1887.11.16
2.349 στίχοι · 18.724 λέξεις · 77 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 16 Νοεμβρίου 1887.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν δύο ἀναφοραὶ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἐν Παλαμηδίῳ καταδίκων. Οὗτοι παραπονοῦνται κατά τινος καταδίκου, ἐκπληροῦντος χρέη γραφέως, ὅτι γίνεται ἀφορμὴ αἱματηρῶν συγκρούσεων, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμοίαν αἴτησιν τῶν καταδίκων αὐτῶν ἔλαβεν καὶ ἐγώ, διὰ νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ κατὰ συνέπειαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν παραπόνων αὐτῶν, καί, ἂν ἦναι βάσιμα, νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Λαμίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ παρατηρήσεις αὐτῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἐὰν ὑποβληθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι συνεχῶς ὑποβάλλονται ἀναφοραὶ, ἀφορῶσαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· περὶ τούτου μάλιστα καὶ ὁ τύπος ἔκαμε λόγον, διότι ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, πᾶν ἔγγραφον, ἀφορῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ τυποῦται καὶ διανέμηται εἰς τοὺς κκ. Βουλευτὰς, ὥστε νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι καὶ τὴν θέλησιν τοῦ τόπου.
§5ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προτίθεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Διομήδης Καλογερᾶς ἐκ Κερκύρας ζητεῖ βοήθημα. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐννοεῖ νὰ καταθέσῃ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα τῶν μηχανικῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν ποταμὸν Πάμισον, οὔτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε καὶ ὁ κ. Σάκκης, οὔτε νομοσχέδιον ὑπέβαλε διὰ τὸν λιμένα Καλαμῶν. Αἱ ἐπαρχίαι αὐταὶ, Κύριοι, πληρόνουσι φόρους, κατὰ διαφόρους καὶ ποικίλους τρόπους, εἰς τὸ Δημόσιον· κατὰ συνέπειαν, ἂν μέρος αὐτῶν ἔφερε τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, φρονῶ, ὅτι δικαιοῦνται οἱ συμπολῖταί μου νὰ ἀξιῶσι νὰ προστατευθῇ ἡ περιουσία των ἀπὸ τὰς θεομηνίας· ἡ ἐμπορικὴ τάξις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιοῖ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως μέριμναν ὡς πρὸς τὰ τοῦ λιμένος Καλαμῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἴσως σήμερον λήξῃ ἡ συζήτησις, περὶ ἧς πρόκειται, νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ συζητήσωμεν, ἂν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τέλος πάντων ἡ Βουλὴ, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω θερμῶς νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς εἰς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἄλλας ἐπαρχίας. Δὲν ἐννοῶ τίνα λόγον ἔχομεν ἐδῶ οἱ Ἀντιπρόσωποι, ὅταν τόσον φοβερὰ πάσχῃ ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ ἐμπορικὴ τάξις, ἡ ὁποία προσφέρει ἁδρότατα πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ὅμως τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ἔκαμε μελέτας περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, δὲν θέλει νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι οἱ ἐντεταλμένοι παρ’ αὐτῆς μηχανικοὶ ἀπεφάνθησαν καὶ ὅ,τι τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον ἐδέχθη νὰ γίνῃ· οὔτε Νόμον ὑπέβαλεν, οὔτε τὸ σχέδιον τῶν μηχανικῶν ὑπέβαλεν, οὔτε τίποτε ἔγινε· καὶ ὅμως εἶναι χειμὼν καὶ βροχαί, καὶ ἔχομεν πλημμύρας, καὶ καταστρέφεται ἡ περιουσία τῶν συμπολιτῶν μας. Δὲν πιστεύω, ὅτι, παραπονούμενον καὶ ζητοῦντα τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μὲ μεμφθῶσιν ὡς δημοκόπον· διότι θὰ ἐθεωρούμην, ὅτι δημοκοπῶ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ἄν, Ὑπουργὸς ὤν, ἐμερίμνων μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτῆς, διὰ τοὺς λιμένας καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, νὰ εὐρύνω τὸν ποταμὸν καὶ νὰ τακτοποιήσω ἐν γένει πᾶν τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς ἐπαρχίας μου· τότε ἠδύνατό τις νὰ μὲ κατακρίνῃ, ὅτι, μεριμνῶν περὶ τῆς ἐπαρχίας μου μόνον, δημοκοπῶ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Ὑπουργός· παραπονοῦμαι μόνον, διότι ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ δικαιοῦμαι νὰ ἀδικήσω τοὺς συμπολίτας μου, ἐὰν ὅλοι ὁμοθυμαδὸν πικρῶς μοῦ παρατηρήσωσι καὶ πικρῶς ἐπιτεθῶσι κατ’ ἐμοῦ διὰ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ, ἀντιπροσωπεύων αὐτοὺς ἐδῶ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τώρα, ὅτε εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τί σκέπτεται νὰ κάμῃ περὶ περιουσίας χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται εἷς τόπος παραγωγὸς νὰ ζημιωθῇ, ὡς καὶ τὸ Δημόσιον. Μήπως δὲν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἄμεσον συμφέρον; μήπως τὸ Κράτος δὲν θὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις; μήπως μάτην θὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἂν δὲν ἐπισπεύσητε νὰ κάμητε, ὅ,τι εἶπον οἱ μηχανικοί, ἂν δὲν φέρητε τὸν Νόμον ταχέως, διὰ νὰ προβῇ ὁ μηχανικὸς εἰς τὰ ἔργα τοῦ λιμένος, σπουδαίως θὰ ζημιωθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν, νὰ ἦναι ταχύτερος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκεῖ ἔργων. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησίν μου καὶ ὑποβάλῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ αἰτηθέντα ἔγγραφα, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δίδηται εἰς τὸν καθένα τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα βλάπτουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἐμεσολάβησεν ἡ Κυριακὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὸν καιρὸν καὶ μὲ μόνην μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἂν ἔκαμνεν ἐντεῦθεν, ἠδύναντο νὰ τῷ σταλῶσιν, ὄχι μόνον τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησα προχθὲς καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πρόχειρα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ ἀρχείῳ· διὰ τῆς μὴ προσαγωγῆς αὐτῶν ἀφίνει νὰ λαμβάνωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ τὰ κατ’ αὐτοῦ γραφόμενα. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ φιλοτιμηθῇ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ὅπως μὴ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα πάλιν περὶ τῆς αὐτῆς αἰτήσεως.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, οὐδὲ εἶχε λόγον νὰ εἴπῃ τόσα πολλά. Ὅτε πρώτην φορὰν ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, εἶπον, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Βλάσσης μὲ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν πλημμυρῶν τοῦ Παμίσου. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. προλαλήσας, τὸ Σάββατον, τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Γραφεῖον· ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν δέν μοι τὸ ἔφερον, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐλησμόνησα νὰ τὸ ἐπαναζητήσω. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Καλαμῶν, εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ ἅμα ὡς τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ἂς μὴ φοβῆται λοιπὸν, ὅτι θὰ λησμονήσωμεν τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, διότι ἐκτὸς τοῦ προλαλήσαντος ἔρχονται καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ τὸ ὑπενθυμίζουν, ἂν τυχὸν ἐγὼ ἤθελον τὸ λησμονήσει.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως δὲν πονῶ ἐγὼ μόνος διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω· ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ κάμωσι πρὸ ἐμοῦ τὰ παράπονά των· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη, ὡς εἶπε, νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ σπουδαία συζήτησις, δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ ὡς πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια· δὲν εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ διαφωνῶσι τὰ κόμματα· εἶναι ζήτημα ἁπλούστατον, ἀφορῶν εἰς κοινωνικὴν κατάστασιν, περὶ τῆς ὁποίας ὅλοι ἔχομεν τὸ συμφέρον νὰ ὑποδείξωμεν τὸ καλὸν, καὶ ὄχι νὰ κάμωμεν συζήτησιν. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἔσπευσα· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τελειώσῃ ὁ μηχανικὸς μὲ τὴν Ἑταιρίαν, νὰ κάμῃ τὸ ἔργον, διότι θέλω νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸν βραχίονα τοῦ λιμένος.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐλησμόνησε ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προχθὲς παρ’ ἐμοῦ ἐζήτησεν· ἂν ἐνεθυμεῖτο ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἤθελεν ἐνοήσει, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῶν προανακρίσεων, τὰς ὁποίας τῇ διαταγῇ μου ἐνήργησε. Γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ γραφεῖον, ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος θὰ προβῇ εἰς τακτικὰς ἀνακρίσεις. Ἠναγκάσθην λοιπὸν ν’ ἀποταθῶ εἰς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον καὶ νὰ ζητήσω ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως, καὶ μόλις λάβω τὸ ἀντίγραφον τοῦτο, θέλω τὸ προσαγάγει. Τὴν αἴτησιν ταύτην τὴν ἀπηύθυνα ἀμέσως τὸ Σάββατον, ἂν δὲ εἶχον τὸ ἀντίγραφον, ἤθελον τὸ καταθέσει, καθόσον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅλων θὰ ἐξαχθῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν κατηγγείλατε τοὺς δράστας;
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς διαχειρίζονται εἰσέτι τὴν ὑπηρεσίαν;
§15ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατηγγέλθη ὁ ταμίας τοῦ Ναυστάθμου· μόλις ἔπεμψα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Βασιλ. Ἐπίτροπον, προεκάλεσα Βασιλ. Διάταγμα περὶ τοποθετήσεως αὐτοῦ εἰς διαθεσιμότητα καὶ διέταξα τὴν σύλληψίν του ἀμέσως. Ὁ ταμίας λοιπὸν, ἀφ’ ἧς ἐστάλησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Βασιλ. Ἐπίτροπον, δὲν διαχειρίζεται πλέον τὰ τοῦ Ναυστάθμου. Θὰ ἦτο καλὸν δὲ, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν πραγμάτων, πρὶν ἢ ἐκφέρητε ἐπιτιμήσεις καὶ κρίσεις.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἐνέργειαν ἐκάμετε καὶ πότε κατηγγείλατε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον καὶ πότε τὸν μετεθέσατε. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν σᾶς ἀνηγγέλθη ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν ὑπηρεσίαν αὐταπόδεικτος πρᾶξις ἀπιστίας περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ἓν ἔγγραφον μόνον ἐκάμετε, διὰ νὰ τακτοποιήσητε τὰ περὶ τὴν λογιστικὴν, δὲν κατηγγείλατε ὅμως ἀμέσως, ἀφοῦ ἦτο αὐταπόδεικτος ἡ πλαστογραφία. Ὅταν δὲ θὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ἂν ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. προλαλήσας νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ, διότι θέλει νὰ καθιερώσῃ μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία προσβάλλει τὴν καθιερωμένην διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐξετάσεως, μετὰ τὸ τέλος δὲ τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξε κακῶς νὰ ὑποσχεθῇ τὴν προσαγωγὴν ἐγγράφων, εὑρισκομένων εἰς χεῖρας τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἐπρόσεχεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ὁ κ. Ρικάκης, δὲν θὰ περιέπιπτεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον· διότι ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, ὧν βέβαιος, ὅτι δὲν ἐγένετο καταγγελία, καὶ ὅτι δὲν ἐνηργήθη ὅ,τι ὁ Νόμος διακελεύει.
§19ΤΖΑΝΕΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ποταμῶν εἶναι σπουδαιότατον καὶ ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἄλλοτε ἀπηύθυνα παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ πλημμύρα τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ὁποία συμβαίνει μέχρι τοῦδε, καὶ ἡμεῖς οἱ Μεσσήνιοι θὰ δυστυχήσωμεν, καὶ τὸ Κράτος θὰ στερηθῇ μεγάλων προσόδων. Φαίνεται, ὅτι τοῦτο κατενοήθη, καὶ κατενοήθη καὶ παρ’ ἄλλου προσώπου, πολὺ ὑψηλότερον ἱσταμένου καὶ ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐλπίζω νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα πολὺ ταχέως. Καὶ ἐγὼ συνώδευσα τοὺς μηχανικοὺς ἐπὶ τόπου καὶ εἶδον, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῶν γίνεται σπουδαία. Ὁ κ. Βλάσης καὶ λοιποὶ μηχανικοὶ καταγίνονται εἰς τὸ μέγα σχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ περιληφθῇ ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ἐκβάθυνσις καὶ εὔρυνσις τοῦ Παμίσου καὶ ἐν γένει ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ὁ ὁποῖος πολὺ δικαίως περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τυρβάζει καὶ μεριμνᾷ, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ τριγωνισμοῦ καὶ ἐν γένει τῆς καταμετρήσεως εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι, καὶ ὁ Νόμος ὑπὸ τοῦ κ. Βλάσση εἶναι συντεταγμένος, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸν ὑποβάλῃ, μετὰ τὴν πάροδον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν ἤδη. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι, νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ τῶν πρώτων τὸν Νόμον τοῦτον, διότι ὁμολογουμένως, ἂν ἕνεκα τῆς ἐποχῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἔργα ὡς πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸν Νόμον ἐψηφισμένον, ἐπικυρωμένον καὶ δημοσιευμένον, καὶ οὕτως ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων, περὶ ὧν ὁ Νόμος θὰ διαλάβῃ. Δὲν ἐπαναλέγω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ἀναγκαιότατον, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐνόησεν, ὡς προεῖπον, διότι συμμερίζεται τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ὡς πρὸς τοὺς συμπολίτας μας καὶ ὡς πρὸς ὅλον τὸ Κράτος. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ λιμένος καὶ νὰ ὑποβάλῃ διὰ τῆς Κυβερνήσεως ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος κ. Στεφάνου τὸν Νόμον, περὶ οὗ καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέφερεν. Ἂν κατὰ τὸν χειμῶνα τοῦτον δὲν ἑτοιμασθῶσι τὰ τοῦ βραχίονος τοῦ λιμένος, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, θὰ ἔχωμεν καταστροφὴν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ μεγίστας ζημίας. Ταῦτα πάντα πιστεύω, ὅτι ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι συμφέροντα γενικὰ καὶ ὅτι ἀφορῶσιν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῆς.
§20ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε προχθὲς, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς προβιβασμοὺς ἀνθυπασπιστῶν, ᾖναι ἀληθής, τότε βεβαίως οἱ ἀνθυπασπισταὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωσι ποτὲ προβιβασμόν, διότι κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τίθεται εἰς ἀχρηστίαν ὁ εὐεργετικὸς νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου οὗτοι δύνανται νὰ προβιβασθῶσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ ν’ ἀποστρατευθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀφοῦ οἱ κατ’ ἔτος ἐξερχόμενοι τελειόφοιτοι ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν θὰ λαμβάνουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ὑπεραρίθμως πάντοτε, ὡς συνέβη καὶ φέτος κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς τρόπον ὥστε ποτὲ δὲν θὰ κενωθῇ θέσις ἀνθυπολοχαγῶν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς ἀνθυπασπιστὰς, τοὺς ὁποίους θέλει καταλαμβάνει οὕτως ἐν τούτῳ τῷ βαθμῷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀποστρατευομένους ἑπομένως μὲ τὸν βαθμὸν τὸ πολὺ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, χωρὶς ὅμως εἰς ἐπίμετρον νὰ ἀπολαμβάνωσι τὸ μέρισμα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν τὸ οἰκτρὸν θέαμα ἀποστράτων συνταξιούχων ἀξιωματικῶν πειναλέων, μὴ δυναμένων νὰ ἀποζῶσιν ἐκ τῆς γλίσχρου ἄνευ μερίσματος συντάξεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἀφοῦ, διανύσαντες τὸ πλεῖστον τοῦ βίου των ἐν τῷ στρατῷ, δὲν δύνανται νὰ τραπῶσιν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των εἰς ἄλλην ἐργασίαν. Δέον ἄρα περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν νὰ ληφθῇ πρόνοια, τόσον περὶ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν, ὡς καὶ περὶ τῆς συντάξεώς των. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προὐκάλεσε τὸν ψηφισθέντα ᾼΥΚΘʹ Νόμον, εὐεργετικὸν διὰ τοὺς ἀποστρατευομένους ἀρχιτεχνίτας αʹ καὶ βʹ τάξεως, τοὺς ἀρχιμουσικοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς, τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τεχνίτας καὶ μουσικοὺς, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀτυχῶν, περὶ ὧν πρόκειται, ἀνθυπασπιστῶν, ὡς ἐὰν οὗτοι ἦσαν παρίαι, οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, ἐνῷ τὰς αὐτὰς σχεδὸν μὲ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς ἔχουσιν ὑποχρεώσεις οὗτοι καὶ οὐ μικρὰς προσέφερον ὡς ὑπαξιωματικοὶ καὶ προσφέρουσιν ἤδη ὡς ἀνθυπασπισταὶ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ φέρῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, πρῶτον μὲν νὰ κανονίζωνται τὰ τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀνθυπασπιστῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραγκωνίζωνται οὗτοι, καὶ δεύτερον, προκειμένου περὶ ἀποστρατεύσεως καὶ συντάξεως αὐτῶν, νὰ παραλληλίζωνται οὗτοι πρὸς ἀνθυπολοχαγοὺς, διότι εἶναι μέγα ἄδικον, ἐνῷ οἱ ἀρχιμουσικοὶ ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μουσικοὶ καὶ τεχνῖται ἀποστρατευόμενοι παραλληλίζονται κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως καὶ τοῦ μερίσματος, οἱ μὲν πρῶτοι πρὸς ὑπολοχαγοὺς, οἱ δὲ δεύτεροι πρὸς ἀνθυπολοχαγοὺς, οἱ δυστυχεῖς, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀνθυπασπισταὶ νὰ μὴ ἀπολαμβάνωσιν οὐδὲ τῶν τελευταίων τούτων τὸ εὐεργέτημα.
§21Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καθῆκον θεωρῶ, κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ἐπαναφέρω καὶ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὰς ἀναμνήσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ καταστρέψῃ, πρὸς βλάβην τῆς πατρίδος, καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ συνεκρότησεν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει ν’ ἀνακαλύψῃ τοὺς πταίστας, ἐζήτει λέγω ν’ ἀνακαλύψῃ τοὺς μὴ σεβασθέντας τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ τίνες νομίζετε, ὅτι ἦσαν οἱ πταῖσται; Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς, διότι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Βάλβη δὲν ἐπέτρεψαν εἰσέτι τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, καὶ διὰ τοῦτο ἐδόθη καιρὸς, εἰς μὲν τὸν ἡνωμένον στόλον ν’ ἀποκλείσῃ τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, εἰς δὲ τὸν Ἐγιοὺπ νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ στρατεύματά του καὶ οὕτω νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῶν ἡμετέρων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, καὶ ἐπῄνεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐ μόνον δὲν τὴν ἔσωσαν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν προσέβαλον, καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑπεστήριξαν τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἐν τῇ Κούτρᾳ μαχομένους, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἅτινα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνες ἦσαν προβιβασμοῦ καὶ προαγωγῆς ἄξιοι, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ σώσαντες τὴν πατρίδα, οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐῤῥίφθησαν καὶ ῥίπτονται καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς δρόμους, ἢ οἱ κουρεῖς καὶ ψάλται, τῶν ὁποίων τὰ στήθη ἐκόσμησε μὲ παράσημα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Περαίνων τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδῃ τὸ κοινὸν καὶ βεβαιωθῇ τίνες εἰσὶν οἱ πταῖσται.
§22Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ περὶ τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεκίνησε τὸ κοινὸν, καὶ ἔχει περιέργειαν καὶ ἡ Βουλὴ, πιστεύω, νὰ γνωρίσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ κατ’ αὐτό. Ἐὰν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις πληροφορίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀνακρίσεις, διότι αὗται εἶναι μυστικαί, ἐρωτῶ, ἐὰν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ τίποτε ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη;
§23ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πᾶσα ἀπάντησις θὰ ἦτο πρόωρος, διότι ἡ ἀνάκρισις εἰσέτι δὲν ἐπερατώθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§24ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως ὑπάρχει καὶ διοικητικόν.
§25ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἀφοῦ προηγήθη ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ, πᾶν διοικητικὸν μέτρον ἔπρεπε νὰ παύσῃ.
§26ΚΟΖΑΚΗΣ. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐλήφθη.
§27ΜΑΝΕΤΑΣ. Διότι ἀναμένομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐξ ἐκείνου θὰ ὁδηγηθῶμεν τίνα μέτρα διοικητικὰ θὰ λάβωμεν.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν τὰ νομίσματα;
§29ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν ἔχομεν κἀμμίαν τοιαύτην πληροφορίαν.
§30ΚΑΝΑΡΗΣ. Οὔτε τὸν ἀριθμὸν, οὔτε τὴν ἀξίαν τῶν νομισμάτων δὲν σᾶς ἀνέφερεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Μουσείου; Τότε νομίζω, ὅτι εἶναι περιτὴ ἡ θέσις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν φροντίδα νὰ σᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἀξίας καὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν.
§31ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἡ ἀξία τῶν κλαπέντων νομισμάτων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 25,000 δραχμάς, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Μουσείου.
§32ΚΟΖΑΚΗΣ. Ποίαν γνώμην ἡ Κυβέρνησις ἐσχημάτισε περὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὰ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου;
§33ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κἀμμίαν γνώμην.
