1887.11.18
1.916 στίχοι · 14.728 λέξεις · 61 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 18 Νοεμβρίου 1887
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΟΡΠΑΣ. Ἀπό τινων ἐτῶν ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ταχυδρομικὸν ζήτημα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις πολλὰς κατέβαλον προσπαθείας πρὸς ταχεῖαν καὶ συμφέρουσαν τῇ Ἑλλάδι λύσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἄχρι τοῦδε πᾶσαι αἱ προσπάθειαι αὗται ἀπέβησαν μάταιαι, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐσχάτως τὸ ζήτημα, ἀντὶ νὰ λυθῇ, ὅσον οἷόν τε, κατὰ τὰς εὐχὰς ἡμῶν, ἔλαβε τροπὴν οὐχὶ πολὺ εὐχάριστον, διότι τὰ Εὐρωπαϊκὰ ταχυδρομεῖα, τὰ ἐν Τουρκίᾳ, τὰ ὁποῖα ἄχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρό τινων μηνῶν ἐδέχοντο τοὺς ἐξ Ἑλλάδος φακέλλους, ἔπαυσαν νὰ δέχωνται αὐτοὺς καὶ ἑπομένως παραδίδεται πᾶσα ἡ ἐξ Ἑλλάδος ἀλληλογραφία εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν ταχυδρομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ τακτικῶς κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τὴν διανομὴν τῶν τε ἐπιστολῶν καὶ ἐφημερίδων. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ πρᾶγμα ἐβάδιζεν οὕτω, πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἐξ Ἑλλάδος διὰ τοῦ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου εἰς Σμύρνην στελλόμενος φάκελλος παρεδόθη εἰς τὸ Αὐστριακὸν ταχυδρομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπέμενε ν’ ἀνοίξῃ τοὺς φακέλλους. Τὸ Ὀθωμανικὸν ἀντέστη, διατεινόμενον, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνοίξῃ τοὺς φακέλλους. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις περὶ δικαιωμάτων· ἀνηνέχθησαν ἀμφότερα εἰς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἀρχὰς, τὸ μὲν Ὀθωμανικὸν εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, τὸ δὲ Αὐστριακὸν εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, καὶ τὸ πρᾶγμα μένει ἐκκρεμὲς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Τί συμβαίνει δέ; Πᾶσα ἡ ἀλληλογραφία, πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες, τόσαι ὑποθέσεις Ἑλλήνων ὑπηκόων μένουσιν ἐῤῥιμμέναι ἐν τῷ Αὐστριακῷ ταχυδρομείῳ. Ἐπειδὴ δὲ σᾶς εἶναι γνωστὴ ἡ βραδύτης, μεθ’ ἧς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀποφαίνεται εἰς τοιαῦτα ζητήματα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε νὰ διαταχθῇ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, ὅπως παρορμηθῇ καὶ δώσῃ πέρας εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία φέρει τοσαύτας ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ὁμογενῶν.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνεργήθησαν ἐδῶ· τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν Σμύρνην, καὶ τὸ ἐν γένει. Ἐὰν προσκληθῶμεν νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θέλομεν τὰς δώσει προθύμως, καίτοι νομίζομεν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ἴσως θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐγίνετο περὶ αὐτῶν λόγος μετὰ τὸ ὀξὺ τοῦτο στάδιον.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω τὰς ζητηθείσας καὶ ὑπαρχούσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Βλάσση περὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Ἐγένετο προχθὲς ἐπερώτησις, διατὶ δὲν διωρίσθη ὁ Βʹ. ἀστυνόμος, τὸν ὁποῖον προέτεινεν ὁ Δήμαρχος Ἀγρινίου. Ὁ Δήμαρχος οὗτος ἐζήτησε νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος καὶ διωρίσθη· μετὰ τοῦτο ἐζήτησε νὰ διορισθῇ καὶ δεύτερος, τὴν δ’ αἴτησίν του ἀπηύθυνεν ἀπευθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὄχι διὰ τοῦ Νομάρχου. Ἡμεῖς ἐπεστρέψαμεν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη δευτέρου ἀστυνόμου καὶ ἂν ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησε πληροφορίας, διατὶ δὲν ὑπάρχει μέχρι σήμερον Δήμαρχος ἐν τῷ δήμῳ Λευκασίων τῶν Καλαβρύτων καὶ διατὶ τὰ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς διαχειρίζεται ὁ Πρόεδρος τοῦ πρώην Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκλογὴ κατὰ τὴν 5 Ἰουλίου δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐν τῷ δήμῳ Λευκασίων ἐν τῷ Βʹ. τμήματι, διότι ἐπιτροπὴ δὲν ὑπῆρχε· δύο μόνον μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς παρευρέθησαν, καὶ ταῦτα ἔφυγον· Δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν, δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἑπομένως ἐκλογὴ δὲν ἐγένετο. Διετάχθη ἡ ἐπανάληψις, κατόπιν ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ καὶ εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι· τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχομεν πληροφορίας, ἂν ἀπεφάνθη, συμφώνως δὲ μὲ τὰ προηγούμενα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς Δημαρχίας ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ναυστάθμου. Αὐτά, προστιθέμενα εἰς τὰ κατατεθέντα τῇ αἰτήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀποτελοῦσι πλήρη τὸν φάκελλον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§5ΚΑΪΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν Νόμου περὶ χορηγήσεως δανείου 5,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ Λιμενικοῦ ταμείου τοῦ δήμου Γαυρίου πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ μόνου ἐν Γαυρίῳ ναοῦ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἐστήριξε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ περὶ λαθρεμπορικῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἀνεκοινώθη κατόπιν προγενεστέρας ἐπερωτήσεως τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω σήμερον.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἔντυπον πίνακα, διανεμηθησόμενον μετ’ ὀλίγον, περιλαμβάνοντα τὰς ἐτησίας εἰσπράξεις τῶν ἐμμίσθων Προξενικῶν Ἀρχῶν τῶν ἐτῶν 1883, 1884, 1885 καὶ 1886.
§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου εἰς τὰ σχεδιογραφήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀποκλείει δύο μεγάλα χωρία, ἀπαρτίζοντα δύο μεγάλας κωμοπόλεις, τὰ χωρία Καλίτσα καὶ Ντερβῆ–τσελεπῆ. Αἱ κωμοπόλεις αὗται εἶναι πολυπληθεῖς, ἔχουσι δὲ μέγα ἐμπόριον σταφίδος, καὶ νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει μέγα ἀδίκημα, ἐὰν δὲν μετάσχωσι τῆς συγκοινωνίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ φέρῃ διόρθωσιν.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ χάραξις, ἥτις ἐγένετο ἕως τώρα, ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀπὸ τῆς Κυλλήνης ἡ ὁδὸς φέρεται εἰς τὸν Πύργον διὰ τῆς παραλίας, ἐνῷ διὰ τῆς παραλίας ὑπάρχει θαλασσία συγκοινωνία.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σημασία τῶν χωρίων Καλίτσας καὶ Δερβητσελεπῆ εἶναι σπουδαία. Τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἔχουσι τοῦτο ὑπ’ ὄψει περὶ τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς.
§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλησμονήσατε, πιστεύω, Κύριοι, ὅσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέθηκα ὑμῖν περὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, τῆς ἐπιβληθείσης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῷ συμπολίτῃ μου δικηγόρῳ κ. Α. Τσέλῳ. Τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἅπερ ἐζήτησα τότε, κατετέθησαν ἐγκαίρως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ τὰ ἐμελέτησα ἔκτοτε· ἀλλ’, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκρίθη πρέπον ν’ ἀναβληθῇ ἡ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξέτασις, ἄχρις οὗ ἤθελε περατωθῆ ἡ χθὲς λήξασα οἰκονομικὴ συζήτησις. Εἴμεθα ἤδη ἐν εὐκαιρίᾳ, ὅπως σᾶς ὑποβάλω τὸ πόρισμα τῆς μελέτης μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἧς εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐκτιμήσητε ὅλην τὴν σοβαρότητα· κολακεύομαι μάλιστα νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ μοὶ ὀφείλητε καὶ χάριτας, οὐ μόνον, διότι θ’ ἀνακινήσω ζήτημα σπουδαῖον, θίγον ὕψιστα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ σᾶς ξεκουράσω ὀλίγον ἐκ τῆς πνευματικῆς κοπώσεως, ἣν ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ὑπέστητε, ὡς ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας ἀπείρων, ἀτελευτήτων καὶ, τὸ δεινότερον, ἀμφισβητουμένων ἀριθμῶν. Ἤδη τὰ ζητήματα τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλύθησαν διὰ τῶν ἀριθμῶν τῆς βουλευτικῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἂς ἀναπνεύσωμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, οἱονεὶ ἐν σταθμῷ, ὑμεῖς μὲν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐν τῇ μακαρίᾳ βεβαιότητι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1887 τὰ χρηματοκιβώτια τῶν ταμείων τοῦ Κράτους δὲν θὰ χωροῦν τὸ περισσεῦον χρῆμα, ὅπερ θὰ πλημμυρήσῃ τὰς ὁδοὺς, ἡμεῖς δὲ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) μὲ τὴν ἀπέλπιδα εὐχὴν, νὰ διαψευσθῶμεν εἰς τὰς λυπηρὰς γνώμας, ἃς ἔχομεν, περὶ τῶν γνωστῶν πλέον ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Θεωρῶ δὲ καλὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω ὑμῖν, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ θὰ πραγματευθῶ, δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, δὲν εἶναι ποσῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι οὐδὲ ζήτημα κἄν, κυρίως εἰπεῖν, μομφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μόνον νόμιμος ἔλεγχος μιᾶς πράξεως αὐτοῦ, εἰς ὃ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Ἴσως διὰ τοῦ ἐλέγχου τούτου δυνηθῶμεν νὰ σταματήσωμεν ὀλεθρίαν τακτικὴν, ἥτις, ἐὰν ἐπικρατήσῃ, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ μηδενίσῃ πολύτιμον ἐν τῇ κοινωνίᾳ μας ἀγαθὸν, τὴν ἀνεξαρτησίαν τουτέστι τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ἐπὶ βλάβῃ τρισμεγίστῃ πολυτίμων κοινωνικῶν συμφερόντων. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς πάντας, ἀνεξαρτήτως κόμματος καὶ πολιτικῆς θέσεως, ὡς πρὸς δικαστὰς, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ πράξεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· ἐπιτραπήτω μοι δὲ ν’ ἀπευθυνθῶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς Συναδέλφους μου ἐν τῷ δικηγορικῷ ἐπαγγέλματι, τοὺς παρακαθημένους ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, οἵτινες καὶ ἐνδιαφέρον ἰδιαίτερον ἔχουσι κατά τινα τρόπον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ καὶ ἀκριβέστερον δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὴν σημασίαν τοῦ μελετωμένου ζητήματος. Διὰ νὰ τεθῆτε, Κύριοι, ἐν θέσει νὰ ἐκτιμήσητε τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐκφέρητε τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην σας, πρέπει νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰ τῆς ὑποθέσεως ὡς συνέβησαν, καὶ τούτου ἀμέσως ἐπιλαμβάνομαι, ἐξαιτούμενος τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας. Ὁ ἐν Πάτραις ἀξιόλογος δικηγόρος κ. Ἀναστάσιος Τσέλος ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν διὰ τετραμήνου παύσεως. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐκύρωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετριάσας μόνον τὴν διάρκειαν τῆς καταγνωσθείσης ποινῆς. Ἀλλὰ διατὶ ἐτιμωρήθη ὁ μνησθεὶς δικηγόρος; Ἐθεωρήθη ἄξιος τῆς τοιαύτης τιμωρίας διά τινα διατριβὴν, ἣν ἐδημοσίευσεν ἐν τῷ «Φορολογουμένῳ», ἐγκρίτῳ ἐφημερίδι τῶν Πατρῶν, ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 25 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ἐν ᾗ διατριβῇ οἱ τιμωρήσαντες ἐνόμισαν, ὅτι διέκριναν τὰ στοιχεῖα πειθαρχικοῦ παραπτώματος....
§12ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔχετε πρόχειρον τὴν διατριβὴν ταύτην καὶ δύνασθε νὰ τὴν ἀναγνώσητε;
§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἡ διατριβὴ εἶναι ὀλίγον ἐκτενὴς, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ μέρη, ἅτινα ἐθεωρήθησαν ὡς περικλείοντα τὰ στοιχεῖα τῆς πειθαρχικῆς παραβάσεως.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλλίτερα ὁλόκληρον.
§15ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ διατριβὴ δὲν λέγει τι ἐπιλήψιμον.
§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσω, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ἀλλαχοῦ ἔγκειται ἡ σπουδαιότης τῆς ὑποθέσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀναγνωσθείσης διατριβῆς, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, μετ’ ἀγανακτήσεως μάλιστα, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ κατηγορητηρίου, ἔσπευσε νὰ κοινοποιήσῃ κατηγορητήριον εἰς τὸν κ. Τσέλον, καὶ νὰ καλέσῃ αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν ἐσπευσμένως,—διότι ἔταξεν αὐτῷ 25 ὡρῶν προθεσμίαν, ἐνῷ ἀλλαχοῦ καὶ ἡ δεκαπενθήμερος ἐθεωρήθη μικρά.—Ὁ ἐγκαλούμενος δικηγόρος ἀπελογήθη διὰ διεξοδικοῦ ἐγγράφου ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐν ᾧ ἐκφράζει τὴν ἀπορίαν του διὰ τὴν ἐγερθεῖσαν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν ἐπὶ δημοσιεύμασιν ἀνεπιλήπτοις, ἅτινα ἄλλως οὐχὶ ὡς δικηγόρος ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων του ἐδημοσίευσεν. Ἐν τούτοις ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπιμένει εἰς τὴν κατηγορίαν του καὶ ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἑξαμήνου προσωρινῆς παύσεως, ἣν τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν δέχεται ἐν μέρει καὶ ἐπιβάλει τῷ κατηγορηθέντι δικηγόρῳ τετράμηνον τοιαύτην. (Ἀναγινώσκει τὸ κατηγορητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν πρότασιν αὐτοῦ, τὴν ἀπολογίαν τοῦ δικηγόρου καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν).
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖοι Δικασταὶ ἐξέδωκαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην;
§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως τὰ ὀνόματα, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε σᾶς πληροφορῶ, ὅτι πρόκειται περὶ Δικαστῶν κατὰ πάντα ἐντίμων καὶ ἀκεραίων, ποσῶς δὲ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπικρίνω τὴν ἀπόφασίν των, διότι, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τινὰς αὐτῶν προσωπικῶς, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὸ φιλοδίκαιον καὶ εὐθὺ τοῦ χαρακτῆρός των· πιθανῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐξ ἐσπευσμένης κρίσεως, ἢ ἐκ πνεύματος συναδελφότητος, ἢ τέλος ἐξ ἐσφαλμένης νομικῆς πεποιθήσεως, προέβησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, πάντοτε ὅμως ἀπ’ ἀγαθῆς συνειδήσεως καὶ ἐν καλῇ τῇ πίστει· ἄλλως τε ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ ὑπαγάγωμεν τοὺς Δικαστὰς εἰς τὸν ἡμέτερον ἔλεγχον. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι καὶ τὰ Δικαστήρια, ἐπιβάλλοντα πειθαρχικὰς ποινὰς ἐκτὸς τοῦ ἀκροατηρίου, ἐκτελοῦσιν ἔργα διοικήσεως, ἀλλ’ ἐγὼ, διστάζων περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης ταύτης, περιορίζομαι εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὃν ἐν πᾶσι θεωρῶ ὑπεύθυνον ἐνώπιον τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος, φρονῶν, ὅτι ἔργα διοικήσεως ὁ Ὑπουργὸς ἐπιτελεῖ καὶ ὅταν ἐν δευτέρῳ βαθμῷ περὶ τῶν πειθαρχικῶν ἀποφαίνηται.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἰσόβιοι τὸ ἑξεκοντάκισαν.
