1888.11.29
2.130 στίχοι · 16.570 λέξεις · 163 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27.
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1888.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ σχολάρχης Ἀθανάσιος Πετρίδης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ συνδρομὴν ἐκ χιλίων δραχμῶν πρὸς ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ φιλοπονηθείσης ἱστορίας τῆς πόλεως «Μοραίας», ἐξ ἧς προέκυψεν ὁ Μωργιᾶς.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§3ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅπως λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλὰ πρὸ πάσης ἀποφάσεως δέον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὸ χειρόγραφον τῆς ἱστορίας ταύτης, καὶ ἐὰν τὸ ἔργον ἦναι ἄξιον λόγου, τότε νομίζω, ὅτι ἡ ζητουμένη συνδρομὴ εἶναι μικρὰ, ἀπέναντι τῆς μεγάλης ὠφελείας, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης, ἐὰν ὅμως τὸ ἔργον ἦναι ἀπὸ τὰ συνήθη, τότε ἂς ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὰ δέοντα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Βασιλικὴ Ι. Οἰκονόμου, θυγάτηρ τοῦ ἐξ Ὕδρας Ἀναστασίου Τσαμαδοῦ, δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ μηνιαίαν σύνταξιν, πρὸς συντήρησιν ἑαυτῆς τε καὶ τῶν τεσσάρων θυγατέρων της.
§5ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνόμισα, ὅτι καὶ αὖθις ἔχω καθῆκον νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ ἐπαναλάβω τὴν πρότασίν μου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἤδη τὴν εἰσάγω τροποποιημένην, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἅμα τυπωθῇ, νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Νομίζω, ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος, καθ’ ὃν, ὅπως εἰσάγεται ἡ πρότασις, μὲ μεγάλας καὶ λίαν δεδικαιολογημένας περιστολὰς, ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 82).
§8ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἑξῆς θεμάτων. Πόσον ποσὸν ἐβεβαιώθη, πόσον δὲ εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἐν ταῖς δύο ἐπαρχίαις Γυθείου καὶ Οἰτύλου κατὰ τὰ ἔτη 1886 καὶ 1887, ἰδιαιτέρως δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν καὶ δι’ ἕκαστον ἔτος. Ἐπίσης πόσον ποσὸν ἐβεβαιώθη καὶ πόσον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τὰς δύο ταύτας ἐπαρχίας καὶ κατὰ τὰς δύο χρήσεις τῶν ἐτῶν 1886 καὶ 1887, ἰδιαιτέρως δι’ ἑκατέραν, καὶ εἰδικῶς πόσον ποσὸν ἐβεβαιώθη καὶ πόσον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν ἀγωγέων, καραγωγέων καὶ ἁμαξηλατῶν τῶν ἰδίων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἰδίων ἐτῶν, διακεκριμένως δι’ ἕκαστον ἔτος καὶ δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν. Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ, τὰς διατυπῶ καὶ ἐγγράφως καὶ τὰς καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σήμερον ἔλαβον ἀντίγραφον τηλεγραφήματος, ἀποσταλέντος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρ’ ἑνὸς συμπολίτου μου, τοῦ Τρύφωνος Μπεβερέκη, δι’ οὗ ἐκτραγῳδοῦνται ὄργια τοῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος, δῃώσαντος τὴν οἰκίαν του καὶ κακοποιήσαντος δεινῶς τὴν σύζυγόν του. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἀποτελούντων τὸ ἀπόσπασμα, διότι τοιαύτη κατάστασις εἶναι οἰκτρά.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλάβομεν πρὸ δύο ἡμερῶν τηλεγράφημα, ὅμοιον πρὸς τὸ ἀνακοινωθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐζητήσαμεν πληροφορίας. Ἐὰν ἐγένοντο τὰ καταγγελλόμενα, ὅπως παρεστήθησαν, θὰ ληφθῶσιν αὐστηρότατα μέτρα· ἐὰν πάλιν οὐδόλως ἐγένοντο, ἢ ἐγένοντο ἄλλως ἢ ὡς παρεστήθησαν, θὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι πληροφορηθῶ περὶ τούτου καὶ τὰ τυχὸν ἐνεργηθησόμενα.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον κάμει μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγομένην, ὄχι εἰς λόγους κομματικούς, ἀλλ’ εἰς λόγους συγκοινωνίας, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγρὸν ἠγόρασε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς τὴν ἐκάμετε.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τρεῖς ἡμέραι, καὶ ὅμως ἡ ἐργασία προοδεύει ἐκεῖ· θέλω νὰ μάθω τοὐλάχιστον, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ γνῶμαί μου, αἵτινες ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, θὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων· διότι κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ὑπηρετηθῶσι καὶ αἱ δύο ἐπαρχίαι.
§14ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν πληροφορίαν. Γνωρίζω, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐγένετο μελέτη περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ δυτικοῦ τείχους τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἀλλ’ ὅμως ἔχω ἐπιστολὰς, δι’ ὧν μοὶ λέγουν, ὅτι ὁ Νέδας, παραῤῥέων τῇ πόλει χείμαῤῥος, κατέστρεψε τὰ πάντα ἐκεῖθεν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἡ διαταχθεῖσα μελέτη ποῦ ἀπέβη, τί ἀπέγεινεν; Ἔμαθον, μεταβὰς εἰς τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι διετάχθη νὰ γίνῃ ὁ τοῖχος δι’ ὀγκολίθων· ἤδη ἐρωτῶ, ποῦ θέλουσι τεθῇ οἱ ὀγκόλιθοι οὗτοι καὶ τίνι τρόπῳ κατασκευασθήσονται; ἢ μήτοι εἶναι ἐκ τῶν λίθων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξάγει τὸ λατομεῖον, τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος προωρισμένον; Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον. Εἶχον μάθει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συντρέξῃ τὸν Δῆμον εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀδιαφορία τῶν ἰθυνόντων τὴν τοπικὴν ἀρχὴν εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ αἱ καλαὶ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνέργειαι ναυαγοῦσιν. Ἤδη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐναπομένει νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, θὰ γίνῃ τὸ τεῖχος διὰ τῶν ὀγκολίθων, ἢ θὰ ἀφεθῇ ὁ χείμαῤῥος ἐκεῖνος νὰ καταστρέψῃ τὸ πᾶν; Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, τί θὰ κάμῃ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον; Ἐφέτος ὁ ποταμὸς κατῆλθε φοβερὸς καὶ δὲν ἀφῆκεν οὔτε δένδρον, οὔτε οἰκίαν, οὔτε τίποτε.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰδοποιηθῇ, ὅπως προσέλθῃ, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπερωτήσεις μας καὶ ἀπαντήσῃ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγορᾶς καὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26,000,000. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς δανείων χρεωλυτικῶν εἰς πάγια. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται).
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ Τράπεζα παραιτεῖται τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραχωρηθῆ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ χρεωλυτικῶν μετατρέπονται εἰς πάγια. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι τῳόντι λίαν εὐχάριστον, διότι, ὡς παρέστησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναβιβάζει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν τάξιν τῶν πρώτων Κρατῶν. Ἐῤῥήθη καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανείζωνται, διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας· ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δανείζονται ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν ἐγγυήσει καὶ χωρὶς νὰ δίδωσιν οὐδεμίαν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστάς· εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν χαίρουσι πολλὴν πίστιν, καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανειστῶν ὁρίζουσι πρόσοδον, ἢ προσόδους τινὰς, τὰς ὁποίας ὅμως εἰσπράττουσι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν ὀργάνων καὶ καταθέτουσιν εἰς τὰ πιστωτικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· ὑπάρχει δὲ καὶ τρίτη τάξις Ἐπικρατειῶν, τῶν ὁποίων ἡ πίστις εἶναι πολὺ μικρὰ, καὶ αὗται ἀναγκάζονται, ὄχι μόνον νὰ προσφέρωσιν ὡρισμένας προσόδους εἰς ἐγγύησιν, ἀλλὰ νὰ παραχωρῶσι καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τούτων εἰς τοὺς δανειστάς. Ἡ Ἑλλὰς μέχρι τινὸς ὑπήγετο εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν· συνωμολόγει δάνεια ἐπὶ ἐγγυήσει προσόδων, τὰς ὁποίας ὅμως εἰσέπραττον τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου· ἐσχάτως ὅμως εἶχε καταβιβασθῆ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, διότι, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἠναγκάσθη, ὄχι μόνον νὰ ὁρίσῃ πρὸς ἀσφάλειαν τὰς προσόδους τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ παραχωρήσῃ καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τούτων εἰς τοὺς δανειστάς· ἐὰν δὲ ἀληθεύῃ τὸ πολλάκις λεχθὲν ἐνταῦθα, διὰ τοῦ δανείου τούτου ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νέα τάξις, πολὺ ὑποδεεστέρα τῆς τρίτης τάξεως, διότι ἐῤῥήθη, ὅτι πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου ἠναγκάσθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν πλοίων· ἀλλὰ περὶ τούτου οὐ τοῦ παρόντος. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ μετέβημεν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, καὶ ἴσως ἴσως ἐδημιουργήθη δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ μία τάξις, τέως ἄγνωστος εἰς τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας, αἴφνης εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἀντίθετον σημεῖον, ἀναβαίνομεν ἀκόμη ὑψηλότερα ἀφ’ ὅ,τι ἤμεθα πρότερον, φθάνομεν δηλαδὴ εἰς τὴν τάξιν τῶν πρώτων Ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι δανείζονται ἄνευ ἐγγυήσεων. Τῷ ὄντι τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, εἶναι πολὺ εὐχάριστον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικόν. Ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία γίνεται, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, διότι αἱ ἐγγυήσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων παραιτεῖται ἡ Τράπεζα, ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Τραπέζης καὶ ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου καταργεῖται ἡ πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου· καὶ περὶ τούτου δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ἐγγυήσεις. Διὰ τὸ ἓν τῶν δανείων εἶχε προσφέρει τὸ Δημόσιον εἰς ἐγγύησιν τὰ ὀφειλόμενα ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀπὸ φόρους καὶ ἄλλα δικαιώματα. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τί πληρόνει ἡ Τράπεζα κατ’ ἔτος διὰ φόρους, διὰ χαρτόσημα, διὰ τὰς οἰκοδομάς, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς αὐξάνει ὁσημέραι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ, διὰ νὰ ἀπαρτίσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ ἑνὸς δανείου τῶν 9,000,000, ὥστε πραγματικῶς δὲν κάμνει οὐδεμίαν παραίτησιν ἡ Τράπεζα, διότι βεβαίως, ἀφοῦ ὀφείλει αὐτὰ τὰ ποσὰ, δὲν θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ μεταχειρισθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον δάνειον, τῶν 20,000,000, αὐτὸ οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἔχει, παρὰ τὸ ἔσοδον τῆς ὁδοποιίας· ἀλλὰ καὶ καταργουμένης τῆς ἐγγυήσεως, κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιίας εἰσέρχονται πάντοτε εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅλα τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιίας ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ παραδίδῃ εἰς τὴν Τράπεζαν· ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἔχει ἀνὰ χεῖρας τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐννοεῖται, ὅτι δύναται ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν νὰ κρατῇ πᾶν ὅ,τι τῇ ἀναγκαιοῖ, διὰ νὰ ἐνεργῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων αὐτῶν. Ἐν τούτοις τὴν παραίτησιν ἢ παραχώρησιν ταύτην ἰδοὺ πῶς παριστᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, (ἀναγινώσκει). «Ἡ τελευταία παραχώρησις, γενομένη ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐγχωρίου πιστωτικοῦ Καταστήματος, ὅπερ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὸ ἀξιόχρεων τοῦ Κράτους, εἶναι πολύτιμον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἀμέσως ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἐπὶ ἄλλων σχετικῶν πράξεων, μετὰ ξένων συναφθεισῶν καὶ ὑποβαλλομένων μετὰ τῆς παρούσης». Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς παράδειγμα ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζει, ὅτι θέλουσι μιμηθῆ ἄλλοι, δὲν τὸ μιμεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι, καθ’ ἣν ἡμέραν συνωμολόγει τὴν σύμβασιν αὐτὴν διὰ τῆς ὁποίας παραιτεῖται τῶν ἐγγυήσεων, συνωμολόγησεν ἑτέραν σύμβασιν περὶ μετατροπῆς ἄλλου δανείου, καὶ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ διατηρεῖ τὰς ἐγγυήσεις. Ἐὰν λοιπὸν τῷ ὄντι εἶχε φθάσει ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς ὃ σημεῖον παριστάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρώτη ἡ Τράπεζα ἤθελε παραιτηθῆ ἀπὸ πάσης ἐγγυήσεως, ἀλλ’ αὕτη παραιτεῖται ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις τῶν δανείων, ἃς προανέφερον, καὶ κρατεῖ τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὸ ἕτερον δάνειον, τὸ δάνειον τῶν 26,000,000. Διατὶ πράττει τοῦτο; Διότι αἱ μὲν ἐγγυήσεις τῶν δανείων τῶν 9 καὶ 20 ἑκατομμυρίων, καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι πραγματικαὶ, εἶναι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας καὶ παραιτουμένη δύναται νὰ τὰς ἔχῃ, ἡ ἐγγύησις ὅμως, ἡ ὡρισμένη διὰ τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, εἶναι ἐγγύησις πραγματική, διότι αὕτη συνίσταται εἰς τελωνειακὰς προσόδους, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεοι οἱ τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι, ἐπὶ ἀπειλῇ ποινικῆς καταδιώξεως, νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν. Αὐτὸ εἶναι πραγματικὴ ἐγγύησις, καὶ βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τῶν πραγματικῶν ἐγγυήσεων δὲν παραιτεῖται· ὥστε, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχω νὰ κατακρίνω τίποτε, θέλω μόνον νὰ παραστήσω, ὅτι ἡ παραίτησις, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, δὲν ἔχει πολλὴν ἀξίαν. Ἐλπίζω, ὅτι μὲ τὸν καιρὸν ἴσως καὶ ἡ Τράπεζα καὶ ἄλλοι θὰ ἀποφασίσουν νὰ μᾶς δανείζωσιν ἄνευ ἐγγυήσεων, ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως τοῦτο δὲν ἐγένετο.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὡς βεβαιοῖ, οὐδένα σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπικρίνῃ ἢ νὰ κατακρίνῃ τὰ ἐν τῇ συμβάσει, ἀλλὰ μόνον ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα παραστήσῃ πράγματα μὴ ἀκριβῆ, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλους πρὸς κατάκρισιν τῆς συμβάσεως. Τίνα δὲ τὰ μὴ ἀκριβῆ; Ὅτι καὶ μετὰ τὰς συμβάσεις ταύτας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καίτοι δι’ αὐτῶν παρῃτήθη τῶν ἐγγυήσεων, θέλει ἐξακολουθήσει κατέχουσα τὰς τέως ὑπεγγύους προσόδους, οὐχὶ πλέον λόγῳ τοῦ ὑπεγγύου, ἀλλ’ ὡς κάτοχος τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ, καὶ ἂν οὕτως εἶχεν, ἡ κατοχὴ θὰ μετέβαλλε χαρακτῆρα, διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε κατεῖχεν ἡ Τράπεζα τὰς προσόδους ἰδίῳ δικαιώματι, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐγγυήσεως θὰ κατεῖχε κατ’ ἐντολὴν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἐθεωρεῖτο συμφέρουσα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἡ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατάθεσις τοῦ χρήματος. Οὐδεμία ὑπάρχει σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, παρέχουσα αὐτῇ τὸ δικαίωμα, ἵν’ ἀπαιτῇ, ὅπως παρ’ αὐτῇ κατατίθηνται τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἔσοδα. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ χάριν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὰ τῆς φυλάξεως τοῦ χρήματος αὐτοῦ διὰ καταθέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἀλλὰ τὸν κανονισμὸν τοῦτον ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ, καὶ πράγματι μετέβαλεν αὐτὸν, ὅπερ διέλαθε τὸν κ. Βουλευτήν· διότι, ἐνόσῳ ὑφίστατο ἡ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν σύμβασις περὶ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, ἡ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας μεταβολὴ τῶν χάριν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κεκανονισμένων οὐδαμῶς ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὰς ἐκ τοῦ ὑπεγγύου τῶν προσόδων ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἤδη, καταργηθείσης τῆς ἐγγυήσεως, ἡ διάταξις τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, ἡ μετενεγκοῦσα ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸ Κεντρικὸν καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, λαμβάνει τὴν πλήρη αὑτῆς ἐφαρμογήν. Τοῦτο κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν· τοῦτο κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν καθιστᾷ ἐλευθέρας δεσμῶν τὰς προσόδους τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπειδὴ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ὑπεγγύου τῶν προσόδων εἰς τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, συνδυαζομένη μάλιστα πρὸς τὸν νόμον τοῦ Δεκεμβρίου 1887, λύει τὰ δεσμὰ τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν μὴ εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ τὸν νόμον τοῦ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, τὸν διατρανοῦντα τὸ ἀνυπόστατον τῶν συμπερασμάτων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, δὲν θὰ ἐδίσταζε νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐλευθερωθείσας τὰς τέως ὑπεγγύους προσόδους διὰ τῆς συμβάσεως, ἧς ζητεῖται παρ’ ὑμῶν ἡ κύρωσις, καὶ ἑπομένως, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας θὰ ἦναι ἀπηλλαγμένον τῶν ἐγγυήσεων πραγματικῶς καὶ οὐχὶ μόνον κατὰ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ περὶ τῶν συμβάσεων τούτων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἀνατρέξῃ εἰς προηγούμενα καὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς συμβάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, παριστῶν, ὅτι, ἐὰν τώρα ἐπετύχομεν τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεων, καταταττουσῶν τὴν Ἑλλάδα ὡς πρὸς τὰ τῶν δανείων μεταξὺ τῶν ἐμπεδούντων τὰ τῆς πίστεως Ἐθνῶν, δι’ ἐκείνης τῆς συμβάσεως τοὐναντίον εἴχομεν τάξει τὸ Ἔθνος εἰς βαθμίδα κατωτέραν καὶ τῆς εἰς ἣν ἦτο τεταγμένον διὰ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας τυχὸν εἶχεν ὑπογράψει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Συμβάσεις μονοπωλείων συνωμολόγησαν καὶ Κράτη, εἰς ὧν τὴν παράλληλον δὲν ἐξικνούμεθα ἔτι οἰκονομικῶς. Ἡ Ἰταλία δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο προσβλητικὸν δι’ αὐτὴν νὰ συνάψῃ δάνειον μονοπωλείου. Ἐν ᾧ εἶχε καὶ δάνεια ἄνευ μονοπωλείων καὶ δάνεια ἄνευ ἐγγυήσεως, ἐπειδὴ ὅμως τῇ προσηνέχθησαν ὅροι συμφερώτεροι διὰ δάνειον μονοπωλείου, συνῆψε καὶ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρει, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τῶν μονοπωλείων δὲν ἀπεκτήσαμεν ὅρους, ἐπαρκῶς βελτίονας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ἄνευ τῶν μονοπωλείων καὶ ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος, ἐφ’ οἷς εἶπεν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἐφαίνετο ἀνεπίτευκτος ἡ πραγματοποίησις δανείου ἔστω καὶ μικροῦ, ἐπετύχομεν διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλείων τὴν πραγματοποίησιν δανείου, ἐπειγούσης ἀνάγκης ἐπὶ ὅροις, οὓς οὐδέποτε ἄλλοτε εἴχομεν ἐπιτύχει, καὶ ἄνευ προμηθείας, ἢ ἄλλου ἐξόδου οἱουδήποτε, ὅλως ἄσκοπα ὑπῆρξαν τὰ ῥηθέντα. Ἤδη προτείνομεν τὴν ἐπικύρωσιν συμβάσεων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καταργουσῶν τὰς ὑφισταμένας ὑπὲρ τῶν δανείων τῶν 20 καὶ τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἐγγυήσεις. Διὰ τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν ἡ Τράπεζα ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Πολιτείαν, ἐπειδὴ δὲ οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ συναλλαττόμενοι πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πολὺ ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς γνώμης αὐτῆς, εἶναι πιθανὸν, ὅτι θέλουσιν ἐκ τούτου παρακινηθῆ, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι συνομολογήσωσι τοιαύτας συμφωνίας. Εἴδομεν δὲ τούτου ἀπαρχήν· διότι πρῶτον ἤδη συνήψαμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ προσωρινὸν δάνειον ἄνευ ἐνεχυριάσεως τίτλων, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐγγυήσεως· τὸ δάνειον τὸ προσωρινὸν τῶν 400,000 λιρῶν συνάπτεται δι’ ἁπλῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν τοῦ Δημοσίου, ὅπως συνάπτονται δάνεια παρὰ τῶν Κρατῶν, τῶν ἐχόντων ἑδραίαν τὴν πίστιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη καὶ ἕτερόν τι, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν τρέφει τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκινδυνεύομεν νὰ παραστήσωμεν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅτι τρέφει αὕτη πρὸς τὸ Δημόσιον. Εἶπεν, ὅτι συγχρόνως μετὰ τῶν συμβάσεων περὶ τῶν δανείων τῶν 20 καὶ τῶν 9 ἑκατομ. ὑπεγράφη καὶ ἄλλη σύμβασις, ἐν ᾗ δὲν ἔδειξεν ἡ Τράπεζα τὴν αὐτὴν πρὸς τό Δημόσιον πεποίθησιν, διότι ἐν ταύτῃ ἐζήτησεν ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, παρακολουθῶν τὰ γενόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, καλῶς γινώσκει, ὅτι τὰ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 εἶναι προγενέστερα καὶ ὅτι τὰ τῶν δανείων τῶν 20 καὶ τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἀποτελοῦσι πρόοδον ἐπὶ τῶν συμπεφωνημένων ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἰδίας ἡμέρας εἶναι αἱ συμβάσεις;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς αὐτῆς ἡμέρας εἶναι αἱ συμβάσεις· ἀλλ’ ἦσθε παρών, ὅτε εἰσηγησάμην τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔκτοτε ἀνήγγειλα τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ὡς ὑπογεγραμμένης. Κατόπιν ἐτροποποιήσαμεν διατάξεις τινὰς αὐτῆς, εἰς τὰς λεπτομερείας ἀναγομένας, διατηρήσαντες ὅμως ἀθίκτους τὰς βάσεις. Χάριν τῶν μεταβολῶν τούτων ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὑπεγράψαμεν νέαν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, φέρουσαν ἡμερομηνίαν, ἐξ ἧς ἐπωφελεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐχὶ ἵνα κατακρίνῃ, ἄπαγε! τὰ ἐνεργηθέντα, ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ δυσανασχετῶν τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μαρτυρούσας κατάστασιν δυσάρεστον. Τὸ δυσαρεστοῦν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐν ταῖς προκειμέναις συμβάσεσιν εἶναι τὸ δι’ αὐτῶν διατρανούμενον μέγα ἐπὶ τὰ πρόσω βῆμα τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον. (Ἀναγινώσκεται).
