1887.11.25
1,996 rows · 15,676 words · 135 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1887
(Τετάρτη).
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὀρθῶς, ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν κατέθεσα τὰ ἔγγραφα διότι ἐπερίμενα νὰ τυπωθῶσιν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ, διορθούμενα οὕτως, ἐπικυροῦνται. Ὑποβάλλεται ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἐξέλεγξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42).
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παράπονα ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἦναι ὁ ἐργάτης τῆς καταστάσεως, ἣν θ’ ἀνακοινώσω, καὶ ὅτι, ἅμα ὡς λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, θὰ περιστείλῃ τὸ κακόν. Ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους λαμβάνω ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἀναγγέλλεται, ὅτι αἱ ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν φθάνουσιν ἕως ἐκεῖ, καὶ ὅτι, ἐὰν φθάνωσι, φθάνουσιν ἀτάκτως. Εἰς τὰς Καλάμας π. χ. ἀντὶ 75 λεπτῶν ἐζήτουν ν’ ἀγοράσουν τὴν «Πρωΐαν» καὶ δὲν εὕρισκον. Ἐπίσης τὸ «Ἐθν. Πνεῦμα» δὲν φθάνει ἐκεῖ, ἐνῷ τακτικῶς παραδίδοται ἐνταῦθα εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον Ἔχω δεύτερον παράπονον. Οἱ ἀστυνόμοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα, ἂν θέλῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, παραδίδω ἐγγράφως, ἐμποδίζουν τοὺς πωλητὰς παῖδας νὰ φωνάζωσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐφημερίδων καὶ τοὺς κτυποῦν, τινὰς μάλιστα καὶ ἐφυλάκισαν. Οὕτω, ἀφοῦ ἕνεκα τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τῆς ἐνταῦθα Ἀστυνομίας παρεμποδίζεται ἡ κυκλοφορία τῶν ἐφημερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἱ ἰδέαι ἡμῶν δὲν κυκλοφοροῦσιν ἢ διὰ τῶν ἐφημερίδων τῆς Συμπολιτεύσεως, αἵτινες καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γινόμενα διαστρέφουσιν, ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν. Ἡ «Ἐφημερὶς» λ. χ. τοῦ κ. Κορομηλᾶ, ἡ ὁποία θεωρεῖται σπουδαία, ἔχουσα προθέσεις ἐναντίον μου, γράφει, ὅτι ἐγὼ χθὲς ἐζήτησα συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὅτι ὡρκίσθην, ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐνοχλήσω πλέον. Μεταβάλλει πᾶσαν ὁμιλίαν μου διὰ τρόπου σκανδαλώδους. Ἔκαμον παρατηρήσεις πρὸς τὸν συντάσσοντα τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, εἰπών: «Δυνατὸν νὰ ἔχῃς ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ θέλῃς τὴν ἀφοσίωσίν σου νὰ ἐκδηλοῖς, παραμορφῶν τὰς ὁμιλίας μας, ἀλλ’ οὕτως ἐξερεθίζεις τοὺς ἀφωσιωμένους καὶ ἀγαπῶντας ἡμᾶς, οἵτινες ἴσως θελήσωσι νὰ δείξωσιν, ὅπως αὐτοὶ αἰσθάνονται, τὸν ζῆλον αὐτῶν ὑπὲρ ἡμῶν· ἴσως συμβῶσι δυσάρεστα, ἅτινα δὲν ἐπιθυμοῦμεν καὶ δι’ ἃ τότε ἀδίκως θὰ θεωρῆτε ἡμᾶς ὑπαιτίους.» Ὁμοίως δὲ πράττουσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἐφημερίδες. Πρὸς δὲ παρ’ ἐλπίδα εἶδον καὶ αὐτὴν τὴν φιλικήν μου «Νέαν Ἐφημερίδα» ἀνακριβῶς ἐκθέσασαν, ὅσα εἶπον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ συμβαίνῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία ἐκ μέρους τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τῆς Ἀστυνομίας.—Ἐὰν δὲ ἐξακολουθοῦν οἱ πρακτικογράφοι τῶν διαφόρων ἐφημερίδων νὰ παραλλάσσωσι τὰ παρ’ ἡμῶν λεγόμενα, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαίτερον θεωρεῖον δημοσιογράφων· καὶ τὸ λέγω μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν, χωρὶς νὰ φοβηθῶ διὰ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον θὰ μοῦ κινήσουν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες, ὅτι, ὅταν αἱ ἐφημερίδες δὲν ἀναγράφουν πιστῶς καὶ ἀκριβῶς τὰ λεγόμενα, πρέπει νὰ κλεισθῇ τὸ θεωρεῖον αὐτό.—Ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ παραπονά μου, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ αὐτὰ καὶ θεωρηθῶ ὡς παρεμβάλλων προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἔχω καὶ ἄλλα ἀκόμη παράπονα νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἷς καφφεπώλης Ἀντωνίου, συμπολίτης μου, ἔχων τὸ καφφενεῖον αὑτοῦ ἀπέναντι τῆς Ἀστυνομίας, εἰς τὴν συνοικίαν Πλάκας, ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ ὅ,τι ἐγὼ τῷ συνέστησα, καὶ νὰ μὴ πράξῃ ὅ,τι τῷ ἔλεγον τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας, καὶ οὕτως ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τοῦ κυρίου Φιλήμονος. Αὐτὸ ἦτο ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας καὶ ὁ δυστυχὴς δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ μετέλθῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Ἀπὸ χθὲς τὸν ἠμπόδισαν νὰ ἐκθέσῃ τὰς τραπέζας του εἰς τὴν πλατεῖαν, σήμερον δὲ, ἐπειδὴ δύο πελάται τυχαίως ἔλαβον τὰ καθίσματα καὶ ἐκάθησαν ἔξω, ὥρμησαν ἀμέσως οἱ κλητῆρες καὶ τὸν ἐκακοποίησαν. Ἐπίσης χθὲς ἅμαξα μετὰ φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤρχετο ἐκ διασκεδάσεως χάριν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς· ὁ ἁμαξηλάτης ἦτο γνωστὸς ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἐπειδὴ αὐτοὶ ἐτραγῴδουν, τοῦτο ἐθεωρήθη ἔγκλημα καθοσιώσεως, τοὺς συνέλαβον, τοὺς ἔδειραν καὶ ἀκόμη τοὺς ἔχουν εἰς τὴν φυλακήν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν θὰ σᾶς ἦναι εὐχάριστον, ἐρχόμενοι ἡμεῖς εἰς τὴν Ἐξουσίαν ποτὲ, νὰ πράξωμεν τοῦτο εἰς τοὺς φίλους σας. Φρονῶ, ὅτι μετεβλήθησαν αἱ Ἀθῆναι εἰς τόπον ἐγκλημάτων, τῆς Διοικήσεως πρωταγωνιστούσης, ὥστε θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ πολῖται ν’ ἀμύνωνται κατ’ αὐτῆς. Βεβαίως θὰ συνέβαινεν εἰς Ζωοδόχον Πηγὴν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ῥῆξις αἱματηρὰ, ἐὰν δὲν ἐτύγχανον ἐκεῖ· καὶ ὅμως ἐθεωρήθην ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς ἐφημερίδας ὡς μεταβὰς ἐκεῖ διὰ νὰ διαταράξω τὴν τάξιν. Εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγὴν συνηντήθησαν τὰ δύο διαμαχόμενα μέρη καὶ ἐπευφήμουν. Πολυουδάκης τις, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀστυνομίας, ἐπυροβόλησεν, ὅπως διασκορπίσῃ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Φιλήμονος, διότι ἐπεκράτουν· τὸν κατεδίωξαν οἱ πολῖται καὶ ἐσώθη καταφυγὼν εἰς τὴν οἰκίαν Πετσάλη. Ἡ ἀστυνομία ἐθεᾶτο ἀμέριμνος. Ἡ ὑπεροχὴ τῶν Φιλημονιστῶν ἀνησύχησε τοὺς κυβερνητικοὺς ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέτρον τι. Πρὸς τοῦτο προὐκλήθη σκοπίμως λογομαχία μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῶν κομμάτων, καὶ εὗρε πρόφασιν ἐπεμβάσεως ἡ Ἐξουσία· ἔσυραν λοιπὸν τὰ πολύκροτα οἱ κλητῆρες, καὶ ἐὰν δὲν ἐτύγχανον ἐκεῖ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἱματηραὶ σκηναὶ ἤθελον ἐπακολουθήσει. Τί ἤθελεν ἡ Ἀστυνομία ἐκεῖ ἔνοπλος; τίς τὴν ἐκάλεσεν; ἐκινδύνευεν ἡ τάξις; Ἡ οἰκία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ γειτνιάζει μετὰ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἥτις καὶ ἦτο περιφρουρημένη ἀπὸ ὁλόκληρον οὐλαμὸν ἱππέων χωροφυλάκων καὶ πεζικοῦ· ἠδύναντο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην νὰ καταφθάσουν ἐκεῖθεν καὶ προλάβουν πᾶσαν τῆς τάξεως διατάραξιν. Τί ἤθελε λοιπὸν ἡ Ἀστυνομία ἐκεῖ; Ἡ παρουσία της ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅστις ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον κ. Ναύτην καὶ ἐπέτυχε, ν’ ἀποβάλῃ ἐκεῖθεν τὸν ἀστυνόμον Νικολάου. Ἐξ ἑνὸς ἡ Ἀστυνομία διὰ τῶν ἐκνόμων αὐτῆς ἐνεργειῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ βραδύτης, μεθ’ ἧς προέβαινεν ἡ ψηφοφορία, ἠπείλουν τὴν τάξιν καὶ τὸ νόμιμον ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,—καὶ λέγω θερμῶς, διότι ἐγὼ πονῶ τοὺς φίλους, μὲ τοὺς ὁποίους συνεργάζομαι, καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ὑποστηρίζουν, τοὺς πονῶ περισσότερον ἐμαυτοῦ, καὶ δὲν φοβοῦμαι νὰ μὲ εἴπωσι δημοκόπον, λέγοντα ταῦτα, διότι αὐτοὺς δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τοὺς ἐνθουσιάσω· εἶναι τόσον ἐνθουσιασμένοι, ὥστε δύνανται ν’ ἀποθάνωσιν ὑπὲρ ἐμοῦ μειδιῶντες, καὶ τὸ ἀπέδειξαν, διότι μόλις οἱ κλητῆρες ἐπρότειναν τὰ περίστροφα, μὲ τὴν φωνήν μου ἐξεδίωξα τοῦ τόπου τὴν ἔνοπλον ταύτην σπεῖραν,—παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ παραστάσεις εἰς τὸν φίλον μου κ. Στάϊκον, νὰ τὸν καταστήσῃ προσεκτικὸν διὰ τὴν ἀγρίαν ταύτην κατάστασιν τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως μὴ ἐπακολουθήσωσι λυπηραὶ σκηναί.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁσάκις μοὶ ἀπευθύνεται παράπονον περὶ ἐλλείψεων ταχυδρομικῶν, εἴτε περὶ μὴ τακτικῆς διανομῆς τῶν ἐφημερίδων, εἴτε δι’ ἄλλο τι, φροντίζω νὰ ζητῶ ἀμέσως πληροφορίας ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις, ὁπουδήποτε πληροφορηθῇ ἀταξίαν τινὰ περὶ τὰ καθήκοντα τῶν κατὰ τόπους ταχυδρομείων, ἀμέσως ἐνεργεῖ, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην διόρθωσιν. Ἐὰν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἦναι ἀκριβῆ, δηλαδὴ ἐὰν τοῦ τὰ παρέστησαν ἀκριβῶς, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ διορθωθῶσιν ἀμέσως. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο γεγονὸς, ὅτι ἐμπόδισαν τὰ παιδιὰ νὰ λέγουν τὰ ὀνόματα τῶν ἐφημερίδων, θέλω ἐξετάσει καὶ θέλει τιμωρηθῆ ὁ κλητὴρ, ἐὰν ἔκαμε τοῦτο· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία, καὶ ἄλλο τι θὰ συμβαίνῃ. Πρὸ πολλοῦ δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως ἀπηγορεύθη εἰς τοὺς πωλητὰς τῶν ἐφημερίδων νὰ λέγωσιν ἄλλο τι παρὰ τὸ ὄνομα τῆς ἐφημερίδος, καθότι συμβαίνει νὰ προσθέτωσι καὶ ἄλλας λέξεις καὶ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο ἐνοχλητικαί. Τὸ παρελθὸν Σάββατον οἱ πωληταὶ τῆς «Παλιγγενεσίας», τῆς ὑπουργικωτέρας τῶν ἐφημερίδων, συνελήφθησαν, διότι προσέθετον καὶ κἄτι τι ἄλλο εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἐφημερίδος. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε διὰ τὰ συμβάντα ἐδῶ ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας, ἐπειδὴ καὶ χθὲς ἀνεφέρθησαν, δὲν ἔλειψα νὰ ἀπαιτήσω ἔγγραφον ἔκθεσιν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Διευθυντοῦ περὶ τούτου. Μὲ εὐχαρίστησίν μου δ’ ἤκουσα βεβαιούμενον ἐδῶ χθές, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Στάϊκος ἠδύνατό ποτε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μίαν ἐπίσημον ἔκθεσίν του μὴ ἀκριβῆ...
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν» (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας). Ὁ κ. Στάϊκος μὲ ἐπεφόρτισε νὰ ζητήσω κατηγορηματικῶς, ποῖον ἀστυνομικὸν ὄργανον, διαρκούσης τῆς ἐκλογῆς, ἐπενέβη, ὅπως εἴτε παρακινήσῃ, εἴτε βιάσῃ τινὰ, εἴτε κωλύσῃ τινὰ νὰ ψηφοφορήσῃ....
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Νικολάου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπεπέμφθη ἀπὸ τὸν κ. Ράλλην.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἠθέλησε νὰ θίξῃ τὰ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Τί συνέβαινεν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκλογῆς ἐκεῖ, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι ἐπεθύμουν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην, νὰ ὑπάγω νὰ ἴδω, γινώσκω ὅμως, ὅτι μακρόθεν παρερχόμενος ἐκεῖθεν, ὡς περιῆλθον εἰς ἄλλα τμήματα χάριν περιεργείας,—διότι καὶ ἐγὼ, παλαιὸς ἀγωνιστὴς εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀρέσκομαι νὰ τὰ βλέπω,— εἶδον ἐκεῖ μεγάλην συνόστισιν κόσμου. Οἱ ἐπιτετραμμένοι νὰ τηρῶσι τὴν τάξιν ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἔχουν ἐκεῖ παρατεταγμένην δύναμίν τινα. Ἐπιστεύετο, ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο οἱ λεγόμενοι Νεγρισταὶ θὰ εἶχον μεγάλην πλειονοψηφίαν· ἐλέγετο δὲ καὶ ἐπιστεύετο καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οἱ Φιλημονισταὶ ἐνήργουν ἐκεῖ, ὅπως ψηφίσουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτεροι, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅσον ὀλιγώτεροι ψηφίσουν εἰς αὐτὸ τὸ τμῆμα, τόσον ὀλιγωτέρας ψήφους θὰ ἔχουν κατά. Βραδέως ἐπροχώρησεν ἑπομένως ἡ ψηφοφορία. Ἡ βραδύτης αὕτη ἐπῆλθεν ἀπὸ ἐμπόδια ἔξωθεν καὶ ἀπὸ ἐμπόδια ἔσωθεν. Τὰ ἔξωθεν βεβαίως δὲν ἦλθον ἀπὸ μέρους τῆς Ἐξουσίας, διότι ἡ Ἐξουσία ἦτο ἐκεῖ διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύγκρουσιν, ἀφοῦ ἦσαν ὡπλισμένοι ἐκεῖ οὐ μόνον ἑτεροδημόται, ἀλλὰ καὶ ἑτεροεπαρχιῶται. Ἡ βραδύτης ἐπῆλθε καὶ ἕνεκα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἤθελε δῆθεν νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβέστατα τὸν κατάλογον, καὶ ἐβράδυνεν. Ἠξεύρω δὲ, ὅτι πλεῖστοι ἐκλογεῖς βαρυνθέντες ἔφυγον καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν. Ὅτι δὲ ἠμποδίσθησαν πλεῖστοι νὰ ψηφίσουν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐκ 2,400 ἐκλογέων τοῦ τμήματος ἐκείνου δὲν ἐψηφοφόρησαν, μ’ ὅλον ὅτι παρετάθη ἡ ψηφοφορία μέχρι μεσονυκτίου, παρὰ 1200....
