| 334 | Χαρ. Τρικούπης | Ν | Κωνστ. Κατσικόπουλος | ||
| 335 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Δ. Ζέγγελης | Ν | |
| 336 | Γ. Σισμάνης | Ν | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | |
| 337 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | ||
| 338 | Ἀθ. Ἴσκος | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | ||
| 339 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Στέφ. Δραγούμης | Ν | |
| 340 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημ. Γ. Ῥάλλης | |||
| 341 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν | |
| 342 | Μ. Ἰατρίδης | Φωκίων Νέγρης | |||
| 343 | Δ. Χατζόπουλος | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | |||
| 344 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Νικ. Μπουφίδης | Ν | |
| 345 | Σπ. Νοταρᾶς | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | ||
| 346 | Γεώργ. Κούστας | Δημ. Καλλιφρονᾶς | |||
| 347 | Ἀλεξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικ. Λεβίδης | ||
| 348 | Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | |
| 349 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | |
| 350 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | |
| 351 | Δημ. Πετρίδης | Θάνος Κανακάρης | Ν | ||
| 352 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | |||
| 353 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | |||
| 354 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Α. Παπαγιαννακόπουλος | |||
| 355 | Χρ. Χριστόπουλος | Α. Φωτήλας | |||
| 356 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | ||
| 357 | Ἠλίας Φλέσσας | Ἀντ. Ῥικάκης | |||
| 358 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | |||
| 359 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | |||
| 360 | Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Κουμανιώτης | ||
| 361 | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Χρ. Στεφανόπουλος | |||
| 362 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | |
| 363 | Ἀλεξ. Κοντόσταυλος | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν | |
| 364 | Ν. Παπανικολάου | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | ||
| 365 | Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἰω. Καρτάλης | ||
| 366 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| 367 | Κων. Σινέλης | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | |
| 368 | Βασ. Βουδούρης | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | ||
| 369 | Κων. Λομβάρδος | Ν | Α. Ἀστεριάδης | ||
| 370 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| 371 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν | |
| 372 | Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀριστ Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| 373 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| 374 | Κωνστ. Βασιλάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 375 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀναστ. Ζαρμάνης | |||
| 376 | Νικόλ. Βασιλάκης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |||
| 377 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Κων. Κουμουνδοῦρος | |||
| 378 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Περ. Πεῤῥωτής | |||
| 379 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Δημ. Τζάνες | Ν | ||
| 380 | Θεόφ. Προβατᾶς | Περ. Μποῦτος | |||
| 381 | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Παν. Σάκκης | ||
| 382 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Νικ. Παπαλέξης | |||
| 383 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| 384 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |||
| 385 | Νικ. Βαλσαμάκης | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | ||
| 386 | Γερ. Μουσούρης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | ||
| 387 | Παν. Βενιεράτος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | Ν | |
| 388 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Σ. Χατζηγάκης | |||
| 389 | Γεώργ. Κόρπας | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| 390 | Στέφ. Σκουλούδης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | ||
| 391 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν | |
| 392 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| 393 | Νικ. Νομικός | Ν | Γ. Τάκης | Ν | |
| 394 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| 395 | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| 396 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν | |
| 397 | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | |
| 398 | Γεώργ. Δρόσος | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| 399 | Νικ. Κρίσπης | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | |
| 400 | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | ||
| 401 | Κων. Κοσσονάκος | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 402 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | ||
| 403 | Γ. Μαυρομιχάλης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | ||
| 404 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χατζῖσκος | |||
| 405 | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν | |
| 406 | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 407 | Λεων. Καπετανάκος | Θεμ. Κανάρης |
1887.12.05
1.044 στίχοι · 7.388 λέξεις · 1 πίνακας · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 5 Δεκεμβρίου 1887
(Σάββατον).
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες πρώην ὑπολογισταὶ παραπονοῦνται διότι ἀπεπέμφθησαν, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα.
§2ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν αἴτησίν των ὑπ’ ὄψει, καθόσον τῷ ὄντι, ὡς διατείνονται, εἶναι ἠδικημένοι, διότι, ἐνῷ ὑπηρέτησαν ἐπὶ πενταετίαν ἐν τῷ Ναυτικῷ ὡς ὑπολογισταί, δὲν ηὐτύχησαν νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν μονίμων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προχθὲς εἶχον ὑποσχεθῆ, ὅτι ταχέως ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου. Τοῦτο πράττω ἤδη. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ αἴτησις εἶναι δικαιοτάτη, διότι καὶ τῆς δικαιοσύνης ἡ λειτουργία θέλει σπουδαίως διὰ τοιούτου τινὸς μέτρου διευκολυνθῆ, καὶ εὐκολία εὐεργετικὴ θέλει χορηγηθῆ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, βασανιζομένους ἕνεκα τῆς μεγάλης δυσκολίας τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Εὐβοίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου τῆς ὁποίας ὑπάγονται. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν αὐτῶν καὶ τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος ἐσχημάτισα, ὑποβάλλω σχέδιον Νόμου, ἐξ ἄρθρων 2, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιροῦνται οἱ Δῆμοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τέως ἐπαρχίαν Σκοπέλου, ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Χαλκίδος καὶ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, καὶ ὑπάγονται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου καὶ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, συγχρόνως δὲ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, καὶ ὁρίζεται ἡ ἐποχὴ τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 86.)
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου ᾼΥΛΘʹ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, καὶ ἕτερον περὶ ἀπαγορεύσεως παροχῆς δανείων ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ταμείων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 87 καὶ 88).
§6ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ὀλίγου κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου. Καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἵνα τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Εἶχον δὲ τότε εἰπεῖ καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται δικαία καὶ ἀναγκαία ἡ ὑπαγωγὴ αὕτη. Καὶ ἤδη λέγω τινὰς προχείρως, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐν καιρῷ νὰ παρασκευάσῃ νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισιν. Οἱ πρῶτοι, οἱ οὐσιώδεις λόγοι, εἶναι οἱ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος κεῖται πλησιέστατα εἰς τὸν νομόν Λαρίσσης, οἱ κάτοικοι δὲ τῶν δύο ἐπαρχιῶν ἔχουσιν ἄμεσα συμφέροντα καὶ συγκοινωνίαν, ἑπομένως δύνανται εὐκόλως νὰ μεταβαίνωσιν οἱ διάδικοι εἰς Λάρισσαν χάριν τῶν ὑποθέσεών των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ σπουδαιότερος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος ἐζήτησαν τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης, εἶναι, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις των ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, καὶ ὁ ἔχων νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἀπελπίζεται· διότι, ἂν ὁ στρεψόδικος ἀντίδικός του ἀποφασίσῃ νὰ δικασθῇ ἐρήμην, δὲν θὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του ὁ ἐνάγων, εἰμὴ μετὰ ἓξ ἔτη, διότι ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ἐρημοδικήσαντος θὰ συζητηθῇ μετὰ ἄλλα τρία ἔτη, τίς οἶδε δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ποῖαι ἄλλαι δυσκολίαι καὶ βραδύτητες θέλουν προκύψει. Ἕνεκα τούτου, Κύριοι, οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος εἶναι ἀπηλπισμένοι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης· καὶ προφορικῶς δὲ εἰς ἐμὲ ἔκαμον παραστάσεις καὶ ἐγγράφως ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπιμόνως τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐν καιρῷ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ ἐμπεριστατωμένως τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τὴν Βουλῆς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου δικάζει ὑποθέσεις τοῦ 1878 ἀκόμη· εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ τοῦτο; Τριακόσιαι χιλιάδες λαοῦ, κατοικοῦντος τὴν Μεσηνίαν καὶ Λακωνίαν, ἀπηλπίσθησαν περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεών των. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, εἶναι ἀληθέστατον, οἱ στρεψόδικοι καταφεύγουσιν εἰς ἐρημοδικίας· συλλογισθῆτε λοιπὸν, ὅτι μία ὑπόθεσις ἐγγραφομένη εἰς τὸ πινάκιον θὰ ἔλθῃ μετὰ ἓξ ἔτη, καὶ ἂν ὁ ἀντίδικος ἐρημοδικήσῃ, θὰ ἔλθῃ μετὰ ἄλλα ἓξ ἔτη, ἤτοι θὰ παρέλθουν 12 ἔτη, διὰ νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἔχει ὅλην τὴν διάθεσιν τῆς βελτιώσεως τῶν Δικαστηρίων, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐσχάτως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πινάκων ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ Δικαστήρια κατὰ τὸ λῆγον ἤδη ἔτος εἰργάσθησαν μετὰ μείζονος ζήλου ἢ τὸ παρελθόν. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι πάντα τὰ Ἐφετεῖα, οὐ μόνον δὲν κατέστησαν ἀκόμη ἐνήμερα, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι πολὺ ἔτι ἀπέχουσι τοῦ ἐνημέρου. Τοῦτο βεβαίως δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν μου, καὶ οὐ μόνον διοικητικῶς ἐμερίμνησα καὶ μεριμνῶ, ἵνα συντελέσω εἰς τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν ἐν τοῖς Ἐφετείοις, ἵνα προσεγγίσωμεν οὕτω εἰς τὸ ἐνήμερον, ἀλλὰ καὶ νομοθετικῶς. Πέρυσιν ἐψηφίσατε Νόμον περὶ ἐποπτείας, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγρύπνου τοῦ ὁποίου πολλὰς ἀντλῶ ἐλπίδας περὶ τῆς κανονικῆς καὶ ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐν τῷ ἐφετεινῷ δὲ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, ἐνέγραψα πίστωσιν διὰ δύο ἔτι Ἐφέτας, διότι ἀνεγνώρισα, ὅτι, πρὸς τὰ διοικητικὰ καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐποπτείας μέτρα, ἔπρεπε καὶ κατ’ ἀριθμὸν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ἐφέτας. Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀνάγκην βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν Ἐφετείων, καὶ ἐργάζεται δι’ ὅλων τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν τῆς βελτιώσεως ταύτης.
