1887.12.10
1,339 rows · 10,223 words · 69 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1887.
(Πέμπτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Μουσούρης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν χαρτοσήμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 144). Οἱ ἐν Ἀθήναις καπνοπῶλαι παρακαλοῦσι νὰ τροποποιηθῇ ὁ περὶ σιγαροχάρτου Νόμος, καὶ νὰ τεθῶσιν 8 μόνον φυλλάδια, ἀντὶ 12, ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς καπνοῦ. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Κερκύρας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου. Ὁ κατάδικος Γεώργιος Κοκορογιάννης, κρατούμενος ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ Αἰγίνης, παραπονεῖται, ὅτι δὲν ἐνηργήθη καταγγελία του.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἔτος 1888 ἐνδέχεται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀποδημήσῃ, δέον ἐγκαίρως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ διαχειρίσεως τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Περὶ τούτου πρέπει νὰ λαμβάνηται πρόνοια πρὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστου ἔτους, διότι δὲν δύναται νὰ ἦναι γνωστόν, ἄν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤθελε τυχὸν ἀποδημήσει ὁ Βασιλεὺς, θὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα κανονίσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἄλλοτε ὑποβάλλων τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἶπον, ὅτι ἑκάστοτε πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους θὰ ψηφίζηται ὅμοιον νομοσχέδιον διὰ τὸ ἐπιόν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄνδρας τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὅσοι ἀποχωροῦσι μετὰ τὸ 15ον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἤδη πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ ἀναγκάζονται ν’ ἀποχωρήσωσιν ἕνεκα τῶν περὶ προσόντων διατάξεων, ὧν ἡ ἔλλειψις δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς ἐλπίδα προαγωγῆς. Μὴ δυνάμενοι οὗτοι νὰ προαχθῶσιν, ἕνεκεν ἐλλείψεως προσόντων, ἀποχωροῦσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ, πρὶν ἢ συμπληρώσωσι τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, τουτέστι τὴν εἰκοσιπενταετίαν. Εἶναι δίκαιον οἱ οὕτως ἀποχωροῦντες ὡς ἐκ τοῦ Νόμου, ἂν ἦναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ πρὸ πολλοῦ καὶ δὴ πρὸ δεκαπενταετίας, νὰ λαμβάνωσι σύνταξιν, ὄχι ὅμως ὅσην θὰ ἐλάμβανον, ἐὰν ἀπεχώρουν μετὰ τὴν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀναλόγως πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τοὺς χωροφύλακας καὶ ὡς πρὸς τοὺς στρατιώτας τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων πρέπει νὰ ληφθῇ ὁμοία πρόνοια, διότι, κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καὶ τὴν χωροφυλακὴν θὰ κατατάσσωνται εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ἀπογραφόμενοι· ἑπομένως ὑποχρεωτικῶς ἀποχωροῦσιν οἱ παλαιοὶ χωροφύλακες καὶ εὔζωνοι, ἀποχωροῦντες δὲ ὑποχρεωτικῶς, εἶναι δίκαιον, ἂν ἔχωσι πολλὰ ἔτη ὑπηρεσίας, νὰ λάβωσί τινα περίθαλψιν. Θέλουσι τὴν λάβει καὶ κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους, ἐὰν ἔχωσιν 25 ἐτῶν ὑπηρερίαν, ἀλλὰ τοιαύτην οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουσιν. Εἶναι δίκαιον καὶ ὡς πρὸς τούτους νὰ ὁρίσωμεν τὴν αὐτὴν χρονικὴν διάρκειαν 15 ἐτῶν, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς συντάξεως αὐτῶν κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Καὶ ἑτέρα πρόνοια ἐν τῷ στρατῷ ἐπιβάλλεται. Πρό τινων ἐτῶν εἶχεν ἀναλάβει τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις πρὸς διακεκριμένον Ἀλβανὸν ἀξιωματικόν, ἤδη τελευτήσαντα. Συνεπείᾳ τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων ἐψηφίσθη Νόμος, καθ’ ὃν ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς, ἔχων βαθμὸν ταγματάρχου ἐν τῷ Τουρκικῷ στρατῷ, ὁ Ἐμὶν Γκορτζᾶς, κατετάχθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Ἐν τῷ Νόμῳ περὶ τῆς ἀδείας τῆς κατατάξεως τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῆς συντάξεως αὐτοῦ, διότι κατατασσόμενος οὗτος ἐξ ὑπαρχῆς ὡς ταγματάρχης δὲν εἶχε τὴν προηγουμένην ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων ταγματαρχῶν, καὶ ἄν μὴ ἐλαμβάνετο εἰδικὴ πρόνοια, ὅπως τῷ προσμετρηθῶσιν ἔτη τινὰ ὑπηρεσίας χάριν τῆς συντάξεως, οὗτος οὐδεμίαν σύνταξιν θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ, διότι δὲν θὰ ἐπήρκει ὅσος δήποτε χρόνος ὑπηρεσίας εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ἐθεωρήθη τότε, ὅτι ἐπαρκὴς πρόνοια θὰ ἦτο ἡ προσμέτρησις εἰς αὐτὸν λόγῳ συντάξεως ὑπηρεσίας ἐν τῷ παρελθόντι δωδεκαετοῦς. Ἀπεβίωσεν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐσχάτως ἔχων ὑπηρεσίαν, ἥτις, προστιθεμένη εἰς τὴν εἰρημένην δωδεκαετῆ, δὲν συμπληροῖ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς ἀπόκτησιν συντάξεως, ἀλλὰ ὑπολείπεται αὐτοῦ κατὰ μῆνάς τινας. Ὡς ἐκ τούτου ἡ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸν αὐτοῦ τέκνον οὐδεμιᾶς ἀπολαύουσι συντάξεως, ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ Νόμου, τοῦ προσμετρήσαντος τὴν δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ματαιοῦται. Τούτων ἕνεκα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Νόμου περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ εἰς τὸ ὀρφανὸν αὐτοῦ τέκνον, ἐλαχίστης ὅμως, διότι καὶ αἱ συντάξεις αἱ στρατιωτικαὶ εἶναι μικραί. Μόνον ἑκατὸν δραχμῶν σύνταξιν....
§3ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὀλίγον περισσότερον ἔπρεπε.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εἰς τὴν χήραν, καὶ πεντήκοντα δραχμῶν σύνταξιν εἰς τὸ ὀρφανὸν τέκνον. Προσέτι δὲ προτείνω, ὅπως, ἂν τὸ ὀρφανὸν τοῦτο τέκνον καταταχθῇ εἰς Σχολὴν τοῦ Δημοσίου, ἀπαλλαγῇ τῶν διδάκτρων.
§5ΤΙΝΕΣ. Πολὺ ὡραῖα.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμοία κατὰ πολλὰ εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις ἑτέρου ἀξιωματικοῦ, κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου χρόνον καταταχθέντος ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἀποβιώσαντος ἐσχάτως, τοῦ λοχαγοῦ Τσαπάλου, ὅστις κατετάχθη ὡς λοχαγὸς, θεωρηθείσης τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῷ Τουρκικῷ ὡς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦτον· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶχε ληφθῆ πρόνοια, ὅπως προσμετρηθῶσι καὶ ἔτη τινὰ ὑπηρεσίας ἐν τῷ παρελθόντι. Προτείνω διὰ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῆς χήρας καὶ τῶν πέντε ὀρφανῶν αὐτοῦ σύνταξιν ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145–148).
§7ΤΖΑΝΕΣ. Ὅταν τις ἀναλαμβάνῃ ἕνα ἀγῶνα, ὀφείλει νὰ μὴ ὑποχωρῇ, ὁπόταν μάλιστα ὁ ἀγὼν ἦναι ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Ὅτι ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβον ἐν τῷ ἐθνικῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἶναι δίκαιος, περὶ τούτου ἂς μαρτυρήσῃ ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Τὸ Ἐπιμελητήριον Κερκύρας ἐνεργεῖ καθ’ ἑαυτὸ, σκεπτόμενον περὶ τῶν ὑποθέσεών του· ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας γνωρίζω καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὁ εὐγενὴς λαὸς τῆς Κερκύρας δὲν ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐμφορεῖται τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ ὁποῖον ἴσως σύγκειται τὸ πλεῖστον ἀπὸ Σημίτας. Λέγω λοιπὸν πρὸς τοὺς κυρίους ἐκείνους, ὅτι ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν πλειότερον κόσμον καὶ ἰδίως τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας, ὅστις καὶ σήμερον αἰσθάνεται τοσοῦτον τὴν ἐλευθερίαν, ὅσον ὀλίγον μεταξὺ τῶν ἄλλων λαῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὸν ὡραῖον οὐρανὸν τῆς Κερκύρας νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ θέλωσι τὴν δούλωσιν τῶν συμπολιτῶν των, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν Ἕλληνες νὰ ποθῶσι τὴν σωματεμπορίαν διὰ τῆς βδελυρᾶς ποινῆς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπαναλέγω εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, —καὶ νὰ τὸ μάθωσι, διότι ὅστις ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅσον μικρὸς καὶ ἂν ἦναι, ὅσον ἀσθενὴς καὶ ἂν ἦναι ἡ φωνή του, θὰ ἀκουσθῇ εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα,—ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι μένουσι μόνοι οἱ κύριοι τοῦ Ἐπιμελητηρίου, καὶ ὅτι ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Κερκύρας.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο συνταράσσει τὴν κοινωνίαν, εἴτε ἐν ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ, εἴτε ἐν ἐκείνῃ, ἔπρεπε νὰ δηλώσω, ὅτι ἐν τῷ παρόντι δὲν θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔχομεν τὰς διακοπὰς τῶν Χριστουγέννων, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τοιοῦτον θέμα δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Σκοπὸς ἡμῶν, κινησάντων τὴν συζήτησιν ταύτην, ἦτο νὰ ὡριμάσῃ τὸ θέμα τοῦτο ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἦτο πρέπον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ κοινωνία, τί φρονεῖ περὶ τούτου, καὶ ἡ κοινωνία ἀπήντησεν· ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ ταύτης βλέπομεν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀντίθεσις γνωμῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἡ δὲ ἀντίθεσις αὕτη εἶναι μαρτύριον, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐντελῶς ὥριμον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζωμεν, ὁσονδήποτε στερεὰς καὶ ἂν ἔχωμεν πεποιθήσεις ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, ὅτι ἐν τοιούτῳ θέματι εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσωμεν, ἐνόσῳ τὸ θέμα δὲν εἶναι ὥριμον. Ἐπὶ τοιούτου θέματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ νὰ προβῇ, εἴτε ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Βουλὴ, εἰς ὁριστικὰ συμπεράσματα, πρὶν ἔτι παρασκευασθῇ ἐντελῶς τὸ ἔδαφος, διότι τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικὸν, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται διὰ Νόμου καὶ μόνον νὰ λυθῶσιν. Ἤδη ἐγένετο τὸ πρῶτον βῆμα, προεκλήθη ἡ κοινωνία εἰς σκέψιν καὶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος· παρεστήθη εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος· τούτου εἶναι πιθανὸν νὰ προκληθῇ προσεχῶς ἀπόφασις νομοθετική. Τοῦτο θέλει ἐξαναγκάσει πάντας νὰ σκεφθῶσι, θέλει ἐξαναγκάσει πάντας ν’ ἀνταλλάξωσι γνώμας, ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς δὲ τῶν γνωμῶν δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι θέλει προέλθει τις νέα γνώμη, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη θέλει προσεγγίζει πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐποχῆς.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ κράτος τῶν Ποινικῶν ἡμῶν Νόμων ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς, ὅταν οὗτοι ἐν τῇ ἡμεδαπῇ διαπράττωσιν ἐγκλήματα κατὰ ἡμεδαπῶν ἢ ἀλλοδαπῶν, ὡς καὶ ὅταν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαπράττωσιν ἔγκλημα καθ’ Ἕλληνος, ἢ κακούργημα ἐσχάτης προδοσίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ νοθείας ἢ παραποιήσεως ἐθνικῶν νομισμάτων κυκλοφορούντων, ἢ τῆς σφραγίδος τοῦ Κράτους, ἢ συμμετέσχον εἰς τοιαύτας πράξεις. Εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς ταύτας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἀλλοδαποὶ καὶ ἐν ἀλλοδαπῇ ἐκτελοῦντες ἔγκλημα ὑπάγονται εἰς τὸ κράτος τῶν Νόμων ἡμῶν, ἔχομεν σπουδαίους λόγους νὰ θεωρήσωμεν πρέπον, ὅπως προσθέσωμεν καὶ ἑτέραν τινὰ, ἀφορῶσαν εἰς ἐκείνους τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαπράττουσιν ἔστω καὶ κατ’ ἀλλοδαποῦ τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας. Τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ὑποβαλλομένου τούτου νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης παρεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἑλληνικῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων, μόνον ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτρέπεται καταδίωξις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149).
