου καὶ πληρόνονται τὰ μαρτυρικά των δικαιώματα. Πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ θύρα αὕτη τῆς αὐθαιρέτου ἐνεργείας τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν· δυστυχῶς ἔχομεν τόσας ἄλλας ἀνοικτὰς, δόξᾳ τῇ ἀναμορφώσει, ἥτις ἔφερεν ἐπὶ τῆς σημαίας της ὡς σύμβολον «πόλεμος κατὰ τῆς συναλλαγῆς»,—διότι περὶ ταύτης ἀκριβῶς, κύριε Ὑπουργὲ πρόκειται. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ταμιακοῦ ὑπαλλήλου Σύρου θὰ εἴπω ὀλιγίστας λέξεις, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, οὐδὲ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος συνδέεται διὰ φιλίας ἢ συγγενείας, ὡς ἐλέχθη, μετὰ προσώπου οἰκείου τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, διότι τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ, κατ’ ἐμὲ, κεφάλαιον κατηγορίας ἐναντίον του, οὐδὲ εἶναι λόγος, νὰ κριθῶσι δυσμενέστερον αἱ πράξεις του· παντάπασι μάλιστα δὲν ἤθελον κάμει λόγον, ἐὰν δὲν ἤκουον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἰδέας τινὰς, κατ’ ἐμὲ, πολὺ ἀπεχούσας τοῦ ὀρθοῦ.
§125ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἀκαδημαϊκῶς ἐξέφρασα μίαν γνώμην.
§126ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκαδημαϊκῶς θὰ ἐκφράσω μίαν ἄλλην, ἀτυχῶς ὅμως ἀντίθετον πρὸς τὴν ἰδικήν σας. Καὶ λοιπόν. Ὅταν ὁ ταμιακὸς ὑπάλληλος εἰσπράττων χρήματα, σημειοῖ, ἐν μὲν τῷ γραμματίῳ τῆς παραλαβῆς, τῷ ἐγχειριζομένῳ πρὸς τὸν πληρώσαντα, τὸ ἀληθὲς ποσὸν, ἀναγράφῃ δὲ ἐν τῷ στελέχει διάφορον, κατώτερον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πράττει πρᾶξιν ἐντελῶς ἀθώαν καὶ ἀναξίαν βαθυτέρας ἐρεύνης.
§127ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συνέβη γραφικὸν λάθος.
§128ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ἠμπορεῖ νὰ συμβῶσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀριθμοῦ, ἀλλὰ περὶ πολλῶν ἀριθμῶν, ἀριθμητικῶς καὶ ὁλογράφως γεγραμμένων, καὶ δὲν παρατηρεῖται ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς ἓν γραμμάτιον, ἀλλ’ εἰς πλειότερα. Πῶς σᾶς φαίνεται, κύριε Φωτήλα; εἶναι πιθανὸν νὰ συνέβησαν τόσα γραφικὰ λάθη;
§129ΦΩΤΗΛΑΣ. Πιθανὸν νὰ συνέβησαν.
§130ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι ὑποστηρίζετε πράγματα ἐντελῶς ἀπίθανα. Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ὁ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ὑπάλληλος, εἰσπράξας 35,000 δρ. καὶ περὶ τούτου δοὺς ἀπόδειξιν, σημειοῖ ἐν τῷ στελέχει 30,000 μόνον, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν ὕποπτον καὶ ἄξιον ἐρεύνης.
§131ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂν δὲν ἐγένετο ἐκ δολίας προθέσεως;
§132ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, καὶ θὰ τὸ κρίνωσι τὰ Συμβούλια καὶ τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Διοίκησιν, οἰκειοποιουμένην τὰ ἔργα αὐτῶν, νὰ διϊσχυρίζηται, ὅτι ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα, ὅτι δὲν εὗρε δολίαν προαίρεσιν καὶ συνεπῶς οὔτε εἰς ἀπόλυσιν προέβη, οὐδὲ τὴν τιμωρίαν προεκάλεσεν. Ἂν ὁ ὑπάλληλος, ὁ οὕτως ὑπαιτιαζόμενος, ἐπλήρωσε τὸ προκύψαν ἔλλειμμα, τοῦτο οὐδὲν ἀποδεικνύει ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλοίμονον δὲ, ἂν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ αὕτη! ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἤθελον κάμνει καταχρήσεις ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς· διότι, ἐὰν μὲν δὲν ἀνεκαλύπτοντο, θὰ ὠφελοῦντο τὸ καταχρασθὲν ποσὸν, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, θὰ ἐπέστρεφον ὅ,τι παρανόμως ἔλαβον, μηδένα διατρέχοντες κίνδυνον. Ὁπωσδήποτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Διοίκησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, νὰ κρίνῃ αὐτὴ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, παρουσιαζούσης ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι, ἐὰν κρίνω ἔκ τινων δεδομένων, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι λειτουργεῖ εὐρυτάτη ἐγκληματικὴ βιομηχανία ἐκ μέρους τῶν ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ὑπαλλήλων, οἵτινες ἄλλα ποσὰ εἰσπράττουσι, καὶ ἄλλα ἀναγράφουσιν ἐν τῷ στελέχει. Περὶ τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐν τοῖς Δικαστηρίοις Πατρῶν, κατὰ εἰσπρακτόρων, τῶν μὲν φυγοδίκων, τῶν δὲ ὑποδίκων. Ἡ βραδύτης τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν εἰσπρακτόρων ἐνεθάῤῥυνεν αὐτοὺς εἰς πολλὰς καταχρήσεις· ἀλλὰ ποῦ ἔλεγχος καὶ ποῦ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Κύριος οἶδε, ποῖον βάθος ἀμέτρητον καταχρήσεων θὰ κρύπτηται ἐν τῇ ἀνεξελέγκτῳ σωρείᾳ τῶν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ σηπομένων βιβλίων τῶν εἰσπρακτόρων! Λάβετε πρόνοιαν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἂν καὶ ὀλίγας ἐλπίδας ἔχω, ὅτι θὰ εἰσακουσθῶ, ἀφοῦ τόση ἀπονία μᾶς κατέχει περὶ τῆς τύχης τοῦ δημοσίου χρήματος, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι κεκρυμμένη ἀλληλεγγύη καὶ ἀλληλοπροστασία ὑπάρχει μεταξὺ ἐλεγκτῶν καὶ ἐλεγχομένων. Ἡ ἀγριότης, μεθ’ ἧς εἰσπράττεται τὸ χρῆμα παρὰ τοῦ πενομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν ἀστοργίαν, ἥτις παρατηρεῖται ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτοῦ, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προξενεῖ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν.
