1888.11.25
2.763 στίχοι · 21.776 λέξεις · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24.
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1888
(Παρασκευή)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Καλλιόπης χήρας Θ. Κουντουριώτου, αἰτουμένης μηνιαίαν σύνταξιν. Οἱ δικολάβοι τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ δήμου Δύμης ἀναφέρουσιν, ὅτι ἡ καταγγελία τοῦ Κ. Κεραμιδᾶ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Δύμης εἶναι ἀνυπόστατος. Ἀνώνυμός τις ἐξ Ὑπάτης ἀποστέλλει ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ διορθωθῇ τὸ μέρος τῆς νομοθεσίας, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὁρκοδοσίαν.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ σεισμοῦ ἐν Αἰγίῳ.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει καὶ θὰ σᾶς φέρω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα.
§4ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς ἀποτελῶ μέρος, κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς πιστώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη, ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, τίς ὁ διεκδικῶν τὴν ἀπαίτησιν, διότι ἐκ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προκύπτει μὲν, ὅτι κατὰ πρῶτον ὁ Σπάρταλης διεξεδίκησε τὴν ἀπαίτησιν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Σπάρταλης ἐπτώχευσε, καὶ ἀντεπροσώπευε τοῦτον ἡ ὁμὰς τῶν πιστωτῶν του, ἐν ὀνόματι δὲ τῆς ὁμάδος ὑπάρχει ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπομιμνῆσκον τὴν ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων του, τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ὁ Σπάρταλης συνεβιβάσθη μετὰ τῶν δανειστῶν αὑτοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν ἐξέλιπε, καὶ ἐπανέρχεται ὡς δικαιοῦχος, διὰ πᾶσαν τυχὸν ἀπαίτησιν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Σπάρταλης. Ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἐννοεῖται, ὅτι οὔτε ὁ Πρεσβευτὴς πλέον δύναται νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, οὔτε ἄλλος τις, καθότι ὁ Σπάρταλης ἐνήργει ὡς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρεστάθη καὶ παρίσταται κατὰ συνέπειαν ὡς ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑπόλογος διὰ τὴν διαχείρισιν αὑτοῦ. Προσέτι προκύπτει, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξέδοτο δευτέραν ἀπόφασιν, ἀναθεωρῆσαν τὴν πρώτην, ἀλλὰ διὰ τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως μεταβάλλεται ἡ κατὰ πρῶτον ἐκδοθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, ἀποδεχομένη τοῦτον δανειστὴν εἰς πολὺ ἀνώτερον ποσόν. Ἡ πληροφορία ὅθεν περὶ τοῦ τίς εἶναι σήμερον ὁ παριστάμενος καὶ διεκδικῶν τὴν τοιαύτην ἀπαίτησιν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαία, καθόσον ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἐξετάζεται ὑπὸ καθαρῶς νομικὴν βάσιν καὶ ὑπὸ τὰς ἐκ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου προερχομένας ὑποχρεώσεις ἀλλὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ σχέσις τοῦ ὀφειλέτου πρὸς τοὺς δανειστάς. Ἐν τῇ ἀγνοίᾳ καὶ νῦν ὑποτίθεται, ὅτι ὁ δανειστὴς δὲν εἶναι ὁ κ. Σπάρταλης, ἀλλὰ ξένοι ὑπήκοοι. Ἐπειδὴ δὲ ἐτελείωσεν ἡ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως, χωρὶς νὰ δοθῇ τοιαύτη πληροφορία, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις βεβαίως θὰ λάβῃ ἀνάγκην τῆς τοιαύτης πληροφορίας, παρακαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: αʹ) Πῶς ἐπελήφθη καὶ δεύτερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ προέβη εἰς ἀναθεώρησιν τῆς πρώτης αὑτοῦ ἀποφάσεως; βʹ) Συνεβιβάσθη ὁ Σπάρταλης; καὶ ἐὰν συνεβιβάσθη, τί συμφέρον ἔχει ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἀφοῦ ἐπληρώθη καὶ ἔλαβεν ὅ,τι εἶχε νὰ λάβῃ; γʹ) Ἐξεχωρήθη ἆρά γε ἡ ἀπαίτησις αὕτη καὶ πρὸς τίνα ἐξεχωρήθη; Ἐὰν δὲ ἐξεχωρήθη, ἡ ἐκχώρησις μετέβαλε τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δανειστήν; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τὰ περὶ τούτου.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἰς μὲν τὸ πρῶτον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν δικαιοῦχον καὶ τὸν διεκδικοῦντα τὴν πληρωμὴν, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ἢ ὅ,τι ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν· ἐὰν εἶχε δικαίωμα νὰ παρίσταται, ἢ ὄχι, δὲν ἐξετάζω, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐλύθη διπλωματικῶς, οὐδὲ πρέπει νὰ λυθῇ ὡς διπλωματικὸν, καὶ τὴν γνώμην ταύτην πρέπει νὰ ἔχωμεν, ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόσωπον τὸ διεκδικοῦν. Ἡμεῖς πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν εἴπομεν, ὅτι τὴν παρέμβασιν αὐτῆς ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ὁμάδος δεχόμεθα, διότι δὲν ἔχομεν λόγον νὰ θέλωμεν τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀντιπρόσωπον, δὲν δεχόμεθα ὅμως παρέμβασιν διπλωματικὴν, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει διπλωματικὸν χαρακτῆρα. Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία παρεδέχθη τὴν ἀξίωσιν ἡμῶν ταύτην. Ἡ Βουλὴ ἤδη θέλει ἐξετάσει τὰ τῆς πιστώσεως ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόσωπον τὸ διεκδικοῦν, καὶ ἂν εὑρίσκῃ, ὅτι ὑπάρχει ὀφειλὴ, θέλει ἀναγνωρίσει αὐτὴν, ἂν εὑρίσκῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει, θέλει ἀποφασίσει συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς ταύτην. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ἥτις ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς διεκδικοῦντας, καὶ δὴ εἰς τὴν Πρεσβείαν. Οὗτοι παρέστησαν, ὅτι πολλὰ τῶν ἐγγράφων, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὡς πρός τινα ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ὀφειλὴ, ὑπάρχουσι, καὶ ἐζήτησαν, ὅπως ἀνακοινωθῶσι πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἐπίσης ἠμφισβήτησαν τὴν ὀρθότητα σκέψεών τινων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ προσήγαγον νέα ἔγγραφα, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ σκέψεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν βάσιμοι. Ἐπίσης καὶ αὐταὶ αἱ ἀνακοινώσεις διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, προκληθὲν, ὅπως συσχετίσῃ ταύτας πρὸς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀποφανθῇ, ἂν ὑπάρχῃ ἐκ τούτου ἀφορμὴ, ἵνα μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ. Τὸ Συνέδριον ἔλαβε ταῦτα ὑπ’ ὄψει, καὶ ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα ἀνεγνώρισεν, ὅτι ταῦτα ἀνεπλήρουν τὰς ἐλλείψεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο πρότερον ν’ ἀναγνωρισθῇ ὀφειλὴ ἐπὶ ὡρισμένων κονδυλίων. Ταῦτα εἶναι τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.
§6ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς ἐπελήφθη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑποθέσεως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον;
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ. Ἐν τῇ Βουλῇ, γενομένης συζητήσεως, ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβάλει τὴν ὑπόθεσιν ἐντελῶς ὥριμον, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἦτο προτιμότερον ν’ ἀναβληθῇ ὁ κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως, ἕως οὗ καθορισθῶσι τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν ἀναβολὴν, καὶ συνέστησε τὸ πρῶτον εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῶν λογαριασμῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη διὰ πολυσέλιδου ἐκθέσεως. Μετὰ ταῦτα ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι ἦτο λογοδοσία ὑπολόγου, ὀφειλομένη εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Προξένου, αἱ τοιαῦται δὲ λογοδοσίαι καθαρίζονται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἀφεώρα ἡ ὑπόθεσις εἰς σχέσιν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτην, ἀλλὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ὑπάλληλον καὶ ἑπομένως πρὸς ὑπόλογον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξεκαθάρισε τὴν ὑπόθεσιν μέχρι τοῦ 1874, ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπαυσεν ἡ ἰδιότης τοῦ ὑπαλλήλου, εἶχε δ’ ἀναγνωρισθῇ ὀφειλή τις. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης ἡ μὴ πληρωμὴ ἐγέννα ζητήματα περὶ τόκου, ὡς καὶ ἕτερον ζήτημα· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀφαιρέσει ἐκ τῆς Τραπέζης χρήματα τοῦ Σπάρταλη, ποσοῦ, ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται ὡς ὀφειλὴ τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοῦ χρήματος ἐκείνου ἡ ἀπόδοσις σήμερον, ὅτε κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ γένηται, κατὰ τὴν γνώμην τῶν Νομικῶν Συμβούλων μετὰ τοῦ τόκου τοῦ νομίμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ διεκδικῶν εἶχε παραδεχθῆ τόκον κατώτερον, δίδεται συμβιβαστικὴ λύσις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Περὶ τούτων πιστεύω, ὅτι γενήσεται λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι μὲν ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐλησμόνησε λεπτομερείας τινὰς, τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτῆς δὲν εἶναι σήμερον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν Βουλὴν τότε. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 πίστωσιν 390,000 δραχ. περίπου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἐξήγετο, ἂν ἐζητεῖτο αὕτη πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. Σπάρταλη, ἐσημειοῦτο ὅμως, ὅτι εἶναι πληρωμὴ ὑλικοῦ, ἑπομένως ὁ ἀναγινώσκων τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς χρηματικοῦ εἰς τὸν Σπάρταλην, ἀπέναντι τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζετο, ὅτι εἶχε κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τότε ὅμως ἠδυνήθημεν ν’ ἀνακαλύψωμεν, ὅτι ἡ πίστωσις ἐζητεῖτο δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἐζητήσαμεν ἑπομένως τότε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ Δημόσιον ὤφειλε τὸ ποσὸν αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασεν ἐπισημείωσίν τινα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας διηύθυνεν ἀναφορὰν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ἰδιώτου τότε ὄντος καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἰσχυρίσθη δ’ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι, ἐπειδὴ τὴν ἐπισημείωσιν εἶχον ὑπογράψει ἐγὼ, τυγχάνων τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον ἀναγνωρίσει δι’ αὐτῆς τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην. Ἀλλὰ ζητήσαντες τότε νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπισημείωσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἣν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπεκαλεῖτο, ἐλάβομεν αὐτήν, καὶ ἀνέγνωμεν ἐν αὐτῇ, ὅτι δι’ αὐτῆς εἶχον διαβιβάσει ἁπλῶς τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Καλλιγᾶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συνίστων νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, ἵνα ἀνευρεθῇ, ἂν ἔχῃ πράγματι νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητηθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἦτο ἐκκαθαρισμένον τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζετο ὁ κ. Σπάρταλης, ὅτι ὤφειλεν εἰς αὐτὸν τὸ Δημόσιον, ἠναγκάσθη νὰ συναινέσῃ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νῦν ζητεῖται δευτέραν φορὰν πίστωσις, καὶ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι πλέον ἐκκαθαρισμένον καὶ ἀναντίῤῥητον τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου. Ὅταν δὲ προταθῇ ἡ ὑπόθεσις πρὸς συζήτησιν, θέλομεν ἐξετάσει τὰ περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ὡς ἀναμιχθεῖσα καὶ ἀξιοῦσα τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τοῦ Σπάρταλη ζητουμένων, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἀπηύθυνε γραπτὴν αἴτησιν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ. Τὴν αἴτησιν ταύτην, ἧς μνείαν ἐποιήσατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον ἔκθεσις λέγει, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνεθεώρησε, κατ’ αἴτησιν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, τὴν ἀπόφασιν· πρὸ ὀλίγου δὲ εἶπον, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, ἀπέστειλε δὲ τὴν αἴτησίν του, οὐχὶ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τοῦτο τὴν διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτο εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι ἡ αἴτησις ἐντὸς τοῦ φακέλλου τῶν ἐγγράφων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν· δὲν εἶμαι ὅμως ἐν γνώσει, ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ φακέλλῳ, θὰ φροντίσωμεν νὰ τὴν καταθέσωμεν, καὶ μετ’ αὐτῆς πάντα τὰ διαβιβαστικὰ ἔγγραφα, ἂν καὶ ταῦτα δὲν περιελήφθησαν. Θέλω προσαγάγει πάντα τὰ ἔγγραφα, ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τῶν περιττῶν.
§12ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ καὶ τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ εὑρισκόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοιούτου φακέλλου γνῶσιν δὲν ἔχω.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ κ. Γενναδίου περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Σπάρταλη.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μὲ διέκοψε πρίν, ἵνα συμπληρώσῃ, ὡς εἶπε, τὰ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντα, ἀλλὰ δὲν εἶπέ τι νέον. Ἡ ὑπόθεσις εἶχεν, ὡς εἶπον, παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἐντελῶς ὥριμος καὶ ἐκκαθαρισμένη, καὶ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῇ. Αὕτη ἡ ἐκκαθάρισις ἐγένετο ἤδη, καὶ ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παράλειψις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ νὰ φέρῃ ὑπόθεσιν μὴ ὥριμον, ἦτο ἀξιοσημείωτος, διότι ἦτο καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Σπάρταλη.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ προκαλέσητε συζήτησιν περὶ τῆς τότε διαγωγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἀποκρύπτει, ὅτι ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ Σπάρταλη, οὔτε ὅτι εἶναι ἐξάδελφός του. Τοῦτο δὲν εἶναι ἄγνωστόν τι, οὐδ’ ἀποτελεῖ ἀποκάλυψιν.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι πολὺ χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μάθῃ, τίνες εἶναι οἱ παρόντες δικαιοῦχοι.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι κατὰ τὰ ἔγγραφα ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας παριστᾷ ἑαυτὸν ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, δὲν ἔχομεν δὲ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθωμεν τίνες οὗτοι, ἀλλὰ μόνον τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῶν ἀξιώσεων. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ αἰτοῦντος, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τῆς ἐν τῷ θέματι ἀναμίξεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας.
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πολλὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπον, ὅτι πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τῆς ἀξιώσεως, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς δικαιούχους.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τοιαύτην γνώμην· νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐστηρότατα. Ἂν ὠθήσωμεν τὴν αὐστηρότητα μέχρις ἄκρου, πρέπει νὰ πληρώσωμεν πλείονα τῶν αἰτουμένων, διότι πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὸν νόμιμον τόκον, ἐνῷ ἤδη πληρόνομεν ἐκ συμβιβασμοῦ τόκον ἐλάσσονα, διότι τοσοῦτος ἐζητήθη εἰς ἀποζημίωσιν, οὐχὶ διότι θεωροῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐλάττωσιν τῆς νομίμου ἀποζημιώσεως ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει. Ἡ ἀπαίτησις, ὅπως συμβαίνει ἐπὶ ὑποθέσεων δικαστικὸν ἐχουσῶν χαρακτῆρα, ἀπέληξεν εἰς συμβιβασμὸν, ἐνῷ δὲ κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν ἀπὸ τῆς νομίμου ὑποχρεώσεως, ἀφοῦ ἡ ἐπὶ ἔλασσον διαφορὰ καθορίζεται ὑπὸ τῶν αἰτούντων, εἶναι δὲ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ πρόσωπα καὶ τὰς ὑπὲρ αὐτῶν συστάσεις, διότι Πρεσβεία τις ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὑποθέσεις, ἀναγομένας εἰς τοὺς ὑπηκόους τοῦ Κράτους, ὃ ἀντιπροσωπεύει, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπάγεται ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν ἐπικράτειαν, ἵνα δειχθῇ ἐπιεικεστέρα πρὸς τὸν τυγχάνοντα τοιαύτης προστασίας ἀλλοδαπὸν ἢ πρὸς ἰθαγενῆ.
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὅστις προέτεινεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ν’ ἀποδειχθῇ ὁ δικαιοῦχος. Δὲν πρόκειται περὶ ὀφειλέτου, ἀλλὰ περὶ πιστωτοῦ· προκειμένου περὶ πιστωτῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι σήμερον προσέρχονται ὡς δικαιοῦχοι, ἦναι ὄντως δικαιοῦχοι, διότι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐκπληροῖ ἔργα Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν πρόκηται νὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ, ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θέλουσιν ἐξετάσει, ἂν οἱ αἰτοῦντές εἰσιν οἱ νόμιμοι δικαιοῦχοι, διότι, ἂν δὲν προσαχθῶσι τ’ ἀποδεικνύοντα τοὺς δικαιούχους δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θέλει ἀρνηθῆ τὴν θεώρησιν τοῦ περὶ πληρωμῆς χρηματικοῦ ἐντάλματος.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ἀναβῆ εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν, χθὲς γενομένην, ἀλλ’ ἤρχισα ἀπὸ τῆς πρὸ ὀλίγου ἀποταθείσης. Χθὲς ἐγένοντο καὶ ἐπερωτήσεις περὶ πραγμάτων στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας εὑρίσκω σήμερον ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐκ τῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγεγραμμένων μία μόνον ἀπ’ εὐθείας ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ἄλλαι ἀνάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ, ὡς ἐπληροφορήθην, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης θέλει ὑποβάλει αὔριον τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἡ πέμπτη ἐρώτησις εἶναι περὶ μηνύσεως τοῦ Κωνσταντίνου Ρίζου, κατοίκου Χασιᾶς, κατὰ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου Ἐμμανουὴλ Ζυμβρακάκη (ἀναγινώσκει): «... βιοπραγήσαντος ἐκεῖ κατὰ διαφόρων, φρικωδῶς δὲ κατὰ τοῦ παιδὸς Σωτηρίου Πίνη». Αὕτη ἴσως εἶναι ἡ περ’ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἐνεργήσει, διότι ἡ μήνυσις αὕτη, τοὐλάχιστον μήνυσις κατὰ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου Ἐμμανουὴλ Ζυμβρακάκη, εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ἄλλαι ὅλαι ἀπεστάλησαν πρὸς τὰς Εἰσαγγελίας καὶ ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ἐπιληφθῆ τῶν ὑποθέσεων, ὅταν παρὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν πληροφορηθῇ περὶ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἀνακρίσεων. Ὡς πρὸς ταύτην δὲ τὴν μήνυσιν, τὸ Ὑπουργεῖον προεκάλεσεν εὐθὺς, ὡς ἔλαβεν αὐτὴν, ἐνέργειαν, διότι τὴν μήνυσιν ἔλαβε τὴν 6 Ὀκτωβρίου, ἑτέραν δὲ περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως τὴν 8 Ὀκτωβρίου, διέταξε δὲ εὐθὺς τὸ Γʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Πίκουλαν τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, ἐφ’ ᾧ οὗτος μετέβη ἐπιτοπίως. Ὁ λοχαγὸς Πίκουλας ἐξετέλεσε τὰ τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐβράδυνε τὸ Ἀρχηγεῖον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἀποτέλεσμα, ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 68,552 διαταγῆς, ἡ ὑποβολὴ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀνακρίσεως, τὸ δὲ Ἀρχηγεῖον, δικαιολογῆσαν τὴν βραδύτητα, ὑπέβαλεν αὐτὸ ἀπὸ 22 Νοεμβρίου. Ὥστε χθὲς, ὅτε ἐγένετο ὁ λόγος περὶ τοῦ ζητήματος, ἤμην ἐν γνώσει τῆς προόδου τῆς ὑποθέσεως, διότι ἀκριβῶς τὴν πρωΐαν τῆς χθὲς εἶχον λάβει γνῶσιν τῆς ἀνακρίσεως, διαβιβασθείσης ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου, καὶ εἶχον ἐκτελέσει τὰ εἰκότα, τὰ εἰκότα δὲ ταῦτα ἦσαν, ὅτι ἡ δικογραφία ἀπεστάλη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον, τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργήσαντος διοικητικῶς μετὰ τὸ πέρας τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῶν ἀνακρίσεων φαίνεται ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς ἐνέργειαν δικαστικὴν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν ἀνακρίσεων. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας χθὲς ἐζήτησε νὰ δημοσιευθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλει, ἡ δὲ δημοσίευσις πράγματι δὲν ἐγένετο, διότι τὰς εἶχον κρατήσει ἐγὼ παρ’ ἐμοὶ, ἑπομένως τώρα κατατίθημι αὐτὰς ἐκ νέου εἰς τὸ Προεδρεῖον· τὰς εἶχον κρατήσει δὲ παρ’ ἐμοὶ, διότι εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησιν δὲν εἶχον ἀπαντήσει, ἀναμένων πληροφορίας παρὰ τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου. Τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον ἀπήντησεν, ὅτι ὡς πρὸς ταύτην δὲν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῷ ὄντι τοῦτο εἶχον παρατηρήσει καὶ ἐγὼ, διότι ἄλλως δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξηγήσω, πῶς δὲν εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη, κατὰ τὴν ἐπερώτησιν, ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις ἔχει περίπου, ὅπως τὴν ἐξέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καίτοι τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει αὐτοῦ παρατιθέμενα χωρία δὲν περιελαμβάνοντο, ὡς ἡ ἐπερώτησις παριστᾷ, ἐν ἀναφορᾷ τοῦ Ἀρχηγείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐν ἀλληλογραφίᾳ μεταξὺ τοῦ Φρουραρχείου καὶ τοῦ Ἀρχηγείου. Τὸ Ἀρχηγεῖον ἀπήντησεν ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς ἑξῆς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀνακοινωθείσης αὐτῷ, τὸ δὲ τηλεγράφημα περιλαμβάνει πάντα τὰ ζητούμενα (ἀναγινώσκει). «Κατόπιν αἰτήσεως Διευθυντοῦ Μηχανικοῦ περὶ χορηγήσεως ἀγγαρείας πρὸς μεταφορὰν λέμβων, ἀνέφερεν Ἀρχηγεῖον, ὅτι πέμπτον πεζικὸν Σύνταγμα στερεῖται παλαιῶν στρατιωτῶν πρὸς τοῦτο, καθ’ ὅσον πάντες τοιοῦτοι διατελοῦσι διαρκῶς ἐν ὑπηρεσίᾳ, μηδὲ ὑπηρετῶν ἀξιωματικῶν ἐξαιρουμένων, τὸ δὲ Ἀρχηγεῖον διὰ διαταγῆς του διέταξε προφορικῶς, ἵνα μὴ παρασυρθῶσι λέμβοι, ἂν ποταμὸς ἐκχειλήσῃ, νὰ διατάξῃ χορήγησιν ἀγγαρείας, ἔστω καὶ δι’ ἀγυμνάστων στρατιωτῶν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Οὐδεμία ἀναφορὰ Ἀρχηγείου ἐπὶ προκειμένου ὑπεβλήθη Ὑπουργείῳ. Ταχυδρομικῶς σήμερον ὑπεβάλομεν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν». Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχε παρατηρήσει χθὲς, ὅτι δὲν ἀπηντήσαμεν εἴς τινα ἐπερώτησίν του περὶ μὴ ἐξοφλήσεως ὁμολογιῶν παραγεγραμμένων. Δὲν εἶχον ἀπαντήσει, ὅπως τῷ παρετήρησα καὶ ἰδιαιτέρως, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἁπλῶς σύστασιν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως. Ἤδη ἀπαντῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 69 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἶναι κατηγορηματικὸν περὶ τούτου, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ πληρώσωμεν παραγεγραμμένην ὁμολογίαν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν περὶ τούτου νόμον. Ἐκτὸς δανείων τινῶν, ἐν οἷς ῥητῶς γίνεται ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος ὡς πρὸς τὰ τῆς παραγραφῆς, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐφαρμόζεται ὁ γενικὸς κανὼν τῆς παραγραφῆς τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, τοιαύτη δὲ ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὸν ζητήσαντα τὴν ἐξόφλησιν. Εἶχε παρατηρήσει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὑπάρχει τις ὑπαιτιότης τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ἀπ’ εὐθείας ἐκ πράξεως ἑαυτῆς, ἀλλ’ ἐκ πράξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκπροσωπούσης τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι αὕτη πράκτωρ τοῦ Δημοσίου ὡς πρὸς τὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου, περὶ οὗ πρόκειται. Παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πληρόνουσα εἰς τὸν κάτοχον τῆς ὁμολογίας τῆς κληρωθείσης τοὺς τόκους, διότι, ἐὰν δὲν τῷ ἐπλήρονε τοὺς τόκους, οὗτος θὰ εἰδοποιεῖτο διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ τοκομεριδίου περὶ τῆς κληρώσεως τῆς ὁμολογίας. Τοῦτο εἶναι ζήτημα δικαστικὸν, κατὰ πόσον ἡ παράλειψις αὕτη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δημιουργεῖ δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ κατόχου τῆς ὁμολογίας. Καθ’ ἃς ἡμεῖς ἐλάβομεν γνώμας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἵνα δίδωσι περὶ δικαστικῶν συμβουλὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδένα διατρέχει κίνδυνον τὸ Δημόσιον ἐκ τούτου. Ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐννοεῖται ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀκέραιον, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ παρ’ αὐτῆς πληρωθέντα λόγῳ τόκου ἐξωφλημένης ὁμολογίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησε συμπληρωτικάς τινας πληροφορίας περὶ τοῦ πολιτικοῦ ἰατροῦ, τοῦ ἀναπληροῦντος στρατιωτικὸν ἰατρὸν ἐν Πύργῳ, συνάμα δὲ παρετήρησεν, ὅτι ὑπάρχουσι πολιτικοὶ ἰατροὶ ἀναπληροῦντες στρατιωτικοὺς ἰατροὺς ἐν Ἀγρινίῳ καὶ ἐν Σύρῳ. Καὶ ἐν μὲν Ἀγρινίῳ δὲν ὑπάρχει, ἐν Σύρῳ ὅμως ὑπάρχει, ἀλλὰ διὰ λόγον, ὁ ὁποῖος βεβαίως θέλει θεωρηθῆ καὶ παρ’ αὐτοῦ ὡς βάσιμος, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ στρατιωτικὸς ἰατρὸς ἐν Σύρῳ, ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ τάγματος, ἐν Σύρῳ δὲ δὲν ὑπάρχει τάγμα, ἑπομένως ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπεν, ἢ νὰ ἀποσταλῇ εἰδικὸς στρατιωτικὸς ἰατρὸς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς βραχυχρονίου, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο ἐκεῖ, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς ἕνα τῶν ἐκεῖ πολιτικῶν ἰατρῶν, ἀνετέθη δὲ εἰς πολιτικὸν ἰατρὸν ἐπὶ μισθῷ 60 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἐν Πύργῳ ὑπηρετοῦντα, ἐκθέτω ἐν σημειώματι, ὅπερ καταθέτω, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπῆρχεν ἐπί τινα χρόνον καὶ στρατιωτικὸς ἰατρὸς, ὑπηρετῶν παρὰ τῷ τάγματι, τοῦ πολιτικοῦ ἰατροῦ ὑπηρετοῦντος παρὰ τῷ θεραπευτηρίῳ.