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον.
§12ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Προχθὲς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιά τινα, σκοποῦντα μεταῤῥυθμίσεις τινὰς τῆς Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται παρὰ πάντων ἀναγκαιότατα. Ἐν τούτοις, ἐνῷ προχθὲς ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐνῷ ἄλλα νομοσχέδια κατόπιν ὑποβληθέντα διενεμήθησαν καὶ ἐνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἐνεγράφησαν. Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶσι καὶ ταῦτα, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ στερηθῶμεν μεταῤῥυθμίσεων ἀναγκαιοτάτων.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ, δὲν εἶναι τὸ προτιμότερον. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ἀστικὰ δικαιώματα, τουτέστιν ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, ἡ Ποινικὴ Δικονομία, ὁ Ἐμπορικὸς Νόμος, ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἀπηρχαιώθησαν, Κύριοι, καὶ χρήζουσι ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ὅλα δὲ τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης προέβησαν εἰς τοιαύτας μεταῤῥυθμίσεις. Τὸ Ἰταλικὸν Κράτος ἔχει τὸν ἐντελέστερον Ἐμπορικὸν Νόμον, ἴσως δὲ καὶ τὴν ἐντελεστέραν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ἡ Πρωσσία πρῶτον ἔργον αὑτῆς ἐθεώρησε, μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τῶν δικαστικῶν Νόμων. Ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἀπὸ 50 ἐτῶν καὶ πλέον ἰσχύουσαν τὴν Πολιτικὴν καὶ Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ τοὺς ἄλλους δικαστικοὺς Νόμους ὡς μᾶς τοὺς εἰσήγαγεν ὁ μακαρίτης Μάουρερ. Βεβαίως τὸ ἔργον εἶναι σοφὸν, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς δεῖται ἀναθεωρήσεως, διότι ἥκιστα μεθαρμόζεται εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρώτη φροντὶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ ἦναι ῥιζικὴ καὶ συστηματικὴ μεταῤῥύθμισις τῶν εἰρημένων Νόμων, διότι, ὡς γνωστὸν, ὅλοι οἱ ἄλλοι Νόμοι εἰς τὴν διασφάλισιν τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων ἀποβλέπουσιν, αἱ δὲ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι καὶ οἱ πολιτικοὶ Νόμοι, οἱ κανονίζοντες αὐτὰς, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐγγυήσεις τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ εἰσάγῃ ἑκάστοτε μερικὰς τροποποιήσεις, νῦν μὲν τῆς Πολιτικῆς, νῦν δὲ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἄλλοτε τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς συστηματικῆς τροποποιήσεως τῶν Νόμων τούτων. Τὸ ἔργον δὲν θὰ ἦτο δύσκολον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει αὑτῆς ἔργα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πρόχειρα· πλὴν δὲ τούτου καὶ ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργία τῶν ἡμετέρων Δικαστηρίων εἶναι ἤδη ἱκανὴ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν καὶ τὸν ἰδιαίτερον ἐν τοῖς Νόμοις χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους. Δὲν ἠξεύρω πόσα ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ὅτου παρεσκευάσθη τὸ σχέδιον τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου καὶ Ἀστικὸς Νόμος δὲν ἐψηφίσθη· ὀλίγων μόνον τροποποιήσεων ἔχει ἀνάγκην τὸ σχέδιον, καὶ ἦτο εὔκολον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἔχωσιν οἱ πολῖται πρόχειρον τὸν κανόνα, καθ’ ὃν νὰ ῥυθμίζωσι τὰς ἐννόμους αὑτῶν σχέσεις. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῆς Πολιτικῆς καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· ἡ μὲν Πολιτικὴ Δικονομία ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας λίαν περίπλοκος, παρελκύουσα τὰς δίκας ἐπὶ μακρὸν, ἡ δὲ Ποινικὴ παραδίδει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου εἰς τὴν διάκρισιν ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Ἀνακριτοῦ. Καὶ ἡ Πολιτικὴ λοιπὸν καὶ ἡ Ποινικὴ Δικονομία χρήζουσι ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ φιλότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιλαμβάνεται μετὰ ζήλου ἔργου, ὅπερ ἤθελε περιποιήσει τιμὴν καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ παραιτήσῃ τὰς μερικὰς ταύτας τροποποιήσεις καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ οἱανδήποτε πίστωσιν, πρὸς ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Οὕτω θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔργον πλῆρες καὶ συστηματικὸν, ἄξιον καὶ αὑτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ἐγὼ εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν κατ’ ἐπανάληψιν παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀκούσω ἰδιαιτέρως. Τὰς ἐργασίας μου πρὸς παρασκευὴν νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν κειμένων Νόμων γνωρίζει ὁ κ. Συνάδελφος, καὶ οὐδέποτε ὡς πρὸς τοῦτο εὑρέθη πρός με ἐν διαφωνίᾳ. Οὐδὲ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πάντες οἱ κλάδοι τῆς νομοθεσίας ἔχουσιν ἀνάγκην οὐσιωδῶν μεταῤῥυθμίσεων. Τοῦ ἔργου τούτου δὲν ἠμέλησα, καὶ ἐργασία γίνεται προπαρασκευαστική, ἀλλ’ ἀθόρυβος, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω χάριν πρὸς πάντας ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὴν σύμπραξιν εἰς τὸ ἔργον ἐζήτησα, καὶ οἵτινες μετὰ πολλῆς προθυμίας ἀπεδέχθησαν τὴν πρόσκλησίν μου ταύτην. Ἡ γενικὴ ὅμως καὶ ῥιζικὴ μεταῤῥύθμισις τῶν διαφόρων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν κλάδων εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον, ὡς ὁ κ. Συνάδελφος γινώσκει, καὶ χρόνου μακροῦ δεῖται, καὶ μελέτης βαθείας καὶ ἐπιστημονικῆς· δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ διαλείμματι δύο Βουλευτικῶν Συνόδων νὰ ἀποπερατωθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Πιστεύω, ὅτι ὁ Συνάδελφος μένει εὐχαριστημένος μανθάνων, ὅτι γίνεται τοιαύτη ἐργασία, καὶ ὅτι ὅσον αὐτός, τοσοῦτον καὶ ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ σπεύσῃ πρὸς τὸ τοιοῦτον ἔργον. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Συναδέλφου κεῖται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Συνάδελφος νομίζει, ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἔχωμεν κἄτι τι τέλειον, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν ὑποβάλλοντες νομοθετήματα πρὸς βελτίωσιν μερικήν. Τοῦτο σκοποῦσι τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα νομοθετήματα. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ ἐτῶν ἐκφέρεται γνώμη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως μέτρων πρὸς περιστολὴν τῶν γενομένων καταχρήσεων τῶν ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας χορηγουμένων εὐκολιῶν, πρὸς παρέλκυσιν τῶν δικῶν, καὶ γενικὴ κραυγὴ ἀκούεται πανταχόθεν περὶ τούτου. Ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐμερίμνησα νὰ ἀποφράξω, ὅσον εἶναι δυνατόν, πλείονας ἀτραποὺς ἐκ τῶν ἀγουσῶν εἰς τοιαύτην ἔκνομον παρέλκυσιν τῶν δικῶν, τοῦτο δὲ σκοποῦσι καὶ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον καὶ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον, ὡς καὶ ἄλλα, ἐφ’ ὧν ὁλονὲν ἐργάζομαι καὶ ἅπερ ἐν τῇ προσεχῇ Συνόδῳ ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1869, ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ μακαρίου Πετσάλη, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὰ αὐτά, ὅσα καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, μετὰ 18 ἔτη, τουτέστιν ὑπέδειξα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν τότε Βουλήν τὴν ἀνάγκην συστηματικῆς διαῤῥυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν Νόμων τῶν ἀστικῶν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Βεβαίως δὲν ἦτο ἀνάγκη ἑκάστοτε, ὁσάκις ἐπαρουσιάζετο εἰς ψήφισιν εἰδικὸς Νόμος, ἀφορῶν εἰς ἁπλῆν τροποποίησιν μόνον τῶν Δικαστικῶν Νόμων, νὰ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν· τὴν ἐπαναλαμβάνω σήμερον, διότι ἔχω μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω· τὴν ἐπαναλαμβάνω δὲ μετὰ μείζονος δυνάμεως, ἥν μοι δίδει 18 ἐτῶν πεῖρα. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, νὰ τροποποιῶνται διατάξεις τινὲς μερικαί, εἴτε ἐκ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἴτε ἐκ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἴτε ἐκ τῶν ἄλλων Δικαστικῶν Νόμων, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα κατέδειξεν ὡς σφαλεράς. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς προσκρούσῃ οὕτως εἰς δεινὸν σκόπελον. Ἡ νομοθεσία, Κύριοι, τῶν ἐθνῶν εἶναι ὀργανικόν τι σύνολον, ὅταν δὲ ἐπιχειρῇ ἄνευ συστήματος μερικὰς τῶν κειμένων Νόμων τροποποιήσεις, κινδυνεύει νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὀργανικὴν ἑνότητα τῆς νομοθεσίας, περιπλέον δὲ καθιστᾷ καὶ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν τροποποιήσεων τούτων, ἐὰν μάλιστα αὐξηθῶσιν, ὡς παρ’ ἡμῖν, λίαν δυσχερῆ καὶ σχεδὸν ἀπρόσιτον τοῖς πολλοῖς. Αἱ μερικαὶ τροποποιήσεις, κύριε Πρόεδρε, αἱ κατὰ πᾶσαν Σύνοδον ἐπερχόμεναι, κατέστησαν τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἀληθῆ νομοθετικὸν κέντρωνα. Πολλάκις ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, οἱ ἔχοντες ἐπάγγελμα τὴν γνῶσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων Νόμων, εὑρισκόμεθα ἐν ἀπορίᾳ, μήπως διάταξίς τις, εἴτε τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἴτε τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κτλ. ἐτροποποιήθη δι’ εἰδικοῦ τινος Νόμου. Βλέπετε εἰς ποῖον κίνδυνον ἐκτιθέμεθα, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, εἰς τὸν κίνδυνον ν’ ἀπολέσῃ ἡ κοινωνία τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου· διότι, ὅταν ὁ πολίτης δὲν ἔχῃ πρόχειρον καὶ σαφῆ τὸν Νόμον, ἵνα κανονίσῃ κατ’ αὐτὸν τὰς ἐννόμους σχέσεις του καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του, χαλαροῦται αὐτὸ τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, καὶ ἡ χαλάρωσις αὕτη εἶναι ἡ ἀνεξάντλητος πηγὴ τῶν πολλῶν δικῶν. Αὐτὴ ἡ χαλάρωσις τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαίου ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἶναι ἡ αἰτία καὶ τῶν πολλῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι αὐξάνουσιν εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον. Εἶναι καιρὸς, κύριε Πρόεδρε, νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ῥιζικῆς καὶ συστηματικῆς τροποποιήσεως τῶν Νόμων, τῶν κανονιζόντων τὰς ἀστικὰς τῶν πολιτῶν σχέσεις. Χαίρω δὲ ἀκούων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐργάζεται ἐπὶ τούτου· ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ προκαλέσῃ τὴν σύμπραξιν εἰδικῶν ἀνδρῶν, προσηκόντως ἀμειβομένων, διότι ἄνευ ἀμοιβῆς οὐδεὶς ἐργάζεται μετὰ ζήλου. Δὲν εἶναι μεγάλη θυσία νὰ ψηφίσωμεν πίστωσιν πρὸς ἀμοιβὴν δεκαμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου μετὰ ζήλου καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐργασίαν της. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργός.
