1887.11.26
2,467 rows · 19,588 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 26 Νοεμβρίου 1887
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. αʹ) Πόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν ἐπ’ αὐτῶν φόρον καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1880, 1881, 1882, ἤτοι ἀφ’ ἧς τὸ σύστημα τοῦ φόρου τούτου ἐφηρμόσθη· (ἐν τῷ πίνακι τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειοῦται τῶν τελευταίων ἐτῶν). βʹ) Πόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων, διακρινομένων τῶν μεγάλων ἀπὸ τὰ μικρὰ, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸν ἐπὶ τῶν ζώων φόρον καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1883, 1884, 1885, 1886 καὶ 1887, ἤτοι ἀφ’ ἧς ηὐξήθη ὁ φορολογικὸς ὅρος. γʹ) Πόσα εἰσεπράχθησαν ἐν τοῖς τελωνείοις ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ ἑκάστου τῶν σημειουμένων ὧδε εἰδῶν καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1884, 1885, 1886 καὶ 1887, ζακχάρεως, καφφὲ, ῥουμίου καὶ σιτηρῶν. δʹ) Τὸ ποσὸν ἑκάστου τῶν εἰδῶν τούτων, κατὰ βάρος ἢ μέτρον, τὸ εἰσαχθὲν καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων τεσσάρων ἐτῶν. εʹ) Ἀνάλυσιν τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1886 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 εἰσπραχθέντων ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ἀνελθόντων εἰς 2,261,885.69 κατὰ χρῆσιν, ὡς καὶ ἀνάλυσιν τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 κατὰ χρῆσιν ὡσαύτως εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν αὐτῶν πόρων, ἀνελθόντων καὶ τούτων κατὰ τοὺς μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεισαχθέντας πίνακας εἰς 1,610,895.55. ϛʹ) Ἀνάλυσιν κατ’ ἐδάφιον τοῦ κατὰ τοὺς συνεισαχθέντας μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίνακας εἰσπραχθέντος ἐκ τελῶν χαρτοσήμου ποσοῦ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1886 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 διάστημα τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἀνελθόντος εἰς 7,319,727.63, καὶ τοῦ εἰσπραχθέντος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἀνελθόντος καὶ τούτου εἰς 5,596,649. Τὰς ὀλίγας ἔτι πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ζητήσει, δὲν κατήρτισα ἐντελῶς καὶ ἐπιφυλάσσομαι δι’ αὔριον· εἶναι πληροφορίαι ἐπὶ τῶν πινάκων τῶν ἐξόδων. Ὑποβάλλων τὴν αἴτησιν τοῦ νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, ὀφείλω νὰ μὴ ἀποσιωπήσω, ὅτι πολὺ ἐσκέφθην, ἀπὸ τῆς χθές, ἐὰν ἔπρεπε νὰ τὰς ὑποβάλω, καὶ ἐσκέφθην, ἐὰν ἔπρεπε νὰ τὰς ὑποβάλω, λίαν εὐλόγως, διότι φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ αὐτὴ τακτική, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε, καὶ δὲν ἀπεδοκιμάσθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐφοβούμην μήπως θὰ μοὶ ἔλεγέ τις: πρὸς τί καταναλίσκεις τὸν χρόνον σου, ζητῶν πληροφορίας; ἀφοῦ ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾗ εἶχες ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαίωμα νὰ ζητήσῃς ταύτας, καὶ νὰ συζητήσῃς ἐπ’ αὐτῶν, καθ’ ἃ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ῥητῶς ἔταξεν, ἀφοῦ ἐκεῖθεν ἀπεπέμφθης καὶ ἀπεστερήθης τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, πρὸς τί νὰ ἐπιζητῇς ταύτας κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ τύχῃς τῆς αὐτῆς ἀπαντήσεως, καὶ νὰ μὴ δοθῇ κἂν πρὸς σὲ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξῃς ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχεις μελετήσει, ὡρισμένας γνώμας; Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν καθαρά· ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν καθόλου τὴν τακτικήν, καθ’ ἣν ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ ἐργασίαι αὗται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἀκέραια καὶ πλήρη καὶ τέλεια τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, οὐ μόνον στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ στηριζόμενοι—καὶ τὸ λέγω, ἂν ἐκτιμηθῇ δεόντως, πρὸς τιμὴν τῆς πλειοψηφίας — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν μειοψηφίαν παρὰ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ἔχει τὴν δύναμιν. Καὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, ὅπως ἡ δύναμις οὐδέποτε ποιῆται κατάχρησιν ἑαυτῆς, πιέζουσα τοσοῦτον τὴν μειοψηφίαν. Ἀλλὰ παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅπως παρετήρησαν καὶ τὰ ἄλλα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ λαβόντα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀπό τινων ἡμερῶν παρατηρῶ, ὅτι μήτε ἐπὶ τοῦ ἑνὸς μήτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας ἀναγνωρίσεως τῶν ἡμετέρων δικαιωμάτων παρὰ τῆς πλειοψηφίας. Διότι οὐ μόνον οὐδὲν σημεῖον μεταμελείας ἔδειξαν, οὐ μόνον δὲν ἔδειξαν ἁπλῶς πρὸς τὸ θεαθῆναι ἀνασκοπήν τινα πρὸς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, ἀλλὰ παρατηρῶ σήμερον, ὅτι ἀμέσως ἀνεγράφη, πρὸς ἔκπληξιν ἡμῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ ἠκούσατε μετὰ πόσης πικρίας κατεκρίθησαν τὰ γενόμενα, καὶ ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι, καίτοι ἡ πλειοψηφία ἐποιήσατο κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς καὶ ἐστέρησε τὴν μειοψηφίαν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ παραστῇ εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι τοιαύτας ἰδέας ἔχοντες περὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς καταχρήσεως τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ὅμως ἐστέρξαμεν νὰ προστρέξωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅ τε ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς χθές, καὶ ἐγὼ σήμερον, καὶ ἴσως καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι κατόπιν, ζητοῦντες πληροφορίας, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ μετάσχωμεν κἂν τοὐλάχιστον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως προσέσχε τὸν νοῦν ἐπὶ τῶν ῥηθέντων παρ’ ἡμῶν, οὐδὲ ἀπεδοκίμασε τὴν διαπραχθεῖσαν ταύτην ἔκθεσμον πρᾶξιν τοῦ Προέδρου τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἀναγράψῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀμέσως, ὡς ἂν ἵσταντο οἱ ἐχθροὶ ἐπὶ θύραις, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τούτου οὕτω γενομένου, καὶ οὕτω κριθέντος τοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαπραχθέντος, τί παράδοξον, ἐὰν ἡ πλειοψηφία, ἐπωφελουμένη τῆς ἀπουσίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθ’ ὥρας προκεχωρηκυίας τῆς νυκτὸς, κατὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς καὶ προηγουμένως δὲν ἔλειψαν, ἔσπευσαν νὰ ἀναγνώσωσι τοὺς πίνακας ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνη, καὶ τὸ πρωῒ νὰ ὑπάρχῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὡς Νόμος ἀναγεγραμμένος; Ἐδικαιούμην νὰ ἐλπίζω, ὅτι, κατὰ τύπον τοὐλάχιστον εὐλαβείας, ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινας ἡμέρας, ἕως ὅτου φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὴν ἀναγραφὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ μάλιστα ἔχει προαναγγείλει ἱκανὰ νομοσχέδια νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τῶν ὁποίων πλεῖστα ὅσα συνδέονται πρὸς τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ· παραδείγματος χάριν προηγγέλθησαν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀναμορφωτικὰ, καὶ ὁ τύπος τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, εἰσαγαγὼν τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑπεδήλωσεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἀναμόρφωσις ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς τε δημοτικῆς καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτέρας. Ἡ ἀναμόρφωσις αὕτη, ἡ ἐπὶ ἄλλων ἰδεῶν καὶ ἐπὶ ἄλλων βάσεων ἐρειδομένη, τῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς τρεῖς αὐτῆς βαθμοὺς συνεπάγεται καὶ μεταβολὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, μεταθέσεις κονδυλίων, προσαυξήσεις, μειώσεις κλπ. Ἠδύνατο λοιπὸν καὶ ὤφειλε μάλιστα ἐγκαίρως νὰ εἰσαγάγῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ μελετηθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλας ἐργασίας νομοθετικὰς, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων, ἐξασφαλίζον τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιεικεστέρας εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τεσσάρων ἐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις διὰ μιᾶς καὶ κατὰ τὸν κείμενον Νόμον θὰ βαρύνῃ τὴν κοινωνίαν. Ἐν τούτοις ἀντὶ πάντων τῶν προτακτέων τούτων ἔσπευσεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ τρόπος οὗτος, ὃν ἐγκαινίζει, προκειμένου περὶ τῆς σπουδαιοτάτης, τῆς ὑψίστης λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τῆς θεμελιώδους ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ τρόπος, λέγω, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤρξατο νὰ διεξαγάγῃ ταύτην ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπεδείχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ συμμερισθῇ τὰς ὀρθὰς γνώμας ἡμῶν, οὐδὲ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ἡ μειοψηφία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τοιούτων μέτρων καὶ ἐκβιάζων, οὕτως εἰπεῖν, τὴν θέλησιν ἡμῶν, περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἡμῶν, τὸ ὕψιστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ εἷς Βουλευτὴς καὶ μία Ἀντιπολίτευσις· διότι, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἢ μειωθῇ ἢ περισταλῇ κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἐρωτῶ τί ἀπομένει πλέον σπουδαῖον ἔργον τῆς Βουλῆς; Τί μένει εἰς ἡμᾶς ἢ νὰ ἤμεθα ἁπλοῦν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνέρχεται καὶ ἐκφράζει εὐχὰς, ἢ τὸ ὁποῖον ὑπογράφει τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἐρεύνης, ἄνευ ἐλέγχου οἱουδήποτε; ἀλλ’ ὄχι μόνον τὰς ἰδέας, δι’ ὧν ἐννοεῖ νὰ διοικήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ; Ἀλλ’, ὡς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ, ἡ ὁποία ἐδόθη κατὰ τὴν πρόοδον ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις τοῦ πολιτισμοῦ, κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνθρωπότητος, ὅπως μορφωθῇ αὐτὸ τὸ κρᾶμα τῆς Μοναρχικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, τὸ λεγόμενον Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἡ πρώτη ἀφορμὴ, λέγω, ἐδόθη ἐκ τῆς παραστάσης ἀνάγκης τοῦ νὰ κανονίζῃ αὐτὸς ὁ λαὸς, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ, τοὺς φόρους καὶ τὰ χορηγήματα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ προσπορίζῃ ὁ πολίτης πρὸς τὴν Πολιτείαν διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς. Ὑμεῖς δὲ, συνερχόμενοι ἐδῶ πρὸς τοῦτο, ἀρνεῖσθε νὰ συσκεφθῆτε μετὰ τῆς μειοψηφίας καὶ συνεργαζόμενοι νὰ κανονίσωμεν ταῦτα ἀπὸ κοινοῦ! Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὕτω δὲν ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅταν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐλέγχῃ, νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἀγρύπνως, καὶ νὰ προτείνῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, συζητοῦσα εὐρέως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδ’ ὅτι ὑφίσταται πλέον λειτουργία Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὑποκαθίσταται δὲ ἀντὶ τούτου μία Κυβέρνησις αὐθαίρετος καὶ ὅλως ἀνυπεύθυνος, ἀφοῦ εἰς οὐδένα ὀφείλει νὰ δώσῃ εὐθύνας· ὥστε τὸ ζήτημα τῆς καταχρήσεως τῆς δυνάμεως τῆς πλειοψηφίας δὲν εἶναι ζήτημα μικρὸν, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τόσον ἀφελῶς τὸ παρέστησε, λέγων: «Κύριοι, δὲν ἤλθετε μίαν ἡμέραν, ἐκαθήσαμεν ἐκεῖ, ἐντὸς μιᾶς ὥρας διήλθομεν τοὺς πίνακας ὅλους, ὑπεγράψαμεν τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν ὑπεβάλαμεν. Δὲν βλέπω εἰς τί παρεκωλύθησαν τὰ δικαιώματά σας». Εἰς τοῦτο παρεκωλύθησαν, ὅτι μᾶς ἠμποδίσατε νὰ φέρωμεν τὰς ἰδέας μας ἀντιμετώπους πρὸς τὰς ἰδικάς σας, νὰ τὰς συζητήσωμεν, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ μετὰ τοῦτο, ἐπειδὴ σεῖς ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, ἔμελλον βεβαίως νὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδικαί σας γνῶμαι, αἱ δὲ ἡμέτεραι νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα. Ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις, ἐκθέσμως φερομένη, παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ ἀθετεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις δίδει ἀφορμὰς καθ’ ἑκάστην νὰ παρατείνωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μετέρχεται μίαν ἄλλην πολιτικὴν διὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως· καταγγελόμεθα καθ’ ἡμέραν, ὅτι ἡμεῖς ἀπὸ σκοποῦ θέλομεν νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ μᾶς ἀδικεῖτε, στεροῦντες ἡμᾶς ἑνὸς δικαιώματος, τίς δίδει ἀφορμὴν εἰς τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζομεν τὸ παράπονόν μας, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπράξατε τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγείρεται τὸ παράπονον; Διατὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἀναμείνῃ 3, 4, 5 ἡμέρας, νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς πλειοψηφίας τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδέας μας; Τότε βεβαίως οὐδὲν θὰ ἠγείρετο παράπονον ἐν τῇ Βουλῇ. Παρετηρήσατε τί ἐγένετο χθές· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναγνώσῃ μίαν ἔκθεσιν ὀργάνου τινὸς τῆς Διοικήσεως, ἐνόμισε καθῆκόν του καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ ῥίψῃ τὸν σπινθῆρα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθησαν τόσαι φιλοτιμίαι. Εἶπεν, ὅ,τι κατὰ τὸ ἔθος τὸ παλαιὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον συνείθιζον νὰ ἀγορεύωσιν οἱ ῥήτορες τῶν Κοινοβουλίων, προτοῦ ἀκόμη ἡ πραγματικὴ Σχολὴ καὶ αἱ ἀρχαὶ αὐτῆς ἐφαρμοσθῶσιν, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος: «Δὲν ἐννοῶ, οὐδεὶς Βουλευτὴς, οὐδ’ ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος, οὐδ’ ἐκ τῆς ἑτέρας, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι φίλοι αὐτῶν εἶχον μελετήσει νὰ μεταβάλωσι τὴν ἐκλογὴν εἰς ἐπανάστασιν». Ἤρκεσεν ὁ ἄσεμνος οὗτος ὑπαινιγμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ γεννήσῃ ὅλον ἐκεῖνον τὸν ἀηδῆ θόρυβον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐξηναγκάσατε νὰ ἐγείρωμεν, διαμαρτυρόμενοι καὶ ἀποδεικνύοντες διὰ πραγμάτων καὶ δι’ ἀριθμῶν καὶ δι’ ἀξιωμάτων, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ διαταράξωμεν τὴν τάξιν, ἀλλὰ σεῖς, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐξ ἐναντίου σωφρονοῦντες τὴν διετηρήσαμεν. Μετὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἀγορεύων νὰ μᾶς εἴπῃ: «Δὲν λυπεῖσθε τοὺς ἀνθρώπους τούτους, τοὺς δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν οἰκογενείας καὶ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν; δὲν συζητεῖτε ταχύτερον τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ὑπάγουν μίαν ὥραν ταχύτερον εἰς τὰς οἰκογενείας των;» Ὅταν λοιπὸν σεῖς μᾶς δίδητε ἀφορμὴν, ὅταν σεῖς μᾶς προκαλῆτε, δὲν μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀγορεύσωμεν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον τῶν ἀνυποστάτων τούτων μομφῶν, ἀλλὰ μᾶς αἰτιᾶσθε, ὅτι ἡμεῖς κατατρίβομεν τὸν χρόνον! Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τιμωρεῖ ἕνα δικηγόρον, λαμβάνει μαστίγιον καὶ τὸ φέρει καθ’ ἑνὸς σωματείου, ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, κατὰ τοῦ σωματείου τῶν νομομαθῶν, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ τὸν ἐλέγξωμεν. Ἦτο ἓν ἀληθὲς σκάνδαλον, νὰ τιμωρηθῇ δικηγόρος διὰ τὸν ἰδιωτικόν του βίον, διότι ἐτόλμησε νὰ ἐκφράσῃ τὰς γνώμας του ἐν τῷ τύπῳ· ἠγόρευσαν μέλη τινὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τιμωρήσῃ τὸν δικηγόρον Τσέλον· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ἀντιλέγων καὶ παρερμηνεύων προφανῶς τὸν ὅρον τοῦ Νόμου κακοήθη, τί ἀντιπροτείνει; «Ναὶ μὲν ὁ Νόμος λέγει ὅτι διὰ πρᾶξιν κακοήθη δύναται νὰ τιμωρηθῇ ὁ δικηγόρος πειθαρχικῶς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ κακοήθη τοῦτο, ἀλλὰ πρᾶξιν ἀνάρμοστον.» Εἶναι σωφότερος, βλέπετε, τοῦ Νόμου. Ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ ἀποδείξωμεν ταῦτα· συνεζητήσαμεν. Καὶ διὰ τοῦτο μᾶς αἰτιᾶσθε, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου παρετάθησαν ἄνευ λόγου, ἢ ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῶν Νόμων διεκωλύθη! Ἀλλὰ ποῖα νομοθετήματα εἴχετε ὑποβάλει, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἀσυζήτητα καὶ δὲν ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως; τίνα; ὀνομάσετέ τα. Δὲν ἐννοῶ διατὶ, ἐνῷ σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία, διὰ τῆς ὁποίας ἐγείρεται συζήτησις, πῶς θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε ἐφ’ ἡμῶν τὸν ψόγον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρεμβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου προσκόμματα!...
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σᾶς διακόψω μίαν στιγμήν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μόλις τώρα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μόλις τώρα ἀνέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκορέσθησαν ἀπὸ τὴν ψήφισιν τόσων Νόμων, οἱ ὁποῖοι Νόμοι των, ἐὰν ἀνεγράφοντο ἐπὶ λίθων, ὅπως ἐγίνετο εἰς τὴν ἀρχαιότητα, δὲν θὰ ἐξήρκει οὐδ’ ὁλόκληρον τὸ Πεντελικὸν νὰ τὸ μεταβάλωμεν εἰς πλάκας διὰ νὰ ἀναγραφῶσι; Καὶ ἔχετε παράπονον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι σᾶς ἠλέγξαμεν, ὅτι παρέβητε τὸ καθῆκόν σας! Μὰ τότε, ὅταν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγητε πότε πρέπει νὰ σᾶς ἐλέγχωμεν καὶ πότε πρέπει νὰ μὴ σᾶς ἐλέγχωμεν, σᾶς παρακαλῶ, τί μένει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ὅταν σᾶς ζητῶμεν πληροφορίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, σεῖς, ἀντὶ νὰ προσαγάγητε ταύτας, συντάσσετε ἀπόντων ἡμῶν τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν φέρετε εἰς τὴν Βουλήν· ὅταν σᾶς ἐζητοῦμεν πληροφορίας χθὲς, σεῖς ἀνεγράφετε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ αὔριον ἴσως θὰ τὸν ἀναγνώσητε καὶ θὰ φύγετε! Δὲν ἔχομεν 20 ἡμέρας ἀκόμη καὶ οὐδὲν νομοθέτημα τῆς Βουλῆς ἔμεινεν ἀσυζήτητον καὶ ἀψήφιστον, ἐξ ὅσων ὑπεβάλετε. Ἓν ἐθεώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεπεῖγον, καὶ τὸ συνεζητήσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, χωρὶς νὰ προεξελεγχθῇ ἐν οὐδεμιᾷ Ἐπιτροπῇ, καὶ σήμερον γίνεται Νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δι’ ὅλων τούτων εἷς ἐπιδιώκεται σκοπὸς, ὁ ὁποῖος παρατηρεῖται καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου· διότι τὰ δημοσιογραφικὰ φύλλα τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἀσχολοῦνται ἐπιμελῶς καὶ οὐδεμίαν παραλείπουσιν εὐκαιρίαν, ὡς νὰ ἔχωσι τοῦτο ἔργον, νὰ διασύρωσι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοῦ Τόπου, νὰ διασύρωσι τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς περὶ αὐτῶν λαλοῦντας, προσπαθοῦντα νὰ τοὺς καταστήσωσι περίγελων. Ὁμιλοῦντας ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, «εἶναι ὑπόθεσις γελοία», μᾶς λέγουσι, «φέρετε πράγματα.» Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ λοιπὸν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ τὸ αὐτὸ ἐπιζητεῖται, καὶ παρατηρεῖται προδήλως ὁ σκοπὸς, ὅτι πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ περισταλῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, νὰ παρίστανται δὲ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ Τόπου, οἱ συνερχόμενοι ἐδῶ, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι μικρολόγοι, ταπεινῶν συμφερόντων, μὴ ἔχοντες πατριωτισμόν....
§5ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποίους;
§6ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἀφίνω νὰ τὸ κρίνῃ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπὸ ποίους· ἔχομεν ἀνώτερον δικαστήν. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μπουφίδη χθὲς μοὶ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν. Διότι ἀφοῦ μᾶς ἔκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν στασιαστὰς, ἤθελον νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπωμεν: ἀφοῦ τὸ λέγετε σεῖς, εἴμεθα εὐπειθέστατοι. Αὐτὸ εἶναι παράδοξον, λίαν παράδοξον. Ἡ διαγωγὴ, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ὄργανά τινα στρατιωτικὰ κατὰ τὴν προχθὲς γενομένην ἐν Ἀθήναις ἐκλογὴν, ἐξίκετο καὶ ἐν Πάτραις....
