| 2114 | Χαρ. Τρικούπης | Ν | Φίλιππος Βάρβογλης | Ο | |
| 2115 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ἠλίας Φλέσσας | Ο | |
| 2116 | Γ. Σισμάνης | Ν | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο | |
| 2117 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ο | |
| 2118 | Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Παναγιώτης Μανέτας | Ν | |
| 2119 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| 2120 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | ||
| 2121 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ο | |
| 2122 | Μ. Ἰατρίδης | Ν | Δ. Ζέγγελης | Ν | |
| 2123 | Δ. Χατζόπουλος | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | ||
| 2124 | Γεώργιος Μίλησης | Ν | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ο | |
| 2125 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ο | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ν | |
| 2126 | Γεώργιος Κούστας | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ν | |
| 2127 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ν | Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ο | |
| 2128 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ν | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ν | |
| 2129 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ν | |
| 2130 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ν | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ο | |
| 2131 | Δημήτριος Πετρίδης | Ο | Νικόλ. Μπουφίδης | Ν | |
| 2132 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | |
| 2133 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ο | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ο | |
| 2134 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ο | |
| 2135 | Χρῖστος Χριστόπουλος | Ο | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | |
| 2136 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ν | |
| 2137 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 2138 | Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἄριστ. Πετροπουλάκης | Ο | |
| 2139 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 2140 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ν | |
| 2141 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 2142 | Α. Φωτήλας | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν | |
| 2143 | Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ν | Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ο | |
| 2144 | Ἀντ. Ρικάκης | Ο | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | |
| 2145 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Ἰωάν. Καρτάλης | ||
| 2146 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| 2147 | Ν. Κουμανιώτης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ν | |
| 2148 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 2149 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | ||
| 2150 | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ν | Κωνστ. Μαρκίδης | Ν | |
| 2151 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Ἄριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| 2152 | Ν. Παπανικολάου | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| 2153 | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| 2154 | Ἰωάννης Πεζᾶς | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| 2155 | Κωνσταντ. Σινέλης | Ν | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ν | |
| 2156 | Βασίλειος Βουδούρης | Ν | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ο | |
| 2157 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | ||
| 2158 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Ο | |
| 2159 | Διον. Λομβάρδος | Ν | Δημήτριος Τζάνες | Ν | |
| 2160 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Περικλῆς Μποῦτος | Ν | |
| 2161 | Γεώργιος Θεοτόκης | Ν | Παναγιώτης Σάκκης | Ο | |
| 2162 | Κωνστ. Βασιλάκης | Νικόλαος Παπαλέξης | Ν | ||
| 2163 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | Ο | |
| 2164 | Νικόλαος Βασιλάκης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ν | |
| 2165 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ο | |
| 2166 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ν | |
| 2167 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ο | |
| 2168 | Θεόφιλος Προβατᾶς | Ο | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ν | |
| 2169 | Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 2170 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| 2171 | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | ||
| 2172 | Ἀνδ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | Γ. Φραγκίδης | Ν | |
| 2173 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| 2174 | Γεράσιμος Μουσούρης | Ν | Γ. Τάκης | ||
| 2175 | Παναγ. Βενιεράτος | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| 2176 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ο | |
| 2177 | Γεώργιος Κόρπας | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν | |
| 2178 | Στέφανος Σκουλούδης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | |
| 2179 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| 2180 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | |
| 2181 | Νικόλαος Νομικὸς | Ν | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | |
| 2182 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ο | |
| 2183 | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | ||
| 2184 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Γεώργ. Λιδωρίκης | Ν | |
| 2185 | Δημοσθένης Καΐρης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν | |
| 2186 | Γεώργιος Δρόσος | Ν | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ν | |
| 2187 | Νικόλαος Κρίσπης | Ν | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο | |
| 2188 | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | Ο |
1888.11.22
2.197 στίχοι · 16.926 λέξεις · 1 πίνακας · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1888.
(Τρίτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπαξιωματικοὶ διαφόρων τοῦ στρατοῦ ὅπλων, ἀποστρατευθέντες δυνάμει τοῦ νόμου, ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς χορηγουμένης αὐτοῖς συντάξεως, ὡς ἀνεπαρκοῦς. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ ἐκ Πάλλης Ἀντώνιος Ἀραβαντινὸς καταγγέλλει τὸν Δήμαρχον Ληξουρίου, ὡς σφετερισθέντα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κατὰ τὴν παραλίαν τοῦ δήμου ἐκείνου οἰκοπέδων.—Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διάφοροι κατάδικοι παραπονοῦνται διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν, νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἐψηφίσθη νόμος καὶ ὁπωσδήποτε ἐλήφθη πρόνοια περὶ φυλακῶν, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τὸ κυριώτερον πάντων εἶναι, νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὸ ἀναγκαιοῦν προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος προβλέπει, διότι, καθὼς φαίνεται, μέχρι τοῦδε ἐπαισθητὴ βελτίωσις δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὰς φυλακάς. Ἡ πρόνοια λοιπὸν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία συνδέεται μὲ μίαν δαπάνην, ὄχι μακρὰν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα μέχρι τοῦδε, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια.
§3ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν σπουδαῖον μέτρον ἐλήφθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν ἤδη, περὶ τοῦ ἐνεστῶτος ὀργανισμοῦ αὐτῶν, καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει περὶ βελτιώσεως αὐτῶν.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ παρακαλέσω νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παραπονοῦνται ἤδη, ὅτι γίνονται καθυστερήσεις τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ζωάρκειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἅμα λάβῃ τὴν ἀναφορὰν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι καθυστεροῦνται αὐτοῖς καὶ τὰ πλυστικά. Λοιπὸν, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐπιθεώρησις τῶν φυλακῶν, νὰ σταλῇ εἷς ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος νὰ ἴδῃ, ποῖαι εἶναι αἱ συμφωνίαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑποκύπτουσιν οἱ κατάδικοι· τοῖς καθυστεροῦνται καὶ ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων προσπαθοῦσι νὰ ζήσωσι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συστηθῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλας Κεραμιδᾶς διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν καταγγέλλει τὸν Εἰρηνοδίκην Δίβρης Νικόλαον Πασχάλην ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν διαγωγῇ, καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀποσταλῇ ἴδιος ἀνακριτὴς, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διεβιβάσθησαν καὶ εἰς ἐμὲ παράπονα κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐκείνου, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀμφείας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδίκου Δημητρίου Πετρέα.
§10ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων πολιτῶν ἔχονται ἀληθείας. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ Εἰρηνοδίκης Πετρέας μέχρι τινὸς διεκρίνετο ἐπὶ αὐστηρᾷ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του. Φαίνεται, ὅτι ἤδη ἐνέσκηψε νόσος εἰς τὰ ὄργανα δυστυχῶς τῆς δικαιοσύνης μας, καὶ ἔχομεν ἐπὶ τούτοις πολλὰς ἀφορμάς. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὄχι μόνον νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἀναφορὰ, καὶ νὰ λάβῃ σπουδαῖα μέτρα τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι εἶναι ἀπελπισία ὁμολογουμένως νὰ ἀποδεικνύηται, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπονέμουσι τὴν πρώτην δικαιοσύνην, εἶναι τοσοῦτον ἐπιβλαβεῖς, ὅπως τοὺς παριστῶσιν, ὄχι μόνον νὰ διατάξῃ μέτρα ἔντονα, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἐκ τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκείνου. Ὁμολογουμένως τινὰ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων κατήντησαν ἀφόρητα, καὶ μόνον τὸ ξύλον μένει, ἵνα τοὺς ἀποβάλῃ ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ἐσχάτως νὰ ῥαπίσω ἕνα αὐθάδη Πρωτοδίκην Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀναίδειαν νὰ ὑβρίζῃ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς φαύλους.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ τὸν γνωρίζω ἐντιμότατον, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέχεται τοιαύτας ὕβρεις κατὰ Πρωτοδίκου.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ πρῶτον.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Λοιπὸν ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἀπεθρασύνθησαν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐν τοῖς Δικαστηρίοις ἡμῶν, δηλ. καὶ ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, καὶ ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις, καὶ ἐν τοῖς Ἐφετείοις, καὶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ὑπάρχουσι δικασταὶ, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των, οὗτοι ὅμως εἶναι ὀλίγοι, ἢ καὶ οὗτοι δὲν θὰ μείνωσιν ἐπὶ τέλους, διότι θὰ ἀναγκασθῶσι, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνθίστανται πλέον κατὰ τῆς πείνης καὶ τῶν δυσχερειῶν, ν’ ἀποχωρήσωσι, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, διότι ἐπὶ τέλους θὰ ἴδωμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου τὰ κατασταλάγματα, τὰ κοινῶς λεγόμενα ψωμοτύρια.
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαία πρόνοια περὶ τούτων, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἡ ἑξῆς: νὰ προσπαθήσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρας σχέσεις μὲ τοὺς δικαστὰς, καὶ νὰ τοὺς ἀφίνωμεν ἡσύχους, διότι ἀληθῶς δὲν ἐννοῶ ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Ρικάκης ἔχῃ σχέσιν μὲ τοὺς δικαστὰς ἢ τοὺς Εἰρηνοδίκας. Διαβεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδέποτε ἐφρόντισα νὰ ἔχω σχέσεις πρὸς αὐτούς: διότι, ἐὰν μὲν ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, εἶναι περιττὴ ἡ μετὰ τούτων σχέσις, ἐὰν δὲ δὲν ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ πρὸς αὐτοὺς σχέσις διὰ πολιτευόμενον, ὅστις δὲν ἀναμένει ν’ ἀντλήσῃ ἰσχὺν ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν τοιούτων.
§18ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἢ περιῆλθε, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἰς γνῶσιν αὐτοῦ παράπονον κατὰ Εἰρηνοδίκου, ἢ κατ’ ἄλλου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, χωρὶς ἀμέσως νὰ διαταχθῇ αὐστηροτάτη περὶ τῶν παραπόνων τούτων ἐξέτασις. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἐπὶ πάντων τῶν παντὸς εἴδους παραπόνων, τῶν ὁπωσδήποτε περιερχομένων εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ὅ,τι ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος πίνακος ἀπεδείχθη, ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἐπεβλήθησαν πλείονες πειθαρχικαὶ ἀποφάσεις ἢ ὅσαι εἶχον ἐπιβληθῇ καὶ πλείονες ὁμοῦ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἡ τιμωρία λοιπὸν τῶν τοιούτων παραβάσεων, ὁσάκις ἀποδεικνύωνται, ἐπέρχεται τάχιστα καὶ ἀμείλικτος, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτη ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας περιέστειλε καὶ περιστέλλει ὁσημέραι τὰς πλημμελείας. Λυποῦμαι, ὅτι ἐνίοτε μετὰ πολλῆς εὐκολίας ἐκφέρονται κατακρίσεις κατὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, λυποῦμαι δὲ ἐξαιρέτως, διότι σήμερον ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσηνίας ἤκουσα περὶ δικαστικοῦ λειτουργοῦ φράσεις, αἱ ὁποῖαι οὔτε παρὰ Βουλευτῶν ἔπρεπε νὰ ἐκφέρωνται, οὔτε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ νὰ ἀκούωνται. Πιθανὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν στιγμῇ παραφορᾶς νὰ εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ ἀνταλλάξῃ τραχείας ἐκφράσεις πρὸς δικαστικὸν πρόσωπον, πιθανὸν καὶ τὸ δικαστικὸν ἐκεῖνο πρόσωπον ἐν στιγμῇ ἐξάψεως νὰ παρεξετράπη. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατήγγειλε τὸν δικαστὴν, καὶ ὁ δικαστὴς κατήγγειλε τὸν Βουλευτήν· ἡ Δικαιοσύνη ἐπὶ ἀμφοτέρων αὐτῶν τῶν μηνύσεων ἐργάζεται, τὸ ἀποτέλεσμα δ’ αὐτῶν θέλομεν ταχέως μάθει πάντες. Ἐκφράζω ὅμως τὴν βαθυτάτην μου λύπην, ἐπὶ τῷ ὅτι ὁ κ. Βουλευτής, ὁποιασδήποτε καὶ ἂν εἶχεν ἀφορμὰς, ἐξήνεγκεν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ δικαστοῦ φράσεις καὶ λέξεις, ὁποῖαι ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου κ. Τζάνες πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκε.
§19ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ περιχαρακῶται ἐντὸς ὁρίων, καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ταῦτα, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνει ἀφορμὰς σπουδαίας, ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὑπόληψίν του καὶ τὴν φιλοτιμίαν του. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθητε καὶ νὰ τὸ μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι μᾶς ὑβρίζουν φαύλους τοὺς πολιτικούς, καὶ πολλάκις μᾶς ὑβρίζουν χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐκεῖ καὶ ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ἐδώλια τῶν ὑπουργῶν τῆς τε δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς)· διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα φαῦλοι (ἱλαρότης)· ἐγὼ τοὐλάχιστον δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ μέχρι τοῦδε κατήντησαν ὁ ἄκμων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σφυρηλατοῦσι πάντες. Ἐὰν ὑβριζώμεθα παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς παρεξηγοῦσιν, ἢ πρὸς τοῦτο ὠθοῦνται, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν,—καὶ δὲν ἤθελον τὸ πράξει, ἀλλὰ προκαλοῦμαι,—ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγὼ ἦλθον ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον. Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, οἱ λόγοι. Ἔμαθον, ὅτι ὁ δικαστής ἐκεῖνος, ἄνθρωπος ταπεινῆς γεννήσεως, ἄνθρωπος εὐτελοῦς παιδεύσεως, ἄνθρωπος κοινῆς ἀνατροφῆς, ἄνθρωπος μηδενικός....
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι παρών, κύριε Βουλευτά.
§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἐξορκίζω, ἀφήσατε αὐτὴν τὴν γλῶσσαν πλέον.
§22ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν τὴν ἀφίνω, ὀφείλω νὰ τὰ εἴπω.
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βλάπτετε τὸν τόπον σας.
§24ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν τὸν βλάπτω διόλου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προσωπικά, κύριε Τζάνε, διότι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές.
§26ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦν οἱ Βουλευταί, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίστανται τὰ κατηγορούμενα πρόσωπα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· εἶναι δημόσιος λειτουργός, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξω.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπερασπιστὴς τοῦ προσώπου ἐκείνου νόμιμος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, κατηγορούμενος ἐπὶ καταχρήσει ἢ ἐπὶ ἀναγώγῳ συμπεριφορᾷ, νὰ φέρηται ἐδῶ...
§28ΤΖΑΝΕΣ. Ἔμαθον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του· — ἂς προσπαθήσω νὰ τορνεύσω τὰς φράσεις, διότι σκανδαλίζεται ὁ κ. Πρόεδρος, — ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν· ἀνηνέχθην πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ τέλος πάντων δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκτοπισθῇ ἐκ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Καλαμῶν, ὅπου ἐγὼ δικηγορῶν ἔχω ἀνάγκη νὰ παρίσταμαι ὑπὲρ τῶν πελατῶν μου καὶ τῶν φίλων μου. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν εὐφήμως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔμαθεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἐκτόπισίν του, ἕως τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἦλθον πρὸς αὐτὸν ἀντιμέτωπος, ἐλύσσα κατὰ τῶν φίλων μου καὶ τῶν πελατῶν μου, καὶ τὸ ἔλεγε· καὶ τὸ διετράνου. Μίαν ἡμέραν ὑπέβαλον αἴτησιν, ἐνῷ δ’ εἶχεν ἀφορμὰς ἐναντίον μου, ἐπιλαμβάνεται τῆς αἰτήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτουν ἀναστολὴν πλειστηριασμοῦ καὶ προτίμησιν μιᾶς σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως, καὶ ἀποῤῥίπτει τὴν αἴτησιν παραλόγως· καὶ πολὺ καλά, ἠδύνατο νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν αἴτησιν περὶ ἀναστολῆς τοῦ πλειστηριασμοῦ, — καὶ μ’ ἐννοοῦν ὅσοι εἶναι δικηγόροι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, — ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδύνατο ν’ ἀποῤῥίψῃ καὶ τὴν αἴτησιν τῆς προτιμήσεως. Ὅτε δὲ ἠθέλησα νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἐφέρθη τοσοῦτον θρασέως, ὥστε εἶχε τὴν ἀξίωσιν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ νὰ μὲ ῥαπίσῃ, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐπρόλαβα, καὶ πρὸ τοῦ μὲ ῥαπίσῃ, τὸν ἐδίκασα συνοπτικῶς. Καὶ εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ ἔδειρεν ὁ συνάδελφός του ὁ Κουμανδαρέας, καὶ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδάρη ἐν Ἠλείᾳ.
§29ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω ἐγώ.
§30ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ὁμιλήσω εὐφήμως, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀκόμη διαθρυλλεῖται ἡ κατηγορία, ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῦ εἶχε πράκτορα κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Δικαιοσύνης· εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐπιστολὴ εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας γίνεται ἀνάκρισις· εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν, ὅτι λαμβάνει χρήματα. Λοιπόν, Κύριοι, κατὰ τοιούτου δικαστοῦ εὑρέθην δυστυχῶς ἀντιμέτωπος, καὶ αὐτὸς ὁ δικαστὴς μὲ κατήγγειλεν, ἀφοῦ καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν τὸν ἀπεδοκίμασεν.
§31ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἦτο ἐν γνώσει τῆς ὑπηρεσίας, κύριε Τζάνε;
§32ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ πρώην βουλευτοῦ κ. Νικολαΐδου, ὁ ὁποῖος ῥητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως τὸν κατηγορεῖ, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα δίκην ἔλαβε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, 18 ἑκατοστάρικα ὁ πατήρ του. Καὶ τέλος εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὀφείλω ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ ὁμιλήσω εὐφήμως, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς γινώσκει, ὅτι ἐνεργεῖται ἀνάκρισις, διότι ὁ ἴδιος τὴν διέταξεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὕψωσα τὴν φωνήν μου ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε, διότι, τὸ ἐπαναλέγω, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια, πάντες οἱ ἔντιμοι λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἀποχωρήσωσι, διότι δὲν ἀρνεῖταί τις, οὔτε δύναται νὰ ἀρνηθῇ,—καὶ θὰ ἦναι ἀσυνειδησία, ἐὰν τὸ ἀρνηθῇ,—ὅτι ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, καὶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ ἐν τοῖς Ἐφετείοις, καὶ ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις, εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἀξιότιμοι, ἀλλὰ θ’ ἀποχωρήσωσι, διότι δὲν δύνανται πλέον ὡς ἥρωες ν’ ἀνθίστανται ἀπέναντι τῆς πείνης καὶ τῶν στερήσεων. Ἔχομεν ἄνθρωπον ἐν Ἀθήναις, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀπὸ σεβασμὸν δὲν ἀναφέρω, ἀνώτερον λειτουργὸν, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἔχει μέγα ἀξίωμα δικαστικόν, οὐχ ἧττον στερεῖται, ἔχων ἕξ τέκνα, ἔχων οἰκογένειαν, Νομίζω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος θὰ προτιμήσῃ, κύριοι Βουλευταί, θᾶττον ἢ βράδιον, νὰ ἀπέλθῃ, καὶ θὰ προτιμήσῃ νὰ γίνῃ καφφεπώλης, ἢ παντοπώλης, παρὰ νὰ ἦναι Ἀρεοπαγίτης. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν πάντοτε παρεκάλεσα τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἄλλως θ’ ἀποχωρήσωσιν οἱ ἔντιμοι λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος θὰ μείνωσι τὰ κατασταλάγματα, τὰ ὁποῖα διέρχονται διὰ τῆς κουζίνας, οἱ παράσιτοι τέλος πάντων, διότι δυνάμει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πολλάκις ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω πρότασιν καταργήσεως καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη, δυνάμει λέγω τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἀποχωρήσωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἕνεκα τῆς πείνης, καὶ νὰ μείνωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ καπηλεῖα.