§16ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἐπιμισθίου τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν διδασκόντων ἐν φροντιστηρίῳ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150).
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον Νόμου περὶ κυρώσεως τριῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ 1) τῆς ἐν Ἁμβούργῳ Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας «Α. C. de Freitas et Cie», 2) τῆς ἐν Λονδίνῳ «Westcott et Laurance» καὶ 3) τῆς ἐν Λίβερπουλ Wm Johnston et Cie». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς. Περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον καὶ τὸν περὶ αὐτοῦ Νόμον).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως πρεσβειῶν.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλῶς κανονιστικὸν καὶ διαῤῥυθμιστικὸν τῶν ἤδη κειμένων, μετά τινων βελτιώσεων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἔχω προσθήκην τινὰ νὰ ὑποβάλω, ἐν τῷ ἄρθρῳ 8, τὴν ὁποίαν καταθέτω ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ἀναγνωσθῇ οὕτω τροποποιημένον τὸ ἄρθρον 8. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις «καὶ 1 τοῦ Νόμου ϠΓʹ τοῦ 1881», νὰ προστεθῶσι δὲ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ἑξῆς: «Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ παρὰ Πρεσβείᾳ ἀκόλουθος, ἂν μὴ προϋπηρετήσῃ ἓν ἔτος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῆς γενομένης ὡς ἀνωτέρω τροποποιήσεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 8).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τοῦ γλεύκους τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–3, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§22ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὅρος, τοῦ νὰ ὑπολογίζηται ἡ ἐξαγωγὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παραγωγὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων 5 ἐτῶν, εἶναι ὀλίγον ὑπερβολικὸς, καὶ νομίζω συγκεκριμένως διὰ τὴν Καρυστίαν, ὅτι, ἐὰν ζητήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ ἄρθρου 4, ἴσως δὲν θὰ δυνηθῇ, καθόσον, ἐὰν ληφθῶσι τὰ 5 προηγούμενα ἔτη καὶ λάβωμεν εἰς σύγκρισιν μὲ τὸ ἔτος τοῦτο ἢ μὲ τὸ παρελθὸν ἔτος, θὰ εὕρωμεν μίαν διαφορὰν μεγίστην, ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, τῆς γενομένης ἐσχάτης εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐνεθαῤῥύνθησαν οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν καὶ ἐπεξέτειναν τὴν καλλιέργειάν των, ἡ ἐπέκτασις δ’ ἐγένετο ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν πέντε παρελθόντων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ τρέχοντος εἶναι πολλὴ μεγάλη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔτη, ἐφ’ ὧν γίνεται ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ μέσου ὅρου, διότι τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἀσφαλέστερον τὸ μέτρον τοῦ δανείου. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ζητουμένη τροποποίησις ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν παρ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, διότι ἡ ἐπέκτασις τοῦ μέσου ὅρου ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐξαγωγῆς ἢ τῆς μεταφορᾶς πέντε ἐτῶν οὐδόλως εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι, καθ’ ἣν αὐτὸς ἐξέφρασε γνώμην, θέλει μειώσει τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐξαγωγῆς πρὸς τὴν παραγωγήν. Τοὐναντίον ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμὸς τοῦ μέσου ὅρου δύναται ἴσως καὶ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν διάταξιν διαμερισμάτων. Ὁ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 ὑπολογισμὸς, ὁ κανονίζων τὰ τῆς ἐπεκτάσεως ἢ τῆς μὴ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου ἐπὶ τὰ διαμερίσματα, ὧν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, εἶναι οὗτος: Βεβαίωσις τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐξαγωγῆς· βεβαίωσις τῆς κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος παραγωγῆς· διπλασιασμὸς τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ἀντιπαράθεσις πρὸς τὴν παραγωγήν. Ἂν τὸ διπλάσιον τῆς ἐξαγωγῆς ὑπερβαίνῃ τὴν παραγωγὴν, ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπέκτασις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου ἐπὶ τὸ διαμέρισμα, ἂν τοὐναντίον ὑπολείπηται τῆς παραγωγῆς, ἀπαγορεύεται ἡ ἔκδοσις τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ μέσος ὅρος τῆς ἐξαγωγῆς τῶν τελευταίων πέντε ἐτῶν ἦναι ἀνώτερος τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ τελευταίου ἔτους, ἡ περὶ πενταετίας διάταξις παριστᾷ τὴν ἀναλογίαν τῆς παραγωγῆς κατωτέραν, καὶ διευκολύνει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου ἐπὶ τὸ διαμέρισμα....
§24ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παραγωγὴ εἶναι κατωτέρα, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἐξαγωγὴ κατωτέρα κατὰ πολὺ περισσότερον.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἐξαγωγὴν ἀφορᾷ ἡ διάταξις περὶ πενταετίας, οὐχὶ εἰς τὴν παραγωγήν.
§26ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐξαγωγὴν ἀκριβῶς εἶναι ὁ μέσος ὅρος· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου· κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ ἐξαγωγὴ ἔγινε πολὺ ζωηροτέρα, ἐνῷ πρὶν ἦτο ἐλαχίστη.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσως ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ διάταξις ἔχει καλῶς. Ποῦ στηρίζεται αὕτη; Στηρίζεται ἐπὶ ἐξαγωγῆς ἀνωτέρας τοῦ ἡμίσεος τῆς ὅλης τοῦ διαμερίσματος παραγωγῆς· τουτέστιν, ἐὰν ἡ ἐξαγωγὴ ἦναι ἀνωτέρα τοῦ ἡμίσεος τῆς ὅλης τοῦ διαμερίσματος παραγωγῆς, ἐπεκτείνεται ἐπὶ τὸ διαμέρισμα τὸ εὐεργέτημα τοῦ νομοσχεδίου· διατί; διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ ἀναλογῶν φόρος εἰς τὸ μὴ ἐξαγόμενον μέρος τῆς παραγωγῆς καλύπτεται διὰ τοῦ προστιθεμένου ποσοστοῦ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐξαγομένου οἴνου. Ἄν τὸ ποσὸν τοῦ ἀποταμιευομένου πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν οἴνου ἦναι σχεδὸν ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ ἐξαγομένου οἴνου, διὰ τίνος ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν βεβαιουμένου φόρου θ’ ἀνεπληροῦτο τὸ ἀφορολόγητον τοῦ ἐπιτοπίως καταναλισκομένου οἴνου; Πρὸς ἀναπλήρωσιν θ’ ἀπῃτεῖτο ποσοστὸν μονονουχὶ διπλασιάζον τὸν φόρον· ἄρα τοιοῦτον εἶναι τὸ προστιθέμενον ποσοστόν; Ὁ ἐπὶ τῇ ἀποταμιεύσει φόρος εἶναι 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ προσέτι τὸ πεμπτημόριον τῶν 2 λεπτῶν, ἑπομένως ἐν συνόλῳ 2 λεπτῶν καὶ 40 ἑκατοστῶν τοῦ λεπτοῦ. Ἔπρεπεν ἄρα ὁ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου ἐπιβαλλόμενος φόρος νὰ προσεγγίζῃ εἰς 4 λεπτὰ καὶ 80|100 τοῦ λεπτοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιβάλλει φόρον τεσσάρων λεπτῶν καὶ 80)100 τοῦ λεπτοῦ, μόνον τριῶν λεπτῶν καὶ 50)100 τοῦ λεπτοῦ φόρον ἐπιβάλλει, τουτέστι κατὰ ἓν λεπτὸν καὶ 30)100 τοῦ λεπτοῦ κατώτερον τῆς ἀναλογίας. Ἐὰν ἐπεβάλλετο κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου φόρος, προσεγγίζων εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ κανονικοῦ, ἦτο δίκαιον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πᾶσαν παρατήρησιν, σκοποῦσαν εἰς τὸ ἐπιεικέστερον τοῦ ὑπολογισμοῦ· ὅταν ὅμως ὁ φόρος ὑπολείπηται κατὰ ἓν λεπτὸν καὶ 30 ἑκατοστὰ τοῦ λεπτοῦ τῆς ἀναλογίας τῶν 4 λεπτῶν καὶ 80 ἑκατοστῶν, νομίζω, ὅτι, ὅση καὶ ἂν ᾖ ἡ διαφορὰ, ὡς ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μέσου ὅρου ἐπὶ πέντε ἐτῶν, δὲν δύναται αὕτη νὰ καταστήσῃ τὸν φόρον ὑπέρτερον τῆς ἀναλογίας.
