| 1166 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Σωτ. Δανόπουλος | Ν | |
| 1167 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | |
| 1168 | Γ. Σισμάνης | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | ||
| 1169 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Δημ. Πετρίδης | ||
| 1170 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἄγγ. Γεωργαντάς | |||
| 1171 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | ||
| 1172 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | |||
| 1173 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Χρ. Χριστόπουλος | ||
| 1174 | Μ. Ἰατρίδης | Φίλιπ. Βάρβογλης | |||
| 1175 | Δ. Χατζόπουλος | Ἡλ. Φλέσσας | |||
| 1176 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | ||
| 1177 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | ||
| 1178 | Γεώργ. Κούστας | Παν. Μανέτας | |||
| 1179 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | ||
| 1180 | Ἠλ. Παλαμήδης | Ν | Ν. Νομικός | Ν | |
| 1181 | Κων. Κατσικόπουλος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | ||
| 1182 | Δ. Ζέγγελης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ν | |
| 1183 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | |
| 1184 | Κων. Γ. Καραπάνος | Δημοσθ. Καίρης | Ν | ||
| 1185 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Γεώργ. Δρόσος | Ν | |
| 1186 | Στ. Δραγούμης | Ν. Κρίσπης | Ν | ||
| 1187 | Δ. Ῥάλλης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |||
| 1188 | Ἀνδρ. Ψύλλας | Ν | Κ. Κοσσονάκος | Ν | |
| 1189 | Φωκίων Νέγρης | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | |||
| 1190 | Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | Γ. Μαυρομιχάλης | |||
| 1191 | Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 1192 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 1193 | Δ. Καλλιφρονᾶς | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | ||
| 1194 | Νικ. Λεβίδης | Λεων. Καπετανάκος | |||
| 1195 | Σπ. Κουκούλεζας | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν | |
| 1196 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | ||
| 1197 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Ι. Καρτάλης | ||
| 1198 | Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| 1199 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | ||
| 1200 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | ||
| 1201 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Α. Ἀστεριάδης | |||
| 1202 | Α. Φωτήλας | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | ||
| 1203 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Ν. Κων. Μαρκίδης | Ν | |
| 1204 | Ἀντ. Ρικάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | ||
| 1205 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | ||
| 1206 | Ι. Κρεστενίτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 1207 | Ν. Κουμανιώτης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | ||
| 1208 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| 1209 | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| 1210 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Περ. Πεῤῥωτής | ||
| 1211 | Ν. Παπανικολάου | Ν | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| 1212 | Ν. Καφετζόγλους | Ν | Περ. Μποῦτος | ||
| 1213 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Παν. Σάκκης | ||
| 1214 | Κ. Σινέλης | Ν | Νικ. Παπαλέξης | ||
| 1215 | Β. Βουδούρης | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| 1216 | Κ. Λομβάρδος | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| 1217 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | |
| 1218 | Ἀναστ. Λούντζης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | ||
| 1219 | Διον. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδής | Ο | |
| 1220 | Γ. Θεοτόκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| 1221 | Κ. Βασιλάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | ||
| 1222 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | ||
| 1223 | Ν. Βασιλάκης | Γ. Φραγγίδης | Ν | ||
| 1224 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Α. Τακιατζῆς | Ν | ||
| 1225 | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Γ. Τάκης | |||
| 1226 | Σπ. Ἀλαμάνος | Ν. Ταρμπάζης | Ν | ||
| 1227 | Θεόφ. Προβατᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | ||
| 1228 | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Ν. Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν | |
| 1229 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | ||
| 1230 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | ||
| 1231 | Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | |
| 1232 | Νικ. Βαλσαμάκης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | ||
| 1233 | Γερ. Μουσούρης | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 1234 | Π. Βενιεράτος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | ||
| 1235 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | ||
| 1236 | Γ. Κόρπα | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν | ||
| 1237 | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν | |
| 1238 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 1239 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Θεμ. Κανάρης |
1887.12.08
1.271 στίχοι · 9.188 λέξεις · 1 πίνακας · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1887.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Μπουφίδης καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Παλαμήδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ γηπέδων, κατὰ τὴν χερσόνησον Πειραιῶς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104). Ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Μουσούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105) Ἀναφορὰ Ἄννης Καρνάβα, αἰτουμένης, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ κατὰ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς Δημ. Καρνάβα ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ἀποφάσεως, γενησομένης μεθαύριον ἐν Βόλῳ, καὶ ἐκδικασθῇ ἐκ νέου ἡ ὑπόθεσις. Ἀναφορὰ Ἀντωνίου Δ. Ἰγγλέση, αἰτουμένου ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1878 εἰς ἀποστολὴν ἐθελοντῶν.
§2ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ Ἰγγλέσης αὐτὸς ἦτο ἔμπορος, κατεῖχε θέσιν σπουδαίαν, καὶ περιουσίαν ὑπὲρ τὰς 30,000 ταλλήρων. Κατὰ τὸ 1869, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν νὰ συναθροίσῃ ἐθελοντὰς, καὶ συνοίθροισε περὶ τὰς 2,000 δι’ ἰδίας δαπάνης καὶ διὰ συνδρομῶν· κατόπιν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀνεκάλυψε τοῦτο, τὸν κατεδίωξε, κατέσχε τὰ ἐμπορεύματά του καὶ ὅλην του τὴν περιουσίαν. Εἶχε κάμει καὶ ἄλλοτε ἀναφορὰν, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει νὰ τῷ δίδῃ 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Φρονῶ, ὅτι ἡ αἴτησίς του εἶναι δικαιοτάτη, καὶ παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς νὰ τὴν συστήσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τῷ δοθῶσι τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ βοήθημα μηνιαῖον;
§4ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ κάμωμεν Νόμον.
§6ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τέλος νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησίς του αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς. Οἱ βουλευταὶ κκ. Βαρβιτσιώτης καὶ Τζάνες ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106). Πλεῖστοι δικαστικοὶ κλητῆρες ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῶσι τὰ δικαιώματά των, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου.
§10ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§11ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δίκαιον, διότι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι μὲ τὰ γλισχρότατα μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη.
§12ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ἀναφορὰ, καθόσον εἶναι δικαιότατα τὰ παράπονά των.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ὑπέβαλε γνώμην ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Σ. Μπούρη, αἰτουμένου ἀποζημίωσιν διὰ τὸ ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ Βουλευτηρίου παράπηγμα, ὅπερ ἐκωλύθη οὗτος ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας ν’ ἀποπερατώσῃ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 107). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της διὰ τὰς πιστώσεις τοῦ 1888. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 108).
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Γεωμέτραι κατατάσσονται εἰς τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας, ἐὰν ἐξεπλήρωσαν τὴν στρατιωτικὴν αὑτῶν ὑποχρέωσιν. Ἕτερον νομοσχέδιον, τροποποιοῦν διατάξεις τινὰς τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἕτερον περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ παραστάσεως τοῦ Δημοσίου ἐπὶ Δικαστηρίων Νόμου. Καὶ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰς Διευθύνσεις τῶν Μηχανικῶν, ὑπαχθησομένας εἰς τὴν Ἐπιθεώρησιν τοῦ Μηχανικοῦ, καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, καταργουμένης τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν δύναται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ νὰ ᾖναι ἀντιστράτηγος· διότι, καταργηθεισῶν τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ ὑπὸ ἀντιστρατήγων, δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα διατηρῆται θέσις ἀντιστρατήγου διὰ τὴν προεδρείαν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 109–112).
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 363 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, σκοποῦν νὰ καθιερώσῃ τὸν ἐκ τριῶν δικαστῶν καταρτισμὸν τῶν Πλημμελειοδικείων. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 438,448, 457 καὶ 461 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, σκοποῦν τὴν περιστολὴν τῆς μεγάλης καταχρήσεως, ἡ ὁποία γίνεται περὶ τὴν προσβολὴν τῆς γνησιότητος τῶν ὑπογραφῶν εἰς τὰ παρὰ τῶν διαδίκων προσαγόμενα ἔγγραφα. Τρίτον νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 195 τῆς Πολιτ. Δικονομίας. Τοῦτο σκοπεῖ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν, καὶ ὄχι τὸν ὑπολογισμὸν αὐτῶν κατὰ σχοίνους καὶ μυριόμετρα. Τέταρτον νομοσχέδιον, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 292 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, σκοποῦν ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ διορίζωσι καὶ ἕνα πραγματογνώμονα, ὅταν πείθωνται, ὅτι ἡ ὑπ’ ὄψει αὐτῶν ὑπόθεσις δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῆς γνώμης ἑνὸς πραγματογνώμονος, καὶ νὰ μὴ ᾖναι ὑπόχρεα νὰ διορίζωσι πάντοτε, ὡς ἔχει ὁ νῦν Νόμος, τρεῖς πραγματογνώμονας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 113–116).
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 117).
§17ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἕτερον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεων καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἀνδρῶν τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 118–121).
§18ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει δικαστικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπί τινας ἡμέρας θὰ ἐπιτελέσῃ σπουδαῖα καθήκοντα, διότι θεωρῶ τὰ δικαστικὰ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, τὸν παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν Νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐφέσεως τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι, ἐὰν πράγματι ὑπάρχωσι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ Δικαστήρια δὲν εἶναι ἐνήμερα, εἶναι καὶ ἡ κατάχρησις αὕτη τῶν τοιούτων ἐφέσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ αὔριον, ἢ μεθαύριον, Νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ γίνηται ἔφεσις κατὰ προδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ νὰ ἐκκαλῶνται αὗται εἰς τὸ Ἐφετεῖον μετὰ τῆς ὁριστικῆς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφίσωμεν.
