1887.11.19
1.532 στίχοι · 12.001 λέξεις · 91 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 19 Νοεμβρίου 1887
(ἡμέρᾳ Πέμπτῃ).
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέγα συνετελέσθη ἔγκλημα χθὲς τὴν ἑσπέραν, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος. Οἱ ἀτιμάσαντες τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα ἠθωώθησαν σκανδαλωδῶς, διὰ νὰ κατενεχθῇ τὸ τελευταῖον τραῦμα κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος. Ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῶσι, διότι ὁ σκοπὸς, νὰ ἀτιμασθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, ἐξετελέσθη. Ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῶσι, διότι ἡ ἀνάῤῥησις ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἐξηυτέλιζε τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος, ἐγένετο. Ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῇ ὁ Βελέντζας, καὶ μάρτυς ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἡ ἀνάῤῥησις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς σκευωρίας ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν ἐπετελέσθη, τὸ θῦμα ἔπεσε. Καὶ ὅταν ἡ ἀσθένεια κατέτρωγε τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ ἀντιπάλου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπῆλθε τὸ τελευταῖον τραῦμα, ἡ ἀγγελία τῆς ἀθωώσεως τοῦ Βελέντζα. Μέλλον διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἡ σύσφιγξις τῶν στρατευμάτων κατὰ τὴν κινδυνώδη καὶ ὑστάτην στιγμὴν, τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὴν προσταγὴν τοῦ ἀνωτέρου των θὰ ἵστανται ἕτοιμοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, ἐξέλιπεν· οἱ προδίδοντες ἀθωοῦνται· δὲν ὑπάρχει φόβος εἰς τοὺς δειλούς. Δὲν ἀγνοεῖτε πάντες, ὅτι τὰ στρατεύματα σύγκεινται ἐξ ἀνδρείων καὶ δειλῶν, ἐξ ἀνδρείων, συναισθανομένων τὴν τιμὴν καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, ὅταν ὑπηρετῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ἐξ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ Νόμου καθηλοῦνται εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν. Καὶ οὕτω τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἄνδρες θὰ ἐκπληρῶσι τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πατρίδος κατὰ τὴν ὑπερτάτην τοῦ προορισμοῦ των στιγμὴν, ἐξέλιπεν. Ἐπισήμως τὸ Στρατοδικεῖον χθὲς ἐπεκύρωσε τὴν γνώμην ταύτην· ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἀθωωθῶσι, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ καὶ μίαν φορὰν ἀκόμη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ δὲν ἔχουσι συναίσθησιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκπληροῖ τὸ ὕψιστον αὐτοῦ καθῆκον· ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀγέλη, συρφετὸς, οὐδὲν ἔχων αἴσθημα, οὐδὲν αἰσθανόμενος καθῆκον. Καὶ διὰ ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐργάται τῆς ἀθωώσεως ἀπὸ τῆς μομφῆς τοῦ μεγάλου ἐγκλήματος αὐτῶν, καθ’ ἃ μανθάνω, μεταθέτουσι τοὺς στρατοδίκας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ παρέλθῃ τώρα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι «καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν αἰσθάνομαι λύπην, τὸν αὐτὸν πόνον, καὶ διὰ τοῦτο αὐτοστιγμεὶ διέταξα τὴν ἐντεῦθεν ἀπομάκρυνσιν τῶν στρατοδικῶν». Ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς πατρίδος σας, κ. Βουλευταὶ, εἶναι ὁ ἐργάτης τῆς οἰκτρᾶς, τῆς ἀτίμου, τῆς βδελυρᾶς, τῆς ἀποτροπαίου ταύτης πράξεως· καὶ, διὰ νὰ ἀποδείξω τοῦτο, θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἔγγραφά τινα, τῶν ὁποίων ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην· ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, ἐὰν προσαχθῶσι τοιαῦτα ἔγγραφα. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δείξῃ τὴν ἀθωότητα αὐτοῦ, θὰ προσαγάγῃ ἀμέσως αὐτὰ, διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἔδειξε. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκηταί τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι Συνάδελφοι, ὅστις νὰ μὴ αἰσθάνηται ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὴν ἄτιμον αὐτὴν πρᾶξιν. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ καταστάσεως τοιαύτης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα λογικῶς νὰ διεξέλθωμεν. Καταδικάζεται ὁ Ἀθανασίου, διότι ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ κατέλιπε τὴν θέσιν του· καταδικάζεται ὁ ἐπιλοχίας Σκληβανιώτης, διότι ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ κατέλιπε τὴν θέσιν του ἐν Κούτρᾳ, καὶ ἀθωοῦνται οἱ διοικοῦντες τὸ στράτευμα ἐκεῖνο. Ἔρχεται τὸ Ἀναθεωρητικὸν καὶ ἐπικυροῖ τὴν ἀπόφασιν τὴν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἐρωτῶ νά μοι εἴπητε: ἐπὶ τῆς αὐτῆς πράξεως, ἐπὶ ὁμοίας κατηγορίας, δύνανται νὰ ἐπέλθωσι δύο διάφοροι, ὅλως ἀντίθετοι ἀποφάσεις; Αὐτὸ καὶ μόνον, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα, ἐπειδὴ τὸ ἔχετε πρόχειρον, δὲν δύναται νὰ σᾶς φωτίσῃ, ὅτι συνέβη τι, τὸ ὁποῖον ἐξηνάγκασε τοὺς στρατοδίκας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν; Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1887, ὅτε ἠθωώθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Κούτρας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησεν ἀνακριτικὸν ἢ μᾶλλον Συμβούλιον τιμῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, διὰ νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑπηρετοῦντες ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἐπιθυμῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, τὴν γνώμην ἐκείνην τοῦ Συμβουλίου τῆς τιμῆς, διὰ νὰ ἴδω, ἂν συνεμορφώθητε πρὸς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο· καὶ ἐκ τούτου θὰ κρίνητε, κύριοι Βουλευταί, ἂν δὲν ἦτο μεμελετημένη ἡ ἀπόφασις, ἡ χθὲς ἐκδοθεῖσα. Θὰ συζητήσω περὶ τούτου ἅμα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Δὲν θὰ μακρηγορήσω ἤδη, δὲν θὰ ζητήσω ἤδη νὰ ἀποδείξω τὸν ἔνοχον ἄνευ ἐγγράφων, διότι ἀκόμη αἰσθάνομαι ἐν τῇ καρδίᾳ μου τὴν πληγὴν, τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς συκοφαντίας, καὶ δὲν θέλω νὰ θεωρηθῶ συκοφάντης, ὅπως ἄλλοι, κατὰ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως ἄλλων. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω, καὶ ἐκ τῆς ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ διαδικασίας, καὶ ἐξ ἑτέρων πληροφοριῶν, ἐσχημάτισα πεποίθησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, περὶ τῆς μελετηθείσης ἀθωώσεως τῶν δραστῶν τῆς ἀτιμώσεως τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων ἐν Κούτρᾳ. Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καταθέτω γραπτὴν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ σπεύσῃ αὔριον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§3Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι περισσότερον ἀφ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς εἶπε. Δὲν ἔχω οὔτε περὶ Κούτρας νὰ λαλήσω οὔτε περὶ στρατοῦ, οὔτε περὶ Ἔθνους, διότι τὰ πάντα πλέον ἐξηυτελίσθησαν ἕνεκεν τῆς κυβερνητικῆς ἀνίας. Διὰ νὰ βεβαιωθῆτε τίς ἐστὶν ὁ διοικῶν τὸν τόπον καὶ ὁ δημιουργήσας πάντα ταῦτα, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἀνεφάνη ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ, τρεῖς μετήλλαξε μεθόδους ὁ κ. Τρικούπης. Τὸ πρῶτον ἐμιμήθη τὸν φιλόσοφον Διογένην, ὅστις διὰ τοῦ φανοῦ ἐζήτει νὰ εὕρῃ τὸν ἄνθρωπον· τοιούτῳ τρόπῳ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ ἔτος 1875, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τῆς ἐφημερίδος «οἱ Καιροὶ» ἐζήτησε νὰ ἀνεύρῃ τὸν πταίστην τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου· καὶ τῷ ὄντι, ὅτε κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνευρέθη ὁ πταίστης, ἀντὶ νὰ ἐγείρῃ κατηγορητήριον κατ’ αὐτοῦ, τοὐναντίον ἀπεδέχθη τὴν ἐπιδαψιλευθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ παροχὴν καὶ οὕτω, ἀνελθὼν δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐσυγχώρησε τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ πταίστην. Τὸ δεύτερον ἠσχολήθη εἰς τὴν διόρθωσιν καὶ θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας διὰ τῶν πολυθρυλήτων οἰκονομολογικῶν συνδυασμῶν, ὅπως σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον, ἕνεκεν τῆς κακῆς τῶν προκατόχων διαχειρίσεως. Διὰ τοῦτο, ὡς βλέπετε, Κύριοι, παρήγγειλε νὰ κατασκευάσωμεν καὶ μίαν χρυσῆν σακούλαν, διὰ νὰ βάλωμεν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐσερβίρησεν· ἵνα κατορθώσῃ δὲ καὶ μᾶς πείσῃ, μετῆλθε τὴν ἑξῆς ἀγυρτίαν· ἐμιμήθη τὸν Χριστόφορον Παπουλάκην, τὸν ἐπονομασθέντα Ἅγιον Πατέρα, ὅστις, ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς διπλωματίας κατὰ τὸ 1851–52, περιήρχετο ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας, ὅπως ἐξεγείρῃ τὸν λαὸν κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιον, προαγγέλλων τὰ μέλλοντα κλπ. ἐπὶ τέλους ὅμως ἀπέθανεν ἐξόριστος ἐν τῇ νήσῳ Θήρᾳ. Ἡ ἡμέρα τῆς χθὲς, Κύριοι, ἥτις ἀνέτειλεν, ἀπαλλάξασα, ἀρωγῇ Κυβερνητικῇ καὶ.........τοὺς προδότας τῆς πατρίδος, εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ, καθότι ὁμοιάζει τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καθ’ ἣν ὁ Ἐφιάλτης ἐπρόδωκε τὴν Ἑλλάδα. Ἐντεῦθεν νομίζω καθῆκον παντὸς Βουλευτοῦ, πονοῦντος τὸν τόπον, νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τῆς χώρας, ἀπεκδυόμενος παντὸς ἰδιοτελοῦς σκοποῦ. Περαίνων, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ συστήσω αὐτῷ τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς καταθέσεως τῶν μεθοριακῶν ἐγγράφων, διότι ἐν τῷ Κράτει, πέποιθα, ὅτι κρύπτεται προδότης τις, ὅστις πρέπει ν’ ἀποκαλυφθῇ, ἵνα μὴ εἰς ὁμοίαν περίστασιν προδώσῃ τὴν πατρίδα καὶ πάλιν.
§4ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσθη, ὅτι οἱ ἀθωώσαντες τοὺς ἐν Κούτρᾳ ἀξιωματικοὺς στρατοδίκαι διετάχθησαν ν’ ἀπέλθωσιν ἀμέσως ἐξ Ἀθηνῶν καὶ μεταβῶσιν εἰς Λάρισσαν, ἢ ἀλλαχοῦ. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές,—καὶ δὲν ἔχω λόγους νὰ μὴ τὸ πιστεύω, ἀφοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίκης τὸ ἐβεβαίωσε,—τότε πρὸς τί καὶ διὰ τί ἐγένετο ἡ τόσον ἐσπευσμένη καὶ ἐπιδεικτικὴ αὕτη ἀπέλασις τῶν ἐν λόγῳ στρατοδικῶν; Διὰ τί ἡ Κυβέρνησις τηρεῖ σιγήν, ἀφοῦ προκαλῆται νὰ δώσῃ διασάφησιν; Συνετελέσθη χθὲς τῳόντι γεγονός, ὅπερ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος θ’ ἀναγράψῃ μὲ τὰ ζοφερώτερα χρώματα. Νομίζει ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην ἐπὶ τῷ ἀπαισίῳ τούτῳ γεγονότι, καὶ ὅτι ἡ ἀποπομπὴ τῶν στρατοδικῶν δύναται νὰ διασκεδάσῃ πᾶσαν ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἐνοχῆς της; Οἰκτρὰν πλανᾶται πλάνην, ἂν τοιοῦτό τι νομίζῃ. Ἀνὰ τὰ στόματα πάντων φέρεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεσκεύασε τὴν ἀθώωσιν, ἵνα φανῇ ἐπὶ τέλους, ὅτι εἶχε δίκαιον, ὅτε ἀπεκάλει τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἀγέλην· ἰδίως δὲ λέγεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐθεάθη ἐπισκεψάμενος τινὰς τῶν στρατοδικῶν, ἢ καὶ ὅλους ἀλληλοδιαδόχως....
§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Διαψεύδω τοῦτο ἀπολύτως καὶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον.
