| 1692 | ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν | 170,000,000 | δρ. | 12,082,500 | |
| 1693 | ἀπὸ τὸ πατρ. δάνειον τῶν | 30,000,000 | » | 2,381,922 | |
| 1694 | ἀπὸ δάνειον κερματ. γραμ. | 18,000,000 | » | 18,000,004 | |
| 1695 | ἀπὸ εἰσφορὰς | » | 952,412 | ||
| 1696 | ἤτοι ἐν ὅλῳ | δραχ. | 33,416,838 |
1888.11.15
2.508 στίχοι · 19.666 λέξεις · 1 πίνακας · 51 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15.
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1888
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18).
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ τὸ ἐπισυνημμένον ἔγγραφον τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Καὶ νομίζω, ὅτι αὔριον θὰ συζητηθῇ.
§4ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως, ἅμα διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 19).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπῶλαι Βόλου ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου, ὡς ζημιοῦντος αὐτούς. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Λαμπρόπουλος, δικαστικὸς κλητὴρ, ἐπὶ τετραετίαν προϋπηρετήσας εἰς τὸν στρατόν, ἀπώλεσε τὴν ὅρασιν καὶ ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα.
§8ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δύο κοινότητες, Μοσιᾶ καὶ Μεσινὸ, τοῦ δήμου Φενεοῦ, μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς παραπονοῦνται καὶ ἐκτραγωδοῦσι τὰς καταπιέσεις, ἃς ὑφίστανται ἐκ μέρους τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Φενεοῦ ἑταιρίας. Συγχρόνως παραπονοῦνται καὶ διὰ τὴν ματαιωθεῖσαν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίδος. Ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ, πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῆς, νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1881 συνήφθη σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διαφόρων προσώπων περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Στυμφαλίδος καὶ Φενεάτιδος, καὶ ὡρίσθη ἡ περίμετρος, τῆς μὲν Στυμφαλίδος εἰς 6,000 περίπου στρεμμάτων, καὶ προθεσμία πρὸς ἀποξήρανσιν τετραετὴς ἀνυπέρβλητος, τῆς δὲ Φενεάτιδος ὡρίσθη ἡ περίμετρος εἰς 45,000 περίπου στρεμμάτων, καὶ προθεσμία πρὸς ἀποξήρανσιν ὀκταετὴς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος. Τὸ δὲ Βασ. Διάταγμα ἐδημοσιεύθη τὴν 17 Ἰανουαρίου 1881, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Καὶ διὰ μὲν τὴν λίμνην Στυμφαλίδα ἐγένοντο ἐργασίαι τινὲς, ἀλλὰ δὲν ἀπεξηράνθη αὕτη, οὐδὲ τὰ ὕδατα ἐξῆλθον ἐκ τῆς λίμνης, εἶχε δὲ συμφωνηθῆ ῥητῶς, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις θὰ ἐθεωρεῖτο συντετελεσμένη μετὰ τὴν ἐκροὴν τῶν ὑδάτων ἀπὸ τῆς λίμνης, διὰ δὲ τὴν Φενεάτιδα οὐδὲν ἔπραξεν ἡ Ἑταιρία ἐμφαῖνον, οὐχὶ τὴν ἀποξήρανσιν, ἀλλὰ οὐδὲ τὴν πρόθεσιν πρὸς ἀποξήρανσιν. Εἶχεν ἀναλάβει ἡ Ἑταιρία αὕτη, ἥτις παρεχώρησεν ἔπειτα τὰ δικαιώματά της εἰς ἄλλην Ἑταιρίαν, τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ κατασκευάσῃ ἀπὸ τῆς Σικυῶνος μέχρι Φενεοῦ ἁμαξιτὴν ὁδὸν, λαμβάνουσα τὸ τρίτον τῆς ἀξίας αὐτῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ ἀγροκήπιον, ἵνα γίνεται ἡ καλλιέργεια κατὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γίνεται ἐν Εὐρώπῃ· εἶχεν ἀναλάβει καὶ ἄλλας πολλὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ οὐ μόνον οὐδεμίαν τούτων ἐξεπλήρωσεν, ἀλλ’ ἐπέβαλε καὶ ἐράνους εἰς τε τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Φενεοῦ καὶ εἰς τοὺς τῆς Στυμφαλίας, ἐνοικιάζουσα τὰς γαίας, ἃς ἀπεξήραινεν ἡ ἀτμόσφαιρα κατ’ ἔτος, διότι δὲν ἦτο τακτικὴ πλημμύρα, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἔκτακτος καὶ ἐκ τῆς ἀνυδρίας ἐξεχερσοῦντο πολλαὶ γαῖαι, καὶ εἰσπράττουσα διὰ τῆς βίας μισθώματα παρὰ τῶν κατοίκων. Ἀφοῦ λοιπὸν οὕτω παρῆλθεν ἡ προθεσμία ἡ τετραετὴς πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίδος, κατέστη αὐτοδικαίως ἔκπτωτος ἡ Ἑταιρία αὕτη, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Φενεάτιδος εἶναι ἔκπτωτος, διότι, ἀφοῦ ὡρίσθη προθεσμία ὀκταετὴς καὶ ὡρίσθησαν ἔργα, δυνάμενα ἐντὸς ὀκταετίας νὰ συντελεσθῶσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἑταιρία αὕτη ὡς δυναμένη νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀφοῦ δὲν ὑπολείπονται εἰμὴ δύο μῆνες; Θέλετε, Κύριοι, νὰ ἴδητε τὰ κακὰ, ἅτινα προὐξένησε καὶ προξενεῖ εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ Ἑταιρία; Σᾶς παρουσιάζω μίαν ἀγωγὴν, δι’ ἧς ἡ Ἑταιρία αὕτη καλεῖ διὰ τὰς προσόδους τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἐκ δραχμῶν χιλίων δύο χωρικούς, οἵτινες ἐκαλλιέργησαν δύο στρέμματα γῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἀνεξέταστα τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐργασίαν πρὸς ἀποξήρανσιν, καὶ ὁρισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἀποφασισθῇ, ἂν πρέπῃ τὰ ἔργα νὰ ἐξακολουθήσωσιν, ἢ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Ἑταιρία αὕτη.
§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου πολὺ εὐλόγως καὶ λίαν προσηκόντως ἔσπευσε νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ἐκβάσεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας ἐργασιῶν τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἐπιχείρισιν ταύτην Ἑταιρίας. Διότι, ἐνῷ ἐπισήμως οὐδὲν γινώσκομεν περὶ τούτου, οἱ κάτοικοι ὑψοῦσι σήμερον διὰ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τοῦ συναδέλφου ἀναφορῶν φωνὴν παραπόνου, ὡς ἀδικούμενοι ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀτυχὴς ἀποξήρανσις τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεάτιδος πολλῶν δεινῶν ἐγένετο αἰτία εἰς τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους τοῦ Φενεοῦ καὶ τῶν πέριξ. Διότι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν τούτων εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἐφρόνουν, ὅτι ἐπετελέσθη πᾶσα κυβερνητικὴ πρόνοια, ἥτις ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων κατὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, τοὺς ἀποκέντρους καὶ ὀρεινούς, τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις εὐλόγως ἀνέμενον ἀπὸ τοῦ 1881, ὅτε παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν, εὐλόγως λέγω ἀνέμενον, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἤθελεν ἐκπληρώσει τὰς ἀναληφθείσας διὰ τῆς συναφθείσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμβάσεως ὑποχρεώσεις αὑτῆς. Τὰ πεδία ἐκεῖνα τὰ Ἀρκαδικὰ ἑκάτερα ἤλπιζον, ὅτι ἤθελον ἀποξηρανθῆ, καὶ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἤθελε κατασκευασθῆ ἐντὸς τῆς ταχθείσης διὰ τῆς συμβάσεως προθεσμίας, ἡ μέλλουσα νὰ ἑνώσῃ τὰ ὀροπέδια ἐκεῖνα, τὰ σιτοφόρα καὶ πλούσια, μετὰ τῶν πεδινῶν τῆς Σικυῶνος καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῆς Κορίνθου πρὸς τὴν πρωτεύουσαν. Ἑπομένως ἤθελε δοθῆ πᾶσα δυνατὴ ὤθησις, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ καλλιεργήσιμος ἐπιφάνεια τῶν γαιῶν, καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία ἔμελλον νὰ βελτιωθῶσι ταχέως; διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐφεῦρεν ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη καὶ ἐφήρμοσεν εἰς προαγωγὴν αὐτῶν. Ἑπομένως, ὅτι ἕνεκα τούτου ὁ πλοῦτος τῶν μερῶν ἐκείνων ἤθελεν αὐξηθῆ καὶ ὅτι διὰ μιᾶς ἀρτηρίας συγκοινωνίας ἤθελον ἔλθει εἰς συνάφειαν μὲ τὸν λοιπὸν κόσμον τὰ σιτοφόρα ἐκεῖνα καὶ πρὸς κτηνοτροφίαν ἐπιτηδειότατα πεδία, ἅτινα ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ἀποτομότητος τῶν συγκλειομένων Κυλληνίων ὀρέων, εἰσὶν ἀποκεχωρισμένα ἀπὸ τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ λοιποῦ κόσμου. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ὅτε ἄρχονται οἱ βαρεῖς χειμῶνες, βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ δῆμος Φενεοῦ ἰδίως εἶναι παντελῶς ἀποκεκλεισμένος ἀπὸ τῶν λοιπῶν μερῶν τοῦ Κράτους, διότι ἀποτελεῖ ἓν ὀροπέδιον παραδόξου χωρογραφικῆς κατασκευῆς. Ἡ πλημμελεία δὲ τῆς φύσεως κατὰ τοῦτο συνετέλεσεν, ὥστε τὰ ὕδατα νὰ εὕρωσι διὰ τοῦ ἰδίου αὐτῶν βάρους ὑπόγειον διέξοδον πρὸς τὸν Ἀλφειόν. Εἶναι δὲ ἐκτάσεως ὑπὲρ τὰς 40 ἢ καὶ 50 χιλιάδων στρεμμάτων τὸ Φενεατικὸν ὀροπέδιον, γλαφυρόν, εὔφορον καὶ καλλίκαρπον ἤδη, ὅτε κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον κατακλύζεται ὑπὸ τοῦ ὕδατος, περιορίζεται δὲ πανταχόθεν ὑπὸ ὑψικρήμνων καὶ ἀδιεξόδων ὀρέων. Ὥστε, ὅταν ἀπέλθῃ ἡ χιών, συμπίπτει νὰ παύσῃ καὶ πᾶσα διοικητικὴ καὶ δικαστικὴ ἐπικοινωνία τῶν δήμων ἐκείνων, κοινὸν ἐχόντων Εἰρηνοδικεῖον, καὶ ὡς ἐκ τούτου γεννῶνται εὔλογα παράπονα καὶ ἡ δικαιοτάτη ἀξίωσις τοῦ χωρισμοῦ τοῦ εἰρηνοδικείου Φενεοῦ, εἰς ὃ ἀδύνατον νὰ προσέλθωσιν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος οἱ τῆς Στυμφαλίας κάτοικοι. Ὁ δῆμος Στυμφαλίας κάπως εἶναι πεδινότερος καὶ ὀλιγώτερον ἀποκεκλεισμένος, διότι δύναται νὰ ἐπικοινωνῇ πρὸς τοὺς ὁμόρους δήμους Νεμέας καὶ Πελλήνης, ἐκτεινομένους πρὸς τὰ κάτω. Καὶ λοιπὸν ἐπίστευον καὶ ἤλπιζον αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ 1881 ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν τούτων Ἑταιρία, ἐκπληροῦσα τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἤθελε συντελέσει εἰς προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν εἰς τὰ ἀποκεκλεισμένα ἐκεῖνα μέρη. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου, ὅτι ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταστροφῇ τῶν κοινωνιῶν ἐκείνων ἐπῆλθεν ἡ σύμβασις ἐκείνη, διότι οὐδὲν ἔργον συγκοινωνίας συνετελέσθη, ἀλλ’ οὐδ’ ἐγένετο μάλιστα ἔναρξις κἂν τῆς ἀποξηράνσεως, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου, εἰς τὴν ἑτέραν τῶν λιμνῶν, τὴν Φενεάτιδα. Πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο ἐξ ἐνεργείας τῆς φύσεως, ἐξ εὐεργετικῶν συνθηκῶν αὐτῆς. Τὰ σιτοφόρα ταῦτα πεδία εἰσὶν ἀποκεκλεισμένα ἐντελῶς, καὶ ὅταν συμβῇ νὰ ἔχωσιν εὐφορίαν σιτηρῶν, ὡς π.χ. κατὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος, καθίσταται ἡ μεταφορὰ τῶν καρπῶν τὴν σήμερον ἐντελῶς ἀδύνατος. Εἶναι θλιβερὸν, ὅτι ἀναγκάζονται νὰ πληρόνωσιν 8, 9 καὶ 10 λεπτὰ ἐνίοτε κατ’ ὀκᾶν, ὅπως μεταφέρωσιν ἀπὸ τοῦ Φενεοῦ ἰδίως τοὺς παραγομένους καρποὺς καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα αὐτῶν πρὸς τινα διέξοδον ἐν τῇ παραλίᾳ, ὥστε νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ἢ ἄλλην ἁμαξιτὴν ὁδόν. Φαντάσθητε πόσον οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι ζημιοῦνται, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἡ Ἑταιρία εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ τὴν ὁδὸν Φενεοῦ, Σικυῶνος καὶ Κορίνθου ἐντὸς τετραετίας, χορηγούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὸ τέταρτον τῆς δαπάνης, παρῆλθον, Κύριοι, ἀπὸ 1881 μέχρι τῆς σήμερον ὀκτὼ ὅλα ἔτη καὶ οὐδὲ ἓν χιλιόμετρον ὁδοῦ κατεσκευάσθη! Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ζημίας, ἥτις, ἀναμενομένης εὐλόγως τῆς τε ἀποξηράνσεως καὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας, ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης πλέον κυβερνητικῆς προνοίας περὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐπῆλθε καὶ ἄλλη θετικὴ ζημία τοῖς περιοίκοις, ὡς ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, θὰ λάβω τὴν ἀφορμὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ πόσης (δὲν θέλω νὰ εἴπω βαρυτέραν λέξιν) ἀπροσεξίας ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῶν λιμνῶν ἐκείνων. Μακραὶ καὶ ζωηραὶ ἐγένοντο μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως συζητήσεις κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν αἷς παρὰ πολλῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἀνεπτύχθησαν αἱ τῶν κατοίκων ζημίαι καὶ ἀδικίαι. Διότι οἱ κάτοικοι ἔκτοτε διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς πλημμελοῦς χαράξεως καὶ τοῦ ἀδίκου ὁρισμοῦ τῆς ζώνης, τῆς περιλαβούσης ὡς κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων γαίας οὐδέποτε κατακλυζομένας. Οἱ ἀποσταλέντες μηχανικοὶ περιέλαβον ἐν τῇ ζώνῃ καὶ γαίας πεφυτευμένας ἀπὸ δένδρα ὀπωροφόρα ἢ ἀμπέλους, καὶ γαίας, αἵτινες οὐδέποτε κατεκλύζοντο ὑπὸ ὑδάτων· ἐγένοντο λοιπὸν μακραὶ συζητήσεις, ἀλλὰ τότε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶχε στείλει μίαν ἐπιτροπήν, καὶ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης στηριχθεὶς ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν, ἐννόμως μὲν, ἀλλ’ ἐπὶ βλάβῃ βαρυτάτῃ τῶν κατοίκων. Οἱ μεταβάντες ἐπιτοπίως μηχανικοί, οἱ ἀποσταλέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον τῳόντι περιλάβει, κακῶς ὑπολογίσαντες καὶ ἀμελῶς ἐργασθέντες, γαίας μὴ κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων, οὕτω δὲ ἠδίκησαν τοὺς ἀτυχεῖς κατοίκους, παραχωρήσαντες εἰς τὴν Ἑταιρίαν εὐρείας ἐκτάσεις. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ 1881, τὴν 14 Ἰανουαρίου, εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ Διάταγμα, ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα. Ὅτε δ’ ἐπελήφθη ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως, οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τοῦ γενομένου ἀδικήματος. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νὰ προσθέσω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, προκειμένου νὰ κηρυχθῇ ἡ Ἑταιρία ἔκπτωτος, κατὰ τὴν σημερινὴν πρότασιν τοῦ συναδέλφου μου. Δέον νὰ ληφθῶσι ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, τὰ γενόμενα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς παραχωρήσεως. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ὁδοῦ ἡ Ἑταιρία εἶχεν ἀναλάβει νὰ κατασκευάσῃ εἰς τὴν ἑτέραν τῶν λιμνῶν καὶ ἓν ἀγροκήπιον, δι’ οὗ ἐπηγγέλλετο, ὅτι θὰ διδάξῃ τοὺς κατοίκους τὰς νεωτέρας μεθόδους τῆς καλλιεργείας καὶ θὰ εἰσαγάγῃ ἐργαλεῖα τελειότερα, δι’ ὧν ἡ παραγωγὴ νὰ καταστῇ μεγαλειτέρα· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲ λόγος περὶ τούτου ἐγένετο, οὐδὲ ὁδὸς κατεσκευάσθη, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρία περιωρίσθη νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως μόνον εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας, καὶ ἰδίως νὰ κατασκευάσῃ δύο εὐρυτάτας διώρυγας ἐν τῇ πεδιάδι καὶ ἀποφράξῃ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον, δι’ οὗ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ῥωμαίων μετωχετεύοντο τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίδος εἰς τὴν Κόρινθον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἐπεζήτησε λίαν ἐπιμελῶς τῆς Στυμφαλίδος τὴν ἀποξήρανσιν. Λυποῦμαι, ὅτι ἡ Ἑταιρία, ἀποτελουμένη ἐκ λίαν ἀξιοτίμων μελῶν, ὧν τὰς προσπαθείας ἐκτιμῶ καὶ ὁμολογῶ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καίτοι προσπαθήσασα παντὶ σθένει νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον καὶ νὰ ἐργασθῇ εὐσκοπώτερον καὶ ἐπιτυχέστερον, πλανηθεῖσα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐδαπάνησε μεγάλα κεφάλαια, πολὺ πλείονα τῶν ὑπολογισθέντων. Μανθάνω, ὅτι ἐδαπανήθησαν περὶ τὸ 1,500,000 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλιώτιδος λίμνης εἶχεν ὑπολογισθῆ ὑπὸ τῶν μηχανικῶν ὡς ἀνώτατος ὅρος τῆς δαπάνης ἀπ’ ἀρχῆς ἓν ἑκατομμύριον. Καὶ λοιπὸν, ἐνῷ τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο, τὸ ὑπολογισθὲν, ἐδαπάνησε καὶ πλείονα τούτου, ἐν τούτοις, οὐδὲν κατώρθωσεν ἀξιόλογον, οὐδὲ τὰ ὕδατα ἠδυνήθη νὰ χρησιμοποιήσῃ, ἀφ’ ὧν καὶ ἡ Ἑταιρία καὶ ἡ κοινωνία περιέμενε μεγάλως νὰ ὠφεληθῇ, διότι ἤθελεν εἰσπράττει πλεῖστα χρήματα ἐκ τῆς ἀρδεύσεως τῆς περὶ τὴν Κόρινθον εὐρυτάτης πεδιάδος. Μετοχετεύουσα τὰ ὕδατα καὶ ἀρδεύουσα τὸ εὐρὺ καὶ εὔφορον πεδίον τῆς Βόχας, καὶ εἰς τὰ πέριξ ἤθελε παράσχει μέγιστον κοινωνικὸν ὄφελος, καὶ τὸ Δημόσιον οὐχ ἧττον ἤθελεν ἀσυγκρίτως αὐξήσει τοὺς ἐκεῖθεν πόρους αὑτοῦ, διότι ἤθελεν αὐξήσει ἡ παραγωγὴ εἰς βαθμὸν καταπληκτικόν. Ἀτυχῶς οὐδὲν τούτων ἐγένετο. Μάλιστα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν λίμνην Φενεάτιδα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὐδὲν ἐγένετο, οὐδεμία ἀπολύτως ἐργασία. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλας τὰς ἀθετήσεις ταύτας τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἡ Ἑταιρία ἐξακολουθεῖ νὰ νέμηται τὰς γαίας, καὶ ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ, καὶ νὰ πιέζῃ τοὺς κατοίκους, ἀπαιτοῦσα δικαιώματα, ἅτινα δικαστικῶς καὶ νομίμως ὑποχρεοῦνται οἱ κάτοικοι νὰ πληρώνωσιν. Ἑνῶν λοιπὸν τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις μου μετὰ τῶν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψει, καὶ νὰ πληροφορήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν τίνα γνώμην ἐσχημάτισε περὶ τοῦ πρακτέου καὶ περὶ τῆς διεξόδου, τὴν ὁποίαν ἕνεκα τῆς περιπλοκῆς τῆς μὴ ἐπιτελέσεως τῶν ἔργων ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας ἔχει σκοπὸν νὰ χαράξῃ ἡ Κυβέρνησις.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἡ ὑποβολὴ πινάκων τινῶν, σχετιζομένων πρὸς τὰ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ὑποβάλλω τοὺς πίνακας τούτους. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τελῶν διοδίων καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν δι’ ἄλλων προσόδων. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσερχομένων ζῴων καὶ τῆς δηλώσεως τῶν ἰδιωτικῶν βοσκησίμων γαιῶν. Εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤθελον ὑποβάλει πρὸς αὐτὴν νομοσχέδιον, κυροῦν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περὶ κανονισμοῦ τῶν δανείων τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων διὰ τρόπου, ἐπιτρέποντος τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου. Τοιαύτη σύμβασις εἶχεν ὑπογραφῆ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξηκολούθησαν διαπραγματεύσεις, ὑφιστάμεναι πρότερον, περὶ δανείων, καὶ τῶν ὁποίων ὑπέδειξα τὴν ἔννοιαν κατὰ τὴν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμά τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαρχὴ γενικωτέρων ἀποτελεσμάτων. Εἶπον, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι ἡ βελτιωθεῖσα κατάστασις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους οὐ μόνον ἐπέτρεψεν, ἵνα τὰ δάνεια τῶν 26 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων διαῤῥυθμισθῶσι διὰ τρόπου καταργοῦντος τὸ χρεωλύσιον, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα τινὰ δάνεια, ἐφ’ ὧν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ ὠφελείας τὸ Δημόσιον διά τε τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, ἀλλὰ προσέτι καὶ διὰ μειώσεώς τινος τοῦ τόκου. Εἶπον δὲ ῥητῶς, ὅτι τοιαῦτα δάνεια ἦσαν δύο· τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων, τὸ ἐπὶ τόκῳ 7%, καὶ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ἐπὶ τόκῳ 6¾%. Ὑπέδειξα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ βελτιωθεῖσα κατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν δανείων τούτων ἀπὸ 7 εἰς 6% καὶ ἀπὸ 6¾ εἰς 6%, συνάμα μετὰ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου. Πλὴν τῶν δύο τούτων δανείων ὑπάρχει καὶ ἕτερον, φέρον τόκον ἀνώτερον τῶν 6%, ἀλλὰ τόσῳ μικρὸν, ὥστε ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ κάμω μνείαν τούτου. Εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἐκ 2½ ἑκατομμυρίων σήμερον· καὶ τοῦτο πλὴν τῶν 6% περιλαμβάνει ἀμοιβὴν, ἥτις ἐπαυξάνει τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου· ἑπομένως δύναται καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου εἰς 6% καὶ ἡ ὠφέλεια ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τῆς διαφορᾶς. Ταῦτα ἐπετεύχθησαν πάντα διὰ συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν. Ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀνεξαρτήτως τῆς πρὸς τροπὴν τῶν δανείων, πραγματοποιήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν, ὅπως διὰ τούτου γένηται ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων τῆς προσεχοῦς ἑξαμηνίας ἄνευ πληρωμῆς διαφορᾶς συναλλάγματος, ἀφοῦ τὸ πρὸς τὴν πληρωμὴν ταύτην κατατεθειμένον παρὰ ταῖς Τραπέζαις χρῆμα συνίσταται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· εἶχον δὲ εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ συστήματος τοιούτων μεταλλικῶν δανείων, διατιθεμένων πρὸς μετατροπὴν ἑτέρων δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπ’ ὠφελείᾳ εἴτε τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου ὑπεράνω τῶν 6%, εἴτε μόνης τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, ἢ καὶ ἄνευ ἀμέσου ὠφελείας, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἀνωτέρῳ τόκῳ χάριν μειώσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤθελεν ἐπιδιώκεσθαι ἡ πληρωμὴ τοῦ χρεωλυσίου. Ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ σχεδίου τούτου προέβημεν εἰς συμφωνίας περὶ προσωρινοῦ μεταλλικοῦ δανείου 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θέλει περιληφθῇ ἐν γενικωτέρῳ δανείῳ, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη διαπραγματευόμεθα. Τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον, συνομολογηθὲν ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ ἐπὶ τόκῳ 6%, παρουσιάζει τὸ μέσον, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἐπὶ δανείων τινῶν ἡ τροπὴ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ κατέχουσα τὰς ὁμολογίας πάσας τῶν δανείων τῶν 9 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 20, ὅτε πρὸς αὐτὴν ἀπετάθην, ἵνα ἀναγγείλω, ὅτι προετιθέμην νὰ προβῶ εἰς τὸ μέσον τῆς ἐξοφλήσεως, ἵνα ἀντικαταστήσω εἰς τὰ δάνεια τὰ παρ’ αὐτῇ δάνεια πρὸς 6%, ἀντὶ τόκου 7% ἢ 6¾%, ἡ Τράπεζα ἀπήντησεν, ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἐπὶ τοσοῦτον βελτιωθῆ, ὥστε ἦτο πρέπον οἱ πιστωταὶ αὐτῆς, οἱ ἔχοντες δικαίωμα εἰς τόκον ἀνώτερον τῶν 6%, νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν τόκον τοῦτον, ὅστις κατέστη ἤδη κανονικὸς διὰ τὰς πιστώσεις τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ προβῶμεν παρὰ τῇ Τραπέζῃ εἰς πρόσκλησιν πρὸς ἐξόφλησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὴν θὰ προετείνομεν, διότι ἦτο αὕτη πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπήν. Ἡ δὲ τροπὴ, ἣν ἀπεδέχθη ἡ Τράπεζα, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὑπεγράφη σύμβασις, ἔχει ὡς ἑξῆς: τὰ δύο δάνεια, τὸ τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ τῶν 9, μετατρέπονται ἀπὸ χρεωλυτικῶν εἰς πάγια, τουτέστι καταργεῖται τὸ χρεωλύσιον· καταργοῦνται προσέτι πᾶσαι αἱ παραχωρούμεναι ὑπὲρ τῶν δανείων τούτων ἐγγυήσεις, καὶ μένουσι τὰ δάνεια, στηριζόμενα ἐπὶ μόνης τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νὰ δύνηται νὰ δανείζηται τὸ Κράτος ἄνευ ὑλικῆς ἐγγυήσεως, ἐπὶ μόνῃ τῇ ἠθικῇ ἐγγυήσει τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑποχρεώσεως.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ τὰ μονοπώλια;
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τέλος ἡ τροπὴ περιλαμβάνει τὸν ὅρον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου ἀπὸ 7% καὶ ἀπὸ 6¾% εἰς 6%. Ἔχομεν λοιπὸν ἤδη διὰ τῆς συμφωνίας ταύτης δάνειον πάγιον, ὁποῖα τὰ πάγια δάνεια τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν ἐχόντων τὴν πίστιν ἐντελῶς στερεωμένην, καὶ ἐπὶ τῷ τόκῳ τῷ κανονικῷ σήμερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἤκουσα Βουλευτοῦ τινος εἰπόντος, ὅτι τὰ μονοπώλια ἀποδεικνύουσι τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Βεβαίως τὰ μονοπώλια ἀπεδείκνυον τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθη εἰς ἐγγύησιν ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη παραχωρήσεως διαχειρίσεως μονοπωλίων· δὲν ὑπῆρξε δὲ ἐν τῷ προκειμένῳ ἀνάγκη παραχωρήσεως οὐδὲ τῶν ἄλλων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας παρεχώρει ἡ Ἑλλὰς πάντοτε καὶ παραχωρεῖ ἔτι, ἵνα δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον, ἀλλ’ ἤρκεσεν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως πραγματοποιήσῃ δάνειον, καθ’ ὃν τρόπον πραγματοποιοῦσι δάνεια τὰ Κράτη, τὰ ἀπολαύοντα τῆς μᾶλλον στερεᾶς πίστεως. Ὑπὸ τοῦτον τὸν τύπον τοῦ παγίου δανείου, τοῦ ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ τοῦ ἐπὶ τόκῳ 6%, διαῤῥυθμίζονται τὰ δάνεια τῶν 20,000,000 καὶ τῶν 9,000,000, ἡ δὲ ἐκ τούτου ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου ἀνέρχεται εἰς 518,000 δραχμῶν ἐτησίως, δηλαδὴ ἕκαστος Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θὰ ἐπιβαρύνηται κατὰ 518,000 δραχμῶν ὀλιγώτερον ἢ μέχρι τοῦδε, ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, μόνον διότι τὸ Κράτος ἀπέκτησε πίστιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων τούτων εἰς δάνεια ἐπὶ βελτίοσιν ὅροις.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Πόσον ἀναλογεῖ εἰς τὸ χρεωλύσιον καὶ πόσον εἰς τὸν τόκον;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιμείνατε καὶ θὰ εἴπω περὶ πάντων. Ὅτε εἶπον 518,000 δραχμῶν, περιέλαβον ἐν τῷ ποσῷ καὶ τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι εἶναι τόσῳ μικρὸν, ὥστε παρέλιπον νὰ μνησθῶ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὁπωσδήποτε συντελεῖ εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις εἶναι, νομίζω, ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτοῦ 58,000 δραχμῶν. Αὗται εἶναι αἱ πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας· ἀλλ’ εἴχομεν προβῇ καὶ πρότερον εἰς ἑτέρας πράξεις, ὡς εἶπον. Ἔχομεν ὑπογράψει σύμβασιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ τῶν δανείων τῶν 26,000,000 καὶ τῶν 10,000,000, σύμβασιν, ἐξ ἧς τὸ Δημόσιον ἠρύετο ἑτέραν ὠφέλειαν 559,000 δραχμῶν ἐτησίαν, ἀλλὰ ταύτην οὐχὶ τοσοῦτον στερεὰν, ὅπως ἐκείνην, διότι μέρος τῆς ὠφελείας ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἑπομένως, ὅταν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καταργηθῇ, ἡ εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἀναγομένη ὠφέλεια θέλει ἐκλείψει, ἀνέρχεται δὲ εἰς 230,000 δραχμῶν. Ὁπωσδήποτε ὅμως τὸ ποσὸν τῶν 559,000 δραχμῶν, ἔστω καὶ μειωθησόμενον κατὰ 230,000 δραχμῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ παροῦσα ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, εἶναι βεβαία καὶ διαρκὴς ὠφέλεια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς συμβάσεως τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 καὶ τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, ἀποφέροντα τόκον 6%, δὲν ἠδύναντο νὰ τραπῶσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ τόκῳ, ἠδύναντο νὰ τραπῶσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀπολαυὴ, διότι τὰ δάνεια τρέπονται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς δάνεια πάγια. Ἤδη ὅμως, ὅτε συνωμολογήσαμεν τὴν νέαν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 καὶ τῶν 9,000,000, ἐδέησε νὰ μεταβάλωμεν κατά τι τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, ὄχι ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τοὺς τρόπους, διότι τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν, μὴ διατιθέμενον πλέον πρὸς τροπὴν τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, ἔμεινε διαθέσιμον, ἔπρεπε δὲ νὰ διατεθῇ, καθ’ ὃ ἀνεκοίνωσα σύστημα, διὰ τρόπου συμψηφίζοντος τὸν τόκον αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ δάνειον ἐκεῖνο διετέθη πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, ἐκτὸς μόνον ποσοῦ ὀκτακοσίων καί τινων χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου, ἀνηκουσῶν ἐν τῷ δανείῳ τῶν 10,000,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπερ μετεβιβάσθη εἰς τὸ δάνειον τῶν δραχμῶν 26,000,000. Ἐκλείπει οὕτω τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 καὶ ἀπαλλάσσονται τοῦ δεσμοῦ τῆς ἐγγυήσεως τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου καὶ ὅ,τι ἄλλο εἰς τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, ἦτο ὑπέγγυον· ἔμεινε δὲ τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, ὅπερ ἐγένετο πάγιον, καὶ ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐξοφλήσῃ πάντα κάτοχον ὁμολογίας, ὅστις δὲν ἤθελεν εὐχαριστηθῆ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀναλαβοῦσα ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐξοφλήσῃ τοὺς μὴ ἀποδεχομένους τὴν προτεινομένην ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τροπὴν, θέλει γενῆ αὕτη κάτοχος τῶν ὁμολογιῶν, τῶν εἰς χεῖρας τοιούτων κατόχων ἤδη εὑρισκομένων, θέλει δὲ αὐξήσει τὸ ποσὸν, τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντος τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, ποσοῦ ὀκτακοσίων καί τινων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπερ, ὡς εἶπον, μεταβιβάζεται εἰς τὸ δάνειον τῶν 26,000,000. Ἔχομεν ἄρα ἐκ τῶν δύο τούτων πράξεων, ἐκ τῶν πράξεων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 καὶ ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, εἰς ἃς ἐπιπροστίθεται καὶ πρᾶξις, ἀναγομένη εἰς τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, τουτέστιν ἡ ἐξόφλησις τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τούτου, ἐκ τῶν πράξεων ὅλων τούτων ἔχομεν ὠφέλειαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον, ἐτησίως ἐπαναλαμβανομένην, ἥτις ὅμως μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ 230,000 δραχμῶν. Πλὴν τῶν συμβάσεων τούτων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω διὰ τῶν οἰκείων νομοσχεδίων εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν σύμβασιν πρὸς τὰς Τραπέζας, αἵτινες εἶχον συνομολογήσει τὸ προσωρινὸν μεταλλικὸν δάνειον τῶν 10,000,000, τὸ ἐπὶ καταβολῇ 13,500,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐκπνέει κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, καὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνανεωθῇ, ἵνα μὴ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὰ 13,500,000, τὰ κατατεθειμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καί, ἐπανερχόμενα εἰς τὴν κυκλοφορίαν, μὴ φέρωσι πάλιν διατάραξιν εἰς τὰ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Τὸ σύνολον τῶν πράξεων τούτων εἶπον, ὅτι φέρει εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειαν ἀνωτέραν τοῦ 1,000,000 κατ’ ἔτος· ἡ ὠφέλεια δ’ αὕτη ἐπιπροστίθεται εἰς τὰς ὠφελείας ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσι τοῦ δημοσίου χρέους, τὰς ὁποίας διὰ προηγουμένων πράξεων ἐπετύχομεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῶν ὠφελειῶν τούτων πολὺς ἐγένετο λόγος, χθὲς δὲ μάλιστα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχεν ἐρωτήσει, ἐὰν ὑπεβλήθη περὶ αὐτῶν πίναξ, ἐθεώρησα, ὅτι, ὑποβάλλων ἤδη τὸν πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐκ τῶν τροπῶν καὶ ἀντικαταστάσεων δανείων, τῶν πραγματοποιηθεισῶν εἴτε πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, εἴτε πρὸ δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω συνάμα καὶ πίνακα τῶν ὠφελειῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν διαφόρων τροπῶν καὶ ἀντικαταστάσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888. Τὸ ἄθροισμα τῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν τροπῶν καὶ ἀντικαταστάσεων, τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888, ἀνέρχεται εἰς 6,180,000 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένου, ὡς παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ τοῦ 1,000,000, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐλάλησα.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσον ἐξ ἐλαττώσεως παγίας;
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ὁ πίναξ· τὰ 6,180,000 δραχμῶν, ἡ ὠφέλεια, λέγω, τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, περιλαμβάνουσα ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος, ἡ ὁποία ὠφέλεια θὰ ἐκλείψῃ, ὅταν ἐκλείψῃ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος—θέλει τότε ἡ ὠφέλεια περιορισθῆ εἰς δραχμὰς 5,579,000· ἐνόσῳ ὅμως ὑπάρχει ἡ σήμερον ὑφισταμένη ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὠφέλεια εἶναι 6,180,000 δραχμῶν— ἡ ὠφέλεια αὕτη ἀναλύεται ὡς ἑξῆς: ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 ὠφέλεια 278,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000 ὠφέλεια 1,692,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 ὠφέλεια 149,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 ὠφέλεια 482,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 ὠφέλεια 77,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 ὠφέλεια 118,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 ὠφέλεια 341,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 18,000,000 κερματικῶν γραμματίων ὠφέλεια 980,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ὠφέλεια 967,000, ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν ὠφέλεια 1,043,000, ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὠφέλεια 50,000, τὸ ὅλον, ὡς προεῖπον, 6,180,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 5,102,000 ἀνάγονται εἰς τὸ ἔτος 1887, 1,078,000 εἶναι αὐταὶ αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν ταῖς συμβάσεσιν, ἃς ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, 600,000 δὲ δραχμῶν εἶναι αἱ ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος, αἵτινες θὰ ἐκλείψωσιν, ὅταν ἐκλείψῃ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, περιορίζουσαι τότε τὴν ὠφέλειαν εἰς 5,579,000 δραχμῶν.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσην ὠφέλειαν ὑπελογίσατε τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 δραχμῶν;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλει τυπωθῆ ὁ πίναξ· 967,000 δραχμῶν.
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ κεφάλαια, παρακαλῶ, δύνασθε νὰ μᾶς δώσητε σημείωσιν, ποία μεταβολὴ ἐπέρχεται ὡς ἐκ τῆς τροπῆς;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑποβάλλεται τοιαύτη πληροφορία· ἐὰν τὴν ζητήσητε, θέλω ὑποβάλει πίνακα. Τὰ σήμερον ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια οὐδόλως μεταβάλλουσι τὸ κεφάλαιον· ὅλα τὰ διὰ των νομοσχεδίων, τῶν σήμερον ὑποβαλλομένων, τρεπόμενα ἢ ἐξοφλούμενα δάνεια, καὶ τὸ τῶν 26,000,000, καὶ τὸ τῶν 10,000,000, καὶ τὸ τῶν 6,000,000, καὶ τὸ τῶν 20,000,000, καὶ τὸ τῶν 9,000,000, τὰ μὲν τρεπόμενα μένουσιν εἰς τὸν αὐτὸν ὅρον ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον, περιορίζεται μόνον ὁ τόκος τινῶν ἐξ αὐτῶν, τὰ δὲ ἐξοφλούμενα ἀντικαθίστανται δι’ ἑτέρου δανείου πρὸς 6% ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἠρώτησε, πόσον ποσὸν ἐκ τοῦ 1,068,000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κέρδος τῶν τριῶν μετατροπῶν, πόσον ἀνήκει εἰς παῦσιν χρεωλυσίων, πόσον δὲ εἰς ἐλάττωσιν τόκων. Ἐὰν σᾶς ἦναι πρόχειρον, παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσητε.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 ἔχομεν ἐκ χρεωλυσίου 30,000 καὶ ἐκ τόκου 88,000· ἐπὶ τῶν 20,000,000 ἐκ χρεωλυσίου 200,000 καὶ ἐκ τόκου 141,000· τὰ ἄλλα δάνεια, περὶ ὧν τὰ ἤδη ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, δὲν φέρουσι κέρδος ἐκ διαφορᾶς τόκου, ἀλλὰ μόνον ἐκ καταργήσεως χρεωλυσίου. Αἱ τροπαὶ ὅμως καὶ ἀντικαταστάσεις δανείων, αἱ κατὰ τὸ 1887 πραγματοποιηθεῖσαι, ἀφῆκαν πολλὴν ὠφέλειαν ἐκ μειώσεως τόκου, ἀφοῦ τῶν δανείων ἐκείνων ὁ τόκος ἀνήρχετο καὶ εἰς 7 καὶ εἰς 8 καὶ εἰς 9 τοῖς ἑκατόν.
§24ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν τροπὴν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000· ὑπὸ ποίους ὅρους; παρακαλῶ, εἰς χρυσὸν ἢ εἰς γραμμάτια;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 θέλει ἐξοφληθῆ ἐν Ἀθήναις· οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὅπως ἡ ἐξόφλησις γένηται ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὅπως πληρόνηται ὁ τόκος ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ἐγγραφομένους ἐκτὸς αὐτῆς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐξοφλήσεως, οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ὅπως γένηται ἡ ἐξόφλησις ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξοφλήσεως, καίτοι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ συμβάσει τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ἦτο οὐχ ἧττον ῥητῶς ἀναγεγραμμένον ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, οὐδ’ ὡς πρὸς τὸν τόπον, ἐν ᾧ θὰ γένηται ἡ ἐξόφλησις· ἐννοεῖται ἑπομένως, ὅτι ἡ ἐξόφλησις θὰ γένηται ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐν τῷ νομίσματι τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20–30).