§19ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1878, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ, πολλοὶ λαβόντες μέρος εἰς αὐτὴν κάτοικοι Θεσσαλίας προσέφυγον εἰς τὴν μεθόριον πόλιν Λαμίαν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των, φέροντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν των καὶ τὰ ζῷά των, καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς. Ἐζήτησαν τότε νὰ εἰσαγάγωσι τὰ ζῷά των ἐντὸς τῆς ἡμεδαπῆς, τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος τότε, ἀλλὰ παρενεβάλλετο τὸ πρόσκομμα, ὅτι διὰ τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσαγάγει, ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἐγγύησις, κατὰ τὸν Νόμον τὸν τελωνειακόν. Οἱ πρόσφυγες εὑρίσκοντο εἰς μεγίστην στενοχωρίαν τότε, διότι κατεδιώκοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, συναισθανομένη τὴν δυσχερῆ θέσιν των, διέταξε τὰς ἐν Λαμίᾳ Ἀρχὰς νὰ δεχθῶσι τυπικὴν ἐγγύησιν καὶ νὰ διαβεβαιώσωσι τοὺς ἐγγυητὰς κατοίκους Λαμίας, ὅτι δὲν θὰ ζητηθῶσι νὰ πληρώσωσι τοιαύτην ἐγγύησιν, διδομένην πρὸς τόσῳ εὐγενῆ καὶ ὑψηλὸν σκοπόν. Συνάμα δὲ ἐχορήγει βοηθήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον, ἵνα σωθῶσιν, ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἕνεκα δὲ τῶν λόγων τούτων εὐγενεῖς καὶ φιλοπάτριδες κάτοικοι Λαμίας, θέλοντες νὰ συνδράμωσι τοὺς πρόσφυγας ἐκείνους καὶ νὰ ἄρωσι τὸ πρόσκομμα τὸ τυπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, προσήνεγκον ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν τότε ἀλλοδαπῶν, διὰ νὰ εἰσαγάγωσι τὰ ζῷά των· ἀλλ’ ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἔδωκαν τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ὁρμώμενοι ἐξ αἰσθήματος εὐγενοῦς, αἰσθήματος πατριωτικοῦ· διότι, ἐὰν δὲν ἔδιδον τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν, οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι πρόσφυγες ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ἤθελον καταστραφῆ εἰς τὴν πατρίδα των ἐπανερχόμενοι, ἤθελον ὑποκύψει εἰς τὴν βίαν καὶ τὴν κτηνωδίαν τῶν βαρβάρων Τούρκων, ἢ ἤθελον ἀφήσει τὰ ζῷά των νὰ διαρπαγῶσιν ὑπὸ τῶν Τούρκων ἢ ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ μὴ καταδιώξεώς των, ἠναγκάσθησαν εὐγενεῖς ψυχαὶ νὰ δώσουν ἐγγύησιν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῶν ζῴων τῶν εἰρημένων προσφύγων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔκτοτε οἱ πρόσφυγες ἐκεῖνοι, ἄλλοι μὲν ἔμειναν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἄλλοι ἀπῆλθον καὶ μετέβησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις εἶναι ἤδη ἐλευθέρα, ἄλλοι ἐξεποίησαν τὰ ζῷά των, καὶ ἄλλων κατεστράφησαν τὰ ζῷα, καὶ ἑπομένως οἱ ἐγγυηταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκ φιλανθρωπίας ἔδωκαν τὴν ἐγγύησιν, παρουσιάζονται ὡς ὀφειλέται εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ζητοῦνται νὰ πληρώσωσι μέγιστα ποσὰ, οἱ δὲ ἐγγυηταὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι, εἶναι ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω, ὅτι ὑπερβαίνει τοὺς 40 ἢ 50. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐγγυηταὶ οὗτοι νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς καταδιώξεως. Διότι θὰ ἦναι σκληρὸν, Κύριοι, θὰ ἦναι ἀπάνθρωπον, θὰ ἦναι ἀδικώτατον, νὰ ὑποχρεωθῶσιν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι, ὡς προεῖπον, ἐξ εὐγενοῦς αἰσθήματος προσήνεγκον τὴν ἐγγύησίν των, νὰ πληρώσωσι σπουδαιότατα ποσὰ, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν ἴσως καταστραφῶσιν, ἴσως ἡ περιουσία των ὁλόκληρος ἐκποιηθῇ, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν προσήνεγκον. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοτέρα περίστασις, ἡ ὁποία νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἰσαγάγῃ ἤδη νομοσχέδιον· διότι, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ ἐπιψηφισθῇ νομοσχέδιον, ἀπαλλάσσον τῆς ἐγγυήσεως τοὺς μνησθέντας ἐγγυητὰς, δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ καταδιώξεως, οὗτοι ὑπόκεινται εἰς καταδίωξιν, τινὲς μάλιστα ἐξ αὐτῶν κατεδιώχθησαν καὶ πρόκειται νὰ καταστραφῶσι. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀρνηθῶσι τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀνθρώπων τούτων ἐκ τῆς βαρυτάτης ταύτης ὑποχρεώσεως. Ἐὰν, Κύριοι, ἀφήσωμεν οὕτω πως νὰ καταδιωχθῶσι, δὲν ἠξεύρω εἰς τὸ μέλλον τί δύναται νὰ συμβῇ· ποῖος θέλει δώσῃ ἐγγύησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ μακρὰν ἡμῶν εὑρισκόμενοι ἀδελφοὶ ἤθελον προβῇ εἰς διάβημα ὅμοιον τοῦ τῶν Θεσσαλῶν καὶ ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποστείλωσι τὰς οἰκογενείας των καὶ τὴν περιουσίαν των καὶ τὰ ζῷά των εἰς τὴν ἡμεδαπήν; Δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ προσφέρῃ ἐγγύησιν. Ὑπὸ πᾶσαν λοιπὸν ἔποψιν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐγγυήσεως οἱ εἰρημένοι ἐγγυηταί.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια. 1) Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. 2) Περὶ διακρίσεως καὶ ὁροθεσίας δασῶν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ παρεισέφρυσαν δύο λάθη κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν, προτείνω τροπολογίαν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διακρίσεως καὶ ὁροθεσίας δασῶν· τουτέστιν ἐν τῷ τελευταίῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου 2, «εἷς ἢ δύο γεωμέτραι ὡς βοηθοὶ», διορθωτέον «ἕνα ἢ δύο γεωμέτρας ὡς βοηθούς»· ἐν ἄρθρῳ 8ῳ, στοίχῳ τρίτῳ, μετὰ τὴν λέξιν «ἔτους», προσθετέον «καὶ πρόστιμον 50– 100 δραχμῶν». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ προσωπικοῦ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους. 2) Περὶ καταργήσεως ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ καὶ θέσεων τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ λαχείων. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3.)
§23ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐξαιρέσεις αὐτὰς τοῦ ἄρθρου δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ τὰ προϊόντα τῶν ὡραίων τεχνῶν; Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ μίαν ὡραίαν εἰκόνα, ἢ δι’ ἓν ὡραῖον ἄγαλμα, νὰ ζητηθῇ νὰ ψηφισθῇ Νόμος; Θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον. Νομίζω, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου ᾼΦΜΑʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις Σχολείου τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν χαρτοσήμου.
§25ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, Κύριοι, μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ κωδικοποιήσῃ τὸν Νόμον περὶ χαρτοσήμου, καὶ ἐκκαθαρίσῃ τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, καθ’ ὃν τρόπον τὸν ἐξεκαθάρισε. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται, ἐὰν ἄνευ βαθείας ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἀναγνώσῃ τις τὸ ἄρθρον 12· διότι ἀληθῶς κατὰ ἓν ἕκτον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν γίνεται αὔξησις τοῦ τέλους διὰ τὰ μέχρι δεκακισχιλίων δραχμῶν ποσὰ, ἀλλ’ ἀπαλλάσσεται διὰ τὰ περιπλέον ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἀπὸ τὰ πρόσθετα τέλη χαρτοσήμου, καὶ ἀπὸ τὸν προοδευτικὸν ἐκεῖνον φόρον, τὸν ὁποῖον κακῇ τῇ μοίρᾳ ἔχομεν ἰσχύοντα ἕνεκα τοῦ Νόμου τοῦ 1885. Ἦτο ἀνάγκη ἀντισηκώματος διὰ τὴν κατάργησιν τῶν προσθέτων τελῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν μέτρῳ δικαίῳ ηὔξησε τὰ τέλη κατὰ τὴν κλίμακα, τὴν καθιερουμένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ ἐκπέσῃ ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ἐὰν ὡς πρὸς ταῦτα ᾖμαι ἐντελῶς σύμφωνος, ὡς πρὸς λεπτομερείας ὅμως τινὰς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ προβάλω ἀντιῤῥήσεις τινὰς, ἢ νὰ ὑποδείξω χάσματα μικρὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν μου ὑπάρχουσι. Πρὸς τοῦτο σκοπεύω ν’ ἀκολουθήσω αὐτὴν τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, καὶ ὑποδείξω αὐτὰ, καθόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄρθρων προβαίνει αὔξων. Μίαν τοιαύτην ὑπόδειξιν ἔχω κατὰ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 § γʹ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ τὰς συναλλκγματικὰς καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, φορολογεῖ δὲ τὰ γραμμάτια ἢ τὰς συναλλαγματικὰς τὰς ἐκδοθείσας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ πληρωτέας ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου, ἢ τὰς ἐκδοθείσας ἐν τῷ Βασιλείῳ καὶ πληρωτέας ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Ἐνταῦθα ἀνακαλύπτω ἓν χάσμα, ὅτι δὲν ἀναφέρονται ὡς φορολογητέαι αἱ συναλλαγματικαὶ ἢ τὰ γραμμάτια τὰ διερχόμενα μόνον ἐκ τοῦ Κράτους, χρησιμεύοντα δὲ εἰς ἐξόφλησιν δοσοληψιῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους. Αἱ τοιαῦται συναλλαγματικαὶ ἐκδίδονται ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, διέρχονται διὰ τοῦ Κράτους, ἐξοφλοῦσαι ἐν αὐτῷ ὑποχρεώσεις, καὶ κατόπιν μεταβιβάζονται καὶ ἀποστέλλονται, ὅπως ἐξοφληθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐξηγοῦμαι σαφέστερον διὰ παραδείγματος Συναλλαγματική τις ἐκδίδεται ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἶναι δὲ πληρωτέα εἰς Λονδῖνον καὶ πέμπεται ὑπὸ τοῦ κομιστοῦ ἢ τοῦ ἐκδότου ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς ἀνταποκριτήν του ἐν Ἀθήναις, πρὸς ὃν οὗτος ὀφείλει χρήματα, ὁ δὲ ἀνταποκριτὴς οὗτος, ἐξοφλῶν τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ὀφειλέτην του, πωλεῖ ἐν Ἑλλάδι ἢ ἄλλως μεταβιβάζει τὴν συναλλαγματικὴν πρὸς ἕτερον, ὁ ὁποῖος ἀποστέλλει αὐτὴν εἰς Λονδῖνον, ὅπου ὁριστικῶς ἐξοφλεῖται. Ἡ συναλλαγματικὴ αὕτη, φρονῶ, ὅτι διαφεύγει πάντα φόρον, ἐὰν ἡ παράγραφος γʹ τοῦ ἄρθρου 15 μείνῃ ὡς ἔχει· διότι, ἐὰν ἀκριβολογήσῃ τις ἐπὶ τῶν λέξεων: «τῶν πληρωτέων ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου», νομίζω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον εὐλόγως νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κομιστοῦ ἐν Ἑλλάδι, τοῦ ἐνεργοῦντος πρᾶξίν τινα ἐπὶ τῆς συναλλαγματικῆς, τέλος τι χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποδεικνύω τὸ μικρὸν τοῦτο χάσμα, δὲν ἐννοῶ νὰ ζητήσω διὰ τὰς τοιαύτας συναλλαγματικὰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πλήρους φόρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς τὸ ἄρθρον 14. Ἡ γενικὴ κλῖμαξ, ἡ χρησιμεύουσα παρ’ ἡμῖν διὰ τὸν φόρον τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων, εἶναι ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις, εἶναι δὲ κλῖμαξ βαρεῖα, διότι εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ συναλλαγαὶ εἶναι πολὺ μᾶλλον προηγμέναι ἢ ἐν Ἑλλάδι, τὸ τέλος τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων εἶναι ἥμισυ ἐπὶ τοῖς χιλίοις, καὶ ὅμως καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα πάλιν δὲν ἔχει φθάσει ὁ νομοθέτης μέχρι τοῦ σημείου νὰ φορολογῇ τὴν διερχομένην ἐκ τοῦ Κράτους συναλλαγματικὴν μὲ τὸ πλῆρες τοῦτο τέλος. Εἶναι δίκαιον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ πληρώνωσι τέλος τι τὰ γραμμάτια ταῦτα, ἀλλὰ δὲν συμφέρει νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ κατὰ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστῇ ἐπιζήμιος τοῖς ἐμπόροις ἡ διὰ τοῦ ἡμετέρου Κράτους κυκλοφορία των, καὶ νὰ ἀναγκασθῶμεν ἡμεῖς, μόνον μὲ τὸ συνάλλαγμα, τὸ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ παραγόμενον, νὰ ἀνταποκρινώμεθα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως εἰς τὰς διερχομένας τοῦ Κράτους συναλλαγματικὰς ἐπιβάλληται τὸ ἓν τέταρτον τοῦ φόρου τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 14. Θεωρῶ δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τούτων, διότι, καθὰ γινώσκω, συχνότατα παρουσιάζονται συναλλαγματικαὶ τοιαῦται πρὸς διαπραγμάτευσιν ἐνταῦθα, καὶ, καθὰ ἔμαθον, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, ἔχοντες ἀνταποκριτὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἢ εἰς ἄλλα μέρη τῆς ἀλλοδαπῆς, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὴν ἔκδοσιν συναλλαγματικῶν τοιούτων, καὶ τοῦτο πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐν Ἑλλάδι, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἐννοεῖται πασῶν τῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Νόμῳ ὁριζομένων ζημιῶν, ἕνεκα καταδολιεύσεως τοῦ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου φόρου. Δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ προσοχὴ ἡμῶν νὰ στραφῇ, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16. Τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἀπεδέχθη, μεταβάλλουσα τὸν μέχρι τοῦδε κείμενον Νόμον, ἐννοεῖτε εὐκόλως. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ταμιευτικὸς, πολὺ φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, ὁ σκοπὸς οὗτος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ. Κατὰ τὸν Νόμον περὶ χαρτοσήμου, τὸν γενικὸν, ἐν ἄρθρῳ 29, παραγράφῳ ὀγδόῃ, αἱ ἀποδείξεις, ἐφ’ αἷς καταβάλλονται τοῖς μετόχοις Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν τὰ κέρδη, ἔδει νὰ χαρτοσημανθῶσι μὲ τὸ γενικὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τέλος. Τὸ τοιοῦτον κατ’ ἀρχὴν ἐπανελήφθη καὶ κατόπιν διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1873, τροποποιηθέντος κατά τι τοῦ συστήματος τῆς προϋπαρχούσης νομοθεσίας. Ἐπῆλθεν ὅμως εἷς ἕτερος Νόμος, ὁ ΑΟΓʹ τοῦ 1883, ὁ ὁποῖος ἐν μέτρῳ εὐλόγῳ, ἐὰν θέλητε, ἐζήτησε νὰ φορολογηθῶσι τὰ μερίσματα τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, τὰ κατώτερα τῶν 10 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γενικὴν κλίμακα τοῦ χαρτοσήμου ἀξίας διέφευγον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸν φόρον. Ἐνομοθέτησε δὲ τότε ἡ Βουλὴ τὸν Νόμον ΑΟΓʹ, καθ’ ὃν μέχρι μὲν τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 5 πληρόνεται δεκάλεπτον τέλος χαρτοσήμου, μέχρι δὲ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 10 εἰκοσάλεπτον τέλος χαρτοσήμου. Διὰ τῆς προτεινομένης σήμερον μεταβολῆς ζητεῖται φόρος 2 τοῖς ἑκατόν. Δὲν εἶναι ἆρά γε βαρὺς ἐν γένει ὁ φόρος οὗτος καὶ ἄδικος, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ μερίσματα τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ὑπόκεινται ἤδη εἰς τέλος, δυνάμει τοῦ Νόμου τοῦ 1885, πρὸς 5 τοῖς ἑκατόν; Προήχθησαν ἆρά γε αἱ ἐργασίαι τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐνομοθετήθη ἡ φορολογία τοῦ 5 τοῖς ἑκατόν, ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολήν; Φρονῶ, ὅτι δὲν ηὔξησαν αἱ ἐργασίαι αὗται ἐπὶ τοσοῦτον, καὶ ὅτι, ψηφίζοντες καὶ τὸν Νόμον τοῦτον, ὑπερβαίνομεν τὸ μέτρον τοῦ δικαίου. Φρονῶ ὅμως προσέτι, ὅτι καὶ θ’ ἀποτύχῃ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης. Ἂς λάβωμεν πρακτικὸν παράδειγμα. Ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα ἔδωκεν ἐπανειλημμένως μέρισμα δραχμῶν 2,50 ἢ 2,75, ἐπλήρωσε δὲ ὁ μέτοχος αὐτῆς δυνάμει τῆς κειμένης νομοθεσίας δεκάλεπτον χαρτόσημον δι’ αὐτὸ τὸ μέρισμα. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θὰ πληρώσῃ μόνον 5 ἢ 6 λεπτά. Ὁ Σιδηρόδρομος Πειραιῶς, δίδων μέρισμα 8 δραχμῶν πληρόνει 20 λεπτά, κατὰ δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον θὰ πληρόνῃ μόνον 16 λεπτά. Ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι προφανής, καὶ βεβαίως ἐζητήθη νὰ καλυφθῇ ἡ ζημία αὕτη, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τέλους, τοῦ πληρονομένου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι δίδουσι μέρισμα κατώτερον τῶν 10 δραχμῶν, ἐκ τοῦ τέλους τοῦ πληρωθησομένου ὑπὸ τῶν μετόχων ἄλλων Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, διδουσῶν σπουδαιότερα μερίσματα. Τοιαύτη Ἀνώνυμος Ἑταιρία εἶναι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον Κατάστημα, καθ’ ἃ ἐγὼ γινώσκω, τὸ δίδον ἀνώτερον μέρισμα. Ἐλήφθη ὅμως ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος ΩΞΖʹ, ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1880; Τί λέγει τὸ ἄρθρον 13 τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος; «Διαρκοῦντος τοῦ χρόνου τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης, δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ ἡ βαρύνουσα αὐτὴν φορολογία, οὔτε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὴν νέοι φόροι». Κατ’ ἐμὲ κριτὴν, Κύριοι, ὑπάρχοντος τοῦ συστήματος νὰ φορολογῶνται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 5 τοῖς ἑκατὸν τὰ μερίσματα τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία δι’ ἐπιβολῆς νέου τέλους χαρτοσήμου πρὸς 2 τοῖς ἑκατὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς, ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης, θέλει ἀποτύχει, διότι τὸ μόνον κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ τὸ Δημόσιον, ὅπως καλύψῃ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τέλους τούτου, εἶναι ἀρκούντως ὡπλισμένον ἐπὶ 25 ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1892, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ πᾶσαν τοιαύτην ἀξίωσιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δυνάμεθα τὰ πάντα νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἱστάμενοι εἰς τὰ κείμενα, τηροῦντες τουτέστι τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου ΑΟΓʹ, καὶ ἐφαρμόζοντες, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μεγαλείτερα μερίσματα, τὸ τέλος τῆς ἀξίας, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιαι αἱ ἐξαιρέσεις τοῦ γενικοῦ κανόνος τοῦ ἄρθρου 12, ὅταν ἀπευθύνωνται πρὸς μετόχους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἔχουσι λόγους νὰ ἦναι ἐνθουσιασμένοι, διότι ἐτοποθέτησαν τὰ κεφάλαιά των εἰς ἐπιχειρήσεις τοιαύτας· δύνανται βεβαίως εἰς τὸ μέλλον νὰ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὸ μέλλον εἶναι πάντοτε ἀβέβαιον, καὶ περὶ τοῦ παρόντος συζητοῦντες, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην μεταβολὴν, ἀνατρέπουσαν φορολογίαν, εἰς ἣν ἀγογγύστως εὑρισκόμεθα ὑποβεβλημένοι. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21 μίαν μόνον λέξιν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Εἰς τὴν § θʹ, προκειμένου περὶ τῶν ἐγγραφῶν ἐν τοῖς πινακίοις τῶν Πρωτοδικείων, ὑπάρχει ἡ φράσις καὶ τῶν Ἐμποροδικείων· τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐμποροδικείων. Ἐν τῇ § ὅμως βʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νομίζω, ὅτι ὑπάρχει εὔλογος περίστασις νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ὁ σεβαστὸς ἡμῶν Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Μεταξὺ τῶν πράξεων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 21 καὶ φορολογουμένων διὰ χαρτοσήμου δραχμῆς, εἶναι καὶ αἱ πράξεις τῶν δικαστικῶν κλητήρων. Νομίζω, ὅτι διὰ τὰς πράξεως ταύτης δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ τέλος τῆς μιᾶς δραχμῆς, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν τὰς ἐπιδόσεις, διὰ τὰς ὁποίας φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ κατὰ ἓν τέταρτον δραχμῆς ἡ ἀμοιβὴ, ἡ παρεχομένη εἰς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, αὐξανομένης τῆς τιμῆς τοῦ ἐπιδοτηρίου εἰς δραχ. 1, 25. Ἔχουσιν εὐθύνην μεγίστην οἱ ἄνθρωποι οὗτοι· ζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν ἀκρίβειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, ταχύτητα, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν δείξωσι τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ἀναμένει ἐκ τοῦ ἔργου των, παραπονούμεθα πικρῶς, καταφεύγομεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, εἰς τοὺς δικαστὰς, ζητοῦμεν τὴν καταδίωξίν των καὶ τὴν καταδίκην των. Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτας μεγάλας ἀπαιτήσεις, τοιαύτας σπουδαίας ἀξιώσεις ἔχωμεν παρὰ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, δὲν τηροῦμεν μέτρον δικαιοσύνης, κανονίζοντες διὰ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἀποδεικτικὰ ἐπιδόσεως πρὸς μίαν δραχμὴν ἕκαστον, καὶ χορηγοῦντες εἰς τὸ περὶ προμηθείας πραγματευόμενον ἄρθρον 11 τὸ ½ τῆς δραχμῆς αὐτῆς εἰς τὸν κλητῆρα. Ἐὰν ἰδιαιτέρως λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας τὰ διαστήματα εἶναι τόσον μεγάλα, ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι ἀνάλογοι, τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ μὲ τὰ 50 αὐτὰ λεπτά; Ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ ἐπιδώσῃ, θὰ ἔχῃ λογαριασμὸν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιδώσῃ, μόλις θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιδώσῃ 4 ἢ 5 δικόγραφα τὴν ἡμέραν, καὶ ὡς ἀμοιβὴν τοῦ καθήκοντος θὰ ἔχῃ τὴν πεῖναν. Πρέπει, Κύριοι, ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς τῆς κοινωνίας, ν’ ἀποφασίσωμεν μίαν αὔξησιν κατὰ ἓν τέταρτον τῆς δραχμῆς, αὐξανομένης καθ’ ὅλον τὸ τέταρτον τοῦτο τῆς διδομένης αὐτοῖς προμηθείας, διὰ νὰ δύνωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἱκανοποιῶνται, καὶ μένωσιν ἐξ αὐτῶν οἱ τίμιοι καὶ δραστήριοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἄλλως μετ’ ὀλίγα ἔτη ἅπαντες οἱ καλοὶ καὶ ἄξιοι κλητῆρες θὰ ἐκλείψωσι καὶ θὰ περιορισθῇ ἡ κλητηρικὴ ὑπηρεσία εἰς πρόσωπα μηδεμίαν παρέχοντα ἐγγύησιν....
§26ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τί νὰ γίνῃ μία καὶ εἴκοσι πέντε ἡ ἐπίδοσις, καὶ νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι ἐκ τῆς μιᾶς δραχμῆς θὰ λαμβάνῃ ὁ κλητὴρ τὰ 75 λεπτά;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο θὰ ἠλάττου τὸ δημόσιον ἔσοδον.
