1887.05.23
1,641 rows · 12,609 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
τῆς 23 Μαΐου 1887.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐγκρίνονται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Χαλκίδος ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, φέρουσαν πλείστας ὑπογραφὰς, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διορίσῃ τὸν Δημήτριον Παπαναστασίου ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων Εὐβοίας. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26. (Ἀναγινώσκεται).
§3ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος δὲν ἀνατίθεται πλέον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, διατὶ νὰ ἐκλέγῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τρεῖς; δὲν ἀρκεῖ ὁ εἷς; Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρατηρῶ καὶ ἑτέραν σπουδαίαν ἔλλειψιν. Τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον θὰ ἐκλέγῃ ἐπιτροπὰς ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς ἐξέτασιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τῶν Δημοτικῶν Σχολείων, τῶν Λιμενικῶν Ταμείων κτλ., ἀλλ’ οὐδαμοῦ τοῦ νόμου φαίνεται τίνι τρόπῳ θὰ γίνηται ἡ ἐκλογή.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠθέλετε καὶ τοῦτο νὰ σημειώσωμεν καὶ ὑποδείξωμεν εἰς τοὺς Συμβούλους;
§5ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐργάζωνται δωρεάν;
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δωρεάν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26–28).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρότεινε νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν ἐν τῇ τρίτῃ γραμμῇ λέξιν «δήμων» ἡ λέξις «καί» νὰ διαγραφῇ δὲ τὸ ἀπὸ τῶν ἐν τῇ ἑβδόμῃ γραμμῇ λέξεων «πλὴν τῶν» μέρος μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου, ἀντικαθιστάμενον ὡς ἑξῆς: «Πλὴν τῶν ἐπιβαλλουσῶν ὑποχρεωτικὰς κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς ἢ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Ἐπὶ τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων τοῦ Νομάρχου ἀποφασίζει ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. «Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου χρήζουσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ αἱ διατάσσουσαι δαπάνην, ἀποῤῥιφθεῖσαν ἢ ἐλαττωθεῖσαν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, αἱ περὶ ἀποδοχῆς δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων, ἡνωμένων μὲ βάρη, αἱ περὶ συγκαταβάσεως εἰς πληρωμὰς, ἢ χορηγήσεως ἀμοιβῶν καὶ δώρων, αἱ περὶ ἐκποιήσεως ἢ ἀνταλλαγῆς ἀκινήτων καὶ αἱ περὶ δανείων ἢ συμβιβασμοῦ ἢ εἰσαγωγῆς δίκης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, οὕτω τροποποιηθέν). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 30–35, ὡς ἔχουσιν).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36. (Ἀναγινώσκεται).
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 21, ἐπὶ μὲν τῶν ἐτησίων ἀπολογισμῶν τῶν δήμων καὶ τῶν δημοσυντηρήτων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἀποφασίζουσιν ὁ Νομάρχης, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ ἀρχαιότερος δικαστὴς τοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ Πρωτοδικείου, ἐπὶ δὲ τῶν ἐφέσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομάρχου ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 Ἐπιτροπή». (Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 37 καὶ 38 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39. (Ἀναγινώσκεται). Ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Μουσούρης. (Ἀναγινώσκεται).
§11ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ἀπόρους Δήμους, ὅπου ἡ ἐκπαίδευσις ἀποῤῥοφᾷ τὸ πλεῖστον τῶν εἰσοδημάτων των.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν δέχεται ὁ κ. Ὑπουργός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, προστεθέντων, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ἑξῆς: «Τὰ δὲ διὰ τῶν κειμένων νόμων ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὰ καθήκοντα ἐκτελοῦσι τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια). (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§14ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταστήσῃ γνωστοὺς τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζει, ὅτι οἱ Ἔπαρχοι εἶναι περιττοὶ, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς τίνας ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπάρχων, διότι ἐν τέλει λέγει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος τοῦτο θέλει γίνει, ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε τὸ γνωρίζει.
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τί προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἴπομεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐρείας περιφερείας, καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων.
§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς συνέδεσε τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ τὸ πρὸ ὀλίγου ψηφισθέν. Παρετήρησα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅτι τὸ ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων παρηκολούθει τὸ ἕτερον, ὡς ἡ σκιὰ τὸ σῶμα, ἐνῷ οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος. Εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν κατηργήθησαν τὰ Ἐπαρχεῖα διότι συνεστήθησαν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια· οὔτε εἰς τὸ Βέλγιον, οὔτε εἰς τὴν Γερμανίαν· εἶναι μία διαίρεσις διοικητικὴ, οὐδεμίαν ἔχουσα σχέσιν μὲ τὸ σύστημα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ νομοὶ διαιροῦνται εἰς ἐπαρχίας, καὶ αἱ ἐπαρχίαι εἰς καντόνια, ἀλλὰ δὲν κατηργήθησαν τὰ Ἐπαρχεῖα. Εἰς τὴν Αὐστρίαν, τὴν Πρωσσίαν τὸ αὐτό.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ζήτημα λελυμένον.
§18ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπευθύνομαι εἰς τὴν Βουλήν. Θεωρεῖτε περιττὰ τὰ Ἐπαρχεῖα, διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸν προορισμόν των; Ἀλλὰ ποῦ σκέπτεσθε ν’ ἀναθέσητε τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐπάρχου;
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§20ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Νομάρχην; Καὶ πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν πολίτην νὰ τρέχῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ;
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας σήμερον τοῦτο εἶναι εὔκολον.
§22ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἡ συγκοινωνία εἶναι ἔτι τοιαύτη, ὥστε, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον Ἐπαρχεῖα, ἔπρεπε νὰ τὰ συστήσητε. Πρέπει ν’ ἀπαλλάξητε τοὺς πολίτας νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Ἀναθέσατε τοὐλάχιστον εἰς τοὺς Δημάρχους τὰ καθήκοντα· ἄλλως ποῦ εἶναι ἡ αὐτοδιοίκησις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ φέρητε;
§23ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Πολλὰ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς Ἐπάρχους, δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς Δημάρχους. Θέλει εἷς πολίτης νὰ ἐπιδώσῃ μίαν ἀναφοράν· θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ; (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τὸ ἑξῆς: «Γραφεὺς δὲ πρώτης τάξεως, διατελέσας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου ὑπογραμματεὺς Νομαρχίας ἐπὶ τρία ἔτη τοὐλάχιστον, λαμβάνει τὸν μισθὸν τῆς θέσεως ταύτης, ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, οὕτω τροποποιηθέν).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐνταῦθα τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας καὶ οἱ Γραμματεῖς πρώτης τάξεως ἀναπληροῦσι τὸν Νομάρχην, κωλυόμενον ἢ ἀπόντα, καὶ ἐκτελοῦσι τὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καθήκοντα τοῦ Γραμματέως τῆς Νομαρχίας. «Ὁ Διευθυντὴς καὶ πάντες ἀδιακρίτως οἱ Γραμματεῖς τῆς Νομαρχίας ὑπάγονται εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1875 ΦΜʹ Νόμου περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων κτλ». Ταύτην προτείνει εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται ὡς ἄρθρον 4. Διαγραφέντος δὲ τοῦ ἄρθρου 5, ψηφίζονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχουσι, ταχθέντα ἄρθρα 5, 6 καὶ 7 τοῦ ψηφιζομένου).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσα οὕτως: «Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ἀρχομένης μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, θεωροῦνται αὐτοδικαίως πεπαυμένοι οἱ διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ Ἔπαρχοι, ἢ Γραμματεῖς, Πρωτοκολληταί, Γραφεῖς καὶ Κλητῆρες Ἐπαρχείων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία, ταχθεῖσα ἄρθρον 8 τοῦ ψηφιζομένου).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως δανείων.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον φέρει τίτλον «περὶ ἀντικαταστάσεως δημοσίων χρεῶν». Ἐκ τοῦ τίτλου τούτου, καὶ ἐξ ὅσων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε χθές, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου, ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως ὑφισταμένων χρεῶν τοῦ Δημοσίου δι’ ἄλλου ὁμοειδοῦς καὶ ὁμοίας φύσεως χρέους. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοιαύτης ἁπλῆς καὶ ἀνωδύνου ἀντικαταστάσεως. Τὰ δάνεια, ἅτινα καταργοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὑφίστανται ἐπὶ βάσεων καὶ ὅρων ἀλλοίων καὶ εἶναι ὅλως διάφορα τοῦ δανείου, ὅπερ πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτά, δυνάμει τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὸ δάνειον τῶν 21½ ἑκατομμυρίων, τὸ ἐγγυημένον διὰ τῶν μονοπωλίων, εἶναι δάνειον προσωρινὸν, ἀντιπροσωπευόμενον ἐξ ἐντόκων γραμματίων, καὶ οὐχὶ πάγιον. Τὸ δάνειον, ὅπερ ἐψηφίσαμεν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου, πρὸς κατασκευὴν πλοίων, εἶναι δάνειον εἰδικὸν, ἐκδοθησόμενον παρ’ εἰδικοῦ Ταμείου, οὗτινος ὡρίσθησαν οἱ πόροι, οἱ χρησιμεύσοντες διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων ἐψηφίσθη ὡς μετατροπὴ ἑκουσία καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτική. Εἶχε μάλιστα τότε πεποίθησιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὀλίγοι κάτοχοι τῶν δανείων τούτων ἤθελον ζητήσει τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν, οἱ πλεῖστοι δὲ ἤθελον ἐξακολουθήσει λαμβάνοντες τοὺς τόκους αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τότε ψηφισθέντος νόμου. Τὰ διάφορα ταῦτα δάνεια πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν, ἢ, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ παγίου δανείου, ἔχοντος ὅλως διάφορον χαρακτῆρα καὶ σημασίαν καὶ ὅπερ βεβαίως δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ταῦτα στηρίζονται. Ὁ περὶ τοῦ νέου δανείου νόμος δὲν πρόκειται νὰ συναρμολογήσῃ τοὺς νόμους τῶν ὑφισταμένων δανείων, ἅτινα ἀντικαθιστᾷ μὲ μόνην νέαν προσθήκην τὴν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν διὰ τῶν ὑφισταμένων νόμων ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ τὸ νέον δάνειον, ἤθελεν εἶσθαι ὡσαύτως δυνατὸν νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, διότι ὁ νόμος ᾼΤΜΕʹ ἐπιτρέπει νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοῦτο μεταξὺ τῶν διὰ τὰ βραχυπρόθεσμα ἔντοκα γραμμάτια ὁρισθεισῶν ἐγγυήσεων. Πρόκειται περὶ ὅλως νέου δανείου, ὑπὸ ἀλλοίους ὅρους καὶ ἐπὶ διαφόρων βάσεων συναπτομένου. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ ἐξετάσωμεν, τίνες εἰσὶν αἱ ὠφέλειαι, ἃς θέλει προσπορίσει τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τίνα τὰ βάρη, ἅτινα θέλει ἐπιβάλει εἰς τὸν τόπον. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται αἱ ὠφέλειαι αὗται· δὲν νομίζω ὅμως ἀκριβῆ τὸν ἐν αὐτῇ ὑπολογισμὸν, ὅστις λαμβάνει ὡς βάσιν, ὁτὲ μὲν κονδύλια ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, ὁτὲ δὲ ἕτερα, μὴ ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ. Ὅπως εὕρωμεν τὰς πραγματικὰς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰ τελικὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τοῦ νέου δανείου ἐν τῷ ὁριστικῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Τοιαῦτα δέ εἰσι τὰ ἑξῆς: Ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῶν 124,830 ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων τὸ Δημόσιον θ’ ἀπαλλαγῇ τοῦ κατ’ ἔτος δι’ αὐτὰς πληρονομένου ποσοῦ. Ἡ ἐξ αὐτῶν παγία ὠφέλεια ἀνέρχεται ἑπομένως εἰς φρ. 3,744,000 καὶ οὐχὶ εἰς φρ. 2,132,000, ὡς ὑπολογίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν διὰ τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν. Ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων θέλει ἐπέλθει ὠφέλεια ἡ ἐκ τῶν τόκων αὐτῶν, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 1,720,000. Ἐκ τῆς πληρωμῆς ὅμως τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομ. δὲν θὰ προκύψῃ ἡ ὠφέλεια, ἣν ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις, διότι τὸ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου ὄφελος δὲν θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ παρόντος δανείου. Τοῦτο ἐπραγματοποιήθη ἤδη διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὸ χρεωλύσιον καὶ ὁρίσαντος τὴν πληρωμὴν μόνον τῶν τόκων εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἤθελον ζητήσει τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν ὁμολογιῶν των· τοιοῦτοι δὲ, κατὰ τὴν τότε πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔσονται οἱ πλεῖστοι. Ὥστε ἡ ὠφέλεια, ἥτις θὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῶν δυνάμει τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,602,062, ἤτοι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς φρ. 1,280,000 καὶ οὐχὶ εἰς 3,094,487, ὡς σημειοῖ αὐτὴν ἡ ἔκθεσις. Τὸ ὅλον ἑπομένως τῆς χρηματικῆς ὠφελείας, ἥτις θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἀντικαθισταμένων δανείων, ἀνέρχεται εἰς 6,744,000 δραχμάς. Τὰ βάρη, ἅτινα θὰ ἐπιβάλῃ τὸ νέον δάνειον ἐπὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, εἰσὶ τὰ ἑξῆς: Διὰ τόκον πρὸς 4% ἐπὶ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 135,000,000, φρ. 5,400,000. Διὰ χρεωλύσιον πρὸς ἐξόφλησιν ἐντὸς 75 ἐτῶν, 2 καὶ 229 χιλιοστὰ τοῖς χιλίοις, φρ. 300,915. Ὑπάρχουσι καὶ ἕτερά τινα χρηματικὰ βάρη, ἅτινα θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον. Ἐν ταῖς ὠφελείαις ὑπελογίσαμεν ὁλόκληρον τὸ ἐτήσιον ποσοστὸν, τὸ πληρωτέον διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον τῶν ἀκυρουμένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· πρέπει ἑπομένως νὰ ὑπολογίσωμεν ὡς ζημίαν τοῦ Δημοσίου τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ χρεωλυσίου, ὅπερ παύει λειτουργοῦν ὡς τοιοῦτον. Δὲν θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὸ συντομώτερον χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ λειτουργία τοῦ χρεωλυσίου ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν πληρωμὴν τῶν ἀκυρουμένων ὁμολογιῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ μακρότερον διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου αὕτη θὰ φέρῃ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ νέου δανείου. Διὰ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς πολὺ λεπτοὺς λογαριασμοὺς, θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ σχετικὰ ποσά. Ἐπὶ τῶν ἀκυρουμένων ὁμολογιῶν λειτουργεῖ χρεωλύσιον ἐκ φρ. 624,150, ἐπὶ τοῦ νέου δανείου θὰ λειτουργῇ τοιοῦτον ἐκ φρ. 300,915. Ἔχομεν ἑπομένως διαφορὰν ἐκ φρ. 323,235. Εἰς τὴν σήμερον πληρονομένην προμήθειαν διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ πώλησιν τοῦ ἅλατος προστίθεται ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπιβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον νέαν δαπάνην ἐκ δραχμῶν 140,000.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀποτελεῖ βάρος, αὐτὸ θὰ δοθῇ ὡς ἀντάλλαγμα νέων εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω τοῦτο, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σημερινὴ διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου ἤθελε συστήσει τὰς νέας ἁλαταποθήκας δι’ ἀμοιβῆς πολὺ μικροτέρας. Ἡ παρατήρησις δὲν ἦτο περιττὴ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν ὑπελόγισα ἄλλα δευτερεύοντα βάρη τοῦ Δημοσίου, ἅτινα συμψηφίζουσι τὴν πρὸς σύστασιν νέων εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν ἀναγκαίαν ἀμοιβήν. Οὕτω δὲ τὰ χρηματικὰ βάρη, ἅτινα ἀναδέχεται τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νέου δανείου, ἀνέρχονται εἰς φράγκα 6,164,450, ἀπέναντι ὠφελειῶν, ἀνερχομένων εἰς φράγκα 6,744,900· ἡ ὁριστικὴ δὲ χρηματικὴ αὐτοῦ ὠφέλεια ἀνέρχεται εἰς φρ. 580,750 κατ’ ἔτος. Ἐξετάσαντες τὰς ὠφελείας καὶ τὰ βάρη, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὡσαύτως καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νέου δανείου, τὰς ἀνάγκας δηλαδή, ἃς προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ. Διὰ τῶν 135,000,000 φρ. τοῦ ὀνομαστικοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου πρὸς 66 καὶ ⅔% θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον πραγματικὸν κεφάλαιον 90,000,000 φρ. περίπου. Ἐκ τούτων 52,000,000 ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, μένει δὲ περίσσευμα ἐκ φρ. 38,000,000, ἅτινα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομ., ὧν ἡ ἐξαργύρωσις ἀποβαίνει ὑποχρεωτική, καὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ., ὅσων οἱ κάτοχοι αὐτῶν ζητήσωσι τὴν ἐξαργύρωσιν, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ἐπειδὴ δὲ εἰς 30,000,000 ὑπολογίζεται ἡ δαπάνη τῶν πλοίων τούτων, μένουσιν 8 ἑκατομμύρια περίπου φρ. διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τριῶν δανείων. Οὐδεμίαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἃς πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὸ δάνειον, εὑρίσκω ἀμέσως ἐπείγουσαν. Διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν προκαταβολῶν ἔχομεν ἀκόμη ἐνώπιον ἡμῶν ἑπτάμηνον προθεσμίαν· διὰ τὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἔχομεν προθεσμίαν πλέον ἢ ἐτήσιον καὶ συνάμα πᾶσαν εὐκολίαν παρατάσεως αὐτῆς. Ἡ μετατροπὴ τῶν τριῶν δανείων κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον δὲν εἶναι ἀναγκαστική, ἀλλ’ ἑκουσία· ἂν δὲ πιστεύσωμεν τὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου δοθείσας διαβεβαιώσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὀλίγιστοι κάτοχοι τῶν δανείων τούτων θὰ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν των. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἔχομεν τὸ Ταμεῖον καὶ τὸ δάνειον, ὅπερ ἐψηφίσαμεν πρὸ δύο περίπου μηνῶν. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων παρίσταται ἐνώπιόν μας κεκαλυμμένον ὑπὸ πυκνοτάτης σκιᾶς. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν παρηγγέλθησαν τὰ πλοῖα, ἢ οὔ, ἂν θὰ πληρωθῶσιν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου, ἢ ἂν θὰ πληρωθῶσι παρὰ τῶν ἀναδεχομένων τὸ δάνειον, οἵτινες φυσικῶς θὰ δικαιῶνται νὰ ἐπιδιώξωσι καὶ ἰδίας ὠφελείας ἐν τῇ διαπραγματεύσει τῆς κατασκευῆς καὶ πληρωμῆς αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν χθεσινὴν περὶ τούτου ἐρώτησίν μου εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίαν. Δὲν γνωρίζομεν ἑπομένως καὶ ἂν θὰ κατασκευασθῶσι πλοῖα καὶ ἂν τὰ δι’ αὐτὰ προσδιοριζόμενα χρήματα δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως καὶ ἄλλοτε, δι’ ἄλλας τοῦ Δημοσίου ἀνάγκας. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν πρόκηται νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ διὰ κατασκευὴν πλοίων ἀναγραφόμενα 30 ἑκατομμύρια, δὲν βλέπω καὶ διὰ τὴν εὕρεσιν αὐτῶν ἀμέσως ἐπείγουσαν ἀνάγκην, ἥτις νὰ δικαιολογῇ τὴν παραδοχὴν τῶν βαρέων ὅρων, οὓς ἐπιβάλλει τὸ δάνειον εἰς τὸν τόπον. Τίνες δέ εἰσιν οἱ βαρεῖς οὗτοι ὅροι, οὓς παραδεχόμεθα, ἐπὶ τῷ ἀνταλλάγματι τῆς ἐκ φράγκων 580,750 ἐτησίας οἰκονομίας καὶ τῆς θεραπείας ἀναγκῶν μὴ ἀμέσως ἐπειγουσῶν; Οἱ ὅροι οὗτοι ἔγκεινται ἐν τῇ φύσει τοῦ νέου δανείου, ὅπερ φέρει ὁλοσχερῆ ἀλλοίωσιν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πίστις. Μέχρι σήμερον ἐδανειζόμεθα ἐν Εὐρώπῃ διὰ παγίων δανείων ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ ἡμῶν. Προσδιωρίζαμεν ὡρισμένα ἔσοδα, εἰδικεύοντες τὴν χρῆσιν αὐτῶν, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων ἡμῶν, ἀλλὰ διετηροῦμεν ἐλευθέραν τὴν διαχείρισιν καὶ διαῤῥύθμισιν τῶν ἐσόδων τούτων. Δὲν εἴχομεν βεβαίως πρώτης τάξεως πίστιν, ἀλλ’ εἴχομεν πάντοτε πίστιν τινὰ, καὶ διεπραγματευόμεθα δάνεια ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑπογραφῇ ἡμῶν. Διὰ τοῦ νέου δανείου ἐγκαταλιμπάνομεν τὴν θέσιν ἡμῶν ταύτην καὶ δεχόμεθα, ὅτι διὰ τὰ πάγια ἡμῶν δάνεια δὲν ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἐνέχυρον, ὅπερ θὰ κατέχωσιν οἱ δανεισταί, οἵτινες εἰς αὐτὸ μόνον δίδουσι πίστιν, καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀναμένουσι νὰ πληρωθῶσι. Καὶ ἂν τὸ ἐνέχυρον, ὅπερ παραδίδομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἦτο πρᾶγμά τι πολύτιμον, κινητόν τι ἢ ἀκίνητον κτῆμα, καὶ ἡ παράδοσις αὐτοῦ ἤθελεν ἔχει τι τὸ ἐξευτελιστικὸν καὶ τὸ πικρὸν διὰ τὸ Ἔθνος;... Ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀρκετοὺς πόρους, καὶ δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, ἐν προσεχεῖ μέλλοντι τὰ μέσα τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ διδομένου ἐνεχύρου, ἤθελεν εἶσθαι ἴσως ἐπιτετραμμένη ἡ παράδοσις τοιούτου ἐνεχύρου. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς, ἀλλὰ περὶ ἐνεχύρου, ὅπερ συνδέεται ἀμέσως μὲ τὸν κοινωνικὸν καὶ τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ Ἔθνους. Ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων, ἅτινα παραδίδομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, εὑρίσκεται ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς εἰς ἄμεσον συνάφειαν μεθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, οἵτινες καὶ ἅλατος, καὶ σιγαροχάρτου, καὶ πετρελαίου καὶ τῶν λοιπῶν αὐτῶν εἰδῶν ποιούμεθα καθημερινῶς χρῆσιν. Ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἀποτελεῖ μέρος ἀναπόσπαστον τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ τόπου. Παραδίδοντες δ’ αὐτὴν ἐπὶ 75 ὅλα ἔτη εἰς τρίτους, ἀπαλλοτριοῦμεν μέρος, ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον, τῆς διοικητικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ τόπου. Ἡ Ἑταιρία, εἰς ἣν παραδίδομεν τὴν διαχείρισιν ταύτην, εἴτε Ἑλληνική, εἴτε ξένη, γίνεται κυρία αὐτῆς. Ἠρώτησα χθὲς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποῖαι ἔσονται αἱ σχέσεις τῆς ἑταιρίας ταύτης πρὸς τοὺς μέλλοντας κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καὶ ποίας θ’ ἀναδεχθῇ πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ. Ἡ σιωπὴ αὕτη συνδυαζομένη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου ἔχοντος οὕτως: «Εἰς τοὺς ἀναλαμβάνοντας ὁριστικῶς (ferme) τὸ δυνάμει τοῦ παρόντος ἐπιτρεπόμενον δάνειον δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως σχηματίσωσιν ἀνώνυμον Ἑλληνικὴν Ἑταιρίαν, ἐπιφορτιζομένην τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ὅπερ ἀναλαμβάνουσιν, ὡς καὶ τὴν διοίκησιν τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον παραχωρουμένων ἐγγυήσεων», δικαιολογεῖ τὴν εἰκασίαν, ὅτι ἡ Ἑταιρία αὕτη θ’ ἀναδεχθῇ ὑποχρεώσεις ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν καὶ θὰ καταστῇ ὀφειλέτης πρὸς αὐτοὺς τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων· θὰ ἀποβῇ δὲ οὕτως ἐντολοδόχος τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογιούχων, διὰ λογαριασμὸν τῶν ὁποίων θὰ διαχειρίζηται τὰ μονοπώλια καὶ θὰ διαθέτῃ τὰ ἔσοδα αὐτῶν. Οὗτοι ἔσονται οἱ καθ’ ἑαυτὸ κύριοι τῶν ἐσόδων τούτων, ὡς τοιοῦτοι δὲ θὰ ἔχωσι νόμιμον δικαίωμα ἐπεμβάσεως ἐν περιπτώσει παραβιάσεώς τινος τῶν τοιούτων αὐτῶν δικαιωμάτων. Τὸ Κράτος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ καταργήσῃ τοὺς φόρους τούτους, μήτε νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεώς των, οἱαδήποτε πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ ἀνάγκη ἤθελεν ἀπαιτήσει τοιοῦτόν τι. Ὅπως εἰσαγάγῃ τοιαύτην τινὰ μεταβολὴν εἰς τοὺς διὰ τῶν μονοπωλίων εἰσπραττομένους φόρους, θὰ ὀφείλῃ νὰ λάβῃ προηγουμένως τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἑταιρίας, ἥτις θὰ ἦναι κυρία ν’ ἀρνῆται ἢ νὰ δίδῃ αὐτήν, ἐπὶ ἁδρῷ πάντοτε ἀντιτίμῳ. Ἐὰν δὲ, ἕνεκα ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, πολιτικῆς ἢ κοινωνικῆς, ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τοὺς ἐνεχυριαζομένους φόρους, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἑταιρίας, ἡ τοιαύτη μεταβολὴ θὰ παρέχῃ εἰς τοὺς ἐντολοδόχους αὐτῆς, τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, δικαίωμα πρὸς ἐπέμβασιν καὶ πρὸς ἐπίκλησιν τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰδίων αὐτῶν Κυβερνήσεων.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρία θὰ ζητήσῃ ξένης Κυβερνήσεως ὑποστήριξιν;