§6ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν δύνασθε, παρὰ νὰ τὸ διαψεύσητε, ἡ διάψευσίς σας ὅμως μένει εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἡμῶν. Δὲν πρόκειται, κ. Βουλευταί, πλέον περὶ ἁπλῆς σκανδαλώδους ὑποθέσεως, οὐδὲ περὶ ἐγκληματικῆς κἂν ἐκ τῶν συνήθων. Ἴσως δὲν ὑπάρχει λέξις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ λεξικὰ, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ σημασίαν τοῦ χθὲς συντελεσθέντος ἀνοσιουργήματος. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ προκαλεῖται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, τηρεῖ σιγήν.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ σιωπή της ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἔνοχος.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λύσῃ τὴν σιωπήν. Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἀθωώσεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ περιωρίζομεν τὴν ἐπερώτησιν, θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ δικαιολογηθῇ πως, ἀποφεύγουσα νὰ δώσῃ λόγον διὰ πρᾶξιν τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, δι’ ἣν κατὰ τύπους αὐτὴ μόνη φέρει τὴν εὐθύνην. Ἀφοῦ ὅμως μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατοδικείου ἐπηκολούθησε πάραυτα ἡ τῶν στρατοδικῶν ἐπιδεικτικὴ τιμωρία,—διότι τιμωρία δέον νὰ θεωρηθῇ ἡ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀπέλασις αὐτῶν—νομίζω, ὅτι ἀποβαίνει δικαία ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, τοῦ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τί προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν ταύτην, ἀφοῦ παρὰ τοῖς πολλοῖς καὶ ἰδίως τοῖς στρατιωτικοῖς κύκλοις πιστεύεται, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν, ὅπως παραπλανήσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα, πρὸς κάλυψιν τῆς ἐνοχῆς του.
§9ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Μπασιᾶ.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§12ΕΤΕΡΟΙ. Θέλομεν ἀπάντησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Μπασιᾶν ἔρχεται ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος.
§14ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνομολογεῖ τὴν ἐνοχήν της ἡ Κυβέρνησις; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσῃ.
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τοὺς στρατοδίκας νὰ μεταβῶσιν εἰς Λάρισσαν, καὶ διὰ ποῖον λόγον; Πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Πρωθυπουργός.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, ἑπομένως πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.—Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔρχομαι εἰς ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον. Ὡς εἶπον καὶ χθὲς, κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα, ὅπερ μᾶς ἀπησχόλησε κατὰ τὴν ἀμέσως προηγουμένην συνεδρίασιν, θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ δὲ καὶ σήμερον, ἐνέχει ὑψίστην σπουδαιότητα, καὶ εἶναι ἄξιον εὐρείας καὶ σοβαρᾶς συζητήσεως. Οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἀρκαδίας βουλευταί, οἵτινες χθὲς ἠγόρευσαν, παρέστησαν τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δικηγορικὸν σῶμα ἐκ κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως. Ἄν τὰ Δικαστήρια ἦναι τεταγμένα νὰ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην, οἱ δικηγόροι ἐκ παραλλήλου ἐτάχθησαν, οὐ μόνον ἄγρυπνοι φρουροὶ τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητοι ἀρωγοὶ τῶν Δικαστηρίων ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Ἀπονομὴ δικαιοσύνης, εἴτε πολιτικῆς εἴτε ποινικῆς, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄνευ τῶν δικηγόρων. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις τὸ δίκαιον καὶ τὸν δικαστὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸν δυνάμενον νὰ παραστήσῃ τὸ δίκαιον τοῦτο, τοιοῦτος δὲ εἶναι μόνος ὁ δικηγόρος. Πολλαὶ εἶναι αἱ πηγαὶ, ἐξ ὧν πηγάζουσι τὰ ἀδικήματα, εἴτε ἰδιώτης δὲ εἶναι ὁ ἀδικῶν, εἴτε Ἀρχή τις, πολιτικὴ ἢ στρατιωτικὴ, ὁ ἀδικούμενος θὰ προσέλθῃ εἰς τὸν δικηγόρον, ἵνα ζητήσῃ προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν. Συμβαίνει ὅμως πολλάκις, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι σπάνιον παρ’ ἡμῖν, τὸ ἀδίκημα νὰ προέρχηται ἐξ αὐτῶν τῶν Δικαστηρίων, εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐκ πλάνης καὶ ἀμαθείας, ὁπότε καὶ πάλιν ὁ δικηγόρος θὰ ἦναι ἡ καταφυγὴ τοῦ ἀδικουμένου, εἴτε πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρὸς πρὸς ἐπανόρθωσιν, εἴτε πρὸς ἀνακούφισιν καὶ παρηγορίαν τοῦ ἀδικηθέντος. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαῦτα καὶ τηλικαύτης σπουδαιότητος εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ δικηγόρου, νομίζετε, ὅτι ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν δύναται νὰ γίνῃ ἀπροσκόπτως καὶ ἀνελλιπῶς, ἐὰν ὑποβάλητε αὐτὸν ὑπὸ τὴν διηνεκῆ καὶ αὐστηρὰν κηδεμονίαν, ἥτις καλεῖται ἐξουσία πειθαρχική; Ἀλλ’ εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς: «Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, ἐὰν οἱ Νόμοι καλῶς ἢ κακῶς κῆνται, ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τοὺς Νόμους ἔκρινα καὶ ἀπεφάσισα ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συγκεκριμένης περιπτώσεως». Ἔστω· ἀλλὰ μήτοι ἡμεῖς δι’ ὅσων εἴπομεν ἢ δι’ ὅσον λέγομεν προσπαθοῦμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὁ Νόμος δὲν ἔχει καλῶς; Ἐὰν τοιαύτην εἴχομεν γνώμην, ἄλλο τι βεβαίως θὰ ἐπράττομεν. Θὰ εἰσήγομεν πρότασιν Νόμου, διὰ νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα. Πλὴν φρονοῦμεν, ὅτι ὁ Νόμος κεῖται καλῶς, μόνον δὲ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε, δὲν εἶναι ὀρθή· πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτου εἶπον, ὅτι ἡ σπουδαιότης τῶν πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν καθηκόντων τοῦ δικηγόρου δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόλυτον πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν τοιαύτην ἀρχήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπικυρώσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν ἄρθρων 147 καὶ 292 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα πραγματεύονται περὶ τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐφόσον οὗτοι ἐνεργοῦσιν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δικηγορικῶν καὶ δικαστικῶν καθηκόντων των. Καὶ ἂν μόνη δὲ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία τῶν ἐν λόγῳ ἄρθρων δὲν ἄγῃ ἡμᾶς εὐθὺς εἰς τὴν ἐκδοχὴν τῆς γνώμης ταύτης, δὲν πρέπει νὰ παραδίδωμεν καὶ τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει ἡμῖν, μεθ’ ὅσα εἶπον ἀνωτέρω, νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν παρακολουθεῖ τὰ δικαστικὰ ταῦτα πρόσωπα εἰς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ ἐνέργειαν αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη καὶ ἐνέργεια οὐδεμίαν ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν των. Καὶ ἂν τοῦτο δύναται νὰ ῥηθῇ διὰ τοὺς κυρίως δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, κατὰ μείζονα λόγον ἁρμόζει εἰς τοὺς δικηγόρους, οἵτινες δὲν δύνανται ἀπολύτως νὰ θεωρηθῶσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἄρθρον τι τοῦ Ὀργανισμοῦ, τὸ 142, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ δικηγόροι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δέον νὰ ἑρμηνευθῇ κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ σημασίαν καὶ ἔννοιαν, τουτέστιν, ὅτι οἱ δικηγόροι φέρουσι τὸν χαρακτῆρα δημοσίου ὑπαλλήλου ἐφόσον μόνον εἶναι ἀρωγοὶ τῶν Δικαστηρίων ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω ἀληθῶς, κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς ἀστειότητος ἡ ὑποστήριξις τῆς γνώμης, ὅτι οἱ δικηγόροι ἐξομοιοῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες πληρόνονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ἐκεῖνοι, ὄχι μόνον δὲν πληρόνονται, ἀλλὰ καὶ πληρόνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραιτῶνται ἐντὸς τῆς ὡρισμένης ὑπὸ τοῦ Νόμου διορίας, ὁσάκις ἐκτίθενται ὡς ὑποψήφιοι Δήμαρχοι ἢ Σύμβουλοι, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον διὰ πάντα ἄλλον δημόσιον ὑπάλληλον. Τὸ ἴδιον Συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε τὸν δικηγόρον κ. Τσέλον πειθαρχικῶς, διότι ἐθεώρησεν αὐτὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, διὰ προηγουμένης ἀποφάσεώς του, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκδοθείσης, ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐὰν οἱ ἴδιοι Δικασταὶ εἶχον λάβει μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, τοῦτο ὅμως εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν ἐξέδωκε καὶ τὴν πρώτην ἀπόφασιν, τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν ἐξέδωκε καὶ τὴν δευτέραν, καὶ διὰ ταύτης μὲν χαρακτηρίζει τὸν δικηγόρον ὡς δημόσιον ὑπάλληλον, ἑπομένως δὲ ὡς ὑπαγόμενον εἰς τὰς πειθαρχικὰς διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ, δι’ ἐκείνης δὲ τὸν θεωρεῖ ὡς ἁπλοῦν ἰδιώτην, τότε μόνον ἔχοντα τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁσάκις ἐκπληροῖ δικαστικὰ ἢ δικηγορικὰ καθήκοντα. Ἰδοὺ δὲ τί συνέβη. Εἶχον ἐκτεθῆ ἐκεῖ δικηγόροι τινὲς ὡς ὑποψήφιοι Δημοτικοὶ Σύμβουλοι, καὶ ἐπέτυχον. Ἐγένετο ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ὡς ἀκύρου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶχον παραιτηθῆ, τὸ δὲ Συμβούλιον, ὀρθῶς σκεφθὲν καὶ ὀρθῶς ἑρμηνεῦσαν τὸν Νόμον, ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν ἀκυρότητος. Πῶς λοιπὸν θὰ θεωρήσητε δικαστικὸν ὑπάλληλον τὸν δικηγόρον, θὰ ἐξαρτήσητε τὴν τύχην αὐτοῦ ἀπὸ τὴν κρίσιν ἑνὸς Συμβουλίου καὶ ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Καὶ πῶς δύναται πλέον ὁ δικηγόρος νὰ ἐκπληροῖ τὰ σπουδαιότατα καθήκοντά του, ὅταν ἑκάστοτε δύναται ἓν Συμβούλιον δι’ ὅλας αὐτοῦ τὰς πράξεις νὰ τὸν παύσῃ ἐπὶ δύο μῆνας, ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὅπως εἶχε προτείνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Εἰσαγγελεύς, καταστρέψῃ δὲ οὕτως αὐτὸν καὶ μετ’ αὐτοῦ πλεῖστα συμφέροντα τῶν πολιτῶν; Γνωστὸν δὲ, ὅτι, παυομένου τοῦ δικηγόρου, ἐπέρχεται βιαία διακοπὴ τῶν δικῶν, οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ πόσον ἐκ τούτου παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων. Ἀλλ’ ἔστω· δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὀρθῶς ἡρμήνευσαν τὸν νόμον καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ δικηγόρου ὡς ὑπαλλήλου δικαστικοῦ καὶ ὡς ὑπαγομένου εἰς τὰς πειθαρχικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισαν ἆρά γε, ὅτι καὶ μετὰ τοιαύτην ἑρμηνείαν θὰ προσέκρουον κατὰ διατάξεως τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν Νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου δικάζονται ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους; Τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος διαῤῥήδην ἀναγράφει, ὅτι τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου, ἐφόσον ἀνάγονται εἰς τὸν δημόσιον βίον, δικάζονται ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους. Μήπως, κ. Ὑπουργὲ, ὑπάρχει κἀμμία ἐξαίρεσις διὰ τοὺς δικηγόρους, καθ’ ἣν ἐξαίρεσιν τὰ ἀδικήματα διὰ τοῦ τύπου, ὅταν παρ’ αὐτῶν διαπράττωνται, πρέπει νὰ δικάζονται ὄχι ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ πειθαρχικὰ Συμβούλια; Ἢ μήπως θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τῶν Συμβουλίων εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, ἢ ὅτι, ἀφοῦ εἷς δικηγόρος ἔφθασε νὰ τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, μένει ἀνοικτὴ ἡ ὁδὸς, διὰ νὰ τιμωρηθῇ κατόπιν καὶ ἀπὸ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων; Αὐτὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ τὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι γνωρίζει τοὺς Νόμους· ἀλλὰ τότε δὲν εὑρίσκει, ὅτι παραβιάζεται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν, ὅστις ἀδικεῖ εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν διὰ τοῦ τύπου δικάζεται ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους; Καὶ δύνασθε σεῖς νὰ ἀφαιρέσητε τὸν δικηγόρον ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ, κατὰ παράβασιν ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Ἐπ’ αὐτοῦ ἰδίως τοῦ ζητήματος ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐννοῶ συζήτησιν σοβαρὰν, συζήτησιν σπουδαίαν, καὶ ὄχι τὴν συζήτησιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς λέγουσιν ἑκάστοτε οἱ Ὑπουργοί: «Μὴ φοβῆσθε, κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι, οὐδένα κίνδυνον διατρέχουν οἱ θεσμοὶ, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἐτιμωρήθη εἷς δικηγόρος, ἢ ἐὰν ἔπαθεν εἷς πολίτης.» Ἐπεθύμουν δὲ μάλιστα, ὄχι μόνον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τὴν γνώμην νὰ ἀκούσω, ἀλλὰ καὶ τῶν κυρίων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν· καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν βλέπω ἐδῶ τὸν κ. Μίλησην καὶ τὸν κ. Μπουφίδην· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Μπογιατζόγλου, ὅστις, πιστεύω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ τροποποιήσῃ τὰς περὶ μαστιγίου ἰδέας του, καὶ δὲν θὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ μαστίγιον τῆς παύσεως τῶν δικηγόρων καθ’ ὅλας αὐτῶν τὰς σχέσεις καὶ ἐνεργείας εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαίως, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ διατριβὴ, δι’ ἣν ἐτιμωρήθη ὁ δικηγόρος Τσέλος, εἶχέ τι τὸ ἐπιλήψιμον, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ὅ,τι δι’ ἐμὲ δύναται νὰ μὴ ἦναι ὕβρις, δι’ ἕνα ἄλλον, μᾶλλον εὐαίσθητον, δύναται νὰ ἦναι. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ἐξετάσω τὸ βάσιμον ἢ μὴ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο ἐνέχει φράσεις ὑβριστικὰς, φράσεις ὀνειδιστικὰς κατὰ τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀποφαίνομαι ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν ἠδύνατο νὰ τιμωρήσῃ τὸν δικηγόρον διὰ πρᾶξιν καὶ ἐνέργειαν αὐτοῦ ἄσχετον πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων του. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, ἀλλὰ ζήτημα καθαρᾶς ἐπιστημονικῆς μελέτης καὶ ἐρεύνης, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ἐν αὐτῷ δὲν χωριζόμεθα εἰς ἀντιπολιτευομένους καὶ συμπολιτευομένους. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσί τινες τῶν συμπολιτευομένων σύμφωνοι μὲ τὴν ἡμετέραν γνώμην, καὶ τιμὴ δι’ αὐτοὺς θὰ ἦναι, ἐὰν ψηφίσωσι κατὰ πεποίθησιν· δυνατὸν πάλιν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην, ὁπότε καὶ οὗτοι ὀφείλουν νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης των, χωρὶς νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν ἡμετέραν. Οὕτω πως διατυποῦται τὸ ζήτημα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατυπώσεως ταύτης ὑποβληθήσεται μετὰ μικρὸν πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει φόβος, ὅτι δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνόν τινα εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ἡ Κυβέρνησις.