§7ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε σεῖς. Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ἐκ Πατρῶν καὶ ἐπιστολαὶ ἀξιοτίμων πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἄλλων ἐντίμων πολιτῶν τῶν Πατρῶν, μᾶς ἀναγγέλλουσιν, ὅτι ἐν Πάτραις κατὰ τὴν προχθὲς ἑσπέραν τὰ ὄργανα τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ καὶ ἑνότητι μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς, ἐπετέθησαν κατὰ πολιτῶν, οἵτινες, χρώμενοι τῷ συνταγματικῷ δικαιώματι, συνῆλθον εἰς διαδήλωσιν χαρᾶς, διότι ἐντεῦθεν ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ κ. Φιλήμων ἐπέτυχε Δήμαρχος Ἀθηναίων διὰ καταπληκτικῆς πλειοψηφίας. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ πολῖται ἐκεῖνοι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἢ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ζητήσωσιν ἄδειαν ἀπὸ Συναδέλφους, ἀγανακτοῦντας ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐδῶ ἐκ δεξιῶν, ἀλλ’ ἐνόμισαν, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθωσι καὶ ἐκφράσωσι τὴν χαράν των. Συνῆλθον λοιπὸν εἰς ἓν καφφενεῖον φιλησύχου πολίτου, ἀπὸ χρόνων ἀποκατεστημένου ἐν Πάτραις, κεκτημένου περιουσίαν καὶ διευθύνοντος ἓν καφφενεῖον, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Πισπυρῖγγος. Διότι λοιπὸν ὁ πρῶτος σπινθὴρ τῆς διαδηλώσεως συνεκεντρώθη εἰς τὸ καφφενεῖον τοῦ καλοῦ τούτου πολίτου, ὁ ὑπομοίραρχος Ζηλήμων, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ ἀστυνόμου,—νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ Δήμαρχος ἦτο παρών,—ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ πολίτου τούτου, τὸν ἔδειραν ἀνηλεῶς, συνέτριψαν τὰ σκεύη τοῦ καταστήματός του, τὸν ἐποδοπάτησαν, τὸν ἐπυροβόλησαν, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζῇ....
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπέθανε!
§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἆραγε συνδέεται τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἀτυχὲς πρὸς τὴν ἐπικειμένην τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἐκλογὴν κατὰ τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος; συνδέεται πρὸς τοπικοὺς λόγους ἐκεῖ κομματικούς; συνδέεται πρὸς τὸ θράσος, τὸ ὁποῖον ἐνεπνεύσθη εἴς τινα ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Διοικήσεως; τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ σᾶς διευκρινήσω. Ὅ,τι δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ὁ πολίτης αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἐπληγώθη ὡς ὑπὸ βαρβάρων, κατασυνετρίβησαν τὰ σκεύη τοῦ καταστήματός του, ἀφῃρέθη ἡ περιουσία του καὶ αὐτὴ ἡ ζωή του, ὑπὸ τίνος; δυνάμει τῆς θελήσεως καὶ τῆς διαταγῆς τοῦ ἀστυνόμου Πατρῶν καὶ τοῦ ὑπομοιράρχου Ζηλήμονος, τῶν τεταγμένων ὑπὸ τοῦ Νόμου πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως!....
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν ἔσυραν μάλιστα, οὕτως ἔχοντα, εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ τὸν ἐκράτησαν ἐκεῖ.
§12ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐκεῖ θὰ ἀπέθανε!—Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ κυριώτατα τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διατρέξαντα καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σκανδαλωδεστάτην αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τῆς πόλεως ἐκείνης, ἥτις εἶναι κέντρον τοῦ ἐμπορίου ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία ἐγκλείει τόσα κεφάλαια καὶ τόσους ἀξιοτίμους πολίτας, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ φυλάσσηται, ὡς ἐμπορικὴν πόλιν, τοσαῦτα ἐγκλείουσαν συμφέροντα, ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, ἡ δημοσία τάξις ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν, καὶ νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι Κυβέρνησις Συνταγματικοῦ Κράτους, ἐὰν θέλῃ νὰ τυγχάνῃ σεβασμοῦ παρὰ πάντων, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς Συνταγματικοῦ Κράτους, νὰ τιμωρήσῃ καὶ τὸν ὑπομοίραρχον καὶ τὸν ἀστυνόμον, νὰ καταθέσῃ δὲ πρὸ πάντων τὰ ἔγγραφα.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν πληροφορίαν ἐπ’ αὐτῶν;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προσάξωμεν τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν δυνάμεθα ἐκ μνήμης νὰ εἴπωμέν τι.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε κἀνὲν τηλεγράφημα;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἀπὸ μνήμης νὰ ὁμιλήσωμεν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. (Ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· αʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, 1) ἐὰν οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι ἐδικαιολόγησαν τὴν καθυστέρησιν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσέπραξαν κατὰ τὰς χρήσεις 1884, 1885 καὶ 1886, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 155 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ Νόμου, 2) ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον κατελόγισε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἢ πόσους ἐξ αὐτῶν καὶ ποίους, τὰ ποσὰ, διὰ τὴν καθυστέρησιν τῶν ὁποίων δὲν ἐδόθησαν ἀποχρῶσαι δικαιολογήσεις, 3) ἐὰν ἐφηρμόσθη διά τινας ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, καὶ ποίους ὀνομαστὶ, τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἀπὸ 30 Μαρτίου 1884 ᾼΡΝΔʹ Νόμου. βʹ) Νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν ὀνομαστικοὺς καταλόγους τῶν καθυστερούντων ἀπὸ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1884, 1885 καὶ 1886, τοὺς καταλόγους δὲ τούτους νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ αὕτη παρὰ τίνων προσώπων προέρχεται ἡ καθυστέρησις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συγκέντρωσις τῶν τοιούτων καταλόγων θὰ βραδύνῃ, παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τοὐλάχιστον ὀνομαστικοὺς καταλόγους τῶν καθυστερούντων πρὸς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἀπὸ φόρους ζώων, ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν καὶ ἀπὸ δόσεις φθαρτῶν κτημάτων καὶ πολυετεῖς ἐνοικιάσεις».
§18ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§19Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν ἐκποίησιν 80 σχεδὸν οἰκοπέδων τοῦ Κλεάνθους παρὰ τῇ Γαλλικῇ Σχολῇ, κυρίως εἰς τὴν θέσιν Ἄγχεσμος ἢ Σχιστὴ Πέτρα. Τὰ οἰκόπεδα ταῦτα καλῇ τῇ πίστει ἠγοράσθησαν παρὰ διαφόρων ἀγοραστῶν, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἔχουν πληρώσει 200,000 δραχ. πρὸς τὸ Δημόσιον. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε νὰ οἰκοδομήσουν, οὔτε τὸ χρῆμα τοῖς ἐπεστράφη, ἐνῷ ὁ Ταμίας διὰ τὰς τυχὸν καθυστερουμένας δόσεις καθ’ ἑκάστην τοὺς φυλακίζει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ παντὸς ν’ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἁρμόδιον Νομομηχανικὸν διὰ τί δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ οἰκοδομήσουν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσοι ἠγόρασαν οἰκόπεδα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπ’ αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα περὶ ῥυμοτομίας τῆς πόλεως. Ὅσοι πάλιν ἠγόρασαν γήπεδα ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσιν, εἰμὴ ἐὰν ἐπεκταθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Τὸ Δημόσιον ἐκποιῆσαν οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως ἐπὶ τῶν ἐκποιηθέντων γηπέδων. Πιθανὸν νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ, ὅτε θέλουσιν ὠφεληθῆ οἱ ἀγορασταί· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ μὴ τὸ ἐπεκτείνῃ, ὅτε θέλουσιν ἔχει οὗτοι ὅ,τι ἠγόρασαν, τουτέστι γήπεδα.
§21ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ὅτε ἠγόρασαν, τὸ Δημόσιον εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ σχέδιον.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε θὰ εἶχον οὗτοι δικαίωμα, οὐχὶ ἀναστολῆς, ὁποίαν ζητεῖτε ἤδη, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπόδοσιν τοῦ τιμήματος καὶ ἀποζημίωσιν μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον δὲν ἀνέλαβε τοιαύτην ὑποχρέωσιν, καίτοι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τοῦ σχεδίου. Ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει ἔχουσι δικαίωμα οἱ ἀποκτήσαντες νὰ παραπονῶνται, διότι αἱ γαῖαι ἐπωλήθησαν εἰς αὐτοὺς ὡς γήπεδα καὶ οὐχὶ ὡς οἰκόπεδα.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὡς οἰκόπεδα ἐπωλήθησαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οἱ ἀγοράσαντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσι καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρήματος, ἐν ἀρνήσει δὲ καὶ ἀποζημιώσεις.
§25ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐθεωρήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς κανονικῆς ῥυθμίσεως τῶν τῆς ῥυμοτομίας τῆς πόλεως, τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου ἐπὶ πάντα τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον θέλει καταλάβει ἐν μέλλοντι ἀπωτέρῳ· εἰδικῶς δ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχον γνώμην, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς ῥυμοτομίας δὲν ἔπρεπε νὰ περιορίζηται ὑπὸ τῶν ὁρίων τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὅτι ἅπαν τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ σχέδιον ῥυμοτομίας καὶ νὰ ἐγείρωνται οἰκοδομαὶ κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο, ἀδιάφορον, ἐὰν ὁ χῶρος περιλαμβάνηται ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς πόλεως, ἢ οὔ, διότι οὕτω δὲν παρεμποδίζεται ἡ ἐν τῷ μέλλοντι κανονικὴ αὐτῆς ἀνάπτυξις. Συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν ἡ ἐκπόνησις σχεδίου, ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἵνα διεξαχθῇ τὸ σχέδιον, ἵνα γένηται ὁ τοπογραφικὸς χάρτης, ὅστις θὰ ἦτο ἡ βάσις τοιαύτης ἐργασίας, ἀπῃτεῖτο καὶ χρόνος πολὺς καὶ δαπάνη μεγάλη. Ἡ δαπάνη θὰ ὑπερέβαινε τὰς 300,000 δραχμῶν· ἐθεωρήθη δὲ, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην δαπάνην· οὐχ ἧττον τὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου ἐγένοντο ἀντικείμενον μελετῶν καὶ ἰδίᾳ τὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν προηγουμένων ἐπεκτάσεων πρὸς ἀλλήλας καὶ πρὸς τὸ ὅλον σχέδιον, διότι χαραχθεῖσαι αὗται ἄνευ τοπογραφικῆς μελέτης, δὲν ἀνταπεκρίνοντο ἐνίοτε πρὸς τὴν πραγματικὴν τοῦ ἐδάφους ἀνάπτυξιν, οὐδ’ ἐπραγματοποίουν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τοῦ χάρτου παράστασιν· οὕτως ἐν ἐπεκτάσει κατὰ τὰ Πατήσια, ἧς αἱ γραμμαὶ παριστῶντο ὡς κατὰ προέκτασιν γραμμῶν τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, ἡ ὑποτιθεμένη εὐθυγραμμία ἀπεδείχθη πόῤῥω ἀπέχουσα τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐφαρμογῆς. Ἐκ τούτων ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς ἐργασίαν ἐκτενῆ, κατόπιν τῆς ὁποίας ἐξεδόθησαν διάφορα σχέδια ἐπεκτάσεως τῆς ῥυμοτομίας τῆς πόλεως. Πιθανὸν καί τι σχέδιον ἐπεκτάσεως νὰ ἐξεδόθη κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν, ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ σχέδια χαράττονται ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταῖς τεθείσαις ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων εἶχον ἐγκριθῆ καὶ σχέδιά τινα παρὰ τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα μετεβλήθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς δὲ πάλιν, ἵνα ἀνακαταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, προεκαλέσαμεν τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων, μεταῤῥυθμιζόντων τὰ τότε γενόμενα. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς διαδοχικῶς προβαίνομεν εἰς ἐγκρίσεις μερικῶν ἐπεκτάσεων τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, καίτοι θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς χάραξιν χάρτου γενικοῦ. Ἐν ταῖς ἐγκρίσεσι ταύταις τῶν μερικῶν ἐπεκτάσεων περιελήφθη καὶ ὁ χῶρος ὁ περὶ τὴν Σχιστὴν Πέτραν, ἐκανονίσθησαν δ’ ἐν διαγράμματι, προσηρτημένῳ εἰς τὸ Διάταγμα, αἱ ὁδοὶ, αἱ πλατεῖαι, οἱ κῆποι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ εἶχον ἐκποιηθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γήπεδα, ὧν τινὰ, κατόπιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ σχεδίου ῥυμοτομίας, εὑρέθησαν ἐντὸς τῶν τετραπλεύρων, ἐν οἷς ἐπιτρέπεται ἡ οἰκοδομή, καὶ ταῦτα ὠφελήθησαν, ἄλλα δ’ εὑρέθησαν ἐπὶ ὁδῶν, ἄλλα ἐπὶ πλατειῶν καὶ ἄλλα ἐπὶ κήπων· ὡς πρὸς ταῦτα θὰ γενῇ, ὅ,τι κελεύει ὁ Νόμος. Καὶ ὁ μὴ ὠφεληθεὶς οὐδὲν ἐζημιώθη, ὀλίγοι δὲ εἶναι οἱ μὴ ἀποκτῶντες ἄδειαν οἰκοδομῆς ἐπὶ τμήματός τινος τοῦ γηπέδου των. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέπεσε γήπεδόν τι νὰ περιλαμβάνηται ὁλόκληρον ἐν κήπῳ ἢ πλατείᾳ, θ’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, οὐχὶ ὅμως λόγῳ ἀκυρώσεως τῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ κατὰ τὰ περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης διατεταγμένα.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα, ἐμποδίζεται ἡ οἰκοδομὴ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, οὐχὶ διότι δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ διότι περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἐκεῖ οἰκοδομή. Ἐὰν λοιπὸν τὸ οἰκόπεδον κατελήφθη χάριν δημοσίας ἀνάγκης, ὀφείλετε ν’ ἀποζημιώσητε.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπικαλεῖται τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡμίλησα περὶ τῶν ἐντὸς τοῦ σχεδίου· ὡς πρὸς δὲ τὰ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, τουτέστι τὰ πέραν τοῦ χώρου, τοῦ περιληφθέντος ἐν τῇ προεκτάσει τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, τούτων ἡ κατάστασις μένει οἵα ἦτο καὶ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς προεκτάσεως, τουτέστι δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτὰ κατὰ τὰ διατεταγμένα περὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως γηπέδων. Καὶ ὡς πρὸς τὰ περιληφθέντα ἐν τῷ σχεδίῳ καὶ καθορισθέντα εἰς οἰκοδομὴν, ἢ εἰς πλατεῖαν, ἢ εἰς κῆπον, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα θὰ γενῇ, ὅ,τι ὁ Νόμος κελεύει, τουτέστι, ἂν καθωρίσθησαν οὐχὶ πρὸς οἰκοδομὴν παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ εἰς δημοσίαν χρῆσιν, θ’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε παρὰ τῶν παροδίων, εἴτε παρὰ τοῦ Δήμου, κατὰ τὸν Νόμον. Ὁ Νόμος θὰ ἐκτελεσθῇ καθ’ ὅλα.
§31ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἔλαβον ἐπανειλημμένως ἐπιστολὰς ἐξ Ἰθάκης καὶ Κεφαλληνίας, διὰ τῶν ὁποίων πολλὰ παράπονα, ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν, μοὶ ὑποβάλλονται, μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ γνωρίσω ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσω τὴν θεραπείαν. Μοὶ γράφουσιν ἐξ Ἰθάκης, ὅτι ἡ ἐκεῖ ὑπάρχουσα δημοδιδάσκαλος μετετέθη ἢ ἀνεχώρησε, καὶ ἔκτοτε εἶναι κεκλεισμένον τὸ Σχολεῖον τῶν κορασίων, καθὼς ἐπίσης μετετέθη καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος καὶ χωλαίνει τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον, εἰς ὃ φοιτῶσι περὶ τοὺς 150 παῖδας. Ἐννοεῖτε δὲ ὁποία εἶναι ἡ ἐντύπωσις τῶν κατοίκων, νὰ ἀργῶσι τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα τῆς πρωτευούσης τῆς νήσου. Ὀφείλετε δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ νῆσος, καίτοι μικρὰ, κατηκεῖται ὅμως ἀπὸ κατοίκους ἀνεπτυγμένους καὶ εὐπόρους. Εἶχον παρατηρήσει πρὸς αὐτοὺς, ὅτι πιθανὸν ἡ ἔλλειψις διδασκάλου νὰ ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν· ἀλλὰ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ὑπάρχει καὶ δημοδιδάσκαλος ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος θέλει δεχθῆ διοριζόμενος, ὡς εἶναι καὶ διδασκάλισσα τοιαύτη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ μὴ ἀμελήσῃ ἐπὶ πλέον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι, ἐὰν τις τὸν ἀποτρέπῃ ἀπὸ τοῦ νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, θὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσακούῃ τοιαύτας συστάσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παραπονοῦνται καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐκεῖ Σωφρονιστηρίου. Καὶ δὲν παραπονοῦνται διὰ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς γενικὸν μέτρον. Κατηργήθη τὸ Ἐπαρχεῖον· ἔστω, εἶναι γενικὸν μέτρον· ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ ἀπεβίωσεν ὁ Ἐπίσκοπος, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν....
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§33ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, διότι ὑποχρεοῦται διὰ τῆς συνθήκης. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις διαφωνῇ καὶ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ὡς ἐκ τῆς συνθήκης δὲν ἔχει τοιοῦτον καθῆκον, παραιτοῦμαι ἐκ προοιμίων τῆς τοιαύτης συζητήσεως, διότι τὴν θεωρῶ ὅλως ματαίαν. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Σωφρονιστήριον, ἀπορῶ πῶς κατηργήθη, ἐνῷ ἔχομεν τοσαύτην ἀνάγκην τοιούτων καταστημάτων, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔχω ἔκθεσιν φίλου μου ἰατροῦ διακεκριμένου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν συσσώρευσιν τῶν καταδίκων εἰς τὰς φυλακὰς Κεφαλληνίας. Ἐνῷ τὸ Σωφρονιστήριον Κεφαλληνίας ἐκτίσθη διὰ νὰ μένωσιν ἐν αὐτῷ περὶ τοὺς 80 μόνον καταδίκους, σήμερον ἔφθασαν τὸν ἀριθμὸν 286, διότι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἐστάλησαν ἐκεῖ 35 ἢ 40 κατάδικοι, ὑπεχρεώθησαν δ’ ὡς ἐκ τούτου νὰ καταργήσωσι καὶ τὸ θεραπευτήριον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ Σωφρονιστηρίου.—Ἰδοὺ τί περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης μοὶ γράφει ὁ εἰρημένος ἰατρὸς (ἀναγινώσκει). «Ὡς σᾶς εἶναι γνωστὸν, ἡ Κυβέρνησις διέταξε τοὺς Νομάρχας νὰ συντάξωσιν ἐκθέσεις περὶ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων· τοιαύτη συνετάχθη καὶ περὶ τοῦ ἐνταῦθα Σωφρονιστηρίου, συνιστῶσα σὺν τοῖς ἄλλοις θερμῶς τὴν ἀραίωσιν τῶν κρατουμένων, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπήντησεν εἰς τὴν τοιαύτην σύστασιν διὰ τῆς ἀποστολῆς 32 καταδίκων ἐξ Ἰθάκης, καὶ ἄλλων ἐξ ἄλλων φυλακῶν. Ἐκ τῶν μεταφερθέντων ἐκ φυλακῶν Πύργου ἔπασχέ τις ἐξ ἑλειογενοῦς πυρετοῦ, ἔκειτο δὲ κατὰ γῆς καὶ ἐπὶ ῥακῶν, ἐντὸς θαλάμου, προωρισμένου διὰ 15 ἄτομα καὶ ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνεσωρεύθησαν 35 ἄτομα, ὑποχρεούμενα νὰ κοιμῶνται καθήμενοι· σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ κατάδικος οὗτος, ἐπειδὴ ἦτο καταδικασμένος εἰς ἁπλῆν φυλάκισιν καὶ δὲν εἶχε προμηθευθῆ πιστοποιητικὸν πενίας, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τροφῆς. Ὁ ἰατρὸς πολλὰ ἔγραψε καὶ ἐσύστησεν, ἀλλ’ ἕως οὗ τελειώσῃ ἡ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν Ἀρχῶν γραφειοκρατικὴ διατύπωσις, ὁ ἀσθενὴς ἐφρόντισε νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς κυρίους ὑπαλλήλους διὰ τῆς δραπετεύσεώς του εἰς τὴν αἰωνίαν ζωήν». Τὸ σπουδαιότερον πάντων, καὶ ὅπερ κυρίως καταγίνεται νὰ ἀποδείξῃ ὁ γράφων, εἶναι, ὅτι κινδυνεύει νὰ ἀναπτυχθῇ νόσος ἐπιδημικὴ, ἐξ οὗ ἀπειλεῖται νὰ πάθῃ καὶ ἡ πόλις, καὶ τὸ τοιοῦτον μὲ ὑποχρεοῖ πρὸ πάντων νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Γνωρίζετε οἱ ἐλθόντες εἰς Κεφαλληνίαν, ὅτι τὸ Σωφρονιστήριον εἶναι ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ μέρους πνέει ὁ ἄνεμος, ὁ ζωογονῶν τὴν πόλιν, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τοιοῦτος συνωστισμὸς καταδίκων, ἐπίκειται βέβαιος ὁ κίνδυνος διὰ τὴν πόλιν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἐστείλατε καταδίκους, χωρὶς νὰ λάβητε πληροφορίας....
