Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 19

1888.11.19

2,573 rows · 20,016 words · 1 table · 66 turns

Date
1888.11.19
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19.

Τῆς 19 Νοεμβρίου 1888.

(Σάββατον)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον.

§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποβάλει καὶ συστήσει συγχρόνως. Μετὰ τὸν συμβάντα σεισμὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῶν παθόντων δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, ἀλλὰ συγχρόνως συνέστησε καὶ ἐπιτροπὰς πρὸς συλλογὴν ἐράνων, ἡ δὲ κεντρικὴ ἐνταῦθα ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε νὰ συλλέξῃ τὰ χρήματα καὶ προβῇ εἰς τὴν διανομὴν αὐτῶν. Ἡ ἐν Πάτραις ἐπιτροπὴ καθὼς καὶ ἄλλαι τινὲς ἐπαρχιακαὶ πάσας τὰς συνδρομὰς αὐτῶν ἀπέστειλαν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ὁ χειμὼν προέβη, ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη τῶν παθόντων εἶναι νὰ στεγασθῶσι, καὶ ἐν τούτοις ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἔπραξε. Περὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι ἡ ἀνάγκη παρίσταται κατεπείγουσα.

§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μεταξὺ τῆς ἀπειρίας τῶν νόμων, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ὁποία κατακλύζει τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, ὑπάρχει καὶ ὁ ΥΠΗʹ τῆς 11 Αὐγούστου 1873, ὁ ὁποῖος μεριμνᾷ περὶ τῆς συστάσεως Γυμνασίου ἐν Πύργῳ καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τὸ Γυμνάσιον τοῦ Πύργου συντηρεῖται ἀπὸ χορηγίαν ἐτησίαν τῶν λιμενικῶν ταμείων Κατακώλου καὶ Κυλλήνης, ἀπὸ ὁμοίαν ἐτησίαν χορηγίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ προαιρετικῶν συνδρομῶν. Καὶ τὸ μὲν λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου προσφέρει νομίζω 14,000 δραχμῶν, τὸ δὲ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν 2,500 δραχμὰς, ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις εἶχεν ἐγγράψει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους 6,000 δραχμῶν, ἡ σημερινὴ δὲ Κυβέρνησις ἐμείωσε τὴν χορηγίαν ἀπὸ 6,000 εἰς 3,000. Πολλάκις οἱ πόροι οὗτοι δὲν ἐπήρκουν πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Πύργου καὶ αἱ κατὰ καιροὺς δημοτικαὶ ἀρχαὶ προσέφερον τὸ ἐλλεῖπον. Ἤδη ὅμως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Λετρίνων ἐψηφίσατο ἔρανον τῶν μαθητῶν, πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀγνοῶν τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τούτου,—καὶ λίαν δικαίως, ἀφοῦ ὑπάρχουσι καὶ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ διαφόρων νόμων, ἕνεκα τῆς νομομανίας, ἥτις μᾶς κατέλαβεν,—ἐνέκρινεν ἴσως τὴν πρᾶξιν, καὶ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἤρξατο φορολογῶν τοὺς μαθητὰς, ἐναντίον τοῦ κειμένου νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ ἐνταῦθα τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Νομάρχου. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν μάθῃ ταῦτα, θέλει διατάξει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ψηφίσματος καὶ θέλει διατάξει νὰ ἀποδοθῶσι τὰ εἰσπραχθέντα εἰς τοὺς μαθητὰς, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ μαθηταὶ, οἱ ξένοι μάλιστα, θέλουσιν, ἕνεκα τῆς φορολογίας ταύτης, ἀποσυρθῆ ἐκ τοῦ Γυμνασίου Πύργου καὶ θέλουσι μεταβῆ εἰς ἕτερα Γυμνάσια, πρὸς μεγάλην ζημίαν καὶ τοῦ Γυμνασίου τούτου καὶ τοῦ τόπου μου.

§4ΚΟΡΠΑΣ. Διατάξεις τινὲς τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος στρατολογικοῦ νόμου καὶ νῦν ἰσχύοντος, καίπερ εἰλημμέναι ἐκ στρατολογικῶν νόμων ξένων Κρατῶν, καίπερ λειτουργοῦσαι ἀπροσκόπτως εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, παρ’ ἡμῖν ἐφαρμοσθεῖσαι, οὐ μόνον οὐδόλως ἀπέβησαν λυσιτελεῖς, ἀλλὰ καὶ βλάβην ἐπήνεγκον καὶ εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὸν στρατόν. Δὲν γνωρίζω πόσαι εἰσὶν αἱ τοιαῦται διατάξεις, διότι δὲν κατέχω τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα ἀπαιτοῦνται πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε ἐζήτησα τοιαύτας πληροφορίας, διότι νομίζω, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἰσι τοιαῦται, ὥστε ὑπέπεσαν καὶ ὑποπίπτουσι καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων ἡμῶν, στρατιωτικῶν καὶ μὴ στρατιωτικῶν. Δύο εἰσὶ κυρίως αἱ διατάξεις, περὶ ὧν ποιήσομαι λόγον, καὶ αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ εἰσὶ τοσοῦτον καταφανεῖς. Εἶναι αʹ) ἡ καταβολὴ τοῦ ἀντισηκώματος ἐκ μέρους τῶν ἀπαλλασσομένων καὶ λοιπῶν ὑπαγομένων εἰς τὰ ἄρθρα 32, 33 κτλ. καὶ βʹ) ἡ ἐν εἰρήνῃ κλῆσις τῶν διαθεσίμων. Ἕκαστον ἔτος παρέχει, Κύριοι, εἰς τὸ Κράτος ἕνα ἀριθμὸν ἀνδρῶν. Ἐκ τούτων, οἱ μὲν τοὺς πρώτους ἀριθμοὺς λαβόντες κατὰ τὴν κλήρωσιν εἰσὶν ὑπόχρεοι διὰ διετῆ ὑπηρεσίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς τοῦ στρατοῦ δυνάμεως, τῆς κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένης, οἱ δὲ κατόπιν τούτων διὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν, κατόπιν τῆς ὁποίας ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των, τιθέμενοι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν πρώτων οὐδένα ποιοῦμαι λόγον, διότι τὰ περὶ αὐτῶν εἰσι καλῶς κεκανονισμένα ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ, ἀλλὰ περὶ τῶν δευτέρων θέλω εἴπει τινά, καὶ θέλω ζητήσει τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν σχετικῶν περὶ τούτων διατάξεων. Ἔρχεται, Κύριοι, εἰς τὸν στρατὸν ὁ τοιοῦτος διαθέσιμος, ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τρεῖς μῆνας, κατατάσσεται εἰς αὐτόν, μετὰ ἕνα δὲ ἢ μετὰ δύο μῆνας ἀποθνήσκει ἕτερος τοῦ αὐτοῦ δήμου ἐκ τῶν εἰς διετῆ ὑποχρέωσιν, ἢ ἐξαιρεῖται, ἢ ἀπαλλάσσεται· ἐπιβάλλεται ἀμέσως τότε εἰς αὐτόν, ἐὰν ἔχῃ σειράν, ἡ ὑποχρέωσις νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δύο ἔτη. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν εὑρίσκεται οὗτος ἐν τῷ στρατῷ, τὸ κακὸν δὲν εἶναι μέγα, ἀλλ’ ἐὰν ἀπέλθῃ μετὰ τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν εἰς τὸ χωρίον του, καὶ ἐγκατασταθῇ, ἀγοράσῃ κτήματα ἢ καὶ ἔλθῃ καὶ εἰς γάμον καὶ κληθῇ ἐκ νέου, φαντασθῆτε ποίαν τοῦτο φέρει περιπλοκὴν εἰς τοὺς νέους τούτους καὶ ποίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν προστίθησιν ἀνωμαλίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, καίτοι ἐπέτυχεν ἴσως ἀλλαχοῦ, παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχε, διότι, ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν φέρει μεγίστην διατάραξιν, καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν ἐν γένει δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ βλέπομεν, ἕνεκα τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης, τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, τὰ γραφεῖα τῶν νομαρχῶν, τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων κτλ. νὰ ὦσι καθ’ ἑκάστην ἀνάστατα, καὶ ἀσχολούμενα διαρκῶς εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας. Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου συνέταξα νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ διαθέσιμοι δὲν ὑποχρεοῦνται ἐν εἰρήνῃ νὰ κληθῶσιν, εἰμὴ ἐν ἀπολύτῳ καὶ ἀποδεδειγμένῃ ἀνάγκῃ, βεβαιουμένῃ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον περὶ τοῦ μέλλοντος μόνον, εἶναι δίκαιον νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ τοὺς νῦν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας διαθεσίμους τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς· ἀλλ’ ἐπειδή, ὅτε ἐζητήθη ἡ ἀπαιτουμένη δύναμις πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως, δὲν ἐλήφθη τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ὅπως πρέπει νὰ γίνηται ἐν τῷ μέλλοντι, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἑπομένως, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐν τῷ στρατῷ μεγάλα κενά, περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἤδη ὑφιστάμενα κενὰ νὰ πληρωθῶσι, μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκ τῶν ὡς διαθεσίμων ὑπηρετούντων. Τὸ δεύτερον μέρος, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον, εἶναι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 121, 122, 123, 124, 125, 126,127 καὶ 128 τοῦ νόμου τούτου, διὰ τῶν ὁποίων ὁρίζεται καταβολὴ ὑπὸ τῶν ἐξαιρουμένων, ἀπαλλασσομένων, διαθεσίμων καὶ τῶν ἐν εἰρήνῃ ἀνυποτάκτων χρηματικοῦ τιμήματος. Ἡ διάταξις αὕτη ἀληθῶς εἶχε κανονισθῆ κατὰ τρόπον ἀρκετὰ καλὸν, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι καὶ ὁ καταλληλότερος, διότι ὅλοι σχεδὸν, μὲ ἐλαχίστας ἴσως ἐξαιρέσεις, ἐπλήρωσαν τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Πρό τινος καιροῦ εἶχον μάθει, ὅτι ἐν Ἀθήναις μόνον δύο ἢ τρεῖς ἐπλήρωσαν πλείονα· φαντασθῆτε τί γίνεται ἐν ταῖς κωμοπόλεσι καὶ χωρίοις. Ἑπομένως, ἐν ᾧ ἡ διάταξις αὕτη φέρει τοσαύτην σύγχυσιν, ἐνῷ φέρει τοσαύτας δυσκολίας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν ἀποβαίνει καὶ ὠφέλιμος. Ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ Δημόσιον εἰσέπραττεν ἄχρι τοῦδε, ἤτοι 700 χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, νομίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ εἰσπράττῃ, ἐὰν πάντες οἱ ἀπαλλασσόμενοι πληρώνωσιν ὡρισμένως τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Ἐὰν σήμερον ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ μετ’ αὐστηρότητος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις περὶ τούτου, ἔπρεπε νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς φυλακὰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, διότι πάντες σχεδὸν ἐχορήγησαν πιστοποιητικὰ οὐχὶ ἀκριβῆ, καθόσον δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν περιουσίαν τῶν κληρωτῶν, μὴ ὑπάρχοντος παρ’ ἡμῖν κτηματολογίου. Ἄρα, ὅταν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ᾖναι, νὰ ἔχῃ ἓν εἰσόδημα τὸ Δημόσιον ἐκ τούτων, δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἐπαρκὲς, ἐὰν θέσωμεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ πληρώνωσι μόνον δραχμὰς ἑκατὸν, νὰ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψει τοὺς ὀρφανοὺς, οἵτινες νὰ πληρώνωσιν, ὡς ἄχρι τοῦδε, τὸ ἥμισυ, ἀπαλλάσσοντες πάσης πληρωμῆς τοὺς σωματικῶς καὶ διανοητικῶς ἀνικάνους, καὶ κατ’ ἐμὲ δικαίως· διότι, ὅταν ἡ φύσις ἔπλασέ τινα ἀνίκανον, ἢ κατέστη τοιοῦτος, διατὶ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸν εἰς τοιοῦτον πρόστιμον, ὅταν μάλιστα ὁ νόμος στερῇ τοῦτον τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν; — διότι εἶναι τιμὴ τὸ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐπλήρωσε κἀνεὶς ἐκ τῶν ἀνικάνων; Παντάπασι· διότι κατὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα μόνον οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἐδαφ. αʹ βʹ, γʹ καὶ δʹ ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον καὶ ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν ἑκατὸν δραχμῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν τροποποιήσωμεν τὰς διατάξεις, περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ κανονίσωμεν, ὥστε οἱ μὲν ἀπαλλασσόμενοι κατὰ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 33 νὰ πληρώνωσι δραχμὰς ἑκατὸν, ὅταν ἀπαλλάξωμεν τοὺς σωματικῶς ἢ διανοητικῶς ἀνικάνους πάσης πληρωμῆς, καὶ ἀπαιτήσωμεν πεντήκοντα μόνον δραχμὰς διὰ τοὺς ὀρφανοὺς, ἀσφαλῆ θὰ ἔχωμεν ἐγγύησιν καὶ εἰσόδημα κατ’ ἐλάχιστον ἠλαττωμένον τοῦ νῦν ὑπὸ τούτων παρεχομένου εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπίσης τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 126, τὸ πρὸς τὰ ἀνωτέρω σχετιζόμενον, καὶ ἀναγράφω πληρωμὴν δι’ ἕκαστον μῆνα προσθέτου ὑπηρεσίας δραχμῶν εἰκοσιπέντε, ἀντὶ τῶν ἐν αὐτῷ ὁριζομένων πεντήκοντα, τὰς ὁποίας εὑρίσκω λίαν ἐπιβαρυνούσας τοὺς ἐκπροθέσμους. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἄρθρου 127 διαγράφω ἐντελῶς τὴν ὑποχρέωσιν εἰς χρηματικὴν πληρωμὴν τῶν μὴ προσερχομένων ἐνώπιον τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, διότι ἀρκεῖ νομίζω εἰς αὐτοὺς ἡ τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, ἐνῷ διὰ τοῦ παλαιοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπεβάλλετο αὐτοῖς μόνον μηνιαία. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅθεν, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, αἴρονται πᾶσαι αἱ ἀνωμαλίαι, περὶ ὧν ἐποιησάμην σήμερον λόγον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 50).

§5ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα ταῖς ἐργασίαις ἰδίως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἐν Πύλῳ ἰχθυοτροφείου καὶ τοῦ ἐκεῖ τέλματος. Δὲν ἤμην χθὲς παρὼν, ὅπως ἀναιρέσω μερικὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Τζάνες· ὅτι δηλ. δὲν ἐγένετο κἀμμία ἐργασία πρὸς τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀληθές· διότι πολλάκις ἦλθον μηχανικοὶ, ἐξήτασαν τὸ ἔργον, καὶ ἐποιήσαντο ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον πολλὰς καὶ ἐνδελεχεῖς μελέτας. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλω ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τῷ ὄντι εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ μερίμνης.

§6ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν ἐγένετο κἀμμία ἐργασία, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔγεινεν ἐπιμελὴς ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὴν ἐπαρχίαν.

§7ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸ 1883 προσεκάλεσα μηχανικοὺς καὶ ἐξετέλεσα διαφόρους προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Λυποῦμαι δὲ ἀκούων νὰ ἀναφέρητε ἀνακριβείας ἐνταῦθα καὶ νὰ αἰτιᾶσθε ἀνεξετάστως πρόσωπα.

§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔλαβον σειρὰν ἐπιστολῶν δημοδιδασκάλων, παραπονουμένων ἐπὶ τῇ στερήσει τοῦ μισθοῦ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου. Διότι συνδέομαι πρὸς πολλοὺς τῶν χρηστῶν τούτων πολιτῶν, ὡς ἐκ τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας μου ἄλλοτε ὡς Διευθυντοῦ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παραπονοῦνται εὐλόγως οἱ διδάσκαλοι, ὅτι στεροῦνται πολλαχοῦ καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἀφοῦ παρῆλθον ἤδη τέσσαρες μῆνες καὶ οὐδὲν ἔνταλμα ἐξεδόθη, ὅπως λάβωσι τοὺς μισθούς των, τοὺς τόσον γλίσχρους. Ἐγὼ ἤκουσα πολὺ εὐφροσύνως, ὁμολογῶ, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσάγοντος τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ, εἶναι καὶ τὸ δι’ οὗ προνοεῖ τέλος τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ τάχιστα στέγασμα εἰς τὴν φερέοικον δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις πανταχοῦ πλέον κρίνεται ὡς ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ. Προθύμως δὲ θέλω ἐπιληφθῆ καὶ ἐγὼ τῆς μελέτης τῆς ἐθνοσωτηρίου ταύτης προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις φροντίσῃ περὶ στεγάσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπεῖγον εἶναι νὰ προνοήσῃ, σπεύδουσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν καθυστερουμένων ἐνταλμάτων, ὅπως σώσῃ τοὺς διδασκάλους ἀπὸ τῆς πείνης. Πολάκις ἐῤῥήθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἄκαιρος σπουδὴ πρὸς ψήφισιν πληθύος νόμων ὀργανικῶν, ἐφαπτομένων μεγάλων κοινωνικῶν συμφερόντων, δὲν ὠφέλησε τὴν ἡμετέραν πατρίδα, οὐδὲ συνετέλεσεν εἰς ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγοντες καὶ ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα μεσονυκτίοις ὥραις σπασμωδικῶς καὶ ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης τοὺς νόμους, πράττουσί τι, ὅπερ οὐδαμοῦ κρίνεται ὡς γνώρισμα σοβαρᾶς σκέψεως. Ὡς ἐκ τούτου εὑρισκόμεθα ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς διόρθωσιν τῶν ἀτόπων, ὅσα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐξελέγχονται ἔχοντες οἱ πλημμελῶς ψηφιζόμενοι νόμοι. Εἷς ἐκ τῶν νόμων τούτων, τῶν ῥαγδαίως ψηφισθέντων, εἶναι καὶ ὁ περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὤθησε τότε τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, εἶχεν ὑποδειχθῆ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο μᾶλλον ἡ τακτοποίησις λογαριασμοῦ τῶν δήμων, ὠφειλόντων τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρακωλυθῇ ἡ περαιτέρω καθυστέρησις, ἡ ὁποία διετάρασσε τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ φέρωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐσπευσμένως καὶ οὐχὶ πρὸς σκοπὸν, καθαρῶς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀφορῶντα. Τοιαῦτα νομοσχέδια εἶχον εἰσαχθῆ καὶ πρὸ ἐτῶν δὶς ἢ τρὶς, ἀλλ’ ἐξ εὐλαβείας, μὴ προκύψῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ, ἀπεσύρθησαν. Τὸ ζήτημα εἶναι δύσκολον καὶ χαλεπώτατον, ὅσον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ εἰς τὴν μισθοδότησιν τῆς πληθύος τῶν ἀναγκαιούντων δημοδιδασκάλων. Εἰς τοιαύτην ἀπορίαν περιῆλθον καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη, ὅσα προήχθησαν εἰς βαθμὸν τελειότητος κατὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ὅμως παρ’ ἡμῖν ἐν ποίᾳ σπουδῇ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ ἐξασφάλισις τῶν πόρων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως! Ἕνεκεν ὅμως ἀρνήσεως τοῦ προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ ταμείου ἐπιτροπῆς καὶ ἐλλείψεως προνοίας περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ, ταλαιπωροῦνται περὶ τοὺς 2,000 ἀτυχεῖς ὑπάλληλοι, οἵτινες εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς κοινωνίας καὶ εἰς οὓς εἶναι ἐπιτετραμμένα τιμαλφῆ τῆς κοινωνίας συμφέροντα, καὶ δὲν ἔχουσιν ἕτερον πόρον, καθόσον κατηργήθησαν καὶ τὰ δίδακτρα, καὶ ἀπέμεινεν εἰς αὐτοὺς ὡς μόνος πόρος ἡ πενιχρὰ μισθοδοσία, ἥτις εἶναι γλισχροτάτη καὶ ἀνεπαρκὴς εἰς συντήρησιν αὐτῶν λιτὴν, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα καθυστερεῖται ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, καὶ οὕτω κρατοῦνται παρ’ ἑκάστου διδασκάλου 400 δραχμαὶ, ὥστε ἀναγκάζονται νὰ ἐξαργυρόνωσι τὸ ἔνταλμά των παρὰ τοκογλύφων. Καὶ πῶς, Κύριοι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρατήσωμεν ἐν τῷ ἔργῳ τοὺς ὑπάρχοντας καὶ νὰ προκαλέσωμεν διδασκάλους, ἐν τοιαύτῃ δυστυχίᾳ διατελοῦντας, καὶ ἄλλους, ὧν χρήζομεν; Καὶ ἔχομεν δυστυχῶς λειψανδρίαν· διότι ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκληθεὶς, εἰσήγαγε πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐξ οὗ προέκυψεν, ὅτι περὶ τὰ 800 σχολεῖα ἔμενον ἀργὰ, ἕνεκεν ἐλλείψεως διδασκάλων, καὶ 500 ἐλειτούργουν διὰ γραμματοδιδασκάλων, δηλ. δι’ ἀνθρώπων ἀγνώστου προελεύσεως, μὴ παρεχόντων οὐδεμίαν ἐγγύησιν οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν οὔτε εἰς τὴν πολιτείαν, ὅτι ἔχουσι τὴν εἰδικὴν μόρφωσιν, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαχειρισθῶσι τοιαῦτα τιμαλφῆ συμφέροντα. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτην κατάστασιν, δεικνύομεν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας τοιαύτην ἀστοργίαν! Δὲν θέλω νὰ ῥίψω τὴν εὐθύνην τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ τόσους μῆνας τῆς μισθοδοσίας εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἀλλὰ λέγω μόνον, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὀλίγοι ὑπάρχοντες διδάσκαλοι, ἂν οὕτω πάσχωσι, θὰ τραπῶσιν εἰς ἕτερα ἔργα, καὶ θὰ μείνωσι καὶ ἄλλα πλείονα σχολεῖα κενά. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ δι’ αὐτῆς μόρφωσις τοῦ λαοῦ εἶναι πρᾶγμα δυσκολοκατόρθωτον, χρῆζον λειτουργῶν πολλῶν καὶ καλῶς παρεσκευασμένων. Πρέπει δὲ νὰ μεριμνῶμεν διὰ τοῦτο λαμβάνοντες πᾶσαν πρόνοιαν πρὸς ἐφέλκυσιν ἐργατῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἥκιστα δὲ συντελεῖ εἰς τοῦτο, νὰ στερῶμεν αὐτοὺς τοῦ μισθοῦ ἐπὶ τόσους μῆνας καὶ νὰ ταλαιπωρῶμεν αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Ὑποβάλλων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἤδη, ὅτε ψηφίζονται οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, νὰ ἐνθυμηθῇ ἄρθρον τι τοῦ ΘΧʹ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος τὴν 18 Ἰανουαρίου 1878, καθ’ ὃ ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἕκαστος τῶν δήμων ἀποστέλλῃ ἐκ τῶν πόρων του εἰς τὰ Διδασκαλεῖα ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑποτρόφων, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους του, οἵτινες, μορφούμενοι πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς, νὰ διορίζωνται εἰς τὰ σχολεῖα τῶν δήμων. Τοῦτο ἐγένετο, διότι ὁ νομοθέτης ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι τοσοῦτοι νέοι νὰ δαπανήσωσι ἐξ ἰδίων καὶ νὰ ὑποστῶσι τοὺς κόπους τῆς μαθητείας, ἵνα κατόπιν κλεισθῶσιν εἰς τὰ λεγόμενα σχολεῖα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται, καὶ νὰ λαμβάνωσι δύο ἢ τρεῖς δραχμὰς τὴν ἡμέραν, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσωσιν ἐξ ἰδίων διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των. Προὐνόησε πρὸς τούτοις τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅπως οἱ ἀπορώτατοι τῶν νέων, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωσιν ἄλλο στάδιον, λαμβάνωσιν ἐκ τοῦ δήμου τὰς δαπάνας τῆς σπουδῆς των. Ἂν τοῦτο κατορθωθῇ καὶ ζητηθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως ταύτης διὰ τῶν Νομαρχῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι τάχιστα θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν γραμματοδιδασκάλων. Ἐὰν παραγγείλῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τοὺς Νομάρχας, νὰ ἐγγράφωσι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων ποσὸν δι’ ὑποτρόφους, θὰ ἔχωμεν ὀκτακοσίους ὑποτρόφους. Καταλήγων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν δυσκολίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων, διότι οἱ διδάσκαλοι διατελοῦσιν εἰς ἐντελῆ ἀπόγνωσιν ἐκ τῆς καθυστερήσεως τοῦ μισθοῦ των, ἐνθυμούμενος, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσι πεινῶντες.

§9ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνεκεντρώθησαν εἰς ἓν εἰδικὸν ταμεῖον, οὗ ἡ διοίκησις καὶ ἡ διαχείρισις ἀνετέθη εἰς Ἐπιτροπήν, συγχρόνως δὲ ὑπήγαγε τὴν διαχείρισιν τῶν πόρων τούτων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἡ μεταβολὴ αὕτη, καὶ ἰδίως αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι ἐφεξῆς πρὸς τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν δικαιούχων, ὅταν οὗτοι δὲν ἦναι ἐξοικειωμένοι πρὸς τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε, ἔφερε δυσχερείας τινὰς εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, αἱ δυσχέρειαι ὅμως αὗται ἤρθησαν πᾶσαι, καὶ ἐφεξῆς, τακτοποιηθείσης τῆς ὑπηρεσίας, αἱ πληρωμαὶ τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦναι τακτικαί.

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ φυλάκων τηλεγραφικῶν γραμμῶν. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΦΛΘʹ διετέθησαν ὡς φύλακες τηλεγραφικῶν γραμμῶν 20 ἱππεῖς καὶ 130 πεζοὶ χωροφύλακες, ἐγκατασταθέντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἐγένετο περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἐνταῦθα Στρατοδικείου, εἴτε ὅλου τοῦ κτιρίου, εἴτε κατὰ μέρη, ὡς καὶ τῶν συμπληρωμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν παρεχωρήθη διὰ δημοπρασίας ἐπὶ μειοδοσίᾳ, συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὑποβάλλω περὶ τούτου πίνακα πρὸς τύπωσιν καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς μελέτην ἐν τοῖς πρωτοτύποις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51). Ὡσαύτως, εἰς ἀπάντησιν ἑτέρας ἐπερωτήσεως, ὑποβάλλω πίνακα, ἐμφαίνοντα ἀριθμητικῶς τὰς ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κληρωτοῦ Δικαστηρίου εἰσαχθείσας δίκας κατὰ τὸν ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΦΠϚʹ νόμον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52).

§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος κ. Ἀναγνωστόπουλος ἐπηρώτησε τελευταῖον περὶ τῆς ἐκκρεμμοῦς ὑποθέσεως τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ὑαίας. Καθ’ ἣν ὥραν ὑπέβαλλε τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπήντων προχείρως εἰς αὐτὸν, συνέπιπτεν ἡ λῆψις τῆς εἰδήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον διώρισεν εἰσπράκτορα τὸν Ἀθανάσιον Γιαννέτσον. Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Δημητριάδης καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ ἕτερος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Πετρίδης ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ. Ἔρχομαι νὰ καταθέσω, ἀπαντῶν σήμερον, ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις, ἐὰν μάλιστα τὰ κυριώτερα αὐτῶν τυπωθῶσιν, οἷα αἱ ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν, θέλει δώσει πλήρη γνῶσιν τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται τὰ ἔργα, τὰ μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθέντα ἐν τῇ Στυμφαλίδι, καὶ τῆς παντελοῦς ἀποχῆς τῆς ἑταιρίας εἰς ἔναρξιν ἐργασίας ἐπὶ τοῦ Φενεοῦ. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, ἡ παραχώρησις τῶν δύο τούτων λιμνῶν εἰς ἑταιρίαν ἰδιωτῶν ἐγένετο τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1881 διὰ Διατάγματος, ἐγκρίνοντος τὴν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν. Παρεχωρήθη δὲ προθεσμία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ μὲν τὴν Στυμφαλίαν τεσσάρων ἐτῶν, διὰ δὲ τὴν λίμνην Φενεοῦ ὀκτώ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ μὲν προθεσμία τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Στυμφαλίας ἔληξε πρὸ πολλοῦ, ἡ δὲ πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ Φενεοῦ λήγει τὴν 14 Ἰανουαρίου τοῦ προσεχῶς ἀρχομένου ἔτους. Καὶ περὶ μὲν τοῦ Φενεοῦ ἐλέχθη ἤδη, ὅτι οὐδεμία ἐργασία μέχρι τῆς σήμερον ἐγένετο, δὲν εἶναι ἄρα δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολειπόμενον ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα θέλει ἀποξηρανθῆ. Κατὰ τὸν νόμον ΣΚΘʹ τοῦ 1867, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ σύμβασις, παρατηρῶ, ὅτι ἀνώτατον ὅριον προθεσμίας πρὸς ἀποξήρανσιν λίμνης, ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου ἐπιτακτικῶς κηρύσσεται ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν ἔκπτωτος, εἶναι ἡ ὀκταετία. Καθ’ ἃς δὲ ἔχομεν ἐκθέσεις, καὶ ἂν ὑπῆρχε πρόθεσις νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὸ ἔργον, παράτασις πέραν τῆς ὀκταετίας, ἐντὸς τῆς ὑπολειπομένης διετίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ τῆς Φενεάτιδος ἡ ἀποξήρανσις· νέα δὲ προθεσμία ὑπὲρ τὴν διετίαν, καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρχε, λέγω, διάθεσις παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ πρὸς δόσιν νέας προθεσμίας, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ παραχωρηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, διότι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νέος νόμος. Εἶναι ἄρα περιττὸς πᾶς περὶ τῆς λίμνης ταύτης περαιτέρω λόγος. Περὶ δὲ τῆς λίμνης Στυμφαλίας παρατηρῶ, ὅτι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς παρεχωρήθη ἡ ἀποξήρανσις αὐτῆς, ἦσαν οἱ ἑξῆς· αʹ) προθεσμία τεσσάρων ἐτῶν, βʹ) κατασκευὴ ὁδοῦ ἁμαξιτῆς μεταξὺ Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας διὰ Σικυῶνος εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ γʹ) ἵδρυσις ἀγροκηπίου. Ἀπέναντι δὲ τῶν βαρῶν τούτων παρεχωρήθησαν τῇ ἑταιρίᾳ τὰ ἑπόμενα ἀνταλλάγματα: αʹ) κυριότης τοῦ ἡμίσεος τῶν γαιῶν τῶν ἀποξηρανθησομένων ἐν τῇ περιμέτρῳ τῶν συνήθων πλημμυρῶν· βʹ) ἐπικαρπία τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος ἐπὶ 99 ἔτη· γʹ) ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ 5 ἔτη καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τελωνειακῶν δασμῶν ἐπὶ παντὸς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν εἰσαχθησομένου ὑλικοῦ ἐπὶ 8 ἔτη, προσέτι δὲ δικαίωμα χρησιμοποιήσεως τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης διὰ βιομηχανικοὺς σκοπούς, καὶ δικαίωμα διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων διὰ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου’ καὶ ἐπὶ τέλους δικαίωμα πρὸς ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως παρὰ τῶν κυρίων τῶν μεταξὺ τῶν δύο περιμέτρων ἰδιοκτήτων ἀγρῶν τοῦ τρίτου τῆς ἀξίας, ἥτις ἤθελε προστεθῆ ἕνεκα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης. Ἡ ὅλη παραχώρησις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως εἰδικῆς ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ σχέδιον διαγεγραμμένον ὑπ’ αὐτῆς. Ἐδαπανήθη δὲ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν ἀμέσως μετὰ τὴν παραχώρησιν μετεβιβάσθη ἡ ἐπιχείρησις, ἐκ δανείου, ὅπερ ἔλαβεν ἡ δευτέρα αὕτη ἑταιρία παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, 1,245,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐμόρφωσα, μελετήσας τὰ ἔγγραφα, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής, καὶ ἡ λίμνη δὲν ἀπεξηράνθη, καίτοι παρῆλθον ἀντὶ τεσσάρων ὀκτὼ ἔτη, οὐδὲ εἶναι πιθανὸν ἄνευ μεγάλης ἐπὶ πλέον δαπάνης νὰ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη καὶ ἄνευ παραχωρήσεως νέας ἔτι προθεσμίας. Ἐνταῦθα ἔχω τὰς ἐκθέσεις πάσας, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ μελετήσῃ αὐτάς· μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ θέλω ἀκούσει τῶν ἐξενεχθησομένων γνωμῶν, οὐχὶ διότι ἐξαρτᾶται ἐξ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἡ κήρυξις τῆς ἑταιρίας ἐκπτώτου, οὐδὲ διότι ὑπάρχει δισταγμὸς ν’ ἀναδεχθῶ τὴν εὐθύνην τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προτάσεως περὶ ἐκπτώσεως, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ ὑποθέσεως τοσαύτης σημασίας συμφέρει νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἐνδιατριψάντων μέχρι τοῦδε εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ περὶ αὐτῆς ἐπίσημα ἔγγραφα· αἱ γνῶμαι αὗται ὅπως δήποτε θέλουσιν εἶναι χρήσιμοι πρὸς ὁδηγίαν ἡμῶν κατὰ τὴν τυχὸν γενησομένην νέαν παραχώρησιν. Διὰ τοῦτο δὲ ἰδίως παρακαλῶ τοὺς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐνδιαφερομένους εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ ἔγγραφα, νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐνταῦθα, πρὶν ἢ ὑποβάλω εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν περὶ ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας πρότασιν.

§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἄλλης ἑταιρίας, παρεχούσης πλειοτέρας ἐγγυήσεις.

§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τοῦδε εἰς γνῶσίν μου δὲν περιῆλθε τοιαύτη πρότασις, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, προφανῶς μὲν ἀποτυχὸν ἔργον, ἀπόλυτον δ’ ἀνάγκην μακρᾶς ἔτι προθεσμίας, πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς ἑτέρας τῶν λιμνῶν, ὅπερ δὲ σπουδαιότατον, ἔχομεν ὅριον ἀνυπέρβατον τὴν δεκαετίαν, πέραν τῆς ὁποίας, καὶ ἂν θέλῃ τις, δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, ἕνεκα τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ παραχωρήσεως λιμνῶν. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, εἰσηγούμενος τῆς ὑποθέσεως καὶ καταθέτων τὰ περὶ αὐτῆς ἔγγραφα. Αἱ ἐκθέσεις εἶναι πολλαί· πρώτη, ἡ κυριωτάτη, ἡ συνταχθεῖσα ἐνταῦθα ὑπὸ ἐπιτροπῆς δύο μηχανικῶν Ἑλλήνων καὶ ἑνὸς μέλους τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ζῶντος ἔτι τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, ὑπὸ τῶν κκ. Κελενὲκ, Σάουρωτ καὶ Ζηνοπούλου. Ταύτην ὑποβάλλω ἐν μεταφράσει, διὰ τὸ εὐκολώτερον τῆς μελέτης, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη τοῦ γαλλικοῦ πρωτοτύπου, θέλω προθύμως ὑποβάλει καὶ τοῦτο. Εἶναι δὲ ἡ ἔκθεσις ἀξία νὰ τυπωθῇ. Ὡσαύτως ἀξίαν τυπώσεως νομίζω τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Σούτσου, οὐ μόνον δὲ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἥτις εἶναι καὶ σύντομος, ἀλλὰ καὶ τὸ μακρὸν αὐτοῦ ὑπόμνημα, διότι εὑρίσκω τὴν γνώμην τοῦ κ. Σούτσου, καίπερ ἐργασθέντος διὰ τὴν ἑταιρίαν, συμπίπτουσαν πρὸς τὴν γνώμην τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς γνωμοδότησιν διορισθέντων τριῶν μηχανικῶν. Κατὰ τὸν κ. Σοῦτσον, ὅπως ἐπιτελεσθῇ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας, ἀνάγκη καὶ νέας προθεσμίας καὶ προσέτι νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἤδη δαπανηθεισῶν 1,245,000. Ὡσαύτως ἀξία τυπώσεως καὶ μελέτης μοὶ φαίνεται ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπηρετήσαντος παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ μηχανικοῦ κ. Σούλη, οὗτινος καὶ τούτου αἱ γνῶμαι συμπίπτουσι πρὸς τὰς τῆς τριμελοῦς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις, ἐκφέρουσα ἐναντίαν γνώμην, ἡ τοῦ λοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ κ. Δροσινοῦ, ὅστις κατ’ ἐντολὴν τῆς ἑταιρίας ἐξήτασε τὰ ἔργα, ἀποφαίνεται δὲ, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Στυμφαλίας καὶ ἐν ἐλαχίστῳ σχετικῶς χρονικῷ διαστήματι δύναται νὰ ἐκπεραιωθῇ καὶ διὰ δαπάνης 200,000 μόνον δραχμῶν, εὑρίσκει δὲ καὶ τὰ τετελεσμένα ἔργα καλῶς ἔχοντα, ἐνῷ τῶν ἄλλων μηχανικῶν αἱ ἐκθέσεις καταδικάζουσιν αὐτά.

§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τίνων προσώπων ἀπετελεῖτο ἡ ἑταιρία αὕτη;

§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον ἐργαζομένη, εἶναι ἀνώνυμος, ἡ δὲ πρώτη ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν κυρίων Σ. Νοταρᾶ, Ι. Δηλιγιάννη, Ι. Σέχου, Κ. Παπαῤῥηγοπούλου καὶ Π. Μωραϊτίνη, ἀλλ’ αὕτη, ὡς προεῖπον, ἀμέσως ἐξεχώρησε τὰ δικαιώματα αὐτῆς εἰς τὴν ἀνώνυμον.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι τὸ ταχύτερον, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Στυμφαλίας συνδέεται μὲ ζήτημα μεγαλειτέρας σπουδαιότητος, τὸ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων αὐτῆς ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκ τῆς τυπώσεως τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τούτων εἰς Ἀθήνας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53–64).

§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δοθείσης ἀφορμῆς παρὰ τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐπέμβω ποσῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν κατόπιν τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων θὰ διαπραγματευθῶ, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ κεκτημένα ἐπὶ τῶν ὑδάτων δικαιώματα τῶν κατοίκων, καθόσον βλέπω ἀπό τινος χρόνου ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἐστάλησαν μηχανικοὶ εἰς Στυμφαλίαν, ἵνα μετρήσωσι τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα, μεταφερόμενα εἰς Ἀθήνας, θὰ ἀρδεύσωσιν ὅλον τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὅτι αἱ Ἀθῆναι οὕτω θὰ μεταβληθῶσιν εἰς παράδεισον. Ὑπενθυμίζω λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Στυμφαλία ἔχει δουλείαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων τούτων, οἱ κάτοικοι αὐτῆς ἀρδεύουσιν ἐξ αὐτῶν τὰ κτήματά των, δὲν ἐννοοῦμεν δὲ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ στερηθῶμεν τοῦ ὕδατος τούτου. Ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἂν περισσεύῃ κατὰ τὸ θέρος ὕδωρ, ἵνα τὸ μεταφέρῃ, καὶ ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ ὕδατος ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς δαπάνας, καὶ ἐπαρκῇ εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διοχετευθῇ· διότι, ἐὰν ἐκ τῆς ποσότητος τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἀπομένουσι κατὰ τὸ θέρος, εὑρεθῇ, ὅτι μετὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἐχόντων δικαίωμα δουλείας κτημάτων τῶν κατοίκων Στυμφαλίας δὲν εἶναι ποσὸν ἐπαρκές, μοὶ φαίνεται, ὅτι ματαίως ἀσχολεῖται ἡ Κυβέρνησις περὶ μεταφορᾶς ὑδάτων ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα πολλῆς μελέτης ἄξιον, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἁπάσης τῆς κοινωνίας ἡ προσοχὴ ἠλεκτρίσθη ἐκ τοῦ ὅτι θὰ μετοχετευθῶσι χίλιαι ὀκάδες ὕδατος εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐντεῦθεν θὰ μεταβληθῶσιν αὗται εἰς παράδεισον. Ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ γίνωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξασφαλίσῃ πρότερον ἡ Στυμφαλία τὸ ἀπαιτούμενον ὕδωρ διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν ἐν τῇ πεδιάδι ἀγρῶν καὶ κτημάτων τῶν κατοίκων Στυμφαλίας.

§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ ὕδατα ταῦτα σχηματίζονται ἀπὸ τὰς ἐκβολὰς τριῶν ποταμῶν, τοῦ Ντούσου, τῆς Καστανιᾶς καὶ ἀπὸ ἕνα ποταμὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει διαυγέστατα ὕδατα καὶ ὁ ὁποῖος ἄρχεται ἀπὸ τῶν Κυσνέων. Τὰ ὕδατα αὐτοῦ ἐμετρήθησαν ἐν ὥρᾳ θέρους καὶ εὑρέθησαν χίλιαι ἑκατὸν ὀκάδες, δὲν χρησιμεύουσι δὲ εἰμὴ κατὰ τὸ δέκατον πρὸς ἄρδευσιν τῶν παραποταμίων ἀγρῶν, διότι εἶναι μακρὰν τοῦ πεδίου τῆς Στυμφαλίας. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὕδωρ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, ἀλλὰ χρειάζονται 30 ἑκατομμύρια, διότι ἀπέχει τοὐλάχιστον 250 χιλιόμετρα ἐντεῦθεν.

§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνω, Κύριοι, ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἀξιότιμος συμπολίτης εἶχεν ὁμολογίαν δανείου τινὸς, ὑποθέτω τῶν 4 ἑκατομμυρίων, καὶ τακτικῶς μεταβαίνων κατὰ τὰς προθεσμίας ἐλάμβανε τὸν τόκον τῆς ὁμολογίας αὐτῆς. Πρό τινος ὅμως χρόνου μεταβὰς νὰ πληρωθῇ, ἔμαθε μετ’ ἀπορίας του, ὅτι ἡ ὁμολογία αὕτη εἶχε κληρωθῆ· ἐζήτησε τοὐλάχιστον τὸ ἀντίτιμον τῆς ὁμολογίας του, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἀπήντησεν αὐτῷ, ὅτι ἡ κλήρωσις αὕτη ἔλαβε χώραν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἀπώλεσε, λόγῳ παραγραφῆς, τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς ὁμολογίας του. Ὁ πολίτης, Κύριοι, βεβαίως ὑπέπεσεν εἰς κάποιαν ἀμέλειαν, μὴ φροντίσας νὰ πληρωθῇ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ὑπέπεσεν εἰς μείζονα ἀμέλειαν, ἐξακολουθοῦν νὰ πληρόνῃ τόκον κληρωθείσης ὁμολογίας, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὸν κάτοχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι πράγματι δὲν εἶχε κληρωθῇ ἡ ὁμολογία του. Εἰς τοιαύτην στάσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ὁ πολίτης, ὑποθέτω, ὅτι δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπως ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του· δὲν γνωρίζω δὲ ποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ ἀπόφασις τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ κατάστασις αὕτη ἐπῆλθε καὶ ἐξ ἀμελείας τοῦ πολίτου καὶ ἐκ παραλείψεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, δίκαιον εἶναι νὰ πληρωθῇ ὁ πολίτης. Βεβαίως τυπικῶς δύναται ὁ νόμος νὰ προστατεύσῃ τὸ Δημόσιον, λόγῳ τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ κερδοσκοπῇ ἐκ τῶν περιστάσεων αὐτῶν.

§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ ἀπαντήσω αὔριον.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος κατέθεσε πρότασιν νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν ἢ πληρωμὴν τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 ὀφειλομένων ἐσόδων.

§22ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 65).

§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4,726 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1888 ἔτους ἀναφορὰν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ. Ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἔκθεσίς τις τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ἀρχηγοῦ κ. Βαλτινοῦ, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς δημοσίας ἐν γένει ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ — καὶ ἰδίως διὰ τοῦτον τὸν λόγον ζητῶ τὴν κατάθεσιν αὐτῆς, μὴ οὔσης νομίζω ἀποῤῥήτου, — ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ἀρτίως προβιβασθέντος μοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς κ. Δ. Σκαρλάτου. «Ὁ μοίραρχος οὗτος ἀπεδείχθη ἀνίκανος, διὰ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του», παρακαλεῖται δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταθέσῃ αὐτόν. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἀρχηγείου περὶ τοῦ ῥηθέντος ἀξιωματικοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συμφώνως τῇ ὑποδείξει τοῦ ἀρχηγοῦ, μετέθεσε τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, καὶ τηλεγραφικῶς μάλιστα, εἰς Τρίκκαλα. Τοιουτοτρόπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ ἐμμέσως, ἀλλ’ ἀμέσως καὶ καθαρῶς ἀπαντῶν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου, καὶ ἐνεργῶν τὴν ὑποδειχθεῖσαν μετάθεσιν, παρεδέχθη τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ ἀνικανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχομεν τὴν τοιαύτην ἄμεσον καὶ σαφῆ ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εὑρίσκομεν Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 19 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ἐκδοθὲν ἐν Κοπενάγῃ μάλιστα, δι’ οὗ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος προβιβάζεται εἰς ταγματάρχην. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν μνημονευθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν τοῦτον, ἵνα ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι κατ’ ἐκλογὴν ὁ προβιβασμὸς, ἢ κατ’ ἀρχαιότητα;

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἀρχαιότητα.

§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4,985 καὶ ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορὰν τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου στρατοῦ· τοῦτο δὲ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὁ Νομάρχης Φθιώτιδος διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 53,218 καὶ 53,564 ἐγγράφων ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἵνα κατορθωθῇ ἡ σύλληψις φυγοδίκων τινῶν, ἐκτελεσθῶσιν δέ τινα ἐντάλματα. Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦτο δὲ πάλιν πρὸς τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον διὰ τοῦ μνημονευθέντος ὑπ’ ἀριθ. 4,985 ἐ. ἔ. ἐγγράφου ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Εὔχομαι, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον δυνηθῇ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Μοιραρχίαν Φθιώτιδος, συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Νομάρχου, τὸ Ἀρχηγεῖον ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι οὐδὲ ἕνα ἄνδρα ἔχει νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ». Ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ περὶ τῆς δυνάμεως καὶ ἀρτιότητος τοῦ στρατοῦ, ἂν τῷ ὄντι εὑρισκώμεθα ἀπέναντι τῆς ἀληθείας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5,710 καὶ ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου ἀναφορὰν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Τὸ Φρουραρχεῖον ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Μηχανικοῦ ἐνταῦθα, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀγγαρείαν, τὸ δὲ Φρουραρχεῖον ἀναφέρει εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον ταῦτα: Ἀδυνατεῖ νὰ διαλέξῃ τοιαύτην, διότι στερεῖται ἀνδρῶν, καθόσον οἱ γυμνασμένοι ἄνδρες τοῦ συντάγματος δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὰς φρουρὰς, καὶ ὄχι μόνον δὲν μένουσιν ἐλεύθεροι οἱ ἐξερχόμενοι τῆς φρουρᾶς, ἀλλ’ ἀναγκάζεται τὸ σύνταγμα (τὸ 5ον) νὰ διορίζῃ καὶ τοὺς μαγείρους τῶν ταγμάτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἅμα τελειόνουν τὴν μαγειρικήν». Διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου θέλουσιν ἀποδειχθῇ ἐπίσης, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγοντος, ὅτι εὐχαρίστως θέλει ἀκούσει τὰ γνώμας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν γεγονός τι, λαμβάνον χώραν κατὰ τὴν λίμνην τῆς Κωπαΐδος. Ὡς γνωστὸν, διὰ διαφόρων συμβάσεων ἀπὸ τοῦ 1865 ἔτους καὶ διὰ διαφόρων νόμων ἐκανονίσθησαν λεπτομερῶς τὰ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Ὑπῆρξαν ἄρα συμβάσεις, αἵτινες κατόπιν δι’ ἄλλων μεταγενεστέρων κατηργήθησαν. Ὑπῆρξαν δὲ καὶ ἱκανοὶ νόμοι, ἀπὸ τοῦ 1867 ἔτους μέχρι τοῦδε, κανονίζοντες τὰ τῆς ἀποξηράνσεως εἰδικῶς τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Ἐν πάσαις ταύταις ταῖς συμβάσεσιν, ὡς καὶ ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς νόμοις, κανονίζονται λεπτομερέστατα τὰ περὶ τὰ συνήθων καὶ ἐκτάκτων πλημμυρῶν. Καὶ ἡ σύμβασις, ἡ μετὰ τοῦ Μομφεῤῥιέρου συναφθεῖσα τῇ 22 Ἰουλίου 1865 ἔτους, καὶ ὁ νόμος ΡΟΓʹ τῆς 24 Ἰανουαρίου 1867 ἔτους, καὶ ἡ μετὰ τοῦ κ. Βούρου σύμβασις τῆς 30 Μαΐου 1880 ἔτους, καὶ ἄλλαι διατάξεις, ψηφισθεῖσαι παρ’ ὑμῶν, ἐκανόνισαν τὰ τῶν συνήθων καὶ τὰ τῶν ἐκτάκτων πλημμυρῶν, ζήτημα τουτέστι θίγον σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῶν ἐκεῖ περιοίκων. Ἐν τούτοις ἐπ’ ἐσχάτων ἡ Ἑταιρία, εἰς ἣν ἔχει παραχωρηθῆ ἡ ἀποξήρανσις, συμπράκτορα ἔχουσα τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, χωροφύλακας τουτέστι καὶ πεζοὺς, προβαίνει εἰς τοιαύτας πράξεις κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, αἵτινες, οὐχὶ ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ βεβαιότατον εἶναι, ὅτι θέλουσιν ἐπιφέρει δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Τούτων πάντων διατελεῖ ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ὃν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Δημητρίου τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ ἀπηύθυνον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ὑπάλληλοι Ἑταιρίας Κωπαΐδος μετὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως μετέφερον χθὲς 300 ἀγελάδας καὶ 500 πρόβατα, πρώτην ἤδη φορὰν, ἵνα βοσκήσωσιν ἐπὶ γαιῶν δεδηλωμένων καὶ κατεχομένων ὑφ’ ἡμῶν, ἀσκούντων δικαίωμα βοσκῆς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐπ’ αὐτῶν, οὐδέποτε κατακλυζομένων ὑπὸ συνήθων πλημμυρῶν. Καὶ ταῦτα πάντα, ἐνῷ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ Ἑταιρίας ἐναγούσης καὶ ἡμῶν περὶ δικαιώματος βοσκῆς ἐνώπιον Ἐφετείου Ἀθηνῶν κλπ.» Παρατηρεῖτε, λοιπὸν, ὅτι κατὰ τηλεγράφημα ὑπογραφὲν —σημειώσατε καλῶς—ὑπὸ 90 κατοίκων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, δηλ. παρ’ ὅλου σχεδὸν ἐκείνου τοῦ χωρίου, ἡ Ἑταιρία δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰ μεγάλα δικαιώματα καὶ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα, ἅτινα διὰ νόμων καὶ συμβάσεων παρεχωρήθησαν αὐτῇ, ἀλλ’ ἐννοεῖ γαίας, ῥητῶς ἐξαιρουμένας καὶ ὑπὸ τῶν νόμων καὶ ὑπὸ τῶν συμβάσεων, νὰ καταλάβῃ καὶ νὰ καρπῶται αὐτάς. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ πρωτοφανὲς θέαμα, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νὰ μετασχηματίζηται εἰς πληθὺν βουκόλων, τιθεμένων ἐπὶ κεφαλῆς προβάτων καὶ βοῶν, καὶ νὰ προστατεύῃ ἀξιώσεις Ἑταιρίας, ἧς ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ δικαιώτατα, τὰ παρ’ αὐτῆς προβαλλόμενα, εἶναι νόμιμα, βεβαίως τὰ δικαιώματα ταῦτα θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῶν Δικαστηρίων. Εἶναι, νομίζω, λίαν ἄτοπον, ἐνῷ πρόκειται περὶ δίκης ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα Δικαστηρίων, ἡ στρατιωτικὴ δύναμις νὰ χρησιμεύῃ εἰς κανονισμὸν καθαρῶς ἰδιωτικῶν δικαίων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, ἔχοντες γνῶσιν βεβαίως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, προβῶσιν εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα.

