1887.11.24
2.599 στίχοι · 20.156 λέξεις · 205 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 24 Νοεμβρίου 1887
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ἀναφέρεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι χθὲς ἀπεχωρήσαμεν....
§3ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅτι ἐξήλθομεν τῆς αἰθούσης.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, ὅτι ἐξήλθομεν τῆς αἰθούσης· διότι, ἐνῷ ὁ κ. Βαλσαμάκης ἀπέσυρε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, υἱοθέτησε ταύτην εἷς ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιφρονούσης, τοῦτο δὲ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι περιφρόνησις καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπήλθομεν.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐγένετο ἡ δήλωσις αὕτη. Χθὲς δὲν ἐγένετο τοιαύτη δήλωσις· ὥστε δὲν δύναται νὰ γραφῇ εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικά.
§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ προσωπικῶς εἰς ἐμὲ, φέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πράγματι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεκάλεσα τὴν πρότασιν καὶ υἱοθέτησιν αὐτὴν ὁ κ. Βουδούρης, εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ υἱοθετήθη ἡ πρότασίς μου ὑπὸ μέλους τῆς Συμπολιτεύσεως, εἶναι περιττὴ ἡ παρουσία μας· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐκ τοῦ μεγάλου θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, δὲν ἠκούσθη ἡ παρατήρησίς μου αὕτη.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἐποιήσατε τὴν δήλωσιν ταύτην, ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν λεγομένων· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠκούσθη χθές, διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σήμερον, ὅτε τὴν ἀκούομεν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ βεβαίως θὰ ἀναφέρωσιν ὅ,τι λέγει ὁ κ. Βαλσαμάκης.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς προσαχθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐσημειώθη, διότι δὲν ἠκούσθη, πάλιν νομίζω, ὅτι πρέπει εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ νὰ σημειωθῇ, διότι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐλέχθη.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἂν καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι κακῶς ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια νὰ προσάγωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ πρὸς πίστωσιν τῶν ἀμφισβητουμένων γεγονότων. Διότι ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὑπάρχωσι παραλείψεις καὶ ἀνακρίβειαι, ἕνεκα παραδρομῆς ἢ παρανοήσεως τοῦ στενογράφου.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ προσάγωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, διὰ νὰ πιστοποιῆται ἡ ἀλήθεια, ἀφοῦ ἐπικρατεῖ ἐνταῦθα ἡ κακὴ πίστις. Μολονότι ἐγὼ οὔτε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δύναμαι νὰ βασισθῶ, ὡς ταῦτα συντάσσονται ὑπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ἴδιον στενογράφον.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς παρατηρηθῶσι τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν περιλαμβάνουσι τοιαύτην δήλωσιν.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δίδω πλέον πίστιν οὔτε εἰς αὐτά· διότι, ἐνῷ ἄλλοτε μοὶ ἐστέλλοντο τακτικῶς αἱ ὁμιλίαι μου, ἤδη ἀπὸ 5 ἕως 6 ἡμερῶν δὲν λαμβάνω πλέον αὐτάς. Ἑπομένως τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις καὶ ἐκ μέρους τῶν στενογράφων...
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα τὰ πρακτικά;
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ σχετικὸν μέρος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τί λέγουν τὰ πρακτικά (Ἀναγινώσκει). «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. «ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ πάλιν θὰ ἀμφισβητήσωμεν τί ἐλέχθη; Θὰ μοῦ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἐγὼ ἀπέσυρα τὴν πρότασίν μου; «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν πρότασίν σας μεγαλοφώνως καὶ προεκάλεσα ψηφοφορίαν. Ἤρξατο ἡ ψηφοφορία· δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν διακόψω. «ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀπέσυρα τὴν πρότασίν μου· δὲν ἔχετε πλέον πρότασιν. «ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ υἱοθετῶ τὴν πρότασιν αὐτήν. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε. «ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ κύριε Πρόεδρε... «Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἡμεῖς δὲν ψηφίζομεν. (Ἀπέρχεται ἅπασα ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ).»
§19ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, βλέπετε, ὅτι κατὰ σειρὰν μνημονεύουσι τῶν γενομένων. Ὁ κ. Πρόεδρος νομίζει, ὅτι ἤρξατο ἡ ψηφοφορία ἀφ’ ὅτου προσεκάλεσεν εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ὕστερον ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν μικρὸν διάλογον ἠναγκάσθη νὰ προσκαλέσῃ τὸν κ. Παπαγιαννακόπουλον νὰ ἐπιτηρήσῃ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς προηγουμένως παρετήρησα, δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον, ἐὰν οὔτε ὁ κρατῶν τὰ πρακτικὰ, οὔτε οἱ κύριοι στενογράφοι δὲν ἤκουσαν τὴν γενομένην δήλωσιν, διότι ὁ θόρυβος ἦτο μέγας· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητῆται, ἀφοῦ διαβεβαιοῦται, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι εἴτε ἐγγραφῇ ἡ δήλωσις αὕτη ἐν τοῖς σημερινοῖς πρακτικοῖς, εἴτε ἀναγραφῇ ἐν τοῖς χθεσινοῖς, τὸ γεγονὸς πιστοποιεῖται.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον ἁπλῶς νὰ δείξω, ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὡς βάσις, ὅπως μετατρέψωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, διότι ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς παραλείπονται πολλάκις πολλὰ, ἐν θορύβῳ λεγόμενα, ἢ καὶ πολλὰ ἀναγράφονται οὐχὶ μετὰ πλήρους ἀκριβείας. Τοῦτο ἰσχυριζόμην καὶ χθὲς, ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχεν ἀντίθετον χθὲς γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον. Διὰ τοῦτο δὲ λέγω, ὅτι προθύμως δεχόμεθα, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὅπως ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς σήμερον ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκθέτει περὶ τῶν χθὲς παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντων.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὐδεμιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως τὰ σήμερον λεχθέντα. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἦναι πιστὴ ἀφήγησις τῶν λεγομένων ἐν τῇ Βουλῇ, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ περιλάβωσι ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας· οὐδεμίαν δὲ πράττει παραχώρησιν ἡ πλειονοψηφία διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δεχομένη νὰ ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς σήμερον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἐὰν ἔχῃ τινὰ ἀντίῤῥησιν, δύναται νὰ τὴν ἀναφέρῃ, διὰ νὰ ἀναγραφῇ καὶ αὕτη. Ἐπὶ τῶν ἐστενογραφημένων ὅμως πρακτικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡσαύτως ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδὲν ἐγὼ εὑρίσκω δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν ἐπ’ αὐτὰ πίστιν, καὶ ἐν γένει καὶ ἀπολύτως ἀνθίσταμαι εἰς τὴν περὶ τούτων ἐκφρασθεῖσαν τοιαύτην γνώμην. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐνδέχεται ἐνίοτε, ἐκ τοῦ θορύβου, τοῦ γινομένου ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ παραλείπωσι λόγους λεχθέντας ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀλλὰ ποτὲ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ δογματίσωμεν, κατὰ γενικὸν κανόνα, ὅτι εἶναι ἀνάξια πίστεως. Καὶ ὁσάκις ἀποδεικνύεται δι’ αὐτῶν, ὅτι ἰσχυρισμοὶ προβαλλόμενοι κατόπιν δὲν προετάθησαν, καὶ τότε δὲν παραδέχομαι τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἶναι ἀνάξια πίστεως, κρίνω δὲ, ὅτι ταῦτα ἔχουσι κῦρος, ἐν ὅσῳ μνημονεύουσι γεγονότων καὶ λόγων λεχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν καὶ παραδέχωμαι, ὅτι ἐνδέχεται νὰ παραλείπωσι λόγους τινάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠκούσθησαν ὑπὸ τῶν στενογράφων.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνδέχεται νὰ παραλείπωσί τινα, ἢ νὰ ἀναγράφωσιν ἀνακριβῶς ὅσα δὲν ἠκούσθησαν ἀκριβῶς. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τοῦτο, εἶναι, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ διορθῶσι τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὰ ῥηθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, λέγω, ὅτι παραχώρησις ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας εἶναι, ὅτι παραδεχόμεθα νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα, ὡς ταῦτα ἐξετέθησαν παρ’ αὐτοῦ σήμερον, περὶ τῶν δηλωθέντων παρ’ αὐτοῦ χθὲς, ἄνευ οὐδεμιᾶς παρ’ ἡμῶν ἀξιώσεως περὶ ἀναγραφῆς τῶν ἀντιῤῥήσεων ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη ἐγένετο χθές, ἢ ὄχι. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ τὸν ἱκανοποιῇ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς σήμερον, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ ἀπέσυρε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ἰδιοποιήθη δ’ αὐτὴν ἄλλος Βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἀπετέλει ἐμπαιγμὸν τῆς μειονοψηφίας, διότι ὑπεκαθίστατο ἡ μειονοψηφία δι’ ἑνὸς Βουλευτοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀφοῦ δ’ ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς προσβολή, ἐκρίθη, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης. Αὐτὴ δὲ ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἔκριναν ἱκανὴν, ἵνα πεισθῶσιν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀπέλθωσι τῆς αἰθούσης κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ζητεῖ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι δὲν προβάλλει ἀντίῤῥησιν νὰ σημειωθῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς σήμερον. Ἀλλ’ ἦτο περιττὴ ἡ τοιαύτη δήλωσις αὐτοῦ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ οἱανδήποτε ἀντίῤῥησιν. Καὶ ἐὰν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἔπεισαν χθὲς οἱ ἐκτεθέντες λόγοι τοὺς κκ. Βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας νὰ ἀπέλθωσιν, ἀλλ’ ἄλλοι, οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτὸν νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους κρίνει πείσαντας τὴν μειονοψηφίαν, ἵνα γραφῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὰ πρακτικά.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν ἦτο παρὼν, ὅτε ἤρξατο ἡ παροῦσα συζήτησις, διότι ἤθελε μάθει, ὅτι πρόκειται περὶ τούτου, ἐὰν τὰς σκέψεις ταύτας ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε χθὲς, ἢ ὄχι. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τί λέγει σήμερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ χθὲς ὅσα λέγει σήμερον, ἡμεῖς δὲ ἀπεφάνθημεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, ὅπως ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ αὕτη ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σήμερον.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φέρω τὴν παρατήρησιν καὶ αὖθις, ὅτι χθὲς δὲν ἤμην παρὼν, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τῶν χθὲς γενομένων· ἔχω ὅμως γνώμην ἐπὶ τῶν σήμερον γενομένων, διότι εἶμαι παρὼν καὶ προσέχω εἰς τὰς συζητήσεις. Ἐὰν ἄλλοι παρόντες θέλωσι νὰ παρουσιάσωσιν ἄλλως τὰ πράγματα, κατὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν, αὐτοὶ εὐθύνονται διὰ τοῦτο. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας λέγει, ὅτι ἀπῆλθε τοῦ Βουλευτηρίου δι’ ὡρισμένον λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι «συμφωνοῦμεν νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ οὐδεμίαν προβάλλομεν ἀντίῤῥησιν κατὰ τούτου». Εἰς τοῦτο ἐγὼ ἀντεῖπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβάλῃ ἀντίῤῥησίν τινα, ἀφορῶσαν εἰς τὸν ἐσωτερικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀπέλθωσιν.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι ὑποστηρίζω σήμερον τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ὑπεστήριζον χθές. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι συμβαίνει τὸ ἐναντίον, καὶ ὅτι ἐγὼ ὑποστηρίζω σήμερον τὸ αὐτὸ, ὅπερ καὶ χθὲς ὑπεστήριζον, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει τὸ ἀντίθετον τῶν χθὲς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθέντων. Χθὲς ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν εἶχε λήξει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, ὡς πρὸς τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίζετο τὸ ἐναντίον καὶ ἡ πτέρυξ σύμπασα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπεστήριζον, ὅτι ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν λέγοντες, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχε τελειώσει ἡ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ εἶχον ζητήσει τινες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν λόγον, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἡ Συμπολίτευσις πρὸς ἀναχώρησιν καὶ οὕτως ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἐν τοιαύτῃ ἀμφισβητήσει ἐπεκαλέσθημεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἀπέδειξαν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν δίκαιον, ἄδικον δὲ ὑμεῖς. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ κατέδειξαν, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἤκουσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴπομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς ἐγράφη. Σήμερον τί συμβαίνει; Σήμερον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτό. Σήμερον καὶ πάλιν ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι εἴπομεν τοῦτο, σεῖς δὲ, ὡς καὶ χθὲς, τὸ ἀμφισβητεῖτε. Ἐζήτησε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ ἐν αὐτοῖς δὲν εὑρέθη τοιαύτη σημείωσις. Ἀλλ’ ἐγὼ πρῶτος, ὑποβαλὼν τὴν παρατήρησιν, προέταξα, ὅτι ὁ θόρυβος ἦτο τοσοῦτος, ὥστε πιθανὸν οὔτε ὁ Πρόεδρος, οὔτε τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, οὔτε οἱ κύριοι στενογράφοι νὰ ἤκουσαν. Ἡ διαφορὰ ὅμως μεταξὺ καταχωρίσεως καὶ μὴ καταχωρίσεως εἶναι σπουδαία. Ἡ ἄρνησις τῆς καταχωρίσεως εἶναι ἄμεσος προσβολὴ πρὸς τοὺς κκ. στενογράφους, ὅτι κατεχώρισαν πρᾶγμα μὴ ἀκριβὲς, ἐνῷ ἡ μὴ καταχώρισις εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι δὲν κατεχώρισαν πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἤκουσαν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἤμεθα καὶ χθὲς, ἤτοι, ὅτι καὶ σήμερον ἀμφισβητεῖτε τί ἐῤῥήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀρνεῖσθε τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, διότι ἔχετε τὴν δύναμιν τῶν ἀριθμῶν.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς δὲν εἶπέ τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἶναι ἀλάνθαστα, ἰσχυριζόμεθα μόνον, ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς πολὺ μεγαλειτέραν πίστιν, παρὰ τὰ ἐπίσημα λεγόμενα πρακτικά.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ οὐδενός. Ὑπάρχει τις διαφορὰ γνώμης μεταξὺ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι αὐτὸς βεβαιοῖ σήμερον, ὅτι χθὲς εἶπέ τινα, μὴ ἀναγραφέντα ἐν τοῖς ἐπισήμοις οὐδὲ ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας δὲν ζητεῖ τοῦτο, ἀλλὰ ζητεῖ μόνον νὰ ἀναγραφῇ γνώμη, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐκφράζει. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας γνωρίζει καλῶς τί αὐτὸς ζητεῖ, πρόκειται μόνον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σήμερον ἡ δήλωσις αὐτοῦ.
§31ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μὲ ἀναγκάζει καὶ πάλιν νὰ ὁμιλήσω ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν μὴ διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, διότι νομίζω, ὅτι περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ ζήτημα, ἐὰν παραδεχθῇ, ὡς παρεδέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐῤῥήθη τι καὶ δὲν περιέχεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἔχει δὲ σπουδαιότητά τινα· ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀμφισβητήσεως τοιούτου δικαιώματος· ἐγὼ ἁπλῶς παρενέβην εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ πιστοποιήσω τὸ γεγονὸς μετὰ τὴν παραδοχὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικά, ὡς γεγονὸς λαβὸν χώραν, πᾶσα ἄρνησις, ὡς πρὸς τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, ἐὰν ἐπιμένῃ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυπηρὸν εἶναι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται τῶν συζητήσεων. Ὁμολογῶ, ὅτι λυποῦμαι· διότι, ἐὰν τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβάνηται καὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς παραλυσίαν πλήρη. Ἡ μεταξὺ ἡμῶν συζήτησις εἶναι ἁπλουστάτη, μὴ ἔχουσα μαθηματικοὺς λόγους καὶ χρηματιστικοὺς συνδυασμούς· ἀλλ’ ἐνῷ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταχειρίζεται καὶ γλῶσσαν ἄτοπον, μὴ ἀπονέμων τὸ σέβας πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι φέρονται πρὸς αὐτὸν ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὄχι βεβαίως πρὸς τὸ ἄτομόν του, διότι τὸ ἄτομόν του δὲν ἔχει κατ’ ἐμὲ κἀμμίαν ἀξίαν. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ πράξεις εἶναι ἀκατονόμαστοι....
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε νὰ λέγωνται τοιαῦτα.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποιεῖται ἀποστροφὰς τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν τοῦ περιποιοῦσι τιμὴν, καὶ προκαλοῦσιν ἡμᾶς ν’ ἀντεπεξέλθωμεν διὰ τοῦ αὐτοῦ μέτρου. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ χαλινώσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Ἀφοῦ οὔτε ὁ Δεληγεώργης, οὔτε ὁ πατήρ μου, οὔτε ὁ Ζαΐμης δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸν χαλινώσουν, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον σεβασμὸν, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν ἐντὸς τοῦ πρέποντος, θὰ δυνηθῶ ἐγώ; Καὶ μάλιστα ὁ πατήρ μου ἄλλοτε, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν εὐπρέπειαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶπε: Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιτηρήσῃ νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν θὰ τ’ ἀναγνώσῃ, ἔπειτα θὰ μεταμεληθῇ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται.
§36ΤΙΝΕΣ. Διωρθώθησαν;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ληφθεῖσαν χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνέστησεν Ἐπιτροπὴν εἰδικὴν δεκαπενταμελῆ, πρὸς καταρτισμὸν νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Μέλη εἰσὶν οἱ ἑξῆς· Α. Ψύλλας, Ν. Καλαντζόπουλος, Α. Δημητριάδης, Κ. Κωνταντόπουλος, Ἠλ. Παλαμήδης, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Κ. Σινέλης, Ν. Βαλσαμάκης, Δ. Καΐρης, Γ. Μαυρομιχάλης, Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης, Ν. Βαρβιτσιώτης, Ν. Κουκουσλῆς, Δ. Τζάνες καὶ Κ. Χαλκιόπουλος.
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς παρατηρῶ, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν συμπεριελήφθησαν πάντες, ὅσοι ἐν γένει ἔχουν ὑποβάλει νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶχον ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἀπέβλεπε κυρίως εἰς τὸν Νόμον, ἀλλ’ εἰς ἀντικείμενον κατεπεῖγον, διότι πρόκειται περὶ ἀναστολῆς μόνον τοῦ Νόμου μέχρι Μαρτίου, μέχρις ὅτου δὲ κατηρτισθῇ τὸ νομοσχέδιον, συζητηθῇ καὶ δημοσιευθῇ, ἐννοεῖται, ὅτι παρέρχεται ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἀνάγκη πᾶσα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὡς Νόμος, διὰ νὰ προληφθῶσιν αἱ καταστροφαί. Ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ νομοσχέδιον γενικὸν δι’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ νομοθετηθῇ τοιοῦτον δι’ ἕκαστον νομὸν καὶ δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν, κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐν Κεφαλληνίᾳ εἴχομεν τοιοῦτον Νόμον, ὁ ὁποῖος εἶχε λειτουργήσει μὲ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, εἶχεν ἀνάγκην μόνον μεταῤῥυθμίσεών τινων, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, Σύνοδον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔμειναν ἐκκρεμεῖς. Σήμερον δὲ, ἐπειδὴ προβλέπω, ὅτι εἶναι δύσκολος ὁ καταρτισμὸς τοιούτου νομοσχεδίου δι’ ὅλον τὸ Κράτος, θὰ παρακαλέσω νὰ προταθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου καὶ ψηφισθῇ· ἐὰν δὲ γίνῃ δεκτὸν ἕτερον νομοσχέδιον γενικόν, βεβαίως τὸ νομοσχέδιόν μου καθίσταται ἐντελῶς περιττὸν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δημοσιευθῇ καὶ καταστῇ Νόμος τοῦ Κράτους ὁ τοιοῦτος ψηφισθησόμενος.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας θεωρεῖ τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον. Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς κατεπείγοντα καὶ πάντα τὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὑποβληθέντα νομοσχέδια· εἶναι δὲ πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν ταχίστην σύνταξιν τοῦ ἀντικαταστήσοντος αὐτὰ νομοσχεδίου. Φρονοῦμεν, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν δύναται καὶ νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις ἔχει περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου γνώμην τινά, τὴν ὁποίαν θέλει ἀνακοινώσει πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν ταῦτα εὐαρεστηθῶσι νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἱκανοποιήσῃ πᾶσαν ἀπαίτησιν, τοὐλάχιστον ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἀναγραφομένας ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι τέως νομοσχεδίοις.
§42ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ συνέλθῃ καὶ γίνῃ ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν, νομίζω, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἑκάστης ἐπαρχίας τὰ συμφέροντα εἶναι διάφορα· λ. χ. ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἐγὼ πολιτεύομαι καὶ ζῶ, δὲν συμφέρει νὰ καταδιωχθῇ ἡ κτηνοτροφία· ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ γίνῃ σεβαστὴ καὶ ἡ ἰδιοκτησία. Ἐσχάτως, ἕνεκα διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δοθείσης εἰς τοὺς ἐφόρους Μεσσηνίας, ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία καὶ ἡ βοσκὴ κατὰ τὸ μεσημβρινὸν μέρος τοῦ Ταϋγέτου μέχρι τῆς Φαλεσίας· ἐκ τούτου δ’ ἐγεννήθησαν φοβεραὶ καταχρήσεις. Δὲν ἔχω δὲ καὶ ἀντίῤῥησιν νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσῃ χωριστὰ δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν.