§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τὴν λέξιν ἰσόβιοι, καὶ προκαλοῦμαι εἰς μίαν παρέκβασιν· ἴσως ἄλλοτε λάβω ἀφορμὴν νὰ προκαλέσω εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπως μελετηθῶσι τὰ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐν γενικῷ κανόνι ν’ ἀποφαινώμεθα περὶ τοῦ βαρυσημάντου τούτου ζητήματος· διότι ἀφ’ ἑνὸς εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἰς τοὺς εὐπαιδεύτους καὶ ἐναρέτους Δικαστὰς ἀπέδωκεν ἀνεξαρτησίαν, καταστήσασα αὐτοὺς πολύτιμον ἐγγύησιν, εἰς χαλεπὰς μάλιστα περιστάσεις, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐπίσης ἐξησφάλισε καὶ τοὺς ἀμαθεῖς καὶ κακοὺς, καταστήσασα αὐτοὺς θρασεῖς καὶ ἐν ἀφοβίᾳ ὀργιάζοντας· ἂν δὲ ἐκ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔχωμεν ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθὸ εἰδικὸς, δύναται ἀσφαλέστερον παντὸς ἄλλου νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. (Ἰλαρότης). Πιθανὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς, ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας του πείρας, ἣν ἔσχεν ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἰδίᾳ του ἐπαρχίᾳ, νὰ ἔχῃ δικαίας ἀφορμὰς εἰς τὸ νὰ προφέρῃ τὰς λέξεις, ἃς ἠκούσατε, ἀλλ’ ἐγὼ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἐν Πάτραις δὲν εἴχομεν τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχομεν, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν Δικαστὰς ἀκεραίους καὶ εὐσυνειδήτους, πλὴν εὐαρίθμων ἐξαιρέσεων, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Πάτραις ἤθελεν εἶσθαι προβληματικὴ, διότι οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε χαλινὸς εἰς τὴν ἀπροκαλύπτως ἀκολασταίνουσαν τοπικὴν Ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, ν’ ἀσχοληθῶμεν σήμερον οὔτε περὶ ἰσοβιότητος οὔτε περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἀποφάσεως τῶν Δικαστῶν· πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὃν ἡ Πολιτεία ἔταξεν ἀνώτατον διαχειριστὴν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀποφαινόμενον ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν ἐν δευτέρῳ καὶ ὁριστικῷ βαθμῷ, καὶ ὅστις ὀφείλει διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας του ταύτης ὡς καὶ διὰ πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ λόγον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Περὶ τούτου λοιπὸν ἀσχολούμενος θὰ προκαλέσω, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ζητήματος, τὴν γνώμην σας, ἐὰν εὑρίσκητε νόμιμον τὴν κατὰ τοῦ δικηγόρου κ. Τσέλου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφανθῶμεν, ὡς μᾶς συνιστᾷ τὸ σοφώτατον καὶ πρακτικώτατον Γαλλικὸν ἀπόφθεγμα: «Les bonnes definitions sont les bonnes discussions». Καὶ λοιπὸν, ὁ δικηγόρος εἶναι πειθαρχικῶς τιμωρητέος δι’ ὅσα οὐχὶ ἐν Δικαστηρίῳ, οὐχὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του, ἀλλ’ ἐκτὸς ἐκείνου καὶ ἀσχέτως πρὸς ταῦτα εἶπεν ἢ ἔγραψεν; Ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, καὶ μόνον πρὸς στιγμὴν,—διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν ἦτο ὄντως ἀληθὴς ἡ ὑπόθεσις αὕτη,— ἂν ὑποθέσωμεν, λέγω, πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ δικηγόρος ὑπέχει πειθαρχικὴν εὐθύνην διὰ πάσας αὐτοῦ τὰς πράξεις καὶ τὰς λέξεις, ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε λεχθείσας, ἀδιαφόρως δὲ, ἂν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του, ἢ οὔ, τί εὑρίσκετε, παρακαλῶ, τὸ μεμπτέον ἐν τῷ δημοσιεύματι, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα; Ἴσως ὀλίγαι διατριβαὶ, ἐξ ὅσων κατὰ καιροὺς ἐδημοσιεύθησαν, εἶναι συντεταγμέναι μετὰ τοσαύτης κοσμιότητος καὶ γεγραμμέναι μετὰ τόσης σεμνότητος. Ὡς ἐνθυμεῖσθε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς διατριβῆς, ὁ κ. Τσέλος ἐν ἀρχῇ ταύτης παραπονεῖται κατὰ τῆς ὀλιγωρίας τῆς δημοσιογραφίας, ἥτις σιγᾷ παντελῶς, ἢ σπανίως ἀσχολεῖται περὶ τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστικῶν ἐκτρόπων. Μετὰ τὰς γενικότητας ταύτας, δίδει τὴν εἰκόνα Δικαστῶν, ἐκπληρούντων εὐόρκως τὰ ὑψηλὰ αὑτῶν καθήκοντα καὶ ἀπηλλαγμένων τῶν ἀπρεπῶν τρόπων, οὓς ἔνιοι τούτων κατὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων μεταχειρίζονται. Ἠκούσατε, παρακαλῶ, νὰ ἀναφέρῃ ποῦ τῆς διατριβῆς του ὁ δημοσιογράφος δικηγόρος δικαστικὸν πρόσωπον, ἢ νὰ κάμνῃ χρῆσιν ὑβριστικῶν φράσεων, ἔστω καὶ ἀορίστως; Ἂν ὁ κ. Τσέλος δίδῃ τὴν εἰκόνα καλῶν Δικαστῶν, ἐξαίρων τὰ προσόντα αὑτῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλους, στερουμένους τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, ποῖος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν διάνοιάν του ἱεροεξεταστικῶς καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «τὸν δεῖνα Δικαστὴν ἢ Πρόεδρον ἐννοεῖς νὰ ἐπικρίνῃς, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν παρὰ σοῦ ἐν τῇ διατριβῇ ἐξυμνούμενον, καὶ πρέπει νὰ σὲ τιμωρήσω»; Ἐν ταῖς περικοπαῖς ἄρα τῆς διατριβῆς, ἐν αἷς αἱ ἀνωτέρω ἔννοιαι περικλείονται, οὐ μόνον σκιὰ πειθαρχικῆς παραβάσεως δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἄκοσμός τις φράσις διέλαθε τὴν ἐπιστημονικωτάτην γραφίδα τοῦ συμπολίτου μου κ. Τσέλου. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν κατὰ Νόμον ἀνηνέχθη ἡ ὑπόθεσις, ὡς δεύτερον καὶ ὁριστικὸν δικαστὴν τῶν πειθαρχικῶν παραπτωμάτων, ἐκύρωσε κατ’ ἀρχὴν τὴν πειθαρχικὴν ἀπόφασιν καὶ ἐτιμώρησε τὸν δικηγόρον Τσέλον διὰ μηνιαίας παύσεως. Θλίβομαι τῳόντι διὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις μάλιστα ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα τῶν δικηγόρων! Ἀλλ’, ὡς φαίνεται, ἐνόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ σφαλερὸν τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἵστατο, ἠσθάνθη τὰς βάσεις τῆς ἀποφάσεώς του σαλευομένας, καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη, ὅπως στηρίξῃ τὴν νομικῶς κλονιζομένην ἀπόφασίν του, νὰ προσφύγῃ εἰς νέα ἐρείσματα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ἦναι νομικῶς στερεὰ, ἐὰν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ὑπόστασίν των, δὲν ἦσαν ἀνακριβῆ καὶ ἀνύπαρκτα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς δυσχερείας, εἰς ἣν οὗτος εὑρέθη, καὶ περὶ τοῦ ἀνυπάρκτου τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἅτινα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀποφάσεώς του ἐπικαλεῖται.....
§22ΣΑΚΚΗΣ. Ποίαν γνώμην ἐξήνεγκεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὑποβάλλων τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης;
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προέτεινεν ὅπως ἐπιβληθῇ τῷ δικηγόρῳ κ. Τσέλῳ πεντηκοντάδραχμον πρόστιμον· παρέλειψα δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν πρότασίν του, διότι, καίτοι ἐπιεικεστάτη, στηρίζεται περίπου ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν.
§24ΚΑΝΑΡΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν;
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ παρὰ τοῖς ἐν Πάτραις Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς κ. Μπούφης, λειτουργὸς ἄξιος πάσης τιμῆς, δι’ ἣν πολιτείαν μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν ἐπεδείξατο ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ἀκούσατε παρακαλῶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ἀναγινώσκει ταύτην). Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σημειώσητε τὴν περικοπὴν τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν λέγουσαν: «Ἐπειδὴ... καταδεικνύεται, ὅτι ὁ δικηγόρος κ. Ἀναστάσιος Τσέλος προέβη εἰς τὴν σύνταξιν καὶ δημοσίευσιν τῆς διατριβῆς ταύτης πρὸς ἐπίκρισιν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς δίκην, εἰς ἣν ἦτο ὑπερασπιστὴς τοῦ κατηγορουμένου, ἐν τῇ ἐπικρίσει του δὲ ταύτῃ παρεσύρθη καὶ εἰς χλευαστικοὺς ὑπαινιγμοὺς κατὰ μελῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, ὅπερ ἕνεκα τῆς δικηγορικῆς ἰδιότητός του ἀποτελεῖ παράπτωμα πειθαρχικῶς τιμωρητέον. Διὰ ταῦτα κλπ.» Αἱ φράσεις αὗται τῆς ἀποφάσεως μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ σᾶς εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, αἰσθανθεὶς τὸ ἔδαφος κλονιζόμενον, ἠναγκάσθη νὰ ἀναζητήσῃ στηρίγματα τῆς ἀποφάσεως του εἰς νέα καὶ ἀνακριβῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἠλήθευον, ἠδύναντο κατά τινα ἔννοιαν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐπικρινομένην ἀπόφασίν του. Τῳόντι ἐν τῇ διατριβῇ του ὁ κ. Τσέλος ἀναφέρει, ὅτι «ἔνιοι τῶν Δικαστῶν δὲν διστάζουσι καὶ αὐτὰ τὰ τοῦ νομοθέτου καθήκοντα νὰ οἰκειοποιῶνται καὶ πομπωδῶς ἐκ τῆς ποινικῆς διαδικασίας τὴν exceptio veritatis νὰ διαγράφωσιν». Εἰς ταύτας δὲ τὰς φράσεις, ἀποτελούσας τὴν ἐπίκρισιν ἀποφάσεώς τινος ἐπὶ ποινικῆς δίκης, διεξαχθείσης ἀρτίως ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Πατρῶν, ἐνόμισεν, ὅτι εὑρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ στοιχεῖα πειθαρχικοῦ παραπτώματος.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ καταδικασθεὶς δικηγόρος ἦτο ὑπερασπιστὴς εἰς τὴν δίκην ταύτην;
§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα ὄχι· καὶ περὶ τούτου ἐκ προνοίας—διότι εἶχον ἀναγνώσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—ἐζήτησα πιστοποιητικὸν παρὰ τοῦ κ. Γραμματέως τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, δι’ οὗ βεβαιοῦται, ὅτι ὁ δικηγόρος κ. Τσέλος παντάπασι δὲν μετέσχε τῆς δίκης, ἥτις σχετίζεται μὲ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ διατριβῇ ἐπικρινομένην ἀπόφασιν. Ἀποδίδω δὲ σημασίαν εἰς τὸ γεγονὸς, ἂν εἶχε λάβει μέρος ἢ οὔ εἰς τὴν δίκην ταύτην ὁ κ. Τσέλος, διότι, ἐὰν εἶχε λάβει, ἠδύνατό τις εἰπεῖν, ὅτι ὅσα ἔγραψε σχετίζονται κατά τινα ἔννοιαν μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του· διὰ τοῦτο λυποῦμαι μὲν διὰ τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ καὶ εὐχαριστοῦμαι συγχρόνως, διότι ἐνδεικνύεται, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην αὐτοῦ ἡ ὑπουργικὴ ἀπόφασις πρὸς νόμιμον στήριξίν της· ἐντεῦθεν δὲ ἐπιῤῥωνύεται ἡ κεντρικὴ ἰδέα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ὅτι τουτέστιν οἱ δικηγόροι μόνον διὰ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων των εὐθύνονται πειθαρχικῶς.
§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῶν ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι μετέσχε τῆς δίκης ὡς ὑπερασπιστὴς τῶν κατηγορουμένων.
§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι παντάπασι δὲν μετέσχε, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε εἰς τὸν ἀνακριβέστατον τοῦτον ἰσχυρισμόν σας, τὸν ὁποῖον ἀνεγράψετε ἐν τῇ ἀποφάσει σας· διὰ νὰ ἐκλείψῃ δὲ πᾶσα ἀμφιβολία, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Γραμματέως τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν. (Ἀναγινώσκει). Διὰ νὰ λάβητε ὅμως πλήρη ἰδέαν, κ. Βουλευταί, περὶ τοῦ σοβαροῦ ἐγκλήματος, ὅπερ διέπραξεν ὁ κ. Τσέλος, ἐπικρίνας, ὡς ἀορίστως καὶ κοσμίως ἐπέκρινε, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ, ὅσον δυνηθῶ συντομώτερον, τὰ τῆς δίκης ταύτης, εἰς ἣν, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐκ τρίτου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ κ. Τσέλος δὲν ἔλαβε παντάπασι μέρος. Οἱ ἀξιότιμοι ἐν Πάτραις ἔμποροι Γεωργόπουλος καὶ Λαγογιάννης, μοὶ φαίνεται, διά τινος διατριβῆς των, ἐν ἐκτάκτῳ παραρτήματι δημοσιευθείσης, κατηγόρησαν ἕνα τῶν Ἀστυνόμων Πατρῶν, ὅτι ἐπί τινος ἐνεργείας του ἐδωροδοκήθη· ἐντεῦθεν προέκυψαν ἀμοιβαῖαι κατηγορίαι καὶ ἀνακρίσεις, ἐπὶ δωροδοκίᾳ τοῦ μὲν, καὶ συκοφαντίᾳ τῶν δὲ, μεθ’ ἃς ὁ μὲν κατηγορηθεὶς Ἀστυνόμος ἀπηλλάγη διὰ βουλεύματος τῆς ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορίας, οἱ δὲ κατηγορήσαντες αὐτὸν παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ συκοφαντίᾳ· διεξαγομένης τῆς δίκης ταύτης, οἱ κατηγορούμενοι προσήγαγον μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν ἀθωότητά των, ὅτι τουτέστι δὲν ἐσυκοφάντησαν, ἀλλ’ ἀληθῆ ἦσαν ὅσα ἔγραψαν· τοῦτο κατ’ ἐμὲ καὶ λογικὸν ἦτο καὶ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐπιτρεπόμενον· διότι ὁ ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορούμενος πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του, καὶ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν κατηγορίαν, εἰμὴ ἀποδεικνύων, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν συκοφαντία, ἀλλ’ ἀλήθεια; Ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον, ἐσφαλμένως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἑρμηνεῦον τὸν Νόμον, δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς προσάψεως, καὶ εὐθὺς ὡς ἐπαρουσιάζετο μάρτυς ὑπερασπίσεως καὶ ἐπεχείρουν οἱ κατηγορούμενοι ἢ οἱ συνήγοροί των νὰ ἐρωτήσουν, ἂν τῳόντι ἐδωροδοκήθη ὁ Ἀστυνόμος, ὁ Πρόεδρος ἰσχυρῶς ἀντετάσσετο, λέγων: «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσητε περὶ τούτου, διότι ὁ ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορηθεὶς Ἀστυνόμος ἐδικάσθη διὰ βουλεύματος καὶ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ δεδικασμένον». Οἱ κατηγορούμενοι διεμαρτύροντο λέγοντες: «ἂς ἔχῃ τὸ δεδικασμένον· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ καταδικάσητε τὸν Ἀστυνόμον, ἀλλὰ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅσα εἴπομεν ἦσαν ἀληθῆ, καὶ ἑπομένως εἴμεθα ἀθῶοι τῆς ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορίας». Ἐν τούτοις ὁ Πρόεδρος ἐπέμενεν ἀπαγορεύων τὴν ἐπὶ τοιούτου θέματος ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων· οἱ κατηγορούμενοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Δικαστήριον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξέδοτο σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου ἀπόφασιν.
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τίς ἦτο ὁ Πρόεδρος;
§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τραμουντάνας, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου ὀφείλω δημοσίᾳ νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι εἶναι εἷς τῶν καλλίστων Προέδρων, ἐξ ὅσων ἀπηλαύσαμεν ἐν Πάτραις, οὐκ ὀλίγον συντελέσας καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ, οὗτινος μετ’ ἀκαμάτου ζήλου καὶ ἀξιεπαίνου εὐθύτητος αὐτοπροσώπως διευθύνει τὰς συνεδριάσεις, ὡς δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ τὸ εἴπω καὶ ἰδιαιτέρως ἐρωτηθεὶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε πῶς συμβιβάζονται ὅσα λέγετε ὑπὲρ αὐτοῦ μὲ τὴν ἐν τῇ ἀφηγουμένῃ ὑποθέσει διαγωγήν του;
§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω τὸ ἀσυμβίβαστον· δύναται ὁ Δικαστὴς νὰ ἦναι εὐθὺς καὶ ἀκέραιος, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀναμάρτητος· κατὰ δὲ τὴν κρίσιν μου, ἡμαρτημένως ἡρμηνεύθη ὁ Νόμος ἐν τῇ δίκῃ τῶν κ.κ. Γεωργοπούλου καὶ Λαγογιάννη· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος, ὅπως ἀρνηθῶ τὰς ἀρετὰς, αἵτινες διακρίνουσι τὴν ὅλην δικαστικὴν πολιτείαν τοῦ ἐν Πάτραις Προέδρου.—Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν. Οἱ κατηγορούμενοι Γεωργόπουλος καὶ Λαγογιάννης, καταδικασθέντες ἐπὶ συκοφαντίᾳ εἰς πολλῶν μηνῶν φυλάκισιν, ἐζήτησαν τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, λόγῳ περιορισμοῦ ὑπερασπίσεως, διότι δὲν τοῖς ἐπετράπη ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τῆς προσάψεως. Τί δὲ ἀπεφάσισεν ὁ Ἄρειος Πάγος; Ἀπεφάσισεν αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ κατηγορούμενοι, αὐτὸ ἐκεῖνο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ κ. Τσέλος ἐν τῇ διατριβῇ του, δι’ ἣν ἐκρίθη πειθαρχικῶς τιμωρητέος. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, δι’ αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησεν αὐτὴν ἐπικριτέαν ὁ δικηγόρος κ. Τσέλος. Ἰδοὺ δὲ πῶς ὀρθότατα ἐσκέφθη ὁ Ἄρειος Πάγος. (Ἀναγινώσκει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 114 ποινικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:) «Τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συγκείμενον κτλ. Ἐπειδὴ τὸ δικάσαν Πλημμελειοδικεῖον, μὴ ἐπιτρέψαν εἰς τοὺς ἀναιρεσείοντας καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ καταδικασθέντας Γεωργόπουλον καὶ Λαγογιάννην ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν τῆς γενομένης προσάψεως, μηδὲ νὰ ἐπικαλεσθῶσιν αὐτὴν κατὰ τὴν ἀπολογίαν των, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, κριθέντος διὰ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ συκοφαντηθέντος, εἶναι τελεσιδίκως ἀποδεδειγμένη ἡ ἀλήθεια τῆς προσαφθείσης πράξεως, δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν κατὰ Νόμον ἀκρόασιν καὶ οὕτω κατέστησε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 407 § 8 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναιρετέας τὰς προσβαλλομένας ἀποφάσεις· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ περὶ ἐξυβρίσεων Νόμου ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς ὁ κατηγορηθεὶς ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἐὰν ἀποδείξῃ ἐντελῶς τὴν ἀλήθειαν τῆς γενομένης προσάψεως· τὸ δὲ ἀποφανθὲν βούλευμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, ἀπαλλάσσει μὲν τὸν συκοφαντηθέντα πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, δὲν ἰσχύει ὅμως νὰ στερήσῃ τοὺς ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορουμένους τοῦ ὑπὸ τοῦ Νόμου χορηγουμένου αὐτοῖς δικαιώματος νὰ ἐπικαλεσθῶσι καὶ ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν τῆς γενομένης προσάψεως, ὅπως ἀποκρούσωσι τὴν κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν. Διὰ ταῦτα. Ἰδὸν κτλ. ἀναιρεῖ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 3,033 καὶ 3,034 ἐ. ἔ. ἀποφάσεις τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν.»