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ περὶ τῶν ξένων κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἑταιρία θὰ λάβῃ ἄμεσον ὑποχρέωσιν πρὸς αὐτοὺς, ἐξάγω δὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐκ τῆς σιωπῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου ὅπερ ἀνέγνωσα. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσίς μου δὲν ἦναι ὀρθὴ, πταίει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠρνήθη νὰ δώσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἐξήγησιν. Ἐὰν μᾶς εἴπητε, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν Ἑταιρίαν νὰ λάβῃ ὑποχρεώσεις ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν, δὲν θὰ ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας. Ἀλλ’ ὅτι ἡ ὑπόθεσίς μου δὲν ἀπέχει τῆς ἀληθείας, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς ἀπόῤῥοια φυσικῶς τῶν διαπραγματεύσεων ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον θὰ σφραγίζηται παρὰ τῆς Ἑταιρίας· αὕτη δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν σφραγῖδα τῆς Κυβερνήσεως· προτιμᾷ νὰ τὸ σφραγίζῃ ἡ ἰδία καὶ νὰ τὸ πωλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, πληρόνουσα αὐτὸ τοῖς μετρητοῖς, θὰ τὸ μεταπωλῇ εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἐφρόντισεν ὡσαύτως ἡ Ἑταιρία ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ παντὸς φόρου καὶ παντὸς ἄλλου βάρους, ἢ κρατήσεως. Ποῖαι ἔσονται αἱ ἄλλαι ἀσφάλειαι καὶ ἐνισχύσεις, ἃς θὰ λάβῃ, ταύτας δὲν γνωρίζομεν, διότι αὗται, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὁρισθῶσι διὰ συμβάσεων, αἵτινες θὰ ἐπικυρωθῶσι διὰ Βας. Διαταγμάτων· οὐδεμία ὅμως ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αὕτη θὰ λάβῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα τὰ ἐξασφαλίζοντα εἰς αὐτὴν πλήρη καὶ ἐπωφελῆ ἐκμετάλλευσιν τῶν δι’ 75 ἔτη παραδιδομένων εἰς αὐτὴν μονοπωλίων. Ἡ συνομολόγησις τοιούτου δανείου ἐπετράπη καὶ κατὰ τὸ 1885 διὰ τοῦ νόμου ΑΤΜʹ. Ἐπετράπη ὅμως ἐκ συμφώνου καὶ παρὰ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως καὶ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐπρόκειτο περὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσωμεν καὶ ῥίψωμεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Ὅταν δὲ Ἔθνος τι εὑρίσκηται ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης νὰ προασπισθῇ κινδυνεύοντα τὰ ὕψιστα αὐτοῦ ἐθνικὰ συμφέροντα, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις, καὶ ὀφείλει νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν. Ἅμα δὲ ἡ τοιαύτη ἀνάγκη ἐξέλιπεν, εὐθὺς ἅμα ἐξηλείφθη πᾶσα ἰδέα πολεμικῆς ἐνεργείας, καὶ τὸ Κράτος εὑρέθη ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, ὁ καὶ τότε καὶ σήμερον ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ΑΤΠΕʹ τῆς 31 Μαΐου 1886, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ὁ νόμος ΑΤΜʹ τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1885, ὁ ἐπιτρέπων τὴν συνομολόγησιν παγίου δανείου ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν μονοπωλίων, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ ἐνεχυρίασις αὐτῶν μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν ἐντόκων γραμματίων, μὴ ὑπερβαινόντων τὰ 25 ἑκατομμύρια, πληρωτέων ἐντὸς προθεσμίας πέντε ἐτῶν, καὶ ὧν τὸ προϊὸν ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν τότε ἐκκρεμῶν δαπανῶν τοῦ ἐκτάκτου πολεμικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐνεχυρίασις δὲ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ οὐχὶ εἰς Ἑταιρίαν ἐντολοδόχον ἀπεριορίστου ἀριθμοῦ ξένων ὁμολογιούχων, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν συμβαλλομένων γνωστῶν ἐντοπίων προσώπων. Τοιοῦτον δάνειον, οἷον τὸ καὶ παρ’ ἡμῶν αὐτῶν ἀποκρουσθὲν, ἅμα παρῆλθεν ἡ ἐπιβάλλουσα αὐτὸ ἐθνικὴ ἀνάγκη, οὐδὲν Ἔθνος, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν εὑρισκομένων εἰς πλήρη οἰκονομικὴν παραλυσίαν, συνῆψέ ποτε, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω. Πολλὰ Ἔθνη, ἐν ἐκτάκτοις ἀνάγκαις, συνῆψαν τοιαῦτα δάνεια, ἀλλὰ βραχυπρόθεσμα καὶ δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα ἐπλήρωσαν ἐν τῇ λήξει αὐτῶν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν πόρων, ἢ διὰ συνομολογήσεως τακτικῶν παγίων δανείων. Ἡ Ἰταλία π. χ. ὅτε εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, μεγαλειτέρας ἴσως ἐκείνων, ἐν αἷς ἡμεῖς εὑρισκόμεθα σήμερον, ἐδανείσθη ἐπὶ ἐνεχυριάσει τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, οὗτινος τὴν διαχείρισιν ἀνέθηκεν εἰς Ἑταιρίαν, σχηματισθεῖσαν ἐν συνεταιρισμῷ μετὰ τοῦ Δημοσίου (Regie cointéressée), ἀλλ’ ἐδανείσθη διὰ βραχυπροθέσμων ἐντόκων γραμματίων ἅτινα ἐπλήρωσεν ἐν μέρει μὲν ἐκ τῶν προσόδων τοῦ μονοπωλίου, ἐν μέρει δὲ διὰ τῆς ἐκδόσεως τακτικοῦ παγίου χρέους (rente). Ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας ἃς πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ αἵτινες ἀναγκάζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ ὑποχρεώσεις καὶ βάρη πολὺ ἀνώτερα τῶν χρηματικῶν ὠφελειῶν, ἃς παρέχει τὸ δάνειον, τὰς ἀνάγκας ταύτας δὲν δυνάμεθα ἆρά γε νὰ θεραπεύσωμεν ἄλλως, κατὰ τρόπον ἀποσοβοῦντα τὴν ἐξευτέλισιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους, ἔστω καὶ τοῦ ἐλαχίστου, τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας; Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα. Ἔχομεν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν καὶ τὰ ἀναγκαῖα μέσα. Οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπεῖγον ἡ πληρωμὴ τῶν δι’ ἐντόκων γραμματίων ὀφειλομένων εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐγχωρίους Τραπέζας· ἡ προθεσμία αὐτῶν λήγει μετὰ ἓν καὶ πλέον ἔτος. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θὰ μᾶς στενοχωρήσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, καὶ ὅτι πάσης θὰ τύχωμεν εὐκολίας διὰ τὴν ἀνανέωσίν των. Αἱ προκαταβολαὶ, ἃς ὀφείλομεν ἐν Εὐρώπῃ, ἐκ φράγκων 29,635,000, λήγουσι μετὰ 7 ὅλους μῆνας. Ἔχομεν δὲ 124,830 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες τιμῶνται σήμερον πρὸς 373 φρ. ἑκάστη.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λόγῳ τοῦ δανείου ἀξίζουσι τὸ ἐννοεῖτε.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ἐννοῶ συνάμα, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ νέου δανείου καὶ δι’ ἑτέρου συνδυασμοῦ, βασιζομένου ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν τούτων, οἱ ὑψώσαντες τὴν τιμὴν αὐτῶν δύνανται νὰ τὴν ὑψώσωσιν, οὐ μόνον μέχρι τῶν 373 φρ., ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν 400. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἑκάστην τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ πρὸς 373, ἀλλὰ πρὸς 365 φράγκα, ἐκ τοῦ προϊόντος 81,200 ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχωμεν φρ. 29,638,000, ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν προκαταβολῶν. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐκφράζουσι δισταγμούς. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπελπισίαν, ἣν ἐξέφραζον πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν περὶ τῶν ὁμολογιῶν τούτων, φοβούμενοι, ὅτι οἱ δανεισταὶ τῶν προκαταβολῶν, οἱ κατέχοντες αὐτὰς, θὰ τὰς πωλήσωσιν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις διὰ τρόπου καταστρέφοντος καὶ τὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν. Καὶ τότε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν οὗτοί εἰσι καὶ σοβαροὶ καὶ ἱκανοὶ Τραπεζῖται, ὅτι γνωρίζουσι πῶς δύνανται αἱ εἰς χεῖρας αὐτῶν ὁμολογίαι νὰ πωληθῶσιν ἐπωφελῶς καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι αὗται διὰ καταλλήλου συνδυασμοῦ θὰ ἐκποιηθῶσιν εἰς τιμὰς πολὺ ὑψηλοτέρας, ἅμα ὡς ἤθελεν ἐπέλθει βελτίωσις εἰς τὴν τότε κακὴν θέσιν τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ σήμερον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ δανείου εἶναι δυνατὸς συνδυασμὸς τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐχόντων τὰς προκαταβολὰς, ἐπιτρέπων τὴν διατήρησιν τῆς σημερινῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν καὶ περαιτέρω αὐτῶν ὕψωσιν. Τοιοῦτόν τι δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ γίνῃ πρὸ δύο μηνῶν, διότι αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης, ἕνεκα πολιτικῶν λόγων καὶ ἰδίως τῶν πολεμικῶν ἀπειλῶν τῆς Γερμανίας, εὑρίσκοντο εἰς πλήρη ἀποθάῤῥυνσιν, αἱ δὲ τιμαὶ ὅλων τῶν χρεωγράφων εἰς συνεχῆ ἔκπτωσιν. Μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν θὰ μείνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον 43,630 ὁμολογίαι, αἵτινες, ὑπολογιζόμεναι εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, θὰ φέρωσι 16 ἑκατομμύρια περίπου. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰς παρουσιασθησομένας ὁμολογίας τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων, ἀφίνοντες ἑκουσίαν, ὅπως ἐψηφίσθη ἤδη, τὴν μετατροπὴν αὐτῶν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ τῆς μετατροπῆς αὐτῶν νόμου, αἱ πλεῖσται τῶν ὁμολογιῶν τούτων εὑρίσκονται εἰς χεῖρας προσώπων καὶ καταστημάτων, ἅτινα δὲν θὰ ζητήσωσι τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν. Ὥστε καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν τούτων θὰ μείνῃ ἐκ τῶν 16 ἑκατομμυρίων εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως ἀρχίσωμεν, ἐὰν θέλωμεν, τὴν κατασκευὴν τῶν πολεμικῶν πλοίων καὶ πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δι’ αὐτὴν ψηφισθέντος εἰδικοῦ δανείου. Καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὰ μέσα ἔχομεν, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ συζητούμενον δάνειον, ὅπερ ἀλλοιοῖ τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως, καὶ ἀπαλλοτριοῖ μέρος τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ παρόντος δανείου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἀνοίγει καὶ εὐρυτέρους ὁρίζοντας καὶ ἐπαγγέλλεται μεγαλειτέρας διαῤῥυθμίσεις καὶ ἀναμορφώσεις. Μᾶς ὑπόσχεται προσεχῆ διαῤῥύθμισιν ὅλων τῶν δανείων ἡμῶν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικωτέρων, καὶ ὁριστικὴν παγίωσιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ Κυβέρνησις, φαίνεται, μελετᾷ ἢ διαπραγματεύεται ἕτερον μέγα δάνειον, πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν σήμερον ὑφισταμένων δανείων, τοῦ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅπερ θὰ περισταλῇ εἰς 100 ἑκατομμύρια περίπου μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν 124,830 ὁμολογιῶν, τοῦ τῶν 120 ἑκατομ., τοῦ τῶν 60 ἑκατομμυρίων κτλ.· διαπραγματεύεται δηλ. ἢ μελετᾷ τὴν ἔκδοσιν δανείου ἐκ 400 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων φράγκων, διότι τόσον ποσὸν περίπου ἀπαιτεῖται, μὲ τοὺς ὅρους τοῦ σήμερον συζητουμένου δανείου, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπὶ οἰκονομικωτέρων βάσεων ἀντικατάστασις τῶν ὑφισταμένων δανείων, πολὺ δὲ ἀνώτερον, ἂν θελήσῃ νὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δάνειον ἐκ 400 ἑκατομμυρίων φράγκων, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 17 ἑκατομμύρια φράγκων περίπου κατ’ ἔτος. Προειδοποιούμεθα ἑπομένως, ὅτι καὶ διαχείρισιν ἑτέρων πόρων τοῦ Κράτους, φερόντων κατ’ ἔτος ἔσοδα 17 ἑκατομμυρίων περίπου, ἐνδέχεται νὰ ἴδωμεν ἀπαλλοτριουμένην εἰς μίαν ἢ πλειοτέρας ἑταιρίας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τοὺς πόρους τούτους θὰ ζητήσωμεν νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ σχηματισμῷ νέων μονοπωλίων, προωρισμένων νὰ μεταβάλωσι τὴν χώραν ἡμῶν εἰς εὐρὺ πεδίον μονοπωλικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἢ θὰ τοὺς λάβωμεν ἐκ τῶν ὑφισταμένων φόρων καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν εὕρωμεν τοὺς πόρους τούτους, ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν θὰ φέρῃ εἰς τὸν τόπον ἡμῶν κατάστασιν ἀνάλογον ἐκείνης ἥτις ὑπῆρχεν ἐν ταῖς Ἀνατολικαῖς ἐπαρχίαις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνοικιάζοντο αὗται εἰς Ρωμαίους, μετερχομένους, πρὸς ἴδιον πλουτισμὸν, πᾶν μέσον πιέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν κατοίκων αὐτῶν. Θὰ ἐπανίδωμεν ἴσως ἐν Ἑλλάδι τὰ τάγματα τῶν ἀρχαίων τελωνῶν, ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐνοικιαστῶν ἑταιριῶν, αἵτινες, ὅπως οἱ τελῶναι, ἐν τῇ ἰσχύει, ἣν παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς ἡ ἰδιότης τοῦ Ρωμαίου πολίτου (civis Romanus), θὰ ἐξασκῶσιν ἐν Ἑλλάδι, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν ἐντολοδόχων ξένων ὁμολογιούχων, τυραννίαν καὶ πίεσιν, ἀνάλογον ἐκείνης, ἣν ἐξήσκουν οἱ Ρωμαῖοι ἐνοικιασταί. Τοῦτο δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχωμεν, σήμερον μὲν οἰκονομίαν πραγματικὴν 580,750 φράγκων, διὰ τῆς εὐρείας δὲ διαῤῥυθμίσεως, ἣν ὑπόσχεται ἡ ἔκθεσις, οἰκονομίαν ἴσως 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων, ἥτις, κατὰ τὴν πεποίθησιν οὐ μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ἀμερολήπτως ἐξεταζόντων τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν πλήρη καὶ ῥιζικὴν θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν παρατείνω πλειότερον τὸν λόγον, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ βιάζεται νὰ λήξῃ σήμερον τὰς ἐργασίας αὑτῆς· ἀφίνω δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν οἰκονομία, ἥτις δὲν πρόκειται κἄν νὰ σώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀξίζει τὴν ἀλλοίωσιν καὶ ἐξευτέλισιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως, καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας, ἃς συνεπιφέρει ἡ συνομολόγησις τοῦ νέου δανείου. Ἂς κρίνῃ πᾶς ἀμερόληπτος, ἐὰν τοιαύτη δῆθεν διαῤῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἦναι συμφωνοτέρα πρὸς τὴν φιλοτιμίαν ἑνὸς ὁποιουδήποτε Ἔθνους, ἐκείνης, ἣν ἡμεῖς προὐτείναμεν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συνόδου.