Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 9

1888.11.05

2,126 rows · 16,665 words · 6 tables · 20 turns

Date
1888.11.05
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9.

Τῆς 5 Νοεμβρίου 1888.

(Σάββατον).

Ὥρα 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Ἡ ἐκλογὴ ὑπάγεται εἰς τὸ Γʹ Τμῆμα, καὶ παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος αὐτοῦ νὰ συγκαλέσῃ τὸ Τμῆμα, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του.

§2Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Χθὲς, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνέβη ἓν ἄτοπον· ἐννοῶ τὰ χειροκροτήματα. Ἐπιστεύομεν, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον εἶχεν ἐπανέλθει ἡ τάξις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι δὲν ἤθελον ἐπαναληφθῆ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐγένοντο, ὅτε τὰ ἀκροατήρια σχεδὸν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, ὅτι ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς παρομοίαν φάσιν. Ἑπομένως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐκτὸς τούτου, μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις ἐκ μέρους φίλων δημοσιογράφων, ὅτι ὁ τύπος δὲν ἔχει προσήκουσαν θέσιν ἐνταῦθα. Νομίζω, ὅτι ἔχει συμφέρον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ βοηθῇ τὸ ἔργον τῶν δημοσιογράφων, καθόσον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἀτελὲς, ἐὰν οἱ δημοσιογράφοι δὲν ἔχωσι πᾶσαν εὐκολίαν νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εὑρίσκωσι καὶ πᾶσαν εὐκολίαν, διὰ νὰ λαμβάνωσι σημειώσεις ἐκ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀληθῶς τὸ γεγονὸς τῆς χθὲς ἐλύπησε καὶ ἐμὲ, διότι — ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν — κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ τάξις ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐτηρήθη· ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε διατηρηθῆ ἐπίσης ἐφέτος. Δυστυχῶς τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν περὶ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ διατάξω τὰ πρέποντα. Ἐλπίζω, ὅτι τὰ ἀκροατήρια δὲν θέλουσιν ἐπαναλάβει τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, διότι ἄλλως θέλω ἐφαρμόσει τὸν Κανονισμὸν κατὰ γράμμα, τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς.

§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ μὴ ἀνοίγωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον, ἀλλ’ ὅταν ἀναβαίνωσιν ὅλοι εὐθὺς θὰ συνωθῶνται, καὶ θὰ συμβαίνωσι πολλὰ ἄτοπα.

§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν θὰ διατάξω νὰ ἀνοίξωσι τὰ θεωρεῖα, ἅμα ὡς ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς δημοσιογράφους, παρατηρῶ, ὅτι, καθ’ ἃς πληροφορίας μοὶ δίδει τὸ Γραφεῖον, τινὲς τῶν δημοσιογράφων λαμβάνουσι δύο καὶ τρία εἰσιτήρια καὶ ἀναπληροῦνται· φεύγει ὁ εἷς καὶ ἔρχεται ὁ ἄλλος, οὐδεὶς ὅμως εἰς ἐμὲ παρεπονέθη, ὅτι δὲν ἔχει εἰσιτήριον· ἐὰν ἔχῃ τις παράπονον, ἂς ἀπευθυνθῇ εἰς ἐμὲ, διὰ νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ θεραπεύσω. Οἱ καπνοπῶλαι Λαρίσσης ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ καπνοπῶλαι Τυρνάβου ζητοῦσι τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀγωνιστὴς Γεώργιος Μπαριακτάρης ζητεῖ αὔξησιν τοῦ διδομένου αὐτῷ βοηθήματος. Ἦλθε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶναι ὄντως ἀγωνιστὴς γέρων· λέγει ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ τὸ διδόμενον αὐτῷ βοήθημα. Ποῦ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορά του;

§10ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἕτερος ἀγωνιστὴς, Μιχαὴλ Μπινιάτης, ζητεῖ συνδρομὴν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του. Παραπέμπεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§12ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὀλίγας λέξεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου π. ε., ἤτοι ἀπὸ 15 περίπου μηνῶν, κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων εἷς, καλούμενος Βῆκος, ἐξ Ἀβδέλης τοῦ Ὀθωμανικοῦ, διαμένων ἀπό τινος ἐν Ζάρκῳ, ὅστις κατεδικάσθη παρὰ τοῦ τελώνου Καλαμπάκας εἰς ἀπότισιν χρηματικοῦ τινος ποσοῦ λόγῳ λαθρεμπορίας. Διὰ τῆς παρούσης μου ἐπερωτήσεως παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ οὗτος εἰσέτι κρατεῖται, καὶ διατὶ ὁ Νομάρχης Τρικκάλων δὲν ἐβεβαίωσεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν τὸ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης τοῦ ἐν Τρικκάλοις Τουρκικοῦ Προξενείου, ὅπερ ἀπεστάλη αὐτῷ πρὸ 8 περίπου μηνῶν, μολονότι ἐπανειλημμένως δι’ ἀναφορῶν του ἀνηνέχθη ὁ κρατούμενος πρὸς αὐτόν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὃν τὸ ἱερώτατον δικαίωμα ἑκάστου πολίτου, ἀνέγραψεν ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος, τὸ Σύνταγμα, ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ 9, ὅπερ λέγει, ὅτι ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἰς τὰς Ἀρχάς. Τὸ τοιοῦτον, ἀναγράφων ὁ νομοθέτης, δὲν τοῦ διήρχετο βεβαίως τὸν νοῦν, ὅτι θέλουσιν ὑπάρξει Ἀρχαὶ τοῦ Κράτους, αἵτινες νὰ περιφρονῶσι δίκαια παράπονα πολιτῶν, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐξ ἀντιπαθειῶν, ἢ ἄλλων λόγων. Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, δι’ ἧς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν Προϋπολογισμῶν ὅλων τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, καὶ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, διατὶ ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε Προϋπολογισμοὺς, εἰς ἄλλους μὲν δήμους μικρῶν προσόδων πολυτελεῖς, ὑποστηρίζων καὶ γνώμην μειοψηφιῶν, εἰς ἄλλους δὲ μεγαλειτέρων προσόδων γλίσχρους τοιούτους, ἀποκρούων καὶ γνώμας πλειοψηφιῶν, ἰδίως δὲ εἰς τὸν δῆμον Φαρκαδῶνος, οὗτινος ἀναιτιολογήτως ὅλως ἀπέῤῥιψε πάντα τὰ κονδύλια, τὰ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ψηφισθέντα, ἐγκρίνας κονδύλια πολυτελέστατα, ὑπὸ δύο μόνων συμβούλων ὑποστηριζομένα, καὶ μὴ διστάσας ν’ ἀποῤῥίψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ κονδύλιον ἑνὸς φοιτητοῦ τῆς ἰατρικῆς, τὸν ὁποῖον ὁ δῆμος ἐκεῖνος ἀπὸ τριετίας ὑποστηρίζει διὰ συνδρομῆς 600 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐνδιαφερόμενος τὰ μέγιστα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν του, καθ’ ὅσον δὲν ηὐτύχησεν εἰσέτι ν’ ἀποκτήσῃ ἐπιστήμονα ἰατρὸν ἐγχώριον, εἶναι δὲ ἀφιεμένη ἄχρι τοῦδε ἡ τύχη τῶν ἀσθενῶν εἰς ἐμπειρικοὺς ἰατρούς. Ἐπίσης διὰ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεώς μου παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ὁ Νομάρχης κατακρατεῖ εἰσέτι τὰς πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Φαρκαδῶνος περὶ διορισμοῦ ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν αὐτῷ πρὸ 7 περίπου μηνῶν. Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ περὶ δήμων νόμου ὁρίζει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, μὴ χρῆζον ποσῶς τῆς ἐγκρίσεως τῆς προϊσταμένης Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Ὁ Νομάρχης, μὴ δυνάμενος κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ σφετερισθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐθεώρησεν, ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νὰ κρατήσῃ τὰς πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, αἵτινες συνήθως ὑποβάλλονται ἁπλῶς πρὸς γνῶσιν τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς. Τέλος παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ὁ Νομάρχης, ἐνῷ δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστήριξε κατ’ Ἀπρίλιον ε. ε. τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Φαρκαδῶνος, κατόπιν, μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλῶν ἡμερῶν, δι’ ἑτέρας ἐκθέσεώς του ἐζήτει τὴν σωτηρίαν του.

§13ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Νομάρχης;

§14ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὁ κ. Πετρίτσης, γνωστὸς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.

§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας ἐγγράφως, ἵνα τὰς ἔχω ἐγκαίρως.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν χρησιμεύει εἰς τοὺς κυβερνῶντας ὡς ἀφορμὴ, ἵνα φέρωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὴν τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοιαύτην ἔκθεσιν ἐποιήσατο χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889. Ἀλλὰ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ πρὶν ἢ ἀκούσωμεν τῆς χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενομένης ἐκθέσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴχομεν λάβει γνῶσιν τῶν ἀνακοινώσεων τούτων δι’ ἐπισημοτάτης ἄλλης ὁδοῦ, τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ταύτης ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν. Οἱ Βασιλικοὶ λόγοι εἶναι ἔργον τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ περιέχουσι τὰς περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων γνώμας αὐτῶν. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν περιέμενε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου πληροφορίας, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ ταύτας διὰ τῶν χειλέων τοῦ Βασιλέως. Τὰ δὲ θέματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τὰ θέματα, τὰ συναφῆ μετὰ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, μοὶ φαίνονται, ὅτι εἶναι θέματα ἄξια καὶ τῆς λεπτομεροῦς ἐρεύνης τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης αὐτῶν. Διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι κεκλημένον, ἵνα προνοῇ μόνον περὶ τῆς ἐσωτερικῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν αὐτοῦ, περὶ τῆς εὐκοσμίας τῆς διοικήσεως, περὶ τῆς προκοπῆς καὶ βελτιώσεως τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸ καθήκοντα ἄλλα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις οὐ μόνον συνδέεται, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται οὐσιωδῶς ἐκ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο προσδοκῶ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν θέλει οὐδέποτε φανῆ ὑποδεέστερον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸ, καὶ ὅτι θέλει ἐρευνήσει μετ’ ἐμβριθείας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρωτίστη ὑπάρχει ἀνάγκη τὸ Κοινοβούλιον νὰ γένηται ἐν γνώσει τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι πληροφορίαι περὶ ταύτης μὴ ἀκριβεῖς δύνανται νὰ ἀποτρέψωσιν ἢ νὰ παραπλανήσωσι τὴν μελέτην αὐτοῦ, καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν παράστασιν καταστάσεως, τῆς ὁποίας ἡ ἔκβασις δὲν δύναται παρὰ ἐπὶ τέλους νὰ ἦναι ὀλεθρία. Διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, μόλις καταβάντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, σπεύδει νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον, συντελοῦσα καὶ αὕτη εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀνακοινοῦσα εἰς αὐτὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ ἐξ αὐθεντικῶν σημειώσεων, καὶ τὰς ἰδίας αὐτῆς περὶ ταύτης μελέτας, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον πλήρη καὶ ἀκριβῆ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ διατίμησιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πρὸς θεραπείαν μέσων. Ἡ Βουλὴ, ὡς ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἔγνω, καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸς αὐτὴν διέκρινεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιβάλλει δι’ ἰδίας στοργῆς ἑνὸς ἔτους τὴν χρῆσιν, ὅτι δὲ ἡ πρὸς τὴν χρῆσιν ταύτην στοργή του εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε, ἐὰν ἡ χρῆσις αὕτη δὲν ἔληγε κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, κίνδυνος ἦτο ἡ στοργὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ ὠθήσῃ αὐτὸν εἰς ὀλίσθημα μεῖζον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατεδήλωσαν αἱ περὶ τῆς χρήσεως ταύτης δοθεῖσαι χθὲς ὑπ’ αὐτοῦ πληροφορίαι. Κίνδυνος ἦν νὰ μεταδοθῇ εἰς τὴν στοργήν του ταύτην καὶ χαρακτὴρ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶναι ἄξιος τῆς ἰδιαζούσης προσοχῆς καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὅσον ἡ στοργὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν οἰκονομικὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1887 εἶναι μεγάλη, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ δυσμένεια αὐτοῦ μεγαλειτέρα πρὸς τὰς προηγηθείσας τοῦ ἔτους 1887 δύο χρήσεις, τὰς χρήσεις τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886. Ἐν δὲ ταῖς παραστάσεσι, τὰς ὁποίας περὶ τῶν χρήσεων τούτων ἔκαμεν, ἐφιλοτιμήθη νὰ πληροφορήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τοσοῦτον ἦσαν κακὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τούτων, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 γενομένη ὑπουργικὴ μεταβολὴ, καὶ δὲν ἀνήρχετο εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ διαχείρισις τοῦ 1887, ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ ἤθελεν ἐπέλθει ἄφευκτος κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ τελευταίου τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. Ἀληθῶς τὸ ἔτος 1887 ἀπησχόλησε τοσοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν Βουλὴν, ὥστε θαῤῥῶ καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ θυσιάσῃ ὀλίγας ὥρας, ἀκοῦον καὶ παρ’ ἐμοῦ τὰ περὶ τῆς χρήσεως ταύτης, προσδοκῶ δὲ, ὅτι θέλει βοηθηθῆ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἔτος 1886, ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν, ὅτι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ προτείνῃ εἰς αὐτὴν καὶ τὸ ὁποῖον συνεδέετο μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχε κατορθώσει νὰ ἀσφαλίσῃ περίσσευμα κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην ἐκ δραχμῶν 4,813,777. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑποβάλλων, μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς ἐστηρίζετο, ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους ἐκείνους, «ἐὰν θέλωμεν νὰ φυλάξωμεν ἀκεραίαν, ὅπως μέχρι τοῦδε, τὴν πίστιν ἡμῶν, τοσοῦτον πολύτιμον διὰ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους, διατηρήσωμεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν». Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τοῖς λόγοις τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ὑπῆρχε πλήρης ἀκρίβεια, διότι ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου εἴχομεν τηρήσει ἀκεραίαν τὴν πίστιν ἡμῶν, ἐνῷ ἡ πίστις ἡμῶν εἶχε πρὸ χρόνων λάβει τραύματα, τῶν ὁποίων τὰ σημεῖα καὶ τότε ἦσαν καταφανῆ καὶ τώρα δὲν ἔπαυσαν νὰ ὦσι τοιαῦτα. Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἦτο τόσῳ βέβαιος, ὅτι τὸ ἔτος 1887, ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελε καταλήξει εἰς περίσσευμα, ὥστε ἐξηκολούθει πληροφορῶν τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, ἤθελε λάβει πρόνοιαν νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν ὡσαύτως καὶ πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὰ ἔσοδα οὐδέποτε ἤθελον εἶναι ὑποδεέστερα τῶν 89,915,990 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔξοδα οὐδέποτε ἀνώτερα τῶν 85,160,343, καὶ ὅτι οὕτω τὸ περίσσευμα, ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον εἶχεν ἀναγγείλει, βεβαίως θὰ συνίστατο ἐκ 4,755,647. Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν οἰκονομικὴ μελέτη τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἔτους 1887. Δυστυχῶς ὅμως, ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκρινε συμφέρον, δὲν γνωρίζω ἐὰν τοῦ Κράτους ἢ ἑαυτοῦ, νὰ προκαλέσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐπήνεγκεν ἀναγκαίως νέας ἐκλογὰς, συνῆλθε δ’ ἡ νέα Βουλὴ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1887, ὁ Προϋπολογισμὸς λοιπὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, προὐτάθησαν δ’ αὖθις ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὅμως, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1887, διέφερε τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, δὲν παρέλιπε δ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη νὰ ἐπενέγκῃ τὰς μεταβολὰς ταύτας. Οὕτως ἔλεγεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νέων φορολογικῶν μέτρων μέχρι τοῦ προσεχοῦς Μαΐου, παρίστατο ἀνάγκη, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἕνεκα ἄλλων αἰτιῶν, προκυψασῶν ἔκτοτε, νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ σχετικὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἡ Βουλὴ, ἐπὶ ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν στηριζομένη, νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ὑπελόγισεν ὡς ἔσοδα ἀντὶ δραχμῶν 96,975,390, ὅσα ὑπελόγιζε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ὑπελόγισε κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887 μόνον 94,656,907 δραχμάς, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 2,318,483. Ὡσαύτως δὲν ὑπελόγισε καὶ ἔξοδα, ὅσα ὑπελόγιζε κατὰ Ὀκτώβριον 1886, διότι ἀντὶ 92,164,613, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζεν ὡς ἔξοδα κατὰ Ὀκτώβριον 1886, ὑπελόγισε κατὰ Φεβρουάριον 1887 ἔξοδα 93,270,371. Οὕτω δὲ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγγείλει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὡς ἀνερχόμενον εἰς 4,755,647, ἠλαττώθη κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887 εἰς 1,105,758. Ἡ μνεία τῶν λόγων τούτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἴσως ἦτον ἀναγκαία, ὄχι ἵνα ἀναιρέσῃ ῥιζηδόν, ἀλλ’ ἵνα ἐλαττώσῃ τὴν δύναμιν ἐπιχειρήματος, τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο χρῆσιν δύο ἀλληλοδιαδόχως ῥήτορες τῆς συμπολιτεύσεως, ὅ τε Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ προηγηθεὶς αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς συγχρόνως τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ περὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Σκουλούδη, τῶν παρατηρήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἑκάτερος τούτων ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους τὸ οἰκονομικὸν σύστημα καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐπιεικέστερον τὰ περὶ τοῦ περισσεύματος ἢ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887, περὶ τῶν παρατηρήσεων λέγω τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ποιήσωμαι κατόπιν ἴδιον λόγον καὶ ν’ ἀντιτάξω εἰς ταύτας ἀριθμούς. Δὶς λοιπὸν ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προγνώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα εὐκαιρία παρέστη εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ἵνα καὶ τρίτην φορὰν ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς χρήσεως ταύτης. Ὡς εὐκαιρία δὲ τοιαύτη ἐχρησίμευσεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 κατὰ τὴν δευτέραν Νοεμβρίου 1887, ἤτοι κατὰ τὸν ἑνδέκατον μῆνα τοῦ 1887, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνὰ χεῖρας πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπραχθέντων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐσόδων καὶ περὶ τῶν δαπανηθέντων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐξόδων, ἤτοι τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως. Προσῆλθε τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνήγγειλε πρὸς αὐτήν, ὅτι «ἀπεδείχθησαν ἐπαρκεῖς αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καθορισθεῖσαι προμήθειαι, καὶ αἱ ληφθεῖσαι πρόνοιαι», καὶ ὅτι μόνον ἕνεκα ἀπροβλέπτων περιστάσεων παρέστη ἡ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἀλλ’ αὗται κατὰ μέγιστον μέρος θέλουσι καλυφθῆ ἐκ τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταλίπει αἱ κεναὶ θέσεις. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887 ὁ Πρωθυπουργὸς ἐθεώρει πιθανώτατον μέχρι τοῦ βεβαίου, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἔσοδα 85,189.250 δραχμῶν, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 84,150,427 δραχμῶν· ἑπομένως ἐξηκολούθει βεβαιῶν τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θέλει ἀφήσει περίσσευμα 1,038,823. Ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτι θέλομεν ἔχει περίσσευμα ἐκ τοῦ 1888 δραχμῶν 1,038,823, ἔδιδε συγχρόνως καί τινα αἰτιολογίαν, διότι ἐπληροφόρει τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τόκων τῶν δανείων, εἶχεν ὑπολογίσει, ὅτι ἤθελε μείνει ἀδιάθετον ποσὸν 6,664,380 δραχμῶν, ἀλλ’ ὅτι εὐτυχῶς ὁ Πρωθυπουργὸς κατώρθωσε νὰ μὴ μείνῃ τόσον ποσὸν ἀδιάθετον ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων, ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἀδιάθετον ποσὸν δραχμῶν 8,752,028:49, ἤτοι 2,087,648:49 περισσότερον ἀφ’ ὅσα προέβλεπεν, ὅτι θέλουσι μείνει ἀδιάθετα. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον τότε ἀνήγγειλεν, ὥστε νὰ ἀνέλθῃ τὸ περίσσευμα εἰς 3,126,471:49. Ὡσαύτως, ἐν ᾧ προέβλεπε κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887, ὅτι ἤθελον μείνει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀδιάθετοι πιστώσεις 2,250,000, ἔμειναν κατὰ τὸν πίνακα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,596,858:87, ἤτοι περισσότερα κατὰ 346,858, ἑπομένως καὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ περίσσευμα, ἀναβιβαζόμενον οὕτως εἰς 3,473,329:49. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς συνειθίζει πάντοτε, δὲν ἀρκεῖται νὰ δίδῃ εἰς τὴν Βουλὴν μόνον πληροφορίας, ν’ ἀπαγγέλλῃ εἰς αὐτὴν μόνον ἀριθμούς· συνοδεύει τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ θεωριῶν καὶ διὰ λόγων, τοὺς ὁποίους πορίζεται ἐκ τῶν θεωριῶν του, καὶ προσπαθεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς βεβαιότητος, ὅτι ἀφεύκτως τὸ 1887 θέλει ἀφήσει περίσσευμα. Παρίστα τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1887 εἶχε κατορθώσει νὰ ἐξασφαλίσῃ βέβαιον περίσσευμα δραχ. 2,516,321. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶχεν ἐξασφαλισθῆ «κατ’ ἐκείνην τὴν περίοδον τοῦ χρόνου, καθ’ ἣν αἱ πληρωμαὶ τῶν ἐξόδων, ἀναλογιζόμεναι πρὸς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, εἰσὶ πάντοτε ἀνώτεραι τῶν ἐσόδων». Λοιπὸν, ἂν ἠδυνήθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξασφαλίσῃ μέχρι τοῦ ἡμίσεως τῆς χρήσεως 2,516,321 περίσσευμα, ἔπεται, ὅτι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τὸ περίσσευμα ἤθελον εἶναι ἀνώτερον. Καὶ εἶπον μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, διότι κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, οἵτινες δὲν εἶναι πλέον ἄγονοι, καὶ τὰ ἔσοδα αὐξάνουν καὶ τὰ ἔξοδα ἐλαττοῦνται. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐλησμόνησε τὸν περίφημον ἐκεῖνον πίνακα τῶν ἐσόδων, τὸν ὁποῖον κατέθηκε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅστις παρίστα πόσα ἦσαν τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 γενόμενα ἔξοδα. Λέγω, ὅτι δὲν ἐλησμόνησε τὸν πίνακα, διότι ὁ πίναξ ἐκεῖνος ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεων, καθ’ ἃς καὶ ἐγὼ ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτο ἐσφαλμένος, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι περιεκάλυπτε πράγματα μὴ ἀκριβῆ. Ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν πρὸς αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ, οἷον αἱ ἀποζημιώσεις, αἱ πληρωθεῖσαι κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην. Καὶ κατὰ τὸν πίνακα ἐκεῖνον εἶχε βεβαιωθῆ μέχρι Σεπτεμβρίου 1877 περίσσευμα 2,516,320:73, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τὰ ἐπὶ τοὺς πρώτους ἐννέα μῆνας τοῦ 1887 ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 15,417,481:19, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 42, 901,160:46. Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν τυγχάνομεν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις θέσιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ γραφείῳ αὑτοῦ ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους καὶ αἱ ἐντελλόμεναι τὰς πληρωμὰς ἄλλαι δημόσιοι Ἀρχαὶ ἀνήγγελλον εἰς αὐτὸν πόσα χρήματα κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1888, πόσα δὲ ἔξοδα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον, οὕτω δ’ ἠδύνατο ὁ Πρωθυπουργὸς, προσθέτων τὰ κατὰ τὸν λήξαντα προχθὲς Ὀκτώβριον εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ δαπανηθέντα ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν κατὰ τοὺς ἄλλους 21 μῆνας τῆς χρήσεως, νὰ συγκεφαλαιώσῃ πάντα τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ἀνὰ χεῖρας, ἀλλὰ μόνον τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδημοσίευσε, καὶ ὅστις παριστᾷ τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ τὰ πληρωθέντα ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σταματήσωμεν εἰς ταῦτα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τὰ βέβαια ἀποτελέσματα τῶν κατὰ τὸν λήξαντα Ὀκτώβριον γενομένων εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Ἑπομένως ἀναγκαζόμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν εἰκασιῶν, λαμβάνοντες ὡς ὁδηγὸν τὰ εἰσπραχθέντα καὶ δαπανηθέντα, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Αἱ ἐνδείξεις ἡμῶν εἰσὶν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας μᾶς παρέσχεν ὁ πίναξ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ δαπανηθέντων κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος Ὀκτώβριος ἦτο ὁ τελευταῖος μὴν τῆς προηγηθείσης χρήσεως τοῦ 1886. Τὰ βέβαια καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον, ἐποιήσαντο ἡμῖν γνωστὰ πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς 21 τούτους μῆνας τῆς χρήσεως· ἀνέρχονται δὲ ταῦτα εἰς 81,230,289:74. Ἂν δὲ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα, ὡς ποσὸν πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1888, τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμὰς 635, 128:28, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 θέλει ἀνέλθει εἰς 81,865,418:12. Διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου θέλομεν ἀνεύρει τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1888, προστιθέντες εἰς τὰ κατὰ τοὺς 21 πρώτους μῆνας τοῦ 1887 βέβαια ἔξοδα τὰ δαπανηθέντα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ὡς πιθανῶς δαπανηθησόμενα καὶ κατὰ Ὀκτώβριον 1888. Οὕτω πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ κατὰ τοὺς 21 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 δαπανηθέντα 80,987,042:37 δραχ. 4,918,057:29, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ Ὀκτώβριον 1887, θέλουσι δ’ ἀναβιβασθῆ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως εἰς 85,905,099:66. Τὸ δὲ τυπικῶς ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης παραγόμενον ἔλλειμμα τοῦ 1887 συνίσταται εἰς δραχ. 4,039,681:44. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι ἔλλειμμα τυπικὸν, ἐξαγόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους περιέχουσιν οἱ πίνακες τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καὶ 1886. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι ἀκριβές. Εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον νὰ μὴ ἐδαπανήθησαν 4,918,057 καὶ 29, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1886. Ἀλλὰ μέχρις οὗ δοθῶσιν αἱ βέβαιαι ἀποδείξεις περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθέντος καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, ἀναγκάζομαι ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν τυπικὴν ταύτην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ παραβολὴ τῶν δύο αὐτῶν χρήσεων. Φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ ἡ τυπικὴ αὕτη πληροφορία δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐντελῶς μεμακρυσμένη τῆς ἀληθείας. Καὶ ὄντως, μελετῶν τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886, δηλ. τὰς δαπάνας τοῦ τελευταίου μηνὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1886, εὑρίσκω, ὅτι διὰ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐπλήρωσαν τὰ δημόσια ταμεῖα 2,480,425:12. Γνωρίζουσι δὲ πάντες, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα πάντες οἱ δικαιοῦχοι, οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, σπεύδουσι νὰ ἐξοφλῶσι τὰς ἀπαιτήσεις των, πρὶν ἢ κλείσῃ ἡ χρῆσις, ἵνα μὴ παραταθῇ ἡ καθυστέρησις πρὸς αὐτοὺς τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων. Ἀλλὰ τὸ τυπικὸν τοῦτο ἔλλειμμα, εἶναι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα; Δυνάμεθα δὲ ν’ ἀνεύρωμεν, ἐρευνῶντες τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα, ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, διὰ νὰ πεισθῶμεν ἂν αὕτη περιέχῃ περίσσευμα ἢ κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα; Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων χθὲς, μᾶς ἔδωκε λίαν εὐαρέστους πληροφορίας. Μᾶς παρέστησεν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θέλει καταλήξει εἰς περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ὑπολόγιζεν εἰς 450 χιλιάδας δραχμῶν περίπου. Ἀλλ’ ἐνῷ μᾶς ἔδιδε τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἔδιδε καὶ ἄλλην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἠρνοῦντο νὰ ὁμολογήσωσι, καὶ τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ πῶς τέλος ἔπεισεν ἑαυτὸν ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ ὁμολογήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε χθὲς, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 τὰ προκύψαντα χρήματα διεχειρίσθη οὕτως, ὥστε ἠδυνήθη δι’ αὐτῶν ν’ ἀποφύγῃ δαπάνην 2,970,000 καὶ ὅτι, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐξ ἑνὸς ἄλλου δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887, ἐκ φράγκων χρυσῶν 10,200,000, ἠδυνήθη ν’ ἀποφύγῃ δαπάνην 2,109,000. Ὡμολόγησε λοιπὸν, ὅτι 5,079,000 δὲν ἐπλήρωσεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἀλλ’ ἐκ δανείων, ἤτοι ἐξ ἐσόδων ἐκτάκτων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου αἱ πτέρυγες εἶναι ἰσχυρότεραι τῶν τοῦ Ἰκάρου, διότι δύναται νὰ πτερυγίζῃ καὶ νὰ περιίπταται πανταχοῦ, ἔφθασε μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφικόμενος δ’ ἐκεῖ εὗρε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἄρσεως, ὅτι οὐδ’ ὑπερτίμησις συναλλάγματος ὑφίστατο πλέον, οὐδὲ διαφορὰ τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδανείσθη κατὰ τὸ 1887, καὶ ὅτι τότε θέλει πληρώσει κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη. Κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν ζημίαν ὑπέστη τὸ Δημόσιον ἐν τῷ δανείῳ τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν, διότι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει πληρώσει ἴσον ποσὸν τοῦ χρέους τούτου διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐντεῦθεν δὲ οὐδόλως ἐπιβαρύνεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη τις, δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς ὠνόμασεν αὐτὴν, ἠθικὴν ἢ ὑλικὴν, εὐθύνη ἐπιπίπτουσα ἐπὶ τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν ἐδανείσθη τὸν χρυσὸν εἰς βάρος ἄλλων χρήσεων ἄλλων ἐτῶν, καθ’ ἃς θέλει ἐξοφλήσει τὸ χρέος τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι δυσμενεῖς, δηλαδὴ ἐὰν δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἂν καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα ἡ χρῆσις τοῦ 1887, τὸ περίσσευμα τῶν 450 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει ἔχει, θέλει ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,079,000, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰς 4,529,000, ἀφοῦ ὡμολόγησεν ἔλλειμμα 5,079,000. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 τόσον, ὅσον παρέστησεν ὁ Πρωθυπουργός; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ συνδράμητε διὰ τῆς προσοχῆς σας περὶ τὴν ἔρευναν ταύτην. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω τὸν ὁρισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἔδωκε χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὸν ὅρον ἰσοζύγιον· ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε χθὲς, ὅτι ἰσοζύγιον εἶναι ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους. Ἐὰν λοιπὸν κατορθώσωμεν νὰ πληρώσωμεν πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔτους παράγουσι, διὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ποριζόμεθα ἐκ τῶν πόρων τοῦ ἔτους, τὸ ἰσοζύγιον ἐπετεύχθη. Ὁ ὁρισμὸς οὗτος μοὶ φαίνεται ἐπαρκής. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς, χρησιμεύει κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν γενομένων δαπανῶν, ὅπως ἀνευρεθῇ, ἂν πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ 1887 καὶ πάντα τὰ ἔξοδα αὐτοῦ ἐπληρώθησαν ἐξ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887, ἢ ἂν ἐπληρώθησαν καὶ ἐξ ἄλλων ἐσόδων. Ἐρευνῶ δ’ ἐν πρώτοις τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ 2,970,000, τὰς ὁποίας ἤθελε πληρώσει διὰ ν’ ἀγοράσῃ χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, διότι ἐπορίσθη τὸν ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Παρέλιπεν ὅμως νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι καὶ ἄλλας ἐκ τοῦ δανείου ἐποιήσατο πληρωμάς. Οὕτως ἐπλήρωσεν 805,912, κατὰ τὴν ἐν σελίδι λά. τῆς συνοδευσάσης τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ὑπουργικῆς ἐκθέσεως σημείωσιν, πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 21,500,000, τοῦ συνομολογηθέντος ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μονοπωλίων. Τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τούτου ἐξωφλήθη διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπληρώθη καὶ ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ ὁ τόκος οὗτος ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφαλαίου Βʹ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ περιλαμβάνοντος τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων ποσά. Ἐπληρώθη λοιπὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ὁ τόκος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πληρωθῆ εἰς χρυσὸν, τὸν δὲ χρυσὸν ἤθελεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγοράσει πρὸς 125 λεπτὰ τὸ φράγκον, πρέπει ν’ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε πληρωθῆ διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ πληρωθέντος πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ τόκου. Συνίσταται δὲ ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς 201,477:75. Ὡσαύτως διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν καὶ ἀκυρωθεισῶν 128,070 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἠδυνήθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τῶν εἰς προκαταβολὴν παρακεχωρημένων 128,070 ὁμολογιῶν. Ὁ τόκος δ’ οὗτος εἶχε συμφωνηθῆ καὶ συνίστατο διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1887 πρὸς 7 καὶ 8%, ὡς ἐν τῷ ἄρθρ. 6 τοῦ Κεφ. Βʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελογίσθη, ἀνήρχετο δ’ εἰς ποσὸν 2,041,225. Καὶ τὰ χρήματα δὲ ταῦτα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδ’ ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα πωλῶμεν, οὐδὲ δάνειον 135 ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρώνωμεν τοιούτους τόκους. Διὰ τοῦτο τὸ πληρωθὲν κατὰ τὸ 1887 ποσὸν, πληρωθὲν οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, εἶναι ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἐπειδὴ δ’ ἐπληρώθη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν, ἀπέφυγεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀγοράσῃ τοιοῦτον, καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ κατὰ 25 λεπτὰ τὸ φράγκον. Ἀνέρχεται δ’ ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς δραχμὰς 561,306:25. Ἀλλὰ περίεργον μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα κατὰ τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1887, διὰ τοῦ ὁποίου διετάχθη ὁ τόκος τῶν 1923 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 16,652,090. Λέγω μοὶ ἐφάνη περίεργον, διότι νομίζω, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν πιστώσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ πληρώνωνται τὰ ἔξοδα, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ προσδιορίζει ἀκριβῶς ἐκ τίνων πιστώσεων πρέπει νὰ καταβάλλωνται αἱ δαπάναι. Ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 16,652,090, ἦτο περιττὸν τὸ Διάταγμα. Ἂν ὅμως, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου, δὲν ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐξ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἄλλης πιστώσεως, τὸ Διάταγμα δὲν ἦτο νόμιμον, διότι δὲν ἐπετρέπετο διὰ Διατάγματος νὰ τροποποιηθῶσιν αἱ περὶ καταλογισμοῦ τῶν πιστώσεων διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου. Οὕτω δὲν ἐπληρώθη ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 16,652,090 ὁ τόκος τῶν 1923 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ., συνιστάμενος εἰς 10,268. Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἕνεκα τῆς γενομένης μετατροπῆς τοῦ δανείου τούτου ἐλαττωθὲν ποσὸν τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνης πρὸς πληρωμὴν ἀμοιβῆς διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἀνέρχεται δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 28,403:30. Ἐπίσης νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ τόκοι τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 21 Μαρτίου 1887 νόμου ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, συνιστάμενοι εἰς 554,967, καὶ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων, συνιστάμενοι καὶ οὗτοι εἰς 112,560, ὡς καὶ ἡ εἰς δραχμὰς 138,741:75 ἀνερχομένη διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπέφυγε νὰ ἀγοράσῃ ὁ Πρωθυπουργός, πληρώσας τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθεισῶν ὁμολογιῶν. Κατὰ ταῦτα δὲν ᾠκονόμησεν ὁ Πρωθυπουργὸς 2,970,000, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ 4,654,860:05, εἰς ὅσα συγκεφαλαιοῦνται τὰ ἀνωτέρω σημειωθέντα ποσά. Παρακαλῶ νὰ κρατήσωμεν σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι εἰς τοῦτο θέλομεν κατόπιν προσθέσει καὶ ἄλλα ποσά. Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου 1887 ὁ Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε Διάταγμα, δι’ οὗ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ὁ κ. Βαλλιᾶνος εἶχε δωρήσει 1,000,000 φράγκων εἰς χρυσὸν πρὸς οἰκοδομὴν Βιβλιοθήκης, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη τὸν χρυσὸν, λαβὼν τὴν ἄδειαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ ἐκδώσῃ ἔντοκα γραμμάτια 1,500,000. Καὶ ἐξέδωκεν ἔντοκα γραμμάτια δραχμὰς 1,250,000, ἀποφυγὼν οὕτω νὰ πληρώσῃ τὰς 250,000 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1886, διὰ νὰ ἀγοράσῃ χρυσόν. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῶν 1,250,000 θέλει ἐξοφλήσει κατὰ τὸ 1888 ἢ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἐφ’ ὅσον προβαίνει ἡ οἰκοδομή, διὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι δαπανηθῆ τὰ 1,250,000, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ᾠκονομήθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ χρυσοῦ τῆς Βιβλιοθήκης Βαλλιάνου, εἶναι καὶ ἕτερον ποσὸν 4 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν γνωρίζομεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἀναγράψω ἀκέραια τὰ εἰρημένα 4 ἑκατομμύρια, ἢ ὀλιγώτερον κατά τι ποσόν, παρακαλῶ ὅμως ὑμᾶς νὰ ἀκροασθῆτε καὶ τῶν κατὰ τὴν πολύπλοκον ταύτην ὑπόθεσιν, ἥτις εἶναι ἀξία τῆς περιεργείας ὑμῶν. Κατὰ τὴν 23 Νοεμβρίου 1887 τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέγραψε σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς πίστεως, δυνάμει τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθη νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους τοῦ Δημοσίου, εἰς γραμμάτια τῆς Τραπέζης ταύτης, ποσὸν δραχμῶν 13,515,000. Ἀφοῦ δὲ τὸ Δημόσιον ἐπιστρέψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἤθελεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ 10,200,000 φρ. εἰς χρυσόν. Τὸ δάνειον συνωμολογήθη δι’ ἓν ἔτος, ἐπὶ τόκῳ 6%, ἐπειδὴ δ’ ὑπελογίσθη συγχρόνως καὶ προσετέθη εἰς τὸ κεφάλαιον ὁ ἐτήσιος τόκος τοῦ δανείου, τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθεν εἰς 10,812,000 εἰς χρυσὸν, προστεθέντος τοῦ τόκου, συνισταμένου εἰς 812,000. Ὑπελογίσθη δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς 125 λεπτὰ, καὶ προσδιωρίσθη οὕτω εἰς 13,515,000 εἰς γραμμάτια τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐλαττώσῃ κατ’ ἴσον ποσὸν τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν τὰ πράγματα ἐξετελοῦντο οὕτως, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀπευθύνῃ παρατήρησίν τινα. Ἠδύνατο ἴσως νὰ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν, ὅτι τὸ χρέος τῶν 10,812,000, πρὸς 6%, θέλει φέρει τόκον ἐτήσιον, ἐπιβαρύνοντα τὰς ἑπομένας μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους χρήσεις διὰ φράγκων χρυσῶν 648,720. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὁμαλή. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη 10,812,000, ἀλλὰ κατέθηκε τὸ ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπολογίσας τὸ φράγκον πρὸς 125 λεπτά. Ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἀγοράσει συνάλλαγμα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, τιμώμενον περισσότερον τῶν 125, ἢ χρυσὸν, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἐπέλθῃ μικρὰ ζημία, τὸ ἀντίτιμον ὅμως τοῦ κεφαλαίου ἦτο κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἀλλὰ κατετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐὰν κατετέθη, οὐδεμίαν δύναμαι νὰ φέρω παρατήρησιν. Ἐὰν ὅμως δὲν κατετέθη, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἀλλ’ ἵνα ἀνεύρωμεν ἂν κατετέθη ἢ ὄχι, πρέπει νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ εὕρωμεν τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οὕτως ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ταύτην εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὰς μετ’ αὐτῆς συμβάσεις, νὰ λάβῃ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια 67,000,000. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰς μεταλλικὸν, ὡς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ ἀπὸ τὰς ἄλλας Τραπέζας. Περιορίζομαι εἰς τοὺς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1887 ὅμως ἐξεδόθη νόμος, δι’ οὗ ἐκυρώθη ἑτέρα σύμβασις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἔμελλε νὰ ἀποσύρῃ τῆς κυκλοφορίας 4,000,000 μονοδράχμων καὶ διδράχμων γραμματίων, ἰσότιμον δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔμελλε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου νὰ δανεισθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 67,000,000. Οὕτω κατὰ τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 τὸ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τοιοῦτον ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 71 ἑκατομμύρια. Τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886, ὅτε παρῃτήθημεν ἡμεῖς τῆς κυβερνήσεως, ἢ ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἢ ἀναβῇ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἰς 45,875,265:75· ἀλλὰ μετὰ ἐννέα μῆνας, ἤτοι κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1887, ἀνεβιβάσθη τὸ χρέος εἰς 53,372,030:27, αὐξηθὲν κατὰ δραχμὰς 7,496,764:52. Κατὰ δὲ τὴν 31 Μαΐου 1887, ἤτοι ἐν διαστήματι 14 μηνῶν, ἀνῆλθεν εἰς 58,439,701:87, αὐξηθὲν οὕτω κατὰ 12,564,436.12. Κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου 1887, ἤτοι μετὰ 16 μῆνας ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῆς κυβερνήσεως, τὸ χρέος ἀνεβιβάσθη εἰς 63,859,581:87, αὐξηθὲν οὕτω κατὰ 17,984,316:12. Καὶ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1887 τὸ χρέος τοῦτο ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνῆλθεν εἰς 65,701,545:87, αὐξηθὲν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διαῤῥευσάντων 19 μηνῶν, ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ἡμῶν, κατὰ 19,826,280:12. Ἐν τοιαύτῃ ἔκειντο τὰ περὶ τούτου καταστάσει, ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν 13,515,000 καὶ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τόσον ποσὸν τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887, δηλ. ἐντὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς εἶχε κυρωθῆ ἡ εἰρημένη σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, τὸ χρέος ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἠλαττώθη ἀπὸ 65,701,545:87 εἰς δραχμὰς 55,798,149, δηλ. τὸ Δημόσιον κατέθηκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 9,903,396:87, κατὰ δὲ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1888, ἤτοι δύο μῆνας μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἐπλήρωσε καὶ ἄλλας 314,149, ἀναβιβάσαν οὕτω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατέθηκε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως εἰς 10,216,545:87. Κατὰ Ἀπρίλιον ὅμως τοῦ 1888 ἐπῆλθε συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν ἦτο ἀπρόοπτον ἢ προεβλέπετο. Αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου παρέστησαν αὐτὸ ἀπρόοπτον. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία, ἡ ἰσχύουσα ἐν τῷ Κράτει, διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἀπρόοπτον. Καὶ ἂν ἦτο ἀπρόοπτον, ἐπεκράτει ἐσχάτη ἀνικανότης ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἦτο ὁ ἀνευρεθεὶς θησαυρὸς τῶν 6,000,000 ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ. Δὲν εἶναι ὥρα, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τοῦ θησαυροῦ τούτου. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ εἴδησις κατέπληξε τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἀφίκετο μέχρι μεγάλης τινὸς πρωτευούσης μεγάλου Κράτους, ἔνθα ὑπελήφθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διοικεῖται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικοῦνται τὰ ἀπώτατα ἀσιανὰ Κράτη, ὅτι οὐδεμία ἐν αὐτῇ τάξις ὑπάρχει, οὐδεὶς ἐν αὐτῇ γνωρίζει τί γίνεται, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἐὰν τις μετακινήσῃ λίθον, νὰ ἀνευρεθῇ ὑπ’ αὐτὸν θησαυρὸς, ἀνήκων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, λησμονηθεὶς ὅμως ἐκεῖ. Τέλος πάντων τὸ ἀνέλπιστον συμβεβηκὸς ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 6 ἑκατομμύρια, ὡς αὕτη διέδιδε τότε, ἐδόθη δὲ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἡ εὐκαιρία νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατέθηκε δὲ ἀμέσως εἰς αὐτὴν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τόσα, ὥστε ἠλάττωσε τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς γραμμάτια χρέος, ἀπὸ 55,485,000, εἰς ὅσα ἀνήρχετο κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1888, εἰς 51,935,000, ἤτοι κατὰ 3,350,000, συνεπληρώθησαν δ’ οὕτω τὰ κατατεθέντα εἰς 13,766,545:87. Ἀλλὰ κατὰ τὴν 31 Μαΐου, δηλαδὴ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς τελευταίας καταθέσεως, ἡ μηνιαία κατάστασις τῆς Τραπέζης ἐδήλου, ὅτι αὖθις ἀνεβιβάσθη τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 51,935,000 εἰς 55,248,972:75, αὐξηθὲν κατὰ 3,313,972:75, κατὰ δὲ τὴν 30 Ἰουνίου εἰς 57, 292,746:30, αὐξηθὲν κατὰ δραχμὰς 5,357,746:30. Τὸ δὲ ποσὸν, τὸ κατατεθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περιωρίσθη εἰς 8,682,573:77, ἤτοι ἔλασσον τῶν διὰ τῆς συμβάσεως συμπεφωνημένων κατὰ 4,832,426:23. Βλέπω τὸν Πρωθυπουργὸν μειδιῶντα ἐπὶ τούτοις, διότι ἴσως ὑποθέτει, ὅτι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τῆς 27 Μαΐου 1887, καθ’ ἣν ηὔξησε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ 4 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβίβασεν εἰς 71 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ ὡς δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Θέλει δὲ ἀντιτάξει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ ὀφείλομεν νῦν 57,018,972:10, ὑπολείπονται μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 71,000,000 δραχ. 13,981,027:90, ἤτοι περισσότερα τῶν 13,515,000, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ καταθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐνδεχομένη αὕτη ἀντίῤῥησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ στερεῖται βάσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐλησμόνησεν ὅσα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις. Τότε ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας, (ὅρα σελ. 211 πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 24 Νοεμβρίου 1888 τῆς Βουλῆς). «Ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ὡς βάσιν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω, εἰμὴ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ ἡ ἐγγύησις οὐχὶ εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ καί τις ἀναλογία. Ποία ἀναλογία; Αἱ τρέχουσαι τιμαὶ σήμερον νομίζω ὅτι εἶναι 126½, ἢ 126, ἢ 125½, πάντως ἄνω τῶν 125. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 125. Εἴπομεν ἄρα εἰς τὰς Τραπέζας, νὰ δεχθῶσιν εἰς ἐγγύησιν τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς εὔλογον». Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ 13,515,000, διότι δὲν κατέθεσεν αὐτά. Καὶ μέχρι μὲν τῆς 31 Ἰανουαρίου εἶχε καταθέσει 10,216,545:87, διὰ μίαν δὲ μόνην ἑβδομάδα κατέθηκε 13,766,545:87, καὶ μόνον ὅταν εὑρέθησαν οἱ θησαυροὶ τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, τότε ἀπέστειλεν ἁμάξας καὶ ὀχήματα πλήρη χρημάτων εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα διαδώσωσιν οἱ φίλοι του, ὅτι πρόκειται καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία νὰ ἀρθῇ. Καὶ κατέθηκε μὲν τότε ὅσον ὤφειλε νὰ καταθέσῃ ποσὸν, ἀπέσυρεν ὅμως μετὰ δύο ἑβδομάδας αὖθις τὰ χρήματα, καὶ ἠλάττωσε τὴν ὀφειλομένην κατάθεσιν κατὰ 4,832,426:23. Ἐν τούτοις εἶχεν εἰπεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς, (ὅρα σελ. 212 πρακτικῶν), ὅτι «ἡ σύμβασις παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ καταγίνῃ εἰς εὕρεσιν συναλλάγματος. Ἐὰν ὅμως δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ἐντὸς ἔτους, ὅπως ἀποδώσῃ τὸ μεταλλικὸν, ἐπέρχεται εἰς κύρωσιν ἡ ἄδεια, ὅπως πωλήσωσιν αἱ Τράπεζαι τὰ κατατεθειμένα τραπεζικὰ γραμμάτια». Καὶ κατωτέρω ἐδήλου, ὅτι τὸ ἀντίτιμον θέλει καταβάλει ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι ἐγένετο περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν 4,000,000; Κατὰ τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 τὸ ποσὸν τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ 4 ἑκατομμύρια μονόδραχμα καὶ δίδραχμα, ἔδει νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1887. Ἡ σύμβασις, ἥτις εἶχε κυρωθῇ δι’ αὐτοῦ, εἶχεν ὡσαύτως συνομολογηθῆ ἐντὸς τοῦ 1887. Τὰ 4 ἑκατομμύρια τῶν μονοδράχμων καὶ διδράχμων ἔμελλον ν’ ἀποσυρθῶσι τῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ 1887. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ τὸν νόμον προβαλοῦσα, ἐφρόντισε νὰ διαταχθῇ δι’ αὐτοῦ, ἵνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν εἰς ἀντίτιμον τῶν 4 ἑκατομμυρίων μονοδράχμων καὶ διδράχμων, ὅτι ταῦτα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Δὲν ἐπληρώθη ὅμως τὸ ποσὸν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρξε διαθέσιμος πίστωσις, εἴτε διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους, μετέφερον δὲ τὸ ποσὸν ὡς πληρωτέον ὑπόλοιπον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 ἐξεδόθη ἔνταλμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθησαν 3,936,124:26, μέχρι τέλους δὲ Σεπτεμβρίου φαίνεται σημειωμένον ὡς πληρωθὲν ποσὸν 4,007,570. Ἡ χρῆσις ὅμως τοῦ 1887 ἀπηλλάγη τοῦ βάρους τούτου, ἐνῷ αὕτη ὠφελήθη ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου τούτου. Πρέπει ἑπομένως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,654,860:05, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη προηγουμένως ὡς διατεθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν δραχμῶν 135,000,000 εἰς πληρωμὴν ἐξόδων τοῦ 1887, νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 3,807,746:30, τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ καταθετέου ποσοῦ τῶν 13,515,000. Ἡ πρὸς τὸ 1887 στοργὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καμφθῇ πρὸ τῶν κωλυμάτων. Τὸ ἰσοζύγιον ἔπρεπε νὰ φανῇ ἐπιτευχθὲν, ἐὰν δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ πόθος οὗτος αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ γένηται προσφυγὴ εἰς τὸ μέσον τῆς ἐκβιάσεως. Τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἄνθρωπος ἦναι ὁ ἀνθιστάμενος εἰς τὴν θέλησίν του, ἐκβιάζεται διὰ νὰ ὑποταχθῇ καὶ συμφωνήσῃ μετὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἐὰν δὲ ἦναι πρᾶγμα, ἐξ οὗ παρεμβάλλεται τὸ πρόσκομμα, πρέπει νὰ ἀνατραπῇ, καὶ ἐὰν ἦναι ἀριθμὸς, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ ἐκβιασθῇ, ἵνα μὴ σημαίνῃ ὅσα σημαίνει, ἀλλ’ ὅσα θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ σημαίνῃ. Κατὰ τὸ 1887 ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκοδόμησις τῶν στρατώνων ἐν Λαρίσσῃ, νὰ δαπανηθῶσι δὲ πρὸς τοῦτο 3,236,000. Ὁ Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε νόμον καὶ κατελόγισεν αὐτὰ εἰς βάρος τοῦ 1886. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει τι ἀντιβαῖνον εἰς τὸν νόμον, διότι, ἂν ὁ νόμος περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ διατάσσῃ τὰ ἔξοδα νὰ καταλογίζωνται εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶνται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς,—καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι λογικὴ,—ἄλλος νόμος διέταξε νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, καί περ μέλλοντα νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ 1887. Παράλογος μὲν ἡ διάταξις, ἀλλ’ ὁ καταλογισμὸς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, καίτοι αἱ δαπάναι ἔμελλον νὰ γένωνται κατὰ τὸ 1887, ἦτο καταλογισμὸς νόμιμος. Οὕτως ἀπηλλάγη καὶ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1887. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, εἰσί: αʹ) τὰ 3,807,746: 30, τὰ μὴ κατατεθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ὡς ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τῶν 10,820,000 χρυσῶν φρ., βʹ) τὰ 4,654,860:05, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ. εἰς ἀνάγκας τοῦ 1887, γʹ) αἱ 250,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ὡς χρέος, διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, δαπανῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ 1887 τὸ ἓν ἑκατομμύριον τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, δʹ) τὰ 3,236,000 τῶν στρατώνων Λαρίσσης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων εἶναι 2,970,703, προερχόμεναι ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ ἐπὶ 11,882,813 φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 καὶ ἐπλήρωσεν εἰς τόκους τῶν δανείων, κατὰ τὰ ἐν ταῖς σελίσι λʹ καὶ λαʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειούμενα. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἀνέρχεται εἰς 14,919,309:35. Γεννῶνται ὅμως καί τινες ἀπορίαι, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ λύσω, διότι δὲν ἔχω ἐπισήμους ἀπὸ τὰ δημόσια γραφεῖα πληροφορίας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς, διὰ νὰ ἦναι ἐν γνώσει αὐτῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς τὸ ἑσπέρας, διαστρέφων τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα, καὶ παριστῶν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπε πράγματα μὴ ὀρθά, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐχλεύασεν αὐτὸν πολυτρόπως, προσπαθήσας ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οὐχὶ μόνον δὲν ἦσαν ὀρθὰ τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα, ἀλλὰ δὲν ἦσαν οὔτε σπουδαῖα.—Μοὶ φαίνεται, ὅτι, μετερχόμενος τὴν τακτικὴν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπελάθετο ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἵνα ἀναβάλῃ νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα, διότι ἐκεῖνος ἦτο ἀπὼν, καὶ μάλιστα νὰ ἐπιχειρήσῃ ν’ ἀνασκευάσῃ αὐτὰ, ἀπόντος ἐκείνου, κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, κατὰ τρόπον εἰθισμένον ἴσως εἰς αἰθούσας, ἐν αἷς φοιτῶσιν ἄλλης τάξεως ἄνθρωποι. Ὤφειλε, λέγω, ν’ ἀναβάλῃ νὰ ἀνασκευάσῃ ταύτας, ἵνα, παρὼν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δυνηθῇ νὰ δώσῃ αὐτῷ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἀκατάσχετος καὶ ἐπιθυμῶν καὶ ἐρήμην νὰ νικήσῃ, νὰ φανῇ δὲ, ὅτι ἀνῄρεσε τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἔσπευσε καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ἐποιήσατο τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὅμως δὲν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Εἶπε μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ ἐγώ, καὶ τὸ λέγω οὐχὶ ἀλόγως, οὐχὶ ἀπὸ ἐπιθυμίαν νὰ διασύρω τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ νὰ ἐλαττώσω τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω στηριζόμενος ἐπὶ λόγων, τοὺς ὁποίους θέλω σᾶς ἀναφέρει. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 περιελήφθησαν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
τῶν Οἰκονομικῶν δραχμῶν215,202
τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν » 47,077
τὸ τῆς Δικαιοσύνης » 39,629
τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν » 130,809
τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν» 33,279
τὸ τῶν Στρατιωτικῶν » 22,102
τὸ τῶν Ναυτικῶν » 36,103