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλάβομεν πληροφορίας.
§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ὡς πρὸς τὸ Σωφρονιστήριον Κεφαλληνίας, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι περιῆλθεν εἰς ἐλεεινοτάτην κατάστασιν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἔχει καὶ τοιαύτας ἐκθέσεις. Ταῦτα ἀναφέρω, Κύριοι, διὰ νὰ ἐνισχύσω ἔτι μᾶλλον τὴν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ Σωφρονιστήριον τῆς Ἰθάκης, ὅπερ κεῖται ἐπὶ μικρᾶς νήσου καὶ εἶναι ἀσφαλέστατον, καταργεῖται δὲ, ἐν ᾧ ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων καταστημάτων. Ἄν ὑπῆρχε καλλίτερον κατάστημα κενὸν, τὸ ἐννοῶ, νὰ μεταθέσητε ἐκεῖ τοὺς καταδίκους, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν τοιοῦτον, διατὶ νὰ τὸ καταργήσητε; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὸν λόγον, διότι δὲν πιστεύω νὰ προέβη εἰς τὴν κατάργησιν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε· ἔχει δὲ πάντοτε καιρὸν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ πραχθὲν, καὶ χάριν γενικοῦ συμφέροντος καὶ χάριν τοπικῆς ἀνάγκης.
§36ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἀφορώσης εἰς τὴν προμήθειαν συναλλάγματος ἐκ φράγκων 10,200,000.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας, ἀφορώσας εἰς τὸ χρῆμα, τὸ κατατεθειμένον παρὰ ταῖς Τραπέζαις ὡς ὑπέγγυον διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν τοκομεριδίων· ἠρώτησε, πῶς συμβαίνει, ὥστε τὰ ποσὰ, τὰ κατατεθειμένα παρὰ ταῖς Τραπέζαις, νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸ ποσὸν ὁλοκλήρου τοῦ τοκομεριδίου τοῦ προσεχῶς ἀπαιτητοῦ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι θέλω ὑποβάλει πίνακα τῶν περὶ τούτου· προσάγω δ’ αὐτόν. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφόμενα ποσὰ τῶν προσεχῶς ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν δὲν εἶναι πληρωτέα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλ’ εἰς μεταλλικὸν, ἀπέναντι δὲ τῶν ὀφειλῶν τούτων γίνονται αἱ καταθέσεις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τουτέστιν εἰς νόμισμα κατωτέρας ἀξίας, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τοῦτο ἐξηγεῖ διατὶ ἡ ἀντιστοιχία τῶν καταθέσεων πρὸς τὰς ὀφειλὰς δὲν ἔχει πραγματικῶς ὅπως ἀναγράφεται. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸ ὅλον τῶν προσεχῶς ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν, εἰς ἃς εἶναι ὑπέγγυοι αἱ παρὰ ταῖς Τραπέζαις κατατεθειμέναι εἰσπράξεις, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς μεταλλικὰς 10,203,000, ἀναλυομένας ὡς ἑξῆς: Πρῶτον, εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 3,483,000, εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 3,026,000, τὸ ὅλον 6,509,000· δεύτερον, εἰς τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, ἐὰν θεωρηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς μεταλλικὸν, 460,000· τρίτον, εἰς τὸ δάνειον τῶν 1824 καὶ 1825, 991,000· καὶ τέταρτον, εἰς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 2,198,000, εἰς ἃ προστίθενται καὶ διὰ προμήθειαν 43,000 δραχμαί. Ὡς πρὸς τὰ πρῶτα 6,509,000, μέχρι σήμερον ἔχομεν ἀπέναντι αὐτῶν ἐν νομίσματι ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατατεθειμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως 2,514,000· ἐπιταγὰς τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μήπω πραγματοποιηθείσας, 706,000· χρήματα ἐν Βόλῳ, εὑρισκόμενα ἐν τῷ ταμείῳ, ἵνα ἀποσταλῶσι παρ’ αὐτοῦ ἐνταῦθα, χάριν ἀσφαλείας καὶ οἰκονομίας τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς, 800,000· τὰς μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου εἰσπράξεις τῶν τελωνείων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς Κατακώλου, Καλαμῶν καὶ Πατρῶν 1,000,000· ἕτερον ἑκατομμύριον, διαθέσιμον ἐκ πλεονασμάτων τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου μετὰ τὴν ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Τούτων τὸ ἄθρισμα 6,521,000. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ δευτέρου, ἤτοι τὰ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ἀνάλογοι εἰσπράξεις κατετέθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διὰ τὸ τρίτον, ἤτοι τὸ δάνειον τῶν 1824 καὶ 1825, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, κατετέθησαν ἤδη 400,000, αἱ δὲ ὑπόλοιποι 591,000 μέχρι τῶν 991,000 θέλουσι καλυφθῆ ὑπὸ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Κερκύρας καὶ ἐπικουρικῶς τῶν τελωνείων Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου, ἅτινά εἰσιν ἐλεύθερα. Διὰ τὸ τέταρτον, ἤτοι τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἀπαιτεῖται ποσὸν 2,198,000· ἀπέναντι αὐτῶν οὐδὲν κατετέθη, διότι δὲν ἤρχισε λειτουργοῦσα ἡ διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπὲρ οὗ θέλει κατατεθῆ. Οὕτως ἀπαρτίζεται τὸ ποσὸν 10,203,000....
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς ἀνεφέρατε, ὅτι μεταξὺ τῶν πιστώσεων, ἃς ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς τρεῖς Τραπέζας, ἔχει καὶ πίστωσιν 800,000 εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἐξ ἧς μόνον 200,000 ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη ἡ πίστωσις οὐδαμῶς σχετίζεται πρὸς τὰς παρὰ τῷ ταμείῳ Βόλου 800,000, αἵτινες εἶναι χρῆμα ἐξ εἰσπράξεων.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ χαρτοσήμου τὰ χρήματα ποῦ εὑρίσκονται;
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατετέθησαν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα οἰκονομῆται, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ κατάθεσις, ὁ τόκος τοῦ 1%.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας οὐ μόνον δὲν κατετέθησαν χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ ἐλήφθησαν, διότι ἐκ τῶν καταστατικῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξάγεται, ὅτι ηὔξησε τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου ὡμίλησα χθὲς, ὅτε μὲ ἠρωτήσατε τί ὀφείλει ἡ Τράπεζα πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ εἶπον, ὅτι ὤφειλε 3,000,000 καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δρ. ὅτε ὑπέβαλον τὸν Προϋπολογισμόν. Ἤδη ὀφείλει καὶ 1,000,000 ἐπιπλέον, διότι κατεθέσαμεν παρ’ αὐτῇ τὰ ἐκ πλεονάσματος τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀντιστρόφως ἢ ὡς ἀντελήφθητε αὐτῶν.
§45ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις, συνάψασα τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν τῶν 10,200,000 δραχμῶν, πλὴν τοῦ τόκου αὐτῶν ἐξ 600,000, ἵνα μὴ φέρῃ ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ἀγορὰν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπέτυχε μέγα τι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ ποσὸν τῶν 13½ ἑκατομμυρίων, ὅπως δώσῃ ὡς ἐνέχυρον αὐτὸ ἀπέναντι τοῦ δανείου αὐτοῦ, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου μέχρι 31 Δβρίου, καθόσον εἰσέπραττεν αὐτὸ ἀπὸ τὰς ἐνυποθήκους προσόδους τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς χρυσὸν, καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ ἐπήρχετο ἀνωμαλία, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε συνάλλαγμα ἠγορασμένον ἀπὸ 118, ὡς εἶχε τὸν Ἰούλιον, μέχρις 128, ὡς ἔχει σήμερον, ἤτοι μέση τιμὴ 123. Ἡ Κυβέρνησις λέγουσα «δὲν θέλω νὰ φέρω ἀνωμαλίαν, διότι τὸ συνάλλαγμα εἶναι 128», πρέπει νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνει, 6% εἰς χρυσὸν, ἀναλογεῖ πρὸς 7 καὶ ¾ εἰς χαρτί, ἀφοῦ δὲ ἔχει τὸ χαρτονόμισμα κεκλεισμένον εἰς τὰ Ταμεῖα, ὁ τόκος ἐξ ἀνάγκης θὰ προστεθῇ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἑπομένως ἀνέρχεται εἰς 135 καὶ ¾, οὐδέποτε δὲ ἤθελε στοιχίσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν λ. 135 καὶ ¾, ἐὰν, λαμβάνουσα ἐγκαίρως πρόνοιαν, ἔκαμνε βαθμιαίως ἀγορὰς συναλλάγματος. Ὠφέλεια ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποίει τὸ δάνειον εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλὰ σήμερον αὐταὶ αἱ Τράπεζαι θὰ ἐνεργήσουν τὰς ἀγορὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἤθελε βαθμηδὸν ἐνεργήσει, καὶ ἰδοὺ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν ἡ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ. Ἀποσύρουσα ἀπὸ τὴν ἀγορὰν 13,500,000 δρ., περιορίζει τὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ ἐξέλθουν τὰ 10,200,000 εἰς χρυσὸν, ἀναγκαιοῦντα πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς 1 Ἰανουαρίου 1888, καὶ ἁπλῆ τραπεζικὴ πρᾶξις, δυναμένη ἀπ’ εὐθείας νὰ ἐνεργηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δίδεται εἰς τὰς Τραπέζας, πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δυσχέρεια δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ἐπελαμβανόμεθα τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ πῶς, ἐὰν ἔκτοτε ἐπελαμβανόμεθα τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος 10,000,000, ἢ ἔστω καὶ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ τὰς τιμάς. Ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τὰς τιμὰς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Εἶπεν, ὅτι, ἐὰν προεβαίνομεν εἰς ἀγορὰν τρεχούσης τῆς τιμῆς εἰς τὰ 128, θὰ ἀνεβιβάζομεν αὐτὴν εἰς τὰ 131· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι ἀπὸ τῶν 128 ἠθέλομεν ἀναβιβάσει τὴν τιμὴν εἰς 150 καὶ πλέον, προμηθευόμενοι ἐν τῇ ἀγορᾷ συνάλλαγμα 10,000,000. Ὁ κ. Βουλευτὴς λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τὸ συνάλλαγμα εἶχε καταβῆ μέχρι τῶν 118, καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἐὰν προεμηθευόμεθα τότε ἐν τῇ ἀγορᾷ συνάλλαγμα ἑνὸς μόνου ἑκατομμυρίου, ἠθέλομεν ὑπερτιμήσει αὐτὸ μέχρι τῶν 127 καὶ 128, νέαν δ’ ὑπερτίμησιν θὰ εἴχομεν ἐπὶ τῇ προμηθείᾳ τοῦ δευτέρου ἑκατομ., καὶ οὕτω καθεξῆς μέχρι τοῦ δεκάτου. Συνάλλαγμα 10,000,000, εἴτε συλλήβδην προμηθευόμενον, εἴτε κατὰ δόσεις, δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως ἐπὶ τὴν ἀγοράν· ἵνα ἀποφύγωμεν δὲ ταύτην τὴν ἐπίδρασιν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπολήγει ἢ εἰς μεταβίβασιν εἰς τὰς Τραπέζας τῆς ἐν τῇ ἀγορᾷ προμηθείας τοῦ συναλλάγματος, ἥτις ἄλλως θὰ ἐγίνετο ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θὰ εἶχεν οὕτως, ἂν ἠγοράζετο ἀπὸ τῶν Τραπεζῶν τὸ συνάλλαγμα, ἂν ἐδίδομεν εἰς τὰς Τραπέζας τραπεζικὰ γραμμάτια ὡς ἀντίτιμον συναλλάγματος, ἂν δίδουσαι αἱ Τράπεζαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνάλλαγμα ἐλάμβανον παρ’ αὐτῆς ὡς ἀντίτιμον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 13,500,000 δραχμάς. Ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ συμφωνία, βεβαίως αἱ Τράπεζαι θὰ παρεγνώριζον τὸ ἴδιον συμφέρον, μὴ προμηθευόμεναι ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ παρ’ αὐτῶν πωληθὲν συνάλλαγμα· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μὴ γενῇ συμφωνία τοιαύτη, ὅπως μὴ δοθῶσι τὰ 13,500,000 ὡς ἀντίτιμον τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς παρακαταθήκη, τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Τραπέζας ἡ χρῆσις καὶ ἥτις θέλει ἐπιστραφῆ εἰς τὸ Δημόσιον, ἄν, ὡς εἶναι πιθανώτατον, ἀποκτηθῇ παρ’ αὐτοῦ συνάλλαγμα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς ἐξόφλησιν τῆς κατὰ τὴν σύμβασιν ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας. Τὰ κατατεθέντα τραπεζικὰ γραμμάτια ἀποτελοῦσι τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τὸ παρὰ τῶν Τραπεζῶν προκαταβληθὲν εἰς τὸ Δημόσιον συνάλλαγμα θέλει ταῖς ἐπιστραφῆ μετὰ τοῦ τόκου. Οὐδεὶς ἄρα κίνδυνος μὴ προμηθευθῶσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ συνάλλαγμα αἱ Τράπεζαι, ἐνόσῳ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δεχθῶσιν εἰς ἐξόφλησιν παρὰ τοῦ Δημοσίου συνάλλαγμα παρ’ αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀποκτηθέν. Ἀπαλλασσομένη οὕτως ἡ ἀγορὰ τῆς ζητήσεως συναλλάγματος 10,000,000, ἀνακουφίζεται, καθίσταται δὲ ἐφικτὴ ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἢ τοὐλάχιστον ἡ πρόληψις τῆς ὑπερτιμήσεως.
§47ΜΠΑΣΙΑΣ. Αἱ Τράπεζαι ἔχουν ἀρκετὸν χαρτονόμισμα, ὥστε νὰ κάμουν προμηθείας, καὶ θὰ φροντίσουν νὰ κάμουν τὰς ἀγορὰς, διότι αἱ ἴδιαι αἱ Τράπεζαι ἀγοράζουν συνάλλαγμα, καὶ ἐὰν ἐγίνετο δάνειον ἐξωτερικὸν, θὰ ἦτο καλλίτερον.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ Τράπεζαι ἔχουσιν ὡρισμένην δύναμιν πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ταύτην θὰ μεταχειρισθῶσιν ἐφ’ ὅσον ὑπόσχεται κέρδος, ἡ δὲ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὴν δύναμιν τῶν Τραπεζῶν πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγματος, ἢ τὸ ἐκ τῆς προμηθείας αὐτοῦ προσδοκώμενον κέρδος. Ἡ δύναμις τῶν Τραπεζῶν πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγματος θὰ ηὔξανεν ἐκ τῆς συμβάσεως, ἂν αὕτη ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὰς τὴν χρῆσιν τῶν εἰς ἐγγύησιν κατατιθεμένων τραπεζικῶν γραμματίων· θὰ παρεῖχεν ἡ σύμβασις προσδοκίαν κέρδους ἐξ ἀγορᾶς συναλλάγματος, ἂν τὸ παρ’ αὐτῶν χορηγηθὲν εἰς τὸ Δημόσιον θὰ ἐξωφλεῖτο οὐχὶ διὰ συναλλάγματος, ἀλλὰ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλὰ τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ὅλως δὲ διάφορον εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν τὴν σύμβασιν συνέφερε νὰ συνάψωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μᾶλλον ἢ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν συνέφερε ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς ξένους χάριν τοιαύτης συναλλαγῆς· οἱ δὲ κῦρος κεκτημένοι ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξέφρασαν γνώμην, ὅτι ἡ πρᾶξις, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς, γινομένη ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θὰ συνετέλει εἰς ἐμπέδωσιν τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πίστεως τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἔταμε τὴν ὁδὸν πρὸς εὐρυτέρας αὐτόθι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἐνεργείας....
§49ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὡσὰν νὰ μὴ γνωρίζουν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τί γίνεται.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἐξωτερικῷ γινώσκουσιν ἀκριβῶς τί συμβαίνει καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον νὰ πιστευθῇ αὐτόθι, ὅτι ἐπετεύχθη διὰ δανείου ἡ ἀπότισις τοῦ τοκομεριδίου, ἀλλὰ θὰ κατανοηθῇ παρὰ πάντων, ὅτι ἡ σύμβασις ἀφορᾷ εἰς ἀπόκτησιν παρὰ τοῦ Δημοσίου μεταλλικοῦ καὶ οὐδόλως εἰς ἀπόκτησιν χρημάτων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ χρῆμα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ μετατρέψῃ αὐτὰ εἰς μεταλλικὸν, ἄνευ διαταράξεως τῆς ἀγορᾶς, δι’ ἄλλου τρόπου ἢ τοῦ διαγραφομένου ὑπὸ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§51ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι τοιαύτη σύμβασις συνωμολογήθη ἄλλοτε μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης Κων/πόλεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐκέρδισε πολὺ, συμπεσούσης ἐν τῷ ἀναμεταξὺ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐπῆλθε μεγάλη ἀνωμαλία, ἐκ τῆς ὁποίας τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα μεγάλως ἐζημιώθησαν. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἀποκλειστικὸν συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον εἶναι ἀλληλένδετα καὶ τὸ ἓν ἐπιβαρύνει τὴν πλάστιγγα τοῦ ἑτέρου.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι μοὶ παρέχει τὴν ἀφορμὴν νὰ παραστήσω τὰ πλεονεκτήματα τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἡ γενομένη τότε συμφωνία ἀπήνεγκε μέγα κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸ τῆς ἀμοιβαίας ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων. Τὸ Δημόσιον, ἀποδόσαν ὅπερ εἶχε λάβει μεταλλικὸν, ἀνέκτησε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅπερ εἶχεν ἀνταλλάξει προσωρινῶς πρὸς τοῦτο ἐπὶ τῇ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑποτετιμημένῃ αὐτῶν ἀξίᾳ. Ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως ταύτης, τὸ ἀντίτιμον τῶν ληφθέντων 10 ἑκατομμυρίων μεταλλικοῦ ἦτο τότε 11 καὶ ½ ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀνακτώμενα ταῦτα ὅτε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῖς εἶχεν ἀποδόσει τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλικοῦ, προσεπόρισαν εἰς τὸ Δημόσιον κέρδος ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ τότε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν κατετέθησαν εἰς ἐγγύησιν, κατὰ τὰ ἐν τῇ προκειμένῃ συμβάσει, ἀλλὰ παρεδόθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου συμβληθέντων. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο ἤδη, θὰ ἠδύναντο αἱ Τράπεζαι νὰ κατέλθωσι διὰ τοῦ χρήματος τούτου εἰς τὴν ἀγορὰν, ζητοῦσαι συνάλλαγμα, ἡ δὲ τοιαύτη ζήτησις θὰ ἐπέδρα ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τὴν ἀγορὰν, ὑπερτιμῶσα τὸ συνάλλαγμα. Οὐ μόνον τοιοῦτόν τι δὲν δύναται νὰ συμβῇ σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπέγγυα τραπεζικὰ γραμμάτια 13,500,000 δρ. ἐτέθησαν ἐκτὸς συναλλαγῆς, περιορίσαντα κατὰ τοσοῦτον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ προκαλοῦντα τὴν ἐπὶ τὴν ἀγορὰν εὐεργετικὴν τοῦ τοιούτου περιορισμοῦ ἐπίδρασιν.
§53ΜΠΑΣΙΑΣ. Πραγματικῶς ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπήνεγκε μεγάλην ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον· οὐχ ἧττον ὅμως τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου συνταυτίζεται μετὰ τοῦ συμφέροντος τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι τότε ἔπαθον μεγάλας ζημίας καὶ καταστροφάς. Εὔχομαι τώρα νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ αὐτὴ ὠφέλεια διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου, ἄνευ τῆς βλάβης τῶν πολιτῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§55ΜΠΑΣΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου θὰ κάμῃ χρῆσιν, διότι ἡ ἄγνοια περὶ τοῦ ποσοῦ θὰ φέρῃ ἀνωμαλίαν ἐν τῇ ἀγορᾷ.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ποσὸν εἶναι προσδιωρισμένον ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ὅ,τι ὀφείλει τὸ Δημόσιον διὰ τὰ τοκομερίδια, εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων· ὁ ἀνώτατος ὅρος εἶναι τὸ ποσὸν τῆς ἐκ τῶν τοκομεριδίων ὀφειλῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Κατόπιν ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐμμίσθων Ὑποπροξενείων, Προξενείων καὶ Γενικῶν Προξενείων καὶ καταργήσεως Ὑποπροξενείων.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν συζήτησιν χθὲς ἐζητήθη νὰ καταθέσω τὴν ὑπάρχουσαν ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Προξενικῶν Ἀρχῶν. Ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μακρὰ καὶ περὶ πολλῶν πραγμάτων.
