1888.11.21
2,484 rows · 19,413 words · 76 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20.
Τῆς 21 Νοεμβρίου 1888.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀποβιώσαντος ὑπομοιράρχου Ι. Δημητριάδου ζητεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ διὰ νόμου σύνταξις. Ὁ Πέτρος Μόσχοβιτς, λαβὼν μέρος εἰς διαφόρους μάχας τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ζητεῖ τακτικὴν μηνιαίαν συνδρομήν. Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Κάρτσωνας ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ συμπολίτου μου Χριστοδούλου Γκίζα, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἐπλήρωσε τὰς προσωρινὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν τοῦ 1887, ἐξεβιάσθη καὶ ἐπλήρωσε πάλιν διὰ τὰ αὐτὰ κτήματα παγίας δόσεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ· ἀλλ’ ὅμως σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν τοῦ ἀδελφοῦ μου, δι’ ἧς πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ ταμίας ἐξεβίασε καὶ αὐτὸν καὶ ἄλλους πολλοὺς καὶ ἐπλήρωσαν δόσεις παγίας διὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ἐνῷ εἶχον πληρωθῆ αἱ προσωριναὶ δόσεις ἐπὶ τῶν αὐτῶν κτημάτων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ καταπαύσῃ τὴν διπλὴν εἴσπραξιν, ὅταν παρουσιάζωνται διπλότυπα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐπληρώθησαν αἱ προσωριναὶ δόσεις.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο ἐνέργεια περὶ τούτου.
§4ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Γεννᾶται ὅμως καὶ τὸ ζήτημα, ποία δόσις θὰ ἐπιστραφῇ, ἡ προσωρινή, ἢ ἡ νῦν πληρωθεῖσα παγία; Διότι εἰς τὴν παγίαν ταύτην ὑπολογίζονται καὶ τόκοι καὶ πρόστιμα, καὶ αὕτη αὐξάνει τὸ ποσόν· ἄν τις ὀφείλῃ 100, θὰ πληρώσῃ διὰ τόκους καὶ κεφάλαιον 160.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐχρεώθησάν τινες ἐκ τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας καὶ φυτείας μὲ τὰς παγίας δόσεις, ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ ἡ προσωρινὴ δόσις, ἀλλὰ πράγματι εἰς πολλὰ μέρη συνέβη, ὥστε, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ χρέωσις μὲ τὰς παγίας δόσεις, νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐξ ἀπροσεξίας οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι νὰ τοὺς χρεόνωσι καὶ μὲ δόσεις προσωρινάς. Διὰ τοῦτο, ἐρχόμενος εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐξετασθῶσι τὰ παράπονα καὶ παύσῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ διπλῆ αὕτη χρέωσις, καὶ συγχρόνως ἀπὸ τοῦ ἔτους, ἐξ οὗ ἤρχισαν αἱ πάγιαι δόσεις, νὰ ἐπιστραφῇ ἡ προσωρινὴ μετὰ τοῦ τόκου κτλ.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ δὲν ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη εἰδικῶν ὁδηγιῶν, καίτοι καλὸν εἶναι, κατὰ γενικὸν κανόνα, νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγίαι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ταμίου Καλαμῶν συνάγομεν, ὅτι καλῶς ἐννοεῖ τὸν νόμον, καὶ ὅτι, οὐχὶ μὴ γνωρίζων τὸ λάθος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἵνα διορθώσῃ τὸ λάθος τοῦτο, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, ὁ πρῶτον ἀγορεύσας, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, ὁ μετ’ αὐτὸν ὁμιλήσας, ἐκάλεσε τὸν δηλωτὴν νὰ προσαγάγῃ τὸ διπλότυπον τῆς προσωρινῆς δόσεως, ὅπως συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ ἡ περὶ ἐπιστροφῆς κατάστασις. Ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ ὁ ταμίας Καλαμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐκδοθέντων ἀνηκόντων παραχωρητηρίων διὰ δηλωθείσας ὑπὸ Χ. Γκίζα φυτείας, ἐχρεώθη οὗτος κατὰ χρῆσιν 1887 μὲ παγίαν δόσιν· κατὰ λάθος ὅμως Ἐφορία ἐχρέωσε τοῦτον καὶ μὲ προσωρινὴν δόσιν ἰδίας χρήσεως, διότι δὲν ἐνεφαίνετο, καθ’ ἃ ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ἔφορος, ἐκ πράξεων κατατάξεως, ὅτι ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια· συνεπῶς προσωρινὴ δόσις, ἀνερχομένη εἰς δραχ. 255:60, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ χρηματικῶν καταλόγων, εὑρισκομένων εἰς Ὑποταμεῖον, εἰσεπράχθη πέρυσι παρ’ εἰσπράκτορος ἡμῶν Κολλέτου προτοῦ παραδώσωμεν καταλόγους, παγία δὲ ἐκ δραχ. 123:83 παρ’ ὑποταμίου. Ἑπομένως ἠδύνατο ἀναφερόμενος αἰτῆσαι ἁρμοδίως ἐπιστροφὴν κακῶς πληρωθέντων χρημάτων καὶ μὴ ἀπασχολῆσαι ὑπηρεσίαν Ὑπουργείου. — Ταμίας Καλαμῶν, Σακκελλαρόπουλος».
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς χρηματικοὺς καταλόγους συντάσσει ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, μοὶ φαίνεται· ὅθεν παράδοξον, πῶς ἔγεινε τὸ λάθος τοῦτο.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ λάθη οὕτω γίνονται. Ὁ ἔφορος ὁμολογεῖ τὸ λάθος· καὶ ὅσα ἄλλα λέγει ὁ ταμίας ἀναφέρονται εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διορθωθῇ τὸ λάθος. Εἷς τῶν βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶχεν ἀπευθύνει δύο ἐπερωτήσεις: ά) περὶ τῶν γενομένων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα χρηματικῶν καταβολῶν ὑπὸ τῶν ἀπαλλαττομένων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ βʹ) περὶ εἰσπράξεως ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, τῆς σημειουμένης ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῆς χρήσεως 1887. Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, ὅπως τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 66–67). Ἕτερος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐποιήσατο λόγον προχθὲς περὶ ἐγγράφων τινῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιῆλθον εἰς χεῖράς του, ἐὰν ἦναι γνήσια καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι γνήσια, δι’ ἐγκλήματος. Καὶ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκλήματος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, τοῦτο καλύπτεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὸ ἔγκλημα ἐκείνων, οἵτινες διεβίβασαν εἰς Βουλευτὴν τὰ ἔγγραφα, περὶ τούτων ἡ ὑπηρεσία θὰ φροντίσῃ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀδιάφορον ποῦ στηριζομένην, θὰ δώσω ἀπάντησιν, καὶ θὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἔχω τοιοῦτο καθῆκον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ προσαχθῇ ἔγγραφόν τι, κατ’ αὐτόν, περιέχον κρίσεις οὐχὶ εὐνοϊκὰς περὶ τῆς ἱκανότητος ἀξιωματικοῦ τινος. Τῶν ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἀναγομένων εἰς πρόσωπα, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δημοσίευσις, εἶναι ἀπόῤῥητα, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγγραφον, παριστῶν τὰ τῆς ἱκανότητος τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, δύναμαι ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ παραστήσω τὰ πραχθέντα, ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα τοῦ γενομένου προβιβασμοῦ, ὡς ἀντιστρατευομένου πρὸς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας, κατ’ αὐτόν, ἐν ἐγγράφῳ τινὶ ὁ ἀρχηγὸς περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ προβιβασθέντος ἀξιωματικοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡς πρὸς ταύτην τὴν ἐπερώτησιν λέγω, ὅτι τὰ τῶν προβιβασμῶν κανονίζονται διὰ νόμου, καὶ ὅτι ὡς πρός τινα ὁ Ὑπουργὸς ἔχει διακριτικὴν ἐξουσίαν, ὡς πρὸς ἄλλα δὲ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου. Ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς προεβιβάσθη ὑποχρεωτικῶς, διότι τὸ αὐτὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ὑπέβαλε κρίσεις, ὁποίας αὐτὸς ἐξέθηκε, περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, τὸ αὐτὸ Ἀρχηγεῖον διὰ τοῦ προϊσταμένου του, ἐνεργοῦντος ὡς ἐπιθεωρητοῦ, κατὰ τὸν νόμον, προέτεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμὸν αὐτοῦ. Τὸ ἔγγραφον περὶ τῆς τοιαύτης προτάσεως εἶναι ἐνταῦθα. Ἀναγινώσκω: «Ὁ μοίραρχος Ἰωάν. Σκαρλάτος, καθ’ ἃ ἀντελήφθην κατὰ τὴν γενομένην ἐπιθεώρησιν καὶ καθ’ ἃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζω, κέκτηται ἅπαντα τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα». Τοιούτου ἐγγράφου ὑπάρχοντος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβιβασθῇ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἄλλος παρὰ τὸν εἰρημένον ἀξιωματικόν· ἐὰν παρελείπετο, ἤθελε λάβει δικαστικῶς τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο κατὰ νομικὴν ὑποχρέωσιν, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ γένηται ἄλλως, δὲν ἠδυνάμεθα δὲ καὶ νὰ σταματήσωμεν πρὸ αὐτοῦ, διότι προέκειτο νὰ προβιβασθῶσι καὶ ἄλλοι κατ’ ἀρχαιότητα νεώτεροι τοῦ προβιβασθέντος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν καὶ ἄλλων ἐγγράφων, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον περιελθόντων εἰς αὐτόν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἔχω λόγον, ὅπως μὴ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, διότι περιλαμβάνουσι πληροφορίας περὶ τῶν τῆς ὑπηρεσίας μὴ ἀποῤῥήτους. Αἱ πληροφορίαι αὗται, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, μαρτυροῦσιν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδίδοντο, δὲν ὑπῆρχε δύναμις στρατοῦ, ἐπαρκὴς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις κατέχει τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὡς λέγει, ἠδύνατο ἐν τῷ πρώτῳ ἐξ αὐτῶν νὰ ἀναγνώσῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα τῶν παρ’ αὐτοῦ παραστηθέντων, λεγόμενα παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ. Ἀναγινώσκω ἐν ἐγγράφῳ τοῦ ἀρχηγοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου. «Ἡ δύναμις ἑκάστης αὐτῶν (τῶν Μοιραρχιῶν) ἀνῆλθεν ἐσχάτως ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ὁλικὴ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς ἀνέλθει εἰς 5 ἢ 6 χιλιάδας, ὡς ἄλλοτε ἐγνωμάτευσαν ἐπιτροπαὶ πρὸς τοῦτο συστηθεῖσαι, πάλιν ἡ δύναμις τῶν ὑφ’ ἡμᾶς Μοιραρχιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξηθῇ ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ ἑκάστη ἐξ αὐτῶν ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς της πλέον τῶν 350 ἀνδρῶν, δι’ ὧν δύναται πεφωτισμένη καὶ δραστηρία ἐνέργεια τῆς ἀρχῆς, ἥτις τὴν κινεῖ καὶ τὴν διαχειρίζεται, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἁπάσας τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἐν τοῖς μικροσκοπικοῖς νομοῖς τοῦ ἡμετέρου Βασιλείου, καὶ ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων μέγα μέρος αὐτοῦ, καθὸ ὁμόρου τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, εἶναι κατειλημμένον ὑπὸ ἑτέρας στρατιωτικῆς δυνάμεως τῶν ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς σταθμῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν, συντελούντων καὶ τούτων οὐκ ὀλίγον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν αὐτοῦ». Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ βλέπετε, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς, οὐ μόνον δὲν παρεπονεῖτο κατὰ τῆς ἐλλείψεως στρατοῦ, ἀλλ’ ἔλεγεν, ὅτι ἡ Μοιραρχία εἶχε τοσαύτην δύναμιν, ὥστε καὶ εἰς 6 χιλιάδας ἂν ἀνεβιβάζετο διὰ νόμου ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, πάλιν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ ἐκεῖ Μοιραρχία ἄνδρας πλείονας ὅσων τότε εἶχεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τυχὸν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἦτο μικρά. Ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἦτο μικρά· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο μικρὰ, τί πρὸς τοῦτο; Τί θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀποδείξῃ ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς δυνάμεως; Ἦλθεν ἐνταῦθα διὰ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν· περὶ τούτου δύναται νὰ ἐπιφυλαχθῇ, ὅπως ποιήσηται λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνου τοῦ μέτρου, διότι καὶ ἡμεῖς τοῦτο σκοποῦμεν διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου. Παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει πράγματι, νόμῳ μόνον ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ἐνεργοῦνται πάντα διὰ τοῦ στρατοῦ, δυστυχῶς ἄνευ κανονισμοῦ. Σήμερον, ὁσάκις δημοτική τις ἀρχὴ εὑρίσκεται ἐν δυσχερείᾳ ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦσα δύναμιν, οὐχὶ ἐξ ἐκείνης τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία μᾶλλον ὑπόκειται εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον, τουτέστιν ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δύναμιν, ἡ ὁποία ἀποκλειστικῶς ὑπόκειται εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ὅστις θεωρεῖται ὡς μὴ παρέχων τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ζητεῖ ἰδίᾳ δύναμιν ἐκ τῶν εὐζώνων. Ὅπως ἄρα σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διαθέτει τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ τείνῃ εἰς κανονισμὸν τῆς ἐνεργείας ταύτης. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπαρκῇ, δι’ ἧς διαθέτει δυνάμεως, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τί δύναται τοῦτο νὰ ἐκθέσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου; Ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνήρχετο εἰς 15 χιλιάδας καὶ πεντακοσίους ἄνδρας, σήμερον ἔχομεν δύναμιν 27 χιλιάδων καὶ πεντακοσίων ἀνδρῶν, διότι, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, ἐν καιρῷ θέρους ἡ δύναμις εἶναι μικρὰ, προσέτι δὲ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὑπῆρχε καὶ ἕτερος λόγος μειώσεως τῆς δυνάμεως, ὡς ἐκ τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τοῦ συστήματος τῆς μονοετοῦς εἰς τὸ τῆς διετοῦς θητείας. Ἐὰν ἡ τοιαύτη δύναμις δὲν ἐπαρκῇ διὰ τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχομεν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, μὴ παρέχοντα εἰς τὸ Κράτος δύναμιν, ὅσην αἱ ἀναλογίαι τῶν τελείων στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν ἀπαιτοῦσιν, ἀλλ’ ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχει τι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν εἰδικὸν, εἶναι δὲ τοῦτο ἡ ἔλλειψις δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ στρατὸς ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου, ἵνα δύνηται ὁ στρατὸς ν’ ἀφιεροῦται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ κύρια ἔργα αὐτοῦ. Ἐκ τῶν δύο ἐγγράφων, τῶν ζητηθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑποβάλλω τὸ εὑρεθὲν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ ἕτερον δὲν εὑρέθη ἐν αὐτοῖς, ἐζητήθη ὅμως τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου ἀντίγραφον, καὶ θέλω τὸ ὑποβάλει εὐθὺς, ὡς τὸ λάβω. Ἄλλως τε ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζητήθη, ἦτο, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ ἔγγραφον ὡμίλει περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἔγγραφον, ἄν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὑπάρχῃ καὶ παριστᾷ ἀνεπαρκῆ τὸν στρατὸν, εἶναι ἐν πλήρει ἀντιφάσει πρὸς τὸ ἕτερον ἔγγραφον τῆς αὐτῆς περίπου ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀρχηγὸς βεβαιοῖ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὑπῆρχε πληθώρα στρατοῦ ἐν Τρικκάλοις.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφος εἶχεν ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν, δὲν περιωρίσθη, ἵνα καταθέσῃ μόνον τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσῃ, οὐδ’ ἀφῆκε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἦναι εἰς κρείττονα θέσιν νὰ δώσῃ τὰς ζητηθησομένας πληροφορίας, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὸν λόγον πέραν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις ἀνέφερεν, ὅτι ἐπράχθησαν δύο εἴδη ἐγκλήματος, πρῶτον μὲν ἔγκλημα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ στρατιωτικῇ, καὶ ἓν ἕτερον ἔγκλημα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Καὶ τὸ μὲν ἔγκλημα, τὸ πραχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι καλύπτεται διὰ τοῦ ἀνευθύνου αὐτοῦ, ἐπιφυλάσσεται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς προϊστάμενος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐνεργήσῃ ἐξέτασιν καὶ νὰ ἀνακαλύψῃ τὸν αὐτουργὸν τοῦ ἄλλου ἐγκλήματος, τοῦ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ λαβόντος χώραν, καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτόν. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν διεπράχθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ ἔγκλημά τι, νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις καὶ βεβαιώσῃ αὐτὸ, καὶ προκαλέσῃ τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, οὐδὲν ὅμως ἔχει δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἔγκλημα τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν ὡς Βουλευταί. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας οὐδὲν ἔπραξεν ἔγκλημα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωπος κοινοβουλευτικὸς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος στηρίζει ἐπερώτησιν ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε, διὰ πλαγίου ἔστω τρόπου, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, πράττει ἔγκλημα. Ἂν οἱ δόντες τὰς πληροφορίας ὤφειλον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ κρατήσωσιν αὐτὰς μυστικὰς, αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι. Δὲν ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ ἀφήσω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀπαντήσεως ἰσχυρισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄντικρυς ἀντισυνταγματικὸς, περιορίζων τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο ζητεῖ οὕτω νὰ ὑποτάξῃ εἰς τοὺς κανόνας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι ἔχουσι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ εἰσδύωμεν εἰς τὴν ἐχεμυθίαν τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως ἐπιτηρῶμεν, ἐὰν αὐτὰ, τὰ κρυφίως γινόμενα ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις, ἦναι σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπεμακρύνθη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἐν ἄλλῳ μέρει. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν διατεθειμένος νὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως, ἢ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐνδέχεται νὰ γένηται ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμπεραίνοντα ἐκ τοῦ ἰσχυρισμοῦ περὶ ἀνεπαρκείας τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ νομοθετηθῶσιν αἱ διοικητικαὶ ἀστυνομίαι καὶ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἀπὸ τοὺς δήμους, ἐξεπλάγην, διότι ἀνεκάλυψα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν γνωρίζει ἀκόμη τί ἐστὶ δημοτικὴ ἀστυνομία καὶ τί διοικητική. Ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι ζητῶσι δημοσίαν δύναμιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, δὲν θέλουσι ζητήσει τοιαύτην καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀστυνομίαι; Ἀλλ’ ἀπόδειξις καὶ ἄλλη τῆς συγχύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι δὲν ἀπευθύνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποστολὴν δημοσίας δυνάμεως, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν προσδιορίζουσι τὸ εἶδος τοῦ ὅπλου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις αὕτη θέλει ἀποσταλῆ. Αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι, ἐὰν βλέπωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δήμῳ ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως ἐπαρκῆ, ἵνα βοηθῶσι τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της, ἀπευθύνονται πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἁρμοδία νὰ ζητήσῃ τὴν δημοσίαν δύναμιν. Κατὰ κανόνα δὲ, μόνον ἐκ τῆς χωροφυλακῆς ζητεῖται καὶ χορηγεῖται ὑπὸ τῶν Μοιραρχιῶν δημοσία δύναμις. Ἐὰν δὲ οἱ προϊστάμενοι τῶν Μοιραρχιῶν φρονῶσιν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ ὑπ’ αὐτοὺς δύναμις, τότε αὐτοὶ ἀπευθύνονται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ζητοῦσι τὴν συμπλήρωσιν ταύτην διὰ στρατιωτῶν ἄλλων ὅπλων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκατανοήτως συνέδεσε τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς δημοσίας δυνάμεως μὲ τὸ νέον ἀστυνομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐζήτησε νὰ ἀντλήσῃ λόγους, ἵνα παραστήσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θέλει ὑποβάλει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος σύστημα, περιμένω νὰ προτείνῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συζητήσωμεν αὐτό. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἦτο καθῆκόν μου νὰ ἀνασκευάσω τὸν προταθέντα λόγον, διότι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα μὲ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ Διάταγμα περὶ ἀστυνομίας, καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι δὲν ζητοῦσι στρατιωτικὴν δύναμιν, ἀλλὰ τὴν ἐπικουρίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις εἶναι ἐπικουρικὸν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας. Τὴν στρατιωτικὴν δὲ δύναμιν ζητοῦσι μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἂν ἡ δύναμις τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀνδρῶν δὲν ἀρκῇ. Δὲν γνωρίζω ποίας πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ σώματος τῶν εὐζώνων, μετ’ ἐκπλήξεως ὅμως ἤκουσα, ὅτι διακρίνει τὸν στρατὸν, εἰς στρατὸν σεβόμενον τοὺς νόμους, καὶ εἰς στρατὸν μὴ ὑποτασσόμενον εἰς αὐτούς, καὶ ὅτι τοὺς εὐζώνους ἐχαρακτήρισεν ὡς σῶμα αὐθαίρετον. Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποτάξῃ εἰς τοὺς νόμους τὸ σῶμα τοῦτο, ἢ πῶς δὲν ἔσπευσε νὰ διδάξῃ αὐτὸ νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν;