§28ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν, ἐφ’ ὧν θὰ ἐζητεῖτο ὁ μέσος ὅρος, ἐγὼ δὲν ἤθελον ἔχει κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ ἀναλογίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, οἵα εἶναι 1 ὁλόκληρον πρὸς ¾, δηλ. ἐπὶ παραγωγῆς ἑνὸς νὰ βεβαιῶται, ὅτι τὰ ¾ τοῦ 1 ἐξήχθησαν, ὅπως δικαιῶται ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ἡ θέλουσα νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ Νόμου, νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν σχετικοῦ Β. Διατάγματος, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὴν γνώμην σας, ἡ ὁποία διατυποῦται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραγομένου οἴνου ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἐξαγόμενον καὶ τὸν καταναλισκόμενον ἐπιτοπίως.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀναλογίαν, διότι θέλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἦναι ἀρκούντως εὐρὺ, ὥστε νὰ περιλάβῃ ὅσον ἔνεστι πλείονα διαμερίσματα. Ἐὰν προέκειτο νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μόνον εἰδικὰς περιπτώσεις καὶ ἰδίως τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἦτο ἀνάγκη ποσοστοῦ, ὅσον τὸ διπλάσιον οὐδὲ τὸ ἡμιόλιον τοῦ φόρου, ἀλλὰ κλάσμα τι μόνον τοῦ φόρου, προστιθέμενον κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, θὰ ἤρκει πρὸς τὴν δικαίαν τοῦ φόρου ἐπιμέτρησιν. Ἐν Θήρᾳ τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον ἐν τῇ χώρᾳ οἴνου δὲν εἶναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ἐξαγόμενον, εἶναι πολὺ κατώτερον, ἐθεωρήθη ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει περὶ τὰ φορολογικὰ νὰ παραδεχώμεθα εὐκόλως τὰ προνόμια, καὶ ἵνα μὴ καταστῇ προνόμιον ὑπὲρ τῆς Θήρας τὸ ἀναγραφόμενον ὑπὲρ αὐτῆς πλεονέκτημα, προτείνομεν τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ καὶ εἰς ἄλλα διαμερίσματα, ὧν ἡ ἐξαγωγὴ ὑπερβαίνει ὡρισμένην τινὰ ἀναλογίαν πρὸς τὴν παραγωγήν. Ὑπὲρ τῆς Θήρας τὸ μέτρον ἔπρεπε πάντως νὰ νομοθετηθῇ, διότι ὀφείλομεν νὰ διευκολύνωμεν ὅσον ἔνεστι τὰ τῆς φορολογίας ἐν τοῖς διαμερίσμασι, τοῖς παράγουσι τὸν οἶνον πρὸς ἐξαγωγήν. Ὁ οἶνος, ὁ πρὸς ἐξαγωγὴν παραγόμενος εἶναι πολυτιμότερος τῇ χώρᾳ τοῦ οἴνου τοῦ παραγομένου πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν, συμφέρει δ’ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἡ διὰ φορολογικῶν εὐκολιῶν ἐμψύχωσις αὐτοῦ, συναγωνιζομένου πρὸς τὴν ξενικὴν παραγωγήν. Παρέχοντες τὰς φορολογικὰς ταύτας εὐκολίας εἰς τὴν Θήραν, ἔνθα τὸ πλεῖστον τοῦ οἴνου παράγεται πρὸς ἐξαγωγήν, ὀφείλομεν νὰ μὴ περιορίσωμεν τὸ πλεονέκτημα εἰς μόνα τὰ διαμερίσματα, ἔνθα ἡ ἐπιτόπιος κατανάλωσις τοῦ οἴνου ὑστερεῖ τῆς ἐξαγωγῆς, ὅσον ἐν Θήρᾳ· ἐπεξετείναμεν τὸ πλεονέκτημα εἰς τὰ διαμερίσματα, ἔνθα ἡ παραγωγὴ ὑπερβαίνει τὸ διπλάσιον τῆς ἐπιτοπίου καταναλώσεως, τὸ προστιθέμενον ὅμως ποσοστὸν εἰς τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπιβαλλόμενον φόρον δὲν ἐκανονίσαμεν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ. Ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ ταύτῃ δὲν ἔπρεπεν ἐν τῇ νήσῳ Θήρᾳ νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπιβαλλόμενον φόρον 1 λεπτὸν καὶ 10)100 τοῦ λεπτοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν ποσοστὸν μετριώτερον διότι ἡ ἐπιτόπιος κατανάλωσις δὲν ἔχει λόγον πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ὡς 1 καὶ 10 πρὸς 2 καὶ 40, ἀλλ’ ἐλάσσονα, ἔπρεπεν ἴσως νὰ προσθέσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοστοῦ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐδόθη γενικὸς χαρακτὴρ, τὸ μὲν πρόσθετον ποσοστὸν ἐκανονίσθη ἀνώτερον τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς μόνην τὴν Θήραν, ἐπεξετάθη δὲ τὸ εὐεργέτημα τοῦ Νόμου εἰς διαμερίσματα, ὧν ἡ ἐξαγωγὴ δὲν ὑπερτερεῖ τὴν ἐπιτόπιον κατανάλωσιν ὅσον ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ. Ὁ κανονισμὸς τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ, γενόμενος ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ, εὐνοεῖ, ὡς εἰκὸς, τὰς περιφερείας, ὧν ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι κατ’ ἀναλογίαν ἐλάσσων, καὶ ἐπιβαρύνει τὰς περιφερείας, ὧν ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι κατ’ ἀναλογίαν μεγαλειτέρα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον, ἐφαρμοζομένου ποσοστοῦ ἑνιαίου εἰς περιπτώσεις διαφόρους. Ἡ ἐξακρίβωσις τῶν πρὸς καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ στοιχείων, οἵαν συνιστᾷ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑποθέτει ποσοστὸν διάφορον ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ, ἐν δὲ τῷ διαμερίσματι, εἰς ὃ ἰδίως ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, ποσοστὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ κατὰ μέσον ὅρον κανονισθέντος. Ὅπως ηὐρύναμεν τὸν κύκλον τῶν διαμερισμάτων, ἐφ’ ἃ ἐπεκτείνεται τὸ εὐεργέτημα τοῦ Νόμου ἄνευ εἰδικωτέρας ἐπιβαρύνσεως τῶν μᾶλλον εὐεργετουμένων, οὕτω χάριν τοῦ ἑνιαίου τοῦ μέτρου δὲν πρέπει νὰ ἐνδιατρίβωμεν εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἔλλειψις διακρίσεων ἐπάγεται ἐπιβάρυνσιν, ἀφοῦ τὸ μέτρον θὰ ᾖναι πάντως εὐεργετικὸν, ἐπιβαλλόμενον μόνον εἰς τοὺς ζητοῦντας νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὡς πρὸς τὰ ἐνέχυρα παρὰ τραπεζίταις διαδικασίας.
§31ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἰδιώτας τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου ΩΚΘʹ ἐχορηγήθη εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπεξετάθη καὶ εἰς ἑτέρας Τραπέζας. Κατὰ τὸν Νόμον ἐκεῖνον, αἱ Τράπεζαι, δανείζουσαι ἐπὶ ἐνεχύρῳ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ συντάξωσιν ἐπίσημα συμβόλαια, ἢ συμβόλαια ἰδιωτικὰ μὲν, ἀλλὰ φέροντα βεβαίαν χρονολογίαν· ἀρκεῖ δι’ αὐτὰς ἡ σημείωσις τοῦ δανείου ἐν τοῖς οἰκείοις βιβλίοις τῆς Τραπέζης, ἡ σημείωσις τοῦ ἐνεχύρου ἐν τῷ οἰκείῳ βιβλίῳ αὐτῆς. Τοῦτο παρέχει πλήρη πίστιν περὶ τῆς ἐνεχυριάσεως, διὰ τέλος δὲ χαρτοσήμου τῆς ἀποδείξεως τῆς ἐνεχυριάσεως καταβάλλεται ἥμισυ τοῖς χιλίοις. Ἤδη πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς ἰδιώτας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη ἐμβάλλει εἰς κίνδυνον τὴν κοινωνίαν τὴν συναλλασσομένην. Κατὰ τὸν περὶ ἐνεχύρων Νόμον, τὸ ἐνέχυρον δέον νὰ βεβαιῶται διὰ συμβάσεως ἐπισήμου, ἢ δι’ ἐγγράφου ἰδιωτικοῦ, φέροντος βεβαίαν χρονολογίαν. Τοῦτο δὲ πρὸς ἀποφυγὴν καταδολιεύσεως τοῦ Νόμου· διότι ὑποθέσατε ἕνα ὀφειλέτην ἀναξιόχρεων, ὀφείλοντα εἰς πολλοὺς, θέλοντα ὅμως, εἴτε ἐκ συμπαιγνίας, εἴτε ἄνευ συμπαιγνίας, νὰ προτιμήσῃ ἕνα τινὰ τῶν δανειστῶν του· ὁ ὀφειλέτης οὗτος δὲν ἔχει, κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ συνεννοηθῇ μέ τινα τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ἀποκτησόντων τὸ πλεονέκτημα τοῦ πιστοποιεῖν τὰ ἐνέχυρα διὰ μόνης τῆς ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ σημειώσεως, καὶ συνάψῃ μετ’ αὐτοῦ συμβόλαιον ἐνεχυριάσεως προχρονολογημένον, πρὸς βλάβην τῶν ἑτέρων δανειστῶν του καὶ πρὸς ὄφελος ἐκείνου. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει προκειμένου περὶ τῶν Τραπεζῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιτήρησιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ αἵτινες, ἀνώνυμοι οὖσαι, ἀποτελοῦσιν ἓν ἰδανικὸν πρόσωπον, ἄσχετον πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ φυσικὰ, τὰ διοικοῦντα τὴν Ἑταιρίαν, ἅτινα οὐδὲν ἔχουσιν ἀτομικὸν συμφέρον νὰ καταδολιευθῶσι τὸν Νόμον, διότι ἡ ἐκ τῆς καταδολιεύσεως ὠφέλεια δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μετόχων, τοὺς ὁποίους ἐκπροσωποῦσι. Λοιπὸν εἰς ἐκεῖνα τὰ καταστήματα δύναται ὁ Νόμος νὰ παράσχῃ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, ὅπερ ὠφελεῖ τοὺς δανειζομένους, τὸ μὲν διότι ἀποφεύγουσι τὰ βαρέα τέλη τοῦ χαρτοσήμου, τὸ δὲ διότι ἀπαλλάσσονται τῆς χρονοτριβῆς τῆς συντάξεως τῶν ἐπισήμων συμβολαίων. Ἀλλ’ ἡ παροχὴ τοῦ πλεονεκτήματος τούτου καὶ εἰς ἰδιώτας θέλει ἐπιφέρει τὴν καταδολίευσιν τοῦ Νόμου. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι παρέχει ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι ἡ παροχὴ τοῦ πλεονεκτήματος ἀνατίθεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι γνωστὸν εἶναι πόσαι ἐπιῤῥοαὶ δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὴν ἔκδοσιν Διατάγματός τινος.
§32ΠΑΧΥΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, προκειμένου περὶ τοιούτων τραπεζιτῶν, περὶ τῶν ὁποίων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὁμιλεῖ, ὅτι δύνανται οὗτοι νὰ καταχρασθῶσι.