§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα καὶ ἀνέλυσα χθὲς, Κύριοι, τὰ κυριώτερα κεφάλαια δαπανῶν, ἅτινα, βαρύνοντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἐπληρώθησαν ἐντὸς αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν κατελογίσθησαν μεταξὺ τῶν ὁριστικῶν αὐτῆς ἐξόδων. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν καὶ τὰ ἄλλα κεφάλαια, τὰ οὕτω πληρωθέντα καὶ μὴ καταλογισθέντα, θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ σχηματίσωμεν ὡρισμένως τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα χθὲς, δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐνόμισα, ὅτι δι’ ἄλλης ὁδοῦ πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τὸν ἐλάχιστον ὅμως ὅρον τοῦ ἐλλείμματος τούτου. Τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς γνώμης, ἣν ἐξέφερον, περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἡ βάσις αὕτη, ἥτις μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἀποβαίνει πληρεστέρα, εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς τῶν δραχμῶν 82,763,000, ἃς εἰσέπραξεν ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ὡς τακτικῶν ἐσόδων, εἰσέπραξε προσέτι καὶ ἕτερα ποσὰ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἅτινα ἐδαπάνησε διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, δὲν ἐγνωρίζομεν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, μήτε τὸ ποσὸν τῶν μὴ ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τῶν μετατραπέντων δανείων. Μὴ γνωρίζων τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια, εὗρον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων εἶχεν εἰσπράξει ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ ἕτερον ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 11,850,000. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 μανθάνομεν καὶ τοὺς ἄλλους πόρους, ἐξ ὧν ἔλαβε τὸ Δημόσιον χρήματα, ἤτοι τὰ ἔντοκα γραμμάτια καὶ τὰς μὴ ἐξωφληθείσας ὁμολογίας τῶν δανείων τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Εὑρίσκομεν δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν, ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀνέρχεται εἰς 14,032,000. Εἰσέπραξε δὲ ταῦτα ἐκ τῶν ἑξῆς πόρων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἐκ τῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν τοῦ
Δημοσίου μετὰ τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ ἀναγκα-
στικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ δά-
νειον τῶν 10,200,000 καὶ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ,
ὅπερ ἔλαβε πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 3,600,000
τῶν κερματικῶν γραμματίων δρ. 3,202,000
Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000, ὅπερ
συνωμολογήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
ζης καὶ τοῦ ὁποίου μέρος προωρίσθη διὰ
τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου ἐπὶ ἐγγυήσει
φθαρτῶν κτημάτων, ὅπερ δὲν ἐπληρώθη,
ἀλλ’ οὗτινος τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν μένει
ἀκόμη ἄθικτον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ.
7,351,000 διὰ τὴν πληρωμὴν ἐντόκων
γραμματίων, ἅτινα δὲν ἐπληρώθησαν δρ. 7,351,641
Ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα κατὰ
τὴν 1 Νοεμβρίου τοῦ 1887 ἀνήρχοντο εἰς
8,714,000, σήμερον δὲ, κατὰ τὴν ὑποβλη-
θεῖσαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
1889, εἰς 11,821,938 δρ. 3,106,938
Ἐπερίσσευσεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ
ὁμολογιῶν μὴ πληρωθεισῶν τῶν μετατρα-
πέντων δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων,
ἅτινα εἶχον ἐκ τοῦ εἰς αὐτὰ ἀνήκοντος εἰ-
δικοῦ πόρου τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ὅπως ἐξο-
φληθῶσιν ὅλαι αἱ ἐν κυκλοφορίᾳ ὁμολογίαι,δρ. 371,754
Τὸ ὅλον δρ.14,032,333

Δὲν λαμβάνω δ’ ὑπ’ ὄψει ἄλλα δευτερεύοντα κονδύλια, ὡς π. χ. τὸ τῶν 444,000 φράγκων χρυσῶν, τῶν περισσευόντων καὶ μενόντων εἰς τρεχούμενον λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ Comptoir d’ Escompte, διότι, καίπερ ὑποθέτων, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν ὅλα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ διὰ τὸ γαλλικὸν αὐτῶν χαρτόσημον, μὴ γνωρίζων ὅμως ἀσφαλῶς τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ ὑπολογίσω τι ἐξ αὐτῶν. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι τὰ ἄνω ποσὰ ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1887 μέχρι τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου. Τὴν θεμελιώδη ταύτην βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθην, ἀμφισβητῶν τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔθιξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὡσεὶ ἥπτετο πεπυρακτωμένων ἀνθράκων. Ἔλαβεν, εἶπε, τὸ Δημόσιον τὰ ποσὰ ταῦτα, ἴσως καὶ περισσότερα, δὲν ἔλαβεν ὅμως αὐτὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἀλλὰ διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ ἐπλήρωσεν ἄλλας ὑποχρεώσεις, ἴσως δὲ καὶ δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Ἐνόμισεν, ὅτι τὰ ποσὰ, ἅπερ ἀνωτέρω ὑπελόγισα, εἶναι τὸ ὅλον τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ληφθέντων χρημάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887. Ἀλλ’ ὡς παρετήρησα πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπελόγισα εἰμὴ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου 1887 μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887 ἡ χρῆσις τοῦ 1886 ἦτο κεκλεισμένη, καὶ οὐδεμία ἠδύνατο νὰ γίνῃ δαπάνη ἐκ τῶν ληφθέντων τούτων χρημάτων εἰς βάρος τῆς χρήσεως ἐκείνης. Ἐλήφθησαν καὶ ἄλλα χρήματα πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπερίσσευσαν καὶ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων, τῶν ἐξ ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέντων πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας, ὅπως ἀσφαλῆ ἐκφέρω περὶ τούτου γνώμην.

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγει ὁ Προϋπολογισμός. Ἐπερίσσευσαν 76,000,000· ἑπομένως, καθ’ ὑμᾶς, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι, ὅπως λέγετε, 14,000,000, εἶναι 76, καὶ 14, τὸ ὅλον 90,000,000.

§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένητε εἰς τοῦτο, ἔστω καὶ ἀστειευόμενος.

§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ταῦτα τυπωμένα.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συγχέεται πάλιν, κύριε Πρωθυπουργέ, τὰ μὴ ἐπιδεκτικὰ συγχύσεως. Τὰ 74,000,000, ἅτινά εἰσι τυπωμένα, ἀνήκουσιν εἰς εἰδικοὺς πόρους καὶ ἰδίως εἰς τὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, εἰσὶ δὲ προωρισμένα εἰς εἰδικὰς δαπάνας, κανονισθείσας δι’ εἰδικῶν Προϋπολογισμῶν, ὅπως διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα χθές. Ἐπειδὴ δὲ ἐθίξατε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἄτακτον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτυπώσατε ἐν τῷ ἀνὰ χεῖρας ὑμῶν Προϋπολογισμῷ, καταχωρήσαντες τὰ 74,000,000, τὰ ἀνήκοντα εἰς εἰδικοὺς Προϋπολογισμούς, χωρὶς νὰ καταχωρήσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων. Δὲν τὰ κατεχωρήσατε δέ, διότι ἡ καταχώρησις αὐτῶν ἤθελεν ἀφήσει ἄνευ καλύμματος καὶ τὰ πληρωθέντα εἰς ἐπιχορηγήσεις τῶν σιδηροδρόμων, καὶ τὰ 3,316,000, τὰ ἀφαιρεθέντα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν μετατραπέντων δανείων, καὶ ἄλλα κονδύλια· τοιουτοτρόπως δὲ ἤθελεν ἀναπηδήσει καὶ ἀποκαλυφθῇ, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλ’ οὐσιῶδες μέρος τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τί ἐπερίσσευσεν ἐκ τῶν χρημάτων, τῶν ληφθέντων παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἐξ ἐκτάκτων πόρων, μὴ ἀνηκόντων εἰς εἰδικοὺς Προϋπολογισμούς. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν 14 ἑκατομμυρίων ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1887 μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο δύο χρήσεις συμβαδίζουσιν, ἡ τοῦ 1887 καὶ ἡ τοῦ 1888· ἀλλὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 ἐν ταῖς δημοσιευθείσαις καταστάσεσι τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τὴν παρουσιάζετε ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὅσα εἰσεπράξατε ἐκ τακτικῶν πόρων, τοσαῦτα περίπου ἐδαπανήσατε εἰς τακτικὰς δαπάνας· εἰς δὲ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν δύο ἀναγράφετε δαπάνας, τὴν καταβολὴν μιᾶς δόσεως ἐκ δραχ. 1,447,000 διὰ τὰ θωρηκτά, ἥτις ἐπληρώθη ἐκ τοῦ εἰδικοῦ πόρου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ τὴν ἐξόφλησιν δραχ. 3,600,000 κερματικῶν γραμματίων, ἅτινα ἀφήρεσα ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔλαβε τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν Τραπεζῶν, περιορίσας τὸ ἐξ αὐτῶν ληφθὲν ποσὸν εἰς δραχ. 3,202,000. Τὸ ποσὸν ἑπομένως τῶν 14 ἑκατομμυρίων τὸ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐδαπάνησε διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸ ἔλλειμμα τῆς ὁποίας, κατὰ φυσικὸν λόγον, δὲν δύναται νὰ ᾖ ὀλιγώτερον αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς δαπάνας, τὰς οὐσιαστικῶς βαρυνούσας τὴν χρῆσιν ταύτην καὶ πληρωθείσας ἐξ εἰδικῶν πόρων, οἷαί εἰσιν οἱ τόκοι τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ἔξοδα τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων κτλ., τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς ἀνέρχεται βεβαίως εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον· τοῦτο δὲ δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀστεϊσμὸς, ὡς θέλει νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὡς παρέστησεν αὐτὸ καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἀλλὰ δυσάρεστος πραγματικότης. Ἐὰν ἀμφισβητῆτε τοῦτο, ἐὰν ἐπιμένητε, ὅτι ἐπληρώσατε ὅλας τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἐκ τῶν κατ’ αὐτὴν εἰσπραχθεισῶν 82,763,000 δραχ. ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, καὶ ἐπετύχατε καὶ περίσσευμα ἐκ δραχ. 267,000, εἴπετέ μας, ποῦ ἔχετε τὰ 14,000,000, ἅτινα ἐλάβετε ἐξ ἐκτάκτων πόρων; Ἂν ἔχητε αὐτὰ ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ, ἢ ἐν ἄλλῳ ταμείῳ τοῦ Κράτους, ἢ ἂν ἐπληρώσατε δι’ αὐτῶν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, μὴ βαρυνούσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, καὶ μὴ ἀνηκούσας εἰς εἰδικοὺς Προϋπολογισμοὺς, ἔχοντας τοὺς ἰδίους αὐτῶν πόρους, ἀποδείξατέ μας τοῦτο, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ διστάσω νὰ ὁμολογήσω πᾶσαν τυχὸν πλάνην μου. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὰ χρήματα ταῦτα. Τὰ ἐδαπανήσατε πληρώσαντες δαπάνας ἀνηκούσας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 καὶ τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ καλύψητε ἐντὸς θεωρητικῶν ἐκτάκτων Προϋπολογισμῶν, ἐντὸς τῶν ἐξ εἰδικῶν πόρων πληρωτέων δαπανῶν, ἐντὸς ἐλπίδων κέρδους ἐκ κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐντὸς ἄλλων λογαριασμῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν μᾶς δεικνύετε ποῦ εὑρίσκονται τὰ 14 ταῦτα ἑκατομμύρια, δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ πλανώμενοι, ἢ οἱ ζητοῦντες νὰ πλανήσωμεν ἄλλους. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὡς καὶ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῆς, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, εἰς οἵαν δήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκωσι, πρὸ πάντων δὲ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), βλέπουσι καθαρῶς, καθαρώτερον ἡμῶν, διότι δύνανται νὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ὧν στερούμεθα ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπεισμένος, ὅτι εἰσὶ καθ’ ὅλα ἀκριβῆ ὅσα προχθὲς μᾶς εἶπε περὶ οἰκονομίας δραχ. 6,000,000 ἐν τῷ παγίῳ καὶ τῷ θετικῷ ἡμῶν Προϋπολογισμῷ, προκυψάσης ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ παραδέχηται, ὅτι, ὅταν ἐπέρχηται οἰκονομία εἰς τὸν πάγιον Προϋπολογισμὸν Κράτους τινὸς, ἡ οἰκονομία αὕτη συνεπιφέρει καὶ ἀντίστοιχον ἐλάττωσιν τῆς δαπάνης τοῦ κεφαλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται. Οἱ οἰκονομικοὶ δὲ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα εἰς τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ οὗ ἐφαρμόζονται, τὸ τῶν δαπανῶν δηλ. τοῦ δημοσίου χρέους, ἀντὶ ἐλαττώσεως αὔξησιν, προερχομένην ἐκ τῶν δανείων τῶν 135,000,000, τῶν 15,000,000, τῶν 10,200,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ ἐξ ἄλλων πηγῶν. Ἡ δὲ αὔξησις αὕτη ἀναβιβάζει τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 38,403,000, εἰς ὃ ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1887, καὶ τῶν 37,489,000, εἰς ὃ ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1888, εἰς 39,257,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ τὸ 1889. Ὅταν ἔχωμεν τοιαῦτα τελικὰ ἀποτελέσματα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς οἰκονομίαν παγίαν τὴν ἐπελθοῦσαν σχετικὴν διαφορὰν δαπανῶν εἰς διάφορα κονδύλια τοῦ κεφαλαίου τούτου. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητῇ σπουδαίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1887 πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις κατεβλήθη, ἐν μέρει μὲν εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου τῆς μετατροπῆς τῶν δύο δανείων, ἐν μέρει δὲ εἰς βάρος τοῦ τρεχομένου λογαριασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος θεωρεῖ ὠφέλιμον τὴν ἀπόκρυψιν ταύτην, διότι νομίζει, ὅτι τὰς ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ὑπαρχούσας ἐλλείψεις θὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ θεραπεύσῃ, ἀποκρύπτων αὐτάς. Πιστεύει ἴσως καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν πλήρει ἀφελείᾳ ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι αἱ διαδόσεις αὗται θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καί τινων χρεωγράφων, καὶ θὰ εὐνοήσωσι τὰς κερδοσκοπικὰς πράξεις, ἐξ ὧν προσδοκᾶται ἡ κάλυψις τινῶν τῶν μὴ ἀναγραφεισῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι, κρύπτοντες τὰς ἐλλείψεις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν εὐκολώτερον νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀπ’ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι αἱ πρὸς ἀπόκρυψιν αὐτῶν καταβαλλόμεναι φροντίδες καὶ προσπάθειαι γεννῶσι νέας δυσκολίας, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νέα βάρη καὶ νέας ὑποχρεώσεις. Ἡ θεραπεία τῶν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ὑπαρχουσῶν ἐλλείψεων δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἐνεργητικότητος τοῦ ἔθνους. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ζητῶμεν ἀπὸ ἐλλείμματα, ἀνερχόμενα εἰς τὸ τρίτον τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν, νὰ πηδήσωμεν διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους εἰς ἰσοζύγια καὶ εἰς περισσεύματα. Ἄς μιμηθῶμεν τὰ ἔθνη, ἅτινα, εὑρεθέντα εἰς ἀναλόγους μὲ ἡμᾶς περιστάσεις, ἐπεδίωξαν τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δι’ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, συμφώνου μὲ τὰς δυνάμεις, τὴν θέσιν καὶ τὴν ἰδιοφυΐαν αὐτῶν, καὶ ἐπέτυχον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν. Ἂς μὴ θέλωμεν διὰ τεχνητῶν μέσων καὶ διὰ καταπονήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς νὰ φθάσωμεν δι’ ἁλμάτων ἐκεῖ, ὅπου ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, βαδίζοντες, γοργῷ μὲν τῷ βήματι, ἀλλὰ μετὰ φρονήσεως καὶ ὑπομονῆς. Ποίαν δὲ καταπόνησιν ἔφερεν εἰς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, βλέπομεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἅτινα εὐγλώττως καὶ μετὰ δεινότητος ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μ’ ὅλας δὲ τὰς διαφωνίας, αἵτινες δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, καὶ τὰς περὶ αὐτῶν ἀμφισβητήσεις, ἃς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἀνέπτυξε προχθές, τὸ τελικὸν αὐτῶν ἀποτέλεσμα κυροῖ τὴν γνώμην τῶν μελετησάντων τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου περὶ τῆς καταπονήσεως αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἔρευναν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, καὶ διότι πολλοὺς ἠκούσαμεν ἤδη ἀριθμοὺς καὶ λογαριασμοὺς, καὶ διότι ἀσφαλὴς τοιαύτη ἔρευνα ἀποβαίνει σχεδὸν ἀδύνατος εἰς ἡμᾶς, ὅταν τὰ πορίσματα, ἅτινα ἐξάγομεν ἐκ πληροφοριῶν, ἀνακοινουμένων εἰς ἡμᾶς, ἔρχονται ν’ ἀνατρέψωσιν ἄλλαι ἐπίσημοι πληροφορίαι, ἐξαίφνης ἀπὸ τοῦ βήματος ἀναπτυσσόμεναι. Ὀλίγα θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περιοριζόμενος εἰς τὰ οὐσιαστικὰ συμπεράσματα, τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, συγκρίνων τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1887 πρὸς τὰς εἰσπράξεις οὐ μόνον τοῦ 1886, ἀλλὰ καὶ ἄλλων παρελθόντων ἐτῶν, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1887 εἶναι προϊόν τῆς φυσικῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἀποδόσεων τῶν φόρων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐὰν λάβητε τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν 1883 ἢ 1884, —δὲν ἀναφέρω τὸ 1885 καὶ 1886, διότι ἦσαν ἔτη ἀνώμαλα, —καὶ προσθέσητε εἰς αὐτὰς τὰς προσθήκας, τὰς ἔκτοτε γενομένας, εἴτε διὰ νέων φόρων, εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν τότε λειτουργούντων, θέλετε εὕρει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887 δὲν φθάνουσι τὸ ἄθροισμα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1883 σὺν ταῖς προσθήκαις ταύταις. Ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν φυσικὴν αὔξησιν (plus value) τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν φυσικὴν ἐλάττωσιν αὐτῆς (moins value). Δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἐκφρασθεῖσα γνώμη, ὅτι οἱ αὐξηθέντες φόροι, ἐὰν ἦσαν ἐπαχθεῖς, ἔπρεπε νὰ φέρωσιν ἀμέσως καὶ ταχέως τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ ὅτι, ἐὰν τοιοῦτόν τι πράγματι ὑφίστατο, ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τοὺς γεωργούς, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ἐπιτηδευματίας, τοὺς κτηματίας, ἐγκαταλιμπάνοντας τὰ ἐπαγγέλματα καὶ τὰ κτήματα αὑτῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἴχομεν καταντήσει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Εἶναι δ’ ἀσύγγνωστος ἀπήνεια, ἐὰν, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τῆς καταπονήσεως τοῦ τόπου, ἀναμένωμεν νὰ ἴδωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μεταβαλλόμενον εἰς παρίας. Οἱ πληρώνοντες τοὺς ἀμέσους φόρους, οἱ γεωργοί, οἱ ἐπιτηδευματίαι, οἱ ἔμποροι, οἱ κτηματίαι δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἐπαγγέλματα καὶ τὰ κτήματα αὑτῶν, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἡ αὔξησις αὕτη εὑρίσκει αὐτοὺς ἀδιασπάστως δεσμευμένους μὲ τὰς ἐργασίας των καὶ μὲ τὰ κτήματά των, ἁρπάζει δ’ ἐκ τῶν προϊόντων αὐτῶν τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, χωρὶς νὰ δύνανται οὗτοι, μήτε ν’ ἀποφύγωσι τοῦτο, μήτε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ τὰ ἐπαγγέλματά των, διότι πράττοντες τοῦτο ἤθελον κινδυνεύσει ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Στερούμενοι ὅμως, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τοῦ οὐσιωδεστέρου μέρους τῶν εἰσοδημάτων αὑτῶν, ἀναγκάζονται νὰ ἐλαττώσωσι τὰς πρὸς ἀνωτέραν συντήρησίν των δαπάνας, καὶ περιέρχονται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ βελτιώσωσι τὸ ἐπάγγελμά των, ἢ τὸ κτῆμά των. Ἐπέρχεται δ’ οὕτω περιστολὴ εἰς τὴν ἐν γένει κατανάλωσιν καὶ εἰς τὴν φυσικὴν προσαύξησιν τῶν προσόδων τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὴν τοιαύτην περιστολὴν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τῶν τελωνείων ἐξ εἰσαγωγῆς, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ αὕτη, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν φυσικῆς ἐπαυξήσεως (plus value) εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων. Πάντες, ὅσοι ἐμελετήσατε τὴν κατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, δυσκόλως θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐν αὐταῖς ὑπάρχει καταπόνησις τῶν πολυπληθῶν τάξεων τῶν μικρῶν παραγωγῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν κρηπῖδα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως. Δὲν πρέπει δὲ νὰ πλανώμεθα ἐκ τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοιαύτης καταπονήσεως ἔν τισι μεγάλοις κέντροις καὶ ἰδίως ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ πρωτεύουσα δὲν ζῇ μόνον ἐκ τῶν προσόδων τῶν κατοίκων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ χρημάτων ἐρχομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως συμβαίνει εἰς πάντα τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ κόσμου, καὶ συνάμα ἐκ τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἅτινα εἰσπράττονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τὸ ἕτερον θεμελιῶδες ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διὰ μακρῶν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούων τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶναι τὸ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε τὰ καλὰ τῆς δημοσίας πίστεως καὶ τὰ ὀφέλη, ἅτινα προσπορίζονται τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα αὐτὴν κραταιὰν καὶ παγίαν. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ἠθέλησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ βασίσῃ τὴν ὕπαρξιν καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαύτης κραταιᾶς καὶ παγίας πίστεως ἐπὶ τῆς ἀναγραφομένης τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς δελτίοις. Ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τοὺς λόγους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν χρεωγράφων, οὐ μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐθνῶν, ὅσα ὡς καὶ ἡμεῖς, ἔχουσι δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως πίστιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησε τοῦτο, καὶ ὡς παράδειγμα ἔφερε τὸ στάσιμον τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα ἔχουσι πρώτης τάξεως πίστιν παγίαν καὶ ἀμετάβλητον, ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, καὶ ἐν μέρει καὶ ἡ Ἰταλία, ὧν τὰ χρεώγραφα μεταβάλλουσι τιμὴν κατὰ κλάσματα μονάδος, καὶ περὶ ὧν οὐδὲν ἐγὼ εἶπον. Μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεδέχθη, ὅτι ἡ Ἱσπανία ἐν τῷ διαστήματι, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην τὴν σύγκρισιν τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων χρεωγράφων, τῶν 10 δηλ. ἢ 12 τελευταίων μηνῶν, εἶδεν ὑψούμενα τὰ χρεώγραφα αὐτῆς. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἐρχόμενος ἀρωγὸς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐποιήσατο καὶ ἱστορικὴν ἐκδρομὴν, ὅπως παραστήσῃ ὡς ἔκτακτόν τι καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν Ἱσπανικῶν χρεωγράφων, εἰπὼν, ὅτι τὰ χρεώγραφα ταῦτα ὑψώθησαν, διότι εἶχον κατέλθει ἕνεκα πολιτικῶν λόγων, τῆς διαταράξεως δηλ. ἐν Ἱσπανίᾳ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ δημοσία τάξις ἐν Ἱσπανίᾳ διεταράχθη πρὸ 15 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα, ἐπανῆλθε δ’ ἐκεῖ πλήρης τάξις πρὸ 10 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα. Ἡ ἐπήρεια δὲ, ἣν ἐξήσκησαν τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν Ἱσπανικῶν χρεωγράφων, παρῆλθε πρὸ ἐτῶν, καὶ ἡ μετάθεσις αὐτῆς ἐντὸς τῶν 10 ἢ 12 τελευταίων μηνῶν ἦτο ἀτυχὴς ἱστορικὴ ἀρωγὴ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπὸ 10 ἐτῶν καὶ πλέον ἡ Ἱσπανία χαίρει πλήρη τάξιν, ἡ δὲ ὕψωσις τῶν χρεωγράφων καὶ αὐτῆς, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἰσοτίμων μὲ αὐτὴν κατὰ τὴν δημοσίαν πίστιν, Κρατῶν, ὀφείλεται εἰς τοὺς γενικωτέρους λόγους, οὓς ἀνέπτυξα ἄλλοτε, καὶ οὓς θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον Ἐπειδὴ δὲ ἀμφισβητοῦσι τὰ πασίγνωστα, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰς μεταβολὰς, τὰς ἐπελθούσας κατὰ τοὺς τελευταίους ἕνδεκα μῆνας εἰς τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων διαφόρων Κρατῶν, ἐχόντων ἰσότιμον περίπου μὲ ἡμᾶς πίστιν. Τὰ Αἰγυπτιακὰ χρεώγραφα, τὰ unifiés, ἐτιμῶντο τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 374, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 ἐτιμῶντο 425. Τὰ Ἱσπανικὰ τῶν 4% τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο 67½, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 ἐτιμῶντο 74½. Τὰ τῆς Πορτογαλλίας τῶν 3%, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο 57,40, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 64,25. Τὰ Ῥωσσικὰ τῶν 5% τοῦ 1862, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο πρὸς 95,40, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 103,40. Τὰ Τουρκικὰ πάγια, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 14,25, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 16,25. Ἕτερον δάνειον Τουρκικὸν τῶν 5% (priorité) ἐτιμᾶτο τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 355, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 420. Τὰ Ἑλληνικὰ δὲ χρεώγραφα τῶν 6% τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐτιμῶντο τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 420, καὶ τὰ τῶν 5% πρὸς 365 περίπου, τὴν δὲ 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 482 τὰ πρῶτα καὶ πρὸς 420 τὰ δεύτερα. Δὲν ὑπερετιμήθησαν μόνον τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἀλλ’ ὅλων σχεδὸν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν τῶν ὁποίων δυνάμεθα λογικῶς νὰ παραλληλίσωμεν τὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δὲ ἐξετάσωμεν τὰς χρονολογίας τῶν βαθμιαίων ὑπερτιμήσεων τούτων, θὰ εὕρωμεν, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δὲν προηγήθησαν τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἠκολούθησαν τὴν ὑπερτίμησιν αὐτῶν.

§33ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς περὶ εἰρήνης πεποιθήσεως δὲν ἀνεπτύξατε.

§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον· θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἥτις ἐμφαίνει σχετικὴν βελτίωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν, τοῦθ’ ὅπερ οὐδέποτε ἐγὼ ἠρνήθην, μήτε εἶπον, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι αἰσχίστη, ὡς ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, τὴν βελτίωσιν λέγω ταύτην τῆς τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπόδειξιν ἀναντίῤῥητον κραταιᾶς καὶ παγίας παρ’ ἡμῖν δημοσίας πίστεως· ἀρέσκεται δὲ νὰ παραλληλίζῃ αὐτὴν πρὸς τὴν πίστιν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα ἔχουσι πρώτης τάξεως παγίαν πίστιν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα, ἅτινα συνδέουσι τὰ θετικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν πίστιν αὐτοῦ. Τοιοῦτο δὲ θετικὸν γεγονὸς, συνδέον τὸ θετικὸν συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μὲ τὴν πίστιν αὐτοῦ, παρουσιάζεται τελευταῖον ἡ ἐκχώρησις τοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἐκχώρησις γενομένη εἰς ὁμάδα τραπεζιτῶν ἐν Λονδίνῳ, ὅπου αὕτη ἐξέδωκεν αὐτὸ εἰς τὸ κοινὸν, ἐπὶ τῇ βάσει προσωρινῶν τίτλων, οἵτινες θ’ ἀνταλλαγῶσι μὲ τοὺς ὁριστικοὺς, οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶπεν, ὅτι δὲν παρέδωκεν, οὓς ὅμως βεβαίως θὰ παραδώσῃ ἐν ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ καὶ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεχωρήθη πρὸς 72 περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὸ ἀντίστοιχον πρὸς αὐτὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐτιμᾶτο ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις περίπου πρὸς 88%. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναπτύσων τὰ περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἀντικρούων τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, δὲν ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὅμως εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀνέπτυξε δὲ κυρίως τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρεχωρήθη εἰς τοὺς Βέλγους ἐργολάβους ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τοὺς γενικωτέρους ὅρους τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς. Ὁμιλῶν περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς παραχωρήσεως ταύτης. Ἄλλοτε, ἐν εἰδικωτέρᾳ περὶ σιδηροδρόμου συζητήσει, ἴσως ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ ὡς ἐπιβλαβῆ τὸν σύνδεσμον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου μετὰ εὑρέσεως δανείου, ἀναγκαίου πρὸς θεραπείαν τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Σήμερον, ἐξετάζων τὸ ζήτημα τῆς πίστεως ἡμῶν, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, τῶν ἀμέσως σχετιζομένων μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, δὲν ἠμφισβήτησεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ὅτι ἐξεχωρήθησαν εἰς τραπεζίτας ἐν Λονδίνῳ πρὸς 72% περίπου. Τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Μᾶς εἶπεν ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν ἔλαβον αὐτὰ οἱ ἐν Λονδίνῳ τραπεζῖται πρὸς 72%, ἐξέδωκαν ὅμως αὐτὰ εἰς τὸ κοινὸν πρὸς 81%. Ἀλλὰ ποίαν θετικὴν ὠφέλειαν ἔχει ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον; Οἱ ἀναδεχθέντες τὸ δάνειον φυσικῶς ἐπεδίωκον ὠφέλειαν διὰ τῆς εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἐκδόσεως αὐτοῦ. Ὑπεβάλλοντο δὲ συγχρόνως καὶ εἰς δαπάνας ἐκδόσεως, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις παρέστησε τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ὡς μὴ ὠφεληθέντας ἐκ τῆς δι’ αὐτὸ παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρωθείσης προμηθείας τῶν φράγκων 2,300,000, εἰμὴ μόνον 10 ἢ 15%, καὶ δαπανήσαντας εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου τὰ ἕτερα 85 ἢ 90% τῆς προμηθείας ταύτης. Οἱ ἐκδόντες δὲ τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων τραπεζῖται τοῦ Λονδίνου, καίπερ, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, δαπανήσαντες καὶ καταβαλόντες τὰς πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συνήθεις χρηματιστικὰς ἐνεργείας, δὲν ἐξέδωκαν τὸ δάνειον τοῦτο, εἰμὴ πρὸς 81%, ἤτοι κατὰ 7 ἢ 8 μονάδας κάτω τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐτιμᾶτο τὸ δάνειον τῶν 60,000,000. Πάντες, ὅσοι ἠκολουθήσατε τὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν Κράτος τι, ἔχον πρώτης τάξεως πίστιν, ἐκδίδῃ δάνειον, ἡ τιμή, εἰς ἣν ἐκδίδει τοῦτο, μόλις ὑπολείπεται κατὰ κλάσματα, περὶ τὴν μονάδα στρεφόμενα, τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσιν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τὰ ἄλλα αὐτοῦ δάνεια. Ἡμεῖς δὲ ἐξεχωρήσαμεν τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων εἰς κεφαλαιούχους ἐν Λονδίνῳ κατὰ 16 ἢ 17% κάτω τῆς τιμῆς, ἣν εἶχε τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς αὐτὰ Ἑλληνικὸν δάνειον· οἱ τραπεζῖται δὲ οὗτοι ἐξέδωκαν αὐτὸ εἰς τὸ κοινὸν κατὰ 7% περίπου κάτω τῆς τιμῆς ταύτης. Ὅπως δικαιολογήσῃ τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἔχει εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἐνῷ τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων δὲν ἔχει τοιαύτας, λησμονήσας φαίνεται ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, καθ’ ὃν δὲν ἀπαιτεῖται πλέον νὰ δίδωμεν διὰ τὰ δάνεια ἡμῶν εἰδικὰς ἐγγυήσεις, καὶ θεωρῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι αἱ τοιαῦται ἐγγυήσεις εἰσὶν ἀκόμη ἀναγκαῖαι, ὅπως ἐμπνεύσωσι πίστιν εἰς τοὺς δανείζοντας ἡμᾶς. Δὲν εἶναι ὅμως ὡσαύτως ἀκριβές, ὅτι τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν δὲν ἔχει εἰδικὴν ἐγγύησιν, ἀπ’ ἐναντίας ἔχει τοιαύτην τὸν κατασκευασθησόμενον σιδηρόδρομον. Ὁ χαρακτὴρ δὲ τοῦ δανείου τούτου καὶ ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ ἔχει τι τὸ εὐχάριστον καὶ τὸ ἑλκυστικὸν διὰ τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, διότι τὸ δάνειον τοῦτο παρίσταται ὡς δάνειον παραγωγικὸν καὶ οὐχὶ ἄγονον, καὶ διότι ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ κεῖται ἐκτὸς τῶν περιπετειῶν, εἰς ἃς δύνανται νὰ περιέλθωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἂν ἀμφιβάλλῃ τις περὶ τούτου, ἂς ἀναγνώσῃ οἱονδήποτε δελτίον Εὐρωπαϊκοῦ Χρηματιστηρίου καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ σιδηροδρομικὰ δάνεια, ἐν ἴσῃ ἀναλογίᾳ προσόδου, τιμῶνται ἄνω τῶν ἄλλων δανείων τῶν Κρατῶν. Καὶ ἡμεῖς δ’ ἔχομεν ἓν δάνειον σιδηροδρομικὸν, τὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ὅπερ φέρει τόκον 6% καὶ τιμᾶται ἐν Λονδίνῳ ἄνω τοῦ ἀρτίου. Εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν δημοσίων χρεωγράφων τρεῖς κυρίως συντελοῦσιν αἰτίαι: ά) ἡ ἐν γένει κατάστασις τῶν Χρηματιστηρίων καὶ τῶν κεφαλαίων, ἢ ἐπηρεαζομένη ἰδίως ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης· βʹ) τὰ παιγνίδια καὶ αἱ ποικίλαι ἐνέργειαι τῶν χρηματιζομένων καὶ τῶν παικτῶν· καὶ γʹ) ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ἀνήκει ἕκαστον τῶν χρεωγράφων τούτων. Ὁσάκις δὲ ἓν Κράτος, εἰς τὰ γεγονότα, τὰ συνδέοντα τὰ θετικὰ αὐτοῦ συμφέροντα μὲ τὴν πίστιν αὐτοῦ, καὶ ἰδίως εἰς τὰ νέα δάνεια, ἅτινα ἐκχωρεῖ εἰς κεφαλαιούχους ἢ ἐκδίδει ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ κοινὸν, δὲν ἀπομακρύνεται τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσι τὰ ἄλλα ἀνάλογα αὐτοῦ δάνεια ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, τοῦτο δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κυρία ἀφορμὴ, ἥτις ἐπηρεάζει τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων του, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις. Ὅταν ὅμως Κράτος τι, ἐκδίδον νέον δάνειον, ὑπολείπεται πολὺ τῆς ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τιμῆς τῶν ἄλλων αὐτοῦ δανείων, τὸ Κράτος τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ κυρία αἰτία, ἡ ἐπηρεάζουσα τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων του, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὰς δύο ἄλλας ὡς κυρίας ταύτης αἰτίας. Τὰ τελευταῖα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνεια, τὰ προχθὲς ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σκοποῦντα τὴν μετατροπὴν δανείων, συνομολογηθέντα, οὐχὶ ὅλα, ἀλλά τινα μόνον, ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως καὶ μὲ τόκον 6% εἰς τὸ ἄρτιον, ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀπόδειξις νέας βελτιώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν, ἐὰν ταῦτα εἶχον συνομολογηθῆ, οὐχὶ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μετ’ ἄλλων κεφαλαιούχων, καὶ εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τοιούτους κεφαλαιούχους ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, ἢ πωληθῆ εἰς τὸ κοινὸν, ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἢ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ νέα αὕτη βελτίωσις τῆς πίστεως ἡμῶν δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μετατροπὴν τῶν μεγάλων δανείων τοῦ Δημοσίου. Συνομολογηθέντα ὅμως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν δύνανται νὰ δώσωσι τὸ ἀκριβὲς καὶ ἀσφαλὲς μέτρον τῆς πίστεως ἡμῶν, μήτε ν’ ἐξαλείψωσι τὴν θετικωτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν ἀπόδειξιν καὶ τὸ μέτρον, ἅτινα μᾶς παρέχουσι περὶ αὐτῆς τὰ ἐν Λονδίνῳ ἐκχωρηθέντα δάνεια τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ κατέχουσα ἐκ τῶν μετατρεπομένων δανείων τὸ ὅλον τῶν δύο καὶ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἑτέρων δύο, δὲν εἶναι κερδοσκοπικὸν κατάστημα, σκοποῦν τὴν ὠφέλειαν ἑαυτῆς καὶ τῶν μετόχων αὐτῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἐθνικὸν κατάστημα, οὗτινος τὰ συμφέροντα συνδέονται στενῶς καὶ ἀναποσπάστως μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου πάθωσι κατά τι, τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης θὰ πάθωσι βεβαίως ἐν μεγαλειτέρᾳ ἀναλογίᾳ. Τοιαύτη δ’ οὖσα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν δύναται, διὰ δάνεια, ἅτινα αὐτὴ κατέχει, ἢ ἅτινα δύναται αὕτη νὰ λάβῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, νὰ ἀρνηθῇ, ἔστω καὶ ὑποβαλλομένη εἰς θυσίας, νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς εἰς τὸ Δημόσιον. Τί σημαίνει διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ζημία 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τόκων, ὅταν πρόκηται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν εὐρυτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους; Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἀξία ἐπαίνου καὶ καθ’ ἑαυτὴν, καὶ διότι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα καὶ εἰς ἄλλους ἡμῶν δανειστάς. Δὲν δύναται ὅμως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον τῆς πίστεως ἡμῶν, μέχρις ὅτου μιμηθῶσιν αὐτὴν καὶ οἱ ἄλλοι δανεισταὶ ἡμῶν, οἱ μὴ ἐξαρτῶντες, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ μέλλον καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς νέας ταύτης μετατροπῆς δανείων, καὶ ἰδίως τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, δὲν δυνάμεθα ἄλλως τε νὰ κρίνωμεν σήμερον ἀσφαλῶς, διότι συνδέεται καὶ μετὰ τῆς συνομολογήσεως ἑτέρου δανείου προσωρινοῦ ἐκ 10,000,000 φράγκων, ὅπερ πάλιν συνδέεται μεθ’ ἑτέρου μεγαλειτέρου, οὗτινος δὲν γνωρίζομεν τὴν ἔκτασιν καὶ τοὺς ὅρους. Ἀγνοοῦντες δὲ τοὺς ὅρους τῶν δανείων τούτων, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν κατὰ πόσον ταῦτα ἐπηρεάζουσι τοὺς ὅρους τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέντων δανείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἑκατομμύρια, ἐνῷ πρὸ δύο ἐτῶν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μήτε 100,000 δραχμῶν. Νομίζει λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ χρηματιστικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης εἶναι οἵα καὶ πρὸ δύο ἐτῶν; Ποῖον εἶναι τὸ Κράτος σήμερον, ὅπερ, θέλον νὰ δανεισθῇ, δὲν εὑρίσκει χρήματα; Πρὸ δύο ἐτῶν τὰ Κράτη παρεκάλουν τοὺς κεφαλαιούχους νὰ δανείσωσιν αὐτοῖς χρήματα. Οὐδόλως δ’ ἄπορον, ἂν καὶ ἡμεῖς, ἐξερχόμενοι τότε ἐξ ἐμπολέμου σχεδὸν καταστάσεως, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοὺς δανείζοντας. Σήμερον ὅμως οἱ κεφαλαιοῦχοι, ὠφελούμενοι καὶ ἐνθαῤῥυνόμενοι ἐκ τῆς ἐπικρατούσης ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις ἐμπιστοσύνης καὶ κερδοσκοπίας, παρακαλοῦσι τὰ Κράτη νὰ τὰ δανείσωσι. Καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεταβῶμεν πολὺ μακρὰν, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τούτου. Πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Τουρκία, ὅπως εὕρῃ χρήματα, ἀπήντα δυσκολίας πολὺ περισσοτέρας ἡμῶν. Πρὸ δύο ὅμως μηνῶν ἀληθὴς συνήφθη πάλη ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταξὺ ὁμάδων τραπεζιτῶν Ἄγγλων καὶ Γάλλων ἀφ’ ἑνὸς, Γερμανῶν ἀφ’ ἑτέρου, τίς πρώτη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν δάνειον 1,500,000 λιρῶν πρὸς 70% μὲ 5% τόκον καὶ νὰ ἀναδεχθῇ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐκ 500 περίπου χιλιομέτρων πλατείας διαστάσεως, προμηθεύουσα συγχρόνως καὶ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἀναγκαῖα κεφάλαια. Τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν Χρηματιστηρίων ἐν Εὐρώπῃ, ἐφ’ ὅσον ἀντανακλᾷ καὶ ἐφ’ ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζει ὡς ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, ἥτις (οὐδέποτε εἶπον, ὅτι δὲν ἐπηρεάζει εἰς τὴν ἐφ’ ἡμῶν τοιαύτην ἀντανάκλασιν,) κατὰ δεύτερον λόγον ἐπηρεάζει τὰ εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια, ἅτινα, ἐνθαῤῥυθέντα καὶ ὠφελούμενα, ζητοῦσι σήμερον καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, ἐπωφελῆ ἐνασχόλησιν. Τοιουτοτρόπως δὲ κρίνων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζει, ὅτι πράττει κατόρθωμα, ἀκουράστως ἐργαζόμενος πρὸς αὔξησιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ τόπου, καὶ πιστεύει, ὅτι, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην αὐτῶν αὔξησιν, καὶ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν, εἶναι δυνατὴ ἡ παγία καὶ ὁριστικὴ ἀπαλλαγὴ ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παραδεχόμενος ἴσως, ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι ὁ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ λησμονῶν, ὅτι ἐν ταῖς χώραις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ μεταλλικὸν νόμισμα δὲν εἶναι νόμισμα, ἀλλ’ ἐμπόρευμα, οὗτινος ἡ τιμὴ, κανονιζομένη ἐκ τοῦ ἀμεταβλήτου νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ῥυθμίζεται ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς παντὸς εἴδους ἐμπορεύματος, καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος συμπεριλαμβανομένου. Μᾶς παρουσιάζετε δὲ συνάμα ὡς κατόρθωμα καὶ τὴν δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐξάντλησιν τοῦ μόνου ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, τῶν χρεωλυσίων, τῶν οἰκονομιῶν τούτων τοῦ Κράτους, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν βαρῶν, εἰς ἃ ὑπεβλήθη τὸ ἔθνος ἕνεκα ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ παρελθόντος. Καὶ τοῦτο οὐχὶ πρὸς πλήρη καὶ ὁριστικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν τῶν αὐξανομένων δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετετρέψατε τὰ δάνεια τῶν 6,000,000, τῶν 4,000,000 καὶ τῶν 25,000,000. Μετατρέπετε σήμερον τὰ δάνεια τῶν 10,000,000 καὶ τῶν 26,000,000, ὡς καὶ τὰ τῶν 9,000,000 καὶ 20,000,000. Διαπραγματεύεσθε τὴν μετατροπὴν τῶν πρό τινων ἐτῶν μετατραπέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἥτις μετατροπὴ εἶναι εὐκολωτάτη. Προσεθέσατε δὲ, ὅτι καὶ ἄλλων δανείων τὴν μετατροπὴν διαπραγματεύεσθε, καὶ ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῶν δὲν θὰ διστάσητε νὰ παραδεχθῆτε καί τινα αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου ἀναλογοῦντος τόκου, αὐξάνοντες οὕτω τὴν ἀγονωτέραν δαπάνην τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Διὰ τῶν μετατροπῶν, ἃς ἐξετελέσατε καὶ θέλετε ἐκτελέσει διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξηντλήσατε ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ 2,094,000 δραχμῶν. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους, ηὐξήσατε αὐτὰς ἀπὸ 38,000,000 τοῦ 1887 καὶ ἀπὸ 37,000,000 τοῦ 1888 εἰς 39 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1889, χωρὶς νὰ συμπεριλάβητε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ οὐδεμίαν δαπάνην διὰ τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ μᾶς λέγετε: «εἶναι εὐχάριστον εἰς ἡμᾶς νὰ προσπελάσωμεν τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ἔχοντα κραταιὰν πίστιν, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μόνον πάγια χρεώγραφα»· ὡς νὰ μὴ εἶχον πάγια δάνεια καὶ Κράτη, ἔχοντα κατωτέραν ἡμῶν πίστιν, ὡς νὰ μὴ ἔχῃ τοιαῦτα ἡ Τουρκία, ἥτις τὸ πρῶτον κτύπημα εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἔδωκε διὰ τῆς μετατροπῆς χρεωλυτικῶν τινων δανείων της εἰς πάγια. Ἡ μετατροπὴ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια, τότε μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπωφελὴς, ὅταν ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ἀνωτέραν, ἢ τουλάχιστον ἀνάλογον πρὸς τὸ καταργούμενον χρεωλύσιον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Δημοσίου χρέους ἐλάττωσιν. Ὅταν ὅμως, ἀντὶ ταύτης, φέρῃ, ὡς παρ’ ἡμῖν, αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, γίνεται πρόξενος βλάβης, ἀντὶ ὠφελείας, διότι ἀποκρύπτει τὰ ἐπὶ τοῦ Ἔθνους ἐπιβαλλόμενα νέα βάρη, ἐμποδίζουσα νὰ γνωρίσωσιν αὐτὰ ἐκείνους, οἵτινες δὲν μελετῶσιν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς πορείας τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὁμοιάζομεν οὕτω τοὺς τρεφομένους ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν σαρκῶν, ἡ εὐχαρίστησις δὲ, ἣν αἰσθανόμεθα, μετατρέποντες τὰ δάνεια ἡμῶν καὶ καταναλίσκοντες τὸ χρεωλύσιον, ὁμοιάζει τὴν εὐχαρίστησιν τῆς γαλῆς, ἥτις λείχουσα τὴν ῥίνην ἡδύνετο, ῥοφῶσα τὸ ἐκ τῆς γλώσσης της ῥέον ἴδιον αὐτῆς αἷμα. Ὅτε ἡμεῖς πέρυσι, φοβούμενοι μὴ δὲν παρουσιασθῶσιν αἱ ἐξωτερικαὶ καὶ ἐσωτερικαὶ περιστάσεις, αἱ εὐνοήσασαι τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, ἐπροτείνομεν τὴν ἀναβολὴν τῶν χρεωλυσίων διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀφίνοντες εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐκτελέσει τὴν τοιαύτην γνώμην, νὰ ὁρίσωσι τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως καὶ τῆς συνεννοήσεως ταύτης, αἵτινες δὲν ἤθελον ἀπομακρύνεσθαι πολὺ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνεννόησις διὰ τὴν νέαν μετατροπὴν δανείων· ὅτε ἐπροτείνομεν τοῦτο, οὐχὶ ὅπως καταναλώσωμεν τὰ χρεωλύσια εἰς τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅπως στηρίξωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ βάσεων σκοπούντων τὴν μὴ καταπόνησιν τοῦ τόπου, καὶ τὴν εὕρεσιν θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε ὑμεῖς κατεξανίστασθε καθ’ ἡμῶν καὶ, πολιτικῶς κερδοσκοποῦντες, διετυμπανίζετε καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὰς λέξεις χρεωκοπία καὶ πτώχευσις, ἐξ ὧν ὠφεληθέντες δὲν ἐννοεῖται καὶ σήμερον νὰ ἀποχωρισθῆτε. Καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰσηγούμενον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰς λέξεις ταύτας, ἂν καὶ πέρυσιν ἀκόμη τὸν παρεκαλέσαμεν καὶ εἴπομεν αὐτῷ, ὅτι οὔτε ἡ ἀτομικὴ αὐτοῦ θέσις, οὔτε ἡ ἐπίσημος θέσις, ἣν κατέχει, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ἅτινά εἰσιν αὐτῷ ἐμπεπιστευμένα, τῷ ἐπιτρέπουσι νὰ διαδίδῃ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ, ἴσως καὶ περισσότερον τοῦ Ἔθνους, ἐπιδιώκουσι τὴν πτώχευσιν καὶ τὴν χρεωκοπίαν. Μολονότι αἱ γνῶμαι ἡμῶν εἰσὶ τυπωμέναι καὶ δὲν ἐπιτρέπουσι παρεξηγήσεις, ἀλλὰ καὶ ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἐδώκαμεν ἡμεῖς, οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰς γνώμας μας, δὲν ἐπιτρέπεται, οὐ μόνον εἰς τοὺς λαλοῦντας ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν ἔσχατον Ἕλληνα, τὸν ἔχοντα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ διαπράττῃ τοιαύτας διαστροφάς. Διὰ τοῦτο εἴδετε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ἅμα ἔφθασεν εἰς τὰς λέξεις ταύτας, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ὑπόγλυκον ὕφος, μεθ’ οὗ μᾶς ἀνεκοίνου τοὺς παραδόξους ὑπολογισμούς του, νὰ θερμανθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὕφος ἀρειμάνιον, ὅπως ἐκσφενδονίσῃ ταύτας. Διέκοψα αὐτὸν, προσπαθήσας νὰ τὸν ἀναχαιτίσω τοῦ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν εἰσῆλθε, καὶ τὸν ἐμποδίσω νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς αὐτὰς βλασφημίας καὶ παραμορφώσεις. Ἀλλ’ εἰς μάτην· ἐνθαῤῥυνόμενος ἀλλαχόθεν, ἐξηκολούθησε παραμορφῶν καὶ τὰς λέξεις καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν. Καὶ τὴν μὲν ἀναβολὴν μετέβαλεν εἰς κατάργησιν, τὴν δὲ συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς εἰς πτώχευσιν, καὶ τὴν μέριμναν πρὸς περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου εἰς χρεωκοπίαν. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τῶν τοιούτων παραμορφώσεων ἀνέγνωσε καὶ τεμάχια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις περιεῖχε τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῶν χρεωλυσίων, παραβλέπων τὴν ἔννοιαν καὶ τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων αὐτῆς. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω ὅλον τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Ἐν αὐτῇ ἐκθέτομεν τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καταστάσεως, καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος δὲν δύναται, ἄνευ καταπονήσεως τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 93 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν του. Ἀναπτύσσοντες δὲ τὰς σκέψεις μας περὶ τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια τῶν δαπανῶν, ἐξακολουθοῦμεν ὡς ἑξῆς περὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους (ἀναγινώσκει): «Αἱ οἰκονομίαι δὲ αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 28 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν. Ὅθεν μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην, νὰ ζητήσωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο, ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη, παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις. Παρεδέχθη ὅμως αὐτὸ ἐν μέτρῳ, θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καὶ κατὰ τύπον, ὃν δὲν κρίνομεν κατάλληλον νὰ συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως ἡμῶν, διὰ τῆς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν, ὅταν ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν τοῦ τόπου δυνάμεων ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θετικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύτην χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ὁριστικὴν καὶ ἀμετάβλητον ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὅπως ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ μετατροπὴ αὕτη. «Διϊστάμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς συστήματος, ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως δηλ. τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων, ἅτινα αἱ παραγωγικαὶ τοῦ τόπου δυνάμεις δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, νομίζομεν ἀπὸ σκοποῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτομερειῶν, ἣν ἄλλως τε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διότι στερούμεθα τῶν ἀναγκαίων καὶ ἐπισήμων στοιχείων τῆς μελέτης τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν, ἣν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν κυριωτέρων δανείων ἡμῶν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐπίτευξιν θετικοῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἑτέρου ἐπὶ τῶν δανείων ἡμῶν οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἐξασφαλίζοντος τοιοῦτον ἰσοζύγιον. Οὐδεμίαν δὲ θέλομεν νὰ ὑποστῶσιν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον ἀπώλειαν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν· διότι ἐννοοῦμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ εἰσπράξεις, ἃς τὸ Δημόσιον δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ φορολογίας, μὴ συντριβούσης τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις, αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰ 70,000,000, θὰ προσδιορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου ποσοῦ ἐκ τῶν δημοσίων χρεῶν. Νομίζομεν δὲ, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πόρους τινὰς, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς ταύτης. «Ἐπιζητοῦντες κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους τὴν ἐκ πραγμάτων ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς οἰκονομίαν, ἐξασφαλίζομεν θετικὸν καὶ βέβαιον ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, καὶ ἀνευρίσκομεν τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἥτις μεγίστην θέλει ἀσκήσει ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. Ἐξασφαλίζοντες δὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου μέρους τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ εἰς αὐτὴν ἀποκλειστικοῦ προσδιορισμοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, τῶν ὑπερβαινουσῶν τὰ 70,000,000 δραχμῶν, οὐδεμίαν σχεδὸν ἐπιβάλλομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν στέρησιν, ἄν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ὁμαλωτέρας καὶ βελτιωμένης ἐφαρμογῆς τῆς ἰσχυούσης φορολογίας, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ τόπου δυνάμεις δύνανται νὰ παρέξωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς εἰσπράξεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Προλαμβάνομεν ὅμως τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἅτινα θέλει φέρει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται, ὡς ἡμεῖς πιστεύομεν, νὰ βαστάσωσι τὰ βάρη, ἅτινα ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις. «Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ φέρῃ τὴν τελείαν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν μέτρου, ὅπερ ἐφαρμοζόμενον σήμερον θὰ σώσῃ ἐκ τῆς πιέσεως καὶ τῆς καταστροφῆς τὰς παραγωγικὰς τῆς χώρας δυνάμεις, καὶ θὰ παράσχῃ εἰς τὸ ἔθνος τὴν ἀνακούφισιν, ἧς ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους αὐτοῦ καὶ δυνηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ σήμερον, τὸ ὅλον δηλαδὴ τῶν ἐσόδων, ὧν δεῖται τοῦτο, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἀπότισιν πασῶν αὑτοῦ τῶν ὀφειλῶν». Νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσα ἀνέπτυξα ἐντεῦθεν πρὸ δύο ἐτῶν, εἰσηγούμενος τῆς ἐκθέσεως ταύτης, καὶ ἅτινα ἐπεξηγοῦσι πλειότερον τὴν περὶ τῶν προτεινομένων μέτρων συνεννόησιν καὶ μὲ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ μετὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐν αὐτῇ γνωμῶν ἡμῶν, ἣν ἐδώκαμεν καὶ πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἣν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ τώρα, ἡμεῖς, οἱ ἁρμοδιώτεροι παντὸς ἄλλου νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα ἡ διαστροφὴ τῶν γνωμῶν μας τούτων. Ἄν δὲ καὶ πάλιν ἐπιμένῃ τις διαστρέφων αὐτὰς, οὗτος δίδει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πάντα ἀμερόληπτον, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι οὐδὲν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους θερμαίνει τὴν καρδίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ὁρμᾶται ἐκ ταπεινῆς πολιτικῆς, ἢ ἄλλης κερδοσκοπίας. Ἐνῷ δὲ τότε παρίστων τὴν ἀναβολὴν τῶν χρεωλυσίων, ὡς μὴ δυναμένην νὰ θεραπεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, σήμερον παρουσιάζουσιν ὡς πανάκειαν τὴν πρὸς θεραπείαν τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου ἐξάντλησιν τῶν χρεωλυσίων, τοῦ μόνου τούτου ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰς οἰκονομίας τοῦ Κράτους, πρὸς θεραπείαν τῶν βαρῶν τοῦ παρελθόντος. Τὴν τοιαύτην δὲ ἐξάντλησιν τῶν χρεωλυσίων παρουσιάζουσιν οὐ μόνον ὡς μέσον, δι’ οὗ θὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς ὄργανον, δι’ οὗ θὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βεβαιοῦντες μετὰ τῆς γνωστῆς αὐτῶν τόλμης, ὅτι ἐντὸς τετραετίας θὰ ἄρωσιν αὐτήν, ὡσεὶ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ἦτο ἁπλῶς προϊὸν τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ ὡσεὶ ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων προήρχετο ἐκ μόνου τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Μετὰ τέσσαρα ἔτη, μᾶς λέγετε, θὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν ζημιῶν, ἃς ἐξ αὐτῆς ὑφίσταται, καὶ θὰ ἐξαλείψωμεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, οὐ μόνον τὰς δαπάνας, ἃς ἤθελεν ὑποστῆ κατὰ τὰ ἔτη, τὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνας, ἃς ὑπέστη κατὰ τὸ 1887, ἃς ὑφίσταται κατὰ τὸ 1888 καὶ ἃς θὰ ὑφίσταται μέχρι τῆς ἄρσεως αὐτῆς. Πῶς δὲ θὰ ἀπαλλάξητε τὸ Δημόσιον τῶν δαπανῶν τούτων; Θὰ τὰς πληρώσητε, ἀλλὰ θὰ τὰς καταλογίσητε ὡς ἠθικὴν δαπάνην, προωρισμένην νὰ καλυφθῇ ἐκ τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Θ’ ἀφήσητε δὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅταν κατὰ τὰ τέλη τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἐπὶ τοῦ ὁριστικοῦ Ἀπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν τούτων, νὰ καταλογίσῃ αὐτὰς οὐσιαστικῶς καὶ λογιστικῶς. Περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ τοιούτου καταλογισμοῦ εἶπον ἤδη τὴν γνώμην μου. Ἡ ὕπαρξις δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι προϊὸν μόνον τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας, μήτε σκοπεῖ τὴν περιφρούρησιν τοῦ σχεδὸν μὴ ὑπάρχοντος μεταλλικοῦ τῶν Τραπεζῶν τούτων. Ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκρύθμου νομισματικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ τόπος, ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ διατήρησις δὲ αὐτῆς ὀφείλεται εἰς τὴν καθημερινὴν ἐπίτασιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, ἐν καθαρᾷ δυσαναλογίᾳ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ γινομένη διὰ τῶν δανειστικῶν συνδυασμῶν, τῶν διαρκῶς ἐπαυξανόντων τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ἡ ἐπαγγελία τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Δύνανται νὰ φέρωσι πρόσκαιρον ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος διὰ τῆς προσκαίρου ἀναβολῆς τῆς πρὸς ἀγορὰν μεταλλικοῦ νομίσματος ἀνάγκης τοῦ Δημοσίου. Δύνανται ὅμως,—καὶ τοῦτο, ἂν δὲν ἦναι βέβαιον, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀπίθανον,—διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος, νὰ φέρωσι νομισματικὴν στενοχωρίαν καὶ κρίσιν, ἥτις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ ἔθνους. Βεβαίως δὲ θὰ φέρωσι παγίωσιν καὶ ἐπίτασιν, ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, τῆς ἀνάγκης εὑρέσεως καὶ ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ νομίσματος, ἥτις εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς ὑπάρξεως καὶ διατηρήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐλαττώσατε ὅσον θέλετε τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Αὐξάνοντες τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀπομακρύνετε τὴν ἐποχὴν τῆς παγίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἂν δὲ διὰ παρατόλμου τινὸς πράξεως κατορθώσητε, ἐπωφελούμενοι τῆς καταστάσεως τῶν εὐρωπαϊκῶν Χρηματιστηρίων, νὰ ἄρητε προσκαίρως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ νέα ἐπαύξησις τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἣν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ τοιαύτη παράτολμος πρᾶξις, θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ, εἰς πρώτην ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν δυσκολίαν, νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτὴν κατεσπευσμένως. Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ παγίας καὶ ὁριστικῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅταν ἱδρύσωμεν σύστημα διαχειρίσεως τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, βασιζόμενον ἐπὶ τῆς ἰδιοφυΐας καὶ τῆς πραγματικῆς αὐτοῦ καταστάσεως, καὶ διὰ τοιούτου συστήματος φθάσωμεν, οὐχὶ εἰς εἰκονικόν, ἀλλ’ εἰς θετικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Τοιαύτην διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τοιοῦτον ἰσοζύγιον ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς, οὓς προσπαθεῖτε νὰ παραστήσητε ὡς μὴ γνωρίζοντας τί θέλουσι. Δὲν θέλομεν ἡμεῖς τὴν Ἑλλάδα ἀφορολόγητον, ἀλλὰ δικαίως φορολογουμένην καὶ προοδεύουσαν. Ἐπιθυμοῦμεν δὲ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν φόρων ἐκείνων, οἵτινες παρέχουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὠφελείας ἀσυγκρίτως κατωτέρας τῶν ζημιῶν καὶ τῶν βαρῶν, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων τάξεων. Τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ διὰ πορείας καὶ δι’ ἔργων σκοπούντων πρωτίστως τὴν ἐπίδειξιν καὶ τὴν μεγαλαυχίαν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς θετικῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἀλλὰ διὰ τῶν ἔργων ἐκείνων, ἅτινα ὀλιγώτερον μὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐπίδειξιν, ὑποστηρίζουσιν ὅμως κυρίως τὴν θετικὴν καὶ ἀληθῆ ἐνεργητικότητα τοῦ ἔθνους, καὶ ἀναπτύσσοντα τὴν παραγωγὴν, προάγουσι τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.