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν κατεδιώχθη πειθαρχικῶς ὁ Ἄρειος Πάγος;
§35ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπηρτίζετο ἐκ δικηγόρων. (Ἰλαρότης). Ἠκούσατε ἤδη, Κύριοι, ἀναλυομένας πάσας τὰς φράσεις τοῦ δημοσιεύματος καὶ δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε, ἂν εἰς ταύτας δύναταί τις νὰ εὕρῃ στοιχεῖα πειθαρχικοῦ παραπτώματος· ἀμφιβάλλω, ἂν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐπιστημονικὴ ἐπίκρισις ἁβροτέρα καὶ κοσμιωτέρα. Ἀναγινώσκω καθ’ ἑκάστην ἐν ταῖς ἐφημερίσι τόσον δριμείας ἐπικρίσεις ὑπὸ δικηγόρων κατὰ τῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν Δικαστῶν, ἀκούω ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις συζητήσεσι τόσον τραχείας φράσεις κατ’ αὐτῶν, ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἂν ἐφηρμόζετο τὸ μέτρον, ὅπερ ἐνεκρίθη κατὰ τοῦ κ. Τσέλου, δὲν γνωρίζω πόσοι δικηγόροι θὰ ἦσαν εἰς τὴν θέσιν των. Ἀλλ’ ἄλλη εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη ἔποψις τοῦ ζητήματος· παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅπερ παντελῶς δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς δύνασθε ἤδη νὰ κρίνητε, ὅτι ἡ διατριβὴ τοῦ κ. Τσέλου ἐνεῖχε καὶ προσβλητικοὺς ὑπαινιγμούς, ὅτι περιεῖχε καὶ τὰ στοιχεῖα πειθαρχικοῦ παραπτώματος, μολονότι οὐδὲ σκιὰ τοιούτου ἐνυπάρχει, ὡς παρετηρήσατε· ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει, ἐρωτῶ: ὁ κ. Τσέλος ἦτο δοσίλογος τῶν πειθαρχικῶν Ἀρχῶν; Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ πολίτης, ὅταν τυγχάνῃ νὰ ᾖναι καὶ δικηγόρος, εὐθύνεται πειθαρχικῶς διὰ πάντας τοὺς λόγους καὶ διὰ πάσας τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τοῦ Δικαστηρίου καὶ οὐχὶ ἀσχέτους τῶν καθηκόντων αὐτοῦ; εὐθύνεται πειθαρχικῶς καὶ δι’ ὅσα διὰ τοῦ τύπου γράψῃ; Τὴν καταφατικὴν γνώμην ὑποστηρίζουσιν ἀπροκαλύπτως οἱ συντάκται τῶν ἐπικρινομένων πειθαρχικῶν ἀποφάσεων· τὴν γνώμην ταύτην ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ χαρακτηρήσω, ἂν ὄχι ὡς ἀξιοστιγμάτιστον, βεβαίως ὅμως ὡς ἀξίαν σφοδρᾶς κατακρίσεως. Ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ἐπικρατήσῃ, τετέλεσται, τετέλεσται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, τετέλεσται περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ εὐγενοῦς καὶ ἐντίμου ἐπαγγέλματος τῶν δικηγόρων! Καὶ προσέξατε πολὺ, Κύριοι, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος! Δυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν λίαν ἐπικαίρως μετὰ τοῦ Ἁμλέτου: «Ὑπάρχειν ἢ μὴ ὑπάρχειν· ἰδοὺ τὸ ζήτημα.» Ποῦ δὲ στηρίζουσι τὴν γνώμην των οἱ θέλοντες νὰ ἔχωσιν ὑποχειρίαν τὴν φύσει ἐλευθέραν καὶ ἀνεξάρτητον τάξιν τῶν δικηγόρων; Ἐπικαλοῦνται τὰ ἄρθρα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἐπικαλοῦνται τὰ προηγούμενα, ἐπικαλοῦνται νομοθεσίας, νομολογίας καὶ γνώμας συγγραφέων ἄλλων Κρατῶν. Οἰκτρὰ παρερμηνεία τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἀξιοκατάκριτος ἀπομίμησις προηγουμένων τινῶν παρομοίων ἀτόπων, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ἐσφαλμένη ἀντίληψις τῶν παρὰ τοῖς ἄλλοις Ἔθνεσι κρατούντων. Ἐπικαλοῦνται τὰ ἄρθρα 146, 147 καὶ 292 τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἅτινα ὅμως καὶ δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως δεικνύουσι τὴν ἔννοιάν των, ὅτι τουτέστι πρόκειται περὶ παραβάσεων τῶν δικηγόρων ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, ἢ ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίας ἐποχῆς εἶναι ὁ Ὀργανισμὸς, εἴτε τίνων κειμένων ἀντιγραφὴ, οὔτε ἂν ἰσχύουν τινὲς τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐναντίον νεωτέρων Νόμων καὶ ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ καὶ οἱ πεπαλαιωμένοι οὗτοι Νόμοι, ἐκλαμβανόμενοι ὡς ἐν πᾶσιν ἰσχύοντες, λέγουσι τοιοῦτόν τι; Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωμεν τὰ ἄρθρα: «Ἄρθρον 146 Ὀργανισμοῦ. Οἱ δικηγόροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μετέρχωνται τὰ ἔργα των ἐλευθέρως καὶ ἀνεμποδίστως, ἀπέχοντες ἀπὸ ψευδῶν καὶ ἀνυπάρκτων πραγμάτων, καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ καταπλήττωσι διὰ παραθέσεων, καὶ ἐν γένει ἀπὸ παντὸς μὴ εὐθέος μέσου καὶ ἀπὸ περιττῶν καὶ ἀχρήστων λόγων.» Δὲν προκύπτει σαφῶς ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι πρόκειται περὶ δικηγόρων ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ προφορικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς ὑποθέσεων; «Ἄρθρον 147. Οἱ δικηγόροι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μὴ παρορῶσι τὸ πρὸς τὸ Δικαστήριον καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὀφειλόμενον σέβας, καὶ νὰ φυλάττωσι τὴν προσήκουσαν σεμνότητα καὶ μετριότητα τῶν ἐκφράσεων εἰς τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους ἐκθέσεις των. Ἰδίως ἀπαγορεύεται αὐτοῖς νὰ προφέρωσιν ὑβριστικὰς λέξεις καὶ νὰ καθάπτωνται προσώπων, ἐκτὸς μόνον ἂν ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ἀναγκαῖον πρὸς ὀρθὴν παράστασιν τοῦ πράγματος, ἢ ἤθελον λάβει ἔγγραφον παραγγελίαν παρὰ τοῦ πελάτου των.» Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅταν αἱ λέξεις αὐτοῦ ἦναι σαφεῖς, μηδεμίαν καταλείπουσαι ἀμφιβολίαν; Ὅταν τὸ ἄρθρον πραγματεύηται περὶ προφορικῶν καὶ ἐγγράφων προτάσεων, ὅταν ὁμιλῇ περὶ πελάτου, ἔχετε ἀνάγκην ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ποσῶς δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ δικηγόρου ὡς πολίτου καὶ ἐπιστήμονος, δημοσιογραφοῦντος περὶ ζητημάτων ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ; Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, καὶ διὰ νὰ μὴ τολμήσῃ καὶ ὁ κακοπιστότερος ἑρμηνευτὴς νὰ προβάλῃ ἀντίθετον γνώμην, ἂς ἀναγνώσωμεν, παραλείποντες τὸ ἄσχετον καὶ μὴ ἐπικαλούμενον 148 ἄρθρον, τὸ μετ’ αὐτὸ ἀμέσως ἑπόμενον. «Ἄρθρον 149. Αἱ παραβάσεις τῶν εἰς τὰ ἄρθρα 146 μέχρις 148 διατάξεων τιμωροῦνται παρὰ τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως.» Τί ἄρα ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀριδήλως συνάγεται; Ὅτι πρόκειται περὶ ἠρτημένης ἐν Δικαστηρίῳ ὑποθέσεως, κατὰ τὴν ἔγγραφον ἢ προφορικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὁποίας ὁ δικηγόρος παρέβη τὰ εἰς αὐτὸν ἐπιβεβλημένα καθήκοντα. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ταῦτα δύνανται νὰ ἔχωσι μὲ τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ; Ἀλλ’ ἂς ἀκούσωμεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, εἰς ὃ ἐπικουρικῶς κατέφυγον. «Ἄρθρον 292. Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται, ἀκόμη καὶ τότε τιμωροῦνται μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν, ὅταν διὰ ραθυμίαν, ὀκνηρίαν ἢ κουφότητα παραμελῶσιν ἢ παραβαίνωσι τὸ καθῆκον τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ ἐκτὸς τούτου καὶ διὰ κακοήθους διαγωγῆς καθίστανται ἀνάξιοι τῆς ὑπηρεσίας των.» Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀμφίβολον, ἂν τὸ ἄρθρον τοῦτο, πραγματευόμενον περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἐννοῇ νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς δικηγόρους, οἵτινες κατέχουσιν ἰδιοφυᾶ θέσιν ἐν τῷ τάγματι τῶν ὑπαλλήλων, καὶ περὶ ὧν ἄλλως τε ἔχομεν εἰδικὰς διατάξεις, ἃς πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν δικηγόρων, πῶς δύνανται νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶσιν, ἀφοῦ προφανῶς ὁμιλεῖ περὶ παραβάσεως καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας; Ὁ κ. Τσέλος, δημοσιεύσας ὅσα ἐδημοσίευσε, «παρέβη τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας του»; ἢ μήπως θέλουν νὰ ὑποστηρίξουν, ὅτι ἐπεδείξατο «κακοήθη διαγωγήν»; Τοιαῦτα, Κύριοι, τὰ κείμενα τῶν Νόμων. Προκαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκαλῶ πάντας τοὺς Συναδέλφους καὶ τοὺς ἐν γένει ἀσχολουμένους εἰς τὴν ὡραίαν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου, νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, ἂν τὰ ἄρθρα ταῦτα σχετίζωνται μὲ τὴν ἐξωτερικὴν δράσιν τοῦ δικηγόρου, ἢ μόνον μὲ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειώσατέ με, κ. Πρόεδρε.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μελετήσατε ὅσον θέλετε τὰ ἀναγνωσθέντα ἄρθρα τοῦ Ὀργανισμοῦ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδαμῶς θέλετε εὕρει, ἐν καλῇ πίστει ἑρμηνεύοντες ταῦτα, τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀντλήσῃ δικαίωμα φοβερὸν κατὰ τῶν δικηγόρων, τὸ ὁποῖον ἐνήσκησε κατὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Τσέλου. Πῶς ἦτο δυνατόν, Νόμοι ἐλευθέρου Κράτους, καὶ ἀνελευθέρου ἀκόμη, νὰ περιέχωσι τοιαύτην ἔννοιαν; νὰ καθιστῶσι τὸν δικηγόρον δοῦλον εἰς τὴν διάκρισιν καὶ εἰς τὴν δικτατορίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ; Προσέξατε, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, διότι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ τὴν ἔντιμον τῶν δικηγόρων τάξιν ἰδιαιτέρως. Τὸ ζήτημα τοῦ κ. Τσέλου εἶναι ζήτημα ὅλων τῶν δικηγόρων, καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς, καθ’ ἃς δὲν εἶχεν ἀμβλυνθῆ εἰσέτι ἡ πολιτικὴ εὐαισθησία, καὶ ἦτο ἀκμαῖον καὶ ζηλότυπον τὸ αἴσθημα περὶ φυλάξεως τῶν νομίμων δικαιωμάτων μας, ὅλοι ἤθελον παρέμβει, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν των. Ἐὰν τὰ πειθαρχικὰ Συμβούλια καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ ἐκτείνωσι τὴν πειθαρχικήν των ἐξουσίαν ἐφ’ ἅπασαν τὴν προσωπικότητα τοῦ δικηγόρου, καὶ τόσον πολὺ, ὅσον τὴν ἐξέτειναν ἐπὶ τοῦ κ. Τσέλου, τὸ πλέον ἐλεύθερον καὶ τὸ πλέον ἔντιμον ἐπάγγελμα τῶν δικηγόρων ἤθελε καταντήσει τὸ πλέον δοῦλον καὶ τὸ πλέον ἐξηυτελισμένον. Πῶς λοιπόν! Εἷς πολίτης, διότι εἶναι δικηγόρος, χάνει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δημοσιεύῃ τοὺς στοχασμούς του; Τί γίνεται πλέον τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος; τί δὲ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ αὐτοῦ; Ὁ δικηγόρος, διότι εἶναι τοιοῦτος, τίθεται ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πλέον Σύνταγμα εἰς ἕνα τόπον, ὅπου ἕκαστος Ὑπουργὸς δύναται νὰ μηδενίσῃ τὰς ἐγγυήσεις του, ἐπικαλούμενος ἀρχαίους ὀργανισμοὺς, καὶ τούτους ἐσφαλμένως ἑρμηνεύων. Ὁ δικηγόρος εἶναι πολίτης, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπολαμβάνει πάντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἀλλὰ πῶς θ’ ἀπολαμβάνῃ τούτων, ἐὰν ἕκαστος Ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸν κρατῇ ἐκ τοῦ τραχήλου καὶ νὰ τὸν παρακολουθῇ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τοῦ βίου του; Προστατεύσατε, Κύριοι, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, τὴν ἔντιμον καὶ εὐγενῆ τάξιν τῶν δικηγόρων, ὧν ἡ λειτουργία εἶναι τόσον ἀπαραίτητος διὰ πᾶσαν καλῶς καθεστηκυῖαν κοινωνίαν. Ὁ δικηγόρος εἶναι ὁ ὑπερασπιστὴς τῶν ἀδικουμένων, ὁ ἀντιλήπτωρ τῶν ἀσθενῶν, ὁ ὑψῶν τὴν φωνήν του κατὰ πάσης ἀδικίας. Αὐτὸς ἐγείρεται θαῤῥαλέος συνήγορος καὶ κατὰ τῶν ὑπερβολῶν καὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπ’ αὐτοῦ λοιπὸν θέλετε ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀνεξαρτησία, καὶ νὰ φιμωθῇ τὸ στόμα; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὸ ἐντεῦθεν προσγινόμενον κακόν; Ἐν τῷ αἰῶνί μας, ὅπου οἱ πάντες πλουτοῦσι καὶ ὑλικῶς εὐημεροῦσιν, οἱ δικηγόροι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πένονται, ἔχοντες τὴν ἠθικὴν μόνον εὐχαρίστησιν, ὅτι ἀπολαμβάνουσι τῶν εὐλογιῶν τῶν προστατευομένων καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν συντρεχομένων. Ω! δὲν γνωρίζω κἀνὲν ἐπάγγελμα εὐγενέστερον καὶ ἱερώτερον τοῦ δικηγόρου, ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὁποίων προκύπτουσιν οἱ κατέχοντες τὰ ὕψιστα ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀξιώματα. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, κ. Ὑπουργὲ, τὸ δικηγορικὸν βῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνήλθομεν εἰς τοῦτο· ἂν εἰς τὸ βῆμα ἐκεῖνο ὑπερησπιζόμεθα τὰ κατὰ μέρος δίκαια τῶν πολιτῶν, καὶ ἐνταῦθα τοῦτ’ αὐτὸ εἰς εὐρυτέρας διαστάσεις καλούμεθα νὰ ὑπερασπίσωμεν, τὰ δίκαια τουτέστι καὶ τὰ λυσιτελῆ τῇ ὅλῃ πατρίδι. Σεῖς λοιπὸν ὁ δικηγόρος θέλετε νὰ φιμώσητε τὸ στόμα τῶν δικηγόρων; θέλετε νὰ δέσητε τὰς χεῖρας αὐτῶν; Καὶ ποῖος ἄλλος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξῃ τὰς ὑπερβασίας τῶν Ἀρχῶν, καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὸν Τύπον νὰ προσφύγῃ; Καὶ πῶς ἄλλως ἢ διὰ τῶν κοσμιωτέρων φράσεων νὰ τὸ πράξῃ; Εἰς τὸ Δικαστήριον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Θέλετε ν’ ἀπαγορεύσητε εἰς αὐτὸν καὶ τὸν Τύπον, ὅταν διὰ τρόπου εὐπρεποῦς ὁ ἔλεγχος γίνηται; Δεσμεύοντες τοὺς δικηγόρους, ἀδικεῖτε τὴν Πολιτείαν αὐτήν. Πλὴν τῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἐπληροφορήθην, ὅτι θὰ ἐπικαλεσθῶσι προηγούμενα, ἀποφάσεις τουτέστι παρομοίας προκατόχων Ὑπουργῶν, οἵτινες εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις ἐτιμώρησαν πειθαρχικῶς δικηγόρους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα προηγούμενα, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἦναι παρόμοια, εἶναι ἐπίσης ἀξιοκατάκριτα καὶ ἀξιοστιγμάτιστα, οὐδέποτε δ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου προελθὼν καὶ κράτιστον αὐτοῦ μέλος ἀποτελέσας, νὰ σπεύσῃ εἰς ἀπομίμησιν τοιούτων ἀτόπων. Σεῖς, κ. Ὑπουργέ, ἐπιστήμων καὶ δικηγόρος, δὲν πρέπει νὰ καταδεχθῆτε νὰ ζητήσητε ἄσυλον εἰς τοιαῦτα δικαιολογήματα. Τί τὰ θέλετε τὰ προηγούμενα; Ἐγὼ ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν συνείδησίν σας, ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ὡς νομικὸν καὶ ὡς δικηγόρον, καὶ σᾶς ἐρωτῶ: πράγματι φρονεῖτε, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς ἐνεργείαις, ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ δράσει, ὑπόκειται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ;
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν γνώμην μου τὴν ἔχετε ἐν τῇ ἀποφάσει, ἣν ἐξέδωκα· τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ ἰσχύῃ, ἢ οὔ, ἡ κειμένη νομοθεσία, εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. Οἱ Νόμοι οἱ κείμενοι πρέπει νὰ ἐκτελῶνται. Τὴν γνώμην μου λοιπὸν καὶ τὴν συνείδησίν μου ἔχετε ἐν τῇ ἀποφάσει μου, τὴν ὁποίαν κατόπιν θὰ ἀναπτύξω.