§10ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ εὔζωνοι εἶναι ὅλοι ἐκ Ρωμυλίας.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεκροτήθη τὸ σῶμα τῶν εὐζώνων, θέλει ἐξετασθῇ προσεχῶς, ὅταν κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§12ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, μελετήσω ἐπισταμένως τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνθεῖσαν ἐπερώτησίν μου, τότε βεβαίως θέλω εἶσθαι εἰς κρείττονα θέσιν, ἵνα συζητήσω περὶ τῶν ὑποβαλλομένων πληροφοριῶν. Ἐγὼ ὅμως, ἀκούσας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπιχειρήσαντος νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει, ὁμολογῶ, ὅτι ᾐσθάνθην, οὐχὶ αἴσθημα ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Ἤκουσα, ὅτι ἐν τῇ νεαρᾷ ἡλικίᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέγεινε καὶ εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην· ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ, ποῖον τάχα ἔγκλημα εἶναι τὸ πραχθὲν παρ’ ἐμοῦ, καὶ ποῖον ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου παραβαίνει τις, ὅταν ποιῆται χρῆσιν ἐγγράφων, ἀνακοινωθέντων πρὸς αὐτὸν, ἔστω καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ ἐνασκοῦντος τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον; Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην, οὐδὲ ἐγὼ οὐδὲ ἄλλος τις ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, εἴτε ταύτης εἴτε καὶ ἐκείνης τῆς πτέρυγος, ὅπως ἀπολογηθῶμεν ἐπὶ ἐγκλήμασιν, εἴτε τοῦ ἰδιωτικοῦ, εἴτε τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Ἀλλὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ χύσῃ τὴν χολὴν αὐτοῦ κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἔσχε τὸ θάῤῥος καὶ τὸ καθῆκον, ἀδιαφορῶν πρὸς οἱασδήποτε ῥυπαρὰς ἐπιθέσεις ἐξωνημένων, νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν φίλων καὶ συμπρακτόρων Ὑπουργῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες, ἐὰν αὐτοὶ τολμήσωσι νὰ παραιτηθῶσι τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, καὶ πρὸ πάντων τῆς ἀσυλίας τῆς ἐκ τῆς πλειοψηφίας, δὲν θέλουσι τολμήσει τότε νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἡμᾶς αὐτοὺς ὡς ἰδιώτας κατηγόρους. Καὶ τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἐγκλημάτων δῆθεν Βουλευτοῦ, ὅταν πρὸ ἕνδεκα ὅλων ἡμερῶν ἐζητήσαμεν παρ’ ὑμῶν ἐγκληματικὰς δικογραφίας, ἐκθετούσας οὐχὶ τὴν εὐθύνην μόνον τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνην σοῦ, κ. Πρωθυπουργέ, ὅστις ἐζήτησες νὰ προστατεύσῃς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ ζητήματος ἐμπιστοσύνης! τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἐγκληματικῆς δῆθεν πράξεως ἡμῶν, ὅταν ἐπὶ ἕνδεκα ὅλας ἡμέρας, καὶ χωλαὶ ἐὰν ἦσαν αἱ δικογραφίαι, καὶ πεζῆ ἤθελον φθάσει ἐκ Πατρῶν καὶ ἐκ Κερκύρας! Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἐγκληματικῆς δῆθεν πράξεως Βουλευτοῦ, ἀσκοῦντος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἐνῷ ὀφείλετε εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ὅτι δὲν συνελήφθητε καὶ δὲν κατεδικάσθητε ὡς ἔνοχοι καὶ παραβάται τοῦ ἄρθρου 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τοῦ ὁρίζοντος καὶ τιμωροῦντος τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας! Ἀλλ’ ἦτο, ἐπαναλέγω, ἀνάγκη νὰ χύσῃ τὴν χολὴν αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἐνασκεῖ τὸ κυριώτατον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ναί, μάλιστα, τοῦ ἐλέγχου, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς ἐντεῦθεν καὶ ὑμεῖς ἐκεῖθεν διαποροῦμεν πάντες καὶ ἐρωτῶμεν, ἂν ἐξακολουθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἔχομεν πλῆρες δίκαιον νὰ διαπορῶμεν, διότι εἶδον τοὺς φίλους τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ βεβαιοῦντας, ὅτι παρῃτήθη, ἢ ὅτι ὀφείλει τέλος πάντων νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Εἶναι λοιπὸν περιττὸν, ὅταν ἀνέρχησθε τὸ βῆμα, νὰ νομίζητε, ὅτι δὲν θέλετε λάβει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες καὶ ὡς ἰδιῶται καὶ ὡς δημόσιοι ἄνδρες καυχῶνται, καὶ προκαλοῦσιν ὑμᾶς καὶ πάντα, ὅτι οὐδέποτε ἐγένοντο ἔνοχοι, εἴτε κοινοῦ, εἴτε ἄλλου ἐγκλήματος. Ἀλλ’ ὅταν μελετηθῶσι τὰ κομισθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τότε θέλω ἀπαντήσει ἀμέσως εἰς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν. Ἤδη, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀνεκοίνωσα ὑμῖν τηλεγράφημα, ἀποσταλὲν πρὸς διάφορα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκ τοῦ χωρίου Ἁγίου Δημητρίου τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, δι’ οὗ οἱ χωρικοὶ παρεπονοῦντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῶν ἐκεῖ στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ὡς ἐπεμβαινουσῶν εἰς ἀλλότρια καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ἤτοι εἰς τὰ τῶν Δικαστηρίων. Ἔλεγον δ’ ὑμῖν, ὅτι, ἐνῷ νόμοι καὶ συμβάσεις ἀπὸ τοῦ 1865 ἔτους καθορίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος καὶ τὰ τῶν χωρικῶν, ἡ Ἑταιρία, ἔχουσα λόγους βεβαίως ἀποκρύφους νὰ προστατεύηται παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θέσασα ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν ἐργατῶν αὐτῆς τὴν στρατιωτικὴν ἐκεῖ δύναμιν, κατέλαβε γαίας, πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἀδιαλείπτως ἀνηκούσας εἰς τοὺς χωρικούς, ὡς προχθὲς ἀπέδειξα, ἀναγνοὺς ὑμῖν τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις. Ὅτε κατηρχόμην τοῦ βήματος, εἶδον, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προσωρινὸς Ὑπουργὸς ἠγέρθη, ἵνα ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρακρατήσας αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐπενδύτου, ἐκώλυσε τὸν Ὑπουργὸν, ἴσως διότι, ὡς νεωστὶ καταλαβὼν τὴν ἕδραν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τυγχάνει ἄπειρος τῶν ἐξ ἀπροόπτου συζητήσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον. Ἐφοβήθη λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀπειρίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν τὰς δεούσας πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπιστεύομεν, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ, ἐπὶ ταῖς νομίμοις παραστάσεσι καὶ ἡμῶν καὶ ἐννενήκοντα χωρικῶν, τηλεγραφικῶς ἤθελον δώσει τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τὴν ἐκεῖ στρατιωτικὴν ἀρχὴν, ὅπως μὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῶν Δικαστηρίων καὶ προσβάλλῃ δικαιώματα καὶ ἀναμφισβητήτους ἰδιωτικὰς κτήσεις, αἴφνης μανθάνομεν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον συνέβη, καὶ στρατὸς καὶ εὔζωνοι καὶ χωροφύλακες, ἐνισχύοντες τὴν ἐκεῖ στρατιωτικὴν δύναμιν, ἐπετέθησαν ἔνοπλοι κατὰ τῶν χωρικῶν, καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς ἐκ τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἃς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατεῖχον. Ἐκτὸς δὲ τῶν ἐπιστολῶν, ἃς ἐκεῖθεν ἐλάβομεν πρὸ ὀλίγου, ἐδόθη ἡμῖν καὶ τηλεγράφημα ἐκ Λεβαδείας, ὅπερ παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Χθὲς ὑπομοίραρχος μετὰ εἴκοσιν ἀνδρῶν καὶ ὑπάλληλοι Ἑταιρίας Κωπαΐδος μετέβησαν εἰς Ἅγιον Δημήτριον, καὶ μετῆλθον καὶ ἐξακολουθοῦν μετερχόμενοι παντοίας βιαιοπραγίας κατὰ κατοίκων. Ἐξεδίωξαν ποίμνιον Ἀναγν. Μαράντου ἐξ ἰδιοκτησίας του, ἀλλὰ παρεμβᾶσαι γυναῖκες, καίτοι ἐκακοποιήθησαν, ἀνέλαβον βίᾳ ποίμνιον, καὶ ὡδήγησαν τοῦτο ἐντὸς βοσκήματος πάλιν. Σήμερον, ὅτε ἐνισχύθη στρατιωτικὴ ἐξουσία καὶ δι’ 25 εὐζώνων ἀκόμη, προτίθενται νὰ ἐκδιώξωσιν ἅπαντα μικρὰ καὶ μεγάλα ζῷα ἐκ μερῶν, πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἀνηκόντων εἰς Κοινότητα. Λάβετε πρόνοιαν, ἄλλως προμηνύονται αἱματηραὶ σκηναί». Ὥστε, Κύριοι, παρατηρεῖτε κατὰ τίνα τρόπον δίδονται αἱ ἀπαντήσεις εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ εἰς τοὺς ἀδικουμένους. Ἀρκεῖ νὰ ἔλθῃ ἀντιπρόσωπος ἀντιπολιτευόμενος, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὰ καταπατούμενα δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, ἵνα οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περιττὸν νομίσωσι νὰ ἀπαντῶσι. Καὶ ὅταν εἷς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπιχειρῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ὁ Πρωθυπουργὸς κωλύει αὐτὸν, σύρων ἐκ τοῦ ἐπενδύτου. Καὶ ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαταγὴν τῶν κυρίων αὐτῶν πρὸς τὴν ἐκεῖ στρατιωτικὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐξακολουθῇ τὰς ἀδίκους αὐτῆς πράξεις, λέγω δὲ ἀδίκους, διότι, ὡς καὶ προχθὲς ἀνέφερον ὑμῖν, περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἵσταται ἐκκρεμὴς δίκη ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, καὶ κατ’ ἔφεσιν οὐχὶ τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἀλλὰ τῆς Ἑταιρίας, ἡττηθείσης ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν. Τεκμήριον, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἀδικοπραγεῖ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, μένει δὲ βεβαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι αὐτὴ νομίζει εἴτε νόμιμον, εἴτε εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς πελάτας αὐτῆς συμφέρον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπειδὴ οὐχὶ συνεχῶς ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, νομίζω, ὅτι θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλου τινὸς θέματος. Ἀπὸ τοῦ Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, δηλ. ἤδη πρὸ 7 μηνῶν, στενάζει ἐν ταῖς φυλακαῖς Κων)πόλεως ὁ Νικόλαος Φιλιππίδης, Ἕλλην ὑπήκοος, καὶ ἐκ τῶν λογιωτέρων τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ὁ συμπολίτης οὗτος ἐβλήθη κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐν ταῖς φυλακαῖς Γαλατᾶ–Σεράϊ, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὗται δὲν ἐκρίθησαν ἀρκούντως αὐστηραί, καίτοι εἰσὶ φοβερώταται, μετηνέχθη κατόπιν εἰς τὰς σκοτεινοτάτας καὶ βαραθρώδεις τοῦ Μεγάλου Ζαπτιγιέ! Τίς ἐστὶν ὁ Φιλιππίδης οὗτος, καὶ διατί ἆρά γε πολίτης Ἕλλην, ἀνεχομένης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐτέθη ἐν ταῖς φυλακαῖς—καὶ τίσι φυλακαῖς; — ταῖς φοβερωτάταις! Καὶ ἐπὶ τίνι ἐγκλήματι; Ὁ Φιλιππίδης, Κύριοι, κατάγεται ἐκ τῆς Μακεδονίας, δηλ. ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος, ὡς λέγουσι, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶναι ὅμως πολίτης Ἕλλην, διότι ὁ πατὴρ αὐτοῦ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἤτοι πρὸ τοῦ 1868 ἔτους, ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, γενόμενος δημότης τοῦ δήμου Λαμίας. Ὁ Νικόλαος Φιλιππίδης ὑπῆρξε Γυμνασιάρχης ἐν Καβάλλᾳ, καὶ περατώσας τὰς σπουδὰς αὐτοῦ ἐνταῦθα μετέβη εἰς Γερμανίαν, ἔνθα δοὺς διδακτορικὰς ἐξετάσεις ἔλαβε τὸν πρῶτον βαθμόν. Ἐκεῖ μένων, ἐχρησίμευσεν ὡς εἷς τῶν συντακτῶν τοῦ μεγάλου ἐγκυκλοπαιδικοῦ λεξικοῦ τῶν Μάϊερ καὶ Βροκχάους, παρέχων εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ περιφήμου τούτου συγγράμματος πάσας τὰς ἀναγκαίας περὶ Ἑλλάδος, ἐλευθέρας καὶ δούλης, πληροφορίας. Εἶναι λοιπὸν τῷ ὄντι ὁ ἀνὴρ ἐθνικὸς καὶ χρήσιμος. Διότι, ἂν οἱ ἐπιστήμονες γινώσκωσιν ἐκεῖ τι εἴτε περὶ τῆς ἐλευθέρας, εἴτε περὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, βεβαίως κατὰ πολὺ μανθάνουσιν αὐτὸ ἐκ τοῦ δυστυχοῦς τούτου λογίου. Χάριν μελετῶν τοιούτων εἶχεν ἐπισκεφθῆ, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐ. ἔ. νομίζω, τὰς Ἀθήνας, μετὰ ταῦτα δὲ μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἐκεῖ, ὡς γινώσκετε, βαθείας ἔχει ῥίζας ἡ Ρουμανικὴ Προπαγάνδα. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ρουμανικὴν Προπαγάνδαν βεβαίως δὲν ἦτο συμφέρον νὰ ὑπάρχῃ λόγιος Ἕλλην ἐλεύθερος, καταδεικνύων τὴν ἀπόλυτον δύναμιν καὶ τὰ ἀναμφισβήτητα καὶ κεκτημένα προνόμια τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν ἁπάσῃ τῇ Μακεδονίᾳ. Ἐσκέφθησαν λοιπὸν νὰ διαβάλωσι τὸν ἄνδρα καὶ παραστήσωσιν εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς τοῦτον, ὡς ἐνεργοῦντα δῆθεν ἐπανάστασιν καὶ συνωμοσίαν κατὰ τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας ἐν Μακεδονίᾳ. Ἤρξατο δὲ ἡ διαβολὴ οὕτως. Ὁ κ. Φιλιππίδης ἐν ἔτει 1879 εἶχεν ἐκδώσει συνοπτικήν τινα ἱστορίαν τῆς Ναούσης, Μακεδονικῆς, ὡς γνωστὸν, κωμοπόλεως, πραγματευόμενος τὴν ἱστορίαν ταύτης κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἔτους. Σύγγραμμα καθαρῶς ἱστορικὸν, μὴ τεῖνον παντάπασιν, ὡς ἐννοεῖτε οἴκοθεν, εἰς τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονίας. Ἡ Ρουμανικὴ Προπαγάνδα, ἐπωφελουμένη ἴσως τῆς εὐπιστίας τῶν γειτόνων ἡμῶν, κατώρθωσε νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅτι ὁ ἀτυχὴς Φιλιππίδης διὰ τοῦ συγγράμματος τούτου καὶ ἄλλων ἀποκρύφων ἐνεργειῶν προσεπάθει νὰ διεγείρῃ εἰς ἐπανάστασιν τοὺς Μακεδόνας, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα, προσέθετον, ἔμενεν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ ἐν Πέστῃ ἐκδιδομένη ἐφημερὶς «Ἐπιθεώρησις τῆς Ἀνατολῆς», ὄργανον δὲ τῆς Ρουμανικῆς Προπαγάνδας, ἔγγραφε ῥητῶς, ὅτι τὸ σύγγραμμα ἦτο ἐπαναστατικόν! Ἡ ἀστυνομία Κωνσταντινουπόλεως μανθάνει τὸ ξενοδοχεῖον, ἐν ᾧ κατῴκει ὁ Φιλιππίδης, στέλλει ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα, ὅστις ὑποκρίνεται τὸν Μακεδόνα, καὶ ἄρχεται ἐκμυστηρευόμενος τοὺς ἁγίους αὐτοῦ πόθους εἰς τὸν ἐπίσης ἐκ Μακεδονίας, ὡς ἐῤῥήθη, κ. Φιλιππίδην. Ὁ Φιλιππίδης, ὡς πᾶς Ἕλλην, ἐνθαῤῥυνόμενος ἐκ τῶν μεστῶν φιλοπατρίας λόγων τοῦ Τούρκου κατασκόπου, τίς οἶδε τίνας λέξεις εἶπεν, ἃς ἀστυνομικὸς ἄλλος ὑπάλληλος ἀνώτερος καὶ ὁπλοφόροι, κεκρυμμένοι ὄντες ἐν παρακειμένῳ δωματίῳ, ἤκουσαν. Εὐθὺς, ὡς ἐξῆλθε τοῦ ξενοδοχείου ὁ Φιλιππίδης, συνοδευόμενος ὑπό τινος φίλου του Ἰταλοῦ, ἡ ἀστυνομία συλλαμβάνει αὐτόν τε καὶ τὸν Ἰταλὸν, καὶ ἀναπολογήτους ὁδηγεῖ εἰς τὰς φοβερὰς ἐκείνας εἰρκτὰς, ἃς ἔχετε βεβαίως ἀκούσει. Ὁ Ἰταλὸς ὑπήκοος τῇ ἑπομένῃ, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀπηλευθερώθη· ἀλλ’ ὁ Ἕλλην ὑπήκοος, ὁ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μάλιστα πατρίδος, ὡς λέγουσι, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτιρικῶν Ὑπουργοῦ καταγόμενος, στενάζει ἤδη ἐπὶ 7 μῆνας, βαρέως μάλιστα ἀσθενῶν, ἐν ταῖς σκοτίαις καὶ ὑγραῖς φυλακαῖς τοῦ Μεγάλου Ζαπτιγιέ. Ἐσφράγισαν τὸν πτωχὸν σάκκον τοῦ διδασκάλου τούτου, καὶ ἀποσφραγίσαντες ἔπειτα αὐτὸν, οὐδὲν εὗρον τὸ ἐνοχοποιοῦν τὸν ἄνδρα. Ὑπέβαλον αὐτὸν εἰς μυρία μαρτύρια, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν ἔνδειξιν πρὸς κατηγορίαν, διότι ὁ ἀνὴρ τυγχάνει λόγιος ἁπλῶς, διότι οὐδὲν ἄλλο κακὸν ἔπραξεν ἢ νὰ ἐκδώσῃ σύντομον ἱστορίαν περὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἔτους τῆς πόλεως Νιαούσης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Φιλιππίδης δὲν τυγχάνει μέλος τοῦ Ἀθήναις «Μακεδονικοῦ Συλλόγου», οὗ δρῶν πρόσωπον εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι δὲν ἑνωρκίασεν ἑαυτὸν ὁ Φιλιππίδης, ἵνα γράφῃ ἄρθρα ὑπὲρ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Φιλιππίδης εἶναι Ἕλλην πολίτης, λόγιος, ἐννοῶν νὰ ἐκπληροῖ τὸ πρὸς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί περὶ τοῦ Ἕλληνος τούτου πολίτου ἤδη ἐπὶ 7 μῆνας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπραξεν; Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἐπίσης, τί ἔπραξε περὶ ἄλλου πολίτου Ἕλληνος, τοῦ ἀτυχοῦς Πασχίδου, ἐγκαθειργμένου ἐπίσης ἐν ταῖς αὐτόθι μαύραις φυλακαῖς δι’ ἀνύπαρκτον λόγον; Ὁ Πασχίδης κατάγεται ἐξ Ἠπείρου. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, τίς οἶδεν ὁποίας φύσεως εἰσηγήσεις ἀκούσασα, συνέλαβε καὶ ἐφυλάκισεν αὐτὸν, ἐπίσης πρὸ 7 μηνῶν! Τί γίνεται ὁ πολίτης οὗτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; τί περὶ αὐτοῦ ἐνηργήσατε; Ἢ μήπως δωρεὰν πρέπει νὰ ἐμπορεύησθε, κύριε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὲ, τὸν τίτλον τοῦ Μακεδονικοῦ, ἢ καὶ τοῦ Κρητικοῦ ἀκόμη; Τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι ὁ δημοσιογράφος οὗτος, ὁ δεύτερος, ὁ Πασχίδης, ἐτύγχανέ ποτε καὶ φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι ἦτο συντάκτης τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἐκδιδομένης «Ἴριδος» καὶ τῶν «Συλλόγων Βουκουρεστίου». Μὴ τυχὸν ὁ Πασχίδης ἁπλῶς μετέβαλε γνώμην περὶ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ οὗτος πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ οὕτω πληρόνων τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης; Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τέλους καταντᾷ καὶ κωμικόν. Ὁ κ. Πασχίδης, πάσχων ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν ταῖς εἱρκταῖς, μετεπέμψατο τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν ἀσθενοῦντα δεσμώτην, καὶ παράσχῃ αὐτῷ τὰ πρὸς ἴασιν ἐν ταῖς φυλακαῖς μέσα. Ἀλλὰ τοῦτο ἤρκεσεν, ἵνα συλληφθῇ καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Πασχίδου καὶ ἐγκαθειρχθῇ ἐν ταῖς αὐταῖς φυλακαῖς. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ φιλανθρωπία ἐξηκολούθει, μήπως τυχὸν καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ δεσμώτου ἤθελον ὑποστῆ τὴν αὐτὴν τύχην. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀνέγνων σήμερον ἔν τινι φύλλῳ, εὐμενῶς καὶ δυσμενῶς διακειμένῳ περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, (καὶ λέγω εὐμενῶς, διότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ συνόλῳ, ὑποστηρίζει αὐτὴν, καὶ δυσμενῶς, διότι ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, δεινότερον ἡμῶν κατ’ αὐτοῦ ἐπιτίθεται,) ἀνέγνων λέγω σήμερον ἐν τῷ δημοσιογραφικῷ τούτῳ ὀργάνῳ ὁλόκληρον ἔπαινον καὶ θαυμασμὸν πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὡς κατορθώσασαν δῆθεν ἐπὶ τέλους νὰ λύσῃ τὸ μέγα Μακεδονικὸν ζήτημα! Αὐτὸ θὰ εἰπῇ νὰ ἔχητε Ὑπουργὸν Μακεδόνα! Ἀναγινώσκω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ῥιφαὰτ πασσᾶς ἐν Μοναστηρίῳ, δηλ. ἐν Βιτωλίοις, ἀντὶ πλέον νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸν μέγαν αὑτοῦ φανατισμὸν καὶ τὴν μεγάλην καταδίωξιν κατὰ τῶν Ἑλλήνων, μεταβαλὼν γνώμην, ἐπιτίθεται ἤδη κατὰ τῆς ἐκεῖ Προπαγάνδας τῶν Ρουμάνων καὶ κατὰ τῶν Ἀλβανῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τὰ γεγονότα ταῦτα, ἃ ἐνώπιον ὑμῶν ἐξέθηκα, ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκαλύψωμεν τέλος πάντων τὰς κεφαλὰς ἡμῶν πρὸ τῶν ἀταράκτων σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἃς ἀταράκτους σχέσεις ἀνέγνωμεν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ; Ἐὰν τῷ ὄντι διὰ τοιούτων ὑπεκφυγῶν καὶ τοιούτων δειλῶν καὶ ἀνάνδρων ὑποχωρήσεων αἱ σχέσεις διατηρῶνται ἀτάρακτοι, δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ πάντα ἄλλον, τυχὸν ἀνησυχοῦντα, ὅτι οὐδέποτε αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν ὑπάρχει φόβος νὰ ταραχθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ θέμα, ὅπερ ἐπραγματεύθην, ἔχει μεγίστην σχέσιν καὶ πρὸς ἄλλα, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει ἐπίσης δι’ ὀλίγων νὰ φέρω καὶ ἐπὶ τούτων τὸν λόγον. Προχθὲς ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐξ Αἰγίνης, ἐγκρίτου συμπολίτου ἡμῶν, παρακαλοῦντός με, καὶ ἐξ ὀνόματος αὑτοῦ καὶ ἐξ ὀνόματος πολλῶν ἐκεῖ σπογγαλιέων, ὅπως ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν σπογγαλιέων, τοῦ ἴσως ἔτι ἐκκρεμοῦς. Ἀλλ’ εἶδον νὰ γίγνηται λόγος ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ εὐχὴν ἐλύθη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν λάβωμεν ὡρισμένην περὶ τούτου διαβεβαίωσιν, ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλωμεν. Ἐλύθη λοιπὸν αἰσίως τὸ ζήτημα τῶν σπογγαλιέων Αἰγίνης, ἢ τοὐναντίον; Εἶδον περὶ τούτου ἡμιεπίσημόν τινα πρὸ ὀλίγου ἀπάντησιν ἐν ἄλλῳ φύλλῳ, εὐμενέστατα διακειμένῳ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Καὶ τὴν ἀπάντησιν ταύτην, Κύριοι, διότι εἶναι βεβαίως ἡμιεπίσημος, θέλετε μοὶ ἐπιστρέψει νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν. (Ἀναγινώσκει). «Τελευταία ὥρα Θάνατος τοῦ Κεμὰλ Βέη. Πεπρωμένον φαίνεται, μετὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν σπογγαλιέων, ν’ ἀναγγείλωμεν καὶ τὸν θάνατον τοῦ προκαλέσαντος τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον γνωστοῦ διοικητοῦ Χίου καὶ λυσσαλέου διώκτου τῶν Ἑλλήνων Κεμὰλ Βέη. Ὁ θάνατος αὐτοῦ ἠγγέλθη σήμερον ἐπισήμως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. «Ὁ παράφορος διοικητὴς, βαρέως φαίνεται φέρων τὸ κατενεχθὲν αὐτῷ τραῦμα διὰ τῆς λύσεως τοῦ ἐπεισοδίου τῶν σπογγαλιέων, καὶ μεθυσθείς, ὡς ἐσυνείθιζε, προσεβλήθη ὑπὸ κεραυνοβόλου ἀποπληξίας. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς ἡ φράσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ «ἔσκασε». Ἀλλ’ ἐὰν ὁ θρίαμβος ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἦναι ἁπλῶς, ὅτι, κατὰ τὴν συνήθειαν αὑτοῦ, καθὰ γράφουσιν, ἐμεθύσθη ὁ Κεμὰλ καὶ ἀπέθανε, βεβαίως ὁ θρίαμβος δὲν εἶναι μέγας. Διότι θέλουσιν ὑπάρξει ἀναμφιβόλως διάδοχοι τοῦ Κεμὰλ, ὅμοιοι αὐτῷ, ἴσως δὲ καὶ χείρονες τοῦ μακαρίτου. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἶναι, ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν Αἰγινητῶν σπογγαλιέων, ἤδη ἐκκρεμὲς ἐπὶ τοσούτους μῆνας, ἢ δὲν ἐλύθη; Τὸ νὰ δεικνύητε χαρὰν καὶ νὰ μεγαλαυχῆτε ἀκόμη, διότι εἷς Ὀθωμανὸς ἐμεθύσθη καὶ ἀπέθανε, καὶ νὰ βεβαιῶτε ἡμᾶς διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου τύπου, ὅτι ἀπέθανε μεθυσθείς, διότι ὑμεῖς ἐλύσατε αἰσίως τὸ ζήτημα, βεβαίως δὲν εἶναι, νομίζω, ἡ ἐπιτυχεστέρα ἀπάντησις εἰς ὅσα ἐπερωτῶμεν. Λοιπὸν ἀπεδόθησαν οἱ σπόγγοι, τὰ μηχανήματα καὶ τὰ πλοιάρια εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοὺς ἐξ Αἰγίνης; Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον τῶν σπογγαλιέων ἐλύθη κατ’ εὐχήν. Ἔχομεν ἄλλο, ἐπίσης σπουδαιότατον, δι’ ὅπερ ἴσως αὔριον ἀκούσωμεν, ὅτι ἄλλος Βέης, μεθυσθεὶς ἐξ ὀργῆς ἐπὶ τῇ ἐπιτυχίᾳ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀπέθανεν. Ἐνταῦθα, Κύριοι, διατρίβει σχεδὸν πρὸ δύο ἐτῶν πλοίαρχός τις, ὀνόματι Παρασκευᾶς Ἀγαπητὸς, κάτοικος Καστελλοῤῥίζου καὶ πολίτης Ἕλλην. Λέγω δὲ πολίτης Ἕλλην, διότι εἶναι δημότης Ἑρμουπόλεως. Οὗτος, Κύριοι, κλαίων καὶ ὀλοφυρόμενος, προσῆλθε πρό τινων ἡμερῶν καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους συναδέλφους ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς ἐμὲ, ἀνακοινῶν, ὅτι πλοῖον ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀνῆκον εἰς αὐτὸν καὶ νηολογημένον ἐν λιμένι τοῦ Κράτους, ἐν Σύρῳ, μὲ μέγα φορτίον φλοιοῦ, ἀξίας δραχμῶν 30,000, (ἡ δὲ ἀξία τοῦ πλοίου ἐπίσης εἶναι δραχμῶν 30,000, διότι εἶναι 287 τόνων,) ἦλθε, λέγω, πρὸς ἡμᾶς πάντας, ἐκθέτων, ὅτι ἤδη ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ὀκτωκαίδεκα, νομίζω, ἢ εἴκοσιν, ἐμπαίζεται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ λέγει ταῦτα ῥητῶς ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορᾷ αὐτοῦ ὁ ἐμπαιζόμενος. Τὸ πλοῖον καὶ τὸ φορτίον κατεσχέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κεμὰλ Βέη, καὶ ἐξεποιήθησαν, καὶ ἡ μόνη περιουσία τοῦ ἀτυχοῦς τούτου πολίτου Ἕλληνος, συμποσουμένη, ὡς ἠκούσατε, εἰς 60,000 δραχμῶν, ἐγένετο βορὰ τῆς Τουρκικῆς αὐθαιρεσίας. Καὶ ὅτε πλέον, ἀπελπισθεὶς, ἐνεφανίσθη πρό τινων ἀκόμη ἡμερῶν ἐνώπιον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τί νομίζετε, ὅτι ἤκουσε παρὰ τοῦ ἐκ Μακεδονίας κ. Ὑπουργοῦ; Ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ, διότι αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἀναγνωρίζουσιν αὐτὸν ὡς πολίτην Ἕλληνα! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ προσάγω τὸ ναυτικὸν φυλλάδιον αὐτοῦ, τὸ φυλλάδιον δηλ. τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ἐν ᾧ βεβαιοῦται, ὅτι εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ δημότης τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως· προσάγω τὸ ναυτιλιακὸν αὐτοῦ δίπλωμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ἡ Ἑλληνικὴ αὐτοῦ ὑπηκοότης· προσάγω ἔγγραφα τῆς ἐθνικότητος τοῦ πλοίου καὶ τοῦ πλοιάρχου, ὅστις εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ παθὼν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δι’ αἰτήσεως αὐτοῦ ἀναφερόμενος, τουτέστιν ὁ Παρασκευᾶς Ἀγαπητός. Καὶ δύναμαι νὰ προσάξω καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι πολίτου Ἕλληνος, ἐμπορευομένου, καὶ πλοῖον, φέρον ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ νηολογημένον ἐν ἑλληνικῷ λιμένι, καὶ φορτίον, ἡ Τουρκικὴ ἀρχὴ κατέσχε καὶ ἔχει ἤδη ἐκποιήσει. Ἤδη σχεδὸν πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἄνθρωπος οὗτος διατρίβει ἐνταῦθα, καὶ ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτα ἐμπαίζεται ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, βεβαιοῦντος αὐτὸν, ὁτὲ μὲν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλει λάβει πέρας, ὅτε δὲ, ὅτι νὰ ἔχῃ ὀλίγην τινὰ ὑπομονὴν, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἡ ἐκεῖ κομίσασα τὸν Μεγαλόσταυρον πρεσβεία. Ἀλλὰ τέλος πάντων, Κύριοι, καὶ ἔτη παρῆλθον, καὶ τὰ παράσημα ἀντηλλάγησαν, καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ γενικοὶ γραμματεῖς ἐπανῆλθον, καὶ τὸ πλοῖον ἐξακολουθεῖ ὄν πωλημένον, καὶ τὸ φορτίον ἐπίσης. Ἐπιθυμῶ νὰ δοθῶσι καὶ περὶ τούτου πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλήν. Ἀξιῶ μάλιστα νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι, διότι ἔχω ἐφημερίδα τινὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡμιεπίσημον, τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887, ἥτις, πραγματευομένη αὐτὸ τοῦτο τὸ ζήτημα τοῦ ῥηθέντος πλοιάρχου, ἀπειλεῖ τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν δὲν τελειώσῃ τὸ ζήτημα, ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἐκπλέει, καὶ πολιορκεῖ τὴν μεγάλην πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι λέγω πράγματα μὴ ἀκριβῆ, τί ἔγραφεν ἡ «Παλιγγενεσία» τότε (ἀναγινώσκει): «Ἠδυνάμεθα πλέον τι τούτου νὰ πράξωμεν τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν ἡ κρατοῦσα ἐν Μακεδονίᾳ ἀναρχία ἀπασχολεῖ τὸν τύπον καὶ τὰς Κυβερνήσεις Εὐρωπαϊκῶν τινων Κρατῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα δὲν θέλομεν νὰ ἐκτραπῶσι τὰ πράγματα». Ἀτάρακτοι! (ἱλαρότης). Καὶ λέγει ταῦτα τὸ ἔγκριτον τοῦτο δημοσιογραφικὸν φύλλον ἐξ ἀφετηρίας αὐτῆς ταύτης τῆς κατασχέσεως τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου τοῦ Παρασκευᾶ Ἀγαπητοῦ. Τί τάχα ἐμεσολάβησε καὶ αἱ ἡμιεπίσημοι αὗται ἀπειλαὶ μετεβλήθησαν εἰς διαχύσεις; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐκκρεμὲς ζήτημα, οὗτινος γνῶσιν πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβεν ἡ Βουλή. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, πότε ἆρά γε θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» δικογραφίαν; Ἢ τοὐλάχιστον, ἂν δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην, πότε θέλει δώσει ἡμῖν πληροφορίας περὶ τῆς στάσεως τοῦ ζητήματος τούτου; Ἀκούω, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» (ἂν πρᾶξις ἄδικος ὑφίσταται) παρεγράφη. Ἄν ἡ παραγραφὴ ἔλαβε χώραν, ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη, καὶ ἡ δικογραφία δύναται βεβαίως νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄν πάλιν ἡ πρᾶξις δὲν παρεγράφη, μήπως δὲν δίδονται ἡμῖν περὶ ταύτης πληροφορίαι μέχρις ὅτου παραγραφῇ; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχῃ λόγους σπουδαίους καὶ σοβαροὺς, ἀφορῶντας εἰς αὐτὸν, δι’ οὓς ἐπιθυμεῖ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀταράκτως νὰ κοιμᾶται τὸν συνήθη αὐτῇ ὕπνον, τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησαν τὰ ἀνώτερα ὄργανα τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς; Ἡμεῖς γνωρίζομεν, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, ὅτι τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν προΐσταται ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπερτάτη διεύθυνσις τῶν περὶ τὴν ἀνάκρισιν ἐναπόκειται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Ἐφετῶν εἰς τὸν παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελέα» (ἄρθρον 13 Ποιν. Δικον.) Καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τῆς αὐτῆς Δικονομίας: «εἰς τὸν παρὰ τοῖς Ἐφέταις Εἰσαγγελέα ἀνήκει ἡ ἐπιτήρησις πάντων τῶν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως». Καὶ ἂν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁ παρ’ Ἐφέταις ἀδρανῇ, τί πράττει ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως; Κατὰ τὸ ἄρθρ. 93 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων: «μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπὶ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἱεραρχικὴ ὑπαλληλία καὶ ἐξάρτησις. Τοῦ ἱεραρχικοῦ τούτου ὅλου προΐσταται ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελεύς». Περιῆλθον, ἢ δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσιν αὐτῶν τὰ ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη χρόνον καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητούμενα περὶ τῆς πράξεως τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»; Ἐποιήσαντο, εἴτε ὁ εἷς, εἴτε ὁ ἕτερος, τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τὸν παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ἐπὶ τῇ ἐνόχῳ ἀδρανείᾳ, ἣν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει δεικνύει; Ἢ μήπως τέλος πάντων ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη κατέπεσε μέχρι τοσούτου σημείου, ὥστε τρόμος καὶ φόβος νὰ καταλαμβάνῃ τὰ ὑπέρτατα ὄργανα τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Κράτους ἀπέναντι ἑνὸς Ὑπουργοῦ; Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τορπίλλη, ὡς εὐφυῶς ἀπεκάλεσαν αὐτὸ ἄλλοι. Ἀλλὰ κατὰ τῆς τορπίλλης ταύτης οἱαδήποτε μηχανήματα καὶ ἂν μεταχειρισθῇ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασυντρίψῃ καὶ καταστρέψῃ αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις θέλει διατελεῖ ὑπὸ νευρικὴν ταραχὴν καθ’ ἑσπέραν, καὶ δὲν θέλομεν παύσει προκαλοῦντες αὐτὴν, εἰμὴ ἀφοῦ μέχρις ἐσχάτων ἐνασκήσωμεν τὸν ἀνήκοντα ἡμῖν δικαιώματι ἔλεγχον. Εἶναι, λέγω, τορπίλλη, διότι συνδέεται πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ (καὶ τοῦ Ὑπουργείου ὅλου, μετὰ τὴν περὶ ἐμπιστοσύνης ψηφοφορίαν,) ὡς πρὸς τὴν ἀπονεμηθεῖσαν τῷ ληστάρχῳ Τάκη χάριν. Ἐζήτησα νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ δικογραφίαι, δι’ ὧν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους τούτου ἀπενεμήθησαν εἰς διαβοήτους ληστάρχους καὶ διαβοήτους κακούργους βασιλικαὶ χάριτες· ἀλλ’ αἱ δικογραφίαι, 386 ἐν ὅλῳ τὸν ἀριθμὸν, ἀκόμη δὲν διῆλθον τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐζήτησα εἰδικῶς νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, αἱ δικογραφίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν λήσταρχον Τάκην· καὶ ἐνῷ ἕνδεκα ἤδη ἡμέραι ἀπὸ τῆς αἰτήσεώς μου παρῆλθον, καὶ ἐνῷ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ χωλαὶ ἐὰν ἦσαν, πεζῇ ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν ἐκ τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Κερκύρας ἀκόμη ἐνταῦθα, εἰσέτι δὲν ἔστερξαν νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰς εἰς γνῶσιν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νεωτέρας ἀποκαλύψεις· ἵνα δὲ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις περὶ ὅσων θέλω εἰπεῖ, ἔχω ἐνώπιον ἐμοῦ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Καὶ ἤκουσα μὲν πολλάκις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποκηρύττει τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦτο ὄργανον, ὅπερ ἔχω εἰς χεῖρας. Κατὰ πόσον ὅμως ἡμεῖς πιστεύομεν τὰς τοιαύτας ἀποκηρύξεις, εἶναι ἤδη γνωστόν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἀποκηρύττῃ καὶ τὰς ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν δημοσιευομένας ἀγορεύσεις τῶν συναδέλφων αὑτοῦ ἐν τῷ φύλλῳ αὑτῷ, ὅπερ, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι ἡ «Ὥρα». Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρίστα τὸν λήσταρχον Τάκην, ὡς ἅπαξ μόνον ἐγκληματήσαντα, καὶ ὡς περὶ κοινοῦ τινος ἐγκλήματος δόντα δίκην: «Ἀπὸ τοῦ 1876», ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, «ὅτε παρεπέμφθη διὰ τὴν τοιαύτην ἀνθρωποκτονίαν, μέχρι τοῦ 1886, ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐφυγοδίκει». Καὶ ἀφίνει εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ πιστεύωμεν, ὅτι, μετὰ τὴν ἐγκληματικὴν ἐκείνην καὶ μόνην πρᾶξιν τῆς ἀνθρωποκτονίας, ὁ Τάκης ἐφυγοδίκει, οὐδέποτε παρέβη τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Καὶ ὅτι πάντες τοῦτο ἐπίστευσαν, ἀπόδειξιν ἔχομεν ἄλλο δημοσιογραφικὸν φύλλον, ὑπουργικὸν καὶ αὐτὸ, ὅπερ εἰδυλλιακῶς παρίστα τὸν λήσταρχον, καὶ ἐμαίνετο κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἔσχε τὴν θρασύτητα νὰ ζητήσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. «Ἐὰν ἤμεθα ἡμεῖς Ὑπουργοὶ», ἔγραφεν, «ἠθέλομεν δώσει τῷ Τάκῃ, τῷ σκανδαλιάρῃ, πλήρη χάριν». Καὶ δίκαιον εἶχεν ἴσως τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦτο ὄργανον οὕτω ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἀφοῦ εἶχεν ἐνώπιον αὑτοῦ τὴν ἐπίσημον Ἀρχὴν τοῦ Κράτους διαψεύδουσαν τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐφημερὶς αὕτη, γράφουσα κατ’ αὑτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡμολόγει, ὅτι ἐπλανήθη, ἄλλη περιφανεστέρα ἱκανοποίησις οὐδέποτε ἐδόθη εἰς πολιτικὸν ἄνδρα τῆς δοθείσης παρ’ αὑτοῦ τούτου τοῦ φύλλου εἰς ἐμὲ, (βεβαίως μετὰ στενοχωρίας) γράφοντος ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπαναλαβόνοντος, ὅτι ἐπλανήθη καὶ ἐπλάνησε καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ἕνεκα τῆς κακοπιστίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς ἐξηκολούθει (ἀναγινώσκει): «Τὴν 5 Ὀκτωβρίου 1886 προσῆλθεν ἑκουσίως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πλημμελειοδικῶν καὶ συνετάχθη τὸ ἑξῆς περὶ τῆς προσελεύσεως αὐτοῦ πρωτόκολλον. «Ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ἐν τῷ καταστήματι τῆς Εἰσαγγελίας, σήμερον, τὴν 4 Ὀκτωβρίου 1886 μ. μ., ἡμέραν Σάββατον, ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου Κ. Μπράβου, παρουσίᾳ καὶ τοῦ γραμματέως Χ. Μαρούλη, ἐνεφανίσθη ὁ Ἀλέξιος Τάκης, καταδιωκόμενος δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 564 τοῦ 1876 βουλεύματος τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι προσέρχεται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, μὲ τὴν παράκλησιν τοῦ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐκδίκασις τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας». Καὶ τί ἀπεκαλύφθη κατόπιν; Ὅτι ταῦτα πάντα ἐπίτηδες ἐφιλοτεχνήθησαν οὕτως, ἵνα ἀποδειχθῇ διὰ δημοσίου ἐγγράφου, ἀλλὰ ψευδοῦς, ὅτι περὶ μιᾶς μόνης κατηγορίας καὶ περὶ ἑνὸς μόνου ἐγκλήματος ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον ὁ Τάκης. Ἀλλὰ κατόπιν, ὅτε ἡ δικογραφία ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπολογίας τοῦ Τάκη, κατηγορουμένου ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι Κακουργιοδικῶν, ὅτι διὰ τρεῖς μὲν ἄλλας πράξεις κατεδικάσθη εἰς τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν, πολλὰς δὲ εἶχε καθ’ ἑαυτοῦ κατηγορίας ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Πάτραις Κακουργιοδικῶν. Καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει ἐξακολουθεῖ λέγων τὰς ἑξῆς ἀνακριβείας (ἀναγινώσκει): «ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ὑπέβαλε δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὴν τὴν 1 Μαρτίου 1888, συμμεριζόμενος τὴν περὶ μεταβολῆς τῆς ποινῆς εἰς ἰσόβια δεσμὰ γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως, δικαιολογημένην καὶ ἐκ τῆς νεαρᾶς τοῦ καταδίκου κατὰ τὴν πρᾶξιν ἡλικίας». Παρατηρεῖτε, ὅτι περὶ πληθύος πράξεων ἐπιμελῶς ἀποφεύγει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. «Τὰ ἔγγραφα ταῦτα πάντα μετὰ τῆς δικογραφίας ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν χαρίτων, ἡ ὁποία ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ δίκαιον, οὐδὲ πρέπον νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου κατὰ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, κηρυχθέντος ἐνόχου, ὅτι πρὸ 12 ἐτῶν, εἰς ἡλικίαν 14 ἐτῶν, προέβη εἰς πρᾶξιν κατά τινος, θεωρουμένου ὡς προσβολέως τῆς τιμῆς τῆς μητρὸς τοῦ συγκατηγορουμένου συντρόφου του, προσελθόντος δὲ αὐθορμήτως, μετὰ μακρὰν φυγοδικίαν, καὶ ζητήσαντος τὴν περὶ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης». Αὐτὸ τὸ «προσελθόντος αὐθορμήτως μετὰ μακρὰν φυγοδικίαν» καὶ περὶ πράξεως, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, συντελεσθείσης κατὰ τὸ 14 ἔτος τῆς ἡλικίας, καὶ ὑπὸ τὰς ἐλαφρυντικάς, ὡς παρίστα ἡμῖν, περιστάσεις, ἐνῷ αἱ περιστάσεις ὑπῆρξαν τὰ μάλιστα ἐπιβαρυντικαί, διότι διὰ πελέκεως, νύκτωρ, καὶ ἐν ἐρήμῳ τόπῳ, ἀπέκτεινε τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον ποιμένα, καὶ ἐγένετο συγχρόνως ἔνοχος καὶ ἑτέρας παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀποπειραθεὶς νὰ ἀποκτείνῃ τοὺς συγκοιμωμένους τῷ ποιμένι ὑπηρέτην καὶ υἱὸν αὐτοῦ, πᾶσαι λέγω αὗται, αἱ ἐπίτηδες λεχθεῖσαι ἀναλήθειαι, πῶς φαίνονται ἡμῖν; Ὁ Ὑπουργὸς ὁμιλεῖ ἐνταῦθα περὶ μιᾶς μόνης πράξεως τοῦ φυγοδίκου τούτου, μέλλοντος νὰ δώσῃ λόγον περὶ ταύτης τῆς μοναδικῆς πράξεως. Ἀλλὰ τί ἀπεκαλύψαμεν κατόπιν, ἐρευνήσαντες προχείρως ὅλως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν δικογραφίαν ἐκείνην; Ὅτι προέκειτο περὶ σειρᾶς ἐγκληματικωτάτων πράξεων, καὶ πράξεων ληστρικῶν φοβερωτάτων, ὧν ἤδη, Κύριοι, πρὸ εἰκοσαετίας δὲν ἐγενόμεθα εὐτυχῶς μάρτυρες, ἀφ’ ὅτου ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος, στρέψασα τὰ βλέμματα μετ’ ὀργῆς πρὸς ἡμᾶς, μικροῦ δεῖν συνέτριβε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τὴν ληστοπραξίαν, τὴν γενομένην κατὰ ὑπηκόων Ἄγγλων καὶ Ἰταλῶν ἐν τῷ Δήλεσι. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ λέγων τὰ ἀληθῆ ἀπὸ τῆς ἐπισημοτάτης ταύτης θέσεως, καὶ ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς δυνάμεως τοῦ ἡγέτου αὐτοῦ, ὅστις (τὸν ἠκούσατε) ἐτόλμησε πρό τινων ὡρῶν, αὐθαδέστατα καὶ ἀσεβέστατα, νὰ ἀποδώσῃ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν εἰς ἐκεῖνον, καθ’ οὗ οὐδὲν εἶχε δικαίωμα τοιαύτην βαρεῖαν μορφὴν νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ Πρωθυπουργοῦ του, προβαίνει καὶ εἰς ἄλλας φρικαλεωτέρας ἀναληθείας. Καὶ ποῖαι, παρακαλῶ, εἶναι αὗται; Παρίστα ἡμῖν τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ὡς εὐφυῶς ἔγραψεν ὑπουργικόν τι φύλλον, ἀπόφοιτον τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, καὶ ἐκινδυνεύομεν τῷ ὄντι νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν εἰκόνα νεαροῦ τινος ῥασοφόρου, μὲ συμπαθῆ καὶ ἠπίαν φυσιογνωμίαν,—ἂν ἐπιστεύομεν ὅμως τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.