§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4ου, προκειμένου περὶ τῆς ἐν μέρει ἐξοφλήσεως, δὲν ὁρίζεται ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει γενῆ ἡ ἐν μέρει πληρωμὴ, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Δὲν νομίζετε καλὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ τῆς ἐν μέρει πληρωμῆς παρέχουσι δικαίωμα τῇ Κυβερνήσει, ὅπερ δὲν θὰ εἶχεν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἐὰν μὴ ἀνεγράφετο ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ δανείων νὰ προσκαλέσῃ τὸν δανειστὴν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἐξόφλησιν, ἀλλὰ πρέπει ἡ πρόσκλησις νὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ ὅλον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ὅλον, πρέπει νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ τοιαύτης ἐνεργείας, ἕως οὗ ἀποκτήσῃ τὴν ἱκανότητα. Ἤδη ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπετύχομεν παρ’ αὐτῆς, ὅπως αὕτη ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξόφλησιν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχῃ τὸ Δημόσιον διαθέσιμον χρῆμα, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν· περιλαμβάνομεν ἄρα ἐν τῇ συμβάσει διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα παραιτεῖ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξοφλήσῃ ὁλοσχερῶς τὸ δάνειον ἢ νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ πάσης ἀναγκαστικῆς ἐξοφλήσεως. Περὶ τούτου καὶ μόνον πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῶν κειμένων.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Μένει ἐν ἰσχύει ἡ παλαιὰ σύμβασις ὡς ἦτο; δηλαδή, ὡς ἐγίνετο ἡ πληρωμὴ κατὰ τὸ παρελθὸν, θὰ γίνηται καὶ εἰς τὸ μέλλον; ἤτοι διὰ κληρώσεως θὰ πληρόνωμεν τὰς μετοχάς;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ χρεωλυτικῆς δόσεως. Ταῦτα ἦσαν κεκανονισμένα διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου καὶ τῶν προηγουμένων συμβάσεων. Αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις καταργοῦνται, χρεωλύσιον δὲν ὑπάρχει, μένει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐξοφλήσῃ τὰς ὁμολογίας. Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο ὑφίστατο ὑπὸ ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ὁλοσχεροῦς τῆς ἐξοφλήσεως· ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκολίαν, νὰ δύναται νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἔστω καὶ πρὸς μερικὴν ἐξόφλησιν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ ὁλικὴ ἐξόφλησις, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς θὰ γίνηται καὶ ἡ μερικὴ ἐξόφλησις.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ἐφ’ ὅσον αἱ ὁμολογίαι μένουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν· ἐὰν αἱ ὁμολογίαι κυκλοφορήσωσι, πῶς θὰ γίνηται ἡ ἐν μέρει ἐξόφλησις;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν αἱ ὁμολογίαι κυκλοφορήσωσι, θὰ κυκλοφορήσωσι κατόπιν τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως, ἑπομένως οἱ ἀποκτῶντες τὰς ὁμολογίας ἀποκτῶσιν αὐτὰς ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῇ συμβάσει. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος καὶ ἡ σύμβασις ἐπιτρέπουσι μερικὴν ἐξόφλησιν, οὐδεὶς τῶν κατόχων, ὅσοι ἀπέκτησαν τοὺς τίτλους κατόπιν τῆς συμβάσεως ταύτης,—πάντες δὲ οἱ κάτοχοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν ταύτην,—θὰ δύναται νὰ παραπονεθῇ, ἂν αὐτὸς προσκληθῇ νὰ ἐξοφλήσῃ, χωρὶς νὰ προσκληθῇ ἕτερος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς ἔκτακτον πίστωσιν πρὸς ἀπότισιν ὀφειλῆς τοῦ Κράτους ἐκ τῆς μετὰ τοῦ πρώην ἐν Λονδίνῳ ἡμετέρου προξένου κ. Σπάρταλη παλαιᾶς δοσοληψίας. Καταθέτω καὶ τὸν φάκελλον, ὅστις ἐδόθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅστις ἤδη εἶναι συμπεπληρωμένος διὰ πολλῶν ἄλλων ἐγγράφων, ἅτινα ἐζητήθησαν τῇ ὑποδείξει μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δι’ ἑτέρων, ἅτινα ἐστάλησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔλαβον μέρος καὶ τέσσαρα μέλη τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑπογράψωσι, καίτοι αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν προκύπτῃ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τί σήμερον νομιμοποιεῖται διὰ τὴν λῆψιν τῶν χρημάτων αὐτῶν;
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, θέλετε ἰδεῖ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ γνώμην.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν αἴτησιν ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ἐξακριβώσεως τοῦ τίς δικαιοῦται εἰς ἀπόληψιν τῆς ζητουμένης πιστώσεως, ἀπήντησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν πίστωσιν ἀνεξαρτήτως τοῦ προσώπου, ὅπερ πρόκειται νὰ λάβῃ αὐτὴν, καὶ ἂν μὲν εὕρῃ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι βάσιμος, τότε ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν, ἄλλως νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἀτελῶς θὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε βεβαιωθῆ, τίς δικαιοῦται εἰς ἀπόληψιν τῆς πιστώσεως· διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οὐδόλως θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως λίαν ἀτόπως ἐπενέβη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἐκπροσωποῦσα δῆθεν τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ δωρεὰ, ἡ γενομένη, τῶν τόκων ὑφίσταται, ἢ ὄχι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς τόκους ὁ Σπάρταλης, ἀρχικὸς κύριος τῆς πιστώσεως, εἶχε δηλώσει τὴν πρόθεσιν νὰ τοὺς δωρήσῃ...
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν προμήθειαν, ὄχι τοὺς τόκους.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ναί, τὴν προμήθειαν, ἥτις περιλαμβάνεται ἐπίσης εἰς τὴν ζητουμένην πίστωσιν. Καὶ προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ κύριος τῆς ἀπαιτήσεως δὲν παρίσταται ὁ ἴδιος Σπάρταλης, ὁ ὁποῖος διέθηκε τὸ δῆθεν διὰ προμήθειαν ὀφειλόμενον αὐτῷ ποσὸν, ἀλλ’ οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, δὲν ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν δωρεὰν, τὴν παρὰ τοῦ Σπάρταλη γενομένην...
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσιν. Εἶναι γεγραμμένον.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν διεκδικεῖ τὴν πίστωσιν πλέον ὁ Σπάρταλης, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἡ ὁποία ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δωρεὰν, τὴν παρὰ τοῦ Σπάρταλη γενομένην. Τοῦτο ὅμως φέρει ἀναγκαίως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνήσῃ ἡ Βουλὴ, τίς δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν ἐπιψηφισθησομένην πίστωσιν, ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἢ ὁ Σπάρταλης; Ἄν πρόκηται περὶ τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, βεβαίως ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ ἐκτιμηθῇ· ἂν ὅμως πρόκηται περὶ τοῦ Σπάρταλη, δέον νὰ ἐξακριβωθῇ, κατὰ πόσον οὗτος δικαιοῦται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν γενομένην ἀπὸ τῆς προμηθείας παραίτησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν ἀρχικῶς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀναγκαιοτάτη, πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ, ἐὰν συνεβιβάσθη μὲ τοὺς δανειστάς του ὁ κ. Σπάρταλης, καὶ τίς θὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν, ἡ Κυβέρνησις ἢ Ἀγγλικὴ, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες κρύπτονται ὄπισθεν αὐτῆς;
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πιστώσεως ταύτης κατ’ οὐσίαν· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην ἐγγράφων, οὐσιωδῶς ἀπαιτουμένων, καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν ἀκόμη περισσότερον τὴν εὔλογον ἀπαίτησιν ἡμῶν, ὅπως δηλωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, τίς εἶναι ὁ πραγματικὸς δικαιοῦχος τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης. Ἡ ὑπόθεσις, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐμφανίζεται πρώτην ταύτην φορὰν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Κατὰ τὸ 1883 ἔτος εἶχε γίνει ἀπόπειρα πρὸς ἐπιψήφισιν πιστώσεως τοιαύτης, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ἐκ πόσων χιλιάδων λιρῶν, εἰσήχθη δὲ, ὡς ἀνεπτύχθη καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ἡ αἴτησις τῆς πιστώσεως ἐκείνης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μὲ κεκαλυμμένον ἐντελῶς ὄνομα, διότι εἶχε γραφῆ τότε «πληρωμὴ ὑλικοῦ», ἐν δὲ τῇ πιστώσει οὐδαμῶς ἐφέρετο τὸ ὄνομα Σπάρταλη.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφέρετο.
§41ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀνέκαθεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει τι τὸ μυστηριῶδες, καὶ ἀνέκαθεν γίνεται ἐργασία, ὅπως μὴ ἀνευρεθῇ τίς εἶναι ὁ πραγματικὸς δικαιοῦχος. Ἂν ἀληθῶς τὸ Δημόσιον δὲν εἶχε κεκτημένην ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν παραγραφὴν, ἴσως ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι περιττὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τίς εἶναι ὁ πραγματικὸς δικαιοῦχος· ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ: ἐπιψηφίζω, ἢ τοὐναντίον, τὴν πίστωσιν, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις θέλει κατὰ τὴν ὡρισμένην ἐποχὴν προκληθῆ, ἵνα πληρώσῃ, ἐκεῖνος θέλει ἐξετάσει, τίς εἶναι ὁ δικαιοῦχος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καὶ οὗτος, ὁ μέλλων νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ, ὡς φαίνεται. Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐξετάσει κατὰ τύπους τὸ ζήτημα, θέλει ἐξετάσει αὐτὸ κατ’ οὐσίαν καὶ ἠθικῶς, διότι τὸ Κράτος, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης ἔχει κεκτημένην τὴν παραγραφήν. Ἔχω δὲ περὶ τούτου τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομομαθῶν, προκληθεῖσαν παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, τῶν νομομαθῶν δηλωσάντων ἐγγράφως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι παραγεγραμμένη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Βουλὴ πλέον ἔρχεται νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν, καὶ ὅταν συζητήσῃ, θέλει νὰ γινώσκῃ, τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ σήμερον δικαιοῦχος. Δὲν δικαιοῦται ἆρά γε τὸ Κράτος, ἀπέναντι τοιούτου δικαιούχου, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παραγραφὴν, ἣν οἱ νομομαθεῖς προβάλλουσιν; Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἀπόλυτος εἶναι ἀνάγκη, νὰ δηλώσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τὸ ὄνομα τοῦ δικαιούχου, ἐκτὸς ἐὰν, ὡς ὑπεδείχθη, τὸ ὄνομα τοῦ σήμερον δικαιούχου ἦναι τοιοῦτον, ὥστε πρέπει νὰ μείνῃ ἀπόκρυφον. Ἀλλὰ περὶ τούτου τοῦ ἀποκρύφου ὀνόματος θέλομεν συζητήσει, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ οὐσίαν τῆς πιστώσεως ταύτης.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δικαιοῦχος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλος, εἰμὴ ἡ ὁμὰς τῶν πιστωτῶν τοῦ Σπάρταλη, ἢ ὁ Σπάρταλης. Ἀλλὰ τίς τῶν δύο εἶναι, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωμεν. Ὅ,τι γινώσκομεν ἐκ τῶν ἐγγράφων, εἶναι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἀξιοῖ, ὅτι δικαιοῦχος εἶναι ἡ ὁμὰς τῶν πιστωτῶν. Ἂν ἡ ἀξίωσις αὕτη ἦναι καθ’ ὅλα ἀκριβὴς, τοῦτο δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἀλλὰ πρέπει τις νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται εἰς ἀμφισβήτησιν τῆς ἀξιώσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1883 ὑπεβλήθη ἡ αὐτὴ ὑπόθεσις, ἀποκρυπτομένου τοῦ ὀνόματος τοῦ Σπάρταλη. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 εὑρίσκεται τὸ ὄνομα τοῦ Σπάρταλη ἐγγεγραμμένον ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ πιστώσει ἐκείνῃ ἐνείχετο ὁ Σπάρταλης, διότι ἡ πίστωσις τότε εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τὸν γενικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα, τῆς τακτοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐκ τῶν λογαριασμῶν ὅμως τούτων ἐσημειοῦτο ἐν τῷ φύλλῳ τῆς λεπτομερείας ποῖον μέρος ἀνῆκεν εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ ποῖον ἀνῆκεν εἰς τὴν προκαταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· διὰ τοῦτο καὶ τὸ ποσὸν ἦτο ἀνώτερον τότε ἢ σήμερον, διότι σήμερον παρουσιάζεται τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη, δὲν παρουσιάζεται δὲ τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς προκαταβολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω ἐκ τοῦ γραφείου τὸ τεῦχος τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, διότι παρατηρεῖτε, ὅτι προτάσσονται ἰσχυρισμοὶ ὅλως ἀνυπόστατοι, ὅπως ἐπιτευχθῇ σύγχυσις, προκειμένου περὶ ἐναργεστάτων. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι τούτῳ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 καὶ ἐν τῷ φύλλῳ τῷ ἀναλυτικῷ τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρθρου 3 τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου ἀναγινώσκω: «Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν· διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ ἐξ Εὐρώπης πρὸς χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν πλοίων 157,893. Διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ ἐξ Εὐρώπης, ἐν παρενθέσει Σπάρταλη, 179,232. Τόκος τῶν 179,232 πρὸς 5%, ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1874 μέχρι 31 Μαρτίου 1883, 76,431.» Βλέπετε, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐνεγράφετο ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Σπάρταλη. Τότε ὅμως ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχε πτωχεύσει, ἤδη ὁ Σπάρταλης ἐπτώχευσεν, ὑπάρχει ὁμὰς δανειστῶν. Τίνες αἱ σχέσεις τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν, ἡμεῖς βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακριβώσωμεν. Ὅ,τι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, εἶναι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία παρέστη ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν πιστωτῶν, ἀξιοῦντων, ὅτι εἰς αὐτοὺς ἀνήκει ἡ πληρωμή. Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν τὴν πίστωσιν εἰς τὴν Βουλὴν· ἂν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, οἱ ὀφείλοντες νὰ ἐντείλωσι τὴν πληρωμὴν καθῆκον θὰ ἔχωσι νὰ ἐξετάσωσι, τίς ὁ δικαιοῦχος, τὸ δὲ ὑπὲρ τούτου ἐκδοθησόμενον ἔνταλμα θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὶν ἢ ἐξοφληθῇ, ὅπως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξελέγξῃ τὰ τοῦ ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τοῦ δικαιούχου.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξεδόθησαν δύο ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· διὰ τῆς πρώτης ἐπεδικάζετο μικρότερον ποσὸν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, διὰ τῆς δευτέρας τὸ ποσὸν τοῦτο ηὐξήθη. Ἡ δευτέρα ἀπόφασις ἐξεδόθη συνεπείᾳ αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως τοῦ δικαιούχου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖος ἔκαμε τὴν αἴτησιν αὐτὴν περὶ ἀναθεωρήσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· διότι, ἂν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν αἴτησιν, οὐδὲν εἶχε δικαίωμα, τότε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κακῶς ἐπελήφθη ἐκ δευτέρου τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου ἐγένετο ἐρώτησις καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ εἴπομεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἀπετάθη περὶ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τοῦτο διεβίβασε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέτεινε τὴν αἴτησιν ταύτην περὶ ἀναθεωρήσεως μετὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Εἶπον μάλιστα τότε, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰ ὑποβληθέντα νέα ἔγγραφα, δι’ ὧν τὴν ἔλλειψιν πολλαὶ πιστώσεις δὲν εἶχον ἀναγνωρισθῆ, ὡς ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὡς πρὸς τὰς πλείστας τῶν πιστώσεων τούτων ἀπεφάνθη, ὅτι τὰ νέα ταῦτα ἔγγραφα ἦσαν ἐπαρκῆ πρὸς ἀναγνώρισιν τῆς ἀπαιτήσεως. Ἀλλ’ ἰδίᾳ ἐν τῇ αἰτήσει τῆς ἀναθεωρήσεως σπουδαιότητα εἶχε τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, τὸ δ’ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεδέχθη τὰ τῆς προμηθείας ἐν τῇ ἀναθεωρητικῇ ἀποφάσει.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὀνόματος τίνος ἔκαμε τὴν αἴτησιν;
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ὀνόματος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τούτου, εἶναι ἕτερον ζήτημα.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὴν ὑπόθεσιν, ὅταν ὑποβάλῃ αἴτησιν ὁ δικαιοῦχος, ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως. Ἑπομένως, λέγει, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Σαρσέντη, ἐπειδὴ προσάγονται νέα ἔγγραφα ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀναθεωρητέα, καὶ οὕτω προβαίνει εἰς τὴν ἀπόφασιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξοφλήσεως τῶν δανείων 6,000,000 καὶ 10,000,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–4).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. (Ἀναγινώσκεται).