§34ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Μοὶ γράφουσιν ἐξ Ἀγρινίου, ὅτι, καίτοι ὁ Δήμαρχος Ἀγρινίου ἐπρότεινεν ἀγροτικὸν ἀστυνόμον καὶ ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένη ἡ πίστωσις διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν διορίζει τὸν ἀγροτικὸν ἀστυνόμον εἰς τὸν δῆμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν ποίαν ἔκτασιν καὶ ποῖα μεγάλα συμφέροντα ἔχει καὶ μάλιστα ἀγροτικά. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν τακτικὴν αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας θέλομεν καὶ καλὰ νὰ μηδενίσωμεν ἐντελῶς τοὺς δήμους. Αὐτὴ ἡ μετρία αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς προηγηθείσης Βασιλείας· δὲν ἐνόμιζεν ἡ Βασιλεία ἐκείνη καὶ ἡ Μοναρχία, ἡ κατὰ πρῶτον ἐγκαθιδρυθεῖσα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραβιασθῶσιν αἱ παραδόσεις τοῦ Τόπου, αἱ συνδεόμεναι μὲ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ. Μήπως ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τὰ πάντα ἐβελτίωσαν, τὰ πάντα ἠθικοποίησαν, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ παραλάβωσι καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τοὺς δήμους καὶ νὰ τοὺς καταστήσωσιν ὑποδούλους εἰς τὰς ὀρέξεις των; Τοιαῦται τάσεις πολλάκις ἐκδηλοῦνται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ Τόπος καὶ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο δεῖγμα τῶν ἐλευθεριῶν νὰ τὸ καταστρέψωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἡ θέσις τοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου ἔμενε κενὴ ἕνεκα πλαγίων ἄλλων λόγων, ἐνῷ ὁ δῆμος προσεφέρθη, διότι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην, νὰ πληρώσῃ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου, καὶ σεῖς ἀρνεῖσθε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος εἰς δῆμον, ὁποῖος εἶναι ὁ δῆμος τοῦ Ἀγρινίου.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐπειδὴ πρόκειται πάλιν περὶ τῶν ἐλευθεριῶν μας, διὰ τὰς ὁποίας, νομίζω, ὅτι δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ἐνδιαφέρομαι·—καίτοι γέρων τώρα, ἐνδιαφέρομαι ἀκόμη δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω.—Ἀπαντῶ λοιπὸν, ὅτι ὅσαι προτάσεις Δημάρχων μοὶ ἦλθον περὶ ἀλλαγῆς ἀστυνόμων δὲν ἐκράτησα κἀμμίαν. Ἦσαν μεταξὺ αὐτῶν προτάσεις Δημάρχων, προτεινόντων διορισμοὺς ἀστυνόμων ἐναντίον τῶν συμφερόντων στενῶν φίλων μας, τοὺς ὁποίους δὲν ἤκουσα, ἀλλ’ ἤκουσα τὴν πρότασιν τῶν Δημάρχων. Περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δήμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλω ἐξετάσει.
§36ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀφοῦ εἰς τὸν δῆμον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς ἐρχομένης χρήσεως.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουν, καθ’ ἃ μὲ βεβαιοῖ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ πίστωσις εἶναι ἐψηφισμένη, καὶ ὁ ἀγροτικὸς ἀστυνόμος προὐτάθη. Πῶς δύνανται νὰ μοὶ γράφωσι τοιαῦτα καὶ νὰ λέγητε σεῖς, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις;
§38ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐψηφίσθη ἔκτακτος πίστωσις, ἀλλ’ ὁ δῆμος δὲν εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν ἀνθηρὰν, ἐξαντληθέντος τοῦ ὀλίγου χρηματικοῦ ποσοῦ εἰς τὴν νεοσύστατον γʹ τάξιν τοῦ Γυμνασίου, διὰ τοῦτο καὶ ὁ τέως Δήμαρχος δὲν ὑπέβαλε πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ, ὅστις, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ οἰκονομικά του, μόλις ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἄλλας ζωτικωτέρας ἀνάγκας του.
§39ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν συνέβη καὶ εἰς ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐνεργηθῶσι δημαιρεσίαι κατὰ τὴν 5 Ἰουλίου, εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅμως Καλαβρύτων, ἐν τῷ δήμῳ Λευκασίων, συνέβη νὰ μὴ ἐνεργηθῇ ἡ δημαιρεσία κατὰ τὴν 5 Ἰουλίου, οὔτε ἐνεργήθη κατόπιν ἐγκαίρως· ὥστε κατὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν νέων Δημοτικῶν Ἀρχῶν δὲν εἴχομεν Δήμαρχον. Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ ταύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ δῆμος ἐκεῖνος, προέκυψεν ἀπὸ μηχανῆς Δήμαρχος ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ πρώην Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διατελεῖ δὲ ἀκόμη οὗτος Δήμαρχος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἦναι ἐν γνώσει, ὅτι ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ πρώην Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἦναι Δήμαρχος, καὶ ἂν ἦναι τοῦτο νόμιμον. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν Νόμου, καθ’ ἣν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ὑπάρχει Δήμαρχος ἤ τις τῶν παρέδρων, Δήμαρχος εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη προϋποτίθησιν, ὅτι ὑφίσταται Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς τῆς τετραετίας, τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος εἶναι Δήμαρχος, διότι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τετραετίας Δημοτικὴ Ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ, ἂν αὐτὸς ἔδωκε τοιαύτην λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ νῦν ἐνασκῶν καθήκοντα Δημάρχου εἰσάγει πταίσματα, καὶ ὑποστηρίζει κατηγορίας, ἐκ τούτου δὲ συμβαίνουσι πολλὰ ἄτοπα. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν περὶ τοῦ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα δημοσία ὁδὸς, ἕνεκα τῶν τελευταίων βροχῶν, κατέστη ἀδιάβατος, τούτου δ’ ἕνεκεν ἐξέλιπε μὲν ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία δι’ ἁμαξῶν, κινδυνεύει δὲ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ διὰ τῶν φορτηγῶν ζώων. Ἐὰν ἑπομένως δὲν ἐνήργησέ τι πρὸς ἐπισκευὴν, τότε νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, καθόσον ἀποτέλεσμα μιᾶς τοιαύτης ὀλιγωρίας θὰ ἦναι καταστροφὴ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει. Περιπλέον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν εἰς τὸ χωρίον Βλασίας τοῦ δήμου Λαπαθῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, χωρίον, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἐκ 300 οἰκογενειῶν, διωρίσθη δημοδιδάσκαλος, διότι μέχρι πρὸ μικροῦ δὲν εἶχε διορισθῆ, νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι πολὺ ἄδικον εἰς τοιοῦτο χωρίον νὰ μὴ ὑπάρχῃ δημοδιδάσκαλος. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι ἀνεφέρθησαν δι’ ἀναφορᾶς των καὶ ἐζήτησαν δημοδιδάσκαλον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τίποτε, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἐπέδρασαν τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δῆμοι δὲν συνεισφέρουν τὴν πρὸς συντήρησιν τῶν Δημοτικῶν σχολείων δαπάνην, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ πολὺ περὶ τῆς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀνελλιποῦς λειτουργίας τῶν Δημοτικῶν σχολείων.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος τὸ εἶπε;
§41ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε εἰς τὸν εἰσηγητήριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγον.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, ὅτι οἱ δῆμοι ὀφείλουσι· δὲν εἶπόν τι πλέον.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν πρώτην ἐπερώτησίν σας νὰ τὴν διατυπώσητε ἐγγράφως, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀκριβῶς· διὰ τὴν δευτέραν σᾶς λέγω, ὅτι διετάχθη ὁ ἁρμόδιος Νομομηχανικὸς νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν βοηθημάτων ὑπὲρ τῶν ἐκ τῶν σεισμῶν παθόντων ἐν Κορινθίᾳ.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἐζήτησα καὶ θὰ τὰ φέρω.
§46ΣΑΚΚΗΣ. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ λαθρεμπόριον τὸ διαπραχθὲν ἐν Καλάμαις, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον κατεδικάσθησάν τινες καὶ ἄλλοι ἠθωώθησαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιωρίσθη μόνον νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν, ἧς δὲν εἶχον ἀνάγκην, διότι τὴν εἶχον εἰς χεῖράς μου· ἐζήτησα δὲ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ποῦ ἐστηρίχθη ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία κατεδίκασέ τινας ἐξ αὐτῶν, ἀπήλλαξε δὲ τοὺς πλείστους· ἰδίως θέλω νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ τελώνης διὰ τὴν ἐνοχὴν τοῦ Μωκάκου, ἀναφέρεται ἀορίστως Βασίλειος Μωκάκος, διότι ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι, φέροντες τὸ αὐτὸ ὄνομα ἐν τῷ τόπῳ, ἤδη δὲ συμβαίνει τὸ ἄτοπον, νὰ καταδιώκηται ὁ Βασίλειος Γρηγορίου Μωκάκος ἕνεκα ἐπιπολαίου ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρὰ τῶν ἁρμοδίων, αὐτὸς δὲ εἶναι νέος, ἡλικίας 16 ἐτῶν, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν πατρικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἦτο μακρὰν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ διενηργήθη τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ὅστις ἐν τῇ ἐφέσει του ἔλεγε: «δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκ τῶν διαπραξάντων τὸ λαθρεμπόριον, διότι καθ’ ἣν ἡμέραν, λέγεται, ὅτι διεπράχθη τοῦτο, εὑρισκόμην μακρὰν τοῦ τόπου δεκαπέντε ὥρας». Καὶ ὑπέδειξε μάρτυρας, ἀνήκοντας εἰς τὴν καλλιτέραν κοινωνικὴν τάξιν τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ἐκδοῦσα ἀπόφασιν, ἥτις πᾶν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ εὐσυνειδησίαν καὶ δικαιοσύνην. Ὅτε δὲ εἶπον, ὅτι εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λέγονται πολλὰ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, βεβαίως δὲν ἐπίστευον τὰ τοιαῦτα καὶ οὔτε τὰ πιστεύω, ἀλλὰ τοῦτο μόνον λέγω καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι πρόσωπά τινα ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ ὄνομά του ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Εὑρισκόμενος δὲ εἰς τὸ βῆμα θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀκολούθου ὑποθέσεως. Ὁ πρῴην Δήμαρχος Βουφράδος διατελεῖ προφυλακισμένος ἐπὶ 4 μῆνας, κατηγορούμενος, ὅτι διέπραξεν ἀποκλεισμὸν ἐκλογέων καὶ συνήργησεν εἰς ἀπόπειραν ἀνθρωποκτονίας· ἐξεδόθη βούλευμα παραπεμπτικόν, τὸ ὁποῖον ἀνέκοψεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον, καὶ τὸ Ἐφετεῖον διέταξε περαιτέρω ἀνακρίσεις. Ἀλλὰ, καίτοι οἱ μάρτυρες ἐκλήθησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν πρὸ δύο μηνῶν, καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα συλλήψεως, οἱ μάρτυρες ἀποφεύγουσι, διότι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος τὴν σύλληψιν τῶν μαρτύρων, δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, μολονότι ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, λίαν δραστηρίως φερόμενος, κατ’ ἐπανάληψιν τῷ παρήγγειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν αὐτῶν· καὶ τοῦτο σκοπίμως πράττει ὁ κ. ἀξιωματικὸς, διὰ νὰ κρατηθῇ ὁ Δήμαρχος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἵνα μὴ εὑρίσκηται ἔξω κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Βουφράδος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ νὰ μὴ τυραννῆται ἄνθρωπος, ἴσως ἀθῷος, ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἰσήχθη ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἡ ὁδὸς ἐχαράσσετο παρ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος πρὸς τὴν ἐνέργειαν τὴν βουλευτικὴν. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξετάζεται ἐν ἐπιτροπῇ, μετὰ τοῦτο δὲ ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἐν μιᾷ ἀναγνώσει, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐζήτησεν, ἵνα ἄλλην ὁδὸν ἀκολουθήσωμεν, μὴ παραλειπομένης βεβαίως ἐν καιρῷ καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένης. Ἐζήτησε μάλιστα, ἵνα διακοπῶσι καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὅπως προταχθῇ ἡ παρ’ αὐτοῦ προκαλουμένη συζήτησις παντὸς ἄλλου ζητήματος. Καὶ βεβαίως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ὅπως προταχθῇ συζήτησις γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὴ σχετιζομένη πρὸς τὴν συζήτησιν τὴν κανονικὴν, τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένην. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις, ἡ οὕτω προκαλουμένη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, τί εἶναι; Εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπε τί εἶναι: εἶναι συζήτησις περὶ ἐμπιστοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο συνώψισεν αὐτὴν ἐν τῇ λέξει «δυσπιστεῖτε». Δυσπιστίαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον προεκάλεσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὴν Βουλὴν ἵνα ἐκφράσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς προκλήσεως ταύτης ἐπὶ πολλὰς ἤδη ἡμέρας. Ἀλλὰ προοδευούσης τῆς συζητήσεως, οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λαμβάνουσιν ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσωσι τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τῆς προκλήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λαμβάνουσι τὸν λόγον, ἵνα βεβαιώσωσιν, ὅτι ἐπρόκειτο μόνον περὶ συζητήσεως τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς συζητήσεως ταύτης, ὡς ἀφορώσης εἰς τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐὰν δὲν ἐπετρέπετο ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς, ἔπρεπεν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον δημοσίᾳ ἐχαρακτήρισαν ὡς προϊστάμενον αὐτῶν, ὡς ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ὡς πρωτοκάθεδρον, ὡς πρῶτον μεταξὺ ἴσων, ἢ ὅπως δήποτε αὐτοὶ θέλουσι νὰ ὀνομάζωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, νομίζω, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα, μετὰ τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν, νὰ θεωρῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας λεχθέντα ὡς εὐθύνοντα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶμεν, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκφρασθέντος ἤδη τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, δὲν δύνανται εὐλόγως, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἐστράφη κατ’ αὐτῶν, νὰ λέγωσι: «τώρα ἀπόσχετε τῆς ψηφοφορίας, τώρα μὴ θεωρήσητε τὸ ζήτημα τοιοῦτον, ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ἐξ ὑπαρχῆς, ἀλλὰ δώσατε εἰς αὐτὸ ἄλλον χαρακτῆρα». Καὶ ποῖον χαρακτῆρα; Τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, ἔστω, ἂς μὴ τὸν ζητήσωμεν ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἔστω, ἂς μὴ τὸν ζητήσωμεν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ γεγονότι, ὅτι προκαλεῖται ἡ συζήτησις πρὸ τῆς κανονικῆς ὥρας, ἀλλ’ ἂς τὸν ζητήσωμεν ἐν αὐτοῖς τούτοις τοῖς λεχθεῖσι παρὰ τῶν κκ. βουλευτῶν, οἵτινες χαρακτηρίζουσι τὸ ζήτημα, ὡς μὴ ὂν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Τί ἄλλο ἔπραξαν οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰμὴ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ συζητῶσι τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προσπαθῶσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς πολιτεύεται ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, κακῶς πολιτεύεται ἔτι καὶ ἐπὶ ἄλλων σχετιζομένων πρὸς τὰ οἰκονομικά; Καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἐπὶ ὥρας καὶ ἐπὶ ἡμέρας συνεζήτησαν, ὕστερον φυγομαχοῦντες λέγουσι πρὸς τὸν Βουλήν: «ἡμεῖς οὐδὲν εἴπομεν», ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας μάλιστα εἶπεν, ὅτι θέλει ψηφοφορήσει μεθ’ ἡμῶν, ἀφοῦ ὡμίλησε καθ’ ἡμῶν.