§9ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῇ ἡ προηγουμένη ὁμιλία μου· ἐγὼ ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τὴν φιλοπονίαν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, διότι οὗτοι ἐργάζονται ὅσον εἶναι δυνατόν. Ἀλλ’ ἡ παράτασις τῶν δικῶν δὲν προέρχεται ἐξ ἀνικανότητος τῶν Ἐφετῶν, ἢ ἐξ ἀμελείας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ἐφέσεων, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης δικαιοδοσίας τῶν Ἐφετείων. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἔχει μεγίστην περιφέρειαν, εἰς τοῦτο ὑπάγεται τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου, ὅπερ ἔχει ἐπίσης μεγάλην περιφέρειαν, τὰ Πρωτοδικεῖα Χαλκίδος, Ἀμφίσσης, Λαμίας, καὶ εἶναι ἀδύνατον, ὄχι 20 Ἐφέται, ἀλλὰ καὶ 50 ἐὰν ἦσαν ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ἀθηνῶν, νὰ τὸ καταστήσωσιν ἐνήμερον, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων εἶναι μέγιστος. Ὅταν λοιπὸν ἦναι τόσον μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων, εἶναι ἀδύνατον, ὅσους Ἐφέτας καὶ ἂν προσθέσωμεν εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Ἐφετεῖον, νὰ ἐξαρκέσωσιν, ἵνα καταστήσωσιν ἐνήμερον αὐτό. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως· δὲν θεραπεύεται τὸ κακὸν διὰ τῆς προσθήκης δύο Ἐφετῶν, θεραπεύεται τὸ κακὸν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἑνὸς ἢ δύο Πρωτοδικείων καὶ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς Λάρισσαν. Τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης εἶναι ἐνήμερον, διότι ἔχει μικρὰν περιφέρειαν, καὶ ἕνεκα τούτου ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἐκδικάζεται πᾶσα ἔφεσις, ἐνῷ εἰς τὰς Ἀθήνας ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν μόλις κατορθοῦται μία συζήτησις. Ὅθεν παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὸ ζήτημα, ὃ προεξέθεσα, ἂν ἦναι συμφέρον εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης νὰ ὑπαχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκτιμῶ τοὺς ἐν Ἀθήναις Ἐφέτας, καὶ δὲν ἔχω παράπονον κατ’ αὐτῶν· τὸ παράπονόν μου εἶναι, ὅτι, ἕνεκα τῆς μεγίστης περιφερείας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι ἐνήμερον τοῦτο εἰς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην.
§10ΤΖΑΝΕΣ. Ὅταν λέγῃ τις τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ οὔτε τοὺς Ἐφέτας, οὔτε τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι, ὄχι ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων, δὲν εἶναι ἐνήμερα τὰ Ἐφετεῖα. Πράγματι οἱ Ἐφέται ἐργάζονται, ἀλλὰ τί νὰ ἐργασθῶσι; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ καὶ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον τὴν προσοχήν του, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων δικαίωμα ἐφέσεως.
§11ΤΙΝΕΣ. Βέβαια, βέβαια.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Ἐκδίδεται ἀπόφασις πρὸς ἐξέτασιν μαρτύρων; Ἔφεσις. Ἐκδίδεται ἀπόφασις διατάττουσα τὴν πραγματογνωμοσύνην; Ἔφεσις. Αὐτὴ ἡ πληθὺς τῶν ἐφέσεων κατέστησε πλέον σταύλους τοῦ Αὐγείου τὰ Ἐφετεῖα. Λοιπὸν καὶ δέκα ἀκόμη Ἐφέτας ἂν προσθέσητε, δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ κάμητε ἐνήμερα τὰ Ἐφετεῖα.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν τοῦ κυρίου Χαλκιοπούλου, προστίθημι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἐνήμερον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, εἰμὴ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρ’ αὐτῷ εἰσαγομένων ἐφέσεων. Τοῦτο δὲ κατορθοῦται, ἂν τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, ἴσως δὲ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀμφίσσης εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, διότι καὶ τὰ δύο ταῦτα Ἐφετεῖα εἶναι ἐνήμερα, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δικάζωνται αἱ ἐφέσεις ἐγκαίρως. Δέον δὲ νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἔχει πρὸς τούτοις καὶ τὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐρχομένας ὑποθέσεις, καὶ εἶναι δύσκολον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν, νὰ ἦναι ἐνήμερον.
§14ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν εἶναι σχεδὸν ἐνήμερον. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε! εἶναι ὅλα ἀβάσιμα. Τὸ πινάκιον τῶν ἐμπορικῶν εἶναι ἐνήμερον, σχεδὸν καὶ τὸ πινάκιον τῶν συνοπτικῶν, μόνον τὸ τῶν συνήθων εἶναι ὀλίγον ὀπίσω.
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐδήλωσα, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος, καὶ ὅτι θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα καὶ θέλω φέρει τὴν γνώμην μου, ὡς ἔφερα τοιαύτην καὶ περὶ τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τῆς δικαιολογίας τοῦ μέτρου τούτου, τῆς ἐξαγομένης ἐκ τοῦ μεγέθους τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης ἢ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς οὐδεμίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔννοιαν. Ἂν τὸ πρᾶγμα γίνῃ, θὰ γίνῃ μόνον πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ τόπου, εὑρίσκοντος ἐγγύτερον τὸ Ἐφετεῖον. Τὸ μέγεθος τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν δὲν εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι ἐνήμερον τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, διότι ἀναλόγως τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετείων ὁρίζεται καὶ ὁ ἐν αὐτοῖς ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν. Τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, ἐὰν ἔχῃ ἐλάσσονα περιφέρειαν καὶ ὀλιγωτέρας ὑποθέσεις, ἔχει ὅμως διὰ τοῦτο καὶ τέσσαρας μόνον Ἐφέτας, ἐὰν δὲ, ἀποσπῶν ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὑπαγάγω τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐλαττώσω καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ νὰ αὐξήσω τὴν δύναμιν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Ἂν δὲ ἀποσπάσωμεν ἐκ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀμφίσσης καὶ τὸ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, εἴμεθα ἐπίσης ὑποχρεωμένοι πάλιν ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ἐλαττοῦντες τὴν τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι πάγιος, οὐδ’ ὁ αὐτὸς εἰς πάντα τὰ Ἐφετεῖα. Κατὰ δὲ τὸν τελευταῖον Νόμον θέλει ὁρίζεσθαι κατὰ διετίαν, τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου, ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν, ἀναλόγως τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν καὶ τῶν εἰσαγομένων. Ὁ λόγος λοιπὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται ἴσως νὰ στηριχθῇ ἡ σύστασις τῶν ἐντίμων Συναδέλφων, δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἀνακούφισις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἐλπίζω δ’ ὅτι, ὡς ἐπετεύχθη νὰ ἔχωμεν ἐνήμερα σχεδὸν τὰ Πρωτοδικεῖα, θὰ ἔχωμεν ταχέως ἐνήμερα καὶ τὰ Ἐφετεῖα.