§43ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνεπείᾳ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ προλαλήσας, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὑποβαλόντες προτάσεις Νόμων, νὰ ἔλθωσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας αὑτῶν, ἰδίᾳ ἕκαστος, ἵνα εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ὑπὲρ τῆς ὀρθοτέρας ἰδέας, καθότι ὁ Νόμος οὗτος εἶναι σπουδαῖος καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Νόμου αὐτοῦ, περὶ ποιμνιοβοσκῆς, εἶναι μέγιστον, ἐπειδὴ ἄλλως θέλει ἐφαρμοσθῆ αὐτὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλως εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἑτέρου, καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι φυτεῖαι συστηματικαί.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσηγήσεως τοῦ ἰσχύοντος Νόμου ἐπιμόνως καὶ διαρκῶς ἀντετάχθην κατ’ αὐτοῦ, φρονῶν, ὅτι εἶναι Νόμος ἄδικος καὶ ἐπιβλαβής. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου καὶ ὁ Νόμος ἐψηφίσθη ἐπανειλημμένως. Ἀποτέλεσμα δὲ αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἡ κτηνοτροφία διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Πανταχόθεν ἀκούονται γογγυσμοί, πλεῖσται συμβαίνουσι καταχρήσεις καὶ πολλὰ λαμβάνουσι χώραν ἐγκλήματα. Ἔχει λοιπὸν χρέος ἡ Βουλὴ κατεπειγόντως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα προλάβῃ τὴν δείνωσιν τοῦ κακοῦ καὶ ἵνα τέλος πάντων δώσῃ τὴν δέουσαν λύσιν καὶ συμβιβάσῃ τὰ δικαιώματα τῆς γεωργίας πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς κτηνοτροφίας. Ὑπέβαλον πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πλῆρες, δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἅπαν τὸ Κράτος, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς τὸ μόνον σύμφωνον πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ τὸ σέβας, τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλη πρότασις παρ’ ἑτέρου Βουλευτοῦ, ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἕτοιμον τοιοῦτο νομοσχέδιον, δύναται νὰ τὸ φέρῃ ἀμέσως αὔριον, ὡς τροπολογίαν τοῦ ἰδικοῦ μου. Ἀντὶ τούτου προετάθη ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς πρὸς παρασκευὴν νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς μεταξὺ προσώπων, ἐχόντων ἀντιθέτους πεποιθήσεις καὶ συμφέροντα καὶ ἰδέας καὶ γνώσεις, οὐδὲν δύναται, κατ’ ἐμὲ, νὰ παραγάγῃ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα. Νομίζω, ὅτι μᾶλλον ἡ δημοσία συζήτησις θ’ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἔλθῃ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μου, τότε καθίσταται καὶ περιττὴ ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτοῦ. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν του, πρότασιν κατεπείγουσαν καὶ δικαιοτάτην, ἡ ὁποία θὰ διασώσῃ τὴν κτηνοτροφίαν ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἥτις δὲν εἶναι ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἐκεῖσε ἰσχύοντος μέχρι ἐσχάτων εἰδικοῦ Νόμου, καθ’ ὃν ἐπί τινα μόνον χρόνον ἀπηγορεύετο ἡ βοσκή. Ἑπομένως, ἢ πρέπει νὰ συζητήσωμεν αὔριον τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, διότι ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ αὐτῆς θὰ καταστήσῃ περιττὸν τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, ἔχει γνώμην ἰδίαν πλήρη περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκίας· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πολὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ σύμπραξις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν χθὲς τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις καὶ ἐγένετο. Ἤδη δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ εὐθύς· δύναται καὶ ἀπόψε νὰ συνέλθῃ· ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ αὐτῆς καὶ τὴν νύκτα ταύτην, ὅπως ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν τελειώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, εἴτε ἀποδεικνυομένου, ὅτι ἀπὸ κοινοῦ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δύνανται νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον, εἴτε ἀποδεικνυομένου τοῦ ἐναντίου. Καὶ ἂν μὲν τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλως, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον πολὺ ἐπιτυχέστερον καὶ εὐχερέστερον, διότι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦναι γνώμη, τὴν ὁποίαν πολλοὶ, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Βουλὴν, ἠδυνήθησαν νὰ σχηματίσωσι, χρησιμοποιοῦντες καὶ πάντα, ὅσα ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ παρέξῃ εἰς αὐτούς. Τὸ ζήτημα ἄρα δὲν εἶναι περὶ ἀναβολῆς, εἶναι περὶ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ θέματος ὡρίμου μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἢ περὶ συζητήσεως αὐτοῦ ἀχωνεύτου αὔριον· διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας τὸ πολὺ ἡμέρας.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον εἰς τὰς δύο.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαστικοὶ κλητῆρες ἐν Καλάμαις ζητοῦσιν, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου Νόμων ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν. Παραμπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἷς τῶν βουλευτῶν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπηύθυνεν ἔγγραφον αἴτησιν ὡς ἑξῆς. «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον πρωτοκόλλου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἐπισήμου ἐγγράφου, ἐξ οὗ νὰ προκύπτῃ, ὅτι εἰς ὅλα μὲν ἐν γένει τὰ κτήνη τοῦ πυροβολικοῦ ἐδίδοντο ἑπτὰ ὀκάδες ἀχύρου, καθ’ ἃ σημειοῖ πρόχειρός τις σημείωσις ἀνυπόγραφος τοῦ τμήματος τῆς προμηθείας, εἰς τοὺς ἵππους δὲ τοῦ ἱππικοῦ ἓξ ὀκάδες, καθ’ ἃ ἡ αὐτὴ σημείωσις σημειοῖ». Φέρω τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προσδιορίζουσαι τὰς τιμὰς ἑκάστοτε. Αἱ τιμαὶ αὗται εἶναι περίπου αἱ τοῦ σημειώματος· παραλλάσσουσιν ἐνίοτε κατὰ ἡμίσειαν ὀκᾶν· εἶναι 7 ὀκάδες καὶ 6, ἢ 5½ καὶ 6½ καὶ καθεξῆς· ἀλλὰ περίπου εἶναι 7 διὰ τοὺς ἵππους ἐλάσεως καὶ 6 διὰ τοὺς ἵππους τοῦ ἱππικοῦ. Αἱ ἐγκύκλιοι αὗται, τινὲς μὲν φέρουσι τὴν ἐμὴν ὑπογραφὴν, καὶ ἄλλαι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ἁπάσας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς—καίτοι δὲν βλέπω τοῦτο ἐγγεγραμμένον—ὅπως ὑποβάλλω τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδεικνύετο, ὅτι δὲν ἦτο ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι μόνον διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἶχον δημοσιευθῆ τὰ τῆς μειοδοσίας. Εἶχον ἀναγνώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περιεχόμενα ἐν φύλλῳ τινὶ τῆς «Ἐφημερίδος». Καταθέτω τὸ φύλλον τοῦτο, ὡς καὶ φύλλον ἑτέρας ἐφημερίδος, τῆς «Ὥρας», ἡ ὁποία περιεῖχε καὶ αὕτη τὰ περὶ τῆς μειοδοσίας ταύτης. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τῶν δημοσιεύσεων τούτων, τῶν ἐν ἐφημερίσι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν πρώην γινομένων, εἶναι, ὅτι ἤδη αἱ δημοσιεύσεις αὗται, κατόπιν τοῦ Νόμου περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, γίνονται ἄνευ πληρωμῆς παρὰ τῶν Ὑπουργείων, αὐτοπροαιρέτως δηλαδὴ παρὰ τῶν συντάξεων τῶν ἐφημερίδων, ἐνῷ πρότερον τὸ Ὑπουργεῖον ἐπλήρονε τὰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ δημοσιεύωσι τὰ τῶν μειοδοσιῶν καὶ ὅ,τι ἄλλο. Αἱ δημοσιεύσεις ὅμως αἱ γινόμεναι ἤδη εἶναι πληρέστεραι παρὰ πρότερον, διότι αἱ ἐφημερίδες σήμερον ἀντιφιλοτιμοῦνται τίς ν’ ἀναδημοσιεύσῃ πρώτη τὰ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατακεχωρημένα....
§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ὅταν πληρόνωνται.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πληρόνονται, διότι ὁ Νόμος ἀπαγορεύει τὴν πληρωμήν.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδιαιτέρως.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν οὐδὲ ἰδιαιτέρως· διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Νόμῳ τὴν ἀπαγόρευσιν, διὰ νὰ μὴ δύνωνται οἱ ἔχοντες τοιαύτας διαθέσεις νὰ τὰς πραγματοποιῶσι. Καταθέτω ἐκ νέου καὶ τὰ ἔγγραφα, ὅσα εἶχον καὶ προηγουμένως καταθέσει καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιστραφῆ.
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῶν βοηθημάτων ὑπὲρ τῶν πέρυσι παθόντων ἐν Μεσσηνίᾳ ἐκ τῶν σεισμῶν, τινὲς τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, τῶν λαβόντων τότε τὸν λόγον, ἐξήνεγκον παράπονα περὶ βραδείας ἐνεργείας τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ μηνύσεων δοθεισῶν κατὰ τῶν πλημμελῶς διαχειρισαμένων ἢ ὁπωσδήποτε νοσφισαμένων τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα, καὶ μὲ προεκάλεσαν νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ γενόμεναι καταγγελίαι. Ἐζήτησα ἀμέσως περὶ τούτου πληροφορίας ἀπὸ τοὺς δύο ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς, εἰς τῶν ὁποίων τὴν δικαιοδοσίαν ὑπάγονται οἱ παθόντες ὑπὸ τῶν σεισμῶν δῆμοι· καὶ ὁ μὲν Εἰσαγγελεὺς Κυπαρισσίας μὲ πληροφορεῖ, ὅτι ἐπὶ τοιαύτῃ ἀξιοποίνῳ πράξει εἷς μόνον κατηγγέλθη,—ὁ μηχανικὸς Τσελεπίδης,— ἐπὶ ἰδιοποιήσει δηλονότι ξυλείας· διετάχθη ἀμέσως ἀνάκρισις, ἥτις καὶ ἐγκαίρως ἐπερατώθη, καὶ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξεδόθη, ἐπικυρωθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, δι’ οὗ παρεπέμφθη ὁ καταγγελθεὶς εἰς τὸ Πλειμμελειοδικεῖον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου καὶ εἰσάγεται κατ’ αὐτὰς ἡ ὑπόθεσις πρὸς ἐκδίκασιν· ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν μὲ πληροφορεῖ, ὅτι ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν κατηγγέλθησαν πρὸς αὐτὸν 25 πρόσωπα, ἅμα δὲ ταῖς καταγγελίαις διετάχθησαν ἀμέσως ἀνακρίσεις, καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ 17 ἐκ τῶν καταγγελθέντων προσώπων οὐ μόνον αἱ ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποθέσεις εἰσήχθησαν καὶ ὁριστικῶς ἐξεδικάσθησαν. Τῶν ὑπολειπομένων δὲ ὀκτὼ διετάχθη ἡ ταχεῖα περάτωσις. Ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σάκκης δι’ ἐπερωτήσεώς του, ἀναφερομένης καὶ εἰς προηγηθεῖσαν ἄλλην ἐπερώτησιν, ἐζήτησε τὴν ἐξήγησιν τῆς βραδύτητος τῆς ἐνεργείας τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ κατηγορίας κατὰ τοῦ Δημάρχου Μεθώνης. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Καλαμῶν μὲ πληροφορεῖ, ὅτι κατὰ τοῦ Δημάρχου τούτου ἐδόθησαν τέσσαρες μηνύσεις, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐπερατώθη ἤδη ὁλοκλήρως ἡ ἀνάκρισις, καὶ ἐπὶ μὲν τῶν τριῶν ἐξεδόθησαν καὶ βουλεύματα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀποφηναμένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, περὶ δὲ τῆς τετάρτης δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη τὸ Συμβούλιον, εἰς ὃ καὶ αὕτη ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως μὲ πρότασιν ἀπαλλακτικήν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐξήνεγκε παράπονα κατὰ τῆς ἐνεργείας Εἰρηνοδίκου τινὸς, βραδύναντος νὰ δημοσιεύσῃ ἀπόφασιν περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐξ ἧς βραδύτητος, ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ἡ ἐκδίκασις ποινικῆς ἐπὶ αὐτοδικίᾳ δίκης. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ βεβαιοῖ ὅτι ἡ ἐπὶ αὐτοδικίᾳ δίκη ἐξεδικάσθη ἤδη, παρήγγειλε δὲ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν προσωρινῶν μέτρων. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος κατέθεσε προχθὲς τηλεγράφημα Δημ. Σαγιᾶ, παραπονουμένου, ὅτι δὲν καταδιώκεται ἀστυνομικός τις κλητὴρ, ὅστις ἐῤῥάπισέ τινα. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη πρὸς ἐκδίκασιν τὴν 16 τρέχοντος μηνός.
§54ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐχὶ τόσον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅσον ὁ ἐπελθὼν βαρὺς χειμὼν, ἐξ οὗ πάσχουσι πλείονες τῶν τριακοσίων οἰκογενειῶν ἐν Κορινθίᾳ, ἐξ ἐλλείψεως πάσης ἐπικουρίας, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω, ὅτι ἐν Κορινθίᾳ δέκα κῶμαι ὑπέστησαν δεινὰς ζημίας ἐκ τοῦ σεισμοῦ, τοῦ ἐπελθόντος κατὰ τὸν Αὔγουστον, καὶ ὅτι πλείονες τῶν 300 οἰκογενειῶν διατελοῦσι ζῶσαι ἐν ὑπαίθρῳ, δι’ ἔλλειψιν προχείρου καλύβης· καὶ παραπονέθην τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ παράσχῃ μικράν τινα, οἱανδήποτε, βοήθειαν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων. Ἐκ τῶν εὐλόγων καὶ δικαίων, ἀλλὰ καὶ πικρῶν ἐκείνων παρατηρήσεων, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξενίσθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ οὐ μόνον ἐφάνη ἀπορῶν διατὶ αἱ αἰτιάσεις, ἀλλὰ καὶ ἐξερεθίσθη παρὰ λόγον καὶ ἠγέρθη καὶ εἶπεν ὅσα οὔτε ἡ ἡλικία του οὔτε ἡ θέσις του ἐπέτρεπον καὶ μάλιστα περὶ ἐμοῦ προσωπικῶς, ὅτι ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις ἐκ λόγων ταπεινῶν καὶ ἀναξίων, οὐδὲ προσηκόντων ἐμοὶ, οὗ ὁ μακρὸς δημόσιος βίος πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ μαρτυρήσῃ. Προσέθηκε δὲ, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ τῶν ἐκεῖ γεναμένων καταστροφῶν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου ἢ περὶ σεισμοῦ, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐκ Κορινθίας καὶ ὅτι κἀνεὶς δὲν τῷ ἀνήνεγκε τίποτε· ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι τὸν διέψευσαν. Ἐγὼ δὲ, ὅπως ἔχω τοὐλάχιστον πιστοποίησιν περὶ τοῦ συμβάντος, ὅτι δηλαδὴ ἐγένετο σεισμὸς, παρεκάλεσα νὰ προσαγάγῃ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· διότι ἐκεῖ εἶχον σταλῆ ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὁ ἐπαρχ. Μηχανικὸς καὶ ἀξιωματικοὶ μετά τινων σκηνῶν. Ἐσκόπουν δὲ ν’ ἀποδείξω οὕτω, ὅτι καὶ σεισμοὶ ἐγένοντο καὶ δειναὶ καταστροφαὶ, καὶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἶναι ἄξιοι στοιχειώδους τινὸς χορηγίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ δὲ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἔφεραν τὰς παρ’ αὑτῶν ζητηθείσας πληροφορίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἀρνεῖται. Καὶ ὅμως ἔχω, Κύριοι, καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὴν ἄρνησιν ταύτην τῆς ὀφειλομένης βοηθείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, πολλάκις γενόμενος Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη πολιτευόμενος, γνωρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλοτε, ὅτε συνέβησαν σεισμοί, οὐδέποτε ἠρνήθη συνδρομὴν εἰς τοὺς παθόντας. Πρόσφατον δὲ παράδειγμα ἀξιομίμητον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρὸ τινων ἐτῶν ἐν Μεσσηνίᾳ, ἐλάχιστα παθούσῃ, ὀλιγώτερον δηλαδὴ ἢ νῦν ἡ Κορινθία, ἡ Κυβέρνησις προσήνεγκε 40,000 δραχμῶν. Καὶ πέρυσι δὲ, ὅτε ἐσείσθη καὶ φοβερὰς ὑπέστη ζημίας, συνεκροτήθησαν ἐπιτροπαὶ καὶ συνέλεξαν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν εἰς βοήθειαν τῶν παθόντων. Ἤδη διατὶ ἀρνεῖται τὴν συνδρομὴν ταύτην; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ κατατεθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωμεν τὸ πρᾶγμα. Ἐκτὸς ἐὰν φέρῃ ἓν παράδειγμα προηγούμενον, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη εἰς παθόντας ἐκ σεισμοῦ πᾶσαν βοήθειαν, οἵαν δήποτε.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῆς ὀφειλομένης περιθάλψεως καὶ προστασίας τῶν ἐκ σεισμοῦ παθόντων ἐν Κορινθίᾳ, ἀπέδωκε τὴν μέχρι τοῦδε ἀπραξίαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς αἰτίας, προελθούσας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: «Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν ἔφερε παρατήρησιν ἐπὶ τῶν γενομένων εἰς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς συλλεξάσης τὰ χρήματα καὶ τῆς διαχειρισαμένης ταῦτα, ἤθελον συναινέσει νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ διανείμωσι τὰ διανεμητέα εἰς Κορινθίους ποσά. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε νὰ ἐλέγξῃ τὰ ἐν Μεσσηνίᾳ γενόμενα, τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν στέργουσι νὰ μεταβῶσι καὶ εἰς Κορινθίαν, ἵνα διανείμωσι βοηθήματα, ἕνεκα δὲ τούτου οἱ ἐν Κορινθίᾳ παθόντες ἐκ τῶν σεισμῶν μένουσιν ἀπροστάτευτοι καὶ ἄστεγοι.» Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀποκρούσω τὴν αἰτίασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ καταδείξω ἐν τῇ τακτικῇ του ταύτῃ τὴν αὐτὴν δυστροπίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλοῦ ἡ Κυβέρνησις μεταχειρίζεται, ἀποδιδοῦσα τὰ πάντα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔφερε παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, τῶν συλλεγέντων πρὸς βοήθειαν τῶν ἐκ σεισμῶν παθόντων, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῆς δαπάνης 108 χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν δι’ ἀποστολὴν, φύλαξιν καὶ διανομὴν τῆς ξυλείας. Ἠρωτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, τὸ δημοσιευθὲν ὑπὸ ὑπουργικῆς ἐφημερίδος, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ φέρωσι τοὺς λογαριασμοὺς, ἵνα ἴδωμεν πῶς ἐδαπανήθη τόσῳ μέγα ποσὸν, προσδιωρισμένον δι’ ἱερὸν σκοπὸν, εἰς τόσῳ μικρὰν ἀνάγκην. Ἂν δέ τινες τῶν ἀγορευσάντων παρεπονέθησαν διὰ τὴν διανομὴν ποσοῦ τινος χρηματικοῦ εἰς τοὺς ζημιωθέντας, τὸ παράπονον τοῦτο δὲν καθήπτετο τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διαχειρισαμένης τὰ ποσά. Φυσικὸν ἦτο, τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ μεταβάντα εἰς Μεσσηνίαν, νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθωσιν ὅλας τὰς κώμας καὶ ὅλα τὰ χωρία, ἵνα ἀνεύρωσιν ὅλους τοὺς παθόντας· φυσικὸν ἦτο νὰ παραλειφθῶσιν ἄνθρωποι, καίπερ ζημιωθέντες ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Ἀλλὰ τίς ἔπταισεν; Ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, διαχειριζομένη τὴν τοπικὴν διοίκησιν, ἔχουσα ὅλας τὰς Ἀρχὰς ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς ζημιωθέντας καὶ παθόντας, καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ποσὸν τῆς ζημίας ἑκάστου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν οὕτως, ἐκάλεσε μόνον ἐντίμους πολίτας καὶ εἶπεν αὐτοῖς, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ διανείμωσι τὰ βοηθήματα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῶν σεισμῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων δεδομένων ἤθελε γενῇ παρ’ αὐτῶν ἡ διανομή; Ἀφῆκεν εἰς δύο ἄτομα νὰ λάβωσι πᾶσαν πληροφορίαν, ἐπειδὴ δὲ δύο πολῖται ἦτο ἀδύνατον νὰ συγκεντρώσωσι πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας, διὰ τοῦτο ἤλεγξαν οἱ ἀγορεύσαντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ στρέψῃ εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν ἰδίων καθηκόντων του.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι παράδοξος ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐννοεῖ νὰ συζητῇ περὶ τόσῳ σοβαρῶν ζητημάτων, οἷον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ζωὴν χιλίων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ταύτην τὴν στιγμὴν χωρίζονται ἀπὸ τὸ κρυερὸν περιέχον καὶ ἀπὸ τὴν ψῆξιν τῆς ἀτμοσφαίρας δι’ ἑνὸς ἰσχνοῦ πανίου. Εἶναι παράδοξον ὄντως, νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἐν τῇ συνειδήσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς ταραχήν τινα, ἀφοῦ δύναται ἄνευ καταστροφῆς τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ λάβῃ πᾶσαν φιλάνθρωπον φροντίδα, οἷα προσήκει εἰς πᾶσαν πεπολιτισμένου Κράτους Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἐστοχάσθη νὰ προσκαλέσῃ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κορινθίας, ἵνα δεχθῇ νὰ διανείμῃ τὰς 40,000, αἱ ὁποῖαι ἴσως χρησιμεύσωσι μᾶλλον πρὸς ταφὴν τῶν παθόντων. Εἶναι, κύριοι Ὑπουργοί, ζητήματά τινα, οἷα τὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ ὑγείας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουσι πολλὴν ἀναβολὴν, οὐδὲ δίδουσι καιρὸν νὰ ἀδρανῆτε, ἕως οὗ στοχασθῆτε· ἔχετε καθήκοντα. Δὲν εἶναι ἀληθεῖς αἱ προφάσεις, ἃς προτείνει πρὸς δικαιολογίαν του ὁ κ. Ὑπουργός· οὐδόλως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔψεξε τὰ μέλη τῆς πρὸς διανομὴν τῶν βοηθημάτων Ἐπιτροπῆς· μέλη τινὰ ἤλεγξαν αὐτοὺς, ὡς ἄνευ προσοχῆς διανείμαντας τὰς βοηθείας. Ἀλλ’ οἱ ψέξαντες ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς καὶ τὸν κ. Δεικτάκην καὶ τὸν κ. Κατσίμπαλην τιμῶμεν ἰδιαιτέρως, ὡς λίαν φιλανθρώπως προσφερομένους, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔχομεν πεποίθησιν· ἀλλὰ τέλος πάντων οἱ πολῖται οὗτοι ἴσως ἴσως καὶ κατεπονέθησαν πλέον, διότι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου καὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις παρέσχον τὴν συνδρομήν των. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκονται δύο ἄλλοι ἄνθρωποι ἔντιμοι, καὶ παρέχοντες πίστιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ διανομὴ τῶν 40,000 δραχμῶν, ἵνα κατασκευάσωσιν οἱ παθόντες μικρὰ παραπήγματα καὶ ἐξασφαλισθῶσι κατὰ τοῦ ψύχους; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἠκούσατε, προσέφυγεν εἰς τὰς 40,000 δραχμῶν, αἵτινες εἶναι λείψανον, ὡς γνωρίζετε, τῶν συνεισφορῶν, αἱ ὁποῖαι προσηνέχθησαν ἀπὸ διαφόρους πολίτας ὑπὲρ τῶν ἐν Μεσσηνίᾳ παθόντων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι χορήγημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἐκτιμηθῇ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον ὑποβάλει, ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠρνήθην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐσείσθη, ἐπὶ τῆς ἕδρας του καθήμενος, ἐκ τοῦ σεισμοῦ· καὶ τοῦτο λίαν σοφιστικῶς ἐπεκαλέσθη· ἀλλὰ διέψευσα μόνον τοῦτο, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιαῦτα τραγικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἀνέφερε δημοκοπῶν, δὲν ἤκουσε παρ’ οὐδενὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Κορινθίας· ὁ κ. Δημητριάδης ὅμως ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀνέφερε πολλάκις, καὶ προσέθηκεν, ὅτι οὐ μόνον ἐσείσθη ἡ γῆ, ἀλλὰ καὶ ἐκρημνίσθησαν οἰκίαι καὶ ἔμειναν πολλοὶ ἄνθρωποι ἄνευ στέγης. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι ὁ σεισμὸς ἐπήνεγκε καταστροφὰς λόγου ἀξίας, ὥστε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παραλείψας τὸ καθῆκόν του, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ζητήσωμεν λόγον, διατὶ ἠρνήθη ὀφειλομένην βοήθειαν πρὸς τόσους παθόντας πολίτας Ἕλληνας καὶ τὰ δημόσια βάρη, τὸ ἐφ’ ἑαυτοῖς, κρατοῦντας. Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν ἐξ ἄλλου τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι δύο πολῖται, ὅπως ἀναλάβωσι τὸ βαρὺ τοῦτο καθῆκον τῆς διανομῆς ὀλίγων βοηθημάτων. Ἀλλὰ πῶς τολμᾷ νὰ προβάλῃ σπουδαίως τοιαύτας, ἀναξίας ἀναιρέσεως ἢ προσοχῆς, προφάσεις; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὑρεθῶσι· καὶ λυποῦμαι, διότι τὸ λέγω. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ σωτηρίας τριακοσίων οἰκογενειῶν καὶ ἐπρόκειτο περὶ στοιχειώδους φιλανθρωπίας, τρεῖς ὅλοι μῆνες παρῆλθον καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Συλλογισθῆτε, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἔδαφος ἔχει δύο σπιθαμὰς ὕδωρ· πῶς θέλετε ὑπὸ τὰς σκηνὰς νὰ ζήσωσι παῖδες, ἀσθενεῖς καὶ γέροντες; Τέλος πάντων παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς στοιχειωδεστάτης φιλανθρωπίας, —διότι οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω— ὅπως ἀποστείλητε τὸ ταχύτερον οἵους δήποτε, ἵνα διανείμωσι τὰς 40,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν λείψανον ἄλλης συνδρομῆς, καὶ εἰς τὰς ὁποίας, ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προσθέσει καὶ τὴν ἀνάλογον ἐκ τοῦ Δημοσίου χορηγίαν, ὅπως ἔπραξαν ἄλλοτε δι’ ἄλλους πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Διατὶ ἡ Κορινθία εἶναι ἀπόκληρος τῶν ἀγαθῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ πάντοτε ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων παρέσχε καὶ ἰδίαν συνδρομὴν ἡ Κυβέρνησις; Ἀρά γε ἡ Κορινθία δὲν τελεῖ φόρους βαρεῖς, ἢ δὲν περιλαμβάνεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου;
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα μόνον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι παραπονούμεθα· καὶ ὁ κ. Τζάνες παρεπονήθη, καὶ ὁ κ. Πικουλάκης· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ὑβρίσαμεν τὴν Ἐπιτροπὴν, δὲν εἴπομεν ὅτι ἤθελε νὰ νοσφισθῇ τὰ χρήματα, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπεσκέφθη ὅλα τὰ μέρη καὶ δὲν διένειμεν εἰς ὅλους τοὺς παθόντας, παρὰ μόνον εἰς τινας ἐξ αὐτῶν, ἐξ εἰσηγήσεως, καὶ εἰς ἄλλους μὴ παθόντας· τοῦτο ὅμως δὲν κωλύει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐν Κορινθίᾳ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τοὺς σεισμοὺς τῆς Χίου· ἐκεῖ ἔστειλε λόχον Μηχανικοῦ, ὅστις ἤγειρε παραπήγματα. Διατάξατε δύο ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἵνα μεταβῶσιν ἐκεῖ, δότε αὐτοῖς τὰς 40 χιλιάδας δραχμὰς τῆς Ἐπιτροπῆς, προσθέσατε καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ποσόν τι, διατάξατε ἕνα λόχον Μηχανικοῦ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ ἐγείρῃ παραπήγματα, καὶ οὕτω δυνατὸν κατά τι νὰ ἐπέλθῃ περίθαλψις εἰς τοὺς αὐτόθι ἀποθνήσκοντας ἐκ τῆς πείνης καὶ τοῦ χειμῶνος. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ, κύριε Ὑπουργέ· ἐνταῦθα δὲν συζητοῦμεν πῶς νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς κείμενα, ἀλλὰ πῶς νὰ ἐπιῤῥίψητε μομφὰς εἰς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα, καὶ οὕτω ἀναγκάζετε καὶ ἡμᾶς νὰ ἀντεπεξερχώμεθα, ὡς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, καὶ ὕστερον μᾶς μέμφεσθε διὰ τῶν ὀργάνων σας. Ἐπιθυμεῖτε νὰ μᾶς ὑβρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὕστερον ἡμεῖς νὰ λέγωμεν: «μᾶς συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, διότι μᾶς ὑβρίσατε,» καὶ σεῖς ἔπειτα νὰ λαμβάνητε καὶ τὸ μαστίγιον καὶ νὰ μᾶς μαστιγόνητε. Δὲν γνωρίζω οἱ ἄλλοι Κύριοι τί σκέπτονται, ἀλλ’ ἐγὼ εὐτυχῶς κατάγομαι ἀπὸ ἕνα τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔμαθα νὰ μὴ δέχωμαι μαστίγιον. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἤμεθα σοβαροὶ, καὶ νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς· δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦσθε αὐστηροὶ, ὁσάκις πείθεσθε, ὅτι εἴμεθα κακῆς πίστεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φέρησθε οὕτω, ὅταν βλέπητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κακῆς πίστεως, ἀλλὰ προσερχόμεθα μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἴς τε τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν παραπονούμεθα μόνον ἡμεῖς, παρεπονήθη καθ’ ὑμῶν καὶ ἡ πτέρυξ, ἡ ὁποία σᾶς ἀκολουθεῖ. Δὲν ἠδυνάμεθα δὲ ἢ νὰ παραπονεθῶμεν καὶ ἐλέγξωμεν ὑμᾶς, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Βουλευταὶ, μόνον διὰ νὰ θέτωμεν τὸν τίτλον τοῦτον εἰς τὴν κάρταν μας καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὸ Παρίσι νὰ κάμνωμεν φιγούρα μὲ τὸ σημεῖον τοῦ παρασήμου ἐν τῇ κομβιοδόχῃ· ἡμεῖς παρακαθήμεθα ἐνταῦθα, εἴτε συμπολιτευόμενοι, εἴτε ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ ἐλέγχωμεν καὶ ἐλεγχώμεθα. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ καὶ νὰ μεταχειριζώμεθα τὴν φράσιν, ἡ ὁποία προσήκει. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, βεβαίως πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ τῷ ὑποδείξω τὸ ψεῦδός του· ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν ψεύδηται, βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ ἐξακολουθήσω ἐντονώτερον νὰ τῷ ὁμιλῶ. Λοιπὸν σᾶς συμβουλεύω, κύριε Ὑπουργὲ, ἂν καὶ εἶμαι νεώτερός σας, ἐὰν θέλητε νὰ ἐνεργῆτε τὸ καθῆκόν σας πρεπόντως, νὰ μὴ παρεξηγῆτε καὶ διαστρέφητε τὰς ὁμιλίας μου, καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀπευθύνητε κατηγορίας, ἐνῷ δὲν εἴμεθα ἄξιοι τούτων. Ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ συζητῆτε ἐν καλῇ πίστει, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν καλῇ πίστει· ἄλλως, αἱ συζητήσεις ἡμῶν δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἢ λογομαχίαι.
§60ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ κατάθεσις, δὲν πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τίποτε. Τὸ ζήτημα εἶναι διατὶ ἀναβάλλεται ἡ διανομὴ τῶν 40,000 δραχμῶν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ σεισμοῦ, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διορθωθῇ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, ἐχόλωσε τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναλάβει τὸ βάρος νὰ μεταβῶσιν εἰς Κορινθίαν καὶ διανείμωσι τὰ χρήματα, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἐδόθησαν, οὗτοι ἐπιμένουσι νὰ μὴ θέλωσι νὰ μεταβῶσιν· ἐγὼ αὐτὸς εἶδον ἰδιαιτέρως ἕνα ἐκ τῶν κυρίων τούτων, τὸν κ. Δεικτάκην, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸν μεταπείσω. Λέγει, ὅτι, ἐνόσῳ δὲν ὑποβληθῇ λογαριασμὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι αὐτοὶ εἰργάσθησαν μετ’ εἰλικρινείας, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ μεταβῇ διὰ τὴν διανομὴν ταύτην, ἀλλὰ σκοπὸν ἔχει καὶ νὰ ἀποστῇ πάσης φιλανθρωπικῆς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὕρῃ μέσον, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὰ μέλη ταῦτα τῆς Ἐπιτροπῆς· τῷ προσέθεσα μάλιστα, ὅτι ἤθελον εὐχαριστηθῆ ὅλως ὁ κόσμος, ἐὰν μετέβαινεν ὁ ἴδιος καὶ διένεμε τὰ χρήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεὶς δέχεται νὰ ἀναλάβῃ τὴν διανομὴν τῶν χρημάτων· πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕτερος σπουδαῖος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἀναλαμβάνει τὴν διανομὴν αὐτήν· ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι τὸ γλίσχρον τοῦ ποσοῦ· διότι, ἐὰν ἔπαθον 300 οἰκογένειαι, δὲν ἀναλογοῦσιν εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θέλουσι γίνῃ, οὔτε 400 δραχμαί. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ προσέλθῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς, ἵνα προστεθῶσι καὶ ἄλλα ποσὰ εἰς τὸ ὑπάρχον, διὰ νὰ συντελεσθῇ τὸ καθῆκον τῆς φιλανθρωπίας λυσιτελέστερον.
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐν μιᾷ τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ ἐξεφράσθησαν παράπονα κατὰ τῶν ἐκεῖ ἐπιτοπίων Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων, οἵτινες ἴσως δὲν συνετέλεσαν, ὡς ὤφειλον, εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν παθόντων καὶ πράγματι ἀξίων ἀποζημιώσεως. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ῥητόρων ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ἀνωμολογήθη τὸ ἀβάσιμον τῶν κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς παραπόνων καὶ ὅτι ἡ φιλανθρωπία καὶ τὸ ἔντιμον αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη καὶ συνωμολογήθη ὑπὸ πάντων· ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἀρνοῦνται νὰ μεταβῶσιν εἰς Κορινθίαν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θεωροῦσιν ἀμφισβητηθεῖσαν τὴν τιμιότητα αὐτῶν, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον νομίζω, ὅτι οὔτε ἐλέχθη τι ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ τὰ ἀξιότιμα ταῦτα μέλη τῆς ἐπὶ τῆς διανομῆς τῶν συνδρομῶν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ σεισμοῦ Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἂν ἔφθασε τοιαύτη διάδοσις εἰς τὰ ὦτα τῶν μελῶν ἐκείνων, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ τοὺς διαβεβαιώσῃ, ὅτι ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀνωμολογήθη τὸ ἔντιμον τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως ἀπέδειξαν καὶ φιλάνθρωπα αἰσθήματα καὶ ἀξιέπαινον ζῆλον. Ἀλλά, Κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ὅ,τι παρατηρῶ, ἐνταῦθα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τίποτε ἄλλο δὲν συζητοῦμεν ἢ πῶς θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ διανείμωμεν τὰς 40,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προσηνέχθησαν ἐκ φιλανθρωπίας, καὶ δὲν σκεπτόμεθα πῶς τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ εἰς συνδρομὴν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕπαιθρον. Νομίζω, ὅτι, καὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν ἂν εὑρισκόμεθα, πρῶτον καθῆκόν μας ἦτο, νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῶν παθόντων συμπολιτῶν μας.
§62ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Μεσσηνίας καθὼς καὶ τῆς Λακωνίας δὲν ἔλαβον παντάπασι μέρος εἰς τὴν διανομὴν τῶν χρημάτων αὐτῶν. Χρῆσις κακὴ ἐγένετο παρὰ μόνων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦτο εἶναι λίαν βεβαιωμένον. Ἴσως δὲν εἶχον πρόθεσιν κακὴν, ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ βοηθήματα οὕτω διενεμήθησαν, καὶ ἔλαβον συνδρομὴν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἔπαθον, οὔτε εἶχον ἀνάγκην, δὲν ἔλαβον δὲ συνδρομὴν πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ χῆραι γυναῖκες δυστυχεῖς, αἱ ὁποῖαι μένουσιν εἰσέτι εἰς τὸ ὕπαιθρον.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐγένοντο ἀδικίαι περὶ τὴν διανομὴν, ἀλλ’ ἐπιμένω, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετέβησαν καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ξένα πρὸς τὸν τόπον ἦσαν καὶ τὰ πράγματα δὲν ἐγνώριζον, πιθανῶς δὲν ἔλαβον ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ἐντοπίων ἁρμοδίων ὑπαλλήλων. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν διανομὴν, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι καὶ φιλάνθρωπον καὶ ἐπίζηλον καθῆκον ἐξετέλεσαν ἐντίμως.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§65ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως δανείου 10,200,000 εἰς μεταλλικόν· ὑποβαλὼν συνάμα πρότασιν, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ᾐτήσατο παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ σταλῇ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἔμεινα εἰς τὴν οἰκίαν μου μέχρι τῆς 3ης μ. μ. καὶ οὐδὲν ἔγγραφον μοὶ ἀπεστάλη, τὴν δὲ ἡμερησίαν διάταξιν ἀνέγνωσα τοιχοκολλημένην, ὅτε ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ εἶδον ἐξ αὐτῆς, ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἐζήτησα τότε παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τὸ νομοσχέδιον· πραγματικῶς μοὶ ἐδόθη τοῦτο ἔντυπον, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς εὗρον. Παρατηρῶ λοιπὸν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τὴν ἀταξίαν ταύτην τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ ταύτης. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, δὲν ἦτο οὗτος· ἀνῆλθον τὸ βῆμα ἐπειδὴ χθὲς, εἰσηγησάμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπέ τινα περὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τότε ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ.
§67ΜΠΑΣΙΑΣ. Πολὺ καλῶς.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον παραπονούμενος. Ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, μᾶλλον κατ’ ἐμοῦ ἀπευθύνονται ὁμολογουμένως αἱ παρατηρήσεις του, διότι ἐγὼ εἶπον νὰ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἔπρεπεν ἴσως νὰ ζητήσω ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τούτοις εἶμαι πρόθυμος νὰ ζητήσω τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ βλέπω καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ προθυμίαν ὅπως ἐργασθῇ. Εἶχον νομίσει προτιμότερον ν’ ἀπεσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι αὕτη μόνον ἔδειξεν, ὅτι ἐργάζεται. Ἐγένοντο αἱ ἀρχαιρεσίαι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐστέλλοντο τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει τοιοῦτο προηγούμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ κανονικόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν τοῦτο τὸ προηγούμενον καὶ προσέτι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργάζεται, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προέβη εἰσέτι εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐμμείνῃ εἰς ὅσα χθὲς ἀπεφάσισε, ν’ ἀποστείλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ προβῇ δὲ εἰς συζήτησιν, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι χθὲς ἡ Βουλὴ, τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρέπεμψε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ προμηθείας μεταλλικοῦ νομίσματος δραχμῶν 10,200,000, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ προσέθηκεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅταν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Τῷ ὄντι περὶ τὴν μεσημβρίαν περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ ἔντυπον τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου· τότε παρεκάλεσα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ συνέλθωσι τὴν τρίτην ὥραν μ. μ. ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ἀναγνωστηρίου, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὴν σύμβασιν, καὶ νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ τὴν τρίτην ὥραν παρευρέθην εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ἀναγνωστηρίου, καὶ παρέμεινα μέχρι τῆς 4 καὶ ½. Προσῆλθον μόνον 10 μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπουσιάζουσι δύο ἐκ τῶν μελῶν τῶν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἀνηκόντων, τὰ δὲ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντα δὲν προσέρχονται, ἀποβαίνει ἀνέφικτος ἡ ἀπαρτία, ὅταν μάλιστα ἐπικρατῇ ἡ ἑρμηνεία, ὅτι πρὸς ἀπαρτίαν ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν Βουλευτῶν. Παρεκάλεσα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας νὰ ἔλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἵνα συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐτίμησε διὰ τῆς παρουσίας του τὴν Ἐπιτροπὴν, ἑπομένως κατέστη ἀδύνατος ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν, ἢ πρέπει νὰ σχηματίζηται ἀπαρτία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ὡς καὶ εἰς τὰς ἄλλας Ἐπιτροπὰς, δηλ. διὰ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν ἐν Ἀθήναις παρόντων, ἢ ἄλλως ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἄλλως ὑπάρχει τὸ ἀπροχώρητον εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἥτις διεξάγεται ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπορίας ἄξιον, ἂν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν παρευρέθησαν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει αὐτῆς. Τοῦτο οὐδόλως ἔπρεπε νὰ παρεμποδίσῃ τὰς ἐργασίας της, ἀφοῦ αὕτη ἔλυσε τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ἔχουσα ἀπαρτίαν, δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὰ ἔργα τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἔλυσε δὲ μόνη αὐτὴ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Εἰς ἡμᾶς δυσκόλως, νομίζω, ἐπιτρέπεται ἡ συνεργασία μετὰ Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς κανόνας τῆς κοινοβουλευτικῆς ἁβροφροσύνης, καὶ ἐκείνους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθήκοντος δὲν ἐτήρησαν....
§75Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Καραπάνον νὰ τσαμπουνάῃ ὅ,τι θέλει.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν, πρὶν ἢ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀπρεπῆ ταύτην λέξιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, ἀπαντᾶτε κατόπιν’ μὴ διακόπτετε τὸν ὁμιλοῦντα.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἂν διὰ τοιούτων λέξεων ἐννοῇ νὰ συζητῶμεν.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος μᾶς ἀνέχεται; (Διαπληκτισμοὶ μεταξὺ Κουμουνδούρου καὶ Μαυρομιχάλη, καὶ Καραπάνου καὶ Μαυρομιχάλη). (Θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε, κ. Μαυρομιχάλη. Ἔλθετε ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου εἰς τὸ βῆμα.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸν Μαυρομιχάλην.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον, τοῦ εἶπον νὰ μὴ διακόπτῃ.
§83ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διακοπῆς· ὁ κ. Καραπάνος ὡμίλει κοσμίως καὶ σεμνῶς, ὡς ἁρμόζει εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς ἐντίμου Ἀντιπροσώπου. Εἷς τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἠγέρθη καὶ τὸν ὕβρισε βαναύσως.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς) ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Καὶ περὶ τούτων τί λέγετε;....