§36ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἴμεθα κουρασμένοι.

§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἴμεθα ἐδῶ ἀπὸ τὰς δύο· συνεδριάζομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§38ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ κάμωμεν διακοπὴν δέκα λεπτῶν.

§39ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κουρασμένοι.

§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἐγκαταλείπων τὸ βῆμα ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ παρακολουθήσαντες τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπείσθησαν, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατ’ οὐδὲν ἠλάττωσαν τὰς ἐντυπώσεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ περὶ τῆς εὐπορίας αὐτοῦ, καὶ δὲν κατώρθωσαν οὐδαμῶς νὰ ἐπισκιάσωσι τὴν φαεινὴν εἰκόνα περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ταύτην ἀπεικόνισεν ὁ Πρωθυπουργός. Λέγων ταῦτα, περιέμενέ τις ν’ ἀπευθύνῃ εὐχαριστήσεις πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις διὰ τῆς συζητήσεως, κατ’ αὐτόν, κατώρθωσε νὰ κάμῃ τὴν ἀλήθειαν νὰ διαλάμψῃ, καὶ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἀπηύθυνε παρατηρήσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐθεώρησε τὴν συζήτησιν ἀντικανονικῶς εἰσαχθεῖσαν, εὗρεν, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς, διότι, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη εἰς τὴν τυπικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἡμεῖς προώρως ἐφέραμεν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς εἰ τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶχον σημασίαν τινά, ἀφοῦ ἡ συνείδησις καὶ ἡ ψῆφος τοῦ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ κατέστη καὶ εἰς τὰ εὐτελέστερα ζητήματα, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ ὑποβαλλόμενα, ψῆφος πολιτική. Ἀλλὰ τίς ὡμίλησε περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889; ὡμίλησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ τούτου; ὡμίλησεν ὁ Πρωθυπουργός; Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνησχολήθη ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, καὶ παρέστησε τὰ ἀγαθὰ τῆς πολιτικῆς του. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ εὐπορία τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ μεγαλεῖον καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ δὲν ηὐχαριστήθη εἰς ταῦτα, ἀλλὰ προσέθεσεν, ὅτι ἡ πτῶσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ ἄνοδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσεται ἡ βεβαία καταστροφὴ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ ἀναμένει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅθεν εἶχε καθῆκον νὰ ὁμιλήσῃ, ἀδιαφοροῦσα ὡς πρὸς τὸν χρωματισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ οἱοσδήποτε ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, εἴτε αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός. Ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ὡς θέμα ἐτέθη ἡ συζήτητις τοῦ παρελθόντος, ὤφειλε νὰ καταδείξῃ ὁποῖαι ἦσαν καὶ εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἀναζητεῖ εἰς τὰ Χρηματιστήρια, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει πολὺ ἀνωτέραν νοημοσύνην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φαντάζεται ὁ Πρωθυπουργός. Ποῦ δὲ ἐστήριξε τὰς ἐπαγγελίας του ὁ Πρωθυπουργός; Εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου, ἰσοζυγίου οὐ μόνον λογιστικοῦ, ἀλλὰ καὶ πραγματικοῦ. Καὶ διατί, Κύριοι, τὴν φορὰν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ καταδείξῃ καὶ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπιτυχίας λογιστικοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἰσοζυγίου πραγματικοῦ; Διότι ἡ ἔρις μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο ἔρις ἐπὶ ἐπιτυχίᾳ λογιστικοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ ἐπὶ ἐπιτυχίᾳ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ λογιστικοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἐθεώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κατόρθωμα. Καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς τοιοῦτον, διότι τίνος ἄλλου εἶχεν ἀνάγκην ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ λογιστικὸν ἰσοζύγιον, ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν ἐκ τοῦ βαλαντίου τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ὅτε δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἐνώπιόν της Συμπολίτευσιν πρόθυμον νὰ παράσχῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν πᾶν μέτρον, εἰσαχθησόμενον παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε προθύμως ἐψήφιζεν αὕτη πάντα φόρον, ὅτε συνάμα ἐφαίνετο πρόθυμος νὰ παράσχῃ πᾶν μέσον πρὸς νομιμοποίησιν τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ χρήματος, οὗτινος εἶχεν ἀνάγκην, ἦτο ἆρά γε κατόρθωμα ἡ ἐπιτυχία λογιστικοῦ ἰσοζυγίου; Ἰσχυρίσθη μὲν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν θὰ κατορθώσῃ, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ Πρωθυπουργὸς, δὲν βασίζονται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἠρνήθη, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις, ἔχουσα πρόθυμον Βουλὴν, ψηφίζουσαν πάντα τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα πρὸς ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου λογιστικοῦ. Ἀλλ’ ἐπετεύχθη καὶ τοιοῦτον ἰσοζύγιον; Ἔχομεν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀποτυχίας ἀνάγκην μακρᾶς συζητήσεως; Τίνες οἱ διαπραγματευθέντες μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως; Ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος. Τί ὑπεστήριξεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου; ἠρνήθη ἆρά γε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα; Ἀπεναντίας, εἰλικρινέστερος τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ὡμολόγησεν ἔλλειμμα, καὶ προσδιώρισε καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ μὴ καταχώρισις ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,950,000 εἶναι ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1887· καὶ προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ, πόθεν προέρχεται ἡ ἔλλειψις αὕτη, καὶ νὰ παρηγορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἡ εἰλικρίνειά του τὸν ὤθει εἰς τοιαύτην ἐξομολόγησιν. Ἡσυχάσατε, σᾶς εἶπε, διότι τὸ ἔλλειμμα προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐλειτούργησαν ἐξ ὑπαρχῆς οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε· ἡσυχάσατε, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ 1888. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ δὲν ἀναιρεῖ μὲν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, ἀπ’ ἐναντίας δ’ ἐπικυρόνει τὴν περὶ ἐλλείμματος γνώμην αὐτοῦ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἐξηγεῖται ἡ διαφορὰ, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τὸ 1887 διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δανείων ἐκ δραχ. 37,301,000, καὶ τοῦ καταχωρισθέντος εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887 ἐξ 28,519,000, ἤτοι 8,782,000, ἀπήντησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως δὲν ἐδωρήθη, ἀλλὰ μέρος ᾠκονομήθη διὰ τῶν ἐπιτευχθέντων συνδυασμῶν· ἐκθέτων δὲ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν οἰκονομίαν, ἀνεβίβασε τὸ οἰκονομηθὲν ποσὸν εἰς 2,230,000, μένει ὅθεν ἀδικαιολόγητον ποσὸν 6,552,000. Περὶ τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἀνέφερεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη νὰ ἐξοικονομήσῃ, συνιστάμενα εἰς τὸ ἄνω ποσὸν, προέβη εἰς τὴν δικαιολόγησιν τῆς διαφορᾶς, λαμβάνων ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 πρὸς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀναγεγραμμένον ποσόν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὴν μέθοδον τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοιαύτην δικαιολογίαν, καθότι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦτο εὐχερὴς ἡ ἀναίρεσις τῶν τοιούτων ἐπιχειρημάτων· ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 δὲν ἐστηρίχθη εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου· ἐγνώριζε προσέτι, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐφηρμόσθησαν οἱ ψηφισθέντες νόμοι, ἐλειτούργουν ὅμως οἱ νόμοι, οἵτινες προϋπῆρχον ἐν ἰσχύϊ, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἀνετρέποντο ἄρδην. Προσέτρεξεν ὅθεν εἰς ἄλλο μέσον, καὶ δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει μὲν ἔλλειμμα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῆτε ὡς ἔλλειμμα. Πρὸς ἐπιτυχίαν δὲ τοῦ σκοποῦ του, κατὰ πρῶτον προέβη εἰς ἐκδρομὰς κατὰ ἐπιχειρημάτων τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ, κατὰ τὸ σύνηθες αὐτῷ, ἔθεσε βάσεις ἐντελῶς ἀνακριβεῖς· ἐθεώρησεν ὡς λεχθέντα τὰ μὴ λεχθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης, καὶ ἀφοῦ κατέγεινε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, κατὰ τοὺς δῆθεν ἰσχυρισμοὺς τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης, διὰ τὴν ἰσχυρισθεῖσαν δαπάνην περὶ σιδηροδρόμων δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, μετέβη εἰς θεωρίαν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἤρξατο, Κύριοι, ὁμιλῶν περὶ ταύτης, ὡς ἂν νὰ ἐπρόκειτο συζήτησις, περὶ τοῦ ἂν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πρέπῃ νὰ ἐξακολουθῇ μένουσα ἐν τῷ Κράτει, ἢ πρέπῃ νὰ ἀρθῇ, ὡς νὰ ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ Βουλευταὶ, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀναγκαία. Ἐπὶ τῆς θεωρίας ταύτης διεξοδικῶς ὡμίλησε καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς, οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἔχει καὶ τὰ καλά της, ὑπῆρξε μάλιστα καὶ σχολὴ ἐν Ἀμερικῇ, ἥτις ὑπεστήριζε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς ἀναγκαίαν διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς βιομηχανίας, ὡς ἀναγκαίαν διὰ τὴν προαγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ δημοσίων ἔργων. Καὶ δύναταί τις εὐκόλως νὰ ἀπατηθῇ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ταύτην· ἀλλ’ εἶναι λόγοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ πρῶτον ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν, κατόπιν ὅμως, ἐμβριθῶς ἐξεταζόμενοι, δὲν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὐδόλως συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Παραδείγματος χάριν, ὁ ἔμπορος, ὅστις ἐπρομηθεύθη ποσὸν ἐμπορευμάτων 100,000 δραχ. πρὶν εἰσαχθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο τὸ ὀφείλει, εἰσαγομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν ἐπέλθῃ μεταβολὴ συναλλάγματος 10 ἢ 20%, ἡ ὠφέλεια εἶναι ἄμεσος καὶ καταφανὴς εἰς τὸν ἔμπορον, καθότι τὸ ἐμπόρευμα; τὸ ὁποῖον εἰσάγει εἰς τὸ κατάστημά του, τὸ εἰσήγαγεν ἀντὶ μεταλλικῆς τιμῆς, ἐν τούτοις θὰ τὸ πωλήσῃ εἰς τιμὴν προστιθεμένης τῆς ἀξίας τοῦ συναλλάγματος, θὰ ἦναι δὲ δι’ αὐτὸν ὠφέλεια, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἐκ τῆς πωλήσεως, θὰ πληρώσῃ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἑπομένως ὅλη αὐτὴ ἡ διαφορὰ μένει εἰς ὄφελος αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀνωτέρω ὠφέλεια θὰ μετατραπῇ εἰς ζημίαν, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἂν ὑποθέσωμεν τὸν ἴδιον ἔμπορον, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, προμηθευθέντα ἐμπορεύματα, ὡς τὰ ἐπρομηθεύθη καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὑποχρεούμενον μετὰ τὴν ἄρσιν νὰ ἀποδώσῃ τὸ χρέος εἰς μεταλλικόν. Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν. Ἡ βιομηχανία διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τίθεται εἰς θέσιν προστατευτικὴν ἀπέναντι τῆς ἐξωτερικῆς βιομηχανίας, διότι ἐξακολουθεῖ νὰ παράγῃ μὲ τοὺς ὁποίους παρῆγε καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὅρους, διότι ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων προϊόντων δὲν ἔρχεται εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ παραγωγὴ τῆς βιομηχανίας γίνεται ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐγίνετο καὶ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐπωφελεῖται, συναγωνιζομένη πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, διὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια αὕτη ἐκλείπει, ὡς τὰ πράγματα καὶ ἡ ἐργασία παρακολουθήσωσι τὴν ἔκπτωσιν τοῦ χαρτονομίσματος, καθίσταται δὲ ζημία αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι μετὰ τῆς αὐτῆς βραδύτητος ἐπέρχεται καὶ ἡ πτῶσις τῆς ἀξίας τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων, ὡς καὶ ἡ αὔξησις. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προβῇ εἰς ἀνάπτυξιν θεωρητικὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ναὶ, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὤφειλε νὰ τὸν ἀγάγῃ εἰς τὴν νέαν περὶ ἰσοζυγίου μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἀπεκάλυψεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν μέθοδον τῶν ἠθικῶν ἐλλειμμάτων καὶ ἠθικῶν ἀπολογισμῶν, καὶ νὰ τῷ παράσχῃ τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἑκάστοτε ὑποβάλλῃ αἰτήσεις περὶ δανείων, ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττωσι τοὺς Βουλευτὰς, διότι τὰ δάνεια εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς ὁδηγεῖ· διότι διὰ τῶν δανείων ἀνευρίσκει τὴν ὠφέλειαν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσματος, τὴν ὁποίαν θὰ καταστήσῃ πραγματικὴν διὰ τῆς βαθμιαίας ἀποδόσεως τῶν εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλομένων τραπεζογραμματίων καὶ θὰ θεραπεύσῃ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες ἀποδίδουσιν εἰς τὴν πληθώραν τοῦ χαρτονομίσματος. Καὶ βεβαίως μία τῶν αἰτιῶν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, εἶναι ἡ πληθώρα τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀναγνωρίζουσι πάντες οἱ ἐνδιατρίβοντες εἰς τὰ οἰκονομικὰ, οὐχ ἧττον ὅμως τὴν ἀρχὴν ταύτην ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶμεν, διότι ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα βασίμως ἀποδίδεται ἡ διαφορὰ κυρίως καὶ πρωτίστως εἰς τὴν πληθώραν τοῦ χαρτονομίσματος. Εἰσὶ δὲ ὅσα εὑρίσκονται εἰς ἰσοῤῥοπίαν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, ἢ ὑπερτεροῦσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπέναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι παράγουσι καὶ καταναλίσκουσιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ εἰς ταῦτα βεβαίως, μέχρις οὗ ὑπάρχει ἡ ἀναλογία εἰς τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὰς συναλλαγὰς τοῦ τόπου, διαφορὰ δὲν ὑπάρχει, ἢ εἶναι ἐλαχίστη. Ἀλλ’ ἡ πληθώρα τοῦ χαρτονομίσματος δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ παρ’ ἡμῖν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σύρου, προτιθέμενος νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ βαθμιαία ἐλάττωσις τοῦ χαρτονομίσματος φέρει καὶ τὴν μείωσιν τῆς διαφορᾶς καὶ τὴν πλήρη αὐτῆς ἐξάλειψιν, κατεδείκνυε τὸ ἐναντίον διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅπερ ἐπεκαλεῖτο. Ἀνέφερεν, ὅτι κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 20 ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα, ἅτινα ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ποία διαφορὰ ἐπῆλθε μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ μετάλλου; οὐδεμία, καίτοι εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν ἐξαγωγῆς τοῦ κυρίου τῶν προϊόντων. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἀλλαχοῦ κεῖται ἡ αἰτία. Ἡ κυρία αἰτία παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ, ὅταν δὲ ὑπάρχῃ μεγίστη δυσαναλογία μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται ἑκάστοτε νὰ ἀποστέλλῃ χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων εἰς αὐτὸ, καὶ εἰς ταύτην προστίθεται καὶ ἡ ἐξαγωγὴ 25 περίπου ἑκατομμυρίων διὰ τὴν πληρωμὴν τοκομεριδίων, ἡ ἐλάττωσις εἰς τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ χαρτονομίσματος οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην διαφορὰν θὰ ἐπενέγκῃ, καὶ ἡ θεωρία τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀσπαζομένων τὰς ἰδέας του εἰς κακὸν μόνον δύναται νὰ καταλήξῃ, ἤτοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν μέσων τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀσφαλείας. Ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἰς πᾶσαν διατάραξιν παρέπεται καὶ ἡ διατάραξις αὐτῆς. Πρὸς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι τὴν Ἰταλίαν. Ἐν Ἰταλίᾳ ἡ διαφορὰ συνίστατο κατὰ τὸ 1868 καὶ 1874 εἰς 10%, ἐνῷ κατὰ τὸ 1868 ἐκυκλοφόρει 903,000,000 φράγκων χαρτονόμισμα, τὸ δὲ 1874 1,600,000,000, ἤτοι σχεδὸν τὸ διπλάσιον. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολος, ὡς σᾶς τὴν παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰς ἄλλα Κράτη, οὐ μόνον παρῆλθε πολὺς χρόνος διὰ τὴν ἄρσιν, ἀλλὰ παρῆλθε καὶ χρόνος διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ πλήρης καὶ τακτικὴ κυκλοφορία. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1797 ἀνεστάλησαν διὰ 50 ἡμέρας αἱ πληρωμαὶ, ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν, κατωρθώθη ἡ ἄρσις μόνον κατὰ τὸ 1821.

§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;

§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι εὐρέως συνεζήτησαν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.

§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἠρώτησα, διότι βλέπω, ὅτι διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μου καταναλίσκεται χρόνος.

§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἐρώτησις τοῦ κυρίου Μίληση ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως. Μετὰ δὲ τὴν ἄρσιν ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα ἐπὶ 7 μῆνας προεξώφλει τὰ γραμμάτιά της μὲ 4%, ἐπὶ 6 μῆνας μὲ 2%, καὶ ἐπὶ 24 μῆνας μὲ ½%, καὶ μόνον μετὰ 37 μῆνας ἐπλήρονε τὰ γραμμάτιά της εἰς τὴν ἀξίαν των. Ἡ Ἰταλία, ὅτε ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐφήρμοσεν ἐπὶ πολὺν καιρὸν τὸ Corso legale, ἤτοι ἡμιαναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι σκέπτεται σπουδαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Κράτη, εὑρισκόμενα εἰς πολὺ καλλιτέραν οἰκονομικὴν θέσιν ἡμῶν, ἀποφεύγουσι πρὸς τοῦτο πᾶσαν ἔκτακτον δαπάνην, καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς παραγωγικάς. Ὅτι δὲ δὲν σκέπτεται περὶ τούτου σπουδαίως, σᾶς πείθει, ἅμα λάβητε ἀνὰ χεῖρας οἱονδήποτε σοφὸν οἰκονομολόγον, πραγματευόμενον τὸ ζήτημα τοῦτο. Σᾶς ἀναγινώσκω τὰ περὶ τούτου: «Εἰς τὴν Ἰταλίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν, ἡ διάρκεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὀφείλεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων δημοσίων ἔργων, travaux publics». Καὶ παρακατιόν: «Ὁ θέλων νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὄχι μόνον ἀποφεύγει τὰ δάνεια, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα δημόσια ἔργα». «Ἀλλὰ δυστυχῶς», προσθέτει ὁ συγγραφεύς, «εἶναι ἀσθένεια des hommes d’ Etat actuels, θέλουν νὰ πράττωσι τὰ πάντα διὰ μιᾶς, ἀλλὰ on ne peut cependant concilier des grands travaux publics et le retrait du cours forcé». Ἡ παρασταθεῖσα μέθοδος τῆς ἄρσεως δὲν εἶναι πρωτοφανής, εἶναι μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Γαλλία εὑρίσκετο εἰς ὅλως διάφορον θέσιν. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις προσδιώρισε προθεσμίαν καὶ ποσὸν διδόμενον πρὸς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπέσυρεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ ὑπερβαῖνον χαρτονόμισμα, ἡ δὲ ἀνωτέρα ἐξαγωγὴ ἐπήρκει πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος. Ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα δὲν εὑρίσκετο εἰς ἣν θέσιν ἡ ἡμετέρα Τράπεζα, ἡ ὁποία κατέστη ὁ δανειστὴς καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου. Ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα ἦτο ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τοῦ Κράτους, τὸ δὲ χαρτονόμισμά της δὲν ὑπετιμήθη πλέον τῶν 3%. Ἀλλ’ ἡμεῖς περισσεύματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δυνάμενα εἰς τὸ διάστημα τῆς τετραετίας νὰ φέρωσι τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους τῶν τραπεζογραμματίων, δὲν ἔχομεν, ἡ δὲ ἐλάττωσις αὐτῶν δὲν θὰ φέρῃ ἐπαισθητὴν ἔκπτωσιν τοῦ συναλλάγματος. Εἰς τί δὲ ἀπέβλεπεν ὅλη ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς καὶ περὶ διαφορᾶς νομίσματος; Εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἢ πῶς νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ ὁμολογήσῃ, καὶ τὴν μὴ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1887 καταχώρισιν αὐτοῦ. Καὶ πρὸς τοῦτο ἐξέθεσεν, ὅτι πρῶτον, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἐποχὴν τῆς ἄρσεως, ἐὰν ἡ ἐποχὴ αὕτη ἔσεται μετὰ τέσσαρα ἔτη, ἐὰν τὴν θεωρήσωμεν μάλιστα ὡς ἀρθεῖσαν κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος, τότε τὸ τραπεζογραμμάτιον θὰ ἦναι ἴσον μὲ τὸν χρυσὸν, ἐπιστρέφομεν τὰ συναπτόμενα δάνεια διὰ χαρτονομίσματος, καὶ οὕτως ὠφελούμεθα τῆς διαφορᾶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ καθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμούς· ἐὰν δὲ δὲν τὸ κατορθώσωμεν, ἡ ὅλη διαφορὰ θὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ, ἐνῷ αἱ σημεριναὶ χρήσεις βαρύνονται ἐν τούτοις ἠθικῶς! Ἐὰν ὅθεν σπουδαιολογοῦντες δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε τοιαύτην θεωρίαν, ἐὰν δύνασθε νὰ ἀποδεχθῆτε τὰ λογιστικὰ καὶ πραγματικὰ ἰσοζύγια, τοὺς πραγματικοὺς καὶ ἠθικοὺς Προϋπολογισμούς, τὰ περισσεύματα τὰ πραγματικὰ καὶ τὰ περισσεύματα τὰ ἠθικὰ, τότε βεβαίως διὰ τοιούτων σοφιστικῶν διακρίσεων δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ τότε θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ θεωρήσητε ὡς βέβαιον, ὅτι μετὰ 4 ἔτη θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅτι κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος τὸ Κράτος θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδώσῃ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον συνομολογεῖ, διὰ περισσεύματος καὶ ὄχι δι’ ἄλλων δανείων, καὶ προσέτι, ὅτι θὰ διαμένῃ διαρκῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δανειστὰς πάντοτε προθύμους νὰ δανείζωσιν αὐτὸν, μὲ εἰρήνην Εὐρωπαϊκὴν καὶ ἐσοδείας ἀφθόνους καὶ τὴν εὐμάρειαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὑποθέσεις τοιαῦται, προκειμένου περὶ ἀπολογισμῶν, περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται εἰς τὰ Κοινοβούλια, οὐδὲ νὰ ἀνέχωνται αὐτὰς οἱ Βουλευταί.

§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 8 ἡ ὥρα, εἴμεθα ἀπὸ τὰς τρεῖς ἐδῶ.

§46ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολήν.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).

§48ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία;

§49ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρότασις περὶ ἀναβολῆς νομίζω, ὅτι ἐγένετο.

§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἦναι πρότασις περὶ ἀναβολῆς, πρέπει νὰ ἐγερθῶσι δέκα.

§51ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα περισσότεροι τῶν δέκα βεβαίως.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Κρίσπη).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 79. Ἐκ τούτων 73 εἶπον Ναὶ καὶ 6 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν διὰ ψήφων 73 κατὰ 6. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τρίτος, Κύριοι, ὑποστηρίξας τὸ ἄρτιον τοῦ ὑποβληθέντος Ἀπολογισμοῦ εἶναι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἠκολούθησε τὴν θεωρίαν τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων, ἀπ’ ἐναντίας ἐτράπη ἀντίθετον ὁδὸν, οὐδὲ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀπεδέχθη μὲν τὴν γενομένην παρ’ αὐτοῦ διάκρισιν τῶν ἠθικῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἠθικῶν ἐλλειμμάτων καὶ περισσευμάτων, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς εὐχερείας, μεθ’ ἧς ἐπικαλεῖται καὶ μεταχειρίζεται τοὺς ἀριθμοὺς, κατώρθωσε τὸ ἠθικὸν ἔλλειμμα νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς ἓν καὶ μόνον περίπου ἑκατομμύριον. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν γενομένων παρ’ αὐτοῦ λογαριασμῶν· ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀντιπαρέταξαν τοὺς ἀριθμούς, διὰ τῶν ὁποίων καταδεικνύεται εἰς πόσον τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἦλθεν ἐφωδιασμένος ἐκτὸς τῶν πειστηρίων ἐγγράφων καὶ πινάκων, τῶν τεθέντων εἰς χρῆσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ μὲ ἰδιαίτερα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε, σύρων ἀπὸ τὸ θυλάκιόν του, ἐπεκαλεῖτο πρὸς διάψευσιν τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων, οἵτινες διενεμήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς Βουλευτάς, ὅπως κρίνωσιν ἐπὶ τῶν ὑποστηριζομένων ὑπ’ αὐτῆς ὑπολογισμῶν καὶ πραγμάτων· ἀλλὰ τοιούτων πιστοποιητικῶν ἡμεῖς στερούμεθα. Ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος; Βεβαίως καὶ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἰσχυρισθῇ μόνον, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἀλλὰ νὰ ἀποδείξῃ συνάμα καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος· τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ὑποχρεοῦται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν μέσων μόνον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἕνεκα τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος προὐκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰπὼν πρὸς αὐτήν: δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ὀφείλετε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσιν ὡς ἡ Κυβέρνησις παριστᾷ, νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ λάβητε τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην μας, βεβαίως θὰ διωρίζομεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ εἰς τὸ Λογιστήριον καὶ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα πειστήρια. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ, εἰ μὴ τότε μόνον, ὅταν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διαδεχθῇ ἄλλη Κυβέρνησις, ὅταν αὐτὸς ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος σήμερον κατέστρωσε τὸν εἰκονικὸν Ἀπολογισμὸν, δώσῃ εἰς τὸν διάδοχον τὸν ἀληθῆ Ἀπολογισμὸν. Ὥστε ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσωμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ ζήτημα, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐλύθη, διότι ὡμολογήθη, ὅτι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δανείων, ὅπερ ἀποτελεῖ δαπάνην τακτικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βαρύνουσαν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ δαπάνη αὕτη ἐπληρώθη δι’ ἐκτάκτων πόρων, πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν δαπάνην κανονικῶς καὶ λογικῶς νὰ μεταφέρῃ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ παρασχόντες τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς ἔκτακτοι πόροι πρόκειται νὰ καταβληθῶσιν; Ἡ ἀπόδειξις λοιπὸν τοῦ ἐλλείμματος ὑπάρχει πλήρης. Λογιστικὸν ἰσοζύγιον δὲν κατωρθώθη, δι’ οὓς λόγους εἶχεν ἐκθέσει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Τότε ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Οἱ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντες εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοὶ ἦσαν εἰκονικοί, ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐγὼ ἐγκαταλείπων, θὰ ὑποβάλλω ἀληθεῖς Προϋπολογισμούς». Διὰ ν’ ἀποδείξῃ δὲ, ὅτι ἀληθὴς Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ τοῦ 1887, ἔλαβε τὸ ἔτος 1886· προσέθετο μάλιστα, ὅτι, θέλων νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ὑπολογίζει λαμβάνων τοὺς κατωτάτους ὅρους. Καὶ τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἔλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε συνέτασσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887· καὶ μολονότι ἔλαβε τοὺς κατωτάτους ὅρους, ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων εἰς 94,000,000. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν 94,000,000 αὐτῶν καὶ τῶν βεβαιωθέντων ὑπάρχει διαφορὰ 5½ περίπου ἑκατομμυρίων. Πόθεν προέκυψεν ἡ διαφορὰ αὕτη; Ἐκ τοῦ ὅτι, μολονότι ἔλαβε τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ 1886, μολονότι προσέθηκε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβαζε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 εἰς 94,000,000, οὐχ ἧττον ὅμως οἱ φόροι δὲν ἀπέφερον οὔτε κατὰ τὴν βεβαίωσιν τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι κατὰ τὸ 1887 θὰ ἐπιτύχῃ οὐ μόνον ἰσοζύγιον λογιστικὸν, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, διότι, λαμβάνων ὡς βάσιν τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ ἔτους 1886, ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἦτο ἀποκεκλεισμένον καὶ ὑπεβλήθη εἰς περιστάσεις τοσοῦτον ὀδυνηρὰς, ὤφειλε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης βάσεως θὰ ὦσι πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπολογιζομένων. Ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀπολαύσωμεν ἐκ τῶν φόρων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσετίθετο, διότι, ἐὰν οἱ φόροι ἀποδώσωσι τοσοῦτον μόνον, ὅσον ὁ προστεθεὶς φόρος, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ φόροι ἀπέφερον τὸ ὅλον ποσὸν, διότι, διὰ νὰ ἀνταποκρίνωνται αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου πρὸς τοὺς φόρους, πρέπει συνάμα μετὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ βαθμιαία ἐπαύξησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐκεῖ, ὅπου οἱ φόροι δὲν καταπονοῦσι τὸν τόπον. Καὶ τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, καὶ τοιοῦτον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἐπιτευχθέν. Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους 1887 παρουσιάζει τοιαῦτα ἔσοδα; Ἡ πώλησις, Κύριοι, ἐφοδίων, ἡ ὁποία ἀπέφερεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 1,013,197 δραχμὰς, εἶναι πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ἀπέδωσαν οἱ φόροι; εἶναι πρόσοδος, τὴν ὁποίαν κατέβαλον οἱ φορολογούμενοι διὰ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως; ἢ εἶναι πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρομηθεύθη διὰ τῆς πωλήσεως τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθησαν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἰς τὸ Κράτος; Καὶ βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πωλήσῃ οὐ μόνον τὰς προμηθείας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πράγματα, ἐὰν π. χ. ἀποφασίσῃ τὴν πώλησιν μερικῶν ἀρχαιοτήτων, τὸ ποσὸν θ’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποδείξῃ καὶ τὴν εὐπορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐκ τοῦ αὐτοῦ ὑλικοῦ ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 1,500,000, καὶ ἑπομένως, ἀντὶ ἡ στήλη τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ παριστᾷ δαπάνας ἀνωτέρας κατὰ 1,500,000, παριστᾷ δαπάνας κατωτέρας κατὰ τὸ ἀνωτέρω ποσόν. Ἐὰν δὲν εἶχε τὸν ἔκτακτον τοῦτον πόρον, τί ἤθελε πράξει; ἤθελεν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ του ἀφ’ ἑνὸς μὲν παραστήσει ἔσοδα κατὰ 1,013,197 δρ. κατώτερα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔξοδα κατὰ 1,500,000 ἀνώτερα, ἤτοι διαφορὰν εἰς τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον του ἐκ δρ. 2,513,197, ἡ ὁποία, προκειμένου περὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, ἀποτελεῖ καθαρὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα. Εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν παρατηρεῖται καὶ ἕτερον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐσόδων, τῶν ἐκ τῆς φορολογίας προερχομένων, διότι δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν φόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1887· τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ προσωρινῶν δόσεων φυτειῶν καὶ γαιῶν καὶ ἐκ τῆς καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων· ὡς ἐκ τῶν καταθλιπτικῶν δὲ μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1887 πλέον τοῦ ὅ,τι εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1886, ἐκ μὲν τοῦ πρώτου 492,550, ἐκ δὲ τοῦ δευτέρου 1,187,215, ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος σᾶς κατέδειξε καὶ πόσον μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἤτοι 800 ἐπὶ τρεῖς μῆνας, δηλαδὴ 3,200 κατ’ ἔτος, ἀριθμὸς, ὅστις, κατὰ τὰς πρεσβευομένας ἀρχὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν διπλασιασθῇ, θὰ αὐξήσῃ τὴν πρόσοδον καὶ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ καὶ τοῦτο δεικνύει τὰς δυνάμεις τῶν φορολογουμένων. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν διαφοράν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, ἐκ δραχμῶν 5,186,993, ἔχομεν τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων ἐξ ἑτέρων 5,160,000, ποσὰ, ἃ ὀφείλουσι νὰ ληφθῶσι ὑπ’ ὄψει, προκειμένου νὰ σκεφθῇ τις περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ μὴ τάχα αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν αὔξησιν, τὴν δεικνύουσαν τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ τόπου, ὅταν λέγῃ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τοῦ 1888 βαίνουσι πρὸς τὸ αὐτὸ σημεῖον τοῦ 1887, καὶ ἂν ἐξακολουθήσωμεν μέχρι τέλους, θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1887; δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ βαθμιαία αὔξησις τῆς προσόδου, τῆς μόνης ἀποδεικνυούσης τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀκριβὴς ἡ τοιαύτη ἐλπὶς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύει, ὅτι ἤρχισεν ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους νὰ σταματᾷ· ἀλλὰ τοῦτο καταδεικνύει τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας καὶ τὴν βεβαιότητα τῶν ἐλλειμμάτων, ὡς ἐκ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων. Διεξοδικῶς ὡμίλησε καὶ διὰ τῶν ἀριθμῶν κατέδειξεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁποία ἡ διαφορὰ τῆς εἰσαγωγῆς μεταξὺ προηγουμένων ἐτῶν καὶ τοῦ 1887, ἰδίως διαφορὰ τοσοῦτον σπουδαία, ὥστε οὐδεμία ἄλλη ἐξήγησις δύναται νὰ δοθῇ, εἰμή, ὅτι, ὅ,τι ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπραγματοποιήθη δυστυχῶς ταχύτερον, ἢ ὅσον ἐνόμιζέ τις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι ἡ καταπόνησις δὲν ἤθελε φανῆ ἐξ ἀρχῆς, διότι αἱ οἰκονομίαι τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἡ εὐχέρεια πρὸς ἐπιτυχίαν πόρων κατὰ πρώτην φορὰν θὰ ἦσαν ἱκαναὶ νὰ συντηρήσωσι τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ ὅμως ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος κατέπεσε σπουδαίως ἡ εἰσαγωγή. Ἐκ τοῦ διανεμηθέντος πίνακος προκύπτει ὡς πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα εἴδη τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως ἡ σπουδαία ἐλάττωσις κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1885, 1886 καὶ 1887· καὶ καφὲς μὲν εἰσήχθη τὸ 1884 ὀκάδες 1,306,593, τὸ δὲ 1887 ὀκάδες 1,004,628, ζάκχαρις δὲ, τὸ 1884 ὀκάδες 6,757,904, τὸ δὲ 1887 ὀκ. 4,258,111. Ποία δὲ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1887 ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου; Ἔχομεν νόμον περὶ λαθρεμπορίου δρακόντειον, ἐπιφέροντα τὴν καταστροφὴν τοῦ λαθρεμπόρου, καὶ ὅμως βλέπομεν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τὴν σπουδαίαν ταύτην διαφοράν. Τί δεικνύει τοῦτο; Ζητεῖτε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν περὶ τῆς καταπονήσεως τῆς χώρας, καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ μεγάλοι φόροι δὲν φέρουσι καὶ ἀναλόγους προσόδους; Ἀλλ’ οὐ μόνον προκύπτει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ 1888. Ἀκούσατε δὲ εἰς ποῖα εἴδη παρατηρεῖται ἡ διαφορὰ αὕτη. Ἀφίνω τὴν ζάκχαριν, διὰ τὴν διένεξιν τοῦ κύρους μεταξὺ στατιστικῆς, διανεμηθείσης, ἵνα μελετήσωμεν οἱ Βουλευταὶ, καὶ τοῦ πιστοποιητικοῦ, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ προβαίνω εἰς τὰ λοιπὰ εἴδη. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου εἰσήχθησαν ἰχθῦς παρεσκευασμένοι ἀξίας, κατὰ τὸ 1887 δρ. 2,258,361, τὸ δὲ 1888 δρ. 2,093,200. Ὄρυζα, τὸ 1887 δρ. 1,658,559, τὸ 1888 δρ. 1,536,012. Ζῷα, τὸ 1887 δρ. 1.564,871, τὸ δὲ 1888 δρ. 1,258,938. Χαδιάριον κόκκινον καὶ μὴ, τὸ 1887 δρ. 718,325, τὸ δὲ 1888 δρ. 495,582. Βούτυρον, τὸ 1887 δρ. 213,856, τὸ δὲ 1888 178,876. Τυρὸς ἐν γένει, τὸ 1887 δρ. 226,208, τὸ δὲ 1888 152,743. Διάφορα ἀποικιακὰ, τὸ 1887 δραχ. 475,738, τὸ δὲ 1888 δραχ. 206,511. Διάφορα τὸ μὲν 1887 δραχ. 4,555,329, τὸ δὲ 1888 δραχ. 3,533,479. Εἰς δὲ τὸ σύνολον παρατηρεῖται ἡ διαφορὰ, ἥτις κατέστη διάσημος, διότι ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς τὴν ἀπέδωκεν εἰς τὴν συγκομιδὴν τῶν σιτηρῶν τοῦ 1888, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἄρχεται τὴν 1 Ἰανουαρίου, ὁ δὲ βουλευτὴς Φθιώτιδος εἰς τὴν πρόβλεψιν ἐμπόρων ἐπὶ τῆς νέας ἐσοδείας, ἥτις ὤφειλε νὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὸν Ἰούλιον. Τὸ σπουδαῖον τῆς διαφορᾶς ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν δὲν ἀνευρίσκω τόσον εἰς τὴν ἀξίαν, ὅσον εἰς τὰ εἴδη, ἐφ’ ὧν ἐπῆλθεν ἡ διαφορὰ, διότι εἰσὶν ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων εἰς τὴν τροφὴν καὶ ἐκ τῶν ἀφορώντων κυρίως εἰς τὴν μεσαίαν καὶ τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἂν δὲ παρατηρῆται τοιαύτη ἐλάττωσις μεταξὺ τῶν 1887 καὶ 1888 εἰς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν παραγωγὸν τάξιν, τὴν παρέχουσαν τοὺς φόρους, δὲν παρέχεται ἀναμφίλεκτος ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς στερήσεως τῶν ἀναγκαιοτάτων;

§55ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἕως πότε θὰ περιμένωμεν; εἶναι ἀργά.