—Καὶ ἵνα συγκινήσῃ τὸ ἀκροατήριόν του ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: Τί ζητεῖτε, ἄγριοι ἄνθρωποι, Ροβεσπιέῤῥοι καὶ Δαντῶνες τῆς ἐποχῆς! τὴν κεφαλὴν τῆς ἀθώας ταύτης ὑπάρξεως ἐπὶ πίνακι; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, ὅτι ὁ πανάρετος αὐτὸς συμπολίτης μου, (διότι σημειώσατε εἶναι ἐκ τοῦ δήμου Ἀπεραντίων καὶ ἐκ τοῦ χωρίου Χορίμποβο ὁ λήσταρχος Τάκης) δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει, ἀνθρωποφάγοι, ὅτι ἡ ἀθώα αὐτὴ ὕπαρξις ἐστερεῖτο καὶ συνηγόρου; Καὶ ἀληθῶς οἱ εὔπιστοι ἀφῆκαν τὰ δάκρυα νὰ ῥεύσωσιν ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Δὲν παρατηρεῖτε, ἔλεγεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων δὲν εἶχε συνήγορον, ὁ ταλαίπωρος! νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, ἐνῷ χιλιάδες δικηγόρων ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὸ γένος αὐτῶν καθ’ ἡμέραν αὐξάνει; Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἵνα μὴ φανῶ ὑπερβολικὸς, ἢ ἀνακριβῆ λέγων, ἀναγινώσκω τὰς λέξεις τοῦ Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δώσω καὶ τὴν ἑξῆς ἐκ τῆς ἀποφάσεως πληροφορίαν, ὅτι ὁ ὑπόδικος αὐτὸς προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου Λευκάδος ἄνευ συνηγόρου! καὶ ἡ ἀπόφασις βεβαιοῖ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου διώρισεν αὐτῷ ἐξ ἐπαγγέλματος συνήγορον τὸν Ἰω. Τριανταφύλλην, δικηγόρον..... Οἱ προστάται του δὲν ἐφρόντισαν, ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τῷ δώσωσιν ἕνα συνήγορον ἐν Λευκάδι, καὶ ἕνα πληρεξούσιον δικηγόρον ἐν Ἀθήναις!» Καὶ, Κύριοι, τίς τολμᾷ νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἐναντία, ὅταν ἐπίσημος καὶ αὐθεντικὴ φωνὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ φωνὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος καὶ διανομέως τῆς δικαιοσύνης, βεβαιοῖ πράγματα, ἅπερ ἕκαστος ὑποτίθησιν, ὅτι στηρίζει ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων; Ἀλλ’ ὁ λήσταρχος Τάκης, ὅταν ἔλθωσιν ἐνταῦθα αἱ κατ’ αὐτοῦ πολλαπλαῖ ἐπὶ ληστρικαῖς πράξεσι δικογραφίαι, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχεν οἰκονομικούς τινας συνδυασμοὺς (ἱλαρότης) περὶ εἰσαγωγῆς χρυσοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ νύμφη τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἡ σύζυγος τουτέστι τοῦ ἀρχιληστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, εἶναι, Κύριοι μυριόπλουτος, καὶ καλεῖται καθ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη «ἡ πλουσία καπετάνισσα», διότι ἀποστέλλει τοὺς υἱοὺς αὐτῆς εἰς Ἤπειρον, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκεῖθεν, ἐκτελοῦντες καὶ αὐτοὶ τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῶν συνδυασμοὺς, εἰσάγουσιν ἄφθονον χρυσὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐφρικίασα, Κύριοι, προχθὲς, ὅτε εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἐνεφανίσθη νέος τις, εὐθαρσὴς Ἠπειρώτης, φοιτητὴς τῆς Νομικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Σχολῆς, καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ὅπως δημοσιευθῇ ἐπιστολὴ αὐτοῦ ἐν τῷ «Συλλόγῳ», ἥτις καὶ ἐδημοσιεύθη, καὶ δι’ ἧς διεκτραγῳδοῦνται τὰ δεινὰ, ὅσα οἱ Ἠπειρῶται, αὐτοὶ, οἱ ἀναμένοντες νὰ ἐλευθερωθῶσι παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ὑπέστησαν ἐκ τῶν τεράτων τούτων, εἰς ἃ καὶ ἄσυλον οἰκίας καὶ ἄσυλον ἐπιστήμης καὶ δικηγορικῆς προστασίας προσέφερεν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν τὸ ὄνομα τοῦ φοιτητοῦ τούτου, ἀλλὰ βεβαιῶ ἐν τῇ ἐπισημότητι, ἣν ἔχω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς προσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ δούς μοι τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ἐν τῷ «Συλλόγῳ» δημοσιευθεῖσαν, μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐπὶ τέλους σὲ ἐρεθίσωσι καὶ σὲ διαψεύσωσι, θέλω προτιμήσει νὰ εἴπω ἐν τῇ δημοσιότητι τὸ ὄνομά μου, ἵνα βεβαιώσω τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον, ὃν ἐμποιεῖ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη εἰς τὴν ἀτυχῆ Ἤπειρον. Τίς; Ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ὃν βεβαίως ἐν ἄλλῃ ἐκλογῇ βουλευτικῇ, ἂν παρ’ ὑμῶν ἐνεργηθῇ, θέλομεν κινδυνεύσει νὰ ἴδωμεν προσερχόμενον καὶ ἐνώπιον τῶν καλπῶν τοῦ τε Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: «Ὁ Ἀλέξιος Τάκης (ἔγραφε δημοσίᾳ ὁ ῥηθεὶς φοιτητὴς) «κατηγορήθη ὡς συνένοχος τῆς ἀπαγωγῆς τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ Ἀβέρωφ. Μικρὰ εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ γεννήσασα τρόμον καθ’ ὅλον τὸ Ζαγόριον διὰ τὸ παράτολμον κίνημα; καθόσον ἡ ἀπαγωγὴ ἐγένετο 10 λεπτὰ μακρὰν τοῦ Μετσόβου, ὅπου ὑπῆρχεν ὁλόκληρον τάγμα στρατοῦ!» Φαντασθῆτε, Κύριε, τί θηρία εἶναι ταῦτα! Εἶναι οἱ κατ’ εὐθεῖαν ἀπόγονοι ἐκείνων, οἵτινες εἰσήρχοντο νύκτωρ ἄλλοτε εἰς τὸ καφφενεῖον τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος» ἐν Ἀθήναις, ἵνα πίωσιν ἕνα καφφὲν, ἀποπειρώμενοι νὰ ἁρπάσωσιν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ τὸν πατέρα τοῦ συναδέλφου μου κ. Νέγρη ἐκ τῆς κλίνης, κοιμώμενον! Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, περὶ ὧν ἐνόμισεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἤθελον εὑρεθῆ Βουλευταὶ νὰ ζητήσωσι λόγον περὶ τῆς καταπατήσεως καὶ ποδοπατήσεως τῆς ἱερωτάτης τῶν βασιλικῶν προνομιῶν! (Ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ μήπως (ἐξακολουθεῖ γράφων δημοσίᾳ ὁ αὐτὸς Ἠπειρώτης) «ἡ συμμορία, ἡ ἀπαγαγοῦσα τὸν ἰατρὸν κ. Ἰω. Μεγκλίδην, δὲν εἶναι ἡ τοῦ Τάκη, καὶ ἧς ἀπετέλει ἄρα μέλος καὶ ὁ Ἀλέξιος; Μικραὶ εἶναι αἱ πράξεις αὗται, δι’ ὧν κατέστρεψε τὸ τότε πλούσιον Ζαγόριον, καὶ ἠνάγκασε τοὺς κατοίκους του νὰ καταφύγωσιν εἰς Ῥουμανίαν, Ῥωσσίαν, Αἴγυπτον, καὶ νὰ ἐκπατρισθῶσι; Τέλος τὸ φρικωδέστερον καὶ τελευταῖον αὐτῶν κακούργημα εἶναι ὁ φόνος τῆς συζύγου γηραιοῦ εὐϋπολήπτου οἰκογενειάρχου, 6 ὥρας μακρὰν τοῦ Μετσόβου». Ἄλλην λῃστρικὴν πρᾶξιν καταγγέλλει ἐνταῦθα. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ συμμορία τῶν Τακῶν, ἐξ 7 ἀτόμων, εἰσέβαλεν εἰς τὸ χωρίον (Λιασκοβεβέτσιον) καὶ ἀπήγαγε τὴν σύζυγον τοῦ ἀνωτέρω οἰκογενειάρχου, 80 ἐτῶν, μὴ δυναμένην δὲ, ὡς ἐκ τοῦ γήρατος, νὰ τοὺς παρακολουθήσῃ, τὴν ἐφόνευσαν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐκρεούργησαν δι’ ἀλλεπαλλήλων κτυπημάτων, ὀλίγον μακρὰν τῆς οἰκίας της». Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι Ἀλλαρῖχος τῆς ἐποχῆς, αὐτὸς τρέπει ὁλοκλήρους πόλεις εἰς φυγὴν, καὶ ἀπέναντι τοιούτου τέρατος ἐνόμισεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι, διότι ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ ἐκπληρώσω τὸ ἐμοὶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον, νὰ ζητήσω λόγον παρὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελον ἐπιτρέψει αὐτῷ, τῷ Πρωθυπουργῷ πρὸ πάντων, νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει! Ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἣν εὗρεν αὐτὸς εἰς τοὺς κώδικας, οὓς ἔχει, καὶ τοὺς ὁποίους συνεβουλεύετο ἴσως, ὅτε συνεννοεῖτο μετὰ τῶν πρακτόρων ξένων ἐπικρατειῶν, διὰ νὰ ἐνεργήσωσιν ἀπὸ κοινοῦ πράξεις ἐχθρικὰς κατὰ τῆς πατρίδος!
§13ΜΙΑ ΦΩΝΗ (ἀριστερόθεν). Μπράβο, Λεβίδη.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τοὺς ποινικοὺς κώδικας ἐγκληματεῖ ὁ θαῤῥαλέος ἐκεῖνος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἀντιπρόσωπος οὐχὶ τῶν χαρίτων καὶ τῶν παροχῶν καὶ τῶν συναλλαγῶν, ἀλλ’ ἀντιπρόσωπος τῆς ἰδίας ἐπιῤῥοῆς, διαρκῶς, εἴτε πρόκειται περὶ στενῆς, εἴτε περὶ εὐρείας περιφερείας. Ἐξεκλήρισεν, ἵνα εἴπω οὕτω, τὸ Ζαγόριον ἡ ληστρικὴ αὕτη συμμορία. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνδρες, οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι δὲν ἐπῆλθε πλέον ἡ στιγμὴ νὰ ἀναπετασθῇ ἡ αὐλαία, καὶ νὰ ἴδῃ ὁ δοῦλος Ἑλληνισμὸς, ὅτι πλανᾶται πλάνην δεινὴν, πιστεύων, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ἐλευθερίαν πρὸς τοὺς τυραννουμένους λαοὺς καὶ ὑπὸ τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας καὶ ὑπὸ τῆς κυριαρχίας Ἑλλήνων ληστῶν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀλέξιος Τάκης, περὶ οὗ τοσαύτην στοργὴν δεικνύει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε ἔγραφεν ἔγγραφόν τι, ὅπερ εὗρον ἐν τῇ δικογραφίᾳ, δεικνύον τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὸν πόθον αὐτοῦ τὸν μέγαν, ἵνα μίαν ὥραν τὸ ταχύτερον ἀποδοθῇ χάρις εἰς τὸν συμπολίτην αὐτοῦ ἐκ Χορίμποβο τῶν Ἀπεραντίων. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι τῆς 20 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., εὑρισκόμενον ἐν τῇ δικογραφίᾳ, τῇ μόνῃ, ἣν πιεζόμενος ἐτόλμησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μοὶ ὑποσχεθῇ, ὅτι δὲν θέλει ζητήσει τὴν ἐπὶ ἐγκλήματι καταδίκην μου, διότι ποιοῦμαι χρῆσιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐπισημοτάτης τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ. Ἀκούσατε παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Ἀριθμὸς 3563, τῆς 20 Φεβρουαρίου 1888. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν.—Ἀποῤῥιφθείσης τῆς περὶ ἀναιρέσεως αἰτήσεως τοῦ ἐπὶ φόνῳ κλπ. εἰς θάνατον καταδικασθέντος Ἀλεξ. Τάκη, ἀποστέλλομεν ὑμῖν ἐγκλείστως τὴν κατ’ αὐτοῦ ποινικὴν δικογραφίαν, ἐπὶ ταχείᾳ ἐπιστροφῇ.» Προσέξατε ὀλίγον εἰς ἐκεῖνο τὸ «ἐπὶ φόνῳ κτλ.» Ὥστε νὰ ἔχῃ, ἐν ἀνάγκῃ ἴσως, ἐνώπιον ἄλλης ἀνωτέρας ἀρχῆς τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐξηπάτησεν αὐτήν, διότι αὐτὸ τὸ κτλ. ὤφειλεν ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ νὰ ἐννοήσῃ καὶ συμπεράνῃ· καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ χάριν δι’ αὐτὸν τὸν κατάδικον, δι’ αὐτὴν τὴν μοναδικὴν πρᾶξιν, ὡς παριστᾷ αὐτήν, ὅτι αὐτὸ τὸ κτλ. ἐσήμαινε καὶ τὸν ξεκληρισμὸν τοῦ Ζαγορίου καὶ τὴν ληστείαν τῶν Τρικκάλων, περὶ ἧς θέλω ὁμιλήσει ἄλλοτε, καὶ πάσας ἐκείνας τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, περὶ ὧν ἤριζον οἱ Εἰσαγγελεῖς, τίς πρῶτος νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὸν Τάκην. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: «ἵνα ἐξενέγκητε τὴν ὑμετέραν γνώμην περὶ αὐτοῦ, ὑποβάλητε δὲ συγχρόνως καὶ τὴν ἔκθεσιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ ἀνωτέρω Δικαστηρίου.» Βλέπετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κινηθῶσι πάντες οἱ τροχοὶ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τῆς μεγαλειτέρας, εἰ δυνατὸν, δυνάμεως. Διατί; Ἵνα μετὰ τὴν ταχεῖαν ἐπιστροφὴν ἀπονεμηθῇ ἡ χάρις ἡ βασιλικὴ εἰς τὸν συμπολίτην τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἄρα, Κύριοι, ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔλωσι πᾶσαι αὗται αἱ δικογραφίαι ἐνώπιον ἡμῶν, διότι τότε μόνον θέλει ὑψωθῆ ἡ αὐλαία, καὶ ἄπλετον φῶς θέλει φωτίσει τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Καὶ λέγω ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, διότι, κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἐνοχοποίησιν ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἰδιαιτέρως, ὡς Ὑπουργῶν, συμπράττει, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχῃ ἐνόχους καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς ἀθώους, οἵτινες ἐν ἀγνοίᾳ ἐψήφισαν τὸ περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ζήτημα, πιστεύσαντες, ὅτι ἀληθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ εἶναι τέλος πάντων ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ συμπεράνω, καὶ συμπεραίνων, θέλω εἰπεῖ ὑμῖν καὶ δηλώσει, διατὶ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ ἀτυχὴς Ἀλέξιος Τάκης δὲν εἶχε συνήγορον νὰ ὑπερασπισθῇ αὐτόν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, διατὶ δὲν εἶχε συνήγορον ὁ Ἀλέξιος Τάκης, καὶ διατὶ δὲν εἶχε συνήγορον διὰ πάσας τὰς λῃστρικὰς αὐτοῦ πράξεις; Διότι εἶχεν ἄλλον συνήγορον, συνήγορον τοῦ νόμου! Ποῖον τοῦ νόμου, ἢ τῆς παρανομίας, ἵνα εἴπω τὴν ἀλήθειαν, συνήγορον; Αὐτὸν τὸν ἐν Κερκύρᾳ παρ’ Ἐφέταις Ἀντεισαγγελέα. Αὐτὸς, Κύριοι, ὁ ἐν Κερκύρᾳ παρ’ Ἐφέταις Ἀντεισαγγελεὺς, ἀγορεύων ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει αὐτοῦ τὰ βουλεύματα καὶ τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν, δι’ ὧν ἐπὶ φοβερωτάταις ἐγκληματικαῖς πράξεσι παρεπέμπετο ὁ Τάκης, ἵνα δώσῃ δίκην, ἔχων λέγω ἐνώπιον αὐτοῦ αὐτὰς τὰς δημοσίας κατηγορίας, ζώσας καὶ μεγάλως κατὰ τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων βοώσας, τί νομίζετε, ὅτι προέτεινεν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν; Ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος λῃστρικῶν πράξεων ὁ Ἀλέξιος Τάκης, οὔτε εἶναι ἔνοχος φόνου ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως! Τὸ πολὺ πολὺ, ἔλεγε, δύναται νὰ ἦναι ἔνοχος ἁπλῆς τινος ἀναιρέσεως!
§15ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τίς εἶναι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς οὗτος;
§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος νομίζετε, ὅτι εἶναι; Αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, Ἰωάννης Βουλπιώτης! (ἔκπληξις ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ τὰ εὕρετε αὐτά;
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μὲ ἐρωτᾶτε, ποῦ εὗρον αὐτά· ἔπρεπε νὰ ἔχητε κομίσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δικογραφίας.
§19ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Χωρὶς νὰ τὰς ἔχω.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδύνασθε νὰ λάβητε αὐτὰς, διότι ἕνδεκα ἡμέραι δὲν ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἔλθωσιν ἐκ Κερκύρας ταχυδρομικῶς. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἐνταῦθα τὰς δικογραφίας, ἵνα ἀποδείξω καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ὅλην, ὅτι ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν, ὁ Ἰωάν. Βουλπιώτης, Ἀντεισαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις ἐν Κερκύρᾳ, εἶναι ὁ ζητήσας οὐχὶ τὴν εἰς θάνατον ἐπὶ λῃστρικαῖς πράξεσι καὶ ἐπὶ φόνῳ καταδίκην τοῦ συμπολίτου ὑμῶν Τάκη, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ ἁπλῇ ἀναιρέσει. Καὶ πόθεν γινώσκω ταῦτα; Ἐκ τοῦ ὅτι σήμερον ἦλθον ἐπιστολαὶ εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς ἐμὲ ἐκ Κερκύρας, καὶ μίαν τῶν ἐπιστολῶν τούτων ἔχω ἐνταῦθα, ῥητῶς λέγουσαν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἀλέξιος Τάκης αʹ) κατεδικάσθη κατὰ τὴν 4ην Δεκεμβρίου 1887 ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου Κερκύρας εἰς δεσμὰ 20 ἐτῶν· βʹ) διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 39 καὶ ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1887 ἀποφάσεως τοῦ ἰδίου εἰς 20 ἐτῶν δεσμὰ δι’ ἄλλην πρᾶξιν· γʹ) διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 τῆς 30 Ἀπριλίου 1887, κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ καὶ λῃστείᾳ, κατεδικάσθη εἰς 18 ἐτῶν δεσμά». Εἰς δεσμὰ, καὶ οὐχὶ εἰς θάνατον ἐπὶ λῃστείαις! Διατί; Διότι δὲν ἀφῆκεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς νὰ ἐκπληρωθῶσι τὰ διὰ τῶν βουλευμάτων τῶν Συμβουλίων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν ἀπαιτούμενα: «Σημειώσατε καλῶς, (ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπιστολὴ) «ὅτι, ἵνα ἀποκαλυφθῇ ἡ σύστασις τῶν τριῶν ἀδελφῶν Βουλπιώτου πρὸς διαφύλαξιν τῆς κεφαλῆς καὶ σωτηρίαν τοῦ λῃστοῦ Τάκη, ἀνάγκη πᾶσα, ἵνα μὴ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ ἁπλῶς εἰς τὴν προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας, ἀλλὰ νὰ ζητήσητε ἀντίγραφον καὶ τῶν πρακτικῶν τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικείου ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 τῆς 30 Ἀπριλίου, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι, κατηγορουμένου τοῦ Τάκη ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ φόνῳ, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἰωάννης Βουλπιώτης παραιτεῖται τοῦ κατηγορητηρίου ἐπὶ λῃστείᾳ, (ἥτις τιμωρεῖται διὰ κεφαλικῆς ποινῆς) παραιτεῖται ἐπίσης τοῦ φόνου, (ὅστις ἐπίσης τιμωρεῖται διὰ κεφαλικῆς ποινῆς) καὶ ἐζήτησε νὰ τιμωρηθῇ δι’ ἀναίρεσιν. Ὁ δὲ ὑπερασπιστὴς τοῦ κατηγορουμένου Τάκη ἀνεφέρθη εἰς ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Βουλπιώτης, ἀδελφὸς τοῦ Χαριλάου Βουλπιώτου, ὑπερασπιστοῦ τοῦ Τάκη, καὶ ἀδελφὸς τοῦ Δημητρίου Βουλπιώτου, Ὑπουργοῦ, δωρήσαντος τὴν κεφαλήν». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἐπιστέλλων εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους οὐχὶ πλέον αὐθαιρέτως ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἀριθμοὺς καὶ πρακτικά, καὶ ἡμερομηνίας, καὶ ῥητῶς λέγει: ζητήσατε νὰ ἔλθωσι τὰ πρακτικά, καὶ ἰδίως τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 καὶ 7 τῆς ὑπὸ ἡμερομηνίαν 30 Ἀπριλίου 1887 ἀποφάσεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀντεισαγγελεύς, ἀδελφὸς τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, εἶναι ὁ πρῶτος ἀποπειραθεὶς καὶ κατορθώσας νὰ σώσῃ τὴν κεφαλὴν ἐκείνου τοῦ τέρατος, διότι ἄλλη εἶναι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατεδικάσθη εἰς θάνατον ἐνώπιον τῶν ἐν Λευκάδι συνέδρων. Ὅτε, Κύριοι, κατά τινα συνεδρίασιν ἄλλης Συνόδου εἶχον φέρει τὸ ζήτημα τῶν κατὰ χιλιάδας τότε ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπικειμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου, φρικιῶν ἐπὶ τῇ πράξει, ἔλεγον, ὅτι κινδυνεύει τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δίκαιον εἶχον οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ὁ περικλεέστατος ποινικολόγος Βεκκαρίας, ὅτε ἐδογμάτιζον, ὅτι ἡ προνομία τῆς βασιλικῆς χάριτος πρέπει τέλος πάντων νὰ καταργηθῇ. Τίς ἐπίστευεν, ὅτι δὲν ἤθελε παρέλθει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἠλέγχετο ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῷ πολιτικῷ ἐκείνῳ κατατολμήματι, (διότι πολιτικὸν κατατόλμημα ὑπῆρξεν ἡ ἀπονομὴ τεσσάρων χιλιάδων χαρίτων, ἐπικειμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν,) τίς ἤθελε πιστεύσει, Κύριοι, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει πάλιν ἐλεγχόμενον αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ πρᾶξιν πολὺ χείρονα; Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἶναι θείας καταγωγῆς, ὡς ἔλεγε μέγας ἀνήρ, ὁ Dupin-ainé, πραγματευόμενος τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ εἶναι θείας καταγωγῆς ποῖον δικαίωμα τῆς χάριτος; Τὸ δικαίωμα, τὸ ἀποῤῥέον ἐκ τῆς δικαιοσύνης, οὐχὶ ἐκ τῆς πολιτικῆς, καὶ τῆς στενῆς μάλιστα πολιτικῆς τοῦ δήμου Ἀπεραντίων, τοῦ χωρίου Χορίμποβο. Διότι, ὅταν τὸ ὑπέρτατον τοῦτο δικαίωμα καὶ τὴν ἁγιωτέραν τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος κατακυλίετε, καὶ ῥυπαίνετε, καὶ συντρίβετε, καὶ ἐξευτελίζετε μέχρι τοῦ ἰδιαιτέρου ὑμῶν χωρίου, τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος παύει πλέον νὰ προκαλῇ τὸν θαυμασμόν, εἶναι πρᾶξις ῥυπαρά, ἐξευτελίζουσα καὶ τὸ δικαίωμα καὶ ἐκείνους, οἵτινες τοιαύτην χρῆσιν αὐτοῦ ἐποιήσαντο. Καὶ ὅτε ἄλλοτε, ἀγορεύοντες περὶ τῶν χαρίτων ἐκείνων τῶν χιλιάδων, ἀπηυθύνεσθε πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἐλέγετε, ὅτι ἠσεβοῦμεν πρὸς τὸ ἱερὸν καὶ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, συζητοῦντες περὶ ἀπονεμηθεισῶν χιλιάδων χαρίτων κατὰ τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην περίστασιν τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ Διαδόχου, ἡμεῖς ἠσεβοῦμεν, ἐλέγχοντες ὑμᾶς, ἢ ὑμεῖς ἠσεβήσατε, συναλλαττόμενοι μετὰ τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἐν τοῖς κατέργοις κρατουμένων, ἵνα αὐξήσητε τὴν ἐκλογικὴν ὑμῶν πελατείαν; Ἡμεῖς δὲν ἐσεβόμεθα τὸν ὑπέρτατον ἄρχοντα, ἢ ὑμεῖς, οἵτινες καὶ τότε ἠπατήσατε αὐτὸν καὶ σήμερον ἔτι μᾶλλον, λαβόντες διὰ τοιούτων, οὐχὶ ἀληθῶν, παραστάσεων τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, προκειμένου περὶ τοιούτου τέρατος; Διότι ἐπεθύμουν νὰ φέρητε ἀκόμη καὶ τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ Διάταγμα περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν εἰς τὸν ὑπέρτατον ἄρχοντα εἴπετε τ’ ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ, ἐὰν εἴπετε αὐτῷ, ὅτι ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἦτο λήσταρχος δεινὸς, ἐμποιήσας φρίκην καὶ τρόμον, καὶ ἐὰν ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας ὁ Βασιλεὺς ἀπένειμεν αὐτῷ τὴν χάριν. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω περὶ ὑμῶν, ὅταν εἰς ἕνα Ἰουδαῖον, ἀσεβήσαντα διὰ λέξεων βαρυτάτων καὶ ἀκολάστων κατὰ τοῦ ἀνευθύνου Ἄρχοντος, καὶ καταδικασθέντα μόνον εἰς ἕξ μηνῶν φυλάκισιν παρὰ τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν δι’ ἀποφάσεως, ἣν ἔχω ἐνταῦθα, ἐδώσατε χάριν βασιλικήν; Πότε; Τέσσαρας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Λαρίσσης! Διατί; Ἵνα σύρητε ὄπισθεν τοῦ ἐκλογικοῦ ὑμῶν ἅρματος 200 ἢ 300 Ἰουδαίους τῆς χώρας ἐκείνης. Ἐδώσατε ἆρά γε τῷ Βασιλεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, ἵνα ἴδῃ ἐπὶ τίσι σκαιαῖς καὶ ἀθλίαις φράσεσιν ὁ ἀχρεῖος ἐκεῖνος Ἰουδαῖος εἶχε καταδικασθῆ, καὶ πῶς διὰ τοιαύτην ἀκατονόμαστον ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἐτιμωρήθη μὲ τὴν ἐπιεικεστάτην τῶν ποινῶν, ἐδώσατε χάριν, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888 Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὅπερ ἐφροντίσατε νὰ φθάσῃ εἰς Λάρισσαν τὴν προτεραίαν ἀκριβῶς τῆς ἐκεῖ ἐνεργουμένης ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, πρὸς πλήρωσιν μιᾶς χηρευούσης θέσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Αἴ! Κύριοι, ἐὰν ἐν ἄλλαις ἐποχαῖς, ἁγνοτέραις καὶ ἑλληνικωτέραις, τοιαῦτα ζητήματα συνεζητοῦντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἡ μὲν κοινωνία ἤθελεν ὅλη ὡς εἷς ἄνθρωπος ἐξεγερθῆ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κοινωνία καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐξηγέρθη, ἡ δὲ Βουλή, ἔκπληκτος, ἤθελεν ἀγανακτήσει, ἄνθρακες δὲ θὰ ἦσαν ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο οὐδὲ μίαν στιγμὴν νὰ σταθῶσιν ἐντὸς Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἡ ἀναμόρφωσις φαίνεται, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο μετέβαλε καὶ τοὺς καιροὺς καὶ τὰ ἤθη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης, βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, κατέθεσε δύο ἐπερωτήσεις, αἵτινες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. Ἔχουσι δὲ ὡς ἑξῆς.