§85ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὴ προσηκόντως, ἔστω· δὲν εἶναι ὕβρις τὸ βαναύσως. Τοῦ λέγει: μὴ τσαμπουνᾷς! Εἶναι κοινοβουλευτικὸν αὐτό; Λοιπὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν λέξιν αὐτὴν, καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ· ὁσάκις ἐξέρχονται λέξεις ἐκ τῶν χειλέων ἀπρεπεῖς, νὰ ἀνακαλῇ τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὴν τάξιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος εἶναι εὐδιάθετος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ φοβεῖται, ὅτι θὰ διακόπτῃ τοὺς ἀγορεύοντας κατὰ πᾶσαν στιγμήν.
§87ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀποσύρῃ τὸ «βαναύσως».
§88ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ διώρθωσα ἀμέσως, τὸ ἀνεκάλεσα.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο λίαν εὐτυχὲς διὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐὰν λέξεις ἄτοποι, προφερόμεναι, ὡς δύναται νὰ συμβῇ, ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, ἀνεκαλοῦντο ὑπὸ τοῦ εἰπόντος, καὶ ὁσάκις δὲν ἀνεκαλοῦντο προθύμως ὑπὸ τοῦ εἰπόντος, ἂν ἐπεβάλλετο ἡ ἀνάκλησις κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἑπομένως ὁ ζῆλος τῶν κκ. βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤδη, προκειμένου περὶ λέξεως, ἤθελε τύχει πάσης ἡμῶν τῆς ἐπιδοκιμασίας, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι πράγματι προκαλεῖται ἐκ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν, ὅπως διεξάγωνται κανονικῶς αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, ἀφ’ ὅτου ἤρξαντο αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο ἀκούωμεν παρά τινων τῶν κκ. Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ὀνομάζω, εἰμὴ ὕβρεις, τὰς ὁποίας οὐδὲ νὰ καταδεχθῇ νὰ μνημονεύσῃ τις ἐπιτρέπεται, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν αὐτῶν, ὅταν τοιαῦτα ἀνέχηται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν δὲν αἰσθάνηται τὸν ὀνειδισμὸν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἧς ἐκ τῶν τάξεων οὐδεὶς κατὰ τῶν τοιούτων ὕβρεων ἀντεπεξέρχεται, ἥκιστα δικαιολογεῖται ἡ Ἀντιπολίτευσις σήμερον, ἐξανισταμένη ἐπὶ μιᾷ λέξει, ἥτις οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον ἄτοπος εἶναι, παραβαλλομένη πρὸς τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἀκούομεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου ταύτης ἐξερευγομένας παρὰ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βεβαιώθητε, ὅτι, ἂν ἠδύνατο εἰς τὰ ἔθιμα τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαχθῇ ὅ,τι εἶναι εἰσηγμένον εἰς τὰ ἔθιμα ἄλλων Κοινοβουλίων, ὅπως λέξεις ἄτοποι, προφερόμεναι παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ὁμιλοῦντος—διότι ἕκαστος ἐννοεῖ πόσον εὔκολον εἶναι νὰ παρασυρθῇ τις ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ λόγου—ὅπως αἱ λέξεις αὗται αἱ ἄτοποι ἀνακαλῶνται, εἴτε οἰκειοθελῶς, εἴτε ἐξ ἐπιβολῆς τῆς Βουλῆς, ἠθέλετε μᾶς εὑρεῖ θιασώτας, ἠθέλομεν μάλιστα προθύμως ἐγκαινίσει τὴν ἐφαρμογὴν ἡμεῖς αὐτοὶ, ἂν ἐπαρουσιάζετο ἡ εὐκαιρία, καίτοι, ἂν ἐπαρουσιάζετο παρ’ ἡμῶν, θὰ ἦτο μία λέξις ἀπέναντι ἀγορεύσεων ὁλοκλήρων.....
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητήσατε τὴν ἀνάκλησίν της.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητήσατε, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὁ προκαλῶν τὴν συζήτησιν ταύτην, ζητήσατε τὴν ἀνάκλησιν τῆς λέξεως, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Ἀλλὰ πρὶν ζητήσωμεν τὴν ἀνάκλησιν τῆς λέξεως ἐκείνης, πρέπει νὰ ζητήσητε ὑμεῖς τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἀγορεύσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον μακροθύμως ἠνέχθησαν πάντα τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ τὰς ὁποίας, θὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἀνῆκε νὰ μὴ ἀνεχθῇ αὐτὸς, ὁ σήμερον τοσοῦτον εὔθικτος, διότι αὐτὸς εὐθύνεται, ὡς συμπράττων μετὰ τῶν οὕτως ἀγορευόντων Βουλευτῶν· ἡμεῖς δὲν εὐθυνόμεθα διὰ τὰς ὕβρεις ἐκείνας· ἐνομίζομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον ν’ ἀνεχθῶμεν αὐτὰς, ἐκφερομένας ἐκ τῶν ἀντιθέτων τάξεων· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἔβλεπον μετὰ λύπης τοὺς κκ. Βουλευτὰς, τοὺς συμπράττοντας μετὰ τῶν κκ. Βουλευτῶν, τῶν οὕτως ἐκφραζομένων, ἀνεχομένους ταῦτα καὶ μὴ αἰσθανομένους, ὅτι εὐθύνονται ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ συμπεριφορᾷ αὐτῶν.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι αἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις μετεβλήθησαν τὰ μάλα ἀπὸ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον παρέστη ἐν τῇ πολιτικῇ, καὶ ἰδίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τῆς ἄκρας ἐξάψεως, ὅτε συνεζητοῦντο αἱ διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ ἡ Πολιτεία, ὅτε ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν συνεζητοῦμεν τὴν ἐπιοῦσαν ἐμφυλίου πολέμου, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνας, θὰ ἴδητε τὴν θερμότητα, τὴν φλόγα, ἡ ὁποία ἐθέρμαινε τὰ στήθη τῶν συζητούντων, ἀλλ’ οὐδαμοῦ θέλετε ἰδεῖ αὐτοὺς ἀπομακρυνομένους ἀπὸ τὴν κοσμιότητα εἰς τὴν γλῶσσαν αὑτῶν. Ἀπὸ τὴν κοσμιότητα ὅμως ταύτην ἐγύμνωσε τὰς συζητήσεις ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂς ἐνθυμηθῇ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δὲν ἦτο Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἀσθενὴς κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων παρίστατο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Διὰ τῆς γλώσσης αὑτοῦ τότε ἐξήγειρε καὶ τὰς δύο πτέρυγας καθ’ ἑαυτοῦ, διότι ἐτόλμησε νὰ ὑβρίσῃ τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν καὶ αὐτὰς ἔτι τὰς πτέρυγας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐδυσφόρει τότε, ἐθλίβετο, διότι δὲν ἦτο ἀρχηγὸς κόμματος, ἀλλ’ ὁμάδος τινῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐζήτει ἀνακούφισιν τῆς ἀδυναμίας αὑτοῦ ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ ὑβριστικῇ κατὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν τότε κομμάτων. Τίς ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶπεν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν Κουμουνδοῦρον, ὅτι «ὑβρίζει βαναύσως»; καὶ νῦν ἐξεγείρεται καὶ ἀσχάλλει ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τὴν ἀκοσμίαν τῆς γλώσσης τῶν ἀγορευόντων! Ἐνθυμεῖται τί προεκάλεσε τότε ἡ ἄκοσμος ἐκείνη φράσις; Προεκάλεσε καὶ τοὺς φίλους τοῦ Δεληγεώργη καὶ τοὺς φίλους τοῦ Κουμουδούρου κατ’ αὐτοῦ, καὶ μόλις ἠδυνήθη νὰ σωθῇ ὑπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ μακαρίτου Πετμεζᾶ. Καὶ ἔρχεται νὰ διδάξῃ ἡμᾶς τὴν κοσμιότητα περὶ τὴν γλῶσσαν ὁ ἄνθρωπος οὗτος! Ἀφοῦ δ’ ἐγένετο ἡγέτης κόμματος, καὶ ἀφοῦ περιεβλήθη ἰσχὺν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁσάκις μάλιστα ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει, λησμονεῖ ὅλως τὸ σέβας πρὸς τοὺς ἀνταγωνιζομένους καὶ πρὸς ἑαυτὸν, καὶ ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς οὐ μόνον ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ προαίρεσιν δολίαν, προαίρεσιν μεμελετημένην. Ἡμεῖς δὲν καταδεχόμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου τὴν φράσιν τὴν ἄτοπον. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθῆκον οὐδ’ ἡμῶν οὐδ’ ἄλλου τινός. Εἶναι καθῆκον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν Βουλευτής τις ἀγορεύων παρεκτρέπηται, ἔχει ἐξουσίαν νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸν ἐν τῇ τάξει, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπιμείνει δυσπειθῶν ὁ Βουλευτὴς καὶ ἐνιστάμενος, ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως γένηται μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς περὶ τῆς ἀπειθείας τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἐλέχθησάν ποτε λέξεις ἄκοσμοι κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, τίς ἠμπόδισε τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀνακαλέσῃ τοὺς εἰπόντας αὐτὰς εἰς τὴν τάξιν, καὶ, ἂν ἐπέμενον, νὰ ἀναγράφῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τὴν ἀνάκλησιν; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι προϊὸν τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, τῆς ὁποίας εἰσηγεῖται ὁ Πρωθυπουργός. Ἂν τοῦτο δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν, πταίομεν ἡμεῖς; Καὶ ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς λόγον, διότι ἠκούσθησαν φράσεις ἄκοσμοι πρὸς ἔντιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου διὰ λέξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουσιν οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε....
§93Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν....
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτεις! ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμὸν κατὰ σοῦ — δὲν ἁρμόζουσιν ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐν τοῖς κύκλοις τῶν καλῶς ἀνατεθραμμένων ἀνθρώπων, οὔτε ἴσως καὶ ἐν τοῖς κύκλοις, ἔνθα δὲν πηγαίνουν οἱ χρηστοὶ πολῖται. Καὶ τῇ φράσει ταύτῃ ἐχρήσατο ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὁ διακόψας τὸν ἀγορεύοντα, τὸν ὁποῖον ὁ Πρόεδρος ἀφῆκεν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ διακόπτοντος, ὑβρίζοντος μάλιστα αὐτόν. Καὶ ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διδάξῃ ἡμᾶς οὕτω, διὰ νὰ μὴ μετερχώμεθα ἄκοσμον γλῶσσαν! Ζητεῖ νὰ μᾶς διδάξῃ· ἀλλὰ δὲν συλλογίζεται, ὅτι, ἂν ὑμεῖς συμφέρον ἔχητε πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἔχετε συγχρόνως καὶ τὸ καθῆκον νὰ διατηρῆτε τὴν τάξιν· καὶ ὅταν ταράττητε σεῖς αὐτήν, ἢ ἀνέχεσθε νὰ ταράττωσιν αὐτὴν οἱ φίλοι σας, ποῦ θὰ εὕρητε τὴν τάξιν; Διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸ πάντων πρέπει νὰ μεριμνᾷ ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς πλειοψηφίας, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, διότι αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ κυβερνήσῃ τὸν Τόπον, νὰ ἴδῃ περατούμενα καὶ διεξαγόμενα τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ αὐτὸς ἔρχεται διὰ τρόπου τοιούτου νὰ καταστείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐχρήσαντο φράσιν ἄκοσμον! Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστον διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Λυποῦμαι διότι γίνομαι αὐτήκοος τοιούτων συζητήσεων, καὶ λυποῦμαι διότι ὁ Πρόεδρος δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι εἰς τὸν διακόψαντα κ. Μαυρομιχάλην εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὸν ἀγορεύοντα. Ἂν θέλῃ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἑαυτόν του, θὰ τὸν ἀκούσωμεν ὕστερον.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν λέξιν «τσκιπουνᾶς» δὲν ἐκάμετε κἀμμίαν παρατήρησιν.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὴ ἁρμόζοντα εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν γλῶσσαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσεν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν προϊὸν ζωοκλόπων καὶ ἐγκληματιῶν, ὁ ὁποῖος προσῆψεν εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν τὰ ἐλαττώματα ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Ποινικὸς Νόμος ἀναγράφει ὡς ἀξιοποίνους καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις, ὁ ὁποῖος ᾐτιάθη ἡμῶν, ἀποδιδοὺς εἰς ἡμᾶς πράξεις οὐχὶ ἐπιτρεπομένας ὑπὸ τῆς ἠθικῆς, ἀλλὰ τιμωρουμένας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ οὗτος ἦλθε νὰ παραπονεθῇ διατί; διότι εἶπον εἰς τὸν Πρωθυπουργόν: σὺ, ὁ ἄνθρωπος. Τὸ «σὺ ὁ ἄνθρωπος» ἠμπορεῖ νὰ ἦναι μία ἀποστροφή, ἀλλὰ ὕβριν αἱ λέξεις δὲν περιέχουσι. Καὶ πῶς νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνον, ὅταν ἀκούω τὸν Πρωθυπουργὸν ἀποδίδοντα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι τὸν ἐσυκοφάντησε; Πῶς ἄλλως νὰ ὁμιλήσω πρὸς αὐτόν; θὰ ἦτο ἡ ἠπιωτέρα τῶν ἀποστροφῶν καὶ τῶν φράσεων νὰ εἴπω, σὺ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὸς ὁ καταφρονῶν ὁλόκληρον πτέρυγα εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔλεγε προχθὲς, ὅτι συκοφαντοῦμεν, εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος! Καὶ ἔλεγεν, ὅτι συκοφαντοῦμεν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνήσκει συνταγματικὸν δικαίωμα ὑπὸ τοῦ χάρτου ἐπιτετραμμένον αὐτῇ! Καὶ τί παράδοξον, ἐὰν ὁ ἔλεγχος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὑπὸ τῶν πραγμάτων μὴ ἀληθής; Ἐνδεχόμενον νὰ ἐπλανήθη, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐλεγχόμενον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ἐπλανήθη, ἀλλ’ ἐσυκοφάντει; Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω; Νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν γενομένων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῆς διακωμῳδήσεως τοῦ πολιτεύματος; Περὶ τῆς ὕβρεως ταύτης, τῆς ἐκτοξευθείσης καθ’ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὕβρεως, ἡ ὁποία εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ προσηγόρευσα σὺ καὶ ἄνθρωπον; Τί νὰ εἴπω; ποῖον χαρακτηρισμὸν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ χάρις, τὴν ὁποίαν εὗρε παρ’ αὐτῷ ἡ διακωμώδησις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος;
§99Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, διότι μία λέξις, τὴν ὁποίαν ἐπρόφερον, ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκπλήττομαι δὲ ἀληθῶς, πῶς ἡ ἐντύπωσις καὶ ὁ θόρυβος ἐγεννήθη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἡ ὁποία ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ τὰς βαρυτέρας τῶν λέξεων καὶ τῶν ὕβρεων, ἂν θέλετε, ἐπὶ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀρεσκομένων εἰς μὴ εὐπρεπεῖς ἐκφράσεις, ἡ δὲ λέξις, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Καραπάνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς ἡμᾶς οὐχὶ ὕβρεις, ἀλλὰ πράξεις ἐγκληματικάς...
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιαῦτα οὐδέποτε εἴπομεν.