§133Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὑπενθυμίσω παλαιὰν ἐπερώτησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὃν παρεκάλεσα νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1887. Τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, θεωρῶ λίαν σπουδαῖον, διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὁ πλοῦτος οὗτος συλλέγεται ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν πολιτῶν. Ἔχομεν ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ τί γίνεται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος. Πάντες δὲ γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοποιΐας καὶ πλησίον ἔτι τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχον παρατηρήσει ἐν τῷ προσωρινῷ Ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὅτι εἶχον ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐνῷ εὗρον, ὅτι εἶχον εἰσπραχθῆ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας 4,800,000 περίπου, καθυστεροῦνται ἑπομένως 800,000 περίπου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν τηρεῖται τὸ σύστημα τῆς χρήσεως ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ τῆς ἐνιαυσίου διαχειρίσεως, συνεισπραττομένων ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἐκ τῶν 10 μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπελόγισα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887, κατὰ τοὺς 12 μῆνας, σὺν τοῖς 10 ἑτέροις μησί, τοῖς ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἑτέρου ἔτους. Εὗρον λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνος ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι σφαλερὸν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1889 θέλει τὸ διορθώσει, εὗρον, ὅτι εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 4,714,861 δραχμαὶ, προερχόμεναι ἐκ τῶν ἑξῆς κεφαλαίων. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐξ οὗ εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ 1887 ἐκ μὲν τῶν δώδεκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως 1887 δραχ. 1,787,111:22, ἐκ δὲ τῶν δέκα τελευταίων μηνῶν τῆς χρήσεως 1886 δραχ. 393,759:46, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2,180,870:68. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 218, 087:06, ἀνήκουσι δὲ αὗται δυνάμει τοῦ νόμου ΣΚϚʹ τοῦ 1867 10% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν, ἐξ οὗ εἰσεπράχθησαν ἐκ μὲν τῶν δώδεκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως 1887 δραχ. 97,781:96, ἐκ δὲ τῶν δέκα τελευταίων τῆς χρήσεως 1886 δραχ. 126,609:80, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 224,391:76. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δραχμαὶ 25,000. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἐξ οὗ εἰσεπράχθησαν ἐκ μὲν τῶν δώδεκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως 1887 δραχ. 236,741:51, ἐκ δὲ τῶν τελευταίων δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως 1886 δραχ. 938,368:01, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 1,175,109:52. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 180,000. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἐξ οὗ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 ἐκ μὲν τῶν δώδεκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως 1887, δραχ. 72,649:77, ἐκ δὲ τῶν δέκα τελευταίων μηνῶν τῆς χρήσεως 1886 δραχ. 824,506:54, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 897,147:31. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμαὶ 89,714:73. Ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων εἰσεπράχθησαν...
§134ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι παρακαλῶ νὰ σᾶς διακόψω, διότι πρόκειται νὰ ἀναγγείλω τι σπουδαῖον. Κύριε Πρόεδρε, δυνάμει τίνος νόμου διέταξεν ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἀστυνόμοι νὰ διώξωσιν οἱ στρατιῶται τοὺς πολίτας ἐκ τοῦ περιβόλου τοῦ Βουλευτηρίου καὶ μάλιστα διὰ τρόπου ὅλως ἀτόπου καὶ ἀναρμόστου; Ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε. Δυνάμει τίνος Νόμου ἀπεπέμφθησαν οἱ πολῖται; Σεῖς ἔχετε τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν τοῦ πράγματος.
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ διατάξητε τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν ἀστυνόμον νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς πολίτας τὴν εἴσοδον εἰς τὸν περίβολον, διότι εἶναι Ἕλληνες καὶ θέλουσι νὰ γνωρίζωσι τί γίνεται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμποδίζονται μόνον νὰ εἰσέρχωνται εἰς τοὺς διαδρόμους.
§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν περίβολον ὅμως πρέπει νὰ μένωσιν ἐλεύθεροι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς τοὺς ἠμπόδισεν; Ἐγὼ δὲν ἔδωσα διαταγάς. (Θόρυβος).
