Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 64

1887.05.21

3.087 στίχοι · 23.407 λέξεις · 2 πίνακες · 89 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1887.05.21
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1887)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64

Τῆς 21 Μαΐου 1887.

(Πέμπτη).

Ὥρα 3 μ. μ.

(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Πετρόπουλος).

§1ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ περιλάβετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ εἰσαχθὲν παρ’ ἐμοῦ ἐσχάτως σχέδιον νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀντὶ τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς τὸ εἰσήγαγον πρό τινος. Εἶδον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη πρότασις νὰ τύχῃ εὐμενοῦς ἀποδοχῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς συνεδριάσεως. Ἀντικαθιστῶ τὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ, ὡς ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον 998 τροποποιεῖται οὕτως. (Ἀναγινώσκει). Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἦναι καιρὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι εἶναι καιρὸς ν’ ἀποκόψωμεν τοῦ τέρατος τὰς χεῖρας, διότι οἱ τοκογλύφοι, εἴς τε τὰς Ἐπαρχίας καὶ ἐδῶ, ἀναγκάζουσι τοὺς ἀγοράζοντας ἐνίοτε τρόφιμα ἢ ἐνδύματα, νὰ ὑπογράφωσι γραμμάτια καὶ ἐνίοτε συναλλαγματικὰς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων εἰκονικῶν νὰ ζητῶσι τὴν προσωπικὴν αὐτῶν κράτησιν. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ υἱοθετήσῃ, ὑμᾶς δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸ περιλάβητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, Εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀντικαταστάσεως δανείων. Περὶ τροποποιήσεως τῆς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν κερματικῶν γραμματίων. Περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 87,592 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886. Εἰς τρίτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1887. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 172,915 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχμὴν τοῦ ἐπιβεβλημένου προσθέτου φόρου ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου. Περὶ ἐξομοιώσεως τῶν ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων πρὸς τοὺς τακτικοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. ναυτικοῦ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΝϚʹ. τῆς 27 Μαρτίου 1884 περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Καὶ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Τμήματος ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν τοῦ Κράτους. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).

§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν τρίτην παράγραφον. «4. Ἐκ πέντε βοηθῶν ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὧν δύο μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν Ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως, καὶ τρεῖς μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως». (Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην ἐπιψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3). (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 4, 5, 6 καὶ 7).

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).

§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῶσιν ἐν τῇ παραγράφῳ πέμπτῃ καὶ μετὰ τὰς ἐν ἀρχῇ αὐτῆς λέξεις: «ἡ μισθοδοσία τῶν βοηθῶν», αἱ λέξεις: «τῶν ἐχόντων μισθὸν καὶ βαθμὸν μηχανικοῦ ά. τάξεως.» (Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 8, καὶ τὸ 9 ὡς ἔχει).

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).

§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 «οἱ μηχανικοὶ ά. τάξεως ἔχουσι δραχ. 260»· νὰ διορθωθῇ «240»· οἱ βʹ. τάξεως ἔχουσι δραχ. 230, νὰ διορθωθῇ «220», καὶ τῶν τῆς γʹ. νὰ σημειωθῇ μισθὸς δρ. 200. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 ὡς διωρθώθη, καὶ τὰ ἄρθρα 11 –17 ὡς ἔχουσι). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).

§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ αὐτοῦ, ἐν γραμμῇ πέμπτῃ καὶ πρὸ τῆς λέξεως «γνωμοδοτήσεως», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «περὶ τούτου συμβουλευτικῶς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, οὕτω τροπολογηθέν). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).

§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις «ὑπερβαίνῃ τὸν μῆνα» ἀντικαθιστάμεναι διὰ τῶν ἑξῆς: «ἦναι πλέον τοῦ μηνός, ἢ ἐγκαταλείπηται ἡ θέσις αὐτογνωμόνως». (Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 19. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προστίθενται αἱ λέξεις «ἐκ τοῦ Σώματος ἀποχωρούντων», πρὸ τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέξεων «ἐκ τῆς ὑπηρεσίας». Μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, τὸ δὲ ἑπόμενον 22 ὡς ἔχει. Ἀναγνωσθέντος δὲ τοῦ ἄρθρου 23, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ γραφῇ «καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τὸ 70» ἀντὶ τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Μετὰ ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ διαγραφῇ ἡ τρίτη τοῦ ἄρθρου 24 παράγραφος, καὶ μετὰ τὴν διαγραφὴν ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Ἐπίσης ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25 ὡς ἔχει. Κατόπιν ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 26. Ἐπὶ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν δευτέραν τοῦ ἄρθρου παράγραφον τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς σημειοῦται μόνον εἰς τὰ πρακτικά». Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26. Ἀναγινώσκονται μετὰ ταῦτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 27 μέχρι 38 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 39 ὁ Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρος ἡ δευτέρα παράγραφος. Μετὰ τὴν διαγραφὴν ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Κατόπιν ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40 μέχρι 45, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος μεταλλεύσεως μαγγανεζιούχου σιδήρου ἐπὶ τοῦ μεταλλείου χαλκοῦ καὶ ψευδαργύρου τοῦ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1876 παραχωρηθέντος).

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πατρῶν– Πύργου.

§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναπτύξεως τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς συμβάσεως. Κατόπιν ὅμως τῶν ζημιῶν, ἃς ἡ κοινωνία ὑπέστη ἀπὸ τὰς παραχωρήσεις τοῦ 1882, πρέπει νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν προσοχήν. Διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως δὲν ἐπικυροῦμεν μόνον προηγουμένας παραχωρήσεις, ἀλλὰ δίδομεν παραχώρησιν νέας γραμμῆς, ὡς διαγράφει τὸ ἄρθρον 4, ἀπὸ ἓν σημεῖον μεταξὺ Πατρῶν–Πύργου εἰς Κυλλήνην. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰ διαγράμματα, τὴν ἐκτίμησιν, τὰς μελέτας τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἀόριστον καὶ οὔτε τὸ μῆκος ἀναφέρει, οὔτε ἄλλο τι σχετικόν, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς προηγουμένην σύμβασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν 20 ἢ 30,000 κατὰ χιλιόμετρον. Διὰ τοῦτο προτείνω, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, μέχρις οὗ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ μόνον νεώτερον, τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει, εἶναι τὰ τῆς διακλαδώσεως τῆς Κυλλήνης, ἥτις παραχωρεῖται ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις τῆς προηγουμένης συμβάσεως, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ ἐγγύησιν, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς χορηγίας 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ὅταν κατορθῶται ἐπὶ τοιούτοις ὅροις ἡ παραχώρησις, δὲν ἔχομεν ἕτερον νὰ ζητήσωμεν. Ὡς πρὸς δὲ τὰ διαγράμματα, ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ, ὅταν ὑποβληθῶσι, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει τὰ ἐξελέγξει. Θὰ εἴχομεν ἀνάγκην λεπτομερειῶν περὶ τῆς γραμμῆς, ἂν προέκειτο νὰ ἐγγυηθῶμεν τὸν τόκον τοῦ δαπανηθησομένου κεφαλαίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπεβάλλετο ἡ ἐξέλεγξις περὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τῆς ἐπιχειρήσεως, ἵνα μὴ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ κεφαλαίου ὁ ἐγγυηθησόμενος τόκος καταστῇ ἀνώτερος τοῦ φαινομένου’ ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἁπλοῦ χορηγήματος, τοῦτο δὲ εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεβλήθη ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας καὶ Πελοποννήσου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ συντελέσωμεν δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς συγκοινωνίας μέχρι Κυλλήνης.

§13ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν λησμονεῖ, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἀπεφασίσθη ἡ χορήγησις 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, εἰς γραμμὴν ἔχουσαν μῆκος 400 χιλιομέτρων καὶ πολλὰ τεχνικὰ ἔργα νὰ ἐκτελέσῃ· ἀλλ’ ἡ γραμμὴ μεταξὺ Πατρῶν καὶ Πύργου καὶ Κυλλήνης δὲν ἔχει τοιαῦτα ἔργα. Διὰ νὰ χορηγήσωμεν διὰ τὴν νέαν γραμμὴν 20,000, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὐλάχιστον, τί θὰ κατασκευασθῇ. Ἤκουσα, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐκεῖ θὰ κοστίσῃ 35,000 κατὰ χιλιόμετρον.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι αὗται εὔκολοι, ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου θὰ μετενεχθῇ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ ὑλικὸν τῆς ἐπιστρώσεως καὶ τῆς κινήσεως, δὲν δύνανται νὰ κατέλθωσι κάτω τῶν 60,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ἂν ἄρα ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κατωτάτη δαπάνη θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν διακλάδωσιν ταύτην, πάλιν τὸ χορήγημα δὲν εἶναι ὑπερβολικόν. Εἶναι δὲ τὸ σύστημα τῆς συμβολῆς τοῦ Δημοσίου διὰ χορηγήματος προτιμότερον τοῦ δι’ ἐγγυήσεως καὶ οἰκονομικώτερον· διότι ἡ Ἑταιρία, ἡ λαμβάνουσα τὸ χορήγημα, ἀφίεται κυρία τοῦ σιδηροδρόμου καὶ αὕτη εὐθύνεται ἐπὶ ταῖς συνεπείαις τῆς καλῆς ἢ κακῆς κατασκευῆς, ὠφελουμένη ἢ βλαπτομένη ἐξ αὐτῆς, ἐνῷ, ὅταν κατασκευάζηται ὁ σιδηρόδρομος διὰ κεφαλαίου, οὗτινος ἐγγυᾶται τὸ Δημόσιον τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου, καὶ κακὴ ἂν ἦναι ἡ κατασκευὴ, ἡ Ἑταιρία ἀποζημιοῦται. Ἡμεῖς ἄρα ἐπεδιώξαμεν, ὁσάκις ἦτο δυνατὸν, τὴν παραχώρησιν τῶν σιδηροδρόμων ἐπὶ χορηγήματι, ἵνα ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ συμφέροντος τῆς Ἑταιρίας, περὶ τῆς καλῆς κατασκευῆς. Ὁσάκις τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνηται, εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἕτερον σύστημα, τῆς ἐγγυήσεως τοῦ τόκου τοῦ κεφαλαίου. Ἤδη εὐτυχῶς πρόκειται περὶ διακλαδώσεως, τὴν ὁποίαν ἀναδέχεται ἡ Ἑταιρία νὰ κατασκευάσῃ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ χορηγήματος, δὲν ἔχομεν ἄρα ἀνάγκην λεπτομερειῶν.

§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντιθέτως, πρέπει νὰ ἐνεργῶμεν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας. Φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἦναι γενναιότερον εἰς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοιαύτην ἐποχὴν, ἀλλὰ καὶ αὐστηρότερον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τελειότητος τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἀντὶ 20,000 ἐδίδομεν 25,000, ἢ καὶ περισσοτέρας, ἀλλὰ τὸ ἔργον, ὡς πρὸς τὴν στερεότητα καὶ τελειότητα, νὰ μὴ ὑπολείπηται τοῦ σκοποῦ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐγένοντο εἰς τὴν κατασκευὴν τόσαι καμπύλαι καὶ τοιαῦται ἀκτῖνες, ὅτι ἐδόθη τοιαύτη διεύθυνσις, ἡ ὁποία μόλις ἔφθανεν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τοῦ ἐπιστημονικῶς δυνατοῦ, καὶ τοῦτο χάριν οἰκονομίας· διότι ἡ ἐργασία ἦτο δυσανάλογος πρὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦμεν. Ἂν θελήσητε νὰ μεταβῆτε εἰς Κόρινθον, λαμβάνετε γνῶσιν τῆς ἀδιαλείπτου προσοχῆς, ἡ ὁποία καταβάλλεται ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ δρόμου· καὶ τοῦτο, διότι ἡ διαγραφὴ εἶναι τοιαύτη, αἱ καμπύλαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ταχεῖαν κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου. Προκειμένου περὶ ἔργων, ἅτινα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοί, ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ἔργον καλῶς· καὶ γνωρίζετε πάντες, τί ἐγένετο εἰς τὴν γέφυραν τῆς Κακῆς Σκάλας· ἀπῃτοῦντο 500,000 δραχμῶν, ἵνα γίνῃ διάτρησις τοῦ ὄρους, ἥτις δὲν ἐγένετο, ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων· ἀλλὰ τοιαύτη οἰκονομία δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη· ἢ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τίποτε, ἢ πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν ὅσον οἷόν τε τέλειον· διότι αὐτὰ τὰ ἔργα δὲν ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην ἡ διάρκειά των εἶναι μακρὰ, καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν δημοσίαν συγκοινωνίαν.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἦτο ἀκριβές, ὡς φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι διὰ προσθήκης 5,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, θὰ ἦτο δυνατόν, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τραπῇ εἰς γραμμὴν μεγάλης συγκοινωνίας, τουτέστι μὲ κλίσεις οὐχὶ ἀποτόμους καὶ μὲ ἀκτῖνας μεγάλας, βεβαίως οὐ μόνον εἰς ταύτην τὴν θυσίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς διπλασίαν, προθύμως ὤφειλε νὰ συναινέσῃ τὸ Δημόσιον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν τοιαύτην μετατροπὴν τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης γραμμῆς κανονικῆς καὶ γραμμῆς οἰκονομικῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε διὰ 10,000 καὶ 15,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον ἐπὶ πλέον νὰ δύνηται ν’ ἀποκτηθῇ τὸ αἱρετώτερον σύστημα. Ἐὰν τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ μετριαζομένων τῶν κλίσεων καὶ μηκυνομένων τῶν ἀκτίνων, ἡ δαπάνη θὰ ἦτο κατὰ 200% ὑπερτέρα, πιθανὸν δὲ καὶ πέραν τούτου· διότι ἐν συνόλῳ ἡ γραμμὴ ἐστοίχισεν, ὑποθέτω, περίπου 80,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἂν ἐπρόκειτο δὲ ἡ γραμμὴ αὕτη κατὰ τὸ τμῆμα τὸ ἰδιαζόντως δυσχερὲς νὰ κατασκευασθῇ κανονικῶς, καὶ οὐχὶ οἰκονομικῶς, θὰ ἐστοίχιζεν ἴσως 300,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, τουτέστι θὰ ἦτο ἡ δαπάνη ὑπερτριπλασία τῆς ἀπαιτηθείσης πρὸς τὴν κατασκευὴν, ὡς ἔχει. Τὰ ἔργα ταῦτα δὲν ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ πρὸς κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἂν θέλωμεν σήμερον νὰ κατασκευάσωμεν γραμμὰς διὰ συστήματος κανονικῆς συγκοινωνίας, πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν κατασκευὴν ἐπὶ 15 καὶ ἐπὶ 25 ἔτη. Ἐθεωρήθη δὲ ὀρθότερον, νὰ γίνῃ ἡ κατασκευὴ ἀπὸ τοῦδε διὰ τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀφιεμένης εἰς τὸ μέλλον τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς γραμμῆς δι’ ἑτέρας κανονικῆς συγκοινωνίας. Ὅταν μετὰ τὴν πάροδον ἐτῶν τινων, ὑποβοηθούσης τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας καὶ αὐτῆς τῆς λειτουργίας τῆς οἰκονομικῆς γραμμῆς, μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων, ὅταν ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ πλούτου τῆς χώρας θὰ ἦναι ἱκανὴ, ὅπως ἐγγυᾶται ἔσοδα, ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου, ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα γραμμῆς κανονικοῦ συστήματος, τότε μόνον θὰ δύνηται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν τοπικὴν συγκοινωνίαν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ κανονικοῦ συστήματος. Σήμερον βλέπομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὰ ἔσοδα μὴ ἀνταποκρινόμενα οὐδ’ εἰς τὴν δαπάνην τῆς οἰκονομικῆς συγκοινωνίας, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς κινήσεως δὲν εἰσπράττει τὸν τόκον τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου, ἀλλὰ μόλις τὸ ἥμισυ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀγοραίου τόκου, ἢ ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεος. Εὐτύχημα ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν σιδηροδρομικῶν, διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς πολυτελείας. Προελόμενοι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, καίτοι τὸ ἔσοδον οὐδὲ πρὸς τοιούτου συστήματος τὴν αὐτάρκη λειτουργίαν εἶναι ἀποχρῶν, ἔχομεν ὅμως τὴν προσδοκίαν ἐντὸς βραχέως χρόνου νὰ ἴδωμεν ἐπιτυγχανομένην τοιαύτην τῶν ἐσόδων ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ ἱκανοποιῶνται τὰ κεφάλαια, καὶ νὰ ἐμψυχωθῶσιν εἰς ἐπιχείρησιν σιδηροδρομικῶν ἔργων γενναιοτέρων καὶ μᾶλλον ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰς εὐχὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§17ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς χορηγίας, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι αἱ συμβάσεις αὗται κατέστησαν χρηματιστικαὶ καὶ κερδοσκοπικαὶ, διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ μᾶς ὑποβάλωσι τὰ σχέδια, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποίας ὑποχρεώσεις θ’ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρία. Ἔχομεν τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου· ἅπαντες γνωρίζομεν τὴν Ἑλληνικὴν κατασκευὴν, καὶ ὡς ἐκ ταύτης τὴν κακὴν ὑπηρεσίαν του· π. χ. καθ’ ὁδὸν συχνάκις χωρίζει τὰ φορτηγὰ ἁμάξια, θέτει διπλᾶς ἀτμομηχανὰς καὶ πολλὰς ἐλλείψεις ἔχει, τοῦτο δὲ, διότι ἡ ἐπιχείρησις ἐτελέσθη ὑπὸ κερδοσκοπικὴν μόνον ἔποψιν. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐπιχορηγήσεως, ἀλλ’ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ ἐξετασθῇ καλλίτερον τὸ πρᾶγμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν Σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πατρῶν, —Πύργου, εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῆς καὶ διαθέσεως δυναμίτιδος. Περὶ φυλακῶν. Περὶ κηρυκείων δικαιωμάτων. Περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ κτιρίων. Περὶ ἅλατος διὰ βιομηχανικὴν καὶ γεωπονικὴν χρῆσιν. Περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας. Περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς διαχειρίσεως τῆς σμύριδος καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Περὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου πρὸς μηχανικὰς μελέτας τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων· καὶ Περὶ ἀδείας συστάσεως ἰδιωτικοῦ Φρενοκομείου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δρομοκαΐτου.)