§21Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εἰσηκούσθη ἡ εὐχὴ τοῦ ἐξ Ἀχαΐας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, παραινέσαντος τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν, καὶ οὕτω νὰ ἔληγεν ἡ προκειμένη συζήτησις. Καὶ ναὶ μὲν θὰ ἐστερούμεθα τῆς εὐχαριστήσεως τοῦ νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν προφανεῖ στενοχωρίᾳ ἀνερχόμενον τὸ βῆμα καὶ προσπαθοῦντα νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ὅλως ἀδικαιολόγητα, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν θὰ ᾐσθανόμεθα καὶ τὴν λύπην, ἣν ᾐσθάνθημεν, ἀκούσαντες τὸν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ταχθέντα, ἵνα ἐποπτεύῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων, ὑποστηρίζοντα διὰ σαθρῶν καὶ ἀναξίων τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ κατέχει, ἐπιχειρημάτων, ὑπόθεσιν ἐντελῶς χαμένην. Δὲν θὰ ἠκούομεν αὐτὸν λέγοντα, ὅτι παρεδέχθη ἐν τῇ ἀποφάσει αὑτοῦ τὸ σπουδαῖον γεγονὸς, ὅτι ὁ δικηγόρος Τσέλος ὑπῆρξεν ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ συνήγορος τῆς ὑποθέσεως, ἣν διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἤλεγξε, διότι, ὡς εἶπε, πλανηθεὶς ἐνόμισεν, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογητηρίῳ ἐγγράφῳ ἀνεῦρεν, ὅτι ἀνωμολογεῖτο ὑπ’ αὐτοῦ τὸ γεγονὸς τοῦτο! Δὲν θὰ τὸν ἠκούομεν ἀναγινώσκοντα περικοπὰς τοῦ κατηγορουμένου ἄρθρου καὶ ἐν πολλοῖς μάλιστα τονίζοντα αὐτὰς, ἐνῷ αἱ περικοπαὶ αὗται οὐ μόνον οὐδὲν περιεῖχον τὸ ἀξιόμεμπτον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ πειθαρχικὸν Συμβούλιον δὲν ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῶν κατηγορίαν, θεωρῆσαν αὐτὰς ὡς ἁπλῆν θεωρητικὴν ἐκδρομήν. Δὲν θὰ τὸν ἠκούομεν λέγοντα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μεταφερθῶμεν διὰ τῆς φαντασίας ἡμῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας τῶν Πατρῶν, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὴν αἴσθησιν, ἣν τὰ γραφέντα ἐνεποίησαν ἐκεῖ, καὶ δικαιολογήσωμεν οὕτω τὸ αὐστηρὸν τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς, ὡσανεὶ ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς, οὗτινος ἐνώπιόν μας ἔχομεν λίαν εὐανάγνωστον ἔγγραφον, δὲν βιοῖ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Πατραϊκῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δικαστικοῦ αὐτῆς κόσμου, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένη ἡ πρὸς αὐτὸν πρότασίς του, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτεῖται τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς πρωτοβαθμίου ἀποφάσεως καὶ τὴν ἐπιβολὴν ἁπλοῦ πεντηκονταδράχμου προστίμου. Δὲν θὰ ἠκούομεν αὐτὸν ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 292 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅπερ λαλεῖ περὶ ῥαθυμίας, ὀκνηρίας, κουφότητος καὶ κακοήθους διαγωγῆς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται ἁπλῶς καὶ καθαρῶς περὶ δημοσιογραφικοῦ ἐλέγχου πράξεως δικαστικῆς δι’ ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ οἰκειοποιηθῇ, ἵνα καταστῇ δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν κατηγορία. Δὲν θὰ ἠκούομεν τέλος αὐτὸν ἰσχυριζόμενον, ὅτι τὸ ἄρθρον 147 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ δικηγόρου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ἐξωτερικὴν συμπεριφοράν του καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν ἀκόμη αὐτοῦ βίον, καὶ κυρίως εἰς τὸν σεβασμὸν, ὃν ὁ δικηγόρος ὀφείλει εἰς πάντας τοὺς δημοσίους τοῦ Κράτους ὑπαλλήλους, ὡσανεὶ ὁ νομοθέτης, συντάσσων τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔβλεπεν ἐνώπιόν του Ταμίας, Ἐφόρους καὶ διευθυντὰς καπνοκοπτηρίων! Οὐδὲ θὰ τὸν ἐβλέπομεν ἀναδιφῶντα τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀνεύρῃ ἐν τῷ παρελθόντι συγχωροχάρτια, τὰ ὁποῖα ὅμως καὶ πάλιν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸν σώσωσι, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ στοιχεῖα τῆς πράξεώς εἰσι διάφορα τῶν ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας βουλευτὴς ἀνέπτυξε πρὸς ὑμᾶς τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον ἁπλοῦν καὶ ἂν φαίνηται, εἶναι σπουδαιοτάτης καὶ ὑψίστης σημασίας, πολλῷ μᾶλλον δι’ ἐκείνους, οἵτινες, σὺν τῇ ἀντιπροσωπεύσει τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, ἔχουσι καθῆκον νὰ προασπίζωνται συγχρόνως τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ σωματείου, εἰς ὃ ἀνήκουσι. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, φρονῶ ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο φρονιμώτερον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὠχυροῦτο ὄπισθεν ἄλλης θεωρίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχομαι μὲν, ἀλλ’ ἥτις ἠδύνατο ἴσως νὰ ἔχῃ εὐλογοφανῆ τινα ὑπὲρ ἑαυτῆς ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ ἔστρεφε τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, ἰσχυριζόμενος ἴσως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ ἐλέγξῃ πρᾶξιν καθαρῶς δικαστικὴν, διότι ἐξαιρετικῶς ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ ὡς δικαστὴς δευτέρου βαθμοῦ, ὡς Ἐφετεῖον. Προεῖπον, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ταύτην, καθόσον πᾶσα πρᾶξις φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὴν συζήτησιν ἐκτρεπομένην καὶ καταπίπτουσαν δι’ ἀτόπου ὑποστηρίξεως ἰσχυρισμῶν, ἀναξίων τῆς θέσεως, ἣν ὁ Ὑπουργὸς κατέχει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προὐτίμησε νὰ μὴ φυγομαχήσῃ, προὐτίμησε νὰ σταθῇ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐνώπιον τῆς ἀντιπάλου αὐτῷ νομοθεσίας καὶ μετὰ γενναιότητος νὰ ἀγωνισθῇ ὑπὸ τὰ βέλη τῶν ῥητῶν καὶ σοφῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἵνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «ἡττήθην, ἀλλὰ δὲν ἔφυγα». Συμφωνῶ, Κύριοι, πληρέστατα μὲν τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκον καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαθείας καὶ μεθ’ ὅλης τῆς ἀμεροληψίας, ἥτις ἐμπρέπει πρὸς λύσιν σοβαρῶν νομικῶν ζητημάτων, δὲν πρέπει δὲ ποσῶς νὰ παρασυρθῶμεν εἴτε ἐκ φόβου κυβερνητικοῦ κινδύνου, εἴτε ἐκ συμπαθειῶν, ὅπως οὕτω δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν μέγιστα συμφέροντα, αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ πρῴην καὶ μέλοντος δικηγόρου, ὅστις σήμερον μὲν κατέχει τὴν θέσιν ταύτην, βεβαίως ὅμως δὲν φρονεῖ, ὅτι θὰ τὴν κατέχῃ διὰ παντός. Κατὰ τὸ πλεῖστον, Κύριοι, αἱ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας ἐλήφθησαν ἐκ τῆς νομοθεσίας ξένων Κρατῶν, ἀκριβῶς δὲ τὰ μνησθέντα ἄρθρα ἐπὶ λέξει μετεφράσθησαν ἐκ τῶν ἀντιστοιχούντων ἄρθρων τοῦ Ψηφίσματος τῆς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1810, ὅπερ ἐτροποποιήθη μὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1822, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου πλεῖσται διατάξεις μένουσιν εἰσέτι ἐν ἐνεργείᾳ. Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ποῦ εὗρεν, ὅτι ἀναγράφεται ὑποχρέωσις τῶν δικηγόρων ἰδιαιτέρου σεβασμοῦ πρὸς πάντα δημόσιον ὑπάλληλον; Ποῦ ἀνεκάλυψε τοῦτο; Θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἔλεγεν: «ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐμελέτησα τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅτι δὲν ἐπρόσεξα εἰς αὐτὴν», ὅτι «τὰ ἔγγραφα μοὶ ἐπαρουσίασεν ἡ ὑπηρεσία καὶ τὰ ὑπέγραψα, χωρὶς νὰ προσέξω». Θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον τοῦτο, ἀπὸ τὸ νὰ προσέρχηται ἐνώπιόν σας καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ, ἐναντίον, εἶμαι βέβαιος, τῆς πεποιθήσεώς του, πράγματα ῥητῶς καὶ σαφῶς ἀντικείμενα εἰς τὸν Νόμον. Τοσοῦτον δὲ εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ ἡμέτερος Νόμος καὶ αἱ πειθαρχικαὶ αὐτοῦ διατάξεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφορὰν καὶ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ δικηγόρου, ὥστε ἄλλοτε, συνεπείᾳ διατριβῶν, ἀκριβῶς τὴν ἔλλειψιν ταύτην πραγματευομένων, συνῆλθεν ἐνταῦθα τὸ Δικηγορικὸν σῶμα καὶ ἀπεφάσισε καὶ ἐξέλεξεν ἐπιτροπὴν, ἐπιτροπὴν μάλιστα, τῆς ὁποίας γραμματεὺς ἦτο καὶ ὁ ἐξ Εὐβοίας βουλευτὴς, ὁ πλησίον μου καθήμενος, κ. Καλογερόπουλος.
§22ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς.