§28ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ προτεινομένη παρ’ ἐμοῦ αὔξησις ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι μία ἱκανοποίησις ἀρκοῦσα διὰ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, διότι ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου αὐξάνονται τὰ μέχρι τοῦδε δικαιώματα αὐτῶν κατὰ 50 τοῖς ἑκατὸν διὰ τὰς ἐπιδόσεις. Ἐπίσης παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὀρθὰς, θέλω φέρει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, βεβαίως εἶναι ἐπιεικέστατον,—δὲν λέγω ἐπιεικὲς, ἀλλ’ ἐπιεικέστατον,— ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων, διότι ζητεῖ τὴν κατάργησιν νομοθεσίας ἀνηκούστου καὶ πρωτοφανοῦς, μόνον δὲ παρ’ ἡμῖν ἰσχυούσης, ὡς εἶναι διατετυπωμένη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1885. Σήμερον ἔχομεν τὸν φόρον τὸν κληρονομικὸν ἰσχύοντα καὶ διὰ τοὺς ἀνιόντας καὶ κατιόντας, καὶ ἔχομεν αὐτὸν εἰς ποσοστὰ κατὰ πρόοδον μέχρι 5 τοῖς ἑκατόν. Ἐν ᾧ οἱ πλούσιοι Ἄγγλοι καὶ οἱ πλούσιοι Γάλλοι ἠρκέσθησαν εἰς ἓν τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν, οἱ πτωχοὶ Ἕλληνες εὑρέθησαν ἀρκούντως ἰσχυροὶ, ὅπως φέρωσι κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν βάρος κληρονομικὸν 5 τοῖς ἑκατόν. Διεμαρτυρήθην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἰσχύοντος Νόμου διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 καὶ ἡ τότε πλειονοψηφία ἔσπευδε νὰ ἐπιψηφίσῃ τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς κοινωνιστικοὺς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ ἡγέτου τῆς τότε πλειονοψηφίας, ἐπρόκειτο νὰ φέρωσι τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων διατάξεων καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν ἐπὶ δύο ἔτη μόνον πίεσις καὶ κατακραυγὴ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐπαρουσιάσθη, ἀληθὴς ὅμως καὶ τελεσφόρος λειτουργία τῶν διατάξεων ἐκείνων δὲν δύναται νὰ ἐπιδειχθῇ, διότι αὗται ἐκ τῶν προτέρων ἦσαν καταδεδικασμέναι, ὡς προσκρούουσαι εἰς τὰ στοιχειωδέστερα περὶ δικαίου αἰσθήματα. Ἡ Κυβέρνησις, προτείνουσα τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν κληρονομιῶν καὶ τῆς προοδευτικῆς κλίμακος, τῆς τοσοῦτον ἄλλοτε ἐξυμνηθείσης, ἠλάττωσε μέχρι σημείου ἐπιεικεστάτου καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου διὰ τοὺς κλάδους ἐκείνους, τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς κληρονομικὰ τέλη, διότι ἔχομεν «ἐπὶ μὲν συζύγων καὶ ἀδελφῶν ἀμφιθαλῶν καὶ ἑτεροθαλῶν 2%, ἐπὶ συγγενῶν τρίτου καὶ τετάρτου βαθμοῦ 3%, ἐπὶ συγγενῶν πέμπτου μέχρις ἑβδόμου βαθμοῦ 4%, καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν συγγενῶν, θετῶν γονέων καὶ τέκνων, θετῶν ἀδελφῶν, παντὸς ἀγχιστέως καὶ ἐν γένει παντὸς ἐξωτικοῦ 5%.» Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὰς μελέτας τῶν εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἀσχοληθέντων. Ἐπιστημονικὸν δόγμα εἶναι, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπερακοντίζῃ τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα μιᾶς κληρονομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπερέβη τὸ 5%. Ἠδύνατο ἴσως διὰ τοὺς ἐξωτικοὺς νὰ ζητήσῃ ποσοστὸν ἀνώτερον, διότι, ἐὰν ἡ ἐπιστήμη ἡ εὐρωπαϊκὴ τὸ 5% συνιστᾷ ὡς ἀνώτατον ὅριον, ἡ ἐπιστήμη ἐκείνη σκέπτεται ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν Εὐρωπαϊκῶν, αἵτινες δὲν εἶναι συνήθως ἀνώτεραι τοῦ 5%, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι τὸ ποσοστὸν τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ καὶ ἀνώτερον. Δὲν παραπονοῦμαι ὅμως διὰ τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ἄξιον συζητήσεως καὶ ἑρμηνείας, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τίς εἶναι ἡ ἀξία μιᾶς κληρονομίας; Ζητῶ δὲ τοῦτο, διότι ἐκ τῆς πράξεως κατενόησα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ νομοθετικῶς ἢ διὰ συγχρόνου τῷ Νόμῳ ἑρμηνείας τὸ ζήτημα τοῦτο. Οἱ ἔφοροι καὶ οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους φρονοῦσιν, ὅτι πᾶν δικαιόγραφον, φέρον ἀριθμοὺς εἰς δραχμὰς, καὶ πᾶν χρεώγραφον, εὑρισκόμενον ἐν τῇ περιουσίᾳ τοῦ ἀποβιώσαντος, εἶναι περιουσία φορολογητέα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἐν αὐτοῖς ἀναγεγραμμένων. Ἐὰν τουτέστιν ἄνθρωπός τις ἀποβιώσας καταλίπῃ φάκελλον, περιέχοντα συναλλαγματικὰς ἢ γραμμάτια μὲ ἀριθμοὺς πολλοὺς, τὰ γραμμάτια δὲ ταῦτα ἢ αἱ συναλλαγματικαὶ κατὰ τρόπον ἐπίσημον ἢ ἄλλον περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ Ἐφόρου, ὁ Ἔφορος φρονεῖ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ζητῇ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τοῖς τοιούτοις δικαιογράφοις. Ἀλλ’ ἐν τῇ δικαιολογικῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ νομοθέτου δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ ἄλλο τι ἢ ἡ πραγματικὴ ἀξία, ἡ ἀγοραία, οὕτως εἰπεῖν, ἀξία τῆς κληρονομικῆς περιουσίας· καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν ἀξιώσεις συχνὰς τῶν Ἐφόρων, καὶ δίκας καὶ γνωμοδοτήσεις ἀνωτέρων δικαστικῶν προσώπων ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἐκδοχῆς. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μᾶλλον μὲ βιάζει νὰ ζητήσω τὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν τοῦ Νόμου, ἀφοῦ εἶδον τοιαύτας γνωμοδοτήσεις, ὅτι δύναται ὁ Ἔφορος νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐπὶ μιᾶς λησμονημένης συναλλαγματικῆς, ἢ εἰς μίαν ἀπηρχαιωμένην τελεσίδικον ἀπόφασιν. Καὶ ἂν ὁ ἐκ συναλλαγματικῆς ὑπόχρεως ἦναι ἐντελῶς ἀφερέγγυος, καὶ ἂν ὁ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως καταδιωκόμενος μόνον τὴν ἔνστασιν τοῦ Μενίππου ἔχῃ νὰ ἀντιτάξῃ, εἶναι δίκαιον, ὁ Ἔφορος νὰ ζητῇ νὰ πληρωθῇ τέλος, ἵνα τιμωρηθῇ διὰ προστίμου ὁ δανειστὴς, ἐπὶ τῇ ἀφερεγγυότητι τοῦ ὀφειλέτου του; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπανέρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ δοθῇ ἐπίσημος ἑρμηνεία περὶ τοῦ τοιούτου θέματος, ἐὰν οὐχὶ ἐν τῷ Νόμῳ, τοὐλάχιστον ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, τοῦ νὰ ζητῆται πληρωμὴ φόρου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διὰ συναλλάγματα, ἢ ἄλλα χρεώγραφα ἢ δικαιόγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι χάρτης ἄγραφος διὰ τοὺς κατέχοντας αὐτά· πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ μέτρον τῆς δικαίας πραγματικότητος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ στρέφωνται, διότι ἐξερχόμενοι ἀφίνομεν τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἐπὶ τούτου θέλω παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἐξήγησιν, ἥτις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγία εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν λύσιν τῶν τοιούτων ζητημάτων, καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐρεθιζόμενοι ἀπὸ τὰ ποσοστὰ ἐμβάλλουσιν εἰς ἀνησυχίαν καὶ ταραχὴν ἀνθρώπους, πληρώσαντας μέχρι λεπτοῦ πᾶν ὅ,τι ἐκ τοιαύτης αἰτίας ὤφειλον. Δύο ἕτερα σημεῖα ἐλάχιστα φρονῶ ἄξια τῆς ἡμετέρας πρσσοχῆς. Τὸ ἓν εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 43. Τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὰς προθεσμίας διὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κληρονόμοι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, καὶ ἐπεκτείνει τὴν προθεσμίαν, ὅταν πρόκηται περὶ θανάτου συμβάντος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ περὶ κληρονόμου κατοικοῦντος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ προβλέπεται, ὅτι ὑπάρχει προθεσμία διετὴς, ὅταν ὁ θάνατος συμβῇ ἐν Ἀσίᾳ ἢ Ἀφρικῇ, (πλὴν τῆς Ἀσιατικῆς Τουρκίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ Τύνιδος) ἢ ἐν Αὐστραλίᾳ. Νομίζω δίκαιον, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ, ἡ παραλειφθεῖσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρέπει νὰ τεθῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τῆς Βορείου Ἀμερικῆς ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία εἶναι σήμερον πυκνὴ, ἀλλ’ ἡ Ἀμερικὴ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, πολλοὶ δὲ Ἕλληνες εὑρίσκονται σήμερον ἐν Παναμᾷ, ἄλλοι εἰς τὴν Νότιον Ἀμερικὴν, διὰ τοῦτο ἡ διετὴς προθεσμία εἶναι χρήσιμος, ἀφοῦ ἔχει ὁρίσει τὸ νομοσχέδιον τοιαύτην διετῆ καὶ διὰ τὰς Ἰνδίας. Ὅταν συμπέσῃ ὁ κληρονόμος ὁ ἐν Ἑλλάδι νὰ παραλείψῃ ἐντὸς προθεσμίας μονοετοῦς νὰ δηλώσῃ τὸν ἐν Ἀμερικῇ θάνατον τοῦ συγγενοῦς του, θὰ ὑποβάλληται εἰς ποινὴν, ἐνῷ ὁ παραλείπων τὴν δήλωσιν ταύτην δι’ ἀποθανόντα συγγενῆ του ἐν Ἰνδίαις δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε, ἔχων ἓν περιπλέον ἔτος. Μία τοιαύτη τροποποίησις εἶναι νομίζω ἀναγκαία. Τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51 ἐδαφίου αʹ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου τούτου ὑπάρχει ἡ φράσις «πάντοτε δὲ ἀνωτέρου τῶν 5 δραχμῶν». Τοῦτο εἶναι κακὴ ἔκφρασις, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «πάντοτε δὲ τοὐλάχιστον 5 δραχμῶν». Αὐτὰς τὰς συντόμους παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Βεβαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰ μικρὰ ποσὰ γίνεται μικρά τις ἐπιβάρυνσις κατὰ ⅙%, ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης ἀποκαθίσταται διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τῶν ἐγκαταλιμπανουσῶν τὸ σύστημα τῶν κατὰ πρόοδον προσθέτων τελῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐχρησίμευσαν παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀκονίσωσι τὸν νοῦν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς καταδολίευσιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου. Ἀφοῦ τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀναλογίας ἐνταῦθα ἀποκαθίσταται ἀπολύτως, πρέπει ἄνευ ἐνδοιασμοῦ νὰ ψηφίσωμεν Νόμον, ὁ ὁποῖος θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν καὶ τὴν ἠθικοποίησιν εἰς τὰς συναλλαγὰς τὰς καθ’ ἡμέραν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησεν ὀρθῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν τείνει εἰς αὔξησιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι, τοῦτο μὲν νὰ ἐπανορθώσῃ τινὰ τῶν κακῶς νομοθετηθέντων κατὰ τὸ 1885, τοῦτο δὲ νὰ κωδικοποιήσῃ τοὺς περὶ χαρτοσήμου Νόμους, διορθοῦν ἐν τῇ κωδικοποιήσει καὶ τὰ τυχὸν πλημμελῆ. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, προέβη εἰς ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστον, ἀποδεχόμενος τὰ πλεῖστα καὶ φέρων παρατηρήσεις τινὰς εἰς τινα ἄρθρα. Οὕτω παρετήρησεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 § 3, ὅτι παραλείπεται ἐν αὐτῷ ἡ μνεία τῶν συναλλαγμάτων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκδεδομένων καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωθησομένων, ὅσα διέρχονται διὰ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἄρθρον ποιεῖται τινὰ μνείαν αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἄμεσον καὶ θετικὴν, διότι ἀναγινώσκομεν ἐν αὐτῷ: «αἱ ὀπισθογραφήσεις, αἱ ἀποδοχαὶ εἰς οὐδὲν ὑπόκεινται τέλος, σημανθεισῶν τῶν κυρίων ὁμολογιῶν.» Ὁμολογία σημανθεῖσα δὲν ὑπόκειται εἰς τέλος ὀπισθογραφήσεως ἢ ἀποδοχῆς ἐν Ἑλλάδι, ἄρα ὑπόκειται εἰς τέλος, ἐὰν δὲν ἐσημάνθη· συμπέρασμα τούτου εἶναι, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας αἱ εἰρημέναι συναλλαγματικαί, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι φορολογοῦνται βαρύτερον τοῦ ὅρου, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ ὡς τὸν πρέποντα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐπιβάλληται τέλος κατώτερον, τὸ ἥμισυ ἴσως, τοῦ συνήθους.....