§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι κουρασμένος· διότι ἀπὸ τὰς 2 ἐργάζομαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§57ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂν θέλητε νὰ ματαιώνωμεν τὰς συνεδριάσεις, τοῦτο μᾶς εἶναι εὔκολον.

§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἀπαρτία· παρόντες 83. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βαλσαμάκη.

§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοιοῦτον ἀποδεικνύεται τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, τὸ ἀναγγελθὲν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύεται κίβδηλον ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀποδεικνύεται ἀποτυχὸν ὡς πρὸς τὰς βάσεις, ἃς αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς ἔθεσεν· ὅ,τι δὲ σήμερον ἀποδεικνύεται πασιφανῶς, ὑπεστήριξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί ἔλεγον τότε, προκειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ τί μοὶ ἀπήντα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν παράγονται εἰς τὸν τόπον. Ἔλεγον λοιπὸν τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι προὐτίμησε νὰ βαρύνῃ τινὰ ἐκ τῶν τοιούτων εἰδῶν, ἀλλὰ διότι τὰ ἐβάρυνε. Δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι καὶ ἡ εἴσπραξις θὰ παρακολουθήσῃ τοὺς ἀριθμούς; ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς ὑπερτέρησε. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ κανόνα ἡ ἐλάττωσις δὲν ἐπέρχεται ἀμέσως, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. ΤΡΙ-ΚΟΥΠΗΣ. Τοιοῦτος κανὼν δὲν ὑπάρχει. ΒΑΛΣΑΜΑ-ΚΗΣ. Τοιοῦτος κανὼν εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρ’ οὐδενός. ΒΑΛ-ΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λείψω τοὺς λόγους μου νὰ τοὺς βεβαιώσω διὰ τῶν συγγραφέων ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὑμεῖς δημοσιεύσητε σύγγραμμα, θὰ περιέχηται μόνον ἐν αὐτῷ. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν εἰδῶν φέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως. ΔΡΑ-ΓΟΥΜΗΣ. Ἀπεδείχθη τὸ ἐναντίον...»

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε καλῶς, ὅτι ταῦτα δὲν ἀνεγράφησαν ὀρθῶς· ὅ,τι διέψευσα τότε εἶναι τὸ ἑξῆς: εἴχετε εἰπεῖ, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐπιβολῆς φόρου τινὸς ἐπέρχεται αὔξησις προσόδου, κατόπιν δ’ ἐπέρχεται ἐλάττωσις. Ἐγὼ δὲ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως εἶχον διαψεύσει. Κακῶς δ’ ἡ διάψευσις ἐνοήθη περὶ τῆς ὅλης προτάσεως. Ἐν ταῖς διακοπαῖς ἐπέρχονται πολλάκις συγχύσεις καὶ παρεννοήσεις, καὶ δὲν ἀναγράφονται ἀκριβῶς τὰ λεγόμενα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἐπέρχεται πάντοτε αὔξησις προσόδου, ἐξ ἐναντίας κατόπιν προσθήκης νέου φόρου ἐπέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐλάττωσις προσόδου εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισα, ὅτι εἴπετε ὑμεῖς, ὅτι ἐπὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου ἐπέρχεται αὔξησις προσόδου κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, κατόπιν δὲ μόνον γίνεται ἐπαισθητὴ ἡ ἐλάττωσις. Τοῦτο ἐγὼ ἠρνήθην καὶ οὐδὲν ἄλλο.

§63ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ διηυκρίνησα τί εἶπον ἔκτοτε.