§33ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Οὐδὲν πρόσωπον τραπεζίτου ἔχω ὑπ’ ὄψει μου· ὁμιλῶ γενικῶς, καὶ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποῤῥιπτέον, ὡς ἀσύμφορον καὶ ἄδικον καὶ ἄνισον, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις, σεῖς μὲν, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα αὐτὸ, θὰ δύνασθε νὰ δανείζητε τὸ χρῆμά σας ἄνευ οὐδεμιᾶς πράξεως καὶ δυσκολίας, ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχω τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, θ’ ἀναγκασθῶ νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Συμβολαιογράφον, νὰ συντάξω συμβόλαιον, νὰ πληρώσω τέλος βαρύ. Τοῦτ’ αὐτὸ δὲ θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἐνῷ ἐγὼ θὰ ὑπαχθῶ εἰς ὅλους τοὺς τύπους, τὰς δυσκολίας, τὰ ἔξοδα καὶ τὰς χρονοτριβὰς τοῦ κοινοῦ περὶ ἐνεχύρων Νόμου, σεῖς, ὁ ἔχων τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, θὰ δυνηθῆτε δι’ ἁπλῆς εἰδοποιήσεως ἔν τινι ἐφημερίδι νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἐνεχύρου ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, ἢ ἐνώπιον Συμβολαιογράφου. Θεωρῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ἄτομα ὡρισμένα καὶ ἐν κοινωνίᾳ καυχωμένῃ ἐπὶ ἰσότητι. Δὲν ἐννοῶ διατὶ αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς Νόμος· ἐὰν ὁ κοινὸς Νόμος περὶ ἐνεχύρων δὲν ἦναι καλὸς, μεταβάλετε αὐτόν.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δίλημμα, ὅπως, ἐὰν μὲν θεωρῇ αὕτη τὸν Νόμον τὸν κείμενον μὴ καλῶς ἔχοντα, τροποποιήσῃ αὐτὸν, ἐὰν δὲ θεωρῇ αὐτὸν καλῶς ἔχοντα, μὴ νομοθετήσῃ ἐξαιρετικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ τὸν Νόμον τὸν κείμενον ἐθεώρησεν ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἐξ ὑπαρχῆς ὡς χρῄζοντα βελτιώσεως, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ γενικότητι αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεσπίσθη ἡ ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐὰν τὸ προβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δίλημμα ἦτο ἄρτιον, ὅτι, ἢ ἀγαθὸς εἶναι ὁ Νόμος καὶ ἐξαίρεσις δὲν χωρεῖ, ἢ κακὸς καὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου Νόμου, ἡ νομοθεσία κακῶς ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἐθεωρήθησαν κακῶς τεθέντες οἱ περὶ τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Νόμοι, ἀλλ’ ἡ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξαιρετικὴ αὕτη νομοθεσία δοκιμασθεῖσα ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς πείρας καὶ ἀπεδείχθη ἀξία ἐπεκτάσεως· διὸ κατὰ τὸ 1880 ἐνομοθετήθη, μηδενὸς ἀντιτείνοντος, ὅπως τὸ πλεονέκτημα τοῦτο ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας, εἰς Τραπέζας εἰδικῶς κατονομαζομένας ἐν τῷ νομοθετήματι, τῷ ψηφισθέντι τῷ 1880, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας, μὴ εἰδικῶς κατονομαζομένας. Ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία εἶναι ἀπόῤῥοια ἀνάγκης, ὅτι εἶναι νομοθεσία ἐπιβλαβὴς, ὅτι τὸ ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν εἶναι τὸ κεκανονισμένον χάριν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι τοῦτο πολεμεῖ τὴν τοκογλυφίαν, ὅτι τοῦτο παρέχει εὐκολίας εἰς τοὺς δανειζομένους, ἀλλ’ ὅτι ἡ νομοθεσία δὲν ἠδύνατο τὸ κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐμπιστευθῇ τοιοῦτον νομοθέτημα εἰς ἄλλον, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Προαχθείσης τῆς κοινωνίας, ἐθεωρήθη ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ τὸ πλεονέκτημα καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας, σήμερον δὲ, ἐν τῇ αὐτῇ ὁδῷ βαδίζοντες, προκαλούμεθα νὰ προβῶμεν καὶ ἓν βῆμα περαιτέρω. Δὲν δυνάμεθα νὰ γενικεύσωμεν τὴν διάταξιν, ἐπιτρέποντες τὸν συνοπτικὸν τῶν τοῦ ἐνεχύρου κανονισμὸν εἰς τοκιστὰς, μὴ παρέχοντας ἐγγύησίν τινα. Ἐγγύησιν δὲ ζητοῦμεν, ὅπως ὁ τοκίζων ἀνήκῃ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν τραπεζιτῶν, τὴν ἀνωτάτην· ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ τραπεζίτης, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν ἀνωτάτην κατηγορίαν, παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, ἃς καὶ μία οἱαδήποτε Τράπεζα Ἀναγνωρίσαντες ὑπὲρ πάσης Τραπέζης τὴν εἰδικὴν νομοθεσίαν, πῶς νὰ μὴ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς τραπεζίτας τῆς ἀνωτάτης κατηγορίας τὴν σημασίαν καὶ τὰ πιστὰ τῶν Τραπεζῶν τῆς κατωτάτης κατηγορίας; Ταύτην τῶν τοκιζόντων τὴν διάκρισιν θεωρεῖ ὡς ἀνισότητα ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν προσωπικῶς, θὰ ὑπῆρχεν ἀνισότης, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς τραπεζίτας, ἀφορᾷ εἰς τὸν δανειζόμενον, καὶ χάριν τοῦ δανειζομένου εἴπομεν, ὅτι ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐπιτρέπομεν εἰς τὰς Τραπέζας, τὰς εἰδικῶς κατονομαζομένας, ὅτι ἐπιτρέπομεν εἰς πᾶσαν Τράπεζαν τὸν συνοπτικὸν τοῦτον κανονισμὸν τῶν τοῦ ἐνεχύρου. Ἤδη προτείνεται, ἵνα ἐπιτραπῇ ὁ κανονισμὸς οὗτος καὶ εἰς τραπεζίτας ἀνήκοντας εἰς εἰδικὴν κατηγορίαν. Βεβαίως τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν τραπεζιτῶν τούτων καὶ τῶν τραπεζιτῶν τῶν μὴ κεκτημένων τὰ προσόντα τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ὁ Νόμος οὗτος δὲν τίθεται χάριν τῶν τραπεζιτῶν, δὲν ἔρχεται ν’ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα τῶν τραπεζιτῶν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει δικαίωμα τοῦ δανειζομένου, τὸ δικαίωμα, ὅπως δανείζηται ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὅσον ἔνεστιν εὐχερέστερον. Εἶναι δὲ χρήσιμος τῷ δανειζομένῳ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, διότι αἱ Τράπεζαι καὶ Ἑταιρίαι Ἀνώνυμοι, λειτουργοῦσαι κατὰ τὸ καταστατικὸν, δὲν δύνανται νὰ δανείσωσιν ἐν περιστάσεσιν, ἐν αἷς ὁ ἰδιώτης, στηριζόμενος εἰς πληροφορίας οἱασδήποτε, πείθεται, ὅτι δύναται ἀσφαλῶς νὰ δανείσῃ. Αἱ Τράπεζαι δὲν δανείζουσιν ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν ἢ μετοχῶν, ὅταν δὲν κατετέθησαν ὅλαι αἱ δόσεις αὐτῶν, ἀλλὰ τοιοῦτον περιορισμὸν δὲν ὑφίσταται ὁ ἰδιώτης, ὅστις, γινώσκων, ὅτι ἡ μετοχὴ ἡ κατατεθειμένη, καίτοι δὲν ἠλευθερώθη ἐντελῶς, καίτοι δὲν ἐξωφλήθησαν πᾶσαι αἱ δόσεις αὐτῆς, ἔχει ὅμως ἀξίαν ὡρισμένην, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας ταύτης δανείζει. Εἶναι πρέπον νὰ παράσχωμεν τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς κατόχους τοιούτων μετοχῶν, νὰ λαμβάνωσι δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτῶν, καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ἐὰν τοῖς εὐκολύνωμεν τὴν ἐνεχυρίασιν αὐτῶν εἰς τὸν δυνάμενον νὰ τὰς δεχθῇ εἰς ἐνέχυρον. Εἶναι ἀναντιῤῥήτως εὐκολία πρὸς τοὺς δανειζομένους ἡ ἐπέκτασις τῆς εἰδικῆς περὶ ἐνεχύρων νομοθεσίας εἰς τραπεζίτας, εἰς τὴν εὐκολίαν δὲ ταύτην, τὴν εἰς τὸν δανειζόμενον ἀφορῶσαν, ἀποβλέποντες, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§35ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ συμφωνήσω καθ’ ὁλοκληρίαν μετ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὸν κανόνα τοῦ κοινοῦ δικαίου, οἱ δανεισταὶ πάντες ἐν ἴσῃ μοίρᾳ εὑρίσκονται ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ ὁ Νόμος χορηγεῖ προνόμια ὑπέρ τινος ἤ τινων ἐξ αὐτῶν. Ὁσάκις δὲ ὁ ὀφειλέτης οἰκείᾳ βουλήσει προσφέρῃ τῷ δανειστῇ προνόμιον, ὁ Νόμος ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων σαφῆ πιστοποίησιν τοῦ χρόνου τῆς χορηγήσεως τοῦ προνομίου, εἴτε ὑποθήκη εἶναι τοῦτο, εἴτε ἐνέχυρον. Ταῦτα δὲ, ἵνα ἀποφύγῃ τὰς καταδολιεύσεις, τὰς ἐκ συμπαιγνίας τοῦ ὀφειλέτου μετά τινος δανειστοῦ τελουμένας. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ ὑποθηκῶν, ἔχομεν βιβλίον ἐπίσημον, προσιτὸν τοῖς πᾶσιν, ἵνα ἐν αὐτῷ βεβαιῶται ἡ ἀπόκτησις τῆς ὑποθήκης καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν αὕτη ἀπεκτήθη, προκειμένου δὲ περὶ ἐνεχυριάσεως, ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἵνα τὸ ἔγγραφον φέρῃ βεβαίαν χρονολογίαν, δηλ. τὸ ἔγγραφον δέον νὰ ἦναι ἢ ἐπίσημον, ἢ ἰδιωτικὸν, ἐπιτεθεωρημένον παρά τινος τῶν Συμβολαιογράφων, ἢ ἀναφερόμενον ἔν τινι ἄλλῳ ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, ὅτε τὸ ἰδιωτικὸν συμβόλαιον ἀποκτᾷ βεβαίαν χρονολογίαν. Ἡ χρονολογία ἡ βεβαιωμένη τῆς ἐνεχυριάσεως ἀσφαλίζει πάντα δανειστὴν ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ κινδύνου τῆς προχρονολογήσεως. Ὁ κοινὸς λοιπὸν Νόμος περὶ ἐνεχύρου δὲν εἶναι ἐλαττωματικὸς, εἶναι ὀρθότατος, εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ὅπως ὁ Γαλλικὸς Νόμος ὑπέρ τινων ἱδρυμάτων, οὕτω καὶ ὁ ἡμέτερος ἐχορήγησε τὸ πλεονέκτημα εἴς τινα ἱδρύματα, νὰ μὴ συντάσσωσι περὶ ἐνεχυριάσεως ἐπίσημα συμβόλαια, ἀλλ’ ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτῶν ἁπλῶς νὰ σημειῶσι τὴν ἐνεχυρίασιν, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ τῷ Νόμῳ, πεποιθότι εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Καταστήματος. Ὁ Γαλλικὸς Νόμος ἐχορήγησε τὸ πλεονέκτημα τοῦτο ὑπὲρ τοῦ ἱδρύματος τοῦ Mont de piété, ὁ δὲ ἡμέτερος ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ δὲ Νόμῳ ἐτέθη διάταξις, ὅτι τὸ πλεονέκτημα τοῦτο δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὑπὲρ ἄλλων Τραπεζῶν διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν ἐγένετο ὅμως ἡ ἐπέκτασις αὐτοῦ τοῦ πλεονεκτήματος οὔτε ἡ καθιέρωσις αὐτοῦ, διότι ὁ κοινὸς Νόμος εἶναι ἀτελὴς, οὐχί· ὁ κοινὸς Νόμος εἶναι τεθεμελιωμένος ἐπὶ βάσεων ἀκραδάντων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρήσητε εἴς τινα τὸ πλεονέκτημα τῆς ἐνεχυριάσεως ἄνευ ζημίας ἄλλων, ἐὰν δὲν φροντίσητε προηγουμένως νὰ λάβητε ἐξασφάλισιν περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεχυριάσεως. Δὲν ἐχορηγήθη τὸ πλεονέκτημα εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, οὐδ’ ἐπεξετάθη κατόπιν εἰς τὰ ἄλλα τραπεζικὰ ἱδρύματα διὰ τὴν ἀτέλειαν τοῦ Νόμου, ἐπεξετάθη μόνον καὶ μόνον, διότι ὁ νομοθέτης ἐθεώρησε τὸ ἵδρυμα τὸ τραπεζικὸν, ὡς παρέχον πλήρη ἐγγύησιν περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτοῦ δι’ ἁπλῆς βεβαιώσεως ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ χρόνου τῆς ἐνεχυριάσεως. Τώρα ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ὁ ἰδιώτης δύναται νὰ παρέχῃ αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀρκεῖ νὰ πληρόνῃ τὸν ὑπὸ τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων Νόμου ὡρισμένον ἀνώτερον φόρον τῆς κλάσεως ταύτης τῶν τραπεζιτῶν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τοῦτο ὡς ἀρκοῦσαν ἀσφάλειαν· δύναται ἄνθρωπός τις νὰ πληρόνῃ τὸν ἐλάχιστον φόρον καὶ νὰ ἦναι τιμιώτερος παντὸς ἄλλου, μᾶλλον φορολογουμένου. Λάβετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὸν κίνδυνον τὸν τοιοῦτον καὶ τὸ τυχαῖον γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως καὶ θέλετε ἰδεῖ ποίους κινδύνους ἐγκλείει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρὸς καταδολίευσιν τῶν ἀτυχῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τουλάχιστον δὲν ἐγινώσκομεν τὰ περιστοιχοῦντα ἡμᾶς κακὰ, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδέποτε Ὑπουργός τις δύναται νὰ χορηγήσῃ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο εἰς ἰδιώτην ἀνάξιον ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις αὕτη θὰ ἦναι λίαν ἐσφαλμένη ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς ἡμετέρας.