§16ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας περὶ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ ἓν τμῆμα Ἐφετείου εἰς τὴν Τρίπολιν, τὸ ὁποῖον θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν νομὸν Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας.
§17ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὴν αὐτὴν εὐχὴν ἐκφράζω καὶ ἐγὼ καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ συναδέλφου μου κ. Παλαμήδου. Ἡ σύστασις Ἐφετείου ἐν Τριπόλει εἶναι ἀναγκαιοτάτη, καὶ ἐνῷ θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων τῶν νομῶν Ἀρκαδίας, Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας, θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ὀλιγοδάπανον διεξαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων καὶ μάλιστα τῶν ποινικῶν. Συνιστῶν δὲ τὴν εὐχὴν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην.
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ μακαρίτης ὁ Πιτσιπιὸς, πρόεδρος τῶν ἐν Τριπόλει Ἐφετῶν κατὰ τὸ 1836, ἠξεύρετε τί ἔγραψε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετετέθη τὸ Ἐφετεῖον εἰς Ναύπλιον; ἔγραψεν, ὅτι «ἐπάγωσε τὸ μυαλὸ τῶν Ἐφετῶν ἀπὸ τὸν χειμῶνα». Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ Ἐφετεῖον εἰς τὴν Τρίπολιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. Ὡσαύτως ἐπιψηφίζονται εἰς βʹ. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ τροποποποιήσεως τῶν γενικῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν. 2) Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1888. 3) Περὶ φορολογίας τῶν ζώων).
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 90)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§22ΣΤ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου τούτου καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς θαλάσσης.
§23ΚΟΡΠΑΣ. Διαγινώσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, εὑρίσκω μάλιστα ἐν αὐτῷ καὶ μέσον βελτιώσεως τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι ἢ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα, ὅπως φθάσωμεν ταχύτερον εἰς τὸν ὁποῖον προτίθεται τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν, δεχθῇ ἐλάτωσιν κατὰ ἓν ἔτος, οὐχὶ τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τῶν ἐτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἀποστρατευόμενος ἀξιωματικὸς ἔχει ἐν τῷ τελευταίῳ βαθμῷ, νὰ δεχθῇ δῆλον ὅτι, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ οἰκείᾳ βουλήσει ἀποστρατευόμενος, λαμβάνῃ ἀνώτερον βαθμὸν, ἐὰν ἔχῃ 45 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ 5 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἢ 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ 6 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἢ 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ 7 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισε νὰ εὐεργετήσῃ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ βελτιώσῃ συγχρόνως τὴν κατάστασιν τῶν στελεχῶν, δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἕνεκα τῶν βαθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα τῶν ἐπιστρατειῶν, δὲν θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τοσαῦτα ἔτη ἐν τῷ τελευταίῳ βαθμῷ.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ἐν γένει, ὅτι συμφέρει ἡ διευκόλυνσις τῆς ἀποστρατεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁπωσδήποτε θελόντων ν’ ἀποσυρθῶσι τοῦ στρατοῦ. Ἀξιωματικὸς, ἐκφράζων τοιαύτην προαίρεσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου συναισθανόμενος ἀνεπάρκειαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξωθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην πέραν ὁρίου τινὸς, ἢ καὶ μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου. Κατὰ τὸν κείμενον Νόμον, ἀπαιτεῖται δέκα ἐτῶν ὑπηρεσία ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ πρὸς προαγωγὴν ἐπὶ τῇ ἀποστρατεύσει. Τὸν χρόνον τοῦτον τὸ νομοσχέδιον συντέμνει ὑπὲρ τῶν ἐχόντων ἐν συνόλῳ 45 ἐτῶν ὑπηρεσίαν κατὰ τέσσαρα ἔτη, ὑπὲρ τῶν ἐχόντων 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν κατὰ τρία ἔτη, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχόντων 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν κατὰ δύο ἔτη. Ὡς πρὸς τούτους ἡ ἐλάττωσις δὲν φαίνεται πολὺ σπουδαία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι 35 ἐτῶν ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ εἶναι μόλις ἀποχρῶσα εἰς δικαιολογίαν ἀποστρατεύσεως, ταύτης δὲ τὴν διευκόλυνσιν ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητῶμεν μόνον ὑπὲρ τῶν διανυσάντων τὴν κατὰ μέσον ὅρον ὁλικὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ἄρα, ὅτι πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου καθοριζόμενα.
§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ Νόμου περὶ συντάξεων, καὶ προστίθενται περιπτώσεις τινὲς, κατὰ τὰς ὁποίας δικαιοῦνται οἱ ἀξιωματικοί, οἱ τιθέμενοι εἰς ἀποστρατείαν κατ’ αἴτησίν των, νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Νόμος ϞΑʹ εἶναι κοινὸς καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, προτείνω, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, προστιθεμένων τῶν λέξεων «τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης», ὅπως ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἀκόλουθα νομοσχέδια εἰς βʹ συζήτησιν: 1) Περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ΩΛΘʹ περὶ τῆς οἰκίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. 2) Περὶ διαλύσεως τῶν ἀναφυομένων διαφορῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἢ δημοτικῶν ἔργων). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§27ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Ἀγαμ. Μεταξᾶ καὶ Ν. Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ν | Κωνστ. Κατσικόπουλος | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Δ. Ζέγγελης | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Στέφ. Δραγούμης | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημ. Γ. Ῥάλλης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Φωκίων Νέγρης | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | ||
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Νικ. Μπουφίδης | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | |
| Γεώργ. Κούστας | Δημ. Καλλιφρονᾶς | ||
| Ἀλεξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικ. Λεβίδης | |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν |
| Δημ. Πετρίδης | Θάνος Κανακάρης | Ν | |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | ||
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | ||
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Α. Παπαγιαννακόπουλος | ||
| Χρ. Χριστόπουλος | Α. Φωτήλας | ||
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | ||
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Κουμανιώτης | |
| Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Χρ. Στεφανόπουλος | ||
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | Ν. Καλογερόπουλος | Ν |
| Ἀλεξ. Κοντόσταυλος | Ν | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν |
| Ν. Παπανικολάου | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | |
| Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἰω. Καρτάλης | |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν |
| Κων. Σινέλης | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν |
| Βασ. Βουδούρης | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | |
| Κων. Λομβάρδος | Ν | Α. Ἀστεριάδης | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν |
| Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀριστ Ἀργυρόπουλος | Ν |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀναστ. Ζαρμάνης | ||
| Νικόλ. Βασιλάκης | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Περ. Πεῤῥωτής | ||
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Περ. Μποῦτος | ||
| Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Παν. Σάκκης | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Νικ. Παπαλέξης | ||
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| Νικ. Βαλσαμάκης | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | |
| Γερ. Μουσούρης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | |
| Παν. Βενιεράτος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | Ν |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Σ. Χατζηγάκης | ||
| Γεώργ. Κόρπας | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν |
| Στέφ. Σκουλούδης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ν |
| Νικ. Νομικός | Ν | Γ. Τάκης | Ν |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν |
| Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ν |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν |
| Δημοσθ. Καΐρης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ν |
| Γεώργ. Δρόσος | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν |
| Νικ. Κρίσπης | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν |
| Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | |
| Κων. Κοσσονάκος | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | |
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χατζῖσκος | ||
| Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν |
| Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Λεων. Καπετανάκος | Θεμ. Κανάρης |
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 80, ἐξ ὧν 79 ὑπὲρ τοῦ συνόλου, καὶ 1 κατά. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. 1) Περὶ τῶν ἐν Καλάμαις ἐπὶ τοῦ μορεοπεριβόλου ἀνεγηγερμένων ἐργαστηρίων, καὶ 2) Περὶ γηπέδων κατὰ τὴν χερσόνησον Πειραιῶς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 91 καὶ 92).