§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπεχρεώθην τότε εἰς δευτέραν συζήτησιν νὰ φέρω καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τοὺς συγγραφεῖς καὶ νὰ καταδείξω τὸ ἐσφαλμένον τῆς τοιαύτης γνώμης, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ, εἶπεν, ὅτι μόνον, ὅταν ἐγὼ γράψω, τότε θ’ ἀναγραφῇ τοιοῦτος κανὼν, ὑπεχρεώθην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὸ σύγγραμμα, ἤτοι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεγράφετο τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ ὅμως οὐδεμία ἀναίρεσις ἐγένετο. Τότε σᾶς ἔλεγαν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ κοινὴ ἀριθμητικὴ, ἥτις διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴν τὴν τελωνειακὴν, διότι κατὰ ταύτην πολλάκις ἡ προσθήκη δύο καὶ δύο δὲν φέρει εἰς τέσσαρα, ἀλλὰ εἰς 3½ καὶ 2½, καὶ ὑπεστήριζον, ὅτι, ἂν οἱ φόροι ἦναι βαρεῖς καὶ δὲν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, βεβαίως δὲν θὰ λάβητε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζετε, καὶ ἑπομένως, καίτοι στηρίζεσθε εἰς Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐβασίσθη εἰς τοὺς κατωτάτους ὅρους Προϋπολογισμοῦ ἔτους δυστυχοῦς διὰ τὸν τόπον, οὐχ ἧττον ὅμως προσθήκη τῶν 22 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπολογίζετε, δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἡ εἴσπραξις δὲν θὰ ἀνταποκριθῇ. Καὶ τί ἄλλο ἀποδεικνύεται ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως; Ἀπεδείχθη τὸ ἰσοζύγιον ὡς λογιστικόν; Σεῖς ὡμολογήσατε τὸ ἔλλειμμα. Ἀπεδείχθη ἰσοζύγιον πραγματικόν; Ἀλλὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων, ἡ προσθήκη εἰς τὰς προσόδους τοῦ Κράτους τῶν ἐκτάκτων προσόδων, ἡ μαθηματικὴ ἀπόδειξις τῆς καταπονήσεως τῆς χώρας, ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον. Τί ἄλλο ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε; καὶ ἂν ταῦτα ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, τίς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ; Ἂν δὲ εὑρίσκηται ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἀληθείᾳ, θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἐπαγγελίας σας, καὶ κατὰ τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος νὰ ὁμολογήσωμεν μάλιστα, ὅτι ἔσφαλεν ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὸν τόπον ἡ διάγνωσίς της, καὶ ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἐπιτυχία εἰς τὸ σύστημά σας, ἀπέναντι τοῦ προφανοῦς ναυαγίου, τὸ ὁποῖον καταδεικνύεται, ὅπερ δυστυχῶς ἐπῆλθε κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἐνῷ οὐδεὶς ἐφαντάζετο νὰ τὸ αἰσθανθῇ ὁ τόπος εὐθὺς, ὡς ἐφηρμόζετο; Ἢ θέλετε νὰ θαυμάσωμεν τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μᾶς ἐκάλει, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὄνοι, τιμηθέντες διὰ τῆς φορολογίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔλαβον καὶ αὐτοὶ προαγωγήν; Ἀλλοίμονον δὲ, ἂν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ἀνεφαίνετο εὐθὺς ἀμέσως ἡ καταπόνησις εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Αἱ ἄμπελοι, αἱ σταφιδάμπελοι, τὰ ἐλαιόδενδρα ὑπάρχουσι καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ παράγωσιν, ὅσην δὲ καὶ ἂν ἐπιβάλλητε φορολογίαν, δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ κτῆμά του, καὶ ὁ γεωργὸς τὴν ἐργασίαν του, διότι πόθεν ἄλλοθεν ἐλπίζει νὰ ἀποκτήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῇν; Καὶ τὸ ἐρχόμενον ἔτος θὰ καλλιεργηθῇ καὶ ἡ ἄμπελος καὶ πᾶν ἄλλο κτῆμα ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ εἶδος καὶ ἀπὸ τὴν τελειότητα τῆς καλλιεργείας· ἐκεῖ μάλιστα, ὅπου διὰ τῆς καλλιεργείας, καὶ ἡ γῆ ἐξαντλεῖται, ἂν δὲν ἀναπληρωθῇ ἡ ἐξαντλουμένη γονιμότης διὰ λιπασμάτων καὶ ἐκτάκτου καλλιεργείας, ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ καταπίπτει. Ἂν τὸ 1887 οἱ φορολογικοί σας νόμοι ἠδυνήθησαν ἐν μέρει νὰ ἀνταποκριθῶσι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσοδειῶν τοῦ 1886 καὶ 1887, διότι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἦτο ἄφθονος ἡ παραγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ μεγάλη ἡ ζήτησις αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴνου, ταῦτα δὲ πάντα ἔδωσαν ζωὴν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ τί λέγετε σήμερον περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ὄχι μόνον κατέπεσεν εἰς τὸ ⅓ τῆς τιμῆς, ἀλλ’ εὑρίσκεται καὶ εἰς πλήρη ἀζητησίαν; Εἶσθε ξένοι τοῦ τόπου, Κύριοι, καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ γεωργὸς, ὁ βιομήχανος κτλ. ἐπαρκεῖ συνήθως εἰς τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας, εἰς δὲ τὰς καλὰς ἐσοδείας περισσεύουν εἰς αὐτὸν ὀλίγα χρήματα, διὰ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματός του, εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῆς οἰκίας του κτλ. Ὅταν δὲ ταῦτα πάντα τὰ ἀφαιρῇ τὸ Κράτος κατὰ τὰς καλὰς ἐσοδείας, τί θὰ μείνῃ εἰς τὸν γεωργὸν κατὰ τὰς ἐσοδείας ἐκείνας, καθ’ ἃς εἴτε ἀποτυγχάνει, εἴτε περιέρχεται τὸ προϊόν του εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν; Τί μένει λοιπὸν ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς εὐαρέστου ἐπαγγελίας τῶν λογιστικῶν καὶ πραγματικῶν ἰσοζυγίων, τῶν ἠθικῶν ἐλλειμμάτων καὶ περισσευμάτων, καὶ τῆς εὐδαιμονίας τοῦ τόπου; Μένει ἀπολογισμὸς κίβδηλος, καταδεικνύων τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας, μένει τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον, ἀναγγελθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τότε καὶ νῦν διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τοῦ τηλεγράφου, ἔκρουσε τὰς θύρας καὶ τῆς τελευταίας καλύβης τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀφίνει δυστυχῶς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπιδιώκοντα αὐτὸ ὡς φάσμα, τὸ ὁποῖον διαῤῥέει ἀπὸ τὰς χεῖράς του τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει, ὅτι τὸ συνέλαβε καὶ τὸ κρατεῖ. Τὰ συγχαρητήριά μας ἐπεθύμησεν ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος. Ναί, ἐπεθύμει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυνηθῇ εἰλικρινῶς νὰ συγχαρῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπεθύμει νὰ συναντήσῃ ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναγγέλλουσαν τῷ ὄντι εἰς αὐτὴν ἰσοζύγιον καὶ ἠδύνατο, Κύριοι, νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτήν, καὶ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἀλλὰ δυστυχῶς προὐτίμησε τὴν ἐπιδεικτικὴν πολιτικήν, ἀπέβλεψεν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἐλησμόνησε τοὺς ἐντὸς τοῦ Κράτους εὑρισκομένους. Ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἔπαινον τῆς ἔξω Ἑλλάδος, ἀδιαφορῶν διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀδιαφορῶν ἂν πάσχῃ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ἀδιαφορῶν ἂν χρεωκοπῇ ὁ ἔμπορος, ἀδιαφορῶν ἂν δεσμεύηται ὁ βιομήχανος, ἀρκεῖ μόνον οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενοι νὰ εὑρίσκωσιν αὐτὸν σχεδιάζοντα τὰ μεγάλα ἔργα. Ὀφείλει ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ συγχαρῇ καὶ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτῆς καὶ πεισθεῖσα ἠκολούθησε κατὰ μέγα μέρος τὰς γνώμας της. Ἔθεσεν ὡς βάσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς συστήματος τὰς οἰκονομίας, καὶ τὰς οἰκονομίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἠσπάσθη. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσητε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις, πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἐπεκαλέσθη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ παρέβαλεν αὐτὸν πρὸς τὸν τοῦ 1887, καὶ ὡμολόγησε ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ Τρικούπη τοῦ 1884 καὶ Τρικούπη τοῦ 1885, 15 ἢ 12 ἑκατομμυρίων διαφορά. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ὀφείλωμεν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠσπάσθη τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ εὐχαριστήσητε ἡμᾶς, διότι κατηναγκάσαμεν αὐτὴν εἰς τοῦτο. Εἴπομεν, Κύριοι, τότε, ὅτι τὰς οἰκονομίας ὀφείλει ἰδίως νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀντέτασσε: «Λησμονεῖτε τὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους; Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἦναι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἵνα ἀντιπαραταχθῇ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν;» Ταῦτα δὲ λέγων ἐλησμόνει τί ἄλλοτε ὑπεστήριξεν: ὅτι τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν· τοῦ τὸ ἀνέμνησεν ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ἀτελῶς, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόει, σὺν τῇ οἰκονομίᾳ, νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας· διότι, ἐνῷ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Κράτος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε Πρωσσικὸν οὔτε Γαλλικὸν στρατὸν, ἀντὶ νὰ ἀπομιμῆται τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὤφειλε νὰ περιορίζηται εἰς τὸν κύκλον τὸν ἰδικόν μας καὶ νὰ συμβιβάσῃ τὴν διοργάνωσιν τῆς χώρας μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει, καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ἀλλὰ μὴ τάχα ἐσώθη τι ἐκ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὡς στρατὸν προβαίνοντα ἐν εὐρωστίᾳ καὶ πειθαρχίᾳ; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις στρατιωτικὸς, ὅπως διαγνώσῃ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ὁ στρατός μας; ὅπως πεισθῇ, ὅτι ὁ στρατιώτης ὁ γυμναζόμενος ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὁ στελλόμενος νὰ εἰσπράξῃ φόρους, ὄχι μόνον δὲν γίνεται στρατιώτης, ἀλλὰ καθίσταται ἀνήθικον ὄργανον τῆς κοινωνίας, διότι ὑποχρεοῦται σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐλαττωμάτων του; Καὶ ὅμως, ἐνῷ στρατὸν δὲν ἔχομεν, ἔχομεν ὅμως στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος βαρύνει τὴν Πολιτείαν δεινῶς· αἱ ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ διατάξεις εἶναι δρακόντειοι, καταστρέφουσαι πολλὰς οἰκογενείας. Συνεβούλευσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου, καὶ τὴν συμβουλὴν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διδομένην εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις διέπραττε πρᾶξιν, δυναμένην νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις χρεωκοπίας, τὴν ἀσπάζεται, τὴν ἐφαρμόζει, ἀλλ’ εἰς ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν ἐσκόπει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ὡμίλησε περὶ ἀναστολῆς καὶ οὐχὶ καταργήσεως. Ἐνῷ δὲ ταῦτα πράττει, διαδίδει διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν αὑτοῦ ὀργάνων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις συμβουλεύει τὴν χρεωκοπίαν, καὶ ἐξακολουθεῖ συκοφαντῶν ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγγέλλει ἀνερυθριάστως, ὅτι ὑπὸ τὴν κυβέρνησίν του τὸ ἐμπόριον προάγεται, ἡ βιομηχανία προκόπτει, ἡ γεωργία προοδεύει, ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως, ἡ ἀσφάλεια εἶναι πλήρης, ὁ δὲ λαὸς εὐπορεῖ καὶ ταχέως θέλει δρέψει τὰ μέγιστα ἀγαθὰ τῆς εὐπορίας του. Ἀλλ’ οἱ φόροι, Κύριοι, κατὰ κανόνα ὑπερτιμῶσι τὴν ἐργασίαν, ἡ δὲ ὑπερτίμησις τῆς ἐργασίας βαρύνει τὴν παραγωγήν, ἥτις ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας· οἱ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι, ὡς ἐκ τῶν πολυπλόκων διατυπώσεων, ὡς ἐκ τῶν τύπων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλουσι τοὺς παραγωγούς, φέρουσι πρόσκομμα εἰς τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐμποδίζουσι τὴν πρόοδον. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ γεωργία ἀπαιτοῦσιν ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων. Πῶς δύνανται νὰ προκόψωσι ταῦτα πάντα, ἐνῷ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐσκέφθη, οὐδὲ σκέπτεται περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; Ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεψε καὶ ἓν καὶ μόνον ἐπεδίωξε: φορολογίαν. Ὅλη ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ μίαν ὤθησιν ἔλαβε, πάντες μετεβλήθησαν εἰς εἰσπράκτορας καὶ εἰς τελωνοφύλακας, καὶ αὐτοὶ οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταί. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη; Ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων μας; Δὲν συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν καχεξίαν μέσον, τὸ ὁποῖον ἤγαγε καὶ ὁσημέραι ἄγει εἰς τὴν παραλυσίαν; Διὰ τοῦ νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς δικαιοσύνης μέλη χρήσιμα διὰ τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς, καὶ συνάμα παρέχεται κυβερνητικὸν δέλεαρ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ τὰ μέγιστα ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν. Εἶναι θαυμάσιον τῷ ὄντι, ν’ ἀπαντᾷ τις ἀδαμαντίνους χαρακτῆρας μεταξὺ τῶν δικαστῶν μας, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι τοὺς θέλομεν ἐργαζομένους ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τοῖς ἀρνούμεθα τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως· ὁ μισθὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς, ἐνῷ σήμερον, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς φορολογίας καὶ ἐπαυξήσεως τῶν ἀναγκῶν, ἠλαττώθη κατὰ 50%. Ἐφροντίσατε, Κύριοι, διὰ τὴν δικαιοσύνην; Εἴπετε, τί μέχρι τοῦδε δι’ αὐτὴν ἐπράξατε; ποία εἶναι ἡ ἐργασία σας, ἡ μελέτη σας; Ἐφροντίσατε περὶ παιδείας; Ἐφροντίσατε μόνον τίνι τρόπῳ νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ τὸ μικρὸν βοήθημα, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτούς, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι πρόκειται νὰ βοηθήσητε τοὺς δήμους, ἀναλαμβάνοντες τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφαιρεῖτε κατόπιν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων, ὅπως τοιουτοτρόπως κατορθώσητε διὰ μόνης τῆς δαπάνης τῶν δήμων νὰ συντηρήσητε αὐτήν. Ἐφροντίσατε περὶ ἀσφαλείας; Κατηργήσατε τὴν χωροφυλακήν, χάριν οἰκονομίας, —καὶ ἐὰν κακῶς ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὑπῆρχεν ὅμως ἀσφάλειά τις ἐν τῷ τόπῳ, —διότι παρίστατο ἡ δημοσία δύναμις καταστέλλουσα τοὺς κακοποιοὺς, ἀντικατεστήσατε δὲ αὐτὴν διὰ τῶν νεοσυλλέκτων, τοὺς ὁποίους ἀποσπᾶτε, ἀγνοοῦντας τί ἐστὶν ὑπηρεσία καὶ καθῆκον, διὰ νὰ πιέσωσι καὶ φορολογήσωσιν. Ἐφροντίσατε ὅμως διὰ τὴν διοίκησιν, διότι λειτουργεῖ ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως δὲν εἶναι πλέον ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῆς φατρίας, καὶ ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τοιαῦται εἶναι αἱ ὁδηγίαι, αἱ διδόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἤκουσα ὑπάλληλον ἀνώτατον, ἀναλαμβάνοντα τὴν διοίκησιν νομοῦ, νὰ λέγῃ παῤῥησίᾳ, ὅτι ἐστάλη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν Α ἢ τὸν Β· ἡ ὅλη δὲ φροντίς του διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου περιορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν παντὸς θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου μέσου, ὅπως κατορθώσῃ τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔχει. Ἀπέναντι, Κύριοι, τοιαύτης καταστάσεως, ἀπέναντι τοιούτων ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας εἰσκομίζει τις εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀκούει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα: σᾶς ἀναγγέλλω τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου· ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἰσοζυγίου εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἐπιτυχίας τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἐπιτυχία ἐξασφαλίζει εἴς τινα χρόνον τὴν ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν, ὑπόσχεται ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν κατάργησιν τῶν διοδίων, τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων καὶ μοὶ παρέχει τὰ μέσα, τοὺς ἀπόρους δήμους νὰ καταστήσω εὐπόρους, εἰς δὲ τοὺς εὐπόρους νὰ παράσχω τοὺς πόρους πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων καὶ οἰκοδόμησιν ἁπανταχοῦ δημοτικῶν σχολείων, νὰ ἀποξηράνω τὰ ἕλη καὶ τὰς λίμνας καὶ νὰ διευθετήσω τοὺς ποταμούς. Δὲν πλανᾶται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἄλλην αἴθουσαν, εἰς ἣν διὰ τῆς μαγικῆς ῥάβδου μεταβάλλεται ὁ χαλκὸς εἰς χρυσὸν, τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον καὶ ὁ πῖλος εἰς μαγειρεῖον, τὸ ὁποῖον παρέχει παντὸς εἴδους φαγητά. Καὶ τίς δὲν ἔμεινεν εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰ προσφερόμενα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δῶρα; τίνος ἡ ὄρεξις δὲν ἔλαβε πλήρη ἱκανοποίησιν; Καὶ ὅμως τοιαῦτα ἠκούσαμεν ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων! «Κράτος, Κύριοι, ὅπερ ὑπολογίζει κακῶς ἢ διόλου, ὅπερ πλανᾶται ὡς πρὸς τὴν πρόσοδόν του καὶ καταχρᾶται τῆς πίστεως, ὁμοιάζει τὸ ἄτομον, ὅπερ δαπανᾷ διὰ τὴν πολυτέλειάν του καὶ στερεῖται τοῦ ἄρτου». Ταῦτα λέγει διάσημος οἰκονομολόγος καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐφθάσαμεν. Δανειζόμεθα καὶ δαπανῶμεν διὰ τὴν πολυτέλειάν μας, καὶ στερούμεθα, θὰ στερηθῶμεν δὲ καὶ τοῦ ἄρτου, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις διοικοῦσα τὸν τόπον καὶ ἐφαρμόζουσα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε. «Τὸ χρῆμα εἶναι μοχλὸς πολιτισμοῦ καὶ προόδου, ἀπαλλάσσει τὸν πολίτην ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς ἀνάγκης, τὸν καθιστᾷ ἐλεύθερον εἰς τὴν σκέψιν, καὶ τοῦ παρέχει ἐλευθερίαν πνεύματος». Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιώκει τὴν ὠφέλειαν τοῦ χρήματος, καὶ αὕτη ἤρχισεν ἤδη ν’ ἀποφέρῃ τ’ ἀποτελέσματά της, ἀποτελέσματα ὑλικὰ καὶ ἠθικά. Συζητῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα εἰς τοὺς τροφίμους τοῦ Χρηματιστηρίου, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐναγκαλισθῇ καὶ πάλιν τοὺς ἀνθρώπους τούτους. Ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνεφανίσθησαν οὗτοι ἑνώπιόν του ἀδυσώπητοι· εἶχον λαμβάνειν, καὶ τὰ δάνειά των ἦσαν ληξιπρόθεσμα, ἀσφάλειαν δὲ εἶχον τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους. «Νὰ μᾶς πληρώσητε, κύριε Πρωθυπουργέ.— Δὲν ἔχω.—Θὰ θέσωμεν εἰς πλειστηριασμὸν τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους.—Κακὸν διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ κακὸν καὶ διὰ σᾶς· θὰ χρεωκοπήσητε τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ πάθητε καὶ σεῖς. Τί ἐπιθυμεῖτε; Νὰ σᾶς βοηθήσω, καὶ νὰ μὲ βοηθήσητε.» Ἔκτοτε ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους κατέστη πολιτικὴ τοῦ Χρηματιστηρίου. Καὶ δὲν εἶναι τὸ Κράτος τὸ ἡμέτερον τὸ πρῶτον ἐφαρμόζον τοιαύτην πολιτικήν· καὶ ἄλλα πρὸ ἡμῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς ὁμοίαν, τῆς ὁποίας τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἐνεθάῤῥυναν οὐ μόνον τοὺς αὐτουργοὺς τῆς τοιαύτης ἐργασίας καὶ τοὺς παρέστησαν ὡς σοφοὺς πολιτικούς, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν· πλὴν τὸ τέλος ὑπῆρξε τοιοῦτον, εἰς οἷον κατὰ κανόνα οἱ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις καταλήγουσι. Τὸ ὅμορον Κράτος, τοῦ ὁποίου τῆς οἰκονομικῆς ἐργασίας τὰ ἴχνη δυστυχῶς ἀκολουθοῦμεν, πόσον κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον εἶχε λαμπρὰν τὴν ἄποψιν! ἀλλὰ καὶ ποῖον τὸ τέλος αὐτοῦ! Σταματήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, σκεφθῆτε κύριοι Βουλευταί.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19.
2Τῆς 19 Νοεμβρίου 1888.
3(Σάββατον)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον.
8§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
9θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ἐπερώτησιν, τὴν
10ὁποίαν θέλω ὑποβάλει καὶ συστήσει συγχρόνως. Μετὰ τὸν
11συμβάντα σεισμὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας ἡ Κυβέρνησις
12ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν τῶν παθόντων δι’ ὅλων τῶν
13δυνατῶν μέσων, ἀλλὰ συγχρόνως συνέστησε καὶ ἐπιτροπὰς
14πρὸς συλλογὴν ἐράνων, ἡ δὲ κεντρικὴ ἐνταῦθα ἐπιτροπὴ
15ἀνέλαβε νὰ συλλέξῃ τὰ χρήματα καὶ προβῇ εἰς τὴν διανο-
16μὴν αὐτῶν. Ἡ ἐν Πάτραις ἐπιτροπὴ καθὼς καὶ ἄλλαι
17τινὲς ἐπαρχιακαὶ πάσας τὰς συνδρομὰς αὐτῶν ἀπέστειλαν
18εἰς τὴν κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ὁ χειμὼν προέβη, ἡ ἀπό-
19λυτος ἀνάγκη τῶν παθόντων εἶναι νὰ στεγασθῶσι, καὶ ἐν
20τούτοις ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἔπραξε. Περὶ τούτου
21λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
22λάβῃ πρόνοιαν, διότι ἡ ἀνάγκη παρίσταται κατεπείγουσα.
23§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μεταξὺ τῆς ἀπειρίας τῶν νόμων, κύ-
24ριοι Βουλευταὶ, ἡ ὁποία κατακλύζει τὴν Ἑλληνικὴν πολι-
25τείαν, ὑπάρχει καὶ ὁ ΥΠΗʹ τῆς 11 Αὐγούστου 1873, ὁ
26ὁποῖος μεριμνᾷ περὶ τῆς συστάσεως Γυμνασίου ἐν Πύργῳ
27καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸν
28νόμον τοῦτον τὸ Γυμνάσιον τοῦ Πύργου συντηρεῖται ἀπὸ
29χορηγίαν ἐτησίαν τῶν λιμενικῶν ταμείων Κατακώλου καὶ
30Κυλλήνης, ἀπὸ ὁμοίαν ἐτησίαν χορηγίαν τῆς Κυβερνήσεως
31καὶ ἐκ προαιρετικῶν συνδρομῶν. Καὶ τὸ μὲν λιμενικὸν τα-
32μεῖον Κατακώλου προσφέρει νομίζω 14,000 δραχμῶν, τὸ
33δὲ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν 2,500 δραχμὰς, ἡ προκά-
34τοχος τῆς παρούσης Κυβέρνησις εἶχεν ἐγγράψει εἰς τὸν Προϋ-
35πολογισμὸν τοῦ Κράτους 6,000 δραχμῶν, ἡ σημερινὴ δὲ
36Κυβέρνησις ἐμείωσε τὴν χορηγίαν ἀπὸ 6,000 εἰς 3,000.
37Πολλάκις οἱ πόροι οὗτοι δὲν ἐπήρκουν πρὸς συντήρησιν τοῦ
38Γυμνασίου Πύργου καὶ αἱ κατὰ καιροὺς δημοτικαὶ ἀρχαὶ
39προσέφερον τὸ ἐλλεῖπον. Ἤδη ὅμως τὸ Δημοτικὸν Συμβού-
40λιον τοῦ δήμου Λετρίνων ἐψηφίσατο ἔρανον τῶν μαθητῶν,
41πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο ὁ
42Νομάρχης ἐνέκρινε. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Ἀχαΐας
43καὶ Ἤλιδος, ἀγνοῶν τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τούτου,—καὶ
44λίαν δικαίως, ἀφοῦ ὑπάρχουσι καὶ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα
45εὑρίσκονται ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ διαφόρων νόμων, ἕνεκα τῆς
46νομομανίας, ἥτις μᾶς κατέλαβεν,—ἐνέκρινεν ἴσως τὴν πρᾶξιν,
47καὶ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἤρξατο φορολογῶν τοὺς μαθη-
48τὰς, ἐναντίον τοῦ κειμένου νόμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ.
49Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ
50ἐνταῦθα τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν
51ἔγκρισιν τοῦ Νομάρχου. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
52γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν μάθῃ ταῦτα, θέλει διατάξει τὴν
53ἀκύρωσιν τοῦ ψηφίσματος καὶ θέλει διατάξει νὰ ἀποδοθῶσι
54τὰ εἰσπραχθέντα εἰς τοὺς μαθητὰς, διότι οὐδεμία ὑπάρχει
55ἀμφιβολία, ὅτι οἱ μαθηταὶ, οἱ ξένοι μάλιστα, θέλουσιν,
56ἕνεκα τῆς φορολογίας ταύτης, ἀποσυρθῆ ἐκ τοῦ Γυμνασίου
57Πύργου καὶ θέλουσι μεταβῆ εἰς ἕτερα Γυμνάσια, πρὸς με-
58γάλην ζημίαν καὶ τοῦ Γυμνασίου τούτου καὶ τοῦ τόπου μου.
59§4ΚΟΡΠΑΣ. Διατάξεις τινὲς τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
60ψηφισθέντος στρατολογικοῦ νόμου καὶ νῦν ἰσχύοντος, καίπερ
61εἰλημμέναι ἐκ στρατολογικῶν νόμων ξένων Κρατῶν, καίπερ
62λειτουργοῦσαι ἀπροσκόπτως εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, παρ’ ἡμῖν
63ἐφαρμοσθεῖσαι, οὐ μόνον οὐδόλως ἀπέβησαν λυσιτελεῖς, ἀλλὰ
64καὶ βλάβην ἐπήνεγκον καὶ εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὸν στρα-
65τόν. Δὲν γνωρίζω πόσαι εἰσὶν αἱ τοιαῦται διατάξεις, διότι
66δὲν κατέχω τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα ἀπαιτοῦνται
67πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε ἐζήτησα τοιαύτας πληροφορίας, διότι
68νομίζω, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἰσι τοιαῦται, ὥστε ὑπέπεσαν καὶ
69ὑποπίπτουσι καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων ἡμῶν,
70στρατιωτικῶν καὶ μὴ στρατιωτικῶν.
71Δύο εἰσὶ κυρίως αἱ διατάξεις, περὶ ὧν ποιήσομαι λόγον,
72καὶ αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ εἰσὶ
73τοσοῦτον καταφανεῖς. Εἶναι αʹ) ἡ καταβολὴ τοῦ ἀντιση-
74κώματος ἐκ μέρους τῶν ἀπαλλασσομένων καὶ λοιπῶν ὑπα-
75γομένων εἰς τὰ ἄρθρα 32, 33 κτλ. καὶ βʹ) ἡ ἐν εἰρήνῃ
76κλῆσις τῶν διαθεσίμων.
77Ἕκαστον ἔτος παρέχει, Κύριοι, εἰς τὸ Κράτος ἕνα ἀριθ-
78μὸν ἀνδρῶν. Ἐκ τούτων, οἱ μὲν τοὺς πρώτους ἀριθμοὺς λα-
79βόντες κατὰ τὴν κλήρωσιν εἰσὶν ὑπόχρεοι διὰ διετῆ ὑπηρε-
80σίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς τοῦ στρατοῦ δυνά-
81μεως, τῆς κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένης, οἱ δὲ
82κατόπιν τούτων διὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν, κατόπιν τῆς ὁποίας
83ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των, τιθέμενοι εἰς τὴν διάθεσιν
84τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
85Καὶ περὶ μὲν τῶν πρώτων οὐδένα ποιοῦμαι λόγον, διότι
86τὰ περὶ αὐτῶν εἰσι καλῶς κεκανονισμένα ἐν τῷ στρατολο-
87γικῷ νόμῳ, ἀλλὰ περὶ τῶν δευτέρων θέλω εἴπει τινά, καὶ
88θέλω ζητήσει τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν σχετικῶν περὶ τούτων
89διατάξεων.
90Ἔρχεται, Κύριοι, εἰς τὸν στρατὸν ὁ τοιοῦτος διαθέσιμος,
91ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ τρεῖς μῆνας, κατατάσσεται εἰς
92αὐτόν, μετὰ ἕνα δὲ ἢ μετὰ δύο μῆνας ἀποθνήσκει ἕτερος
93τοῦ αὐτοῦ δήμου ἐκ τῶν εἰς διετῆ ὑποχρέωσιν, ἢ ἐξαιρεῖται,
94ἢ ἀπαλλάσσεται· ἐπιβάλλεται ἀμέσως τότε εἰς αὐτόν, ἐὰν
95ἔχῃ σειράν, ἡ ὑποχρέωσις νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δύο ἔτη. Καὶ
96ἐφ’ ὅσον μὲν εὑρίσκεται οὗτος ἐν τῷ στρατῷ, τὸ κακὸν δὲν
97εἶναι μέγα, ἀλλ’ ἐὰν ἀπέλθῃ μετὰ τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν
98εἰς τὸ χωρίον του, καὶ ἐγκατασταθῇ, ἀγοράσῃ κτήματα ἢ
99καὶ ἔλθῃ καὶ εἰς γάμον καὶ κληθῇ ἐκ νέου, φαντασθῆτε
100ποίαν τοῦτο φέρει περιπλοκὴν εἰς τοὺς νέους τούτους καὶ
101ποίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν προστίθησιν ἀνωμαλίαν.
102Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, καίτοι ἐπέτυχεν ἴσως ἀλ-
103λαχοῦ, παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχε, διότι, ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὰς
104ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν φέρει μεγίστην διατάραξιν, καὶ εἰς
105τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν ἐν γένει δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ
106βλέπομεν, ἕνεκα τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης, τὰ
107στρατολογικὰ γραφεῖα, τὰ γραφεῖα τῶν νομαρχῶν, τῶν οἰ-
108κονομικῶν ἐφόρων κτλ. νὰ ὦσι καθ’ ἑκάστην ἀνάστατα, καὶ
109ἀσχολούμενα διαρκῶς εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας.
110Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου συνέταξα νομοσχέδιον,
111κατὰ τὸ ὁποῖον τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 82
112τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ διαθέσι-
113μοι δὲν ὑποχρεοῦνται ἐν εἰρήνῃ νὰ κληθῶσιν, εἰμὴ ἐν ἀπο-
114λύτῳ καὶ ἀποδεδειγμένῃ ἀνάγκῃ, βεβαιουμένῃ δι’ ἀποφά-
115σεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
116Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον περὶ τοῦ μέλ-
117λοντος μόνον, εἶναι δίκαιον νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν διάτα-
118ξιν ταύτην καὶ τοὺς νῦν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας διαθε-
119σίμους τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς· ἀλλ’ ἐπειδή, ὅτε ἐζη-
120τήθη ἡ ἀπαιτουμένη δύναμις πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὀργα-
121νικῆς δυνάμεως, δὲν ἐλήφθη τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ὅπως πρέπει νὰ
122γίνηται ἐν τῷ μέλλοντι, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς δια-
123τάξεως ταύτης, ἑπομένως, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐν τῷ στρατῷ με-
124γάλα κενά, περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, κατὰ
125τὴν ὁποίαν τὰ ἤδη ὑφιστάμενα κενὰ νὰ πληρωθῶσι, μέχρι
126τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκ τῶν ὡς διαθεσί-
127μων ὑπηρετούντων.
128Τὸ δεύτερον μέρος, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον, εἶναι αἱ
129διατάξεις τῶν ἄρθρων 121, 122, 123, 124, 125, 126,
130127 καὶ 128 τοῦ νόμου τούτου, διὰ τῶν ὁποίων ὁρίζε-
131ται καταβολὴ ὑπὸ τῶν ἐξαιρουμένων, ἀπαλλασσομένων,
132διαθεσίμων καὶ τῶν ἐν εἰρήνῃ ἀνυποτάκτων χρηματι-
133κοῦ τιμήματος. Ἡ διάταξις αὕτη ἀληθῶς εἶχε κανονισθῆ
134κατὰ τρόπον ἀρκετὰ καλὸν, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς
135ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος δὲν εἶναι καὶ ὁ καταλλη-
136λότερος, διότι ὅλοι σχεδὸν, μὲ ἐλαχίστας ἴσως ἐξαιρέσεις,
137ἐπλήρωσαν τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν.
138Πρό τινος καιροῦ εἶχον μάθει, ὅτι ἐν Ἀθήναις μόνον δύο ἢ
139τρεῖς ἐπλήρωσαν πλείονα· φαντασθῆτε τί γίνεται ἐν ταῖς
140κωμοπόλεσι καὶ χωρίοις. Ἑπομένως, ἐν ᾧ ἡ διάταξις αὕτη
141φέρει τοσαύτην σύγχυσιν, ἐνῷ φέρει τοσαύτας δυσκολίας
142εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν ἀποβαίνει καὶ ὠφέλιμος.
143Ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ Δημόσιον εἰσέπραττεν ἄχρι τοῦδε, ἤτοι
144700 χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, νομίζω,
145ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ εἰσπράττῃ, ἐὰν πάντες οἱ ἀπαλλασσόμε-
146νοι πληρώνωσιν ὡρισμένως τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν δραχμῶν.
147Ἐὰν σήμερον ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ μετ’ αὐστηρότητος νὰ
148ἐκτελέσῃ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις περὶ τούτου, ἔπρεπε νὰ
149ἀποστείλῃ εἰς τὰς φυλακὰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους,
150διότι πάντες σχεδὸν ἐχορήγησαν πιστοποιητικὰ οὐχὶ ἀκριβῆ,
151καθόσον δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν περι-
152ουσίαν τῶν κληρωτῶν, μὴ ὑπάρχοντος παρ’ ἡμῖν κτηματο-
153λογίου. Ἄρα, ὅταν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ᾖναι, νὰ ἔχῃ
154ἓν εἰσόδημα τὸ Δημόσιον ἐκ τούτων, δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦ-
155τον ἐπαρκὲς, ἐὰν θέσωμεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ
156πληρώνωσι μόνον δραχμὰς ἑκατὸν, νὰ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψει
157τοὺς ὀρφανοὺς, οἵτινες νὰ πληρώνωσιν, ὡς ἄχρι τοῦδε, τὸ ἥμισυ,
158ἀπαλλάσσοντες πάσης πληρωμῆς τοὺς σωματικῶς καὶ δια-
159νοητικῶς ἀνικάνους, καὶ κατ’ ἐμὲ δικαίως· διότι, ὅταν ἡ
160φύσις ἔπλασέ τινα ἀνίκανον, ἢ κατέστη τοιοῦτος, διατὶ νὰ
161ὑποβάλωμεν αὐτὸν εἰς τοιοῦτον πρόστιμον, ὅταν μάλιστα
162ὁ νόμος στερῇ τοῦτον τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν
163στρατόν; — διότι εἶναι τιμὴ τὸ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατόν.
164Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐπλήρωσε κἀνεὶς ἐκ τῶν ἀνι-
165κάνων; Παντάπασι· διότι κατὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα μόνον οἱ
166ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἐδαφ. αʹ βʹ, γʹ καὶ δʹ
167ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ
168τελευταῖον ἐδάφιον καὶ ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν ἑκατὸν δραχμῶν.
169Ἀφοῦ λοιπὸν τροποποιήσωμεν τὰς διατάξεις, περὶ ὧν ὁ
170λόγος, καὶ κανονίσωμεν, ὥστε οἱ μὲν ἀπαλλασσόμενοι κατὰ
171τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 33 νὰ πληρώνωσι δραχμὰς
172ἑκατὸν, ὅταν ἀπαλλάξωμεν τοὺς σωματικῶς ἢ διανοητικῶς
173ἀνικάνους πάσης πληρωμῆς, καὶ ἀπαιτήσωμεν πεντήκοντα
174μόνον δραχμὰς διὰ τοὺς ὀρφανοὺς, ἀσφαλῆ θὰ ἔχωμεν ἐγ-
175γύησιν καὶ εἰσόδημα κατ’ ἐλάχιστον ἠλαττωμένον τοῦ νῦν
176ὑπὸ τούτων παρεχομένου εἰς τὸ Δημόσιον.
177Ἐπίσης τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 126, τὸ πρὸς τὰ ἀνωτέρω
178σχετιζόμενον, καὶ ἀναγράφω πληρωμὴν δι’ ἕκαστον μῆνα
179προσθέτου ὑπηρεσίας δραχμῶν εἰκοσιπέντε, ἀντὶ τῶν ἐν
180αὐτῷ ὁριζομένων πεντήκοντα, τὰς ὁποίας εὑρίσκω λίαν ἐπι-
181βαρυνούσας τοὺς ἐκπροθέσμους.
182Ἀπὸ δὲ τοῦ ἄρθρου 127 διαγράφω ἐντελῶς τὴν ὑπο-
183χρέωσιν εἰς χρηματικὴν πληρωμὴν τῶν μὴ προσερχομένων
184ἐνώπιον τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, διότι ἀρκεῖ νομίζω
185εἰς αὐτοὺς ἡ τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, ἐνῷ διὰ τοῦ πα-
186λαιοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπεβάλλετο αὐτοῖς μόνον μη-
187νιαία.
188Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅθεν, ὅπερ λαμβάνω τὴν τι-
189μὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, αἴρονται πᾶσαι αἱ ἀνω-
190μαλίαι, περὶ ὧν ἐποιησάμην σήμερον λόγον. (Ὅρα Παράρ-
191τημα, ἀριθ. 50).
192§5ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
193τερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα ταῖς
194ἐργασίαις ἰδίως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, πρὸς ἀποξήραν-
195σιν τοῦ ἐν Πύλῳ ἰχθυοτροφείου καὶ τοῦ ἐκεῖ τέλματος. Δὲν
196ἤμην χθὲς παρὼν, ὅπως ἀναιρέσω μερικὰς ἀνακριβείας, τὰς
197ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Τζάνες· ὅτι δηλ. δὲν ἐγένετο κἀμμία ἐρ-
198γασία πρὸς τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀληθές· διότι πολ-
199λάκις ἦλθον μηχανικοὶ, ἐξήτασαν τὸ ἔργον, καὶ ἐποιήσαντο
200ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον πολλὰς καὶ ἐνδελεχεῖς μελέτας. Ὅταν
201προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλω ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
202τος τούτου, διότι τῷ ὄντι εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ μερίμνης.
203§6ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν ἐγένετο κἀμμία ἐρ-
204γασία, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔγεινεν ἐπιμελὴς ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ
205ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὴν ἐπαρχίαν.
206§7ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸ
2071883 προσεκάλεσα μηχανικοὺς καὶ ἐξετέλεσα διαφόρους
208προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Λυποῦμαι δὲ ἀκούων νὰ ἀνα-
209φέρητε ἀνακριβείας ἐνταῦθα καὶ νὰ αἰτιᾶσθε ἀνεξετάστως
210πρόσωπα.
211§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔλαβον σειρὰν ἐπι-
212στολῶν δημοδιδασκάλων, παραπονουμένων ἐπὶ τῇ στερήσει
213τοῦ μισθοῦ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου. Διότι
214συνδέομαι πρὸς πολλοὺς τῶν χρηστῶν τούτων πολιτῶν, ὡς
215ἐκ τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας μου ἄλλοτε ὡς Διευθυντοῦ
216τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δη-
217μοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παραπονοῦνται εὐλόγως οἱ διδά-
218σκαλοι, ὅτι στεροῦνται πολλαχοῦ καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου,
219ἀφοῦ παρῆλθον ἤδη τέσσαρες μῆνες καὶ οὐδὲν ἔνταλμα ἐξε-
220δόθη, ὅπως λάβωσι τοὺς μισθούς των, τοὺς τόσον γλίσχρους.
221Ἐγὼ ἤκουσα πολὺ εὐφροσύνως, ὁμολογῶ, τοῦ κ. Πρωθυ-
222πουργοῦ, εἰσάγοντος τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι μεταξὺ τῶν
223μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ, εἶναι καὶ τὸ δι’
224οὗ προνοεῖ τέλος τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ τάχιστα στέγα-
225σμα εἰς τὴν φερέοικον δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις παν-
226ταχοῦ πλέον κρίνεται ὡς ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ
227λαοῦ. Προθύμως δὲ θέλω ἐπιληφθῆ καὶ ἐγὼ τῆς μελέτης
228τῆς ἐθνοσωτηρίου ταύτης προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως.
229Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις φροντίσῃ περὶ στεγάσεως τῆς
230δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπεῖγον εἶναι νὰ προνοήσῃ, σπεύ-
231δουσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν καθυστερουμένων ἐνταλμάτων,
232ὅπως σώσῃ τοὺς διδασκάλους ἀπὸ τῆς πείνης.
233Πολάκις ἐῤῥήθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἄκαιρος σπουδὴ πρὸς
234ψήφισιν πληθύος νόμων ὀργανικῶν, ἐφαπτομένων μεγάλων
235κοινωνικῶν συμφερόντων, δὲν ὠφέλησε τὴν ἡμετέραν πατρίδα,
236οὐδὲ συνετέλεσεν εἰς ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς Κυβερνητικῆς
237μηχανῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγοντες καὶ ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα
238μεσονυκτίοις ὥραις σπασμωδικῶς καὶ ἄνευ τῆς προσηκούσης
239μελέτης τοὺς νόμους, πράττουσί τι, ὅπερ οὐδαμοῦ κρίνεται
240ὡς γνώρισμα σοβαρᾶς σκέψεως. Ὡς ἐκ τούτου εὑρισκόμεθα
241ἑκάστοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς διόρθωσιν
242τῶν ἀτόπων, ὅσα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐξελέγχονται ἔχοντες
243οἱ πλημμελῶς ψηφιζόμενοι νόμοι. Εἷς ἐκ τῶν νόμων τούτων,
244τῶν ῥαγδαίως ψηφισθέντων, εἶναι καὶ ὁ περὶ συστάσεως
245ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία
246ὤθησε τότε τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, εἶχεν ὑποδειχθῆ ἀπὸ
247τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο μᾶλλον ἡ
248τακτοποίησις λογαριασμοῦ τῶν δήμων, ὠφειλόντων τρία ἢ
249τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρα-
250κωλυθῇ ἡ περαιτέρω καθυστέρησις, ἡ ὁποία διετάρασσε τὴν
251ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ
252φέρωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐσπευσμένως καὶ οὐχὶ πρὸς
253σκοπὸν, καθαρῶς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀφορῶντα.
254Τοιαῦτα νομοσχέδια εἶχον εἰσαχθῆ καὶ πρὸ ἐτῶν δὶς ἢ τρὶς,
255ἀλλ’ ἐξ εὐλαβείας, μὴ προκύψῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ, ἀπεσύρ-
256θησαν. Τὸ ζήτημα εἶναι δύσκολον καὶ χαλεπώτατον, ὅσον
257ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ εἰς τὴν μισθοδότησιν τῆς
258πληθύος τῶν ἀναγκαιούντων δημοδιδασκάλων. Εἰς τοιαύ-
259την ἀπορίαν περιῆλθον καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη, ὅσα προήχθη-
260σαν εἰς βαθμὸν τελειότητος κατὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
261δευσιν. Καὶ ὅμως παρ’ ἡμῖν ἐν ποίᾳ σπουδῇ ἐψηφίσθη ὁ
262νόμος, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ ἐξασφάλισις τῶν πόρων τῆς δημο-
263τικῆς ἐκπαιδεύσεως! Ἕνεκεν ὅμως ἀρνήσεως τοῦ προέδρου
264τῆς ἐπὶ τοῦ ταμείου ἐπιτροπῆς καὶ ἐλλείψεως προνοίας περὶ
265ἀναπληρώσεως αὐτοῦ, ταλαιπωροῦνται περὶ τοὺς 2,000
266ἀτυχεῖς ὑπάλληλοι, οἵτινες εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς κοινωνίας καὶ
267εἰς οὓς εἶναι ἐπιτετραμμένα τιμαλφῆ τῆς κοινωνίας συμφέ-
268ροντα, καὶ δὲν ἔχουσιν ἕτερον πόρον, καθόσον κατηργήθη-
269σαν καὶ τὰ δίδακτρα, καὶ ἀπέμεινεν εἰς αὐτοὺς ὡς μόνος
270πόρος ἡ πενιχρὰ μισθοδοσία, ἥτις εἶναι γλισχροτάτη καὶ
271ἀνεπαρκὴς εἰς συντήρησιν αὐτῶν λιτὴν, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα
272καθυστερεῖται ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, καὶ οὕτω κρατοῦνται
273παρ’ ἑκάστου διδασκάλου 400 δραχμαὶ, ὥστε ἀναγκάζον-
274ται νὰ ἐξαργυρόνωσι τὸ ἔνταλμά των παρὰ τοκογλύφων.
275Καὶ πῶς, Κύριοι, θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρατήσωμεν ἐν τῷ ἔργῳ
276τοὺς ὑπάρχοντας καὶ νὰ προκαλέσωμεν διδασκάλους, ἐν
277τοιαύτῃ δυστυχίᾳ διατελοῦντας, καὶ ἄλλους, ὧν χρήζομεν;
278Καὶ ἔχομεν δυστυχῶς λειψανδρίαν· διότι ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουρ-
279γὸς, προκληθεὶς, εἰσήγαγε πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τῶν δη-
280μοτικῶν σχολείων, ἐξ οὗ προέκυψεν, ὅτι περὶ τὰ 800 σχο-
281λεῖα ἔμενον ἀργὰ, ἕνεκεν ἐλλείψεως διδασκάλων, καὶ 500
282ἐλειτούργουν διὰ γραμματοδιδασκάλων, δηλ. δι’ ἀνθρώπων
283ἀγνώστου προελεύσεως, μὴ παρεχόντων οὐδεμίαν ἐγγύησιν
284οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν οὔτε εἰς τὴν πολιτείαν, ὅτι ἔχουσι
285τὴν εἰδικὴν μόρφωσιν, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαχειρισθῶσι
286τοιαῦτα τιμαλφῆ συμφέροντα. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτην
287κατάστασιν, δεικνύομεν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας τοιαύτην
288ἀστοργίαν!
289Δὲν θέλω νὰ ῥίψω τὴν εὐθύνην τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ
290τόσους μῆνας τῆς μισθοδοσίας εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν,
291ἀλλὰ λέγω μόνον, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὀλίγοι ὑπάρ-
292χοντες διδάσκαλοι, ἂν οὕτω πάσχωσι, θὰ τραπῶσιν εἰς
293ἕτερα ἔργα, καὶ θὰ μείνωσι καὶ ἄλλα πλείονα σχολεῖα κενά.
294Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ
295δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ δι’ αὐτῆς μόρφωσις τοῦ λαοῦ
296εἶναι πρᾶγμα δυσκολοκατόρθωτον, χρῆζον λειτουργῶν πολ-
297λῶν καὶ καλῶς παρεσκευασμένων. Πρέπει δὲ νὰ μεριμνῶμεν
298διὰ τοῦτο λαμβάνοντες πᾶσαν πρόνοιαν πρὸς ἐφέλκυσιν ἐρ-
299γατῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἥκιστα δὲ συντελεῖ
300εἰς τοῦτο, νὰ στερῶμεν αὐτοὺς τοῦ μισθοῦ ἐπὶ τόσους μῆνας
301καὶ νὰ ταλαιπωρῶμεν αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των.
302Ὑποβάλλων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐπωφελοῦμαι τῆς
303εὐκαιρίας νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἤδη, ὅτε ψηφί-
304ζονται οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, νὰ ἐνθυ-
305μηθῇ ἄρθρον τι τοῦ ΘΧʹ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος τὴν 18
306Ἰανουαρίου 1878, καθ’ ὃ ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἕκαστος
307τῶν δήμων ἀποστέλλῃ ἐκ τῶν πόρων του εἰς τὰ Διδασκα-
308λεῖα ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑποτρόφων, ἀναλόγως πρὸς τοὺς
309πόρους του, οἵτινες, μορφούμενοι πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς,
310νὰ διορίζωνται εἰς τὰ σχολεῖα τῶν δήμων. Τοῦτο ἐγένετο,
311διότι ὁ νομοθέτης ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι
312τοσοῦτοι νέοι νὰ δαπανήσωσι ἐξ ἰδίων καὶ νὰ ὑποστῶσι τοὺς
313κόπους τῆς μαθητείας, ἵνα κατόπιν κλεισθῶσιν εἰς τὰ λε-
314γόμενα σχολεῖα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν εἰς ποίαν
315κατάστασιν εὑρίσκονται, καὶ νὰ λαμβάνωσι δύο ἢ τρεῖς
316δραχμὰς τὴν ἡμέραν, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται νὰ δαπα-
317νήσωσιν ἐξ ἰδίων διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των. Προὐνόησε πρὸς
318τούτοις τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅπως οἱ ἀπορώτατοι τῶν νέων, οἱ
319μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωσιν ἄλλο στάδιον, λαμβάνωσιν ἐκ τοῦ
320δήμου τὰς δαπάνας τῆς σπουδῆς των. Ἂν τοῦτο κατορθωθῇ
321καὶ ζητηθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως ταύτης διὰ τῶν Νο-
322μαρχῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι τάχιστα θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντι-
323καταστήσωμεν τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν γραμματοδιδασκά-
324λων. Ἐὰν παραγγείλῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τοὺς Νο-
325μάρχας, νὰ ἐγγράφωσι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων
326ποσὸν δι’ ὑποτρόφους, θὰ ἔχωμεν ὀκτακοσίους ὑποτρόφους.
327Καταλήγων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας
328νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν δυσκολίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐν-
329ταλμάτων, διότι οἱ διδάσκαλοι διατελοῦσιν εἰς ἐντελῆ ἀπό-
330γνωσιν ἐκ τῆς καθυστερήσεως τοῦ μισθοῦ των, ἐνθυμούμενος,
331ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσι πεινῶντες.
332§9ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
333Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐψηφίσθη νόμος,
334καθ’ ὃν πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
335δεύσεως, συνεκεντρώθησαν εἰς ἓν εἰδικὸν ταμεῖον, οὗ ἡ διοί-
336κησις καὶ ἡ διαχείρισις ἀνετέθη εἰς Ἐπιτροπήν, συγχρό-
337νως δὲ ὑπήγαγε τὴν διαχείρισιν τῶν πόρων τούτων εἰς τὰς
338διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἡ μετα-
339βολὴ αὕτη, καὶ ἰδίως αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι ἐφε-
340ξῆς πρὸς τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν δικαιούχων, ὅταν οὗ-
341τοι δὲν ἦναι ἐξοικειωμένοι πρὸς τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς
342ὁποίας δὲν ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε, ἔφερε δυσχερείας τινὰς
343εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκά-
344λων, αἱ δυσχέρειαι ὅμως αὗται ἤρθησαν πᾶσαι, καὶ ἐφεξῆς,
345τακτοποιηθείσης τῆς ὑπηρεσίας, αἱ πληρωμαὶ τῶν μισθῶν
346τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου
347τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦναι τακτικαί.
348§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν προηγουμένῃ συ-
349νεδριάσει ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ φυλάκων τηλεγραφικῶν
350γραμμῶν. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου
351ᾼΦΛΘʹ διετέθησαν ὡς φύλακες τηλεγραφικῶν γραμμῶν 20
352ἱππεῖς καὶ 130 πεζοὶ χωροφύλακες, ἐγκατασταθέντες ἐν τῇ
353ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους.
354Ἑτέρα ἐπερώτησις ἐγένετο περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἐν-
355ταῦθα Στρατοδικείου, εἴτε ὅλου τοῦ κτιρίου, εἴτε κατὰ μέρη,
356ὡς καὶ τῶν συμπληρωμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
357τιωτικῶν, ἂν παρεχωρήθη διὰ δημοπρασίας ἐπὶ μειοδοσίᾳ,
358συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὑποβάλλω
359περὶ τούτου πίνακα πρὸς τύπωσιν καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγ-
360γραφα εἰς μελέτην ἐν τοῖς πρωτοτύποις. (Ὅρα Παράρτημα,
361ἀριθ. 51).
362Ὡσαύτως, εἰς ἀπάντησιν ἑτέρας ἐπερωτήσεως, ὑποβάλλω
363πίνακα, ἐμφαίνοντα ἀριθμητικῶς τὰς ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεω-
364ρητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κληρωτοῦ Δικαστηρίου εἰσαχ-
365θείσας δίκας κατὰ τὸν ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΦΠϚʹ
366νόμον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52).
367§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Φθιώ-
368τιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος κ. Ἀναγνωστόπουλος ἐπηρώ-
369τησε τελευταῖον περὶ τῆς ἐκκρεμμοῦς ὑποθέσεως τοῦ εἰσπρά-
370κτορος τοῦ δήμου Ὑαίας. Καθ’ ἣν ὥραν ὑπέβαλλε τὴν ἐπε-
371ρώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπήντων προχείρως εἰς αὐτὸν,
372συνέπιπτεν ἡ λῆψις τῆς εἰδήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι τὸ
373Νομαρχιακὸν Συμβούλιον διώρισεν εἰσπράκτορα τὸν Ἀθα-
374νάσιον Γιαννέτσον.
375Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Δημητριάδης καὶ μετ’ αὐ-
376τὸν ὁ ἕτερος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Πετρίδης ὑπέβα-
377λον ἐπερώτησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
378λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ. Ἔρχομαι νὰ καταθέσω,
379ἀπαντῶν σήμερον, ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις, ἐὰν
380μάλιστα τὰ κυριώτερα αὐτῶν τυπωθῶσιν, οἷα αἱ ἐκθέσεις
381τῶν μηχανικῶν, θέλει δώσει πλήρη γνῶσιν τῆς καταστάσεως,
382ἐν ᾗ εὑρίσκονται τὰ ἔργα, τὰ μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθέντα ἐν
383τῇ Στυμφαλίδι, καὶ τῆς παντελοῦς ἀποχῆς τῆς ἑταιρίας
384εἰς ἔναρξιν ἐργασίας ἐπὶ τοῦ Φενεοῦ.
385Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, ἡ παραχώρησις τῶν δύο τούτων
386λιμνῶν εἰς ἑταιρίαν ἰδιωτῶν ἐγένετο τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1881
387διὰ Διατάγματος, ἐγκρίνοντος τὴν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ
388τῆς Κυβερνήσεως συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν. Παρεχωρήθη
389δὲ προθεσμία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ μὲν τὴν Στυμφα-
390λίαν τεσσάρων ἐτῶν, διὰ δὲ τὴν λίμνην Φενεοῦ ὀκτώ. Κατὰ
391τὴν σύμβασιν, ἡ μὲν προθεσμία τῆς ἀποξηράνσεως τῆς
392Στυμφαλίας ἔληξε πρὸ πολλοῦ, ἡ δὲ πρὸς ἀποξήρανσιν
393τοῦ Φενεοῦ λήγει τὴν 14 Ἰανουαρίου τοῦ προσεχῶς ἀρ-
394χομένου ἔτους. Καὶ περὶ μὲν τοῦ Φενεοῦ ἐλέχθη ἤδη, ὅτι
395οὐδεμία ἐργασία μέχρι τῆς σήμερον ἐγένετο, δὲν εἶναι ἄρα
396δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολειπόμενον ἕνα καὶ
397ἥμισυν μῆνα θέλει ἀποξηρανθῆ.
398Κατὰ τὸν νόμον ΣΚΘʹ τοῦ 1867, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ
399σύμβασις, παρατηρῶ, ὅτι ἀνώτατον ὅριον προθεσμίας πρὸς
400ἀποξήρανσιν λίμνης, ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου ἐπιτακτικῶς
401κηρύσσεται ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν ἔκπτωτος, εἶναι ἡ
402ὀκταετία. Καθ’ ἃς δὲ ἔχομεν ἐκθέσεις, καὶ ἂν ὑπῆρχε πρό-
403θεσις νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν
404τὸ ἔργον, παράτασις πέραν τῆς ὀκταετίας, ἐντὸς τῆς ὑπο-
405λειπομένης διετίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ τῆς Φε-
406νεάτιδος ἡ ἀποξήρανσις· νέα δὲ προθεσμία ὑπὲρ τὴν διετίαν,
407καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρχε, λέγω, διάθεσις παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ
408Ὑπουργῷ πρὸς δόσιν νέας προθεσμίας, θὰ ἦτο ἀπολύτως
409ἀδύνατον νὰ παραχωρηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, διότι πρὸς τοῦτο ἀπαι-
410τεῖται νέος νόμος. Εἶναι ἄρα περιττὸς πᾶς περὶ τῆς λίμνης
411ταύτης περαιτέρω λόγος.
412Περὶ δὲ τῆς λίμνης Στυμφαλίας παρατηρῶ, ὅτι οἱ ὅροι,
413ὑφ’ οὓς παρεχωρήθη ἡ ἀποξήρανσις αὐτῆς, ἦσαν οἱ ἑξῆς·
414αʹ) προθεσμία τεσσάρων ἐτῶν, βʹ) κατασκευὴ ὁδοῦ ἁμαξι-
415τῆς μεταξὺ Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας διὰ Σικυῶνος εἰς τὴν
416θάλασσαν, καὶ γʹ) ἵδρυσις ἀγροκηπίου. Ἀπέναντι δὲ τῶν βα-
417ρῶν τούτων παρεχωρήθησαν τῇ ἑταιρίᾳ τὰ ἑπόμενα ἀν-
418ταλλάγματα: αʹ) κυριότης τοῦ ἡμίσεος τῶν γαιῶν τῶν ἀπο-
419ξηρανθησομένων ἐν τῇ περιμέτρῳ τῶν συνήθων πλημμυρῶν·
420βʹ) ἐπικαρπία τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος ἐπὶ 99 ἔτη· γʹ) ἀπαλ-
421λαγὴ ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ 5 ἔτη καὶ ἀπαλλαγὴ
422ἀπὸ τελωνειακῶν δασμῶν ἐπὶ παντὸς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν
423εἰσαχθησομένου ὑλικοῦ ἐπὶ 8 ἔτη, προσέτι δὲ δικαίωμα χρη-
424σιμοποιήσεως τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης διὰ βιομηχανικοὺς
425σκοπούς, καὶ δικαίωμα διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων διὰ τοῦ
426Ἀδριανείου ὑδραγωγείου’ καὶ ἐπὶ τέλους δικαίωμα πρὸς
427ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως παρὰ τῶν κυρίων τῶν μεταξὺ τῶν
428δύο περιμέτρων ἰδιοκτήτων ἀγρῶν τοῦ τρίτου τῆς ἀξίας,
429ἥτις ἤθελε προστεθῆ ἕνεκα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης.
430Ἡ ὅλη παραχώρησις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως εἰδι-
431κῆς ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ σχέδιον διαγεγραμμέ-
432νον ὑπ’ αὐτῆς. Ἐδαπανήθη δὲ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς ἑται-
433ρίας, εἰς ἣν ἀμέσως μετὰ τὴν παραχώρησιν μετεβιβάσθη
434ἡ ἐπιχείρησις, ἐκ δανείου, ὅπερ ἔλαβεν ἡ δευτέρα αὕτη ἑται-
435ρία παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, 1,245,000 δραχμῶν.
436Ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐμόρφωσα, μελετήσας τὰ
437ἔγγραφα, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής, καὶ ἡ
438λίμνη δὲν ἀπεξηράνθη, καίτοι παρῆλθον ἀντὶ τεσσάρων
439ὀκτὼ ἔτη, οὐδὲ εἶναι πιθανὸν ἄνευ μεγάλης ἐπὶ πλέον δα-
440πάνης νὰ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη καὶ ἄνευ παραχωρήσεως
441νέας ἔτι προθεσμίας.
442Ἐνταῦθα ἔχω τὰς ἐκθέσεις πάσας, καὶ ἕκαστος δύναται
443νὰ μελετήσῃ αὐτάς· μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ θέλω ἀκούσει
444τῶν ἐξενεχθησομένων γνωμῶν, οὐχὶ διότι ἐξαρτᾶται ἐξ ἀπο-
445φάσεως τῆς Βουλῆς ἡ κήρυξις τῆς ἑταιρίας ἐκπτώτου, οὐδὲ
446διότι ὑπάρχει δισταγμὸς ν’ ἀναδεχθῶ τὴν εὐθύνην τῆς πρὸς
447τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προτάσεως περὶ ἐκπτώσεως, ἀλλὰ
448διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ ὑποθέσεως τοσαύτης σημασίας συμφέ-
449ρει νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἐνδιατριψάντων μέχρι
450τοῦδε εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ περὶ
451αὐτῆς ἐπίσημα ἔγγραφα· αἱ γνῶμαι αὗται ὅπως δήποτε θέ-
452λουσιν εἶναι χρήσιμοι πρὸς ὁδηγίαν ἡμῶν κατὰ τὴν τυχὸν
453γενησομένην νέαν παραχώρησιν. Διὰ τοῦτο δὲ ἰδίως παρα-
454καλῶ τοὺς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐνδιαφερομένους εἰς τὸ ἔργον
455τῆς ἀποξηράνσεως, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ ἔγγραφα, νὰ εἴ-
456πωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐνταῦθα, πρὶν ἢ ὑποβάλω εἰς τὸ
457Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν περὶ ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας
458πρότασιν.
459§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἄλλης ἑταιρίας, παρε-
460χούσης πλειοτέρας ἐγγυήσεις.
461§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τοῦδε εἰς γνῶσίν μου δὲν περι-