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος, Κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1852, ὅτε βεβαίως ἡ διαχείρισις τοῦ δημοσίου πλούτου ἦτο μᾶλλον περιωρισμένη παρὰ σήμερον, ἐνόμισεν, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ταύτης ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ δι’ ἑτέρου τρόπου, μὴ ἀρκούμενος μόνον εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν Ἀπολογισμῶν καὶ τῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι προσάγονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διὰ ῥητῆς δὲ διατάξεως προέβλεψεν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ἐπιτροπή, διοριζομένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ συγκειμένη ἐκ δύο Γερουσιαστῶν, δύο Βουλευτῶν καὶ ἑνὸς μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θέλει μεταβαίνει εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, θέλει ἐξετάζει τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ καθολικὸν, θέλει βεβαιοῖ τὰς ἐγγραφάς, ἐὰν ἦναι τακτικαί, συμφώνως μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ πρωτόκολλον, συντασσόμενον περὶ ὅλων τούτων, θέλει ὑποβάλλεσθαι διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα. Ἦτο τοῦτο μία ἐγγύησις, ἡ ὁποία προσέθετεν εἰς τὰς διαφόρους καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι προσάγονται σήμερον, τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐβεβαίου τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προσάγονται ἐνώπιον της. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1862 ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη εἰς ἀργίαν, καὶ ἐτέθη εἰς ἀργίαν, διότι κατηργήθη ἡ Γερουσία καὶ ἑπομένως ἦτο ἀνεκτέλεστος ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἔτος 1875 ὑπέβαλον πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρ. 113 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Βουλή, ἔχουσα ἄλλα ἀντικείμενα, πολὺ σπουδαιότερα, νὰ συζητήσῃ, δὲν συνεζήτησε κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην τὴν πρότασίν μου, καὶ ἐγὼ ἔκτοτε δὲν τὴν ἐπανέλαβον. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε παρατηρῶ, ὅτι σπουδαία συζήτησις γίνεται καὶ ἀμφισβήτησις περὶ ἀκριβείας τῶν ὑποβαλλομένων οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, ἡ δὲ Βουλὴ πρέπει νὰ ἦναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς ἀληθείας, ἐξετάζουσα καὶ οὕτως εἰπεῖν θέτουσα τὸν δάκτυλόν της ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ βεβαιουμένη περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προσάγονται ἐνώπιόν της, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀμελήσῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὥρισε, μεταβάλλουσα τὸ ἄρθρον 113 σχετικῶς μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 113 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιτροπὴ ἐκ τριῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ δύο τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ καθολικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων συμφωνοῦσι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου. Τῆς ἐργασίας ταύτης συντάσσεται τακτικὸν πρωτόκολλον καὶ διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν». Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει καὶ ἓν ἄλλο καλὸν, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, γνωρίζον, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους θέλει μεταβῆ ἐπιτροπὴ νὰ παραβάλῃ τὰς ἐγγραφὰς καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, θὰ ἔχῃ τελειώσῃ τὰς ἐγγραφὰς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ἐνῷ σήμερον, ἀγνοῶ, ἐὰν γίνωνται αἱ ἐγγραφαὶ τακτικῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ πρότασίς μου, νὰ τυπωθῇ καὶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ διαχειριζομένου τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας καὶ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εἶχον περιέλθει αἱ φυλακαὶ Κεφαλληνίας. Ὁ μακαρίτης Λομβάρδος ἀνωμολόγησεν, ὅτι, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοποιΐας τοῦ Κράτους, αἱ ὁδοὶ εἶχον παραμεληθῆ, ἀλλ’ ὅτι εἰργάζετο δραστηρίως, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ταχύτερον ἀρωγὸς εἰς τὰ παράπονα, τὰ πανταχόθεν πρὸς αὐτὸν ὑποβαλλόμενα. Κατόπιν τῶν διαβεβαιώσεων τούτων ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἀπῆλθον, πεποιθὼς, ὅτι σπουδαίως θὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ὁδοποιΐαν Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης, ἀλλὰ δυστυχῶς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, τὸ μεσολαβῆσαν μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας Συνόδου, οὐδὲν ἐγένετο· αἱ ὁδοὶ εἶχον περιέλθει εἰς πολὺ κακὴν κατάστασιν, καὶ πλεῖστα ὅσα παράπονα ἐγένοντο εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ἔχοντας τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωσι τὸν νομὸν Κεφαλληνίας. Ἐλθὼν ὅθεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον, ὑπεχρεώθην ἐκ δευτέρου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπιδείκνυται ὡς ἀσχολουμένη καὶ πονοῦσα, καὶ νὰ ζητήσω μάλιστα νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν τῆς τε Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης, καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Παρῆλθον πολλαὶ συνεδριάσεις καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν ἤρχοντο, ἐπὶ τέλους ὑπεβλήθησαν τινὰ ἐξ αὐτῶν καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι αἱ ἐκθέσεις, καὶ ἰδίως αἱ ἐπὶ τῶν φυλακῶν Ἰθάκης, αἵτινες, ὡς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ἀβελτηρίας, ἐγκατελείφθησαν ὡς ἄχρηστοι, παριστάνουσι τὰ πράγματα μὲ τὰ πλέον ζωηρὰ χρώματα, ὄχι ἐπὶ τὸ εὐχάριστον, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ δυσάρεστον καὶ ἀπελπιστικόν· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὡς πρόφασιν τῆς ἀπραξίας ὁ τότε Ὑπουργὸς εἶχεν ἀναφέρει, ὅτι ἐνασχοληθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑπεχρεώθη νὰ ἐπανέλθῃ ἐπανειλημμένως, καὶ νὰ προκαλέσῃ, ὡς πρὸς τὴν σημειουμένην δαπάνην, τὴν προσοχὴν τῶν διευθυνόντων τὸ μηχανικὸν τμῆμα ἐν Κεφαλληνίᾳ, καθότι οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ αἱ ἐκθέσεις, αἱ κατὰ καιροὺς σταλεῖσαι ἀπὸ τὸ τμῆμα, δὲν συνεφώνουν, καὶ αἱ μὲν προηγούμεναι ἔφερον μικροτέραν δαπάνην, αἱ δὲ μεταγενέστεραι μεγαλειτέραν, καὶ ἐπειδὴ ὡμίλουν πρὸς Ὑπουργὸν γνωρίζοντα τὴν ὁδοποιΐαν Κεφαλληνίας καὶ ἑπομένως δυνάμενον κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ μ’ ἐννοήσῃ, καὶ διότι προκειμένου περὶ ὁδοποιΐας εἰς ὀρεινὰ μέρη, περὶ ὁδοποιΐας, ἡ ὁποία κατωρθώθη διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐργασίας, καὶ ἥτις ἄνευ αὐτῆς δὲν ἤθελε κατορθωθῆ, τῷ παρετήρησα, ὅτι, καὶ κατὰ κανόνα, ἐφ’ ὅσον παραμελεῖται, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ καταστρέφεται, καταστρεφομένης δὲ ταύτης, καταστρέφεται καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἴσως ἀδύνατον νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέχει τὸ Κράτος. Ὡς ἐκ τούτου θερμῶς τὸν παρεκάλεσα νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὸν χάρτινον αὐτοῦ ζῆλον, καὶ νὰ ληφθῇ τὸ ταχύτερον πρόνοια, διότι ἄνευ γενναίας ἐπισκευῆς βεβαίως θὰ ἀπολέσωμεν τὴν συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν χαίρομεν σήμερον διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν, διὰ τὰς ὁποίας χαίρει καὶ πᾶς ἐρχόμενος εἰς τὰς νήσους. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο, ὅτι ἀπεφασίσθη τὰ πάντα νὰ κανονισθῶσι διὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ εἰδικῆς ἀποστολῆς τοῦ κ. Σάουρωτ εἰς Κεφαλληνίαν, τὸν ὁποῖον μάλιστα ἐθεώρει καὶ ἀναχωρήσαντα. Ἀπήλθομεν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου εἰς τὰς ἰδιαιτέρας πατρίδας μας, ἠρώτησα, ἐὰν ὁ κ. Σάουρωτ μετέβη, κατὰ τὴν πάνδημον διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ὁ κ. Σάουρωτ μόλις κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ὅτε δηλαδὴ ἐπλησίαζεν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ἐστάλη εἰς Κεφαλληνίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ προστεθῇ ἓν ἔτι δεῖγμα τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, περιῆλθε τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του, πλὴν μέχρι τοῦδε τὰ πράγματα ἐξακολουθοῦσι νὰ βαίνωσιν ὡς καὶ προηγουμένως, αἱ δὲ ὁδοὶ καταστρέφονται, ἐφ’ ὅσον παρέρχονται αἱ ἡμέραι, διότι ἐπῆλθον οἱ ὑετοὶ τοῦ φθινοπώρου, ἀκολουθοῦσιν αἱ βροχαὶ τοῦ χειμῶνος, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι τὸ κακὸν αὐξάνει, ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη πολλαπλασιάζεται, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἀπολέσωμεν τὴν συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν ἀπολαύομεν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ σιδηροδρόμου καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα χωρία τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Πελοποννήσου. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ ἀκούοντος τὴν Κυβέρνησιν πραγματευομένην περὶ σιδηροδρόμων καὶ δανείων, ἐγκαταλείπουσαν ὅμως εἰς βεβαίαν καταστροφὴν καὶ φιλοδωροῦσαν τὴν ἀπώλειαν συγκοινωνίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ διατηρηθῇ δι’ ὀλίγης σχετικῶς δαπάνης, ὡς διετηρήθη καὶ ἐβελτιώθη μάλιστα ὑφ’ ἁπασῶν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, χωρὶς νὰ προστρέξωσιν εἰς δάνεια καὶ ἐκτάκτους δαπάνας. Εἶχον παρατηρήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ κατηργήθη τὸ σύστημα τῶν ὁδοεργατῶν, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν εἶχεν εὐδοκιμήσει, ἐνῷ ἴσως εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους εἶχεν ἀποτύχει, ποῖον ἄλλο σύστημα ἀντικατέστησεν ἢ διενοεῖτο νὰ ἐφαρμόσῃ πρὸς διατήρησιν τῆς ὁδοποιΐας; αὕτη δὲ ἐβεβαίου, ὅτι βεβαίως σκέπτεται περὶ τούτου· ἀλλὰ παρῆλθε τὸ πρῶτον ἔτος, παρῆλθε τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον, καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ σκέπτηται, μέχρις οὗ πλησιάσωσιν αἱ ἐκλογαὶ, διότι μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ προϋπάρχοντος συστήματος, ἐὰν ἡ ὁλοὲν συντελουμένη φθορὰ τῶν ὁδῶν δὲν ἐθεωρήθη ἀρκοῦσα αἰτία πρὸς ἀπόφασιν, κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καθ’ ἃς διασταυροῦνται οἱ μηχανικοὶ καὶ χαράσσουσιν ὁδοὺς, καὶ ἀναπτύσσουσι σχέδια περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως ποταμῶν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει τεθῆ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸ περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ καθαρίσεως τοὐλάχιστον τῶν αὐλάκων, δι’ ὧν διοχετεύονται τὰ ὄμβρια ὕδατα, καὶ τοῦτο χάριν οἰκονομίας καὶ προλήψεως μεγαλειτέρας βλάβης. Διότι εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δρόμους, ἅμα τὸ καταπίπτον ὕδωρ δὲν διοχετεύεται διὰ τῶν αὐλάκων, ἀλλὰ ῥέει διὰ τῆς ὁδοῦ, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ ἐπίστρωσις αὐτῆς ἀφαιρεῖται, καὶ μεταβάλλεται εἰς χάνδακας ἡ ὁδὸς, τὸ δὲ ὑλικὸν μεταφέρεται ἐντὸς τῶν παρακειμένων κτημάτων, πρὸς βλάβην αὐτῶν· πλὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ κατατρίβηται εἰς τοιούτου εἴδους δημόσια ἔργα, καὶ τοὺς μηχανικοὺς αὐτῆς καὶ ὑπαλλήλους της ἀπασχολεῖ εἰς τὰ σπουδαῖα καὶ μεγάλα. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς φυλακὰς Κεφαλληνίας οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη, καὶ εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε λείπουσι καὶ αὐτὰ τὰ κλεῖθρα, πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ, ὑπεχρεώθησαν οἱ εὐθυνόμενοι νὰ καταβάλωσιν ἐξ ἰδίων, διὰ νὰ ἐπισκευάσωσι τὰ ἐξωτερικὰ κλεῖθρα καὶ προλάβωσι τὰς ἀποδράσεις. Ταῦτα πάντα ἴσως δὲν γνωρίζει ὁ νῦν κατέχων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπεχρεώθην νὰ τὰ ἀνακοινώσω καὶ πρὸς αὐτὸν, εὐτυχῶς δὲ διέμεινεν ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπὶ πολὺν καιρὸν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις μου καὶ ὡς πρὸς ὅ,τι εἶχεν ἀντιληφθῆ ὀφείλωσι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὸν καθηκόντων. Ἐν τούτοις παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σάουρωτ, ἔκθεσιν ὅμως, ἥτις δὲν θέλει καταδείξει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν, διότι ἡ ἐπιθεώρησις ἐγένετο εἰς ἐποχὴν θέρους, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ ὁδοὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν καὶ τὸν χειμῶνα, διότι οἱ λάκκοι, οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται, καὶ ὁ βόρβορος, ὅστις τοὺς καλύπτει τὸν χειμῶνα, τὸ θέρος ἀποξηραίνεται, καὶ γίνεται βατὴ ἡ ὁδὸς, ἡ μὴ τοιαύτη κατὰ τὸν χειμῶνα. Οὐχ ἧττον δὲν ἀμφιβάλλω, διότι ἔχω μεγίστην ὑπόληψιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Σάουρωτ, ὅτι ὅσα ἐξέθεσεν εἶναι ἡ ἀκριβὴς αὐτοῦ ἀντίληψις, ἀλλὰ ἔκτοτε ἐπῆλθε καὶ ὁ χειμών. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, καθὼς καὶ αἱ ἐκθέσεις αἱ κατὰ καιροὺς γενόμεναι ἀπὸ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ νομοῦ ἐκείνου. Ὡσαύτως δὲ καὶ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας, καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ πόσον ἐμερίμνησεν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς διὰ τοιούτων ἐκθέσεων βεβαιουμένας.
§28ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Τὸ μᾶλλον παρημελημένον μέρος τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας εἶναι ἡ ἐπαρχία Πάλλης. Ἑπομένως συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ εἰδικῶς τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ἀνέκαθεν, καὶ ἐπὶ τῆς Ἀγγλοκρατίας καὶ κατόπιν, τὸ μᾶλλον παραμεληθὲν μέρος τῆς Κεφαλληνίας ὑπῆρξεν ἡ ἐπαρχία Πάλλης, ἡ ὁποία εἰσφέρει φόρους, οὐχὶ ὀλιγωτέρους τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Κεφαλληνίας.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ θέλουσι βεβαίως κατατεθῆ, καὶ θέλω φροντίσει νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ κατάθεσις, ἐνταὐτῷ δὲ θέλω φροντίσει νὰ ἐξετάσω, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ τὸ τμῆμα τῆς ὁδοποιΐας τῶν δημοσίων ἔργων πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν τυχὸν βεβλαμμένων ὁδῶν. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ἀδείας πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ὑποθήκης δευτέρας μὲν ὡς πρὸς τὸ τμῆμα Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πατρῶν, πρώτης δὲ ὡς πρὸς τὸ τμῆμα Πατρῶν–Πύργου. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, ἐν ἔτει 1887 ἔδωκεν εἰς τὴν ἑταιρίαν Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου 1,800,000 δραχμῶν, χορηγηθέντος ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ ὅροις, τοὺς ὁποίους ἐνθυμεῖσθε. Ἐπετράπη δὲ, ἐπὶ τῷ δανείῳ τούτῳ, νὰ ἐγγραφῇ ὑποθήκη δευτέρα ἐπὶ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Κορίνθου–Πατρῶν, καὶ Κορίνθου–Μύλων διὰ Ναυπλίου. Κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1887 ἐπετράπη εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν, νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλην ἑταιρίαν τὸ τμῆμα τὸ ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Πύργου ἐπὶ ὅρῳ ἐξαγορᾶς. Σήμερον ἡ ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ παραχωρηθὲν τότε εἰς ἄλλην ἑταιρίαν τμῆμα, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 1887, τοῦ 1,800,000 δραχμῶν, διαγράφουσα καὶ τὴν ὑποθήκην, τὴν ἐγγεγραμμένην πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων, ἀπαλλασσομένης δὲ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς δι’ αὐτὸ ἐγγυήσεως, συνομολογήσῃ ἐπὶ τούτοις δάνειον μετ’ Ἀγγλικῆς ἑταιρίας ἐπὶ κρείττοσιν ὅροις. Ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησεν ἤδη ἡ ἑταιρία, ἀναμένουσα τὴν κυβερνητικὴν ἔγκρισιν, ἔχει ἐνταὐτῷ καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι παρέχει εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, ὄχι μόνον νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον ἐκεῖνο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ τμῆμα Πατρῶν–Πύργου καὶ ἀποπερατώσῃ αὐτό. Κατ’ αὐτήν, ἀφοῦ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία ἐκ τοῦ δανείου τούτου τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, θέλει περισσεύσει εἰς αὐτὴν τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ πωληθέντος τμήματος, ἐξ οὗ θέλει προστεθῆ βάρος ἐτήσιον 234,000 δραχμῶν, ἤτοι 2,340 κατὰ χιλιόμετρον, ποσὸν, ὅπερ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ἡ ἐπιχείρησις, θέλουσιν εὐκόλως καλύψει, ὑπολειπομένης πιθανῶς καὶ ὠφελείας τινὸς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 32).
§30ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μετὰ τὰ ἐκτεθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν τῆς πατρίδος του, ἡ σιωπή μου ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου θὰ παρεξηγεῖτο, ἐὰν δὲν ἔφερον εἰς γνῶσιν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοποιΐας τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς χειροτέραν τῆς περιγραφείσης παρὰ τοῦ προλαλήσαντος. Ἡ Λευκὰς ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν εὑρίσκεται εἰς χείρονα θέσιν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ γίνηται ἡ συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ τὰ τεμάχια ἐκεῖνα τῶν ὁδῶν, ἅτινα εἶχον κατασκευασθῆ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας, ἐλλείψει ἐπισκευῆς, τὰ πλεῖστα ἐξ ὁλοκλήρου ἐξηφανίσθησαν. Εἶναι λυπηρὸν νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἕνωσιν τὰ κατασκευασθέντα δύο ἢ τρία χιλιόμετρα καὶ ταῦτα μετ’ οὐ πολὺ τὴν αὐτὴν θέλουσι λάβῃ τύχην, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔλαβε μέχρι τῆς σήμερον πρόνοιαν περὶ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν. Ὁ λιμὴν τῆς Βασιλικῆς, ὅστις εἶναι ὁ δεύτερος μετ’ ἐκεῖνον τῆς πόλεως, καὶ ὅστις δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλέων τῶν 100,000 δραχμῶν ἐτησίως, εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄκρον πεδιάδος, διασχιζομένης ὑπὸ δύο ἐπικινδύνων χειμάῤῥων, διὰ τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦνται νὰ διέρχωνται οἱ κάτοικοι, οἱ εἰς τὸν λιμένα τοῦτον μεταφέροντες τὰ πρὸς πώλησιν προϊόντα των. Δυστυχήματα λαβόντα χώραν ἐφείλκυσαν ἄλλοτε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τούτων διέταξε τὴν κατασκευὴν δύο γεφυρῶν ἐπὶ τῶν μνησθέντων χειμάῤῥων, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐθεραπεύθη, διότι δὲν κατεσκευάσθη καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ὀλιγοδάπανος ἀναγκαία ὁδὸς, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι ἐξηκολούθουν νὰ διέρχωνται τοὺς χειμάῤῥους, ῥιπτόμενοι ἐντὸς αὐτῶν μὲ κίνδυνον τῆς ὑγείας καὶ τῆς ζωῆς των. Ἡ Λευκὰς ὄχι μόνον δὲν ἔχει ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ, δύναμαι νὰ εἴπω, οὔτε βατὰς, ὡς ἐκ τούτου δύσκολος εἶναι ἡ μεταξὺ τῶν κατοικουμένων μερῶν συγκοινωνία, καὶ ἐπειδὴ ἐκ τοῦ λιμένος τῆς Βασιλικῆς ἐξάγονται ἐκτὸς τῶν ἄλλων προϊόντων σχεδὸν ὅλος ὁ ἐν τῇ νήσῳ παραγόμενος σταφιδόκαρπος, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διευκολύνῃ τοὺς αὐτόθι ἐμπορευομένους καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, συνέστησε σταθμὸν τηλεγραφικὸν, ὅστις μεγάλας παρεῖχεν ὑπηρεσίας. Δυστυχῶς πρὸ μηνῶν μετετέθη ἐκεῖθεν ὁ ὑπάλληλος τοῦ τηλεγραφείου καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ οἱ ἔμποροι καθὼς καὶ οἱ παραγωγοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, νὰ μὴ δύνανται νὰ γνωρίζωσι τί γίνεται εἰς τὰς ἄλλας ἐμπορικὰς ἀγορὰς, ὅπως κανονίσωσι τὰς ὑποθέσεις των, καὶ σχεδὸν ἅπας ὁ παραχθεὶς ἐφετεινὸς σταφιδόκαρπος μένει εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν παραγωγῶν, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἄλλοτε παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας καὶ διὰ μεγάλων δαπανῶν κατασκευασθεισῶν ὁδῶν, καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Βασιλικῆς, καθὼς καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἐπὶ τῶν δύο ἐν Βασιλικῇ γεφυρῶν, ἥτις καὶ εὔκολος καὶ ὀλιγοδάπανος εἶναι.