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας.

§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδωμεν, σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, διότι εἶναι ἀνάγκη ὡριμώτερον νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ βαρυσημάντου τούτου νομοσχεδίου. Εἴμεθα ἀκόμη εἰς καιρὸν νὰ σταματήσωμεν, προτοῦ καὶ διὰ τῆς εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τυπικῆς αὐτοῦ ἐπιψηφίσεως θεωρήσωμεν ὁριστικῶς περατωμένην τὴν σοβαρὰν ταύτην συζήτησιν. Σᾶς παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, ἐν ὀνόματι τοῦ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέῃ ἐπὶ ζητήματος, θίγοντος ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, νὰ ἐξετάσωμεν ἄνευ πάθους, ἄνευ κομματικῆς προκαταλήψεως, πάσας τὰς εὐρείας καὶ σπουδαίας ἐπόψεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρουσιάζει. Εἴθε οὐδέποτε νὰ ἠνοίγετο ἡ συζήτησις αὕτη! Εἴθε οὐδέποτε νὰ ἠκούοντο οἱ λόγοι, οἵτινες καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἠκούσθησαν! Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι τῶν βαρέων τούτων ἀτόπων. Εἶναι τοσοῦτον μεγάλη ἡ βλάβη, ἡ ἐκ τῆς ἀνακινήσεως μόνον τοῦ ζητήματος τούτου προκύψασα, τοσοῦτον δὲ καιρία καὶ τρισμεγίστη ἡ ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου προκύψουσα, ὥστε διστάζω ν’ ἀποδώσω ὁλόκληρον τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου. «Ἀπόδωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι.» Μὴ τάχα καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦναι Ἕλλην καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων τῆς Ἑλλάδος τέκνων; Εἶναι δυνατὸν, νὰ μὴ αἰσθάνηται καὶ οὗτος θλῖψιν βαθεῖαν, ὅταν βλέπῃ πολύτιμα τῆς Ἑλλάδος συμφέροντα διακινδυνεύοντα, αἰσθήματα δὲ, ἀποτελοῦντα τὰς βάσεις καὶ τὰ θεμέλια τῆς πολιτικῆς ἡμῶν εὐημερίας, μαραινόμενα καὶ χαλαρούμενα; Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅσα κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκ πλάνης ἴσως ἢ ἐξ ὑπερβολῆς, οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ κατήγοροι, ἐν καλῇ πίστει, καταλαλοῦσι, διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλλην ἐν ἐπιγνώσει νὰ ἦναι ἔνοχος τοιούτων ἐσχάτων κατὰ τῆς πατρίδος του ἐγκλημάτων....

§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνοῦμεν.