§26ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνηται ἐκ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κ. Σιμόπουλος ἐξέθεσεν, εἶναι ἀκριβὲς, διότι εἰς τὴν αἴτησίν μου περὶ τῆς πληροφορίας, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, εἶχεν ἀπαντήσει, δι’ ὅσων ἐξέθεσε πρὸ ὀλίγου περὶ πιστώσεων, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ παρέλειψεν ἀπὸ τοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὴν πληροφορίαν του, διότι παρέλειψεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, ὅστις προεκάλεσε τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τῆς μειοψηφίας πληροφορίαν. Ὁ λόγος, δὲ, Κύριοι, ἦτο τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς, ὅπερ ὑφίσταται καὶ ὅπερ ἀντετάχθη παρὰ μελῶν τινων τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων, εἰς οὓς εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως. Ἠκούσατε δὲ πρὸ ὀλίγου, τί σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. «Τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου προετάχθη, ὡς ἀπάντησις εἰς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ᾐτήσατο ὁ κ. Κωνσταντόπουλος. Ὑπάρχει παραγραφὴ, καὶ ἑπομένως, ὑπαρχούσης τῆς παραγραφῆς, τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ οὐδὲ λεπτόν». Τοιοῦτον δὲ ζήτημα ἀνεπτύχθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐπεκαλέσθησαν λόγους, στηριχθέντας εἰς τὴν μεσολάβησιν τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, πρὸ πάντων τὰ ἔγγραφα αὐτοῦ ἐχρησίμευσαν ὡς λόγος, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησίν των καὶ εἰς τὸ νὰ ἐπασχοληθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς· ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τὸ ἐζήτασεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἔποψιν μᾶλλον τὴν πολιτικὴν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σχέσεως Κυβερνήσεως πρὸς Κυβέρνησιν, τούτου ἕνεκεν ὑπεχρεώθη νὰ ζητήσω τὴν πληροφορίαν, ὅπως ἐξακριβωθῇ, τίς εἶναι ὁ δικαιοῦχος· εἶναι ὁ ἀρχικὸς δανειστής; εἶναι ἡ ὁμὰς, ἡ ὁποία ἀντεπροσώπευσεν ἐπί τινα καιρὸν τὸν δανειστήν; εἶναι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις; ἢ ἄλλος τις, ὁ ὁποῖος παρίσταται ὡς ἐκδοχεὺς τῆς ἀπαιτήσεως; Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ζήτημα ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ἐξετάσει ἁπλῶς καὶ μόνον ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σχέσιν τῶν προσώπων πρὸς τὴν ἀπαίτησιν, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅτε ὑπέβαλον αὐτὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης αὐτῆς.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμπληρώσω, ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐξήτασε τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰμὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς πίστωσιν, ζητουμένην πρὸς πληρωμὴν ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ ἔκρινε χρήσιμον τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἀποδεικνύουσιν ἢ ἐλέγχουσι τὸν πιστωτήν· ἐξήτασε τὸ ζήτημα τοῦτο καθαρῶς, ὑφ’ ἣν ἔποψιν ἤθελε τὸ ἐξετάσει, ἐὰν προέκειτο νὰ πληρώσῃ καὶ ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως Πρεσβείας τινός. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς παρετήρησεν εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς μειοψηφίας, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑποτεθῇ, ὅτι τυπικῶς ὑφίσταται παραγραφή, δὲν προσήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προβάλῃ τὴν ἔνστασιν ταύτην, προκειμένου περὶ χρέους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τραπεζίτην, μένοντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἔχοντα δοσοληψίας μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνοχλοῦντα ἐπανειλημμένως αὐτήν, καὶ παραπονούμενον, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸ αὐθαίρετον διάβημα, νὰ κατάσχῃ περιουσίαν αὐτοῦ, εὑρισκομένην παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξήτασε τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ παραγραφῇ ἐνστάσεως, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ μειοψηφία, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τότε θέλουσιν ἀναπτυχθῆ οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν.
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι, ὅ,τι προσέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπεκύρωσεν ὅ,τι ἰσχυρίσθην. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς; Ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ παραγραφὴ, δὲν ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, διότι ἔχει σχέσιν ἡ ἀπαίτησις αὕτη πρὸς τραπεζίτην, διαμένοντα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κτλ. Ἰδού, ὅτι γεννᾶται τὸ ζήτημα, τίς εἶναι ὁ τραπεζίτης οὗτος καὶ ἑπομένως ὁ δικαιοῦχος; Μετὰ τραπεζίτου ἔχομεν νὰ κάμωμεν; Νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, καὶ τίς εἶναι οὗτος; Διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι ἔχομεν νὰ κάμωμεν μετὰ τοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐθεωρήθη ὡς ὑπόλογος, ἡ δὲ ὑπόθεσις διεξήχθη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῇ καθ’ οἱουδήποτε ἄλλου ὑπολόγου τοῦ Κράτους. Δύναμαι ὅθεν νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὑπεστήριξε τοὺς λόγους μου καὶ ὅτι διὰ τῶν λόγων του κατέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ζητηθείσης πληροφορίας, διότι ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξητάσθη τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς, τοῦτο προῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ δικαιούχου, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, τίς ἦτο ὁ δικαιοῦχος.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτής. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὡς ἁπλῆς πιστώσεως, ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ πίστωσις ποσοῦ τινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ τῶν λόγων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ ὑποχρέωσις, ἣν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτῆς. Τοιαύτην ἐργασίαν, εὐτυχῶς διὰ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ἔκαμεν αὕτη. Ἡ ἐργασία ἡμῶν ἦτο ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεποῦς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τῆς Ἐπιτροπῆς· ἐξητάσαμεν τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν λογιστικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν νομικήν. Δὲν ἐδικαιοῦτο δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι περιωρίσθημεν εἰς τὸ νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, ὅπως αὕτη τὸ διαθέσῃ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς. Ὀλιγώτερον δὲ παντὸς ἄλλου ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς ὡς τοσοῦτον τυπικὰ καὶ ἀσήμαντα.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἐξήτασεν αὐτὸ ὑπὸ ἔποψιν τόσῳ ἐπουσιώδη, ὥστε νὰ παραλίπῃ τὸ καθῆκόν της ἡ Ἐπιτροπή. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἰσχυρίσθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, δηλ. ὑπὸ ἔννοιαν πολιτικὴν, ἢ ἄλλην μεταφυσικήν. Τὴν ὑπόθεσιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξήτασεν, ὅπως ἐπεβάλλετο νὰ τὴν ἐξετάσῃ, ἤτοι ὑπὸ νομικήν, λογιστικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς μὲ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τίς εἶναι ὁ δικαιοῦχος· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ αὕτη, τότε ἐξετασθήσεται τίς ὁ νόμιμος δικαιοῦχος, διότι ἄλλως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἔνταλμα, ἐκδεδομένον ὑπὲρ προσώπου, μὴ ἀποδεικνυομένου δικαιούχου ἐκ τῶν προσαχθέντων ἐγγράφων. Τουναντίον δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρωσεν, ὡς ὤφειλε, τὸ καθῆκόν της, διότι δύο συνεδριάσεις ἀπησχόλησεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο.
§33Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐν τῇ προσωρινῇ, Κύριοι, καταστάσει τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887, τῇ τελευταίως δημοσιευθείσῃ, περιλαμβανούσῃ δὲ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἀναγράφεται, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπεδόθη ποσὸν δραχ. 4,118,191, συμπεριλαμβανομένων ὅμως εἰς ταύτας καὶ τῶν φαρικῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ὑπολογίζω εἰς 150,000 δραχ., ἑπομένως ἀπεδόθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας περὶ τὰ 4,000,000. Ἐπιθυμῶν νὰ μάθω πόσαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1887, προέβην εἰς ἔρευναν περὶ τούτου, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει πρὸς ὑμᾶς. Ἐκ τῆς ἐρεύνης μου ταύτης ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθη ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ποσὸν 4,837,000.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῇ, ἢ εἰσεπράχθη;
§35Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἰσεπράχθη.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχετε πληροφορίας, ὅτι εἰσεπράχθη;
§37Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐκ τῆς μελέτης μου τὸ ἀποδεικνύω· θὰ σᾶς εἴπω δὲ πόθεν. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, δραχ. 2,253,654, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, δυνάμει τοῦ Νόμου ΣΚϚʹ τοῦ 1867, 10%, ἤτοι δρ. 225,365. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων καὶ τῶν βοσκῶν εἰσεπράχθησαν δραχ. 134,927. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τῶν Νόμων ΣΚϚʹ 10% καὶ ΨΙΓʹ τοῦ 1878 προσθέτου ὁδικοῦ ἐπὶ τῶν περιβολίων 10%, δραχμαὶ 15,400. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 693,609. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τῶν νόμων ΣΚϚʹ 10% καὶ ΨΙΓʹ ½% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, δραχ. 100,000. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,023,765, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τοῦ Νόμου ΣΚϚʹ 10%, δραχ. 202,376. Ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων, τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα, ἤτοι ἐκ σταφίδος πρώτης ποιότητος πρὸς 15 δραχ. 98,866,848, καὶ δευτέρας ποιότητος πρὸς 13 δραχ. 137,212,831, σὺν τῷ προσθέτῳ φόρῳ 20%, εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ δραχ. 3,920,121, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δρ. 588,018. Ἐκ σύκων, στατήρων 204,841, πρὸς δραχ. 1,80 ὁ στατὴρ, σὺν τῷ προσθέτῳ φόρῳ 20%, εἰσεπράχθησαν δρ. 442,455, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 66,367. Ἐκ καπνοῦ, ὀκάδων 3,150,868, πρὸς 7 λεπτὰ τοῦ τῆς Ἀργολίδος καὶ πρὸς 12 λεπτὰ τοῦ τῶν ἄλλων περιφερειῶν, σὺν τῷ προσθέτῳ φόρῳ τῶν 20%, εἰσεπράχθησαν δραχ. 432,600, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 57,600, καὶ ἐκ Λακωνικῶν προϊόντων καὶ οἴνου Θήρας δραχ. 94,944:60, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐξ ἐγγείων φόρων, εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα, εἰσεπράχθησαν δραχ. 4,826,730, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, δυνάμει τῶν Νόμων ΣΚϚʹ 10% καὶ ΨΙΓʹ προσθέτου ὁδικοῦ 5%, δραχ. 731,985. Ἐξ ἐγγείων φόρων προϊόντων Ἑπτανήσου, εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα ὡσαύτως, εἰσεπράχθησαν δρ. 2,453,063, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τοῦ Νόμου ΣΚϚʹ 5%, δραχ. 122,653,15. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,716,544. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τῶν Νόμων ΣΚϚʹ 5% καὶ ΨΙΓʹ προσθέτου ὁδικοῦ, ἐπὶ μὲν τῶν μικρῶν ζώων πρὸς 5 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν, ἐπὶ δὲ τῶν μεγάλων πρὸς 15 λεπτὰ, δραχ. 435,000. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,185,790, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τοῦ Νόμου ΨΙΓʹ 5%, δραχ. 109,300. Ἐκ τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 23,306,925, ἐξ ὧν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δυνάμει τοῦ Νόμου ΠΝΗʹ τοῦ 1882, δραχ. 2,330,692. Ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς 15% εἰσεπράχθησαν δραχ. 3,749,978, ἐξ ὧν, δυνάμει τοῦ αὐτοῦ νόμου, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 374,997. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν διοδίων δραχ. 189,746. Τὸ σύνολον δὲ τῶν ποσῶν τούτων, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν δραχ. 4,837,514 καὶ 15)00. Ἤθελον ὅθεν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διατὶ, ἀφοῦ τοσοῦτον ποσὸν εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου,—ἐὰν δ’ οὗτοί εἰσι πεπλανημένοι ἐν μέρει, θέλω εὐχαριστήσει αὐτὸν, ἐξάγοντά με τῆς πλάνης διὰ τῶν στοιχείων τῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα αὐτὸς κατέχει καὶ ὧν ἐγὼ στεροῦμαι,—διατὶ, λέγω, ἀφοῦ τοσοῦτον ποσὸν εἰσεπράχθη, δὲν ἀπεδόθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἑπομένως διατὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 δὲν ἐπιβαρύνεται καὶ μὲ ποσὸν 900,000 δραχ. περίπου, μὲ τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἐπιβαρυνθῇ;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβεστάτη, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκοίνου τὴν ἐπερώτησιν πρὶν ἢ ἀναπτύξῃ αὐτὴν, ἠθέλομεν τὸν ἀπαλλάξει τοῦ κόπου τοσαύτης ἐργασίας, διότι ἠθέλομεν τὸν πληροφορήσει, ὅτι ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ὀρθῶς, δὲν σχετίζονται, ὡς ὑπέθεσε, πρὸς μίαν χρῆσιν ὁλόκληρον, ἤτοι λειτουργοῦσαν ἐπὶ 22 μῆνας, ἀλλὰ σχετίζονται πρὸς τὰς δύο χρήσεις, αἵτινες λειτουργοῦσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 ἕως 31 Ὀκτωβρίου 1888, νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ποσοστὰ, τὰ ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ, τὴν ἐργασίαν δὲ ταύτην ἐξετέλεσε λίαν εὐσυνειδήτως, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀχρήστως, διότι τὰ ποσοστὰ λαμβάνονται ἐκ τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους πραγματοποιουμένων, ἐντὸς δὲ τοῦ ἔτους λειτουργοῦσι δύο χρήσεις, ἐπὶ δώδεκα μὲν μῆνας ἡ ὁμώνυμος, ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας καὶ ἡ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ἑπομένως ὁ ὑπολογισμὸς, ὃν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἰς τοῦτο μόνον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πόῤῥωθεν, εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἐν τῷ πίνακι τοῦ Ὑπουργείου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπελόγισε τὰ ποσοστὰ ἐπὶ τῶν δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τῆς λειτουργησάσης ἐν τῷ ἔτει 1888, ἀντὶ νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὰ ἐπὶ τῶν δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886, τῆς λειτουργησάσης κατὰ τὸ 1887. Ἀλλ’ οἱ δέκα μῆνες τῆς χρήσεως τοῦ 1886 εἶναι ὑποδεέστεροι τῶν δέκα μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887· ὅταν δὲ εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην προσθέσωμεν τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ τῶν πραγματοποιηθεισῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν προϋπολογισθεισῶν καὶ προσέτι τὴν μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν βεβαιωθέντων, ἔχομεν πρόχειρον τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀποριῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§39Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἐστήριξα τὴν μελέτην μου ἐπὶ τῶν ἐσόδων, τῶν πραγματοποιηθέντων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887, διότι φρονῶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, βάσιν δέον νὰ ἔχωσι τὰς εἰσπράξεις, τὰς ἐντὸς τῆς αὐτῆς χρήσεως. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα, τὰ βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα ταὐτοχρόνως, λαμβάνομεν τὰ τῶν πρώτων δώδεκα μηνῶν τῆς χρήσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἄλλας εἰσπράξεις, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τοὺς εἴκοσι δύο μῆνας. Τὴν ἀρχὴν δὲ ταύτην ἠκολούθησα κατὰ τὴν μελέτην μου, ἥτις εἶναι ἀκριβὴς, ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε, καὶ ἐγὼ δὲ ἐπιφυλάσσομαι νὰ βεβαιώσω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Σήμερον μανθάνω, ὅτι τηρεῖται ἑτέρα ἐσφαλμένη μέθοδος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ ὑποβάλω τὸ πόρισμα νέας ἐργασίας.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας δὲν παρακολουθοῦσι τὰ τῆς χρήσεως, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν κανονίζονται ὅπως τὰ λοιπὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα τοῦ Κράτους· τὰ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας κανονίζονται κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους· ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1887 ἐξετάζεται πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν φόρων, ἀδιάφορον, ἐὰν εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἢ τοῦ 1886· ἂν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων τούτων φόρων ὀφείλεταί τι εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ἀποδίδεται τοῦτο εἰς αὐτήν. Τὸ αὐτὸ δὲ θὰ γίνῃ καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1888.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τοῦτο εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, διότι νομίζω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταλογίζωνται τὰ ποσοστὰ, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μεθ’ ὑμῶν, καὶ διὰ τὸ ἔτος 1889 θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1889 ὁ νόμος οὗτος θὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὰ ἀρχῆθεν παραδεδεγμένα.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§45ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴς τινα οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, πρό τινος χρόνου διευθύνοντα τὸ ταμεῖον Σύρου, Ἀντώνιον Καλούδην, ἀπεδόθησαν ὡρισμέναι κατηγορίαι, ἀποτελοῦσαι τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας. Κατηγορήθη δηλαδὴ, πρῶτον, ὅτι, ἐνῷ εἶχε λάβει ἐκπληστηρίασμα παρά τινος Συμβολαιογράφου Σύρου, 35,800 δραχμὰς, εἰς τὸν ὑποβληθέντα μηνιαῖον λογαριασμὸν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐχρεώθη μόνον μὲ 30,800, ἤτοι ἀπέκρυψε τὰς 5,000, καὶ δεύτερον, ὅτι, ἐνῷ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων εἰσέπραξε δικαιώματα φαρικὰ, προερχόμενα ἔκ τινος Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διὰ μὲν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 149 γραμματίου δραχμὰς 1500, διὰ δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 150 δραχμὰς 1170, ἐχρεώθη μὲ μόνον 2,170 εἰς τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, τοῦ οἰκείου μηνὸς, καὶ ἀπέκρυψεν οὕτω ἄλλας 500 δραχμὰς, ἤτοι ἐνοσφίσθη, κατὰ τὴν κατηγορίαν, ἥτις τῷ ἀποδίδεται, 5,500 δραχμάς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἐὰν δὲν ἔχῃ λάβει ἀκόμη πληροφορίας, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν, τὴν ἑξῆς. Κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν, ἀναφερομένην εἰς τὴν προμήθειαν χόρτου διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ. Κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης ἐγένετο συζήτησίς τις, ἡ ὁποία, διακοπεῖσα, δὲν ἐπανελήφθη, ἕνεκα τοῦ γνωστοῦ γεγονότος, τῆς ἀποχῆς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ προτίθεμαι νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν αὐτήν, διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων πρὸς τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὅπως κατηρτίσθη πέρυσι, περιπλέον δὲ σημείωσιν τῶν χρηματικῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐργολάβον, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τυχὸν τῷ ὀφείλονται δυνάμει ἐνταλμάτων ἀνεξοφλήτων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, διότι μέχρι τέλους Νοεμβρίου οὐδεμίαν παρέχει χρησιμότητα.