τὸ ὅλον ἐκ δρ. 524,201. Εἰς τὸν βουλευτὴν ὅμως ἐξ Ἄρτης ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει, μὴ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται μόνον ὡς ἔξοδον κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλ’ ὀφείλεται ποσὸν ἀνώτερον αὐτοῦ. Τάχα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκαθαρισμένα καὶ ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου, περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὁποίων δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, διὰ νὰ μὴ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων ἐξόδων; — Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπορία. — Ποῖον ὅμως δικαίωμα ἔχω νὰ ἀπαγγείλω τὴν ἀπορίαν ταύτην, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς μόνον 524,000 δραχμῶν περιέλαβεν ὡς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων; Τὸ δικαίωμα τοῦτο μοὶ τὸ ἐχορήγησεν ὁ Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ 1885 εἰσήγαγεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ περιέλαβεν ἐν αὐτῷ τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 105,800:11. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρῃτήθη ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεξαμένη αὐτὸν, καὶ εὕρομεν ἐκκεκαθαρισμένας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἐκ δρ. 1,913,056:96. Εἶχε παραλείψει νὰ ἀναγράψῃ αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, εἶχε δ’ ἀναγραφῆ ἐν αὐτῷ ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 1,807,256:85. Ὅταν δὲ τοιοῦτον ἔχωμεν προηγούμενον, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν ἀπορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, μήπως δὲν εἶναι μόναι αἱ 524,201 δραχμῶν αἱ ὀφειλόμεναι, ἀλλ’ ὀφείλονται περισσότερα ποσά; Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι περισσότεραι αἱ ὀφειλόμεναι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἀλλὰ τότε κατὰ τοσοῦτον ποσὸν ἀνεγράφησαν ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν τὰ ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην δύναμαι νὰ ἔχω ἀπορίαν. Τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰσπράττον ἀποδίδει αὐτά. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δραχ. 4 ἑκατομμυρίων, ὅπως πληρωθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐξ αὐτῶν δ’ ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888 δραχμαὶ 4,007,570:78. Ἀλλὰ τάχα μόνον τοσαύτη εἶναι ἡ εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, ὡς φόρους τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ; Μήπως εἰσέπραξε περισσότερα, καὶ δὲν ἐζήτησε ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν; Καὶ τὰ δύο ταῦτα εἰσὶν ἀπορίαι, μήπως ταῦτα ἐγένοντο, ἵνα μὴ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, πρὸς τὸν ὁποῖον τοσαύτην εἶχε στοργὴν ὁ Πρωθυπουργός; Ἀλλ’ οὐδ’ ἔχω τι δεδομένον, οὐδὲ δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ προστεθῇ τίποτε εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς κατέδειξα. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ ἀναπτύξω περισσότερον τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην περὶ τῆς πιστώσεως τῆς ληφθείσης εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886, πρὸς κατασκευὴν στρατώνων, οἰκοδομουμένων ἐν Λαρίσσῃ κατὰ τὸ 1887. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον 16, Ἄρθρον Αʹ, «νέαι οἰκοδομαὶ», δραχ. 180,000, καὶ Ἄρθρ. Βʹ, «συντήρησις οἰκοδομῶν», ἐκ δραχμῶν 270,000. Διὰ δὲ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τὸ Ἄρθρ. Αʹ Κεφ. 16, «νέαι οἰκοδομαὶ», δραχμαὶ 1,820,000 καὶ ὑπὸ Ἄρθρον Βʹ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, «συντήρησις οἰκοδομῶν», δραχμαὶ 30,000. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρτίου τοῦ 1887 ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ἐκ δραχμῶν 3,236,000, ἥτις κατὰ τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος προσηρτᾶτο εἰς τὸν νόμον, διῃρεῖτο εἰς Ἄρθρον 1 Κεφ. ΚΔ: Ἀνέγερσις στρατιωτικῶν οἰκοδομῶν, δραχ. 3.021,000, καὶ Ἄρθρον 2 Κεφ. ΚΔ: Συντήρησις στρατιωτικῶν κτιρίων, δραχμαὶ 215,000. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ ἔκτακτος πίστωσις χορηγεῖται, ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε περὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν σκοπεῖ ἡ πίστωσις. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 προέβλεψε περὶ τῆς θεραπείας τῆς ἀνάγκης τῆς οἰκοδομῆς στρατώνων, καὶ περιέλαβε πίστωσιν δραχμῶν 2,000,000, καὶ 300,000 διὰ συντήρησιν οἰκοδομῶν. Λοιπὸν δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τὸν τίτλον ἔκτακτος πίστωσις νὰ χορηγηθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἡ πίστωσις τῶν 3,236,000, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε προβλέψει περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἡ πίστωσις τῶν 2 ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν εἶχε περιλάβει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 διὰ νέας οἰκοδομάς, ἐπήρκεσεν εἰς τὰς οἰκοδομικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1886, διότι, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐδαπανήθη ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τοῦ Κεφ. ΙΣΤʹ 1,228,095:68, ἑπομένως ἔμενεν ἀδιάθετος πίστωσις 772,004:32, καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ΚΔʹ Κεφαλαίου ἐδαπανήθησαν μόνον 37,338, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθησαν 1,265,464:55. Πῶς λοιπὸν ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις, ἀφοῦ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1886 ἦσαν ὀλιγώτερα τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886; Ὅταν τις θέλῃ νὰ ἐκτραπῇ τοῦ προσήκοντος, περιπίπτει εἰς τοιαῦτα ἄτοπα· καὶ ἐξετράπη ἡ Κυβέρνησις τοῦ προσήκοντος, ζητήσασα πίστωσιν ἔκτακτον δι’ ἀνάγκην προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὑμεῖς—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας—εἶσθε νομικὸς τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως ποῖα ἄλυτα ζητήματα προέκυψαν ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, τῆς ἐπιβαλλούσης τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πενθίμου ἔτους εἰς τοὺς εἰς χηρείαν περιερχομένους συζύγους. Τοιαῦτα ζητήματα παράγουσιν ἀφεύκτως αἱ παραβάσεις τῶν νόμων, αἱ παραβάσεις μάλιστα τῶν κανόνων τῆς λογικῆς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσι κατὰ τὸν καθορισμὸν τῆς πιστώσεως τοῦ 1886. Ἄτοπον ἡ παράβασις νόμου διὰ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος προέβλεψε περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Παράλογον συμβεβηκὸς ἡ χορηγία ἐκτάκτου πιστώσεως εἰς Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθη πολὺ ὀλιγώτερον ἢ ὅσον εἶχε περιληφθῇ ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1886, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1887. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887 καὶ περὶ τινων ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μετῆλθεν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐλαττώσῃ ὅσον ἠδύνατο τὰ ἀναγραφόμενα ὡς ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέστερξεν ἐκ τοῦ ζήλου τοὺς κόπους, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ ἐπιβαρύνωσιν αὐτὸν, δεχθεὶς νὰ ἐκπληρώσῃ συγχρόνως καὶ τὰ χρέη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, προέβαλε δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἄνευ ἐρεύνης. Παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς, ὅτι, ἂν δὲν ἐπραγματοποιήθη ὅλον τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, εἶχεν ἀναγγείλει, τοῦτο προῆλθε, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1887 οἱ φορολογικοὶ νόμοι, οἱ κατὰ Μάρτιον καὶ Μάϊον τοῦ 1887 ἐκδοθέντες, οἵτινες ἦσαν ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Ἕνεκα δὲ τούτου τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν ἐλειτούργησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, τὰ δὲ ἐξ αὐτῶν προκύψαντα ἔσοδα ἦσαν διὰ τοῦτο ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Συνεπέρανεν ἑπομένως, ὅτι ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς δὲν εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐδήλωσε περὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου εἶναι ἔξοχος διπλωμάτης, καὶ μάλιστα ἀνέφερεν, ὅτι εἶχεν ἀποστείλει αὐτὸν εἴς τινα ἀποστολὴν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος, ἐν ἀγνοίᾳ μάλιστα ἐμοῦ, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντος, διότι φαίνεται, ὅτι ἡ ἀποστολὴ, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχον ἐμπιστευθῆ τὸν κ. Σκουλούδην, ἦτο τοσοῦτο μυστικὴ καὶ τοσοῦτον ἀκροσφαλὴς, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς ἐμὲ, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν γνώμην ταύτην, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ἀφοῦ μάλιστα ἄλλη λεπτοτάτη ἀποστολὴ, ἀνατεθεῖσα εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχε διορίσει αὐτὸν ἀπεσταλμένον εἰς Μαδρίτην, κατέληξεν ἐν τοσαύτῃ σιγῇ, ὥστε κατελήφθη ὑπὸ τῆς λήθης. Διὰ τοῦτο εὑρέθην τότε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀνασκευάσω τὰ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς λεχθέντα τότε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶχον ὅμως ἄλλην τινὰ γνώμην περὶ τοῦ ἀνδρὸς, τὴν γνώμην, ὅτι ἦτο ἀνὴρ χρηματιστὴς, ἑπομένως γνωρίζων τὰ τραπεζικὰ, ἔχων οἰκονομικάς τινας γνώσεις, καὶ ἐντριβὴς περὶ τὰ λογιστικά. Πρὸ πάντων δ’ ἐφρόνουν, ὅτι, τοιοῦτος ὢν, ἤθελεν ἔχει τὸ προτέρημα τῆς ἀκμαίας καὶ ἰσχυρᾶς μνήμης, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸν σώζει ἀπὸ τῶν ἁμαρτημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον ἡμεῖς οἱ πρεσβύτεροι νὰ περιπίπτωμεν, ἕνεκα τῆς ἐξασθενήσεως τῆς μνήμης ἡμῶν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι αἱ μεγάλαι ἐργασίαι, τὰς ὁποίας τελευταῖον ἀνεδέχθη, συνετέλεσαν ἴσως, ὅπως μὴ ἐνθυμηθῇ πάσας τὰς λεπτομερείας, διότι τῷ ὄντι ἀνεδέχθη, οὐ μόνον, ὡς εἶπον ἡμῖν, τὴν προεδρείαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς εἰς τὸν Βασ. λόγον ἀπαντήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ προσέτι τὰ ἔργα τοῦ εἰσηγητοῦ, ἀλλ’ ἔστερξε νὰ γένηται καὶ μέλος τριῶν ἐπιτροπῶν, ἄν καὶ τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ τέλος πάντων ἔστερξε νὰ γένηται μέλος, ἔστερξε νὰ γένηται μέλος καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τέλος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς. Τοσαῦται ἐργασίαι ἦσαν βεβαίως πολλαί, καὶ ἕνεκα τούτου ἴσως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰπεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887. Οὕτω, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθη ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1887 τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐψηφίσθη πρὸ τοῦ ἔτους ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅτε εἰσήγαγεν αὐτὸν κατὰ Ὀκτώβριον 1886, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ μεταβάλῃ αὐτὸν, ἐλαττώσας τὰ ἔσοδα καὶ αὐξήσας τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως ἐλαττώσας καὶ τὸ περίσσευμα, διότι ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα τῶν νέων φόρων, ὡς ἀρξόμενα οὐχὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ ἀπὸ 1 Μαΐου. Καὶ ἠλάττωσεν ἕνεκα τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ περίσσευμα ἀπὸ 4,755,647 εἰς 1,105,758. Ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ τότε ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπῆς, ὅτε ἠγόρευσε πρό τινων ἡμερῶν, παρέστησεν, ὅτι, ἂν τὸ περίσσευμα τοῦ 1887 δὲν ἦτο τοσοῦτον, ὅσον εἶχεν ἀναγγελθῆ, εἴτε ἂν ὑπάρχῃ καί τι ἔλλειμμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ τὸ περίσσευμα θὰ ἦτο περισσότερον, ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ φορολογικοὶ νόμοι τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1887, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι τὰς ἕνεκα τούτου ἐλαττώσεις εἶχεν ἐπιφέρει ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτε εἰσήγαγεν αὐτὸν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἔσοδον εἶχεν ὑπολογισθῆ, καθ’ ἃ εἶχεν εἰπεῖ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου, δὲν κατωρθώθη δὲ νὰ συστηθῶσιν ἀπὸ τότε τὰ καπνεργοστάσια, καὶ ἤρξατο ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου, ἂς εὕρωμεν κατὰ πόσον ἦτο πιθανὸν νὰ ᾖναι τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἔσοδα περισσότερα. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887, ἤτοι ἐπὶ μῆνας 4 καὶ ἡμέρας 21, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, δραχ. 1,657,801:15 Ἑπομένως κατὰ μῆνα εἰσεπράττοντο 365,000 περίπου δραχμῶν, ἂν δ’ ἐφηρμόζετο ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου, ἤθελον εἰσπραχθῆ ἀκόμη 1,293,901. Ἀλλὰ κατὰ τὸ εἰρημένον ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι 10 Αὐγούστου 1887 διάστημα, ἂν δὲν εἶχον τεθῆ ἐν ἐνεργείᾳ τὰ καπνοκοπτήρια, ἐφορολογεῖτο ὅμως ὁ καπνὸς κατὰ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ νομοθετηθὲν, τῇ προτάσει ἡμῶν, κατὰ τὸ 1885. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶχον βεβαιωθῆ, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου 1887 δραχ. 774,775:87, ἕπεται, ὅτι, ἂν ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, οὐχὶ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ λειτουργία, αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης Μαΐου, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ αἱ ἀνωτέρω 774,775:87, ἀλλὰ δρ. 422,272:03, ὅσαι ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα. Ἑπομένως πρέπει νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,293,901, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ, ἂν ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τοῦ Μαΐου τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, κατὰ δραχμὰς 352,473:84, ὅσαι ἀποτελοῦσι τὴν διαφορὰν τῶν δύο ἀνωτέρω ποσῶν, καὶ δέον νὰ περιορισθῇ εἰς δρ. 941,427:16 τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἐστερήθη ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἐκ τῆς βραδείας ἐνάρξεως τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Καὶ ἐκ τοῦ φόρου δὲ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου εἰσεπράχθησαν, κατὰ μὲν τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα, διὰ τῆς πωλήσεως αὐτοῦ ἐν τοῖς ταμείοις, δραχ. 427,922:90, κατὰ δὲ τὸ ἀπὸ 10 Αὐγούστου μέχρι 31 Δεκεμβρίου διάστημα, ἐκ μὲν τῆς πωλήσεως ἐν τοῖς ταμείοις δραχ. 11,206:10, ἐκ δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς πωλήσεως αὐτοῦ ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις δραχ. 766,549:60. Ἰσχυρίσθη ἑπομένως ὁ κ. πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἂν ἐτίθετο ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐν ἐφαρμογῇ τὸ σύστημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγορᾶς τοῦ σιγαροχάρτου ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ πρὸ τῆς 10 Αὐγούστου διάστημα δραχ. 427,922:90, ἀλλὰ περισσότεραι, ὅσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τοὺς 4 μῆνας καὶ 21 ἡμέρας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887, ποσὸν τῶν δραχ. 766,549:60. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1887 μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν ἤθελον ἐπίσης εἰσπραχθῆ ὅσα ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 ποσοῦ τῶν δραχ. 427,922:90, ἀλλ’ ὅσα ἀναλογοῦσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 11,206:10, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἦτο ἀναγκαστικὴ ἡ ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα, λειτουργούσης κατ’ αὐτὸ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀγορᾶς τοῦ σιγαροχάρτου ἐν τοῖς κοπτηρίοις, ἤθελον εἰσπραχθῆ περισσότεραι δραχμαὶ 541,408:48, ὅσαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπὸ 10 Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου εἰσπραχθέντος ποσοῦ τῶν δραχ. 766,549:60 ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα, ἤθελεν ὅμως εἶναι μικρότερον τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 9 Αὐγούστου εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 427,922 κατὰ δραχ. 195,684:57, διότι ἤθελεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου διάστημα, οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 195,684:57, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 427,922, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 7,930:52, αἵτινες ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο, καθ’ ὃ ἤθελεν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐν τοῖς κοπτηρίοις ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 11,206:10, ὅσαι εἰσεπράχθησαν καθ’ ὃ διάστημα εἶχε κατασταθῆ ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου ἐν τοῖς κοπτηρίοις. Οὕτως ἠθέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου περισσοτέρας δραχ. 541,408:48, ἀλλὰ μεῖον δραχ. 195,684:57, ἀνθ’ ὧν ἤθελον εἰσπραχθῆ δραχ. 7,930:52. Ἡ δ’ αὔξησις τοῦ ἐκ σιγαροχάρτου ἐσόδου ἤθελε συνίστασθαι εἰς δραχ. 353,654:43, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 941,427:16, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν κατὰ τὰ εἰρημένα εἰσπράξει περισσότερον ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἀποτελοῦσιν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ δραχ. 1,295,081:59, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν κοπτηρίων διὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα. Ὁ κ. πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐζήτησε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 καὶ 4 ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσεπράχθησαν μὲν κατὰ τὸ 1887, ἤθελον ὅμως εἰσπραχθῆ, ἂν ἐτίθεντο ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους οἱ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτήρων καὶ περὶ σιγαροχάρτου νόμοι, δὲν ἠρκέσθη εἰς μόνην τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐποιήσατο καὶ ἑτέραν παρατήρησιν περὶ τῆς ἀνικανότητος ἢ δυστροπίας τοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 σχηματισθέντος Ὑπουργείου, ἧς ἕνεκα δὲν εἰσεπράχθη καὶ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ἢ καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἐστερήθη καὶ τῶν ἐκ τούτων ἐσόδων ἡ χρῆσις τοῦ 1887. Ἐπετίμησεν ἡμᾶς ὁ κ. Σκουλούδης ὡς ἀμελήσαντας νὰ βεβαιώσωμεν ἐγκαίρως τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884, καὶ ὡς γενομένους αἰτίους νὰ μὴ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν οὔτε κατὰ τὸ 1887. Ἔχω συμφέρον νὰ πείσω τὸν κ. πρόεδρον καὶ εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, ὅτι δὲν ἐσφάλαμεν παντάπασιν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, οὐδὲ παρελύσαμεν ἡμεῖς τὰς πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐργασίας. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει ν’ ἀναγνώσω ἐπίσημα ἔγγραφα, βεβαιοῦντα τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐπιτετραμμένον τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὴν 23 Ὀκτωβρίου 1885, ἀνέφερε πρός με, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἀπαιτητοῦ ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου 1885, ἔδει νὰ ᾖ περατωμένη ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Ἐν τούτοις αʹ) διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ἀθηναίων οὐδεμία ἐργασία εἶχε γίνει μέχρι Μαΐου 1885, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤρξατο αὕτη. Ὑπολείπεται δὲ πρὸς πλήρη κατάρτισιν τοῦ καταλόγου τούτου ἡ καταγραφὴ τῶν οἰκιῶν δύο μόνον τμημάτων τῆς πόλεως, περατωθησομένη ἐντὸς μηνός. βʹ) Ὡσαύτως ἡ τακτικὴ ἐργασία καὶ κατάστρωσις τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῆς πόλεως Πατρῶν ἤρξατο κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ἐντὸς δὲ τοῦ τρέχοντος μηνὸς περατοῦται ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τοῦ καταλόγου τούτου ἐνστάσεων, καὶ κηρύσσεται ἐκτελεστός. γʹ) Ὁ φορολογικὸς κατάλογος τοῦ δήμου Κορίνθου, ἀτελῶς καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου συνταχθεὶς, ὑπεβλήθη, κατὰ σύστασιν τοῦ Δημάρχου Κορίνθου, εἰς ἀναθεώρησιν κατὰ Ἰούνιον ἐ.ἔ, ἤδη δ’ ἤρξατο ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τούτου ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων. Καὶ δʹ) Ὁ συνταχθεὶς φορολογικὸς κατάλογος τῆς πόλεως Καλαμῶν ἀπεδείχθη ἄκυρος, ἑπομένως ἠκυρώθη, καὶ ἤρξατο ἡ ἀνασύνταξις αὐτοῦ κατὰ Ἰούλιον ἐ. ἔ.» Ὥστε, ἂν δὲν ἐξετελέσθησαν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένων προθεσμιῶν αἱ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐργασίαι, ἂν παρέλυεν ἡ βεβαίωσις καὶ ἑπομένως ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου, συνέβη τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου 1885, τὸ ὁποῖον ἔσπευσε νὰ πράξῃ, ὅ,τι παρέλιπε νὰ πράξῃ κατὰ τὸ 1884 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1885 τὸ προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ὅθεν ἠδίκησεν ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σύρου, καὶ ἐλπίζω, πεποιθὼς εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ, ὅτι θέλει ὁμολογήσει, ὅτι ἄλλοι ἀπεπλάνησαν αὐτὸν, ὅσοι τῷ ἔδωσαν τὰς ἐσφαλμένας πληροφορίας. Ἴσως καὶ κεκμηκὼς ἐκ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν, ἃς ἀνεδέχθη, περιέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα, νὰ ἀπευθύνῃ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν. Ἔχω δὲ καὶ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔκθεσιν ἀπὸ 3 Μαρτίου 1886 τοῦ οἰκονομ. ἐφόρου Ἀττικῆς, ὅστις μοὶ ἀνέφερε τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης δὲν εἶχε συνταχθῇ ὁ κατάλογος ἐπιτηδευμάτων τῶν ὑπαλλήλων τῶν καταστημάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, οὕτω δὲν εἶχε δυστυχῶς βεβαιωθῇ φόρος τῶν ἐτῶν 1884 καὶ 1885, δι’ ὃ ἐπελήφθην καὶ τῆς ἐργασίας ταύτης, ἧς περατωθείσης πρὸ πολλοῦ, προέβην εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐτῶν 1884– 1886.» Ἀλλ’ ἡ παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς γενομένη, κατὰ τὰ εἰρημένα, ἔκτοτε βεβαίωσις, ὅτι καὶ αἱ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐργασίαι εἶχον παραμεληθῆ ἢ παραλύσει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ Ὑπουργείου, τοῦ παραιτηθέντος κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἡ βεβαίωσις λέγω αὕτη συμβιβάζεται μὲ τὰς ἑπομένας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐν ἐκθέσει τοῦ Αʹ Τμήματος, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀμέσων φόρων, μοὶ εἶχεν ἔκτοτε ὑποβάλει τοῦ τμήματος ἐκείνου ἡ ὑπηρεσία. Μοὶ ἀνήνεγκε τὸ τμῆμα ἐκεῖνο διὰ τῆς ἀπὸ 2 Μαΐου 1885 ἐκθέσεως αὐτοῦ, ἣν κρατῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν χερσίν, ὅτι, ἀπολυθέντος τότε τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διευθύνοντος αὐτὸ τμηματάρχου, ὁ παραλαβὼν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμήματος ἁρμόδιος ὑπάλληλος παρέλαβε: «Μὴ ἐνεργηθέντα ἔγγραφα, ἐξ ὧν «151 ῥητῶς καταγραφέντα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀφορῶσι τὴν βεβαίωσιν διαφόρων δημοσίων ἐσόδων τῶν ἐτῶν 1883 καὶ 1884, ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐνεργείας τῶν ὁποίων ἐνδεχόμενον ἦτο, εἴτε νὰ μὴ ἐγένετο βεβαίωσις τῶν περὶ ὧν ταῦτα διαλαμβάνουσιν ἐσόδων, εἴτε ἡ γενομένη τοιαύτη νὰ ᾖ πλημμελής. Καὶ πρὸς τούτοις 680 ἕτερα ἔγγραφα, ἀφορῶντα συμφέροντα ἰδιωτῶν, ἤτοι προσφυγὰς ἀπαλλαγῆς, 415 μὲν ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως οἴνου, 90 ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, 110 ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ 65 ὁμοίας περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου κτημάτων κατὰ στρέμμα φορολογουμένων». Ἐξηκολούθει δὲ ὁ τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑποβαλὼν πρός με ὑπάλληλος, ὅτι, «ὡς πρὸς δὲ τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν ἀμέσων φόρων, ἐν συντόμῳ ἀναφέρω ὑμῖν, κ. Πρόεδρε, καὶ βεβαιῶ, ὅτι ἡ μὲν βεβαίωσις τῶν ἐσόδων δὲν ἐνεργεῖται ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ πλειστάκις μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένην προθεσμίαν πρὸς εἴσπραξιν ἑκάστου τῶν φόρων, καὶ πλεῖστοι ἀβεβαίωτοι φόροι, ἡ δ’ ἐξέλεγξις τούτων ἀτελέστατα ἐκτελεῖται.» Τοιαύτη ἦτο ἡ πρὸς βεβαίωσιν τῶν φόρων γιγνομένη ἐργασία ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριετίαν τότε ἐκυβέρνησεν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, μέχρις οὗ διεδέχθη αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18ης Ἀπριλίου 1885. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων θέλει κατανοήσει ποῖον ἀδίκημα διέπραξεν, αἰτιαθεὶς ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς ἐγενόμεθα αἴτιοι νὰ παραλύσῃ ἡ λειτουργία τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ νὰ στερηθῇ οὕτως αὐτῶν τὸ τοσοῦτον προσφιλὲς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἔτος 1887. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω κρίσεις ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετέδωκεν ἡ Ἱστορία εἰς ἡμᾶς, καὶ ὁποῖος κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔζη καὶ ἤκμαζε, χρόνους ἀληθῶς ἀνωμάλους διὰ τὴν πατρίδα αὑτοῦ, προσήνεγκεν ἀξιολόγους πρὸς αὐτὴν ὑπηρεσίας, ἀναγνωρισθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν συγχρόνων αὐτοῦ ὡς ἀνὴρ ὑπέροχος τῶν χρόνων ἐκείνων. «Διὰ νὰ ἦναί τις κυβερνήτης, ἔλεγε κατὰ τὴν 29 Σεπτεμβρίου 1790 ὁ Mirabeau, πρέπει νὰ ἦναι μέγας, νὰ γνωρίζῃ νὰ ἦναι δίκαιος. Διὰ νὰ συμπράττῃ δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς πατρίδος, νὰ ἦναι εὐλαβὴς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ σέβηται τὴν ἀλήθειαν.» Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἔλεγεν, ὅτι, ἐνῷ οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν ἀντιπολιτευομένων ἰσχυρίζοντο, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἔλλειμμα 30 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι, ἐνῷ κατόπιν ἰσχυρίζοντο, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἦτο 15 ἑκατομμυρίων, τώρα ἐπέκρινε προχθὲς τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διότι ἐπλανήθη μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ 1 ἑκατομμύριον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοιαύτην ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπίκρισιν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἐνδέχεται δὲ νὰ ἦναι ἀρεστὸν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι κατὰ τοῦτο μόνον ἐπέκρινε τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ ἐγκριτώτεροι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι τὸ ἔλλειμα τοῦ 1887 ἤθελεν εἶσθαι ἐκ 30 ἑκατομμυρίων, καὶ οἵτινες κατόπιν ἐφρόνουν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν εἶσθαι ἐκ 15 ἑκατομμυρίων, ἐξακολουθοῦσι καὶ νῦν, οὐχὶ νὰ ἐπικρίνωσιν αὐτόν, ὅτι ἐπλανήθη κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περὶ τὰ ποσὰ τῆς βεβαιώσεως, ἀλλὰ νὰ φρονῶσιν, ὅτι τοσοῦτον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, ἀφοῦ, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου ἐξέθηκα, κατέστη βέβαιον ἐκ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνεκοίνωσα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 14,919,309:35. Μοὶ ἐφάνη ὅμως παράξενον, πῶς ἔπεισεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἑαυτὸν νὰ ποιήσηται χθὲς περὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Καραπάνου ὑποθέσεις, μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Μοὶ ἐφάνη παράξενον, πῶς ἔπεισεν ἑαυτὸν νὰ ὀλισθήσῃ εἰς τοιαύτην ἐκτροπήν. Διότι ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης οὐδὲν εἶπε τοιοῦτον, ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶπε, παρασταθεὶς ὡς ἀναιρῶν αὐτό. Καὶ οὕτως ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε χθές, ὅτι ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ᾐτιάθη τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀφῆκεν ἀδιαθέτους πιστώσεις, καὶ ἐπέκρινεν αὐτὸν, διότι δὲν ἐδαπάνησε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἔξοδα. Ἂν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλιστα εὐχάριστον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐπεκρίνετο διὰ τοιούτου ἀληθοῦς παραλογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς δὲν εἶναι ἄξιος τοιαύτης αἰτιάσεως, καὶ ἂν ἡ εὐθύτης τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ εὐσυνειδησία αὐτοῦ ἐπιτρέπωσιν αὐτῷ νὰ ἀποδίδῃ τοιαύτας κατὰ τοῦ ἀνδρὸς αἰτιάσεις, τοῦτο οὐδόλως ἐπιβαρύνει τὸν κ. Καραπάνον. Ὁ κ. Καραπάνος ἔλεγεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι, ὅταν ἀναγράφωνται ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ παραλείπῃ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας τὰ ἔξοδα ἀνεγράφησαν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν δαπάνην τῶν ἐξόδων τούτων. Οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν ἐφρόνησεν, ὅτι, ὅταν ἀναγράφωνται ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν πρέπει νὰ καταβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν προσπάθειαν νὰ διαχειρισθῇ τὰ ἔξοδα ταῦτα μετὰ μεγάλης οἰκονομίας, κατὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, δι’ ἃς ταῦτα ἀνεγράφησαν. Καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἀφίνῃ ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὰ ἐξόδων; Διότι, ἀφοῦ προσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν ἐζήτησε νὰ ἀναγραφῶσι τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἔξοδα, ἕπεται, ὅτι ἐφρόνει, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη ἔχρῃζε θεραπείας ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον νὰ χορηγήσῃ τὴν ζητηθεῖσαν πίστωσιν. Παραλείπουσα δ’ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία εἶτα νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, φωρᾶται, ὅτι ἠπάτησε τὸ Κοινοβούλιον, ζητήσασα πιστώσεις δι’ ἀνάγκας, ἐν ᾧ ἡ θεραπεία αὐτῶν δὲν ἐπέκειτο, ἀλλ’ ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ ἀφίνῃ οὕτως ἀδιαθέτους τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις, διὰ νὰ παριστᾷ ὕστερον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι δῆθεν ἦτο φειδωλὴ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων. Ἂν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κράτει ἀνάγκη, ὁ Ὑπουργὸς καλῶς ποιῶν ἐζήτησε τὴν ἀναγκαιοῦσαν πίστωσιν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην, κακῶς δ’ ἔπραξε, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα, νὰ ἀναβάλῃ νὰ θεραπεύσῃ αὐτήν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη, ὁ Ὑπουργὸς κακῶς ποιῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ θεραπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, γινόμενος αἴτιος νὰ ἀπασχοληθῇ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς θεραπείαν ἑτέρας ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους. Κατὰ τοῦτο ἐπέκρινεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὸν Πρωθυπουργόν, ὅστις ἀδίκως ἐθλίβετο, ὑπολαβών, ὅτι ἐπεκρίνετο ὡς φιλοτιμηθεὶς νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως δαπανήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Γνωστὸν εἶναι πόσον τυγχάνει οἰκονόμος καὶ φειδωλὸς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μοὶ ἐφάνη δὲ παράδοξος καὶ ἡ ἄλλη αἰτίασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν χθὲς περὶ ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων, παρεπονέθη, διότι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅταν ἀναγράφωνται ἔκτακτα ἔξοδα, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἄντικρυς ἀναγεγραμμένα καὶ ἔκτακτα ἔσοδα, διότι ἄλλως, καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει ἰσοζύγιον εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν, δημιουργεῖται ὅμως ἔλλειμμα εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, τὸ ὁποῖον ἐπάγει τὴν ἀνάγκην τῶν δανείων ἢ ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων. Τῳόντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔκτακτα ἔξοδα, χωρὶς νὰ προνοῇ περὶ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἰσχυριζόμενος, ὅτι εἶχε δῆθεν λάβει πρόνοιαν, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὴς πρόνοια. Προκειμένης τῆς δικαιολογίας ἐκτάκτων ἐξόδων, ἰσχυρίζετο ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι προὐνόησε καὶ εἶχε λάβει πιστώσεις ἐκτάκτων ἐσόδων. Οὕτως ἔλεγεν, ὅτι εἶχεν ἀναγραφῆ διὰ τοῦ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1882 ἐκδοθέντος νόμου περὶ δανείου πίστωσις ἐκτάκτων ἐσόδων διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ μέσα συγκοινωνίας, καὶ δι’ αὐτοῦ ἔπειθε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἔκτακτα ἔξοδα. Ἢ ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὡρισμένον ποσὸν αὐτοῦ εἶχε προσδιορισθῆ διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ δυνάμει μὲν τοῦ περὶ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων νόμου τοῦ 1882 δὲν ἔλαβε χρήματα, μὴ συνομολογηθέντος τοιούτου δανείου, τὰ δ’ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, οὐδαμοῦ ὑπῆρχον, οὐδ’ ἐσώζοντό που, διὰ νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ταύτῃ. Τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἐφάνησαν ποὔποτε, διότι, ἀντὶ νὰ διασωθῶσιν, ὅπως δαπανηθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ καὶ ὁ νόμος εἶχε προσδιορίσει αὐτά, ἐξωδεύθησαν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἐκ τοῦ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων δραχ. 37,675,001:06 ὡς ἀντίτιμον τῶν 110,000 πωληθεισῶν ὁμολογιῶν, ὡσαύτως προκαταβολὰς δραχ. 46,500,000 ἐπὶ ἐνεχυριάσει 186 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἔλαβε προσέτι 9 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέντος τότε δανείου, καὶ 1,286,138:60 ὡς διαφορὰν τῶν 11,500,000, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὡς ἐνέχυρον, ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε δανεισθῆ, ἵνα πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἀφοῦ ὁ χρυσὸς ἰσοτιμήθη πρὸς τὰ γραμμάτια μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προσέτι ἔλαβεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμὰς 700,000, καὶ οὕτω συνεκεφαλαιώθησαν εἰς 95,161,139:66 ὅσα τότε ἔλαβε. Ἀλλ’ ἐδαπάνησε πάντα ταῦτα, ἤτοι ἐπλήρωσεν 69, 394,271:77, ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, 6,418,518:72 εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ποταμῶν καὶ τῶν Κιχλῶν καὶ Ἀηδόνων καὶ εἰς κατασκευὴν τῶν περὶ τοὺς στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ περιβόλων, προσέτι 98,072:06 εἰς ἔργα συγκοινωνίας, τὰ δὲ προωρισμένα διὰ σιδηροδρόμους καὶ παρασκευὰς ποσὰ τοῦ δανείου ἐδαπάνησεν εἰς ἐλλείμματα, πληρώσας εἰς αὐτὰ 19,250,280:11. Οὕτω δὲ δὲν διεσώθη οὐδ’ ὀβολὸς ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, ἵνα χρησιμεύσῃ ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφε κατόπιν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε χθὲς καί τινα θεωρίαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠμφισβήτησε, πολλῷ δ’ ἧσσον ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτής. Καὶ ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς, ὅτι δῆθεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, οὐδὲ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἢ τὴν παρασκευὴν στόλου, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐν τοῖς ταμείοις 70 ἢ 80 ἑκατομμύρια διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, ἢ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, ὅσα λέγει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δαπανήσωμεν διὰ τὰ συμπλέγματα τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν Κυκλάδων, τὰ ὁποῖα συμπλέγματα εὐφυῶς εἰρωνεύθη ὁ παραπονεθεὶς διὰ τὴν ἀπ’ αὐτῶν παράλειψιν τῆς πατρίδος του ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἰσχυρίσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν, ὅτι δῆθεν εἶχεν ἰσχυρισθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι πάντες νομίζομεν, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσωμεν 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια διὰ δημόσια ἔργα, ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολογήσει, ὅπως πορισθῶμεν τὰ πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Ὁ Πρωθυπουργὸς, παριστῶν μετὰ κόμπου χθὲς, ὅτι ὑπῆρξε τέλος κατὰ τὸ 1887 ἰσοζύγιον, ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τῶν φόρων, τῶν ἐπιβληθέντων κατὰ τὸ 1887, ὅσα εἰσέπραξεν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ, εἷς τῶν ἀντιπολιτευομένων, δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν εἰσπράξει τοσαῦτα, ὅσα εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1887. Ἐστήριζον δὲ τὴν ἀμφιβολίαν μου ταύτην ἐπὶ σειρᾶς λόγων, τοὺς ὁποίους ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θέλει ἀναλογισθῆ, ὡς ἀνελογίσθην ἐγὼ, ὅταν ἐμελέτησα τὴν στατιστικὴν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν. Κατὰ τὸ 1878 τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξεν ἔσοδα ἀπὸ τὴν χώραν δραχμὰς παλαιὰς 38,822,961:74. Κατὰ τὸ 1879 δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πόσα εἰσέπραξεν, ἂν καὶ ἔχω πληροφορίας καὶ σημειώσεις περὶ τούτων, διότι ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἐδημοσιεύθη. Διὰ τοῦτο δὲν περιέλαβον τὰ κατὰ τὸ 1879 εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1880 εἰσέπραξε παλαιὰς δραχμὰς 44,611,136:92. Κατὰ τὸ 1881 εἰσέπραξεν ὡσαύτως παλαιὰς δραχμὰς 46, 788,883:75. Κατὰ τὸ 1882 εἰσέπραξε παλαιὰς δραχμὰς 65,801,370:04. Κατὰ τὸ 1883 εἰς νέας δραχμὰς 58, 537,556:10. Καὶ κατὰ τὸ 1884 ὡσαύτως 60,744,636:66. Κατὰ τὸ 1885 νέας δραχ. 59,436,676:10. Κατὰ τὸ 1886 δραχ. 62,151,128:28. Κατὰ τὸ 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου δραχ. 81,230,289:94. Ἐν πρώτοις ἡ μεγίστη διαφορὰ, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ 1881 καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882, συνισταμένη εἰς 19,012,496:29, ἐπῆλθε διότι κατὰ τὸ 1882 μεταξὺ τῶν ἐσόδων περιελήφθησαν οὐ μόνον τὰ ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1881 προστεθεισῶν εἰς τὸ Κράτος νέων ἐπαρχιῶν ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὴν κατὰ δραχ. 4,941,316:76 αὔξησιν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένου κεφαλαίου τῶν διαφόρων ἐσόδων, καὶ ἐκ νομισματοποιίας, ἀναβιβάσαντα καὶ ταῦτα τὸ ποσὸν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφαλαίου τῶν ἐκ δημοσίων καταστημάτων ἐσόδων κατὰ 2,497,262:41. Ἤτοι κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα περισσότερα:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τῶν κατὰ τὸ1886εἰσπραχθέντων κατὰδρ.19,714,289.94
» 1885» » » 21,793,613.84
» 1884» » » 20,485,653.28
» 1883» » » 22,692,733.84
» 1882» » » 15,428,919.90
» 1881» » » 34,441,406.19
» 1880» » » 39,619,153.02
» 1878» » » 42,407,328.20

Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν προσεδόκων, ὡς ὡμολόγησα πρὸ μικροῦ, ὅτι ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ 19,600,000. Καὶ πῶς ἠδυνάμην νὰ προσδοκῶ, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει ἐν Ἑλλάδι τοιαύτη τεραστία αὔξησις ἐσόδων, ὁποία ἐν οὐδενὶ τῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου ἐπαρουσιάσθη ποτέ; Ἀκούσατε τὰς ἀναλογίας. «Κατὰ τὸ 1880 εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ τὸ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1878 κατὰ δραχμὰς 2,788,175.18
τὸ 81περισσότερα τῶν κ.τὸ 80εἰσπρ. κ.δρ. 5,177,746.83
τὸ 82» » » τὸ 81» » » 19,012,486.29
τὸ 83ὀλιγώτερα » » τὸ 82» » » 7,263,813.94
τὸ 84περισσότερα » » τὸ 83» » » 2,207,080.56
τὸ 85ὀλιγώτερα » » τὸ 84» » » 1,307,960.55
τὸ 86περισσότερα » » τὸ 85» » » 2,714,452.18
τὸ 87» » » τὸ 86» » » 19,714,289.94

Ἐν ᾧ δέ, ἂν ἠθέλομεν ὑπολογίσει τὴν αὔξησιν τῶν κατ’ ἔτος ἐσόδων κατὰ τὴν προϊοῦσαν πρόοδον, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζουσιν εἰς 5 τοῖς ἑκατὸν κατὰ μέσον ὅρον, ἔπρεπε νὰ εἰσπράξωμεν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
κατὰ τὸ1880πλέον τῶν κ. τὸ1878εἰσπραχ.δρ.1,941,148.08
» 1881» 1880» » 2,038,004.91
» 1882» 1881» » 2,145,100.71
» 1883» 1882» » 2,247,355.77
» 1884» 1883» » 2,359,723.56
» 1885» 1884» » 2,474,709.73
» 1886» 1885» » 2,601,595.22
» 1887» 1886» » 2,731,675.48

Εἰσεπράξαμεν ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1887, συμπεριλαμβανομένου, περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 εἰσπραχθέντων τὰ ἑξῆς, ἤτοι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τὸ 1880 2,788,175.18
Κατὰ τὸ 1881 7,965,922.01
Κατὰ τὸ 1882 26,978,408.30
Κατὰ τὸ 1883 19,714,594.36
Κατὰ τὸ 1884 21,921,674.92
Κατὰ τὸ 1885 21,613,714.36
Κατὰ τὸ 1886 23,328,166.54
Κατὰ τὸ 1887 42,407,328.28
ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 165,717,983.87

Λοιπὸν, ἐὰν ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον 165 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχεν εἰσπράξει πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν, τὸ πρᾶγμα δὲν ἀποβαίνει μυθῶδες, δὲν εἶναι ἀνήκουστον; Ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τοιοῦτον παράδειγμα; Ἀλλὰ πῶς κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι τόσα ἑκατομμύρια; Ἀνέγνων ποτὲ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν πιστοτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, ὁ Marechal Vauban, εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς εἰσπράξεως τῆς βασιλικῆς δεκάτης. «Μεγαλειότατε, ἔγραφε πρὸς τὸν Βασιλέα ὁ Marechal Vauban, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀφοῦ ἐπώλησαν τὰ ἔπιπλα δυστυχοῦς τινος χωρικοῦ, ὤθησαν τὰς φορολογικὰς καταθλίψεις μέχρι τῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ τῆς οἰκίας του καὶ τῶν θυρῶν καὶ τῶν παραθύρων, εἶτα δὲ μέχρι τῆς κατεδαφίσεως τοῦ κτιρίου τῆς οἰκίας, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσι τὰς δοκούς, τοὺς συνδέσμους αὐτῶν καὶ τὰς σανίδας, τὰ ὁποῖα πάντα ἐπωλήθησαν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ». Ὑμεῖς εἶσθε ἐξ ἐπαρχιῶν, γνωρίζετε δὲ πόσον ἀπηνεῖς ὑπῆρξαν οἱ εἰσπράκτορες καὶ ὑποταμίαι, καὶ οἱ ταμίαι, ἵνα δυνηθῶσι νὰ εἰσπράξωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Καὶ ἠδυνήθησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν 19,600,000, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν ἐφέτος πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων. Οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως βλέπουσι καθ’ ἑκάστην ἐκθέσεις πλειστηριασμῶν ἰδιοκτησιῶν ὀφειλετῶν, ἐν δὲ ταῖς πόλεσιν, ἐκείναις, ἔνθα ὑπάρχουσι φυλακαὶ κρατουμένων διὰ χρέη, γνωρίζουσιν οἱ ἐν αὐταῖς κατοικοῦντες πόσοι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις κρατοῦνται, ἀλλὰ καὶ πόσοι ἀπεβίωσαν ἐκ τῶν κεκλεισμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ οἱ πολῖται πρέπει νὰ ἐκπληρώνωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, πρέπει νὰ ἀποτίνωσι τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτούς. Καὶ οἱ πολῖται ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ ἀγογγύστως ἴσως ὑπέφερον τὰς πιέσεις καὶ καταθλίψεις, τὰς ὁποίας οἱ εἰσπράκτορες τῶν χρόνων ἐκείνων διέπραττον ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἡ Γαλλία μετεβάλλετο ὑπὸ τοῦ ἀπολύτου ἐκείνου Μονάρχου εἰς Κράτος μέγα, ὁ δὲ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο αὐτός, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ἐὰν ἐδαπάνα ἀφειδῶς, ὡς ἀπόλυτος Μονάρχης, ἐδαπάνα διὰ τὴν δόξαν τῆς Γαλίας, καὶ εἶχε λόγον πρόχειρον νὰ δώσῃ, ἂν ὄχι εἰς τοὺς ὑπηκόους του, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἀποκαθίστα τὸ Κράτος μέγα καὶ ἰσχυρόν, καὶ ἐν τῇ ἰσχύϊ καὶ τῷ μεγαλείῳ τοῦ Κράτους παρεσκεύαζε τὴν μέλλουσαν εὐπορίαν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ Συνταγματικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τὸ Κράτος τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, τίνα ἀγαθὰ προσήνεγκεν εἰς τοὺς πολίτας ἀντὶ τῶν φόρων, διὰ τῶν ὁποίων κατεπίεσεν αὐτούς; Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφερε θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα. Ἔλεγεν, ὅτι ὁ παραγωγὸς πρέπει νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους, καὶ πρέπει νὰ ὑφίσταται προσαυξήσεις φόρων, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἵνα διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπαυξανομένων τούτων φόρων δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν, ἥτις ἄγει πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῶν βαρῶν. Μοὶ φαίνονται ταῦτα ἀληθῶς ἀκατάληπτα. Ἔλεγεν, ὅτι ὁ παραγωγὸς, ἐπειδὴ δὲν δύναται μόνος νὰ κάμῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν μέρος τοῦ ἀναγκαιοῦντος σιδηροδρόμου, ἢ νὰ διευθετήσῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν μέρος τῆς κοίτης τοῦ παραῤῥέοντος ποταμοῦ, ἢ νὰ ἀποξηράνῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν μέρος τοῦ τέλματος, ὅτι πρέπει νὰ πληρόνῃ, διὰ νὰ ἐκτελῶνται πάντα ταῦτα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅσα πληρόνει μέχρι τοῦδε ὁ παραγωγὸς δὲν εἶναι ἱκανά, διὰ νὰ παρέχηται εἰς αὐτὸν ἡ ἀναγκαία ἀσφάλεια, καὶ πάντα τὰ ἀγαθὰ, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην; Ἀλλ’ ὑμεῖς ζητεῖτε ἑκάστοτε παρ’ αὐτοῦ περισσότερα ἀφ’ ὅσα αὐτὸς καταβάλλει, καὶ καθ’ ἕκαστον ἔτος νέας ποιεῖσθε προσθήκας φόρων, ὥστε ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν εἰσεπράξατε περισσότερα 165,717,983:87. Καὶ διατί πάντα ταῦτα; Δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ πολιτικὴ τοῦ 1885, διότι περὶ τούτων θέλω ὁμιλήσει προσεχῶς, καὶ θέλω ὁμιλήσει καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφαιρέσατε τὴν πολιτικὴν τοῦ 1885, διὰ νὰ ἴδητε ποῖαι αἰτίαι ἔφερον τὴν τοσαύτην ἀνισοῤῥοπίαν, τὸν θόρυβον καὶ τὸν τάραχον ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Κράτους, τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, τὴν ἀνασκάπτουσαν τὸ πρὸ ἡμῶν χαῖνον βάραθρον. Ἡ τριετὴς πολιτικὴ τῶν ἐτῶν 1882 ἕως 1884, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνήψατε, ταῦτα ἀνέσκαψεν τὸ φαινόμενον βάραθρον. Διὰ τὴν τριετῆ λοιπὸν ταύτην πολιτικήν σας πρέπει ὁ πολίτης νὰ πληρόνῃ τοσαῦτα καὶ νὰ διαπράττωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ὅσα διέπραττον ἐπὶ τῶν Γάλλων ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ; (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων) Λαμβάνω ἓν ἔτος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διῆλθον μετὰ τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ παραβάλλω τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ ἔτους ἐκείνου πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον διηνύσαμεν. Κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἐπληρώθησαν 12,002,873:80 δι’ ἀμέσους φόρους, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν 16,584, 822:95. Κατὰ τὸ 1882 ἐπληρώθησαν 32,151,124:92 εἰς ἐμμέσους φόρους, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν 43, 377,716:85. Κατὰ τὸ 1883 ἐπληρώθησαν 3,043,728:88 διὰ νομήματα καὶ κτήματα, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν 4,563,917:90 ἀπὸ διάφορα ἔσοδα, κατὰ τὸ 1887 δ’ ἐπληρώθησαν 8,888,540:27. Εἶναι τοῦτο προϊοῦσα φυσικὴ αὔξησις; Ἂν ἡ προϊοῦσα αὔξησις ὑπολογισθῇ εἰς 5%, σᾶς εἶπον πόσην αὔξησιν ἐσόδων ἠθέλομεν ἔχει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὀκταετίας ταύτης· ἀλλ’ ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν ἔσοδα περισσότερα κατὰ δρ. 165,717,983:87. Τοῦτο ὠνομάσθη ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ἀνάπλασις οἰκονομική, ἐπελθοῦσα μετὰ τὴν διοίκησιν, ἣν ἐγκατέστησαν κατὰ τὴν πρώτην ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 τριετίαν. Πρέπει νὰ ἀποφύγω λεπτομερείας, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, οἱ δὲ ἀριθμοὶ φέρουσι κάματον εἰς τοὺς ἀκούοντας, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω κεφαλαιωδῶς τινα περὶ τῆς προόδου τῶν ἐξόδων, τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα. Κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἐδαπανήθησαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχ. 651,413:36. Κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανηθέντων δραχ. 202,478:67. Κατὰ τὸ ἔτος 1884 ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανηθέντων δρ. 1,330,384:16. Κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανηθέντων δραχ. 1,449,323. Κατὰ τὸ ἔτος 1886 δραχ. 1,146,590:47. Κατὰ τὸ 1887 ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν κατὰ 1878 δραχμαὶ 1,015,068. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1887 ἐδαπανήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχ. 6,495,257:66. Ἡ ἀναλογία ἐτηρήθη ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις, τὰ ὁποῖα εἰσὶν Ὑπουργεῖα διοικήσεως ἐσωτερικῆς, ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων ὑπῆρξε καταπληκτική. Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1887 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐδαπανήθησαν περισσότερα 5,722,469:91, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχμαὶ 7,233,183:56, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περισσότερα 21,359,058:08, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπανήθησαν περισσότερα 3,030, 911:10. Καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως φόρων ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχμαὶ 22,515,118:99. Τὸ ὅλον ἡ αὔξησις τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ λεγόμενα πολιτικά, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὀκτὼ ἐτῶν ἀνῆλθεν εἰς δρ. 66,536,304:70. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι, ὡς εἶπον, ἔμελλον νὰ ποιήσωμαι ἴδιον λόγον περὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τοῦ 1885, καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας αὕτη κατέλιπεν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Συνηθίζουσί τινες, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἐνδειχθῇ ἐπερχόμενον καλόν τι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, νὰ παρουσιάζονται καὶ αὐτοὶ κοινωνοὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ὁσάκις ὅμως πρόκηται νὰ γίγνηται μνεία τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐπήνεγκε, συνηθίζουσι νὰ ἐξαιρῶσιν ἑαυτοὺς, καὶ νὰ ἐγκαλῶσι τὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὡς μετελθοῦσαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Τὴν τακτικὴν ταύτην πρὸ παντὸς διέκρινα, ὅτι ἀκολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 διεμαρτύρετο, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἐκείνη πολιτικὴ τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 120 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 τὴν αὐτὴν ἔδωκε βεβαίωσιν, καὶ χθὲς ἀκόμη δὲν παρέλιπε νὰ μνημονεύσῃ τοῦ ἐλλείμματος 120 ἑκατομμυρίων τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Ἀναζητῶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886 ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς, οὓς ἔφερον μετ’ ἐμαυτοῦ ἐνταῦθα, ἵνα ἔχω προχείρους, ὥστε, ἐάν τις ἤθελεν ἀμφισβητήσει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου νὰ δύναμαι νὰ ἀποδείξω αὐτήν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων κειμένων συνάγεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1885 δραχμὰς 40,954,188:12, κατὰ δὲ τὸ 1886 δραχμὰς 51,213,852.36. Ἑπομένως, ὅτι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐδαπάνησε δραχμὰς 92,168,040:48. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶχεν ὡσαύτως ἔξοδα κατὰ τὸ 1885 δραχμὰς 14,223,243:27, καὶ κατὰ 1886 δραχμὰς 6,741,313:16, δηλαδὴ τὸ ὅλον 20,964,356:43. Ὅθεν τὰ κατὰ τὰ δύο ἔτη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προστιθέμενα εἰς τὰ κατὰ τὰ δύο εἰρημένα ἔτη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀναβιβάζουσι τὴν δαπάνην τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς εἰς δραχμὰς 113,132,396:91. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο δὲν παριστᾷ τὸ κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν, διότι τοῦ μὲν 1885 τὸ ἔλλειμμα, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, συνίσταται εἰς δρ. 61,370,732:64, τοῦ δ’ ἔτους 1886 τὸ ἔλλειμμα, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ αὐτοῦ ἔτους, συνίσταται εἰς δρ. 34,149,551:84. Ὅθεν τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν ἀνέρχεται μόνον εἰς δρ. 95,520,290:48, οὐχὶ δὲ εἰς 120 ἑκατομμύρια, ὅσα μὴ ἀκριβῶς τρίτην ἤδη φορὰν προχθὲς ἐπανέλαβε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τὴν δαπάνην τῶν 113,132,396:91 διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν κατὰ τὰ δύο ἔτη 1885 καὶ 1886 ἐπήνεγκεν ἡ ἐθνικὴ πολιτική; Ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ ἐπιστράτευσις, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς διέμενε καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐν πλήρει εἰρήνῃ, δὲν ἤθελον δαπανηθῆ διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν χρήματα; Ἂς ζητήσωμεν πόσα ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1884, διὰ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν τότε δαπανηθέντων δι’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν, ὅπως τὸ ὑπόλοιπον θεωρηθῇ ὡς δαπανηθὲν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ ἡμερῶν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 22,503, 028:88, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 7,952, 734:76, τὸ ὅλον 30,455,763:64. Τὰ τριάκοντα ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ αἱ 445 χιλιάδες δρ., τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κατὰ τὸ 1884, ἐὰν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 δὲν ἀνετρέπετο τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐκυβέρνα καὶ κατὰ τὸ 1885, ὡς ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ 1884, μὴ ἐφαρμόζον τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν νὰ κυβερνᾷ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀδελφότητι, δὲν ἤθελε δαπανήσει τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῶσι ταῦτα ἀπὸ τῶν 113,132,396:91, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὰ δύο ἔτη τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τί μένει;

§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ἐξαιρέσητε δαπάνην δύο ἐτῶν, δηλαδὴ 60,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια.