462ῆλθε τοιαύτη πρότασις, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, προφα-
463νῶς μὲν ἀποτυχὸν ἔργον, ἀπόλυτον δ’ ἀνάγκην μακρᾶς ἔτι
464προθεσμίας, πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς ἑτέρας
465τῶν λιμνῶν, ὅπερ δὲ σπουδαιότατον, ἔχομεν ὅριον ἀνυπέρ-
466βατον τὴν δεκαετίαν, πέραν τῆς ὁποίας, καὶ ἂν θέλῃ τις,
467δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐξακολου-
468θήσῃ τὸ ἔργον, ἕνεκα τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ παρα-
469χωρήσεως λιμνῶν.
470Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, εἰσηγούμενος τῆς ὑπο-
471θέσεως καὶ καταθέτων τὰ περὶ αὐτῆς ἔγγραφα. Αἱ ἐκθέ-
472σεις εἶναι πολλαί· πρώτη, ἡ κυριωτάτη, ἡ συνταχθεῖσα
473ἐνταῦθα ὑπὸ ἐπιτροπῆς δύο μηχανικῶν Ἑλλήνων καὶ ἑνὸς
474μέλους τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ζῶν-
475τος ἔτι τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, ὑπὸ τῶν κκ. Κελενὲκ,
476Σάουρωτ καὶ Ζηνοπούλου. Ταύτην ὑποβάλλω ἐν μεταφράσει,
477διὰ τὸ εὐκολώτερον τῆς μελέτης, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη
478τοῦ γαλλικοῦ πρωτοτύπου, θέλω προθύμως ὑποβάλει καὶ
479τοῦτο. Εἶναι δὲ ἡ ἔκθεσις ἀξία νὰ τυπωθῇ. Ὡσαύτως ἀξίαν
480τυπώσεως νομίζω τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ
481μηχανικοῦ κ. Σούτσου, οὐ μόνον δὲ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἥτις
482εἶναι καὶ σύντομος, ἀλλὰ καὶ τὸ μακρὸν αὐτοῦ ὑπόμνημα,
483διότι εὑρίσκω τὴν γνώμην τοῦ κ. Σούτσου, καίπερ ἐργασθέντος
484διὰ τὴν ἑταιρίαν, συμπίπτουσαν πρὸς τὴν γνώμην τῶν ὑπὸ
485τῆς Κυβερνήσεως πρὸς γνωμοδότησιν διορισθέντων τριῶν
486μηχανικῶν. Κατὰ τὸν κ. Σοῦτσον, ὅπως ἐπιτελεσθῇ ἡ ἀπο-
487ξήρανσις τῆς Στυμφαλίας, ἀνάγκη καὶ νέας προθεσμίας
488καὶ προσέτι νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας πλέον τῶν
489200,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἤδη δαπανηθεισῶν 1,245,000.
490Ὡσαύτως ἀξία τυπώσεως καὶ μελέτης μοὶ φαίνεται ἡ
491ἔκθεσις τοῦ ὑπηρετήσαντος παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ μηχανικοῦ κ.
492Σούλη, οὗτινος καὶ τούτου αἱ γνῶμαι συμπίπτουσι πρὸς
493τὰς τῆς τριμελοῦς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις, ἐκ-
494φέρουσα ἐναντίαν γνώμην, ἡ τοῦ λοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ
495κ. Δροσινοῦ, ὅστις κατ’ ἐντολὴν τῆς ἑταιρίας ἐξήτασε τὰ
496ἔργα, ἀποφαίνεται δὲ, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς
497Στυμφαλίας καὶ ἐν ἐλαχίστῳ σχετικῶς χρονικῷ διαστήματι
498δύναται νὰ ἐκπεραιωθῇ καὶ διὰ δαπάνης 200,000 μόνον
499δραχμῶν, εὑρίσκει δὲ καὶ τὰ τετελεσμένα ἔργα καλῶς ἔχοντα,
500ἐνῷ τῶν ἄλλων μηχανικῶν αἱ ἐκθέσεις καταδικάζουσιν αὐτά.
501§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τίνων προσώπων ἀπετελεῖτο
502ἡ ἑταιρία αὕτη;
503§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον ἐργαζομένη, εἶναι
504ἀνώνυμος, ἡ δὲ πρώτη ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν κυρίων Σ. Νο-
505ταρᾶ, Ι. Δηλιγιάννη, Ι. Σέχου, Κ. Παπαῤῥηγοπούλου καὶ
506Π. Μωραϊτίνη, ἀλλ’ αὕτη, ὡς προεῖπον, ἀμέσως ἐξεχώρησε
507τὰ δικαιώματα αὐτῆς εἰς τὴν ἀνώνυμον.
508§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι τὸ ταχύτερον, διότι τὸ
509ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Στυμφαλίας συνδέεται μὲ
510ζήτημα μεγαλειτέρας σπουδαιότητος, τὸ τῆς μεταφορᾶς τῶν
511ὑδάτων αὐτῆς ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκ τῆς τυπώσεως
512τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ δυνα-
513τοῦ ἢ μὴ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τούτων εἰς Ἀθήνας.
514(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53–64).
515§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δοθείσης ἀφορμῆς παρὰ τοῦ ἐξ Ἄρτης βου-
516λευτοῦ, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐπέμβω ποσῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέ-
517σεως, τὴν ὁποίαν κατόπιν τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων θὰ
518διαπραγματευθῶ, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑπενθυμίσω εἰς
519τὴν Κυβέρνησιν τὰ κεκτημένα ἐπὶ τῶν ὑδάτων δικαιώματα
520τῶν κατοίκων, καθόσον βλέπω ἀπό τινος χρόνου ἐν ταῖς ἐφη-
521μερίσιν, ὅτι ἐστάλησαν μηχανικοὶ εἰς Στυμφαλίαν, ἵνα με-
522τρήσωσι τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος, ὅτι τὰ ὕδατα ταῦτα, μετα-
523φερόμενα εἰς Ἀθήνας, θὰ ἀρδεύσωσιν ὅλον τὸ λεκανοπέδιον
524τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὅτι αἱ Ἀθῆναι οὕτω θὰ μεταβληθῶσιν
525εἰς παράδεισον.
526Ὑπενθυμίζω λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Στυμφαλία
527ἔχει δουλείαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων τούτων, οἱ κάτοικοι αὐτῆς
528ἀρδεύουσιν ἐξ αὐτῶν τὰ κτήματά των, δὲν ἐννοοῦμεν δὲ,
529ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ στερηθῶμεν τοῦ ὕδατος τούτου. Ἑπομέ-
530νως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἂν περισ-
531σεύῃ κατὰ τὸ θέρος ὕδωρ, ἵνα τὸ μεταφέρῃ, καὶ ἂν τὸ πο-
532σὸν τοῦτο τοῦ ὕδατος ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς δαπάνας, καὶ
533ἐπαρκῇ εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διοχε-
534τευθῇ· διότι, ἐὰν ἐκ τῆς ποσότητος τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα
535ἀπομένουσι κατὰ τὸ θέρος, εὑρεθῇ, ὅτι μετὰ τὴν ἄρδευσιν
536τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἐχόντων δικαίωμα δουλείας κτημάτων τῶν
537κατοίκων Στυμφαλίας δὲν εἶναι ποσὸν ἐπαρκές, μοὶ φαίνε-
538ται, ὅτι ματαίως ἀσχολεῖται ἡ Κυβέρνησις περὶ μεταφορᾶς
539ὑδάτων ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα πολλῆς με-
540λέτης ἄξιον, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἁπάσης τῆς κοινωνίας ἡ
541προσοχὴ ἠλεκτρίσθη ἐκ τοῦ ὅτι θὰ μετοχετευθῶσι χίλιαι
542ὀκάδες ὕδατος εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐντεῦθεν θὰ μεταβληθῶσιν
543αὗται εἰς παράδεισον. Ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ γίνωσιν, ἀλλ’
544ἀφοῦ ἐξασφαλίσῃ πρότερον ἡ Στυμφαλία τὸ ἀπαιτούμενον
545ὕδωρ διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν ἐν τῇ πεδιάδι ἀγρῶν καὶ κτημά-
546των τῶν κατοίκων Στυμφαλίας.
547§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ ὕδατα ταῦτα σχηματίζονται ἀπὸ
548τὰς ἐκβολὰς τριῶν ποταμῶν, τοῦ Ντούσου, τῆς Καστανιᾶς
549καὶ ἀπὸ ἕνα ποταμὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει διαυγέστατα ὕδατα
550καὶ ὁ ὁποῖος ἄρχεται ἀπὸ τῶν Κυσνέων. Τὰ ὕδατα αὐτοῦ
551ἐμετρήθησαν ἐν ὥρᾳ θέρους καὶ εὑρέθησαν χίλιαι ἑκατὸν
552ὀκάδες, δὲν χρησιμεύουσι δὲ εἰμὴ κατὰ τὸ δέκατον πρὸς ἄρ-
553δευσιν τῶν παραποταμίων ἀγρῶν, διότι εἶναι μακρὰν τοῦ
554πεδίου τῆς Στυμφαλίας. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὕδωρ δύναται νὰ
555ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, ἀλλὰ χρειάζονται 30 ἑκατομμύρια, διότι
556ἀπέχει τοὐλάχιστον 250 χιλιόμετρα ἐντεῦθεν.
557§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνω, Κύριοι, ἐπερώτη-
558σιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν.
559Ἀξιότιμος συμπολίτης εἶχεν ὁμολογίαν δανείου τινὸς, ὑποθέτω
560τῶν 4 ἑκατομμυρίων, καὶ τακτικῶς μεταβαίνων κατὰ τὰς
561προθεσμίας ἐλάμβανε τὸν τόκον τῆς ὁμολογίας αὐτῆς. Πρό
562τινος ὅμως χρόνου μεταβὰς νὰ πληρωθῇ, ἔμαθε μετ’ ἀπο-
563ρίας του, ὅτι ἡ ὁμολογία αὕτη εἶχε κληρωθῆ· ἐζήτησε τοὐ-
564λάχιστον τὸ ἀντίτιμον τῆς ὁμολογίας του, ἀλλ’ ἡ ὑπηρε-
565σία ἀπήντησεν αὐτῷ, ὅτι ἡ κλήρωσις αὕτη ἔλαβε χώραν
566πρὸ πολλῶν ἐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἀπώλεσε, λόγῳ παρα-
567γραφῆς, τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς ὁμολογίας
568του. Ὁ πολίτης, Κύριοι, βεβαίως ὑπέπεσεν εἰς κάποιαν ἀμέ-
569λειαν, μὴ φροντίσας νὰ πληρωθῇ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ
570Δημόσιον ὑπέπεσεν εἰς μείζονα ἀμέλειαν, ἐξακολουθοῦν νὰ
571πληρόνῃ τόκον κληρωθείσης ὁμολογίας, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ
572ἐμβάλῃ εἰς τὸν κάτοχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι πράγματι δὲν
573εἶχε κληρωθῇ ἡ ὁμολογία του. Εἰς τοιαύτην στάσιν εὑρί-
574σκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ὁ πολίτης, ὑποθέτω, ὅτι δύναται
575νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπως ζητήσῃ τὸ δίκαιόν
576του· δὲν γνωρίζω δὲ ποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ ἀπόφασις τῶν
577Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ κατάστασις
578αὕτη ἐπῆλθε καὶ ἐξ ἀμελείας τοῦ πολίτου καὶ ἐκ παραλεί-
579ψεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, δίκαιον εἶναι νὰ
580πληρωθῇ ὁ πολίτης. Βεβαίως τυπικῶς δύναται ὁ νόμος νὰ
581προστατεύσῃ τὸ Δημόσιον, λόγῳ τῆς πενταετοῦς παραγρα-
582φῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ
583νὰ κερδοσκοπῇ ἐκ τῶν περιστάσεων αὐτῶν.
584§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ
585ἀπαντήσω αὔριον.
586§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος κατέθεσε πρότα-
587σιν νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀνανέω-
588σιν ἢ πληρωμὴν τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 ὀφειλομένων
589ἐσόδων.
590§22ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ
591διανεμηθῇ.
592§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 65).
593§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρα-
594τιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4,726
595τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1888 ἔτους ἀναφορὰν τοῦ Αʹ
596Ἀρχηγείου στρατοῦ. Ἐν αὐτῇ ὑπάρχει ἔκθεσίς τις τοῦ ὑπο-
597στρατήγου καὶ ἀρχηγοῦ κ. Βαλτινοῦ, περὶ τῆς κατα-
598στάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς δημοσίας ἐν γένει ἀσφαλείας
599τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ —
600καὶ ἰδίως διὰ τοῦτον τὸν λόγον ζητῶ τὴν κατάθεσιν αὐτῆς,
601μὴ οὔσης νομίζω ἀποῤῥήτου, — ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ
602εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ἀρτίως προβιβασθέντος
603μοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς κ. Δ. Σκαρλάτου. «Ὁ μοίραρ-
604»χος οὗτος ἀπεδείχθη ἀνίκανος, διὰ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθή-
605»κοντά του», παρακαλεῖται δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μετα-
606θέσῃ αὐτόν. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἀρχηγείου περὶ
607τοῦ ῥηθέντος ἀξιωματικοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Ὁ Ὑπουρ-
608γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συμφώνως τῇ ὑποδείξει τοῦ ἀρχη-
609γοῦ, μετέθεσε τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, καὶ τηλεγραφικῶς
610μάλιστα, εἰς Τρίκκαλα. Τοιουτοτρόπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
611Στρατιωτικῶν, οὐχὶ ἐμμέσως, ἀλλ’ ἀμέσως καὶ καθαρῶς
612ἀπαντῶν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου,
613καὶ ἐνεργῶν τὴν ὑποδειχθεῖσαν μετάθεσιν, παρεδέχθη τὴν
614γνώμην αὐτοῦ περὶ ἀνικανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου.
615Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχομεν τὴν τοιαύτην ἄμεσον καὶ σαφῆ ὁμολο-
616γίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εὑρίσκομεν Βασιλικὸν Διάταγμα
617τῆς 19 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ἐκδοθὲν ἐν Κοπενάγῃ μάλιστα,
618δι’ οὗ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος προβιβάζεται εἰς ταγματάρχην.
619Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρα-
620τιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν μνημονευθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ
621Αʹ Ἀρχηγείου καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὡς πρὸς τὸν προ-
622βιβασμὸν τοῦτον, ἵνα ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ τὴν τοιαύτην πρᾶ-
623ξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
624§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι κατ’ ἐκλογὴν ὁ προβιβασμὸς, ἢ κατ’
625ἀρχαιότητα;
626§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἀρχαιότητα.
627§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
628τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’
629ἀριθ. 4,985 καὶ ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορὰν τοῦ
630αὐτοῦ Ἀρχηγείου στρατοῦ· τοῦτο δὲ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους.
631Ὁ Νομάρχης Φθιώτιδος διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 53,218 καὶ
63253,564 ἐγγράφων ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
633τερικῶν ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἵνα κα-
634τορθωθῇ ἡ σύλληψις φυγοδίκων τινῶν, ἐκτελεσθῶσιν δέ τινα
635ἐντάλματα. Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, φυσικῷ τῷ
636λόγῳ, διεβίβασε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
637κῶν, τοῦτο δὲ πάλιν πρὸς τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ. Τὸ
638Αʹ Ἀρχηγεῖον διὰ τοῦ μνημονευθέντος ὑπ’ ἀριθ. 4,985
639ἐ. ἔ. ἐγγράφου ἀπήντησε τὰ ἑξῆς:
640«Εὔχομαι, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον δυνηθῇ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν
641Μοιραρχίαν Φθιώτιδος, συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Νο-
642μάρχου, τὸ Ἀρχηγεῖον ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι
643οὐδὲ ἕνα ἄνδρα ἔχει νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ».
644Ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ Αʹ Ἀρ-
645χηγείου στρατοῦ καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδω-
646μεν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ περὶ τῆς δυ-
647νάμεως καὶ ἀρτιότητος τοῦ στρατοῦ, ἂν τῷ ὄντι εὑρισκώ-
648μεθα ἀπέναντι τῆς ἀληθείας.
649Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ
650εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5,710 καὶ ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου
651ἀναφορὰν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
652«Τὸ Φρουραρχεῖον ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῆς Διευθύνσεως
653τοῦ Μηχανικοῦ ἐνταῦθα, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀγγαρείαν, τὸ δὲ
654Φρουραρχεῖον ἀναφέρει εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον ταῦτα: Ἀδυνατεῖ
655νὰ διαλέξῃ τοιαύτην, διότι στερεῖται ἀνδρῶν, καθόσον οἱ
656γυμνασμένοι ἄνδρες τοῦ συντάγματος δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὰς
657φρουρὰς, καὶ ὄχι μόνον δὲν μένουσιν ἐλεύθεροι οἱ ἐξερχόμενοι
658τῆς φρουρᾶς, ἀλλ’ ἀναγκάζεται τὸ σύνταγμα (τὸ 5ον) νὰ
659διορίζῃ καὶ τοὺς μαγείρους τῶν ταγμάτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν,
660ἅμα τελειόνουν τὴν μαγειρικήν».
661Διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου θέλουσιν ἀπο-
662δειχθῇ ἐπίσης, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε
663περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
664Ἀλλ’ ἐπειδὴ, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουρ-
665γοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγοντος, ὅτι εὐχαρίστως θέλει
666ἀκούσει τὰ γνώμας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς
667τὰ περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ
668ἀνακοινώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
669γεγονός τι, λαμβάνον χώραν κατὰ τὴν λίμνην τῆς Κω-
670παΐδος.
671Ὡς γνωστὸν, διὰ διαφόρων συμβάσεων ἀπὸ τοῦ 1865
672ἔτους καὶ διὰ διαφόρων νόμων ἐκανονίσθησαν λεπτομερῶς τὰ
673περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Ὑπῆρξαν ἄρα
674συμβάσεις, αἵτινες κατόπιν δι’ ἄλλων μεταγενεστέρων κατηρ-
675γήθησαν. Ὑπῆρξαν δὲ καὶ ἱκανοὶ νόμοι, ἀπὸ τοῦ 1867
676ἔτους μέχρι τοῦδε, κανονίζοντες τὰ τῆς ἀποξηράνσεως εἰδι-
677κῶς τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Ἐν πάσαις ταύταις ταῖς συμβά-
678σεσιν, ὡς καὶ ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς νόμοις, κανονίζονται λε-
679πτομερέστατα τὰ περὶ τὰ συνήθων καὶ ἐκτάκτων πλημμυρῶν.
680Καὶ ἡ σύμβασις, ἡ μετὰ τοῦ Μομφεῤῥιέρου συναφθεῖσα τῇ
68122 Ἰουλίου 1865 ἔτους, καὶ ὁ νόμος ΡΟΓʹ τῆς 24 Ἰανουα-
682ρίου 1867 ἔτους, καὶ ἡ μετὰ τοῦ κ. Βούρου σύμβασις τῆς
68330 Μαΐου 1880 ἔτους, καὶ ἄλλαι διατάξεις, ψηφισθεῖσαι παρ’
684ὑμῶν, ἐκανόνισαν τὰ τῶν συνήθων καὶ τὰ τῶν ἐκτάκτων
685πλημμυρῶν, ζήτημα τουτέστι θίγον σπουδαίως τὰ συμφέ-
686ροντα τῶν ἐκεῖ περιοίκων.
687Ἐν τούτοις ἐπ’ ἐσχάτων ἡ Ἑταιρία, εἰς ἣν ἔχει παρα-
688χωρηθῆ ἡ ἀποξήρανσις, συμπράκτορα ἔχουσα τὴν στρατιω-
689τικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, χωροφύλακας τουτέστι καὶ πε-
690ζοὺς, προβαίνει εἰς τοιαύτας πράξεις κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα,
691αἵτινες, οὐχὶ ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ βεβαιότατον εἶναι, ὅτι θέ-
692λουσιν ἐπιφέρει δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Τούτων πάντων
693διατελεῖ ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς
694ὃν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Δημητρίου τοῦ δήμου Ὀρ-
695χομενοῦ ἀπηύθυνον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
696«Ὑπάλληλοι Ἑταιρίας Κωπαΐδος μετὰ στρατιωτικῆς δυ-
697νάμεως μετέφερον χθὲς 300 ἀγελάδας καὶ 500 πρόβατα,
698πρώτην ἤδη φορὰν, ἵνα βοσκήσωσιν ἐπὶ γαιῶν δεδηλωμένων
699καὶ κατεχομένων ὑφ’ ἡμῶν, ἀσκούντων δικαίωμα βοσκῆς πρὸ
700ἀμνημονεύτων χρόνων ἐπ’ αὐτῶν, οὐδέποτε κατακλυζομένων
701ὑπὸ συνήθων πλημμυρῶν. Καὶ ταῦτα πάντα, ἐνῷ ὑπάρχει
702ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ Ἑταιρίας ἐναγούσης καὶ ἡμῶν περὶ
703δικαιώματος βοσκῆς ἐνώπιον Ἐφετείου Ἀθηνῶν κλπ.»
704Παρατηρεῖτε, λοιπὸν, ὅτι κατὰ τηλεγράφημα ὑπογραφὲν
705—σημειώσατε καλῶς—ὑπὸ 90 κατοίκων τοῦ Ἁγίου Δημη-
706τρίου, δηλ. παρ’ ὅλου σχεδὸν ἐκείνου τοῦ χωρίου, ἡ Ἑταιρία
707δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰ μεγάλα δικαιώματα καὶ τὰ μεγάλα
708πλεονεκτήματα, ἅτινα διὰ νόμων καὶ συμβάσεων παρεχω-
709ρήθησαν αὐτῇ, ἀλλ’ ἐννοεῖ γαίας, ῥητῶς ἐξαιρουμένας καὶ
710ὑπὸ τῶν νόμων καὶ ὑπὸ τῶν συμβάσεων, νὰ καταλάβῃ καὶ
711νὰ καρπῶται αὐτάς. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ πρωτοφα-
712νὲς θέαμα, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερ-
713νήσεως, νὰ μετασχηματίζηται εἰς πληθὺν βουκόλων, τιθε-
714μένων ἐπὶ κεφαλῆς προβάτων καὶ βοῶν, καὶ νὰ προστατεύῃ
715ἀξιώσεις Ἑταιρίας, ἧς ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ δικαιώτατα, τὰ
716παρ’ αὐτῆς προβαλλόμενα, εἶναι νόμιμα, βεβαίως τὰ δι-
717καιώματα ταῦτα θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῶν Δικα-
718στηρίων. Εἶναι, νομίζω, λίαν ἄτοπον, ἐνῷ πρόκειται περὶ
719δίκης ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα Δικαστηρίων, ἡ στρα-
720τιωτικὴ δύναμις νὰ χρησιμεύῃ εἰς κανονισμὸν καθαρῶς ἰδιω-
721τικῶν δικαίων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
722ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως,
723ἔχοντες γνῶσιν βεβαίως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, προ-
724βῶσιν εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα.
725§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέπτυξα καὶ ἀνέλυσα χθὲς, Κύριοι,
726τὰ κυριώτερα κεφάλαια δαπανῶν, ἅτινα, βαρύνοντα τὴν
727χρῆσιν τοῦ 1887, ἐπληρώθησαν ἐντὸς αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν κα-
728τελογίσθησαν μεταξὺ τῶν ὁριστικῶν αὐτῆς ἐξόδων. Ἂν ἦτο
729δυνατὸν νὰ εὕρωμεν καὶ τὰ ἄλλα κεφάλαια, τὰ οὕτω πλη-
730ρωθέντα καὶ μὴ καταλογισθέντα, θὰ ἠδυνάμεθα τότε νὰ
731σχηματίσωμεν ὡρισμένως τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος τῆς
732χρήσεως τοῦ 1887. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο, δι’ οὓς λόγους
733ἐξέθηκα χθὲς, δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐνόμισα, ὅτι δι’ ἄλλης ὁδοῦ
734πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τὸν ἐλά-
735χιστον ὅμως ὅρον τοῦ ἐλλείμματος τούτου. Τοιαύτη δὲ ἦτο
736ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς γνώμης, ἣν ἐξέφερον, περὶ τῶν οἰ-
737κονομικῶν ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως
738εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
739Ἡ βάσις αὕτη, ἥτις μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως
740ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἀποβαίνει πληρεστέρα,
741εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς τῶν δραχμῶν 82,763,
742000, ἃς εἰσέπραξεν ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγρα-
743φομένων ὡς τακτικῶν ἐσόδων, εἰσέπραξε προσέτι καὶ ἕτερα
744ποσὰ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἅτινα ἐδαπάνησε διὰ τὴν χρῆσιν
745τοῦ 1887.
746Ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
747λόγον, δὲν ἐγνωρίζομεν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν ἐντό-
748κων γραμματίων, μήτε τὸ ποσὸν τῶν μὴ ἐξοφληθεισῶν ὁμο-
749λογιῶν τῶν μετατραπέντων δανείων. Μὴ γνωρίζων τὰ δύο
750ταῦτα κεφάλαια, εὗρον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς τῶν τακτι-
751κῶν ἐσόδων εἶχεν εἰσπράξει ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ ἕτερον
752ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 11,850,000. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν
753ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 μανθάνομεν καὶ τοὺς
754ἄλλους πόρους, ἐξ ὧν ἔλαβε τὸ Δημόσιον χρήματα, ἤτοι τὰ
755ἔντοκα γραμμάτια καὶ τὰς μὴ ἐξωφληθείσας ὁμολογίας τῶν
756δανείων τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Εὑρίσκομεν δὲ,
757ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν, ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων,
758ἀνέρχεται εἰς 14,032,000. Εἰσέπραξε δὲ ταῦτα ἐκ τῶν
759ἑξῆς πόρων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
760Ἐκ τῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν τοῦ
761Δημοσίου μετὰ τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ ἀναγκα-
762στικῇ κυκλοφορίᾳ, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ δά-
763νειον τῶν 10,200,000 καὶ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ,
764ὅπερ ἔλαβε πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 3,600,000
765τῶν κερματικῶν γραμματίων δρ. 3,202,000
766Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000, ὅπερ
767συνωμολογήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
768ζης καὶ τοῦ ὁποίου μέρος προωρίσθη διὰ
769τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου ἐπὶ ἐγγυήσει
770φθαρτῶν κτημάτων, ὅπερ δὲν ἐπληρώθη,
771ἀλλ’ οὗτινος τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν μένει
772ἀκόμη ἄθικτον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ.
7737,351,000 διὰ τὴν πληρωμὴν ἐντόκων
774γραμματίων, ἅτινα δὲν ἐπληρώθησαν δρ. 7,351,641
775Ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα κατὰ
776τὴν 1 Νοεμβρίου τοῦ 1887 ἀνήρχοντο εἰς
7778,714,000, σήμερον δὲ, κατὰ τὴν ὑποβλη-
778θεῖσαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
7791889, εἰς 11,821,938 δρ. 3,106,938
780Ἐπερίσσευσεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ
781ὁμολογιῶν μὴ πληρωθεισῶν τῶν μετατρα-
782πέντων δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων,
783ἅτινα εἶχον ἐκ τοῦ εἰς αὐτὰ ἀνήκοντος εἰ-
784δικοῦ πόρου τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ὅπως ἐξο-
785φληθῶσιν ὅλαι αἱ ἐν κυκλοφορίᾳ ὁμολογίαι,δρ. 371,754
786Τὸ ὅλον δρ.14,032,333
787Δὲν λαμβάνω δ’ ὑπ’ ὄψει ἄλλα δευτερεύοντα κονδύλια,
788ὡς π. χ. τὸ τῶν 444,000 φράγκων χρυσῶν, τῶν περισσευ-
789όντων καὶ μενόντων εἰς τρεχούμενον λογαριασμὸν τοῦ Δη-
790μοσίου εἰς τὸ Comptoir d’ Escompte, διότι, καίπερ ὑπο-
791θέτων, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν ὅλα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν
792τίτλων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ διὰ τὸ γαλ-
793λικὸν αὐτῶν χαρτόσημον, μὴ γνωρίζων ὅμως ἀσφαλῶς τοῦτο,
794δὲν δύναμαι νὰ ὑπολογίσω τι ἐξ αὐτῶν.
795Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι τὰ ἄνω ποσὰ ἐξ ἐκ-
796τάκτων πόρων ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ
797τῆς 1ης Νοεμβρίου 1887 μέχρι τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου.
798Τὴν θεμελιώδη ταύτην βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθην, ἀμφι-
799σβητῶν τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὁ ἀξιότιμος
800Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔθιξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του
801ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Ὁ ἀξιό-
802τιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ
803κατὰ τρόπον, ὡσεὶ ἥπτετο πεπυρακτωμένων ἀνθράκων. Ἔλα-
804βεν, εἶπε, τὸ Δημόσιον τὰ ποσὰ ταῦτα, ἴσως καὶ περισσό-
805τερα, δὲν ἔλαβεν ὅμως αὐτὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἀλλὰ
806διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, καὶ ἐπλήρωσεν ἄλλας ὑποχρεώ-
807σεις, ἴσως δὲ καὶ δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Ἐνόμι-
808σεν, ὅτι τὰ ποσὰ, ἅπερ ἀνωτέρω ὑπελόγισα, εἶναι τὸ ὅλον
809τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ληφθέντων χρημάτων κατὰ τὴν
810διάρκειαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887. Ἀλλ’ ὡς παρετή-
811ρησα πρὸ ὀλίγου, δὲν ὑπελόγισα εἰμὴ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἡ Κυ-
812βέρνησις ἔλαβεν ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου
8131887 μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸν
814Νοέμβριον τοῦ 1887 ἡ χρῆσις τοῦ 1886 ἦτο κεκλεισμένη,
815καὶ οὐδεμία ἠδύνατο νὰ γίνῃ δαπάνη ἐκ τῶν ληφθέντων τού-
816των χρημάτων εἰς βάρος τῆς χρήσεως ἐκείνης. Ἐλήφθησαν
817καὶ ἄλλα χρήματα πρὸ τῆς 1 Νοεμβρίου ἐξ ἐκτάκτων πό-
818ρων. Δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπερίσσευσαν καὶ ἐκ
819τῶν χρημάτων τούτων, τῶν ἐξ ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέν-
820των πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἀλλὰ δὲν ἔχω
821ἐπισήμους πληροφορίας, ὅπως ἀσφαλῆ ἐκφέρω περὶ τούτου
822γνώμην.
823§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγει ὁ Προϋπολογι-
824σμός. Ἐπερίσσευσαν 76,000,000· ἑπομένως, καθ’ ὑμᾶς, τὸ
825ἔλλειμμα δὲν εἶναι, ὅπως λέγετε, 14,000,000, εἶναι 76, καὶ
82614, τὸ ὅλον 90,000,000.
827§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένητε εἰς τοῦτο,
828ἔστω καὶ ἀστειευόμενος.
829§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ταῦτα τυπωμένα.
830§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συγχέεται πάλιν, κύριε Πρωθυπουργέ,
831τὰ μὴ ἐπιδεκτικὰ συγχύσεως. Τὰ 74,000,000, ἅτινά εἰσι
832τυπωμένα, ἀνήκουσιν εἰς εἰδικοὺς πόρους καὶ ἰδίως εἰς τὰ
833τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, εἰσὶ δὲ προωρισμένα εἰς
834εἰδικὰς δαπάνας, κανονισθείσας δι’ εἰδικῶν Προϋπολογισμῶν,
835ὅπως διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα χθές. Ἐπειδὴ δὲ ἐθίξατε τὸ
836ζήτημα τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι
837εἶναι ἄτακτον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτυπώσατε ἐν τῷ ἀνὰ χεῖρας
838ὑμῶν Προϋπολογισμῷ, καταχωρήσαντες τὰ 74,000,000,
839τὰ ἀνήκοντα εἰς εἰδικοὺς Προϋπολογισμούς, χωρὶς νὰ κατα-
840χωρήσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων. Δὲν
841τὰ κατεχωρήσατε δέ, διότι ἡ καταχώρησις αὐτῶν ἤθελεν
842ἀφήσει ἄνευ καλύμματος καὶ τὰ πληρωθέντα εἰς ἐπιχορη-
843γήσεις τῶν σιδηροδρόμων, καὶ τὰ 3,316,000, τὰ ἀφαιρε-
844θέντα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν μετατραπέντων δανείων, καὶ
845ἄλλα κονδύλια· τοιουτοτρόπως δὲ ἤθελεν ἀναπηδήσει καὶ
846ἀποκαλυφθῇ, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλ’ οὐσιῶδες μέρος τοῦ ἐλλείμ-
847ματος τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
848Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τί ἐπερίσσευσεν ἐκ
849τῶν χρημάτων, τῶν ληφθέντων παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρὸ
850τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἐξ ἐκτάκτων πόρων,
851μὴ ἀνηκόντων εἰς εἰδικοὺς Προϋπολογισμούς. Τὸ ποσὸν δὲ
852τῶν 14 ἑκατομμυρίων ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ 1 Νοεμ-
853βρίου 1887 μέχρι τέλους τοῦ λήξαντος Ὀκτωβρίου. Κατὰ
854τὸ διάστημα δὲ τοῦτο δύο χρήσεις συμβαδίζουσιν, ἡ τοῦ
8551887 καὶ ἡ τοῦ 1888· ἀλλὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 ἐν
856ταῖς δημοσιευθείσαις καταστάσεσι τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
857τοῦ Κράτους τὴν παρουσιάζετε ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὅσα εἰσεπρά-
858ξατε ἐκ τακτικῶν πόρων, τοσαῦτα περίπου ἐδαπανήσατε
859εἰς τακτικὰς δαπάνας· εἰς δὲ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων
860δαπανῶν δύο ἀναγράφετε δαπάνας, τὴν καταβολὴν μιᾶς
861δόσεως ἐκ δραχ. 1,447,000 διὰ τὰ θωρηκτά, ἥτις ἐπλη-
862ρώθη ἐκ τοῦ εἰδικοῦ πόρου τοῦ δανείου τῶν 135,000,000,
863καὶ τὴν ἐξόφλησιν δραχ. 3,600,000 κερματικῶν γραμμα-
864τίων, ἅτινα ἀφήρεσα ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔλαβε τὸ Δημό-
865σιον ἐκ τῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ
866κυκλοφορίᾳ τῶν Τραπεζῶν, περιορίσας τὸ ἐξ αὐτῶν ληφθὲν
867ποσὸν εἰς δραχ. 3,202,000. Τὸ ποσὸν ἑπομένως τῶν 14
868ἑκατομμυρίων τὸ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐδαπάνησε
869διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸ ἔλλειμμα τῆς
870ὁποίας, κατὰ φυσικὸν λόγον, δὲν δύναται νὰ ᾖ ὀλιγώτερον
871αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς δαπάνας, τὰς οὐσια-
872στικῶς βαρυνούσας τὴν χρῆσιν ταύτην καὶ πληρωθείσας ἐξ
873εἰδικῶν πόρων, οἷαί εἰσιν οἱ τόκοι τῶν προκαταβολῶν καὶ
874τῶν εἰς χρυσὸν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ἔξοδα τῶν στρα-
875τιωτικῶν κτιρίων κτλ., τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς ἀνέρχεται βεβαίως
876εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον· τοῦτο δὲ δυστυχῶς δὲν εἶναι
877ἀστεϊσμὸς, ὡς θέλει νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ
878ὡς παρέστησεν αὐτὸ καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἀλλὰ
879δυσάρεστος πραγματικότης. Ἐὰν ἀμφισβητῆτε τοῦτο, ἐὰν
880ἐπιμένητε, ὅτι ἐπληρώσατε ὅλας τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως
881τοῦ 1887 ἐκ τῶν κατ’ αὐτὴν εἰσπραχθεισῶν 82,763,000
882δραχ. ἐκ τακτικῶν ἐσόδων, καὶ ἐπετύχατε καὶ περίσσευμα
883ἐκ δραχ. 267,000, εἴπετέ μας, ποῦ ἔχετε τὰ 14,000,000,
884ἅτινα ἐλάβετε ἐξ ἐκτάκτων πόρων; Ἂν ἔχητε αὐτὰ ἐν τῷ
885Κεντρικῷ ταμείῳ, ἢ ἐν ἄλλῳ ταμείῳ τοῦ Κράτους, ἢ ἂν
886ἐπληρώσατε δι’ αὐτῶν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, μὴ βαρυ-
887νούσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, καὶ μὴ ἀνηκούσας εἰς εἰδικοὺς
888Προϋπολογισμοὺς, ἔχοντας τοὺς ἰδίους αὐτῶν πόρους, ἀπο-
889δείξατέ μας τοῦτο, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ διστάσω
890νὰ ὁμολογήσω πᾶσαν τυχὸν πλάνην μου. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε
891τὰ χρήματα ταῦτα. Τὰ ἐδαπανήσατε πληρώσαντες δαπά-
892νας ἀνηκούσας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 καὶ τὰς ὁποίας
893ζητεῖτε νὰ καλύψητε ἐντὸς θεωρητικῶν ἐκτάκτων Προϋπο-
894λογισμῶν, ἐντὸς τῶν ἐξ εἰδικῶν πόρων πληρωτέων δαπανῶν,
895ἐντὸς ἐλπίδων κέρδους ἐκ κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν τραπεζικῶν
896γραμματίων καὶ ἐντὸς ἄλλων λογαριασμῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ
897δὲν μᾶς δεικνύετε ποῦ εὑρίσκονται τὰ 14 ταῦτα ἑκατομμύ-
898ρια, δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ πλανώμε-
899νοι, ἢ οἱ ζητοῦντες νὰ πλανήσωμεν ἄλλους.
900Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς
901χρήσεως τοῦ 1887, ὡς καὶ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῆς, καὶ ὁ
902ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες οἱ ἀσχο-
903λούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, εἰς οἵαν δήποτε πτέρυγα καὶ
904ἂν ἀνήκωσι, πρὸ πάντων δὲ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα
905ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), βλέπουσι καθαρῶς, καθαρώτε-
906ρον ἡμῶν, διότι δύνανται νὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ πρὸς ἐξέτασιν
907αὐτῶν ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ὧν στερούμεθα ἡμεῖς, οἱ ἀνήκον-
908τες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Δὲν
909πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπει-
910σμένος, ὅτι εἰσὶ καθ’ ὅλα ἀκριβῆ ὅσα προχθὲς μᾶς εἶπε περὶ
911οἰκονομίας δραχ. 6,000,000 ἐν τῷ παγίῳ καὶ τῷ θετικῷ
912ἡμῶν Προϋπολογισμῷ, προκυψάσης ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐ-
913τοῦ συνδυασμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
914βερνήσεως νὰ μὴ παραδέχηται, ὅτι, ὅταν ἐπέρχηται οἰκονο-
915μία εἰς τὸν πάγιον Προϋπολογισμὸν Κράτους τινὸς, ἡ οἰκο-
916νομία αὕτη συνεπιφέρει καὶ ἀντίστοιχον ἐλάττωσιν τῆς δα-
917πάνης τοῦ κεφαλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται. Οἱ οἰκονο-
918μικοὶ δὲ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔφε-
919ρον ὡς ἀποτέλεσμα εἰς τὸ κεφάλαιον, ἐφ’ οὗ ἐφαρμόζονται,
920τὸ τῶν δαπανῶν δηλ. τοῦ δημοσίου χρέους, ἀντὶ ἐλαττώ-
921σεως αὔξησιν, προερχομένην ἐκ τῶν δανείων τῶν 135,000,
922000, τῶν 15,000,000, τῶν 10,200,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν
923ἐντόκων γραμματίων καὶ ἐξ ἄλλων πηγῶν. Ἡ δὲ αὔξησις
924αὕτη ἀναβιβάζει τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ
925τοῦ ποσοῦ τῶν 38,403,000, εἰς ὃ ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1887,
926καὶ τῶν 37,489,000, εἰς ὃ ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1888, εἰς
92739,257,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ τὸ 1889. Ὅταν
928ἔχωμεν τοιαῦτα τελικὰ ἀποτελέσματα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ
929δημοσίου χρέους, δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς οἰ-
930κονομίαν παγίαν τὴν ἐπελθοῦσαν σχετικὴν διαφορὰν δαπα-
931νῶν εἰς διάφορα κονδύλια τοῦ κεφαλαίου τούτου.
932Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητῇ σπουδαίως ὁ ἀξιό-
933τιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εἰς βάρος τῆς χρή-
934σεως τοῦ 1887 πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγμα-
935τος, ἥτις κατεβλήθη, ἐν μέρει μὲν εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου
936τῆς μετατροπῆς τῶν δύο δανείων, ἐν μέρει δὲ εἰς βάρος τοῦ
937τρεχομένου λογαριασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πιστεύω
938δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ χρηστοῦ
939τοῦ συνειδότος θεωρεῖ ὠφέλιμον τὴν ἀπόκρυψιν ταύτην, διότι
940νομίζει, ὅτι τὰς ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ὑπαρχούσας ἐλ-
941λείψεις θὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ θεραπεύσῃ, ἀποκρύπτων
942αὐτάς. Πιστεύει ἴσως καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν πλήρει ἀφελείᾳ
943ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι αἱ δια-
944δόσεις αὗται θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τιμῆς
945τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καί τινων χρεωγράφων, καὶ θὰ
946εὐνοήσωσι τὰς κερδοσκοπικὰς πράξεις, ἐξ ὧν προσδοκᾶται ἡ
947κάλυψις τινῶν τῶν μὴ ἀναγραφεισῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως
948τοῦ 1887. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι, κρύπτοντες τὰς ἐλλείψεις
949τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν εὐκολώτερον νὰ ἐπιτύ-
950χωμεν τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀπ’ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι
951αἱ πρὸς ἀπόκρυψιν αὐτῶν καταβαλλόμεναι φροντίδες καὶ
952προσπάθειαι γεννῶσι νέας δυσκολίας, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς
953ἡμᾶς νέα βάρη καὶ νέας ὑποχρεώσεις.
954Ἡ θεραπεία τῶν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν ὑπαρχουσῶν
955ἐλλείψεων δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἐνεργητι-
956κότητος τοῦ ἔθνους. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ζητῶμεν ἀπὸ ἐλ-
957λείμματα, ἀνερχόμενα εἰς τὸ τρίτον τῶν Προϋπολογισμῶν
958ἡμῶν, νὰ πηδήσωμεν διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους εἰς ἰσο-
959ζύγια καὶ εἰς περισσεύματα. Ἄς μιμηθῶμεν τὰ ἔθνη, ἅτινα,
960εὑρεθέντα εἰς ἀναλόγους μὲ ἡμᾶς περιστάσεις, ἐπεδίωξαν τὴν
961διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δι’ οἰκονομικῆς πολιτικῆς,
962συμφώνου μὲ τὰς δυνάμεις, τὴν θέσιν καὶ τὴν ἰδιοφυΐαν
963αὐτῶν, καὶ ἐπέτυχον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὴν ἐλάτ-
964τωσιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῶν Προϋπολογι-
965σμῶν αὐτῶν. Ἂς μὴ θέλωμεν διὰ τεχνητῶν μέσων καὶ διὰ
966καταπονήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς νὰ φθάσωμεν δι’ ἁλ-
967μάτων ἐκεῖ, ὅπου ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, βαδί-
968ζοντες, γοργῷ μὲν τῷ βήματι, ἀλλὰ μετὰ φρονήσεως καὶ
969ὑπομονῆς. Ποίαν δὲ καταπόνησιν ἔφερεν εἰς τὰς παραγω-
970γικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς
971Κυβερνήσεως, βλέπομεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἅτινα
972εὐγλώττως καὶ μετὰ δεινότητος ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρ-
973χηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μ’ ὅλας δὲ τὰς διαφωνίας,
974αἵτινες δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν
975λεπτομερειῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, καὶ τὰς περὶ
976αὐτῶν ἀμφισβητήσεις, ἃς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἀνέ-
977πτυξε προχθές, τὸ τελικὸν αὐτῶν ἀποτέλεσμα κυροῖ τὴν
978γνώμην τῶν μελετησάντων τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου περὶ
979τῆς καταπονήσεως αὐτοῦ.
980Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἔρευναν καὶ ἀνάπτυ-
981ξιν τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, καὶ
982διότι πολλοὺς ἠκούσαμεν ἤδη ἀριθμοὺς καὶ λογαριασμοὺς,
983καὶ διότι ἀσφαλὴς τοιαύτη ἔρευνα ἀποβαίνει σχεδὸν ἀδύ-
984νατος εἰς ἡμᾶς, ὅταν τὰ πορίσματα, ἅτινα ἐξάγομεν ἐκ
985πληροφοριῶν, ἀνακοινουμένων εἰς ἡμᾶς, ἔρχονται ν’ ἀνατρέ-
986ψωσιν ἄλλαι ἐπίσημοι πληροφορίαι, ἐξαίφνης ἀπὸ τοῦ βή-
987ματος ἀναπτυσσόμεναι. Ὀλίγα θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος
988τούτου, περιοριζόμενος εἰς τὰ οὐσιαστικὰ συμπεράσματα, τὰ
989ἐξαγόμενα ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν.
990Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, συγκρίνων τὰς εἰσπράξεις
991τοῦ 1887 πρὸς τὰς εἰσπράξεις οὐ μόνον τοῦ 1886, ἀλλὰ
992καὶ ἄλλων παρελθόντων ἐτῶν, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν,
993ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1887 εἶναι προϊόν τῆς
994φυσικῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἀποδόσεων τῶν φόρων. Τοῦτο
995δὲν εἶναι ἀκριβές· ἐὰν λάβητε τὰς εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν 1883
996ἢ 1884, —δὲν ἀναφέρω τὸ 1885 καὶ 1886, διότι ἦσαν
997ἔτη ἀνώμαλα, —καὶ προσθέσητε εἰς αὐτὰς τὰς προσθήκας,
998τὰς ἔκτοτε γενομένας, εἴτε διὰ νέων φόρων, εἴτε δι’ αὐξή-
999σεως τῶν τότε λειτουργούντων, θέλετε εὕρει, ὅτι αἱ εἰσπρά-
1000ξεις τοῦ 1887 δὲν φθάνουσι τὸ ἄθροισμα τῶν εἰσπραχθέντων
1001κατὰ τὸ 1883 σὺν ταῖς προσθήκαις ταύταις. Ὄχι μόνον
1002δὲν ἔχομεν φυσικὴν αὔξησιν (plus value) τῆς ἀποδόσεως
1003τῶν φόρων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν φυσικὴν ἐλάττωσιν
1004αὐτῆς (moins value).
1005Δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἐκφρασθεῖσα γνώμη, ὅτι
1006οἱ αὐξηθέντες φόροι, ἐὰν ἦσαν ἐπαχθεῖς, ἔπρεπε νὰ φέρωσιν
1007ἀμέσως καὶ ταχέως τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέ-
1008σων φόρων, καὶ ὅτι, ἐὰν τοιοῦτόν τι πράγματι ὑφίστατο,
1009ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τοὺς γεωργούς, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ἐπιτη-
1010δευματίας, τοὺς κτηματίας, ἐγκαταλιμπάνοντας τὰ ἐπαγ-
1011γέλματα καὶ τὰ κτήματα αὑτῶν. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἴχο-
1012μεν καταντήσει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Εἶναι δ’ ἀσύγγνωστος
1013ἀπήνεια, ἐὰν, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τῆς καταπονήσεως τοῦ
1014τόπου, ἀναμένωμεν νὰ ἴδωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μετα-
1015βαλλόμενον εἰς παρίας. Οἱ πληρώνοντες τοὺς ἀμέσους φόρους,
1016οἱ γεωργοί, οἱ ἐπιτηδευματίαι, οἱ ἔμποροι, οἱ κτηματίαι
1017δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἐπαγγέλματα καὶ τὰ
1018κτήματα αὑτῶν, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἡ αὔξη-
1019σις αὕτη εὑρίσκει αὐτοὺς ἀδιασπάστως δεσμευμένους μὲ τὰς
1020ἐργασίας των καὶ μὲ τὰ κτήματά των, ἁρπάζει δ’ ἐκ τῶν
1021προϊόντων αὐτῶν τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, χωρὶς νὰ δύναν-
1022ται οὗτοι, μήτε ν’ ἀποφύγωσι τοῦτο, μήτε νὰ ἐγκαταλεί-
1023ψωσι τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ τὰ ἐπαγγέλματά των, διότι
1024πράττοντες τοῦτο ἤθελον κινδυνεύσει ν’ ἀποθάνωσι τῆς πεί-
1025νης. Στερούμενοι ὅμως, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τοῦ
1026οὐσιωδεστέρου μέρους τῶν εἰσοδημάτων αὑτῶν, ἀναγκάζονται
1027νὰ ἐλαττώσωσι τὰς πρὸς ἀνωτέραν συντήρησίν των δαπά-
1028νας, καὶ περιέρχονται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ βελτιώσωσι τὸ
1029ἐπάγγελμά των, ἢ τὸ κτῆμά των. Ἐπέρχεται δ’ οὕτω πε-
1030ριστολὴ εἰς τὴν ἐν γένει κατανάλωσιν καὶ εἰς τὴν φυσικὴν
1031προσαύξησιν τῶν προσόδων τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Δημοσίου.
1032Τὴν τοιαύτην περιστολὴν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν
1033τῶν ἐσόδων τῶν τελωνείων ἐξ εἰσαγωγῆς, ὅσον μικρὰ καὶ
1034ἂν ὑποτεθῇ αὕτη, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν φυσικῆς ἐπαυξήσεως
1035(plus value) εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων.
1036Πάντες, ὅσοι ἐμελετήσατε τὴν κατάστασιν τῶν Ἑλληνι-
1037κῶν ἐπαρχιῶν, δυσκόλως θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐν αὐταῖς ὑπάρχει
1038καταπόνησις τῶν πολυπληθῶν τάξεων τῶν μικρῶν παρα-
1039γωγῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν κρηπῖδα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν
1040ὑπάρξεως. Δὲν πρέπει δὲ νὰ πλανώμεθα ἐκ τῆς μὴ ἐμφανί-
1041σεως τοιαύτης καταπονήσεως ἔν τισι μεγάλοις κέντροις καὶ
1042ἰδίως ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ πρωτεύουσα
1043δὲν ζῇ μόνον ἐκ τῶν προσόδων τῶν κατοίκων αὐτῆς, ἀλλὰ
1044καὶ ἐκ χρημάτων ἐρχομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως συμβαίνει
1045εἰς πάντα τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ κόσμου, καὶ συνάμα ἐκ
1046τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1047ἅτινα εἰσπράττονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις.
1048Τὸ ἕτερον θεμελιῶδες ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διὰ μακρῶν
1049ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούων
1050τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντή-
1051σεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶναι τὸ τῆς δημοσίας ἡμῶν
1052πίστεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε τὰ καλὰ τῆς δη-
1053μοσίας πίστεως καὶ τὰ ὀφέλη, ἅτινα προσπορίζονται τὰ
1054Κράτη, τὰ ἔχοντα αὐτὴν κραταιὰν καὶ παγίαν. Οὐδεὶς
1055ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ἠθέλησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1056νὰ βασίσῃ τὴν ὕπαρξιν καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαύτης κραταιᾶς
1057καὶ παγίας πίστεως ἐπὶ τῆς ἀναγραφομένης τιμῆς τῶν
1058Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς δελτίοις.
1059Ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τοὺς λόγους, οἵτι-
1060νες συνετέλεσαν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν χρεωγράφων, οὐ
1061μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐθνῶν, ὅσα ὡς
1062καὶ ἡμεῖς, ἔχουσι δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως πίστιν. Ὁ
1063κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησε τοῦτο, καὶ ὡς
1064παράδειγμα ἔφερε τὸ στάσιμον τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων
1065τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα ἔχουσι πρώτης τάξεως πίστιν
1066παγίαν καὶ ἀμετάβλητον, ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, καὶ
1067ἐν μέρει καὶ ἡ Ἰταλία, ὧν τὰ χρεώγραφα μεταβάλλουσι
1068τιμὴν κατὰ κλάσματα μονάδος, καὶ περὶ ὧν οὐδὲν ἐγὼ
1069εἶπον. Μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεδέχθη,
1070ὅτι ἡ Ἱσπανία ἐν τῷ διαστήματι, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐποιη-
1071σάμην τὴν σύγκρισιν τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων χρεωγράφων,
1072τῶν 10 δηλ. ἢ 12 τελευταίων μηνῶν, εἶδεν ὑψούμενα τὰ
1073χρεώγραφα αὐτῆς. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἐρχό-
1074μενος ἀρωγὸς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐποιήσατο καὶ
1075ἱστορικὴν ἐκδρομὴν, ὅπως παραστήσῃ ὡς ἔκτακτόν τι καὶ
1076τὴν ὑπερτίμησιν τῶν Ἱσπανικῶν χρεωγράφων, εἰπὼν, ὅτι
1077τὰ χρεώγραφα ταῦτα ὑψώθησαν, διότι εἶχον κατέλθει ἕνεκα
1078πολιτικῶν λόγων, τῆς διαταράξεως δηλ. ἐν Ἱσπανίᾳ τῆς
1079δημοσίας τάξεως. Ἡ δημοσία τάξις ἐν Ἱσπανίᾳ διεταρά-
1080χθη πρὸ 15 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα, ἐπανῆλθε δ’ ἐκεῖ πλήρης
1081τάξις πρὸ 10 ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα. Ἡ ἐπήρεια δὲ, ἣν ἐξή-
1082σκησαν τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν Ἱσπανικῶν
1083χρεωγράφων, παρῆλθε πρὸ ἐτῶν, καὶ ἡ μετάθεσις αὐτῆς
1084ἐντὸς τῶν 10 ἢ 12 τελευταίων μηνῶν ἦτο ἀτυχὴς ἱστο-
1085ρικὴ ἀρωγὴ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπὸ
108610 ἐτῶν καὶ πλέον ἡ Ἱσπανία χαίρει πλήρη τάξιν, ἡ δὲ
1087ὕψωσις τῶν χρεωγράφων καὶ αὐτῆς, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων,
1088τῶν ἰσοτίμων μὲ αὐτὴν κατὰ τὴν δημοσίαν πίστιν, Κρα-
1089τῶν, ὀφείλεται εἰς τοὺς γενικωτέρους λόγους, οὓς ἀνέπτυξα
1090ἄλλοτε, καὶ οὓς θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον
1091Ἐπειδὴ δὲ ἀμφισβητοῦσι τὰ πασίγνωστα, σᾶς παρακαλῶ
1092νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰς μεταβολὰς, τὰς
1093ἐπελθούσας κατὰ τοὺς τελευταίους ἕνδεκα μῆνας εἰς τὰς τι-
1094μὰς τῶν χρεωγράφων διαφόρων Κρατῶν, ἐχόντων ἰσότιμον
1095περίπου μὲ ἡμᾶς πίστιν. Τὰ Αἰγυπτιακὰ χρεώγραφα, τὰ
1096unifiés, ἐτιμῶντο τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 374, τὴν
109731 Ὀκτωβρίου 1888 ἐτιμῶντο 425. Τὰ Ἱσπανικὰ τῶν 4%
1098τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο 67½, τὴν 31 Ὀκτω-
1099βρίου 1888 ἐτιμῶντο 74½. Τὰ τῆς Πορτογαλλίας τῶν
11003%, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο 57,40, τὴν 31
1101Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 64,25. Τὰ Ῥωσσικὰ τῶν 5% τοῦ
11021862, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 ἐτιμῶντο πρὸς 95,40, τὴν 31
1103Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 103,40. Τὰ Τουρκικὰ πάγια, τὴν 1
1104Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 14,25, τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888
1105πρὸς 16,25. Ἕτερον δάνειον Τουρκικὸν τῶν 5% (priorité)
1106ἐτιμᾶτο τὴν 1 Δεκεμβρίου 1887 πρὸς 355, τὴν 31 Ὀκτω-
1107βρίου 1888 πρὸς 420. Τὰ Ἑλληνικὰ δὲ χρεώγραφα τῶν
11086% τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐτιμῶντο τὴν 1 Δε-
1109κεμβρίου 1887 πρὸς 420, καὶ τὰ τῶν 5% πρὸς 365 πε-
1110ρίπου, τὴν δὲ 31 Ὀκτωβρίου 1888 πρὸς 482 τὰ πρῶτα καὶ
1111πρὸς 420 τὰ δεύτερα. Δὲν ὑπερετιμήθησαν μόνον τὰ Ἑλ-
1112ληνικὰ χρεώγραφα, ἀλλ’ ὅλων σχεδὸν τῶν Κρατῶν ἐκείνων,
1113πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν τῶν ὁποίων δυνάμεθα λογικῶς νὰ
1114παραλληλίσωμεν τὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δὲ ἐξετάσωμεν τὰς
1115χρονολογίας τῶν βαθμιαίων ὑπερτιμήσεων τούτων, θὰ εὕ-
1116ρωμεν, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δὲν προηγήθησαν τῶν ἄλλων, ἀλλ’
1117ἀπ’ ἐναντίας ἠκολούθησαν τὴν ὑπερτίμησιν αὐτῶν.
1118§33ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς περὶ εἰρήνης πεποιθήσεως δὲν ἀνε-
1119πτύξατε.
1120§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν
1121τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον· θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ
1122ἐπαναλάβω τὰ αὐτά.
1123Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην τῶν Ἑλ-
1124ληνικῶν χρεωγράφων, ἥτις ἐμφαίνει σχετικὴν βελτίωσιν
1125τῆς πίστεως ἡμῶν, τοῦθ’ ὅπερ οὐδέποτε ἐγὼ ἠρνήθην, μήτε
1126εἶπον, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι αἰσχίστη, ὡς ἔσχε τὴν καλω-
1127σύνην νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ
1128κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, τὴν βελτίωσιν λέγω ταύτην τῆς
1129τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1130ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπόδειξιν ἀναντίῤῥητον κραταιᾶς καὶ πα-
1131γίας παρ’ ἡμῖν δημοσίας πίστεως· ἀρέσκεται δὲ νὰ παραλ-
1132ληλίζῃ αὐτὴν πρὸς τὴν πίστιν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα
1133ἔχουσι πρώτης τάξεως παγίαν πίστιν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ
1134ὑπ’ ὄψει τὰ γεγονότα, ἅτινα συνδέουσι τὰ θετικὰ συμφέ-
1135ροντα τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν πίστιν αὐτοῦ. Τοιοῦτο δὲ θε-
1136τικὸν γεγονὸς, συνδέον τὸ θετικὸν συμφέρον τοῦ Ἑλληνι-
1137κοῦ Δημοσίου μὲ τὴν πίστιν αὐτοῦ, παρουσιάζεται τελευ-
1138ταῖον ἡ ἐκχώρησις τοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ
1139τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ
1140Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἐκχώρησις γενομένη εἰς ὁμάδα τρα-
1141πεζιτῶν ἐν Λονδίνῳ, ὅπου αὕτη ἐξέδωκεν αὐτὸ εἰς τὸ κοι-
1142νὸν, ἐπὶ τῇ βάσει προσωρινῶν τίτλων, οἵτινες θ’ ἀνταλλα-
1143γῶσι μὲ τοὺς ὁριστικοὺς, οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν μιᾷ
1144τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶπεν, ὅτι δὲν παρέδωκεν,
1145οὓς ὅμως βεβαίως θὰ παραδώσῃ ἐν ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ καὶ
1146ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεχωρήθη πρὸς
114772 περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὸ ἀντίστοιχον
1148πρὸς αὐτὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐτιμᾶτο ἐν τοῖς
1149Χρηματιστηρίοις περίπου πρὸς 88%. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1150Κυβερνήσεως, ἀναπτύσων τὰ περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν κατὰ τὴν
1151εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ ἀντικρούων
1152τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, δὲν ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ
1153κύριος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὅμως εἰσῆλθεν εἰς τὴν συ-
1154ζήτησιν αὐτοῦ. Ἀνέπτυξε δὲ κυρίως τοὺς λόγους, δι’ οὓς
1155παρεχωρήθη εἰς τοὺς Βέλγους ἐργολάβους ἡ κατασκευὴ τοῦ
1156σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τοὺς γενικωτέρους ὅρους
1157τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς. Ὁμιλῶν περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν,
1158δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς παραχωρήσεως
1159ταύτης. Ἄλλοτε, ἐν εἰδικωτέρᾳ περὶ σιδηροδρόμου συζητήσει,
1160ἴσως ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ ὡς ἐπιβλαβῆ
1161τὸν σύνδεσμον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου μετὰ εὑρέ-
1162σεως δανείου, ἀναγκαίου πρὸς θεραπείαν τῶν τακτικῶν ἀναγ-
1163κῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1164γὸς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Σήμερον, ἐξετάζων τὸ ζήτημα
1165τῆς πίστεως ἡμῶν, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν
1166λεπτομερειῶν, τῶν ἀμέσως σχετιζομένων μὲ τὸ ζήτημα
1167τοῦτο. Τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ
1168Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, δὲν ἠμφισβήτησεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτι-
1169δος βουλευτὴς, ὅτι ἐξεχωρήθησαν εἰς τραπεζίτας ἐν Λονδίνῳ
1170πρὸς 72% περίπου. Τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβή-
1171τησιν. Μᾶς εἶπεν ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν ἔλαβον αὐτὰ οἱ ἐν Λον-
1172δίνῳ τραπεζῖται πρὸς 72%, ἐξέδωκαν ὅμως αὐτὰ εἰς τὸ
1173κοινὸν πρὸς 81%. Ἀλλὰ ποίαν θετικὴν ὠφέλειαν ἔχει ἐκ
1174τούτου τὸ Δημόσιον; Οἱ ἀναδεχθέντες τὸ δάνειον φυσικῶς
1175ἐπεδίωκον ὠφέλειαν διὰ τῆς εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἐκδόσεως
1176αὐτοῦ. Ὑπεβάλλοντο δὲ συγχρόνως καὶ εἰς δαπάνας ἐκδό-
1177σεως, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ ὁ κ. βουλευτὴς
1178ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις παρέστησε τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δά-
1179νειον τῶν 170,000,000, ὡς μὴ ὠφεληθέντας ἐκ τῆς δι’ αὐτὸ
