1887.11.14
1.456 στίχοι · 11.593 λέξεις · 31 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 14 Νοεμβρίου 1887.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀπόστρατος δεκανεὺς τῶν πυροσβεστῶν Δημήτριος Λάβδας παραπονεῖται, ὅτι καθυστεροῦνται οἱ μισθοί του ἀπὸ τοῦ 1873 μέχρι τοῦ 1876, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ἀλλεπαλλήλων ἄρθρων ἡ ἐφημερὶς «Χώρα» καταγγέλλει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐγένοντο καταχρήσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐφημερίδα ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκάλυψε· ζητεῖ μάλιστα διὰ τοῦ σημερινοῦ αὐτῆς ἄρθρου, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ τὸν παραπέμψωμεν καὶ εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον. Τὰ ἀλλεπάλληλα ταῦτα ἄρθρα, ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐσκανδάλισαν καὶ μετέβην εἰς φίλον μού τινα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἠρώτησα αὐτόν, ἐὰν ὑπάρχῃ τι, αὐτὸς δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι πράγματι κἄτι τι συμβαίνει ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀκριβῶς τὰ περὶ τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα· αʹ) Τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἀφ’ ἧς ἡμέρας τὸ ἐξελεγκτικὸν τμῆμα τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου ἀνεκάλυψε τὴν πλαστότητα τῶν ὑποβληθεισῶν μισθοτροφοδοτικῶν καταστάσεων τῶν πληρωμάτων τοῦ Ναυστάθμου. βʹ) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ δυνάμει διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μεταβάντος εἰς τὸν Ναύσταθμον ἀρχιφροντιστοῦ κ. Ι. Γαρουφαλιᾶ. γʹ) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ φροντιστοῦ κ. Β. Ἐργαστηριάρη, τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Ναύσταθμον μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Γαρουφαλιᾶ. δʹ) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Ναυτοδικείου κ. Α. Ἐλευθερίου, τὴν πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ μιμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἰσωτερικῶν, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόληψίν του.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθησαν συμπληρωματικαί τινες πληροφορίαι περὶ προμηθείας χόρτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω, τουτέστιν ἔκθεσιν περὶ τῶν ζητουμένων καὶ ἀντίγραφον ἑνὸς τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἐζητήθησαν προσέτι κατὰ προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν τὰ ἑξῆς. «Εἷς τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας ἐξέθεσεν, ὅτι κατὰ Νόμον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποχρεοῦται συγχρόνως μὲ τοὺς ἀποφοιτήσαντας ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ προβιβάσῃ καὶ τοὺς διανύσαντας ἑνδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπασπιστάς, ὅπως καὶ οὗτοι ταχθῶσιν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοὺς μὲν ἐξελθόντας ἀπὸ τὴν Σχολὴν κατέταξε μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, δὲν προεβίβασε δὲ τοὺς ἔχοντας ἑνδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἀνθυπασπιστάς. Ἐκ τούτου δὲ προῆλθεν ἀδίκημα εἰς ἀνθυπασπιστάς, ἔχοντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ ἐκ τοῦ ἀδικήματος πιθανὸν νὰ γεννηθῶσι δίκαι. Παρεκάλεσε δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄδικον». Τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸν Νόμον, οἱ ἀνθυπασπισταὶ, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἔχουσι δικαίωμα εἰς προβιβασμὸν, ἐὰν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885 λέγει, ὅτι «οὗτοι προβιβάζονται εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς ἐκ τοῦ κεκυρωμένου πίνακος τῶν ὑποψηφίων ἀνθυπολοχαγῶν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος μέχρι συμπληρώσεως τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 χηρευουσῶν θέσεων ἀνθυπολοχαγῶν». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 2, «οἱ μὲν τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ καταλαμβάνουσι τὸ ⅕ τῶν ἐν τῷ ὅπλῳ των χηρευουσῶν θέσεων, οἱ τοῦ πυροβολικοῦ μετατίθενται εἰς τὸ σῶμα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, καταλαμβάνοντες τὸ ⅓ τῶν ἐν τῷ σώματι τούτῳ χηρευουσῶν θέσεων, οἱ δὲ τοῦ μηχανικοῦ τὰς ἐν τῷ πυροσβεστικῷ λόχῳ θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν». Οὐδεμία ὑπῆρχε κενὴ θέσις, τοὐναντίον ὑπῆρχον θέσεις ὑπεράριθμοι, ὡς ὑπεράριθμοι δὲ, κατὰ τὸν Νόμον τὸν καταστατικὸν περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, προβιβάζονται οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς ταύτης. Οἱ δὲ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀνθυπασπισταὶ προβιβάζονται εἰς τὰς κενὰς θέσεις, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νόμου.
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οὐχὶ βεβαίως διότι πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεώς μου, ὡς εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς, διότι οὐδόλως παραδέχομαι, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινόν τι μεταξὺ τῆς ὑπολήψεώς μου καὶ τῶν κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ναυστάθμου γενομένων ἀνωμαλιῶν, ἀλλὰ διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐζήτησε κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀναφερομένων εἰς τὸν Ναύσταθμον, καταθέτω αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς ἄλλην ἡμέραν νὰ καταθέσω καὶ τὰ σήμερον ζητηθέντα. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, συνταχθέντα ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Νόμον ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ ὁποῖος δέον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ λάβῃ χώραν,—καὶ ἐλπίζω ταχέως—περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ Ναυστάθμου, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγγίζεται ἡ ὑπόληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῶν συμβάντων ἐκεῖ.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὁρίσητε ἡμέραν διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, ὅταν ἴδωμεν τὰ ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν τῶν γενομένων καὶ ἐκάλυψε ταῦτα.
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπον εἶναι, ἅμα λάβητε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ ὁρίσητε ἡμέραν συζητήσεως, καὶ ὅτι οὐδὲν δικαίωμα, μέχρις οὗ λάβητε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἔχετε, βασιζόμενος ἐπὶ συκοφαντικῶν λιβέλλων, νὰ προσάπτητε μομφὴν εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ προσάψητε τοιαύτην.
§9ΣΑΚΚΗΣ. Μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ ἐκ Πρεβέζης, δι’ ἧς παρακαλεῖται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ Καρύδου τινὸς, ὁ ὁποῖος διατελεῖ ἐν ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, ἐνῷ παρεπέμφθη διὰ βουλεύματος τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πρὸς τούτοις θὰ συστήσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἐπιστολὴν, ἀποσταλεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀδελφάτου νομίζω τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Νοσοκομείων καὶ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν αὐτόθι φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι βοήθειαν. Βεβαίως τὰ ἀγαθοεργὰ ταῦτα καταστήματα, μὴ δυνάμενα νὰ ἀνταποκρίνωνται πλέον εἰς τὰς μεγάλας δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται ἐκ τῶν συνδρομῶν τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν, εἶναι ἄξια πάσης συνδρομῆς, καὶ πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ λάβῃ τὴν αἴτησίν των ὑπ’ ὄψει, συνιστῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς δικαίας ταύτης ἀξιώσεως καὶ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τοιαύτη ἀναφορὰ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ σταλῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Καλαβρύτων παραπονοῦνται, ὅτι ἐπὶ ἕνα ἤδη ὁλόκληρον μῆνα στεροῦνται πετρελαίου, ἡ ἀποθήκη δηλαδὴ δὲν ἔχει. Νομίζω, ὅτι πρὸ ἡμερῶν καὶ ἕτερος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν ἄλλης ἐπαρχίας τὰ αὐτὰ παράπονα εἶχε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ φροντίσῃ περὶ τῶν ἐν αὐτῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§13ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἐν πρώτοις, Κύριοι, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τὰ λεχθέντα παρ’ ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις προκαλεῖ πολιτικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐγκρίνωνται ὑπ’ αὐτοῦ. Βεβαίως ὡς ἐκ περισσοῦ δύναται νὰ ἀποτείνῃ τις τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι ἡ ῥηθεῖσα δήλωσις προέρχεται ἐκ μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των δὲν ἠδύναντο νὰ προβῶσιν οἴκοθεν εἰς αὐτήν. Αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν κάμνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἔχω νομίζω δικαίωμα πρὸς τοῦτο.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ κατόπιν καὶ θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησίν σας. Νομίζω, ὅτι δὲν διεξάγεται ἡ συζήτησις κατ’ ἐρωταπόκρισιν.
§15ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν διεξάγεται σοβαρὰ ἐργασία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐν γένει διὰ τεχνασμάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια αὐτοῦ, διότι εἶναι τῳόντι παράδοξον νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς «ἐξακολουθήσατε συζητοῦντες ὡς ἐπὶ πολιτικῆς συζητήσεως», καὶ ἐνῷ προηγήθη τοιαύτη δήλωσις, νὰ ἐπιφυλάσσηται, οὕτως εἰπεῖν, καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ κατόπιν, ὅτι ἀποδοκιμάζει τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι, ὅταν γίνηται τοιαύτη δήλωσις, ἄλλας διαστάσεις λαμβάνει ἡ συζήτησις, ἢ ἄλλως πῶς ὁμιλοῦσιν οἱ ἀγορεύοντες; Δὲν πρόκειται περὶ φροντιστηρίου, διὰ νὰ ὑποτίθηται, ὅτι ἔχει ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ οἱονδήποτε θέμα καὶ συζητῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Πρόκειται περὶ ἐργασίας κοινοβουλίου, καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σκοπιμότητος τῆς νομοθετικῆς ἢ πολιτικῆς συζητήσεως. Ἔχει καθῆκον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὴν προκαλουμένην ταύτην δήλωσιν. Καὶ ποῖος δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ ἀγορεύων δύναται οὕτως ἢ ἄλλως νὰ κανονίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν γενομένην δήλωσιν; Ἀλλ’ ἐπιφυλάττεσθε, φαίνεται, κατόπιν νὰ εἴπητε: ποῖος εἶπεν, ὅτι εἶναι πολιτικὴ συζήτησις καὶ ἑπομένως θίγετε ζητήματα μόνον πρὸς πολιτικὴν συζήτησιν σχετικά; Ἡ τοιαύτη τακτικὴ εἶναι πολὺ ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει πρὸς τὴν Βουλήν. Εὐθὺς μάλιστα ἐξ ἀρχῆς νομίζω, Κύριοι, ὤφειλε νὰ διασαφήσῃ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρηται, ὅπως ἡ ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου παρίσταται σοβαρὰ καὶ κανονική. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κήδεται τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν θέλει ποτὲ νὰ ὑποτίθεται, ὅτι ματαιοσχόλως, οὕτως εἰπεῖν, κατατρίβει τὸν καιρόν. Καὶ εἶναι προφανὲς τί ἐπίκειται ἐκ τῆς ἐπιφυλάξεως, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἐὰν ἀφήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν γνωστῶν μόνον θεμάτων ἐκείνων ἕκαστος ἐκ τῶν μελλόντων νὰ ἀγορεύσωσι, καὶ κατόπιν ποιήσηται τὴν δήλωσιν, ὅτι τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν θεωρεῖ ζήτημα πολιτικὸν, εἶναι ἀπαραίτητον ἅπαντες οἱ προαγορεύσαντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐκ νέου κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἔννοια τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος περιέχει. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποχρεοῦμαι νὰ ἀποδώσω σπουδαιότητα εἰς τὴν δήλωσιν τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, διότι οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες συνῃσθάνοντο καὶ ἐγνώριζον πολὺ καλῶς, ὅτι δὲν ἀπόκειται εἰς μέλος τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ δώσῃ τοιαύτην σημασίαν, ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποποιεῖται εἰς τὴν συζήτησιν. Μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτρέπεται τοιαύτη δήλωσις. Ἀλλὰ, Κύριοι, χαίρω διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐν τῷ παρεμπίπτοντι τούτῳ ἐδήλωσε ποίαν αἰσθάνεται εὐλάβειαν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐδήλωσεν δηλαδὴ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἀπὸ ἐτῶν! Ἀσχέτως, Κύριοι, πρὸς τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις, λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψει τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν, ἠδύνατο τῳόντι εὐλόγως νὰ ἀπορήσῃ, ποῖον ἆρά γε εἶναι τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ταύτης; Καὶ ἂν, Κύριοι, ὅστις μάλιστα δὲν παρηκολούθησεν ἐξ ἀρχῆς μετὰ προσοχῆς τὴν ἕναρξιν τῆς τοιαύτης συζητήσεως ἠδύνατο νὰ ἀπορῇ περὶ τούτων, ἔτι μᾶλλον ἡ περιέργεια αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ηὐξάνετο μόλις ἐγένετο παρὰ μέλους τῆς Συμπολιτεύσεως ἡ δήλωσις, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις ἀποτελεῖ καὶ ζήτημα πολιτικόν! Καὶ ποῖον ἆρά γε ἐκ τῶν συζητουμένων θεμάτων ἀποτελεῖ ζήτημα πολιτικόν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ὁμολογουμένως μετ’ ἐπιδεξιότητος προσεπάθησε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀνέτρεξεν εἰς τοὺς λόγους τῶν προσαγορευσάντων καὶ ἐκ τούτων εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὁμιλοῦντος ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς γνωστὸν, καὶ ἐν ἐλλείψει ἄλλης ἀποφάσεως ἥρπασε μίαν λέξιν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως ταύτης καὶ εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην περιέχεται ἡ λέξις «δυσπιστεῖτε», καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τοσαύτην εὐαισθησίαν σχετικῶς πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε δὲν δυνάμεθα περὶ οὐδενὸς πράγματος νὰ ἀκούσωμεν τὴν λέξιν ταύτην, οὔτε περὶ μελλόντων οὔτε περὶ παρελθόντων. Καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιτηδειότητος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς διαφωτίζει τοὺς μέλλοντας νὰ ψηφίσωσιν ἐπὶ τοῦ τεθησομένου τούτου ζητήματος ἐμπιστοσύνης, διαφωτίζει αὐτοὺς, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωσι περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν! Πρόκειται περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ καὶ θὰ ἦναι τερατῶδες, σᾶς λέγει, ἐὰν ἠθέλετε καταψηφίσει ἤδη αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ὀπισθοχωρήσητε ἐνώπιον τούτου, τοῦ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τερατώδους, καὶ, διὰ νὰ μὴ ἐμπέσητε εἰς τὸ τερατῶδες, νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως! Περὶ πάντων τούτων ἐφρόντισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς λίαν ἐπιτηδείως καὶ μετὰ πολλῆς τῳόντι δεξιότητος. Καὶ τὸ ζήτημα, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐμπιστοσύνης ἢ τῆς δυσπιστίας λύεται προκαταρτικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δεδικασμένου. Ἴσως παρασκευάζεται ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, ὅταν ψηφισθῇ ἡ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη, ἡ ἀκατανοήτου τῳόντι ἐκτάσεως, νὰ εἴπῃ κατόπιν, ὅτε θὰ πρόκηται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος ἔτους: πρέπει νὰ ψηφίσητε καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι θὰ ἦναι πάλιν τερατῶδες νὰ καταψηφίσητε τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν τοῦ ἔτους 1887, ὑπὲρ οὗ ἐψηφίσατε, ὄχι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχικῶν ἐπαγγελιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπελθόντων δῆθεν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ! Καὶ πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, παρατηρεῖται τὸ εἶδος τοῦτο τῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἄλλοτε ἐξεφράζετο τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, διότι τοιαύτην παραγγελίαν ἔδωκεν ὁ λαὸς, ἄλλοτε, ὅτι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἔφερεν ἡ κοινὴ γνώμη. Λοιπὸν προσέξατε καλῶς, κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς λέγουν, διότι, ἢ θὰ καταντήσητε εἰς τερατώδη ἀντίφασιν, ἢ θὰ ἔλθητε εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποῤῥέει ἡ Κυβέρνησις. Ὅτε, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τούτων, ἠθέλησα νὰ ἀνεύρω εἰς τοὺς λόγους αὐτῶν τὰ θέματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀξιοῦσι ν’ ἀποφασίσητε, ὡς ἀποτελούντων ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὁμολογῶ, ὅτι ματαίως ἐκοπίασα. Καὶ πρῶτον, πῶς ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης τίθεται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ ἀποδοκιμασία μιᾶς ἐκφράσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ; Ἐν τούτοις οἱ ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐπὶ τούτου κυρίως περιεστράφησαν, εἰς τοῦτο κυρίως τὸ θέμα ἐξήντλησαν ὅλην τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν. Καὶ αἱ Κυβερνήσεις σήμερον παρίστανται θέτουσαι ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ἀποδοκιμασίαν μιᾶς ἰδέας ἑνὸς μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐκφρασθείσης, ἀλλὰ κατ’ ἀρέσκειαν ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐξηγουμένης. Ἡ τοιαύτη μετατόπισις τῶν ζητημάτων τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τῶν πράξεων τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ καὶ ἑνὸς μέλους αὐτῆς, δὲν εἶναι βεβαίως τυχαῖόν τι· φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ μετατοπίσωμεν τὰ ζητήματα· διὰ νὰ χάσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἴχνη τῆς πολιτικῆς αὐτῶν πορείας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἄρτης τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ τοιαύτη τακτικὴ βεβαίως εἶναι εὐεξήγητος. Ὅταν δὲν ἔχωμεν τί νὰ εἴπωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν, ἂς ἐλέγξωμεν ἓν μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τότε κατὰ τὴν ἰδέαν μας δικαιολογούμεθα ὑπάρχοντες ἐν τῇ Κυβερνήσει τοῦ τόπου. Φαίνεται, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη τακτικὴ τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν λόγων τῶν ἀντιπάλων ξένη εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἡ μόνη διαφορὰ ἴσως ἤδη εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν, οὕτως εἰπεῖν, μετριώτεραι ἀξιώσεις· ἀρκεῖται οὗτος εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν μιᾶς λέξεως ἑνὸς μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Καὶ δὲν παρίσταται εἰς ταύτην μόνην τὴν λεπτομέρειαν τὸ φαινόμενον τοῦτο· φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει συναισθάνεται, ὅτι ἐν ἑαυτῇ δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως· τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς της τὸν ἀναζητεῖ ἐκτὸς ἑαυτῆς, τὸν ἀναζητεῖ εἰς ὑποτιθεμένας ἐλλείψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ ἔστω καὶ μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μήπως ἄλλο τι ἐκ τῶν συζητηθέντων εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν; μήπως εἶναι ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἦλθεν ἄλλοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης; Διότι τοῦτο ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Λοιπὸν ἴσως προκαλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν ἐσχάτως εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης! Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἄλλο τι θέμα τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐτέθη ἴσως θέμα ἄλλο, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, δὲν ἀποτελοῦσιν — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — οὔτε τὴν οὐρὰν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ποῖος δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ ἐπιληφθῇ ζητήματος τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης; Ὁ χθὲς ἀγορεύσας μὲ ὕφος, τὸ ὁποῖον ἤθελε ζηλεύσει πᾶς διδάσκαλος τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, μᾶς προέλαβε λίαν ἀπελπιστικῶς, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γινώσκετε, δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην. Καὶ δὲν ἠξεύρω μὲν, Κύριοι, ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ ἀναπτυχθέντα ἢ γινωσκόμενα δὲν ἀποτελοῦσιν οὔτε τὴν οὐρὰν, ἀλλ’ εἰς ποῖα ἆρά γε βάθη εἰσδύων ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνέλαβεν ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ τὸν ἔγχελυν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης;
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ βάθη τῆς Κωπαΐδος.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα, Κύριοι, προαπαιτεῖ προϋποθέσεις καὶ ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ παραβιασθῶσιν. Ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, ἂν δὲν ὑπάρχουν οἱ ὅροι οὗτοι, ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν στοιχειωδεστέρων κανόνων τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ παραβίασιν τῆς εὐλαβείας τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσι νὰ μεταφέρωσι τὴν εὐθύνην ἑαυτῶν. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἀποφαίνεται οὐδὲ ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ τὸ καθῆκον νὰ ἀποφαίνηται ἀπ’ εὐθείας περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ τῆς διατηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Προκαλουμένη λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἄνευ τῶν ὅρων ἐκείνων καὶ τῶν προϋποθέσεων τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος νὰ ἀποφανθῇ περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, βεβαίως τὸ κυριώτερον ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον περιστράφη ἡ συζήτησις, εἶναι ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι προσήχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι αἱ εἰκασίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ὄχι μόνον θέλομεν ἔχει ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα! Ἀλλὰ ἐπιτρέπεταί ποτε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν γενομένων ἤδη εἰκασιῶν εἶναι ζήτημα πολιτικόν; Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμφισβητῇ τὰ ἐξαγόμενα τῶν τοιούτων ὑπολογισμῶν σας, πράττει βεβαίως τοῦτο ἐξ οὐδενὸς συμφέροντος πολιτικοῦ. Οὐδὲν συμφέρον ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προλάβῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὰ πράγματα. Τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι ἠσθάνετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξηγήθη ἐξ ἀρχῆς, οὐδὲ νομίζει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι, ἂν μία Κυβέρνησις πλανᾶται περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς, ὅτι ὀφείλει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προσποιῆται ἄγνοιαν, ὅτι ὀφείλει καὶ αὐτὴ, παραβιάζουσα τὴν ἀξίαν καὶ χρησιμότητα τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων, νὰ ἀποφανθῇ, ὅπως ἀπατηθῇ τὸ κοινόν. Οὐδὲ στηρίζεται διὰ τοιούτων, οὕτως εἰπεῖν, συμπαιγνιῶν ἡ πίστις τῶν Κρατῶν! Ἂν μία Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπατηθῆ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς, τὸ κακὸν βεβαίως εἶναι εὐδιόρθωτον, δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν δυνατὸν πολλάκις νὰ ὑποπίπτουν αἱ Κυβερνήσεις· ἂν ὅμως προκαλουμένη ἡ Βουλὴ νὰ βεβαιώσῃ ἤδη τοιαῦτα, ὁποῖα εἶναι ὅλως ἀναρμοδία νὰ βεβαιώσῃ, διὰ νὰ καθησυχάσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὡς ἐὰν πρόκηται ἐκ τῶν βεβαιώσεων ἡμῶν νὰ καθησυχάσουν, τότε ἡ τοιαύτη πρὸς καθησύχασιν σύμπραξις θὰ θεωρηθῇ συμπαιγνία, ἀντὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἐν καλῇ πίστει ἡ Κυβέρνησις ἠπατήθη. Καὶ λαμβάνον ὑπ’ ὄψει τὸ κοινὸν τὴν τοιαύτην συμπαιγνίαν, θὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐγίναμεν πλέον Κράτος ἀπατεώνων! Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦ πράγματος ἐξεταζομένου καλλίτερον, ποίαν ἆρά γε ἀξίαν ἔχει ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη περὶ τοῦ ἂν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 πρόκηται νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, περίσσευμα ἢ ἔλλειμμα; Ποῖον συμφέρον, ἐὰν ἐπέκειτο τὸ ἰσοζύγιον ἢ τὸ περίσσευμα, θὰ εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀμφισβήτησιν τούτου; Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἠθέλομεν ἐξετάσει κατὰ τίνα ἆρά γε τρόπον κατωρθώθη αὐτὸ τὸ ἐφετεινὸν ἰσοζύγιον! Καὶ πρὸ πάντων ἠθέλομεν ἐρωτήσει καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἠλλοιώθησαν ἀναλλοίωτοι οἰκονομικοὶ Νόμοι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν θὰ ἦσαν τὰ κυριώτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸν λαὸν νὰ μάθῃ, καὶ ὄχι ἡ τοιαύτη ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν γίνεται κατὰ καθῆκον ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἔγκεινται ἐκεῖ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαιροῦσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αὔξησις τελωνειακῶν τελῶν τοιαύτη, ὁποία εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει, παραδόξως παρίσταται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, ὅτι οὐδὲν ἔφερε τῶν φαινομένων ἐκείνων τῆς ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἴσως παρίσταται, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν, τελευταῖον ηὐπόρησε ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὅτι πλοῦτός τις νέος εὑρέθη, ὅτι πλανῶνται οἱ πολῖται, φρονοῦντες, ὅτι ὑπάρχει κοινωνικὴ κρίσις δεινή, ἐνῷ εἴμεθα πλούσιοι! Τοῦτο ἐβεβαίωσαν ἀξιότιμα μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰπόντες, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των εὐδαιμονία καὶ πλοῦτος ὑπάρχει. Ὑποθέτω λοιπὸν πρὸς στιγμήν, Κύριοι, ὅτι ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν· ἀλλὰ τί ἔπρεπεν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐξετάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ χαρῶμεν ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι, ἢ ἀπεναντίας νὰ κλαύσωμεν ἐπὶ τῇ καταστάσει τοῦ Τόπου; ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν στατιστικὴν, διὰ νὰ παρατηρήσωμεν ποῖα ἄραγε πράγματα εἰσήχθησαν προπάντων καὶ ἐκ τίνος αἰτίου ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Καὶ ἂν, Κύριοι, λόγου χάριν, ἐπῆλθεν ἐφέτος μεγάλη σιτοδεία εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐντεῦθεν μεγάλη εἰσαγωγὴ σίτου καὶ συνεπῶς ηὔξησαν ἐφέτος τὰ τελωνειακὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ σίτου, πρέπει ἆρά γε νὰ χαρῶμεν; Ἀλλὰ τί ἄλλο ἀποδεικνύεται; Ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν τὴν ἐφέρατε ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν, ὅταν ἐπιβάλληται ἡ μεγάλη καὶ ἀμείλικτος ἐκείνη ἀνάγκη τῆς προμηθείας τῶν τοιούτων ἀντικειμένων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰσαγωγῆς καὶ μάλιστα τὸ πρῶτον ἔτος. Ἂν λοιπὸν, ἐνῷ γνωρίζομεν τὴν κοινωνικὴν δυσπραγίαν, παρατηρῶμεν τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅτι ὑπέρμετρος αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν δὲν ἔφερεν ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς, καὶ φέρει τὰ ὑπολογιζόμενα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ θλιβῶμεν ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τῶν πάντων στερούμεθα, ὅτι βιομηχανία δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ὅτι ἑπομένως ὅλα τὰ ἀντικείμενα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς· ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε σῖτος ἐφέτος, ἑπομένως ἔλαβε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς πενίας καὶ τῆς σιτοδίας ἔσοδον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι περὶ τὸ 1,500,000 κοιλῶν μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἰσήχθη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς τοιαύτης δυστυχίας; εἶναι ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου σχεδόν! Πόσος ἆρά γε σῖτος εἰσήχθη εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, καὶ ἄλλα εἴδη τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, εἴδη ἀπαραίτητα πρὸς ὕπαρξιν τῶν ἀνθρώπων;
§18ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, μόνον 200,000 κοιλὰ εἰσήχθησαν.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν στατιστικήν.