§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Θέλουσιν ἀφαιρεθῆ 30,455, 763:64 δι’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν, καθ’ ἃ ἐφηρμόσθη ἡ ἐθνικὴ πολιτική, ἤτοι θέλουσιν ἀφαιρεθῆ 60,911,527:28, καὶ θέλουσιν ὑπολειφθῆ ὡς δαπανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς δραχμαὶ 52,220,869:63. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 52,220, 869:63 δρ., τῶν δαπανηθεισῶν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, δὲν ἔμεινεν εἰς τὸ Κράτος τι ἔχον ἀξίαν χρηματικήν; Κατὰ τὸ 1885 ἠγοράσθη διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἱματισμὸς ἀξίας δραχ. 5,260,927:61. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1886 ἠγοράσθη τοιοῦτος ἀξίας δρ. 5,840,604:25, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἀπεκτήσαμεν ἱματισμὸν ἀξίας 11,101,531:96. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1885 ἠγοράσαμεν ὁπλισμὸν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἀξίας δραχ. 4,416,717:45, κατὰ τὸ 1886 ἠγοράσαμεν τοιοῦτον ἀξίας δρ. 630,651:83, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐδαπανήσαμεν δι’ ὁπλισμὸν δρ. 5,047,369:28. Ὡσαύτως δι’ ἱππωνείαν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 δρ. 4,505,027:49, κατὰ δὲ τὸ 1886 δραχ. 1,766,688:68, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐδαπανήσαμεν δι’ ἱππωνείαν δραχ. 6,271,716:17. Διὰ στρατωνισμὸν κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐπληρώθησαν δραχ. 517, 774:69, κατὰ τὸ 1886 δραχ. 942,355:41, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐδαπανήθησαν δρ. 1,460,130:10. Εἰς σαγὴν κατὰ τὸ 1885 ἐπληρώθησαν δραχ. 505,330:90, κατὰ τὸ 1886 ἐπληρώθησαν δρ. 586,710:81, ἑπομένως κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν δραχ. 1,092,041:71. Εἰς τὴν ἐξάρτυσιν τοῦ 1885 ἐπληρώθησαν 453,614:10, κατὰ τὸ 1886 ἐπληρώθησαν 467,052:75, τὸ ὅλον κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν 920,666:85. Εἰς ὄργανα καὶ σάλπιγγας τὸ 1885 ἐπληρώθησαν 59,211:65, κατὰ τὸ 1886 δρ. 1,872:40, κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν 61,084:05. Εἰς ὑλικὸν πυροβολικοῦ κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν 1,600,000. Εἰς ὑλικὸν πολεμεφοδίων 4,610,906:51. Εἰς ὑλικὰ στρατοπεδεύσεως 531, 979:15, εἰς ἔκτακτον προμήθειαν ὑλικοῦ 4,981,074:57. Λοιπὸν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, οὐχὶ δὲ διὰ μισθοὺς καὶ τροφὰς ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ δύο ἔτη 37,678,500:35. Ἀλλὰ καὶ δι’ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἐδαπανήθησαν 12,225,375:01, διότι δι’ ἀγορὰν ἱματισμοῦ κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν δραχ. 492,630:96, εἰς ἐπισκευὴν πλοίων δρ. 1,130,763:92, εἰς ὁπλισμὸν δρ. 1,992,216:06, εἰς ἀγορὰν γαιανθράκων δραχ. 1,012,203:47, εἰς ναυτικοὺς χάρτας δρ. 12,010:28, εἰς στρατωνισμὸν δραχ. 29,460:95, εἰς τορπίλλας καὶ τορπιλλοφόρα δραχ. 1,702,039:08, εἰς ἀγορὰν ἑτοίμων πλοίων δραχ. 4,605,898:90, εἰς ὑλικὰ διαφόρου εἴδους δραχ. 923,912:10, καὶ εἰς ἔργα ναυστάθμου 324,239:29, τὸ ὅλον δρ. 12,225,375:01. Οὕτως, ἂν διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἐδαπανήθησαν δρ. 52,220,869:63, κατὰ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος βουλευτὴς, ἐπληρώσαμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δι’ ὑλικοῦ ἀξίας 49,903,875:36, ἠδυνήθη δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς, χάρις τῷ Θεῷ, νὰ πωλήσῃ μέρος τοῦ ὑλικοῦ τούτου καὶ νὰ εἰσπράξῃ χρηματικά τινα ποσὰ, συντελέσαντα καὶ ταῦτα εἰς τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον τοῦ 1887, ὡς ἠδυνήθη νὰ συντηρήσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν κατὰ τὸ ἔτος 1887, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ δι’ αὐτά. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπεβλήθημεν εἰς δαπάνην, διότι, ὡς παρετήρησα, περιέλαβε μὲν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ 1887 πίστωσιν δι’ ἱματισμὸν 590,000 δραχ., ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887 ἠκυρώθη ἐξ αὐτῆς ποσὸν 410,000 δραχ., περιωρίσθη δ’ ἡ πίστωσις εἰς 180,000. Περιέλαβεν ὡσαύτως πίστωσιν 290,000 δι’ ὁπλισμὸν, ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887 ἠκυρώθη ἐκ ταύτης ποσὸν 111,000, καὶ ἔμεινε πίστωσις μόνον δραχ. 98,000. Περιέλαβε πίστωσιν διὰ στρατωνισμὸν δρ. 35,600, ἀλλ’ ἠκυρώθη ποσὸν 4,400, καὶ ἔμεινε πίστωσις δραχ. ν. 31,200. Περιέλαβε πίστωσιν διὰ σαγὴν 22,000, ἀλλ’ ἠκυρώθη ποσὸν 18,000, καὶ δὲν ἔμεινεν εἰμὴ πίστωσις 4,000. Περιέλαβε πίστωσιν διὰ ἐξάρτυσιν 30,000, ἀλλ’ ἠκυρώθη ποσὸν 10,000, καὶ ἔμεινε πίστωσις μόνον δραχμῶν 20,000. Τοιουτοτρόπως ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν πιστώσεων τῶν 3,116,750 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀκυρώσει τῶν πιστώσεων τῶν 3,116,750 δραχμῶν, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς οἰκονομίας γενομένης ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸν στρατόν, ἐν αὐτῇ τῇ ἀκυρώσει ὑπάρχει τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου τῆς ξηρᾶς, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἀρχικῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περιελήφθησαν πιστώσεις διὰ τὸ 1887, δι’ ἱματισμὸν ἐκ δραχ. 160,000, δι’ ἐπισκευὴν βασ. πλοίων 200,000, δι’ ὁπλισμὸν 20,000, δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων 176,000, διὰ ναυτικοὺς χάρτας 3,000 καὶ διὰ στρατωνισμὸν 10,000, τὸ ὅλον δραχ. 569,000. Ἐκ τῶν πιστώσεων ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχομένων κατὰ τὸ 1887 εἰς 4,344,441, ἐδαπανήθησαν μόνον 3,891,982:57, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, καὶ ὑπελείφθη ἀδιάθετος πίστωσις δραχ. 452,458:43. Τάχα δ’ αὕτη δὲν εἶναι ἕνεκα τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ἀναγραφέντων ἐξόδων δι’ ἱματισμὸν καὶ ὑλικὸν τοῦ ναυτικοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ ὑπῆρχε τὸ ὑλικὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔτος ἐπεδαψίλευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον, ἦτο ἀνάλογος, διότι ἐγένετο ὁ Προϋπολογισμὸς τὸ στέλεχος, ἐφ’ οὗ τοσαύτας ἐπήνεγκε μεταβολὰς, προσθήκας καὶ ἐλαττώσεις ἡ ψαλὶς τοῦ ἀγρυπνοῦντος ἐπὶ τὸ στέλεχος τοῦτο Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ὅστις ὑπέστη τοσαύτας μεταβολὰς, ὅσας ὑπέστη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, διὰ τῆς πληθύος τῶν ἐπ’ αὐτοῦ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἕνεκα τούτου, ἵνα δυνηθῶ ν’ ἀνεύρω ποῖα τέλος πάντων εἰσὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν κατὰ τὸ 1887, ἔπρεπε νὰ συντάξω ἐγὼ αὐτὸς Προϋπολογισμὸν ἴδιον, καὶ εἶναι οὗτος, ὃν ἐπιδεικνύω ὑμῖν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐκδιδόμενος μετεβλήθη ὅλως διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι καὶ οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν, εἶναι πλήρεις σφαλμάτων, οὐδὲ παριστῶσι τὰ ἀληθῆ ποσὰ ἐν πολλαῖς ἀναγραφαῖς, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει προσεχῶς. Ἐν πρώτοις ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδεμίαν ὑπέστη μεταβολήν. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μετεβλήθη διὰ δύο ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν προσετέθησαν δραχ. 73,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέστη ἑπτὰ μεταβολὰς δι’ ἑπτὰ πιστώσεων διαφόρων εἰδῶν, ἀναβιβασθεὶς ἀπὸ 5,666,289, εἰς 9,189,374, δηλαδὴ αὐξηθέντων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ κατὰ 3,523,085, ἐξ ὧν τὰ 2,500,000 ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ὑπέστη μεταβολὰς, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέστη πέντε μεταβολὰς διὰ ἓξ νομοθετικῶν πράξεων, ἀναβιβασθεισῶν τῶν πιστώσεων αὐτοῦ ἀπὸ δραχ. 57,555,571 εἰς 75,030,661, ἤτοι αὐξηθέντων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ κατὰ δραχ. 17,475,090, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 16,652,090 ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτα, τακτικὰ δὲ προσετέθησαν δραχ. 823,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέστη μεταβολὰς διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887, δι’ οὗ ἠκυρώθησαν πιστώσεις δραχ. 865,000. Ἀλλὰ καὶ διὰ δύο ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων προσετέθησαν δραχ. 227,960 καὶ 150,953, ἐλαττωθεισῶν οὕτω τῶν πιστώσεων τοῦ ἀρχικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ δραχ. 18,074,069 εἰς 16,201,232. Καὶ αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπέστησαν μεταβολάς, διότι ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δραχ. 219,867 διὰ μιᾶς πράξεως καὶ 214,870 διὰ μιᾶς ἄλλης, τὸ ὅλον δραχ. 433,737. Ἀλλ’ ἐχορηγήθησαν καὶ πιστώσεις 5,708,168, χαρακτηριζόμεναι ὡς ἔκτακτοι, αὐξηθέντων τῶν τακτικῶν ἐξόδων αὐτοῦ ἀπὸ δραχ. 3,689,837 εἰς δραχ. 4,124,574. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅμως τούτου διεπράχθησαν ἀκατανόητα, ὅλως ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ἤρκει ἡ ὁδηγία ἑνὸς γραφέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ποῦ ὑπάρχουσι κατακεχωρισμένα τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ τίνος τάχα ἀπῃτεῖτο ἡ ὁδηγία, ἵνα δείξῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, ὅσα διέπραξεν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ δημοσιευθέντι πίνακι, ὅτι ἐχορηγήθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου πιστώσεις δραχ. 654,604, ἐνῷ αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνήρχοντο μόνον εἰς δραχμὰς 434,737. Ἔπραξε δὲ τὸ λάθος τοῦτο, διότι περιέλαβεν ὡς ἰσχύουσαν τὴν ἐκ δραχμῶν 219,867 πίστωσιν, τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 24 Μαΐου 1888, ἐνῷ τὴν πίστωσιν ταύτην ἠκύρωσεν ἕτερον Βασιλικὸν Διάταγμα ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888, δι’ οὗ ἐχορηγήθη τὸ αὐτὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπὸ ἄλλον τύπον. Ἑπομένως δὲν ἐχορηγήθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τρεῖς, ἀλλὰ δύο μόνον πιστώσεις, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 434,737. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν πάντα ταῦτα; Περίεργος ἀληθῶς ἱστορία, διότι ἀποδεικνύει τὸ θάῤῥος τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ ἀθετεῖν τοὺς νόμους, εἰς τὸ ἐκβιάζειν αὐτούς, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγκην πιστώσεως, διότι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πρὸς πληρωμὴν μισθοῦ πληρωμάτων πλοίων χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τοιαύτην ἀνάγκην δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὸν περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων ἐτήσιον νόμον, νὰ ζητήσῃ, εἰμὴ διὰ τροφὰς πληρωμάτων, καὶ διὰ προμήθειαν γαιανθράκων, οὐχὶ δὲ διὰ μισθοὺς πληρωμάτων. Ὑπέλαβε δὲ, ὅτι, ἂν ἐβάπτιζεν ἔκτακτον τὴν εἰρημένην φύσεως ἀναπληρωτικῆς πίστωσιν, ὑπερέβαινε τὸ κατ’ αὐτὸν ἀνόητον τοῦτο πρόσκομμα τοῦ εἰρημένου νόμου. Ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον. Προὐκάλεσε τὸ Β. Διάταγμα τῆς 24 Μαΐου 1888, δι’ οὗ ἐχορηγήθη αὐτῷ ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 219,867 διὰ μισθοὺς πληρωμάτων πλοίων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφ. Αʹἄρθρ. 6μισθοὶ τεχνιτῶν ἐργοστασίωνδρ. 8,013
Κεφ. Αʹἄρθ. 10μισθὸς πληρωμάτων δρ.200,108
Κεφ. Εʹἄρθ. 1ἐπισκευὴ Ναυστάθμου δρ. 4,846
καὶ Κεφ.Ϛʹἄρθ. 4ὁδοιπορικὰ δρ. 6,900

Ἀλλὰ, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ: «Διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεπομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁρισθείσας εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἡ δ’ ἐπικύρωσις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 17.» Αἱ δ’ ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαι πιστώσεις ἐχορηγήθησαν ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ὧν εἶχον προβλεφθῆ αἱ ἀνάγκαι αὗται, καὶ χορηγηθῆ αἱ κριθεῖσαι ἀναγκαῖαι πιστώσεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Κεφ. Αʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν τίτλον «μισθὸς τεχνιτῶν ἐργοστασίων», εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δρ. 169,300. Διὰ τοῦ ἄρθ. 10 τοῦ Κεφ. Αʹ, ὑπὸ τὸν τίτλον «μισθὸς πληρωμάτων Β. πλοίων», εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 1,393,000. Διὰ τοῦ Κεφ. Εʹ ἄρθρ. 1 εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐπισκευὴ καταστημάτων Ναυστάθμου», ἐκ δρ. 30,000. Καὶ διὰ τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ Κεφ. Ϛʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε χορηγηθῆ, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔξοδα ὁδοιπορικὰ», πίστωσις δρ. 26,250. Ἑπομένως ἡ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 24 Μαΐου διαταχθεῖσα χορηγία πιστώσεως ἐκτάκτου ἐπὶ τῶν εἰρημένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀντέβαινεν εἰς τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, καὶ ἦτο παράνομος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν εὔκολον τὴν θεραπείαν τοῦ πράγματος. Προεκάλεσεν ἑπομένως Β. Διάταγμα ἀπὸ τῆς 15 Ἰουνίου 1888, δι’ οὗ ἀνεκλήθη τὸ ἀνωτέρω ἀπὸ 24 Μαΐου 1888 Β. Διάταγμα καὶ ἠκυρώθη ἡ δι’ αὐτοῦ χορηγηθεῖσα ἐκ δρ. 219,867 πίστωσις ἐπὶ τῶν εἰρημένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐχορηγήθη δὲ ἡ αὐτὴ πίστωσις τῶν δραχ. 219,867 ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, οὐχὶ ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ κεφαλαίων νέων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα ὑπάρχοντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαια. Καὶ περιεῖχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου δέκα κεφάλαια. Ὅθεν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 15 Ἰουνίου 1888 ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν 219,867 ἐπὶ Κεφ. ΙΒʹ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἡ ἔκτακτος πίστωσις χορηγεῖται «δι’ ἀνάγκας μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ», ἑπομένως ἐπὶ κεφαλαίου νέου, μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ δὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ ἔκτακτος πίστωσις, ἤρκει νὰ ἐχορηγεῖτο ἐπὶ κεφαλαίου νέου μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔστω καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἄλλο κεφάλαιον, προβλέπον περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Οὕτω διὰ τοῦ εἰρημένου Διατάγματος προσετέθη Κεφ. ΙΒʹ, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρ. 1 περιέχει διὰ μισθὸν τεχνιτῶν ἐργοστασίων πίστωσιν δρ. 8,013, ἐνῷ τὸ 6 ἄρθρον τοῦ Κεφ. Αʹ περιεῖχε διὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην πίστωσιν δρ. 169,300. Ὡσαύτως διὰ τοῦ 2 ἄρθρ. τοῦ προστεθέντος νέου ΙΒʹ Κεφαλαίου ἐχορηγήθη πίστωσις διὰ μισθὸν πληρωμάτων πλοίων δραχ. 200,108, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρ. 10 τοῦ Κεφαλαίου Αʹ προεβλέπετο ἡ εἰρημένη ἀνάγκη καὶ εἶχε δι’ αὐτοῦ χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 1,393,000. Ὡσαύτως περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν καταστημάτων τοῦ Ναυστάθμου, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ προστεθέντος νέου Κεφαλαίου ΙΒʹ, δι’ οὗ ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 4,846, εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ Κεφ. Εʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 30,000. Καὶ περὶ τῶν ἐξόδων ὁδοιποριῶν, περὶ ὧν προέβλεψε τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ προστεθέντος νέου Κεφαλ. ΙΒʹ χορηγηθεῖσαν πίστωσιν δρ. 6,000, εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ Κεφ. ΣΤʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δρ. 26,250. Ὅθεν, ἂν τὸ ἀνακληθὲν Β. Διάταγμα τῆς 24 Μαΐου 1888 ἀντέβαινεν εἰς τὰ ἄρθρ. 18 καὶ 19 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, διότι τὰ ποσὰ τῆς χορηγηθείσης δι’ αὐτοῦ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐχορηγοῦντο ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρθρων ὑπαρχόντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀντιβαίνει ἐπίσης εἰς τὰ εἰρημένα ἄρθρα τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ τὸ Διάταγμα τῆς 15 Ἰουνίου 1888, διότι ἐδημιούργησε μὲν νέα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προσέθηκεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐφ’ ὧν ἐχορήγησε τὰς ἐν αὐτῷ μνημονευομένας πιστώσεις, δὲν ἦσαν ὅμως ἔκτακτοι αἱ ἀνάγκαι, δι’ ἃς ἐχορήγησε τὰς πιστώσεις, ἀλλ’ εἶχον αὗται προβλεφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ Διάταγμα μάλιστα τοῦτο ἀντιβαίνει προσέτι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πᾶσαι αἱ ὁμοφυεῖς ἀνάγκαι πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, τὸ εἰρημένον Β. Διάταγμα ἐδημιούργησεν ἴδια κεφάλαια, διὰ νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας ὁμοφυεῖς, αἱ ὁποῖαι ἐθεραπεύοντο διὰ κεφαλαίων ἄλλων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ διεπράχθησαν ταῦτα, διὰ νὰ βαπτίσωσι πίστωσιν φύσεως ἀναπληρωτικῆς εἰς πίστωσιν ἔκτακτον. Ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν εἶχε χορηγήσει ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐζητεῖτο ἀκόμη πίστωσις, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν αὐτὴν διὰ Διατάγματος ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, ἐβάπτισαν αὐτὴν τὴν ἀναπληρωτικὴν εἰς πίστωσιν ἔκτακτον, καὶ περιέπεσαν εἰς τὸν ἀδιέξοδον αὐτὸν κύκλον τῶν παρανομιῶν καὶ σφαλμάτων. Ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ συνταχθεὶς κατὰ τὸ 1887, εἶχε περιλάβει τὸ ἐπαρκὲς εἰς πληρωμὴν τῶν μισθῶν πληρωμάτων πλοίων ποσὸν, τὰ ἔξοδα αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ὑπῆρχε δὲ τὸ συμφέρον, αἱ πιστώσεις, αἱ ζητούμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἦναι μικραὶ, ἵνα μὴ ἐξογκωθῇ ὁ Προϋπολογισμός· διὰ τοῦτο ὠλίσθησαν εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατέδειξα πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄτοπα ταῦτα ἐν τῷ πίνακι τῷ δημοσιευθέντι τῶν ἐξόδων. Ἐσημειώθη ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον χορηγηθῆ πιστώσεις διὰ τῶν ἀπὸ 5 Ἰουλίου καὶ 12 Αὐγούστου 1888 Β. Διαταγμάτων ἐκ δρ. 218,000. Διὰ τῶν αὐτῶν Διαταγμάτων ἐκ δρ. 130,000, καὶ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἐκ δρ. 120,000, τὸ ὅλον 468,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτὸ πιστώσεις δρ. 653,000 τὰς ὁποίας ἐσφαλμένως περιώρισεν ὁ πίναξ εἰς δραχ. 468,000. Ἤτοι εἶχον χορηγηθῆ δραχμαὶ 230,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Ἰουνίου 1888, πίστωσις δραχ. 155,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 26 Σεπτεμβρίου 1888, πίστωσις δραχ. 108,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Αὐγούστου 1888, πίστωσις δραχ. 30,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1888, καὶ πίστωσις 130,000 δρ. διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ταῦτα. Παρακαλῶ νὰ παραβάλητε τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ 1887 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1888 ἀνῆλθον εἰς 80,691,115:37, ἐνῷ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1888 ἐσημειώθησαν ὀλιγώτερα, ἤτοι 80,480,013:25. Ἐκπλήσσεταί τις ἀληθῶς μανθάνων, ὅτι ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα μέχρι τοῦ Αὐγούστου τῶν δαπανηθέντων μέχρι τέλους Ἰουλίου. Προσέτι τὰ μέχρι τέλους Ἰουλίου 1888 πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐσημειώθησαν εἰς 6,153,841:39, ἐνῷ τὰ μέχρι τέλους Αὐγούστου ἐσημειώθησαν πόσα; Βεβαίως, περισσότερα· ὄχι. Ὀλιγώτερα, κατὰ δρ. 335,249:90, ἤτοι 5,818,591:49. Ἂν ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ἡ ἀκρίβεια ἦναι πρωτίστη τῶν ἀρετῶν, δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἀξίαν ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ τις εἰς τὰς ἐπισήμους ταύτας δημοσιεύσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Συμβαίνει δὲ μέγα δυστύχημα, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν μίαν ἀλήθειαν εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀκούομεν, ἔστω καὶ ἂν ἐξέρχωνται ἐξ ἐπισήμων στομάτων. Νὰ μὴ δυνάμεθα δὲ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς δημοσιευομένους ἐκ τῶν δημοσίων γραφείων, ἐν οἷς εὑρίσκομεν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Μήπως τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἦτο προωρισμένον νὰ γίνῃ τὸ ταμεῖον πάσης ψευδολογίας; Μήπως ἐπέπρωτο νὰ ἀσχολώμεθα τίς νὰ ἀπατήσῃ τὸν ἄλλον, ἢ πῶς νὰ ἀποπλανήσωμεν ἀλλήλους; Εἶναι τὸ θέαμα ἄξιον μελέτης, διότι εἶναι ἄξιον οἴκτου. Καὶ λησμονοῦμεν κανόνας, τοὺς ὁποίους οἱ σχολαστικοὶ εἶχον ἀναγράψει! Ἄνθρωπος σχολαστικὸς διὰ τοὺς ἄνδρας τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων, διὰ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ἐπιτετραμμένην τὴν τοιαύτην τακτικήν, σεβαστὸς ὅμως ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ ἀπολαμβάνων μεγάλης ὑπολήψεως, ἔγραφεν, ὅτι αἱ πράξεις τῶν ὑπερόχων ἀνθρώπων πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὁδηγῶσιν εἰς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς δὲν γνωρίζω, ἂν δυνάμεθα εἰς τοιαῦτα νὰ καταλήξωμεν ἀποτελέσματα, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν παρ’ ἡμῖν ὑπερόχων ἀνθρώπων, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτῶν ἀναγκαζόμεθα νὰ προφυλασσώμεθα, μήπως ὁδηγηθῶμεν, ὄχι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ εἰς τὴν πλάνην.