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ τίνος πραγματεύεται τὸ περὶ τῶν ἐν Καλάμαις ἐργαστηρίων;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ πωλήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πώλησις αὕτη συμφώνως πρὸς τὸν κανονίζοντα τὰ περὶ τῶν ἐργαστηρίων Νόμον, πρέπει νὰ διατιμηθῇ ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὰς Μοναχὰς, τὰς δικαιούχους ἐπὶ τῶν ἐργαστηρίων τούτων. Διατιμωμένης τῆς ὀφειλῆς, ἀποκτᾷ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως ἐκποιήσῃ τὰ ἐργαστήρια, ἅτινα, ὡς ἑτοιμόῤῥοπα, χρήζουσι προνοίας. Ἀρίστην πρόνοιαν ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐκποίησιν, ἐπιβαλλομένης τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τοὺς ἀγοράζοντας, ἵνα ἀνοικοδομήσωσι τὰ ἐργαστήρια καθ’ ὡρισμένον σχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος οὔτε εἰς ἀνοικοδόμησιν οὔτε εἰς διαχείρισιν τῶν ἐργαστηρίων, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἀνοικοδόμησιν ἡ Κυβέρνησις, ἐνόσῳ ἡ πρόσοδος ἀνῆκεν ἀπὸ κοινοῦ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὰς Μοναχάς. Τ’ ἀναφυόμενα ταῦτα ζητήματα λύει τὸ νομοσχέδιον, καθορίζον ὑπὲρ τῶν Μοναχῶν ποσὸν χρηματικόν, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς τέως προσόδους, παρέχον δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐργαστηρίων, ὑποχρεουμένων εἰς ἀνοικοδόμησιν τῶν ἀγορασόντων. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Σεπτεμβρίου 1887 Β. Διατάγματος περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν στρατευσίμων ἐργατῶν θαλάσσης τῆς ἀπογραφῆς τοῦ αὐτοῦ ἔτους. 2) Περὶ κατατάξεως ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ Ἑλλήνων ὑπηρετησάντων εἰς ξένα Κράτη ὡς ἀνθυποπλοιάρχων).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ναυτικοῦ Νοσοκομείου καὶ Θεραπευτηρίου. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§34ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μετὰ τὰς λέξεις «ἕνα ὑποφαρμακοποιὸν ἢ ἀνθυποφαρμακοποιὸν», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἕνα ἀνθυποφροντιστὴν ἢ λογιστήν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη καὶ ἐπιψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Εἰς γʹ συζήτησιν· 1) Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ. 2) Περὶ καθαρισμοῦ τῶν πλοίων ἐν τῇ πλωτῇ δεξαμενῇ. Εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τριῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν: 1) τῆς ἐν Κοπεγχάγῃ ἑδρευούσης Ἡνωμένης Δανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας· 2) τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει «Mahsoussé», καὶ 3) τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει «Φωσκόλου, Μάγκου καὶ Σας»).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σάπωνος ἐκ τῆς νήσου Ζακύνθου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ δήμου Ζακυνθίων. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ ἑπομένη τροποποίησις· ὁ πρόσθετος φόρος ἀπὸ δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν νὰ μειωθῇ εἰς ἓν λεπτόν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροποποίησις, καὶ ἐπιψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰς τὸν δῆμον Ζακυνθίων εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐξαγωγὴν ἐξ ἀκαλλιεργήτων ἢ καλλιεργημένων λατομείων λίθων διὰ τὰ ἔργα τῆς διορυχῆς τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου καὶ ἀπαλλοτριώσεως αὐτῶν. Ὁ κ. Μπογιατζόγλους ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§40ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη ἐκτελέσεως ἔργου τινὸς δημοσίου, γίνεται φροντὶς ἐν τῷ σχετικῷ Νόμῳ, ἵνα ὁρισθῶσι τὰ δέοντα περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας· ἐκ τούτου προκύπτει τὸ ἄτοπον, νὰ ἔχωμεν διαφόρους Νόμους, ἄλλως ὁρίζοντας τὸ σχετικὸν ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως· συμβαίνει μάλιστα καὶ ἀτελῶς νὰ κανονίζωμεν τὰ τοιαῦτα ἑκάστοτε. Προχθὲς ἐψηφίσθη Νόμος, λόγῳ τῶν σιδηροδρόμων, περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας, παρεπέμψαμεν δὲ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς ἕνα προγενέστερον Νόμον περὶ ὁδοποιΐας. Ἐν τούτοις ὑπάρχει κενὸν εἰς αὐτὴν τὴν παραπομπὴν, διότι, ἐνῷ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι ἀνάγκη οὐ μόνον ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ προσωρινῆς καταλήψεως, τὸ ζήτημα τοῦτο παρεπέμφθη νὰ λυθῇ διὰ τοῦ Νόμου περὶ ὁδοποιΐας, ἐνῷ ἐν ἐκείνῳ τῷ Νόμῳ δὲν γίνεται λόγος περὶ προσωρινῆς καταλήψεως, διότι δὲν παρίσταται τοιαύτη ἀνάγκη ἐκεῖ. Ἐνίοτε ὄχι μόνον ἐπαρκῶς δὲν λύομεν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὸ λύομεν ἄλλως· παραδείγματος χάριν, πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς ἐν τῇ πόλει, ἄλλως κανονίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως· πρόκειται νὰ γίνῃ ἐκτὸς τῆς πόλεως δημοτική τις ὁδὸς, ἄλλως κανονίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, ἄλλα στοιχεῖα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει· πρόκειται περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἄλλως λύεται τὸ ζήτημα· περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, ἄλλως. Εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν περίπτωσιν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ὁ μέσος ἐτήσιος ὅρος τῆς δεκαετοῦς προσόδου τοῦ κτήματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 5% ὁρίζεται ἡ ἀποζημίωσις. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἰς ἄλλας περιπτώσεις δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, π. χ. πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἐν τῇ πόλει. Ἤθελον λοιπὸν, λέγων ταῦτα, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ γίνῃ Νόμος γενικὸς, περιλαμβάνων πάσας τὰς ἐνδεχομένας περιπτώσεις ἀπαλλοτριώσεως ἰδιοκτησίας, καὶ ὄχι ἑκάστοτε ἐν βίᾳ καὶ σπουδῇ νὰ κανονίζωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἀπαιτουμένων ἔργων διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τῶν εἰς τὸν λιμένα Βόλου ἐκβαλλόντων χειμάῤῥων).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοσκῆς τῶν ζώων.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§44ΚΟΡΠΑΣ. Πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων εἰς τί συνίσταται τοῦτο, δι’ ἐκείνους τῶν κκ. Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην τούτου, ἢ θὰ ψηφίσωσιν αὐτὸ ἐκ πεποιθήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσωσι. Μέχρι τοῦδε ὁ ἐπὶ παραβάσει τῶν ἐν τῇ περιλήψει τοῦ νομοσχεδίου μνημονευομένων Νόμων θεωρῶν ἑαυτὸν ἠδικημένον ἀξιωματικὸς κατέφευγε, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ Σύνταγμα, ὡς καὶ πᾶς πολίτης, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· καὶ τοιαῦται ὑποθέσεις ὑπάρχουσιν ἄπειροι ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, πολλαὶ μάλιστα τῶν ὁποίων διαρκοῦσιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο πάντες κατανοεῖτε, καὶ τοῦτο θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐκέκτηντο μέχρι τοῦδε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ προσφεύγειν διὰ πᾶν ἀδίκημα ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, καὶ συνιστᾶται δι’ αὐτοῦ εἰδικὴ διαδικασία ἐπὶ τῶν τοιούτων πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Συνιστᾶται δηλονότι Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον, ὁ δὲ θεωρῶν ἑαυτὸν ἠδικημένον ἀξιωματικὸς ὑποβάλλει τὴν αἴτησιν αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Φρουράρχου, ὁ ὁποῖος