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπον τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ἀναφερομένου δανείου, ὡς ὠνόμασεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκ 400,000 λιρῶν στερλινῶν. Κατὰ τὸ γράμμα ὅμως τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν πρόκειται περὶ δανείου, ἀλλὰ περὶ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα θὰ ἐκχωρηθῶσιν εἰς ὁμάδα κεφαλαιούχων. Ἀγορεύων προηγουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ ἑτέρου νομοσχεδίου, εἶπεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς πρόοδον τῆς πίστεως ἡμῶν τὴν σύναψιν τοιούτου δανείου ἄνευ ὑποθήκης ἢ ἐνεχύρου. Ἐνταῦθα ὅμως, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ δανείου, ἀλλὰ περὶ ἐντόκων γραμματίων, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἔδωκεν ἐνέχυρον ἢ ὑποθήκην. Λέγω τοῦτο, διότι εἰς ἄλλην συζήτησιν ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν παρουσιάζει πρόοδον τῆς πίστεώς μας ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων τούτων γραμματίων. Φοβοῦμαι δὲ, μήπως ἡ πρᾶξις αὕτη παρουσιάσῃ καὶ νέαν ἐπιβάρυνσιν τῆς πίστεώς μας, καὶ τὸν φόβον τοῦτον μοὶ γεννᾷ ἡ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν φράσις, ὅτι ἡ τοποθέτησις τῶν 400,000 λιρῶν εἰς ἔντοκα γραμμάτια συνδέεται μὲ τὴν συνομολόγησιν ἑνὸς νέου μεγάλου δανείου. Ὁ σύνδεσμος δύο δανείων, ἑνὸς μικροῦ μεθ’ ἑνὸς μεγαλειτέρου, εἶναι ἡ ἐπικινδυνωδεστέρα πρᾶξις, ἣν Κράτος τι δύναται νὰ κάμῃ. Εἰς τοὺς τραπεζίτας ὁ τοιοῦτος σύνδεσμος χρησιμεύει, ὅπως εἰς τοὺς ἁλιεῖς τὸ δόλωμα. Διὰ μικροῦ δολώματος οὗτοι συλλαμβάνουσι μεγάλους ἰχθεῖς. Διὰ τῶν μικρῶν πράξεων οἱ τραπεζῖται συλλαμβάνουσι συνήθως τὰς μεγάλας. Ἂν δὲ τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον, ἀναδεχόμενον πρὸς τοὺς παρέχοντας αὐτὸ δέσμευσίν τινα ἢ ὑποχρέωσιν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ μεγαλειτέρου δανείου, τοῦτο δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸ βάρη καὶ ζημίας, πολὺ ἀνωτέρας τῆς ὠφελείας, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 7 εἰς 6%. Ἂν λοιπὸν ὑφίσταται τοιοῦτόν τι, ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν ἐβελτιώθη, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀκριβής.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ μετ’ ἐμοῦ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει βελτίωσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, διότι οὐδεμία ὑπάρχει τοιαύτη συμφωνία, οὐδεὶς ὑπάρχει δεσμός, οὔτε νομικός, οὔτε ἠθικός, περὶ συνομολογήσεως τοῦ μεγαλειτέρου δανείου πρὸς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν. Ἂν ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ μεγαλειτέρου δανείου, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς ὑποχρέωσίν τινα αὐτῆς πρὸς τοὺς πραγματοποιήσαντας τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον. Τὸ δάνειον τοῦτο οὐδὲν ἀπολύτως χορηγεῖ δικαίωμα, οὔτε νομικὸν, οὔτε ἠθικόν, εἰς τοὺς συνομολογήσαντας αὐτὸ, ὅπως ἀπαιτήσωσιν οἱανδήποτε προτίμησιν ἐν τῇ διαπραγματεύσει καὶ ἐν τῇ συνομολογήσει διαρκοῦς δανείου.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι συνδέεται μὲ ἄλλο μεγαλείτερον δάνειον, δὲν σημαίνει τίποτε;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνδέεται ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερνήσεως.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς σήμερον δοθείσας καὶ τὰς προχθεσινάς, δὲν θὰ δοθῇ τόκος πέραν τῶν 6%.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τῶν νόμων ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 καὶ ΞΟϚʹ τῆς 6 Νοεμβρίου 1868 ἐπιβεβλημένων ἐπὶ ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν διοδίων, καὶ ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας φόρου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξήγησα, Κύριοι, καὶ προχθὲς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σπουδαίαν ἐντύπωσιν μοὶ προὐξένησε, καὶ τὸ ἐθεώρησα ἄξιον ἐπισταμένης μελέτης. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἐντυπώσεως βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἡ παρατήρησις, ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ φόρου. Οἱ φόροι δὲν ἐκτιμῶνται μόνον ἀναλόγως τῆς φαινομένης ἀσημότητος τοῦ ἐπιβαλλομένου ποσοῦ. Τίθεται μία ἀρχή, τίθεται εἷς κανὼν φορολογίας ἀδίκου, ἥτις δύναται καὶ νὰ αὐξήσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, πρόκειται περὶ φορολογίας πενήτων, διὰ τοὺς ὁποίους βεβαίως καὶ τὰ 50 λεπτὰ ἔχουσι μεγάλην σημασίαν. Καὶ προκαλοῦμαι ἤδη νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῆς ἀγορεύσεως πρὸ πάντων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπαντῶν πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντας, παρετήρησε δύο τινά· παρετήρησεν, ὅτι πρόκειται δῆθεν οὐχὶ περὶ νέου τινὸς φόρου, ἀλλὰ περὶ ἀντικαταστάσεως προϋπάρχοντος· καὶ ἀφοῦ πρόκειται, ὡς λέγει, περὶ ἀντικαταστάσεως φόρου, προσθέτει: «πῶς κατακρίνετε τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ μοὶ φέρητε ἄλλο πρὸς ἀντικατάστασιν; Καταργῶ τὸν φόρον τῶν διοδίων καὶ ἀντικαθιστῶ αὐτὸν διὰ τοῦ ἐπικρινομένου ἄλλου φόρου· φέρετέ μοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατακρίνετε τὸν νέον φόρον, ἓν ἄλλο νομοσχέδιον». Καὶ ἴσως ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ παραδεχθῇ καὶ οἱονδήποτε ἄλλον φόρον, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παρατήρησιν, κατὰ πόσον δύναται νὰ ἦναι λογικὸν τὸ πολλάκις λεγόμενον πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπικρίνῃ ἓν νομοσχέδιον, ἢ ἓν σύστημα κυβερνητικὸν οἱονδήποτε, χωρὶς ἀμέσως νὰ προσάγῃ τί ἔχει αὐτὴ πρὸς ἀντικατάστασιν. Τοῦτο δύναται ἴσως νὰ δεικνύῃ τάσιν μετριοφροσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλουμένης τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως διὰ τῶν ἰδεῶν ταύτης κυβερνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πρακτικώτερον ἴσως σκεπτόμενος, δύναταί τις νὰ συνομολογήσῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαιότητα, διότι, κοινῶς σκεπτόμενοι καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δυνάμεθα νὰ ἐπικαλώμεθα ἡ μία μερὶς τὴν ἄλλην, ὅπως διὰ κοινῆς ἐργασίας εὕρωμεν τίνα τὰ καταλληλότερα πρὸς νομοθέτησιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ συστήματος φορολογίας, ἢ περὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ, εἶναι ἆρά γε σπουδαῖον, νὰ ἐπικαλῆται μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θεωρεῖ, ὅτι τὸ σύστημά της τὸ οἰκονομικὸν ἀποτελεῖ ἓν σύνολον, ἐπιστημονικὸν μάλιστα σύνολον, νὰ ἐπικαλῆται τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως ἐπιφέρῃ ἐπιδιόρθωσίν τινα ἐπὶ ἑνὸς χαίνοντος μέρους τοῦ συστήματός της; Ἤθελεν ἀδικήσει τις τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει ἓν σύνολον καλῶς κατηρτισμένον, ἐπιστημονικόν, εἰς τὴν κεφαλήν της, ἐὰν ἐπελαμβάνετο νὰ φέρῃ τοιαύτην ἐπισκευήν. Εὐνόητον εἶναι, ὅτι, προκειμένου περὶ φορολογικῶν συστημάτων, δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιφέρῃ μερικήν τινα ἐπιδιόρθωσιν, χωρὶς πολλάκις νὰ διαταράξῃ τὸ ὅλον. Ὑποτίθεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐφηρμοσμένῃ ἐν τῷ τόπῳ φορολογίᾳ ἔχει ἓν σύστημα φόρων, πολλαπλῶν καὶ ποικίλων, ἀλληλενδέτων καὶ ἀμοιβαίως συμπληρουμένων. Ἡ φορολογία, ἡ διέπουσα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἐν γένει, παριστᾷ τὰ τοιαῦτα φαινόμενα. Τὰ μέρη αὐτῆς εἰσιν ἀλληλένδετα· δὲν δύναταί τις νὰ ἐξετάσῃ κἄν ἕνα φόρον, εἰμὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸ φορολογικὸν σύστημα. Εἶναι λοιπὸν ἐστερημένον πάσης σπουδαιότητος, νὰ προκαλῇ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἓν τμῆμα τοῦ φορολογικοῦ της συστήματος ἐπιδιορθώσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὸ τοιοῦτο — ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ παρομοίωσις — θὰ ἦτο, ὡς ἐὰν προσέφευγέ τις πρὸς ἕνα ὑποδηματοποιὸν, καὶ ὑποδηματοποιὸν ἔχοντα ἀξιώσεις, ὅτι πλήρη ὑποδήματα κατασκευάζει, ὅπως αὐτὸς ἐμβαλώσῃ τὸ ὑπόδημα, τὸ φθαρὲν ἐπί τινος μέρους. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται, νομίζω, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἁπλούστατα νὰ ἀπαντήσῃ,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ παρατήρησις—ὅτι δὲν ἐπαγγέλλεται τὸ ἔργον τοῦ ἐμβαλωματοῦ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, Κύριοι, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἰδέα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν διοδίων; Τὰ διόδια, ὡς φορολογία, ἔχουσι χαρακτῆρα τοσοῦτον ἰδιαίτερον καὶ ἐξαιρετικὸν, τόσον ἴδιον προορισμὸν, τόσον ἰδίους ὅρους, ὥστε ἀντικατάστασις τῶν διοδίων δι’ ἄλλου φόρου εἶναί τι ἀκατανόητον. Πῶς θὰ ἀντικαταστήσητε τὸν φόρον τῶν διοδίων δι’ ἑνὸς ἄλλου φόρου, ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τῶν κτηνοτρόφων καὶ τῶν γεωργῶν; Ὁ φόρος τῶν διοδίων δύναται νὰ τροποποιῆται ἐπὶ τῶν βάσεων πάντοτε αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀντικαθίσταται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, δι’ ἄλλου φόρου. Τί εἶναι ὁ φόρος τῶν διοδίων; Ὁ φόρος οὗτος, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς Κράτη βεβαίως ἄλλα εὐρωπαϊκὰ ὑπάρχει καὶ ἐφαρμόζεται καὶ σήμερον, ἔχει τι, ὡς εἶπον, τὸ ὅλως ἐξαιρετικὸν. Τὸ ἀγαθὸν τῆς συγκοινωνίας βεβαίως εἶναι ἀγαθὸν γενικὸν. Πάντες οἱ πολῖται ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσι δι’ αὐτό· πάντες, ἄλλοι ἐμμέσως, ἄλλοι ἀμέσως, ὠφελοῦνται, καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ εἴπῃ, ὅτι μᾶλλον ὠφελούμενοι ἐκ τῆς συγκοινωνίας εἶναι οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ γεωργοί. Ἄλλαι τάξεις εἶναι αἱ ἐξόχως ὠφελούμεναι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ τί ὑπολογίζομεν, προκειμένου περὶ διοδίων; Σκεπτόμεθα, ὅτι, ἐπειδή τινες ποιοῦνται ἐνίοτε χρῆσιν ἄμεσον ὁδοῦ τινος, δηλαδὴ τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι γενικὸν, καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει μάλιστα καὶ νὰ βλάπτωσι κατά τι, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀμέσου χρήσεως, τὸ γενικὸν τοῦτο ἀγαθὸν, ἐθεωρήθη δίκαιον, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀπολαύσεως καὶ τῆς μικρᾶς φθορᾶς νὰ πληρόνωσι μικρόν τινα πρόσθετον φόρον. Ὁ φόρος οὗτος θεωρεῖται, ὅτι εἶναι καὶ ὅλως ἀνεπαχθὴς, διότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καθ’ ἣν στιγμὴν πληρώνει ὁ φορολογούμενος, συμβαίνει συγχρόνως νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς ὁδοῦ. Πληρόνει τὸν φόρον ὁ ἁμαξηλάτης, ἐν ᾧ διέρχεται μίαν ὁδὸν, ὑποτίθεται δὲ καὶ δικαίως, ὅτι λαμβάνει τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀγώγιον. Οὕτω καὶ ὁ ἐλαύνων κάρον. Συμπαρομαρτεῖ δὲ, ὡς εἶπον, καὶ ἡ ἄλλη ἰδέα, ὅτι προξενεῖται καὶ μικρά τις φθορὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν ὁδόν. Τοιοῦτοι οἱ χαρακτῆρες τοῦ φόρου τῶν διοδίων. Πῶς δύνασθε τώρα τὸν φόρον τῶν διοδίων νὰ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλου, οὐδεμίαν ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὰ διόδια; Ἀλλὰ τί ἴσως ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εἰλικρινέστερον; «Δὲν πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν διοδίων, ἀλλ’ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων πρόκειται νὰ χάσω λ. χ. 100,000 δραχμῶν». Λοιπὸν πρέπει νὰ εὕρωμεν 100,000 δραχμῶν. Περὶ τούτου πρόκειται. Δὲν ζητεῖ λοιπὸν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον τῶν διοδίων. Δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοσοῦτον ἐπιπόλαιον ἰδέαν, νὰ θεωρῇ, ὅτι τὰ διόδια ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλου φόρου. Ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λέγει: «Ἀπεφάσισα νὰ καταργήσω τὸν φόρον τῶν διοδίων, διότι ἐν τῇ πράξει ἀποδεικνύεται σφαλερὸς καὶ ἐπιζήμιος, ἀλλὰ χάνω 100 χιλ. δραχμῶν· θέλω νὰ εὕρω 100,000 δραχμάς· δὲν εὐκολύνομαι νὰ τὰς εὕρω ἀλλοῦ· ἐζήτησα, ποῦ εἶναι τὸ προχειρότερον μέρος· προχειρότεροι μοὶ ἐφάνησαν οἱ ποιμένες καὶ οἱ γεωργοί· λοιπὸν τὰς λαμβάνω ἀπὸ αὐτούς» Καὶ ἐπικαλεῖται τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ λέγει: «δὲν θέλετε νὰ τὰς λάβω αὐτὰς τὰς 100,000 δραχμὰς ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργούς; εἰπέτε μοι, παρακαλῶ, ἀπὸ ποίαν ἄλλην τάξιν θέλετε; εἶμαι ἑτοίμη ἐγὼ, ἡ Κυβέρνησις 100 χιλ. δραχμὰς νὰ μοὶ εὕρητε, καὶ ἂς ἦναι ἀπὸ οἱανδήποτε τάξιν». Περὶ τούτου πρόκειται.