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει τὴν χρησιμότητα, ὅτι, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, παρετείναμεν τὴν προθεσμίαν μέχρι τέλους Νοεμβρίου, καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου καλύπτεται ἡ εὐθύνη ἡμῶν καὶ νομιμοποιοῦνται τὰ γενόμενα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Νόμου ᾼΧΛΑʹ ἀπαριθμήσεως τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσερχομένων ζῴων καὶ τῆς δηλώσεως τῶν ἰδιωτικῶν βοσκησίμων γαιῶν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὡρίσθησαν ἀκριβῶς αἱ ἀμοιβαῖαι ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας. Κατὰ τὰς συμφωνίας ταύτας, ὁ σιδηρόδρομος δύναται πρῶτον νὰ ἐξαγορασθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν, νομίζω, ἐπὶ ὡρισμένῳ ἀντιτίμῳ. Ἐκτὸς τούτου, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τῶν ἐκμεταλλεύσεων, ὁ σιδηρόδρομος θὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις τὸ Δημόσιον ἄνευ ὑποχρεώσεως θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου δανείων. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ γνωρίσω, διὰ τίνα λόγον τὸ Δημόσιον δέχεται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν του, καὶ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἑταιρίαν νὰ συνομολογῇ δάνεια τοιαῦτα.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι ἀφεώρων εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ συμπεράσματος, ὅπερ ὑποθέτω, ἔπρεπε νὰ ἐγίνοντο ἐπὶ τῷ πρώτῳ δανείῳ, ἀλλὰ σήμερον τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶναι πρὸ καιροῦ τετελεσμένον καὶ πρόκειται περὶ μετατροπῆς αὐτοῦ εἰς νέον, ἴσως καὶ ηὐξημένον. Μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ δανείου, αἱ παρατηρήσεις δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐξεταστέαι. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο μειοῦται, ὅταν ὁ ἐξαγοραστέος σιδηρόδρομος ἦναι βεβαρημένος. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἐξαγορασθῇ ὁ σιδηρόδρομος βεβαρημένος, θὰ ἐκπεσθῇ ἀπὸ τοῦ πληρωτέου ἀντιτίμου τὸ ποσόν, δι’ οὗ ὁ σιδηρόδρομος ἐπιβαρύνεται. Ἄν ὅμως μὴ ἐξαγορασθῇ ὁ σιδηρόδρομος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ περιέλθῃ εἰς αὐτὸ μετὰ παρέλευσιν τῆς 99ετοῦς προθεσμίας, τὸ βάρος τοῦ δανείου, ἂν μὴ λυθῇ τοῦτο πρότερον, θέλει ἐπιπέσει εἰς τὸ Δημόσιον. Καίτοι αἱ μέχρι τῆς παρελεύσεως τῆς διορίας διαδεχθησόμεναι ἀλλήλας γενεαὶ, πιθανὸν εἶναι, ὅτι θέλουσιν ἀποτίσει τὸ δάνειον, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀμελήσωσι τοῦ καθήκοντος τούτου, ἡ πέραν τινὸς ὁρίου ἀπασχόλησις εἰς τὰ γενησόμενα μετὰ 99 ἔτη δὲν εἶναι πολὺ δεδικαιολογημένη. Ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη ἡ περὶ δανείου πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν, περιελάμβανε τῷ ὄντι ὅρους βαρεῖς. Δὲν προέκειτο τότε νὰ ὑπολογίσωμεν, ἐὰν μετὰ 99 ἔτη θὰ παραλάβωμεν τὸν σιδηρόδρομον βεβαρημένον, ἡ Κυβέρνησις προέτεινε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, οὐ μόνον τοῦ σιδηροδρόμου τὴν ἐπιβάρυνσιν διὰ τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου τὴν ἐπιβάρυνσιν διὰ τῆς παροχῆς ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ δανείου. Καίτοι τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν ἐπήγετο τότε τὸ δάνειον, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε πρέπον νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν τοῦ δανείου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον, διότι τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τότε δὲν εἶχον καλῶς, καὶ μόνον διὰ τῆς τοιαύτης διευκολύνσεως θὰ ἠδύνατο νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐθεωρεῖτο ὡς μεγίστης ἀνάγκης. Σήμερον ἡ Ἑταιρία διὰ τοῦ νέου δανείου ἔρχεται ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἐγγυήσεως, καὶ ἐὰν ἄρα ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον μετὰ 99 ἔτη, εἶναι βέβαιον, ὅτι δι’ αὐτοῦ σήμερον τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς παρεπομένης εἰς τὸ ἐψηφισμένον δάνειον τῶν 1,700,000 ἐγγυήσεως. Δὲν πρόκειται ἄρα περὶ ἐπιβαρύνσεως, ἀλλὰ περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ Δημοσίου ἀπὸ βάρους. Πρόκειται προσέτι περὶ κανονισμοῦ τοῦ χρέους τοῦ σιδηροδρόμου διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος, συμφερώτερος πολὺ τοῦ τέως ὑφισταμένου, θέλει ἐπιτρέψει εἰς τὴν Ἑταιρίαν νὰ διεκπεραιώσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς ἐπιτυχῶς.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ ἐλαττώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσωρινὴ ἐγγύησις δὲν ἔχει σημασίαν, ὅταν ὁ σιδηρόδρομος ἦναι ὑπέγγυος διὰ τὸ ληφθὲν δάνειον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν μετὰ 15 ἔτη ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, δὲν ἔχει ὑπολογισθῆ τί ποσὸν θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθῶμεν τοιουτοτρόπως ἐπιβαρύνοντες τὸν σιδηρόδρομον, δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωμεν, θὰ ἦναι κατώτερον τοῦ ὀφειλομένου χρέους πρὸς τοὺς δανειστάς. Ἄλλως τε ἐνδέχεται νὰ καταστῇ ἡ Ἑταιρία ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ὅτε ὁ σιδηρόδρομος θέλει περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ τότε θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὰ παρὰ τῆς Ἑταιρίας ὀφειλόμενα.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε διότι πρεσβεύω τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς εἰς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κρίνω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, καὶ νὰ ἐπιστήσω ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ εὐκολίαι αὗται, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἑταιρίαν, πρέπει νὰ ἀποβαίνωσιν ἐπωφελεῖς, καὶ νὰ γίνηται καλὴ χρῆσις τῶν εὐκολιῶν τούτων ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἰδίως θὰ δαπανηθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον ἐγγυᾶται· διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, δυστυχῶς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα δὲν πείθουσιν, ὅτι ἀπεδόθη ἡ δέουσα ἐκτίμησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, οὐδ’ ὅτι ἐγένετο καλὴ χρῆσις τῶν δαπανηθέντων. Τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε μεγάλα ποσὰ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν γαιῶν, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῇ ὁ κατάλογος, νομίζω, ὅτι ἤθελε προξενήσει μεγάλην αἴσθησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δαπανηθὲν ποσὸν εἰς ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀφίνω τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν κατασκευὴν, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον καθ’ ἡμέραν ἀναλαμβάνει διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Εἶμαι σύμφωνος νὰ δοθῇ πᾶσα εὐκολία, νὰ γίνῃ πᾶσα δαπάνη, ἀλλὰ αἱ εὐκολίαι αὗται νὰ τοποθετῶνται καλῶς καὶ καταλλήλως, διότι δυστυχῶς οἱ ἀναλαβόντες τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι τοῦδε ἀπέδειξαν, ὅτι πᾶν ἄλλο σκέπτονται ἢ νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, διότι ὁ κατασκευασθεὶς εἶναι κάθε ἄλλο ἢ σιδηρόδρομος. Τὰ συμβαίνοντα καθ’ ἑκάστην, ἡ ἀποδεικνυομένη ἀτέλεια τῶν ἔργων, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν κατεβλήθη ἀπ’ ἀρχῆς, οὐδ’ ἐξακολουθεῖ καταβαλλομένη ἡ δέουσα προσοχή. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος νὰ δοθῇ ἡ ἐγγύησις, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ καταβληθῇ πᾶσα αὐστηρὰ ἐπιτήρησις, διότι τὸ ἔργον προχωρεῖ καὶ θὰ προχωρήσῃ μέχρι Πύργου, βραδύτερον δὲ ἴσως καὶ περαιτέρω, ὥστε ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς αὐστηροτέρα ἐπιτήρησις. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τῆς ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1887 συμβάσεως ὁριζομένης προθεσμίας).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1,447,981 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1886.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον συζητεῖται σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καθῆκον ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀπορίας τινὰς καὶ νὰ ζητήσω διασαφήσεις παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅπως ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ καταθέσῃ ταύτας κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ νομοσχεδίου ἀνάγνωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σκοπεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς νομιμοποίησιν πιστώσεών τινων, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων, προσήρτησε δ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξετέθησαν ἐν λεπτομερείᾳ αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τῶν Διαταγμάτων. Τὸν πίνακα τοῦτον εὑρίσκετε ἐν τῇ σελίδι 2 τοῦ φυλλαδίου, τὸ ὁποῖον διενεμήθη. Καὶ ἐν πρώτοις ζητεῖται διὰ συντήρησιν καταδίκων πίστωσις δραχμῶν 121,000, ἐνῷ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 εἶχε χορηγηθῆ πρὸς τοῦτο πίστωσις 600,000. Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ἐχορηγήθη διὰ Διατάγματος ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 121,000· οὕτως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1887 721,000 δραχ. πρὸς συντήρησιν καταδίκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑπερβολικὸν, ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην δὲν θέλετε οὐδ’ ἡμεῖς ἀποδεχθῆ, οὐδ’ ἐγὼ θέλω ὑποστηρίξει, ὅταν μάθωμεν, πόσος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι συνετηρήθησαν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν συντηρηθέντων καταδίκων ἀνέρχεται εἰς 4,600, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ πίστωσις τῶν 121 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀναφέρει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων ἀνήρχετο τότε εἰς 4,600. Ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους εἶναι γνωστός. Ἐὰν δὲ ἀναλογίσητε τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδίκων, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι κατὰ 434 πολίτας ἀναλογεῖ 1 κατάδικος. Ἡ στατιστικὴ αὕτη μοὶ φαίνεται ἀπαισία, καὶ δεικνύει κατάστασιν τοῦ Κράτους ἀξίαν μερίμνης, οὐχὶ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Πόθεν ἡ πληθώρα αὕτη τῶν καταδίκων; Καὶ πρόκειται περὶ ἀριθμοῦ καταδίκων κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1887, ἐνῷ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1886, ἤτοι πρὸ δέκα καὶ ὀκτὼ μηνῶν, ἐκενώθησαν αἱ φυλακαὶ διὰ χαρίτων, καὶ, ὡς ἤκουσα, ὑπελόγισαν τότε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων εἰς τρεῖς χιλιάδας, ἢ τέσσαρας χιλιάδας, ἢ καὶ δύο χιλιάδας. Καὶ ὅμως μετὰ 18 μῆνας ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδικασθέντων ἀνεβιβάσθη εἰς 4,600.
§56ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξῆλθον ὅλοι τότε.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, εἶναι ἀξία προσοχῆς. Μοὶ ἐλέχθη, ὅτι αἱ χάριτες δὲν ἐπήνεγκον πάντων τῶν καταδίκων τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τὰς φυλακὰς, ἀλλὰ αἱ πλεῖσται ἀντικείμενον εἶχον τὴν μετρίασιν τῶν ποινῶν. Ἀλλὰ καὶ τριακοσίους ἄν ὑπολογίσωμεν μόνον, ὅτι ἀπέλυσαν τῶν φυλακῶν διὰ χαρίτων κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886, οἱ ἀναβιβασθέντες εἰς 4,600 τὸν ἀριθμὸν κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 κατάδικοι ἀποτελοῦσι βεβαίως ἀριθμὸν, τὰ μάλιστα ὑπέρογκον ἐν τῇ ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους. Ἄν ἤθελεν ἐρωτηθῆ ἡ Κυβέρνησις, ποῦ ἀποδίδει τὴν μεγάλην ταύτην πληθώραν τῶν καταδίκων, καταδηλοῦσαν τὴν μεγάλην πληθώραν τῶν τελεσθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ποῦ ἀποδίδει αὐτήν; Ἄν δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη θέλει μᾶς χρησιμεύσει διὰ νὰ σχηματίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἡμετέραν γνώμην. Ἤκουσα τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡμέραν τινὰ, ὅτε ὡμίλει περὶ ἀσφαλείας, συνδέσαντα διά τινος συλλογισμοῦ ἀκατανοήτου τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μετὰ τῆς ἐγκαταστάσεως διοικητικῶν ἀστυνομιῶν. Διότι ἐξωγκώθη λοιπὸν τοσοῦτον ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων, ἢ, καὶ ἐν ἄλλαις λέξεσι, διότι ἐπολλαπλασιάσθησαν τοσοῦτον αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, διὰ τοῦτο ἐπενοήθη τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ἐπανειλημμένως, ὅτι θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ σύστημα τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν; Ἄν ὅμως δὲν ἔχῃ κοινόν τι ἡ κατάστασις αὕτη μὲ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀνήγγειλεν, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἰς ποίους λόγους πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν τὴν πληθώραν ταύτην τῶν ἀξιοποίνων πράξεων; Καὶ σημειώσατε, ὅτι, ὅταν ὁδηγῆσθε εἰς ἀνεύρεσιν τῆς πληθύος τῶν ἀξιοποίνων διαπραχθεισῶν πράξεων ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, ἤτοι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δικαστικῆς κατὰ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἐνεργείας, ἤτοι ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν ἀνθρώπους συλληφθέντας, δικασθέντας καὶ καταδικασθέντας. Ἀλλὰ πόσαι τάχα εἰσὶν αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, τῶν ὁποίων οἱ αὐτουργοί, οἱ συνεργοί, ἢ συναίτιοι, δὲν συνελήφθησαν, δὲν ἐφυλακίσθησαν καὶ δὲν ἐδικάσθησαν εἰσέτι; Ἄν προσθέσητε καὶ τὴν ἀναλογίαν ταύτην, νομίζω, ὅτι θέλετε καταπτοηθῆ, οὐδὲ θέλετε μετὰ θάῤῥους ἐξέρχεσθαι ἐν καιρῷ νυκτὸς τῶν οἰκιῶν σας, διότι τὸ ἔγκλημα ὑπερεπλεόνασε. Εὗρον μεταξὺ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πίστωσιν δραχμῶν 11,000, ζητηθεῖσαν καὶ χορηγηθεῖσαν εἰς σύνταξιν καὶ εἰς ἀνατύπωσιν ἐκλογικῶν καταλόγων, κατὰ προσθήκην τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσης ἐκ δραχ. 25,000. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πόσα ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τῶν 36,000 δρ. ἐδαπανήθησαν εἰς σύνταξιν καταλόγων, καὶ κατὰ τίνα τρόπον διατίθεται ἡ πίστωσις αὕτη πρὸς σύνταξιν καταλόγων; Διατίθεται εἰς μισθοὺς ἐκτάκτων ὑπαλλήλων; Ἐν ποίοις γραφείοις; Διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι; Πόσα δὲ ἐξ αὐτῶν διατίθενται εἰς τύπωσιν καταλόγων; Διότι δύο ἀνάγκας προβλέπει ἡ πίστωσις αὕτη, τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ἀνατύπωσιν. Κατὰ τίνα δὲ τρόπον κανονίζονται τὰ τῆς ἀνατυπώσεως τῶν καταλόγων, ἤτοι ποῖαι αἱ συμπεφωνημέναι τιμαὶ πρὸς τοῦτο; Ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκθέσει, ἐν σελ. 6, αἰτιολογεῖ τὴν δαπάνην ταύτην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, λέγων, ὅτι «ἡ ἀνάγκη αὐτῆς ἐπῆλθε, διότι ἐνηργήθησαν ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ εἰς διαφόρους νομούς». Ἡ αἰτιολογία αὕτη δέν μοι φαίνεται ὀρθή, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν δὲν ἐπιφέρει τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως καταλόγων καὶ τῆς ἀνατυπώσεως αὐτῶν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀνάγκην, ζητῶ δὲ μόνον νὰ μάθω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ δαπάναι αὗται. Ἐν τῷ πίνακι εὑρίσκω, ὅτι δι’ ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑγείας ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 10,000. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εὗρον, ὅτι εἶχε χορηγηθῆ ἤδη πίστωσις δραχ. 20,500 διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐχορηγήθη ἡ νῦν ζητουμένη πίστωσις 10,000. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κατάλογον τῶν γενομένων δαπανῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων τούτων. Ὑπερβολικαὶ ὅμως μοὶ ἐφάνησαν αἱ ζητηθεῖσαι καὶ χορηγηθεῖσαι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου Ζʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἤτοι τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Εὑρίσκω π. χ., ὅτι δι’ ἔξοδα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ἐχορηγήθησαν 1197 δραχμαὶ διὰ τῆς πιστώσεως, ἐνῷ εἶχον χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 5,200, αἵτινες φαίνεται δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ ἐχορηγήθη ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις τῶν δραχ. 1197. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε χορηγηθῆ διὰ γενικὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας πίστωσις δραχ. 48,800, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐχορηγήθη ἡ ζητηθεῖσα ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 25,234, ὑπερβαίνουσα τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης. Διὰ προσωπικὸν ταχυδρομικῶν βοηθῶν εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δραχ. 18,300, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐζητήθη ἀναπληρωτικὴ κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ τρίτον τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης, ἤτοι δραχ. 6,819. Διὰ γραφικὰ καὶ ἀποζημιώσεις ἐπιφορτισμένων ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δραχ. 31,260, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐζητήθη ἡ χορηγηθεῖσα ἀναπληρωτικὴ ἐκ δρ. 9,566. Δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις εἶχον χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχ. 15,000, ἀλλ’ ἐχορηγήθη καὶ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχ. 8,162, δηλ. τὸ ἥμισυ καί τι πλέον τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένης πιστώσεως. Εἰς διανομεῖς, γραμματοκομιστὰς καὶ φύλακας εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δραχμῶν 256,560, ἀλλ’ ἐχορηγήθη καὶ ἀναπληρωτικὴ ἐκ δραχμῶν 44,890. Ὅταν χορηγῶνται ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, ἴσαι πρὸς τὸ ἥμισυ, ἢ πρὸς τὸ τρίτον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦτο χαρακτηρίζει τὴν ἔλλειψιν τῆς ὀφειλομένης προνοίας περὶ τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι δύναταί τις, προϋπολογίζων τὰ ἔξοδα, νὰ σφάλλῃ κατὰ ποσοστόν τι, ἀλλ’ ὅταν σφάλλῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης, βεβαίως τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα πρόνοια πρὸς ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῶν πραγματικῶν ἐξόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐχορηγήθησαν ὡσαύτως ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις: 1) διὰ τροφὰς δραχ. 86,911, ἐνῷ εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δρ. 1,267,000, ἥτις φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπήρκεσε. Διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς ἐδόθη αἰτιολογία ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τῆς ὁποίας παρέστησε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ὅτι ἐπῆλθεν «ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς». Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τροφῶν, αὗται δὲ παράγονται ἐν τῷ τόπῳ, δὲν εἰσάγονται δ’ ἔξωθεν, ἑπομένως ἀπορῶ, πῶς ἐπέδρασεν ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, εἰς τὴν τιμὴν τῶν λαχάνων, τοῦ κρέατος, ἢ τῶν ἄλλων τροφίμων.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κρέας εἰσάγεται καὶ ἐκ τῆς Ρωσσίας.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὰ ἐκ τῆς Ρωσσίας εἰσερχόμενα εἶναι πολὺ εὐθηνότερα τῶν κρεάτων τῶν παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ, ἑπομένως ἡ νομισματικὴ διαφορὰ διὰ τὰ ἀγοραζόμενα κρέατα, τὰ ἐκ Ρωσσίας, δὲν ἐπέδρασεν εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς πιστώσεως. Προσέτι εὑρίσκω, ὅτι ἐχορηγήθη πίστωσις δρ. 64,042, διὰ μετακομίσεις. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον χορηγηθῆ δι’ ἔξοδα μετακομίσεως τοῦ στρατοῦ δραχμαὶ 200,000, δι’ ἄλλης δὲ πιστώσεως δραχ. 100,000, τὸ ὅλον 300,000. Αἱ 300,000 δὲν ἐπήρκεσαν διὰ τὰς γενομένας μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1887 μετακομίσεις στρατοῦ, καὶ ἐζητήθη πίστωσις ἀκόμη 64,042; Αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου ἦσαν τοσοῦτον ὁμαλαί, καὶ αἱ σχέσεις τοσοῦτον ἀτάρακτοι, ὥστε οὐδεμία πολιτικὴ ἀνάγκη ὑπῆρξεν, ὑπαγορεύσασα τοσαύτας μετακομίσεις στρατοῦ. Δαπάνη δὲ 360,000 δραχμῶν μόνον δι’ ἔξοδα μετακομίσεως στρατοῦ, εἶναι δαπάνη λίαν ὑπερβολική. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων εὗρον πίστωσιν, χορηγηθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 εἶχε χορηγηθῆ διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων πίστωσις δραχ. 250,000. Ἀλλὰ κατὰ Ἰούνιον ἐχορηγήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 100,000. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπήρκεσεν οὐδ’ αὕτη, ἐχορηγήθη μετὰ 40 ἡμέρας, ἤτοι τὴν 12 Αὐγούστου, νέα πίστωσις ἐκ δραχ. 100,000 ἀκόμη. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ 40 περίπου ἡμέρας, ἤτοι τὴν 26 Σεπτεμβρίου, δὲν ἐπήρκεσε καὶ αὕτη, καὶ ἐχορηγήθη καὶ πάλιν νέα ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν 65,000. Καὶ οὕτω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων ἐκ 250,000, διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀνεβιβάσθη εἰς 515,000. Ἀκούω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπευθύνει μάλιστα Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι βεβαίως ἐν γνώσει ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως. Ἑπομένως ἡ γενομένη μοι παρατήρησις ἔχει ἐπισημότητα, οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παρατρέξω αὐτήν. Ἐλέχθη λοιπὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι «αἱ εἰσπράξεις ἦσαν πολλαί». Καὶ ὅτε συνετάσσετε τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἤθελον εἶσθαι πολλαὶ, ἵνα περιλάβητε ἐν αὐτῷ ἀνάλογον δι’ αὐτὰς πίστωσιν; Ἀφοῦ μάλιστα ἐπεβάλετε φόρους 20 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ ἐξεδώκατε καὶ νόμον ἔκτακτον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, δὲν ἐγνωρίζετε, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἤθελον εἶσθαι πολλαί; Καὶ ὅταν κατὰ τὸ 1884 ἐδαπανήθησαν δραχ. 323,548:64 διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων, πῶς κατὰ τὸ 1887 περιελάβετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 250 χιλιάδας μόνον; Καὶ ὅταν κατὰ τὸ 1885, τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ εἰσπράξεις ἦσαν τοσοῦτον ἀδρανεῖς, ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῆς χώρας, ἐδαπανήθησαν δραχ. 240,438:37, πῶς ἐπείσθητε, ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἤθελον ἀρκέσει διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων αἱ 250 χιλιάδες, τὰς ὁποίας προϋπελογίσατε; Καὶ ὅταν κατὰ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν εἰρημένην ἀνάγκην δραχ. 262,240:90, πῶς κατὰ τὸ 1887, ἀφοῦ προσεθέσατε 20 ἑκατομμυρίων φόρους καὶ ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ ἐντείνητε τὴν εἴσπραξιν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνετείνατε αὐτὴν, ἠρκέσθητε νὰ περιλάβητε 250, 000; Οὕτω δὲν ἀναγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐξόδων ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικοῦ, διὰ νὰ παρουσιάσητε ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, διανοούμενοι κατόπιν νὰ ζητήσητε τὴν αὔξησιν διὰ πιστώσεων; Καὶ συνέβη μάλιστα τὸ περίεργον, κατὰ πᾶσαν νέαν τεσσαρακοστὴν ἡμέραν νὰ ζητῆτε μίαν νέαν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου, ὅτε ἐζητήσατε τὸ πρῶτον τὴν πίστωσιν τῶν 100,000, διατί δὲν ἐζητήσατε περισσοτέραν; Ἀλλὰ μετὰ 40 ἡμέρας νέαν πάλιν πίστωσιν, καὶ μετὰ 40 ἡμέρας ἄλλην πίστωσιν. Ἡμεῖς ἐνασκοῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως. Ἀλλὰ μᾶς καθιστᾶτε οὕτως ἀδύνατον τὴν ἐπιτήρησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτηρῶμεν τὴν διοίκησιν τοιουτοτρόπως, ὅταν αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς κατατέμνωνται εἰς χίλια τεμάχια καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναζητῶμεν μὲ τὴν δᾷδα ἀνὰ χεῖρας ποῦ νὰ εὕρωμεν τὰς πιστώσεις; Ὅτε εἴδετε, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ πίστωσις τῶν 250,000, τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς χρήσεως ἐζητεῖτε πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν, διατὶ τότε δὲν ἐζητεῖτε τοὐλάχιστον ὅλην τὴν πίστωσιν, ὅσης εἴχετε ἀνάγκην; Ἡμεῖς, εὑρίσκοντες, ὅτι ἐχορηγήθη κατὰ Ἰούνιον, ἤτοι κατὰ τὸν δέκατον ὄγδοον μῆνα τῆς χρήσεως, ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ὑπολαμβάνομεν εὐλόγως, ὅτι δὲν ἐχορηγήθη πλέον ἄλλη, ἀλλ’ αὕτη καὶ μόνη. Πῶς νὰ ἀναζητῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν καὶ δευτέραν καὶ τρίτην, ἀναφυλλίζοντες πάντα τὰ φύλλα τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», διὰ νὰ σᾶς ἐπιτηρῶμεν; Μοὶ κατεστάθη ἀναγκαῖον νὰ ἐντείνω τὰς παρατηρήσεις μου, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέλαβεν, ὅτι θέλει μὲ ἀποστομώσει. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ σημείωσιν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ὡς καὶ τῶν ἐκτάκτων, αἵτινες ἐλήφθησαν διὰ τὸ ἔτος 1887. Ζητῶ δὲ τοῦτο, διότι τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων τούτων ἐμπεριέχεται ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, τῷ διανεμηθέντι προχθές. Μεταξὺ δὲ τῶν ἐκεῖ ἀναφερομένων Διαταγμάτων, καὶ ἐκείνων, ἅτινα ἀναφέρει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει συμφωνία. Ὑπάρχει δὲ συνάμα καὶ διαφωνία ποσῶν, διότι, ἐνῷ ἐν τῷ πίνακι, τῷ ἐμπεριέχοντι τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων, ἀναγράφεται ποσὸν ἐξ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ 250 χιλιάδων, ἐνταῦθα ζητεῖται ἡ κύρωσις πιστώσεως 268 χιλ. Αὕτη εἶναι μέρος τοῦ ὅλου τῆς τοιαύτης πιστώσεως, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ πίνακι. Ἀφοῦ δὲ τὸ ὅλον εἶναι 250 χιλιάδες, πῶς τὸ μέρος εἶναι 268 χιλιάδες; Ὑπάρχει βεβαίως σφάλμα τι, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν, ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν σημείωσιν τοῦ ὅλου τῶν πιστώσεων καὶ τῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν αὗται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γκρίσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 252,776 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠγόρευε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἠσχολήθη νὰ ἀνασκευάσῃ ὅσα εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν περί τινων πιστώσεων, ἃς εἶχε ζητήσει καὶ λάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἐσκόπουν δὲ νὰ ζητήσω τότε τὸν λόγον, διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὸν πρόεδρον καὶ εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς, τασσόμενος ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἵνα ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶχε περισσότερον ἀπὸ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν καθῆκον, ὅπως ἐκδηλώσῃ πλήρη εὐλάβειαν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ Σύνταγμα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἵνα μὴ συντελέσω εἰς παράτασιν τῆς συζητήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἂν καὶ ἄλλα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσδοκῶν, ὅτι θέλει μοὶ δοθῆ εὐκαιρία νὰ ἐκπληρώσω ἄλλοτε τὸ καθῆκον τοῦτο. Καὶ ὄντως πρὸς τοῖς ἄλλοις ὤφειλον νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ πλεῖστα, ὅσων ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν ἀγορεύων τότε πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ὅτι μάλιστα πολλὰ διεψεύδοντο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τινὰ δὲ διεψεύδοντο καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ἀναργύρου Σιμοπούλου, βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος. Σήμερον μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν χορηγηθεισῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητοῦνται νὰ κυρωθῶσι τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν αὗται ἐχορηγήθησαν. Πιθανὸν προσεχῶς νὰ παρουσιασθῇ ἄλλη εὐκαιρία, διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ τοὺς ἄλλους ἰσχυρισμούς μου, ὡς πρὸς τὰς ἀνακριβείας ἢ τὰς ἀναληθείας, αἵτινες ἐνεφιλοχώρησαν ἐν τοῖς ἰσχυρισμοῖς τοῦ κ. Σιμοπούλου, τότε δὲ θέλω ἀναγνώσει χωρία λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ λόγων τοῦ κ. Σιμοπούλου, δι’ ὧν διαψεύδονται ὅσα εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, νῦν δὲ περιορίζομαι ἐπὶ τῶν πιστώσεων. Ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» εὑρίσκονται Διατάγματα κατακεχωρισμένα 3, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἓν ἀπὸ 24 Μαΐου 1888 ἐκ δραχμῶν 219,867, ἕτερον ἀπὸ 28 Μαΐου 1888 ἐκ δρ. 214,870 καὶ τρίτον ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888, δι’ οὗ ἠκυρώθη Διάταγμα καὶ ἐχορηγήθη τὸ αὐτὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ὑπὸ ἄλλον τύπον. Ἑπομένως αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶναι πράγματι μόνον δύο, ἡ ἀπὸ 24 Μαΐου 1888 ἐκ δραχ. 214,870, καὶ ἡ ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888 ἐκ δραχ. 219,867. Δυστυχῶς ὅμως ψηλαφητά εἰσι καὶ ἀκατανόητα τὰ λάθη, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πίναξι, τοῖς δημοσιευομένοις πρὸς φωτισμὸν ἡμῶν, τῶν Βουλευτῶν. Ἐνῷ λοιπὸν αἱ δύο πιστώσεις συγκεφαλαιοῦσιν ὁλικὸν ποσὸν δραχ. 434,737, εὑρίσκω σημειωμένον ἐν τῷ πίνακι, τῷ παριστάνοντι τὰς ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1888 γενομένας δαπάνας, ὅτι αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀνῆλθον εἰς δραχ. 654,604 καὶ οὐχὶ εἰς 434,737. Προσέφυγον εἰς τὸν πίνακα, τὸν παριστῶντα τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1888 γενόμενα ἔξοδα, καὶ εὗρον καὶ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν χορηγηθεισῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 654,604. Τὸ αὐτὸ ποσὸν εὑρίσκω καὶ ἐν τῷ πίνακι, τῷ παριστῶντι τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888 γενόμενα ἔξοδα, καὶ τὸ αὐτὸ λάθος εὑρίσκω καὶ ἐν τῷ πίνακι, τῷ παριστῶντι τὰ ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1888, ἤτοι ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887, διότι καὶ ἐν αὐτῇ σημειοῦται, ὅτι ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 654 χιλιάδων, ἐνῷ αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνήρχοντο μόνον εἰς 434 χιλιάδας. Διὰ τοῦτο εἶχον δίκαιον νὰ ἐντείνω πρὸ μικροῦ τὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παρατηρήσεις μου, διότι ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐξελέγχωμεν καὶ αὐτὰς τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, ὅπως ἀνακαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν. Αἱ πιστώσεις λοιπὸν αἱ χορηγηθεῖσαι ἀνήρχοντο εἰς δρ. 434,737, διότι ἠκυρώθη διὰ τοῦ τελευταίου ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888 Διατάγματος ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1888 ἑτέρου Διατάγματος πίστωσις τῶν δραχ. 219,867. Τῷ ὄντι διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 24 Μαΐου 1888 ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν 219 χιλιάδων ὡς πίστωσις ἀναπληρωτική, ἑπομένως ἐχορηγήθη ἐπὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἅτινα προέβλεπον περὶ τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐχορηγεῖτο καὶ ἡ πίστωσις αὕτη. Ἀλλὰ κατόπιν ἀνέγνωσαν φαίνεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅτι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις χορηγοῦνται μόνον, ὅταν ἐπιτρέπῃ τοῦτο ὁ νόμος περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων, ὁ δὲ νόμος οὗτος δὲν ἐπέτρεψε νὰ χορηγηθῶσιν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις διὰ μισθοὺς πληρωμάτων πλοίων, ἀλλὰ μόνον διὰ τροφὰς πληρωμάτων, ὅτι ἑπομένως παρανόμως ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Εἶχον ὅμως ἀνάγκην χρημάτων, διότι ἡ πίστωσις, ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶχεν ἐπαρκέσει εἰς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν πληρωμάτων πλοίων. Ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, μετέβαλον αὐτὴν εἰς ἔκτακτον πίστωσιν· λοιπὸν προεκάλεσαν νέον Διάταγμα, δι’ οὗ ἠκύρωσαν τὴν πρώτην πίστωσιν καὶ ζητήσαντες ἔλαβον νέαν πίστωσιν ἔκτακτον τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ. Ἐπειδὴ δ’ εὗρον ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διάταξιν, καθ’ ἣν δι’ ἑκάστην ἔκτακτον πίστωσιν προστίθεται ἴδιον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἐδημιούργησαν νέον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1887 περιεῖχε δέκα κεφάλαια, ἐδημιούργησαν κεφάλαιον ΙΒʹ, ἐν ᾧ ἀνέγραψαν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πίστωσιν. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάσσει, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις χορηγοῦνται «διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ», ἐνῷ περὶ τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐχορηγοῦντο αἱ ἔκτακτοι αὗται πιστώσεις, εἶχον προβλεφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις. Ἀφοῦ δ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προεβλέπετο ἡ ἀνάγκη, περὶ ἧς ἡ πίστωσις, ἡ πίστωσις δὲν ἐπετρέπετο νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τὸν τύπον ἐκτάκτου πιστώσεως. Τὸ κεφάλαιον Αʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ἄρθρῳ 6, περιέλαβε πίστωσιν διὰ μισθοὺς τεχνιτῶν ἐργοστασίων ἐκ δραχ. 169,300. Διὰ τὴν αὐτὴν δὲ ἀνάγκην, ἤτοι διὰ μισθοὺς τεχνιτῶν ἐργοστασίων, ἐδημιούργησαν τὸ νέον κεφάλαιον ΙΒʹ, καὶ ἐν αὐτῷ ἄρθρον 1, καὶ ἀνέγραψαν πίστωσιν ἔκτακτον δραχ. 8,013. Ὡσαύτως ἐδημιούργησαν 2ον ἄρθρον ἐν τῷ νέῳ κεφαλ. ΙΒʹ, καὶ ἔλαβον δι’ αὐτοῦ ἔκτακτον πίστωσιν δραχ. 200,108 διὰ μισθὸν πληρωμάτων πλοίων, ἐνῷ περὶ τοῦ μισθοῦ πληρωμάτων τῶν πλοίων εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρον 10 τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶχε διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην χορηγήσει πίστωσιν δραχ. 1,393,000. Ὡσαύτως περὶ ἐπισκευῆς τῶν καταστημάτων τοῦ Ναυστάθμου εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου Εʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναγράψαν πίστωσιν δραχ. 30,000, καὶ ὅμως ἐν τῷ δημιουργηθέντι ΙΒʹ κεφαλαίῳ ἐδημιούργησαν 3ον ἄρθρον, καὶ ὑπ’ αὐτὸ ἀνέγραψαν ἔκτακτον δῆθεν πίστωσιν δρ. 4,846. Καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κεφαλαίου Ϛʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβλεψε πίστωσιν δραχ. 26,250 δι’ ἔξοδα ὁδοιποριῶν, ἐδημιούργησαν καὶ 4ον ἄρθρον τοῦ δημιουργηθέντος νέου ΙΒʹ κεφαλαίου, ἵνα ἀναγράψωσιν ὑπ’ αὐτὸ πίστωσιν δῆθεν ἔκτακτον ἐκ δραχ. 6,900. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν περιῆλθεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Ἐν τούτοις ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάσσει ἐν ἄρθρῳ 22, ὅτι «ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἑκάστου Ὑπουργείου διαιρεῖται εἰς εἰδικὰ κεφάλαια, ἕκαστον κεφάλαιον περιέχει ὁμοφυεῖς ὑπηρεσίας, καὶ διαιρεῖται εἰς ἄρθρα». Ἀλλ’ αἱ ὁμοφυεῖς ὑπηρεσίαι δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, κατετάχθησαν δὲ ὑπὸ διακεκριμένα κεφάλαια, περιεφρονήθη ἡ εἰδικότης τῶν πιστώσεων, καὶ περὶ τῆς αὐτῆς πιστώσεως προέβλεψαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 δύο κεφάλαια καὶ ἑπομένως δύο ἄρθρα. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἀπηύθυνα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε συνεζητοῦμεν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀγορεύσας τότε, τί ἀντέταξεν εἰς ταῦτα; Δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τί δὲ διαφέρει ἡ ἀναπληρωτικὴ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως,» ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος προχθὲς, κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος συζήτησιν. «Καὶ διὰ τὴν μίαν, καὶ διὰ τὴν ἄλλην, ὁ Ὑπουργὸς, ὁ προκαλῶν αὐτὴν, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὅταν αὕτη συνέλθῃ, νὰ αἰτήσηται τὴν κύρωσιν αὐτῆς, ἀπομένει κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα καὶ ἐπὶ τῶν δύο εἰδῶν τῶν πιστώσεων νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ τὴν κυρώσῃ, ἢ νὰ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὴν εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν εἶσθε ὑποχρεωμένοι, παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας (ἤτοι ἐγὼ), νὰ ἀναγράψητε τὸ αὐτὸ εἶδος τῆς δαπάνης ὑπὸ δύο κεφάλαια. Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γένηται τοῦτο; Ἐὰν ἤμην ἐγὼ ὁ διδοὺς τὴν γνώμην τὴν λογιστικὴν, ἤθελον εἰπεῖ, ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον νὰ ἐγγραφῇ καὶ ἡ ἔκτακτος πίστωσις, ὑφ’ ὃ ἤθελεν ἐγγραφῆ ἡ αἴτησις ἡ ἀναπληρωτική.» Ἡ θεωρία τοῦ κ. Σιμοπούλου εἶναι θεωρία ἁπλῆ, ἥτις μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ πασῶν αὐτῶν τῶν μωρῶν καὶ σχολαστικῶν διατυπώσεων. Διατὶ νὰ διακρίνωμεν ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις; Ὁ Ὑπουργὸς ἃς δαπανᾷ. Θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δαπάνας του, αὕτη δὲ ἐὰν ἐγκρίνῃ αὐτὰς, ἔχει καλῶς, ἐὰν δὲ δὲν ἐγκρίνῃ, καταλογίζει αὐτὰς εἰς βάρος του. Ἀλλὰ τότε δὲν εἶναι περιττοὶ καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ, καὶ αἱ πιστώσεις, καὶ ἡ εἰδικότης τῶν πιστώσεων, καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς μεταφορᾶς αὐτῶν; Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς δυνάμεθα νὰ συνερχώμεθα, νὰ ἀναγινώσκηται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ οἱ ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν ἂς κυβερνῶσι καθὼς θέλουσιν, οἱ δὲ ἄλλοι θέλομεν ἀπέρχεσθαι εἰς τὸν οἶκόν μας μὲ συνείδησιν ἥσυχον. Τοῦτο εἶναι Σύνταγμα νέον, εἶναι θεωρία κοινοβουλευτικὴ καινοφανὴς, λυποῦμαι δὲ, διότι ταύτην ἀπήγγειλεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτής. Ὁ κύριος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτής—καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει δυσαρεστηθῆ τις τῶν συναδέλφων,—δὲν εἶναι συνήθης Βουλευτής. Ἠσχολήθη εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ἐμελέτησεν αὐτὰ, ἐκτήσατο δὲ καὶ ἐμπειρίαν καὶ δεξιότητα οὐ τὴν τυχοῦσαν. Ἑπομένως διὰ τῶν ἀσχολιῶν του τούτων προώρισεν ἑαυτὸν διὰ τὸ φυτώριον ἐκεῖνο τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τοὺς ὑποψηφίους διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅθεν ἐνδεχόμενον ἡ χρησιμότης αὐτοῦ, ἡ εἰδικότης αὐτοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἀναδεικνύουσα αὐτὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἂν δὲν γίγνηται τοῦτο σήμερον, ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ μετ’ ὀλίγον, καὶ μάλιστα, ἂν ὁ κ. Σιμόπουλος ἐξακολουθῇ νὰ παρέχῃ οὐ μόνον τοσαύτας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τοιαύτην κατὰ ποιὸν συνδρομὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παρίδῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας αὐτοῦ, πιθανώτατον δὲ νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Σιμόπουλον προσεχῶς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Θέλετε ἐλθεῖ λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὴν τὴν θεωρίαν; Θέλετε νομίζει ἀδιάφορον, ποίαν ζητεῖτε, ἢ ποίαν διαχειρίζεσθε πίστωσιν, τακτικὴν, ἢ ἔκτακτον, ἢ ἀναπληρωτικήν; Θέλετε φρονεῖ, ὅτι σᾶς ἀρκεῖ νὰ ἔχητε τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως δύνασθε νὰ δαπανᾶτε μετὰ καὶ ἄνευ πιστώσεων καὶ ἐναντίον τῶν πιστώσεων; Ἀλλὰ τότε δὲν θέλετε κυβερνᾷ, ἀλλὰ θέλετε τυραννεῖ τὸ Κράτος, θὰ δύνασθε νὰ πράττητε ὅ,τι ἂν θέλητε, ἀρκεῖ μόνον εἰς ὑμᾶς ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ δώσω συμβουλὴν εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος,—λέγω συμβουλήν, διότι ἴσως εἰμὶ πρεσβύτερος αὐτοῦ τὴν ἡλικίαν,—νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν θεωρίαν ταύτην. Διότι, ἐὰν τοιαύτην ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ θεωρίαν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν ποτὲ ἤθελε κληθῆ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δέον νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι ὄπισθεν τῆς Βουλῆς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συναντήσῃ εἰδικὸν δικαστήριον. Τὰ ἀνθρώπινα πράγματα μεταβάλλονται, καὶ αἱ πλειοψηφίαι μεταπίπτουσιν εἰς μειονοψηφίας, καὶ αἱ μειονοψηφίαι γίνονται πλειοψηφίαι. Ἀλλ’ ὅταν αἱ μειοψηφίαι γίνονται πλειοψηφίαι, δὲν ἔχουσι μόνον τὴν δίψαν τῆς ἐκδικήσεως, ἡ ἐκδίκησις εἶναι ἀληθῶς πάθος ταπεινὸν, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ κράτος τῶν νόμων, ζητοῦσαι ποινικὰς εὐθύνας παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀθετοῦσι τοὺς νόμους μετὰ εὐκολίας τόσης, ὅση τυγχάνει ἡ πεποίθησις αὐτῶν ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑποστηρίζει αὐτούς. (Εὖγε! ἀριστερόθεν).
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς δὶς ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠσχολήθη, καὶ σήμερον μετὰ μεγίστης αὐστηρότητος ἐπέκρινε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν...
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὑμᾶς ὄχι· διὰ τὸν κ. Σιμόπουλον.