§23ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μάλιστα καὶ ἐγώ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη, συγκειμένη ἀπὸ τοὺς δικηγόρους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, συνέταξε Καταστατικὸν καταρτίσεως σωματείου δικηγορικοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ Καταστατικῷ περιλαμβάνονται αἱ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν κατὰ δικηγόρων διατάξεις, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον παρελήφθησαν ἐκ τῶν διαφόρων ξένων Κανονισμῶν. Ἀκριβῶς, Κύριοι, διότι κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν δὲν ἐκτείνεται ἡ δικαστικὴ ἀστυνομία ἐπὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ δικηγόρου πέραν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὑτοῦ,—καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη,—ἀκριβῶς λέγω διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἠθέλησαν οἱ ἔχοντες τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ καταρτίσωσι σωματεῖον, νὰ καταρτίσωσι πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων συγκροτούμενον, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ περιορίσωσι τὰς παρεκτροπὰς τῶν δικηγόρων, τὰς ἐκτὸς τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν γιγνομένας, δι’ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἀπὸ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ σώματος προερχομένης. Τὸ Καταστατικὸν τοῦτο, Κύριοι, συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ οἱ δικηγόροι συνῆλθον κατόπιν, ἵνα τὸ ἐγκρίνωσι, καὶ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ὅπως κατασταθῇ οὕτω Νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν δικηγόρων, ἀκριβῶς διὰ τὴν αὐστηρότητα τῶν διατάξεών του, μὴ θέλοντες νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ταύτας, διεμαρτυρήθησαν, καὶ ἀπέτυχεν ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Ἐὰν μάλιστα δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Φιλάρετος παρέλαβε τὸ σχέδιον τοῦ Καταστατικοῦ ἐκείνου, καὶ τὸ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφισθῇ καὶ γίνῃ Νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐψηφίσθη. Ποῦ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκει, ὅτι ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ νομοθεσίᾳ ὑφίσταται καὶ ἡ ἐκτὸς τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων ἐπιτήρησις τῶν πράξεων τοῦ δικηγόρου καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ; Διὰ τοῦτο εἶπον, ἔχων πεποίθησιν εἰς τὴν νοημοσύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι βεβαίως δὲν εἶπε τοῦτο ἐν πεποιθήσει, δὲν ἠθέλησε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, δὲν ἠθέλησε νὰ φυγομαχήσῃ, καὶ μὴ πράξας τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ὑποστήριξιν σαθρᾶς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ὑποθέσεως, ἥτις δὲν ἔπρεπε ποτὲ διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τοιαύτης φύσεως ὑπόθεσιν, ἀλλὰ περιωρίσθη μόνον νὰ ὑπογράψῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπαρουσίασαν οἱ ὑπάλληλοί του, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔδωκε προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ἀναληθῶς περιέλαβεν ἐν τῇ ἀποφάσει του τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ δικηγόρος Τσέλος ὑπῆρξε συνήγορος τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἤλεγξε διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἐνῷ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀληθὲς, κάλλιστα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δικάζων ἐν δευτέρῳ βαθμῷ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ περιλάβῃ περιστατικὰ, μὴ προταθέντα ἐν τῷ πρωτοβαθμίῳ Δικαστηρίῳ, οὐδὲ θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησεν οὕτω ἐκ προθέσεως καὶ ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι εἰσέτι ἀρχάριος, ὡς γνωρίζων τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ διατηρεῖ μέχρις οὗ μορφωθῶσιν εἰς τὸν κλάδον των. Δὲν πιστεύω λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐμορφώθη εἰσέτι, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἔκβασις τῆς προκειμένης συζητήσεως, θὰ ληφθῇ ἐν τῷ μέλλοντι πρόνοια παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως κανονισθῶσιν αὐστηρῶς τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκτὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν Δικηγόρων ἐπιτήρησιν. Τοῦτο νομίζω θέλει τὸ πράξει ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ οὕτω θέλει ἐνεργήσει συμφώνως μὲ τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὸν ἔχω.
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη μετὰ τὴν σπουδαίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. βουλευτοῦ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Παπαγιαννακόπουλος δὲν κατέληγεν εἰς συμπέρασμα, κατ’ ἐμὲ, ἄτοπον, ζητήσας νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος....
§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον Νόμου.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Πολὺ καλά· τὸ ζήτημα ἔχει μᾶλλον χαρακτῆρα ἀκαδημαϊκὸν ἢ κοινοβουλευτικόν. Ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔπραξε, διότι τοιαύτη ἐπεκράτει ἀρχὴ, τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ νομολογία· δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα. Ἴσως δὲν θὰ εἴχομεν τοιαύτην συζήτησιν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔλεγεν, ὅτι τοιαύτη ἐπεκράτησε νομολογία, πάντοτε τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια ἐνήσκησαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ τῶν δικηγόρων καὶ διὰ τὰς πράξεις τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτῶν βίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤγειρε συζήτησιν καὶ ἐπικαλεῖται νομολόγιον ἄνευ ἀκριβοῦς μελέτης τῶν κειμένων Νόμων· καὶ λέγω ὅτι δὲν θέλω ψηφοφορίαν, διότι, προκειμένου περὶ ψηφοφορίας, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν καὶ θὰ καθιερωθῇ μία ἀτοπωτάτη ἀρχὴ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικηγόρων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, ἐνῷ, μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ μέλλοντι οὐδέποτε θὰ ἐνασκήσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ πλανᾶσθε.
§28ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐξακολουθεῖτε λοιπὸν νὰ πρεσβεύητε ὅσα εἴπετε;
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βεβαίως.
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον πάντες οἱ ἀγορεύσαντες, δὲν ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἠθέλατε ἐπιμένει· ἐὰν ὅμως ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ἐξ ἐπιστημονικῆς ἀνακριβείας, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε τοιαύτην ἐξουσίαν, τότε νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐνταθῇ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ, διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι δὲν ἔχετε τοιαύτην ἐξουσίαν. Καὶ ἰδοὺ τὰ ἄρθρα τοῦ Ὀργανισμοῦ 142 καὶ 147. (Ἀναγινώσκει ταῦτα). Πρόκειται περὶ πράξεων δικηγόρων ἐκτὸς τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων των; Οὐδέποτε. Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπιβάλλεται πρὸς τὸν ἐνασκοῦντα καθῆκόν τι, ὅταν τὸ ἐκπληροῖ οὐχὶ συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους Νόμους· ἐκτὸς ὅμως τοῦ Δικαστηρίου ὁ δικηγόρος εἶναι πολίτης ἁπλοῦς, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκ ποίου δὲ ἄρθρου ἐξάγετε, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχουσι πειθαρχικὴν ἐξουσίαν; Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶναι ἁπλουστάτη. Ὁ δικηγόρος Τσέλος σεμνοπρεπέστατα ἔγραψε περί τινος ὑποθέσεως· τὸ Συμβούλιον, πλανώμενον, ἂν καὶ σύγκειται ἀπὸ Δικαστὰς ἀξίους παντὸς σεβασμοῦ, ἐπέβαλε πειθαρχικὴν ποινήν· ἀλλὰ δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ὁ δικηγόρος δὲν ἐνήσκει καθῆκον δικαστικόν. Τὸ ἄρθρον 148 λέγει. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Οὐδ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἢ ἐκ τοῦ ἄρθρου 292 προκύπτει, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἐνασκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ δικηγόρου μὴ ἐνασκοῦντος καθῆκον ἐνώπιον Δικαστηρίου, ἐνώπιον Ἀρχῆς. Πόθεν ἀντλεῖ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνήσκησε, τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν; Ἐπλανήθη ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Γαλλικῶν Δικαστηρίων, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄλλας διατάξεις. Ὑποθέτω, κ. Ὑπουργὲ, διὰ νὰ μὴ λαμβάνῃ ἡ συζήτησις περισσοτέρας διαστάσεις ἄνευ σκοποῦ καὶ ἵνα μὴ καθιερωθῇ μία ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς ὡς δικηγόρος καὶ δικαστὴς ἀποκρούετε, ὅτι θ’ ἀφήσητε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ δὲν θὰ προκαλέσητε ψηφαφορίαν, ἡ ὁποία θὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεία ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ οἴκοθεν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδέποτε ἄλλοτε θὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ποινὴν, μὴ ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῶν διατάξεων τῶν Νόμων.
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ δύναται ποτὲ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐκτείνεται καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικηγόρων, διότι νομίζω, ὅτι κατεδείχθη ἐπαρκῶς τὸ ἐναντίον, διότι πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἐνασκουμένη πέραν τοῦ κύκλου τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δικηγόρου, εἶναι καί τι ὅλως ἀντιφατικόν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι Νόμος, γενόμενος ὑπὸ τὸ κράτος μοναρχικοῦ πολιτεύματος, ἠδύνατο νὰ προβαίνῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀναρτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἰδιωτικὴν τοῦ δικηγόρου ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν, ἑπομένως, ὅτι ἠδύνατο πρότερον νὰ τιμωρῆται ὁ δικηγόρος πειθαρχικῶς διὰ παραβάσεις διαπραττομένας διὰ τοῦ τύπου. Ἀλλὰ τοιαῦται διατάξεις δύνανται νὰ νοηθῶσιν ὑφιστάμεναι μετὰ τὸ Σύνταγμα; Ὅταν τὰ Συντάγματα, Κύριοι, καθιερῶσιν ἓν δικαίωμα, βεβαίως ἐννοοῦν νὰ καταργήσουν προηγουμένην κατάστασιν. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ εἶχε βεβαίως σημασίαν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπῆρχε Νόμος ἐπὶ τῆς Μοναρχίας, καθ’ ὅν, διὰ νὰ δημοσιεύσῃ τις ἓν ἄρθρον, ἀπαιτεῖται νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Ἐπάρχου, καὶ κατόπιν ἔρχεται ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ καθιερώσῃ μίαν ἐλευθερίαν καὶ οὐχὶ νὰ ἀναγράφῃ ἁπλῶς κενὰς λέξεις, καὶ λέγει, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Νομίζετε, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ μοναρχικοῦ Νόμου δύναται νὰ ὑφίσταται ἀπέναντι τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ τότε τὸ Σύνταγμα θὰ ἦτο ἄσκοπον καὶ ἡ διάταξις αὐτοῦ θὰ ἦτο, οὕτως εἰπεῖν, ἁπλῆ εὐχή. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν εἰς τὰ Συντάγματα τίθενται διατάξεις καὶ ἀναγνωρίσεις δικαιωμάτων γενικῶν ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τῆς τηρήσεως τῶν Νόμων τοῦ Κράτους, τὸ Σύνταγμα οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἐπικυροῖ ὡς ἐκ περισσοῦ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Σᾶς λέγει λ. χ. τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ περιουσία εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, ἀλλ’ ὑπάγεται εἰς τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Τότε, δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τις, ποῖον δικαίωμα καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους; Βεβαίως ἡ ἐξασφάλισις ἀπέναντι τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἀποβαίνει μᾶλλον ἰδανική, διότι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία θὰ δύναται, στηριζομένη κατὰ τὸ φαινόμενον εἰς τὴν ἄδειαν τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς περιορισμοὺς τοιούτους τὸ δικαίωμα, ὥστε οὐσιωδῶς νὰ τὸ μηδενίζῃ. Τοιαύτας παρατηρήσεις περὶ τοῦ ματαίου τῆς γενικῆς ἀναγραφῆς δικαιωμάτων ποιεῖται καὶ ἔξοχος συνταγματολόγος· ἀλλ’ ἐὰν προηγῆται Νόμος, ὅστις ὑπέτασσε τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀναγνωριζομένης ἐλευθερίας τοῦ τύπου εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, δύναται νὰ ἐννοηθῇ ποτὲ, ὅτι ὑφίσταται περιορισμὸς τοιοῦτος; Ἀφίνω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντόπουλος ἐπήνεγκε λίαν ὀρθῶς, ὅτι, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ «τηροῦντες τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους» καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τύπου, καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς τοιοῦτος Νόμος, ἐννοεῖ βεβαίως τὸ Σύνταγμα, ὅτι, διὰ νὰ εὕρητε τοὺς περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου· πρέπει νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰ περὶ τύπου διατεταγμένα καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλας διατάξεις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε, ὅτι μετὰ τὸ Σύνταγμα ὑφίσταται Νομοθεσία περιοριστικὴ τοῦ τύπου ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ἀναρτῶσα δηλαδὴ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνασκήσεως τοῦ τύπου ἀπὸ Διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ ἰδίως ἀπὸ πειθαρχικῆς ἐξουσίας Ὑπουργοῦ. Τὸ Σύνταγμα ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσῃ ἓν δικαίωμα κατὰ προϋπαρχούσης καταστάσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διοικητικὴ ἱεραρχία ὑποτίθεται, ὅτι ἦτό τι ἐπικρατέστερον τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἀλλ’ ἤδη εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε καὶ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι διατάξεις περὶ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, ἢ περὶ συμπεριφορᾶς μεταξὺ ὑπαλλήλων, ἐξακολουθοῦσι μηδενίζουσαι ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου; Ὁ δικηγόρος βεβαίως χάνει τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, δικηγόροι δὲ ἐν Ἑλλάδι καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι συνήθως οἱ δημοσιογράφοι, καὶ οὕτω πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ναὶ μὲν ἀπεκτήσαμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, ἀλλὰ δημοσιογραφία ἐλευθέρα δὲν ὑπάρχει, διότι, ἀφοῦ συνήθως, ἰδίως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ δημοσιογράφοι εἶναι δικηγόροι, ἡ ἐλευθερία αὕτη τοῦ τύπου ἀπόκειται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, τὸ μέγα αὐτὸ ἀπόκτημα τῶν νεωτέρων χρόνων, μένει τετυλιγμένη εἰς τὰς πτυχὰς ἐσκωριασμένης ἱεραρχίας καὶ διατάξεων πειθαρχικῶν περὶ συμπεριφορᾶς μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων! Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἶναι κυρίως ἐνάσκησις ἀληθοῦς δικαιοδοσίας; Βεβαίως ὄχι· ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία κυρίως εἶναι διοίκησις καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἀπαντῶμεν ἐν τῇ Ἐκτελεστικῇ Ἐξουσίᾳ· τὸ Συμβούλιον τὸ Δικαστικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνασκεῖ διοικητικὴν μᾶλλον ἐξουσίαν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τοῦ Συμβουλίου ὑπάγεται, ὡς εἰς ἀνώτερον βαθμὸν δικαιοδοσίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐξουσία τοῦ Συμβουλίου ἦτο φύσεως δικαστικῆς, οὐδέποτε καὶ ἡ Μοναρχία ἤθελε καθιερώσει τοιαύτην ὑποτέλειαν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι καὶ ἐν τῇ Μοναρχίᾳ ἀκόμη ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἀναγνωρίζεται ὡς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὥστε καὶ ἐκ τούτου μόνον δύναται ἕκαστος νὰ συναγάγῃ, ὅτι πρόκειται περὶ διοικητικῆς πράξεως. Ἀλλ’, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μεγίστη ἀντίφασις πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καθιερώθησαν παρὰ τοῦ Συντάγματος, εἶναι μεγίστη περιφρόνησις πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἤθελε μᾶς παραστήσει ὡς ἀγνοοῦντας τὰ στοιχεῖα τῆς Συνταγματικῆς πολιτείας, τὸ νὰ θέλωμεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, ἐὰν ὑφίσταντο τοιοῦτοι περιορισμοὶ ὑπὸ τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, ὅτι δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμενοι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι πρώτη φορὰ, Κύριοι, καθ’ ἣν δίδεται ἀφορμὴ εἰς παρομοίαν συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἦτο ἀναγκαία, ὅπως δυνηθῇ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπιληφθῇ προτάσεως, δυναμένης νὰ κανονίσῃ τὰ μέχρι τοῦδε ἐκρύθμως γενόμενα, ὄχι μόνον διότι, ὡς ἠκούσατε, ἀνέκαθεν, μὴ διδομένης προσοχῆς, παρηρμηνεύθη ἡ διάταξις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἐπέκειτο ἡ ἀνάγκη νομοθετήσεως τοιαύτης διατάξεως. Ἀνέκαθεν, Κύριοι, ἐπρέσβευον καὶ πρεσβεύω, ὅτι τὸ ἄρθρον 147 προβλέπει περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν δικηγόρων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των· ἄλλως ἐὰν λάβητε τὸ γράμμα τοῦ Νόμου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ νομοθέτης προέβλεψε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἐκτὸς τοῦ Δικαστηρίου νὰ προκαλέσωσιν, ὄχι μόνον τὸ ἀδύνατον, ἀλλὰ τὸ γελοῖον. Τί λέγει τὸ γράμμα τοῦ Νόμου; «Οἱ δικηγόροι ὀφείλουσι σέβας πρὸς τὸ Δικαστήριον καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, νὰ τηρῶσι δὲ σεμνότητα εἰς τὰς ἐκφράσεις των.» Ἐὰν ἐφαρμόσητε κατὰ γράμμα τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἐκτὸς τῶν Δικαστηρίων, τότε, ὅπου ἀπαντᾷ δικηγόρος ὑπάλληλον δικαστικὸν ἢ ἄλλον δημόσιον, ὀφείλει νὰ τῷ προσφέρῃ τὸ κανονιζόμενον σέβας καὶ νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς μετ’ αὐτοῦ ὁμιλίας του μὲ τρόπον σεμνοπρεπῆ. Πιστεύω, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ προβλέψῃ περὶ τοιούτων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, οὔτε μὲ τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας οἱ δικηγόροι ὡς πολῖται ἔχουσι πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς κοινωνίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένωμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 149 τὰ τοιαῦτα πειθαρχικὰ παραπτώματα δικάζονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου, ὅπερ ἐμφαίνει τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 147. Τὸ ἄρθρον 292 νομίζω ὅτι ἐπίσης ἀποβλέπει εἰς τὸν δημόσιον βίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ὁ Νόμος λέγει, ὅτι τιμωρεῖται πειθαρχικῶς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος διὰ νωθρότητα, ῥᾳθυμίαν, ἢ κακοήθη διαγωγήν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ τιμωρῇ ὁ Νόμος τὸν ὑπάλληλον διότι εἶναι ῥάθυμος ἢ ὀκνηρὸς εἰς ἄλλας τοῦ ἰδιωτικοῦ του βίου ὑποθέσεις· ὥστε βεβαίως ἀφορᾷ ὅλη ἡ διάταξις ἐκείνη εἰς τὸν δημόσιον βίον, οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ δικηγόρος, ἐὰν γράψῃ ἄρθρον εἰς ἐφημερίδα, δεικνύει κακοήθη διαγωγήν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δοθῇ τοιαύτη ἔννοια, θεωρεῖται κατηργημένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχουν προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐδόθη ἀντίθετος ἑρμηνεία καὶ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη εἰς τὸ μέλλον, καλὸν εἶναι νὰ δοθῇ ἐπίσημος ἑρμηνεία εἰς τὸν Νόμον, καὶ πρὸς τοῦτο καταθέτω πρότασιν Νόμου, ὅπως τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον μετ’ αὐτὴν καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἐπιστημονικωτάτην ἀνάλυσιν, ἣν ἐποιήσατο ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν δίδεται τροπὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ παρατείνεται αὕτη, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιονύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις, ἀφοῦ διέπραξε, δὲν λέγω ἔγκλημα, ἀλλ’ ἄτοπον ἑρμηνείαν, δὲν ἔχει τὴν γεναιότητα νὰ εἴπῃ· «καὶ ἐγὼ ἤδη παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τιμωρήσω τὸν δικηγόρον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εὗρον προηγούμενα ἄλλων Συναδέλφων,—οὐχὶ βεβαίως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ράλλη, διότι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ εἶναι ἐντὸς τοῦ ὀρθοῦ καὶ νομίμου,—παρεσύρθην καὶ δὲν ἐθεώρησα τὴν ὑπόθεσιν ἀξίαν σπουδαιοτέρας μελέτης. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν, Κύριοι, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κ. Ρικάκης, δὲν βλέπω τὴν ἀναγκαιότητά της. Θέλει, καθὰ εἶπε, νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὸ μέλλον· ἀλλ’ ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἀνάγκη ἑρμηνευτικοῦ Νόμου; Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τιμωρῇ τοὺς δικηγόρους διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον; Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, τότε τῳόντι εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνευτικοῦ Νόμου, ὅστις νὰ ἄρῃ τὰς ἀμφιβολίας καὶ νὰ καθορίσῃ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐπὶ τῶν δικηγόρων χορηγουμένης πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀνελύσαμεν τὰ ἄρθρα, καὶ ἐρωτῶ: ποῖος ἐξ ὑμῶν, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ καὶ οὐχὶ ὡς ἐπιστήμονος, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα ἀποβλέπουν εἰς τὸν δικηγόρον δι’ ὅσα λέγει καὶ πράττει οὐχὶ ὡς δικηγόρος, ἢ δι’ ὅσα ἐκφράζει διὰ τοῦ τύπου; Ἐρωτῶ τοὺς καταγινομένους εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν Νόμων, τὰ ἄρθρα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων δύνανται νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, ὅτι τουτέστιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακολουθεῖ τὸν δικηγόρον καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν βίον; Οὔτε τὸ λέγουν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπωσιν. Ἕν δικαιολόγημα μόνον δύναται νὰ προβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὲρ ἑαυτοῦ, τὰ προηγούμενα. Φαίνεται τωόντι, ὅτι τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια δὲν ἐπρόσεξαν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Ὀργανισμοῦ, διότι πᾶσα Ἀρχὴ φύσει φέρεται εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν δικαιωμάτων, ἐκ τοῦ ὑπερμέτρου δὲ τούτου πόθου παρασύρονται λεληθότως εἰς παρερμηνείας καὶ ἐνίοτε εἰς ὑπερβασίας· ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ Συμβούλια καὶ Ὑπουργοὶ ἔδωκαν, δὲν πηγάζει ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ Νόμου. Ἑπομένως τίς ἡ ἀνάγκη νέου Νόμου, ἀφοῦ ὁ ὑπάρχων εἶναι σαφής; Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη παρὰ μόνον καταστολῆς τῶν τοιούτων τάσεων, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον προτίθεται ὁ ἔλεγχος, εἰς ὃν προέβην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀγορεύων χθές, εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἄξιον πολλοῦ κόπου, ὅπως ἀναιρεθῇ, εἶπε τουτέστιν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τσέλου δημοσιευθέντα ἐδημοσιεύθησαν παρ’ αὐτοῦ ὡς δικηγόρου, καὶ ἀπόδειξις, σᾶς εἶπεν, ἰδού, ὅτι τὸ ἄρθρον του φέρει ὑπογραφὴν «Ἀναστ. Τσέλος δικηγόρος.» Φρονῶ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐστερημένον σπουδαιότητος, διότι τότε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται δι’ ὅσας γνώμας ὡς Βουλευτὴς ἐκφέρει, ἄρα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὗτος δύναται νὰ διαπράξῃ οἱονδήποτε ἀδίκημα διὰ τοῦ τύπου, ὑπογράφων τὴν λέξιν «Βουλευτής.» Αὐτό, Κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖον ἐπιχείρημα· ἡ ἰδιότης τοῦ δικηγόρου εἶναι τίτλος, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὸ πρόσωπόν του καὶ ὑποδεικνύει τὴν ταυτότητά του· ὥστε δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς σπουδαιολογῶν ἐπιμένει εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπασχολώμεθα πλειότερον, διότι εἴμεθα ὅλοι, φρονῶ, σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν πειθαρχικῶν Νόμων. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δικάζων εἰς δεύτερον βαθμὸν ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν παραπτωμάτων τῶν δικηγόρων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς ἐπ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των τὰ δικηγορικά· ἀλλὰ περὶ ἐκτελέσεως δικηγορικῶν καθηκόντων δὲν πρόκειται ἐνταῦθα, καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἠγόρευσεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ κἀνένα οὐδὲ ἑαυτὸν, ὅτι ἔχει ἐξουσίαν ἀπεριόριστον ἐπὶ τῶν δικηγόρων· διότι, ἂν εἶχε τοιαύτην, οὐδεὶς δικηγόρος θὰ ἐτόλμα νὰ συζητήσῃ, οὔτε ὡς ἄνθρωπος, οὔτε ὡς πολίτης. Δὲν θέλω ν’ ἀναγάγω τὸ ζήτημα εἰς περιωπὴν καὶ εἰς ὕψος ἀνώτερον τοῦ δέοντος, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμεν ἔγκλημα ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ ποθῶ νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης τὸ ἀπόκτημα, ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι, ὅτι θὰ προσέχουν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν πρόκηται περὶ δικηγόρων· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπεραρκοῦμαι εἰς τὸ ἀπόκτημα τοῦτο, ὅπως εἰς τὸ μέλλον οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐννοήσωσι τὸν κύκλον τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας των καὶ περιορίζωνται εἰς αὐτόν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἥν ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ εὕρητε βαρεῖαν. «Ἡ Βουλή, φρονοῦσα ὅτι τὰ παρὰ τοῦ ἐν Πάτραις δικηγόρου Τσέλου διὰ τοῦ τύπου δημοσιευθέντα δὲν ἔδιδον χώραν εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Χρεωστῶ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν ἔντιμον Συνάδελφον διατὶ ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι πρακτικὸς καὶ διότι ἐννοῶ, ὅτι ἑκάστη Ἐξουσία ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ ὡρισμένα δικαιώματα, ἐπομένως τὸ μόνον ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπολήξῃ ἡ Βουλὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη, εἶναι κακὴ καὶ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ Νόμου, νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν της νομοθετικὸν κῦρος, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς τοῦτο, καὶ διότι οὐδεμία ἄλλη ἀπόφασις δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ μόνον Νόμος ἑρμηνευτικός· διὰ τοῦτο δὲ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν καὶ ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§35ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Πατρῶν ἐντίμου βουλευτοῦ δὲν ἐπήνεγκεν ἄλλο εὐχάριστον δι’ αὐτὸν ἀποτέλεσμα, ὁ κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς δύναται νὰ σεμνύνηται, ὅτι ἐπήνεγκεν αὐτὸ, τοῦ ὁποίου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ βήματος ἀντελήφθημεν, ὅτι δηλ. κατώρθωσε διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, νὰ ἀπαρνηθῇ διὰ πάσης ἐπισημότητος τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας περὶ τῆς ἐννοίας τῶν Νόμων αὐτὸς ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαῤῥήδην καὶ σαφέστατα εἶχε διατυπώσει ἐν ἀποφάσει αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀνομολογήσῃ, ὅτι ἥμαρτε, μὴ σκεφθεὶς, ὅτι ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως τῶν κειμένων διατάξεων, τῶν κανονιζουσῶν τὰ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ οἱ δικηγόροι. Ἀντὶ διδάκτρων, ἂς ἀρκεσθῇ ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς εἰς τὴν ἠθικὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ὀλιγόωρος ἀγόρευσίς του ἐμόρφωσε τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν Νόμων πλειότερον ἢ αἱ πολυχρόνιοι αὐτοῦ σπουδαὶ καὶ ἡ μακρά του δικηγορικὴ καὶ πολιτικὴ καὶ ὑπουργικὴ πεῖρα. Ἀξιέπαινος ὅμως καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ μετὰ τοῦ χαρακτηρίζοντος αὐτὸν θάῤῥους ἀπαρνησάμενος τὰς μέχρι τοῦδε ἰδέας του, καὶ σήμερον μόνον σκεφθεὶς καὶ πεισθεὶς, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν αἱ διατάξεις, αἱ κανονίζουσαι τὰ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας, πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν εἶχεν ἰδέαν ὅτε ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ἐὰν εἶχε τοιαύτην τινὰ γνώμην, ὁ κ. Ράλλης εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πραγματοποιοῦσι τὰς ἐπιστημονικὰς αὑτῶν γνώμας, καὶ εἶχε καιρὸν νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, μεταῤῥυθμίζον τὰς περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεις ταύτας. Δὲν ἐπανῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ βεβαιώσω αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανορθώσω, δὲν λέγω διαστροφὴν, παρεξήγησιν τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐνεργείας μου ὡς Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτι ἀπὸ τοῦ βήματος καταβὰς Βουλευτὴς ἐποιήσατο. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐδυσκολεύθη διόλου νὰ ἰσχυρισθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συναισθανόμενος, ὅτι τὸν δικηγόρον αὐτὸν, τὸν ἐν Πάτραις, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν τιμωρήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ μόνον ἐὰν παρεδέχετο, ὅτι αὐτὸς διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἡ διατριβὴ, ἡ χαρακτηρισθεῖσα ὡς ὑβριστικὴ, παρεισήγαγε τοῦτο ἐν τῇ ἀποφάσει του. Ὅτε χθὲς ὁ κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος δὲν εἶχεν αὐτὸς ὑπερασπισθῆ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας γράψας κατεδιώχθη, ἠρεύνησα ἀμέσως τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἀνεύρω ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ πεπλανημένη αὕτη γνώμη. Δὲν ἀνεὗρον τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ ὑπέθεσα, ὅτι τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπόμνημα τοῦ τιμωρηθέντος δικηγόρου θὰ ἔλεγε τοῦτο. Ἐζήτησα τὸ ὑπόμνημα καὶ εἶδον, ὅτι οὐδὲ τοῦτο λέγει, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος ὑπερησπίσθη τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ μόνον, ὅτι ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ γράψῃ ὅσα ἔγραψε. Ἐπὶ τούτων φαίνεται στηριχθεῖσα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς ὑποθέσεως, ἐνόμισεν, ὅτι ὁ τιμωρηθεὶς δικηγόρος ἦτο ὑπερασπιστὴς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ἐν τῇ διατριβῇ του. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅλως ἀνάξιον προσοχῆς καὶ μοὶ ἐφάνη πολὺ ἄπορον, πῶς ὁ κ. Ράλλης, δικηγόρος διαπρεπὴς, καὶ ὑφηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, κατήντησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἐν τῇ ἀποφάσει μνεία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος μεταβάλλει ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ σκόπιμον τὴν ἐν τῇ ἀποφάσει τοιαύτην μνείαν, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ εὑρῆκε διαφορὰν ὑφισταμένην μεταξὺ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις ἡ ἐμὴ δίδει εἰς τὰς διατάξεις περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔδωσε διὰ τῆς ἀποφάσεώς του. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ, ἂν ὁ τιμωρηθεὶς δικηγόρος δὲν ὑπηρησπίσθη τὴν ὑπόθεσιν,— τὸ παραδέχομαι, διότι ὑμεῖς τὸ βεβαιοῦτε,—ἀλλὰ προκαλῶ πάντα νομικὸν, πάντα καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενον τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, νὰ εἴπῃ, ἐὰν πρὸς ὕπαρξιν τοῦ πειθαρχικοῦ παραπτώματος, τὸ ὁποῖον οἱ δύο ἐκεῖνοι τιμωρηθέντες δικηγόροι ἐξετέλεσαν, ὁ μὲν ἀνωνύμως, ὁ δὲ μὲ τὴν ὑπογραφήν του, ἔχῃ κἀμμίαν, ἔστω καὶ ἐλαχίστην, σημασίαν, ἢ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ποσῶς ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονὸς, ἐὰν ὁ γράψας ἦτο ἢ δὲν ἦτο δικηγόρος τῆς ὑποθέσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι ἐκεῖνος, ὢν δικηγόρος τῆς ὑποθέσεως, ἐξεπλήρου δικηγορικὰ καθήκοντα, ὅτε ἔγραφε διατριβὴν ὑβριστικήν! Εἶναι τοῦτο ἄξιον τοῦ λέγοντος καὶ τῶν ἀκουόντων; εἶναι ἑπομένως ἄξιον ἀναιρέσεως ἢ ἀνασκευῆς; Εἶναι μόνον ἄξιον τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς ἐπὶ διήμερον ἤδη ἀσχολοῦσι τὸ Κοινοβούλιον οἱ φρονοῦντες, ὅτι τοῦτο ἐστὶν ἀντιπολιτεύεσθαι. Εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι σπουδαίως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ράλλης, ὅτι, ὅταν γράψῃ δικηγόρος τις ὑβριστικὴν διατριβὴν περὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπερήσπιζεν, ἐκτελεῖ δικηγορικὰ καθήκοντα καὶ ὑπέχει πειθαρχικὰς εὐθύνας, ὅταν δὲ γράψῃ διατριβὴν τοιαύτην, καθαπτομένην τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ περὶ ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἔλαβε μέρος, διαφεύγει τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν. Σᾶς ἀνέφερα δὲ ἱκανὰ παραδείγματα δικηγόρων πειθαρχικῶς τιμωρηθέντων διὰ δημοσιεύματα, οὐ μόνον ἄσχετα πρὸς ὑποθέσεις παρ’ αὐτῶν διεξαγομένας, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς δικαστὰς ἢ Δικαστήρια, ἀπευθυνόμενα δὲ κατὰ διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἢ κατὰ ξένων ἡγεμονιπαίδων....
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, εἶναι τοῦ 1884, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ 1882, ἡ δὲ ἑτέρα τοῦ 1875 δὲν ἐνέχει ἢ μόνον κολακείαν, ἀπρεπῆ, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ δὲν τὴν εἶχον ποτὲ ὑπ’ ὄψει μου.
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς ἦσαν γνωσταὶ ὅμως αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ ὁσάκις ἐκλήθητε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὰς, τὰς ἐφηρμόσατε κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ἔννοιαν μετὰ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πᾶς ἔντιμος Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ πρὸς τοὺς Νόμους, τῶν ὁποίων ἔχει τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐκτελέσεως. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, εἰς τὰ ὁποῖα ἓν μόνον ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης σήμερον ἀσκεῖται συχνότερον κατὰ δικαστῶν, σπανιώτερον δὲ κατὰ δικηγόρων καὶ ἑπομένως εἶναι ὅλως ματαία ἡ ἀγωνιώδης ἀνησυχία, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἅπαντες οἱ ἐξ Ἀχαΐας ἀγορεύσαντες, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία τῶν περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικηγόρων. Αὕτη ἡ ἑρμηνεία ἐφαρμόζεται σταθερῶς καὶ ἀδιακόπως ἐπὶ πεντηκονταετίαν ἤδη, καὶ εἶναι λίαν εὐάριθμοι αἱ πειθαρχικαὶ καταδιώξεις κατὰ δικηγόρων. Καίτοι διήλθομεν τοσαύτας καὶ τοιαύτας πολιτικὰς περιπετείας καὶ ἀνωμαλίας, οὐδέποτε εἴδομεν κατάχρησιν γενομένην τῆς κρατούσης ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τῶν περὶ ὧν πρόκειται διατάξεων τοῦ Νόμου. Τὰ παραδείγματα τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δικηγόρων εἶναι σπανιώτατα, συνηθέστατα δὲ τὰ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δύναμαι νὰ ἀριθμήσω δικαστὰς ἀποχωρήσαντας τῆς ἰσοβιότητος, ἢ προλαβόντας καὶ παραιτηθέντας λόγῳ πειθαρχικῶν ποινῶν, καὶ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ φέρω στατιστικὴν, ἐκ τῆς ὁποίας θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία λειτουργεῖ ἐπὶ πάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δραστηρίως, καὶ ὅτι ἐπιτείνεται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι παρακολουθεῖ τὴν πασιγνώστως ὁσημέραι ἐπιτεινομένην ἐποπτείαν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τῆς ἐργασίας αὐτῶν, κανονισθεῖσα μάλιστα ἐπαρκέστερον διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος Νόμου.....
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε πολλὰς τοιαύτας ἀποφάσεις;—διότι θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς ἀναφέρητε τινάς.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω πλείστας καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω αὐτάς. Κατὰ δικηγόρων, ὡς εἶπον, σπανιώτατα γίνεται χρῆσις τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, εἴτε διότι οἱ δικηγόροι κατὰ τὸ πλεῖστον καλῶς φέρονται, εἴτε διότι οἱ δικασταὶ ἐπιεικέστερον κρίνουσι περὶ τῶν δικηγόρων. Δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω περισσότερον τὸ ζήτημα τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ χθὲς ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, οὔτε ἐκ τῶν λεχθέντων ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω, ἣν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Νόμου, καὶ ἣν ἐν τῇ ἀποφάσει διετύπωσα, πεποιθὼς, ὅτι αἱ κείμεναι αὗται διατάξεις δὲν περιορίζουσι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐκπληρούντων μόνον ἐνώπιον Δικαστηρίου καθήκοντα, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται καὶ ἐπὶ πάσης πράξεως αὐτῶν καὶ παντὸς παραπτώματος καὶ ἔξω τοῦ Δικαστηρίου πραττομένου, καθιστώντων δ’ αὐτοὺς ἀναξίους τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ φέρουσιν, ἢ ἀποδεικνυόντων διαγωγὴν καὶ συμπεριφορὰν ἀνάρμοστον πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Οἱ ἀγορεύσαντες ὅμως ὡμίλησαν καὶ περὶ προνοίας μεταῤῥυθμίσεως τῶν κειμένων τούτων διατάξεων. Ἡ γνώμη αὐτῶν αὕτη ἴσως δὲν εἶναι ῥιζικῶς ἀποκρουστέα. Ἴσως ὄχι μόνον αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἄλλαι χρήζουσι μεταῤῥυθμίσεώς τινος, ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν κειμένων Νόμων εἶναι ζήτημα ἐντελῶς διάφορον.....
§41ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐνθυμούμενος, ὅτι πάντα ὅσα γράφονται εἰς τὸ αἰτιολογικὸν μιᾶς ἀποφάσεως πρέπει νὰ ἔχωσι μίαν ἔννοιαν, νὰ ὁρίσῃ τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ φράσις ἐκείνη, καθ’ ἣν ὁ τιμωρηθεὶς δικηγόρος ἦτο ὑπερασπιστὴς τῆς ὑποθέσεως.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδεμίαν· καὶ σᾶς ἐξήγησα διὰ τί.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν! Σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν ἀπόφασίν σας.
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἀμμίαν σημασίαν ἡ ἔλλειψίς της, διότι ὁ δικηγόρος, εἴτε ἦτο ὑπερασπιστὴς τῆς ὑποθέσεως, εἴτε ὄχι, πάντοτε ὑπήγετο ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἐφωράθη γράφων διατριβὰς ὀνειδιστικὰς καὶ ὑβριστικὰς κατὰ τοῦ Δικαστηρίου.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ γραφῇ, παρακαλῶ, εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἡ φράσις αὕτη ἐν τῇ ἀποφάσει του.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, νὰ γραφῇ.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον ὑπέστησαν σπουδαιοτάτην μεταβολὴν, ριζικὴν μεταβολήν. Χθὲς διαβεβαίου, ὅτι ἅπας ὁ ἰδιωτικὸς καὶ δημόσιος βίος τοῦ δικηγόρου, αἱ πράξεις αὐτοῦ, ὡς οἰκογενειάρχου, ὡς πολιτευομένου, ὑπάγονται εἰς τὴν ἐποπτείαν, εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, καὶ ἀνέφερεν ὑμῖν παραδείγματα δικηγόρων τιμωρηθέντων ἐπὶ ἐλλείψει σεβασμοῦ πρὸς Νομάρχην ἢ ἀλλοδαπὸν πρίγκιπα. Σήμερον προβαίνει εἰς διακρίσεις, καθ’ ἃς ὁ δικηγόρος τιμωρεῖται πειθαρχικῶς, ὁσάκις ὡς τοιοῦτος παραβαίνῃ τὰ καθήκοντά του, ἢ ὁσάκις προβαίνῃ εἰς πράξεις ἀναρμόστους πρὸς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ἐγὼ χθὲς ὑπεστήριξα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του τότε μόνον δύναται ὁ δικηγόρος νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν, ὅταν προβαίνῃ εἰς πράξεις κακοήθεις, ἔχων ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, ὅστις ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ ἡ κακοήθης διαγωγὴ πρέπει νὰ ἀναφέρηται εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἵνα ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποκλείει σήμερον τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὅλα τὰ ἄσχετα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ βίου τῶν δικηγόρων, ἀλλ’ ὑπάγει εἰς αὐτὴν ὅλας τὰς ἀναρμόστους ἢ ἀπρεπεῖς πράξεις αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἤθελε προβῆ ἓν βῆμα περαιτέρω, ἐὰν ἤθελε περιορίσει τὴν ἐξαίρεσιν εἰς μόνας τὰς κακοήθεις πράξεις, τὰς καθιστώσας τὸν δικηγόρον ἀνάξιον τῆς θέσεώς του, τότε ἠθέλομεν εἶσθαι ἐντελῶς σύμφωνοι.