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐφέτος ἐψηφοφόρησαν περισσότεροι παρὰ ἄλλοτε.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Στάϊκος σᾶς ἐβεβαίωσεν αὐτό; Ἐψηφοφόρησαν 120 περιπλέον παρὰ εἰς τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογήν.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ διακόπτετε· δὲν ἀπαντῶ εἰς διακοπάς. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Ἀστυνομία καυχᾶται,—καὶ νομίζω, ὅτι τῇ ἀνήκει τὸ καύχημα τοῦτο,—ὅτι, βοηθηθεῖσα ἀπὸ τοὺς φρονίμους πολίτας ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, καίτοι τόσον πεισματωδῶς διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ, κατώρθωσεν ὥστε νὰ μὴ συμβῇ οὔτε ἓν ῥάπισμα, νὰ μὴ συμβῇ παραμικρὰ ταραχὴ, τοὐλάχιστον καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, καὶ διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ὡς πανήγυρις, ὡς νὰ ἤμεθα εἰς τὴν ἑβδομάδα τῆς Λαμπρᾶς. Ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς ἀνθρώπους του, νὰ μὴ πάθωσι, τουτέστιν, ὅτι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως. Τὸ παραδέχομαι, διότι παραδέχομαι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι γεγονός, γεγονὸς ἐπίσης μαρτυρούμενον τρανώτατα εἶναι, ὅτι ἄλλοι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς προσεπάθησαν διὰ παντὸς μέσου τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς νὰ τὴν κάμωσιν ἡμέραν στάσεως. Δὲν κρύπτονται αἱ ἀγορεύσεις ἀπὸ τὰ παράθυρα, ἀπὸ τοὺς ἐξώστας. Δὲν κρύπτονται αἱ ἐφημερίδες. Δὲν συνέβη δὲ τίποτε, διότι, ἐπαναλέγω, οἱ φρόνιμοι πολῖται,—καὶ αὐτοὶ εἶναι ὁ τρισμέγιστος ἀριθμὸς ἐκ τῶν δύο μερίδων,—συνηνώθησαν εἰς τὸ νὰ τηρήσουν τὴν τάξιν. Ἐὰν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐσεβάσθησαν τίποτε ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ σέβηται ὁ ἐλεύθερος πολίτης, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ στήνουν ὑψηλὰ, ἐὰν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἐξακολουθῶσιν ἀκόμη τὸ ἔργον των, διότι δι’ αὐτοῦ ἐλπίζουσιν, ὅτι κἄτι θὰ ὠφεληθῶσιν, ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ καθήμενοι, ἂς μὴ τοὺς δώσωμεν τὸ θάῤῥος, ὅτι θὰ εὕρουν ἐδῶ ἀπὸ τὸ βῆμα ὑποστήριξιν. Εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, οἱ ἔντιμοι πολῖται, οἱ φιλήσυχοι, οἱασδήποτε πολιτικῆς ἰδέας, ἂς μείνωσι βέβαιοι, ὅτι ἡ Ἐξουσία θὰ εὑρεθῇ πάντοτε ἑτοίμη νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ εἰς τὴν ἡσυχίαν των, εἰς τὸ ἔργον των, εἰς τὴν εἰρηνικὴν ἐργασίαν των.... Τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον σημείωσιν ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι τὸν ἀνήλικον τοῦ Πολιουδάκη ὑπῆγαν νὰ τὸν προσβάλωσιν οἱ Ζαχαῖοι. Ἠμπορεῖ ἡ Ἐξουσία νὰ ἐπιτρέψῃ τὰ τοιαῦτα; Ἀπό τινος, ἐπαναλέγω, ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς ἐθεωρήθη ὡς ἡμέρα, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀλλάξῃ τὴν ὄψιν τῆς Πολιτείας, κατὰ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπηνίττετο ἕκαστος. Ἡ τάξις ἐτηρήθη χάριν τῶν τιμίων καὶ ἡσύχων πολιτῶν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων καὶ χάριν τῆς ἀμερολήπτου στάσεως τῆς Ἐξουσίας. Ἡ τάξις αὕτη θὰ τηρηθῇ, διότι αὐτοὶ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν αὐτὴν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τόσον πεισματώδους ἐκλογῆς, καὶ ἡ Ἐξουσία θὰ ἦναι πάντοτε ἡνωμένοι, διὰ νὰ τηρήσωσιν αὐτήν.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε γεγονὸς ἐπισήμως καὶ ἐν τῇ ἰδιότητι τῆς Ἀρχῆς, ἣν ἐκπροσωπεῖ, ὅπερ, ἂν ἦναι ἀληθὲς, εἶναι γεγονὸς ἐγκληματικόν. Προκαλῶ αὐτὸν νὰ εἴπῃ, ὁποῖα μέτρα διοικητικὰ ἢ δικαστικὰ ἔλαβε κατ’ ἐκείνων τῶν ἀτόμων, τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἅτινα ὑπηνίχθη, καὶ παρ’ ὧν, ὡς λέγει, ἠπειλήθη ἡ ἔννομος τάξις. Βεβαίως δὲν θέλει ἀπαντήσει καὶ δὲν θέλει δυνηθῇ νὰ κατονομάσῃ ὡρισμένα πρόσωπα, διότι, πρὸς τιμὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐχὶ χθές, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις ἀκόμη χείροσιν ἐποχαῖς, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ διαταράξῃ τὴν ἔννομον τάξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐτυχῶς περιωρίσθη λέγων, ὅτι αἱ πράξεις αὗται, αἱ ἀπειληθεῖσαι, δὲν ἠπειλήθησαν ὑπὸ ἀτόμων ἐντὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων. Εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν ἐπιείκειαν. Ἐν τούτοις διαψεύδω ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ γεγονὸς τοῦτο. Δὲν λέγω, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς συκοφαντεῖ,—διότι οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ συκοφαντῇ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν—ἴσως εἶναι ἔνοχος πλάνης, ἢ ἀπάτης, ἣν παρασκεύασαν εἰς αὐτὸν οἱ θεράποντες αὐτοῦ. Ποῖον ὅμως ἆρά γε ἐννοεῖτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς; Μὴ τυχὸν ἐννοεῖτε τὸν κερδήσαντα Δήμαρχον; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αἱ συκοφαντίαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπόστασίν τινα ἀπέναντι ἑξακισχιλίων ψήφων ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, ἐργατῶν, ἐπιστημόνων καὶ λογίων, οὐχὶ δὲ ἀγραμμάτων ἀνθρώπων, ὡς ὠνόμασε τοὺς ἐκλογεῖς τῶν Ἀθηνῶν μίσθαρνον ὄργανον τοῦ τύπου τῆς Κυβερνήσεως; Ἐσυνειθίσατε ἐν τῇ συκοφαντίᾳ ἐκ τῆς νεότητος ὑμῶν, καὶ ταύτην ἀναγάγετε εἰς σύστημα. (Θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἦσθε μετριώτερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ὕβριν ἐννοῶ νὰ εἴπω κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν ὡς ἄτομον καὶ σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι, καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας καὶ λόγῳ τοῦ παρελθόντος· ὅταν ὅμως λέγῃ, ὅτι ἔλαβον χώραν ἐγκληματικαὶ πράξεις, ἂς δὲν εἶναι ἱκανὸς ἀμέσως νὰ ἀποδείξῃ, εἶναι συκοφάντης, κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον, οὐχὶ μόνον αὐτὸς, ἀλλ’ οἱοσδήποτε τοιαῦτα λέγων. Μὴ λοιπὸν ἐννοεῖτε τὸν ἐπιτυχόντα Δήμαρχον; Ἀλλ’ εὐτυχῶς τοῦ ἐπιτυχόντος Δημάρχου τὰς ἀγορεύσεις ἐκ τῶν διαφόρων ἐξωστῶν καὶ ἐξεδρῶν, ὡς εἰρωνικῶς ἠθελήσατε νὰ εἴπητε, ἐδημοσίευσαν τὰ ὑμέτερα πληρονόμενα ὄργανα τοῦ Τύπου (θόρυβος). Πληρόνονται καὶ πληρόνονται ἁδρῶς. Ἢ νομίζετε, ὅτι Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ θὰ τοὺς φοβηθῶσιν, ὅταν κάθηνται ἐκεῖ ἐπάνω καὶ σατυρίζωσι τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν; Τὴν σημασίαν τῶν φύλλων τούτων ἀπέδειξεν ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν ἐκόλλησεν αὐτὰ τὴν Δευτέραν εἰς τὰς οὐρὰς τῶν ἀλόγων, τὴν ἀπέδειξεν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ, τοῦ μᾶλλον ἐλευθέρου, τοῦ μᾶλλον πεφωτισμένου, τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ἢ νὰ προσβάλῃ τὴν ἀξίαν τοῦ Τύπου· ἀλλὰ Τύπου ἀληθοῦς καὶ ἐντίμου, διευθυνομένου παρὰ γνωστῶν πολιτῶν, ἐντίμων οἰκογενειαρχῶν, οὐχὶ δὲ παρ’ ἀνθρώπων μισθωθέντων ἐκ τῶν περάτων τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἀσίας. Ὅταν ἀναλογισθῶ τίνες κάλαμοι ἄλλοτε διεχειρίζοντο τὸν δημοσιογραφικὸν κάλαμον, φρικιῶ βλέπων τίνες σάτυροι σήμερον, ὡς ἄλλοτε ὠνομάσθησαν, ἐννοοῦσι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἢ νομίζουσιν, ὅτι τοὺς φοβούμεθα; Τοὺς περιφρονοῦμεν, ὡς «πωλημένους καὶ ἀγορασμένους» εἵλωτας. Γνωρίζω ὁποίων ὕβρεων ἀντικείμενον θέλω κατασταθῆ τὴν αὔριον πρωΐαν. Ἀλλ’ ἀπαντῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ χιλιάδες τῶν ψήφων, αἵτινες ἀπὸ ἑπταετίας μὲ ἀποστέλλουσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἀδιακόπως, εἴτε μὲ τὴν στενὴν, εἴτε μὲ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, πολεμούμενον πάντοτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· οὔτε ἔχω ἀνάγκην, οὔτε ἐγώ, οὔτε ἄλλος τις ἐκ τῶν ἐντίμων Συναδέλφων, νὰ ἀντλήσωμεν ὑπόληψιν καὶ τιμὴν ἐκ τοιούτων ἀνθρώπων. Ὁ Δήμαρχος λοιπὸν ὁ ἐπιτυχὼν, ἐὰν τοῦτον ἐννοῆτε, οὗτος ἐμάχετο ἐκ τοῦ ἐξώστου τοῦ ἐκλογικοῦ κέντρου ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως· τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅσα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐκλογήν, εἴτε ἐκ τῶν οἴκων αὐτῶν, εἴτε ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ κέντρου, συνέστησαν καὶ ἐτήρησαν τὴν τάξιν. Ποῖος ἆρά γε ἄλλος ἠγόρευσεν ἐξ ἐξώστου, ἢ ἐξέδρας, ὃν σήμερον θέλετε νὰ ὑπαινιχθῆτε; Ὀνομάσατε αὐτόν· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς τὸν ὀνομάσητε, θέλετε βεβαίως λάβει ἀπάντησιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἣν ἐγὼ ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ἔδωκα πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ὠχυρώθητε ὄπισθεν ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, βεβαιοῦντος πράγματα ἐξ ἰδίας ἆρά γε ἀντιλήψεως; Οὐχί. Ἐν ἀρχῇ τοῦ ἐγγράφου λέγει ῥητῶς ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι τὰ συμβάντα ἐν τῷ πέμπτῳ τμήματι, τῷ ἀστυνομικῷ, ἔχουσιν ὡς ἀφηγήθη αὐτὰ ὁ Ἀστυνόμος τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ἀλλὰ πόθεν γνωρίζει τοῦτο; Ἐνήργησεν ἆρά γε ἀνακρίσεις; Παρέστη ἐπὶ τόπου; Οὐχί· γνωρίζει αὐτὰ ἐξ ἐκείνου, ὃν ἡμεῖς κατηγοροῦμεν καὶ ὅστις εἶναι ἐντελῶς ἀναξιόπιστος.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω, ἂν διεπεραιώθη ἡ ἀνάκρισις.
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπερατώθη, οὔτε ἐκλήθησαν οἱ κατηγορούμενοι ἐνώπιον Δικαστηρίου διὰ βουλεύματος ἢ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα ὑμῶν πίπτει, ὅπως ἔπεσεν ἡ δῆθεν λαϊκὴ δύναμις ὑμῶν. Ἀλλὰ ποίαν, παρακαλῶ, πληροφορίαν ἐκομίσατε εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Γεωργίου Μερτρούδ, ὃν κατήγγειλα ἐνώπιον ὑμῶν, ὡς τραυματίσαντα ἐπικινδύνως εἰς τὸν ὀφθαλμὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, τὸν Κωνσταντῖνον Ζήσην; Οὐδεμίαν. Ἐφρικίασα σήμερον τὴν πρωίαν, ὅτε εἶδον τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ἰατροῦ, περιγράφουσαν τὸ τραῦμα τοῦ δυστυχοῦς τούτου ἀνθρώπου....
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἴσως εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι, αὐτὸς εἶναι ὁ Περιβολαράκης. Καὶ ὅταν ἀκούω τὴν αἰτιολογίαν ὑμῶν περὶ Περιβολαράκη, ἐνθυμοῦμαι τὴν αἰτιολογίαν ἁπλῶν τινων κατηγορουμένων, οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ δικαιολογήσωσι τὰ τραύματα τοῦ παθόντος, δικαιολογοῦνται, ὅτι ὁ παθὼν ἔπεσε δῆθεν χαμαὶ καὶ ἐτραυματίσθη. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, ἐρωτῶ ἤδη, ἐκ πτώσεως νὰ συμβῶσι τόσα τραύματα, ἅτινα ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Ράλλη καὶ ἐμοῦ, ἰδόντων τὸν ταλαίπωρον ἐκεῖνον ἄνθρωπον; Ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, Κύριοι, ὡμοίαζεν ὡς κοπανισμένον κρέας πρὸς τὰ ὄπισθεν, οἱ βραχίονες μέλανες ἐκ τῶν τραυμάτων, αἱ κνῆμαι αὐτοῦ μελανώτεραι ἐκ τῶν μαστιγώσεων. Ἔπεσεν ὁ παθών! Βεβαίως πρέπει νὰ ἀπολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ κατηγορούμενος· συστρεφόμενος δὲ καὶ μὴ δυνάμενος νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ὀνύχων τῆς ἀληθείας, εὑρίσκει μίαν σανίδα σωτηρίας, τὴν τῶν ἁπλῶν κατηγορουμένων· ὁ παθὼν ἔπεσεν! Ὅτι δὲν ἔπεσε, θέλομεν ἀποδείξει αὐτὸ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου διαδικασίας, ἐν ᾗ θέλει παρασταθῆ ὁ παθὼν ὡς ἰδιώτης κατήγορος, οὐχὶ, διότι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, (διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀμερόληπτος καὶ δραστήριος ὁ ἀνήρ,) ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν δίκην ταύτην ἐκείνην τὴν σημασίαν, ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἐκλογικὸν ἔγκλημα. Ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἀντὶ νὰ συντελέσητε εἰς τὸ νὰ κοπάσωσι τὰ ἐκλογικὰ πάθη, προσπαθεῖτε ἀκόμη νὰ ἀπειλήσητε. Τίνας ἀπειλεῖτε; Καὶ ποῖον δικαίωμα καὶ ποίαν δύναμιν ἔχετε σήμερον, ἵνα ἀπειλῆτε; Ἐκεῖνα, ἅπερ ὁ προαγορεύσας ἐκ Μεσσηνίας ἔντιμος βουλευτὴς ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀνώτερα πάσης ἀμφισβητήσεως. Δὲν ἐτηρήσατε, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑμεῖς τὴν τάξιν· ἡμεῖς καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν ἐτηρήσαμεν αὐτὴν, καὶ ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε τοῦτο. Ἐὰν ἔχητε ὑπόληψιν εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἐρωτήσατε αὐτὸν ὁποίους ἀγῶνας κατέβαλε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ κκ. Πετροπουλάκαι καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ, ἵνα τηρήσωμεν τὴν ἔννομον τάξιν, ἔξωθεν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς· τὴν ἔννομον τάξιν ὑμεῖς προσεπαθήσατε νὰ διαταράξητε, διότι συνεκεντρώσατε ἐκεῖ ὅλην τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῶν Ἀθηνῶν, ὑπασπιστὰς τοῦ Ἀρχηγοῦ, Μοιράρχους, ὑπασπιστὰς τῶν Φρουράρχων, δὲν ἠξεύρω τίνας ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους, τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἔφιππον παρὰ τὰς κλίμακας τῆς Ἐκκλησίας, ἀστυνόμους, χωροφύλακας, κλητῆρας, ἰατρὸν τῆς Ἀστυνομίας, ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας ἁρπαχθέντα ἐκ τοῦ λαιμοῦ καὶ τιναχθέντα ἔξω τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας· καὶ οὗτος ἦτο ὁ ἰατρὸς κ. Πετούσης. Συνεκεντρώσατε ἐκεῖ ὑπαλλήλους δημοσίους, οἷος ἦτο ὁ νομάρχης κ. Δούκας, περὶ οὗ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι διευθύνει τοὺς ἁμαξηλάτας τῆς ἀγορᾶς, καὶ ὅστις μετεκλήθη ἐνταῦθα πρὸ τινῶν ἡμερῶν, λόγῳ δῆθεν ὑπηρεσίας, βεβαίως ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ ἀμοιβὴ τοῦ ἀνδρός. Οὐχὶ, δὲν ἦσαν λόγοι τῆς ὑπηρεσίας οἱ καλέσαντες αὐτὸν ἐνταῦθα. Ὁ Κύριος αὐτός, ὅστις δύναται νὰ ἦναι ἐντιμότατος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα, ἦλθεν ἐνταῦθα, μετέβη εἰς τοὺς κυριωτέρους ἐκ τῶν διευθυντῶν τῶν ἁμαξηλατῶν, παρεκάλεσεν, ἐν ὀνόματι τῶν ἀναμνήσεων, ἃς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ὡς διατελέσας ἄλλοτε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὑπεσχέθη, παρεκάλεσε, πάντα τὰ μέσα μετεχειρίσθη. Ποίαν λοιπὸν ὑπηρεσίαν εἶχεν ὁ Νομάρχης αὐτὸς ἐδῶ; Νὰ τὴν εἴπητε. Ποίαν ὑπηρεσίαν εἶχον οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ οἱ γραφεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πρωτοδικείων, οὓς ἐν σωρείᾳ ἐκομίσατε εἰς τὰς Ἀθήνας ἐκ τῶν περάτων τοῦ Κράτους; Λυποῦμαι τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν θέλω νὰ καταγγείλω τὰ πρόσωπα αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει δημότης Ἀθηνῶν, ὢν ὑπάλληλος ἔξω τῆς πόλεως, ὃν νὰ μὴ ἐφέρατε εἰς Ἀθήνας. Καὶ πάντας τοὺς συνεσωρεύσατε πρὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ λέγετε κατόπιν, ὅτι οἱ φίλοι ἡμῶν ἠπείλησαν τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ μάλιστα ἐκεῖ. Ὀνομάσατέ τους· ἐνόσῳ δὲν τοὺς ὀνομάζετε, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν λέγετε πράγματα ἀκριβῆ.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, τὸν ταγματάρχην Στάϊκον, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος μου πολὺ, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ ἰδιαζόντως, νὰ διαψεύσω. Ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, δὲν εἶναι ἀληθὴς, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ σταματήσω ἕως ἐδῶ χάριν αὐτοῦ. Δὲν ἀρκεῖ, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι μᾶς ἠπειλήσατε τὴν ζωὴν ἐν τῇ Ζωοδόχῳ Πηγῇ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἠθελήσατε νὰ μεταβάλητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, ὅπως τὸ μετεβάλετε ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καλλιφρονᾶ, Σούτσου καὶ Συγγροῦ, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι προτιθέμεθα νὰ διαταράξωμεν τὴν τάξιν. Μᾶς καταγγέλλετε ὡς ἀνατροπεῖς, σεῖς, οἱ ἀληθεῖς σκαπανεῖς κατὰ τῶν καθεστώτων. Σεῖς οἱ ὁποῖοι ἠπατήσατε τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη φρονεῖ κατ’ αὐτοῦ τὰ ἔσχατα, διὰ νὰ λάβητε τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε, διὰ νὰ προκαλέσητε τὰς ἐν τῷ οἴκῳ σας ἐπισκέψεις τοῦ ὑψίστην κατέχοντος θέσιν ἄρχοντος· σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπείσατε τὸν Βασιλέα νὰ περιέρχηται τὴν Εὐρώπην, νὰ πλέκῃ στεφάνους ὑπὲρ ὑμῶν καὶ νὰ ἐκτοξεύῃ μύδρους ἐναντίον ἡμῶν· σεῖς, οἵτινες ἐπολιορκήσατε τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα πείσητε τὴν Βασιλείαν, ὅτι κινδυνεύει, σεῖς εἶσθε οἱ ἀληθεῖς ἐργάται τῆς ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων. Σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐξήρχετο, ὅτε ἐπολιορκεῖτε τὰ Ἀνάκτορα, ἠθέλετε ἰδεῖ ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους ἐσυκοφαντήσατε. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ πατήρ μου εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς ἑδραιώσεως τοῦ συνταγματικοῦ θρόνου—καὶ τὸ γνωρίζετε—ἐναντίον τῶν ἐνεργειῶν σας. Τοιαύτας παραδόσεις ἔχω καὶ θὰ τὰς τηρήσω, καὶ θ’ ἀντιταχθῶ καθ’ ὑμῶν καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, ὅταν πεισθῶ, ὅτι ἐπιορκεῖ καὶ ἐν γνώσει ἐργάζεται κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἐτηρήσαμεν τὴν τάξιν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ κατηγγείλαμεν ἐνώπιον τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ τὴν πολιτείαν τοῦ ἐπιβληθέντος συστήματος ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν. Εἶπον, ὅτι τρίτην ἤδη διερχόμεθα περίοδον πάλης κατὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Ἐπεδράμετε κατὰ τὸ 21, ὅτε ἐπάλαιον οἱ ἡμίθεοι πατέρες ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος, καὶ ἐῤῥίψατε τὴν δᾷδα τῆς διχονίας καὶ μικροῦ δεῖν κατεστρέφετο τὸ μέγα ἔργον. Ἐπανήλθετε μετὰ ταῦτα διὰ τοῦ αὐτοχθονισμοῦ καὶ ἑτεροχθονισμοῦ, καὶ ἐζητήσατε νὰ διατηρήσητε τὴν ἀνακτηθεῖσαν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἀνετράπητε, διότι ὁ Τόπος καὶ τὸ δίκαιον ἐνίκησαν. Ἠδικήσατε τὸν Μεταξᾶν, τὸν Κωλέττην, τὸν Παλαμήδην, τὸν Βούλγαρην, τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ τοὺς λοιποὺς, τοὺς μαχομένους ὑπὲρ τοῦ Τόπου. Ταῦτα εἶπον ἐγὼ ἐκ τοῦ συνεντευκτηρίου τοῦ Φιλήμονος ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὑπενθυμίζων τὴν ζῶσαν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Τὴν τρίτην περίοδον τοῦ συστήματος διερχόμεθα ἤδη. Θὰ νικήσωμεν, διότι μαχόμεθα μάχην ἀληθῆ, δικαίαν, πατριωτικήν. Μία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν· σεῖς ἔχετε χρῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν ἡμεῖς, καὶ διὰ τούτου κρατεῖσθε εἰσέτι· ἄλλως, θὰ σᾶς εἴχομεν συντρίψει, καὶ ἠθέλετε φύγει, ὅπως ἐφύγετε ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον καὶ μετέβητε ἀντιπρόσωποι εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὅπου ἦσθε πρὸ τοῦ 21 ὑπάλληλοι ἐμπορικοῦ καταστήματος. Ἡμεῖς δὲν συνωμοτοῦμεν κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι προσεφέραμεν τὰ πάντα εἰς τὸν βωμὸν αὐτῆς, καὶ πονοῦμεν αὐτὴν καὶ ἔχομεν νὰ χάσωμεν· ζητοῦμεν νὰ τρέψωμεν ὑμᾶς εἰς φυγήν, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα μας. Μὲ ὅλον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον διαθέτετε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θὰ σᾶς νικήσωμεν, διότι ἡ μάχη, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν, εἶναι ἱερά. Ἀμυνόμεθα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ καταστρέψητε. Δὲν ἐζήσατε ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, δὲν εἰργάσθητε δι’ αὐτόν· πάντοτε ἦσθε εἰς τὰ ξένα καὶ πάντοτε τὸ κακὸν ἐπράξατε· μὲ ὅλην δὲ τὴν δύναμιν τῶν ξένων, ἐξεδιώχθητε τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τολμᾶτε σεῖς, νὰ κατηγορήσητε ὑμᾶς, ὡς ἐπαναστάτας κατὰ τῶν καθεστώτων!... Καθ’ ὑμῶν ἐπαναστατῶμεν, ἵνα σώσωμεν τὴν πατρίδα, καὶ εὐχαριστῶ διότι μὲ ἐφέρατε εἰς θέσιν ν’ ἀναμνήσω εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὴν ἱστορίαν αὐτῶν. Νομίζετε ὅτι θὰ περιορισθῶ καταγγέλλων τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ θὰ κλείσω τὴν συζήτησιν διὰ τοιούτων μικρῶν παραπόνων; Ὄχι· θὰ θέσω τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φύσει. Σεῖς συνωμοτεῖτε κατὰ τοῦ Βασιλέως, οἱ ὁποῖοι σκανδαλωδῶς ζητεῖτε νὰ παραχωρήσητε μέρος τῆς περιουσίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ προεκαλέσατε τὴν πάλην μεταξὺ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἐπισύρητε τὴν ἀποστροφὴν τοῦ Τόπου κατ’ αὐτοῦ. Ὑμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ μὴ δώσητε τὴν Μανωλάδα, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῆς Βασιλείας. Σεῖς συνωμοτεῖτε κατὰ τοῦ Βασιλέως, οἱ ὁποῖοι εἰς ἁπλᾶς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, πολιορκεῖτε τὰ Ἀνάκτορα, ὡσὰν ὁ Βασιλεὺς νὰ ἦναι ξένος τις κατακτητής· σεῖς, ἀποστέλλοντες μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ φίλους ὑμῶν εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ἵνα γράφωσιν, ἑκάστοτε παριστῶντες ἡμᾶς ὡς συνωμότας κατὰ τοῦ Βασιλέως διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ συνωμοσία ὡς ἀληθὴς κατέστη γνωστὴ καὶ μέχρι τῆς Εὐρώπης. Καταγγέλλοντες ἡμᾶς πρὸς τὸν Βασιλέα, μᾶς ἀναγκάζετε ν’ ἀντιταχθῶμεν καθ’ ὑμῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς συνωμόται, ἀλλὰ σεῖς. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπινόημα, καὶ αὐτὴν τὴν τακτικήν, καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας σας τὰ ἀνετρέψαμεν ἤδη, καὶ σᾶς ἀπεγυμνώσαμεν, καθορίσαντες τὴν θέσιν σας ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Οἱ φίλοι ὑμῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπὸ τοὺς ἐξώστας μᾶς κατήγγελλον ὡς ἐπαναστάτας, σεῖς δὲ διὰ τοῦ Τύπου ὑβρίζετε τοὺς ἀγωνιστάς, ἡμᾶς δὲ ὡς ἀνθρώπους πτωχούς. Πτωχοὶ μὲν, ἀλλὰ τίμιοι καὶ πατριῶται. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ ἐν Ἀθήναις σᾶς ἀπήντησε διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὑτοῦ: «δὲν σᾶς πιστεύω· σεῖς εἶσθε οἱ ἐπαναστάται, καὶ ἡμεῖς ἐνισχύομεν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Τόπου, τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἔννομον τάξιν». Τί ἐζήτουν τὰ στρατεύματα εἰς τὴν Ζωοδόχου Πηγὴν καὶ ἡ Ἀστυνομία ἔνοπλος; Ἐζήτουν νὰ προκαλέσωσιν ἡμᾶς εἰς ῥῆξιν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι μετέβημεν ἡμεῖς ἔνοπλοι ἐκεῖ, ἵνα εἰς πρώτην ἀφορμὴν διαταραχθῇ ἡ τάξις, φρονοῦντες, ὅτι ἤθελον μᾶς προκαλέσει εἰς τοῦτο, γνωρίζοντες τὸ εὐερέθιστον ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἤμην ψυχρὸς, διότι περὶ ὑψίστων μετέβην ἐκεῖ ὑποθέσεων. Ἀγνοεῖτε πάντες, ὅτι εἶμαι ἐκ τῆς συνοικίας ἐκείνης, διότι ἐν Νεαπόλει εἶδον τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ βίου μου, καὶ ἔχω γνωριμίας καὶ φιλίας, καὶ μετέβην ἐκεῖ, ἵνα προστατεύσω καὶ τηρήσω τὴν τάξιν, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν, ὅπως ἀγαπῶ, ἀνταγαπῶμαι, ἐκεῖ, ὅπου ἔχει τὴν ἕδραν αὐτοῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐκεῖ, ὅπου ἔδωσε πάντα τὰ μέσα, ὅπως μεταβληθῇ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἐκεῖ, ὅπου καὶ τὸν ὑπηρέτην, τὸν καθήμενον ἔμπροσθεν τῆς ἁμάξης του, εἶδον διατάσσοντα ἀνωτέρους ἀξιωματικούς! Ἀντὶ νὰ μᾶς εὐγνωμονῆτε, διότι ἐτηρήσαμεν τὴν τάξιν, τῆς ὁποίας τὴν διατάραξιν ἐζητήσατε, παραπονεῖσθε καθ’ ἡμῶν, καὶ ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν ἐπετρέψαμεν νὰ φέρητε εἰς πέρας τοὺς σκοπούς σας· ἐζητήσατε τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως, ἀποῤῥίψαντες πᾶσαν πρότασιν ἡμῶν καὶ ἐμποδίζοντες νὰ ἀναγραφῇ πᾶσα ἔνστασίς μας εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Φιλήμονος ἐζήτησε τὴν πρᾶξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς οἱ κκ. ἀξιωματικοὶ καὶ ἡ Ἀστυνομία ἐκλήθησαν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, διὰ νὰ τηρήσωσι δῆθεν τὴν τάξιν, καὶ ἡ αἴτησίς του ἔγγραφος ἀπεῤῥίφθη μετ’ ἀποστροφῆς καὶ περιφρονήσεως, καὶ οὔτε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπέτρεψεν. Ἐξακολουθεῖτε διὰ τῶν ὀργάνων σας νὰ ἐπιτίθησθε κατὰ τῶν φίλων ἡμῶν, διασκεδαζόντων, ὅπως προκαλέσητε σκηνὰς σπουδαιοτέρας, καὶ ἐνισχύσητε πλησίον τοῦ Βασιλέως τὴν ἰδέαν, ὅτι, μὴ δυνηθέντες νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν στάσιν κατὰ τῶν καθεστώτων, ἐκδικούμεθα τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας διὰ βανδαλικῶν καὶ ἀνηκούστων πράξεων. Βλέπετε, ὅτι ἡ τακτική σας ἡ συνήθης δὲν κατορθοῖ νὰ σᾶς κρατήσῃ εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, διὰ νὰ συνομολογῆτε δάνεια ἐπὶ δανείων, πρὸς πλουτισμὸν τῶν φίλων ὑμῶν, καὶ ζητεῖτε νὰ στηριχθῆτε διὰ τῆς Βασιλείας. Κατεστήσατε τὸν Βασιλέα κομματάρχην σας, διότι οἱ ὑπηρέται Αὐτοῦ, οἱ ὑπασπισταὶ Αὐτοῦ — τὸ λέγω, χωρὶς νὰ ἔχω φόβον νὰ μὲ διαψεύσῃ τις,— περιέτρεχον ψηφοθηροῦντες καὶ λέγοντες, ὅτι, ἐὰν ὁ Φιλήμων ἐπιτύχῃ, ὁ Βασιλεὺς θὰ φύγῃ. Τοῦτο δὲ τί ἀποδεικνύει; Ὅτι γνωρίζετε, ὅτι οἱ φίλοι ἡμῶν εἶναι φίλοι τῆς τάξεως, καὶ ζητεῖτε, ταῦτα λέγοντες καὶ παριστῶντες κίνδυνον, νὰ κατορθώσητε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὑποψηφίου σας Δημάρχου. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας, διότι μετὰ παῤῥησίας λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, ἔστω καὶ πικρὰν, πρὸς Αὐτὴν, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν μέτρων σας προκαλεῖτε τὴν στάσιν κατὰ τῶν καθεστώτων; Ἀντὶ νὰ ἔρχησθε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγοντες τοιαῦτα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, καλλίτερον ἤθελον εἶσθαι, καὶ διὰ σᾶς καὶ διὰ τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὴν Βασιλείαν, νὰ διοικῆτε νομιμώτερον.
§23ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν προετιθέμην, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, — ἄλλος λόγος θὰ μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος — ἀλλ’ ἡ βαρεῖα φράσις, τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποκαλέσας τὴν Ἀντιπολίτευσιν στασιαστὰς, μὲ ἀναγκάζει εἰς τοῦτο. Δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Λομβάρδος νὰ τολμήσῃ νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην λέξιν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑπῆρξαν πρόμαχοι τῆς τάξεως καὶ τῆς Βασιλείας· τοὐναντίον εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὴν μομφὴν ταύτην, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ πυρίτιδα εἰς τὴν πυρὰν, εἰπὼν ἄλλοτε, ὅτι ἅπαντες οἱ Ἕλληνες εἶναι δημοκράται. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ συντάκται τοῦ «τίς πταίει», δὲν εἴμεθα οἱ ἐκχωρηταὶ τῆς Μανωλάδος· σεῖς εἶσθε οἱ τοιοῦτοι, καὶ διὰ τῶν τοιούτων πράξεών σας ἠθελήσατε νὰ καταστήσητε τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως μισητὸν εἰς τὸν λαόν. Ὅταν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Διευθυντοῦ, ὅστις ἴσως ὑπῆρξε καὶ αὐτὸς θῦμα τῶν κακῶν πληροφοριῶν τῶν ὀργάνων του. Ἐγὼ αὐτὸς ὑπῆρξα μάρτυς πολλῶν σκανδαλωδῶν ἐπεμβάσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Λεβίδης, ἐπίσης καὶ ἐγὼ εἶδον παραβαῖνον τὸ καθῆκόν του. Κάτωθεν δὲ τῆς οἰκίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διερχόμενος, εἶδον ἀξιωματικόν, Μωραΐτην ἢ Χατζῆν, ὥς μοι εἶπον οἱ παρατυχόντες ἐκεῖ πολῖται, καλούμενον, κτυπῶντα βαναυσότατα παῖδά τινα, διότι ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ τὴν λέξιν «Αἰών.» Ἄπειρα δὲ ἄλλα ἐγκλήματα σᾶς ἀνέφερον οἱ κύριοι προαγορεύσαντες. Δὲν ἦσαν ἀρκεταὶ αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ δώσητε πίστιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας; Ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε νὰ ἔλθῃ καὶ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τοιαῦτα δὲν συνέβησαν, ὅταν ἡ ἀνάκρισις θὰ ἦτο περατωμένη· ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν ἔχει γίνει, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς λέγωμεν, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα σᾶς ἀποκρύπτουν τὴν ἀλήθειαν. Ταῦτα μόνον ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. Εἶμαι θετικῶς πληροφορημένος καὶ ἐν μέρει γνωρίζω καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι Δημοτικά τινα Συμβούλια τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ἐδώρησαν τοὺς καθυστερουμένους ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν φόρους, ὁ δὲ κ. Νομάρχης ἐπεκύρωσέ τινα τῶν ψηφισμάτων τούτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§24Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ὠνόμασε στασιαστὰς, ὑπαινιττόμενος ἰδίως ἐμὲ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπωσι λέξεις τινὰς ἐκ τοῦ ἐξώστου τοῦ γραφείου τοῦ ἐντευκτηρίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων συνέστησαν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι συνεστήσαμεν ταύτην ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν ἤθελε σεβασθῆ ἡ Ἐξουσία τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἀμυνθῶσι καὶ ἀντιστῶσιν οἱ πολῖται ἐναντίον καὶ αὐτῆς τῆς Ἀρχῆς, παρανομούσης. Ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῆς ἐκλογῆς ἐλέγοντο ταῦτα πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, κατὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς, τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς, τί παρεσκευάζετο, νομίζετε, εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς; Εἷς περιώνυμος Πολουδάκης, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἀνέφερον, ἐντεταλμένος ὅπως διαταράξῃ τὴν τάξιν, ἐπυροβόλησε διὰ πιστολίου, ὅπως ἀποθαῤῥύνῃ τοὺς φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀπομακρυνθῶσι τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐκτελεσθῇ δὲ ὑπ’ αὐτῶν προκοποφασισμένος καὶ προεσχεδιασμένος σκοπὸς, ἡ καλπονόθευσις τῆς ἐκλογῆς, οὕτω δὲ ἐπιτύχῃ ἀσφαλῶς ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως. Τῷ ὄντι, Κύριοι, πυροβολεῖ ὁ περὶ οὗ εἴρηται, καὶ ἀντὶ νὰ συλληφθῇ παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας καὶ τεθῇ εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνισχύεται ὑπ’ αὐτῶν. Δὲν περιωρίσθησαν εἰς μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περὶ τοὺς εἴκοσι κλητῆρες ἐξήγαγον τὰ περίστροφα, καὶ ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ πλήθους, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασαν νὰ διασκορπισθῇ· τότε εὑρέθημεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν προσβολὴν ταύτην, ἐνθαῤῥύνωμεν τὸν λαὸν καὶ ὑποδείξωμεν αὐτῷ, ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ἐν ταὐτῷ δικαίωμα ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς Ἐξουσίας, οὕτως ὀργιαζούσης. Πλὴν τούτων ἔχομεν καὶ ἕτερον ἐπεισόδιον νὰ κάμωμεν γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπασπιστοῦ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀνθυπολοχαγὸς Κωνσταντόπουλος ἀπροκαλύπτως εἰσῆγεν ἐκ τῆς μικρᾶς θύρας τοῦ ἐκλογικοῦ καταστήματος ἐκλογεῖς συμπολιτευομένους. Τοῦτο μαθόντες τὸν κατεστήσαμεν προσεκτικὸν, ἀλλ’ εἰς μάτην· τότε ἠναγκάσθημεν καὶ τοῦτον νὰ ἀποπέμψωμεν βίᾳ καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὸ νόμιμον τῆς ἐκλογῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅπερ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐξωπλίσαμεν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο. Μάλιστα εἴχομεν, καὶ ἂν ἤθελε παραβιασθῆ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ Νόμος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μᾶς ἀπονέμει. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρελθούσης τῆς ἐκλογῆς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἔχωσι τοιούτους φόβους, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι ἔχουσι νὰ κάμωσι μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐσεβάσθησαν καὶ σέβονται τοὺς Νόμους, καὶ οἵτινες οὐδέποτε κατεδέχθησαν νὰ μιμηθῶσιν αὐτούς. Μέχρι τοῦδε διεξηγάγομεν εὐτυχῶς ἀναίμακτον ἀγῶνα. Παρελθούσης ὅμως τῆς ἐκλογῆς, τί λαμβάνει χώραν, νομίζετε; ἐνισχυόμενος ὁ Πολιουδάκης ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τραυματίζει δύο φιλησύχους πολίτας. Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου ὑπὸ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, παρακαλέσαντος τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων. Τὴν παρελθοῦσαν πάλιν νύκτα καὶ μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα μετέβησαν καὶ ἔθραυσαν τραπέζας καὶ πάγκους διαφόρων ὀπωροπωλῶν καὶ ἀρτοπωλῶν ἐν τῇ Νέᾳ Ἀγορᾷ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὗτοι ἦσαν ἀντίθετοι τοῦ κυβερνητικοῦ ὑποψηφίου. Καίπερ γνωρίζων ταῦτα πολὺ καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τολμᾷ νὰ σᾶς λέγῃ ἀνερυθριάστως, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα στασιασταί. Ταῦτα λέγονται ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ, ὅπως, παριστῶντες ἡμᾶς ὡς τοιούτους, δικαιολογήσωσι τὰς ἀναιτιολογήτους καὶ παρανόμους αὑτῶν πράξεις. Δὲν τοὺς ἀδικῶ, ἀλλὰ τοὺς οἰκτείρω! Ταῦτα νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ λέγωσι μὲ κάποιαν αἰδὼ, σεβόμενοι ἑαυτοὺς καὶ χάριν τῆς ἀληθείας. Περαίνων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πολλὴν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ἐντείλῃ τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι, ὅπως περιστείλῃ τὸ κακόν· ἄλλως, θὰ ἔχωμεν ὀλεθρίας συνεπείας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πλέον οἱ φιλήσυχοι πολῖται νὰ ἀνεχθῶσι τὴν πίεσιν καὶ τὴν βίαν.