§61ΦΩΤΗΛΑΣ. Διατὶ τὸ Προξενεῖον τῆς Τεργέστης τὸ καθιστᾶτε ἔμμισθον;
§62ΨΥΛΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς προκειμένης δευτέρας συζητήσεως, καθ’ ὅσον καὶ χθὲς ἑσπέρας ἐδήλωσα, ὅτι δὲν συμφωνῶ καθόλου πρὸς τὰς γνώμας, τὰς περιεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐζήτησα δὲ νὰ μοὶ δοθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἔκθεσις ἢ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Γενικῶν Προξένων ἢ Προξένων περὶ προβιβασμοῦ τῶν Προξενικῶν Προκατορείων ἐν Αἰγύπτῳ εἰς Ὑποπροξενεῖα. Τοιαύτην ἔκθεσιν, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει, τοῦ ἄλλοτε διευθύναντος τὸ Γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας Ὑποπροξένου γραμματέως κ. Μπουφίδου, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ. Ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον· κατέθηκεν αὐτὴν σήμερον μόνον, ἔχω δὲ ἀνάγκην ν’ ἀναγνώσω καὶ μελετήσω αὐτὴν, πρὶν ἢ λάβω τὸν λόγον, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ὅπως ὑποχωρήσω εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον. Αὔριον δὲ θέλω ἀπαντήσει καὶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Φωτήλα.
§64ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ Προξενεῖον τῆς Τεργέστης ἔχει καὶ ὡς ἄμισθον πολλὰς ἀπολαυὰς καὶ πληροῖ τὸν προορισμόν του διὰ τοῦ ἐκεῖ ἀμίσθου Προξένου.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ Προξενεῖον Τεργέστης ἦτο ἔμμισθος Πρόξενος μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1885 ὁ κ. Βιτούρης. Ὅτε δὲ τὸν Μάϊον τοῦ 1885 μετετράπη τὸ Προξενεῖον εἰς ἄμισθον, ἀπολυθέντος τοῦ κ. Βιτούρη, διωρίσθη ὁ κ. Βάρβογλης. Ἀναλαβὼν δ’ ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀντικατέστησα τὸν κ. Βάρβογλην, ἐπαναγαγὼν πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ἀπολυθέντα κ. Βιτούρην. Ἤδη δὲ μεταφερομένου εἰς ἔμμισθον τοῦ Προξενείου, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Βιτούρης, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ διευθύνων τὸ Προξενεῖον Τεργέστης, ἅτε ἔχων τὰ νόμιμα πρὸς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν προσόντα.
§66ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἠρώτησα, διότι ἐνόμισα, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἔμμισθον τὸ Προξενεῖον, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν ὁ κ. Βιτούρης.
§67ΜΠΑΣΙΑΣ. Διατὶ καταργεῖτε τὸ ἐν Λεμησσῷ Ὑποπροξενεῖον;
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Γενικοῦ Προξένου Κύπρου, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει ὁ λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Ὑποπροξενεῖον Λεμησσοῦ.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ 1885 ἐπρότεινα τὴν μεταβολὴν τοῦ Προξενείου Τεργέστης ἀπὸ ἐμμίσθου εἰς ἄμισθον. Τὸ Προξενεῖον Τεργέστης ἦτο ἄμισθον μέχρι τοῦ 1882. Τὸ 1883, ὅτε πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ Νόμος περὶ Προξενικῶν Ἀρχῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου τὸ Προξενεῖον Τεργέστης ἐγένετο ἔμμισθον. Κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς κανονιζούσας τὰ περὶ τούτου, ὅταν τὸ Προξενεῖον ἦναι ἔμμισθον, πληρόνεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὁ μισθὸς τοῦ Γραμματέως καὶ τὸ ἐνοίκιον, τὰ δὲ εἰσπραττόμενα τέλη εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατὰ τὸ 1885 παρετήρησα, ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττεν ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν τοῦ Προξενείου Τεργέστης, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνα τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ μισθοδοσίαν Προξένου κλπ. Μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ἦτο δυνατὸν, μετατρεπομένου τοῦ Προξενείου ἀπὸ ἐμμίσθου εἰς ἄμισθον, νὰ πληρόνωνται ἅπασαι αἱ δαπάναι τοῦ Προξενείου διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Προξενείου εἰσπραττομένων, καὶ οὕτως ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ δεχθεῖσα κατέστησεν ἄμισθον τὸ Προξενεῖον. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Κομπότης, τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον διὰ μισθοὺς, ἐνοίκιον κλπ. τοῦ Προξενείου Τεργέστης, ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττεν.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω δώσει ἁπάσας τὰς πληροφορίας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 15,000,000 δρ. μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ ὑποβάλω, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται μία ἀρχὴ, διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλλεται ὁ Νόμος περὶ ἐντόκων γραμματίων. Ὁ Νόμος περὶ ἐντόκων γραμματίων ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διευκολύνηται ἡ ὑπηρεσία, χρησιμευόντων τῶν γραμματίων τούτων ὡς προκαταβολὴ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους θέλουσι γίνει πρὸ τῆς εἰσπράξεως τῶν εἰσοδημάτων· πρέπει δὲ τὰ γραμμάτια ταῦτα, τὰ ὁποῖα προεξοφλοῦνται, ὅπως προσωρινῶς προμηθευθῇ τὸ Δημόσιον τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, νὰ συμπληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους ἐκείνου. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων. Τώρα ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν μίαν ἄλλην ἀρχὴν, ἡ ὁποία, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ μείνῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ θὰ ἔχωμεν ἕνα Νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καθιεροῖ τὴν ἔκδοσιν γραμματίων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ θὰ ἀφίνωνται ἀπλήρωτα, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἢ μετὰ δύο ἔτη θὰ ἔρχηται εἷς οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ καθιστᾷ τὸ χρέος μόνιμον, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους· ὁ συνδυασμὸς δὲ οὗτος θεωρεῖται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοιοῦτος, ὥστε αὕτη ἐκφράζει καὶ χάριτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ αὐτό. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὰς εὐχὰς ταύτας τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ αὐξάνωμεν τὰ χρέη ἐπ’ ἄπειρον. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι κατ’ ἔτος δανειζόμεθα διὰ νὰ πληρώνωμεν τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ τοὺς τόκους, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι δανειζόμεθα διὰ νὰ πληρώνωμεν δαπάνας ἐκτάκτων Προϋπολογισμῶν, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ὁλονὲν δανειζόμεθα, ὥστε δὲν γνωρίζομεν ποῦ εὑρισκόμεθα, ἀλλ’ ἀρχίζομεν νὰ κάμωμεν καὶ νέους συνδυασμοὺς, ὥστε τὰ προσωρινὰ δάνεια νὰ τὰ καταστήσωμεν διαρκῆ! Δὲν δύναμαι λοιπὸν ἢ νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν τοιούτων συνδυασμῶν, διότι φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ καθιερωθῇ ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος φοβεῖται μὴ καθιερωθῇ διὰ τὸ μέλλον ἀρχὴ ὀλεθρία, ὅπως τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἀντὶ νὰ θεωρῶνται ὡς μέσα προσωρινῆς εὐκολίας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀναγνωρισθῶσιν ὡς μέσον ἀποκτήσεως δανείων διαρκῶν, καθισταμένων τῶν ἐντόκων γραμματίων τῆς πρώτης βαθμίδος πρὸς τὴν ἀπόκτησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα φοβεῖται διὰ τὸ μέλλον ὁ κ. Βουλευτὴς, ταῦτα πάντα ὑφίστανται καὶ ὑπῆρξαν τοιαῦτα ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῶν Νόμων περὶ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ αὔξησις τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 4 ἑκατομ. εἰς 14 ἑκατομ. ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διὰ τῶν προσωρινῶν τούτων τίτλων ἀποκτήσεως 10,000,000 παγίως· προτιμήθη δὲ ἡ ὑπὸ τύπον προσωρινότητος ἀπόκτησις, διότι δὲν ἦτο ἐφικτὴ ἡ συνομολόγησις δανείου διαρκοῦς. Ἐπρόκειτο ὅμως περὶ ἀναπληρώσεως ὁριστικοῦ ἐλλείμματος τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπρόκειτο περὶ ἀναγκῶν μηδαμῶς παροδικῶν, τὰς ὁποίας μὴ δυνάμενον τὸ Δημόσιον ν’ ἀναπληρώσῃ διὰ χρεωλυτικῶν δανείων, ἀνεπλήρου διὰ χρημάτων προερχομένων ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων. Ἀλλὰ πλὴν τῆς οὕτως ἀναπληρουμένης διαρκοῦς ἀνάγκης, ὑπάρχει καὶ ἀνάγκη προσωρινὴ, ὑπαγορεύουσα τὴν χορήγησιν ἀδείας ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων· δι’ αὐτῶν προεξοφλοῦνται τὰ περισσεύματα τῶν τελευταίων μηνῶν τοῦ ἔτους εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀνεπαρκῶν εἰσπράξεων τῶν πρώτων μηνῶν. Καὶ ὑφισταμένου τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἡ παρὰ τοῦ Δημοσίου διαχείρισις ἐντόκων γραμματίων εἶναι ἀπαραίτητος. Ἂν ἀποδεχθῇ πρὸς στιγμὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887, καὶ ἂν ἀποδεχθῇ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ θὰ λάβωμεν, θὰ καλυφθῶσι καὶ πάντα τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος, θὰ εἰσέλθωμεν δὲ εἰς τὸ ἔτος 1888 ἄνευ ὀφειλῆς τινος καὶ μετὰ Προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, πάλιν τὴν ἄδειαν ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1888 ἔλλειψις οἱασδήποτε ὀφειλῆς καὶ τὸ ἄρτιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως δὲν καθιστῶσι τὸν Ἰανουάριον οὐδὲ τοὺς ἄλλους μῆνας τοῦ πρώτου ἑξαμήνου λογιστικῶς αὐτάρκεις. Αἱ εἰσπράξεις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας ὑπολείπονται κατὰ πολὺ τῶν εἰσπράξεων τῆς δευτέρας, ταύτης δὲ τὰ περισσεύματα, προεξοφλούμενα διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀναπληροῦσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ὅτι ἄγονοι μῆνες εἶναι οἱ τελευταῖοι τοῦ ἔτους· ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι μῆνες δίδουσι περισσεύματα, καὶ τὰ περισσεύματα ταῦτα χρησιμεύουσι πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν πρώτων μηνῶν. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἄρτιος, πάλιν θὰ ἔχωμεν τοὺς πρώτους μῆνας ἄνευ ἐπαρκῶν εἰσπράξεων. Πῶς θὰ οἰκονομηθῇ ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη τῶν πρώτων μηνῶν μέχρι τῆς ἀναπληρώσεως αὐτῶν διὰ τῶν περισσευμάτων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας; Ἐπιβάλλεταί τις πρόνοια. Πρέπει ἄρα τὰ ἔντοκα γραμμάτια 14 ἑκατομμυρίων, τὰ ἤδη ἐψηφισμένα πρὸς ἀναπλήρωσιν ἀνάγκης διαρκοῦς, νὰ μένωσιν ἐντελῶς ἐλεύθερα. Καὶ μετὰ τὴν γινομένην ἤδη διαῤῥύθμισιν, πάλιν δὲν μένουσι διαθέσιμα ἅπαντα· διότι πάλιν ποσὸν 6,500,000 μένει διατεθειμένον χάριν ἀναγκῶν, πρὸς ὧν τὴν ἀναπλήρωσιν δὲν ἐλήφθη ἄλλη πρόνοια, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἔτος 1888 ἔχοντες ἔντοκα γραμμάτια διαθέσιμα μόνον 7,500,000. Ἄδεια προσωρινοῦ δανείου μόνον τοσούτου δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους· διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἕκαστος μὴν τοῦ πρώτου ἑξαμήνου καταλείπει ἔλλειμμα περὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 12 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια θὰ μᾶς παράσχωσι μόνον 7,500,000. Ταῦτα τὰ 7,500,000 ἀποκτῶμεν διὰ τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ταῦτα, πρέπει νὰ ληφθῇ ἄλλη τις πρόνοια περὶ ἀποκτήσεως αὐτῶν, ἡ πρόνοια μάλιστα ἔπρεπεν, ἵνα ᾖ πλήρης, νὰ καθίστα διαθέσιμα καὶ τὰ 14,000,000. Διὰ τῆς συμβάσεως, πλὴν τῆς τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐξοφλήσεως, κανονίζεται καὶ ἡ ἐξόφλησις ἑτέρων προσωρινῶν ὀφειλῶν, μηδόλως ἀφορωσῶν εἰς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα. Περὶ τῶν ὀφειλῶν τούτων πάντως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἀφίεντο παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐκκρεμεῖς, αὕτη δὲ διετέλει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἐν θέσει οὐχὶ κανονικῇ, ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ τόκος τῶν ἐτησίων καθυστερήσεων εἶναι ἀμφίβολον ἂν δύναται νὰ τῇ πληρωθῇ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν παῦσιν τῆς ἐκκρεμότητος, οὐδ’ εἶχε τὸ Δημόσιον συμφέρον ἐν τῇ παρατάσει αὐτῆς. Πλὴν τοῦ καθήκοντος εἶχε καὶ συμφέρον τὸ Δημόσιον ἐν τῇ ἄρσει τῆς ἐκκρεμότητος, διότι ὁ τόκος κατὰ τὴν σύμβασιν ἀπὸ 8% περιορίζεται εἰς 6%.
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ τὰ ἐκτιθέμενα ἐν τῇ ἐκθέσει, δι’ ἧς ὑποβάλλεται τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, καὶ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναφερόμενα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1888, ὄχι μόνον δὲν θὰ λάβωμεν ἀνάγκην δανείου, ὡς ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα· ἀναφέρει δὲ καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ διαλαμβάνει καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐπιζητεῖ τὴν πληρωμὴν, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους 6 μῆνας τοῦ ἔτους, οἵτινες θεωροῦνται ὡς ἄγονοι. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξάγω, ὅτι, ὅτε ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἤτοι κατὰ τὴν 10 Νοεμβρίου ἐ. ἔ, εὑρίσκοντο εἰς κυκλοφορίαν ἐκ τῶν 14 ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων 8,715,553, ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημειοῦται, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886 εὑρίσκοντο ἐν κυκλοφορίᾳ ἔντοκα γραμμάτια 5,430,870. Ἐὰν λοιπὸν εὑρίσκετο ἐν κυκλορορίᾳ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸ 1886, ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι νῦν εὑρίσκονται ἐν κυκλοφορίᾳ 8,715,553, προκύπτει ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ὅσων ἐντόκων γραμματίων εἶχε λάβει ἀνάγκην διὰ τοὺς ἓξ αὐτοὺς μῆνας ὑπελείποντο μόνον εἰς κυκλοφορίαν 3,284,623· ἂν λοιπὸν ἔθεσεν ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας ἔντοκα γραμμάτια, νῦν δὲ δὲν ἔχῃ ἀνάγκην, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τοὺς γονίμους μῆνας, εἶχε δὲ περισσεύματα ἐσόδων, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπέβαλε τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, τὸ καθῆκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, νὰ ἀποσύρῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι ἔχει ὑποβάλει πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου ὑπερβαίνουν τὰς δαπάνας, ὅπερ καταδεικνύει, ὅτι ἔκτοτε καὶ πρὶν ἔτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς χρήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον παρίσταται κἄπως δικαιολογημένον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσε τὰς χορηγηθείσας ἀσφαλείας, ἂν δικαιολογῆται δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὰ 5 ἑκατομμύρια τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὧν ἐγένετο χρῆσις διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, δὲν δικαιολογεῖται ὅμως διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τῶν ὁποίων ἔκαμε χρῆσιν κατὰ τὸ 1887. Τί λοιπὸν προκύπτει ἐκ τούτου; Ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ ὅλον τὸ ἰσοζύγιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται, ἔχει ἀνάγκην καὶ 14,000,000 ἐντόκων γραμματίων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν, ὄχι διὰ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τοὺς ἓξ ἀγόνους μῆνας, ἀλλὰ δι’ ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι πιθανῶς θὰ παρουσιασθῶσι πρὸς κάλυψιν τῶν ἐκ τῶν συνδυασμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλει τὸ Κράτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐλλειμμάτων. Καὶ λίαν ὀρθὸν εἶναι ὅ,τι παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διότι, καθιεροῦντες τοιοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα, δίδομεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δανείζηται 14 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε θὰ δικαιοῦται νὰ μετατρέπῃ ἀπὸ κυμαίνοντος εἰς πάγιον χρέος, καὶ οὕτω καθιεροῦμεν τρόπον τινὰ πάγιον πλέον τὸ δανείζεσθαι καθ’ ἕκαστον ἔτος 14,000,000, μετατρέποντες τὸν σκοπὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων. Καὶ δέν μοι φαίνεται παράδοξον, διότι ἀπό τινος καιροῦ οὐδὲν ἄλλο ἀκούομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἢ προτάσεις περὶ δανείων καὶ Νόμους περὶ φόρων, καὶ ποικίλας ἐφευρέσεις τοῦ δανείζεσθαι. Οἱ κατακρίνοντες τὰ δάνεια καὶ ὅσοι ἀποφαίνονται κατ’ αὐτῶν, ἴσα ἴσα λόγον, δι’ ὃν ἀντιτίθενται, ἔχουσιν ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνοίξῃ ἡ θύρα τῶν δανείων, δὲν κρατοῦνται πλέον οἱ διοικοῦντες τὰ Κράτη. Ἀλλὰ τὰ δάνεια ἀπαιτοῦσι φόρους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, καὶ οἱ φόροι παρέχουσι τὴν ὄρεξιν εἰς νέα δάνεια, καὶ τὰ νέα δάνεια εἰς νέους φόρους καὶ παράδειγμα ἔστω ἡ κατάστασίς μας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχήν μας κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, εἶναι, ὅτι συνομολογεῖται δάνειον μὲ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ συνομολογεῖται δάνειον οὐχὶ εἰς τὸ ἄρτιον, ἀλλὰ ἐπὶ τιμῇ 66,60%. Ἐν γένει τὰ δάνεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι κατακριτέα, καθότι τὸ Δημόσιον, ὅταν δανείζηται διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δανείζεται τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ δανείζεται ὀνομαστικὴν ἀξίαν, ἡ ὁποία διαφέρει τοσοῦτον τῆς πραγματικῆς, ὅση εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Δανείζεται π. χ. εἴκοσιν ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα· ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ 20,000,000 ἀποδοθῶσιν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὰ ἀποδίδει εἰς τὴν πραγματικήν των ἀξίαν· ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβε τὰ 20,000,000 ὑπῆρχε π. χ. διαφορὰ 25%, ἐννοεῖται, ὅτι ἀντὶ 20,000,000 λαμβάνει πραγματικὰ 15,000,000 καὶ ἑπομένως ἀποδίδον ταῦτα μὴ ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀποδίδει 5,000,000 περιπλέον. Ἕνεκα τούτου ἐν γένει κατακρίνονται τὰ δάνεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ὑποτίθεται, ὅτι, ἐὰν Κράτος τι ἀναγκάζηται νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ προσπαθήσῃ ὅμως μὲ πάντα τρόπον νὰ ἀπαλλαχθῇ τὸ ταχύτερον αὐτῆς. Ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι θὰ ἄρωμεν ταχέως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δανειζόμενοι σήμερον μὲ τοιαύτην ὑποτίμησιν, τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ, πληρόνον τὸ δάνειον κατόπιν εἰς πραγματικὸν νόμισμα· ἐὰν δὲ δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἐλαττωθῇ ἡ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος καὶ βελτιωθῇ τὸ συνάλλαγμα, ἡ ζημία θὰ ἦναι ἀνάλογος τῆς διαφορᾶς. Τί δὲ συμβαίνει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Δανειζόμεθα 15,000,000, ἀντὶ δ’ αὐτῶν μᾶς δίδει ἡ Τράπεζα 10,000,000. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἀποδίδεται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν, ἢ ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ δὲν ἔχει τὰ ἀποτελέσματα τῆς σήμερον, δηλαδὴ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος εἶναι ἐλαχίστη· τί λαμβάνομεν σήμερον, Κύριοι; Ἐκ τῶν 10,000,000, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ἡ Τράπεζα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς πραγματικὸν νόμισμα λαμβάνομεν περίπου 7,000,000· ἂν δὲ ἀποδώσωμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ἀποδώσωμεν 15,000,000. Ἀκούετε! λαμβάνομεν 7,000,000 διὰ νὰ ἀποδώσωμεν 15,000,000! Καὶ κατόπιν τοιούτων παρατηρήσεων καὶ τοιούτων πράξεων, ἔρχεται μία Ἐπιτροπὴ καὶ ἐκφράζει τὴν εὐαρέσκειάν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῷ ὅτι ἐπενόησε τοιούτους σοφοὺς συνδυασμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων παρέχονται εἰς τὸ Κράτος τοιαῦτα ἔκτακτα ὀφέλη! Ἀλλ’ ἴσως θὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι «δὲν πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιβαρύνω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ λάβω ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ θέσω εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· σήμερον θὰ λάβω τὰ ἔντοκά μου γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖται δὲν βλάπτουσι ποσῶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν». Ἀλλὰ διατὶ τὰ λαμβάνει; Τὰ λαμβάνει διὰ νὰ τὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀντιπροσωπευόμενα διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ εἰς χάρτην καὶ θὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν· ἂν δὲ δὲν ἦναι ἄμεσον τὸ προξενούμενον κακὸν εἰς τὴν ἀγορὰν, εἶναι ἔμμεσον ὅμως καὶ βέβαιον διὰ τὸ μέλλον, ὡς εἶναι τοιοῦτος καὶ ὁ συνδυασμὸς τῶν 10,000,000. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων λόγων, οἵτινες ἐπιφέρουσι τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος, εἶναι καὶ ἡ δυσαναλογία, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τῶν ἀνταλλακτικῶν ἀξιῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγορᾶς· ἐπὶ τοσοῦτον κατέρχεται ἡ κλίμαξ καὶ ὑποτιμᾶται τὸ χαρτονόμισμα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἀνταλλακτικῶν ἀξιῶν ἐκλείπει. Δυστυχῶς δὲ ἡ ὑποτίμησις δὲν ἀκολουθεῖ τὴν ἀναλογίαν τῆς αὐξήσεως, ἀλλὰ διπλασιάζεται καὶ τριπλασιάζεται. Τὸ δάνειον λοιπὸν τὸ θεωρῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατακριτέον, καὶ ἑπομένως λυποῦμαι, ὅτι δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν τῶν συναδέλφων μου, τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καίτοι, προκειμένου περὶ δανείων, ἐξεφράσθην ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι εἶμαι πάντοτε ἐχθρὸς αὐτῶν καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν νὰ μᾶς κλεισθῇ ἡ θύρα τῶν δανείων, διότι δὲν βλέπω ἄλλην θεραπείαν κατὰ τῆς κατατρυχούσης ἡμᾶς νόσου, καὶ θὰ φθάσωμεν δυστυχῶς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐκεῖ, ὅπου προσπαθοῦμεν μὲ πάντα τρόπον νὰ μὴ φθάσωμεν. Καὶ ὁ λόγος ἀκόμη τῶν πολυχρονίων δανείων, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσίν του καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐπαινέσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἐννοῶ ποῦ στηρίζεται, εἰς ποίας θεωρίας καὶ ἀρχάς. Εἰς τὸν ἄμεσον ταμιευτικὸν λόγον; Ἀλλ’ οὕτω πρέπει νὰ κρίνωμεν τὰ ζητήματα, εἰς τὴν πρόσκαιρον καὶ φαινομενικὴν ὠφέλειαν στηριζόμενοι; Διότι παρατείνεται ἡ ἐξόφλησις καὶ ἐλαττοῦται τὸ χρεωλύσιον, ἢ διότι καταβιβάζεται ἡ ἔκδοσις καὶ ἐλαττοῦται ὁ τόκος, ἕνεκα τούτου ἐπέρχεται ὠφέλεια εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν; Ζήτημα λίαν σπουδαῖον διαιρεῖ τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν, καὶ ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι οὐδόλως ἔχει δικαίωμα ἡ παροῦσα γενεὰ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τὰς μελλούσας· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται τὸ ἐναντίον, τὸ παραδέχονται ὁσάκις διὰ τῶν δανείων πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ἡ περιουσία τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὴν μέλλουσαν γενεὰν τὰ βάρη μὲ ηὐξημένην περιουσίαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δικαιολογεῖται τὸ δάνειον, ἢ διὰ λόγους ἐκτάκτων ἀναγκῶν, οἷον πολέμου ἢ ἄλλων ὁμοίων λόγων, ἀφορώντων εἰς ὑψηλοτέρους ἐθνικοὺς σκοπούς. Τὰ δὲ μακροχρόνια δάνεια, ὡς συνομολογοῦνται μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ἤτοι μὲ σπουδαίαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν ἔκπτωσιν, ἡ τροπὴ αὐτῶν καθίσταται δυσκολωτέρα· διότι, ὅταν πρόκηται, ἀντὶ τῶν λαμβανομένων 333, νὰ ἀποδώσωμεν 500, εἶναι δύσκολος ἡ ἐπιτυχία τόκου μικροτέρου μὲ τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὸ πληρωτέον ποσὸν, διότι, ὅσον μικρὸν τόκον καὶ ἂν ἐπιτύχωμεν, ὁ τόκος αὐτὸς θὰ ἦναι ἴσος, ἢ καὶ μεγαλείτερος, μὲ τὸν τόκον τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ τροπή. Φρονῶ ὅθεν, ὅτι ὄχι μόνον ἔπαινος δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σταματήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν πορείαν της καὶ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τοὺς νέους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁσημέραι ἀνακαλύπτει καὶ διὰ τῶν ὁποίων πιέζει τὰς Τραπέζας, καὶ ὁσημέραι ἐκλίπει διὰ τῆς τοιαύτης πιέσεως ἡ μόνη ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὡς πρὸς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι, ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ τις, —καὶ ὑπάρχει σπουδαία τοιαύτη, ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὑπάρχει ὡς ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων, ἂν δηλαδὴ τὰ γραμμάτια ἐκδίδωνται ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἢ ἐκδίδωνται διὰ Τραπεζῶν, —καὶ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη ὁμοφώνως διαβλέπει πολὺ μεγαλειτέραν τὴν ἀσφάλειαν, ὁσάκις ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διενεργεῖται διὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ οὐχὶ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ πρωτίστως διότι τὸ Δημόσιον, ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια, προστρέχει εἰς ταῦτα ὁσάκις λάβῃ ἀνάγκην· γνωρίζομεν δὲ ποία εἶναι ἡ τάσις τῶν κυβερνώντων ὅλων τῶν Κρατῶν· ἐνῷ ἀπεναντίας, ὅταν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διενεργῆται διὰ τῶν Τραπεζῶν, αἱ Τράπεζαι, ὡς ἔχουσαι διεύθυνσιν ἀνεξάρτητον τῆς τοῦ Δημοσίου καὶ συμφέροντα ἴδια, ἀνθίστανται, ὁσάκις τὸ Δημόσιον τοὺς πιέζει εἰς νέα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνεια, διότι αἰσθάνονται τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῆς κοινωνίας· τοιαύτη δὲ ἀντίστασις ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν εἶναι ὁ χαλινὸς, ὁ κρατῶν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὰ ὀλέθρια ἐκεῖνα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἱστορίας μανθάνομεν, ὅτι ἔφθασεν ἡ Γαλλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ἱσπανία καὶ ἄλλα Κράτη.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο προαγορεύσαντες ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, καὶ ἐξ Ἀχαϊοήλιδος καὶ ὁ ἐκ Κεφαλληνίας, ἐποιήσαντο μνείαν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις κατὰ πλειοψηφίαν συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπικυροῦται ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις περὶ συνομολογήσεως δανείου 15 ἑκατομμυρίων. Εὗρον δὲ ἄτοπον, ἂν ὄχι ἕτερόν τι, τὸν ἔπαινον, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν συνειδήσει ἀπένειμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τοῦ δανείου τούτου, ἀποτελοῦντος καὶ αὐτοῦ κρίκον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἰδίως ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ἀξιότιμος συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι ἡ τροπὴ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ἐξ ἐντόκων γραμματίων εἰς παγίαν δὲν δικαιολογεῖται καὶ κατ’ ἀριθμὸν, διότι, ὡς εἶπεν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι κατὰ τὸ 1887 θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, ὅτι ἀκόμη, ἐνῷ ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τὴν χρηματικὴν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1886, παρίστα ὡς ποσὸν ἐξ ἐντόκων γραμματίων ὀφειλόμενον ἐκ 5 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἀναβιβάζει εἰς 8,775,000. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος δικαίως ἴσως ἐπλανήθη, διότι δὲν συνέπεσε νὰ ἀσχολῆται περισσότερον εἰς τὰ οἰκονομικὰ, διὰ νὰ γινώσκῃ, ὅτι μεταξὺ χρήσεως καὶ διαχειρίσεως ὑπάρχει μεγίστη διαφορά. Δύναται εἷς Προϋπολογισμὸς νὰ ἦναι ἄρτιος, τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ νὰ ἦναι πλῆρες, ἐξησφαλισμένον καὶ βέβαιον διὰ τῶν ἀναγραφέντων ἀριθμῶν, δηλ. ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διότι τὸ ἰσοζύγιον ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ δὲν συνιστᾷ καὶ τὸ ἰσοζύγιον τῆς διαχειρίσεως, διότι ἡ διαχείρισις εἶναι ἀλληλένδετος, εἶναι συνεχὴς, ἡ διαχείρισις περιλαμβάνει καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, εἶναι δὲ ἄξιον ἀπορίας, πῶς οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι ἐλησμόνησαν, ὅτι αἱ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 χρήσεις κατέλιπον ἔλλειμμα μέγιστον, 120 ἑκατομμυρίων, ἐξ ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν Προϋπολογισμῶν. Τὸ πλεῖστον βεβαίως τοῦ ἐλλείμματος ἐκείνου ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐξ ἐκείνου τῶν κερματικῶν γραμματίων· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν ἐπήρκεσαν, διότι ἡ διαχείρισις περιλαμβάνει τὰ ἐλλείμματα ὅλων τῶν προηγουμένων χρήσεων, καὶ οὕτως ὤφειλε νὰ πράττῃ, εἴτε διὰ τῆς συνομολογήσεως νέων δανείων, εἴτε ἐκ τῶν προσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπλήρονε ἐκεῖνα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καθίσταντο ἀπαιτητά. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς βεβαίως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναφανῇ καὶ πληρωθῇ διαρκοῦντος τοῦ 1886, διότι ἡ χρῆσις, ὡς γινώσκετε, ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐξηκολούθει δηλ. ἡ χρῆσις τοῦ 1886 μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὑποχρεωμένος τὰς δαπάνας τοῦ 1886 νὰ τὰς πληρώνῃ καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1887, ἐφ’ ὅσον ἐπαρκοῦν, καὶ ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ ἐξ ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του. Εἰς τὴν διάθεσίν του δὲν εἶχε μεγάλα ποσὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤ, καὶ ἂν εἶχε, δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἐξαντλήσῃ, διότι, καθ’ ὅσον ποσὸν ηὔξανε τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων, κατὰ τοσοῦτον θὰ ἔπασχεν ἡ κοινωνία, διότι θὰ ὑπερετιμᾶτο ὁ χρυσός. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται διαφορὰ ἐκ δραχ. 3,000,000 ἐν τῇ χρηματικῇ καταστάσει τοῦ 1886, συγκρινομένῃ πρὸς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια βεβαίως ἐδαπανήθησαν εἰς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1886. Ἂν τῷ ὄντι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1884, ἐπληρώθησαν ὅλα τὰ μέχρι τότε ἐλλείμματα, ἐπληρώθησαν ὅλα τὰ μέχρι τότε κυμαίνοντα χρέη τοῦ Δημοσίου, ἔκτοτε δὲ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1885 καὶ 1886 οὐδὲν κατέλιπον ἔλλειμμα, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀξιοῖ ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι, ἀφοῦ οὐδὲν εἴχετε ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔλλειμμα, ἀφοῦ ἡ διαχείρισίς σας ἀφίνει περίσσευμα ὡς τὸ 1887, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ διαθέσητε οὔτε ἐξ ἐντόκων γραμματίων οὔτε ἐξ ἐσόδων τοῦ 1887 πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τῶν προηγουμένων ἐτῶν; Τὰ ἐλλείμματα λοιπὸν αὐτὰ, παρατηρῶ εἰς τὸν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. βουλευτὴν, κατέστησαν τὸν θεσμὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἄχρηστον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ ἐκ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ προμηθευθέντα χρήματα ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν πληρωμὴν χρεῶν ἀναγομένων εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων χρήσεων. Ὅταν δὲ ἐν τοιαύτῃ εὑρίσκηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταστάσει, ὅταν δηλ. δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν θεσμὸν αὐτὸν πρὸς ὃν σκοπὸν προωρίσθη οὗτος, δηλ. πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προμηθεύηται χρήματα κατὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας, νὰ ἀποδίδῃ δὲ τὰ χρήματα αὐτὰ κατὰ τοὺς γονίμους μῆνας, εἶναι φυσικὸν νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν ὅλα τὰ εὐνομούμενα καὶ ἄριστα οἰκονομικῶς διοικούμενα Κράτη, δηλ. νὰ μετατρέψῃ τὸ κυμαῖνον χρέος εἰς πάγιον, νὰ σκεφθῇ, ὡς ἐσκέφθη, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὥστε ἐν μέλλοντι χρόνῳ νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη μέχρι τοῦδε, δηλ. νὰ δανείζηται ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, νὰ συνομολογῇ δάνεια κυμαίνοντα, καὶ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ πληρόνῃ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν γονίμων μηνῶν. Ἔχομεν δὲ παραδείγματα καὶ ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διοικοῦνται ὡς ἄριστα οἰκονομικῶς. Τί ἔπραξεν ἡ Γαλλία πρό τινων μηνῶν, ἡ Ἀγγλία πρὸ δύο ἐτῶν; Ὅταν τὰ κυμαίνοντα χρέη ἀφίκοντο εἰς τοσοῦτον ποσὸν, ὥστε ἐκ τῶν τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων προσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ν’ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ ἐξόφλησις αὐτῶν· ὅταν τὰ κυμαίνοντα αὐτὰ χρέη ἀνῆλθον εἰς ποσὸν, παρακωλῦον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ ἐνιαυσίου Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ μετέτρεψαν εἰς πάγια, διὰ νὰ ἐλαφρώσωσι τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ κατακρίνηται τὸ δάνειον τοῦτο, λόγῳ, ὅτι συνομολογεῖται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ συνομολογεῖται ὄχι εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἰς χαρτονόμισμα, ὅταν μάλιστα διὰ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων κατεκρίθη τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ δανείζεσθαι, ἐνεδείχθη ὑπ’ αὐτῶν, ὅτι τὸ δανείζεσθαι διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι προτιμότερον, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω, ὅτι, ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ἐλέχθη ὑπὸ τῶν ἰδίων, ἐλέχθη πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ δάνεια πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς περιορισμὸν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αἱ Κυβερνήσεις ἐπροτίμησαν νὰ δανείζωνται διὰ τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ ὄχι νὰ ἐκδίδωσιν ἀπ’ εὐθείας αὐταὶ γραμμάτια, διότι οὕτως ὑπάρχει εἷς χαλινὸς, μία ἐγγύησις, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως ἦτο πολὺ εὔκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον χρεωλυτικὸν, νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ἐκ τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, καὶ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν διάθεσιν του, διὰ τῶν ἐψηφισμένων Νόμων τὸ πρὸς τοῦτο ἀναγκαιοῦν ποσὸν, νὰ προκαλέσῃ Νόμον νεώτερον, ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὸν νὰ αὐξήσῃ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἐπακολουθήματα αὐτοῦ τοῦ μέτρου; Βεβαίως ἤθελεν ὑπερτιμηθῆ ὁ χρυσὸς, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ἀναστάτωσις ὄχι μόνον εἰς τὰς συναλλαγὰς τὰς κοινωνικὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες παρετήρησαν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, εἰ μὴ νὰ ἐγκρίνωμεν συμβάσεις περὶ συνομολογήσεως δανείων, καὶ ὅτι ἔγινεν, οὕτως εἰπεῖν, συρμὸς τὸ δανείζεσθαι, καὶ αὐτὸς ὁ συρμὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ μᾶς φέρῃ εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα· ἀλλὰ οἱ προαγορεύσαντες πρὸ πάντων δὲν ἀνελογίσθησαν, ὅτι ὅσα δάνεια ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ συνωμολογήθησαν, συνωμολογήθησαν οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ αὐξήσωμεν τὸ δημόσιον χρέος ἡμῶν, τὸ βαρῦνον τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μετατρέψωμεν ἐπὶ βελτίοσιν ὅροις τὰ ὑπάρχοντα ἡμῶν χρέη καὶ νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων βαρῶν· καὶ τοῦτο κατωρθώθη μέχρι τοῦδε, διότι τὸ πρῶτον δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, εἶναι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Τὰ πλεονεκτήματα αὐτοῦ κατεδείχθησαν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἐκφανῶς, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς μὲν τοῦ 1887 ἐκέρδισεν ἐξ ἐκείνου τοῦ δανείου 6 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ μέλλοντες Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους ἐκέρδισαν 3 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐκ τοῦ προκειμένου δανείου ἐπίσης τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται, δηλ. ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 θὰ ἦναι κατὰ 200 χιλιάδας δραχμῶν ἐλάσσων. Τώρα ἔχομεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὴν νέαν θεωρίαν περὶ τῶν δανείων τῶν χρεωλυτικῶν, ἂν τὰ δάνεια τὰ χρεωλυτικὰ δὲν εἶχον τὸ μέγα ἐλάττωμα νὰ ἐπιβαρύνωσι τὰς μελλούσας γενεάς, καὶ ἄν, ὡς ἐκ τοῦ ἐλαττώματος αὐτοῦ, δὲν πρέπῃ νὰ προτιμῶσιν αἱ Κυβερνήσεις τὰ κυμαίνοντα χρέη· ἀλλ’, ὡς γινώσκουσιν οἱ κύριοι Συνάδελφοι, εἶναι παλαιὰ ἡ θεωρία αὕτη. Ἡ θεωρία ἡ κρατοῦσα σήμερον παρ’ ἐκείνοις, οἱ ὁποῖοι ἀπολαύουσιν ἀμερίστου ὑπολήψεως ὡς πρὸς τὰς οἰκονομικάς των γνώσεις, εἶναι ἐντελῶς διάφορος, διότι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ ἐκτιμῶνται καὶ ὑπολογίζονται ἐκ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὸν ἐνιαύσιον Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦνται τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὰ βάρη τῶν λαῶν ἔσονται ἐλαφρότερα. Ἐὰν, ἐπαναλέγω, δὲν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 ἐπὶ γνωστοῖς συμφερωτάτοις εἰς τὸ Δημόσιον ὅροις, δὲν κατορθωθῇ ἡ συνομολόγησις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Διὰ τῆς ἀνυψώσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως κατωρθώθησαν ταῦτα, δι’ αὐτῆς θέλει κατορθωθῆ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἐπὶ συμφερωτέροις ὅροις μετατροπὴ καὶ ἑτέρων ἡμῶν δανείων καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπιβαρύνοντος τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅταν δὲ κατορθωθῇ τοῦτο, δύνασθε νὰ ἀνακουφίσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὰ βάρη, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται νῦν. Ἀλλ’ ἠπόρησα, ὅτε ἤκουσα ῥητόρων τινῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυριζομένων, ὅτι τὸ συνομολογούμενον χρεωλύσιον εἶναι μικρὸν, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξεν ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου. Προέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐρώτησιν: διατὶ πληρόνετε τόσα μικρὰ χρεωλύσια καὶ καθιστᾶτε τὰ δάνεια ταῦτα μακροχρόνια; διατὶ τὰ χρεωλύσια αὐτὰ δὲν τὰ αὐξάνετε, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθώσητε δι’ αὐτῶν νὰ ἐξοφλήσητε ταχύτερον τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογεῖτε; Ἐλέχθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, ὅταν συνομολογῶνται δάνεια ἐπὶ ἐλαφρῷ τόκῳ, ἐξ ἀνάγκης ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκτίθεται τὸ δάνειον, εἶναι μικροτέρα καὶ ἑπομένως ἡ μετατροπὴ αὐτοῦ ἀποβαίνει δυσκολωτέρα. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι ἔπρεπε νὰ παρατηρήσωσιν, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ εἰς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται δάνειον συνωμολογήθη κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ προηγούμενα δάνεια, νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὰ δάνεια αὐτὰ εἰς τὴν τιμὴν τὴν τρέχουσαν. Εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ οὐδὲν ἕτερον κωλύει ἢ ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ εἰμὴ ὡρισμένον ποσὸν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων τούτων. Καθ’ οὓς συνωμολογήθησαν ὅρους τὰ προηγούμενα ἡμῶν δάνεια, δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ διαθέτῃ λόγῳ χρεωλυσίου εἰμὴ ὡρισμένον ποσὸν, ὀφείλει δὲ νὰ ἐξοφλῇ τὰς κληρουμένας ὁμολογίας εἰς τὸ ἄρτιον, ἤτοι εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ συστήματος αὐτοῦ χωροῦσιν ἴσως αἱ παρατηρήσεις τῶν προαγορευσάντων Συναδέλφων ὡς πρὸς τὸ μικρὸν χρεωλύσιον. Ὅταν ὅμως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται ὁ Προϋπολογισμὸς κατ’ ἔτος νὰ διαθέτῃ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ μεταχειρίζησθε εἰς ἀγορὰν ὁμολογιῶν εἰς τὴν ἀξίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κυκλοφοροῦσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ, βεβαίως ἔχετε ἓν πλεονέκτημα· ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν εἶναι κρείττονα τῶν σημερινῶν, βεβαίως θὰ κατορθωθῇ τῶν δανείων αὐτῶν ἡ ἐξόφλησις πολὺ ταχύτερον ἀπὸ τὰ 75 ἔτη· ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσιν εὑρεθῆ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία θέλει ἐπικρατήσει παρ’ ἡμῖν. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐπεδοκίμασεν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ σήμερον βαδίζει ἡ Κυβέρνησις, ἄγει ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὰ δημόσια ἡμῶν χρέη νὰ βαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερον. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῷ τῷ συνδυασμῷ, ὁ ὁποῖος εἶναι παράρτημα τοῦ μεγάλου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔδωσα πίστιν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουν καὶ τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέπεσα εἰς τὴν πλάνην, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Στηριχθεὶς εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐκθέσεων, καὶ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων δανείων καὶ τὴν κάλυψιν τοῦ ὑπάρχοντος ἐλλείμματος, βεβαίως ὤφειλον νὰ ὑποθέσω ὅ,τι ὑπέθεσα, καὶ νὰ συμπεράνω ὅσα συνεπέρανα, δηλ. ὅτι τὰ 3 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν κατὰ τὸ 1887, τὰ ἐχρησιμοποίησε διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 καὶ ὄχι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886. Ἐὰν βεβαίως ἤθελε δηλώσει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καὶ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα κατελόγισεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἤθελον τὰ καταλογίσει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887....