§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ παραλλήλως, Κύριοι, πρὸς τὴν δυστυχίαν ταύτην τὴν ἐφετεινήν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν τελῶν, βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ συμπτώσεις εὐτυχεῖς, τυχαῖαι καὶ παροδικαί· ἔχομεν τὴν μεγάλην τιμὴν τῆς σταφίδος. Εἶναι γνωσταὶ δὲ αἱ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι ἐκ τούτου προῆλθον· συνέπειαι καὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ Κράτους. Καὶ μάλιστα συμπίπτει, ἕνεκα τῆς μεγάλης τιμῆς, ὅτι ἐξήχθη ἀθρόα ἡ σταφὶς κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεικνύμεθα ἀπαθεῖς, ὅταν θίγηται τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἡμεῖς ἐνταῦθα βεβαίως δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀμέριμνοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀποστέλλουσιν ἐνταῦθα, πάσχουσιν, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι καὶ οἱ γεωργοί, τοὺς ὁποίους παριστάνουσιν ὡς εὐεκτοῦντας οἰκονομικῶς, ἀληθῶς λιμοκτονοῦσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ προσθέτωμεν τὴν εἰρωνείαν ταύτην, λέγοντες, ὅτι εὐεκτοῦσιν οἰκονομικῶς, προπαρασκευαζόμενοι, ἴσως νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ράχις αὐτῶν εἶναι ἐπιδεκτικὴ καὶ ἄλλων φόρων. Πρὸς τὰ τοιαῦτα δύναταί τις προσωπικῶς νὰ ἦναι ἀδιάφορος, ἀλλ’ οἱ Νόμοι, οἱ διέποντες ἰδίως τὰς οἰκονομικὰς κρίσεις, εἶναι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἀναλλοίωτοι καὶ ἀμείλικτοι καὶ δὲν θὰ βραδύνῃ ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ αἰσθανθῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν τὰς ἐσχάτας συνεπείας τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀδιαφόρως ἔχομεν σήμερον. Καὶ ἀκούονται ἐντεῦθεν, Κύριοι, λόγοι, ὅτι ὑπάρχει εὐεξία εἰς τὸ Κράτος, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις δὲν φορολογεῖται, διότι φαίνεται ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει τί πληρόνουσι καὶ οἱ πτωχοί, ἕνεκα τῆς ἐμμέσου φορολογίας τῆς καταθλιπτικῆς ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Τὸν πενέστατον ἐκεῖνον γεωργὸν, τὸν μόλις ἀποζῶντα ἐκ τῆς ἐργασίας του, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει νὰ ἀποθάνῃ, ἄν τοῦ λείψουν 2 ἢ 3 κοιλὰ ἀραβοσίτου, τὸν φορολογεῖτε ἀνηλεῶς διὰ μίαν ἐλεεινὴν καὶ πενιχροτάτην ἐνδυμασίαν. Καὶ θέλουσι, Κύριοι, ἀποδείξεις τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ προσπαθοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν φορολογεῖται ἐπαρκῶς ὁ λαός! Εἰς τοῦτο τῳόντι τὸ θέμα, ἄν τις δὲν θέλῃ νὰ ἀκολουθῇ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεώς του, βεβαίως δύναται νὰ διαστρέφηται ἡ ἀλήθεια, διότι οἱ κανόνες ἐκεῖνοι πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας βεβαίως δὲν ἔχουσι πρακτικὴν ἐφαρμογὴν, καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι. Οὔτε ἡ κατ’ ἄτομον ἀναλογία τῶν φόρων φέρει εἰς οὐδὲν συμπέρασμα, οὔτε τὸ εἰσόδημα τῆς κοινωνίας δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν. Ἀλλὰ πῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξετιμήσαμεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας ἡμῶν εὑρίσκεται εἰς ἀξιοδάκρυτον θέσιν; Βεβαίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀντιληφθῇ, ρίπτων ἁπλῶς ἕν βλέμμα, ν’ ἀντιληφθῇ, ὅτι οἱ πάντες δυστυχοῦσι· θὰ παρατηρήσῃ φαινόμενά τινα, ἀλλὰ ταῦτα, ὅσον καὶ ἄν παρίστανται μικρὰ, πρέπει νὰ μᾶς εἰδοποιήσωσιν, ὅτι ἐπίκειται κρίσις φοβερὰ ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ πρέπει νὰ προσέχωμεν, προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως τῶν οἰκονομικῶν, εἰς ἰδιάζον τι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι μὲ τὰ κέντρα τῆς καταναλώσεως δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν οἰκονομικήν. Ἡ κατανάλωσις, ἥτις παρουσιάζεται εἰς τὰ κέντρα, αὕτη οὐδόλως ὀφελεῖ τὰ ἄκρα. Μὴ παρατηρεῖτε, ἂν κατ’ ἐπιφάνειαν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα εὐταξία ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἐν Πειραιεῖ, εἴτε ἐν Πάτραις, διότι πρῶτον ἔχετε τὸν κινητὸν πληθυσμὸν εἰς τὰς πόλεις ταύτας, καὶ ὅταν βεβαίως ὑπάρξῃ δυσπραγία οἰκονομικὴ, ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος ἐλαττοῦται καὶ οἱ ἀπομένοντες δὲν παριστάνουν τὴν ἀπόδειξιν τῆς δυσπραγίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἰς τὰ κέντρα ταῦτα ἔχετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος τὰ συντηρεῖ, ἔχετε τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν πτωχὸν, καὶ τὸ ὁποῖον δαπανᾶται λ. χ. ἐνταῦθα, καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἰς τὰ κέντρα δὲν φαίνεται ἀμέσως τόσον ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία· ἀλλ’ ἠρχίσαμεν νὰ βλέπωμεν καὶ εἰς τὰ κέντρα τὰ φαινόμενα ταῦτα, βλέπομεν τὴν νόσον φθάνουσαν εἰς τὴν καρδίαν. Βλέπετε τὰς μεταναστεύσεις, βλέπετε τὴν κατάπτωσιν τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων τοῦ Πειραιῶς, τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν ὁποίαν συντελοῦσιν αἱ πτωχεύσεις, αἱ γενόμεναι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Βλέπετε τὰ φαινόμενα ταῦτα, ἐξ ὧν δύνασθε νὰ κρίνητε, ὅτι ὁ Τόπος καταῤῥέει καθημερινῶς. Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, δεικνύει τὸ κατὰ τὸ φαινόμενον μικρὸν ἐκεῖνο περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέμνησεν ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος βουλευτής; Βλέπετε ἐλάττωσιν τῶν ζώων καὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν· καὶ πότε ἐπέρχεται ἡ ἐλάττωσις αὕτη; Ἐπέρχεται, ὅταν ἐπεβάλλετε βαρεῖαν φορολογίαν εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Τί ἀποδεικνύει ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἄμεσον αὔξησιν τῶν ζώων, ἢ τοὐλάχιστον τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὴν προηγηθεῖσαν; — διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σήμερον καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐνδιαφερομένη τοσοῦτον περὶ αὐξήσεως εἰσπράξεων χρηματικῶν, ὅτι τοσοῦτον ἠμέλησε τῆς βεβαιώσεως ἢ τῆς εἰσπράξεως. — Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλάττωσις τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἐλάττωσις τῶν ζώων, διότι ἡ δυστυχία ἔφθασεν εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰ ἔσχατα, διότι ἀναγκάζονται νὰ πωλήσωσι τοὺς βόας των οἱ γεωργοὶ, διὰ νὰ εὕρωσιν ἄρτον! Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, τοσοῦτον πρόδηλος εἶναι ἡ κατάστασις, πρέπει ἆρά γε νὰ χαίρωμεν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θέλομεν ἔχει ἐφέτος ἰσοζύγιον; Πρέπει νὰ θλιβώμεθα ἂν κατορθώσωμεν τοῦτο, (ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώσωμεν) διότι οἱ Νόμοι, οἱ διέποντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν Κρατῶν καὶ τῶν κοινωνιῶν, εἶναι ἀμείλικτοι! Ἐὰν βεβιασμένον κατορθώσητε ἰσοζύγιον διὰ τοιούτων μέσων καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ, θέλετε ἔχει προβαῖνον κατὰ γεωμετρικὸν λόγον τὸ ἔλλειμμα λίαν προσεχῶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν λογαριασμῶν καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐθίχθη τῷ ὄντι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἁπλῶς οἰκονομικὴν καὶ λογιστικὴν ἀξίαν, ἀλλ’ ἔχει ἀξίαν πολιτικὴν, πολιτικὴν, ἐννοεῖται, ὑπὸ ὅλως γενικὴν σημασίαν, διότι συνδέεται μὲ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς χώρας. Παρετηρήσαμεν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ οἰκονομικῷ ἡμῶν συνδυασμῷ περιέχεται καὶ ἡ ἀπόκτησις τῶν πλοίων, καὶ τρόπον τινὰ ἠθέλετε νὰ συγχαρῶμεν ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τούτῳ! Ἀληθῶς, Κύριοι, μεγαλειτέρα εἰρωνεία, ἄδικος μὲν πρὸς τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἴσως δικαία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἄλλη, εἰμὴ νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν στόλον ἕνεκα οἰκονομικοῦ, ὡς λέγεται, συνδυασμοῦ. Ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ: πρὸς τί ἆρά γε αὕτη ἡ ἐπίσπευσις, ὅπως ἀποκτήσωμεν στόλον, καὶ μάλιστα πρὸς ἔσχατον ἐξευτελισμὸν τοῦ Τόπου; πῶς εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τόσον ἐπείγουσα ἐφάνη ἡ ἀνάγκη; Σήμερον περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ τελευταῖον φυλλάδιον τῆς Revue Scientifique, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται λόγος περὶ ἀνακαλύψεως νέου εἴδους τηλεβόλου καὶ βλήματος διὰ δυναμίτιδος, διὰ τοῦ ὁποίου καταστρέφονται τὰ μεγαλείτερα θωρηκτὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις παρήγγειλε τὴν κατασκευὴν ἄλλου συστήματος πλοίου croiseur, διὰ νὰ ὁπλισθῇ μὲ αὐτὸ τὸ πυροβόλον. Ὁ γράφων τὴν ἔκθεσιν ἐν τέλει λέγει (ἀναγινώσκει): Ces nouvelles vont certainement donner à reflechir aux gouvernements de la plupart des pays qui engloutissent follement des sommes enormes pour construire ces forteresses flottantes blindées cuirassées et protégées de toutes les manières· mai qui ne pouraient resister à quelques charges de dynamite lancées avec precision par des canons dans le genre de celui dont M. Zalinsky vient de doter la marine des Etas-Unis. «Αἱ εἰδήσεις αὗται μέλλουσι βεβαίως νὰ προκαλέσωσιν εἰς σκέψεις τὰς Κυβερνήσεις τῶν πλείστων Κρατῶν, αἵτινες καταβροχθίζουσιν ἀφρόνως κολοσσαίας χρηματικὰς ποσότητας, διὰ νὰ κατασκευάσωσι τὰ πλέοντα ἐκεῖνα φρούρια, τὰ περιπεφραγμένα, τὰ θωρηκτὰ καὶ προστατευόμενα δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἅτινα ἐν τούτοις δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τινα βλήματα δυναμίτιδος, βαλλόμενα μετ’ ἐπιτυχίας διὰ τῶν τηλεβόλων τοῦ συστήματος, δι’ οὗ ὁ κ. Ζαλίνσκης ἐπροίκισε τελευταῖον τὸ ναυτικὸν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν». Τῷ ὄντι, Κύριοι, φαίνεται παράδοξον νὰ σπεύδωμεν ἡμεῖς ἀπέναντι τοιούτων εἰδήσεων, νὰ σπεύδωμεν ἡμεῖς εἰς ἀπόκτησιν πλοίων. Ἀλλὰ ταῦτα ἠδύναντο νὰ συζητῶνται, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πράξεως ἑκουσίας! Πρόκειται ὅμως περὶ πράξεως ἀκουσίως ὑμῶν ἐπιβληθείσης εἰς τὸ Κράτος. Ὁμολογεῖται, Κύριοι, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κρύψῃ, ὅτι ἡ προμήθεια τῶν πλοίων τούτων ἀπῃτεῖτο παρὰ τοῦ Comptoir d’ Escompte, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ μᾶς δανείσῃ, διότι εἶναι ὁ μεγαλείτερος μέτοχος τοῦ ναυπηγείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα. Καὶ δὲν περιωρίσθησαν, Κύριοι, εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ἠθέλησαν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν νὰ μᾶς προσδιορίσωσι καὶ τὰ τηλεβόλα ἀκόμη, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὁπλίσωμεν τὰ πλοῖα. Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ περιῆλθε Κράτος εἰς τοιοῦτον σημεῖον καὶ νὰ τελεσθῇ μετ’ αὐτοῦ τοιαύτη πικρὰ εἰρωνεία, νὰ ἀναγκάζηται νὰ ὁπλίζηται ἀκουσίως καὶ νὰ ὁπλίζηται κατὰ τὴν ἀρέσκειαν τῶν δανειστῶν του. Εἶναι λοιπὸν διττὴ ἡ ἔποψις, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν ἀποδεικνύει τὴν ταπεινωτικωτάτην κατάπτωσιν τοῦ Κράτους, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ διὰ νὰ ἐξετασθῶσι ταῦτα, πρέπει ἐπιτροπὴ εἰδικὴ νὰ παραγγελθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἐγένετο συναγωνισμὸς πραγματικὸς καὶ τελευταῖον ἐὰν τὰ αὐτὰ σχέδια ὑπεβλήθησαν εἰς τὰ διάφορα ναυπηγεῖα καὶ ὄχι μόνον εἰς Γαλλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς Ἀγγλίαν καὶ εἰς Γερμανίαν. Ἐν τούτοις, ὅταν παρατηρήσητε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἰδῆτε τῷ ὄντι μίαν μέριμναν ἔκτακτον, μίαν πρόνοιαν, μίαν ἐξασφάλισιν τῶν δικαίων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Κράτους, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ κοντεύσητε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐκείνους τοὺς δυστυχεῖς δανειστὰς κατώρθωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τοὺς ἀποπλανήσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους· τὸν βλέπετε, ὅτι ἐπιμένει, λόγου χάριν, προκειμένου περὶ τῶν 500,000 δραχμῶν· ἡμεῖς, λέγει, ἀπῃτοῦμεν ταύτας παρὰ τοῦ ναυπηγείου, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐδίδοντο ἄλλως, μᾶς ἐδίδοντο μόνον διὰ τῆς ἀνυψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ δανείου. Ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ δανείου καὶ τῆς προμηθείας τῶν πλοίων δὲν δύναται εἰμὴ νὰ γίνῃ εἰς πάντα ἔχοντα τὸν κοινὸν νοῦν καταφανὲς, ὅτι ἀπεκτήσαμεν ἤδη στόλον ἀκουσίως. Ἀλλὰ θὰ ἰδῆτε μίαν ἄλλην ἐξασφάλισιν ἐν ταῖς συμφωνίαις· ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφορὰ τιμῶν, ἡ διαφορὰ τῶν τιμῶν θὰ κανονισθῇ κατὰ τὸ τιμολόγιον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως! Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ τιμολόγιον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως παρέχει τιμὰς κατὰ 30% ἀνωτέρας τῶν ἄλλων τιμολογίων, ὥστε ἐλάβετε πρόνοιαν μόνον νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν παροχὴν μεγάλων τιμῶν· αὐτὴν τὴν πρόνοιαν ἀληθῶς τὴν ἐλάβετε. Καὶ προσάγονται ταῦτα, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι ἀποτελοῦσι πρόσθετον ἐμπαιγμόν· ὡς νὰ μὴ ἤρκει ὁ ἐμπαιγμὸς ὁ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς ὁ ἐκ τῶν τοιούτων παραστάσεων. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔχει τιμολόγιον ἀνώτερον καὶ διὰ τὰς τιμὰς τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τὰς τιμὰς τοῦ ὑλικοῦ, καὶ ἔχει τὸ τιμολόγιον ἀνώτερον διότι ὑπάρχει τελειοτάτη ὑπὲρ αὐτῆς ἐπίβλεψις. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἆραγε καὶ ἡμεῖς τὴν ἐπίβλεψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία γίνεται μόνον ὅταν πρόκηται περὶ πλοίων τῆς Γαλλ. Κυβερνήσεως; Δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Εὐρώπην, τοῦ κ. Doupont, ἀλλ’ ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ ν’ ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ὡς ἄνθρωπος καὶ οὗτος δὲν δύναται νὰ παραλείψῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀκρίβειαν. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνηνησις δι’ ἀνθρώπων τῆς ἐμπιστοσύνης της, διὰ τεχνιτῶν, τοὺς ὁποίους θέτει πρὸς ἐπιτήρησιν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, κατορθώνει τῷ ὄντι νὰ ἐξασφαλίσῃ τελείαν τὴν κατασκευήν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ ἀληθὴς εἰρωνεία πρὸς τὰς ἐξασφαλίσεις, τὰς δῆθεν ἀποκτηθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι εἰς μὲν τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουσι δύο ναυπηγεῖα, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ λ. χ. ὑπάρχουσι ναυπηγεῖα πολλὰ, εἰς τὰ ὁποῖα συῤῥέουσιν ἔξωθεν οἱ θέλοντες τὴν κατασκευὴν πλοίων. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ἐπεβάλλετο νὰ κατασκευάσωμεν τὰ πλοῖα εἰς τὸ ναυπηγεῖον τῆς Γαλλίας, ἐπεβάλλετο νὰ κατασκευάσωμεν τὰ τηλεβόλα, διαφόρου πρὸς τὸ ὑπάρχον συστήματος, εἰς τὸ προσδιωρισμένον ὑπὸ τῶν δανειστῶν ἐργοστάσιον. Καὶ τῷ ζήτημα τοῦτο εἶναι τῷ ὄντι ἴσως ἔτι μᾶλλον σπουδαῖον, διότι εἶναι γνωστὸν πόσον ἡ ἔλλειψις τοῦ καλοῦ ὁπλισμοῦ δύναται νὰ φέρῃ κινδύνους, συνδεομένους μὲ αὐτὴν τὴν τύχην τοῦ Κράτους. Καὶ τὰ μεγάλα Κράτη φροντίζουν ὥστε τοῦ αὐτοῦ συστήματος ὁπλισμὸς νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Πρόκειται περὶ πυροβόλων, καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὰ πλοῖα ὡπλισμένα μέχρι τοῦδε μὲ τὸ τηλεβόλον τοῦ Κροὺπ, ἤδη ὁπλίζονται τὰ νέα πλοῖα δι’ ἄλλων τηλεβόλων. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐξευτελισθῶμεν εἰς τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ διατρέχωμεν κίνδυνον ἐθνικῶν συμφορῶν! Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς Κυβερνήσεώς σας. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας ἀγόμεθα, διὰ νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης; ἐκ τοῦ ὅτι γίνεται ἔλεγχός τις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἕπεται, ὅτι τίθεται καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τὸ Κοινοβούλιον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐνασκεῖ νομοθετικὰ καθήκοντα, δὲν ἀποτελεῖ ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὑτοῦ, εἰμὴ διαρκῆ ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν Κυβερνήσεων. Τί ἄλλο γίνεται καθ’ ἡμέραν διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, εἰμὴ ἔλεγχος καὶ κατάκρισις πολλάκις τῆς Κυβερνήσεως; ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅταν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀμφισβητῆται ἡ ὕπαρξις τῆς πλειοψηφίας παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἕπεται λέγω ἐκ τούτου, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λέγῃ ἑκάστοτε, ὅτι θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Εἰς τοῦτο, νομίζω, Κύριοι, πρέπει σήμερον νὰ προσέξωμεν, διότι νομίζω, ὅτι διακωμῳδοῦμεν ἀπό τινος χρόνου ἀληθῶς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα τίθεται, κατὰ κανόνα, μόνον ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία παραδέχεται μὲν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἵσταται συνταγματικῶς εἰς τὴν θέσιν της, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ὅταν δὲν παρέχωνται αὐτῇ τὰ μέσα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ὑπάρξεώς της, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ δύνανται νὰ τίθενται ὑπὸ μόνων κατὰ κανόνα τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται ἡ ἀμφισβήτησις τῆς κοινοβουλευτικῆς ὑπάρξεως μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἀνατροπὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας, καὶ τὴν ἀνατροπὴν ταύτην δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιχειρῆτε· τὴν ἐπεχειρήσατε διὰ τοῦ ἄλλου δόγματός σας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς δεδηλωμένης πλειοψηφίας, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδεται μόνον εἰς τὴν πλειοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν· τώρα ἔρχεσθε εἰς ἄλλην ἀνατροπὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐπιχειρεῖτε νὰ θέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἵστασθε εἰς τὴν θέσιν σας, ἢ ὄχι, νὰ λαμβάνητε δηλαδὴ διορισμὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ θέλετε συγχρόνως δύο τινὰ νὰ κατορθώσητε: καὶ τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν νὰ μηδενίζητε, ἀλλὰ καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐξευτελίζητε, ἐπικαλούμενοι αὐτὴν ἐν οὐ δέοντι. Δύναται νὰ θέτῃ ἡ Κυβέρνησις ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅταν τὸ συζητούμενον ἀντικείμενον ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄνευ τῆς χορηγήσεως ἑνὸς μέσου ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται ἡ πολιτική της νὰ ἐξακολουθήσῃ· τότε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνησθάνετο τὴν θέσιν του. Δὲν ἠδύνατο νὰ διαφεύγῃ ἀπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἔκρυθμον ὄντως κατάστασιν, ἰδίως ὑπὸ ὄψιν οἰκονομικὴν, δὲν δύναται νὰ διαφεύγῃ καὶ αὐτὸν ποῖον δύναται νὰ ἦναι μετ’ οὐ πολὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πορείας, ἥν ἀκολουθοῦμεν· ἡ προσπάθειά του ἤδη δὲν εἶναι περὶ ἄλλου τινὸς, εἰμὴ νὰ κατορθώσῃ διὰ τοιούτων στρατηγημάτων νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ ἄλλους τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς φέρει. Ἀπεπειράθησαν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἴσως ἐξώδικον, νὰ παραστήσωσιν, ὅτι οἱ θεσμοὶ εἶναι οἱ πταίοντες καὶ οἱ συντελοῦντες καὶ εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς συνέπεσε νὰ συνυπάρχῃ ἡ οἰκονομικὴ κατάπτωσις τοῦ τόπου, ἀφ’ ὅτου, ὄχι πραγματοποιοῦνται καὶ λειτουργοῦσιν ἐλευθέρως οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου παραβιάζεται καὶ διακωμῳδεῖται ἡ λειτουργία ἡ ἐλευθέρα τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἠδύνατο ἡ ἐλευθέρα τῶν θεσμῶν λειτουργία νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην κατάπτωσιν οἰκονομικὴν, τοιαύτην κατασπατάλησιν τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἑκάστοτε, ὅταν τὸ κακὸν προχωρῇ, ὅταν τὸ κακὸν καταφαίνηται, διαμαρτύρονται, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ. Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὰ παρεμπίπτοντα ἐκεῖνα φαινόμενα τῆς ἀνοχῆς τῆς προσωρινῆς πρὸς τοιαύτην κατάστασιν. Τὸ ἐδοκιμάσατε ἐπανειλημμένως, ὁπωσδήποτε μετασχηματίσαντες τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐπὶ πολὺ νὰ ἀνέχωνται τοιαύτην κατάστασιν ψευδῆ. Ἀλλὰ τὰς συνεπείας, φαίνεται, τὰς προβλέπετε ἤδη καὶ ἐπειδὴ εἴδετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀνεχθῆτε τοὺς θεσμοὺς, σκέπτεσθε διὰ τίνος τρόπου νὰ παραστήσητε ὡς ὑπεύθυνον τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τὴν ἔλλειψιν προνοίας κυβερνητικῆς. Ἡ πλειονοψηφία σᾶς ἐνεπιστεύθη καὶ σᾶς ἐχορήγησε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους· δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἐρωτήσητε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀποπειρώμενοι νὰ τὴν ἐρωτήσητε ἐν οὐ δέοντι, δὲν θέλετε μὲ τοῦτο νὰ ἐκφράσητε ἄλλο τι, παρ’ ὅτι θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε ἐπ’ αὐτῆς τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ κύριοι Ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄπειρον πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην, δικαιοῦνται νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι κακῶς μᾶς προκαλεῖτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ζητεῖτε ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ὑμεῖς ἐσφάλατε, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ὑπομείνητε τὰς συνεπείας τῶν σφαλμάτων σας. Δὲν προκαλοῦμεν λοιπὸν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἠναγκάσθημεν νὰ κατακρίνωμεν ὑμᾶς, τὴν ἔκφρασιν τῆς δυσπιστίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μόνον προκαλοῦμεν, εἶναι νὰ ἀποφύγητε νὰ ἐκθέσητε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καταχρώμενοι εἴτε τῆς ἐμπιστοσύνης, εἴτε τῆς διαθέσεως αὐτῆς, νὰ ἐκθέσητε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς εἰς πρᾶξιν ἀτοπωτάτην, καταδεικνύοντες οὕτω, ὅτι, προβλέποντες ὑμεῖς τὰς συνεπείας τῆς πολιτικῆς σας, ὑμεῖς πράγματι αὐτοὶ ἠρχίσατε νὰ ἔχητε δυσπιστίαν μεγάλην πρὸς ὑμᾶς αὐτούς.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Λίαν ἐπιτυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διαγινώσκων τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, ἔσπευσεν ὡς πρώτην ἐργασίαν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου. Συναισθάνεται καὶ ἀναγνωρίζει, ὅπως πάντες ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ὅτι ἡ μεγάλη ἀνυπομονησία, ἡ μεγάλη ἐπιθυμία, τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἡ κοινωνία ἐξηγεῖ, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ν’ ἀπαντήσῃ, εἶναι ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τρέχοντος ἔτους, θέτων τὴν βάσιν τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἔθεσε τὸ Κοινοβούλιον εἰς θέσιν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ πεπραγμένα καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν βάσεων τοῦ μέλλοντος· ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἡ Βουλὴ, ὄχι εἰς δύο κόμματα διῃρημένη, ἀλλ’ εἰς ἓν σῶμα, ὡς εἷς οἰκογενειάρχης, ὀφείλων νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ, συνέλθῃ, συζητήσῃ, ἐξετάσῃ καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἠρέμα καὶ μετὰ ψυχραιμίας ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, ὅτε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ἐκ Φθιώτιδος, μεταβαλὼν τὸν σκοπὸν τῆς συζητήσεως, ἀνέτρεψε τὴν βάσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὸν δαυλὸν τῆς διχονοίας, προκαλῶν ζητήματα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦσι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ μᾶς διαιρῶσιν ἐκ προοιμίων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ μένωμεν ἡνωμένοι, ἔχοντες τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ συμφέροντος κινούμενοι. Δὲν μακρηγορῶ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος λεγομένου πολιτικοῦ ζητήματος, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔθεσε τὸ ζήτημα διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, δὲν θέλει δώσει προσοχὴν εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη καὶ ἀκαίρως καὶ ὑπὸ προσώπου ἀκαταλλήλου καὶ ἀναρμοδίου. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν κρίσιν καὶ τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον αἱ βάσεις τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ εἰσιν ἀκριβεῖς, κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ διδόμενα καὶ εἰς τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐθέσαμεν, καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα, ἐξετάζοντες, ἐὰν δύναται τοῦτο νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα. Ἐὰν σήμερον πρὸς στιγμὴν ἤθελε γίνει τὸ μέγα λάθος νὰ τεθῇ ζήτημα πολιτικὸν, σχετιζόμενον βεβαίως πρὸς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ δύο ἤδη ἑβδομάδας, ποία θὰ ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ ζητήματος τούτου; Εἶναι ἀκριβῆ τὰ διδόμενα καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888; αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐὰν ἐρωτήσητε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος τὴν Βουλὴν σήμερον, πρὶν ἢ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξετάσῃ αὐτὸν καὶ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ συζητήσῃ καὶ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἐν γνώσει τὴν ψῆφόν της, δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε ἐκ τῶν προτέρων τὰς συνειδήσεις καὶ τὰς πεποιθήσεις ἐπὶ πραγμάτων ἀγνώστων, ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ἐρωτᾶτε, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὄχι, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία συζήτησις γίνεται, καὶ ἡ ὁποία οὐδόλως συνδέεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον; Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ὅπως εἶπον πρότερον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὄχι ἀναχωρῶν ἀπὸ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀπολήξωσιν ὁπωσδήποτε ἐκ προθέσεως εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πολεμήσω τὰ καλῶς κείμενα, τοῦ νὰ ἀμφισβητήσω τὰ ὀρθῶς ἀνεγνωρισμένα, ἀλλὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα, διότι ὅλοι ἔχομεν τὸ μέγα συμφέρον, ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν ὁ τόπος εὐημερῇ ἢ δυσμοιρῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ καταστήσωμεν γνωστὴν εἰς τὸν ξένον κόσμον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασίν μας, πρὸς τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται οἱ ξένοι ν’ ἀποβλέπωσι, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐξετάζωσι. Τὸ κύριον θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐτέθη διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τοῦδε Συνέταξα ἐπὶ τῇ βάσει τούτων, σᾶς εἶπε, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπέβαλα φόρους, ἵνα ὑπηρετήσω τὸν Προϋπολογισμόν μου αὐτὸν, σᾶς φέρω τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι τὸ σύστημά μου ἐντελῶς ἐπέτυχε, κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ ἔτους θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, ἢ περίσσευμα. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ βάσις καὶ τὰ ἐξαγόμενα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦναι ὀρθὰ, ὀφείλομεν νὰ τὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ τὰ ὁμολογήσωμεν, καὶ δὲν μένει εἰς ἡμᾶς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ συζητήσωμεν ἐὰν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπέληξεν εἰς τὸ τοιοῦτον εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, εἰσὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα συμβιβάζονται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, μὲ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις αὐτοῦ, καὶ ἐὰν πρέπῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἢ ὄχι, ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσωμεν ἓν ἐξαγόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται δι’ ἀριθμῶν, ἓν ἐξαγόμενον, ἀπέναντι τῆς ἀληθείας τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν πάντες νὰ ὑποκύψωμεν, ἐὰν ἀληθῶς συμβιβάζηται μὲ τὰ ἐξαγόμενα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους προσήγαγεν ἐνώπιόν μας. Ἀλλὰ, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὸ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐξακριβώσω, ἐὰν τὰ ὑποβληθέντα ἀποτελέσματα ἦναι ἀκριβῆ, θέλω παραδεχθῇ ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε, καὶ θέλω ἀπολήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ἀποδεικνύον μετὰ λύπης μου, ὅτι τὰ ἐξαγόμενά εἰσιν ἐσφαλμένα. Ἀναχωρῶ ἀπὸ τὸ 1884. Κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας,— καὶ σᾶς ὑποβάλλω ἐν συνόψει τὰ ἐξαγόμενα ἑκάστου ἔτους— κατὰ τὸ 1884 προϋπελογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 86,122,000, εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884 50,840,900 δραχ. καὶ κατὰ τὸ 1885 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσεπράχθησαν διὰ τὸ 1884, 7,784,149· τὸ ὅλον 58,625,049, ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 27,596,951. Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1885, ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τοῦ 1884, ἀναλογεῖ πρὸς τὸ ἕβδομον τῶν εἰσπράξεων τῶν γενομένων ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884. Κατὰ τὸ 1885 προϋπελογίσθησαν 74,006,586, εἰσεπράχθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 49,729,702 καὶ κατὰ τὸ 1886 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις, 9,126,687, δηλ. τὸ ἓν πέμπτον καὶ ἥμισυ τῶν εἰσπραχθέντων ἐντὸς τοῦ 1885. Κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν 88,324,068, εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1886 53,027,338 καὶ ἐντὸς τοῦ 1887 μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως 8,488,173 δραχ., δηλ. τὸ ἓν ἕκτον καὶ ἥμισυ τῶν εἰσπραχθέντων ἐντὸς τοῦ ἔτους 1886, τὸ ὅλον 61,515,511, διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα 26,808,557. Τὰς αὐτὰς ἀναλογίας ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς καὶ ἀληθεῖς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν 96,975,390, εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 45,417, 481· μένει τώρα νὰ συμπληρώσωμεν ὑποθετικῶς τὰ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου εἰσπραχθησόμενα καὶ μέχρι κλείσεως τῆς χρήσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους. Λαμβάνω διὰ τὴν τρέχουσαν τριμηνίαν, μέχρι τέλους δηλ. Δεκεμβρίου 1887, τὸ ⅓ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων εἰσπράξεων διὰ τοὺς 9 μῆνας, καὶ τὸ λαμβάνω λίαν γενναίως, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ τρεῖς οὗτοι μῆνές εἰσιν ἄγονοι ἀπέναντι τῶν παρελθόντων, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ⅓ τῶν εἰσπραχθέντων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἤτοι 15,000,000, προσθέτω καὶ ἔχω μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887 δραχ. 60,417,481. Τί μένει ἤδη νὰ ὑπολογισθῇ; Πόσον θὰ εἰσπραχθῇ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως· θὰ ὑπολογίσω δὲ τοῦτο κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, ἣν παρουσιάζουσι τὰ ἔτη 1886, 1885, 1884, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι ἀπὸ τὸ ἓν πέμπτον καὶ ἥμισυ μέχρι τοῦ ἑβδόμου, παραδέχομαι τὸ ἓν ἕκτον, νομίζων, ὅτι εἶμαι λίαν γενναῖος εἰς τὸν ὑπολογισμόν μου· προσθέτω λοιπὸν 10,000,000, ὡς εἰσπραχθησόμενα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1888, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις τοῦ 1887, καὶ θὰ ἔχω ἐξαγόμενον 70,417,481. Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος μεθοδικώτερος, ἁπλούστερος, εἰλικρινέστερος, ἀληθέστερος, διὰ νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ μέλλοντα ἔσοδα καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποθετικῶς νὰ ἀπολήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα; Καὶ μολονότι ἔχω τὸ διδόμενον, ὅτι, ὅσον οἱ φόροι εἶναι βαρύτεροι, τοσοῦτον αἱ εἰσπράξεις εἰσὶ δυσχερέστεραι, καὶ ἑπομένως αἱ ἀναλογίαι τῶν καθυστερημάτων εἰσὶ μεγαλείτεραι, — διότι ὁ Τόπος, οἱουσδήποτε ὑπολογισμοὺς καὶ ἂν κάμητε, οἱουσδήποτε Νόμους καὶ ἂν ψηφίσητε, ὅσα δήποτε μέσα καταναγκαστικὰ καὶ ἂν μεταχειρισθῆτε, δὲν δύναται νὰ δώσῃ περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ δυνάμεις του τῷ ἐπιτρέπουσι, — μ’ ὅλα ταῦτα δὲν μεταβάλλω τὴν ἀναλογίαν, παραδέχομαι τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν καὶ ὅπως ὑπελόγισα προηγουμένως, ἔχω τὸ ἀποτέλεσμα εἰσπράξεων 70,000,000. Πόσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπολογίζει τὰ ἔξοδα; 84,150,427. Εἶναι ἔλλειμμα, ἢ περίσσευμα; εἶναι ἰσοζύγιον; Πῶς δύναμαι νὰ ἀπατήσω τὸν ἑαυτόν μου καὶ, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ παραδεχθῶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι, — διότι εἶναι λίαν εὐχάριστον δι’ ἕνα ἔντιμον οἰκογενειάρχην νὰ βλέπῃ, ὅτι τὰ εἰσοδήματά του δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας του, — νὰ μεταβάλω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ καταλήξω εἰς ἐξαγόμενα μὴ ἀκριβῆ; Ποῖαί εἰσιν αἱ ἀναλογίαι, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ὑπέβαλε; ποῖοι εἶναι οἱ ὑπολογισμοί, διὰ τῶν ὁποίων καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔσοδα 92,000,000; Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ τοὺς ἐννοήσω. Ἐγὼ πρακτικῶς ἐξήτασα τοὺς ὑποβληθέντας ἀριθμοὺς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω. Δὲν πείθομαι λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα, δὲν πείθομαι, ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον· πείθομαι, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα τοὐλάχιστον 14,000,000, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ μὴ ἐπιφέρω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ βάρη εἰσὶ δυσανάλογα πρὸς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, ὅτι ἐκτὸς τῆς εἰσαγωγῆς φορολογοῦμεν τρεῖς ἰδίως τάξεις, ἀφίνοντες ὅλην τὴν ἄλλην παραγωγὴν σχεδὸν ἀφορολόγητον, καὶ ζητοῦντες οὕτω ν’ ἀναπληρώσωμεν κενὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται φοβερόν. Ποῖαι τάξεις φορολογοῦνται ἰδίως; Ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων θεωρεῖ ἀναγκαῖον τὸ μαστίγιον, ὅπως ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των; Μαστίγιον, εἶπεν ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων, θέλει ὁ λαὸς, διὰ νὰ ἐργάζηται καὶ συνεισφέρῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν, ὅτι χάριν τοῦ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος φλέγει ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἐννοῶν τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Ἀλλὰ διενοήθητε ποτὲ νὰ συντρέξητε τὰς τάξεις ταύτας εἰς τὴν παραγωγὴν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ σᾶς δώσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε; Ἡ γεωργία εἶναι παρημελημένη εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ὁ τόπος τρέφεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν· ἡ κτηνοτροφία ἐπίσης· ἐὰν συμπέσῃ νὰ καθυστερήσωσιν αἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προελεύσεις, ὁ τόπος θέλει πεινάσει. Ἡ βιομηχανία! Στρέψατε βλέμμα πρὸς τὸν Πειραιᾶ, τὸ μόνον βιομηχανικὸν κέντρον, καὶ ἴδετε τ’ ἀποτελέσματα τῆς μερίμνης ὑμῶν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν μάλιστα καὶ μυκτηρίζετε. Τὸ ἐμπόριον! Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τὰ ἀποτελέσματα τὰ τελωνειακά. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἰσὶ μεγαλείτεραι ἐφέτος, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν φόρων καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι μικροτέρα· καὶ ἂν ἦναι μικροτέρα ἐφέτος, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ἦναι ἔτι μικροτέρα. Ἐξακολουθεῖτε λοιπὸν ζητοῦντες μὲ τοιοῦτον θάῤῥος θυσίας ἀπὸ τὸν λαὸν, ὅπως ὑπηρετήσητε τὸν ἐθνικὸν ἐνθουσιασμόν σας, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐπὶ τόσα ἔτη ἐξακολουθοῦμεν ν’ ἁρπάζωμεν ἀπὸ τὸν δυστυχῆ λαὸν τὸ ἔσχατον τεμάχιον τοῦ ἄρτου, τὸ ὁποῖον ἔχει, χωρὶς νὰ πράξωμεν τίποτε μέχρι τοῦδε....