§101Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σεῖς, ἐπιθυμοῦντες νὰ παραστήσετε ἑαυτοὺς ὡς προμάχους τῶν ἐλευθεριῶν, σωτῆρας τῶν κινδυνευόντων θεσμῶν, εἴπετε, ὅτι ἡμεῖς συνωμόσαντες διεπράξαμεν πλαστογραφίαν, καὶ τοιαύτην ἐδείξαμεν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς πολιτευτὰς συμπεριφοράν, ὥστε κατέστημεν ἀνάξιοι πάσης μεθ’ ὑμῶν συγκοινωνίας. Ἐδηλώσατε, ὅτι ἡ διαγωγή μας ὑπῆρξεν ἀκατονόμαστος, ὅτι διεπράξαμεν, δὲν ἠξεύρω τίνα ἄλλα ἐγκλήματα. Ἐνῷ δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀκούουσα πάντα ταῦτα, ἐφαίνετο εὐφραινομένη, δὲν ἠξεύρω διατὶ κατελήφθη ὑπὸ τοσαύτης ἀγανακτήσεως, ὅτε ἤκουσε ἐκφερομένην τὴν λέξιν «τσαμπουνᾶς». Τί σημαίνει ἡ λέξις αὕτη; Οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι λέγετε πράγματα ἀπρεπῆ καὶ ἄτοπα. Θέλετε νὰ ἀνακαλέσω τὴν λέξιν; τὴν ἀνακαλῶ, ἀλλὰ μένει ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι δυστυχῶς, καὶ θέλων, ν’ ἀνακαλέσω, διότι τὰ πράγματα τὴν ὑποστηρίζουν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι καὶ τὰ παράπονα καὶ ἡ ἐξέγερσις καὶ τὰ ῥητορικὰ σχήματα τοῦ προϊσταμένου τῆς ἡνωμένης Ἀντιπολιτεύσεως οὐδένα εἶχον λόγον, προκειμένου περὶ λέξεως, οὐδεμίαν ἐνεχούσης ὕβριν.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ὑπερήφανος, Κύριοι, διότι, ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκουλούθησα, ἠνάγκασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναβῇ μετὰ κατανύξεως τὸ βῆμα, καὶ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην διὰ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε μᾶς ἀπηύθυνε, καὶ μᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἀμυνθῶμεν· εἶμαι ὑπερήφανος, διότι κατώρθωσα νὰ συνετίσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Χαίρω ὑπερμέτρως διὰ τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα, τὸν λεγόμενον ἀτίθασσον ἐκ μέρους τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυκλάδων, νὰ καταδαμάσω ἄνευ μαστιγίου καὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσω ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα, καὶ νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ ἄκοσμος αὐτοῦ συμπεριφορὰ ἐταπείνωσε τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ τί ἐζήτουν ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε μᾶς προεκάλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τί μὲ ἔφερεν ἑκάστοτε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀντεπεξέρχωμαι βαρέως κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ αὐτὴ ἡ ἀνάρμοστος διὰ τὸ Κοινοβούλιον συμπεριφορὰ αὐτοῦ, ἣν ἀνέκαθεν ἠκολούθησε καὶ κατὰ τοῦ πατρός μου καὶ κατ’ ἄλλων ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν πολιτευτῶν καὶ κατ’ ἐμοῦ; Μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν· μοὶ ἐπέῤῥιπτε κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀνεχθῶ, διότι ἠδικούμην. Εἶναι παράδοξος ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ θέλῃ τὰ ἴδια ἀτοπήματα, τὴν ἀνάρμοστον αὐτοῦ συμπεριφορὰν νὰ ρίπτῃ ἐφ’ ἡμᾶς. Εὐτυχῶς εἶμαι ὑπερήφανος ἀπόψε, διότι κατώρθωσα νὰ τὸν φέρω εἰς τὸ βῆμα, νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε, καὶ ἔσφαλε σπουδαίως, καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ ἀντεπεξερχώμεθα καὶ νὰ τὸν συγχωρῶμεν, ὅταν τοῦ ὑπεκφεύγῃ κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου λέξις ὑβριστική. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε, κ. Πρωθυπουργὲ, ἐπειδὴ μᾶς τὸ ζητεῖς, σὲ συγχωρῶ, καὶ σὲ ἀφίνω ἐλεύθερον νὰ ἀγορεύῃς μὲ τὴν αὐτὴν γλῶσαν, οἵαν μετεχειρίζεσο καὶ πρὸς τὸν πατέρα μου, τὸν ὁποῖον ὤφειλες νὰ σέβησαι, διότι αὐτὸς σὲ ἐγαλούχησε καὶ σὲ ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι, καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς ἀντιπάλους σου. Ἀφοῦ ἐκείνους ὕβρισας, τί ἀξιῶ ἐγὼ ἀπὸ σᾶς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως; εὐλάβειαν πρὸς ἐμέ; Δὲν εἶναι δυνατόν. Σὲ συγχωρῶ λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε καὶ σοὶ ὑπόσχομαι, ὁσάκις ἀνέρχεσαι εἰς τὸ βῆμα διὰ ν’ ἀντικρούσῃς ἐμὲ, ἢ οἷον δήποτε μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μὴ ἀντεπεξέρχωμαι διὰ τῆς ἰδίας γλώσσης, ὅπως καταντήσω μέχρις ὑμῶν—καὶ λέγω τοῦτο εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀποστροφῆς, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.—Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν καταδέχεται ν’ ἀναφέρῃ τὰς λέξεις, ὅσαι ἐκτοξεύονται κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίς ἐξετόξευσεν ὕβρεις, ἐγὼ ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ποῖος πρῶτος ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἄλλου, τὸ ἐνθυμεῖσθε. Ἐὰν, κ. Πρωθυπουργὲ, τηρήσητε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ὡμολογήσατε καὶ παρεκαλέσετε ἡμᾶς νὰ ἀκολουθήσωμεν, θέλω σᾶς συγχαρῆ. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλητε νὰ τὴν ἀκολουθήσητε, διότι δὲν δύνασθε νὰ κρατήσητε ἑαυτὸν κατὰ τὴν ῥύμην τοῦ λόγου, ἐγὼ σᾶς συγχωρῶ καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι δὲν θέλω ἀντεπεξέλθει μὲ τὰς ἰδίας φράσεις καὶ τὰς ἰδίας ἀποστροφάς, τὰς ὁποίας σεῖς συνειθίζετε νὰ μεταχειρίζησθε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς φράσεως, τῆς μὴ κοινοβουλευτικῆς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν. Βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχουσι διάφορον ἡμῶν ἰδέαν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας δὲν παρευρέθησαν εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐνόμισαν, ὅτι τὴν παρουσίαν αὐτῶν ἐπὶ θεμάτων οὐσιωδῶν, οἷα ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐθεώρησαν περιττὴν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας. Ἀφοῦ δὲ ἐθεώρησαν περιττὴν τὴν παρουσίαν αὐτῶν ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων ζητημάτων, ἐνόμισαν ἐμπαιγμὸν τὴν πρόσκλησιν πρὸς συζήτησιν ἄλλων ζητημάτων. Τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας νομίζουσιν, ὅτι, ἀποτελοῦντα ἀπαρτίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς παρεμποδίσεως τῶν ἔργων. Ἂν οὕτως ἔχῃ, ἂς πράξωσι τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν, θὰ εὕρῃ ἡμᾶς προθύμους· ἐννοοῦμεν ὅμως νὰ συνεργασθῶμεν καὶ ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ συμμελετήσωμεν μετ’ αὐτῆς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐννοῶσι τοῦτο, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ἄλλον τρόπον μελέτης καὶ συζητήσεως τοῦ τε Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ζητημάτων μικροτέρας σημασίας. Ἐὰν λοιπὸν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐννοοῦν, ὅτι πρέπει ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον, ὅπερ μᾶς ἀνέθηκεν ἡ Βουλὴ, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ πράξωμεν τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ προσκαλώμεθα ἁπλῶς διὰ τὸν τύπον, τότε δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐκ τῆς κατατεθείσης ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχε λήξει, ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας πάλιν τὸ ἐπανέφερε. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφορῶμαι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν αὐτῶν ἐπιθυμιῶν, τὰς ὁποίας αἰσθάνεται ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὁ ὁποῖος ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ἀναγνωστηρίου ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ συζητῆται, δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον χρόνον, καὶ ποῖαι καὶ πόσαι καταστάσεις, καὶ ποῖαι καὶ πόσαι ἐξηγήσεις, καὶ ποῖαι καὶ πόσαι πληροφορίαι νὰ ζητηθῶσιν. Ἔχουσιν αὐτὴν τὴν πεποίθησιν οὗτοι, δὲν τοὺς κατακρίνω, δικαιούμεθα ὅμως καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον πεποίθησιν. Ἡμεῖς εἴχομεν προμελετήσει τὸν Προϋπολογισμὸν, εἴχομεν σχηματίσει τὴν πεποίθησίν μας, καὶ ὅταν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς μειοψηφίας δὲν μᾶς ἐτίμησαν διὰ τῆς παρουσίας των εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἐξεπληρώσαμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας, ὅπως ἡμεῖς ἐννοοῦμεν αὐτὸ, καὶ κατηρτίσαμεν τὴν ἔκθεσιν. Τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ ἔληξε. Σήμερον πρόκειται περὶ τῆς γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν προμήθειαν χρυσοῦ δραχ. 10,200,000. Ἡ Βουλὴ ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος, ἐκάλεσα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν μειοψηφίαν· τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν πλειοψηφίαν παρευρέθησαν ἐν τῇ συνεδριάσει· δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ τῆς προσωρινῆς ἀπουσίας ἑνὸς ἄλλου, δὲν εἴχομεν ἀπαρτίαν, ἄλλως βεβαίως δὲν ἠθέλομεν κωλυθῆ ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος νὰ συντάξωμεν καὶ καταθέσωμεν τὴν ἔκθεσιν Τούτου καὶ μόνου ἕνεκα ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν λόγον περὶ τούτου, διὰ νὰ προκαλέσωμεν τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ πρακτέου, διότι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καθόσον ἡμεῖς, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, δὲν ἔχομεν σήμερον ἀπαρτίαν, καὶ δὲν δυνάμεθα ὡς ἐκ τούτου νὰ καταρτίσωμεν τὴν ἔκθεσιν. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάμωσι τὴν τιμὴν νὰ συμπράξωσι μεθ’ ἡμῶν, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ λύσις ἔγκειται ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἀνάγεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ καὶ τὸ ζήτημα εἶναι λίαν κατεπεῖγον, διότι φρονῶ, ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποστολῆς τῶν χρημάτων, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τῶν τόκων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ κηρύξῃ κατεπεῖγον τὸ ζήτημα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν ὀφείλω νὰ δώσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος καὶ Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπορῶ πῶς ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελε νὰ παρατείνῃ ἀνωφελῶς τὸν χρόνον τῶν συζητήσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἰδέαι, μὴ ἔχουσαι κἀμμίαν ὑπόστασιν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἔλθωσιν εἰς αὐτήν. Αἱ πληροφορίαι αὗται σύγκεινται ἐκ πινάκων καὶ ἐκ λογιστικῶν τινων σημειώσεων, ἃς ἐντὸς ὡρῶν τινων ἠδύνατο νὰ συντάξῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τὰς πληροφορίας ταύτας μήτε ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς, μήτε κἂν μνείαν τινὰ περὶ αὐτῶν ἐποιήσατο. Βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ἐντὸς μιᾶς ὥρας νὰ συζητήσωμεν καὶ μελετήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Βεβαίως ἐννοοῦμεν, ὅτι τοὐλάχιστον ἐννέα καὶ δέκα συνεδριάσεις ἔπρεπε νὰ καταναλώσωμεν εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ. Οὐδέποτε δὲ εἴπομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταναλωθῇ περισσότερος χρόνος, καὶ βεβαίως δὲν ἤθελε καταναλωθῆ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελε φέρει ἐγκαίρως τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ὡς π. χ. τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων ποσῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, κτλ. καὶ δὲν εἶχεν ἐγείρει ζήτημα ἀρχῆς, περὶ τοῦ ἂν ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, ἀναγομένας εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν, καίπερ σχετιζομένας καὶ μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, ζήτημα, οὗτινος ἡ συζήτησις κατηνάλωσε μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν. Ἐὰν, ἀντὶ νὰ παρατείνηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἐγειρομένων ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἐλαμβάνομεν τὰς πληροφορίας καὶ συνεζητοῦμεν τακτικῶς, ἐντὸς 8 ἢ 10 συνεδριάσεων ἤθελε τελειώσει ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἤθελε νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, καὶ ἠρέσκετο εἰς συζήτησιν ἀρχῶν, νομίζει δὲ, ὅτι δικαιολογεῖται λέγων, ὅτι παρετείνομεν ἡμεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῇ ἰδέα, ἥτις δὲν εἶναι ἀληθὴς, ὅτι ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν πρόθεσις παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§107ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐδίστασε ποσῶς μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εἰλικρινείας νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ τὸ συμβὰν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναιρέσῃ κατ’ οὐδὲν, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ὅτι σκοπίμως καὶ ἐσκεμμένως συνετέλεσε πᾶν ὅ,τι συνετέλεσεν ἐν διαστήματι ἔλασσον τῆς μιᾶς ὥρας, ἐπὶ τῷ τέλει, τοῦ νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον ἐπὶ τοῦ Προεδρείου τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, καθ’ ἃς εἶχε λάβει ἐντολὰς ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως....
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι τὸ εἶπον ἐγὼ, δὲν εἶπον τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά.
§109ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ σᾶς εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς εἴχομεν διάφορον γνώμην ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως»· ὡς ἂν ἦτο ἀνάγκη τοιαύτης ὁμολογίας· σᾶς εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διέλθωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν συνοπτικῶς, νὰ διέλθωμεν ὅλους τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων διὰ ταχύτητος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐννοοῦμεν· προμελετήσαντες τὸν Προϋπολογισμὸν, εἴχομεν ὡρισμένην γνώμην περὶ αὐτοῦ· τὸν ἐλάβομεν εἰς τὴν οἰκίαν μας καὶ ἀνεγνώσαμεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς πρώτης σελίδος μέχρι τῆς τελευταίας· ἐσχηματίσαμεν τὴν γνώμην μας, ἤλθομεν καὶ τὴν εἴπομεν· ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ὀλέθριοι ἄνθρωποι δὲν μᾶς ἄφινον νὰ τὴν εἴπωμεν.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς προσέθηκεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παραδέχεται ἅπασαν τὴν ἐργασίαν τὴν οἰκονομικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισαν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειοψηφίαν· ἡμᾶς τοὺς ἄλλους μᾶς ἐθεώρησεν ἀπόντας· δὲν ἀνέμενε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ μὴ ἦναι οὐδεὶς ἐκ τῆς μειοψηφίας παρών, νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τοῦ θυλακίου του τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶχε διατετυπωμένην τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν μελῶν, μετὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἴσως συνεννοηθῆ ἰδιαιτέρως, νὰ τὴν ὑπογράψωσι καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην· ἡμεῖς εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἐκπροσωποῦμεν, δυνάμει Συνταγματικῆς διατάξεως, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέλαβεν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὰς οἰκονομικὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐσκοποῦμεν διὰ τοῦτο νὰ φέρωμεν αὐτὰς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς διατυπωθείσας ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ πείσωμέν τινας, ἢ καὶ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον, ἐὰν εἴχομεν τοιαύτην ἐλπίδα, ὥστε νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, ἐὰν δὲν εὑρισκόμεθα σύμφωνοι, — διότι ἐνδεχόμενον ἐν τῇ συζητήσει νὰ ἔπειθεν ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ δὲν ἔχω τὴν δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἐκινδυνεύομεν, διότι ὁμολογουμένως καὶ πεῖραν ἔχει καὶ δεξιότητα ἐπεδείκνυε περὶ τὴν συζήτησιν ἀξιέπαινον, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ προσηλύτιζεν ἡμᾶς, —ἐὰν, λέγω, δὲν εὑρισκόμεθα σύμφωνοι, θὰ ἐξενίκα ἡ γνώμη τῶν πλειόνων. Διατὶ νὰ μὴ ἀφήσητε νὰ γίνῃ συζήτησις, καθὼς τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διατάσσουν; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὅτι εἴχομεν ἄλλας ἰδέας ἡμεῖς καὶ ἄλλας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε· διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἦτο παρὼν ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα διαμαρτυρηθῇ, ὑπεγράφη ἡ μελέτη αὕτη ἡ οἰκονομικὴ καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ οὕτω πῶς ἡ ἐντολὴ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πλέον, εἶναι καταφανὲς, ὅτι εἶχε δοθῆ, ἐπετελέσθη. Ἀλλὰ τάχα αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ καθιερώσας τόσῳ μεγαλόσχημον Ἐπιτροπὴν, ἐξ ἑνὸς καὶ εἴκοσι μελῶν, καὶ ἡ διάταξις, τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ πολυμελῆ ταύτῃ Ἐπιτροπῇ, τῇ σοβαροτάτῃ Ἐπιτροπῇ, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον; Πρὸς τί ἡ διάταξις, τοῦ νὰ μετέχωσι καὶ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν αὐτῇ κατὰ τὸ ⅓; Τοῦτον ἄραγε τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸν πρακτικὸν ὅλως, τὸν εἰλικρινῆ, τοῦ νὰ ὑπογράφηται ἐξ ὑπογυίου καὶ ἐν ἀπουσίᾳ πάντων τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐντὸς τριῶν συνεδριάσεων ὅλος ὁ Προϋπολογισμός; Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠνέχθη τὸ πραξικόπημα, — διότι δὲν θέλω νὰ τὸ ὀνομάσω κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν βαρείας λέξεις (ἱλαρότης)—τὸν ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ τιμῇ, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ἐὰν φρονῇ, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ τοσαύτην λαβὼν πρόνοιαν εἰς τὸ νὰ συγκροτηθῇ διὰ πλειόνων ἐγγυήσεων ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν αὐτὴν τὴν συμμερίζηται· διότι, ἐὰν συμμερίζηται ταύτην καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε εἶναι περιτὸν νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αἰθούσῃ, καθόσον δυνάμεθα νὰ τὸν μεταφέρωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν μιᾷ στιγμῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία τὸν ὑποστηρίζει, νὰ μελετήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ σχηματίσωσι μίαν γνώμην περὶ αὐτοῦ, τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Ἔχουσι τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ ἀριθμὸς ἄνευ συζητήσεως λύει τὰ ζητήματα, διατὶ νὰ χρονοτριβῶμεν; Οὕτω δύνασθε νὰ μιμηθῆτε τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς. Ἀλλὰ ταῦτα ποιοῦντες, τί ἄλλο ἐννοεῖτε, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο τι στοιχεῖον ἐν τῇ Βουλῇ, παρὰ μόνον ἡ Συμπολίτευσις, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἔλεγχος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλέον γνώμην, ἀρκεῖ, ὅτι εἶσθε πλείονες; Ἀλλὰ τότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν Κοινοβούλιον, ὅταν διὰ τοιούτου τρόπου ὑποκλέπτηται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ζήτημα, καὶ μάλιστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Μειονοψηφία ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ συζητεῖν εἶναί τι ἀκατάληπτον....
§110ΤΙΝΕΣ. Μὴ μεταχειρίζεσθε τοιαύτας φράσεις. (Ἱλαρότης).
§111ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅταν τελῆται μία πρᾶξις ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ παρασταθῶσι, πῶς ἄλλως νὰ ὀνομάσω τὸ τοιοῦτον; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ταύτην τὴν λέξιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἠξεύρω ἀποδιδομένην εἰς τὰ λαθραίως καὶ παρατύπως τελούμενα.
§112ΤΙΝΕΣ. Ὄχι οὕτως. (Ἱλαρότης).
§113ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑφαρπαγὴν, ἔστω· ἀλλ’ εἶναι βαρυτέρα ἡ λέξις. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ἀποδοκιμάζω πληρέστατα τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην περὶ τῆς προκειμένης πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ταύτην θεωροῦμεν ἡμεῖς καθ’ ἡμῶν αὐτῶν καὶ κατὰ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ἐκπροσωπούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου φρονοῦμεν, ὅτι ἀφῃρέθη πᾶν ἐξ ἡμῶν δικαίωμα προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐμπαίζητε ἡμᾶς, καλοῦντες δῆθεν νὰ συνεργασθῶμεν, πότε; ὅταν δὲν ἔχητε ἀπαρτίαν· διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲ ἤθελεν ἐνθυμηθῆ ἡμᾶς τοὺς Ἀντιπολιτευομένους.—καὶ εὐλόγως τεκμαίρομαι τοῦτο ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λύει τὰ ζητήματα, τῇ βοηθείᾳ τοῦ ἀριθμοῦ—καὶ θὰ μᾶς ἐχλεύαζεν ἴσως, ἐὰν εἶχεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἀπαρτίαν. Τὸ ζήτημά του ἦτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀπαρτίαν, ἀσθενοῦντος τοῦ ἑνός, ἀπουσιάζοντος ἑτέρου μέλους. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὗρε μίαν εὐκαιρίαν, ὅτε ὡμίλει ὁ Συνάδελφος καὶ ἐξέφρασε τὴν γνώμην ν’ ἀποστείλωμεν τὰς πιστώσεις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγνώσθη, ὅτι δὲν εἶχε σχηματισθῆ ἔτι Ἐπιτροπὴ τοιαύτη, προὐτάθη πάλιν νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν ἡ προεξέλεγξις τῶν ζητουμένων πιστώσεων. Διὰ νὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ σεβώμεθα ὑμᾶς, πρέπει νὰ σέβησθε σεῖς πρῶτοι τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ἐν τῇ συζητήσει δὲ νὰ διαχωρισθῶσιν αἱ δύο γνῶμαι, ἢ καὶ νὰ ἐξευρεθῇ καὶ τρίτη. Ἄλλως σαλεύετε τὰ θεμέλια τοῦ Κοινοβουλίου, ἀποκλείοντες πᾶσαν συζήτησιν καὶ στηριζόμενοι ἁπλῶς εἰς τὴν δύναμιν τὴν τυφλὴν τοῦ ἀριθμοῦ. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ συνεργασθῶμεν, ὅταν αἱ πλειοψηφίαι, κρατοῦσαι τὸ μαστίγιον, λησμονῶσι τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ προβαίνωσιν εἰς ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσι τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τοσοῦτον διακεκηρυγμένος ἐπὶ αὐστηρότητι συνταγματισμοῦ, ὁ ἐπιθυμῶν τοὐλάχιστον νὰ φαίνηται, ὅτι σέβεται, οὐ μόνον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔθιμα τὰ Συνταγματικὰ, δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ ἐξηγηθῇ.
§114ΤΙΝΕΣ. Ἐψήφισεν ὑπέρ· τί νὰ ἐξηγηθῇ;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§116ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοσοῦτον λεπτομερῶς ἀνελύθησαν καὶ ἐξηγήθησαν παρ’ ἐντίμων Συναδέλφων ἐξ ἑκατέρας τῶν πτερύγων, ὥστε νομίζω, ὅτι σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ ὅσων συνέβησαν, εἰμὴ ἐκεῖνος, ὅστις ἐπίτηδες θέλει νὰ ἀμφιβάλλῃ. Φρονῶ, ὅτι ὅσα συνέβησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει, εἰσὶ τοσοῦτον σπουδαῖα, ὥστε ἀκόμη περισσότερον καὶ σφοδρότερον ἠδύναντο νὰ ἐπιμένωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι παρεβιάσθη, οὐχὶ προσωπικὸν πλέον δικαίωμα αὐτῶν, ἀλλὰ δικαίωμα ὁλοκλήρου τῆς μειονοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τί λέγω; τῆς μειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν τούτοις ἐκ μικρᾶς τινος πείρας, ἣν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀπέκτησα, νομίζω, ὅτι, ὅσῳ σφοδρότερον τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρίσταται, καὶ ὅσῳ δικαιότερον τὸ δικαίωμα τοῦτο προκύπτει, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ ἀντίστασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπαυξάνει· διὰ τοῦτο προβλέπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν θεσμῶν, ἣν προχθὲς πομπωδῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δύναται λέγω νὰ κατορθωθῇ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἐποχὴ, καθ’ ἣν οἱ ἀποτελοῦντες, οὐχὶ πλέον τὴν Συμπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν αὐτὴν, θέλουσι κύψει τὸ πρόσωπον ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἔν τινι γαλλικῷ κωμειδυλλίῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσιν αὐλικοὶ, κύπτοντες ἁπλῶς τὴν κεφαλὴν, καὶ προφέροντες τὰς αὐτὰς καταλήξεις τῶν λέξεων τοῦ αὐλάρχου, ἢ τοῦ Βασιλέως, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς....
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐννοεῖ τὸ Barbe-Bleue.
§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν χθεσινὴν ὅμως ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον προσωπικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν—καὶ δηλῶ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς — δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ παρίσταμαι εἰς τοιαύτας συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, καίτοι ἀπείρως ἐκτιμῶ καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς καὶ τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν μέλη. Ἑπομένως θεωρῶ ἐμαυτὸν παρῃτημένον τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοὶ ἐπέβαλε. Δὲν ἤθελον δὲ, κ. Πρόεδρε, πράξει τοῦτο, οὐδὲ προβῇ εἰς τοσούτῳ σοβαρὸν διάβημα, (διότι νομίζω, ὅτι ἡ παραίτησις εἴτε ἐξ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι διάβημα σπουδαιότατον) ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ὅπως δήποτε νὰ δυσχεράνω τὴν πρόοδον καὶ τὴν ταχύτητα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἡμῶν ὑπέδειξεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι μεταξὺ τῶν πολλῶν σχεδίων κυοφορεῖται καὶ ἄλλο, ν’ ἀποφασίσῃ τουτέστι διὰ πλειονοψηφίας ἡ Βουλὴ ἄλλον τινὰ τρόπον καταρτίσεως τῆς ἀπαρτίας τῆς Ἐπιτροπῆς· διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, χαμηλῇ βεβαίως τῇ φωνῇ—διότι δὲν δύνανται ἰσχυρᾷ τῇ φωνῇ νὰ λέγωνται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου τοιαῦτα—ὑπέδειξε πρὸς τοὺς παρακαθημένους, ἀλλ’ ἔφθασαν καὶ μέχρις ἐμοῦ αἱ λέξεις τοῦ κ. Προέδρου, ὑπέδειξε, λέγω, ὅτι τάχα ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ὅταν συνεδριάζῃ ἐν αὐτῇ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἐν Ἀθήναις παρευρισκομένων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται βεβαίως τώρα νὰ συζητηθῇ ἡ ὀρθότης τῆς γνώμης αὐτῶν, οὐχ ἧττον ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι αἱ ἐξελεγκτικαὶ Ἐπιτροπαὶ, τὰ τμήματα δηλονότι τῆς Βουλῆς, τὰ ἐξελέγχοντα τὰς ἐκλογὰς, εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅταν συνεδριάζῃ ἐν αὐτοῖς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἐν Ἀθήναις παρόντων Βουλευτῶν, μελῶν δὲ τοῦ τμήματος· οὐδέποτε ὅμως ἠκούσθη, ὅτι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν ἡ ἀπαρτία εἶναι ἄλλο τι ἢ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἀποτελούντων τὸ ὅλον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ τὸ ὅλον τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο εὐθὺς ὡς καταρτισθῇ ἡ Βουλή, ἡ ἀπαρτία λογίζεται εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν. Οὐδὲν λοιπὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, πλὴν τῶν τμημάτων, τῶν ἐξελεγχόντων τὰς ἐκλογὰς, δύνανται νὰ λογίζωνται ἐν ἀπαρτίᾳ ὅταν δὲν συνεδριάζωσι διὰ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῶν πάντων, οὐχὶ δὲ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις. Ἀλλ’ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην βεβαίως τώρα δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθω, διότι ἡ συζήτησις αὕτη θέλει λάβει χώραν, ὅταν τοιαύτη γνώμη προταθῇ ὑπό τινος τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἔχω δ’ ἀμφιβολίαν, ὅτι, εὐθὺς ὡς γίνῃ τοιαύτη πρότασις, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει εἴπει, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, καὶ δὲν θέλει εἶσθαι βεβαίως πρώτη φορὰ δι’ ἡμᾶς, νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τοιαύτης ἐκ τῶν ὑστέρων φιλοτεχνήσεως τῆς ἐννοίας τῶν Κανονισμῶν καὶ τῶν Νόμων.