§30ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τέταρτον ἐπρότεινα.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐλαττώσεως, διότι θεωρῶ, ὅτι ὁ φόρος, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καίτοι ἀπολύτως δὲν εἶμαι ἄτοπος, ἔχει ὅμως τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δὲν εἰσπράττεται, καὶ τούτου ἕνεκα οὐδὲν ἔχομεν ἤδη ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον, ἐνῷ, ἐὰν ἐλαττωθῇ τὸ τέλος εἰς τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον, ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θέλομεν εἰσπράττει. Ὑπάρχουσι λόγοι, ὧν ἕνεκα δυσκόλως εἰσπράττεται τὸ τέλος τοῦτο. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται συναλλαγματικὴ, ἐκδιδομένη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πληρόνεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διέρχεται δὲ μόνον διὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν διατρέχει ἄρα τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος, ὡς μὴ ἐκτελεσθέντων τῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Νόμου· διελθοῦσα διὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν μετέβαλε χαρακτῆρα, καὶ ἂν ἦτο ἔγκυρος, κανονικῶς ἐκδοθεῖσα, θὰ διατελῇ ἔγκυρος ἐν τῷ τόπῳ τῆς πληρωμῆς. Ἄκυρος ἕνεκα τῆς μὴ πληρωμῆς τοῦ τέλους θὰ ἦναι ἡ ὀπισθογράφησις, ἀλλ’ αὕτη πολλάκις δὲν ἔχει σημασίαν, διότι, ἐὰν ἡ συναλλαγματικὴ ἐξεδόθη ὑπὸ καταστήματος φερεγγύου, ὑπὸ καταστήματος ἀνωτέρας ἐμπορικῆς σημασίας τῆς τοῦ ἐν Ἑλλάδι ὀπισθογραφοῦντος, ἀδιαφορεῖ ὁ πληρόνων καὶ ὁ διαπραγματευόμενος αὐτὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἂν ἡ ὀπισθογράφησις ἦναι ἔγκυρος ἢ μή. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν τὸ τέλος ἦναι μικρὸν καὶ τὸ κατάστημα τὸ ὀπισθογραφοῦν ἐνταῦθα ἦναι ἐκ τῶν προαιρουμένων νὰ συμμορφῶνται πρὸς τὸν Νόμον, πληρόνεται τὸ τέλος, ἐὰν ὅμως τὸ τέλος ἦναι βαρὺ, δὲν συμμορφοῦται ὁ ὀπισθογραφῶν πρὸς τὸν Νόμον, ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῆς φορολογικῆς διατάξεως τοῦ Νόμου ἡ ἀξία τῆς συναλλαγματικῆς. Κατὰ τὴν τρίτην ἄρα ἀνάγνωσιν θὰ ἦναι πρέπον νὰ προτείνωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τροποποίησιν, ἀναγκαίαν ἄλλως καὶ ἂν προέκειτο νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἀρχικὴν, τῆς ἐπιβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ τέλους, διότι ἀναντιῤῥήτως ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ ἀρνητικὴ τοῦ νομοσχεδίου ἔκφρασις, τὸ δ’ ἐπιβαλλόμενον τέλος πρέπει νὰ κανονίσωμεν διὰ διατάξεως θετικῆς. Ἐν ἄρθρῳ 16 ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἡ τροποποίησις τῶν κειμένων, τουτέστι τοῦ δεκαλέπτου χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν μέχρι 5 δραχμῶν, τοῦ εἰκοσαλέπτου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν μέχρι 10 δραχμῶν, καὶ τοῦ πεντηκονταλέπτου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν μέχρι 500 δραχμῶν, διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τέλους 2% ἀναλογικοῦ δὲν θὰ παραγάγῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιδιωκόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ταῦτα ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ταμιευτικά. Ἀλλ’ ὅπως ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, οὕτω καὶ τὸ ἄρθρον 16 δὲν ἔχει σκοπὸν ταμιευτικόν. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν τὴν κατάργησιν τῶν διατάξεων τῶν ἰσχυουσῶν, ὅσαι δὲν συνάδουσι πρὸς τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα, ἰδίᾳ δὲ τὸ ἄρθρον 16 τροποποιεῖ τὰ κείμενα, ἐφ’ ὅσον ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα. Τὰ κείμενα περὶ τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα διὰ τρόπου τὰ μάλιστα καταδικαστέου, ὡς ἐπιτρέποντος εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ μεταβάλλῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ διὰ παραβιασμοῦ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου τὸν φορολογικὸν ὅρον· διότι, ὡς ἔχει ὁ Νόμος, ἐπιβάλλων τέλη διαβαθμιζόμενα εἰς δέκα, εἰς εἴκοσι καὶ εἰς πεντήκοντα λεπτὰ, ἐξαρτᾶται ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου ἐκ τῆς μονάδος τοῦ μερίσματος, τὴν δὲ μονάδα τοῦ μερίσματος δύνανται αἱ Ἑταιρίαι νὰ διαβαθμίζωσιν, οὐχὶ μεταβάλλουσαι τὸ εἰς τοὺς μετόχους πληρωτέον ὁλικὸν ποσὸν, ἀλλὰ κατανέμουσαι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπὶ τὸ συμφερώτερον φορολογικῶς διὰ προσφυεστέρας διαιρέσεως τῶν μετοχῶν ἢ καὶ τῶν μερισμάτων ἑκάστης μετοχῆς. Ἂν τὸ μέρισμα κανονίζηται μόνον ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἢ ἂν ἡ μονὰς τῶν μετοχῶν ἦναι μεγάλη, ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου μεταβάλλεται, ἤδη δὲ συμβαίνει νὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς διαβαθμίσεως τοῦ τέλους ἀκριβῶς ἡ πλουσιωτέρα τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἡ εὐπορία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι λόγος πρὸς ἐπιβάρυνσιν αὐτῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἐπίσης οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπιβαρύνῃ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου κατ’ ἀναλογίαν ἐλάσσονα τῆς κανονικῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέθεσεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16 δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· καὶ βεβαίως οὕτως ἔχει, διότι τὸ τέλος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν Ἑταιριῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν μετόχων, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν Νόμοις καὶ συμβάσεσι, δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ὡς πρὸς τὰ τοῦ ἄρθρου 16. Οὕτω τὰ τέλη ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἐπιβάτας καὶ δὲν θεωροῦνται ἐπιβαλλόμενα εἰς τὸν σιδηρόδρομον· ταὐτὸ περὶ τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν καὶ περὶ τῶν δημοσίων θεαμάτων· ἐν πᾶσι τὰ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τέλη ἀναγνωρίζονται ὡς ἐπιβαλλόμενα οὐχὶ εἰς τὸ κατάστημα, ἔνθα γίνεται ἡ πληρωμὴ τοῦ εἰσιτηρίου, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀποκτῶντα τὸ εἰσιτήριον.
§32ΠΑΧΥΣ. Ἡ Τράπεζα τί εἶναι; οἱ μέτοχοι κάμνουν τὴν Τράπεζαν.