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 220,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον μάλιστα, περὶ 200,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέφερε καὶ μίαν τροπολογίαν, καὶ ἀγνοοῦμεν ποῖαι θὰ ἦναι αἱ διαστάσεις τῶν περιορισμῶν τῆς φορολογίας, τοὺς ὁποίους ἐπέφερεν ἡ τροπολογία τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προχθές, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ἐκείνης αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέστησε τὸ νομοσχέδιόν του ῥάκος. Τὸ κατέστησεν ἴσως ῥάκος καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνδεικτικῶς ἀνέφερα ποσὸν μικρότερον· ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ κατέστησε κατὰ τοῦτο ῥάκος, τὸ κατέστησε βεβαίως ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομολογικὴν γενικωτέραν, διότι οὐδένα λόγον ἔχουσιν αἱ γενόμεναι ἐξαιρέσεις, καὶ ἂν αὗται ἔχωσι λόγον, τότε τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου καταντᾷ παράλογον. Ἀλλ’ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα. Πρόκειται περὶ ὁδοποιΐας, καὶ ἐπειδὴ παρίσταται, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην φόρων προσθέτων δι’ αὐτήν, δὲν εὑρίσκομεν μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν διοδίων ἄλλην πρόχειρον τάξιν ν’ ἀπευθυνθῶμεν, ἢ τοὺς κτηνοτρόφους, οἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι οἱ ἐξόχως ὠφελούμενοι ἐκ τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, οὐδ’ οἱ κατ’ ἐξοχὴν εὐποροῦντες. Ἐδόθη, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν κτηνοτρόφων ἐν Ἑλλάδι. Ἐπρόκειτο ἄλλοτε νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος τῶν ζῴων, καὶ πολλοὶ κατέδειξαν, πόσον εἶναι ἐλεεινὴ ἡ κατάστασις τῆς κτηνοτροφίας. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ κτηνοτροφίας ὡς ἐπαγγέλματος ἰδιαιτέρου καὶ ἐπικερδοῦς, πρόκειται καὶ περὶ γεωργῶν, διότι ὁ γεωργός, ἐὰν δὲν ἔχῃ καὶ ὀλίγα ζῷα, δὲν ἔχει οὐδὲ τὰ πρὸς ζωάρκειαν ἀπαιτούμενα. Ἡ κτηνοτροφία σήμερον δὲν εἶναι πλέον μεταβατική, ὡς ἄλλοτε, καὶ στάδιον ἰδιαιτέρας τινὸς σπουδαίας παραγωγῆς, δὲν παρέχει πλέον κέρδη, ὅπως ἄλλοτε. Εἶναι δυστυχεστάτη, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι καὶ οἱ νόμοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ὑπέρμετρον καταπίεσιν τῆς κτηνοτροφίας, κατὰ προτίμησιν μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς γεωργίας. Ὁ φόρος τῆς ποιμνιοβοσκῆς φέρει τοὺς ἔχοντας ζῷα εἰς θέσιν πολὺ στενόχωρον. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατακρίνω τὸ μέτρον. Ἔπρεπεν ἴσως νὰ κάμωμεν θυσίας τινὰς ὑπὲρ τῆς γεωργίας, εἰς βάρος τῆς κτηνοτροφίας, διότι ἡ γεωργία ἔχει μεγίστην ἀνάγκην προστασίας. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε ἐξέλιπε σχεδὸν ἡ μεταβατικὴ κτηνοτροφία, εἶναι δὲ καὶ δυστυχεστάτη, ἐφαντάσθητε, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν κτηνοτρόφων, διὰ νὰ ἀποφασίσητε νὰ τείνητε φορολογικὴν χεῖρα, διὰ νὰ λάβητε ἔστω μίαν δραχμὴν παρὰ τοῦ κτηνοτρόφου; Ἀλλὰ δὲν ᾐσθάνθητε ταῦτα, διότι δὲν ἐπλησιάσατε ποτὲ πρὸς τὸν λαόν, καὶ μάλιστα πρὸς αὐτὴν τὴν τάξιν, καὶ διαφέρει πολὺ τὸ νὰ ἀκούῃ τις ἐκ πληροφοριῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ἐγγὺς τῶν πασχόντων. Δὲν δύνασθε ὑμεῖς εὐχερῶς νὰ μεταφερθῆτε διὰ τῆς φαντασίας σας εἰς μίαν ὀρεινὴν ἐπαρχίαν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, διὰ νὰ φρίξητε, βλέποντες εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ τάξεις αὗται τῶν πολιτῶν· ἤρχισεν ἤδη πρώϊμος καὶ βαρὺς χειμών· ἔπρεπε νὰ δύνησθε νὰ φαντασθῆτε τὴν κατάστασιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ποιμένων, ὑπὸ μίαν στέγην χιονοσκεπῆ καὶ ἑτοιμόῤῥοπον, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ καπνοῦ ἀθλίας ἑστίας. Θὰ ἐβλέπετε λ. χ. ῥακένδυτον κόρην, ὁδηγοῦσαν πρὸς ἄθλιον οἰκίσκον ὀλίγα πρόβατα, κατεψυγμένα ὑπὸ τῶν παγετῶν. Ἡ οἰκογένεια, ἡ ἡμίγυμνος καὶ ῥιγοῦσα, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοῦ πυρός, διὰ νὰ θερμανθοῦν τὰ πρόβατα ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συντηρηθῇ. Πρὸ ὀλίγων ἴσως στιγμῶν ὑπελείποντο ὀλίγα κοιλὰ ἀραβοσίτου, διὰ νὰ τραφῇ ἐπὶ ἕνα μῆνα· διῆλθεν ὁ εἰσπράκτωρ ἐκεῖθεν καὶ τὰ ἔλαβε διὰ πρόσθετα τέλη, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἔχῃ ἐκείνη ἡ οἰκογένεια τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας, θὰ στείλητε τὸν εἰσπράκτορα διὰ νὰ εἴπῃ: «φέρετε 2 δραχμὰς φόρον νέον, τὸν ὁποῖον ἐσχάτως ἐπενόησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί». Δὲν ἠξεύρω ποίαν ὀδύνην θὰ αἰσθανθῇ διὰ τὴν ἀναλγησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν φορολογεῖται, ὅταν ἀκούσῃ ἡ οἰκογένεια ἐκείνη, ὅτι παρ’ αὐτῆς ζητεῖτε καὶ μίαν ἔστω δραχμὴν, διότι εἰς μίαν ἄλλην ἐπαρχίαν ὑπάρχουν ἁμαξιταὶ ὁδοί. Ὅταν φορολογῶμεν, Κύριοι, πρέπει, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας μίαν ἀρχὴν θεμελιώδη, ὅτι πρὸ πάντων ἡ φορολογία δὲν πρέπει νὰ ἐξεγείρῃ καθ’ ἑαυτῆς τὸ ἠθικὸν αἴσθημα τοῦ δικαίου. Καὶ πρόκειται περὶ τῶν τάξεων τῶν πολυπληθεστέρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως καὶ τῶν δυστυχεστέρων. Αὐτὰς τὰς τάξεις ἔπρεπε νὰ τὰς περιθάλψωμεν, διότι βεβαίως δὲν ἔχομεν ἄλλας παραγωγικάς. Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου δὲν ἀντεπροσωπεύθη διὰ τῆς ἐπιδείξεως τῆς Ὀλυμπιακῆς Ἐκθέσεως; Διότι εἴδομεν τῷ ὄντι, ὅτι τοσοῦτον γνωρίζετε τὸν τόπον, ὥστε, μόλις εἴδετε τὰ ἐκτεθέντα ἐκεῖ, ἐνεθουσιάσθητε. Ἐνομίσατε, ὅτι τὰ λεπτουργήματα καὶ τὰ χειροτεχνήματα προσωπικῆς τινος δεξιότητος καὶ ἐργασίας μακρᾶς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖ ἐκτεθειμένα, τῇ δραστηρίᾳ καὶ ἀξιεπαίνῳ, ἀλλ’ ἐπιδεικτικῇ ἐνεργείᾳ μιᾶς Ἐπιτροπῆς, παριστῶσιν ἐθνικὴν βιομηχανίαν! Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπροδώσατε τὴν παντελῆ ἄγνοιαν τοῦ τόπου, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖτε, ὥστε ἐθέσατε καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μίαν θριαμβευτικὴν ἀληθῶς περίοδον. Λέγετε ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μετὰ πομπωδῶν ἐκφράσεων, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὁ δυσπιστῶν πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ πράξῃ, ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ὀλυμπιακὴν Ἔκθεσιν, διὰ νὰ ἴδῃ ποία βιομηχανία ἀνεπτύχθη εἰς τὸ Κράτος. Ἐν τούτοις, ἂν θελήσῃ τις ξένος νὰ παραγγείλῃ τι ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων πρὸς κατασκευὴν, δὲν ἠξεύρω ποίας πληροφορίας σχετικὰς θὰ λάβῃ, περὶ τοῦ πόσον θὰ περιμείνῃ καὶ πόσα θὰ πληρώσῃ. Θὰ προκαλέσῃ βεβαίως τὸν γέλωτα. Δὲν λέγω τοῦτο, κατακρίνων τὴν ἐπίδειξιν ἐκείνην, τὴν φιλοπάτριδα, οὔτε βεβαίως τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία δι’ ἀόκνων προσπαθειῶν κατώρθωσεν αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα τῆς ἐφετεινῆς Ἐκθέσεως. Δὲν πρόκειται περὶ ταύτης. Ἄλλη ὅμως εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, κύριε Πρωθυπουργέ· ὁ τόπος δὲν ἔχει πράγματι κἀμμίαν παραγωγικὴν βιομηχανίαν, κἀμμίαν παραγωγήν. Ἔχει μόνον τὴν πενιχρὰν γεωργίαν καὶ μίαν δυστυχεστάτην κτηνοτροφίαν. Ταύτας ἔχετε νὰ προστατεύσητε, καὶ οὕτω μόνον βαθμηδὸν καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις, καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ κατόπιν καὶ βιομηχανία ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ προστίθεται, Κύριοι, καὶ ἑτέρα τις ἔποψις, ἡ ὁποία ἔτι μᾶλλον ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν κατὰ πάσης ἀποπείρας πρὸς φορολογίαν αὐτῆς τῆς τάξεως τῶν γεωργῶν καὶ ποιμένων. Αὐτὴ ἡ τάξις τῶν κτηνοτρόφων καὶ τῶν γεωργῶν εἶναι ἡ μᾶλλον ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀπροστάτευτος. Ἐὰν ζήσῃ τις ὀλίγον χρόνον εἰς ἐπαρχίαν ἀπόκεντρον, θὰ ἀκούῃ πόσον σύνηθες εἶναι νὰ ἀναφέρῃ ὁ κάτοχος ποιμνίου τινὸς μικροῦ, ὅτι σήμερον τοῦ ἀφήρεσαν 5 πρόβατα, καὶ αὔριον 10, καὶ μεθαύριον ἄλλα. Εἶναι παραδεδομένοι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κλεπτῶν, οὐδεμίαν ἔχουσι προστασίαν· μόνος ὁ κτηνοτρόφος, μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ φυλάττῃ τὸ ποίμνιόν του· τίποτε δὲν ἀπολαμβάνει παρὰ τῆς Πολιτείας πραγματικὸν καὶ ἀσφαλές. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ σκανδαλωδέστερον ἀκόμη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ πρῶτον ἐξαιρεῖ τὰς νήσους. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ἀπαλλαγή, ἀφοῦ εἶμαι κατὰ τῆς φορολογίας ἐν γένει, ἀλλὰ διατὶ ἐξαιρεῖτε μίαν νῆσον, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει τακτικὴ συγκοινωνία δι’ ἀτμοπλοίων, καὶ δὲν ἐξαιρεῖτε τὴν ἐπαρχίαν μου λ. χ., μίαν τῶν δυστυχεστέρων ἴσως ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας; Διότι ὁ κάτοικος τῆς Εὐρυτανίας δὲν ἔχει βεβαίως ἀτμόπλοιον, καὶ σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένος. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω πρότασιν ῥητὴν διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ βεβαίως δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα εἰς πάντα ἄλλον νὰ πράξῃ τὸ αὐτό. Ἀλλὰ προσεθέσατε ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ὅτι ἐξαιροῦνται καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, δηλ. οἱ ἁμαξηλάται καὶ καραγωγεῖς, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς ἁμαξιτή. Ἀλλὰ, ὅπου δὲν εἶναι ὁδὸς ἁμαξιτή, πῶς θὰ ὑπάρχῃ ἁμαξηλάτης; Τίνας ὅμως δὲν ἐξαιρεῖτε; δὲν ἐξαιρεῖτε τὸν ἰδιοκτήτην ἑνὸς χωλοῦ ἡμιόνου, αὐτὸν, ὁ ὁποῖος διέρχεται διὰ τῶν πλέον δυσβάτων ὁδῶν καὶ δὲν ἐργάζεται διὰ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Αὐτὸς τιμωρεῖται, διότι εἰς ἓν μέρος τοῦ δήμου φθάνει μία ὁδὸς ἁμαξιτή! ἀλλὰ τί ὠφελεῖται ἀπ’ αὐτήν; Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ τοιαύτη φορολογία, μὲ τοσαύτας μάλιστα τροποποιήσεις καὶ ἐξαιρέσεις; Ἀλλὰ βλέπετε, Κύριοι, ἐκτὸς τούτων, ὅτι οὐδὲ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα ἐπρόσεξαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι λ. χ. ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων ὁ παλαιὸς νόμος διατάσσει, ὅτι ἐπιβάλλεται φόρος τις μικρὸς ἐπὶ παντὸς προβάτου, τὸ ὁποῖον ὅμως πράγματι διέρχεται διὰ τῆς ὁδοῦ, καὶ διέρχεται πρὸς κρεουργίαν ἢ ἐμπορίαν. Σεῖς ὅμως δὲν εὕρετε ἄλλο μέτρον, ἵνα ἀναπληρώσητε τὰς 150,000 δραχμὰς, καὶ ἀποτείνεσθε πρὸς τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς γεωργοὺς, νὰ πληρώσωσι πρόσθετον φόρον ὁδοποιΐας δι’ ὅλα αὐτῶν τὰ ζῶα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ταῦτα εἶναι ἱκανὰ, διὰ νὰ καταδείξωσι τὸ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον τῆς νέας ταύτης φορολογίας. Ἔσπευσα προχθὲς νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ πρὸς τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ ἐπὶ τέλους ἠθικὸν συμφέρον, ἤθελε σπεύσει νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, καὶ ἀφοῦ ἐπιμένει, κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ ψηφισθῇ. Χρεωστῶ ὅμως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ ἀδικώτερον καὶ ἐστερημένον πάσης λογικῆς βάσεως νομοσχέδιον, εἰμὴ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπενόησε καὶ εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν, φαίνεται, ἐπιμένει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προστίθενται ὡς τελευταία παράγραφος τὰ ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἰσχύουσιν, ἅπασαι μὲν αἱ διατάξεις ἐν ταῖς νήσοις, ἐν αἷς καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ ἐθνικὴ ἢ ἐπαρχιακὴ ὁδὸς, μόναι δὲ αἱ περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπιτηδευμάτων ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ ἐθνικὴ ἢ ἐπαρχιακὴ ὁδός.»
§61ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ νόμος λειτουργεῖ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπου λειτουργεῖ δημοσία ὁδὸς, τινὲς ὅμως ὁδοὶ δὲν εἶναι περατωμέναι. Τῆς ἀπὸ Τριπόλεως π. χ. μέχρι Σπάρτης ὁδοῦ εἶναι τὸ ἥμισυ τελειωμένον. Ἐκεῖ θὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος αὐτός;
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ λειτουργῇ ἡ ἐν τῷ δήμῳ ὁδὸς, ἵνα ἐφαρμόζηται ὁ νόμος.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Προκειμένου νὰ καταργήσωμεν ἕνα φόρον, διὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου, νομίζω, ὅτι καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι, νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸν διὰ τοιούτου φόρου, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνταποκρίνηται καὶ εἰς τὸν σκοπὸν καὶ εἰς τὴν χρησιμότητα τοῦ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντος. Τὰ διόδια εἰσὶν ἐπιβεβλημένα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν τῆς ὁδοῦ· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἀπὸ τῶν δημοσίων ὁδῶν, καὶ περὶ αὐτῶν νὰ σκεφθῶμεν. Εἶναι αἱ αἶγες; τὰ πρόβατα; οἱ βούβαλοι; Βεβαίως ὄχι. Οἱ ἁμαξηλάται; Τὸ παραδέχομαι. Οἱ καραγωγεῖς; οἱ ἀγωγεῖς; Βεβαίως. Ἐὰν λοιπὸν δὲν συμφωνῆτε νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον ἄνευ ἀντικαταστάσεως, ὅπερ εἶναι τὸ ὀρθότερον, ἀνάγκη νὰ περιορίσωμεν τὸν φόρον εἰς τὰς τάξεις ταύτας καὶ εἰς ἐκεῖνα τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα διέρχονται· ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τότε οἱ ἁμαξηλάται, οἱ καραγωγεῖς καὶ ἀγωγεῖς θὰ πληρόνωσι δύο φόρους, ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος εἴκοσι δραχμῶν, καὶ ἕτερον διὰ τὰ ζῶά των. Ἀλλ’ ἄνευ ζώων δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των; Διατὶ ἐπιβάλλετε λοιπὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἐκτὸς τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος;
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ συμβαίνει.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν συμβαίνει σήμερον τὸ αὐτό, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τροπολογίαν, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ διαίρεσις μεταξὺ νήσων καὶ στερεᾶς, διότι ἀφοῦ παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς ἐπαρχιακὴ ἢ ἐθνικὴ, πρέπει νὰ ἀπαλλάσσηται τῆς φορολογίας ὁ δῆμος, δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ γίνηται διάκρισις μεταξὺ νήσων καὶ στερεᾶς.