§25ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν ἀπ’ ἀρχῆς, διὰ νὰ ἀκούσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ράλλης. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὕτω πῶς διεξαγομένη ἡ συζήτησις καὶ πρὸς τοιούτους σκοποὺς γινομένη δὲν δύνανται νὰ ἑλκύσῃ τινά. Ἀλλ’ ὁ κ. Ράλλης ἐνόμισε, φαίνεται, ὅτι, ὅταν ἀποδίδῃ εἰς τοὺς ἄλλους παραφορὰς καὶ παραφροσύνας, δύνανται νὰ μὴ ἐκτιμηθῶσιν αἱ πράξεις αὐτοῦ, καὶ νὰ παρίστανται ὡς ἀποτέλεσμα πολλῆς γενναιότητος. Ἂν παρατηρήσῃ τις εἰς αὐτὸν, ὅτι οὔτε ἡ παραφορὰ οὔτε ἄλλη τις ψυχολογικὴ κατάστασις εἶναι ἡ ἀληθὴς γενναιότης, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι γενναιότης θὰ εἰπῇ φρόνησις· ἀλλ’ ὁ κ. Ράλλης δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὸ λεξικόν του τοιαύτην λέξιν. Εἶπε δὲ δημοσίᾳ ἐδῶ, ὅτι μὲ ἀπήλασε τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. Πρέπει νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διὰ νὰ μάθῃ ἕκαστος τί ἔπραξε καὶ κατὰ πόσον ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε· τί ἔπραξα δὲ καὶ ἐγὼ καὶ κατὰ πόσον ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα. Εἰσῆλθον εἰς τὸ τμῆμα δυνάμει διορισμοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Νέγρη. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ράλλης εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἑτεροδημόται δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθουν ὡς ἀντιπρόσωποι. Ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο παρὼν καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀνεύρω ὀνόματά τινα τῶν ψηφοφόρων, οἵτινες κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχον συσσωρευθῆ πολλοί. Καθ’ ἣν στιγμὴν παρετήρουν τὸν κατάλογον, αἰσθάνομαι μίαν χεῖρα, ἥτις μὲ συλλαμβάνει ἀπὸ τὸ στῆθος....
§27ΡΑΛΛΗΣ. (Γελᾷ).
§28ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γελᾷ! Νομίζει, ὅτι αὐτὸ τὸν τιμᾷ.
§29ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐκλογὰς ὅλα συγχωροῦνται.
§30ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὰς ἐκλογὰς, πρόσωπα, τοιαύτην κατέχοντα θέσιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχωνται εἰς διαπληκτισμούς. Ἀνίσταμαι καὶ βλέπω τὸν κ. Ράλλην. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐξεπλάγην. Ἔθεσα τὰς χεῖράς μου εἰς τὰς παρειάς μου καὶ τοῦ λέγω: «ἐντροπή! ἐὰν δὲν ἐντρέπεσαι ἐμὲ, νὰ ἐντραπῇς τὸν ἑαυτόν σου»· αὐτὸς ἐπέμενε, τότε τὸν ἀπώθησα, καὶ ἔκοψε μάλιστα καὶ τὸ κομβίον μου. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πράξω; Νὰ παραμείνω; Ἔπρεπε νὰ ἔλθω εἰς ῥῆξιν, διότι ὁ κ. Ράλλης διετέλει εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀπέδωκεν εἰς ἄλλους; Παρετήρησα εἰς αὐτόν: σὺ δὲν αἰσθάνεσαι τὰς συνεπείας τῆς ῥήξεως μεταξὺ σοῦ καὶ ἐμοῦ, διότι ἀμφότεροι ἔχομεν φίλους ἔξω τῆς ἐκκλησίας». Τί θὰ ἐγίνετο λοιπὸν, ἐὰν ἐφερόμην ὅπως ὁ κ. Ράλλης; Θὰ ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ κ. Ράλλης καὶ οἱ φίλοι του. Ἐσκέφθην, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῦ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι «ἐγὼ θὰ ἐξέλθω, καίπερ ἔχων δικαίωμα νὰ μείνω, διότι σὺ δὲν αἰσθάνεσαι τὰς συνεπείας τῆς ῥήξεως». Ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος μοὶ εἶπεν, ὅτι δύναμαι νὰ μείνω, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ μείνω, καὶ ἐξῆλθον. Ἐκτιμήσατε, Κύριοι, τὴν διαγωγὴν ἀμφοτέρων. Ὁ κ. Ράλλης, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τὸν ἰσχυρὸν, δύναται νὰ ἦναι τοιοῦτος· τὸ ζήτημα εἶναι ἑνὸς ταλλήρου· δι’ ἑνὸς τοιούτου δύναμαι ν’ ἀντικαταστήσω ἄλλον εἰς τὴν θέσιν μου, νὰ παλαίσῃ, ἂν θέλῃ, ὁ κ. Ράλλης. Ὁ κ. Ράλλης δὲν ἔχει ἀκριβῆ ἰδέαν τοῦ τί ἐστὶ γενναιότης· ἴσως δὲν εὑρέθη εἰς περίστασιν νὰ κατανοήσῃ, ἂν ἀληθῶς ἔχῃ τοιαύτην γενναιότητα· βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εὑρέθην εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ἀλλὰ πρέπει μίαν φορὰν διὰ πάντα νὰ μάθῃ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς ἐμὲ ἡ σύνεσις νὰ πράξω, δὲν πρέπει νὰ τὸ καταδικάζῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εὐχηθῇ, νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς θέσιν ἐγὼ τοιαύτην καὶ κατανοήσῃ τότε, ἂν ἀληθῶς εἰς μὲν τὴν κεφαλήν μου ὑπάρχῃ ὁ νοῦς, ὁ ἀπαιτούμενος ἵνα διευθύνῃ ἐμὲ αὐτὸν, εἰς δὲ τὴν καρδίαν μου ὑπάρχῃ καὶ ἡ γενναιότης καὶ ἡ φιλοτιμία, ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι διὰ τῶν φωνῶν καὶ τῶν ἐπιθέσεων, τῶν παραλόγων καὶ παραφόρων, ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἄλλους. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ κατ’ ἐμέ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογὴν, βεβαιῶ, ὅτι αἰσθάνομαι γέλωτα δι’ ὅσα εἶπεν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀποκλείσαντες ἀναμφισβητήτως τοὺς φίλους, τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Νέγρη, καὶ διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀγωγῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθησαν, ὅπως προβῶσιν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει τις ὁ εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ὅστις ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Νέγρη, ἀπεκλείσθησαν καὶ ἔξωθεν καὶ ἔσωθεν· καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ παραπονεθῶσι κατὰ τῆς τοιαύτης ἀδρανείας, ἰδίως δὲ κατὰ τῆς ἀδρανείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ὑποστηρίζωσι τοὺς ἐκλογεῖς κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων των, οὗτοι εἶναι οἱ ἀναλαβόντες τὴν ὑποστήριξιν τῆς ὑποψηφιότητος τοῦ κ. Νέγρη. Ἂν δὲ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, εἶχον ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι εἶχον, ἂν εἶχον τὴν πλειοψηφίαν εἰς πᾶν ἀπόσπασμα, εἰς πᾶν σῶμα ὑπαλλήλων καὶ ὅπου ἀλλοῦ εἶπε, τότε ὀφείλουν νὰ ὁμολογήσωσι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων προέβαινον εἰς πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἀνθρώπινος νοῦς....
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντροπή!....
§32ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο παρὼν, ἔχει πολὺ δίκαιον, διότι ἐγὼ, ὅτε μετέβην εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, εἰς τὴν θύραν ἀκριβῶς εὗρον τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.....
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ νὰ μὲ ἀκούσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ παρευρεθέντες ἐκεῖ, τοὺς ὁποίους προκαλῶ, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς των, νὰ γράψωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἂν ἐγὼ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης γονυκλιτῶς, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, δὲν παρεκαλοῦμεν νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς ἡμετέρους νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰ προπύλαια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὴν, διὰ νὰ ψηφίσωσι τοὺς παρακαλοῦμεν θερμῶς. Τοὺς ἐξορκίζω εἰς τὴν τιμήν των νὰ ἀπαντήσωσιν,—οἱ ἀξιωματικοὶ ἦσαν ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὁ κ. Στάϊκος, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ κ. Ἐμμ. Ζυμβρακάκης καὶ ὁ Μοίραρχος— νὰ ὁμολογήσωσιν, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς καὶ εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν, ἂν δὲν παρεκάλουν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης, ἐν ὀνόματι τῆς τάξεως, νὰ ἐπιτρέψωσι καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς μας νὰ ἀνέλθωσιν.
§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο ἐκεῖ, καὶ ὅτε ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω, ἦτο εἰς τὴν θύραν καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι «ἀπ’ ἐδῶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος». Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ράλλης ἐνόει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ μένῃ ἐκεῖ......
§35ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὴν τάξιν.
§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ὁμολογεῖ μόνος του, ὅτι ἦτο ἐκεῖ, διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο βεβαίως ἐκεῖ διὰ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ φίλου του, καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰδικοῦ μου· ἀλλ’ οἱ Κύριοι ἀξιοῦσιν, ὅτι ἦσαν ἐκεῖ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως. Σᾶς λέγω, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τις, διότι διετέλουν πάντες οἱ ἡμέτεροι ὑπὸ τὸ κράτος διαρκοῦς ἀπειλῆς. Κατηγοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἀστυνομία, Κύριοι, ἦτο παροῦσα, ὁμολογοῦσι δὲ οἱ Κύριοι ἀφελῶς, ὅτι εἶχον τὴν Ἀστυνομίαν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἑπομένως εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκλείσωσι τοὺς ἐναντίους. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει ἡ παράτασις τῆς ψηφοφορίας, διότι οἱ ἐναντίοι ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο ἐπλειονοψήφει ὁ κ. Νέγρης, καὶ εἰργάσθησαν πάσῃ δυνάμει νὰ μὴ παραταθῇ ἡ ἐκλογή· καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐφρόνει φίλα πρὸς αὐτούς, κατώρθωσε τοῦτο, καὶ ὅτε ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογὴ, δὲν εἶχε ψηφίσει οὐδὲ τὸ ἓν τρίτον τῶν ἐκλογέων. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μόνον διὰ μειδιάματος ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα περὶ παρανόμου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως λέγουσιν οἱ ἀληθῶς παρανόμως ἀποκλείσαντες, τῇ παραδόξῳ ἀνοχῇ τῶν Ἀρχῶν, τοὺς ἡμετέρους φίλους.
§37ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφιχθεὶς πρὸ ὀλίγου, δὲν γνωρίζω ἂν ἄλλο τι ἐλέχθη πρότερον περὶ ἐμοῦ· ἀπαντῶ μόνον εἰς ὅσα ἤκουσα λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ράλλη. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν ταύτῃ μειοψηφῶν, διότι οἱ δύο ἕτεροι συνάδελφοι ἦσαν ἀντίθετοι. Ἐγὼ μὲν ἐπώπτευον ἐν γένει εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, αὐτοὶ δὲ κατεγίνοντο εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν προσερχομένων ψηφοφόρων, διὰ νὰ ἐπιταχύνωσι τὴν ψηφοφορίαν. Ἂν ἑπομένως ἐπῆλθε βραδύτης, αὐτὸ δὲν εὐθύνει ἐμὲ, εὐθύνει τὰ δύο ἄλλα μέλη· ὥστε ἀπὸ ἐμὲ δὲν ἐξηρτᾶτο ἡ ἐπιτάχυνσις· ἂν δὲ τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ μόνον, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἤθελον τὸ πράξει, ὡς φίλα φρονῶν καὶ ὑποστηρίζων τὸν κ. Νέγρην, διότι ἐν τῷ τμήματι αὐτῷ ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκλογέων ἐφαίνετο ὑπὲρ τοῦ κ. Νέγρη. θὰ ἰδῆτε δὲ τώρα πῶς κατωρθώθη τὸ ἀντίθετον. Συνεσωρεύθησαν κύκλω εἰς τὰς θύρας τῆς εἰσόδου ἄνθρωποι πολλοὶ, τὸ πλεῖστον τῶν ὁποίων ἦσαν ἑτεροδημόται, ἀνήκοντες εἰς τοὺς κ.κ. Κουμουνδοῦρον καὶ Πετροπουλάκην, καὶ ἕτεροι, ἀνήκοντες εἰς τοὺς ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφους μου κ.κ. Ράλλην καὶ Λεβίδην, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν ἄλλο κατεγίνοντο, παρὰ εἰς τὸ νὰ διευκολύνωσι τὴν εἴσοδον τῶν ἐκλογέων τῶν φίλα φρονούντων τῷ κ. Νέγρη, ἀλλ’ ἀπεναντίας νὰ ἐμποδίζωσιν αὐτοὺς, βοηθούμενοι ὑπὸ τῶν ἔσωθεν φίλων. Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς βραδύτητος, ἥτις μᾶς ἠνάγκασε νὰ παρατείνωμεν τὴν ψηφοφορίαν μέχρι τῆς 9½, αὐτὴ δὲ ἡ παράτασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐζημίωσε τὸν κ. Νέγρην, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρχισαν νὰ εἰσέρχωνται σωρηδὸν οἱ ἀντίθετοι, χωρὶς νὰ δύνανται οἱ ἐπιτετραμμένοι νὰ ἐξελέγχωσι τὴν ταυτότητά των. Ἐπίσης κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἶχον ἀρχίσει αἱ διαδηλώσεις· τοσοῦτον δ’ ἦσαν αὐθάδεις αἱ διαδηλώσεις αὗται, ὥστε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔφθασαν μέχρι τοῦ ναοῦ καὶ νὰ μοὶ ἐπιτεθῶσι. Προκαλῶ δὲ τὰ ἕτερα δύο μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὑποψηφίων, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς των, νὰ ὁμολογήσωσιν, ἂν δὲν ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου ὅλως ἀμερολήπτως, καὶ αὐτὸν τὸν κ. Ράλλην καὶ τὸν κ. Λεβίδην, οἵτινες ἐπιθετικώτατα ἐφέρθησαν πρὸς ἐμὲ, ἰδίως δὲ ὁ κ. Λεβίδης, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐφέρθην ἐπιεικῶς καὶ ὁ ὁποῖος κατεγίνετο νὰ ἐπηρεάζῃ τοὺς ἐκλογεῖς, λησμονῶν, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἦσαν ἐντελῶς προητοιμασμένοι καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς του προτροπῆς· ἔκαμα δὲ δι’ αὐτὸ πικροτάτας παρατηρήσεις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν φίλων μας, ὅπως αὗται χρησιμεύσωσιν ὡς μάθημα εἰς τὸν κ. Λεβίδην, ἀλλ’ ὁ κ. Λεβίδης ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἀφορῶσιν εἰς αὐτὸν αἱ παρατηρήσεις μου. Ὅτε δὲ ἦλθεν εἷς γέρων ἐκλογεὺς καὶ μὲ ἠρώτησε, ποῦ εἶναι τὸ Ναὶ καὶ ποῦ εἶναι τὸ Ὄχι, διότι δὲν τὸ ἤξευρε, καὶ ἐνῷ κατεγινόμην νὰ δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὁ γέρων ποῦ εἶναι τὸ Ναὶ καὶ ποῦ τὸ Ὄχι, τότε ὁ κ. Λεβίδης ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ· ἠναγκάσθην τότε νὰ εἴπω αὐτῷ, ὅτι ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τοὐλάχιστον τὴν εὐγένειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐφέρθην πρὸς αὐτὸν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐν τῷ ναῷ διαμονῆς του ὡς ἀντιπροσώπου. Τώρα, ὡς πρὸς τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι παρανόμως εὑρισκόμην ἐκεῖ, ὡς μέλος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, παρετήρησα αὐτῷ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον· ἀλλ’ ὁ κ. Ράλλης ἐπιμένων ἐπέδωκε ἔνστασιν καὶ καταγγελίαν εἰς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι δὲν ἐπρόσεξε νὰ κατανοήσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμου. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει ὡς ἀκολούθως. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Τί ζητεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, Κύριοι; Νὰ ἐξηγήσῃ πῶς σχηματίζεται ὁ κατάλογος τῶν κληρωθησομένων ὡς μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτὴν ὑπάγωνται οἱ διατελέσαντες πληρεξούσιοι, κατὰ περισσότερον λόγον ὤφειλον νὰ μὴ ἔχωσι θέσιν οἱ δικηγόροι. Τότε ὁ κ. Ράλλης ὤφειλε νὰ ἀποκλείσῃ πάντας, ὅσοι ἔχουσι θέσιν τινὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχωσι μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ δὲ, διὰ νὰ μὴ δώσω ἀφορμὴν εἰς φωνασκίας, ἐπειδὴ ὁ κ. Ράλλης ἐπεκαλέσθη τὸν τελευταῖον Νόμον, ἐπροτίμησα νὰ ἀναγνώσω τὸν Νόμον καὶ οὕτω νὰ ἀποφασίσω τί θὰ πράξω. Ὅτε ἀνέγνωσα τὸν Νόμον, εὗρον, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐλαφρὰ σκέψις, ἢ στρατήγημα, διὰ νὰ μὲ ἀπομακρύνωσιν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου καὶ κατορθώσωσιν αὐτοὶ ὅ,τι θέλωσιν. Μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ράλλης ἠναγκάσθη ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν κατ’ ἐμοῦ καταγγελίαν, ἀποτυχὼν τοῦ σκοποῦ του· δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐφατρίασα, ἀπ’ ἐναντίας ἐφάνην πολὺ ἐπιεικὴς πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ὁ κ. Ράλλης ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ ἁρπάσας αὐτὸν ἀπὸ τοῦ στήθους, μὲ τρόπον ὄχι πολὺ εὐγενῆ, ἵνα ἐκβάλῃ αὐτὸν ἐκ τοῦ ναοῦ ἄνευ λόγου, λησμονήσας ἑαυτὸν καὶ τὸ σέβας, τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὸν συνάδελφόν του, ἐζήτει διὰ τῆς διαγωγῆς του ταύτης νὰ προκαλέσῃ ταραχὴν κατὰ τὴν ἐκλογήν. Δὲν ἐπετεύχθη ὅμως ὁ σκοπός του, χάρις εἰς τὴν φρόνησιν καὶ μετριοπάθειαν ἀφ’ ἑνὸς τοῦ κ. Μπουφίδου, καὶ τὴν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐπέμβασιν ἀφ’ ἑτέρου, ἥτις προέλαβε καὶ ἐτήρησε τὴν τάξιν. Ἐπὶ τοσοῦτον ἦτο βέβαιον, ὅτι θὰ διεταράσετο ἡ τάξις ἐν τῷ ναῷ καὶ πολλὰ θὰ ἐπήρχοντο τὰ δυσάρεστα καὶ λυπηρὰ, καθόσον πρὸ ὡρῶν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἄλλοι εὑρίσκοντο ἐπὶ κεφαλῆς, ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, πολλῶν ἑτεροδημοτῶν ταραχοποιῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Πετροπουλάκης ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς ταραχοποιῶν....