§140ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολῖταί τινες συνέλαβον τὸν βουλευτὴν κ. Παπαδόπουλον ἔξωθεν τοῦ περιβόλου καὶ ἠπείλησαν αὐτόν, ὅτι θὰ τὸν δείρουν, ἐὰν δὲν μεταστῇ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§141Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμισείας ὥρας, κύριε Πρόεδρε, ἐξῆλθον εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κάμω περίπατον, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐξηρχόμην ἀπὸ τὸν περίβολον, δύο ἄνθρωποι, ἄγνωστοι εἰς ἐμὲ, ἐπετέθησαν κατ’ ἐμοῦ καὶ ἤρχισαν νὰ ὑβρίζωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐμέ· ἀλλὰ μόλις μὲ εἶδον νὰ σηκώσω τὴν ῥάβδον μου κατ’ αὐτῶν, ἔφυγον. Ἀνήγγειλα τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Ἀστυνόμον καὶ τὸν κ. Μοίραρχον, ἀλλ’ οἱ ἄγνωστοι ἐκεῖνοι εἶχον φύγει.
§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύο πολῖται, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, ἐφέρθησαν κακῶς πρὸς ἕνα Βουλευτήν. Αὐτὸ τὸ κατακρίνω, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐστηρότατα νὰ φερθῇ κατ’ αὐτῶν· διότι εἰς οὐδένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ τὴν πολιτείαν μου, παρὰ εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ὅταν κατέλθω εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται ἡ ἀστυνομία, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ὁ περίβολος τοῦ Βουλευτηρίου, ν’ ἀποβάλλῃ τοὺς πολίτας. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὸ στράτευμα, καὶ παρανόμως εὑρίσκεται ἐδῶ μέσα, ἐπέτρεψε τοιαύτην ἀταξίαν καὶ ἐννοῶ τὸν κ. Ἀργυρόπουλον....
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος δὲν ἀνεμίχθη διόλου.
§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Ἀργυρόπουλος δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν· ἀλλ’ ἀνεμίχθη ὁ κ. Στεφάνου. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ εἰσέλθωσιν οἱ πολῖται εἰς τὸν περίβολον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπταισαν, διότι ἔχουσι τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ συμμεθέξωσι μέχρι πρωΐας, ὅπου θὰ μείνωμεν ἐδῶ, τῶν γενομένων.
§145ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διότι πρὸ ὥρας, ἐν ᾧ ἐπανηρχόμην εἰς τὸ Βουλευτήριον, ὁ ἀστυνόμος Ἀλεξανδρόπουλος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ· καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον κάμει λόγον παντάπασι, διότι ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἀποκρούσω οὐχὶ τοῦ Ἀλεξανδροπούλου τὴν ἐπίθεσιν, ἀλλὰ παντὸς, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ μὲ προσβάλῃ. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ προσβάλλωσι τοὺς Βουλευτὰς, ἐπειδὴ δὲ συνέβη εἰς ἐμὲ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, ἔβαλε καὶ ὁ Ἀλεξανδρόπουλος ἀνθρώπους, διὰ νὰ προσβάλουν τὸν κ. Παπαδόπουλον, ἵνα εἴπῃ κατόπιν, ὅτι τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν.
§146ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἔναρξις διὰ τῶν εὐλόγων αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, εἶναι ἄξιον νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐγὼ, ἐπανερχόμενος πρὸ μικροῦ ἐκ τῆς οἰκίας μου, παρετήρησα, ὅτι διατελοῦμεν ἐν πολιορκίᾳ· ὁλόκληρος ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ κρατοῦσι διηνεκῶς ἐν ἀποκλεισμῷ τὸ Βουλευτήριον· ἐγὼ οὐδένα εὑρίσκω λόγον τῆς τοιαύτης ἐκτάκτου προνοίας τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Μοιραρχίας· ἡμεῖς ἐνταῦθα συζητοῦμεν ἐν ὅλῃ τῇ ἠρεμίᾳ καὶ τῇ ἡσυχίᾳ, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιτρέπομεν νὰ μᾶς φρουρῇ το-60 στρατιωτῶν, ἥτις φρουρεῖ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Κανονισμόν· δὲν βλέπω δὲ εἰς τί χρησιμεύουσιν ἐν τῇ γειτονίᾳ καὶ τὰ πέριξ τόσα ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς· τί θέλει ἐνταῦθα ὁ Μοίραρχος; πῶς ἐπιτρέπει τοῦτο ὁ Πρόεδρος; Ὁ Μοίραρχος ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἴσος, ἂν μὴ κατώτερος, παντὸς πολίτου· οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ εἰσόδου οὔτε ὁ Μοίραρχος, οὔτε ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας· ἐδῶ λειτουργεῖ ἡ ὑψίστη τοῦ Κράτους ἐξουσία, καὶ ἕκαστος πρέπει νὰ αἰσθάνηται σεβασμὸν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ αὕτη δρᾷ ὡς τοιαύτη, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς οὐδένα, οὐδὲ εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνέργειαν, μὴ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρεπομένην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, καὶ ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ἀξιῶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ οὐδεὶς στρατιώτης ἢ ἀστυνομικὸν ὄργανον εἰς τὸ προαύλειον τῆς Βουλῆς, εἴτε ὅπως ἐκδιώκῃ τοὺς πολίτας, εἴτε μή, οὔτε κἂν ὅπως ἐπιτηρῇ. Ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ ἦναι ζηλότυπος τῆς ὑψηλῆς θέσεως, εἰς ἣν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἔχει ἀνυψώσει αὐτὸν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του ὑπερηφάνως καὶ ἀξιοπρεπῶς, σώζων τὸ ἀξίωμα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιβάλλων τὸν σεβασμὸν εἰς τὰ ὄργανα τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας.