§19ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν· δὲν ἠμποροῦμεν πλέον.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν. (Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Ν. Καράπαυλος). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9.
2Τῆς 5 Νοεμβρίου 1888.
3(Σάββατον).
4Ὥρα 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν τὰ ἔγγραφα τῆς συμπλη-
8ρωτικῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Ἡ ἐκλογὴ ὑπάγεται εἰς τὸ
9Γʹ Τμῆμα, καὶ παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος αὐτοῦ νὰ συγ-
10καλέσῃ τὸ Τμῆμα, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, καὶ
11ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του.
12§2Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Χθὲς, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν
13τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνέβη ἓν ἄτοπον· ἐννοῶ τὰ χειρο-
14κροτήματα. Ἐπιστεύομεν, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον
15εἶχεν ἐπανέλθει ἡ τάξις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι δὲν ἤθελον
16ἐπαναληφθῆ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐγένοντο, ὅτε τὰ
17ἀκροατήρια σχεδὸν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν
18ἤθελον κάμει λόγον περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἐὰν δὲν
19ἐφοβούμην, ὅτι ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς παρομοίαν φάσιν.
20Ἑπομένως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ
21τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
22Ἐκτὸς τούτου, μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις ἐκ μέρους φί-
23λων δημοσιογράφων, ὅτι ὁ τύπος δὲν ἔχει προσήκουσαν
24θέσιν ἐνταῦθα. Νομίζω, ὅτι ἔχει συμφέρον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ
25βοηθῇ τὸ ἔργον τῶν δημοσιογράφων, καθόσον τὸ ἔργον τῆς
26Βουλῆς θὰ ἦναι ἀτελὲς, ἐὰν οἱ δημοσιογράφοι δὲν ἔχωσι
27πᾶσαν εὐκολίαν νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς
28Βουλῆς, καὶ νὰ εὑρίσκωσι καὶ πᾶσαν εὐκολίαν, διὰ νὰ λαμ-
29βάνωσι σημειώσεις ἐκ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου.
30§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀληθῶς τὸ γεγονὸς τῆς
31χθὲς ἐλύπησε καὶ ἐμὲ, διότι — ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν — κατὰ
32τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ τάξις ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐτη-
33ρήθη· ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε διατηρηθῆ ἐπίσης ἐφέτος. Δυστυ-
34χῶς τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν περὶ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριά-
35σεως, καὶ δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ διατάξω τὰ πρέποντα. Ἐλ-
36πίζω, ὅτι τὰ ἀκροατήρια δὲν θέλουσιν ἐπαναλάβει τὰ χθὲς
37λαβόντα χώραν, διότι ἄλλως θέλω ἐφαρμόσει τὸν Κανονι-
38σμὸν κατὰ γράμμα, τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς.
39§4ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ μὴ ἀνοίγωσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς
40συνεδριάσεως.
41§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω καὶ αὐτὸ τὸ μέ-
42τρον, ἀλλ’ ὅταν ἀναβαίνωσιν ὅλοι εὐθὺς θὰ συνωθῶνται, καὶ
43θὰ συμβαίνωσι πολλὰ ἄτοπα.
44§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό.
45§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν θὰ διατάξω νὰ ἀνοίξωσι τὰ
46θεωρεῖα, ἅμα ὡς ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις.
47Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς δημοσιογράφους, παρατηρῶ, ὅτι,
48καθ’ ἃς πληροφορίας μοὶ δίδει τὸ Γραφεῖον, τινὲς τῶν δη-
49μοσιογράφων λαμβάνουσι δύο καὶ τρία εἰσιτήρια καὶ ἀνα-
50πληροῦνται· φεύγει ὁ εἷς καὶ ἔρχεται ὁ ἄλλος, οὐδεὶς ὅμως
51εἰς ἐμὲ παρεπονέθη, ὅτι δὲν ἔχει εἰσιτήριον· ἐὰν ἔχῃ τις πα-
52ράπονον, ἂς ἀπευθυνθῇ εἰς ἐμὲ, διὰ νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ θε-
53ραπεύσω.
54Οἱ καπνοπῶλαι Λαρίσσης ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ
55νόμου περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βου-
56λὴ, νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
57§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
58§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
59Οἱ καπνοπῶλαι Τυρνάβου ζητοῦσι τὴν μεταῤῥύθμισιν
60τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου.
61Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
62Ὁ ἀγωνιστὴς Γεώργιος Μπαριακτάρης ζητεῖ αὔξησιν
63τοῦ διδομένου αὐτῷ βοηθήματος. Ἦλθε σήμερον εἰς τὴν
64Βουλὴν, καὶ εἶναι ὄντως ἀγωνιστὴς γέρων· λέγει ὅτι δὲν
65ἐπαρκεῖ τὸ διδόμενον αὐτῷ βοήθημα. Ποῦ νὰ συστηθῇ ἡ
66ἀναφορά του;
67§10ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
68§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
69Ἕτερος ἀγωνιστὴς, Μιχαὴλ Μπινιάτης, ζητεῖ συνδρομὴν
70διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του.
71Παραπέμπεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον
72Ὑπουργεῖον.
73Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
74§12ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὀλίγας λέξεις πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
75τάξεως.
76Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου π. ε., ἤτοι ἀπὸ 15 περίπου
77μηνῶν, κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων εἷς, καλού-
78μενος Βῆκος, ἐξ Ἀβδέλης τοῦ Ὀθωμανικοῦ, διαμένων ἀπό
79τινος ἐν Ζάρκῳ, ὅστις κατεδικάσθη παρὰ τοῦ τελώνου Κα-
80λαμπάκας εἰς ἀπότισιν χρηματικοῦ τινος ποσοῦ λόγῳ λα-
81θρεμπορίας. Διὰ τῆς παρούσης μου ἐπερωτήσεως παρακαλῶ
82τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν
83Βουλὴν, διατὶ οὗτος εἰσέτι κρατεῖται, καὶ διατὶ ὁ Νομάρ-
84χης Τρικκάλων δὲν ἐβεβαίωσεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ταμίαν τὸ
85πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης τοῦ ἐν Τρικκάλοις Τουρκικοῦ
86Προξενείου, ὅπερ ἀπεστάλη αὐτῷ πρὸ 8 περίπου μηνῶν,
87μολονότι ἐπανειλημμένως δι’ ἀναφορῶν του ἀνηνέχθη ὁ κρα-
88τούμενος πρὸς αὐτόν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὃν τὸ
89ἱερώτατον δικαίωμα ἑκάστου πολίτου, ἀνέγραψεν ὁ θεμε-
90λιώδης ἡμῶν νόμος, τὸ Σύνταγμα, ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ 9, ὅπερ
91λέγει, ὅτι ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ
92ἀναφέρεσθαι εἰς τὰς Ἀρχάς. Τὸ τοιοῦτον, ἀναγράφων ὁ νομο-
93θέτης, δὲν τοῦ διήρχετο βεβαίως τὸν νοῦν, ὅτι θέλουσιν
94ὑπάρξει Ἀρχαὶ τοῦ Κράτους, αἵτινες νὰ περιφρονῶσι δίκαια
95παράπονα πολιτῶν, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐξ ἀντιπαθειῶν,
96ἢ ἄλλων λόγων.
97Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ.
98ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, δι’ ἧς παρακαλῶ αὐτὸν
99νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν Προϋπολογι-
100σμῶν ὅλων τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, καὶ νὰ δώσῃ
101τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, διατὶ ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε Προϋπο-
102λογισμοὺς, εἰς ἄλλους μὲν δήμους μικρῶν προσόδων πολυ-
103τελεῖς, ὑποστηρίζων καὶ γνώμην μειοψηφιῶν, εἰς ἄλλους δὲ
104μεγαλειτέρων προσόδων γλίσχρους τοιούτους, ἀποκρούων καὶ
105γνώμας πλειοψηφιῶν, ἰδίως δὲ εἰς τὸν δῆμον Φαρκαδῶνος,
106οὗτινος ἀναιτιολογήτως ὅλως ἀπέῤῥιψε πάντα τὰ κονδύλια,
107τὰ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ψηφισθέντα, ἐγκρίνας κονδύλια
108πολυτελέστατα, ὑπὸ δύο μόνων συμβούλων ὑποστηριζομένα,
109καὶ μὴ διστάσας ν’ ἀποῤῥίψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ κονδύλιον
110ἑνὸς φοιτητοῦ τῆς ἰατρικῆς, τὸν ὁποῖον ὁ δῆμος ἐκεῖνος ἀπὸ
111τριετίας ὑποστηρίζει διὰ συνδρομῆς 600 δραχμῶν κατ’ ἔτος,
112ἐνδιαφερόμενος τὰ μέγιστα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπου-
113δῶν του, καθ’ ὅσον δὲν ηὐτύχησεν εἰσέτι ν’ ἀποκτήσῃ ἐπι-
114στήμονα ἰατρὸν ἐγχώριον, εἶναι δὲ ἀφιεμένη ἄχρι τοῦδε ἡ
115τύχη τῶν ἀσθενῶν εἰς ἐμπειρικοὺς ἰατρούς.
116Ἐπίσης διὰ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεώς μου παρακαλῶ τὸν
117αὐτὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν
118Βουλὴν, διατὶ ὁ Νομάρχης κατακρατεῖ εἰσέτι τὰς πράξεις
119τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Φαρκαδῶνος περὶ διορισμοῦ
120ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν αὐτῷ πρὸ
1217 περίπου μηνῶν. Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ περὶ δήμων νόμου
122ὁρίζει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς
123συμβούλους ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμ-
124βούλιον, μὴ χρῆζον ποσῶς τῆς ἐγκρίσεως τῆς προϊσταμένης
125Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Ὁ Νομάρχης, μὴ δυνάμενος κατ’ ἄλ-
126λον τρόπον νὰ σφετερισθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐθεώρη-
127σεν, ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νὰ κρατήσῃ τὰς πράξεις τοῦ Δημο-
128τικοῦ Συμβουλίου, αἵτινες συνήθως ὑποβάλλονται ἁπλῶς
129πρὸς γνῶσιν τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς.
130Τέλος παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἐξηγήσῃ
131εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ὁ Νομάρχης, ἐνῷ δι’ ἐκθέσεώς του
132πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστήριξε κατ’
133Ἀπρίλιον ε. ε. τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Φαρκαδῶνος, κα-
134τόπιν, μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλῶν ἡμερῶν, δι’ ἑτέρας
135ἐκθέσεώς του ἐζήτει τὴν σωτηρίαν του.
136§13ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Νομάρχης;
137§14ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὁ κ. Πετρίτσης, γνωστὸς ἐν τῷ περι-
138βόλῳ τούτῳ.
139§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρα-
140καλῶ νὰ καταθέσητε τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας ἐγγράφως,
141ἵνα τὰς ἔχω ἐγκαίρως.
142§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολο-
143γισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν χρησιμεύει εἰς τοὺς κυβερνῶντας ὡς
144ἀφορμὴ, ἵνα φέρωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν οἰ-
145κονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὴν τοῦ δημοσίου
146ταμείου. Τοιαύτην ἔκθεσιν ἐποιήσατο χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν
147ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
1481889. Ἀλλὰ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ πρὶν ἢ ἀκού-
149σωμεν τῆς χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενομένης ἐκ-
150θέσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ
151τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴχομεν λάβει γνῶσιν τῶν ἀνακοι-
152νώσεων τούτων δι’ ἐπισημοτάτης ἄλλης ὁδοῦ, τοῦ λόγου,
153τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ταύ-
154της ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν.
155Οἱ Βασιλικοὶ λόγοι εἶναι ἔργον τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν
156καὶ περιέχουσι τὰς περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων γνώ-
157μας αὐτῶν. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν περιέμενε τὴν εἰσα-
158γωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βου-
159λὴν τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου πλη-
160ροφορίας, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ ταύτας διὰ τῶν
161χειλέων τοῦ Βασιλέως. Τὰ δὲ θέματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς
162τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τὰ θέματα, τὰ
163συναφῆ μετὰ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, μοὶ
164φαίνονται, ὅτι εἶναι θέματα ἄξια καὶ τῆς λεπτομεροῦς ἐρεύ-
165νης τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἐμβριθοῦς μελέ-
166της αὐτῶν. Διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι κεκλη-
167μένον, ἵνα προνοῇ μόνον περὶ τῆς ἐσωτερικῆς εὐημερίας
168τῶν πολιτῶν αὐτοῦ, περὶ τῆς εὐκοσμίας τῆς διοικήσεως,
169περὶ τῆς προκοπῆς καὶ βελτιώσεως τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπι-
170βάλλονται εἰς αὐτὸ καθήκοντα ἄλλα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέ-
171λεσις οὐ μόνον συνδέεται, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται οὐσιωδῶς ἐκ τῆς
172εὐεξίας καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας.
173Διὰ τοῦτο προσδοκῶ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν θέλει οὐ-
174δέποτε φανῆ ὑποδεέστερον τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπι-
175βάλλεται εἰς αὐτὸ, καὶ ὅτι θέλει ἐρευνήσει μετ’ ἐμβριθείας
176περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου.
177Ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρωτίστη ὑπάρχει ἀνάγκη τὸ Κοι-
178νοβούλιον νὰ γένηται ἐν γνώσει τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως
179τοῦ τόπου, διότι πληροφορίαι περὶ ταύτης μὴ ἀκριβεῖς δύ-
180νανται νὰ ἀποτρέψωσιν ἢ νὰ παραπλανήσωσι τὴν μελέτην
181αὐτοῦ, καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν παράστασιν καταστά-
182σεως, τῆς ὁποίας ἡ ἔκβασις δὲν δύναται παρὰ ἐπὶ τέλους
183νὰ ἦναι ὀλεθρία.
184Διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, μόλις καταβάντος τοῦ κ.
185Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, σπεύδει νὰ ἐκπληρώσῃ
186καθῆκον, συντελοῦσα καὶ αὕτη εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ
187Κοινοβουλίου καὶ ἀνακοινοῦσα εἰς αὐτὸ τὰς πληροφορίας,
188τὰς ὁποίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημο-
189σίου ταμείου ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ ἐξ αὐθεντικῶν σημειώ-
190σεων, καὶ τὰς ἰδίας αὐτῆς περὶ ταύτης μελέτας, διὰ νὰ
191δώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον πλήρη καὶ ἀκριβῆ τὴν κατά-
192στασιν τῶν πραγμάτων καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ δια-
193τίμησιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πρὸς θεραπείαν
194μέσων.
195Ἡ Βουλὴ, ὡς ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἔγνω, καὶ ἐκ
196τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸς
197αὐτὴν διέκρινεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιβάλλει δι’ ἰδίας
198στοργῆς ἑνὸς ἔτους τὴν χρῆσιν, ὅτι δὲ ἡ πρὸς τὴν
199χρῆσιν ταύτην στοργή του εἶναι τοσοῦτον μεγάλη,
200ὥστε, ἐὰν ἡ χρῆσις αὕτη δὲν ἔληγε κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας,
201κίνδυνος ἦτο ἡ στοργὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ ὠθήσῃ
202αὐτὸν εἰς ὀλίσθημα μεῖζον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατεδήλωσαν
203αἱ περὶ τῆς χρήσεως ταύτης δοθεῖσαι χθὲς ὑπ’ αὐτοῦ πληρο-
204φορίαι. Κίνδυνος ἦν νὰ μεταδοθῇ εἰς τὴν στοργήν του ταύ-
205την καὶ χαρακτὴρ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶναι ἄξιος τῆς ἰδια-
206ζούσης προσοχῆς καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ
207ὅσον ἡ στοργὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν οἰκονομικὴν
208χρῆσιν τοῦ ἔτους 1887 εἶναι μεγάλη, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ δυσ-
209μένεια αὐτοῦ μεγαλειτέρα πρὸς τὰς προηγηθείσας τοῦ ἔτους
2101887 δύο χρήσεις, τὰς χρήσεις τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886.
211Ἐν δὲ ταῖς παραστάσεσι, τὰς ὁποίας περὶ τῶν χρήσεων τού-
212των ἔκαμεν, ἐφιλοτιμήθη νὰ πληροφορήσῃ τὸ Κοινοβούλιον,
213ὅτι τοσοῦτον ἦσαν κακὰ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν
214χρήσεων τούτων, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ κατὰ Μάϊον
215τοῦ 1886 γενομένη ὑπουργικὴ μεταβολὴ, καὶ δὲν ἀνήρχετο
216εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ διαχείρισις τοῦ 1887, ἡ οἰκονομικὴ
217καταστροφὴ ἤθελεν ἐπέλθει ἄφευκτος κατὰ τὸ τέλος τῆς
218χρήσεως τοῦ τελευταίου τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν.
219Ἀληθῶς τὸ ἔτος 1887 ἀπησχόλησε τοσοῦτον τὸν κ. Πρωθυ-
220πουργὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν Βουλὴν,
221ὥστε θαῤῥῶ καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ
222θυσιάσῃ ὀλίγας ὥρας, ἀκοῦον καὶ παρ’ ἐμοῦ τὰ περὶ τῆς
223χρήσεως ταύτης, προσδοκῶ δὲ, ὅτι θέλει βοηθηθῆ νὰ ἀνεύρῃ
224τὴν ἀλήθειαν.
225Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ
226τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς
227εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 εἰς τὴν Βουλὴν
228κατὰ τὸ ἔτος 1886, ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν, ὅτι διὰ τοῦ οἰ-
229κονομικοῦ συστήματος, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ προτείνῃ εἰς αὐτὴν
230καὶ τὸ ὁποῖον συνεδέετο μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχε κα-
231τορθώσει νὰ ἀσφαλίσῃ περίσσευμα κατὰ τὴν χρῆσιν ταύ-
232την ἐκ δραχμῶν 4,813,777. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑποβάλλων,
233μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν
234τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς
235ἐστηρίζετο, ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ ψηφίσῃ τοὺς νό-
236μους ἐκείνους, «ἐὰν θέλωμεν νὰ φυλάξωμεν ἀκεραίαν, ὅπως
237»μέχρι τοῦδε, τὴν πίστιν ἡμῶν, τοσοῦτον πολύτιμον διὰ τὸ
238»ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους, διατηρήσωμεν δὲ ἀφ’
239»ἑτέρου τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν». Ὁμολογῶ,
240ὅτι ἐν τοῖς λόγοις τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ὑπῆρχε πλήρης
241ἀκρίβεια, διότι ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τοῦ χρόνου
242ἐκείνου εἴχομεν τηρήσει ἀκεραίαν τὴν πίστιν ἡμῶν, ἐνῷ
243ἡ πίστις ἡμῶν εἶχε πρὸ χρόνων λάβει τραύματα, τῶν ὁποίων
244τὰ σημεῖα καὶ τότε ἦσαν καταφανῆ καὶ τώρα δὲν ἔπαυσαν
245νὰ ὦσι τοιαῦτα.
246Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἦτο τόσῳ βέβαιος, ὅτι τὸ ἔτος 1887,
247ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προέτει-
248νεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελε καταλήξει εἰς περίσσευμα, ὥστε
249ἐξηκολούθει πληροφορῶν τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε νὰ
250μὴ πραγματοποιηθῶσι πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα,
251ἤθελε λάβει πρόνοιαν νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν ὡσαύτως
252καὶ πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα, ἐν τοιαύτῃ δὲ περι-
253πτώσει τὰ ἔσοδα οὐδέποτε ἤθελον εἶναι ὑποδεέστερα τῶν
25489,915,990 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔξοδα οὐδέποτε ἀνώτερα τῶν
25585,160,343, καὶ ὅτι οὕτω τὸ περίσσευμα, ἐὰν δὲν ἦτο τοι-
256οῦτον, ὁποῖον εἶχεν ἀναγγείλει, βεβαίως θὰ συνίστατο ἐκ
2574,755,647. Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν
258Βουλὴν οἰκονομικὴ μελέτη τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ
259ἔτους 1887.
260Δυστυχῶς ὅμως, ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν
261τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκρινε συμφέρον, δὲν
262γνωρίζω ἐὰν τοῦ Κράτους ἢ ἑαυτοῦ, νὰ προκαλέσῃ τὴν
263διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐπήνεγκεν
264ἀναγκαίως νέας ἐκλογὰς, συνῆλθε δ’ ἡ νέα Βουλὴ κατὰ Ἰα-
265νουάριον τοῦ 1887, ὁ Προϋπολογισμὸς λοιπὸν καὶ τὸ οἰκονο-
266μικὸν σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ
267ψηφισθῇ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, προὐτάθησαν δ’ αὖθις
268ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887. Ὁ Προϋ-
269πολογισμὸς ὅμως, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸν
270Φεβρουάριον τοῦ 1887, διέφερε τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον
271εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, δὲν παρέλιπε
272δ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους,
273διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη νὰ ἐπενέγκῃ τὰς μεταβολὰς ταύ-
274τας. Οὕτως ἔλεγεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ
275ἡ ἐκτέλεσις τῶν νέων φορολογικῶν μέτρων μέχρι τοῦ προσεχοῦς
276Μαΐου, παρίστατο ἀνάγκη, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἕνεκα ἄλλων
277αἰτιῶν, προκυψασῶν ἔκτοτε, νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ σχετικὰ
278κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἡ Βουλὴ, ἐπὶ ἀκριβῶν
279ὑπολογισμῶν στηριζομένη, νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς
280τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
281Ἑπομένως ὑπελόγισεν ὡς ἔσοδα ἀντὶ δραχμῶν 96,975,
282390, ὅσα ὑπελόγιζε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ὑπελόγισε
283κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887 μόνον 94,656,907 δραχμάς,
284ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 2,318,483. Ὡσαύτως δὲν ὑπελόγισε
285καὶ ἔξοδα, ὅσα ὑπελόγιζε κατὰ Ὀκτώβριον 1886, διότι ἀντὶ
28692,164,613, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζεν ὡς ἔξοδα κατὰ Ὀκτώ-
287βριον 1886, ὑπελόγισε κατὰ Φεβρουάριον 1887 ἔξοδα 93,
288270,371. Οὕτω δὲ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγγεί-
289λει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887,
290ὡς ἀνερχόμενον εἰς 4,755,647, ἠλαττώθη κατὰ Φεβρουά-
291ριον τοῦ 1887 εἰς 1,105,758.
292Ἡ μνεία τῶν λόγων τούτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἴσως ἦτον
293ἀναγκαία, ὄχι ἵνα ἀναιρέσῃ ῥιζηδόν, ἀλλ’ ἵνα ἐλαττώσῃ τὴν
294δύναμιν ἐπιχειρήματος, τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο χρῆσιν δύο
295ἀλληλοδιαδόχως ῥήτορες τῆς συμπολιτεύσεως, ὅ τε Πρωθυ-
296πουργὸς καὶ ὁ προηγηθεὶς αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου
297ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγη-
298τὴς συγχρόνως τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
299λόγον πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ περὶ τῶν πα-
300ρατηρήσεων τούτων καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Σκου-
301λούδη, τῶν παρατηρήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἑκάτερος τού-
302των ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ
303δὲν ἐφηρμόσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους τὸ οἰκονομικὸν σύ-
304στημα καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ
305ἐπιεικέστερον τὰ περὶ τοῦ περισσεύματος ἢ τοῦ ἐλλείμματος
306τοῦ 1887, περὶ τῶν παρατηρήσεων λέγω τούτων ἐπι-
307φυλάσσομαι νὰ ποιήσωμαι κατόπιν ἴδιον λόγον καὶ ν’ ἀντι-
308τάξω εἰς ταύτας ἀριθμούς.
309Δὶς λοιπὸν ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προγνώσεων τῆς
310Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ
3111887. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα εὐκαιρία παρέστη εἰς τὸν Πρωθυ-
312πουργόν, ἵνα καὶ τρίτην φορὰν ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν
313περὶ τῆς χρήσεως ταύτης. Ὡς εὐκαιρία δὲ τοιαύτη ἐχρησί-
314μευσεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 κατὰ
315τὴν δευτέραν Νοεμβρίου 1887, ἤτοι κατὰ τὸν ἑνδέκατον
316μῆνα τοῦ 1887, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνὰ χεῖρας
317πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπραχθέντων
318μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐσόδων καὶ περὶ τῶν δαπανηθέν-
319των μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐξόδων, ἤτοι τῶν ἀποτελε-
320σμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆ-
321νας τῆς χρήσεως. Προσῆλθε τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνήγ-
322γειλε πρὸς αὐτήν, ὅτι «ἀπεδείχθησαν ἐπαρκεῖς αἱ διὰ τοῦ
323»Προϋπολογισμοῦ καθορισθεῖσαι προμήθειαι, καὶ αἱ ληφθεῖ-
324»σαι πρόνοιαι», καὶ ὅτι μόνον ἕνεκα ἀπροβλέπτων περι-
325στάσεων παρέστη ἡ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων,
326ἀλλ’ αὗται κατὰ μέγιστον μέρος θέλουσι καλυφθῆ ἐκ τῶν
327περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταλίπει αἱ κεναὶ θέσεις.
328Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887 ὁ Πρωθυπουργὸς ἐθεώρει
329πιθανώτατον μέχρι τοῦ βεβαίου, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ
330ἔσοδα 85,189.250 δραχμῶν, καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα θέλουσιν
331ἀνέλθει εἰς 84,150,427 δραχμῶν· ἑπομένως ἐξηκολούθει
332βεβαιῶν τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887,
333ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θέλει ἀφήσει περίσσευμα 1,038,823.
334Ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν
335εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτι θέλομεν ἔχει
336περίσσευμα ἐκ τοῦ 1888 δραχμῶν 1,038,823, ἔδιδε συγ-
337χρόνως καί τινα αἰτιολογίαν, διότι ἐπληροφόρει τὴν Βου-
338λήν, ὅτι, ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων
339πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τόκων τῶν δανείων, εἶχεν ὑπο-
340λογίσει, ὅτι ἤθελε μείνει ἀδιάθετον ποσὸν 6,664,380 δραχ-
341μῶν, ἀλλ’ ὅτι εὐτυχῶς ὁ Πρωθυπουργὸς κατώρθωσε νὰ μὴ
342μείνῃ τόσον ποσὸν ἀδιάθετον ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων,
343ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἀδιάθετον ποσὸν δραχμῶν 8,752,028:49,
344ἤτοι 2,087,648:49 περισσότερον ἀφ’ ὅσα προέβλεπεν, ὅτι
345θέλουσι μείνει ἀδιάθετα. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε
346νὰ προστεθῇ εἰς τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον τότε ἀνήγγειλεν,
347ὥστε νὰ ἀνέλθῃ τὸ περίσσευμα εἰς 3,126,471:49.
348Ὡσαύτως, ἐν ᾧ προέβλεπε κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887,
349ὅτι ἤθελον μείνει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
350τῶν Στρατιωτικῶν ἀδιάθετοι πιστώσεις 2,250,000, ἔμειναν
351κατὰ τὸν πίνακα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,596,858:87,
352ἤτοι περισσότερα κατὰ 346,858, ἑπομένως καὶ ταῦτα ἔπρε-
353πε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ περίσσευμα, ἀναβιβαζόμενον οὕτως
354εἰς 3,473,329:49.
355Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς συνειθίζει πάντοτε, δὲν ἀρκεῖται
356νὰ δίδῃ εἰς τὴν Βουλὴν μόνον πληροφορίας, ν’ ἀπαγγέλλῃ
357εἰς αὐτὴν μόνον ἀριθμούς· συνοδεύει τὰς πληροφορίας ταύ-
358τας διὰ θεωριῶν καὶ διὰ λόγων, τοὺς ὁποίους πορίζεται ἐκ
359τῶν θεωριῶν του, καὶ προσπαθεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν συνεί-
360δησιν τῶν Βουλευτῶν πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς βεβαιό-
361τητος, ὅτι ἀφεύκτως τὸ 1887 θέλει ἀφήσει περίσσευμα.
362Παρίστα τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ
3631887 εἶχε κατορθώσει νὰ ἐξασφαλίσῃ βέβαιον περίσσευμα
364δραχ. 2,516,321. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶχεν ἐξασφα-
365λισθῆ «κατ’ ἐκείνην τὴν περίοδον τοῦ χρόνου, καθ’ ἣν αἱ πλη-
366»ρωμαὶ τῶν ἐξόδων, ἀναλογιζόμεναι πρὸς ὅλην τὴν διάρ-
367»κειαν τῆς χρήσεως, εἰσὶ πάντοτε ἀνώτεραι τῶν ἐσόδων».
368Λοιπὸν, ἂν ἠδυνήθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξασφαλίσῃ μέχρι
369τοῦ ἡμίσεως τῆς χρήσεως 2,516,321 περίσσευμα, ἔπεται,
370ὅτι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τὸ περίσσευμα ἤθελον εἶναι
371ἀνώτερον. Καὶ εἶπον μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, διότι κατὰ
372τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, οἵτινες δὲν εἶναι πλέον ἄγονοι, καὶ
373τὰ ἔσοδα αὐξάνουν καὶ τὰ ἔξοδα ἐλαττοῦνται.
374Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐλησμόνησε τὸν περίφημον ἐκεῖ-
375νον πίνακα τῶν ἐσόδων, τὸν ὁποῖον κατέθηκε τότε ὁ Πρω-
376θυπουργὸς, καὶ ὅστις παρίστα πόσα ἦσαν τὰ μέχρι τέλους
377Σεπτεμβρίου 1887 γενόμενα ἔξοδα. Λέγω, ὅτι δὲν ἐλησμό-
378νησε τὸν πίνακα, διότι ὁ πίναξ ἐκεῖνος ἐγένετο ἀντικείμε-
379νον συζητήσεων, καθ’ ἃς καὶ ἐγὼ ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ παρα-
380στήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτο ἐσφαλμένος, ἵνα μὴ εἴπω,
381ὅτι περιεκάλυπτε πράγματα μὴ ἀκριβῆ. Ἐνθυμοῦνται πάν-
382τες, ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν πρὸς αὐτοὺς
383τοὺς Βουλευτὰς δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ,
384οἷον αἱ ἀποζημιώσεις, αἱ πληρωθεῖσαι κατὰ τὴν Σύνοδον
385ἐκείνην. Καὶ κατὰ τὸν πίνακα ἐκεῖνον εἶχε βεβαιωθῆ μέχρι
386Σεπτεμβρίου 1877 περίσσευμα 2,516,320:73, ἀφοῦ κατ’
387αὐτὸν τὰ ἐπὶ τοὺς πρώτους ἐννέα μῆνας τοῦ 1887 ἔσοδα
388εἶχον ἀνέλθει εἰς 15,417,481:19, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 42,
389901,160:46.
390Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν τυγχάνομεν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυ-
391βέρνησις θέσιν. Ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς ἔλεγεν εἰς τὴν Βου-
392λὴν, ὅτι ἐν τῷ γραφείῳ αὑτοῦ ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα,
393διὰ τῶν ὁποίων οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους καὶ αἱ ἐντελλόμε-
394ναι τὰς πληρωμὰς ἄλλαι δημόσιοι Ἀρχαὶ ἀνήγγελλον εἰς
395αὐτὸν πόσα χρήματα κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸν
396μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1888, πόσα δὲ ἔξοδα ἐπληρώθησαν
397κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον, οὕτω δ’ ἠδύνατο ὁ Πρωθυπουργὸς,
398προσθέτων τὰ κατὰ τὸν λήξαντα προχθὲς Ὀκτώβριον εἰσ-
399πραχθέντα ἔσοδα καὶ δαπανηθέντα ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν
400τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν δημοσιευθέντα
401πίνακα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν κατὰ τοὺς ἄλ-
402λους 21 μῆνας τῆς χρήσεως, νὰ συγκεφαλαιώσῃ πάντα τὰ
403ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
404Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν τὰ τηλεγραφήματα
405ταῦτα ἀνὰ χεῖρας, ἀλλὰ μόνον τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ
406Πρωθυπουργὸς ἐδημοσίευσε, καὶ ὅστις παριστᾷ τὰ εἰσπραχ-
407θέντα ἔσοδα καὶ τὰ πληρωθέντα ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
4081887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, εἴμεθα ἠναγκα-
409σμένοι νὰ σταματήσωμεν εἰς ταῦτα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζωμεν
410τὰ βέβαια ἀποτελέσματα τῶν κατὰ τὸν λήξαντα Ὀκτώ-
411βριον γενομένων εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Ἑπομένως ἀναγ-
412καζόμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν εἰκασιῶν,
413λαμβάνοντες ὡς ὁδηγὸν τὰ εἰσπραχθέντα καὶ δαπανηθέντα,
414κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ
4151886. Αἱ ἐνδείξεις ἡμῶν εἰσὶν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας μᾶς πα-
416ρέσχεν ὁ πίναξ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ δαπανηθέντων κατὰ
417Ὀκτώβριον τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος Ὀκτώβριος ἦτο ὁ τε-
418λευταῖος μὴν τῆς προηγηθείσης χρήσεως τοῦ 1886. Τὰ
419βέβαια καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα περιέχον-
420ται ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουρ-
421γεῖον, ἐποιήσαντο ἡμῖν γνωστὰ πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ
422τοὺς 21 τούτους μῆνας τῆς χρήσεως· ἀνέρχονται δὲ ταῦτα
423εἰς 81,230,289:74. Ἂν δὲ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα, ὡς πο-
424σὸν πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον
425τοῦ 1888, τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον
426τοῦ 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμὰς 635,
427128:28, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 θέλει ἀνέλθει
428εἰς 81,865,418:12. Διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου θέλομεν ἀνεύ-
429ρει τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ Ὀκτώ-
430βριον τοῦ 1888, προστιθέντες εἰς τὰ κατὰ τοὺς 21 πρώτους
431μῆνας τοῦ 1887 βέβαια ἔξοδα τὰ δαπανηθέντα κατὰ
432Ὀκτώβριον τοῦ 1887 ὡς πιθανῶς δαπανηθησόμενα καὶ
433κατὰ Ὀκτώβριον 1888. Οὕτω πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς
434τὰ κατὰ τοὺς 21 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887
435δαπανηθέντα 80,987,042:37 δραχ. 4,918,057:29, ὅσαι
436ἐδαπανήθησαν κατὰ Ὀκτώβριον 1887, θέλουσι δ’ ἀναβι-
437βασθῆ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως εἰς 85,905,099:66. Τὸ δὲ
438τυπικῶς ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης παραγόμενον ἔλλειμμα τοῦ
4391887 συνίσταται εἰς δραχ. 4,039,681:44.
440Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι ἔλλειμμα τυπικὸν, ἐξαγόμενον
441ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους περιέχουσιν οἱ πί-
442νακες τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καὶ 1886. Εἶναι ἐνδεχόμενον
443νὰ μὴ ἦναι ἀκριβές. Εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ μῆνα Ὀκτώ-
444βριον νὰ μὴ ἐδαπανήθησαν 4,918,057 καὶ 29, ὅσα ἐδαπα-
445νήθησαν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1886. Ἀλλὰ μέχρις
446οὗ δοθῶσιν αἱ βέβαιαι ἀποδείξεις περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσ-
447πραχθέντος καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸν μῆ-
448να Ὀκτώβριον, ἀναγκάζομαι ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν τυπικὴν
449ταύτην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ παραβολὴ τῶν
450δύο αὐτῶν χρήσεων. Φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ ἡ τυπικὴ αὕτη
451πληροφορία δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐντελῶς μεμακρυσμένη τῆς
452ἀληθείας. Καὶ ὄντως, μελετῶν τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς
453Ὀκτωβρίου 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886, δηλ. τὰς δαπά-
454νας τοῦ τελευταίου μηνὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1886, εὑρίσκω,
455ὅτι διὰ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἐπλή-
456ρωσαν τὰ δημόσια ταμεῖα 2,480,425:12. Γνωρίζουσι δὲ
457πάντες, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα πάντες οἱ δικαιοῦ-
458χοι, οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, σπεύ-
459δουσι νὰ ἐξοφλῶσι τὰς ἀπαιτήσεις των, πρὶν ἢ κλείσῃ ἡ
460χρῆσις, ἵνα μὴ παραταθῇ ἡ καθυστέρησις πρὸς αὐτοὺς τῶν
461ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων.
462Ἀλλὰ τὸ τυπικὸν τοῦτο ἔλλειμμα, εἶναι τὸ ἀληθὲς ἔλ-
463λειμμα; Δυνάμεθα δὲ ν’ ἀνεύρωμεν, ἐρευνῶντες τὰ ὑπὸ τῆς
464Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα, ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ
465τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, διὰ νὰ πει-
466σθῶμεν ἂν αὕτη περιέχῃ περίσσευμα ἢ κατέληξεν εἰς ἔλ-
467λειμμα; Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων χθὲς, μᾶς ἔδωκε λίαν
468εὐαρέστους πληροφορίας. Μᾶς παρέστησεν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ
4691887 θέλει καταλήξει εἰς περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νομίζω,
470ὅτι ὑπολόγιζεν εἰς 450 χιλιάδας δραχμῶν περίπου. Ἀλλ’
471ἐνῷ μᾶς ἔδιδε τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἔδιδε καὶ ἄλλην
472πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς Κυβερ-
473νήσεως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἠρνοῦντο νὰ ὁμολογήσωσι, καὶ
474τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ πῶς τέλος ἔπεισεν ἑαυτὸν ὁ Πρωθυπουρ-
475γὸς, νὰ ὁμολογήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμο-
476λόγησε χθὲς, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 τὰ προ-
477κύψαντα χρήματα διεχειρίσθη οὕτως, ὥστε ἠδυνήθη δι’
478αὐτῶν ν’ ἀποφύγῃ δαπάνην 2,970,000 καὶ ὅτι, κατὰ τὸν
479αὐτὸν τρόπον, μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐξ ἑνὸς
480ἄλλου δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε κατὰ τὸ τέλος τοῦ
4811887, ἐκ φράγκων χρυσῶν 10,200,000, ἠδυνήθη ν’ ἀπο-
482φύγῃ δαπάνην 2,109,000. Ὡμολόγησε λοιπὸν, ὅτι 5,079,
483000 δὲν ἐπλήρωσεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως
484τοῦ 1887, ἀλλ’ ἐκ δανείων, ἤτοι ἐξ ἐσόδων ἐκτάκτων. Καὶ
485εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου αἱ πτέ-
486ρυγες εἶναι ἰσχυρότεραι τῶν τοῦ Ἰκάρου, διότι δύναται νὰ
487πτερυγίζῃ καὶ νὰ περιίπταται πανταχοῦ, ἔφθασε μέχρι τῆς
488ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφικόμενος δ’ ἐκεῖ
489εὗρε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἄρσεως, ὅτι οὐδ’ ὑπερτίμησις συναλ-
490λάγματος ὑφίστατο πλέον, οὐδὲ διαφορὰ τιμῆς τοῦ χρυ-
491σοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδανείσθη κατὰ τὸ 1887, καὶ ὅτι τότε
492θέλει πληρώσει κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν διὰ τραπεζι-
493κῶν γραμματίων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη. Κατὰ συ-
494νέπειαν οὐδεμίαν ζημίαν ὑπέστη τὸ Δημόσιον ἐν τῷ δα-
495νείῳ τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν, διότι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς
496ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει πληρώσει ἴσον
497ποσὸν τοῦ χρέους τούτου διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐν-
498τεῦθεν δὲ οὐδόλως ἐπιβαρύνεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυ-
499σοῦ. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὑπάρχει εὐ-
500θύνη τις, δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς ὠνόμασεν αὐτὴν, ἠθικὴν ἢ
501ὑλικὴν, εὐθύνη ἐπιπίπτουσα ἐπὶ τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν ἐδα-
502νείσθη τὸν χρυσὸν εἰς βάρος ἄλλων χρήσεων ἄλλων ἐτῶν,
503καθ’ ἃς θέλει ἐξοφλήσει τὸ χρέος τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ περι-
504στάσεις ἦναι δυσμενεῖς, δηλαδὴ ἐὰν δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκα-
505στικὴ κυκλοφορία καὶ ἂν καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα ἡ χρῆσις
506τοῦ 1887, τὸ περίσσευμα τῶν 450 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον
507ἐβεβαίωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει ἔχει, θέλει ἐλαττώ-
508σει τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,079,000, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ
509Πρωθυπουργὸς, εἰς 4,529,000, ἀφοῦ ὡμολόγησεν ἔλλειμμα
5105,079,000.
511Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 τόσον,
512ὅσον παρέστησεν ὁ Πρωθυπουργός; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν
513τοῦτο, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὲ συνδράμητε διὰ τῆς προ-
514σοχῆς σας περὶ τὴν ἔρευναν ταύτην.
515Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω τὸν ὁρι-
516σμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἔδωκε χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς
517τὸν ὅρον ἰσοζύγιον· ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε χθὲς, ὅτι ἰσοζύ-
518γιον εἶναι ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους.
519Ἐὰν λοιπὸν κατορθώσωμεν νὰ πληρώσωμεν πάντα τὰ ἔξο-
520δα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔτους παράγουσι, διὰ τῶν ἐσό-
521δων, τὰ ὁποῖα ποριζόμεθα ἐκ τῶν πόρων τοῦ ἔτους, τὸ ἰσο-
522ζύγιον ἐπετεύχθη. Ὁ ὁρισμὸς οὗτος μοὶ φαίνεται ἐπαρκής.
523Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς, χρησιμεύει κατὰ τὴν ἔρευ-
524ναν τῶν γενομένων δαπανῶν, ὅπως ἀνευρεθῇ, ἂν πᾶσαι αἱ
525ἀνάγκαι τοῦ 1887 καὶ πάντα τὰ ἔξοδα αὐτοῦ ἐπληρώθη-
526σαν ἐξ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887, ἢ
527ἂν ἐπληρώθησαν καὶ ἐξ ἄλλων ἐσόδων. Ἐρευνῶ δ’ ἐν πρώ-
528τοις τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000.
529Ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τού-
530του ἀπέφυγε νὰ πληρώσῃ 2,970,000, τὰς ὁποίας ἤθελε
531πληρώσει διὰ ν’ ἀγοράσῃ χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ
532χρεωλυσίων τῶν δανείων, διότι ἐπορίσθη τὸν ἀναγκαιοῦντα
533χρυσὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Παρέλιπεν ὅμως νὰ σᾶς εἴπῃ,