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγινεν ἡ αὔξησις.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ αὔξησις ὀφείλεται εἰς τὰ λεγόμενα πετσώματα τοῦ ἀοιδίμου πατρός σου. Ἔχω ἔγγραφα νὰ ἀποδείξω, ἐὰν γίνῃ ἀντίῤῥησις, ὅτι εἰς τὰ πετσώματα αὐτὰ ὀφείλεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου καὶ ἡ προσάρτησις τῶν ἐπαρχιῶν. Τίποτε δὲν ἐπράξατε μὲ τὰ 500 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν, καὶ μὲ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκάστην ἐφευρίσκομεν· δὲν ἐκάμαμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἀγοράζωμεν ὑλικὸν πρὸς 100 καὶ νὰ τὸ πωλῶμεν πρὸς 10. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρασκευαί σας. Καὶ θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ βιολὶ, κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κυκλάδων, καὶ μὲ αὐτὸ νὰ χορεύωμεν, καὶ ἂν δὲν θέλωμεν, τότε μᾶς ἀπειλεῖτε, ὅτι θέλετε μεταχειρισθῆ τὸ μαστίγιον! Οἱ δοῦλοι ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται, ὅπως ἱκανοποιῶσι τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς ὑμῶν τῶν ἐλευθέρων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νομίζει, ὅτι ἡ φορολογία δύναται νὰ παραγάγῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887· ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διετύπονε τοιαύτην ἰδέαν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπαρχία του, καὶ ἂν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐψηφίσατε; Ἂν ἠρώτα τοὺς ἐκλογεῖς του, ἤθελε μάθει, ὅτι αἱ φυλακαί εἰσι πλήρεις ὀφειλετῶν, καὶ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν ἐντίμου Συναδέλφου, ὑπὲρ τὰ χίλια ἐντάλματα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς Χωροφυλακῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀξιοῖτε νὰ εἰσπράττωμεν τὰ λεγόμενα δημόσια ἔσοδα, διὰ νὰ τὰ διαθέτητε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν σας συνδυασμῶν. Συνωμολογήσατε τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, καὶ διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ ὑπεχρεώσαμεν τοὺς μεταγενεστέρους, οὐ μόνον νὰ πληρόνωσι τὰ βάρη τοῦ δανείου, ἀλλὰ νὰ καταδικασθῶσιν ἐπὶ 75 ἔτη νὰ ἔχωσι μονοπώλια ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως· προεξοφλήσαμεν τὰ εἰσοδήματά των, ὑποχρεοῦντες αὐτοὺς νὰ πληρόνωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλάβομεν, καὶ ἐὰν μᾶς ἐρωτήσωσι τί τὰ ἐκάμαμεν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀπαντήσωμεν τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι τὰ ἐγλεντήσαμεν, ὅπως ὁ ἄσωτος χαρτοπαίκτης, ὁ ὁποῖος προεξοφλεῖ πολυετῶς τὰ μέλλοντα εἰσοδήματά του, προετοιμάζων εἰς τὰ τέκνα του τὴν στέρησιν καὶ τὴν πενίαν. Μὴ μυκτηρίζετε δὲ τὰς πεποιθήσεις τῶν γερόντων! Αἱ πεποιθήσεις τῶν γερόντων στηρίζονται ἐπὶ μακρᾶς πείρας, καὶ ὑπαγορεύονται ὑπὸ εἰλικρινοῦς πόνου πρὸς τὸν τόπον. Αἱ πεποιθήσεις τῶν γερόντων ἐλπίζω ὅτι θέλουσι κατισχύσει καὶ ἀπέναντι ὑμῶν τῶν νεωτέρων, καὶ θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν, δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος διὰ τὸ μέλλον τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ τόπου.
§24ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἠκούσατε τοὺς ἐντίμους ῥήτορας, τοὺς πρὸ ὀλίγου λαλήσαντας. Ὁ εἷς ἀνέπτυξε θεωρίαν τινὰ συνταγματικήν, τὴν ὁποίαν, μὲ ὅλην τὴν προσοχήν μου, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἐνόησα μόνον, ὅτι ἄμετρος εὔροια λόγου παρακολουθεῖ τὸν ἄνδρα. Δυστυχῶς δι’ ἐμὲ, δὲν δύναμαι νὰ ὑψωθῶ εἰς τὰ αἰθέρια ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα συνήθως ἀναβιβάζεται τὸν θαυμάζω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καλῶς νὰ ἀντιληφθῶ τὰς ἐννοίας του. Ὁ ἕτερος, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας βουλευτής, μὲ ἐμέμφθη, διότι ὡμίλησα περὶ τοῦ ψυχροῦ αἵματος τῶν γερόντων. Δὲν εἶχον ἄδικον· ἡ πεῖρα τοῦτο λέγει· τὸ γῆρας δειλόν· τὸ γῆρας φυλάττει ἀσφαλῶς τὰ κεκτημένα· δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ προαγάγῃ περαιτέρω τὰ τῆς Πολιτείας· τοῦτο ἀπόκειται τῇ κατόπιν γενεᾷ. Πταίω τάχα ἐγὼ, ἐὰν λέγω, ὅτι τὸ σθεναρὸν τοῦτο Ἔθνος χρῄζει σταθερᾶς καὶ νεανικῆς χειρός; ἀρνοῦμαι τάχα τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τοὺς γέροντας σέβας διὰ τὰ κατὰ τὴν νεότητα τελεσθέντα ὑπ’ αὐτῶν; Τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσεφέρατε, τὰς προσεφέρατε, ὅτε ἀκόμη τὸ αἷμα δὲν εἶχε παγῆ εἰς τὰς φλέβας ὑμῶν, ὅτε ἔπαλλεν ἡ καρδία ὑμῶν. Ὑπηρετήσατε τὴν πατρίδα ἐνόσῳ ἦσθε νέοι, καὶ μέγας ὀφείλεται ὑμῖν ἔπαινος. Ἀλλὰ τάχα πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἐκεῖ; τάχα δὲν πρέπει τὸ Κράτος νὰ βαδίσῃ περαιτέρω; Συνταγματικαὶ θεωρίαι ἀκατάληπτοι, φωναὶ γερόντων, ἰδοὺ τὸ συμπέρασμα τῶν δύο ῥητόρων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας βουλευτὴς λυπεῖται διὰ τὴν ἀφορίαν τῆς Θεσσαλίας, λυπεῖται καὶ διὰ τὴν εὐφορίαν τῆς Ἀχαΐας. Εἴτε εὐφορίαν ἔχετε, εἴτε ἀφορίαν, ὁ ἐξ Ἀκαρνανίας βουλευτὴς πάντοτε θὰ ἦναι στενοχωρημένος. Ἀλλὰ προπάντων ἡ στενοχωρία του αὐξάνει, διότι κινδυνεύουν δῆθεν οἱ θεσμοί. Τίθεται λέγει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔδειξε δυσπιστίαν. Τοῦτο εἶναι σολοικισμὸς συνταγματικός! Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς συγχέει τὰ πράγματα. Ἐγώ, ὅτε ἤκουσα τὸν ἀρχηγὸν ἐκεῖνον, ἐξενεγκόντα τὴν πρόκλησιν πρὸς ἡμᾶς, νὰ δυσπιστήσωμεν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν τὸν πολιτικὸν, ἐνόησα, ὅτι τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν δὲν θέτῃ ζήτημα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τόσῳ τὸ καλλίτερον δι’ αὐτόν· ἐὰν τὸ θέσῃ ὅμως, εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, θὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Προέβην δὲ καὶ περαιτέρω· εἶπον, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δέον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόκλησιν αὐτήν· ἄλλως ἡ μὴ ἀπάντησις ἀποδεικνύει ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος ἐκείνης. Τὸ μαστίγιον! Σᾶς ἠνώχλησεν ἡ λέξις, δὲν ἠθελήσατε ὅμως νὰ ἐννοήσητε κατ’ οὐσίαν τὴν ἔννοιάν μου. Ἰδοὺ τί εἶπον πρὸς ὑμᾶς. Ἔχομεν ἐντεῦθεν ἓν σύστημα, λέγον πρὸς ἡμᾶς: «ἔλθετε μεθ’ ἡμῶν, δὲν ἔχει φόρους, δὲν θὰ πληρώσωμεν τοὺς δανειστάς.» Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου ἄλλο σύστημα, λέγον: «ἔλθετε μετ’ ἐμοῦ, νὰ συμπράξωμεν, νὰ ψηφίσωμεν φόρους.» Φόρους εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν λαὸν, τὸν τοσαῦτα ὑφιστάμενον! Ναὶ, θὰ ψηφίσητε φόρους, διότι ἡ μάστιξ τῆς λογικῆς τοῦτο ἐπιτάσσει· τὰ πράγματα τοῦτο ἐπιβάλλουν· δὲν ὑπάρχει μέσον ὑπεκφυγῆς: ἢ πτώχευσις, ἢ φόροι. Ἓν μόνον μέσον ὁ Θεὸς ἔδωκεν ἡμῖν, ἵνα ἐκφύγωμεν τὸν κίνδυνον· τοῦτο εἶναι ἡ ἐργασία, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι φιλότιμον, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκφύγῃ τὸν κίνδυνον, ἀρνούμενον τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις του, οὐδὲ νὰ παραιτηθῇ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει· θὰ ἐργασθῇ καὶ θὰ πληρώσῃ τοὺς δανειστάς του, καὶ μίαν ἡμέραν ὁ Θεὸς θὰ ἀποδώσῃ τὸ βραβεῖον διὰ τὴν φιλοπονίαν του, διὰ τὴν προθυμίαν του εἰς τὰς θυσίας. (Εὖγε! εὖγε!).