§147Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριε Πρόεδρε, ἔχετε γνῶσιν, ὅτι ἐνισχύθη ἡ φρουρὰ τῆς Βουλῆς; ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῆς ἐσωτερικῆς φρουρᾶς ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι διπλάσιος; Ποῖος διέταξε τοῦτο; Ὑμεῖς ἢ ἄλλος τις;
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ὅτε ἦλθεν ἡ φρουρὰ, διέταξα πόση νὰ ἔλθῃ, οὔτε πόση νὰ μείνῃ.
§149ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ζητήσητε λόγον, διατὶ νὰ ἔλθῃ τοσαύτη. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σας.
§150Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λοιπὸν θὰ ἤμεθα ἐν μέσῳ σιδηροῦ φράκτου, ἵνα συζητῶμεν, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους; Ὅταν αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν διέταξε τοῦτο, ὅταν αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει γνῶσιν, τίς ἄρα ἔχει γνῶσιν;....
§151ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§152Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ οὐδὲν πρὸς τοῦτο ἔχει δικαίωμα οὗτος, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι Βουλευτὴς, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι· κατὰ συνέπειαν ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ ἔρχηται ἡ κεκανονισμένη φρουρὰ ἐν τῇ Βουλῇ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόση εἶναι ἡ κεκανονισμένη;
§154Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσην εἴχετε κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας.
§155Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐδιπλασιάσθη ἡ φρουρὰ, ἐὰν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνεργηθῇ μία ἔρευνα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, θὰ εὕρωμεν 100 καπνοφάντας μὲ τὰς μαχαίρας καὶ τὰς κουμπούρας· ἐὰν δὲ ἐνόμισαν, ὅτι θέλουσιν ὑποστηρίξει τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις σκεφθῇ ἄλλο τι, πλανῶνται.
§156ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις δὲν εἶναι ἄνδρες;
§157Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύνανται νὰ ἦναι, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ καπνοφάνται εἰσέρχωνται ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ γίνωμεν ὅλοι καπνοφάνται, διότι τοιοῦτο κατήντησε τὸ Βουλευτήριον.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω τοιαῦτα παράπονα. Ἐγὼ τὴν τάξιν τὴν ἐτήρησα καὶ τὴν τηρῶ περισσότερον παντὸς ἄλλου.
§159ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐδῶ διὰ τῶν ἀνακοινώσεων, ἃς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔκαμεν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἢ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἢ ἡ Κυβέρνησις μετέρχεσθε μέσα ἀντισυνταγματικώτατα καὶ παρανομώτατα. Ἢ ἐν γνώσει ὑμῶν, ἢ ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως ἐδιπλασιάσθη πρῶτον ἡ τακτικὴ φρουρὰ, τοῦ ὁποίου σεῖς, ἀρνεῖσθε, ὅτι ἔχετε γνῶσιν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ, καὶ ἡ σιγὴ αὕτη εἶναι σιγὴ ἔνοχος· ἀφ’ ἑτέρου, πλὴν τῆς τακτικῆς φρουρᾶς, πλὴν 60 στρατιωτῶν, οἵτινες ἔρχονται καθ’ ἑκάστην ἐδῶ, δι’ ὧν πληροῦνται οἱ διάδρομοι, τὰ θεωρεῖα καὶ αἱ πέριξ ὁδοὶ πᾶσαι, πλὴν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔχει τὴν θέσιν ἀλλοῦ, νὰ γυμνάζῃ ἓν τάγμα, νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ νὰ ἐκπαιδεύῃ, πλὴν ἄλλων δύο ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δαπανῶσι καὶ σπαταλῶσι τὰς ὥρας των ἐδῶ, ἔχομεν καὶ ἑτέρους 60 στρατιώτας, καθὼς βεβαιοῦσιν ἔντιμοι συνάδελφοι. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῆς τῆς λεγομένης τακτικῆς φρουρᾶς τῆς Βουλῆς, καταπλημμυροῦσιν οἱ διάδρομοι, εἶναι πλήρη τὰ θεωρεῖα· δὲν τὸ λέγω δι’ ὅλους, ἀλλὰ πλεῖστοι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἀστυνόμοι, ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ χωροφύλακες μετημφιεσμένοι· ἀλλὰ πλὴν καὶ τούτων, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Βουλευτηρίου εὑρίσκονται πλεῖστοι ἄλλοι ὁπλοφοροῦντες καὶ θέλοντες νὰ ἐμβάλωσι τὸν φόβον. Εἶναι λοιπὸν Βουλευτήριον αὐτὸ, καὶ εἶναι λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος αὕτη; Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀρνεῖσθε, ὅτι ἔχετε γνῶσιν τούτου, ὅτι τόσοι ἀστυνόμοι, τόσοι ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, τόσοι χωροφύλακες καὶ τόσοι ἄλλοι ὁπλοφοροῦντες σᾶς περιζωννύουσιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις σιωπᾷ ἐπίσης, ἐνόχως, ἐπαναλαμβάνω! Εἷς ἐκ τῶν δύο σας ὀφείλετε νὰ ἀπολογηθῆτε δι’ αὐτὴν τὴν παραβίασιν τοῦ ὑψίστου θεσμοῦ τῆς Πολιτείας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος! Ἀλλὰ οὔτε σεῖς ὁμιλεῖτε, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ· τοῦτο εἶναι σιγὴ ἔνοχος!
