| 1293 | Χαρ. Τρικούπης | Μ. Γουλιμῆς | Ο | ||
| 1294 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Μ. Ἰατρίδης | ||
| 1295 | Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Χατζόπουλος | Ν | |
| 1296 | Δ. Βουλπιώτης | Γεώργ. Μίλησης | Ο | ||
| 1297 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σπ. Νοταρᾶς | Ν | |
| 1298 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργ. Κούστας | Ν | |
| 1299 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| 1300 | Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | |
| 1301 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | |
| 1302 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| 1303 | Δημ. Πετρίδης | Ν | Ν. Βαλσαμάκης | Ν | |
| 1304 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| 1305 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Π. Βενιεράτος | ||
| 1306 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Γ. Τυπάλδ. Κοζάκης | Ν | |
| 1307 | Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Γ. Κόρπας | ||
| 1308 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | ||
| 1309 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 1310 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| 1311 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ν. Νομικός | Ο | |
| 1312 | Παν. Μανέτας | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 1313 | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ο | |
| 1314 | Ἠλίας Παλαμήδης | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | ||
| 1315 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| 1316 | Δ. Ζέγγελης | Ο | Γ. Δρόσος | Ο | |
| 1317 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Ν. Κρίσπης | Ο | |
| 1318 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 1319 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο | |
| 1320 | Στέφ. Δραγούμης | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | ||
| 1321 | Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 1322 | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ο | Ἀρ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 1323 | Φωκίων Νέγρης | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 1324 | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 1325 | Νικ. Μπουφίδης | Ο | Λ. Καπετανάκος | Ν | |
| 1326 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| 1327 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 1328 | Νικ. Λεβίδης | Ν | Ι. Καρτάλης | ||
| 1329 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 1330 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1331 | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | Ο | |
| 1332 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Α. Ἀστεριάδης | ||
| 1333 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ι. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 1334 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο | |
| 1335 | Λ. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 1336 | Λ. Φωτήλας | Ν | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1337 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 1338 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 1339 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| 1340 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 1341 | Ν. Κουμανιώτης | Ν | Περ. Πεῤῥωτῆς | Ν | |
| 1342 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Δ. Τζάνες | Ο | |
| 1343 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Περ. Μποῦτος | Ο | |
| 1344 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Παν. Σάκκης | Ν | |
| 1345 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Ν. Παπαλέξης | Ο | |
| 1346 | Ν. Καφετζόγλους | Ο | Ν. Μισυρλῆς | Ν | |
| 1347 | Ἰω. Πεζᾶς | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ν | |
| 1348 | Κων. Σινέλης | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| 1349 | Βασ. Βουδούρης | Ο | Δ. Κάρτσωνας | ||
| 1350 | Κων. Λομβάρδος | Δ. Π. Γουδῆς | Ο | ||
| 1351 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 1352 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 1353 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 1354 | Γεώργ. Θεοτόκης | Γ. Φραγγίδης | Ο | ||
| 1355 | Κωνστ. Βασιλάκης | Λ. Τακιατζῆς | Ο | ||
| 1356 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Τάκης | ||
| 1357 | Νικόλ. Βασιλάκης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| 1358 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| 1359 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | Σταμ. Μπουντούρης | Ο | |
| 1360 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Θεόδ. Γκίκας | Ο | |
| 1361 | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 1362 | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1363 | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 1364 | Νικ. Κοντογιάννης | Ν | Δ. Ζουλούμης | Ο | |
| 1365 | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 1366 | Γ. Διδωρίκης | Ο | Θεμ. Κανάρης | Ν |
1887.11.17
1,371 rows · 10,357 words · 1 table · 22 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 17 Νοεμβρίου 1887
(Τρίτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ συνέλθωσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ διὰ τὰς ἀρχαιρεσίας των, καὶ κυρίως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε χθές, ὅτι, εἰσηγησάμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε πράξει καὶ ὅτε εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, καὶ ὅτε εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885· ἑπομένως ἐξέφραζεν ἀπορίαν, διατὶ ἐφέτος προεκλήθη ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 συζήτησις τοιαύτη, ἡ ὁποία ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1883, καί, ὡς ἐφέτος κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, διὰ τῶν ὁποίων παρέστησε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, οὕτω καὶ τότε ἀνήγγειλε τὰ αἴσια ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου. Καθὼς δ’ ἐφέτος ἀνήγγειλεν αἴσια ἀποτελέσματα, προειδοποιήσας τὴν Βουλήν, ὅτι κατώρθωσεν οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ν’ ἀποκαταστήσῃ, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα νὰ παρουσιάσῃ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, οὕτω καὶ τότε ἀνήγγειλε παραπλήσια ἀγγέλματα, καὶ οὐ μόνον συνέχαιρε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὸ μέγα εὐτύχημα τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ προεκάλει αὐτὸ νὰ δρέψῃ καὶ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἥτις ἀπετελεῖτο κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, παρέλιπε νὰ πράξῃ τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἐφέτος. Ἐτήρησε σιγὴν ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν παρενέβαλε κἀνὲν κώλυμα, ὅπως μὴ πιστευθῶσι τὰ αἴσια περὶ τοῦ περισσεύματος τοῦ 1883 ἀγγέλματα αὐτοῦ. Διὰ τῆς σιγῆς ἐκείνης ἐνεθαῤῥύνοντο ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεννοεῖτο τότε καὶ διεπραγματεύετο τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο συνωμολογήθη, ἀλλ’ ἡ συνομολόγησις αὐτοῦ καὶ ἡ οἰκτρὰ ἀποτυχία αὐτοῦ ἦσαν καίριον τραῦμα κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ἀποτελοῦσι τὴν ἀρχὴν τῶν ἄκρων ἀνωμαλιῶν καὶ τῆς ἀμηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκτοτε προήχθημεν. Συνίσμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν, διότι παρελίπομεν τότε νὰ διαψεύσωμεν τὰ αἴσια ἀγγέλματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρελίπομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Τότε, μόλις κατέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀνέβημεν ἡμεῖς, καὶ τέσσαρας ἡμέρας κατέσχομεν τὸ βῆμα τοῦτο, παριστῶντες, ὅτι τὰ ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα καὶ τότε ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, καὶ περὶ περισσευμάτων κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἦσαν ψευδῆ. Καὶ ἀνελύομεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπεδεικνύομεν τὸ σαθρὸν τῶν βάσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἐτήρησεν ἄκραν σιγήν, καὶ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὑποστηρίζουσαν καὶ τότε αὐτὸν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἦσαν δεινοὶ τοῦ βήματος ρήτορες. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὁ κ. Σιμόπουλος, παρῆν κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας καὶ ἀρχηγὸν αὐτοῦ, ἀποδεικνύων ἀληθῆ ὅσα ἐκεῖνος ἔλεγε. Δυστυχῶς δὲν ἦτο τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς, διὰ νὰ παρασταθῇ μὲ τὸ μαστίγιον εἰς τὰς χεῖρας. Ἡ δὲ Βουλὴ μετὰ τοὺς λόγους ἐκείνους ἐτράπη ἐπὶ τὰ συνήθη αὑτῆς ἔργα. Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον πράττομεν σήμερον, ἐπράξαμεν καὶ κατὰ τὸ 1884. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν Κυβέρνησιν διαχειρίζεται μετὰ πνεύματος πολιτικῆς κερδοσκοπίας, καὶ τὴν τακτικὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διαῤῥυθμίζει πάντοτε μετὰ προαιρέσεως παραπλησίας, δὲν ἔκρινε συμφέρον, νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, οὐδὲ νὰ προβάλῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία αὐτοῦ ἐσαλεύετο. Ἔβλεπε σκυθρωπὰς πολλὰς ἐν αὐτῇ φυσιογνωμίας, καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι συμφερώτερον ἦτο εἰς αὐτὸν νὰ κερδήσῃ καιρὸν, ὅπως ἐξιλεώσῃ τὰς ἐκρηγνυμένας κατ’ αὐτοῦ δυσαρεσκείας, καὶ μεταβάλῃ τὰ σκυθρωπὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔβλεπεν, εἰς ἱλαρὰ καὶ προσηνῆ. Ἐφέτος ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἔκρινεν ἄλλως· εὑρίσκει, ὅτι συμφέρον ἔχει νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης· προσεδόκα δὲ, ὅτι ἠθέλομεν δώσει αὐτῷ ἀφορμήν, διότι ἦτο πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀνεχθῆ νὰ λεχθῶσιν ἄνευ ἀναιρέσεως ὅσα παρ’ αὐτοῦ ἐλέχθησαν ὡς ἀγγέλματα ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων. Διενοήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θέση εἰς δίλημμα ἡμᾶς, ἢ νὰ σιωπήσωμεν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἀγγέλματα νὰ κυκλοφορῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ ἴσως καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἰδίως εἶχε τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἀκουσθῶσι καὶ πιστευθῶσιν, ἢ νὰ ἀναιρέσωμεν αὐτὰ, καὶ οὕτω νὰ δημιουργηθῇ αὐτῷ ἀφορμή, ὅπως προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Διατὶ ἐφέτος μετέρχεται τὴν τακτικὴν ταύτην, δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐξετάσω. Οἱ λόγοι ἀφορῶσιν αὐτὸν καὶ τὰ συμφέροντά του. Ἂν τυχὸν αἱ διάφοροι διασταυρούμεναι φῆμαι περὶ μελῶν τινων τῆς πλειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα κάθηνται ἀκόμη ἐπὶ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔχουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐστραμμένους πρὸς τὴν ἀριστερὰν, ἂν αἱ φῆμαι αὗται ἀνησυχῶσιν αὐτὸν, ἕνεκα δ’ αὐτῶν ἐπεθύμησε νὰ ὑφαρπάσῃ τὰς ψήφους αὐτῶν, καὶ καθηλώσῃ αὐτοὺς ἐπὶ τῶν θρονίων, ἐφ’ ὧν κάθηνται, ἐὰν ἐπεθύμησε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τέλος πάντων τοὺς λογαριασμούς του μετ’ αὐτῶν, καὶ νὰ ἴδῃ εἰς ποίαν τὰ πράγματα εὑρίσκονται κατάστασιν, δὲν με ἐνδιαφέρει νὰ τὸ μάθω· διότι οὐδόλως μὲ ἐνδιαφέρουσιν αἱ τοιαῦται σκέψεις καὶ οἱ συλλογισμοὶ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μ’ ἐνδιαφέρει, εἶναι, ὅτι διαγιγνώσκω, ὅτι αἱ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι κυκλοφοροῦσιν ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ, καὶ αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ νὰ προβάλῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν εἶναι ἔννοιαι εὐγενεῖς. Καὶ πῶς θέλετε θεωρήσει εὐγενῆ ἔννοιαν τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν ὑλικὴν δύναμιν, εἰς τὴν βίαν τῶν ἀριθμῶν, ὅπως λυθῶσιν οἱ δισταγμοί, οἱ προταθέντες εἴτε περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, εἴτε περὶ τοῦ μέλλοντος; Ἐὰν φρονῶμεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πιθανότητες νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 τόσα, ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πιθανότητες νὰ δαπανηθῶσι κατὰ τὸ 1887 τόσον ὀλίγα, ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐλπίζει νὰ δαπανήσῃ· ἐὰν ὑπάρχουσι δισταγμοὶ ἐν ἡμῖν, οὓς ἀποκαλύπτομεν εἰς τὴν Βουλήν, τί κοινὸν μεταξὺ τούτων καὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Μήπως αὕτη θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰς χεῖράς του ὡς μαστίγιον, διὰ νὰ μαστιγώσῃ τὴν Βουλήν, ἥτις ἐπιτρέπει τοιοῦτοι δισταγμοὶ νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος; Μήπως ἐνόμισεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ κρατῇ τὸ μαστίγιον εἰς τὰς χεῖράς του ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων καὶ νὰ μαστιγόνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα τὸν ἀναγκάζῃ εἰς ἐργασίαν, ὅπως διὰ τοῦ προϊόντος τῶν κόπων του δυνηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, μήπως ἐνόμισεν, ὅτι τὸ μαστίγιον ἐχρησίμευεν εἰς αὐτὸν περισσότερον, καὶ τὸ ἥρπασεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ, ἵνα μαστιγώσῃ τὴν πλειοψηφίαν του; Καὶ ποῖον ἐπρόβαλε λόγον, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἀξίωσίν του ταύτην; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ τεθησόμενον ζήτημα πρέπει νὰ ἦναι πόρισμα τῆς συζητήσεως. Πῶς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ κκ. Βουλευταὶ ἤθελον προσέξει, καὶ δὲν ἤθελον γελάσει, ἂν ἐτίθετο εἰς αὐτοὺς ζήτημα πρὸς ψηφοφορίαν, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει πιθανότης ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἢ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προέβαλε καὶ συνεβούλευε χρεωκοπίαν κατὰ τὸ 1887; Τοιοῦτον ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι ἀνάξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ἤθελε κινήσει τὸν γέλωτα αὐτῆς. Δὲν προσέφυγε λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν ζητημάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὰ φυσικὰ πορίσματα τῆς γενομένης συζητήσεως, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ προτείνῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ ἐγὼ εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν: δυσπίστει. Τί σημαίνει ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπίκλησις: δυσπίστει; Δὲν σημαίνει προτροπὴν εἰς αὐτὴν νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην; Λοιπὸν ἐγὼ προέτρεψα τὴν πλειοψηφίαν νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, πρὶν ἢ λάβῃ ψῆφον τῆς Βουλῆς, πείθουσαν αὐτὸν, ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἤκουσε τῆς συμβουλῆς ἐμοῦ, οὐδ’ ἠλάττωσε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς αὐτὸν, διατελεῖ δὲ ἀκόμη πεποιθυῖα ἐπ’ αὐτόν. Ἀλλ’ εἶπον ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλήν: δυσπίστει; Τὸ ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ πρὸ αὐτοῦ τὸ ἐδημιούργησαν οἱ συνήγοροι αὐτοῦ, οἱ ρήτορες οἱ ἐκ Παρνασσίδος καὶ Κυκλάδων. Ἐγὼ εἶπον: δυσπίστει, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς τὰ περὶ ἰσοζυγίου καὶ περισσεύματος τοῦ 1887 ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν· εἶπον: δυσπίστει πρὸς τὰς κατηγορίας, πρὸς τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας λεληθότως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετόξευσε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δυσπίστει, εἶπον, ἕως νὰ παρασχεθῶσιν εἰς σὲ τὰ ἀναγκαῖα φῶτα, καὶ καταδειχθῇ ἡ ἀλήθεια γυμνή. Ὅταν δὲ ὡμίλων περὶ τῶν αἰσίων ἀγγελμάτων τῶν ἰσοζυγίων καὶ τῶν περισσευμάτων, δὲν εἶπον «δυσπίστει», εἶπον: πρόσεχε, ἵνα μὴ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη (ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ λόγου του ἐξ ἐντύπου)· «πρόσεχε, μὴ πάλιν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τετράκις σοὶ συνέβη. Πρόσεχε, μὴ πιστεύεις εἰς περισσεύματα ἐπαγγελλόμενα· διότι, ἂν καὶ πάλιν δείξῃς τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, θέλεις παρασκευάσει δυσεπανόρθωτον ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ εἰς τὰ ἴδιά σου συμφέροντα... Δυσπιστεῖτε εἰς τὰς μορφὰς, τὰς ὁποίας λάθρα ἐκτοξεύουσι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε προσπαθοῦσι νὰ ἀντλήσωσι δυνάμεις, ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ οὐχὶ ὑποστηρίζοντες τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις, καὶ δικαιολογοῦντες τὴν ἰδίαν αὐτῶν πολιτικήν». Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα τοιαύτην ἐπίκλησιν πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτάς, ὅτι συνεβούλευσα αὐτοὺς νὰ δυσπιστῶσιν εἰς τὰ αἴσια περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων ἀγγέλματα. Ἀρκεῖ τοῦτο, ἵνα δικαιολογήσῃ θέμα ἐμπιστοσύνης; Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων εἶχεν ἀναγράψει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποσὸν ὡρισμένον ὡς ἔσοδον ἔκ τινος τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ὅτι δ’ ἡμεῖς ἀντετάξαμεν λόγους, δι’ οὓς ἐθεωροῦμεν ὑπερβολικὸν τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν. Ἡ διαφωνία αὕτη ἤρκει νὰ δικαιολογήσῃ πρότασιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης; Καὶ τί ἄλλο ἐπράξαμεν τὰς ἡμέρας ταύτας ἢ ἠμφισβητήσαμεν τοὺς περὶ τοῦ μέλλοντος ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Δὲν θαυμάζω, κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ψευδὲς ἐπιχείρημα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Χθὲς ἀκόμη, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον περιέπιπτε ψεῦδος. Δὲν ἔλεγεν. ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις φυγομαχεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης; Δὲν παρίστα, ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς προέβαλε τοιοῦτον ζήτημα, ἡμεῖς ἠρνούμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ; Εἴδετε ἡμᾶς φυγομαχοῦντας; Διότι δύο ἀξιότιμοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεπλάγησαν ὅτε ἤκουσαν τοῦ κ. Σιμοπούλου ὑπαινισσόμενον πρότασιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἐξεπλάγησαν ὅτε ἤκουσαν κυρούμενον τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦτον καὶ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων, καὶ, ὑπολαβόντες, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἀναίρεσιν τῶν αἰσίων ἀγγελμάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχον θορυβήσει τοσοῦτον τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ ζητήσῃ τὴν λύσιν τῶν ἐγερθέντων δισταγμῶν διὰ τῆς βίας τῶν ἀριθμῶν, ἔλεγον πρὸς τοὺς ταῦτα εἰπόντας, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ὅπως τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τοῦτο ὑπέλαβε φυγομαχίαν; Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις χρεωστεῖ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ δεικνύῃ τὸ παράδειγμα τῆς ἀκριβείας, καὶ νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσαν ἀλλοίωσιν τῶν γεγονότων, ὅστις χρεωστεῖ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ μεταχειρίζηται ἀκριβολεξίαν καὶ κυριολεξίαν, αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐγκαλῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς φυγομαχοῦσαν, καὶ νὰ παριστᾷ αὐτὴν ὡς τρεπομένην εἰς φυγὴν, ἐξερχομένην τῶν θυρῶν εὐθὺς ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης! Καὶ ἐνῷ σκοποῦσι νὰ θέσωσι τοιοῦτον ζήτημα, δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσιν, ὅτι τιθέασιν αὐτὸ οὗτοι, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ παραστήσωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀναγκάζουσαν αὐτοὺς νὰ θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης! Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἐφυγομάχησεν ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885, μόλις πεισθεῖσα, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτῆς εἶχον γίνει ἀποδεκταὶ παρὰ τῆς πλειοψηφίας, ἐπρότεινε ἀμέσως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὐχὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ, τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροί εἰσιν αὐτοί, οἵτινες κάθηνται καὶ νῦν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, προσεπάθησαν ν’ ἀποφύγωσι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν ἢ ὅτε ἐξηναγκάσθησαν νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπείσθη οὐδὲ εἶπεν, ὅτι ἀπέκτησεν ἤδη τὴν πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν ἤθελε πεισθῆ περὶ τούτου, δὲν ἤθελεν οὐδὲ μίαν στιγμὴν βραδύνει νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅπως καὶ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885, οὐδὲ ἤθελε σιωπήσει, ἵνα καμαρόνῃ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς εἰς τὰς θέσεις των, διότι πρὸ τούτου ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι καθῆκον ἔχει, ὅταν δυνηθῇ νὰ ἀνατρέψῃ αὐτοὺς, νὰ τὸ πράξῃ πάραυτα, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τῆς διαχειρίσεώς των. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ, ὅταν θέλῃ, ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ τὸ προβάλῃ καὶ ὄχι νὰ παριστᾷ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀναγκάζει αὐτοὺς νὰ προβάλωσιν αὐτό. Καὶ ὅτε τὴν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καταδειχθεῖσαν δύναμιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐματαίωσε διὰ τῶν στρεβλῶν συμβουλῶν, τὰς ὁποίας τότε ἔδωκεν εἰς τὸ Στέμμα, καὶ διὰ τῶν λαθροχειριῶν κατόπιν, δι’ ὧν ἠδυνήθη νὰ ὑφαιρέσῃ τὴν Βασιλικὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐφυγομαχήσαμεν, ἢ αὐτοὶ ἀπέφυγον νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων, θέλησιν, ἡ ὁποία διηρμήνευε τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ; Καὶ εἶδον τὴν 7 Ἀπριλίου, εἶδον ποῖον ἦτο τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Εἶδον, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντιστρατευθῇ διὰ λαθροχειριῶν, ἢ διὰ στρεβλῶν συμβουλῶν, κατὰ τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ. Καὶ κατόπιν κατὰ τὸ 1886, ὅτε αὖθις, διὰ καταφανοῦς ἀναιρέσεως τῆς ἀληθείας, ἐπορίσθησαν ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐφυγομαχήσαμεν, ἢ αὐτοὶ, οἵτινες διὰ ψευδεῖς λόγους διέλυσαν τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτῆς; Καὶ ὅτε κατόπιν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου διέπραξαν ὅσα διέπραξαν, τὰ ὁποῖα βαρύνομαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ἡμεῖς ἐφυγομαχήσαμεν, ἢ αὐτοὶ, οἵτινες ἠγωνίσθησαν νὰ παραστήσωσιν ἀλλοῖον τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; ἡμεῖς, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς καταστρεβλώσεως τῶν θεσμῶν ζητοῦσι νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἄσεμνον πάλην μεταξὺ τῶν δύο ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα κατέστησε; Πεπρωμένον τῳόντι, ὅταν τις ἐχθρεύηται τὴν ἀλήθειαν, νὰ εἰσέρχηται εἰς κατωφέρειαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναται πλέον νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν. Τοῦτο συνέβη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἰσχυρίσθη ψευδῶς, ὅτι ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν «δυσπίστει», ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του, νὰ προβάλῃ ζήτημα. Ἰσχυρίσθη ψευδῶς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις φυγομαχεῖ, ἵνα διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐπανέλαβε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἕτερον ψεῦδος, ὅτι δῆθεν εἶχε λεχθῆ ὑπ’ ἐμοῦ; Ἠκούσατε ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην παρατόλμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμά μου νὰ ζητήσω νὰ ἀγορεύσω κατὰ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅταν ἤθελον γνωσθῆ οἱ ἀριθμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὰ συμπεράσματά του, ἀφοῦ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἔκρυπτεν εἰς τὰ θυλάκιά του, οὐδ’ εἶχον κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν δ’ ἐπιοῦσαν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀντίῤῥησίν του ταύτην, παρέστησεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς συνεδρίασιν, ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, ἀλλ’ ὅτι ἐζήτησα τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ δὲν συνεδριάζῃ ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργασίας, τότε, εὐθὺς ὡς κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, ἐζήτησα παρὰ τοῦ Προέδρου νὰ συγκαλέσῃ αὐτήν, ἵνα ἀμφισβητήσω τὰ περὶ ἰσοζυγίου καὶ περισσεύματος ἀγγέλματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐσφαλμένως εἶχον ἀναγραφῆ τὰ περὶ τούτου ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἐγένετο ἡ διόρθωσις αὐτῶν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε δικαιολογίαν τῆς ἀντιῤῥήσεως, ἣν εἶχε προβάλει τὴν προτεραίαν. Ἀλλὰ πῶς καὶ χθὲς ἐπανέλαβεν αὐτὸ τοῦτο τὸ ψεῦδος, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς; Καὶ λοιπὸν, ὁσάκις ἀναβαίνομεν ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν θὰ ἔχωμεν ἢ νὰ ἀναιρῶμεν ψεύδη; Καὶ αἰωνίως θὰ ἀναιρῶμεν αὐτὰ, καὶ αἰωνίως θέλουσι τὰ ἐπαναλαμβάνει; Κατὰ δυστυχίαν πολλὰ τοιαῦτα καλοῦμαι νὰ ἀναιρέσω σήμερον ψεύδη. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθησαν ψεύδη, καὶ ἀνῃρέθησαν ἀμέσως. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ σειρὰν πέντε ἤδη ἐτῶν οὐδὲν ἄλλο πράττω ἢ νὰ ἀναιρῶ ψευδεῖς ἰσχυρισμοὺς, ἢ νὰ ἐπαναφέρω ἀληθεῖς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους αἱ χεῖρες τῶν ἀντιλεγόντων εἶχον ἀλλοιώσει. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἕως πότε θὰ κυλιώμεθα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλημμελοῦς κύκλου, νὰ μὴ πράττωμεν οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ λέγωνται ψεύδη, νὰ ἀναιρῶνται τὰ ψεύδη, νὰ λέγωνται ἐκ νέου τὰ ψεύδη, ν’ ἀναιρῶνται καὶ πάλιν, καὶ ν’ ἀναγκαζώμεθα αἰωνίως ν’ ἀναιρῶμεν αὐτά; Ἐὰν δὲν φείδωνται τῆς σοβαρότητος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν φείδονται τῶν ἰδίων αὐτῶν προσώπων; Ἐὰν δὲν φείδωνται τῶν ἰδίων αὐτῶν προσώπων, δὲν φείδονται κἂν τοῦ ἀξιώματος, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσὶ περιβεβλημένοι; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβάλῃ δικαιολογίαν τινὰ διὰ τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη ὡς Κυβέρνησις διεχειρίζετο τὰ κοινά. Διατὶ παραπονεῖσθε, εἶπε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἐὰν σᾶς ἀναφέρωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 κατελείφθησαν ἐλλείμματα 120 ἑκατομμυρίων; Μὴ σεῖς, ὅτε ἦσθε Κυβέρνησις, ὅτε εἴχετε συμπαθῆ πρὸς ὑμᾶς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπράττετε αὐτὸ τοῦτο καθ’ ἡμῶν, καὶ δὲν ἀπησχολεῖτε διαρκῶς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, διὰ τῆς εὐθύνης ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων ἡμῶν; Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μνείαν ποιούμενος τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ ἡμῖν τὰ ἴσα. Ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως πρωτεύει πάντων τῶν ἄλλων αἰσθημάτων. Ἐδίψα ἴσως νὰ ἐκδικηθῇ ἡμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπελάβετο νὰ διασύρῃ τὴν διαχείρισιν ἡμῶν, ἂν καὶ ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν μόνον δώδεκα μῆνας κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, ἂν καὶ ἡμεῖς ἰδίως ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκυβερνήσαμεν μόνον τέσσαρας μῆνας, δεκαοκτὼ δὲ μῆνας ἐκυβέρνησε κατ’ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1886 ἠθέλησε νὰ τὰ καταλογίσῃ εἰς τὴν ράχιν ἡμῶν, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν δίψαν τῆς ψυχῆς του. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐτηρήσαμεν διάφορον τακτικὴν κατὰ τὸ 1885. Ἡμεῖς δὲν ἐῤῥίπτομεν μομφὰς, καὶ μόλις τὰς μομφὰς ἡμῶν ἐκτοξεύοντες δὲν ἐτρεπόμεθα εἰς φυγὴν, ἀλλ’ ὁσάκις προσεπαθήσατε νὰ ἀναιρέσητε τότε τὰς μομφὰς ἡμῶν, σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον· ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐκείνη τῆς Βουλῆς εἶχε μεγαλειτέραν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, διότι οὐδὲ περιωρίσθη εἰς μομφὰς μόνον, ἀλλὰ συνέστησεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισίν σας, ἐλέγξῃ αὐτὴν, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὴν ἀξίαν καταστολῆς ποινικῆς, νὰ ζητήσῃ τὴν ποινικὴν τιμωρίαν σας. Ἐὰν ἡ διαχείρισις ἡμῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 σᾶς πείθῃ, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι μομφῆς, διατὶ δὲν συνιστᾶτε ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν τὰ δημόσια χρήματα, ἢ ὅτι ἐζημιώσαμεν τὰ δημόσια συμφέροντα, ὡς βεβαιοῖτε, νὰ εἰσαγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον; Τί περιορίζεσθε εἰς μομφὰς καὶ κακολογίας; Διατὶ καταδέχεσθε νὰ πράττητε ὅ,τι πράττουσιν αἱ γραῖαι ἐκεῖναι, αἵτινες, διημερεύουσαι εἰς τὰς θύρας τῶν προαυλίων των, καταναλίσκουσιν ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν κακολογίαν τῶν γειτόνων των; Πιστεύετε καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἡμεῖς, διαχειρισάμενοι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα μετὰ τὸ συμβὰν τῆς Φιλιππουπόλεως, ἐγενόμεθα αἴτιοι νὰ ἀτιμασθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, ἢ νὰ ὑβρισθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ἢ νὰ θυσιασθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Διατὶ διστάζετε καὶ δὲν ζητεῖτε τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς; Ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπράξαμεν τοῦτο, ὅτε, ἐρευνῶντες τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, ἐπείσθημεν περὶ τῆς σπατάλης ὑμῶν, ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἴχετε μεταχειρισθῆ διὰ τὴν δημιουργίαν κόμματος, διὰ νὰ ἐντρυφῶσιν οἱ φίλοι σας καὶ πλουτῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες χρησιμεύουσι νὰ γράφωσι καὶ ὑβρίζωσι ἡμᾶς ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἡμεῖς τοῦτο ἐπράξαμεν καθ’ ἡμῶν, ὅτε διαχειρίζεσθε τοὺς Νόμους τῆς πατρίδος ὡς διαχειρίζονται τὰ μικρὰ παιδία τὰ ἀθύρματα, τὰ ὁποῖα δίδουσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν διὰ νὰ παίζωσιν. Καὶ ἂν αἱ προαιρέσεις τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης τῆς Βουλῆς δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτελέσματα, εὐλογήσατε τὸ ὄνομα τοῦ φίλου σας ἐκείνου, τοῦ κ. Καραβέλωφ, τοῦ ὁποίου τοὺς κατ’ ἐμοῦ ὑβριστικοὺς λόγους ἐδημοσιεύσατε διὰ τῶν ἐφημερίδων σας, εὐλογήσατε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διότι ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ ἐργάτης τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἐπλανήθη ἴσως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὑπολαβοῦσα τότε, ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμὴν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, καθῆκον εἶχε νὰ συναγάγῃ ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὅλα τὰ ἄτομα, διὰ νὰ τὰ καταστήσῃ ἐνεργὰ πρὸς διάπραξιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ἔργου, καὶ πλανηθεῖσα ἐγκατέλιπε τὴν ἐργασίαν, ἣν διεξῆγε διὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἐνόησε τὴν πλάνην της κατὰ τὸν Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον. Ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργά. Καὶ τὴν ἐνόησε, διότι ἡμεῖς ἐφωτίσατε ἐκείνην ἐπαρκῶς διὰ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετήλθετε κατὰ τοὺς ἀπαισίους ἐκείνους μῆνας (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ἐὰν τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως δὲν ἐξετελεῖτο, ἢ ἐὰν, ἀφοῦ ἐξετελέσθη καὶ ἀφοῦ ἔλαβον τοιαύτην ἔκβασιν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα, δὲν διεσπᾶτο ἡ συμπαγὴς ἐκείνη πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ ἐὰν, ὅτε ἐλάβετε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1887, δὲν κατωρθοῦτε, δι’ ὧν μετήλθετε μέσων, νὰ παραστήσητε ἀλλοῖον τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοῦτο διηρμηνεύετο σήμερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πιστῶς ὑπὸ τῶν νέων αὐτοῦ Ἀντιπροσώπων, τότε ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι γνωρίζομεν νὰ διδάσκωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μὴ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες, καὶ ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες ὅσοι συνενοῦνται μετὰ τῶν ἀλλοδαπῶν, τῶν ἐχθρικῶς πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διακειμένων, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὴν Ἀρχὴν (εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, ἡμεῖς δὲν παρελίπομεν νὰ παραστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας ἡμῶν, καὶ εἴπομεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι τὸ 1885 ἀναγκαίως ἤθελε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, διότι ἡμεῖς, οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τὸ 1885, δὲν ἐπηγγέλθημεν ποτὲ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἠθέλομεν γενῆ ταχυδακτυλουργοί, καὶ ὅτι, ἀπὸ ἐλλείμματος 30,600,000 κατὰ τὸ 1884, ἠθέλομεν μετασκευάσει περίσσευμα κατὰ τὸ 1885. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἦτο συνέπεια τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, τὸ δ’ ἔλλειμμα τοῦ 1884, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἦσαν ἀποτελέσματα τῆς ἀσυνέτου οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐκεῖνα ἐφηρμόσθη, ἦσαν ἀποτελέσματα τῆς σπασμωδικῶς ἀρθείσης καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ μόνον ἡ ἐντελὴς, ἢ παχυλὴ ἀμάθεια τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἂν συνωδεύετο ὑπὸ τῆς ἐπιδεικτιώσης ἀγυρτίας (ἐπιδοκιμασία ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν χθὲς, ζητοῦντα νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων ὡς ἔξοδα γενόμενα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887, ὅτι ταῦτα πιστῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ πίνακι, καὶ ὅτι ἀναιτίως ἢ ψευδομένη ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέστησεν αὐτὰ ὡς μὴ παριστῶντα τὰς ἀληθεῖς δαπάνας. Ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνὰ χεῖρας πίνακα ἐξόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886, καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν: διατὶ διατείνεσθε, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου δὲν ἐσημειώθησαν πιστῶς ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον κατεθήκαμεν; Πῶς διατείνεσθε, ὅτι ἐμειώσαμεν τὰ πραγματικὰ ἔξοδα; Ἰδοὺ καὶ κατὰ τὸ 1886 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 37,000 δραχμαὶ μόνον ἐσημειώθησαν ὡς δαπανηθεῖσαι δι’ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐν τῷ πίνακι τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1887 ἐσημειώθησαν ὡς δαπανηθεῖσαι 57,000 δραχμῶν, ἤτοι περισσότεραι κατὰ 20,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ταῦτα εἰπὼν, λησμονεῖ ἐντελῶς τὰς χρονολογίας. Κατὰ τὸ 1886 ἡ Βουλὴ συνεκλήθη εἰς βʹ. Σύνοδον κατὰ Μάϊον, εἰργάσθη δύο μόνον μῆνας, μεθ’ οὓς διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀναβαλοῦσα αὐτὰς διὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου συνῆλθεν αὖθις, καὶ τὸν Νοέμβριον μῆνα εἰργάζετο ἀκόμη· τὰ δ’ ἔξοδα τῆς Βουλῆς καὶ ὅσα εἶχον πληρωθῆ ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου δὲν εἶχον ἀποτελέσει πλήρη τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδοθῆ, καὶ τὰ ὁποῖα ἔμενον εἰσέτι ἐκκρεμῆ ἐν τῷ ταμείῳ. Ἀλλὰ τοῦτο συνέβη κατὰ τὸ 1887; Ἡ Σύνοδος τοῦ 1887 ἤρχισε τὸν Ἰανουάριον καὶ ἔληξε τὸν Μάϊον. Καὶ ἀφοῦ ἔληξεν ἡ Σύνοδος, βεβαίως ἐξωφλήθησαν πᾶσαι αἱ δαπάναι αὐτῆς, πλὴν τῆς δαπάνης διὰ τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἢ καὶ τῶν γραφείων αὐτῆς, ὅσα ἔμειναν ἐξακολουθοῦντα καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου. Πῶς λοιπὸν, ἀφοῦ αἱ δαπάναι εἶχον συντελεσθῆ μέχρι τέλους Ἰουνίου ἢ Ἰουλίου, πῶς παρελείφθησαν νὰ σημειωθῶσιν ἐν τῷ πίνακι; Ἀλλὰ μήπως μόνη ἡ δαπάνη αὕτη δὲν ἐσημειώθη ἐν τῷ κατατεθέντι πίνακι; Μήπως δὲν συνέβη τὸ αὐτὸ ἐπὶ τῆς πληρωμῆς τῆς Βασιλικῆς χορηγίας; Δὲν παρεστάθη, ὅτι εἶχον πληρωθῆ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 200,000 δραχμῶν ὀλιγώτεραι τῶν δαπανηθεισῶν, ἐνῷ καὶ τῶν ἐννέα μηνῶν ἡ χορηγία εἶχε πράγματι πληρωθῆ, ἐνῷ τοῦ ἐντάλματος δικαιοῦχος ἦτο εἷς καὶ μόνος, τὸ δ’ ἔνταλμα εἶχεν ἐξοφληθῆ καὶ εἶχε μεταβιβασθῆ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διὰ νὰ ἐγγραφῇ ἡ δαπάνη; Πῶς παρελείφθη νὰ σημειωθῶσιν ἐν τῷ πίνακι τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου δαπανηθέντα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης; Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου συνεπληρώθησαν ἐννέα μῆνες. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν καθ’ ὅλους τοὺς ἐννέα μῆνας πληρωθέντων δὲν εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν εἶχον ὑποβληθῆ κἂν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὀκτὼ μηνῶν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ πίνακι ἡ δαπάνη τῶν 8)12 ἢ κἂν ἡ δαπάνη τῶν 7)12; δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰμὴ μόνη ἡ ἡμίσεια δαπάνη τοῦ ἔτους; Πῶς παρελείφθησαν νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ πίνακι τὰ δαπανηθέντα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνήρχετο εἰς 3,179,033, ἐσημειώθησαν δὲ μόνον ὡς δαπανηθέντα 1,229,402, ἤτοι ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ 5)12; Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ ἐπιθυμία νὰ καυχηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρώτην φορὰν, κατὰ τὴν διάρκειαν 54 ἤδη ἐτῶν, κατωρθώθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἰσπραχθέντα ἔσοδα νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα δαπανηθέντα, καὶ ἡ καυχησιολογία αὕτη ἦτο ἀναγκαία, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν εἴδησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅτι ἦτο βέβαιος, ὅτι θέλει καταλήξει εἰς περίσσευμα ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1887. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπέλαβεν, ὅτι ἤρκει νὰ ἐκτοξεύσῃ εἰρωνείαν κατὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διότι οὗτος εἶχεν ὑπολάβει τὸ πρῶτον, ὅτι πάντα τὰ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἔσοδα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ἑτέραν κατὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, διότι καὶ οὗτος ὑπέλαβεν, ὅτι ὡρισμένον ποσὸν ἐξόδων ἀνεγράφετο ἐν ἑνὶ τῶν πινάκων τῶν κατατεθέντων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσῃ αὐτὸ ἐν δυσὶ πίναξι, καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις πίναξι ν’ ἀθροίσῃ, ἵνα εὕρῃ τὸ ζητούμενον ποσόν. Αἱ εἰρωνεῖαι χρησιμεύουσιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἵνα ἐξακολουθῶσι βαίνοντα τὴν κατωφέρειαν, ἐφ’ ἧς ἀπὸ πολλοῦ κατέρχονται, ἢ διὰ νὰ ἐμποιήσῃ ἀναψυχήν τινα εἰς τοὺς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, οἱ ὁποῖοι βεβαίως καταβάλλονται ὑπὸ καμάτου, ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν ὑποθέσεων καὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἀλλοτρίων πρὸς ἄλληλα ἀντικειμένων, τὴν ὁποίαν σύγχυσιν καὶ ἀνάμιξιν συνήθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέρχεται, διὰ ν’ ἀποφεύγῃ νὰ δικαιολογῇ τὰς πράξεις του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἠγόρευσε περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1885 καὶ 1886, ἠγόρευσε καὶ περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῆς τριετίας, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα αὐτός. Τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν διὰ τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπέδωκεν εἰς τὴν σπατάλην, μεθ’ ἧς διεχειρίσθημεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους· προσδιώρισε μάλιστα κατὰ τί ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα, ὡς προσδιώρισε καὶ κατὰ τί ἐσπαταλήσαμεν τὰ ἔξοδα. Εἶπεν, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα, διότι μετεβάλομεν τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, διότι κατηργήσαμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου καὶ δὲν ἐπεστατήσαμεν ἀρκούντως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ αὐτοῦ νόμου, διότι μετεβάλομεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, διότι ἠλαττώσαμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Πάντα ταῦτα τὰ θέματα ἀνεπτύχθησαν ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἐν τῇ Βουλῇ· ἐπὶ πάντων τούτων ἀπήντησα μέχρι τοῦδε δὶς ἢ τρὶς· ἀπήντησα κατὰ τὸ 1885, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἴχομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπήντησα κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος, ἀπήντησα κατὰ τὸ 1887. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι νὰ λέγωνται καὶ νὰ ἀναιρῶνται. Συμφέρει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, καὶ πάλιν ν’ ἀναιρῶνται καὶ διαψεύδωνται. Λοιπὸν καὶ ταύτην τὴν φορὰν δὲν θέλω παραλίπει ν’ ἀναιρέσω ταῦτα, ὡς δεῖ. Ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐνομοθέτησε κατὰ τὸ 1885, δὲν ἠλάττωσεν, ἀλλ’ ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐνῷ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο φόρος καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ δραχμαὶ 3.80, εἰσεπράχθησαν μόνον δραχμαὶ 2,189,294 ἐπὶ ἓν ἔτος, ὑπὸ τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἀντικατεστήσαμεν τὰ κοπτήρια, εἰσεπράχθησαν δι’ ἓν ἔτος 2,393,695, ἤτοι δραχ. 204,400 περισσότεραι ἀφ’ ὅσας εἶχον εἰσπραχθῆ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων. Ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων ἐφορολογοῦντο μόνον 795,681 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα ἐφορολογήθησαν 1,075,167 ὀκάδες, ἤτοι περισσότεραι 297,487 ὀκάδες· καὶ εἰσεπράξαμεν 204,400 περισσοτέρας τῶν εἰσπραχθεισῶν διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ ἐφορολογοῦμεν τὸν καπνὸν πρὸς δρ. 2 καὶ 2 καὶ 50)00 τὴν ὀκᾶν, καὶ οὐχὶ πρὸς δρ. 3 καὶ 80)00. Ἀλλ’ ἄν, ἀντὶ δραχ. 2 κατ’ ὀκᾶν καὶ ἔπειτα κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 2 καὶ 50)00 κατ’ ὀκᾶν, ἡμεῖς ἐφορολογοῦμεν τὸν καπνὸν πρὸς δραχ. 3 καὶ 80)00, ἠθέλομεν εἰσπράξει 4,085,636. Καὶ ἐὰν ἐφορολογοῦμεν αὐτὸν ἀντὶ δραχμῶν 4 καὶ 80)00, ὅσος τυγχάνει ὁ νῦν ἐπιβεβλημένος φόρος, ἠθέλομεν εἰσπράξει 5,160,830. Μήπως δὲν ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ἔβαινε κατὰ μῆνα μειούμενον καὶ φθίνον; Δὲν ἀνεφέρομεν τότε, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 εἶχον εἰσπραχθῆ 85,585, κατὰ τὸν Νοέμβριον 1884 εἰσεπράχθησαν μόνον 84,583, κατὰ Δεκέμβριον 81,363, καὶ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885, ὅτι εἰσεπράχθησαν 79,649, καὶ κατὰ Μάρτιον 72,716; Καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας αὐτοὺς ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐκυβερνῶμεν ἡμεῖς, διὰ ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἀμέλειαν ἡμῶν περὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος αὐτοῦ τὴν προβαίνουσαν μείωσιν. Ἡ μείωσις αὕτη προέβαινε, καὶ ἤθελε προβῆ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη, διότι ἡ φορολογία τῶν κοπτηρίων περιορίζει τὴν κατανάλωσιν, πλὴν τῆς μεγάλης ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει εἰς τὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει κοπτήρια, διὰ νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους, διὰ νὰ μισθοδοτῇ ἐργάτας, διὰ νὰ ἐνοικιάζῃ οἰκίας, νὰ δημιουργῇ συμφέροντα, συνδέοντα τὰ ἄτομα μετὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ παρέχοντα αὐτὰ πρόθυμα καὶ νὰ γράφωσι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ κραυγάζωσι, καὶ νὰ ὑβρίζωσι, συνταρασσόμενα δὲ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε κινδυνεύει. Διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων δαπανᾷ τὸ Κράτος 834,294 δραχμὰς, ἐνῷ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας ἤρκεσαν καὶ ὑπερήρκεσαν αἱ 110,000, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885. Καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον αὕτη ἐνομοθέτησε, καταθλίβει τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ καὶ πιέζει τοὺς παραγωγούς. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἀνταποκριτὰς ἐν Ἀγρινίῳ, καὶ μανθάνῃ ἐξ αὐτῶν ποῖον ἔχουσιν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἀγρινίου οἱ πολῖται διὰ τὰ κοπτήρια αὐτοῦ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀποφασίζει νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Ἀγρίνιον, ὅπου ὑπάρχει μεγάλη παραγωγὴ καπνοῦ, καὶ τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ἐκείνης εἰσὶ παραγωγοὶ τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ, κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ὑποδεχθῆ αὐτὸν, διὰ τίνος εὐλαβείας θέλουσι δεξιωθῆ αὐτὸν, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας; Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 παρεσκευάσθη ἐπίσης κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ σιγαροχάρτου εἰσπραττομένου. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ, καὶ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ἐζητήσαμεν παρὰ ταύτης τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον, ὅταν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰς πλήρεις σιγαροχάρτου ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Δυστυχῶς ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου εἶχον ἀποταμιευθῆ 10,317,440 φυλλάδια σιγαροχάρτου, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκεῖτο νὰ ἀγοράσῃ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια φυλλαδίων, ἀλλ’ ἐνέκρινε νὰ ποιήσηται μεγάλην προμήθειαν· γνωστὸν δ’ ἐγένετο ἴσως εἰς πολλοὺς, πόσον ἐζημιώθησαν οἱ ἀναλαβόντες ἐν Τεργέστῃ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀγορασθέντος σιγαροχάρτου, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπλήρουν τὰς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐκδιδομένας ἐφημερίδας δι’ ὕβρεων κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀφοῦ εἶχε θερμάνει αὐτοὺς ἱκανῶς ἡ τοῦ σιγαροχάρτου προμήθεια. Ἐπεθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ καταναλωθῇ αὐτὸ τὸ μέγα ἀποθήκευμα, πρὶν ἢ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλὰ πῶς νὰ καταναλωθῇ, ἀφοῦ τὸ σιγαρόχαρτον ἦτο κακίστης ποιότητος, οὐδεὶς δ’ ἤθελε ν’ ἀγοράσῃ αὐτὸ, ἦτο σεσηπός; Προσεφύγομεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ σιγαροχάρτου, προσδοκῶντες, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ αὐξήσῃ ἐντεῦθεν ἡ πώλησις αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ μείωσις τῆς τιμῆς δὲν ηὔξησε τὴν κατανάλωσιν τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐμέμφθη ὅμως ἡμῶν ὁ κ. Τρικούπης, διότι δὲν ἐδυνήθημεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἰσπράξωμεν ὅσα καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, διότι δὲν ἠναγκάσαμεν τοὺς καπνοπώλας νὰ ἀγοράζωσι διὰ τῆς βίας σιγαρόχαρτον, καὶ συγχρόνως δὲν ἐσυστήσαμεν ἀποθήκας σιγαροχάρτου, πωλοῦντες καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων, καὶ πλημμυροῦντες τὴν κοινωνίαν διὰ σιγαροχάρτου, ὅπως εἰσπράττωμεν δι’ αὐτοῦ χρήματα. Ἀλλ’ ἐθαύμασα ἰδίως τὸ θάῤῥος αὐτοῦ, ὅτε ᾐτιάθη ἡμῶν, διότι, μεταβαλόντες τὸν φόρον τοῦ οἴνου, ἐμειώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1885, συντελέσαντες διὰ τῆς μειώσεως ταύτης εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε μεταβάλει τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἐνῷ ὁ φόρος εἰσεπράττετο κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, εἶχε δὲ τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἔννοιαν φόρου ἀμέσου, μετέτρεψεν αὐτὸν εἰς φόρον ἔμμεσον. Καὶ μόλον ὅτι πρώτην φορὰν ἐπέβαλεν ἔμμεσον φόρον, δὲν ἐδίστασε νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν αὐτοῦ εἰς 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὁ φόρος ἐνομοθετήθη, ἀλλ’ ἐξετέλεσε τὸν Νόμον ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐσόδου, τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ φόρου τούτου τοῦ οἴνου κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, διὰ νὰ ἴδητε, ἂν ἐξετέλεσεν αὐτὸν, ἢ ὄχι. 8,601 δραχμὰς εἶχεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1883 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1884, δηλ. ἓν πλῆρες ἔτος. 4,402 εἶχεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης, 7,808 ἐκ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, 2,441 ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, 1,486 δραχ. ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, 1395 ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης· ἐκ τῆς πολυσταφύλου Μαντινείας 17,827. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου πόσα; 453 δραχμάς. Ἐκ τῆς Δωρίδος 864. Ἐκ τῶν Καλαβρύτων 620. Ἐκ τοῦ Ξηροχωρίου 1125. Καὶ ἐκ τῆς πατρίδος τοῦ κ. Δημ. Χατζοπούλου, ἐκ τῆς Εὐρυτανίας, 207 δραχ. Αὐτὰ δὲν λέγω ἐγὼ, βεβαιοῖ αὐτὰ αὐτὸς ὁ πίναξ, (δεικνύει ἔντυπον πίνακα ἐπίσημον) ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐφήρμοσε τὸν φόρον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ δὲν τὸν ἐφήρμοσεν; Ἐξετέλεσε τὸν Νόμον, ἢ ὄχι; Δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὸν, διότι δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν ἐκτελέσῃ· διότι, ἂν ἐξετέλει αὐτὸν, ἤθελεν ἰδεῖ ποίαν ἀπάντησιν ἤθελον δώσει αὐτῷ οἱ καλλιεργηταὶ τῆς ἀμπέλου, καὶ τοῦ οἴνου οἱ παραγωγοί, καὶ οἱ καταναλωταὶ τοῦ οἴνου. Εἶναι ἀναγκαιότατον στοιχεῖον τῆς τροφῆς τῶν κατοίκων ὁ οἶνος καὶ ἀναπόστατον μέρος τοῦ ἡμερομισθίου τοῦ ἐργάτου. Ἤρκει μόνον ν’ ἀκούσῃ τις, ὅτι ὁ οἶνος φορολογεῖται 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, διὰ νὰ ἐκραγῇ εἰς ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Τὸ νομοθέτημα, ἡμεῖς εἴχομεν σκεφθῆ, ἵνα μεταβάλωμεν ἀμέσως, καὶ μετασκευάσωμεν αὐτὸ εἰς φόρον ἄμεσον. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπέσπευδον καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθημεν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην νὰ μειώσωμεν τὸν φορολογικὸν ὅρον ἀπὸ 5 λεπτῶν εἰς ὀλιγώτερον ποσόν. Δυστυχῶς αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου, αἱ ἀνωμαλίαι αἱ ἐπελθοῦσαι, συνετέλεσαν ἴσως νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν Νόμον ἐκτελέσιμον, δὲν ἐπέτυχε. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1885 ἐσπεύσαμεν καὶ ἐνομοθετήσαμεν τὸν φόρον ἄμεσον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ τοιοῦτον διετήρησεν αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περιορισθεὶς νὰ αὐξήσῃ τὸν φορολογικὸν ὅρον, καὶ νὰ προσθέσῃ προσέτι μετὰ τὴν αὔξησιν ἕτερα 20%. Ἀλλ’ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886 διὰ νὰ μᾶς καταγγείλῃ, ὅτι εἰσάγομεν τὴν ἀσιδοσίαν, καὶ ἡ μείωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τὴν ὁποίαν τῇ προτάσει ἡμῶν ἐνομοθέτησεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1885, μειώσασα τὸν φόρον ἀπὸ 10 εἰς 7 τοῖς ἑκατόν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1883, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν καὶ νῦν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἰς 10% εἶναι φόρος βαρὺς, ὅτι ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλαίας καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου χρήζουσιν ἰδιαιτέρας προστασίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ραγδαίως βαίνουσα ὑποτίμησις τοῦ ἐλαίου, ἡ ἐν πολλαῖς χώραις ἀντικατάστασις τοῦ ἐλαίου δι’ ἄλλων ὑλῶν, ἡ ἀτελὴς κατασκευὴ τοῦ ἐλαίου παρ’ ἡμῖν, συντελοῦσιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθῇ τὸ Κράτος νὰ βαρύνῃ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου δι’ ὅρου τοσοῦτον μεγάλου, θέλει ἐπὶ τέλους ἀναγκάσει τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἐλαίας νὰ ἀποκόψωσι τὰ δένδρα αὐτῶν.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἀπέκοψαν.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐφρονοῦμεν τοῦτο πεποιθότως, καὶ τὸ ἐπράττομεν ἐλευθέρως, καὶ τὸ εἴπομεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐψήφισε τὴν πρότασιν ἡμῶν. Δὲν ἤλθομεν νὰ ἐμπορευθῶμεν μὲ κἀνένα, δὲν ἐπαζαρεύθημεν μὲ κἀνένα, οὐδὲ μὲ τοὺς Βουλευτὰς ἐκ Βόλου, διὰ νὰ πωλήσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ φόρου ἀπὸ 10 εἰς 7%, καὶ νὰ λάβωμεν ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ὑποστήριξίν των, ἢ τὴν ἀνοχήν των. Ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ ἕκαστος εἰς ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τοῦ Κράτους, νὰ ἐξασφαλίζῃ δὲ πάντοτε καὶ πρὸ παντὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ εἰσηγηταὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὐδὲ αὐτὴν ἐταπεινώσαμεν, οὐδὲ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπετρέψαμεν νὰ ἀποβλέψωμεν ποτὲ εἰς τὰ ἴδια ἡμῶν πολιτικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ ζητήσωμεν ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς νὰ κερδοσκοπήσωμεν. Καὶ λέγουσιν, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1885 ἡμεῖς, οἵτινες ηὐξήσαμεν ταῦτα καὶ διὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ 4,877,985! Ἀλλὰ μήπως ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον σήμερον, εἰσὶν ἄγνωστα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μήπως δὲν ἐλέχθησαν πολλάκις; Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν βαρύνω τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνων ὅσα ἄλλοτε πολλάκις εἶπον. Εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπανέρχονται εἰς τὰ ἀναιρεθέντα, εἰς τοὺς ἀρχαίους ἰσχυρισμούς των, ἂν καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν διεψεύσθησαν καὶ ἀνῃρέθησαν. Καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς σπατάλους ὁ δημιουργὸς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐφήρμοσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν. Καὶ εἶπε διατὶ μᾶς ὠνόμασε σπατάλους. Διότι ἀπεφασίσαμεν νὰ πληρώσωμεν 7 ἕως 8 ἑκατομμύρια ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἐγκρίνει νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885. Τὸ ἔτος τοῦτο ἦτο ὅμοιον πρὸς τὸ 1886 καὶ 1887. Καὶ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει νὰ παραστήσῃ, ὅτι εἶχε περίσσευμα, καὶ τότε συνέταξε Προϋπολογισμὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνέγραφεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε πραγματοποιήσει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 19 Ἀπριλίου, ὅτε παρῃτήθη, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξώγκωσε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν τῷ ὁποίῳ παρέλειψε νὰ ἀναγράψῃ καὶ ἔξοδα ἀνεγνωρισμένα καὶ ἀπαιτητά. Ἡμεῖς ἐμειώσαμεν τὰ ἐξωγκωμένα προϋπολογισθέντα ἔσοδα, ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ὅσα τὸ Κράτος ὤφειλε πραγματικῶς, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο νὰ ζητήσωσι νὰ πληρωθῶσι· καὶ διότι ἐπληρώσαμεν τὰ χρέη τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγνωρισθῆ διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, μᾶς ἀποκαλεῖ σπατάλους, διότι ἀπῄτει παρ’ ἡμῶν νὰ ἀρνηθῶμεν τὰ χρέη τοῦ Κράτους· καὶ πράττει τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀνέγραψεν ἐν τῷ προγράμματί του, ὡς ἄρθρον οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν εὐλάβειαν καὶ τὸ σέβας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους! Ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν νὰ πληρώσωμεν αὐτῇ 300,000 δραχ., τὰς ὁποίας ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Κράτος, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγνωρίσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπογραφῆς ὡς ὀφειλομένας εἰς αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετεκαλέσατο ἐνταῦθα τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, παρέλιπεν ὅμως νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 130,000 δραχ., τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς αὐτήν. Ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ περιλάβωμεν αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ περιλαβόντες αὐτὰς κατακρινόμεθα ὑπ’ αὐτοῦ ὡς σπάταλοι! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του εἶχεν ἀναγνωρίσει ὡς ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 1,491,868, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἂς φωνάζωσιν οἱ δικαιοῦχοι· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην ἰσοζυγίου. Ἡμεῖς περιελάβομεν αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἐλεγχόμεθα ὑπ’ αὐτοῦ ὡς σπάταλοι, διότι ἐπληρώσαμεν τὰ χρέη ταῦτα! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε περιλάβει τοὺς τόκους, τοὺς ὀφειλομένους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἡμεῖς περιελάβομεν καὶ ἐπληρώσαμεν αὐτοὺς, ἂν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰσπράξει τὸ πρόσθετον τελωνειακὸν δέκατον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τοῦ δανείου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τοῦτο ἀνεκήρυξεν ὡς σπατάλην! Σπατάλην θεωρεῖ, διότι ἐπληρώσαμεν 24,000 δρ. δι’ ἓν κτίριον, τὸ ὁποῖον εἶχε διατάξει νὰ ἀνεγερθῇ μεταξὺ τοῦ καταστήματος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου καὶ τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν! Σπατάλην θεωρεῖ διότι ἐπληρώσαμεν δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Sauter Lemonier διὰ τὰ δίδακτρα ὑποτρόφων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἶχε στείλει πρὸς ἐκμάθησιν τέχνης, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐπλήρωσεν αὐτὸς εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας! Σπατάλην θεωρεῖ, διότι ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οἰκονομίαν 100,000 δι’ ἐλάττωσιν θέσεων τῶν Ἐπάρχων, διετήρησεν ὅμως πάντας τοὺς Ἐπάρχους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ πληρώσωμεν τὸν μισθὸν αὐτῶν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐλαττώσει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων! Σπατάλην θεωρεῖ, διότι, ἐνῷ εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων οἰκονομίαν ἐκ κενῶν θέσεων 55 ἀστυνομικῶν κλητήρων, διετήρησε πάντας αὐτοὺς ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 19 Ἀπριλίου, καὶ ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ 300 κλητῆρες, καὶ ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἀνέγραψε κενὰς τὰς θέσεις! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπατάλην θεωρεῖ, διότι ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 30 χιλ. δραχ., τὰς ὁποίας εἶχε προσδιορίσει διὰ Διατάγματος πρὸς συνδρομὴν εἰς τοὺς Μεσσηνίους, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν εἶχε περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ! Σπατάλην θεωρεῖ, διότι περιελάβομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ὀφειλόμενα εἰς διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν αὐτὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ! Σπατάλην θεωρεῖ, διότι ἀνεγράψαμεν 609,000 δρ., τὰς ὁποίας εἶχε σημειώσει ὡς οἰκονομίας δῆθεν, ἐνῷ ἦσαν κρατήσεις ἐκ μισθῶν τῶν ναυτικῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον! Καὶ μᾶς ἀποκαλεῖ σπατάλους, διότι ἠθελήσαμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Ταμείου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε περιϋβρίζεσθαι ἀπὸ τοὺς δικαιούχους, τοὺς μὴ λαμβάνοντας τὰ χρήματά των. Καὶ μᾶς ἐλέγχουσιν ἐπὶ σπατάλῃ! Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφηγηθῶ καὶ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1881, τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου. Μᾶς ἐλέγχουσιν ἐπὶ σπατάλῃ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέλαβον ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον 10,217,688, ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομ. καὶ ὑπόλοιπον τοῦ ἀντιτίμου τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880 καὶ 1881. Ἔλαβον συγχρόνως 2,200,000 ἐκ νομισματοποιΐας, ἔσοδον ἔκτακτον, κατὰ τὸ 1882 μόνον ἀναγραφὲν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπορίσθησαν 3,090,185 ἐξ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὅλον 15,000,000 εἰς χρήματα. Καὶ δὲν ἠδυνήθησαν, μεθ’ ὅλα ταῦτα, νὰ πραγματοποιήσωσι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1882, τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα 5,242,833. Ἀλλ’ ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἀνατρέπουσι τοὺς ἀριθμοὺς, συγχύζουσι τὰς χρήσεις, ὁμιλοῦσι περὶ συναλλαγματικῶν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὰς ὁποίας ἐξηργύρονον, λησμονοῦντες, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξελεγξάσης τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, λησμονοῦντες, ὅτι ὑπάρχει Ἀπολογισμὸς τῶν 1880, 1881 καὶ 1882, λησμονοῦντες, ὅτι κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τούτους τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 καὶ 1881 ἀνῆλθεν εἰς 82,000,000, ἐνῷ εἶχον εἰσπραχθῆ 92 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120, ἑκατομμυρίων καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Καὶ εἰσπράξαντες 15 ἑκατομμύρια ἔκτακτα ἔσοδα κατέληξαν κατὰ τὸ 1882 εἰς ἔλλειμμα 5,244,833, ἐνῷ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1882 δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀγοράσωσιν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν πλήρεις. Κατὰ τὸ 1883 αὖθις νέον ἔλλειμμα 9,258,312, μολονότι ἐπέβαλον φόρους 3 ἑκατομμυρίων, ὡς προϋπελόγιζον τὴν ἐξ αὐτῶν πρόσοδον. Καὶ κατὰ τὸ 1884 πάλιν ἔλλειμμα 30,600,000, μολονότι ἐπέβαλον φόρους, τῶν ὁποίων τὴν πρόσοδον ὑπελόγισαν εἰς 15 ἑκατομμύρια. Μᾶς κατηγοροῦσιν ὅμως ἐπὶ σπατάλῃ! Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884, τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν τούτων, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος λόγος ἐγένετο, ἦτο ἀποτέλεσμα, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῆς ἐφαρμογῆς τῆς καθολικῆς στρατολογίας. Μόλις δὲ παρεσχέθη αὐτῷ ἀφορμὴ νὰ μνημονεύσῃ τῆς καθολικῆς στρατολογίας, ἠκούσατε χθὲς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μίαν καὶ πλέον ὥραν ἀγορεύσαντα περὶ στελέχεων καὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀναγκαίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν καὶ διὰ ποικίλας ἄλλας ἀνάγκας, περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐπήνεγκε, περὶ τῆς προβαινούσης βαθμιαίας στρατιωτικῆς μεταῤῥυθμίσεως (ἱλαρότης), καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσω, ἂν πράγματι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς καθολικῆς στρατολογίας ἐχειροτέρευσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὥστε αὕτη ἐγένετο ἡ αἰτία τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀλλεπαλλήλως μᾶς ἐνοχλοῦσι, καὶ τῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιήλθομεν. Πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 πρὸς Προϋπολογισμὸν ἄλλου ἔτους εἰρήνης, οὐχὶ ἐπιστρατεύσεως. Τὸ 1884 δὲν ἦτο ἔτος ἐπιστρατεύσεως, ἦτο ἔτος πολιτικῆς ὁμαλῆς· δύναμαι νὰ παραβάλω αὐτὸ πρὸς τὸ ἔτος 1880, τὸ ὁποῖον ἦτο ἔτος ἐπίσης πολιτικῆς ὁμαλῆς. Κατὰ τὸ 1880 ὁ στρατὸς εἶχε μειωθῆ εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, εἰς 12,354 ἄνδρας, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε περιορισθῆ εἰς 9,906,148 δραχμάς. Κατὰ τὸ 1884 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆλθεν εἰς 20,216,109, ἑπομένως διαφορὰ 11 περίπου ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1884 μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἀναγραφῆ δαπάνη 800,000 διὰ ἀσκήσεις τῆς ἐφεδρείας, ἡ δαπάνη δὲ αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν αὐτήν. Ἡ διαφορὰ ἑπομένως μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 πρὸς τὸν τοῦ 1880 περιορίζεται εἰς 10,200,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1884 ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, δημιουργηθεῖσαι μετὰ τὸ 1880, ἡ ἀνάγκη τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 6,000,000 κατ’ ἔτος, διότι ὁ τόκος αὐτοῦ συνεφωνήθη εἰς 5%. Ὅθεν τὰ 10,200,000 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 16,200,000. Ἦσαν προσέτι καὶ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οἱ ὁποῖοι ἐπληρώνοντο μέχρι τοῦ 1884, ἐκ δραχμῶν 1,630,000. Ἀνεβιβάσθησαν οὕτω αἱ προσθῆκαι τῶν ἐξόδων εἰς 17,830,000. Εἶχον προστεθῆ αἱ νέαι ἐπαρχίαι. Πόσον θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς ἔξοδα διοικήσεως αὐτῶν; Θέλετε 1, 2, 3, 4 ἑκατομμύρια; 17 ἑκατομμύρια, καὶ 3 ἑκατομμύρια διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὸ ὅλον 20 ἑκατομμύρια. Ἐξεύρετε πόση ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 πρὸς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884; Ἑκατομμύρια 57 νέων δραχμῶν, ἤτοι 63 ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν. Ἡ καθολικὴ λοιπὸν στρατολογία ἐπήνεγκε τὴν τοιαύτην τεραστίαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων; Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1882 ηὔξησαν κατὰ 3,068,551 ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, κατὰ τὸ 1883 κατὰ δραχμὰς 10,411,525, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, κατὰ τὸ 1884 ηὐξήθησαν κατὰ 16,848,726, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880. Ποῦ νὰ σταματήσῃ πλέον; Καὶ ζητοῦσι διὰ φράσεων πομπωδῶν, ὁμιλοῦντες περὶ στελέχων στρατοῦ, περὶ ἐφεδρείας 110 χιλιάδων ἀνδρῶν, περὶ μεταῤῥυθμιστικῆς βαθμιαίας μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας τῆς στρατιωτικῆς νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν, νὰ ἀκούωσιν οἱ ἀκροώμενοι καὶ νὰ νομίζωσιν, ὅτι σπουδαῖά τινα ὑπάρχουσι, καὶ ἴσως νὰ ἀποπλανήσωσι τὴν Βουλήν. Ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς κυβερνῶντας κατὰ τὴν τριετίαν ποία ἦτο ἡ στρατιωτικὴ πολιτικὴ αὐτῶν; Εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν ἀσκήσεως; εἶναι ἡ μονοετὴς θητεία; εἶναι ἡ διετὴς θητεία; Μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ μονοετὴς θητεία βάσιν εἶχε τὴν παρασκευὴν μεγάλων σωμάτων στρατοῦ, ὀγκώδους στρατοῦ ἐκ τῆς ἐφεδρείας. Μᾶς ἔλεγον τότε, ὅτι 100 χιλιάδας ἐφέδρων δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα, χθὲς δὲ τὸ ἑσπέρας μᾶς εἶπον 110 χιλιάδας. Καὶ ἐνῷ παρεσκεύαζον ἐφεδρείαν 110 χιλ. ἀνδρῶν, ἐνῷ ὁ στρατὸς τῆς μονοετοῦς θητείας οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, εἰμὴ μίαν καὶ μόνην, τὴν σημασίαν τῆς ἐφεδρείας, διὰ πόσον στρατὸν εἶχον παρασκευάσει στελέχη; Διὰ 30 χιλιάδας. Ποσάκις ἐκάλεσαν τὴν ἐφεδρείαν, ἵνα ἀσκήσωσιν αὐτήν; Οὐδέποτε. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ πεπρωμένη ἡμέρα νὰ κηρυχθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν ἐπιστρατείᾳ, τότε ἐτόλμων νὰ ὀνομάζωσι τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἀγέλην, διότι δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ στελέχη διὰ τὰς 110 χιλιάδας ἀνδρῶν. Ποῖος παρεσκεύασε τὰ στελέχη αὐτὰ κατὰ τὴν τριετίαν; Ἡ στρατιωτικὴ πολιτικὴ, τῆς ὁποίας οἱ δημιουργοὶ καὶ οἱ ἐκτελεσταὶ ἀπεκάλουν ἀγέλην τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ ἦσαν οἱ ὑπαίτιοι τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐπαρκῶν στελέχεων διὰ τὸν στρατὸν τῆς ἐφεδρείας, ὁ ὁποῖος συνήρχετο ὑπὸ τὰς σημαίας. Θαυμάζω τὴν ἱκανότητα αὐτῶν. Δύνανται καὶ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐλλείψεων, καὶ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀπροβλεψιῶν, νὰ ζητῶσι νὰ κερδοσκοπήσωσι, καὶ ὑβρίζοντες τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀποθαῤῥύνωσι τοὺς πολίτας, νὰ ἐνθαῤῥύνωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵσταντο ἀντιμέτωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, νὰ μειόνωσι τὸν στρατιωτικὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ παρασκευάζωσι τὴν ἄνοδόν των εἰς τὴν Ἀρχήν! Περίοδος πειραμάτων. Πειράματα καὶ αἰωνίως πειράματα. Δὲν ἦλθον νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν, ἀλλὰ νὰ διδαχθῶσι νὰ κυβερνήσωσι διὰ πειραμάτων! Ἐν τῷ νῷ οὐδὲν εἶχον, διότι οὐδὲν ἐφήρμοσαν, καὶ, ἐὰν ἀπεκάλυψάν τι ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτῶν νοὸς, τὴν ἐπιοῦσαν τὸ μετέβαλον, καὶ ἀνέτρεψαν διὰ νέας μεταῤῥυθμίσεως τῆς νομοθεσίας, οὔτε δ’ ἔβημεν ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, αἰωνίως μεταβάλλοντες τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦσι τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ τὰ πολιτικὰ προγράμματα αὐτῶν. Καὶ ἡ ναυτικὴ πολιτική των βεβαίως ἦτο παράληλος πρὸς τὴν στρατιωτικὴν πολιτικήν των. Ἐνεθυμήθησαν κατὰ τὸ 1887 νὰ κατασκευάσωσι θωρηκτά· ἀλλ’ ὡς ἐνεθυμήθησαν τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν στελέχεων, διὰ νὰ εὐκολύνωσι τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν των, ἐνεθυμήθησαν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, διὰ νὰ εὐκολύνωσι τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1882 μᾶς ἔλεγον, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς μετεχειρίσθησαν ὡς μέσον, διὰ νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς μεταχειρίζονται καὶ νῦν ὡς μέσον διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 Δὲν εἶναι ὥρα νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ θέμα τοῦτο· Ὁμολογῶ χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Θέλομεν μελετήσει ταῦτα, καὶ θέλομεν ἐρευνήσει, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους συνεδυάσθη ἡ κατασκευὴ θωρηκτῶν πλοίων μετὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐὰν κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐδόθη ἡ παραγγελία πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν, ἐὰν κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους συντελῆται ἡ πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν ἐργασία, καὶ ἂν ἡ κατασκευὴ τῶν θωρηκτῶν τούτων πλοίων θέλῃ προσθέσει ἀναγκαίαν ἐπικουρίαν εἰς τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κεχωρισμένον, ὡς κεχωρισμένον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Καὶ τοῦτο θέλομεν ἐξετάσει κεχωρισμένον καὶ θέλομεν ἐρευνήσει κατὰ πόσον συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· θέλομεν ἐρευνήσει, ἐὰν ἡ διαχείρισις τῶν ἐκ τούτου χρημάτων ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα ταῦτα. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἀνεμίχθησαν πάντα ταῦτα κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε μόνον ν’ ἀναιρέσῃ τὰ αἴσια ἀγγέλματα περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέδραμε καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον διαγραφῆ ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ χαρακτῆρος τοῦ ζητήματος, ἐξέδραμεν ἐπὶ τὰ στρατιωτικὰ, ἐξέδραμεν ἐπὶ τὰ ναυτικὰ, ἔπρεπε νὰ ἐκδράμῃ καὶ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Δὲν ἐλησμόνησεν οὔτε τὰ συμβάντα τοῦ 1885 καὶ 1886, καὶ ἐπέδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις κατεῖχε τὴν μόνην δύναμιν, τὴν δύναμιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς διπλωματίας, ὅτι ἑπομένως ἡ ἀποτυχία, ἡ μὴ πραγματοποίησις τῶν ἐθνικῶν πόθων κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, αἰτίαν εἶχεν, ὅτι οἱ τότε κυβερνῶντες δὲν ἀπελάμβανον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς διπλωματίας. Ποῖον λάθος ἔκαμεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ποία ἦτο ἡ ἀστοχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ διαπράξῃ τὴν 7 Ἀπριλίου, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως ἐκείνους, οἵτινες ἐνέπνεον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης! Κατῆλθον πρὸ μικροῦ τῆς Ἀρχῆς, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλῶ μετὰ πάσης ἀκριβείας. Κυβερνῶντες καὶ ἐνόσῳ ἐκυβερνῶμεν, ἐνεπνέομεν πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης. Μόνον ὅτε δὲν ὑπετάχθημεν εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης, μόνον τότε ἐμειώθη ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνη αὐτῆς. Καὶ μόνον διότι ὑπετάχθη εἰς τὰ κελεύσματα ἐκείνης, μετέλαβε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς διπλωματίας τῆς Εὐρώπης ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰ κελεύματα τῆς Εὐρώπης; Εὐκολώτατον πρᾶγμα. Ὁ λόρδος Ρόζβερυ, Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, μᾶς προέτρεπε καὶ μᾶς παρεκέλευε νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης. Μᾶς ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲν ἀξιοῖ ἀπὸ ἡμᾶς, εἰμὴ μόνον νὰ ὑποσχεθῶμεν, ὅτι θέλομεν ἀφοπλισθῆ, οὐδὲ νὰ προσδιορίσωμεν κἂν τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν ἀφοπλισθῆ· μόνον νὰ ἐλέγομεν, ὅτι θέλομεν ἀφοπλισθῆ. Καὶ αὐτὸς ὁ στρατηγὸς Ροβιλὰν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐξεπλήσσετο, πῶς δὲν ἐνεδίδομεν νὰ εἴπωμεν μίαν λέξιν, ἵνα ἀρθῶσιν οἱ ἀποκλεισμοὶ καὶ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλὴ πολιτεία τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι, πρὶν ἢ φροντίσωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ πρὸς τὸ Ἔθνος καθήκοντα ἡμῶν. Τὰ καθήκοντα ἡμῶν πρὸς τὸ Ἔθνος μᾶς ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ πολιτευθῶμεν οὕτως, ὥστε νὰ καταδειχθῇ τοῖς πᾶσιν, ὅτι δὲν παραιτούμεθα τῶν ἱστορικῶν πόθων μας, ἀλλὰ ἡ βία γιγαντοδυνάμων στόλων πέντε μεγάλων Δυνάμεων μᾶς ἀναγκάζει νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα. Τὰ καθήκοντα ἡμῶν πρὸς τὸ Ἔθνος μᾶς ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ δείξωμεν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν ἐκείνους, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν ἄλλαις ὑπὸ ἄλλας Κυβερνήσεις χώραις, ὅτι οἱ πατέρες μας ἐθυσίασαν καὶ ζωὰς καὶ περιουσίας, καὶ ἡ παροῦσα γενεὰ εἶναι ἑτοίμη εἰς τὰς αὐτὰς θυσίας νὰ ὑποβληθῇ, διότι αἰσθάνεται ὅ,τι ᾐσθάνθησαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ 1821. Εἴχομεν καθῆκον πρὸς τὴν Ἐπικράτειαν, τῆς ὁποίας ἤμεθα Ὑπουργοί, καὶ πρὸς τὸν Ἡγεμόνα αὐτῆς, νὰ πείσωμεν πάντα ἀλλοδαπὸν, μὴ γνωρίζοντα τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἐμπορευόμεθα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ὑποταχθῶμεν ἀμέσως εἰς τὰ πρῶτα κελεύσματα τῆς Εὐρώπης, ὅτε τὸ πρῶτον μᾶς ἀπηύθυνεν αὐτὰ, δὲν ὑπετάχθημεν ἐκ πεποιθήσεως· τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν πάντοτε, καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς πεποιθήσεως ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, μετ’ αὐτῆς δὲ καὶ νὰ κατέλθωμεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως, ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ Τόπος δὲν ἤθελε μείνει ἀκυβέρνητος. Ἐὰν ἡμεῖς παρῃτούμεθα, ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῆς Βουλῆς ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκοιμῶντο, ὑπὸ τοῦ πόθου πῶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀναῤῥιχηθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔστω καὶ ὑποτασσόμενοι εἰς τὰ κελεύσματα τῆς διπλωματίας, ἔστω καὶ ἀφοπλίζοντες τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν βίαν τῶν γιγαντοδυνάμων στόλων τῶν πέντε μεγάλων Δυνάμεων. Ἡμεῖς ἐλέγομεν πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅτι συνῃνέσαμεν ἤδη νὰ μὴ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην. Τοιαύτην ἐποίησα ὁμολογίαν πρὸς μίαν εὐεργέτιδα Δύναμιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν λοιπὸν εἶχεν ἡ Εὐρώπη ἀφορμὴν τὸν πόθον αὐτῆς πρὸς διατήρησιν τῆς εἰρήνης, διατί ἐζήτει νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ διαπράξωμεν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν βίαν τοῦ τελεσιγράφου καὶ τὴν παρουσίαν τῶν στόλων; Ὤφειλε νὰ μᾶς ἀφήσῃ κυβερνήτας αὐτοβούλους ἐλευθέρου Κράτους, ἵνα πράξωμεν ὅ,τι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μᾶς ὑπηγόρευον, ἀφοῦ πλέον δὲν ἠπειλοῦμεν νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν βίαν δὲν ἐδυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν, ἑπομένως οὐδὲν ἐδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, οὐδὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν βαθμιαίαν μείωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ὡς εἴχομεν ὁμολογήσει πρὸς τὴν εὐεργέτιδα ἐκείνην Δύναμιν. Δὲν γνωρίζω ποῖοι λογισμοὶ ἐπέβαλον εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν γνώμην νὰ ἐπιμένῃ νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ στόματος ἡμῶν τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀφοπλισμοῦ. Τέλος πάντων παρῃτήθημεν. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν οἱ διάδοχοι ἡμῶν. Ἤθελον καὶ αὐτοὶ νὰ παρασταθῶσιν ὠχροὶ ἀντιγραφεῖς τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Τὸν ἀφοπλισμὸν εἶχον ὑποσχεθῆ πρὶν ἢ γίνωσι Κυβερνῆται· γενόμενοι Κυβερνῆται, ἀφώπλισαν τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ κοινοποιήσωσιν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἀφώπλισαν αὐτὸ, διὰ νὰ μὴ φανῶσιν, ὅτι τὸ ἀφώπλισαν ὑπὸ τὰ κελεύσματα τῶν στόλων. Ἐὰν ἀφωπλίσαμεν ἡμεῖς, ἔλεγον οἱ διάδοχοι ἡμῶν, ἀφωπλίσαμεν διότι ἐκρίναμεν τοῦτο συμφέρον εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ὡς κυβερνῆται ἀνεξάρτητοι ἐλευθέρου Κράτους. Ἂν σεῖς ἐφηρμόσατε ἀποκλεισμὸν τῶν παραλίων μας, δὲν γνωρίζομεν αὐτὸν, οὐδὲ λαμβάνομεν αὐτὸν ὑπ’ ὄψει. Ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ἔλεγον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἤρκει νὰ ἀφοπλίσωσι τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλον νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ἔπραττον τοῦτο ὑποτασσόμενοι εἰς τὰ κελεύσματα αὐτῶν. Ἀφοῦ ἀφώπλισαν ὑπὸ τὴν βίαν τῶν στόλων, αἱ Δυνάμεις ἠξίουν νὰ κοινοποιήσωσι πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των τὸν ἀφοπλισμὸν, ὅπως ἄρωσι τὸν ἀποκλεισμόν. Ἐνθυμοῦμαι διακοίνωσιν τοῦ λόρδου Ῥόζβερυ πρὸς τὸν κόμητα Καλνόκυ τῆς Αὐστρίας, ὅτε ἐπέμενεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀρνουμένη νὰ κοινοποιήσῃ τὸν ἀποκλεισμόν, ἂν καὶ εἶχεν ἀφοπλίσει. Ἔλεγεν ὁ Ῥόζβερυ πρὸς τὸν Καλνόκυ, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ διατάσσωσιν ἀκόμη τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἀφοῦ εἶχεν ἀφοπλισθῆ ἡ Ἑλλάς. «Ἡμεῖς, ἔγραφεν ὁ λόρδος Ῥόζβερυ, δὲν ἐζητήσαμεν τοσαῦτα ἀπὸ τὸν Δηλιγιάννην, καὶ ζητοῦμεν αὐτὰ ἀπὸ τὸν Τρικούπην, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τόσην προθυμίαν ν’ ἀφοπλίσῃ τὸ Κράτος.» (Ἱλαρότης). Καὶ παρέστη τὸ οἰκτρὸν θέαμα, νὰ ἀναγνωρίζωσιν οἱ κυβερνῶντες νῦν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατευθῇ κατὰ τὸ 1885, νὰ λέγωσιν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ πολεμήσῃ, οὐδὲ ἔπρεπε νὰ ἀποθαῤῥυνθῇ, ἐὰν συνέβαινον κατὰ τὰς μάχας μία ἢ δύο ἀποτυχίαι· διότι διὰ τῶν ἀποτυχιῶν καὶ τῶν δυστυχημάτων, ἔλεγον, ὅτι ἠθέλομεν προοδεύσει. Παρέστη τὸ θέαμα, νὰ ὁμολογῶσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνεχθῇ ὕβριν, ὑπ’ οὐδενὸς ἀπευθυνομένην πρὸς αὐτὴν, ὅσον μέγας καὶ ἰσχυρὸς ἂν ἦτο ὁ τὴν ὕβριν ἀπευθύνας, ἐν ὅσῳ δὲ αἱ συμβουλαὶ μετεῖχον ὕβρεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν ὑπερηφάνως νὰ ἀνθίσταται. Ἀλλὰ ἔσπευσαν μετ’ ὀλίγον νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀρκοῦντα στελέχη διὰ τὸν ἐπιστρατευθέντα ἀριθμὸν ἀνδρῶν. Ἐνόουν νὰ ἐπιστρατευθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ νὰ μὴ συγκαλέσῃ πλείους τῶν 25 ἢ 30 χιλ. ἀνδρῶν, διότι διὰ μείζονα ἀριθμὸν τῶν 30,000 ἀνδρῶν δὲν εἶχε στελέχη. Τῇ ἀληθείᾳ εἶμαι πολλὰ εὐτυχὴς, διότι δὲν περιήχθην ποτὲ εἰς τοιαύτην θέσιν. Ἀλλ’ οἱ περιαχθέντες ἔπρεπε νὰ ἔχωσι φίμωτρον εἰς τὰ χείλη των, νὰ μὴ ἀναπολῶσι δυστυχῆ συμβεβηκότα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἠρίστευσαν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν ἐδείχθησαν τοσοῦτον μεγάθυμοι, ὥστε ἐπροτίμησαν καὶ νὰ ἀδικηθῶσι καὶ νὰ συκοφαντηθῶσι, νὰ σιγήσωσι δὲ καὶ νὰ περικαλύψωσι διὰ τῆς σιγῆς των τοὺς πάντας, ἵνα μὴ περιαγάγωσιν εἰς τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τὴν πατρίδα αὐτῶν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶπον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν ἤθελε πεισθῆ, ὅτι εἶχεν ἀξιωθῆ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ἤθελε σπεύσει παραυτίκα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ πεποίθησιν ἔχει, ὅτι ἡ παράτασις τοῦ βίου τῆς ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως βλάπτει καιρίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοιοῦτον φρόνημα ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐσχημάτισε, δὲν διενοεῖτο δὲ ἕνεκα τούτου νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐπερίμενε νὰ συζητηθῇ τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρὸ ταύτης δ’ ἐσκόπει νὰ συζητήσῃ τὰ περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν πλοίων, διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν, ἐὰν τὰ θωρηκτὰ κατεσκευάσθησαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐὰν δι’ αὐτῶν θέλῃ αὐξήσει ἡ ναυτικὴ δύναμις τοῦ Κράτους, ἐὰν περὶ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν διεσώθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐσκόπει νὰ συζητήσῃ ὡσαύτως καὶ τὰ περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ. ἐὰν συνωμολογήθη ἐπὶ ἐλαφρύνσει τῶν βαρῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐὰν τὰ ἐξ αὐτοῦ χρήματα διετέθησαν συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἐπεθύμει νὰ συζητήσῃ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δύναταί τις κυβερνῶν νὰ παριστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ, τῆς Βουλῆς ἀπερχομένης, ὄχι νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ, ἀλλὰ νὰ ἀνατρέπῃ καὶ νὰ διαμορφόνῃ τὸν ὑπὸ ταύτης ψηφισθέντα Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς στιγμιαίας γνώμας καὶ σκέψεις αὐτοῦ. Ἐπεθύμει προηγουμένως νὰ συζητηθῶσιν ὅλα τὰ κατὰ καιροὺς ἐγερθέντα ζητήματα περὶ διοικήσεως τῶν νῦν κυβερνώντων, ἵνα γίνῃ γνωστὸν ποία ἡ ἀποκατασταθεῖσα ἐν τῇ χώρᾳ διοίκησις. Ἐπεθύμει νὰ συζητηθῇ ποία ἦτο ἡ στάσις τῶν διοικούντων καὶ τῶν κυβερνώντων κατὰ τὰς διεξαχθείσας δημοτικὰς ἐκλογὰς, διὰ νὰ καταδηλωθῇ ἡ εὐλάβεια αὐτῶν πρὸς τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Ἐπεθύμει νὰ συζητηθῶσι τὰ ζητήματα τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, διότι πρέπει πάντοτε νὰ μένῃ ἀλώβητος ἡ ἐπὶ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν τιμιότητα τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ. Ἐνόμιζε δὲ, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα ἤθελον συζητηθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπερωτήσεων, ἐσκόπει δὲ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐρευνῶσα τὸ δι’ αὐτοῦ ἐκδηλούμενον πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῶν κυβερνώντων, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θὰ ἔμελλε νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐμπιστεύηται τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἐφρονοῦμεν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπείχομεν πάσης γνώμης τοῦ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν διὰ ζητημάτων, οἱ Ὑπουργοὶ προβάλλουσι καὶ ζητοῦσι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐμπιστεύηται, ἢ ὄχι, τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ δικαίωμα ἔχει βεβαίως καὶ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προβάλλῃ τοιοῦτο ζήτημα. Ἀλλ’ ἔστωσαν βέβαιοι, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν ἀπαντήσει εἰς αὐτὸ μετὰ προθυμίας, καὶ θέλομεν ἐκδηλώσει διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Δὲν γνωρίζω ποῖον θέλει ἐκδηλωθῇ τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας. Περὶ τούτου ἴσως μεριμνᾷ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἐνδιαφέρομαι μάλιστα νὰ μεριμνήσω περὶ τούτου, διότι γνωρίζω ποίαν αἱ πλειονοψηφίαι προσπορίζουσι δύναμιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουσιν, ὅταν ἡ γνώμη τῶν πλειονοψηφιῶν δὲν ἦναι σύμφωνος μὲ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Δύναμιν καὶ ἰσχὺν προσπορίζουσιν εἰς τοὺς κυβερνῶντας αἱ πλειονοψηφίαι, ὅταν διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνιλοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐπικαλῶνται τὴν ἔκφρασιν αὐτοῦ κατὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου, ἃς εὐλογῶσιν ἐκεῖνον, ὅστις παρέσχεν αὐτοῖς ἄφθονα τὰ μέσα, ἵνα ἀλλοιώσωσι τὴν ἔκφρασιν τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς εἰρημένας ἐκλογάς. Τοσοῦτον δὲ γνωρίζω ἐπακριβῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε δὲν διστάζω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δι’ ὧν εἶπε χθὲς περὶ πλειονοψηφίας καὶ περὶ φρονήματος καὶ ψηφοφορίας ἐνόει νὰ ἀπειλήσῃ τὴν Βουλὴν, δὲν διστάζω νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ τολμήσῃ, ἂν θέλῃ, νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ λαοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἂς ποιήσωνται ἔκκλησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διὰ νὰ ἀκούσωσι τὴν ἐτυμηγορίαν του. Ἂς ἦναι δὲ βέβαιοι, ὅτι, καὶ ἂν, πρὶν ἢ ἀποχωρήσωσιν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐπιτύχωσι νὰ λάβωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὐδεμίαν διὰ ταύτης θέλουσι περιβληθῆ δύναμιν, διότι τὸ φρόνημα καὶ ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε συντρίβει καὶ τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες λησμονοῦσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅταν καὶ αὐτοὶ λησμονῶσι καὶ αὐτὰ τὰ συφέροντά του. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Μπογιατζόγλους.
§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀρκετὰ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δυνάμενα νὰ ἀποδείξωσι τὰ ψεύδη, τὰ λεχθέντα χθὲς, καὶ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται σήμερον ἡμεῖς νὰ διαγωνισθῶμεν εἰς τὴν ρητορίαν, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν διὰ σχημάτων ἀπρεπῶν, τὰ ὁποῖα δὲν περιποιοῦσιν ὕβριν κατ’ ἐκείνων, καθ’ ὧν ἀπευθύνονται, ἀλλ’ αἶσχος καὶ ἐντροπὴν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὰ μεταχειρίζεται καὶ μάλιστα κατέχει τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῷ Κράτει, ἐπειδὴ, λέγω, δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ ζητήσω βραβεῖον ἐπὶ ρητορικῇ, ἄλλως δὲ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξήντλησεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα καθ’ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε πέντε ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Λοιπὸν οἱ ἐγγεγραμμένοι παραιτοῦνται;
§9ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
§11ΤΙΝΕΣ. Ποία πρότασις;
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὴν ὑπέβαλεν;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος. (Ἀναγινώσκει.) «Ἡ Βουλὴ, πεποιθυῖα ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» (Ψιθυρισμοὶ ἀριστερά.) Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύω ψηφολέκται.
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως. Τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως περιέχεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ θέλομεν ἐξετάσει αὐτὸ, ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἑπομένως πᾶσα σήμερον ἐξέτασις αὐτοῦ εἶναι πρόωρος. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς γενικὴν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, διότι πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ προηγηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ τεθῇ, εἰμὴ ὡς πόρισμα τῆς γενικῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεως; Ἂν ἐπιθυμῆτε ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης, δύνασθε νὰ θέσητε ἀμέσως περὶ αὐτῆς ζήτημα, μὴ προδικάζον τὴν μέλουσαν συζήτησιν τῆς Βουλῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ζητεῖτε λοιπόν; Θέλετε ἀναβολήν; Τότε ἐγερθῆτε δέκα.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ κ. Πρόεδρε· δηλοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν συζητήσει μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ ψῆφον ἐπὶ τούτου, ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν ἄλλο θέμα, τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον, καὶ προηγεῖται ὅλων τῶν ἄλλων θεμάτων. Ἀλλὰ προτάσσομεν τὸ θέμα τοῦτο, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ἕν ἄτοπον, τὸ νὰ ζητῶσι νὰ δώσωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦδε, πρὶν ἢ γένηται ἡ γενικὴ συζήτησις.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον προηγουμένως προβάλει τὴν ἑξῆς ἀπορίαν. Ὑποτίθεται, ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς εἶναί ποτε προκατειλημμένος διὰ νὰ ἀποφασίσῃ οὕτως ἢ ἄλλως, οὔτε δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς θέματος γίνεται μόνον ἁπλῶς μία ἀρίθμησις, διὰ νὰ καταδειχθῇ τίνες εἶναι οἱ πολυαριθμότεροι. Λοιπὸν ἔχει ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίσῃ περὶ τίνος ψηφοφορεῖ. Ἐπεθύμουν ἑπομένως, νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, περὶ τίνος οἰκονομικοῦ συστήματος εἶναι ἡ ἐρώτησις· διότι πιθανὸν εἰς ἓν οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος· ἀλλὰ πρὸς ποῖον σύστημα, τὸ πέρυσι ψηφισθὲν, ἢ τὸ μέλλον νὰ ψηφισθῇ; Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ σαφηνίσωμεν τὰς προτάσεις· διότι, ἐὰν οἱ θέλοντες νὰ προεξοφλήσουν τὴν ψῆφον τῶν Βουλευτῶν, θέλουν προκαταβολικῶς νὰ ἐρωτήσωσι καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο βεβαίως μετ’ ἀγανακτήσεως θὰ τὸ ἀποκρούσωσι καὶ ἐκείνης τῆς πτέρυγος οἱ κύριοι Βουλευταί.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 1888.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιμένῃ εἰς τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβαλεν, ἡ Ἀντιπολίτευσις προβάλει τὸ ἑξῆς θέμα: «Ἡ Βουλή, κρίνουσα, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνη αὐτῆς, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται λοιπὸν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε αὐτὴν τὴν στιγμήν: «Ἡ Βουλή, κρίνουσα, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνη αὐτῆς, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Κρεστενίτη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Μ. Γουλιμῆς | Ο | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Μ. Ἰατρίδης | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Χατζόπουλος | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Γεώργ. Μίλησης | Ο | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σπ. Νοταρᾶς | Ν |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργ. Κούστας | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο |
| Δημ. Πετρίδης | Ν | Ν. Βαλσαμάκης | Ν |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ο |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Π. Βενιεράτος | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Γ. Τυπάλδ. Κοζάκης | Ν |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Γ. Κόρπας | |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ν. Νομικός | Ο |
| Παν. Μανέτας | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ο |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο |
| Δ. Ζέγγελης | Ο | Γ. Δρόσος | Ο |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Ν. Κρίσπης | Ο |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο | Κ. Κοσσονάκος | Ο |
| Στέφ. Δραγούμης | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ο | Ἀρ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Φωκίων Νέγρης | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Νικ. Μπουφίδης | Ο | Λ. Καπετανάκος | Ν |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Νικ. Λεβίδης | Ν | Ι. Καρτάλης | |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Α. Ἀστεριάδης | |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ι. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Κ. Μαρκίδης | Ο |
| Λ. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Λ. Φωτήλας | Ν | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Ν. Κουμανιώτης | Ν | Περ. Πεῤῥωτῆς | Ν |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ο | Δ. Τζάνες | Ο |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Περ. Μποῦτος | Ο |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Παν. Σάκκης | Ν |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Ν. Παπαλέξης | Ο |
| Ν. Καφετζόγλους | Ο | Ν. Μισυρλῆς | Ν |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ο | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ν |
| Κων. Σινέλης | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
| Βασ. Βουδούρης | Ο | Δ. Κάρτσωνας | |
| Κων. Λομβάρδος | Δ. Π. Γουδῆς | Ο | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | Ο |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Γ. Φραγγίδης | Ο | |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Λ. Τακιατζῆς | Ο | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Τάκης | |
| Νικόλ. Βασιλάκης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ο |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | |
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | Σταμ. Μπουντούρης | Ο |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Θεόδ. Γκίκας | Ο |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | Ο |
| Νικ. Κοντογιάννης | Ν | Δ. Ζουλούμης | Ο |
| Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Γ. Διδωρίκης | Ο | Θεμ. Κανάρης | Ν |
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 128. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 52, κατὰ δὲ τῆς προτάσεως 76. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 52. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 40′ μ. μ.