§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρετήρησα καὶ χθὲς, ὅτε ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν πρὸς ἀλλήλους. Ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς οὐδέποτε ἠρνήθη, ἀλλ’ ἀπεναντίας καὶ ὡμολόγησε χθὲς, ὅτι ὁ δικηγόρος, καὶ ἐκτὸς τοῦ Δικαστηρίου εὑρισκόμενος, ὑπόκειται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐποπτείαν καὶ ἐξουσίαν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ μὲν κ. Κωνσταντόπουλος, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῶν λέξεων «κακοήθους διαγωγῆς», φρονεῖ, ὅτι τότε τὸ παράπτωμα πρέπει νὰ ᾖ ἀνάλογον πρὸς τὴν βαρεῖαν ταύτην λέξιν, ἐκλαμβανομένην ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν καὶ στενὴν αὐτῆς ἔννοιαν. Ἐγὼ δὲ, μὴ ἑρμηνεύων αὐτὰς ἐν τῇ στενῇ τοῦ γράμματος ἐννοίᾳ, παραδέχομαι τὴν καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας παγίως δοθεῖσαν εὐρυτέραν ἔννοιαν, διαγωγῆς ἀπρεποῦς, ἀκόσμου, ἀσυμβιβάστου καὶ ἀναρμόστου πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ. Ἡ μεταξὺ μας δηλονότι διαφωνία δὲν ὑφίσταται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Νόμου, ἢ ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τῶν ἀποτελούντων τὸ παράπτωμα, καὶ ἅπερ ἄλλος ἄλλως δύναται ἑκάστοτε νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτιμᾷ. Ἄλλως τε ἡ τοιαύτη ὀρθὴ τοῦ Νόμου ἑρμηνεία, πρὸς ἣν καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος συμφωνεῖ, προκύπτει σαφεστέρα καὶ καταφανὴς καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν μνησθέντων πρὸς ἄλλα σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Νόμου. Δὲν ἠγνόει βεβαίως ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅστις καὶ ἄριστος νομικὸς εἶναι καὶ ὡς Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρέτησε μετ’ ἐπιτυχίας, ὅτι ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον, καθ’ ὃ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ὀφείλουσι κατ’ ἔτος νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔκθεσιν περὶ πολλῶν τε ἄλλων καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν δικηγόρων. Τὸ ἄρθρον τοῦτον εἶναι τὸ 113 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἔχον οὕτω: «Αἱ εἰς τὰ δύο προηγούμενα ἄρθρα ἐκθέσεις καὶ παρατηρήσεις θέλουσι διαλαμβάνει περιεκτικῶς ....... 6) τὴν διαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τῶν συνηγόρων, συμβολαιογράφων καὶ κλητήρων, τὰ περὶ τῆς εὐφυΐας ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, τὰς γνώσεις των, τὴν περὶ τὸ ἔργον των δραστηριότητα, καὶ τὰς εἰς αὐτοὺς καταγνωσθείσας πειθαρχικὰς ἢ ἄλλας ποινάς.» Ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ νὰ ὑποβάλλωσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς τοιαύτας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐκθέσεις, εἶναι πρόδηλος, ἀφοῦ ὁ Νόμος ἀνέθετο τὴν ἀνωτάτην καὶ ἀδιάλειπτον ἐποπτείαν καὶ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Συνεπὲς δὲ πρὸς ταῦτα τὸ ἄρθρον 302 τοῦ αὐτοῦ Ὀργανισμοῦ ἀπονέμει τῷ Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα, ἵνα καὶ ὡς πρώτου καὶ τελευταίου βαθμοῦ δικαστὴς ἐπιβάλλῃ πειθαρχικὰς ποινὰς ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Βασιλείου, ὅταν τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια βραδύνωσιν, ἀμελῶσιν ἢ ὅλως παραλείπωσι τὴν καταψήφισιν πειθαρχικῆς ποινῆς. Ταῦτα μὲν οὕτως ἔχουσιν ἀναμφισβητήτως. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται χρήζωσι μεταῤῥυθμίσεως. Ἡ ἔννοια αὐτῶν, οὕτω κειμένων, εἶναι σαφὴς, καὶ πάντοτε ὀρθῶς ἑρμηνεύθησαν παρὰ πάντων, ἐὰν δὲ χρήζωσι μεταῤῥυθμίσεώς τινος, τοῦτο εἶναι ἄσχετον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται ἴσως νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω, Κύριοι, κατὰ τί μετέβαλον τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη. Οἱ Εἰσαγγελεῖς ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πληροφορίας περὶ τῆς διαγωγῆς πάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διαγωγῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς ὑπηρεσίας των, καὶ διαγωγῆς δυναμένης νὰ προκαλέσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει κατὰ τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Τὰ ἄρθρα ὅμως ταῦτα οὐδὲν λέγουσι περὶ τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐξασκῆται ἡ πειθαρχικὴ αὕτη ἐξουσία. Τὰς περιπτώσεις ταύτας τὰς κανονίζουσι τὰ ἄρθρα 147 καὶ ἑπόμενα τοῦ Ὀργανισμοῦ, εἰδικῶς διαγράφοντα τὰ καθήκοντα τῶν δικηγόρων, καὶ τὸ ἄρθρον 292, διαγράφον τὰς περιπτώσεις τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας ἁπάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Ἐκεῖ λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα ἀνεύρωμεν ποῖα εἶναι ἀκριβῶς τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ πράξεις καὶ παραλήψεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τί βλέπομεν ἐκεῖ; ὀκνηρίαν, ἀμέλειαν κτλ. κτλ. περὶ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ὑπάρχει καὶ μία ἐξαίρεσις διὰ φράσεως διαζευκτικῆς, «ἢ ἕνεκα κακοήθους διαγωγῆς καταστῶσιν ἀνάξιοι τῆς ὑπηρεσίας». Νομίζετε, ὅτι αἱ φράσεις ἐν τῷ Νόμῳ τίθενται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, ἵνα ἕκαστος τὰς συστέλλῃ καὶ διαστέλλῃ κατὰ τὰς ὀρέξεις ἢ τὸ συμφέρον αὐτοῦ; Εἶναι πολὺ σαφὴς ἡ σημασία τῆς φράσεως «κακοήθης διαγωγὴ», καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ἀγορεύων ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Θεωρεῖτε λοιπὸν κακοήθη δικηγόρον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπέκρινε τὴν συμπεριφορὰν οἱουδήποτε δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἴσως ἀξίαν ἐπικρίσεως; Εἶπον μάλιστα πρὸς αὐτόν: ἐὰν δικηγόρος τις ἤθελεν ἐξασκεῖ δυσώνυμόν τι ἐπάγγελμα, ἐὰν ἤθελε περιφέρεσθαι εἰς τὰς ὁδοὺς μεθύσκων, ἐννοῶ, ὅτι δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐφαρμοσθῇ δυνάμει τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία. Ἂν λοιπὸν ἤθελε περιορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, τότε ἠθέλομεν εἶσθαι ἐντελῶς σύμφωνοι. Ὅταν ὅμως συστέλλων ἢ διαστέλλων ἐπεκτείνῃ τὴν καταδίωξιν εἰς τὴν ἀνάρμοστον διαγωγὴν, καὶ θεωρῇ ὡς τοιαύτην τὴν ἐπίκρισιν τῶν πράξεων τῶν Ἀρχῶν, τότε λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι παραβιάζει τοὺς Νόμους, ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ γίνεται πρόξενος μεγάλου κακοῦ. Νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω πλέον τι· τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον. Ἀναφέρω μόνον μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησα χθὲς νὰ ὑποβάλω. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα· ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ἔνθα οἱ δικηγόροι ὑπάγονται εἰς πειθαρχικὰ ἐκ δικηγόρων Συμβούλια, εἰς ἃ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ τὴν ἰδιαιτέραν διαγωγὴν τῶν δικηγόρων, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, περιελθούσης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Ἀκυρωτικὸν τῆς Γαλλίας, ὁ διασημότερος τῶν παρὰ τῷ Ἀκυρωτικῷ Εἰσαγγελέων, ὁ Dupin, δι’ ἰσχυροτάτων ἐπιχειρημάτων ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ τιμωρηθῇ ὁ δικηγόρος διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, εἴτε ὡς οἰκογενειάρχου, εἴτε ὡς πολίτου, εἴτε ὁπωσδήποτε. Τοὺς δὲ λόγους τούτους ἐπανέλαβον καὶ ἄλλοι ἀκόμη, ὑποστηρίζοντες τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἦλθε. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ πειθαρχικὰ Συμβούλια τῶν Παρισίων δὲν ἐπεκτείνουσι τὴν καταδίωξιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ δικηγόρου, εἰμὴ ἐν περιπτώσει σκανδάλου. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖ τοιαῦτα ἀποδέχωνται, εἶναι πρέπον νὰ συζητῶμεν ἐν Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πειθαρχικὰς ποινὰς κατὰ τῶν δικηγόρων διὰ πράξεις ἐντελῶς ξένας, ἀνεξαρτήτους καὶ ἀσχέτους μὲ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Κατετέθησαν τρεῖς προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Ῥικάκη, ἥτις εἶναι πρότασις Νόμου καὶ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Φωτήλα, ἡ ὁποία λέγει: «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», καὶ ἡ τρίτη, ἡ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, καθ’ ἣν «ἡ Βουλὴ φρονοῦσα, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ ἐν Πάτραις δικηγόρου Τσέλου διὰ τοῦ τύπου δημοσιευθέντα δὲν ἔδιδον χώραν εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τελευταία πρότασις περιέχει ζήτημα πραγματικόν· δὲν ἦλθε τοιοῦτο ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ πρότασις: «Ἡ Βουλὴ, πεισθεῖσα μετὰ τὰ λεχθέντα, ὅτι δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις τιμωρίας τοῦ δικηγόρου Τσέλου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀναντιῤῥήτως ἡ πρότασις τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι περιέχει μομφὴν κατὰ σωματείου ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀναντιῤῥήτως τοῦτο εἶναι τὸ ἀπωτέρω, αἱ ἄλλαι ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγύς· κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν.»
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπόν....
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλει ὁ κ. Γεροκωστόπουλος διὰ τῆς προτάσεώς του νὰ προσάψῃ εἰς οὐδένα μομφήν· ἀπ’ ἐναντίας θέλει νὰ προσδιορίσῃ τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Ἡ ἰδέα του εἶναι, ὅτι «ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα ὅτι πειθαρχικὴ ἐξουσία κατὰ τῶν δικηγόρων περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικηγορικῶν αὐτῶν καθηκόντων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ μὴ κακοήθη», διότι παρεδέχθη ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, καθαρῶς διατρανώσας αὐτὸ, ὅτι, προκειμένου περὶ κακοήθους διαγωγῆς τοῦ δικηγόρου, καὶ ἂν δὲν σχετίζηται ἡ διαγωγὴ πρὸς τὰ δικηγορικὰ καθήκοντα, οὐχ ἧττον ὑπάγεται αὕτη εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Συμβουλίου. Ἤδη φέρει πρότασιν, καθ’ ἣν ἐξαιρεῖ τοῦτο. Πῶς συμβιβάζει ταῦτα;
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἐγὼ ἐτροποποίησα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραδεκτὴν γενομένην καὶ παρ’ ὑμῶν; Τότε παρεδέχεσθε πρότασιν ἐναντίαν ἐκείνης· διότι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος εἶπεν, ὅτι διὰ κακοήθη διαγωγὴν ἐκτίθεται ὁ δικηγόρος εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Συμβουλίου, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου παρὰ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρότεινα μίαν τροποποίησιν τῆς προτάσεως, ἀναγομένην εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐγὼ βεβαίως θεωρῶ ἐξῃρημένην τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ υἱοθετήσας καὶ τροποποιήσας τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου κ. Κωνσταντόπουλος θέλει εὑρεθῆ εἰς λίαν δυσάρεστον θέσιν, διότι, ἀναγκαζόμενος νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προτάσεως, ἐξ ἀνάγκης ἐξαιρεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐμπεριέχεται ἐν τῷ Νόμῳ.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐξήγησε τί φρονεῖ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος νὰ σκεφθῇ, ἂν ἐν τῇ προτάσει αὐτῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν γίνεται λόγος περὶ ἐξαιρέσεως, περιλαμβάνηται ἡ ἔννοιά του· εἰς αὐτὸν ἀπομένει νὰ ἐκτιμήσῃ τοῦτο.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τελευταία πρότασις, ἡ πρότασις τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, εἰς τὴν ὁποίαν συνεχώνευσε τὴν πρότασίν του ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, δὲν προσήκει νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Σχολὴ ἐπιστημονική, οὐδὲ δογματίζει, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ἀληθὲς δόγμα. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἀποφαίνεται, ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἐκτὸς τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων διαγωγὴ τῶν δικηγόρων δὲν ὑπάγεται εἰς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἂν ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τῶν δικηγόρων ὑπάγηται ἢ δὲν ὑπάγηται εἰς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τοῦτο διδάσκει ὁ Νόμος καὶ ὄχι ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει, ἂν ὁ Νόμος ἐφηρμόσθη, ἢ ὄχι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκει, ὅτι ὁ Νόμος ἐφηρμόσθη, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ψηφίζουσα πρότασιν τοιαύτην: «Ἡ Βουλή, ἀκούσασα τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τοιαύτη νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φωτήλα. Τὸ κείμενον τοιαύτης προτάσεως ἐνδεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε κἀμμίαν ἀφορμὴν, ἵνα φέρῃ γνώμην τινὰ κατὰ τῶν γενομένων, ἑπομένως, ὅτι τὰ γενόμενα ἔχουσιν ὀρθῶς, καὶ διὰ τοῦτο καταλείπει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἴμεθα εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡμεῖς; Νομίζω ὄχι· διότι, ἂν οἱ πλείονες τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριαζόντων φρονῶσιν, ὅτι ἐξετελέσθη ὁ Νόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὑπάρχουσι καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλ’ ὅτι παρεβιάσθη, αὐτοὶ δὲ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, καὶ πρὸς τοῦτο ζητοῦσι νὰ ψηφίσωσιν ἐπὶ προτάσεως ἄλλης, καὶ οὐχὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Φωτήλας. Τί φρονοῦμεν ἡμεῖς; Ἐγὼ δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἠκροάσθην μετὰ μεγάλης προσοχῆς τῶν ρητόρων, τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ ἀγορευσάντων. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πειθαρχικαὶ περιπτώσεις ἐπὶ τῶν δικηγόρων εἶναι μόνον ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων των, καὶ προσέτι ἐκείνη, ἥτις κατὰ τὸν Νόμον καθιστᾷ τὸν δικηγόρον ἀνάξιον τοῦ ἐπαγγέλματος, ἕνεκα κακοηθείας. Πλὴν τούτου, δὲν ἐννοοῦμεν ὑπάρχουσαν ἄλλην πειθαρχικὴν περίπτωσιν. Ἀφοῦ δὲ ἔχουσί τινες τὴν γνώμην ταύτην, ἔχομεν δικαίωμα νὰ προβάλωμεν θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δηλώσωμεν διὰ τῆς ψήφου μας τὴν γνώμην μας ταύτην. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προβάλωμεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον προέβαλεν ὁ κ. Γεροκωστόπουλος. Εἶπεν, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ δικηγόρου Τσέλου δὲν ἀποτελοῦσι πειθαρχικὴν περίπτωσιν. Τώρα, ἂν ἡ φράσις ἢ ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ταύτης περικλείῃ ἐπίκρισιν τῶν γενομένων, ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν· καὶ ἠπόρησα πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ταράξῃ τὴν Βουλὴν εἰπών: «λοιπὸν ἐπικρίνετε τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, τὰ ἐνασκοῦντα τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν;» Ἡ ἐνάσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἐνάσκησις δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἐνάσκησις διοικητικῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν τυχὸν τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔσφαλεν, ἐπιτρέπει ὁ Νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορθώσῃ τὰ σφάλματα αὐτοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ σφάλματα αὐτοῦ δὲν διωρθώθησαν, ἀλλ’ ἐκυρώθησαν, ἐφ’ ὅσον ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, προκύπτει ἐνώπιον ἡμῶν ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Νομίζω, ὅτι κατὰ πλάνην ἐδίστασαν, ἐδειλίασάν τινες, ὑπολαβόντες, ὅτι διὰ τοῦ θέματος τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου ἐπρόκειτο νὰ ἀκρωτηριασθῇ ἡ αὐτοβουλία μιᾶς τῶν καθεστηκυιῶν Ἀρχῶν τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις ἡ πρώτη τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῦται, ὅτι ἡ ὡρισμένη αὕτη περίπτωσις δὲν εἶναι πειθαρχικὴ καὶ ἑπομένως περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια, ὅτι ἀτόπως, ἐναντίον τοῦ Νόμου, ἐνησκήθη ἐπ’ αὐτῆς πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, ὡς ἀπωτέρα πασῶν τῶν ἄλλων.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ υἱοθετῶ τὴν πρώτην πρότασιν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου καὶ ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ αὕτη.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον· ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονοῦμεν ὅτι θὰ ἀποῤῥιφθῇ, δὲν ἐπιμένομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπαράδεκτον. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀνήκει νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἐκτὸς αὐτῆς γινόμενα, ἐξετάζει μόνον τὰ ἐν αὐτῇ γινόμενα καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν θεωρῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κακῶς ἐπολιτεύθη, κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ. Ἡ ἔκφρασις γνώμης περὶ τῆς διαγωγῆς δικηγόρου τινὸς, ἄν αὐτὸς ὑποβάλληται ἢ ὄχι εἰς πειθαρχικὴν τιμωρίαν, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀποῤῥιφθῇ, ἡ πρότασις, ἀδιαφοροῦμεν ἂν θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ προτάσεως περὶ ἀπαραδέκτου.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς πολλοὺς τῶν Συναδέλφων μου καὶ εἰς ἐμὲ δὲν ἔγκειται ἐπιθυμία νὰ ἐξετάσωμεν ποία θὰ ἦναι ἡ ψῆφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ Συνάδελφοι αὐτοῦ δίδωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν κατὰ τῆς προτάσεως, διότι θεωροῦσιν αὐτὴν ἀπαράδεκτον, ἢ διότι εὑρίσκουσιν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ, ἡμεῖς δὲν ἀναλαμβάνομεν νὰ ρυθμίσωμεν τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἠθέλομεν ἀναλάβει ἔργον ἀκατόρθωτον, διότι οὐδεὶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ μεταβάλῃ, ὅ,τι κατέβη εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§66ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ.
§67ΤΙΝΕΣ. Διατὶ εἶναι ἀπαράδεκτος;
§68ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐξετάζεται δικαστικὴ ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§69ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Ῥάλλης νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἔχω δὲ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδέας μου, καὶ τοῦτο ἔπραξα καὶ πράττω ἤδη. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Γεροκωστοπούλου, ὅπως μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἐξέτασιν καθαρῶς δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ εἰς ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἴσως χρησιμεύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία προὐτάθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν καθαρῶς δικαστικῆς ὑποθέσεως· διὰ νὰ ἀποφύγω τὸ ἄτοπον τοῦτο, προέβαλα τὴν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου. Τί πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον; νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν κακῶς ἐτιμώρησε τὸν δικηγόρον κ. Τσέλον. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν;
§71ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης καλῶς ἢ κακῶς ἐδίκασε.
§72ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς δικαστικὸν πρόσωπον ἐδίκασεν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, καὶ ἀφοῦ οὕτως ἐδίκασε, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν ἐφεσιβλήθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς δικαστοῦ δευτέρου βαθμοῦ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ὡς δικαστὴς δευτέρου βαθμοῦ ἐδίκασεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν ἵνα ἀναμιχθῶμεν ἡμεῖς. Ἐν τίνι δικαιώματι ἀναμιγνυόμεθα εἰς ὑπόθεσιν δικαστικὴν καὶ ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως δεδικασμένην; Σεῖς, Κύριοι, ζητεῖτε πραγματικῶς νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ ἀπόφασιν καθαρῶς ξένην τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι ὑμεῖς ἐπιζητεῖτε πλαγίους σκοποὺς, καὶ προσπαθεῖτε νὰ ἀναμίξητε τοὺς δικηγόρους Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος ταύτης ἐπὶ ἀντικειμένου ξένου τῶν καθηκόντων ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐκμεταλευθῆτε, κερδοσκοποῦντες πολιτικῶς. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, εἰς ἣν ἐδώκατε μεγίστην σημασίαν ὅλως ἀτόπως καὶ ἀναρμοδίως.
§73ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι γίνεται, ἂν ὄχι κατάχρησις, βεβαίως παρεξήγησις τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλησα νὰ δώσω εἰς τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Ποία ἦτο ἡ συζήτησις καὶ ποῖον τὸ πόρισμα; Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεβίασε τὸν Νόμον. Τοῦτο, Κύριοι, προκύπτει ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως. Τί ἄλλο ἐλέχθη κατ’ αὐτὴν, παρ’ ὅτι παρεβιάσθη ὁ Νόμος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐὰν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἔδωκα τὸν τύπον, οἷον ἔδωκα, δὲν ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ παρεξηγήσῃ οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὔτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεώς μου. Τί πάντες εἴπομεν; Νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς διὰ τὸ μέλλον. Λυποῦμαι διότι ἐξηναγκάσθην νὰ ἐξέλθω τῶν ὅρων τῆς μετριότητος, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ταύτης, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐτήρησα. Ἡ ἐπιθυμία μου δὲν ἦτο νὰ ἐλέγξωμεν ἀνεπιεικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀναγνωρίσωμεν δι’ ἐπισήμου τρόπου τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχικῆς ἐπὶ τῶν δικηγόρων ἐξουσίας, ὅπως εἰς τὸ μέλλον μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Ἤδη μοὶ φαίνεται, ὅτι καταχρᾶσθε τῆς μετριότητος τῶν διαθέσεών μου. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ εἴπω; ὅτι δὲν παρηνόμησεν ὁ Ὑπουργός; Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασίς του. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι δὲν ὑπέχετε εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Λέγουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι ἡμεῖς θὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ νόμιμον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου Πατρῶν. Ματαίως ἀγωνίζεσθε νὰ μᾶς παρασύρητε εἰς τοῦτο, διότι ἀπόφασις τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, καθότι μετεῤῥυθμίσθη καὶ ἐνώπιον ἡμῶν κεῖται ὁριστικὴ καὶ μόνη ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· περὶ ταύτης λοιπὸν πρόκειται. Θέλει λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπεκφεύγων τὴν εὐθύνην, ἣν ὀφείλει εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ εἴπῃ, ὅτι «ἐγὼ δὲν ἐνήργησα ὡς Ὑπουργὸς, δὲν ἐνήργησα ὡς Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἀλλ’ ὡς ὡς Δικαστική»; Αὐτὸ μοὶ φαίνεται θέλουν νὰ εἴπωσιν· ἀλλὰ τοῦτο, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι σοφιστεία, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἄστοχος ὑπεκφυγή. Ὡς Ὑπουργὸς, ὡς Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐνηργήσατε, κ. Ὑπουργὲ, ἐνασκήσαντες πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὀφείλετε εὐθύνην· ἐπὶ ταύτης δὲ τῆς εὐθύνης φέρομεν τὸν λόγον καὶ τοῦτο σκοπεῖ ἡ πρότασίς μας, τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μὴ νόμιμος ἡ ἐνέργειά σας. Θέλετε σεῖς νὰ ἀποφύγητε τὸν σκόπελον τοῦτον, στηριζόμενοι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν σας;
§74ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἴδιος προαγορεύσας, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, εἶπεν, ὅτι οὔτε μομφὴν σκοπεῖ νὰ φέρῃ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἄλλο τι ἐπιδιώκει.
§75ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν πρότασίν μου ὡς τὴν διετύπωσα.
§76ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι οἱ κύριοι προαγορεύσαντες δὲν εἶχον κἀμμίαν ἰδέαν σαφῆ καὶ ὡρισμένην, οὔτε πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας των, εἶναι, ὅτι, ἐγκαταλείψαντες τὴν μίαν πρότασιν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ἠσπάσθησαν τὴν ἑτέραν, εἶτα δὲ ἔρχεται ὁ κ. Ράλλης, ὁ ὁποῖος εἶναι σταθερὸς εἰς τὰς ἰδέας του, καὶ ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ἣν αὐτοὶ οὗτοι εἶχον ἐγκαταλείψει. Αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸν νὰ πείσῃ πάντα Βουλευτὴν, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας των οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ.
§77ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε πρῶτον τὴν ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, καὶ κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς του. «Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δικηγόρου Τσέλου ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§79ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§80ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐγκατέλειψε τὴν ἰδικήν του ὁ κ. Χαλκιόπουλος;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπέσυρε. (Διάλογοι).
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, κατὰ τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἀντετάξαμεν τὸ ἀπαράδεκτον· εἰς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις· ἄλλως τε ὑπεστηρίχθη αὕτη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἑπομένως καὶ κατὰ τὰ ἔθιμα προτιμᾶται. Προτιμωμένης τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Γεροκωστοπούλου, ἡμεῖς ἀντιτάσσομεν κατ’ αὐτῆς τὸ ἀπαράδεκτον.
§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου. (Διάλογοι ἐν φαιδρότητι).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.
§85ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε, ἡ ψηφοφορία.
§86ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15 οἱ ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§88ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα, ἰδοὺ, ἐγειρόμεθα. (Ἐγείρονται ἀρκετοί).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§90ΤΙΝΕΣ. Παραιτούμεθα, κ. Πρόεδρε, τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7½ μ. μ.