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐστήριξε τὴν ἐπίκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐπὶ τοῦ μὴ ἐπείγοντος τῶν μέτρων, τῶν δι’ αὑτοῦ προτεινομένων, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀσυμφόρου τῶν μέτρων τούτων. Περὶ τῶν μέτρων ἄρα τούτων συζητοῦντες, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἦναι ἐπείγοντα, ἢ οὔ, εἶναι ἀνάγκη ἔπειτα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν περὶ ἐπειγόντων νομοθετοῦντες νομοθετοῦμεν καὶ ὠφελίμως. Καὶ ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον θέλω δυνηθῆ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, καὶ περὶ ἐπείγοντος ἐὰν δὲν ἐνομοθετοῦμεν, ὠφελίμως νομοθετοῦμεν, καὶ τοσοῦτον ὠφελίμως, ὥστε ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπείγοντος, νὰ ψηφισθῇ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ περὶ ἐπείγοντος, πρέπει νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἐχαράξαμεν τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἀνάπτυξις εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐλθόντες εἰς τὴν Ἐξουσίαν, εὑρέθημεν ἀπέναντι ἀμέσων ὑποχρεώσεων μὴ ἐκπληρουμένων, χρεῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἀπαιτητῶν καὶ καθυστερούντων, προσέτι δὲ ἀπέναντι προσωρινοῦ δανείου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια. Ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν εὐθὺς πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλομένων καὶ περὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν προσωρινῶν δανείων, ἀλλὰ πάλιν διὰ προσωρινοῦ μέτρου. Ὥστε, κανονίσαντες τότε προσωρινῶς τὰ τῶν δύο τούτων θεμάτων, ἐπεφυλασσόμεθα τὸ ταχύτερον νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ αὐτῶν ὁριστικῶς, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχερῆ θέσιν, ἔχοντες ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν, Διότι τὰς μὲν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλὰς ἀπετίσαμεν δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ δι’ ἐντόκων γραμματίων βραχείας διορίας, τὰς δὲ προσωρινὰς ὀφειλὰς πολλῶν ἑκατομμυρίων ἠδυνήθημεν ν’ ἀνανεώσωμεν, ἀλλ’ ἕως τοῦ τέλους τοῦ ἔτους τούτου. Ἑπομένως, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν προνοήσωμεν περὶ τῶν ὀφειλῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὀφειλῶν ἀνερχομένων εἰς 52 ἑκατομμύρια τὸ ὅλον, θέλομεν εὑρεθῆ τὸν Δεκέμβριον ἐν καθυστερήσει ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα, θέλομεν εὑρεθῆ μετὰ ἓν ἔτος περίπου ἀπὸ τῆς σήμερον ἐν καθυστερήσει ὡς πρὸς τὰ ἄλλα. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπείγει νὰ λάβωμεν μέτρα; Ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα σήμερον, πῶς θέλουσιν ἀνανεωθῆ τὸν Δεκέμβριον αἱ ὀφειλαὶ ἡμῶν; πῶς θέλομεν κανονίσει κατὰ Δεκέμβριον τὰ τῶν προσωρινῶν δανείων, τῶν δανείων ἐπὶ προκαταβολῇ; Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου διὰ μέτρων οὐχὶ ἀπολύτως ἐπωφελῶν, ἀλλὰ μόνον ἐπωφελῶν ὡς παρεχόντων τὸν κανονισμὸν τοσοῦτον ἐπείγοντος ζητήματος, καὶ πάλιν ἔπρεπεν ἤδη νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου. Δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποχωρήσῃ ἄνευ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἠδυνήθημεν νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος, καὶ ἐπείγουσα ἐὰν δὲν ἦτο ἡ ἀνάγκη, θὰ ἦτο ὠφέλιμος καὶ θὰ συνιστᾶτο εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ δανείου, ὁποῖον προτείνεται, προέβη εἰς ὑπολογισμούς. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ ἐν λεπτομερείᾳ εἶναι ὅλως περιττοὶ, ὅταν δύναμαι διὰ μιᾶς ἁπλῆς σκέψεως ν’ ἀποδείξω, ποία ἡ ὠφέλεια. Διὰ τοῦ δανείου τούτου θὰ λάβωμεν 90 ἑκατομμύρια πρὸς 6% ἐπὶ τῶν πραγματικῶς κατατεθειμένων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Τὰ σήμερον ὑπάρχοντα χρέη τοῦ Δημοσίου πόσον στοιχίζουσιν εἰς τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος; Κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐπὶ τόκῳ καὶ χρεωλυσίῳ στοιχίζουσι 8 ἢ 8½%· ἐὰν πρὸς τὸ 8% παραβάλητε τὸ 6%, ἔχετε διαφορὰν 2%· 2% ἐπὶ 90 ἑκατομμύρια δίδουσιν 1,800,000. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπετυγχάνομεν τὸ ποσὸν τοῦτο κυρίως διὰ καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ἐπιτυγχάνομεν κυρίως διὰ διαφορᾶς τοῦ τόκου. Ἀλλὰ καὶ διὰ καταργήσεως χρεωλυσίου ἐὰν κυρίως ἐπετυγχάνετο ἡ διαφορὰ αὕτη, ἐπετρέπετο εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὠφέλεια, ἡ ἀποκτωμένη ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἐκ καταργήσεως χρεωλυσίων, δὲν εἶναι ὠφέλεια, ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι ζημία; Λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι κατ’ αὐτὸν εἶναι ὠφελιμώτερον νὰ ἔχωμεν μέγα χρεωλύσιον, διότι θὰ πληρόνωμεν ἐπὶ ὀλιγώτερον χρόνον, ὠφελιμώτερον νὰ ἔχωμεν μέγα χρεωλύσιον, παρὰ μικρὸν χρεωλύσιον, διότι τὸ μικρὸν ἐπάγεται τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ τόκου ἐπὶ διπλάσιον ἢ τριπλάσιον χρόνον. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης φαίνεται, ὅτι πολὺ μετέβαλε τὰς ἰδέας αὑτοῦ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸς συγκρότησιν τῆς Συνόδου ταύτης πρῶτον συνήλθομεν. Τότε ἔλεγεν, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου εἶναι ἱκανὴ ὠφέλεια εἰς τὸ Ταμεῖον, ὥστε καὶ εἰς τὸ μέτρον τῆς χρεωκοπίας νὰ προβῶμεν, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν προσωρινὴν τοῦ χρεωλυσίου ἀναστολήν. Τὴν προσωρινὴν τοῦ χρεωλυσίου ἀναστολὴν ἐθεώρει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὡς τοσοῦτο μέγα ἀγαθὸν διὰ τὸν τόπον, ὥστε καὶ εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς χρεωκοπία, συνίστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ. Σήμερον, ὅτε τοῦτο ἐπετεύχθη ἄνευ χρεωκοπίας καὶ διὰ τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας πίστεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρεωλυσίου κακὴν, διότι ἔχει συνέπειαν νὰ παρατείνῃ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐνόει, ὅτι πανθ’ ὅσα ἔλεγε περὶ ἐπιβλαβοῦς τῆς καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, ἢ τῆς ἐλαττώσεως αὐτοῦ εἰς τοιοῦτο ποσὸν, ὥστε ν’ ἀντιστοιχῇ ἡ μείωσις πρὸς κατάργησιν, ὅτι τὰ περὶ τόκου, ὅσα ἔλεγεν, ἤτοι, ὅτι μόνον μικρὰ ποσὰ ὠφελεῖτο τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διαφορᾶς, ἐνόει, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν, ἑπομένως ἐπεζήτησεν ἀλλαχοῦ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις δὲν εὗρε, καὶ εἶπεν, ὅτι ναὶ, ἴσως ὑπάρχει τις ὠφέλεια, ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν ταύτην πῶς ἀποκτᾶτε; Ἀποκτᾶτε τὴν ὠφέλειαν ταύτην διὰ παροχῆς εἴδους ἐγγυήσεων, τὸ ὁποῖον παραβλάπτει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, αὐτὴν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους· καὶ εἶπε: ναὶ, τοιαῦται ἐγγυήσεις ἐπρόκειτο τῷ ὄντι νὰ δοθῶσι καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσιν ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος διετέλει ἐν ὀργασμῷ ἐθνικῷ, παρασκευαζόμενον πρὸς ἐνέργειαν· σήμερον ὅμως, ὅ,τι τότε ἐγένετο καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κοινῇ ἀποφάσει ὅλων τῶν κομμάτων καὶ ὅλων τῶν προσώπων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, σήμερον τοῦτο γινόμενον εἶναι ἐπιβλαβὲς, τότε ἦτο ἐπωφελές. Ἦτο ἐπωφελὲς τότε, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐθνικῆς ἐνεργείας, δὲν εἶναι ἐπωφελὲς σήμερον, διότι πρόκειται ἁπλῶς, ὡς εἶπε, περὶ ζητήματος εὐτελοῦς, περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ. Περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φρονῶμεν τόσῳ σπουδαίως, ὥστε περὶ αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλοι ὁμοθύμως ἀπεφασίσαμεν, καὶ ὀρθῶς ἀπεφασίσαμεν νὰ πράξωμεν, προκειμένου περὶ ζητήματος ἐθνικοῦ. Ἀλλὰ συμβαίνει ἐν τῇ Βουλῇ, πλεῖστοι, ἴσως ὅλοι, πλὴν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, νὰ φρονῶσιν, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν, καὶ ὅτι πολὺ περισσότερον ἐργαζόμεθα σήμερον ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, προνοοῦντες περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἢ ὅσον εἰργαζόμεθα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὁμοθύμως ψηφίζοντες δάνειον. Ἄν σήμερον δυνηθῶμεν νὰ ἀπεκαταστήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, θέτομεν τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ἐπὶ ἑδραίας βάσεως· ἄν σήμερον ἀφήσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἰς τὴν περίπλοκον θέσιν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, τὸ ἐθνικὸν ζήτημα δὲν δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ. Ἄνευ οἰκονομικῆς ἀποκαταστάσεως τὸ ἐθνικὸν ζήτημα δὲν παρουσιάζεται οὔτε ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν, οὔτε ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὡς ζήτημα ἔχον ζωὴν, ὡς ζήτημα ἔχον ὕπαρξιν, ὡς ζήτημα τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀναγκάζωνται οἱ ἄλλοι νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, ὡς περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα, ἐν τοῖς συνδυασμοῖς αὑτῶν τοῖς πολιτικοῖς, πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει. Εὐθὺς ὅμως ὡς κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ἔλαβεν ὕπαρξιν, καὶ ἂν κατορθώσωμεν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, πέπεισμαι, ὅτι θέλομεν ἀποκτήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον δὲν ἀπεκτήσαμεν, δι’ ὧν ἐπράττοντο, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ διὰ τῆς κακῆς τῶν κοινῶν διαχειρίσεως κατεστρέψαμεν. Ἀλλὰ ταῦτα ἀπευθύνονται μόνον πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, εἶναι ἐπιχειρήματα πρὸς τὸ πρόσωπον, δὲν χρησιμεύουσιν ὅμως πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι οὐδεὶς ἄλλος Βουλευτὴς τοιαύτας σκέψεις ἤθελε προτάξει. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀνάπτυξιν, δεικνύουσαν εἰς αὐτὴν, ὅτι πραγματικῶς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, δὲν θὰ ζημιώσωσι τὴν πίστιν. Τί πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ ἄλλοτε ἐψηφίσθησαν τοιαῦτα μέτρα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀποδεικνύεται συνάμα, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ τὰ ψηφίσωμεν καὶ τώρα; Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν θὰ ζημιώσωσι τὴν πίστιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀνοίγουσιν εὐρεῖαν τὴν πύλην πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως τῆς χώρας· καὶ ἀρχίζομεν ἀπὸ τῶν ἀποδείξεων τῶν ἐκ τῶν ὑστέρων. Εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο συνομολογεῖται, ποῖα φαινόμενα εἴδομεν; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐφάνη ἡ Ἑλλὰς ἔχουσα πίστιν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἠνορθώθη ἡ Ἑλλὰς ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασι, τοῖς στηριζομένοις ἐπὶ τῆς πίστεως, οὐ μόνον ἐν τοῖς ζητήμασι τοῖς ἀμέσως ἐξαρτωμένοις ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ζητήμασι τοῖς ἀσχέτοις πρὸς τὸ δάνειον. Ἐπῆλθεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ὑπερτίμησις σπουδαιοτάτη. Ἀλλὰ ταύτην δύναται ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ παραστήσῃ ὡς προελθοῦσαν ἐξ ἀμέσου ἐπιδράσεως τοῦ μέτρου τοῦ νέου δανείου, οὐχὶ ἐκ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν τὸ νέον δάνειον ἀποκαθιστᾷ. Ὡς πρὸς τὰ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις, ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις αὕτη βεβαίως κατὰ πολὺ ὀφείλεται εἰς τὴν γνῶσιν, ὅτι διὰ τοῦ νέου δανείου θέλουσι καταργηθῆ 140 περίπου χιλιάδες ὁμολογιῶν. Ἡ κατάργησις 140 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὁ περιορισμὸς τῶν ὁμολογιῶν ἀπὸ 340 χιλ. εἰς 200 χιλιάδας, ἀπὸ 340 χιλ., ὧν αἱ καταργούμεναι 140 χιλ. εἶναι ἀδιάθετοι, εἰς 200 χιλιάδας, πάσας διατεθειμένας, ἦτο βεβαίως γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δώσῃ πεποίθησιν ὡς πρὸς τὰ τοῦ δανείου καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ὑπερτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν τόσῳ σπουδαίαν, τόσον, λέγω, μεγάλην, ὥστε ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠθέλησεν ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπερτιμήσεως νὰ ἀρυσθῇ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ νὰ εὕρῃ ἐν αὐτῇ τὸ ἔδαφος διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται τὸ γεγονὸς τῆς ὑπερτιμήσεως. Ἡ τιμὴ, λέγει, τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι σήμερον 373· πωλήσατε, λέγει, τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας πρὸς 373, καὶ ἰδοὺ, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας σας. Ἀλλὰ διατὶ εἶναι εἰς τὰ 373; εἰς ποίαν τιμὴν ἦτο τὸ δάνειον, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν; Εἰς τὴν τιμὴν τῶν 275. Εἰς ποίαν τιμὴν ἦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγνώσθη, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἡμῶν περὶ τοῦ νέου δανείου ὑπέσχοντο ἐπιτυχίαν; Ἦσαν εἰς τὰ 305 ἀκριβῶς, ἢ εἰς τὰ 61, διότι ἐν Γαλλίᾳ ὑπολογίζουσιν ἐπὶ ὁμολογίας 500, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ ἐπὶ τῶν 100. Ἐνῷ ἐτιμᾶτο τὸ δάνειον 61%, διατὶ ὑψώθη, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγνώσθη, ὅτι διαπραγματευόμεθα περὶ τοῦ δανείου τούτου; Μᾶς ἐζητήθη ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι ἕως τοῦ πέρατος τῶν διαπραγματεύσεων τούτων δὲν ἠθέλομεν ἐκποιήσει ὁμολογίας ἐκ τῶν ἀνηκουσῶν εἰς ἡμᾶς, ὥστε, ἂν αὗται διὰ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων θεωρηθῶσι καταργητέαι, νὰ λείψωσιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἂν δὲ ἀποτύχωσιν αἱ διαπραγματεύσεις, τότε μόνον νὰ δύνωνται νὰ πωληθῶσιν. Εὐθὺς, ὡς τοῦτο ἐγνώσθη, ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα βλέπετε, ἐπῆλθεν ὕψωσις τιμῆς ἀπὸ 61% εἰς 75%. Ταύτην τὴν ὑπερτίμησιν παρουσιάζει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος· τὸν παρακαλῶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τιμῇ τῶν 61, διότι τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἂν ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀσπάζεται, ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον αὐτὸς, ἂν ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, οὐχὶ τὴν τιμὴν 75% δὲν θὰ εὕρῃ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰς σκέψεις αὐτοῦ, οὐχὶ 61% δὲν θὰ εὕρῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ εὕρῃ οὔτε τὰς 270 δραχμὰς, εἰς ἣν τιμὴν αἱ ὁμολογίαι ἐπωλοῦντο κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν. Ἂς γνωσθῇ μόνον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσι διαθέσεις πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἐκανονίσαμεν, καὶ θέλετε ἰδῆ, πῶς θέλομεν τρέξει ἀναδρομικῶς μετὰ τῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς τρέχομεν ἤδη προοδευτικῶς. Ἀλλὰ ταῦτα, ὡς εἶπον, ἀφορῶσιν εἰς τὸ δάνειον, ἐπὶ τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία, καὶ δύναται ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν πίστιν, ὀφείλονται εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας 140 χιλ. ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν, ὀφείλονται εἰς μέτρα, λαμβανόμενα μετὰ τοῦ νέου δανείου περὶ τῶν προκαταβολῶν τῶν ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων, διότι ἡ γνῶσις, ὅτι παύει τὸ δάνειον νὰ ἦναι ἐνεχυριασμένον, ὅτι πᾶσαι αἱ ὁμολογίαι εἶναι διατεθειμέναι, συντελεῖ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς. Τοῦτο, λέγω, ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία καὶ ἑπομένως δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ, ὅτι δὲν ὀφείλεται ἡ ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις εἰς τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν τῆς δημοσίας πίστεως παρ’ ἡμῖν, ἐξετάσατε τὰς τιμὰς τῶν ἄλλων δανείων. Ποία ἦτο ἡ τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγνώσθη, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται εὐωδοῦντο; Ἡ τιμὴ τοῦ δανείου ἐκείνου ἦτο περὶ τὰ 72%· καὶ σήμερον ποία εἶναι ἡ τιμὴ αὐτοῦ; περὶ τὰ 88%. Ἐκεῖνο τὸ δάνειον εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ἄλλο, δὲν ὠφελεῖται ἀμέσως ἐκ τῶν συμφωνιῶν τούτων. Πόθεν ἄρα ὠφελεῖται; εἰς τί ὀφείλεται ἡ διαφορὰ τοῦ 88 πρὸς τὰ 72; Εἰς τί ἄλλο, παρὰ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας πίστεως; εἰς τί ἄλλο, παρ’ ὅτι τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν παρασκευάζει τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος; εἰς τί ἄλλο, παρὰ εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ πραγματοποιηθῇ τροπὴ τῶν δανείων καὶ ὅτι ἐκ τῆς τροπῆς θὰ ὠφεληθῇ πρωτίστως τὸ δάνειον ἐκεῖνο, διότι εἶναι ὑπὸ τύπον μᾶλλον συμφέροντα τῶν ἄλλων πρὸς τὰ τῆς τροπῆς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἐντελῶς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι παρηκολούθησε τὸ ὠφελούμενον δάνειον ἕνεκα τοῦ τύπου τοῦ ὁμοίου, καίτοι δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς περιστάσεις τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οὔτε ὁμολογίας ἔχει ἀδιαθέτους, οὔτε ὁμολογίας ὑπεγγύους ὡς ἐκεῖνο· καὶ ὅμως καὶ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἴδομεν λαμβάνον ὑπερτίμησιν ἴσην πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται ἡ κοινωνία ἐκείνη, ἡ ὁποία γνωρίζει ποία ἡ πραγματικὴ σημασία τῆς πίστεως. Ἰδοὺ πῶς διὰ τῶν πραγμάτων καταδικάζει, πῶς διὰ τοῦ χρήματος αὑτοῦ καταβαλλομένου ἀπαντᾷ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον; Ἐξετάσατε τὰς ἄλλας χρηματικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους, ἐξετάσατε τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Ποία ἦτο ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγνώσθη, ὅτι διεπραγματευόμεθα σπουδαίως περὶ δανείου; Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ τότε ἦτο 32%· σήμερον ποία εἶναι ἡ ὑπερτίμησις; εἶναι 18%. Πόθεν τοῦτο; Καὶ πόθεν ἄλλοθεν, εἰ μὴ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὑποσχομένην εἰς τὰ κεφάλαια πλήρη τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ὅτι τὰ κεφάλαια θέλουσι γνωρίσει πάλιν τὴν ὁδὸν τὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Γινώσκει ἡ ἀγορὰ ἡ Ἑλληνικὴ ἤδη, ὅτι τὸ κεφάλαιον ἔπαυσε νὰ ἐξέρχηται καὶ ἤρχισε νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὴν χώραν, καὶ ἤρχισε νὰ ἐπανέρχηται, διότι τὰ μέτρα τὰ παρασκευασθέντα, καὶ τὰ ὁποῖα καλεῖται ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ προσελκύσωσιν ἐκ νέου τὰ κεφάλαια εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ὅταν ἔχωμεν τοιαῦτα ψηλαφητὰ μαρτύρια περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν, πρίν ἢ ἐπιψηφισθῶσι καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ περὶ αὐτῶν συμφωνίᾳ, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἡ συνέπεια τούτου τοῦ μέτρου καὶ ἡ ἐντύπωσις ἡ ἐξ ἐκείνου τοῦ μέτρου; Τὰς συνεπείας καὶ τὰς ἐντυπώσεις γινώσκομεν ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰς συνεπείας καὶ τὰς ἐντυπώσεις γινώσκομεν ἐκ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν πληρόνει διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀξίας ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ τῶν ἐντυπώσεων αὑτοῦ στηρίζει τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις αὑτοῦ ἐν ταῖς χρηματιστικαῖς συναλλαγαῖς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὡς πρὸς τὴν πίστιν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, ἔσχε τοιαῦτα εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα, καθ’ ἑαυτὸ ἔχει τι κακόν; Ἡ παραχώρησις εἰς ἐγγύησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἶναί τι νέον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, πρὶν ἢ παραχωρήσωμεν εἰς δάνειον πρὸς ἐγγύησιν αὐτοῦ; Ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων καὶ σήμερον εἶναι δεδομένη εἰς ἑταιρίαν, καὶ πάλιν ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων εἰς ἑταιρίαν θέλει δοθῆ· εἶναι εἰς ἑταιρίαν δεδομένη, ὑποκειμένην εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, δοθήσεται εἰς ἑταιρίαν, ὑποκειμένην εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους· εἶναι δεδομένη εἰς ἑταιρίαν Ἑλληνικὴν, δοθήσεται εἰς ἑταιρίαν Ἑλληνικήν. Κατὰ τί διαφέρει αὕτη ἐκείνης; ὅτι προσετέθη τὸ σιγαρόχαρτον· ἀλλὰ τοῦτο κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῇ, διότι ὁ κείμενος νόμος ἐπιτρέπει τὴν παραχώρησιν τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν παρεχωρήθη δὲ εἰς τὴν λειτουργοῦσαν ἑταιρίαν, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῇ τὸ Κράτος, ἦτο τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἄνευ τῆς παραχωρήσεως τῆς προσόδου τοῦ σιγαροχάρτου ἠδύναντο νὰ καλυφθῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου· ἀφοῦ δὲ ἠδύναντο νὰ καλυφθῶσιν ἄνευ τῆς προσόδου τοῦ σιγαροχάρτου, ἦτο πρέπον νὰ μὴ δοθῇ αὕτη, διότι ἡ ἑταιρία θὰ ἐζήτει ν’ ἀπολαμβάνῃ ποσοστὸν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει. Ἤδη δίδοται καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἡ διαχείρισις, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, εἶναι ἀνώτερον, ἀλλὰ δίδοται ἄνευ ποσοστοῦ. Ἐν τούτῳ δὲ ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι διέγνω δυσχερείας ἀνυπερβλήτους καὶ θεσμὸν καινοφανῆ. Διὰ νὰ μὴ πληρόνωμεν ποσοστὸν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀπεφασίσθη, ὅπως τὸ σιγαρόχαρτον λαμβάνηται διὰ τῆς ἑταιρίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ «πωλεῖται εἰς τὸ Δημόσιον». Τὸ Δημόσιον θὰ διαχειρίζηται τὸ σιγαρόχαρτον καὶ οὐχὶ ἡ ἑταιρία, ἀλλὰ πρὸς ἐγγύησιν ταύτης θὰ διέρχηται διὰ τῆς ἑταιρίας τὸ σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον θὰ πωλῆται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρῃ ἡ ἑταιρία, θὰ ἦναι ὠφέλιμος μόνον εἰς αὐτὴν, ἀπῃτήσαμεν νὰ μὴ λαμβάνῃ ποσοστὸν, ὅπως δὲν θὰ λαμβάνῃ ποσοστὸν καὶ ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῆς σμύριδος, διότι καὶ ὡς πρὸς ταύτην οὐδεμίαν ἔχει διαχείρισιν, μόνον ἐγγύησιν λαμβάνει τῆς ἀμέσου πρὸς αὐτὴν καταβολῆς τοῦ μισθώματος. Τὸ μέτρον ἄρα τῆς εἰς δάνειον παροχῆς πρὸς ἐγγύησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων ὑφίσταται ἤδη, τὸ μέτρον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον· ἀλλ’ ὑφίσταται ἤδη κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν διὰ δύο ἔτη, δύναται ὅμως νὰ παραταθῇ καὶ ἐπὶ χρόνον μακρότερον, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Καὶ τί πρὸς τοῦτο; μήπως ἡ ὑποχρέωσις, ἂν ἦναι ἐπὶ πέντε ἔτη, δὲν προσβάλλῃ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἦναι ἐπὶ μακρότερον χρόνον, προσβάλλῃ αὐτήν; ἢ μήπως, ἂν γίνῃ τροπὴ τοῦ νέου δανείου, ὅπως παρασκευάζεται καὶ ἡ τῶν ἄλλων δανείων, ὁπόταν αἱ περιστάσεις ὦσιν εὐνοϊκαὶ, διὰ τῆς τροπῆς δὲν θ’ ἀπαλλαγῶσι καὶ τὰ μονοπώλια ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως; Ὅ,τι πρέπει νὰ ζητῶμεν, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως· ὅταν δ’ ἔχωμεν τοῦτο, τάχιστα θέλει ἐπέλθει καὶ ἡ τροπὴ τοῦ δανείου τούτου, ὅπως ἐπέρχεται καὶ ἡ τροπὴ τῶν ἄλλων δανείων ταχυτέρα ἢ ὅσον προσεδοκᾶτο. Τὰ μονοπώλια σήμερον διαχειρίζονται ὑπὸ ἑταιρίας ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον δίδοται ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν διὰ τοῦ νόμου σχεδὸν ἐπιτρεπομένην. Ἡ ἑταιρία ἡ νῦν διαχειριζομένη τὰ μονοπώλια, πλὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τουτέστι τῆς παροχῆς τῆς ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ δανείου, παρέχει προσέτι καὶ ἑτέραν ὑπηρεσίαν, ὅτι διαχειρίζεται, διότι πάντοτε ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων δὲν πρέπει νὰ γίνηται ὑπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτε δὲν ἐπρόκειτο περὶ δανείου, πάλιν εἰς ἑταιρίαν ἐδόθη ἡ διαχείρισις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας ἡμῶν χάριν τοῦ δανείου, διότι εἰς ἑταιρίαν ἠθέλομεν δώσει τὴν διαχείρισιν, καὶ ἐὰν δὲν προετιθέμεθα νὰ δανεισθῶμεν. Ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους οὐδόλως ἐνδιαφέρεται, ὅπως μὴ ἀναλάβῃ ἑταιρία τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, τοὐναντίον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσιν, ἀσχέτως πρὸς πᾶν ζήτημα περὶ ἀποκτήσεως χρημάτων διὰ δανείου, εἰς ἑταιρίαν νὰ δοθῇ ἡ διαχείρισις, καὶ διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὡς συνεστήθησαν τὰ μονοπώλια, κατηρτίσθη διὰ νόμου καὶ ἑταιρία πρὸς διαχείρισιν· ἀλλ’ ἡ ἑταιρία, ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διαχειρισθησομένη, θὰ παρέχῃ, ὅπως καὶ ἡ νῦν λειτουργοῦσα, καὶ τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ δίδωται ἐγγύησις εἰς δάνειον. Καὶ πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς θέτει ἐρωτήματα μεταφυσικά· ἐρωτᾷ, ποία ἡ σχέσις τῆς ἐγγυήσεως πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ τῶν δανειζόντων πρὸς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ποία ἡ ἔννοια καὶ ποία ἡ ὑπόστασις τῆς σχέσεως. Ἡ ἑταιρία κατὰ τὸ νομοσχέδιον σχηματίζεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παροχῆς ἐγγυήσεως πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἑταιρίας. Ἀφοῦ ἡ διαχείρισις δίδοται πρὸς ἐγγύησιν τῶν ὁμολογιούχων, ἕπεται, ὅτι ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ διαχειρίσεως καὶ ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ τίς ἡ σχέσις αὕτη; ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτής. Εἶναι ἡ σχέσις αὕτη ἡ σχέσις τῆς ἐγγυήσεως; Παρέχει ἡ ἑταιρία τὴν ἐγγύησιν, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ δάνειον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐγγύησις, διότι τὸ δάνειον συνομολογεῖται ὑπέγγυον, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὑπέγγυον, θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ σχέσις τοῦ ὁμολογιούχου καὶ τῆς ἑταιρίας. Ὅταν θελήσῃ τὸ Κράτος ν’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τῆς ἑταιρίας, θέλει φροντίσει νὰ τρέψῃ τὸ δάνειον· καὶ εἴδομεν, ὅτι ἡ τροπὴ τῶν δανείων δὲν εἶναι τοσοῦτον δυσχερὴς, ὅσον ὑπετίθετο. Ἀλλὰ, πλὴν τῆς σχέσεως ταύτης, ἔχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα ἡ ἑταιρία· θὰ σφραγίζῃ τὸ σιγαρόχαρτον. Ἡ σφράγισις ἀναπληροῖ τὴν διαχείρισιν. Ἂν θέλωμεν νὰ μὴ σφραγίζῃ ἡ ἑταιρία τὸ σιγαρόχαρτον, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ σιγαροχάρτου εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον, καὶ διὰ νὰ μὴ πληρόνωμεν ποσοστὰ καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν ἐν γένει τῆς διαχειρίσεως, νὰ μὴ ἀναθέσωμεν τὴν διαχείρισιν εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ νὰ βεβαιῶται μόνον διὰ σήματος, ὅτι εἰσεπράχθη παρ’ αὐτῆς τὸ ἀντίτιμον. Τὸ μέτρον, Κύριοι, οὗτινος ζητοῦμεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μόνον ἐν ταῖς διατάξεσι ταῖς περιεχομέναις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῇ γενικωτέρᾳ αὐτοῦ ἐννοίᾳ. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ πρῶτον μέτρον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ νῦν καὶ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὸ μέγα βάρος τὸ οἰκονομικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἡ φορολογία, καίπερ βαρυτάτη. Ἡ μεγάλη δυσχέρεια τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας δὲν εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου, καίτοι ἡ ἀφετηρία, ἀπὸ τῆς ὁποίας χωροῦμεν πρὸς τὸ ἰσοζύγιον, παρουσιάζει μεγάλην ἀπόστασιν μεταξὺ δαπανῶν καὶ ἐσόδων. Καὶ τὴν φορολογίαν τὴν βαρυτάτην ὁ λαὸς θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ, ἀποβλέπων πρὸς τὸν μέγαν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν, καὶ τὸ ἰσοζύγιον θέλομεν δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσωμεν, ὅπως καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα μαρτυροῦσι. Βαρύτατα, δυσχερέστατα ταῦτα, ἀλλ’ οὐχὶ ἀνώτερα τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Ἕν τι εἶναι τὸ παρουσιάζον τῳόντι δυσχέρειαν, ἥτις, ἂν δὲν δύνηται διὰ τοιούτων μέτρων, οἷον τὸ νῦν προτεινόμενον, νὰ τεθῇ ἐκποδὼν, θὰ ἦτο ἀνυπέρβλητος. Ἡ δυσχέρεια δὲ αὕτη εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς ἐτησίως χάριν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τῶν 170, τῶν 120, τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ ἄλλων δανείων καὶ χάριν ἄλλων ὑποχρεώσεων ἄνευ ἀνταλλάγματος ἐν τῷ παρόντι μεταλλικοῦ ἐτησίως τοσούτου, ὥστε τῳόντι νὰ ᾖναι προβληματικὸν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀναπληρῶται τὸ κενὸν, τὸ ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοσούτου μεταλλικοῦ καταλιπόμενον. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα τὸ δυσχερές. Μάτην κατέτριψεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν χρόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἰσοζυγίου, διότι τὸ ἰσοζύγιον θὰ κατορθωθῇ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Μάτην προσεπάθησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐξεγείρῃ τὸν λαὸν κατὰ τῶν φόρων, διότι τοὺς φόρους ὁ λαὸς μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ πληρώσῃ, ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἐπεβλήθησαν, καὶ ἔχων τὰς δυνάμεις, ἵνα φέρῃ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου τῳόντι ἠδύνατο ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ εὕρῃ τὴν δυσχέρειαν, ἐκεῖ δὲν ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἡ ἀληθὴς δυσχέρεια εἶναι ἡ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀπότισιν ἐτησίως, ἕνεκα ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ποσῶν σπουδαιοτάτων, τοῦ ἡμίσεος σχεδὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ὅτε δὲ σήμερον προσκαλοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα στρέψῃ εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν της, ἵνα προνοήσῃ μεθ’ ἡμῶν περὶ τῆς θεραπείας, κατέρχεται πάλιν εἰς τὸν ἀγῶνα ἐν πνεύματι κακοποιῷ, στρέφει τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ θέμα, ἵνα τὸ διαστρέψῃ καὶ ἵνα παρεμποδίσῃ τὸ καλόν. Μόνον δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν θέλει κατορθωθῆ ἡ ἐλάττωσις καὶ ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ ἐξαγομένου μεταλλικοῦ. Πᾶσα ἐπιχείρησις, φέρουσα κεφάλαια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, συντελεῖ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, πᾶσα δὲ τροπὴ δανείου, ἐπιτυγχάνουσα ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξαγομένου, εἴτε ὑπὸ τύπον χρεωλυσίου, εἴτε ὑπὸ τύπον ἀνωτέρου τόκου, παρέχει πολλαπλασίαν τὴν ὠφέλειαν εἰς τὸ Κράτος τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης μειώσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης πρὸ ὀλίγου ἐνόμιζεν, ὅτι ἀπεδείκνυε σπουδαῖόν τι, ὅπερ ἄλλως καὶ δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι μόνη ὠφέλεια ἐκ τῶν μέτρων τῶν ἐπιβαλλομένων σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν κατὰ 500 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν εἶναι, ὡς προεῖπον, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 1,800,000 δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ μόνον 500 χιλιάδων δραχμῶν ἐὰν ἦτο ἡ ἐλάττωσις, ὑπὸ ποῖον τύπον ἐπιτυγχάνεται αὕτη; Δὲν ἐπιτυγχάνεται ὑπὸ τύπον ἐσωτερικῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τύπον μειώσεως τοῦ μεταλλικοῦ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πεντακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, ἐξαγόμεναι τέως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, μὴ ἐξαγόμεναι δὲ νῦν, θέλουσι φέρει ὠφέλειαν πολλαπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀριθμὸς ἁπλῶς παρουσιάζει. Ὅταν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἦναι μόνον 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ εἶναι 1,800,000, ἴσως 2 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον, ὅταν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ἡ ἀπαρχὴ σειρᾶς μέτρων, δι’ ὧν ἐλπίζεται ἡ περιστολὴ τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπανῶν, ὅταν τὸ ποσὸν ἀποκτᾶται διὰ μέτρου, οὗτινος ἡ ἀπήχησις, μαρτυροῦσα τὴν παρ’ ἡμῖν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως, συνετέλεσε καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ὑπὸ τῆς χώρας ἡμῶν ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς, τίς δύναται ν’ ἀξιοῖ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι ὠφέλιμον, τίς δύναται ν’ ἀξιοῖ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι ἐπεῖγον;
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγα θὰ προσθέσω, διότι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις δὲν ἐπιτρέπει μακρὰς ἀναπτύξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαριθμῶν τοὺς λόγους τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἐλησμόνησε τὸν κυριώτερον, τὴν ἐνέργειαν δηλ. τῶν ἐνδιαφερομένων τραπεζιτῶν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λονδίνου, ἐνέργειαν, ἥτις γίνεται πάντοτε καὶ ἀπαρεγκλίτως ὑπὸ τῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες ἀναδέχονται νὰ ἐκδώσωσι νέον δάνειον οἱουδήποτε Ἔθνους. Ὅπως ἐκδώσωσι τὸ δάνειον τοῦτο, ὀφείλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς τιμὰς τῶν προεκδοθέντων καὶ ἐν κυκλοφορίᾳ δανείων. Τὴν ἐνέργειαν ταύτην δύναται νὰ ἐπιτύχῃ πλήρη καὶ ἐξίσου ἀποτελεσματικὴν καὶ διὰ συνδυασμοῦ ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. σήμερον, ὅτε τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης ἀπηλλάγησαν τῶν πολεμικῶν φόβων, οἵτινες πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐπίεζον αὐτὰ καὶ ἐνέκρουν τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἐὰν πράγματι πιστεύῃ, ὅτι πρὸς τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ ὑπάρχει καὶ θετικὴ βελτίωσις τῆς πίστεως ἡμῶν, ἥτις συνετέλεσεν εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ διαβλέπῃ κακοποιὰ πνεύματα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἂς προσελκύσῃ ἀγαθοποιόν τι πνεῦμα πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ ἐμπνεόμενος ὑπ’ αὐτοῦ, ἂς ἐπιδιώξῃ τὴν θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου διὰ συνδυασμοῦ μὴ ἀλλοιοῦντος τὴν πίστιν ἡμῶν καὶ μὴ ἀπαλλοτριοῦντος μέρος τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας. Ὑπάρχει, μᾶς εἶπε, σήμερον ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων εἰς χεῖρας Ἑταιρίας. Ἀλλὰ μήπως ἠρνήθην ἐγὼ τοῦτο; Ἡ σημερινὴ ὅμως Ἑταιρία ἔχει τὴν διαχείρισιν ταύτην διὰ δύο ἢ τρία ἔτη, οὐδεμίαν δὲ ὑποχρέωσιν δύναται ν’ ἀναδεχθῇ πρὸς ξένους ὁμολογιούχους. Ἡ σημασία δὲ τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ἀναληφθησομένης δι’ 75 ἔτη, ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὡς μεταφυσικὴν, εἶναι δυστυχῶς λίαν θετικὴ, διότι, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ἂν θέλωμεν ποτὲ νὰ μεταβάλωμέν τι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν μονοπωλίων, τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἑταιρίας, ὅταν πληρώσωμεν τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 φρ. Καὶ δύναται μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰσιν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐν πάσῃ ἀνάγκῃ θὰ εὕρῃ εὐκόλως δάνειον πρὸς 4% εἰς τὸ ἄρτιον καὶ πληρώσῃ τὸ σήμερον συνομολογούμενον, εἰς ἡμᾶς ὅμως ἡ θέσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πεποίθησιν. Ἕνεκα δὲ τούτου προτιμῶμεν τὴν μὴ ἀλλοίωσιν τῆς σήμερον ὑφισταμένης οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ τόπου, ὅσον καὶ ἂν ᾖ αὕτη μικρὰ καὶ ἀκροσφαλὴς, καὶ τὴν μὴ ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας. Εἰς τὴν καλὴν δὲ διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, σφάλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύων, ὅτι ὑπάρχει τις, μὴ δίδων τὴν μεγίστην ἐθνικὴν σημασίαν, ἣν πράγματι ἔχει αὕτη. Ἐγὼ δὲ, πρὸς ὃν, ῥητορικῷ τῷ σχήματι, ἀπέδωκε τοιαύτην ἰδέαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς καὶ δικαιολογίας, ἐθεώρησα πάντοτε καὶ θεωρῶ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς θέμα, ὀφεῖλον νὰ ἑλκύσῃ πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν, καὶ ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ θυσιάσωμεν πᾶσαν κομματικὴν ἢ ἀτομικὴν ἡμῶν σκέψιν. Τὴν διαῤῥύθμισιν ὅμως ταύτην ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν στηριζομένην ἐπὶ βάσεων θετικῶν καὶ ἀσφαλῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ προσωρινῶν φαινομένων, προκαλουμένων διὰ θυσιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ἐπ’ αὐτῶν καὶ μόνων ἑδραζομένης ὑγιοῦς καὶ βεβαίας πίστεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τροποποιήσεως τῆς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν κερματικῶν