§51ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τῷ 1883, ὄχι τῷ 1887. — Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάζωμεν πῶς χαρακτηρίζουσιν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ ζητήματα, εἴτε διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῶν, εἴτε διὰ τῶν ἀγορευόντων. Ἡμεῖς ἔχομεν καθήκοντα ἐνταῦθα. Ἔχομεν τὸ καθῆκον ὡς Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐξερχώμεθα ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου μετὰ συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις τῆς Βουλῆς ἐφ’ ἡμᾶς, δὲν ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις τῆς κοινωνίας περὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, τῆς ὑπὲρ ἡμῶν. Ταύτην τὴν βεβαίωσιν ἔχομεν τὸ καθῆκον πρὸς τὴν κοινωνίαν νὰ προκαλῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁσάκις ἡ συζήτησις ὑπάρχῃ σπουδαία. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι οἱ κκ. Βουλευταὶ ἤθελον μᾶς εὐχαριστήσει, ἐὰν, ἀποδεχόμενοι τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐλέγομεν, ὅτι διὰ τὴν ἔλλειψιν σπουδαιότητος τῶν παρ’ αὐτῶν λεχθέντων, θεωροῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν, ὅτι ὅσα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας οὗτοι ἔλεγον, εἶναι τοσοῦτον ἀσήμαντα, ὥστε, καίτοι τὸ πρῶτον ἤδη συνέρχεται εἰς Βʹ. Σύνοδον ἡ Βουλὴ, ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσωμεν ἔκφρασιν γνώμης τῆς Βουλῆς περὶ ὅσων αὐτοὶ ἀπεφάνθησαν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλην γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λεγομένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ὑπὸ μελῶν ἐπιφανῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοσαῦτα ἀνεπτύχθησαν, δὲν νομίζομεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ ἐκφράσεως γνώμης, καὶ τῆς γνώμης ταύτης τὴν ἔκφρασιν θέλομεν ζητήσει. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ζητήσωμεν ταύτην, ἔχομεν τὸ καθῆκον ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ ἡμεῖς πάντα τὰ λεχθέντα, ἵνα ἴδωμεν μὴ τυχὸν ἀπεδείχθη, ὅτι ἦσαν δεδικαιολογημένα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, μήπως ἦτο εὔλογος ἡ πρόκλησις αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δυσπιστῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν λεχθέντων, ἵνα θέσωμεν καὶ ὑμᾶς εἰς θέσιν, ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὰ λεχθέντα ἦσαν ἀκριβῆ, ἐὰν τὰ συμπεράσματα, τὰ ἐκ τῶν λεχθέντων προτεινόμενα, ἦναι τῷ ὄντι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνωνται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει παρ’ ὑμῶν πρὸς μόρφωσιν γνώμης. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ εἰσηγησάμενος τὴν συζήτησιν ταύτην, εἶπεν, ὅτι προκαλεῖ τὴν συζήτησιν κυρίως δι’ ὅσα ἐῤῥήθησαν περὶ τοῦ παρελθόντος, διότι, εἶπε, τὰ τοῦ παρελθόντος παρεστάθησαν διὰ τρόπου μὴ ἀκριβοῦς, διότι οἱ ἀριθμοὶ ἤθελον ἀποδειχθῆ, ἐξ ὅσων αὐτὸς θὰ προσῆγεν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ ἀκριβεῖς· ἐζήτησε δὲ καὶ χρόνον, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα. Ἐξήτασεν ἤδη τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τί ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ; Ἤρξατο τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ παρατηρῶν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὅτι ἡμεῖς, ὁμιλήσαντες περὶ ἀριθμῶν, ὡμιλήσαμεν περὶ εὐθύνης. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει εὐθύνην, ὅτι ἔχει εὐθύνην ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἔχει εὐθύνην καὶ ὡς προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται περὶ τῶν εὐθυνῶν τούτων νὰ γίνηται συζήτησις ἐν πάσῃ περιπτώσει, σχετιζομένη πρὸς τὸ θέμα, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ πραγματεύεται. Ἀλλὰ δὲν συνεζήτησε μόνον τὰ περὶ εὐθύνης ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ τῶν ἀριθμῶν, διότι τοὺς ἀριθμοὺς ἐθεώρησεν ἐνέχοντας τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπέσχον πάσης σκέψεως ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν· κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἠγόρευσα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξέθηκα τοὺς ἀριθμοὺς, συνεδύασα αὐτούς, καὶ ἐξήγαγον τὰ πορίσματα τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ. Ἡ τοιαύτη τῶν ἀριθμῶν ἔκθεσις ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς ἐνέχουσα τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, καὶ ἂν τὸ ἐνέχῃ, καλῶς θὰ τὸ ἐνέχῃ, διότι εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ φέρῃ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν προετιθέμεθα νὰ τὸ φέρωμεν. Ἐγὼ προετιθέμην μόνον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀριθμῶν, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς σχέσεως τῶν ἀριθμῶν πρὸς ἀλλήλους, περὶ τοῦ εἱρμοῦ τῶν ἀριθμῶν τούτων, καὶ περὶ τοῦ συμπεράσματος τοῦ εἱρμοῦ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν ἀγανακτήσει λέγει: «Ἀντὶ νὰ σκέπτησθε περὶ τῆς ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης καὶ ἀντὶ νὰ ἀμύνησθε, ἐπιτίθεσθε, καὶ τοῦτο εἶναι διηνεκῶς τὸ σύστημα ὑμῶν». Ἡμεῖς περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν εὐθύνης καλῶς φροντίζομεν, οὐδέποτε δὲ, οὔτε ὡς Συμπολίτευσις, οὔτε ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀπεκρούσαμεν ζήτημα εὐθύνης. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν Περίοδον, τὴν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἀπριλίου, τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Βουλευτήριον τοῦτο, ἔβλεπε καθημένους ἡμᾶς μὲν ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν νῦν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ ζητήματα, ὡς συνεζητοῦντο, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διηύθυνε τὰ τῆς συζητήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἐνέφαινεν, ἢ ὅτι εὐθύνη ἐζητεῖτο τότε μόνον παρ’ ἡμῶν, καίπερ ἀντιπολιτευομένων, ὅτι ἡμεῖς ἐθεωρούμεθα ἡ Κυβέρνησις, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῆς ὄψεως τῆς Βουλῆς ἤθελε νοήσει ὅτι ἡ νῦν Ἀντιπολίτευσις ἦτο τότε Κυβέρνησις, οὐδ’ ἤθελεν ὑποθέσει, ὅτι ἦσαν Κυβέρνησις οἱ διηνεκῶς προκαλοῦντες συζητήσεις, οὐχὶ περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι παρ’ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ τί ἐγένετο παρὰ τῶν ἐναντίων, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο, καὶ ἂν παρεῖχεν εὐκαιρίαν καταψηφίσεως τῶν πρὸ αὐτῶν κυβερνώντων; Εἰς τοιαῦτα κατέτριβεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸν χρόνον, ἐφ’ ὅσον διηύθυνε τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἡ νῦν Ἀντιπολίτευσις. Τοῦτο ἦτο δικαίωμα τῆς τότε Κυβερνήσεως, οὐδέποτε δ’ ἐποιήσαμεν ἡμεῖς παρατήρησίν τινα πρὸς οὐδένα κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος· ἐξ ἐναντίας ἤμεθα εὐχαριστημένοι, ὅτι μᾶς ἐδίδετο συνεχῶς εὐκαιρία, ἵνα ἀπολογηθῶμεν. Ἀλλ’ ὅτε αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ οὕτω πολιτευθέντες, ἔρχονται παραπονούμενοι, διότι ἡμεῖς προβάλλομεν ἀριθμοὺς, οἵτινες, ἐν τῇ εὐγλωττίᾳ αὑτῶν καὶ οὐχὶ τῶν παρατηρήσεων, δι’ ὧν συνοδεύομεν αὐτοὺς, περιέχουσιν ἐπίκρισιν κατ’ αὐτῶν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπωμεν: ἐνθυμηθῆτε τί ὑμεῖς ἐπράττετε, καὶ ἀπόδοτε ἡμῖν χάριτας, ὅτι δὲν πράττομεν τὰ αὐτά. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν, ἐξεταστέον διακεκριμένως τοὺς ἀναγομένους εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς ἀναγομένους εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν. Περὶ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἀνήρχετο εἰς 26,000,000. Αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀριθμὸν εἴχομεν εἰπεῖ καὶ ἡμεῖς. Ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τοῦ προσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀπολογισμοῦ. Αὐτὸ τοῦτο εἴχομεν εἰπεῖ καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ, προσέθηκε, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν εὐθύνει ἡμᾶς, εὐθύνει τοὺς τότε ἀντιπολιτευομένους, τοὺς νῦν κυβερνῶντας. Παράδοξος τρόπος τοῦ ἐκτιμᾷν τὰ τῆς εὐθύνης, τὸ θεωρεῖν, ὅτι δύναταί τις νὰ κυβερνᾷ τὴν χώραν ἐπὶ ἔτος καὶ κατόπιν νὰ μὴ φέρῃ εὐθύνην ἐπὶ τῇ κυβερνήσει αὑτοῦ, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην νὰ φέρωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεδίκαζον αὐτὸν ἐν ταῖς πράξεσιν αὑτοῦ ταῖς κυριωδεστέραις. Τοῦτο ἀνατρέπει πάντας τοὺς ὅρους κανονικῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως καὶ τὸ θέμα τοῦτο, ἂς ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡμεῖς εὐθυνόμεθα, ἀφοῦ κακῇ μοίρᾳ ἡμεῖς ἤμεθα οἱ κυβερνῶντες, ἐνῷ οἱ νῦν ἀντιπολιτευόμενοι κατεῖχον τὸ Ὑπουργεῖον. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας: «Ὑπεβάλετε Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ κατόπιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδημιουργήσατε, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτίσω ἄλλως τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ ὅπως τὸν κατήρτισα.» Ἐγὼ ἀξιῶ, ὅτι, ἂν, ἀντὶ νὰ κυβερνᾶτε ὑμεῖς κατὰ τὸ 1885, μὴ ἐπήρχετο ἡ διακοπὴ τῆς κυβερνητικῆς ἡμῶν ἐνεργείας, ἠθέλομεν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἀποδείξει τὰ αὐτὰ καὶ ἀνώτερα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύομεν ἤδη, διανύοντες τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Ἤδη, κατὰ τὸ 1887, προσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσημα ἔγγραφα, καταστάσεις, βεβαιωμένους ἀριθμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι, ἀντὶ ἐλλείμματος 22 ἑκατομμυρίων, ὁποῖον θὰ παρουσίαζεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐὰν ἀφίεντο τὰ πράγματα ὡς εἶχον, θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον. Περὶ τούτου θέλω συζητήσει κατόπιν. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀπεδείχθη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, αὐτὸ τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἔκτοτε καὶ θὰ ἐγίνετο πολὺ εὐκολώτερον, διότι δὲν εἴχομεν τότε τὰ 120,000,000, ἤτοι τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἅτινα ἐδέησεν ἤδη νὰ περιλάβωμεν ἐν τοῖς μέτροις, δι’ ὧν τὸ ἰσοζύγιον ἐπιτυγχάνομεν. Τότε κατὰ πολλὰ ἦσαν εὐκολώτερα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, διότι οὐ μόνον τὸ Δημόσιον δὲν εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ διὰ τῶν 120,000,000, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία δὲν εἶχε καταπονηθῆ ὑπὸ τῶν δοκιμασιῶν, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθε. Κατωρθώσαμεν κατὰ τὸ 1887 νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ δὲν θὰ τὸ κατωρθοῦμεν κατὰ τὸ 1885; τὸ κατωρθώσαμεν κατὰ τὸ 1887, ὅτε ἀφετηρία πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἦτο ἔλλειμμα 22,000,000, καὶ δὲν θὰ τὸ κατωρθοῦμεν κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἀφετηρία πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἦτο, κατ’ αὐτὰ τὰ τότε λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἔλλειμμα 11,000,000! Διατὶ τὰ 11,000,000 τοῦ τότε ἐλλείματος, ἀντὶ νὰ ἐκλείψωσιν, ὅπως θὰ ἐξέλειπον ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους ἤδη ἠδυνήθημεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ τοὺς ὁποίους θὰ ἐφηρμόζομεν ἔκτοτε, ἄνευ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Ἀπριλίου, διατὶ τὰ ἕνδεκα ταῦτα ἑκατομμύρια, ἀντὶ νὰ ἐκλείψωσιν, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 26,000,000; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λέγει: ἀνεβιβάσθησαν, διότι δὲν ἐσημειώσατε εἰς τὰ ἔξοδα 8,000,000 δραχμῶν· τουτέστιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δαπανήσῃ πλειότερα, ὅσων ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ δαπανήσωμεν, 8,000,000, καὶ θέλει ταῦτα νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς βάρος ἡμῶν. Ἠθέλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ μέτρα τῆς σπατάλης, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐλάμβανεν, ἦσαν μέτρα ἀναγκαῖα, καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλήν: «ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ προέτεινα, δὲν ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῶν διαθέσεων ἐμοῦ, δὲν ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῶν συμφερόντων ἐμοῦ ἢ τοῦ κόμματος, δὲν ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἵνα ἐπιτύχωμεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀλλ’ ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀναγκῶν ἀνωτέρων». Ἐξ ἀναγκῶν ἀνωτέρων ὑπηγορεύθη τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων; ἐξ ἀναγκῶν ἀνωτέρων ὑπηγορεύθησαν αἱ τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τροποποποιήσεις δι’ ἐλαττώσεως εἰκονικῆς δαπανῶν, δι’ αὐξήσεως δαπανῶν πραγματικῆς; Ἐνῷ δὲ εἰς τὰ ἔξοδα 8,000,000 προσέθηκεν, ὡς λέγει ὁ Ὑπουργὸς ὁ τότε, διότι τὰ πράγματα ὑπηγόρευον τοιαύτην προσθήκην, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ὑπηγόρευον τὰ αὐτὰ πράγματα μέτρα ὅλως ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, ὑποστηριζόμενα παρ’ ἡμῶν, εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχον προφθάσει ἔτι νὰ ψηφισθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι διότι ἀντικατεστήσατε τότε τὸν Νόμον περὶ καπνοῦ, τὸν ἀπενεγκόντα ἤδη, κατὰ τοὺς δύο μῆνας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὅσα δὲν ἀπήνεγκεν ἐπὶ τῆς ὑμετέρας ὑπουργείας ὁλόκληρον ἔτος, δι’ ἑτέρου Νόμου, τοιαῦτα ἔχοντος τ’ ἀποτελέσματα, διὰ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε τὴν παραγωγὴν ὅσον οὐδεὶς περὶ καπνοῦ Νόμος, διὰ Νόμου ἀφαιροῦντος ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ ὅσα νῦν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ἵνα εἰσαγάγῃ αὐτὰ οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ καπνοπώλου, διότι ὁ καπνοπώλης παρὰ τῷ κόμματι τῷ τότε κυβερνητικῷ, καὶ ἰδίως μία κατηγορία καπνοπωλῶν, ἐτύγχανεν ἰδιαζούσης εὐνοίας. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ φορολογηθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, χάριν τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν καπνοπωλῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦ περιορισμοῦ προσόδου, ἣν σήμερον βλέπομεν ὑπερβαίνουσαν τὰ 4,800,000 δραχμῶν, εἰς ποσὸν κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου. Εἶχον ὑποσχεθῆ οἱ τότε κυβερνῶντες εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι πλειονοψηφοῦντες ἤθελον καταργήσει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀφοῦ δ’ ἀνέλαβον τὴν ἐξουσίαν καὶ πρὶν ἢ ἔτι τὸν καταργήσωσι, βλέπομεν τὴν πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου καταβιβαζομένην εἰς τὸ ἥμισυ αὐτομάτως, ἐκ μόνης τῆς χαλαρώσεως περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, βλέπομεν τὴν εἴσπραξιν, ἥτις εἶχεν ἀναβῆ εἰς 89,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καταβαίνουσαν εἰς 40,000 κατὰ μῆνα. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα εἴχομεν ἀποτελέσματα ἐκ μόνης τῆς χαλαρᾶς καὶ χάριν τῶν τῆς αὐτῆς κατηγορίας καπνοπωλῶν ἐκτελέσεως, ἐθεώρησαν πρέπον οἱ τότε κυβερνῶντες, εἰς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, νὰ ἐλαττώσωσι τὸν φόρον κατὰ τὸ ἥμισυ, οὕτω δὲ τὸν μῆνα τὸν προηγηθέντα ἐκείνου, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἤτοι τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886, ποίαν ἐκ σιγαροχάρτου εἴχομεν πρόσοδον; Ἀντὶ 89,000 δραχμῶν, εἴχομεν 21,000 δραχμῶν. Εἰς τοῦτο εὐθυνόμεθα ἡμεῖς; Ἡμεῖς εὐθυνόμεθα, διότι ἠναγκάσαμεν τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας νὰ δώσῃ τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Ἐὰν δὲν ἔδιδε τοιαύτην ὑπόσχεσιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ, ἑπομένως ἡμεῖς εὐθυνόμεθα ἀναγκάσαντες αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ἐνῷ πᾶσα σκέψις τῶν κυβερνώντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ συγκεντρῶται εἰς τοῦτο, πῶς τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000, ὅπερ ἐκεῖνοι παρέστησαν τότε ὡς ἐξαγόμενον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἡμετέρου, νὰ περιορισθῇ ἢ νὰ ἐκλείψῃ, ἂν μὴ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ περισσεύματος, ἀφοῦ δὲν ἦτο πράγματι ἔλλειμμα 11,000,000, ἀλλὰ κακῶς παρεστάθη τοιοῦτο, εἰς ἐπαύξησιν τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης ἡμῶν, δὲν ἀρκοῦνται οὗτοι εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Νόμου περὶ καπνοῦ, δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλὰ καὶ τὸν φόρον τοῦ οἴνου ἐλαττόνουσι κατὰ τὸ ἥμισυ· τί δὲ αὐτοὶ ἐφρόνουν περὶ τῆς προσόδου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, οὕτω θυσιαζομένης, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεύρωμεν ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Μετὰ τὴν ἐλάττωσιν κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἴσπραξις ἐκ φόρου οἴνου 2,600,000 δραχμῶν· ἐὰν ἄρα δὲν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου κατὰ τὸ ἥμισυ, θ’ ἀνεγράφετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 5,200,000 δραχμῶν, ἡ δ’ ἐκ τοῦ μέτρου θυσία ὑπελογίζετο παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως εἰς 2,600,000 δραχμῶν. Ὁ ὑπολογισμὸς δὲν ἦτο ἀκριβής, ἡ θυσία ἦτο πολὺ μικροτέρα, ἀλλ’ οἱ τότε κυβερνῶντες προέβησαν εἰς τὸ μέτρον, φρονοῦντες, ὅτι τοσαῦτα ἐθυσίαζον. Μετὰ τὰ κατορθώματα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου, μετὰ ἐλαττώσεις τῶν φόρων τῶν ἐπιβληθέντων ὑπὸ τῶν προκατόχων, προβαίνουσιν εἰς ἐλαττώσεις ἄλλων φόρων, ὑφισταμένων ἀπὸ πολλῶν χρόνων, ὑφισταμένων ἀπ’ αὐτῆς τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, μετά τινων τροποποιήσεων ἐν τῷ μεταξύ· ἐλαττοῦσι τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τροποποιοῦσι καὶ τὸν Νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὅπως καταστῇ, ὡς φαίνεται, εὐχερεστέρα, διὰ τῆς χαλαρωτέρας εἰσπράξεως, ἡ ἀπόδοσις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν ὀφειλομένων, διὰ τούτων δὲ πάντων ἐπιτυγχάνουσιν, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφήσῃ ἔλλειμμα 26,000,000, καὶ θεωροῦσιν, ὅτι ἡμεῖς, ἐὰν φρονοῦμεν, ὅτι τοῦτο εὐθύνει τὴν τότε Κυβέρνησιν, φατριαστικῶς κρίνομεν. Ἡμεῖς περὶ εὐθύνης δὲν εἴχομεν ὁμιλήσει. Ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη, προκειμένου νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, νὰ γινώσκῃ, ὅ,τι εἶχε βεβαιωθῆ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν εἴχομεν εἰσαγάγει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887. Τότε εἴχομεν φέρει πλήρη ἀποτελέσματα περὶ τοῦ 1884, ἤδη ὠφείλαμεν νὰ φέρωμεν πλήρη ἀποτελέσματα περὶ τοῦ 1885, διότι τὰ τότε προσαχθέντα ἦσαν ἁπλαῖ καταστάσεις, ἐνῷ ἤδη εἴχομεν Ἀπολογισμόν· προσηγάγομεν ἄρα τὸν Ἀπολογισμὸν καὶ εἴπομεν: ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦτο ἐξάγεται· καὶ τοῦτο τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς πρόκλησιν παρ’ ἡμῶν τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης διέγνω ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, πολλῷ μᾶλλον ἦτο φυσικὸν νὰ διαγνῶ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ἐκτάκτῳ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἔκτακτος, ὁ ὁποῖος προήχθη ἐκ τῶν ἐκτὸς ἡμῶν συμβάντων κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ἐπήγαγε πολλὰς δαπάνας. Τῶν δαπανῶν τούτων τὸ ἄθροισμα παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐξανίσταται ἐπὶ τούτοις λέγων, ὅτι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι εἶναι ἔργον ἡμῶν. Ἡμεῖς εἴχομεν τότε ἐκφρασθῆ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, κατὰ δὲ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ἀφοῦ οὕτως ἐξεφράσθημεν, ἀφοῦ εἴπομεν εἰς τὸ Πανελλήνιον καὶ εἰς πάντας, ὅτι ἐθεωροῦμεν τὴν Ἑλλάδα ἔχουσαν καθήκοντα, ἅπερ ὤφειλε νὰ ἐπιτελέσῃ, τὰ καθήκοντα ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτελεσθῶσιν ἄλλως, ἢ ὅπως ἐπετελέσθησαν. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐὰν τὰ καθήκοντα ἐπετελέσθησαν διὰ τρόπου, φέροντος εὐθὺ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γινώσκετε, τοῦτο οὐδόλως εὐθύνει τὴν τότε Κυβέρνησιν, εὐθύνει τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν. Βεβαίως ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, βεβαιότερον δ’ ὅτι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ, ὅπως εἰργάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐζητήσατε ἔκτοτε νὰ μᾶς ἀναχαιτίσητε, διατὶ δὲν ἐζητήσατε ἔκτοτε νὰ μεταβάλητε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν; Καὶ πράγματι δὲν τὸ ἐζητήσαμεν. Τὸ μόνον ἐπιτρεπόμενον εἰς ἡμᾶς ἦτο, νὰ ζητήσωμεν νὰ σᾶς ἀντικαταστήσωμεν. Τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ δὲν συζητοῦνται, τοιαῦτα ζητήματα λύονται δι’ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ μόναι δύνανται ἐν ἐπιγνώσει νὰ διευθύνωσιν αὐτὰ, ἡμεῖς δὲ, μηδεμίαν ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πολιτικὴν ὑμῶν, ἐπανειλημμένως ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἤμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα μεταβάλωμεν τὴν πολιτικήν. Ταύτας τὰς δηλώσεις ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπόδειξιν φιλαρχίας· εἶπεν, ὅτι ἐν τοιαύταις ὥραις ἡμεῖς ὑπηκούομεν εἰς μόνας τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φιλαρχίας, ζητοῦντες τὴν ἐξουσίαν. Ἐζητοῦμεν τὴν ἐξουσίαν, ναὶ, ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς μομφὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας· τὸ ἐγινώσκομεν, ἀλλὰ καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τοιαύτας μομφὰς, καθῆκον ἡμῶν ἦτο, εὐθὺς ὡς ἐπαρουσιάζετο εὐκαιρία, εὐθὺς ὡς ὑπῆρχον ἐνδείξεις, ὅτι δὲν ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ μεταβολῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ ζητήσωμεν τοιαύτην μεταβολήν. Μόνον ἐπετρέπετο νὰ μὴ ζητήσωμεν αὐτὴν, ὅτε ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βεβαία ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας προέβη μάλιστα καὶ περαιτέρω· ἐνῷ κατηγόρει ἡμᾶς ἐπὶ φιλαρχίᾳ, διότι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ζητήσαντες τὴν ἐξουσίαν, ὁσάκις ἐθεωροῦμεν τὴν στιγμὴν εὔθετον, κατηγόρει ἡμᾶς πάλιν, διότι δὲν ἐδέχθημεν τὴν ἐξουσίαν, προσενεχθεῖσαν ἐν περιστάσει ἀνωμάλῳ, ἐν τῇ ἀνάγκῃ, ἐν ᾗ εὑρίσκετο τὸ Στέμμα, ν’ ἀποταθῇ ὅπου δήποτε, ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς, ἀπούσης. Διατὶ, λέγει, δὲν ἐδέχεσθε τότε τὴν ἐξουσίαν; Ἐὰν ἐδέχεσθε τότε τὴν ἐξουσίαν, ἤθελον προληφθῆ ἴσως πολλὰ κατόπιν συμβάντα. Λέγει δὲ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἐξετίμα τὴν ψῆφόν του ὀρθῶς, ὅτε ἡμεῖς εἴχομεν ζητήσει τὴν ἐξουσίαν ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, θὰ συνετέλει, ὅπως μὴ περιέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔφθασαν. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ μὲ γνώμην ἐκπεφρασμένην τῆς Βουλῆς καθ’ ἡμῶν, αὐτὸ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ, ἵνα πραγματοποιηθῇ τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, ὅτε ἡμεῖς τῷ ἐδίδομεν ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ τὴν εὐκαιρίαν. Ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν προκαλοῦντες ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅτε πλέον τὰ πράγματα ἦσαν φανερὰ, ὅτε οὐδεὶς, ἐκτιμῶν αὐτὰ ἄνευ πλαγίας σκέψεως, ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο περὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἦτο περὶ τῆς ἰδίας σωτηρίας, ὅτι δὲν ἀνεζήτει λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐζήτει διέξοδον δι’ ἑαυτήν. Ὅτε τοῦτο διετρανώθη, ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν λέγοντες: ζητεῖτε διέξοδον, ἰδοὺ ἡμεῖς ἕτοιμοι ν’ ἀναδεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν (φωναί: ἆ! ἆ!).... Βεβαίως εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤδη φωνάζουσιν ἆ! φαινόμεθα φίλαρχοι. Ἐγινώσκομεν, ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ οἱ οὕτω σκεπτόμενοι, ἀλλὰ δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παραστῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκαλοῦντες τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ὅτε ὅμως ἡμεῖς δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, δικαιοῦται οἱοσδήποτε τῶν τότε συμπολιτευομένων Βουλευτῶν σήμερον νὰ λέγῃ: «διατί, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν δυσπιστίαν πρὸς ὑμᾶς καὶ εἴπομεν, ὅτι δὲν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβητε τὴν ἐξουσίαν, διατί ὑμεῖς δὲν ἀνελάβετε αὐτὴν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοιαύτης ψήφου;» Ὅτε ἀπετάθη τὸ Στέμμα πρὸς ἡμᾶς, ἡμεῖς εἴπομεν: δυστυχῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀποδεχθῇ τὰς εἰσηγήσεις ἡμῶν, δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἀπῆλθεν ἐκφράσασα γνώμην δυσπιστίας πρὸς ἡμᾶς· δὲν εἶναι ἴσως ἀδύνατον σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἀλλὰ πρέπει τοῦτο νὰ διαπιστωθῇ πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα, ὅπερ εἶχε διαπράξει, ἀποῤῥίψασα τὴν πρότασιν ἡμῶν. Ἐπὶ τοιαύτης στηριζόμενος σειρᾶς σκέψων ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, λέγει πρὸς ἡμᾶς· ὑμεῖς εὐθύνεσθε διὰ τὰ γενόμενα κατὰ τὰ σύνορα, ὑμεῖς εὐθύνεσθε διὰ τὰ τότε ἀτυχήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑμεῖς, οἵτινες τότε εἶσθε ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ὑμεῖς, τοὺς ὁποίους διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς (τῆς ὁποίας μετέσχε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς) εἴχομεν καταστήσει ἀνικάνους νὰ δεχθῆτε τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀντιπολιτευομένων, ἔχει καὶ ἄλλην ἐπῳδὸν, τὴν ὁποίαν ἀνακρούει κατὰ πᾶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Κατὰ πᾶσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀνατρέχει εἰς τὸ 1880, εἰς τὸ 1882, εἰς τὸ 1883, εἰς τὸ 1884· κατὰ πᾶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς λαμβάνει ἀπαντήσεις, ἀνασκευαζούσας, μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου ἀριθμοῦ, πάντα τὰ παρ’ αὐτοῦ προσαγόμενα, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον ἔρχεται μὲ τοὺς αὐτοὺς ἀσινεῖς καὶ ἀλωβήτους ἀριθμοὺς, ὡσανεὶ οὐδεμία περὶ αὐτῶν εἶχε γενῆ πρότερον συζήτησις. Πάντα δὲ ταῦτα, πᾶσαι αἱ εἰς τὸ παρελθὸν ἀναδρομαὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἰς τί ἀφορῶσιν; εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ηὐξημέναι ἦσαν ἔργον ἡμῶν. Λέγει πάντοτε, ὅτι 30,000,000 παρελάβομεν παρὰ τῶν προκατόχων κατὰ τὸ 1882. Τῷ ἀπηντήσαμεν ἐπανειλημμένως, τετράκις μέχρι τοῦδε: παρελάβομεν 30 ἑκατομμύρια, ἐδαπανήσαμεν εἰς λογαριασμὸν ἐκείνων, οἵτινες μᾶς τὰ παρέδωκαν, 34,000,000, μένει ἄρα εἰς βάρος ἐκείνων ποσὸν 4,000,000. Ἑκάστοτε λησμονεῖ τὰ 34 ἑκατομμύρια, καὶ ἐπανέρχεται, ὅπως καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, εἰς τὰ 30 (ἱλαρότης). Ηὐξήσατε τοὺς Προϋπολογισμούς! Τῷ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ηὐξήσαμεν τίποτε, ὅτι τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἐπηύξησαν αἱ προηγηθεῖσαι τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπιστρατεύσεις, ὅτι, ὅπως τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 ἐξώγκωσαν αἱ ἐπιστρατεύσεις τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, οὕτω τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884 διεμόρφωσαν αἱ ἐπιστρατεύσεις τοῦ 1881, ἀφοῦ τὰ πρὸ τοῦ 1880 συμβάντα εἶχον ἐπιβάλει ἑτέραν ἀνάγκην, τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ γενικοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς τοῦ 1878, ὁ ἐφαρμοσθεὶς κατὰ τὸ 1880, δὲν ἦτο ἔργον ἡμῶν, ἐπισήμως, μετείχομεν ὅμως ἡμεῖς ἐντελῶς τῆς εὐθύνης, διότι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἐν ἐπιτροπῇ εἴχομεν συντάξει τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις υἱοθέτησεν. Ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἦτο ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀνάγκη ἀποδεικνυομένη ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης κατ’ αὐτοῦ ἐναντιότητος. Ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος ἐπήνεγκε μεγάλην αὔξησιν δαπανῶν, αὔξησιν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐπαισθητὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880, διότι τὸ ἔτος ἐκεῖνο θὰ ἐφηρμόζετο τὸ πρῶτον, τὰ δ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ πληρέστερα θὰ προέκυπτον ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Τὸ ἑπόμενον ὑπῆρξεν ἔτος ἐπιστρατεύσεως, ἐν ᾧ συνεχωνεύθησαν μετὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐκτάκτου. Καταφανὴς ἄρα ἐγένετο ἡ αὔξησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς τότε ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἰς τὴν ἡμετέραν σπατάλην, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὀφείλεται ἡ αὔξησις αὕτη. Εἰς τὴν ἡμετέραν σπατάλην, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὀφείλεται ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1882, σχετικῶς πρὸς τὸ 1881, ηὔξησε κατὰ πλεῖστα ἑκατομύρια εἰς ὑπηρεσίαν δανείων, κατὰ τὸ 1881 συνομολογηθέντων, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1882, διότι ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἀπαιτεῖ χρόνον τινὰ, ἵνα γίνῃ ἀπαιτητή. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως κατὰ τὸ 1881 καὶ 1882 διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1881 τοσούτων τέως ἀπραγματοποιήτων ὁμολογιῶν δανείων, τί ὑπολείπεται τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν; Ἀπολύτως οὐδέν. Πᾶσαι αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, αἱ κατὰ τὸ 1882, 1883, 1884, ἦσαν ἀπόῤῥοια τῶν ἐπιστρατεύσεων καὶ τοῦ νέου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Αὐτὴ ὅμως αὕτη ἡ σκέψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ σήμερον συνδέεται καὶ μετ’ ἄλλων σχολίων. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις οὐδόλως ἀντετάχθη εἰς τὰ μέτρα τὰ στρατιωτικὰ καὶ εἰς τὰς ἐπιστρατεύσεις, ὧν ἀποτέλεσμα ὑπῆρξαν αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, ἤδη ὁμιλεῖ μετ’ ἄλλων ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, ὡσανεὶ ὑπῆρξεν ἐναντίος τοῦ τοιούτου ὀργανισμοῦ καὶ ὡσανεὶ θεωρεῖ σήμερον δυνατὴν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου. Ἠκούσαμεν καὶ παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὁ τοιόσδε εἶναι παραίτιος αὐξήσεως δαπανῶν, καὶ ὅτι κατ’ αὐτοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἕτερος ὀργανισμὸς οἰκονομικώτερος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὡμίλησεν ὡσανεὶ ἤθελε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ ἕτοιμον ὀργανισμὸν ἄλλον. Ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὀργανισμὸς οἰκονομικώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον σήμερον ἔχομεν. Ὀργανισμὸς οἰκονομικώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1878, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ· καὶ ἀπόδειξις ὁ νῦν κείμενος, τὸν ὁποῖον πέρυσιν εἰσηγάγομεν. Ἴσως, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ Νόμος τοῦ 1878, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ Νόμος, οἷος ὁ πέρυσι ψηφισθείς, διότι ὁ Νόμος οὗτος ἐψηφίσθη ἐν καταστάσει τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, παρεχούσῃ 111 χιλιάδας ἐφέδρων γεγυμνασμένων. Ὅτε ὁ προηγούμενος ὀργανισμὸς ἀπήνεγκε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δὲν δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν τὰ νῦν κείμενα πρὸς τὰ τότε. Πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι σήμερον ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι εὐχερεστέρα πρὸς καταρτισμὸν οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ. Τότε οὐδένα εἴχομεν ἔφεδρον γεγυμνασμένον ἐκ τῶν 111 χιλιάδων τῶν ἐκγυμνασθέντων ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Νόμου τοῦ 1878. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, δι’ ὃν ὁ ὀργανισμὸς τότε δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖ οἰκονομικώτερος. Ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ἐγὼ δὲ, ὡς συμπράξας εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου τοῦ 1878, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτο οὗτος ἁπλῆ μετάφρασις ἐκ τοῦ γαλλικοῦ. Αἱ μεταβολαὶ ἦσαν ἀσήμαντοι, καὶ μόνον αἱ ἀπαιτούμεναι εἰς προσαρμογὴν τοῦ γαλλικοῦ Νόμου πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Τροποποιήσεις ἄλλαι δὲν ἐγένοντο, διότι, καίτοι αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν κατάστασις ὑπηγόρευον μεταβολὰς, οἱ συντάξαντες τὸν Νόμον δὲν εἴχομεν τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν, ἣν ἀποκτήσαντες βαθμιαίως ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ἠδυνήθημεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν δι’ ἀλληλοδιαδόχων νομοθετημάτων εἰς προσαρμογὴν τοῦ γαλλικοῦ Νόμου πρὸς τὰς ἰδιοφυεῖς ἡμῶν ἀνάγκας καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις· πολλάκις ἠκούσατε παρὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅτι ἔχομεν μανίαν πρὸς τὸ νομοθετεῖν, ὅτι ἀπαύστως εἰσάγομεν Νόμους ἐπὶ Νόμων, τροποποιοῦντες καὶ συμπληροῦντες τὰ πρότερον προταθέντα. Ἀκριβῶς τοῦτο ἐπράξαμεν ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ, ἐκτεθέντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μὴ ἀντιλαμβανομένων τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, οὐδὲ τῶν ὅρων τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Δὲν ἐνόουν οὗτοι, ὅτι ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ ἠδυνάμεθα νὰ προσαρμόσωμεν τὸν νέον ὀργανισμὸν πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἦτο ἡ βαθμιαία νομοθετικὴ μεταῤῥύθμισις, ἥτις κατέληξεν εἰς τὸν πέρυσι ψηφισθέντα Κώδικα, περιέχοντα τροποποιήσεις ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον τοσοῦτον σπουδαίας, ὥστε, ἐνῷ κατὰ τὸν εἰσαχθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1887, ἐν τῇ στήλῃ, ἐν ᾗ ἐσημειοῦντο τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπῃτοῦντο πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τὰ τότε κείμενα, εἴχομεν ἀναγεγραμμένον ποσὸν 22,344,000, ἠδυνήθημεν, χάρις εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν, ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 δαπάνην μόνον 18,000,000, τουτέστι νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίαν ὑπὲρ τὰ 4,000,000, ἥτις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ηὔξησε κατὰ δύο ἔτι ἑκατομμύρια· τουτέστι δαπανωμένων, ἀντὶ τῶν 18 ἑκατομμυρίων, μόνον 15,800,000, ἔχομεν οἰκονομίαν 6 ἑκατομμυρίων καὶ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἀναγράφομεν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται, καὶ κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, ἀναγράφομεν ποσὸν 17 ἑκατομμυρίων· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἐν τῇ πραγματοποιήσει θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ αὐτὰ ποσὰ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαφορὰ 6 ἢ 7% μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων καὶ τῶν πραγματοποιουμένων. Ὁ νέος ὀργανισμὸς δὲν ἐφαρμόζεται πλήρης, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους· διατελοῦμεν ἤδη ἐν μεταβατικῇ καταστάσει, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888 δὲν θὰ ἔχωμεν σπουδαίαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, διότι ὁ ὀργανισμὸς συνετάχθη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιτεύξεως τῆς μεγίστης οἰκονομίας, διατηρουμένου πάντοτε τοῦ συστήματος τῆς γενικῆς στρατολογίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ἔχων ἐν νῷ, ὡς φρονεῖ, πλῆρες σύστημα στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, θεωρεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐξόδων στρατιωτικῶν οἰκονομικώτερον. Ἂς ἐξετάσωμεν, τίνα δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ αὕτη· εἶναι δὲ τοῦτο ἓν τῶν κυριωτέρων θεμάτων ἐν συζητήσει περὶ Προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ στρατῷ, ὑπάρχει τις ἐλπὶς βελτιώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν· ἐὰν ἐν τῷ στρατῷ δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίας, πᾶν ὅ,τι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων πράξωμεν, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν πρὸς τὴν βελτίονα διοίκησιν, δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἱκανῶς σπουδαῖον, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐν γενικῇ συζητήσει περὶ αὐτῆς. Ἐν ταύτῃ τί ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τὰς ἀπαραιτήτους, ἀφοῦ δὲ χωρίσωμεν ἀπὸ τῶν ἄλλων δαπανῶν τὰς κοινὰς εἰς πᾶν σύστημα καὶ ἀνεπιδέκτους ἐλαττώσεως, νὰ ἐξετάσωμεν ποία οἰκονομία δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὰς λοιπὰς διὰ μεταβολῆς συστήματος. Κοιναὶ δαπάναι εἰς πᾶν σύστημα εἶναι δύο, αἱ τῶν στελεχῶν καὶ αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ. Ἐκ στελεχῶν ποίαν ἔχομεν δαπάνην; Ἔχομεν ἀξιωματικοὺς 1839, ἔχομεν ὑπαξιωματικοὺς 4815, ἑπομένως 6654, ἀποτελοῦντας τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ. Θεωρεῖτε ταῦτα δεκτικὰ περιορισμοῦ; Ἀπαντῶσιν αἱ ἐπανειλημμέναι ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὐξήσῃ τὰ στελέχη, ὅπως δημιουργήσῃ νέας θέσεις χάριν προβιβασμῶν· ὁ δὲ ἀναγινώσκων τὰ ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτυσσόμενα περὶ στρατοῦ βλέπει τὴν Ἀντιπολίτευσιν πᾶν ἄλλο φρονοῦσαν ἢ περιορισμὸν τῶν στελεχῶν, τοὐναντίον δὲ ἐπωφελουμένην ἐκ παντὸς μέτρου πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, λαμβανομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἀμοιβῶν, εἴτε διὰ περιορισμοῦ τῶν θέσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἵνα προσπαθήσῃ νὰ διεγείρῃ δυσαρεσκείας ἐν τῷ στρατῷ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς σκοπὸν διεγέρσεως εἶναι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν στελεχῶν, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν, διότι θεωροῦμεν ταῦτα ἀπαραίτητα πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ· ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς, παραγαγὼν μέχρι τοῦδε γεγυμνασμένους ἐφέδρους 111 χιλιάδας, χρῄζει στελεχῶν ἀνωτέρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχομεν. Τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχομεν, καίτοι σχετικῶς πολυάριθμα, καίπερ ἀναβαίνοντα εἰς δύναμιν 6654, εἶναι ἀνεπαρκῆ, ἵνα περιλάβωσι γεγυμνασμένους ἐφέδρους 111 χιλιάδας, καθ’ ἕκαστον ἔτος αὐξάνοντας κατὰ δεκάδα χιλιάδων. Ἡμεῖς ἄρα θεωροῦμεν τὰ ὑπάρχοντα στελέχη ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ αὐτὰ ἀναγκαῖα· ἀδιαφορῶ περὶ τοῦ λόγου· ἀρκεῖ, ὅτι τοῦτο διακηρύττουσι πάντα τὰ δημοσιογραφικὰ αὐτῆς ὄργανα, τοῦτο καταφαίνεται καὶ ἐξ ὅσων ἐῤῥήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ στελεχῶν ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ στελέχη ἄρα καὶ κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δύνανται νὰ περιορισθῶσι· πόσον δὲ στοιχίζουσι τὰ στελέχη; 9,000,000 εἰς μισθοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, εἰς τροφὴν, ἱματισμὸν καὶ εἰς ἀμοιβὰς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐν τοῖς καταστατικοῖς περὶ τοῦ στρατοῦ πίναξιν, οὓς κατέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκετε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους μέχρι κεραίας ἀκριβεῖς. Ἐννέα ἄρα ἑκατομμύρια ὀφείλομεν νὰ δαπανῶμεν ἐτησίως, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ στελέχη. Ἡμεῖς περὶ τῶν ἀμοιβῶν τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν ἐλάβομεν περιοριστικόν τι, ἐκανονίσαμεν καὶ τὰ τῆς ἀνακατατάξεως, πρὸς πρόληψιν αὐξήσεως τῶν στελεχῶν, καὶ ἴδετε τὸν ἐν τῷ τύπῳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πάταγον. Βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις τὰ 9 ταῦτα ἑκατομμύρια θεωρεῖ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἐν οἱῳδήποτε ὀργανισμῷ. Δευτέρα ἀνάγκη εἶναι ἡ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν χωροφυλακὴν, ἄνευ τῶν στελεχῶν, 3,000 ἀνδρῶν, ἔχομεν ἄνδρας ἐκ τῶν ἄλλων σωμάτων, ἤτοι ἐκ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων, ἀποσπωμένους πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς, 2,000· ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην 5,000 ἀνδρῶν χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἐν τοῖς πίναξι, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκετε ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πάντα ταῦτα κατεστρωμένα· ἐν τοῖς αὐτοῖς δὲ πίναξιν ἀνευρίσκετε, ὅτι, πλὴν τῶν πεντακισχιλίων τούτων ἀνδρῶν, διατίθενται εἰς φρούρησιν φυλακῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, ὡς ἀγγελιαφόροι, περίπολοι, νυκτοφύλακες κτλ, εἰς φρούρησιν τῶν στρατώνων καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνταγμάτων, 2,000 ἄνδρες· ἀλλὰ 2 χιλιάδες ἄνδρες διαρκῶς φρουροῦντες εἶναι 6,000 ἄνδρες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μισθοδοτούμενοι· λέγω μόνον 6 χιλιάδες, διότι οὕτως ἔχουσι ταῦτα παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὁ στρατιώτης ἐπιβαρύνεται ὑπὲρ τὸ δέον· ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ δεικνύωμεν ἐνταῦθα πρὸς τὸν στρατιώτην τὰς ἀνασκοπὰς, τὰς δεικνυομένας ἐν ἄλλοις στρατοῖς πρὸς αὐτὸν, ἠθέλομεν δίδει εἰς τὸν ὑπηρετοῦντα ὡς σκοπὸν τριῶν ἡμερῶν ἀνάπαυσιν· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνταῦθα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δίδωμεν δύο μόνον ἡμερῶν ἀνάπαυσιν, καὶ διὰ τοῦτο τριπλασιάζοντες τὸν ἀριθμὸν ἀναγράφομεν δύναμιν 6 χιλιάδων ἀνδρῶν διὰ τὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας, διότι πιστεύω, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης δὲν παραδίδεται ἡ φρούρησις τῶν φυλακισμένων εἰς αὐτοὺς τοὺς φυλακισμένους· προσθέτοντες ἄρα 6 χιλιάδας εἰς τὰς 5 χιλιάδας τῆς χωροφυλακῆς, ἔχομεν 11 χιλιάδας, εἰς οὓς ἐπιπροσθετέον καὶ τοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἀσχολουμένους, οἵτινες εἶναι ὅσοι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, τουτέστι 1839, ἤτοι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν δισχίλιοι. Δεκατρεῖς ἄρα χιλιάδας ἀνδρῶν, οὕτω διατεθειμένων, πᾶν σύστημα ὀφείλει νὰ περιλάβῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἠδύναντο νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἐκ βάθρων τὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἐπιτόπιον ἀσφάλειαν, ἐκτὸς ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν τοὺς φόρους ἄνευ συνδρομῆς στρατιωτικῆς. Ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὴν συνδρομὴν τὴν στρατιωτικὴν τῶν εἰσπρακτόρων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε εἶχον 5 καὶ 4 συνοδούς· ἤδη ἔχουσι μόνον δύο, ἐνίοτε δ’ ἕνα, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν ἐλάττωσιν, φθάνομεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους παρέθηκα. Ἔχομεν ἄρα 13 χιλιάδων ἀνδρῶν δαπάνην, ἥτις εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς διὰ μισθὸν, ἱματισμὸν, τροφὴν καὶ ἄλλας χορηγίας, ὑπολογιζομένη εἰς 500 δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα, ἀνέρχεται εἰς 6½ ἑκατομμύρια, ταῦτα δὲ, προστιθέμενα εἰς τὰ 9 ἑκατομμύρια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ στελέχη, συμπληροῦσι ποσὸν 15½ ἑκατομυρίων, εἰς ἃ δὲν ἐπεκτείνεται ἡ ἐργασία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἢ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, φρονοῦντος ἐπίσης, ὡς ἠδυνήθην νὰ συμπεράνω ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι κατήρτισεν ἴδιον σύστημα. Ἡ ἐργασία δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ, εἰμὴ εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἄνω τῶν 15½ ἑκατομμυρίων. Ποῖα δὲ εἶναι ταῦτα ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 17 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ πραγματοποιήσεως Προϋπολογισμοῦ 15,800,000; Ποῦ ἐν τοιούτοις ἀριθμοῖς χωροῦσιν αἱ οἰκονομίαι τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύετε, ὅτι ἐπενθήσατε, καὶ ποίαν σπουδαιότητα ἐν συζητήσει περὶ Προϋπρολογισμοῦ ἔχουσι τοιαῦται ἀποδείξεις; Ὅταν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ παριστῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ λόγος τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Δημοσίου καχεξίας εἶναι αἱ μεγάλαι δαπάναι τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ἔλλειψις προνοίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβάλῃ ὀργανισμὸν, ἔδει πρῶτον νὰ δείξωσι τὰ δεκτικὰ περιορισμοῦ ποσὰ, ἀφοῦ τὰ 15 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δι’ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς ὀργανισμοῦ δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν, ἀφαιρουμένων δ’ αὐτῶν, ὑπολείπονται ποσὰ ἀνεπαρκῆ βεβαίως ἐν παντὶ συστήματι, ἀνεπαρκέστερα δ’ ἐν συστήματι, ὁποῖον διανοοῦνται οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, διότι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὡς ἄσχετον πρὸς τὰ νῦν κείμενα, δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπάγηται αὔξησιν τῶν γενικῶν ἐξόδων. Καὶ ἐν τῷ ἑτέρῳ πολεμικῷ Ὑπουργείῳ, ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ποίας οἰκονομίας δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε; Ἀφοῦ τὸ ὅλον τῆς δαπάνης τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνέρχεται εἰς 3,500,000 δραχμῶν, πᾶσα μεταβολὴ συστήματος ἐν αὐτῷ δὲν δύναται ν’ ἀπολήξῃ ἢ εἰς αὔξησιν δαπανῶν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη λειτουργεῖ, ἀκριβῶς εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχει πάγιον ἀριθμὸν ὑπηρετοῦντα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐν τῷ στρατῷ· καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς τοῦ ἔτους, ὅτε ἡ γύμνασις δύναται νὰ ᾖναι πληρεστέρα, ὁ ἀριθμὸς εἶναι μεγαλείτερος, κατ’ ἄλλην ἐποχὴν ὁ ἀριθμὸς καταβαίνει· διὰ τοιούτων δὲ συνδυασμῶν ἠδυνήθημεν νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ γεννᾶται ἐνδοιασμὸς μὴ κατέλθωμεν κάτω τοῦ δέοντος. Μόνον τοιαύτη ἐπίκρισις ἐπιτρέπεται τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἡμετέρου· καὶ ὅμως ἀκούετε τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, στηριζόντων τὰς ὑποθέσεις αὐτῶν εἰς τὰς ὑπερβολικὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν δαπάνη τις, ὄντως μεγάλη, ἡ δαπάνη τῶν 26 ἑκατομμυρίων διὰ τὰ πλοῖα· ταύτην τὴν δαπάνην βεβαίως ἐδικαιοῦντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, νὰ πολεμήσωσι, διότι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων προσετέθη δαπάνη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τὴν προσθήκην ταύτην οἱ τυχὸν ἐναντίοι εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀποκτήσεως τῶν πλοίων δύνανται νὰ παριστῶσιν ὡς μὴ δεδικαιολογημένην· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ὅλως διάφορον ἐκείνων, περὶ ὧν μέχρι τοῦδε ἐπραγματεύθημεν. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀποκτήσεως τῶν πλοίων ὡς ζήτημα ἐθνικὸν, ἔχον προτεραιότητα καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡμεῖς ἀνεγνωρίζομεν, ὅτι δυσκόλως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἔστω καὶ 100 χιλιάδων δραχμῶν δάνειον, κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ἠνοίξαμεν διαπραγματεύσεις περὶ ἀποκτήσεως τῶν πλοίων, αἵτινες, διαρκούσης ἔτι τῆς αὐτῆς περιόδου τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν βίου, ἀπέληξαν εἰς ἀποτελέσματα. Ταῦτα ἦσαν μὲν βαρύτερα τῶν ἤδη βαρυνόντων τὸ Δημόσιον, διότι καὶ τὸ τίμημα, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ συμφωνίᾳ τῇ τότε, ἦτο ἀνώτερον τῶν 26 ἑκατομμυρίων διὰ τὰ αὐτὰ πλοῖα, καὶ τὸ χρεωλύσιον ἦτο ὀκταετὲς, ἀντὶ ἑβδομηκονταπενταετοῦς, καὶ ὁ τόκος ἦτο 7% ἀντὶ 5,73%· ἀλλὰ, καίτοι ἦσαν βαρεῖαι αἱ συμφωνίαι, ἐθεωρήσαμεν ἐπεῖγον νὰ κλείσωμεν αὐτάς· ηὐτυχήσαμεν ὅμως πρὸ τούτου νὰ διαπραγματευθῶμεν περὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ὁποίου ἐπετεύχθη συμφερότερον τίμημα τῶν πλοίων, ἐλάττωσις τοῦ τόκου καὶ ἐπέκτασις τοῦ χρεωλυσίου ἐπὶ 75 ἔτη. Τὰ πλοῖα ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητα, καὶ ἂν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἤδη λέγουσιν ἑαυτοὺς ὁμογνώμονας, φρονοῦσι πάντες, ὥς τινες τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραγγελθῶσι τὰ πλοῖα, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ συζητήσωσι περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ προκαλέσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι ἐκεῖναι ἀνήκουσιν εἰς εἰδικὴν συζήτησιν, εἰς ἣν θὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀρχῆς, ἂν ἔπρεπε νὰ δαπανηθῇ ποσὸν εἴκοσιν ἐξ ἑκατομμυρίων πρὸς ἀπόκτησιν πλοίων. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν ἀπόκτησιν τῶν πλοίων ὡς ὅρον ἐντίμου ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὡς ὅρον ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θέτοντες δ’ οὕτω καθαρῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, οὐδεμίαν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ἐπιτρέπομεν ὑπεκφυγήν. Ἀλλὰ τῶν πλοίων τὰ ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἀναγράφονται μόνον διὰ τὴν σχετικῶς μικρὰν δαπάνην τῆς ὑπηρεσίας τῶν καταβληθεισῶν δόσεων τοῦ δανείου· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 θέλουσιν ἀναγραφῆ πλείονα, καὶ ἐν τῷ 1890 τὸ ὅλον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, ποσὸν ὅμως οὐχὶ ὑπέρογκον, διότι ὀλίγον θὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Περὶ τούτου ἄρα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, χάριν ἀποκτήσεως στόλου, δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἰς τοῦτο μόνον περιορίζεται ἡ κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐπίθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφοῦ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων ἐπραγματοποιήθησαν οἰκονομίαι, ὅσας αὕτη οὐδὲ νὰ διανοηθῇ ἐτόλμα, ἀφοῦ οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι δεκτικοὶ περαιτέρω οἰκονομιῶν, τίνα ἔχουσι σημασίαν ὅσα ἠκούσαμεν περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων οἰκονομικωτέρας τῆς παρ’ ἡμῶν προταθείσης; Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν περιωρίσθη ἐξετάζουσα μόνον τὰ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους, ὡς παρ’ ἡμῶν διεσκευάσθη, δὲν περιωρίσθη ἐπικρίνουσα τὰ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, τὰ τῶν ναυτικῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅσα ἡμεῖς εἴπομεν καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐνεστώσης καὶ περὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Εἶχον ἀσχοληθῆ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμιλίᾳ μου, ἵνα μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὁποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ἀναθεωρήσας μίαν πρὸς μίαν τὰς προσόδους, εἶχον σημειώσει ποῦ ἀπεξεδεχόμεθα αὐξήσεις καὶ ποῦ ὑπῆρχε μείωσις πιθανὴ, ὡς ἐκ τῶν ἐνδείξεων τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τῆς ἐννεαμήνου ἢ δεκαμήνου. Ἐνῷ δὲ ἐγὼ, οὕτως ἀναθεωρῶν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρέλειπον μόνον τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔνδειξις περὶ προσθήκης ἢ ἐλαττώσεως ἱκανῶς σπουδαίας, ἵνα γίνῃ λόγος περὶ αὐτῆς, ἤκουσα Βουλευτοῦ τινος, διακόπτοντός με καὶ ἐρωτῶντος, ποῖα εἶναι, κατὰ τοὺς προσαχθέντας παρ’ ἐμοῦ πίνακας, τ’ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων ἐν γένει καὶ συλλήβδην. Τὸν τοιοῦτον τρόπον, τοῦ ἐξετάζειν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν γένει καὶ συλλήβδην, δὲν θεωρῶ σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἐζητεῖτο πληροφορία, ἔδωκα ἀπάντησιν. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, κατὰ τοὺς πίνακας, τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ὑπερτεροῦντα κατὰ 20,000,000 τῶν ἐσόδων τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ὑπερτεροῦσι καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ πίνακι, κατὰ 2,000,000, ἐνῷ τὰ ἔσοδα τοῦ 1886 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, τὰ ὑστεροῦντα τῶν ἀντιστοίχων ἐσόδων τοῦ 1887 κατὰ 20,000,000, ὑστεροῦσι καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1886 κατὰ 6 περίπου ἑκατομμύρια. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀξιοτίμους βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς συλλήβδην ἐξετάσεως τῶν πιθανοτήτων προβῶσιν εἰς εἰκασίας καὶ περιλάβωσι καὶ ἐμὲ ἐν τῷ κύκλῳ τῶν διὰ τοιαύτης ἐργασίας κρινόντων περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, τὴν τοιαύτην ἐργασίαν τῆς συλλήβδην ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως δι’ ἀναλογιῶν ἐπὶ τοῦ ὅλου ἢ ἐπὶ τῶν γενικῶν διαιρέσεων αὐτοῦ ὁρίσω τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, δὲν ἐννοῶ, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐπιληφθῶ αὐτῆς. Τὰς ἀναλογίας ὥριζεν, οὗτος μὲν εἰς τὸ τρίτον ἢ εἰς τὸ ἥμισυ, ἐκεῖνος δὲ εἰς τὸ πενταπλάσιον ἢ τὸ ἑπταπλάσιον, αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπιδιωκομένου πορίσματος, ἐκλέγοντες ποῦ μὲν ταύτην, ποῦ δὲ ἐκείνην.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι μόνον τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διακεκριμένως ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, τοιαύτης δ’ ἐξετάσεως τὰ πορίσματα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, παραλείψας μόνον τὰ ἄρθρα, ὧν ἡ ἐφαρμογὴ οὐδεμίαν ἐνεδείκνυεν ἀξίαν λόγου μεταβολὴν τῶν προϋπολογισθέντων. Ὅπου ἡ τοιαύτη ἐξέτασις ἐνεδείκνυε πιθανὴν αὔξησιν προσόδου, ἐσημείωσα αὐτὴν, ἐπίσης δ’ ἐσημείωσα τὰ ἐνδεικνύμενα καὶ ὅπου ἦσαν κατώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τέως ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτροπιάζονται, διὰ λόγους, οὓς ἐννοεῖ πᾶς ὁ ἀκροασάμενος τῆς εἰσηγητηρίου ὁμιλίας μου. Προτιμῶσιν οὗτοι τὰ ἐν γένει καὶ συλλήβδην, τοῦ δὲ τρόπου τῆς ἐργασίας θέλουσι νὰ καταστήσωσι συνένοχον καὶ ἐμὲ, ὡς ἀπαντήσαντα εἰς τὸν διακόψαντά με Βουλευτήν. Οἱ δ’ ἀξιότιμοι οὗτοι Βουλευταὶ προσεπάθησαν νὰ μὲ παραστήσωσιν εἰπόντα, ὅτι ἔχομεν ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1887 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοσαῦτα, ὥστε μένει περίσσευμα 2,000,000. Ἐὰν εἶχον ἐγὼ τοιαύτην ἰδέαν, δὲν θὰ ἀπέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θὰ κλείσῃ ἐν ἰσοζυγίῳ, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ φρονῶ, ὅτι θὰ καταλίπῃ περίσσευμα 15,000,000· διότι, ἐὰν κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 ὑπερτέρουν τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 κατὰ 2,000,000, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1888 θὰ ἔχωμεν πιθανῶς ἔσοδα τῆς χρήσεως 1887 14,000,000 ἢ 15,000,000, ἔξοδα δὲ τῆς αὐτῆς χρήσεως οὐχὶ πλειότερα τῶν 2,000,000, θὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὰ 2,000,000 τοῦ νῦν περισσεύματος ἔδει νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 13,000,000 τοῦ περισσεύματος τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἀπολήγων εἰς ἁπλοῦν ἰσοζύγιον, δὲν εἶχον τοιαύτην ἀφετηρίαν. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐρωτήσαντα περὶ τῶν πινάκων, παρέβαλον τοὺς πίνακας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 πρὸς τοὺς πίνακας τῆς χρήσεως τοῦ 1886 καὶ παρέστησα τὰ ἐκ τῆς παραβολῆς συμπεράσματα. Ἐπειδὴ τὰ συμπεράσματα ταῦτα δὲν ἦσαν εὐάρεστα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἕτερος βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἔχουσι σημασίαν τὰ τῶν πινάκων, ἀντιπαρετήρησα δ’ ἐγὼ, ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐρωτήσαντα καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀπαντήσαντα· εἶχον προκληθῆ νὰ παραστήσω τὰς ἐκ τῶν πινάκων ἐνδείξεις, καὶ ταύτας παρέστησα εὐνοϊκωτέρας πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἢ πρὸς τὴν τοῦ 1886. Οἱ πίνακες δὲν περιλαμβάνουσι πάσας τὰς πληρωμὰς, διότι ὑπάρχουσι πάντοτε ἐν τοῖς ταμείοις πολλαὶ ἐκκρεμεῖς, ἀλλ’ αἱ παραλείψεις αἱ ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1887 δὲν εἶναι ὑπέρτεραι τῶν ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1886, τοὐναντίον εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ αὐταὶ, ἢ κατώτεραι. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, θαυμαζόντων τῶν φίλων αὐτοῦ, κατεδείκνυεν, ὅτι τῷ 1887 ἀναγράφονται ἐν τῷ πίνακι μέχρι 30 Σεπτεμβρίου μόνον 57,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ πίναξ τῶν ἐξόδων τοῦ 1886 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου ἀναγράφει ἔξοδα Βουλῆς μόνον 34,583, ἡ δὲ παραβολὴ ἐγένετο πρὸς τὸν πίνακα τοῦτον. Ὁ πίναξ τοῦ 1887 ἀναγράφει ὡς χορηγίαν τοῦ Βασιλέως 590,625· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1886 εὕρηνται ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ πίνακι 59,0625. Ἐν κεφαλαίῳ ΣΤʹ «Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν», ἐπὶ τοῦ ὁποίου μάλιστα ἐγένοντο καὶ εὐφυολογίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἐνόησα, — διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἐννοεῖ τοὺς πίνακας, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὰς εὐφυολογίας, — ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγράφονται 704,440. Ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὕτη εἶναι ἀδικαιολογήτως μικρά· καὶ ὅμως κατὰ τὸ 1886 ἔχομεν 663,000, ἤτοι 40,000 ὀλιγωτέρας.
§55ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπεκαλέσθησαν ἄλλοτε τοὺς πίνακας αὐτοὺς ἵνα ἐξαγάγωσι συμπεράσματα;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε ἐπεκαλέσθην, οὐδὲ θὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτοὺς, ἐρωτώμενος ὅμως περὶ αὐτῶν, ὡς ἐνδεικνύντων δῆθεν, ὅτι τὰ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα τοῦ 1887 δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον τοῦ 1886 ἀναγεγραμμένων, ἀπαντῶ, ὅτι τῷ 1887 ἀναγράφονται ἔσοδα ἐπὶ πλέον ἢ κατὰ τὸ 1886 20,075,637, ὅτι τ’ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα τοῦ 1887 εἶναι ὑπέρτερα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐξόδων κατὰ 2,000,000, ἐνῷ τὰ τοῦ 1886 ἔσοδα ὑπολείπονται τῶν ἀναγεγραμμένων ἐξόδων κατὰ 6,000,000, καὶ ὅτι πλειοτέρων ἐξόδων παρελείφθη ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ πίνακι τοῦ 1886 ἢ ἐν τῷ τοῦ 1887. Τὸ τελευταῖον τοῦτο παριστῶ ἤδη, παραθέτων τὰ κεφάλαια τῶν πινάκων. Οὕτω ἐν τῷ κεφαλαίῳ «ἔξοδα διοικήσεως» βλέπομεν ἀναγεγραμμένα κατὰ μὲν τὸ 1887 2,144,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 ἀναγράφονται μόνον 1,614,000. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ μὲν τὸ 1887 ἀναγράφονται 1,661,000, κατὰ δὲ τὸ 1886 μόνον 40,000. Ὥστε, ἐὰν, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν, παρέβαλον πίνακας πρὸς πίνακας, ἀποδεικνύεται ἤδη, ὅτι τὰ ἐκ τῆς παραβολῆς συμπεράσματα εἶναι εὐνοϊκώτερα ἔτι πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἢ ὅσον παρεστάθησαν, ἀφοῦ αἱ παραλείψεις ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1886 εἶναι ὑπέρτεραι τῶν παραλείψεων ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων τοῦ 1887. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, τοιαῦται παραβολαὶ καὶ συμπεράσματα ἐκ τοιούτων παραβολῶν δὲν περιείχοντο ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἐμῶν σκέψεων· ἐγὼ εἶχον ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκθέσω τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ ἄλλου συστήματος, διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Εἰς τοιαύτην ἀνάλυσιν προέβην κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατόπιν δ’ ἐμοῦ ἔπραξε τὸ αὐτὸ λίαν ἐπιτυχῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις δι’ ἰδίας ἐργασίας ἀπέληξεν εἰς τὰ αὐτὰ κατ’ οὐσίαν συμπεράσματα, καίτοι ἐν τοῖς καθέκαστον ὑπάρχουσιν, ὡς εἰκὸς, ἐπὶ ἐργασιῶν αὐτοτελῶν, ἀσήμαντοι διαφοραὶ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον, περιορίζουσαι κατά τι τὸ μικρὸν περίσσευμα, ὅπερ ἐνεδείκνυον ὡς πιθανὸν οἱ ἐμοὶ ὑπολογισμοί. Εἰς ἀνασκευὴν τῶν ὑπολογισμῶν τούτων ἐπεδόθη ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἐπικαλούμενος τὸν μέγαν ὄγκον τῆς πείρας αὐτοῦ καὶ ἀπαιτῶν, ἵνα τὸν πιστεύσητε, ὡς μὴ συνειθίζοντα νὰ ὁμιλῇ ἄνευ ἐξετάσεως ἐπισταμένης, καὶ ἰδίως ὅταν πρόκηται νὰ ἐπικρίνῃ τὰ ὑπὸ τῶν ἐναντίων προτεινόμενα. Ἄς ἐξετάσωμεν τὰ οὕτως ὑπὸ ἀνδρὸς πεπειραμένου βασανισθέντα. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅστις κατὰ τοῦτο εἶναι ἄξιος τῆς ἐκτιμήσεως ἡμῶν, ὅτι ἀπεδέχθη νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ἐξετάσεως ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ἰδίᾳ, ἐπελήφθη τοῦ ἔργου κατὰ τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀκολουθήσει· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ συμπεράσματα αὐτοῦ συνέπιπτον πρὸς τὰ ἡμέτερα, κατέλιπε τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων καὶ ἐτράπη εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν κατ’ ἐπιλογήν. Ἡ πρώτη δ’ ὑπὸ αὐτοῦ κατ’ ἐπιλογὴν ἐξετασθεῖσα πρόσοδος ἦτο ἡ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων· ἀλλὰ παρέστησεν εὐθὺς, ὅτι δὲν ἐβοήθουν αὐτὸν πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν οἱ πίνακες, διότι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Δὲν ἠθελήσατε, εἶπεν, ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς, νὰ ἀκολουθήσητε ἐν τῇ συντάξει τῶν πινάκων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ὑπέδειξα, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς, σύστημα, τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος τῶν μήπω ἐξελεγχθέντων ἐξ ὑπολογισμῶν κατὰ προσέγγισιν, καὶ εἰς τὸν διὰ τοιαύτης ἀναγραφῆς καταρτισμὸν γενικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Κράτους. Τὰ οὕτως ἐξ ὑπολογισμῶν κατὰ προσέγγισιν ἀναγραφέντα ἀπεδείχθησαν βραδύτερον ὑπὸ τῆς κανονικῆς ἐξελέγξεως ἀνακριβῆ κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια· ἀλλὰ κατὰ τὸν κύριον Βουλευτὴν, προτιμότερον νὰ πλανώμεθα κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια καὶ νὰ ἔχωμεν Ἰσολογισμὸν ἄρτιον, παρὰ νὰ μὴ ἔχωμεν Ἰσολογισμὸν. Ἰδὼν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας ἐπανελθόντα εἰς τὰ πράγματα καὶ μὴ ἐπαναλαβόντα τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ἰσολογισμοῦ, ἐνόμισα, ὅτι, διδαχθεὶς ἐκ τοῦ παθήματος, εἶχε μεταβάλει γνώμην, ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπω αὐτὸν ἐμμένοντα, ἂν δ’ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ πράγματα πρὶν ἢ συμπληρωθῇ ἡ νῦν δραστηρίως καταρτιζομένη σειρὰ τῶν καθυστερούντων Ἀπολογισμῶν, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον ἐκδίδον πάλιν ὑπὸ τύπον Ἰσολογισμοῦ λογιστικὰ ἀθύρματα. Ἀλλὰ παραλείποντες τὰς περιαυτολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἃς ἐξετάσωμεν τὰ τῶν ἡμετέρων πινάκων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίξαμεν τὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ σκέψεις ἡμῶν. Ἐκδίδονται καὶ ἤδη πίνακες Γενικοῦ Ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὁποίους ἐξέδιδεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαφέροντες αὐτῶν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιχειροῦσι τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ παρελθόντος δι’ ἰδανικῶν ἀριθμῶν. Πλὴν ὅμως τῶν πινάκων ἐκείνων, τῶν περιλαμβανόντων πᾶσαν τὴν διαχείρισιν, ἔχομεν καὶ πίνακας τῶν ταμιῶν καὶ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τοῦ Τελωνειακοῦ Τμήματος καὶ ἄλλων Τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου, φροντίζομεν μάλιστα, ὅπως οἱ πίνακες οὗτοι δημοσιεύωνται τακτικῶς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλησεν ἄρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ ἐσόδου ἐξ ἐγγείου φόρου, εἰσπραττομένου ἐν τοῖς τελωνείοις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τῶν ταμιῶν, καὶ εὗρεν ἐν αὐτῷ ἔσοδον 2,409,000 δραχμῶν, παρέστησεν ὅμως, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ ἔσοδον τοῦτο ὡς βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν του, διότι ἐν τῷ πίνακι τῷ τελωνειακῷ εὑρίσκει τὸ αὐτὸ ἔσοδον ἀναγεγραμμένον εἰς ποσὸν 3,516,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἐπὶ 2,400,000 εὑρίσκει σφάλμα ὑπερβαῖνον τὸ ἑκατομμύριον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τῳόντι πολὺ σπουδαῖον, καὶ ἐὰν οὕτως εἶχον τὰ τῶν πινάκων, θὰ ἦσαν ὀρθὰ ὅσα ἐλέχθησαν κατ’ αὐτῶν, καὶ αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει πρότερον, περὶ παραβολῆς τῶν πινάκων τοῦ 1887 πρὸς τοὺς τοῦ 1886, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀξίαν. Ἐδίστασα νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς τοιαῦτα ἐβεβαίου, καίτοι ἤκουσα αὐτὰ, καὶ περιέμενον ἀνυπομόνως νὰ ἴδω τὴν ἀγόρευσίν του δημοσιευομένην. Εἶδον τὴν ἀγόρευσιν ταύτην δημοσιευθεῖσαν, ἀνέγνων αὐτὴν καὶ τὴν ἔχω ἐνταῦθα, γνωστοποιῶ δὲ τοῦτο, ἵνα μὴ γίνῃ προσπάθεια πρὸς ἐπανόρθωσιν ἄσκοπος· ἀνέγνων, λέγω, αὐτὴν, καὶ εὗρον τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τὸ ἐν τῷ ταμειακῷ πίνακι ποσὸν τῶν 2,409,000 αὐξάνεται ἐν τῷ πίνακι τῷ τελωνειακῷ εἰς 3,516,000. Καὶ ὅμως αἱ ἀναγραφαὶ εἶναι ἀκριβέσταται, εἶναι μέχρι λεπτοῦ ὀρθαί· ὁ δὲ λόγος, ὅτι ὁ πίναξ ὁ τελωνειακὸς ἀντιστοιχεῖ οὐχὶ πρὸς ἕνα πίνακα, ἀλλὰ πρὸς δύω πίνακας ταμειακοὺς, τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς μακρᾶς πείρας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, οἷος δήποτε ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἀναφυλλίζων ἐνίοτε τοὺς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευομένους πίνακας, τοὺς ἀναγράφοντας πάντα τὰ εἰσπραττόμενα ἐν τοῖς τελωνείοις, θὰ τὸ κατενόει. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναζητῇ τὰ 3,516,000 τοῦ τελωνειακοῦ πίνακος ἐν μόνῳ τῷ ταμειακῷ πίνακι τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξῃ καὶ εἰς τὸν ταμειακὸν πίνακα τῆς χρήσεως τοῦ 1886, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ μὲν πίναξ τοῦ 1887 εἶχεν ἀναγεγραμμένα 2,409,000, ὁ δὲ τοῦ 1886 931,772, ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ, 2,854 ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, καὶ 172,943 ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ κεφαλαίου 4, τουτέστιν ἐκ φόρου βαλανοκάρπου διὰ θαλάσσης ἐξαγομένου, τὸ ὅλον 3,516,000· τουτέστιν οἱ δύο ταμειακοὶ πίνακες ὁμοῦ δίδουσιν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τοῦ τελωνειακοῦ πίνακος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτησε νὰ εὕρῃ ἐν ἑνὶ πίνακι τὰ ἀνήκοντα εἰς δύο πίνακας, ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει νὰ εὕρῃ ἐν ἑνὶ ἐδαφίῳ τὰ ἀνήκοντα εἰς τρία ἐδάφια· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἔχει τὴν πεῖραν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας· ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εὑρίσκει τοὺς πίνακας, σκοτεινούς, ἐνῶ ὑπετίθετο, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀνεγίνωσκεν αὐτοὺς ἀπροσκόπτως....