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕως τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἔχομεν δύο χρήσεις.
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λέγω, ὅτι ἐστηρίχθην εἰς τοὺς λόγους σας, ὅτι διὰ τῶν δανείων τῶν συνομολογηθέντων ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν, συμπληροῦμεν αὐτὰ καὶ δι’ ἄλλων μέσων.
§80ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τώρα μάλιστα τὸ ἀκούω, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν, καὶ μανθάνω συνάμα, ὅτι τὸ ῥηθὲν, ὅτι διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, ἐκαλύφθη ὅλον τὸ κυμαινόμενον χρέος καὶ τὸ ἔλλειμμα, δὲν ἦτο ἀκριβές. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τὴν πλάνην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· παραδέχομαι ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι βεβαίως δὲν ἔχω γνῶσιν τοῦ μυστηρίου τῶν ἀριθμῶν, ἣν ἔχει ὁ προλαλήσας, οὔτε τὰς πληροφορίας ἀρύομαι ἐξ ἰδιαιτέρας πηγῆς, εἰμὴ ἐκ τῶν πηγῶν, τὰς ὁποίας ἀντλῶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ συζητεῖν, ὁ τρόπος τοῦ ἀπαντᾶν ἐπὶ ὑποθέσεων καὶ συλλογισμῶν καὶ κρίσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἐποίησαν οἱ προλαλήσαντες, κατέστη πλέον κανὼν εἰς τὸ σύστημα. Ἰσχυρίσθην ἐγὼ, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅτε ὡμίλησα περὶ διαφορᾶς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπευθείας ἐνεργουμένης ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἢ διὰ τῶν Τραπεζῶν· αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχον; Ἀπεναντίας, ἀναιρῶν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι διὰ τοῦ δανείου δὲν βαρύνεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σκοπὸν ἔχει νὰ ῥίψῃ καὶ ἕτερα τραπεζογραμμάτια 14,000,000 εἰς τὴν κυκλοφορίαν, διότι, ἅμα λάβῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια καὶ λάβῃ ἀνάγκην χρημάτων, θὰ τὰ δώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας καὶ θὰ λάβῃ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον θέλει θέσει εἰς κυκλοφορίαν, καὶ ἑπομένως ὁ συλλογισμὸς, ὅτι ἐλευθερόνει τὰ ἔντοκα γραμμάτια διὰ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τῶν πρώτων ἕξ μηνῶν, δὲν εἶναι ἀληθής. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κατέληξεν εἰς ἕτερον οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, τὸν ὁποῖον φαίνεται, ὅτι μελετᾷ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑπεχρεώθη νὰ τὸν ἐπικαλεσθῇ, διὰ νὰ καταδείξῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων διακρίνεται καὶ ὡς πρὸς τὸν ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ἀγοράζῃ τὸ δάνειον εἰς τὴν τρέχουσαν τιμήν. Καὶ ποῖος ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀγοράσῃ εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν ὅλα τὰ δάνεια τὰ Ἑλληνικά; Ἐὰν ἔχητε χρήματα, σᾶς ἐμποδίζει τις νὰ κατέλθητε εἰς τὰ Χρηματιστήρια καὶ νὰ ἀγοράσητε τὰ δάνειά μας; Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι κατερχόμενοι εἰς τὰ Χρηματιστήρια καὶ ἐπιζητοῦντες τὰ δάνεια, ἐπειδὴ θὰ ἐπέλθῃ ζήτησις, θὰ ἐπέλθῃ καὶ βαθμιαία ὑπερτίμησις αὐτῶν. Κατὰ τοὺς παλαιοὺς οἰκονομολόγους καὶ τὰς ἀρχαίας θεωρίας, τὰς ὁποίας περιφρονεῖ ὁ προλαλήσας, προτιμῶν τὴν νεωτέραν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐπενοήθησαν τοιαῦτα μέσα πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν δημοσίων χρεῶν· προσδιωρίσθη μάλιστα ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἰδιαιτέρα διαχείρισις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἥτις ἀνετέθη εἰς ἰδιαιτέραν Ἐπιτροπὴν, ὅπως δι’ ἰδιαιτέρου ταμείου ἀποθεματικοῦ ἀποσβεσθῶσι τὰ δάνεια. Καὶ ἡ μέθοδος αὕτη εἶναι καὶ εὔκολος καὶ μᾶλλον ἀποτελεσματικὴ, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑποβαλλόμενον εἰς ἀνεξάρτητον διαχείρισιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀπετέλει κεφάλαιον αὐξάνον βαθμηδὸν καὶ χρησιμεῦον πρὸς ἀγορὰν χρεωγράφων μετὰ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους ἀπελάμβανεν ἡ ἰδιαιτέρα αὕτη διαχείρισις ἐκ τῶν ἀγοραζομένων χρεωγράφων. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ἐγκατελείφθη τὸ σύστημα τοῦτο. Καὶ διατί; Διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι, ὁσάκις ἐλάμβανον αἱ Κυβερνήσεις ἀνάγκην δανείου, εἶχον πρόχειρον τὸ ταμεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον κατέφευγον καὶ τοιουτοτρόπως, ὅ,τι εἶχε προσδιορίσει ὁ Νόμος, ἐχρησίμευε κατόπιν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε ἐκτάκτους, εἴτε τακτικὰς, καὶ πολλάκις διὰ τὰς σπατάλας αὐτῶν. Κατὰ δεύτερον λόγον διότι, ναὶ μὲν διὰ τοῦ μέσου τούτου διετηρεῖτο εἰς τὰ Χρηματιστήρια ἡ ἀξία τῶν δανείων καὶ ἐχρησίμευεν οὕτω καὶ ὡς μέσον, διὰ νὰ διατηρῇ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ οὐχ ἧττον καθίστα τὴν ἀγορὰν ἢ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν δανείων βαρυτέραν καὶ ἐπιζημιωτέραν διὰ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν λοιπὸν θέλῃ νὰ προστρέξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιοῦτον μέσον, τὸ ἐννοῶ· δύναται ὅμως νὰ προστρέξῃ καὶ εἰς χρηματιστικὰ μέσα, κατὰ τὰς νέας οἰκονομικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας θαυμάζει ὁ προλαλήσας, δύναται νὰ συνεννοηθῇ μὲ κεφαλαιούχους χρηματιστάς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκ τῶν προτέρων νὰ συνομολογήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀποσβέσεως, ἀφοῦ αὐτοὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ δανείου καὶ τὴν συνομολόγησιν ἑτέρου δανείου, ὁμοίου τῷ δανείῳ τῶν 135 ἑκατομμυρίων· διότι καὶ τοῦτο εἰς τοιοῦτον σχεδὸν σκοπὸν ἐχρησίμευσε, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ἐπιτηδειότητα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μέχρι κόρου ἐπαναλαμβάνεται εἰς πᾶν θέμα, ἵνα καύσωσιν ἑκάστοτε θυμιάματα διὰ τὴν περίνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸ κέρδος τῶν δανειστῶν. Τί ἐπετεύχθη διὰ τοῦ δανείου; Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει τὰς προκαταβολὰς, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον δανείσει τὴν Κυβέρνησιν, αὐτοὶ, οἵτινες ἔβλεπον κινδυνεύοντα τὰ χρήματά των, αὐτοὶ ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον καὶ τοὺς ἐξασφαλίσῃ. Καὶ τί ἄλλο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ νὰ προβῇ καὶ εἰς τὸ ἔσχατον μέσον, τοῦ δανείζεσθαι δι’ ἐνεχύρου;—διότι τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ δανεισθῇ δι’ ἐνεχύρου;—Τὸ χρέος ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν εἶχον ἀσφάλειαν, εἰμὴ τὸ ἐνέχυρον τῶν μετοχῶν τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ὑπετιμᾶτο καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ μηδενικὸν, ἐὰν τὸ ἔθετον εἰς πλειστηριασμὸν, τὸ ἀντήλλαξαν μὲ τὸ ἐνέχυρον τὸ ἀσφαλὲς τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξησφάλισαν τὰ χρήματά των. Αὐτὸ εἶναι τὸ κατόρθωμα τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι μετὰ τοῦ δανείου τούτου συνεδέθη καὶ ἡ ναυπήγησις τῶν πλοίων, διὰ τὴν ὁποίαν οὔτε συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε θὰ τὴν συγχαρῶ, ἕως οὗ τὰ οἰκονομικά μας εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἕως οὗ καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης Ἕλλην γνωρίζει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ναυτικὸν καὶ στρατὸν, ἀλλὰ ταῦτα δὲν θὰ μᾶς χρησιμεύωσιν, ἕως οὗ στερούμεθα τῶν μέσων καὶ νὰ τὰ κινήσωμεν. Ἀνακουφίζομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦμεν μετὰ μεγαλειτέρας προθεσμίας εἰς μικρότερον χρεωλύσιον. «Καὶ διὰ τοῦτο», λέγουσι, «μᾶς κατακρίνετε, ἐνῷ σεῖς ὑπεστηρίξατε τὴν κατάργησιν καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ χρεωλυσίου»; Ποίαν σχέσιν ἔχει, ἀξιότιμε κύριε βουλευτὰ ἐκ Φθιώτιδος, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο μὲ τὴν προκειμένην συζήτησιν; Ὅταν ἐπεκαλέσθημεν τοῦτο, διὰ ποῖον σκοπὸν τὸ ἐπεκαλέσθημεν; Διὰ νὰ συνομολογήσωμεν νέον δάνειον, ἢ διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Καὶ ἐὰν τοὐλάχιστον τοιαύτη ἀνακούφισις παρεῖχε τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἔσται ἀνακούφισις διαρκὴς, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ δυστυχῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πεποίθησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν κατορθώσῃ διὰ τοιούτων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν νὰ φθάσῃ εἰς ἓν σημεῖον μᾶλλον εὐχάριστον οἰκονομικὸν, ὅτι θὰ σταματήσῃ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πεποίθησιν εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις καθημερινῶς ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν; Τὸν ἀνακουφίζει κατὰ δέκα καὶ τὸν ἐπιβαρύνει κατὰ 20. Τί ἔχομεν σήμερον ἐνώπιόν μας, ἐκτὸς τῶν προτεινομένων δανείων; Πρότασιν δι’ 24 ἑκατομμύρια, σύμβασιν διὰ 4 ἑκατομμύρια. Μὴ μᾶς ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ ἀνακουφίσεως Προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ πράττετε διὰ νὰ ἀρυσθῆτε σθένος καὶ νὰ ἐπιβαρύνητε αὐτὸν ἔτι μᾶλλον. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ σᾶς χρεωστῶμεν οὔτε κατὰ τοῦτο χάριν, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τοιαύτην ἀνακούφισιν τὴν ἀποκρούω, καὶ τοιαύτην νεωτέραν θεωρίαν, ὡς τὴν ἀπεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν τὴν ἀποδέχομαι, διότι δὲν ἐπιθυμῶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου μου ἀναμιγνυομένην εἰς χρηματιστικοὺς συνδυασμοὺς μὲ χρηματιστὰς, οἵτινες ἐργάζονται πρὸς ἴδιον συμφέρον, καὶ δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς μίαν γενεὰν νὰ κατασπαταλᾷ τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς. Καὶ σπατάλη γίνεται, ὁσάκις τὰ δάνεια συνομολογοῦνται διὰ ἰδιοτροπίας κυβερνητικὰς καὶ ὅτι ἡ σπατάλη μᾶς ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶναι πασίγνωστον. Διότι, μολονότι ἐδαπανήσαμεν 600 ἑκατομμύρια μέχρι τοῦδε, τί ἀπήλαυσε τὸ Κράτος; Ποῦ εἶναι οἱ στόλοι του; ποῦ οἱ στρατοί του; ποῦ αἱ ὁδοί του; ποῦ οἱ λιμένες του; ποῦ ἡ βιομηχανία του; ποῦ ἡ γεωργία του; Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἶπον, ὅτι θέλω εὐλογήσει τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν θέλουσι λείψει οἱ πατριῶται, οἱ προσφέροντες τόσον εὐκόλως θυμιάματα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἐπιθυμῶ νὰ σβεσθῇ εἰς τὰς καρδίας των ὁ πατριωτισμὸς, ὅστις τοὺς ὠθεῖ νὰ ἔρχωνται ἐπίκουροι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ παρέχωσιν εἰς αὐτὸν εὐκόλως τὰ μέσα τῶν δανείων. Ἔτι μᾶλλον ζωηρότερον ὀφείλομεν νὰ εὐχώμεθα τοῦτο, ὅταν ἀναλογιζώμεθα, ὅτι εἰσὶν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ αὐτὰ συνεβούλευον καὶ εἰς τὸ ὅμορον Κράτος, καὶ τότε μόνον ἠρνήθησαν τὰς συμβουλὰς των, ὅτε ἐξήντλησαν ἅπαντας τοὺς οἰκονομικοὺς αὑτοῦ συνδυασμοὺς, καὶ ἐπεκάθησαν σήμερον εἰς τὴν κεφαλήν μας, καὶ εὗρον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρόθυμον, ὄχι ἐκ κακῆς προαιρέσεως,—τοῦτο δὲν τὸ λέγω, οὔτε τὸ εἶπον ποτὲ,—ἐκ καλῆς προαιρέσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς παρασυρόμενον ἀπὸ τὰς σαγηνεύσεις ἐκείνων διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους τῷ ὑποβάλλουσιν ἑκάστοτε καὶ τῷ ὑποδεικνύουσι τὴν προσωρινὴν διέξοδον ἐκ τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος. Δὲν συγχαίρω λοιπὸν τὸν προλαλήσαντα Συνάδελφον διὰ τοιαύτην ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ εὔχωμαι συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν μου, καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον νὰ μὴ ἦναι τόσῳ δαψιλὴς εἰς τοὺς ὕμνους του ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὴν εἰς τοιαῦτα διαβήματα. Καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερεν, ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη καταφεύγουσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν παγίων χρεῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ Κοινοβουλευτικὰ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, διότι δὲν θέλει εὑρεῖ Ἐπιτροπὰς, αἵτινες καίουσι θυμιάματα εἰς τὰς Κυβερνήσεις διὰ παρόμοια κατορθώματα.
§81ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον τὸ δάνειον αὐτὸ, διατὶ δὲν τὸ ἐξέθετον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ὑπῆρχε μεγάλη ἀνωμαλία εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὡς ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000; Ναὶ μὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε Νόμον τοιοῦτον τότε καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ἀλλ’ ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι διὰ εἰσπράξεως χρημάτων ἐξ ἐσωτερικοῦ εἰς χαρτονόμισμα νέου δανείου θὰ πληρώσῃ τοὺς μετόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατὰ τὸν Ἰούλιον εἰς τὴν ἀγορὰν, ὑψώσασα τὴν τιμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 117 εἰς τὰ 123, ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁμολογιῶν δανείου τῶν 25 καὶ 4,000,000, τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν καὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἀντεμβάσματος αὐτῶν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁμιλῇ ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐξεδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἥτις δὲν ἐτελεσφόρησεν· ἐν Ἑλλάδι μάλιστα νομίζω ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ἐγγραφή. Ἐὰν δὲ οὐδεμία ἐγένετο ἐγγραφὴ εἰς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπεκδέχεται, ὅτι θέλει γενῇ ἐγγραφὴ εἰς τοῦτο τὸ δάνειον· διότι τοῦτο τὸ δάνειον δὲν συνομολογεῖται ἐπὶ ὅροις ὠφελιμωτέροις διὰ τὸν δανείζοντα τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, τοὐναντίον μετὰ τοῦ δανείου τούτου δὲν εἶναι συνδεδεμένη ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων. Μέχρι τοῦδε παρεστήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων ἦτο ἡ ὠφέλεια, ἡ καταστήσασα ἐφικτὴν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000· ἡ καταστήσασα αὐτὴν ἐφικτὴν παρὰ τοῖς τραπεζίταις, οὐχὶ παρὰ τῷ κοινῷ, διότι τὸ κοινὸν δὲν ἐνεγράφη. Ἤδη πάλιν πρὸς τοὺς τραπεζίτας ἀπετάθημεν, διότι εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ἣν εἴχομεν καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ὅτι δὲν ἦτο βεβαία ἡ ἐγγραφὴ τοῦ κοινοῦ. Ἐξασφαλίσαντες ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ, ὅπως πρότερον ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135,000,000, τὴν πραγματοποίησιν διὰ τῶν Τραπεζῶν, ἀφίνομεν εἰς ταύτας, ἐὰν θέλωσι, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Αἱ Τράπεζαι δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν· τοῦτο φαίνεται δεικνῦον, ὅτι δὲν ἔχουσιν αὗται ἐλπίδα περὶ τελεσφορήσεως τῆς ἐγγραφῆς καὶ ὅτι ὀρθὴ ἦτο ἡ σκέψις ἡ ἡμετέρα περὶ μὴ πραγματοποιήσεως τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὴν ὁποίαν ἴσως εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει, ὅτε προέβημεν εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν.
§83ΜΠΑΣΙΑΣ. Βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν προβαίνει εἰς πώλησιν εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, διότι δίδουσα χαρτονόμισμα καὶ λαμβάνουσα τόκον 6% ἐπ’ αὐτοῦ, προσπορίζεται μέγα κέρδος· τὸ κοινὸν ὅμως, ἐπειδὴ εἰσέπραξε πολλὰ χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 25, τῶν 6 καὶ τῶν 4 ἑκατομ., ἔχω πεποίθησιν, ὅτι κατὰ προτίμησιν ἤθελεν ἐγγραφῆ εἰς τὸ δάνειον τοῦτο ἀντὶ τῶν ποσοτήτων, ἃς ἠγόρασεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, ἢ τῆς ἀγορᾶς μεταλλικοῦ, ἣν ἔκαμεν εἰς ὑψηλὴν τιμὴν πρὸς τοποθέτησιν τῶν εἰσπράξεών του.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Δημόσιον, δανείζεται παρ’ ἰδιωτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς 6% ἡ δὲ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀκούω τώρα παρ’ ὑμῶν καὶ ἤκουσα πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὅτι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν ἔχει ἀξίαν ἐσωτερικὴν, ἡ θεωρία αὕτη θὰ καθίστα πᾶσαν σκέψιν περὶ συναλλαγῆς ἐν Κράτει, ἔχοντι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅλως ματαίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δίδει ἀξίαν νομίσματος εἰς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· δανειζόμενοι παρὰ τῶν Τραπεζῶν γραμμάτια, ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τόκον πρὸς 6 ἢ 7% πάλιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐννοεῖται, ὅτι αἱ ἀναλογίαι εἶναι αἱ αὐταί. Ἐὰν ἀνελαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τὸν τόκον εἰς μεταλλικὸν, τότε θὰ μετεβάλλοντο. Ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν ἔχῃ ἀξίαν, καὶ ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν, δὲν ἔχει ἀξίαν· ἐὰν δ’ ἦσαν ὀρθαὶ αἱ σκέψεις αὗται τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τοῦ τε ἄρτι καὶ τοῦ πρὸ αὐτοῦ λαλήσαντος, ἡ Τράπεζα πάντοτε ἤθελε δανείζει καὶ δὲν θὰ ἐδανείζετο· καὶ ὅμως ἀναγινώσκομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δέχεται δάνεια πρὸς 3, 5 καὶ 6% εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· αὐτὴ ἡ ἐκδοῦσα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δέχεται τραπεζικὰ γραμμάτια, δανειζόμενα πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ἀρκεῖται εἰς τοῦτο, ὅτι θὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πάλιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ δανείου τούτου εἶπον ἄλλοτε· ταύτας ἐπέκριναν ἤδη διάφορα ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰσὶ δὲ αἱ αὐταὶ περίπου μὲ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 μεῖον τοῦ ζητήματος τῶν ἀσφαλειῶν, αἵτινες ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ εἰσὶν ἀσυγκρίτως βαρύτεραι· συνδυάζων ὅμως τις τὸ δάνειον τοῦτο πρὸς τὸ ψηφισθὲν πρὸ ὀλίγου τῶν 10,200,000 καὶ πρὸς ὅσα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἐξάγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει διαθέσιμα τὰ 13,515,000 δραχ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ἀναγκαῖα νὰ δοθῶσιν ὡς ἐνέχυρον. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει συμπληρώσει δίδουσα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔντοκα γραμμάτια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λάβῃ παρ’ αὐτῆς γραμμάτια τραπεζικὰ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν 13,515.000. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσίς μου αὕτη δὲν ἦναι ἀκριβὴς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ τοῦτο. Τί δὲ ἐξάγεται ἐκ τούτων; ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ Νόμου προορισμὸν, ἀποτρέπονται αὐτοῦ καὶ λαμβάνουσιν ἕτερον, ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν· χρησιμοποιοῦνται πρὸς εὕρεσιν ἐνεχύρων, ἀναγκαίων διὰ τὴν συνομολόγησιν ἑτέρων δανείων. Τοιοῦτον προορισμὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων βεβαίως δὲν θὰ εὕρωμεν εἰς οὐδὲν Κράτος διαχειριζόμενον καλῶς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ. Τοιοῦτον κρίκον ἀλύσου οἰκονομικῶν συνδυασμῶν δὲν θ’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ Κράτη, ἅτινα θέλουσι νὰ ἔχωσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν εἰς κατάστασιν στερεὰν καὶ ἀσφαλῆ. Δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὰ Κράτη περιέρχονται πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μετατρέψωσιν εἰς πάγιον δάνειον τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐκ τῶν τακτικῶν αὑτῶν ἐσόδων. Δὲν γνωρίζω ὅμως Κράτος τι, ὅπερ νὰ χρησιμοποιῇ τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς εὕρεσιν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐνεχυρίασιν αὐτῶν διὰ τὴν σύναψιν νέων δανείων. Ἐὰν τοιοῦτόν τι θεωρήσωμεν ὡς τακτικὸν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φρ. καὶ ἰδίως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 αὐτοῦ, θὰ ἔχωμεν μίαν κλίμακα δανειστικῶν πράξεων καὶ συνδυασμῶν τοιαύτην, ἥτις δὲν ἠξεύρω ποῦ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Θὰ ἐκδίδωμεν ἔντοκα γραμμάτια, θὰ λαμβάνωμεν δι’ αὐτῶν τραπεζογραμμάτια, ἅτινα θὰ ὑποθηκεύωμεν εἰς Τράπεζάν τινα, ὅπως δανειζώμεθα χρήματα καὶ θεραπεύωμεν τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, πληρόνοντες διπλοῦς τόκους, τοὺς τῶν δανείων καὶ τοὺς τῶν ἐντόκων γραμματίων. Νομίζω, ὅτι ὁ τοιοῦτος προορισμὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων εἶναι κάκιστος· τοιοῦτος δὲ δίδεται διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ δάνειον, ὅπερ ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγου.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν, ὁποίαν φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτής· θὰ εἶχε τοιαύτην ἐπίδρασιν, ἐὰν τὸ Δημόσιον δὲν εἶχε σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσῃ ἔντοκα γραμμάτια. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον, ἔχον ἤδη πραγματοποιημένα ἔντοκα γραμμάτια ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ ἄλλα ἔτι ἓξ ἑκατομμύρια· ἐὰν πραγματοποιήσῃ τὰ ἓξ ταῦτα ἑκατομμύρια ὑπὸ τύπον ἐντόκων γραμματίων, ἢ ὑπὸ τύπον δανείου, ὁποῖον τὸ νῦν συνομολογούμενον, κατὰ τί τοῦτο θὰ ἔχῃ τὴν ἐπίδρασιν, ἣν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής; Σήμερον τὸ Δημόσιον δύναται ἄνευ τῆς ψηφίσεως νέου Νόμου νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἓξ ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραματίων, ὅσα ἂν θέλῃ, καὶ ἐὰν τὰ διαθέσῃ, τὸ ἐξ αὐτῶν χρῆμα δὲν θέλει ἀναπληρώσει ἔλλειμμα τῆς χρήσεως, ἀλλὰ θέλει ἀναπληρώσει προσωρινὴν ἀνεπάρκειαν τῆς διαχειρίσεως, διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν χρῆσιν, οὖσαν ἀρτίαν, ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως....