534ὅτι καὶ ἄλλας ἐκ τοῦ δανείου ἐποιήσατο πληρωμάς. Οὕτως
535ἐπλήρωσεν 805,912, κατὰ τὴν ἐν σελίδι λά. τῆς συνοδευ-
536σάσης τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ὑπουργικῆς ἐκθέσεως
537σημείωσιν, πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν
53821,500,000, τοῦ συνομολογηθέντος ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν μο-
539νοπωλίων. Τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τούτου ἐξωφλήθη διὰ
540τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐπληρώθη καὶ ὁ
541τόκος τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ ὁ τόκος οὗτος ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ
542ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφαλαίου Βʹ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋ-
543πολογισμοῦ, τοῦ περιλαμβάνοντος τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς
544πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων ποσά. Ἐπληρώθη λοιπὸν
545ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ὁ τόκος. Ἐπειδὴ
546δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πληρωθῆ εἰς χρυσὸν, τὸν δὲ χρυσὸν
547ἤθελεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγοράσει πρὸς 125 λεπτὰ τὸ φράγ-
548κον, πρέπει ν’ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε πλη-
549ρωθῆ διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ πληρωθέντος πρὸς
550ἐξόφλησιν τοῦ τόκου. Συνίσταται δὲ ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς
551201,477:75. Ὡσαύτως διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθει-
552σῶν καὶ ἀκυρωθεισῶν 128,070 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
553170 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν
554135 ἑκατομμυρίων, ἠδυνήθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ πληρώσῃ
555τὸν τόκον τῶν εἰς προκαταβολὴν παρακεχωρημένων 128,070
556ὁμολογιῶν. Ὁ τόκος δ’ οὗτος εἶχε συμφωνηθῆ καὶ συνίστατο
557διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1887 πρὸς 7 καὶ 8%, ὡς
558ἐν τῷ ἄρθρ. 6 τοῦ Κεφ. Βʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
559γείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελογίσθη, ἀνήρχετο δ’ εἰς ποσὸν
5602,041,225. Καὶ τὰ χρήματα δὲ ταῦτα ἐπληρώθησαν ἐκ
561τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135
562ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη δὲν θὰ
563ἔχωμεν οὐδ’ ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων,
564ἵνα πωλῶμεν, οὐδὲ δάνειον 135 ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρώ-
565νωμεν τοιούτους τόκους. Διὰ τοῦτο τὸ πληρωθὲν κατὰ τὸ
5661887 ποσὸν, πληρωθὲν οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ
567Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, εἶναι ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἐπειδὴ
568δ’ ἐπληρώθη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν, ἀπέφυγεν ὁ Πρωθυ-
569πουργὸς νὰ ἀγοράσῃ τοιοῦτον, καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν διαφο-
570ρὰν τοῦ χρυσοῦ κατὰ 25 λεπτὰ τὸ φράγκον. Ἀνέρχεται δ’
571ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς δραχμὰς 561,306:25.
572Ἀλλὰ περίεργον μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διά-
573ταγμα κατὰ τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1887, διὰ τοῦ ὁποίου διε-
574τάχθη ὁ τόκος τῶν 1923 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6
575ἑκατομμυρίων νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 16,652,
576090. Λέγω μοὶ ἐφάνη περίεργον, διότι νομίζω, ὅτι ὁ προσ-
577διορισμὸς τῶν πιστώσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ πληρώ-
578νωνται τὰ ἔξοδα, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξου-
579σίαν. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ προσδιορίζει ἀκρι-
580βῶς ἐκ τίνων πιστώσεων πρέπει νὰ καταβάλλωνται αἱ δα-
581πάναι. Ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου Λογι-
582στικοῦ ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ-
583μυρίων ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν
58416,652,090, ἦτο περιττὸν τὸ Διάταγμα. Ἂν ὅμως, κατὰ
585τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου, δὲν
586ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐξ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἄλλης πιστώσεως,
587τὸ Διάταγμα δὲν ἦτο νόμιμον, διότι δὲν ἐπετρέπετο διὰ
588Διατάγματος νὰ τροποποιηθῶσιν αἱ περὶ καταλογισμοῦ τῶν
589πιστώσεων διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου.
590Οὕτω δὲν ἐπληρώθη ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐκ τῆς
591ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 16,652,090 ὁ τόκος τῶν 1923 ὁμο-
592λογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ., συνιστάμενος εἰς 10,268.
593Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἕνεκα τῆς γενομένης με-
594τατροπῆς τοῦ δανείου τούτου ἐλαττωθὲν ποσὸν τῆς ἀναγε-
595γραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνης πρὸς πληρωμὴν
596ἀμοιβῆς διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἀνέρχεται δὲ καὶ τὸ ποσὸν
597τοῦτο εἰς 28,403:30. Ἐπίσης νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ τόκοι
598τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 21
599Μαρτίου 1887 νόμου ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου
600τῶν 25 ἑκατομμυρίων, συνιστάμενοι εἰς 554,967, καὶ οἱ τό-
601κοι τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων, συνιστάμενοι καὶ οὗτοι
602εἰς 112,560, ὡς καὶ ἡ εἰς δραχμὰς 138,741:75 ἀνερχο-
603μένη διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπέφυγε νὰ ἀγοράσῃ
604ὁ Πρωθυπουργός, πληρώσας τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐκ τοῦ δανείου
605τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιη-
606θεισῶν ὁμολογιῶν.
607Κατὰ ταῦτα δὲν ᾠκονόμησεν ὁ Πρωθυπουργὸς 2,970,000,
608ὡς εἶπεν, ἀλλὰ 4,654,860:05, εἰς ὅσα συγκεφαλαιοῦνται τὰ
609ἀνωτέρω σημειωθέντα ποσά.
610Παρακαλῶ νὰ κρατήσωμεν σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου,
611διότι εἰς τοῦτο θέλομεν κατόπιν προσθέσει καὶ ἄλλα ποσά.
612Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου 1887 ὁ Πρωθυ-
613πουργὸς προὐκάλεσε Διάταγμα, δι’ οὗ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ
614δανεισθῇ δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ὁ κ. Βαλλιᾶνος εἶχε δω-
615ρήσει 1,000,000 φράγκων εἰς χρυσὸν πρὸς οἰκοδομὴν Βιβλιο-
616θήκης, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη τὸν χρυσὸν, λαβὼν τὴν
617ἄδειαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ ἐκδώσῃ ἔντοκα γραμ-
618μάτια 1,500,000. Καὶ ἐξέδωκεν ἔντοκα γραμμάτια δραχ-
619μὰς 1,250,000, ἀποφυγὼν οὕτω νὰ πληρώσῃ τὰς 250,000
620ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1886, διὰ νὰ ἀγοράσῃ χρυσόν. Ἀλλὰ
621τὸ δάνειον τῶν 1,250,000 θέλει ἐξοφλήσει κατὰ τὸ 1888
622ἢ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἐφ’ ὅσον προβαίνει ἡ οἰκοδομή, διὰ τὴν
623ὁποίαν θέλουσι δαπανηθῆ τὰ 1,250,000, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη
624ὁ Πρωθυπουργός.
625Ἀλλ’, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα
626ᾠκονομήθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ
627τοῦ ἀντιτίμου τοῦ χρυσοῦ τῆς Βιβλιοθήκης Βαλλιάνου, εἶναι
628καὶ ἕτερον ποσὸν 4 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν γνωρίζομεν, ἂν
629πρέπῃ νὰ ἀναγράψω ἀκέραια τὰ εἰρημένα 4 ἑκατομμύρια, ἢ
630ὀλιγώτερον κατά τι ποσόν, παρακαλῶ ὅμως ὑμᾶς νὰ ἀκροα-
631σθῆτε καὶ τῶν κατὰ τὴν πολύπλοκον ταύτην ὑπόθεσιν, ἥτις
632εἶναι ἀξία τῆς περιεργείας ὑμῶν.
633Κατὰ τὴν 23 Νοεμβρίου 1887 τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέγραψε
634σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς
635Ἠπειροθεσσαλίας, μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινου-
636πόλεως καὶ μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς πίστεως,
637δυνάμει τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθη νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ τα-
638μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστι-
639κῇ κυκλοφορίᾳ χρέους τοῦ Δημοσίου, εἰς γραμμάτια τῆς
640Τραπέζης ταύτης, ποσὸν δραχμῶν 13,515,000. Ἀφοῦ δὲ
641τὸ Δημόσιον ἐπιστρέψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν
642Τράπεζαν, ἤθελεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ 10,
643200,000 φρ. εἰς χρυσόν.
644Τὸ δάνειον συνωμολογήθη δι’ ἓν ἔτος, ἐπὶ τόκῳ 6%,
645ἐπειδὴ δ’ ὑπελογίσθη συγχρόνως καὶ προσετέθη εἰς τὸ κεφά-
646λαιον ὁ ἐτήσιος τόκος τοῦ δανείου, τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου
647ἀνῆλθεν εἰς 10,812,000 εἰς χρυσὸν, προστεθέντος τοῦ τόκου,
648συνισταμένου εἰς 812,000. Ὑπελογίσθη δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο
649πρὸς 125 λεπτὰ, καὶ προσδιωρίσθη οὕτω εἰς 13,515,000
650εἰς γραμμάτια τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ Πρωθυπουρ-
651γὸς νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐλαττώ-
652σῃ κατ’ ἴσον ποσὸν τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος
653τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν τὰ πράγματα ἐξετελοῦντο οὕτως, οὐδεὶς
654ἠδύνατο ν’ ἀπευθύνῃ παρατήρησίν τινα. Ἠδύνατο ἴσως
655νὰ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν, ὅτι τὸ χρέος τῶν 10,812,000,
656πρὸς 6%, θέλει φέρει τόκον ἐτήσιον, ἐπιβαρύνοντα τὰς ἑπο-
657μένας μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους χρήσεις διὰ φράγ-
658κων χρυσῶν 648,720. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως ἡ ὑπόθεσις εἶναι
659ὁμαλή. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη 10,812,000, ἀλλὰ κα-
660τέθηκε τὸ ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμ-
661μάτια, ὑπολογίσας τὸ φράγκον πρὸς 125 λεπτά. Ἐὰν τυ-
662χὸν ἤθελεν ἀγοράσει συνάλλαγμα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους,
663τιμώμενον περισσότερον τῶν 125, ἢ χρυσὸν, ἐνδεχόμενον
664ἦτο νὰ ἐπέλθῃ μικρὰ ζημία, τὸ ἀντίτιμον ὅμως τοῦ κεφα-
665λαίου ἦτο κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἀλλὰ
666κατετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐὰν κατετέθη, οὐδεμίαν δύνα-
667μαι νὰ φέρω παρατήρησιν. Ἐὰν ὅμως δὲν κατετέθη, πρέ-
668πει νὰ θεωρηθῇ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ κατα-
669λογισθῇ ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἀλλ’ ἵνα ἀνεύρωμεν ἂν κα-
670τετέθη ἢ ὄχι, πρέπει νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς
671ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ εὕρωμεν τοὺς λογαρια-
672σμοὺς τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
673Οὕτως ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ταύτην εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ
674τὰς μετ’ αὐτῆς συμβάσεις, νὰ λάβῃ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυ-
675κλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια 67,000,000. Δὲν ὁμιλῶ
676περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰς με-
677ταλλικὸν, ὡς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα
678νὰ λάβῃ εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ ἀπὸ τὰς ἄλλας Τραπέ-
679ζας. Περιορίζομαι εἰς τοὺς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
680λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1887
681ὅμως ἐξεδόθη νόμος, δι’ οὗ ἐκυρώθη ἑτέρα σύμβασις τοῦ
682Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν ὁποίαν
683τὸ Δημόσιον ἔμελλε νὰ ἀποσύρῃ τῆς κυκλοφορίας 4,000,000
684μονοδράχμων καὶ διδράχμων γραμματίων, ἰσότιμον δὲ τοῦ
685ποσοῦ τούτου ἔμελλε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Δη-
686μοσίου νὰ δανεισθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκα-
687στικῇ κυκλοφορίᾳ 67,000,000. Οὕτω κατὰ τὸν νόμον τῆς
68828 Μαΐου 1887 τὸ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τοι-
689οῦτον ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 71 ἑκατομμύρια.
690Τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
691τια χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου
6921886, ὅτε παρῃτήθημεν ἡμεῖς τῆς κυβερνήσεως, ἢ ὀλίγας
693ἡμέρας πρὶν ἢ ἀναβῇ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν ὁ νῦν Πρωθυπουρ-
694γὸς, εἰς 45,875,265:75· ἀλλὰ μετὰ ἐννέα μῆνας, ἤτοι
695κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1887, ἀνεβιβάσθη τὸ χρέος εἰς
69653,372,030:27, αὐξηθὲν κατὰ δραχμὰς 7,496,764:52.
697Κατὰ δὲ τὴν 31 Μαΐου 1887, ἤτοι ἐν διαστήματι 14
698μηνῶν, ἀνῆλθεν εἰς 58,439,701:87, αὐξηθὲν οὕτω κατὰ
69912,564,436.12. Κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου 1887, ἤτοι
700μετὰ 16 μῆνας ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῆς κυ-
701βερνήσεως, τὸ χρέος ἀνεβιβάσθη εἰς 63,859,581:87, αὐξη-
702θὲν οὕτω κατὰ 17,984,316:12. Καὶ κατὰ τὴν 30 Νοεμ-
703βρίου 1887 τὸ χρέος τοῦτο ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
704εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνῆλθεν εἰς 65,701,545:87,
705αὐξηθὲν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διαῤῥευσάντων 19 μηνῶν,
706ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ἡμῶν, κατὰ 19,826,280:12. Ἐν
707τοιαύτῃ ἔκειντο τὰ περὶ τούτου καταστάσει, ὅτε ὁ Πρωθυ-
708πουργὸς συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς
709Τραπέζης, δι’ ἧς ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπε-
710ζαν 13,515,000 καὶ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τόσον ποσὸν τὸ
711ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου. Κατὰ
712τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ
713τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887, δηλ. ἐντὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς εἶχε
714κυρωθῆ ἡ εἰρημένη σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, τὸ χρέος
715ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἠλαττώθη ἀπὸ 65,701,545:87
716εἰς δραχμὰς 55,798,149, δηλ. τὸ Δημόσιον κατέθηκεν εἰς
717τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 9,903,396:87, κατὰ δὲ τὴν 31
718Ἰανουαρίου 1888, ἤτοι δύο μῆνας μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς
719συμβάσεως, ἐπλήρωσε καὶ ἄλλας 314,149, ἀναβιβάσαν
720οὕτω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατέθηκε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς
721συμβάσεως εἰς 10,216,545:87.
722Κατὰ Ἀπρίλιον ὅμως τοῦ 1888 ἐπῆλθε συμβεβηκὸς,
723τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν ἦτο ἀπρόοπτον ἢ προεβλέπετο.
724Αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου παρέστησαν αὐτὸ ἀπρόοπτον.
725Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία, ἡ ἰσχύουσα ἐν τῷ Κράτει, διδάσκει
726ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἀπρόοπτον. Καὶ ἂν ἦτο
727ἀπρόοπτον, ἐπεκράτει ἐσχάτη ἀνικανότης ἐν τῇ διοικήσει
728τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἦτο ὁ
729ἀνευρεθεὶς θησαυρὸς τῶν 6,000,000 ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ.
730Δὲν εἶναι ὥρα, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τοῦ θησαυροῦ τού-
731του. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ εἴδησις κατέπληξε τὸ κοινὸν τῆς
732Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἀφίκετο μέχρι μεγάλης τινὸς πρωτευού-
733σης μεγάλου Κράτους, ἔνθα ὑπελήφθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διοι-
734κεῖται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικοῦνται τὰ ἀπώ-
735τατα ἀσιανὰ Κράτη, ὅτι οὐδεμία ἐν αὐτῇ τάξις ὑπάρχει,
736οὐδεὶς ἐν αὐτῇ γνωρίζει τί γίνεται, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθα-
737νον, ἐὰν τις μετακινήσῃ λίθον, νὰ ἀνευρεθῇ ὑπ’ αὐτὸν θη-
738σαυρὸς, ἀνήκων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, λησμονηθεὶς ὅμως
739ἐκεῖ.
740Τέλος πάντων τὸ ἀνέλπιστον συμβεβηκὸς ἔθηκεν εἰς τὴν
741διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 6 ἑκατομμύρια, ὡς αὕτη διέδιδε
742τότε, ἐδόθη δὲ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἡ εὐκαιρία νὰ συμ-
743πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατέθηκε δὲ
744ἀμέσως εἰς αὐτὴν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τόσα, ὥστε
745ἠλάττωσε τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς γραμμάτια
746χρέος, ἀπὸ 55,485,000, εἰς ὅσα ἀνήρχετο κατὰ τὴν 31 Ἰα-
747νουαρίου 1888, εἰς 51,935,000, ἤτοι κατὰ 3,350,000,
748συνεπληρώθησαν δ’ οὕτω τὰ κατατεθέντα εἰς 13,766,545:87.
749Ἀλλὰ κατὰ τὴν 31 Μαΐου, δηλαδὴ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς
750τελευταίας καταθέσεως, ἡ μηνιαία κατάστασις τῆς Τραπέ-
751ζης ἐδήλου, ὅτι αὖθις ἀνεβιβάσθη τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος
752τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 51,935,000 εἰς 55,248,972:75, αὐξη-
753θὲν κατὰ 3,313,972:75, κατὰ δὲ τὴν 30 Ἰουνίου εἰς 57,
754292,746:30, αὐξηθὲν κατὰ δραχμὰς 5,357,746:30. Τὸ
755δὲ ποσὸν, τὸ κατατεθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως εἰς
756τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περιωρίσθη εἰς 8,682,573:77, ἤτοι
757ἔλασσον τῶν διὰ τῆς συμβάσεως συμπεφωνημένων κατὰ
7584,832,426:23.
759Βλέπω τὸν Πρωθυπουργὸν μειδιῶντα ἐπὶ τούτοις, διότι
760ἴσως ὑποθέτει, ὅτι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὴν διάταξιν τοῦ
761νόμου τῆς 27 Μαΐου 1887, καθ’ ἣν ηὔξησε τὸ ποσὸν, τὸ
762ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν
763ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ 4 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι
764ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβίβασεν εἰς 71 ἑκατομμύρια,
765τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ ὡς δά-
766νειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
767Θέλει δὲ ἀντιτάξει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ ὀφείλομεν
768νῦν 57,018,972:10, ὑπολείπονται μέχρι τῆς συμπληρώ-
769σεως τοῦ ποσοῦ τῶν 71,000,000 δραχ. 13,981,027:90,
770ἤτοι περισσότερα τῶν 13,515,000, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ
771καταθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐνδεχομένη αὕτη ἀντίῤῥησις τοῦ Πρω-
772θυπουργοῦ στερεῖται βάσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἐλησμόνησεν ὅσα
773εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ σύμ-
774βασις. Τότε ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας,
775(ὅρα σελ. 211 πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 24 Νοεμ-
776βρίου 1888 τῆς Βουλῆς). «Ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
777»ἐλάβομεν ὡς βάσιν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς τοῦ
778»τραπεζικοῦ γραμματίου, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω, εἰμὴ, ὅτι,
779»ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ ἡ ἐγγύησις οὐχὶ εἰς μεταλ-
780»λικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔπρεπε νὰ προσδιο-
781»ρισθῇ καί τις ἀναλογία. Ποία ἀναλογία; Αἱ τρέχουσαι
782»τιμαὶ σήμερον νομίζω ὅτι εἶναι 126½, ἢ 126, ἢ 125½,
783»πάντως ἄνω τῶν 125. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν
784»125. Εἴπομεν ἄρα εἰς τὰς Τραπέζας, νὰ δεχθῶσιν εἰς ἐγ-
785»γύησιν τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὁ Προϋπο-
786»λογισμὸς ὡς εὔλογον».
787Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους
788τὰ 13,515,000, διότι δὲν κατέθεσεν αὐτά. Καὶ μέχρι μὲν
789τῆς 31 Ἰανουαρίου εἶχε καταθέσει 10,216,545:87, διὰ μίαν
790δὲ μόνην ἑβδομάδα κατέθηκε 13,766,545:87, καὶ μόνον
791ὅταν εὑρέθησαν οἱ θησαυροὶ τῶν 6 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ Κεν-
792τρικῷ Ταμείῳ, τότε ἀπέστειλεν ἁμάξας καὶ ὀχήματα πλήρη
793χρημάτων εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα διαδώσωσιν οἱ φίλοι του,
794ὅτι πρόκειται καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία νὰ ἀρθῇ.
795Καὶ κατέθηκε μὲν τότε ὅσον ὤφειλε νὰ καταθέσῃ ποσὸν,
796ἀπέσυρεν ὅμως μετὰ δύο ἑβδομάδας αὖθις τὰ χρήματα, καὶ
797ἠλάττωσε τὴν ὀφειλομένην κατάθεσιν κατὰ 4,832,426:23.
798Ἐν τούτοις εἶχεν εἰπεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς,
799(ὅρα σελ. 212 πρακτικῶν), ὅτι «ἡ σύμβασις παρέχει εἰς
800»τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ καταγίνῃ εἰς
801»εὕρεσιν συναλλάγματος. Ἐὰν ὅμως δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ ἀπο-
802»κτήσῃ ἐντὸς ἔτους, ὅπως ἀποδώσῃ τὸ μεταλλικὸν, ἐπέρχε-
803»ται εἰς κύρωσιν ἡ ἄδεια, ὅπως πωλήσωσιν αἱ Τράπεζαι
804»τὰ κατατεθειμένα τραπεζικὰ γραμμάτια». Καὶ κατωτέρω
805ἐδήλου, ὅτι τὸ ἀντίτιμον θέλει καταβάλει ἐκ τῶν τακτι-
806κῶν ἐσόδων.
807Τί δὲ νομίζετε, ὅτι ἐγένετο περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν
8084,000,000; Κατὰ τὸν νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 τὸ ποσὸν
809τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ δη-
810μόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ 4
811ἑκατομμύρια μονόδραχμα καὶ δίδραχμα, ἔδει νὰ πληρωθῇ
812ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη κατὰ τὴν
81328 Μαΐου 1887. Ἡ σύμβασις, ἥτις εἶχε κυρωθῇ δι’ αὐτοῦ,
814εἶχεν ὡσαύτως συνομολογηθῆ ἐντὸς τοῦ 1887. Τὰ 4 ἑκα-
815τομμύρια τῶν μονοδράχμων καὶ διδράχμων ἔμελλον ν’ ἀπο-
816συρθῶσι τῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ 1887. Καὶ ἡ Κυβέρνησις,
817ἡ τὸν νόμον προβαλοῦσα, ἐφρόντισε νὰ διαταχθῇ δι’ αὐτοῦ,
818ἵνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν εἰς ἀντίτιμον
819τῶν 4 ἑκατομμυρίων μονοδράχμων καὶ διδράχμων, ὅτι
820ταῦτα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως
821τοῦ 1886. Δὲν ἐπληρώθη ὅμως τὸ ποσὸν ἐκ τῆς χρήσεως
822τοῦ 1886, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρξε διαθέσιμος πίστωσις, εἴτε
823διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον ἡ χρῆσις
824τοῦ ἔτους, μετέφερον δὲ τὸ ποσὸν ὡς πληρωτέον ὑπόλοιπον
825εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
8261888 ἐξεδόθη ἔνταλμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθησαν
8273,936,124:26, μέχρι τέλους δὲ Σεπτεμβρίου φαίνεται ση-
828μειωμένον ὡς πληρωθὲν ποσὸν 4,007,570. Ἡ χρῆσις ὅμως
829τοῦ 1887 ἀπηλλάγη τοῦ βάρους τούτου, ἐνῷ αὕτη ὠφελήθη
830ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου τούτου.
831Πρέπει ἑπομένως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,654,860:05, τὸ
832ὁποῖον ἐσημειώθη προηγουμένως ὡς διατεθὲν ἐκ τοῦ δανείου
833τῶν δραχμῶν 135,000,000 εἰς πληρωμὴν ἐξόδων τοῦ 1887,
834νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 3,807,746:30, τὰ ὁποῖα δὲν κατε-
835τέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ καταθε-
836τέου ποσοῦ τῶν 13,515,000.
837Ἡ πρὸς τὸ 1887 στοργὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο δυ-
838νατὸν νὰ καμφθῇ πρὸ τῶν κωλυμάτων. Τὸ ἰσοζύγιον ἔπρεπε
839νὰ φανῇ ἐπιτευχθὲν, ἐὰν δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματο-
840ποιηθῇ ὁ πόθος οὗτος αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ γένηται προσφυγὴ
841εἰς τὸ μέσον τῆς ἐκβιάσεως. Τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ τοῦ Πρω-
842θυπουργοῦ. Ἐὰν ἄνθρωπος ἦναι ὁ ἀνθιστάμενος εἰς τὴν θέ-
843λησίν του, ἐκβιάζεται διὰ νὰ ὑποταχθῇ καὶ συμφωνήσῃ
844μετὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἐὰν δὲ ἦναι πρᾶγμα, ἐξ οὗ παρεμ-
845βάλλεται τὸ πρόσκομμα, πρέπει νὰ ἀνατραπῇ, καὶ ἐὰν ἦναι
846ἀριθμὸς, καὶ αὐτὸς πρέπει νὰ ἐκβιασθῇ, ἵνα μὴ σημαίνῃ
847ὅσα σημαίνει, ἀλλ’ ὅσα θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ σημαίνῃ.
848Κατὰ τὸ 1887 ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκο-
849δόμησις τῶν στρατώνων ἐν Λαρίσσῃ, νὰ δαπανηθῶσι δὲ
850πρὸς τοῦτο 3,236,000. Ὁ Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε
851νόμον καὶ κατελόγισεν αὐτὰ εἰς βάρος τοῦ 1886.
852Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει τι ἀντιβαῖνον εἰς τὸν νόμον, διότι,
853ἂν ὁ νόμος περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ διατάσσῃ τὰ ἔξοδα
854νὰ καταλογίζωνται εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν
855δαπανῶνται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς,—καὶ ἡ
856διάταξις αὕτη εἶναι λογικὴ,—ἄλλος νόμος διέταξε νὰ
857καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, καί περ μέλλοντα
858νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ 1887. Παράλογος μὲν ἡ
859διάταξις, ἀλλ’ ὁ καταλογισμὸς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886,
860καίτοι αἱ δαπάναι ἔμελλον νὰ γένωνται κατὰ τὸ 1887,
861ἦτο καταλογισμὸς νόμιμος. Οὕτως ἀπηλλάγη καὶ ἀπὸ τὸ
862βάρος τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1887.
863Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, εἰσί: αʹ) τὰ 3,807,746:
86430, τὰ μὴ κατατεθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τρα-
865πεζικὰ γραμμάτια πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
866ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ὡς ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τῶν 10,820,
867000 χρυσῶν φρ., βʹ) τὰ 4,654,860:05, τὰ ὁποῖα ἐπληρώ-
868θησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ. εἰς ἀνάγκας τοῦ
8691887, γʹ) αἱ 250,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν
870ὡς χρέος, διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, δαπα-
871νῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ 1887 τὸ ἓν ἑκατομμύριον τῆς
872Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, δʹ) τὰ 3,236,000 τῶν στρατώ-
873νων Λαρίσσης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων εἶναι 2,970,703, προ-
874ερχόμεναι ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ ἐπὶ 11,882,813
875φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,
876000,000 καὶ ἐπλήρωσεν εἰς τόκους τῶν δανείων, κατὰ τὰ
877ἐν ταῖς σελίσι λʹ καὶ λαʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογι-
878σμοῦ σημειούμενα. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ
879Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἀνέρχεται εἰς 14,919,309:35.
880Γεννῶνται ὅμως καί τινες ἀπορίαι, τὰς ὁποίας δὲν δύνα-
881μαι νὰ λύσω, διότι δὲν ἔχω ἐπισήμους ἀπὸ τὰ δημόσια
882γραφεῖα πληροφορίας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν
883Βουλὴν αὐτὰς, διὰ νὰ ἦναι ἐν γνώσει αὐτῶν.
884Ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς τὸ ἑσπέρας, διαστρέφων τὰ ὑπὸ
885τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα, καὶ παρι-
886στῶν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπε πράγματα μὴ ὀρθά,
887ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐχλεύασεν αὐτὸν πολυτρόπως, προσ-
888παθήσας ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οὐχὶ μόνον
889δὲν ἦσαν ὀρθὰ τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα,
890ἀλλὰ δὲν ἦσαν οὔτε σπουδαῖα.—Μοὶ φαίνεται, ὅτι, μετερ-
891χόμενος τὴν τακτικὴν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπελάθετο
892ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἵνα ἀναβάλῃ νὰ ἀνασκευάσῃ
893τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης λεχθέντα, διότι
894ἐκεῖνος ἦτο ἀπὼν, καὶ μάλιστα νὰ ἐπιχειρήσῃ ν’ ἀνασκευάσῃ
895αὐτὰ, ἀπόντος ἐκείνου, κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα εἰς τὰς
896κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, κατὰ τρόπον εἰθισμένον ἴσως
897εἰς αἰθούσας, ἐν αἷς φοιτῶσιν ἄλλης τάξεως ἄνθρωποι.
898Ὤφειλε, λέγω, ν’ ἀναβάλῃ νὰ ἀνασκευάσῃ ταύτας, ἵνα, πα-
899ρὼν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δυνηθῇ νὰ δώσῃ αὐτῷ τὴν
900προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἀκατάσχετος καὶ ἐπιθυμῶν
901καὶ ἐρήμην νὰ νικήσῃ, νὰ φανῇ δὲ, ὅτι ἀνῄρεσε τὸν βου-
902λευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἔσπευσε καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ἐποιήσατο
903τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
904της ὅμως δὲν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἔλλειμμα
905τοῦ 1887 καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Εἶπε
906μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ ἐγώ, καὶ τὸ λέγω οὐχὶ
907ἀλόγως, οὐχὶ ἀπὸ ἐπιθυμίαν νὰ διασύρω τὴν ὑπόληψιν τοῦ
908Πρωθυπουργοῦ, ἢ νὰ ἐλαττώσω τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύ-
909νην τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω στηριζόμενος ἐπὶ λόγων,
910τοὺς ὁποίους θέλω σᾶς ἀναφέρει.
911Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 περιελή-
912φθησαν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, διὰ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
913τῶν Οἰκονομικῶν δραχμῶν215,202
914τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν » 47,077
915τὸ τῆς Δικαιοσύνης » 39,629
916τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν » 130,809
917τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν» 33,279
918τὸ τῶν Στρατιωτικῶν » 22,102
919τὸ τῶν Ναυτικῶν » 36,103
920τὸ ὅλον ἐκ δρ. 524,201. Εἰς τὸν βουλευτὴν ὅμως ἐξ Ἄρτης
921ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ
922ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει, μὴ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται μόνον ὡς
923ἔξοδον κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλ’ ὀφείλεται ποσὸν ἀνώτερον
924αὐτοῦ. Τάχα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν
925ὑπάρχουσιν ἐκκαθαρισμένα καὶ ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα
926πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου, περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὁποίων δὲν
927ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, διὰ νὰ μὴ
928αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων ἐξόδων; —
929Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπορία. — Ποῖον ὅμως δικαίωμα ἔχω
930νὰ ἀπαγγείλω τὴν ἀπορίαν ταύτην, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογι-
931σμὸς μόνον 524,000 δραχμῶν περιέλαβεν ὡς ἔξοδα κεκλει-
932σμένων χρήσεων; Τὸ δικαίωμα τοῦτο μοὶ τὸ ἐχορήγησεν ὁ
933Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ 1885 εἰσήγαγεν ὁ Πρωθυπουργὸς
934τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ περιέλαβεν ἐν αὐτῷ τὰ
935ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 105,800:11. Ἀλλὰ μετ’ ὀλί-
936γας ἡμέρας παρῃτήθη ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ἦλθεν ἡ Κυβέρ-
937νησις ἡ διαδεξαμένη αὐτὸν, καὶ εὕρομεν ἐκκεκαθαρισμένας
938ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνα-
939γράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἐκ δρ. 1,913,056:96.
940Εἶχε παραλείψει νὰ ἀναγράψῃ αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
941τοῦ 1885, εἶχε δ’ ἀναγραφῆ ἐν αὐτῷ ποσὸν ὀλιγώτερον
942κατὰ 1,807,256:85. Ὅταν δὲ τοιοῦτον ἔχωμεν προηγού-
943μενον, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν ἀπορίαν
944εἰς τὴν Βουλὴν, μήπως δὲν εἶναι μόναι αἱ 524,201 δραχ-
945μῶν αἱ ὀφειλόμεναι, ἀλλ’ ὀφείλονται περισσότερα ποσά;
946Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι περισσότεραι αἱ ὀφειλόμεναι, ἐγὼ δὲν δύνα-
947μαι νὰ γνωρίζω, ἀλλὰ τότε κατὰ τοσοῦτον ποσὸν ἀνεγρά-
948φησαν ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν τὰ ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογι-
949σμῷ τοῦ 1887.
950Ἀλλὰ καὶ ἄλλην δύναμαι νὰ ἔχω ἀπορίαν. Τὸ δημόσιον
951ταμεῖον εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας,
952καὶ εἰσπράττον ἀποδίδει αὐτά. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
9531887 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δραχ. 4 ἑκατομμυρίων,
954ὅπως πληρωθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐξ αὐτῶν
955δ’ ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888 δραχμαὶ
9564,007,570:78. Ἀλλὰ τάχα μόνον τοσαύτη εἶναι ἡ εἰσφορὰ,
957τὴν ὁποίαν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, ὡς φόρους τῆς ὁδοποιΐας,
958καὶ ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ; Μήπως εἰσέπραξε περισσότερα, καὶ
959δὲν ἐζήτησε ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν; Καὶ τὰ δύο ταῦτα
960εἰσὶν ἀπορίαι, μήπως ταῦτα ἐγένοντο, ἵνα μὴ αὐξήσῃ τὰ
961ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, πρὸς τὸν ὁποῖον το-
962σαύτην εἶχε στοργὴν ὁ Πρωθυπουργός;
963Ἀλλ’ οὐδ’ ἔχω τι δεδομένον, οὐδὲ δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ
964προστεθῇ τίποτε εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς κατέδειξα.
965Ἴσως δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ ἀναπτύξω περισσότε-
966ρον τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην περὶ τῆς πι-
967στώσεως τῆς ληφθείσης εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886,
968πρὸς κατασκευὴν στρατώνων, οἰκοδομουμένων ἐν Λαρίσσῃ
969κατὰ τὸ 1887. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 ὑπῆρχεν
970ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον 16, Ἄρθρον
971Αʹ, «νέαι οἰκοδομαὶ», δραχ. 180,000, καὶ Ἄρθρ. Βʹ, «συντή-
972ρησις οἰκοδομῶν», ἐκ δραχμῶν 270,000. Διὰ δὲ τοῦ ἐκτά-
973κτου Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τὸ Ἄρθρ. Αʹ Κεφ.
97416, «νέαι οἰκοδομαὶ», δραχμαὶ 1,820,000 καὶ ὑπὸ Ἄρθρον
975Βʹ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, «συντήρησις οἰκοδομῶν», δραχμαὶ
97630,000. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρτίου τοῦ 1887
977ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
9781886, ἐκ δραχμῶν 3,236,000, ἥτις κατὰ τὸν πίνακα, ὁ
979ὁποῖος προσηρτᾶτο εἰς τὸν νόμον, διῃρεῖτο εἰς Ἄρθρον 1 Κεφ.
980ΚΔ: Ἀνέγερσις στρατιωτικῶν οἰκοδομῶν, δραχ. 3.021,000,
981καὶ Ἄρθρον 2 Κεφ. ΚΔ: Συντήρησις στρατιωτικῶν κτιρίων,
982δραχμαὶ 215,000. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου Λογιστι-
983κοῦ ἔκτακτος πίστωσις χορηγεῖται, ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς
984δὲν προέβλεψε περὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν
985σκοπεῖ ἡ πίστωσις. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 προέ-
986βλεψε περὶ τῆς θεραπείας τῆς ἀνάγκης τῆς οἰκοδομῆς στρα-
987τώνων, καὶ περιέλαβε πίστωσιν δραχμῶν 2,000,000, καὶ
988300,000 διὰ συντήρησιν οἰκοδομῶν. Λοιπὸν δὲν ἐπετρέπετο
989ὑπὸ τὸν τίτλον ἔκτακτος πίστωσις νὰ χορηγηθῇ καὶ πάλιν
990εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἡ πίστωσις τῶν 3,236,000,
991ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχε προβλέψει περὶ τῆς ἀνάγκης
992ταύτης.
993Ἡ πίστωσις τῶν 2 ἑκατομμυρίων, τὴν ὁποίαν εἶχε περι-
994λάβει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 διὰ νέας οἰκοδομάς,
995ἐπήρκεσεν εἰς τὰς οἰκοδομικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
996κατὰ τὸ 1886, διότι, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐδα-
997πανήθη ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ τῆς πιστώσεως
998ταύτης τοῦ Κεφ. ΙΣΤʹ 1,228,095:68, ἑπομένως ἔμενεν ἀδιά-
999θετος πίστωσις 772,004:32, καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ΚΔʹ
1000Κεφαλαίου ἐδαπανήθησαν μόνον 37,338, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ
1001ἐδαπανήθησαν 1,265,464:55.
1002Πῶς λοιπὸν ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις, ἀφοῦ τὰ
1003δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1886 ἦσαν ὀλιγώτερα τῆς πιστώ-
1004σεως, τὴν ὁποίαν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886;
1005Ὅταν τις θέλῃ νὰ ἐκτραπῇ τοῦ προσήκοντος, περιπίπτει
1006εἰς τοιαῦτα ἄτοπα· καὶ ἐξετράπη ἡ Κυβέρνησις τοῦ προσή-
1007κοντος, ζητήσασα πίστωσιν ἔκτακτον δι’ ἀνάγκην προ-
1008βλεφθεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὑμεῖς—καὶ ἀποτείνομαι
1009πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας—εἶσθε νομι-
1010κὸς τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως ποῖα ἄλυτα
1011ζητήματα προέκυψαν ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν διατάξεων
1012τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, τῆς ἐπιβαλλούσης τὴν ὑποχρέωσιν
1013τοῦ πενθίμου ἔτους εἰς τοὺς εἰς χηρείαν περιερχομένους συζύ-
1014γους. Τοιαῦτα ζητήματα παράγουσιν ἀφεύκτως αἱ παρα-
1015βάσεις τῶν νόμων, αἱ παραβάσεις μάλιστα τῶν κανόνων τῆς
1016λογικῆς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσι κατὰ τὸν καθορισμὸν
1017τῆς πιστώσεως τοῦ 1886.
1018Ἄτοπον ἡ παράβασις νόμου διὰ χορηγίας ἐκτάκτου
1019πιστώσεως εἰς Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος προέβλεψε περὶ τῆς
1020ἀνάγκης ταύτης. Παράλογον συμβεβηκὸς ἡ χορηγία ἐκ-
1021τάκτου πιστώσεως εἰς Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδα-
1022πανήθη πολὺ ὀλιγώτερον ἢ ὅσον εἶχε περιληφθῇ ἐν αὐτῷ.
1023Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1886, διὰ νὰ μὴ
1024ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1887.
1025Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887 καὶ περὶ
1026τινων ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μετῆλθεν, ἵνα
1027κατορθώσῃ νὰ ἐλαττώσῃ ὅσον ἠδύνατο τὰ ἀναγραφόμενα
1028ὡς ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς
1029ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δὲν
1030ἀπέστερξεν ἐκ τοῦ ζήλου τοὺς κόπους, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ
1031ἐπιβαρύνωσιν αὐτὸν, δεχθεὶς νὰ ἐκπληρώσῃ συγχρόνως καὶ
1032τὰ χρέη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, προέβαλε δικαιο-
1033λογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἄνευ ἐρεύνης.
1034Παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς, ὅτι,
1035ἂν δὲν ἐπραγματοποιήθη ὅλον τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἡ
1036Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, εἶχεν
1037ἀναγγείλει, τοῦτο προῆλθε, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν ἀπ’ ἀρ-
1038χῆς τοῦ ἔτους 1887 οἱ φορολογικοὶ νόμοι, οἱ κατὰ Μάρτιον
1039καὶ Μάϊον τοῦ 1887 ἐκδοθέντες, οἵτινες ἦσαν ἀναπόσπαστον
1040μέρος τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρί-
1041ζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Ἕνεκα δὲ τούτου τινὲς
1042ἐξ αὐτῶν δὲν ἐλειτούργησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, τὰ δὲ ἐξ
1043αὐτῶν προκύψαντα ἔσοδα ἦσαν διὰ τοῦτο ὀλιγώτερα τῶν
1044προϋπολογισθέντων. Συνεπέρανεν ἑπομένως, ὅτι ἦτο ἑπόμενον
1045νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερ-
1046νήσεως.
1047Περὶ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ
1048σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον ἐπιτροπῆς τῆς
1049Βουλῆς δὲν εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐδήλωσε
1050περὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ Πρωθυ-
1051πουργὸς παρέστησεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ βουλευ-
1052τὴς ἐκ Σύρου εἶναι ἔξοχος διπλωμάτης, καὶ μάλιστα ἀνέ-
1053φερεν, ὅτι εἶχεν ἀποστείλει αὐτὸν εἴς τινα ἀποστολὴν καὶ ὁ
1054Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος, ἐν ἀγνοίᾳ μάλιστα ἐμοῦ,
1055Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τυγχάνοντος, διότι φαίνεται, ὅτι
1056ἡ ἀποστολὴ, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχον ἐμπιστευθῆ τὸν κ. Σκου-
1057λούδην, ἦτο τοσοῦτο μυστικὴ καὶ τοσοῦτον ἀκροσφαλὴς,
1058ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς ἐμὲ, τὸν Ὑπουργὸν
1059τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν γνώμην ταύτην, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν
1060εἶχον περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ἀφοῦ μάλιστα ἄλλη λεπτοτάτη
1061ἀποστολὴ, ἀνατεθεῖσα εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ,
1062ὅστις εἶχε διορίσει αὐτὸν ἀπεσταλμένον εἰς Μαδρίτην, κατέ-
1063ληξεν ἐν τοσαύτῃ σιγῇ, ὥστε κατελήφθη ὑπὸ τῆς λήθης.
1064Διὰ τοῦτο εὑρέθην τότε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀνα-
1065σκευάσω τὰ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου καὶ εἰσηγητοῦ
1066τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον ἐπι-
1067τροπῆς τῆς Βουλῆς λεχθέντα τότε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
1068Εἶχον ὅμως ἄλλην τινὰ γνώμην περὶ τοῦ ἀνδρὸς, τὴν γνώμην,
1069ὅτι ἦτο ἀνὴρ χρηματιστὴς, ἑπομένως γνωρίζων τὰ τραπεζικὰ,
1070ἔχων οἰκονομικάς τινας γνώσεις, καὶ ἐντριβὴς περὶ τὰ λογι-
1071στικά. Πρὸ πάντων δ’ ἐφρόνουν, ὅτι, τοιοῦτος ὢν, ἤθελεν ἔχει
1072τὸ προτέρημα τῆς ἀκμαίας καὶ ἰσχυρᾶς μνήμης, τὸ ὁποῖον
1073ἤθελε τὸν σώζει ἀπὸ τῶν ἁμαρτημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδεχό-
1074μενον ἡμεῖς οἱ πρεσβύτεροι νὰ περιπίπτωμεν, ἕνεκα τῆς ἐξα-
1075σθενήσεως τῆς μνήμης ἡμῶν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι αἱ με-
1076γάλαι ἐργασίαι, τὰς ὁποίας τελευταῖον ἀνεδέχθη, συνετέ-
1077λεσαν ἴσως, ὅπως μὴ ἐνθυμηθῇ πάσας τὰς λεπτομερείας,
1078διότι τῷ ὄντι ἀνεδέχθη, οὐ μόνον, ὡς εἶπον ἡμῖν, τὴν προε-
1079δρείαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς εἰς τὸν Βασ. λό-
1080γον ἀπαντήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ προσέτι τὰ ἔργα τοῦ
1081εἰσηγητοῦ, ἀλλ’ ἔστερξε νὰ γένηται καὶ μέλος τριῶν ἐπι-
1082τροπῶν, ἄν καὶ τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὸν Κανονισμὸν,
1083ἀλλὰ τέλος πάντων ἔστερξε νὰ γένηται μέλος, ἔστερξε νὰ
1084γένηται μέλος καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ
1085τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τέλος πρόεδρος τῆς
1086ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον καὶ εἰση-
1087γητὴς αὐτῆς. Τοσαῦται ἐργασίαι ἦσαν βεβαίως πολλαί, καὶ
1088ἕνεκα τούτου ἴσως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ ἐκεῖνα, τὰ
1089ὁποῖα εἶχεν εἰπεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰ-
1090σήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, κατὰ Φεβρουάριον
1091τοῦ 1887.
1092Οὕτω, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ τότε πρὸς τὴν
1093Βουλὴν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθη ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1887 τὸ
1094οἰκονομικὸν σύστημα, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βου-
1095λῆς δὲν ἐψηφίσθη πρὸ τοῦ ἔτους ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅτε
1096εἰσήγαγεν αὐτὸν κατὰ Ὀκτώβριον 1886, διὰ τοῦτο ἠναγ-
1097κάσθη νὰ μεταβάλῃ αὐτὸν, ἐλαττώσας τὰ ἔσοδα καὶ αὐξή-
1098σας τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως ἐλαττώσας καὶ τὸ περίσσευμα,
1099διότι ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα τῶν νέων φόρων, ὡς ἀρξό-
1100μενα οὐχὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ ἀπὸ 1 Μαΐου. Καὶ
1101ἠλάττωσεν ἕνεκα τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ περίσσευμα
1102ἀπὸ 4,755,647 εἰς 1,105,758. Ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶ-
1103χεν εἰπεῖ τότε ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος
1104καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
1105λόγον ἐπιτροπῆς, ὅτε ἠγόρευσε πρό τινων ἡμερῶν, παρέ-
1106στησεν, ὅτι, ἂν τὸ περίσσευμα τοῦ 1887 δὲν ἦτο το-
1107σοῦτον, ὅσον εἶχεν ἀναγγελθῆ, εἴτε ἂν ὑπάρχῃ καί τι
1108ἔλλειμμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ τὸ περίσσευμα θὰ
1109ἦτο περισσότερον, ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ φορολογικοὶ νόμοι τῆς
11101 Ἰανουαρίου τοῦ 1887, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’
1111ὃν ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι τὰς ἕνεκα
1112τούτου ἐλαττώσεις εἶχεν ἐπιφέρει ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ
1113Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτε εἰσήγαγεν αὐτὸν ἐκ νέου
1114εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ
1115ἔσοδον εἶχεν ὑπολογισθῆ, καθ’ ἃ εἶχεν εἰπεῖ τότε ὁ Πρωθυπουρ-
1116γὸς, ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου, δὲν κατωρθώθη δὲ νὰ συστηθῶσιν
1117ἀπὸ τότε τὰ καπνεργοστάσια, καὶ ἤρξατο ἡ εἴσπραξις αὐ-
1118τοῦ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου, ἂς εὕρωμεν κατὰ πόσον ἦτο
1119πιθανὸν νὰ ᾖναι τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου
1120ἔσοδα περισσότερα.
1121Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τῆς 10
1122Αὐγούστου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887, ἤτοι ἐπὶ
1123μῆνας 4 καὶ ἡμέρας 21, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα,
1124δραχ. 1,657,801:15 Ἑπομένως κατὰ μῆνα εἰσεπράττοντο
1125365,000 περίπου δραχμῶν, ἂν δ’ ἐφηρμόζετο ἡ φορολογία
1126τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγού-
1127στου, ἤθελον εἰσπραχθῆ ἀκόμη 1,293,901.
1128Ἀλλὰ κατὰ τὸ εἰρημένον ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι 10 Αὐ-
1129γούστου 1887 διάστημα, ἂν δὲν εἶχον τεθῆ ἐν ἐνεργείᾳ τὰ
1130καπνοκοπτήρια, ἐφορολογεῖτο ὅμως ὁ καπνὸς κατὰ τὸ σύ-
1131στημα τῆς φορολογίας, τὸ νομοθετηθὲν, τῇ προτάσει ἡμῶν,
1132κατὰ τὸ 1885. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας τοῦ
1133καπνοῦ εἶχον βεβαιωθῆ, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα,
1134ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου 1887 δραχ.
1135774,775:87, ἕπεται, ὅτι, ἂν ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ τὸ σύστη-
1136μα τῶν κοπτηρίων, οὐχὶ ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου, καθ’ ἣν
1137ἤρξατο ἡ λειτουργία, αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης Μαΐου,
1138δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ αἱ ἀνωτέρω 774,775:87, ἀλλὰ δρ.
1139422,272:03, ὅσαι ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ ἀναλογοῦσιν εἰς
1140τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα. Ἑπο-
1141μένως πρέπει νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,293,901,
1142τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ, ἂν ἐτί-
1143θετο ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τοῦ Μαΐου τὸ σύστημα τῆς διὰ
1144τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, κατὰ δραχμὰς
1145352,473:84, ὅσαι ἀποτελοῦσι τὴν διαφορὰν τῶν δύο ἀνωτέρω
1146ποσῶν, καὶ δέον νὰ περιορισθῇ εἰς δρ. 941,427:16 τὸ ποσὸν,
1147τοῦ ὁποίου ἐστερήθη ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἐκ τῆς βραδείας
1148ἐνάρξεως τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
1149Καὶ ἐκ τοῦ φόρου δὲ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου εἰσεπράχθη-
1150σαν, κατὰ μὲν τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 9 Αὐγούστου
11511887 διάστημα, διὰ τῆς πωλήσεως αὐτοῦ ἐν τοῖς ταμείοις,
1152δραχ. 427,922:90, κατὰ δὲ τὸ ἀπὸ 10 Αὐγούστου μέχρι 31
1153Δεκεμβρίου διάστημα, ἐκ μὲν τῆς πωλήσεως ἐν τοῖς τα-
1154μείοις δραχ. 11,206:10, ἐκ δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς πωλή-
1155σεως αὐτοῦ ἐν τοῖς καπνεργοστασίοις δραχ. 766,549:60.
1156Ἰσχυρίσθη ἑπομένως ὁ κ. πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ
1157τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπῆς τῆς
1158Βουλῆς, ὅτι, ἂν ἐτίθετο ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐν ἐφαρμογῇ
1159τὸ σύστημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγορᾶς τοῦ σιγαροχάρτου ἐν
1160τοῖς καπνεργοστασίοις, δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ πρὸ
1161τῆς 10 Αὐγούστου διάστημα δραχ. 427,922:90, ἀλλὰ πε-
1162ρισσότεραι, ὅσαι ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τοὺς
11634 μῆνας καὶ 21 ἡμέρας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου μέχρι
1164τέλους Δεκεμβρίου 1887, ποσὸν τῶν δραχ. 766,549:60.
1165Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1887 μέχρι τῆς 9 Αὐγού-
1166στου ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐν τοῖς καπνερ-
1167γοστασίοις ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν ἤθελον ἐπίσης εἰσ-
1168πραχθῆ ὅσα ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ τοῦ
1169εἰσπραχθέντος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 9 Αὐγούστου 1887
1170ποσοῦ τῶν δραχ. 427,922:90, ἀλλ’ ὅσα ἀναλογοῦσιν ἐκ
1171τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 11,206:10, ὅπερ εἰσεπράχθη κατὰ
1172τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἦτο ἀναγκαστικὴ ἡ ἐν τοῖς καπνερ-
1173γοστασίοις ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου.
1174Ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγού-
1175στου 1887 διάστημα, λειτουργούσης κατ’ αὐτὸ τῆς ἀναγ-
1176καστικῆς ἀγορᾶς τοῦ σιγαροχάρτου ἐν τοῖς κοπτηρίοις, ἤθε-
1177λον εἰσπραχθῆ περισσότεραι δραχμαὶ 541,408:48, ὅσαι ἐπὶ
1178τῇ βάσει τοῦ ἀπὸ 10 Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου
1179εἰσπραχθέντος ποσοῦ τῶν δραχ. 766,549:60 ἀναλογοῦσιν
1180εἰς τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρι τῆς 9 Αὐγούστου 1887 διάστημα,
1181ἤθελεν ὅμως εἶναι μικρότερον τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις
11829 Αὐγούστου εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 427,922 κατὰ
1183δραχ. 195,684:57, διότι ἤθελεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἀπὸ
11841 Μαΐου μέχρις 9 Αὐγούστου διάστημα, οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν
1185δραχ. 195,684:57, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο
1186ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχ. 427,922, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν δραχ.
11877,930:52, αἵτινες ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο, καθ’
1188ὃ ἤθελεν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐν τοῖς κοπτηρίοις ἀγορὰ τοῦ
1189σιγαροχάρτου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 11,206:10,
1190ὅσαι εἰσεπράχθησαν καθ’ ὃ διάστημα εἶχε κατασταθῆ ὑπο-
1191χρεωτικὴ ἡ ἀγορὰ τοῦ σιγαροχάρτου ἐν τοῖς κοπτηρίοις.
1192Οὕτως ἠθέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου περισ-
1193σοτέρας δραχ. 541,408:48, ἀλλὰ μεῖον δραχ. 195,684:57,
1194ἀνθ’ ὧν ἤθελον εἰσπραχθῆ δραχ. 7,930:52. Ἡ δ’ αὔξησις
1195τοῦ ἐκ σιγαροχάρτου ἐσόδου ἤθελε συνίστασθαι εἰς δραχ.
1196353,654:43, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ.
1197941,427:16, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν κατὰ τὰ εἰρημένα εἰσπρά-
1198ξει περισσότερον ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἀποτελοῦσιν αὔξησιν τῶν
1199ἐσόδων ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ δραχ.
12001,295,081:59, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσι
1201τὰ ἔξοδα τῶν κοπτηρίων διὰ τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου μέχρις 9
1202Αὐγούστου 1887 διάστημα.
1203Ὁ κ. πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως
1204εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐζή-
1205τησε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 καὶ 4 ἑκατομ-
1206μύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσε-
1207πράχθησαν μὲν κατὰ τὸ 1887, ἤθελον ὅμως εἰσπραχθῆ, ἂν
1208ἐτίθεντο ἐν ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους οἱ περὶ φο-
1209ρολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτήρων καὶ περὶ σιγαρο-
1210χάρτου νόμοι, δὲν ἠρκέσθη εἰς μόνην τὴν παρατήρησιν ταύ-
1211την, ἐποιήσατο καὶ ἑτέραν παρατήρησιν περὶ τῆς ἀνικανό-
1212τητος ἢ δυστροπίας τοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 σχη-
1213ματισθέντος Ὑπουργείου, ἧς ἕνεκα δὲν εἰσεπράχθη καὶ ὁ
1214φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ἢ καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων,
1215καὶ ἐστερήθη καὶ τῶν ἐκ τούτων ἐσόδων ἡ χρῆσις τοῦ 1887.
1216Ἐπετίμησεν ἡμᾶς ὁ κ. Σκουλούδης ὡς ἀμελήσαντας νὰ βε-
1217βαιώσωμεν ἐγκαίρως τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884,
1218καὶ ὡς γενομένους αἰτίους νὰ μὴ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος τῶν
1219οἰκοδομῶν οὔτε κατὰ τὸ 1887. Ἔχω συμφέρον νὰ πείσω
1220τὸν κ. πρόεδρον καὶ εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς
1221ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, ὅτι δὲν ἐσφάλαμεν παντάπα-
1222σιν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Ἀπριλίου τοῦ
12231885, οὐδὲ παρελύσαμεν ἡμεῖς τὰς πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσ-
1224πραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐργασίας. Ἀλλὰ πρὸς
1225τοῦτο πρέπει ν’ ἀναγνώσω ἐπίσημα ἔγγραφα, βεβαιοῦντα
1226τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Τὸ πρῶτον τμῆμα
1227τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐπιτετραμμένον τὴν
1228βεβαίωσιν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὴν 23 Ὀκτωβρίου
12291885, ἀνέφερε πρός με, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ
1230ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
1231«Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῆς χρήσεως
1232»τοῦ 1884, ἀπαιτητοῦ ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου 1885, ἔδει
1233»νὰ ᾖ περατωμένη ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Ἐν τούτοις
1234»αʹ) διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τοῦ δή-
1235»μου Ἀθηναίων οὐδεμία ἐργασία εἶχε γίνει μέχρι Μαΐου
1236»1885, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤρξατο αὕτη. Ὑπολείπεται δὲ πρὸς
1237»πλήρη κατάρτισιν τοῦ καταλόγου τούτου ἡ καταγραφὴ
1238»τῶν οἰκιῶν δύο μόνον τμημάτων τῆς πόλεως, περατωθησο-
1239»μένη ἐντὸς μηνός. βʹ) Ὡσαύτως ἡ τακτικὴ ἐργασία καὶ
1240»κατάστρωσις τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῆς πόλεως Πα-
1241»τρῶν ἤρξατο κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου ἐ. ἔ., ἐντὸς δὲ τοῦ
1242»τρέχοντος μηνὸς περατοῦται ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τοῦ
1243»καταλόγου τούτου ἐνστάσεων, καὶ κηρύσσεται ἐκτελεστός.
1244»γʹ) Ὁ φορολογικὸς κατάλογος τοῦ δήμου Κορίνθου, ἀτε-
1245»λῶς καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου συνταχθεὶς, ὑπεβλήθη,
1246»κατὰ σύστασιν τοῦ Δημάρχου Κορίνθου, εἰς ἀναθεώρησιν
1247»κατὰ Ἰούνιον ἐ.ἔ, ἤδη δ’ ἤρξατο ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τού-
1248»του ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων. Καὶ δʹ) Ὁ συνταχθεὶς φο-
1249»ρολογικὸς κατάλογος τῆς πόλεως Καλαμῶν ἀπεδείχθη
1250»ἄκυρος, ἑπομένως ἠκυρώθη, καὶ ἤρξατο ἡ ἀνασύνταξις αὐ-
1251»τοῦ κατὰ Ἰούλιον ἐ. ἔ.»
1252Ὥστε, ἂν δὲν ἐξετελέσθησαν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νό-
1253μου τεταγμένων προθεσμιῶν αἱ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φό-
1254ρου τῶν οἰκοδομῶν ἐργασίαι, ἂν παρέλυεν ἡ βεβαί-
1255ωσις καὶ ἑπομένως ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου, συ-
1256νέβη τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἀπριλίου 1885,
1257τὸ ὁποῖον ἔσπευσε νὰ πράξῃ, ὅ,τι παρέλιπε νὰ πράξῃ κατὰ
1258τὸ 1884 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1885 τὸ προκάτοχον αὐτοῦ
1259Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυ-
1260πουργοῦ. Ὅθεν ἠδίκησεν ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ
1261Σύρου, καὶ ἐλπίζω, πεποιθὼς εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ,
1262ὅτι θέλει ὁμολογήσει, ὅτι ἄλλοι ἀπεπλάνησαν αὐτὸν, ὅσοι τῷ
1263ἔδωσαν τὰς ἐσφαλμένας πληροφορίας. Ἴσως καὶ κεκμηκὼς
1264ἐκ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν, ἃς ἀνεδέχθη, περιέπεσεν εἰς τὸ
1265σφάλμα, νὰ ἀπευθύνῃ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε
1266καθ’ ἡμῶν.
1267Ἔχω δὲ καὶ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔκθεσιν
1268ἀπὸ 3 Μαρτίου 1886 τοῦ οἰκονομ. ἐφόρου Ἀττικῆς, ὅστις μοὶ
1269ἀνέφερε τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης δὲν εἶχε συνταχθῇ ὁ
1270»κατάλογος ἐπιτηδευμάτων τῶν ὑπαλλήλων τῶν καταστη-
1271»μάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, οὕτω δὲν εἶχε δυστυχῶς βε-
1272»βαιωθῇ φόρος τῶν ἐτῶν 1884 καὶ 1885, δι’ ὃ ἐπελήφθην
1273»καὶ τῆς ἐργασίας ταύτης, ἧς περατωθείσης πρὸ πολλοῦ,
1274»προέβην εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐτῶν 1884–
1275»1886.»
1276Ἀλλ’ ἡ παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς γενομένη,
1277κατὰ τὰ εἰρημένα, ἔκτοτε βεβαίωσις, ὅτι καὶ αἱ πρὸς βε-
1278βαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐργασίαι εἶχον πα-
1279ραμεληθῆ ἢ παραλύσει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ
1280νῦν Πρωθυπουργοῦ Ὑπουργείου, τοῦ παραιτηθέντος κατὰ
1281Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἡ βεβαίωσις λέγω αὕτη συμβιβάζεται
1282μὲ τὰς ἑπομένας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐν ἐκθέσει τοῦ
1283Αʹ Τμήματος, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν βεβαίωσιν τῶν
1284ἀμέσων φόρων, μοὶ εἶχεν ἔκτοτε ὑποβάλει τοῦ τμήματος
1285ἐκείνου ἡ ὑπηρεσία. Μοὶ ἀνήνεγκε τὸ τμῆμα ἐκεῖνο διὰ τῆς
1286ἀπὸ 2 Μαΐου 1885 ἐκθέσεως αὐτοῦ, ἣν κρατῶ τὴν στιγ-
1287μὴν ταύτην ἐν χερσίν, ὅτι, ἀπολυθέντος τότε τῆς ὑπηρεσίας
1288τοῦ διευθύνοντος αὐτὸ τμηματάρχου, ὁ παραλαβὼν τὴν
1289ὑπηρεσίαν τοῦ τμήματος ἁρμόδιος ὑπάλληλος παρέλαβε:
1290«Μὴ ἐνεργηθέντα ἔγγραφα, ἐξ ὧν «151 ῥητῶς καταγρα-
1291»φέντα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀφορῶσι τὴν βεβαίωσιν διαφό-
1292»ρων δημοσίων ἐσόδων τῶν ἐτῶν 1883 καὶ 1884, ἐκ τῆς
1293»μὴ ἐγκαίρου ἐνεργείας τῶν ὁποίων ἐνδεχόμενον ἦτο, εἴτε
1294»νὰ μὴ ἐγένετο βεβαίωσις τῶν περὶ ὧν ταῦτα διαλαμβάνου-
1295»σιν ἐσόδων, εἴτε ἡ γενομένη τοιαύτη νὰ ᾖ πλημμελής. Καὶ
1296»πρὸς τούτοις 680 ἕτερα ἔγγραφα, ἀφορῶντα συμφέροντα
1297»ἰδιωτῶν, ἤτοι προσφυγὰς ἀπαλλαγῆς, 415 μὲν ἐκ δικαιώ-
1298»ματος καταναλώσεως οἴνου, 90 ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος,
1299»110 ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ 65 ὁμοίας περὶ
1300»ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου κτημάτων κατὰ στρέμμα φορολο-
1301»γουμένων». Ἐξηκολούθει δὲ ὁ τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑποβα-
1302λὼν πρός με ὑπάλληλος, ὅτι, «ὡς πρὸς δὲ τὴν βεβαίωσιν
1303»καὶ ἐξέλεγξιν τῶν ἀμέσων φόρων, ἐν συντόμῳ ἀναφέρω
1304»ὑμῖν, κ. Πρόεδρε, καὶ βεβαιῶ, ὅτι ἡ μὲν βεβαίωσις τῶν
1305»ἐσόδων δὲν ἐνεργεῖται ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ πλειστάκις μετὰ
1306»τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένην προθεσμίαν πρὸς εἴσπρα-
1307»ξιν ἑκάστου τῶν φόρων, καὶ πλεῖστοι ἀβεβαίωτοι φόροι, ἡ
1308»δ’ ἐξέλεγξις τούτων ἀτελέστατα ἐκτελεῖται.»
1309Τοιαύτη ἦτο ἡ πρὸς βεβαίωσιν τῶν φόρων γιγνομένη
1310ἐργασία ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τριετίαν τότε
1311ἐκυβέρνησεν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ,
1312μέχρις οὗ διεδέχθη αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 18ης Ἀπρι-
1313λίου 1885. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων θέ-
1314λει κατανοήσει ποῖον ἀδίκημα διέπραξεν, αἰτιαθεὶς ἡμῶν,
1315ὅτι ἡμεῖς ἐγενόμεθα αἴτιοι νὰ παραλύσῃ ἡ λειτουργία τῆς
1316εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ νὰ στερηθῇ οὕτως αὐ-
1317τῶν τὸ τοσοῦτον προσφιλὲς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἔτος 1887.
1318Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω κρίσεις ἀνδρὸς,
1319τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετέδωκεν ἡ Ἱστορία εἰς ἡμᾶς, καὶ
1320ὁποῖος κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔζη καὶ ἤκμαζε,
1321χρόνους ἀληθῶς ἀνωμάλους διὰ τὴν πατρίδα αὑτοῦ, προσ-
1322ήνεγκεν ἀξιολόγους πρὸς αὐτὴν ὑπηρεσίας, ἀναγνωρισθεὶς καὶ
1323ὑπὸ τῶν συγχρόνων αὐτοῦ ὡς ἀνὴρ ὑπέροχος τῶν χρόνων
1324ἐκείνων. «Διὰ νὰ ἦναί τις κυβερνήτης, ἔλεγε κατὰ τὴν 29
1325»Σεπτεμβρίου 1790 ὁ Mirabeau, πρέπει νὰ ἦναι μέγας,
1326»νὰ γνωρίζῃ νὰ ἦναι δίκαιος. Διὰ νὰ συμπράττῃ δὲ εἰς
1327»τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς πατρίδος, νὰ ἦναι εὐλα-
1328»βὴς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ νὰ σέβηται τὴν
1329»ἀλήθειαν.»
1330Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τῆς χρήσεως
1331τοῦ 1887, ἔλεγεν, ὅτι, ἐνῷ οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν ἀντιπολι-
1332τευομένων ἰσχυρίζοντο, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ
1333ἔλλειμμα 30 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι, ἐνῷ κατόπιν ἰσχυρί-
1334ζοντο, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἦτο 15 ἑκατομμυρίων, τώρα ἐπέκρινε
1335προχθὲς τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης,
1336διότι ἐπλανήθη μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων
1337κατὰ 1 ἑκατομμύριον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοιαύτην ἀπηύθυ-
1338νεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπίκρισιν πρὸς τὸν Πρωθυπουρ-
1339γόν. Ἐνδέχεται δὲ νὰ ἦναι ἀρεστὸν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν
1340νὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι κατὰ τοῦτο μόνον ἐπέκρινε τὸν
1341Πρωθυπουργὸν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπολι-
1342τευόμενοι, οἱ ἐγκριτώτεροι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι τὸ ἔλ-
1343λειμα τοῦ 1887 ἤθελεν εἶσθαι ἐκ 30 ἑκατομμυρίων, καὶ
1344οἵτινες κατόπιν ἐφρόνουν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν εἶσθαι ἐκ
134515 ἑκατομμυρίων, ἐξακολουθοῦσι καὶ νῦν, οὐχὶ νὰ ἐπικρίνω-
1346σιν αὐτόν, ὅτι ἐπλανήθη κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περὶ τὰ
1347ποσὰ τῆς βεβαιώσεως, ἀλλὰ νὰ φρονῶσιν, ὅτι τοσοῦτον εἶ-
1348ναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, ἀφοῦ, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου
1349ἐξέθηκα, κατέστη βέβαιον ἐκ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας σᾶς
1350ἀνεκοίνωσα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 14,919,309:35.
1351Μοὶ ἐφάνη ὅμως παράξενον, πῶς ἔπεισεν ὁ κύριος Πρωθυ-
1352πουργὸς ἑαυτὸν νὰ ποιήσηται χθὲς περὶ τῶν λόγων τοῦ κ.
1353Καραπάνου ὑποθέσεις, μὴ στηριζομένας ἐπὶ τῆς ἀληθείας.
1354Μοὶ ἐφάνη παράξενον, πῶς ἔπεισεν ἑαυτὸν νὰ ὀλισθήσῃ εἰς
1355τοιαύτην ἐκτροπήν. Διότι ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης οὐ-
1356δὲν εἶπε τοιοῦτον, ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς
1357τὴν Βουλήν, ὅτι εἶπε, παρασταθεὶς ὡς ἀναιρῶν αὐτό.
1358Καὶ οὕτως ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε χθές, ὅτι ὁ ἐξ Ἄρτης
1359βουλευτὴς ᾐτιάθη τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀφῆκεν ἀδια-
1360θέτους πιστώσεις, καὶ ἐπέκρινεν αὐτὸν, διότι δὲν ἐδαπάνησε
1361τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1362ὡς ἔξοδα. Ἂν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, ἤθελεν εἶσθαι τὰ μά-
1363λιστα εὐχάριστον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐπεκρίνετο διὰ
1364τοιούτου ἀληθοῦς παραλογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ
1365Ἄρτης βουλευτὴς δὲν εἶναι ἄξιος τοιαύτης αἰτιάσεως, καὶ
1366ἂν ἡ εὐθύτης τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἡ
1367εὐσυνειδησία αὐτοῦ ἐπιτρέπωσιν αὐτῷ νὰ ἀποδίδῃ τοιαύ-
1368τας κατὰ τοῦ ἀνδρὸς αἰτιάσεις, τοῦτο οὐδόλως ἐπιβαρύνει
1369τὸν κ. Καραπάνον. Ὁ κ. Καραπάνος ἔλεγεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1370καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι, ὅταν ἀναγράφωνται ἔξοδα ἐν
1371τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, καὶ
1372κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ παραλείπῃ
1373νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας τὰ ἔξοδα ἀνε-
1374γράφησαν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν δαπάνην τῶν ἐξόδων τού-
1375των. Οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν ἐφρόνησεν, ὅτι, ὅταν ἀναγρά-
1376φωνται ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν πρέπει νὰ κατα-
1377βάλλῃ ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν προσπάθειαν νὰ διαχειρισθῇ
1378τὰ ἔξοδα ταῦτα μετὰ μεγάλης οἰκονομίας, κατὰ τὴν θε-
1379ραπείαν τῶν ἀναγκῶν, δι’ ἃς ταῦτα ἀνεγράφησαν. Καὶ διὰ
1380ποῖον λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ
1381ἀφίνῃ ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἀνέγρα-
1382ψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὰ ἐξόδων; Διότι, ἀφοῦ προσ-
1383ῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ
1384Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν ἐζήτησε νὰ
1385ἀναγραφῶσι τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἔξοδα, ἕπεται, ὅτι
1386ἐφρόνει, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη ἔχρῃζε θεραπείας ἐντὸς τοῦ
1387ἔτους, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον νὰ χο-
1388ρηγήσῃ τὴν ζητηθεῖσαν πίστωσιν. Παραλείπουσα δ’ ἡ Νο-
1389μοτελεστικὴ Ἐξουσία εἶτα νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ταύ-
1390την, φωρᾶται, ὅτι ἠπάτησε τὸ Κοινοβούλιον, ζητήσασα
1391πιστώσεις δι’ ἀνάγκας, ἐν ᾧ ἡ θεραπεία αὐτῶν δὲν ἐπέ-
1392κειτο, ἀλλ’ ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐ-
1393τὴν νὰ ἀφίνῃ οὕτως ἀδιαθέτους τὰς χορηγηθείσας πιστώ-
1394σεις, διὰ νὰ παριστᾷ ὕστερον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι δῆ-
1395θεν ἦτο φειδωλὴ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξόδων. Ἂν ὑπῆρ-
1396χεν ἐν τῷ Κράτει ἀνάγκη, ὁ Ὑπουργὸς καλῶς ποιῶν ἐζή-
1397τησε τὴν ἀναγκαιοῦσαν πίστωσιν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς.
1398Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην, κακῶς δ’ ἔπραξε,
1399διότι δὲν εἶχε δικαίωμα, νὰ ἀναβάλῃ νὰ θεραπεύσῃ αὐτήν.
1400Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη, ὁ Ὑπουρ-
1401γὸς κακῶς ποιῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει
1402νὰ θεραπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, γινόμενος αἴτιος νὰ ἀπασχο-
1403ληθῇ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋ-
1404πολογισμῷ διὰ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, διότι τοῦτο ἠδύνατο
1405νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς θεραπείαν ἑτέρας ἀνάγκης, ἡ ὁποία
1406ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους. Κατὰ τοῦτο ἐπέ-
1407κρινεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὸν Πρωθυπουργόν, ὅστις
1408ἀδίκως ἐθλίβετο, ὑπολαβών, ὅτι ἐπεκρίνετο ὡς φιλοτιμηθεὶς
1409νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως δαπανήσῃ ὅσον
1410τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Γνωστὸν εἶναι πόσον τυγχάνει οἰ-
1411κονόμος καὶ φειδωλὸς κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων
1412χρημάτων ὁ κ. Πρωθυπουργός.
1413Μοὶ ἐφάνη δὲ παράδοξος καὶ ἡ ἄλλη αἰτίασις τοῦ Πρω-
1414θυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν χθὲς περὶ ἐκτάκτων
1415ἐσόδων καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων, παρεπονέθη, διότι ὁ βουλευ-
1416τὴς ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν
1417παρατήρησιν, ὅτι, ὅταν ἀναγράφωνται ἔκτακτα ἔξοδα, πρέπει
1418νὰ ὑπάρχωσιν ἄντικρυς ἀναγεγραμμένα καὶ ἔκτακτα ἔσο-
1419δα, διότι ἄλλως, καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει ἰσοζύγιον εἰς τὸν
1420τακτικὸν Προϋπολογισμόν, δημιουργεῖται ὅμως ἔλλειμμα
1421εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, τὸ ὁποῖον ἐπάγει τὴν
1422ἀνάγκην τῶν δανείων ἢ ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων. Τῳόντι
1423ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀνα-
1424γράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔκτακτα ἔξοδα, χωρὶς νὰ προ-
1425νοῇ περὶ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἰσχυριζόμενος, ὅτι εἶχε δῆθεν
1426λάβει πρόνοιαν, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὴς πρόνοια. Προ-
1427κειμένης τῆς δικαιολογίας ἐκτάκτων ἐξόδων, ἰσχυρίζετο ὁ
1428Πρωθυπουργός, ὅτι προὐνόησε καὶ εἶχε λάβει πιστώσεις ἐκ-
1429τάκτων ἐσόδων. Οὕτως ἔλεγεν, ὅτι εἶχεν ἀναγραφῆ διὰ τοῦ
1430κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1882 ἐκδοθέντος νόμου περὶ δανείου
1431πίστωσις ἐκτάκτων ἐσόδων διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς
1432παρασκευὰς καὶ διὰ μέσα συγκοινωνίας, καὶ δι’ αὐτοῦ ἔπειθε
1433τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἔκτακτα ἔξοδα. Ἢ ὅτι διὰ τοῦ νό-
1434μου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὡρισμένον ποσὸν
1435αὐτοῦ εἶχε προσδιορισθῆ διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ
1436στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς.
1437Ἀλλὰ δυνάμει μὲν τοῦ περὶ δανείου τῶν 40 ἑκατομ-
1438μυρίων νόμου τοῦ 1882 δὲν ἔλαβε χρήματα, μὴ συνομο-
1439λογηθέντος τοιούτου δανείου, τὰ δ’ ἐκ τοῦ δανείου τῶν
1440170 ἑκατομμυρίων χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, οὐδαμοῦ
1441ὑπῆρχον, οὐδ’ ἐσώζοντό που, διὰ νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὰ
1442ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ
1443τῇ δικαιολογίᾳ ταύτῃ. Τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἐφάνησαν
1444ποὔποτε, διότι, ἀντὶ νὰ διασωθῶσιν, ὅπως δαπανηθῶσιν
1445εἰς τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ καὶ ὁ νόμος
1446εἶχε προσδιορίσει αὐτά, ἐξωδεύθησαν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουρ-
1447γοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἐκ τοῦ
1448τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων δραχ. 37,675,001:06
1449ὡς ἀντίτιμον τῶν 110,000 πωληθεισῶν ὁμολογιῶν, ὡσαύ-
1450τως προκαταβολὰς δραχ. 46,500,000 ἐπὶ ἐνεχυριάσει 186
1451χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἔλαβε προσέτι
14529 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνο-
1453μολογηθέντος τότε δανείου, καὶ 1,286,138:60 ὡς διαφο-
1454ρὰν τῶν 11,500,000, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει εἰς τραπε-
1455ζικὰ γραμμάτια ὡς ἐνέχυρον, ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ τῶν 10
1456ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε δανεισθῆ, ἵνα πληρώσῃ
1457τόκους καὶ χρεωλύσια, ἀφοῦ ὁ χρυσὸς ἰσοτιμήθη πρὸς τὰ
1458γραμμάτια μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
1459Προσέτι ἔλαβεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχμὰς
1460700,000, καὶ οὕτω συνεκεφαλαιώθησαν εἰς 95,161,139:66
1461ὅσα τότε ἔλαβε.
1462Ἀλλ’ ἐδαπάνησε πάντα ταῦτα, ἤτοι ἐπλήρωσεν 69,
1463394,271:77, ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν,
14646,418,518:72 εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ποταμῶν καὶ τῶν Κι-
1465χλῶν καὶ Ἀηδόνων καὶ εἰς κατασκευὴν τῶν περὶ τοὺς
1466στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ περιβόλων, προσέτι 98,072:06
1467εἰς ἔργα συγκοινωνίας, τὰ δὲ προωρισμένα διὰ σιδηροδρό-
1468μους καὶ παρασκευὰς ποσὰ τοῦ δανείου ἐδαπάνησεν εἰς
1469ἐλλείμματα, πληρώσας εἰς αὐτὰ 19,250,280:11. Οὕτω δὲ
1470δὲν διεσώθη οὐδ’ ὀβολὸς ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, ἵνα
1471χρησιμεύσῃ ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέ-
1472γραφε κατόπιν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς.
1473Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε χθὲς καί τινα θεωρίαν,
1474τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠμφισβήτησε, πολλῷ δ’ ἧσσον ὁ ἐξ Ἄρ-
1475της βουλευτής. Καὶ ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς, ὅτι δῆθεν
1476ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
1477ἀποφασίσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
1478οὐδὲ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἢ τὴν παρασκευὴν
1479στόλου, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐν τοῖς ταμείοις 70 ἢ 80 ἑκατομ-
1480μύρια διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, ἢ ὅλα τὰ ἑκατομ-
1481μύρια, ὅσα λέγει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δαπανήσωμεν διὰ
1482τὰ συμπλέγματα τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου καὶ
1483τῶν Κυκλάδων, τὰ ὁποῖα συμπλέγματα εὐφυῶς εἰρωνεύθη
1484ὁ παραπονεθεὶς διὰ τὴν ἀπ’ αὐτῶν παράλειψιν τῆς πα-
1485τρίδος του ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἀλλ’ οὐδεὶς
1486ἰσχυρίσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν,
1487ὅτι δῆθεν εἶχεν ἰσχυρισθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι πάντες
1488νομίζομεν, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσωμεν 60 ἢ 70
1489ἑκατομμύρια διὰ δημόσια ἔργα, ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν
1490τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1491δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολογήσει, ὅπως πορισθῶ-
1492μεν τὰ πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας ἀναγκαιοῦντα χρήματα.
1493Ὁ Πρωθυπουργὸς, παριστῶν μετὰ κόμπου χθὲς, ὅτι ὑπῆρξε
1494τέλος κατὰ τὸ 1887 ἰσοζύγιον, ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἀντιπολι-
1495τευόμενοι ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν εἰσπρά-
1496ξει ἐκ τῶν φόρων, τῶν ἐπιβληθέντων κατὰ τὸ 1887, ὅσα
1497εἰσέπραξεν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ, εἷς τῶν ἀντιπολιτευομένων,
1498δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν εἰσπράξει το-
1499σαῦτα, ὅσα εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1887. Ἐστήριζον δὲ τὴν
1500ἀμφιβολίαν μου ταύτην ἐπὶ σειρᾶς λόγων, τοὺς ὁποίους
1501ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θέλει ἀναλογισθῆ, ὡς ἀνελογίσθην ἐγὼ,
1502ὅταν ἐμελέτησα τὴν στατιστικὴν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα
1503εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν χώραν κατὰ τὴν
1504τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν.
1505Κατὰ τὸ 1878 τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξεν ἔσοδα
1506ἀπὸ τὴν χώραν δραχμὰς παλαιὰς 38,822,961:74. Κατὰ
1507τὸ 1879 δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πόσα εἰσέπραξεν, ἂν καὶ
1508ἔχω πληροφορίας καὶ σημειώσεις περὶ τούτων, διότι ὁ Ἀπο-
1509λογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἐδημοσιεύθη. Διὰ τοῦτο δὲν
1510περιέλαβον τὰ κατὰ τὸ 1879 εἰσπραχθέντα ἔσοδα. Ἀλλὰ
1511κατὰ τὸ 1880 εἰσέπραξε παλαιὰς δραχμὰς 44,611,136:92.
1512Κατὰ τὸ 1881 εἰσέπραξεν ὡσαύτως παλαιὰς δραχμὰς 46,
1513788,883:75. Κατὰ τὸ 1882 εἰσέπραξε παλαιὰς δραχμὰς
151465,801,370:04. Κατὰ τὸ 1883 εἰς νέας δραχμὰς 58,
1515537,556:10. Καὶ κατὰ τὸ 1884 ὡσαύτως 60,744,636:66.
1516Κατὰ τὸ 1885 νέας δραχ. 59,436,676:10. Κατὰ τὸ
15171886 δραχ. 62,151,128:28. Κατὰ τὸ 1887 μέχρι τέλους
1518Σεπτεμβρίου δραχ. 81,230,289:94. Ἐν πρώτοις ἡ μεγί-
1519στη διαφορὰ, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ 1881
1520καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882, συνισταμένη εἰς 19,012,496:29,
1521ἐπῆλθε διότι κατὰ τὸ 1882 μεταξὺ τῶν ἐσόδων περιελή-
1522φθησαν οὐ μόνον τὰ ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1881 προστεθεισῶν
1523εἰς τὸ Κράτος νέων ἐπαρχιῶν ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα
1524ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα
1525ἐπήνεγκον τὴν κατὰ δραχ. 4,941,316:76 αὔξησιν τοῦ ἐν
1526τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένου κεφαλαίου τῶν διαφό-
1527ρων ἐσόδων, καὶ ἐκ νομισματοποιίας, ἀναβιβάσαντα καὶ
1528ταῦτα τὸ ποσὸν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφαλαίου τῶν
1529ἐκ δημοσίων καταστημάτων ἐσόδων κατὰ 2,497,262:41.
1530Ἤτοι κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα περισσότερα:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1531Τῶν κατὰ τὸ1886εἰσπραχθέντων κατὰδρ.19,714,289.94
1532» 1885» » » 21,793,613.84
1533» 1884» » » 20,485,653.28
1534» 1883» » » 22,692,733.84
1535» 1882» » » 15,428,919.90
1536» 1881» » » 34,441,406.19
1537» 1880» » » 39,619,153.02
1538» 1878» » » 42,407,328.20
1539Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν προσεδόκων, ὡς ὡμολόγησα πρὸ
1540μικροῦ, ὅτι ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 πε-
1541ρισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ 19,
1542600,000. Καὶ πῶς ἠδυνάμην νὰ προσδοκῶ, ὅτι ἤθελεν
1543ὑπάρξει ἐν Ἑλλάδι τοιαύτη τεραστία αὔξησις ἐσόδων,
1544ὁποία ἐν οὐδενὶ τῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου ἐπαρουσιάσθη
1545ποτέ; Ἀκούσατε τὰς ἀναλογίας.
1546«Κατὰ τὸ 1880 εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ τὸ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
15471878 κατὰ δραχμὰς 2,788,175.18
1548τὸ 81περισσότερα τῶν κ.τὸ 80εἰσπρ. κ.δρ. 5,177,746.83
1549τὸ 82» » » τὸ 81» » » 19,012,486.29
1550τὸ 83ὀλιγώτερα » » τὸ 82» » » 7,263,813.94
1551τὸ 84περισσότερα » » τὸ 83» » » 2,207,080.56
1552τὸ 85ὀλιγώτερα » » τὸ 84» » » 1,307,960.55
1553τὸ 86περισσότερα » » τὸ 85» » » 2,714,452.18
1554τὸ 87» » » τὸ 86» » » 19,714,289.94
1555Ἐν ᾧ δέ, ἂν ἠθέλομεν ὑπολογίσει τὴν αὔξησιν τῶν
1556κατ’ ἔτος ἐσόδων κατὰ τὴν προϊοῦσαν πρόοδον, τὴν ὁποίαν
1557ὑπολογίζουσιν εἰς 5 τοῖς ἑκατὸν κατὰ μέσον ὅρον, ἔπρεπε
1558νὰ εἰσπράξωμεν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1559κατὰ τὸ1880πλέον τῶν κ. τὸ1878εἰσπραχ.δρ.1,941,148.08
1560» 1881» 1880» » 2,038,004.91
1561» 1882» 1881» » 2,145,100.71
1562» 1883» 1882» » 2,247,355.77
1563» 1884» 1883» » 2,359,723.56
1564» 1885» 1884» » 2,474,709.73
1565» 1886» 1885» » 2,601,595.22
1566» 1887» 1886» » 2,731,675.48
1567Εἰσεπράξαμεν ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1887, συμπερι-
1568λαμβανομένου, περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 εἰσπρα-
1569χθέντων τὰ ἑξῆς, ἤτοι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1570Κατὰ τὸ 1880 2,788,175.18
1571Κατὰ τὸ 1881 7,965,922.01
1572Κατὰ τὸ 1882 26,978,408.30
1573Κατὰ τὸ 1883 19,714,594.36
1574Κατὰ τὸ 1884 21,921,674.92
1575Κατὰ τὸ 1885 21,613,714.36
1576Κατὰ τὸ 1886 23,328,166.54
1577Κατὰ τὸ 1887 42,407,328.28
1578ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 165,717,983.87
1579Λοιπὸν, ἐὰν ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον 165
1580ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχεν εἰσπράξει πρὸ ὀκτὼ
1581ἐτῶν, τὸ πρᾶγμα δὲν ἀποβαίνει μυθῶδες, δὲν εἶναι ἀνή-
1582κουστον; Ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τοιοῦτον πα-
1583ράδειγμα;
1584Ἀλλὰ πῶς κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῶσι τόσα ἑκατομμύ-
1585ρια; Ἀνέγνων ποτὲ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν πιστοτέρων
1586ὑπαλλήλων τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, ὁ Marechal Vauban,
1587εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς εἰσπράξεως τῆς βασι-
1588λικῆς δεκάτης.
1589«Μεγαλειότατε, ἔγραφε πρὸς τὸν Βασιλέα ὁ Marechal
1590»Vauban, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀφοῦ ἐπώλησαν τὰ ἔπιπλα
1591»δυστυχοῦς τινος χωρικοῦ, ὤθησαν τὰς φορολογικὰς κατα-
1592»θλίψεις μέχρι τῆς ἀποσπάσεως ἀπὸ τῆς οἰκίας του καὶ τῶν
1593»θυρῶν καὶ τῶν παραθύρων, εἶτα δὲ μέχρι τῆς κατεδαφίσεως
1594»τοῦ κτιρίου τῆς οἰκίας, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσι τὰς δοκούς, τοὺς
1595»συνδέσμους αὐτῶν καὶ τὰς σανίδας, τὰ ὁποῖα πάντα ἐπω-
1596»λήθησαν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου θησαυροῦ».