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος μὲ τὴν πεῖράν τοῦ εἶπεν, ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα ἐν τοῖς ταμείοις τῶν τελωνείων βραδύνουσι νὰ καταγραφῶσιν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῖς λογιστικοῖς.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπε τοῦτο ὀρθῶς, ἀλλ’ εἶπεν ἐπίσης ὀρθῶς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὡς ἐκ τῆς παλαιᾶς φιλίας πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδιατρίψῃ, ἵνα μὴ τὸν λυπήσῃ. Δὲν ἠρκέσθη δ’ εἰς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής, ἠθέλησε διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἐν ἄλλοις ἄρθροις νὰ δείξῃ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἄρθρον ἐξεταζομένου, θ’ ἀπεκάλυπτε καὶ ἄλλας προσόδους, ἐκ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν εἰσπράξεις ἐλάσσονας τῶν παρ’ ἡμῶν σημειωθεισῶν. Μάτην ἐξήγησα, ὅτι ὑπάρχουσι πρόσοδοι, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι περιττὴ ἡ ἐξέτασις, διότι εἶναι γνωστὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ βεβαιωθῶσι καὶ εἰσπραχθῶσι, τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἐν τούτῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς ὑπολογίζομεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψαμεν. Καὶ ποῖον ποσὸν ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887; Ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, ὁ παρ’ ἄλλων συνταχθεὶς, εἶχεν ἀναγράψει 500,000, ἡμεῖς ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 μόνον 300,000. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠθέλησε νὰ μᾶς χαρίσῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Καὶ ἐνταῦθα ἠπατήθητε, εἶπε, καὶ ἐνταῦθα ἀνεγράψατε περισσότερα τοῦ πρέποντος καὶ δὲν θέλετε εἰσπράξει ὅλον τὸ ποσὸν, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν εἰσεπράξατε τὰ 9/12. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας βεβαίως γινώσκει, ὅτι τὰ τῆς προσόδου ταύτης εἶναι ἀσφαλέστατα, δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ταχυτέρας ἢ βραδυτέρας βεβαιώσεως τῆς προσόδου, ἀφοῦ οἱ ὀφείλοντες εἶναι ὅλοι φερέγγυοι καὶ αὐτοὶ βεβαιοῦσι δημοσίᾳ τὸ εἰσόδημα, ἐκ δὲ τῆς ὅλης προσόδου, ἀνερχομένης εἰς 300,000 δραχμῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει τὰς 160,000. Περὶ τῆς βεβαιώσεως τῆς προσόδου ταύτης τῶν 300,000 ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐκ τῆς ὁποίας αἱ 160,000 ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐξέφρασεν ἐνδοιασμούς. Κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν 316,881, τὰ μερίσματα τῆς αʹ. ἑξαμηνίας τῆς μὲν Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι αὐτὸ τὸ περυσινὸν, τῶν δὲ ἄλλων ἑταιριῶν ἁπασῶν εἶναι ἀνώτερα τῶν περυσινῶν· καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν πείθεται, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ πλείονα τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐπωφελούμενος ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐγγραφῆς τῆς διὰ συμψηφισμοῦ γενομένης πληρωμῆς παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόσοδος. Πάντα ἄρα τὰ ἄρθρα, ὅσα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἠθέλησε ν’ ἀναθεωρήσῃ, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἡμέτεροι ὑπολογισμοὶ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἀπολήγουσιν ἀκριβῶς εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπελήξαμεν ἡμεῖς, ἢ, ἐὰν ἀπολήγωσιν εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα, τοῦτο συμβαίνει, ἢ διότι ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀνατρέξῃ καὶ εἰς ἑτέρους πίνακας, ἢ διότι δὲν παρετήρησεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει τὸν φόρον, περὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ ὁποίου ἐκφράζει ἐνδοιασμούς. Τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, μετὰ τὴν βάσανον, ἥτις ἐγένετο, τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην καταλείπουσιν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἔχωσι κατὰ προσέγγισιν, ὅπως τὰ παρεστήσαμεν. Τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἔχωσιν ἄλλως, ὅταν δυνηθῶσι Βουλευταὶ νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσι, τουτέστι νὰ δείξωσι ποῖον ἄρθρον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρεστήσαμεν ὡς δυνάμενα ν’ ἀπενέγκωσιν ηὐξημένην πρόσοδον, ποῖον ἄρθρον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρεστήσαμεν ὡς πιθανὰ ν’ ἀπενέγκωσιν ἠλαττωμένην τινὰ πρόσοδον, ὁρίσαντες καὶ τὴν ἐλάττωσιν, ποῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον παρελείψαμεν, ὑποθέσαντες ὅτι ἤθελεν ἀπενέγκει τὴν αὐτὴν πρόσοδον, δὲν θέλει ἀνταποκριθῆ πρὸς τοὺς ὑπολογισμούς ἡμῶν. Τοῦτο οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευσάντων, φρονίμως ἐργαζόμενοι, ἀπέφυγον, περιορισθέντες εἰς τὴν γενικὴν ἀναλογίαν τοῦ πενταπλασίου καὶ τοῦ ἑπταπλασίου, ἢ εἰς ἄλλας ἀναλογίας, ἐπίσης αὐθαιρέτους, οἱ δὲ ἐπιχειρήσαντες αὐτὸ, πιστεύω, ὅτι τὸ μετενόησαν. Ἀστοχοῦντες ὅμως ἐν τῇ ἀνασκευῇ τῶν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 παρ’ ἡμῶν παραστηθέντων, ἐπιδίδονται εἰς τὴν μελέτην τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887, καὶ ἐν ταύτῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας πάλιν πρωταγωνιστεῖ, διὰ τὸ ἀνενδοίαστον περὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν του. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀναγνωρίζει, ὅτι ἠδυνήθημεν τὸ κυμαῖνον χρέος νὰ καταργήσωμεν, ἀλλὰ τὸ κατηργήσαμεν διὰ δανείου ἐπαχθεστάτου καὶ πρωτοφανοῦς κατ’ αὐτόν. Ἠρώτησε τοὺς κκ. Βουλευτὰς, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ δυνάμενος νὰ ὀνομάσῃ Ἔθνος, συνομολογῆσαν δάνειον συνδεόμενον πρὸς μονοπώλιον. Ἡ μακρά του πεῖρα τὸν ἐδίδαξεν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἐν Εὐρώπῃ ὑπάρχει, συνδέσαν δάνειον πρὸς μονοπώλιον, καὶ ὅμως τὸ γειτνιακὸν ἡμῶν Κράτος, ἡ Ἰταλία, Κράτος ἐκ τῶν ἄριστα κυβερνωμένων οἰκονομικῶς, συνῆψε δάνειον μονοπωλίου, γνωστὸν εἰς πάντα ἀναγνώσαντα δελτίον χρηματικῆς ἀγορᾶς. Τίς ὁ ἀγνοῶν, ὅτι τὰ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἰταλίᾳ διαχειρίζονται ὑπὸ ἑταιρίας, ἥτις ἔχει συμμέτοχον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη συνωμολόγησε κατὰ τὸ 1868 πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν δάνειον ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς διαχειρίσεως τοῦ καπνοῦ, ὀνομαζόμενον δάνειον τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ; Τίς ὁ ἀγνοῶν, ὅτι ἐν Ἱσπανίᾳ ὑπάρχει τὸ δάνειον τοῦ μονοπωλίου τοῦ ὑδραργύρου; Πρωτοφανὲς, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸ δάνειον, μὴ στρέφων τὸ βλέμμα πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Ἱσπανίαν, περιορίζων δ’ αὐτὸ ἐν μόνῃ τῇ Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἑλλάδι πρωτοφανὲς εἶναι τὸ δάνειον, τὸ ἀντικαταστῆσαν ἕτερον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους συνωμολογημένον; Πᾶσαι αἱ παρεχόμεναι διὰ τοῦ δανείου τούτου ἐγγυήσεις, πλὴν μόνον τῶν δύο μᾶλλον ἀσημάντων, τῆς τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῆς προσόδου τῆς σμύριδος, ἦσαν παρακεχωρημέναι ὑπὲρ δανείου, οὐχὶ 135 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ εἴκοσι δύο καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων μόνον. Τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐδέησε νὰ δοθῇ εἰς ἐγγύησιν 22 ἑκατομμυρίων, δι’ οὗ ἠδυνήθημεν, προσθέτοντες τὴν πρόσοδον τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῆς σμύριδος, ν’ ἀποκτήσωμεν οὐχὶ 22½ ἑκατομμυρίων δάνειον προσωρινὸν, ἀλλὰ 135 ἑκατομμυρίων χρεωλυτικὸν, διαρκείας 75 ἐτῶν. Σημειωτέον, ὅτι αἱ νομοθετικαὶ πρόνοιαι περὶ τῶν τοιούτων δανείων δὲν ἐπήγασαν ἐξ ἡμῶν, ἐπήγασαν ἐκ τῶν πολιτικῶν φίλων τοῦ κ. ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ, παρὰ τῶν προϊσταμένων ἢ παρὰ τῶν πρωτοκαθέδρων αὐτοῦ (ἱλαρότης). Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι τοῦ Νόμου, τοῦ κυρώσαντος τὸ δάνειον τῶν 22½ ἑκατομμυρίων, προηγήθη ἕτερος, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, παραχωρῶν ὑπὲρ δανείου, καὶ εἰς ὡρισμένην ἑταιρίαν, οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ πολὺ σπουδαιότερα τούτων, καὶ ἅτινα δὲν ἐπετρέπετο νὰ παραχωρῶνται συνάμα. Ἠδύναντο ἴσως νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἑταιρίαν ἄλλην, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀμοιβαῖος ἔλεγχος, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὴν αὐτὴν ἑταιρίαν. Ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐπιτρέπον τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς ἐγγύησιν δανείου, ἡμεῖς ἐξηγέρθημεν, ὡς Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνων, τῶν ἐπιτρεπόντων, ὅπως ἡ αὐτὴ ἑταιρία, ἥτις θὰ εἶχε τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, ἡ αὐτὴ ἑταιρία ἔχῃ καὶ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ προμηθεύῃ αὐτὴ τὰ τοῦ μονοπωλίου εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ καλλιεργῇ τὰς ἁλυκὰς καὶ νὰ παράγῃ τὸ ἅλας τοῦ μονοπωλίου εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Παρεστήσαμεν, ὅτι τοῦτο ἦτο ὑπερβολικὸν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς ἑταιρίαν ἡ διαχείρισις ἀπέναντι τοῦ ἀγοράζοντος Δημοσίου, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον. Τὴν προμήθειαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τὴν παραγωγὴν τῶν εἰδῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ Κράτος. Ἀφοῦ δὲ τοιαῦτα εἰσηγήσαντο οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἀκούομεν ἤδη παρὰ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι πρωτοφανές τι ἡ εἰς ἑταιρίαν παραχώρησις τοιούτων διαχειρίσεων. Πρωτοφανὲς ἐν Ἑλλάδι, ὅπου εἴχομεν ἐπὶ τῆς ἁγίας δεκάτης, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν ἕτερος βουλευτὴς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ἐνοικιαστὰς τῆς δεκάτης, διαχειριζομένους ἐξουσίαν πολὺ διάφορον τῆς σήμερον ἐπιτραπείσης εἰς τὴν διοίκησιν τῶν μονοπωλίων. Τὸ δάνειον ἄρα τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ ὁποίου κατωρθώθη ἡ παγίωσις τοῦ ἐκκρεμοῦς χρέους, οὐδόλως ἐκαινοτόμησεν. Ὑφίστατο κυμαῖνον χρέος καὶ διαχείρισις μονοπωλίων, παρακεχωρημένη εἰς ἑταιρίαν· σήμερον ἔχομεν διαχείρισιν μονοπωλίων, παρακεχωρημένην εἰς ἑταιρίαν, ἀλλὰ κυμαῖνον χρέος οὐχί. Τοῦτο εἶναι τὸ κέρδος ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, κέρδος ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος εἰς βάρος ἡμῶν. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τὸ μόνον ἐπιβαρύνον τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ ἀφαιροῦν ἀπὸ τῶν εὐεργετικῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο ἀποφέρει τόκον 5,93%, ἄνευ προμηθειῶν, ἄνευ ἐξόδων ἐγγραφῆς ἢ δημοσιεύσεων, ἄνευ οὐδενὸς τῶν συνοδευσάντων πάντα τὰ προηγούμενα δάνεια. Τόκον 5,93% ὀφείλομεν καὶ οὐδὲν πλέον, ἐν ᾧ πάντα τὰ ἄλλα δάνεια καὶ τόκον ἀνώτερον πραγματικὸν ἀποφέρουσι, καὶ δι’ ἄλλων πολλῶν δαπανῶν ἀρχικῶς συνωδεύοντο. Ταῦτα πάντα δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν οἱ κκ. Βουλευταί· ἀλλὰ, λέγουσιν, ἐν τῷ δανείῳ περιείχετο καὶ ἡ ἀγορὰ τῶν πλοίων, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠρύσθησαν οἱ συνομολογήσαντες αὐτὸ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἄλλως δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς ν’ ἀνεύρωμεν, ἀνευρίσκοντες τοὐναντίον, σχετικῶς πρὸς τὰ ἄλλα ἡμῶν δάνεια, ζημίαν· ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ μηδέποτε συνειθίζων νὰ λέγῃ τι κατὰ τῶν ἐναντίων του, χωρὶς νὰ τὸ ὑποβάλλῃ εἰς βάσανον ἐπισταμένην, ἤκουσε παρά τινος, ὁ ὁποῖος ἠγόρασέ ποτε πλοῖα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι αὐτὸς εἶχε πληροφορίας, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀγορασθῶσι τὰ θωρηκτὰ καὶ ἀντὶ 16 μόνον ἑκατομμυρίων. Τοῦτο δὲν ἐπανέλαβεν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ τὸ εἶπεν εἰς τὸν μετ’ αὐτοῦ συνομιλήσαντα καὶ δημοσιεύσαντα, τῇ ἀδείᾳ βεβαίως αὐτοῦ, τὰ τῆς συνομιλίας του. Περὶ τῶν πλοίων συμφωνία ἐγένετο, ὅτε οὐδὲ ἰδέα κἂν περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὑπῆρχεν, ἐγένετο δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1884, διαγωνισμοῦ ἐγκριθέντος ὑπὸ Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἰταλίας μετακληθέντος ναυπηγοῦ Βίνια, καὶ ἀπολήξαντος ὑπὲρ αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας, πρὸς ἣν ἡ συμφωνία. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ τοῦτο ἀποδεικνύοντα, ὁ δὲ θέλων ν’ ἀναιρέσῃ τοῦτο, πρέπει ἐπὶ τῶν ἐγγράφων νὰ στηρίξῃ τὴν ἀμφισβήτησιν. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα τρανῶς λέγουσιν, ὅτι ὁ λαβὼν τὸ γέρας ἐν τῷ διαγωνισμῷ τοῦ 1884, αὐτὸς συνεβλήθη ἤδη περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων ἐπὶ ταῖς αὐταῖς βάσεσι τοῦ διαγωνισμοῦ, βελτιωμέναις ὅμως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, βελτιωμέναις διὰ τοῦ ὅρου, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει διαφορὰ τιμῶν σήμερον πρὸς τὰς τότε ἐπὶ ἔλαττον, γίνεται ἔκπτωσις· ἐπίσης γίνεται ἔκπτωσις, ὁσάκις ἡ διατίμησις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἦναι συμφερωτέρα. Ἀλλὰ τὰ τιμολόγια τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας, ὑποθέτουσι καὶ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἐπισκοποῦσαν τὰ τῆς ἐκτελέσεως. Τοῦτο ὑπερβαίνει τὸ μέτρον τῆς ἐμῆς ἐκτιμήσεως. Θὰ ἐπισκοπήσωμεν καὶ ἡμεῖς, τῇ συνδρομῇ μάλιστα καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ἐπιτηρήσει τὴν κατασκευὴν, ὅσον καὶ τὴν τῶν ἰδίων, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτηρήσωμεν αὐστηρῶς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀξιώσωμεν παρ’ ἑταιρίας περαιτέρω ἔκπτωσιν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἐπιβλέψωμεν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτας ἐπετύχομεν ἐλαττώσεις, δὲν περιωρίσθημεν εἰς αὐτάς. Αὗται θὰ ἦσαν αἱ μόναι ἐλαττώσεις, ἂν μὴ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Πραγματοποιηθέντος ὅμως τοῦ δανείου, ἠδυνήθημεν, περιλαμβάνοντες ἐν αὐτῷ τὰς συμφωνίας περὶ τῶν πλοίων, ν’ ἀποκτήσωμεν ἐλάττωσιν 2 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῆς τιμῆς, ν’ ἀποκτήσωμεν ἐλάττωσιν ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν καί τι πλέον ἐπὶ τοῦ τόκου, ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν παρέκτασιν τοῦ χρεωλυσίου ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν εἰς ἑβδομήκοντα πέντε ἔτη. Πάντα ταῦτα, τὰ ἐπιτευχθέντα διὰ τοῦ συνδυασμοῦ μετὰ τοῦ τῶν 135 ἑκατομμυρίων δανείου, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐξωδίκως, πάντα ταῦτα, λέγει, δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν ἄλλως, εἰμὴ δι’ ἐπιβολῆς τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον σᾶς ἠνάγκασαν νὰ λάβητε ἐκ τοῦ δανείου τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν, ὅπως ἀποκτήσητε τὰ πλοῖα, κατὰ δύο ἑκατομμύρια εὐθηνότερα, ὅπως πληρώσητε τόκον μικρότερον, ὅπως σᾶς δοθῇ χρεώλυτρον μακρότερον. Ταῦτα δὲ πάντα καθιστῶσι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ ὁποίου κατωρθώσαμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ κυμαίνοντος χρέους, πάντα ταῦτα καθιστῶσι τὸ δάνειον τοῦτο, οὐ μόνον δῶρον ἄδωρον, ἀλλὰ νέαν πληγὴν τοῦ Κράτους. Δὲν κατωρθώσαμεν δὲ διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων μόνον τὴν κατάργησιν τοῦ κυμαίνοντος χρέους, κατωρθώσαμεν καὶ ἀνακούφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον τοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ δὴ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, περὶ οὗ ἤδη πραγματευόμεθα. Ὑπῆρχον βεβαίως ἐν ταῖς ἐκ τοῦ δανείου ὠφελείαις, ταῖς ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τινὲς, αἵτινες δὲν θέλουσι παρουσιασθῆ ἐκ δευτέρου· ὑπῆρχον ὅμως τινὲς, αἵτινες εἶναι διηνεκεῖς, αὗται δι’ ἀνέρχονται εἰς ποσὸν 3,335,000 κατ’ ἔτος. Κατὰ 3,335,000 ἐλαττοῦται ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Ἀλλ’ οἱ κκ. Βουλευταί, ἀναζητοῦντες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ἀνευρίσκουσιν ἐλάττωσιν μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἀποφαίνονται, ὅτι μόνον ἓν ἑκατομμύριον εἶναι τὸ κέρδος τὸ διηνεκές. Τοῦτο κατ’ αὐτοὺς δὲν εἶναι ἐπαρκές. Διατὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 ἀναγράφει ἐλάττωσιν μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἐνῷ ἡ πραγματικὴ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι 3,335,000; Διότι, ἂν δὲν εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1888 θὰ ἦσαν ἐπιβεβαρυμένα διὰ ποσῶν, δι’ ὧν δὲν θὰ ἦτο ἐπιβεβαρυμένος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Παρέστησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι αἱ διαχειρίσεις τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν ἀφῆκαν ἐλλείμματα 120,000,000, ὅτι ἀπέναντι τῶν ἐλλειμμάτων τούτων εἴχομεν καὶ ποσά τινα, οὐχὶ ὅμως ὅσα ἀπῃτοῦντο, ἵνα καλύψωσι τὰ ἀμέσως ἀπαιτητά. Ἀλλὰ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα τὰ ἀνεπαρκῆ ποῖά τινα ἦσαν; Ἦσαν ὑπόλοιπον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦσαν τὰ κερματικὰ γραμμάτια, ἦσαν ἔντοκα γραμμάτια, μήπω διατεθέντα. Πάντα ταῦτα ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν μέρος τῶν ἐλλειμμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος, ἐκ τῆς διαθέσεως δὲ ταύτης ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, ἂν μὴ εἶχε ληφθῆ ἄλλη τις πρόνοια, ἤθελε παρουσιάσει ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους αὔξησιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οὕτω διατεθέντων. Ἤδη, χάρις εἰς τὸ δάνειον, οὐ μόνον ἡ αὔξησις αὕτη προελήφθη, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς προϋπαρχούσης δαπάνης ἔχομεν ἐλάττωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀφοῦ περιελάβομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς πρώτης δόσεως τῶν πλοίων ἐκ 5,600,000.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατετέθη ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἴχετε προειδοποιήσει, τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐκ τοῦ δανείου;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατετέθη μετ’ ἄλλων ἐγγράφων, ἄνευ ἐντολῆς πρὸς δημοσίευσιν.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ διευκρινισθῇ αὐτὸ τὸ μέρος.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖον;