§36ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον συντεταγμένον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἐφαρμόζονται οἱ περὶ ἐπιτηδευμάτων φόροι, ἑπομένως δὲν ὑπάρχουσι τραπεζῖται πληρόνοντες φόρον πρώτης τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐγὼ θεωρῶ πολὺ καλὸν καὶ χρησιμώτατον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ αὐτὸ οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς ά. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ κληρώσεως μεταξὺ μὴ κατόχων δηλωσάντων τὰς αὐτὰς γαίας. Περὶ οἰνοπνευματοποιείων πρώτης κατηγορίας. Περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἐδαφίων 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας ΣΞΓʹ Νόμου, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν καταλαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων. Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Νόμου ΣΞΓʹ περὶ ὁδοποιΐας καὶ ΣΚϚʹ περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου αὐτῆς).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων καταλαμβανομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τινῶν δημοσίας ὠφελείας.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ Νόμου, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν καταλαμβανομένων γαιῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Προχείρως δὲ σημειῶ τὰς τροποποιήσεις. Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι, ἂν δὲν ἀποδεχθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἀπὸ τὸν Νομομηχανικὸν καὶ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, τότε τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἐργολάβος καταθέτει εἰς τὸ Ταμεῖον τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁρίσει ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ προβαίνει εἰς τὸ ἔργον, καταλαμβάνων τὸ κτῆμα. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ Νόμον, τοῦτο δὲν εἶχεν οὕτως. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἀπεδέχετο τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁριζομένην ἀξίαν, τότε διωρίζοντο πραγματογνώμονες ἑκατέρωθεν, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ προσδιορίσωσιν ἐπιεικεστέραν καὶ δικαιοτέραν ἀξίαν, καὶ νὰ ἐμποδίσωσιν οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν ἐργολάβον νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ Νόμον, ἐὰν ἠμποδίζοντο τὰ ἔργα, τότε τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἐργολάβος κατέφευγεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις προσδιώριζε προσωρινῶς τὴν ἀξίαν, ἥτις κατετίθετο εἰς τὸ Ταμεῖον, καὶ τὸ ἔργον προέβαινεν· οὕτως ἱκανοποιοῦντο τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Τοῦτο διεγράφη. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης, κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δὲν δεχθῇ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ, τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἐργολάβος καταθέτει ταύτην εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ προβαίνει· οὔτε πραγματογνώμονες διορίζονται, οὔτε προσφυγὴ εἰς τὸν Πρόεδρον γίνεται. Εἶναι καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας δύνασθε ν’ ἀναγνώσητε. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὰς τροποποιήσεις ταύτας; Πρόκειται νὰ διευθετηθῶσι χείμαῤῥοι καὶ ποταμοὶ, ν’ ἀποξηρανθῶσι λίμναι καὶ ἕλη, νὰ διοχετευθῶσιν ὕδατα; Ἔχει καλῶς. Ἐὰν ἐπὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρῇ τὴν εἰσαγομένην τροποποίησιν ὀρθὴν, διὰ τί νὰ μὴ τὴν καταστήσῃ γενικὴν ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἔργου; Τί χρειάζεται τὸ εἰδικὸν νομοσχέδιον; Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν συνώδευσε τὸ νομοσχέδιον δι’ ἐκθέσεως, καὶ οὕτω δὲν γνωρίζομεν τί καὶ διατὶ ψηφίζομεν. Κατηργήσαμεν τὰς προεξελέγξεις ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, διότι αὗται δὲν ἐργάζονται· τοὐλάχιστον ἂς ἔχωμεν μίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, πρὸς ὁδηγίαν μας, ἵνα μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν εἰς συζητήσεις ματαίας.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ· θὰ ἦναι καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ὑποβάλωμεν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ κατόπιν γενῇ ἡ συζήτησις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (Κατόπιν ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς ά. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου. Περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν ἐργοδηγῶν).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικὰ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ἑπόμενος εἰς τὴν γνώμην, ἣν πρὸ μικροῦ ἐξεδήλωσεν ἐπὶ νομοσχεδίου ἥσσονος σπουδαιότητος, θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ ὑποχρεωθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συνοδεύσῃ αὐτὰ μὲ τὰς δεούσας ἐκθέσεις. Περιττὸν νὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν ἀξίαν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων. Δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος, πρόκειται περὶ τοῦ ὑψίστου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πολιτεία, διότι οὐδεὶς ὁ ἀγνοῶν, ὅτι ἡ προσήκουσα διαῤῥύθμισις τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς κοινωνικῆς εὐεξίας καὶ προόδου. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων, θιγόντων ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ τόπου, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, χωρὶς νὰ προεξελεγχθῶσι ταῦτα ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς, καὶ χωρὶς νὰ συνοδευθῶσι διά τινος εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ νὰ ἐκτίθηνται οἱ λόγοι, οἱ προκαλοῦντες τὰς εἰσαγομένας μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, ἡ οἰκονομία αὐτῶν, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλουσι προσαρμοσθῆ κτλ. Τὸ πρᾶγμα δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἄξιον προσοχῆς, καθόσον εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ, ἐκδηλοῦσα τὴν περὶ τῆς σημασίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἰδέαν της, παρεκάλεσε τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ μάλιστα εἰδικὴν προεξελεγκτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις καὶ συνεστήθη, ὑπ’ ὄψει δ’ αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν εἰργάσθη, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἀναμένει νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νομοσχέδιον πλῆρες περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, κατωτέρα καὶ μέση ἐκπαίδευσις εἰσὶν ἀδιασπάστως συνηνωμέναι, καὶ ἡ ὀργάνωσις τῆς μιᾶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἄλλης. Λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ νέου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιούτου συστήματος πλήρους, εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἓν νομοσχέδιον προσωρινὸν καὶ ἀτελὲς, κανονίζον ἓν μέρος μόνον τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἓν εἶδος προσωρινοῦ Νόμου. Δὲν ἐννοῶ ποῖος λόγος ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου προσωρινοῦ καὶ μὴ ἀρτίου Νόμου. Ἂν ὁ ἰσχύων ἔχῃ ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως, ἂς μᾶς ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τέλειον καὶ ὁριστικὸν Νόμον, μεταῤῥυθμιστικὸν τοῦ ὑπάρχοντος· ἀλλὰ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πρῶτον ἓν νομοσχέδιον μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἐκκρεμὲς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, νὰ εἰσάγῃ κατόπιν προσωρινὰ νομοσχέδια, τροποποιοῦντα μέρη τινὰ τῆς κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχει ἡ Βουλὴ, νὰ ἴδῃ τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὁριστικῶς καὶ ἐπὶ τὸ βέλτιον κανονιζόμενα. Ἴσως, Κύριοι, δύνανταί τινα ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ συζητηθῶσιν ἀνεξαρτήτως τοῦ γενικοῦ ζητήματος τῆς ὀργανώσεως τῆς παιδείας· ἴσως δύναται π. χ. νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τοῦτο δὲν θὰ ἤμην ἐναντίος, διότι καὶ ἐγὼ ἀνέκαθεν εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ ἰδιαίτερον ταμεῖον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ περὶ τούτου ἀνάγκη ἀνεγνωρισμένη εἶναι ἤδη παρὰ πάντων, ὥστε δυνάμεθα ἄνευ βλάβης νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν σύστασιν τοιούτου ταμείου. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὸ περὶ πλήρων Δημοτικῶν Σχολείων, τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, ἴσως δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη, ταῦτα πιθανὸν νὰ εἰσάγουν βελτιώσεις τινὰς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, δὲν δύνανται ὅμως νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι χωριστὰ, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ, ὡς νέας ἐκπαιδεύσεως σύστημα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὰ δύο πρῶτα ἰδίως νομοσχέδια, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες σύστημα, ὥστε νὰ συζητήσῃ αὕτη ἔργον τέλειον, διαρκὲς καὶ ὠφέλιμον. Διὰ τῆς ἀναβολῆς ταύτης θὰ λάβωσι καιρὸν καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἁρμόδιοι νὰ ἐξενέγκωσι περὶ τῶν νομοσχεδίων τὴν γνώμην των, ἐξ ἧς νὰ φωτισθῶμεν. Ὅ,τι λέγω καὶ προτείνω σήμερον εἶναι σύμφωνον, Κύριοι, πρὸς ὅτι ἐφρόνουν καὶ ἔπραττον πρὸ 12 ἐτῶν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Εἰργάσθην τότε μετ’ Ἐπιτροπῆς δωδεκαμελοῦς ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, καὶ παρεσκεύασα νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν τὸ εἰσήγαγον ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, καίτοι ἐπέμενε τότε αὐτὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ τὸ ψηφίσῃ, διότι ἐφρόνουν, ὡς φρονῶ καὶ σήμερον ἐν πεποιθήσει, ὅτι τὰ τῆς παιδείας πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν ὅσον οἷόν τε τελειότερον, συμπραττόντων πάντων τῶν ἁρμοδίων. Εἶχον δὲ τότε σκοπὸν, τὸ παρασκευασθὲν σχέδιον νὰ διαβιβάσω εἰς τοὺς συλλόγους τῶν Γυμνασίων καὶ εἰς ὅλους τοὺς λογίους ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, προκαλῶν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην των, καὶ κατόπιν νὰ καταρτίσω νομοσχέδιον πλῆρες, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ περατώσω τὸ ἔργον· μὲ διεδέχθη δὲ ἄλλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ τὸ ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ συμπληρώσῃ, προετίμησε ν’ ἀποσπάσῃ ἀπ’ αὐτοῦ ἓν μέρος, τὸ περὶ Διδασκαλείων, καὶ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τοῦτο, διότι οἱ τὰ δημόσια διαχειριζόμενοι παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὰ γενικὰ τῆς Πολιτείας συμφέροντα, ἀλλὰ τὸ τῆς φιλοτιμίας ἕκαστος, φιλοτιμίας ἀτόπου, ἥτις δὲν τὸν ἀφίνει νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τοῦ προκατόχου, ἀλλὰ τῷ ὑπαγορεύει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἰδικόν του, καὶ νὰ ἀνατρέψῃ ἢ διαστρέψῃ τὸ τοῦ προκατόχου του. Ἔκτοτε τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἔμεινε, καὶ μολονότι ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, ἀλλ’ ὅμως οὐδεμία ἐτελεσφόρησεν, οὐδὲ κατωρθώθη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἔργον τέλειον. Ἐλπίζω, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις τὸ ἔργον θὰ εὐοδωθῇ, διὰ τοῦτο δ’ ἀκριβῶς ἐπιμένω νὰ παρασκευασθῇ ἄρτιον καὶ πλῆρες. Τώρα, Κύριοι, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς καὶ μία ἄλλη ἀνάγκη. Ὡς ἄλλοτε εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κατήργησε πολλαχοῦ τοῦ Κράτους πολλὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, καὶ πολλὰ παράπονα ἀκούονται ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, οἵτινες, ἐνῷ μέχρι τῆς χθὲς εἶχον Σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφοίτων οἱ παῖδες αὐτῶν, σήμερον δὲν