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι τίποτε δὲν γνωρίζω ἐξ ὅσων λέγετε· ἡ αὐτὴ φρουρὰ, ἥτις ἤρχετο πρὶν, ἔρχεται καὶ τώρα, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐπειδὴ μένουσιν ἐπὶ πολὺν ὥραν τὴν νύκτα οἱ στρατιῶται, παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἀναπληρῶνται αἱ φυλακαί.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι σᾶς ἐπιβάλλετε τὸ καθῆκον, νὰ ἐνασκήσητε τὸ δικαίωμα, ὅπερ σᾶς χορηγεῖ ὁ Κανονισμὸς, διότι ἀληθῶς ὁ Κανονισμὸς σᾶς ἔθετο εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Βουλευτῶν. Δύο Βουλευταὶ διετύπωσαν ἐντεῦθεν παράπονα περὶ λαβουσῶν χώραν κατ’ αὐτῶν ἐπιθέσεων ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου· ὁ εἷς ἀνήκει εἰς τὴν μίαν πτέρυγα, ὁ ἕτερος εἰς τὴν ἄλλην· ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ δύο πολῖται, οἵτινες δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι βεβαίως αὔριον ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ, κατὰ τοῦ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ ἐπετέθη ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, καὶ δὴ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου! Μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶχεν ἀναγγείλει τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, εἴχετε δίκαιον ν’ ἀγνοῆτε αὐτὸ καὶ νὰ σιγᾶτε, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐν βριθούσῃ αἰθούσῃ διετύπωσε τὸ παράπονόν του, ὅτι εἷς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος ἐπετέθη κατὰ Βουλευτοῦ, νομίζω, ὅτι πρέπει, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀφήσητε τὴν ψυχραιμίαν σας, ὀφείλετε νὰ καλέσητε τὸν ἀξιωματικόν, εἰς ὃν ἀνεθέσατε τὴν φρουρὰν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ νὰ τῷ ἐπιβάλητε νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, διότι μόνον ἐκεῖνος εἶναι ἁρμόδιος νὰ συλλάβῃ τὸν ἀστυνομικὸν ὑπάλληλον καὶ νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν· διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι, ἐὰν ἐπαναληφθῇ ἡ ἐπίθεσις αὕτη ἐκ μέρους ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Βουλευτής, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ψυχραιμίαν τοῦ κ. Κρεστενίτου. Ἐγὼ πρῶτος ὑπόσχομαι, ὅτι θέλω θραύσει τὴν κεφαλὴν ὀργάνου ἀστυνομικοῦ, ὅπερ ἤθελε τολμήσει νὰ προσβάλῃ ἐμὲ, ἢ συνάδελφον.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, πρώτην ἤδη φορὰν ἀνέφερε τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως.
§163ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἤθελον τὸ ἀναφέρει, ἐὰν δὲν συνέβαινε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ κ. Παπαδοπούλου, διότι ἐγνώριζον, ὅτι, καὶ ἂν τὸ ἀνέφερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι τόσον ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἀστυνομίας, ὥστε θὰ καθιστάμην γελοῖος, ἐὰν τὸ ἀνέφερον· ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἀφοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐπετέθη ὁ ἀστυνόμος, κατόπιν, διὰ νὰ κολασθῇ τὸ πρᾶγμα, ἔβαλον δύο μετημφιεσμένους καὶ ἐπείραξαν τὸν κ. Παπαδόπουλον· γνωρίζω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὗτος ἀφ’ ὅτου ἀπεχώρησεν ἐκ τῶν Δικαστηρίων, γνωρίζει πῶς πρέπει νὰ πολιτεύηται.
§164ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι εὐθὺς, ὡς κατήγγειλε τὸ γεγονός, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ὡμίλησεν, ἀμέσως διέταξα νὰ γίνῃ ἐξέτασις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§165ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐξετάσητε.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶτε ἀπὸ ὑμᾶς νὰ προσδιορίσητε τί θὰ γίνῃ· θὰ γίνῃ ὅ,τι ὁ νόμος καὶ τὸ καθῆκόν μου ἀπαιτεῖ.
§167ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ διατάξητε νὰ προβιβασθῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας βεβαίως ἔχει ἱκανὸν θάῤῥος, διὰ νὰ μὴ δειλιᾷ πρὸ τῆς ἐπιθέσεως τῆς διαπραχθείσης ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, οὗ τὸ ὄνομα ἐμνημόνευσε, χαίρω δὲ, διότι ἔχει καὶ ἱκανὴν πεποίθησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἵνα μὴ καταδέχηται οὔτε κἄν νὰ καταγγείλῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον. Ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς ἐποιήσατο μνείαν τοῦ συμβεβηκότος, ἡ ὑπόθεσις πλέον δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τί συνέβη μεταξὺ τοῦ ἀστυνόμου καὶ αὐτοῦ.
§169ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀρχηγοῦ μου, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω ἀκριβῶς τί συνέβη. Ἐπανερχόμενος ἐκ τοῦ περιπάτου, εἰς ὃν ἐξῆλθον πρὸ δύο ὡρῶν, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ἀστυνομικὸς κλητὴρ πίπτει ἐπάνω μου, τὸν ἀπωθῶ, καὶ στρέφω πρὸς τὸν ἀστυνόμον καὶ τῷ λέγω: «ἐνώπιόν σου ἐπιτρέπεις εἰς τοὺς κλητῆρας νὰ ἐπιτίθηνται κατὰ τῶν Βουλευτῶν; ἔχω ἀρκοῦσαν συνείδησιν τῆς ἀξίας μου καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιτεθῶ κατὰ τοῦ κλητῆρος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλεις σὺ τὸν κλητῆρα αὐτὸν νὰ ἐκδιώξῃς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς»· ὁ ἀστυνόμος ἐπεκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ κλητῆρος, διότι εἶπεν, ὅτι «καλὰ ἔκαμε, διότι τί ἀναμιγνύεσαι σὺ εἰς αὐτά;» καὶ ἤρχισε μερικὰς ὁμιλίας, εἰς τὰς ὁποίας τῷ ἀπήντησα καταλλήλως καὶ ἀνεχώρησα, διότι καὶ ἀξιωματικὸς ἐλθὼν ἐπενέβη, καὶ ἠθέλησα ν’ ἀναχωρήσω, διὰ νὰ μὴ συμβοῦν περισσότερα.
§170ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ καταγγείλητε τὸν ἀξιωματικόν.
§171ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπενέβη ὑπὲρ ἐμοῦ, διότι εἶναι ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων ἀξιωματικῶν.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ὑμεῖς δὲ, κύριε Πρόεδρε, διαχειρίζεσθε ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς τὴν ἀστυνομίαν αὐτῆς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ προβῆτε εἰς ἐξέτασιν πράξεως, ἀθετησάσης τὸ πρὸς τὸν Βουλευτὴν ὀφειλόμενον σέβας ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ Βουλευτηρίου, ν’ ἀνεύρητε τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ πράξητε, ὅ,τι τὸ καθῆκον σᾶς ὑπαγορεύει.
§173ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρω ἐγὼ ἀπαντῶ, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ πράγματα, νὰ μένουν οἱ πολῖται ἐλεύθεροι ἐκεῖ, ὁπόθεν οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συμβαίνει τοῦτο. (Θορυβώδεις διάλογοι).
§175ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ καθαρίσωμεν ἓν ζήτημα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Τίς ἔχει τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς; Ἔχει αὐτὴν ἡ Βουλὴ, ἢ ἡ Ἀστυνομία τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς; Εὐθὺς, ὡς ἔχει αὐτὴν ἡ Ἀστυνομία τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, θέλομεν φέρει καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα τὴν ἡμετέραν ἀστυνομίαν· εὐθὺς ὅμως, ὡς ἔχει αὐτὴν ἡ Βουλὴ, εἶναι νομίζω ὕβρις πρὸς τὴν Βουλήν, καθ’ ἑσπέραν νὰ περιφέρωνται ἐν τοῖς διαδρόμοις οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ ἐὰν τοὐλάχιστον περιωρίζοντο ἕως ἐδῶ, νὰ διατελῶμεν ὑπὸ τὴν φρούρησιν τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, ἠθέλομεν ἐπὶ τέλους ἴσως συγκατανεύσει, διότι οὐδαμῶς λαμβάνομεν αὐτοὺς ὑπ’ ὄψει· ἀλλὰ προχωροῦσι καὶ περαιτέρω· ἄνθρωποι τῶν κατέργων, ἔχοντες ἐναντίον αὐτῶν ἀποφάσεις τῶν Κακουργιοδικῶν, φρουροῦσι παρὰ τὰς πύλας τῆς Βουλῆς, καὶ ἔνοπλοι περιφέρονται ἐν τοῖς διαδρόμοις. Ποῖοι εἶναι αὐτοί; Γνωρίζει τούτους ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι περιττὸν νὰ ὀνομάσω ἕνα πρὸς ἕνα· ἐὰν ὅμως θέλητε, δύναμαι νὰ φέρω κατάλογον αὐτῶν· γνωρίζομεν αὐτοὺς ἕνα πρὸς ἕνα, καὶ ἔχομεν σημείωσιν περὶ ἑνὸς ἑκάστου, καὶ γνωρίζομεν καὶ τὰ ἐγκλήματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποφάσεων, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν. Τί νομίζετε; ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νυκτὸς οἱ βουληφόροι εἶναι δυνατὸν νὰ φρουρῶνται ὑπὸ τοιούτων τεράτων; ἢ θέλομεν νὰ καταντήσωμεν τὸ Κοινοβούλιον ὑποδεέστερον τῶν ἀγρίων ἀγώνων τῶν ἱπποδρομίων τοῦ μεσαίωνος; Προχθὲς παρέστημεν θεαταὶ ἀπαισίου τῷ ὄντι καὶ πρωτοφανοῦς θεάματος. Καθ’ ἣν στιγμὴν συνέβη ἡ παρεξήγησις ἐκείνη ἐπὶ τοῦ Προεδρείου κατὰ τὴν διαλογὴν, περὶ ἧς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τι, διότι ἀρκετὰ ἐστηλιτεύθη, εὔζωνοι καὶ χωροφύλακες καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ παντοῖοι δολοφόνοι συνεσπειροῦντο περὶ τὴν θύραν ἐκείνην (δεικνύει τὴν παρὰ τῇ δεξιᾷ πτέρυγι θύραν), καὶ εἰσῆλθόν τινες ἐξ αὐτῶν καὶ ἔῤῥιψαν μάλιστα καὶ τὸ paravent τῆς θύρας, καὶ συνήπτετο ἓν εἶδος πάλης ἐκεῖ. Ἡμεῖς Κύριοι, νομίζομεν, ὅτι τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς ἔχει αὐτὴ ἡ Βουλή· θέλετε νὰ ἐξέλθῃ ὁμάς τις ἐντεῦθεν καὶ νὰ ἁρπάσῃ ἐκ τοῦ τραχήλου αὐτοὺς τοὺς δολοφόνους καὶ τοὺς κλητῆρας, ἵνα φέρῃ αὐτοὺς ἐδῶ; Ὑπάρχουσι συνάδελφοι, ἱκανοὶ καὶ πρὸς τοῦτο....