§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ ἔχω τὴν παρήγορον ταύτην ἀμφιβολίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ τοσοῦτον ὀλέθριον, ὥστε τὴν ἀρχικὴν τούτου σύλληψιν ἄγομαι ν’ ἀποδώσω εἰς καταχθόνιον καὶ δυσμενῆ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἔμπνευσιν, εἰς βάσκανον καὶ μυστηριώδη δαίμονα, φθονήσαντα τὴν εὐτυχῆ ἁρμονίαν καὶ τὴν ἀμοιβαίαν πεποίθησιν καὶ ἀγάπην, ἥτις δέον νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, καὶ ἣν ἔρχεται οὗτος σατανικῶς νὰ συνταράξῃ. Ἐμβλέψατε δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁποίαν θλιβερὰν συγκυρίαν παρεσκεύασε τόσον χαιρεκάκως ἡ καταχθόνιος αὕτη ἔμπνευσις! Σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς τελεῖ γηθοσύνως πανήγυριν, καὶ ἐν ἀγαλλιάσει ἑορτάζει τὴν ἐπέτειον ὀνομαστικὴν ἑορτὴν τοῦ ἀπ’ αἰώνων ὀνειρευθέντος Διαδόχου τῶν Κωνσταντίνων, τὸ πρῶτον ἤδη μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δεκαοκταετοῦς ἡλικίας αὑτοῦ· καὶ δὲν ἀποτελεῖ μὲν ἡ συμπλήρωσις τῆς ἡλικίας ταύτης τὴν ἀστικὴν ἐνηλικίωσιν, διότι περὶ ταύτης τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προνοεῖ, ἀλλὰ βεβαίως ἀποτελεῖ Βασιλικὴν ἐνηλικίωσιν, συνταγματικῶς ἐννοουμένην ὑπὸ τὰς αἱρέσεις, ὧν ὅλοι εὐχόμεθα ποῤῥωτέραν τὴν ἐπέλευσιν· τοιαύτη βεβαίως εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος. Ἡ σήμερον λοιπὸν σημαντικὴ ἑορτὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἄμικτος παντὸς ἄλλου συναισθήματος, πλήρης δὲ μόνον τῆς ἀγάπης καὶ τῶν ἐλπίδων, ἅτινα συνδέονται μετὰ τοῦ Διαδόχου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα καὶ προφερόμενον μόνον συγκινεῖ καὶ γαλβανίζει πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, καὶ ἐν τούτοις τὴν αὐτὴν ἡμέραν συζητοῦμεν, εἰς τρίτην μάλιστα ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον ἀμφιβόλου συνταγματικότητος, προβληματικῆς νομιμότητος, καὶ προκαλούμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας διὰ τρόπου, ἀντικειμένου εἰς τοὺς νόμους, καθ’ οὓς ἡ Βουλὴ ἐκφέρει τὴν γνώμην της ἐπὶ παρομοίων ὑποθέσεων. Σήμερον βεβαίως δὲν ἦτο ἡ ἡμέρα, ἥτις ἄλλως τε οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ, καθ’ ἣν νὰ συζητῶμεν θέμα, ἐμβάλλον εἰς ἀπελπισίαν χιλιάδας ψυχῶν, καὶ συνταράσσον τὴν ἡσυχίαν μεγάλων καὶ ἱστορικῶν τῆς Πατρίδος μας Μονῶν, εἰς ἃς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐμμέσως ἐπιβάλλομεν τὴν ἀπεμπόλησιν προαιωνίων δικαίων των· τοιαῦτα συναισθήματα ἀνησυχίας καὶ φόβου οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ συνταράξωσι τὰς ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μας, ἐξόχως δὲ ἦτο ἀπηγορευμένον ν’ ἀνακινηθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ βαρέος τούτου σκανδάλου, καὶ δικαιούμεθα νὰ ἀναφωνήσωμεν: Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ τοῦτο ἐῤῥίφθη! Ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προτάξω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε θὰ ὑπῆρχε διπλῆ γνώμη, οὔτε ἐντὸς, οὔτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν, νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διατάξεις, πρὸ τῶν ὁποίων δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σιγήσωμεν ἄνευ βαρυτάτης παραλείψεως τῶν καθηκόντων, δι’ ὧν ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μᾶς περιέβαλε. Τῶν διατάξεων τούτων ἐπιχειρῶν τὴν ἀνάλυσιν, δηλῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας, διότι ταύτας καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες εὐρέως ἀνέπτυξαν, καὶ ἐγὼ διὰ βραχέων κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν ἐνέδειξα τὰ κυριώτερα ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀσαφείας καὶ ἀοριστίας τῶν πλείστων αὐτοῦ διατάξεων. Ἀκροποδητεὶ λοιπὸν θέλω διέλθει τὰ πλειότερα σημεῖα τοῦ συζητουμένου ζητήματος, σταματῶν μόνον εἰς τὰ κεντρικώτερα, εἰς τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμωμεν βραχεῖς τινας σταθμούς· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς περὶ ἀναβολῆς προτάσεώς μου ἐδίστασα, καὶ ἐδίστασα ἐπὶ πολὺ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἂν καὶ ῥητῶς τοῦτο ὑπεσχέθην· ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεώς μου περὶ ἀναβολῆς καὶ ἡ μετέπειτα ἀνένδοτος ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως μ’ ἔπεισαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη ν’ ἀναχαιτισθῇ, καὶ ὅτι μοιραίως, ὅσον καὶ ἀκατασχέτως, φερόμεθα πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν ὀλεθρίου κατὰ τὴν κρίσιν μου νομοσχεδίου· πρὸς τί, λοιπὸν, ἐσκέφθην μετ’ ἐμαυτὸν, νὰ ὑποθάλπωνται πλειότερον συζητήσεις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε μετ’ ἄκρας λεπτότητος καὶ ἐνθουσιώδους ὁμοφωνίας νὰ κανονίσωμεν; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἠγέρθη, ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε ἀντιπρόσωπος, μὴ θέλων νὰ συμβιβάζηται μετὰ τῆς συνειδήσεώς του, νὰ σιγήσῃ, παραλείπων τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει πρὸς τὴν Πατρίδα του καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἅπερ θεωρῶ ταυτόσημα; Ἦτο δὲ εἰς ἐμὲ πρὸ πάντων ἐπιτετραμμένον νὰ σιωπήσω, ἀφοῦ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω τὸν νομὸν ἐκεῖνον, εἰς ὃν ἐμπερικλείονται αἱ δωρούμεναι ἐκτάσεις; Πάντα λοιπὸν δισταγμὸν, ἐξ οἱασδήποτε σκέψεως, ἐθεώρησα ἔνοχον, καὶ μετὰ χαρᾶς, διότι τὸν ὑπερενίκησα, ἀνῆλθον τὸ βῆμα. Ἂς εἴπωσιν οἱ μικροὶ αὐλοκόλακες ὅ,τι θέλουσιν, ἂς ἀλλαλάξωσιν οἱ ἐρασταὶ τῶν ταπεινῶν θυμιαμάτων· εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἡ κρίσις τῆς ἱστορίας καὶ τῶν συμπολιτῶν μου, τὴν ὁποίαν πεποιθότως ἀναμένω. Κατὰ τί διϊστάμεθα, Κύριοι, ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ; Μὴ τάχα διϊστάμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Εἰ καὶ τοῦτο περιέχει διαφόρους, οὕτως εἰπεῖν, ἀρχὰς καὶ ὡς ἐκ τῶν ποικίλων ἀντικειμένων, ἅτινα κανονίζει, τυγχάνει πολυσύνθετον, εἰς οὐδεμίαν τῶν ἀρχῶν τούτων διαφωνοῦμεν, οὐδὲ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ διαφωνήσωμεν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου κανονίζει τὴν ἀστικὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τῶν δυναμένων νὰ κληθῶσιν ἐπὶ τὴν διαδοχὴν, ὡς καὶ τῶν νομίμων αὐτῶν συζύγων, ὁριζομένης τῆς ἐνηλικιώσεως μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δεκαοκταετοῦς αὐτῶν ἡλικίας· οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς οὐδ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου καὶ τρίτου, τῶν κανονιζόντων τὰ τοῦ γάμου, τῆς ἐπιτροπείας, κηδεμονίας καὶ ἀντιλήψεως τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἀλλ’ ἂν καθ’ ὁλοκληρίαν συμφωνῶμεν ἐπὶ τῶν εἰρημένων ἄρθρων, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ ἐπιφέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, τοῦ κανονίζοντος τὴν κατάταξιν καὶ τὸν προβιβασμὸν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπαρατηρήτως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν ἀρνοῦμαι ἀπολύτως, ὅτι τὰ πρόσωπα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας δύνανται ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἐξαιρετικῆς θέσεως ἢ οἱ λοιποὶ τοῦ Κράτους πολῖται, ἀλλὰ δὲν φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς θέσεως ταύτης πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου; Τὸ μὲν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 34, προβλέπον περὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν βαθμῶν, ῥητῶς λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς»· ἡμεῖς δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου λέγομεν: «Τὰ τῆς κατατάξεως, τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος». Δὲν σᾶς φαίνεται, ἐκ τῆς ἁπλῆς συμπαραβολῆς καὶ μόνον τῶν δύο κειμένων, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου προσκρούει εἰς ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Πῶς δὲ νὰ χαρακτηρίσῃ τις τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προεβλήθη πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην; Ἠκούσατε τί προχθὲς μᾶς ἔλεγον: «Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀντισυνταγματικότητα; Τὸ Σύνταγμα τῳόντι λέγει, ὅτι κατὰ νόμον ἀπονέμονται οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ βαθμοὶ, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ νομοθετήσωμεν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ν’ ἀπονέμωνται οὗτοι εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τί φωνάζετε λοιπὸν ἀδίκως, ἀφοῦ εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος;» Τὸ ἐπιχείρημα, ὡς σοφιστεία, εἶναι ἄριστος τύπος ἰουδαϊκῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ψευδέστατον καὶ ἀνάξιον τῶν προβαλλόντων αὐτὸ, καὶ ἐρωτῶ: μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ 4 ἄρθρου, πῶς θ’ ἀπονέμωνται οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ βαθμοὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Δὲν θὰ ἀπονέμωνται διὰ Β. Διατάγματος; Φρονεῖτε λοιπὸν, ὅτι εἶσθε ἐντὸς τῆς θελήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅταν τοῦτο μὲν ζητῇ νόμον, κανονίζοντα τὴν ἀπονομὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν βαθμῶν, σεῖς δὲ τοῦ λοιποῦ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου θ’ ἀπονέμητε αὐτοὺς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος; Εἶναι ὄντως τολμηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω ἀναιδὲς, νὰ ὑποστηρίζωνται τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ἀνάξια σοβαρῶν καὶ ὑψηλὰς κατεχόντων θέσεις ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἐκτοπιζόμενοι ἐκ τοῦ ψευδοῦς τούτου χαρακώματος, θὰ ὀχυρωθῶσιν εἰς ἄλλο, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάκις κατέφυγον, ὅταν συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα καὶ οἰκειοποιούμενοι τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Θὰ μᾶς ἀντιτάξωσι τὸ τετριμμένον ἐκεῖνο: «δὲν ἔχετε λοιπὸν ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, οἵτινες θὰ ἐκδώσωμεν τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, καὶ θέλετε νὰ μᾶς περιορίσητε διὰ νόμου; Μὴ τάχα ἡμεῖς θὰ κάμωμεν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ μᾶς χορηγεῖτε, ἵνα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀπονέμωμεν βαθμοὺς εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας;» Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὄχι μόνον κατάχρησις, ἀλλ’ οὐδὲ χρῆσις νὰ γίνεται τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, δι’ οὗ θέλομεν, παραβιάζοντες τοὺς νόμους, νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ ἀδικαιολόγητα· ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ὑπάρχοντα πρόσωπα, οὐδὲ τὰς βεβαίας καταχρήσεις· δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὸ σεπτὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, οὐδὲ εἰς τὸν νῦν ἔντιμον Πρωθυπουργὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει οἱονδήποτε πρόσωπον καὶ πᾶσαν ἐνδεχομένην κατάχρησιν. Ὁ νόμος εἶναι γενικὸς καὶ θέλει νὰ προλάβῃ πᾶσαν δυνατὴν κατάχρησιν ἐξ οἱωνδήποτε προσώπων, εἰς ἃ ἤθελε περιέλθει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία· ἀλλέως σκεπτόμενοι, οὐδέποτε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε νόμου, διότι πάντες θὰ μᾶς ἔλεγον: «Διατὶ θέλετε νὰ προνοήσητε διὰ νόμου περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Φοβεῖσθε μήπως κάμωμεν κατάχρησιν; Λοιπὸν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς;» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν πρέπει οὐδὲ κἂν νὰ λέγωνται, διότι διὰ τούτων οὐδὲν ἄλλο θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἢ ὅτι περιττεύει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Τίνα λόγον ὑπάρξεως ἔχει πλέον αὕτη, ὅταν τὰ συνταγματικὰ αὐτῆς δικαιώματα ἐπιτρέψῃ νὰ τὰ σφετερισθῇ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία; Θεωρῶ ἄρα ἀτοπώτατον, νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος χειροτονήσεως στρατηγῶν καὶ ἀντιστρατήγων, ναυάρχων καὶ ἀντιναυάρχων. Δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω πλειότερον, καταδεικνύων τὸ ἐλαττωματικὸν τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου περικλειομένης διατάξεως, οὐδὲ νὰ τονίσω τὰς διαμαρτυρίας μου περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτοῦ. Ἡ ἀντισυνταγματικότης μάλιστα τῶν νόμων κατήντησε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους ἀπαισίους χρόνους πρᾶγμα τόσον σύνηθες παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν συγκινεῖ πλέον τὴν καρδίαν, οὐδὲ ταράσσει τὴν διάνοιάν μας· ἐξ ἐναντίας προκαλοῦμεν τὴν θυμηδίαν τινῶν, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅταν καταγγέλλωμεν τὰς παραβιάσεις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου· τὰ θεμέλια αὐτοῦ ὑπεσκάφησαν τόσον βαθέως καὶ τόσον τεχνηέντως, ὥστε δι’ ἐλαχίστης πνοῆς δύναται νὰ καταπέσῃ τὸ πολύτιμον τοῦτο μέγαρον τῶν πολιτικῶν μας ἐλευθεριῶν, χωρὶς κἂν νὰ τὸ αἰσθανθῶμεν, καὶ χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ οὐδ’ ὁ κτύπος τῆς πτώσεώς του. Περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον πολιτικῆς ἀτολμίας καὶ ὀλεθρίας νάρκης, ὥστε νὰ μὴ τολμῶμεν οὐδὲ κἂν νὰ τὸ ὑπερασπισθῶμεν· ἡμεῖς δὲ οἱ ὀλίγοι, οἱ ἐκ μωρίας πιστεύοντες, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἀγρύπνως νὰ φρουρῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν παύομεν νὰ γινώμεθα ἀντικείμενον ἐμπαιγμῶν καὶ εἰρωνείας καὶ αὐτῆς τῆς δημοσιογραφίας, παρ’ ἧς ἐνομίζομεν, ὅτι δικαιούμεθα νὰ τυγχάνωμεν ἀρωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως ἐν ταῖς προσπαθείαις τοῦ δικαίου ἡμῶν ἀγῶνος· ἀλλ’ αἱ πικρίαι, ἃς διὰ τοῦτο συγκομίζομεν, δὲν θέλουσι μᾶς ἀποτρέψει, ὅπως ἐξακολουθῶμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν τιμὴν, ἀντιπροσωπεύοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, νὰ παρακαθήμεθα ἐν τοῖς ἑδωλίοις τοῦ ἀνωτάτου τούτου Συνεδρίου. Ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ ὀλεθρία αὕτη περίοδος τῆς πολιτικῆς ἀποχαυνώσεως, ἣν ἀπαίσιοι ἐργάται παρεσκεύασαν, δὲν θέλει βραδύνει νὰ παρέλθῃ, καὶ ὅτι ὁ λαὸς, ἐγειρόμενος ἐκ τοῦ ληθάργου, θὰ σταματήσῃ ἐγκαίρως τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Εἶναι καιρὸς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἰσέλθωμεν νῦν, παρερχόμενοι τὸ μὴ δίδον ἀφορμὴν συζητήσεως ἄρθρον 5, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7, ἐξ ὧν τὸ μὲν περὶ χρηματικῆς, τὸ δὲ περὶ κτηματικῆς χορηγίας πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον πραγματεύονται· καὶ περὶ μὲν τῆς χρηματικῆς χορηγίας, τῆς ὁριζομένης διὰ τοῦ ἄρθρου 6, οὐδὲν δύναταί τις κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀντιπαρατηρήσῃ, διότι ὄντως ἡ ὑψηλὴ θέσις, ἥτις τῷ Βασιλόπαιδι Κωνσταντίνῳ, ὡς διαδόχῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὥρισται, ἀπαιτεῖ δαπάνας πρὸς ἀξιοπρεπῆ καὶ Βασιλικὴν παράστασιν, καθῆκον δ’ ἐθνικὸν ἔχομεν, νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς παροχῆς τῶν πρὸς τοῦτο μέσων. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ χορηγητέου ποσοῦ ἐξαρτᾶται μὲν ἐκ τοῦ ὕψους τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν τοῦτο προορίζεται, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους· δὲν ἔχω δ’ ἀνάγκην ἐγὼ νὰ κεντήσω τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, μ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας του, ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τοιαύτην, δυσανάλογον μάλιστα τῶν δυνάμεών του. Μήπως—καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Πατρίδος μας—ἡ Βασιλικὴ ἐπιχορήγησις, ἣν τὸ Ἔθνος μας, τὸ πτωχότατον ὅλων, τὸ στερούμενον τῶν πάντων, δίδει πρὸς τὸν Βασιλέα του, δὲν εἶναι ἡ πλουσιωτάτη σχετικῶς ἐπιχορήγησις, ἣν Βασιλεὺς ἢ Αὐτοκράτωρ ἐν Εὐρώπῃ λαμβάνει; Ἀνοίξατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἄλλων Κρατῶν διὰ νὰ αἰσθανθῆτε ὑπερηφάνειαν, βλέποντες, ὅτι τὸ Ἔθνος μας, μ’ ὅλην του τὴν πτωχίαν, χορηγεῖ εἰς τὸν Βασιλέα του τὰ μέσα, ἵνα παρίσταται ἐν ὅλῃ τῇ δυνατῇ λαμπρότητι καὶ μεγαλοπρεπείᾳ. Συγκρίνατε, παρακαλῶ, τοὺς μισθοὺς, οὓς οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ ἐν τῇ Πατρίδι μας λαμβάνουσι, διὰ νὰ σχηματίσητε τὴν εὐχάριστον πεποίθησιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες, προκειμένου περὶ τοῦ Βασιλέως των, ἔχουσι φιλοτιμίαν, ἀνωτέραν τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ποθήσῃ τις. Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τοὺς μισθοὺς, οὓς λαμβάνουσι παρ’ ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν τοῦτο δὲν ὑπερέχῃ πάντων ἐν τῇ φιλοτίμῳ προνοίᾳ, ἣν τὰ Κράτη λαμβάνουσι περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν Βασιλέων των. Εἰς τοὺς ἀνωτέρους τούτους λειτουργοὺς οὐ μόνον ἔξοδα ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως δὲν χορηγοῦμεν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἄρτον ἐν ἀνέσει παρέχομεν· ὥστε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ θέλωμεν ἀπὸ πνεῦμα ταπεινῶν ἐκδουλεύσεων, ἢ ματαιόφρονος ἐπιδείξεως, νὰ ὑπερβαίνωμεν τὰ ἐπιτετραμμένα ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν μας δυνάμεων ὅρια. Καὶ πρὸς ποῖον, Κύριοι, νὰ ἐπιδειχθῶμεν; Πρὸς τὴν Εὐρώπην, ἢ πρὸς τοὺς Βασιλεῖς μας; Δὲν γνωρίζει τάχα ἡ Εὐρώπη τὴν οἰκονομικὴν θέσιν μας; Μήπως καθ’ ἑκάστην δὲν προσφεύγωμεν ἐξηυτελισμένοι πρὸς ταύτην, τείνοντες ὡς ἐπαῖται τὴν χεῖρα καὶ ζητοῦντες δάνεια, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας μας; Ἢ μήπως ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Διάδοχος δὲν ἔχωσι γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν μας; Καθ’ ἑκάστην δὲν ὑπογράφει ὁ Βασιλεὺς φορολογικοὺς καὶ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων δρακοντείους νόμους, δι’ ὧν ζητοῦμεν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους καὶ ὑποβαστάσωμεν τὴν κλονιζομένην πίστιν μας; Καὶ θέλομεν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἢ ὁ Διάδοχος δὲν συμμερίζονται τὴν θέσιν μας, καὶ κατὰ ταύτην δὲν κανονίζουσι τὴν θεραπείαν τῶν βασιλικῶν των ἀναγκῶν, αἵτινες εἶναι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι; Οὐδέποτε δύναμαι νὰ συλλάβω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς φιλοπατρίας τῶν Βασιλέων μας. Ποῖος δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ ὁ ποθητὸς Κωνσταντῖνος δὲν ἐμφοροῦνται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ὑφ’ ὧν ἐνεφορεῖτο ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος; Πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Κυβερνήτου, ἀνεγίνωσκον τὰ Πρακτικὰ τῆς ἐν Ἄργει Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅτε αὕτη κατὰ τὴν 1 Αὐγούστου 1829 συνεζήτει περὶ τῆς ἀπονεμητέας χορηγίας εἰς τὸν τότε Κυβερνήτην τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἀείμνηστον Καποδίστριαν· εἶναι ἀδύνατον, ἀναγινώσκων τις τὰς γραμμὰς ταύτας, νὰ μὴ αἰσθανθῇ πλημμυροῦντας τοὺς ὀφθαλμούς του δακρύων, διὰ τὰ αἰσθήματα τῆς μεγαλουργοῦ ἐκείνης γενεᾶς τῶν πατέρων μας, οἵτινες διὰ τῶν ἐξόχων ἀρετῶν των κατώρθωσαν νὰ ἐλευθερώσωσι τὴν γῆν, ἣν μᾶς παρέδωκαν· εἶναι δ’ ἐπίσης ἀδύνατον, νὰ μὴ αἰσθανθῇ τις συγχρόνως αἴσθημα συγκινήσεως καὶ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, ὅταν ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀειμνήστου καὶ φιλοπάτριδος Καποδιστρίου, δι’ οὗ οὗτος, συναισθανόμενος τὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους, ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν αὐθορμήτως ψηφισθεῖσαν ἐξ 160,000 φοινίκων χορηγίαν, καὶ ταύτην πρὸς ἀπόδοσιν τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὰς σελίδας ταύτας τῆς ἱστορίας μας διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ Κυβερνήτου. (Ἀναγινώσκει). Ἀριθ. 13621. Πρὸς τὴν Δʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν Ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ ἀπὸ αʹ Αὐγούστου ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διηύθυνεν ἀρτίως ἡ Συνέλευσις, προσδιορίζει τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπικρατείας. Δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ψηφίσματος ἡ Συνέλευσις ἐπέστησε τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες μόνον μὲ τὰς θυσίας των, καὶ ὄχι διὰ προσωπικῶν πλεονεκτημάτων, δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπόσχονται πρὸς αὐτοὺς ἡ Ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐλευθερία. Εὐτυχεῖς, διότι ἠδυνήθημεν νὰ προσφέρωμεν δι’ αὐτὸ τὸ τόσον θεάρεστον ἔργον τὰ λείψανα τῆς μετρίας καταστάσεώς μας εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς πατρίδος! Μόλον ὅτι μακρὰν ἀπέχομεν τοῦ νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν θέλει δυνηθῆ ὀψέποτε νὰ μᾶς τὰ ἀποδώσῃ, θέλομεν ὅμως ἕως τότε νὰ ἀποφύγωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὸ νὰ καταβαρύνωμεν ἔτι μᾶλλον τὴν χρηματικήν του στάσιν, ἀπαιτοῦντες τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὅσων προκατεβάλομεν. Διὰ τὸν αὐτὸν τοῦτον λόγον θέλομεν ἀποφύγει καὶ ἤδη τὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν προσδιοριζομένην ποσότητα διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπικρατείας, ἀπεχόμενοι, ἐν ὅσῳ τὰ ἰδιαίτερά μας χρηματικὰ μέσα μᾶς ἐξαρκοῦσιν, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγγίσωμεν, μέχρι καὶ ὀβολοῦ, τὰ δημόσια χρήματα πρὸς ἰδίαν ἡμῶν χρῆσιν. Ὀψέποτε δὲ βιασθῶμεν εἰς τοῦτο, ἐξαντληθέντων διόλου τῶν ἰδιαιτέρων ἡμῶν πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, πλὴν μόνον διὰ τὰ ἔξοδα, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων μας. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο, καθὼς μετεχειρίσθημεν ἄχρι τοῦδε, ἀπαραλλάκτως θέλομεν μεταχειρισθῆ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀκριβεστάτην οἰκονομίαν· καθότι ἀποστρεφόμεθα τὸ νὰ προμηθεύωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὰς ἀναπαύσεις τοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι προϋποθέτουσι τὴν εὐπορίαν, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μέσον ἐρειπίων, περικυκλωμένοι ἀπὸ πληθὺν ὁλόκληρον ἀνθρώπων, βεβυθισμένων εἰς τὴν ἐσχάτην ἀμηχανίαν. Τὰ αἰσθήματα ταῦτα τὰ συναισθάνεσθε, κύριοι, καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι, καὶ τὸ ἀπεδείξατε ἐμπράκτως, ἐκτελοῦντες ἀμισθεὶ τὰ καθήκοντα τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους. Ἐλπίζομεν, ὅτι ὅσοι ἐξ ὑμῶν μεθέξωσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προσωρινὴν διοίκησιν, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ τῶν πολιτῶν, ὅσοι προσκληθῶσιν ἐπὶ τούτῳ, θέλουν γνωρίσει μεθ’ ἡμῶν, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, οἱ ἐν δημοσίοις ὑπουργήμασι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνουν μισθοὺς ἀναλόγους μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑψηλοῦ ὑπουργήματός των, καὶ μὲ τὰς ἐκδουλεύσεις των, ἀλλ’ ὅτι οἱ μισθοὶ οὗτοι πρέπει ν’ ἀναλογοῦν ἀκριβῶς μὲ τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν της. Ἐν Ἄργει, τῇ 4 Αὐγούστου 1829.