§33ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἂν ὁ Νόμος, ὁ ὑψώσας τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἀπὸ 3 εἰς 5%, ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ὁ Νόμος ἐκεῖνος φορολογεῖ τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρίας, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν φορολογεῖται ἡ Ἑταιρία, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις τοῦ μετόχου, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ περιλαμβανομένου ἐν αὐτῇ. Τὴν πρᾶξιν πράττει ὁ μέτοχος. Οὗτος ἐξοφλεῖ τὸ μέρισμα, δίδων τὸν ἀπόδειξιν. Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ κέρδους τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρίας, ἀναντιῤῥήτως εἶναι πρᾶξις αὐτῆς τῆς Ἑταιρίας, τὸ δ’ ἐπὶ τῷ κέρδει τέλος ἐπιβαρύνει αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ τοῦ βεβαιωθέντος καὶ φορολογηθέντος κέρδους εἴσπραξις παρὰ τῶν μετόχων ἀποτελεῖ ἰδίαν αὐτῶν πρᾶξιν, ἐπαγομένην τὴν παρ’ αὐτῶν πληρωμὴν τέλους, ἀναλόγως τῶν παρ’ ἑκάστου εἰσπραχθέντων. Δὲν πρόκειται ὅμως ἐνταῦθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς ἢ μὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 16 εἰς τὰ μερίσματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ ἄρθρον 16 οὐδαμῶς θίγει τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἂν αἱ συμβάσεις ἀπαλλάττωσι τὰ μερίσματα αὐτῆς ἀπὸ πάσης ἐπιπροσθέτου φορολογίας, ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ θέλει προνοήσει, ὅπως μὴ παραβιασθῶσι κεκτημένα δικαιώματα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὰς συμβάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ μερίσματα αὐτῆς ὑποβάλλονται εἰς πᾶσαν νομοθετηθησομένην νέαν τῶν μερισμάτων τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν φορολογίαν. Ἐὰν δὲ ἡ γνώμη μου ἦναι ὀρθὴ, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16 δὲν ἔχει τὸ μειονέκτημα, ὅπερ παρίστησιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι διαφεύγουσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τὰ μερίσματα τῆς κυριωτέρας τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν ὀρθὴ ἦναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐσφαλμένη δ’ ἡ ἐμὴ ἑρμηνεία τῶν συμβάσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ παρουσιάζει ὡς ἐκ τούτου τὸ εἰρημένον μειονέκτημα ἡ διάταξις, πάλιν καλῶς ἔχει αὕτη, διότι ὁ σκοπὸς αὐτῆς δὲν εἶναι ταμιευτικὸς, ὡς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ ἄρθρον 16 ἔχει σκοπὸν τὴν ἀναλογικὴν τοῦ φόρου ἐξίσωσιν, ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὸ τοῦ τῶν Ἑταιριῶν. Ἡ ἀντικατάστασις τῆς τέως κειμένης τριπλῆς διαβαθμίσεως διὰ τῆς ἀναλογικῆς φορολογίας τοῦ ἄρθρου 16 ἀπαλλάττει τὰς Ἑταιρίας τοῦ πειρασμοῦ, ὅπως κανονίζωσι τὰ τῶν μετοχῶν καὶ τῶν μερισμάτων αὐτῶν, οὐχὶ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς εὐχερεστέρας αὐτῶν κατανομῆς, ἀλλὰ πρὸς ὑπεκφυγὴν τῆς βαρυτέρας φορολογικῆς διαβαθμίσεως. Εἰς τὰς ὑπαρχούσας δὲ Ἀνωνύμους Ἑταιρίας ἐφαρμοζομένη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16 θὰ ἦναι ἀνακουφιστικὴ, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ Ἑταιρίαι αὗται μονάδα μετοχῆς ἔχουσι μικρὰν, τὸ δὲ μέρισμα τῆς μικρᾶς μετοχῆς, ἑξαμηνιαῖον, ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀποτινόντων τὸ δεκάλεπτον τέλος, καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ τῶν 5 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ποσοῦ 3 δραχμῶν καὶ 2 δραχμῶν καὶ μιᾶς δραχμῆς. Τὸ δεκάλεπτον τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῶν 5 δραχμῶν εἶναι 2%, ἐπὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς εἶναι 10%, τὸ δὲ πεντηκοντάλεπτον τέλος, εἰς ὃ ὑποβάλλεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἶναι κατώτερον πολὺ τοῦ ½%. Προφανῶς σόλοικος εἶναι ὁ Νόμος, ὁ ἐξαρτῶν τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου μεταξὺ 10% καὶ 2%, ἢ καὶ ½ ἢ ⅓%, ἐκ τῆς τυχαίας συμπτώσεως ἢ τῆς σκοπίμου διαῤῥυθμίσεως τῆς μονάδος τοῦ μερίσματος. Νομοθεσία ἐπιτρέπουσα, ὅπως αἱ Ἑταιρίαι κανονίζωσι τὰ τῆς μετοχῆς οὕτως, ὥστε τὸ μέρισμα νὰ ὑποβάλληται εἰς φορολογικὸν ὅρον, παραλλάσσοντα ἀπὸ 10% ἕως 1%, ἢ ½ ἢ ⅓%, βεβαίως χρήζει ἀναθεωρήσεως. Τῆς ἀναθεωρήσεως τὸ πόρισμα ἀνεγράψαμεν ἐν ἄρθρῳ 16, κανονίσαντες τὸν φόρον ἀναλογικῶς ἐπὶ παντὸς μερίσματος πρὸς 2%. Ἐν ἄρθρῳ 21 ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι παρέλκει ἡ λέξις «Ἐμποροδικεῖον» καὶ τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, ἑπομένως διαγράφεται ἡ λέξις. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ὑποστηρίξας καὶ τὴν αἴτησιν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς τῶν δικαστικῶν κλητήρων. Ἡμεῖς συμφωνοῦμεν καθ’ ὅλα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ· θεωροῦμεν, ὅτι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες τῷ ὄντι δὲν ἀμείβονται ἐπαρκῶς, καὶ ὅτι γενναιοτέρα τις ἀμοιβὴ θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τοὺς προσφεύγοντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Ταύτην τὴν γνώμην ἡμῶν ἀναγνωρίζει πᾶς ὁ ἀνατρέχων εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι γινώσκετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑποβάλλεται πρῶτον ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ κατὰ προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπέστη πολλὴν βάσανον καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς, πρὸς καταρτισμὸν, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν, χάριν τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως. Ἡ Βουλευτικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ μελετήσασα τὰ τοῦ νομοσχεδίου τότε, ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν, ἣν ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει, περιλαβόντες αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἐπιπροστεθῇ τέλος 25 λεπτῶν εἰς τὰς πράξεις τῶν δικαστικῶν κλητήρων, διατιθέμενον ὁλόκληρον ὑπὲρ αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ τότε εἴχομεν παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐξετάσωμεν μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν πνεύματι συμβιβαστικῷ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἀπὸ κοινοῦ γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, ἀπεδέχθημεν τὰ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς προταθέντα· παρασκευάσαντες δὲ ἤδη τὸ νομοσχέδιον, ἵνα εἰσαγάγωμεν αὐτὸ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τῷ διατηρήσωμεν τὴν μορφὴν, ἣν εἶχεν ἀποκτήσει ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπεξεργασίας, ἑπομένως παρελείψαμεν τὰ περὶ προσθέτου ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν κλητήρων τέλους. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δικαιωμάτων τῶν κλητήρων εἶναι ἐπιθυμητὴ, δὲν θέλομεν διστάσει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχικὴν ἡμῶν γνώμην. Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ τῶν ἐν ἄρθρῳ 27 κληρονομικῶν τελῶν διατρανῶ καὶ πάλιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει σκοπὸν ταμιευτικόν. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοποὺς ἄλλους, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τοῦτο σκοπὸν κληρονομικῆς δικαιοσύνης καὶ ἐπιεικείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι τὰ τέλη, τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα, ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχῶν, ἃς ἠρύσθημεν ἐν ξέναις νομοθεσίαις, θὰ ἠδύναντο κατὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας νὰ ὦσι βαρύτερα τῶν ἀναγεγραμμένων· ἀλλ’ εἶμαι γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὰ τέλη ταῦτα λίαν βαρέα· διότι ναὶ μὲν τὸ χρῆμα παρ’ ἡμῖν ἔχει μεγαλειτέραν ἢ ἀλλαχοῦ ἀξίαν, ἀλλὰ τοῦτο διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος πτωχότερον, ἔχει πλοῦτον ἐν συνόλῳ ἐλάσσονα τοῦ τῶν ξένων ἐθνῶν. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἔθνος πλουσιώτερον, ἐπειδὴ τὸ χρῆμα θὰ ἦτο εὐθηνότερον καὶ πλέον εὐαπόκτητον, θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν ἐπιβαρύνοντες πλειότερον τὸν ὑποβαλλόμενον εἰς τὸ τέλος. Ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν εἰς Κράτος, ὅπου τὸ χρῆμα δυσκολώτερον ἀποκτᾶται, πρέπει νὰ διατυπώσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. Φρονῶ ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ποσοστὰ, τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένα, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ φορολογία, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελεῖ καινοτομίαν, ἀπὸ τοῦ 1880 εἰσαχθεῖσαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ καὶ ἥτις δὲν δύναται ἔτι νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐγκλιματισθεῖσα ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν δύναται νὰ παραστηθῇ ὡς κανονικῶς λειτουργοῦσα. Ἐνόσῳ ὁ θεσμὸς δὲν τυγχάνει πλήρους ἐφαρμογῆς, ἐνόσῳ δὲν προσαρμόζεται ὁλοσχερῶς εἰς τὰς ἕξεις τῆς χώρας, ἡ ἐπαχθεστέρα αὐτοῦ διατύπωσις ἀποβαίνει ἀλυσιτελὴς, τοὐναντίον δὲ τὸ ἐπιεικέστερον τῆς φορολογίας ὑπόσχεται εἰσπράξεις μεγαλειτέρας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐπὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν, νὰ καθορισθῶσι τὰ τοῦ τρόπου τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας, διότι τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον σχετίζουσι τὸ τέλος πρὸς τὴν ἀξίαν, οὐδὲν ὅμως λέγουσι περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀξίας. Ἐπειδὴ ἀξία, ὅταν δὲν ὁρίζηταί τι εἰδικώτερον, θεωρεῖται ἡ ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἀναφερομένη, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, νὰ ἴδωμεν τὰ τέλη ἐφαρμοζόμενα ἐπὶ τῶν ὀνομαστικῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἀξιῶν· εὔλογος δὲ εἶναι ἡ ἀξίωσις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἵνα τὰ τέλη ἐφαρμόζωνται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ὀνομαστικῶν ἀξιῶν. Τούτου ὁ κύριος Βουλευτὴς περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγραφὴν, καὶ ὀρθῶς· διότι τοιαῦται διατάξεις δὲν χωροῦσιν ἐν νομοσχεδίῳ. Ἀνενδοιάστως δὲ καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν καὶ ἀποδεχόμεθα, ὅπως τὸ φρόνημα ἡμῶν τοῦτο ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἀξία εἶναι ἡ πραγματικὴ, καὶ ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἀνήκει εἰς τοὺς ἐκ τοῦ Νόμου τεταγμένους, ἵνα ἀποφασίζωσι περὶ τοῦ πληρωτέου τέλους, τουτέστιν εἰς τὸν Ἔφορον κατὰ πρῶτον βαθμὸν, εἰς τὸ Δικαστήριον κατὰ δεύτερον βαθμόν. Ὁ κληρονομῶν ὀφείλει νὰ ποιήσηται δήλωσιν· τὴν δήλωσιν ταύτην θέλει αὐτὸς συντάξει, ὅπως νομίζει, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἀξία ὑπαγορεύει εἰς αὐτόν. Ὁ Ἔφορος θέλει ἐκτιμήσει τὰ τῆς δηλώσεως, καὶ ἂν φρονῇ, ὅτι κακῶς ἐξετιμήθη ἡ ἀξία ὑπὸ τοῦ δηλώσαντος, ποιεῖται ἀντιῤῥήσεις, τὸ δὲ Δικαστήριον, δικάζον ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων, ἀποφασίζει· ἀλλὰ μέτρον καὶ ὡς πρὸς τὸν Ἔφορον καὶ ὡς πρὸς τὸ Δικαστήριον πρέπει νὰ ἦναι ἡ πραγματικὴ ἀξία τῶν κληρονομουμένων, καὶ οὐχὶ ἡ ὀνομαστικὴ αὐτῶν ἀξία. Ταῦτα πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἵνα χρησιμεύωσιν εἰς ὁδηγίαν τῶν ἐκτελεστῶν τοῦ Νόμου. Ἐν ἄρθρῳ 43 ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησε περὶ τῶν διοριῶν πρὸς δήλωσιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κληρονομιῶν, ὅτι ἐν ταῖς χώραις, ὑπὲρ ὧν ἀναγράφεται διορία μακροτέρα τοῦ ἔτους, καὶ δὴ διετὴς, ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Ἀμερική· τοσούτῳ μᾶλλον, εἶπεν, ὅσῳ ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ τῶν χωρῶν, ὑπὲρ ὧν ἀναγράφεται ἡ μακροτέρα διορία, περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ἰνδική Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Ἰνδικὴ πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν ταῖς χώραις, ὑπὲρ ὧν δὲν ἀναγράφεται ἡ μακροτάτη διορία, φρονῶ, ὅτι ἡ συγκοινωνία σήμερον τοσοῦτον ἀνεπτύχθη καὶ μετὰ τῆς Ἀμερικῆς καὶ μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Ἰνδικῆς, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ταχθῶσιν αἱ χῶραι αὗται μετὰ τῶν ἄλλων ἐκτάσεων τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς, τῶν μὴ κατονομαζομένων εἰδικῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὡς ἐξαιρουμένων ἀπὸ τῆς μακροτάτης διορίας. Κατὰ τὴν δευτέραν ἄρα ἀνάγνωσιν θέλω προτείνει, ὅπως ἐν ταῖς ἐξαιρέσεσιν ἀπὸ τῆς μακροτάτης διορίας περιληφθῶσι καὶ αἱ Ἰνδικαὶ τῆς Ἀγγλίας κτήσεις, κατ’ ἀντιστοιχίαν δὲ δὲν θέλω προτείνει τὴν ἀναγραφὴν τῆς Ἀμερικῆς ἐν ταῖς χώραις ταῖς ὑπαγομέναις εἰς τὴν διετῆ διορίαν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐποιήσατο καὶ τελευταίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51, ὅτι ἡ τελευταία φράσις ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τοῦ ἄρθρου τούτου: «πάντοτε δὲ ἀνωτέρου τῶν 5 δραχμῶν», δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παραξηγήσεις. Ἡ παρατήρησις ὀρθῶς ἔχει, καὶ προθύμως ἀποδεχόμεθα ν’ ἀναγραφῇ: «οὐχὶ δὲ κατωτέρου τῶν 5 δραχμῶν». Ἀπαντήσας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, παρακαλῶ ἤδη πάντας τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσοι θ’ ἀνακοινώσωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ εἶναι ταῦτα πολλὰ, νὰ εὐαρεστηθῶσι κατὰ ταύτην τὴν ἀνάγνωσιν, ἢ τὸ πολὺ κατὰ τὴν δευτέραν, νὰ διατυπώσωσι τὰς τροπολογίας αὐτῶν, ἵνα δοθῇ ἡμῖν ἡ εὐκαιρία νὰ τὰς μελετήσωμεν ἐν τοῖς γραφείοις καὶ νὰ τὰς συναρμολογήσωμεν πρὸς τὸ κείμενον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν θεωρήσει αὐτὰς ὡς ἀποδεκτάς.