ἔχουσι. Πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, νομίζω δὲ, ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς θεραπείας θὰ ἦτο ὁ ἑξῆς· ἂν εἰς τὸν οἰκονομικὸν Νόμον περὶ ἐξόδων προσθέσωμεν, μεταξὺ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων διὰ Β. Διατάγματος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν σύστασιν Ἑλληνικῶν Σχολείων, ὅπου ἡ ὑπηρεσία ὑποδεικνύει τὴν ἀνάγκην. Διὰ τοῦ μέσου τούτου θ’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐκτιμήσῃ, ποῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ συστήσῃ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, νὰ προκαλέσῃ δὲ διὰ Β. Διατάγματος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην. Λοιπὸν ἐν κεφαλαίῳ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τέλειον σύστημα δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων συστήσῃ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ὅπου ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πλῆρες σύστημα ἐκπαιδεύσεως εἶχε καταρτισθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως εἰσαχθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον καὶ γένηται ἀντικείμενον ἐνδελεχοῦς κοινοβουλευτικῆς μελέτης· ἀλλὰ προεχωρήσαμεν ἤδη ἐν τῇ Συνόδῳ ἐφ’ ἱκανὸν, μετ’ ὀλίγας δ’ ἡμέρας θέλει διακόψει ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, καὶ ἐπειγόμεθα, ἀφοῦ προσεχῶς εἰσερχόμεθα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ κανονίσωμεν ὁπωσδήποτε τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ κανονίσωμεν ψηφίζοντες ἐντὸς τοῦ βραχέος τούτου χρονικοῦ διαστήματος τὰ παρασκευασθέντα νομοθετήματα· δὲν δυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ μὴ ψηφίσωμέν τι, διότι ἡ κατάστασις, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, προδήλως ἀπαιτεῖ διαῤῥύθμισίν τινα. Εἴχομεν Ἑλληνικὰ Σχολεῖα ἀκατάρτιστα, ἀτελῆ, ἄνευ διευθύνσεως, ἐκ μιᾶς τάξεως ἢ δύο τάξεων, ἄνευ Σχολαρχείου, ἄνευ σχολάρχου. Ταῦτα δὲ κατηργήθησαν· ἐνιαχοῦ ἴσως καλῶς κατηργήθησαν, διότι ἦσαν ἐκ πολυτελείας συνεστημένα, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον κακῶς κατηργήθησαν, ἂν μὴ ἀντικατασταθῶσι. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γενῇ ἡ ἀντικατάστασις, ἐνόσῳ δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι τὰ τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως διεξήγοντο μέχρι τοῦδε διὰ τρόπου ὅλως ἰδιοῤῥύθμου. Ἐνῷ εἰς τὰς ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάνας πλὴν τοῦ Δημοσίου συντελεῖ καὶ ὁ Δῆμος, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ Δημόσιον κατὰ νόμον εἰσφέρει μόνον, ὁ δὲ Δῆμος ὑφίσταται τὴν κυρίαν δαπάνην, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τί συνέβαινεν; ὅτι τὸ Δημόσιον ἐψήφιζεν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐψήφιζε καὶ δαπάνην ὑπὲρ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ πλὴν τῶν ψηφιζομένων ἐδαπανῶντο καὶ ἄλλα ποσὰ σπουδαῖα, ἅτινα, ἐὰν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, θὰ ἔφερον ἐν αὐτῷ ἀνωμαλίαν. Τὰ ποσὰ τὰ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανώμενα ἤδη ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς πάσης πιστώσεως, ἐκτὸς πάσης ἀδείας νομοθετικῆς, δι’ ἁπλῆς διαχειριστικῆς πράξεως, τουτέστι διὰ προκαταβολῆς, ἐπιτρεπομένης μὲν διὰ Νόμου, ἀλλὰ μὴ ἀποδιδομένης κατὰ τὰ διατεταγμένα, τὰ ποσὰ τὰ οὕτω δαπανώμενα, ὡς προκαταβαλλόμενα καὶ μὴ ἀποδιδόμενα, εἰς πόσον ἀνέρχονται; εἰς 650,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἔχετε λοιπὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας, τὸ Δημόσιον ὑφίσταται τὸ βάρος 650 χιλιάδων δραχμῶν, δαπανωμένων ἐτησίως ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως συνέβη τὸ αὐτὸ, διότι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, χάριν ἐπαγγελίας οἰκονομιῶν εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, σπουδαίως περιωρίσθησαν πιστώσεις τινές· γενομένων δὲ παρατηρήσεων περὶ τῶν ἀφαιρουμένων πιστώσεων, ὁ τότε Ὑπουργὸς παρέστησε τὴν περικοπὴν τῶν πιστώσεων ὡς γινομένην ἁπλῶς χάριν λογιστικῆς τάξεως, διαβεβαιώσας, ὅτι ἤθελε κατορθωθῆ καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν τῶν πιστώσεων νὰ λειτουργῶσι τὰ Σχολεῖα, ὡς καὶ πρότερον. Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη ἐπραγματοποιήθη, διότι, ἐνῷ διεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ τέως ἀναγεγραμμένα ποσὰ διὰ πάντα τὰ μονότακτα καὶ δίτακτα Σχολεῖα, οὐ μόνον ταῦτα ἐλειτούργησαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα προσετέθησαν. Τοιαύτην εὕρομεν τὴν κατάστασιν τῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, Σχολεῖα λειτουργοῦντα ἄνευ προνοίας περὶ δαπάνης ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὰ Σχολεῖα ταῦτα, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καταργηθῇ εὐθὺς Σχολεῖον Ἑλληνικὸν, οὗτινος, ἅπαξ ἐγκαταστηθέντος, ἡ λειτουργία καθίσταται ἀνάγκη τῆς περιφερείας. Ὠφείλομεν κατὰ καθῆκον νὰ περισταλῶμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι δὲ βραδέως λίαν ἐπετεύχθη ὁ περιορισμὸς, ἐξηγέρθη ἡ χώρα κατὰ τοῦ μέτρου, δικαίως μὲν κατ’ οὐσίαν, ἀδίκως ὅμως κατὰ τύπους, ἐφ’ οἷς δὲν ἤμεθα ἡμεῖς ὑπόλογοι, διότι ἡμεῖς εὕρομεν κατάστασιν οὕτως ἐῤῥυθμισμένην, τουτέστι Σχολεῖα ὑφιστάμενα ἄνευ προνοίας περὶ τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν δαπανῶν. Ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ κενοῦ, καὶ ταύτην ἐλάβομεν ἐν τοῖς παρασκευασθεῖσι νομοσχεδίοις. Κατηρτίσαμεν νομοσχέδια περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνεθεωρήσαμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα προηγουμένως περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, παρεσκευάσαμεν καὶ νομοσχέδια περὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, πάντα ταῦτα συνδυαζόμενα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ἤδη ὅμως καλούμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου ἐπειγόντως, διότι ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων περὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ νομοσχεδίων περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ νομοσχεδίων ὀργανιζόντων τὰ τῆς προκαταρκτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τί τὸ πρακτέον; Πρέπει νὰ πράξωμέν τι ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὰ συντελοῦντα εἰς μερικὴν τοὐλάχιστον ἀναπλήρωσιν τοῦ ὑφισταμένου σήμερον ἐλλείμματος τῶν ἐγκεκριμένων δαπανῶν πρὸς τὰς γενομένας δαπάνας, ἐπανορθουμένης καὶ τῆς ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διτάκτων καὶ μονοτάκτων Ἑλληνικῶν Σχολείων ἐκπαιδευτικῆς ζημίας. Ἡ γνώμη τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅπως ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταρτισμοῦ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐλπίζω, ὅτι θέλει γενῆ ἀποδεκτή. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀναπληροῦται πᾶσα ἡ οἰκονομικὴ ἀνάγκη, διότι δὲν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον πάντα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, δι’ ὧν θέλουσιν ἀναπληρωθῆ τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, ἐλλείμματα οὐχὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναγκαίως ὅμως ἐπιβαρύνοντα τὸ Κράτος, θέλει ὅμως ὅπως δήποτε συντελέσει εἰς τὴν περιστολὴν αὐτῶν, ἐνῷ δὲ θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν μέρους τοὐλάχιστον τῶν τοιούτων ἐκρύθμων ἐλλειμμάτων, θέλει ἀνακουφίσει καὶ τοὺς ἀπορωτέρους τῶν δήμων. Διότι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: Προσδιορίζεται ἡ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβλητέα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἑκάστου δήμου εἰσφορὰ ἀναλόγως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων. Ἡ εἰσφορὰ αὕτη, κανονισθεῖσα κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χορηγημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡρίσθη εἰς μίαν δραχμὴν ἐπὶ ἑκάστης ψυχῆς δημότου. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος καθορισμὸς θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα σπουδαίαν ἐλάττωσιν τῶν ἤδη δαπανωμένων ὑπὸ τῶν εὐπορωτέρων δήμων. Εἰς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου διορθοῦται ὁ κανὼν διὰ διατάξεως, καθ’ ἣν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ καταβολὴ τοῦ δήμου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλει εἶσθαι κατωτέρα τῶν 15% τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ δήμου. Τοῦτο γίνεται, ὅπως οἱ εὐπορώτεροι δῆμοι μὴ εἰσφέρωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὀλιγώτερα ὅσων σήμερον ὑπὲρ τῶν Δημοτικῶν Σχολείων δαπανῶσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον, αὐξανουσῶν τῶν προσόδων αὐτῶν, εἰσφέρωσι βαθμηδὸν πλείονα. Ταυτοχρόνως λαμβάνεται καὶ ἄλλη πρόνοια εἰς πρόληψιν ἀτόπου, συμβαίνοντος σήμερον, κατὰ Νόμον, τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῶν ἀπορωτέρων δήμων χάριν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ αὐτῶν τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως. Σήμερον ὁ δῆμος ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔστω καὶ ἂν χάριν τῆς καταβολῆς ταύτης στερῆται ὁ δῆμος τοῦ προϊόντος εἰς τὴν συντήρησιν αὐτοῦ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων πόρων. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῶν καθυστερήσεων ἐν τῇ παρὰ τῶν δημοτικῶν ταμείων ἀποδόσει εἰς τὸ Δημόσιον τῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβολῶν αὐτοῦ. Οἱ ἀπορώτεροι δῆμοι δυστροποῦσιν εἰς ἀπόδοσιν τῆς προκαταβολῆς, ἐπειγόμενοι εἰς παρακράτησιν χρήματος ἀπολύτως ἀναγκαίου εἰς αὐτούς. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καθορίζει, ὅτι οὐδέποτε ὁ δῆμος εἰσφέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πλείονα τῶν 50% τῶν ἐσόδων αὐτοῦ· πάντοτε 50 ἑκατοστὰ τῶν ἐσόδων ἐπιφυλάσσονται ὑπὲρ τοῦ δήμου χάριν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, πάντοτε δὲ ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸν δῆμον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, τῶν ἀσχέτων πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ποσὸν 2 χιλιάδων δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως οἱ ἀπορώτεροι δῆμοι δὲν θέλουσι στερεῖσθαι τῶν πρὸς συντήρησιν ἀναγκαίων, θέλει δὲ κατορθωθῆ, κατὰ τὰς καθορισθείσας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀναλογίας τῆς εἰσφορᾶς, ὅπως τὸ ποσὸν, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀποβῆ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, δὲν λέγω ἐντελῶς, ἐπαρκὲς, καὶ οὕτω τὸ ἔλλειμμα τῶν 650,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος μὴ ἐκλείψῃ μὲν ἴσως ἐντελῶς, ἀλλὰ σπουδαίως ἐλαττωθῇ. Μένει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ χάριν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Σχολείων, τῶν καταρτισθέντων ἐπέκεινα τῶν πιστώσεων· ὡς πρὸς ἐκεῖνα βεβαίως πρόνοιά τις δὲν λαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ὡς πρὸς ἐκεῖνα ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τοῖς νομοθετήμασι, τοῖς κανονίζουσι γενικῶς τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα δὲν παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν, συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν εὑρέθημεν καὶ κατὰ τὸ ἐνεστός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δύναται σήμερον, παρουσιαζομένης τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ διαῤῥυθμισθῇ ὁπωσδήποτε διὰ προσωρινοῦ τινος μέτρου, νομίζω, ὅτι πρέπει ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον, ὅπως γίνηται νομίμως ὅ,τι ἐγίνετο μέχρι τοῦδε παρανόμως, τουτέστιν, ὅπως συντηρηθῶσι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1888 Σχολεῖα ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰ καταργηθέντα, διαῤῥυθμιζόμενα ὅμως καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε θεωρήσει ἡ Κυβέρνησις καταλληλότερον, δυνάμει τῶν κειμένων Νόμων.