Ὁ Κυβερνήτης

Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.

(Τ. Σ.) Ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας Ν. Σπηλιάδης. Αὐτὰ τὰ γεγονότα πρέπει νὰ κῆνται ἀκαταπαύστως πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ὡς παραδείγματα ἀξιοζήλευτα, πρὸς ἀπομίμησιν, ὑπ’ αὐτῶν δὲ τούτων πιστεύομεν ποδηγετούμενον καὶ τὸν νῦν Βασιλέα μας Γεώργιον, καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, τὸν Διάδοχον τῶν Παλαιολόγων. Ἀναντιῤῥήτως καὶ οἱ Βασιλεῖς μας οὗτοι θ’ ἀποστρέφωνται νὰ προμηθεύωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὰς ἀναπαύσεις τοῦ βίου, αἵτινες προϋποθέτουσι τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στερεῖται τῶν πάντων καὶ μυρίας θυσίας καὶ πιέσεις ὑφίσταται, ὅπως δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τοὺς ὑπάρχοντας δυσαναλόγους καὶ ὑπερόγκους φόρους. Δὲν πρέπει νὰ παριστῶμεν, δι’ ὅσων λέγομεν, ὅτι οἱ Βασιλεῖς ἡμῶν, περὶ τῆς ἰδίας τῶν εὐζωΐας προνοοῦντες ἀδιαφοροῦσιν, ἂν ἐκ τῶν πολιτῶν, ὁ μὲν ἁρπάζηται ἐκ τῶν ἀγρῶν του καὶ ῥίπτηται εἰς τὰς φυλακὰς, τοῦ δὲ πωλῆται ἡ καλύβη, ἡ στεγάζουσα τὴν πολυάριθμον οἰκογένειάν του, ἕνεκεν ἀδυναμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων φόρων. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδόλως ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι μεγαλοπρεπεστέρας παραστάσεως τοῦ Διαδόχου· εἶναι ἀνάγκη ἐθνικὴ, ὅπως τὰ πρόσωπα, τὰ παριστῶντα τὴν Ἐθνικὴν Μεγαλειότητα, δύνωνται νὰ παρίστανται ἀξιοπρεπῶς, καὶ πρὸς τοῦτο οὐδεμιᾶς πρέπει νὰ φεισθῶμεν ἐλλόγου θυσίας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει ὡς μέτρον, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὑψηλὴν θέσιν τῶν προσώπων, περὶ ὧν προνοοῦμεν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Ἔθνους κατάστασιν. Ταῦτα ἄρα λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἡ κανονιζομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγία πρὸς τὸν Διάδοχον ἦναι ἐπαρκής· τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος τούτου οὐδὲ εἶμαι εἰς θέσιν, οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω· ἓν μόνον μετ’ ἐθνικῆς εὐχαριστήσεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ὁριζόμενον ποσὸν δύναται μὲν νὰ ἦναι δυσανάλογον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ βεβαίως ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ καὶ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προώρισται νὰ θεραπεύσῃ· συγκριτικῶς δὲ πρὸς τ’ ἄλλα Ἔθνη, εἶναι ἡ πλουσιωτέρα σχετικῶς χορηγία, ἣν τὰ ξένα πλούσια Κράτη χορηγοῦσι πρὸς τοὺς Διαδόχους τοῦ Θρόνου. Προχθὲς ἀνεγίνωσκον, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἰταλικοῦ Θρόνου, ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως Οὐμβέρτου καὶ ἔγγονος τοῦ ἐνδόξου Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, λαμβάνει ἐπιχορήγησιν 500,000 φράγκων, εἰς Κράτος ἔχον πληθυσμὸν 24,000,000 ψυχῶν, Προϋπολογισμὸν δὲ ὑπερβαίνοντα τὸ δισεκατομμύριον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ βλαστὸς τῆς ἐνδόξου οἰκογενείας τῶν Σαβόϊα λαμβάνῃ τοιαύτην ἀποζημίωσιν εἰς Κράτος, ὅπερ ἡ σύνεσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ἀποκατέστησεν οἰκονομικῶς ἀνθηρὸν, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι, ἂν συγκριτικῶς ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ Ἕλληνες, οὐ μόνον δὲν ὑπολειπόμεθα τούτου, ἀλλὰ κατὰ τὴν φιλοτιμίαν πρὸς τὴν μεγαλοπρεπῆ παράστασιν τῶν Βασιλέων μας δεικνύμεθα ὑπέρτεροι. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι παρὰ τῷ Ἰταλικῷ Ἔθνει ὁ Βασιλικὸς οἶκος δὲν ἀπολαμβάνει τόσης λατρείας καὶ ἀγάπης, ὅσης παρ’ ἡμῖν ἡ Ἰταλία, ἥτις εἶναι τὸ εὐτυχέστερον καὶ τὸ τυχηρότερον τῶν συγχρόνων Κρατῶν, ὀφείλει πολλὰ εἰς τὴν βασιλεύουσαν οἰκογένειαν τῶν Σαβόϊα, διότι, χάρις ἰδίως εἰς τὰς πατριωτικὰς καὶ ἡρωϊκὰς προσπαθείας τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, ἡ Ἰταλία, ἀποσείσασα διπλοῦν ζυγὸν, καὶ σώματος καὶ πνεύματος, καὶ ἑνότητα καὶ ἀνεξαρτησίαν ἀπετέλεσεν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τοῦ ἐπαρκοῦς ἢ μὴ τῆς χρηματικῆς χορηγίας, ποίαν δικαιολογίαν εὑρίσκετε, πρὸς παραδοχὴν τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 7 παρεχομένης εἰς τὸν Διάδοχον κτηματικῆς δωρεᾶς; Εὑρίσκετε πείθοντας τοὺς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει πρὸς ὑποστήριξιν ταύτης ὑποβαλλομένους λόγους; Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, καὶ οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες διὰ μακρῶν σᾶς ἀνέπτυξαν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως βεβαίως δὲν εἶναι ἀποχρῶντες, ἴσως δὲ οὐδὲ οἱ ἀληθεῖς, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7. Προσεπάθησα ἐπιμόνως, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κατορθώσω, ὅπως πείσω ἐμαυτὸν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν λόγων τῆς ἐκθέσεως, ἧς τὸ κείμενον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναπολήσω. «Ὀφείλοντες, λέγει ἡ ἔκθεσις, νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν πρὸς τὸν Διάδοχον ἐτησίαν χρηματικὴν χορηγίαν ἐν μέτρῳ ἀναλογίας πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου μέσα, προτείνομεν, ὅπως, εἰς παροχὴν προσθέτου τινὸς ἐσόδου, δωρήσῃ ἡ Πολιτεία τῇ Α. Β. Υ. ἀκίνητον κτῆμα, οὗ τὸ σημερινὸν ἔσοδον, σχετικῶς μικρὸν, δυνατὸν ν’ αὐξήσῃ δι’ ἐντελεστέρας καλλιεργείας, ἡ ὁποία θέλει παράσχει, ὡς ἐλπίζομεν, πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα εἰς πληρεστέραν κάρπωσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγροτικῶν κτημάτων.» Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸς ἐπαύξησιν τῆς χρηματικῆς χορηγίας ἀνεγράφη ἡ διάταξις αὕτη, ἂν ἦναι ἀκριβὲς, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς παροχὴν προσθέτου ἐσόδου, ἐρωτῶ, ὁπόσον ἔσται τὸ ἐκ τῆς δωρεᾶς τῶν ἀκινήτων τούτων πρόσθετον ἔσοδον; Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τῶν κτημάτων τούτων εἰς δραχ. 78,284 κατ’ ἀνώτατον ὅρον, διότι ἐν ταῖς ἐγγράφοις πληροφορίαις, ἃς ἐχορήγησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀναφέρει, ὅτι «τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα θὰ ἦναι δραχ. 78,284, ἐὰν δὲν ὑποτεθῇ, ὅτι μειοῦται ἐκ καθυστερήσεων ἢ οἰωνδήποτε ἀμφισβητήσεων, καὶ ἐὰν τὰ κτήματα ἦναι ἀρκούντως παραγωγικὰ, ὥστε νὰ δίδωσι καθαρὸν εἰσόδημα 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας των.» Ἐπιτρέπεται ἑπομένως νὰ συμπεράνωμεν, λαμβάνοντες ὡς ἀκριβεῖς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ εἰσόδημα ἔσται πολὺ κατώτερον τοῦ σημειουμένου ποσοῦ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς καθυστερήσεις, αἵτινες οὐ μόνον δὲν θὰ παύσωσι νὰ συμβαίνωσιν, ἀλλὰ καὶ θ’ αὐξήσωσι· διότι τίς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ ἐφαρμόσῃ τὰ δρακόντεια μέσα πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, ὧν χρῆσιν ποιεῖται τὸ Δημόσιον; Ὁ Διάδοχος ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ, οἵτινες εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπήκοοί του, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσφέρηται μετ’ ἄκρας γενναιοδωρίας καὶ ἠπιότητος· ὥστε τί δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι οὕτω προσφερόμενος θὰ εἰσπράττῃ, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον, ἐξαντλοῦν πᾶσαν τὴν αὐστηρότητα, δὲν κατορθώνει νὰ εἰσπράττῃ οὐδὲ τὰς 78,284 δραχμάς; Ἐὰν οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀναγράφετε, ἦναι ἀληθεῖς, εὑρίσκετε ὀρθὸν ν’ ἀναμιγνύωμεν τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον τοῦ Διαδόχου εἰς τοσαύτας ἐνοχλητικὰς ἀσχολίας, καὶ νὰ καταβιβάζωμεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς περιοπῆς, ἐν ᾗ ἵσταται, ὅπως προσπορίζηται διὰ τοῦ μέσου τούτου 50,000 ἢ 70,000 δραχμῶν; Δὲν θὰ ἦναι ἁπλούστερον, ἐὰν ἐπαυξήσωμεν τὴν χρηματικὴν χορηγίαν κατὰ 50,000 ἢ καὶ 100,000 ἔτι δραχμῶν, παρὰ νὰ ἐμπλέξωμεν τὸ ὑψηλὸν αὐτοῦ πρόσωπον εἰς τοιαύτας μετὰ τῶν ὑπηκόων του συναλλαγάς; Τί δὲ νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ δευτέρου λόγου, ὅστις προβάλλεται πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀκινήτου δωρεᾶς, τουτέστιν, ὅπως τὰ δωρούμενα κτήματα, καλλιεργούμενα ἐντελέστερον, χρησιμεύσωσιν ὡς πρότυπον γεωργικῆς καλλιεργείας καὶ ὑπόδειγμα πληρεστέρας καρπώσεως τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγροτικῶν κτημάτων; Εἶναι σοβαρὸς ὁ λόγος οὗτος, καὶ προσήκει εἰς τὰ χείλη τῶν Συμβούλων τοῦ Στέμματος, ὅπως ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος, εἰς ὃν συγκεντροῦνται ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ μέλλοντος, εἰς τοιαῦτα ἔργα ἀπασχοληθῇ; Καὶ ὁ ἐλεύθερος καὶ ὁ δοῦλος Ἑλληνισμὸς, ὁ μετὰ περιπαθείας καὶ ἐλπίδων ἀτενίζων πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, δὲν θὰ αἰσθανθῇ βαθύτατον αἴσθημα θλίψεως, πληροφορούμενος παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἰς τοιαῦτα προορίζεται ἔργα; Ἔπειτα σεῖς οἱ ἴδιοι προχθὲς μᾶς ὑπεβάλετε νόμον περὶ Γεωργικῶν Σχολείων, καὶ ἐψηφίσαμεν αὐτόν· τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπεκτείνητε τὴν περὶ τῆς γεωργίας ἀξιέπαινον μέριμνάν σας καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀναμιγνύοντες τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου; Πάντες ἄρα οἱ προτεινόμενοι λόγοι πρὸς δικαιολογίαν τῆς γαιοδαισίας ἀποδεικνύονται στερούμενοι καὶ τῆς ἐλαχίστης ὑποστάσεως, καὶ πανταχόθεν καταῤῥέουσι, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν ἐλαφροτέραν πνοὴν τῆς λογικῆς ἀναλύσεως. Ἐὰν, σᾶς ἐπαναλέγω, ἡ ὁριζομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 6 διακοσιοχιλιόδραχμος ἐτησία πρὸς τὸν Διάδοχον χορηγία θεωρῆται ἀνεπαρκὴς, οὐδόλως ἀντιτασσόμεθα, ὅπως αὕτη αὐξηθῇ εἰς ποσὸν ἐπαρκὲς καὶ ἀνάλογον τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν προορίζεται· δὲν διαφωνοῦμεν παντάπασιν ὡς πρὸς τοῦτο· ἡ διαφωνία ἡμῶν περιστρέφεται ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς χορηγίας, διότι τὴν προτεινομένην θεωροῦμεν, οὐ μόνον ἀντεθνικὴν, οὐ μόνον ἀντιπολιτικὴν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἀντιβασιλικὴν, δυναμένην νὰ μειώσῃ τὸ γόητρον καὶ ν’ ἀμαυρώσῃ τὴν αἴγλην τῶν προσώπων, ὑπὲρ ὧν ἀστόχως προνοεῖται· ἡ χορηγία ἀκινήτων κτήσεων, εἴποτε ἄλλοτε ἐλειτούργησεν ἐν χρόνοις βαρβαρότητος καὶ σκότους, τανῦν ῥητῶς ἀπηγορεύθη καὶ τελέως ἐν τοῖς πεπολιτισμένοις Κράτεσιν ἐγκατελείφθη. Ἀνοίξατε τὰς νομοθετικὰς βίβλους ὅλων τῶν Ἐθνῶν καὶ ἁπανταχοῦ θέλετε εὕρει κατηργημένας τὰς γαιοδαισίας, ἃς κατεδίκασε τὸ νεώτερον πνεῦμα τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, καὶ τῆς ἱστορίας τὰ πικρὰ διὰ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τοὺς λαοὺς περὶ τούτου διδάγματα. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναδιφῶν τὰς σελίδας τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ἀφοῦ οὐδεμία ὑπάρχει περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀμφισβήτησις; Προχθὲς ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Geffroy περὶ τῶν Σκανδιναυϊκῶν χωρῶν τὰς ἑξῆς γραμμάς: «Ἐν Δανίᾳ ἡ ἐτησία χορηγία τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου ἀνέρχεται δυνάμει νόμου εἰς 300,000 ταλλήρων, δηλονότι εἰς 1,500,000 φράγκων· αὐτὸς ὁ τότε Βασιλεὺς Φρειδερῖκος προὐκάλεσε τὴν ὑπὸ τῆς Δανικῆς Συνελεύσεως, (ἣν αὐτὸς αὐτοθελήτως συνεκάλεσε πρὸς σύνταξιν Συντάγματος) ψήφισιν νόμου περὶ Βασιλικῆς ἀμοιβῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς ἀναγράφεται: «Πᾶσαι αἱ ἐπαύλεις, τὰ παλάτια, τὰ μουσεῖα, αἱ ἐπιστημονικαὶ συλλογαὶ καὶ τὰ θέατρα θεωρούμενα μέχρι τοῦδε Βασιλικὰ κτήματα, κηρύσσονται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ διατηρούντων μόνον τὸ δικαίωμα τοῖς ἐν τοῖς παλατίοις καὶ ταῖς ἐπαύλεσιν οἰκήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ν’ ἀποζημιόνῃ τὸ Δημόσιον διὰ πᾶσαν ἐπιγενομένην φθορὰν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐν αὐτοῖς οἰκήσεως αὐτῶν.» Ἐὰν λοιπὸν εἰς τ’ ἄλλα Κράτη τὸ σύστημα τῶν γεοδαισιῶν ἔπαυσε λειτουργοῦν, καὶ ἡ κατάργησις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ἐγγύησις τῆς συντηρήσεως τῆς εἰρήνης τῆς Πολιτείας, πόσῳ μᾶλλον—παρατηρεῖ ἔγκριτος τῆς Πατρίδος μας δημοσιογράφος—δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ ἀρχαῖον καθεστὼς ἀκέραιον, καὶ ἀναλλοίωτος ἡ ὁδὸς, ἣν ἐχάραξεν ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ πρῶτος ταύτης Βασιλεὺς, ὁ Ὄθων, εἰς οὓς παρὰ τοῦ Ἔθνους δὲν ἐδόθη οὔτε τόπος πρὸς ταφὴν δωρεὰν, οἵτινες οὐδὲν ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν εἰς κτῆσιν ἰδίαν ἐκ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας; Καὶ ὑπομονὴ, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δωρήσωμεν λαμπρόν τι μέγαρον, ἢ μαγευτικήν τινα ἔπαυλιν, πρὸς κατοικίαν καὶ προσωρινὴν χρῆσιν τοῦ Διαδόχου· τοιαύτη δωρεὰ ἴσως θὰ εἶχε Βασιλικὸν χαρακτῆρα καὶ δὲν θὰ προσέκρουε τόσον ἀποτόμως καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν καὶ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν παραδόσεις. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ δωρήσωμεν ἀπεράντους γαίας, ἑκατοστύας χιλιάδας στρεμμάτων, λίμνας καὶ ἰχθυοτροφεῖα, λειμῶνας καὶ δάση, πρὸς σκοπὸν κερδοσκοπικῆς καλλιεργείας, τοῦτο εὑρίσκω οὐ μόνον βέβηλον πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβὲς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, οὗτινος, ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν θέλομεν νὰ μειώσωμεν τὴν παρὰ τοῖς ὑπηκόοις του ἀγάπην καὶ λατρείαν. Ἂς ῥίψωμεν ἐν τούτοις ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τοῦ πραγματευομένου περὶ τῶν δωρουμένων γαιῶν· δι’ αὐτοῦ «δωροῦνται τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ, αἱ ἐν τῷ δήμῳ Βουπρασίων κείμεναι ἐθνικαὶ γαῖαι, τὸ δάσος τῆς Δύμης, αἱ μεταξὺ τῶν μερῶν τούτων κείμεναι ἐκτάσεις, αἱ ἀπὸ τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων τοῦ χωρίου Ἀλητσελεπῆ μέχρι τῆς θαλάσσης, μετὰ τῶν ἐν αὐταῖς δασῶν, γαιῶν καὶ λιμνῶν.» Δὲν εἶχον δίκαιον, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ζητήσας τὴν ἀναβολὴν, εἶπον, ὅτι αἱ δωρούμεναι ἐκτάσεις δὲν καθορίζονται σαφῶς καὶ ὡρισμένως; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἅμα τὸ ἐπιψηφίσωμεν, θ’ ἀποτελῇ τίτλον ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ὡς ἔχει, οὔτε ἡμεῖς γνωρίζομεν τί δίδομεν, οὔτε ὁ Διάδοχος τί λαμβάνει· εἶναι τόσον γενικαὶ καὶ ἀόριστοι αἱ γραμμαὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὥστε ποσῶς δὲν ἁρμόζουσιν εἰς κείμενον, ἀφαιροῦν καὶ ἀπονέμον ἰδιοκτησίας· τὸ ἀνακριβέστατον σχεδιάγραμμα τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασαν, ἔχει μᾶλλον ὄψιν γεωγραφικοῦ χάρτου ἢ τοπογραφικοῦ σχεδίου, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ᾖναι συντεταγμένον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς καταμετρικῆς ἀκριβείας· εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀπεράντων τούτων γαιῶν ὑπάρχουσι σήμερον πολλοὶ κύριοι καὶ κάτοχοι, οἵτινες ἐδήλωσαν σποραδικῶς διαφόρους ἐκτάσεις· τί θὰ γίνωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; Πῶς δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν; θὰ μείνωσιν οὗτοι εἰς τὰς ἐκτάσεις ταύτας συγκαλλιεργηταὶ καὶ συγκάτοχοι μετὰ τοῦ Διαδόχου, ἢ θὰ ἀποβληθῶσιν; Ἐὰν ἀποβληθῶσι, θ’ ἀποζημιωθῶσι, καὶ τίνι τρόπῳ; Περὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν ζητημάτων τούτων ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, καίπερ ἐπανειλημμένως προκληθεῖσα, τηρεῖ ἐπιμελῶς καὶ ἐπιμόνως νεκρικὴν σιγήν. Τί θὰ γίνωσιν, ἐρωτῶ, χιλιάδες ἀνθρώπων, οἵτινές εἰσι συνοικισμένοι ἐντὸς τοῦ δάσους, κατέχοντες καὶ καλλιεργοῦντες γαίας, ἃς ἐδήλωσαν; Διόλου δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι οἱ δηλώσαντες ἐντὸς δασικῆς περιφερείας κακῶς ἐδήλωσαν καὶ οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ κατ’ ἀρχὰς ἀπηγορεύθη ἡ δήλωσις δασικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ὁ νόμος ΑΡΙΖʹ, ὅστις ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τὴν δήλωσιν ὡρισμένων ἐκτάσεων καὶ ἐντὸς τοῦ δάσους. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφ. δʹ, τοῦ μνημονευθέντος νόμου ΑΡΙΖʹ τοῦ 1883: «Πρὸς τοὺς κατέχοντας καὶ καλλιεργοῦντας γαίας καὶ φυτείας ἐντὸς καὶ πέριξ χωρίων αὐθαιρέτως συνοικισθέντων μέχρι σήμερον ἐντὸς δασικῆς περιφερείας, παραχωρεῖται ἐκ τῶν γαιῶν τούτων ἔκτασις 50 τὸ πολὺ στρεμμάτων καὶ ὅσον ἔχουσι πεφυτευμένον.» Τί θὰ γίνωσιν οὗτοι; Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ χιλιάδων συμπολιτῶν μας, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἠγωνίσθησαν καὶ ἀπηλευθέρωσαν τὰς γαίας ταύτας; Ἀγνοεῖτε σεῖς, Κύριοι, ὅτι ἑκάστη σπιθαμὴ Ἑλληνικῆς γῆς ἐλευθερωθεῖσα ἔχει ποτισθῆ ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ ἔχει λιπασθῆ ἀπὸ τὰ κόκκαλα τῶν πατέρων μας; Πῶς λοιπὸν ἀστόργως θ’ ἀποδιώξωμεν τοὺς συμπολίτας μας τούτους ἀπὸ γαίας, δι’ ὧν τὴν ἀπελευθέρωσιν ἠγωνίσθησαν καὶ τὰς ὁποίας οὗτοι ἐδήλωσαν καὶ ἐφύτευσαν; Λησμονεῖτε τὰς θυσίας καὶ τοὺς κόπους, οἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς καλλιέργειαν ἑνὸς ἀγροῦ, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἄμπελος ἢ σταφιδάμπελος; Ὁλόκληρος οἰκογένεια μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τέκνων, δίκην εἱλώτων, ἔχουσι καταβάλει ποταμοὺς ἱδρώτων, τρώγοντες ξηρὸν ἄρτον καὶ χρεούμενοι μέχρι λαιμοῦ, ὅπως δυνηθῶσι μίαν ἡμέραν καὶ ἀποκτήσωσιν ὀλίγην ἔκτασιν σταφιδαμπέλου, ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὴν συντήρησίν των. Πῶς θὰ προφυλαχθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ δάσους κτηματιῶν; Ποίαν δὲ πρόνοιαν λαμβάνομεν περὶ τῶν συνοικισμένων εἰς τὰς ἐκτάσεις ταύτας συμπολιτῶν μας; Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς προσωπικῆς ἀγαθῆς διαθέσεως τοῦ Διαδόχου, ὡς καὶ περὶ τῶν δικαίων καὶ φιλανθρώπων αὐτοῦ αἰσθημάτων, ἀλλὰ δυστυχῶς, οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ἄλλοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ ὄνομά του, θὰ κανονίσωσι τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀφρόνως ἀφίνομεν ἐκκρεμῆ καὶ ἀόριστα. Εἶναι δίκαιον ἄνευ λόγου νὰ ἐμπλέξωμεν τὸν Διάδοχον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ νὰ ὠθήσωμεν τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλ’ ἂν ἀναγκασθῶσι νὰ προστρέξωσιν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι, οὓς ἐγκαταλείπομεν εἰς τὴν τύχην των, ποῦ θὰ εὕρωσι δικαιοσύνην; Θὰ εἰσακουσθῶσι τὰ δίκαιά των ἀπὸ τοὺς ψοφοδεεῖς Εἰρηνοδίκας, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀνατροφῆς, ἣν ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, κατεστήσαμεν αὐτοὺς ταπεινὰ ὄργανα τῶν φατριῶν καὶ ὑπηρέτας τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας; Εἶναι ἀνάγκη ἐγὼ νὰ σᾶς πληροφορήσω τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς διοικήσεως καὶ ἐν πολλοῖς καὶ τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα ἀπαισίους τούτους χρόνους; Εἶναι τῳόντι ἀπελπιστικὴ, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς ὑπαλληλίας μας, ὡς τὴν κατέστησεν ἡ κατὰ τὰς ἡμέρας μας παράδοξος ἀναμόρφωσις. Αἰσθάνομαι φρίκην καὶ ἐν τῇ ἀναμνήσει μόνον τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ πρέπει νὰ πνίξω τὸ ὀδυνηρὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον μὲ καταλαμβάνει, ἵνα μὴ ἐκτραπῶ τοῦ κυρίου θέματος, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν κατόχων καὶ καλλιεργητῶν γαιῶν, εἰς τὰ μέρη ταῦτα διαιτῶνται χιλιάδες ποιμνίων, ἅτινα ἀπὸ πνεῦμα ἐμψυχώσεως τῆς κτηνοτροφίας ἀφέθησαν νὰ βόσκωσι δωρεάν· τί θὰ γίνῃ περὶ τούτων; Μᾶς ἐρωτῶσι καθ’ ἑκάστην, καὶ δὲν ἠξεύρομεν τί ν’ ἀπαντήσωμεν.