§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένετε λοιπὸν φρονοῦντες, ὅτι οἱ κείμενοι Νόμοι παρέχουν τοιαύτην ἔκτασιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Ὑπουργόν; Ἐπιτρέψατέ μοι, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, ὃν ὑπολήπτομαι ὡς ἔγκριτον νομικὸν καὶ δικηγόρον, νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, τὴν ὁποίαν μοὶ λέγετε, ὅτι ἔχετε, εἶναι γνώμη Ὑπουργοῦ, θέλοντος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του, οὐδέποτε ὅμως νομικοῦ ἐπιστήμονος.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν.
§41ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, ὅτι θὰ τὸ πράξητε, καὶ εὐχαρίστως θὰ σᾶς ἴδω διαδεχόμενόν με ἐπὶ τὸ βῆμα· ἀλλ’ ἔχετε συμφέρον ὡς ἐπιστήμων νὰ προσέξητε πολὺ εἰς τὰς γνώμας σας, διότι αὗται θὰ μένωσιν ἀνεξάλειπτοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν, Κύριοι, ἂν ὑπάρχουν παρόμοια προηγούμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀπαντήσω, ἐὰν μᾶς τὰ παρουσιάσουν. Ἐγὼ γνωρίζω ἕν προηγούμενον, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ. Πρὸ ἐτῶν, ὄχι πολλῶν, τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατεῖχεν ἕτερος διακεκριμένος συνάδελφός μας, ὃν σήμερον ἔχει τὴν εὐτυχίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ βλέπῃ εἰς τὰς τάξεις της. Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν λοιπὸν ἐκεῖνον ἀπηυθύνθη ὁ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μοὶ φαίνεται νὰ ἐτύγχανεν ὁ καὶ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ζητῶν τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν δικηγόρου τινὸς τῆς Πρωτευούσης. Δὲν γνωρίζω πῶς ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος ἔλαβε τὸ ἀτύχημα νὰ ἐπισύρῃ τὴν φιλέκδικον μῆνιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν ὄρεξίν του πρὸς τοιαύτην τιμωρίαν· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντετάχθη ἰσχυρῶς εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πρώτου τῶν συναδέλφων του, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς αὐτὸν τὸ ἔγγραφόν του, παρατηρῶν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν θὰ προβῇ πειθαρχικὴν τιμωρίαν κατὰ τοῦ δικηγόρου, διότι δὲν παρείχετο αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Νόμου δικαίωμα διὰ τὰς πράξεις δικηγόρου ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων του εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἀλλ’ εἰς ταύτην ἀπήντα ἀρνητικὴν ἐπιμονὴν παρὰ τοῦ φιλοτίμου καὶ ὑπερηφάνου ἐκείνου Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἦτο νευρόσπαστον, ἀλλ’ ἀληθὴς Ὑπουργὸς, τιμῶν τὴν ὑψηλὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπελπισθεὶς ἐκ τοῦ ἀνενδότου τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἐν τῇ παραφορᾷ τῆς ἐπιθυμίας του, ἥτις κατέστη σφοδροτέρα, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δι’ οὗ ἐγνωστοποίει αὐτῷ, ὅτι θὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν τιμωρίαν τοῦ δικηγόρου. Εἰς ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τῆς Δικαιοσύνης, ἐνισχυόμενος ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, μετ’ ἀγανακτήσεως, ἣν αἰσθάνονται οἱ ὑπερήφανοι ἄνδρες τοῦ καθήκοντος, ἀπήντησε: «Πράξατε ὅ,τι ἐγκρίνητε, ἀλλ’ ἐὰν τολμήσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς παρανομῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν δικηγόρον, τὴν μὲν πειθαρχικήν του ἀπόφασιν θέλω ἐξαφανίσει, θέλω δὲ τιμωρήσει πειθαρχικῶς αὐτὸν τὸν Εἰσαγγελέα». Εἰς τὴν ἀνδρικὴν καὶ ἀξιοζήλωτον ταύτην ἐπιμονὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἠναγκάσθη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ λωφάξῃ. Δὲν πιστεύω νὰ τολμήσῃ κἀνεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ γεγονότα ταῦτα, διότι εὐτυχῶς σώζονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τὰ ὑπ’ ἀριθ. 70325, 72638, 19866 τῆς 18, 23 καὶ 27 Νοεμβρίου 1882 ἔγγραφα τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὧν ἔτυχε νὰ λάβω γνῶσιν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ, κύριε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὲ, ποῖα προηγούμενα ἐπρόκειντο ὑμῖν πρὸς ἀπομίμησιν· τοιούτου Συναδέλφου σας ἐπεθύμουν νὰ μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν μᾶς εἴπετε τίς ἦτο ὁ Ὑπουργός.
§43ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέθετον, ὅτι ἐμαντεύσατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πολυτίμου ἡμῶν συναδέλφου, τοῦ ἀρίστου ἐξ Ἀττικῆς ἀντιπροσώπου κ. Δ. Ράλλη. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μόνον, ὡς πληροφοροῦμαι, εἰς τὴν ἀνασκαφὴν προηγουμένων, ἀλλ’ ἀναδιφοῦσι καὶ κείμενα ξένων νομοθεσιῶν καὶ συγγραφέων, ὅπως εὕρωσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀδικαιολογήτου γνώμης των. Θέλω παρακολουθήσει αὐτοὺς καὶ ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασι τούτοις, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τί οἱ προκληθέντες παρ’ ἡμῖν νομικοὶ ἀπεφάνθησαν. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, περιλαμβάνων ἐγκρίτους νομομαθεῖς, ἅμα τῇ εἰδήσει τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τοῦ κ. Τσέλου, συνελθὼν ἐν συνεδριάσει, μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἐξέδοτο τὸ ἑξῆς ψήφισμα: «Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 63 ε. ε. ἀπόφασιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ἐτιμωρήθη ὁ δικηγόρος Ἀναστάσιος Τσέλος διὰ τετραμήνου παύσεως, καὶ ὑποβαλὼν αὐτὴν εἰς ἐπιστημονικὸν ἔλεγχον καὶ ἐξετάσας αὐτὴν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, τὴν εὑρίσκει πεπλανημένην νόμῳ καὶ πράγματι· νόμῳ μὲν ὡς ἐκδοθεῖσαν καθ’ ὑπέρβασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐπιληφθέντος καὶ δικάσαντος πρᾶξιν δικηγόρου ἄσχετον καὶ ἀλλοτρίαν πρὸς τὰ δικηγορικά του καθήκοντα· πράγματι δὲ πεπλανημένην, καθόσον τὸ δημοσιευθὲν ἄρθρον, δι’ ὃ ἐτιμωρήθη ὁ γράψας, οὐδένα θετικὸν ἢ ἠθικὸν νόμον παρεβίασεν.» Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ πολυμελεστάτου Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν.
§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ δὲν ἐτιμωρήθη καὶ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος;
§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν καθιερωθῇ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅλα ἠμπορεῖ νὰ γίνουν.—Ὁ ἔγκριτος νομομαθὴς καὶ συγγραφεὺς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου κ. Φλογαΐτης, προκληθεὶς, ἰδοὺ ποίαν γνώμην ἐξήνεγκε. «Καὶ ἄλλοτε (1884), προκληθεὶς νὰ γνωμοδοτήσω περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 147 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἀπεφηνάμην, ὅτι ἀφορᾷ «εἰς μόνην» τὴν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ συμπεριφορὰν τῶν δικηγόρων κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικηγορικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Οὐχὶ μόνον ἡ θέσις τοῦ ἄρθρου 147, οὐχὶ μόνον προσέτι ἡ λογικὴ ὑπαγορεύει τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου, χρώμενον τῇ λέξει «ἐκθέσεις». Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ γράψω ἐκτενέστερον· ἐλπίζω ἄλλως τε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ ἄτοπον ἑρμηνείαν». Ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἀποφαίνεται καὶ ὁ πρώην ἡμέτερος συνάδελφος κ. Φιλάρετος ἐν περισπουδάστῳ διατριβῇ, δημοσιευθείσῃ ἐν τῷ τῆς 5 Νοεμβρίου ε. ἔ. φύλλῳ τοῦ «Αἰῶνος». Σὺν τοῖς ἄλλοις γράφει καὶ τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξεσιν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ ἀμοιβαίου ἐλέγχου τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων θεμελιοῦται ὁ μεταξὺ αὐτῶν ἀμοιβαῖος συμβιβασμὸς, καὶ καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ὀρθοπόδησις τῆς καρκινοβατούσης δικαιοσύνης· ἐπιβάλλεται ὅθεν τὸ καθῆκον παντὶ δικηγόρῳ νὰ πατάξῃ ἐν τῇ γεννήσει του τὸ ὀλέθριον δόγμα τῆς νεκρικῆς σιγῆς τῶν δικηγόρων, τὸ ἀντικείμενον καὶ εἰς ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις. Εὐελπιστοῦμεν ὅμως, ὅτι ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, δικάσων ὡς δευτεροβάθμιος Δικαστὴς, θέλει διδάξει, ὅτι οἱ Νόμοι δὲν ἔδωκαν ἁρμοδιότητα εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ ἐξελέγχῃ τὸν ἰδιωτικὸν τῶν δικηγόρων βίον». Καὶ ἕτερος, ἐπίσης διακεκριμένος δικηγόρος καὶ πρώην συνάδελφος, ὁ κ. Οἰκονόμου, ὁμοίως ἀποφαίνεται ἐν γνωμοδοτήσει, ἣν προκληθεὶς ἐδημοσίευσεν ἐν τῷ τῆς 6 Νοεμβρίου ε. ἔ. φύλλῳ τῆς «Νέας Ἐφημερίδος». Ἐν αὐτῇ ἀναγινώσκομεν καὶ τὰς ἑξῆς λέξεις (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 147 τοῦ Ὀργανισμοῦ ἀφορᾷ μόνον τὴν προσωπικὴν παράστασιν τοῦ δικηγόρου ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, περιλαμβάνει δὲ τὰς ἐκφράσεις του εἰς τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους ἐκθέσεις αὐτοῦ· ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία δὲν ἐνόησε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν δικηγόρων δεσμίαν εἰς χεῖρας τῶν Δικαστῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Δικαστηρίου· ἡ ἀξίωσις τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, νὰ παρεμβάλῃ τὴν πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν μεταξὺ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἐκτρωματική· ὁ ἐκθέτων διὰ τοῦ Τύπου τοὺς στοχασμοὺς αὐτοῦ, δὲν ἔχει ἄλλον σταθμὸν εὐθύνης, εἰμὴ τὸν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Πᾶσα χεὶρ, ἥτις ἐντὸς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τεθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, εἶναι ἀδιστάκτως χεὶρ ἱερόσυλος. Ἀλλὰ μήπως τὸ δημοσίευμα τοῦ δικηγόρου δὲν τηρεῖ τὸν ὀφειλόμενον σεβασμόν; Πάντα ταῦτα ἀπολήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ Πρωτοδίκαι Πατρῶν, θέλοντες νὰ τιμωρήσωσι πειθαρχικὸν παράπτωμα, αὐτοὶ ὑπέπεσαν εἰς τοιοῦτον βαρυτάτου εἴδους.» Παρομοίαν γνώμην, Κύριοι, ἀπεφήναντο πάντες οἱ ἐρωτηθέντες νομομαθεῖς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεων, ἐξεφράζοντο δὲ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι οὐδέποτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε περιπέσει εἰς ὃ ἄτοπον περιέπεσε. Τελευταῖον καταφύγιον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐστὶ τὰ παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσι κρατοῦντα καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ξένων συγγραφέων, ἰδίως τῶν Γάλλων, ὧν τὴν περὶ ὀργανισμοῦ νομοθεσίαν παρελάβομεν. Δὲν γνωρίζω τί εἰς παναρχαίους χρόνους συνέβαινεν, ἀλλὰ ματαίως ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις θὰ ἀναζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρόμοια παραδείγματα εἰς τὸ φιλελεύθερον Ἔθνος τῶν Γάλλων· ἀπ’ ἐναντίας ἐν πάσαις ταῖς συγγραφαῖς καὶ ταῖς γνώμαις τῶν ἐξόχων τοῦ μεγάλου ἐκείνου Ἔθνους νομομαθῶν θέλει παρατηρήσει τὴν ἄκραν, τὴν θρησκευτικὴν, δύναμαι νὰ εἴπω, εὐλάβειαν, ἣν τρέφουσι πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὥστε πρὸ μακρῶν ἐτῶν, πρὸ ἡμίσεος καὶ ἐπέκεινα αἰῶνος, ἡ πειθαρχικὴ ἐπὶ τῶν δικηγόρων ἐξουσία ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἀνετέθη ἐν πρώτῳ βαθμῷ εἰς τοὺς Δικηγορικοὺς Συλλόγους διὰ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος, οὗτινος εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Peyronnet. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν μακρὰν καὶ σπουδαίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, δι’ ἧς ὁ Ὑπουργὸς συνώδευσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου πρὸς τὸν Βασιλέα Λουδοβῖκον ΙΗʹ· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς τοῦ ἀξιομνημονεύτου ἐγγράφου (ἀναγινώσκει). «Παρίσιοι 20 Νοεμβρίου 1822. Μεγαλειότατε, «Τὸ ἐπάγγελμα τῶν δικηγόρων εἶναι τόσον ὑψηλὸν καὶ εὐγενὲς, τόσον δὲ ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος, ἕνεκα τῶν φώτων, ἅτινα οἱ δικηγόροι προσφέρουσιν εἰς τὰς συζητήσεις, δι’ ὧν ὑποβοηθεῖται ἡ ὀρθότης τῶν ἀποφάσεων τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε φρονῶ, ὅτι θὰ παρέλειπον ἓν τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων μου, ἐὰν ἠμέλουν νὰ ἐπισύρω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν προσοχὴν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος. «Τὸ ἐπάγγελμα τῶν δικηγόρων ἔχει προνόμια, ἐμβάλλοντα εἰς φόβον τὰ δειλὰ πνεύματα, ἀλλὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν προνομίων τούτων κατέστησεν ἀναγκαίαν μακρὰ πεῖρα. Ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικηγόρων εἶναι ἀπαραίτητος τόσον εἰς αὐτοὺς, ὅσον καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην· ἄνευ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ δικηγόροι, νὰ συζητῶσιν ἐλευθέρως καὶ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, αἱ πλάναι τῆς Δικαιοσύνης ἤθελον διαιωνίζεσθαι καὶ πολλαπλασιάζεσθαι· οὐδέποτε αὗται ἤθελον ἐπανορθοῦσθαι, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἓν γελοῖον ὁμοίωμα Δικαιοσύνης ἤθελε καταλάβει τὴν θέσιν τῆς εὐεργετικῆς ταύτης ἐξουσίας, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἄνευ ὅμως ὀργανισμοῦ, ὅστις ν’ ἀπαλλάσσῃ τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων ἀπὸ τὸν ἀνωφελῆ ζυγὸν τῆς ἀμέσου καὶ συνήθους ἐποπτείας, αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ, ὅπως ἀπολαύσῃ εἰς τοὺς κόλπους της τοὺς σπουδαίους ἐκείνους ἄνδρας, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν δόξαν της· καὶ ἡ δικαιοσύνη, ἐφ’ ἧς ἀντανακλᾷ ἡ λάμψις τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν προτερημάτων τῶν τοιούτων ἀνδρῶν, ἤθελε χάσει καὶ αὕτη τὰ ἀσφαλέστερα ἐρείσματά της καὶ τοὺς πολυτιμοτέρους ὁδηγούς της. Αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀνδρῶν, Μεγαλειότατε, συνεβουλεύθην τὴν γνώμην πρὸς καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ εἶναι μᾶλλον ἰδικόν των ἢ ἰδικόν μου· οὐδὲν ἐξ ὅσων μοὶ ἐπρότειναν παρέλειψα νὰ περιλάβω εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοθέτημα, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικηγόρων, βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης ἐπεθύμει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν εὐγενῆ καὶ χρησιμωτάτην ταύτην τάξιν τὰ δείγματα τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἅτινα πρὸς αὐτὴν, γινώσκω, ὅτι τρέφει. «Ὑποσημειοῦμαι μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ. «Ὁ σφραγιδοφύλαξ τῆς Ἐπικρατείας καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης «Κόμης PEYRONNET». Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, δι’ ἀναγνώσεως περικοπῶν ἀτελοῦς ἴσως μεταφράσεως νὰ σᾶς μεταδώσω πάσας τὰς ἐννοίας τῆς λαμπρᾶς ταύτης ἐκθέσεως, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται ὁ ἄκρος σεβασμὸς, ὃν ἐν Γαλλίᾳ τρέφουσιν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, οὗτινος τὴν μεγίστην χρησιμότητα κάλλιστα κατανοοῦσιν εἰς τὰ ἄλλα Ἔθνη. Μόνον ἡ ἀνάγνωσις ὁλοκλήρου τῆς ἐκθέσεως, ἥτις εὑρίσκεται δημοσιευμένη ἐν τῷ περισπουδάστῳ συγγράμματι τοῦ Carré «περὶ ὀργανισμοῦ καὶ ἁρμοδιότητος» (τόμῳ βʹ, σελ. 166), δύναται νὰ δώσῃ πλήρη ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ τῆς εὐλαβείας, ὃν συγγραφεῖς καὶ νομοθέται, Βασιλεῖς καὶ Ὑπουργοὶ τρέφουσι πρὸς τὸ ὑψηλὸν ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Ὁ ἔξοχος νομοδιδάσκαλος Falconnet ἔλεγε περὶ τῶν δικηγόρων: «Τὸ ἔγραψα ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ νῦν δὲν θεωρῶ περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἐὰν ὁ δικαστὴς, ἐπὶ τῆς ἕδρας του καθήμενος καὶ ἀποδίδων δικαιοσύνην, ἐν τῇ εὐρύτητι τῆς ἐξουσίας του, μοὶ φαίνεται περιβεβλημένος τὴν Βασιλικὴν Μεγαλειότητα, ὁ δικηγόρος ἐπίσης ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του μοὶ φαίνεται ὁ ἀντιπρόσωπος ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, ζητῶν δικαιοσύνην ἐν ὀνόματι ἑνὸς τῶν μελῶν του. Τί εἶναι ὁ δικαστής; Ἡ φωνὴ τοῦ κυριάρχου. Τί εἶναι ὁ δικηγόρος; Ἡ φωνὴ τοῦ Ἔθνους» Ὁ μέγας Henrion de Pansey, ὁ ἐπικληθεὶς Νέστωρ τῶν νομομαθῶν, τὴν ἑξῆς λαμπρὰν εἰκόνα ἔδωκε περὶ τοῦ δικηγόρου. «Ὁ δικηγόρος, ἐλεύθερος τῶν δεσμῶν, τὰ ὁποῖα δεσμεύουσι τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, πολὺ ὑπερήφανος, ὥστε νὰ μὴ θέλῃ προστάτας, καὶ πολὺ ἀφανὴς, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ προστατευομένους, ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ ἀρχικῇ μεγαλοπρεπείᾳ του, ἐὰν τοιοῦτος ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀκόμη ἐπὶ τῆς γῆς». Ἀλλ’ οὐ μόνον οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ συγγραφεῖς τοιοῦτον ἐκεῖ τρέφουσι σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικηγόρων, καὶ πρὸς τὴν ἀκώλυτον καὶ ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῆς ὑψηλῆς λειτουργίας των, ἀλλὰ καὶ τὰ Δικαστήρια προσφέρονται μετ’ ἄκρου σεβασμοῦ καὶ λεπτότητος πρὸς αὐτούς. Τὰ δικαστικὰ τῆς Γαλλίας χρονικὰ βρίθουσι τοιούτων παραδειγμάτων. Περιορίζομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον ἓν, λίαν χαρακτηριστικόν. Ὁ μέγας Dumoulin, ἀγορεύων ἡμέραν τινὰ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, προεδρευομένῳ παρὰ τοῦ κ. Thou, διεκόπη παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγορεύσει του διὰ παρατηρήσεως οὐχὶ κατὰ πάντα εὐπρεποῦς. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, θεωρήσας ἑαυτὸν προσβεβλημένον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ συναδέλφου, διώρισεν ἐπιτροπὴν, ἥτις μεταβᾶσα πρὸς τὸν Πρόεδρον ἐζήτησεν ἱκανοποίησιν. Ὁ Πρόεδρος Thou ἀπήντησεν αὐτοῖς εὐγενῶς διὰ τῶν ἑξῆς κατὰ γράμμα λέξεων. «Κύριοι καὶ ἀρχαῖοι συνάδελφοι, μακρὰν τοῦ νὰ καταδικάσω τὸ διάβημά σας, τὸ ἐπιδοκιμάζω, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέλθητε αὔριον εἰς τὸ ἀκροατήριον μετὰ τοῦ κ. Dumoulin· ἐλπίζω νὰ ἀπέλθητε εὐχαριστημένοι.» Τῳόντι τὴν ἑπομένην, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει καὶ πλήθοντος ἀκροατηρίου, ὁ Πρόεδρος Thou, ἀναστὰς ἀπὸ τῆς ἕδρας του, ἔλεξε τάδε: «Dumoulin, χθὲς ἀγορεύοντα σᾶς διέκοψα ἀκαταλλήλως· ὁμολογῶ τὸ λάθος, εἰς ὃ ὑπέπεσα ἀπέναντι σοῦ καὶ τῶν συναδέλφων σου. Παρακαλῶ τὸ Δικαστήριον, σᾶς καὶ πάντας τοὺς συναδέλφους σας νὰ λησμονήσητε τὴν παρεκτροπήν μου ταύτην.» Τὰ ἀνωτέρω ἐνόμισα καλὸν ν’ ἀναφέρω ὑμῖν, Κύριοι, ὅπως καταδειχθῇ ὁ ἄκρος σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον πάντες ἐν Γαλλίᾳ ἐπιδεικνύουσι πρὸς τοὺς δικηγόρους καὶ πρὸς τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν ὑψηλῶν δικηγορικῶν καθηκόντων· αὐτὰ δὲ ταῦτα τὰ παραδείγματα δύνανται ἐνδεικτικῶς νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς τεκμήρια περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνασκεῖται ἐκεῖ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία. Καὶ τὸ πρὶν, ὅτε αὕτη ἐνησκεῖτο ὑπὸ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τανῦν, ὅπου ἀνατεθειμένη τυγχάνει εἰς τοὺς Δικηγορικοὺς Συλλόγους, δὲν θέλετε εὕρει παραδείγματα πειθαρχικῆς τιμωρίας δικηγόρου διὰ πράξεις αὐτοῦ ἀσχέτους πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του· ἂν δὲ ἐν τοῖς παλαιοτέροις χρόνοις εὕρηνται καὶ ἀντίθετα ἀραιὰ παραδείγματα, ταῦτα ὁμοφώνως κατεδικάσθησαν ὑπὸ πάντων τῶν ἐχόντων γνώμην ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἡ ὁμόφωνος γνώμη πάντων τῶν συγγραφέων, ἡ σταθερὰ νομολογία τῶν νεωτέρων χρόνων ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν ὑπέχει πειθαρχικὴν εὐθύνην δι’ ἀντικείμενα ἀλλότρια τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του. Ἀνοίξατε τὰς μακρὰς σελίδας τοῦ Dalloz, ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ σοφοῦ συγγράμματος τοῦ Carré, ἀναδιφήσατε πάσας τὰς σχετικὰς βίβλους καὶ ἐκ τῆς μελέτης πάντων τούτων θέλετε ἀδιστάκτως πεισθῆ, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐπὶ τῶν δικηγόρων ἐξουσία περιορίζεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δικηγορικῆς αὐτῶν λειτουργίας Πᾶσα ἀξίωσις οἱουδήποτε, ὅπως παρακολουθήσῃ τὸν δικηγόρον καὶ ἐκτὸς τοῦ κύκλου τούτου, εἶναι καὶ ἔκνομος καὶ αὐθαίρετος. Τοῦτο συνάγεται καὶ ἐκ τῆς φύσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐνομοθετήθη, οὐχὶ ὅπως κανονίσῃ πᾶσαν τὴν πολιτείαν τοῦ δικηγόρου, ἀλλ’ ὅπως διαγράψῃ τὰ τῆς παραστάσεως αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, καὶ τὰ τῶν ἐκφράσεών του εἰς τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους ἐκθέσεις ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· πέραν τούτων οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὸν δικηγόρον, εὐθυνόμενον μόνον ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ δικαίου. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ προχωρήσω πλειότερον· ὅσον ἠδυνήθην, ἐξήντλησα τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, ὅπως καταδείξω, ὅτι ἡ ἐπικρινομένη πειθαρχικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπόφασις παρεγνώρισε τὰς ἀληθεῖς περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἀρχὰς καὶ ὑπερέβη οὗτος τὰ ὅρια αὐτῆς, θελήσας νὰ θίξῃ τὸν δικηγόρον ἐκτὸς τῆς δικηγορικῆς του πολιτείας. Ἀνέλυσα τὴν ἀπόφασίν του ὑπὸ πραγματικὴν καὶ νομικὴν ἔποψιν, καὶ παρετηρήσατε, ὅτι πανταχόθεν καταῤῥέει, μὴ ἀντέχουσα εἰς τὴν ἐλαφροτέραν πνοὴν τῆς λογικῆς καὶ νομικῆς ἀναλύσεως. Μίαν τελευταίαν ἐπίκλησιν θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ἐὰν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐπικρινομένης ἀποφάσεώς του προέβη ἐξ ὑπηρεσιακῶν καὶ ὑπουργικῶν, οὕτως εἰπεῖν, λόγων, νὰ μὴ θελήσῃ ὡς ἐπιστήμων καὶ ὡς δικηγόρος νὰ ὑπερασπισθῇ ταύτην, καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Νόμου καὶ τοῦ δικαίου· τὴν εὐθύνην του ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοιαύτης ἀποφάσεως δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐλαφρὰν, ἀλλ’ ἂν ἐπιχειρήσῃ ὡς ἐπιστήμων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν νομιμότητα αὐτῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ ἐπιστημονικοῦ καὶ δικηγορικοῦ κόσμου εὐθύνην ἠθικῶς πολλῷ βαρυτέραν τῆς πρώτης. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς, ἂν εἰσακουσθῶ εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, καὶ θέλω θεωρήσει τὴν συζήτησιν περατωμένην διὰ τῆς σιγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις καὶ εἰς αὐτὸν θέλει περιποιήσει τιμὴν, καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς, ὑπὲρ ὧν συνηγόρησα, θέλει προσδώσει ἐπίσημον σιωπηλὴν κύρωσιν. Ἂς μιμηθῇ τὴν γενναιοφροσύνην τοῦ Thou, ὅστις συνομολογήσας τὸ λάθός του, οὐ μόνον δὲν ὑπεβιβάσθη, ἀλλὰ περισσότερον ἐξετιμήθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ νομικοῦ τῆς Γαλλίας κόσμου. Οὐδεὶς ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἀξιοκατάκριτος, διότι οὐδεὶς εἶναι ἀναμάρτητος· τὸ ἁμαρτάνειν εἶναι κλῆρος τῶν ἀνθρώπων· τὸ ἐμμένειν ὅμως ἐν τῇ πλάνῃ, δὲν εἶναι ἄξιον ἀνδρῶν διεκδικούντων ἐπαξίως τὰς ὑψίστας θέσεις.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀληθῶς εὐτυχεῖς οἱ συμπολῖται καὶ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ἀποστείλαντες ὡς ἀντιπρόσωπον αὑτῶν παλαιστὴν κρατερὸν, ὅστις τὰς ὑποθέσεις αὑτῶν, ὅσον δήποτε ἁπλαῖ καὶ ἂν ὦσιν, ὅσον δήποτε νομίμου ἀναμφισβητήτως καὶ ἂν ἔτυχον λύσεως, οὐδόλως διστάζει νὰ ἀνάγῃ εἰς περιωπὴν ζητημάτων, ἀξίων ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ἀγωνίζηται ἐπὶ ὥρας διαρκῶς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα φανῇ εἰς αὐτοὺς ἀρεστός. Εὐχαριστῶ αὐτὸν ἐφ’ ᾗ κατ’ ἐπανάληψιν ἐποιήσατο εὐφήμῳ μνείᾳ τῶν δικηγορικῶν σωματείων, ἀπὸ τῶν κόλπων τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν ὅτι προῆλθον· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐκτίμησιν πρὸς τὰ ἔντιμα καὶ εὐγενῆ αὐτὰ σωματεῖα καὶ ἡμεῖς ἀπονέμομεν, καὶ τὰ αὐτὰ συνδέουσι καὶ ἡμᾶς πρὸς ἐκεῖνα αἰσθήματα. Ἐσμὲν δὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν τοιαύτην πρὸς αὐτὰ ἐκτίμησιν καὶ εἰς τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα ἀνταπεκρίθημεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, ἐκτελέσαντες πιστῶς τοὺς κειμένους τοῦ Κράτους Νόμους, τοὺς ὁποίους ἐκλήθημεν οὐχὶ καταλῦσαι, ἀλλὰ τηρῆσαι. Δικηγόρος, συμπολίτης τοῦ κυρίου προαγορεύσαντος, κατεδιώχθη πειθαρχικῶς, ὡς ἐξυβρίσας καὶ χλευάσας ἐν ἐφημερίδι διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὑτοῦ καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦ δικηγόρου, τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν καὶ ἰδίᾳ τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ. Τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν ἐπέβαλε τῷ οὕτω παρεκτραπέντι δικηγόρῳ πειθαρχικὴν ποινὴν προσωρινῆς παύσεως τετραμήνου, ἐγὼ δὲ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετεῤῥύθμισα τὴν ἀπόφασιν ταύτην, μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν, ἣν περιώρισα ἀπὸ τετραμήνου εἰς μηνιαίαν παῦσιν. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτὴν εἰς τὰς μακρυνὰς ἐκδρομὰς, εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἄμετρος ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν αὑτοῦ ζῆλος ἐξώθησεν αὐτὸν, ἀλλὰ συντόμως θὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν θέλει μείνῃ δισταγμὸς, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τῶν Νόμων μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ εὐσυνειδησίας. Εἰς πάσας τῶν εὐνομουμένων Ἐθνῶν τὰς νομοθεσίας, καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν ἑπομένως, εἶναι ἀναγεγραμμένον σύστημα πλῆρες πειθαρχικῶν διατάξεων καὶ ποινῶν, διότι ἁπανταχοῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη ἰδιαιτέρας τοιαύτης προνοίας πρὸς κανονικὴν καὶ εὔκοσμον ἐπιτέλεσιν τῶν δημοσίων λειτουργιῶν. Οἱ δημόσιοι ἐν γένει ὑπάλληλοι, καὶ οἱ Δικασταὶ ἑπομένως, οἷοί εἰσιν ἀναμφηρίστως καὶ οἱ δικηγόροι, πλὴν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα κοινῶς μετὰ πάντων τῶν πολιτῶν ἔχουσι, περιβάλλονται καὶ διὰ καθηκόντων ἰδιαιτέρων, συμφυῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρουσι, καὶ τῶν ὁποίων αὐτῶν συμφυῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα καθηκόντων ἡ παράβασις ἀποτελεῖ πειθαρχικὸν παράπτωμα. Ἡ κρίσις περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς τιμωρίας πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ὁρίζεται διὰ πλήρους διαδικασίας καὶ κανονίζεται σαφέστατα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀσκοῦσι κατὰ κανόνα ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναμφιλέκτως καὶ οἱ δικηγόροι καταλέγονται, τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐξαιρετικώτερον δὲ, πλὴν τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀσκεῖται ἡ πειθαρχικὴ αὕτη ἐξουσία καὶ παρὰ τῶν Εἰρηνοδικῶν ὡς πρὸς τοὺς παρ’ αὐτοῖς δικηγόρους καὶ παρὰ τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων. Καὶ τὸ μὲν Ὑπουργεῖον καὶ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια δύνανται κατὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν νὰ ἐπιβάλλωσιν οἵαν δήποτε τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Νόμῳ πειθαρχικῶν ποινῶν, οἱ δὲ Εἰρηνοδίκαι μόνον τὸ τοῦ πρώτου βαθμοῦ πειθαρχικὸν ἐπιτίμιον, δηλονότι τὴν ἐπίπληξιν, καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς τήν τε ἐπίπληξιν καὶ πρόστιμον μέχρι 30 νομίζω δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγεννήθησαν δύο ἀπορίαι, ἵνα οὕτως εἴπω, εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα: Πρῶτον μὲν, ἐὰν ὑπάρχῃ τάχα πειθαρχικὴ κολάσιμος κατ’ οὐσίαν πρᾶξις, ἐὰν τουτέστιν ἡ διατριβὴ ἡ δημοσιευθεῖσα ἐνεῖχεν ἐν ἑαυτῇ ἀληθῶς χλευαστικὰς ἢ ὀνειδιστικὰς ἐκ μέρους τοῦ δικηγόρου φράσεις κατὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὁ δικηγόρος ὑπηρετεῖ· δεύτερον δὲ, καὶ ὑπαρχουσῶν τοιούτων φράσεων, ἐὰν ἦναι ὁ δικηγόρος, ὁ ἐξενεγκὼν, ὁ γράψας, ὁ δημοσιεύσας αὐτὰς, πειθαρχικῶς τιμωρητέος, ἀφοῦ ταύτας δὲν ἀπήγγειλεν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου συνεδριάζοντος, ἀλλ’ ἔγραψεν ἐν ἐφημερίδι, ἔστω καὶ μὲ τὸ ὄνομα καὶ μὲ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἀληθῶς ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, ἡ διατριβὴ αὕτη, ἡ κρινομένη, περιέχῃ ἢ δὲν περιέχῃ ὑβριστικὰς ἢ ὀνειδιστικὰς ἢ χλευαστικὰς κατὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐκ μέρους τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου φράσεις, ἴσως ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως δικαστικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δικαστικὰ κυρίως καθήκοντα μετερχόμενος, καλεῖται ὡς δευτέρου βαθμοῦ δικαστὴς νὰ δικάσῃ, διότι τοιαύτη ὑπόθεσις κεῖται πέραν τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, μὴ δικαιουμένης νὰ κρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων. Ἐγὼ ὅμως οὔτε προκρίνω οὔτε ἐπικαλοῦμαι τοιοῦτόν τι, διότι πρεσβεύω, ὅτι πᾶσα οἵα δήποτε τοῦ Ὑπουργοῦ πρᾶξις, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, ὑπόκειται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως οὐδόλως δυσκολεύομαι νὰ συζητήσω ἐνώπιον αὐτῆς καὶ αὐτὴν τὴν οὐσίαν τῆς δικαστικῆς ταύτης ὑποθέσεως. Δὲν θέλω θίξει ἐπίσης τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξεπορεύθη, οὕτως εἰπεῖν, ἡ παρεμπίπτουσα αὐτὴ πειθαρχικὴ ὑπόθεσις, διότι οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀναδράμω εἰς ἐκείνην, οὐδόλως σχετιζομένην πρὸς τὴν ἄσκησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξετέλεσα, ἀποφηνάμενος ἐπὶ τῆς παρεμπιπτούσης καὶ καθαρῶς πειθαρχικῆς ὑποθέσεως. Εἶναι ἡμῖν ἐντελῶς ἀδιάφορον τίνα λύσιν ἔλαβεν ἡ κυρία ὑπόθεσις, ἐὰν τὴν λύσιν αὐτὴν ἐκύρωσεν, ἢ οὔ, τὸ ἁρμόδιον ἀνώτερον Δικαστήριον, οὐδὲ σημαίνει τι, ἐὰν τὸ ἀνώτερον Δικαστήριον μετηῤῥύθμισεν ἀληθῶς ἢ ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ κατωτέρου, διότι διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὑπάρχουσι βαθμοὶ διάφοροι δικαιοδοσίας καὶ ἀνώτερα Δικαστήρια, ἵνα διορθόνωσι τὰς πλημμελεῖς ἀποφάσεις τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὸ πειθαρχικὸν μόνον τῆς ὑποθέσεως μέρος. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς ἐξῆρεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ πολλοῦ ἐνθουσιασμοῦ τὴν ἁβρότητα τῶν φράσεων, δι’ ὧν ὁ δικηγόρος ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ ἐπικρίνῃ ἁπλῶς μίαν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, καὶ οὕτω, θεωρῶν ἐντελῶς ἀθώαν, ἴσως δὲ καὶ ἐπαίνου ἀξίαν τὴν πρᾶξιν τοῦ δικηγόρου, δὲν ὤκνησε νὰ ἐκφέρῃ τοὺς σχετλιασμοὺς ἐκείνους περὶ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ ἐλευθέρα τοῦ ἐλευθερίου αὐτοῦ ἐπαγγέλματος ἐξάσκησις, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἐπὶ τῶν δικηγόρων πειθαρχικὴ ἐξουσία, περὶ κινδύνου, τὸν ὁποῖον καὶ αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι διατρέχουσιν, ἐφ’ ὅσον εἰς τοὺς δικηγόρους ἀρνεῖταί τις τὸ δικαίωμα τοῦ ἀτιμωρητεὶ ὑβρίζειν τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν, περὶ κινδύνου, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸ τὸ πολυτλῆμον Σύνταγμα θέλει διατρέξει ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Θ’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς περικοπὰς τῆς διατριβῆς, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ πειθαρχικὴ καταδίωξις, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν θέλει μείνει δισταγμὸς, ὅτι ἀναμφισβήτητον εἶναι, κατάδηλον εἶναι, ψηλαφητὸν εἶναι, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐνόησε καὶ ἐπέτυχεν ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἐπικρίσεώς του νὰ ὑβρίσῃ, νὰ χλευάσῃ νὰ μυκτηρίσῃ τὸ Δικαστήριον. Ἴσως ἀσφαλέστεροι κριταὶ τῆς ὑλικῆς ταύτης ὑποστάσεως τῆς κατηγορίας ἤθελον εἶσθαι ἐκεῖνοι, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων συνέβη ἡ πρᾶξις, οἱ ὁποῖοι ἀντελήφθησαν τῶν περιστάσεων, τῶν συνοδευουσῶν τὴν ὑπόθεσιν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν θέσιν καὶ τὴν σχέσιν τοῦ δικηγόρου πρὸς τὰ χλευαζόμενα δικαστικὰ πρόσωπα καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦτο ἀναμφιλέκτως ὑπὸ ἑκάστην τῶν γραμμῶν καὶ ὑπὸ ἑκάστην τῶν λέξεων ἀσφαλέστερον ἡμῶν ἠδύναντο νὰ εὕρωσι τὴν προαίρεσιν, τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὁ τὴν διατριβὴν ταύτην γράψας ἐπεδίωκεν. Οὐχ ἧττον τὸ σῶμα αὐτὸ τοῦ πειθαρχικοῦ παραπτώματος καὶ διὰ τοὺς μακρὰν καὶ διὰ τοὺς ἐγγὺς καὶ διὰ τοὺς εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ζῶντας οὐδένα ἀφίνει δισταγμὸν, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐνόει νὰ ὑβρίσῃ τὸ Δικαστήριον. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς περιωρίσθη νὰ ἀναγνώσῃ εἰς ὑμᾶς τμῆμά τι, περικοπάς τινας τῆς διατριβῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἴσως ἐπιεικέστερον αὐτὸς κρίνει. Καὶ ἐν ἐκείναις ἀκόμη ταῖς περικοπαῖς εἶναι κατάφορος ἡ τάσις τοῦ γράφοντος εἰς τὸ νὰ ὑβρίσῃ, ἡ προαίρεσις αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ χλευάσῃ τὸ Δικαστήριον. Ὅταν ὁ δικηγόρος διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, ἐπικρίνων ὡρισμένου Δικαστηρίου ὡρισμένην ἀπόφασιν, οἰκτείρῃ τὴν ἐποχὴν ἡμῶν, καθ’ ἣν οἱ Πρόεδροι τῶν Δικαστηρίων, ἄνδρες διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτῶν βαρύτητος μηδόλως δυνάμενοι νὰ τηρῶσι τὴν τάξιν, ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν ἐπικουρίαν τοῦ κώδωνος καὶ εἰς κραυγὰς κακοήχους, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπιστημονικὴ συζήτησις καὶ ὅτι ἐν τούτῳ δὲν περιέχεται ὀνειδισμὸς πρὸς τὸν Πρόεδρον, τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται; Δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο ῥητὴν δι’ αὐτὸν ἄρνησιν τῆς ἰσχύος, τοῦ νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ προσωπικῆς ἀξίας καὶ διὰ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον περιβέβληται; Ἀλλ’ ἐν τῷ τμήματι τῆς διατριβῆς, τὸ ὁποῖον σκοπίμως ἀπέφυγε νὰ ἀναγνώσῃ πρὸς ὑμᾶς ὁ Συνάδελφος, θέλετε εὑρεῖ σαφεστέρας, σκαιὰς ἴσως κατὰ τοῦ Δικαστηρίου, καίτοι ἐντέχνως ἐκφερομένας, ὕβρεις. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ διὰ τῆς δημοσιότητος ἔκθεσις πάσης δημοσίου προσώπου πράξεως, παραγωγοῦ ἀμφιβολιῶν ἢ ἀσυμφώνου πρὸς τὰ κείμενα, ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικῶς εἰς τὸν Τύπον, ὅστις ὀφείλει, ὀλίγον προσέχων εἰς σεβασμοὺς μὴ ὀφειλομένους, καυστικώτερος νὰ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν ἀνωτέραν δημοσίαν θέσιν κατεχόντων. Δέον νὰ μὴ θάπτωνται εἰς τὰ σκότη τῆς μακροθυμίας παρεκκλίσεις ἐπιστημονικαὶ, πηγάζουσαι ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν τεταγμένων τὴν ὀρθὴν τῶν Νόμων ἐφαρμογὴν, οὐδὲ νὰ προσκόπτωσιν εἰς προσωπικὰς συμπαθείας ἐκθέσεις σκανδαλωδῶν περιστατικῶν, ἐχόντων ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, καὶ προερχομένων ἐκ δυσωνύμων ἐλατηρίων.» κ.λ.π. κ.λ.π.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραιότατα!