συγκαλεῖ τὸ Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον λεγόμενον, τὸ συγκείμενον ἐκ τοῦ Φρουράρχου, τῶν Προέδρων τῶν δύο διαρκῶν Στρατοδικείων, καὶ ἐκ τῶν δύο ἀρχαιοτέρων Διοικητῶν τῶν ἐν Ἀθήναις ἑδρευόντων σωμάτων, τὸ ὁποῖον Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν παραπόνων. Ἂν αἱ ἀξιώσεις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἱκανοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, τότε ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κάμῃ προσφυγὴν ἐνώπιον ἄλλου Δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ κληρωτοῦ λεγομένου Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται μεταξὺ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν διὰ κληρώσεως. Τίθενται, συνεδριάζοντος τοῦ Ἐφετείου, ἐντὸς κληρωτίδος κλῆροι, περιέχοντες τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐκτὸς τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου, καὶ ὅλων τῶν Ἐφετῶν, σὺν τῷ Προέδρῳ τοῦ Ἐφετείου. Ἐξάγονται δώδεκα ἐξ αὐτῶν, ἐξ ὧν ἓξ ἀποτελοῦσι τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ κληρωτοῦ Δικαστηρίου, οἱ δὲ λοιποὶ τὰ ἀναπληρωματικά. Προσφυγὴ ἐπιτρέπεται ὡσαύτως καὶ εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ἐὰν ἀποῤῥιφθῶσι τὰ παράπονα αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ὑποβάλλεται, Κύριοι, σήμερον τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν, ὑπεβλήθη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον διεσκευασμένον, ἐνεγράφη μάλιστα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, καίπερ ψηφισθέντων τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πλείστων ἄλλων νομοσχεδίων, ἐξ ἴσου σπουδαίων, ὡς τοῦτο. Δὲν ἐψηφίσθη δὲ, οὐχὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφρόνει, ὅτι δὲν εἶχεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ, ἢ διότι διέβλεπεν εἰς τὰς τάξεις τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος διάθεσίν τινα κατὰ τούτου, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπείσθη καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦσαν πλημμελεῖς· καὶ ἦσαν τῷ ὄντι τοιαῦται, ἀρκεῖ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρίστατο ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου ὡς διάδικος, ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐφέσιμον δίκην παρίστατο ὡς δικαστής· δικαστὴς δὲ δικάζων ἑαυτόν, καὶ μάλιστα ἐὰν ἦναι καὶ Ὑπουργός, ἐννοεῖτε ὁποίαν ἀπόφασιν ἤθελεν ἐκδώσει. Καλῶς ποιῶν λοιπὸν μετέβαλε γνώμην, καὶ δὲν κατακρίνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ μεταβολῇ γνώμης· ἐξ ἐναντίας εὔχομαι πάντες οἱ καθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα τῶν Ὑπουργῶν νὰ μὴ ἐπιμένωσιν εἰς τὰς ἰδέας αὑτῶν, ὅταν αὗται δὲν ἦναι πάντοτε ὀρθαί, καὶ νὰ ἀκούωσι καὶ τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες, ἐκ γενικοῦ ὁρμώμενοι συμφέροντος καὶ ἄνευ οὐδενὸς πλαγίου σκοποῦ, τὰ ἀγαθὰ συμβουλεύουσι, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν βλέπομεν συχνὰ τελούμενον, ὅπως εἰς ἀπωτέρους χρόνους. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ παραπονεθῶ διότι δὲν εἰσηκούσθην, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω τὰς πλημμελείας τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ νὰ φέρω καὶ τροπολογίαν, ἥτις εἶναι αὐτὴ αὕτη σχεδὸν ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀναγεγραμμένη, ἀλλ’ ἵνα παραστήσω, πόσον εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἢ καὶ εἰς πάντα Ὑπουργὸν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἰδέας του, ὅταν πεισθῇ, ὅτι αὗται δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὸ δίκαιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ δύο ἀπόψεις, ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικήν, τὴν καθαρῶς πραγματικήν. Καὶ ὑπὸ μὲν τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν νομίζω, ὅτι ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐκτάκτων Δικαστηρίων καὶ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ, τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι ἔκτακτον Δικαστήριον καὶ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ, διότι ἀποτελεῖται ἐξ ἰσοβίων δικαστῶν, ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἔκτακτον, διότι δὲν εἶναι τὸ τακτικὸν Δικαστήριον, δὲν εἶναι οὔτε τὸ Πρωτοδικεῖον, δὲν εἶναι τὸ Ἐφετεῖον ἢ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἂν δὲν εὕρισκον ἐν αὐτῷ, καὶ τότε καὶ σήμερον, τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν, δὲν θὰ εἶχον κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ ὑποστηρίξω, διότι αἱ διατάξεις αὐτοῦ πολλὰ κακὰ προλαμβάνουσι. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πολλὰ συνέβησαν ἀδικήματα εἰς ἀξιωματικοὺς, ἐπὶ παραβάσει τῶν Νόμων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ προβιβασμῶν, καὶ περὶ συντάξεων, καθ’ ὅσον μόνον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὐτεπάγγελτον εἰς ἀποστρατείαν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων τῆς Μεσοβασιλείας, εἴτε ἕνεκα πλάνης τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε καὶ ἕνεκα φατριασμοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι κατέφυγον, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, ὅπερ παρεῖχεν αὐτοῖς τὸ Σύνταγμα, ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐπεζήτησαν τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος εἰς χρήματα, διότι εἰς βαθμὸν δὲν ἐδικαιοῦντο· ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν δίκαι, διαρκέσασαι ἐπὶ 10 καὶ 15 ἔτη, καὶ διαρκοῦσαι ἔτι. Ἐντεῦθεν ἀξιωματικοὶ, θεωροῦντες ἑαυτοὺς ἠδικημένους, μένουσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, παραπονούμενοι, μεμψιμοιροῦντες, διαδίδοντες τὸ πνεῦμα τὸ ἀντιπειθαρχικόν· πόσον δὲ εἶναι ἐπιβλαβὲς τοῦτο εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξηγήσω διὰ μακροτέρων πρὸς ὑμᾶς· ἅμα ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ κλονισθῇ, στρατὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἡ πειθαρχία εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων στοιχείων τοῦ καλῶς συγκεκροτημένου στρατοῦ· στρατὸς πειθαρχῶν καὶ καλῶς διοικούμενος δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀληθὴς στρατός. Ἐντεῦθεν βλέπετε, ὅτι ἐγεννήθησαν συνέπειαι ὀλέθριαι ἐν τῷ στρατῷ, ὑπέστησαν δὲ καὶ αὐτὰ τὰ ἄτομα τὰ ἀδικηθέντα μεγάλας χρηματικὰς ζημίας, διότι κατέφυγον εἰς δικηγόρους, οἵτινες ἐξεμύζησαν πάνθ’ ὅσα ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν. Ἐγεννήθη ἀταξία τις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἀπασχολεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αἰωνίως εἰς τοιαύτας δίκας, Νομικὸς δὲ Σύμβουλος, διαμένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ κάμῃ ἢ νὰ ἐξετάζῃ τὰς ὑποθέσεις ταύτας. Ὥστε χρήσιμον θὰ ἦτο, ἂν ἐτίθετο τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον ταύτην κατάστασιν, θὰ ἐψήφιζον δὲ καὶ ἐγὼ μέτρον νομοθετικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔθετε τέρμα ἄλλο, νὰ μὴ ἀφῄρει ὅμως τὸ δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, νὰ παρεῖχε δὲ ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθησομένης ἐπὶ τῶν παραπόνων αὐτῶν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ὡς ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν θεσμῶν ἡμῶν, δὲν ἔχομεν ἐγγυήσεις, οἵας ἄλλα Κράτη. ὡς λ. χ. ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, ἡ Ρουμανία, ἔνθα ὑπάρχει τὸ Conseil d’ état, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς ὃ πᾶσαι αὗται αἱ ὑποθέσεις, αἱ σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὑπάγονται, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ἀποφάσεις ὁριστικὰς καὶ ἐπαναφέρει τὸν ἀξιωματικὸν εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ, καὶ μισθοδοτεῖ αὐτὸν ὅσον χρόνον διετέλεσε μακράν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιοῦτον Νόμον· εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου τὸ κακὸν θὰ προελαμβάνετο κάπως, ἂν δὲν εἶχέ τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἡ σύστασις αὐτοῦ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐν τῷ συνταγματικῷ ἡμῶν χάρτῃ ἀναγράφεται ἡ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας σύστασις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λειτουργοῦν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τοιοῦτον. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εἶπον, ὀλίγας ἔχω νὰ φέρω παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη ἦτο ὡς πρὸς τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ λοιπαὶ ἀφορῶσιν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτοῦ, ὅπερ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἤδη. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 11, τὴν ά ἑκάστου μηνὸς, πλὴν τοῦ Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν τίθησιν ἐν κληρωτίδι τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν καὶ ἐξάγει τὰ ὀνόματα δώδεκα μελῶν, ἐξαιρουμένου τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν θὰ ἐξετάσω τίς εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ ὁ Ἀντιπρόεδρος, ἀλλὰ προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν οὐχὶ δι’ ἕνα μῆνα ἢ δι’ ἓν ἔτος, ἀλλὰ διὰ πολλὰ, διότι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν μεταβάλλονται ἑκάστοτε, ὡς οἱ φορολογικοὶ Νόμοι, νομίζω, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις δὲν εἶναι δικαία· ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος ἔπρεπε νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν δικαστῶν, διότι καὶ ἐκ τῆς πείρας αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς θέσεως δύνανται νὰ παράσχωσιν ἱκανὰς ἐγγυήσεις. Δὲν γνωρίζω τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἑπομένως δὲν ὁμιλῶ ἐκ συμφέροντος, ἀλλὰ κατὰ γενικὸν κανόνα, διότι νομοθετοῦντες δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πρόσωπα· μόνον οἱ συντάσσοντες δράματα λαμβάνουσι τὰς ἰδιότητας τῶν ἠθοποιῶν ὑπ’ ὄψει, οὐχὶ δὲ αἱ Βουλαὶ νομοθετοῦσαι. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ ἑτέρου ἄρθρου, τοῦ 21. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ κληρωτὸν Δικαστήριον, ἐὰν νομίσῃ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὑποβαλὼν παράπονον, ἢ ὁ ποιήσας τὴν ἔφεσιν, ἐκινήθη ἐκ κακοβουλίας πρὸς τοῦτο, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, τὸ κληρωτὸν Δικαστήριον γνωστοποιεῖ τοῦτο πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐπιβάλλει αὐτῷ πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν εἶναι καὶ ἡ ἀργία, ἡ ὁποία γνωρίζετε ὁποίας ἔχει συνεπείας. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον ἡ ἐλευθερία αὕτη, νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἂν προῆλθεν ἐκ πλάνης ἢ ἐκ κακοβουλίας ἡ αἴτησις τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ νὰ κινδυνεύῃ οὗτος νὰ τίθηται εἰς ἀργίαν, νὰ γεννᾶται δηλαδὴ νέα ὑπόθεσις, διότι τοῦτο περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου καὶ τίθησι περιορισμὸν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ὑποβάλωσι τὰ παράπονα αὐτῶν. Τοιαύτη τις ἐλευθερία ὑπάρχει ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν συμβαίνουσι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῶσιν, ὁ θεωρῶν ἑαυτὸν ἠδικημένον ἀξιωματικὸς ὑποβάλλει παράπονα, καὶ ἂν ταῦτα δὲν εἰσακουσθῶσιν, ὑποχρεοῦται οὗτος ὑπὸ τοῦ κύκλου τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἔθιμον νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἐὰν εὕρισκον τοῦτο τὸ μέτρον ὀρθὸν οἱ Γερμανοὶ, θὰ τὸ περιέβαλλον διὰ νομοθετικοῦ κύρους βεβαίως. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπὶ τούτου θὰ ἐδεχόμην πειθαρχικήν τινα ποινὴν, ἀλλὰ μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς ὅρους τῶν μικροτέρων πειθαρχικῶν ποινῶν. Ἄλλως δὲ ἡ ἀργία, ὡς ποινὴ, δὲν εἶναι καὶ ἀνάλογος τοῦ παραπτώματος. Τελευταίαν παρατήρησιν θὰ κάμω ἐπὶ τῶν ἤδη ὑφισταμένων δικῶν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ δίκαι αὗται εὑρίσκονται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἀπαλείψῃ τὸ τελευταῖον ἄρθρον, δι’ οὗ καταργοῦνται αἱ δίκαι καὶ ἔρχονται εἰς τὸ νέον Συμβούλιον, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ τελευταίου ἄρθρου ὡς πρὸς τὰς ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, οὐχὶ καὶ ἐπ’ ἐκείνων τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Περαίνων κηρύττομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ πραγματευθεὶς τὸ θέμα, ἀνεγνώρισε τὰ ἐξ αὐτοῦ ὠφελήματα. Ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοσχεδίου, διότι ἐθεώρησεν αὐτὸ ἐσφαλμένον, ἐπήνεσε δὲ καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτῆς ἐν ταῖς ἐπενεχθείσαις μεταβολαῖς εἰς τὸ ἤδη ὑποβαλλόμενον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ πέρυσιν εἰσαχθὲν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ἤδη συζητούμενον. Μεταβολαὶ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐπηνέχθησαν, ἡ δὲ βάσις ἔμεινεν ἀναλλοίωτος. Περὶ τῆς βελτιώσεως ἐν ταῖς λεπτομερίαις ἔχομεν τὴν αὐθεντίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι μόνον ὠφέλιμον, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ εἰς τὸν στρατὸν, ὡς ἐνισχύον τὴν πειθαρχίαν καὶ ὡς καθιστῶν εὐχερεστέραν τὴν δικαίωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ εὐεργετεῖ καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ τὸν ἀξιωματικὸν, ἀναγράφον ὑπὲρ αὐτῶν δικαιώματα, ἅτινα, ἢ δὲν ὑφίσταντο πρότερον, ἢ δὲν ἦσαν κεκανονισμένα. Ὁ ἀξιωματικὸς, κατὰ τὸν ἰσχύοντα Νόμον, εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλ’ ἡ προσφυγή του ὑπεβάλλετο εἰς ὅλας τὰς διατυπώσεις τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, εἰς ὅλας τὰς χρονοτριβὰς, δὲν διεξήγετο διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνεγνώρισε τὴν κατὰ τοῦτο ὑπεροχὴν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν· ἀλλὰ παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον εὐεργέτημα ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ πολλῷ βαρυτιμότερον. Κατὰ τὰ κείμενα, μετὰ τὴν χρονοτριβὴν τὴν μεγάλην, μεθ’ ὅλας τὰς δυσχερείας τῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, τί ἀπέκτα ὁ ἀξιωματικός; τὸ ἐλάχιστον μόνον, τουτέστι χρηματικὴν ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ τὸ κυριωδέστερον, τὴν ἱκανοποίησιν τὴν ἠθικὴν, τὴν ἱκανοποίησιν τὴν στρατιωτικὴν, οὐδεὶς εἶχεν ἁρμοδιότητα, ἵνα τῷ παράσχῃ. Ταύτης τῆς ἱκανοποιήσεως τὴν διεκδίκησιν τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀξιωματικόν. Τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον ἀνοίγει εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὴν θύραν πρὸς εὐχερεστέραν ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, τὴν τέως μόνον χρηματικὴν, ἐπεκτείνει καὶ ἐπὶ τὸ ἐπενεχθὲν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν στρατιωτικὸν καὶ ἠθικὸν ἀδίκημα. Ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας εὐεργετικὸν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ὡς κανονίζον τὴν ὑπὲρ τοῦ παραβιασθέντος Νόμου ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ χειραγωγοῦν αὐτὴν περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ἐὰν παρὰ τὸν Νόμον προεβιβάζετο ἀξιωματικός τις, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ ὤφειλε νὰ φέρῃ τὴν ἐπανόρθωσιν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε διαγεγραμμένη διαδικασία πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀτόπου. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου πάντα ταῦτα κανονίζονται· παρέχεται δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν χειραγωγία, αἴρουσα πάντα ἐνδεχόμενον δισταγμὸν αὐτῆς περὶ τῆς ἐπιβαλλομένης ἐνεργείας, καὶ διατρανοῦσα ἐνώπιον τῆς κοινωνίας τὸ νόμιμον τῆς κυβερνητικῆς παρεμβάσεως. Εἶναι ἄρα τὸ νομοσχέδιον ἀναγκαιότατον, ὡς ἀναπληροῦν ἐλλείψεις ἐπαισθητὰς τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ὅ,τι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς ἐπετυγχάνετο βραδέως, δυσχερῶς, ἐκρύθμως, ἐσθ’ ὅτε καὶ διὰ σκανδάλου καὶ μόνον ἐντὸς τοῦ περιωρισμένου κύκλου τῆς χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως, τοῦτο θὰ ἐπιτυγχάνηται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εὐχερῶς, διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας, ἐῤῥύθμως, διὰ τρόπου συντελοῦντος ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ δι’ ἱκανοποιήσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν αὐτῷ τῷ προσβληθέντι στρατιωτικῷ αὐτοῦ δικαιώματι καὶ ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ αὐτοῦ· θὰ παρέχηται δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὴν εἰς ἱκανοποίησιν τοῦ Νόμου ἐνέργειαν αὐτῆς ἡ ἀντίληψις εὐκρινῶς διαγεγραμμένων κανόνων διαδικασίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὠφέλιμον καὶ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, παρέστησεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται εἰδικὴ δικαιοδοσία, ἣν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει. Ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἐκ θεμελίων ἀπαράδεκτον. Ἐπεκαλέσθη δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑπὲρ τῆς γνώμης του τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν πραγματεύεται περὶ τούτου, ἀφορᾷ δὲ μόνον εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Κατὰ τὸ ἄρθρον 91, «Δικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν.» Εἶναι δὲ πανθωμολογημένη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὡς ἀφορῶσα εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον ἄρθρον ὅπερ ἐπεκαλέσθησαν ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ οἱ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι εἰδικὴ δικαιοδοσία δὲν ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Πρὸ παντὸς ἐξεταστέον, ἂν πρόκηται ἐνταῦθα περὶ ζητήματος τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τοῦ κοινοῦ δικαίου· ἡ δὲ ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν θεμάτων, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸ ἀμφισβητούμενον διοικητικόν, δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς γνώμης, ὅτι ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τοὐναντίον στηρίζεται ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, κανονιζόμενα οὐχὶ διὰ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας. Ἀμφισβητούμενον διοικητικὸν παρουσιάζεται μεταξὺ Κυβερνήσεως, ἐκτελούσης τὸν Νόμον, καὶ πολίτου, ἀξιοῦντος, ὅτι ἀδικεῖται ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτὸν πλημμελοῦς αὐτοῦ ἐφαρμογῆς, ἐνῷ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ προσώπου συμβληθέντος πρὸς αὐτὴν, ἀφορώσης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμπεφωνημένων. Περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν τοιούτων συμφωνιῶν δὲν περιορίζονται οἱ συμφωνοῦντες ὑπὸ τῶν διατεταγμένων περὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἀλλὰ καὶ ὑποτιθεμένου, ἔστω, ὅτι τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὰ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, συνταγματικὸς Νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἦτο τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος· περὶ τῆς ἐννοίας δ’ αὐτοῦ ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, τοσοῦτον μακραὶ, ὥστε πιστεύω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Πόρισμα τῶν συζητήσεων ἐκείνων, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρξεν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται ἡ δι’ εἰδικοῦ Νόμου σύστασις Δικαστηρίων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. «Ἄρθρον 101. Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια.... Οὐδὲν Δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ εἰδικοῦ Νόμου.» Ἡ ἔννοια τοῦ πρώτου ἐδαφίου εἶναι, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὴ διάταξις τῆς νομοθεσίας περὶ ὑποθέσεως τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον, λέγον, ὅτι οὐδὲν Δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ εἰδικοῦ Νόμου, διατρανοῖ, ὅτι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ὅσαι δι’ εἰδικῶν Νόμων ἤθελον ὑπαχθῆ εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν· εἰδικὸς δὲ Νόμος εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον. Προνοεῖ τὸ ἄρθρον καὶ περὶ τρίτης περιπτώσεως. «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν Νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας.» Οἱ Νόμοι οὗτοι δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσι κατὰ τὸ ἐδάφιον δεύτερον, καθ’ ὃ μόνος περιορισμὸς περὶ τὴν καθιέρωσιν δικαιοδοσίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἶναι ἡ εἰδικότης τοῦ καθιεροῦντος αὐτὴν Νόμου. Ταῦτα εἶπον ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρᾶς διοικήσεως, κανονιζομένου ἀσχέτως πρὸς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κανονισμὸς ἄρα εἰδικῆς δικαιοδοσίας ἐπιτρέπεται ὁπωσδήποτε. Ἐπιλαμβάνομαι ἄρα ἤδη τῆς ἐξετάσεως τῶν ἄλλων σχολίων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐτίθεντο ἐν τῇ κληρωτίδι καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐν γένει, διότι δὲν θὰ ἐπετρέπετο πλέον, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 12, νὰ ᾖναι Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν. Ἠθελήσαμεν νὰ συστήσωμεν τὸ Δικαστήριον καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ τῶν Ἐφετῶν καὶ οὐχὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ὑποθέσεων, ἔπρεπε δὲ τὸν Ἄρειον Πάγον ν’ ἀφήσωμεν ἀμέτοχον τῶν ἀποφάσεων ἐν τοῖς κυριωδέστερον ἐκπροσωποῦσιν αὐτὸν, δηλαδὴ τῷ Προέδρῳ καὶ τῷ ἀναπληρωτῇ, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος δύναται νὰ ἔχῃ λειτουργίαν τινὰ σχετικὴν πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ἐν περιπτώσει ἄρσεως συγκρούσεως, θὰ ἦτο ἄτοπον ὁ ἐκπροσωπῶν τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ βλέπῃ ἀπόφασιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν, ἀναθεωρουμένην ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τούτου ἕνεκεν, ἀφοῦ ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως ἐν τῇ εἰδικῇ σφαίρᾳ, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς κοινῆς δικαιοδοσίας, ὧν ἐπιλαμβάνεται τὸ Ἐφετεῖον, προσήκει νὰ λάβωμεν τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν ὡς Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ κληρωτίδι τὰ ὀνόματα τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐποιήσατο εἶτα παρατήρησιν...