§35ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις νὰ γίνῃ μετὰ τρεῖς ἡμέρας.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ παραλίπωμεν τὴν αὔριον καὶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τὴν μεθαύριον, καὶ πάλιν δυνάμεθα νὰ παραλίπωμεν μίαν ἡμέραν μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης συζητήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω σχέδιον Νόμου περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἕτερον σχέδιον Νόμου περὶ οἰνοπνευματοποιείων πρώτης κατηγορίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122–123). (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Σκοπέλου, Σκιάθου, Γλώσσης καὶ Ἁλονήσου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου καὶ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου ᾼΥΛΘʹ περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν. Περὶ ἀπαγορεύσεως παροχῆς δανείων ὑπὸ τῶν Λιμενικῶν ταμείων).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συνομολογηθήσης μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς τελευταῖον ἄρθρον, τοῦ κ. Παλαμήδου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον τελευταῖον. Πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα πρώτης θέσεως ἄνευ εἰσιτηρίου, ὁπουδήποτε ἐὰν μεταβαίνῃ δι’ ἀτμοπλοίου».
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ πρόκειται περὶ συμβάσεως· ὥστε ἡ τροπολογία αὕτη μόνον ἔννοιαν εὐχῆς δύναται νὰ ἔχῃ.
§41ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Δίδεται μία ἀφορμὴ μόνον τώρα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς φροντίσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ εὐχὴ αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Καλάμαις ἐπὶ τοῦ μορεοπεριβόλου Βαρσαμᾶ ἀνεγηγερμένων ἐργαστηρίων).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γηπέδων κατὰ τὴν χερσόνησον Πειραιῶς.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβάλομεν σήμερον τροπολογίαν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τούτου θὰ προτείνω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν. Ἐν ἄρθρῳ 3ῳ, ἔχοντι οὕτω: «ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐπιστραφέντων τῷ Δημοσίῳ γηπέδων, τὰ μὲν προερχόμενα ἐκ τῶν δόσεων τῶν ληξασῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους....» ἀντὶ «1885», νὰ τεθῇ «1884», «εἶναι ἀμέσως ἀπαιτητά», «τὰ δὲ ἐκ τῶν δόσεων τοῦ 1885 καὶ 1886...» ἀντὶ τοῦ «τὰ δὲ ἐκ τῆς δόσεως τοῦ 1886» «πληρωθήσονται εἰς πέντε ἴσας ἐτησίας....» προσθετέον «καὶ ἀτόκους δόσεις». Τὸ «ἀτόκως», ἐὰν τεθῇ μετὰ τὸ «πληρωθήσονται», φοβοῦμαι μὴ ἐκληφθῇ ὡς ἀνατρέχον εἰς τὰ προηγούμενα.
§45ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Συνάδελφοι, ὑπηγόρευσεν ἀνάγκη ἀναπόδραστος, τὴν ὁποίαν κατενόησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὰς ὀφειλομένας ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν γηπέδων, περὶ ὧν πρόκειται, δόσεις· ὡς δικαιολογητικὸς δὲ λόγος τοῦ νομοσχεδίου φέρεται προπάντων ἡ βλάβη ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς ἀγοραστὰς τῶν γηπέδων τούτων. Οἱ ἀγορασταὶ, ἀγοράσαντες εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὑπῆρχε πυρετώδης ἀνύψωσις τῶν τιμῶν τῶν γηπέδων, ἔδωκαν τιμὰς λίαν ὑπερόγκους· βραδύτερον ἐπῆλθεν ἡ κανονικὴ τῶν πραγμάτων κατάστασις, καὶ κατεδείχθη, ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀξίαν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωσί ποτε τοιαύτην ἀξίαν. Ἤθελον λοιπὸν μένει βεβαρυμένοι μὲ τὰς δόσεις, ἀφοῦ κατέβαλον καὶ τὸ πεμπτημόριον κατὰ τὸν Νόμον. Παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο εἰς αὐτούς, καὶ ἀνεγνώρισε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀναγνωρίζει αὐτὸ περιέχει ἐν μέτρῳ τινὶ πάλιν τὸ ἄδικον, διότι θεσπίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀφαίμαξις ἑνὸς μέρους τῆς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν· ἐὰν πρόκηται νὰ φανῇ εὐεργετικὴ πρὸς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ φανῇ εὐεργετικὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, τουτέστι νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὰ γήπεδα, νὰ δώσῃ δὲ εἰς τοὺς ἀγοραστὰς ἀνάλογον γήπεδον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε κατέβαλον, ὄχι δὲ νὰ χάσουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέβαλον. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑποβάλλω τροπολογίαν, παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον τῆς τροπολογίας ταύτης, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν, τὸ Δημόσιον νὰ ὠφεληθῇ διὰ τῆς ζημίας τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ ταύτην τὴν ἀρχὴν θέτει, ἀναγνωρίζον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐζημιώθησαν. Νομίζω, ὅτι τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ πλήρως, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τουτέστιν, ὅτι καὶ αἱ καταβληθεῖσαι δόσεις εἶναι μία ἀφαίμαξις τῆς περιουσίας των, καὶ νὰ δώσῃ κατὰ τὴν τιμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπελογίσθη ἀρχικῶς τὸ τίμημα τῆς ἀξίας τῶν γηπέδων, ἓν μέρος τῶν γηπέδων, ἀνάλογον πρὸς τὰ καταβληθέντα μέχρι τοῦδε ποσά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πολλοὶ τῶν ἀγοραστῶν κατέβαλον πολὺ περισσότερον ποσὸν, παρ’ ὅσον ἀναλογεῖ εἰς τὰς τρεῖς δόσεις, διότι εἶχον τὴν εὐκολίαν νὰ καταβάλωσι. Τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς αὐτούς; θὰ χάσωσι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέβαλον πρὸς ἀπότισιν τῶν δόσεων τῶν ἐτῶν 1887, 1888 καὶ 1889; — διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον μέχρι μόνον τοῦ 1887 ὅσοι ἐπλήρωσαν χάνουν τὰ χρήματά των καὶ ἐπιστρέφουσι τὰ γήπεδα.—Ἀλλ’ οἱ πληρώσαντες καὶ τὰς δόσεις τοῦ 1888 καὶ 1889; Ἐὰν καὶ αὐτοὶ εὑρίσκουν συμφέρον νὰ ἐπιστρέψουν τὸ γήπεδον, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Νόμου τούτου, τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς αὐτοὺς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς δόσεις τὰς καταβληθείσας ἐκ τῶν προτέρων διὰ τὰ ἔτη 1887, 1888 καὶ 1889; Πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς πρόνοια.
§46ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ 1887 καὶ 1888 δὲν ἐπληρώθησαν δόσεις.