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἀτομικῶς ἀπηυθύνθητε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὐστηρότητα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, εἰς ταύτην συνείθισα, διότι πάντοτε, ὁσάκις εἰς ἐμὲ ἀποτείνεται, τοιοῦτον ὕφος μεταχειρίζεται· τὴν αὐστηρότητα ταύτην πιθανῶς χρεωστῶ εἰς τὴν ἀνάμνησιν παλαιᾶς συζητήσεως, καὶ εἶναι περιττὸν εἰς ταύτην νὰ ἐπιμείνω, καθῆκον ὅμως ἔχω νὰ ἐξετάσω τὰ τῶν πιστώσεων καὶ ὑπὸ τὴν τυπικὴν καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ τυπικὸν μέρος, παρατηρῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγγράφου του ἀπετάθη πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐζήτησε, ἵνα λάβῃ ἀναπληρωτικάς τε καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις. Αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἦσαν αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν τροφοδοσίαν, αἱ ἔκτακτοι δὲ αἱ σχετικαὶ πρὸς τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξάγεται, ὅτι χορηγοῦνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 314,776 212,000 ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τεχνητῶν ἐργατῶν, πληρωμάτων, ἐπὶ τῶν δαπανῶν ἐπισκευῆς Ναυστάθμου κτλ. Ὁ συντάξας τὸ Διάταγμα τὸ σχετικὸν ἐχαρακτήριζε πράγματι τὰς πιστώσεις ταύτας ὡς ἐκτάκτους, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ θέση ταύτας ὑπὸ κεφάλαιον 12, ἄρθρ. 1, 2, 3, 4, ἔθεσεν ὑπὸ κεφάλαιον 2 ἄρθρον 10. Ἐκ τοῦ λάθους τούτου προῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνακλήσεως τοῦ πρώτου Διατάγματος καὶ τῆς ἐκδόσεως δευτέρου, ἐὰν δὲ ὁ ὑπάλληλος, ὁ συντάξας τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δὲν ἐπρόσεξεν, ὅτι τὸ πρῶτον Διάταγμα εἶχεν ἀκυρωθῆ καὶ ὅτι τὸ δεύτερον μόνον ὑφίστατο, καὶ ἔκαμε τὸ ἄθροισμα τῶν δύο ποσοτήτων καὶ ἔφερε ποσὸν 619,000, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ λάθος τοῦτο τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν συντάξαντος τὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα πίνακα, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ἵνα μ’ ἐπιτιμήσῃ καὶ μὲ παραπέμψῃ εἰς ὑπάλληλόν τινα, ὅπως ἀποφύγω τοῦ λοιποῦ τοιαῦτα λάθη. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πιστώσεων κατ’ οὐσίαν. Οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστωσιν ὡς πρὸς τὴν τροφοδοσίαν. Οἱ λόγοι, οἱ δικαιολογοῦντες τὴν ἀναπληρωτικὴν ταύτην πίστωσιν, εἶναι οἱ ἑξῆς. Ὑπελογίσθη ἡ διὰ τὴν τροφοδοσίαν πίστωσις, ληφθέντος ὡς ὅρου, ὅτι ἡ μερὶς ἤθελε στοιχίσει 84 λεπτά, ἐκ τῶν διαφόρων ὅμως δημοπρασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκύπτει, ὅτι ἡ ἀξία τῆς μερίδος ἀνέρχεται, οὐχὶ εἰς 84 λεπτά, ἀλλ’ εἰς 120. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς ἀξίας τῆς μερίδος ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον λόγον, τὸν καθιστῶντα ἀναγκαίαν τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Δεύτερον ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, ὁ προβλεπόμενος διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως ἐπῆλθεν αὔξησις δαπανῶν τροφοδοσίας, ἄρα ἀνάγκη ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἑτέρας πιστώσεις, τὰς ἐκτάκτους, αὗται δικαιολογοῦνται ὡς ἑξῆς. Ὅτε ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, ὑπῆρχεν ἐλπὶς ταχείας ψηφίσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ὡς γινώσκετε, ἐψηφίσθη οὗτος περὶ τὰ τέλη Μαΐου· μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς ἐφήρμοσα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας γινώσκει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 δὲν συνετάχθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ συνετάχθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ δὲ ἐν αὐτῷ ἐγγραφεῖσαι πιστώσεις ἦσαν ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς, ἐὰν δὲ ἐπήρκεσαν μέχρι τινός, ἐπήρκεσαν τῇ βοηθείᾳ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἄρθρον, τὸ σχετικὸν πρὸς τοὺς ἐργάτας τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου, εἶχε κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887, ὡς ἐκ τῆς κατὰ ταύτην ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 26,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐφηρμόσθη ἀργὰ, ἦτο ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ζητήσω ἔκτακτον πίστωσιν, πρὸς κάλυψιν τῆς δαπάνης, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ κατὰ τὸ 1887 ἠναγκάσθην νὰ ἐκτελέσω ἐν τοῖς συνεργείοις τοῦ Ναυστάθμου πολλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατέστησεν ἀναγκαῖα ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πλοῖα, ἐν ἀενάῳ κινήσει εὑρισκόμενα, ὑπέστησαν φθορὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπισκευάσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὰ πληρώματα, καὶ αὕτη ἔχει ἀνάλογον λόγον. Ὑπεβλήθη ὁμοῦ μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν νόμος, κανονίζων τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων, δι’ οὗ οἱ μισθοὶ περιωρίζοντο κατὰ 10 δραχμὰς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου, συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίζετο ἐγκαίρως, ὅπως ἤλπιζον, καὶ ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἐφαρμόσω αὐτὸν ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, βεβαίως ἐπὶ πλέον ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ἤθελεν ἐπέλθει. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος τῆς διαφορᾶς, ὁ μέγας ἀριθμὸς ναυτῶν, ὁ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοὺς ναύτας τούτους δὲν ἠδυνάμην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀποδιώξω, διότι οὗτοι ὑπηρέτουν διανύοντες ποινὴν, ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου προσελεύσεως αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Πῶς ἠδυνάμην ἐγὼ, συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν προσελευσομένων αὐτῶν ναυτῶν; Ἐκτὸς τούτου, ὑπῆρχε καὶ τρίτος λόγος, ὅτε ἠναγκάσθην, γνωμοδοτήσει τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τοὺς ἐθελοντὰς, τοὺς ὁποίους εἶχον διατηρήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, τοῦ παραδεχθέντος τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν ναυτῶν, νὰ πληρώσω μὲ τὴν παλαιὰν μισθοδοσίαν, καθ’ ὅσον, ἐνόσῳ ἐξηκολούθει ἡ θητεία αὐτῶν, ἐξηκολούθουν ἀφ’ ἑνὸς αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ εἶχον ἀναλάβει, ἀλλὰ ἐξηκολούθουν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι αὐτῶν. Ἑπομένως καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐπῆλθεν αὔξησις δαπάνης. Ἀδύνατος δὲ ἀπέβαινεν ὁ ἀκριβὴς ὁρισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν ἐθελοντῶν, ἢ διανυόντων τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς ἀργὰ καταταχθέντων κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, διότι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἐγὼ εὗρον τὰ τοῦ Ναυστάθμου, ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐξακριβώσω ποῖος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ ναυτικῷ· τοῦτο ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον· εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἡ ἀταξία ἦτο μεγάλη, ὥστε, ἐνῷ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔγγραφον ἐπίσημον τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, πιστοποιοῦντος, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάσσετο τὸ ἔγγραφον, ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ 400 ναῦται, ἐκ τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπεδείχθη, ὅτι κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχον 800 ἢ 900. Ἡ ἀταξία αὕτη ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ἐτηροῦντο πλέον ἔλεγχοι, ὥστε ἀδύνατον ἀπέβαινε νὰ γνωρίζῃ τις ἀκριβῶς, πόσοι οἱ ὑπηρετοῦντες ναῦται. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες ἐγέννησαν τὴν ἀνάγκην δαπάνης πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προέβλεπον κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης ταύτης, τί ὤφειλον νὰ πράξω; νὰ σταματήσω πρὸ τοῦ ζητήματος, ἐὰν δικαιοῦμαι, ἢ ὄχι, ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου νὰ κάμω ἐκτάκτους δαπάνας καὶ νὰ μὴ προβῶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπηρετούντων ἀνδρῶν; Ἐσκέφθην, ὅτι τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω, οὔτε ἠδυνάμην τὸν μισθὸν τῶν ἀνδρῶν νὰ ἐλαττώσω. Ἀνέλαβον τότε τὴν εὐθύνην καὶ ἐζήτησα ἔκτακτον πίστωσιν, καὶ ἔρχομαι ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητῶν, ὅπως αὕτη διὰ τῆς ψήφου της κυρώσῃ τὰς πιστώσεις, τὰς ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιβληθείσας καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος χορηγηθείσας.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔτεινον ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ δαπάνη ἐγένετο, καὶ ὅτι ἡ δαπάνη ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἐγὼ δὲν ᾐτιάθην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ σπατάλῃ, οὐδ’ εἶπον, ὅτι ἐδαπάνησε πέραν τῆς ἀνάγκης, ἢ ὅτι ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ ἄνευ ἀνάγκης. Ἑπομένως πάντα, ὅσα ἐξέθηκε, καὶ ἂν παρίστων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀκριβῆ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, δὲν ἐδικαιολόγουν ὅμως τὴν σύγχυσιν τῶν πιστώσεων, διὰ τὴν ὁποίαν ᾐτιάθην αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδικαιολόγησε τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν τῶν δραχ. 214,870, περὶ τῆς ὁποίας οὐδόλως ἐπρόκειτο. Ὡμίλησεν εἶτα περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, εἰπὼν, ὅτι ἐζήτησεν ἔκτακτον πίστωσιν δραχ. 219,864, ἥτις κατὰ λάθος ἀνεγράφη ἐν τῷ Διατάγματι ὡς ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο ἔκτακτος πίστωσις, διὰ τοῦ δευτέρου Διατάγματος διωρθώθη τὸ λάθος καὶ ἐχορηγήθη ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ὑπεβλήθη κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν συνεζήτησε τότε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, διότι διέλυσαν αὐτὴν, πρὶν ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ὁ Προϋπολογισμὸς ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, καὶ εἰσήχθη ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887, συνεζητήθη δὲ καὶ ἐγένετο νόμος κατὰ Μάϊον τοῦ 1887. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, τὸ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1886 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1887, ἤτοι ἐπὶ ἓξ ὅλους μῆνας, δὲν κατείδετε τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ὑπηρεσία; δὲν ἐνοήσατε, ὅτι δὲν ἐπήρκει εἰς αὐτὰς ἡ πίστωσις, ἣν εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἵνα, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, ζητήσητε τὴν ἀναγκαιοῦσαν πίστωσιν καὶ ἀναγράψητε αὐτὴν τακτικῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ ψηφισθέντι μόνον κατὰ Μάϊον τοῦ 1887; Ἠλέγξαμεν λοιπὸν, οὐχὶ Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, σπαταλήσαντα χρήματα, ἢ δαπανήσαντα ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλ’ ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, μὴ φροντίζοντα ἐγκαίρως νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, παραλιπόντα δὲ τὰς εὐκαιρίας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις παρεῖχον αὐτῷ. Οὗτος ἦτο ὁ ἔλεγχος ἡμῶν, καὶ ὁ ἔλεγχος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπηνίχθη, ὅτι ἤλεγξα αὐτοῦ ἐκ μνησικακίας, εἰπὼν, ὅτι διετιθέμην δυσμενῶς πρὸς αὐτὸν δι’ ὅσα εἶπεν εἰς ἄλλας περιστάσεις. Ἀλλὰ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὠνόμασε τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἀγέλην, ἐκίνησε βεβαίως τὸν οἶκτον, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν μνησικακίαν μου....
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οὐδέποτε τὸ εἶπον, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ συχνὰ ἐπαναλαμβάνετε αὐτό....
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνάδελφός σας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγκριτος τῷ εἶπεν. Ὑμεῖς δὲ παρεστήσατε, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀποθάνῃ.
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐὰν ἐξηκολούθουν τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐκάμνετε, ἤθελεν ἐπέλθει ὁ θάνατος τῆς Ἑλλάδος.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐστὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀποθνήσκει. Καὶ ἐὰν εἰλικρινῶς ἐσκέφθητε ποτὲ, ὅτι θὰ ἀποθάνῃ ἡ Ἑλλὰς, ἡ πλάνη σας κινεῖ τὸν οἶκτον. Σεῖς χαρακτηρίζετε ὡς λάθη ὅσα ἐγὼ ἔπραξα ὡς Ὑπουργὸς Ἕλλην καὶ οὐχὶ ξένος. Τὰ κατὰ σὲ λάθη μου ἦτο πιστὴ ἐκπλήρωσις καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἕκαστος Ὑπουργὸς, ἀλλ’ Ἕλλην, ἤθελε πράξει. Καὶ ἂν ἐνικώμεθα, ἡ ἧττα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἦτο θάνατος. Πολλάκις ἐνικήθησαν στρατοὶ, ἀλλὰ δὲν ἀπέθανον τὰ Κράτη αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἤθελε νικηθῆ, καὶ τὸ ἀπέδειξαν αἱ συμπλοκαὶ κατὰ τὰ ὅρια, αἱ ἀπρόοπτοι, αἱ ἀπαράσκευοι· ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελεν ἀποθάνει, ἀλλ’ ἤθελε ζήσει. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι μικρόκαρδοι, τῶν ὁποίων ἡ καρδία ἔπαλλεν, ἀπὸ τὸν φόβον, μήπως ἀποθάνῃ ἡ Ἑλλὰς, ἦσαν οὗτοι ἄξιοι οἴκτου. Ἀλλὰ τίνος ἦσαν ἄξιοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προὐτίμησαν τὸ ἴδιον ἑαυτῶν ταπεινὸν συμφέρον, καὶ χάριν αὐτοῦ ἐθυσίασαν τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους; Πρὸς αὐτοὺς δὲν εἶμαι ἱκανὸς ἐγὼ νὰ μνησικακήσω, ἀλλὰ μνησικακεῖ πρὸς αὐτοὺς ἡ ἱστορία. Καὶ ἀπέδωκεν εἰς μνησικακίαν τὸν ἔλεγχον, ὃν ἀπηύθυνα διὰ παράβασιν διατάξεως τοῦ νόμου! Ὅταν ὁ νόμος διατάσσῃ, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις χορηγοῦνται μόνον, ὅταν δὲν προεβλέφθη πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περὶ τῆς ἀνάγκης, διὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦνται αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, παρέβητε τὸν νόμον, ζητήσαντες καὶ λαβόντες ἔκτακτον πίστωσιν, ἀφοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμός. Καὶ ἐνῷ ὠφείλετε νὰ ἀποταθῆτε ἐγκαίρως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσητε αὔξησιν τῆς πιστώσεως, ἣν εἴχετε περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1887 οὐδὲν πρόσκομμα ἔφερε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφῆκε δ’ ὑμᾶς ἐλευθέρους νὰ ψηφίσητε ὅ,τι ἐπεθυμεῖτε, ὑμεῖς δὲν τὸ ἐπράξετε, παραβάντες τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἵνα πορισθῆτε τὰς ἐλλειπούσας ὑμῖν πιστώσεις. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς ά συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας καὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 357,751:30 τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Περὶ ἐγκρίσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 239,030 τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Περὶ κανονισμοῦ πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 29,723:02 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγορᾶς καὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26,000,000.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχους τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, οἵτινες σήμερον πληρόνονται καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν καὶ τοὺς τόκους εἰς χρυσὸν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ὑπολογίσῃ οὐδεμίαν διαφορὰν συναλλάγματος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου τούτου;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ δάνειον τοῦτο, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντες ἔχουσι δικαίωμα ἐξαργυρώσεως τοῦ τοκομεριδίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καίτοι δὲ δὲν καθορίζεται ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμὴ γενήσεται εἰς χρυσὸν, ἐφηρμόσθη ὅμως οὕτω ἡ διάταξις, καὶ ἡ πληρωμὴ ἐγένετο καὶ γίνεται εἰς χρυσόν. Ἤδη δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντων, ὅπερ ἐπληρόνετο εἰς χρυσὸν, καίτοι δύναταί τις ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι πληρωμὴ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν σημαίνει καὶ πληρωμὴ εἰς χρυσόν. Ἤδη πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἄλλης διατάξεως τῆς αὐτῆς συμβάσεως, ἐπιτρεπούσης ἐν παντὶ χρόνῳ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐξαγοράζῃ τὸ δάνειον δι’ ἀποτίσεως εἰς τὸ ἄρτιον. Ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὁμοία τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐν ᾧ ἐν τῷ ἄρθρῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὰ τοκομερίδια τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντων, ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἡ πληρωμὴ γίνεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐν τῷ ἄρθρῳ, τῷ ἐπιτρέποντι τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δανείου ἐν παντὶ χρόνῳ, οὐδεὶς περιλαμβάνεται ὅρος ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχων, ἑπομένως ἡ ἐξαγορὰ γενήσεται κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τουτέστι γενήσεται ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα τὸ δάνειον συνωμολογήθη, ἡ ἐξαγορὰ γενήσεται ἐν Ἑλλάδι κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς κρατοῦντας ἐνταῦθα, καὶ ἐν τῷ νομίσματι τῷ κρατοῦντι. Οἱαδήποτε ἀξίωσις τῶν κατόχων, ὅπως ἡ ἐξόφλησις γένηται ἐν ἄλλῃ χώρᾳ καὶ ἐν ἑτέρῳ νομίσματι, οὐδαμοῦ δύναται νὰ στηριχθῇ ἀφοῦ ἡ σύμβασις ἐν τῷ ἄρθρῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὰ τῆς ἐξοφλήσεως, οὐδὲν προνόμιον χορηγεῖ εἰς τοὺς ἐγγραφέντας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· τὴν γνώμην μας ταύτην ἀναπτύξαμεν καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς τότε ἀναπτυχθείσας λεπτομερείας, ἀλλὰ νομίζω καθῆκον νὰ εἴπω, διατί ἔχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην. Τὸ χρεωλύσιον δὲν εἶναι παρὰ ἐξόφλησις μερική, ἐκτελουμένη καθ’ ὡρισμένον τρόπον καὶ χρόνον. Ἡ πληρωμὴ τοῦ ὅλου δανείου πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν προθεσμιῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐξοφλεῖται τοῦτο διὰ τοῦ χρεωλυσίου, εἶναί τι ἐπιβαρυντικὸν διὰ τοὺς κατόχους τοῦ δανείου, ὅταν τοῦτο τιμᾶται ἄνω τοῦ ἀρτίου, δὲν μεταβάλλει ὅμως κατ’ οὐδὲν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, νὰ πληρώσῃ τοὺς οὕτω ἐπιβαρυνομένους κατόχους, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐπλήρονεν αὐτοὺς καὶ διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ χρεωλυσίου. Ὁ ὅρος δὲ, ὁ ἀφορῶν εἰς τὸν τόπον τῆς πληρωμῆς τῶν ὁμολογιῶν, ὁ περιεχόμενος ἐν τῷ νόμῳ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 καὶ ὁρίζων διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχους ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, ὅτι θὰ πληρώνηται ἐκεῖ, σὺν τῷ κεφαλαίῳ τῶν 500 δραχμῶν, καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος, διά τε τὸ κεφάλαιον τῶν κληρουμένων ὁμολογιῶν καὶ διὰ τοὺς τόκους, εἶναι δικαίωμα αὐτῶν, ὅπερ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἄνευ παραβιάσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ὁ νόμος δὲν ἀπαγορεύει εἰς τὸ Δημόσιον τὴν πληρωμὴν τοῦ δανείου τούτου καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῶν διαφόρων προθεσμιῶν τῆς χρεωλυτικῆς αὐτοῦ ἐξοφλήσεως, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐμπεριέχει διάταξιν, τροποποιοῦσαν ἐκείνην, ἥτις κανονίζει τὸ νόμισμα καὶ τὸν τρόπον τῆς τοιαύτης πληρωμῆς. Δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐπιβαλλομένην πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἡ δὲ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν χρεωλυτικὴν πληρωμὴν, ἐφαρμόζεται ὡσαύτως καὶ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν, ἥτις, ὡς εἶπον, δὲν εἶναί τι ἐπωφελὲς, ἀλλ’ ἀπεναντίας.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, οὐχὶ διότι θεωρῶ, ὅτι ὅσα πρότερον εἶπον, δὲν ἦσαν ἱκανὰ, ἀλλὰ διότι ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι οἱ διεξάγοντες δικαστικὸν ἀγῶνα ἐπὶ τῶν προηγουμένων δανείων μεταχειρίζονται ὡς ἐπιχείρημα τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, καὶ ἐπωφελοῦνται, οὐ μόνον ἐκ τῶν λόγων μου, παρερμηνευομένων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς σιωπῆς μου ἀπέναντι ἀντιθέτων γνωμῶν, ἐκφρασθεισῶν ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν θέλω δὲ σιωπῶν νὰ θεωρηθῶ ἐνδεικνύων συγκατάθεσιν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν οἱ τόκοι καὶ αἱ κληρούμεναι ὁμολογίαι πληρόνονται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς ἐξοφλήσεως. Ἡμεῖς τοὐναντίον φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐξόφλησις δὲν εἶναι τόκος, ὅτι δὲν εἶναι κλήρωσις· ἡ ἐξόφλησις γίνεται δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου, κανονιζούσης τὰ τῆς ἐξοφλήσεως. Ἐν τῇ διατάξει ἐκείνῃ οὐδὲν λέγεται περὶ προνομίων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχων. Προκειμένου περὶ τόκων καὶ κληρουμένων ὁμολογιῶν, τουτέστι περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, ὑπάρχει διάταξις, χορηγοῦσα εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντας προνόμιον πληρωμῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑφίσταται, παυούσης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου καὶ καταργουμένου αὐτοῦ διὰ τῆς ἐξοφλήσεως.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἐναγαγόντες τὸ Δημόσιον κάτοχοι ὁμολογιῶν τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 25, τῶν 6 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἐπεκαλέσαντο πρὸς ὑποστήριξίν των ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ ταύτης συνεπέρανον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, μὴ ἀντιλέξας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τούτων νομοσχεδίων εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέβαλον τότε, ἀπεδέξατο ὡς ὀρθοὺς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν γνωρίζω τί ἐπεκαλέσθησαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων οἱ ὁμολογιοῦχοι τῶν εἰρημένων δανείων, γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ἂν ἐπεκαλέσθησάν τι, καὶ βεβαίως θὰ ἐπεκαλέσθησαν, ἐπεκαλέσθησαν οὐχὶ τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶπε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων. Καὶ ὄντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 3 Μαρτίου τοῦ 1887, κατὰ τὰ ἐν σελ. 97 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐκτιθέμενα, εἶπε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἤδη, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀποδώσῃ συλλήβδην τὸ κεφάλαιον, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν αὐτὸ ὁλόκληρον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἠθικόν τι δικαίωμα περὶ πληρωμῆς εἰς μεταλλικὸν τῶν τοκομεριδίων τῶν ἀρχικῶς ἐγγραφέντων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἰς τούτους πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τὸ κεφάλαιον εἰς μεταλλικόν.» Καὶ κατωτέρω ἐπανέλαβεν (ἀναγινώσκει): «Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρχικῶς ἐνεγράφησαν. Ὡς πρὸς ἐκείνους, ἐπειδὴ ἀνέκαθεν ἐπληρώθη εἰς αὐτοὺς εἰς μεταλλικὸν τὸ τοκομερίδιον, νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν κατ’ ἐπέκτασιν καὶ τὸ κεφάλαιον εἰς μεταλλικὸν, καίτοι δὲν ὑποχρεούμεθα». Αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ ἐπεκαλέσθησαν, καὶ οὐχὶ τὴν σιωπὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὴ ἀληθῶς εἶπεν, ὅστις μικροῦ δεῖν νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέσχεν ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἐναγαγόντας τὸ Δημόσιον, ὅπως προβάλωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ εἰς τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ στηρίζονται οὗτοι, ζητοῦντες ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, περὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, τὰς ἐνεργούσας ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἀνέγραψεν ὅμως ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον θέλει ἐξοφλήσει τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου εὐθὺς, ὡς παρουσιασθῶσιν αὐτῷ. Λοιπὸν ἡ γενικὴ αὕτη διάταξις, ἡ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ἀνεγράφη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου, νὰ πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον εἰς μεταλλικὸν, διότι πράγματι δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ τοιαύτη, διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη καὶ ὁ κυρώσας αὐτὴν νόμος ἐκανόνισαν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξωφλεῖτο τὸ δάνειον χρεωλυτικῶς. Καὶ περιέλαβε μὲν ὁ νόμος διάταξιν, δι’ ἧς ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ πρὸ τῆς προθεσμίας, δυνάμει δὲ τῆς διατάξεως ταύτης προβαίνει ἡ Κυβέρνησις νῦν εἰς τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν περίστασιν ἤθελον ἐφαρμοσθῇ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 30 Νοεμβρίου 1874 καὶ ἐξωφλεῖτο τὸ δάνειον ἐτησίως καὶ χρεωλυτικῶς, τὸ ἄρθρον 6 τῆς ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1874 συμβάσεως, ἥτις εἶχε κυρωθῆ διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου, διέτασσε τάδε: «ἐννοουμένης εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ τε νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος διὰ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμάς». Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, τὸ Δημόσιον ἀπεδέχετο καὶ ἐπέτρεπε τὴν περίπτωσιν τῆς πληρωμῆς χρημάτων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ ἡ διάταξις, περὶ ἧς ὁ λόγος, προέβλεπε περὶ πληρωμῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τόκου καὶ χρεωλυσίου, δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πληρωμὴν τόκου καὶ κεφαλαίου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέκρουσε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Καραπάνου, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ χρεωλυσίου δὲν εἶναι, εἰμὴ πληρωμὴ κεφαλαίου, ἀφοῦ δ’ ἐπετρέπετο νὰ γίνεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ χρυσοῦ, ἕπεται, ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον νὰ δεχθῇ αὐτὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ σήμερον. Ἐν τούτοις τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐναγάγει τὸ Δημόσιον, θέλουσι διαλύσει βεβαίως τὰ Δικαστήρια. Μοὶ δίδεται ὅμως εὐκαιρία νὰ ἀντιστρέψω παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε δημιουργήσει ἀνύπαρκτον ὑπόθεσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δῆθεν εἶχε προτείνει τὴν ἐκβίασιν τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου εἰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας αὐτοὶ δὲν εἶχον ἀποδεχθῆ. Ἠτιᾶτο ἑπομένως ἡμῶν, ὅτι ὑπενομεύομεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὅτι οὐδὲν ἐπράττομεν, εἰμὴ ἐκηρύσσομεν τὸ Κράτος ἐν πτωχεύσει, ἢ ἐν χρεωκοπίᾳ, ὅπως μετὰ μείζονος ἁβρότητος ἐχαρακτήρισεν ἡμᾶς ὁ τότε καὶ νῦν πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ, ὅταν ἀναγκάζητε τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐκεῖνοι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσιν, ὅτι τοὺς ἐξαναγκάζετε εἰς συμφωνίας, ἃς δὲν ἀποδέχονται; Καὶ ὅτι δὲν ἀποδέχονται, ἀπόδειξις, ὅτι προσφεύγουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προέρχεται ζημία, καὶ ὑλικὴ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν καταδικασθῇ, διότι θέλει ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ ἀποζημιώσεων, καὶ ἠθικὴ, διότι δημιουργεῖται ἡ ἑξῆς περίπτωσις. Τὰ Δικαστήρια θέλουσιν ἀποφανθῆ, εἴτε ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν, ὅτε θέλει ἐπέλθει ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, εἴτε, ὅτι εἶχε δίκαιον τὸ Δημόσιον, ὅτε θέλουσιν οὗτοι ἐκβιασθῆ εἰς συμφωνίας, ἃς αὐτοὶ δὲν ἤθελον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀντιστρέφω τὴν παρατήρησιν καθ’ ὑμῶν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀντιστροφὴ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἡ Συμπολίτευσις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπιπίπτει πάλιν ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι αὐτὸ τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τί ἄλλο δεικνύει, εἰμή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἐξεβίασεν; Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια—ὅπερ ἄλλως δὲν δύναται νὰ συμβῇ, ὡς ἀπᾷδον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν,—θὰ θεωρήσωσιν, ὅτι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντες εἰς τὰ δάνεια τὰ ἐξοφληθέντα εἶχον δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν πληρωμὴν εἰς μεταλλικόν, οἱ κάτοχοι τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφεισῶν ὁμολογιῶν θέλουσι πληρωθῆ εἰς χρυσὸν, καὶ θέλει οὕτως ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτῶν ἤσκησεν ἐκβίασιν, διότι αὕτη δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα ὁριστικῶς. Ἐνεργήσασα συμφώνως πρὸς ἣν ἔχει γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις πληρωμῆς εἰς χρυσὸν, ἀφῆκεν εἰς τοὺς ἐνισταμένους τὴν ὁδὸν τῶν Δικαστηρίων. Ἔν τινι συζητήσει, ἐπὶ ἐπερωτήσεως νομίζω, εἶχον εἰπεῖ, ὅτι ἴσως καὶ θὰ ἐδεχόμην τοιαύτην τινὰ διαῤῥύθμισιν, τουτέστι τὴν ἐξόφλησιν διὰ χρυσοῦ, καίτοι δὲν ἦτο ὑπόχρεον τὸ Δημόσιον εἰς τοιαύτην πληρωμὴν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου οὐδόλως περιελάβομεν ἐν αὐτῷ τοιαύτην διάταξιν, διότι ἐθεωρήσαμεν, συντάττοντες τὸν νόμον, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὡς εἶχον εἰπεῖ, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, δὲν ἔπρεπε νὰ ὠθήσωμεν τὴν ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς κατόχους πέραν ὁρίου τινὸς, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπιείκειαν, ἣν εἴχομεν ἐκδηλώσει πληρόνοντες εἰς χρυσὸν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφεισῶν ὁμολογιῶν, καίτοι ἡ διάταξις περὶ πληρωμῆς τοῦ τοκομεριδίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐξοφλήσεως. Νομοθετοῦσα ἡ Βουλὴ, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν τοῦ δανείου, ἀφῆκεν ἀκέραια τὰ δικαιώματα ἑκάστου. Οὐδὲν ἔλυσεν ὁ νόμος ζήτημα περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων. Εἰς τὰ Δικαστήρια ἀνήκει ἡ λύσις τῶν ἀμφισβητήσεων περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχων ὁμολογιῶν. Ἂν τὰ Δικαστήρια θεωρήσωσιν, ὅτι, κατὰ τὴν παρ’ ἡμῖν νομοθεσίαν, μηδόλως ἐπηρεαζομένην ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὴν ἐξόφλησιν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κάτοχοι εἰς χρυσὸν, θὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσόν. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀντιστροφὴ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής; Ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτοῦ, ἐν τῇ προλαβούσῃ Συνόδῳ, συζητουμένων τῶν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, εἶπον, ὅτι, ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἀνάγκη ἐπιβολῆς εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, ἢ καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ τὸν λόγον, βεβαίως, ἵνα ἐπαναλάβῃ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπεν, ὅτι προέτεινεν ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους συναινούντων τῶν δανειστῶν· ἀλλὰ μόνη ἡ ἀπειλὴ τῆς νομίμου ἐξοφλήσεως ἔχει τὴν ἀρετὴν, ἵνα προκαλέσῃ τοιαύτην συναίνεσιν. Περὶ ἐξοφλήσεως τότε οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ γενῇ λόγος, διότι πρὸς ἐξόφλησιν ἀπῃτεῖτο δάνειον, ἀφετηρία δὲ τῆς συζητήσεως ἦτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ τὸ Κράτος οὐδ’ 100,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἀπειλῆς τῆς ἐξοφλήσεως ἤθελεν ἀποκτήσει τὴν συγκατάθεσιν τῶν κατόχων, καὶ βεβαίως ἤθελε τὴν ἀποκτήσει, διότι θὰ τοῖς ἐπεδείκνυε τὸ φάσμα τῆς χρεωκοπίας, διότι θὰ τοῖς ἔλεγεν, ὅτι, ἂν δὲν συγκατετίθεντο εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου, οὐχ ἧττον θὰ ἐλάμβανον αὐτὸν μειωμένον, διότι θὰ τοῖς ἔλεγε, μετὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅσα ὁ ἀστοχήσας ἔμπορος λέγει πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, καὶ ἐπιτυγχάνει τὸν συμβιβασμόν. Ἡ πρότασις ὑμῶν, ὅπως παραστῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ἐνώπιον τῶν δανειστῶν αὐτῆς ὡς ὁ ἀστοχήσας ἔμπορος, ἐκφραζομένη δι’ ἄλλων λέξεων, λέγεται χρεωκοπία, ἢ πτώχευσις. Ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως χρεωλυσίου καὶ ἐλαττώσεως τόκου, συναινούντων τῶν δανειστῶν, ἔχει σπουδαιότητα, ὅσην θὰ εἶχεν ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸν δημόσιον δὲν ἐπτώχευσε, διότι οἱ δανεισταὶ παρεδέχθησαν τὴν κατάργησιν τῶν δανείων κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως. Ἤδη δέον νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς τί πράττομεν. Ἡμεῖς σήμερον προκηρύττομεν τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ὅσων οἱ κάτοχοι δὲν στέργουσι τὴν προτεινομένην τροπὴν τοῦ δανείου. Οἱ προσάγοντες εἰς ἐξόφλησιν τὰς ὁμολογίας οὐδὲν ἐκ τοῦ νόμου ἀποκτῶσι δικαίωμα, ὅπως ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν εἰς χρυσὸν, καὶ ἂν ἔτι ἀποδεικνύωσιν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι ἐνεγράφησαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὁ νόμος, ὃν σήμερον ψηφίζομεν, οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν ὑπὲρ τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν, οὐδὲν δημιουργεῖ ὑπὲρ αὐτῶν δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν δικαίωμα τοῖς ἀφαιρεῖ. Ἐὰν οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τούτων εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς ἐκ προηγουμένης συμβάσεως ἢ νόμου, τὸ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον δὲν καταργεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, καὶ ἐν τοιαύτῃ πεποιθήσει προτείνομεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία τοῦ Κράτους οὐδὲν χορηγεῖ εἰς αὐτοὺς δικαίωμα, ὅπως ἀπαιτήσωσι τὴν ἐξόφλησιν εἰς χρυσόν. Ἀφοῦ ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐξόφλησιν, ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἐν τῷ νόμῳ οὐδὲν λέγει περὶ προνομίου τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατόχου, ἡ ἐξόφλησις θὰ γένηται κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, κατὰ δὲ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ παντὸς Κράτους νόμοι, πᾶσα ἐξόφλησις γίνεται ἐν τῷ Κράτει διὰ τοῦ νομίσματος τοῦ ἰδίου Κράτους, ὅπερ παρ’ ἡμῖν σήμερον εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεσάφησε λίαν κακῶς τὰ πράγματα. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπέρχεται οὐδεὶς ἐκβιασμὸς εἰς τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχε συνάψει μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲ σήμερον ἡ πλειοψηφία ἐγκρίνῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐκτελεῖ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχει ἐκβιασμός. Ἐνῷ ἐκβιασμὸς θὰ ἦτο, ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περιελαμβάνετο διάταξις, δι’ ἧς ἀφῃρεῖτο τὸ δικαίωμα τῶν δανειστῶν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Νομίζει λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, δι’ ἧς νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς δανειστὰς τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ὅτι, ἂν περιελάμβανε τοιαύτην καὶ ἐψήφιζεν αὐτὴν ἡ Βουλὴ, ἡ διάταξις αὕτη ἤθελεν ἔχει κῦρος, καὶ δὲν ἀπηγορεύετο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Νομίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ δημεύωμεν διὰ τῶν νόμων τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν; Καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν μὴ δήμευσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν, ὡς ἐκδήλωσιν σεβασμοῦ πρὸς τὰς συμφωνίας; Ἀλλ’ ὡς εἶπον, κατὰ πρῶτον ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ταῦτα πάντα θέλουσι λυθῆ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Ἐὰν ὅμως τὰ Δικαστήρια ἀποδεχθῶσιν ὡς βάσιμον καὶ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου τὸν ἰσχυρισμὸν τῶν ἀντιδίκων τοῦ Δημοσίου, βεβαίως θὰ ἀναμολογηθῇ ἐν τῷ κόσμῳ τῷ οἰκονομικῷ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξεβίασε τὰς συμφωνίας πρὸς τοὺς δανειστάς της, καὶ μόνον τὰ Δικαστήρια ἀπέδωκαν εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην, ὑποχρεώσαντα τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ μὴ καταστρατηγῆται τὰ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς διαταχθέντα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε πάλιν εἰς τὸ μέσον ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία, ἐνόμιζον, ὅτι πλέον ἐξηντλήθη. Τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντοτε ἐπανέρχεται ἐπὶ τὰ αὐτά. Ἐρωτήσατέ τον, ποία ἡ διαχείρισίς σας κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884; «Ἐξαισία! Ἀλλὰ ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου ἔκοψε τὴν πορείαν ἡμῶν καὶ κατέστρεψε τὰ πάντα.» Ἐρωτήσατέ τον, ποία εἶναι νῦν ἡ διαχείρισίς σας; ποῖος πταίει; Θὰ ἀπαντήσῃ: αἰτία εἰσὶ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ὁ Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1882· πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπὶ 12 μῆνας ἐκυβέρνησε, διότι ἀνέτρεψε πᾶσαν ἐργασίαν μας. Δύνασθε νὰ φέρητε ἐπιχειρήματα, νὰ ἀνατρέψητε πάντας τοὺς ἰσχυρισμούς του, μετὰ 10 ἡμέρας πάλιν ταὐτὰ θὰ ἐπαναλάβῃ. Τί ἰσχυρίσθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προέτεινε τὴν πτώχευσιν ἢ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ ἰσχυρίσθη ἐξ ἡμέρας μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Καραπάνου, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε δὲν ἔμεινεν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία οὔτε εἰς τοὺς φίλους αὐτοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε προέτεινε τοιοῦτόν τι. Βεβαιοῦμεν διὰ τοῦτο τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δύναται νὰ ἐπαναλαμβάνῃ καθ’ ἑκάστην τὰ αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἔχει τὴν ὑπομονὴν νὰ διαψεύδωμεν διαρκῶς τοὺς ἰσχυρισμούς του πάντοτε, ὁσάκις οὗτοί εἰσι ψευδεῖς.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ αὐθαιρέτως οἵαν ἑρμηνείαν θέλῃ εἰς διάταξίν τινα οἱουδήποτε νόμου. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται νὰ ἀρνηθῇ, εἶναι, ὅτι, ἂν οἱ πλεῖστοι τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ Δικαστήρια, ἐξαναγκασθῶσι νὰ ἀνταλλάξωσι τὰς ὁμολογίας των, τινὲς δὲ μόνον ἐξ αὐτῶν καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ταῦτα δὲ παραδεχθῶσιν ὡς ἐσφαλμένην τὴν ἑρμηνείαν, ἣν δίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ καταδικάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ αὐτοὺς εἰς μεταλλικὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον παρεβίασε τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογιούχους, οἵτινες προσῆλθον καὶ ἔλαβον τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συγχέει καὶ πάλιν τὴν γνώμην, ἣν ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν πρὸ δύο ἐτῶν καὶ περὶ τῆς ὁποίας νομίζω περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, διότι ἀρκούντως ἀνέπτυξα τὰ κατ’ αὐτὴν, μὲ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξεν ἡ ὅμορος ἡμῖν δύναμις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πρὸ 12 ἢ 13 ἐτῶν δὲν ἔκαμεν ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἔλθῃ εἰς συνενόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς αὑτῆς, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσποιεῖται, ὅτι ἀγνοεῖ, ἢ ἀγνοεῖ πράγματι, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τοῦτο. Αὕτη διὰ Διατάγματος ἀνέστειλε πρῶτον προσωρινῶς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τῶν τόκων, μετὰ παρέλευσιν δὲ ὀλίγων μηνῶν δι’ ἑτέρου Διατάγματος ἀνέστειλεν ὁριστικῶς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγχέῃ τοιαύτας πράξεις μὲ τὴν ἰδέαν, ἣν ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν, δύναται νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλῃ, περὶ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ὑπάρχει ὅμως μεταξὺ τῆς πράξεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀπόστασις, ὅση ἀπὸ τῆς γῆς μέχρις οὐρανοῦ. Ἡ Τουρκικὴ δὲ Κυβέρνησις, ὅτε ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς αὑτῆς, ἀπέκτησε σχετικήν τινα πίστιν. Ἐὰν ἀμφιβάλλῃ περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς συγκρίνῃ τὰς τιμὰς τῶν τουρκικῶν χρεωγράφων, καὶ θέλει πεισθῆ. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπροτείναμεν ἡμεῖς, ἐσκόπει τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δανειστῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ χάσωσι τίποτε διὰ τῆς ἀναβολῆς τοῦ χρεωλυσίου, τὸ δὲ Δημόσιον ἤθελε σωθῆ ἐκ τῆς σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένης σωρείας ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες βεβαίως θὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν ἡμέραν τινὰ εἰς βέβαιον οἰκονομικὸν ὄλεθρον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς δανείων χρεωλυτικῶν εἰς πάγια. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ὁρίζει, ὅτι θὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁμολογίαι διὰ τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων. Ἡ σύμβασις ὅμως πραγματεύεται καὶ τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000. Διὰ τὸ δάνειον τοῦτο δὲν θὰ παραδοθῶσιν ὁμολογίαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 εἶναι ἤδη ἐν κυκλοφορίᾳ, τουτέστιν, ἤδη ὑπάρχουσιν ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου, καίτοι τὰς ὁμολογίας ταύτας κρατεῖ πάσας ἡ Τράπεζα. Τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 δὲν εἶναι βεβαιωμένον δι’ ὁμολογιῶν, ὑφίσταται δὲ μόνον διὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς αὐτό. Ἡ Τράπεζα δὲν εἶχε ζητήσει ἀρχικῶς, ὅπως ἐκδοθῶσιν ὁμολογίαι διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, ἐν δὲ τῇ διαπραγματεύσει τῶν τῆς τροπῆς αὐτοῦ ἡ Τράπεζα δὲν ἐζήτησεν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τῶν τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, ἡμεῖς δ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ περιλάβωμέν τι ἐν τῇ συμβάσει περὶ ὁμολογιῶν, διότι ἀναντιῤῥήτως εἶναι προτιμότερον τὸ δάνειον τοῦτο νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε εἶναι ὡρισμένον, ὅτι θὰ ἐκδοθῶσιν ὁμολογίαι.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τὸ ζητήσῃ κατόπιν ἡ Τράπεζα, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νομοθετικῆς ἐνεργείας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξοφλήσεως τῶν δανείων τῶν 6,000,000 καὶ τῶν 10,000,000. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–4). Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου εἰσὶν ἀόριστα, αἱ δὲ οὐσιαστικαὶ αὐτῶν διατάξεις ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ὠφελιμότητος τῆς μετατροπῆς τῶν δύο δανείων τῶν 6,000,000 καὶ 10,000,000. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 προτείνεται ἡ ψήφισις δανείου προσωρινοῦ δι’ ἐντόκων γραμματίων 400,000 λιρῶν ἀγγλικῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο, εἶπε μὲν, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ μὲ τόκον 6%, ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ ἀνακοινώσει ἐκείνῃ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀνακρίβεια, ἀφορῶσα εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ἣν παρέστησεν ὡς γιγνομένην διὰ τῆς ἀπαλείψεως πάσης εἰδικῆς ἐγγυήσεως, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν, βλέπομεν, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις μένουσιν ὡς εἶχον καὶ πρότερον, πληρόνει δὲ τὸ Δημόσιον καὶ προμήθειάν τινα εἰς τὴν Τράπεζαν, δικαίως γεννᾶται ἡμῖν ὑπόνοια, μήπως καὶ διὰ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 400,000 λιρῶν ὑπάρχῃ ἀνάλογός τις ἀνακρίβεια, καὶ μήπως, εἴτε διὰ προπληρωμῆς εἰς τοὺς δανειστὰς τόκων πρὸ τῆς καταβολῆς τῶν χρημάτων, εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου συνδυασμοῦ, ὑπερβῶμεν τὸν ὁριζόμενον τόκον τοῦ 6% κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ ἄρθρον 5 περιέχει καὶ ἑτέραν ἀοριστίαν διὰ τῆς φράσεως, ὅτι αἱ 400,000 λίραι στερλίναι δὲν θὰ χρησιμεύσωσι μόνον εἰς πληρωμὴν τῶν δανείων τῶν 10 καὶ τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας ὁμοίας φύσεως πράξεις. Τίνες εἰσὶν αἱ ἄλλαι τῆς αὐτῆς φύσεως πράξεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις δὲν κρίνει καλὸν νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλήν; Πρόκειται διὰ τῆς ἐλαστικῆς ταύτης φράσεως νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία νὰ δαπανήσῃ μέρος τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου; Τοιαύτη ἐξουσιοδότησις δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς λογιστικὴν περιπλοκὴν, ἀνάλογον ἐκείνων, ἃς εἴδομεν ἐν πολλοῖς κεφαλαίοις τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Τὰ δάνεια, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐξοφληθῶσι διὰ τοῦ ψηφιζομένου προσωρινοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν, εἶναι τὸ τῶν 10,000,000 καὶ τὸ τῶν 6,000,000, ὧν τὸ πληρωθησόμενον ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἀνέρχεται περίπου εἰς δραχμὰς 8,380,000. Αἱ 400,000 λίραι στερλίναι, ἐὰν τὰς ὑπολογίσωμεν μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν των, πρὸς 31 καὶ 50)00 περίπου, φέρουσι 12,600,000 δραχμῶν. Θὰ μείνῃ ἑπομένως ἐξ αὐτῶν περίσσευμα δρ. 4,300,000 περίπου. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ περίσευμα τοῦτο; Τὰ πλοῖά μας κατασκευάζονται δι’ εἰδικοῦ πόρου, προερχομένου ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἡ χρῆσις τοῦ 1889, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφῆκε περίσσευμα, ἡ χρῆσις τοῦ 1888 εἶναι ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ, ἡ χρῆσις τοῦ 1889 ἀφίνει περίσσευμα, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θετικὸν μὲν 200,000 δραχμῶν, ἐλπιζόμενον δὲ πολλῶν ἑκατομμυρίων. Διατὶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε νὰ δανεισθῶμεν δρ. 4,300,000 περιπλέον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δύο μετατρεπομένων δανείων;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι εὐλόγως δύναται νὰ ἔχῃ ὑπονοίας περὶ τῆς συμφώνου ἐκτελέσεως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῶν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τούτοις, ἀφοῦ ἀνακρίβειαι παρετηρήθησαν ἐν ταῖς προηγουμέναις ἐπαγγελίαις. Ἀλλ’ ἡ μόνη ἀνακρίβεια ὑπάρχει ἐν τῇ παραστάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἢ ἐν τῇ ἀντιλήψει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι εἶχον εἰπεῖ, ὅτι θὰ καταργηθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, οὐδέποτε δὲ εἶπον τοῦτο· εἶχον εἰπεῖ, ὅτι θὰ καταργηθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις τῶν δανείων τῶν 20,000,000 καὶ τῶν 9,000,000, καὶ ὅτι ταῦτα τὰ δάνεια θὰ τραπῶσιν εἰς πάγια δάνεια, τουτέστιν εἰς δάνεια ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ ἄνευ χρεωλυσίου, καὶ ὅτι ὁ τόκος αὐτῶν θὰ περιορισθῇ ἀπὸ 7% εἰς 6% καὶ ἀπὸ 6:75% εἰς 6%. Ταῦτα εἶχον εἰπεῖ, καὶ ταῦτα πραγματοποιοῦνται ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τοῖς ὑποβαλλομένοις. Περὶ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 εἶχον ὁμιλήσει, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν· οὐδόλως εἶχον εἰπεῖ, ὅτι πρόκειτο τότε περὶ καταργήσεως ἐγγυήσεων, τοὐναντίον εἶχον εἰπεῖ, ὅτι προέκειτο περὶ κανονισμοῦ τινος τοῦ δανείου τούτου, τὸν ὁποῖον κανονισμὸν κατόπιν ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐτροποποιήσαμεν διὰ νεωτέρας συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν σύμβασιν ἔχομεν ἐνταῦθα· ὥστε μέχρι κεραίας ὑπήρξαμεν ἀκριβεῖς εἰς τὰ ἐπηγγελμένα, καὶ μέχρι κεραίας θέλομεν ὑπάρξει ἀκριβεῖς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἤδη ἐπαγγελλομένων. Τί δὲ ἐπαγγελλόμεθα ἤδη; ὅτι θέλομεν δανεισθῆ 400,000 λιρῶν διὰ προσωρινοῦ δανείου, ἐπιφυλαττόμενοι, ὅπως τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον συμπεριλάβωμεν εἰς ὁριστικὸν δάνειον, περὶ οὗ ἤδη διαπραγματευόμεθα. Ἀλλ’ ἤδη περὶ τοῦ ὁριστικοῦ δανείου, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτής, δὲν πρόκειται, πρόκειται περὶ τῆς διαπράξεως τοῦ προσωρινοῦ δανείου, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μόνου τοῦ δανείου τούτου τοὺς ὅρους, ἐν σχέσει πρὸς τὸ δάνειον, τὸ δι’ αὐτοῦ ἀντικαθιστώμενον. Τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν ἐν μὲν τῷ νόμῳ δὲν μνημονεύεται ἐπὶ τίνι τόκῳ πραγματοποιεῖται, ἀλλὰ μνημονεύεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νόμου, τῇ συνοδευούσῃ τὸν νόμον, ἐκεῖ δὲ βλέπετε, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ προσωρινὸν, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ἐγγυήσεως, τουτέστιν ἄνευ τῶν ἐνεχύρων, διὰ τῶν ὁποίων μέχρι τοῦδε ἐπραγματοποιοῦντο τὰ προσωρινὰ δάνεια, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο πραγματοποιεῖται ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τοῦ τῶν συνήθων προσωρινῶν δανείων.