1180παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρωθείσης προμηθείας τῶν φράγκων
11812,300,000, εἰμὴ μόνον 10 ἢ 15%, καὶ δαπανήσαντας εἰς
1182τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου τὰ ἕτερα 85 ἢ 90% τῆς
1183προμηθείας ταύτης. Οἱ ἐκδόντες δὲ τὰ δάνεια τῶν σιδη-
1184ροδρόμων τραπεζῖται τοῦ Λονδίνου, καίπερ, πρὸς ὑποστή-
1185ριξιν τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, δαπανήσαντες καὶ καταβαλόν-
1186τες τὰς πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συνήθεις χρηματιστικὰς ἐνερ-
1187γείας, δὲν ἐξέδωκαν τὸ δάνειον τοῦτο, εἰμὴ πρὸς 81%,
1188ἤτοι κατὰ 7 ἢ 8 μονάδας κάτω τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐτιμᾶτο
1189τὸ δάνειον τῶν 60,000,000.
1190Πάντες, ὅσοι ἠκολουθήσατε τὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν
1191τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν Κράτος τι,
1192ἔχον πρώτης τάξεως πίστιν, ἐκδίδῃ δάνειον, ἡ τιμή, εἰς ἣν
1193ἐκδίδει τοῦτο, μόλις ὑπολείπεται κατὰ κλάσματα, περὶ τὴν
1194μονάδα στρεφόμενα, τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσιν ἐν τοῖς Χρημα-
1195τιστηρίοις τὰ ἄλλα αὐτοῦ δάνεια. Ἡμεῖς δὲ ἐξεχωρήσαμεν
1196τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων εἰς κεφαλαιούχους ἐν Λονδίνῳ
1197κατὰ 16 ἢ 17% κάτω τῆς τιμῆς, ἣν εἶχε τὸ ἀντιστοι-
1198χοῦν πρὸς αὐτὰ Ἑλληνικὸν δάνειον· οἱ τραπεζῖται δὲ οὗτοι
1199ἐξέδωκαν αὐτὸ εἰς τὸ κοινὸν κατὰ 7% περίπου κάτω τῆς
1200τιμῆς ταύτης. Ὅπως δικαιολογήσῃ τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς
1201ἐκ Φθιώτιδος, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000
1202ἔχει εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἐνῷ τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων
1203δὲν ἔχει τοιαύτας, λησμονήσας φαίνεται ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ.
1204Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ πίστις
1205ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, καθ’ ὃν δὲν ἀπαιτεῖ-
1206ται πλέον νὰ δίδωμεν διὰ τὰ δάνεια ἡμῶν εἰδικὰς ἐγγυή-
1207σεις, καὶ θεωρῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
1208ὅτι αἱ τοιαῦται ἐγγυήσεις εἰσὶν ἀκόμη ἀναγκαῖαι, ὅπως
1209ἐμπνεύσωσι πίστιν εἰς τοὺς δανείζοντας ἡμᾶς. Δὲν εἶναι
1210ὅμως ὡσαύτως ἀκριβές, ὅτι τὸ δάνειον τῶν σιδηροδρόμων
1211Μύλων–Καλαμῶν δὲν ἔχει εἰδικὴν ἐγγύησιν, ἀπ’ ἐναντίας
1212ἔχει τοιαύτην τὸν κατασκευασθησόμενον σιδηρόδρομον. Ὁ
1213χαρακτὴρ δὲ τοῦ δανείου τούτου καὶ ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ ἔχει
1214τι τὸ εὐχάριστον καὶ τὸ ἑλκυστικὸν διὰ τὰ Χρηματιστήρια
1215τῆς Εὐρώπης, διότι τὸ δάνειον τοῦτο παρίσταται ὡς δάνειον
1216παραγωγικὸν καὶ οὐχὶ ἄγονον, καὶ διότι ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ
1217κεῖται ἐκτὸς τῶν περιπετειῶν, εἰς ἃς δύνανται νὰ περιέλ-
1218θωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἂν ἀμφιβάλλῃ τις περὶ
1219τούτου, ἂς ἀναγνώσῃ οἱονδήποτε δελτίον Εὐρωπαϊκοῦ Χρη-
1220ματιστηρίου καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ σιδηροδρομικὰ δά-
1221νεια, ἐν ἴσῃ ἀναλογίᾳ προσόδου, τιμῶνται ἄνω τῶν ἄλλων
1222δανείων τῶν Κρατῶν. Καὶ ἡμεῖς δ’ ἔχομεν ἓν δάνειον σιδη-
1223ροδρομικὸν, τὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελο-
1224ποννήσου, ὅπερ φέρει τόκον 6% καὶ τιμᾶται ἐν Λονδίνῳ
1225ἄνω τοῦ ἀρτίου.
1226Εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν δημοσίων χρεωγράφων τρεῖς κυ-
1227ρίως συντελοῦσιν αἰτίαι: ά) ἡ ἐν γένει κατάστασις τῶν
1228Χρηματιστηρίων καὶ τῶν κεφαλαίων, ἢ ἐπηρεαζομένη ἰδίως
1229ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς
1230Εὐρώπης· βʹ) τὰ παιγνίδια καὶ αἱ ποικίλαι ἐνέργειαι τῶν
1231χρηματιζομένων καὶ τῶν παικτῶν· καὶ γʹ) ἡ οἰκονομικὴ
1232κατάστασις τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ἀνήκει ἕκαστον τῶν χρεω-
1233γράφων τούτων. Ὁσάκις δὲ ἓν Κράτος, εἰς τὰ γεγονότα,
1234τὰ συνδέοντα τὰ θετικὰ αὐτοῦ συμφέροντα μὲ τὴν πίστιν
1235αὐτοῦ, καὶ ἰδίως εἰς τὰ νέα δάνεια, ἅτινα ἐκχωρεῖ εἰς κε-
1236φαλαιούχους ἢ ἐκδίδει ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ κοινὸν, δὲν ἀπο-
1237μακρύνεται τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσι τὰ ἄλλα ἀνάλογα αὐτοῦ
1238δάνεια ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, τοῦτο δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι
1239ἡ κυρία ἀφορμὴ, ἥτις ἐπηρεάζει τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων
1240του, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις. Ὅταν ὅμως Κρά-
1241τος τι, ἐκδίδον νέον δάνειον, ὑπολείπεται πολὺ τῆς ἐν τοῖς
1242Χρηματιστηρίοις τιμῆς τῶν ἄλλων αὐτοῦ δανείων, τὸ Κρά-
1243τος τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ κυρία αἰτία, ἡ
1244ἐπηρεάζουσα τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων του, εἶναι ἡ οἰ-
1245κονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ
1246τὰς δύο ἄλλας ὡς κυρίας ταύτης αἰτίας.
1247Τὰ τελευταῖα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνεια, τὰ
1248προχθὲς ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σκοποῦντα τὴν
1249μετατροπὴν δανείων, συνομολογηθέντα, οὐχὶ ὅλα, ἀλλά τινα
1250μόνον, ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως καὶ μὲ τόκον 6% εἰς τὸ
1251ἄρτιον, ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀπόδειξις νέας βελ-
1252τιώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν, ἐὰν ταῦτα εἶχον συνομολογηθῆ,
1253οὐχὶ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μετ’ ἄλλων κε-
1254φαλαιούχων, καὶ εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τοιούτους κεφαλαι-
1255ούχους ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους, ἢ πωληθῆ εἰς τὸ κοινὸν, ἐν τῷ
1256ἐσωτερικῷ, ἢ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ νέα
1257αὕτη βελτίωσις τῆς πίστεως ἡμῶν δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοι-
1258αύτη, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μετα-
1259τροπὴν τῶν μεγάλων δανείων τοῦ Δημοσίου. Συνομολογη-
1260θέντα ὅμως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν δύνανται νὰ
1261δώσωσι τὸ ἀκριβὲς καὶ ἀσφαλὲς μέτρον τῆς πίστεως ἡμῶν,
1262μήτε ν’ ἐξαλείψωσι τὴν θετικωτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν ἀπό-
1263δειξιν καὶ τὸ μέτρον, ἅτινα μᾶς παρέχουσι περὶ αὐτῆς τὰ ἐν
1264Λονδίνῳ ἐκχωρηθέντα δάνεια τῶν σιδηροδρόμων.
1265Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ κατέχουσα ἐκ τῶν μετατρεπο-
1266μένων δανείων τὸ ὅλον τῶν δύο καὶ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἑτέ-
1267ρων δύο, δὲν εἶναι κερδοσκοπικὸν κατάστημα, σκοποῦν τὴν
1268ὠφέλειαν ἑαυτῆς καὶ τῶν μετόχων αὐτῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1269πεζα εἶναι ἐθνικὸν κατάστημα, οὗτινος τὰ συμφέροντα συν-
1270δέονται στενῶς καὶ ἀναποσπάστως μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ
1271Δημοσίου. Ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου πάθωσι κατά
1272τι, τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης θὰ πάθωσι βεβαίως ἐν
1273μεγαλειτέρᾳ ἀναλογίᾳ. Τοιαύτη δ’ οὖσα ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1274πεζα, δὲν δύναται, διὰ δάνεια, ἅτινα αὐτὴ κατέχει, ἢ ἅτινα
1275δύναται αὕτη νὰ λάβῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, νὰ ἀρ-
1276νηθῇ, ἔστω καὶ ὑποβαλλομένη εἰς θυσίας, νὰ παράσχῃ τὰς
1277ὑπηρεσίας καὶ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς εἰς τὸ Δημόσιον. Τί
1278σημαίνει διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ζημία 100 ἢ 200
1279χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τόκων, ὅταν πρόκηται νὰ
1280ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν εὐρυτέρων συμφερόντων
1281τοῦ Κράτους;
1282Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἀξία ἐπαί-
1283νου καὶ καθ’ ἑαυτὴν, καὶ διότι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1284παράδειγμα καὶ εἰς ἄλλους ἡμῶν δανειστάς. Δὲν δύναται
1285ὅμως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον τῆς πίστεως ἡμῶν, μέχρις
1286ὅτου μιμηθῶσιν αὐτὴν καὶ οἱ ἄλλοι δανεισταὶ ἡμῶν, οἱ
1287μὴ ἐξαρτῶντες, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ μέλλον καὶ
1288τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
1289τόπου καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς νέας ταύτης
1290μετατροπῆς δανείων, καὶ ἰδίως τοῦ δανείου τῶν 10,000,
1291000, δὲν δυνάμεθα ἄλλως τε νὰ κρίνωμεν σήμερον ἀσφα-
1292λῶς, διότι συνδέεται καὶ μετὰ τῆς συνομολογήσεως ἑτέρου
1293δανείου προσωρινοῦ ἐκ 10,000,000 φράγκων, ὅπερ πάλιν
1294συνδέεται μεθ’ ἑτέρου μεγαλειτέρου, οὗτινος δὲν γνωρίζομεν
1295τὴν ἔκτασιν καὶ τοὺς ὅρους. Ἀγνοοῦντες δὲ τοὺς ὅρους τῶν
1296δανείων τούτων, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν κατὰ πόσον ταῦτα
1297ἐπηρεάζουσι τοὺς ὅρους τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1298συνομολογηθέντων δανείων.
1299Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι σή-
1300μερον δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἑκατομμύρια, ἐνῷ πρὸ δύο
1301ἐτῶν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μήτε 100,000 δραχμῶν.
1302Νομίζει λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ χρη-
1303ματιστικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης εἶναι οἵα καὶ πρὸ δύο
1304ἐτῶν; Ποῖον εἶναι τὸ Κράτος σήμερον, ὅπερ, θέλον νὰ δα-
1305νεισθῇ, δὲν εὑρίσκει χρήματα; Πρὸ δύο ἐτῶν τὰ Κράτη
1306παρεκάλουν τοὺς κεφαλαιούχους νὰ δανείσωσιν αὐτοῖς χρή-
1307ματα. Οὐδόλως δ’ ἄπορον, ἂν καὶ ἡμεῖς, ἐξερχόμενοι τότε
1308ἐξ ἐμπολέμου σχεδὸν καταστάσεως, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕ-
1309ρωμεν τοὺς δανείζοντας. Σήμερον ὅμως οἱ κεφαλαιοῦχοι,
1310ὠφελούμενοι καὶ ἐνθαῤῥυνόμενοι ἐκ τῆς ἐπικρατούσης ἐν τοῖς
1311Χρηματιστηρίοις ἐμπιστοσύνης καὶ κερδοσκοπίας, παρακα-
1312λοῦσι τὰ Κράτη νὰ τὰ δανείσωσι. Καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγ-
1313κην νὰ μεταβῶμεν πολὺ μακρὰν, ὅπως πεισθῶμεν περὶ
1314τούτου. Πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Τουρκία, ὅπως εὕρῃ χρήματα,
1315ἀπήντα δυσκολίας πολὺ περισσοτέρας ἡμῶν. Πρὸ δύο ὅμως
1316μηνῶν ἀληθὴς συνήφθη πάλη ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταξὺ
1317ὁμάδων τραπεζιτῶν Ἄγγλων καὶ Γάλλων ἀφ’ ἑνὸς, Γερ-
1318μανῶν ἀφ’ ἑτέρου, τίς πρώτη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Τουρκικὴν
1319Κυβέρνησιν δάνειον 1,500,000 λιρῶν πρὸς 70% μὲ 5%
1320τόκον καὶ νὰ ἀναδεχθῇ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἐν
1321Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐκ 500 περίπου χιλιομέτρων πλατείας διαστά-
1322σεως, προμηθεύουσα συγχρόνως καὶ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν
1323αὐτοῦ ἀναγκαῖα κεφάλαια. Τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν
1324κεφαλαίων καὶ τῶν Χρηματιστηρίων ἐν Εὐρώπῃ, ἐφ’ ὅσον
1325ἀντανακλᾷ καὶ ἐφ’ ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1326βερνήσεως χαρακτηρίζει ὡς ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς
1327ἡμῶν θέσεως, ἥτις (οὐδέποτε εἶπον, ὅτι δὲν ἐπηρεάζει εἰς
1328τὴν ἐφ’ ἡμῶν τοιαύτην ἀντανάκλασιν,) κατὰ δεύτερον λό-
1329γον ἐπηρεάζει τὰ εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια, ἅτινα, ἐνθαῤῥυ-
1330θέντα καὶ ὠφελούμενα, ζητοῦσι σήμερον καὶ παρ’ ἡμῖν,
1331ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, ἐπωφελῆ ἐνασχόλησιν. Τοιουτοτρόπως
1332δὲ κρίνων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζει,
1333ὅτι πράττει κατόρθωμα, ἀκουράστως ἐργαζόμενος πρὸς αὔ-
1334ξησιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ τόπου, καὶ
1335πιστεύει, ὅτι, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην αὐτῶν αὔξησιν, καὶ
1336εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ
1337ἐμπόριον ἡμῶν, εἶναι δυνατὴ ἡ παγία καὶ ὁριστικὴ ἀπαλ-
1338λαγὴ ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παραδε-
1339χόμενος ἴσως, ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τρα-
1340πεζικῶν γραμματίων εἶναι ὁ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀριθμὸς αὐτῶν,
1341καὶ λησμονῶν, ὅτι ἐν ταῖς χώραις τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1342κλοφορίας τὸ μεταλλικὸν νόμισμα δὲν εἶναι νόμισμα, ἀλλ’
1343ἐμπόρευμα, οὗτινος ἡ τιμὴ, κανονιζομένη ἐκ τοῦ ἀμεταβλή-
1344του νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ῥυθμίζεται ἐκ
1345τῶν ἀναλογιῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς παντὸς
1346εἴδους ἐμπορεύματος, καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος συμ-
1347περιλαμβανομένου.
1348Μᾶς παρουσιάζετε δὲ συνάμα ὡς κατόρθωμα καὶ τὴν
1349δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐξάντλησιν τοῦ μόνου ἀποθε-
1350ματικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, τῶν χρεω-
1351λυσίων, τῶν οἰκονομιῶν τούτων τοῦ Κράτους, τῶν προωρι-
1352σμένων εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν βαρῶν, εἰς ἃ ὑπεβλήθη τὸ
1353ἔθνος ἕνεκα ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ παρελθόντος. Καὶ τοῦτο
1354οὐχὶ πρὸς πλήρη καὶ ὁριστικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονο-
1355μικῶν ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν τῶν αὐξανομένων δα-
1356πανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετετρέψατε τὰ δάνεια τῶν
13576,000,000, τῶν 4,000,000 καὶ τῶν 25,000,000. Μετατρέ-
1358πετε σήμερον τὰ δάνεια τῶν 10,000,000 καὶ τῶν 26,000,000,
1359ὡς καὶ τὰ τῶν 9,000,000 καὶ 20,000,000. Διαπραγματεύε-
1360σθε τὴν μετατροπὴν τῶν πρό τινων ἐτῶν μετατραπέντων δα-
1361νείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἥτις μετατροπὴ εἶναι εὐκολωτάτη.
1362Προσεθέσατε δὲ, ὅτι καὶ ἄλλων δανείων τὴν μετατροπὴν
1363διαπραγματεύεσθε, καὶ ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῶν δὲν θὰ
1364διστάσητε νὰ παραδεχθῆτε καί τινα αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ
1365πραγματικοῦ κεφαλαίου ἀναλογοῦντος τόκου, αὐξάνοντες
1366οὕτω τὴν ἀγονωτέραν δαπάνην τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν.
1367Διὰ τῶν μετατροπῶν, ἃς ἐξετελέσατε καὶ θέλετε ἐκτελέσει
1368διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξηντλήσατε ἐκ τοῦ ἀποθεμα-
1369τικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ 2,094,000 δραχμῶν.
1370Ἀντὶ δὲ νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας τοῦ κεφαλαίου τοῦ
1371δημοσίου χρέους, ηὐξήσατε αὐτὰς ἀπὸ 38,000,000 τοῦ 1887
1372καὶ ἀπὸ 37,000,000 τοῦ 1888 εἰς 39 ἑκατομμύρια κατὰ
1373τὸ 1889, χωρὶς νὰ συμπεριλάβητε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ
1374οὐδεμίαν δαπάνην διὰ τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα πρὸς
1375κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων.
1376Ἀλλὰ μᾶς λέγετε: «εἶναι εὐχάριστον εἰς ἡμᾶς νὰ προσ-
1377πελάσωμεν τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ἔχοντα κραταιὰν πίστιν,
1378καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μόνον πάγια χρεώγραφα»· ὡς νὰ μὴ
1379εἶχον πάγια δάνεια καὶ Κράτη, ἔχοντα κατωτέραν ἡμῶν
1380πίστιν, ὡς νὰ μὴ ἔχῃ τοιαῦτα ἡ Τουρκία, ἥτις τὸ πρῶτον
1381κτύπημα εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἔδωκε διὰ τῆς μετατρο-
1382πῆς χρεωλυτικῶν τινων δανείων της εἰς πάγια.
1383Ἡ μετατροπὴ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια, τότε
1384μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπωφελὴς, ὅταν ἔχῃ ὡς ἀποτέλε-
1385σμα ἀνωτέραν, ἢ τουλάχιστον ἀνάλογον πρὸς τὸ καταργούμε-
1386νον χρεωλύσιον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Δημοσίου χρέους ἐλάτ-
1387τωσιν. Ὅταν ὅμως, ἀντὶ ταύτης, φέρῃ, ὡς παρ’ ἡμῖν, αὔξη-
1388σιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, γίνεται πρόξενος βλάβης, ἀντὶ
1389ὠφελείας, διότι ἀποκρύπτει τὰ ἐπὶ τοῦ Ἔθνους ἐπιβαλλό-
1390μενα νέα βάρη, ἐμποδίζουσα νὰ γνωρίσωσιν αὐτὰ ἐκείνους,
1391οἵτινες δὲν μελετῶσιν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρί-
1392σεως καὶ τῆς πορείας τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὁμοιάζομεν
1393οὕτω τοὺς τρεφομένους ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν σαρκῶν, ἡ εὐχα-
1394ρίστησις δὲ, ἣν αἰσθανόμεθα, μετατρέποντες τὰ δάνεια ἡμῶν
1395καὶ καταναλίσκοντες τὸ χρεωλύσιον, ὁμοιάζει τὴν εὐχαρί-
1396στησιν τῆς γαλῆς, ἥτις λείχουσα τὴν ῥίνην ἡδύνετο, ῥοφῶσα
1397τὸ ἐκ τῆς γλώσσης της ῥέον ἴδιον αὐτῆς αἷμα.
1398Ὅτε ἡμεῖς πέρυσι, φοβούμενοι μὴ δὲν παρουσιασθῶσιν αἱ
1399ἐξωτερικαὶ καὶ ἐσωτερικαὶ περιστάσεις, αἱ εὐνοήσασαι τὰ
1400δύο τελευταῖα ἔτη, ἐπροτείνομεν τὴν ἀναβολὴν τῶν χρεω-
1401λυσίων διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀφίνον-
1402τες εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐκτελέσει τὴν τοιαύτην
1403γνώμην, νὰ ὁρίσωσι τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως καὶ
1404τῆς συνεννοήσεως ταύτης, αἵτινες δὲν ἤθελον ἀπομακρύνε-
1405σθαι πολὺ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ μεταξὺ τῆς
1406Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνεννόησις διὰ
1407τὴν νέαν μετατροπὴν δανείων· ὅτε ἐπροτείνομεν τοῦτο, οὐχὶ
1408ὅπως καταναλώσωμεν τὰ χρεωλύσια εἰς τὰς καθημερινὰς
1409ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅπως στηρίξωμεν τὴν
1410διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ βάσεων σκοπούντων
1411τὴν μὴ καταπόνησιν τοῦ τόπου, καὶ τὴν εὕρεσιν θετικοῦ
1412ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε ὑμεῖς κατεξανίστασθε
1413καθ’ ἡμῶν καὶ, πολιτικῶς κερδοσκοποῦντες, διετυμπανίζετε
1414καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὰς λέξεις
1415χρεωκοπία καὶ πτώχευσις, ἐξ ὧν ὠφεληθέντες δὲν ἐννοεῖται
1416καὶ σήμερον νὰ ἀποχωρισθῆτε. Καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε
1417τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰσηγούμενον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
14181889, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰς λέξεις ταύτας, ἂν καὶ πέρυ-
1419σιν ἀκόμη τὸν παρεκαλέσαμεν καὶ εἴπομεν αὐτῷ, ὅτι οὔτε
1420ἡ ἀτομικὴ αὐτοῦ θέσις, οὔτε ἡ ἐπίσημος θέσις, ἣν κατέχει,
1421οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ἅτινά εἰσιν αὐτῷ ἐμπεπι-
1422στευμένα, τῷ ἐπιτρέπουσι νὰ διαδίδῃ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ
1423ἀντίπαλοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ, ἴσως καὶ περισσό-
1424τερον τοῦ Ἔθνους, ἐπιδιώκουσι τὴν πτώχευσιν καὶ τὴν
1425χρεωκοπίαν. Μολονότι αἱ γνῶμαι ἡμῶν εἰσὶ τυπωμέναι καὶ
1426δὲν ἐπιτρέπουσι παρεξηγήσεις, ἀλλὰ καὶ ἂν δύναται νὰ
1427ὑπάρξῃ τοιαύτη, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἐδώκαμεν ἡμεῖς,
1428οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰς γνώμας μας, δὲν ἐπι-
1429τρέπεται, οὐ μόνον εἰς τοὺς λαλοῦντας ἐν ὀνόματι τοῦ
1430Ἔθνους, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν ἔσχατον Ἕλληνα, τὸν ἔχοντα
1431ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, νὰ διαπράττῃ
1432τοιαύτας διαστροφάς.
1433Διὰ τοῦτο εἴδετε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ἅμα
1434ἔφθασεν εἰς τὰς λέξεις ταύτας, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ὑπόγλυ-
1435κον ὕφος, μεθ’ οὗ μᾶς ἀνεκοίνου τοὺς παραδόξους ὑπολογι-
1436σμούς του, νὰ θερμανθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὕφος ἀρειμάνιον,
1437ὅπως ἐκσφενδονίσῃ ταύτας. Διέκοψα αὐτὸν, προσπαθήσας νὰ
1438τὸν ἀναχαιτίσω τοῦ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν κατωφέρειαν, εἰς
1439ἣν εἰσῆλθε, καὶ τὸν ἐμποδίσω νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς αὐτὰς
1440βλασφημίας καὶ παραμορφώσεις. Ἀλλ’ εἰς μάτην· ἐνθαῤ-
1441ῥυνόμενος ἀλλαχόθεν, ἐξηκολούθησε παραμορφῶν καὶ τὰς
1442λέξεις καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν. Καὶ τὴν μὲν ἀναβολὴν μετέ-
1443βαλεν εἰς κατάργησιν, τὴν δὲ συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς
1444εἰς πτώχευσιν, καὶ τὴν μέριμναν πρὸς περιφρούρησιν τῶν
1445συμφερόντων καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου εἰς χρεωκοπίαν.
1446Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τῶν τοιούτων παραμορφώσεων ἀνέγνωσε
1447καὶ τεμάχια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
1448ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις περιεῖχε τὴν ἰδέαν τῆς ἀνα-
1449βολῆς τῶν χρεωλυσίων, παραβλέπων τὴν ἔννοιαν καὶ τῶν
1450λέξεων καὶ τῶν φράσεων αὐτῆς.
1451Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
1452ν’ ἀναγνώσω ὅλον τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο μέρος
1453τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Ἐν αὐτῇ ἐκθέτομεν τὰς γνώμας
1454ἡμῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καταστάσεως, καὶ
1455τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος δὲν δύναται, ἄνευ καταπονή-
1456σεως τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 93
1457ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην, πρὸς θεραπείαν τῶν
1458ἀναγκῶν του. Ἀναπτύσσοντες δὲ τὰς σκέψεις μας περὶ τῶν
1459οἰκονομιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα
1460κεφάλαια τῶν δαπανῶν, ἐξακολουθοῦμεν ὡς ἑξῆς περὶ τοῦ
1461κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους (ἀναγινώσκει):
1462«Αἱ οἰκονομίαι δὲ αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι τὸ
1463»ποσὸν τῶν 28 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ
1464»οἰκονομήσωμεν. Ὅθεν μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην
1465»τὴν ἀνάγκην, νὰ ζητήσωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκο-
1466»νομιῶν καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο,
1467»ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη, παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις. Παρε-
1468»δέχθη ὅμως αὐτὸ ἐν μέτρῳ, θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς
1469»ἡμῶν ἀνάγκας, καὶ κατὰ τύπον, ὃν δὲν κρίνομεν κατάλ-
1470»ληλον νὰ συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν
1471»τῆς οἰκονομικῆς πίστεως ἡμῶν, διὰ τῆς ἀποτίσεως τῶν
1472»ὀφειλῶν ἡμῶν, ὅταν ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν τοῦ
1473»τόπου δυνάμεων ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θετι-
1474»κὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλο-
1475»μεν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου
1476»χρέους οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ
1477»Κυβέρνησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, 4 καὶ
1478»25 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύτην χωρὶς νὰ
1479»ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ὁριστικὴν καὶ ἀμετάβλητον
1480»ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὅπως
1481»ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ μετατροπὴ αὕτη.
1482«Διϊστάμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῆς θεμελιώδους
1483»ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς συστήματος, ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως
1484»δηλ. τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων, ἅτινα αἱ παραγωγικαὶ τοῦ τό-
1485»που δυνάμεις δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, νομίζο-
1486»μεν ἀπὸ σκοποῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτο-
1487»μερειῶν, ἣν ἄλλως τε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διότι στε-
1488»ρούμεθα τῶν ἀναγκαίων καὶ ἐπισήμων στοιχείων τῆς μελέ-
1489»της τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχει-
1490»ρίσεως αὐτῶν. Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν, ἣν θεω-
1491»ροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ
1492»δημοσίου χρέους, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς
1493»τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν κυριωτέρων δανείων
1494»ἡμῶν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀνε-
1495»παρκὴς πρὸς ἐπίτευξιν θετικοῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσο-
1496»ζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἑτέρου ἐπὶ τῶν δανείων
1497»ἡμῶν οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἐξασφαλίζοντος τοιοῦτον
1498»ἰσοζύγιον. Οὐδεμίαν δὲ θέλομεν νὰ ὑποστῶσιν ὁριστικὴν
1499»καὶ ἀμετάκλητον ἀπώλειαν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν· διότι ἐν-
1500»νοοῦμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ εἰσπράξεις, ἃς τὸ Δημόσιον δύναται
1501»νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ φορολογίας, μὴ συντριβούσης τὰς
1502»παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις, αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰ
1503»70,000,000, θὰ προσδιορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν
1504»πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου ποσοῦ ἐκ τῶν δημοσίων
1505»χρεῶν. Νομίζομεν δὲ, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1506»τοῦ Κράτους δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πόρους τινὰς, πρὸς ἐξα-
1507»σφάλισιν τῆς πληρωμῆς ταύτης.
1508«Ἐπιζητοῦντες κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν τῷ κεφαλαίῳ
1509»τοῦ δημοσίου χρέους τὴν ἐκ πραγμάτων ἐπιβαλλομένην εἰς
1510»ἡμᾶς οἰκονομίαν, ἐξασφαλίζομεν θετικὸν καὶ βέβαιον ἰσο-
1511»ζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, καὶ ἀνευρίσκομεν τὴν ὁμα-
1512»λὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἥτις μεγίστην θέλει
1513»ἀσκήσει ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ εἰς
1514»τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. Ἐξα-
1515»σφαλίζοντες δὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου μέρους
1516»τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ εἰς αὐτὴν ἀποκλειστικοῦ
1517»προσδιορισμοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, τῶν ὑπερβαι-
1518»νουσῶν τὰ 70,000,000 δραχμῶν, οὐδεμίαν σχεδὸν ἐπι-
1519»βάλλομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν στέρησιν, ἄν ἀποδειχθῇ
1520»ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ὁμαλωτέρας καὶ βελτιωμένης ἐφαρ-
1521»μογῆς τῆς ἰσχυούσης φορολογίας, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ
1522»τόπου δυνάμεις δύνανται νὰ παρέξωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς
1523»εἰσπράξεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογι-
1524»σμῷ. Προλαμβάνομεν ὅμως τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα,
1525»ἅτινα θέλει φέρει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος
1526»τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ παραγωγικαὶ δυνά-
1527»μεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται, ὡς ἡμεῖς πιστεύομεν, νὰ βα-
1528»στάσωσι τὰ βάρη, ἅτινα ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ
1529»Κυβέρνησις.
1530«Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ
1531»συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ φέρῃ τὴν τελείαν
1532»οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, θὰ καταστήσῃ ἀδύνα-
1533»τον τὴν πραγματοποίησιν μέτρου, ὅπερ ἐφαρμοζόμενον σή-
1534»μερον θὰ σώσῃ ἐκ τῆς πιέσεως καὶ τῆς καταστροφῆς τὰς
1535»παραγωγικὰς τῆς χώρας δυνάμεις, καὶ θὰ παράσχῃ εἰς τὸ
1536»ἔθνος τὴν ἀνακούφισιν, ἧς ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἀναπτύξῃ
1537»τοὺς πόρους αὐτοῦ καὶ δυνηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ εἰσφέρῃ
1538»εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ σήμε-
1539»ρον, τὸ ὅλον δηλαδὴ τῶν ἐσόδων, ὧν δεῖται τοῦτο, πρὸς θε-
1540»ραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἀπότισιν πασῶν αὑ-
1541»τοῦ τῶν ὀφειλῶν».
1542Νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅσα ἀνέπτυξα ἐντεῦ-
1543θεν πρὸ δύο ἐτῶν, εἰσηγούμενος τῆς ἐκθέσεως ταύτης, καὶ
1544ἅτινα ἐπεξηγοῦσι πλειότερον τὴν περὶ τῶν προτεινομένων
1545μέτρων συνεννόησιν καὶ μὲ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου.
1546Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ μετὰ τὴν
1547ἑρμηνείαν τῶν ἐν αὐτῇ γνωμῶν ἡμῶν, ἣν ἐδώκαμεν καὶ πέ-
1548ρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἣν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ
1549τώρα, ἡμεῖς, οἱ ἁρμοδιώτεροι παντὸς ἄλλου νὰ ἑρμηνεύσωμεν
1550τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα ἡ δια-
1551στροφὴ τῶν γνωμῶν μας τούτων. Ἄν δὲ καὶ πάλιν ἐπιμένῃ
1552τις διαστρέφων αὐτὰς, οὗτος δίδει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἡμᾶς
1553καὶ εἰς πάντα ἀμερόληπτον, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι οὐδὲν ἐν-
1554διαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους θερμαίνει τὴν
1555καρδίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ὁρμᾶται ἐκ ταπεινῆς πολιτικῆς, ἢ
1556ἄλλης κερδοσκοπίας.
1557Ἐνῷ δὲ τότε παρίστων τὴν ἀναβολὴν τῶν χρεωλυσίων, ὡς
1558μὴ δυναμένην νὰ θεραπεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, σήμερον
1559παρουσιάζουσιν ὡς πανάκειαν τὴν πρὸς θεραπείαν τῶν τακτι-
1560κῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου ἐξάντλησιν τῶν χρεωλυσίων, τοῦ
1561μόνου τούτου ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος
1562τὰς οἰκονομίας τοῦ Κράτους, πρὸς θεραπείαν τῶν βαρῶν τοῦ
1563παρελθόντος. Τὴν τοιαύτην δὲ ἐξάντλησιν τῶν χρεωλυσίων
1564παρουσιάζουσιν οὐ μόνον ὡς μέσον, δι’ οὗ θὰ φέρωσι τὸ ἰσο-
1565ζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς ὄργανον, δι’ οὗ
1566θὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1567βεβαιοῦντες μετὰ τῆς γνωστῆς αὐτῶν τόλμης, ὅτι ἐντὸς τε-
1568τραετίας θὰ ἄρωσιν αὐτήν, ὡσεὶ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ἦτο
1569ἁπλῶς προϊὸν τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας
1570καὶ ὡσεὶ ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων προήρ-
1571χετο ἐκ μόνου τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀριθμοῦ αὐτῶν.
1572Μετὰ τέσσαρα ἔτη, μᾶς λέγετε, θὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκα-
1573στικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν
1574ζημιῶν, ἃς ἐξ αὐτῆς ὑφίσταται, καὶ θὰ ἐξαλείψωμεν ἐκ
1575τοῦ δημοσίου ταμείου, οὐ μόνον τὰς δαπάνας, ἃς ἤθελεν
1576ὑποστῆ κατὰ τὰ ἔτη, τὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1577κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνας, ἃς ὑπέστη κατὰ τὸ 1887,
1578ἃς ὑφίσταται κατὰ τὸ 1888 καὶ ἃς θὰ ὑφίσταται μέχρι
1579τῆς ἄρσεως αὐτῆς. Πῶς δὲ θὰ ἀπαλλάξητε τὸ Δημόσιον
1580τῶν δαπανῶν τούτων; Θὰ τὰς πληρώσητε, ἀλλὰ θὰ τὰς
1581καταλογίσητε ὡς ἠθικὴν δαπάνην, προωρισμένην νὰ καλυ-
1582φθῇ ἐκ τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγμα-
1583τος καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Θ’ ἀφήσητε δὲ τὸ
1584Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅταν κατὰ τὰ τέλη τῆς παρούσης
1585ἑκατονταετηρίδος ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἐπὶ τοῦ ὁριστι-
1586κοῦ Ἀπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν τούτων, νὰ καταλογίσῃ αὐτὰς
1587οὐσιαστικῶς καὶ λογιστικῶς. Περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ
1588τοιούτου καταλογισμοῦ εἶπον ἤδη τὴν γνώμην μου.
1589Ἡ ὕπαρξις δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρ’ ἡμῖν
1590δὲν εἶναι προϊὸν μόνον τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς
1591Τραπέζας, μήτε σκοπεῖ τὴν περιφρούρησιν τοῦ σχεδὸν μὴ
1592ὑπάρχοντος μεταλλικοῦ τῶν Τραπεζῶν τούτων. Ἡ ὕπαρξις
1593τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκ-
1594ρύθμου νομισματικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν
1595εὑρίσκεται ὁ τόπος, ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν
1596πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ διατή-
1597ρησις δὲ αὐτῆς ὀφείλεται εἰς τὴν καθημερινὴν ἐπίτασιν τῶν
1598ὑποχρεώσεων τούτων, ἐν καθαρᾷ δυσαναλογίᾳ πρὸς τὴν ἀνά-
1599πτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἡ ἐλάτ-
1600τωσις τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ γινο-
1601μένη διὰ τῶν δανειστικῶν συνδυασμῶν, τῶν διαρκῶς ἐπαυ-
1602ξανόντων τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ἡ
1603ἐπαγγελία τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1604φορίας δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν φύσιν τῶν πραγμά-
1605των. Δύνανται νὰ φέρωσι πρόσκαιρον ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς
1606τοῦ συναλλάγματος διὰ τῆς προσκαίρου ἀναβολῆς τῆς πρὸς
1607ἀγορὰν μεταλλικοῦ νομίσματος ἀνάγκης τοῦ Δημοσίου.
1608Δύνανται ὅμως,—καὶ τοῦτο, ἂν δὲν ἦναι βέβαιον, δὲν εἶναι
1609ὅμως καὶ ἀπίθανον,—διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νο-
1610μίσματος, νὰ φέρωσι νομισματικὴν στενοχωρίαν καὶ κρίσιν,
1611ἥτις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ ἔθνους. Βεβαίως
1612δὲ θὰ φέρωσι παγίωσιν καὶ ἐπίτασιν, ἐν προσεχεῖ μέλλοντι,
1613τῆς ἀνάγκης εὑρέσεως καὶ ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ νομίσμα-
1614τος, ἥτις εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς ὑπάρξεως καὶ διατηρή-
1615σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ὑποτιμήσεως
1616τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐλαττώσατε ὅσον θέλετε τὸ
1617ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Αὐξά-
1618νοντες τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀπομα-
1619κρύνετε τὴν ἐποχὴν τῆς παγίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς
1620κυκλοφορίας. Ἂν δὲ διὰ παρατόλμου τινὸς πράξεως κατορ-
1621θώσητε, ἐπωφελούμενοι τῆς καταστάσεως τῶν εὐρωπαϊκῶν
1622Χρηματιστηρίων, νὰ ἄρητε προσκαίρως τὴν ἀναγκαστικὴν
1623κυκλοφορίαν, ἡ νέα ἐπαύξησις τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπο-
1624χρεώσεων ἡμῶν, ἣν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ τοιαύτη παράτολμος πρᾶ-
1625ξις, θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ, εἰς πρώτην ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτε-
1626ρικὴν δυσκολίαν, νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτὴν κατεσπευσμένως.
1627Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ παγίας καὶ ὁρι-
1628στικῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅταν ἱδρύ-
1629σωμεν σύστημα διαχειρίσεως τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν συμ-
1630φερόντων τοῦ ἔθνους, βασιζόμενον ἐπὶ τῆς ἰδιοφυΐας καὶ τῆς
1631πραγματικῆς αὐτοῦ καταστάσεως, καὶ διὰ τοιούτου συ-
1632στήματος φθάσωμεν, οὐχὶ εἰς εἰκονικόν, ἀλλ’ εἰς θετικὸν
1633ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Τοιαύτην διαχείρι-
1634σιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τοιοῦτον ἰσοζύγιον ἐπιθυ-
1635μοῦμεν ἡμεῖς, οὓς προσπαθεῖτε νὰ παραστήσητε ὡς μὴ γνω-
1636ρίζοντας τί θέλουσι. Δὲν θέλομεν ἡμεῖς τὴν Ἑλλάδα ἀφο-
1637ρολόγητον, ἀλλὰ δικαίως φορολογουμένην καὶ προοδεύου-
1638σαν. Ἐπιθυμοῦμεν δὲ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν φόρων ἐκεί-
1639νων, οἵτινες παρέχουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὠφελείας ἀσυγ-
1640κρίτως κατωτέρας τῶν ζημιῶν καὶ τῶν βαρῶν, ἅτινα ἐπι-
1641βάλλουσιν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων τάξεων. Τὴν πρόοδον
1642τοῦ τόπου καὶ τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1643ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ διὰ πορείας καὶ δι’ ἔργων
1644σκοπούντων πρωτίστως τὴν ἐπίδειξιν καὶ τὴν μεγαλαυχίαν,
1645καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ὑποστή-
1646ριξιν τῆς θετικῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἀλλὰ διὰ τῶν
1647ἔργων ἐκείνων, ἅτινα ὀλιγώτερον μὲν δύνανται νὰ χρησιμεύ-
1648σωσι πρὸς ἐπίδειξιν, ὑποστηρίζουσιν ὅμως κυρίως τὴν θετι-
1649κὴν καὶ ἀληθῆ ἐνεργητικότητα τοῦ ἔθνους, καὶ ἀναπτύσ-
1650σοντα τὴν παραγωγὴν, προάγουσι τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον.
1651§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.
1652§36ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἴμεθα κουρασμένοι.
1653§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἴμεθα ἐδῶ ἀπὸ τὰς δύο· συνεδριάζο-
1654μεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
1655§38ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ κάμωμεν διακοπὴν δέκα λεπτῶν.
1656§39ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κουρασμένοι.
1657§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἐγ-
1658καταλείπων τὸ βῆμα ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ παρα-
1659κολουθήσαντες τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπείσθησαν, ὅτι αἱ
1660ἀγορεύσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατ’ οὐδὲν ἠλάττωσαν τὰς
1661ἐντυπώσεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου
1662καὶ περὶ τῆς εὐπορίας αὐτοῦ, καὶ δὲν κατώρθωσαν οὐδαμῶς
1663νὰ ἐπισκιάσωσι τὴν φαεινὴν εἰκόνα περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ
1664Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ταύτην ἀπεικόνισεν ὁ Πρωθυπουργός.
1665Λέγων ταῦτα, περιέμενέ τις ν’ ἀπευθύνῃ εὐχαριστήσεις πρὸς
1666τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις διὰ τῆς συζητήσεως, κατ’ αὐτόν,
1667κατώρθωσε νὰ κάμῃ τὴν ἀλήθειαν νὰ διαλάμψῃ, καὶ νὰ
1668ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἀπηύθυνε πα-
1669ρατηρήσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐθεώρησε τὴν συ-
1670ζήτησιν ἀντικανονικῶς εἰσαχθεῖσαν, εὗρεν, ὅτι παραβιάζεται
1671ὁ Κανονισμὸς, διότι, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη εἰς τὴν
1672τυπικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἡμεῖς
1673προώρως ἐφέραμεν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς εἰ
1674τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶχον σημασίαν τινά, ἀφοῦ ἡ συνεί-
1675δησις καὶ ἡ ψῆφος τοῦ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ κατέ-
1676στη καὶ εἰς τὰ εὐτελέστερα ζητήματα, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ
1677ὑποβαλλόμενα, ψῆφος πολιτική. Ἀλλὰ τίς ὡμίλησε περὶ
1678τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889; ὡμίλησεν ἡ Ἀντιπολίτευ-
1679σις περὶ τούτου; ὡμίλησεν ὁ Πρωθυπουργός; Ὁ Πρωθυπουρ-
1680γὸς ἐνησχολήθη ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, καὶ
1681παρέστησε τὰ ἀγαθὰ τῆς πολιτικῆς του. Καὶ δὲν ἠρκέσθη
1682εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν καὶ
1683τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ εὐπορία τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ
1684μεγαλεῖον καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὕπαρ-
1685ξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ ἐν τῇ
1686ἐξουσίᾳ. Καὶ δὲν ηὐχαριστήθη εἰς ταῦτα, ἀλλὰ προσέθεσεν,
1687ὅτι ἡ πτῶσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ ἄνοδος τῆς Ἀν-
1688τιπολιτεύσεως ἔσεται ἡ βεβαία καταστροφὴ τοῦ μέλλοντος,
1689ὅπερ ἀναμένει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅθεν
1690εἶχε καθῆκον νὰ ὁμιλήσῃ, ἀδιαφοροῦσα ὡς πρὸς τὸν χρω-
1691ματισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ οἱοσδήποτε ἐκ τῆς
1692Συμπολιτεύσεως, εἴτε αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός. Ὤφειλε νὰ
1693ὁμιλήσῃ, διότι ὡς θέμα ἐτέθη ἡ συζήτητις τοῦ παρελθόν-
1694τος, ὤφειλε νὰ καταδείξῃ ὁποῖαι ἦσαν καὶ εἶναι αἱ ἐπαγ-
1695γελίαι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸν Ἑλ-
1696ληνικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἀναζητεῖ εἰς τὰ Χρηματιστή-
1697ρια, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζει πολὺ ἀνωτέραν νοη-
1698μοσύνην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φαντάζεται ὁ Πρωθυπουρ-
1699γός. Ποῦ δὲ ἐστήριξε τὰς ἐπαγγελίας του ὁ Πρωθυπουργός;
1700Εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου, ἰσοζυγίου οὐ μόνον λογιστι-
1701κοῦ, ἀλλὰ καὶ πραγματικοῦ. Καὶ διατί, Κύριοι, τὴν φορὰν
1702ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κατα-
1703δείξῃ καὶ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπιτυχίας λογιστικοῦ
1704ἰσοζυγίου, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἰσοζυγίου πραγ-
1705ματικοῦ; Διότι ἡ ἔρις μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Ἀν-
1706τιπολιτεύσεως δὲν ἦτο ἔρις ἐπὶ ἐπιτυχίᾳ λογιστικοῦ ἰσοζυγίου,
1707ἀλλὰ ἐπὶ ἐπιτυχίᾳ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Τὴν ἐπιτυ-
1708χίαν τοῦ λογιστικοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἐθεώρησεν ἡ Ἀντιπολί-
1709τευσις ὡς κατόρθωμα. Καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς
1710τοιοῦτον, διότι τίνος ἄλλου εἶχεν ἀνάγκην ὁ Πρωθυπουργὸς,
1711διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ λογιστικὸν ἰσοζύγιον, ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ
1712τὴν περιουσίαν ἐκ τοῦ βαλαντίου τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τὴν
1713εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ὅτε δὲ ἡ Ἀντιπολί-
1714τευσις εἶχεν ἐνώπιόν της Συμπολίτευσιν πρόθυμον νὰ πα-
1715ράσχῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν πᾶν μέτρον, εἰσαχθησόμενον
1716παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε προθύμως ἐψήφιζεν αὕτη
1717πάντα φόρον, ὅτε συνάμα ἐφαίνετο πρόθυμος νὰ παράσχῃ
1718πᾶν μέσον πρὸς νομιμοποίησιν τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ χρήμα-
1719τος, οὗτινος εἶχεν ἀνάγκην, ἦτο ἆρά γε κατόρθωμα ἡ ἐπι-
1720τυχία λογιστικοῦ ἰσοζυγίου; Ἰσχυρίσθη μὲν ἡ Ἀντιπολί-
1721τευσις, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν θὰ κατορθώσῃ, διότι οἱ ὑπολογι-
1722σμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ Πρωθυπουργὸς, δὲν βασί-
1723ζονται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ οὐχ
1724ἧττον δὲν ἠρνήθη, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις, ἔχουσα πρόθυμον
1725Βουλὴν, ψηφίζουσαν πάντα τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, δύναται
1726νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα
1727πρὸς ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου λογιστικοῦ. Ἀλλ’ ἐπετεύχθη καὶ
1728τοιοῦτον ἰσοζύγιον; Ἔχομεν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀποτυχίας
1729ἀνάγκην μακρᾶς συζητήσεως; Τίνες οἱ διαπραγματευθέντες
1730μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως; Ὁ βου-
1731λευτὴς ἐκ Σύρου, ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Φθιώ-
1732τιδος. Τί ὑπεστήριξεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου; ἠρνήθη ἆρά
1733γε, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα; Ἀπεναντίας, εἰλικρινέστερος τοῦ
1734βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ὡμολόγησεν ἔλλειμμα, καὶ προσδιώ-
1735ρισε καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ μὴ
1736καταχώρισις ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,950,000
1737εἶναι ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1887·
1738καὶ προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ, πόθεν προέρχεται ἡ ἔλ-
1739λειψις αὕτη, καὶ νὰ παρηγορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἡ εἰλι-
1740κρίνειά του τὸν ὤθει εἰς τοιαύτην ἐξομολόγησιν. Ἡσυχάσατε,
1741σᾶς εἶπε, διότι τὸ ἔλλειμμα προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐλει-
1742τούργησαν ἐξ ὑπαρχῆς οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε·
1743ἡσυχάσατε, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὸ
17441888. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ
1745δὲν ἀναιρεῖ μὲν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, ἀπ’
1746ἐναντίας δ’ ἐπικυρόνει τὴν περὶ ἐλλείμματος γνώμην αὐτοῦ.
1747Εἰς τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἐξηγεῖται ἡ διαφορὰ, ἡ ὑπάρχουσα
1748μεταξὺ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τὸ 1887 διὰ τὴν χρῆ-
1749σιν τῶν δανείων ἐκ δραχ. 37,301,000, καὶ τοῦ καταχωρι-
1750σθέντος εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887 ἐξ 28,519,000,
1751ἤτοι 8,782,000, ἀπήντησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως
1752δὲν ἐδωρήθη, ἀλλὰ μέρος ᾠκονομήθη διὰ τῶν ἐπιτευχθέντων
1753συνδυασμῶν· ἐκθέτων δὲ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν οἰκονομίαν, ἀνε-
1754βίβασε τὸ οἰκονομηθὲν ποσὸν εἰς 2,230,000, μένει ὅθεν
1755ἀδικαιολόγητον ποσὸν 6,552,000. Περὶ τούτου ὁ Πρωθυ-
1756πουργὸς, ἀφοῦ ἀνέφερεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυ-
1757νήθη νὰ ἐξοικονομήσῃ, συνιστάμενα εἰς τὸ ἄνω ποσὸν, προέ-
1758βη εἰς τὴν δικαιολόγησιν τῆς διαφορᾶς, λαμβάνων ὡς ἀφε-
1759τηρίαν τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 πρὸς πληρωμὴν
1760τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀναγεγραμμένον ποσόν.
1761Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὴν μέθοδον τοῦ
1762βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ
1763τοιαύτην δικαιολογίαν, καθότι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦτο εὐχερὴς
1764ἡ ἀναίρεσις τῶν τοιούτων ἐπιχειρημάτων· ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ
1765Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 δὲν ἐστηρίχθη εἰς τοὺς νόμους,
1766τοὺς ψηφισθέντας ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου· ἐγνώριζε προσ-
1767έτι, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐφηρμόσθησαν οἱ ψηφισθέντες νόμοι, ἐλει-
1768τούργουν ὅμως οἱ νόμοι, οἵτινες προϋπῆρχον ἐν ἰσχύϊ, καὶ
1769κατὰ συνέπειαν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων
1770ἀνετρέποντο ἄρδην. Προσέτρεξεν ὅθεν εἰς ἄλλο μέσον, καὶ
1771δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βου-
1772λὴν, ὅτι ὑπάρχει μὲν ἔλλειμμα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸ
1773παραδεχθῆτε ὡς ἔλλειμμα. Πρὸς ἐπιτυχίαν δὲ τοῦ σκοποῦ
1774του, κατὰ πρῶτον προέβη εἰς ἐκδρομὰς κατὰ ἐπιχειρημάτων
1775τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ, κατὰ τὸ σύνηθες αὐτῷ, ἔθεσε
1776βάσεις ἐντελῶς ἀνακριβεῖς· ἐθεώρησεν ὡς λεχθέντα τὰ μὴ
1777λεχθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἄρτης, καὶ ἀφοῦ κατέγεινε
1778νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, κατὰ τοὺς δῆθεν ἰσχυρισμοὺς τοῦ βουλευ-
1779τοῦ Ἄρτης, διὰ τὴν ἰσχυρισθεῖσαν δαπάνην περὶ σιδηρο-
1780δρόμων δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν,
1781μετέβη εἰς θεωρίαν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ
1782ἤρξατο, Κύριοι, ὁμιλῶν περὶ ταύτης, ὡς ἂν νὰ ἐπρόκειτο
1783συζήτησις, περὶ τοῦ ἂν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πρέπῃ
1784νὰ ἐξακολουθῇ μένουσα ἐν τῷ Κράτει, ἢ πρέπῃ νὰ ἀρθῇ,
1785ὡς νὰ ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ Βουλευταὶ, ὑποστηρί-
1786ζοντες, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι
1787ἀναγκαία. Ἐπὶ τῆς θεωρίας ταύτης διεξοδικῶς ὡμίλησε
1788καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος.
1789Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ὑποστηρίζοντες,
1790ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς, οἱ
1791πιστεύοντες, ὅτι ἔχει καὶ τὰ καλά της, ὑπῆρξε μάλιστα
1792καὶ σχολὴ ἐν Ἀμερικῇ, ἥτις ὑπεστήριζε τὴν ἀναγκαστι-
1793κὴν κυκλοφορίαν, ὡς ἀναγκαίαν διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς
1794βιομηχανίας, ὡς ἀναγκαίαν διὰ τὴν προαγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ
1795δημοσίων ἔργων. Καὶ δύναταί τις εὐκόλως νὰ ἀπατηθῇ ἐκ
1796τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρί-
1797ζοντες τὴν γνώμην ταύτην· ἀλλ’ εἶναι λόγοι, Κύριοι, οἱ
1798ὁποῖοι κατὰ πρῶτον ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν, κατόπιν ὅμως,
1799ἐμβριθῶς ἐξεταζόμενοι, δὲν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὐδό-
1800λως συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀναγκαστικῆς
1801κυκλοφορίας. Παραδείγματος χάριν, ὁ ἔμπορος, ὅστις ἐπρο-
1802μηθεύθη ποσὸν ἐμπορευμάτων 100,000 δραχ. πρὶν εἰσαχθῇ
1803ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο τὸ ὀφείλει,
1804εἰσαγομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν ἐπέλθῃ
1805μεταβολὴ συναλλάγματος 10 ἢ 20%, ἡ ὠφέλεια
1806εἶναι ἄμεσος καὶ καταφανὴς εἰς τὸν ἔμπορον, καθότι τὸ
1807ἐμπόρευμα; τὸ ὁποῖον εἰσάγει εἰς τὸ κατάστημά του, τὸ
1808εἰσήγαγεν ἀντὶ μεταλλικῆς τιμῆς, ἐν τούτοις θὰ τὸ πωλήσῃ
1809εἰς τιμὴν προστιθεμένης τῆς ἀξίας τοῦ συναλλάγματος, θὰ
1810ἦναι δὲ δι’ αὐτὸν ὠφέλεια, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ χρήματος,
1811τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἐκ τῆς πωλήσεως, θὰ πληρώσῃ τὸ χρέος,
1812τὸ ὁποῖον ἔλαβεν εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἑπομένως ὅλη αὐτὴ
1813ἡ διαφορὰ μένει εἰς ὄφελος αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀνωτέρω ὠφέ-
1814λεια θὰ μετατραπῇ εἰς ζημίαν, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστι-
1815κῆς κυκλοφορίας, ἂν ὑποθέσωμεν τὸν ἴδιον ἔμπορον, πρὶν ἢ
1816λήξῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, προμηθευθέντα ἐμπορεύ-
1817ματα, ὡς τὰ ἐπρομηθεύθη καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς
1818κυκλοφορίας, καὶ ὑποχρεούμενον μετὰ τὴν ἄρσιν νὰ ἀπο-
1819δώσῃ τὸ χρέος εἰς μεταλλικόν. Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ
1820εἴπῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν. Ἡ βιομηχανία διὰ
1821τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τίθεται εἰς θέσιν προστατευ-
1822τικὴν ἀπέναντι τῆς ἐξωτερικῆς βιομηχανίας, διότι ἐξακο-
1823λουθεῖ νὰ παράγῃ μὲ τοὺς ὁποίους παρῆγε καὶ πρὸ τῆς
1824ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὅρους, διότι ἡ ὑπερτίμησις τῆς
1825ἐργασίας καὶ τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων προϊόντων δὲν
1826ἔρχεται εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ
1827παραγωγὴ τῆς βιομηχανίας γίνεται ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους,
1828ὑφ’ οὓς ἐγίνετο καὶ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
1829κλοφορία, ἐπωφελεῖται, συναγωνιζομένη πρὸς τὰ ἔξωθεν
1830εἰσαγόμενα, διὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’
1831ἡ ὠφέλεια αὕτη ἐκλείπει, ὡς τὰ πράγματα καὶ ἡ ἐργασία
1832παρακολουθήσωσι τὴν ἔκπτωσιν τοῦ χαρτονομίσματος, καθί-
1833σταται δὲ ζημία αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1834διότι μετὰ τῆς αὐτῆς βραδύτητος ἐπέρχεται καὶ ἡ πτῶσις
1835τῆς ἀξίας τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων,
1836ὡς καὶ ἡ αὔξησις.
1837Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προβῇ εἰς ἀνά-
1838πτυξιν θεωρητικὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ναὶ,
1839διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὤφειλε νὰ τὸν ἀγάγῃ εἰς
1840τὴν νέαν περὶ ἰσοζυγίου μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἀπεκάλυψεν
1841εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν μέθοδον τῶν ἠθικῶν ἐλλειμμάτων
1842καὶ ἠθικῶν ἀπολογισμῶν, καὶ νὰ τῷ παράσχῃ τὰ ἐπιχει-
1843ρήματα, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἑκάστοτε ὑπο-
1844βάλλῃ αἰτήσεις περὶ δανείων, ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήτ-
1845τωσι τοὺς Βουλευτὰς, διότι τὰ δάνεια εἶναι τὰ μέσα, διὰ
1846τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ
1847ὁποῖον τοὺς ὁδηγεῖ· διότι διὰ τῶν δανείων ἀνευρίσκει τὴν
1848ὠφέλειαν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ χρυσοῦ καὶ χαρτονομίσμα-
1849τος, τὴν ὁποίαν θὰ καταστήσῃ πραγματικὴν διὰ τῆς βαθ-
1850μιαίας ἀποδόσεως τῶν εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλομένων τρα-
1851πεζογραμματίων καὶ θὰ θεραπεύσῃ τὴν νομισματικὴν δια-
1852φορὰν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ τῆς Συμπο-
1853λιτεύσεως ἀγορεύσαντες ἀποδίδουσιν εἰς τὴν πληθώραν τοῦ
1854χαρτονομίσματος. Καὶ βεβαίως μία τῶν αἰτιῶν, ὡς ἐκ τῆς
1855ὁποίας ἐπέρχεται ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, εἶναι ἡ πληθώρα
1856τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀνα-
1857γνωρίζουσι πάντες οἱ ἐνδιατρίβοντες εἰς τὰ οἰκονομικὰ, οὐχ
1858ἧττον ὅμως τὴν ἀρχὴν ταύτην ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν
1859ἐπικαλεσθῶμεν, διότι ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ
1860Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα βασίμως ἀποδίδεται ἡ διαφορὰ
1861κυρίως καὶ πρωτίστως εἰς τὴν πληθώραν τοῦ χαρτονομί-
1862σματος. Εἰσὶ δὲ ὅσα εὑρίσκονται εἰς ἰσοῤῥοπίαν εἰσαγωγῆς
1863καὶ ἐξαγωγῆς, ἢ ὑπερτεροῦσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ εἶναι
1864ἀνεξάρτητα ἀπέναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν, διότι παράγουσι
1865καὶ καταναλίσκουσιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ εἰς ταῦτα βεβαίως,
1866μέχρις οὗ ὑπάρχει ἡ ἀναλογία εἰς τὸ κυκλοφοροῦν χαρτο-
1867νόμισμα μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὰς συναλλαγὰς
1868τοῦ τόπου, διαφορὰ δὲν ὑπάρχει, ἢ εἶναι ἐλαχίστη. Ἀλλ’
1869ἡ πληθώρα τοῦ χαρτονομίσματος δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ παρ’
1870ἡμῖν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