§66ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην τοῦ κ. Ῥικάκη, καὶ νὰ μάθω ποία ἡ βάσις τῆς διακρίσεως ταύτης.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Εἶπον, ὅτι ἐν νήσῳ, εὐθὺς, ὡς δὲν ὑπάρχει ὁδὸς, δὲν δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ διοδίων τὰ ποίμνια, τὰ ἐν τῇ νήσῳ, ἐνῷ ἐν τοῖς δήμοις τῆς στερεᾶς, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁδὸς, ὠφελοῦνται τὰ ποίμνια ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων, διότι ἡ μὴ ὕπαρξις ὁδῶν ἐν τῷ δήμῳ δὲν ἐμποδίζει τὴν μετάβασιν τῶν ποιμνίων τοῦ δήμου ἀπὸ τῶν θερινῶν βοσκῶν εἰς τὰς χειμερινὰς, καὶ ἀπὸ τῶν χειμερινῶν εἰς τὰς θερινὰς, ὠφελουμένων οὕτω ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων.
§68ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐξαιρέσατε τοὐλάχιστον, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὴν Πελοπόννησον, ὅπου δὲν λαμβάνουσι χώραν τὰ ἐν τῇ Στερεᾷ συμβαίνοντα, ἀλλὰ τὰ ποίμνια μένουσι σχεδὸν πάντοτε ἐντὸς τῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν;
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 84). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς ἀναγνωσθείσης τροπολογίας, ὡς τελευταίας παραγράφου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§72ΕΤΕΡΟΙ. Μεθαύριον.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἐξαντληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις.
§74ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ προχωρήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων νόμων.
§75ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν παρῆλθεν εἰσέτι ἡ ὥρα, διατὶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ συζητήσωμεν τὰς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένας προτάσεις μας;
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθῆκον ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συνεδρίασιν, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἐργασία ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐφρόνει, ὅτι θὰ προεχωροῦμεν τοσοῦτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὥστε νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ἀπαράσκευοι πρὸς τὴν συζήτησιν, ὡς μήπω μελετήσαντες, ἴσως δὲ καὶ μήπω ἀναγνόντες αὐτά. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὑποβαλόντες τὰς προτάσεις νόμων, δὲν θέλουσι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ὄντες ἀπαράσκευοι.
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἂς συζητηθῶσι τοὐλάχιστον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἀπαράσκευοι νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτῶν οὐδ’ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, καὶ θ’ ἀναγκασθῶμεν ἴσως νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῶν ἤδη, ἐνῷ, ὅταν ὦμεν παρεσκευασμένοι, πιθανὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν τινὰς αὐτῶν. Νομίζω ἄρα, ὅτι δὲν συμφέρει οὐδ’ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς προτείναντας τοὺς νόμους, νὰ ἐπιμείνωσι σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προχωρήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὑπεβλήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου, καὶ ὑπῆρχε καιρὸς νὰ μελετηθῇ, παρατηρῶ δὲ, ὅτι νομοσχέδια πολὺ σπουδαιότερα συζητοῦνται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς των· ἄλλως τε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν εἶναι παρεσκευασμένος διὰ τοιούτου εἴδους νομοσχέδια, δὲν καθίσταται πιστευτὸς, διότι ἐγὼ τὸν θεωρῶ παρεσκευασμένον διὰ νομοσχέδια πολὺ σπουδαιότερα, καὶ δυνάμενον νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ ἄνευ εἰδικῆς μελέτης.
§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅλαι αἱ ἄλλαι προτάσεις μεταβάλλουσι κειμένους νόμους, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μελετήσῃ καὶ προπαρασκευασθῇ, ἀλλ’ ἡ ἰδική μου πρότασις ἀποβλέπει νὰ καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν λειτουργίαν ὑπάρχοντος νόμου, περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἥτις προσέκοψεν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως Σώματος Γερουσίας· διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν προκειμένην πρότασιν. Περὶ τούτου πιστεύω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ νὰ παρασκευασθῇ. Ἐὰν δὲ ἀντίκηται εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποσύρω αὐτὴν, καὶ ἂς ἐξακολουθῇ νὰ κοιμᾶται ὁ νόμος, ὡς μέχρι τοῦδε.
§83Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐζήτησα τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ φόρου τοῦ οἴνου ἐκ πολιτικοῦ τινος συμφέροντος, τὴν ἐζήτησα ἐκ καθήκοντος ἰδίως πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὡς εἶπον καὶ ὅτε ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου, δὲν φορολογεῖ τὸν οἶνον ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ εἰσόδημα ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ περὶ τούτου δὲν εἶναι δύσκολον νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ μάθῃ, ὅτι καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἐν Μεγαλοπόλει καὶ εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, καὶ ἐφέτος, ὅπου καὶ εἰς τοὺς γείτονας νομοὺς ὑπῆρχε δυστυχία, ὁ οἶνος ἐπωλήθη 16 λεπτὰ ἡ μπότσα, ἤτοι 8 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, ἀφοῦ μάθῃ, ὅτι, ἐνῷ ἕκαστον στρέμμα δὲν παράγει πλέον τῶν 200 ὀκάδων κατὰ μέσον ὅρον, ἔχει εἰσόδημα δραχμὰς 16. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ἤτοι τρία ἡμερομίσθια διὰ τὸ σκάψιμον, δραχμὰς 9, ἓν διὰ σκάλισμα, δραχμὰς 3, διὰ τειάφι δραχ. 1, τοῦ ἀμπελοφύλακος δραχ. 1, καὶ διὰ τρυγηστικὰ λεπτὰ πεντήκοντα, προσθέσητε δὲ εἰς ταύτας καὶ τὸν φόρον τῶν 160 ὀκάδων, διότι αἱ τεσσαράκοντα ἀφαιροῦνται λόγῳ φύρας, δραχ. 3 καὶ λεπτὰ 50, τὰ ἔξοδα καλλιεργείας καὶ ὁ φόρος ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 18, ἐνῷ ὁ παραγωγὸς λαμβάνει 16 μόνον, ἑπομένως ὁ δυστυχὴς ἀμπελοκτήμων πληρόνει καὶ δραχ. 2 πλέον τοῦ εἰσοδήματός του δι’ ἕκαστον στρέμμα. Καὶ δὲν ἠξίωσα νὰ πιστεύσῃ ἐμὲ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ἀνωτέρω, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἃς πιστεύω, ὅτι καὶ ἐζήτησεν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐζήτησε τοιαύτας, δύναται νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου παρὰ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις κατάγεται ἀπὸ τὸν νομὸν ἐκεῖνον. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως, οὐ μόνον νὰ συζητηθῇ ἡ τόσον δικαία πρότασίς μου, ἀλλὰ καὶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον συνδέεται μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔρχεται ἡ αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ βοσκῆς τῶν ζῴων ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας.
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, προκειμένου περὶ βοσκῆς, ἰδίως τῶν ποιμνίων, ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἦτο, ὅτι τὸ τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ γενικῶς διὰ τὸ Κράτος, διότι τοπικαὶ περιστάσεις, λαμβανόμεναι ὑπ’ ὄψει, ἐπιβάλλουσι τὸν κατὰ τόπους κανονισμὸν τοῦ τοιούτου ἀντικειμένου, εἴτε κατ’ ἐπαρχίας, εἴτε κατὰ νήσους, εἴτε κατὰ νομούς. Τὴν τοιαύτην βάσιν ἐθεώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον ὀρθὴν τὰ κατὰ καιροὺς Βουλευτικὰ σώματα καὶ αἱ Κυβερνήσεις, ὥστε, ἐὰν λάβητε τὰ πρακτικὰ τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἀνεύρητε, ὅτι πρὸ δεκαετίας εἰσήχθησαν διάφορα νομοσχέδια, εἰδικῶς κανονίζοντα τὰ τῆς βοσκῆς διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐγένοντο νόμοι. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ μέγα μέρος εἶχε κανονισθῆ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον,—καὶ λέγω σπουδαῖον, καθόσον πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τοῦ τόπου,—κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπῆλθεν εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως νὰ νομοθετήσῃ γενικῶς διὰ τὸ Κράτος. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἰδέα ἐγεννήθη εἰς αὐτὴν, διότι δὲν ἔχει γνῶσιν ποσῶς τῶν ποικίλων περιστάσεων καὶ τῶν διαφόρων ὅρων, οἵτινες δέον νὰ ληφθῶσι ὑπὸ σκέψιν, προκειμένου νὰ κανονισθῇ τοιοῦτον ἀντικείμενον· συμπεριελήφθησαν δὲ τοιαῦται διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ὑπῆρξαν ὀλέθρια. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐκ τῶν παρευρισκομένων ἐνταῦθα κ. κ. Βουλευτῶν, ὅστις νὰ μὴ ἤκουσε σπουδαῖα παράπονα ἐκ μέρους τῶν κτηνοτρόφων, καὶ νὰ μὴ συνεκινήθη ἐκ τῆς γενομένης καταπιέσεως ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας.
§88ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ αὐτὰ συμβαίνουσιν εἰς ἅπαντας τοὺς νομοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται ἐκτενὴς συζήτησις.
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Δημητριάδην, διότι ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν μου, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι νόμος γενικὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη πᾶσα νὰ συζητηθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, καὶ ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα διαμερίσματα τοῦ Κράτους, π. χ. εἰς ἁπάσας τὰς νήσους, ἢ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται, τοὺς γινώσκοντας τὰς τοπικὰς ἀνάγκας, νὰ τὸ ἐπεκτείνητε. Πάντες ὁμολογοῦμεν τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀποτελέσματα ὀλέθρια καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, τὴν γεωργίαν καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως (Θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλωσι νὰ ἐξακολουθήσωμεν, νὰ ἡσυχάσωσι.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρον νὰ γένηται ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ προειδοποιήσεως τακτικῆς. Ἀφοῦ ὅμως ἀπεφασίσθη νὰ προχωρήσωμεν, παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν σπουδαίως. Ἐγὼ θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§91ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διανοῆται νὰ ματαιώσῃ τὴν συζήτησιν διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρόκηται νὰ ἀναβληθῇ αὕτη, εἴτε διὰ τρεῖς εἴτε διὰ τέσσαρας ἡμέρας, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐπιμένω.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γένηται ἔναρξις τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι θεωρῶ σπουδαιότατον τὸ ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκίας· ἀφοῦ ὅμως ἔναρξις ἐγένετο καὶ δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἀντικείμενον πρὸς συζήτησιν, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τί νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς αὐτὴν, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴπομεν, ὅτι εἴμεθα ἀπαράσκευοι, ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο παρακολουθῶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς.
§93ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ. — Λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι, Κύριοι, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς συνετάχθη καὶ ἐψηφίσθη, προέθετο κυρίως νὰ ἱκανοποιήσῃ πόθον τῶν ἰδιοκτητῶν κατὰ τῶν ποιμένων. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ ποιμένες ἐζημίουν τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἦτο τοιαύτη, ὥστε προὐκάλεσε τὴν ὀργὴν τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐπεθύμησαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐξόντωσιν τῆς κτηνοτροφίας, καὶ τὴν ἐξόντωσιν ἐψήφισε ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ νόμου, τοῦ λειτουργοῦντος σήμερον.
§94Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶναι κατὰ τῆς κτηνοτροφίας. Ὡς ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ἀποβαίνει τοιοῦτος.
§95ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ καὶ τὸν κ. Ἀντωνόπουλον, ὅστις συμφωνεῖ, ὅτι ὁ νόμος χρήζει βελτιώσεως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, κατὰ πρῶτον παραβιάζεται τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν θέλοντα νὰ συνδέσῃ τὴν γεωργίαν μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, νὰ τὸ πράξῃ. Ὁ ἔχων κτήματα καὶ φρονῶν, ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς κτηνοτροφίας δύναται νὰ ἀπολαύῃ μεγαλείτερον εἰσόδημα, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ὁ νόμος τὸ ἀπαγορεύει ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, ἐναντίον ῥητῆς τοῦ Συντάγματος διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρις οὗ δὲν παραβλάπτωνται συμφέροντα τρίτων διὰ τῆς χρήσεως, καὶ ἀνάγκη δημοσίου συμφέροντος δὲν τὸ ἐπιβάλλῃ, ἡ Πολιτεία δὲν δικαιοῦται νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς κυριότητος· καὶ ὅμως ὁ νόμος ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ νὰ καλλιεργῇ τὰ κτήματά του, καθ’ ὃν τρόπον οὗτος νομίζει, ὅτι εἶναι παραγωγικώτερος. Τὰ παράπονα κατὰ τῶν ποιμένων ἐγεννήθησαν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι γαῖαι πεφυτευμέναι ἐκ σταφιδαμπέλων καὶ ἀμπέλων, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκεῖ ἐπροξενοῦντο αἱ μεγαλείτεραι ζημίαι ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ βοσκὴ γίνεται καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς τοῦ ἔτους, οὐ μόνον δὲν φέρει βλάβην, ἀλλὰ καὶ ὠφέλειαν, τὴν ὠφέλειαν τῶν ἐκ τῶν ζῴων λιπασμάτων. Ὅταν δὲ τὰ ζῷα ἐκλείπωσι, καταστρέφεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ κτηνοτροφία, καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ τὰ ἐκ ταύτης παραγόμενα λιπάσματα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι τόποι, κατάλληλοι μόνον διὰ κτηνοτροφίαν, καὶ ἰδίως διὰ βοσκὴν ποιμνίων, ἐμποδιζομένης δὲ τῆς κτηνοτροφίας, οἱ τόποι οὗτοι καθίστανται ἄχρηστοι. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, εἰς ἣν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ. Ἡ Κεφαλληνία κατὰ τὰ 7/10 καλύπτεται ἀπὸ ὄρη, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι κατὰ τοὺς ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ μῆνας τοῦ ἔτους πρὸς βοσκὴν τῶν ποιμνίων, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο τὰ ποίμνια εὑρίσκουσιν ἄφθονον τροφὴν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μένωσι καὶ τὸν χειμῶνα ἐπὶ τῶν ὀρέων, καὶ ἀνάγκη πᾶσα νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς πεδιάδας. Ἀλλ’ αἱ πεδιάδες εἶναι κεκαλυμμέναι ἀπὸ σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους, εἰς ταύτας δὲ, ἐὰν ἡ βοσκὴ γένηται κανονικῶς, τὰ ποίμνια δὲν προξενοῦσι βλάβην. Ἐπὶ τούτων ἐγὼ στηριζόμενος, πρὸ ὀκτὼ περίπου ἐτῶν, εἶχον ὑποβάλει ἴδιον νομοσχέδιον διὰ τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν, τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος, λειτουργήσας μὲ αἴσια ἀποτελέσματα, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἐπροστατεύθη ἡ ἰδιοκτησία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν κατεδιώχθη ἡ κτηνοτροφία. Κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἀνεφάνησαν ἐλλείψεις τινὲς, τὰς ὁποίας διὰ προτάσεως νόμου ἐζήτησα νὰ θεραπεύσω, ἀλλ’ αἱ προτάσεις μου ἐκεῖναι, ἀπὸ Συνόδου εἰς Σύνοδον ἀναβαλλόμεναι, δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι, μέχρις οὗ εἰσαχθεὶς ἐψηφίσθη ὁ νῦν ἰσχύων νόμος. Ποῦ δὲ ἐστηρίζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος; Πρῶτον εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται ἡ βοσκὴ τῶν ποιμνίων, ὅστις ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ προτεινομένῳ νομοσχεδίῳ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ βοσκὴ ἀπαγορεύεται, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου ἑκάστου ἔτους διὰ τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, καὶ ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 1 Σεπτεμβρίου διὰ τοὺς ἐλαιῶνας, διὰ τὰς λοιπὰς δὲ γαίας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Κατὰ τὰς ἀνωτέρω ἐποχὰς τὰ ποίμνια δὲν φέρουσι κἀμμίαν ζημίαν, ἢ μόνον τὴν ἐκ τοῦ πατήματος, ἥτις εἶναι ἐλαχίστη. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβλέπεται, ὅτι τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ βόσκωσιν εἰς τὰ κτήματα τὰ ἀλλότρια, ὅταν οἱ κύριοι τῶν ποιμνίων μισθῶσι τὰς βοσκὰς καὶ ἔχωσι τὴν ἄδειαν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ βόσκωσιν ἐντὸς τῶν ἰδίων κτημάτων. Ὁ νόμος εἶχε κανονίσει καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἔκτασιν, ἣν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὁ ποιμὴν δι’ ἕκαστον πρόβατον, εἶχε δὲ αὐτὴν εἰς τέσσαρα στρέμματα, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως αὐξάνεται, διότι, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων ἦναι ἀνάλογος μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἔκτασιν, προλαμβάνεται πᾶσα ζημία ἐπὶ κτημάτων, ἐφ’ ὧν δὲν παραχωρεῖται ἡ βοσκὴ, διότι μόνον ἡ πληθὺς τῶν ζῴων ὠθεῖ εἰς τὴν παράνομον βοσκὴν, δι’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ βοσκὴ ἐντὸς τοῦ δήμου, ἐὰν δὲν ἀποκτήσωσι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, ζητοῦντες ἀπὸ τὸν Δήμαρχον τὴν ἄδειαν, ἣν ὁ Δήμαρχος ὑποχρεοῦται νὰ παραχωρήσῃ τῷ ποιμένι, ὑποκείμενος εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν ἀρνήσει. Δι’ ἐκείνους δὲ, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ δώσωσι τὰ κτήματά των εἰς βοσκὴν, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ βόσκουσιν ἐντὸς τῆς περιφερείας ποίμνια, δύνανται ταῦτα κατὰ τὴν νύκτα, ἢ καὶ κρυφίως, νὰ βοσκήσωσι, παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῷ ἰδιοκτήτῃ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τῶν ποιμένων, οἵτινες βόσκουσιν εἰς τὴν περιφέρειαν. Οὕτω διὰ τῶν διατάξεων τούτων συνδυάζεται τὸ συμφέρον τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τὸ συμφέρον τῆς κτηνοτροφίας, καὶ προστατεύονται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ποιμένων. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι διὰ τόπους, οἷος εἶναι ὁ νομὸς Κεφαλληνίας, — καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ περιστάσεις εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, — δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος νόμος, χωρὶς νὰ προκύψῃ ἐκ τούτου παράπονον οὔτε διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, οὔτε διὰ τοὺς κτηνοτρόφους, διότι ἡ ὑποχρέωσις νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια πρὸς βοσκὴν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς τοῦτο ἔκτασις περιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων, τούτου δὲ γενομένου, αἱ ζημίαι θὰ ἦναι ἐλάχισται. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιέλαβον καὶ ἑτέραν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν θέλωσι ποσῶς τὰ ποίμνια εἰς τὰ κτήματά των, καὶ ὑπάρχῃ σχεδὸν ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῶν ἰδιοκτητῶν περιφερείας, κεκαλυμμένης ἀπὸ σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους, νὰ ἀπαγορεύωσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν βοσκήν. Διὰ τοιούτων διατάξεων φρονῶ, ὅτι τῶν ἰδιοκτητῶν τὸ συμφέρον προστατεύεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ἄν, Κύριοι, ἤμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔφερεν οἷα ἀποτελέσματα γινώσκομεν, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν ἑτέρου νόμου; ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα διὰ γενικοῦ νόμου, διατὶ νὰ μὴ βοηθήσωμεν ἀμοιβαίως τὰς προσπαθείας τῶν ποθούντων νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς βοσκῆς κατὰ τρόπον συμφέροντα κατὰ τόπους; Φρονῶ, ὅτι, ὅσα εἶπον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀρκετά, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα, τότε θέλω φέρει τὰς παρατηρήσεις μου ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προσεπάθησα ν’ ἀποφύγω τὴν καινοτομίαν καὶ πᾶν, ὅ,τι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ ἀπεδέχθην. Εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐλήφθησαν διάφοροι διατάξεις ἀπὸ τὰ κατὰ καιροὺς παρουσιασθέντα νομοσχέδια, ἢ ἀπὸ τοὺς ἰσχύοντας εἰς διάφορα μέρη νόμους· ἐν τῷ νόμῳ, ὃν σᾶς εἶχον ἀναφέρει προηγουμένως, τῷ λειτουργήσαντι ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὑπῆρχε διάταξις, ὑποχρεοῦσα ἀλληλεγγύως τοὺς βόσκοντας τὰ ποίμνιά των ποιμένας εἰς ὡρισμένην περιφέρειαν, νὰ ἀποζημιώνωσι τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὰς ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐπὶ τῶν κτημάτων των ζημίας, τὴν διάταξιν δὲ ταύτην δανεισθέντες εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἐφαρμόζουσιν εἰς ὅλα τὰ ζῷα, ἐνῷ ἀφορᾷ εἰς μόνα τὰ ποίμνια· ἐννοεῖτε δὲ, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης διατάξεως, ὅταν ἡ ζημία γίγνηται εἴτε ἀπὸ ὄνους, εἴτε ἀπὸ ἡμιόνους, εἴτε ἀπὸ ἄλλα ζῷα· διότι ὑποχρεοῦνται πάντες οἱ ἔχοντες τοιαῦτα ζῷα νὰ καταβάλλωσι τὴν ἀποζημίωσιν. Ἐπανέφερεν οὕτω ὁ νόμος, ὅ,τι ἐλέγομεν ἄλλοτε εἰς τὰς Ἰονίους νήσους στριδόρε, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ κατέστη καταθλιπτικωτάτη, διότι εὑρέθησαν καὶ ἰδιοκτῆται, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκονται πανταχοῦ, οἱ ὁποῖοι, κατασκευάσαντες ῥάβδους, φερούσας τὸν τύπον τοῦ βοὸς ἢ τοῦ ὄνου, μετέβαινον εἰς τὰ κτήματά των, καὶ διὰ τούτων ἐνετύπονον τὰ ἴχνη τοῦ ζῴου, ἐνῆγον ἐρήμην, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ζημίας, καὶ κατόπιν ἐζήτουν ἀποζημιώσεις παρὰ τῶν ἐχόντων τοιαῦτα ζῷα, δυνάμει διανεμητικοῦ πίνακος, καταστρονομένου ὑπὸ τοῦ προεστῶτος τοῦ χωρίου· δυνάμει ὅμως τοῦ ἰσχύοντος νόμου θὰ ἐδικαιοῦτο ὁ ζημιωθεὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ὅλην ἐξακριβωθεῖσαν ζημίαν ἀπὸ τὸν εὐπορώτερον. Δὲν ἠξεύρω ἡ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις πῶς ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, εἶναι ὅμως ἀναγεγραμμένη, διότι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν διάταξιν, χωρὶς νὰ προσέξῃ, ὅτι ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὰ ποίμνια, τὰ ἀποκτήσαντα τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς δι’ ὡρισμένην περιφέρειαν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι δικαία, διότι, ὁσάκις, ὅπου βόσκουσι τρεῖς ἢ τέσσαρες ποιμένες, προξενήσωσι ζημίαν, εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ μέχρις ὅτου δὲν καταδείξωσι τὸν ζημιώσαντα, ὅπερ δι’ αὐτοὺς εἶναι εὔκολον. Παρίσταται ὅθεν ἀπόλυτος ἀνάγκη σκέψεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι δύνανται νὰ τὸ κανονίσωσι γενικῶς δι’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ νὰ παραδεχθῶσι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ διωρθώθη, πᾶν ὅ,τι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τέως λειτουργήσαντος νόμου ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην διορθώσεως, καὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς πείρας καὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, διότι ὑποθέτω, ὅτι εἰς αὐτὴν ἀφορᾷ ἡ παρατήρησίς του, δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ ἐπιτυχῶς τὰ τοῦ θέματος τούτου ἐν ἑκάστῃ τοπικῇ περιφερείᾳ, ὅτι πρέπει τὰ εἰς ἑκάστην τοπικὴν περιφέρειαν ἀφορῶντα νὰ κανονίζωνται κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ οἰκούντων. Ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀπόῤῥοια αὐτῆς δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ κείμενος νόμος. Διότι ὁ κείμενος νόμος ταύτην ἀναγράφει τὴν ἀρχήν· οὐχὶ ὁ παλαιότερος, ὡς εἶχεν, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος, ὡς νῦν ἔχει, μεταῤῥυθμισθεὶς ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς παρελθούσης Συνόδου. Ὁ τελευταῖος οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ ἐπιτυχῶς τὰ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ ἐν ταῖς λεπτομερείαις εἶναι ζήτημα τοπικῶν συμφερόντων, νὰ κανονίζηται ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἐξουσιῶν. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ὁ προηγούμενος, περὶ τοῦ ὁποίου συνεζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, διὰ νόμου τῆς παρελθούσης Συνόδου ἐδόθη ἐξουσία εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ὅπως μεταβάλλωσι τὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐν ὅλῳ, ἢ ἐν μέρει. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δύναται αʹ) νὰ ἐξαιρῇ, καθόλου ἢ ἐν μέρει, τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΑΦΚΓʹ περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἢ τὴν ὅλην τοῦ δήμου περιφέρειαν, ἢ ὡρισμένην περιοχὴν αὐτοῦ· βʹ) νὰ περιορίζῃ ἐν μέρει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐφαρμοζομένων διατάξεων, εἴτε καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου, εἴτε ὡς πρὸς ὡρισμένην περιοχήν.» Τί λείπει ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ κατ’ ἔφεσιν τοῦ Νομαρχιακοῦ, ὅπως ἐξαιρῇ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου;
§97ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν συνδυασμῷ τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον μὲ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ βοσκὴ, τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περιορίζεται εἰς ἐκείνας τὰς γαίας, εἰς ἃς ἐπιτρέπεται ἡ βοσκή.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κείμενος νόμος ἀπαγορεύει τὴν βοσκὴν ἐν τῇ ὅλῃ περιφερείᾳ τοῦ δήμου, νεώτερος ὅμως νόμος ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ κατ’ ἔφεσιν εἰς τὸ Νομαρχιακὸν, ὅπως ἐξαιρέσῃ τῆς ἀπαγορεύσεως εἴτε τὸ ὅλον τῆς περιφερείας τοῦ δήμου, εἴτε μέρος αὐτῆς, καὶ ὅπως ἀναστέλλῃ τὴν ἐφαρμογὴν διατάξεων τοῦ κειμένου νόμου, εἴτε καθ’ ἅπασαν τὴν ἀπηγορευμένην τῇ ποιμνιοβοσκίᾳ περιφέρειαν, εἴτε ἐν ὡρισμένῃ αὐτῆς περιοχῇ. Ὁ νόμος εἶναι εὐκρινὴς, οἱ συντάξαντες αὐτὸν προσεπάθησαν νὰ μὴ ἀφήσωσί τι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπέτυχον. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ἀγορεύσῃ, ἐνόμιζον, ὅτι ἔρχεται νὰ καταδείξῃ κενόν τι, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ συντάξαντος τὸν νόμον. Ἐνόσῳ δὲν καταδειχθῇ τὸ κενὸν, δὲν βλέπω ἀφορμὴν συζητήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε νομοσχέδιον, περιλαμβάνον διαφόρους διατάξεις, τὰς ὁποίας, κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον, δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλεν ὡς βάσιν τῶν σκέψεών του, ὅτι ἁρμόδιοι, ἵνα κανονίσωσι τὰ τῶν διατάξεων τοιούτου νόμου, εἶναι οἱ ἐντόπιοι· ἀλλ’ οἱ ἐντόπιοι τίνες εἶναι, ἂν μὴ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; διότι δὲν βλέπω ἀρχὴν ἄλλην, ἐκπροσωποῦσαν τὸν τόπον, ἢ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἰδίως ὅταν λειτουργῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑτέρας τοπικῆς ἐξουσίας, τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Τὰ Δημοτικὰ ἄρα Συμβούλια, κατὰ τὴν ὑποστηριζομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀρχὴν, εἶναι τὰ κατάλληλα, ἵνα ἀποφασίσωσι περὶ τῶν συμφερουσῶν τῇ Κεφαλληνίᾳ μεταῤῥυθμίσεων. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, αἱ Δημοτικαὶ ἀρχαὶ τῆς Κεφαλληνίας καταλληλότερον δύνανται νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ θέματος τούτου ἡμῶν, τῶν μὴ γινωσκόντων τὰ τῆς Κεφαλληνίας, ὅσον αἱ Δημοτικαὶ ἀρχαὶ, καὶ αἱ Νομαρχιακαὶ τῆς νήσου καὶ τὸ μετ’ αὐτῶν συμπράττον Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ αἱ Δημοτικαὶ ἀρχαὶ καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἔχουσιν ἤδη ἐκ τοῦ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει, εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον προκαλεῖ συζήτησιν, ἀπαράσκευοι δ’ ὄντες πρὸς ταύτην σήμερον, θὰ ἠναγκαζόμεθα νὰ καταψηφίσωμεν, ἂν προεκαλούμεθα, ὅπως δώσωμεν περὶ αὐτοῦ ψῆφον ἄνευ συζητήσεως. Δὲν θὰ καταψηφίσωμεν ἐκ πείσματος, ἀλλὰ διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν θεωροῦμεν τὸ νομοσχέδιον ἀναγκαῖον, ὡς ἀντιλαμβανόμεθα τῆς ἐννοίας αὐτοῦ ἐξ ἐπιτροχάδην ἀναγνώσεως· θεωροῦμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ τοπικῶν συμφερόντων, ἐπιτηδειότεραι τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῶν λεπτομερειῶν, εἰς ἃς ἀφορῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι αἱ τοπικαὶ ἐξουσίαι, εἰς ἃς κατὰ τὰ κείμενα εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ ἔργον. Ἀνέγνων ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐν ᾧ παρηκολούθουν τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ἐζήτησα δὲ νὰ διαγνώσω τί ζητεῖ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῶν τοπικῶν ἐξουσιῶν. Ἂν ἔχῃ παράπονον κατὰ τῶν τοπικῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει ἐν τούτῳ θέμα πρὸς συζήτησιν· δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ θεωρῇ, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ἐξουσία, ὅπως διαχειρισθῇ τὰ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἑτέρα τις ἀρχὴ, Ἐπιτροπή τις εἰδικὴ, τῆς ὁποίας τὴν σύστασιν ἤθελε κανονίσει ἴσως τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ ὡμίλησε περὶ νομοῦ μᾶλλον, ἢ περὶ δήμου. Τοιαῦτα δὲν προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἠγόρευσε περὶ τῶν διατάξεων, αἵτινες εἶναι κατ’ αὐτὸν συμφέρουσαι εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ δὲν εἶναι τυχὸν συμφέρουσαι ἀλλαχοῦ. Τί γινώσκομεν ἡμεῖς περὶ τῶν τοπικῶν τούτων διακρίσεων; Εἰς τὸ θέμα τοῦτο ἂς ἀσχοληθῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἂν θεωρήσωσιν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι συμφέρουσαι πρὸς κανονισμὸν τῶν τῆς ποιμνιοβοσκίας ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἂς θεσπίσωσιν αὐτὰς δι’ ἀποφάσεών των, ἐπικυρουμένων ὑπὸ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Φρονῶ ἄρα, ὅτι, ἂν πρόκηται περὶ συζητήσεως τοῦ νόμου, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, τουτέστι περὶ ἐξετάσεως, ἂν ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀπέδειξεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ, ἢ πλημμελῆ, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν· ἂν ὅμως θέμα τῆς συζητήσεως ᾖναι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, περιττὴ ὅλως ἡ τοιαύτη ἐργασία, προσήκουσα κατὰ τὸν νόμον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς Κεφαλληνίας, ἔχοντα ἐξ αὐτοῦ πλήρη τὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ ζητήματος, εἴτε συμφώνως πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, εἴτε ἀντιθέτως πρὸς ταύτας.