§22ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 74,270, 81,508 καὶ 80,242 ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. «Ὡσαύτως ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν ἀπὸ τῶν ἐσόδων τῶν δήμων κρατουμένων ὑπὸ τῶν ταμιῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχω καθῆκον νὰ δώσω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν δι’ ἐπερωτήσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι σήμερον νὰ κομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ ἐνθυμούμενοι τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην θὰ ἐνθυμῶνται συνεπῶς, ὅτι δι’ αὐτῆς ἀπῃτεῖτο νὰ ζητηθῶσι παρὰ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων καὶ προσαχθῶσι εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαι αἱ δικογραφίαι τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἐκδικασθεισῶν κατὰ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ἔτι δὲ πληροφορίαι παρὰ πάντων αὐτῶν τῶν Εἰσαγγελέων, ἂν ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς κατ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεις, τίνες, πόσαι καὶ ἐπὶ τίσι πράξεσιν, ἐπὶ πλέον δὲ πάντα τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα κατ’ αὐτοῦ βουλεύματα. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπερωτήσεως τηλεγραφικῶς παρηγγέλθησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσσης, Πατρῶν, Ἀθηνῶν καὶ Κερκύρας, νὰ συγκεντρώσωσι τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ τάχιστα ταύτας καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὑποβάλωσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐννοεῖτε, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ περιφερείᾳ, ἀπετάθησαν πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ παρήγγειλαν αὐτοῖς νὰ συλλέξωσι τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς πληροφορίας, ὁλονὲν δὲ δραστηρίως ἐκτελοῦνται αἱ διαταγαὶ αὗται τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ἃς ἔχω τηλεγραφικὰς πληροφορίας τινῶν Εἰσαγγελέων. Ἐκ Κερκύρας ἰδίως ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐστάλησαν ἤδη αἱ δικογραφίαι τῶν ἐκεῖ διεξαχθεισῶν δικῶν, τὰς ὁποίας αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἔχω, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχω ὕλας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας καὶ ὑποβάλω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ πάντας τοὺς γνωρίζοντας, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία, εἶναι εὐνόητον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ταχύτερον νὰ συγκεντρωθῶσι τοσαῦται καὶ τοιαύτης φύσεως πληροφορίαι καὶ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ εἰδότες θὰ ἴδωσιν ἐν ταῖς διαταγαῖς, τὰς ὁποίας ἔστειλα, ὅτι μετὰ πάσης ταχύτητος προεκάλεσα τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν ἀποστολὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, διότι βεβαιῶ πάντας, ὅτι ἐγὼ αἰσθάνομαι μείζονα ἀνυπομονησίαν παρὰ τοὺς ἐπιδεικνυμένους τοιαύτην, ἵνα ἐξετασθῶσιν ἐν πλάτει μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς ὑπόθεσιν, ἀναγομένην εἰς τὴν ἐνέργειάν μου τὴν ὑπουργικήν. Ἐπίσης θεωρῶ πρέπον νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πάντα, ὅσα πρὸς αὐτὴν ἀνεκοίνωσα, ὁσάκις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀνῆλθον τὸ βῆμα, εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, οἱαιδήποτε δὲ κραυγαὶ καὶ οἱοιδήποτε σχετλιασμοὶ δὲν ἰσχύουσι νὰ καλύψωσιν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀλλὰ σήμερον ἀνεγνώσθη πρὸς τὴν Βουλὴν μετὰ δραματικοῦ ὕφους, ἀγνοῶ πρὸς τίνα σκοπὸν, ἁπλούστατον ὑπηρεσιακὸν ἔγγραφον, φέρον τὴν ὑπογραφήν μου καὶ διὰ τοῦ ὁποίου στέλλεται πρὸς τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα ἡ δικογραφία τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ἵνα γνωμοδοτήσωσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί. Νομίζω, ὅτι βλέπω τινὰ ἐκ τῶν πρώην ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης μειδιῶντα...
§24ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ ἀδικεῖτε, διότι ἐγὼ ἐξήγησα φυσικῶς τὸ ἔγγραφον.
§25ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι ἀπορεῖτε καὶ μειδιᾶτε διὰ τὸ πρᾶγμα, καὶ δι’ ἣν ἐπειράθησαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸ ἔννοιαν. Ὅταν καταδίκων εἰς θάνατον αἰτήσεις ἀναιρέσεως ἀποῤῥίπτωνται, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου στέλλει τὰς δικογραφίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον πάντοτε διευθύνει αὐτὰς πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, ἵνα γνωμοδοτήσωσι. Τοῦτο ἐγίνετο πάντοτε καὶ ὅταν δὲν ἐλύοντο ταχέως τὰ ζητήματα τῶν κεφαλικῶν ποινῶν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἐπιβάλλεται τώρα, διότι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐφηρμόσθη ἡ ὀρθή, ἡ νόμιμος καὶ πρέπουσα καὶ φιλάνθρωπος τακτική, ἐντὸς ὀλίγου ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῶν ἀποφάσεων χρόνου νὰ λύωνται τὰ ζητήματα ταῦτα. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν πρόθεσιν, τὴν ὑπαγορεύσασαν πάντα, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἠκούσατε σήμερον λεχθέντα, καίτοι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας θὰ ἔχωμεν τὰ ἔγγραφα. Ἡ πρόθεσις αὕτη εἶναι κατάδηλος εἰς πάντας. Ἐπεδιώκετο μόνον νὰ λεχθῶσιν, ὅσα ἐλέχθησαν, μὴ ὑπαρχόντων ἀκόμη εἰς χεῖρας ἡμῶν τῶν ἐγγράφων, ἵνα προκληθῶσι μὲν ἐκ συναρπαγῆς προκαταλήψεις, περὶ ὧν ἐντελῶς ἀδιαφορῶ, κατορθωθῇ δὲ νὰ προκληθῇ καὶ πάλιν συζήτησις ἐντελῶς ματαία, διότι ταύτην πάλιν θὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅταν τὰ ἔγγραφα ληφθῶσιν, ἅπερ, βεβαιῶ κατ’ ἐπανάληψιν τὴν Βουλήν, ὅτι ἀναμένω μετὰ μείζονος ἀνυπομονησίας παρὰ πάντα ἄλλον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐξ ἐπιστολῆς, φερούσης ὑπογραφὴν, ἢ ἐξ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς, προέρχονται αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώσθησαν, οὐδ’ ἀποφαίνομαι ἐπ’ αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τῆς Κερκύρας ὑπεστήριξε κατηγορίας κατὰ τοῦ καταδίκου αὐτοῦ, οὐδὲ γνωρίζω, τίνες αἱ κατηγορίαι αὗται, καὶ ποία ἦτο ἡ ἔκβασις αὐτῶν, ἢ ἡ περὶ αὐτῶν γνώμη του. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν εἶχε καθῆκον, ἐὰν ὁ προϊστάμενός του παρήγγελλεν εἰς αὐτὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ὡρισμένην κατηγορίαν, νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ᾐσθάνετο ἐν ἑαυτῷ λόγον κωλύοντα. Δὲν εἶχε δὲ βεβαίως τοιοῦτόν τινα λόγον, διότι οὔτε ἐκεῖνος—καὶ τοῦτο λέγω ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου καὶ τῶν γειτόνων μερῶν—ἐγνώρισε ποτὲ τινὰ τῶν ὑποδίκων ἢ τῶν καταδίκων αὐτῶν. Πέποιθα δὲ, ὅτι, ὅταν τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ δικογραφίαι ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ θέλουσι νὰ κρίνωσι ψυχρῶς καὶ δικαίως, θέλουσιν ἀδιστάκτως πεισθῆ, ὅτι τὸ καθῆκόν του ἐπετέλεσεν, ὅπως πάντοτε, ἐντίμως καὶ αὐστηρῶς. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, νομίζω, νὰ δώσω ἄλλην πληροφορίαν καὶ ἄλλην ἀπάντησιν εἰς τὰ λεχθέντα.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ προσδοκῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀνυπομόνως περιμένει τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλουσι συζητηθῆ τὰ περὶ τούτου, συνιστῶ ὅμως εἰς αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ῥηθέντα ἔγγραφα, καὶ ἰδίως νὰ φροντίσῃ νὰ κατατεθῇ μετ’ αὐτῶν τὸ πρακτικὸν, τοῦ ὁποίου ἐγένετο μνεία πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὸ πρακτικὸν τοῦ Κακουργιοδικείου Κερκύρας ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7 τῆς 30 Ἀπριλίου 1887. Ὡσαύτως συνιστῶ νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλεν, ὅτε προέτεινεν εἰς τὸν ἡγεμόνα νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς τὸν Ἰουδαῖον τῆς Λαρίσσης, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς τελευταῖον ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φρονῶ, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, θὰ ἦναι ἐν τοῖς φακέλλοις τῶν δικογραφιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν ἤδη. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅμως, μὴ τυχὸν δὲν ἦναι, θὰ τηλεγραφήσω περὶ αὐτῶν, διότι βεβαίως ἔχω καὶ ἐγὼ ἀνάγκην νὰ ἴδω αὐτὰ, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσητε σημειώσεις τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀποφάσεων. Τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσεως περὶ τῆς ἀπονεμηθείσης χάριτος θέλω κομίσει ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀντίγραφον. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς χάριτος, τῆς δοθείσης εἰς τὸν ἐκ Λαρίσσης Ἰουδαῖον, θέλω αὔριον φέρει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐλησμόνησα δὲ πρότερον νὰ δώσω περὶ τούτων πληροφορίας τινὰς, διότι εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἐτηρήθη ἐν τῇ μνήμῃ μου. Ἰσραηλίτης τις εἶχε καταγγελθῆ παρὰ τινος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Δημαρχίας Λαρίσσης, ὅτι ἡμέραν τινὰ μετέβη εἰς τὸ Δημαρχεῖον, ἵνα παραπονεθῇ δι’ ὑπόθεσίν τινα. Τῷ εἶπον, ὅτι συνεδριάζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θορυβῇ, πρὸς δὲ τὸν εἰπόντα ταῦτα οὗτος ἀπήντησε: «καὶ τί, Βασιλεὺς εἶναι;» Ὁ πρωτοκολλητὴς, ἀγνοῶ τί ἀπήντησεν, ὁ δὲ Ἰσραηλίτης ἀνταπήντησεν ὑβριστικῶς. Ἐπὶ τῇ ὑβριστικῇ ταύτῃ ἀνταπαντήσει ὁ πρωτοκολλητὴς κατήγγειλεν αὐτὸν, ὡς προσβλητικὴν ἐξενεγκόντα κατὰ τοῦ Βασιλέως φρᾶσιν. Κατὰ τὴν δίκην αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημμελειοδικῶν ἀφέθη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ φράσεις αἱ ὑβριστικαὶ, δὲν ἐξηκριβώθη, ἐὰν ἀπηυθύνθησαν κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἢ κατὰ τοῦ πρωτοκολλητοῦ. Συνεπῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν προέτεινε τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς ἑξαμήνου φυλακίσεως. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξε καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, συνεμερίσθην δὲ καὶ ἐγώ, καὶ αὐτοστιγμεὶ, ὅτε εἶδεν περὶ τίνος πρόκειται, ὑπέβαλον τὸ περὶ χάριτος Διάταγμα εἰς τὴν βασιλικὴν ἔγκρισιν.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὑπάρχει ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημμελειοδικῶν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναμνησθῶμεν παντάπασι τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Ἰουδαῖος ἔπραξε, διότι νομίζω, ὅτι παντὸς Ἕλληνος ἡ ἀπέχθεια καὶ ἡ καταφρόνησις θὰ ἠγέρθη κατὰ τοῦ αὐθάδους ἐκείνου πολίτου, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Δὲν γνωρίζομεν ποσά τινα ἡ Εἰσαγγελία προέτεινε, γνωρίζομεν μόνον, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔνοχον, καὶ μετὰ 23 ἡμέρας προεκλήθη Διάταγμα χάριτος, τὸ ὁποῖον αὐθημερὸν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐστάλη κατεπειγόντως εἰς Λάρισσαν, ὅπως κοινοποιηθῇ πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῆς 19 Ἰουλίου, ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας. Ταῦτα πάντα ἐγείρουσιν ἐν ἡμῖν τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθωμεν τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία θὰ κρίνωσι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἐὰν ὁ κ. Βουλπιώτης, Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν καὶ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ μὴ συνίδῃ ἐν ἑαυτῷ λόγον ἐξαιρέσεως, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξῃ κατηγορίαν ἐπὶ λῃστείᾳ κατὰ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ὄντος συνεπαρχιώτου του. Θὰ παρακαλέσω ἐν τούτοις τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μεταξὺ τῶν ἄλλων δικογραφιῶν ζητήσῃ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀνάκρισιν Ἄρτης μίαν τοιαύτην, ἀφορῶσαν εἰς κατηγορίαν κατὰ τοῦ δημάρχου Ἀπεραντίων Ἀνδρέου Γρανίτσα, συγγενοῦς τοῦ κ. Βουλπιώτου, καθ’ οὗ μάλιστα εἶχεν ἐκδοθῆ καὶ ἔνταλμα συλλήψεως ἐπὶ ὑποθάλψει τῆς λῃστοσυμμορίας Τάκη, καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔμενε καὶ μένει ἴσως ἀκόμη ὁ υἱὸς τοῦ ἀρχιλῃστοῦ Εὐαγγέλου Τάκη. Νομίζω, ὅτι, περατωθείσης τῆς ἀνακρίσεως, ἀπηλλάγη οὗτος, ὁ Γρανίτσας, διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν, πλὴν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσαχθῇ καὶ ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν κατηγορίαν ταύτην δικογραφία, διότι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐκκρεμῆ συζήτησιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, ὅπως οὗτος διατάξῃ ν’ ἀποσταλῇ ἐνταῦθα καὶ κατατεθῇ μία ἄλλη δικογραφία, ἀφορῶσα εἰς κατηγορίαν κατὰ ὀπαδῶν τῆς λῃστοσυμμορίας Τάκη, ἥτις κατηγορία ἐξεδικάσθη πρό τινος χρόνου ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Κακουργιοδικῶν. Ἐπὶ τῆς δίκης αὐτῆς, μεταξὺ ἄλλων, ἔμαθον, ὅτι συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς. Ἔφορός τις, Γιαννόπουλος ὀνόματι καὶ συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτου, μετέβη εἰς Τρίκκαλα, ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως, κατὰ δὲ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὸς οὗτος εἶχε διαπραγματευθῆ ἄλλοτε τὴν ἐκ μέρους αἰχμαλώτου τινὸς πληρωμὴν λύτρων πρὸς τὸν λῃστὴν Ἀλέξιον Τάκην.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν, ἵνα προσαχθῇ καὶ αὕτη.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐκ Μακεδονίας καταγόμενος Φιλιππίδης συνελήφθη ἀληθῶς πρό τινων μηνῶν καὶ ἐφυλακίσθη ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ, ὅτι εἰργάζετο κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Διὰ παραπλήσιον λόγον συνελήφθη καὶ ἕτερος, Ἕλλην τὸ γένος, Πασχίδης, οὗτος καταγόμενος ἐξ Ἠπείρου. Ἀμφότεροι δὲ καθείρχθησαν καὶ διεξάγεται κατ’ αὐτῶν ἀνάκρισις ὑπὸ τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἀμφότεροι συνέπεσε νὰ τύχωσιν Ἑλληνικῆς πολιτογραφήσεως κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους, ἐφ’ ὅσον δὲ ἐνθυμοῦμαι, ὡρισμένως διὰ τὸν Φιλιππίδην, οὗτος ἐπολιτογραφήθη τὸ 1868, ἤτοι τὸ ἔτος τὸ προηγούμενον τοῦ 1869, καθ’ ὃ ἐν Τουρκίᾳ ἐδημοσιεύθη νόμος, ἀπαγορεύων τὴν πολιτογράφησιν τῶν Ὀθωμανῶν ἄνευ ἀδείας τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, εὐθύς, ὡς ἐφυλακίσθησαν, ἡ ἡμετέρα ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, διεκδικοῦσα τοὺς δύο τούτους, ὡς Ἕλληνας πολίτας. Εἶναι γνωστὸν ὅμως εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι, οὐ μόνον τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς πολιτογραφήσεις τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ εἰς πολιτογραφήσεις πρὸ 30 ἐτῶν γενομένας ἀναφερόμενα μένουσιν ἀνέκαθεν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ Ὀθωμ. Κράτους. Τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, ὡς ὀνομάζεται, ἀνέκαθεν ὑπῆρξε τὸ κυρίως καθιστῶν τὰς μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεις πολλάκις λίαν ἀκροσφαλεῖς. Μέχρι δὲ τῆς ὥρας ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ συναινέσῃ ἡ Ὀθωμανικὴ ἀρχὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὡς νομίμως κεκτημένους τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, τοὺς δύο προμνημονευθέντας ὁμογενεῖς. Παραπλήσιον δ’ ὡσαύτως λόγον προβάλλει καὶ περὶ τοῦ πλοιάρχου Παρασκευᾶ Ἀγαπητοῦ, ὅστις καὶ οὗτος εἶναι καταγωγῆς Ὀθωμανικῆς, ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Αἰγαίου πελάγους. Οὗτος δὲ, ἐπὶ πλέον, ὡς πολιτογραφηθεὶς βραδύτερον, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, τοῦ ἔτους 1869, ὑπόκειται καὶ εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Τουρκικοῦ νόμου τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὁ πλοίαρχος οὗτος εἶχεν ἀληθῶς τὸ πλοῖον αὑτοῦ νηολογημένον ἔν τινι Ἑλληνικῷ λιμένι, συνελήφθη δὲ κατὰ τὸ Αἰγαῖον πέλαγος, πλησίον νήσου Ὀθωμανικῆς, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ καὶ τῇ κατηγορίᾳ λαθρεμπορίου. Μετενήχθη δ’ ἀμέσως εἰς Ρόδον, ὅπου ὑπῆρχε τότε Διοικητὴς ὁ ἤδη ἐν Χίῳ ἀποβιώσας Κεμὰλ, καὶ ἐκεῖ τὸ πλοῖον κατασχεθὲν ἐδημοπρατήθη, μὴ καταστάντος δυνατοῦ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὡς νομίμως φέρον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, τὸ πλοῖον τοῦτο. Κατὰ τὰς αὐτὰς τότε ἡμέρας συνελήφθησαν καὶ ἕτερα τρία πλοῖα, ταῦτα ὅμως, ἀναγνωρισθέντα, ὅτι νομίμως ἔφερον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀπελύθησαν πάραυτα. Τρίτη ἐπερώτησις ἀπηυθύνθη μοι, ἀφορῶσα εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατασχέσεως πλοιαρίων, σκαφάνδρων, μηχανῶν σπογγοαλιευτικῶν Ἑλληνικῶν καὶ σπόγγων, γενομένης πρό τινος ἐν Καλύμνῳ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὀθωμανοῦ Διοικητοῦ Κεμάλ. Εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι προχθὲς ἐτηλεγραφήθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς Ρόδον πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν πλοιαρίων, τῶν σπόγγων καὶ τῶν σκαφάνδρων, ὑπάρχει δὲ καὶ εἴδησις ἐκ Ρόδου, ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη ἐλήφθη ἐκεῖ, καὶ ὅτι ὁ Διοικητὴς προέκειτο νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀπόδοσιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν περὶ τῶν ἐν Κωπαΐδι τελεσθέντων ἐπερώτησιν, ὀφείλω, ὡς διευθύνων τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως δώσω τὰς πληροφορίας, ἐφ’ ὧν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλή. Καὶ προχθὲς ἐκινήθην ἀληθῶς, ἵνα δώσω ἀμέσως τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ἀνεκόπην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑποδείξαντος, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑπάρχωσι πληροφορίαι, αἵτινες, ἐν ταὐτῷ διδόμεναι, ἤθελον πιθανῶς διαφωτίσει περισσότερον τὰ τῆς ὑποθέσεως. Σήμερον ὅπως δήποτε θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, εἶχον ἤδη ἀπεσταλμένον πρὸς τὰς ἐν Λεβαδείᾳ ἀρχάς. Ὡς γινώσκετε, ὅλη ἡ περίμετρος τῶν συνήθων τῆς λίμνης πλημμυρῶν παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν νὰ ἀποξηράνῃ αὐτὴν Ἑταιρίαν. Ἐντὸς τῆς περιμέτρου ταύτης ὑπάρχουσι γαῖαι ἐθνικαὶ ἀναμφισβήτητοι, ἀνέκαθεν κατεχόμεναι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἐλάμβανε τὸ τῆς ἐπικαρπίας αὐτῶν δικαίωμα. Τὰς γαίας ταύτας, ὡς διάδοχος ἢ ἐντολοδόχος τοῦ Δημοσίου, κατέχει νῦν ἡ Ἑταιρία, δικαιουμένη μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν νὰ λάβῃ μέρος μὲν εἰς ἐπικαρπίαν, μέρος δὲ καὶ κατὰ κυριότητα. Ἐπειδὴ δέ τινες, ἐπιδιώκοντες τὴν καταπάτησιν αὐτῶν, ἐπετέθησαν, ζητοῦντες νὰ ἐκβάλωσι τὴν Ἑταιρίαν τῆς νομῆς, ἐπέκειντο δ’ ἐκ τούτου καὶ ῥήξεις, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὴν Ὑπομοιραρχίαν Λεβαδείας τὴν 17 Νοεμβρίου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἑταιρία Κωπαΐδος ἀδυνατεῖ νὰ προστατεύσῃ δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν δικαιώματα αὐτῆς ἐπὶ γαιῶν, παραχωρηθεισῶν ὑπὸ Δημοσίου, πρὸς ἀπόκρουσιν ἐπιδρομῆς χωρικῶν, περὶ ἧς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2076 ὑμετέρα ἀναφορὰ πρὸς Μοιραρχίαν Ἀττικῆς. Ὀφείλετε ἄρα νὰ παράσχητε πᾶσαν συνδρομήν, ὅπως ἡ Ἑταιρία διατηρήσῃ κατοχὴν τῶν ἐντὸς τῆς παραχωρηθείσης αὐτῇ περιμέτρου γαιῶν, δυναμένων τῶν χωρικῶν νὰ ἐπιδιώξωσι διὰ τῶν Δικαστηρίων πᾶσαν ἐπὶ τοιούτων γαιῶν ἀξίωσίν των. «Τελεσθείσας ἤδη ἀξιοποίνους πράξεις δέον νὰ βεβαιώσητε, κατὰ τὰ ἄρθρα 17, 157 καὶ 159 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. «Ἀπεκδεχόμεθα πληροφορίας περὶ ἐνεργειῶν σας».