§120ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πολλάκις ἠκούσαμεν τοὺς προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους Συναδέλφους ἐπικαλουμένους τὸ Σύνταγμα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Νόμος περὶ ἐφεδρείας, ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκραύγαζεν, ὅτι κατεπατεῖτο τὸ Σύνταγμα, ὅτι οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους παρεβιάζοντο. Ὀφείλω νὰ κάμω παρατηρήσεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἱστορικὸν μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρέπει νὰ γίνῃ γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν τί ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ παρατεταμένη καὶ μακρὰ συζήτησις, ἡ ἀπασχολοῦσα τὴν Βουλὴν ἀπό τινων ἡμερῶν. Οἱ κκ. ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνάδελφοι ἐζήτησαν, ὅτε τὸ πρῶτον συνήλθομεν εἰς συνεδρίασιν, προθεσμίαν ἡμερῶν τινων, διὰ νὰ μελετήσουν τὸν Προϋπολογισμὸν κλπ. Ἐδώσαμεν προθυμότατα ἀνάλογον προθεσμίαν. Κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τινὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησαν τοσαύτας πληροφορίας, ὅσας ἠκούσατε ἀπαγγελλομένας ἐντεῦθεν. Ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις καὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, παρόντος ἑνὸς μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ κ. Λεβίδου, συνεζητήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν...
§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνεγνώσαμεν.
§122ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφέρατε κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἐπῆλθεν ἡ συζήτησις δευτέρου Ὑπουργείου, καὶ ὁ κ. Συνάδελφος, ὡς εἶπε τότε, κατανοῶν τὴν ἀδυναμίαν του περὶ τὰ οἰκονομικὰ, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ δι’ ἐμὲ, καὶ ἐπικαλούμενος, ὅτι τὰ ἀπόντα μέλη εἶχον τὰς σημειώσεις, ἀπεσύρθη, χωρὶς νὰ κάμῃ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν. Οἱ Κύριοι, οἱ ἐπικαλούμενοι τοὺς Νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, λησμονοῦσιν, ὅτι ὤφειλον τὴν ὡρισμένην ὥραν νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὸ γνωστὸν δωμάτιον, ἔνθα συνείρχετο ἡ Ἐπιτροπή· οἱ Κύριοι ὅμως, μὴ σεβόμενοι τοὺς Νόμους, δὲν ἠθέλησαν νὰ προσέλθωσιν, ἵνα ἐργασθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ. Λοιπὸν ἡμεῖς ἤμεθα οἱ ὑπαίτιοι παραβάσεως τῶν Νόμων, ἢ αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατεδέχθησαν νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των; Ἡμεῖς εἴμεθα ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας μας διὰ νὰ ἐργαζώμεθα τακτικῶς· ἀλλὰ τί πράττομεν; Ἐρχόμεθα ὁπόταν θέλῃ ἕκαστος, καὶ ὅτε ἦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλάρετος βουλευτής, καθ’ ἑκάστην διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτιά του διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἐτελεῖτο ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Λέγουσι σήμερον, ὅτι ἐπλαστογραφήσαμεν, ὅτι δὲν ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας των κλπ. Ἀφοῦ οἱ Κύριοι δὲν ἤρχοντο νὰ ἐργασθῶσι, δὲν ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες τὸν Προϋπολογισμόν; Ἀλλὰ, λέγουσιν οἱ κύριοι Συνάδελφοι, ἔπρεπε νὰ συζητήσητε ἐπὶ ἑβδομάδος σεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐμελετήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν κατ’ οἶκον, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζομεν τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διατυπουμένας ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν; Νὰ συζητήσωμεν εἰκονικῶς μεταξύ μας τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας; νὰ παίζωμεν κωμῳδίαν δηλαδή; Καὶ ταράσσονται οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, ὅτι κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα! Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου συνεζητήθη τοσάκις, καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 παρ’ ὅλων ἡμῶν, ἐν διαστήματι μιᾶς ὥρας· καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρόντων τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, συνεζητήθη ἐν διαστήματι μιᾶς ὥρας, καὶ ἀποροῦσι πῶς ἡμεῖς κατωρθώσαμεν ἐντὸς δύο ὡρῶν νὰ διέλθωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 ἤθελε ψηφισθῆ ἴσως τὸν Μάρτιον τοῦ 1888, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τοὺς κυρίους αὐτούς. Ἐκλήθημεν καὶ σήμερον νὰ συνέλθωμεν εἰς τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο· συνήλθομεν δὲ 10 μέλη ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι ἓν μέλος ἠσθένει καὶ τὸ ἕτερον ἀπουσίαζε, καὶ δὲν εἴχομεν ἀπαρτίαν. Ἐκαλέσαμεν τοὺς κυρίους Ἀντιπολιτευομένους καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς, ἀλλ’ ἠρνήθησαν, καὶ ἐδήλωσαν μάλιστα σήμερον, ἐν τῇ συνεδριάσει ταύτῃ, καὶ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα ἀρνοῦνται τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των τούτου. Τώρα, ἂν ἀληθὴς ἦναι ὁ λόγος αὐτὸς ἢ κατὰ προσποίησιν λέγεται, ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή. Λέγουσι: πῶς θὰ συνεργασθῶμεν μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, τὸ ἱερὸν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μαχόμεθα καὶ χύνομεν τὸ αἷμά μας; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἄλλα εἶναι τὰ σχέδια, τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, καὶ τὰ ἐννοεῖ ἕκαστος, ἐξ ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν αὐτοῦ· διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ Συνάλλαγμα θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ ὑποστῇ ἡ ἀγορὰ ὀλεθρίας συνεπείας. Ἑπομένως ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, κηρύττουσα τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ ἐπιψηφίζουσα αὐτό.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόλις μῆνα ἔχομεν, ἀφ’ ἧς ἠρχίσαμεν τὰς συνεδριάσεις. Τὸ Σύνταγμα μᾶς δίδει τριῶν μηνῶν καὶ ἓξ μηνῶν προθεσμίαν, ἵνα ἐργασθῶμεν. Πρόκειται νὰ ἐργασθῇ ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἰς τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή. Εἴμεθα εἰς πλήρη διαφωνίαν, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, καὶ ἐγὼ θὰ τὸ ἀποδείξω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶναι κακῶς συντεταγμένος ὁ Προϋπολογισμός· δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἀναγραφόμενα, εἶναι χρηματιστικοὶ συνδυασμοί. Εἴχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν, καὶ πρὸς τοῦτο εἴχομεν ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων καὶ καταστάσεων. Ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως λάβω μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἐκεῖ εἶδον τὸν κ. Πρόεδρον, ἀναγινώσκοντα τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως ὁ διάκονος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὰ «εἰρηνικά». Ὁ κ. Πετρίδης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὅπως τὸ λέγει. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ περὶ πραγμάτων, τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ προχείρου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ καθήμεθα μάρτυρες πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνειδήσει μας κατεδικάζομεν. Δὲν βλέπω δὲ τὸ κακὸν, ἐὰν καὶ δύο ἑβδομάδας συνεζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Εἰς τὴν Εὐρώπην αἱ Ἐπιτροπαὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέτρεψαν ἄρδην ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ αὐτὸ τὰ ἐδέχθη οὕτω. Αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι συζητοῦσιν ἐπὶ μῆνας, καὶ οὐδεὶς τὰς μέμφεται, ὅτι παρακωλύουσι τὰς ἐργασίας. Σεῖς θέλετε ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ κλείσωμεν τὸ Βουλευτήριον, νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως αὐτοστιγμεὶ ὅ,τι ζητεῖ· καὶ νομίζετε, ὅτι οὕτως ἐκπληροῖτε τὴν ἀποστολήν σας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ἔχει περίσσευμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡμεῖς δὲ διαφωνοῦμεν, καὶ διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν παρελθόντων Προϋπολογισμῶν ἀπεδείξαμεν, ὅτι πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κάμνει κακοὺς ὑπολογισμούς. Τὸ παρελθὸν λοιπὸν αὐτὸ μᾶς διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ περίσσευμα· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ μέσα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν Προϋπολογισμὸς ἑνὸς Κράτους νὰ μελετηθῇ εἰς τρεῖς ἡμέρας. Ὁ κ. Χαλκιόπουλος σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐννοεῖ τὰ οἰκονομικὰ, ὅπως ὁ κ. Λεβίδης, καὶ ὅμως εἶπε κατόπιν, ὅτι εἰς τὰς οἰκίας των μελετήσαντες ἐσχημάτισαν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ συζητήσωσιν....
§124ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα εἰδικοὶ, εἶπον, ἀλλὰ ἐννοῶ.
§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται πολλοὶ, καὶ ἴσως καὶ ἐγὼ, μολονότι ἐμελέτησα, ἐνόησα, ὅτι ἀκόμη εἶμαι ἀνέτοιμος. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην φίλος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ διέλθωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν δι’ ἓν τέταρτον, δηλαδὴ ἀσυζητητεὶ, ὅσην δήποτε πεποίθησαν καὶ ἂν εἶχον εἰς τὸν Πρωθυπουργόν· διότι θέλω νὰ ἦμαι εὐπρόσωπος πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου. Διὰ τοῦτο μᾶς λέγετε, ὅτι εἴμεθα κακῆς πίστεως; Διατὶ βιάζεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Αἰσθάνεται κλονιζόμενον τὸ ἔδαφος; νομίζει, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θὰ ἦναι διαρκὴς, καὶ ζητεῖ νὰ ἐκπορθήσῃ ἡμᾶς καὶ νὰ ἁρπάσῃ ἀποτόμως, ἄνευ συζητήσεως, τὸν Προϋπολογισμόν; Καὶ συζητοῦντες οὕτω, δὲν ἔχομεν ἤδη λειτουργοῦντας Νόμους, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξανίστασθε σεῖς οἱ ἴδιοι; δὲν ἔχομεν τὸν Νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ τροποποιήσητε; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε, ὅτι συζητεῖτε, ὅταν εἰς μίαν ἑσπέραν ἀποφασίζητε περὶ 120 νομοσχεδίων; — ὅπερ ἐστὶ δὲν τὰ συζητεῖτε, τὰ ἀναγινώσκετε. — Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ Γραμματεὺς, ἀναγινώσκων νομοσχέδια, ἐκουράζετο καὶ ἀντικαθίστατο παρ’ ἄλλου; καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν Νόμων αὐτῶν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο Γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας ἐν Λονδίνῳ, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἀρκετὸν χρόνον ἐν Γαλλίᾳ σπουδάζων, καὶ ὁ ὁποῖος βεβαίως, ἀφοῦ ἦτο ὁ πατήρ του πολιτευόμενος καὶ Πρέσβυς, συνέλαβεν ἔκτοτε τὴν ἰδέαν νὰ πολιτευθῇ, ὅστις παρηκολούθησε τὰς συνεδριάσεις τῶν Βουλῶν ἐκείνων, ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, εἰς ποῖον Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου εἴτε εἶδεν, εἴτε ἀνέγνωσεν, εἴτε ἤκουσεν, ὅτι γίνεται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ζητεῖτε νὰ γένηται ἤδη; Καὶ σεῖς ζητεῖτε νὰ γίνηται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ προσάγωνται τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἀκόμη δὲν προσήχθησαν. Φρονῶ, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ, διότι δὲν εἶναι συζήτησις ἁπλῆ διὰ μίαν παρεκτροπὴν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος ἢ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον· εἶναι συζήτησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτῶνται καὶ ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, ἡ διοίκησις δηλαδὴ καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν μᾶς ἀνέθηκαν. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ δὲν εὑρίσκωνται εἰς καλὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λογιζώμεθα σοβαρὸν Κράτος. Μὴ λοιπὸν κατέρχεσθε εἰς ἀντεγκλήσεις· ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς, καταθέσατε ὅ,τι σᾶς ζητοῦμεν, καὶ δώσατέ μας τὸν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν, ἀφοῦ ἔχομεν καιρὸν τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἠμποροῦμεν νὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μεταδώσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ ἔργα μας. Φορολογοῦμεν τὸν Τόπον πολὺ, παραπολὺ, καὶ ὅμως τοὺς Νόμους αὐτοὺς τοὺς ψηφίζομεν ἀναγινώσκοντες· εἰσερχόμεθα εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, καὶ τοῦ ἁρπάζομεν ἀσυζητητεὶ καὶ τὰ κεφάλαια διὰ τῶν φόρων ἡμῶν, καὶ μᾶς ἐλέγχετε, ὅτι σᾶς παρεμβάλλομεν προσκόμματα. Αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ, καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐνώπιον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος διακρίνεται ἐπὶ πνεύματι, καὶ μᾶς ἐννοεῖ, ἐὰν καλῶς ἐργαζώμεθα. Ἐὰν ἐξακολουθῆτε, Κύριοι, ἐργαζόμενοι, ὅπως ἐργάζεσθε, νὰ ἔρχησθε 15 ἡμέρας εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ μᾶς ἐλέγχητε, ὅτι κάμνομεν ἐπερωτήσεις διὰ νὰ παραλύσωμεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ μόνον ν’ ἀναγινώσκητε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ διάφορα νομοσχέδια, ποτὲ ἰσοζύγιον δὲν θὰ ἔχητε, ποτὲ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν μας δὲν θὰ ἦναι σοβαρὰ, καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐπέλθῃ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα διὰ τὴν Πολιτείαν.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις καὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, βεβαίως ὀλίγιστα ὑπολείπονται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς ἐλύθη χθὲς ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, πῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κύριος Χαλκιόπουλος ἐνόμισαν ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶσιν ἐκ νέου εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος· καὶ ἔτι μᾶλλον ἠπόρησα, διότι ὁ κύριος Χαλκιόπουλος ἐνόμισε προσῆκον νὰ ἐκθέσῃ αὖθις τὰ δῆθεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συμβάντα, τὰ ὁποῖα χθὲς μεθ’ ὅλης τῆς λεπτομερείας ἐξέθηκα, προκαλῶν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, ἂν δὲν εἴχετο ἀκριβείας ἡ ἔκθεσίς μου. Εἶναι, Κύριοι, γεγονὸς πανθομολογούμενον, ὅτι δύο καὶ μόνον συνεδριάσεις συνεδρίασεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἃς διεξήχθη ἡ ἐργασία μεθ’ ὅλης τῆς σπουδαιότητος καὶ προὐχώρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ μέχρι τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων φόρου. Κατόπιν ἐγένετο ἡ τρίτη συνεδρίασις, καθ’ ἣν δὲν προσῆλθον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, καὶ, ὦ τοῦ θαύματος! σύμπασα ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπερατώθη ἐντὸς ἡμισείας ὥρας. Ἐπὶ τοῦ ὁμολογουμένου τούτου γεγονότος στηρίζομεν τὰς αἰτιάσεις, τὰς μομφὰς, τὰ παράπονα κατὰ τῶν Συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας...
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν προσήρχεσθε.
§128ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς προσῆλθε, καὶ ἐρωτῶ: ἦτο θεμιτὸν, προσῆκεν, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡσὰν οἱ ἐχθροὶ νὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πᾶσα ἀναβολὴ ἤθελε καταστρέψει τὰ δημόσια συμφέροντα; Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐργασία ἐπὶ μίαν κἂν ἡμέραν; Ἡ παρουσία τῆς μειοψηφίας εἶναι σπουδαία ἐγγύησις σπουδαίας ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὤφειλον τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν σύμπραξιν, ἵνα ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν ζητημάτων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὅθεν δὲν ἦτο προσῆκον, ἐπειδὴ δὲν παρέστημεν εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν, νὰ περατώσωσι πᾶσαν τὴν ἐργασίαν. Δὲν προσηρχόμεθα, λέγουσιν, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν δευτέραν ὥραν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην ὑπέπεσαν διάφορα μέλη τῆς πλειοψηφίας, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς· ὅθεν ἄτοπον νὰ αἰτιῶνται μόνον τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐξεπληρώσαμεν πρεπόντως τὸ καθῆκον ἡμῶν· ἐπεδιώξαμεν τὴν ἐμβριθῆ καὶ σπουδαίαν συζήτησιν. Ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὡς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλοτε διετέλεσαν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ αὐτὴ τακτική, ἡ αὐτὴ περίσκεψις, ἡ αὐτὴ ἐμβρίθεια τῆς συζητήσεως ἤθελε τηρηθῆ, οἵα εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιστάσεις. Ποῦ νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι εἰς μίαν ἡμέραν ἤθελε περατωθῆ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις! Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λεχθῇ, οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ πρὸς ἡμᾶς συμπεριφορὰ τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα. Καὶ ἵνα δικαιολογήσωσιν ἑαυτοὺς, προέβαλον, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας. Ποῦ εὗρον, ποῦ ἀνεκάλυψαν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἡμῶν, καὶ τολμῶσι νὰ μᾶς ἀποδώσωσι τοιαύτην μομφὴν βαρυτάτην;....
§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπομνήσατε εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν προσῆλθεν εἰς μίαν συνεδρίασιν, διότι εἶχε ν’ ἀγορεύσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, Κύριοι, ποία ἡ συμπεριφορὰ τῆς πλειοψηφίας....
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν δὲν ἐδώκαμεν ἡμεῖς ἀφορμήν, οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὁ κύριος Χαλκιόπουλος, ἀλλὰ σεῖς.