§45ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οἱ κείμενοι Νόμοι ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῶν Σχολείων τούτων διὰ τρόπου, ἀποτελοῦντος τὴν πρώτην βαθμίδα πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συστήματος, ὅπερ θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀφοῦ δὲ οἱ κείμενοι Νόμοι ἐπιτρέπουσι τοῦτο εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς τὴν δαπάνην χάριν τῶν τοιούτων Σχολείων, εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται, ἵνα, ὅσον ἔνεστι ἐπιτυχέστερον, ἀναπληρώσωμεν προσωρινῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην, τουτέστι διατηρουμένων πάντων τῶν πλήρων Ἑλληνικῶν Σχολείων, ὡς σήμερον λειτουργοῦσι, καὶ προστιθεμένων εἰς αὐτὰ Σχολείων ἄλλων, ἀντὶ τῶν καταργηθέντων διτάκτων καὶ μονοτάκτων, ἐκεῖ, ὅπου νομίσωμεν, ὅτι δικαιολογεῖται τὸ μέτρον, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, διοργανιζομένων δὲ τῶν Σχολείων τούτων, καθ’ ὃν τρόπον οἱ Νόμοι ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς.
§47ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς ά. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§49ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν παρακαλῶ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ἐν ἀνάγκῃ, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους, κατὰ τὰς κεκανονισμένας διατυπώσεις, νὰ αὐξήσωσι κατὰ ½% τὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δασμὸν καὶ τοὺς ἀμέσους δημοτικοὺς φόρους. Κατὰ τὸν ὅρον τοῦτον ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου νὰ αὐξήσωσι τὰ δημοτικὰ αὐτῶν εἰσοδήματα». Οἱ δῆμοι τῆς Ἑπτανήσου οἱ μεσόγειοι δὲν ἔχουσιν εἰσοδήματα, δὲν ἔχουσι φόρους, οὔτε ἐμμέσους, οὔτε ἀμέσους, ἔχουσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἔθεσαν εἰδικοὶ Νόμοι, δηλ. 2½% ἐπὶ τῶν γενικῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, οἱ ὁποῖοι διανέμονται ἀναλόγως εἰς τοὺς δήμους. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι τόσον σαφὲς, διότι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τοὺς Νόμους καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐπιτρέπηται τοῦτο, δηλ. πρέπει ὅλα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ἀποφασίζωσιν, ἢ μόνον ἓν ἀρκεῖ;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου, περιελήφθη κατόπιν συνεννοήσεως. Καὶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡμιλήσαμεν περὶ τούτου· σκοπὸς δὲ τῆς διατάξεως ἦτο, ἵνα ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐκεῖ ἰσχῦον, νὰ ἐπιβάλλωσιν, ὅ,τι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους τοῦ ἄλλου Κράτους, ὑπὲρ ἀναπληρώσεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὦσιν ἠναγκασμένοι νὰ καταβάλλωσιν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἑπτανήσῳ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν ἐπίσης καθωρισμένως τὰ περὶ τούτου, διότι δὲν ὑφίσταται ἐκεῖ ὁμοιόμορφος δημοτικὴ φορολογία, ἐφ’ ἧς νὰ κανονίσωμεν τὰ ποσοστά· ἐν Ζακύνθῳ ἔχομεν εἰδικὸν Νόμον, ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπίσης, ἐν Κερκύρᾳ πάλιν ἄλλον Νόμον, καὶ ἄλλον ἐν Ἰθάκῃ· διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν, ὅτι ὁ ὅρος, ἐφ’ ᾧ θὰ ἐπιτραπῇ ἐκεῖ ἡ φορολογία, θὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὸν ὅρον, τὸν ἐπιτρεπόμενον εἰς τὸ ἄλλο Κράτος, ἀλλὰ τὰ καθέκαστα θέλουσι κανονισθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑπὸ τοῦ Νόμου διατεταγμένων.
§51ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Πῶς δηλ. θ’ ἀποφασισθῇ;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε πῶς, δὲν θὰ ἀφίνομεν τοιαύτην εὐρύτητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀναγκαζόμεθα νὰ τῇ ἀφήσωμεν αὐτήν, διότι τὸ ποικίλον τῆς νομοθεσίας τῆς δημοτικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἐπιτρέπει λεπτομερέστερον καθορισμόν.
§53ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Μήπως διὰ τῆς ἀοριστίας αὐτῆς δὲν δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐκανονίζετο μᾶλλον ὡρισμένως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ ἀοριστία, ἐπιτρέπουσα, ὅπως καθορισθῶσι τὰ περὶ τούτου παρὰ τῶν κανονιζόντων τὰ τῶν δημοτικῶν προσόδων, καθιστᾷ δυνατὸν, ὅπως ἀναλόγως τῶν περιστάσεων διευθετηθῶσι καὶ ταῦτα διὰ μέτρου πραγματοποιήσιμου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναβληθῶσι, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἄλλα.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ παραλειφθῶσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων περὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὅλα, ὅσα δὲν ἔχουσιν εἰδικὸν σκοπὸν τὴν νομιμοποίησιν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατηργήθη τὸ τέως ἀναγραφόμενον ἄρθρον 4, τὸ ἐπιτρέπον δαπάνην μὴ στηριζομένην ἐπὶ Νόμου. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην θέλει καταστῆ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ Νόμος περὶ πάσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προβλεπομένης δαπάνης, καὶ διὰ τοῦτο διεγράψαμεν ἐκ τοῦ Νόμου περὶ Προϋπολογισμοῦ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, τὴν ἐπιτρέπουσαν τὴν καὶ ἄνευ Νόμου δαπάνην, ἀρκεῖ νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶμεν ἤδη, μετὰ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 4, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχει, πρέπει πᾶσα δαπάνη, μὴ στηριζομένη ἐπὶ Νόμου, νὰ κανονισθῇ διὰ Νόμου· οὕτως ἐπὶ τῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν μὴ στηριζόμενον ἐπὶ Νόμου, ἔχομεν τὰ περὶ Βιβλιοφυλάκων ἀναγεγραμμένα καὶ πληρονόμενα, ἀλλὰ μὴ στηριζόμενα ἐπὶ Νόμου, τὰ περὶ Γυμναστηρίων, ἐπίσης μήπω κανονισθέντα διὰ Νόμου. Ταῦτα ἄρα τὰ νομοσχέδια, τὰ κανονίζοντα τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα καὶ τὰ δαπανώμενα ἀπὸ ἐτῶν, ταῦτα νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσι.
§57ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ ταῦτα δὲν θὰ ἀναγνωσθῶσι μόνον τὰ ὑπ’ ἀριθ. 16 καὶ 17 νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν 18 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφιεμένων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 16 καὶ 17 νομοσχεδίων. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς ά. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Περὶ τοῦ κεντρικοῦ Γυμναστηρίου. Περὶ βιβλιοφυλάκων. Περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δημοσίων ὑπολόγων διαφόρων διαχειριστῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν καθιδρυμάτων. (Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων. Περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Νόμου ΑΦΛΗʹ περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας. Περὶ τροποποιήσεως λογιστικῶν διατάξεων. Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ παραστάσεως τοῦ Δημοσίου ἐπὶ Δικαστηρίου Νόμων. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ΑΦΛΓʹ Νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν τίθεται τὸ αὐτὸ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον τίθεται διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ τίνος λόγου γίνεται ἡ διαφορὰ αὕτη.
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· εἶναι, ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ναυτικῶν ἐκτίθεται εἰς κακουχίας μεγαλειτέρας, καὶ ἑπομένως ἐννοεῖται, ὅτι ὑποπίπτουσι ταχύτερον εἰς ἀνικανότητα τῶν ἄλλων τῆς ξηρᾶς.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐξ ἧς ἐγὼ ἔχω πείρας,—διότι εἶμαι ἀπὸ ναυτικὸν μέρος,—γνωρίζω, ὅτι οἱ ναυτικοὶ καὶ ῥωμαλαιότεροι εἶναι καὶ περισσότερον ζῶσιν.
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἐὰν παραβάλῃ τὰ ὅρια, τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τεθειμένα, πρὸς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα παραδέχονται σχεδὸν ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τῶν ἄλλων Κρατῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι πολὺ ἀνώτερα.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἴδω τί συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα Κράτη· θὰ τὸ ἐξετάσω. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ αὐτὸς, ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη μεταξὺ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ τῶν τῆς ξηρᾶς.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 1. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μετὰ τὰς λέξεις «ὡς γραφεῖς», ἐν τῇ τρίτῃ γραμμῇ, νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «σχεδιασταὶ ἐν τῷ Β. Ναυστάθμῳ». (Οὕτω τροποποιηθὲν γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7. Μεθ’ ὅ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου ΤΜΗʹ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἀξιωματικὸς, διατελῶν ἐν ἀργίᾳ διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως καὶ ἐξακολουθῶν νὰ ὑποπίπτῃ εἰς τὰς παραβάσεις, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εἰς ἀργίαν ταύτην μετάθεσίν του, ἢ ὑποπίπτων εἰς ἄλλας, ἐπικυρούσας τὴν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως μετάθεσιν, μετατίθεται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως». (Οὕτω καταρτισθὲν τὸ ἄρθρον 2 ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΥΚΘʹ Νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.