1597Ὑμεῖς εἶσθε ἐξ ἐπαρχιῶν, γνωρίζετε δὲ πόσον ἀπηνεῖς
1598ὑπῆρξαν οἱ εἰσπράκτορες καὶ ὑποταμίαι, καὶ οἱ ταμίαι, ἵνα
1599δυνηθῶσι νὰ εἰσπράξωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Καὶ
1600ἠδυνήθησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν 19,600,000,
1601τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν ἐφέτος πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886
1602εἰσπραχθέντων. Οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυ-
1603βερνήσεως βλέπουσι καθ’ ἑκάστην ἐκθέσεις πλειστηριασμῶν
1604ἰδιοκτησιῶν ὀφειλετῶν, ἐν δὲ ταῖς πόλεσιν, ἐκείναις, ἔνθα ὑπάρ-
1605χουσι φυλακαὶ κρατουμένων διὰ χρέη, γνωρίζουσιν οἱ ἐν αὐ-
1606ταῖς κατοικοῦντες πόσοι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις κρατοῦνται,
1607ἀλλὰ καὶ πόσοι ἀπεβίωσαν ἐκ τῶν κεκλεισμένων ἐν ταῖς
1608φυλακαῖς διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον.
1609Ἀλλ’ οἱ πολῖται πρέπει νὰ ἐκπληρώνωσι τὰς ὑποχρεώ-
1610σεις των, πρέπει νὰ ἀποτίνωσι τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπι-
1611βάλλονται εἰς αὐτούς. Καὶ οἱ πολῖται ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ
1612ἀγογγύστως ἴσως ὑπέφερον τὰς πιέσεις καὶ καταθλίψεις, τὰς
1613ὁποίας οἱ εἰσπράκτορες τῶν χρόνων ἐκείνων διέπραττον ἐπ’
1614αὐτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἡ Γαλλία μετε-
1615βάλλετο ὑπὸ τοῦ ἀπολύτου ἐκείνου Μονάρχου εἰς Κράτος
1616μέγα, ὁ δὲ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι τὸ Κράτος ἦτο
1617αὐτός, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ἐὰν ἐδαπάνα ἀφειδῶς, ὡς ἀπόλυ-
1618τος Μονάρχης, ἐδαπάνα διὰ τὴν δόξαν τῆς Γαλίας, καὶ εἶχε
1619λόγον πρόχειρον νὰ δώσῃ, ἂν ὄχι εἰς τοὺς ὑπηκόους του, ἀλλ’
1620εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἀποκαθίστα τὸ Κράτος μέγα καὶ ἰσχυ-
1621ρόν, καὶ ἐν τῇ ἰσχύϊ καὶ τῷ μεγαλείῳ τοῦ Κράτους παρε-
1622σκεύαζε τὴν μέλλουσαν εὐπορίαν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’
1623ἡ Κυβέρνησις ἡ Συνταγματικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν
1624εἶναι τὸ Κράτος τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, τίνα ἀγαθὰ προσήνεγ-
1625κεν εἰς τοὺς πολίτας ἀντὶ τῶν φόρων, διὰ τῶν ὁποίων κατε-
1626πίεσεν αὐτούς; Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφερε θεω-
1627ρίας, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα. Ἔλεγεν, ὅτι
1628ὁ παραγωγὸς πρέπει νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους, καὶ πρέ-
1629πει νὰ ὑφίσταται προσαυξήσεις φόρων, ἐφ’ ὅσον εἶναι
1630δυνατὸν, ἵνα διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπαυξανομένων τούτων
1631φόρων δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν, ἥτις
1632ἄγει πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῶν βαρῶν. Μοὶ
1633φαίνονται ταῦτα ἀληθῶς ἀκατάληπτα. Ἔλεγεν, ὅτι ὁ παρα-
1634γωγὸς, ἐπειδὴ δὲν δύναται μόνος νὰ κάμῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς
1635αὐτὸν μέρος τοῦ ἀναγκαιοῦντος σιδηροδρόμου, ἢ νὰ διευ-
1636θετήσῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν μέρος τῆς κοίτης τοῦ παραῤ-
1637ῥέοντος ποταμοῦ, ἢ νὰ ἀποξηράνῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸν
1638μέρος τοῦ τέλματος, ὅτι πρέπει νὰ πληρόνῃ, διὰ νὰ ἐκτε-
1639λῶνται πάντα ταῦτα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅσα πλη-
1640ρόνει μέχρι τοῦδε ὁ παραγωγὸς δὲν εἶναι ἱκανά, διὰ νὰ παρέ-
1641χηται εἰς αὐτὸν ἡ ἀναγκαία ἀσφάλεια, καὶ πάντα τὰ ἀγαθὰ,
1642τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην; Ἀλλ’ ὑμεῖς ζητεῖτε ἑκάστοτε
1643παρ’ αὐτοῦ περισσότερα ἀφ’ ὅσα αὐτὸς καταβάλλει, καὶ
1644καθ’ ἕκαστον ἔτος νέας ποιεῖσθε προσθήκας φόρων, ὥστε
1645ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν εἰσεπράξατε περισσότερα 165,717,983:87.
1646Καὶ διατί πάντα ταῦτα; Δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω τῶν
1647ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ πολιτικὴ τοῦ 1885, διότι
1648περὶ τούτων θέλω ὁμιλήσει προσεχῶς, καὶ θέλω ὁμιλήσει
1649καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης καὶ περὶ τῶν
1650ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφαι-
1651ρέσατε τὴν πολιτικὴν τοῦ 1885, διὰ νὰ ἴδητε ποῖαι αἰτίαι
1652ἔφερον τὴν τοσαύτην ἀνισοῤῥοπίαν, τὸν θόρυβον καὶ τὸν τά-
1653ραχον ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Κράτους, τὴν οἰκονομικὴν ἀμη-
1654χανίαν, τὴν ἀνασκάπτουσαν τὸ πρὸ ἡμῶν χαῖνον βάραθρον.
1655Ἡ τριετὴς πολιτικὴ τῶν ἐτῶν 1882 ἕως 1884, τὰ δάνεια,
1656τὰ ὁποῖα συνήψατε, ταῦτα ἀνέσκαψεν τὸ φαινόμενον βά-
1657ραθρον. Διὰ τὴν τριετῆ λοιπὸν ταύτην πολιτικήν σας πρέ-
1658πει ὁ πολίτης νὰ πληρόνῃ τοσαῦτα καὶ νὰ διαπράττωσιν
1659ἐπ’ αὐτοῦ ὅσα διέπραττον ἐπὶ τῶν Γάλλων ἐπὶ Λουδοβίκου
1660ΙΔʹ; (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων)
1661Λαμβάνω ἓν ἔτος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διῆλθον μετὰ τὸ
1662εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας
1663καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ παραβάλλω τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ
1664ἔτους ἐκείνου πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ
1665ἔτος, τὸ ὁποῖον διηνύσαμεν.
1666Κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἐπληρώθησαν 12,002,873:80 δι’
1667ἀμέσους φόρους, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν 16,584,
1668822:95. Κατὰ τὸ 1882 ἐπληρώθησαν 32,151,124:92
1669εἰς ἐμμέσους φόρους, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν 43,
1670377,716:85. Κατὰ τὸ 1883 ἐπληρώθησαν 3,043,728:88
1671διὰ νομήματα καὶ κτήματα, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐπληρώθησαν
16724,563,917:90 ἀπὸ διάφορα ἔσοδα, κατὰ τὸ 1887 δ’ ἐπλη-
1673ρώθησαν 8,888,540:27. Εἶναι τοῦτο προϊοῦσα φυσικὴ αὔ-
1674ξησις; Ἂν ἡ προϊοῦσα αὔξησις ὑπολογισθῇ εἰς 5%,
1675σᾶς εἶπον πόσην αὔξησιν ἐσόδων ἠθέλομεν ἔχει κατὰ τὴν
1676διάρκειαν τῆς ὀκταετίας ταύτης· ἀλλ’ ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν
1677ἔσοδα περισσότερα κατὰ δρ. 165,717,983:87. Τοῦτο ὠνο-
1678μάσθη ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ἀνάπλασις οἰκονομική, ἐπελ-
1679θοῦσα μετὰ τὴν διοίκησιν, ἣν ἐγκατέστησαν κατὰ τὴν
1680πρώτην ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 τριετίαν. Πρέπει
1681νὰ ἀποφύγω λεπτομερείας, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, οἱ δὲ
1682ἀριθμοὶ φέρουσι κάματον εἰς τοὺς ἀκούοντας, δύναμαι ὅμως
1683νὰ εἴπω κεφαλαιωδῶς τινα περὶ τῆς προόδου τῶν ἐξόδων,
1684τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα.
1685Κατὰ τὸ ἔτος 1882 ἐδαπανήθησαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
1686τῶν Ἐξωτερικῶν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ
1687κατὰ τὸ 1878 δραχ. 651,413:36. Κατὰ τὸ ἔτος 1883
1688ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανη-
1689θέντων δραχ. 202,478:67. Κατὰ τὸ ἔτος 1884 ἐδαπανή-
1690θησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανηθέντων
1691δρ. 1,330,384:16. Κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐδαπανήθησαν ὡσαύ-
1692τως περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1878 δαπανηθέντων δραχ.
16931,449,323. Κατὰ τὸ ἔτος 1886 δραχ. 1,146,590:47.
1694Κατὰ τὸ 1887 ἐδαπανήθησαν περισσότερα τῶν κατὰ 1878
1695δραχμαὶ 1,015,068. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ
16961887 ἐδαπανήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πε-
1697ρισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχ.
16986,495,257:66. Ἡ ἀναλογία ἐτηρήθη ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουρ-
1699γείοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις, τὰ ὁποῖα εἰσὶν
1700Ὑπουργεῖα διοικήσεως ἐσωτερικῆς, ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων
1701ὑπῆρξε καταπληκτική. Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1887
1702εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐδαπανήθησαν περισσότερα
17035,722,469:91, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1704ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ
1705τὸ 1878 δραχμαὶ 7,233,183:56, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1706Ἐσωτερικῶν περισσότερα 21,359,058:08, εἰς τὸ Ὑπουρ-
1707γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπανήθησαν περισσότερα 3,030,
1708911:10. Καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπρά-
1709ξεως φόρων ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον δα-
1710πανηθῆ κατὰ τὸ 1878 δραχμαὶ 22,515,118:99. Τὸ ὅλον
1711ἡ αὔξησις τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ λεγό-
1712μενα πολιτικά, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὀκτὼ ἐτῶν ἀνῆλ-
1713θεν εἰς δρ. 66,536,304:70. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ
1714Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν,
1715διότι, ὡς εἶπον, ἔμελλον νὰ ποιήσωμαι ἴδιον λόγον περὶ τῆς
1716ἐθνικῆς πολιτικῆς τοῦ 1885, καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
1717ὁποίας αὕτη κατέλιπεν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου.
1718Συνηθίζουσί τινες, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἐνδειχθῇ ἐπερχό-
1719μενον καλόν τι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, νὰ παρουσιά-
1720ζονται καὶ αὐτοὶ κοινωνοὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ὁσάκις ὅμως
1721πρόκηται νὰ γίγνηται μνεία τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἡ
1722πολιτικὴ ἐκείνη ἐπήνεγκε, συνηθίζουσι νὰ ἐξαιρῶσιν ἑαυτοὺς,
1723καὶ νὰ ἐγκαλῶσι τὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Κυβέρνησιν τῆς
1724χώρας, ὡς μετελθοῦσαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην.
1725Τὴν τακτικὴν ταύτην πρὸ παντὸς διέκρινα, ὅτι ἀκολου-
1726θεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋ-
1727πολογισμὸν τοῦ 1887 διεμαρτύρετο, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἐκείνη πο-
1728λιτικὴ τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 120 ἑκατομ-
1729μυρίων, καὶ ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888
1730τὴν αὐτὴν ἔδωκε βεβαίωσιν, καὶ χθὲς ἀκόμη δὲν παρέλιπε
1731νὰ μνημονεύσῃ τοῦ ἐλλείμματος 120 ἑκατομμυρίων τῶν
1732ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Ἀναζητῶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885
1733καὶ 1886 ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς, οὓς ἔφερον μετ’ ἐμαυτοῦ
1734ἐνταῦθα, ἵνα ἔχω προχείρους, ὥστε, ἐάν τις ἤθελεν ἀμφισβη-
1735τήσει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου νὰ δύναμαι νὰ ἀπο-
1736δείξω αὐτήν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων κειμένων συνάγε-
1737ται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε κατὰ
1738τὸ 1885 δραχμὰς 40,954,188:12, κατὰ δὲ τὸ 1886 δραχ-
1739μὰς 51,213,852.36. Ἑπομένως, ὅτι κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐδα-
1740πάνησε δραχμὰς 92,168,040:48. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
1741τικῶν, ὅτι εἶχεν ὡσαύτως ἔξοδα κατὰ τὸ 1885 δραχμὰς
174214,223,243:27, καὶ κατὰ 1886 δραχμὰς 6,741,313:16,
1743δηλαδὴ τὸ ὅλον 20,964,356:43. Ὅθεν τὰ κατὰ τὰ δύο
1744ἔτη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προστιθέμενα
1745εἰς τὰ κατὰ τὰ δύο εἰρημένα ἔτη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου
1746τῶν Ναυτικῶν, ἀναβιβάζουσι τὴν δαπάνην τῆς ἐθνικῆς πο-
1747λιτικῆς εἰς δραχμὰς 113,132,396:91.
1748Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο δὲν παριστᾷ τὸ κατὰ τοὺς Ἀπολο-
1749γισμοὺς ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν, διότι τοῦ μὲν 1885 τὸ ἔλ-
1750λειμμα, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, συνίστα-
1751ται εἰς δρ. 61,370,732:64, τοῦ δ’ ἔτους 1886 τὸ ἔλλειμμα,
1752κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ αὐτοῦ ἔτους, συνίσταται εἰς
1753δρ. 34,149,551:84. Ὅθεν τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν ἀνέρχε-
1754ται μόνον εἰς δρ. 95,520,290:48, οὐχὶ δὲ εἰς 120 ἑκατομ-
1755μύρια, ὅσα μὴ ἀκριβῶς τρίτην ἤδη φορὰν προχθὲς ἐπανέ-
1756λαβε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
1757Ἀλλὰ τὴν δαπάνην τῶν 113,132,396:91 διὰ τὸν στρα-
1758τὸν καὶ τὸ ναυτικὸν κατὰ τὰ δύο ἔτη 1885 καὶ 1886
1759ἐπήνεγκεν ἡ ἐθνικὴ πολιτική; Ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ ἐπιστρά-
1760τευσις, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς διέμενε καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐν
1761πλήρει εἰρήνῃ, δὲν ἤθελον δαπανηθῆ διὰ τὸν στρατὸν καὶ
1762διὰ τὸ ναυτικὸν χρήματα; Ἂς ζητήσωμεν πόσα ἐδαπανή-
1763σαμεν κατὰ τὸ 1884, διὰ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν
1764τότε δαπανηθέντων δι’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν, ὅπως τὸ ὑπό-
1765λοιπον θεωρηθῇ ὡς δαπανηθὲν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
1766Κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ ἡμερῶν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐδα-
1767πανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 22,503,
1768028:88, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 7,952,
1769734:76, τὸ ὅλον 30,455,763:64. Τὰ τριάκοντα ταῦτα
1770ἑκατομμύρια καὶ αἱ 445 χιλιάδες δρ., τὰ ὁποῖα εἶχον δα-
1771πανηθῆ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κατὰ
1772τὸ 1884, ἐὰν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 δὲν ἀνετρέπετο
1773τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐκυβέρνα καὶ
1774κατὰ τὸ 1885, ὡς ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ 1884, μὴ ἐφαρμό-
1775ζον τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν νὰ
1776κυβερνᾷ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀδελφότητι, δὲν ἤθελε δαπανήσει τὰ
1777ἑκατομμύρια ταῦτα; Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῶσι ταῦτα ἀπὸ
1778τῶν 113,132,396:91, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὰ δύο ἔτη
1779τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τί μένει;
1780§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ἐξαιρέσητε δαπάνην δύο ἐτῶν, δηλαδὴ
178160,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια.
1782§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Θέλουσιν ἀφαιρεθῆ 30,455,
1783763:64 δι’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν, καθ’ ἃ ἐφηρμόσθη ἡ
1784ἐθνικὴ πολιτική, ἤτοι θέλουσιν ἀφαιρεθῆ 60,911,527:28,
1785καὶ θέλουσιν ὑπολειφθῆ ὡς δαπανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς
1786πολιτικῆς δραχμαὶ 52,220,869:63. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 52,220,
1787869:63 δρ., τῶν δαπανηθεισῶν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτι-
1788κῆς κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, δὲν ἔμεινεν εἰς τὸ
1789Κράτος τι ἔχον ἀξίαν χρηματικήν; Κατὰ τὸ 1885
1790ἠγοράσθη διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς ἱματισμὸς ἀξίας
1791δραχ. 5,260,927:61. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1886 ἠγοράσθη
1792τοιοῦτος ἀξίας δρ. 5,840,604:25, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη
1793ἀπεκτήσαμεν ἱματισμὸν ἀξίας 11,101,531:96. Ὡσαύτως
1794κατὰ τὸ 1885 ἠγοράσαμεν ὁπλισμὸν διὰ τὸν στρατὸν τῆς
1795ξηρᾶς ἀξίας δραχ. 4,416,717:45, κατὰ τὸ 1886 ἠγοράσα-
1796μεν τοιοῦτον ἀξίας δρ. 630,651:83, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη
1797ἐδαπανήσαμεν δι’ ὁπλισμὸν δρ. 5,047,369:28. Ὡσαύτως
1798δι’ ἱππωνείαν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 δρ. 4,505,027:49,
1799κατὰ δὲ τὸ 1886 δραχ. 1,766,688:68, ἤτοι κατὰ τὰ δύο
1800ἔτη ἐδαπανήσαμεν δι’ ἱππωνείαν δραχ. 6,271,716:17. Διὰ
1801στρατωνισμὸν κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐπληρώθησαν δραχ. 517,
1802774:69, κατὰ τὸ 1886 δραχ. 942,355:41, ἤτοι κατὰ τὰ
1803δύο ἔτη ἐδαπανήθησαν δρ. 1,460,130:10. Εἰς σαγὴν κατὰ
1804τὸ 1885 ἐπληρώθησαν δραχ. 505,330:90, κατὰ τὸ 1886
1805ἐπληρώθησαν δρ. 586,710:81, ἑπομένως κατὰ τὰ δύο ἔτη
1806ἐπληρώθησαν δραχ. 1,092,041:71. Εἰς τὴν ἐξάρτυσιν τοῦ
18071885 ἐπληρώθησαν 453,614:10, κατὰ τὸ 1886 ἐπληρώθη-
1808σαν 467,052:75, τὸ ὅλον κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν
1809920,666:85. Εἰς ὄργανα καὶ σάλπιγγας τὸ 1885 ἐπλη-
1810ρώθησαν 59,211:65, κατὰ τὸ 1886 δρ. 1,872:40, κατὰ τὰ
1811δύο ἔτη ἐπληρώθησαν 61,084:05. Εἰς ὑλικὸν πυροβολικοῦ
1812κατὰ τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν 1,600,000. Εἰς ὑλικὸν πο-
1813λεμεφοδίων 4,610,906:51. Εἰς ὑλικὰ στρατοπεδεύσεως 531,
1814979:15, εἰς ἔκτακτον προμήθειαν ὑλικοῦ 4,981,074:57.
1815Λοιπὸν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, οὐχὶ δὲ
1816διὰ μισθοὺς καὶ τροφὰς ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, ἐδα-
1817πανήθησαν κατὰ τὰ δύο ἔτη 37,678,500:35.
1818Ἀλλὰ καὶ δι’ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἐδα-
1819πανήθησαν 12,225,375:01, διότι δι’ ἀγορὰν ἱματισμοῦ κατὰ
1820τὰ δύο ἔτη ἐπληρώθησαν δραχ. 492,630:96, εἰς ἐπισκευὴν
1821πλοίων δρ. 1,130,763:92, εἰς ὁπλισμὸν δρ. 1,992,216:06,
1822εἰς ἀγορὰν γαιανθράκων δραχ. 1,012,203:47, εἰς ναυτικοὺς
1823χάρτας δρ. 12,010:28, εἰς στρατωνισμὸν δραχ. 29,460:95,
1824εἰς τορπίλλας καὶ τορπιλλοφόρα δραχ. 1,702,039:08, εἰς
1825ἀγορὰν ἑτοίμων πλοίων δραχ. 4,605,898:90, εἰς ὑλικὰ δια-
1826φόρου εἴδους δραχ. 923,912:10, καὶ εἰς ἔργα ναυστάθμου
1827324,239:29, τὸ ὅλον δρ. 12,225,375:01.
1828Οὕτως, ἂν διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ
18291886 ἐδαπανήθησαν δρ. 52,220,869:63, κατὰ τὴν ὀρθὴν
1830παρατήρησιν, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος βου-
1831λευτὴς, ἐπληρώσαμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς
1832καὶ τῆς θαλάσσης δι’ ὑλικοῦ ἀξίας 49,903,875:36, ἠδυ-
1833νήθη δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς, χάρις τῷ Θεῷ, νὰ πωλήσῃ μέρος
1834τοῦ ὑλικοῦ τούτου καὶ νὰ εἰσπράξῃ χρηματικά τινα ποσὰ,
1835συντελέσαντα καὶ ταῦτα εἰς τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον τοῦ
18361887, ὡς ἠδυνήθη νὰ συντηρήσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτι-
1837κὸν κατὰ τὸ ἔτος 1887, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας
1838πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ δι’ αὐτά. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπεβλή-
1839θημεν εἰς δαπάνην, διότι, ὡς παρετήρησα, περιέλαβε μὲν ὁ
1840Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ
1841τὸ 1887 πίστωσιν δι’ ἱματισμὸν 590,000 δραχ., ἀλλὰ διὰ
1842τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887 ἠκυρώθη ἐξ αὐτῆς ποσὸν
1843410,000 δραχ., περιωρίσθη δ’ ἡ πίστωσις εἰς 180,000. Πε-
1844ριέλαβεν ὡσαύτως πίστωσιν 290,000 δι’ ὁπλισμὸν, ἀλλὰ
1845διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887 ἠκυρώθη ἐκ
1846ταύτης ποσὸν 111,000, καὶ ἔμεινε πίστωσις μόνον δραχ.
184798,000. Περιέλαβε πίστωσιν διὰ στρατωνισμὸν δρ. 35,600,
1848ἀλλ’ ἠκυρώθη ποσὸν 4,400, καὶ ἔμεινε πίστωσις δραχ. ν.
184931,200. Περιέλαβε πίστωσιν διὰ σαγὴν 22,000, ἀλλ’ ἠκυ-
1850ρώθη ποσὸν 18,000, καὶ δὲν ἔμεινεν εἰμὴ πίστωσις 4,000.
1851Περιέλαβε πίστωσιν διὰ ἐξάρτυσιν 30,000, ἀλλ’ ἠκυρώθη
1852ποσὸν 10,000, καὶ ἔμεινε πίστωσις μόνον δραχμῶν 20,000.
1853Τοιουτοτρόπως ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν πι-
1854στώσεων τῶν 3,116,750 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1855γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀκυρώσει τῶν πι-
1856στώσεων τῶν 3,116,750 δραχμῶν, τῆς ὁποίας ἐμνημό-
1857νευσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὡς οἰκονομίας γενομένης ὑπ’ αὐτοῦ
1858εἰς τὸν στρατόν, ἐν αὐτῇ τῇ ἀκυρώσει ὑπάρχει τὸ ὑλικὸν
1859τοῦ πολέμου τῆς ξηρᾶς, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐν ταῖς ἀποθήκαις,
1860καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ δαπανη-
1861θῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἀρχικῶς ἐν τῷ Προϋ-
1862πολογισμῷ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
1863γείου τῶν Ναυτικῶν περιελήφθησαν πιστώσεις διὰ τὸ 1887,
1864δι’ ἱματισμὸν ἐκ δραχ. 160,000, δι’ ἐπισκευὴν βασ. πλοίων
1865200,000, δι’ ὁπλισμὸν 20,000, δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων
1866176,000, διὰ ναυτικοὺς χάρτας 3,000 καὶ διὰ στρατωνι-
1867σμὸν 10,000, τὸ ὅλον δραχ. 569,000. Ἐκ τῶν πιστώσεων
1868ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
1869ἀνερχομένων κατὰ τὸ 1887 εἰς 4,344,441, ἐδαπανήθησαν
1870μόνον 3,891,982:57, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα, καὶ
1871ὑπελείφθη ἀδιάθετος πίστωσις δραχ. 452,458:43. Τάχα
1872δ’ αὕτη δὲν εἶναι ἕνεκα τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ἀνα-
1873γραφέντων ἐξόδων δι’ ἱματισμὸν καὶ ὑλικὸν τοῦ ναυτικοῦ ἐν
1874τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ ὑπῆρχε τὸ ὑλικὸν ἐν ταῖς ἀπο-
1875θήκαις;
1876Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν
1877στοργὴν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔτος ἐπεδα-
1878ψίλευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον, ἦτο ἀνάλογος, διότι
1879ἐγένετο ὁ Προϋπολογισμὸς τὸ στέλεχος, ἐφ’ οὗ τοσαύτας
1880ἐπήνεγκε μεταβολὰς, προσθήκας καὶ ἐλαττώσεις ἡ ψαλὶς
1881τοῦ ἀγρυπνοῦντος ἐπὶ τὸ στέλεχος τοῦτο Πρωθυπουργοῦ.
1882Δὲν ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δε-
1883καετίαν, ὅστις ὑπέστη τοσαύτας μεταβολὰς, ὅσας ὑπέστη
1884ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, διὰ τῆς πληθύος τῶν ἐπ’ αὐ-
1885τοῦ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἕνεκα τού-
1886του, ἵνα δυνηθῶ ν’ ἀνεύρω ποῖα τέλος πάντων εἰσὶ τὰ ἔξο-
1887δα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν κατὰ τὸ 1887, ἔπρεπε νὰ συν-
1888τάξω ἐγὼ αὐτὸς Προϋπολογισμὸν ἴδιον, καὶ εἶναι οὗτος, ὃν
1889ἐπιδεικνύω ὑμῖν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐκδιδόμενος με-
1890τεβλήθη ὅλως διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πι-
1891στώσεων. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι καὶ οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἐδη-
1892μοσιεύθησαν, εἶναι πλήρεις σφαλμάτων, οὐδὲ παριστῶσι τὰ
1893ἀληθῆ ποσὰ ἐν πολλαῖς ἀναγραφαῖς, ὡς θέλω σᾶς ἀποδεί-
1894ξει προσεχῶς.
1895Ἐν πρώτοις ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1896Ἐξωτερικῶν οὐδεμίαν ὑπέστη μεταβολήν. Ἀλλ’ ὁ Προϋπο-
1897λογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μετεβλήθη διὰ
1898δύο ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν προσετέθησαν δραχ.
189973,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
1900τερικῶν ὑπέστη ἑπτὰ μεταβολὰς δι’ ἑπτὰ πιστώσεων δια-
1901φόρων εἰδῶν, ἀναβιβασθεὶς ἀπὸ 5,666,289, εἰς 9,189,374,
1902δηλαδὴ αὐξηθέντων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ κατὰ 3,523,085,
1903ἐξ ὧν τὰ 2,500,000 ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα.
1904Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1905δὲν ὑπέστη μεταβολὰς, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑ-
1906πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέστη πέντε μεταβολὰς διὰ
1907ἓξ νομοθετικῶν πράξεων, ἀναβιβασθεισῶν τῶν πιστώσεων
1908αὐτοῦ ἀπὸ δραχ. 57,555,571 εἰς 75,030,661, ἤτοι αὐξη-
1909θέντων τῶν ἐξόδων αὐτοῦ κατὰ δραχ. 17,475,090, ἐκ τῶν
1910ὁποίων τὰ 16,652,090 ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτα,
1911τακτικὰ δὲ προσετέθησαν δραχ. 823,000. Ὁ Προϋπολογι-
1912σμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέστη μεταβο-
1913λὰς διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887, δι’ οὗ ἠκυρώ-
1914θησαν πιστώσεις δραχ. 865,000. Ἀλλὰ καὶ διὰ δύο ἀνα-
1915πληρωτικῶν πιστώσεων προσετέθησαν δραχ. 227,960 καὶ
1916150,953, ἐλαττωθεισῶν οὕτω τῶν πιστώσεων τοῦ ἀρχικοῦ
1917Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ δραχ. 18,074,069 εἰς 16,201,232.
1918Καὶ αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1919Ναυτικῶν ὑπέστησαν μεταβολάς, διότι ἐχορηγήθησαν πι-
1920στώσεις δραχ. 219,867 διὰ μιᾶς πράξεως καὶ 214,870
1921διὰ μιᾶς ἄλλης, τὸ ὅλον δραχ. 433,737. Ἀλλ’ ἐχορηγή-
1922θησαν καὶ πιστώσεις 5,708,168, χαρακτηριζόμεναι ὡς ἔκ-
1923τακτοι, αὐξηθέντων τῶν τακτικῶν ἐξόδων αὐτοῦ ἀπὸ δραχ.
19243,689,837 εἰς δραχ. 4,124,574. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1925ὅμως τούτου διεπράχθησαν ἀκατανόητα, ὅλως ἀσυμβίβα-
1926στα πρὸς τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
1927Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ἤρκει ἡ ὁδηγία ἑνὸς
1928γραφέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δείξῃ εἰς
1929τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ποῦ ὑπάρχουσι κατα-
1930κεχωρισμένα τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ
1931τίνος τάχα ἀπῃτεῖτο ἡ ὁδηγία, ἵνα δείξῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
1932γὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ἐπὶ
1933τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, ὅσα
1934διέπραξεν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ
1935δημοσιευθέντι πίνακι, ὅτι ἐχορηγήθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
1936γισμοῦ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου πιστώσεις δραχ. 654,604,
1937ἐνῷ αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνήρχοντο μόνον εἰς δραχ-
1938μὰς 434,737. Ἔπραξε δὲ τὸ λάθος τοῦτο, διότι περι-
1939έλαβεν ὡς ἰσχύουσαν τὴν ἐκ δραχμῶν 219,867 πίστωσιν,
1940τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 24
1941Μαΐου 1888, ἐνῷ τὴν πίστωσιν ταύτην ἠκύρωσεν ἕτερον Βα-
1942σιλικὸν Διάταγμα ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1888, δι’ οὗ ἐχορηγήθη τὸ
1943αὐτὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπὸ ἄλλον τύπον. Ἑπο-
1944μένως δὲν ἐχορηγήθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑ-
1945πουργείου τῶν Ναυτικῶν τρεῖς, ἀλλὰ δύο μόνον πιστώσεις,
1946ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 434,737. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν
1947πάντα ταῦτα; Περίεργος ἀληθῶς ἱστορία, διότι ἀποδεικνύει
1948τὸ θάῤῥος τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ ἀθετεῖν τοὺς νόμους, εἰς
1949τὸ ἐκβιάζειν αὐτούς, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν καὶ τῶν
1950ἐπιθυμιῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν.
1951Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγκην πιστώ-
1952σεως, διότι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πρὸς πληρωμὴν μισθοῦ πλη-
1953ρωμάτων πλοίων χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1954Ἀλλ’ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τοιαύτην ἀνάγκην
1955δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὸν περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων ἐτήσιον
1956νόμον, νὰ ζητήσῃ, εἰμὴ διὰ τροφὰς πληρωμάτων, καὶ διὰ
1957προμήθειαν γαιανθράκων, οὐχὶ δὲ διὰ μισθοὺς πληρωμάτων.
1958Ὑπέλαβε δὲ, ὅτι, ἂν ἐβάπτιζεν ἔκτακτον τὴν εἰρημένην
1959φύσεως ἀναπληρωτικῆς πίστωσιν, ὑπερέβαινε τὸ κατ’ αὐτὸν
1960ἀνόητον τοῦτο πρόσκομμα τοῦ εἰρημένου νόμου. Ἅμ’ ἔπος,
1961ἅμ’ ἔργον. Προὐκάλεσε τὸ Β. Διάταγμα τῆς 24 Μαΐου
19621888, δι’ οὗ ἐχορηγήθη αὐτῷ ἔκτακτος πίστωσις δραχ.
1963219,867 διὰ μισθοὺς πληρωμάτων πλοίων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1964Κεφ. Αʹἄρθρ. 6μισθοὶ τεχνιτῶν ἐργοστασίωνδρ. 8,013
1965Κεφ. Αʹἄρθ. 10μισθὸς πληρωμάτων δρ.200,108
1966Κεφ. Εʹἄρθ. 1ἐπισκευὴ Ναυστάθμου δρ. 4,846
1967καὶ Κεφ.Ϛʹἄρθ. 4ὁδοιπορικὰ δρ. 6,900
1968Ἀλλὰ, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852
1969νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ: «Διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ
1970κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεπομένας ἐν τῷ
1971Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπὸ τῶν
1972Βουλῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὰς
1973διατυπώσεις, τὰς ὁρισθείσας εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἡ δ’ ἐπικύρω-
1974σις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 17.» Αἱ δ’ ἀνωτέρω ἐκ-
1975τεθεῖσαι πιστώσεις ἐχορηγήθησαν ἐπὶ κεφαλαίων καὶ ἄρ-
1976θρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ὧν εἶχον προβλεφθῆ αἱ
1977ἀνάγκαι αὗται, καὶ χορηγηθῆ αἱ κριθεῖσαι ἀναγκαῖαι πι-
1978στώσεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Κεφ. Αʹ τοῦ Προϋπολογι-
1979σμοῦ, ὑπὸ τὸν τίτλον «μισθὸς τεχνιτῶν ἐργοστασίων», εἶχε
1980χορηγηθῆ πίστωσις δρ. 169,300. Διὰ τοῦ ἄρθ. 10 τοῦ Κεφ.
1981Αʹ, ὑπὸ τὸν τίτλον «μισθὸς πληρωμάτων Β. πλοίων», εἶχε
1982χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 1,393,000. Διὰ τοῦ Κεφ. Εʹ
1983ἄρθρ. 1 εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐπισκευὴ
1984καταστημάτων Ναυστάθμου», ἐκ δρ. 30,000. Καὶ διὰ τοῦ
1985ἄρθρ. 4 τοῦ Κεφ. Ϛʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε χορηγηθῆ,
1986ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔξοδα ὁδοιπορικὰ», πίστωσις δρ. 26,250.
1987Ἑπομένως ἡ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 24 Μαΐου δια-
1988ταχθεῖσα χορηγία πιστώσεως ἐκτάκτου ἐπὶ τῶν εἰρημένων
1989κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀντέβαινεν
1990εἰς τὸ ἀνωτέρω μνημονευθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ δημο-
1991σίου Λογιστικοῦ, καὶ ἦτο παράνομος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1992ὑπέλαβεν εὔκολον τὴν θεραπείαν τοῦ πράγματος. Προεκά-
1993λεσεν ἑπομένως Β. Διάταγμα ἀπὸ τῆς 15 Ἰουνίου 1888,
1994δι’ οὗ ἀνεκλήθη τὸ ἀνωτέρω ἀπὸ 24 Μαΐου 1888 Β. Διά-
1995ταγμα καὶ ἠκυρώθη ἡ δι’ αὐτοῦ χορηγηθεῖσα ἐκ δρ. 219,
1996867 πίστωσις ἐπὶ τῶν εἰρημένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων
1997τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐχορηγήθη δὲ ἡ αὐτὴ πίστωσις τῶν
1998δραχ. 219,867 ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως,
1999οὐχὶ ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ
2000Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ κεφαλαίων νέων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε
2001νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα ὑπάρχοντα ἐν τῷ Προϋπολο-
2002γισμῷ κεφάλαια.
2003Καὶ περιεῖχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτι-
2004κῶν Ὑπουργείου δέκα κεφάλαια. Ὅθεν διὰ τοῦ Διατάγ-
2005ματος τῆς 15 Ἰουνίου 1888 ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν
2006219,867 ἐπὶ Κεφ. ΙΒʹ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋ-
2007πολογισμῷ. Ἡ ἔκτακτος πίστωσις χορηγεῖται «δι’ ἀνάγ-
2008κας μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ», ἑπομένως
2009ἐπὶ κεφαλαίου νέου, μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
2010Ὁ δὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται
2011νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ ἔκτακτος πίστωσις, ἤρκει νὰ ἐχορηγεῖτο
2012ἐπὶ κεφαλαίου νέου μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ,
2013ἔστω καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἄλλο κεφάλαιον,
2014προβλέπον περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Οὕτω διὰ τοῦ εἰρημένου
2015Διατάγματος προσετέθη Κεφ. ΙΒʹ, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρ. 1 περιέχει
2016διὰ μισθὸν τεχνιτῶν ἐργοστασίων πίστωσιν δρ. 8,013, ἐνῷ
2017τὸ 6 ἄρθρον τοῦ Κεφ. Αʹ περιεῖχε διὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην
2018πίστωσιν δρ. 169,300. Ὡσαύτως διὰ τοῦ 2 ἄρθρ. τοῦ προσ-
2019τεθέντος νέου ΙΒʹ Κεφαλαίου ἐχορηγήθη πίστωσις διὰ μι-
2020σθὸν πληρωμάτων πλοίων δραχ. 200,108, ἐνῷ διὰ τοῦ
2021ἄρθρ. 10 τοῦ Κεφαλαίου Αʹ προεβλέπετο ἡ εἰρημένη ἀνάγκη
2022καὶ εἶχε δι’ αὐτοῦ χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 1,393,000.
2023Ὡσαύτως περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν καταστημάτων τοῦ Ναυ-
2024στάθμου, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ προστεθέντος
2025νέου Κεφαλαίου ΙΒʹ, δι’ οὗ ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 4,
2026846, εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ Κεφ. Εʹ τοῦ Προϋπο-
2027λογισμοῦ, δι’ οὗ εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δραχ. 30,000. Καὶ
2028περὶ τῶν ἐξόδων ὁδοιποριῶν, περὶ ὧν προέβλεψε τὸ ἄρθρ. 4
2029τοῦ προστεθέντος νέου Κεφαλ. ΙΒʹ χορηγηθεῖσαν πίστωσιν
2030δρ. 6,000, εἶχε προβλέψει τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ Κεφ. ΣΤʹ τοῦ
2031Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις δρ. 26,250.
2032Ὅθεν, ἂν τὸ ἀνακληθὲν Β. Διάταγμα τῆς 24 Μαΐου 1888
2033ἀντέβαινεν εἰς τὰ ἄρθρ. 18 καὶ 19 τοῦ Νόμου περὶ δημο-
2034σίου Λογιστικοῦ, διότι τὰ ποσὰ τῆς χορηγηθείσης δι’ αὐ-
2035τοῦ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐχορηγοῦντο ἐπὶ κεφαλαίων καὶ
2036ἄρθρων ὑπαρχόντων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀντιβαίνει ἐπί-
2037σης εἰς τὰ εἰρημένα ἄρθρα τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογι-
2038στικοῦ τὸ Διάταγμα τῆς 15 Ἰουνίου 1888, διότι ἐδημιούρ-
2039γησε μὲν νέα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προσέθηκεν εἰς
2040τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐφ’ ὧν ἐχορήγησε τὰς ἐν αὐτῷ
2041μνημονευομένας πιστώσεις, δὲν ἦσαν ὅμως ἔκτακτοι αἱ ἀνάγ-
2042και, δι’ ἃς ἐχορήγησε τὰς πιστώσεις, ἀλλ’ εἶχον αὗται προ-
2043βλεφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ Διάταγμα μάλιστα τοῦτο
2044ἀντιβαίνει προσέτι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Νόμου περὶ
2045δημοσίου Λογιστικοῦ, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πᾶ-
2046σαι αἱ ὁμοφυεῖς ἀνάγκαι πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ
2047αὐτῷ κεφαλαίῳ, τὸ εἰρημένον Β. Διάταγμα ἐδημιούργησεν
2048ἴδια κεφάλαια, διὰ νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας ὁμοφυεῖς, αἱ
2049ὁποῖαι ἐθεραπεύοντο διὰ κεφαλαίων ἄλλων τοῦ Προϋπολο-
2050γισμοῦ.
2051Καὶ διεπράχθησαν ταῦτα, διὰ νὰ βαπτίσωσι πίστωσιν φύ-
2052σεως ἀναπληρωτικῆς εἰς πίστωσιν ἔκτακτον. Ἡ πίστωσις, τὴν
2053ὁποίαν εἶχε χορηγήσει ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπήρκεσε, καὶ
2054ἐζητεῖτο ἀκόμη πίστωσις, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ λά-
2055βωσιν αὐτὴν διὰ Διατάγματος ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως,
2056ἐβάπτισαν αὐτὴν τὴν ἀναπληρωτικὴν εἰς πίστωσιν ἔκτα-
2057κτον, καὶ περιέπεσαν εἰς τὸν ἀδιέξοδον αὐτὸν κύκλον τῶν
2058παρανομιῶν καὶ σφαλμάτων. Ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ συν-
2059ταχθεὶς κατὰ τὸ 1887, εἶχε περιλάβει τὸ ἐπαρκὲς εἰς πλη-
2060ρωμὴν τῶν μισθῶν πληρωμάτων πλοίων ποσὸν, τὰ ἔξοδα
2061αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐνεγράφησαν ἐν
2062τῷ Προϋπολογισμῷ· ὑπῆρχε δὲ τὸ συμφέρον, αἱ πιστώσεις,
2063αἱ ζητούμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἦναι
2064μικραὶ, ἵνα μὴ ἐξογκωθῇ ὁ Προϋπολογισμός· διὰ τοῦτο
2065ὠλίσθησαν εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατέδειξα πρὸ ὀλίγου.
2066Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄτοπα ταῦτα ἐν τῷ πίνακι τῷ
2067δημοσιευθέντι τῶν ἐξόδων. Ἐσημειώθη ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπὶ τοῦ
2068Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον χορηγηθῆ πιστώσεις διὰ
2069τῶν ἀπὸ 5 Ἰουλίου καὶ 12 Αὐγούστου 1888 Β. Διαταγ-
2070μάτων ἐκ δρ. 218,000. Διὰ τῶν αὐτῶν Διαταγμάτων ἐκ
2071δρ. 130,000, καὶ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμ-
2072βρίου 1887 ἐκ δρ. 120,000, τὸ ὅλον 468,000. Ἀλλὰ δὲν
2073εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι εἰς τὸ
2074Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτὸ πι-
2075στώσεις δρ. 653,000 τὰς ὁποίας ἐσφαλμένως περιώρισεν ὁ
2076πίναξ εἰς δραχ. 468,000. Ἤτοι εἶχον χορηγηθῆ δραχμαὶ
2077230,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Ἰουνίου 1888,
2078πίστωσις δραχ. 155,000 διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 26
2079Σεπτεμβρίου 1888, πίστωσις δραχ. 108,000 διὰ τοῦ Β. Δια-
2080τάγματος τῆς 12 Αὐγούστου 1888, πίστωσις δραχ. 30,000
2081διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1888, καὶ πί-
2082στωσις 130,000 δρ. διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1887.
2083Δὲν εἶναι δὲ μόνον ταῦτα. Παρακαλῶ νὰ παραβάλητε τοὺς
2084πίνακας, διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ 1887
2085ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1888 ἀνῆλ-
2086θον εἰς 80,691,115:37, ἐνῷ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι
2087τέλους Αὐγούστου 1888 ἐσημειώθησαν ὀλιγώτερα, ἤτοι
208880,480,013:25. Ἐκπλήσσεταί τις ἀληθῶς μανθάνων, ὅτι
2089ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα μέχρι τοῦ Αὐγούστου τῶν δαπα-
2090νηθέντων μέχρι τέλους Ἰουλίου. Προσέτι τὰ μέχρι τέλους
2091Ἰουλίου 1888 πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
2092τερικῶν ἐσημειώθησαν εἰς 6,153,841:39, ἐνῷ τὰ μέχρι τέ-
2093λους Αὐγούστου ἐσημειώθησαν πόσα; Βεβαίως, περισσότερα·
2094ὄχι. Ὀλιγώτερα, κατὰ δρ. 335,249:90, ἤτοι 5,818,591:49.
2095Ἂν ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ἡ ἀκρίβεια ἦναι πρωτίστη τῶν ἀρε-
2096τῶν, δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἀξίαν ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ τις εἰς
2097τὰς ἐπισήμους ταύτας δημοσιεύσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2098Οἰκονομικῶν. Συμβαίνει δὲ μέγα δυστύχημα, νὰ μὴ δυνά-
2099μεθα νὰ ἀνεύρωμεν μίαν ἀλήθειαν εἰς τοὺς λόγους, τοὺς
2100ὁποίους ἀκούομεν, ἔστω καὶ ἂν ἐξέρχωνται ἐξ ἐπισήμων στο-
2101μάτων. Νὰ μὴ δυνάμεθα δὲ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν
2102καὶ εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς δημοσιευομένους ἐκ τῶν δημοσίων
2103γραφείων, ἐν οἷς εὑρίσκομεν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Μήπως τὸ
2104Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἦτο προωρισμένον νὰ γίνῃ τὸ ταμεῖον
2105πάσης ψευδολογίας; Μήπως ἐπέπρωτο νὰ ἀσχολώμεθα τίς
2106νὰ ἀπατήσῃ τὸν ἄλλον, ἢ πῶς νὰ ἀποπλανήσωμεν ἀλλή-
2107λους; Εἶναι τὸ θέαμα ἄξιον μελέτης, διότι εἶναι ἄξιον οἴκτου.
2108Καὶ λησμονοῦμεν κανόνας, τοὺς ὁποίους οἱ σχολαστικοὶ εἶ-
2109χον ἀναγράψει!
2110Ἄνθρωπος σχολαστικὸς διὰ τοὺς ἄνδρας τῶν καθ’ ἡμᾶς
2111χρόνων, διὰ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ἐπιτετραμμένην
2112τὴν τοιαύτην τακτικήν, σεβαστὸς ὅμως ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ
2113ἀπολαμβάνων μεγάλης ὑπολήψεως, ἔγραφεν, ὅτι αἱ πράξεις
2114τῶν ὑπερόχων ἀνθρώπων πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὁδηγῶσιν
2115εἰς τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς
2116δὲν γνωρίζω, ἂν δυνάμεθα εἰς τοιαῦτα νὰ καταλήξωμεν ἀπο-
2117τελέσματα, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν παρ’ ἡμῖν
2118ὑπερόχων ἀνθρώπων, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ ἀπὸ
2119τὰ ἔγγραφα αὐτῶν ἀναγκαζόμεθα νὰ προφυλασσώμεθα, μή-
2120πως ὁδηγηθῶμεν, ὄχι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ εἰς τὴν πλάνην.
2121§19ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν· δὲν ἠμποροῦμεν πλέον.
2122§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν.
2123(Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νε-
2124νομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Ν. Καράπαυλος).
2125Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2126Ὥρα 7 μ. μ.