§46ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν προεδρεύει πάντοτε ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ἀναγινώσκει). «Τοῦ κληρωτοῦ Δικαστηρίου προΐσταται ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, τούτου δὲ κωλυομένου...» Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, ἥτις πάντως θὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· συνέπεια ταύτης ὑπῆρξεν ὁ καταρτισμὸς τοῦ Δικαστηρίου, ὃν ἐπέκρινεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, θεωρήσας ἴσως, ὅτι ἐλάνθανεν ἐν αὐτῷ καὶ προσωπικὸς λόγος, μὴ χωρῶν βεβαίως ἐν τοιούτῳ θέματι. Τὸ ἄρθρον 19 ἐπίσης ἐγένετο ἀντικείμενον παρατηρήσεως παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκει) «Ἐὰν ἐκ τοῦ συνόλου τῆς διαδικασίας πείθηται τὸ Δικαστήριον, ὅτι ἡ ἔγερσις τῶν ὡς ἀποῤῥιπτέων κρινομένων παρ’ αὐτοῦ παραπόνων προῆλθεν ἐκ στρεψοδικίας, ἐκ πνεύματος ἀντιπειθαρχικοῦ, ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας καὶ κουφότητος περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἀποφαίνεται τοῦτο διὰ ῥητῆς ἐν τῷ διατακτικῷ διατάξεως· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δικαιοῦται, ἵνα ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης μετέλθῃ κατὰ τοῦ ἐπιχειρήσαντος τὴν παράλογον δίκην στρατιωτικοῦ, ἂν οὗτος διατελῇ ἔτι ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τὴν ὑπὸ τῶν σχετικῶν Νόμων χορηγουμένην αὐτῷ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν· ἐν ἐλλείψει τοιαύτης διατάξεως ἐν τῇ ἀποφάσει, ἡ ἐπιβολὴ τοιαύτης ποινῆς ἕνεκα μόνης τῆς κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκβάσεως τῆς δίκης δὲν ἐπιτρέπεται.» Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει καλῶς, διότι παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα, κατὰ τὴν γνώμην του, ὑπερβολικόν. Εἶπεν, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι μόνον ὁ περιορισμὸς καὶ ἡ φυλάκισις, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὴν ἀργίαν, καὶ ὅτι ἡ εἰρημένη τοῦ νομοσχεδίου διάταξις, παρέχουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα, ὅπως τίθησι τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οὗτος ἐκίνησεν ἀγωγὴν ἀντιπειθαρχικὴν ἢ ἄλλως ἐπιλήψιμον, δὲν φαίνεται δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν παρέχει τῷ Ὑπουργῷ δικαίωμα, μὴ ἀνῆκον αὐτῷ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Τὰ κείμενα, ἀσχέτως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, πῶς κανονίζουσι τὸ ζήτημα τοῦτο; Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει πλήρη ἐξουσίαν ἰδίως ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἔθιξεν ὁ κύριος Βουλευτής, τουτέστι τῆς θέσεως εἰς ἀργίαν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς γινώσκει, διότι μετέσχε τῆς νομοθετικῆς ἐν τούτῳ ἐργασίας, εἶχε μάλιστα καὶ εἰσήγησιν, τὰ τῆς διακρίσεως τῶν ἀργιῶν, τῆς ἀργίας τῆς καταγινωσκομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ προσκαίρου παύσεως, καὶ τῆς ἀργίας τῆς καταγινωσκομένης κατόπιν ἀποφάνσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως. Τὴν ἀργίαν, ἣν παριστᾷ ὁ κύριος Βουλευτὴς ὡς μὴ δυναμένην ν’ ἀσκηθῇ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, τὴν ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως, τὴν μὴ ἐπαγομένην τὰς συνεπείας τῆς δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ἀργίαν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἄνευ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ποιεῖται μνείαν τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἐπιβολὴν πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἵνα κατ’ ἀντίθεσιν διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου, τοῦ περιέχοντος τὴν διάταξιν τὴν οὐσιαστικήν, τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου, περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, κανονίζον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσιν, ὑπὸ τοῦ ἄρθρου προβλεπομέναις, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ῥητὴ ἐν τῷ διατακτικῷ ἀπόφανσις τοῦ Δικαστηρίου. Ἄνευ τοιαύτης ἀποφάνσεως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἔκβασις τῆς δίκης. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα περιορίζει τὴν τέως ἀπεριόριστον πειθαρχικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν. Διότι ποῖον κατὰ τὰ νῦν κείμενα ὑφίσταται περιορισμὸν ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τὴν κατάγνωσιν τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως; Ὁ μόνος περιορισμὸς εἶναι διάταξίς τις τοῦ Νόμου, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀρυσθῇ τὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὁ δ’ Ὑπουργὸς ἐν τῇ περιπτώσει κινήσεως ἀγωγῆς ἀντιπειθαρχικῆς, διατελεῖ ἐν κατοχῇ τῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφοριῶν. Αὐτὴ αὕτη ἡ ἀγωγή, ἀνακοινουμένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἀποτελεῖ τὸ στοιχεῖον, ὅπερ ἀρυόμενος ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πειθαρχικὴν ποινήν. Οὐδένα ἄλλον κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ὑφίσταται περιορισμὸν ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς κατάγνωσιν ἀργίας ἢ ἐπιβολὴν ἄλλης πειθαρχικῆς ποινῆς· ὀφείλει μόνον νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς, πληροφορίαν, ὅτι ἐγένετό τι, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ κρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ δίδει ἀφορμὴν εἰς πειθαρχικὴν τιμωρίαν. Ἡ διάταξις ὅμως τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νομοσχεδίου περιορίζει καὶ κανονίζει τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν τῇ περιπτώσει δὲ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τῆς αὐτῆς παραγράφου ἐντελῶς καταργεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς πειθαρχικῆς ποινῆς. Λέγει τὸ ἄρθρον ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τῆς δευτέρας παραγράφου (ἀναγινώσκει): «ἐν ἐλλείψει τοιαύτης διατάξεως ἐν τῇ ἀποφάσει, ἡ ἐπιβολὴ τοιαύτης ποινῆς ἕνεκα μόνης τῆς κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκβάσεως τῆς δίκης δὲν ἐπιτρέπεται». Κατὰ τὸ ἄρθρον ἄρα, ὅ,τι θὰ ἐπετρέπετο, ἂν τοιαύτη διάταξις δὲν καθιεροῦτο, τοῦτο ἤδη, καθιερουμένης τῆς διατάξεως, δὲν ἐπιτρέπεται. Τρίτην παρατήρησιν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 22. Κατ’ αὐτὸ (ἀναγινώσκει) «Αἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος Νόμου ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων δίκαι, αἱ ἀντικείμενον ἔχουσαι ἀξίωσιν ἐρειδομένην ἐπί τινος τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἐφ’ ὧν δὲν ἐξεδόθη ἔτι τελεσίδικος ἀπόφασις, καταργοῦνται· ἐπιτρέπεται δὲ ἡ δι’ ἀναφορᾶς προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 2, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου τούτου, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε συμπληρωθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐγέρσεως τῶν τοιούτων δικῶν ἡ κατὰ τοὺς τότε ἰσχύοντας Νόμους παραγραφή. «Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς δίκας ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως· ἀλλ’ ἀναιρεθείσης τῆς ἀποφάσεως ταύτης συνεπείᾳ ἐνδίκου μέσου, ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς τὰς δίκας ταύτας ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου, ὑπολογιζομένης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 2 ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀναιρετικῆς ἀποφάσεως.» Ὁ κύριος Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι, ὡς πρός τινας ἀξιωματικοὺς μὴ εὐπόρους, ἔχοντας ἀνάγκην τινὸς ἱκανοποιήσεως καὶ περιθάλψεως χρηματικῆς, ὡς ἐκ τῶν στενοχωριῶν, ἐν αἷς διατελοῦσι, καὶ ὧν αἱ δίκαι ἤδη εὑρίσκονται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ διάταξις αὕτη θέλει ἐπιδράσει σκληρῶς λίαν. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔχοντας δίκας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν θέλει ἐπέλθῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Διότι ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ἀπόφασις τελεσίδικος, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον ἀναγνωρίζει τὴν τελεσιδικίαν. Ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως δὲν ἐπηρεάζει τὴν τελεσιδικίαν, ἐπηρεάζει ὅμως αὐτὴν ἡ ἀναιρετικὴ ἀπόφασις· ὡς πρὸς τὰς συνεπείας ἄρα ταύτης δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Ὅ,τι δήποτε κανονίσωμεν ἐν γένει, εἶναι δίκαιον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πάντας, ὅσοι εἴτε δὲν ἀπέκτησαν τελεσιδικίαν κατὰ τὰ τέως κείμενα, εἴτε ἀπώλεσαν αὐτὴν, ἀναιρεθείσης τῆς τελελεσιδίκου ἀποφάσεως· διότι εἰς τὴν τελεσιδικίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθωμεν, τελεσιδικίας ὅμως ὅπως δήποτε μὴ ὑφισταμένης, δίκαιον εἶναι νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὧν αἱ δίκαι εἶναι ἐκκρεμεῖς, τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεως, τὰ παρὰ τοῦ νομοσχεδίου καθοριζόμενα. Ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ μέσα ταῦτα εἶναι εὐεργετικὰ, ὥστε ἡ ὑποκατάστασις τῆς διαδικασίας τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν νῦν ἰσχύουσαν οὐδὲν δύναται νὰ γεννήσῃ εὔλογον παράπονον, οὐδένα ἀδικεῖ, τοὐναντίον διευκολύνει τὴν ἱκανοποίησιν καὶ εὐρύνει τὸ ἔδαφος αὐτῆς. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ὡσαύτως ἐπιψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ πρότασις Νόμου περὶ διοικήσεως τῆς κοινότητος Λίμνης τοῦ δήμου Αἰγέων τοῦ νομοῦ Εὐβοίας). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.