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως ἔμενεν εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον νὰ διακρίνῃ, ἐὰν ἡ ἔκτασις, περὶ ἧς ἐπρόκειτο, περιελαμβάνετο ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ἢ ὄχι.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον ἔμενε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὑποστηρίζων τὴν Ἑταιρίαν ἐν τῇ νομίμῳ κατοχῇ, ἣν ἤσκει ἐξ ὀνόματος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναντιῤῥήτως δημοσίων γαιῶν.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς δικαστικοῦ, ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ παραγγείλῃ τὸν Ὑπομοίραρχον νὰ παρέμβῃ εἰς ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ὁμολογήσει, ὅτι ἔσφαλε, καὶ θέλει ἀνακαλέσει τὴν διαταγήν του. Θέλω ὅμως ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν δύο ἄλλων ζητημάτων, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον πρὸ ὀλίγου. Δὲν ἀρκεῖ, μετὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν ἐκεῖνοι, ὧν τὰ πλοῖα καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ οἱ σπόγγοι κατεσχέθησαν, ν’ ἀναλάβωσι πάλιν τὰ κατασχεθέντα, ἀλλὰ πρέπει καὶ ν’ ἀποζημιωθῶσι παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ ζημίαι αὗται δύνανται νὰ ἐπιδράσωσι σπουδαίως ἐπὶ τὴν σπογγαλιείαν, διότι, ἐὰν οἱ καταβάλλοντες τὰ κεφάλαια, πρὸς σκοπὸν ἁλιείας διὰ τοιούτων μηχανῶν, εἶναι πεπεισμένοι ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὰ πλοιάριά των εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν καλὴν ἢ κακὴν θέλησιν οἱουδήποτε Διοικητοῦ ἢ Πασσᾶ Τούρκου, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θέλουσι ῥιψοκινδυνεύσει αὐτὰ εἰς τὸ ἑξῆς, ἡ δὲ ἁλιεία αὕτη θέλει καταστραφῆ. Πρόκειται δὲ περὶ σπουδαιοτάτου συμφέροντος τοῦ τόπου, διότι ἐκ τῆς σπογγαλιείας εἰσάγεται, ἂν ὄχι πολύ, τοὐλάχιστον ἓν ἑκατομμύριον, ἐξ αὐτῆς ζῇ ὁλόκληρος ἡ νῆσος τῆς Αἰγίνης, παρ’ αὐτῇ δὲ ὑπάρχει καὶ ἡ βιομηχανία τῆς τελειοτέρας παρασκευῆς τῶν σπόγγων, ἡ ὁποία, συνδυαζομένη, βεβαίως διπλασιάζει τὸ ἐκ τῆς ἁλιείας εἰσόδημα. Ἐντεῦθεν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κατασχεθέντων, ἀλλὰ νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποζημίωσιν, διὰ τὴν αὐθαίρετον ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων της, ὑπὲρ τῶν ζημιωθέντων. Μόνη δὲ ἡ ἀποζημίωσις αὕτη, ἐὰν ἀπαιτηθῇ καὶ ἐπιτευχθῇ, θέλει ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιστείλῃ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν Τούρκων ὑπαλλήλων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐνθαῤῥύνῃ τὰ κεφάλαια. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θέλει ἔχει ἀλλοίαν γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὴν μεγαλειτέραν δυσχέρειαν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς συνετελέσαμεν παντὶ τρόπῳ νὰ καταστήσωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δυσχερεστέραν, εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσε πολὺ εἷς νόμος, ὅστις, ψηφισθεὶς πρό τινων ἐτῶν, ἐναντίον τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀπέβλεπε, κατέστη ἐργαστήριον ἐκλογέων. Ὑπάρχει νόμος, ἐξουσιοδοτῶν τὴν Κυβέρνησιν, ἕνεκα ὅλως ἐκτάκτων λόγων, ὅπως, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Ἀστικὸν νόμον ὀφείλει νὰ διανύσῃ ἐν τῷ Κράτει ὁ μέλλων νὰ πολιτογραφηθῇ, ἐπιτρέπει αὐτῷ ἀμέσως τὴν πολιτογράφησιν δι’ εἰδικοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου τούτου παρεξετράπημεν, καὶ τὰς παραμονὰς, ἴσως τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐκδίδονται Βασιλικὰ Διατάγματα περὶ πολιτογραφήσεως ἑκατοστύων ξένων, οἵτινες αὐθωρεὶ ἐγγράφονται εἰς τὰ δημοτολόγια, δυνάμει εἰδικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἐνέχεται βεβαίως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, διότι δὲν ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοιοῦτος. Ἀλλ’ ἡ γείτων Δύναμις δικαιοῦται νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν τοιαύτην κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, δικαιούμεθα δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ παραπονώμεθα, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως καὶ μόνον ὅπως στρατολογῶμεν ἐκλογεῖς, φρονοῦντες, ὅτι διὰ τῆς στρατολογίας ταύτης δυνάμεθα νὰ μεταβάλλωμεν τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα, νὰ εἰσάγωμεν οἱονδήποτε εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον καὶ χορηγῶμεν εἰς οἱονδήποτε τὸ δικαίωμα νὰ καλῆται πολίτης Ἕλλην; Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη κατάχρησις τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν δὲν ἦναι καιρὸς νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τις εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπως εἰς τοιοῦτον σκοπὸν ἐκλογικὸν χρησιμεύῃ ὁ ἐν λόγῳ νόμος.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀρθῶς φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἀπόδοσιν τῶν πλοιαρίων, τῶν σπόγγων καὶ τῶν μηχανῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις τελευταῖον εἰς τοῦτο ἀπέληξεν ἐν Καλύμνῳ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, πρὸς τῇ ἀπαιτήσει τῆς ἀποδόσεως τούτων, διετύπωσεν ἐντόνως καὶ ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως, καὶ μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας δὲν ἔπαυσεν, ὁσάκις εἴτε τηλεγραφικῶς, εἴτε ἐγγράφως ἐπραγματεύθη περὶ τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἀπαιτῇ ἐπιμόνως καὶ τὴν παροχὴν τῆς ζητηθείσης ἀποζημιώσεως. Διότι ἐβεβαιώθη τὸ γεγονὸς, ὅτι διετάχθη ἡ ἀπόδοσις τῶν μηχανῶν, τῶν σπόγγων καὶ τῶν πλοίων, δὲν ἕπεται, ὅτι καὶ ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὁριστικῶς λελυμένον. Ἐπὶ δὲ τοῦ τελευταίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ἐπίκαιρον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας νὰ θίξῃ, εἰπὼν, ὅτι ὁ περὶ πολιτογραφήσεως νόμος — τὸν ὁποῖον, καίτοι, νομίζω, εἶναι τέκνον του, ὡς ἄλλος Κρόνος, ἠθέλησε νὰ καταπίῃ, — δὲν ἔχει καλῶς, λέγω, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ὀρθῶς, ὄχι μόνον διότι ἡ ἐφαρμογή του, προκειμένου περὶ πολιτογραφήσεως ὁμοεθνῶν ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ, γίνεται συνήθως μετὰ μεγίστης προσοχῆς, μόνον εἰς ἐκείνους παρεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου, περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ δυνατὸν λαμβάνεται πᾶσα βεβαίωσις, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος ἀμφισβητήσεως τῆς ἰθαγενείας αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ νόμος οὗτος οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε παρέσχεν ἡμῖν νέαν ἢ πρόσθετον δυσχέρειαν, μηδὲ τῶν πρὸ τοῦ νόμου τούτου πολιτογραφηθέντων ἐν Ἑλλάδι ἀναγνωριζομένων ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Παρατηρῶ δὲ ἰδίως, ὅτι αἱ πολιτογραφήσεις αἱ συχνότεραι, περὶ τῶν ὁποίων δύναται λόγος πλείων νὰ γίνῃ, εἶναι αἱ πολιτογραφήσεις ὁμογενῶν, προερχομένων ἐξ ἐπαρχιῶν οὐχὶ ἀμέσως ἀπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτωμένων, δηλονότι ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Οὗτοι, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα πρὶν ἢ κληθῶσι νομίμως εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὀφείλουσι πρὸς τὴν χώραν, ἐξ ὧν ὁρμῶνται, ἐγγράφονται ἐνταῦθα πολῖται, κατατασσόμενοι δὲ καὶ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ, ἀναχωροῦσι, νομίμως φέροντες Ἑλληνικὸν διαβατήριον. Περὶ τῶν οὕτω πολιτογραφουμένων, ἐπανερχομένων δ’ ἔπειτα εἰς Βουλγαρίαν ἢ τὴν Ῥωμυλίαν, ἐγένετο καὶ συνεννόησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν, ἀναγνωρίσασαν μέχρι τοῦδε τὰς τοιαύτας πολιτογραφήσεις. Φρονῶ δὲ, ὅτι, καὶ ἂν εἰς οὐδὲν ἕτερον συνετέλεσεν ὁ νόμος, οὗτινος ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας πρὸ μικροῦ ἐζήτησε τὴν κατάργησιν, ἀρκεῖ καὶ μόνη αὕτη ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὅπως διατηρηθῇ.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ πληροφορία, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐγὼ συνέταξα τὸν νόμον τοῦτον, δὲν εἶναι ἀκριβής.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκεν εἰς ἐμὲ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ, κατηγορήσας μου ὀρέξεις Κρόνου, ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὄχι εἰς ἐμέ. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου καταχρήσεων, δὲν ἔχω ἢ νὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ φέρουν τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 30 Ἰανουαρίου 1888 καὶ 30 Ἰανουαρίου 1887, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ ἴδητε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, διατετυπωμένον εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα, θὰ ἴδητε ἑκατοστύας ὅλας ξένων ὑπηκόων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ πολιτογράφησις, ὅπως χρησιμοποιηθῶσι πρὸς σκοποὺς ἐκλογικούς.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας· θέλω δὲ φροντίσει νὰ φέρω τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος, προσκομίζων εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, περιέχοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν πολιτογραφηθέντων ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1887 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐξ αὐτοῦ θέλει πεισθῆ ἡ Βουλή, ὅτι μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς περισκέψεως παρέχεται ἡ πολιτογράφησις, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ ληφθῇ πιστοποίησις, ὅτι ὁ ζητῶν αὐτὴν πρόκειται νὰ διαμείνῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ζητοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν εἴτε διὰ σκοποὺς ἐκλογικούς, εἴτε διότι ζητοῦσιν ἀκριβῶς Ἑλληνικὸν διαβατήριον· ὅταν δὲ διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον σκοπὸν ζητῶσι νὰ ἀποκτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, τὸ τόσον πολύπλοκον, τὸ τόσον δύσκολον, νέας δυσχερείας ὁ νόμος οὗτος δημιουργεῖ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδέποτε πρὸς τὸν τελευταῖον τοῦτον σκοπὸν παρεχωρήθη ἡ πολιτογράφησις ἡ ἐξαιρετική. Πάντοτε ἐλήφθη ἡ πρόνοια, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως ἡ πολιτογράφησις ἡ ἐξαιρετικὴ δίδωται πρῶτον εἰς τοὺς ἐρχομένους, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, δεύτερον εἰς τοὺς μὴ ἐρχομένους μὲν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλ’ ἀποδεικνύοντας, ὅτι προτίθενται νὰ ἐγκαταστηθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀφοῦ εἰδοποιηθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διαβατήριον δὲν θὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς, ἐὰν ζητήσωσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. Περὶ τούτου πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἔλθω εἰς συζήτησιν πρὸς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσεπάθησαν νὰ μὲ πείσωσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ πολιτογράφησις εἴς τινας, ζητοῦντας αὐτὴν, ἀλλὰ μὴ ἀποδεικνύοντας, ὅτι προετίθεντο ν’ ἀποκαταστηθῶσιν ἐνταῦθα. Τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως δὲ ἀποδεικνύονται ἐκ διαφόρων περιστάσεων, εἴτε ὡς διατελοῦντος τοῦ αἰτουμένου τὴν πολιτογράφησιν ὑπαλλήλου παρά τινι καταστήματι, εἴτε ὡς μετερχομένου ἐπιτήδευμα ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ὡς ἐπιδοθέντος ὁπωσδήποτε εἰς ἔργα, ὑποθέτοντα διαρκῆ ἐν Ἑλλάδι διαμονήν. Πάντοτε δὲ οἱ ζητήσαντες καὶ λαβόντες τὴν ἐξαιρετικὴν πολιτογράφησιν ἄνευ προθέσεως, ὅπως καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, εἰδοποιήθησαν, ὅτι δὲν θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ παραπονῶνται, ἐὰν ζητήσωσι διαβατήριον διὰ τὸ Ὀθωμανικὸν καὶ δὲν τοῖς δοθῇ.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν ἀρύεσθε τὸ δικαίωμα, ὅπως τῷ ἀρνηθῆτε τὸ διαβατήριον;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς συμφωνίας, τῆς μετ’ αὐτοῦ· διότι εἶπον, ὅτι τὴν πολιτογράφησιν τῷ δίδομεν, ἵνα παραμείνῃ ἐνταῦθα.