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντροπὴ νὰ λέγῃς τοὺς πολίτας ταραχοποιούς.
§39ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ θὰ ἐπήρχετο ἀφεύκτως διατάραξις ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἐὰν δὲν προελαμβάνετο διὰ τῶν ἀνωτέρω ῥηθέντων μέτρων. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ διέτρεχεν ἐπίσης τὸν κίνδυνον νὰ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, ἂν ἡ φρόνησις καὶ ἐπιείκεια καὶ ἡ δραστηριότης τῆς Κυβερνήσεως δὲν προελάμβανον ἀμέσως. Νομίζετε, ὅτι κερδίσαντες τὴν Δημοτικὴν ἐκλογὴν θὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐμεθύσατε ἀπὸ τὴν νίκην σας, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἡ νίκη αὕτη δὲν εἶναι νίκη, ἡ ὁποία θὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὴν ἐκλογὴν δὲν ὑπῆρχε δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος;
§41ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§42ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί ἔκαμνεν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
§43ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἦτο ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος, θὰ ἦσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς φυλακάς.
§44ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σημασία, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης, τοὺς ἐνδιαφέρει παρὰ πολὺ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν μεγαλοποιήσωσι τὸ κέρδος των, ἐκέρδισαν τὰ πάντα. Ἀπατῶνται. Ἐκεῖνο τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τοὺς ὠφελήσῃ, δὲν τὸ ἔχουσιν· ἐδῶ μέσα εἶναι ἡ πλειοψηφία, καὶ πλειοψηφία μεγάλη. Ματαίως λοιπὸν ἀγωνίζονται νὰ δώσωσι σημασίαν εἰς ὅ,τι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Ἐκερδίσατε μίαν ἐκλογὴν ἑνὸς Δημάρχου· τί περισσότερον τούτου; Ζητεῖτε νὰ διαστρέψητε τὰ πράγματα, νὰ ἐπιῤῥίψητε εὐθύνας εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν εὐθύνην, νὰ διαστρέψητε τὴν ἀλήθειαν, νὰ συκοφαντήσητε τοὺς ἀνθρώπους. Λέγετε, ὅτι ὁ κ. Μπουφίδης εἰσῆλθεν ἐκεῖ λάθρα...
§46ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπρόφερα τὴν λέξιν αὐτήν.
§47ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τῷ ἔδωκε τὴν ἄδειαν ὁ φρούραρχός σας, ὡς τὸν ὠνομάσατε, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, νὰ εἰσέλθῃ, καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ φίλα πρὸς ὑμᾶς φρονοῦντα καὶ ὑποστηρίζοντα τὸν φίλον σας. Αὐτοὶ παρεκάλεσαν καὶ ἐμὲ καὶ τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ἐπειδὴ εἶχεν ἀποκάμει καὶ ὁ Γραμματεὺς, νὰ παρακαλέσωμεν ἕνα ἄνθρωπον νὰ λάβῃ μέρος, καὶ εὑρέθη ἐκ τοῦ προχείρου ἐκεῖ ὁ κ. Μπουφίδης, καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτὸν, τί ἔργον νομίζετε νὰ κάμῃ, Κύριοι; Νὰ ὑπάγῃ νὰ καθίσῃ ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύο μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ εὑρίσκῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν προσερχομένων ἐκλογέων. Ποία ἦτο ἡ ἐπήρεια, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐργασία τοῦ κ. Μπουφίδου; Αὐτὸ τοῦτο συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Πετούσην, ὁ ὁποῖος τυχαίως εὑρέθη ἐκεῖ καὶ τὸν ἔβαλεν εἷς τῶν ἀντιπροσώπων μάλιστα τοῦ κ. Σούτσου, δὲν ἠξεύρω ποῖος, διὰ νὰ εὑρίσκῃ ἁπλῶς ὀνόματα καὶ ἀριθμούς. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ διαστρέψητε τὴν ἀλήθειαν; Ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν πραγμάτων αὐτῶν; Διατὶ ζητεῖτε νὰ ἀδικήσητε τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ δείξητε παλληκαρισμὸν, πιάνοντες τὰ στήθη των; Ὁ παλληκαρισμὸς ἦτο ἡ ἐπιείκεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν διετέλεσα μέλος Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Δημοτικὴν ἐκλογὴν ἤμην μέλος...
§48ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἦσθε τότε Βουλευτής.
§49ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤμην Βουλευτὴς εἰς τὴν ἀναπληρωτικὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Μουτσοπούλου. Διατὶ δὲν ἐφέρατε τὰς ἐνστάσεις τότε; Μέλος δὲ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο καὶ ὁ ἐξάδελφός σας κ. Μιλτ. Ράλλης, δικαστικὸς σύμβουλος, ὑπάλληλος ἀνώτερος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώσατε, καὶ τὸν ὁποῖον ἐζητήσατε νὰ ἐφαρμόσητε κατ’ ἐμοῦ, ἠδύνατο τότε νὰ καταγγελθῇ, καὶ ἀπορεῖτε κ. Ράλλη βεβαίως καὶ ὑμεῖς διὰ τὴν μεγάλην ἐπιείκειαν ἀληθῶς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παρατείνει ἐπὶ τοσοῦτον τὴν μακροθυμίαν καὶ δὲν ἔπαυσε τὸν ὑπάλληλον καὶ δὲν ἐτιμώρησεν αὐτόν.
§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ράλλης νομίζει, ὅτι, παραμορφόνων τὰ πράγματα καὶ διηγούμενος αὐτὰ, ὅπως ἀρέσκει καὶ συμφέρει εἰς αὐτὸν, δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν νομικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα, καὶ νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἐν νομίμῳ διατελῶν, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν ἀδίκῳ εὑρίσκετο, ὅτε διέπραξεν ὅσα,—μὲ συγχωρεῖ διὰ τὴν ἔκφρασιν—ἂν ἐξετίμα, θὰ συνησθάνετο, ὅτι σήμερον ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ ἐντρέπηται νὰ τὰ εἴπῃ. Κατὰ τὸν Ἐκλογικὸν Νόμον, οὐδεμία ὑπάρχει ἀπαγόρευσις εἰς τὸ νὰ παρίσταται ἀντιπρόσωπος, εἴτε ἑτεροδημότης, εἴτε ἀλλοδαπός. Ἀλλὰ δὲν ἀναλογίζεται, ὅταν ζητῇ νὰ τεθῇ μία ἀρχὴ τοιαύτη, εἰς ὁποῖα ἄτοπα δύναται νὰ μᾶς φέρῃ, ἅτινα δύνανται εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ πρὸ πάντων νὰ ξεσπάσωσι; Πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐγὼ ζῶ ἐν Ἀθήναις ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας, ὅτι, διατελῶν ἐν Ἀθήναις εἰς σχέσεις, εἶμαι Ἀθηναῖος κατὰ τὸ πλεῖστον, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ εἰς τοὺς ξένους, πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἔχω τὴν δύναμιν—ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν φρόνησιν νὰ μὴ τὸ πράξω—νὰ μὴ τῷ ἐπιτρέψω νὰ ἀτενίσῃ ἐκεῖ, ὅπου θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ἀτενίσῃ. Καὶ τί νομίζει; ὅτι διὰ τοιαύτης γλώσσης δύναται νὰ καταῤῥίψῃ τοὺς ἄλλους, ὑψούμενος αὐτὸς, αὐτὸς, ὅστις οὐδένα ποτὲ ἐσεβάσθη; Ἐὰν ὑβρίζωμαι ἐγὼ, κολακεύομαι, ὅτι ὑβρίζομαι ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τοῦ κ. Ράλλη. Ὑβρίσθησαν πρὸ ἐμοῦ πολλοὶ, πολὺ ἀνώτεροι ἐμοῦ, ὑβρίζεται καθ’ ἑκάστην αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑβρίσθησαν ἀξιότιμα ἄλλα πρόσωπα, ὑβρίσθη ὁ ἀρχηγός του, τὸν ὁποῖον σήμερον στεφανόνει, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἀπέδιδε μούντζαις ἀπὸ τοῦ βήματος! (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ ὅταν τοιοῦτος παρίσταται, ὑβριστὴς ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, νομίζει, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωμεν ὑπὸ σημείωσιν τὰς παραφοράς του; Καὶ ἐπὶ τέλους τί ὀφείλει ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐκλήθη νὰ ἐκπληρώσῃ ὕψιστα καθήκοντα, νὰ ἀσχολῆται εἰς τοιαύτας περιττολογίας, ἵνα μὴ δώσω ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τὰ καθ’ ἑκάστην ἐδῶ παρ’ ἐκείνου λεγόμενα; Τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων τούτων ποῖον θὰ ἦναι; τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη ἐγκύρως, ἢ οὔ; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Τί ὀφείλουσιν αὐτοί, (δεικνύει τοὺς κκ. Βουλευτὰς) οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰ ἔργα των, διὰ νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ, νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ πολίτευμα εἰς αὐτοὺς, νὰ χάνουν τὰς ὥρας των εἰς τοιαύτας περιττολογίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν ποτὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Δὲν λυποῦμαι ὅμως διὰ τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος μετῆλθε τοιαύτην τακτικὴν πάντοτε, ἀλλὰ λυποῦμαι διὰ τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους του, οἵτινες ὤφειλον νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι ἔχουσιν ἐνταῦθα καθήκοντα ὑψηλὰ νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἔπρεπε νὰ κατανοήσωσιν ὅτι τὸ καθῆκόν των δὲν εἶναι πῶς νὰ ματαιόνωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου! Διὰ τοιούτου τρόπου κινδυνεύομεν νὰ περιέλθωμεν εἰς ἄτοπα σοβαρὰ, κινδυνεύομεν, Κύριοι, νὰ ἀπογοητευθῶσι πάντες οἱ φρόνιμοι καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τύχας τῆς πατρίδος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοιαύτης συμπεριφορᾶς θέλουσι νὰ ἀναδεικνύωνται.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τετάρτη φορὰ, κ. Κουμουδοῦρε, καθ’ ἣν θέλετε νὰ ἀγορεύσητε καὶ δὲν ἐπιτρέπεται· πρέπει νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὁμιλήσητε πάλιν.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι! (Θόρυβος).
§54ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι οὕτω τὸ ζήτημα καθίσταται προσωπικὸν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ ἀμυνθῶμεν, ὅταν τοιαῦτα ἐξεστόμισεν ὁ Κύριος, ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμποδίζω, κ. Ράλλη, διὰ τὸ προσωπικὸν, καὶ εἶσθε ἐλεύθερος.
§56ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§59ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω;
§61ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς εἰς ἐμὲ, τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου κ. Μακρυγιάννη. Ἐγὼ ἤμην περὶ τὴν πρώτην ὥραν μ. μ. ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, εἰδοποιήθην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβῶ εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καθόσον ἐκεῖ εἰσήρχοντο ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας οἱ φίλοι τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ μεταβῶ ἐκεῖ, καὶ ἀνεπλήρωσα τὸν συμπολίτην μου κ. Ζυγομαλᾶν ἐπὶ τῆς κάλπης, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Φιλήμονος, ἐπὶ πέντε ὥρας. Οἱ ἔξωθεν φίλοι τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως ἠγνόουν, ὅτι παριστάμην πρὸ τῆς κάλπης, καὶ ἐξηκολούθουν εἰσερχόμενοι ἐκ τῆς ὄπισθεν θύρας, καὶ ἀποβαλλόμενοι ὅμως παρ’ ἐμοῦ ἀμέσως. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρξε καὶ ὁ ἀδαμαντοπώλης κ. Σπηλιόπουλος, φέρων τὴν ἐλαίαν εἰς τὴν κομβιοδόχην. Ἠναγκάσθην νὰ ποιήσωμαι ἔνστασιν, καὶ ὁμολογουμένως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἀπέβαλεν αὐτὸν, λαθραίως εἰσδύσαντα. Ὡμίλησαν περὶ ἐπιδράσεως δῆθεν ἡμῶν ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ τίς νομίζετε παρίστατο ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς; Ὁ κ. Ναύτης, δι’ ὃν, ὅταν κάθηται ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πλημμελειοδικείου, οἱ κατηγορούμενοι λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι δύο κεφαλὰς, ἵνα προσέλθωσι καὶ δικασθῶσι. Τοσοῦτον εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἔντιμος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ὁ ἀστυνομικὸς ἰατρὸς Πετούσης ἐπὶ τρεῖς ὥρας παρέμενεν ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἠναγκάσθην δὲ τρὶς καὶ τετράκις νὰ ποιήσωμαι παραστάσεις πρὸς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ὅστις ἐπὶ τέλους ἐξέβαλεν αὐτόν. Ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἶχε περιζώσει τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας εἰς ἀμφοτέρας τὰς ὁδούς· πέντε βήματα ἀπὸ τῆς κλίμακος τοῦ ναοῦ ἦτο διπλῆ σειρὰ στρατιωτῶν, καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἔφιππος, καὶ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ἀρχηγείου, ἡ δὲ πλησιέστατα ἐκεῖ οἰκία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐφρουρεῖτο παρὰ στρατιωτῶν πεζῶν καὶ ὁλοκλήρου λόχου ἐφίππων. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν πίεσιν ἐνηργήθη ἡ ψηφοφορία. Ἐνῷ δὲ παριστάμην εἰς τὴν κάλπην τοῦ ὑποψηφίου κ. Φιλήμονος ὡς ἀντιπρόσωπος, ὁ κ. Μακρυγιάννης, Πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶπεν εἰς τὸ οὖς δύο προσελθόντων τίνα πρέπει νὰ ψηφοφορήσωσι, καὶ ἂς διαμαρτύρεται σήμερον ὅσον θέλει. Διατὶ δὲν κατήγγειλα αὐτόν; Διότι ἐσεβάσθην τὴν παλαιὰν πρὸς αὐτὸν φιλίαν, διότι ἐσεβάσθην καὶ σέβομαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἵνα μὴ εἴπω καὶ τὸ γῆράς του. Ἂς θέλῃ πάλιν ὅσον δήποτε ὁ κ. Μακρυγιάννης νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν ἑρμηνείας Νόμου, δι’ ἣν ἑρμηνείαν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι αὐστηρῶς θέλει ἐπιτιμηθῆ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κατώρθωσε τὸ ἄρθρον 38 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμου τοῦ 1887 νὰ στρέψῃ δῆθεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἀκούσητε τὸ ἄρθρον 38, καὶ ἔπειτα νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἦναι δύσκολον πλέον, ὁ κ. Μακρυγιάννης, Βουλευτὴς ὢν καὶ λαβὼν μέρος ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν ἦναι λέγω δύσκολον νὰ καταδιωχθῇ, καὶ νὰ καταδικασθῇ καὶ νὰ ἀπολέσῃ ἐπὶ τριετίαν καὶ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ δικαιώματα ἀκόμη. Ἄρθρον λοιπὸν 38 τοῦ Νόμου, ἐν κεφαλαίῳ περὶ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν κλπ: «Ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν κλπ. ὁ Δήμαρχος συντάσσει κατάλογον ἐκ τῶν ὀνομάτων ἐκείνων ἐκ τῶν γινωσκόντων ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν δημοτῶν, ὅσοι διετέλεσάν ποτε, ἀλλὰ δὲν διατελοῦσι προϊστάμενοι δημοσίας τινὸς ὑπηρεσίας κλπ. ἢ Βουλευταὶ κλπ.» Ἄρθρα 81 καὶ 82 τοῦ αὐτοῦ Νόμου ἀναφέρουσι τὰς φοβερὰς κατὰ τῶν τοιούτων παραβατῶν τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου ποινάς. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος ἐν ἄρθρῳ 92 λέγει: «ἐπὶ τῶν παραβάσεων τοῦ παρόντος Νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου»· ἥτις ἀφορᾷ εἰς ἐκείνους, οἵτινες λαμβάνουσι διαταγὴν παρ’ ἀνωτέρου· ὥστε, καὶ ἂν τυχὸν ὁ συμπολίτης μου κ. Μακρυγιάννης ἔλαβε παρ’ ἀνωτέρου τινὸς διαταγὴν, ἂς μὴ νομίζῃ, ὅτι ἐκ τῆς διαταγῆς ταύτης δύναται νὰ σωθῇ. Σώζεται μόνον, διότι σεβόμεθα τὴν συναδελφότητα, σεβόμεθα τὸν οἶκον τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἄλλα πολλὰ πράγματα, καὶ δὲν θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς καταγγελίαν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοι, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο, ὅτι τοσοῦτον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κήδονται τῆς τιμῆς, τῆς ἀσφαλείας τῆς προσωπικῆς ἀκόμη ἐλευθερίας τῶν φίλων αὐτῶν, ὥστε ὠθοῦσιν αὐτοὺς εἰς ἐγκλήματα, τιμωρούμενα παρὰ τῶν Νόμων.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικόν· εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ ἔκαμα μίαν ἁπλῆν ἐπερώτησιν καὶ κατέδειξα τὰς κακὰς πράξεις τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν περιωρίσθη ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ μᾶς κατήγγειλεν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπήνεγκε τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτράπη εἰς φυγὴν ὁ κ. Μπουφίδης, διότι ἐντρέπετο νὰ μείνῃ ἐδῶ, διότι δὲν ἤθελε ν’ ἀκούσῃ, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν ἀληθῆ. — Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ ἕως αὔριον, διατὶ ἀπὸ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἀμέσως καὶ ἀποτόμως, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἐκλογῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, ἐξεδιώχθη, κακὸς κακῶς, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ Πυροβολικοῦ Ἰατρίδης; Βεβαιῶ, ὅτι ἐξεδιώχθη, διότι δὲν ἐδέχθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγὰς τὰς ἐκνόμους. Ὅτε δ’ ἐπλησίασα πρὸς αὐτὸν, διὰ νὰ τῷ παραστήσω ἀταξίαν σκοποῦ τινος ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ καταστήματος καθ’ ἑνὸς φίλου μας,— καὶ τὸν προκαλῶ εἰς τὴν τιμήν του νὰ μὲ ἀναιρέσῃ,—μοὶ ἀπήντησεν ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ κ. Ἰατρίδης: Κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐγὼ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτρέψω παρανομίαν· ἔχετε τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου. Τὴν αὐτὴν δὲ στιγμὴν ἐδόθη ἡ διαταγὴ τῆς ἀνακλήσεώς του. Τοῦτον ἀντικατέστησεν ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, μὴ ἀνήκων εἰς ὀργανικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς ὑπηρεσίαν εἰδικήν· αὐτὸς διετάχθη νὰ διοικήσῃ ὀργανικὸν σῶμα. Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐντίμως ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο. Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἦλθεν ὁ λοχαγὸς κ. Ἀργυρόπουλος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἤλθομεν εἰς συνθηκολογήσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφίσωσι καὶ οἱ ἡμέτεροι φίλοι. Τοῦτο βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ἂν καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω τὴν τιμήν μου, ὁμιλῶν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ τὸ λέγω, διὰ νὰ προκαλέσω τοὺς τρεῖς ἀξιωματικοὺς νὰ μὲ διαψεύσουν. Πῶς δὲ νομίζετε κατώρθωσα νὰ ψηφοφορήσωσιν οἱ ἡμέτεροι φίλοι, ἕως οὗ ἡ συνθηκολόγησις πραγματοποιηθῇ; Τοῖς ὑπέδειξα νὰ φέρωσιν ὡς σύμβολον ἐλαίαν, καὶ οὕτω κατωρθώθη νὰ ψηφοφορήσωσιν. Ἔπραξα δὲ οὕτω, φοβούμενος μήπως κουρασθέντες ὑποχωρήσωσιν. Ἀλλ’ αὐτοὶ τοσαύτην ἐπιμονὴν εἶχον νὰ ψηφοφορήσουν τὸν κ. Φιλήμονα, ὥστε ἔμειναν μέχρι τῆς δωδεκάτης, ἕως ὅτου ἐξῆλθεν ὁ κήρυξ καὶ ἠρώτησεν, ἂν ἦναι ἄλλος νὰ ψηφοφορήσῃ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος. Συνεφωνήσαμεν μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσουν, νὰ εἰσάγωνται ἀνὰ 10 ἀπὸ ἕκαστον κόμμα διὰ νὰ ψηφοφορήσουν. Τοιαῦται ἦσαν αἱ τάσεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ μὴ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ψηφοφόρων, διότι ἐγνώριζε ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα· ὥστε ἐπειδὴ ἡ παρουσία μου ἐξησφάλιζε τὴν ἔννομον ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, διετάχθη ὁ κ. Στεφάνου νὰ μὲ ἀποδιώξῃ, καὶ μικροῦ δεῖν ἐγινόμην θῦμα τοῦ ἵππου του, διότι ἡ πρόσκλησις ν’ ἀπέλθω ἐκεῖθεν, ὡς ἐναντία τοῦ Νόμου, δὲν μὲ ἐπηρέασεν. Ἐκ τούτου ἤλθομεν εἰς φιλονεικίαν, ἥτις θὰ εἶχε δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἔμενα εἰς τὴν θύραν τὴν ἀνατολικὴν τοῦ ναοῦ, παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Πετροπουλάκην νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἄλλην θύραν, διὰ νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα, ὅτι ἔρχονται οἱ φίλοι μας, καὶ νὰ ἐπιβλέπωμεν, ὥστε νὰ μὴ εἰσάγωνται κρύφα ἐκ τῶν ἄλλων θυρῶν οἱ κυβερνητικοὶ, δι’ ὧν θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ καλπονόθευσις.... Παρεκάλεσα τὸν ἀνθυπομοίραρχον κ. Ζυμβρακάκην, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέρχωνται ἀπὸ τὴν δυτικὴν θύραν, καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ λάβῃ τὰ κλειδία τῶν δύω ἄλλων θυρῶν, διὰ νὰ μὴ εἰσέρχωνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖθεν.