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· οἱ ἀριθμοί, οὓς ἐπαρουσίασεν, ἦσαν εἰκονικοὶ καὶ οὐχὶ ἀληθεῖς. Ἡ συζήτησις τὸ ἀπέδειξεν. Εἴχομεν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρήχθη ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ αὐτὸς διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν του, ὄχι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, κατώρθωσε νὰ τὸ καλύψῃ, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ὑφίσταται, ἀναβαίνει εἰς 15 ἑκατομμύρια. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀποδείξω ἐγὼ, τίς πταίει διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἀπὸ πότε ἤρχισε νὰ γεννᾶται ἔλλειμμα ἐπίφοβον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν σύντονον μέριμναν τῶν κυβερνώντων. Διὰ νὰ κατορθώσω ν’ ἀποδείξω τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέδραμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσω μακρότερον, νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ 1880. Κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε Προϋπολογισμὸν ἐξόδων 47,013,800, ἐσόδων δὲ 41,711,490, ἤτοι μὲ 5 ἑκατομμύρια ἔλλειμμα· παρέλαβε δὲ 25 ἑκατομμύρια κεφάλαιον, ὑπολειφθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ὑλικὸν πολέμου, τὸ ὁποῖον πωλούμενον ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα· ἄρα δὲν ὑπῆρχεν ἔλλειμμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ὡς σημαίαν προγράμματος τῆς ἀναῤῥήσεως αὑτοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν τότε ὕψωσε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, τὴν ἀφαίρεσιν δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου 7 ἑκατομμυρίων, καὶ τότε μόνον ἐγὼ καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀντείπομεν. Ἀφήρεσε δὲ αὐτὰ τὰ 7 ἑκατομμύρια, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἦτο ἐπὶ τοῦ τάπητος, διακηρύττων αὐτὸς, ὅτι Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Διὰ νὰ κατηγορήσῃ δὲ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐκήρυξεν, ὅτι θὰ κάμῃ οἰκονομίας, διότι ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς, ὡς διετείνετο, τοσοῦτον εἶχον δεινωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὥστε αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ διοικήσῃ. Οἰκονομίαι καὶ κατάργησις φόρων, ἰδοὺ τὸ τότε οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διέλυσε συγχρόνως —διὰ νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις πλῆρες τὸ σύστημά του— τὸν στρατὸν, ἐναντίον τῆς διαμαρτυρίας τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συμβουλεύσαντος: ὅλα δύνασθε νὰ πράξητε, μὴ θίξητε ὅμως τὰ 25 ἑκατομμύρια, μήτε τὸν στρατὸν, διότι ταχέως τὸ ζήτημα ἡμῶν θὰ λυθῇ καὶ τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Ἐὰν τότε ἤκουε τὴν συμβουλὴν ἐκείνην καὶ δὲν διέλυε τὸν στρατὸν καὶ δὲν κατεσπατάλα τὰ 25 ἑκατομμύρια, δὲν θὰ ἐγίνοντο τὰ κατόπιν παράτολμα, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δηλονότι μετὰ 5 μῆνας ἠναγκάσθη νὰ καλέσῃ ἐπιστρατείαν, λυθέντος τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνδιασκέψεως, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ὑφίσταται, καὶ κατὰ συνέπειαν προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διὰ ν’ ἀνοικοδομήσῃ, ὅ,τι παραλόγως κατέστρεψεν. Ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἦλθεν ἡ διάδοχος. Δὲν ἠδύνατο καὶ αὕτη, παρὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐπιστρατείαν, διότι δὲν ἤξευρε ποίαν τύχην ἤθελε λάβει τὸ ζήτημα, ἀφοῦ, ἐναντίον τῶν συμβουλῶν τῆς Εὐρώπης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθετε τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν ἐπιστρατεύσεως, καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύετο ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συντηρήσῃ τὴν ἐπιστρατείαν καὶ νὰ λύσῃ τὸ μεθοριακὸν ζήτημα. Ἐλύθη τὸ ζήτημα, ἔγινεν ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἑπόμενον δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα, ἕνεκα τῶν ἀσυνέτων μέτρων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ 1882. Τί ἔκαμε διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα; Πρέπει δὲ νὰ σημειώσητε, ὅτι εὗρε κεφάλαιον ἀποθεματικὸν δέκα καὶ πέντε ἑκατομμύρια ἐκ παλαιοῦ καὶ νέου ὑλικοῦ, καὶ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομίσματος, καὶ 30 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἤτοι 49,000,000, ἐν τῷ Ταμείῳ. Τί ἔκαμε δέ, ἐπαναλέγω, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα; Ἀφῆκεν ἀσύδοτον τὴν Θεσσαλίαν, πρὸς βλάβην τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καὶ αὐτῆς, καὶ ἠλάττωσεν οὕτω τὰς δημοσίους προσόδους, ὅπως καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἔκαμε δῶρον εὐτελὲς, ἵνα οὕτω συντρίψῃ εἶτα οἰκονομικῶς τὸ Κράτος καὶ δυνηθῆ εὐχερέστερον νὰ ποιῇ τοὺς χρηματιστικοὺς συνδυασμούς. Τί δὲ ἔκαμε περιπλέον; Μᾶς ἐζήτησεν 20,000,000 δάνειον διὰ τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν καὶ 40,000,000 διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀφοῦ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δι’ 6 θωρηκτὰ ἀντὶ 26 ἑκατομμυρίων, πληρωτέων εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, τὴν εἶχεν ἀκυρώσει, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ἤξευρε ποῖον σύστημα ἤθελεν ἐπικρατήσει! Ἐνόησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, φαίνεται, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μεταβάλλῃ τὸ σύστημά της ἑκάστοτε, καὶ ὄχι πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία ἔχει δεμένα τὰ πλοῖά της εἰς τὸν ναύσταθμον. Ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον μετὰ τὴν κατασπατάλησιν τῶν 20 ἑκατομμυρίων χάριν τοῦ κόμματος, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, καὶ συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τί ἔγιναν ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; ἐκάλυψε τὸ ἔλλειμμα; ἔφερε τὸν στόλον; ἔχετε τὰ συμπλέγματα τῶν ὁδῶν; Οὐδὲν τούτων. Γνωρίζετε, ὅτι ὡς στόλον ἔχομεν τὴν Κίχλην καὶ τὴν Ἀηδόνα καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα πλοῖα πρὸς χρῆσιν τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας. Γνωρίζετε, ὅτι κατηναλώθησαν τὰ διὰ τὴν ὁδοποιίαν 20,000,000 καὶ τὰ ἐν τῷ ταμείῳ αὐτῆς εὑρεθέντα εἴς τινας ἐπαρχίας, ὄχι διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιῤῥώσωσιν ἐπιῤῥοὰς κομματικάς. Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀπέτυχεν, ὁ δὲ σπουδαῖος ἐπιστήμων κ. Πρωθυπουργὸς ἐδικαιολογήθη διὰ τὴν ἀποτυχίαν, εἰπών: ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία. Αὐτὸς, βλέπετε, εἶναι ὁρισμὸς οἰκονομολογικὸς! Πλὴν εἶχε τὸν λόγον του ὁ ὁρισμὸς οὗτος, δὲν ἦτο τυχαῖος. Διὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου ἐνεργεῖ ἀπροσκόπτως τοὺς περιβοήτους αὐτοῦ οἰκονομολογικοὺς συνδυασμοὺς, καὶ συνωμολόγησεν οὕτω δάνεια περὶ τὰ 300 ἑκατομμύρια. Οὕτω κατώρθωσεν ἀποτόμως τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ ἐπιστήμη ἀποδέχηται, ὅτι συμφέρει εἰς ἓν Κράτος νὰ αἴρηται ἀμέσως καὶ ἀποτόμως, ἢ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία συμφέρει νὰ αἴρηται βαθμιαίως, μέχρις οὗ τὸ χαρτονόμισμα φθάσῃ εἰς ἴσην ἀξίαν πρὸς τὸ νόμισμα. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένετο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐνῷ λοιπὸν ἐδανείσθη, καὶ ἐνῷ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς τὴν ηὗρεν, ἀφῆκεν ἐπίσης ἔλλειμμα. Συνετάραξε διὰ τούτου τὰ κεφάλαια, διὰ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως, δὲν ἐδαπάνησε τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 διὰ τὴν ὁδοποιίαν, τῶν 40,000,000 διὰ τὸν στόλον, ἀλλ’ ἐχρησιμοποίησε πάντα ταῦτα πρὸς ἐπίῤῥωσιν τοῦ κόμματος κατὰ τὸ 1883, καὶ ἀντὶ νὰ φροντίσῃ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 15 ἑκατομμύρια, ηὔξησε τὰ ρουσφέτια, δημιουργήσας 2,500 θέσεις, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κρατηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ηὔξησε τὰ ἔξοδα, καὶ οὕτω τὸ ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1884 ἀνῆλθεν εἰς 30,000,000. Τὰ ἐλλείμματα δὲ ταῦτα φιλοτιμεῖται νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀπέδειξα, νομίζω, δι’ ὅσων εἶπον, ὅτι αἰτία τῶν ἐλλειμμάτων τῶν μέχρι τοῦδε εἶναι ἡ διοίκησις τοῦ κ. Τρικούπη. Ἤδη ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, ἂν καὶ τὸ ἀποδοθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔλλειμμα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἦναι ἀληθές. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὡς Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε σύστημα, δι’ οὗ ἐξ ἑνὸς ὑπέσχετο οἰκονομίας 14,000,000, ἐξ ἄλλου δὲ μετεῤῥύθμιζε τοὺς φόρους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἦναι ἀνεκτοὶ, καὶ οὕτω κατωρθοῦτο ἰσοζύγιον. Ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη Προϋπολογισμὸς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1885 περιεῖχεν ἔξοδα 85,497,005, ὁ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθεὶς καὶ μὴ ψηφισθεὶς διὰ τὴν αὐτὴν χρῆσιν περιεῖχεν ἔξοδα 85,252,833. Τὸ ὁλικὸν ποσὸν ἀμφοτέρων τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων εἶναι ὅμοιον καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Ἐάν τις ὅμως ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὰ πράγματα, ἀνευρίσκει, ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἠλαττώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπὸ δρ. 44,722,939 εἰς δρ. 39,686,217, ἤτοι κατὰ δρ. 5,036,722, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας ἀπὸ δραχ. 6,917,481 εἰς δραχ. 5,640,680, ἤτοι κατὰ 1,276,801, καὶ διάφοροι ἄλλαι πληρωμαὶ κατὰ 500 χιλ. Οὕτω τὸ ὅλον τῶν ἐλαττώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 συνεποσώθη εἰς 7 ἑκατομμύρια διὰ μόνον τοὺς 6 μῆνας. Ἀλλ’ αἱ ἐλαττώσεις αὗται δὲν ἐφαίνοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διότι ἐν αὐτῷ εἶχεν ἀναγράψει τὰ ἀληθῶς ὀφειλόμενα· ἤτοι διὰ δημόσιον χρέος 34 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντι Προϋπολογισμῷ εἶχεν ἀναγράψει ψευδῶς εἰς 27, καὶ διὰ τοῦτο ἡ κατὰ τὸ φαινόμενον ὁμοιότης τῶν δύο Προϋπολογισμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐφηρμόζετο καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, θὰ ἐπραγματοποιοῦντο αἱ οἰκονομίαι τῶν 14 ἑκατομμυρίων διὰ τούτων δὲ καὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκ τῶν φόρων, αἵτινες, ὡς σᾶς ἀπέδειξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἦσαν ἀνώτεραι, θὰ ἐκαλύπτετο ἢ θὰ ἐμειοῦτο ἐπαισθητῶς τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἐπῆλθε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα καὶ ἐκ τούτου διεκόπη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἠναγκάσθη νὰ ἐξοπλίσῃ τὸ Κράτος, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑψίστας τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, νὰ δαπανήσῃ διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὁ μόνος ὑπεύθυνος τῶν συνεπειῶν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Ὑπεύθυνος πρὸ πάντων καὶ διὰ τοῦτο εἶναι αὐτὸς πάλιν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἐθνικὸν, Κύριοι, δὲν διαφωνοῦμεν πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι· διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως. Ποῖον τρόπον ἔχομεν ἐφαρμογῆς μᾶλλον κατάλληλον πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ; Ὅταν ἔχωμεν τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ὅταν αἱ ἰδικαί μας δυνάμεις ἦναι ἀρκεταὶ εἰς τὸ ν’ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς πᾶσαν ἐνδεχομένην περίστασιν. Εἴχομεν τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα; Ναὶ, λέγω ἐγὼ, διότι δὲν δύναμαι νὰ διαψεύσω τὸν Βασιλέα, ὅστις, ἐλθὼν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ἀπὸ τοῦ ἐξώστου συνέστησε θυσίας, διότι ἐκινδύνευον τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ναί, λέγω ἐγώ, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν Ἑσπερίαν διατρίβων, ἔλεγεν εἰς τὰ διάφορα συμπόσια, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ προστατεύσῃ τὰ προσβαλλόμενα αὐτῆς συμφέροντα, καὶ εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην ἐφαίνετο σύμφωνος μὲ τὸν Βασιλέα. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὁ Βασιλεύς, ἔχων τοσούτους ἰσχυροὺς συγγενεῖς εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ἐγνώριζε βεβαίως τὴν διάθεσιν αὐτῶν, καὶ δὲν ὑποθέτω τὸ λεγόμενον, ὅτι ταῦτα εἶπε διὰ νὰ ρίψῃ τὸν Δηλιγιάννην ἐκ τοῦ ἀξιώματος· διότι ἤθελε λησμονήσει ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα. Δὲν μᾶς εἶπεν: «ὁπλισθῆτε, θυσιάσατε χάριν τοῦ ἐκδιωχθέντος ἐκ τῶν ἀνακτόρων ὑπασπιστοῦ μου κ. Χατζηπέτρου»· δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐσκέπτετο περὶ τοῦ ὑπασπιστοῦ ἐκείνην τὴν ὥραν καὶ ὑπελόγιζε τὰ περὶ Μανωλάδος, ἀλλ’ ὅτι εἶχε πλήρη γνῶσιν τῶν διαθέσεων τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν σκοποῦ. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ὁπλισθῇ τὸ Ἔθνος. Ἐπανῆλθεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐγὼ ἀνελθὼν τὸ βῆμα εἶπον εἰς τὸν κ. Τρικούπην: Ἔρχεσαι ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ἐκεῖ ἔμεινες πολλοὺς μῆνας, εἶδες πολλοὺς σχετιζομένους μετὰ ἰσχυρῶν, ἤ, ἂν δὲν εἶδες, θὰ ἔμαθες, ὡς μανθάνουσιν οἱ πράκτορες τοῦ Havas καὶ Reuter, περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὡς μέλλων Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἡμίσεος τῆς Ἑλλάδος· εἶχες τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ καθῆκον νὰ μάθῃς καὶ θὰ γνωρίζῃς· εἰπέ μας, τί ἠξεύρεις ἀπὸ τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ἵνα κανονίσωμεν τὴν πολιτείαν ἡμῶν; Καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶπε: πόλεμον διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Δὲν εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: ποῦ βαδίζομεν! εἴμεθα εἰς ἔλλειμμα· ἐγὼ ἀφῆκα 28 δρ. εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, κενὰς τὰς ἀποθήκας, ἐσκωριασμένον τὸν στόλον· ποῦ τρέχετε! εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶμεν, ὥστε νὰ εἴμεθα εἰς βεβαιότητα, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρόν; ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου καὶ χρημάτων· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ταῦτα; Δὲν εἶπε τοῦτο· ἐνῷ δὲ ἐγνώριζε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, συνεβούλευσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ. Ποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ἁρπάσῃ τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐπόνει τὴν πατρίδα του, ἐπόθει τὴν ἐξουσίαν· διότι, ἂν ἐπόνει τὴν πατρίδα του, θὰ ἔμενεν εἰς τὴν πρώτην ἰδέαν· ἀλλ’ εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ τὸ Κράτος, ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς εἰρήνης, καὶ ἂν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς δὲν μᾶς εὕρισκον οὕτω διῃρημένους, δὲν ἤθελε συμβῆ βεβαίως ὅ,τι συνέβη. Μελετῶν τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, ἐματαίωσε τὴν ἐθνικὴν δρᾶσιν, ἀφοῦ διὰ τῆς πολιτείας του συνετέλεσε τὰ μάλιστα εἰς τὰς γενομένας δαπάνας, αἵτινες ηὔξησαν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἤδη ἀγωνίζεται νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τί ἔπραξεν, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ καλύψῃ; οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, χρηματιστικὰς πράξεις, δηλ. κολλυβιστικὰς, διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος, καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα ἀκολουθεῖ ἀπὸ τοῦ 1880 ἕως σήμερον. Διότι ἔκτοτε πάντοτε λέγει: «ἔχω περίσσευμα, ἔχω ἰσοζύγιον», καὶ διὰ πανηγυριστῶν ὑποστηρίζει ἐντεῦθεν τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμούς του, ἵνα ἐξαπατᾷ τοὺς πιστωτὰς καὶ λαμβάνῃ δάνεια πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Εἶχον δίκαιον, ὅτε εἶπον, ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπηγγέλθη διὰ τὰ χρηματιστήρια. Καὶ ἀληθῶς, ποῦ περιστρέφεται ἡ σημερινὴ συζήτησις, παρὰ μόνον εἰς τὸ ἔλλειμμα, εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν καθ’ ἡμῶν ἀνακριβειῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Περὶ τῆς ἄλλης διοικήσεως τοῦ Κράτους οὐδὲν εἴπομεν, οὔτε σκεπτόμεθα ποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας· καὶ ἂν ἡ συνάντησις τῶν Αὐτοκρατόρων ἀφορᾷ εἰς τὴν διακανόνισιν τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἰσοῤῥοπίας, θὰ λάβωσιν ἆρά γε ὑπ’ ὄψει ἡμᾶς, οἵτινες εἴμεθα ὁ σπουδαιότερος παράγων; Καὶ ὅμως ὁ βουλευτὴς ἐκ Παρνασίδος, ἐνῷ δὲν ἐπασχολούμεθα ἢ εἰς τὰ περὶ ἐλλείμματος καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, θεωρεῖ τὴν συζήτησιν ταύτην πολιτικὴν καὶ προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι προεκλήθη ὑφ’ ἡμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἐξελέγξωμεν τοὺς λογαριασμοὺς, οὓς μᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ν’ ἀπολογηθῶμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν ἀμυνόμενοι. Εἶναι ἐπιτετραμμένον διὰ κολλυβιστικῶν πράξεων νὰ ἐπιζητῇ μία Κυβέρνησις νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ οἰκονομικά της καὶ οὐχὶ δι’ ἀληθοῦς οἰκονομικοῦ συστήματος; Ποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν αὗται ἀπετύγχανον, ὅπως καὶ ἀπέτυχον; τὴν ἀποτυχίαν νὰ ζητῇ διὰ τῆς συγχύσεως τῶν ἀριθμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ καλύψῃ, ὅπως ἐξαπατήσῃ τοὺς πιστωτὰς, ὅτι εἴμεθα εἰς οἰκονομικὴν εὐεξίαν, καὶ ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ νέου δανείου, τὸ ὁποῖον διαπραγματεύεται, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ διαχείρισις τοῦ 1887. Τί ἄλλο θέλει τὸ δάνειον, ἀφοῦ ἔχει ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα μάλιστα; Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ Βουλὴ, αἱ ἐφημερίδες τῆς Συμπολιτεύσεως ἔλεγον, ὅτι καὶ ἐφέτος θὰ ἔχωμεν ἔλλειμα 10,000,000, καὶ ἐνῷ τὰ χρεώγραφα ἕνεκα τούτου θὰ εἶχον πέσει καὶ οἱ πιστωταὶ θὰ ἦσαν περίφοβοι, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει ἰσοζύγιον, διὰ νὰ προξενήσῃ ἔκπληξιν, νὰ ἐνθαῤῥυνθῶσιν οἱ πιστωταὶ, καὶ ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ νέου δανείου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπετύγχανον οἱ συνδυασμοὶ αὐτοὶ καὶ ἐπήρχετο περίσσευμα, εἶναι περίσσευμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν; Ἐξ ἀνάγκης θὰ ἠρχόμεθα εἰς ἔλλειμμα, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὸν συλλογισμόν μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέβαλεν ἐπαχθεῖς φόρους εἰς τὸ Κράτος. Οἱ φόροι ἐπιβάλλονται κατὰ τὴν ἐπιστήμην εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἀφῆκεν οὔτε τὰ κεφάλαια ἄθικτα, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐστήριξε τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων εἰς τὸν πληθυσμόν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη ἀποκρούει τὴν τοιαύτην οἰκονομολογικὴν τακτικήν. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν δέχομαι καὶ τοῦτο, πρὸς χάριν σας. Ἀπὸ πόσον πληθυσμὸν ἀποτελεῖται τὸ Ἔθνος; ἀπὸ 2 ἑκατομμύρια. Σᾶς ἐρωτῶ: ὅλοι αὐτοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φόρος, ἔχουν κεφάλαια; ὅλοι παράγουν; Ἔχομεν τὰς γυναῖκας, ἔχομεν τὰς δεσποινίδας, ἔχομεν τοὺς σπουδαστὰς, τοὺς ἐργάτας, ὧν ἄλλοι ζῶσιν ἐκ περιουσίας ἄλλων, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των· ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν κεφάλαια· κατὰ συνέπειαν φορολογεῖτε μόνον τὸ ⅓. Ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν εἶναι βαρεῖα; δὲν μειοῖ τὴν παραγωγὴν, ἐλαττοῦσα τὰ κεφάλαια; Ἀλλὰ μήπως φορολογεῖ διὰ μιᾶς ὁδοῦ; Ἐπειδὴ δὲ ἐθεώρησε καὶ τὴν τοιαύτην φορολογίαν ἀνεπαρκῆ διὰ τὸ ἰσοζύγιον, κατεσκεύασε στρατολογικὸν φορολογικὸν νόμον, πρὸς δὲ ἐζήτησε καὶ τὰ παλαιὰ χρέη, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πλουτίσῃ τὸ φορολογικόν του σύστημα, καὶ ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἐπετύγχανεν, ἐφεῦρε τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς χρηματιστικοὺς, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν πιστωτῶν. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, ὅτε θέλει καταδειχθῆ τὸ ἔλλειμμα, θὰ ἔχῃ πάλιν τὴν τόλμην νὰ αἰτιᾶται ἡμᾶς, ὅτι ἀνεκόψαμεν τὴν ἐνέργειάν του, καὶ ἐπῆλθε τὸ ἔλλειμμα. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπῃ ἡ ἱστορία διὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πλειονοψηφία, πρώτην φορὰν ἀπαντωμένη εἰς τὰ Κοινοβούλια τῶν Ἐθνῶν, ὑπεστήριξεν ἐπὶ τριετίαν τυφλῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁμαλαὶ δὲ ὅλως ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις ἄφινον ἐλεύθερον τὸ σύστημά του νὰ λειτουργήσῃ πλῆρες. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν, τοὺς ὁποίους καθιστῶμεν ὑποδούλους ἐπὶ ἑβδομήκοντα πέντε ἔτη διὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν θὰ ἀδικήσῃ ἐκείνην τὴν Βουλήν, διότι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο σπανία διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τότε οἱ χρηματισταὶ, μὴ εὑρίσκοντες τὴν θύραν τῆς οἰκίας τοῦ Κουμουνδούρου ἀνοικτὴν, διὰ νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς οἰκονομικούς των συνδυασμοὺς, ἐσκέφθησαν ν’ ἀναδείξωσι καὶ ὑποστηρίξωσι καὶ νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς τὸν μόνον ἄνθρωπον, τὸν δυνάμενον νὰ διοικήσῃ αὐτήν, τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Καὶ εἶχε κατακυριεύσει ἰδέα τὸν κόσμον περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνδρός· τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπάτη! Ἡ ἀνικανότης, ἡ θρασύτης καὶ ἡ ἀσέβεια νὰ θεωρῶνται ὡς ἱκανότης ἐξιδιασμένη. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, καυτηριάζων τὴν αὐθάδη γλῶσσαν,—διότι πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι ἀνέκαθεν ἦτο οἷος σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,—εἰπών: «Σὺ, τολμᾷς νὰ κατηγορῇς ἐμὲ, σὺ, ὁ ὁποῖος μετέβαλες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς Νομοθετικὸν Σῶμα!» Οἱ χρηματισταὶ λοιπὸν εἶχον περιβάλλει τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὁ δὲ λαὸς ἠκροᾶτο τοὺς σοφιστικοὺς λόγους του μετ’ εὐλαβείας, πιστεύων, ὅτι προέρχονται ἐκ κεφαλῆς πλήρους σοφίας. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἀπεκαλύφθη ἡ κλασικὴ ἐπιστημονική του ἀνικανότης, ὅτε τὰ πάντα εἶναι ψηλαφητὰ, δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ ἱστορία θὰ δυνηθῇ ὁμοίως νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ταύτην μὲ ἐκείνην. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐπιτρέπηται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὕστερον ἀπὸ τὴν πασιφανῆ ἀπόδειξιν τῆς οἰκονομικῆς ἀνικανότητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐξακολουθῇ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς κατέστη πλέον ἀνίκανος νὰ διεκδικήσῃ τὸν ὕψιστον, τὸν μέγαν ἐθνικὸν αὐτῆς πόθον. Οὐδενὸς ἐφείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ ἰσοζύγιον, ὥστε συνέτριψε καὶ τὸν κλάδον τὸν στρατιωτικὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Δὲν ἠξεύρω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν φέρωμεν ἕνα ἐκ τῶν κολλυβιστῶν ἐδῶ, καὶ πείσῃ τὰς ἐφημερίδας νὰ κηρύξωσιν, ὅτι χρεωκοπία πλήρης βασιλεύει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διὰ νὰ ὑποτιμηθῶσι τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀγοράσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κολλυβιστὴς καὶ νὰ ἔλθῃ ἔπειτα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ: «πλῆρες ἰσοζύγιον», δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοῦτο σημαίνῃ ἐπιστημονικὴ ἱκανότης, καὶ διοίκησις ἀγαθὴ καὶ ἀξιοπρεπής, ἀξία ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ ἑνὸς Κράτους, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν, τοῦ εὐγενεστέρου. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι διοίκησις ἀξιοπρεπὴς Κράτους εὐνομουμένου, ἀξιοῦντος νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐξευγενισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Λυποῦμαι,—καὶ δὲν φοβοῦμαι μή με εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δημοκόπον,—λυποῦμαι, λέγω, διὰ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς πατρίδος μου, διότι ἐπέπρωτο εἰς τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν σφριγῶμεν ἡμεῖς, νὰ ἴδωμεν συνταρασσομένην τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνικάνους νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν πόθον καὶ τὰς ἐντολὰς τῶν πατέρων ἡμῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος.
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.