§176ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς ὅμως ὄχι. (Ἀντεγκλήσεις).
§177ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶσαι μετὰ τὸ γεῦμα ... Ἡμεῖς θέτομεν τὸ ζήτημα καθαρῶς· τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς θέλει ἔχει ἡ Βουλή. Ἔχομεν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς ἀντίθετον μερίδα· ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἱκανὸς νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀνέχεται ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δορυφορῆται καὶ φρουρῆται ὑπὸ τοιούτων ἀνθρώπων, θέλομεν θέσει ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα. Δὲν ἐννοοῦμεν, δυνάμει τίνος ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ ὁ ἀστυνόμος Ἀλεξανδρόπουλος παρίσταται διαρκῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν ἐννοοῦμεν, δυνάμει τίνος δικαιώματος οἱ φουστανελλοφόροι εὔζωνοι εἰσῆλθον προχθὲς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν ἐννοοῦμεν, δυνάμει τίνος ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ ὁ ἀστυνόμος Ἀλεξανδρόπουλος καὶ παντοῖοι ἄλλοι ἀστυνόμοι περιφέρονται διαρκῶς ἔξωθεν τῆς αἰθούσης ταύτης, καπνίζοντες, καὶ ἀσχημονοῦντες, καὶ ὑβρίζοντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ κατὰ ἄτομα καὶ ὡς ὅλον. Ἐὰν πρόκηται περὶ πράξεων ἐκτὸς τοῦ νόμου, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ ἐνεργήσωμεν αὐτάς· περιορίσθητε λοιπὸν ἐντὸς τῶν νόμων, ἀποδώσετε εἰς ἡμᾶς τὸν σεβασμὸν, ὃν ἡμεῖς θέλομεν καὶ ὑποχρεούμεθα ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ μὴ πιστεύετε ποτὲ, ὅτι συγκεντροῦντες ἐκεῖ ἐπάνω πολλοὺς ἐκ τῶν καπνοκοπτηρίων Ἀθηνῶν, ὧν τὸ προσωπικὸν αὐξάνετε ὁσάκις ἐνεργοῦνται ἐκλογαὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ὁσάκις συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, μὴ πιστεύητε, ὅτι, παραγεμίζοντες τὰ ἀκροατήρια δι’ ἐγκαθέτων, δύνασθε νὰ ταράξητε τὴν τάξιν, διότι ἀμέσως θέλουσι λάβει οὗτοι τὰ ἀντίποινα τῆς κακίας αὐτῶν. Μὴ νομίζετε, ὅτι καθιστῶντες τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς αὐλὴν τμήματος ἀστυνομικοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλητε τοὺς ὅρους τῆς συζητήσεως.
§178ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδῶ παρουσιάζεται γεγονὸς σπουδαιότατον· οἱ διάδρομοι ἔξω εἶναι πλήρεις κλητήρων ἀστυνομικῶν καὶ χωροφυλάκων. Ἐν ὑπάρχῃ κίνδυνός τις, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ προλάβῃ διὰ τῆς Ἀστυνομίας, ὀφείλετε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίζητε τοῦτο πρῶτος, ἐὰν δὲ τοιοῦτόν τι δὲν ὑφίσταται, ὀφείλετε ὑμεῖς νὰ ἀποβάλητε τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας καὶ τοὺς ἀστυνόμους, τοὺς περιφερομένους ἐν τοῖς διαδρόμοις ...
§179ΤΙΝΕΣ. Τὰ εἴπετε αὐτά.
§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ εἴπομεν, ἀλλ’ ἀδιαφορεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐνῷ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος, καθήμενος ἐνταῦθα, δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τί συμβαίνει ἔξω· θὰ ἐξετάσω, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐφαρμόσω πληρέστατα τὸν Κανονισμόν, ὅπως μέχρι τοῦδε ἐγίνετο καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμὴ παραπόνου.
§182ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐξετάσητε ἀμέσως.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐλεύθερον τὸ προαύλιον. Σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἐλεύθερον, καὶ ἡ θύρα ἐπίσης εἶναι ἐλευθέρα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ λαβὸν χώραν μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἑνὸς ἀστυνόμου, θὰ ἐξετάσω.
§185ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὴν λέξιν «μεταξύ» ν’ ἀφαιρέσητε παρακαλῶ· δὲν συνέβη τίποτε μεταξὺ συναδέλφου καὶ ἀστυνόμου. Τὸν ἀστυνόμον μόνον ν’ ἀναφέρητε.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών μου.