§22ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Πράγματι μᾶς ἐρωτοῦν, ἂν θὰ ἔχωσι τὴν βοσκὴν καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματά των.

§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἱκετεύω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν ὀνόματι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, νὰ μὴ ἐγκαταλείψωμεν ἀναλγήτως καὶ ἀστόργως τοὺς συμπολίτας μας τούτους εἰς τὴν τύχην των, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν· ἐγὼ δ’ αἰσθάνομαι ἰδιαίτερον καθῆκον, ἐγκαίρως καὶ ἐντόνως νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐπικαλούμενος τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων, οὐ μόνον τῶν κατοίκων τῆς Δύμης, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἠλείων, τῶν Καλαβρυτινῶν καὶ τῶν Γορτυνίων, ὧν μέγα μέρος διαιτᾶται εἰς τὰ δωρούμενα μέρη. Τί θὰ γίνωσι λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, οἱ ποιμένες, ὧν τὰ ποίμνια εἰς τὰ μέρη ταῦτα βόσκουσι δωρεάν; Θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἢ θὰ πληρώνωσι δικαιώματα βοσκῆς εἰς τὸν νέον κύριον; Ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ νὰ μὴ τοὺς συλλογιζώμεθα μόνον ὅταν ζητῶμεν τὴν ψῆφόν των, ἢ ὅταν ἀπαιτῶμεν τοὺς φόρους.

§24ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν λέξιν κ. Γεροκωστόπουλε;

§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.

§26ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τὰ στανοτόπια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι, τὰ ὁποῖα ἐξήρεσε καὶ ὁ νόμος περὶ δηλώσεως, τί θὰ τὰ κάμωσι; Θὰ γίνωσι πουλιὰ τὰ ζῶά των, νὰ πετάξουν;

§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, κ. συνάδελφε, ὡς βλέπετε, ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς σιωπῆς της θέλει νὰ μᾶς εἴπῃ: «Ὁ Θεὸς ἂς τοὺς ἐλεήσῃ». Τὰ ζητήματα ταῦτα, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τ’ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ, διότι θὰ ἐγείρωμεν τοὺς δικαίους γογγυσμοὺς τῶν δυστυχῶν ποιμένων καὶ καλλιεργητῶν, οὓς ἐκτοπίζομεν ἀπὸ τὰς θέσεις των, εἰς τὰς ὁποίας ἀπὸ ἐτῶν ζῶσι, καὶ τὰς ὁποίας συνείθισαν νὰ θεωρῶσιν ὡς ἰδιοκτησίας των. Δὲν πρέπει τὴν δωρεὰν πρὸς τὸν Διάδοχον ν’ ἀναμίξωμεν μὲ τοὺς θρήνους καὶ τὴν ἀπελπισίαν τῶν συμπολιτῶν μας καὶ ὑπηκόων του· ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ πάντων τούτων τῶν ζητημάτων, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ λύσῃ ὁ βούρδουλας τοῦ χωροφύλακος, ἢ ὁ κόπανος τοῦ εὐζώνου. Ἀλλὰ μήπως μόνον τὰ δικαιώματα τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ποιμένων μένουσιν ἐκκρεμῆ; Εἰς τὰς δωρουμένας ταύτας ἐκτάσεις ὑπάρχει ἀπειρία βαλανιδοδένδρων, ὧν τὸν καρπὸν συλλέγουσιν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ πληθὺς οἰκογενειῶν πορίζεται ἄρτον ἐκ τοῦ δωρεὰν συλλεγομένου τούτου καρποῦ. Τί θὰ γίνεται τοῦ λοιποῦ; Θὰ ἐπιτραπῇ παρὰ τοῦ νέου κυρίου ἡ δωρεὰν συλλογὴ τοῦ καρποῦ τούτου; Ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς πληροφορίαις, ἃς μᾶς ἐχορήγησεν, ὑπολογίζει τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ βαλανιδοκάρπου εἰς δραχμὰς 19,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ μόνον ὁ ἔγγειος φόρος, ὃν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον εἰς τὰ τελωνεῖα ἐπὶ 16,000 στατήρων. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τῆς παραγωγῆς τοῦτο τὸ σημειούμενον, τὸ ὁποῖον, ἐν ἀκριβείᾳ ὑπολογιζόμενον, ἀνέρχεται ὄχι εἰς χιλιάδας, ἀλλ’ εἰς ἑκατομμύρια ὀκάδων· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐρωτῶ περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸν ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, οὐδὲ περὶ ἐκείνου, ὃν θὰ εἰσέπραττεν, ἂν ἐγίνετο πλήρης ἡ βεβαίωσις, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν θ’ ἀπολαμβάνῃ, ἢ οὔ, τοῦ πόρου τούτου εἰς τὸ μέλλον ὁ πτωχὸς λαός. Περὶ αὐτοῦ ἐπιθυμῶ, ἂν εὐαρεστῆσθε, νὰ μοὶ δώσητε ἐξηγήσεις, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων δασικῶν καρπώσεων, ὧν ἀπελάμβανον οἱ κάτοικοι, ἂν θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ τὰς ἀπολαμβάνωσι.

§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε, δὲν θὰ ζημιωθῶσι.