§31Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ σύμπτωσιν ἔρχομαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμὰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ θέματος ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες. Διενεμήθη σήμερον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τεῦχος, ἐπιγραφόμενον «Ἀπολογισμὸς ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας τοῦ ἔτους 1886». Ἐκ τινων ἀριθμῶν τοῦ Ἀπολογισμοῦ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν ν’ ἀνέλθω ἐνταῦθα καὶ εἴπω τινὰ περὶ τῆς ὁδοποιΐας τοῦ νομοῦ Λακωνίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ μακρᾷ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει του, δι’ ἧς συνώδευσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1889, εἶπε πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καὶ εἰσὶν ἔτι ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Μεταξὺ ἄλλων ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν θεωρίαν, ὅτι: «Αἱ ἀνάγκαι τῆς συγκοινωνίας δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὑπὸ τοῦ παραγωγοῦ μόνου· δὲν δύναται οὗτος ν’ ἀποκτήσῃ συγκοινωνίαν, ἂν δὲν ὑποβληθῇ εἰς στενοχωρίαν, ὅπως παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα αὕτη προνοήσῃ περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, περὶ ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως γαιῶν, περὶ διευθετήσεως κοίτης ποταμῶν. Ὅταν πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἡ Πολιτεία στενοχωρῇ τὸν παραγωγὸν, δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρῇ ἀπέναντι τῶν ἐπικαλουμένων τὸν κάματον τῆς παραγωγῆς, ἵνα παύσῃ ἐνεργοῦσα ὑπὲρ αὐτῆς». Κατὰ πόσον ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ δύναται νὰ παρεντεθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐ τῆς παρούσης στιγμῆς δι’ ἐμέ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὸν κάματον τῆς παραγωγῆς, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ πόῤῥω ἀπέχοντα τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν νομίζει ὑφισταμένην, νὰ στενοχωρήσῃ δηλαδὴ ἀκόμη τὸν παραγωγὸν, διὰ νὰ ἀποσπάσῃ χρήματα ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα δαπανήσῃ εἰς τὴν συγκοινωνίαν κτλ. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ μακρῶν ἀντέκρουσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀνασκευάζων τὰς θεωρίας καὶ τὰς γνώμας ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ, ἕνεκα τοῦ πομπώδους τῆς φράσεως, δίδει τὸ μέρος τοῦτο τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν τυχὸν ἀγνοῆτε τοῦτο ἐκ τῶν ἰδίων τόπων ἕκαστος, ὅτι πόῤῥω ἀπέχει ἡ πραγματικὴ κατάστασις ἀπὸ τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ὡραίων πράγματι ἐπαγγελιῶν του. Περιορίζομαι δὲ ἀμέσως εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας. Ὁ νομὸς οὗτος εἶναι τὰ μάλιστα ἠδικημένος ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἔργα. Προτιμῶ δὲ νὰ λέγω, ὅτι εἶναι ὁ νομὸς Λακωνίας τὰ μάλιστα ἠδικημένος, καὶ διὰ τούτου νὰ ὑποθέτω, ὅτι εἰς ἄλλους νομοὺς ἔγειναν περισσότερα, παρὰ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους νομούς· διότι τότε ἀλλοίμονον! Οὐδὲν θ’ ἀπομείνῃ ἐκ τῶν ὡραίων λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας εἶχε γίνει ἔναρξις κατασκευῆς ἔργων τινῶν ἐπὶ προκατόχων Κυβερνήσεων, κατ’ ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ σημερινοῦ μικρότερος, δηλαδὴ κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1882 ἐποχὴν, ὅτε τὸ Κράτος εἰσέπραττε καὶ ἐδαπάνα μόνον 40–45 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς τελευταίας πρωθυπουργίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε καὶ τότε ἐδαπάνα πολὺ ὀλιγώτερα τῶν σήμερον δαπανωμένων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἂν καὶ μὲ ὀλιγωτέρους πόρους, ἄλλαι Κυβερνήσεις ἐποίησαν ἀρχὴν κατασκευῆς δημοσίων ἔργων καὶ εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας. Εἶχε γίνει λοιπὸν ἀρχὴ κατασκευῆς ὁδοῦ ἁμαξιτῆς μεταξὺ Γυθείου καὶ Ἀρεοπόλεως, νομίζω 25 χιλιαμέτρων, προεχώρησε δὲ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς μέχρις 6–8 χιλιαμέτρων μακρὰν τοῦ Γυθείου καὶ ἐσταμάτησεν, ἂν καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη ἦτο μεγάλης σπουδαιότητος, διότι ἤθελεν ἑνώσει τὰς δύο ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου καὶ δύο θαλάσσας, τὸν Λακωνικὸν καὶ τὸν Μεσσηνιακὸν κόλπον, καὶ δύο λιμένας, ἤτοι τὸν λιμένα Γυθείου πρὸς τὸν λιμένα Λιμενίου, συγχρόνως δὲ ἤθελεν ὑπηρετήσει τὴν διάμεσον συγκοινωνίαν πολλῶν δήμων τῆς Λακωνίας. Ἤθελεν ἑνώσει δύο σπουδαιότατα μέρη τῆς Λακωνίας πρὸς ἄλληλα. Ἡ ὁδὸς ὅμως αὕτη πρὸ πολλῶν ἐτῶν παρημελήθη. Εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ φυλλομετρήσω σήμερον, βλέπω, ὅτι «διὰ τὴν κατασκευὴν τεχνικῶν καὶ ἁπλῶν ἔργων» ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν ἐδαπανήθησαν τῷ 1886 δραχμαὶ 34,621:80. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν κατὰ τὸ 1886 ἢ 1887 ἐγένετο ἐργασία τις ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἐπίσης διετέθησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν δραχμαὶ 10,597:65 δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ἔκτοτε ὅμως, νομίζω, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία, καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη εὑρίσκεται μέχρι τοῦ νῦν τελείως ἐγκαταλελειμμένη. Ἄλλη ὁδὸς, ἀφορῶσα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, εἶναι ἡ μεταξὺ Καλαμῶν καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀβίας, κωμοπόλεως Κάμπου. Καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς εἶχεν, ὡς φρονῶ, ἐγκριθῆ πρὸ πολλοῦ, προεχώρησε μέχρις Ἁλμυροῦ καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησεν. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἐν τούτοις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Κάμπου, πρωτευούσης ὡς εἶπον, τοῦ δήμου Ἀβίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος σταθμὸς κατὰ τὴν γεωγραφικὴν θέσιν ἐξ ἀφετηρίας τῶν Καλαμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἑτέρους δήμους τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Ἐξ Ἀρεοπόλεως εἰς Καλάμας ὑπάρχει ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου διοικητικῶς μὲν ὑπόκειται εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, δικαστικῶς ὅμως ὑπάγεται εἰς τὰς Καλάμας. Ἑπομένως οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου ἀναγκάζονται, διὰ νὰ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ προφητάνακτος, ν’ ἀναβαίνωσιν ὄρη, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ καταβαίνωσι πεδία, διότι ἡ φύσις ὑπῆρξε κατὰ τὰ μέρη ταῦτα λίαν φειδωλὴ εἰς χῶμα, καὶ διανύωσι πορείαν 18 καὶ 20 ὡρῶν. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ἐὰν ἐνεκρίθη ποτὲ τοιαύτη ὁδὸς, συνιστῶ ὅμως θερμότατα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, διότι θὰ συνδέσῃ μέρη, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως μάλιστα κατέστησαν μέρη χρήζοντα πάσης συνδρομῆς καὶ προστασίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Συνιστῶ τὴν κατασκευὴν ὁλοκλήρου τῆς ὁδοῦ ταύτης μέχρι τοῦ πέρατος αὐτῆς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ Κάμπου ἀπαραιτήτως, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἐγκεκριμένη. Ἠδύνατο μάλιστα καὶ ἀπὸ Ἀρεοπόλεως μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Μέσης, τῆς πολυπύργου καὶ καλλιπύργου Κίτας, ν’ ἀρχίσῃ ἡ κατασκευὴ βατῆς ὁδοῦ, τώρα μάλιστα, ὅτε δὲν ἐπίκεινται ἐκλογαὶ, ἵνα μὴ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι, μόνον ὅταν πρόκηται νὰ γίνωσιν ἐκλογαὶ, προσποιεῖται, ὅτι ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις διὰ δημόσια ἔργα. Ἐπίσης εἰς ἕτερον βραχίονα τῆς πολυσχιδοῦς Πελοποννήσου, εἰς τὸν βραχίονα τοῦ Μαλέα, εἶχε διαταχθῆ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ συνδέσῃ τὴν Μονεμβασίαν μετὰ τοῦ δήμου Βοιῶν, δήμου, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ μεσημβρινώτατον σημεῖον τῆς Ἑλλάδος, σχεδὸν δὲ καὶ τῆς Εὐρώπης ἁπάσης, διότι μόνον κατὰ τινὰ ἑξηκοστὰ μοίρας ὑπολείπεται ὁ Μαλέας τοῦ Γιβραλτάρ. Εἰς τὸν εὐρύτατον δὲ λιμένα τῶν Βοιῶν προσορμίζονται κατ’ ἔτος ὑπὲρ τὰ χίλια πλοῖα πάσης σημαίας καὶ πάσης χωρητικότητος, ἕνεκα τῆς τρικυμίας, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ περὶ τοῦ Μαλέα ῥῆσις τῶν ἀρχαίων. «Μαλέας δὲ κάμψας, ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε». Μεγάλη λοιπὸν ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας τοῦ λιμένος τούτου μετὰ τῶν λοιπῶν μερῶν τοῦ κόσμου, χάριν τῶν προσορμιζομένων πλοίων τούτων, οὗ ἕνεκα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ τὴν κατασκευὴν τηλεγραφείου εἶχε διατάξει καὶ συντελέσει. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης εἶχε διατεθῆ πίστωσις ἐκ δραχ. 120,000, ἀλλὰ μόνον ἓν τμῆμα εἶχε κατασκευασθῆ, κατόπιν δὲ, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, πᾶσα ἐργασία διεκόπη, διελύθη ἡ ἐργολαβία, καὶ ἐπληρώθη εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ τεκμαιρόμενον κέρδος τῶν 10%. Ἡ κατασκευασθεῖσα δὲ ὁδὸς ἀφέθη παρημελημένη, ἕρμαιον τῶν ῥυακίων εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ, τὸ ἐκτελεσθὲν, εἶχε δαπανηθῆ ποσὸν 50,000 δραχμῶν· ἐὰν ἐδαπανῶντο εἰσέτι 20,000, ἵνα κατασκευασθῶσι τεχνικά τινα ἔργα, τὸ τμῆμα τοῦτο ἤθελε καταστῇ κέρδος τῆς Ἑλληνικῆς ὁδοποιΐας καὶ ἤθελε προσφέρει σήμερον τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τοὺς κατοίκους, τοὺς κατοικοῦντας τὰς ἐπαύλεις καὶ τὰ κτήματα τῆς περιοχῆς Τόπαλτι, περὶ τὸν ὅρμον Ψηφιάν. Ἕτερον ζήτημα εἶναι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Σπάρτην. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι τμῆμα μεγάλου συμπλέγματος ὁδῶν, συμπλέγματος παραχωρηθέντος εἰς Γαλλικὴν ἑταιρίαν ἀντὶ δραχμῶν 5,000,000. Ἐπικαλοῦμαι ἰδιαιτέρως ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων. Διὰ τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν ἀπὸ τῆς Μονεμβασίας εἰς Σπάρτην καὶ ἐκεῖθεν εἰς Τρίπολιν, καὶ ἀπὸ τοῦ Ἄστρους εἰς Σπάρτην, ἐγένετο δημοπρασία καὶ παρεχωρήθη ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ εἰς Γαλλικήν τινα ἑταιρίαν ἀντὶ 5,000,000 δραχμῶν, ἀγνοῶ ἂν εἰς χρυσὸν ἢ μή, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἦτο εἰς χρυσόν, διότι οἱ Γάλλοι δὲν ἐννοοῦσι τὰ χάρτινα νομίσματα τὰ ἰδικά μας. Ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου τούτου ἑταιρία μετεβίβασεν αὐτὸ εἰς ἄλλην ἀντὶ ὠφελείας 40%, ἡ ἀναλαβοῦσα δ’ αὐτὸ δευτέρα ἑταιρία μετεβίβασε τὸ ἔργον εἰς τρίτην, ἀντὶ ὠφελείας ἑτέρων 20%, ἡ τρίτη δὲ αὕτη ἑταιρία ἐκτελεῖ τὸ ἔργον σήμερον καὶ κερδίζει ἀρκετά. Ἑπομένως ἀντὶ τῶν δραχμῶν 5,000,000 θὰ ἐξοδευθῶσι 2,400,000.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Κράτος ὅμως θὰ πληρώσῃ 5,000,000.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ σχεδὸν τὰ ἐπλήρωσε μέχρι τοῦδε.
§34ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον;
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετέθη, τρόπον τινά, εἰς δημοπρασίαν, ἀλλ’ εἰς τόσῳ μέγα ποσὸν ποῖος ἠδύνατο νὰ διαγωνισθῇ; Παρουσιάσθη μόνον αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἦτο ἐπὶ τούτῳ ἐκ τῶν προτέρων, φαίνεται, κατηρτισμένη.
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ποῖος τὸν εἶχε συντάξει;
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή.
§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ δὲ ἐργολάβοι εἶναι μηχανικοί;
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἡ ἑταιρία Μορὲλ καὶ Βιάρ.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἰδία αὐτὴ ἑταιρία ἐκτελεῖ τὸ ἔργον;
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρεώσεις της ἐπισήμως παρουσιάζεται αὐτή, ἐνῷ πράγματι ἔχει δύο ὑπαλλήλους, οὕτως εἰπεῖν, ἑταιρίας, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει παραχωρήσει τὸ ἔργον μὲ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Ἡ ἑταιρία αὕτη ἀνεκίνησεν ὅλον τὸ ἔδαφος τοῦ τμήματος, ἐκτάσεως 60–65 χιλιομέτρων, ἀνεκίνησεν αὐτὸ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας της, κατὰ τὸ συμφέρον της, χωρὶς οὐδὲ ἓν τεμάχιον νὰ ἦναι ἕτοιμον, ὅπως παραδοθῇ εἰς κοινὴν χρῆσιν. Ἐξετελέσθη τὸ ἔργον ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Συκέαν, καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο παρελήφθη ὑπὸ δύο ἐπιτροπῶν, σταλεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμον, ἐλλειπούσης μιᾶς μεγάλης γεφύρας ἐπὶ τοῦ χειμάῤῥου τῆς Χρανάπας, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας καθιστᾷ τὴν ὁδὸν ταύτην ἄχρηστον. Ἀπὸ Συκέας εἰς Μολάους κατεσκευάσθη ἕτερον τμῆμα, ἀλλὰ μετὰ τὰς πρώτας βροχὰς τοῦ περυσινοῦ χειμῶνος οἱ χείμαῤῥοι κατέστρεψαν πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἐργασίαν, ὅ,τι δὲ ὑπελείφθη, θέλει βεβαίως καταστραφῆ ἐφέτος, διότι οὐδὲν ἕτερον ἐπὶ τοῦ τμήματος τούτου ἔγεινεν, εἰμὴ μόνον ἐσχεδιάσθη ἡ ὁδός, τοῦ ἐδάφους ὄντος ὁμαλοῦ καὶ ἐπιπέδου, καὶ ἀνεκινήθησαν τὰ χώματα ἐκ τάφρων ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ· οὐδὲν δὲ πλέον. Φοβοῦμαι μὴ ἐκ τῆς ὁδοῦ ταύτης οὐδὲν ἴχνος ὑπολειφθῇ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἐφετεινοῦ χειμῶνος. Ἐκεῖθεν προὐχώρησεν ἡ ὁδὸς κατὰ διάφορα τμήματα· κατώρθωσαν δὲ οἱ κατασκευάζοντες αὐτὴν νὰ καταστρέψωσι τὴν παλαιὰν, τὴν ἀρχαίγονον ὁδὸν, καὶ οὕτω νὰ διακόψωσι σχεδὸν πᾶσαν συγκοινωνίαν τῶν χωρίων ἐκείνων πρὸς ἄλληλα. Ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ διήκουσα εἰς ἔκτασιν 65 χιλιαμέτρων, κατώρθωσε νὰ μὴ προσεγγίσῃ εἰς οὐδὲν κατῳκημένον μέρος τῆς διαμέσου ἐκτάσεως. Θὰ σᾶς φανῇ ἀπίστευτον! ἡ ὁδὸς αὕτη, ἀναχωροῦσα ἀπὸ τῆς Μονεμβασίας, ἀπαντᾷ πρῶτον σημεῖον τὴν κωμόπολιν Συκέαν. Ὅ,τι φυσικώτατον ἦτο νὰ διέλθῃ δι’ αὐτῆς. Ἐν τούτοις διέρχεται μόνον ἔξωθεν, καὶ διὰ μεγαλειτέρας μάλιστα δαπάνης, ἡ δὲ Συκέα ἀδικεῖται, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον, ὡς δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ὁ μᾶλλον ἀνίδεος τῶν τοιούτων ἔργων. Προχωρεῖ πρὸς τοὺς Μολάους, τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, καὶ περὶ τὰ δύο ἢ τρία χιλιάμετρα πρὸ τῶν Μολάων κάμπτεται καὶ βαίνει πρὸς ἄλλην διεύθυνσιν, πρὸς βοῤῥᾶν, χωρὶς νὰ ψαύσῃ καθόλου τοὺς Μολάους· μόνον γίνεται πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος μία διακλάδωσις λίαν ἀνωφερὴς, σχεδὸν ἄχρηστος. Ἐκεῖθεν διέρχεται ἔξωθεν τοῦ χωρίου Ἀπιδέας, πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἕλους, ἀλλὰ δὲν ψαύει αὐτοῦ· μόνον δὲ διέρχεται δι’ ἑνὸς χωρίου, τοῦ Βλαχιώτη, καὶ ἐκεῖθεν προχωρεῖ πρὸς τὰ Λεβέτσοβα, χωρὶς νὰ ψαύσῃ ἄλλο τι μέρος. Φαίνεται κατόρθωμα τοῦτο· κατεβλήθησαν πολλαὶ φροντίδες, νὰ μὴ ἐκτελῇ παντελῶς τὸν προορισμόν της ἡ ὁδὸς αὕτη!
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσα ἐδαπανήθησαν;
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, ἀλλὰ τὰ ποσὰ εἶναι πάντοτε λίαν εὐσέβαστα. Ἄλλο κακὸν κατὰ τὴν κατασκευήν. Εἰς τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ δημοσιευθεὶς λογαριασμός. Εἰς τοῦτον βλέπω, ὅτι κατὰ τὸ 1886 διὰ τὴν ὁδὸν Μονεμβασίας–Σπάρτης διετέθησαν πρὸς ἀποζημίωσιν κτημάτων, καταλαμβανομένων ὑπὸ τῆς ὁδοῦ, δραχμαὶ.... μηδέν! Οἱ κάτοικοι, διὰ νὰ διευκολύνωσι τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, παρεχώρησαν μετὰ μεγάλης καὶ σπανίως ἀπαντώσης προθυμίας τὰ κτήματά των, μάλιστα ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἤθελον κάμει τὴν συγκομιδὴν τῶν διαφόρων προϊόντων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐκαλύπτοντο τὰ κτήματα ἐκεῖνα, καὶ παρεχώρησαν αὐτὰ εἰς τὴν ἑταιρίαν, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον μίαν ὥραν ταχύτερον, προϋποτιθεμένης πάντοτε τῆς νομίμου ἀποζημιώσεως. Διὰ τὸ 1886, ὡς ἀναφέρει τὸ ἐπίσημον τοῦτο κείμενον, ἀνέγραψαν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης δραχμὰς μηδέν. Ἀγνοῶ δὲ, ἂν διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἀνεγράφη πίστωσις πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ἀλλὰ βεβαιότατα δὲν ἀνεγράφη, διότι οἱ κάτοικοι φωνάζουσι διαρκῶς, καὶ δικαίως παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ ἱκανοποίησιν τῆς δικαιοτάτης ἀξιώσεώς των. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἔφθασε μέχρις Εὐρώτα καὶ προὐχώρησεν ἐκεῖθεν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀνάγκη γεφύρας. Περὶ αὐτῆς οὐδεμία σκέψις ἐγένετο. Ἡ γέφυρα εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Εὐρώτα, εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Ἕλους, εἶναι ἀναγκαιοτάτη· οὐδεμία σκέψις, οὔτε ποῦ θὰ στηθῇ, οὔτε περὶ κατασκευῆς κἄν αὐτῆς· τίποτε! Ἀρκεῖ ὅμως διὰ τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν, ὅτι ἡ ὁδὸς προχωρεῖ ἐκεῖθεν τοῦ Εὐρώτα καὶ φθάνει εἰς τὸ τέλος της· καὶ ὄντως ἡ ἀνακίνησις τῶν χωμάτων ἔφθασε μέχρι Λεβετσόβων, παρὰ τὰ ὁποῖα διέρχεται ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς, ἡ ἀπὸ Γυθείου μέχρι Σπάρτης. Καὶ ἐνταῦθα δὲ, ὅπου εἶναι τὸ τέρμα τῆς ὁδοῦ, ἐφιλοτιμήθησαν οἱ κατασκευάζοντες αὐτὴν νὰ καταβάλωσι τὴν τελευταίαν, ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, κακίαν των. Ἐγένετο μέγα σφάλμα καὶ λάθος. Ἀντὶ ἀπὸ τοῦ σημείου Α νὰ προχωρήσωσιν εἰς τὸ σημεῖον Β, τὸ κατ’ εὐθεῖαν ἐγγύτερον εἰς τὴν πόλιν τῶν Λεβετσόβων, πρὸς τὰ χάνια τῆς Ταράψης, πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ Σπάρτη εὑρίσκεται πρὸς βοῤῥᾶν, οἱ μηχανικοὶ ἔκαμον τὴν σύνδεσιν τῶν δύο ὁδῶν πρὸς νότον, ἀπομακρυνθέντες κατὰ ἡμίσειαν καὶ περισσοτέραν ὥραν τοῦ σημείου τοῦ συνδέσμου τῶν ὁδῶν Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης ἀπὸ τῶν δύο τούτων σημείων. Ἡ ὁδὸς αὕτη, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν 2,500,000 δρ. ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, μένει καθ’ ὁλοκληρίαν ἄχρηστος, καὶ οὔτε εἶναι ἐλπὶς νὰ τελειώσῃ ποτὲ, ἀφοῦ, ἐνῷ ἡ ἐργασία δῆθεν προχωρεῖ ἐμπρὸς, τὰ ὄπισθεν μέρη καταστρέφονται ὑπὸ τῶν βροχῶν. Καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν κατοίκων ἐκεῖ θεωρεῖται, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη οὐδέποτε θὰ τελειώσῃ. Ἄλλο κακὸν σπουδαιότατον εἰς τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ταύτης, τὸ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν. Πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ γέφυρα ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα. Ὁ Εὐρώτας κατὰ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο διέρχεται ἐγγύτατα τῆς πόλεως Σπάρτης, περὶ τὰ δύο χιλιόμετρα τὸ πολὺ μακρὰν αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου κατασκευάζεται ἡ γέφυρα, ἀλλ’ οἱ μηχανικοὶ, οἱ κατασκευάζοντες αὐτὴν, ἀντὶ νὰ στήσωσιν αὐτὴν κατὰ τοὺς κανόνας καὶ τῆς μηχανικῆς καὶ τῆς λογικῆς καὶ οἱασδήποτε ἄλλης ἐπιστήμης, ἀντὶ νὰ στήσωσιν αὐτὴν καθέτως πρὸς τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ, ἔστησαν αὐτὴν πλαγιώτατα, τοιουτοτρόπως, ὥστε τὰ ὕδατα, κατερχόμενα μεθ’ ὁρμῆς, συνωθοῦνται ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης πρὸς τὴν δεξιὰν, ἐκεῖ ἀποκτῶσι μείζονα ὁρμὴν καὶ ἀπειλοῦσι τὴν τελείαν καταστροφὴν τῆς γεφύρας. Διὰ τὴν γέφυραν ἐξοδεύονται 500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ταχύτατα θὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ δαπάνη ἑτέρων 200 ἢ 300 χιλιάδων, διὰ νὰ στηλωθῇ, πρὶν ἢ ἀκόμη ἀποπερατωθῇ. Περὶ τῆς κακῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας αὐτῆς ἀπεφάνθησαν Ἕλληνες μηχανικοὶ ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων, οἱ μηχανικοὶ Μπαλάνος, Μπαΐρας, Γράβαρης καὶ Σάουρωτ, ὡς ἐν ἐπιτροπῇ κληθέντες παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἔχει τοποθετηθῆ στρεβλῶς, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῆς ἐπίκειται ταχύτατα. Πῶς ἐνεκρίθη παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἡ κατασκευὴ τόσον στρεβλοῦ ἔργου, στοιχίζοντος τόσην μεγάλην δαπάνην, εἶναι, Κύριοι, ἀκατανόητον! Καὶ ἐπειδὴ ἐν ταῖς ἐπαγγελίαις αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠμέλησε καὶ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως γαιῶν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀναφέρω, ὅτι τοιαύτης φύσεως ἀνάγκαι ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας. Ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσσου τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος ὑπάρχει βάλτος πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων, ἀνηκόντων εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων Τρινάσσου καὶ Κροκεῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ βάλτου τούτου ἔκαμεν ἔργα, χωρὶς νὰ διατυμπανίζῃ αὐτὰ διὰ φράσεων καὶ ἐκφράσεων πομπωδῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔστειλεν ἐπιτροπὴν μηχανικῶν, ἵνα μελετήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ὑποβάλῃ προϋπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη· ἀνέρχεται δὲ εἰς 72,000 δραχ. Ἀλλὰ ταχέως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν, ἡ δὲ μετ’ αὐτὴν ἀνελθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἢ καὶ νῦν ὑφισταμένη, ἐγκατέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἔργον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν, Κύριοι, νὰ πιστεύσωσιν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅτι αἱ νῦν διδόμεναι ἐπαγγελίαι θὰ ἐπαληθεύσωσιν, ἀφοῦ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐκτέλεσίν του σχεδὸν, ἐματαιώθη ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως; Εὑρισκόμενος δ’ ἔτι ἐπὶ τῆς θέσεως ταύτης, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀκόμη καὶ διὰ δύο λέξεων, αἱ ὁποῖαι, ἂν καὶ δὲν ἀνάγωνται εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ἀνάγονται ὅμως εἰς τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει. Πρόκειται περὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων. Διὰ τοῦ ἑξῆς Διατάγματος, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, εὐνοήτως καὶ δι’ ὑμᾶς, μετ’ ἰδιαιτέρας ἀτομικῆς συγκινήσεως ἀναγινώσκω, διότι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου πατρός μου, συνεστήθησαν δύο τηλεγραφεῖα εἰς δύο σημαντικὰς κωμοπόλεις καὶ πρωτευούσας δήμων τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Τὸ Διάταγμα φέρει χρονολογίαν 31 Ὀκτωβρίου 1885· τότε δὲν ὑφίστατο ἡ εὐρεῖα περιφέρεια· ὥστε ὁ διατάξας τὴν κατασκευὴν τῶν τηλεγραφείων τούτων Ὑπουργὸς δὲν ἐκινεῖτο βεβαίως ἐκ λόγων ἐκλογικοῦ συμφέροντος, ἵνα ἐνεργήσῃ, ἀλλ’ ἐκ λόγων γενικοῦ συμφέροντος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας. (Ἀναγινώσκει).