§63Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸς τὸ ἑσπέρας ἦλθεν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Κωνσταντόπουλος, νομίζω, ὁ ὁποῖος εἶναι Ὑπασπιστὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰσῆγε τοὺς ἐκλογεῖς τοὺς φέροντας τὴν ἐλαίαν διὰ μιᾶς θύρας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν γωνίαν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μόλις τὸ ἀντελήφθην, εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἀντισταθῇ, καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κ. Σωτηρίου, καὶ τότε τοῦ εἶπον νὰ φύγῃ, ἄλλως θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν σκοτώσω.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐξετελέσθη ἡ ἐκλογὴ, καὶ ὁμολογῶ καὶ τὸ καυχῶμαι, ὅτι ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ τηρήσωμεν τὴν τάξιν, καὶ καυχῶμαι, ὅτι ἡμεῖς ἀπετρέψαμεν τὴν καλπονόθευσιν, διότι ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἑνδεκάτην, ὁπότε δὲν ἐδέχθησαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Φιλήμονος, νομίσας, ὅτι εἶναι ἀνίκανος ὁ ἀντιπρόσωπος, ἔστειλα ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ζυγομαλᾶν, εἰς τὸν κ. Λεβίδην καὶ τὸν κ. Ράλλην, νὰ ἔλθουν νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ κ. Φιλήμονος, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀλληλοδιαδόχως, τελευταῖος δ’ ἦλθεν ὁ κ. Ράλλης, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται ἡ μὴ καλπονόθευσις· πρὸς δὲ προκαλῶ τὸν κύριον ἀνθυπομοίραρχον Ζυμβρακάκην νὰ δηλώσῃ, ἐὰν δὲν ἔστειλα πρὸς τὸν κ. Καλλιφρονᾶν καὶ Φιλήμονα νὰ μὲ θέσωσιν ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, διὰ νὰ παρασταθῶ καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν διαλογὴν, φοβούμενος μὴ μόνος ὁ κ. Ράλλης δὲν ἐπαρκέσῃ, καὶ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ καλπονόθευσις. Τὴν ἀντιπροσωπείαν μοὶ τὴν ἔστειλαν ἀμέσως οἱ Κύριοι, καὶ τὴν ἔστειλα πρὸς τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν: ἡσύχασε· εἶμαι ἐγὼ ἐδῶ, καὶ καλπονόθευσις δὲν γίνεται. Ἐγνώρισα τὸ πνεῦμα τῶν συμπολιτῶν μου τῆς συνοικίας ἐκείνης, καὶ τοὺς ἀγαπῶ καὶ ἀγαπῶμαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆγα ἐκεῖ, διὰ νὰ κρατήσω τὴν τάξιν καὶ νὰ ἐπιβάλλω τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν Νόμον. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀποστολή μου ἐκεῖ, καὶ τοιαύτην ἐξετέλεσα, καὶ ἐὰν δὲν ἐσεβόμην τὰς πολιὰς τρίχας τοῦ κ. Μακρυγιάννη, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πᾶσα παράκλησις εἰς τὸ νὰ εἰσαχθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι καὶ νὰ ἔλθωσι καὶ Γραμματεῖς 2 ἢ 3 ἱκανοὶ ἰδικοί των, διὰ νὰ μὴ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἐξημερωθῶμεν ἐκεῖ ψηφοφοροῦντες, ἀπεῤῥίφθη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐπαναλαμβάνω, διεξήχθη ἡ ἐκλογή. Ἐτηρήσαμεν τὴν τάξιν καὶ κατωρθώσαμεν νὰ μὴ γίνῃ καλπονόθευσις· Αὐτοὶ δὲ εἰσῆλθον ἄνευ δικαιώματος, καὶ τολμοῦν νὰ παριστῶσιν ἡμᾶς ὡς ταραξίας, ὡς ἐπαναστάτας, ζητοῦν δὲ νὰ καταδείξουν σήμερον, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν ἠγείραμεν ἡμεῖς καὶ τὴν κρατοῦμεν ἐπὶ τόσην ὥραν. Τὴν συζήτησιν ὠφείλαμεν νὰ κρατήσωμεν, διὰ νὰ στιγματίσωμεν τὰς κακὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κρατοῦμεν δὲ, ὄχι διότι θέλομεν νὰ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας, — διότι οὐδὲν ἄξιον λόγου ἀντικείμενον ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν χθὲς, — ἀλλὰ διότι ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀμυνθῶμεν, διότι πάντοτε ἐπιῤῥίπτουσιν εἰς ἡμᾶς ὅ,τι κακὸν πράττουσιν αὐτοὶ, διότι ἐκεῖνοι, ἐπαναλαμβάνω, μᾶς προεκάλεσαν, κατερχόμενοι εἰς τὰ προσωπικὰ καὶ ὑβρίζοντες ἡμᾶς, ἐνῷ χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ κατανύξεως εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς προσβολάς· καὶ αὐτὸς μὲν δὲν ἐπανέλαβε, διὰ σήμερον τοὐλάχιστον, ἀλλ’ οἱ φίλοι του δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κρατήσουν ἑαυτούς. Λυποῦμαι, διότι ἠναγκάσθην καὶ σᾶς ἐκράτησα τόσην ὥραν, ἕνεκα τῆς ἀτόπου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κατόπιν τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ ὧν θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ἤδη ἐῤῥήθησαν, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον, ἀνατεθὲν εἰς ἡμᾶς, νὰ ζητήσωμεν διαφόρους πληροφορίας, ἐξ ὧν τινὰς ἐζητήσαμεν ἤδη ἀνωφελῶς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὧν ἔχω ἀνάγκην, πρὸς μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ: αʹ) Τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τὸ 1886 ποσὸν οἴνου, διῃρημένου εἰς τὰς διαφόρους φορολογικὰς κατηγορίας, τὰς ὁριζομένας ὑπὸ τῆς φορολογικῆς κλίμακος τοῦ ΑΤΝʹ Νόμου. βʹ) Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες ἐπώλουν οἶνον, πνευματώδη ποτὰ καὶ καπνὸν κατὰ τὸ 1886, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτηδευματιῶν τούτων μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου ΑΨΙϚʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1887, τοῦ τροποποιοῦντος τὸν Νόμον ΣΙϚʹ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς ἐγένετο ἡ βεβαίωσις αὐτῶν. γʹ) Τὸ ποσὸν τῆς εἰσαχθείσης ζακχάρεως καὶ καφφὲ, τῶν βαμβακερῶν, μεταξωτῶν, ὁλομαλλίνων καὶ ἡμιμαλλίνων ὑφασμάτων, τοῦ ἀκατεργάστου σιδήρου, τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν ζῴων, ἐὰν μὲν ἦναι δυνατὸν, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, τὸ εἰσαχθὲν διὰ τῶν λιμένων Πειραιῶς, Σύρου, Βόλου, Πατρῶν, Κατακώλου, Καλαμῶν καὶ Κερκύρας, διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον μέχρι Σεπτεμβρίου τῶν ἐτῶν 1885, 1886 καὶ 1887. δʹ) Πίνακα τῶν προϋπολογιζομένων ταμιευτικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Νόμου περὶ χαρτοσήμου, τοῦ ὑποβληθησομένου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅστις μεταῤῥυθμίζει τὴν σήμερον ἰσχύουσαν φορολογικὴν κλίμακα. εʹ) Ἀντίγραφα τῶν γενομένων συμβολαίων προμηθείας σιγαροχάρτου διὰ τὸ 1886, 1887 καὶ 1888,—ἂν ἐγένετο τοιοῦτο καὶ διὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ϛʹ) Ἀντίγραφα τῶν γενομένων συμβολαίων προμηθείας πετρελαίου διὰ τὰ ἄνω τρία ἔτη. ζʹ) Πίνακα τῶν προβλεπομένων ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων διὰ τὸ 1888, ἄν ταῦτα περιορίζωνται περίπου εἰς τὸ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκθέσει ἀναφερόμενον ποσὸν 150,000 δραχ., ἐὰν δὲ προβλέπωνται καὶ ἕτερα, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται ταῦτα; ηʹ) Ἐκ τῶν μὴ μετατραπεισῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων πόσας κατέχουσι κοινὰ ταμεῖα, λειτουργοῦντα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς π. χ. τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον κτλ; θʹ) Αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 μετετράπησαν ὅλαι; Ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ ἀναγραφομένων δραχμῶν 1,890,000 (λ. στ. 75,000) τί ποσὸν πληρόνεται ἀκριβῶς διὰ τόκους αὐτῶν καὶ τί διὰ χρεωλύσιον; ιʹ) Ὁ νόμος ΑΦΜΒʹ, ὃν ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει οἰκίας τοῦ Χατζῆ Κωνσταντινίδου, δὲν ἀφορᾷ εἰς ταύτην, ἀλλὰ εἰς τὴν σύστασιν Γεωργικῶν Σχολῶν. Τίς λοιπὸν ὁ Νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἀγορὰ τῆς οἰκίας ταύτης. ιαʹ) Τὴν ἐν τῷ Προεδρείῳ κατάθεσιν τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἀπροβλέπτων ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐμπιστευτικῶς λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν. ιβʹ) Πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν πρόκειται νὰ δημοσιευθῇ οὗτος διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὀλίγας τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς εἰς αὐτὸν ὑποβληθείσας ἐκθέσεις περὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐν Τεργέστῃ, Ταϊγανίῳ, Τάντα, Ζαγαζικίῳ, Σουὲζ καὶ Μανσούρᾳ Προξενικῶν Ἀρχῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας ἐπὶ τῆς καταστάσεως πιστώσεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 1887, ἣν ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν. αʹ) Ἐπληρώθη τὸ χρεωλύσιον τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887, καὶ περισσεύουσι πιστώσεις δραχ. 578,443 καὶ δρ. 112,310 μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου τούτου; Νὰ δοθῇ ἀνάλυσις τῶν πληρωθέντων ποσῶν διὰ τὰ δάνεια ταῦτα, ὅπως δειχθῇ πόθεν προέρχονται αἱ περισσεύουσαι αὗται πιστώσεις. βʹ) Πόσαι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων (νῦν 100) διετέθησαν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅπως ἀνέλθῃ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν ποσὸν διὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἐκ δρ. 4,869,750 εἰς δραχ. 5,907,250; Εἰς τί δὲ ἐχρησίμευσε τὸ ἐκ τῶν διατεθεισῶν ὁμολογιῶν εἰσπραχθὲν ποσόν;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησε πληροφορίας, σχετιζομένας πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἠρώτησε ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν ἐκ τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ μὴ διατεθειμένον κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Περὶ τούτου εὑρίσκει πληροφορίας ἐν τῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐν ταύτῃ ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς: «Ἐκ τοῦ μετὰ τῶν Τραπεζῶν συνομολογηθέντος δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ δραχμῶν 86,800,000, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886 ὑπελείπετο ποσὸν μὴ πραγματοποιημένον ἐκ δραχμῶν 16,214,347. Ἐκ τούτων κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἐλήφθησαν 12,860,065, καὶ μένει μὴ πραγματοποιηθὲν ποσὸν δρ. 3,354,282.» Ὅτε ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς, ὑπῆρχον παρὰ ταῖς Τραπέζαις ποσὰ ἀδιάθετα, εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 3,354,282, ἔκτοτε ἐπληρώθησαν ἐξ ἄλλων πόρων τὰ τοκομερίδια τοῦ δανείου τῶν 60,00,0000, ἑπομένως ἐγένοντο ἐλεύθεροι καταθέσεις τῶν τελωνείων, αἱ εἰς λογαριασμὸν τῶν τοκομεριδίων τούτων· ταύτας τὰς καταθέσεις ἀπεδώσαμεν εἰς τὰς Τραπέζας εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως ηὔξησε τὸ διαθέσιμον ποσὸν κατὰ ἓν ἔτι ἑκατομμύριον. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ὑποβάλλω πίνακα, δηλοῦντα τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν δανείων παρ’ ἑκάστῃ τῶν τριῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, ὃν καὶ ἀναγινώσκω. (Ἀναγινώσκει).