§44ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἴς τινα, ὅτι τότε θέλει τῷ δοθῆ πολιτογράφησις, ὅταν ἀποδείξῃ, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγκαταστηθῇ ἐνταῦθα. Ἐὰν δὲ ζητῇ τὴν πολιτογράφησιν, μόνον ὅπως λάβῃ διαβατήριον, ἀποκλείομεν αὐτὸν τοῦ δικαιώματος ἐξαιρετικῆς πολιτογραφήσεως, ὡς μὴ πληρουμένου τοῦ ὅρου τῆς περὶ ἐγκαταστάσεως προθέσεως.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὀρθὰς γνώμας περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰθαγενείας, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἕκαστον τῶν Κρατῶν κανονίζει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν νὰ κανονίσῃ ὡς θέλει τὸν τρόπον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ τις τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀξιώσεις ἐπὶ τοῦ πολιτογραφηθέντος, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι τὰ γενόμενα, οὕτω δὲ ἐπέρχεται σύγκρουσις ἐν ταῖς μετ’ αὐτῶν σχέσεσιν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ἐπισφαλὴς ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἐξεῦρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα, τὰ προερχόμενα ἐκ τοιαύτης συγκρούσεως μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους. Ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἐξεῦρεν, εἶναι, οἱ ζητοῦντες νὰ πολιτογραφηθῶσιν ἐν Ἑλλάδι νὰ πληροφορῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἂν σκοπῶσι νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀπέλθει τῆς Ἑλλάδος, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν χώρας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀρνηθῆ αὐτοῖς διαβατήριον. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος μοὶ φαίνεται ἐπισφαλὴς καὶ αὐθαίρετος, πρῶτον, διότι, ἀφοῦ ἀπέκτησέ τις τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ διαβατήριον· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελεν ἀπέλθει ἔχων διαβατήριον, καὶ ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἡ ἐθνικότης αὐτοῦ, δὲν θέλει πάθει μόνον αὐτός, ἀλλὰ ζημιοῦται καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι παριστᾷ τὴν ἀσθένειαν, ἢ τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ Κράτους. Καὶ οὕτως εἷς πολιτογραφηθεὶς Ἕλλην, ἀδικούμενος ὑπὸ τῶν Τούρκων, οὐδεμίαν λαμβάνει προστασίαν, τοιουτοτρόπως δὲ ἀποθαῤῥύνονται οἱ ὁμόφυλοι, καὶ κακὴν σχηματίζουσι περὶ ἡμῶν γνώμην. Ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὀλιγωτέρας σημασίας ἄξιον, ὅσον μείζονος σημασίας εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῶν εὐζωνικῶν σωμάτων διὰ τῶν πολιτογραφηθέντων ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας Ἑλλήνων. Περὶ τούτου μοὶ ἀφῆκε πρὸ μικροῦ ὑπαινιγμὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτὴς, καὶ μοὶ ὑπέμνησε τὸ γενόμενον ἄτοπον, προσεδόκων δὲ, ὅτι δὲν ἤθελον ἀναγκασθῆ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σήμερον, διότι ἐπεφυλασσόμην νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς τε καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε περὶ τούτου. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο πρὸ μικροῦ λόγος, καὶ δημοσίᾳ ἐλέχθη, ὅτι μέγα μέρος τῶν πολιτογραφήσεων, αἵτινες ἐγένοντο, σκοποῦσι τὴν κατάταξιν ἐν τῷ στρατῷ τῶν πολιτογραφηθέντων ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, πείθομαι ἐπὶ μᾶλλον περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τούτου ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς σήμερον παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μέχρι τοῦδε καταταχθέντων εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καὶ πολιτογραφηθέντων ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προθύμως θέλω καταθέσει τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ὡς καὶ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν, διότι ἐπιθυμῶ, ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν λόγων, δι’ οὓς κατατάσσομεν τοὺς οὕτως εἰς τὴν Ἑλλάδα προσερχομένους. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος στρατιωτικός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἄγει εἰς τοῦτο, διότι, ἂν ἠθέλομεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ σώματα τῶν εὐζώνων ἐξ ἐθελοντῶν, προθύμους εἰς κατάταξιν εὑρίσκομεν πολλοὺς, ἀλλ’ εἶναι ὁ λόγος πολιτικὸς, εἶναι ὁ λόγος φιλανθρωπικὸς πρὸς τοὺς ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα προσερχομένους. Οὗτοι δὲν ἔρχονται καλούμενοι παρ’ ἡμῶν, ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ ἀνακόπτωμεν τὴν κάθοδον αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξαναγκάζονται οὗτοι νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξ ὅσων ὑφίστανται ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ, ἐνταῦθα δὲ μόνον διὰ τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ εὑρίσκουσι πόρον ζωῆς. Περὶ τοῦ ἑτέρου δὲ ζητήματος, περὶ οὗ ἐπραγματεύθη ὁ κ. Βουλευτὴς, περὶ τῆς μὴ χορηγήσεως τοῦ διαβατηρίου τοῖς τυγχάνουσι τῆς ἐξαιρετικῆς πολιτογραφήσεως, ἀξιώσας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ διαβατήριον εἰς τὸν πολιτογραφούμενον, φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πλανᾶται. Τὸ διαβατήριον, τὸ ἐντὸς τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ Πολιτεία, τὸ ἐξωτερικὸν ὅμως δύναται νὰ ἐκδώσῃ μόνον, ὅταν διεθνῶς ἔχῃ τὸ δικαίωμα· ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει διεθνὴς συμφωνία, ἐκπεφρασμένη ἢ σιωπηρὰ, πρὸς τὸ Κράτος, ἔνθα πρόκειται νὰ μεταβῶσιν οἱ ζητοῦντες τὸ διαβατήριον, τὸ Κράτος τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὸν φέροντα αὐτό. Ἂν ἄρα, εἴτε ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, εἴτε ἐξ εἰδικῶν ἐκ συμβάσεων, δὲν ὑποχρεοῦται τὸ Ὀθωμ. Κράτος νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν πολιτογράφησιν, ὁ πολιτογραφηθεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα ἀπαιτῇ τὴν πρὸς αὐτὸν χορήγησιν Ἑλληνικοῦ διαβατηρίου διὰ τὸ Ὀθωμανικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζεται πρῶτον μεταξὺ ἡμῶν καὶ Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ ἄλλων Κρατῶν ἀνεφύη, καὶ παρέσχε πράγματα, μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ αὐτοῦ διακανονισμοῦ. Παρουσιάσθη μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἀμερικῆς, καὶ μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς. Ὁ μεταβαίνων Ἄγγλος εἰς Ἀμερικὴν ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας εὐθὺς, ὡς ἐνεκαθίστατο καὶ ἐπλήρου τὰ τοῦ νόμου, πολίτης Ἀμερικανός. Ὁ Ἀγγλικὸς ὅμως νόμος δὲν ἀνεγνώριζεν εἰς τὸν Ἄγγλον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλῃ τὴν Ἀγγλικὴν ὑπηκοότητα· ἐκ τούτου σύγκρουσις νομοθεσιῶν· καὶ ἐνόσῳ μὲν ὁ Ἄγγλος, ἐγκαθιστάμενος ἐν Ἀμερικῇ, παρέμενεν ἐκεῖ ὡς πολίτης Ἀμερικανὸς, τὸ πρᾶγμα δὲν παρεῖχε δυσχέρειαν σπουδαίαν πρακτικὴν, ὅταν ὅμως ὁ πολιτογραφημένος οὗτος Ἀμερικανὸς ἐπέστρεφεν εἰς Ἀγγλίαν καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐζήτει νὰ ἐκτείνῃ ἐπ’ αὐτὸν τὴν προστασίαν της, τὸ πρᾶγμα καθίστατο σπουδαιότερον. Ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθησαν καὶ ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις νὰ ὑποχωρήσωσιν ἑκάστη κατά τι ἀπὸ τῶν ἀπολύτων ἀρχῶν τῆς ἰδίας νομοθεσίας, ἵνα φθάσωσιν εἰς συμφωνίας, καὶ ἐγένοντο συμβάσεις Γερμανίας καὶ Ἀμερικῆς, καὶ Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τοῦ Κράτους τῆς καταγωγῆς ἡ Ἀμερικανικὴ τοῦ πολιτογραφηθέντος ὑπηκοότης ἢ μετὰ παρέλευσιν πενταετίας ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως, μεθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν χώραν τῆς καταγωγῆς φέρων διαβατήριον Ἀμερικανικὸν, ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἐὰν δὲν προέκειτο νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν αὐτῇ, ἐὰν ὅμως προετίθετο νὰ ἐγκαταστηθῇ ἐν τῇ χώρᾳ τῆς καταγωγῆς, ἀπέβαλλε τὰ δικαιώματα τῆς Ἀμερικανικῆς ἰθαγενείας. Ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχει νόμος ἐσωτερικὸς, κανονίζων τὰ τῆς ἰθαγενείας ἐνώπιον τοῦ ἐγχωρίου νόμου, ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος διεθνὴς, κανονίζων τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀποκτήσας τὴν Ἀμερικανικὴν ὑπηκοότητα διὰ πολιτογραφήσεως ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ διαβατήριον, ὅπως ἐπισκεφθῇ τὴν χώραν τῆς καταγωγῆς του.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέτεινε, δὲν εἶναι παντάπασι συναφὲς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Οἱ Ἄγγλοι, οἱ μεταβαίνοντες εἰς Ἀμερικὴν, δὲν ζητοῦσι τὸ διαβατήριον, ἵνα μεταβῶσιν εἰς ξένην χώραν μετὰ προθέσεως παλινοστίας, ἀλλὰ σκοποῦσι νὰ ἀπαλλοτριώσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἐθνικότητα, διότι μεταβαίνοντες εἰς Ἀμερικὴν γίνονται πολῖται Ἀμερικανοὶ, οὕτω δ’ ἀναιροῦσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πολιτεία, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰ μέλη αὐτῆς ν’ ἀποβάλλωσιν ἐθνικότητα. Τὸ Κράτος τὸ Ἀγγλικὸν ἀμύνεται ὑπὲρ τῶν ἰδίων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὑποκλέπτουσιν οἱ Ἄγγλοι, οἱ μεταβαίνοντες εἰς Ἀμερικὴν, ἀμυνόμενον δὲ, ἀρνεῖται νὰ δίδῃ διαβατήρια. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλλωσιν ἐθνικότητα οἱ πολῖται αὐτῶν, εἰ μὴ τῇ συναινέσει τοῦ Κράτους. Οἱ Ἄγγλοι, βλέποντες, ὅτι ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτῶν ἐγίνετο, τὸ ἀπηγόρευσαν.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἀπηγόρευσαν, ἠρνήθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὰ Ἀμερικανικὰ διαβατήρια τῶν μεταναστῶν Ἄγγλων, ἐπανακαμπτόντων ἐξ Ἀμερικῆς εἰς τὴν Ἀγγλίαν.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἐνταῦθα, ἀλλὰ μόνον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὸ διαβατήριον εἰς τὸν πολίτην Ἕλληνα, ὅταν οὗτος ἐκπληροῖ ὅλας τὰς διατυπώσεις. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ διατυπώσεις; Ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θέλει ἐπανέλθει, δι’ ἣν παρέχει ἐγγύησιν, προσέτι ἡ βεβαίωσις, ὅτι δὲν θέλει ποιήσει κακὴν χρῆσιν τοῦ διαβατηρίου, ὅτι δὲν θέλει δημιουργήσει περιπλοκὰς μεταξὺ τοῦ Κράτους του καὶ τοῦ Κράτους, εἰς ὃ μεταβαίνει. Εὐθὺς δ’ ὡς παράσχῃ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν διαβατηρίου, διότι παρακωλύει τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, παρακωλύει τὸ δικαίωμα τοῦ κινεῖσθαι ἐλευθέρως. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οἱ πολιτογραφούμενοι ἐν Ἑλλάδι, μετὰ καιρὸν ζητοῦσι διαβατήριον, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τόπον, ὅπου δὲν ὑπάρχει φόβος περιπλοκῆς, καὶ μεταβαίνουσι, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλ’ ἐκεῖθεν ἀπέρχονται εἰς τὴν Τουρκίαν. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα μεταβαίνουσιν ἐκεῖ; Ὡς πολῖται Ἕλληνες. Ἀλλ’ οὕτω βλάπτεται ἡ ὑπόληψις τοῦ Κράτους, διότι θέλει συμβῆ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὅ,τι συνέβη ἐπὶ τοῦ Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου. Ὁ Φιλιππίδης μετέβαινεν εἰς Γερμανίαν, διῆλθεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκεῖ συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη· Ὁ Φιλιππίδης εἶχεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας νομίμως, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προστατεύσῃ αὐτόν.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δυνάμει τοῦ ἀρχαίου νόμου. Ὁ ἀρχαῖος νόμος δὲν ἀπαγορεύει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς Ὀθωμανικῆς ἰθαγενείας, ὁ νέος τὴν ἀπηγόρευσε.
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ μεγαλειτέρας λοιπὸν πιθανότητος θέλουσιν ὑποκύψει ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα, οὐχὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς πολιτογραφήσεως. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἀπηύθυνα, οὐχὶ διότι τὸ ζήτημα θέλει συζητηθῆ σήμερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀγγελίαν ταύτην, ἣν ἐποιησάμην, προέλαβε δὲ νὰ ἐκθέσῃ τὸν πολιτικὸν λόγον, ὃς ὑπηγόρευσε τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μέτρου τούτου, σπεύδω νὰ δηλώσω κἀγὼ τὸν πολιτικὸν λόγον, δι’ ὃν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιζήμιον καὶ πρέπει νὰ παύσῃ. Ὁ πολιτικὸς δ’ οὗτος λόγος εἶναι, ὅτι ἡ πρωτίστη ἐγγύησις, ἥτις ὑπάρχει, περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ στρατιώτου, εἶναι ἡ ἀλληλεγγύη, ἣν ἔχει πρὸς τοὺς ἄλλους, μεθ’ ὧν συζῇ ἐν τῷ Κράτει. Ἡ ἀλληλεγγύη δ’ αὕτη εἶναι διπλῆ, εἶναι ἀλληλεγγύη ἐθνικὴ, καὶ ταύτην εὑρίσκομεν ἐν τῇ πολιτογραφήσει, διότι οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἔθνος, ὑπάρχει δὲ ἡ ἐγγύησις, ὅτι ποτὲ δὲν θέλουσι λησμονήσει τὴν πατρίδα των. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ ἔχειν ταὐτὰ συμφέροντα, ἃ ἔχουσιν οἱ ἄλλοι πολῖται. Οἱ ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ὁρμώμενοι δὲν ἔχουσι τοιαῦτα κοινὰ συμφέροντα. Ἡμεῖς ἔχομεν κτήματα, ἡμεῖς ἔχομεν γαίας, οἰκίας, τοὺς τάφους τῶν πατέρων μας, ἂν δέ τις ἐξ ἡμῶν θέλῃ νὰ πιέσῃ τὸν ἄλλον, ἐνθυμεῖται, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι θέλουσιν ἀποδώσει αὐτῷ τὰ ἴσα ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ. Ἀλλ’ οἱ ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ὁρμώμενοι οὐδεμίαν ἔχουσι μεθ’ ἡμῶν ἀλληλεγγύην, θέλουσι δ’ εἶσθαι πρόθυμοι ν’ ἀθετήσωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων πολιτῶν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ ὡμολόγησε τοῦτο, χαρακτηρίσας τὰ σώματα τῶν εὐζώνων αὐθαίρετα. Οἱ ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ὁρμώμενοι βεβαίως σέβονται τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουσι τί ἐστὶ ἀστικὴ ἐλευθερία, πολλῷ δ’ ἧσσον ποία τίς ἐστὶν ἡ συνταγματικὴ ἐλευθερία, ἢ ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐξ Ἑλληνικῶν χωρῶν, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι, ἂν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῶν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος, εἰσὶν ἀληθεῖς μισθοφόροι, σώματα Ἑλβετῶν, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Οὗτος εἶναι ὁ πολιτικὸς λόγος, ὅστις ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ τὸ νῦν γιγνόμενον.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν γίνῃ συζήτησις, νομίζω, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι καλλίτεροι στρατιῶται τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καταταχθέντων δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν θέλω νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῶν διαβατηρίων, διότι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχονται ἀκριβείας τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπάρχει δικαίωμα εἰς τὸν ἐξαιρετικῶς πολιτογραφούμενον, ὅπως ἀπαιτῇ διαβατήριον. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ διαβατήριον χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῷ πολιτογραφουμένῳ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, θέλει δεσμευθῆ ἐνταῦθα. Τὸ διαβατήριον ἔχει δύο ἐννοίας, ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην, καὶ ὑπὸ ταύτην δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τῷ πολίτῃ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἔχει καὶ ἑτέραν ἔννοιαν, τὴν τῆς προστασίας ἐκεῖ, ὅπου θέλει μεταβῆ, καὶ ὡς πρὸς ταύτην δύναται νὰ τῷ ἀρνηθῇ τὸ διαβατήριον. Ἡ Πολιτεία ἐκδίδει τὸ διαβατήριον πρὸς μετάβασιν εἰς χώραν, ἔνθα γινώσκει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ τὸν ὑπὲρ οὗ ἐκδίδεται, ἀλλὰ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν διαβατηρίου πρὸς μετάβασιν εἰς χώραν, ἔνθα τὸ κῦρος αὐτοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιπαρατηρεῖ, ὅτι λαμβάνει τις τὸ διαβατήριον, ὅπως μεταβῇ εἰς ὡρισμένην χώραν, καὶ μεταβαίνει εἰς ἄλλην. Ἐὰν τοῦτο πράξῃ, ἐνεργεῖ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, καὶ δὲν δύναται νὰ αἰτιᾶται τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπατησάσης αὐτὸν, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τότε ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ προστασίαν, ὅταν ἔχῃ δικαίωμα διεθνές.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθή· διότι ὁ φέρων τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ἔχει δικαίωμα εἰς προστασίαν, θὰ ἦτο δὲ περίεργον, ἐὰν ἐδίδοντο τοιαῦται ὁδηγίαι τοῖς ἀντιπροσώποις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ ἐξετάζωσι δηλαδὴ, ἂν ὁ δεῖνα Ἕλλην ἐξῆλθε καλῶς ἢ κακῶς ἐκ τῶν συνόρων. Ἀλλὰ περὶ τοιούτου ζητήματος πρέπει νὰ γίνῃ ἐκτενεστέρα συζήτησις, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀτόπου. Ἔρχομαι δὲ νῦν νὰ ὑπομνήσω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ τὸ ἕτερον ἐκ τοῦ νόμου ἄτοπον, ὅπερ ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του δὲν ἐνθυμεῖται, τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἅτινα πρὸς ἐκλογικὴν κερδοσκοπίαν προεκλήθησαν καὶ κατεχωρίσθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ σᾶς ἀναγινώσκω Διατάγματα τῆς 28 Ἰανουαρίου 1887. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως διάφορα Διατάγματα πολιτογραφήσεως). Εἶναι ἀνεξάντλητος ὁ κατάλογος οὗτος, ἡ φάμπρικα αὕτη ἡ ἐκλογική. Μοὶ ἐξήγειρε δὲ τὴν ἀγανάκτησιν ἡ τοιαύτη κατάχρησις τοῦ νόμου, διότι κατ’ ἐμοῦ κυρίως ἀπηυθύνετο. Ἡ ἰδέα τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπέβλεπεν εἰς σκοπὸν ὑπέρτερον καὶ ἐθνικὸν, ἀλλὰ κατήντησεν ὑπὸ τὴν διοίκησιν, ἥτις μᾶς διέπει, ὄργανον φατριαστικὸν καὶ φάμπρικα ἐκλογική.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω τινὰ περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ἂν ἐπιτρέπηται τῇ Κυβερνήσει νὰ ἀρνηθῇ διαβατήριον εἰς Ἕλληνα, παρέχοντα τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας οἱ περὶ διαβατηρίων νόμοι διαγράφουσι. Τεθέντος οὕτω τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι, οὔτε αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ἀποφατικὴν γνώμην.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ διεθνὴς νόμος εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐγχωρίου.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀρνηθῆ, ἠδύνατο νὰ ὑποκύψῃ εἰς βαρείας ἀποζημιώσεις. Τὰ περὶ ἐκδόσεως διαβατηρίων οὐδεὶς διεθνὴς νόμος κανονίζει, ἀλλ’ οἱ νόμοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ διαβατήριον εἰς πολίτην Ἕλληνα. Τούτου τεθέντος, οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, τῶν ἐκ καταγωγῆς τοιούτων, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὴν ἰθαγένειαν διὰ πολιτογραφήσεως, διότι ἅμα τῇ πολιτογραφήσει παρέχονται εἰς αὐτοὺς πλήρη τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Τί σχέσιν ἔχουσι μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο αἱ ἔριδες μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ἢ Γερμανίας καὶ Ἀμερικῆς, περὶ τοῦ ἂν διατηρῶσιν ἢ δὲν διατηρῶσι τὴν ἀρχικήν των ἰθαγένειαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ἐξ Εὐρώπης εἰς Ἀμερικὴν καὶ πολιτογραφοῦνται ἐκεῖσε; Οὐδεμίαν. Ἐκεῖ πράγματι ἐφιλονεικήθη καὶ φιλονεικεῖται, ἐὰν δύναται Κράτος τι νὰ ἐξακολουθῇ θεωροῦν ὡς ὑπήκοόν του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὸν Νέον Κόσμον, ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπολιτογραφήθη ἐκεῖσε· δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ὁριστικῶς ἐκανονίσθη. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα καθαρόν· οὐδέποτε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ διαβατήριον εἰς πολίτην Ἕλληνα· πολῖται δὲ Ἕλληνες εἶναι καὶ οἱ πολιτογραφηθέντες, περὶ ὧν πρόκειται, ἅμα ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας διαγράφουσιν οἱ νόμοι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ εἰς τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας Κωπαΐδος καὶ τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποστείλῃ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τινα Ὑπομοίραρχον τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, παραγγέλλων εἰς αὐτὸν, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δίδων συγχρόνως εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολήν, νὰ ἐξετάσῃ τίνες εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν ἀμφισβητουμένων γαιῶν, καὶ προστατεύσῃ τούτους ὁ Ὑπομοίραρχος εἰς τὴν κατοχὴν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια μὲ ἐξέπληξε, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐκπορεύεται ἀπὸ Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω ὡς ἕνα τῶν ἐγκρίτων νομομαθῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ μὴ ὀρθὸν τῶν ἐνεργειῶν του εἶναι τόσῳ προφανὲς, ὥστε αὐτὸς ὁ ἴδιος θέλει τὸ ἀναγνωρίσει. Καταγγέλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιόποινοι πράξεις, τὴν δὲ καταδίωξιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων δὲν τὴν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελεὺς, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἀμελλητὶ πᾶσαι αἱ εἰς ἄλλην ἀρχὴν διαβιβαζόμεναι περὶ ἀξιοποίνων πράξεων καταγγελίαι, ἀντὶ δὲ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ν’ ἀναγγείλῃ τὰς πράξεις αὐτὰς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἁρμόδιον νὰ λάβῃ οἱαδήποτε μέτρα ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖα πρὸς βεβαίωσιν καὶ καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων, παραγγέλλει αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας νὰ βεβαιωθῶσιν αἱ πράξεις ἀπὸ τὸν Ὑπομοίραρχον. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ καθήκοντα δικαστικὰ, καθήκοντα Εἰρηνοδίκου, νὰ λάβῃ δηλ. προσωρινὰ μέτρα, καὶ παρήγγειλε τὸν Ὑπομοίραρχον νὰ ἐξετάσῃ τίς ὁ κάτοχος τῶν γαιῶν, καὶ νὰ προστατεύσῃ τοῦτον εἰς τὴν κατοχήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὡς νόμιμον μίαν τοιαύτην διαταγήν. Ἐὰν ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματά της, ἐὰν οἱ χωρικοὶ ἀδίκως ἐπετέθησαν κατ’ αὐτῆς, ὑπάρχει ἡ νόμιμος ὁδὸς, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ προσωρινὰ μέτρα καὶ οὕτω νὰ ἀποδιώξῃ τοὺς χωρικούς, ἐὰν ἀδίκως ἐπελήφθησαν γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ τοιαύτη δικαιοδοσία δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, συμφώνως πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σπεύσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη καιρὸς, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχήν.