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ αἱ ὠφέλειαι, αἱ προκύψασαι ἐκ τοῦ δανείου, νὰ διευκρινισθῶσι.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ δημοσιεύσωμεν τὸν πίνακα, διασαφηνίζοντα τὰς ὠφελείας τὰς ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως ἢ τῆς τροπῆς τῶν τριῶν χρεωλυτικῶν δανείων, τὰς ἐκ τῆς ἀποτίσεως τῶν προσωρινῶν δανείων, καὶ ἐν γένει τὰς ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀνεγεγραμμένα ἐν πίνακι, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐπιδείξει εἰς τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις ὅμως ἀγνοῶ ἂν ἐδημοσιεύθη. Ἔχομεν ἄρα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 ἐν ἰσοζυγίῳ, ἔχομεν διαχείρισιν, ἐξ ἧς ἐξέλιπε πᾶν τὸ κυμαῖνον χρέος, θὰ ὑπετίθετο ἄρα, ὡς παρετήρησα καὶ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ μου ὁμιλίᾳ, ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν καθ’ ὅλα ὁμαλά, καὶ ὅμως ὑπολείπεται δυσχέρεια μεγίστη, ἡ τῆς προμηθείας μεταλλικοῦ πρὸς πληρωμὴν ἐκείνων τῶν ὀφειλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι πάντα τὰ ἔσοδα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ πρὸς τὰ ἔξοδα ἰσοζύγιον, εἶναι ἔσοδα τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔξοδον διαφορᾶς συναλλάγματος πρὸς τὴν ἀπόκτησιν μεταλλικοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον καὶ διὰ τῆς δαπάνης ταύτης νὰ προμηθευθῶμεν τὸ μεταλλικόν. Περὶ τοῦτο ἄρα ὑπολείπεται ἔτι κενόν τι ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς μέχρι τοῦδε, καὶ ζήτημα ὑφίσταται, κατὰ τίνα τρόπον ἐργαζόμενοι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναπληρώσωμεν καὶ τὸ κενὸν τοῦτο. Ἄρα ἀναστέλλοντες τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου, εἴτε ὀνομάσωμεν τὴν ἀναστολὴν χρεωκοπίαν, εἴτε πτώχευσιν, εἴτε ὀνομάσωμεν αὐτὴν δωρεὰν πρὸς τοὺς πιστωτάς; Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς καταναγκαστικῆς τοῦ χρεωλυσίου, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν καλέσει κατόπιν τοὺς πιστωτὰς νὰ κυρώσωσιν ἐν γενικῇ συνελεύσει, διορίζοντες ἴσως καὶ συνδίκους; διὰ τοιαύτης κυρώσεως ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ; Διὰ τοῦ τοιούτου μέτρου τί ἠθέλομεν ἐπιτύχει; Τὴν ἀπόκτησιν 4,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως, ὁποῖον ὑμεῖς τὸ παριστᾶτε. Ὑμεῖς παριστᾶτε ἔλλειμμα χρήσεως 15,000,000, καὶ τοῦτο μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν ἡμῶν μέτρων· ἂν δὲ καταργήσητε καὶ τὰ φορολογικὰ ἡμῶν μέτρα, τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι 37 ἑκατομμύρια, διότι ὑποθέτω, ὅτι 22 ἑκατομμύρια εἶναι ἡ πρόσοδος τῶν φορολογικῶν τούτων μέτρων, προστιθεμένου δ’ εἰς αὐτὰ καὶ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον καταγινώσκετε, ἔχομεν 37 ἑκατομμύρια. Πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτῶν προτείνετε τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, τουτέστι τὴν οἰκονομίαν 4 ἑκατομμυρίων, μεθ’ ὃ τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς 32 ἑκατομμύρια. Περὶ τούτου οὐδὲν προτείνετε. Ἀλλ’ ἀφίνω τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα, διότι ὀλίγοι εἶναι οἱ πιστεύοντες, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα 15 ἑκατομμυρίων, ὀλίγοι εἶναι οἱ πιστεύοντες, ὅτι, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὰ πράγματα, θέλετε καταργήσει τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, ὀλίγοι εἶναι οἱ πιστεύοντες, ὅτι θὰ ἔλθητε προσεχῶς εἰς τὰ πράγματα.... (Ἱλαρότης γενικὴ καὶ παρατεταμένη). Ἤδη δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1887, εἶπον περὶ αὐτοῦ ἱκανὰ, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887, εἶπον περὶ ταύτης ἱκανὰ, ὁμιλῶ περὶ τῆς δυσχερείας τῆς ὑπολειπομένης πρὸς εὕρεσιν μεταλλικοῦ, καὶ ὡς πρὸς ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀναφέρω καὶ τὴν λύσιν τὴν προταθεῖσαν, τὴν διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου. Ὡς πρὸς ταύτην τὴν δυσχέρειαν, παραλειπομένων τῶν ἄλλων, δύναται νὰ συντελέσῃ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου; Δὲν ὁμιλῶ ἤδη περὶ τῶν ἄλλων ἀποτελεσμάτων τοῦ μέτρου τούτου· ὑποθέτω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θέλει ἐκληφθῆ ὡς χρεωκοπία, δὲν θέλει ἐκληφθῆ ὡς πτώχευσις, ὅτι δὲν θέλομεν ἐκληφθῆ ὡς συναλλαττόμενοι πρὸς τὴν Συνέλευσιν, διορίσασαν συνδίκους, ἀλλὰ θέλομεν θεωρηθῆ ὡς χαρισθέντες πρὸς τοὺς δανειστὰς, οἵτινες δὲν ἐννοοῦσι τὸ ἴδιον συμφέρον, καὶ ἐξαναγκάσαντες αὐτοὺς νὰ τὸ ἐννοήσωσι, τί θ’ ἀποκτήσωμεν ἐκ τοῦ τοιούτου ἐξαναγκασμοῦ; Οἰκονομίαν 4 ἑκατομμυρίων μεταλλικοῦ. Πόσου μεταλλικοῦ δεόμεθα κατ’ ἔτος; Δεόμεθα 25 ἑκατομμυρίων. Πῶς θὰ προμηθευθῶμεν τὰ μετὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν 4 ἑκατομμυρίων ὑπολειπόμενα 21 ἑκατομμύρια; Ἆρα θὰ τὰ προμηθευθῶμεν διὰ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν θὰ παραγάγωσιν αἱ ἐντυπώσεις, αἱ ἐκ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου, ἀφοῦ τὰ ἄλλα μέτρα, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον πέρυσιν ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῷ ζητήματι τῆς προμηθείας μεταλλικοῦ, δὲν χωροῦσι; Προέτεινε τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας τῶν μοναστηρίων, ἀλλὰ τὸ προϊὸν, μηδαμινὸν σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνάγκην, θὰ ἦτο εἰς γραμμάτια, ἡμεῖς δὲ ζητοῦμεν μεταλλικόν. Ἔχομεν δὲ ἀνάγκην 25 ἑκατομμυρίων, καὶ εὕρομεν μόνον 4 ἑκατομμύρια διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου. Πῶς προμηθεύεσθε τὰ ἄλλα; Ἡμεῖς ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν διαγεγραμμένον σύστημα ἐνεργείας, ἠθέλομεν ὅμως νὰ γινώσκωμεν, μετὰ τόσων ἡμερῶν συζήτησιν, ὁποίαν ἰδέαν ἔχετε καὶ ὑμεῖς. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὴν κλεῖδα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος παρέχει ἡ πίστις καὶ ἡ δι’ αὐτῆς ἐπιτευχθησομένη βαθμιαίως ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, προσωρινὰς δὲ λύσεις ζητοῦμεν καὶ ἐπιτυγχάνομεν διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τῶν στηριζομένων ἐπὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῆς παραγομένης ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἡμετέρα ἰδέα, ἡ πλάνη καθ’ ὑμᾶς· ἀλλ’ εἴχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι θὰ ἠκούομεν καὶ γνώμην τινὰ ἀντίθετον, ὅτι τὸ κενὸν τοῦτο τῶν 21 ἑκατομμυρίων μεταλλικοῦ θὰ ἐμανθάνομεν κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνασθε νὰ ἀναπληρώσητε, διότι ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι σπουδάζοντες ἐπαγγέλλεσθε, ὅτι δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ 4 ἑκατομμυρίων, καὶ τούτων ἀποκτωμένων διὰ πράξεως, τὴν ὁποίαν πᾶς ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἀποκαλεῖ χρεωκοπίαν.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὴν ὁποίαν παρεδέχθητε, παραδεχθέντες τὴν ἀρχὴν τῆς διαπραγματεύσεως μετὰ τῶν δανειστῶν.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡσανεὶ ἡ ἐλευθέρα διαπραγμάτευσις ἔχῃ τινὰ σχέσιν πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ ἀστοχήσαντος ὀφειλέτου. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐλευθέρας συμφωνίας πρὸς τὸν πιστωτὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οὗτος θέλει παραιτήσῃ τι ἄνευ ἀνταλλάγματος, διότι τὸ χρεωλύσιον καὶ ὡς ἀπόδοσις κεφαλαίου ἔχει ἀξίαν, ἀλλ’ ἔχει ἀξίαν καὶ ἐκ τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτῷ μεριδίου τόκου. Τοῦ δανείου πραγματοποιουμένου ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας, καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ ἴσῳ πρὸς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ καταβληθέντος πραγματικοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ ἀποδιδομένου διὰ τοῦ χρεωλυσίου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου εἶναι τόκος. Καταργοῦντες ἄρα ἢ ἀναστέλλοντες τὸ χρεωλύσιον, οὐ μόνον ἀφαιρεῖτε τὴν ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου ἐγγύησιν τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἀφαιρεῖτε καὶ τὸν τόκον, τὸν περιλαμβανόμενον ἐν τῷ χρεωλυσίῳ. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πιστωτὴς, ὅστις, ἐλευθέρως συναλλαττόμενος πρὸς ὑμᾶς, ἤθελε παραδεχθῇ τὴν κατάργησιν ταύτην ἄνευ ἀνταλλάγματος; Ἡμεῖς προσφέρομεν τὸ ἀντάλλαγμα, ἢ ποιούμεθα χρῆσιν τῶν ἐκ τῶν καταστατικῶν τῶν δανείων ἀποῤῥεόντων δικαιωμάτων, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν πάντα τὰ Κράτη, καὶ τῶν ὁποίων μὴ ποιοῦντα χρῆσιν θεωροῦνται, ὅτι ἀδικοῦσι τὸν φορολογούμενον. Στηριζόμενοι εἰς τὸν καταστατικὸν Νόμον παντὸς δανείου, δύνασθε ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ εἴπητε πρὸς τὸν δανειστήν: «ἐλθὲ νὰ λάβῃς τὸ κεφάλαιόν σου· ἐὰν δὲν θέλῃς τὸ κεφάλαιόν σου καὶ θέλῃς νὰ ἐξακολουθῇς πιστωτής μου, θὰ ὑποκύψῃς εἰς πάντα, ὅσα ἐγὼ σοὶ ὑπαγορεύω· ἐὰν πάλιν δὲν θέλῃς νὰ ὑποκύψῃς εἰς ταῦτα, ἰδοὺ τὸ κεφάλαιόν σου.» Ἀλλὰ, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τοιαῦτα πρὸς τὸν δανειστὴν, πρέπει νὰ πραγματοποιήσωμεν ἕτερον δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχωμεν τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανειστοῦ, τοῦ μὴ θέλοντος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ἀναστολὰς τοῦ χρεωλυσίου καὶ εἰς τὰς ἄλλας τροποποιήσεις τοῦ δανείου. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ καταναγκασμοῦ καὶ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς. Ὁ ἐλευθέρως συναλλαττόμενος στηρίζεται εἰς τὴν καταστατικὴν διάταξιν τῶν δανείων, καθ’ ἣν δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν δανειστήν: «δὲν θέλω πλέον νὰ σὲ ἔχω δανειστὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καὶ ἐλθὲ νὰ λάβῃς τὸ κεφάλαιόν σου. Θέλεις νὰ ἦσαι δανειστής μου; θὰ σοὶ ὑπαγορεύσω ἐγὼ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου.» Ὅταν ὅμως δὲν προσφέρω τὸ κεφάλαιον εἰς τὸν δανειστὴν, ἵνα παύσῃ ὢν πιστωτής μου, ποία εἶναι ἡ ἀπέναντι τοῦ πιστωτοῦ θέσις μου, λέγοντος πρὸς αὐτόν: δέν σοι πληρόνω, εἴτε τὸν τόκον, εἴτε τὸ χρεωλύσιον; Τοῦτο τότε δύναμαι νὰ τῷ εἴπω, ὅταν προσφέρω αὐτῷ τὸ κεφάλαιον, λέγω συνάμα: δὲν θέλω πλέον νὰ ἦσαι δανειστής μου. Ἂν ὅμως δὲν κρατῶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ χειρὶ τὸ χρῆμα, τὸ ἀναγκαῖον, ἵνα δύνωμαι νὰ τῷ εἴπω: «λάβε, δὲν εἶσαι πιστωτής μου», ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὀφειλέτην τὸν λέγοντα «δὲν σὲ πληρόνω», ἀπαντᾷ: «εἶσαι χρεωκόπος». Ἡμεῖς τῷ ὄντι ἤλθομεν εἰς συνεννοήσεις πρὸς τοὺς δυναμένους ν’ ἀκουσθῶσι παρὰ δανειστῶν ὡρισμένων δανείων, καὶ τοῖς προσηνέγκομεν ἀνταλλάγματα· τοῖς εἴπομεν: δέχεσθε ἀναστολὴ χρεωλυσίου, αὐξανομένου εἴτε τοῦ κεφαλαίου, εἴτε τοῦ τόκου τοῦ δανείου; Ἐπράξαμεν τοῦτο κατόπιν ὑπολογισμῶν, καθ’ οὓς θὰ εἶχε καὶ τὸ Δημόσιον ἐν τούτῳ κέρδος. Τοῖς εἴπομεν ταῦτα, καὶ ἠκούσαμεν: «ἐὰν προσφέρετε ἀντάλλαγμα ἴσον πρὸς τὴν θυσίαν, εἴμεθα διατεθειμένοι πρὸς διαπραγμάτευσιν»· καὶ προέβημεν εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν· καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ τοιούτων βάσεων, ὡς πρός τινα δάνεια, νὰ φθάσωμεν εἰς συμφωνίαν· ὡς πρὸς ἄλλα δάνεια, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς συμφωνίαν διὰ συνομολογήσεως δανείων ἄλλων ἐπὶ βελτίωσιν ὅροις, ὡς ἐγένετο ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135,000,000, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τοὺς ἐξοφλήσωμεν, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ τοῖς ὑπαγορεύσωμεν. Πάντα ταῦτα ἐγένοντο καὶ γίνονται. Ἀλλὰ διατὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι καὶ νὰ γίνωνται; Διότι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται καθ’ ὑμᾶς, δὲν εἶναι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ὑπολειπόμενον καθ’ ἡμᾶς. Διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι θεμέλιον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἔπρεπε νὰ θέσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι χάριν τοῦ ἰσοζυγίου ἔπρεπε νὰ γίνῃ πᾶσα θυσία παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ θυσία δὲν θὰ ἦτο μόνον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καίτοι τοῦτο θὰ ἤρκει, ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὴν ἀμέσως καὶ ἐμμέσως. Θὰ ἦτο ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀμέσως, ὡς ἐμπορευομένων, διότι ὁ ἐμπορευόμενος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐξ αὐτοῦ παραγομένης πίστεως θὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ πολὺ ἐπωφελέστερον ἢ ὅσον θὰ ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰς ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο διαρκὲς ἐν Ἑλλάδι, ἐάν ποτε ἠδύνατο νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου. Εἶναι ὅμως ὠφέλιμος, ὄχι ἀμέσως μόνον, εἶναι ὠφέλιμος καὶ ἐμμέσως κατὰ παντοίους τρόπους. Ἀκούετε συνεχῶς ἐν τῇ Βουλῇ λόγον γινόμενον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἰδίως περὶ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως τῆς Θεσσαλίας, περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς κοίτης τῶν ποταμῶν καὶ τῶν χειμάῤῥων, ἀκούετε λόγον συνεχῶς γινόμενον περὶ τῆς ἀνάγκης κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς Τραπέζης, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς περιστολῆς, ἐν ὅσῳ αὕτη ὑφίσταται, τῶν συνεπειῶν τοῦ πλεονασμοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τούτων προϋποθέτει τὴν πίστιν, ἡ δὲ πίστις τὸ ἰσοζύγιον, τὸ δὲ ἰσοζύγιον τὴν βαρεῖαν φορολογίαν. Αὕτη εἶναι ἡ σειρὰ τῶν σκέψεων, ἀμείλικτος εἱρμὸς λογικός, τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ παραγνωρίσητε οὐδ’ ἐν τῷ συνόλῳ, οὐδὲ μερικῶς, διότι εἷς ἕκαστος τῶν κρίκων εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὴν συνοχὴν τῆς ἁλύσεως. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ὡρισμένην τινὰ ἐργασίαν κακῶς διεξηγάγομεν, ἔλθετε νὰ συζητήσητε περὶ τῆς ἐργασίας ταύτης· ἐὰν περὶ τῶν πλοίων θεωρῆτε, ὅτι κακῶς διεξηγάγομεν τὰς διαπραγματεύσεις, ἔλθετε νὰ συζητήσητε περὶ τούτων, ἀφοῦ πάντα τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν· μὴ συζητεῖτε ὅμως περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκτήσεως τῶν πλοίων, μὴ συζητεῖτε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ πίστις ν’ ἀποκατασταθῇ ἀκεραία· μὴ ἔρχεσθε προτείνοντες μέτρα ἀνεπαρκῆ, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἀνεπαρκείας θὰ κατέστρεφον τὴν πίστιν, ἂν μὴ ἀνέτρεπον αὐτὴν ἄρδην, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν. Ἀφοῦ περὶ πάντων τούτων ὡμίλησαν οἱ ἀγορεύσαντες, ἀφοῦ κατενόησαν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς συμπεράσματα θετικὰ, ἀντίθετα πρὸς τοὺς θετικοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς προσηγάγομεν, ἀπέληξαν εἰς τοῦτο, ὅτι ἴσως ἐπὶ τέλους ἐπιδείξητε καὶ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ πῶς τὸ ἀποκτᾶτε; Τὸ ἀποκτᾶτε διὰ τῆς καταπονήσεως τῶν ζωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ἡ χώρα βαίνει φθίνουσα, τὰ δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, ἐπαυξάνουσι τὴν φθίσιν καὶ ἐπισπεύδουσι τὸν ὄλεθρον. Περὶ δύο δυνάμεων τῆς χώρας πρέπει νὰ πεισθῶμεν· πρέπει νὰ πεισθῶμεν περὶ τῆς ὑλικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, πρέπει νὰ πεισθῶμεν περὶ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Ἤδη προέβημεν ἱκανῶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἵνα καὶ περὶ τούτου καὶ περὶ ἐκείνου δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει· ἤδη τὰ φορολογικὰ ἡμῶν μέτρα ἐφηρμόσθησαν ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα φανῶσι τὰ σημεῖα τῆς καταπονήσεως, ἐὰν καταπόνησις ὑπάρχῃ. Ὁ Νόμος, ὅστις ἰδίως ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπολιτευομένων, τῶν ἐπικρινόντων, εἶναι ὁ Νόμος περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου. «Δι’ αὐτοῦ,» εἶπον, «ἀφαιρεῖτε πᾶσαν ἰκμάδα ἀπὸ τῆς χώρας· ἡ χώρα δὲν θὰ δυνηθῇ ἐπὶ πολὺν χρόνον τοιούτους φόρους νὰ πληρόνῃ· ναί, ἠδυνήθητε ἴσως, χάρις εἰς τὸ δασμολόγιον, νὰ πραγματοποιήσητε τὸ ἰσοζύγιον, ἤ, ὅπως δήποτε, ἐὰν δὲν τὸ ἐπραγματοποιήσατε, νὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθητε κατὰ τὸ 1887, θὰ τὸ δυνηθῆτε κατὰ τὸ 1888;» Ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν φόρον, ὅπως τὸν ἐξήτασαν οἱ κκ. Βουλευταί, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν καλῶς τὸν ἐξήτασαν, καὶ ἂν τὰ ὀρθὰ συμπεράσματα, τὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἦναι τοιαῦτα, ὁποῖα αὐτοὶ τὰ παριστῶσιν, ὡς ἐκ τῆς ἰδίας ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξήτασαν τοὺς πίνακας, ἢ ἂν ἦναι τὰ ἐναντία, ὡς ἐκ τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν θέλω παραστήσει εἰς ὑμᾶς, καὶ ἥτις, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἀληθής. Οἱ πίνακες οὗτοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς προσόδου τῶν ἐτῶν 1883, 1884, 1885, οἱ δὲ κ. κ. βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον: τί προσεθέσατε εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν, τὸν ὁποῖον ἐθέσατε ὡς βάσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σας; Προσεθέσατε 12¼% τὰ τῶν προκατόχων, 19⅓% τὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου, 15% διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ μεταλλικοῦ. Πάντα ταῦτα τὰ λαμβάνετε κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἤδη παρουσιάζετε, τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἢ μᾶλλον τῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν ἔχομεν καὶ νέα ἀποτελέσματα, ἐπίσης εὐνοϊκὰ, ὅπως καὶ τὰ τότε ὑποβληθέντα; Δὲν τὰ λαμβάνετε, λέγουσι, διότι ὑμεῖς αὐτοὶ ὡμολογήσατε, ὅτι ἐπὶ 28,500,000 πραγματοποιοῦνται ἐπὶ ἔλαττον 1,400, 000· δὲν ἠξεύρομεν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ἐὰν ἡ ἐλάττωσις αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη, διότι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον εἴχομεν εἰσπράξεις ἐξ εἰσαγωγῆς ὑπεράνω τῆς ἀναλογίας 400,000 δραχμῶν, δὲν εἶναι δὲ ἀδύνατον καὶ ἄλλοι μῆνες νὰ μᾶς δώσωσιν ὑπεράνω τῆς ἀναλογίας ποσά τινα, τὰ ὁποῖα θέλουσι κατὰ τοσοῦτον ἐλαττώσει τὸ ἀφαιρετέον ποσόν. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὸ ποσὸν θέλει μείνει τὸ αὐτό· ἄρα αἱ σκέψεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν στηρίζονται ἐπὶ ἀκριβοῦς βάσεως; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ λέγουσιν: ἀφοῦ ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν ἐτῶν 1883, 1884 καὶ 1885 ἐπηυξήθη κατὰ τόσον τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἔπρεπεν, οὕτως ἐπαυξηθέντος τοῦ φόρου, νὰ ἔχητε 28,500,000, ἔχοντες 28,500,000 μεῖον 1,400,000, καίτοι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττετε, εἶναι κατὰ 12,000,000 ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράξατε κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἡ πρόσοδος ἦτο 15,000,000, ἐνῷ σήμερον εἶναι 27,000,000, καίτοι εἶναι τοσοῦτον ἀνώτερον, δὲν εἶναι ὅμως ἴσον πρὸς τὸν μέσον ὅρον, προσηυξημένον διὰ τοῦ ποσοστοῦ τῆς νέας φορολογίας. Ἡ προσαύξησις ἐπραγματοποιήθη μὲν κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ οὐχὶ ὁλόκληρος, ἡ δὲ διαφορὰ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν διετηρήθη ἡ κατανάλωσις εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς τριετίας, ηὔξησε σπουδαίως ἡ κατανάλωσις, ἥτις κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς ἔβαινον ἐλαττουμένη, καίτοι δὲν εἶχον ἔτι εἰσαχθῆ οἱ νέοι φόροι· κατὰ τὸ 1883 ἦτο 20,000,000 ἡ πρόσοδος, κατὰ τὸ 1884 ἦτο 19,000,000 ἡ πρόσοδος, κατὰ τὸ 1885 ἦτο 15,000,000 ἡ πρόσοδος. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἀναφέρω μόνον πρὸς πληροφορίαν· δέχομαι τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν μέσον ὅρον, οἷος παρεστήθη, καὶ λέγω, ὅτι διατηρεῖται ἀμείωτος ἡ τοῦ μέσου ὅρου κατανάλωσις· διότι οἱ κ. κ. Βουλευταὶ δὲν ἐμελέτησαν τοὺς πίνακας τούτους ἐνδελεχῶς, δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὰς ἐπὶ ἔλαττον μεταῤῥυθμίσεις, ὅπως ἀπέβλεψαν εἰς τὰς ἐπὶ πλέον, ὑπολογίσαντες μόνον ταύτας. «Προσεθέσατε», λέγουσι, «τὸ 12¼% καὶ τὸ 19⅓% καὶ τὸ 15%»· ἀλλὰ τί διὰ Νόμου ἀφηρέθη; Περὶ τούτου οὐδὲν λέγουσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ καὶ οὐδὲν ὑπολογίζουσι λόγῳ τῶν τοιούτων ἀφαιρέσεων....
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀναφέρει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦτο.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν τὰ ἑρμηνεύει, ἀλλὰ τὰ ἀναγράφει, εἰς ὑμᾶς δὲ ἀνήκει νὰ ἀνεύρητε ἐν αὐτῷ καὶ νὰ ὑπολογίσητε τὰ ἀφαιρετέα. Ἀφηρέθη δὲ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν λείπει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ Προϋπολογισμὸς τὸ ἀναγράφει ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἐν τοῖς τελωνειακοῖς, ἐν τῷ μέσῳ ὅρῳ τοῦ 1883, 1884 καὶ 1885, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 1,300,000 διὰ τὸ 1883 καὶ 1884, καθ’ ἃ τὸ πετρέλαιον ἀπέδιδε τέλη εἰσαγωγῆς, ἐνῷ ἤδη ἀποδίδει πρόσοδον ἐκ μονοπωλίου· ἀφαιρετέα προσέτι τὰ κατὰ τὸ δασμολόγιον τοῦ 1884 ἀτελῆ, ἅτινα κατὰ τὸ 1883 ἐδασμολογοῦντο, καὶ πάλιν ἤδη ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν, ὁποῖος ὁ τοῦ 1883. Ἀφοῦ λογίζομεν ἐν τῇ προσθετέᾳ ἀναλογίᾳ τὸν ἐκ νέου εἰσαχθέντα δασμὸν ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ δασμολόγιον τοῦ 1884 ἀτελῶν, δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἀναλογίαν τοῦ δασμοῦ τούτου ἐκ τῆς προσόδου τοῦ 1883. Ὅταν τὰς ἀφαιρέσεις ταύτας πραγματοποιήσητε ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου, εὑρίσκετε, ὅτι ὄχι μόνον τὸ 1,400,000 ἐπὶ ἔλαττον καλύπτεται, ἀλλ’ ὅτι ἀπεναντίας ὑπάρχει καὶ αὔξησις καταναλώσεως. Ταῦτα περὶ τῶν τελωνειακῶν. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει οἵαν δήποτε ἄλλην πρόσοδον, λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου. Ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, μοὶ φαίνεται, δεικνύει τὴν ζωηρότητα τῆς ἐμπορικῆς καὶ τῆς βιομηχανικῆς κινήσεως. Ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ὑπῆρχον τὰ αὐτὰ τέλη, τί παρουσιάζει; Καθ’ ἕκαστον μῆνα παρουσιάζει αὔξησιν, καὶ ὄχι μόνον αὔξησιν μηνὸς τοῦ 1887 πρὸς μῆνα τοῦ ἔτους 1886, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἔτει 1887 βλέπομεν προβαίνουσαν βελτίωσιν. Καὶ μετὰ τοιαῦτα φαινόμενα, λέγετε, ὅτι ὁ Τόπος καταπονεῖται! Ἡ καταπόνησις τοῦ Τόπου μαρτυρεῖται ἐκ τῆς μεγαλειτέρας κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς καὶ τῆς βιομηχανικῆς, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου; Ποῦ ἐν τῷ φόρῳ τοῦ χαρτοσήμου, ποῦ ἐν τοῖς τελωνειακοῖς, ποῦ ἐν ταῖς προσόδοις τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ποῦ ἀνευρίσκετε σημεῖον φθινούσης βιομηχανίας, φθινούσης παραγωγῆς ἐν τῇ χώρᾳ; Ἄρα λέγω, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς εὐδαιμονίας, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν πάσχει καὶ βιομηχανικῶς καὶ γεωργικῶς; Βεβαίως δὲν λέγω τοῦτο· λέγω, ὅτι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐλλείπουσι πολλὰ τῶν ἀποτελούντων τὴν εὐδαιμονίαν ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ λέγω συνάμα, ὅτι πρόοδος ὑφίσταται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ὅτι πρόοδος ὑφίσταται, ὅση καὶ ἐν ταῖς χώραις ταῖς εὐδαιμονούσαις. Ὅταν δὲ ὑπάρχῃ πρόοδος, ἡ ἀφετηρία δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν. Πολυσήμαντον δὲν εἶναι τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀναχωροῦμεν, εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον βαίνομεν, καὶ ἡ βεβαιότης καὶ ἡ ταχύτης, μεθ’ ἧς βαίνομεν πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἀφ’ ὅτου δ’ ἐπεβλήθη νέα φορολογία, δὲν βλέπομεν τὸ βῆμα κλονιζόμενον, δὲν βλέπομεν τὴν ταχύτητα τῆς εἰς τὰ πρόσω πορείας τοῦ Κράτους ἀνακοπεῖσαν, τοὐναντίον βλέπομεν τὸ βῆμα γοργότερον, οὐχὶ βεβαίως ἕνεκα τῆς ἀμέσου ἐπηρείας τῶν φόρων, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἢ νὰ ᾖ βλαπτικὴ, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐμμέσου ἐπηρείας τῶν φόρων, διὰ τῶν ἀγαθῶν τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐργασίας, ἅτινα μαρτυροῦσι καὶ αἱ τελωνειακαὶ πρόσοδοι, καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ χαρτοσήμου, καὶ αἱ πρόσοδοι τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ τόσαι ἄλλαι, συνεχῶς αὔξουσαι. Αὐτὸ τὸ ταχυδρομεῖον, αὐτὸ τὸ τηλεγραφεῖον, τί ἄλλο μαρτυροῦσιν ἢ κίνησιν ἐν τῇ χώρᾳ, ἢ ἐργασίαν, ἢ δρᾶσιν πρὸς παραγωγήν;...
§69ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ μεγάλη τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου ἔφεραν αὐτά.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ μεγάλη τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου παράγει ταῦτα, λέγει ὁ κύριος Βουλευτής. Βεβαίως ὁ σταφιδόκαρπος συντελεῖ, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πάντα πάντοτε ἐναντία. Εἶπον, ὅτι τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1888 συνετάξαμεν ὑπολογίσαντες πάντα ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι πάντα δὲν θὰ ἦναι ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ· καὶ ὅμως κατὰ τὸ 1887 σχεδὸν πάντα ὑπῆρξαν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ καὶ αὐτὴ ἡ σταφὶς ὡς πρὸς τὸ ποσὸν ὑπῆρξεν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, μόνον ἓν ὑπῆρξε κατὰ μέσον ὅρον, ἢ ἴσως καὶ κατ’ ἀνώτερον τοῦ μέσου ὅρου, ἡ ποιότης καὶ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος· ἔχομεν ἄρα ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ποιότητα καὶ τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, σπουδαίους οἰκονομικοὺς παράγοντας· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅμως ἔχομεν ἠλαττωμένην τὴν ἐκ τῆς σταφίδος εἴσπραξιν, διότι ὁ φόρος εἶναι πάγιος, λογιζόμενος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ἐνῷ εἴχομεν κατωτάτην παραγωγήν. Κατωτάτην εἴχομεν καὶ τὴν ἄλλην παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἠκούσατε περὶ τῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ πλέον ἀντίθετα· ἠκούσαμεν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας κατεστράφη, ἠκούσαμεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας ὑπῆρξε μεγάλη, καὶ ὅτι ἡ εὐφορία αὕτη, συνάμα μετὰ τῆς καλῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ἐξηγεῖ πάντα τὰ φαινόμενα, περὶ ὅσων ἐποίησα λόγον. Ἡ ἀλήθεια περὶ τῆς Θεσσαλίας εἶναι, ὅτι φέτος, ἀντὶ νὰ ἐξαγάγῃ, εἰσήγαγε δημητριακοὺς καρπούς· δὲν εἰσήγαγε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶπέ τις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰσήγαγε πολὺ μικρότερα ποσά· ἀλλ’ ὅταν ἡ Θεσσαλία δὲν ἐξάγῃ δημητριακοὺς καρποὺς, τὸ ἔτος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εὐτυχὲς, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλης κυρώσεως τῆς ἀφορίας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφορίαν παρατηρεῖται γεωργικὴ, βιομηχανικὴ, ἐμπορικὴ ἐνέργεια ζωηροτέρα. Τί μαρτυρεῖ τοῦτο ἄλλο ἢ ὅτι ἡ χώρα δὲν κατεπονήθη, ὅτι αἱ ὑλικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ἀποχρῶσαι, ἵνα βαστάσωσι τὴν νέαν φορολογίαν; Ἐὰν δὲ αἱ ὑλικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἦναι ἱκαναὶ, ἵνα βαστάσωσι τὴν νέαν φορολογίαν, ἐὰν ὑπὸ τὴν φορολογίαν ταύτην δύναται νὰ προάγηται ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας, μένει ἓν ζήτημα: ἔχει ἡ χώρα τὰς ἠθικὰς δυνάμεις, τὰς ἀποχρώσας, ἵνα βαστάσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην; τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τὰς εἶχε καὶ κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου, ἀλλὰ δὲν εἶχε τότε τὰς ἠθικὰς δυνάμεις. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες γινώσκομεν καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον θρηνοῦμεν. Σήμερον ὅμως ἡ χώρα ἔχει τὰς ἠθικὰς δυνάμεις· τὸ ἀπέδειξαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 4 Ἰανουαρίου, τὸ ἀπέδειξαν αἱ ἐκλογαὶ αἱ κατόπιν, αἱ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων οἰκονομικῶν μέτρων. Αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει νὰ ὑποστῇ τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα ἀποκαταστήσωσι καὶ παγιώσωσι τὴν πίστιν, ὅτι ἐννοεῖ, ὅτι μόνον διὰ τῆς πίστεως δύναται ν’ ἀνανήψῃ ἡ παραγωγὴ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, ὅτι μόνον διὰ τῆς πίστεως δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, τὰ εὐρύτερον ἔχοντα τὸ ἔδαφος τοῦ τῆς χώρας· πάντα ταῦτα ἐνόησε τέλος τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τοῦτο μετέβαλε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ψῆφος αὐτοῦ εἶχεν ἐπιβάλει κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου. Μεταβαλὸν τὸ Ἔθνος πολιτικὴν, ἀποδέχεται τὸ σύστημα, τὸ παρ’ ἡμῶν ἐγκαινισθὲν, καὶ τὰς συνεπείας τοῦ συστήματος τούτου. Συνέπειαι δὲ τοῦ συστήματος τούτου εἶναι ἡ ἐργασία. Μόνον διὰ πολλαπλασιασμοῦ τῆς ἐργασίας δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ ἐκ τῶν παρ’ αὐτοῦ ζητουμένων θυσιῶν καταλειπόμενα κενά. Ἐπιδίδεται τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἐργασίαν, πανδήμως δὲ διετράνωσε πρὸς τίνα σκοπὸν ἐργάζεται· ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐῤῥωμένην, τὴν ἀσφαλῆ, τὴν ἄνευ ἐνδοιασμῶν διεξαγωγὴν τῆς πολιτικῆς, ὑπὲρ ἧς ὁ λαὸς ἀπεφάνθη, δὲν ἀρκεῖ ἡ ψῆφος αὐτοῦ· ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ψῆφος ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα ἐκφράσωσι γνώμην, μετ’ ἐπισταμένην μελέτην, περὶ τοῦ ὅλου συστήματος, δι’ οὗ θέλει ἐξυπηρετηθῆ ἡ θέλησις αὐτοῦ. Ἐγένετο πολυήμερος συζήτησις περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θέλει νὰ μάθῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, τί αὕτη φρονεῖ περὶ τοῦ πορίσματος τῆς συζητήσεως ταύτης. Φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προέκυψε τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μόνον διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων δύναται νὰ σωθῇ; ἢ προέκυψεν ἐκ ταύτης τὸ πόρισμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀποσκορακίσῃ τοιαύτας ἰδέας, πρέπει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ἔχουσαν θεμέλιον τὴν πίστιν καὶ ἀναγνωρίζουσαν τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἐπίσης ἀναγκαίαν, ὅσον καὶ τὴν οἰκονομικὴν, τουτέστι πολιτικὴν ἀκριβῶς ἀντίθετον τῆς ὑποστηριζομένης παρὰ τῶν κακιζόντων τὴν Κυβέρνησιν, παραγγείλασαν στόλον; Τὸ Ἔθνος ἀπαιτεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ σιωπήσῃ. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει οἱ φυγομαχοῦντες, δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει οἱ ὑποκινήσαντες τὸν προϊστάμενον αὐτῶν, ἵνα εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν «δυσπιστεῖτε», νῦν δὲ καταναθεματίζοντες καὶ ὀμνύοντες, ὅτι οὐκ ἴσασι τὸν ἄνθρωπον. Ἡ περὶ δυσπιστίας πρότασις, παρ’ οἱουδήποτε ἂν διετυποῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον διατυπωθεῖσα παρὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποστηριχθεῖσα δὲ οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν λέξιν, ἥτις κατόπιν ἀπεκηρύχθη, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, διὰ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων τῶν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἀναβάντων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἔκφρασις δυσπιστίας, οὕτω προκληθεῖσα, οὕτως ὑποστηριχθεῖσα, δὲν δύναται νὰ μείνῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὄντως δυσπιστῇ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον αὐτῆς. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ξηρᾶς λέξεως. Συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν περὶ πάσης τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, συνεζητήσαμεν περὶ τοῦ συστήματος ἡμῶν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Περὶ τοῦ συστήματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν συνεζητήσαμεν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐν τούτῳ, ὅπως καὶ ἐν παντὶ, παρίσταται ἄνευ συστήματος. Μετὰ τὸ ἐπιχυθὲν φῶς ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διὰ τῆς πολυημέρου ταύτης συζητήσεως, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸ Ἔθνος τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ διέποντος τὸ Κράτος οἰκονομικοῦ συστήματος, καὶ θέλομεν εἰπεῖ πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτι ἔχομεν πεποίθησιν εἰς σύστημα, εἰς ὃ ὀφείλομεν τὰ εὐεργετήματα, ὧν ἤδη ἀπολαμβάνομεν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις σήμερον;
§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§73ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ μείνωμεν.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πρῶτος καλούμενος εἰς τὴν συζήτησιν εἶμαι ἐγώ, ἀλλ’ ἔχω νὰ ὁμιλήσω δύο καὶ πλέον ὥρας, ὡς ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι δὲ ἤδη ἡ ὥρα σχεδὸν ὀγδόη· ἐὰν ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, πρέπει νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μείνῃ ἀκόμη μέχρι τῆς δεκάτης καὶ πλέον.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ εἶναι πρόθυμος νὰ μείνῃ ἀκόμη ἐπὶ δύο καὶ πλέον ὥρας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκεται αὐτὸς εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσῃ, τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπηρετοῦμεν μάλιστα τὴν Συμπολίτευσιν, ὅταν ἀφήσωμεν μὲ αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις τὸ κοινόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 35′ μ. μ.