§90ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἄνευ προμηθείας;
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω καὶ ἄνευ προμηθείας, διότι περὶ τούτου δὲν ἔχω ἀκόμη ἀκριβεῖς πληροφορίας, ὑποθέτω ὅμως ἐξ αὐτοῦ τούτου, ὅτι δὲν ἐγένετο λόγος ἐν τοῖς τηλεγραφήμασι περὶ προμηθείας, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ προμήθεια, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τὸ εἴπω μετὰ πάσης θετικότητος, διότι δὲν ἔχω θετικὴν περὶ τούτου πληροφορίαν, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν ζητηθῇ προμήθεια, δὲν θὰ γένηται παραδεκτή.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε θέλει ὑπάρξει ἀνακρίβεια.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε μάλιστα, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιφυλαχθῆτε, ἵνα τότε ἀναπτύξητε τὸ θέμα ἐπιτυχέστερον ἢ σήμερον (ἱλαρότης). Προμήθεια λοιπὸν ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω μετὰ θετικότητος, διότι δὲν ἔχω πληροφορίαν ῥητὴν περὶ τούτου· οὕτως, ἐνῷ ἐνομίζον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη τις ἐπιβάρυνσις, αἴφνης ἀνεφάνη μία τις ἀξίωσις ἐπιβαρύνσεως, — ἂς μὴ νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐν τούτῳ ἀνακρίβεια, διότι τὴν ἐξηλείψαμεν,—εἷς τῶν λαβόντων μετοχὴν ἐζήτει νὰ τῷ πληρώσωμεν τὸ χαρτόσημον τὸ ἀγγλικόν· τῷ ἀπηντήσαμεν, ὅτι δὲν ἐθεωροῦμεν, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ συζητήσῃ, εὕρομεν ἄλλον πρόθυμον νὰ λάβῃ τὴν μετοχὴν, καὶ τότε ἐκεῖνος παρῃτήθη τῆς ἀξιώσεώς του, ὅπως πληρώσωμεν τὸ χαρτόσημον· οὕτως ὑποχρέωσις περὶ πληρωμῆς χαρτοσήμου ἠξεύρομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει καὶ ὑποχρέωσις περὶ πληρωμῆς προμηθείας, καὶ ὅτι ὅλη ἡ πληρωμὴ συνίσταται εἰς τὰ 6%. Τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 400,000 λιρῶν ἀντιστοιχεῖ πρὸς 10,000,000 δραχμῶν, διότι ἡμεῖς οὕτω θέλομεν τὰς καταλογίσει· δι’ αὐτοῦ θέλομεν πληρώσει τὰ τοκομερίδια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θέλομεν δὲ καταλογίσει τὸ νόμισμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως ἐγένετο ἤδη καὶ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1887, θέλομεν τὸ ὑπολογίσει ἐπὶ τῇ ὀνοματικῇ αὐτοῦ τιμῇ, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ νὰ καθορίσωμεν τὴν χρησιμοποίησιν τῆς διαφορᾶς ταύτης, διότι αὕτη δὲν θέλει ὑπάρξει ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους· ἐν αὐτοῖς τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει σημειωθῆ ὡς 10,000,000 δραχμῶν, καὶ εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς 10,000,000 δραχμῶν μεταλλικῶν θέλομεν χρησιμοποιήσει αὐτό. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὀλίγον ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξοφλουμένων δανείων, ὀλίγον ὅμως ἀνώτερον, τὸ ἐπραγματοποιήσαμεν δὲ ἀνώτερον, διότι ἔδει νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον εἰς στρογγύλον ἀριθμόν· ἠθέλομεν πρῶτον νὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν ἀντὶ 300,000 λιρῶν, ἀλλ’ ἦτο ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν εἰς ἐξόφλησιν τῶν δύο δανείων, ἐπροτείναμεν ἄρα τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐγένετο ἀποδεκτὴ, ἐπὶ ποσῷ 100,0000 λιρῶν. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀφίνει μικρὸν περίσσευμα, μικρότερον τοῦ παραστηθέντος παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τὸ ποσὸν τὸ πληρωθησόμενον εἶναι ὀλίγον τι ἀνώτερον τοῦ παρ’ αὐτοῦ μνημονευθέντος, περιελάβομεν ἄρα ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται χρῆσις εἰς δαπάνας τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γένηται χρῆσις αὐτοῦ πρὸς τροπὴν δανείων, καὶ τοῦτο ἐννοεῖ ἡ φράσις, τῆς ὁποίας τὴν ἐξήγησιν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής· πρέπει δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξαγοράσωμεν π. χ. τραπεζικὰ γραμμάτια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ περιορίσωμεν κατὰ τοσοῦτον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ ἄλλο τι δάνειον, ἀλλ’ ἐν ἄλλοις δανείοις δυσκόλως θέλει εὑρεθῆ ποσὸν ἐξαγοραστέον τοσούτῳ μικρόν· ἐκεῖ, ὅπου δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις μικροῦ ποσοῦ, καὶ ἀκριβῶς διὰ τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχομεν τυχὸν χρῆμα, εἶναι τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ ἐν ᾧ ἐπιτρέπεται παντὸς ποσοῦ ἡ ἐξόφλησις. Τώρα δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, διατὶ, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ ἄλλης δαπάνης, περιελάβομεν διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἐπιτρέπουσαν, ὅπως γένηται δαπάνη περὶ προμηθειῶν, καὶ ὅπως παραχωρηθῶσι καὶ ἐγγυήσεις, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ δοθῶσιν ἐγγυήσεις, καὶ ἄλλα τοιαῦτα; Διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι δεδεσμευμένη ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὴν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοιούτων δανείων, ὅτι, προκειμένου περὶ ἄλλου τυχὸν δανείου, ἠδυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοιαύτην εὐρυτέραν ἄδειαν, ἧς ὁ τύπος ἔδει νὰ ᾖ καθιερωμένος. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὁσάκις δὲν ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις φέρουσα σύμβασιν συνωμολογημένην καὶ ζητοῦσα περὶ αὐτῆς τὴν κύρωσιν, ἀλλ’ ἔρχεται ζητοῦσα ἐκ προοιμίων ἄδειαν, νὰ δεσμεύηται ὑπερβαλλόντως, διότι ἐνδέχεται ἔν τινι διατάξει, ἀσκόπως τεθείσῃ ἐν τοῖς περὶ τῆς δεσμεύσεως ταύτης, νὰ περιλαμβάνηταί τι, ἐπαγόμενον τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἔχῃ ἱκανὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν νὰ ἀφίνῃ εἰς αὐτήν. Ἐν τῇ πραγματοποιήσει ἄρα τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ παρεχομένης ἀδείας, ὡς καὶ ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις μαρτυρεῖ τοῦτο, γινώσκομεν ποῖος ἔσται ὁ τόκος, καὶ δὲν τὸν ἀνεγράψαμεν, γινώσκομεν, ὅτι δὲν ζητοῦνται εἰδικαὶ ἐγγυήσεις, καὶ δὲν ἀνεγράψαμεν ἀπαγόρευσιν αὐτῶν, ἀνεγράψαμεν τοὐναντίον, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ δοθῶσι καὶ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ φέρωμεν ἄλλην πρότασιν περὶ δανείου, εἰς οὗ τὴν ἐπίτευξιν νὰ ὑπάρχῃ τυχὸν ἀνάγκη εἰδικῶν ἐγγυήσεων, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ μεταβάλλωμεν σύστημα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Διεσκευάσθη ἄρα τὸ ἄρθρον, ὅπως πρέπει νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἄρθρα, προκειμένου περὶ ἀδείας πρὸς μεταγενεστέραν πραγματοποίησιν δανείου, ὁσάκις δὲ θέλομεν νὰ καθορίζωμεν πάσας τὰς λεπτομερείας, πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ συνάπτωμεν τὴν σύμβασιν, καὶ νὰ τὴν φέρωμεν ὑπογεγραμμένην, εἰς κύρωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας συμβάσεις, τῶν ὁποίων ζητεῖται σήμερον ἡ κύρωσις· ὡς πρὸς τὰς συμβάσεις, ἡ Βουλὴ, κυροῦσα αὐτὰς, καθορίζει πάσας τὰς λεπτομερείας, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς ἐν τῇ ἐκτελέσει οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Τοῦτο δύναται νὰ γενῇ ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ κανονίζονται τὰ πράγματα ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁσάκις ὅμως πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἀφίνῃ εὐρύτερον τὸ στάδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τῆς ἐλευθερίας ταύτης ποιήσει τὴν βελτίστην χρῆσιν.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς γενικῆς ἀρχῆς περὶ εὐρυτέρας ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐνταῦθα ἐπέβαλεν ὁ ἴδιος εἰς ἑαυτὸν δέσμευσιν διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι πρόκειται νὰ δανεισθῇ ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου βάρους. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν διαφόρων ἀδειῶν, αἵτινες παρέχονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6. Ἐὰν δὲ δὲν πρόκηται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν, τότε αὗται ἀποβαίνουσιν ὅλως περιτταί. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ περιτταὶ διατάξεις εἰς τοὺς νόμους δὲν πρέπει νὰ τίθενται. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακριβείας, ἢ μὴ, τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ θὰ λύσωμεν, ὅταν ἴδωμεν τοὺς ὅρους τοῦ δανείου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ οὐσιαστικώτερον, διατὶ δηλ. δανείζεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως 400,000 λιρῶν στερλινῶν, ἀντιπροσωπευουσῶν σήμερον δραχμὰς 12,600,000, διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρουσιάζεται ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, τὸ τοσάκις συζητηθὲν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων, οὗτινος σήμερον μένουσι περίπου 6,000,000 ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ τὸ τῶν 6,000,000, οὗτινος μένουσι 2,500,000 περίπου. Διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τούτου πληρόνομεν σήμερον περίπου 500,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ μικρὸν ποσὸν εἰς μεταλλικὸν διὰ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπαρχούσας ὁμολογίας τῶν 10,000,000. Τὴν ὑποχρέωσίν μας ταύτην, τὴν ἐτησίαν δηλαδὴ πληρωμὴν τῶν 500,000 δρ. περίπου, τὴν ἀνταλλάσσομεν διὰ μιᾶς νέας ὑποχρεώσεως, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλει τὴν πληρωμὴν οὐχὶ πλέον 500,000 δραχμῶν διὰ νομίσματος, ὅπερ ἔχομεν, καὶ ὅπερ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πληρόνει εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τοὺς φόρους του, ἀλλὰ δι’ ἑτέρου νομίσματος, ὅπερ δὲν ἔχομεν καὶ ὅπερ ὀφείλομεν νὰ ἀγοράσωμεν, πληρόνοντες 25, 30% καὶ περιπλέον ἴσως διαφοράν. Ἀντὶ 500,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑποχρεούμεθα νὰ πληρόνωμεν 600,000 φράγκα χρυσᾶ, ἅτινα σήμερον μὲν ἀντιστοιχοῦσι μὲ 750,000 δραχμῶν, ἀργότερα δὲ ἴσως μὲ ποσὸν ἀνώτερον. Διατὶ δὲ πράττει τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Διότι τὰ 10,000,000 εἰς χρυσὸν, ἅτινα δανείζεται, ἐπιβάλλων εἰς τὸ Δημόσιον νέαν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρέωσιν, θὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888, καταλογίζων δὲ αὐτὰ οὐχὶ ὡς μεταλλικὰ, ἀλλ’ ὡς δραχμὰς χαρτίνας, θὰ κρύψῃ τὴν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ζημία, ἡ προκύπτουσα ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, ἀντὶ νὰ ὀφείλωμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν 500,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 600,000 φρ. χρυσᾶ, ἡ ζημία αὕτη, ἥτις, συγκεφαλαιουμένη πρὸς 6%, ἀνέρχεται εἰς κεφάλαιον περίπου δραχ. 4,500,000, δὲν εἶναι ζημία βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ἕνεκα τῆς ὁποίας συνομολογοῦμεν τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν καὶ κατασκευάζομεν τὸν οἰκονομικὸν αὐτὸν συνδυασμόν; δὲν εἶναι ζημία, ἣν ὑφίσταται σήμερον τὸ Δημόσιον; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι θέλει ἐπέλθει μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη ὕψωσις τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἢ ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, καὶ τότε τὸ γραμμάτιον θὰ ἰσοτιμᾶται μὲ τὸν χρυσόν. Τοῦτο δὲν εἶναι βέβαιον. Οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ καὶ προεξοφλήσῃ τὰ συμβησόμενα μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι βέβαιον τοῦτο, ἕκαστος ὑμῶν πείθεται εὐκόλως· διότι, ἐὰν ἦτο βέβαιον, ἐάν τις ἐξ ἡμῶν εἶχε τὴν βεβαιότητα, ὅτι μετὰ 3 ἔτη τὸ γραμμάτιον θὰ ἰσοτιμηθῇ μὲ τὸν χρυσὸν, δύναται ἀσφαλῶς νὰ κερδήσῃ σπουδαῖα ποσὰ, πωλῶν συνάλλαγμα σήμερον καὶ ἐξασφαλίζων οὕτω ὠφέλειαν 25% καὶ πλέον. Ἀλλ’ οὐδεὶς, μὴ ὢν κερδοσκόπος, πράττει τοιοῦτόν τι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως νομίζει, ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν καὶ καταλογίσῃ τὰ χρυσᾶ φράγκα ὡς δραχμὰς, ὅπως ἔπραξε τοῦτο καὶ εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Ἐν τῇ μετατροπῇ δὲ τῶν δανείων τῶν 10 καὶ τῶν 6 ἑκατομμυρίων προετοιμάζει ἐπιτηδειότερον τὸν τοιοῦτον καταλογισμόν. Κατὰ τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων δὲν εἶχε μορφώσει πλήρη τὴν ἰδέαν τοῦ τοιούτου παραλόγου καταλογισμοῦ. Ἕνεκα τούτου διὰ τὰ δάνεια ταῦτα προσδιώρισεν εἰς μεταλλικὸν ποσὸν, ὅπερ, ἀνταλλασσόμενον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤρκει διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἐφαρμόσας δὲ τὴν ἰδέαν του κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μετατροπῆς τῶν δύο δανείων, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ δραχμὰς 3,500,000, ὡς ἀνέπτυξα πρό τινων ἡμερῶν, ἀκριβῶς δηλ. τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἣν ἠθέλησε νὰ κρύψῃ. Ὠφεληθεὶς ἐκ τοῦ μαθήματος τούτου, σήμερον λαμβάνει τὴν φροντίδα, ὅπως δανεισθῇ εἰς χρυσὸν ποσὸν, ἀριθμητικῶς ἀνώτερον ἐκείνου, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δανείων τῶν 10 καὶ 6 ἑκατομμυρίων. Δανείζεται δηλ. 400,000 λίρας, αἵτινες ἀντιστοιχοῦσι πρὸς φράγκα χρυσᾶ 10,100,000, καὶ ὑπερβαίνουσι καὶ ἀριθμητικῶς τὸ πληρωθησόμενον ποσὸν τῶν δρ. 8,300,000 περίπου κατὰ 1,800,000.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). 724,000.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν 10,100,000 φρ. καὶ τῶν 8,300,000 ὑπάρχει ἀριθμητικὴ διαφορὰ 1,800,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλήφθη βεβαίως διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ πρὸς κάλυψιν πάσης ἄλλης μὴ προβλεπομένης δαπάνης· θὰ εὐκολύνῃ δὲ τοὺς ἀτάκτους καταλογισμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ ἐπίδειξις ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων μὴ ὑπαρχόντων.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθοτάτη ἡ ἀρχὴ, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἀβέβαια εἶναι τὰ τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη ἀπὸ τῆς σήμερον, ἀλλ’ ἀβέβαια δι’ ἡμᾶς, εἶναι ἀβέβαια καὶ δι’ αὐτόν· ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως, ἐνῷ τὰ λέγει ἀβέβαια, τὰ θεωρεῖ ὡς βέβαια ἐν τοῖς συλλογισμοῖς αὐτοῦ· λέγει, ὅτι ταῦτα τὰ 10,000,000 θὰ πληρωθῶσι μετὰ 3 ἔτη, καὶ ἐπειδὴ ἡ τιμὴ αὐτῶν σήμερον ἐπάγεται διαφορὰν 3,000,000, καὶ μετὰ 3 ἔτη ὑπολογίζει διαφορὰν 3,000,000. Καίτοι ἀβέβαιον, τίς θὰ ἦναι ἡ τιμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μετὰ 3 ἔτη, ἐπειδὴ ὅμως φρονεῖ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ ἦναι καὶ τότε ὁποία σήμερον, ὑπολογίζει αὐτὰ, ὅπως θὰ τὰ ὑπελόγιζεν, ἐὰν προέκειτο σήμερον νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ· ἀλλὰ εἰς τὸν οὕτω σκεπτόμενον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀρνῆται εἰς τοὺς πρὸς αὐτὸν συζητοῦντας, ὅπως ἔχωσι καὶ αὐτοὶ ἰδίας γνώμας περὶ τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἰδίως μάλιστα, ὅταν οὗτοι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσι περισσότερον εἰς τὰ τῆς τιμῆς ἢ αὐτός· διότι ὁ μὲν κ. Βουλευτὴς παραδέχεται τὴν τιμὴν, οἵα αὕτη θὰ καταστῇ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς αὐτὸν, ἡμεῖς δὲ ἀπεκδεχόμεθα τὴν τιμὴν, ὁποίαν θέλουσι καταστήσει αὐτὴν τὰ πράγματα, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ἡμῶν ἀναπτυσσόμενα, ἡ ὁδηγία δὲ ἡμῶν θέλει τείνει εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἕως τότε τῆς ἰσοτιμίας τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ μεταλλικοῦ. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐννοοῦμεν, ἵνα ἐργασθῶμεν, ὅπως μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη ἐπιτευχθῇ ἰσοτιμία τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ μεταλλικοῦ. Ἐνδεχόμενον ἡ θεωρία ἡμῶν νὰ μὴ ἦναι βάσιμος, πιθανὸν ἡ ὁδηγία ἡμῶν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἑπομένως ὁ σπουδαῖος οὗτος παράγων ἐν τῷ ἀποτελέσματι νὰ λείψῃ, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐργαζόμεθα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς τὴν ὀρθοτέραν, θέλει ἐπικρατήσει, καὶ ὅτι, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῆς, μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη θὰ ἔχωμεν ἰσοτιμίαν τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ μεταλλικοῦ. Ἐὰν θὰ ἔχωμεν τὴν ἰσοτιμίαν, εἶναι βέβαιον, ὅτι, δανειζόμενοι σήμερον 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν, δὲν ἐπιβαρυνόμεθα δι’ ὀφειλῆς 13,000,000 δραχμῶν, ὡς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ 10,000,000, διότι, λαμβάνοντες τὰ 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ ἐξοφλοῦντες δι’ αὐτῶν 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν, σημειοῦντες δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τοῖς βιβλίοις ἡμῶν ὡς ποσὸν 10,000,000, μετὰ 4 ἔτη, ἐπερχομένης τῆς ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν, θὰ ὦμεν ἐπιβεβαρυμένοι ἐκ τοῦ δανείου διὰ ποσοῦ, ὅσον τὸ ἐν τοῖς βιβλίοις ἀναγεγραμμένον. Κατὰ τὸ σύστημα ἡμῶν, οὐ μόνον τὸ τοκομερίδιον τοῦ προσεχοῦς Δεκεμβρίου καὶ Ἰανουαρίου θὰ πληρωθῇ εἰς μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν δανεισθῆ πρὸς τροπὴν ἑτέρων δανείων εἰς τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀλλ’ οὕτω θέλουσι πληρωθῆ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἑξαμηνιῶν. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται ἐπιβάρυνσις; Προδήλως ἐπέρχεται ἐπιβάρυνσις, ἐὰν μετὰ 3 ἔτη περιέλθωμεν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ βεβαίαν, διότι, καίτοι εἶπεν, ὅτι ἀβέβαιόν τι θὰ ὑπάρξῃ μετὰ 3 ἔτη, προέβη εἰς συλλογισμοὺς, ὑποθέτοντες βέβαιον, ὅτι μετὰ 3 ἔτη θὰ ὑπάρξῃ κατάστασις, ὁποίαν περιέγραψεν. Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρξῃ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἀναντιῤῥήτως αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας ἐπιτελοῦμεν σήμερον, θὰ ἐπιβαρύνωσι τότε τὸ Δημόσιον, διότι, ἀποτίνοντες εἰς μεταλλικὸν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν εἰρημένων δανείων, θὰ ὑφιστάμεθα τὸ βάρος τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἐὰν ὅμως ἡ ἰδέα ἡ ἡμετέρα ἀποδειχθῇ ἐπικρατεστέρα, ἐὰν μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἢ καὶ, μὴ αἰρομένης ἔτι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καταργηθῇ ὅμως ἐντελῶς τὸ δάνειον, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ τροπῆς εἰς τὰ μεταλλικὰ δάνεια, τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων συνομολογούμενα, θὰ ἔχωμεν τότε ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν, καὶ οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ἐπιβάρυνσις ἐπὶ τῇ ἀποτίσει τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Οὐδεμία, λέγω, θὰ ὑπάρχῃ πρόσθετος ἐπιβάρυνσις πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ὑφίσταται, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως κανονίσωμεν σήμερον τὰ τοῦ χρήματος πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη ἐπιβάρυνσις ἐν τῷ διηνεκεῖ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων. Ἡ πληρωμὴ αὕτη τῶν τοκομεριδίων εἰς χρυσὸν σήμερον γίνεται ἀγοραζομένου τοῦ χρυσοῦ διὰ τραπεζογραμματίων ἐπὶ πληρωμῇ ὑπερτιμήσεων· ἐὰν δὲ μετὰ τριετίαν ἢ τετραετίαν πραγματοποιηθῶσιν αἱ βλέψεις ἡμῶν, ἀγοραζομένου τοῦ χρυσοῦ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ, ἔχομεν κέρδος τὴν ἐκλιποῦσαν τοῦ χρυσοῦ ὑπερτίμησιν. Ἀλλ’ ἡ πρόληψις τῆς καταπονήσεως τῆς χώρας ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοσούτου χρυσοῦ εἶναι μέγα πρόβλημα, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν, τούτου πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν λύσιν. Ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ μεταλλικοῦ δὲν εἶναι τὸ κυριῶδες βάρος· τὸ καταπονοῦν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ μέγα ποσὸν, τὸ πρὸς ἀπότισιν τοῦ τοκομεριδίου, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλλεται. Οὐ μόνον ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς χρυσοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων, ἥτις θέλει ἐπέλθει μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πάλιν τὸ ποσὸν εἶναι ὑπέρογκον, καὶ πάλιν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν σκέψις περὶ ἐπιτεύξεως ἐλαττώσεως αὐτοῦ. Εἰς ταύτην τὴν ἐλάττωσιν προβαίνομεν καὶ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ψηφίζει ἡ Βουλή· ταῦτα θὰ φέρωσι, νομίζομεν, θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ θὰ φέρωσι θεραπείαν, ἂν συστηματικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἐφαρμοσθῶσι. Μόνον ἡ συστηματικὴ τῶν προτεινομένων μέτρων ἐφαρμογὴ ὑπόσχεται ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους, καθιστῶσαν τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν συμφέρουσαν.