§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν σας, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καλὸν νὰ μὴ σταματήσῃ ἕως ἐδῶ· διὰ τοῦ ἐδαφίου δʹ. ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιβάλῃ βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ αἰῶνες καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν, καὶ ἅτινα δὲν ἐτόλμησαν νὰ θίξωσιν, οὐ μόνον Ἕλληνες καὶ ὀρθόδοξοι, ἀλλ’ οὐδὲ ἀλλοεθνεῖς καὶ ἀλλόπιστοι. Ἰδοὺ τί διαλαμβάνει τὸ ἐδάφιον τοῦτο: «Δωροῦνται προσέτι τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ αἱ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων κείμεναι κτήσεις διατηρουμένων Μονῶν, ὅσαι ἤθελον ἀποκτηθῆ ἐπὶ ἀποζημιώσει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τὰς Μονὰς τὴν ἀγοράν». Ἡ δωρεὰ αὕτη, πλὴν τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, ἔχει τι τὸ περίεργον· ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε, ὅτι δύναταί τις νὰ δωρήσῃ πράγματα ἀνήκοντα εἰς τὴν κυριότητά του, ἀλλ’ ἤδη μανθάνω, ὅτι δωροῦνται καὶ πράγματα, ἅτινα εἶναι ἀλλότρια καὶ ἐφ’ ὧν οὐδὲν ὁ δωρητὴς ἔχει δικαίωμα. Πῶς λοιπὸν θὰ δωρήσωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν ἐξουσιάζομεν, ἀλλ’ οὔτε δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν; Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπαντᾷ: «Τὰ μοναστηριακὰ κτήματα θὰ τὰ δωρήσωμεν, ἀφοῦ πρότερον τὰ ἀγοράσωμεν»· ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι, διὰ νὰ τὰ ἀγοράσητε, πρέπει νὰ συναινέσῃ ὁ κύριος αὐτῶν· ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω, αἱ Μοναὶ οὐ μόνον δὲν εἶναι προδιατεθειμέναι νὰ ἐκποιήσωσι τὰ κτήματά των ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι σφόδρα συνεταράχθησαν καὶ ἐντόνως διεμαρτυρήθησαν. Τὴν γνώμην τῶν Μονῶν πολὺ καλὰ τὴν γνωρίζετε, καὶ ὡς ἐκ πολλῶν παραστάσεων, αἵτινες σᾶς ἐγένοντο, καὶ ἐκ τῶν ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβετε, ἀλλ’ ἐπιμελῶς ἀπεφύγετε καὶ τὰς παραστάσεις των καὶ τὰς ἀναφοράς των νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε. Περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἀντίγραφον τῆς πρὸς ὑμᾶς ἀπευθυνθείσης ἀναφορᾶς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπεικονίζεται ἡ ταραχὴ τῶν Πατέρων τῆς περιωνύμου καὶ ἱστορικῆς ταύτης Μονῆς, καὶ κατηγορηματικῶς σᾶς ἀνακοινοῦται παρ’ αὐτῶν ῥητὴ ἄρνησις πρὸς ἐκποίησιν τῶν κτημάτων των, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲ δικαίωμα ἔχουσι νὰ διαθέσωσι. Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητήσετε τὸ ἀκριβὲς τοῦ εἰς χεῖράς μου ἀντιγράφου.

§30ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ τὸ ἀναγνώσητε.

§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν, καὶ ἀμέσως προβαίνω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. (Ἀναγινώσκει). Ἀριθ. πρωτ. 46. Διεκ. 37. Πρὸς τὸ Σ. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἔκ τε τοῦ τύπου τῆς δημοσιογραφίας καὶ ἐξ ἄλλων ἰδιαιτέρων πηγῶν, ὅτι τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦτο ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Σ. Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν νομοσχέδιον περὶ κτηματικῆς δωρεᾶς εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἐν ᾧ μετὰ λύπης μας βαθείας εἴδομεν, ὅτι ἐν τῷ ὁριζομένῳ πρὸς τὸν προκείμενον σκοπὸν κτηματικῷ χώρῳ ἐμπεριέχονται μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ διάφορα κτήματα καὶ γαῖαι δύο μετοχίων τῆς ἧς προϊστάμεθα Μονῆς κατὰ τοὺς δήμους Βουπρασίων καὶ Δύμης, ὑπὸ τὰ ὀνόματα «Ἀλητσελεπῆ» καὶ «Πέρα Μετόχι» μετὰ τῶν γαιῶν «Καρὰ Ἀγὰτζ», ἅτινα περιῆλθεν αὐτῇ ἐξ ἀγορᾶς, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τοὺς ὑποβληθέντας ἐν ἀντιγράφῳ τίτλους αὐτῆς.... Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δυνάμεθα, ἢ ἔνθεν μὲν ἐκ καθήκοντος, ἔνθεν δὲ ἐξ ὀνόματος καὶ ἐντολῆς τῆς ὁλομελείας τῆς Μονῆς, νὰ ὑποβάλωμεν μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ τὰς ἐφεξῆς παρατηρήσεις μας. Ἡ σύστασις τῆς καθ’ ἡμᾶς Μονῆς ἔχει βαθεῖαν τὴν καταγωγὴν ἐξ αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς ἀρχαιότητος τῶν χρόνων, ἀριθμούσης ἀπὸ τῆς συστάσεώς της πλέον τῶν ΙΕʹ. αἰώνων, ἥτις ἄλλως, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ Ἱεραὶ Μοναὶ τοῦ Κράτους, κέκτηται οὐσιώδη δικαιώματα, ἅτε ἐν τοῖς χαλεποῖς ἐκείνοις καιροῖς τῶν ὑπὸ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ κακοδοξίας ἐνεργουμένων διωγμῶν, καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ γλῶσσα διὰ πολλῶν θλίψεων, ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὡς εἰς ἄλλο κρησφύγετον, διεσώθησαν εἰς ἡμᾶς. Κατόπιν δὲ πάλιν, ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐκπεσὼν τῆς πατρώας σοφίας, ἐκυμαίνετο ὑπὸ τῆς δυναστείας τῶν κρατούντων νὰ παρασυρθῇ εἰς κακοδόξους αἱρέσεις καὶ πλάνας, αἱ Ἱεραὶ Μοναὶ, ὡς ἀπὸ φρουρίων, ἔσωθέν τε καὶ ἔξωθεν ὑπερήσπισαν τὴν παιδείαν καὶ θρησκείαν, κινδυνευούσας πάντως ν’ ἀποχαιρετίσωσιν ἡμᾶς. Ἐκ τούτου δὲ πάλιν, ὡς ἐπὶ τρίτης τῆς τῶν ἀλλοφύλων τυράννων ἐποχῆς, τὰ αὐτὰ καὶ πλείονα διεπράξαντο, ἰδίᾳ δὲ ἡ καθ’ ἡμᾶς Μονὴ κατέχει μίαν σελίδα τῆς ἱστορίας, καθόσον οἱ μοναχοὶ αὐτῆς (ὧν τινες ἐπιζῶσιν ἔτι) ἐν τῷ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας τῆς Πατρίδος Ἱερῷ Ἀγῶνι, ἐν πολλοῖς μέρεσι διὰ τῶν ἰδίων βραχιόνων ἠγωνίσθησαν γενναίως, διαθρέψαντες ἐν τῇ Μονῇ ἐκ τῶν ἐνόντων πολλὰς χιλιάδας ψυχῶν, καὶ διασώσαντες αὐτοὺς ἐκ τῶν λογχῶν τοῦ βαρβάρου ἐκείνου Αἰγυπτίου πορθητοῦ, ὃν καὶ ἀπώσαντο ἐνδόξως, πρὸς θρίαμβον καὶ ἐλευθερίαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος, διατηρήσαντες οὕτω καὶ τιμὴν καὶ ζωήν. Εἰς τὸν Ὑψηλὸν τοῦτον καὶ Ἱερὸν σκοπὸν ἀτενίζοντες ἀρχῆθεν καὶ οἱ κατὰ καιροὺς μοναχοὶ τῆς Μονῆς, ἐμερίμνησαν καὶ πρὸς ὑλικὴν συντήρησιν αὐτῆς, προσκτησάμενοι ἐξ ἀγορᾶς δι’ ἰδίων πόνων καὶ δαπανῶν μετόχια καὶ γαίας, ἵνα ἐξ αὐτῶν προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ τοῖς διαβαίνουσι πένησι καὶ προσερχομένοις χορηγῶσιν ἄρτον καὶ παραμυθίαν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας συνεισφέρωσι τὸ δυνατὸν, ὡς τοῦτο πολλάκις καὶ ἐσχάτως διεπράξαντο. Τὰς κτηματικὰς ταύτας ἀκινήτους περιφερείας, ἃς καὶ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες διὰ χρυσοβούλλων ἀνεγνώρισαν, (ἀφ’ ὧν κτηματικῶν περιφερειῶν ἐξήρτηται ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς Μονῆς) ἐξ ἀγορᾶς ἀποκτηθείσας, οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλεται ἡμῖν αὐστηρῶς ἡ διατήρησις καὶ φύλαξις αὐτῶν, τοὺς δὲ παραβάτας καὶ ἐπεμβαίνοντας πρὸς διαρπαγὴν, ὑποβάλλουσιν εἰς φρικτὰ ἐπιτίμια καὶ ἀράς· (ἴδε Κανόνα ΚΔʹ. τῆς Δʹ. Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ΜΘʹ. τῆς Ϛʹ. Οἰκουμενικῆς, ΙΒʹ. τῆς Ζʹ. καὶ ΛΔʹ. τῆς ἐν Καρθαγένη). Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διαφυλάξωμεν καὶ διατηρήσωμεν ὅλας τὰς κτηματικὰς ἀκινήτους κτήσεις τῆς Μονῆς, πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, καθόσον πᾶσα ἄλλη κινητὴ κτῆσις ὑπόκειται εἰς κινδύνους καὶ ἀπώλειαν. Ὑποβάλλοντες ταῦτα, παρακαλοῦμεν θερμῶς τὸ Σ. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καθόσον ἀφορᾷ τὰ μετόχια καὶ γαίας τῆς Μονῆς, τῆς ὁποίας ἄλλως ἡ ὕπαρξις καθίσταται προβληματική. Πεποιθότες, ὅτι τὸ Σ. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλει ἐκτιμήσει τὰ ἐκτεθέντα, συνδυαζόμενα μὲ τὰ δικαιώματα τῆς Μονῆς, καὶ ἀφήσει αὐτὴν ἀνενόχλητον. Ἐν Μεγάλῳ Σπηλαίῳ, τὴν 27 Ἀπριλίου 1887. Ὑποσημειούμεθα μετὰ σεβασμοῦ (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τὴν τόσον σαφῶς ἐκφραζομένην θέλησιν τῶν Μοναστηρίων, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δωρῶμεν μοναστηριακὰς κτήσεις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀγορὰν τούτων; Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἐλπίδα, ὅταν ῥητῶς τὰ Μοναστήρια διαμαρτύρωνται; Ἂν ἔχωμεν σκοπὸν βίᾳ νὰ ἀποκτήσωμεν, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῶν Μονῶν, τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρά· γνωρίζω δυστυχῶς τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, οὓς διερχόμεθα· ἀκούω τοὺς ψιθυρισμοὺς περὶ τῶν Μοναστηρίων καὶ τῶν μοναχῶν, καὶ καταλαμβάνω, ποῖαι ἰδέαι ἐπικρατοῦσι περὶ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς αὐτὰς καὶ τὰ κτήματά των· φοβοῦμαι μάλιστα, μὴ πάλιν ἐγείρω τὸ μειδίαμα, ἐπιθυμῶν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἱερότητος τοῦ δικαίου τῶν Μονῶν. Ἐπροχωρήσαμεν πολὺ εἰς τὰς φιλοσοφικὰς ἰδέας, καὶ σχεδὸν συστελλόμεθα νὰ παριστάμεθα ὡς συνήγοροι οἱωνδήποτε ἐκκλησιαστικῶν ἢ μοναστηριακῶν δικαίων, ἵνα μὴ ὑποτεθῶμεν, ὅτι δὲν παρακολουθοῦμεν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν πρόοδον τοῦ αἰῶνος, καὶ ὅτι δὲν κατενοήσαμεν τὴν ὀρθότητα τῶν θεωριῶν τοῦ θετικισμοῦ καὶ ὑλισμοῦ, ὧν μετ’ ἐπιδείξεως καὶ ἐπιπολαιότητος ψελίζομεν ὀλίγας λέξεις ὡς ἀλάνθαστα δόγματα· ἀλλ’ αἱ κρίσεις αὗται, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι οὐ μόνον ἐπιπόλαίοί εἰσιν, ἀλλὰ προέρχονται καὶ ἐξ ἐλλείψεως βαθείας γνώσεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι εἴς τινα Μοναστήρια ὁ βίος καὶ ἡ δίαιτα τῶν μοναχῶν δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵα ἁρμόζει εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ εὐσεβῆ ταῦτα ἱδρύματα, καὶ ὅτι δὲν ἐκπληροῦται τελέως ὁ ἱερὸς σκοπὸς τοῦ προορισμοῦ των· ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἱ κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφειλόμεναι εἰς τὴν ποιότητα τῆς ζύμης καὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν φυράματος, ἐξ οὗ καὶ οἱ μοναχοὶ ἐκπορεύονται, δύνανται μὲν νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχήν μας περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ μᾶς παρασύρωσιν εἰς τὴν παραγνώρισιν τοῦ θείου προορισμοῦ τῶν Μοναστηρίων καὶ τῆς μεγάλης συνδρομῆς, ἣν ταῦτα παρέσχον εἰς τὴν Πατρίδα ἐν χαλεποῖς καιροῖς καὶ κρισίμοις ἐθνικαῖς ἀνάγκαις. Ὅπως ἡ ὀρθόδοξος ἡμῶν Πίστις ἀποτελεῖ τὸν κυριώτερον χαρακτῆρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως, δι’ οὗ τὸ Ἔθνος διεσώθη ἐν τῷ κατακλυσμῷ τῆς δουλείας καὶ βαρβαρότητος, οὕτω καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Μοναστήρια ἐχρησίμευσαν ὡς κιβωτὸς καὶ ἑστία τοῦ ἀθανάτου καὶ ἀσβέστου ἐθνικοῦ πυρὸς, καὶ ἀπόρθητοι ἀκροπόλεις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ πίστεως. Δὲν πρέπει λοιπὸν μετ’ ἀδιαφορίας, εἶναι δ’ ἀνόσιον μετὰ περιφρονήσεως, ν’ ἀτενίζωμεν πρὸς τὰς ἱερὰς τῆς Πατρίδος μας Μονὰς καὶ πρὸς τὰ δίκαια αὐτῶν· ἀλλ’ ἂν αἱ ἰδέαι αὗται ἔπαυσαν πλέον νὰ μᾶς συγκινῶσιν, ὅπερ θεωρῶ ἐθνικὸν δυστύχημα καὶ γνώρισμα τῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ φρονήματος καταπτώσεως, δὲν ἐννοοῦμεν τοὐλάχιστον νὰ σεβασθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Πῶς δὲ προβαίνομεν εἰς δωρεὰς κτημάτων παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν; Δὲν ἠκούσατε δὲ περιπλέον ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, ὅτι οἱ μοναχοὶ οὐ μόνον δὲν ἐπιθυμοῦσιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων των; Οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ῥητῶς ἀπαγορεύουσι τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων μοναστηριακῶν κτημάτων, διὰ φρικτῶν δὲ ἐπιτιμίων καὶ ἀρῶν ἐπιτιμοῦσι τοὺς παραβάτας τῶν ἱερῶν τούτων διατάξεων. Ἐσκέφθητε λοιπὸν καλῶς, τοιαῦτα κτήματα ἱερὰ καὶ ἀναπαλλοτρίωτα δωροῦντες, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν Διάδοχον; Σᾶς ἱκετεύω, ἐν ὀνόματι τοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπερ πάντες ἔχομεν ὑπὲρ τοῦ σεπτοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, μὴ ἀναμίξωμεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοιούτων κτημάτων, περὶ ὧν γογγύζουσι καὶ διαμαρτύρονται οἱ ἰδιοκτῆται· μὴ θελήσωμεν νὰ μειώσωμεν τὴν λατρείαν καὶ τὸ γόητρον, ὧν ἀμερίστως ἀπολαύει ὁ λαοπόθητος Κωνσταντῖνος. Διόλου δὲν διαφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν ὡς πρὸς τὴν χορηγίαν, προθύμους δὲ θὰ μᾶς εὕρητε πρὸς τὸν κανονισμὸν ἐπαρκοῦς καὶ ἀναλόγου ποσοῦ. Μὴ θέλετε, Κύριοι, νὰ παρασταθῶμεν ἐν διαφωνίᾳ ἐπὶ ζητήματος, περὶ οὗ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διπλῆ γνώμη. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν συνείδησιν ἡμῶν, κ. Βουλευταί· συλλογισθῆτε, ὅτι ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες, τυχαίως δὲ εἴμεθα Βουλευταί, καὶ ἔτι τυχαιότερον, ὅτι ἀνήκομεν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα. Πόσους δὲν βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ἐνῷ χθὲς ἔτι καὶ πρὸ ὀλίγου ἐκαθήμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ αὐτῷ θρανίῳ; Λησμονήσατε, σᾶς παρακαλῶ, πρὸς στιγμὴν τὰς κομματικὰς διαιρέσεις, καὶ ἔλθετε ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ ζήτημα ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας· μὴ ἐπιθυμήσητε νὰ παρασταθῶμεν ὡς ἀντίδικοι εἰς ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ ἐνδιαφέρον ὕψιστα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας. Μὴ τάχα δὲν ἐνδιαφερώμεθα καὶ ἡμεῖς ἐξ ἴσου περὶ τῆς Βασιλείας, καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινας νὰ οἰκειοποιῶνται μεμερισμένως τὴν πρὸς αὐτὴν ἀγάπην; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὦμεν ταπεινοὶ κόλακες καὶ νὰ ἕρπωμεν ἐξ ὑπολογισμοῦ πρὸ τῶν ποδῶν τῶν Βασιλέων μας, ἵνα δείξωμεν τὰ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματά μας; Ἂν ἄλλοι ποτὲ εἰς ἄλλους καιροὺς ἐφώναζον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι φύσει δημοκράται, ἡμεῖς, ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἐθνικῆς καταστάσεώς μας καὶ τῶν πόθων τοῦ Ἔθνους μας, μικροῦ καὶ πτωχοῦ ἐν μέσῳ τῆς βασιλευομένης Εὐρώπης, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι εἴμεθα θερμοὶ θιασῶται τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας......