§187Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἐλέχθησαν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξέλθητε εἰς τὸν διάδρομον καὶ θὰ ἰδῆτε σῶμα σπείρας ἀστυνομικῆς καὶ χωροφυλακῆς. Αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τὸ περιορίσητε. Μάλιστα μίαν ἑσπέραν, εἷς λοχίας Μαρούλης, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὸν κ. Τρικούπην, ἐκάθητο εἰς τὴν σόμπαν τῆς αἰθούσης ἐκεῖ κάτω, καὶ ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ μίαν μαχαίραν· εἶπον δὲ τοῦτο εἰς τὸν ταγματάρχην κ. Ἀργυρόπουλον...
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν εἴδετε ἰδίοις ὄμμασιν ἐδῶ μὲ στολήν;
§189ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι μὲ στολὴν, μετημφιεσμένον· καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν ἐκάθητο εἷς ἀκόλουθος τοῦ κ. Δραγούμη. Βεβαίως ὁ κ. Δραγούμης εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ ἀκόλουθοί του εἶναι διπλωμάται καὶ κάθηνται ἐκεῖ.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ μένωσιν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι καθιερωμένον ἀπὸ πρίν.
§191Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ κλητῆρος, ὅστις εἶναι ἀκόλουθος τοῦ κ. Δραγούμη, σωματοφύλαξ δηλαδή.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λέγετε πράγματα ἀνύπαρκτα.
§193ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι πλέον ἢ βεβαιωμένον, ὅτι ἔλαβε χώραν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀνεξέλεγκτον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν, πρὸς τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας, διὰ νὰ ἐξετάσητε σεῖς, καὶ διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κἀνὲν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι βάνδαλον, νὰ ἐπιτίθηται κατὰ Βουλευτοῦ. Λοιπὸν ὑποβάλλω πρότασιν διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ ¼, διὰ νὰ ἐξετάσητε ὑμεῖς, τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι αὔριον, ἐὰν δὲν ἐξετασθῇ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον, καὶ ἂν πεισθῶμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς ἀπέναντι τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, δὲν θὰ ἔλθωμεν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασίν σας τὴν ὑποστηρίζουν καὶ ἄλλοι;
§195ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
§196ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ συμβεβηκότος, γενομένου ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ γενομένου κατὰ συναδέλφου σας καὶ συμπολίτου σας, ὀφείλετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐγερθῆτε τῆς θέσεώς σας καὶ νὰ ἐξετάσητε. Ἐν ὅσῳ ὅμως λέγετε, ὅτι αὔριον ἠμπορεῖτε νὰ πληροφορηθῆτε, αὔριον εἶναι ἁρμόδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται τὴν διακοπὴν ἐπί τινα λεπτά.
§198ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεως, διότι πρότασιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας θὰ τὴν ψηφίσω, προκειμένου περὶ ἐξυβρίσεως Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διακοπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§200ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κάμετέ την μόνος σας τὴν διακοπήν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ· ἐγὼ εἶμαι ὄργανον τῆς Βουλῆς.
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶσθε ὑμεῖς ὁ ἁρμόδιος.
§204ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἀνηγγέλθησαν τὰ κατὰ τὸν κ. Κρεστενίτην, δὲν ἐπρόκειτο πλέον οὔτε περὶ ἡμῶν, οὔτε περὶ τοῦ κ. Κρεστενίτου. Ἐπρόκειτο περὶ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος. Χάριν λοιπὸν τῆς Βουλῆς, σεῖς ἠδύνασθε, καὶ ὠφείλατε μάλιστα, νὰ διακόψητε ἀμέσως τὴν συνεδρίασιν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὤφειλον εἰς καμμίαν περίπτωσιν νὰ πράξω τοῦτο. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας.
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀντ. Ρικάκης | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ν. Κουμανιώτης | Ν |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ο |
| Γεώργιος Μίλησης | Ο | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ἰωάννης Πεζᾶς | Ο | |
| Γεώργιος Κούστας | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | |
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Βασίλειος Βουδούρης | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Διον. Λομβάρδος | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Κωνστ. Βασιλάκης | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Νικόλαος Βασιλάκης | Ν |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν | Σπυρ. Ἀλαμάνος | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Θεόφιλος Προβατᾶς | |
| Παναγιώτης Μανέτας | Ο | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ο |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ν |
| Δ. Ζέγγελης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | ||
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν | Νικόλ. Βαλσαμάκης | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Γεράσιμος Μουσούρης | ||
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Παναγ. Βενιεράτος | Ο |
| Γεώργιος Χ. Παχὺς | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Γεώργιος Κόρπας | |
| Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ν | Στέφανος Σκουλούδης | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο |
| Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ν | Νικόλαος Νομικός | Ο |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γεώργιος Μπούμπουρας | |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Δημοσθένης Καΐρης | Ο |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γεώργιος Δρόσος | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Νικόλαος Κρίσπης | ||
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | ||
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Λεων. Καπετανάκος | Ν | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ο |
| Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Δημήτριος Κάρτσωνας | |
| Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ο |
| Ἰωάν. Καρτάλης | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Εὐάγ. Σταμούλης | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Ν. Κοκωσλῆς | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | Γ. Τάκης | |
| Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν |
| Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Ν | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | |
| Δημήτριος Τζάνες | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Γεώργ. Λιδωρίκης | Ο |
| Παναγιώτης Σάκκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Νικόλαος Παπαλέξης | Ο | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο |
| Νικόλαος Μισυρλῆς | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| Ν. Καράπαυλος | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | Ν |
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 116. Ἐκ τούτων 42 εἶπον Ναὶ καὶ 74 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12½ τοῦ μεσονυκτίου.