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ΑΙϞΕʹ Νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνομεν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμὴ Σπάρτης καὶ νὰ συσταθῶσι τηλεγραφεῖα γʹ τάξεως ἐν Καστανιᾷ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Καστορίου, καὶ Λεβετσόβῃ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Κροκεῶν τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1885.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
Τὰ σύρματα καὶ οἱ πάσσαλοι ἀπεστάλησαν ἐπὶ τόπου εἰς τὸ Γύθειον. Ἦσαν ἕτοιμα καὶ ἐπέκειτο ἡ ἕναρξις τῆς κατασκευῆς τῶν γραμμῶν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν, ἡ δὲ διαδεχθεῖσα αὐτὴν παροῦσα Κυβέρνησις ἐματαίωσε τὴν ἐκτέλεσίν των. Θέλω λοιπὸν συστήσει στενότατα τὴν κατασκευὴν τῶν τηλεγραφείων τούτων· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νομός τῆς Λακωνίας, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, εἶναι τὰ μέγιστα ἠδικημένος ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, νὰ συστηθῇ τηλεγραφεῖον καὶ ἐν τῷ δήμῳ Καρδαμύλης, ὅστις εἶναι εἷς τῶν κυριωτέρων καὶ εὐπορωτέρων δήμων τῆς Λακωνίας. Διὰ τῆς συστάσεως τηλεγράφου, ἀφετηρίαν ἔχοντος τὴν Ἀρεόπολιν, θέλει συμπληρωθῆ ὁλόκληρος ὁ κύκλος τοῦ τηλεγραφικοῦ σύρματος ἐν Πελοποννήσῳ καὶ θέλει εὐκολυνθῆ ἡ συγκοινωνία πολλῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας καὶ πρὸς τὸ λοιπὸν Κράτος, ἐὰν ἐπεκταθῇ τὸ τηλεγραφικὸν σύρμα διὰ Λεύκτρου εἰς Καρδαμύλην καὶ ἐξεῖθεν διὰ τῆς Ἀβίας εἰς Καλάμας. Ἐπίσης θέλω προτείνει τὴν σύστασιν τηλεγραφείου καὶ ταχυδρομείου εἰς τὸν δῆμον Γερονθρῶν. Ὁ δῆμος οὗτος κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τριῶν ἐπαρχιῶν, Λακεδαίμονος, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Κυνουρίας. Εἶναι δῆμος κατοικούμενος ὑπὸ λαοῦ νοημονεστάτου, εὐποροῦντος δὲ καὶ ἔχοντος ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφοῦ τόσον προχείρως καὶ εὐκόλως διανέμονται αἱ λέξεις «συμπλέγματα», «ὁδοὶ ἁμαξιτοὶ», «ὁδοὶ σιδηροδρομικαὶ» κτλ, ἐπιτραπήτω μοι νὰ συστήσω νὰ συνδεθῇ ἡ κωμόπολις Γεράκιον διὰ διακλαδώσεως μετὰ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Σπάρτην, παρὰ τὴν γενησομένην γέφυραν ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα παρὰ τὴν Σκάλαν, δηλ. εἰς διάστημα 20 περίπου χιλιαμέτρων καὶ ἐπὶ ἐδάφους ὁμαλοῦ καὶ μὴ ἀπαιτοῦντος μεγάλας δαπάνας. Διὰ νὰ συγκεφαλαιώσω δὲ, Κύριοι, τὰ λεχθέντα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλλον τὴν αἴτησιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σκοπῶ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, ἵνα ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς χρησιμεύσῃ καὶ δι’ ὑμᾶς ὡς συγκεφαλαίωσις τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων, λεχθέντων βεβαίως οὐχὶ μετὰ καλλιεπείας ἢ ἀξιώσεως ἐπιτυχίας, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον εἰς τὴν θέσιν ταύτην, τὴν ὑψηλὴν καὶ σοβαράν. (Ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: Αʹ) Ποία εἶναι ἀκριβῶς ἡ γενομένη δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Μονεμβασίας–Βοιῶν; Πότε καὶ διατὶ ἀνεστάλη καὶ διεκόπη ἡ κατασκευὴ αὐτῆς; Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον ἡ ὁδὸς αὕτη; Τί δὲ σκέπτεται περὶ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις; Βʹ) Διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Μονεμβασίας–Σπάρτης ποία ἡ τιμὴ, εἰς ἥν ἐξεχωρήθη τὸ ἔργον; Πόσα χρήματα κατεβλήθησαν ἄχρι τοῦδε διὰ τὰ κατασκευασθέντα τμήματα αὐτῆς; Ποία δὲ εἰδικῶς ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τὸ ἔτος 1888 πίστωσις πρὸς τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν Μορὲλ καὶ Βιάρ; Διατὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν καὶ δὲν ἀποζημιοῦνται διὰ τὰ ὑπὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης καταληφθέντα κτήματα αὐτῶν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἀπὸ Μονεμβασίας μέχρι Λεβετσόβων συμπεριλαμβανομένων; Ποία δὲ ἡ ἀναγραφεῖσα εἰδικῶς διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην πίστωσις ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888; Γʹ) Διατὶ παρελήφθη τὸ τμῆμα Μονεμβασίας–Συκέας ἀτελὲς, ἐνῷ δηλαδὴ ἐλλείπει ἐντελῶς ἡ ἐπὶ τοῦ χειμάῤῥου «Χρανάπας» γέφυρα; Διατὶ τέλος αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μονεμβασίας–Σπάρτης ἐχαλαρώθησαν, καὶ σχεδὸν διεκόπησαν; Εἶναι ἀληθὲς, ὡς πανθομολογεῖται ἐν Σπάρτῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ κύριοι Γράβαρης, Μπαλάνος, Σάουρωτ καὶ Μπαΐρας, ὡς ἐν ἐπιτροπῇ κληθέντες, ἐβεβαίωσαν καὶ κατέδειξαν δι’ ἐκθέσεων καὶ παραστάσεων αὑτῶν τὴν ὑπὸ τῶν Γάλλων μηχανικῶν στρεβλὴν καὶ ἑτοιμόῤῥοπον τοποθέτησιν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα παρὰ τὴν Σπάρτην; Ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ ὁποῖα, πρὸς ἐνδυνάμωσιν τῆς γεφύρας καὶ ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου τῆς καταστροφῆς αὐτῆς; Διὰ ποῖον δὲ λόγον ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐπιτιμήσῃ τοὺς μηχανικοὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὡς αἰτίους ταύτης τῆς ἐπικειμένης μεγάλης συμφορᾶς διὰ τὸν τόπον ἡμῶν, ἀντήμειψεν αὐτοὺς, αὐξήσασα, κατὰ τὴν ἐσχάτως γενομένην ἀνανέωσιν τοῦ συμβολαίου, τὰς μισθοδοσίας τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς μισθοδοσίας τῶν παρελθόντων ἐτῶν; Πόσα δὲ χρήματα ἐδαπανήθησαν διὰ τοὺς Γάλλους μηχανικοὺς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε, καὶ πόσα καταβάλλονται νῦν ἐτησίως; Δʹ) Διατὶ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τῆς ἐγκεκριμένης ὁδοῦ Γυθείου–Ἀρεοπόλεως; Ποία δὲ ἡ γενομένη διὰ τὸ κατασκευασθὲν τμῆμα δαπάνη; Σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Εʹ) Ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Κάμπον τοῦ δήμου Ἀβίας, ἢ καὶ περαιτέρω; Διατὶ δὲ διεκόπη τὸ ἔργον; Ϛʹ) Διατὶ, μὴ καταργηθέντος τοῦ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου 1885 Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ συστάσεως τηλεγραφείων ἐν Λεβετσόβοις (δήμου Κροκεῶν) καὶ Καστανιᾷ (δήμου Καστορίου), δὲν ἐξετελέσθη ἡ κατασκευὴ τῶν τηλεγράφων τούτων; Σκέπτεται δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ τὰ τηλεγραφεῖα ταῦτα; Ζʹ) Ποία μελέτη ἐγένετο, κατὰ διαταγὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσσου τῆς Λακεδαίμονος βάλτου; Εἶναι ἀληθές, ὅτι συνετάχθη τότε προϋπολογισμὸς ἐκ δραχμῶν 72,000, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου; Διατὶ ἀνεκόπη τὸ ἔργον καὶ ἐματαιώθη τελείως;» Τὴν ἔγγραφον ταύτην ἐπερώτησιν καταθέτων εἰς τὸ Προεδρεῖον, κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§44ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος δὲν ἔχει ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν διετάχθη ἡ κατασκευὴ ἐν ἔτει 1882 καὶ οὐχὶ πρὸ τοῦ 1880, ὡς ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶπε· διετάχθη δὲ τῇ ἐδικῇ μου προτάσει καὶ τοῦ κ. Κοσσονάκου. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διέταξε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐργασίαν ἐργολάβος Βέλγος, ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθησε τὸ ἔργον καὶ σχεδὸν ἐπεράτωσε τὸ ἓν τρίτον τῆς ὁδοῦ ταύτης. Κατόπιν ὅμως δυσκολίαι τοῦ ἐργολάβου, δυσχέρειαι οἰκονομικαί, προὐκάλεσαν τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου, καὶ ἐσταμάτησε τὸ ἔργον μέχρι τοῦ τρίτου τῆς ὁδοῦ. Τὴν Κυβέρνησιν παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδέποτε μοὶ ἠρνήθη, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι τεθειμένον κονδύλιον, διὰ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον καὶ τελειώσῃ μέχρις Ἀρεοπόλεως, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι λίαν ἀναγκαία. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁδὸν ἀπὸ Καλαμῶν μέχρις Ἁλμυροῦ, αὕτη ἐπραγματοποιήθη, τελειωθέντος τοῦ ἔργου πρὸ πολλοῦ, διότι μέχρι τῆς θέσεως ἐκείνης ἦτο ἀποφασισμένον νὰ γίνῃ καὶ ἤδη λειτουργεῖ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἂν ἡ ὁδὸς αὕτη ἐπροχώρει μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀβίας, θὰ ἦτο εὐεργέτημα εἰς τὸν τόπον, καθ’ ὅσον ὁ δῆμος ἐκεῖνος ἔχει ἀρκετὰ προϊόντα, ὥστε ἔχει ἀνάγκην ὁδοῦ, διὰ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς Ἁλμυρὸν καὶ Καλάμας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς ὁδοὺς ἀπὸ Ἁλμυροῦ μέχρις Ἀρεοπόλεως καὶ τὰ πέριξ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἁμαξιτοί, ἀλλὰ τέλος πάντων δίκαιον εἶναι νὰ γίνωσι βαταί, διότι ὁ τόπος αὐτὸς ὑποφέρει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι οἱ ἄνθρωποι πάσχουσι σπουδαίως ἐκ τῆς ἀνωμαλίας τοῦ ἐδάφους.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§46ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον δὲ διὰ τὸ Τηλεγραφεῖον, τῇ προτάσει ἡμῶν, παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ διέταξεν ἐπιθεωρητήν, ὅστις μετέβη εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἔκαμε τὴν ἔκθεσίν του καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ὅπως πραγματοποιηθῇ τὸ Τηλεγραφεῖον ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Καρδαμύλης καὶ ἐκεῖθεν μέχρις Ἀρεοπόλεως. Φαίνεται ὅμως, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ὑπῆρχε κονδύλιον, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ τηλέγραφος αὐτός, καὶ ἤδη νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει διατάξει τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, οὔτε γνῶσιν ἔχω τοῦ τόπου, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν φέρω τὴν γνώμην μου.
§47Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας, συστήσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὀρθότατα. Ἀλλὰ πρωτίστως νομίζω ἀναγκαίαν τὴν κατασκευὴν βατῆς ὁδοῦ μεταξὺ Σπάρτης καὶ Καλαμῶν διὰ Λαγκάδας. Μεταξὺ τῶν δύο πρωτευουσῶν Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας, ἡ Σπάρτη ἀπέχει 7 ἕως 8 ὥρας ἀπὸ τὰς Καλάμας διὰ Λαγκάδας, ἐνῷ διὰ Γυθείου, ὅπου συγκοινωνεῖ σήμερον ἡ Σπάρτη μετὰ τῶν Καλαμῶν, ἀπέχει 9 ὥρας καὶ ἑτέρας 9 διὰ θαλάσσης, ἑπομένως ἡ συγκοινωνία εἶναι δυσκολωτάτη. Διὸ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν θερμῶς νὰ κατασκευασθῇ βατὴ ὁδὸς μεταξὺ Σπάρτης καὶ Καλαμῶν, ὅπως συγκοινωνῶσιν αἱ δύο αὗται πρωτεύουσαι ἀπ’ εὐθείας, θέλει δὲ ἐντεῦθεν μεγάλως ὠφεληθῆ καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ἐμπόριον. Εἶναι δὲ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐξοδευθῶσι διὰ τὴν ὁδὸν ἐκείνην 100,000 δραχμῶν, ὅπως ἡ συγκοινωνία κατασταθῆ εὔκολος καὶ δυνατή.
§48ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι δύσκολον, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντα ἄλλον ἴσως ἐκ τῶν συναδέλφων ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ Λακωνίας, νὰ παρακολουθήσῃ κατὰ βῆμα τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα εἰς τὴν μεγάλην του ἐκδρομὴν ἀνὰ τὸν νομὸν Λακωνίας καὶ ὁμιλήσαντα ἐκ σχεδίου καὶ προμελετημένως περὶ τῆς ὅλης ὁδοποιΐας τοῦ νομοῦ καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ δικτύου τῆς ἀνὰ τὸν ἡμέτερον νομὸν συγκοινωνίας. Ἠπόρησα ὅμως μεγάλως, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νομὸς Λακωνίας εἶναι ὁ μᾶλλον ἠδικημένος ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, καὶ ὅτι ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ τὰ δημόσια ἔργα ὑστεροῦσι καὶ οὐδεμία ἐλήφθη περὶ τούτων πρόνοια. Ἐνόμισα, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι, ἂν τῷ ὄντι ὑπῆρξε τοιαύτη παράλειψις, ὅτι, ἂν οὐδεμία ἐλήφθη περὶ τοῦ νομοῦ ἐκείνου κυβερνητικὴ πρόνοια, βεβαίως τὸ σφάλμα δὲν εἶναι μακρὰν αὐτοῦ. Τὸ σφάλμα τοῦτο βεβαίως ἀνήκει εἰς τὸν μακαρίτην πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἐπὶ περισσότερον χρόνον ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν νομὸν καὶ ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐκυβέρνησε καὶ ὡς Ὑπουργὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας ὑστέρησαν τὰ δημόσια ἔργα, καὶ ὅτι οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ μακαρίτης πατήρ του (καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀσεβήσω εἰς τὴν μνήμην του) δὲν ἐπρονόησε περὶ τούτου παντάπασιν, ἐπρονόησαν ὅμως ἄλλοι, καὶ ἐπρονόησαν ἀποτελεσματικῶς, καὶ ἐπρονόησαν εὐεργετικῶς περὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Σήμερον δὲ ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας τελοῦνται καὶ ἐκτελοῦνται ἔργα πέντε ὅλων ἑκατομμυρίων. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω τὸν προαγορεύσαντα νέον συνάδελφον εἰς τὰς διαφόρους λεπτομερείας περὶ ἀτελείας τῶν ἔργων καὶ περὶ κακῆς τοποθετήσεως τῶν γεφυρῶν. Διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς εἰδικὰς γνώσεις, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑποθέτω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἠσχολεῖτο εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς τελευταίας ἐκλογῆς καὶ περιηγεῖτο τὸν νομὸν ἐκεῖνον, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δὲν εἶχε τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ, δι’ εἰδικῶν μάλιστα γνώσεων, τὰς ἐλλείψεις ταύτας. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μονεμβασίας εἰς Μολάους καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λεβέτσοβα παρεσύρθη ὑπὸ τῶν τελευταίων ὑδάτων, καὶ κατὰ πόσον ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἐβλάβη ἐκ τούτου. Ἠξεύρω, ὅτι ἡ ὁδὸς ἐκείνη κατασκευάζεται καλῶς, καὶ ὅτι ἀρχίσασα ἐκ Μονεμβασίας διῆλθε διὰ τῆς Συκιᾶς, τῆς ὁποίας ἥψατο κατὰ τὰ κράσπεδα. Διότι ἡ κωμόπολις Συκιὰ κεῖται ἐπὶ λόφου, κάτωθεν τοῦ ὁποίου διῆλθεν ὁ δρόμος. Δὲν ἦτο δυνατὸν δὲ νὰ διέλθῃ διὰ μέσου τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης καὶ ν’ ἀναῤῥιχηθῇ ἐπὶ τοῦ λόφου· διῆλθεν ὅμως ἐκεῖθεν, ὅθεν ἔπρεπε νὰ διέλθῃ. Διηυθύνθη εἰς Μολάους, ἥψατο πάλιν ἐκεῖ τῶν κρασπέδων τῆς πόλεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐπίσης κεῖται εἰς ἀνωφέρειαν, καὶ ἐκεῖθεν διῆλθε καὶ ἐξηκολούθησε πρὸς τὰ ἄνω. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποίων νέων μηχανικῶν γνώσεων δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἄλλην διεύθυνσιν εἰς τὴν ὁδὸν ἐκείνην, καὶ κατὰ πόσον αἱ σκέψεις τοῦ προλαλήσαντος καὶ ἡ μομφὴ αὐτοῦ κατὰ τῆς χαράξεως καὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἐκείνης ἔχονται ἀκριβείας. Διότι, ἂν ἡ ὁδὸς διήρχετο διὰ τῶν κάτω μερῶν καὶ διὰ τῶν χωρίων τοῦ δήμου Ἕλους, ὡς ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅπως ὑπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τῶν χωρίων ἐκείνων περισσότερον, ἤθελεν ἀπαιτήσει διπλασίας καὶ ὑπερδιπλασίας δαπάνας, ἀνωτέρας τῶν οἰκονομικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευον τὴν κατασκευὴν ταύτην. Καὶ ἡμεῖς ἄλλοτε ἠσχολήθημεν καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ διέλθῃ ἡ ὁδὸς κάτωθεν τοῦ ὄρους Κουρκούλας καὶ χωρήσῃ διὰ μέσου τῶν χωρίων τοῦ Ἕλους καὶ ἑνώσῃ περισσότερα χωρία, ἀλλὰ τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι διετίθεντο, ὡς προεῖπον, ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. Ἑπομένως ἡ ὁδὸς ὤφειλε νὰ διέλθῃ εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ περισσότερον τὴν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας. Ἔφθασεν εἰς τὸν Εὐρώταν καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησε. Πέραν τοῦ Εὐρώτα ἐξηκολούθησε καὶ ἔφθασε μέχρι τῶν Λεβετσόβων, ὅπου συνήντησε τὴν ἄλλην ὁδόν, ἡ ὁποία ἄγει ἐκ Σπάρτης πρὸς τὸ Γύθειον. Δὲν ἔγεινε σκέψις περὶ γεφυρώσεως τοῦ Εὐρώτα κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Ἡ γέφυρα αὕτη βεβαίως γενήσεται ὡς ἀναγκαῖον τῆς ὁδοῦ συμπλήρωμα· ἀλλ’ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Εὐρώτας γεφυροῦται καὶ εἰς ἄλλην θέσιν παρὰ τὴν Σπάρτην, καὶ ὅτι ἡ γέφυρα στοιχίζει ὑπέρογκον ποσόν, καὶ ὅτι ὄχι μόνον ἡ γέφυρα τοῦ Εὐρώτα, ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τὴν Σπάρτην, ἀλλὰ καὶ ἄλλη τις γέφυρα, ἡ ὁποία κατασκευάζεται παρὰ τὸν Εὐρώταν εἰς τὸν μέγαν χείμαῤῥον Κελεφίνας, εἶναι ὁμοία κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴν μεγάλην δαπάνην μὲ τὴν γέφυραν τοῦ Εὐρώτα. Ἐκτὸς δὲ τούτων καὶ τρίτη γέφυρα ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σκοτίου κατασκευάζεται, ἡ γέφυρα ἐκείνη, περὶ ἧς ἀπησχόλησαν ἄλλοτε δι’ ἀναφορᾶς των τὴν Βουλὴν ὑπερτετρακόσιαι παρθένοι ἐργάτιδες τῶν Μεταξουργείων Σπάρτης. Ταῦτα τὰ ἔργα, καὶ δὲν εἶναι οὔτε ὀλίγα οὔτε μικρά. Τώρα, ἂν ἐτοποθετήθησαν κακῶς οἱ πόδες τῆς ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα γεφύρας, καθὼς ἰσχυρίζεται, καὶ οἱ πόδες οὗτοι ὑπόκεινται εἰς φθοράν, καὶ ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ χαλάσωσι καὶ ἡ γέφυρα θὰ καταστραφῇ καὶ θὰ καταπέσῃ, τοιαῦτα δὲν ἀντελήφθην. Κατοικῶν εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ἐπισκεπτόμενος συχνάκις τὴν γέφυραν μετ’ εἰδημόνων καὶ ἄλλων, συνεζήτησα πολλάκις μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ ἔργου, ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐλάττωμα ἀντελήφθημεν. Συνδιελέχθην πολλάκις μετὰ τοῦ ἀξιολόγου μηχανικοῦ κ. Γράβαρη, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη πρὸ πάντων εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐκείνης, καὶ ἔμαθον παρ’ αὐτοῦ τῶν Γάλλων ἐργολάβων ἐλλείψεις τινάς· ἀληθῶς ἦτο δυσχερέστατον ἔργον, διότι τὸ ὁρμητικὸν ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ πλημμυροῦντος παρασύρει καὶ μηχανὰς καὶ ὑλικά. Ἀλλ’ ὁ ἱκανώτατος οὗτος μηχανικὸς κατώρθωσε διὰ τῆς μεθόδου τοῦ πεπιεσμένου ἀέρος νὰ στήσῃ τοὺς πόδας τῆς γεφύρας στερεοὺς εἰς βάθος ἐννέα μέτρων ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, κατώρθωσε νὰ εὕρῃ ἔδαφος στερεόν, ἐφ’ οὗ ἐθεμελίωσεν ἀδιασείστως τὴν γέφυραν, καὶ πρόκειται ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ συγκοινωνία ἐκεῖ καθ’ ὅλους τοὺς μέλλοντας αἰῶνας. Ἤδη ἔφθασε καὶ τὸ ἄλλο ὑλικὸν ἐκ Γυθείου, τὸ πρὸς τοποθέτησιν τῆς γεφύρας, καὶ ἴσως πρὸ ὀλίγου, ὅτε διεβαίνετε τὴν ὁδὸν ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον καὶ τἀνάπαλιν, ἀπηντήσατε τὰ κάῤῥα κατάφορτα ἀπὸ τὰ μεγάλα σίδηρα τῆς γεφύρας, τὰ ὁποῖα μετεφέροντο ἐκ Γυθείου εἰς Σπάρτην, διὰ νὰ τοποθετηθῶσι, καὶ ἤδη εἶναι παρὰ τὸν ποταμόν, καὶ οὐ μόνον παρὰ τὸν Εὐρώταν, ἀλλὰ καὶ τὸν Κελεφίναν καὶ τὸν Σκοτίαν. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἔργα συνετελέσθησαν, καὶ ἂν δὲν συνετελέσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, συντελοῦνται ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Δὲν δύναται ὅμως νὰ παραπονῆται ὡς πρὸς τοῦτο καὶ μέμφηται τὸ παρελθὸν, καὶ τοιουτοτρόπους νὰ ῥίπτῃ μομφὴν εἰς πάντας τοὺς ἀρχαίους ὑμᾶς συναδέλφους καὶ ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ὡς μὴ προνοήσαντας παντάπασιν, ὡς μὴ μεριμνήσαντας περὶ τῶν ἐν τῷ νομῷ ἔργων καὶ τῆς συγκοινωνίας αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι παρημελήθησαν τὰ ἔργα ταῦτα· εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐβράδυναν, καὶ ὅλοι δυσανασχετοῦμεν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτά, τὰ ἀξιόλογα καὶ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ εὐεργετήσωσι σπουδαίως τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι, καὶ ἤδη ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ θὰ τελειώσωσι· καὶ ἡ ὁδὸς ἡ ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν, ἡ χαραχθεῖσα καὶ ἀρχίσασα καὶ μέχρι Πασσαβᾶ χωρήσασα, ἡ ὁδὸς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης πατήρ σας ἐθεώρησε περιττὴν καὶ ὁδὸν πολυτελείας καὶ τὴν ἐπολέμησεν, ἡ ὁδὸς ἐκείνη δυστυχῶς, ἐνῷ κατεσκευάζετο στερεὰ καὶ εὐρεῖα, ἕνεκα δυσχερειῶν, ἀναφυεισῶν ἕνεκα τοπικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους παραλείπω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε συμβιβασμόν, καὶ ὁ ὁποῖος ἔφυγεν ἀνεπιστρεπτεί, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐσταμάτησεν· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θέλει ἐπαναληφθῆ, διότι εἶναι ἀναγκαιοτάτη, καὶ διότι δὲν εἶναι λίαν δαπανηρά. Δὲν ἀπαντᾷ δὲ δυσχερείας εἰς τὴν ἐξακολούθησίν της, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι πρόσφατον εἰς κατασκευὴν αὐτῆς, καὶ δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλας καὶ ὑπερόγκους δαπάνας. Γίνεται δὲ στερεωτάτη, καὶ θέλει ὑπηρετήσει μεγάλως καὶ τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἤδη δὲ νὰ εἴπωμεν περὶ σχολείων καὶ περὶ τηλεγραφείων, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττόν· διότι τὰ τηλεγραφεῖα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀνάγκη, λειτουργοῦσι καὶ ὑπάρχουσιν. Εἰς τὸν δῆμον Βοιῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι δῆμος ἀπόκεντρος, παρὰ τὸ ἄκρον τοῦ Μαλέα, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ τηλεγραφεῖον, συγκοινωνοῦν πρὸς ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Ἂν παρελείφθη ἡ τηλεγραφικὴ γραμμὴ τῶν Λεβετσόβων, ἡ ὁποία τῷ ὄντι εἶχεν ἐγκριθῆ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1884, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι μέγα παράπτωμα. Διότι τὰ Λεβέτσοβα παράκεινται εἰς τὴν δημοσίαν ὁδόν, εἰς τὴν δημοσίαν λεωφόρον, τὴν ἀπὸ Γυθείου εἰς Σπάρτην. Εἶναι μακρὰν τοῦ Γυθείου τέσσαρας ὥρας, εἶναι μακρὰν τῆς Σπάρτης πέντε ὥρας, καὶ ἑπομένως ἡ συγκοινωνία, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκλείπει καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἂν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἓν τηλεγραφεῖον εἰς τὸ Κυπαρίσσι, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι εἶναι πόλις, ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν κοινοτήτων, αἵτινες κεῖνται εἰς τὸ παράλιον τοῦ Ἀργολικοῦ κόλπου, κεχωρισμέναι ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐπαρχίαν τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δι’ ἀποστάσεων μακρῶν, 10, 12, 15 ὡρῶν, ἀπὸ δὲ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ 20 ὡρῶν καὶ πλέον, αἵτινες ἀποκλείονται τὸν χειμῶνα διὰ στιβάδων χιόνων καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδιάβατοι, ἂν ἔλεγεν, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία ἕδρα τηλεγραφικοῦ γραφείου, ἤθελε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅστις ἔχω παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως τοιούτου τηλεγραφικοῦ σταθμοῦ. Διότι ὁμολογουμένως, ἡ συγκοινωνία ἐκεῖ ἀποκλείεται καθ’ ὁλοκληρίαν· ὅταν μάλιστα οἱ ἄνεμοι πνεύσωσι σφοδροὶ καὶ διαρκεῖς, καὶ δὲν δύναται νὰ προσορμισθῇ ἐκεῖ οὔτε μικρὸν ἀκάτιον ἐκ Σπετσῶν ἢ Ὕδρας, οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀποκεκλεισμένοι τοῦ λοιποῦ Κράτους, ἀγνοοῦντες ἐπὶ δεκαπέντε καὶ εἴκοσιν ἡμέρας τί γίνεται εἰς τὸ ἄλλο Κράτος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅμως, ὅτι δὲν ὑπῆρξε κυβερνητικὴ πρόνοια διὰ τὸν τόπον. Ὑπῆρξε κυβερνητικὴ πρόνοια, καὶ πρόνοια πολλοῦ λόγου ἀξία, διὰ τὴν ὁποίαν εὐγνωμονοῦμεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐμερίμνησε ὑπὲρ τῶν ἔργων τούτων. Καὶ νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ δημοσίων ἔργων, ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα τῆς Βουλῆς καθήμεθα, εἴτε εἰς ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν), εἴτε εἰς ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Βεβαίως εὐγνώμονες εἴμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τοῦ νομοῦ ἐξαιρετικῶς, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν λόγον παραπόνων διὰ τὰ δημόσια ἔργα ἡμεῖς, ἕνεκα ἐλλείψεως κυβερνητικῆς προνοίας, καὶ ὀφείλομεν τοῦτο νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ τὸ λέγομεν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ, διὰ νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν εὐγενῆ ἐκείνην διάθεσιν καὶ πρωτοβουλίαν, ἥτις ἐσκέφθη καὶ εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἀγαθῶν τούτων τοῦ τόπου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε ἀπησχόλησα ὑμᾶς, Κύριοι, συζητῶν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων καὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίαν μετέδωκαν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ δύο προαγορεύσαντες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες, καὶ τῶν ὁποίων σκοπὸς ὑπῆρχε νὰ παρασταθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1887, οὐχὶ οἷα ἐπιστοποιεῖτο ὑπὸ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ δηλ. μετὰ περισσεύματος, ἀλλὰ μετ’ ἐλλείμματος. Μετὰ τὰς πληροφορίας ὅμως καὶ τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας μετέδωκα ὑμῖν, μελέτας στηριζομένας ἐπὶ ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐπὶ τοῦ λειτουργοῦντος παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς συστάσεως σχεδὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου λογιστικοῦ συστήματος, διατελῶ πεπεισμένος, ὅτι πάντες ἐκεῖνοι, ὅσοι ἤθελον ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ φωτισθῶσι, πάντες ἐκεῖνοι, ὅσοι κρίνουσιν ἀμερολήπτως περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπείσθησαν, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σκοποῦντες νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκοπίασαν ματαίως. Ὑπῆρξαν συνάδελφοι, οἵτινες ἐφάνησαν καταληφθέντες ὑπὸ καμάτου ἐκ τῆς παραταθείσης ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος συζητήσεως· ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἀπέβη καὶ ἀποβήσεται γονιμωτάτη. Διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἤργει τὸ βῆμα τοῦτο, ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ διὰ τῶν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὀργάνων αὐτῆς, καὶ δι’ ἄλλων διαδόσεων, ἠμφισβήτησε τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑπῆρξαν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἔστωσαν καὶ ὀλίγοι, οἱ ἐνδοιάζοντες περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τούτου καὶ τῆς ἐπελθούσης εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀνορθώσεως. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι, μετὰ τὴν γενομένην καὶ γενησομένην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, πάντες θέλουσι πεισθῆ, ὅτι οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887 ἐπετεύχθη, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑπομένων ἐτῶν θεωροῦνται ἀπὸ τοῦδε ἐξησφαλισμένα, καὶ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑποστηρίζει ἡ Συμπολίτευσις, εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ὁδηγοῦσα τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν χορείαν τῶν εὐημερούντων καὶ πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατανοοῦντες, ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἐστηρίχθησαν, ἵνα κρίνωσι περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἦτο ἔδαφος ὑδάτινον, ἢ μᾶλλον, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα, εἰς κατασκευὴν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον εἰργάσθησαν, εἰς τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου κατέπεσεν ἐκ θεμελίων, ἐπέδραμον καὶ ἐπὶ τὸ παρελθὸν, ἀναχθέντες εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882–83–84, δὲν παρέλειψαν δὲ νὰ ἐξετάσωσι καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888. Ἐπανέλαβον ἐντεῦθεν, ὅσα πολλάκις ἠκούσατε περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882–83–84, ὧν καὶ, ὁσάκις ταῦτα ἐλέχθησαν, ἀνεσκευάσθησαν πλήρως ὑφ’ ἡμῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, αἱ δὲ κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς τριετίας ἐκείνης αἰτιάσεις μετεβλήθησαν εἰς ῥάκη, ὧν οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον τεμάχιον ἀπέμεινε. Καὶ ὅμως καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην συζήτησιν εὑρέθημεν ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκούσωμεν καὶ αὖθις ἐπαναλαμβανομένας τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς παρέστησε καὶ αὖθις εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χρῆσιν τοῦ 1881, ὡς ἀναδείξασαν ἔλλειμμα ἐκ 30,000,000. Τοῦτο εἶπε καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλει εἰς τὴν Βουλὴν εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀλλὰ καὶ τότε ἐγένετο εἰς αὐτὸν ἡ παρατήρησις, πρὸς ἀναίρεσιν τῆς ὁποίας οὐδὲν εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν 30,000,000 τὰ 14 ἑκατομμύρια ἀναφέρονται εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις, μὴ καταλογιστέας εἰς βάρος τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως. Παρετηρήθη τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ὅτι εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1884 τέσσαρες εἰδικοὶ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις αὗται. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου 1884 ὑπὸ στοιχ. ΑΡΜΕʹ ἐχορηγήθη ἡ χρησιμοποιηθεῖσα ἐντὸς τῆς χρήσεως πίστωσις δραχ. 8,934,364
Διὰ τοῦ Νόμου ΑΡΜΓʹ················· δραχ. 1,400,527
Διὰ τοῦ Νόμου ΑΡΜϚʹ················· δραχ. 3,260,000
Διὰ τοῦ Νόμου ΑΣΠΗʹ················· δραχ. 500,000
τὸ ὅλον ἐκ·························· δραχ. 14,094,891
ἐξ ὧν αἱ τρεῖς πρῶται διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἡ δὲ τετάρτη διὰ τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ συντάξαντες τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς προηγουμένης καὶ τῶν μεταγενεστέρων χρήσεων, προετίμησε δὲ νὰ καταλογίσῃ τὰ ἔξοδα ταῦτα ὡς ἀναγόμενα εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔτος 1884 παρεστάθη μὲ ἔλλειμμα 30 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ τοῦτο πράγματι ἀνέρχεται εἰς μόνον 16 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1884 οὕτως ἀνεβίβασε, τὸ ἔλλειμμα τῶν χρήσεων τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀπὸ 128 ἑκατομμυρίων τὸ κατεβίβασεν εἰς μόνον 95 ἑκατομμύρια, ἐπεκαλέσθη δὲ, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, τοὺς τυπωμένους ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, ὅτε ὡμίλει ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ἀναβιβάζων τὸ ἔλλειμμα εἰς 120 ἑκατομμύρια, δὲν εἶχε δίκαιον. Ἐζήτησα κἀγὼ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τούτων καὶ ἔχω αὐτὰς προχείρους· ἰδοὺ δὲ τί εὑρίσκω. Τὸ ἔλλειμμα τῆς τοῦ 1885 χρήσεως, τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 61,370,732, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ 1886, τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, εἰς 67,566,467, ἤτοι τὸ ὅλον 128,937,199. Ἐὰν δὲ ἀκολουθήσωμεν τὸ ὀρθὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὰς διὰ τοὺς σιδηροδρόμους δαπάνας, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιορίζεται κατὰ 4,000,000 περίπου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 κατεβίβασεν εἰς 34,149,557, διότι δὲν παρετήρησεν, ἢ δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐγένετο μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ:
| ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν | 170,000,000 | δρ. | 12,082,500 |
| ἀπὸ τὸ πατρ. δάνειον τῶν | 30,000,000 | » | 2,381,922 |
| ἀπὸ δάνειον κερματ. γραμ. | 18,000,000 | » | 18,000,004 |
| ἀπὸ εἰσφορὰς | » | 952,412 | |
| ἤτοι ἐν ὅλῳ | δραχ. | 33,416,838 |
Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἰσχυρισθησόμενος, ὅτι δὲν εἶναι ἔλλειμμα ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἡ διὰ δανείων καλυπτομένη. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1884 δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν τὰς προκαλεσάσας αὐτὸ περιστάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, δὲν εἶχον λειτουργήσει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ ὅτι πλὴν τούτου ἡ ἐπισκήψασα τότε οἰκονομικὴ κρίσις εἶχεν ἐλαττώσει σπουδαίως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, εἶχε δὲ ἀποτύχει καὶ ἡ ἐσοδεία τῶν κυριωτέρων τῆς Ἑλλάδος προϊόντων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέμενε καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, βεβαίως ἤθελεν ἐφαρμόσει σύστημα οἰκονομικόν, ὁποῖον ἐφήρμοσε καὶ κατὰ τὸ 1887· βεβαίως ἤθελε κατορθώσει νὰ μὴ ἀποβῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο παραίτιον τῶν μεγάλων δυσχερειῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς ὁποίας ἡ ἄστοχος διαχείρισις τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως κατέστησε δυσεπανορθώτους. Πάλιν δ’ ἐπανέλαβεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1883 παρέλαβεν ἐκ τῆς προηγουμένης χρήσεως 15 ἑκατομμύρια, ὡς ἐκ τούτου δὲ, εἶπεν, ἡ χρῆσις τοῦ 1883 δὲν ἐπαρουσίασεν εἰμὴ ἐλάχιστον ἔλλειμμα. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἐντεῦθεν συνεζητήθησαν, διότι, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν παρέλαβεν ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 ἀπὸ τὴν προηγουμένην διαχείρισιν, ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ἀπεδείχθη δὲ καὶ δι’ ἐπισήμων καταστάσεων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1882, ὅ,τι ἂν παρέλαβεν ἐκ τῆς προηγουμένης εἰς ὁμολογίας ἀδιαθέτους ἢ εἰς ὑλικὸν διαθέσιμον, διέθηκε πρὸς πλήρωσιν ἐλλειμμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων, οὐδὲν δὲ ὠφελήθη ἐκ τούτου ἡ χρῆσις τοῦ 1882, ὡς ἐσφαλμένως ἰσχυρίσθη καὶ αὖθις ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ αἰτίασις αὕτη εἶχεν ἀπευθυνθῆ, ἀνέλυσα τὰ περὶ τούτου λεπτομερέστερον, κρίνω δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ καὶ νῦν, ἀπασχολῶν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως κατὰ τὰ ἔτη 1882–83–84, ἅτινα ἐπήγαγον τὴν μεγάλην δυσχέρειαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ἡ μεγάλη δυσχέρεια ὀφείλεται ἰδίᾳ εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἰσχυρίσθη ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι τοῦ δανείου ἐκείνου ἡ συνομολόγησις ἐγένετο ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστάτοις διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ δὲ ἐπακολουθήσασα τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐγένετο βεβιασμένως καὶ σπασμωδικῶς, προκαλέσασα καὶ τὴν τότε ἐπισκήψασαν παρ’ ἡμῖν χρηματικὴν καὶ οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ πάντα τὰ κατόπιν ἐπακολουθήσαντα ἐλλείμματα. Ἐπειδὴ δὲ ἐντεῦθεν ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ τότε γενομένη, ὑπηγορεύθη ἀπὸ παραστάσεις τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰ ἐνταῦθα πιστωτικὰ καταστήματα καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὀξυδέρκεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπῆρξεν ὑποδεεστέρα τῶν προσδοκιῶν αὐτοῦ, διότι δὲν ἐνόησεν, ὅτι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰ πιστωτικὰ καταστήματα εἶχον ἰδιοτελεῖς σκοπούς. Ἀλλ’ ὁ προέχων μεταξὺ τῶν ἐκπροσωπούντων τὰ πιστωτικὰ ταῦτα καταστήματα τότε ἦτο ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτὸς μετὰ τῶν ἄλλων προσῆλθεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν μέτρον ὁριστικὸν δὲν ληφθῇ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀνερχομένη τότε εἰς 23%, ἤθελε τὴν ἑπομένην ἀνέλθει εἰς 30% καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς 50%, ἀπειλοῦσα τὴν πλήρη καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου καὶ τὴν στάσιν τῶν ἐν γένει συναλλαγῶν. Δέον νὰ κρίνῃ τις ἐπὶ τοσούτῳ σοβαρῶν θεμάτων, οὐχὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλ’ ἐν πληρεστάτῃ ἐπιγνώσει καὶ ἀναμνήσει τῶν συγκεκριμένων περιστάσεων. Ἡ κοινωνικὴ καὶ ἐμπορικὴ ἡμῶν κατάστασις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο κρίσιμος, ἠπειλοῦντο δὲ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ δυσυπολόγιστοι καταστροφαί. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ πρὸς πρόληψιν τῶν ἐπικειμένων κακῶν, προῆλθε δὲ, συνετῶς σκεπτομένη, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀπόφασις αὕτη, γενομένη γνωστὴ εἰς τὸ κοινὸν, ἐπήνεγκε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Βραδύτερον, ὅτε τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως ἦτο ἐν τῇ πραγματοποιήσει διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου τῶν 170,000,000, ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἦτο σύμφωνος, καὶ ἀντεπολιτεύθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον ἦτο ἐκτεθειμένη ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἄρσεως, ἀλλ’ ἀνελογίσθη, ὁπόσον ἤθελε παραβλαφθῆ καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ κοινωνία, ἂν ἀνεκαλεῖτο ἢ ἀνεστέλλετο τὸ ἤδη προκεκηρυγμένον μέτρον τῆς ἄρσεως, ἐν ἐποχῇ ἀρξαμένης ἤδη οἰκονομικῆς καὶ χρηματικῆς κρίσεως, ἀνελογίσθη δὲ πρὸ πάντων, ὁποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ὡς ἐκ τῆς ἐν μέρει πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ διὰ τοῦτο εὐλόγως ἀπῄτει παρὰ τῆς Τραπέζης ἀντάλλαγμα ὡς ἀντισήκωμα τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἠξίου εὐλόγως νὰ ἀναλάβωσι τὰ πιστωτικὰ καταστήματα, τὰ ἔχοντα τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δανείων, ἄνευ ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζητηθὲν ἀντάλλαγμα δὲν ἐχορηγήθη, καὶ ἐπειδὴ ἄλλως ἡ παράτασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὰς συναλλαγὰς, αἵτινες οὐσιωδῶς εἶχον ἤδη κλονισθῆ ἐκ τῆς ἀρξαμένης κρίσεως, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπραγματοποίησε τὴν ἄρσιν, ὑποβαλοῦσα τὸ Δημόσιον εἰς θυσίας, ὧν τὴν ἀνόρθωσιν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ σώφρων Κυβέρνησις ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 συνωμολογήθη ὑπὸ τοὺς ἐπαχθεστέρους ὅρους, ἀνέφερεν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τούτου ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, ἢ μᾶλλον παρεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δάνειον αὐτὸ 17,500,000 δραχμῶν. Πάντες ἐξεπλάγητε, ὅτε ἠκούσατε ἐντεῦθεν περὶ τούτου λαλοῦντα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτήν, ὅστις ἀξιοῖ νὰ πιστεύητε πᾶν ὅ,τι παρ’ αὐτοῦ λέγεται, ἀφορῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὸ μὲν διότι κατέχει ἔξοχον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν θέσιν, τὸ δὲ, διότι διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχε τὴν συνείδησιν, ὅτι μετέδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς ἰδανικοὺς, ἀριθμοὺς προσομοιάζοντας πρὸς ἐκείνους, οὓς εἶχε παραστήσει ὡς ἐκπροσωποῦντας τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀναγινώσκει σημείωμα συνταχθὲν ὑπὸ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπρατε καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς πρὶν διαδεχθῇ αὐτὸν, καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ νῦν συμπράττει· καὶ ὅτε ἀνέγνωσε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σημείωμα τοῦτο, πάλιν ἐπανέλαβεν, ὅτι οὐδεμίαν πρὸς τοῦτο ἀναλαμβάνει εὐθύνην, ἀρκεῖται δὲ μόνον νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ συντάξας τὸ σημείωμα ἀνώτερος ὑπάλληλος εἶναι ὁ κυρίως ἀσχολούμενος εἰς τὰ τῶν δανείων. Ἐνῷ δὲ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, οὗτινος βεβαίως δὲν ἐπέτυχεν ἡ ἔκδοσις, εἰσέπραξε κατὰ τὴν ἔκδοσίν του, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς προκαταβολῆς, μόνον 71,000,000, ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς λέγων ἡμῖν, ὅτι πρὸς ἀπόκτησιν τοσούτου ποσοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρεχώρησε τὸ στρογγύλον ποσὸν 17,500,000. Εἶναι, Κύριοι, φυσικὸν νὰ ἐκπλαγῆτε, καὶ νὰ ὑπολάβητε τὸν διαχειρισθέντα τὰ τοῦ δανείου ὡς ὀλιγώρως πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα προσενεχθέντα. Ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω διὰ τοῦ οἰκείου ὀνόματος τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀπέβλεπεν ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ἀνάγνωσις τοιούτου σημειώματος καὶ ἡ παράθεσις τοιούτων ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι, ῥιπτόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος, δύνανται νὰ ἀπατήσωσι τοὺς ἁπλουστέρους· εἶναι δυνατὸν καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ εὑρεθῶσι τινὲς, ὅπως εὑρέθησαν, ὅτε ἀνεγινώσκετο τὸ σημείωμα, οἱ ἐρωτήσαντες μετ’ ἐκπλήξεως: καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐδαπανήθησαν 17,500,000; Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, ᾐσθάνθην ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ σημειώματος, καὶ νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τούτῳ μελέτας μου. Τὸ πρῶτον κέρδος, τὸ παραχωρηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ τυπωθεὶς λόγος τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ περιέχει, εἶναι τὸ ἐκ δραχμῶν 2,300,000 δι’ ἔξοδα ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Πράγματι εἶναι τὸ μόνον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει ἀκριβῶς ὡς συμπεφωνημένον δι’ ἔξοδα ἐκδόσεως τοῦ δανείου, δι’ ἔξοδα ὁμολογιῶν, χαρτοσήμου κλπ. Σημειωτέον, ὅτι οἱ ἀναλαμβάνοντες τὰ δάνεια δὲν κερδαίνουσιν ἢ μικρὸν ποσοστὸν ἐκ τοῦ χορηγουμένου διὰ τὴν ἔκδοσιν ποσοῦ, διότι μεγάλην ἀμοιβὴν λαμβάνουσι τὰ μεγάλα τραπεζικὰ καταστήματα, ἐν οἷς γίνονται αἱ ἐγγραφαί, οὐκ ὀλίγα δὲ ποσὰ δαπανῶνται εἰς τὸν τύπον διὰ δημοσιεύσεις κλπ. Ἀλλὰ διὰ τὰ προηγούμενα δάνεια δὲν ἐχορηγήθη ἆρά γε ποσόν τι δι’ ἔξοδα ἐκδόσεως, ἢ λόγῳ προμηθείας, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον αὐτό; Χωρὶς νὰ ἀνατρέξω εἰς ἄλλα, ἐξετάζω πρωτίστως τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, προστρέχω δὲ κατὰ προτίμησιν εἰς αὐτὸ, διότι εἶναι τὸ πρῶτον συνομολογηθὲν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς χρυσὸν, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ δημοσίου χρέους ἦσαν εἰς ἀσυγκρίτως κρείσσονα τῆς κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 κατάστασιν, προστρέχω δὲ εἰς αὐτὸ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ συνωμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τί δ’ ἐν αὐτῷ εὑρίσκω; ὅτι λόγῳ προμηθείας καὶ λόγῳ ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐχορηγήθη εἰς τοὺς τραπεζίτας, δι’ ὧν συνωμολογήθη, ποσὸν δραχ. 1,100,000, οὐχὶ ὑπὸ τὸν ἴδιον τύπον, ἀλλὰ ὑπὸ διάφορον, ἤτοι ἐχορηγήθησαν 7½ φράγκα δι’ ἑκάστην τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ἐπειδὴ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς 120,000, τὸ χορηγηθὲν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 900,000, καὶ λόγῳ ἐξόδων ἐκδόσεως ἕτερον ποσὸν ἐκ φράγκων 200,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ φράγκα 1,100,000. Βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὀλιγώτερον τῶν 2,300,000, τῶν παραχωρηθέντων διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἀλλ’ ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δανείου μεγαλειτέρου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι θυσία τις μεγαλειτέρα ἔπρεπε νὰ γένηται πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δάνειον. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γένηται ἐνταῦθα λόγος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς προεχώρησε περαιτέρω. Ἀνέφερε δευτέραν ποσότητα ἐκ δραχ. 700,000, χορηγηθεῖσαν εἰς τοὺς τραπεζίτας διὰ προμήθειαν 1% ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν φράγκων 35,000,000. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον, ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς κέρδος τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἡ προμήθεια εἰς πάντα τὰ συνομολογηθέντα δάνεια ὑπὸ τὸν τύπον τῶν avances πάντοτε συνεφωνήθη καὶ ἐπληρώθη ὡς πρόσθετος τόκος. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄρσιν τῆς κυκλοφορίας, ὅτε συνωμολόγει τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς τραπεζίτας, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη, καὶ μίαν προκαταβολὴν 35,000,000 ἐπὶ τόκῳ 7% καὶ ἐπὶ προμηθείᾳ ½%· ἡ προκαταβολὴ αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ δάνειον, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδὲ ἡ πληρωθεῖσα δι’ αὐτὴν προμήθεια δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς ἐπιβάρυνσις τοῦ δανείου. Ἡ προμήθεια εἰς τὰς προκαταβολὰς ἢ τὰ προσωρινὰ δάνεια, καίτοι ἀποτελεῖ τόκον, συμφωνεῖται κατὰ συνήθειαν τραπεζικὴν καὶ πληρώνεται ἰδιαιτέρως. Ὡς πρὸς τὸν ὀφειλέτην ὅμως καὶ τὸ ποσὸν τῆς προμηθείας εἶναι καθαρὸς τόκος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀντὶ ἐν τῇ συμβάσει νὰ σημειώσωσι τόκον 7½%, ἐσημείωσαν τόκον 7 καὶ προμήθειαν ½%· ἄλλως τε καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συνωμολογήθη διὰ τὰ γενόμενα ὑπ’ αὐτοῦ προσωρινὰ δάνεια τόκος 7% καὶ προμήθεια ½%. Ἀλλ’ εἰς τὰ παραχωρηθέντα διὰ τὸ αὐτὸ δάνειον κέρδη καὶ ἕτερον ποσὸν ἄξιον λόγου ἐσημειώθη, 1,275,000, ὡς juissance· τὸ προϊὸν τοῦ πρώτου τοκομεριδίου μιᾶς ἑξαμηνίας ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἤτοι ὁ τόκος, ὁ πληρωνόμενος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἤρξατο πρὶν ἢ ἀκόμη τὰ χρήματα ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ juissance παρομαρτεῖ ἐν τῇ συνομολογήσει παντὸς σχεδὸν δανείου, διότι οἱ ἀναλαμβάνοντες τὸ δάνειον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωσι συνειλεγμένα ἐκ τῶν προτέρων τὰ χρήματά των, φυσικῶς δὲ στεροῦνται τοῦ τόκου, ὃν θ’ ἀπελάμβανον, ἐὰν τὰ χρήματά των ἐξηκολούθουν ὄντα ἐν κυκλοφορίᾳ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν τραπεζίτην νὰ ἔχῃ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα ὅσα χρήματα ἀναλαμβάνει νὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπογράφει τὴν περὶ τούτου σύμβασιν. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἄλλα δάνεια δὲν ἀνεγνώρισαν τοιαύτην juissance; Ἀνατρέχων εἰς τὰς συμβάσεις τὰς συνομολογηθείσας διὰ τὰ προηγούμενα δάνεια, εὑρίσκω, ὅτι ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς πρώτης καταβολῆς, ἐνῷ ἡ ἀξία τῆς ὁμολογίας καταβάλλεται εἰς πολλὰς μηνιαίας δόσεις· ἑπομένως καὶ τὰ ἄλλα δάνεια ἀνεγνώριζον juissance. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἡ juissance ἦτο μὲν κατά τι ἀνωτέρα, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ συνωμολογήθη, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο βεβαρυμένος μὲ τὰ προηγούμενα δάνεια τῶν 60,000,000 καὶ τῶν 120,000,000. Ἀλλ’ ὠφελήθησαν πᾶσαν τὴν juissance οἱ τραπεζῖται; Ἐκ τοῦ ἐκδοθέντος προγράμματος διὰ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου τούτου προκύπτει, ὅτι τὸ πλεῖστον αὐτῆς διετέθη ὑπὲρ τῶν ἐγγραφέντων πρὸς ἀγορὰν ὁμολογιῶν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, κατ’ ἀκολουθίαν τὸ ἐκ τῆς juissance κέρδος δὲν ἐδόθη εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον τραπεζίτας. Δέον δὲ νὰ γινώσκητε, ὅτι τοιαύτη juissance δὲν ἐδόθη μόνον διὰ τὰ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνομολογηθέντα δάνεια, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συνομολογηθέντα ὑπὸ Κρατῶν ξένων, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς· τοῦτο δὲ κάλλιον παντὸς ἄλλου γινώσκει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτής, ὥστε δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ μειδιάσῃ ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ μεταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίᾳ. Ἀλλὰ τὰ ποσά, ἐφόσον κατέρχομαι εἰς τὰ σημειωμένα, γίνονται μεγαλείτερα, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 4,125,000, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τοὺς τραπεζίτας ὑπὸ τὸν τύπον «ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὰ τοκομερίδια τοῦ δανείου (coupons) ἐπὶ ἔτη 37½ πρὸς λεπτὰ 50 ἕκαστον τοκομερίδιον». Τίς δύναται, ἀναγινώσκων τὸ σημείωμα τοῦτο, νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ γράψας τὸ σημείωμα ὑπάλληλος βεβαίως ἐπλανήθη, ἢ βεβαίως ἐξεβιάσθη νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἔξοδον τοῦ δανείου; Παρατηρῶ πρῶτον, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις τις μεταξὺ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, δηλαδὴ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν τοκομεριδίων ἐκ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, καὶ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον τραπεζιτῶν, διότι οἱ τραπεζῖται δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἦναι κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου, δὲν ἐγγυήθησαν δὲ οὗτοι εἰμὴ τὸ τρίτον τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ πρῶτον καθιερώθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῇ διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 συμβάσει; Γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας, ὅτι εἰς πάντα τὰ δάνεια, τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ γενόμενα, ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη ὡς πρώτιστος ὅρος. Ταύτην τὴν ἀπαλλαγὴν πρῶτος ἀνέγραψε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ συμβάσει τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἄρθρον 1 τῆς διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι ἀπηλλαγμένον καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι παντὸς φόρου, τέλους, ἢ κρατήσεως οἱασδήποτε φύσεως». Ὁμοία διάταξις ἐπανελήφθη καὶ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ αὐτὴ διάταξις, ὡς εἶναι ἑπόμενον, ἀνεγράφη καὶ εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν γενομένην διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἀλλ’ εἰς τὸ σημείωμα τοῦτο ἐπακολουθεῖ ἕτερον ποσὸν, μᾶλλον εὐσέβαστον (κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ), ἐκ δραχμῶν 6,600,000, ὑπὸ τὸν ἑξῆς δικαιολογητικὸν τύπον. «Ἐκ τῆς παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως καταθέσεως τῶν διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἰσπράξεων, ἀνερχομένων (κατὰ τὸ σημείωμα) εἰς δραχ. 10,000,000 κατ’ ἔτος, ἤτοι κέρδος 200,000 κατ’ ἔτος, ἐπὶ ἔτη 33». Παραλείπω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν διὰ τὸ δάνειον τοῦτο εἰσπράξεων ἦναι ἐκ 10,000,000, ἢ ὀλιγώτερον, ἀφοῦ, ὡς γνωστὸν, αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου περιωρίσθησαν εἰς μόνον 200,000, ἀντὶ τῶν ἀρχικῶς ἐκδοθεισῶν 340,000, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αἱ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ κατατεθειμέναι εἰς τὰς Τραπέζας εἰσπράξεις δὲν ἀνέρχονται διὰ τὰς δύο ἑξαμηνίας, εἰμὴ εἰς 6,000,000. Ἀλλ’ ἐξετάζω ἕτερόν τι· εἶναι ἄρα παραχώρησίς τις νέα; Καὶ ἀνατρέχω καὶ πάλιν εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, διότι εἶναι τὸ σχετικῶς ἀρχαιότερον τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συνομολογηθέντων δανείων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ συμβάσεως, αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς παραχωρηθείσης προσόδου τοῦ χαρτοσήμου κατατίθενται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἰς πάντα τὰ δάνεια περιλαμβάνεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ εἰσπράξεις κατατίθενται εἰς Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνωσι τὰ coupons. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐν πάσῃ ὥρᾳ τὰ χρήματα καὶ νὰ μεταχειρίζηται αὐτὰ εἰς προμήθειαν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν coupons τοῦ δανείου· ὡς ἐκ τούτου αἱ Τράπεζαι, παρὰ ταῖς ὁποίαις κατατίθενται αἱ διὰ τὰ δάνεια εἰσπράξεις, δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιῶσιν αὐτὰς, διότι δὲν δύνανται νὰ γινώσκωσιν ἐκ τῶν προτέρων, πότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει παραγγείλει νὰ δώσωσι τὰ χρήματα πρὸς προμήθειαν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἐπειδὴ δὲ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρὸ ἐτῶν ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν χρησιμοποιεῖ τὰ ἑαυτῆς κεφάλαια ἐν τῇ ἀγορᾷ εἰς προεξοφλήσεις, καὶ ὅτι τὸ ὅλον σχεδὸν τῶν ἐνταῦθα χρημάτων της ἔχει κατατεθειμένον εἰς ἄτοκον κατάθεσιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἑπομένως οὐδὲν δύναται νὰ πορισθῇ κέρδος. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς ταμεῖα ἂν εἶχε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τούτων, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν διάθεσιν αὐτοῦ δι’ ἀγορὰν συναλλάγματος. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται ἕτερον ποσὸν, ἐκ δραχ. 1,650,000, διὰ προμήθειαν ½% διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου ἐκ δραχμῶν 10,000,000, ἤτοι κατ’ ἔτος 50,000 ἐπὶ 33 ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἡ προμήθεια αὕτη δὲν εἶναί τι νέον. Τὸ ἄρθρον 13 τῆς συμβάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἔχει τὴν αὐτὴν ἀπαραλλάκτως παραχώρησιν. Ἰδοὺ ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 13, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παραχωρεῖ εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν καὶ τὸν κ. Κορωνιὸν, λόγῳ προμηθείας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων καὶ τοῦ χρεωλυσίου, ½%.» Ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων καὶ τοῦ χρεωλυσίου ἐπιβάλλει εἰς τὰς Τραπέζας μίαν ὑπηρεσίαν, ὄχι ἀσήμαντον, διὰ τὴν ὁποίαν αἱ Τράπεζαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἔχωσιν ἰδίους ὑπαλλήλους καὶ νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνας ὑλικάς. Λόγῳ δὲ ἀποζημιώσεως τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ χορηγεῖται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐν Εὐρώπῃ, μία μικρὰ προμήθεια. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 17,500,000 ἓν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 300,000, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως διὰ τὴν παρ’ αὐτῇ κατάθεσιν τῶν χρημάτων τοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ 3%, ἐνῷ αὕτη ἀπελάμβανε τόκον 7½. Τοῦτο ἀναφέρεται εἰς ἰδιαιτέραν συμφωνίαν, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ παραμένωσιν ἄτοκα τὰ χρήματα τοῦ δανείου μέχρι τῆς ὥρας τῆς χρησιμοποιήσεώς των πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ δεχθῇ τὰ χρήματα ταῦτα ἐπί τινι τόκῳ, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐδέχθη· ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον, μέχρις οὗ τὰ ἐχρησιμοποίησε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ προσωρινὴ αὕτη κατάθεσις ἀπέβη ὠφέλιμος μᾶλλον εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὴν Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως, διότι ἀπέδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον τόκον, ὃν ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Μεθ’ ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι αἱ γενόμεναι διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 παραχωρήσεις, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προηγούμενα δάνεια, δὲν εἶναι ἀνώτεραι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δανείου μεγαλειτέρου τῶν προηγουμένων καὶ συνομολογηθέντος ὑπὸ συνθήκας δυσμενεστέρας τῶν ὑφισταμένων ἐν τῇ συνομολογήσει τῶν προηγουμένων. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι πρέπει ὁ ἔλεγχος νὰ ἦναι λίαν ἀκριβολόγος καὶ λεπτομερὴς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προηγούμενα δάνεια, ἡ γενομένη ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀνωτέρα παραχώρησις οὐδέποτε εἶναι πέραν τῶν 500,000. Καὶ ὅμως ἀνεβιβάσθη εἰς 17,500,000. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπέδωκεν οὐ μόνον τὴν αἰτίαν τῶν δυσχερειῶν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπισκήψασαν τότε παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὴν καὶ χρηματιστικὴν κρίσιν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ ἦναί τις ὅλως ξένος καὶ ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ τῶν τότε γενομένων, ἢ νὰ στερῆται τῶν στοιχειωδῶν οἰκονομικῶν γνώσεων, ἵνα παραδεχθῇ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἠδύνατο τοιαῦτα νὰ παραγάγῃ ἀποτελέσματα. Κατ’ ἐμέ, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προέλαβε τὴν πλήρη οἰκονομικὴν τοῦ τόπου ἡμῶν καταστροφήν, διότι, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ χρηματιστικὴ ἐκείνη κρίσις ἐν συγχρόνῳ διατηρήσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βεβαίως ἠθέλομεν μεταβληθῆ εἰς χάρτινον Βασίλειον. Ἐπῆλθον ζημίαι εἰς ἄτομά τινα, ἀλλ’ αὗται δὲν ἦσαν γενικαί, ἦσαν ὅλως μερικαί. Ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας αἱ παροχαὶ καὶ εὐκολίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶχον λάβει διαστάσεις μείζονας τῶν συνήθως παρεχομένων, εἶχε δὲ τραπῆ ἡ ἐμπορικὴ τάξις, ἰδίᾳ δὲ ἡ τοῦ Πειραιῶς, εἰς κερδοσκοπικὰς πράξεις παρακεκινδυνευμένας. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς πρὸς τοὺς πέραν τοῦ προσήκοντος κερδοσκοπήσαντας, ὑπελήφθη ὡς ἡ παραίτιος τῶν ὁποίων ὑπέστησαν ζημιῶν, ἐνῷ ἡ ἀληθὴς τῆς ζημίας των αἰτία ἦτο ἡ ἐπίτασις τοῦ κερδοσκοπικοῦ πνεύματος, ἡ προκαλέσασα τὴν ἄρσιν τῶν πιστώσεων καὶ τὴν χρηματιστικὴν κρίσιν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι αἱ ζημίαι, αἱ ἐκ τῆς κρίσεως προελθοῦσαι, δὲν ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῶν δύο αὐτῶν πόλεων. Χρηματιστικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ κρίσεις ἐπέσκηψαν καὶ εἰς πολλὰ ἕτερα μέρη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, οὐδαμοῦ ὅμως εὑρέθη οἰκονομολόγος τις, ὁ ἰσχυρισθείς, ὅτι ἡ κρίσις προῆλθεν ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς προώριστο νὰ δημιουργήσῃ νέον οἰκονομολογικὸν δόγμα. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσί τινες φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναί τι κακόν, καθόσον ἐξ αὐτῆς ὠφελοῦνται κοινωνικαί τινες τάξεις, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα πωλοῦνται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τούτου δ’ ἕνεκεν εἰσπράττουσιν ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὰ ἀνώτερα, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς παρ’ ἡμῖν παραγωγούς, ὧν τὰ προϊόντα καταναλίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προκύπτον δὲν εἶναι πραγματικόν, διότι τὸ κέρδος αὐτὸ ἀφαιρεῖται ἢ ἀποσπᾶται ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τρόπον λανθάνοντα. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ὁ σταφιδοκτήμων ἐκ τοῦ ὁποίου μεταπωλεῖ προϊόντος εἰσπράξῃ 25 καὶ 26% περισσότερα τῶν ὅσα ἤθελεν εἰσπράξει, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δαπανήσῃ εἰς τὸν ἰδιαίτερον οἰκογενειακόν του βίον, εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας αὐτοῦ, ὅ,τι ἐκέρδησεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ μόνην τὴν ἄποψιν τοῦ συμφέροντος μιᾶς τάξεως κοινωνικῆς. Τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἁπανταχοῦ ἐξετάζονται ὑπὸ ἄποψιν γενικωτέραν, οὐδ’ ὑπάρχει μέχρι τοῦδε ὁ ἰσχυρισθείς, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι καλόν τι κοινωνικόν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀποτελεῖ βεβαίως καὶ ἀναντιῤῥήτως πρόσθετον φορολογίαν ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ ἐμπόριον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ προσηκόντως, αἱ δὲ ἐν γένει συναλλαγαὶ σπουδαίως προσκόπτουσι, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τιμῆς, ἐφ’ ᾗ εἶναι συμφέρον νὰ μεταπωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμά του. Ὅταν δὲ τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχωσιν ὡς παρ’ ἡμῖν, δηλονότι ἡ διακύμανσις τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν περιορίζηται εἰς γνωστὰ ὅρια, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σημεῖόν τι θετικὸν καὶ ὁριστικὸν ὡς πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῶν συναλλαγῶν. Ἂν τοὐλάχιστον κατωρθοῦτο, ὅπως κατωρθώθη ἀλλαχοῦ, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὡρισμένα τινὰ ὅρια, ἠδύνατό τις νὰ ἦναι ἐπιεικέστερος πρὸς τὸν κοινωνικὸν τοῦτον ἐφιάλτην, διότι ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποτελέσματα δὲν ἀποβαίνουσι καταστρεπτικὰ εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ κοινωνικὰς συναλλαγάς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, λαλῶν ἐντεῦθεν περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μετὰ μειδιάματος ἐμνημόνευσε τῆς ἐντεῦθεν ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι παρασκευάζει τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι ἔκρινεν, ὅτι ἡ ἐπαγγελία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σκοπεῖ νὰ κολακεύσῃ τὴν ἐμπορικὴν τάξιν καὶ γενικῶς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑποβάλλονται εἰς οἱανδήποτε ζημίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι πρέπει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ν’ ἀρθῇ ἀποτόμως, διότι ὑπὸ ἄλλας συνθήκας σήμερον διατελεῖ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἰδίως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει προκύψει μόνη, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀθορύβως, διὰ τῶν τακτικῶν ἰσοζυγίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐν γένει παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὅταν τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους πιστοποιῆται ὑπὸ σειρᾶς ἀπολογισμῶν, ὅταν κατορθωθῇ νὰ μὴ συναγωνίζηται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἀγορᾷ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀγορὰν χρυσοῦ ἢ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅταν ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἡμῶν προαχθῇ, ἀναπτυχθῇ δὲ συνάμα καὶ ἡ μικρὰ ἡμῶν βιομηχανία, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἂν ὑφίσταται, δὲν θέλει ἐπηρεάζει τὰς συναλλαγάς, τὴν δὲ ἄρσιν αὐτῆς θέλομεν ὑπολαμβάνει ἐπελθοῦσαν καὶ πρὶν ἢ ἔτι πραγματοποιηθῇ τυπικῶς. Τοῦτο συνέβη πρό τινος εἰς ἕτερον Κράτος, τοῦτο συνέβη καὶ ὅτε τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῖν ἐγκαθιδρύθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Οἱ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ 1877, ὅτε παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἐνομοθετήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐπὶ πολλοὺς μῆνας οὐδεμία ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις μεταξὺ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τοῦτο δὲ διότι τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τεθέντα εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια ἦσαν ὀλίγα. Ὅτε δὲ βραδύτερον συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συνέπεσεν, ὥστε καὶ ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν νὰ ὑπάρχῃ μικρά τις ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδεμία ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, τοσοῦτον δὲ οἱ πάντες εἶχον λησμονήσει αὐτὴν, ὥστε, ὅτε ἀνέγνωσαν τὸ Διάταγμα, τὸ ἀναγγέλλον τὰ τῆς ἄρσεως αὐτῆς, ἠπόρησαν, διότι ἐνόμιζον αὐτὴν ἠρμένην πρὸ ἐτῶν. Τοιοῦτό τι δύναται καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ συμβῇ, οὐχὶ βεβαίως μετὰ τῶν αὐτῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος ἐν Γαλλίᾳ. Ὅταν ἀνὰ πᾶν ἔτος ἔχητε περιορισμὸν τῶν ἀναγκαστικῶς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, μετὰ τέσσαρα ἔτη δὲν θὰ ἔχητε κανὲν τραπεζικὸν γραμμάτιον κυκλοφοροῦν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ σήμερον ἔτι συνέφερεν αὕτη νὰ γένηται· τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀνέρχεται εἰς ἐννενήκοντα ἑκατομμύρια· ἐπειδὴ δὲ σήμερον, ὡς ἔχει ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν, δύναται τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ πρὸς 6%, διὰ δὲ τὰ ὀφειλόμενα ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πληρόνει 1%, δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους εἰμὴ μόνον μὲ τόκον 5%, ἤτοι ἡ ἐτησία ἐπιβάρυνσις αὐτοῦ ἔσται ἐλάσσων τῶν πέντε ἑκατομμυρίων. Τί σήμερον πληρόνει διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος; ἑπτὰ ἑκατομμύρια. Παραλείπω δὲ καὶ ἄλλας ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ὡς ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν πρὸς χρῆσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας διαφόρων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προμηθειῶν, καὶ μάλιστα τῶν προμηθειῶν, τῶν γιγνομένων ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται, οὐδὲ πρέπει νὰ γένηται ἀποτόμως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως μηδ’ ἐλαχίστη ἐπέλθῃ διατάραξις ἢ βλάβη εἰς τὰς συναλλαγὰς οἱασδήποτε κοινωνικῆς τάξεως· εἶναι δὲ προτιμότερον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία νὰ ἀρθῇ, ὅταν ἐπανειλημμένα ἔτη βεβαιώσωσι τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅταν τὸ ἰσοζύγιον, τὸ κατὰ τὸ 1887 ἐπιτευχθὲν, ἐπαναληφθῇ καὶ κατὰ ἑπόμενα ἔτη, καὶ ὅταν μικρὸν κατὰ μικρὸν τὰ διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀποσυρόμενα τῆς κυκλοφορίας, ἀντικατασταθῶσι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐκδιδομένων διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν καὶ χρησιμοποιουμένων εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ εὐκολίας τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ καὶ τούτου κατορθουμένου, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ καὶ τυπικῶς νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· διότι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων ἀναγκαστικῶς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τραπεζικῶν γραμματίων, οὗ ἕνεκεν ἐπέρχεται ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι λόγοι, ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, καθόσον οὗτοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐμπορίου εἶναι παθητική. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ πρὸς αὐτοὺς συζήτησις, διότι, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων ἀξίας, ὑπερβαινούσης τὰ μεταλλικὰ ἀποταμιεύματα τῆς χώρας. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει πάντοτε σκοπὸν τὴν συνομολόγησιν δανείου εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους; Τὸ πρῶτον, ὅτε ἐπεβλήθη ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἤτοι τὸ 1848, συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, εἶχε σκοπὸν τὴν περιφρούρησιν τοῦ μεταλλικοῦ τῆς Τραπέζης. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ τότε κρατοῦσαι περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἰδέαι ἦσαν αἱ πεπαλαιωμέναι, ὑπεχρεώθη ἡ Τράπεζα νὰ πληρόνῃ τόκον τινὰ εἰς τοὺς κομιστὰς τῶν γραμματίων της, ὅπερ ὅμως δὲν ἦτο κατορθωτὸν, διότι ταῦτα μετέβαινον ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα καὶ δὲν ἦτο εὔκολος ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας αὐτῶν διὰ τῆς προσθήκης τόκου. Ὥστε δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἐπιβάρυνσιν τοῦ τε προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας. Διότι, εὐθὺς ὡς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως κυκλοφοροῦν, οὐχὶ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς, ἀλλὰ ἐλαττωθῇ εἰς εἴκοσιν ἢ 30 ἑκατομμύρια, εἶναι πάντως βέβαιον, ὅτι οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι, εὐθὺς ὡς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἤδη ἀπαρχὴ, γένηται γνωστὸν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, εὐθὺς ὡς ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος περιορισθῇ εἰς ὅριον μεταξὺ 10–15%, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει παύσει ἐπηρεάζουσα τὰς συναλλαγὰς, τοῦτο δὲ βλέπομεν γιγνόμενον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀλλαχοῦ. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν Αὐστρίᾳ ἐπικρατεῖ ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν· καὶ ἐκεῖ ἐν παρῳχημένῃ ἐποχῇ ὑπῆρχε σπουδαία διακύμανσις τοῦ χρυσοῦ, εὐθὺς ὅμως, ὡς ἠλαττώθη τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Κράτους διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, προήχθη δὲ συνάμα ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ καὶ βιομηχανία, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ περιωρίσθη μεταξὺ 17 καὶ 20%. Ἀλλ’ ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρ’ ἡμῖν, δύναται ἐκ μεμελετημένου σχεδίου οἱουδήποτε κερδοσκόπου ν’ αὐξηθῇ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ εἰς βαθμὸν, σπουδαίας ἔχοντα τὰς συνεπείας ἐπὶ τῆς χρηματιστικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς, ὡς συνέβη πρό τινος καιροῦ ἐξ ἐπιχειρήσεως ἑνὸς ἐκ Κερκύρας ὁρμωμένου Ἰουδαίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ γενικώτερον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως θέλω ἴσως εἴπει ὀλίγας λέξεις ἐν ἐπιλόγῳ. Ὀφείλω ὅμως νὰ συμπληρώσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς αἰτιάσεις τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ μεταδώσω ὑμῖν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανελήφθη ἐντεῦθεν ζωηρότερον κατὰ τὴν συζήτησιν, αὐτὴν, εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως αἱ δαπάναι ηὐξήθησαν ὑπερόγκως. Συνέκριναν τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὰ πρὸ δεκαετίας ἢ ὀκταετίας ἔτη πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1887, διὰ νὰ σᾶς παραστήσωσιν, ὅτι ὑπῆρξε τρομερὰ ἐξόγκωσις αὐτῶν, ὀφειλομένη εἰς τὸ πολυδάπανον σύστημα τῶν σήμερον κυβερνώντων. Βεβαίως, Κύριοι, ὅταν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς Προϋπολογισμοὺς, τοὺς πρὸ τοῦ 1880, καὶ συγκρίνῃ αὐτοὺς πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1887, θέλει εὕρει τῷ ὄντι μεγάλην διαφοράν· ἀλλ’ ἆρά γε ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως; προέρχεται ἆρά γε ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἐξογκώσεως εἰς τὰ ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων; Λαμβάνω ἀκριβῶς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθησαν ἅπασαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, ἐφηρμόσθησαν δὲ τότε ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλαβόντος τότε τὴν διοίκησιν ὑπὸ πρόγραμμα αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν. Μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον ἐπετάθησαν αἱ οἰκονομίαι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ὥστε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὸν κατέκρινον ἐπὶ τούτῳ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀναγινώσκω τὰ διάφορα κεφάλαια τῶν δημοσίων δαπανῶν, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ κυρίως ἔγκειται αὐτὴ ἡ μεγάλη διαφορά. Ἡ διὰ τὸ δημόσιον χρέος δαπάνη κατὰ τὸ 1880 ἀνήρχετο εἰς 12,952,070, κατὰ τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς 38,051,356. Αἱ συντάξεις κατὰ τὸ 1880 ἀνήρχοντο εἰς 3,890,000, κατὰ τὸ 1887 ἀνῆλθον εἰς 4,201,780. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1880 εἶχε προϋπολογισμὸν ἐξόδων 11,100,586, ἐνῷ οὗτος ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1887 εἰς 18,084,420. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶχε πιστώσεις κατὰ μὲν τὸ 1880 2,111,229, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐκ δραχ. 3,652,887. Δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν ποσὸν δρ. 2,381,384, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ταῦτα ἀνῆλθον, ὡς ἐκ τῆς ἀντιστοίχου αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, εἰς δραχ. 6,467,468. Μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων δύο μόνον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, παρουσιάζουσι μεγάλην ἐπὶ πλέον διαφοράν. Ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἐγερθῇ συζήτησις ἐπὶ τῇ αὐξήσει τῶν δαπανῶν τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, πρέπει ἀναγκαίως ἕτερον ζήτημα πολιτικὸν νὰ συζητηθῇ· ἐὰν δηλονότι ἡ Ἑλλὰς πρέπῃ νὰ ἔχῃ μίαν τινὰ πολιτικὴν ἐθνικὴν, ἢ πρέπῃ νὰ καταργήσῃ καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν της καὶ νὰ σκεφθῇ μόνον, κατὰ τίνα τρόπον, διὰ τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν καθεστηκυῖαν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Συμπολίτευσις δὲν διΐστανται, διότι πάντες φρονοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ σκέπτηται μόνον διὰ τὴν ἀπηλευθερωμένην ἤδη γωνίαν τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει, προάγουσα τὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, νὰ μὴ λησμονῇ τὰς ὁποίας ἔχει ἱερὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ νὰ ἐργάζηται πρὸς παρασκευὴν τῶν ἐγγυωμένων τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν μέσων. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ δὲν περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὰς γενικὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ συνέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1878 καὶ 1887, εἶπε δὲ ἡμῖν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1878 εἶχε Προϋπολογισμὸν ἐκ δραχμῶν 1,135,000, σήμερον δ’ ἔχει Προϋπολογισμὸν ἐκ 2,190,000. Ἰδοὺ προχείρως μία σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων ἐν Ὑπουργείῳ, οὗ αἱ δαπάναι δὲν ηὔξησαν ἐκ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν! Ἀλλὰ πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη; Ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν λεπτομερῶς πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτῆς. Ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατὰ τὸ 1878 καὶ κατὰ τὸ 1887 τὴν αὐτὴν περίπου ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος δαπάνην, διότι ἡ ὡς πρὸς αὐτὴν πίστωσις κατὰ μὲν τὸ 1878 ἀνήρχετο εἰς δραχ. 112,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς 127,000. Ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία κατὰ τὸ 1878 εἶχε πίστωσιν δραχ. 223,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐκ δραχ. 228,000. Αἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολαὶ ἀπῄτησαν πίστωσιν κατὰ μὲν τὸ 1878 ἐκ δραχ. 345,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐκ δραχ. 380,000. Εἰς τὰ κεφάλαια ἄρα ταῦτα ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ἀξία λόγου. Σπουδαία ὅμως παρατηρεῖται διαφορὰ εἰς τὰς πιστώσεις διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον αὗται κατὰ μὲν τὸ 1878 ἀνήρχοντο εἰς 281,000 κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπροβιβάσθησαν εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 672,000. Ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς ἐπὶ πλέον ταύτης διαφορᾶς εἶναι εὐεξήγητος, διότι κατὰ τὸ 1878 πλεῖστοι πρόξενοι καὶ ὑποπρόξενοι ἐλάμβανον ἀντὶ ὡρισμένου μισθοῦ τὰ προξενικὰ τέλη, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἐδόθησαν αὐτοῖς τακτικοὶ μισθοὶ, τὰ δὲ προξενικὰ τέλη εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα. Δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία ποῖα ἔσοδα ἀπέδιδε τὸ 1878 καὶ ποῖα ἀποδίδει σήμερον. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν προξενικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1878 ἦτο 250,000, κατὰ δὲ τὸ 1887, 600,000, εἰσεπράχθησαν δὲ μάλιστα 614,422. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δικαιολογεῖται πληρέστατα καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου ἡ διαφορὰ τῶν δαπανῶν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη διαφορὰ εἰς τὰ λεγόμενα ἀπρόβλεπτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι κατὰ τὸ 1878 ἀνεγράφη ὡς πρὸς αὐτὰ πίστωσις ἐκ δραχ. 150,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 αὕτη ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 750,000. Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ φρονῶν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ὀφείλεται εἴς τινα σπατάλην τῆς διοικήσεως; Καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας διεχειρίσθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συνηγόρησαν, ὅπως τὸ ποσὸν αὐτὸ ψηφίζηται μεῖζον τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, παρουσιάζει ἀδικαιολόγητον διαφορὰν δαπανῶν, ἀναγομένων μάλιστα εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη, ἤτοι εἰς τὰς πιστώσεις τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν τοῦ 1887 καὶ 1888. Διότι κατὰ μὲν τὸ 1887 τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἔξοδα φυλακῶν» ἔλαβε πίστωσιν ἐκ δραχ. 328,958, κατὰ δὲ τὸ 1888 τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβίβασεν εἰς δραχμὰς 1,088,532. Ὅτε ἤκουσα τοῦτο, ἐξεπλάγην, διότι ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ παρουσιάζεται ὄντως ἀδικαιολόγητος μεταξὺ δύο συνεχῶν ἐτῶν καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι, ἵνα καταγγείλῃ ταύτην ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἦτο βέβαιος περὶ αὐτῆς. Ἀνέτρεξα, ὡς ἦν ἑπόμενον, εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν δύο ἐτῶν καὶ ἐξήτασα ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν διαφορὰν αὐτὴν, ἐνεθυμήθην δὲ καὶ τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1887 νόμον περὶ φυλακῶν, καθ’ ὃν, ὡς γινώσκετε, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετετέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ ὑπηρεσία τῶν φυλακῶν τῶν καταδίκων, διὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1887 ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πίστωσις ἐκ δραχ. 763,508· ὅταν δὲ εἰς τὴν πίστωσιν αὐτὴν προστεθῇ καὶ ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναγραφεῖσα κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος πίστωσις ἐκ δραχ. 328,958, θέλετε ἔχει ποσὸν κατὰ τι ἔλασσον τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἀναγραφομένου. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ μείνῃ ἀμέτοχον τῶν ἐπιθέσεων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας· ἔπρεπε καὶ τοῦτο αὐστηρῶς νὰ ἐλεγχθῇ διά τινα γραφικὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐνεδείκνυον αἱ κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις τῶν διατεθεισῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1888. Εὗρε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὡς μέγιστον ἔγκλημα, διατὶ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ νὰ σημειῶνται αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ὡς διὰ δύο Β. Διαταγμάτων ἐγκριθεῖσαι, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὡς ἀνερχόμενοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πράγματι ἐγκριθέντος, ἀφοῦ τὸ προηγούμενον Β. Διάταγμα ἠκυρώθη διὰ τοῦ μεταγενεστέρου. Βεβαίως, ἐάν τις φρονῇ, ὅτι ὁ σκοπὸς ἡμῶν, τῶν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀπασχολούντων τὴν Βουλὴν, εἶναι κυρίως νὰ καταγινώμεθα εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν τυπογραφικῶν, ἔστω καὶ τῶν γραφικῶν, λαθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τότε βεβαίως εἶχον λόγον αἱ γενόμεναι ἐπικρίσεις. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἐντεῦθεν πρέπει ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ θεμάτων σπουδαιοτέρων καὶ οὐχὶ ἐπὶ λογιστικῶν λαθῶν, οὐδεμίαν ἐχόντων πρακτικὴν ἀξίαν. Ὅταν τις τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μελετήσῃ, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5656 ἀπὸ 28 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παριστῶν, ὅτι αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ᾐτήσατο νὰ χορηγηθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων αἱ ἀναγκαῖαι ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἀναπληρωτικαὶ μὲν ἐκ δραχμῶν 214,870 διὰ τροφοδοσίαν πληρωμάτων στόλου, ἔκτακτοι δὲ ἐκ δραχμῶν 219,867, ἐξ ὧν δραχ. 200,108 διὰ μισθὸν πληρωμάτων Β. πλοίων. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνέκρινε τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ πράξεως ὑπ’ ἀριθ. 41 τῆς 9 Μαΐου ἐ. ἔ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ λάθους τοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλου προεκλήθη ἓν Β. Διάταγμα, χαρακτηρίζον ὡς ἀναπληρωτικὰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ἐδέησε νὰ διορθωθῇ τὸ λάθος τοῦτο διὰ τῆς ἐκδόσεως ἑτέρου τοιούτου. Οὕτως ἐξεδόθησαν δύο Β. Διατάγματα, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ χρονολογίαν 24 Μαΐου διὰ τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, καὶ ὑπὸ χρονολογίαν 15 Ἰουνίου διὰ τὴν ἔκτακτον, ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 434,737. Καὶ πῶς, ἐπιφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσητε ὡς ἔκτακτον πίστωσιν, πίστωσιν διδομένην διὰ χρείαν ἢ ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, περὶ ἧς προβλέπει ὁ Προϋπολογισμός; Καὶ πῶς οὕτως ἐφαρμόζετε τὰς λογιστικὰς διατάξεις; Ὡς γνωστόν, ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὴν διὰ Διατάγματος χορήγησιν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, εἰμὴ μόνον ὅταν πρόκηται περὶ ἐκείνων τῶν πιστώσεων, αἵτινες ῥητῶς κατωνομάσθησαν ἐν τῷ νόμῳ, τῷ ψηφίζοντι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ὅταν ψηφίζηται κατ’ ἔτος ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων, ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὰ κεφάλαια ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Μεταξὺ τῶν οὕτως ἀναγραφέντων ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν μισθὸν τῶν πληρωμάτων, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν προέβλεψε τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου προκύψασαν βραδύτερον ἀνάγκην αὐξήσεως τῆς διὰ μισθὸν τῶν πληρωμάτων πιστώσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐπαρουσιάσθη καὶ ἦν ἀναπόφευκτος, διότι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ λειτουργήσῃ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν πληρωμάτων, ἐφ’ ὅσον ἦν ἠναγκασμένος νὰ συντηρήσῃ ταῦτα, μέχρις οὗ λειτουργήσῃ ὁ νέος περὶ τούτου νόμος. Ὡς ἐκ τούτου προὐκάλεσε τὸ ἀπὸ 15 Ἰουνίου ἐ. ἔ. Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 219,867 ὑπὸ νέον κεφάλαιον ΙΒʹ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠδύνατο, κατ’ ἐμὲ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς προὐκάλεσε Β. Διάταγμα νὰ χαρακτηρίσῃ ἀναπληρωτικὴν τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, εἰμὴ δι’ ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προὐτίμησε νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία εἰς ἕνα Ὑπουργὸν, διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας ἀδύνατον. Κατὰ τί δὲ διαφέρει ἡ ἀναπληρωτικὴ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως; καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην ὁ Ὑπουργὸς, ὁ προκαλῶν αὐτὴν, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὅταν αὕτη συνέλθῃ, νὰ αἰτήσηται τὴν κύρωσιν αὐτῆς· ἀπομένει κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα καὶ ἐπὶ τῶν δύο εἰδῶν τῶν πιστώσεων νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὰς εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν εἶσθε ὑποχρεωμένοι, παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, νὰ ἀναγράψητε τὸ αὐτὸ εἶδος τῆς δαπάνης ὑπὸ δύο κεφάλαια. Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γένηται τοῦτο; Ἐὰν ἤμην ἐγὼ ὁ διδοὺς τὴν γνώμην τὴν λογιστικὴν, ἤθελον εἴπει ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον νὰ ἐγγραφῇ καὶ ἡ ἔκτακτος πίστωσις, ὑφ’ ὃ ἤθελεν ἐγγραφῆ καὶ ἂν ἦτο ἀναπληρωτική. Ἀλλ’ οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα ἀπομένει τὸ αὐτὸ, εἴτε ἀναπληρωτική, εἴτε ἔκτακτος εἶναι ἡ πίστωσις.
§50ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.