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόσῳ τὸ ἄθροισμα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν διαχειρίσεων τοῦ παρελθόντος καταλείπει κατάστασιν παθητικὴν, πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ διατεθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου θέλει χρησιμοποιηθῆ εἰς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου τῶν διαχειρίσεων. Παρετήρησέ τις τῶν κκ. Βουλευτῶν πρότερον, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 ἔπρεπε νὰ ἀρκέσῃ εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν διαχειρίσεων. Πόθεν ἀρύεσθε τοῦτο; Τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθουσῶν διαχειρίσεων θέλουσι καλυφθῆ διὰ δανείου ἴσου ποσοῦ. Ἐὰν τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἐπήρκει, τὰ πράγματα θὰ τὸ ἐμαρτύρουν· ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὑπάρχῃ ἐν τῷ γενικῷ ἀποτελέσματι τῶν διαχειρίσεων κενὸν, τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ ἄλλως ἢ διὰ τοῦ προϊόντος ἄλλου δανείου, τοιοῦτο δ’ ὑπάρχει τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων, εἴτε χρησιμοποιουμένων πρὸς τοῦτο αὐτουσίως, εἴτε μετατρεπομένων εἰς δάνειον χρεωλυτικόν. Περὶ τούτων ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ὤκνησε νὰ παρενείρῃ καὶ περὶ σπατάλης. Ἂν τὰ ἐλλείμματα τῶν διαχειρίσεων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὀφείλωνται εἰς σπατάλην, — τὴν λέξιν δὲν ἔῤῥιψα εἰς τὸ μέσον ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, — ἡ σπατάλη ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην ἐκείνου, διότι ἐκείνου τὴν σπατάλην πρόκειται νὰ ἀποτίσωμεν· ἡ σπατάλη ἀφορᾷ εἰς τὸ 1885. Πιθανὸν τὰ δάνεια τὰ ἐψηφισμένα νὰ ἦναι ἐπαρκῆ πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ αἱ θεωρίαι τῶν δανείων τίνα σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν ἡμετέραν πολιτικήν; Ἡ ἡμετέρα οἰκονομικὴ πολιτικὴ κρίνεται ἐκ τῶν χρήσεων, ἃς ἡμεῖς κανονίζομεν, διὰ ταύτας δὲ δὲν ζητοῦμεν δάνεια· εἰς τὰ δάνεια προσφεύγομεν, ἵνα καλύψωμεν ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος. Τίνος τὴν εὐθύνην βαρύνει τὸ παρελθὸν τοῦτο, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν· σήμερον ἐξετάζομεν, ἐὰν ἡ πρᾶξις, περὶ ἧς ζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἦναι δεδικαιολογημένη. Διὰ τῆς πράξεως ταύτης δὲν ζητοῦμεν νέον δάνειον, τρέπομεν ὑπάρχον δάνειον. Τρέπομεν τὸ δάνειον τὸ προσωρινὸν τῶν 25,000,000, τρέπομεν καὶ μέρος τῶν ἐντόκων γραμματίων· ἐὰν δὲν τὰ τρέψωμεν, δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἀλλὰ πρὸς τί θέλομεν τὰ διαθέσει; Ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἦναι ἄρτιος, βεβαίως δὲν θέλομεν τὰ διαθέσει ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, διότι τὸ ἄρτιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποκλείει τὴν ἀνάγκην δανείου πρὸς κάλυψιν ἐλλείμματος, ἀφοῦ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἀποδεικνύεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἄρτιος, ἕπεται, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρῆμα, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἀποτιθῇ δι’ αὐτοῦ, διατίθεται πράγματι εἰς ἀναπλήρωσιν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐνοήθησαν καλῶς τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000. Ὑπελήφθη, ὅτι καὶ τὸ ἓν νομοσχέδιον καὶ τὸ ἕτερον εἰσὶ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ λάβῃ χρήματα, διότι μέσα εἰσὶ τὰ νομοσχέδια ἢ οἱ Νόμοι περὶ δανείων, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ χρήματα. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δὲν εἶναι κυρίως Νόμος περὶ δανείου, εἶναι Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται νὰ κατορθωθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους νὰ πληρώσῃ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν εἰς χρυσὸν τοὺς διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους τούτου πληρωτέους τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων. Πῶς τοῦτο θέλει κατορθώσει ἡ Κυβέρνησις; Ἐνεχυριάζουσα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ λαμβάνουσα παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἐπιταγὰς πρὸς πληρωμὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσὸν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἀναλαμβάνουσα δὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσῃ μετὰ ἓν ἔτος εἰς χρυσὸν ὡσαύτως τὸ ποσὸν τῶν ἐπιταγῶν. Εἰς ποίας τιμὰς θέλει προμηθευθῆ μετὰ ἓν ἔτος τὸν χρυσὸν, ἵνα ἀποδώσῃ αὐτόν; Ὁ Κύριος γινώσκει. Ἡ ἐπιχείρησις εἶναι συμφέρουσα; εἶναι ἐπιζημία; Οὐδὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς. Ὅ,τι μόνον δύναμαι νὰ διακρίνω εἶναι, ὅτι φαίνεται συμφέρουσα τό γε νῦν ἔχον, διότι, ἐὰν ἐζητεῖτο σήμερον ὁ χρυσὸς νὰ ἀγορασθῇ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἡμῶν, ἤθελεν ἐπέλθει ὑπερτίμησις αὐτοῦ μεγάλη. Ἀλλ’ εἰς ποίαν κατάστασιν οἰκονομικὴν θέλει εὑρεθῆ ὁ Τόπος κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους, ὅτε θέλει ἐπέλθει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀγορᾶς ἢ εὑρέσεως χρυσοῦ πρὸς πληρωμὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ποσοῦ; Οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἓν πολιτικόν, ἀλλὰ μικρὸν κέρδος ἐκ τούτου, δηλαδὴ νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸ ἔτος 1888 τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν τότε θέλει πληρώσει, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἔξοδον τοῦ 1887, ἑπομένως νὰ παραστήσῃ ἐλάσσω τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ὑπόνοια αὕτη, διότι ἀνέγνων ἄρθρον τι, τὸ ὁποῖον εὗρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε συναινέσει τὴν πρώτην φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξαλειφθῇ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον· ἀλλὰ, μόλον ὅτι εἶχε συναινέσει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς, χθὲς εἶπεν, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ προτείνῃ ἄλλο, ἀντὶ τοῦ ἀπαλειφθέντος ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔμελλον αὖθις νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 αἱ δαπάναι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἂν καὶ δι’ αὐτῆς ἐκανονίζετο ἡ πληρωμὴ ἐξόδων τοῦ 1887. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· ὅταν κλείσῃ ἡ χρῆσις, θέλομεν ἰδεῖ τὸν Ἀπολογισμὸν καὶ θέλομεν ἰδεῖ ποῖα ἔξοδα ἀνεγράφησαν εἰς βάρος αὐτοῦ, καὶ, ἐὰν δὲν ἀναγραφῶσι τὰ ἔξοδα, ἅτινα πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι, καὶ παραλειφθῶσιν ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ 1887 ἐγγραφαὶ δαπανῶν, ἀνήκουσαι εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν συμβῇ νὰ ἦναι σύμφωνος, ἡ μειονοψηφία δὲν θέλει παραλίπει νὰ καταγγείλῃ τὸ πρᾶγμα. Μοὶ ἐγέννησε τὴν ὑπόνοιαν ταύτην καὶ ἄλλο τι συμβεβηκός. Ὅταν ἤχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς οἰκοδομὴν στρατιωτικῶν κτιρίων ἐν Λαρίσσῃ, ἡ πίστωσις αὕτη ἐχορηγήθη εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ἐνῷ αἱ οἰκοδομαὶ γίνονται διαρκοῦντος τοῦ 1887. Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης ἡ χρῆσις μὲν τοῦ 1887 ἀπηλλάσσετο βάρους, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς αὐτήν, ἐπεβαρύνετο δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1886, ἡ ὁποία προσήγαγε τὰ κατὰ τὸν κ. ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴν κλασσικὰ ἐλλείμματα. Ὡσαύτως καὶ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 τοιοῦτόν τι παρήχθη· διότι διά τινος τροπῆς κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 πιστώσεις, αἱ προωρισμέναι πρὸς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἄρτης εἶχεν ἄδικον νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000 ἐσκόπει νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διὰ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν νὰ ἀγοράσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ταῦτα νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς ἐνέχυρον εἰς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 10,200,000. Ἡ διαδικασία αὕτη μοὶ φαίνεται πολύπλοκος, διότι δύναται ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν τυγχάνουσι κατὰ τοὺς Νόμους προωρισμένα εἰς ἐγγύησιν δανείων, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Γράπεζαν τὰ πρὸς ἐνέχυρον ἀπαιτούμενα κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ δανείου 10,200,000 ποσὰ, τὰ δὲ ἔντοκα γραμμάτια νὰ δαπανήσῃ εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, περὶ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, τὸ σύστημα δὲ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν κρίκον αὐτῆς τῆς ἁλύσου, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ συνδυασμόν....
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτῆς τῆς συνδυαστικῆς ἁλύσου.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τὸν κρίκον αὐτῆς τῆς συνδυαστικῆς ἁλύσου, ἡ ὁποία ἐξέπληξε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις ἐν στιγμῇ ἐνθουσιασμοῦ συνεχάρη ἐπὶ ταύτῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω, διατὶ τὰ συγχαρητήρια ταῦτα ἐξηρέθισαν τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης. Τοῦτο δεικνύει, ὅτι ὑποθέτει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ συγχαίρηται διαρκῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος συνεχάρη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὸν κρίκον αὐτὸν τῆς συνδυαστικῆς ταύτης ἁλύσου, ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως πράττει, οὐδὲ νομίζω εὔλογον νὰ κινήσῃ τὴν περιέργειαν κατὰ τοῦτο, εἴτε τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, εἴτε τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος ἐμνήσθη τῆς φράσεως ταύτης τοῦ κ. Σιμοπούλου. Τὸ σύστημα τοῦτο, ἐκ πρώτης ἀπόψεως ἐξεταζόμενον, δύναται νὰ τέρψῃ τὸν ὀφθαλμὸν τοῦ θεωμένου αὐτό. Πότε ἐδανείσθητε ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ; Ἀπορῶ διατὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος δὲν μετῆλθε ταύτην τὴν φράσιν, ἵνα καταδηλώσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἐρωτῶντος. Ἐὰν ὅμως ἐξετάσητε τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ὑποθέσεως, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγανακτήσητε, ἐὰν σᾶς ἀπευθύνωσι τοιαύτας παρατηρήσεις. Ὁ Νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 δὲν εἶναι Νόμος περὶ δανείου 135,000,000, ἀλλὰ Νόμος περὶ δανείου 19,000,000 ἢ 20,000,000, διότι τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν πρὸς μετατροπὴν τοῦ κυμαινομένου χρέους, δὲν ἦσαν καταβολὴ κεφαλαίου, ἀλλ’ ἀπότισις καταβολῆς γενομένης πρὸ τεσσάρων ἐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν γενομένη, ὡς εἴρηται, καταβολὴ ἐστηρίζετο εἰς ἐνέχυρον ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τῶν ὁποίων ἡ ἀγοραία ἀξία δὲν ἦτο τοσοῦτον ἀσφαλὴς, ὥστε νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν πάσῃ στιγμῇ ἠδύναντο, ἐὰν ἤθελον, νὰ ἐκποιήσωσι ταύτας καὶ νὰ λάβωσι τὸ κεφάλαιόν των, οἱ δανεισταὶ εἶχον συμφέρον νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των, ὡς δανεισταὶ δανείου τόσῳ προνομιούχου, οἷον τὸ δάνειον τῶν 135,000,000. Ὅτε Συνάδελφός τις ἀνέμνησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς μεγάλας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἰς τοὺς πιστωτὰς παρέχει τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ἤτοι τὴν παραχώρησιν τοῦ ἐσόδου τῶν μονοπωλίων, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν παραχώρησιν τοῦ ἐσόδου τούτου, εἰσπραττομένου ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ βεβαιοῦν καὶ εἰσπράττειν τὸ ἔσοδον τοῦτο, ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἀδίκως ἐμνήσθημεν τῶν μεγάλων τούτων ἐγγυήσεων τοῦ εἰρημένου δανείου, διότι τῶν ἐγγυήσεων τούτων ἡ παροχὴ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Ἰδοὺ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, εἶπον, ἕτοιμον ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, χορηγοῦν τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων εἰς πολίτας. Ὑμεῖς, ἐλπίζω, ὅτι ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι ἦσθε μέλη τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1885, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον συνδέσει ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000, καὶ πρότασιν περὶ παραχωρήσεως τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις μοὶ συνέστησε στενῶς καὶ θερμῶς νὰ συνδέσω τὸ δάνειον ἐκεῖνο μὲ τὴν παραχώρησιν καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων. Καὶ ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων, ὡς βλέπετε, καὶ αὕτη ἦτο ἔκτοτε εἷς κρίκος μιᾶς συνδυαστικῆς ἁλύσου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπὶ τῷ κρίκῳ τούτῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐκφράσῃ ἄλλα συγχαρητήρια εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἐδίσταζον, καὶ ἐπειδὴ ἔγκειται εἰς τὰς ἕξεις μου νὰ προσέχω πολὺ εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ἂν καὶ ἡ πλειονοψηφία ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ μάλιστα εἷς τότε Βουλευτὴς μοὶ ἐφάνη θρηνῶν διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία ἠπειλεῖτο διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι, ἐὰν δὲν συνεδυάζετο τότε ἡ παραχώρησις τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων μετὰ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν χρήματα, ἄνευ δὲ χρημάτων δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν Μακεδονίαν, ἐγὼ ἐνέδωκα εἰς τὴν ἀξίωσιν ἐκείνην τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ἐγγύησιν, καὶ τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων. Ἀλλὰ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν τὸ ἐπραγματοποίησα. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι γνωστοὶ τραπεζῖται ἐν Ἀθήναις, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν πρέπει ἴσως νὰ μνημονεύσω, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες ὑποθέτουσι ποῖοι ἦσαν, συνῆλθον κατὰ πρόσκλησίν μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, προέβαλον δ’ εἰς αὐτοὺς πρότασιν, νὰ πραγματοποιήσωσι τὸ δάνειον τῶν 100,000,000, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐπετρέπετο, μοὶ ἀπήντησαν δ’ ὅτι πραγματοποιοῦσιν αὐτὸ προθύμως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διὰ τοῦ δανείου τούτου μετατροπῆς τῶν προκαταβολῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον ἐνεχυριασθῆ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς ὁποίας εἶχον οὗτοι ὡς ἐνέχυρον. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ προὐτείνετο τοῦτο κατὰ τὴν συνέντευξίν μου μετὰ τῶν τραπεζιτῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὑπὸ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, τοῦ ὁποίου θαυμάζω τὴν εὐφυΐαν, διότι ὁσάκις συνδιαλέγομαι μετ’ αὐτοῦ μοὶ συμβαίνει κακόν τι, νὰ καταλαμβάνωμαι κατόπιν ἀπὸ κεφαλαλγίαν, καὶ νὰ ἀναγκάζωμαι νὰ ἐξέρχωμαι εἰς τὸ ὕπαιθρον, διὰ ν’ ἀνανήψω, τὸ ὁποῖον μὲ πείθει ποίαν πρέπει νὰ ἔχω γνώμην περὶ τῆς μεγάλης αὐτοῦ εὐφυίας τῆς χρηματιστικῆς, ἀπετάθην τότε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπον αὐτῷ: «δηλαδὴ ζητεῖτε νὰ σᾶς καταστήσωμεν τὸ κυμαινόμενον πρὸς ὑμᾶς χρέος τοῦ Κράτους, χρέος προνομιοῦχον τοῦ Κράτους· ἀλλὰ τοῦτο θέλει σᾶς προσπορίσει μεγάλην ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν, ἀποδεχόμενος τὴν πρότασίν σας, θέλω παράσχει εἰς ὑμᾶς. Δι’ αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν, ποῖα κέρδη παρέχετε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον;» Ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν: «ἔχετε δίκαιον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ μὴ ἐρωτᾶτε ἐμὲ, ἐρωτήσατε ἐκεῖνον τὸν τραπεζίτην, ὁ ὁποῖος εἶναι χωμένος μέχρι λαιμοῦ εἰς τὰς προκαταβολὰς, διὰ τὰς ὁποίας χρησιμεύουσιν ὡς ἐνέχυρον αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000.» Οἱ τραπεζῖται λοιπὸν, ὡς βλέπετε, Κύριοι, οἱ ἀγοράσαντες τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, δὲν ἔπραξαν αὐτὸ, δι’ ὃν ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶπε λόγον, βαρυθυμῶν διὰ τὸ βάρος τῆς εὐγνωμοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῇ εὐποιΐᾳ των ταύτῃ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔλεγεν, ὅτι ἦτο μέγας ὁ πατριωτισμὸς τῶν τραπεζιτῶν, τῶν ἀγορασάντων τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ηὔχετο, ἵνα ἡ κατακαίουσα τὰ στήθη αὐτῶν φλὸξ κατασβεσθῇ. Βλέπετε, ὅτι, ἂν ἡ φλὸξ αὕτη ἦναι τοσοῦτον μεγάλη, καίει τὰ στήθη αὐτῶν, ἵνα ἐξυπηρετῶσι τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, διότι μεταβαλόντες τὰ τοιαύτην τραπεζικὴν ἀξίαν ἔχοντα δάνεια τῶν προκαταβολῶν των εἰς δάνειον προνομιοῦχον, ἐβελτίωσαν τὰ μάλιστα τὴν θέσιν των. Καὶ διὰ τίνος κατώρθωσαν τοῦτο θυσίας; Διὰ δύο μόνον θυσιῶν, Κύριοι: διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ἀναγκαίου χρυσοῦ πρὸς πληρωμὴν τοῦ δανείου τῶν 19 ἢ 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, καὶ διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ χρήματος τοῦ ἀναγκαίου πρὸς κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν πλοίων. Ἀλλὰ τὴν θυσίαν τὴν δευτέραν ἴσως ὑμεῖς πάντες, καὶ οἱ ὀλίγοι ἐπὶ τῶν θρονίων αὐτῶν καθήμενοι, καὶ οἱ πολλοὶ οἱ ἐπὶ τῶν θρονίων ἐκείνων καθήμενοι, ἴσως εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διατιμήσητε προσηκόντως, καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ συνειδήσει ἕκαστος νὰ διατιμήσῃ πόσον μεγάλη ἦτο ἡ θυσία τῶν δανειστῶν, νὰ ὑποσχεθῶσιν, ὅτι θέλουσι καταβάλει τὸ ἀντίτιμον τῶν θωρηκτῶν. Ἐὰν μάλιστα γνωρίζητε, ὅτι τινὲς τῶν δανειστῶν τούτων εἶναι καὶ μέτοχοι τῆς Ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν πλοίων, μεγαλειτέρα θέλει εἶναι ἡ εὐκολία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἕκαστος ἐξ ὑμῶν πρὸς διατίμησιν τῆς θυσίας ταύτης. Ἀλλὰ καὶ τὸ δάνειον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὸ δάνειον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ αὐτὸ εἶναι μετατροπὴ ἄλλου δανείου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε δανείσει τὸ Κράτος 2½ ἑκατομμύρια καὶ εἶχεν ἀναλάβει αὐτὴ νὰ εἰσπράττῃ τὰς ἐτησίας δόσεις τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, κατὰ ἕνα Νόμον τοῦ 1864. Ἡ εἴσπραξις ὅμως αὐτῶν εἶχε κατασταθῆ πολὺ δύσκολος, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία διὰ τοῦ μετατρεπομένου δανείου εἰσέπραττεν ἐτησίως τόκον, ἢ προσετίθη αὐτὸν εἰς τὸ κεφάλαιον, προθύμως, μοὶ φαίνεται, ἠδύνατο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν πίστωσίν της ταύτην διὰ τοῦ νέου δανείου, τὸ ὁποῖον ἔδωκε, δηλαδὴ ἀντὶ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ λάβῃ ἐπὶ τόκῳ 8%, νὰ λάβῃ ἴσον ποσὸν ὡς πραγματικὸν κεφάλαιον νέου δανείου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον θέλει ὑπολογισθῆ πρὸς 66% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ. Διὰ τούτου ἡ Κυβέρνησις δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ χρήματα, ἀλλὰ νὰ μετατρέψῃ ἓν παλαιὸν χρέος. Ὡσαύτως καὶ τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ 8,000,000 περίπου δι’ ἐντόκων γραμματίων, καὶ ταῦτα θέλουσιν ἐξοφληθῆ διὰ τοῦ δανείου τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον μετατρέπεται τὸ χρέος ἐκεῖνο. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει λάβει οὔτε ἐκ τοῦ πόρου τούτου χρήματα. Τὸ δάνειον τῶν 15,000,000 ἴσως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς δάνειον γενόμενον πρὸς ἐξόφλησιν μικροῦ τινος χρέους τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐξωφλεῖτο κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς μελέτας περὶ ἐλλειμμάτων, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὁποίων προθύμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος δὲν καθυστέρησε παντάπασι νὰ ἐπαναλάβῃ, ὅτι τὰ χρέη ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς παλαιὰς διαφόρους χρήσεις καὶ διαχειρίσεις τοῦ παρελθόντος. Ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ ἐκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα βλέπομεν συνομολογούμενα νῦν, γίνονται διὰ νὰ καλύψωσιν ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὁμιλῶν περὶ σπατάλης, κατὰ τὸ παρελθὸν λαβούσης χώραν, ἠρέθισε κἄπως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὗτος δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ ἐπιτιμήσῃ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, ὡς ὑποστηρίξαντα δῆθεν Κυβέρνησιν σπατάλης κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἴσως ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία εἶχε διαπράξει τὴν σπατάλην, ἦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885. Ἀλλὰ μόλις αἱ φράσεις αὗται ἐξέφυγον ἀπὸ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων αὐτοῦ, ὠπισθοχώρησε καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν λέγει, ὅτι ὑπῆρξε σπατάλη, ἀλλ’ ὅτι ἦσαν ἐλλείμματα ὅλων τῶν παρελθόντων Ὑπουργείων· εἷς δὲ Βουλευτὴς ἀνήγαγεν αὐτὰ μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ μακαρίτου Παλαμήδου. Τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα ἐχρησίμευσαν δυστυχῶς κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἶχε λόγον, προβληθέντα εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις, ἡ συνομολογήσασα τὸ δάνειον, ἔπεισε τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν παροχὴν εἰς τὸ Κράτος 12,000,000 πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, τὴν παροχὴν μεγάλου ποσοῦ διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι λόγοι ἦσαν σημαντικοὶ, ὥστε ἔπρεπε τῳόντι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ ἔχῃ μέγα θάῤῥος, ἵνα μὴ εἴπω τόλμην, ὅπως ἀντείπῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Τίς δύναται ν’ ἀντείπῃ, καὶ νὰ μὴ δώσῃ ψῆφον, ὅταν πρόκηται περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμῳ, ἢ περὶ διεκδικήσεως τῶν προαιωνίων πόθων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἢ διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἀνακουφίσῃ τὸ ἐμπόριον; Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, εἰμὴ τόσον ποσὸν, ὅσον διετέθη πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ χρήματα πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων ἐπληρώθησαν εἰς ἐλλείμματα τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884, τὰ δὲ χρήματα τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἐπληρώθησαν εἰς ἐλλείμματα τῶν αὐτῶν διαχειρίσεων. Καὶ ἐπειδὴ ἦσαν τὰ ἐλλείμματα τόσον μεγάλα, καὶ δὲν ἐπήρκεσαν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν οὐδὲ τὰ χρήματα τὰ προσδιωρισμένα διὰ ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, οὐδὲ τὰ προωρισμένα εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἑτέραν ἀνάγκην, νὰ συνομολογήσῃ σειρὰν κυμαινομένων χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἕλκη οἰκονομικὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὰ δὲ κυμαινόμενα χρέη, τὰ συνομολογηθέντα ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε συνομολογηθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀνέβαινον εἰς 50,000,000. Καὶ διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τοὺς δανειστὰς, οἵτινες κατέβαλον ἐπὶ προθεσμίᾳ ἑξαμήνῳ καὶ ἐνεαμήνῳ τὰς προκαταβολὰς ἐκείνας, ἐδώκαμεν εἰς αὐτοὺς ὡς ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην παρηκολούθησεν ἄλλη, δι’ ἧς τὰ κυμαινόμενα ἐκεῖνα χρέη ἠθέλομεν μεταβάλει εἰς μόνιμα, πρὸς τοῦτο δὲ συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000. Καθὼς δὲ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἐχρησίμευσε μόνον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν καὶ αἱ προκαταβολαὶ, οὕτω καὶ διὰ τὴν μετατροπὴν τῶν προκαταβολῶν συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, τὸ δ’ ὑπόλοιπον μέρος αὐτοῦ εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, διότι ἔλλειμμα ἦτο τὸ δάνειον τῶν 19,000,000. Ἑπομένως τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι συνωμολογήθη πρὸς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἢ καὶ τοῦ 1886, εἰμὴ τόσον, ὅσον ἦτο τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἐπληρώθη δι’ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρὸς τοῦτο διετέθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 19,000,000, διότι τὸ ὑπόλοιπον καὶ αὐτοῦ ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν πληρωμὴν ἐλλειμμάτων ἄλλων ἐτῶν πρὸ τοῦ 1885, ὡς εἰς τοιοῦτον ἔλλειμμα ἀνταποκρίνονται αἱ προκαταβολαὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἀληθῶς αἱ διαχειρίσεις τοῦ 1885 καὶ 1886 κατέλιπον ἐλλείμματα, καὶ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μοὶ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ ἐνθυμίσω εἰς ἐκείνους τῶν κκ. Βουλευτῶν, οἵτινες ἦσαν μέλη τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ὅτι ἡμεῖς, εἰσαγαγόντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, προείπομεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 μικρότερον μὲν, διότι δὲν εἶχον ἔτι παρασταθῆ τὰ ἔκτακτα συμβάντα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἧς ἕνεκα τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ὑπερηύξησαν· ἑπομένως οὐδόλως παράδοξον, ἂν τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 8,000,000, τὰ διατεθέντα, ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐλόγως ἀντεῖπεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας. Βεβαίως ἀνωμαλία εἶναι, νὰ γίνεται χρῆσις τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς πληρωμὴν χρεῶν, καὶ νὰ ἐκτρέπωνται ἀπὸ τοῦ ἀληθοῦς αὐτῶν προορισμοῦ, ὡς εἶναι ἀνωμαλία νὰ διατίθηνται ταῦτα εἰς πληρωμὴν μονίμου ἐλλείμματος, νὰ μετατρέπωνται δ’ ἔπειτα εἰς χρέη, εἴτε κυμαινόμενα, ὑπερβαίνοντα τὴν προθεσμίαν τοῦ ἔτους, εἴτε καὶ μόνιμα. Ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται τὸ 1885. Ὅτε ἐπετράπη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων, ταῦτα προσδιωρίσθησαν εἰς 3,000,000, καὶ προὐτάθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ προβαλόντος τὸ νομοσχέδιον, ὡς λόγος, ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, οἵτινες λέγονται ἄγονοι, καὶ θέλουσιν ἐξοφληθῆ διὰ τοῦ περισσεύματος τῶν ἑπομένων μηνῶν, οἱ ὁποῖοι λέγονται γόνιμοι. Ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν ἐζητήθη αὔξησις τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ προσετέθησαν ἕτερα τρία ἑκατομμύρια· τὸ ποσὸν δὲ τούτων ἐπὶ μᾶλλον ηὔξησε μέχρι τοῦ 1880, ὅτε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τότε ἀναβὰς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἔλαβεν ἀπὸ τὰς Τραπέζας τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν πληρώσει εἰς αὐτὰς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ δι’ αὐτῶν ἐξώφλησε τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τότε ἔντοκα γραμμάτια, περιορίσας τὸ ποσὸν εἰς 4,000,000. Λοιπὸν 4 ἑκατομμύρια ἐντόκων γραμματίων εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦ 1885· ἀλλὰ τότε, ἐπὶ τῇ προτάσει μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ 10,000,000 ἐντόκων γραμματίων, διότι ὑπῆρχε γνωστὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, προσδιωρισμένον τότε εἰς 11,000,000. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκρίθη ὡς πρόχειρον μέσον πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 14 ἑκατομμυρίων διέθηκε μέρος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μὲ διεδέχθη κατὰ τὸ 1886 καὶ ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 διεχειρίσθη πάντας τοὺς μῆνας, πλὴν τεσσάρων, τὸν ὁποῖον ἑπομένως βαρύνει ἡ διαχείρισις τοῦ 1886. Ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα πληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα, καὶ ἠναγκάζετο νὰ διαθέσῃ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐπροτάθη. Μίαν παρατήρησιν μόνον ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω. Ἐὰν μετετρέπομεν εἰς πάγιον τὸ χρέος πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ 2,500,000, τὸ ὁποῖον εἴχομεν συνομολογήσει ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἀγοραστῶν τῶν φθαρτῶν κτημάτων, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸν Νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· διότι, ἂν ὁ Νόμος ἐκεῖνος δὲν καταργηθῇ, ἐνδέχεται διάδοχος Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ αὖθις νέον δάνειον μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐνεχυριάσῃ πάλιν ὁμολογίας ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν ἄνευ τῆς γνώσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας νὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ δανείζηται. Ἐπίσης, ἐὰν μετετρέπομεν εἰς μόνιμον χρέος τι κυμαινόμενον, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τοὺς Νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνομολόγησιν τοῦ κυμαινομένου τούτου χρέους. Τοῦτο ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος πληροῦται ὑπὸ τόσων εὐοιώνων ἐλπίδων, βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1887 θέλει ἔχει ἰσοζύγιον συντετελεσμένον, καὶ ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὸ 1888 μὲ ἀναπεπταμένα ἱστία, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ μέριμναν περὶ τοῦ παρελθόντος· οὕτω δὲ παρέστησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1888 μία ἀνησυχία θέλει ταράξει τὴν ἠρεμίαν αὐτοῦ, πῶς νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔσοδα τῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους ἀγόνων μηνῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἐζήτησε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1888 νὰ ἐκδώσῃ ποσόν τι ἐντόκων γραμματίων. Δὲν συμβουλεύω ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι μὲν οἱ Νόμοι, δυνάμει τῶν ὁποίων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἔντοκα γραμμάτια μέχρι τοῦ ποσοῦ 14,000,000, νὰ δοθῇ δὲ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ ποσὸν ἐντόκων γραμματίων τοσοῦτον, ὅσον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν πενιχρότητα τῶν ἐσόδων τῶν ἀγόνων μηνῶν. Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης; Εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Οἱ ἄγονοι μῆνες κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς γονίμους, παρίστων ἔσοδα πολλῷ ὑποδεέστερα, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ πλεῖστον τῶν φόρων ἦτο ἄμεσοι ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μετεβλήθη ἡ φορολογικὴ νομοθεσία, καὶ τὰ ὀγκωδέστερα τῶν ποσῶν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους εἰσπράττονται νῦν ἐξ ἐμμέσων φόρων, οὗτοι δὲ εἰσπράττονται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, μόνοι δὲ οἱ ἄμεσοι φόροι εἰσπράττονται κατὰ τοὺς γονίμους μῆνας. Ὁ φόρος τῶν ζώων εἰσπράττεται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου· ὁ φόρος π. χ. τῶν οἰκοδομῶν, καίτοι δὲν γνωρίζω ποίας προθεσμίας θέλει προβάλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη, ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτοῦ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας φόρους τῶν οἰκοδομῶν τῶν τεσσάρων παρελθόντων ἐτῶν, ἐν γένει ὅμως τοῦ φόρου τούτου μία δόσις εἰσπράττεται τὸν Μάρτιον. Ὥστε τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον διαφέρουσι νῦν τὰ ἔσοδα τῶν ἀγόνων μηνῶν πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν γονίμων, εἶναι μικρόν· π. χ. εἶναι τὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος πληρονόμενα ἐξαγωγικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 4,000,000 ἢ 5,000,000. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύο ἑκατομμύρια ἀρκοῦσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐσόδων ἑκάστου τῶν ἀγόνων μηνῶν. Ἐπειδὴ δὲ τοιοῦτοι θεωροῦνται οἱ πρῶτοι τέσσαρες μῆνες, πρέπει νὰ προβλέψωμεν περὶ 8,000,000, τὰ ὁποῖα ἀρκοῦσιν. Ἑπομένως ἀντὶ 14,000,000 ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ, πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐκδίδῃ μόνον 8, καὶ νὰ καταργήσωμεν τούς τε ὑπάρχοντας περὶ ἐντόκων γραμματίων Νόμους καὶ τὸν Νόμον περὶ δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι θεωρίαι, αἱ περὶ δανείων βραχυπροθέσμων καὶ μικρῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν περίοδον δὲν πρέπει ν’ ἐπηρεάσωσι τὴν Κυβέρνησιν· παρακαλῶ δὲ τοὺς προβαλόντας αὐτὰς, νὰ μὴ μεταλάβωσι παντάπασι θάῤῥος ἐκ τῶν εὐοιώνων ἐλπίδων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀποκατέστησε τὸ ἰσοζύγιον, οὐδὲ νὰ μένωσιν ἀμέριμνοι περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι μαστίζουσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ ἐρευνήσωμεν, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀποφύγωμεν τὰ δάνεια κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὸ ὡρισμένας περιστάσεις. Ἂν γενῇ δυνατὸν διὰ δανείων νὰ μετατρέψωμεν τὰ ὑπάρχοντα πάγια δάνεια τοῦ Κράτους ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, ἤθελον συγχαρῆ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἤθελε τὸ κατορθώσει. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ αὐτὸς ὁ κρῖκος τῆς συνδυαστικῆς ἁλύσου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐξοικονόμησις τοῦ χρυσοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν ληξιπροθέσμων τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δημοσίων χρεῶν δίδει θάῤῥος τι εἰς τοὺς συναλλαξαμένους μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὸ θάῤῥος αὐτὸ θέλει χρησιμεύσει μόνον, ἵνα δυνηθῶσι ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὸ φορτίον, τὸ ὁποῖον ἐπεκάθησεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Ὅτε διεδόθη, ὅτι ἐγένετο νέον δάνειον μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, τὰ κεφάλαια κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ φόβου, καὶ ἂν τώρα προσεφεύγομεν, ἵνα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας πορισθῶμεν χρήματα διὰ δανείου, ὁ φόβος ἤθελε μεταβληθῆ εἰς πανικόν. Ὥστε ἡ ἐξεύρεσις τοῦ δανείου, τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887, κατὰ τοῦτο εὐκολύνει ἡμᾶς, ὅτι θέλει εὐκολύνει τοὺς δανειστὰς ἵνα τοποθετήσωσι τινὰς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Ἀλλὰ δὲν ἐλπίζω, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐφετηρία τῆς συνδυαστικῆς ἁλύσου τοῦ κ. Σιμοπούλου. Τὸ εὔχομαι, καὶ ἤθελον συγχαρῆ πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὴν τὴν ὑπάρχουσαν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ὅπως μετατρέψῃ τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου εἰς δάνειον μέγα, ὑπὸ ὅρους συμφέροντας. Ἔχω ἀρκετὸν θάῤῥος καὶ εἰλικρίνειαν, ἵνα ἐξηγῶ τὰς γνώμας μου, καὶ ἀρκετὴν δύναμιν ψυχῆς, ἵνα ὑποτάξω τὰ συμφέροντά μου εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον· ἐὰν διαμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐλπίδων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας δίδει, ὅτι τὸ 1887 θέλει λήξει μὲ ἰσοζύγιον, δὲν τὸ πράττω ἵνα δυσφημίσω, τὸ πράττω μετὰ τῆς λυπηρᾶς πεποιθήσεως, ὅτι, ἂν σφάλλῃ λέγων ταῦτα, καὶ ἂν ἐκ πλάνης λέγῃ ταῦτα, μεγάλη θέλει ἐπέλθει ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως μεγάλη ἐπῆλθε ζημία ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε κατὰ τὸ 1882, 1883, 1884, 1885. Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ἐκ συνδυασμῶν χρηματιστικῶν, ἢ ἐκ συνδυασμῶν ἐγγραφῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους, νὰ παριστῶσιν ἐκ τῆς χρήσεως ἔτους τινὸς, ὅτι κατέληξαν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι εὔκολον, ἔξοδα τοῦ 1887 ν’ ἀπωθήσωσιν εἰς τὸ 1886, ἄλλα εἰς τὸ 1888, τινὰ δὲ καὶ νὰ μὴ πληρώσωσι, καὶ νὰ παρουσιασθῶσιν οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 ἀνώτερα τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους, ἀλλὰ δὲν βελτιοῦται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Δύνανται νὰ παρηγορήσωσι πρὸς ὥραν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι λόγον, ἀλλὰ θέλει ἀνατείλει ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι καὶ οὗτοι ἰδεῖ τὴν ἀλήθειαν καὶ θέλουσιν ἐκπλαγῆ, ἀλλὰ δὲν θέλουσιν ἔχει πλέον ἄλλο δικαίωμα παρὰ νὰ λυπηθῶσι, διότι ἐπίστευσαν εἰς τὰς κενὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας τοῖς ἔδιδον.
§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐκδρομὴν τοῦ προαγορεύσαντος ἐπὶ τὸ παρελθὸν, διότι ἡ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος συζήτησις οὐ μόνον εἶναι ἐξηντλημένη, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐξηντλήθη ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ. Ἂν δὲ, μὴ ἔχων σπουδαῖόν τι νὰ εἴπῃ, ὑπέλαβεν εὔκαιρον νὰ εἰρωνευθῇ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν νομίζω ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον ν’ ἀπαντήσω, ἀφοῦ αἱ εἰρωνεῖαι αὐτοῦ οὐδ’ εὐφυολογίαν ἐνεῖχον. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐζήτησα νὰ τὸν διακόψω, καὶ δι’ ὃν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν διασκέδασιν τῆς ῥιφθείσης ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπονοίας περὶ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τῶν 20,100,000, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἀτόπως ἡ δαπάνη ἐπὶ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888. Λυποῦμαι, διότι ὁ προαγορεύσας διετέλεσεν ἐπὶ πολὺ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ γινώσκει, ὅτι ἐξ ὑπαρχῆς εἰς τὰ δάνεια τῶν 120,000,000 καὶ τῶν 17,000,000 ἐπεκράτησεν ἡ λογιστικὴ τάξις, ὥστε ἡ δόσις ἡ χρεωλυτικὴ, ἡ ὀφειλομένη κατὰ τὸ βʹ ἑξάμηνον, νὰ καταλογίζηται εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ὑπέστη ἤδη τὸ βάρος δύο χρεωλυτικῶν δόσεων, καὶ δὲν πρέπει κατὰ τὴν κρατήσασαν τάξιν νὰ ὑποστῇ καὶ τρίτην. Πέποιθα κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτε οὐδέποτε ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου τινὸς σκοποῦ, οὔτε ἦτο δυνατὸν εἰς ἄνθρωπον καλῶς γινώσκοντα τὰ οἰκονομικὰ νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη ὑπόνοια, καὶ νὰ τὴν μεταδώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§94ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί παρεδέχθη! Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.