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ μοὶ δώσητε καὶ ἑτέραν πληροφορίαν. Μεταξὺ τῶν 4 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 13 ἑκατομμυρίων ὑπάρχει διαφορὰ 9,000,000 δραχμῶν. Τὸ δημόσιον ταμεῖον κέκτηται σήμερον τὸ ποσὸν τοῦτο, ἢ θὰ προμηθευθῇ αὐτὸ δι’ ἄλλης τινὸς πράξεως, τῆς ἐκδόσεως π. χ. ἐντόκων γραμματίων;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἠθέλομεν προβῆ εἰς πρᾶξιν, θὰ ὑπῆρχε δι’ αὐτὴν νομοθετικὴ ἄδεια. Ἔχομεν παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως κατατεθειμένα 3,000,000, παρὰ τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ ἔχομεν 400,000, ἐν τῷ ταμείῳ Βόλου ἔχομεν 800,000, ἔχομεν μετρητὰ ἐν διαφόροις ἄλλοις ταμείοις, ἔχομεν καὶ δικαίωμα πραγματοποιήσεως ἐντόκων γραμματίων· ἐκ τούτων δ’ ἁπάντων θέλομεν πληρώσει ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ μάθω, ἐὰν τὸ Δημόσιον θὰ διαθέσῃ ἔντοκα γραμμάτια πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 13,000,000 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὸ ἐνέχυρον τοῦ συνομολογουμένου δανείου.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τί θέλομεν διαθέσει ἐξ ἐντόκων γραμματίων. Ἀρκεῖ, ὅτι ἔχομεν διαθέσιμα ἔντοκα γραμμάτια, ὅπως ἔχομεν καὶ χρῆμα κατατεθειμένον παρὰ διαφόροις Τραπέζαις καὶ ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις· θέλει δὲ γίνει γνωστὸν ἐκ τῶν ὑστέρων ὁπόσα καταβληθήσονται ἐξ ἑκάστης κατηγορίας. Ὅ,τι γινώσκω σήμερον, εἶναι, ὅτι οἱ πόροι τοῦ Κράτους, οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως ταύτης, ἔσονται ἐπαρκεῖς πρὸς τοιαύτην πληρωμήν.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσις, δηλοῦσα τὰ ποσὰ τὰ εἰσπεπραγμένα, προωρισμένα δὲ, κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας Νόμους, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, εἰπὼν, ὅτι ἔχομεν εἰσπεπραγμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κ/πόλεως 3,000,000 καὶ παρὰ τῇ Ἰονικῇ 400,000.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴχετε ἀναφέρει καὶ τὸ ταμεῖον Βόλου.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη δὲν τὸ ἀναφέρω, διότι ἀπαντῶ εἰς ἀλλοίαν ἐρώτησιν.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δεκεμβρίου τὸ Δημόσιον ἔχει ἀνάγκην 10,200,000 δρ. εἰς χρυσὸν, ἵνα πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων, ἵνα δὲ προμηθευθῇ ταῦτα, τῷ ἀναγκαιοῦσι 13,000,000 γραμματίων· ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἶναι διατεθειμέναι πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ εἰσπραττόμενα ἐξ αὐτῶν κατατίθενται εἰς τὰς Τραπέζας, ὥστε ἔπρεπεν ἤδη τὰ 13,000,000 νὰ ἦναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν· ἀκούω ὅμως μὲ ἀπορίαν μου, ὅτι ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι κατατεθειμένα 3 ἢ 4 ἑκατομ. μόνον· ἐρωτῶ, τί γίνονται αἱ ἄλλαι εἰσπράξεις; Μήπως συμβαίνει καὶ τώρα τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἀντὶ νὰ εἰσάγωνται τὰ εἰσπραττόμενα ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπολόγους ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Τραπεζῶν, λαμβάνουσιν ἄλλην διεύθυνσιν καὶ τὰ μεταχειρίζονται, ἢ νὰ καλύπτουν ἐλλείμματα, ἢ νὰ κάμνουν ἄλλας πληρωμάς; Τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ δύναται νὰ κλείσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν. Ὁσάκις τὸ Δημόσιον συνωμολόγησε δάνειον, ἐπειδὴ δὲν χαίρει ἀπόλυτον πίστιν, ἠναγκάσθη νὰ προσδιορίσῃ εἰδικὰς προσόδους, αἱ ὁποῖαι νὰ κατατίθενται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, κατέστησε δὲ καὶ ὑπευθύνους τοὺς ταμίας. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, πῶς, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ προθεσμία, δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν τὰ 13,000,000· καὶ ἐπὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ λάβω πληροφορίας.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω προσάξει πληροφορίας.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 2ου, 13,515,000 ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνα χρῆσιν θὰ βαρύνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ εἰδικώτερον τίνα χρῆσιν θὰ βαρύνῃ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ἀπαντᾷ εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο εἶχε χαρακτῆρα πιστώσεως καὶ κυρίως εἶχεν ἀναγραφῆ ἀκριβῶς, ἵνα ἄρῃ ἀμφιβολίαν, ὁποίαν διατυποῖ ἤδη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἀφοῦ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ψηφισθῇ πίστωσις, ἀπεδέχθημεν ν’ ἀποσυρθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο καὶ συνταχθῇ ἄλλως· πράγματι δὲ τὸ συντάττομεν ἄλλως καὶ προτείνομεν, ὅπως ἀντὶ τῶν λέξεων «θέλουσι ληφθῆ ἀπὸ τῆς ὑπὸ τὸ κεφάλ. 1 ἄρθρον 3 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1888 ἀναγεγραμμένης πιστώσεως» γραφῇ: «ὑπάγονται εἰς τὸ κεφάλαιον 1 ἄρθρον 3 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ κλπ». Οὕτω δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως,—θέλει ψηφισθῆ ἐν καιρῷ ἡ πίστωσις—ἀλλὰ κανονίζεται, ὅτι αἱ δαπάναι ὑπάγονται εἰς ὡρισμένον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888....
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι δαπάναι;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἄδεια, ὅπως πληρωθῇ· θὰ ἀναγραφῇ δὲ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, καὶ ἂν λάβητε αὐτὸν ὑπ’ ὄψει, θέλετε εὑρεῖ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀλλὰ ἀναγεγραμμένα ὑπὸ τύπον χρημάτων ὀφειλομένων διὰ τὰ τοκομερίδια.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσι διὰ τοῦ δανείου τούτου, δὲν εἶναι πληρωτέα κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου· ὑπάρχουν πολλὰ, βαρύνοντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω τώρα τοὺς ἀριθμούς· ἀλλὰ τὰ ποσὰ θὰ βαρύνωσι τὴν χρῆσιν, εἰς ἣν ἀνάγονται. Ἐν ἄρθρῳ 4 ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τῆς συμβάσεως, αὗται δὲ ἀφορῶσιν εἰς τὸν τόκον. Τὰ τοῦ κεφαλαίου μένουσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀρχικῶν Νόμων.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν τὸ ἄρθρον 4.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγράφη λόγῳ τάξεως.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον αἱ δαπάναι τοῦ 1888 ἀνήκουν εἰς τὸ 1888, καὶ αἱ δαπάναι τοῦ 1887 ἀνήκουν εἰς τὸ 1887.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταταχθῶσιν αἱ δαπάναι· πρόκειται περὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ ἄρθρου. Ἐπειδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσήχθη πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως καὶ ἠδύνατο ὡς ἐκ τούτου νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ἂν εἰς ἄρθρον αὐτοῦ, καθορισθὲν πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως, ἦναι ὑπακτέαι αἱ ἐκ ταύτης ἀποῤῥέουσαι δαπάναι, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὸ ἔλεγεν, ἠδυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν διὰ τῆς ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ ἑρμηνείας. Λόγῳ τάξεως ἄρα ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἄρθρον 4ον· ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, ἂν προταθῇ.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπεξηγῶ τὴν ἐρώτησίν μου. Διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα βαρύνουν τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος πρέπει νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ οὐχὶ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, διότι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι δαπάνη τοῦ δανείου, εἶναι δαπάνη προερχομένη ἐκ τῆς νομισματικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου καὶ ἥτις πηγάζει ἐξ ἑκάστης ἐκτελουμένης πληρωμῆς.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θὰ λυθῇ λογιστικῶς. Ἂν ἀνήκῃ δαπάνη τις εἰς τὸ 1887, θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ 1887· ἂν ἀνήκῃ εἰς τὸ 1888, θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ 1888. Δὲν εἶναί τι τοῦτο λυόμενον νομοθετικῶς, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ γινώσκωμεν ἂν θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τις, εἴτε ἕνεκα ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε ἕνεκα ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων· πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφορά. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος κανονίζει τί ἀνήκει εἰς τοῦτο τὸ ἔτος καὶ τί ἀνήκει εἰς ἐκεῖνο.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν προηγούμενον τοιούτων λογιστικῶν πράξεων ἀτάκτων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν θεωρεῖται ὡς δαπάνη καὶ μεταφέρεται εἰς ἄλλους λογαριασμοὺς, εἰς βάρος π. χ. τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, ἐνῷ πρέπει νὰ βαρύνῃ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν πρέπει νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι εἷς πόρος ἔκτακτος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον ταμεῖον προσπορίζεται 10,200,000 φράγκα εἰς χρυσόν. Τοῦτο εἶναι μία πρᾶξις, μετ’ αὐτὴν δὲ ἐπέρχεται ἑτέρα πρᾶξις, τῆς δαπάνης τοῦ προσπορισθέντος ποσοῦ. Τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπανᾷ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῶν πληρωτέων ἐντὸς τοῦ 1887· ἑπομένως τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸ πληρονόμενον δι’ αὐτὴν ποσὸν καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ πηγάζουσα διαφορὰ συναλλάγματος. Τὸ συνάλλαγμα ἐκ διαφόρων λόγων δύναται καὶ νὰ πέσῃ καὶ νὰ ὑψωθῇ ἐντὸς τοῦ 1888. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἡμᾶς, νὰ ὑπολογίσωμεν σήμερον τὰ εἰκοσάφραγκα, ἅτινα δίδομεν, πρὸς 20 δραχμὰς ἕκαστον, ἐνῷ ἀξίζουσι περίπου 25 δραχμὰς, καὶ νὰ βαρύνωμεν τὸ μέλλον μὲ τὴν διαφορὰν τῶν 5 δραχμῶν κατὰ εἰκοσάφραγκον· ἂν παραδεχθῶμεν τοιοῦτόν τι, θὰ πράξωμεν παραβίασιν καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῶν λογιστικῶν κανόνων. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ἀποδείξω τοῦτο, καὶ ἀργότερον ἴσως θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ἰδέαν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ μέλλον διὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τῆς λογιστικῆς, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διαφορὰ συναλλάγματος, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ καταλογισθῇ· ἐὰν ἐπιτευχθῇ νὰ μὴ πληρώσωμεν διαφορὰν, πρέπει ὅμως νὰ τὴν ἀναγράψωμεν εἰς βάρος τοῦ ἔτους τούτου καὶ κατόπιν πάλιν εἰς ὄφελος τοῦ ἔτους 1888. Ταῦτα πάντα εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύναται ν’ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συμβάσεως ταύτης. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἡ σύμβασις οὐδὲν ἀναγράφει περὶ καταλογισμοῦ· ὁ καταλογισμὸς θέλει γενῇ κατὰ Νόμον, ὅταν δὲ ἡμεῖς ἢ ἄλλοι, ἐκτελοῦντες τὸν Νόμον, δὲν πραγματοποιήσωμεν αὐτὸν, ἢ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸν κακῶς, τότε δύναται νὰ γενῇ περὶ τούτου λόγος.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ καταλογισμὸς τῆς δαπάνης πρέπει νὰ γίνεται ὅταν ἐκτελῆται αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς φωτίσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρεται, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνάλλαγμα ποσοῦ 460,000 φράγκων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τὸ δάνειον τοῦτο κατατάσσεται μεταξὺ ἐκείνων, ἅτινα πληρόνονται διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ δὲν ὑπολογίζεται δι’ αὐτὸ διαφορὰ μεταλλικοῦ. Διὰ τίνα λοιπὸν λόγον τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ποσὸν 460,000 φράγκων εἰς μεταλλικόν;
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τοῦδε, ὡς γινώσκετε, ἐγίνετο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἡ πληρωμὴ εἰς μεταλλικὸν, ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ οὕτω γιγνομένη, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πράξεως ὡρισμένης· τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡρισμένον ποσὸν εἰς μεταλλικὸν, ὁριστικὸν ἔχον τὸν προορισμόν του. Ἑπομένως πρέπει νὰ καταλογίσητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἀνάλογον ποσὸν διαφορᾶς συναλλάγματος.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι καταλογισμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἰς τὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 εἶχε καταλογισθῆ διαφορὰ συναλλάγματος, διότι μέχρι τοῦδε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγίνετο ἡ πληρωμὴ εἰς μεταλλικόν. Ἐγένετο ἄλλοτε συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκ τῆς ὁποίας γινώσκετε, ὅτι ἦτο ἀμφισβητούμενον, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἦναι ὑπόχρεων νὰ πληρόνῃ εἰς μεταλλικὸν τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐξοφλούμενα τοκομερίδια τοῦ δανείου τούτου. Ἐπὶ ἀμφισβητουμένου δὲ ζητήματος δὲν θέλω νὰ δώσω ἀπάντησιν λύουσαν αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Ὅ,τι δήποτ’ ἂν ἐγένετο ἢ γενῇ κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἐφαρμογὴν, δὲν ἀποτελεῖ λύσιν ἀρχῆς, δεσμεύουσαν τὸ μέλλον. (Ἐπιψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2)
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον τρίτον.
§97ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμφωνήσῃ πράξεις, παρομοίας μὲ τὴν διὰ τῆς ἑπομένης συμβάσεως συνομολογηθεῖσαν, διὰ τὰς ὑπολοίπους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως 1888».
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκτήσῃ, κατ’ ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογῇ ὁμοίας πράξεις καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων κατὰ τὸ 1888. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὐπρεπὲς νὰ προβλέψωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε περὶ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἶναι πληρωτέα μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1888, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἄδειαν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, καθ’ ὃν θέλει εἶσθαι ἀποῦσα ἡ Βουλὴ, ἤτοι μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1888, ὅτε συνταγματικῶς πρέπει νὰ συγκληθῇ.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ οὐσίαν οὐδεμίαν φέρω ἀντίῤῥησιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοκομεριδίων τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ὅτε θὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἀλλὰ περὶ τῶν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1888. Δὲν βλέπω ὅμως καὶ λόγον τινὰ πρακτικόν, ὅπως παραλίπωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Αἱ συμβάσεις εἴτε ἐγκρίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν σύναψιν αὐτῶν, εἴτε προδιαγράφονται νομοθετικῶς πρὸ τῆς συνάψεως· καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς πρὸς μὲν τὸ τοκομερίδιον καὶ τὰ χρεώλυτρα τῆς ληγούσης ἑξαμηνίας, ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς συμβάσεως μετὰ τὴν σύναψιν αὐτῆς, ὡς πρὸς δὲ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τοῦ 1888, δίδεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ, εἴτε διὰ τὸ ὅλον, εἴτε διὰ μέρος, εἰς τὴν συνομολόγησιν ἑτέρων συμβάσεων, συμφώνων πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην· θὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ διὰ τὸ 1888 ἡ ἔγκρισις ἐκ τῶν προτέρων.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν, νὰ συνομολογῇ παρομοίας συμβάσεις καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1888. Ἡ ἀξίωσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται ἐπὶ ἀληθοῦς λόγου μέχρι τινὸς χρόνου, ὅτε θὰ ἦναι ἀποῦσα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Ὅταν ὅμως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, δὲν ἦναι ἀποῦσα, διὰ τίνα λόγον νὰ σπεύσωμεν νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἑπομένη Σύνοδος τῆς Βουλῆς;
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, προνοοῦν περὶ τοῦ τοκομεριδίου τοῦ ἀπαιτητοῦ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1887 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1888, ἀλλὰ προνοεῖ καὶ περὶ ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη διὰ συμβάσεως παρομοίας κανονίσῃ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων τὰ τοῦ τοκομεριδίου τοῦ 1888.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ζητεῖτε τὴν ἄδειαν ταύτην;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωμεν εὐκαιρίας καταλλήλου πρὸς συνομολόγησιν τοιαύτης συμφωνίας, καὶ πρέπει τότε νὰ δυνάμεθα καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς νὰ κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος καὶ μὴ ὦμεν ἠναγκασμένοι νὰ περιμένωμεν τὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον σύγκλησιν τῆς Συνόδου.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορά, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἡμεῖς ψηφίζομεν τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν ἀνάγκης ἐπικειμένης, ἡ ὁποία ἦτο γνωστὴ εἰς ἀμφότερα τὰ συναλλαξάμενα μέρη, ἐπειδὴ δὲ ἦτο γνωστὴ ἡ ἀνάγκη αὕτη, οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συναλλαξάμενοι ἐζήτησαν καὶ ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν βάρη, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, παρεχώρησεν, ὡς ὡμολόγησε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡμεῖς δὲ, δεχόμεθα μὲν τὰ βάρη ταῦτα, ἕνεκα τοῦ αὐτοῦ λόγου, τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπικειμένης, καὶ θέλομεν τὰ δεχθῆ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι ἀποῦσα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀναδεχθῶμεν αὐτὰ καὶ διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι παροῦσα, ὅτε δυνατὸν αἱ ἀνάγκαι αὗται νὰ μὴ ὑφίστανται καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἄλλως.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ὡς πρὸς τὴν βάσιν τῶν σκέψεων τούτων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐννοεῖ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο ὑπὸ ὅρους οὐχὶ ἐπωφελεστάτους, ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἀνάγκης. Τοῦτο οὐδόλως παραδέχομαι. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ὠφελιμωτάτη, διότι πραγματοποιοῦμεν δάνειον πρὸς 6%, ὅπερ δὲν ἐγένετο πρὸ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ὑπὸ ὅρους, τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν ὁμοίους ἐν ἄλλοις δανείοις. Στενοχωρία δὲ χρόνου οὐδεμία ὑπῆρξεν ἐν τῇ διαπραγματεύσει. Αὕτη ἐγένετο ἐν πλήρει ἀνέσει, διότι πρὸ πολλοῦ εἴχομεν διαπραγματευθῆ τὰ τοῦ δανείου τούτου καὶ ἀπελήξαμεν εἰς τὰς διατάξεις τῆς προκειμένης συμβάσεως, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὡς τὰς ἀρίστους· θὰ ἤμεθα δὲ εὐτυχεῖς, ἐὰν ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων ἠδυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων τοῦ 1888. Τὸ δὲ χθὲς ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθὲν, ὅτι διάταξίς τις, ὁποία ἀναγράφεται, εἶναι ἐπαχθὴς, τοῦτο δὲν εἶναι συνέπεια τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἀνάγκης τῆς συμβάσεως, εἶναι συνέπεια τοῦ χαρακτῆρος τῆς συμβάσεως, διότι πρόκειται περὶ δικαιώματος παρεχομένου εἰς τὸν κατέχοντα τὸ χρῆμα, τὸ πρὸς ἐγγύησιν δοθὲν, ὅπως διαθέσῃ αὐτὸ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος. Ἡ φύσις τῆς συμφωνίας ἐπάγεται τὴν παροχὴν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἐὰν δὲ δὲν ἐννοῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, εἰς οὓς χορηγοῦμεν τὴν ἐγγύησιν, τὸ δικαίωμα, ἵνα, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, δυνηθῶσι διὰ τοῦ ὑπεγγύου χρήματος νὰ ἀγοράσωσι συνάλλαγμα, οὐδὲν τοῖς δίδομεν. Εἶπον δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ ζητούμενον ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως συμπράττῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος, θὰ ἦτο λίαν ἀρεστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδεμία Τράπεζα δύναται νὰ δεχθῇ τοιοῦτον ὅρον, διότι ἀγορὰ συναλλάγματος ὑπὸ δύο προσώπων, αὐτοτελῶς ἐργαζομένων, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ· ἐν διαφωνίᾳ ἤθελε παραστῆ ἡ ἀνάγκη ἐπιδιαιτητοῦ, τοιαύτην δὲ διαδικασίαν, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἐργασίας, θὰ ἐθεώρουν αἱ Τράπεζαι ὅλως ἀπαράδεκτον.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αἱ ἀξίαι, αἱ τιθέμεναι εἰς τὰς χεῖρας τῶν Τραπεζῶν, ὡς εἶδος ἐνεχύρου, προορίζονται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους· καὶ ἂν μὲν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀξίας ἀγοραίας, ἐννοῶ, ὅτι ὁ μὲν δανειστὴς θὰ εἶχε τὸ συμφέρον νὰ ὑποτιμᾷ τὴν ἀξίαν τῶν εἰς χεῖράς του εὑρισκομένων ἀντικειμένων, ὁ δὲ ὀφειλέτης νὰ ὑπερτιμᾷ αὐτήν· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ποσοῦ χρημάτων, περὶ ἀγορᾶς συναλλάγματος, καὶ ἡ μὲν Τράπεζα εὑρίσκῃ συνάλλαγμα πρὸς 1,32, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρὸς 1,29, δὲν ἐννοῶ πῶς δύναται νὰ εὑρεθῇ Τράπεζα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη διαιτητοῦ. Τίνα ἀξίωσιν ἔχει ἡ Τράπεζα; Νὰ λάβῃ τὸ κεφάλαιόν της. Ὅταν δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὸ κεφάλαιόν της διὰ δαπάνης ὀλιγωτέρας τοῦ ὀφειλέτου, οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει διαιτητοῦ.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι σύμβασις ὑπὸ ὅρους μᾶλλον συμφέροντας εἶναι ἀδύνατον νὰ συνομολογηθῇ. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀποκτῶμεν χρήματα, ὡς εἶπον, ἐπὶ τόκῳ 6%, οὗ τὸ βάρος περιορίζεται εἰς 5%, ὡς ἐκ τοῦ ὅρου τῆς συμβάσεως, τοῦ καταργοῦντος τὸ 1% ἐπὶ τοῦ καθισταμένου ὑπεγγύου χρήματος, ἡ δὲ μὴ συμπερίληψις ὅρου περὶ ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος τῇ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως μειοῖ τὴν ἀξίαν τῆς συμβάσεως, διότι τοιοῦτος ὅρος θ’ ἀπεκρούετο παρ’ οἱασδήποτε Τραπέζης ἐν οἱᾳδήποτε συμβάσει. Περιλαμβάνει ὅμως ἡ σύμβασις διατάξεις, ἀναπληρούσας ἐπαρκῶς τὰς διὰ τοῦ ὅρου τούτου ἐπιδιωκομένας ἐγγυήσεις, ὡς ἐπιτρεπούσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὴ μόνη, ἄνευ τῆς συμπράξεως ἄλλου, νὰ ἀγοράσῃ τὸ συνάλλαγμα μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς προθεσμίας· μόνον δὲ ἐὰν παρέλθῃ καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἡμέρα καὶ δὲν ἀγοράσῃ τὸ συνάλλαγμα ἡ Κυβέρνησις, δύναται ἡ Τράπεζα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς συζητοῦμεν, ἐξέρχεται τῶν ὅρων τοῦ δανείου καὶ ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν ἐντολήν. Ὅπως δὲ συνήθως εἰς πᾶσαν διαχείρισιν ἰδιωτικὴν, πάντοτε δὲ σχεδὸν εἰς τὰς διαχειρίσεις τοῦ Δημοσίου, τὸ Δημόσιον ἐπιβλέπει καὶ περιφρουρεῖ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ, οὕτω καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ ἐπιβλέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν ἐντολὴν, διδομένην εἰς τὰς Τραπέζας.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ὁμοίως δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ ἀρχὴ τῆς συμβάσεως καὶ τὸ ἄρθρον 1).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον δεύτερον.