§33ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ πρὸ μικροῦ δοθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ὑποβάλω αὐτῷ τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἔδωκα ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, παραπονούμενος καθ’ ὁλοκλήρου Δικαστηρίου, ὡς ἀδικήσαντός με. Δύο ἀλληλοδιαδόχως Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὑπεσχέθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἀπῆλθον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἀνῆκον, χωρὶς νὰ ἐνεργήσωσί τι. Τότε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἀπέναντι αὐτῆς ἡ θέσις μου, ὥστε δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσωσί τι. Τέλος ἦλθεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἤμην φίλος, κατέλαβε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Βουλπιώτης, ὅστις, θέλων νὰ μὲ ἱκανοποιήσῃ, μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα συζητήσω μετ’ αὐτοῦ τὴν ὑπόθεσιν· ἡ συζήτησις ἤρξατο διὰ τῆς ἀναγνώσεως ἐγγράφου τινὸς, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ πηγὴ τῶν παραπόνων μου, καὶ πρὶν τελειώσω τὴν ἀνάγνωσίν του, ὁ Ὑπουργὸς μὲ διέκοψεν, ἀρκεσθεὶς εἰς ὅσα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤκουσε, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ μεριμνήσω, ὅπως τῷ ἐπιστραφῶσι ταχέως ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα, ἅτινα εἶχον ὑποβληθῆ. Τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἐνέργεια ἀγνοεῖται. Παρακαλῶ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνωστοποιήσῃ τὰς ἐνεργείας του.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἦναι καλὸν νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ περὶ τίνος προέκειτο νὰ σᾶς πληροφορήσω. Ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ φίλου μου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι πάντα, ὅσα εἶπε, δικαιολογοῦσιν ἴσως τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐλήφθη πᾶσα ἡ νόμιμος φροντὶς, οὐδόλως ὅμως ἐδικαιολόγουν λέξεις ὑβριστικὰς, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἐξενεχθεῖσαι παρ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶχε δὲ δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὑπομνήσῃ τὴν ἀνάγκην ἐντονωτέρας ἐνεργείας, εἰς πρόληψιν καὶ ἄρσιν τοιούτων σκανδάλων, ὁσάκις συμβαίνωσι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει καλῶς, ὅτι ἐπὶ τῇ παρ’ αὐτοῦ τηλεγραφικῇ πρός με ἀνακοινώσει τῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πρωτοδίκου ἐκείνου συμβάντων, αὐτοπροσώπως μετέβην εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, καὶ διέταξα τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς ἄμεσον ἐξέτασιν καὶ ἐξακρίβωσιν τῶν ὑποβληθέντων παραπόνων, παρήγγειλα δὲ καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐνεργοῦντα τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστικῶν γραφείων, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Καλάμας, ὅπου εἶχε περάνει τὸ ἔργον του, καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι ἠσθένει, παρήγγειλα τὸν Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, ὅστις ἀμέσως μεταβὰς ἐνήργησε τὰ πρέποντα, μοὶ προέτεινε δὲ ὡς ἀναγκαίαν τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ, ἣν καὶ προὐκάλεσα. Ὅτε δὲ βραδύτερον ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν φίλου τού τινος, διατυποῦσαν παράπονα, ἄξια ἐπίσης ἐρεύνης, περὶ τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, παραχρῆμα διέταξα τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεως, τὸν δὲ κ. Βουλευτὴν, ἐλθόντα ἐνταῦθα, προσεκάλεσα καὶ τῷ ἐσύστησα νὰ μοὶ ὑποβάλῃ πάντα, ὅσα ἔχει μέσα ἀποδείξεως, καὶ μοὶ ὑπέβαλεν αὐτὰ, ἅπερ καὶ ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι τοῦτο κατὰ κανόνα γίνεται ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως καὶ ἐπὶ παντὸς παραπόνου.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε... θόρυβος μεθ’ ἱλαρότητος καὶ διάλογοι).
§36ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σημείωσιν περὶ τῆς ὑποθέσεως.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ὡς μέλη τῆς Βουλῆς, ἔχομεν μὲν τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ζητῶμεν πληροφορίας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, νὰ ἐπιτηρῶμεν τὴν πολιτείαν αὐτῶν, νὰ ἐπικρίνωμεν τὰς πράξεις αὐτῶν, ὅσαι δὲν τυγχάνουσι σύμφωνοι μὲ τὸ Σύνταγμα, ἢ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἢ δὲν ἐξυπηρετοῦσιν, ἀλλὰ ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου. Πέραν ὅμως τούτου ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν ἐκτείνεται. Οὐδ’ ἐνώπιον ἡμῶν τυγχάνουσιν ὑπεύθυνοι ἄλλοι, ἢ μόνον οἱ Ὑπουργοί, οὐχὶ δὲ τὰ ὄργανα τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πολλῷ δὲ ἧσσον τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν ἐπιτήρησιν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνασκῇ τὴν νόμιμον ἐπιτήρησιν, καὶ τὰ ὄργανα τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας παραβαίνωσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν, δυνάμεθα ν’ ἀπευθύνωμεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς παραβαίνοντα τὸ καθῆκον αὑτοῦ, δὲν ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζωμεν διὰ λέξεων ὑβριστικῶν τὰ ὄργανα τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας.
§38ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας... (θόρυβος).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἤδη ἡ πέμπτη φορά, καθ’ ἣν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπιτρέπῃ.
§40ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπει· καθήσατε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: αʹ) Περὶ ἐξαγορᾶς καὶ τροπῆς τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων. βʹ) Περὶ μεταβολῆς δανείων χρεωλυτικῶν εἰς πάγια. γʹ) Περὶ ἐξοφλήσεως τῶν δανείων τῶν 6 ἑκατομμυρίων καὶ 10 ἑκατομμυρίων, καὶ δʹ) Περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τῆς ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1887 συμβάσεως ὁριζομένης προθεσμίας.—Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68).
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω πληροφορίας ἐπί τινων τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ὑποβάλλω προσέτι καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1887 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ παρόντος ἔτους, τουτέστι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 82,868,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 82,512,000, τουτέστιν ὑπάρχει περίσσευμα 355,000 δραχμῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 69).
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ καταρτισθῇ σημείωσις, περιλαμβάνουσα τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἄρθρων 5, 6 καὶ 7 τοῦ κεφαλαίου Βʹ τοῦ νόμου τῶν ἐξόδων, τῶν προβλεπόντων περὶ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς τὴν διαβιβάζω.
§48ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποίαν γνώμην ἐξήνεγκον οἱ κύριοι Βλάσης, ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ Κελλενὲκ, μέλος τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, περὶ τοῦ λιμένος Γυθείου καὶ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου, περὶ οὗ ἐπεφορτίσθησαν νὰ γνωμοδοτήσουν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διατὶ ἀπεῤῥίφθησαν αἱ εὐχαὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γυθείου περὶ τμήματος ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ δήμου Τρινάσσου, κατὰ τὴν θέσιν Σελινίτσα, ἐπὶ ἀποστάσεως τριῶν χιλιομέτρων, ἀφοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς αὐτῆς εἶναι λίαν ἐπείγουσα. Ἡ πόλις Γυθείου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατέστη ἐμπορικωτάτη, ἡ δὲ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τῶν λιμενικῶν αὐτῆς ἔργων εἶναι κατεπείγουσα· ἀπὸ πολλῶν δ’ ἐτῶν οὐδεμία ἐλήφθη φροντίς, μολονότι τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον εἰσπράττει ἄφθονα χρήματα, ἔχει δὲ καὶ τώρα πλέον τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ παραμελήσῃ τὸ ἔργον ἐπὶ τόσα ἔτη· διὸ παρακαλῶ τὴν αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ὁδοῦ Σελινίτσης, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσι δύο ἐπαρχίαι μὲ τὸ Γύθειον καὶ εἶναι ἀδύνατος κατὰ τὸν χειμῶνα ἡ διάβασις· καὶ ὅμως οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διέρχωνται, μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των, ἐκεῖθεν, μὴ ὑπαρχούσης ἑτέρας ὁδοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§50ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Συνεχίζων τὸν λόγον μου, Κύριοι, λέγω, ὅτι, ἐξ ὅσων χθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, προφανῶς δείκνυται, ὅτι οὐδεμία ἐφαρμογὴ νεωτέρου ὀργανισμοῦ ἔλαβε χώραν πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ παρήχθη ἡ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ λεχθεῖσα εὐεξία καὶ εὐρωστία αὐτοῦ. Πλὴν τούτου, ἐκεῖνο, ὅπερ μοῦ ἐπροξένησεν αἴσθησιν, εἶναι, πῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἡμῶν, ὄντες ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξύβρισαν τὸν στρατὸν τῆς Πατρίδος ἡμῶν καὶ τὸν ὠνόμασαν τότε ἀγέλην, σήμερον, ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ βήματος λέγουσιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἀπέκτησεν εὐρωστίαν καὶ εὐεξίαν μείζονας ἐκείνων, ἃς ἐκέκτητο, ἀφοῦ σήμερον δὲν ἔχομεν, εἰμὴ στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ τακτικὸν στρατόν. Τοῦτο φαίνεται τὸ πράττουσιν, ὅπως ἐπαινέσωσιν ἑαυτοὺς, καὶ οὐχὶ, διότι εἶναι ἀκριβεῖς, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν, ὅτι, ἐπαινοῦντες ἑαυτοὺς, ὑβρίζουν καὶ ἐμπαίζουν τὸν στρατόν. Πρὸς τούτοις ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅπως ἡ Βουλὴ μάθῃ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς καὶ μόνος, ὅσον τέλειος καὶ ἂν ᾖ, δὲν συγκροτεῖ, ἀλλ’ οὔτε καθιστᾷ ἑδραῖον τὸ στράτευμα, διότι ὁ προορισμὸς αὐτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τοῦ σχηματίζειν στράτευμα, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν παγίωσιν αὐτοῦ, ἢ καὶ τὴν μόρφωσίν του. Τὸ θεμέλιον τῆς συμπήξεως καὶ παγιώσεως παντὸς στρατεύματος, ἱκανοῦ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀποστολὴν, εἶναι ἡ ἐν αὐτῷ ἀπονομὴ πλήρους καὶ τελείας δικαιοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδὲν κατορθοῦται. Ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ, οὐ μόνον δὲν ἐνοήθη τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄκρον παρεγνωρίσθη ἀτυχῶς· καὶ λέγομεν ἀτυχῶς, διότι πᾶσα περὶ τούτου ἐλπὶς ἐξέλιπε. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην μαρτυροῦσιν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐάν τις ἐπιστημονικῶς θελήσῃ νὰ διεξέλθῃ τὰ ἀνεπιστήμονα θεσμοθετήματα, ἅτινα κατὰ σωρείαν ἐξῆλθον ἐκ τῆς νοήμονος κεφαλῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ βλέμμα ἀέτειον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πνεῦμα ἀναμορφωτικὸν καὶ διοργανωτικὸν, θὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας ταύτης. Πολλὰ, Κύριοι, ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ διαφόρους Συνόδους, καὶ πολλὰ ἐγράφησαν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, συνεπείᾳ δοθεισῶν ἀφορμῶν ἐπὶ ἀτοπωτάτων καὶ ἄντικρυς πρὸς τὸ δίκαιον ἐνεργειῶν τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὐδεὶς ἐν σοβαρότητι πνεύματος καὶ πατριωτικῇ ἐργασίᾳ ἠθέλησε νὰ σταματήσῃ τὸν ῥοῦν τῆς ἀνομίας, ὃν κατεργάζεται ὁ νῦν τὰ στρατιωτικὰ ἰθύνων, ῥοῦν, ὅστις δὲν ἀπειλεῖ πλέον νὰ κατακλύσῃ, ἀλλὰ κατέκλυσεν ἤδη πᾶν ὅ,τι ὡραῖον εἶχεν ἀπομείνει ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἡμῶν τάξει, καὶ κατεμάρανε τὰ εὐγενῆ τοῦ στρατοῦ αἰσθήματα, ἅτινα ἐν ἄλλοις ἔθνεσι μετὰ πλείστης ὅσης ἐπιμελείας, φροντίδος καὶ πατρικῆς μερίμνης καλλιεργοῦνται καὶ ὑποθάλπονται, διότι δι’ αὐτῶν καὶ μόνων δύναται νὰ μεγαλουργήσῃ τὸ ἄθροισμα ἐκεῖνο τῶν ἀτόμων, τῶν ὁποίων ὁ προορισμὸς εἶναι, νὰ ἀποθάνωσιν ὑπερασπιζόμενοι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια, ἐφ’ ὧν λέγω οἱ λαοί, οὐ μόνον στηρίζουσι τὴν αὐθυπαρξίαν καὶ αὐτονομίαν των καὶ τὰς ἐλπίδας αἰσιωτέρου μέλλοντος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας των. Ἀλλὰ, Κύριοι, ταῦτα πάντα εἶναι ὅλως ξένα τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅστις δι’ οὐδὲν μεριμνᾷ, εἰμὴ μόνον ἀσχολεῖται, πῶς διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ πάσης θυσίας νὰ μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐζήτησε καὶ τὴν περαιτέρω ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονήν του ἐπὶ ὁλόκληρον εἰσέτι τετραετῆ θητείαν, κατὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ δι’ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπήγγειλε, κατὰ τὴν συνήθη αὐτοῦ τακτικήν, ἀλλ’ ὅπως κατορθώσῃ νὰ καταπνίξῃ καὶ ταπεινώσῃ ὅ,τι ὑγιὲς ἀπέμεινε παρ’ ἡμῖν. Ταῦτα λέγοντες, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὴν ἀπονεμομένην δικαιοσύνην ἐκ τῶν συστηθέντων δύο Δικαστηρίων, Ἀναθεωρητικοῦ καὶ Κληρωτοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐν γένει ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς ἡμῶν τάξεσιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ δημοσιευθέντος κατὰ μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1887 Νόμου ΑΦΠϚʹ, ὅστις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, συνεστήθησαν τὰ Δικαστήρια ταῦτα, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 91, καὶ διὰ τοῦτο ὀνομάζω καὶ τὸν νόμον καὶ τὰ ἐν λόγῳ Δικαστήρια ἀντισυνταγματικά, διότι νόμοι, Κύριοι, διὰ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας ὑποθέσεις καὶ ἀνατίθενται εἰς ἄλλας ἀρχάς, προφανῶς ἀντίκεινται εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος παντὸς συνταγματικοῦ καὶ ἐλευθέρου Κράτους, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦν νὰ ἐκδικάζωνται αἱ τοιαῦται παρὰ τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, ἣν ἰσόβιον διὰ τοῦτο κατέστησε, ἄλλως, ἐὰν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἑκάστοτε διὰ νόμων ἤθελον μειώνει τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων, ὡς ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος, (ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο ἐπιδιώκῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις), διότι αἱ διαφοραὶ θὰ ἐξεδικάζοντο ἀπὸ τὰς ὁριζομένας ἐν τοῖς νόμοις μὴ ἰσοβίους ἀρχάς, καὶ τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα διαλαμβάνει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἀρχῆς ἄλλης, πλὴν τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, τὰ ἐν λόγῳ Δικαστήρια δὲν συνεστήθησαν πρὸς ἐκδίκασιν ὑποθέσεων, ἀλλὰ πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐγκρίνῃ, ὡς τοῦτο θέλω ἀποδείξει. Ἡ Βουλή, Κύριοι, ἐψήφισε νόμον περὶ ἐκδικάσεως διαφορῶν καὶ ὑποθέσεων δικαστικῶν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων, σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, καθόσον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως κατὰ πάσης διοικητικῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἔχει μόνον ἡ Βουλή, καὶ τὰ Συμβούλια τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα, παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν δύνανται τὰ Δικαστήρια νὰ ἐκδικάζωσι πράξεις διοικητικὰς πάσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ περὶ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι διὰ μὲν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διοικητικῶν πράξεων μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ οὐχὶ τὰ Δικαστήρια, διὰ δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν τὰ Δικαστήρια, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τῆς πατρίδος ἡμῶν, δὲν ἐκδικάζουσιν, εἰμὴ μόνον τὰς αἰτήσεις, τὰς ἀφορώσας εἰς χρηματικὰς ἀποζημιώσεις, οὐχὶ δὲ καὶ τὰς περὶ δικαίας ἢ ἀδίκου ἀπονομῆς βαθμοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἄλλοτε. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν βαθμοὺς ἔχει, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, μόνος ὁ Βασιλεύς, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ Δικαστήρια Ἀναθεωρητικὸν καὶ Κληρωτὸν, ὧν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει ἐντὸς δεκαπενθημέρου προθεσμίας νὰ ἐκτελέσῃ, προκαλοῦν τὸ σχετικὸν περὶ τούτου Διάταγμα. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι καὶ διὰ τῶν Δικαστηρίων τούτων βαίνομεν ἄνω ποταμῶν. Ἐὰν ὅμως θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸν ὀργανισμὸν των, θ’ ἀπορήσῃ βεβαίως καὶ θὰ ἐλεεινολογήσῃ τὸ ἡμέτερον φιλελεύθερον πολίτευμα, διότι τὸ οὕτως ἀντισυνταγματικὸν Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον, ὡς καὶ τὸ Κληρωτὸν, δὲν ὠργανίσθησαν, σὺν τοῖς ἄλλοις ἐλλείψεσι, κατὰ τὸν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἰσχύοντα νόμον, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Τὸ Ἀναθεωρητικὸν, τὸ συνιστάμενον ἐκ πέντε μελῶν, ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, συνέρχεται ἐν προσδιωρισμένῃ παρὰ τοῦ προέδρου αὐτοῦ ἡμέρᾳ ἔν τινι δωματίῳ, καὶ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν δικάζει τὴν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν προσδιορισθεῖσαν δίκην. Ὁ πρόεδρος ἀναγινώσκει διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Φρουραρχείου, παρόντος καὶ τοῦ παραπονουμένου ἀξιωματικοῦ, τὰ σχετικὰ τῆς πρὸς συζήτησιν ὑποθέσεως ἐπιτροχάδην, καὶ μετὰ τοῦτο ἐρωτᾷ τὸν παραπονούμενον, ἐὰν ἔχῃ νὰ εἴπῃ τι, ἢ καὶ ἐὰν ἔχῃ νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφους προτάσεις πρὸς ὑπεράσπισίν του. Ἀλλὰ κατόπιν τοιαύτης ἐσπευσμένης ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων, πλὴν τῆς ἐκθέσεως, ἣν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου πέμπει μετὰ τῶν λοιπῶν σχετικῶν ἐγγράφων, οὔτε ὁ παραπονούμενος καὶ δικαζόμενος ἀξιωματικὸς, οὔτε ὁ δικηγόρος αὐτοῦ, ὅσον νομομαθὴς καὶ διάσημος ἂν ἦναι, δύναται ἐκ τοῦ προχείρου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ σχηματίσῃ ὀρθὴν καὶ νόμιμον γνώμην, στηριζομένην εἰς τοὺς πολυπληθεῖς στρατιωτικοὺς νόμους, τοὺς ἀντιφάσκοντας πρὸς ἀλλήλους, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐθωρεὶ προτάσεις γραπτὰς, στερούμενος μάλιστα καὶ τῆς γνώσεως ὅλων τῶν ἐγγράφων καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, καὶ λέγω στερούμενος, διότι τὸ Δικαστήριον, διὰ τοῦ προέδρου αὐτοῦ, δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα τῶν ἐνώπιον αὐτοῦ δικαζομένων νὰ λάβωσι πρὸ καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ὡς καὶ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργείου προτεινομένων λόγων περὶ τῆς ἐκδικαζομένης ὑποθέσεως, συνεπῶς ὑποβάλλονται προτάσεις διὰ ζώσης, ἢ παρὰ τοῦ παραπονουμένου, ἢ καὶ διὰ τοῦ δικηγόρου του, αἱ ὁποῖαι φθάνουσι μέχρι τῆς ἀκοῆς τῶν δικαστῶν, καὶ οὐχὶ πέραν, καθόσον τὸ ἐν λόγῳ Δικαστήριον δὲν κρατεῖ πρακτικὰ, ὅπως πᾶσαι αἱ τοιαῦται προτάσεις ἐγγράφωνται ἐν αὐτοῖς, οὔτε ἔχει γραμματέα πρὸς τοῦτο. Μετὰ πέντε τὸ πολὺ λεπτὰ τῆς ὥρας ὁ πρόεδρος κυρύττει περατωμένην τὴν συζήτησιν, καὶ ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν του, ἥτις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ὁμοία τῆς ὑπουργικῆς ἐκθέσεως, καὶ τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ἐνταῦθα Φρουραρχείου κοινοποιεῖ εἰς τὸν δικασθέντα παραπονούμενον ἀξιωματικὸν, ὅστις, ἐὰν μὲν τύχῃ εὐνοϊκῆς καὶ δικαίας ἀποφάσεως, σταματᾷ, τοὐναντίον δὲ ἀνακόπτει αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ Κληρωτοῦ, ὅπερ συνίσταται ἐκ νομομαθῶν δικαστῶν καὶ ἀνωτέρων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, τὸ ὁποῖον, λόγῳ ἐλλείψεως πρακτικῶν τοῦ πρωτοβαθμίου Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ λόγῳ περιορισμοῦ ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ἀποφαίνεται καὶ τοῦτο, ἢ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἀνακοπτομένης ἀποφάσεως, ἢ κηρύσσεται ἀναρμόδιον, ὡς μὴ ἔχον δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ, εἰμὴ μόνον τὸ τυπικὸν τῆς ὑποθέσεως μέρος. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐκ τῶν Δικαστηρίων τούτων οὐδὲν τὸ προκύπτον διὰ τὸν στρατὸν ἀγαθὸν, ἡ δὲ δικαιοσύνη ἥκιστα δικαίως ἀπονέμεται, ἐναντίον τῆς πεποιθήσεως καὶ αὐτῶν τῶν δικαστῶν πολλάκις. Ταῦτα, μετὰ μυρίων ἄλλων ὁμοίας φύσεως νόμων, ἀντιφασκόντων ἀλλήλοις, ἐπέφερον παντελῆ ἀπογοήτευσιν εἰς τὸν στρατὸν τοῦ ἡμετέρου Κράτους, καὶ κατέπνιξαν καὶ ἐμάρανον πᾶν γενναῖον καὶ πατριωτικὸν αἴσθημα αὐτοῦ, ἐνῷ, ἐὰν οὗτος ἐτύγχανε τῆς δεούσης ἐπιμελείας ἐκ μέρους τῆς πατρικῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ εἷς τῶν καλλιτέρων στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν ὅσων ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν περὶ τῆς μὴ ἀπονομῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ στρατῷ, ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιθυμῶν νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν τὴν ἐκ μέρους τῶν στρατηγῶν ἐπιθεωρητῶν ἐργασίαν, τὴν προκύψασαν ἐκ τῆς τελευταίας τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐπιθεωρήσεως αὐτῶν, ἐπροκάλεσε τὸ δημοσιευθὲν τὴν 30 Ἰουλίου 1888 Β. Διάταγμα περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος τοῦ Νόμου ΧΗΕʹ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τούτου γνώμην τῶν διασημοτέρων νομομαθῶν τοῦ νομικοῦ κόσμου, ὅπως εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἡ κρατοῦσα γνώμη εἶναι, ὅτι ἓν καὶ μόνον κανονιστικὸν Διάταγμα προκαλεῖται παρὰ τοῦ ἡγεμόνος, ὁσάκις ὁ νόμος δὲν ὁρίζῃ δεύτερον, ἢ καὶ περισσότερα, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ περιεχόμενον τοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος πρέπει νὰ περιορίζηται ἐν τοῖς ὁρίοις, τὰ ὁποῖα διέγραψεν αὐτῷ ὁ νόμος· ἐὰν δὲ τὸ Διάταγμα ὑπερακοντίζῃ τὰ ὅρια ταῦτα, δὲν ἔχει κῦρος. Ἤδη ἐξετάσωμεν τὸ Διάταγμα, ὅπερ προὐκάλεσεν ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Ὑπερηκόντησε τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ περιορισθῇ, καίπερ μὴ ἐπιτρεπομένου τοιούτου, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην τῶν διασημοτέρων νομοδιδασκάλων καὶ νομομαθῶν, καθὼς καὶ τὴν γνώμην τοῦ διασημοτέρου πολιτειολόγου Paul Labend, καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Στρασβούργου, ὑποστηρίζοντος τὴν γνώμην, ἣν προεξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί. Ὁ Νόμος ΧΠΕʹ περὶ προβιβασμοῦ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἐδημοσιεύθη τὴν 16 Ὀκτωβρίου τοῦ 1861, καὶ διαλαμβάνει ἐν ἄρθρῳ 15 τὰ ἑξῆς: «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν». Κατ’ ἀκολουθίαν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν τότε περιστάσεων, προεκάλεσε τὸ κατὰ νόμον κανονιστικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ταὐτοχρόνως μὲ τὸν νόμον, ἤτοι τὴν 16 Ὀκτωβρίου 1861, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐπέχει τόπον νόμου, τὰ δὲ Δικαστήρια ἡμῶν ἐκδικάζουσι τὰς στρατιωτικὰς ὑποθέσεις μέχρι σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τούτου, τοῦ ἐπέχοντος, ὡς εἶπον, τόπον νόμου. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ὅμως τῆς 30 Ἰουλίου 1888 δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ ἐμπεριεχόμενον τοῦ κανονιστικοῦ τούτου Διατάγματος, ἀλλὰ προέβη ἄνευ νεωτέρου νόμου εἰς τὴν κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν διατάξεων τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν κανονιστικοῦ Διατάγματος τοῦ 1861, καὶ ἀληθῶς ἐμμέσως ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ἐπιθεωρητὰς δικαιοδοσίαν, ἣν ἐκέκτητο ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ προσέθηκεν ὅ,τι δὲν διαλαμβάνεται ἐν αὐτῷ. Ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν διὰ τοῦ κανονιστικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος διαλαμβάνει, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐκτελοῦσι κατ’ ἔτος γενικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ ἀφοῦ ἀρυσθῶσι τὰς δεούσας πληροφορίας, τὰς συστάσεις τῶν σωματαρχῶν, ἐξετάζουσι τὰ φύλλα ποιοτήτων τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ δι’ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, δηλοῦσαν τοὺς κεκτημένους τὰς πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ ἰδιότητας λοχαγούς, ὡς καὶ τοὺς στερουμένους αὐτῶν, ἐν μέρει ἢ ὁλοκλήρως, σὺν τούτοις συντάσσουσι πίνακα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀναγράφουσι τοὺς πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν ὑποψηφίους ἀξιωματικοὺς τοῦ σώματος, καὶ τὸν πίνακα αὐτὸν ἐπικυροῦσι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Ἀντίγραφον τοῦ πίνακος οἱ ἐπιθεωρηταὶ ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐνεργεῖ κατὰ τὸν νόμον τὰ περαιτέρω. Ἐπὶ τοῦ μνησθέντος πίνακος δὲν ἀναγράφονται οἱ ἐξαιρούμενοι τοῦ ὅρου τούτου, ἤτοι οἱ διαγγελεῖς καὶ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως, ὡς καὶ οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οἵτινες δέον νὰ ἔχωσιν ἀποδεδειγμένως ἅπαντα τὰ ὡρισμένα προσόντα πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν. Διὰ τοῦ τελευταίου Διατάγματος τρέχοντος ἔτους, τοῦ δημοσιευθέντος τὴν 8 Αὐγούστου 1888, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συντάττῃ ἴδιον γενικὸν πίνακα τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμάτων τοῦ στρατοῦ, νὰ ἐγγράφῃ τοὺς τοῦ οἰκείου ὅπλου ἢ σώματος κατ’ ἐκλογὴν προβιβασίμους κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, καὶ νὰ προσθέτῃ ἢ ματαιώνῃ ἐκείνους, ὅσους οἱ πίνακες τῶν ἐπιθεωρητῶν προτείνουσιν, ἢ καὶ νὰ τοὺς ἐγγράφῃ, ἐὰν εὕρῃ, κατὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐξέλεγξιν, ὀρθὰς τὰς προτάσεις των. Ὡσαύτως προσετέθη ἐν τῷ αὐτῷ Διατάγματι, ὅτι ἐξαιροῦνται τοῦ ὅρου τοῦ νὰ ἐγγράφωνται ἐπὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ὡς ὑπασπισταὶ παρὰ τοῖς Βασιλόπαισι καὶ τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις ἀξιωματικοί· ὥστε τοιουτοτρόπως ἀφαιρεῖ ἐμμέσως τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ προσθέτει, ὅ,τι τὸ ἐπέχον τόπον νόμου κανονιστικὸν Διάταγμα δὲν διελάμβανε. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι ἐντελῶς, ἄκυρον, καὶ ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, καίτοι ἀκύρου, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς προβιβασμοὺς, οὓς ἐδημοσίευσε τὴν 16 Ὀκτωβρίου τρέχοντος ἔτους. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τοῦ μνησθέντος Διατάγματος, ὄχι μόνον συνεκέντρωσε πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν ἐξ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῆς στρατιωτικῆς τάξεως καὶ ἱεραρχίας, ἀλλὰ καὶ διετράνωσεν, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἀρχηγῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ συνεπῶς εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρξῃ, διὰ κακὴν τοῦ στρατοῦ τύχην, δυσπιστία καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ δύναται μεγάλως νὰ βλάψῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως παντὸς στρατοῦ. Εἶναι λυπηρὸν ἐν τῷ στρατῷ νὰ μὴ ἦναι σεβαστὰ τὰ δικαιώματα ἑκάστου βαθμοφόρου, καὶ νὰ μεταβάλλωνται τόσον εὐκόλως. Κύριοι, πᾶσα ἐκ μέρους τῶν ἀρχηγῶν σύστασις ἤρκει, καθόσον μόνον οὗτοι, καὶ οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς, δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἱκανότητα τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν, διότι εὑρίσκονται καθ’ ἑκάστην, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἄμεσον γνῶσιν τῆς ἀξίας των, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι μακρὰν αὐτῶν. Ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος εἶναι γόνοι ἡρωϊκῶν οἰκογενειῶν τῆς Πατρίδος, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπολέμησαν κατὰ τοῦ βαρβάρου κατακτητοῦ, ὅπως καταστήσωσιν ἡμᾶς ἐλευθέρους νὰ βουλευώμεθα περὶ τῶν κοινῶν τῆς Πατρίδος συμφερόντων· ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσι τὰ δικαιώματά των. Πλὴν τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεβίασε καὶ τὸν νόμον ΑΛϚʹ τοῦ 1882, περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ἑξῆς: Οἱ λοχαγοὶ τῆς οἰκονομίας Νικόλαος Σταθόπουλος καὶ Δημήτριος Γεωργαντᾶς, συμπληρώσαντες τὸ ὅριον ἡλικίας, ἀπέκτησαν τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας, ὁ μὲν τὴν 10 Αὐγούστου 1888, ὁ δὲ τὴν 26 Σεπτεμβρίου ἰδίου ἔτους. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω νόμου, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν αὐτεπαγγέλτως εἰς ἀποστρατείαν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν προσεκάλεσε τοὺς ῥηθέντας ἀξιωματικοὺς νὰ ὑποβάλωσι τὴν αἴτησιν, ὅπως τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, καὶ οὕτως ἔμενον ἐξακολουθοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν των. Ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ ῥηθέντες λοχαγοὶ ἦσαν ἐκ τῶν ἱκανωτάτων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν περαιτέρω. Πρὸς δὲ εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν, ὁ πρῶτος πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ὁ δεύτερος πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ πρὸ χρόνου ὑπῆρχον κεναὶ θέσεις ταγματαρχῶν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν τοὺς ἐπροβίβασεν, ἂν καὶ ἐδικαιοῦντο πρὸς προβιβασμὸν, τοὺς ἀφῆκε τόσον, ὅσον ἔπρεπε, διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ ἐπροβίβασεν αὐτοὺς τὴν 13 Ὀκτωβρίου, ὅτε κατὰ νόμον δὲν ἠδύναντο νὰ προβιβασθῶσι, παραβιάσας τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ταῦτα πάντα διὰ νὰ ἀδικήσῃ δύο ἐντίμους καὶ ἱκανοὺς λοχαγοὺς τῆς οἰκονομίας, καθ’ ὅσον ἀμφισβητεῖται τὸ ἔγκυρον τοῦ πρὸς προβιβασμὸν Διατάγματος κατὰ τὸν Νόμον ΑΝΔʹ περὶ καταχωρίσεως Διαταγμάτων περὶ προβιβασμῶν, καθ’ ὃν πρὸ πάσης ἐκτελέσεως τὰ Διατάγματα δέον νὰ καταχωρίζωνται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ ἂν εὑρεθῇ Ὑπουργὸς καὶ θελήσῃ νὰ πράξῃ δι’ αὐτοὺς, ὅ,τι ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, δι’ ὁμοίας φύσεως σχεδὸν ὑπόθεσιν, εἰς ἄλλον ἐπράξατε, τότε οἱ νῦν ταγματάρχαι θὰ ἀδικηθῶσιν, ὡς ἠδικήθη ἐκεῖνος. Ταῦτα πράττων ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς, ὄχι μόνον διδάσκει πάντας ἡμᾶς νὰ μὴ σεβώμεθα τοὺς νόμους καὶ νὰ τοὺς ποδοπατῶμεν, ἀλλὰ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του εἶναι νόμος, ἡ δὲ θέλησίς του ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, ἀσεβεῖ πρὸς τοὺς νόμους, χωρὶς νὰ σκέπτηται, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν στηρίζεται καὶ μαρτυρεῖται, ὅτι ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει, ὡς μὴ ὤφειλεν. Πρὶν ὅμως ἀφήσω τὸ βῆμα, θέλω ἐξετάσει καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι βεβαίως οἰκονομικόν, συνεπῶς θὰ ὁμιλήσω βραχέως καὶ περιληπτικῶς, ὅπως καταστῶ κατὰ τὸ δυνατὸν καταληπτὸς εἰς πάντας τοὺς κυρίους συναδέλφους ἡμῶν. Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, δι’ ὧν ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ἡμῖν, ὅτι τὸ Κράτος διατελεῖ ἐν πλήρει καλῇ οἰκονομικῇ καταστάσει, καὶ ἀκολούθως ὡς ἀπὸ πίλου Μελιδείου οἱ θαυματουργοὶ οὗτοι τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ μὲν ἐξήγαγε λευκὰς ταινίας, ὁ δὲ χρώματος ὑσγίνου, καὶ ὁ τελευταῖος μάλιστα, ὁ συνηγορήσας ὑπὲρ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξήγαγε παραδόξως ταινίας χρώματος ξηροῦ χόρτου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος προσεπάθησε, διὰ πλείστης ὅσης θαυμαστῆς δεξιότητος ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, καὶ κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους νὰ ὑπερακοντίσῃ εἰς τὴν σοφιστικότητα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὸν ἐν τῇ Βουλῇ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ὅστις φέρει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1889 μόνον 39,116 δραχμῶν πλεόνασμα, ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνεβίβασεν αὐτὸ εἰς 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, νομίζω. Ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Σιμόπουλος ἐπαρουσίασεν αὐτῇ, διὰ μὲν τῆς μιᾶς χειρὸς τὴν ἀνθηρότητα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας, διὰ δὲ τῆς ἑτέρας τὸ ἀνωτέρω πλεόνασμα, κατέληξε δὲ λέγων, ὅτι ἡ Συμπολίτευσις ἐπιδιώκει τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους διὰ τῆς βαρείας φορολογίας, ἀδιαφοροῦσα περὶ τοῦ καμάτου τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἀρκεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ παρ’ αὐτῆς ἐπιδιωκόμενον σημεῖον. Κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, ὅτε ἔφθασεν εἰς τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, παρέπεμψε τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἄρτης κ. Καραπάνον εἰς ὅσα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ, ἐὰν θελήσω κἀγὼ νὰ ἀσπασθῶ τὴν γνώμην του, θὰ μὲ διαψεύσουν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ γεγραμμένα. Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, ἐσφαλμένως, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὀφείλω, πρὶν ἐξετάσω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὄχι μόνον δὲν συγχωροῦνται λάθη ἐν τοῖς χρηματικοῖς λογαριασμοῖς αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑποπίπτων εἰς τοιαῦτα λογιστικὰ λάθη ἀφαιρεῖται τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν καὶ πολλάκις τιμωρεῖται, μάλιστα, ὁσάκις τὰ λάθη προέρχωνται ἐκ προθέσεως, ἵνα ἐξαπατήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ παραπέμπεται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξηγήσατο παρὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ 17,131,000, τὰ δὲ πραγματικὰ ἔξοδα, τὰ ἐν τοῖς φύλλοις λεπτομερείας ἐγγεγραμμένα, ἀνέρχονται εἰς 17,230,000 περίπου, προστιθεμένων καὶ 150 χιλ. δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, ἄρθρον 130, πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς ἀνακληθέντας πρὸς πλήρωσιν κενῶν ἐν τῷ στρατῷ θέσεων διαθεσίμων. Ὅθεν τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ἀνέρχεται εἰς 17,379,000· ἴσως ὁ συνηγορήσας ὑπὲρ τῶν λεχθέντων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ κατατάξῃ εἰς τὰ συνήθη λογιστικὰ λάθη, ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τὸ λάθος ἐγένετο, ὅπως διευκολύνῃ τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ παρουσιάσῃ πλεόνασμα ἀνύπαρκτον. Ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζηται παρὰ τῆς Βουλῆς, ψηφίζονται καὶ τὰ φύλλα λεπτομερείας τῶν 22 κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, συνεπῶς γενῶνται δικαιώματα νόμιμα τῶν ἐχόντων λαμβάνειν, καὶ ὑποχρεώσεις εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ὡς διατάκτην· κατὰ ἀκολουθίαν ἄλλο τι μυστήριον λαμβάνει χώραν, ὅπως δικαιολογηθῇ ὄχι μόνον τὸ παρουσιαζόμενον πλεόνασμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ψευδοϊσοζυγίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τριῶν ἐτῶν παρουσιάζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ βαρέως φορολογουμένου λαοῦ. Καὶ ἀπόδειξις τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου εἶναι αὐτὸς ὁ ἐνώπιον ἡμῶν ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἰς μὲν τὸν γενικὸν πίνακα εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ ἄθροισμα κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τῶν 22 κεφαλαίων, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 17,131,000 δι’ ἔξοδα ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ δὲ ἄθροισμα τῶν φύλλων λεπτομερείας τῶν ἐξοδευθησομένων ἀναγκαίων χρηματικῶν ποσοτήτων ἀνέρχονται ἀθροιζόμενα εἰς δραχ. 17,229,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 98,000, τὰς ὁποίας ἔχει ἐγγεγραμμένας εἰς τὸ φύλλον λεπτομερείας τοῦ κεφαλαίου 13, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τοῦ γενικοῦ πίνακος, καὶ τοῦτο πρὸς δικαιολόγησιν τῶν 39,000 δραχμῶν, ἃς φέρει ὡς πλεόνασμα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ γενικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1889· ἄλλως ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ ἔφερεν ἔλλειμμα περίπου 300,000 δραχμῶν. Ὡσαύτως πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ καὶ τὰ χρήματα, τὰ μὴ εἰσέτι ἐπιστραφέντα, συνῳδὰ τῷ ἄρθρῳ 130 τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμου, καὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὰ ἐπέστρεφεν ἅμα τῇ προσκλήσει τῶν κληθέντων πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, ἐκτὸς τῶν ὅσων δὲν ἐπεστράφησαν εἰς ὅσους κατέβαλον πρὸς ἀπαλλαγήν των παρὰ τῶν ἐκτάκτων στρατολογικῶν συμβουλίων, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 150,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 248,000, ποσὸν ὀλιγώτερον τῶν ζητηθέντων καὶ ἀναγραφομένων σκοπίμως ἐν τῷ γενικῷ πίνακι, διότι τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δρ. 17,379,000. Καὶ ταῦτα πάντα χάριν τοῦ ἀνυπάρκτου ἰσοζυγίου. Ἐκ πάντων τῶν ἐκτεθέντων ἐξάγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ ἐν τῷ γενικῷ πίνακι ποσὸν χρηματικὸν ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικοῦ, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ὀρθότητος τοῦ σημειουμένου πλεονάσματος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν 39,000 δραχμῶν. Ἡ ἀλήθεια μαρτυρεῖται ἐκ τῆς παραβολῆς τοῦ ἀθροίσματος τῶν μερικῶν ἀθροισμάτων τῶν φύλλων λεπτομερείας πρὸς τὸ ἄθροισμα, τὸ ἐν τῷ γενικῷ πίνακι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγραφὲν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν περὶ συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ ἀναγκαίαν δαπάνην, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ μὴ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ δαπάνη τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, ἀλλὰ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, κατὰ τὸ νέον λογιστικὸν σύστημα αὐτῆς, πρὸς κάλυψιν τῆς δυνατῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκωνται τοιαῦται οὐσιώδεις ἐλλείψεις, πόσαι ἄρα οὕτω θὰ κρύπτωνται ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους; Τὴν μικρὰν ταύτην μελέτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὁδηγηθῇ εἰς τὴν ἑαυτῆς μελέτην, καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἡμετέρους συναδέλφους, τοὺς ἔχοντας γνώσεις λογιστικάς. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ ἰθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ ἦτο ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὡς ἔδει, καὶ ὑπέβαλλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔγγραφα λογιστικὰ ἡμαρτημένα καὶ ἐσφαλμένον Προϋπολογισμὸν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἡ στρατιωτικὴ αὐτοῦ τιμὴ δὲν ἤθελε τῷ ἐπιτρέψει τὴν τοιαύτην πρὸς τὴν Βουλὴν συμπεριφοράν του, ἥτις ἤθελε τὸν θέσει εἰς τὴν πρέπουσαν αὐτῷ θέσιν, διότι ἐτόλμησε νὰ παρουσιάσῃ τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ ἔγγραφα, ὡς σήμερον τοῦτο γίγνεται, ὅπως διαβουκολήσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἀποπλανῶν αὐτοὺς ἐκ τῆς ὀρθότητος καὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Πρὸς δὲ ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, διατελῶν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἶπεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὅτι οὐδεμίαν ἀναφορὰν ἔλαβεν ἐκ τῶν κληθέντων νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ὁ κληρωτὸς, ἅμα τῇ κατατάξει αὐτοῦ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Δημοσίου, καὶ οὗτος, στρατιώτης ὤν, ὤφειλε νὰ ἀναφέρῃ καὶ ζητήσῃ τὸ παρ’ αὐτοῦ πληρωθὲν ὡς ἀντισήκωμα χρηματικὸν ποσὸν ἱεραρχικῶς, διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις νὰ ἀποδίδῃ τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς του, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν διέταξεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἐπιστροφὴν τῶν παρὰ τῶν διαθεσίμων πληρωθέντων χρηματικῶν ποσῶν συμφώνως μὲ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Κύριοι, τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι τὸ μόνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ δέον ἀπ’ αὐτοῦ νὰ λέγηται καὶ ἐξέρχηται ἡ ἀλήθεια ἀνεπιφυλάκτως. Βουλευόμενοι συνάδελφοι ἐπὶ ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς γῆς, μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δέον νὰ προστατεύωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, χάριν τῶν ὁποίων τὸ πάλαι ἐκηρύσσοντο οἱ ἐνδοξότεροι πόλεμοι, κατεπολεμήθη ἡ βάρβαρος Ἀσία καὶ ἐξηπλώθη ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία ὁμοῦ μὲ τὰς λαμπρὰς καὶ ὑψηλὰς ἰδέας της εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀναπτυχθῶμεν ἠθικοπολιτικῶς καὶ τὸ Ἔθνος νὰ χωρήσῃ πρὸς τὰ πρόσω, ὀφείλομεν πάντες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ λέγωμεν τὰ ἀληθῆ καὶ οὐχὶ σοφιστείας χάριν τῆς ἐξουσίας καὶ μόνης.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καθιέρωσαν τὴν συνήθειαν, τοῦ νὰ γίνηται οἰκονομικὴ συζήτησις ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ τοὺς παρακολουθήσωμεν. Καὶ δὲν εἶναι μὲν κανονικὸν νὰ ἐπιλαμβάνηται ἡ Βουλὴ τῆς τοιαύτης συζητήσεως, πρὶν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθῇ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ φλογερώτερον τῶν ζητημάτων, τῶν ἀπασχολούντων τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ ὁ λαὸς εἶναι ἀνυπόμονος, ὄχι μόνον νὰ μάθῃ, ὁποῖα ἀποτελέσματα, φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπέτυχεν, ἀλλὰ συγχρόνως ν’ ἀκούσῃ καὶ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ πόσον τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα θεωρεῖ πραγματικὰ καὶ ἀναμφισβήτητα. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον δὲν μέμφομαι τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅστις ἤνοιξε τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ πρέπον ἔκρινα καὶ νὰ τὸν μιμηθῶ. Ἄλλως τε παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρὸς τὸ παρὸν οὐδεμία ἐργασία ὥριμος πρὸς συζήτησιν, καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ συζήτησις αὕτη, ἴσως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις της. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀντὶ νὰ μένωμεν ἀργοὶ, προτιμότερον εἶναι ν’ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, βλέπων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπισπεύδῃ τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως, καὶ νὰ πιέζῃ πρὸς τοῦτο τὴν Βουλήν. Τὸν συμβουλεύω νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην, καὶ ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν εἰδοποιῶ, ὅτι δὲν θὰ τῷ ἐπιτραπῆ νὰ πιέσῃ διὰ τοιούτων μέσων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς ἔπραξεν ἄλλοτε. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προαγγελθέντων νομοθετημάτων, διότι καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνος θέλουσι συζητηθῆ, ὅταν ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θέλω περιορισθῆ νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον ἔχονται ἀληθείας αἱ διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραστήσας, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 οὐδὲν κατέλιπεν ἔλλειμμα, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν φορολογία δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, καὶ ὅτι ἄλλοι, καὶ οὐχὶ αὐτὸς, εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς χώρας εὑρίσκονται σήμερον. Οἱ ὑποβληθέντες εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες παριστῶσιν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἤρκεσαν νὰ καλύψωσι πάντα τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ἀφῆκαν δὲ καὶ μικρὸν περίσσευμα. Τοῦτο ἀνήγγειλε μετὰ στόμφου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ καυχώμενος σᾶς εἶπεν: «ἰδοὺ τέλος πάντων πραγματοποιούμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους διεβεβαίουν, οἱ δὲ ἀντιπολιτευόμενοι πλανώμενοι ἠμφισβήτουν». Ἀλλὰ μετὰ τὸ εὐφρόσυνον τοῦτο ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐφαίδρυνε τὰ πρόσωπα πάντων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, πιεζόμενος ἐκ τῶν πραγμάτων, ἠναγκάσθη εὐθὺς ἀμέσως νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 ἐχρειάσθη ἀκόμη καὶ τὸ ποσὸν 5,000,000 διὰ τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων. Ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, πρὸς ἐξοικονόμησιν δ’ αὐτῆς ἐψηφίσθη τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 15% ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων ἐσόδων. Ἀλλ’ οὔτε τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οὔτε τὰ πρόσθετα τέλη, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, ἤρκεσαν, ὅπως πληρωθῇ καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, δὲν περιελήφθη δὲ εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν, διότι τὰ τοκομερίδια ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν ἤρκεσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ νὰ πληρωθῶσιν ὅλα ἐν γένει τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ διατεθῇ πρὸς τοῦτο καὶ μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἀρκεῖ νὰ μὴ μᾶς ἀφήσῃ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000. Ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη θέλει κατορθώσει, ὥστε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ ἦναι ἰσότιμα μὲ τὸν χρυσὸν, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅπως μὴ καταλογίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887· διότι πρῶτον δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι νὰ ἀναβιβάζωσι καὶ καταβιβάζωσι τὰ Ὑπουργεῖα, ἢ καὶ αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις τοῦ κ. Τρικούπη, θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς αὐτὸν νὰ διατηρήσῃ τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον· δεύτερον, διότι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον καὶ ἡ πρόῤῥησις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ, ὅπως δὲν ἐπραγματοποιήθησαν καὶ πολλαὶ ἄλλαι, ἵνα μὴ εἴπω ὅλαι, ὅσας μέχρι τοῦδε ἔκαμε, καὶ τρίτον, διότι, ὅταν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καταστῶσιν ἰσότιμα μὲ τὸν χρυσὸν, θὰ ἐκλίπῃ ἀπὸ τὰ ἔσοδα τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 15%, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάσῃ ἄλλο κενόν. Διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000 εἶναι ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα, τὸ ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ ἀπεκάλεσεν ἔλλειμμα ἠθικόν· δύναται νὰ τὸ ὀνομάζῃ ἠθικὸν, ἢ καὶ πνευματικὸν, ἢ καὶ ὅπως ἄλλως θέλει· τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶναι ἔλλειμμα πραγματικὸν, ἐπιβαρύνον τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ φίλος μου κ. Σιμόπουλος, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἔλλειμμα, δέν μοι φαίνεται σπουδαῖον. Ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένητε καταλογίζοντες εἰς τὰ ἔξοδα τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὥστε νὰ ἐγγραφῇ καὶ εἰς τὰ ἔσοδα ἴσον ποσὸν διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ χρυσοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, οὕτω δὲ θὰ ἔχητε καὶ πάλιν ἰσοζύγιον. Τὰ ἰσοζύγια δὲν κατασκευάζονται διὰ τῶν ἐγγραφῶν, ἀλλὰ προκύπτουσιν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ βεβαιοῦνται διὰ τῆς ἐξισώσεως τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα. Θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ κ. Σιμόπουλος κατέφυγεν εἰς τοιοῦτον ἐπιχείρημα, τοῦ ὁποίου διὰ νὰ ἐννοήσητε ἔτι μᾶλλον τὴν ἀξίαν, ὑποθέσατε, ὅτι ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, συνιστάμενον εἰς 100 περίπου ἑκατομμύρια, εἰσήγετο εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς χρυσὸν, καὶ μετατρεπόμενον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἄφινε κέρδος 25,000,000 ἢ 26,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε βεβαίως ἐγγραφῇ εἰς τὰ ἔσοδα· ἀλλὰ τίς σπουδαιολογῶν ἤθελεν ἕνεκα τούτου παραδεχθῇ, ὅτι, ἐπειδὴ προσετέθησαν ἐκ τοιαύτης περιστάσεως εἰς τὰ ἔσοδα 25,000,000, ἔχομεν περίσσευμα, καὶ περίσσευμα σπουδαῖον; Διὰ τὸν ἴδιον λόγον πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι εἰς τὸ ἔλλειμμα πρέπει νὰ καταλογισθῶσι καὶ 600,000 ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων λόγῳ ἀνταλλαγῆς νομισμάτων εἰσαχθέντων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καθόσον, ἐξαιρέσει μικρᾶς τινος ποσότητος, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ προξενικὰ τέλη, τὰ λοιπὰ προέρχονται ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000. Δίκαιον εἶναι ἐπίσης, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος καὶ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Βαλσαμάκης, νὰ καταλογίσητε εἰς τὸ ἔλλειμμα καὶ 2,500,000, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν ὑλικοῦ, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ᾠκονομήθησαν ὡς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ προϋπάρχοντος εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀποθήκας τοιούτου, διότι τὰ ποσὰ ταῦτα ἀνακουφίζουσι μὲν τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, δὲν εἶναι ὅμως πραγματικὰ αὐτῆς ἔσοδα, καὶ ὁ θέλων νὰ ἦναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὀφείλει νὰ μὴ τὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει. Ἐκ δὲ τῆς δαπάνης, τῆς γενομένης διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, ὀφείλετε νὰ περιλάβητε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1887 τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐδαπανήθη κατὰ τὸ 1887 καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 700,000 περίπου, διότι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἔκτακτος, ἐπεκράτησε ν’ ἀναγράφωνται αἱ τοιαῦται δαπάναι, ὁσάκις δὲν ἦναι μεγάλαι, εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐφαντάσθη νὰ μὴ τὰς καταλογίσῃ καὶ νὰ τὰς μεταφέρῃ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης ἐζήτησε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα καὶ 3 ἄλλα ἑκατομμύρια διά τινας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι, εἰκάζει, ὅτι δὲν ἐμπεριλαμβάνονται εἰς τὰ ἔξοδα, διότι ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος ἠμφισβήτησε τοῦτο, ὤφειλεν ὅμως, ἀφοῦ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὸν Ἀπολογισμόν· ἐνόσῳ δὲ δὲν παρουσιάζει τοιαῦτα, οὐδένα ἔχω λόγον νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο δυνατὸν νὰ πλανηθῇ. Ἐῤῥήθη προσέτι, ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν ἢ δὲν ἐτακτοποιήθη ἡ πληρωμὴ καί τινων ἄλλων ἐξόδων τοῦ 1887· ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ὁ κ. Σιμόπουλος παρετήρησεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πίστιν εἰς τοὺς παρουσιαζομένους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πίνακας, καὶ ἐὰν ἀμφιβάλλωμεν, πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἀρχείων. Ἀλλὰ, νομίζω, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἀρχείων, διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐσημειώθησαν ἐν τῷ ὑποβληθέντι πίνακι ἀκριβῶς, διότι περιορίζονται διὰ τὸ 1887 εἰς 4,000,000, ἐνῷ κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸν ἐσχάτως διανεμηθέντα, ἀνέρχονται διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἰς δραχμὰς 4,400,000. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸ 1886 τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας ἀνέβησαν εἰς 4,400,000, δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ 1887, ὅτε ηὔξησεν ἡ φορολογία, καὶ αἱ εἰσπράξεις νὰ ἦναι ὀλιγώτεραι. Ἄλλως τε παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 σημειοῦνται, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας, 5,700,000, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1889 τοσαύτη διαφορὰ, ἀφοῦ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογικῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη καὶ ὁ τοῦ 1887· δυνάμεθα μόνον ν’ ἀφαιρέσωμεν 200,000, ἢ 300,000 τὸ πολὺ, διὰ τὰ καθυστερήματα, καθόσον τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας προέρχεται ἀπὸ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων προκύπτει, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1887 καταλείπει ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα οὐχὶ μικρὸν, ὅλως δὲ ἄκαιροι ἦσαν αἱ καυχησιολογίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ οἱ παιᾶνες, τοὺς ὁποίους ἐτόνισαν ἐπὶ τούτῳ οἱ φίλοι του. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἀντὶ νὰ μεμφθῇ τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι κατεσκεύασαν ἰδανικὸν ἔλλειμμα, ὤφειλε μᾶλλον, ὡς εἰδικὸς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπί τινων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐλαφρύνουσι μὲν τὴν κατάστασιν τοῦ 1887, ἀλλ’ εἶναι ὅλως τυχαῖα καὶ παροδικά. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐκ προσθέτων τελῶν, ἕνεκα ὑπερημέρου πληρωμῆς, εἰσπραχθέντα, ἐκ δρ. 500,000, καὶ τὸ ἔσοδον τῶν 800,000 δραχμῶν, τὸ εἰσπραχθὲν ἀπὸ τοὺς στρατευσίμους, τοῦ ὁποίου, ὡς ἠκούσατε χθὲς, τὸ μεγαλείτερον μέρος κακῶς εἰσεπράχθη καὶ πρόκειται νὰ ἐπιστραφῇ. Ὤφειλεν ἀκόμη νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887 ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἀναβαίνοντα εἰς 3,600,000, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττωνται πάντοτε, καθόσον συνήθως μόλις τὸ ἥμισυ τῆς ποσότητος εἰσπράττεται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ὥστε ὄχι μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀφῆκεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἑπομένας χρήσεις δὲν ἔχομεν λόγον νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι θέλουσι καταλήξει εἰς ἀνώτερα ἀποτελέσματα. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα ἡ χρῆσις τοῦ 1887, ἀφοῦ αἱ προβλέψεις, ἐφ’ ὧν ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ὑπολογισμούς του περὶ τῶν ἐσόδων, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ὁ μόνος ἴσως πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν παραδέχεται τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ σοφία τῶν αἰώνων καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ αὔξησις τῶν φόρων δὲν ἐπιφέρει καὶ ἀνάλογον αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι, ἐὰν αὐξηθῇ φόρος τις κατὰ 20% π. χ., θέλει ἐπέλθει ὁμοία αὔξησις καὶ εἰς τὰ ἔσοδα, μηδόλως παραδεχόμενος, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας περιορίζει ἔν τινι μέτρῳ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν, αὐξάνει δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὰς καταχρήσεις καὶ τὰ λαθρεμπόρια. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπέτυχε πάντοτε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του. Αἱ χρήσεις τοῦ 1883 καὶ 1884, τῶν ὁποίων τοὺς Προϋπολογισμοὺς, μετὰ σπουδαίαν τῆς φορολογίας ἐπαύξησιν, ἐπαρουσίαζε μὲ περίσσευμα, κατέληξαν εἰς κολοσσιαῖα ἐλλείματα· τὰ αὐτὰ δὲ συνέβησαν καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγει πᾶσαν εὐθύνην, διατεινόμενος, ὅτι ἡ κατηραμένη ἐκείνη ἑβδόμη Ἀπριλίου τὸν κατέῤῥιψεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Οἱ ἀμερολήπτως ὅμως κρίνοντες τὰ καθ’ ἡμᾶς δὲν δύνανται νὰ τὸν θεωρήσωσι καὶ διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν χρήσεων ἐκείνων ἐντελῶς ἀνεύθυνον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἀνέρχεται εἰς 62,000,000· ἐκ τούτων τὰ 28 εἶναι ἔλλειμμα τακτικὸν καὶ τὰ 34 ἔκτακτον· τὸ τακτικὸν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ κ. Τρικούπης, ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης, ἐλθὼν κατὰ τὸ μέσον τοῦ ἔτους, δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτὸν σπουδαίας μεταβολάς. Ἠλάττωσεν ἔσοδά τινα, ἀλλὰ προσέθηκεν ἄλλα, ὥστε οὐδὲν ἀφῃρέθη. Ἔλειψε μόνον, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ φόρος τῶν φουρκάδων καὶ καυσοξύλων, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι ἤθελεν ἐπιμείνει μέχρι τέλους ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, καθόσον βλέπω, ὅτι, ἐπανελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ συντάξας ἔκτοτε τρεῖς Προϋπολογισμούς, δὲν ἐνεθυμήθη καὶ τὸν φόρον ἐκεῖνον. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι, ἂν ἔμενεν αὐτὸς καὶ ἐφήρμοζε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἤθελε καταλήξει εἰς μᾶλλον εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Διὰ νὰ ἀξιοῖ τοῦτο, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχει ἀνωτέραν διαχειριστικὴν ἱκανότητα ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐβεβαιώθη. Τὸ ἔκτακτον δὲ ἔλλειμμα, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 34,000,000, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠσπάσθη. Ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ὑπεστήριζε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις, ἀρχηγὸς μάλιστα κόμματος ὤν, ἠδύνατο ἴσως, ἐὰν εἶχεν ἐναντίαν ἰδέαν καὶ ἔλεγεν ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, νὰ τὴν ἀναχαιτίσῃ. Ὥστε δὲν δύναται νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀνεύθυνον διὰ τὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν δὲ ἦναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐῤῥυμουλκήθη, ὅπως πολλάκις ἐῤῥήθη, εἶναι μᾶλλον ὑπεύθυνοι οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην, διότι καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπεκίνουν διαδηλώσεις, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη ὁ διευθύνων τὸ κόμμα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐδεξιώθη καὶ κατησπάσατο τὸ κύριον Δηλιγιάννην, ὅτε κατήρχετο τοῦ βήματος, μετὰ τὴν διακήρυξιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην δὲν μετήρχοντο τότε πολιτικὴν πατριωτικήν, ἀλλὰ πολιτικὴν τῆς ἐνέδρας, (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν) ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὰ κατάληψιν τῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ κατώρθωσαν μὲν νὰ καταλάβωσι τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι θυσίαι τοῦ Ἔθνους κατέληξαν εἰς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Κούτρας, τὸ ὁποῖον ἐφρόντισαν μετὰ ταῦτα νὰ ἐνταφιάσουν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Βʹ Στρατοδικείου διὰ τῆς πανηγυρικῆς ἀθωώσεως τῶν ἐνόχων (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐν τούτοις πᾶσαι αὗται αἱ οἰκονομικαὶ ἀποτυχίαι, αἱ ἐπελθοῦσαι ἕνεκα τῶν κακῶν ὑπολογισμῶν, δὲν ἴσχυσαν νὰ πείσωσι τὸν κ. Τρικούπην, ὅπως μὴ στηρίζηται ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, καὶ νὰ ἦναι μετριώτερος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν μέθοδον· εἶδεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην, πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα κατὰ 22 ἑκατομμύρια· ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ τὰ φορολογούμενα ἀντικείμενα, καὶ ἐπέβαλεν εἰς ἕκαστον τόσον ποσοστὸν, ὅσον ἐνόμιζεν, ὅτι ἤθελεν ἀρκέσει, κατὰ τὴν κρίσιν του, νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὰ ἔσοδα τὴν αὔξησιν, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὅπως κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἀπέτυχεν, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀποτύχῃ καὶ κατὰ τὸ 1887· ἐκ τῆς λεπτομεροῦς ἀναπτύξεως, ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐμάθετε, ὅτι οὐδεὶς τῶν φόρων ἔδωκε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐσημειώθη· καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, καὶ ἀπὸ τὸ χαρτόσημον, καὶ ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα, ἐβεβαιώθησαν ποσὰ κατώτερα τῶν προϋπολογισθέντων· μόνον ἐκ τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐβεβαιώθησαν, ἢ πρόκειται νὰ βεβαιωθῶσι, διότι ἀκόμη δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ποσὰ ἴσα, ἢ κατά τι ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Ἀλλὰ γνωρίζετε μὲ ποίαν ἔνοχον ἀπροσεξίαν συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι τῶν δύο τούτων φόρων· εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐνεγράφησαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἐπάγγελμα μετέρχονται, ἄλλοι δὲ ἐνεγράφησαν δὶς καὶ τρὶς, καὶ ἄλλοι, διότι συνέβη νὰ πωλοῦν φιάλας τινὰς οἴνου ἢ οἰνοπνεύματος, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς οἰνοπῶλαι καὶ πνευματοπῶλαι, καὶ ἐχρεώθησαν καὶ μὲ δεύτερον φόρον, πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεγράφησαν διὰ τὸ κύριον ἐπάγγελμά των. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εὐκατάστατός τις κτηματίας τῶν Πατρῶν, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, μοὶ διηγεῖτο, ὅτι ἐπροσωποκρατήθη καὶ ἤχθη ἐνώπιον τοῦ ταμίου, διὰ νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπιτηδεύματος ὡς παπουτσῆς (γέλως)· ὁ ταμίας ἐγνώριζε τὸν ἄνθρωπον καὶ ἤξευρεν, ὅτι δὲν εἶναι παπουτσῆς, ἀλλὰ μὲ πολλὴν δυσκολίαν συγκατετέθη νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον, μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ τὸν ὁμώνυμόν του παπουτσῆν, διότι ἄλλως θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ὅστις συνέβη νὰ ἦναι γεγραμμένος ἐπ’ ὀνόματί του. Ἐγὼ αὐτὸς εἶδον πτωχὸν παντοπώλην, ὅστις, ἀφοῦ ἐπλήρωσε τὸν κεκανονισμένον φόρον ἐπιτηδεύματος, συνιστάμενον εἰς 20 δραχμὰς, συνελήφθη καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ 80 ἔτι δραχμὰς διὰ πρόσθετον φόρον, ὡς οἰνοπνευματοπώλης, διότι συνέβη νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὸ παντοπωλεῖόν του καὶ ὀλίγαι φιάλαι οἰνοπνεύματος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, καθὼς ἠξεύρετε, κάμνουν εἰς ὅλα τὰ μικρὰ μέρη οἱ μικροὶ παντοπῶλαι. Περὶ δὲ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κρίνω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι πάντες γνωρίζετε ὑπὸ ποῖον ταμιευτικὸν πνεῦμα συνετάχθησαν καὶ ἐξεδικάσθησαν οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν δύο τούτων φόρων, πάντες οἱ ἄλλοι ἔδωκαν ἀποτελέσματα κατώτερα τῶν σημειωθέντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 94,600,000 δραχμὰς, ἐβεβαιώθησαν μόνον 88,000,000, τουτέστιν ὀλιγώτερα κατὰ 6,600,000. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ταῦτα ποσά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ συντάξας τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκ τυχαίων περιστάσεων εἰσεπράχθησαν, ὅπως εἶναι τὸ ἔσοδον ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, τὸ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὰ πρόσθετα τέλη τῶν καθυστερούντων, τὸ ἔσοδον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων καὶ τὰ τοιαῦτα, τότε ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων ἀνέρχεται εἰς 9,000,000. Ἄξιον δὲ παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι καὶ ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἔμειναν καθυστεροῦντα, ἀναβαίνοντα εἰς ποσὸν 7,300,000, ἴσον περίπου μὲ τὸ καθυστέρημα τῶν προηγουμένων χρήσεων· ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐλειτούργησεν ὁ νέος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει βαρείας ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ βαρείας ποινὰς εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ μένουν καθυστεροῦντα. Ἐν τούτοις βλέπετε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἰς οὐδὲν ὠφέλησε, συνετέλεσε μόνον εἰς τὸ νὰ ὑποχρεωθῶσι πτωχοί τινες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσιν ἐγκαίρως τὰς ὀφειλάς των, νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ πρόσθετον τέλος. Τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων πρὸς τὸ σύνολον τῶν βεβαιωθέντων ἀναλογεῖ πρὸς 8%, ἀλλ’ ἡ ἀναλογία ἀναβαίνει εἰς 22%, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων καταβάλλονται ἅμα τῇ βεβαιώσει, τὰ δὲ διὰ καταδιώξεως εἰσπρακτέα μόλις ἀνέρχονται εἰς 34 ἑκατομμύρια. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις, διότι, καθὼς γνωρίζετε, τὰ καθυστεροῦντα προέρχονται κυρίως ἀπὸ τρεῖς αἰτίας: πρῶτον, ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην βεβαίωσιν τῶν φόρων, δεύτερον, ἀπὸ τὴν ἀδυναμίαν τῶν φορολογουμένων εἰς τὸ νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, καὶ τρίτον, ἀπὸ τὴν δυστροπίαν προσώπων τινῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται μὲν νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ δὲν πληρόνουσι, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀναγκασθῆ εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἡ καθυστέρησις τῶν 7,300,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ χρῆσις τοῦ 1887, προέρχεται κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ ἐσφαλμένην βεβαίωσιν, δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Ἐὰν προέρχηται ἐξ ἀδυναμίας τῶν φορολογουμένων νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των, ἀποτελεῖ σύμπτωμα λίαν ὀδυνηρὸν, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ Κράτος ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλοντες κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ πληρώσωσι φόρους, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξωσιν. Ἐὰν δὲ πάλιν προέρχηται ἕνεκα δυστροπίας ὀφειλετῶν, δυναμένων νὰ πληρώσωσι, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ καταδίωξις δὲν ἐνεργεῖται μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἀμεροληψίαν, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαναγκάζονται πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ προσεχῶς τὴν Βουλὴν, ποῖα τὰ αἴτια τῆς καθυστερήσεως τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ, καὶ ἐὰν προέρχηται ἐκ δυστροπίας τῶν ὀφειλετῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῶν ὀργάνων ἐκείνων τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα παραμελοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἀνεκτὸν, ἄλλοι μὲν νὰ πληρόνουν, ἄλλοι δὲ νὰ μὴ πληρόνουν, ἕνεκα δὲ τῶν τελευταίων νὰ ἀναγκάζηται ἡ Πολιτεία νὰ αὐξάνῃ τοὺς φόρους καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πληρόνουσι. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ χρῆσις αὕτη παρουσιάζει. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο ἄλλων θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδιέτριψε πολὺ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ συνήγορος τοῦ Ὑπουργείου κ. Σιμόπουλος, τουτέστιν εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία ἦναι ἀνάλογος μὲ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου καὶ δὲν ἐπιφέρῃ καταπόνησιν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἄλλοι, καὶ ὄχι ὁ κ. Τρικούπης, ἦναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηνάλωσε πολλοὺς λόγους καὶ πλειοτέραν εὐγλωττίαν, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τῶν δύο τούτων ἀντικειμένων, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ ἐπιμείνῃ πολὺ εἰς ἀμφότερα. Διὰ τοῦ πρώτου σᾶς ὑποδεικνύει ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν τὸν ἐγκατέλιπεν ἀκόμη ἡ διάθεσις πρὸς αὔξησιν τῆς φορολογίας, καὶ ὅτι σκοπεύει νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἄλλους φόρους, ἔχομεν δὲ ἀπὸ τοῦδε μικρὰν περὶ τούτου ἀπόδειξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διοδίων, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλληται φόρος ἀνάλογος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἀπὸ τὰς κατασκευασθείσας ὁδοὺς, ζητεῖται νὰ φορολογηθοῦν τὰ πρόβατα καὶ αἱ αἶγες, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ὀρεσίβιοι ποιμένες, ὡς καὶ οἱ ἀγωγιάται τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουν ἁμαξιταὶ ὁδοί. Θέλει λοιπὸν νὰ προλειάνῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ ἔδαφος, παριστάνων εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ τόπου δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὴ αὐξήσεως, μὲ τοῦτο δὲ νὰ σᾶς καταστήσῃ προθύμους εἰς τὸ νὰ δεχθῆτε πᾶσαν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε προτείνει. Διὰ τοῦ δευτέρου ἐννοεῖ νὰ σᾶς καταστήσῃ προσεκτικοὺς, ὅπως ἐξακολουθῆτε νὰ τὸν διατηρῆτε εἰς τὴν ἐξουσίαν. «Προσέξατε, σᾶς λέγει, μὴ γελασθῆτε καὶ ἀναβιβάσητε ἄλλον τινὰ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν, διότι οἱ ἄλλοι ἔφεραν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ προσπαθῶ νὰ τὰ ἐξαγάγω, ἐργαζόμενος ὡς ἄλλος ἱερομάρτυς καὶ καταβάλλων πολλοὺς κόπους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κινδυνεύω νὰ χάσω τὴν ὑγείαν μου (ἱλαρότης). Ἐπειδὴ δὲ ὁ βίος τῆς Βουλῆς εἶναι βραχὺς, καὶ ἐπειδὴ διαβλέπω συμπτώματά τινα, τὰ ὁποῖα μὲ κάμνουσι νὰ ὑποπτεύω, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πάθω καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ὅ,τι ἔπαθα κατὰ τὸ 1885, σᾶς παρακαλῶ νὰ σπεύσητε νὰ ψηφίσητε ἀκόμη νομοσχέδιά τινα, δι’ ὧν θέλω δυνηθῆ, καὶ ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξασφαλίσω μεγαλειτέραν μάλιστα πλειοψηφίαν. Ἐψηφίσατε μέχρι τοῦδε πολλοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐμὲ μὲν παρέχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ διορίζω ἀπειρίαν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, εἰς τὰ ὄργανά μου δὲ ταῦτα δίδουν τὸ μέσον νὰ παρενοχλῶσι καὶ νὰ πιέζωσι διαφοροτρόπως τοὺς ἀντιφρονοῦντας· ἐψηφίσατε τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς πολιτευομένους νὰ χάσουν τὰ νερά των καὶ νὰ μὴ ἠξεύρουν ποῦ εὑρίσκονται (γέλωτες)· ἐψηφίσατε τὸν περὶ Ὑποταμιῶν νόμον, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῶ ἀπὸ τοὺς Δημάρχους τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν, καὶ νὰ τοὺς παρακωλύω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, ὁ νόμος δὲ οὗτος ἐχρησίμευσε παραπολὺ, διότι εἴδετε, ὅτι, ὁσάκις ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ἐγένοντο ἐκλογαὶ Βουλευτῶν, πολλοὶ τῶν ἀντιφρονούντων Δημάρχων προσῆλθον εἰς τὴν κυβερνητικὴν φάλαγγα. Ἐσφετερίσθην αὐθαιρέτως τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ μὲν κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἶχον συντάξει οἱ σχολαστικοὶ ἐκεῖνοι προκάτοχοι, ἔπρεπε νὰ διατίθηνται διὰ πράξεων τῶν Ἐπαρχιακῶν καὶ Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου καὶ τὰ διαθέτω κατὰ τὸ δοκοῦν, εἰς ὅποιον δῆμον θέλω καὶ εἰς ὅποιον ἔργον ἐγκρίνω, ἄνευ δὲ τῆς ἀδείας μου οὔτε τὸ παραμικρὸν ἔργον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς οὐδένα δῆμον· καθόσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰ μεγάλα κεφάλαια τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, εἴδετε, ὅτι δὲν ἔχω πλέον ἀνάγκην νὰ παρουσιάζωμαι ἑκάστοτε ἐνώπιόν σας, ἵνα σᾶς ἀναγγέλλω τί ποσὸν δύναμαι κατ’ ἔτος νὰ διαθέσω, καὶ νὰ ζητῶ τὴν ἔγκρισίν σας διὰ τὰς ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κατασκευασθῶσιν· ἐγὼ ἀντιπαρῆλθον καὶ πρὸ τῆς δυσκολίας ταύτης, προκαλέσας Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχαρακτήρισα ὡς κατὰ προτίμησιν κατασκευαστέας 72 ὁδοὺς, ἔκλεισα εἰς τὸ γραφεῖόν μου τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καὶ διατάττω νὰ γίνωνται κατὰ προτίμησιν ὅσαι συμφέρουσιν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς φίλους μου, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι παρημέλησα τὴν ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Λαμίαν, καὶ προὐτίμησα τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τῆς Χαλκίδος εἰς τὸ Ξηροχώριον, παρημέλησα τὰς ὁδοὺς τῶν νομῶν Ἀχαΐας καὶ Μεσσηνίας, καὶ προὐτίμησα νὰ κατασκευάσω ὁδὸν ἀπὸ τὴν Βιτρυνίτσαν εἰς τὸ Λοιδωρίκι, καὶ ἄλλην ὁδὸν, ἄγουσαν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὰς Θήβας, διὰ τοῦ χωρίου Βίλλα, εἰς δὲ τὴν Τριφυλλίαν ὄχι μόνον δὲν ἔκαμα ὁδοὺς, ἀλλὰ δὲν ἐπέτρεψα νὰ ἀποπερατωθῇ οὐδὲ ἡ γέφυρα ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κυπαρισσίας, ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1881, ἀδιαφορῶν, ἐὰν κατ’ ἔτος εἰς τὸν ποταμὸν ἐκεῖνον πνίγωνται πολλοὶ ἄνθρωποι, καὶ τοῦτο, διότι οἱ Τριφύλλιοι εἶναι σκληροτράχηλοι καὶ ἀποστέλλουν εἰς τὸ Βουλευτήριον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διὰ προγράμματος ὑπόσχονται νὰ πολεμήσωσι τὴν πολιτικήν μου. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ὀλίγα (ὁμιλεῖ πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς) ὅσα ἕως τώρα ἐψηφίσατε ὑμεῖς, ἢ ἐσφετερίσθην ἐγὼ, ἀλλὰ, διὰ πλειοτέραν ἀσφάλειαν, καλὸν εἶναι νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ ἄλλα· ψηφίσατε λοιπὸν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσίν μου καὶ τὰ Λιμενικὰ ταμεῖα, πρὸ πάντων δὲ ἐπισπεύσατε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Μετὰ ταῦτα δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι πάντες οἱ πιστοὶ θέλετε ἐπανέλθει εἰς τὸ Βουλευτήριον, οὐδεὶς δὲ τῶν ἀντιπάλων σας θέλει ἀξιωθῆ νὰ συμπαρακαθήσῃ μεθ’ ἡμῶν, φθάνει μόνον νὰ κάθησθε ἥσυχοι (γέλωτες), νὰ μὴ ἔχητε ἀπαιτήσεις, νὰ μὴ ὑποβάλλητε τροπολογίας εἰς τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἕνεκα παραδρομῆς ὑποβάλητέ ποτε τοιαύτας, νὰ τὰς καταψηφίζητε (γέλωτες)· νὰ ῥυθμίσητε δὲ καὶ τὴν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου συμπεριφοράν σας συμφώνως μὲ τὴν ἐντὸς, διότι, ἐνῷ πάντες ἐνταῦθα ἀκούετε εὐλαβῶς καὶ ψηφίζετε εὐπειθῶς τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, μανθάνω, ὅτι τινὲς ἐξ ὑμῶν ἐξερχόμενοι κατακρίνουσι τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, ὡς ὅθεν μὴ ὀρθά. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τῆς μνήμης ὑμῶν, ὅτι ἀπεδείχθην (τὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντοτε) (ἱλαρότης), μέγας συνταγματολόγος τῆς ἐποχῆς, εἰδικὸς σχολιαστὴς καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ ἀνεκάλυψα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπόλυτον προνόμιον τοῦ Στέμματος, δυναμένου νὰ τὸ ἐνασκῇ διὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἤθελε κρίνει ἐν τῇ συνέσει του κατάλληλα πρὸ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς, καὶ πρέπει νὰ δίδηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔτυχε νὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν δὲ ἀνακάλυψιν ταύτην ἔκαμα ἐγὼ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθη ἄλλοτε ἡ ἐξάσκησις τοῦ προνομίου τούτου, χωρὶς νὰ ἦμαι οὔτε πλειοψηφία, οὔτε μειοψηφία, οὔτε κἄν Βουλευτὴς (ἱλαρότης)· ἐκαθήμην παρηγκωνισμένος καὶ ἰδιωτεύων, ἀφοῦ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἧς εἶχεν ἐξεγερθῆ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, καὶ ἔδειξα μάλιστα τοσαύτην αὐταπάρνησιν, ὥστε, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τοὺς ὑποψηφίους αὐτῆς, δὲν ἐξετέθην οὔτε εἰς τὰς ἐκλογάς». Οἱ Βουλευταὶ, Κύριοι, ὀνομάζονται καὶ εἶναι ἀληθῶς πατέρες τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅπως οἱ πατέρες ὀφείλουσι νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς ὑγείας καὶ τῆς εὐεξίας τῶν τέκνων των, καὶ νὰ ἀπομακρύνωσι πάντα παιδαγωγὸν ἢ ἰατρὸν, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις αὐτῶν ὀπισθοδρομεῖ καὶ μαραίνεται, οὕτω καὶ οἱ Βουλευταὶ καθῆκον ἔχουσι νὰ παρακολουθῶσι τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύονται τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, νὰ ἐξετάζωσι μετὰ προσοχῆς τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεών των καὶ νὰ ἀποστρέφωσι τὸ πρόσωπόν των ἀπὸ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ πορεία ἤθελε παραβλάπτει ὁπωσδήποτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο ἔχομεν καθῆκον, καὶ καθῆκον μέγα, πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας, νὰ ἐξετάσωμεν ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν φορολογία ἦναι ἐλαφρὰ καὶ δὲν καταπονῇ τὴν κοινωνίαν. Ἡ φορολογία ἐν Ἑλλάδι ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν πολὺ βαρεῖα, διότι οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ ὁρίζονται συνήθως εἰς τὸ δεκατημόριον αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἀποῤῥοφῶσι τὸ τέταρτον, ἐνίοτε δὲ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματος, οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἀναλογοῦσι πρὸς 15 καὶ 20% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ἐκτὸς τούτου, διὰ τὴν νηπιάζουσαν κατάστασιν τῆς βιομηχανίας ἡμῶν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εἰσάγωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πολλὰ, ἵνα μὴ εἴπω ὅλα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὸν βίον ἡμῶν χειροτεχνήματα, ἐπειδὴ δὲ καὶ ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον βαρὺν, ὑφίσταται νέαν φορολογίαν τὸ μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀμέσων φόρων ἀπομένον εἰς ἡμᾶς ἔσοδον· διὰ τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1862 συνεκροτήθη ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, τὸ πρῶτον μέλημα αὐτῶν ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων, μολονότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνέβαινον εἰς 21 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων 17,000,000 μόνον ἦσαν φόροι, τὰ δὲ ἄλλα προήρχοντο ἀπὸ ἄλλα ἔσοδα· μετὰ τὸ 1862 ἐγένοντο διάφοροι αὐξήσεις τῆς φορολογίας, ἕνεκα πολλῶν λόγων καὶ ἰδίως ἕνεκα τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἦλθεν εἰς τὸ μέσον· ὡς ἐκ τῶν αὐξήσεων δὲ τούτων τὰ ἔσοδα εἶχον φθάσει κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἐν ὅλῳ εἰς 46,000,000, ἐξ ὧν 35 μόνον ἑκατομμύρια ἀπὸ φόρους· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐθεωρεῖτο βαρὺ, καὶ πολλαὶ προτάσεις ἐγένοντο περὶ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις ὑπερέβαινε πάντας τοὺς ἄλλους, ἦτο ὁ ἔντιμος τότε βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης· ἔλεγε τότε, ὅτι δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ βάρος τοσοῦτον ὑπερόγκου φορολογίας, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐξίσωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐκόπτετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ, καὶ ἐλάλει κατὰ τῆς συναλλαγῆς, καὶ περιποιούμενος τοὺς κατοίκους τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἔλεγεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὁ καπνὸς εἰς φορολογίαν, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἦναι φόρος μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ φόρος τοῦ ἅλατος, ὁ ὁποῖος συνίστατο τότε εἰς 10 παλαιὰ λεπτὰ, εἶναι βαρύς. Ἀλλὰ πάντες οὗτοι οἱ καλοὶ λόγοι ἐλησμονήθησαν, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθε κατὰ τὸ ἔτος 1882 εἰς τὴν ἐξουσίαν· φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχε πλέον ἀνάγκην νὰ λέγῃ καὶ νὰ ἐπαγγέλληται ὅσα ἔλεγε τότε, διότι ἦτο περιττὴ ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ τόπου, καὶ ἡ εὔνοια τῶν συμπολιτῶν του· ἀντὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἔχομεν σήμερον τὴν γνώμην τοῦ Τσέστονος καὶ τῶν ἀνταποκριτῶν τῶν ξένων ἐφημερίδων (ἱλαρότης), ἀντὶ δὲ τῆς εὐνοίας, ἡ ὁποία ἐπεδιώκετο τότε διὰ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν φορολογουμένων, ἔχομεν ἤδη τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ διορίζομεν σμήνη ἐπιστατῶν, φυλάκων καὶ ἐργατῶν, μὴ ἐργαζομένων, καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δημοσίων θέσεων, ὅστις μᾶς διευκολύνει νὰ διορίζωμεν ἑκατοντάδας ὑπαλλήλων καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι, συναθροιζόμενοι ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ Κράτους, συνεισφέρουσι καὶ χρήματα καὶ ψήφους πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Διὰ τοῦτο ἀκατάσχετος ἐπεδόθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Εἶναι γνωσταὶ εἰς πάντας ὑμᾶς αἱ αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ φορολογία ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ καταστρώσωμεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σύντομον ἀνακεφαλαίωσιν τῶν αὐξήσεων τούτων, καὶ νὰ ἐκθέσωμεν αὐτὰς ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἀκούει καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας αὐτὸν, ὅτι εἶναι ὁ εὐδαιμονέστερος λαὸς τῆς ὑφηλίου, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λαὸς φορολογεῖται ἐλαφρότερον αὐτοῦ. Ἀκούσατε λοιπὸν, ὁποῖαι αὐξήσεις φορολογίας ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ηὔξησαν ὅλοι οἱ φόροι κατὰ 12%· ἔπειτα διὰ τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1887 προσθήκης ἐγένετο αὔξησις κατὰ 20% ἔτι. Ἐκ τῶν δύο τούτων αὐξήσεων συμβαίνει, ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἐπλήρονε πρὸ τοῦ 1882 100 δραχμὰς παλαιὰς, νὰ πληρόνῃ σήμερον 120 νέας, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσι πρὸς 134 καὶ 40 λεπτὰ, ὅ ἐστὶ ἐκ μόνων τῶν δύο τούτων αὐξήσεων ἐγένετο αὔξησις εἰς τὴν φορολογίαν κατὰ 34 καὶ ½%. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μετεβλήθη ἡ κλίμαξ ἐπὶ τὸ ταμιευτικώτερον, καὶ οἱ γεωργοὶ, οἱ πληρόνοντες ἄλλοτε πέντε δραχμὰς παλαιὰς, πληρόνουσι σήμερον ὀκτὼ νέας δρ. καὶ 40 λεπτὰ, οἱ δὲ πληρόνοντες τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου ἐκ δρ. 15 πληρόνουσι σήμερον 30 νέας δραχμάς. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζῴων ἐγένετο προσθήκη πέντε μὲν λεπτῶν διὰ τὰ μικρὰ, 10 δὲ ἕως 30 διὰ τὰ μεγάλα. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ 5% ἀνεβιβάσθη διὰ τοῦ προοδευτικοῦ συστήματος εἰς 8%, καὶ τῇ προσθήκῃ τῶν 20% ἀνέρχεται διά τινας οἰκοδομὰς εἰς 9 καὶ 60%. Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐγένοντο πολλαὶ προσθῆκαι, ἐδημιουργήθη νέα κλάσις διὰ τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 40 χιλιάδων ψυχῶν, πολλὰ δ’ ἐπαγγέλματα προὐβιβάσθησαν ἀπὸ τῶν κατωτάτων τάξεων εἰς τὰς ἀνωτάτας, ἕνεκα δὲ τῶν μεταβολῶν τούτων ἐπῆλθε καταπληκτικὴ αὔξησις φόρου διά τινας βιομηχάνους. Οὕτω π. χ. ὁ μικρὸς οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ἐπλήρονεν 25 παλαιὰς δραχμὰς, ἐπιβαρύνεται σήμερον μὲ 80 νέας δραχμάς. Ὁ φόρος τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας ἀπέφερεν εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον 600 μέχρις 800 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπεβλήθη ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ προσδιορισθεὶς εἰς 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀποφέρει ἔσοδον τριῶν ἑκατομμυρίων. Εἰς τὸ χαρτόσημον ἐγένοντο διάφοροι αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζετε, τὸ δὲ τελωνειακὸν δασμολόγιον ὑπέστη τοιαύτας ἀλλοιώσεις, ὥστε δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη πολλῶν εἰδῶν ἐδιπλασιάσθησαν. Ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἀπὸ 10 λεπτῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 15· ὁ καπνὸς ὑπεβλήθη εἰς φόρον καταναλώσεως 4 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, ἢ μᾶλλον 7 καὶ 20/00, ἀφότου κατέστη ἀναγκαστικὴ ἡ ἀγορὰ ἀναλόγου ποσότητος σιγαροχάρτου. Τὰ οἰνοπνευματώδη ποτὰ ὑπεβλήθησαν εἰς βαρυτάτην φορολογίαν, καὶ ἡ σχετικὴ νομοθεσία κατέστρεψε τὴν μικρὰν βιομηχανίαν. Διὰ τῆς συστάσεως τῶν μονοπωλίων τῶν πυρείων, τοῦ πετρελαίου καὶ σιγαροχάρτου ὑπερεδιπλασιάσθη ἡ τιμὴ τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ ἔμειναν ἄνευ ἐργασίας πολλοὶ βιομήχανοι. Ἐπεβλήθη πρὸς τούτοις καὶ ὁ στρατιωτικὸς φόρος εἰς τοὺς διαθεσίμους καὶ τοὺς ἀπαλλαττομένους ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τῶν αὐξήσεων τούτων τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1880 ἦσαν 46 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 35 μόνον ἐκ φόρων, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 ἀναβιβάζονται εἰς 96,500,000· ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου τὰ 80 ἑκατομμύρια εἶναι φόροι. Ἡ φορολογία λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1882 ηὔξησε κατὰ 45 ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ ἀφαιρέσητε ἐκ τούτων 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν, ἡ φορολογία τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐπεβαρύνθη κατὰ 40 ἑκατομμύρια, ὅ ἐστὶν ἐν διαστήματι μικροτέρῳ τῶν 10 ἐτῶν οἱ φόροι τοῦ Κράτους ἐδιπλασιάσθησαν! Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ὑπάρχῃ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐν οὕτω βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι τοσοῦτον ῥαγδαία αὔξησις τῆς φορολογίας. Οὐδὲ αὐτὰ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ καταστρεπτικοὺς πολέμους καὶ ἀπὸ μεγάλα δυστυχήματα, ἐτόλμησαν διὰ μιᾶς ν’ αὐξήσωσι τοὺς φόρους των κατὰ τοσοῦτον ποσόν. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν παύουν ἀπὸ τοῦ νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς φορολογίας εἶναι ἐλαφρὸν ἀκόμη, καὶ ὅτι δύνανται οἱ ὦμοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ βαστάσωσιν ἔτι μεγαλείτερον φορτίον. Καὶ ἄλλοτε μὲν ἀναφέρουν, ὅτι οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Ἄγγλοι πληρόνουσι κατὰ κεφαλὴν ποσὰ μεγαλείτερα ἀπὸ τὰ πληρονόμενα ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος, χωρὶς νὰ συλλογίζωνται, ὅτι κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην ἔπρεπε καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Δωρίδος νὰ πληρόνουν ὅσα καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν. Ἄλλοτε δὲ, ὑπολογίζοντες αὐθαιρέτως τὸ εἰσόδημα τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος καὶ παραβάλλοντες τὸ κατὰ τὴν φαντασίαν των ἀναλογοῦν δι’ ἕκαστον ἄτομον μὲ τὸ πραγματικὸν καὶ διὰ στατιστικῶν ἐργασιῶν ἐξηκριβωμένον εἰσόδημα ἄλλων Ἐθνῶν, εὑρίσκουσι τὴν παρ’ ἡμῖν φορολογίαν ἐλαφροτέραν. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ δημόσιοι φόροι ἀναλογοῦσι πρὸς 5% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως ποῖος παραγωγὸς, ποῖος κτηματίας, ἢ ποῖος βιομήχανος δὲν πληρόνει ἄμεσον μὲν φόρον 15 καὶ 20%, ἔμμεσον δὲ, διὰ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκει, ἄλλα τόσα, ἴσως καὶ περισσότερα; Ἐὰν θελήσητε νὰ ἀκριβολογήσητε, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ φορολογία ἀφαιρεῖ πολλάκις ἀπὸ τὸν παραγωγὸν τὸ ⅓, ἴσως δὲ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματός του. Ἀλλὰ, εἴτε βαρεῖα, εἴτε ἐλαφρὰ εἶναι ἡ φορολογία, ἡ κοινωνία, λέγουν, δὲν κατεπονήθη ἐκ ταύτης, καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσωσι περὶ τούτου, προσάγουσι τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων τοῦ 1888, καὶ σᾶς λέγουσιν, ὅτι ἰδού, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐπεβλήθη βαρεῖα, ὡς λέγετε, φορολογία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, μ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμία ἐπῆλθεν ὀπισθοδρόμησις εἰς τὰς εἰσπράξεις. Δὲν τοὺς ἀρκοῦν τόσα σημεῖα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσουν πάντα, ἔχοντα ὀφθαλμοὺς, ὅτι ὅλαι αἱ τάξεις, καὶ πρὸ πάντων οἱ μικροὶ κτηματίαι καὶ βιομήχανοι, εἶναι ὅσον οὐδέποτε καταπεπονημένοι. Δὲν τοὺς κάμνει κἀμμίαν ἐντύπωσιν, ὅτι πολλοὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσιν ἐγκαίρως τοὺς φόρους των, ὑπεχρεώθησαν εἰς πρόσθετον τέλος, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰς 500,000 δραχμῶν, — ἴσως ἐκλαμβάνουσι καὶ τοῦτο ὡς δεῖγμα οἰκονομικῆς εὐρωστίας — οὔτε συγκινοῦνται, ὁσάκις ἀναγινώσκωσι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς πολλὰ χωρία οἱ φορολογούμενοι εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην κατάστασιν καὶ εἰς τοιαύτην ἀδυναμίαν νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των, ὥστε, ὅταν βλέπουν μακρόθεν ἐρχόμενον τὸν εἰσπράκτορα καὶ τοὺς χωροφύλακας, οἱ ἄνδρες ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν εἰς τὰ ὄρη, οἱ δὲ εἰσπράκτορες καὶ οἱ χωροφύλακες ἀπέρχονται ἐκεῖθεν, ἀφοῦ καταφάγουν καὶ ὅλα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν τὰ ἀποταμιεύματα. Δὲν τοὺς ἀρκεῖ, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἄνθρωποι εὔποροι, ἄλλοτε καλλιεργοῦντες δι’ ἄλλων προσώπων τὰ κτήματά των, ἀναγκάζονται σήμερον, ἕνεκεν τῆς στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, νὰ ὑποβάλλωνται αὐτοπροσώπως εἰς βαρυτάτας γεωργικὰς ἀσχολίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἠσχολοῦντο ἄλλοτε. Δὲν τοὺς φθάνει, ὅτι ὁ τόκος ὑπερυψώθη καὶ εἰς πολλὰ μέρη φθάνει εἰς 20 καὶ 30%, οὔτε, ὅτι ἕνεκα ἀνεχείας τῶν ὀφειλετῶν ἐκποιοῦνται καθ’ ἑκάστην κτήματα καὶ κατακυροῦνται εἰς τὸ ἥμισυ καὶ τὸ τρίτον τῆς πραγματικῆς των ἀξίας. Πάντα ταῦτα τοῖς εἶναι ἀδιάφορα. Αὐτοὶ βλέπουσιν, ὅτι οἱ φόροι δὲν ἠλαττώθησαν, καὶ ἀρκοῦνται συμπεραίνοντες ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἔμειναν ἀκαλλιέργητα τὰ κτήματα καὶ δὲν ἠλαττώθη ἡ παραγωγή· δὲν συλλογίζονται δὲ, ὅτι, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγὴ, πρέπει νὰ φθάσῃ ἡ κοινωνία εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἐξαντλήσεως, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των καὶ νὰ ἐξασκῶσι τὰ ἐπαγγέλματά των. Ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, δὲν εἶναι πλέον καταπόνησις, εἶναι ἀποσύνθεσις καὶ καταστροφὴ, τότε δὲν ὑπολείπεται πλέον, παρὰ νὰ εὑρεθῇ εἷς Ἀλῆ–πασσᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι, μὴ ὑποφέροντες τὰς περαιτέρω καταδιώξεις τῶν εἰσπρακτόρων, νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματά των, καὶ νὰ γίνωσιν εἵλωτες, ὅπως ἐγένοντο ἄλλοτε οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Τὸ εἰσόδημα πάσης σωφρονούσης κοινωνίας διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον χρησιμεύει πρὸς θεραπείαν τῶν πρώτων ἀναγκῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καὶ ἡ καταβολὴ τῶν δαπανῶν τῆς παραγωγῆς, ἡ καλλιέργεια δηλ. τῶν κτημάτων καὶ ἡ προμήθεια ὅλων τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς βιομηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος πολίτης ἀσχολεῖται. Τὸ δεύτερον χρησιμεύει εἰς θεραπείαν δευτερευουσῶν ἀναγκῶν, ἤτοι πρὸς ἄνεσιν καὶ εὐζωΐαν, καὶ τὸ τρίτον μένει ὡς ἀποθεματικὸν κεφάλαιον καὶ χρησιμεύει διὰ τὴν περαιτέρω ἐπέκτασιν τῆς παραγωγῆς. Ὅταν ἐλαττώσητε τὸ εἰσόδημα μιᾶς κοινωνίας, περιορίζονται κατὰ πρῶτον τὸ ἀποταμίευμα, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς παραγωγῆς, καὶ τὸ μέρος τὸ χρησιμεῦον διὰ τὴν εὐζωΐαν· ἐκ τούτου δὲ ἐπέρχεται στασιμότης εἰς τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας καὶ ὀπισθοδρόμησις εἰς τὰς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι παράγουν τὰ ἀντικείμενα τῆς εὐζωΐας καὶ τῆς ἀνέσεως. Ἀλλ’ ὅταν προβῇ ἡ ἐξάντλησις περαιτέρω, τότε πλέον περιορίζονται καὶ τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν πρώτων ἀναγκῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἡ κοινωνία, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον θέσιν, δὲν εἶναι εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ὅτι εἶναι καταπεπονημένη, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ ὑπέρογκος τῶν φόρων αὔξησις. Ἔρχεται ἤδη τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν καὶ κατὰ πόσον διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ἦναι ὑπεύθυνος ὁ κ. Τρικούπης. Διὰ νὰ σχηματίσητε ὀρθὴν ἰδέαν περὶ τούτου, πρέπει νὰ ἀναδράμητε εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἰδῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο τότε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, πολλὰ περισσεύματα· ταῦτα, ὀρθῶς ὑπολογιζόμενα, ἀναβαίνουν εἰς 29 ἑκατομμύρια. Καὶ ἠμφισβήτησαν μὲν τὸ ποσὸν τοῦτο πολλάκις, ἀλλ’ ἐξετέθησαν ἐντεῦθεν οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ θεωροῦμεν ἀνερχόμενον εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν προσετίθεντο 12 ὅλα ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐξ ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἄλλα ἓξ ἐκ τῆς προόδου τοῦ τόπου. Περιπλέον εἶχεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα τοῦ νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι τινὲς ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλων τινῶν ἀντικειμένων, καὶ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἠδύνατο νὰ εἰσπράττηται τὸν ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων δανείων, ἡ δημοσία πίστις διετέλει εἰς λίαν εὐάρεστον σημεῖον. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων περιωρίζετο ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἅτινα διέγραψε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Τρικούπης, ἠδύνατο ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ ἰσοζύγιον, νὰ εὑρεθῶσι δὲ καὶ τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἄλλα δημόσια ἔργα. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξυππάσθησαν ἀπὸ τὴν φαινομένην καλὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐνόμισαν, ὅτι ἔβλεπον ἑκατομμύρια δεξιὰ, ἑκατομμύρια ἀριστερὰ, ἑκατομμύρια ἔμπροσθεν, ἑκατομμύρια ὄπισθεν, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζουν καλῶς τὸν τόπον, καὶ χωρὶς νὰ ὁδηγῶνται ἀπὸ τὴν ἀπαιτουμένην κυβερνητικὴν πρόνοιαν, ἐξώγκωσαν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους σᾶς προανέφερον. Ἀλλὰ καὶ τὸ προϊὸν τῶν τοσούτων φόρων δὲν ἤρκεσεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν, ἐδέησε δὲ νὰ καταφύγωσι καὶ εἰς δάνεια, οὕτω δὲ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐδανείσθημεν 20 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, 9 ἑκατομμύρια παρὰ τῆς Τραπέζης, 100 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, 135 ἑκατομμύρια, 15 ἄλλα ἑκατομμύρια καὶ 2,500,000 ἐκ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου. Ὥστε ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν συνωμολογήθησαν νέα δάνεια χρεωλυτικὰ ἐκ 281 ἑκατομμυρίων. Δὲν ἀναφέρω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι καὶ πρὸ τοῦ 1882 ὑπῆρχεν αὕτη. Ἂν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων τούτων ἀφαιρέσητε τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας, τὰ ὁποῖα, καθὼς ἠκούσατε, ἀνῆλθον εἰς 45 ἢ 50 ἑκατομμύρια, καὶ τὰ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους δαπανηθέντα, τὰ λοιπὰ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς δημιουργίαν θέσεων καὶ ἄλλα περιττὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν. Ἑπομένως, ἂν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἐχειροτέρευσε, παραίτιοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ὃν καιρὸν εὔκολον ἦτο νὰ ἐξισωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ νὰ προμηθευθῶμεν ἐξ ἐλαφρᾶς φορολογίας τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων, παρημέλησαν τοῦτο, μὴ σταθμίσαντες καλῶς τὰ πράγματα καὶ μὴ ἔχοντες πλήρη καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐδαπανήθησαν οὐκ ὀλίγα καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ὀλίγον ὠφέλησε τὴν συγκοινωνίαν, διότι, καθὼς ἀνέφερον καὶ πρὸ ὀλίγου, ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα καθ’ ἕκαστον ἔτος πόσα ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν, καὶ νὰ τὰ δαπανῶμεν εἰς τὰς μᾶλλον ἀναγκαίας ὁδοὺς, τὰ ἐδαπανήσαμεν εἰς ὁδοὺς ἀχρήστους, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ αἱ ὁποῖαι ἕνεκα τούτου θέλουν καταστραφῆ. Δὲν φθάνει δὲ τοῦτο, ἀλλὰ τὰ ἐδαπάνησαν καὶ ἄνευ περισκέψεως, διότι, καθὼς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τὸν νεαρὸν ἡμῶν συνάδελφον κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἔργα ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται διὰ δαπάνης δύο ἑκατομμυρίων, παρεχωρήθησαν εἰς μίαν ἑταιρίαν ἀντὶ 5 ἑκατομμυρίων. Τὸ Κράτος λοιπὸν δαπανᾷ 5 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἔχει ἀξίαν μόνον δύο ἑκατομμυρίων. Παραλείπω, ὅτι τὰ περισσότερα τῶν χρημάτων ἐδαπανήθησαν εἰς μισθοδοσίας προσωπικοῦ, καὶ ὅτι τὸ ἔξοδον τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, ἀπὸ 140 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ τὸ 1881, ἀναβιβάζεται τῷ 1889 εἰς 226 χιλιάδας. Πολλὰ ἐδαπανήθησαν, ὡς σᾶς προεῖπον, εἰς δημιουργίαν θέσεων, καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ μὲν τὸ 1881 ἦσαν ὑπάλληλοι 47, σήμερον δὲ ὑπηρετοῦσιν 112, ἐκτὸς τοῦ προσωπικοῦ τῶν νομικῶν συμβούλων, ἀνερχομένου εἰς 15. Περιπλέον ἐκτὸς τῶν τακτικῶν 112 ἐργάζονται καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν 37 ἐκτάκτων, ὧν ἡ δαπάνη περιλαμβάνεται εἰς τὸ Κεφάλαιον τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν κατωρθώσαμεν ἄλλο τι, ἐπετύχομεν ὅμως, λέγουν, διὰ τῆς ἀρίστης ἡμῶν οἰκονομικῆς πολιτείας, ὅπως ὑψώσωμεν τὰς τιμὰς τῶν δημοσίων χρεωγράφων. Διὰ νὰ ἦναι ὅμως εἰλικρινέστερος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι εὗρεν ὑψωμένην τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ δὲ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, τὰ κατέῤῥιψεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκποιηθῶσιν οὔτε κατὰ 100 καὶ ἐπέκεινα μονάδας ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ εὗρε. Καὶ ἀληθῶς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1883 ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 373, ἐκαλύφθη δὶς, καὶ τὰ ὁμόλογα ἐπλησίαζον νὰ φθάσωσι τὴν τιμὴν τῶν 400 δραχμῶν. Ἔπειτα ἤρχισεν ἡ κατάπτωσις καὶ ἔφθασε κάτω τῶν 300 δραχμῶν, καὶ ἀγορασταὶ δὲν εὑρίσκοντο. Ὥστε δὲν εἶναι κατόρθωμα, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοσούτων φόρων ἀνυψώθησαν τὰ χρεώγραφα. Ἡ μόνη ἀξία παρατηρήσεως διαφορὰ καὶ ἐν τούτῳ, εἶναι, ὅτι, ὅτε τόσον ῥαγδαίως κατέπιπτεν ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων, καὶ ἐλέγομεν ἡμεῖς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον μετήρχετο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγε τότε, ὅτι καὶ τὰ χρεώγραφα τῶν ἄλλων Κρατῶν ὑφίσταντο ἔκπτωσιν, ὅτε δὲ, προσάγοντες ἐνώπιον αὐτοῦ τὰ δελτία τῶν μεγάλων πόλεων τῆς Εὐρώπης, ἀπεδεικνύομεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀληθὲς, μᾶς παρέπεμπεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὴν Σμύρνην, εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ἴσως δὲ ἤθελε καταφύγει καὶ εἰς τὸ Χαρτοὺμ, ἐὰν δὲν συνέβαινε νὰ πολιορκῆται τότε ἀπὸ τὸν Μαχδῆν. Σήμερον ὅμως ἀποδίδει τὴν ὕψωσιν εἰς μόνα τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ οἰκονομική του πολιτικὴ παρήγαγε, καὶ ἐνῷ ὁ κ. Καραπάνος, κρατῶν τὰ εὐρωπαϊκὰ δελτία εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἀποδεικνύει, ὅτι ἀνάλογος ὕψωσις ἐπῆλθεν εἰς τὰ χρεώγραφα πολλῶν δευτερευόντων Κρατῶν, ἐπιμένει ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ὕψωσις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς μόνην τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν του. Ἀλλὰ καὶ οἱ κοινότεροι ἄνθρωποι ἐννοοῦσιν ὁποία τις ἠδύνατο νὰ ἦναι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ἐπαρουσιάζοντο κατ’ ἔτος οὕτως ὀγκώδη ἐλλείμματα, καὶ ἐὰν ἡ φορολογία δὲν ἐξικνεῖτο εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ ἀπειλῆται ἐκ ταύτης καταπόνησις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 θὰ ἦτο ἔτι μᾶλλον δυσάρεστον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ἀποτυχίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη, δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ δώσῃ προσοχήν τινα εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁδηγούμενος ἐξ αὐτῶν νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων οἰκονομίας τινάς. Ὁ κ. Σιμόπουλος σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ πιστώσεις τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων διὰ τὸ 1887 εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὰς πιστώσεις τοῦ 1884 κατὰ 13 ὅλα ἑκατομμύρια, καὶ σᾶς ἀνέφερε μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων τούτων. Νομίζω, ὅτι μεγαλειτέραν κατάραν κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ τις, οὐδὲ ἠδύνατο ὁ κ. βουλευτὴς Φθιώτιδος νὰ ἐκσφενδονίσῃ σφοδρότερον ἀνάθεμα κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ἀφοῦ κατὰ τὸ 1887 ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία τῶν 7 Ὑπουργείων νὰ διεξαχθῇ μὲ 13 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον, δὲν ἦτο ἆρά γε δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1884, ὡς καὶ κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα καὶ ἑπόμενα ἔτη; Ἀπ’ ἐναντίας, ἐὰν κατὰ τὸ 1887 ἐθεωρήθησαν περιττὰ 13 ἑκατομμύρια, διὰ τὸ 1884 καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ λείψουν καὶ πολλὰ ἄλλα, καθόσον ἔλειπον τότε αἱ πολλαὶ θέσεις καὶ πολλαὶ πρόσθετοι δαπάναι, γνωρίζετε δὲ, ὅτι πᾶσα θέσις καὶ πᾶσα δαπάνη, ἅπαξ δημιουργουμένη, δύσκολον εἶναι νὰ καταργηθῇ, διότι ὑποστηρίζεται καὶ παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέροντα ἰδιωτικά. Ἀδίκως λοιπὸν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ ὅπως ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτει, ἐδαπανῶντο κατ’ ἔτος 13 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Καὶ τί ἄλλο ἐλέγομεν ἡμεῖς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ἐφωνάζομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς κυβερνῶντας: μὴ ἐπιβάλλιτε φόρους εἰς τὸν λαὸν, μὴ συνομολογῆτε δάνεια· κάμετε οἰκονομίας. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι, διότι διὰ τῶν οἰκονομιῶν θὰ παραλύσῃ ἡ διοίκησις, θὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις, θὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐκπαίδευσις, καὶ θὰ σταματήσῃ πᾶσα τῆς κοινωνίας πρόοδος. Καὶ ὅμως ἀφοῦ ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀδιέξοδον καὶ ἀφοῦ κατήντησαν, ὡς οἱ ἴδιοι ὡμολόγουν, νὰ μὴ εὑρίσκουν πλέον οὔτε 100,000 δραχμῶν δάνειον, ἔρχονται καὶ ἐφαρμόζουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔκτοτε ἐλέγομεν· πράττουν τώρα ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πραχθῇ πρὸ πολλοῦ καὶ ὅ,τι ἐὰν ἐγίνετο ἐγκαίρως, δὲν ἤθελε παραστῆ ἡ ἀνάγκη οὔτε τόσοι φόροι νὰ ἐπιβληθοῦν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὔτε τόσα δάνεια νὰ συνομολογηθοῦν. Περιφανεστέραν ἱκανοποίησιν δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ μάλιστα ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται νὰ τὴν κατακρίνουν, ὅτι εἶναι ἀρνητικὴ καὶ οὐδὲν θετικὸν λέγει. Πολλὰ κατὰ καιροὺς ἐπρότεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες οὔτε οἴκοθεν διαγινώσκουσι τὸ ὀρθὸν, οὔτε παρ’ ἄλλων λεγόμενον τὸ ἀποδέχονται. Ἤρχισε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ πραγματοποιῇ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ ἄλλην συμβουλὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν συμβουλὴν τοῦ νὰ παύσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων. Ἀλλὰ, καίτοι πράττων ὅ,τι ἐπρότεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπιμένει ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν πράττει τὸ αὐτὸ, διότι ἐγὼ μὲν, λέγει, καταπαύω τὰ χρεωλύσια τῇ συγκαταθέσει τῶν δανειστῶν, σεῖς δὲ ἐλέγετε νὰ παύσητε αὐθαιρέτως, τοῦτο δὲ εἶναι πτώχευσις καὶ χρεωκοπία. Ἀλλὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην κάμνετε, κύριε Πρωθυπουργέ, μόνος ὑμεῖς καὶ οἱ φίλοι σας, θέλοντες νὰ δυσφημήσητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι, καθὼς ἠκούσατε ἐπανειλημμένως ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καραπάνον, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἐπρότεινε νὰ πράξητέ τι αὐθαιρέτως· ἔλεγε πάντοτε νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τοὺς δανειστὰς, καὶ μὲ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν νὰ πράξητε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐὰν δὲ τυχὸν αἱ ἐκθέσεις καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ κ. Καραπάνου περιεῖχον ἀσάφειάν τινα, διατὶ δὲν προσείχετε εἰς τοὺς λόγους ἄλλων ἀντιπολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἐξηγοῦντο καθαρώτερον; Ἰδοὺ τί ἔλεγον ἐγὼ περὶ τούτου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 11 Μαρτίου 1887 (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τέλους δὲ, ὡς μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης ἐσύστησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τὴν συγκαταθέσει τῶν δανειστῶν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων». Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε καθ’ ἑκάστην, συκοφαντοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι προέτεινε τὴν χρεωκοπίαν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἔθνους, καὶ θὰ ἀδικήσῃ τὰ ἄτομα, ἅτινα ἔδωκαν τὰ χρήματά των εἰς τὸ Κράτος; Δὲν ἁρμόζει, Κύριοι, εἰς σοβαροὺς πολιτευομένους νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα καὶ νὰ κατασυκοφαντῶσι καὶ νὰ διασύρωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀντιπολιτευομένων αὐτούς. Φέρετε, ἐὰν ἔχητε, πράγματα, μὴ πλάττητε δὲ μὲ τὸν νοῦν σας λόγους καὶ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐξηνέχθησαν. Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ μὴ φθάσουν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν, ἤρκει νὰ ἐγίνοντο ἔκτοτε αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, καὶ νὰ ἐλαμβάνετο ἐγκαίρως πρόνοια περὶ καταπαύσεως τῶν χρεωλυσίων. Ὥστε, ἀντὶ νὰ καυχῶνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διὰ τὰ κατορθώματά των, ὤφειλον μᾶλλον νὰ ζητῶσι συγχώρησιν διὰ τὰς ἐλλείψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ πραγματοποιηθοῦν, πραγματοποιούμενα σήμερον, δὲν φέρουν μέγα ἀποτέλεσμα, οὐδὲ δύνανται νὰ μᾶς ἀνακουφίσουν σπουδαίως, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας περιορίζει τὴν πρόοδον καὶ παρακωλύει τὴν κανονικὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων (plus value), ἀφ’ ἑτέρου ἐξωγκώθη τὸ δημόσιον χρέος καὶ πᾶν ὅ,τι οἰκονομοῦμεν, εἴτε ἐκ τῆς καταταργήσεως τῶν χρεωλυσίων, εἴτε ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, τὸ ἀποῤῥοφᾷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὸ 1882 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνεγράφοντο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 23 ἑκατομμύρια, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, μὲ ὅλην τὴν γενομένην κατάργησιν χρεωλυσίων τινῶν, ἀπαντῶμεν 39 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα θέλουν προστεθῆ λίαν προσεχῶς τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, ἔτι δὲ καὶ πολλὰ ἄλλα χάριν τῶν προαγγελλομένων ἔργων. Καὶ ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐμάθομεν, ὅτι μεγάλη καὶ ἀκατάσχετος ἐπιθυμία κατέλαβεν αὐτὸν πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἡ ἐπιθυμία αὕτη εἶναι μᾶλλον ἀποτέλεσμα ἄλλης μεγαλειτέρας καὶ σφοδροτέρας ἐπιθυμίας, ἥτις τὸν κατέχει, τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ συνομολογήσῃ καὶ ἄλλα δάνεια, διότι εἶναι παρατηρημένον, ὅτι, ὁσάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἀνάγκην δανείων, ἐνθυμεῖται πάντοτε τὰ δημόσια ἔργα· ἐνεθυμήθη ἄλλοτε τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἐζήτησε δάνειον 20 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτοῦ ἐξωδεύθη διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ δὲ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας ἀπεδόθησαν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν ἐζήτησεν ἄλλοτε δάνειον πρὸς κατασκευὴν ἰσχυροῦ στόλου, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο τοσοῦτον ἐπιτακτική, ὥστε πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη εἶναι μεγάλη ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ὅμως ἀπὸ τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, μὴ πραγματοποιηθὲν, συνεχωνεύθη κατόπιν εἰς ἄλλο δάνειον, δὲν κατεσκευάσθη παρὰ ἡ «Κίχλα» καὶ ἡ «Ἀηδών», δὲν ἐνεθυμήθησαν δὲ τὸν στόλον, εἰμὴ ὅτε ἔλαβον ἀνάγκην ἄλλου δανείου, τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ ἀνάγκη τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ ἔφερε κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ μέσον τὴν κατασκευὴν τῶν δύο σιδηροδρόμων. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τὴν παριστάνουν ὡς ἄρθρον ἰδιαίτερον καὶ ὡς μονοπώλιον τῆς πολιτικῆς των καὶ θέλουν νὰ πείσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο εὑρίσκονται εἰς διαφωνίαν μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δῆθεν μόνοι αὐτοὶ θέλουν τὰ ἔργα, οἱ δὲ ἀντιπολιτευόμενοι ἀρέσκονται νὰ βαδίζουν εἰς ἀτραποὺς, κινδυνεύοντες κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ καταπέσωσι καὶ νὰ συντριβῶσι καὶ νὰ κατατρύχωνται ἀπὸ τοὺς πυρετοὺς, τοὺς ἐκ τῶν λιμνῶν καὶ ἑλῶν ἀναδιδομένους. Κύριοι, τὰ δημόσια ἔργα ὑπῆρξαν τὸ διηνεκὲς καὶ ἀκατάπαυστον μέλημα ὅλων τῶν πολιτευομένων. Δὲν ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, δὲν ὑπῆρξε Βουλευτὴς, οὐδὲ Ἐπαρχιακὸν ἢ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐμερίμνησε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀπαιτεῖ κεφάλαια, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἦτο πολὺ περιωρισμένος· ἐὰν δὲ οἱ κυβερνήσαντες τὸν τόπον ἔκαμνον τὰ φορολογικὰ ἅλματα, τὰ ὁποῖα γίνονται σήμερον, καὶ ἀφήρουν ἀπὸ τὸν λαὸν διπλάσια καὶ τριπλάσια τῶν τότε εἰσπραττομένων, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἠθέλομεν βλέπει τὰς σταφιδαμπέλους, τὰς ἀμπέλους καὶ τὰς οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι καλύπτουσι σήμερον τὸ ἔδαφος, διότι ἤθελεν ἀφαιρεῖσθαι τὸ ἀποταμίευμα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ ταῦτα καὶ διὰ τὴν λοιπὴν ἀνάπτυξιν. Διὰ τοῦτο ἦσαν φειδωλοὶ καὶ περιωρισμένοι εἰς τὰς τοιαύτας δαπάνας. Καὶ ὅμως ἐξετελοῦντο καὶ πρὸ τοῦ 1887 ἔργα, ἀλλ’ ἐξετελοῦντο κατὰ προτίμησιν τὰ ἀναγκαιότερα καὶ ἐξετελοῦντο μετὰ τῆς μεγαλειτέρας φειδοῦς. Οὕτω κατεσκευάσθη κατὰ προτίμησιν ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν, ἥτις εἶναι ἡ ἀναγκαιοτέρα διὰ τὴν Πελοπόννησον, καὶ ἡ ὁδὸς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θήβας καὶ Χαλκίδα· ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887 εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 40 ἑκατομμύρια, καὶ ὅμως γνωρίζετε, ποῖαι εἶναι αἱ κατὰ προτίμησιν κατασκευασθεῖσαι ὁδοί. Φοβοῦμαι λοιπὸν μήπως καὶ αἱ σημεριναὶ ἐπαγγελίαι περὶ δημοσίων ἔργων ὑπαγορεύονται μᾶλλον ἐκ τῆς ἀνάγκης νέων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ μήπως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων συμβῇ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ὅστις, ὡς ἠκούσατε, παρεχωρήθη πρὸς 120,000 τὸ χιλιόμετρον, ἐνῷ οἱ ἀναλαβόντες τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι θεωροῦσιν ἀρκοῦσαν τὴν δαπάνην μόνον 87,000, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον εἰς τὸ ἄρτιον, τὸ ἐξέδωκαν εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν. Προκειμένου περὶ κατασκευῆς ἔργων, ἐμνήσθησαν καὶ τῆς Θεσσαλίας· καὶ περὶ ταύτης μάλιστα ἐφάνησαν μεριμνῶντες ἀπὸ τοῦ παρελθόντος θέρους, ὅτε ἐπέκειτο βουλευτικὴ ἐκλογή, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε μηχανικούς, διὰ νὰ συντάξωσι προϋπολογισμοὺς καὶ σχέδια· πρέπει δὲ ἡ Θεσσαλία νὰ ἦναι εὐγνώμων εἰς τὸν μακαρίτην Ἀστεριάδην, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ θανάτου του προὐκάλεσε βουλευτικὴν ἐκλογὴν, ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Λογιωτάτου, ὅστις ἐδέχθη τὴν κυβερνητικὴν ὑποψηφιότητα καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Μολονότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν κατ’ ἀνάγκην τὴν προσάρτησιν μόνης τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατεκρίθησαν, ὡς προδώσαντες τὸν Ἑλληνισμὸν, ἡ Θεσσαλία εἶναι μέγα καὶ πολύτιμον ἀπόκτημα, καλύπτεται ἀπὸ εὐφορωτάτας πεδιάδας, αἱ ὁποῖαι καλλιεργούμεναι ἠμποροῦν νὰ θρέψουν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἀφήσουν δὲ καὶ μέγα περίσσευμα σιτηρῶν πρὸς ἐξαγωγήν. Ἀλλ’ ἡ Θεσσαλία, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον κατάστασιν, δὲν παράγει οὐδὲ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων αὐτῆς σιτηρά. Διὰ τοῦτο εἴχομεν καθῆκον πάντες, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ὑδραυλικὰ ἔργα. Καὶ δὲν ἦτο δύσκολον τοῦτο, ἀφοῦ τὰ κυριώτερα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τῆς δαπάνης 10,000,000, ποσὸν, ὅπερ ἠδύνατο νὰ οἰκονομηθῇ εἰς ἓν μόνον ἔτος ἐκ τῶν περιττῶν ἐξόδων ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργείων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, καίπερ ὀφείλουσα τὴν ἄνοδόν της καὶ τὴν διατήρησίν της εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας, οὐδέποτε ἐμερίμνησε σπουδαίως περὶ αὐτῆς, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξετέλεσε τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔργα, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε οὐδὲ κἂν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Πρέπει δὲ νὰ ἀπέλθῃ τις εἰς τὴν Θεσσαλίαν, διὰ νὰ ἴδῃ εἰς ποίαν ἐλεεινὴν κατάστασιν διατελεῖ ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος, καὶ νὰ πεισθῇ, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν μεταβληθῇ ἡ κατάστασίς του, ἀδύνατον εἶναι νὰ προοδεύσῃ ἡ Θεσσαλία, οἱαδήποτε ἔργα καὶ ἂν ἐκτελεσθῶσιν. Οἱ γεωργοὶ τῶν πεδινῶν ἰδίως μερῶν τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν τῶν δουλοπαροίκων, εἶναι ἐντελῶς ἀπογοητευμένοι, δὲν ἐργάζονται μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιμέλειαν, ἀφίνουν σωροὺς καὶ λόφους λιπασμάτων ἔξωθεν τῶν οἰκιῶν των καὶ δὲν τοὺς σκορπίζουν εἰς τοὺς ἀγρούς· ὅταν δὲ τοὺς ἐρωτήσητε, διατὶ φέρονται οὕτω, σᾶς ἀποκρίνονται: δὲν ἔχομεν ἰδιοκτησίαν, καὶ ὁ κύριος τῆς γῆς ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀποβάλῃ κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Ὅτε δὲ περιώδευον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἤκουσα παρὰ πολλῶν σπουδαῖα παράπονα κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς· ἤκουσα νὰ λέγουν πολλοὶ, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας οἱ ἰδιοκτῆται τῶν τσιφλικίων δὲν ἦσαν ὅλοι ἀπόλυτοι κύριοι αὐτῶν, ὅπως ἀνεγνωρίσθησαν σήμερον· πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν εἶχον ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ νὰ λαμβάνουν ποσοστόν τι ἐκ τῶν παραγομένων καρπῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο οὔτε τὸν ὅρον τοῦ ποσοστοῦ νὰ αὐξήσωσιν, οὐδὲ νὰ ἀποβάλωσί τινα τῶν γεωργῶν, οὐδὲ νὰ ζητήσωσιν ἐνοίκια διὰ τὰς οἰκίας. Δὲν εἶμαι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ εἴπω κατὰ πόσον τὰ παράπονα αὐτῶν τῶν γεωργῶν ἔχονται ὑποστάσεως, τὰ ἀναφέρω μόνον, διότι τὰ ἤκουσα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀφοῦ ἡ συνθήκη, δι’ ἧς ἐγένετο ἡ προσάρτησις, ἐν ἰδιαιτέρῳ αὐτῆς ἄρθρῳ διέλαβεν, ὅτι διατηροῦνται αἱ ὑπάρχουσαι σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους νὰ ἐξετάσῃ κυβερνητικῶς, ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις αὗται, καὶ νὰ τὰς ἀναγράψῃ εἰς νομοθετήματα, ὥστε νὰ κατασταθοῦν ὑποχρεωτικαὶ καὶ διὰ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἀντὶ τούτου ἀφῆκε νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπὸ τὸν τυχόντα εἰρηνοδίκην καὶ δικαστὴν, ἐγεννήθησαν δὲ ἄπειροι δίκαι, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξῆλθον, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἡττημένοι οἱ γεωργοὶ, ἀφοῦ ὑπέστησαν πολλὰς δαπάνας καὶ κατεστράφησαν ἐντελῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀπαραίτητα καὶ κατεπείγοντα διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ἐὰν καὶ καθόσον ἦναι ἀκόμη καιρὸς, περὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, διότι, ἐν ὅσῳ εὑρίσκεται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἶναι ἀδύνατον ἡ Θεσσαλία νὰ προοδεύσῃ. Παρέρχομαι τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πολλὰ ἄλλα, διότι δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον εὐμενῶς μοὶ παρέχετε. Καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα, ἡ Κυβέρνησις ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει σύστημα οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοιοῦτο σύστημα εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἔλλειψις παντὸς συστήματος, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ σύστημα σειρὰ κυβερνητικῶν πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀπαντᾶται οὐδὲ ἴχνος ὀρθοῦ ὑπολογισμοῦ, οὐδὲ ἴχνος κυβερνητικῆς προνοίας. Πῶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ τις, ὅτι ἔχει οἰκονομικὸν σύστημα, ὅταν αὐξάνῃ ἀδιακόπως τὰ ἔξοδα καὶ τοὺς πόρους καὶ ἀδιακόπως δανείζηται, ὅταν συντάσσῃ προϋπολογισμοὺς μὲ περισσεύματα, καὶ οἱ ἀπολογισμοί του παρουσιάζουν κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, ὅταν, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ὁδοὺς, ἐξοδεύῃ ἀπερισκέπτως διπλάσια καὶ τριπλάσια τῶν ὅσα ἔπρεπε, καὶ κατασκευάζει ὁδοὺς εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι χρήσιμοι, ὅταν, δυνάμενος νὰ περικόπτῃ δεκάδας ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων, δὲν πράττῃ τοῦτο, εἰμὴ μετὰ τὸν διπλασιασμὸν τῶν φόρων καὶ τῶν δανείων, ὅταν αἴρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν χωρὶς νὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον, καὶ τὴν αἴρῃ οὐχὶ διὰ χρεωλυτικοῦ δανείου, ἀλλὰ διὰ προκαταβολῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων παραδίδει ὁμόλογα τοῦ Κράτους εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν, οἵτινες μικροῦ δεῖν ἐκήρυττον τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Ἐὰν τοῦτο ἦναι σύστημα, δὲν ἠξεύρω τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀπὸ τοιοῦτον σύστημα προτιμῶ τὴν ἔλλειψιν παντὸς συστήματος. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, ἐπείσθητε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία εἶναι καὶ σήμερον ἀκόμη ἀνωτέρα τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ δὲν ἐπιδέχεται αὔξησιν, καὶ ὅτι διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὑπεύθυνος παρὰ πάντας τοὺς ἄλλους εἶναι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλομεν ἐξετάσει καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος· ἑπόμενος κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι, ἐκφράζουσα τὴν πεποίθησίν της ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§54ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς πόρισμα τῆς συζητήσεως· ἡμεῖς δὲν συνεζητοῦμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος ἐκ δεξιῶν). Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ συζήτησις ἠγέρθη, καὶ ἠγέρθη ἴσως ἐν οὐ δέοντι, περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, μετὰ τὸν εἰσιτήριον λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἀλλά, εὐλόγως ἢ ἀλόγως, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1887 κλείει ἡ χρῆσις ἐν περισσεύματι, καὶ ἐπεχείρησε νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ἀριθμῶν ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι, ἐὰν ἐκ τῶν ῥηθέντων ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔκλεισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἑπομένως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἑτοίμην (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ ῥηθέντα, πειθομένη, ὅτι δὲν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὸ ἔτος 1887, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη πρότασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, ἀλλ’ ἀφεώρα εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1882, ὥστε ἀκριβῶς ὅσα ἐλέχθησαν ἀφεώρων εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐξέθηκεν ἀκριβῶς τὰ πράγματα, ὡς ἔλαβον χώραν. Ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο, εἰσηγησάμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του, καὶ ὁ πρῶτος τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887, ὄχι μόνον δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ εἰς περίσσευμα μικρὸν κατέληξεν. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἦτο ἰσχυρισμὸς πραγματικὸς, τὸν πραγματικὸν δὲ τοῦτον ἰσχυρισμὸν ἐζητήσαμεν ν’ ἀναιρέσωμεν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντες συνάδελφοι Βουλευταί. Ἀλλὰ, ταῦτα λέγων, δὲν ζητῶ νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας προέβαλε, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ στιγμῇ ἔχει δικαίωμα νὰ τάξῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα δὲ ἐμπιστοσύνης προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπαγορεύσασα αὐτὸ εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν, καὶ προθύμως θέλομεν ψηφοφορήσει ἐπ’ αὐτοῦ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὑπὸ ψηφοφορίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἡ Βουλὴ, ἔχουσα πεποίθησιν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ν | Φίλιππος Βάρβογλης | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ἠλίας Φλέσσας | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Παναγιώτης Μανέτας | Ν |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ν | Δ. Ζέγγελης | Ν |
| Δ. Χατζόπουλος | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | |
| Γεώργιος Μίλησης | Ν | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ο |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ο | Γεώργιος Χ. Παχὺς | Ν |
| Γεώργιος Κούστας | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ν |
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ν | Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ν | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ν |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ν | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ο | Νικόλ. Μπουφίδης | Ν |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ο | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ο |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ο |
| Χρῖστος Χριστόπουλος | Ο | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ν |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Γεώργιος Μαυρομιχάλης | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἄριστ. Πετροπουλάκης | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ο | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ν |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν |
| Ἀνδ. Αὐγερινὸς | Ν | Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ο |
| Ἀντ. Ρικάκης | Ο | Κων. Παπαμιχαλόπουλος | Ο |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Ἰωάν. Καρτάλης | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν |
| Ν. Κουμανιώτης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ν |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ν | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ν | Κωνστ. Μαρκίδης | Ν |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Ἄριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν |
| Ν. Παπανικολάου | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν |
| Νικόλ. Καφετζόγλους | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν |
| Ἰωάννης Πεζᾶς | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν |
| Κωνσταντ. Σινέλης | Ν | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Ν |
| Βασίλειος Βουδούρης | Ν | Σωτήριος Σωτηρόπουλος | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ν | Δημήτριος Τζάνες | Ν |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Περικλῆς Μποῦτος | Ν |
| Γεώργιος Θεοτόκης | Ν | Παναγιώτης Σάκκης | Ο |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Νικόλαος Παπαλέξης | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Νικόλαος Μισυρλῆς | Ο |
| Νικόλαος Βασιλάκης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ν |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ο |
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ο | Εὐστάθιος Κοκκέβης | Ν |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ο | Δημήτριος Κάρτσωνας | Ο |
| Θεόφιλος Προβατᾶς | Ο | Δημήτριος Π. Γουδῆς | Ν |
| Ἰωάννης Παδοβᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ο |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν |
| Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| Ἀνδ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | Γ. Φραγκίδης | Ν |
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ν |
| Γεράσιμος Μουσούρης | Ν | Γ. Τάκης | |
| Παναγ. Βενιεράτος | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ο |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ο |
| Γεώργιος Κόρπας | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν |
| Στέφανος Σκουλούδης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ν |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν |
| Νικόλαος Νομικὸς | Ν | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ο |
| Γεώργιος Μπούμπουρας | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Γεώργ. Λιδωρίκης | Ν |
| Δημοσθένης Καΐρης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν |
| Γεώργιος Δρόσος | Ν | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ν |
| Νικόλαος Κρίσπης | Ν | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο |
| Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | Ο |
(Γίνεται ἡ διαλογή).
§58ΑΛΚ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ προφθάσας δυστυχῶς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, δηλῶ, ὅτι, ἐὰν ἤμην παρών, θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ παρακαλῶ, ἡ δήλωσίς μου αὕτη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 139. Ἐκ τούτων 85 εἶπον Ναί, καὶ 54 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.