γραμματίων. Περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 87,592 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886. Περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχμὴν τοῦ ἐπιβεβλημένου προσθέτου φόρου ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξομοιώσεως τῶν ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων πρὸς τοὺς τακτικοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§38ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1883 ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ ἐπικούρων ἀξιωματικῶν. Αἱ ἐξετάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν τότε οἱ ἐπίκουροι, ἦσαν ἐξετάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται συνήθως οἱ ἐμποροπλοίαρχοι. Ἐπειδὴ ἦτο βέβαιον, ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις, τὰς ἀναγκαίας πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν, διὰ τοῦτο ὁ νόμος ὥρισε ῥητῶς, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς βαθμὸν ὑποπλοιάρχου ἢ μετὰ ἑξαετῆ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ κυβερνήσῃ πλοῖον καὶ νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον τοῦ ὑποπλοιάρχου βαθμόν. Καθὼς γνωρίζετε, καὶ πρὸ τοῦ νόμου ΑΡΣΤʹ περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων, πάντες οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ εἶχον ὑποβληθῆ εἰς ἐξετάσεις, δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1852, καὶ εἶχον ἐξετασθῆ εἰς μαθήματα ἀνωτέρων μαθηματικῶν, ναυτικῆς ἀστρονομίας, ναυτικῆς μηχανικῆς καὶ πυροβολικῆς θεωρητικῆς, ἀλλὰ καὶ κατόπιν οἱ καταταχθέντες καὶ ὑπηρετοῦντες σήμερον ὡς ἀνθυποπλοίαρχοι μάχιμοι προσελήφθησαν ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ὅπου εἶχον διανύσει τὴν τετραετίαν, κατόπιν δὲ ἐπὶ τοῦ πλοίου «Ἄρεως» ἐδιδάχθησαν ἐπὶ τριετίαν τὴν σειρὰν ὅλην τῆς ναυτικῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ ἐπίκουροι νῦν ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς μαχίμους ἀξιωματικούς. Ὡς αἰτιολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του φέρει, ὅτι ἡ ἐξομοίωσις αὕτη γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι οἱ ἐπίκουροι οὗτοι ἐδιδάχθησαν ἐπὶ τῆς «Ὄλγας» ἐπὶ 2 ἔτη διάφορα μαθήματα καὶ κατηρτίσθησαν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Ἐπὶ τῆς «Ὄλγας» ἀληθῶς εἶχεν ἱδρυθῆ Σχολή τις, ἀλλ’ εἷς τῶν καθηγητῶν, ὁ διδάσκων τὴν ναυτικὴν ἀστρονομίαν, ἀπεσύρθη εὐθὺς, διότι οἱ ἐπίκουροι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσι τὸ μάθημά του, διότι δὲν εἶχον τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, οἱ δὲ καθηγηταὶ τῆς πυροβολικῆς καὶ τῶν μαθηματικῶν ἀπεσύρθησαν μετ’ ὀλίγον, πεισθέντες, ὅτι οἱ ἐπίκουροι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσιν εἰς τὰ μαθήματά των, διότι δὲν εἶχον τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, ὅπως ἐννοήσωσι τὸ μάθημά των· ὥστε αὐτοὶ οὐδὲν ἐδιδάχθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐδιδάχθησαν, δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι τῷ ὄντι κατέστησαν ἱκανοὶ καὶ ὅτι δὲν ὑπέστησαν ἐξετάσεις. Συνεστήθη Ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο νόμιμος, διότι ἔχομεν νόμους, καθ’ οὓς κρίνεται ἡ ἱκανότης ἑκάστου ἀξιωματικοῦ. Ἐπίσης καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς ὑπέχει σημασίαν, διότι οὐδὲν ἀναφέρει, ἐὰν ἐδιδάχθησαν καὶ ἐὰν ἐξητάσθησαν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναφέρῃ, διότι αὐτοὶ δὲν ἐδιδάχθησαν. Πρόκειται λοιπὸν, αὐτοὺς, τοὺς μὴ ἀκροασαμένους μαθήματα ναυτικῆς καὶ ἀνώτερα μαθήματα μαθηματικῆς, νὰ ἐξομοιώσωμεν πρὸς τοὺς ἐξετασθέντας εἰς τὰ μαθήματα ταῦτα. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αὐτοὶ κατόπιν θὰ προαχθῶσι καὶ θὰ κυβερνήσωσι πλοῖα, στερούμενοι τῶν γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται. Ἀλλ’ οὔτε λόγος εἶναι, ὅτι θ’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἠδικοῦντο. Αὐτοὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ ναυτικὸν δυνάμει ἑνὸς νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύναντο νὰ προαχθῶσι παρὰ μέχρις ὑποπλοιάρχου, ὥστε ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον κατετάχθησαν. Ἀδίκημα λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, συμφέρον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτός.
§39ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ χρησιμότης τῶν ἐπικούρων ἀξιωματικῶν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλον τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἐπανειλημμέναι γνωμοδοτήσεις ὑπάρχουσι, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Σακελλαρόπουλος λέγει, ὅτι χωρὶς ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας ὑποβάλλεται τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ὁ νόμος εἶναι δικαιότατος, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ προσφέρουσι πραγματικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἶναι χρησιμώτατοι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§40ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, διὰ νὰ καταστῇ σαφεστέρα ἡ ἔννοια. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, μετὰ τὰς ἐν τῇ τελευταίᾳ γραμμῇ λέξεις «εἰς τὸ ἀριστερόν των» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἤδη», ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Δὲν δύνανται ὅμως νὰ προβιβασθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου ἢ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἑξαετοῦς θαλασσίου ὑπηρεσίας, τῆς ἀπαιτουμένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ εἰρημένου νόμου». (Γίνεται δεκτὸν οὕτω τὸ ἄρθρον 1, τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΡΝϚʹ τοῦ 27 Μαρτίου 1884 περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἔχει, ἀντικατασταθείσης μόνον ἐν ἄρθρῳ 5 τῆς λέξεως «ἐκστρατεύσει» διὰ τῆς λέξεως «ἐπιστρατεύσει»). (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς προσλήψεως ἐκτάκτων ὑπαλλήλων ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Δημοσίων ἔργων κτλ., διαγραφέντος τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ταχθέντων τῶν ἄρθρων 3, 4 καὶ 5 ὡς 2, 3 καὶ 4.)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνόρκων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὶ γίνεται ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ 1500 δραχμὰς πρόσοδον; Διότι πῶς θὰ ἐμπιστευθῶμεν τόσον σοβαρὰ καθήκοντα, μόνον διότι ἔχει ἀπολυτήριον Γυμνασίου;
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ προσὸν τῆς μορφώσεως διὰ τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου, δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἕτερον προσόν. Τὸ πολὺ δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν νὰ μετέρχηται ἐπάγγελμά τι.
§46ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Δύναται νὰ ἦναι κτηματίας, νὰ ἔχῃ χρεώγραφα.
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει κἀμμίαν ἔννοιαν ἡ προσθήκη, διότι, ὡς ἔχει ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου, παρέχονται ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις καὶ αἱ ἀσφάλειαι πρὸς ἀκριβῆ καταρτισμὸν τῶν καταλόγων.
§48ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Καθηγηταὶ θὰ ἐμποδίζωνται ἀπὸ τὰς ἐργασίας των.
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει περὶ τούτου πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ. Οἱ ὑπάλληλοι κλπ. καλοῦνται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γεροκωστόπουλος ἔχει ὑποβάλει πολλὰς τροπολογίας ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἀναχωρῶν μοὶ ἔστειλεν ἐπιστολὴν ὑπομιμνήσκων τὰς τροπολογίας του. Ἀλλ’ αἱ τροπολογίαι αὗται στηρίζονται ἐπὶ βάσεων ἐντελῶς διαφόρων τῶν βάσεων τοῦ νόμου. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος εἶναι ἐναντίος πάσης ἐκλογῆς, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου κληρώσεως· τὸ καθ’ ἡμᾶς, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν κλῆρον τὴν ἐκλογήν. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς τροπολογίας του.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναί τις ἕτερος, ἀποδεχόμενος τὰς τροπολογίας ταύτας;
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κυρίου Σάκκη.
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ταύτην δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ἀφοῦ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀντικατεστάθησαν ὁ ἐν τῷ ἐδαφίῳ ά. ἀριθμὸς «10,000» διὰ τοῦ ἀριθ. «15,000», καὶ κατωτέρω ὁ ἀριθὸς «2,000» διὰ τοῦ ἀριθμοῦ «3,000», διεγράφησαν δὲ αἱ ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου γʹ. λέξεις «ἢ ἀπολυτήριον Γυμνασίου» καὶ προσετέθη ἐδάφιον δʹ. ὡς ἑξῆς: «ο ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ἀσκοῦντες ἐπιτήδευμά τι», καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὰ ἐδάφια δʹ. μέχρις ζʹ. ἐτέθησαν κατὰ τὴν τάξιν των ἐδάφια ε. μέχρις ἡ.) (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–8).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκεται).
§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσιν ἐν τῇ βʹ γραμμῇ μετὰ τὴν λέξιν «Νομάρχην» αἱ λέξεις «τοῦ Νομοῦ, εἰς ὃν ὑπάγονται οἱ Δῆμοι». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–12).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται).
§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνταῦθα ν’ ἀντικατασταθῇ ἐν τέλει «ἡ Ἐπαρχία» διὰ τοῦ «ὁ Νομὸς» καὶ ἀκολούθως νὰ προστεθῶσιν: «Ἐὰν ὅμως Δῆμοί τινες τοῦ Νομοῦ ὑπάγωνται δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου Ἐφετείου, οἱ ἐκ τῶν τοιούτων Δήμων ἐκλεχθέντες τυχὸν, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἔνορκοι, σημειοῦνται ἐν εἰδικῷ καταλόγῳ, στελλομένῳ πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ οἰκείου Ἐφετείου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ μὴ προτείνω μεταβολὰς ἐφ’ ἑκάστου τῶν κειμένων τῶν ἄρθρων, σᾶς ἀναγγέλλω πάσας τὰς μεταβολὰς, ὅσας ἐθεώρησα πρέπον νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τῶν ὁποίων σημείωσιν θὰ παραδώσω εἰς τὸν Γραμματέα, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα κατὰ τὰς τροποποιήσεις ταύτας. Αἱ προτεινόμεναι μεταβολαί εἰσιν αὗται: Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Νὰ διαγραφῇ ἡ μετὰ τὴν λέξιν «ὑπαλλήλων» λέξις «ἀπαλείφεται», καὶ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐδάφιον γʹ.» αἱ λέξεις «ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: «γʹ. πτυχίον Συμβολαιογράφου μὲ τὸν βαθμὸν Ἄριστα ἢ Καλῶς, κατὰ τὸ ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1874 Βασιλικὸν Διάταγμα, ὅπερ τοῦ λοιποῦ καταργεῖται». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἐδαφίου εʹ. τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ἢ διετέλεσεν ἐπὶ δεκαετίαν ὡσαύτως Γραμματεὺς πολυμελοῦς Δικαστηρίου». Μετὰ τοῦτο νὰ προστεθῶσιν: «Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 9 προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Προκαλεῖται δὲ πρὸ τοῦ διορισμοῦ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ διατελεῖ, ἢ διετέλεσε τελευταῖον δικηγόρος ἢ Γραμματεὺς, ἢ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου διατελεῖ ἢ διετέλεσε τελευταῖον Εἰρηνοδίκης». Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 10 ὡς ἕπεται. «Ἄρθρον 10. Εἰς Εἰσαγγελέα παρὰ Πρωτοδίκαις προβιβάζεται ὁ ὡς Πρωτοδίκης ἢ Ἀντεισαγγελεὺς ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διατελέσας». Εἰς τὸ ἄρθρον 12, νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἀπὸ τῆς δευτέρας γραμμῆς ἀρχόμεναι λέξεις: «ἢ ἐπὶ πέντε ἔτη ὡς Πρόεδρος Πρωτοδικῶν». Ἐπίσης ἐν μὲν τῇ παραγράφῳ δευτέρα νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ὡς Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη», ἐν δὲ τῇ παραγράφῳ τρίτῃ καὶ ἐν τέλει αὐτῆς νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἢ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπὶ ἓξ ἔτη». Εἰς τὸ ἄρθρον 13, νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τῇ πέμπτῃ γραμμῇ λέξεις «Πρόεδρος ἢ», ὡς ἐπίσης νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει: «ἕν τινι τῶν θέσεων τούτων ὑπηρεσίαν», καὶ προστεθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν αἱ λέξεις: «ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ὑπηρεσίαν, ἢ μετὰ πενταετῆ, ἂν διετέλεσε Πρωτοδίκης ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη». Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τῆς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου παραγράφου τρίτης λέξεις: «ἢ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπὶ ἓξ ἔτη».