1871ἐκ Σύρου, προτιθέμενος νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ βαθ-
1872μιαία ἐλάττωσις τοῦ χαρτονομίσματος φέρει καὶ τὴν μείω-
1873σιν τῆς διαφορᾶς καὶ τὴν πλήρη αὐτῆς ἐξάλειψιν, κατε-
1874δείκνυε τὸ ἐναντίον διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅπερ ἐπεκαλεῖτο.
1875Ἀνέφερεν, ὅτι κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 20
1876ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα, ἅτινα ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὴν
1877κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ποία διαφορὰ ἐπῆλθε
1878μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ μετάλλου; οὐδεμία, καίτοι
1879εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν ἐξαγωγῆς τοῦ κυρίου τῶν προϊόν-
1880των. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζη-
1881τήσωμεν τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος εἰς τοὺς λόγους,
1882τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ λοιποὶ
1883τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἀλλαχοῦ κεῖται ἡ αἰτία. Ἡ
1884κυρία αἰτία παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ, ὅταν δὲ
1885ὑπάρχῃ μεγίστη δυσαναλογία μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξα-
1886γωγῆς καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται ἑκάστοτε νὰ
1887ἀποστέλλῃ χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν προμήθειαν
1888τῶν ἀναγκαίων εἰς αὐτὸ, καὶ εἰς ταύτην προστίθεται καὶ
1889ἡ ἐξαγωγὴ 25 περίπου ἑκατομμυρίων διὰ τὴν πληρωμὴν
1890τοκομεριδίων, ἡ ἐλάττωσις εἰς τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ
1891χαρτονομίσματος οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην διαφορὰν θὰ ἐπε-
1892νέγκῃ, καὶ ἡ θεωρία τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀσπαζο-
1893μένων τὰς ἰδέας του εἰς κακὸν μόνον δύναται νὰ καταλήξῃ,
1894ἤτοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν μέσων τῆς συναλλαγῆς.
1895Ἀλλὰ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῆς πο-
1896λιτικῆς ἀσφαλείας. Ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι
1897τοιαύτη, ὥστε εἰς πᾶσαν διατάραξιν παρέπεται καὶ ἡ δια-
1898τάραξις αὐτῆς. Πρὸς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι τὴν Ἰταλίαν.
1899Ἐν Ἰταλίᾳ ἡ διαφορὰ συνίστατο κατὰ τὸ 1868 καὶ 1874
1900εἰς 10%, ἐνῷ κατὰ τὸ 1868 ἐκυκλοφόρει 903,000,
1901000 φράγκων χαρτονόμισμα, τὸ δὲ 1874 1,600,000,000,
1902ἤτοι σχεδὸν τὸ διπλάσιον.
1903Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας
1904στηρίζεται τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔκολος,
1905ὡς σᾶς τὴν παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰς ἄλλα Κράτη,
1906οὐ μόνον παρῆλθε πολὺς χρόνος διὰ τὴν ἄρσιν, ἀλλὰ παρῆλθε
1907καὶ χρόνος διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ πλήρης καὶ τακτικὴ κυκλο-
1908φορία. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1797 ἀνεστάλησαν
1909διὰ 50 ἡμέρας αἱ πληρωμαὶ, ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν,
1910κατωρθώθη ἡ ἄρσις μόνον κατὰ τὸ 1821.
1911§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡ ἄρ-
1912σις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;
1913§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1914καὶ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, οἱ ὁποῖοι εὐρέως συνεζή-
1915τησαν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
1916§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἠρώτησα, διότι βλέπω, ὅτι
1917διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μου καταναλίσκεται χρόνος.
1918§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἐρώτησις τοῦ κυρίου
1919Μίληση ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαν-
1920τήσεως.
1921Μετὰ δὲ τὴν ἄρσιν ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα ἐπὶ 7 μῆνας
1922προεξώφλει τὰ γραμμάτιά της μὲ 4%, ἐπὶ 6 μῆνας μὲ
19232%, καὶ ἐπὶ 24 μῆνας μὲ ½%, καὶ μόνον μετὰ 37 μῆ-
1924νας ἐπλήρονε τὰ γραμμάτιά της εἰς τὴν ἀξίαν των. Ἡ Ἰτα-
1925λία, ὅτε ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐφήρμοσεν ἐπὶ
1926πολὺν καιρὸν τὸ Corso legale, ἤτοι ἡμιαναγκαστικὴν κυ-
1927κλοφορίαν. Ἀλλὰ δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι σκέπτεται σπου-
1928δαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς
1929κυκλοφορίας; Κράτη, εὑρισκόμενα εἰς πολὺ καλλιτέραν οἰ-
1930κονομικὴν θέσιν ἡμῶν, ἀποφεύγουσι πρὸς τοῦτο πᾶσαν ἔκτα-
1931κτον δαπάνην, καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς παραγωγικάς. Ὅτι
1932δὲ δὲν σκέπτεται περὶ τούτου σπουδαίως, σᾶς πείθει, ἅμα
1933λάβητε ἀνὰ χεῖρας οἱονδήποτε σοφὸν οἰκονομολόγον, πραγ-
1934ματευόμενον τὸ ζήτημα τοῦτο. Σᾶς ἀναγινώσκω τὰ περὶ
1935τούτου: «Εἰς τὴν Ἰταλίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ
1936»τὴν Αὐστρίαν, ἡ διάρκεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
1937»ὀφείλεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων δημοσίων ἔργων, tra-
1938»vaux publics». Καὶ παρακατιόν: «Ὁ θέλων νὰ προβῇ
1939εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὄχι μόνον ἀπο-
1940φεύγει τὰ δάνεια, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα δημόσια ἔργα».
1941«Ἀλλὰ δυστυχῶς», προσθέτει ὁ συγγραφεύς, «εἶναι ἀσθέ-
1942νεια des hommes d’ Etat actuels, θέλουν νὰ πράττωσι
1943τὰ πάντα διὰ μιᾶς, ἀλλὰ on ne peut cependant con-
1944cilier des grands travaux publics et le retrait du
1945cours forcé».
1946Ἡ παρασταθεῖσα μέθοδος τῆς ἄρσεως δὲν εἶναι πρωτο-
1947φανής, εἶναι μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἡ Γαλλικὴ Κυ-
1948βέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Γαλλία εὑρίσκετο εἰς ὅλως διάφορον θέ-
1949σιν. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις προσδιώρισε προθεσμίαν καὶ πο-
1950σὸν διδόμενον πρὸς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, καὶ τοιουτο-
1951τρόπως ἀπέσυρεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ ὑπερβαῖνον χαρτο-
1952νόμισμα, ἡ δὲ ἀνωτέρα ἐξαγωγὴ ἐπήρκει πρὸς πληρωμὴν
1953τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος. Ἡ
1954Γαλλικὴ Τράπεζα δὲν εὑρίσκετο εἰς ἣν θέσιν ἡ ἡμετέρα Τρά-
1955πεζα, ἡ ὁποία κατέστη ὁ δανειστὴς καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ Δη-
1956μοσίου. Ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα ἦτο ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τοῦ
1957Κράτους, τὸ δὲ χαρτονόμισμά της δὲν ὑπετιμήθη πλέον τῶν
19583%. Ἀλλ’ ἡμεῖς περισσεύματα ἐν τῷ Προϋπολογι-
1959σμῷ, δυνάμενα εἰς τὸ διάστημα τῆς τετραετίας νὰ φέρωσι
1960τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους τῶν τραπεζογραμματίων, δὲν
1961ἔχομεν, ἡ δὲ ἐλάττωσις αὐτῶν δὲν θὰ φέρῃ ἐπαισθητὴν ἔκ-
1962πτωσιν τοῦ συναλλάγματος. Εἰς τί δὲ ἀπέβλεπεν ὅλη ἡ
1963θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς καὶ περὶ
1964διαφορᾶς νομίσματος; Εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἢ πῶς νὰ δικαιολο-
1965γήσῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ ὁμολογήσῃ, καὶ
1966τὴν μὴ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1887 καταχώρισιν αὐτοῦ.
1967Καὶ πρὸς τοῦτο ἐξέθεσεν, ὅτι πρῶτον, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ προσ-
1968διορίσωμεν τὴν ἐποχὴν τῆς ἄρσεως, ἐὰν ἡ ἐποχὴ αὕτη
1969ἔσεται μετὰ τέσσαρα ἔτη, ἐὰν τὴν θεωρήσωμεν μάλιστα ὡς
1970ἀρθεῖσαν κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος, τότε τὸ τραπεζογραμμά-
1971τιον θὰ ἦναι ἴσον μὲ τὸν χρυσὸν, ἐπιστρέφομεν τὰ συναπτό-
1972μενα δάνεια διὰ χαρτονομίσματος, καὶ οὕτως ὠφελούμεθα
1973τῆς διαφορᾶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ καθαρίσωμεν
1974τοὺς λογαριασμούς· ἐὰν δὲ δὲν τὸ κατορθώσωμεν, ἡ ὅλη δια-
1975φορὰ θὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως, καθ’
1976ἣν θὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ, ἐνῷ αἱ σημεριναὶ χρήσεις βαρύνον-
1977ται ἐν τούτοις ἠθικῶς!
1978Ἐὰν ὅθεν σπουδαιολογοῦντες δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε
1979τοιαύτην θεωρίαν, ἐὰν δύνασθε νὰ ἀποδεχθῆτε τὰ λογι-
1980στικὰ καὶ πραγματικὰ ἰσοζύγια, τοὺς πραγματικοὺς καὶ
1981ἠθικοὺς Προϋπολογισμούς, τὰ περισσεύματα τὰ πραγματικὰ
1982καὶ τὰ περισσεύματα τὰ ἠθικὰ, τότε βεβαίως διὰ τοιούτων
1983σοφιστικῶν διακρίσεων δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρ-
1984χει ἔλλειμμα ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ τότε θὰ ὑπο-
1985χρεωθῆτε νὰ θεωρήσητε ὡς βέβαιον, ὅτι μετὰ 4 ἔτη θὰ
1986ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅτι κατὰ τὸ τέταρτον
1987ἔτος τὸ Κράτος θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδώσῃ τὰ
1988δάνεια, τὰ ὁποῖα σήμερον συνομολογεῖ, διὰ περισσεύματος
1989καὶ ὄχι δι’ ἄλλων δανείων, καὶ προσέτι, ὅτι θὰ διαμένῃ
1990διαρκῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δανειστὰς
1991πάντοτε προθύμους νὰ δανείζωσιν αὐτὸν, μὲ εἰρήνην Εὐρω-
1992παϊκὴν καὶ ἐσοδείας ἀφθόνους καὶ τὴν εὐμάρειαν εἰς τὸν Ἑλ-
1993ληνικὸν λαόν. Ὑποθέσεις τοιαῦται, προκειμένου περὶ ἀπολογι-
1994σμῶν, περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται εἰς
1995τὰ Κοινοβούλια, οὐδὲ νὰ ἀνέχωνται αὐτὰς οἱ Βουλευταί.
1996§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 8 ἡ ὥρα,
1997εἴμεθα ἀπὸ τὰς τρεῖς ἐδῶ.
1998§46ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολήν.
1999§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρα-
2000καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
2001§48ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαιον πρῶτον,
2002ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία;
2003§49ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρότασις περὶ ἀναβολῆς νομίζω, ὅτι
2004ἐγένετο.
2005§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἦναι πρότασις περὶ ἀναβολῆς, πρέπει
2006νὰ ἐγερθῶσι δέκα.
2007§51ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα περισσότεροι τῶν δέκα βεβαίως.
2008§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
2009Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2010(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
2011τήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κανάρη καὶ Κρίσπη).
2012§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 79. Ἐκ τούτων
201373 εἶπον Ναὶ καὶ 6 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε
2014τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν διὰ ψήφων 73 κατὰ 6.
2015Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
2016§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τρίτος, Κύριοι, ὑποστηρίξας τὸ ἄρτιον
2017τοῦ ὑποβληθέντος Ἀπολογισμοῦ εἶναι ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
2018τὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἠκολούθησε τὴν
2019θεωρίαν τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων, ἀπ’ ἐναντίας ἐτράπη
2020ἀντίθετον ὁδὸν, οὐδὲ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀπε-
2021δέχθη μὲν τὴν γενομένην παρ’ αὐτοῦ διάκρισιν τῶν ἠθικῶν
2022ἀπολογισμῶν καὶ ἠθικῶν ἐλλειμμάτων καὶ περισσευμάτων,
2023ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ κ.
2024Πρωθυπουργός. Ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς εὐχερείας, μεθ’ ἧς
2025ἐπικαλεῖται καὶ μεταχειρίζεται τοὺς ἀριθμοὺς, κατώρθωσε
2026τὸ ἠθικὸν ἔλλειμμα νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς ἓν καὶ μόνον περίπου
2027ἑκατομμύριον. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ
2028Φθιώτιδος, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν γενο-
2029μένων παρ’ αὐτοῦ λογαριασμῶν· ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολι-
2030τεύσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀντιπαρέτα-
2031ξαν τοὺς ἀριθμούς, διὰ τῶν ὁποίων καταδεικνύεται εἰς πόσον
2032τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος
2033ἦλθεν ἐφωδιασμένος ἐκτὸς τῶν πειστηρίων ἐγγράφων καὶ
2034πινάκων, τῶν τεθέντων εἰς χρῆσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν,
2035καὶ μὲ ἰδιαίτερα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε, σύρων
2036ἀπὸ τὸ θυλάκιόν του, ἐπεκαλεῖτο πρὸς διάψευσιν τῶν ἀριθ-
2037μῶν ἐκείνων, οἵτινες διενεμήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2038πρὸς τοὺς Βουλευτάς, ὅπως κρίνωσιν ἐπὶ τῶν ὑποστηρι-
2039ζομένων ὑπ’ αὐτῆς ὑπολογισμῶν καὶ πραγμάτων· ἀλλὰ
2040τοιούτων πιστοποιητικῶν ἡμεῖς στερούμεθα. Ἀλλὰ πρό-
2041κειται, Κύριοι, περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμμα-
2042τος; Βεβαίως καὶ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον
2043νὰ μὴ ἰσχυρισθῇ μόνον, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἀλλὰ νὰ
2044ἀποδείξῃ συνάμα καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος· τὸ τοιοῦ-
2045τον ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις
2046ὑποχρεοῦται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν μέσων μόνον ἐκείνων, τὰ
2047ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἕνεκα τούτου ὁ
2048ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος προὐκάλεσε τὴν Ἀντιπολί-
2049τευσιν, εἰπὼν πρὸς αὐτήν: δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε
2050ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς
2051ἀριθμούς. Ὀφείλετε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὰ παρεχόμενα ὑπὸ
2052τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσιν ὡς ἡ Κυβέρνησις παριστᾷ, νὰ
2053μεταβῆτε εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ λάβητε τὰς
2054πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην. Καὶ βεβαίως,
2055Κύριοι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τὴν
2056γνώμην μας, βεβαίως θὰ διωρίζομεν ἐξεταστικὴν ἐπιτρο-
2057πὴν, ὅπως μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ εἰς τὸ Λογιστήριον καὶ λάβῃ
2058τὰ ἀναγκαῖα πειστήρια. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη δὲν δύνα-
2059ται νὰ γίνῃ, εἰ μὴ τότε μόνον, ὅταν τὴν παροῦσαν Κυβέρ-
2060νησιν διαδεχθῇ ἄλλη Κυβέρνησις, ὅταν αὐτὸς ὁ οἰκονομι-
2061κὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος σήμερον κατέστρωσε τὸν εἰ-
2062κονικὸν Ἀπολογισμὸν, δώσῃ εἰς τὸν διάδοχον τὸν ἀληθῆ
2063Ἀπολογισμὸν. Ὥστε ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσωμεν ἀπὸ τοῦδε
2064διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀκρι-
2065βῶς καὶ λεπτομερῶς τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος.
2066Τὸ ζήτημα, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, μετὰ τὴν ὁμολογίαν
2067τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐλύθη, διότι ὡμολογήθη, ὅτι δὲν ἀνε-
2068γράφη ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνα-
2069γραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δανείων,
2070ὅπερ ἀποτελεῖ δαπάνην τακτικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βα-
2071ρύνουσαν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ δαπάνη αὕτη ἐπληρώθη
2072δι’ ἐκτάκτων πόρων, πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν δαπάνην κανο-
2073νικῶς καὶ λογικῶς νὰ μεταφέρῃ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ πα-
2074ρασχόντες τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς ἔκτακτοι πόροι πρόκειται
2075νὰ καταβληθῶσιν; Ἡ ἀπόδειξις λοιπὸν τοῦ ἐλλείμματος
2076ὑπάρχει πλήρης. Λογιστικὸν ἰσοζύγιον δὲν κατωρθώθη, δι’
2077οὓς λόγους εἶχεν ἐκθέσει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε συνεζητεῖτο
2078ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Τότε ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2079γός: «Οἱ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντες εἰς τὴν Βουλὴν Προϋ-
2080πολογισμοὶ ἦσαν εἰκονικοί, ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐγὼ
2081ἐγκαταλείπων, θὰ ὑποβάλλω ἀληθεῖς Προϋπολογισμούς».
2082Διὰ ν’ ἀποδείξῃ δὲ, ὅτι ἀληθὴς Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ τοῦ
20831887, ἔλαβε τὸ ἔτος 1886· προσέθετο μάλιστα, ὅτι, θέλων
2084νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ὑπολογίζει λαμ-
2085βάνων τοὺς κατωτάτους ὅρους. Καὶ τοὺς κατωτάτους ὅρους
2086τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἔλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε
2087συνέτασσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887· καὶ μολονότι
2088ἔλαβε τοὺς κατωτάτους ὅρους, ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῶν ἐσό-
2089δων εἰς 94,000,000. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν 94,000,000 αὐτῶν
2090καὶ τῶν βεβαιωθέντων ὑπάρχει διαφορὰ 5½ περίπου ἑκα-
2091τομμυρίων. Πόθεν προέκυψεν ἡ διαφορὰ αὕτη; Ἐκ τοῦ ὅτι,
2092μολονότι ἔλαβε τοὺς κατωτάτους ὅρους τοῦ 1886, μολονότι
2093προσέθηκε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβαζε τὸν Προϋπολογι-
2094σμὸν τοῦ 1887 εἰς 94,000,000, οὐχ ἧττον ὅμως οἱ φόροι
2095δὲν ἀπέφερον οὔτε κατὰ τὴν βεβαίωσιν τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ
2096εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι κατὰ τὸ
20971887 θὰ ἐπιτύχῃ οὐ μόνον ἰσοζύγιον λογιστικὸν, ἀλλὰ καὶ
2098περίσσευμα, διότι, λαμβάνων ὡς βάσιν τοὺς κατωτάτους ὅρους
2099τοῦ ἔτους 1886, ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἦτο ἀπο-
2100κεκλεισμένον καὶ ὑπεβλήθη εἰς περιστάσεις τοσοῦτον ὀδυνη-
2101ρὰς, ὤφειλε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης
2102βάσεως θὰ ὦσι πολὺ ἀνώτερα τῶν προϋπολογιζομένων. Ὅτε
2103εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν
2104ἀρκεῖ νὰ ἀπολαύσωμεν ἐκ τῶν φόρων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
2105προσετίθετο, διότι, ἐὰν οἱ φόροι ἀποδώσωσι τοσοῦτον μόνον,
2106ὅσον ὁ προστεθεὶς φόρος, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ φόροι ἀπέ-
2107φερον τὸ ὅλον ποσὸν, διότι, διὰ νὰ ἀνταποκρίνωνται αἱ οἰκο-
2108νομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου πρὸς τοὺς φόρους, πρέπει συνάμα
2109μετὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ βαθμιαία
2110ἐπαύξησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐκεῖ, ὅπου οἱ φόροι δὲν κα-
2111ταπονοῦσι τὸν τόπον.
2112Καὶ τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, καὶ
2113τοιοῦτον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἐπιτευχθέν.
2114Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους 1887 παρουσιάζει τοιαῦτα
2115ἔσοδα; Ἡ πώλησις, Κύριοι, ἐφοδίων, ἡ ὁποία ἀπέφερεν εἰς
2116τὸ δημόσιον ταμεῖον 1,013,197 δραχμὰς, εἶναι πρόσοδος,
2117τὴν ὁποίαν ἀπέδωσαν οἱ φόροι; εἶναι πρόσοδος, τὴν ὁποίαν
2118κατέβαλον οἱ φορολογούμενοι διὰ τῆς παραγωγῆς καὶ
2119τῆς καταναλώσεως; ἢ εἶναι πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
2120Πρωθυπουργὸς ἐπρομηθεύθη διὰ τῆς πωλήσεως τῶν εἰ-
2121δῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθησαν, ἵνα χρησιμεύσωσιν
2122ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἰς τὸ Κράτος; Καὶ βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Πρω-
2123θυπουργὸς πωλήσῃ οὐ μόνον τὰς προμηθείας τοῦ Κράτους,
2124ἀλλὰ καὶ ἄλλα πράγματα, ἐὰν π. χ. ἀποφασίσῃ τὴν πώ-
2125λησιν μερικῶν ἀρχαιοτήτων, τὸ ποσὸν θ’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα,
2126ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποδείξῃ καὶ τὴν εὐπορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2127λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐκ τοῦ
2128αὐτοῦ ὑλικοῦ ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους
21291,500,000, καὶ ἑπομένως, ἀντὶ ἡ στήλη τῶν δαπανῶν ἐν
2130τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ παριστᾷ δαπάνας ἀνωτέρας κατὰ
21311,500,000, παριστᾷ δαπάνας κατωτέρας κατὰ τὸ ἀνωτέρω
2132ποσόν. Ἐὰν δὲν εἶχε τὸν ἔκτακτον τοῦτον πόρον, τί ἤθελε
2133πράξει; ἤθελεν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ του ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρα-
2134στήσει ἔσοδα κατὰ 1,013,197 δρ. κατώτερα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
2135ἔξοδα κατὰ 1,500,000 ἀνώτερα, ἤτοι διαφορὰν εἰς τὸ πραγ-
2136ματικὸν ἰσοζύγιον του ἐκ δρ. 2,513,197, ἡ ὁποία, προκειμένου
2137περὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, ἀποτελεῖ καθαρὸν καὶ ἀναμ-
2138φισβήτητον ἔλλειμμα. Εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν παρατηρεῖται
2139καὶ ἕτερον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται νὰ κατα-
2140ταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐσόδων, τῶν ἐκ τῆς φορολογίας
2141προερχομένων, διότι δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν
2142φόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1887· τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ εἰσπρα-
2143χθὲν ἐκ προσωρινῶν δόσεων φυτειῶν καὶ γαιῶν καὶ ἐκ τῆς
2144καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων· ὡς ἐκ τῶν καταθλιπτικῶν
2145δὲ μέσων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη, εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1887
2146πλέον τοῦ ὅ,τι εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1886, ἐκ μὲν τοῦ πρώ-
2147του 492,550, ἐκ δὲ τοῦ δευτέρου 1,187,215, ὁ δὲ βουλευ-
2148τὴς ἐκ Φθιώτιδος σᾶς κατέδειξε καὶ πόσον μικρὸς εἶναι ὁ
2149ἀριθμὸς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἤτοι
2150800 ἐπὶ τρεῖς μῆνας, δηλαδὴ 3,200 κατ’ ἔτος, ἀριθμὸς,
2151ὅστις, κατὰ τὰς πρεσβευομένας ἀρχὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
2152ἐὰν διπλασιασθῇ, θὰ αὐξήσῃ τὴν πρόσοδον καὶ τὸ πραγ-
2153ματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ καὶ τοῦτο
2154δεικνύει τὰς δυνάμεις τῶν φορολογουμένων.
2155Ἔχομεν λοιπὸν τὴν διαφοράν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ
2156πραγματικὸν ἰσοζύγιον, ἐκ δραχμῶν 5,186,993, ἔχομεν τὴν
2157διαφορὰν τὴν μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων
2158ἐξ ἑτέρων 5,160,000, ποσὰ, ἃ ὀφείλουσι νὰ ληφθῶσι ὑπ’
2159ὄψει, προκειμένου νὰ σκεφθῇ τις περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ
2160πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ μὴ τάχα αὐτὸς οὗτος ὁ
2161Πρωθυπουργὸς δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν αὔξη-
2162σιν, τὴν δεικνύουσαν τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ τόπου,
2163ὅταν λέγῃ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τοῦ 1888
2164βαίνουσι πρὸς τὸ αὐτὸ σημεῖον τοῦ 1887, καὶ ἂν ἐξακολου-
2165θήσωμεν μέχρι τέλους, θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
21661887; δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ βαθμιαία αὔξησις τῆς
2167προσόδου, τῆς μόνης ἀποδεικνυούσης τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ
2168οἰκονομικοῦ του συστήματος; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀκριβὴς ἡ
2169τοιαύτη ἐλπὶς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύει, ὅτι ἤρχισεν
2170ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους νὰ σταματᾷ· ἀλλὰ τοῦτο κατα-
2171δεικνύει τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας καὶ τὴν βεβαιότητα
2172τῶν ἐλλειμμάτων, ὡς ἐκ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων.
2173Διεξοδικῶς ὡμίλησε καὶ διὰ τῶν ἀριθμῶν κατέδειξεν ὁ
2174ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁποία ἡ διαφορὰ τῆς εἰσα-
2175γωγῆς μεταξὺ προηγουμένων ἐτῶν καὶ τοῦ 1887, ἰδίως
2176διαφορὰ τοσοῦτον σπουδαία, ὥστε οὐδεμία ἄλλη ἐξήγησις
2177δύναται νὰ δοθῇ, εἰμή, ὅτι, ὅ,τι ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολί-
2178τευσις, ἐπραγματοποιήθη δυστυχῶς ταχύτερον, ἢ ὅσον ἐνό-
2179μιζέ τις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίσθη τότε, ὅτι ἡ κατα-
2180πόνησις δὲν ἤθελε φανῆ ἐξ ἀρχῆς, διότι αἱ οἰκονομίαι τοῦ
2181παρελθόντος ἔτους καὶ ἡ εὐχέρεια πρὸς ἐπιτυχίαν πόρων
2182κατὰ πρώτην φορὰν θὰ ἦσαν ἱκαναὶ νὰ συντηρήσωσι τὸ
2183πρῶτον ἔτος, καὶ ὅμως ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον
2184ἔτος κατέπεσε σπουδαίως ἡ εἰσαγωγή. Ἐκ τοῦ διανεμη-
2185θέντος πίνακος προκύπτει ὡς πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα
2186εἴδη τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως ἡ σπουδαία ἐλάττωσις
2187κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884,
21881885, 1886 καὶ 1887· καὶ καφὲς μὲν εἰσήχθη τὸ 1884
2189ὀκάδες 1,306,593, τὸ δὲ 1887 ὀκάδες 1,004,628, ζάκχα-
2190ρις δὲ, τὸ 1884 ὀκάδες 6,757,904, τὸ δὲ 1887 ὀκ. 4,258,
2191111. Ποία δὲ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ 1884 καὶ τοῦ
21921887 ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου; Ἔχομεν
2193νόμον περὶ λαθρεμπορίου δρακόντειον, ἐπιφέροντα τὴν κατα-
2194στροφὴν τοῦ λαθρεμπόρου, καὶ ὅμως βλέπομεν κατὰ τὴν
2195εἰσαγωγὴν τὴν σπουδαίαν ταύτην διαφοράν. Τί δεικνύει
2196τοῦτο; Ζητεῖτε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν περὶ τῆς καταπο-
2197νήσεως τῆς χώρας, καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ μεγάλοι
2198φόροι δὲν φέρουσι καὶ ἀναλόγους προσόδους; Ἀλλ’ οὐ μό-
2199νον προκύπτει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παρελθόντων ἐτῶν
2200καὶ τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ 1888.
2201Ἀκούσατε δὲ εἰς ποῖα εἴδη παρατηρεῖται ἡ διαφορὰ
2202αὕτη. Ἀφίνω τὴν ζάκχαριν, διὰ τὴν διένεξιν τοῦ κύρους με-
2203ταξὺ στατιστικῆς, διανεμηθείσης, ἵνα μελετήσωμεν οἱ Βου-
2204λευταὶ, καὶ τοῦ πιστοποιητικοῦ, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ ἐκ Φθιώ-
2205τιδος βουλευτὴς, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ προβαίνω
2206εἰς τὰ λοιπὰ εἴδη. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμ-
2207βρίου εἰσήχθησαν ἰχθῦς παρεσκευασμένοι ἀξίας, κατὰ τὸ
22081887 δρ. 2,258,361, τὸ δὲ 1888 δρ. 2,093,200. Ὄρυζα,
2209τὸ 1887 δρ. 1,658,559, τὸ 1888 δρ. 1,536,012. Ζῷα,
2210τὸ 1887 δρ. 1.564,871, τὸ δὲ 1888 δρ. 1,258,938. Χα-
2211διάριον κόκκινον καὶ μὴ, τὸ 1887 δρ. 718,325, τὸ δὲ 1888
2212δρ. 495,582. Βούτυρον, τὸ 1887 δρ. 213,856, τὸ δὲ 1888
2213178,876. Τυρὸς ἐν γένει, τὸ 1887 δρ. 226,208, τὸ δὲ 1888
2214152,743. Διάφορα ἀποικιακὰ, τὸ 1887 δραχ. 475,738,
2215τὸ δὲ 1888 δραχ. 206,511. Διάφορα τὸ μὲν 1887 δραχ.
22164,555,329, τὸ δὲ 1888 δραχ. 3,533,479. Εἰς δὲ τὸ
2217σύνολον παρατηρεῖται ἡ διαφορὰ, ἥτις κατέστη διάση-
2218μος, διότι ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς τὴν ἀπέδωκεν εἰς τὴν συγ-
2219κομιδὴν τῶν σιτηρῶν τοῦ 1888, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι
2220ἄρχεται τὴν 1 Ἰανουαρίου, ὁ δὲ βουλευτὴς Φθιώτιδος εἰς
2221τὴν πρόβλεψιν ἐμπόρων ἐπὶ τῆς νέας ἐσοδείας, ἥτις ὤφειλε
2222νὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὸν Ἰούλιον.
2223Τὸ σπουδαῖον τῆς διαφορᾶς ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν δὲν
2224ἀνευρίσκω τόσον εἰς τὴν ἀξίαν, ὅσον εἰς τὰ εἴδη, ἐφ’ ὧν
2225ἐπῆλθεν ἡ διαφορὰ, διότι εἰσὶν ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων εἰς
2226τὴν τροφὴν καὶ ἐκ τῶν ἀφορώντων κυρίως εἰς τὴν μεσαίαν
2227καὶ τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἂν δὲ παρατηρῆται τοιαύτη
2228ἐλάττωσις μεταξὺ τῶν 1887 καὶ 1888 εἰς τὰ εἴδη τῆς πρώ-
2229της ἀνάγκης, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν παραγωγὸν τάξιν,
2230τὴν παρέχουσαν τοὺς φόρους, δὲν παρέχεται ἀναμφίλεκτος ἡ
2231ἀπόδειξις, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς στερήσεως τῶν
2232ἀναγκαιοτάτων;
2233§55ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἕως πότε θὰ περιμένωμεν;
2234εἶναι ἀργά.
2235§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι κουρασμένος· διότι ἀπὸ
2236τὰς 2 ἐργάζομαι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2237§57ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
2238§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂν θέλητε νὰ ματαιώ-
2239νωμεν τὰς συνεδριάσεις, τοῦτο μᾶς εἶναι εὔκολον.
2240§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
2241λογος.
2242(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βου-
2243λευτῶν).
2244§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἀπαρτία· παρόντες 83.
2245Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βαλσαμάκη.
2246§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοιοῦτον ἀποδεικνύεται τὸ πραγμα-
2247τικὸν ἰσοζύγιον, τὸ ἀναγγελθὲν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπο-
2248δεικνύεται κίβδηλον ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀποδεικνύεται
2249ἀποτυχὸν ὡς πρὸς τὰς βάσεις, ἃς αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυ-
2250πουργὸς ἔθεσεν· ὅ,τι δὲ σήμερον ἀποδεικνύεται πασιφανῶς,
2251ὑπεστήριξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ οἰκονομι-
2252κὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί ἔλεγον τότε, προ-
2253κειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ τί μοὶ ἀπήντα ὁ
2254κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν
2255παράγονται εἰς τὸν τόπον.
2256Ἔλεγον λοιπὸν τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν (ἀναγινώσκει):
2257«Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι προὐτί-
2258»μησε νὰ βαρύνῃ τινὰ ἐκ τῶν τοιούτων εἰδῶν, ἀλλὰ διότι
2259»τὰ ἐβάρυνε. Δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι καὶ ἡ εἴσπραξις
2260»θὰ παρακολουθήσῃ τοὺς ἀριθμούς; ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς
2261»ὑπερτέρησε. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ κανόνα ἡ ἐλάττω-
2262»σις δὲν ἐπέρχεται ἀμέσως, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. ΤΡΙ-
2263»ΚΟΥΠΗΣ. Τοιοῦτος κανὼν δὲν ὑπάρχει. ΒΑΛΣΑΜΑ-
2264»ΚΗΣ. Τοιοῦτος κανὼν εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ
2265»οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρ’ οὐδενός. ΒΑΛ-
2266»ΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λείψω τοὺς λόγους μου νὰ τοὺς βε-
2267»βαιώσω διὰ τῶν συγγραφέων ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὑμεῖς
2268»δημοσιεύσητε σύγγραμμα, θὰ περιέχηται μόνον ἐν αὐτῷ.
2269»ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν
2270»εἰδῶν φέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως. ΔΡΑ-
2271»ΓΟΥΜΗΣ. Ἀπεδείχθη τὸ ἐναντίον...»
2272§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε καλῶς, ὅτι
2273ταῦτα δὲν ἀνεγράφησαν ὀρθῶς· ὅ,τι διέψευσα τότε εἶναι τὸ
2274ἑξῆς: εἴχετε εἰπεῖ, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐπιβολῆς
2275φόρου τινὸς ἐπέρχεται αὔξησις προσόδου, κατόπιν δ’ ἐπέρχε-
2276ται ἐλάττωσις. Ἐγὼ δὲ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως εἶ-
2277χον διαψεύσει. Κακῶς δ’ ἡ διάψευσις ἐνοήθη περὶ τῆς ὅλης
2278προτάσεως. Ἐν ταῖς διακοπαῖς ἐπέρχονται πολλάκις συγ-
2279χύσεις καὶ παρεννοήσεις, καὶ δὲν ἀναγράφονται ἀκριβῶς τὰ
2280λεγόμενα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἐπέρχεται πάντοτε αὔξησις
2281προσόδου, ἐξ ἐναντίας κατόπιν προσθήκης νέου φόρου ἐπέρ-
2282χεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐλάττωσις προσόδου εὐθὺς ἀπὸ τοῦ
2283πρώτου ἔτους καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνό-
2284μισα, ὅτι εἴπετε ὑμεῖς, ὅτι ἐπὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου ἐπέρχεται
2285αὔξησις προσόδου κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, κατόπιν δὲ μόνον
2286γίνεται ἐπαισθητὴ ἡ ἐλάττωσις. Τοῦτο ἐγὼ ἠρνήθην καὶ
2287οὐδὲν ἄλλο.
2288§63ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφη-
2289μένα πρακτικά.
2290§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ διηυκρίνησα τί εἶπον ἔκτοτε.
2291§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπεχρεώθην τότε εἰς δευτέραν
2292συζήτησιν νὰ φέρω καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τοὺς συγγραφεῖς
2293καὶ νὰ καταδείξω τὸ ἐσφαλμένον τῆς τοιαύτης γνώμης, καὶ
2294ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ, εἶπεν, ὅτι
2295μόνον, ὅταν ἐγὼ γράψω, τότε θ’ ἀναγραφῇ τοιοῦτος κανὼν,
2296ὑπεχρεώθην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὸ σύγγραμμα, ἤτοι τὸν
2297Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεγρά-
2298φετο τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ ὅμως οὐδεμία ἀναίρεσις ἐγένετο.
2299Τότε σᾶς ἔλεγαν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ἡ κοινὴ ἀριθμητικὴ,
2300ἥτις διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴν τὴν τελωνειακὴν, διότι
2301κατὰ ταύτην πολλάκις ἡ προσθήκη δύο καὶ δύο δὲν φέρει
2302εἰς τέσσαρα, ἀλλὰ εἰς 3½ καὶ 2½, καὶ ὑπεστήριζον,
2303ὅτι, ἂν οἱ φόροι ἦναι βαρεῖς καὶ δὲν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς
2304δυνάμεις τῆς χώρας, βεβαίως δὲν θὰ λάβητε τὰ ἀποτελέ-
2305σματα, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζετε, καὶ ἑπομένως, καίτοι στηρί-
2306ζεσθε εἰς Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐβασίσθη εἰς τοὺς κατω-
2307τάτους ὅρους Προϋπολογισμοῦ ἔτους δυστυχοῦς διὰ τὸν τό-
2308πον, οὐχ ἧττον ὅμως προσθήκη τῶν 22 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ
2309τῶν ὁποίων ὑπολογίζετε, δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἡ
2310εἴσπραξις δὲν θὰ ἀνταποκριθῇ. Καὶ τί ἄλλο ἀποδεικνύεται
2311ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως; Ἀπεδείχθη τὸ ἰσοζύγιον ὡς λογι-
2312στικόν; Σεῖς ὡμολογήσατε τὸ ἔλλειμμα. Ἀπεδείχθη ἰσο-
2313ζύγιον πραγματικόν; Ἀλλὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολο-
2314γισθέντων καὶ βεβαιωθέντων, ἡ προσθήκη εἰς τὰς προσόδους
2315τοῦ Κράτους τῶν ἐκτάκτων προσόδων, ἡ μαθηματικὴ ἀπό-
2316δειξις τῆς καταπονήσεως τῆς χώρας, ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναν-
2317τίον. Τί ἄλλο ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε; καὶ ἂν
2318ταῦτα ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, τίς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀλη-
2319θείᾳ; Ἂν δὲ εὑρίσκηται ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἀληθείᾳ,
2320θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἐπαγγελίας σας, καὶ κατὰ τὸν
2321βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος νὰ ὁμολογήσωμεν μάλιστα, ὅτι
2322ἔσφαλεν ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὸν τόπον ἡ διάγνωσίς της,
2323καὶ ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἐπιτυχία εἰς τὸ σύστημά σας, ἀπέ-
2324ναντι τοῦ προφανοῦς ναυαγίου, τὸ ὁποῖον καταδεικνύεται,
2325ὅπερ δυστυχῶς ἐπῆλθε κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἐνῷ οὐδεὶς
2326ἐφαντάζετο νὰ τὸ αἰσθανθῇ ὁ τόπος εὐθὺς, ὡς ἐφηρμόζετο;
2327Ἢ θέλετε νὰ θαυμάσωμεν τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος,
2328ὅστις, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
2329μᾶς ἐκάλει, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, νὰ παρατηρή-
2330σωμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὄνοι, τιμηθέντες διὰ τῆς φορολογίας
2331τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔλαβον καὶ αὐτοὶ προαγωγήν; Ἀλλοί-
2332μονον δὲ, ἂν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους ἀνεφαίνετο εὐθὺς ἀμέ-
2333σως ἡ καταπόνησις εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Αἱ ἄμ-
2334πελοι, αἱ σταφιδάμπελοι, τὰ ἐλαιόδενδρα ὑπάρχουσι καὶ θὰ
2335ἐξακολουθῶσι νὰ παράγωσιν, ὅσην δὲ καὶ ἂν ἐπιβάλλητε
2336φορολογίαν, δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ
2337κτῆμά του, καὶ ὁ γεωργὸς τὴν ἐργασίαν του, διότι πόθεν
2338ἄλλοθεν ἐλπίζει νὰ ἀποκτήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῇν; Καὶ τὸ
2339ἐρχόμενον ἔτος θὰ καλλιεργηθῇ καὶ ἡ ἄμπελος καὶ πᾶν
2340ἄλλο κτῆμα ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ ἐξαρτᾶ-
2341ται ἀπὸ τὸ εἶδος καὶ ἀπὸ τὴν τελειότητα τῆς καλλιερ-
2342γείας· ἐκεῖ μάλιστα, ὅπου διὰ τῆς καλλιεργείας, καὶ ἡ γῆ
2343ἐξαντλεῖται, ἂν δὲν ἀναπληρωθῇ ἡ ἐξαντλουμένη γονιμό-
2344της διὰ λιπασμάτων καὶ ἐκτάκτου καλλιεργείας, ἐκεῖ ἡ
2345παραγωγὴ καταπίπτει. Ἂν τὸ 1887 οἱ φορολογικοί σας
2346νόμοι ἠδυνήθησαν ἐν μέρει νὰ ἀνταποκριθῶσι, τοῦτο ὀφείλε-
2347ται εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσοδειῶν τοῦ 1886 καὶ 1887,
2348διότι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἦτο ἄφθονος ἡ παραγωγὴ τοῦ
2349σταφιδοκάρπου, καὶ μεγάλη ἡ ζήτησις αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴνου,
2350ταῦτα δὲ πάντα ἔδωσαν ζωὴν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ τί λέγετε
2351σήμερον περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ὄχι μόνον κατέπεσεν
2352εἰς τὸ ⅓ τῆς τιμῆς, ἀλλ’ εὑρίσκεται καὶ εἰς πλήρη ἀζητη-
2353σίαν; Εἶσθε ξένοι τοῦ τόπου, Κύριοι, καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὁ
2354ἰδιοκτήτης, ὁ γεωργὸς, ὁ βιομήχανος κτλ. ἐπαρκεῖ συνήθως
2355εἰς τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας, εἰς δὲ τὰς καλὰς ἐσοδείας περισ-
2356σεύουν εἰς αὐτὸν ὀλίγα χρήματα, διὰ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν
2357καλλιέργειαν τοῦ κτήματός του, εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῆς οἰ-
2358κίας του κτλ. Ὅταν δὲ ταῦτα πάντα τὰ ἀφαιρῇ τὸ Κρά-
2359τος κατὰ τὰς καλὰς ἐσοδείας, τί θὰ μείνῃ εἰς τὸν γεωργὸν
2360κατὰ τὰς ἐσοδείας ἐκείνας, καθ’ ἃς εἴτε ἀποτυγχάνει, εἴτε
2361περιέρχεται τὸ προϊόν του εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν; Τί
2362μένει λοιπὸν ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς εὐαρέστου ἐπαγγελίας τῶν
2363λογιστικῶν καὶ πραγματικῶν ἰσοζυγίων, τῶν ἠθικῶν ἐλ-
2364λειμμάτων καὶ περισσευμάτων, καὶ τῆς εὐδαιμονίας τοῦ τό-
2365που; Μένει ἀπολογισμὸς κίβδηλος, καταδεικνύων τὴν κατα-
2366πόνησιν τῆς χώρας, μένει τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον τοῦ
23671884, τὸ ὁποῖον, ἀναγγελθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ
2368τότε καὶ νῦν διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τοῦ τηλεγράφου,
2369ἔκρουσε τὰς θύρας καὶ τῆς τελευταίας καλύβης τοῦ Κρά-
2370τους, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀφίνει δυστυχῶς τὸν Πρωθυπουργὸν
2371ἐπιδιώκοντα αὐτὸ ὡς φάσμα, τὸ ὁποῖον διαῤῥέει ἀπὸ τὰς
2372χεῖράς του τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει, ὅτι τὸ
2373συνέλαβε καὶ τὸ κρατεῖ.
2374Τὰ συγχαρητήριά μας ἐπεθύμησεν ὁ βουλευτὴς Φθιώτι-
2375δος. Ναί, ἐπεθύμει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυνηθῇ εἰλικρινῶς
2376νὰ συγχαρῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπεθύμει νὰ συναντήσῃ ταύ-
2377την ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναγγέλλουσαν τῷ ὄντι εἰς αὐτὴν ἰσοζύ-
2378γιον καὶ ἠδύνατο, Κύριοι, νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἡ παροῦσα Κυβέρ-
2379νησις, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτήν, καὶ
2380διὰ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἀλλὰ δυστυχῶς
2381προὐτίμησε τὴν ἐπιδεικτικὴν πολιτικήν, ἀπέβλεψεν ἐκτὸς τῶν
2382ὁρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἐλησμόνησε τοὺς ἐντὸς τοῦ Κράτους
2383εὑρισκομένους. Ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἔπαινον τῆς
2384ἔξω Ἑλλάδος, ἀδιαφορῶν διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀδια-
2385φορῶν ἂν πάσχῃ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ἀδιαφορῶν ἂν
2386χρεωκοπῇ ὁ ἔμπορος, ἀδιαφορῶν ἂν δεσμεύηται ὁ βιομήχανος,
2387ἀρκεῖ μόνον οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενοι νὰ εὑρίσκωσιν αὐ-
2388τὸν σχεδιάζοντα τὰ μεγάλα ἔργα. Ὀφείλει ὅμως ἡ Ἀντιπολί-
2389τευσις νὰ συγχαρῇ καὶ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι
2390ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτῆς καὶ πεισθεῖσα ἠκολούθησε κατὰ
2391μέγα μέρος τὰς γνώμας της. Ἔθεσεν ὡς βάσιν ἡ Ἀντιπολίτευ-
2392σις τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς συστήματος τὰς οἰκονομίας, καὶ
2393τὰς οἰκονομίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἠσπάσθη. Ἀρκεῖ νὰ ἀνα-
2394γνώσητε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις, πρὸς
2395ἀπόδειξιν τούτου, ἐπεκαλέσθη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884
2396καὶ παρέβαλεν αὐτὸν πρὸς τὸν τοῦ 1887, καὶ ὡμολόγησε ποία
2397ἡ διαφορὰ μεταξὺ Τρικούπη τοῦ 1884 καὶ Τρικούπη τοῦ
23981885, 15 ἢ 12 ἑκατομμυρίων διαφορά. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ὀφεί-
2399λωμεν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠσπάσθη τὰς
2400ἀρχὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ εὐχαριστή-
2401σητε ἡμᾶς, διότι κατηναγκάσαμεν αὐτὴν εἰς τοῦτο. Εἴπομεν,
2402Κύριοι, τότε, ὅτι τὰς οἰκονομίας ὀφείλει ἰδίως νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ
2403Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ
2404Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀντέτασσε: «Λησμονεῖτε τὴν ἀποστολὴν
2405τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους; Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφεί-
2406λει νὰ ἦναι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἵνα ἀντιπαρατα-
2407χθῇ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν;» Ταῦτα δὲ λέγων ἐλη-
2408σμόνει τί ἄλλοτε ὑπεστήριξεν: ὅτι τὸ ζήτημα τὸ στρατιω-
2409τικὸν εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν· τοῦ τὸ ἀνέμνησεν ὅμως ἡ
2410Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἰδέαν,
2411ἀλλ’ ἀτελῶς, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόει, σὺν τῇ οἰκονο-
2412μίᾳ, νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς
2413χώρας· διότι, ἐνῷ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῶν μέ-
2414σων, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Κράτος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
2415οὔτε Πρωσσικὸν οὔτε Γαλλικὸν στρατὸν, ἀντὶ νὰ ἀπομιμῆ-
2416ται τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὤφειλε νὰ περιορίζηται εἰς τὸν κύ-
2417κλον τὸν ἰδικόν μας καὶ νὰ συμβιβάσῃ τὴν διοργάνωσιν
2418τῆς χώρας μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει, καὶ τὰ ἤθη καὶ
2419τὰς ἀνάγκας αὐτῆς.
2420Ἀλλὰ μὴ τάχα ἐσώθη τι ἐκ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ
2421Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὡς στρατὸν προβαίνοντα ἐν εὐρω-
2422στίᾳ καὶ πειθαρχίᾳ; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις στρατιωτι-
2423κὸς, ὅπως διαγνώσῃ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν
2424περιῆλθεν ὁ στρατός μας; ὅπως πεισθῇ, ὅτι ὁ στρατιώτης
2425ὁ γυμναζόμενος ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὁ στελλόμενος νὰ εἰσ-
2426πράξῃ φόρους, ὄχι μόνον δὲν γίνεται στρατιώτης, ἀλλὰ
2427καθίσταται ἀνήθικον ὄργανον τῆς κοινωνίας, διότι ὑποχρε-
2428οῦται σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ
2429τῶν ἐλαττωμάτων του; Καὶ ὅμως, ἐνῷ στρατὸν δὲν ἔχομεν,
2430ἔχομεν ὅμως στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος βαρύνει τὴν
2431Πολιτείαν δεινῶς· αἱ ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ διατάξεις
2432εἶναι δρακόντειοι, καταστρέφουσαι πολλὰς οἰκογενείας. Συνε-
2433βούλευσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου,
2434καὶ τὴν συμβουλὴν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διδομένην
2435εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις διέπραττε πρᾶξιν, δυ-
2436ναμένην νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις χρεωκοπίας, τὴν ἀσπάζεται,
2437τὴν ἐφαρμόζει, ἀλλ’ εἰς ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν
2438ἐσκόπει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ὡμίλησε περὶ ἀναστολῆς
2439καὶ οὐχὶ καταργήσεως. Ἐνῷ δὲ ταῦτα πράττει, διαδίδει
2440διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν αὑτοῦ ὀργάνων, ὅτι ἡ Ἀντιπολί-
2441τευσις συμβουλεύει τὴν χρεωκοπίαν, καὶ ἐξακολουθεῖ συκο-
2442φαντῶν ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγγέλλει ἀνερυθριάστως,
2443ὅτι ὑπὸ τὴν κυβέρνησίν του τὸ ἐμπόριον προάγεται, ἡ βιο-
2444μηχανία προκόπτει, ἡ γεωργία προοδεύει, ἡ δικαιοσύνη λει-
2445τουργεῖ ἀπροσκόπτως, ἡ ἀσφάλεια εἶναι πλήρης, ὁ δὲ λαὸς
2446εὐπορεῖ καὶ ταχέως θέλει δρέψει τὰ μέγιστα ἀγαθὰ τῆς
2447εὐπορίας του.
2448Ἀλλ’ οἱ φόροι, Κύριοι, κατὰ κανόνα ὑπερτιμῶσι τὴν ἐρ-
2449γασίαν, ἡ δὲ ὑπερτίμησις τῆς ἐργασίας βαρύνει τὴν παρα-
2450γωγήν, ἥτις ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς
2451γεωργίας· οἱ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι, ὡς ἐκ τῶν πολυ-
2452πλόκων διατυπώσεων, ὡς ἐκ τῶν τύπων, εἰς τοὺς ὁποίους
2453ὑποβάλλουσι τοὺς παραγωγούς, φέρουσι πρόσκομμα εἰς τὴν
2454ἐργασίαν, καὶ ἐμποδίζουσι τὴν πρόοδον. Ἀλλὰ τὸ ἐμπό-
2455ριον, ἡ βιομηχανία, ἡ γεωργία ἀπαιτοῦσιν ἀσφάλειαν, δι-
2456καιοσύνην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων. Πῶς δύνανται
2457νὰ προκόψωσι ταῦτα πάντα, ἐνῷ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις
2458οὐδέποτε ἐσκέφθη, οὐδὲ σκέπτεται περὶ τῆς ἐσωτερικῆς κα-
2459ταστάσεως τοῦ τόπου; Ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς
2460ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεψε καὶ ἓν καὶ μόνον ἐπεδίωξε: φορολο-
2461γίαν. Ὅλη ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ μίαν ὤθησιν ἔλαβε, πάν-
2462τες μετεβλήθησαν εἰς εἰσπράκτορας καὶ εἰς τελωνοφύλακας,
2463καὶ αὐτοὶ οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταί. Καὶ πῶς
2464θέλετε νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη; Ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα Κυ-
2465βέρνησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων μας; Δὲν
2466συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν καχεξίαν
2467μέσον, τὸ ὁποῖον ἤγαγε καὶ ὁσημέραι ἄγει εἰς τὴν παρα-
2468λυσίαν; Διὰ τοῦ νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων ἀφαιροῦν-
2469ται ἐκ τῆς δικαιοσύνης μέλη χρήσιμα διὰ τὴν ἀπονομὴν
2470αὐτῆς, καὶ συνάμα παρέχεται κυβερνητικὸν δέλεαρ, τὸ
2471ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ τὰ μέγιστα ἐπὶ τῆς συνειδή-
2472σεως τῶν δικαστῶν. Εἶναι θαυμάσιον τῷ ὄντι, ν’ ἀπαντᾷ τις
2473ἀδαμαντίνους χαρακτῆρας μεταξὺ τῶν δικαστῶν μας, ὅταν
2474ἀναλογισθῶμεν, ὅτι τοὺς θέλομεν ἐργαζομένους ἀπὸ πρωΐας
2475μέχρις ἑσπέρας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τοῖς ἀρνούμεθα τὰ μέσα
2476τῆς συντηρήσεως· ὁ μισθὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς,
2477ἐνῷ σήμερον, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς
2478φορολογίας καὶ ἐπαυξήσεως τῶν ἀναγκῶν, ἠλαττώθη κατὰ
247950%. Ἐφροντίσατε, Κύριοι, διὰ τὴν δικαιοσύνην; Εἴπετε,
2480τί μέχρι τοῦδε δι’ αὐτὴν ἐπράξατε; ποία εἶναι ἡ ἐργασία σας,
2481ἡ μελέτη σας; Ἐφροντίσατε περὶ παιδείας; Ἐφροντίσατε
2482μόνον τίνι τρόπῳ νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ τὸ
2483μικρὸν βοήθημα, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτούς,
2484καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι πρόκειται νὰ βοηθήσητε τοὺς
2485δήμους, ἀναλαμβάνοντες τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
2486δεύσεως, ἀφαιρεῖτε κατόπιν ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ ἥμισυ τῶν
2487εἰσοδημάτων, ὅπως τοιουτοτρόπως κατορθώσητε διὰ μόνης
2488τῆς δαπάνης τῶν δήμων νὰ συντηρήσητε αὐτήν. Ἐφρον-
2489τίσατε περὶ ἀσφαλείας; Κατηργήσατε τὴν χωροφυλακήν,
2490χάριν οἰκονομίας, —καὶ ἐὰν κακῶς ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς
2491χωροφυλακῆς, ὑπῆρχεν ὅμως ἀσφάλειά τις ἐν τῷ τόπῳ, —διότι
2492παρίστατο ἡ δημοσία δύναμις καταστέλλουσα τοὺς κακο-
2493ποιοὺς, ἀντικατεστήσατε δὲ αὐτὴν διὰ τῶν νεοσυλλέκτων,
2494τοὺς ὁποίους ἀποσπᾶτε, ἀγνοοῦντας τί ἐστὶν ὑπηρεσία καὶ
2495καθῆκον, διὰ νὰ πιέσωσι καὶ φορολογήσωσιν. Ἐφροντίσατε
2496ὅμως διὰ τὴν διοίκησιν, διότι λειτουργεῖ ἀκριβῶς κατὰ
2497τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ ὄργανα τῆς δι-
2498οικήσεως δὲν εἶναι πλέον ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
2499τῆς φατρίας, καὶ ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εἶναι
2500ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τοιαῦται εἶναι αἱ ὁδηγίαι,
2501αἱ διδόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἤκουσα ὑπάλλη-
2502λον ἀνώτατον, ἀναλαμβάνοντα τὴν διοίκησιν νομοῦ, νὰ
2503λέγῃ παῤῥησίᾳ, ὅτι ἐστάλη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ
2504πολεμήσῃ τὸν Α ἢ τὸν Β· ἡ ὅλη δὲ φροντίς του διὰ τὴν
2505διοίκησιν τοῦ τόπου περιορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν παντὸς
2506θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου μέσου, ὅπως κατορθώσῃ τὴν ἀποστο-
2507λήν, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔχει.
2508Ἀπέναντι, Κύριοι, τοιαύτης καταστάσεως, ἀπέναντι τοι-
2509ούτων ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας εἰσκομίζει τις εἰς τὴν αἴθου-
2510σαν ταύτην, ἀκούει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα: σᾶς
2511ἀναγγέλλω τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου· ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία
2512τοῦ ἰσοζυγίου εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἐπιτυχίας τῶν οἰκονομι-
2513κῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἐπιτυχία ἐξασφαλίζει
2514εἴς τινα χρόνον τὴν ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν, ὑπόσχεται ὅμως
2515ἀπὸ τοῦδε τὴν κατάργησιν τῶν διοδίων, τὴν κατάργησιν
2516τῶν διαπυλίων καὶ μοὶ παρέχει τὰ μέσα, τοὺς ἀπόρους δή-
2517μους νὰ καταστήσω εὐπόρους, εἰς δὲ τοὺς εὐπόρους νὰ πα-
2518ράσχω τοὺς πόρους πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων καὶ
2519οἰκοδόμησιν ἁπανταχοῦ δημοτικῶν σχολείων, νὰ ἀπο-
2520ξηράνω τὰ ἕλη καὶ τὰς λίμνας καὶ νὰ διευθετήσω τοὺς
2521ποταμούς. Δὲν πλανᾶται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἄλλην αἴθου-
2522σαν, εἰς ἣν διὰ τῆς μαγικῆς ῥάβδου μεταβάλλεται ὁ χαλ-
2523κὸς εἰς χρυσὸν, τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον καὶ ὁ πῖλος εἰς μαγει-
2524ρεῖον, τὸ ὁποῖον παρέχει παντὸς εἴδους φαγητά. Καὶ τίς
2525δὲν ἔμεινεν εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰ προσφερόμενα ὑπὸ τοῦ
2526Πρωθυπουργοῦ δῶρα; τίνος ἡ ὄρεξις δὲν ἔλαβε πλήρη ἱκα-
2527νοποίησιν; Καὶ ὅμως τοιαῦτα ἠκούσαμεν ἀπέναντι τοιαύ-
2528της καταστάσεως πραγμάτων!
2529«Κράτος, Κύριοι, ὅπερ ὑπολογίζει κακῶς ἢ διόλου, ὅπερ
2530πλανᾶται ὡς πρὸς τὴν πρόσοδόν του καὶ καταχρᾶται τῆς
2531πίστεως, ὁμοιάζει τὸ ἄτομον, ὅπερ δαπανᾷ διὰ τὴν πολυ-
2532τέλειάν του καὶ στερεῖται τοῦ ἄρτου». Ταῦτα λέγει διά-
2533σημος οἰκονομολόγος καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐφθάσαμεν.
2534Δανειζόμεθα καὶ δαπανῶμεν διὰ τὴν πολυτέλειάν μας, καὶ
2535στερούμεθα, θὰ στερηθῶμεν δὲ καὶ τοῦ ἄρτου, ἐὰν ἐξακο-
2536λουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις διοικοῦσα τὸν τόπον καὶ ἐφαρμό-
2537ζουσα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε.
2538«Τὸ χρῆμα εἶναι μοχλὸς πολιτισμοῦ καὶ προόδου, ἀπαλ-
2539λάσσει τὸν πολίτην ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς ἀνάγκης, τὸν
2540καθιστᾷ ἐλεύθερον εἰς τὴν σκέψιν, καὶ τοῦ παρέχει ἐλευ-
2541θερίαν πνεύματος». Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιώ-
2542κει τὴν ὠφέλειαν τοῦ χρήματος, καὶ αὕτη ἤρχισεν ἤδη ν’
2543ἀποφέρῃ τ’ ἀποτελέσματά της, ἀποτελέσματα ὑλικὰ καὶ
2544ἠθικά.
2545Συζητῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρω-
2546θυπουργὸν νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα εἰς τοὺς τροφίμους τοῦ Χρη-
2547ματιστηρίου, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγ-
2548κην νὰ ἐναγκαλισθῇ καὶ πάλιν τοὺς ἀνθρώπους τούτους.
2549Ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνεφανίσθησαν οὗτοι ἑνώ-
2550πιόν του ἀδυσώπητοι· εἶχον λαμβάνειν, καὶ τὰ δάνειά των
2551ἦσαν ληξιπρόθεσμα, ἀσφάλειαν δὲ εἶχον τὰ χρεώγραφα
2552τοῦ Κράτους. «Νὰ μᾶς πληρώσητε, κύριε Πρωθυπουργέ.—
2553Δὲν ἔχω.—Θὰ θέσωμεν εἰς πλειστηριασμὸν τὰ χρεώγραφα
2554τοῦ Κράτους.—Κακὸν διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ κακὸν καὶ διὰ
2555σᾶς· θὰ χρεωκοπήσητε τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ πάθητε καὶ
2556σεῖς. Τί ἐπιθυμεῖτε; Νὰ σᾶς βοηθήσω, καὶ νὰ μὲ βοη-
2557θήσητε.»
2558Ἔκτοτε ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους κατέστη πολιτικὴ τοῦ
2559Χρηματιστηρίου. Καὶ δὲν εἶναι τὸ Κράτος τὸ ἡμέτερον τὸ
2560πρῶτον ἐφαρμόζον τοιαύτην πολιτικήν· καὶ ἄλλα πρὸ ἡμῶν
2561εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς ὁμοίαν, τῆς
2562ὁποίας τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἐνε-
2563θάῤῥυναν οὐ μόνον τοὺς αὐτουργοὺς τῆς τοιαύτης ἐργασίας
2564καὶ τοὺς παρέστησαν ὡς σοφοὺς πολιτικούς, ἀλλὰ καὶ τὴν
2565κοινωνίαν· πλὴν τὸ τέλος ὑπῆρξε τοιοῦτον, εἰς οἷον κατὰ κα-
2566νόνα οἱ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις καταλήγουσι. Τὸ ὅμορον
2567Κράτος, τοῦ ὁποίου τῆς οἰκονομικῆς ἐργασίας τὰ ἴχνη δυστυ-
2568χῶς ἀκολουθοῦμεν, πόσον κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον εἶχε λαμ-
2569πρὰν τὴν ἄποψιν! ἀλλὰ καὶ ποῖον τὸ τέλος αὐτοῦ!
2570Σταματήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, σκεφθῆτε κύριοι Βου-
2571λευταί.
2572§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2573Ὥρᾳ 10 μ. μ.