§132ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐστερήθημεν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην· κατέστησαν γράμμα νεκρὸν σπουδαιοτάτην τοῦ Συντάγματος διάταξιν, κατέστη εἰκονικὴ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος· καὶ δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα, ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν μομφὴν, ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα. Κατὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς προσήλθομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπεδείξαμεν τοὺς κινδύνους, οὓς προκαλοῦσι, τὴν βλάβην, ἣν συνεπάγει, καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτὴν νὰ μᾶς ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Παρεκαλέσαμεν τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ποιῆται κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της, διότι ἡ δύναμις ἔρχεται καὶ παρέρχεται, ἀλλ’ οἱ θεσμοὶ τῆς πατρίδος πρέπει νὰ τηρῶνται ἁγνοὶ καὶ καθαροί, διότι εἶναι αἰώνιοι. Ἐφρόνει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶχε πᾶσαν τὴν δύναμιν, καὶ ὅτι ἀνεπαύετο ἐπὶ ῥόδων, ἀλλὰ κλονισμὸς δεινὸς προχθὲς ἔπεισεν αὐτὸν, ὅτι ἵσταται ἐπὶ ἡφαιστείου. Ἐκόμπαζεν ἐπὶ τῇ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἡ Κυριακὴ ἀπέδειξεν εἰς ποίαν εὑρίσκεται πλάνην. Μὴ λοιπὸν ἐπιτρέψετε, κ. Βουλευταὶ, προηγούμενον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας ... Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προβᾶσα εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Μετὰ τοιαύτην συμπεριφορὰν, νομίζω, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας· ἀποδέχομαι τὰς ἰδέας τῶν Συναδέλφων μου, ὅτι τοιαύτη συνεργασία μᾶς ἀπαγορεύεται, λόγῳ φιλοτιμίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δηλῶ, ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δύναμαι νὰ συμπράξω, καὶ δηλῶ τοῦτο, οὐχὶ ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει ἀπουσίαν μου, διότι οὔτε πρόσκλησιν ἔλαβον, ἀλλὰ διότι φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι μετὰ τοιαύτην πρὸς ἡμᾶς διαγωγὴν τῆς πλειοψηφίας; τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ χρέος ν’ ἀπόσχωμεν πάσης περαιτέρω ἐργασίας μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὰ ῥηθέντα πρέπει ἤδη νὰ κανονίσωμεν τὰ πρακτικά. Κατὰ τὰς γενομένας δηλώσεις ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ ἐξέτασις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ, διότι ἀπαρτία δὲν δύναται νὰ συμπληρωθῇ· ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἣν ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἔτι ἀσύντακτος, τοῦ νομοσχεδίου ἡ ψήφισις ἐπείγει, διότι, ἂν δὲν ἐπιτευχθῇ ἐντὸς βραχέος χρόνου ἡ ψήφισις αὐτοῦ, θέλει ἐπέλθει ἐν τῇ ἀγορᾷ διατάραξις, ἧς τὴν εὐθύνην οὔτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς οὔτε ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀναλάβῃ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν ὅ,τι καὶ ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ὁσάκις αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν προεξήτασαν αὐτὰ ἐντὸς τῆς τεταγμένης διορίας· πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπραξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ πράξωσι. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠθέλησε νὰ πείσῃ διὰ λόγων τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, νὰ συνταχθῶσι μὲ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ, ἀρνηθεῖσα νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὸν καιρὸν νὰ συζητήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀρνηθεῖσα μάλιστα νὰ παράσχῃ τὰ φῶτα, ὧν ἔχρῃζον, ἡ πλειοψηφία, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἁρπαγὴν τοῦ δικαιώματος τῆς μειοψηφίας νὰ ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐπέῤῥιψε μομφὴν κατὰ τῆς μειοψηφίας. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπράττοντο ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν πλειόνων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τῶν μειόνων, ὑπὸ τῆς δυνάμεως κατὰ τῆς ἀσθενείας· ἀλλ’ ἑπόμενον ἦτο ν’ ἀνακοινωθῶσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν γενομένων, ἐνέκρινε τὰ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας γενόμενα, ἀποφηναμένη, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς ταῦτα οὐδὲν μένει νὰ πράξωσι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἢ νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὰ τῆς εἰδικῆς ταύτης ἐντολῆς καὶ ἀναθέσῃ ταύτην εἰς ἄλλους Συναδέλφους. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, διότι ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἐνῷ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ θέλει ἐπιφέρει ζημίαν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα παραίτιοι τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, ἂν δὲν ἤθελε ψηφισθῇ ἐγκαίρως τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου. Ἡμεῖς περὶ τούτου οὐδὲν γνωρίζομεν. Ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐθεώρουν τὴν σύμπραξιν τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγκαίαν διά τε τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τὴν προμελέτην τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἔπρεπε νὰ προσενεχθῶσιν ὡς προσηνέχθησαν. Ἔπρεπεν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οὐδεὶς προσφεύγει πάντοτε εἰς τὴν ἰδίαν δύναμιν, πολλῷ δ’ ἧσσον ὅταν ἦναι ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς δυνάμεως ταύτης καὶ ἀπέφραξε τὸ στόμα τῆς μειοψηφίας. Τώρα ἔχει ἀνάγκην τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἡ μειοψηφία αὐτῆς παρῃτήθη, τῆς δὲ πλειοψηφίας τὰ μέλη δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ἀπαρτίαν αὐτῆς. Ἂς προβάλῃ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη ὁποιονδήποτε μέτρον καὶ ἂς προκαλέσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφανθῇ. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς. Ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ὅσας προτάσεις ἔχει, ὅπως πληρωθῇ τὸ κενόν. Θέλει νὰ προβάλῃ νέαν ἐκλογήν; θέλει νὰ διαβιβασθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἄλλην Ἐπιτροπήν; θέλει νὰ τὸ εἰσαγάγῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ προεξετάσεως, ἄνευ ἐλέγχου; Ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν, ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄνευ προεξετάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Λεβίδης ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐξερχόμενος τοῦ Βουλευτηρίου, ἔμαθον, ὅτι ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐτραυμάτισαν πολίτας, ἐξ ὧν ἐτύγχανε νὰ γνωρίζω δύο, οἵτινές εἰσι φίλοι μου. Εἰσῆλθον εἰς ὄχημα, ἵνα ἐπισκεφθῶ αὐτοὺς καὶ μάθω τί συνέβη. Παραλείπω, ὅτι, ἵνα κατορθώσω νὰ φθάσω μέχρι τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος, διότι κατὰ δυστυχίαν αἱ οἰκίαι αὐτῶν ἔκειντο παρὰ τὸν οἶκον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ οὗ δὲν ἠδυνάμην νὰ διέλθω, περικυκλωμένου ὄντος ὑπὸ πολυπληθῶν στρατιωτῶν, πεζῶν καὶ ἱππέων. Ἐκεῖ ἔμαθον, ὅτι διεπράχθησαν ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τοιαῦται βανδαλικαὶ πράξεις, ὧν ὁμοίας σπανίως ἠκούσαμεν ἐν Ἀθήναις, ἐκτὸς ἐκείνων, αἵτινες συνέβησαν πρὸ τῆς 7 Ἀπριλίου, ὅτε πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Λέγων ὅμως ταῦτα, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδόλως ὑπαινίσσομαι τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι τὰ συμβάντα ἐκεῖνα ἐγένοντο τῇ ἐντολῇ αὐτοῦ. Τί δὲ συνέβη; Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς Κυριακῆς ἐν τῷ τμήματι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς πολὺς λαὸς εἶχε συῤῥεύσει ἐκτὸς τοῦ ναοῦ. Ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἦτο ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀδιακόπως ηὔξανεν. Ἦτο οὐχὶ ἐκλογὴ ἐν τῷ τμήματι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τῷ ἐγγὺς τοῦ οἴκου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κειμένῳ, ἀλλ’ ἐκδήλωσις ἀγανακτήσεως, ἀναμεμιγμένης μετὰ χαρᾶς. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ εἰρηνικὴ ἐκείνη συνέλευσις τῶν πολιτῶν νὰ διαλυθῇ, καὶ διὰ τίνων; Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὄργανον, συνδεόμενον πρὸς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ τοὺς ἐπικούρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὄργανον τοῦτο νὰ πυροβολήσῃ ἐν μέσῳ τοῦ ἐκεῖ συνηγμένου πλήθους πρὸς ἐκπτόησιν, ὅπερ ὅμως πλῆθος τοὐναντίον ὥρμησεν, ἵνα συλλάβῃ τὸν πυροβολήσαντα καὶ παραβιάσαντα τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἐπὶ παρουσίᾳ πάντων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἐκεῖ, ἐβοήθησαν τὴν φυγὴν τοῦ πυροβολήσαντος. Καὶ τίς ἐστὶν οὗτος; Εἶναι ὁ πασίγνωστος τέλος πάντων καταστὰς Πολιουδάκης, αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐν Ἀμαρουσίῳ, προστατευόμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπασπιστοῦ τοῦ Ὑπασπιστοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἀνθυπολοχαγοῦ ἐν στολῇ, συνεπικούρους τούτου τοῦ τελευταίου ἔχοντος καὶ τὸν ἀστυνόμον κ. Γκίκιζαν καὶ ἄλλα κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα, εἶναι ἐκεῖνος λέγω, ὅστις προεκάλεσε σχεδὸν αἱματοχυσίαν. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ πυροβολήσας πρὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς κατὰ τοῦ λαοῦ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ ἄλλων, ἐν τῷ ἰδιοκτήτῳ αὐτῶν καφφενείῳ ἐνεδρεύοντες, καθ’ ἣν στιγμὴν διήρχετο ἅμαξα ἐκεῖθεν, ἔχουσα φίλους ἡμῶν, αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς καταδιώξαντας τὸν Πολιουδάκην, ὅτε ἐπυροβόλησεν οὗτος κατὰ τοῦ πρὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς πλήθους, ἐπυροβόλησαν διὰ πιστολίων καὶ διὰ ῥεβόλβερ καὶ ἐτραυμάτισαν τοὺς διερχομένους φίλους ἡμῶν ἐν τῇ ἁμάξῃ, συντρίψαντες τὸν βραχίονα ἑνὸς, ὀνομαζομένου Θεοδώρου Γεωργίου ἢ Κόντου, κρεωπώλου, δημότου καὶ κατοίκου Ἀθηνῶν, καὶ διατρυπήσαντες τὴν παλάμην ἑτέρου συμπολίτου, τοῦ Νικολάου Προκοπίου, ξυλουργοῦ, δημότου καὶ κατοίκου Ἀθηνῶν. Καὶ τί πρὸς ταῦτα; Θέλει εἴπει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τίς ἐστὶν ἆρά γε ὁ Πολιουδάκης; Μήπω κατέχει δημοσίαν τινὰ ὑπηρεσίαν; Δὲν κατέχει ἀληθῶς οὗτος ἐπισήμως οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν, χρησιμεύει ὅμως ὡς ὄργανον τῆς δημοσίας δυνάμεως, τῆς ἐντεταλμένης τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Πρὸ ἱκανῆς ὥρας παρίστατο ἐκεῖ ἀστυνόμος, ἐπὶ κεφαλῆς ἀστυνομικῶν κλητήρων, ὅστις, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἐγκληματίαι οὗτοι ἐπυροβόλουν κατὰ τῶν ἡμετέρων φίλων, ἀντὶ νὰ ὁρμήσῃ καὶ νὰ συλλάβῃ αὐτοὺς καὶ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ δολοφόνων χειρῶν τὰ πολύκροτα, κατεγίνετο τίνι τρόπῳ νὰ συλλάβῃ καὶ ὁδηγήσῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνους, καθ’ ὧν οἱ δολοφόνοι ἐπυροβόλησαν. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τῶν τραυματισθέντων εἰσὶν ἔντιμοι πολῖται καὶ προστάται οἰκογενειῶν. Εἰσῆλθον χθὲς τὴν νύκτα εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, καὶ συνεκινήθην διὰ τὴν ἔντιμον αὐτῶν πενίαν. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι ζήτημα, ἂν ἡ χεὶρ τοῦ κρεωπώλου θέλῃ ἐπανέλθει εἰς τὴν προτέραν αὐτῆς κατάστασιν, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τοῦ ἐπισκεπτομένου τὸν τραυματισθέντα ἰατροῦ. Διότι ἡ σφαῖρα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξαχθῇ. Καὶ εἶναι ἐπίσης ζήτημα, ἂν ἡ χεὶρ τοῦ ξυλουργοῦ θέλῃ εἶσθαι ἱκανή, ἵνα προσπορίζῃ τὸν ἄρτον αὐτῷ καὶ τῇ οἰκογενείᾳ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα μόνα; Σήμερον τὴν πρωίαν προσέρχεται εἰς τὸν οἶκόν μου πολίτης ἐντιμότατος καὶ φιλήσυχος, ὁ Κωνσταντῖνος Ζήσης, ἐκ Κηφισιᾶς, κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ ἔχων κουρεῖον. Καὶ τί νομίζετε, Κύριοι; Κατελήφθην ἀληθῶς ὑπὸ ἀγανακτήσεως, ὅταν εἶδον σχεδὸν ἐξωρυγμένον τὸν ἀριστερὸν ὀφθαλμὸν τοῦ φορολογουμένου τούτου· οἴδημα μέγα καὶ μέλαν ἐκάλυπτε τὸν ἀριστερὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ. Καὶ τίς ἐστὶν ὁ δράστης τοῦ τοιούτου ἐγκλήματος; Ἀστυνομικὸν ὄργανον, ἐμπεπιστευμένος καὶ ἀρχαῖος φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ Γεώργιος Μερτροὺδ, ὅστις, διότι ὁ φίλος ἡμῶν ἐζητωκραύγαζεν ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος Δημάρχου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ καφενεῖον, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ζητωκραυγάζῃ ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος. Καὶ ὅτε οὗτος διεμαρτυρήθη ἐναντίον τῶν τοιούτων παρανόμων διαταγῶν, τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι διὰ γρόνθου, ἢ διά τινος ἄλλου ὀργάνου, κατήνεγκε τοιοῦτον κτύπημα ἐπὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ, ὥστε ζήτημα εἶναι, Κύριοι, ἂν ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ ταλαιπώρου τούτου ἐπιτηδευματίου θέλει πλέον ἴδει τὸ φῶς τοῦ ἡλίου. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα. Ἕτερος ἀστυνόμος, ὁ Ἀπέργης, ἐπιτίθεται κατ’ ἄλλου ἐντίμου πολίτου, τοῦ Γεωργίου Πυροβολάκη, ἀρτοποιοῦ, καὶ τραυματίζει αὐτὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν κατὰ τὸ ὄπισθεν μέρος τῆς κεφαλῆς, ὥστε λιπόθυμον σήμερον τὴν πρωίαν ὡδήγησαν αὐτὸν οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν μήνυσιν. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ Συνάδελφοί μου, εὐθὺς ὡς φθάσωμεν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν, θέλομεν περικυκλωθῆ, ὅπως συντάξωμεν μηνύσεις ἐναντίον ἄλλων ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Δὲν ὁμιλῶ, Κύριοι, περὶ τῶν λαβουσῶν χώραν πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὁμοίων πράξεων, διότι ἐπὶ πολλὴν ὥραν, ἱστάμενος ἐνταῦθα, ἤθελον ἀγορεύει περὶ τοιούτων ἀσχημιῶν, καὶ διότι τέλος πάντων ἡ νίκη δύναται νὰ γεννήσῃ λησμοσύνην διὰ τὰ πρὸ τῆς ἐκλογῆς λαβόντα χώραν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐξακολουθήσωσι τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας συμπεριφερόμενα πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἄλλοι θέλουσιν εἶσθαι οἱ ἔνοχοι, ἂν ἡ δημοσία τάξις διαταραχθῇ, ἧς οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις ἀλλ’ ἡμεῖς χθὲς καὶ προχθὲς ἤμεθα οἱ φρουροὶ καὶ οἱ φύλακες. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἢ παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου αὐτὸς νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ λάβῃ δὲ καὶ τὰ κατάλληλα μέτρα κατ’ ἐκείνων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἅτινα τοιουτοτρόπως παρεβίασαν καὶ παραβιάζουσι τὸν Νόμον καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν ληφθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, οὐχὶ μόνον διὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὸ μέλλον, ἡμεῖς πλέον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγγυηθῶμεν δι’ ὅ,τι ἂν συμβῇ....
§138ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Ἄ! ἄ! ἄ!
§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καγχάζητε, ἀναμνήσθητε τὴν χθὲς καὶ προχθὲς ἑσπέραν, ὅτε τρόμος σᾶς κατέλαβε, καὶ φρουρεῖται ἀκόμη διὰ στρατιωτῶν ὁ οἶκος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἄν νομίζητε, ὅτι εἶναι ὑμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ καγχάζητε, ἀναμνήσθητε, ὅτι εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκρύπτοντο προχθὲς τὸ ἑσπέρας στρατιῶται, πυροβοληταὶ καὶ πεζοί....
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ψευδές!
§141ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἐτόλμησε νὰ ἐξέλθῃ ἄνευ συνοδίας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς.
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἐντελῶς ψευδὲς, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν μου εἰσῆλθον στρατιῶται πρὸς φύλαξιν. Οὔτε εἷς κἂν στρατιώτης, οὔτε ἐπὶ μίαν κἂν στιγμὴν εἰσῆλθεν.
§143ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ διερχόμενος ἔμπροσθεν τῆς οἰκίας τοῦ ἀγορεύσαντος εἶδον ὁλόκληρον ἴλην ἱππικοῦ παρατεταγμένην.
§145ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§147ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Συνείθισαν τινὲς Κύριοι ἐνταῦθα, νὰ ῥίπτωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν λόγους, τῶν ὁποίων ἐκ τῶν προτέρων ἔχουσιν ἐζυγισμένην τὴν σημασίαν. Στηρίζονται οἱ Κύριοι εἰς διδάγματα παλαιότερα, τῶν ὁποίων ἀρκεῖ νὰ συνοψίσῃ τὴν ἀξίαν τὸ λόγιον τοῦ Δὸν Βασιλείου ἐν τῇ γνωστῇ κωμωδίᾳ: «συκοφάντει, συκοφάντει, κἄτι πάντοτε θὰ μείνῃ». Δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ λεχθὲν πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περί τινος Παπαδημητρίου εἶναι εἰς ἐμὲ ἐντελῶς ἄγνωστον.
§149ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι παντελῶς τὴν ὑπόθεσιν.
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς εἶναι δυνατόν!
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σκέφθητε, Κύριοι, ὅτι εἶσθε καὶ πολλοὶ ὑμῶν δικηγόροι, ὅτι ὑπερησπίσθητε διπλασίους ἴσως ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἄλλοτε, ὑπάρξας δικηγόρος, ὑπερησπίσθην. Ἐνθυμεῖσθε πάσας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις; Πιθανὸν νὰ ὑπερησπίσθην ἄλλοτε ἄνθρωπον τοιοῦτον ὡς δικηγόρος· ἴσως ἡ μνήμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνδιαφερομένου νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, φθάνει νὰ ἐνθυμῆται καὶ τοῦτο· ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλὰ πάντα, ὅσα ἐῤῥήθησαν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὃν ἀνέφερε, καταδικασθεὶς ἔλαβε χάριν δι’ ἐμοῦ, οὐδόλως εἶναι ἀκριβῆ. Ἀρκεῖ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διαβεβαιώσω αὐτὴν, —διότι ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει μου ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφιβάλει,—ὅτι οὐδεμίαν ἔχω εἴδησιν τούτου, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδὲν γνωρίζω.
§153ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνέρχομαι ἐκ τρίτου τὸ βῆμα, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ πάντα, ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι οὐδὲν ὅσων εἶπεν οὐδὲ κατὰ κεραίαν εἶναι ἀληθές. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ὑπομνήσω συμβάν τι κατὰ τὴν προτέραν Περίοδον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον πρέπει νὰ προσέχῃ ἡ Βουλή, ὅταν ἀκούῃ τοιοῦτον λόγον. Ὁ προαγορεύσας, κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς εἶπεν ἐντεῦθεν, παρόντος ἐμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη εἶχον ῥητῶς δηλώσει δημοσίᾳ, προκληθεὶς παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Φιλαρέτου, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ ἐμποδίσας τὴν εἰσαγωγὴν τῆς κατηγορίας, τῆς τότε παρασκευαζομένης διὰ τὰ Βελεντζικά· σημειώσατε δὲ καὶ πάλιν, ὅτι ταῦτα εἶπεν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι περὶ τούτου οὐδὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσε τότε πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἦτο ἀληθές· διότι αὐτὸς τότε ὤθει ζωηρῶς ἡμᾶς, ὅπως κινήσωμεν τὴν κατηγορίαν, αὐτὸς διεμαρτύρετο κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐδίσταζα καὶ δὲν συγκατετιθέμην νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατηγορίαν. Ταῦτα ἐνήργει τότε· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξῆλθε τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ προέδωκε τοὺς φίλους αὐτοῦ, δὲν ἐδίστασε, ζητῶν τὸ πᾶν νὰ στρέψῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, νὰ δώσῃ καὶ τὴν ψευδῆ ταύτην διαβεβαίωσιν.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι εἷς μάρτυς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι ἡ κατηγορία διενηργεῖτο διὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐγὼ ἐζήτουν νὰ τὸν ἐμποδίσω.
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα λέγω συνέβησαν ἐνώπιον προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην....
§157ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐμοῦ παρόντος.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀληθῶς καὶ ἐνώπιον τοῦ κ. Συναδέλφου, τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπικαλεσθῶ. Ταῦτα συνέβησαν ἐνώπιον τοῦ κ. Ἀριστομένους Βαλέττα, ὅστις ἐν ἀνάγκῃ δύναται καὶ νὰ μαρτυρήσῃ.
§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὤ! ὤ!
§161ΛΕΒΙΔΗΣ. Κραυγάζουσιν ἐκεῖθεν, ὡσανεὶ ἐλησμόνησαν, ὅτι πρὸ πέντε ἐτῶν ἀνῆκον καὶ ἐγὼ εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν, καὶ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν ὠνομάσθην μέλος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Βελεντζιακῶν, καὶ κυρίαρχος εἰσηγητὴς αὐτῆς. Κραυγάζουσιν, ὡσανεὶ ἐλησμόνησαν, ὅτι καὶ ἄλλης Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῶν ἐγενόμην μέλος καὶ εἰσηγητὴς, τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν καϋμέδων, καὶ ἄλλης ἀκόμη, τῆς ἐπὶ τοῦ γραμματοσήμου· ἐλησμόνησαν ταῦτα, διότι ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλουσιν ἀρνηθῆ ἴσως, ὅτι πολλὰς νύκτας κατηνάλωσαν ἐν τῷ γραφείῳ μου, συσκεπτόμενοι μετ’ ἐμοῦ διὰ τίνων μέσων ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀνακαλύψωμεν τὸ ἔγκλημα ἐκείνων. Ἐλησμόνησαν πόσα συγχαρητήρια μοὶ ἀπένειμαν ἐπὶ ταῖς ἐργασίαις μου ἐκείναις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Ἓν ὅμως ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι πολλὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὤφειλε νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηγορητήριον, δὲν κρύπτω δὲ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔδει νὰ συστηθῇ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξέλθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηγορήθησαν, ἀθῶοι, ἂν ἦσαν τοιοῦτοι. Ἀκόμη δὲ, καίτοι καὶ ἐν ἄλλῃ Περιόδῳ τῆς Βουλῆς εἶπον τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ, ὅτι οὔτε αὐτοὶ, οὔτε ἐγὼ ἐπεῤῥίψαμέν ποτε συνενοχὴν κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου διὰ τὸ στυγερὸν ἐκεῖνο ἔγκλημα τοῦ Βελέντζα. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιώσω καὶ ἄλλο τι, ἐπειδὴ προεκλήθην· ὅτι τρὶς εἶχον προσέλθει πρὸς τὸ βῆμα, ἵνα καταθέσω τὸ κατὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν κατηγορητήριον, καὶ τρὶς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κύριος Ῥάλλης ἥρπασεν αὐτὸ ἀπὸ τῶν χειρῶν μου, ἀποτρέπων τὴν κατάθεσιν.
§162ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διαψεύσω καὶ πάλιν μέχρι κεραίας πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς λεχθέντα. Ὁ δὲ προαγορεύσας, ὅστις ἀνέφερε ταῦτα, ὡς ἀνέφερεν αὐτὰ, πλάττων ἀδιαλείπτως ἀνύπαρκτα, ἔδει τοὐλάχιστον νὰ συλλογισθῇ, ὅτι, ἐὰν τοιαῦτα πράγματα εἶχον ἀληθῶς συμβῆ, δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωμεν τότε καὶ ἐπὶ τόσον ἔπειτα χρόνον συνδεδεμένοι διὰ τοσαύτης φιλίας.