§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις σας. Λυποῦμαι δὲ, διότι τοιαύτην ἐκφέρετε γνώμην. Αὐτὸς ὁ τὴν ἐπερώτησιν ποιησάμενος Βουλευτὴς εἶναι ἀδύνατον νὰ φρονῇ, ὅτι ὁλόκληρον Δικαστήριον ἔπρεπε νὰ ᾖ καταδεδικασμένον νὰ μένῃ ἀπροστάτευτον ἀπέναντι ὑπαλλήλου αὐτῷ δικαστικοῦ προσώπου, ὅταν ἐκτίθηται παρ’ αὐτοῦ εἰς τοιούτους, ὄχι πλέον ὑπαινιγμοὺς, ἀλλὰ προφανεῖς χλευασμοὺς, εἰς τοιαύτας σκαιὰς ὕβρεις. Ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἐν Πάτραις, ἀλλὰ διὰ πάντα ἀναγινώσκοντα τὴν διατριβὴν ταύτην δὲν μένει ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐνόησε νὰ χλευάσῃ καὶ νὰ ὑβρίσῃ τὸ Δικαστήριον δι’ ὡρισμένην αὑτοῦ ἐνέργειαν, ὅτι πρὸ πάντων ἐνόησε καὶ ἐσκόπει νὰ ψέξῃ καὶ νὰ ὀνειδίσῃ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ μακρότερον λόγον ποιεῖται....
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι Δικαστήριον ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ δικάσῃ.
§50ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἠπόρησα καὶ ἐξεπλάγην ἐπὶ τῇ προκλήσει τῆς Βουλῆς εἰς κρίσιν περὶ τῆς δικαστικῆς ἐκτιμήσεως, τῆς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων γενομένης, δικαστικῶν ἐνδείξεων ἢ τεκμηρίων. Εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανὲς τοῦτο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ὅπως κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἠσκήθη, τοιουτοτρόπως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ὁμοιομόρφως καὶ ἀπαρεγκλίτως μέχρι τῆς σήμερον ἠσκήθη, χωρὶς οὐδέποτε νὰ προκληθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς θέμα κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως ἡ ἐκτίμησις τοῦ τρόπου τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Διὰ πάντα λοιπὸν θέλοντα ἀπροκαταλήπτως νὰ κρίνῃ τὸ δημοσίευμα τοῦτο, δὲν μένει ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸ Δικαστήριον τὸ ἐν Πάτραις, δικάσαν ὡρισμένην ὑπόθεσιν, καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, τὸν διευθύναντα τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Περὶ ἐκείνου τοῦ Δικαστηρίου, περὶ ἐκείνου τοῦ Προέδρου γράφων ὁ δικηγόρος αὐτὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ λείψωσιν αἱ κοινωνικαὶ προλήψεις καὶ οἱ μὴ ὀφειλόμενοι σεβασμοὶ πρὸς τοὺς ἀναξίους σεβασμοῦ· αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ Δικαστήριον, τὸ δικάσαν τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν Πρόεδρον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτε ἀπέδιδεν αὐτοῖς σκανδαλώδεις ἐνεργείας, προερχομένας ἐκ δυσωνύμων ἐλατηρίων, καὶ προσῆπτεν ὅλας ἐκείνας τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας προσῆψε. Δὲν εἶναι βεβαίως σύνηθες, δικηγόρος ἐπιστήμων νὰ ὑβρίσῃ, ὅπως οἱ βάναυσοι καὶ ἀνάγωγοι, οὐδὲ νὰ ἐκτραχηλισθῇ εἰς τὸ λιβελλογραφικὸν ἐκεῖνο εἶδος τῶν ἐπικρίσεων, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐνίοτε λαμβάνομεν ἀφορμὴν νὰ βλέπωμεν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ· ἀλλὰ καὶ οὕτω γράψας, ὅπως ἔγραψεν, ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος προσέκρουσεν εἰς τὰ καθήκοντα τὰ ἰδιαίτερα, τὰ ὁποῖα ἔχει, σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας πρὸς τὸ Δικαστήριον, παρ’ ᾧ ὑπηρετεῖ, καὶ πρὸς πάντα ἐν γένει ὑπάλληλον, καθήκοντα ῥητῶς καὶ σαφῶς ἐν τῷ Νόμῳ ἀναγεγραμμένα καὶ κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ Νόμου ὀφειλόμενα παρὰ τῶν δικηγόρων. Οὕτως ἔχοντος τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως καὶ οὐδενὸς δυναμένου κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν πρόθεσιν καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν ὁ δικηγόρος ὑπέπεσε, τὴν διατριβὴν ταύτην γράψας, μένει ὑπὸ ἐξέτασιν τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν ὑπέχῃ ὁ δικηγόρος εὐθύνην πειθαρχικὴν ἀπέναντι τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αὐτοῦ πράξει, ἥτις δὲν ἔλαβε χώραν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν Δικαστῶν, ἀλλ’ ἐξετελέσθη παρ’ αὐτοῦ δι’ ἐφημερίδος, ἔξω τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ πειθαρχικὴ, Κύριοι, ἐξουσία σκοπεῖ ὄχι μόνον τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ καὶ μάλιστα τὴν διατήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον τὰ δικαστικὰ ἢ τὰ τῆς ἐν γένει ὑπαλληλίας πρόσωπα φέρουσι. Περὶ τῆς τοιαύτης ἐννοίας τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐγὼ δὲν γνωρίζω τινὰ διϊστάμενον, διότι πάντες ὁμοφώνως ἀνομολογοῦσι, καὶ ἡ νομολογία ἡ ξένη καὶ ἡ ἐγχώριος πάντοτε παρεδέχθη, ὅτι τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἡ φύσις καὶ ἡ ἔννοια τοιαύτη τις εἶναι. Σκοπεῖ οὐχὶ μόνον τὴν τήρησιν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὴν διάσωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, ἥτις ἐπιβάλλεται αὐτῷ ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς δημοσίου λειτουργοῦ. Συνέπεια δὲ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου, ἀποδεδεγμένη παρὰ πάντων, εἶναι, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ αὕτη ἐξουσία παρακολουθεῖ τὸν δημόσιον λειτουργὸν καὶ ἔξω τοῦ κύκλου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ δεύτερος καὶ κύριος, δύναμαι εἰπεῖν, σκοπὸς τῆς τηρήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ σεβασμοῦ, τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸν δημόσιον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπάλληλος φέρει. Ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι παρακολουθεῖ αὐτὸν καὶ ἔξω τοῦ κύκλου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, ἀναμφισβήτητον ὑπό τε ἔποψιν θεωρητικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πρακτικὴν, ἀναμφισβήτητον πανταχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν λύσεων, τὰς ὁποίας πάντοτε τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια πάντα, μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, ὁμοιομόρφους ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔδωκαν, καὶ τὰς ὁποίας πάντοτε ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἐξαιρέσεως ἐκύρωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆν Δικαιοσύνης. Ἀνέγνω πρὸς ὑμᾶς ὁ ἐκ Πατρῶν κ. συνάδελφος, θέλων ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, ἄρθρα τινὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Καὶ ἐν ἐκείνοις ὅμως τοῖς ἄρθροις πᾶς ἀπροκαταλήπτως κρίνων εὑρίσκει καθιερωμένην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ τὰ Δικαστήρια καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπεδέχθησαν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον 147 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, τὸ ἐπιβάλλον τοῖς δικηγόροις τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ μὴ παρορᾷν τὸ πρὸς τὸ Δικαστήριον καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὀφειλόμενον σέβας καὶ τοῦ τηρεῖν τὴν προσήκουσαν σεμνότητα καὶ μετριότητα τῶν ἐκφράσεων. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιζητήσῃ τις τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν διατάξεων περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐν ἐκείνοις μόνοις τοῖς ἄρθροις, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέγνωσε; Γνωρίζει ὁ κύριος Συνάδελφος, ὅτι ἀλλαχοῦ κυρίως ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἀκριβῆ ὅρια τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Δὲν τὸ ἔπραξεν ὅμως, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι αὐτὸς ἠγνόει, ὅτι ἐκεῖ κυρίως ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ αὐτά. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁδηγήσω ὑμᾶς ἐκεῖ καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὸ ἄρθρον 292 τοῦ Δικαστ. Ὀργανισμοῦ, ἔχον οὕτω: «Ἐκτὸς τῶν ῥητῶς ὡρισμένων περιπτώσεων, οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἀκόμη καὶ τότε τιμωροῦνται μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν, ὅταν διὰ ῥαθυμίαν, ὀκνηρίαν ἢ κουφότητα παραμελῶσιν ἢ παραβαίνωσι τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ διὰ κακοήθους διαγωγῆς καθίστανται ἀνάξιοι τῆς ὑπηρεσίας των.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο συμπληροῖ τὴν κλίμακα τῶν πειθαρχικῶν παραπτωμάτων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ σύστημα καὶ θεσμὸς πειθαρχικῶν διατάξεων χωρὶς τοῦ τελευταίου αὐτοῦ ἄρθρου, τοῦ ὁδηγοῦντος ἡμᾶς εἰς τὰ ἔσχατα ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων φθάνει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τῶν ἁρμοδίων νὰ ἐνασκῶσιν αὐτήν. Ἐὰν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔλειπεν, ἠδύνατο ἴσως νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ἥν ἀνέπτυξεν ὁ τὴν ἐπερώτησιν ὑποβαλὼν Βουλευτής, διότι θὰ ἦσαν τότε δεκτικαὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτοῦ αἱ εἰδικαὶ πειθαρχικαὶ διατάξεις περὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ὁριζομένων πειθαρχικῶν παραβάσεων, αἱ κατεσπαρμέναι ἐντὸς τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ τῆς Πολιτ. Δικονομίας, καὶ ἐξασφαλίζουσαι ἀπὸ τῶν τοιούτων παρεκτροπῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεδριάσεων μόνον, ἢ ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου τῆς ἐκπληρώσεως δικαστικῶν καθηκόντων. Ἀλλὰ τότε οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἤθελον εἶσθαι ἐντελῶς ἀπηλλαγμένοι πάσης ἐπιτηρήσεως καὶ παντὸς ἐλέγχου ὡς πρὸς τὸν ἔξω τοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦ στενοῦ κύκλου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων βίον αὐτῶν, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐπιδρᾷ καὶ δὲν ἐπηρεάζει οὐσιωδῶς τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὡς ὑπαλλήλων θέσιν. Ἤθελεν εἶσθαι ὀλέθριον διὰ τὴν δικαστικὴν ἐν γένει ἀξιοπρέπειαν, ἐὰν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἴσχυεν ἡ θεωρία, καθ’ ἣν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἄλλα ὅρια ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα θέτει εἰς αὐτὴν ἡ θύρα τῆς εἰσόδου τοῦ Δικαστηρίου. Ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ἀποτρόπαιον, ἐὰν ὁ νομοθέτης συνεμερίζετο τὰς τοιαύτας ἰδέας, καὶ ἑπομένως ἀπηγόρευεν εἰς τοὺς προϊσταμένους νὰ λαμβάνωσι καὶ ἐξασκῶσι τὰ κατάλληλα πειθαρχικὰ μέτρα, ὅταν βλέπωσι τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν διαπληκτιζομένους ἐν ταῖς ἀγοραῖς, μεθυσκομένους καὶ προκαλοῦντας τὴν χλεύην καὶ τὴν περιφρόνησιν τῆς κοινωνίας. Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς μετὰ τοσούτου πόνου ἀνέπτυξεν, ἔχετε πλέον κἀνὲν δικαίωμα ἐναντίον καὶ ἐκείνου ἀκόμη τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἤθελε καταντήσει νὰ μετέρχηται καὶ τὰ δυσωνυμώτερα τῶν ἐπαγγελμάτων καὶ ἔργων ἐκτὸς τοῦ Δικαστηρίου; Ἐὰν τὰ ζητήματα ταῦτα ἦναι λεπτά, ὡς ἐῤῥήθη, ἡ λεπτότης αὐτῶν ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ νὰ μὴ παραλύσωμεν τοὺς σωτηρίους θεσμοὺς τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν εὐλαβείας τῶν δικαστικῶν ἰδίως λειτουργῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἐὰν ὁ δικηγόρος ἐχλεύασε κατ’ εὐθεῖαν τοὺς Δικαστὰς, ἢ τεχνηέντως καὶ δι’ ὑπαινιγμῶν. Εἰς τοιαῦτα ἄτοπα ἄγει ἡ θεωρία τῶν ἀντιφρονούντων, ἐὰν ἀληθῶς πιστεύωσιν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν τὴν ἐπικαλῶνται μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται ἢ συμφέρει αὐτοῖς νὰ πράττωσιν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι. Ἐγὼ πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν ἀληθῶς ὁ προαγορεύσας ἀσπάζηται τὰς θεωρίας, ἃς ὑπεστήριξε, καὶ αἵτινες οὐδέποτε ἄλλοτε καὶ παρ’ οὐδενὸς ἠκούσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, καίτοι πάντοτε αὐστηρῶς ἠσκεῖτο ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες πᾶσαι καὶ ἡρμήνευσαν καὶ ἐξετέλεσαν τὸν Νόμον ἀπαραλλάκτως, ὅπως καὶ ἐγὼ ἡρμήνευσα καὶ ἐξετέλεσα αὐτόν. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι δὲν ἐδόθη ποτὲ εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορμὴ καὶ εὐκαιρία νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ νομοθετήσῃ μάλιστα ἐπὶ ζητημάτων τῆς αὐτῆς φύσεως, καὶ ἰδιαίτατα ἀναφερομένων εἰς τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὰ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοὺς δικηγόρους. Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐθεωρήθη διατρέχον κίνδυνόν τινα τὸ σῶμα τῶν δικηγόρων ἀπέναντι τῆς μεγάλης ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἐπ’ αὐτῶν ἀνεγνώριζεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὁρίζῃ αὕτη τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ δικηγόρων, ἠδύνατο δὲ καὶ νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικηγόρους ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον, καὶ νὰ μεταῤῥυθμίζῃ καὶ τὰς ἀθωωτικὰς καὶ πειθαρχικὰς περὶ δικηγόρων ἀποφάσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας πειθαρχικῶς νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν, καὶ τὴν ποινὴν, τὴν παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβληθεῖσαν, νὰ ἐπιτείνῃ. Ὑπῆρξαν δὲ καὶ παραδείγματα τοιαύτης ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξ ὧν κατεδείχθη, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ ἐπέλθῃ περιορισμός τις, χάριν τοῦ δικηγορικοῦ ἰδίως ἐπαγγέλματος, εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐξουσίαν. Ὅτε λοιπὸν τῷ 1877 ἐψηφίσθη ὁ Νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περιελήφθησαν ἐν αὐτῷ διατάξεις, ἀφίνουσαι ἀπεριόριστον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικηγόρων καὶ μὴ ἐπιτρέπουσαι τὴν μετάθεσιν αὐτῶν ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλο Δικαστήριον ἄνευ ἰδίας αὐτῶν αἰτήσεως, καταργοῦσαι δὲ τὴν μεταῤῥυθμιστικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν περὶ πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, τοῦ ἐπιτείνειν τὰς διὰ καταδικαστικῶν τοιούτων ἀποφάσεων ἐπιβαλλομένας πειθαρχικὰς ποινάς. Τὰ θέματα, ὡς βλέπετε, ἦσαν συγγενέστατα τῷ προκειμένῳ, καὶ ὅμως δὲν εὑρέθη οὐδὲ εἷς νὰ ἰσχυρισθῇ τότε, ὅτι κακῶς ἡρμηνεύθησαν ἢ ἐξετελέσθησαν αἱ περὶ ὧν συζητοῦμεν διατάξεις, ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἀσκουμένη κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἔν τε τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ἔξω τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὅταν ἐπιδείκνυνται διαγωγὴν καὶ συμπεριφορὰν ἀσυμβίβαστον, ἀνάρμοστον, προσβλητικὴν πρὸς τὸ ἀξίωμά των. Δὲν ἔχωμεν δ’ οὔτε μίαν ἐν τῇ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῇ τῶν διατάξεων αὐτῶν περίπτωσιν, δεικνύουσαν, ὅτι ὑπῆρξε ποτὲ δισταγμὸς κἂν περὶ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Ταῦτα λέγων, δὲν λησμονῶ τὸν διθύραμβον, τὸν ὁποῖον ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς ἐτόνισεν, οὐδὲ τὸν στέφανον, τὸν ὁποῖον μετὰ πολλῆς φιλοκαλίας ἔπλεξεν ὑπὲρ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, οὐχὶ λύσαντος κατ’ ἀντίθετον τρόπον ζήτημα τοιοῦτον, εἰς αὐτὸν παρουσιασθὲν, ἀλλὰ μὴ προκαλέσαντος καταδίωξιν πειθαρχικὴν ἐπὶ περιστάσεως, εἰς ἣν δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ὑφίστατο πειθαρχικὴ παράβασις, οὐδ’ εἶχε προβῆ Δικαστικόν τι Συμβούλιον εἰς τιμωρίαν τοῦ ὑπαιτίου....