§99ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δίκαιον νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅ,τι ὑπεστήριξεν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ νόμος ἑρμηνευθῇ ὡς παρ’ αὐτοῦ ἡρμηνεύθη. Ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε δοθεῖσα ἑρμηνεία παρὰ πάντων τῶν ἐγκυψάντων εἰς τὸν νόμον, καὶ τῶν ἐφαρμοσάντων αὐτὸν, εἶναι ἀντίθετος ἐκείνης, ἣν δίδει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Φρονεῖ, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ νομοθετῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτην σκέψιν εἶχεν ὁ νομοθέτης, ὁ εἰσαγαγὼν τὸν ἰσχύοντα νόμον, βεβαίως δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόνει, ὅτι αἱ λεπτομέρειαι εἶναι ἀντικείμενον τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς ταύτας ἀφορᾷ ὁ νόμος, καὶ οὐχὶ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, προέβη δὲ εἰς τὸ δεύτερον νομοθέτημα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε εἶδε τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ διὰ τούτου ἴσως ἐφρόνει, ὅτι ἡ διόρθωσις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἀλλὰ τότε, διατὶ δὲν κατήργησε τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ἐὰν προέθετο νὰ καταστήσῃ ταῦτα νομοθετικὸν σῶμα, ἀλλ’ ἔφερε τροπολογίαν μόνον ἐπ’ αὐτοῦ; Ἡ ἑρμηνεία, ἣν δίδει, ἀντιβαίνει, κατ’ ἐμὲ, εἰς τὸν κείμενον νόμον· διότι, ἵνα ἑρμηνεύσωμεν τὸν τελευταῖον νόμον, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν προϋπάρχοντα, οὐχὶ κεχωρισμένως, ἀλλὰ ἐν συνδυασμῷ, ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ δὲ θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα, εἰμὴ ἐν τῷ περιορισμῷ, ὁ ὁποῖος τίθεται ἐν τῷ νόμῳ, νὰ κανονίσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἂς ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ περιορισμὸς οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1ον. Ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ προβάτων, αἰγῶν, χοίρων καὶ παντὸς εἴδους μεγάλων ζῴων ἐντὸς τῶν σταφιδαμπέλων, σταφιδαλωνίων, ἀμπέλων καὶ πάσης ἀνεξαιρέτως φυτείας ἢ καλλιεργημένης γῆς». Ἡ ἀπαγόρευσις εἶναι καθαρὰ, εἶναι γενικὴ διὰ πᾶσαν καλλιεργημένην γῆν· δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Συμβούλιον, οὐχὶ νὰ ἐξαιρέσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀπαγόρευσιν. Ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προσδιορίζονται καὶ ὡρισμένης ἐκτάσεως περιοχαὶ, σποράδην πεφυτευμέναι ἢ καλλιεργημέναι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ ποιμνίου, προβάτων καὶ ἀγέλης βοῶν, καὶ προσέτι ἡ τῶν αἰγῶν καὶ χοίρων, εἴτε κατ’ ἀγέλην, εἴτε κατὰ μόνας». Ὥστε δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὁ νόμος νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι χέρσοι γαῖαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται νὰ βοσκήσωσι κτήνη, ἂν τῇδε κἀκεῖσε ὑπάρχωσι καὶ καλλιεργημέναι γαῖαι. Ἔρχεται κατόπιν ὁ νόμος, ὁ τροπολογήσας τὸν προϋπάρχοντα, ὅστις λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ ἐξαιρῇ, καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει, τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΦΚϚʹ περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἢ τὴν ὅλην τοῦ δήμου περιφέρειαν, ἢ ὡρισμένην μόνον περιοχὴν αὐτοῦ». Ὑφισταμένου τοῦ νόμου, δι’ οὗ τίθεται ὡς ἀρχὴ ἡ ἀπαγόρευσις, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν προσθήκην, πρέπει νὰ τὴν ἀναγάγωμεν εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νόμου, διότι τότε δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τί ἐσκόπει ὁ νομοθέτης, σκοπός του δὲ ἦτο, νὰ εὐρύνῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου καθιεροῦται ἡ τοιαύτη ἀρχὴ διὰ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς ὡρισμένους τόπους· διὰ τοῦ δευτέρου νόμου ἡ τοιαύτη δικαιοδοσία ἐκτείνεται καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν δῆμον, ἄλλως δὲν ἐννοεῖται· διότι, ἀνατιθεμένης νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, δὲν κατηργήθη ὁ νόμος, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ. Κύριοι, ἐπιμένω εἰς τὴν διδομένην ὑπ’ ἐμοῦ ἑρμηνείαν. Πιθανώτατα ἡ ἑρμηνεία αὕτη νὰ μὴ ἦναι ὀρθὴ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τοιουτοτρόπως ἡρμηνεύθη ὁ νόμος, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφηρμόσθη. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη ὁπωσδήποτε προκαλέσῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παραδεχθῇ αὕτη ὅσα προηγουμένως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤτοι, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ κανονίζωσι διὰ ψηφίσματος, ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, τὸ τοιοῦτον ἀντικείμενον, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δύνανται διὰ τοῦ ψηφίσματός των νὰ ἀναιρῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ νὰ θεσπίζωσιν ἐντελῶς νέον νόμον, ἐὰν τοιαύτη ἑρμηνεία δοθῇ, καὶ ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐξουσίαν νομοθετικὴν, τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει μόνον ἡ Βουλὴ, καὶ ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι καταλληλότερα, διὰ νὰ κανονίσωσι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀπολύτως, κατὰ τὰς ἰδίας αὑτῶν ἐμπνεύσεις, ἄνευ οὐδενὸς δεσμοῦ, τότε δεχθῆτε τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐὰν φρονῆτε, ὅτι, τοιουτοτρόπως κανονιζομένου τοῦ ζητήματος, παύουσι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐπεβεβαιοῦντο, καὶ ἐκλείπουσιν ὅλαι αἱ καταχρήσεις, αἱ προελθοῦσαι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τότε περιορισθῆτε εἰς ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§100ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, οὗτινος πάντες ἠκούσαμεν τὴν ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς φαίνεται, ὅτι δὲν ἐμελέτησε καλῶς τὸν ὑφιστάμενον νόμον, διότι τὸ νομοσχέδιόν του κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῆς ἰσχυούσης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομοθεσίας. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μετὰ πλείστου ὅσου ἐνδιαφέροντος καὶ μετὰ μεγίστης προσοχῆς ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς ἠκροάσαντο τῆς εὐγλώττου ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, καὶ τοῦτο, διότι ὁ ὑπάρχων καὶ λειτουργῶν νόμος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις καὶ πιέσεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ὑποφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καταρώμενος τοὺς ἐργάτας τοιούτου νομοθετήματος· ἀλλ’ αἱ καταχρήσεις καὶ πιέσεις δὲν προέρχονται ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, οὔτε δύνανται νὰ προληφθῶσι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν. Αἱ βάσεις καὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ τοῦ νέου νομοσχεδίου εἶναι αἱ αὐταί· ἀλλαχοῦ ἔγκειται τὸ κακόν. Τὸ κακὸν ἔγκειται, ὅτι, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τὴν ἐξουσίαν τοῦ κανονισμοῦ τῶν περιφερειῶν, ἐν αἷς ἐπιτρέπεται ἢ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βόσκωσι ζῷα, ἔχουσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια· ἔνια δὲ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι πειθήνια τοῖς Δημάρχοις.
§101ΤΙΝΕΣ. Τὰ πλεῖστα.
§102ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, τὰ πλεῖστα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι πειθήνια τοῖς Δημάρχοις, οἱ δὲ Δήμαρχοι κατορθόνουσι διὰ ψηφισμάτων τῶν Συμβουλίων νὰ ἐπιτρέπηται ἡ βόσκησις ἐν ὡρισμέναις περιφερείαις. Μετὰ τοῦτο οἱ Δήμαρχοι διορίζουσι τοὺς ἀγροφύλακας, ὄργανά των, οἵτινες, χάριν κερδοσκοπίας, εἰς τοὺς μὲν ἐπιτρέπουσι νὰ βόσκωσιν, εἰς τοὺς δὲ ἀπαγορεύουσι, συλλαμβάνοντες τὰ ζῷά των, ὡς βόσκοντα εἰς ἀπηγορευμένας περιφερείας, καὶ λαμβάνοντες ἁδρὰ σύλληπτρα ἐκ τῶν μὴ παραβιαζόντων τὸν νόμον δυστυχῶν ποιμένων, καὶ πολλοὶ κάτοικοι πολλῶν δήμων τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς ἀναστάτωσιν καὶ ἀπελπισίαν ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τούτου.
§103ΤΙΝΕΣ. Εὖγε! εὖγε!
§104ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, Κύριοι, Δήμαρχόν τινα ὡρισμένου δήμου, ἔχοντα τοὺς ἀγροφύλακας τοποθετημένους εἰς τὰ ὅρια τοῦ δήμου, καὶ συλλαμβάνοντας τὰ ἐν τῷ ἑτέρῳ δήμῳ βόσκοντα ζῶα, ὡς δῆθεν βόσκοντα εἰς ἀπηγορευμένην περιφέρειαν τοῦ ἰδικοῦ του δήμου· μεταφέροντες δὲ ταῦτα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δημάρχου, ἀναγκάζουσι τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας, χωρὶς νὰ παραβιάσωσι τὸν νόμον, νὰ καταβάλλωσιν ἁδρὰ σύλληπτρα, μεριζομένου τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν ἀγροφυλάκων τὴν ἀθέμιτον ταύτην λείαν. Ταῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου, τὰ ἐπισυμβαίνοντα κακὰ, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ νόμου, καθόσον ἔνιοι τῶν Δημάρχων μετὰ τῶν ἀγροφυλάκων μετεχειρίσθησαν τὸν νόμον τοῦτον ὡς μεταλλεῖον.
§105ΤΙΝΕΣ. Ὡς μέσον πλουτισμοῦ.
§106ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔστω, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ λόγοι, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, διότι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν, τὸ δὲ νομοσχέδιον, ὅπερ προτείνει, περιέχει τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα, ἅπερ ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ λειτουργοῦντι νόμῳ.
§107ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ θέλω διὰ νόμου νὰ κανονίσω τὰ τῆς βοσκῆς.
§108ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, δέον νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἐπὶ ἄλλων βάσεων, περιέχον οὐχὶ τόσον αὐστηρὰς ποινικὰς διατάξεις, καὶ μὴ προσδίδον ἄνευ τῆς ἐποπτείας ἀρχῆς τινος ἀπόλυτον ἐξουσίαν εἰς τοὺς Δημάρχους καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια.
§109ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, πρῶτον ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖσθε καὶ τοὺς ὁποίους εὑρίσκω ὀρθοὺς, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια διὰ τοῦ τελευταίου νόμου ἀπέκτησαν πλήρη ἐξουσίαν τοῦ νομοθετεῖν, καὶ αὐτὴ ἡ ἐξουσία γεννᾷ καθ’ ὑμᾶς τὰς καταχρήσεις, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιρῶ αὐτὴν, καὶ τοιουτοτρόπως μένει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὸν πολίτην, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε τοῦ Δημάρχου οὔτε τοῦ χωροφύλακος, οὔτε τοῦ εἰσπράκτορος, οὔτε οὐδενὸς, ἕως οὗ ὑπήχθη εἰς αὐτόν.
§110ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Βαλσαμάκη, ἐπαινῶ τὴν πρόθεσιν ὑμῶν κατ’ ἀρχήν· ἐπιθυμεῖτε, διὰ νέου νόμου νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τῆς βοσκῆς, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν αἱ συμβαίνουσαι καταχρήσεις· ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, ἐνῷ κατ’ οὐδὲν ὠφελεῖτε, ὑποπίπτομεν εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα, καθόσον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου προέβητε ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην πεποίθησιν, ὅτι ἐν τῷ λειτουργοῦντι νόμῳ ὑπάρχει ἀπαγορευτικὴ διάταξις περὶ βοσκῆς ἀπολύτως, ἐνῷ, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὡς ἔχει ὁ νόμος, τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δύνανται νὰ κανονίσωσι τὰς κτηματικὰς περιφερείας, καὶ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ βόσκησις ζώων ἐν αἷς περιφερείαις τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἤθελον κανονίσει. Τὰ κακὰ ἔγκεινται, κύριε Βαλσαμάκη, ἐν τῇ αὐστηρότητι τῶν ποινῶν, ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐξουσίᾳ, ἣν ἐχορήγησεν ὁ νόμος τοῖς Δημάρχοις καὶ τοῖς Δημοτικοῖς ὀργάνοις, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὰ κακὰ δὲ ταῦτα δὲν ἀναχαιτίζονται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ ὑμῶν νομοσχεδίου· τοὐναντίον, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων τοῦ ὑποβαλλομένου παρ’ ὑμῶν νομοσχεδίου, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι ταῦτα τοῦ λειτουργοῦντος νόμου.
§111ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ τοπικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δίδεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ὅτι ἑπομένως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δύνανται νὰ τὸ κανονίσωσι τοπικῶς, ἐνῷ ἐγὼ ἐννοῶ νὰ κανονισθῇ μὲν τοπικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύωσι τὴν βοσκὴν, δι’ οὓς λόγους προηγουμένως ἀνέφερα· πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τοῦ θέματός σας καὶ σεῖς ἐπεκαλέσθητε τὸν λόγον, ὅτι αἱ καταχρήσεις προέρχονται ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ νόμου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνοι, καὶ τὰ ἐπιχειρήματά σας εἶναι κατὰ τῆς διδομένης εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξουσίας.
§112ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς νὰ καταστείλωμεν τὰς βλαβερὰς τάσεις ἐνίων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, πῶς νὰ ἀναχαιτίσωμεν τὰς πλεονεκτικὰς ὀρέξεις Δημάρχων τινῶν καὶ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς Δημοτικῆς διοικήσεως, προφυλάσσοντες καὶ τὰς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὰς κατ’ αὐτῶν ἐπιθέσεις τῶν ποιμένων διὰ τῶν ποιμνίων των. Ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ πρόνοια ἡμῶν καὶ ἡ σοφία τοῦ νομοθέτου, καὶ ἐπὶ τούτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, προτείνων ὅπως συστηθῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις, μελετῶσα τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ καθορῶσα τὰ ἐν αὐτῷ ἄτοπα, νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, ὅπερ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας συνέταξε πρόγραμμα διὰ τὴν κηδείαν τοῦ ἀποβιώσαντος σήμερον Ἐπισκόπου Οἰτύλου, γενησομένην αὔριον εἰς τὰς 2 μ. μ., εἰς ἣν καλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταί.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε· θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κοκκέβης).
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ λειτουργῶν νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἔχει ἀνάγκην ἀνασκευῆς, διότι ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ, ἡ εἰς ἕκαστον δῆμον ἰσχύουσα καὶ δυναμένη νὰ ἔχῃ θέσιν πλησίον τοῦ Εἰρηνοδίκου, ὡς φίλα φρονοῦσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, κατέστη μάστιξ τοῦ τόπου, οὐχὶ ὡς ἐκ τῶν ἀπαγορεύσεων τῶν διαμερισμάτων τῶν πεφυτευμένων γαιῶν, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν ποινῶν τῶν ἐπιβαλλομένων. Αἱ ποιναὶ αὗται εἰς χεῖρας δημοτικῶν τινων ἀρχόντων, στενοκεφάλων καὶ ἐμπαθῶν κομματαρχῶν, κατέστησαν φοβερὰ μάστιξ· ὁ νόμος συνεπῶς χρήζει ἀνασκευῆς πλήρους. Τοῦτο δ’ ὑποστηρίζω ἔχων ὑπ’ ὄψει μου πολλοὺς Δημάρχους, ἰδίως ὅμως τὸν Δήμαρχον Παμίσου· εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν οἱ φίλοι μου κατεστράφησαν ἐντελῶς, ὡς ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ μάλιστα ἐφαρμοζομένου ἀπὸ τὸν ῥηθέντα Δήμαρχον. Ὅθεν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νέον νόμον, ἀλλ’ ἕως ὅτου γίνῃ τοῦτο, συμφωνῶ νὰ ψηφισθῇ ὁ τοῦ κ. Βαλσαμάκη, πλὴν δι’ ὅλον τὸ Κράτος.
§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη κατόπιν τῆς δευτερολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, δεικνύει, ὅτι, κατὰ γενικὴν γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ κείμενος νόμος δεῖται ἀναθεωρήσεως, τοῦτο δὲ, ὄχι πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου, καθ’ ἣν αἱ τοπικαὶ ἐξουσίαι κανονίζουσι τὰ ζητήματα τοπικοῦ συμφέροντος, — καὶ βεβαίως τοπικοῦ συμφέροντος εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκίας, — ἀλλ’ ἵνα τὰ τῶν τοπικῶν ἐξουσιῶν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, κανονισθῶσι βέλτιον, καὶ προσέτι, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν μέρος τῆς ἐξουσίας, τῆς παραχωρουμένης διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου. Ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος δίδει εἰς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα, νὰ διαχειρίζηται πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ τε πρώην τεθέντος καὶ τοῦ τελευταίου· ἐντὸς δὲ τῶν ὁρίων τῶν νόμων ἐκείνων ἡ τοπικὴ ἀρχὴ δύναται, εἴτε νὰ κανονίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν διατάξεων, εἴτε νὰ κανονίσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἰσχύος διατάξεων. Ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νόμου τοῦ πρώτου, τοῦ καὶ ἔτι ἰσχύοντος, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ τελευταίου, δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις, καὶ δὴ, ὡς παρετήρησεν ὁ ἄρτι καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, αἱ ποινικαὶ διατάξεις, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ὥστε ἡ ἐξουσία τῆς τοπικῆς ἀρχῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἀποφασισθῇ, ὅτι θὰ ᾖ αὕτη, εἴτε μείνῃ ἡ ἐξουσία εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως σήμερον ἔχει ὁ νόμος, εἴτε ἀνατεθῇ εἰς ἄλλην ἀρχὴν, νὰ περιορισθῇ, ἰδίως εἰς τὰ τῶν ποινικῶν διατάξεων, ἐντὸς ὁρίων, περιφρουρούντων ἐπαρκέστερον τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν κτηνοτρόφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν πρόκειται ἄρα νὰ προβῶμεν εἰς σύνταξιν νομοσχεδίου, εἰς ἓν μόνον διαμέρισμα ἀφορῶντος, πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς σύνταξιν, δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ κειμένου νόμου, ἑτέρου νόμου γενικοῦ, ὅπως ἐπιδιώξωμεν δι’ αὐτοῦ δύο τινὰ, τὴν βελτίονα ἐκλογὴν τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θέλει διαχειρίζεσθαι τὴν τοπικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν περιστολὴν τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλει κινεῖσθαι ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἰδίως μάλιστα ὡς πρὸς τὰ ποινικά. Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ συλλέξωμεν τὰ πορίσματα τῆς πείρας, τῆς ἀποκτηθείσης ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἥτις δὲν ἔχει μακρὸν βίον, καὶ ἰδίως ὁ τελευταῖος νόμος, ὁ εἰδικώτερον ἀφορῶν εἰς τὴν κατάλληλον ἐκλογὴν τῆς τοπικῆς ἐξουσίας, τοῦ παλαιοτέρου, προσφάτου ὅμως καὶ τούτου, σχετιζομένου στενότερον πρὸς τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ποινικῆς ἐξουσίας. Ἡ πεῖρα, ἡ ἀποκτηθεῖσα περὶ τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ποινικῆς ἐξουσίας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παλαιοτέρου νόμου, καὶ ἡ πεῖρα, ἡ ἀποκτηθεῖσα περὶ τὰ τῆς καταλλήλου ἐκλογῆς τῆς ἀρχῆς, τῆς διαχειρισθησομένης τὴν τοπικὴν ἐξουσίαν περὶ ποιμνιοβοσκίας, πρέπει συλλεγεῖσα νὰ παραδώσῃ ἡμῖν τὰ πορίσματα, ἀναγραφησόμενα ἐν νομοσχεδίῳ, ἀφορῶντι εἰς ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας καλῶς πράττει, μὴ ἐπιμένων, ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ὅπως παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον, οὐδόλως συνδυαζόμενον καὶ συναρμολογούμενον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ κέρδος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἡ προκληθεῖσα συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι ἑτέρου νομοσχεδίου ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη γενικωτέρου νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας προδιέγραψα. Εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτου νομοσχεδίου πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶμεν πάντες, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, δι’ οὗ τρόπου κριθῇ συμφερώτερον, εἴτε δι’ Ἐπιτροπῆς, εἴτε δι’ ἰδίας ἐργασίας τῶν Βουλευτῶν, ἐργασίας, τῆς ὁποίας τὸ προϊόν ἕκαστος ἀπὸ τοῦ βήματος δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ, καθιστῶν οὕτως αὐτὸ γνωστὸν εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν γενικωτέραν ἐντολὴν τῆς κατασκευῆς τῶν νομοθετημάτων.