§112ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον δεύτερον τῆς συμβάσεως. Νομίζω, ὅτι ἐν τοῖς παραγράφοις 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου δευτέρου ἀναφέρεται ἡ λέξις «διαμετακομίσεως», κατὰ μετάφρασιν τῆς γαλλικῆς λέξεως transit· ἡ τοιαύτη δὲ λέξις δὲν ἐξηγεῖ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ πρωτοτύπου καὶ συγχύζεται μὲ τὴν αὐτὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῷ τελωνειακῷ Νόμῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ λέξις «διαμεταβίβασις» θὰ ἦτο προτιμοτέρα. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι κατὰ τὸν τελωνειακὸν Νόμον πληρόνονται δικαιώματα διαμετακομίσεως, ἥτις δὲν ἔχει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνταῦθα.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ λέξις «μεταβίβασις» δὲν εἶναι καθιερωμένη, ἡ δὲ λέξις, «διαμετακόμισις» πάντοτε ἐγένετο δεκτὴ, εἰς εὐρυτέραν ἢ στενωτέραν ἐκδοχὴν, ἐπὶ μεταφράσει τῆς λέξεως transit, ὅπως ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἐν τῇ Αὐστροελληνικῇ συμβάσει, τῆς ὁποίας ἀντιγραφὴ εἶναι ἡ προκειμένη. Τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἰδοὺ πῶς ἔχει. (Ἀναγινώσκει τὸ Γαλλικὸν κείμενον). Παρατηρῶ δὲ ἐπιπροσθέτως, ὅτι ἐπίσημον κείμενον εἶναι τὸ Γαλλικόν· ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει προκύψῃ ἀμφιβολία τις, ὡς φοβεῖται ὁ ὑποβαλὼν τὴν παρατήρησιν, θέλομεν προστρέξει εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον.
§115ΡΙΚΑΚΗΣ. Δι’ ἡμᾶς ὅμως δὲν εἶναι τὸ Γαλλικὸν κείμενον τὸ ἐπίσημον· ὁ Νόμος θὰ καταχωρισθῇ Ἑλληνιστὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τούτου τὸ κείμενον θὰ ἦναι ὡς Νόμος τοῦ Κράτους. Ὥστε δι’ αὐτὸ ἔφερα τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ παρεκάλεσα νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις, ἵνα μὴ προκύψῃ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ πράγματος.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν μεταβληθῇ ἡ λέξις, θὰ προκύψῃ ἡ ἑξῆς ζημία, ὅτι ἐν ταῖς πρότερον συναφθείσαις συνθήκαις, ἐν αἷς οὕτω μετεφράσθη ἡ λέξις, θὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Νομίζω ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ λέξις ὡς ἔχει.
§117ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ δοθεῖσαι ἐξηγήσεις. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐμμίσθων Ὑποπροξενείων, Προξενείων καὶ Γενικῶν Προξενείων καὶ καταργήσεως Ὑποπροξενείων.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἤτοι τὸν πίνακα τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων. Ἐκτείνεται ἐπὶ πενταετίαν σχεδόν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἓν τῶν Προξενείων, τὸ τοῦ Ταϊγανίου, ἐπὶ 2½ ἔτη μόνον ὡς πρὸς τὸ τῆς Τεργέστης, καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς πρὸς τὰ Πρακτορεῖα, διότι δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τῆς καταθέσεως πινάκων περὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν δὲν ἐλειτούργει κανονικῶς μέχρι πρὸ ἑνὸς ἔτους. Τὸ ἐν Τεργέστῃ Προξενεῖον δείκνυται ἐν τῷ πίνακι ἔχον τὰς ἑξῆς εἰσπράξεις (ἀναγινώσκει). «Ἐν ἔτει 1883 δραχ. 10,631.65. Ἐν ἔτει 1884 δραχ. 10,988.63. Ἐν ἔτει 1885, ὅτε μετετράπη εἰς ἄμισθον, δὲν ὑπεβλήθη κατάστασις τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τῆς μετατροπῆς καὶ ἐκεῖθεν· ἐν τῷ κατατεθέντι ὅμως ἐνταῦθα καὶ δημοσιευθέντι πίνακι τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐμμίσθων Προξενείων φαίνονται αἱ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1885 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰσπράξεις. Ἐν ἔτει 1886, ἀπὸ Μαΐου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, διότι τούτων μόνον τῶν μηνῶν ἔχομεν κατάστασιν, εἰσέπραξεν ὁ Γεν. Πρόξενος δραχ. 6,255.54. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ Προξενείου Ταϊγανίου κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884, 1885, 1886 καὶ μέχρι τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1887 ὑπῆρξαν δραχ. 14,694.37–12,191–20,984.20–10,125.96–10, 074.86. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1885, δι’ ὃ καὶ μόνον ἔχομεν ἀκριβεῖς πίνακας, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ Προξενεῖα εἰσέπραξαν, τὸ μὲν ἐν Τάντᾳ δραχ. 9,820.10, τὸ δὲ ἐν Μανσούρᾳ δραχ. 7,953,60, τὸ δὲ ἐν Σουὲζ δρ. 3,389.50 καὶ τὸ ἐν Ζαγαζικίῳ δρ. 5,769.60.» Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν ἀμίσθων Προξενείων καὶ Πρακτορείων, ὡς σημειοῦνται ἐν τῷ πίνακι, εἶναι συνήθως κατώτεραι τῶν πραγματικῶν, διότι ἔξω τῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττομένων τελῶν, παρὰ ταῖς ἀμίσθοις Προξενικαῖς Ἀρχαῖς δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις πρὸς λογοδοσίαν, ἴσως δὲ δὲν εἶναι εὐάρεστον εἰς τοὺς εἰσπράττοντας ἄξια λόγου ποσὰ νὰ διακοινῶσι τὰς ὠφελείας, ἃς ἐκ τούτου πορίζονται, διότι διεγείρουσιν οὕτω τὸν ζῆλον ἄλλων πρὸς διεκδίκησιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Ἀκριβῶς δὲ καὶ οὗτος εἶναι εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς μετατρέπομεν τὰς ἀμίσθους ἐκείνας θέσεις εἰς ἐμμίσθους, παραδίδοντες αὐτὰς εἰς τὴν ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, τὴν προσιτὴν εἰς μόνους τὰς ἔχοντας τὰ νόμιμα προσόντα καὶ παρέχοντας ἐγγυήσεις καταλληλοτέρας ἀντιπροσωπεύσεως τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων.
§120ΨΥΛΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ μετατροπὴ τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων εἰς Ὑποπροξεῖα, εἶναι ταμιευτικὸς μᾶλλον, ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· θὰ τὸν παρακαλέσω δὲ, ἐὰν ἔχῃ ἔκθεσιν ἐν γένει τῶν ἁρμοδίων Προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ, ἢ προτάσεις περὶ τῆς προκειμένης μετατροπῆς τῶν Πρακτορείων, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ μετατροπὴ αὕτη, πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ταμιευτικός. Ὠφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αἱ εἰσπράξεις ἀρκοῦσιν εἰς ἵδρυσιν ἐμμίσθων Προξενικῶν Ἀρχῶν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἶναι τόσαι, ὥστε δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν καὶ τῶν παρομαρτούντων ἐν Τεργέστῃ, Ταϊγανίῳ, Τάντᾳ, Μανσούρᾳ, Σουὲζ καὶ Ζαγαζικίῳ, προσέτι εἰς τὴν ἵδρυσιν Προξενείου ἐν Σκοπείοις, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγκη ἐνεδείχθη ἀπὸ πολλοῦ. Περὶ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ θέσεων ἔχω ἔκθεσιν τοῦ τέως γραμματέως τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γ. Προξενείου κ. Μπουφίδου, τὴν ὁποίαν θέλω φροντίσει νὰ καταθέσω.
§122ΨΥΛΛΑΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ζητήσω τὸν λόγον. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 15 ἑκατομμυρίων δρ. μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὰ 1 καὶ 2 ἄρθρα αὐτοῦ). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν ἐντόκων γραμματίων, τῶν σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ;
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς 8 περίπου ἑκατομμύρια. (Ψηφίζονται καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 123,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 22,425,033 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1887.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἡ πίστωσις ἡ ἔκτακτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ δραχμῶν 64,805, τίνα χρῆσιν καὶ τίνα Προϋπολογισμὸν θὰ βαρύνῃ; ἢ θὰ καταλογισθῇ αὕτη εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων;
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀκριβῶς, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν καταλογίσωμεν εἰς τοὺς φάρους.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πίστωσις τῶν 16,652,000 ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομμυρίων· ἐξ αὐτῶν, κατὰ τὰ κοινοποιηθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπληρώθησαν ἤδη δραχ. 13,708,000, ὑπολείπονται δὲ ἕτεραι δραχ. 2,854,000 νὰ πληρωθῶσι. Πόθεν θέλουσι πληρωθῆ αὗται; Εἰς βάρος τίνος Προϋπολογισμοῦ θέλει πληρωθῆ τὸ ὑπολειπόμενον τοῦτο ποσόν;
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὴν πίστωσιν.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηντλήσατε τὴν πίστωσιν, ἥτις ἀνήκει εἰς τὰ μετατραπέντα δάνεια, καὶ ἥτις ἦτο ἀρκοῦσα πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν. Κατὰ τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ κεφαλαίῳ, τῷ ἐπιγραφομένῳ «Δημόσιον χρέος κυμαινόμενον», τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων διατίθεται ὡς ἑξῆς: 29,221,495 διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν, 22,305,911 διὰ τὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων, 13,010,521 ἀπέναντι τῆς ἐξοφλήσεως τῶν δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, 26,000,000 τὸ τίμημα τῶν πλοίων καὶ τοῦ πυροβολικοῦ αὐτῶν, καὶ ὑπόλοιπον διαθέσιμον εἰς τὸ Comptoir d’ Escompte 452,073. Τὰ 13 ἑκατομμύρια φράγκα, τὰ προωρισμένα διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν μετατραπέντων δανείων, πῶς διετέθησαν; Ἐλάβετε ἐξ αὐτῶν φράγκα 10,900,000 περίπου, τὰ μετετρέψατε εἰς δραχμὰς πρὸς 1,25 τὸ φράγκον, καὶ ἐπληρώσατε 13,700,000 δραχμὰς διὰ τὰ μετατραπέντα δάνεια, ἔμενον δὲ ἕτερα φράγκα 2,700,000 περίπου, ἤτοι δραχ. 3,400,000 περίπου, ἀρκοῦσαι πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὑπολοίπου τῶν δανείων τούτων. Δὲν παραδέχεσθε ὅμως τοῦτο, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν φράγκων 13 ἑκατομμυρίων τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε τοκομερίδια καὶ χρεωλύσια, τὰ ἀντικατέστησε δὲ δι’ ἑτέρων 13 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν ὁποίων παραδέχεσθε ὡς ἴσην τὴν ἀξίαν πρὸς τὰ χρυσᾶ φράγκα· παραδεχόμενοι δὲ αὐθαιρέτως τοῦτο, δὲν πιστόνετε τὰ ἔκτακτα ἔσοδα μὲ τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τῶν 13 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἤτοι μὲ 13 ἑκατομμύρια πλέον δρ. 3,250,000 τῆς διαφορᾶς τοῦ μεταλλικοῦ, ἤτοι ἐν ὅλῳ μὲ δραχμὰς 16,250,00, ἀλλὰ μὲ μόνον 13 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἠλαττώσατε δὲ οὕτω τὸ ἐνεργητικὸν τῶν μετατραπέντων δανείων, ἤτοι τὴν περιουσίαν αὐτῶν, κατὰ δραχμὰς 3,250,000. Διατὶ δὲ ἐπράξατε τοῦτο; Διὰ νὰ ἐλαττώσητε τὰς δαπάνας τοῦ 1887 κατὰ 3 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα τῶν μετατραπέντων δανείων. Τί δὲ προκύπτει ἐκ τούτου; ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα, ἅτινα εἶχον ποσὸν ὡρισμένον πρὸς πληρωμήν των, εὑρίσκονται σήμερον ἐστερημένα τοῦ πόρου τούτου, διότι τὰ 13 ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων, χάριν ἄλλου καὶ ἐκρύθμου σκοποῦ, ἀντικατεστάθησαν διὰ 13 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀφῃρέσατε δραχμὰς 2,800,000 περίπου ἀνηκούσας εἰς τὰ δάνεια ταῦτα, καὶ κατελογίσατε αὐτὰς ὡς ὠφέλειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, θ’ ἀναγκασθῆτε δὲ σήμερον διὰ νέου δανείου νὰ τὰς ἀναπληρώσητε. Τοῦτο εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ παράνομον, εἶναι ἀσύγγνωστος ἀταξία λογική, καὶ μὴ εἰλικρινὴς παράστασις τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὅσοι ἠσχολήθητε περὶ τὰ λογιστικὰ γνωρίζετε, ὅτι πᾶς λογαριασμὸς θεωρεῖται ὡς προσωποποίησις ὡρισμένης διαχειρίσεως· πᾶσα λογιστικὴ μερὶς παριστᾷ λογιστικὸν πρόσωπον, ἔχον τὴν πίστωσίν του καὶ τὴν χρέωσίν του, τὴν περιουσίαν του δηλ. καὶ τὰς δαπάνας του. Ἐνταῦθα ἔχομεν δύο πρόσωπα λογιστικά, τὸ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων καὶ τὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Τί δὲ συνέβη μεταξὺ τῶν δύο τούτων λογιστικῶν προσώπων; τὸ δεύτερον, ἡ χρῆσις δηλ. τοῦ 1887, ἔλαβε παρὰ τοῦ πρώτου τῶν δανείων, δηλ. τῶν 6, τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, 3 ἑκατομμύρια περίπου δρ. χωρὶς κἄν νὰ πιστώσῃ αὐτὰ καὶ χωρὶς νὰ χρεωθῇ διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ· ἔλαβε 13 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, περίπου δηλ. 650 χιλιάδας εἰκοσάφραγκα, καὶ ὑπελόγισε τὸ εἰκοσάφραγκον μόνον πρὸς 20 δραχμὰς, ἐχρεώθη μὲ δραχμὰς 13,000,000, ἀντὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰκοσαφράγκων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δρ. 16,250,000. Μεταξὺ δύο φυσικῶν προσώπων, ὅταν τὸ ἓν λάβῃ παρὰ τοῦ ἑτέρου κρύφα χρηματικόν τι ποσὸν, χαρακτηρίζεται ὡς κλέπτης ἢ ἀπαταιὼν, καὶ τιμωρεῖται παρὰ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Μεταξὺ δύο λογιστικῶν προσώπων τοιαύτη πρᾶξις δὲν λαμβάνει τὸν καθαρὸν χαρακτηρισμὸν τῆς κλοπῆς, εἶναι ὅμως πρᾶξις παράνομος, διότι παραμορφώνει τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐμποδίζει τὴν εἰλικρινῆ παράστασιν τοῦ λογιστικοῦ καὶ τῆς θέσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τοιαῦται ἀταξίαι δύνανται ἴσως σήμερον νὰ παρασταθῶσιν ὡς ἀβλαβεῖς, ἴσως δὲ καὶ ὡς ἐξυπηρετοῦσαι ἄλλους σκοποὺς, στηριζομένους εἰς ἐπιτυχίαν λογιστικὴν τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλ’ ἀργότερον δύνανται νὰ φέρωσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ σήμερον δὲ ποιοῦσι χειρίστην ἐντύπωσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες κρίνουσιν ἀμερολήπτως τὸ λογιστικὸν καὶ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θ’ ἀπαντήσω.
§134ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν. Εἰς τὴν πίστωσιν αὑτὴν σημειοῦται ποσὸν 5,683,168 διὰ ναυπήγησιν πλοίων. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, προκειμένου κατὰ πρῶτον νὰ ζητηθῇ πίστωσις περὶ τοιαύτης δαπάνης, πρέπει νὰ προσαχθῇ ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμός.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσήχθησαν ταῦτα· τὰ εὑρίσκετε εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς κατατεθειμένα. Πάντα τὰ ἀναγόμενα καὶ εἰς τὰ σχέδια τῶν πλοίων καὶ εἰς τὰς συγγραφὰς τῶν ὑποχρεώσεων εὑρίσκονται ἐκεῖ, εἰς τὴν διάθεσιν παντός. (Ψηφίζονται καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). (Ὁμοίως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ. συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 561,200 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ 2) Περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1887). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.