§58Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶχον ζητήσει πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ δύο ἐσόδων, ἀναγεγραμμένων εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Αἱ διασαφήσεις αὗται ἀφεώρων, ἡ μὲν πρώτη εἰς ἔσοδον, προερχόμενον ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἡ δὲ ἑτέρα εἰς ἔσοδον, προερχόμενον ἐξ ἀντιτίμου ἀνταλλαγέντων νομισμάτων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον τῶν ἐσόδων τούτων ἐπεθύμουν νὰ φωτισθῶ, νὰ πληροφορηθῇ δὲ καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν τοῦτο, ἀνερχόμενον εἰς 800 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ἦναι πράγματι ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἢ ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἡ ἑτέρα διασάφησις, περὶ τοῦ ἐσόδου, τοῦ προερχομένου ἐξ ἀντιτίμου ἀνταλλαγέντων νομισμάτων καὶ ἀνερχομένου εἰς 700 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ἐσκόπει ν’ ἀποδείξῃ, ἐὰν τοῦτο προέρχηται ἐκ νομισμάτων συνήθως ἀνταλλασσομένων κατ’ ἔτος, ἢ ἐκ νομισμάτων προερχομένων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς αἰτήσεις μου ἐκείνας, ὅπως αὕτη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐγώ, ἵνα κορέσω τὴν περιέργειάν μου, ἔῤῥιψα πρὸ ὀλίγου ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης τῶν ἐρωτήσεών μου, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, χορηγεῖ πληροφορίας, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο δέον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, θέλων νὰ πλουτίσῃ τὸ 1887, καθιεροῖ διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐτησίων ἐσόδων κανόνας καὶ θεωρίας τόσῳ πρωτοφανεῖς καὶ ἀλλοκότους, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε καταγινομένων εἰς τὰ λογιστικὰ ἢ οἰκονομολογικὰ δὲν δύναται ἢ νὰ πεισθῇ, ὅτι αὗται ἀντίκεινται εἰς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὰ πράγματα. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, κατὰ τὸ ἔγγραφον τὸ ὑποβληθὲν, εἰσεπράχθη ἐξ ἀντισηκωμάτων τῶν καταταχθέντων ὑποχρέων ποσόν τι, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1888, καὶ ἑπομένως νομίμως εἶναι ἔσοδον τοῦ 1888· ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θέλει νὰ τὸ ἀναγάγῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, διότι ἡ ὑποχρέωσις τῶν στρατευσίμων εἶναι τοῦ 1887. Γνωρίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπόχρεοι τῆς ἀπογραφῆς ἐκείνης, ἕνεκα ἀναβολῆς, ἣν προεῖδεν ὁ νόμος, κατετάχθησαν τῇ 28 Δεκεμβρίου 1887, ἑπομένως κατὰ τὸ 1887 δὲν ὑπηρέτησαν, εἰμὴ ἐπὶ τρεῖς μόνον ἡμέρας. Θὰ ἠρώτων τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, τὴν δαπάνην τῶν ὑποχρέων τούτων, οἵτινες διέμειναν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ τρεῖς μῆνας τοῦ 1888, ἤτοι μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ποῦ θέλει τὴν κατατάξει; Θὰ τὴν κατατάξῃ ἐπίσης εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887; Ὑποθέτω ὄχι, διότι, Κύριοι, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφηρμόζετο καὶ ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν στρατόν. Ὁ νόμος, ὅστις παρατείνει τὸν χρόνον τῆς χρήσεως ἐπὶ 22 μῆνας, εἶχε λόγον τινὰ καὶ σκοπὸν, διότι πάντες οἱ φόροι τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιῶνται καὶ εἰσπράττωνται ταὐτοχρόνως, παρετάθη ἑπομένως ὡς πρὸς τούτους τὸ λογιστικὸν ἔτος. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ διὰ τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἡ αὐτὴ πρόνοια ὑπὸ τοῦ νομοθέτου; Ἐάν τις ἦναι ὑπόχρεως μιᾶς ἀπογραφῆς, δὲν ἕπεται, ὅτι καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν κατάταξίν του, θέλουσιν ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἔτος τῆς ὑποχρεώσεώς του· διότι, ὑποτεθείσθω, ὅτι πεντακόσιοι ἢ χίλιοι ὑπόχρεοι εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν προσέρχονται ἐγκαίρως, μετὰ ἓν δὲ, δύο ἢ καὶ τρία ἔτη, εἴτε αὐθορμήτως προσέρχονται, εἴτε συλλαμβάνονται καὶ κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν, ὡς ὑπόχρεοι πάντοτε προηγουμένης ἀπογραφῆς· ἡ δαπάνη διὰ τὴν διατροφὴν, τὴν συντήρησιν καὶ τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν θὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἀναγραφῇ ὡς δαπάνη τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τῆς ἀπογραφῆς αὐτῶν; Βεβαίως οὐχί. Ἀλλὰ θὰ λογισθῇ ὡς ἔξοδον τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ὑπηρετοῦσιν. Ἑπομένως ὡς πρὸς τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι κακῶς χαρακτηρίζεται ὡς ἔσοδον τοῦ 1887. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν χαρακτηρισθῇ ὡς τοιοῦτον, δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου μέγα ποσὸν ἐπεστράφη εἰς τοὺς προσωρινῶς ἀπολυθέντας καὶ κατόπιν αὖθις κληθέντας νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ἐπιστροφὴ δὲ τῶν χρημάτων τούτων, ἥτις, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τὴν ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἤδη ἐπὶ 800 περίπου τοιούτων αἰτήσεων, ἡ ἐπιστροφή, λέγω, τῶν χρημάτων τούτων ἐγένετο μὲν κατὰ τὸ 1888, ἀλλ’ οὐχὶ μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1888, ἀλλὰ πρὸ ταύτης, ἑπομένως ἐντὸς τῆς αὐτῆς χρήσεως, καθ’ ἣν ἐγένετο καὶ ἡ εἴσπραξις, ἥτις καταλογίζεται εἰς τὸ ἔτος 1887. Ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει τὴν ἀναγράψει εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ θὰ τὴν περιλάβῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅταν ἐντὸς τῶν 22 μηνῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως εἰσπράττηται ἓν ἔσοδον καὶ ἀποδίδηται, νομίζετε πλέον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πολλῶν γνώσεων οἰκονομολογικῶν, καὶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ λογική, ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔσοδον καταλογίζεται εἰς τὴν χρῆσιν ἔτους τινός, πρέπει λογικῶς καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ, ἥτις ἐγένετο ἐντὸς τῆς αὐτῆς χρήσεως, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔξοδον τῆς αὐτῆς χρήσεως; Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὸ μὲν ἓν θέλει νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς ἔσοδον τοῦ 1887, τὸ δὲ ἕτερον ὡς ἔξοδον τοῦ 1888. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁπωσδήποτε ἐπὶ τῆς ἀμφιβολίας μου ταύτης ἐδόθη μία διασάφησις, καὶ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἐξετασθῇ ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν μου ἀπορίαν, περὶ ἧς ἐζήτησα διασαφήσεις, ἤτοι πόθεν προέρχεται τὸ ἔσοδον τοῦ ἀντιτίμου ἀνταλλαγέντων νομισμάτων, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τοῦ 1887, ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ περίπου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει καὶ αὐτὴ ἡ ὑποβληθεῖσα κατάστασις. Καὶ δίδει μὲν τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ εἰσεπράχθη ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἀλλὰ συγχρόνως ἀναμιγνύει καὶ τὰ ἐκ τελῶν προξενικῶν εἰσπραχθέντα. Ἑπομένως νέα πάλιν γεννᾶται σύγχυσις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευκρινισθῇ πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ πόσον τὸ ἐκ προξενικῶν τελῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, προκειμένου περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι κάλλιστα γινώσκει καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τοιαύτας, δύναται νὰ τὰς ἔχῃ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν, νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν ταύτας τὸ ταχύτερον, ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν ἔγγραφον ἀπάντησιν, ἣν κατέθηκε πρὸ ὀλίγου καὶ ἥτις πρόκειται νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ἡμᾶς.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς εἶναι παράδοξον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατώρθωσε νὰ συγχύσῃ δύο ποσά, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία. Ἔχομεν τὸ ποσὸν, τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ὑπόλοιπον δηλ. τοῦ δανείου τούτου, καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ προῆλθεν ἐκ τελῶν προξενικῶν· τὸ μὲν ἓν ἀποτελεῖ ἔκτακτον πόρον, καὶ ὡς τοιοῦτος περιέρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δ’ ἕτερον ὡς τακτικὸς πόρος. Εἶναι δύο ὑπηρεσίαι, ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι, καὶ μέχρι τέλους βεβαίως τὰ χρήματα φθάνουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ ταμίας, ὅστις εἰσέπραξεν αὐτὰ, δὲν δύναται νὰ τὰ συγχύσῃ, καθόσον οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ὑπόλογοι ἀπέναντι αὐτοῦ, ἔχει ὡς πρὸς ἕνα ἕκαστον αὐτῶν ἴδιον λογαριασμὸν, καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ ταμίας τίνα εἶναι τὰ νομίσματα, ἅτινα ἀντήλλαξε, προελθόντα ἐκ προξενικῶν τελῶν, καὶ τίνα εἶναι τὰ νομίσματα, ἅτινα ἀντήλλαξε, προελθόντα ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἑτέρα τις διασάφησις πρέπει νὰ δοθῇ· ἡ φράσις «ἐξ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000» εἶναι ἀόριστος. Τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 ἀνήκει ὁλόκληρον εἰς εἰδικὰς δαπάνας, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ φέρῃ διαφορὰν συναλλάγματος νομίμως καὶ τακτικῶς εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθωμεν, ἐκ τίνος κεφαλαίου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 προῆλθεν ἡ διαφορὰ αὕτη.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, πρῶτον μὲν ζητεῖ νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους ἔσοδον τοῦ Κράτους· τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ταῦτα ἔχουσιν εἰδικὸν καθορισμὸν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὰ ἔχοντα εἰδικὸν σκοπὸν, καὶ τὰ μὴ ἔχοντα εἰδικὸν σκοπὸν, ὅλα ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους, διαφέροντα κατὰ τοῦτο, ὅτι τὰ μὲν διατίθενται πρὸς τὸν εἰδικὸν αὐτῶν σκοπὸν, τὰ δὲ ἄνευ εἰδικοῦ σκοποῦ. Ἔπειτα παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διακρίνωμεν ἐκ ποίας κατηγορίας χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἐλήφθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τοῖς ἐσόδοις ἐξ ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 δὲν φέρουσι σφραγῖδα κατὰ κατηγορίας. Ἑπομένως, ὅταν τις λέγῃ, ὅτι τοιοῦτον ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἀναγράφεται ἐνταῦθα, τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν δύναται νὰ εἰπῇ, ἐὰν ἀνήκει εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κατηγορίαν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Προέρχεται τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ὁ δὲ μελετῶν τὰ κατ’ αὐτὸ σχετίζει τοῦτο πρὸς τὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν φυσικῶς ἀνήκει.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀρέσκεται νὰ πλάττῃ ἰδέας μόνος του, τὰς ὁποίας νὰ ἀναιρῇ ὁ ἴδιος, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διαχειρίζεται τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἀγνοεῖ τὰς ὑφισταμένας οὐσιαστικὰς κατηγορίας τοῦ δανείου τούτου, καὶ ὁμιλεῖ περὶ δῆθεν ὑφισταμένων κατηγοριῶν νομισμάτων, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων διάφορον ἐχόντων χρῶμα καὶ μορφήν. Τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 διετέθη εἰς εἰδικὰς δαπάνας, αἵτινές εἰσιν, ἡ πληρωμὴ τῶν προκαταβολῶν, ἡ τῶν ἐντόκων εἰς χρυσὸν γραμματίων, ἡ ἐξόφλησις τῶν μετατραπέντων δύο δανείων, ἡ πληρωμὴ τῶν θωρηκτῶν καὶ τὸ περίσσευμα, ἐκ δραχμῶν 440,000 περίπου, παρὰ τῷ Comptoir d’ Escompte τῶν Παρισίων. Τὰ κεφάλαια, ταῦτα τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἀνήκουσιν εἰς ὡρισμένας καὶ εἰδικὰς δαπάνας. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ διαφορὰν συναλλάγματος ἐξ οἱουδήποτε τῶν πέντε τούτων κεφαλαίων, σημαίνει, ὅτι μετέφερεν ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ποσὸν χρημάτων μὴ ἀνηκόντων εἰς αὐτὰ, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσέπραξε τὴν διαφορὰν συναλλάγματος· ἕπεται δὲ, ὅτι δὲν ἐπλήρωσε μέρος τῶν προκαταβολῶν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἢ τῶν ὁμολογιῶν τῶν μετατραπέντων δανείων, ἢ ἔλαβε μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὡρισμένου διὰ τὰ θωρηκτά· ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων νὰ εἰσπράξῃ διαφορὰν συναλλάγματος. Ἐὰν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐκ τίνων τῶν πέντε τούτων κατηγοριῶν τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 μετεβίβασε χρήματα εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Ἐφ’ ὅσον μᾶς λέγει ἀορίστως, ὅτι τὰ μετέφερεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν, ἐὰν ἀφῆκεν ἀπλήρωτον μέρος τῶν προκαταβολῶν, ἢ τῶν ἐντόκων εἰς χρυσὸν γραμματίων, ἢ μέρος τῶν ὁμολογιῶν τῶν μετατραπέντων δύο δανείων, ἢ μέρος τῶν διὰ τὰ θωρηκτὰ δόσεων, δὲν πιστεύω δὲ νὰ μετέφερε τὰς 440,000, αἵτινες ὑπῆρχον εἰς τὸ Comptoir d'Escompte τῶν Παρισίων. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ σχήματος ἢ τοῦ χρώματος τῶν νομισμάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν κατηγοριῶν, εἰς ἃς, ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του, διαιρεῖται τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, καὶ ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ γινώσκῃ.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πληρώσῃ, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἤδη ἐκφράζει ἄλλην ἀπορίαν· ζητεῖ νὰ μάθῃ, πῶς διετέθησαν τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 εἰσπραχθέντα, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, ὡς ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, περίσσευμα· δὲν ζητεῖ πλέον νὰ τῷ εἴπωμεν, ἐὰν τὸ πλεονάζον ἔσοδον προέρχηται ἐκ τῆς δεῖνα ἢ τῆς δεῖνα κατηγορίας, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξιν περισσεύματος. Τὸ Λογιστήριον ἔδωκεν, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεώς τινος, πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς τώρα συζητεῖ, οὐχὶ πλέον περὶ τῆς κατηγορίας, ἐξ ἧς ἐλάβομεν τὸ πλεονάζον χρῆμα, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῷ ὄντι τοῦ πλεονάσματος, ζητεῖ δὲ λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἤτοι πόσα ἐκ τούτου εἰσεπράξαμεν καὶ πόσα ἐκ τούτου ἐδαπανήσαμεν καὶ ποῦ. Θέλω ὑποβάλει κατάστασιν, ἀφοῦ εἰς τὸ ἁπλούστατον τοῦτο καταλήγει ἤδη ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διαφέρον ὅλως ἀπὸ τοῦ τέως ζητουμένου καὶ περὶ οὗ ἐγένετο λόγος μέχρι τοῦδε. Θέλω ἄρα ὑποβάλει τὸν λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ὅπως δυνηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀνεύρῃ ἐν αὐτῷ ποῦ ὑπάρχει τὸ πλεόνασμα.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἐζήτησα, καὶ δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέβαλε τὴν ἔννοιαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§68ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἀναπτύσσων μετὰ ῥητορικῆς δεινότητος τὴν ἐν γένει πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν αὑτοῦ διαχείρισιν, ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ τῶν στρατιωτικῶν τῆς ἡμετέρας χώρας πραγμάτων, ὅπερ βεβαίως ἔπραξεν, ὅπως δώσῃ κῦρος εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἄλλως δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ τοῦτο, καθ’ ὅσον ἡ ἐθνικὴ τοῦ Κράτους δύναμις ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρηται εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμοὺς τούτου ἢ ἐκείνου ἐκ τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τοσούτῳ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νέων ὀργανισμῶν παρήγαγε σύστασιν καὶ εὐρωστίαν εἰς τὸν χερσαῖον ἡμῶν στρατὸν μείζονα ἐκείνης, ἣν ἐκέκτητο πρὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886. Ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἐξετάσω τοῦτο μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ κατάστασις τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων μαρτυρεῖ τὰ ἐναντία. Πρὶν ὅμως χωρήσω εἰς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐστὶ στρατὸς καὶ τί στρατιωτικὸς ὀργανισμός. Στρατὸς μὲν εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Ἔθνους, διαρκῶς ὠργανισμένη καὶ ἑτοίμη πρὸς πόλεμον ἐν πάσῃ στιγμῇ. Στρατιωτικὸς δὲ ὀργανισμὸς εἶναι ἡ συνθετικὴ ἐκείνη μέθοδος, δι’ ἧς συναρμολογεῖται καὶ καταρτίζεται ζῶσά τις δύναμις, τὴν ὁποίαν καλοῦμεν στρατὸν, καὶ τῆς ὁποίας τὰ συνιστῶντα μέρη εἶναι προωρισμένα εἰς καθωρισμένην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Σὺν τούτοις γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι ὁ στρατὸς κατὰ τὴν τακτικὴν συνίσταται ἐκ τριῶν ὅπλων, πεζικοῦ, πυροβολικοῦ, καὶ ἱππικοῦ· πυρὴν δὲ παντὸς στρατοῦ εἶναι τὸ πεζικόν. Ἑπομένως ἡ ὀργάνωσις καὶ ὁ σχηματισμὸς δὲν εἶναι αὐθαίρετα, ἀλλὰ σκοποῦσι τὴν ἕνωσιν τῶν μερῶν ἐν συνόλῳ, ὅπερ καλοῦμεν μονάδα στρατοῦ κατὰ τὴν τακτικὴν, ἐκ δὲ τῶν μονάδων τούτων σχηματίζεται κατ’ ἀκολουθίαν ὁ στρατός. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξετάσωμεν, εἰσήγαγε καὶ ἐφήρμοσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νεώτερόν τινα ὀργανισμὸν ἐκείνου τοῦ προκατόχου του, δι’ οὗ ἐπῆλθεν εὐεξία καὶ εὐρωστία ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ; Βεβαίως οὐχὶ, διότι, ὡς τώρα, καὶ τότε ὁ στρατὸς συνέκειτο, ὄχι μόνον ἐκ τῶν αὐτῶν μονάδων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἑπομένως οὐδεὶς νεώτερος ὀργανισμὸς εἰσήχθη, οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τοιοῦτον. Ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀληθῶς βαδίζει ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ προκατόχου του, ἐκτὸς ἐὰν φρονῇ, ὅτι ὁ νόμος ΑΦΛΓʹ, ὁ δημοσιευθεὶς κατὰ Μάϊον τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτροποποίησέ τινα, ἀναγόμενα εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, ἤτοι εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ μετὰ ὀκτάμηνον ἐν αὐτῷ διαμονὴν αὐτῶν, ὅπερ, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἃς ἄλλοτε ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ εἰς τὴν σύστασιν δύο συμβουλευτικῶν τμημάτων, εἰς τὰ σώματα πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα, ἕνεκα ἐλλείψεως κανονισμοῦ, κανονίζοντος τὰ τῆς ὑπηρεσίας τούτων, δὲν συνεστήθησαν εἰσέτι. Τὰ ἐν λόγῳ συμβουλευτικὰ τμήματα, ἢ γνωματευτικὰ, θὰ ἐργάζωνται, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θὰ ἐρωτῶνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸ ἑαυτῶν ὅπλον, καὶ ἐπὶ τῶν ἐφευρέσεων καὶ ἀνακαλύψεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐν γένει στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ὥστε καὶ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι μονάδα ὀργανικήν. Ἐκ τούτων πάντων δείκνυται σαφῶς, ὅτι οὐδεὶς νέος ὀργανισμὸς ἐφηρμόσθη ἐν τῷ στρατῷ, ἐξ οὗ νὰ ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ποιήσηται λόγον περὶ μείζονος εὐεξίας καὶ εὐρωστίας τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὅλως ἀκαταλλήλου συστήματός του μετέβαλε τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς στρατὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ πάντες, Κύριοι, γινώσκομεν, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οἱ ὁπλῖται τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῆς ἡμετέρας πατρίδος δὲν ἐκπαιδεύονται, ἀλλ’ οὔτε ἀσκοῦνται στρατιωτικῶς, καθόσον ἄλλοι μὲν συνοδεύουσι τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, ἄλλοι δὲ καταδιώκουσι φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους, ἄλλοι δὲ συνοδεύουσιν ὑποδίκους, ἄλλοι μετ’ ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν, καὶ ἄλλοι τὰ τούτοις ὅμοια πράττουσιν, ὅ ἐστὶν ὁ στρατὸς ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν καθαρῶς τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὰ ἔργα τοῦ προορισμοῦ του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεμαρτύρετο ἄλλοτε, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, σήμερον ὅμως, ἰθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν νὰ ἐκπληροῖ ὑπηρεσίαν ὅλως ξένην τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ στρατὸς ὅμως, περισπώμενος εἰς ταῦτα, θ’ ἀπομάθῃ πᾶσαν τὴν στρατιωτικὴν μάθησιν, ἣν εἶχον ἀποκτήσει τὰ στελέχη αὐτοῦ πρὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886, ὅτε, διὰ πρώτην φορὰν, τὸ Κράτος ἠδυνήθη νὰ παρατάξῃ περὶ τὰς 30 χιλιάδας ἀνδρῶν ἐν τοῖς ὅπλοις, κατὰ πάντα ἑτοίμων πρὸς δρᾶσιν. Τότε πρώτην φορὰν κατωρθώθη νὰ ἀποκτήσωσι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ γνῶσιν ἁπάντων τῶν ἀσκήσεων, ἀπὸ τοῦ σχολείου τοῦ οὐλαμοῦ μέχρι τῶν μεγάλων ἑλιγμῶν τῆς ταξιαρχίας, ἥτις θεωρεῖται παρ’ ἡμῖν ὡς πολεμικὴ μονάς. Ἔκτοτε τὰ στελέχη ἐστερήθησαν τούτων, καὶ ἤδη κινδυνεύουσι νὰ ἀπομάθωσι πᾶν ὅ,τι ἀπέκτησαν διὰ τοσοῦτον κοπιώδους μελέτης. Πλὴν τούτων, ἡ Κυβέρνησις, οὕτως ἐνεργοῦσα, ἠθέτησε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς πάντα πολίτην Ἕλληνα· καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμου, εἶπε πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν: «Ἐὰν θέλετε νὰ ἀπολαμβάνητε τῶν ἀγαθῶν τοῦ πολίτου τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν θέλετε νὰ ἐνασκῆτε τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ὀφείλετε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Καὶ ἐκεῖνοι, δι’ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων των, ἐδέχθησαν καὶ ἀνέλαβον ἀληθῶς βαρυτάτας ὑποχρεώσεις, καὶ λέγω βαρυτάτας, διότι ἐστερήθησαν αʹ) τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαταστάσεως, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπελάμβανον, βʹ) τοῦ δικαιώματος τῶν βραχυχρονίων ἀδειῶν, γʹ) τοῦ νὰ μὴ θεωρῶνται ἡμέραι παρουσίας αἱ τῆς ὑποδικίας, καὶ ἂν τὸ Δικαστήριον κηρύξῃ αὐτοὺς παμψηφεὶ ἀθώους τῆς κατ’ αὐτῶν τυχὸν ἀποδιδομένης κατηγορίας, δʹ) αἱ ἡμέραι τῆς νοσηλείας των ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς θεραπευτηρίοις νὰ μὴ μετρῶνται ὡς ἡμέραι ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἤθελον ἀσθενήσει. Ἀλλὰ, ὡς ἀντίῤῥοπον τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὡσαύτως τὴν ὑποχρέωσιν, τοὺς οὕτω στρατολογουμένους κληρωτοὺς, πρὸς σχηματισμὸν τακτικοῦ καὶ μονίμου στρατοῦ, νὰ μὴ τοὺς ὑποβάλλῃ εἰς ἄλλην τινὰ ὑπηρεσίαν, ἢ καὶ ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας τοῖς ἐπεβλήθησαν ὑποχρεώσεις. Ἔχει λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος, μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν ν’ ἀπασχολῇ τοὺς οὕτως ἀπογραφέντας ἄνδρας, ἀλλ’ ὁ στρατὸς, ὡς ἔχει σήμερον, εἶναι κυρίως στρατὸς ὑπηρεσίας, εἶναι στρατὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι πάρεργον, εἶναι στρατὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις δὲν γίνεται πέραν τοῦ σχολείου τοῦ οὐλαμοῦ, καὶ ὅμως τὸ Ἔθνος, πρὸς ὕπαρξιν στρατοῦ μονίμου καὶ τακτικοῦ, δαπανᾷ κατ’ ἔτος τὸ τέταρτον περίπου τῶν ἐσόδων του, καὶ ταῦτα πάντα, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ συγκεντρώσῃ τὰ τοῦ στρατοῦ σώματα πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ ἄσκησίν των, τὰ ἀποσπᾷ εἰς ποικίλα ἔργα τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας, ὡς προεῖπον, καὶ συμπληροῖ τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὰ ἔργα της, ἧς ὁ προορισμὸς εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἄλλος, ἐναντίον τῶν ὅσων ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διετράνωσεν. Εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται σήμερον ὁ στρατὸς, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν πάσης ξένης αὐτῷ ἐργασίας καὶ περιορίσῃ αὐτὸν εἰς τὰ ἔργα τοῦ προορισμοῦ του, πάλιν δὲ δύναται οὗτος νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ ἀσκηθῇ δεόντως, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἑαυτοῦ ἀποστολῆς, ἕνεκα ἐλλείψεως δυνάμεως καὶ καταλλήλου πρὸς τοῦτο στρατιωτικοῦ συστήματος· τοῦτο δὲ ὑποστηρίζεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὡς ἑξῆς. Ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἔτος λαμβάνει διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ 8,700 κληρωτοὺς, ἴσον δὲ ἀριθμὸν τὸ δεύτερον τῆς διετοῦς θητείας ἔτος, ἤτοι δύναμιν ὁλικὴν τοῦ ὅλου στρατοῦ 17,400. Ἐξ αὐτῶν μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν τέσσαρες χιλιάδες κληρωτῶν καὶ χίλιοι τετρακόσιοι εἰς τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, γενικὰς καὶ εἰδικάς, ἐν ὅλῳ 5,400, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τῆς ὁλικῆς δυνάμεως, μένουσι 12,000, οἵτινες διανέμονται εἰς πάντα τὰ σχηματίζοντα τὸν στρατὸν σώματα, ἡ δὲ δύναμις ἐν ἑκάστῳ συντάγματι θὰ ἀνέλθῃ εἰς ἑξακοσίους ὁπλίτας, ἐν ἑκάστῳ δὲ τάγματι εἰς διακοσίους, ὥστε, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῶν διοικητῶν αὐτῶν, ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἀσκήσεων λόχου, οὐχὶ μόνον διότι ἡ τῶν ἐκπαιδευομένων ἀνδρῶν δύναμις εἶναι ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ διότι πολλοὶ τούτων θὰ ἀπασχολῶνται ἀναγκαίως εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων των, πλὴν τῶν καθ’ ἑκάστην λαμβανόντων χώραν ἀπροόπτων ἐν τοῖς σώμασι μεταβολῶν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς κατακρίνω καὶ ἀποκρούω τὸ ἐν ἰσχύει στρατιωτικὸν σύστημα, ὡς ἀκατάλληλον πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ, καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν πλήρη τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ.
§69ΣΑΚΚΗΣ. Σᾶς διακόπτω, κύριε Γεωργαντᾶ, ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε σκοπὸν νὰ ἐξακολουθήσητε...
§70ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσω.
§71ΣΑΚΚΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καθόσον δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή.
§72ΤΙΝΕΣ. Εἶναι.
§73ΣΑΚΚΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§75ΣΑΚΚΗΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 73. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.