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι δὲν παρέστην κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς προκειμένης συζητήσεως, μόλις ἐσχάτως ἀφιχθεὶς, καὶ ἑπομένως ἀγνοῶ τί ἀκριβῶς ἐλέχθη. Ἐν τούτοις γνωρίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας τῶν ἀδικημάτων, τῶν προξενουμένων ἐκ τῆς βοσκῆς τῶν ζῴων, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, καὶ πολλοὶ περὶ αὐτοῦ ἐξεδόθησαν νόμοι, ἵνα κρίνωμεν δὲ, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νέων νομοθετικῶν μέτρων, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὁποία τις εἶναι ἡ ἰσχύουσα νῦν νομοθεσία. Ὡς πρὸς τοῦτο μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καί τινος τῶν προαγορευσάντων, ἰσχυριζομένων, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου περὶ παρανόμου βοσκῆς νόμου ἐδόθη ἐξουσία εἰς τὰς τοπικὰς ἀρχὰς νὰ κανονίζωσι κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ τῆς βοσκῆς, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθές. Εἶχε, Κύριοι, ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὴν βοσκὴν τῶν ζῴων εἰσήγαγε παρ’ ἡμῖν ἀρχὰς, εἰς οὐδὲν ἕτερον Κράτος καθιερωμένας· ἤγουν 1) τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ βοσκὴ εἰς πάντα καλλιεργημένον ἢ πεφυτευμένον τόπον, ἄνευ διακρίσεώς τινος, καὶ συνεπῶς ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ τῶν ζῴων καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην τῶν κτημάτων, καὶ 2) τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύναται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ ψηφίσματός του, ἐπικυρουμένου ἀπὸ τὸν Νομάρχην, —δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν διαδικασίαν,—νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν βοσκὴν εἰς ὡρισμένας περιφερείας, ἄνευ διακρίσεως περὶ τοῦ εἴδους τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ γαιῶν, ἂν δηλ. αὗται ἦναι πεφυτευμέναι, καλλιεργημέναι ἢ καὶ ἁπλῶς βοσκήσιμοι γαῖαι καὶ λειβάδια. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν διὰ τοῦ πρό τινων ἐτῶν ψηφισθέντος νόμου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀντετάχθην πάντοτε, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Πρό τινων μηνῶν, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐψηφίσθη καὶ τελευταῖός τις νόμος, ὅστις οὐδόλως μετέβαλε τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζοντο οἱ προηγούμενοι νόμοι, οἱ ἀπαγορεύσαντες καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν βοσκὴν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἐπικράτειαν, ἀλλ’ ἐπέτρεψεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ἄρωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἐκείνων, ὅταν ἐγκρίνωσι, καὶ ἔταξε πρὸς τοῦτο τοιαύτην διαδικασίαν, ἀπήτησε πλειοψηφίαν ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων, ὥστε κατέστησε δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου, ἂν ὑπάρχῃ κἀνὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ ἄρῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἰσχυόντων νόμων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας ἐκ πλάνης εἶπεν, ὅτι οἱ Δήμαρχοι διὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἀπαγορεύουσι τὴν βοσκὴν εἰς μέρη, ὅπου τοῖς ἐνδιαφέρει, καὶ κατόπιν διὰ τῶν ἀγροφυλάκων καταδιώκουσι τοὺς ἐκεῖσε βόσκοντας τὰ ζῷα τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν, ἀφίνουσι δὲ ἀνενοχλήτους τοὺς φίλους των. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς διὰ ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι ταῦτα μόνον νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν βοσκὴν ἔχουσι δικαίωμα, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ ἀπαγορεύσωσιν αὐτήν. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ περίπτωσις τῆς καταχρήσεως, ἣν ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτής. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία· ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν τὴν παράλογον ἀρχὴν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καλλιεργημένου ἢ πεφυτευμένου κτήματος, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην χέρσου γῆς, νὰ βοσκήσῃ τὰ ἴδιά του ζῷα. Ἑπομένως συμφωνῶ, ὅτι χρήζει ἀναθεωρήσεως, ὅτε θέλω ὑποστηρίξει τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἤδη ἐρωτῶ, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας; Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδωνται ἅπαντα εἰς τοὺς νόμους, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ πλημμελεῖς νόμοι δύνανται νὰ παραγάγωσιν εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουσιν αὐτοὺς, ἔχωσι συναίσθησιν τοῦ ἰδίου καθήκοντος καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ βοσκῆς νόμων ἐπῆλθον, ὀφείλονται κυρίως εἰς τὴν φατριαστικὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας, καὶ ἐν γένει τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἅτινα, ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐπιζητοῦσι νὰ κερδοσκοπῶσι κατὰ τῶν δυστυχῶν κτηνοτρόφων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε πανταχοῦ, ὅτι συλλαμβάνουσι τὰ ζῷα, χωρὶς πολλάκις νὰ ὑπάρχῃ νόμιμος περίπτωσις, μεταφέρουσι δὲ αὐτὰ μακρὰν, μέχρις οὗ ἐξαναγκάσωσι τοὺς κτηνοτρόφους εἰς πληρωμὴν ὑπερόγκων συλλήπτρων. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις οἱ κτηνοτρόφοι ἐν τῇ ἀγανακτήσει των ἐπιχειροῦσι νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν, πλεῖσται συγκρούσεις καὶ ἄπειρα ἐγκλήματα ἐπέρχονται. Ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου; Ὅτι πταίουσι μὲν οἱ κείμενοι νόμοι, ἀλλὰ πρὸ πάντων πταίει ἡ Διοίκησις, ἡ ὁποία οὐδέποτε μεριμνᾷ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ ὄργανά της τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τῆς Δημοτικῆς διοικήσεως.
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, Κύριε Ὑπουργὲ, διατί ἀπευθύνετε πρὸς ἐμὲ τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὀργάνων τῆς Δημοτικῆς διοικήσεως. Ἀγνοεῖτε, λοιπὸν ὅτι ἡ ἐξουσία αὕτη διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὰς διαταγὰς τῶν Νομαρχῶν;
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἅμα τὴν ἐγγίσωμεν, θὰ διαμαρτυρηθῆτε ἀμέσως.
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκλέγητε μετὰ προσοχῆς καὶ νὰ ἐπιβλέπητε τὰ ὄργανα ταῦτα, καὶ ὄχι νὰ διορίζητε καὶ τοποθετῆτε κατὰ τὰς διαθέσεις τῶν φίλων σας Βουλευτῶν ἀστυνόμους καὶ χωροφύλακας. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἀποφύγητε τὴν εὐθύνην ἕνεκα τῶν πράξεων τῆς Δημοτικῆς διοικήσεως· ὑμεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι δι’ ἅπασαν τὴν ἐν τῷ Κράτει διοίκησιν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν παυθῇ κἀνεὶς ἀστυνόμος, τότε ἐπερωτᾶτε.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γίνῃ ἡ παῦσις διὰ κακοήθη διαγωγὴν καὶ οὐχὶ λόγῳ φατριασμοῦ, θὰ σᾶς εἴπωμεν, εὖγε!
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ γνωρίζομεν καὶ ἀπὸ ἄλλοτε.
§128ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καθότι ἐπιμένω νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀντικείμενον δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ γενικῶς δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἐξουσίας, τῆς ἀνατιθεμένης εἰς τὴν Δημοτικὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπιμείνω, τὸ νομοσχέδιόν μου θὰ ἀποῤῥιφθῇ, καὶ ἐπρότεινε νὰ διορισθῇ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ φέρῃ, ἢ τροπολογίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἢ ὁπωσδήποτε ἓν ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως δέχομαι τὴν ἀναβολὴν, ὡς καὶ τὸν διορισμὸν Ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μὴ συμβῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, νὰ μὴ διορισθῇ Ἐπιτροπὴ εἰκοσιπενταμελής, ἥτις νὰ μὴ κατορθόνῃ ποτὲ νὰ συνέλθῃ, ἀλλὰ νὰ διορισθῇ τριμελής, ἢ τὸ πολὺ πενταμελής.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπή. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν πρόκηται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, νὰ τὸ ὑποβάλῃ τάχιστα.
§130Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις;
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι, ἂν θέλετε νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ, δέχεται ἐπίσης καὶ μονομερεῖς γνώμας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι θὰ συνδυασθῶσιν ὅλοι οἱ νόμοι, καὶ θὰ γίνῃ τροποποίησίς τις εἰς τὸν κείμενον νόμον. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;
§133ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἀντικείμενα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Ἐκτὸς ἐὰν ζητῇ τις τὴν ἀναβολήν.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὥρα παρῆλθεν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ ἀναβάλωμεν.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Ζητεῖ τις τὴν ἀναβολήν;
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Πρόεδρε.
§138ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λοιπὸν, τί ἐγένετο περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπεφασίσθη νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπή, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πείρας καὶ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν παρατηρουμένων ἐλλείψεων.
§140ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, εἶπεν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ διασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιόν μου, καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποχωρεῖ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι παραδέχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπή.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κοκκέβης). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ συνοψίσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους καὶ τὰ νομοσχέδια, θὰ τροποποιήσῃ μερικὰς διατάξεις, καὶ θὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἴδιον (ἱλαρότης).
§143ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀφήσητε τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, διότι σεῖς ἀγορεύετε ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτῆς.
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλὸν, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, νὰ ἐκθέσητε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ καταρτισμοῦ Ἐπιτροπῆς. Νὰ μὴ καταρτισθῇ ἐντελῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, νὰ καταρτισθῇ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν πρωτοβουλίαν, ἀλλὰ τῇ συγκατανεύσει τῆς Βουλῆς. Ὥστε, ἀφοῦ καταγίνητε εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν θὰ ἦσθε ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, νὰ ἀνακοινώσητε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις ὑμῶν.
§145ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφιβάλλω, διότι θὰ γίνῃ ἡ κηδεία τοῦ Ἐπισκόπου Οἰτύλου. Λοιπὸν προχωροῦμεν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας νέας προθεσμίας πρὸς τοὺς ἐν Πάτραις κατόχους ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων οἰκοδομῶν κατὰ τὸν ΨΞʹ τοῦ 1887 νόμον.
§147ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἁπλούστατον, καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγον, ὅστις μοὶ τὸ ὑπηγόρευσε, καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται. Τινὲς τῶν οἰκοδομησάντων πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις δὲν ἔσπευσαν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον, τουτέστι νὰ δηλώσωσιν ἐμπροθέσμως, ὅτι ἔχουσιν οἰκοδομήσει ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων, συμφώνως πρὸς τὸν προηγούμενον νόμον. Ὁ νόμος ΨΞʹ τοῦ 1887 ὑπεχρέου τοὺς οἰκοδομήσαντας ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις ἀπὸ τοῦ 1857 καὶ ἐντεῦθεν, νὰ δηλώσωσι τοῦτο, καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ τοῖς παραχωρηθῇ τὸ οἰκόπεδον ἐπὶ ἐκτιμήσει. Πολλοὶ παρέλειψαν νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ παράλειψις αὕτη δυνατὸν νὰ προῆλθεν εἴτε ἐξ ἀδυναμίας πραγματικῆς, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἶναι σκληρὸν νὰ ἐξώσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰς καλύβας των. Πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατοντάδων οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐγείρει μικροοικοδομὰς ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἄν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ κατοικήσουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§148ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου μου. Οἱ οἰκοδομήσαντες ἐπὶ οἰκοπέδων ἐθνικῶν ἐν Πάτραις εἶναι πτωχοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐτῶν ἔκτισαν ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἴτε τυχαίως μὴ λαβόντες γνῶσιν τοῦ νόμου, ἢ παραμελήσαντες νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον, διότι τυχὸν ἦσαν ἀπόντες, εὑρίσκονται σήμερον ἐντὸς τῶν καλυβῶν αὐτῶν. Θὰ ἦτο σκληρὸν καὶ ἄδικον, ἀφοῦ ἤδη πρόκειται νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον, καὶ νὰ πληρώσωσι τὸν τόκον, νὰ στερηθῶσι τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ δίδεται προθεσμία νὰ πληρώσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅ,τι ὀφείλουσι.
§149ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τοὺς προλαλήσαντας ἐντίμους συναδέλφους. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δεχθῇ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον τοῦτο εἶναι εὐεργετικώτατον εἰς πενεστάτους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων· ὑποθέτων δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποδεχθῇ νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ στέρξῃ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ εὐεργετικὸν αὐτὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Τρίπολις, διότι καὶ ἐν Τριπόλει ἔχουσιν οἰκοδομήσει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καταλαβόντες, ἄλλοι μὲν 5 μέτρα, ἄλλοι δὲ 10, ὥστε, ἐὰν ἐξαναγκασθῶσι, δυνάμει τῶν ὑφισταμένων νόμων, εἰς ἐκποίησιν τῶν οἰκιῶν των, θὰ μείνωσιν ἄστεγοι. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δεχθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς αὐτὸ καὶ ἡ Τρίπολις.
§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λεγομένων εὐεργετικῶν νόμων, ὁποίους πολλάκις ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ὅμοια πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρασκευάζονται καὶ ἄλλα, παρασκευάζονται καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, παρασκευάζονται καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, ὑπεβλήθησαν μάλιστα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐδόθησαν καὶ ὑποσχέσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελεν ἐπισπευσθῆ ἡ ψήφισις αὐτῶν, διότι ἡ ἀνάγκη ἦτο μᾶλλον κατεπείγουσα ἴσως ἢ σήμερον. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν περὶ πασῶν τούτων τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων νὰ ληφθῇ πρόνοια κοινή, δὲν ἐννοῶ ἐν κοινῷ νομοσχεδίῳ, διότι τινὰ πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ. Προκειμένου περὶ ἐπεκτάσεως εἰδικοῦ νομοθετήματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ κανονίζωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ἀρχῶν ἑνὸς διαμερίσματος τὰς ἀνάγκας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ἀρχῶν ἑτέρου διαμερίσματος τὰς ἀνάγκας, ἢ νὰ κανονίζωμεν τὰ περὶ τούτου καὶ ν’ ἀφίνωμεν ἀκανόνιστα τὰ περὶ ἐκείνου. Θεωρῶ ἄρα πρέπουσαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παρασκευαζομένην παρ’ αὐτῆς ἐργασίαν περὶ πάντων τῶν διαμερισμάτων, ἔνθα τοιαῦτα ζητήματα ἀνεφύησαν.
§151ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὁ προβαλλόμενος λόγος ἀναβολῆς ἦτο ἀκριβής, βεβαίως δὲν θὰ ἐπέμενον, καὶ μάλιστα ἀνωφελῶς, νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσι, Κύριοι, τὰ περὶ οἰκοπέδων ἐν Τριπόλει, ἢ ἐν Κορινθίᾳ, μετὰ τῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις; Περὶ τῶν οἰκοδομησάντων ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις ἔχομεν, ὡς σᾶς εἶπον, εἰδικὸν νόμον, τὸν ΨΞʹ.· δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐχορηγήθησαν προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν πάντες οἱ οἰκοδομήσαντες ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων νὰ δηλώσωσι τοῦτο, ὅπως ἐπέλθῃ ἐκτίμησις τῶν οἰκοπέδων καὶ κανονισθῇ τὸ πληρωτέον ποσὸν κατὰ δόσεις. Παρὰ πολλῶν παρημελήθη ἡ προθεσμία αὕτη, καὶ σᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς δώσητε παράτασιν προθεσμίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι θὰ κανονισθῶσι συγχρόνως τὰ περὶ τῶν οἰκοπέδων τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Τριπόλεως. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἄλλον λόγον καὶ θέλῃ νὰ περιβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, διὰ τῆς πρωτοβουλίας της, ὑποχωρῶ, διότι ἀδιαφορῶ περὶ τῆς μικροφιλοδοξίας ταύτης, ἀρκεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν συμπολιτῶν μου. Τὸ νομοσχέδιόν μου εἶναι σαφὲς, καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος τὸ ὑπαγορεύει, καὶ ὡς πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται. Θέλετε νὰ δώσητε μίαν εὐεργετικὴν προθεσμίαν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, φρονῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναβολῆς, θὰ παρακαλέσω θερμῶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ στοιχειώδης φιλανθρωπία.
§152ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐζήτησα νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ καὶ οἱ οἰκοδομήσαντες ἐν δημοσίοις οἰκοπέδοις ἐν Τριπόλει, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναφέρει νόμον εἰδικὸν διὰ τοὺς οἰκοδομήσαντας ἐπὶ τοιούτων οἰκοπέδων ἐν Πάτραις. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπειδὴ εἶναι εὐεργετικὸς ὁ νόμος, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἐν Τριπόλει οἰκοδομήσαντας ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων. Ὅ,τι δύνανται νὰ ὑποστῶσιν οἱ ἐν Πάτραις οἰκοδομήσαντες ἐπὶ δημοσίων οἰκοπέδων, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὸ αὐτὸ θὰ ὑποστῶσι καὶ οἱ ἐν Τριπόλει, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τοὺς κειμένους νόμους· ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκηται νὰ ψηφισθῇ τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ νὰ γίνῃ τοῦτο γενικώτερον, δηλαδὴ νὰ συμπεριληφθῇ ἐν αὐτῷ, ὄχι μόνον ἡ Τρίπολις, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφύονται τοιαύτης φύσεως ζητήματα.
§153ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ, διότι εἶναι εἰδικὸς νόμος περὶ τῶν οἰκοδομησάντων ἐν Πάτραις.
§154ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ πληρέστερον νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι λυσιτελέστερον καὶ ὠφελιμώτερον, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τοιαῦτα.
§155ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου;
§156ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§157ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σκοπῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον γενικώτερον, κανονίζον τὰ ἀφορῶντα εἰς ὑποθέσεις παρομοίας, τότε πλέον θὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἄν θέλῃ νὰ ἀποῤῥιφθῇ, ἄς τὸ εἴπῃ καθαρῶς. Τί θὰ εἰπῇ, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἀφοῦ θὰ φέρῃ κατόπιν νομοσχέδιον γενικόν;
§158ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ εἰπῇ, ὅτι, ἄν γένηται δεκτὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς Πάτρας ἀπὸ τῆς γενικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν κατόπιν περὶ τῶν ἄλλων πόλεων.
§159ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§161ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§162ΤΙΝΕΣ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.