§164ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὰ λεγόμενα.
§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα!....
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρόληψις δι’ ὑμᾶς τοὺς ἀντιθέτους καὶ μὴ γνωρίζοντας με εἶναι ἐναντίον ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὰ λεγόμενα. Αὐτὸς ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει ζητῶν νῦν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ ἑαυτοῦ, τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεπάθει νὰ κρατήσῃ τὴν παραφορὰν αὐτοῦ καὶ ἀνακόψῃ τὴν εἰσαγωγὴν κατηγορητηρίου, αὐτὸς μὲ παρελάμβανεν εἰς ἄλλο δωμάτιον καὶ μοὶ ἔλεγε: «δὲν ἐννοεῖς ποία εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Προέδρου; δὲν ἐννοεῖς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Πρόεδρος; Ἐὰν σὺ σταματήσῃς, ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ, διὰ νὰ ὑποβάλω ἐγὼ τὴν ἔκθεσιν.»
§168ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂς μὴ νομίσωσιν, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς παρεμπιπτούσης συζητήσεως, ἣν ἀπὸ σκοποῦ προεκάλεσαν, θέλουσιν ἀποτρέψει ἡμᾶς τοῦ ζητήματος. Ἡ παρεμπίπτουσα δὲ αὕτη συζήτησις, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐστράφη ἐναντίον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν διευθυνόντων αὐτήν. Ἀλλὰ συνέβη καί τι ἄλλο. Ἦτο ἀνάγκη νὰ παριστώμεθα ὡς ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας, ὅτι οὐ μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν, εἴμεθα τοσοῦτον ἐχθροὶ τοῦ Θρόνου τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὥστε ἐν πάσῃ στιγμῇ ἀγανακτήσεως ἐξεμοῦμεν ὕβρεις καὶ προπηλακισμοὺς κατὰ τοῦ ἀνευθύνου προσώπου τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ διατὶ παρηγγέλθη, εἶμαι βέβαιος, ὁ ἀστυνόμος τοῦ τμήματος νὰ παρεμβάλῃ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ, ὅτι οἱ φίλοι ἡμῶν ὕβριζον δῆθεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ διατὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς τῇ Κυριακῇ, ἰδοὺ διατὶ τὸ Σάββατον, χθὲς ἀκόμη, ἐπολιόρκησαν τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα πείσωσι τουτέστι τὸν Ἄνακτα, ὅτι αὐτοὶ μὲν εἶναι φίλοι Αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲ καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν τυγχάνομεν συνωμόται καὶ ἐχθροὶ τοῦ Θρόνου. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν δώσῃ ἡμῖν τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐπεισοδίων, περὶ ὧν ὁ λόγος, νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι, ὅταν τὸ ὄργανον αὐτοῦ, ὁ ἀστυνόμος τῆς Νεαπόλεως, ἀνέφερεν, ὅτι οἱ φίλοι ἡμῶν ἐξ ἁμάξης ἐπυροβόλησαν ὀκτάκις κατὰ σωρείας ἀντιθέτων, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς σωρείας ἐκείνης νὰ μὴ πληγωθῇ τοὐλάχιστον εἷς.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν προμήθειαν συναλλάγματος ἐκ φρ. 10,200,000....
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι 9 παρὰ τέταρτον, κύριε Πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον, διότι εἶναι ἐννάτη ἡ ὥρα. (Ἀπέρχονται πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἀριστερᾶς).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὁμοίως ἀναγνωσθὲν γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2.)
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται)
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί ποσὸν ἔχει σήμερον εἰς πίστωσίν του τὸ Δημόσιον παρὰ ταῖς τρισὶ Τραπέζαις, ἐκ τῶν μετ’ αὐτῶν συνομολογηθέντων δανείων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§176ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ποσὸν τὸ ἔχομεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ θέλομεν τὸ καταθέσει, ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν παρὰ τῶν συναλλαττομένων Τραπεζῶν εἰς χρυσὸν φράγκα 10,812,000 ἀντὶ δρ. 13,515,000, κατατιθεμένων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αἵτινες καλύπτουσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν ἡμῖν ἤδη εἰς μεταλλικὸν, καὶ τὸν τόκον αὐτοῦ μέχρι παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους. Δὲν εἴχομεν δὲ ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς καταθέσεως καὶ ἀνωτέρου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀφοῦ διὰ τῆς καταθέσεως περιορίζεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀγορᾶς καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μένει ἄλλο ποσὸν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου;
§178ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· διότι ἅπαν τὸ διαθέσιμον ποσὸν περιλαμβάνεται ἐν τῇ καταθέσει, περιορίζον ἐπὶ τοσαῦτον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε κλείει ὁ λογαριασμὸς τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Τραπέζης.
§180ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἐξαντλεῖται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, περιοριζομένης κατὰ τοσοῦτο τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§181ΡΑΛΛΗΣ. .... Φαίνεται ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ τὸ κρατῇ εἰς χεῖράς του.
§182ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἐὰν τὸ ἐκράτει εἰς χεῖράς του τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παύσῃ ὁ τόκος, οὐδὲ θὰ ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ λάβῃ ἀπέναντι τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοῖς παραδώσῃ τὰ γραμμάτια, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε τοῖς ἀποδοθῆ τὸ μεταλλικόν. Τὸ χρῆμα τοῦτο εἶναι εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιορίζηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ μή....
§183ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόθεν τὰ ἔχετε αὐτὰ τὰ χρήματα;
§184ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ προέλευσις διακρίνεται κατὰ κατηγορίας· εἶναι δὲ ὅλα χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσι κατατεθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν, κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει.
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴπετε προτήτερα, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴπετε τώρα· διότι ἐγὼ ἠρώτησα τί ποσὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μοὶ ἀπηντήσατε δὲ, ὅτι ἔχει ποσὸν διαθέσιμον ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 13 ἑκατομμύρια. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς σημειώσητε ἀκριβῶς τί ποσὸν διαθέτει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν διαφόρων δανείων καὶ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§186ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκφρασις τῆς συμβάσεως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔδωσε χώραν εἰς τὴν συζήτησιν: «Θέλει ἐπιστρέψει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς αὐτῆς Τραπέζης».... Ἡ ἔκφρασις αὕτη προϋποθέτει, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν γραμματίων καὶ πρόκειται νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ· καὶ ἑπομένως δὲν συμβιβάζεται ἡ ἔκφρασις αὕτη μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§187ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μετεχειριζόμεθα τὴν ἔκφρασιν ταύτην, εἶναι ὅπως μὴ ἀποφέρῃ τόκον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§189ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§190Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ κατεπείγοντος δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ, χωρὶς νὰ παραβῶμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφέρεται ῥητῶς περὶ πιστώσεως καὶ περὶ ἀναγραφῆς αὐτῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἑπομένως πρέπει ἀναποφεύκτως ν’ ἀποσπασθῇ καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀκουσθῇ ἡ γνώμη αὐτῆς, ὡς δὲ γνωστὸν, τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν, παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον, ὡς τοῦτο γίνεται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐξεταζομένων ὑπὸ τῶν λοιπῶν Ἐπιτροπῶν, διότι ἀπαγορεύει ἡμῖν τοῦτο ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Φρονῶ ὅθεν, χωρὶς νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω νὰ παρακωλύσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,—διότι ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τὴν ἀνάγκην, ἥτις παρίσταται,—ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποσπασθῇ τὸ 4ον ἄρθρον· ἄλλως, νὰ παρακληθῶσι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἔλαβον δικαίαν ἀφορμὴν νὰ ἀπόσχωσι τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, νὰ λάβωσιν ἐκ νέου μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς καὶ συντάξωσι μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὴν ἔκθεσίν των. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἡ οὕτως ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀντισυνταγματική.
§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο πράγματι, ὡς ἔχει, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ τῆς προεπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀφαιροῦμεν ἄρα αὐτὸ πρὸς τὸ παρὸν καὶ δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ἑτέραν σύνταξιν αὐτοῦ, συνᾴδουσαν πρὸς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν οἱονδήποτε τμῆμα τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἂν ἡ κατάστασις παραταθῇ. Ὥστε ἤδη ἡμεῖς ἀποσύρομεν τὸ ἄρθρον 4, ἐπιφυλαττόμενοι ἐν ἑτέρᾳ ἀναγνώσει νὰ προτείνωμεν, εἴτε αὐτὸ, εἴτε ἄλλο, ὡς τροπολογίαν.
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς θὰ γίνῃ;
§193ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς τροπολογία περὶ προσθήκης ἄρθρου 4.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 4 ἀποσύρεται.
§195ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος πρὸς 1, 25 ἔχῃ καὶ ἔννοιάν τινα ἄλλην, ἐκτὸς τῆς μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων Τραπεζῶν διανομῆς τῶν ἐνεχυριαζομένων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἰδίως δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, διατὶ ἐν τῇ συμβάσει δὲν ἔλαβε πρόνοιάν τινα περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, διὰ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου; Ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἔχει συνάλλαγμα, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐξοφλήσῃ ἐγκαίρως τὸ δάνειον, αἱ δὲ συμβαλλόμεναι Τράπεζαι ἤθελον λάβει τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἑκάστην ἐκ τῶν ἐνεχυριαζομένων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ δι’ αὐτῶν ἀγοράσωσι τὸ συνάλλαγμα, αὗται θ’ ἀγοράσωσι τοῦτο διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμετοχῆς καὶ ἐπιβλέψεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλην δὲ τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος περιορίζει εἰς τὴν ἁπλῆν γνῶσιν τῶν βιβλίων τῶν Τραπεζῶν. Βεβαίως αἱ Τράπεζαι εἰσὶν ἔντιμοι, ἀλλὰ συνάμα ἔχουσι καὶ προορισμὸν, ἂν ὄχι ὅλαι, τινὲς ὅμως ἐξ αὐτῶν, ὅπως δίδωσιν εἰς τοὺς μετόχους αὐτῶν, ὅσον δύνανται πλειότερα μερίσματα, καὶ ἐπιδιώκωσιν ὅσον δύνανται πλειότερα κέρδη. Εἶναι λοιπὸν ἐνδεχόμενον Τράπεζά τις, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, νὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ ὑπερτιμήσῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἢ νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ, ἥτις βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν θὰ πρόκηται ν’ ἀγορασθῇ συνάλλαγμα 10,200,000. Τοιοῦτον δὲ συμφέρον δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας αὑτοῦ τιμῆς πρόκηται νὰ ὑπολογίσωσιν ἰδικόν των συνάλλαγμα. Νομίζω, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος τῆς συμβάσεως εἶναι ἐλλιπὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ὅπως κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως μὴ γίνῃ αὕτη κατὰ τὸ συμφέρον μόνον τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἄνευ τῆς δεούσης περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§196ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρόνοια, περὶ ἧς ποιεῖται λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑπάρχει πλήρης ἐν τῇ συμβάσει· διότι κατὰ τὴν σύμβασιν ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα αὐτὴ νὰ ἀγοράσῃ τὸ συνάλλαγμα, ἀρκεῖ νὰ ποιήσῃ τοῦτο μίαν ἡμέραν τὸ βραδύτερον πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς συμβάσεως δικαιώματα συμμετοχῆς εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀγοράσῃ ὁλόκληρον, ἄνευ τῆς συμμετοχῆς οὐδενὸς, ἀλλὰ πρέπει πρὸς τοῦτο νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ συναλλάγματος τὴν προτεραίαν τοὐλάχιστον — ἐὰν θέλῃ καὶ πρότερον — τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους. Ἐλήφθη μάλιστα πρόνοια, ὅπως, ἐὰν τὸ συνάλλαγμα τοῦτο προμηθεύσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐγκαιρότερον, παύσῃ ὁ τόκος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδοθῆ τὸ χρῆμα. Ὥστε ὑπάρχει καθ’ ὅλα ἡ περίπτωσις αὕτη κεκανονισμένη ἐκ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ὡς βάσιν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω, εἰμὴ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ ἡ ἐγγύησις, οὐχὶ εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ καί τις ἀναλογία. Ποία ἀναλογία; Αἱ τρέχουσαι τιμαὶ σήμερον, νομίζω, εἶναι 126, ἢ 126½, ἢ 125½, πάντως ἄνω τῶν 125. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 125· εἴπομεν ἄρα εἰς τὰς Τραπέζας νὰ δεχθῶσιν εἰς ἐγγύησιν τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς εὔλογον. Ἡ ἀναλογία αὕτη ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει καλύψει τὴν ὀφειλὴν, διότι εἶναι περίπου ἡ σήμερον ἀναγραφομένη ἐν τοῖς δελτίοις τῶν χρηματικῶν ἀγορῶν. Δὲν ἐννοῶ δὲ εἰς τί ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἄρα ἐννοεῖ, ὅτι κατατίθεται ποσὸν κατώτερον τοῦ ἐπαρκοῦς; Εὐθὺς ὡς αἱ Τράπεζαι ἀρκοῦνται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ νὰ τοῖς δώσῃ ἐγγύησιν ἀνωτέραν. Ἢ ἐννοεῖ, ὅτι ἐδώσαμεν περισσότερα τοῦ δέοντος; Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ ἡ τρέχουσα τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὰ ποσὰ, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§197ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 10,200,000 χρυσὸς πρὸς 1,25 κάμνουσι 13,515,000;
§198ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι καὶ ὁ τόκος.
§199ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μετὰ τοῦ τόκου ἀκόμη δὲν κάμνουσι τόσον.
§200ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς τόσον φέρουσι.
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν διότι πρόκειται νὰ κατατεθῇ πλειότερον ἢ ὀλιγώτερον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἶπον, ὅτι παρέλκει ὁ προσδιορισμὸς τοῦ συναλλάγματος πρὸς 1,25. Δὲν ἀφορᾷ ὅμως κυρίως εἰς τοῦτο ἡ παρατήρησίς μου, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ἀρκοῦσαν μέριμναν δι’ ἐνδεχομένην περίπτωσιν, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς....
§202ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποία φράσις παρέλκει;
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Τοῦ φράγκου ὑπολογιζομένου πρὸς 1,25». Δὲν ἔλαβεν ἀρκοῦσαν μέριμναν διὰ τὴν ἑξῆς περίπτωσιν, ἣν προβλέπει ἡ σύμβασις, ἔχουσα οὕτως: «Ἑκάστη τῶν συμβαλλομένων Τραπεζῶν δικαιοῦται ἵνα διὰ τοῦ ληφθησομένου οὕτως ὑπ’ αὐτῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαῖον συνάλλαγμα ὄψεως ἐπὶ Παρισίων εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῆς ἐνταῦθα ἀγορᾶς, ὅπως ἐξοφληθῇ ἡ πρὸς αὐτὴν ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, ὡς ἄνω, καὶ ἂν μὲν ἐκ τῆς οὕτω γενομένης ἀγορᾶς μείνῃ περίσσευμα ἐκ τοῦ ληφθέντος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ, ἐπιστρέψῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν δὲ, τοὐναντίον, τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ληφθὲν ὑπ’ αὐτῆς ποσὸν δὲν ἐπαρκέσῃ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀγορασθέντος συναλλάγματος, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ αὐτῇ ἀμέσως τοῖς μετρητοῖς τὸ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἀντιτίμου τῆς εἰς φράγκα ὡς ἄνω ὀφειλῆς ἀναγκαῖον ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων ἀγορῶν κατὰ τὰ βιβλία τῆς αὐτῆς Τραπέζης.» Ἡ σύμβασις ὑποθέτει, ὅτι ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις καὶ μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς λήξεως ἤθελεν ἐξοφλήσει τὸ δάνειον, εἶναι ἐνδεχομένη καὶ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἐξοφλήσει αὐτό. Ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ἑκάστη Τράπεζα θὰ λάβῃ τὸ εἰς αὐτὴν ἀναλογοῦν μέρος τῶν ἐνεχυριαζομένων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ θὰ ἀγοράσῃ αὕτη συνάλλαγμα. Ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν εἶναι ἀδύνατος, ἀλλ’ ἐνδεχομένη· διότι ἄλλως ἡ σύμβασις δὲν ἤθελε προβλέψει περὶ αὐτῆς. Ἀφοῦ δὲ ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη, διατὶ δὲν ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἰς τὴν παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος συμμετάσχῃ καὶ τὸ Δημόσιον; Κατὰ τί δύνανται νὰ βλαφθῶσιν αἱ Τράπεζαι, ἐὰν καὶ τὸ Δημόσιον συνεργασθῇ μετ’ αὐτῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος; Θὰ χάσωσι μέρος τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνεργείας αὐτῶν ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς τῆς τοιαύτης ἐλευθέρας ἐνεργείας τῶν Τραπεζῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος εἶναι περιφρούρησις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ὡς εἶπον ἤδη, θεωρῶ τὰς Τραπέζας, καταστήματα ἔντιμα καὶ πάσης ἐμπιστοσύνης ἄξια ἐπὶ ζητημάτων καθαρῶν καὶ ὡρισμένων· ἀλλ’ αὐταί εἰσιν ὡσαύτως καταστήματα, ἐπιδιώκοντα νὰ κερδίσωσιν, ὅσον δύνανται, πλειότερα. Ἔχουσαι δὲ συνάλλαγμα, οὗτινος ἐπιφορτίζονται ἐλευθέρως νὰ κανονίσωσι τὴν τιμήν, οὐδὲν ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ὕψωσιν αὐτοῦ, ἀπεναντίας δ’ ἔχουσι τοιοῦτον νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτήν. Ἐὰν δὲ τὸ συνάλλαγμα διὰ τῆς συνεργασίας τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν π. χ. νὰ ἀγορασθῇ πρὸς 1,25 ἢ πρὸς 1,27, βεβαίως ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συνεργασίας ταύτης θὰ ἀγορασθῇ ἴσως πρὸς 1,30, ἢ καὶ πλειότερον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην θεωρῶ ἀξίαν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἵνα περιφρουρηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἐπιβλέψεως καὶ συμμετοχῆς αὐτοῦ εἰς τὴν παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος.
§204ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ λάβωμεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἐὰν εἶχε πρακτικὴν ἔννοιαν. Ἀλλὰ ποίαν πρακτικὴν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀπαίτησις, ὅπως εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος συμπράττωσι δύο; καὶ ἐὰν δὲν συμφωνῶσι, τί θὰ γίνῃ; Ἡ μόνη κύρωσις διὰ τὰς Τραπέζας τῆς συμβάσεως ταύτης περὶ τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν καταθέτει τὸ Δημόσιον εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ μόνη κύρωσις εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ διδόμενον εἰς αὐτάς, ὅπως ἀγοράσωσι τὸ συνάλλαγμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίσῃ νὰ τὸ προμηθεύσῃ. Ἡ σύμβασις παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ καταγίνῃ εἰς εὕρεσιν τοῦ συναλλάγματος· ἐὰν ὅμως δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ἐντὸς ἔτους, ὅπως ἀποδώσῃ τὸ μεταλλικόν, ἐπέρχεται εἰς κύρωσιν ἡ ἄδεια ὅπως πωλήσωσιν αἱ Τράπεζαι τὰ κατατεθειμένα τραπεζικὰ γραμμάτια. Σύμπραξις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ πωλήσει ἐκείνῃ οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι εὐθὺς, ὡς δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία Κυβερνήσεως καὶ Τραπεζῶν, πρέπει νὰ κληθῇ ἐπιδιαιτητὴς, βεβαίως δὲ αὗται δὲν θέλουσι παραδεχθῆ νὰ ἀγοράσῃ τὸ συνάλλαγμα δι’ αὐτὰς ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ἐπὶ διαιτησίας. Οὐδὲ διατρέχομεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους λέγει ὁ κ. Βουλευτής· πρῶτον μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, θέλει φροντίσει νὰ ἀποκτήσῃ τὸ συνάλλαγμα πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀλλ’ εἶτα καὶ διότι, ἂν δὲν φροντίσῃ, δὲν δύνανται νὰ ἀγοράσωσιν αὐτὸ αἱ Τράπεζαι εἰς τιμὴν ἄλλην παρὰ τὴν τρέχουσαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι αἱ Τράπεζαι, ὡς ἔχουσαι συμφέρον εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, δὲν θέλουσι φροντίσει νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ὑπερτίμησιν· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, μήπως ἡ σύμπραξις τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἐμποδίσει αὐτὰς, ὡς τραπεζικὰ καταστήματα, ἐπιδρῶντα ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, νὰ πράξωσιν ὡς ἤθελον; Οὐδεμίαν ἄρα ἔχει πρακτικὴν σημασίαν ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ δὲ παρατήρησις αὐτοῦ, ὅτι παρέλκει ἡ φράσις περὶ τοῦ 25%, δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ κατὰ τίνα τρόπον θέλει γίνει ὁ καταλογισμὸς τοῦ ἀντιτίμου τοῦ συναλλάγματος, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ Τράπεζαι ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ἀγορὰν αὐτοῦ. Ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν ἦναι ἀνώτερον τῆς ἀναλογίας τῶν κατετεθειμένων, θέλουσι λάβει τὸ ἐλλεῖπον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δ’ ἦναι κατώτερον, θέλουσιν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν τὴν διαφοράν· ἀλλὰ τὸ ἀνώτερον καὶ τὸ κατώτερον ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ὅρου, οὗτος δὲ ἦτο τὸ 25%. Δὲν παρέλκει ἄρα ἡ φράσις «25%», διότι ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῆς αἱ λέξεις «ἀνώτερον» καὶ «κατώτερον» οὐδεμίαν θὰ εἶχον σημασίαν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.