§51ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἔγγραφα καὶ ἀριθμούς.
§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης δὲν τηρεῖται κἀμμία σημείωσις ἢ ἐνθύμισις περὶ τῶν ἐνεργειῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν προβαίνουσιν οἱ Ὑπουργοί· ἐκεῖ τηρεῖται ἡ ἐνθύμισις καὶ παραμένουσι τὰ ἴχνη τῶν ἐνεργειῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ προβαίνουσι. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ εὕρω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὰ ἴχνη τοῦ σθένους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος εὑρῆκεν ἄξιον διθυράμβων καὶ στεφάνων, διότι τὸ μηδέποτε ὑπάρξαν δὲν ἀφίνει ἴχνη. Ἐγὼ εὑρῆκα ἀνεξίτηλα καὶ ψηλαφητὰ ἴχνη ἐνεργειῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ μία κἂν περίστασις, δεικνύουσα, ὅτι εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐγεννήθη ποτὲ δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ὑπὸ συζήτησιν διατάξεων· δι’ ὃ καὶ ἀμέσως φέρω ἀπόδειξιν, ἀναφερομένην εἰς ἐκεῖνον ἀκριβῶς τὸν Ὑπουργὸν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐπὶ τέλους ἀνέφερεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος. Κατὰ τὸ 1882 δικηγόρος τις ἐν Καλάμαις ἐδημοσίευσεν ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἔλεγχος» εἴς τινα ἐφημερίδα τῶν Καλαμῶν διατριβὴν χλευαστικὴν, ὑπαινισσομένην τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Δικαστήριον τῶν Καλαμῶν πρόσωπα, καὶ ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος προσέφυγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν προσέφευγεν, ἡ ἀπόφασις ἔπρεπε κατὰ Νόμον νὰ ὑποβληθῇ. Προεβλήθησαν τότε πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνεκίνησεν ὁ ἐπερωτήσας Συνάδελφος, διότι, ἐνῷ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς διστάσας κἂν πρὸς στιγμὴν ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην ἔννοιαν αὐτῶν τῶν διατάξεων, ἐπίσης σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε πειθαρχικῶς κατεδιώχθη δικηγόρος χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῇ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἀνέφερε, πλὴν τῶν κινδύνων τοῦ Συντάγματος, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν μετὰ τὸ 1844. Πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἐπεκαλοῦντο μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας, τὰ ὑπὲρ αὐτῆς χυθέντα αἵματα, τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸ εὐγενὲς τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ἄσυλον καὶ ἀνεξέλεγκτον τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ τὰ τοιαῦτα. Τὰ ζητήματα λοιπὸν τὰ αὐτὰ ὑπεβλήθησαν τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ 1882, οἷα καὶ σήμερον εἰς ἐμὲ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ μὲν τότε ἐν Καλάμαις διατριβὴ ἐδημοσιεύθη ἀνωνύμως, ἡ δὲ σημερινὴ τοῦ ἐν Πάτραις δικηγόρου ἐδημοσιεύθη ὑπ’ αὐτοῦ μὲ τὸ ὄνομα, τὸ ἐπώνυμον καὶ τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμά του. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἦτο ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐξέδοτο τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν, φέρουσαν ἀριθμὸν 9808, χρονολογίαν δὲ τῆς 5 Ἰουνίου 1882, τῆς ὁποίας παρακαλῶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα μέρος, ὅπερ ἔχει οὕτω. «Ἐπειδὴ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ εἰρημένου δικηγόρου, ὅτι ἡ δημοσιευθεῖσα παρ’ αὐτοῦ ἐπίκρισις δὲν ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικηγόρου καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν αἱ πειθαρχικαὶ διατάξεις, εἶναι ἀβάσιμος, τὸ μὲν διότι ὁ δικηγόρος δὲν παύει ὢν τοιοῦτος ὡς πρὸς τὰ ἐπιβαλλόμενα αὐτῷ ἐκ τῆς ἰδιότητος ταύτης καθήκοντα, διότι δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι γράφει ὡς δικηγόρος, ἢ διότι προσεπάθησε ν’ ἀποφύγῃ τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον γινόμενος συντάκτης ἀνωνύμου διατριβῆς, τὸ δὲ διότι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί εἰσι πειθαρχικῶς καταδιωκτέοι καὶ ὅταν ἐν τῇ ἰδιωτικῇ αὐτῶν συμπεριφορᾷ παρεκτρέπωνται εἰς πράξεις ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν δημοσίαν θέσιν των, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 243 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ. Διὰ ταῦτα, μεταρρυθμίζομεν τὴν ὑπ’ ἀριθ.... ἀπόφασιν, καὶ ἐπιβάλλομεν τῷ δικηγόρῳ Θ. Λ. πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχ. τριάκοντα κ. λ. π. Ὁ Ὑπουργὸς ΔΗΜ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ» Εἰς ὅ,τι σᾶς ἀνέγνωσα εὑρίσκετε βεβαίως ἀπήχησιν ἀκριβῆ καὶ πιστὴν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ σήμερον ὑπεστήριξα, ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ ἡ ἀπόφασις αὕτη προηγήθη τῆς ἐμῆς, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα ἐγὼ ὑπεστήριξα εἶναι ἐντελῶς τὰ αὐτὰ πρὸς ὅσα ἄλλος ἔντιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ἐμοῦ εἶχεν ἀποφανθῆ ἐπὶ ὁμοίας ὑποθέσεως καί, ἂν θέλετε, μᾶλλον ἐλαφρᾶς. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἄσκησις ἡ τοιαύτη τῆς πειθαρχικῆς κατὰ δικηγόρων ἐξουσίας παρὰ πάντων τῶν πρὸ ἐμοῦ ἐντίμων Ὑπουργῶν ἠσκήθη μόνον διὰ τὴν πρὸς τὰ Δικαστήρια καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτῶν ἀπρεπῆ συμπεριφοράν των; Οὐχί, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πρὸς οἷον δήποτε ἄλλον. Δικηγόρος τις, ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις, εἶχε γράψει τραχεῖαν διατριβὴν, καθαπτομένην τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς· ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἐπελάβετο τῆς καταδιώξεως, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐτιμώρησε πειθαρχικῶς τὸν δικηγόρον ἐκεῖνον, διότι ἐδημοσίευσεν ἐν τῷ τύπῳ διατριβὴν ἄνευ τοῦ ὀνόματός του, καθαπτομένην τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Κατὰ τὸ 1885 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκύρωσεν, ἄριστα ποιήσας, ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐτιμώρει δικηγόρον, διότι ἐν τῷ δικαστικῷ καταστήματι δὲν ἐφέρθη εὐλαβῶς πρὸς τὸν Γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου. Ἄλλος δικηγόρος ἐν Ἀθήναις, ὢν συγχρόνως συντάκτης καὶ διευθυντὴς ἐφημερίδος, ἐδημοσίευσεν ἄρθρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ὡς προσβλητικὰ ἢ ἐνδεικνύοντα χλευασμὸν, οὐχὶ πρὸς τὸ Δικαστήριον, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὁ δικηγόρος ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, οὐχὶ πρὸς τὸν Νομάρχην, ἀλλὰ πρὸς τὸν διάδοχον τῆς Ἀγγλίας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐπελάβετο τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως, ὁ δὲ δικηγόρος, ἐπίσης παλαιστὴς κρατερὸς, ὅπως ὁ ἐπερωτήσας, ἐπίσης εὐφυὴς,—δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦτο καὶ ἐπίσης ῥητορικὸς,—ἠμύνθη ἐῤῥωμένως, κατασπαταλήσας ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐφόδια καὶ τὰ ὅπλα, τῶν ὁποίων ὁ ἐκ Πατρῶν ἔντιμος συνάδελφος ἐποιήσατο σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν χρῆσιν, καὶ προσωπικῶς ζητήσας νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ τῶν Ἐφετῶν Συμβουλίου. Τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐτιμώρησεν αὐτὸν πειθαρχικῶς ἐπ’ αὐτῇ του τῇ πράξει δι’ ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 273 τοῦ 1875, περιεχούσης ἀκριβῶς καὶ κατὰ λέξιν σχεδὸν πάντα ὅσα πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξηγῶν οἵαν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ μόνον μίαν σκέψιν ἐκ τῶν πολλῶν τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως, ἔχουσαν οὕτω: «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν περὶ πειθαρχικῶν παραπτωμάτων διατάξεων τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 292, πᾶς δικαστικὸς ὑπάλληλος, οἷός ἐστι καὶ ὁ δικηγόρος, ὑπόκειται εἰς δικαστικὴν καταδίωξιν, οὐ μόνον κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, ἂν ἤθελε πράξει παρεκτροπῆν τινα, ἐκθέτουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἀρχῆς, ἥν περιβέβληται, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας παρεκτροπῆς καθίσταται ἀνάξιος τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ὑπηρεσίας. Ἑπομένως τούτῳ τῷ λόγῳ ἄνευ τινὸς νομικῆς ἀξίας ἐστὶν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν διὰ τὸ εἰς αὐτὸν ἀποδιδόμενον παράπτωμα, ὡς μὴ σχετιζόμενον μετὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δικηγορικῶν αὐτοῦ καθηκόντων.» Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπιτεῖναν μάλιστα τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν μηνιαίας προσωρινῆς παύσεως εἰς τετράμηνον. Ἀνέγνωσα τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἐφετείου, στηριζομένην εἰς πολλὰς ὁμοίας ἀποφάσεις καὶ εἰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι τὸ οὕτως ἀποφηνάμενον Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἦν κατηρτισμένον ἐκ συμπτώσεως ἀπὸ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ ὑπέροχος ἐπιστημονικὴ ἀξία καὶ ἡ χρηστότης δὲν θὰ ὠχριάσῃ ἀπέναντι τῶν ἐντίμων ὀνομάτων, τῶν ὁποίων τὰς γνώμας ἀνέγνωσεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτής. Ἀπετελεῖτο τὸ Συμβούλιον τοῦτο τῶν Ἐφετῶν ἀπὸ τὸν κ. Ἀθανασιάδην, ὡς πρόεδρον, τὸν κ. Πάγκαλον, τὸν κ. Διγενῆ, τὸν κ. Σανόπουλον, καὶ τὸν κ. Δραγούμην ὡς Ἐφέτας καὶ διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ ὑποθέτω, ὅτι τὰ ὀνόματα ταῦτα δύνανται νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ὁ προαγορεύσας ἐμνημόνευσεν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει περίπτωσις, δεικνύουσα, ὅτι ὑπῆρξε ποτὲ δισταγμὸς ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, ἢ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τῆς τοιαύτης ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, τῶν κανονιζουσῶν τὰ τῆς πειθαρχίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν, ὅτι ἴσως ὁ δικηγόρος ἐν Καλάμαις εἶχε μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐτόνισε τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἐκ Πατρῶν δικηγόρος ἀναφέρεται ὡς μετασχὼν τῆς δίκης. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ, καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καὶ ἂν ἐκ λάθους γραφικοῦ ἐσημειώθη ἱστορικῶς μόνον, ὅτι μετέσχε τῆς δίκης, δὲν εὑρίσκω ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ὁ δικηγόρος, ὁ τιμωρούμενος πειθαρχικῶς, τιμωρεῖται, διότι δικηγόρος ὤν, καὶ φέρων ἄρα τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἔγραψε περὶ Δικαστηρίου, καθ’ ὃν τρόπον ἔγραψεν, εἴτε ἔλαβε μέρος εἴτε δὲν ἔλαβεν εἰς τὴν δίκην. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον, οὐδ’ ἀποτελεῖ ἴχνος στοιχείου, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συντρέχωσι, διὰ νὰ στηριχθῇ ἡ πειθαρχικὴ καταδίωξις. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ δημοσιεύματος ἐκείνου, δὲν ἐπιτρέπεται δισταγμὸς, ὅτι ὁ δικηγόρος ἐνόησε νὰ ὑβρίσῃ τὸ Δικαστήριον δι’ ὑπόθεσιν ὡρισμένην, ἐπιτεθεὶς δριμύτερον κατὰ τοῦ Προέδρου, περὶ τῆς προσωπικῆς ἀξίας τοῦ ὁποίου ἀναφέρομαι εἰς ὅσα δὲν ἐδίστασε νὰ ὁμολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας κ. Βουλευτής. Οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία παρεστάθη ὡς περιάγουσα εἰς κίνδυνον τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ὡς ἐπεκτείνουσα τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικηγόρων, ὡς παραβιάζουσα τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας· καὶ εἶχον δίκαιον ἐν ἀρχῇ νὰ μακαρίσω τοὺς συμπολίτας τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ, οἱ ὁποῖοι ηὐτύχησαν νὰ τύχωσιν ἀντιπροσώπου, ὅστις ἔχει τὴν δύναμιν, τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεις των νὰ ἀνάγῃ εἰς περιωπὴν, ἀξίαν ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ παλαίῃ ὑπὲρ αὐτῶν μὲ σθένος καὶ πάθος, ἄξιον κρειττόνων ὑποθέσεων καὶ σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ἀπασχολοῦν σήμερον τὴν Βουλὴν, στερεῖται σπουδαιότητος· ἀρκεῖ, ὅτι ἐνδιαφέρει τὸν πολυάριθμον καὶ τοσοῦτον ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἐκπληροῦντα ἐν τῇ κοινωνίᾳ Δικηγορικὸν Σύλλογον, ἵνα θεωρηθῇ μετέχον ὑψηλῆς σπουδαιότητος. Καὶ λέγων τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα, δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὸ πραγματικὸν ζήτημα, ἂν ἦναι ἐπίψογον τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξετίμησε κατ’ οὐσίαν ὀρθῶς τὸ ἐπίμεμπτον ἢ μὴ τοῦ ἄρθρου τοῦ δημοσιευθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐν Πάτραις δικηγόρου κ. Τσέλου, εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου οὐδόλως ἐπιλαμβάνομαι, διότι εἶναι ζήτημα καθαρᾶς ἐκτιμήσεως, ἀναγόμενον εἰς τὴν δικαστικὴν συνείδησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ποσῶς δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ. Ὡς ζήτημα σπουδαιότατον καὶ ἄξιον συζητήσεως θεωρῶ τὸ νομικὸν ζήτημα, ἂν οἱ δικηγόροι ὀφείλωσιν εὐθύνας εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν διὰ μόνας τὰς πράξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, ἢ ἐὰν ὀφείλωσιν εὐθύνας, ὅπως μετὰ τοσαύτης εὐκολίας ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ σύμπαντα τὸν ἰδιωτικὸν καὶ δημόσιον αὐτῶν βίον. Ἐάν τις ἤθελεν ἐξετάσει ἀπὸ καθαρῶς θεωρητικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων ἐκείνων τοῦ δικηγόρου, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ αὐτοῦ ἐπαγγέλματος. Πλὴν τοῦ πειθαρχικοῦ ἐλέγχου καὶ ἄλλοι διάφοροι ἔλεγχοι λειτουργοῦσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἰδιαίτεραι εἰς ἕκαστον αὐτῶν ὀφείλονται εὐθύναι. Ὑπάρχει ἔλεγχος ἠθικὸς, ἔλεγχος θρησκευτικὸς, ἔλεγχος πολιτικὸς, ἔλεγχος ποινικός. Ἑκάστη ἐξουσία, ἑκάστη δικαιοδοσία, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἡ ἄσκησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐλέγχων τούτων, ὀφείλει νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει αὐτῇ ἡ ἀποστολή της καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεώς της. Ἡ κοινωνία ἐκτιμᾷ τὴν ἠθικὴν ἀξίαν, ἡ κοινὴ γνώμη ἐλέγχει τὴν πορείαν τῶν πολιτευομένων, ἡ ποινικὴ δικαιοδοσία τιμωρεῖ τὰ ἀδικήματα. Ἡ ἐπέμβασις οἱασδήποτε τῶν ἐξουσιῶν τούτων εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἄλλης συνεπάγει σύγχυσιν καὶ ταραχὴν καὶ βλάβην εἰς τὴν κοινωνίαν. Τίς ἡ ἀποστολὴ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας; Ἡ προσήκουσα ἐκτέλεσις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ βεβαίως περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀξιοπρεπὴς αὐτῆς ἐξάσκησις. Ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ σκοποῦ τούτου ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ἐκείνων μόνον τῶν πράξεων, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἧς τῇ ἀνετέθη ἡ ἐποπτεία. Συνεπῶς καὶ ἡ πειθαρχικὴ ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου δικαιοδοσία πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ἐκείνων μόνον τῶν πράξεων, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Ἐὰν πέραν τοῦ ὁρίου τούτου ἐπεκτείνωμεν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, μεταβάλλομεν τὴν φύσιν αὐτῆς, ἀλλοιοῦμεν τὸν προορισμὸν καὶ ἐγκαθιστῶμεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐπικίνδυνον καὶ ἀφόρητον τυραννίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται βεβαίως σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς. Ὑπάρχουσι περὶ αὐτοῦ παρ’ ἡμῖν Νόμοι, καὶ ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν Νόμων τούτων θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀξιοῖ, ὅτι οἱ Νόμοι ἡμῶν ἐπεκτείνουσι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν δικηγόρων, τῶν ἀσχέτων πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν ἢ δημόσιον αὐτῶν βίον. Ἀλλὰ τίνες οἱ Νόμοι οὗτοι; Εἶναι ἆρά γε τὸ ἄρθρον 147 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅπερ ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀποφάσει του; Ἀλλ’ ὡς κάλλιστα ἀπέδειξεν ὁ προαγορεύσας ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος, τὸ ἄρθρον 147 πραγματεύεται περὶ μόνης τῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἐξασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Αἱ διατάξεις αὐτοῦ, ὅτι πρέπει ὁ δικηγόρος νὰ ἔχῃ μετριότητα ἐκφράσεως εἰς τὰς προφορικὰς καὶ ἐγγράφους αὐτοῦ ἐκθέσεις, ὅτι δύναται νὰ καθάπτηται προσώπων, ἂν λάβῃ ἐντολὴν παρὰ τοῦ πελάτου αὐτοῦ, κτλ. οὐδεμίαν ἀφίνουσι περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Εἶναι τάχα τὸ ἄρθρον 149 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων; Ἀλλὰ τοῦτο ἀναθέτει τὴν ἐπιβολὴν τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς εἰς τὸ ἐπιλαβόμενον τῶν ὑποθέσεων Δικαστήριον. Ὅθεν ἐξ αὐτοῦ προκύπτει τοὐναντίον, ὅτι πραγματεύεται περὶ δικηγόρων διεξαγόντων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὑπόθεσιν δικαστικὴν καὶ παρεκτρεπομένων, διὰ τῶν ἀγορεύσεων ἢ διὰ τῶν δικογράφων αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὸ Δικαστήριον, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους σεβασμοῦ. Ποίαν ἄλλην ἔχετε διάταξιν, ἐπεκτείνουσαν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου βίου τῶν δικηγόρων; Ἐπεκαλέσθητε καὶ τὸ ἄρθρον 292 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ τρανωτέρα ἀπόδειξις, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην. Τὸ ἄρθρον τοῦτο διαγράφει τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα πάντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, καὶ ὡς τοιαῦτα ἀναφέρει τὴν ἐξ ὀκνηρίας κτλ. παραβίασιν τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας των. Μίαν μόνην περιέχει περίπτωσιν, ἄσχετον μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων, ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος διὰ κακοήθους διαγωγῆς καθίσταται ἀνάξιος τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως δὲν ὑποστηρίζετε, ὅτι δικαστικὸς ὑπάλληλος κατέστη διὰ κακοήθους διαγωγῆς ἀνάξιος τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔχετε τίτλον, ἵνα ἐπιβάλλητε αὐτῷ πειθαρχικὴν ποινὴν διὰ πράξεις ἀσχέτους πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν του. Μήπως ὑποστηρίζετε, ὅτι ὁ δικηγόρος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κακοήθης, διότι ἔγραψε διατριβὴν, ἐπικρίνουσαν τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφορὰν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κακοήθης διαγωγὴ ἡ κατάχρησις, ἔστω, τοῦ δικαιώματος τῆς δημοσιογραφίας; Μάτην προσπαθεῖτε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι τὰ κείμενα τῆς νομοθεσίας χορηγοῦσιν ὑμῖν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξησκήσατε. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐλλείψει κειμένου τοῦ Νόμου, κατέφυγον καὶ εἰς προηγούμενα. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ὑπῆρχον τοιαῦτα, καὶ ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναγινώσκοντα αὐτὰ, ὁμολογῶ, ὅτι ἠπόρησα. Ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις προηγουμένων δὲν μεταβάλλει τὴν σαφῆ καὶ ῥητὴν ἔννοιαν τοῦ Νόμου. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ προηγούμενα, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ὅλως ἀντίθετα. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τῆς Ἑλλάδος συνεδρίαζεν ἄνευ τῆς νομίμου ἀπαρτίας, ἡ δὲ τοιαύτη παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἐξήγειρε σύμπασαν τὴν κοινωνίαν. Ἡ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπέκρινε τὴν παράβασιν, πλεῖστοι δὲ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι, ἐν οἷς καὶ ὁ τῶν Πατρῶν, διὰ γνωμοδοτήσεων ἐστηλίτευσαν τὴν παρανομίαν. Διενοήθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ πειθαρχικὴν καταδίωξιν τῶν δικηγόρων, ὡς μὴ τηρούντων τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὰς Ἀρχὰς καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους σεβασμόν. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἰς ἐμὲ, εὑρεθέντα τότε ἐνταῦθα ἐπ’ ἀδείᾳ, καὶ ᾐτήσατο τὴν γνώμην μου, ἐὰν ἐθεώρουν πρέπον νὰ παραγγείλω ὡς Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν τὴν πειθαρχικὴν τῶν ἐν Πάτραις δικηγόρων καταδίωξιν. Ἀπήντησα εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν, ὅ,τι καὶ σήμερον λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ὁ δικηγόρος εἶναι πολίτης καὶ δύναται, ὡς πάντες οἱ πολῖται, νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως τὰς περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων ἰδέας αὑτοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην, ὡς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, νὰ δώσω παραγγελίαν περὶ καταδιώξεως τῶν δικηγόρων, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελον λάβει ῥητὴν περὶ τούτου διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐγένοντο τότε καὶ τοιαῦται καταδιώξεις, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια ἀπέῤῥιψαν αὐτὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ δημόσιος βίος τοῦ δικηγόρου ὑπάγεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὰ παραδείγματα ἀλλοδαπῆς νομολογίας, τῆς Γαλλικῆς, ἥτις πράγματι ἀλλοίας ἠκολούθησε πολλάκις ἀρχὰς, καὶ ἥτις ἐπηρέασεν ἴσως καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἐφετείου, τοῦ ὁποίου τὸ βούλευμα ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ νομολογία ἐφαρμόζει τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, καὶ ὁ ἐπικαλούμενος τὸ μέγα ἀληθῶς κῦρος τῆς Γαλλικῆς νομολογίας ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ αὐτὴ νομοθεσία διέπει τὸ προκείμενον ζήτημα εἰς ἀμφότερα τὰ Κράτη. Ἐάν τις προβῇ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, θέλει ἀνεύρει, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐξασκεῖ ἐν Γαλλίᾳ πειθαρχικὸν συμβούλιον, συγκροτούμενον ἐξ αὐτοῦ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Θέλει παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1822 Διατάγματος περὶ ἐξασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἀναθέτει ῥητῶς εἰς τὸ πειθαρχικὸν αὐτὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον «τῆς διαφυλάξεως τῶν ἀρχῶν τῆς μετριότητος, τῆς ἀφιλοκερδείας καὶ τῆς χρηστότητος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ τιμὴ τοῦ δικηγορικοῦ ἐν γένει σώματος.» «de maintenir... les principes de moderation, de desinteressement et de probité sur les quels repose l’ honneur de l’ ordre des avocats.» Ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων, τοσοῦτο γενικῶν καὶ ἀορίστων, οὐδόλως παράδοξον, ἂν τὰ Δικηγορικὰ πειθαρχικὰ Συμβούλια ὑπέλαβον δικαίωμα καὶ καθῆκον αὑτῶν, νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικηγόρων, διότι καὶ οὗτος ἐπηρεάζει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ὅλου σώματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀναθέτομεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁριστικῶς ἐπ’ αὐτῆς ἀποφαινόμενον. Ἡμεῖς ἔχομεν Νόμον, περιορίζοντα τὴν ἐξάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ μόνον τῶν παραβάσεων τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων καὶ ἐπεκτείνοντα μόνον αὐτὴν ὅταν ὁ δικηγόρος κατέστη ἀνάξιος τῆς ὑπηρεσίας του ἕνεκα κακοήθους διαγωγῆς. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἔφθασαν οἱ Γάλλοι; Καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν ὑποστηρίζεται καὶ ὑπὸ ἑτέρων σπουδαιοτάτων ἐπιχειρημάτων. Οἱ δικηγόροι ἐκπληροῦσιν, ὡς εἶπον, μεγάλην καὶ ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐπιζητοῦσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὴν ἀνόρθωσιν τῶν προσβληθέντων Νόμων τῆς Πολιτείας, καὶ συντελοῦσιν οὕτως οὐσιωδῶς εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ἐννόμου τάξεως. Οὗτοι ἑρμηνεύουσι τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν Νόμων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ διαφωτίζουσιν οὕτω καὶ ὑποβοηθοῦσιν αὐτὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων. Οἱ δικηγόροι ἐλέγχουσι καὶ ἐπικρίνουσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων αὐτὰ τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, καὶ παρέχουσιν οὕτως εἰς αὐτὴν ἀφορμὴν νὰ διορθώσῃ τὰς πλάνας καὶ τὰς ἐλλείψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποπίπτει. Ἀλλ’ ἵνα ἐκπληρώσωσι πρεπόντως τὰ καθήκοντα ταῦτα οἱ δικηγόροι, ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνεξαρτησίας. Ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικηγόρων εἶναι πολύτιμος ἐγγύησις ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, δι’ ὃ πολυειδῶς ἐξησφάλισεν αὐτὴν ἡ νομοθεσία. Τὸ ἄρθρον 146 τοῦ Ὀργανισμοῦ ἀναγράφει τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ δικηγόροι ἐκπληροῦσιν ἐλευθέρως τὰ καθήκοντά των, νεώτερος δὲ Νόμος, οὗ ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, ὁ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἰδίως ἐμερίμνησε περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικηγόρων, διότι κατήργησε τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως καὶ μεταθέσεως τῶν δικηγόρων, ὅπερ εἶχεν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Κατήργησε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν περιπτώσει ἀθωώσεων, περιώρισε δὲ αὐτὴν ἐν περιπτώσει καταδίκης τῶν δικηγόρων. Καὶ ὅμως ἡ δικηγορικὴ ἀνεξαρτησία ἀναιρεῖται ἄρδην, ἂν χορηγήσωμεν εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δικαίωμα ἐλέγχου ἐφ’ ὅλου τοῦ ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου βίου τῶν δικηγόρων, ἐπὶ τῶν οἰκογενειακῶν αὐτῶν σχέσεων, ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἢ θρησκευτικῶν αὐτῶν φρονημάτων. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταδικάσαντος εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν δικηγόρον, διότι ἐπέκρινε τὴν συμπεριφορὰν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀποτελεῖ ὑπέρβασιν δικαιοδοσίας. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ μόνον παράβασιν τῶν περὶ πειθαρχίας Νόμων καὶ προσβολὴν τῆς δικηγορικῆς ἀνεξαρτησίας ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· φρονῶ, ὅτι περιέχει καὶ προσβολὴν πολυτίμου δικαιώματος, ἀναγραφέντος ἐν τῷ Συντάγματι ὡς δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συνάγματος, ἕκαστος Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύῃ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ δὲ περὶ τύπου Νόμος, ὁ κανονίζων τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διαγράφει ἀκριβῶς καὶ τὴν εὐθύνην, ἣν ἡ κατάχρησις αὐτοῦ δύναται νὰ συνεπαγάγῃ. Ἀλλὰ μεταξὺ τούτων δὲν περιελήφθη ἡ πειθαρχικὴ εὐθύνη. Ἐὰν ὁ δικηγόρος προσέβαλε τὸ Δικαστήριον, ἡ πρᾶξις αὐτοῦ μόνον ὑπὸ ποινικὸν χαρακτῆρα ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ. Ἠδύνατο τὸ Δικαστήριον νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν ἐπὶ προσβολῇ κατὰ προσώπων, πρὸς ἃ ὤφειλεν ἰδιαίτερον σεβασμὸν, καὶ ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων ἤθελεν ἐκτιμήσει δεόντως τὸ βάσιμον τῆς κατηγορίας. Ἀλλὰ νὰ ἐπιληφθῶσιν αὐτῆς αὐτοὶ οἱ προσβληθέντες, καὶ νὰ ἐπιβάλωσι βαρεῖαν ποινὴν εἰς τὸν προσβαλόντα τυχὸν αὐτοὺς δικηγόρον, εἶναι πορεία, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιδοκιμάσῃ.
§54ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα, Κύριοι, εὐχαρίστως, ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα ἐξετίμησεν ἀποχρώντως τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑποθέσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ προκειμένη συνεδρίασις, καὶ ἐπειδὴ μὲ εὐχαρίστησίν μου παρετήρησα τὰς ἀποχρώσας αὐτὰς ἐκτιμήσεις τῆς ὑποθέσεως, δι’ αὐτὸ δὲν πιστεύω νὰ ἀσχάλητε, ἐὰν εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας τινὰς λέξεις.... Ἀλλὰ βλέπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσκληθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκηται νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτὸς τῶν ἐξωφύλλων, τὰ ὁποῖα ἔφερε, νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῶν προηγουμένων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, δηλαδὴ ὄχι μόνον τὰ σχέδια τῶν ἀποφάσεων τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἅπαντα τὰ σχετικὰ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται.
§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ προσήγαγον καὶ κατέθεσα πάντα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς ἀποφάσεις, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὅστις ἦτο καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίζει, ἢ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ δικογραφίαι εὕρηνται οὐχὶ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐν τοῖς γραφείοις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ζητήσω ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν τὰς δικογραφίας ταύτας, δύναμαι νὰ τὸ πράξω· ἀλλὰ ζητῶν νὰ φέρω ἐγὼ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἴδιος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐπέστρεψε πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἅπερ εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν οἰκείων Εἰσαγγελιῶν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος δὲν εἶναι ἐν ἐπιγνώσει τοῦ τί ζητεῖ.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀδαὴς τῶν καθηκόντων τῶν πρωτοκολλητῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπειδὴ φαίνεται μᾶλλον ἔμπειρος ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν πιστεύσω, ὅτι δὲν εὗρεν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ἢ μόνον τὰ ἐξώφυλλα· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἔχῃ τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς γνώσεις του ταύτας καὶ νὰ ζητήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ νὰ εὕρῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον καὶ νὰ προσαγάγῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν.
§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸν προκαλῶ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν, ἥν κρατεῖ ἐν χερσὶν, ἔγγραφόν του, δι’ οὗ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπιστρέφει τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ἐὰν, ὅταν αὐτὸς ὑπέγραφε, μετήρχετο ἔργα πρωτοκολλητοῦ, τοῦτο εἶναι ἰδικός του λογαριασμὸς, ἐφ’ ᾧ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὸν συγχαρῶ, οὐδὲ ποτὲ θὰ τὸν μιμηθῶ.
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, μέχρις ὅτου προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.