§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἡ Δικαστικὴ εἶναι διακεκριμένη τῆς ὑπηρεσίας τῆς Εἰσαγγελικῆς καὶ ὄχι μόνον λόγῳ τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ ἱεραρχίας· ὥστε φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν καὶ θὰ ἐπικαθήσῃ ἐπὶ τῶν λοιπῶν Εἰσαγγελέων, πρέπει νὰ ἔχῃ δικαιώματα ὑπηρεσίας ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῷ. Λοιπὸν προτείνω, ὅπως ὁρισθῇ δεκαετὴς ὑπηρεσία Εἰσαγγελέως, ἢ 8 ἐτῶν Εἰσαγγελέως καὶ 4 ἐτῶν Πρωτοδίκου.
§63ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὸν κ. Συνάδελφον νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐπαρκῶς συμπληροῦμεν τὸ νομοθέτημα, δεχόμενοι, ὅτι δέον νὰ προβιβάζηται εἰς Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν «μετὰ δεκαετῆ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ὑπηρεσίαν, ἢ μετὰ πενταετῆ, ἂν διετέλεσε Πρωτοδίκης ἐπὶ 8 ἔτη.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 προτείνω δικαίαν τινὰ προσθήκην. Ὅπως πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ διορισθῇ τις δικαστὴς, πρέπει νὰ ἔχῃ δίπλωμα Πανεπιστημίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς, νὰ ἔχῃ δὲ ἐξασκήσει ἐπὶ δύο ἔτη τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἢ νὰ διετέλεσεν ἐπὶ 2 ἔτη Γραμματεὺς Πρωτοδικείου, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦτο νενομισμένας ἐξετάσεις. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἀποκλείωνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες δίπλωμα Πανεπιστημίου, δὲν ἐξήσκησαν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ἀλλ’ εἰργάσθησαν ὡς εἰσηγηταὶ τῶν ὑποθέσεων ἐν τῷ Δικαστικῷ Τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Οἰκονομικῶν. Ἀντὶ δὲ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς δικηγόρους, ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀνάγκη νὰ ἀπαιτηθῇ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου. Παραδέχομαι ἐπίσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συμπληρώσαντες δεκαετῆ διδασκαλίαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς διορίζονται τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ἀρεοπαγῖται καὶ ἀνώτεροι, ἂν συνάμα διετέλεσαν δικηγόροι ἐπὶ δεκαετίαν ἢ εἰς δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ Πρωτοδίκου καὶ ἄνω ἐπὶ πενταετίαν. Ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἐστερημένη πρακτικῆς σημασίας ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐκανόνιζε τὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν εἰς θέσιν Πρωτοδίκου καὶ Ἐφέτου. Ὑπὲρ τῶν τοιούτων Καθηγητῶν εἰσάγω καὶ νέαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν συνεπλήρωσαν 12 ἔτη Πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας, δικαιοῦνται, διοριζόμενοι κατὰ τὰ ἀνωτέρω, νὰ τηρῶσι καὶ τὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ θέσιν των καὶ νὰ λαμβάνωσι καὶ τὸν μισθὸν τοῦ Καθηγητοῦ.
§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅπως ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16, δὲν ὑπηρέτησε πολὺ, οὔτε ὠφέλησε, τοῦτο δὲ, οὐχὶ διότι ὁ νόμος πταίει, ἀλλὰ διότι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐγένετο πλημμελής. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἐδίδετο ἐν καιρῷ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἀπῄτει, ἀλλὰ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος συνεπλήρονε τὰ 4 ἔτη, μετέβαινεν εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, ἐλάμβανε μίαν γνωμοδότησιν καὶ τὴν ἀπέστελλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ὥστε, ὅταν ἤρχετο ἡ ἐποχὴ τῶν προβιβασμῶν, ἤρχοντο πανταχόθεν αἱ αἰτήσεις καὶ ἅπαντες εἶχον γνωμοδοτήσεις, οὐδεμίαν δ’ ἐγγύησιν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, ἐνῷ θὰ ἦσαν λίαν ἐπωφελεῖς, ἐὰν ἐγίνοντο ἐπὶ ὡρισμένῃ περιπτώσει, ὅταν δηλ. ἐκενοῦτο μία θέσις, καὶ προσεκαλοῦντο οἱ Πρόεδροι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ ὑποδείξωσι τὸ κατάλληλον πρόσωπον πρὸς προβιβασμόν. Ἐὰν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, ὅπως πρέπει, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο κακὴ ἡ διατήρησις τῆς διατάξεως· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑποχωρεῖ εἰς τὴν ἀπάλειψιν, ὑποβάλλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν τὸν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ, διότι ὅπως δήποτε φέρει μίαν ἐγγύησιν. (Ἀναγινώσκει ταύτην).
§65ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Ῥικάκη, ἣν ἤδη κατέθηκε.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι μία τῶν σπουδαιοτάτων καὶ ἀνωτάτων θέσεων τοῦ Δικαστικοῦ κλάδου, εἰσέρχεται δέ τις εἰς αὐτὴν νομίμως καὶ ἱεραρχικῶς διὰ τῆς θέσεως τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ 10 ἔτη ὡς Πρωτοδίκης καὶ ἐπὶ 3 ἔτη ὡς Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν, δὲν θὰ ἦναι ἱκανὸς νὰ γίνῃ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται αἱ ὑπόλοιποι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§68ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἐν ἄρθρῳ 15 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑπόμενα: Ἐν τέλει δὲ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθενται τὰ ἑξῆς: «ὡσαύτως δικαίωμα πρὸς ἐξέτασιν κέκτηται καὶ ὁ ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ Δικαστικῷ Τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρετήσας ὡς Ὑπουργικὸς Γραμματεύς, διδάκτωρ ἢ προλύτης τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ξένου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου. Ἀντὶ δὲ τῆς ἀπαιτουμένης κατὰ τὸ ἄρθρον 9 γνωμοδοτήσεως, προκαλεῖται ὡς πρὸς τοῦτον ἡ γνώμη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου λέξεις «τὸ ἄρθρον 16 καταργεῖται» καὶ τεθῇ τὸ ἑξῆς· «Τὸ ἄρθρον 16 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Πρὸς πλήρωσιν ἑκάστης κενῆς θέσεως Εἰσαγγελέως ἢ Προέδρου Πρωτοδικῶν, Ἀντεισαγγελέως παρ’ Ἐφέταις, ἢ Ἐφέτου, προκαλεῖται ἡ γνωμοδότησις τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων, οἵτινες ὑποδεικνύουσιν ἀνὰ ἕνα ὑποψήφιον ἐκ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, τὰ ὁριζόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 10 καὶ 11· αἱ γνωμοδοτήσεις δ’ αὗται ὑποβάλλονται διὰ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ὅστις ἐκτίθησι τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην του. «Ἡ ἐκτίμησις τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, ἁπλῶς συμβουλευτικῶν, ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, οὗτινος δὲν περιορίζεται ἐξ αὐτῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. «Ἡ προαγωγὴ εἰς ἀνωτέρας τοῦ Ἐφέτου θέσεις γίνεται τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ἀντὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ: «τὸ ἄρθρον 17, λαμβάνον τάξιν ἄρθρου 16, ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου», νὰ γραφῇ: «Τὸ ἄρθρον 17 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου». Τροποποιηθῇ δὲ τὸ κείμενον τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 17. Καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου διορίζονται τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ἀρεοπαγῖται καὶ ἀνώτεροι μετὰ δεκαετῆ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίαν, ἂν συνάμα διετέλεσαν εἰς δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Πρωτοδίκου καὶ ἀνωτέρω ἐπὶ πενταετίαν, ἢ δικηγόροι ἐπὶ δεκαετίαν τοὐλάχιστον. «Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, διοριζόμενος κατὰ τὰ ἀνωτέρω, μετὰ δωδεκαετῆ ἐν αὐτῷ διδασκαλίαν εἰς δικαστικὴν θέσιν ἐν Ἀθήναις, δύναται νὰ διατηρήσῃ συγχρόνως τὴν θέσιν τοῦ Καθηγητοῦ, λαμβάνων πλήρη τὸν μισθὸν αὐτῆς. Νὰ διαγραφῶσι τὰ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου: «τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 λαμβάνουσι τάξιν 17 καὶ 18». Ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἑπόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἀπὸ τῶν λέξεων: «τὸ δὲ ἄρθρον 20, λαμβάνον κτλ.» ὡς ἑξῆς. «Τὸ δὲ ἄρθρον 20 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου». Νὰ προστεθῇ δὲ εἰς τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κείμενον τοῦ ἄρθρου καὶ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἐδαφίου ϛʹ καὶ μετὰ τὴν ἐν τῇ πέμπτῃ γραμμῇ λέξιν «Εἰσαγγελέως» τὸ ἑπόμενον: «ἀπαγορεύεται δὲ εἰς τοὺς Γραμματεῖς νὰ μεταβάλλωσι τὰς ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας μηνιαίας μισθοδοσίας τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων», καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ ἀμέσως λέξις «δέ». Τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γραφόμενον: «Προστίθεται ὡς ἄρθρον 20 τὸ ἀκόλουθον. «Ἄρθρον 20. «Αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως, περὶ ὧν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 19 τοῦ παρόντος νόμου ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ, βʹ, γʹ, δʹ, εʹ καὶ Ϛʹ ἐφαρμόζονται κτλ. Νὰ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς. «Αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως, αἱ ὁριζόμεναι ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ, βʹ, γʹ, δʹ καὶ Ϛʹ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζονται κτλ.» ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ καὶ τὸ μέρος τοῦτο παράγραφον τοῦ ἄρθρου 20. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν ἄρθρων μεταβολῶν. Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον).
§69ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ κατακρίνω τὰ νομοσχέδια· ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησίν μου, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία βελτίωσις εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ Δικαστικῇ πρέπει νὰ ἐπέλθωσι μεταῤῥυθμίσεις ὁριστικώτεραι καὶ πολλαὶ, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον λάβῃ πρόνοιαν καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδια τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιφέρωσι μεταβολὰς ῥιζικὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ συμπληρώσωσι καὶ βελτιώσωσι τὴν δικαστικὴν νομοθεσίαν, ὡς λ. χ. εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, εἶναι ἀνάγκη, πολλαὶ σωματικαὶ ποιναὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ χρηματικῶν· ἐπίσης ἐν τῷ Ὀργανισμῷ τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἀνάγκη πολλαὶ μεταῤῥυθμίσεις νὰ γίνωσι, ἰδίως καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Εἰρηνοδικῶν, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των. Τελευταῖον εἶναι ἀναγκαία ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων, καὶ δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ συστήσω τοῦτο εἰς τόν κ. Ὑπουργὸν ὡς ἀναγκαιότατον, διότι, ὡς σήμερον κατήντησαν οἱ Δικασταὶ, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς εἶναι ἀνατεθειμένον, καὶ εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἡ μισθοδοσία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀνάλογος τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ αὔξησίς τις, καὶ νὰ ληφθῇ ὡς ὅρος ἡ μισθοδοσία τῶν Δικαστῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου διαιροῦσιν αὐτοὺς εἰς τάξεις. Ἐξέφρασα λοιπὸν γενικὴν εὐχὴν, ὅπως ἐπέλθωσιν αἱ ῥιζικαὶ αὗται μεταβολαί.
§70ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες εἰσάγουσι τοιαῦτα κοινωφελῆ νομοσχέδια, δὲν εἶναι ἄξιοι εὐχαριστήσεως, ἀλλ’ εὐγνωμοσύνης. Ἡ εὐγνωμοσύνη μου θέλει εἶσθαι μεγαλειτέρα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτυγχάνουσα εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς μέτρα, φροντίσωσι περὶ ἑνὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, διότι ὡρίμασεν ἡ ἰδέα, ἐπέστη ὁ χρόνος, ὅπως δώσωμεν ὅριον πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐὰν πράγματι ἐπιτύχωσι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα αὐτῆς, πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι ἄλλως ἔστω βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλομεν ἔχει εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύλλογον τοῦ λοιποῦ ὄχι ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι φιλοτίμως θὰ ἐργάζωνται, ἀλλ’ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ἀξίαν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων.
§72ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἀνερχόμενος εἰς δραχμὰς 94,656,967).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§74ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ προταθείσας μεταβολὰς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 57,555,571).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§76ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ προταθείσας μεταβολὰς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς δραχ. 2,198,437).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§78ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 κεφαλαίου 1 περὶ Πρωτοδικείων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης).
§79ΚΟΥΣΤΑΣ. Εἰς τὰ περὶ Πρωτοδικείων ὑπάρχει πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τοιούτου εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ταύτην.
§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κούστα.
§81Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως. (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις καὶ μεταβολὰς τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς δραχ. 3,905,952).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§83ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις καὶ μεταβολὰς τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 5,666,289).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§85ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ Μιχαὴλ Λελέκου, δι’ ἧς ζητεῖ συνδρομὴν πρὸς ἔκδοσιν συλλογῆς του Δημοτικῶν ᾀσμάτων.
§87Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ τὴν αἴτησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις καὶ μεταβολὰς τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος εἰς 3,179,033 δραχμάς).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§91ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις καὶ μεταβολὰς τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 18,074,069).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχόμενος ἐν συνόλῳ εἰς 3,889,837 δραχμάς).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887. (Ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887. (Ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μὲ τὰς ἐπ’ αὐτῶν μεταβολὰς καί σύνολον).
§96Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, διὰ τὴν ἀρίστην ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν αὑτοῦ καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τῷ ἀνέθηκεν ἡ Βουλή.
§97ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Αʹ. Συνόδου τῆς ΙΑʹ. Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Λονδίνῳ, τῇ 8 Ἰουνίου 1887.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.