§32ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εἰλικρινεῖς φίλοι τῆς Βασιλείας.

§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς παύσωσι λοιπόν, παρακαλῶ, οἱ περίεργοι φίλοι τῆς Βασιλείας, ἐπιδεικνύοντες ἀκαίρως τὰ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματά των, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνηται λόγος, διότι ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες, γινώσκοντες τὴν θέσιν τοῦ Ἔθνους μας, καὶ κηδόμεθα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἐθνικῆς προαγωγῆς μας· ἂν ἐπιμένωμεν ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς χορηγίας, τοῦτο πράττομεν ἐκ προνοίας μὲν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐξ εἰλικρινοῦς μερίμνης πρὸς τὸν Βασιλικὸν οἶκον, οὗτινος τὰ θεμέλια ἐπιθυμοῦμεν νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δέ, τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν πλειοψηφίαν, ἀπευθυνόμενος, ὑστάτην ποιοῦμαι τὴν ἔκκλησιν ταύτην: Ἐγκαταλείψατε τὸ περὶ τῆς τῶν ἀκινήτων δωρεᾶς νομοσχέδιον· ἐπαυξήσατε τὴν χρηματικὴν χορηγίαν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ἐπαρκές, καὶ ἡ Βουλή, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὁμοφώνως καὶ ἐν ἐπιδοκιμασίαις θέλει ἐπιψηφίσει τὴν πρότασιν. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, κακῶς ὑπηρετεῖτε τὴν Βασιλείαν, διότι ἡ πρᾶξίς σας αὕτη, ψηφιζομένη μάλιστα ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, θέλει στερεῖσθαι τοῦ νομικοῦ καὶ ἠθικοῦ κύρους, δι’ οὗ πρέπει νὰ περιβάλλωνται αἱ τοιαῦται ὑψίστης σημασίας ἀποφάσεις. Μὴ ἐπιμένετε, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, διότι προσκρούετε εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ πρὸς τὰ ἱερὰ τῶν Μονῶν δικαιώματα. Ἄφετε τοὺς δυστυχεῖς καλλιεργητὰς τῶν μερῶν ἐκείνων ἀταράχους εἰς τὰ κτήματά των, ἅτινα ἔθρεψαν διὰ τοῦ ἱδρῶτός των· μὴ θελήσητε νὰ ἐκτοπίσητε χιλιάδας συμπολιτῶν μας ἀπὸ τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐτάφησαν οἱ πατέρες αὐτῶν· μὴ ἐπιθυμῆτε νὰ ἴδητε γέροντας ἐν γογγυσμοῖς καὶ βαρυθυμίαις ἀποδιωκομένους τῶν καλυβῶν των καὶ ζητοῦντας μὲ τὸ τρέμον βῆμά των νέαν κατοικίαν ἐν τοῖς γηρατείοις των· ἄφετε τοὺς ποιμένας νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των, ὅπως κερδίζωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ πληρόνωσι τὸν φόρον των· ἀφήσατε τοὺς πτωχοὺς κατοίκους, νὰ συλλέγωσι τὸν καρπὸν τῶν βαλανιδοδένδρων καὶ νὰ προσπορίζωνται τὸν ἄρτον ἐκ τῆς καρπώσεως τῶν ἄλλων δασικῶν καὶ γεωργικῶν προϊόντων· μὴ ταράξητε τὴν ἀθώαν δίαιτάν των καὶ τὰς παναρχαίας συνηθείας των, ἐν αἷς ἐγενήθησαν καὶ μεθ’ ὧν εἶναι εὐχαριστημένοι ν’ ἀποθάνωσιν· ἀλλ’ ἰδίως μὴ τολμήσητε ποτὲ νὰ θίξητε τὸ ἱερὸν καὶ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν Μονῶν. Ἐν τέλει δὲ καὶ πάλιν σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐμπλέξητε τὸν Διάδοχον ἐν μέσῳ ποικίλων καὶ ἀμφισβητουμένων δικαιωμάτων, ἐν μέσῳ περιπλοκῶν καὶ δυσχερειῶν, ἃς ἡ διαχείρισις τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν συνεπάγεται, ἀλλ’ ἀφήσατε αὐτὸν νὰ καταγίνηται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ βασίλεια ἔργα· ἀφήσατε αὐτὸν νὰ ἔχῃ διαρκῶς προσηλωμένον τὸ βλέμμα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος ἀπ’ αἰώνων ἀτενίζει, ἀπεκδεχόμενος καὶ μετὰ πίστεως προσδοκῶν παρὰ τοῦ Ἕλληνος καὶ ὀρθοδόξου ὁμωνύμου Διαδόχου τῶν Κωνσταντίνων τὴν πλήρωσιν τῶν προαιωνίων αὐτοῦ πόθων.

§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξήνεγκεν ἤδη τὴν γνώμην αὑτῆς μετὰ τοῦ θάῤῥους ἐκείνου, ὅπερ ἐμπνέει πεποίθησις εἰλικρινὴς καὶ ἀδιασάλευτος. Ὑπεστήριξεν, ὅτι οὔτε πρέπον, οὔτε συμφέρον εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ δωροῦνται τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ γαῖαι καὶ ἰχθυοτροφεῖα. Οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐστήριξε τὴν γνώμην της ταύτην, ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς ὑφ’ ὅλων τῶν ἀλληλοδιαδόχως ἀγορευσάντων μελῶν της, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάλυσιν αὐτῶν. Παρετηρήθη ὅμως, ὅτι, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἡ ἐπιμονή της δὲ δὲν φαίνεται προσκρούουσα κατ’ ἀμφιβόλου στάσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις, καὶ αὐτή, δείκνυται λίαν εὐδιάθετος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς δωρεᾶς. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει δὲν νομίζετε, κ. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἐξ ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, τί πρόκειται νὰ δωρήσωμεν; Ἡ Κυβέρνησις κατενόησε τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ παρουσίασεν ἔκθεσίν τινα καὶ ἓν διάγραμμα, ἀλλ’ οὔτε ἐκείνη, οὔτε τοῦτο παριστῶσι τὰ πράγματα, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουσι, καθ’ ἃ καὶ χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας νὰ γίνῃ ἡ δωρεὰ, πρέπει τρία τινὰ νὰ ἐξετάσωμεν, ἤτοι πρῶτον, ἂν ἡ ἔκτασις ἦναι τόση, ὅση ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τῷ διαγράμματι, δεύτερον, ἂν ἡ ἀξία τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς μετ’ ἐκείνης τῶν ἰχθυοτροφείων ἀνέρχηται εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν, ὅπερ ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει σημειοῦται, καὶ τρίτον, ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ ἡμῶν, ὅτι θὰ βλαβῶσιν εἰς τὰ καίρια χιλιάδες ὅλαι κατοίκων τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν, ἦναι ἀκριβεῖς. Περὶ ὅλων τούτων, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχητε ἀκριβεστάτας ἢ προσεγγιζούσας τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀλήθειαν πληροφορίας, δὲν γνωρίζετε σχεδὸν τίποτε, καὶ καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε εἰς τὰ τυφλά. Θὰ ἠδίκουν δὲ πολὺ τὴν νοημοσύνην σας, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν ἐπίστευον, ὅτι δίδετε τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς τὴν ἀτελῆ καὶ ὕποπτον ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ εἰς τὸ ἀτελέστερον ἔτι διάγραμμα. Καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ὕποπτος καὶ ἀτελὴς, ἀρκεῖ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἑξῆς παρατηρήσεως, ἣν θὰ ἐκτιμήσητε προσηκόντως, διότι ὅλοι ἔχετε κτήματα, ἢ ἄν τις ἡμῶν δὲν ἔχῃ, θὰ γνωρίζῃ βεβαίως κατὰ προσέγγισιν τὴν ἀξίαν των. Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν γαιῶν εἶναι διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες στρεμμάτων, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὄχι τετρακόσιαι χιλιάδες, ὅπως ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ γαιῶν πρώτης ποιότητος, ὧν πλεῖσται μάλιστα εἶναι πεφυτευμέναι, οὐδεμία θὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις, ἂν ὑπολογίσωμεν τὴν ἀξίαν ἑκάστου στρέμματος εἰς δραχμὰς ἑκατὸν, οὕτω δ’ ἔχομεν ὁλικὴν ἀξίαν τῆς δωρηθησομένης ἐκτάσεως 25 ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὄχι ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ὅπως ἀνειλικρινῶς λέγει ἡ ἔκθεσις. Τώρα ἐρωτῶ: ἡ ἰδέα ὑμῶν εἶναι, νὰ παραχωρήσητε ἔκτασιν ἀξίας 25 ἑκατομμυρίων, ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν τὴν ἀξίαν εἰς 50 μόνον δραχμὰς κατὰ στρέμμα, πάλιν ἔχομεν δεκατρία περίπου ἑκατομμύρια δραχ. καὶ ὄχι ἓν καὶ ἥμισυ. Προσθέσατε τώρα καὶ τὴν ἀξίαν τῶν τριῶν ἰχθυοτροφείων καὶ τῶν μεταλλικῶν ὑδάτων τοῦ Κουνουπελίου, καὶ λογαριάσετε. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τί λέγει εἰς ὅλα ταῦτα; Αὐτὴ, καλῶς ποιοῦσα, τηρεῖ ἀφασίαν καὶ σιγὴν νεκρικὴν, ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ ζητήσητε πληροφορίας καὶ διασαφήσεις, πρὶν δὲ ἢ λάβητε τοιαύτας, δὲν ἁρμόζει νὰ προβῆτε εἰς ἐπιψήφισιν. Ἔπειτα ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα, τῆς βλάβης τῶν κατοίκων. Τί θὰ γίνουν π. χ. αἱ πλεῖσται ἐκεῖναι οἰκογένειαι, αἵτινες ἀπέζων ἐκ τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου εἰς τὸ δάσος τῆς Δύμης; Τί θὰ γίνουν οἱ κτηνοτρόφοι Ἠλείας, Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων καὶ πρὸ πάντων τῶν δήμων Κλειτωρίας καὶ Λαπαθῶν τῆς τελευταίας ταύτης ἐπαρχίας; Ἢ θὰ πληρώνωσι νομῆς δικαιώματα εἰς τὸν Διάδοχον, ἢ θὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ βιοποριστικὸν ἔργον των. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δίκαιον λέγοντες, ὅτι ἡ παραχώρησις, ἂν γίνῃ, θὰ φέρῃ, Κύριος οἶδε, τίνα ἄτοπα, καὶ θὰ ἔχῃ ὀδυνηρὰς συνεπείας;

§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ ὁποῖαι τοσάκις ἐπὶ ἀναλόγων περιστάσεων συνέβησαν.

§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα εἶπον οὐχὶ διὰ νὰ μεταπείσω τὴν πλειονοψηφίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὸν τῆς δωρεᾶς, διότι περὶ τούτου οὐδεμία μοὶ ἀπέμεινεν ἐλπὶς, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως διὰ τῆς προσηκούσης ἐρεύνης μάθωμεν, τί πρόκειται νὰ δωρήσωμεν, πρὸς τοῦτο δὲ προτείνω, ὅπως συστήσωμεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μεταβῇ αὕτη εἰς τὸν τόπον καὶ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ἀξίαν καὶ τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων, μεθ’ ὃ, ἀφοῦ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐν ἐπιγνώσει πλέον εἰς τὴν συζήτησιν. Θὰ ἔλεγον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἐν καλῇ πίστει, θ’ ἀπεδέχετο προθύμως τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ὁμιλῶ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων; Πρὸς μόνην ἑπομένως τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτείνομαι καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀποκρουσθῇ ἡ περὶ ἐπιτροπῆς δικαία καὶ εὔλογος πρότασις, ἀφοῦ μάλιστα οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον, ὅπως μετὰ σπουδῆς ψηφίσωμεν τὴν δωρεὰν, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, καθ’ ἃ ἐδημοσίευσε σήμερον ὑπουργική τις ἐφημερὶς, ὅτι ὀφείλομεν σήμερον νὰ τὴν ψηφίσωμεν, ἵνα τὴν προσφέρωμεν τῷ Διαδόχῳ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τοῦ ὀνόματός του. Ἂν εἰς ταῦτα δίδετε προσοχὴν, τότε δὲν ἔχω ἢ νὰ οἰκτείρω τὸν τόπον ἐπὶ τῷ μεγέθει τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως, εἰς ἣν περιέστη.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.