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἐπρόβαλεν, ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ὁδηγήσει καὶ τὸν κ. συνάδελφόν μου καὶ τὴν Βουλὴν εἰς ἄλλο συμπέρασμα. Ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, καί, ἑρμηνεύων αὐτό, ἔλεγεν, ὅτι, ἀφοῦ αἱ 400,000 λίραι στερλίναι μᾶς χρησιμεύουσι διὰ νὰ μετατρέψωμεν τὰ δάνεια τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων, ἐπειδὴ πρὸς μετατροπὴν ἢ ἐξόφλησιν τῶν δανείων τούτων ἀρκοῦσιν ὀκτὼ μόνον ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, αἱ 400,000 λίραι εἶναι ποσὸν μεγαλείτερον, ὅσου χρήζομεν διὰ τὴν ἀνάγκην ἡμῶν. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν ὀκτὼ ἑκατομμύρια μόνον, ἤτοι ὅσων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ δάνεια, οὐχὶ δὲ 400,000 λίρας, αἵτινες φέρουσι 10,000,000 φράγκα εἰς χρυσὸν, παραλειπομένης τῆς διαφορᾶς μεταξὺ χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσματος. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀδίκως προέβαλε τὴν ἀπορίαν ταύτην, διότι ἐξήγησεν αὐτὴν ἡ φράσις, ἡ ὁποία περιελήφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νόμου, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νόμου τούτου διατασσομένων «καὶ ἄλλων ὁμοίας φύσεως πράξεων.» Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη ἐνεποίησεν αὖθις τὴν ἀπορίαν, ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι ὁμοίας φύσεως πράξεις; Πρόκειται τάχα περὶ μετατροπῆς καὶ ἄλλων δανείων; Ἀλλ’ ἡ μετατροπὴ τῶν ἄλλων δανείων γενήσεται διὰ τοῦ μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον διαπραγματεύεται ὁ Πρωθυπουργός, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ ὁποίου θέλει ἐξοφλήσει καὶ τὰ προσωρινὰ δάνεια, θέλει δὲ τῷ μείνει καὶ ὑπόλοιπον. Ὥστε τὸ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 400,000 λιρῶν ὑπόλοιπον δὲν ἀναγκαιοῖ πρὸς τοῦτο. Ὥστε ἡ φράσις «ὁμοίας φύσεως πράξεις» εἶναι φράσις περιττεύουσα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπορία αὕτη, ἂν ἐγεννήθη ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἔχει ἄδικον ὁ κ. Καραπάνος, διότι ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν ἀνάγκην 8,000,000, διὰ νὰ μετατρέψῃ τὰ δάνεια, ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην 10 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ, διὰ νὰ πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια. Ὥστε τὸ δάνειον τῶν 400 χιλ. λιρῶν δὲν εἶναι δάνειον πρὸς μετατροπὴν δανείων, εἶναι δάνειον πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Καὶ δὲν ἔλειπε μόνον ὁ χρυσὸς διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, οὐδ’ ἐδανείσθη τὸ ποσὸν τῶν 400,000 λιρῶν διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφορὰν μεταξὺ χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσματος, ἀλλ’ ἐδανείσθη διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὑπάρχοντα ποσὰ πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, διότι τὰ ὑπάρχοντα ποσὰ δὲν ἀρκοῦσι νὰ ἀποτελέσωσι 10 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀπορία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἐλύετο ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Μόνην ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ, ἦτο ἡ ἑξῆς, νομίζω: Καὶ λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν ἔχετε ἀνάγκην χρυσοῦ μόνον, διὰ νὰ πληρώσητε τόκους καὶ χρεωλύσια, ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην καὶ χρημάτων, καὶ ποσοῦ δι’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ποῦ εἶναι τὸ ἰσοζύγιόν σας; Σεῖς καυχᾶσθε, ὅτι ἔχετε ἰσοζύγιον, καὶ ὅμως δανείζεσθε, διὰ νὰ πληρόνητε τόκους. Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ἔπρεπε νὰ προβάλῃ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, καὶ ἴσως αὐτὴν εἶχεν ἐν τῷ νῷ του, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν διασαφήσω. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτῶμεν καὶ ἐρωτῶντες νὰ φαινώμεθα ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν πρὸ μικροῦ ἐξαχθεῖσαν πανηγυρικὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας. Ἡ πλειοψηφία εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα. Λοιπὸν μὴ ἐρωτᾶτε, διατὶ δανείζεται ἡ Κυβέρνησις. Ἀρκεσθῆτε εἰς τοῦτο. Ἠμπορεῖ νὰ δανείζηται ἡ Κυβέρνησις, ἀρκεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν γνώμην ταύτην, καὶ δὲν διατρέχω οὕτω τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβάλω τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Καραπάνος. Προβάλλω ὅμως μίαν ἄλλην ἀπορίαν, δὲν εἶναι δὲ ἀπορία, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῆ ἔκφρασις εὐχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῇ, ἠμπορεῖ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ θὰ ἔχῃ τὴν τύχην νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὡς καὶ ἄλλαι, ὅσας ἐπρότεινα, ὡς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν διανεμηθέντων ἐγγράφων, ὑπάρχουσι δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν αὐτὴν χρονολογίαν, ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ φέρει χρονολογία 15 Νοεμβρίου, ὑπάρχει καὶ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται νομοσχέδιον περὶ ἐξοφλήσεως τῶν δανείων τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων, καὶ φέρει καὶ τοῦτο τὴν αὐτὴν χρονολογίαν. Τὰ δύο ἔγγραφα ταῦτα δὲν συμφωνοῦσι πρὸς ἄλληλα. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν σελ. 3 φέρει (ἀναγινώσκει): «προσηνέχθη τῷ Δημοσίῳ προσωρινὸν δάνειον λιρῶν ἀγγλικῶν 400,000 διὰ βραχυπροθέσμων ἐντόκων γραμματίων, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 6% κατ’ ἔτος καὶ ἀντὶ ἐκχωρήσεως προσόδου τινὸς ἢ ἄλλης ἐγγυήσεως». Τὸ δὲ νομοσχέδιον φέρει ἐν ἄρθρῳ 6 (ἀναγινώσκει): «ὁ τρόπος τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδομένων ἐντόκων γραμματίων, ἡ διορία τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν, ὁ ὅρος τοῦ τόκου, ὁ χρόνος τῆς καταβολῆς αὐτοῦ, αἱ ἀπαιτηθησόμεναι τυχὸν προμήθειαι καὶ ἐγγυήσεις κλπ. καθορίζονται διὰ Β. Διατάγματος». Λοιπὸν θέλουσι δοθῆ ἐγγυήσεις; Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα ἔγγραφα, εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, εἰσὶν εἰς ἀντίθεσιν, ἐγεννήθη δὲ ἡ εὔλογος ἀπορία, πότερον τούτων εἶναι ἀκριβές. Διὰ τοῦτο ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων, ἦτο ἀναγκαιοτάτη, πρὸς ἑρμηνείαν τῆς ἀντιθέσεως ταύτης, καὶ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἀποδέχομαι, ὅτι ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἁπλῶς ἡ ἄδεια πρὸς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσδιορίσῃ «τὰς τυχὸν ζητηθησομένας ἐγγυήσεις καὶ προμηθείας»· ἀλλ’ οὔτε ἐγγύησις θὰ δοθῇ, οὔτε προμήθεια θὰ πληρωθῇ, διότι ἰσχύει τὸ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει γεγραμμένον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀξιῶ νὰ προσδιορισθῇ οὐδὲν ὅριον· ἂς μείνῃ εὐρὺ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ. Ἂν ὅμως πρόκηται νὰ παράσχῃ ἐγγύησιν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου, νομίζω, ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν, δυνάμει αὐτοῦ, νὰ παράσχῃ ἐγγύησιν προσόδους τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκχώρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου τοῦ εἰσπράττειν τὰς προσόδους, οἵαν ἐγγύησιν παρέσχομεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως ἐγγυήσεως ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ ἐννοίᾳ τῆς διαχειρίσεως, διότι εἰς παραχώρησιν διαχειρίσεως τῆς ἐγγυήσεως εἰς τὸν δανειστὴν ἀπαιτεῖται καὶ νόμος, κανονίζων τὰ τῆς διαχειρίσεως. Ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων παρεχωρήθη, διότι ὑπῆρχε νόμος, ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἐκανόνιζε καὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης καὶ τὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως πρὸς δανειστάς. Μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου νόμου ὡς πρὸς ταύτην τὴν ἐγγύησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ ἐκχώρησις τῆς διαχειρίσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἤθελεν ἀσκηθῆ ἡ διαχείρισις τῆς ἐγγυήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄλλα λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνομίζον, ὅτι, δι’ ὅσων προεῖπον, εἶχον ἀπαντήσει ἐκ προοιμίων εἰς ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ δανείου, καὶ ἂν ἔτι καταλογισθῇ τὸ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθησόμενον μεταλλικὸν χρῆμα ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ τῆς ἀποτιθησομένης ὀφειλῆς τραπεζικῶν γραμματίων, πάλιν περιέχει πλεόνασμα ἱκανῶς σπουδαῖον, ὥστε νὰ ἦναι ἀναγκαία ἐξήγησις, διατὶ τὸ πλεόνασμα τοῦτο περιελήφθη, καὶ ἐνέδειξα εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἐνδιατρίψῃ, ἐνῷ ἐνδιέτριψεν εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἴσως νὰ παραλείψῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἐννοεῖ καλλίτερον τῶν ἄλλων θεμάτων, περὶ ὧν ὡμίλησε, τούτου δ’ ἕνεκα δὲν ἐνδιέτριψεν εἰς θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤξευρεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερής. Ἤξευρεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην δανείου πρὸς πορισμὸν χρημάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀδιάθετα ἔντοκα γραμμάτια, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ πορισθῇ χρήματα, εἶχε δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον καὶ διάταξιν, ὑποχρεοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ πλεονάσματος, ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρέστησεν, ὅτι θέλει ποιήσει. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐν τούτῳ ἔδειξε περισσοτέραν εὐλάβειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι οἱ Βουλευταί, εὐλαβούμενοι τὴν Κυβέρνησιν, βλάπτουσιν ἑαυτούς· ὅτε δ’ ἡ Κυβέρνησις περιέλαβεν ἐν νομοσχεδίῳ διάταξιν, μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτὴν νὰ ποιήσηται διάθεσιν χρήματος ἀλλοίαν τῆς καθοριζομένης, τὴν ἰδίαν καὶ τὴν τῆς Βουλῆς ἐξυπηρετεῖ ἀξιοπρέπειαν ὁ Βουλευτής, ὁ μὴ ἐκφράζων, μηδὲ τρέφων ὑπονοίας, ὅτι τὸ χρῆμα θέλει διατεθῆ, ὅπως ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει. Ἀλλὰ διατὶ ἐζητήθη δάνειον ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ ἀκριβῶς ἀναγκαίου; Ἐξήγησα ἤδη καὶ τοῦτο. Ὑπηγορεύθη ὁ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἀμέσου ἀνάγκης προσδιορισμὸς τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου ἐκ τῶν συμπεσόντων κατὰ τὴν πρόοδον τῶν διαπραγματεύσεων. Περιωρίσθημεν κατ’ ἀρχὰς ζητοῦντες 300,000 λίρας, νομίσαντες ἐξ ὑπολογισμοῦ ἀνακριβοῦς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤρκει. Κατόπιν ἐξηκριβώσαμεν, ὅτι 300,000 λίραι ἢ 7,500,000 δραχμαί, καὶ ἂν ἔτι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ ἐπιπροσετίθεντο τὰ ἐξ ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, καὶ ἐτηλεγραφήσαμεν περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐλλείποντος, μὴ καθορίσαντες αὐτὸ ἐν αὐστηρᾷ ἀκριβείᾳ, ἀλλ’ ὁρίσαντες τὸ προσθετέον ποσὸν εἰς ἑκατὸν χιλιάδας λιρῶν, ἤτοι τὸ ὅλον δάνειον εἰς 400,000 λίρας. Αἱ 400,000 λίραι φέρουσι ποσὸν περίπου 1,300,000 δραχ. κατὰ ἕνα ὑπολογισμόν, ὑπέρτερον τοῦ ἀναγκαίου, κατ’ ἄλλον ὑπολογισμόν, φέρουσιν 800,000 περίπου....
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπελογίσατε τὰς 800,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας....
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε φέρουσι περίσσευμα· δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἀνοίξωμεν διαπραγματεύσεις πρὸς ἔκπτωσιν τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ. Ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἀφοῦ εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν ὡρίζετο εἰς 400,000 λίρας τὸ ηὐξημένον δάνειον, ἔπρεπε νὰ κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν, περιλαμβάνοντες ὅμως ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν περὶ διαθέσεως τοῦ περισσεύματος εἰς πράξεις ὁμοίας φύσεως, τουτέστιν εἰς ἐξοφλήσεις, ἢ εἰς τροπὰς δανείων. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ μόνος, δι’ ὃν περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐνταῦθα, ὡς ἔχει, καὶ δι’ ὃν ἐπραγματοποιήθη καὶ τὸ δάνειον εἰς 400,000 λίρας.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν. Καὶ ἡ ἐξήγησις αὕτη περιλαμβάνει καὶ ὁμολογίαν τινὰ χαρίτων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ τὴν διαδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐμμέσως καὶ διὰ τρόπου, παρὰ τὴν συνήθειάν του, ἁβροῦ. Μοὶ ἀπηύθυνε τὴν διδασκαλίαν, ὅτι πρέπει, καὶ ἂν ἦναί τις ἀντιπολιτευόμενος, νὰ εὐλαβῆται τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, καὶ ἐπήνεσε τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καταδειχθεῖσαν εὐλάβειαν πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη, δὲν ἤθελεν εἶσθαι παντάπασιν ἀναγκαῖον, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μοι ἔδιδεν ἄλλο μάθημα, λίαν δυσάρεστον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησε βαθεῖαν θλίψιν, ὡς μάθημα, διδόμενον οὐχὶ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς πατρίδος μου. Εἶπον, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαῖον, διότι εἶμαι τὰ μάλιστα νομιμόφρων· ἐδιδάχθην ὅμως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ δυσπιστῶ καὶ εἰς τὰ κείμενα τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους προβάλλει, καὶ εἰς τὰς ὁμολογίας καὶ διαβεβαιώσεις αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ δὲν σκοπῶ νὰ μειώσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐμπιστοσύνην τῶν φίλων του, ἀλλὰ πῶς νὰ λησμονήσω, ὅτι δὲν ἐτήρησεν, ἀλλὰ παρέβη ὅσα ὑπεσχέθη διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Τί ἐγένοντο τὰ 12 ἢ τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ προορισθέντα τότε διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας; Ἀνεγράφησαν οὕτω ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ; Ὑπεσχέθημεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν νὰ διαθέσωμεν αὐτὰ οὕτω. Ἀλλὰ τὰ χρήματα ἐλάβομεν καὶ ἐδαπανήσαμεν εἰς ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι κατεχράσθη αὐτὰ, ἀλλ’ ἠθέτησε τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσόμενα. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ὑπάρχει ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὸ ταμεῖον τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς εἰσφορὰς δανείου, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν αἱ παρακαταθῆκαι, αἱ γενόμεναι εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, μένουσιν ἄθικτοι καὶ ἀποδίδονται αὐτούσιοι εἰς τοὺς παρακαταθεμένους αὐτάς· καὶ ἐδαπανήσαμεν καὶ τὰς παρακαταθήκας εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, ὅτε δὲ προσέτρεξαν οἱ παρακαταθέντες ζητοῦντες τὰ χρήματά των, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ χρῆμά των. Αὐτὰ εἶναι ἀθετήσεις κειμένων νόμων. Καὶ ἐθλιβόμην μὲν, ὅτε ἐτελοῦντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ δυσπιστία πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν κατέστη πλέον ἀναπόφευκτος.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε τὰ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἐξετελέσαμεν πάντα, ὅσα ἐπηγγέλθημεν· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων δὲν ἐπραγματοποιήθη ὁλόκληρον. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθησαν περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια. Τὰ δὲ 100 ἑκατομμύρια ὀνοματικοῦ δανείου ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διεθέσαμεν εἰς καταβολὴν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀκριβέστερον μάλιστα, τὰ 100 ἑκατομμύρια παρέσχον ποσὸν κατώτερον τοῦ ἀναγκαίου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἦτο ἡ πρώτη ὑποχρεωτικὴ χρησιμοποίησις τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τὰ ἕτερα 70 ἑκατομμύρια ἦσαν προωρισμένα εἰς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ δάνειον, κατηργήθη δὲ καὶ διὰ νόμου ἡ ἄδεια τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, τὸ δὲ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι σήμερον δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων περιωρίσθη εἰς δάνειον 100 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1887, ἀλλὰ συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1884, καὶ τότε εἰσεπράχθησαν τὰ χρήματα, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Εἰσέπραξε δὲ τότε ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν ferme εἰς τοὺς ἐκδότας, καὶ ἐκ προκαταβολῶν ποσὰ, τῶν ὁποίων τὸ ὅλον ὑπερβαίνει τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἐξ αὐτῶν 19 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπερίσσευσαν, ἐπληρώθησαν διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1884 καὶ 1885.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὅρων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δανείου, ὅπερ συζητοῦμεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμφωνεῖ μεθ’ ἡμῶν περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς ἐπικινδύνου σημασίας, ἣν ἔχει τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν τόπον βάρος διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Λυποῦμαι δὲ, διότι, καίπερ συμφωνῶν εἰς τοῦτο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπιβαρύνσεως, ἣν ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τούτου τῶν 400 χιλ. λιρῶν, πρὸς πληρωμὴν σχετικῶς ἐλαφροτέρων ὑποχρεώσεων, ἐπιβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν λογιστικῶν ἀναλύσεων, ἃς ἐποιησάμην πρὸ ὀλίγου, καὶ ἃς παραδέχεται καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι οὐδόλως ἠμφισβήτησεν αὐτάς. Ἀλλὰ μᾶς εἶπε: διατὶ σεῖς, οἵτινες παριστᾶτε ὡς ἀβέβαιον τὸ συμβησόμενον μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, θέλετε νὰ θεωρήσητε τοῦτο ὡς βέβαιον διὰ τὸν καταλογισμὸν τῶν σημερινῶν πράξεων; Ἰδοὺ ἀκριβῶς ποῦ κεῖται ἡ παρανόησις, ἢ ἡ πλάνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς τὸ παρὸν θεωροῦμεν ὡς βέβαιον, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν βεβαιότητα τοῦ παρόντος. Ὅταν ἐπὶ χρηματικῶν πράξεων θέλητε νὰ ὑποτάξητε τὸ παρὸν εἰς τὸ μέλλον, τότε κερδοσκοπεῖτε. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ κερδοσκοπία εἰς τὰ Κράτη. Ἐκεῖνο, ὅπερ δαπανῶμεν σήμερον, ὀφείλομεν νὰ τὸ καταλογίσωμεν εἰς δαπάνην τοῦ παρόντος. Ἂν δὲ τὸ μέλλον φανῇ εὔνουν εἰς ἡμᾶς καὶ φέρῃ ὀφέλη, ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ εἰς τὸ παρόν. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προεκτοκίσωμεν τὸ μέλλον. Δαπανῶντες σήμερον ποσὰ ὡρισμένα, ἔχομεν τοῦτο βέβαιον, καὶ ὀφείλομεν νὰ καταλογίσωμεν, αὐτά. Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ μᾶς ἐπιφυλάττει τὸ μέλλον, εἶναι ἄγνωστον καὶ ἀβέβαιον. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραδεχόμενος κατ’ οὐσίαν τὸ ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπικίνδυνον τῆς ἐπιβολῆς τῶν τοιούτων ἐκ τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων βαρῶν εἰς τὸν τόπον, δὲν ἐφαρμόζει τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ἐν τῇ πράξει. Νομίζει δὲ συγχρόνως, ὅτι τὴν δαπάνην, τὴν γενομένην σήμερον, δύναται νὰ καλύψῃ διὰ γεγονότων τοῦ ἀβεβαίου μέλλοντος, καὶ μᾶς μέμφεται, διότι δὲν ἀναθέτομεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἐλπίδας μας εἰς τὸ μέλλον. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἂν αἱ ἀνάγκαι τοῦ παρόντος μᾶς ἀναγκάζωσι νὰ δαπανήσωμεν 12,000,000 δραχμῶν, ὀφείλομεν νὰ καταλογίσωμεν εἰς βάρος αὐτοῦ τὰ 12 ταῦτα ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ τὸ μέλλον φέρῃ ὠφέλειάν τινα, συνδεομένην μὲ τὴν δαπάνην ταύτην, ἡ ὠφέλεια αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ μέλλον, καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν ἐκεῖθεν καὶ τὴν καταλογίσωμεν εἰς τὸ παρόν· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ πράξωμεν τοῦτο, καθόσον τὸ μέλλον εἶναι ἄδηλον καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει, κερδοσκοποῦντες εἰς τὰ ἀνοικτὰ, νὰ προεκτοκίσωμεν καὶ καταλογίσωμεν τὰ ὅλως ἀβέβαια καὶ ἀνύπαρκτα ὀφέλη αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς ἅ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.