§47ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν ἐκ τῶν προτέρων· εὑρόντες περίστασιν κατάλληλον ἐπλήρωσαν δόσεις καὶ τοῦ 1889 ἀκόμη· αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὸν Νόμον αὐτὸν καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ γήπεδα. Πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ χάσουν ὅλα τὰ καταβληθέντα. Μίαν δὲ ἄλλην παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ ὁποίου ὑποβάλλω ἐπίσης τροπολογίαν. Ἡ πληρωμὴ τῶν δόσεων δύναται νὰ μὴ γένηται τοῖς μετρητοῖς, ὅπως γίνεται καὶ διὰ τοῦ Νόμου ᾼΣΜΗʹ, νομίζω, τοῦ Νόμου περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν, ὅπως γίνεται διὰ τῆς καταβολῆς ὁμολογιῶν ἢ ἄλλων γραμματίων. Διατὶ τάχα νὰ μὴ ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὸ δικαίωμα νὰ πληρόνουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνουν, ὅπως πληρόνουν καὶ οἱ ἄλλοι ἀγορασταὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, διὰ τῆς καταβολῆς γραμματίων ἢ ὁμολογιῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου ἐκείνου. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν θὰ εὕρῃ ἄδικον τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ θὰ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους ὑπέπεσαν εἰς ἓν λάθος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγνωρίζει, καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῶν συνεπειῶν τῶν περαιτέρω. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῶν συνεπειῶν ἐκείνων, εἶναι δίκαιον νὰ θέλῃ τὸ Δημόσιον νὰ ὠφεληθῇ, νὰ δεχθῇ, οὕτως εἰπεῖν, δωρεὰν παρὰ πτωχῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσῃ ὁ δημόσιος πλοῦτος παρὰ μόνον κατὰ 90,000 δραχμῶν;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδαμῶς ἔχει σκοπόν, ὁποῖον ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτής, τουτέστι τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀγορασάντων τὰ γήπεδα τῆς χερσονήσου Πειραιῶς ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ ἐσφαλμένου αὑτῶν ὑπολογισμοῦ. Οἱ ἀγοράσαντες τὰ γήπεδα ταῦτα ἐκερδοσκόπησαν· ἐὰν ἡ κερδοσκοπία ἀπέβαινεν ἐπιτυχὴς, ἤθελον πραγματοποιήσει αὐτοὶ πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν· ἡ κερδοσκοπία δὲν ἀπέβη ἐπιτυχὴς, οὐδεὶς δ’ ὑπάρχει λόγος, ἵνα τὸ Δημόσιον ἔλθῃ ἀρωγὸν πρὸς αὐτούς. Ἐὰν οἱ ἀγοράσαντες τὰ γήπεδα ἦσαν εὔποροι, βεβαιώθητε, ὅτι οὐδαμῶς ἠθέλομεν σκεφθῆ περὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν· ἠθέλομεν τοῖς εἰπεῖ· «ἠγοράσατε οἰκόπεδα ἐπὶ τιμῇ, ἥτις κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν ἀξίαν εἶναι ὑπερβολικὴ, ἐξετέθητε εἰς κακὴν κερδοσκοπίαν, ἔχετε τὰ μέσα νὰ πληρώσητε ζημιωθέντες, ὅπως ἠθέλετε ἀποταμιεύσει τὸ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως χρῆμα, ἐὰν ἡ κερδοσκοπία κατευωδοῦτο.» Ἅπασαι δὲ αἱ γαῖαι αὗται ἠγοράσθησαν ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ· οὐδεὶς ἠγόρασεν ἵνα ἀποκτήσῃ στέγην. Θὰ ἐνόουν τὴν σκέψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν προέκειτο περὶ τοιαύτης κατηγορίας ἀγοραστῶν, ἐὰν προέκειτο περὶ προσώπων, ἅτινα χάριν ἐγκαταστάσεως ἠγόρασαν τὰ οἰκόπεδα ἐν δημοπρασίᾳ ἐπὶ τιμαῖς ὑπερβολικαῖς καὶ ἤδη εὑρίσκονται εἰς στενοχωρίαν περὶ τῆς πληρωμῆς, μὴ πραγματοποιηθέντος τοῦ συνοικισμοῦ. Ἀλλ’ οὔτε εἰς συνοικισμὸν, οὔτε εἰς στέγασιν, οὔτε εἰς ἄλλην τοιαύτης φύσεως χρησιμοποίησιν τῶν γαιῶν ἀφεώρων οἱ ἀγοράσαντες· προέκειτο ὡς πρὸς αὐτοὺς περὶ καθαρᾶς κερδοσκοπίας· ὑπῆρχε τότε ὑπερτίμησις τῶν γηπέδων, τινὲς ἠγόρασαν καὶ μετεπώλησαν τὴν ἐπαύριον καὶ ἐκέρδισαν, τινὲς δ’ ἐκ τῶν νῦν κυρίων δὲν εἶναι οἱ πρῶτοι ἀγορασταί. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὸ Δημόσιον τὰς δόσεις, ἀδιάφορον ἂν ἠγόρασαν οὗτοι ἐπὶ δημοπρασίας, ἢ ἂν κατέστησαν κύριοι ἐκ μεταπωλήσεως. Ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς οὐδεμίαν αἰσθανόμεθα συμπάθειαν. Ὁ κερδοσκοπῶν οὐδέποτε εἶναι πρόσωπον συμπαθὲς, ἀλλ’ ἧττον συμπαθὲς εἶναι ὅταν κερδίζῃ ἢ ὅταν ζημιῶται. Ἐὰν εἶχον ὠφεληθῆ οἱ ἀγοράσαντες, οὐδὲν θὰ ἐκώλυεν, ὅπως προέλθωμεν εἰς ἐκτέλεσιν κατὰ τῶν μὴ καταβαλόντων τὰς δόσεις, ἀφοῦ ὅμως ἐζημιώθησαν καὶ εἶναι ἀνίκανοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, προτείνομεν συμβιβαστικὸν κανονισμὸν τῆς ὀφειλῆς, ἐξασφαλίζοντα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὅ,τι δύναται νὰ λάβῃ, ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν δὲ τὸ ἀκαταδίωκτον ἐπὶ τῇ ἐκπληρώσει τῶν ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν εἶναι ἄρα ὁ προτεινόμενος Νόμος εὐεργετικὸς, ἀλλ’ εἶναι οἰκονομικός. Τρανῶς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς· καίτοι καταδιώκονται ὑπὸ τῶν ταμιῶν, οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀποκτῶμεν, τινὲς μάλιστα τούτων, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν καταδίωξιν, κατέφυγον εἰς τὸ ἐξωτερικόν· οὐδὲν ἄρα ὑπολείπεται νόμιμον μέσον εἰς τὸ Δημόσιον ἢ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις τῶν γηπέδων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκποιήσωμεν ἀναγκαστικῶς τὰ γήπεδα, θέλομεν ἀπολαύσει ἐλάχιστα, ἕνεκα τοῦ εὐτελοῦς τῶν σημερινῶν τιμῶν· ἑπομένως θὰ κατεκυροῦντο εἰς τὸ Δημόσιον τὰ γήπεδα. Αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ἀποκτήσει διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως, ἐρχόμεθα νὰ κανονίσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν θὰ ἔμενεν ὀφειλέτης ὁ ἀγοραστὴς, θὰ ἐγίνετο δὲ ἰδιοκτήτης τοῦ γηπέδου τὸ Δημόσιον· διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζομεν, ὅτι γίνεται ἰδιοκτήτης τοῦ γηπέδου τὸ Δημόσιον, ἐὰν ὁ ὀφειλέτης συναινέσῃ εἰς τοῦτο καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πληρωμῆς πρὸς τὸ Δημόσιον ἀναλόγου πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Ἀναγνωρίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ εὐθὺς ἡ οὕτω περιορισθησομένη ὀφειλή, ὅτι ἡ ὀφειλὴ πρέπει νὰ κατανεμηθῇ εἰς χρόνον πολύν, ταύτην δ’ ἐπιτρέπομεν τὴν κατανομήν. Ὁ προτεινόμενος κανονισμὸς δὲν θέτει πάντας ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, διότι τινὲς ὀφείλουσι περισσότερα καὶ ἄλλοι ὀλιγώτερα, ἑπομένως ἡ εὐκολία, ἡ παρεχομένη διὰ τῆς κατὰ δόσεις πληρωμῆς εἰς τὸν καταβαλόντα περισσότερα, δὲν εἶναι ἴση πρὸς τὴν παρεχομένην εἰς τὸν καταβαλόντα ὀλιγώτερα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι εὐεργετικόν, εἶναι ὑπαγόρευσις ἀνάγκης, ἐκκαθαρίζον τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἀποτυχούσης ἐπιχειρήσεως. Οἱ ἔχοντες ἐπλήρωσαν τὰς ἀπαιτητὰς δόσεις, οἱ δὲ μὴ πληρώσαντες αὐτὰς εἶναι οἱ μὴ ἔχοντες, διότι οὐδεὶς ὁ δυνάμενος νὰ πληρώσῃ ἀπέφυγε τὴν πληρωμήν, τῆς καταδιώξεως οὔσης αὐστηροτάτης. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαλλάσσει τοὺς ἐπιστρέφοντας τὰ γήπεδα τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 δόσεων, παρέχει δ’ εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886 εἰς πενταετεῖς δόσεις, ἀρχομένας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1888. Διὰ τῆς τοιαύτης κατανομῆς τῆς ὀφειλῆς εἰς πολλὰ ἔτη θέλουσι δυνηθῆ πάντες ν’ ἀποτίσωσιν αὐτήν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ, τὰ γήπεδα θέλουσι πάντως ἐπανέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον θέλει τὰ ἀποκτήσει, ἀναγκαστικῶς ἐκποιηθησόμενα, οἱ δὲ μὴ πληρώσαντες τὰς μέχρι τοῦδε δόσεις θὰ ὦσιν ὑπόχρεοι εἰς ἄμεσον ἀπότισιν τῶν καθυστερουμένων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπανέρχεται ἡ κυριότης τῶν γηπέδων εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ ἀπαιτητὸν τῆς ὀφειλῆς τῶν δόσεων τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, κατανεμόμενον εἰς πέντε ἔτη, καθιστᾷ τὴν ἀπότισιν εὐχερῆ, καὶ ἀπαλλάσσει οὕτω τὸν ὀφειλέτην τῆς καταδιώξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, τὸ σύνολον παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Μακρυγιάννη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Σωτ. Δανόπουλος | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Δημ. Πετρίδης | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἄγγ. Γεωργαντάς | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Χρ. Χριστόπουλος | |
| Μ. Ἰατρίδης | Φίλιπ. Βάρβογλης | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Ἡλ. Φλέσσας | ||
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Κ. Κωνσταντόπουλος | |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | |
| Γεώργ. Κούστας | Παν. Μανέτας | ||
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | |
| Ἠλ. Παλαμήδης | Ν | Ν. Νομικός | Ν |
| Κων. Κατσικόπουλος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | |
| Δ. Ζέγγελης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ν |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν |
| Κων. Γ. Καραπάνος | Δημοσθ. Καίρης | Ν | |
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Γεώργ. Δρόσος | Ν |
| Στ. Δραγούμης | Ν. Κρίσπης | Ν | |
| Δ. Ῥάλλης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| Ἀνδρ. Ψύλλας | Ν | Κ. Κοσσονάκος | Ν |
| Φωκίων Νέγρης | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Δ. Καλλιφρονᾶς | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | |
| Νικ. Λεβίδης | Λεων. Καπετανάκος | ||
| Σπ. Κουκούλεζας | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Ι. Καρτάλης | |
| Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Α. Ἀστεριάδης | ||
| Α. Φωτήλας | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Ν. Κων. Μαρκίδης | Ν |
| Ἀντ. Ρικάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| Ι. Κρεστενίτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Περ. Πεῤῥωτής | |
| Ν. Παπανικολάου | Ν | Δημ. Τζάνες | Ν |
| Ν. Καφετζόγλους | Ν | Περ. Μποῦτος | |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Παν. Σάκκης | |
| Κ. Σινέλης | Ν | Νικ. Παπαλέξης | |
| Β. Βουδούρης | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | |
| Κ. Λομβάρδος | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν |
| Ἀναστ. Λούντζης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | |
| Διον. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδής | Ο |
| Γ. Θεοτόκης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν |
| Κ. Βασιλάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| Ν. Βασιλάκης | Γ. Φραγγίδης | Ν | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Γ. Τάκης | ||
| Σπ. Ἀλαμάνος | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Ν. Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν |
| Νικ. Βαλσαμάκης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | |
| Γερ. Μουσούρης | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Π. Βενιεράτος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | |
| Γ. Κόρπα | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν | |
| Στέφ. Σκουλούδης | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Θεμ. Κανάρης |
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 81, ἐξ ὧν ὑπὲρ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου 80, καὶ 1 κατά. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰς τὸν δῆμον Ζακυνθίων εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ τὰς ἐν ἀρχῇ λέξεις «ἀπαλλάσσονται δασμοῦ» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «τὰ εἰς τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους ἀνήκοντα καὶ...» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοσκῆς τῶν ζώων.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§57ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν κτηματιῶν, ὥστε δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ· ποιεῖται δ’ ἐξαιρέσεις, ὥστε, ὅστις θέλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, δύναται κάλλιστα νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν, ὅπως καὶ ἐγὼ ἔπραξα.
§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος μαζύ σας καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν θέλω μάλιστα νὰ ὑπαχθῶ εἰς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν· θεωρῶ ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ συζητηθῇ σπουδαίως, καὶ πρὸς τοῦτο ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, νὰ ἀναγραφῇ δὲ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.