§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν ἀποστολὴν Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι 10, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§40ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθαι 15; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν ἀποστολὴν Ἐπιτροπῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κληθέντων ὡς ψηφολεκτῶν Ν. Καλογεροπούλου καὶ Π. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟἸω. Πεζᾶς Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΚων. Σινέλης Ο
Γ. Σισμάνης ΟΚων. Λομβάρδος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώργ. Θεοτόκης Ο
Μ. Γουλιμῆς Κωνστ. Βασιλάκης
Μ. Ἰατρίδης ΟἈντ. Καποδίστριας
Δ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Βασιλάκης
Γεώργ. Μίλησης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Σπ. Νοταρᾶς Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
Γεώργ. Κούστας ΟΣπυρ. Ἀλαμάνος
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΘεόφ. Προβατᾶς
Σωτ. Δανόπουλος ΟἸωάν. Παδοβᾶς Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
Μιχ. Νικηφοράκης ΟἈγαμ. Μεταξᾶς Ν
Δημ. Πετρίδης ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ν. Βαλσαμάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Γερ. Μουσούρης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Π. Βενιεράτος Ο
Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδ. Κοζάκης Ν
Φίλιπ. Βάρβογλης Γ. Κόρπας Ο
Ἠλίας Φλέσσας Στέφ. Σκουλούδης Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Παν. Μανέτας ΟΝ. Νομικός
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
Ἠλίας Παλαμήδης ΟΓ. Μπούμπουρας Ο
Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ο
Δ. Ζέγγελης ΟΔημοσθ. Καΐρης
Δημ. Ν. Βότσαρης Γ. Δρόσος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΝ. Κρίσπης Ο
Γεώργ. Χ. Παχύς ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Στέφ. Δραγούμης ΟΚ. Κοσσονάκος Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας ΟΓ. Μαυρομιχάλης
Φωκίων Νέγρης ΟἈρ. Πετροπουλάκης
Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης
Νικ. Μπουφίδης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛ. Καπετανάκος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ο
Νικ. Λεβίδης ΝΓ. Πετροπουλάκης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΙ. Καρτάλης
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ο
Τρύφ. Μουτσόπουλος ΟΕὐάγγ. Σταμούλης
Γ. Ῥοῦφος Ν. Κουκουσλῆς Ο
Θάνος Κανακάρης ΟΑ. Ἀστεριάδης Ο
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Κ. Μαρκίδης Ο
Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Α. Φωτήλας Δ. Κουτσουμπλῆς Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Ἀντ. Ῥικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Ίω. Κρεστενίτης Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
Ν. Κουμανιώτης ΝΠερ. Πεῤῥωτής Ν
Σ. Στεφανόπουλος Δ. Τζάνες Ο
Βασ. Βουδούρης Περ. Μποῦτος
Ν. Καλογερόπουλος ΟΠαν. Σάκκης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΝ. Παπαλέξης Ο
Ν. Παπανικολάου ΟΝ. Μισυρλῆς
Ν. Καφετζόγλους ΟΠ. Μαυρομιχάλης Ο
Ἄσημ. Χριστόπουλος ΝΣταμ. Μπουντούρης Ο
Εὐστάθ. Κοκκέβης ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
Δ. Κάρτσωνας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
Δ. Π. Γουδῆς Κ. Χαλκιόπουλος Ο
Σ. Χατζηγάκης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Κ. Ζωγλοπίτης ΟΝικ. Κοντογιάννης
Ἀθ. Καζαμπάκας ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Γ. Φραγγίδης ΟΓ. Λιδωρίκης Ο
Α. Τακιατζῆς Κ. Χατζῖσκος
Γ. Τάκης ΟΔ. Ζουλούμης Ο
Ν. Ταρμπάζης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ζ. Φαλιάγκας Θεμ. Κανάρης

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς διὰ ψήφων 79 κατὰ 21, ἐπὶ 100 ἐν ὅλῳ ψηφοφορησάντων. Ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).

§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 «.... τὰ καθήκοντα τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπιτελοῦνται ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἢ ὑπὸ τοῦ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Ἐφέταις Εἰσαγγελέως», προτείνω, ὅπως ἐπεκταθῇ τοῦτο εἰς πάντας τοὺς παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεῖς, διότι δύναται νὰ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη ἐκτὸς τῆς Πρωτευούσης, καὶ ἑπομένως ἡ τροπολογία θὰ ἔχῃ οὕτως· «ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως ἤ τινος τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν τροπολογίαν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 4–6, ὡς ἔχουσιν).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).

§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, μόλις εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίζηται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως παρὰ πάντων τῶν Βουλευτῶν, καὶ μετ’ ἐπευφημιῶν· ἡ Βασιλεία εἶναι θεσμὸς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα, διότι παρέχει τὴν μόνην ἀσφαλῆ ἐγγύησιν πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως. Διὰ τοῦτο πάντες ἀτενίζομεν πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον καὶ μετ’ εὐλαβείας ἀναφέρομεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ ὅλων τῶν μελῶν τῆς σεπτῆς Αὐτοῦ οἰκογενείας. Ἄπειρον εἶναι τὸ γόητρον, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται ἡ Βασιλεία, μεγάλη δὲ ἡ δύναμις αὐτῆς καὶ σημαντικὴ ἡ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς, τόσον μεγαλειτέρα ἀπαιτεῖται προσοχή, ὁσάκις πρόκηται νὰ γίνῃ προσφορὰ εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν· πᾶσα τοιαύτη προσφορὰ πρέπει νὰ ἐπιδοκιμάζηται ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ νὰ σχηματίζηται περὶ αὐτῆς ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν γίνεται κυρίως πρὸς ὄφελος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἀλλ’ ὅτι θέλει καταλήξει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς ὑλικὸν ἢ ἠθικὸν ὄφελος τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ 1876, τυγχάνων Ὑπουργὸς, εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν νομοσχέδιον περὶ πωλήσεως τοῦ δάσους Μπάφι εἰς τὸν Βασιλέα, ἐθεώρησα ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι οὐ μόνον ἡ πρότασίς μου δὲν εὗρε τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, προβαίνουσα περαιτέρω, δὲν ἐδέχθη νὰ πληρώσῃ ὁ Βασιλεὺς οὐδὲ τὸ ἀντίτιμον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν ἀγορὰν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἐφρόντισε νὰ καταμετρηθῇ τὸ δάσος, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ ὑπῆρχον σχέσεις ἢ δικαιώματά τινα τρίτου. Ἐκ δὲ τοῦ διαγράμματος καὶ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐκτιμήσεως, ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως κτήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἀπελάμβανε καὶ ἐκ τῆς παραχωρήσεως τοῦ ὁποίου οὐδενὸς δικαιώματα παρεβλάπτοντο, ἐνῷ δὲ ἤθελεν ἐκπληρωθῆ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως, ἤθελε βελτιωθῆ συγχρόνως τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπως καὶ ἐγένετο. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἐπὶ τῆς σημερινῆς δωρεᾶς, οὐ μόνον διότι τὸ δωρούμενον ἤδη διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸ τότε παραχωρηθὲν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν διεξήγαγε δεόντως τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ πρῶτον μὲν ἀτόπως, κατ’ ἐμὲ, περιέλαβε τὴν δωρεὰν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει πλεῖστα ὅσα ζητήματα, ἀφορῶντα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὰ τῆς δωρεᾶς ὀρθὸν ἦτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς χωριστὸν νομοσχέδιον. Ἐκτὸς τούτου, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταμετρήσῃ τὰ παραχωρούμενα κτήματα, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, νὰ ἐξετάσῃ δὲ καὶ περιγράψῃ λεπτομερῶς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν τρίτων· ἀλλ’ αὐτὴ δὲν ἐφρόντισεν οὔτε αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ κτήματος τούτου νὰ διατυπώσῃ ἀκριβῶς· περὶ τούτου δὲν θέλετε πεισθῆ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐδάφια τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται τὰ μέρη τῆς δωρουμένης ἐκτάσεως. Κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον παραχωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον αἱ γαῖαι αἱ ἐξαιρεθεῖσαι τῆς διανομῆς διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 26 Ἰουνίου τοῦ 1875, καθ’ ὅσον δὲν διετέθησαν βραδύτερον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα συνοικισθέντων Ἰταλῶν. Αἱ διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ἐξαιρεθεῖσαι γαῖαι εἶναι αἱ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων Ψάρι, Καπελλέτο καὶ Μάζι, καὶ τὰς θέσεις Βάρδα, Καπελλετέϊκο καὶ Ψαρέϊκο κείμεναι ἐθνικαὶ γαῖαι. Ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζετε, τὰ ὅρια τῶν χωρίων δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμένα, ἑπομένως δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγητε ἁπλῶς, ὅτι παραχωροῦνται αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὰ ὅρια χωρίων τινῶν γαῖαι, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ περιγράφητε τὰ ὅρια ταῦτα. Διὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ κατὰ τὸν δῆμον Δύμης δάσους, δὲν λέγω τίποτε, διότι τοῦτο ἀναφέρεται εἰς Β. Διάταγμα, στηριζόμενον εἰς τοπογραφικὸν σχέδιον, ὅπερ εἶχε συνταχθῆ ἀπό τινα γεωμέτρην. Ἀλλὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον εἶναι ἐντελῶς ἀόριστον, διότι κατ’ αὐτὸ παραχωροῦνται αἱ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων, τῶν ὑπερκειμένων τοῦ χωρίου Ἀλητσελεπῆ ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης ἐθνικαὶ γαῖαι. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ὑπερκείμενα ὄρη; Δὲν ἔπρεπε νὰ μνημονευθῶσιν ὀνομαστὶ καὶ νὰ σημειωθῇ τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἕκαστον ὄρος ἄρχεται, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει; Δὲν ἔπρεπεν ἀκόμη νὰ διευκρινισθῇ, ἐὰν ὡς ὅριον θὰ χρησιμεύσωσιν οἱ πρόποδες ἢ αἱ κορυφαὶ τῶν ὀρέων; Τὸ τέταρτον ἐδάφιον διαλαμβάνει, ὅτι δωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον αἱ κατὰ τὰ μέρη ταῦτα κείμεναι Μοναστηριακαὶ γαῖαι, καθ’ ὅσον ἤθελον περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀγορᾶς. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ θέλουσι περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀγορᾶς; Ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν δωρεὰν ἀντικείμενον δημοσίας ἀνάγκης καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Τοιοῦτόν τι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ πιστεύω νὰ τὸ διανοῆται ἡ Κυβέρνησις· ἄρα θέλει προσπαθήσει ν’ ἀγοράσῃ τὰς γαίας ταύτας ἀπὸ τὰς Μονάς. Ἀλλ’ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ Μοναὶ διαμαρτύρονται καὶ ἀνθίστανται εἰς ταῦτα, ἰσχυριζόμεναι μάλιστα, ὅτι δὲν ταῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰς πωλήσωσιν. Ἔπειτα, εἶναι πρέπον νὰ νομοθετῶμεν περὶ δωρεᾶς ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξουσιάζομεν; τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλους; Φροντίσατε πρῶτον νὰ τὰ ἀποκτήσητε, καὶ φέρετε κατόπιν πρότασιν, ὅπως τὰ χαρίσητε. Ἐὰν διανοῆσθε ν’ ἀγοράσητε τὰ κτήματα ταῦτα ἀπὸ τὰς Μονὰς, — καὶ πιστεύω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρόθεσις ὑμῶν, — ἀπαλείψατε τὴν παράγραφον ταύτην ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, συνεννοηθῆτε μὲ τὰς Μονὰς, διαπραγματευθῆτε μετ’ αὐτῶν, συμφωνήσατε τὸ τίμημα τῆς ἀγοραπωλησίας καὶ φέρετε τὴν Σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβητε παρ’ αὐτῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ἀγοράν. Θὰ ἦναι πολὺ ἄτοπον νὰ χαρίζωμεν σήμερον εἰς τὸν Διάδοχον τὰ κτήματα ταῦτα, καὶ ἔπειτα ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ δωρεὰ, εἴτε διότι αἱ Μοναὶ δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουν νὰ τὰ ἐκποιήσουν, εἴτε διότι ζητεῖται ὑπέρογκον τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἐγκριθῇ ἐν καιρῷ ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Αἱ ἀτέλειαι αὗται τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἐν συντόμῳ ἐξέθηκα, ἔβλαψαν καιρίως τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς παρατηρήσεις καὶ διάφορα σχόλια, ἐξήγειραν δὲ κατὰ τῆς προτεινομένης δωρεᾶς τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ τοὺς περιοίκους αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀτόπως φερομένη, ν’ ἀφήσῃ ἔκθετον τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ δύο μῆνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων προσεπάθησε κατεσπευσμένως νὰ ἀναπληρώσῃ, ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν· ἐννοῶ τὴν καταμέτρησιν τῶν γαιῶν καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ διαγράμματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Ἀλλ’ ὅστις μελετήσῃ μετὰ προσοχῆς τὸ διάγραμμα τοῦτο, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν Διάδοχον, εἶναι δῶρον ἄδωρον, καὶ ὅτι, ἀντὶ νὰ τὸν ὠφελήσωμεν, θέλομεν τὸν περιπλέξει εἰς μυρίας ἔριδας, διενέξεις καὶ δίκας, καὶ θέλομεν τὸν καταβιβάσει ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔταξε τὸ πολίτευμα, εἰς τὴν ταπεινὴν θέσιν τοῦ διαδίκου, ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων Αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον εἰς τὸ ὑποβληθὲν διάγραμμα, διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον ἔχουσι δίκαιον οἱ ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς δωρεᾶς ταύτης, καὶ συγχρόνως βεβαιωθῆτε πόσον ἀτελὲς ὑπῆρξε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον, μ’ ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἤθελε βεβαίως ἐπιψηφισθῆ, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο παρατηρήσεις ἐκ μέρους τινῶν καὶ δὲν ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν παραχωρουμένων ἐκτάσεων. Καὶ πρῶτον τὸ διάγραμμα δὲν συμφωνεῖ ἐν πολλοῖς μὲ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου παραχωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον αἱ ἐξαιρεθεῖσαι διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1875 γαῖαι, εἶναι δὲ αὗται, ὡς προεῖπον, αἱ κείμεναι κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων Ψάρι, Καπελλέτο καὶ Μάζι, καὶ εἰς ἄλλας τινὰς θέσεις. Καὶ αἱ μὲν ἄλλαι θέσεις δὲν σημειοῦνται εἰς τὸ διάγραμμα, σημαιοῦνται ὅμως τὰ χωρία Ψάρι, Καπελλέτο καὶ Μάζι· ἀλλ’ ἐνῷ τὰ χωρία ταῦτα ἔπρεπε νὰ κῆνται ἐντὸς τῆς παραχωρουμένης ἐκτάσεως, ἀφοῦ αὕτη περιλαμβάνει τὰς ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν γαίας, παρατηρήσατε, ὅτι, κατὰ τὸ διάγραμμα, καὶ τὸ χωρίον Ψάρι εἶναι ἐκτὸς καὶ τὸ χωρίον Καπελλέτο ἐπίσης, καὶ τὸ Μάζι κεῖται ἀκόμη ἀπωτέρω· πῶς συμβιβάζεται λοιπὸν τὸ διάγραμμα μὲ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου; πῶς δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι παραχωροῦνται γαῖαι, κείμεναι εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων Μάζι καὶ λοιπῶν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀφίνητε τὰ χωρία ταῦτα ἐκτὸς τῆς παραχωρουμένης ἐκτάσεως; Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω μίαν διασάφησιν.

§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ κανένα τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον· πάντα τὰ μὴ ἐθνικὰ δὲν παραχωροῦνται’ τοῦτο λέγει ὁ νόμος.

§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἀκριβής. Τὸ Ψάρι καὶ τὸ Μάζι εἶναι χωρία ἐθνικά.

§48ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Οἱ Ἰταλοὶ, οἵτινες εἶναι εἰς τὸ διάγραμμα σημειωμένοι, δὲν ἔδωκαν καλὰς πληροφορίας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.

§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ψάρι εἶναι ἐθνικόν.

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐξαιροῦμεν.

§51ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τὸ διάγραμμα, ἠξεύρετε πῶς ἔγινεν; Οἱ κ. Ἔφοροι ὑπῆγαν εἰς τὰ χάνια καὶ ἔλαβον πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον· τὸ διάγραμμα δὲν ἔχει ἀξίαν· διὰ νὰ γίνῃ καλὸν διάγραμμα, ἀπαιτεῖται ἓν ἔτος.

§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ χωρία Ψάρι, Μάζι καὶ Καπελλέτο εἶναι ἐντελῶς ἐθνικὰ, οἱ κάτοικοι αὐτῶν δὲν ἔχουσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν των ἢ μόνον τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι ἐδηλώθησαν, διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1875 ἐξαιροῦνται μόνον αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνάλυσιν ταύτην, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπαρουσιάζετο τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, ἕκαστος ἤθελε φρονεῖ, ὅτι ἡ παραχώρησις δὲν περιορίζεται εἰς τὰς ἐν τῷ διαγράμματι γαίας, ἀλλ’ ὅτι περιλαμβάνει πολὺ μεγαλειτέρας ἐκτάσεις.

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.

§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἔχετε τὴν γνώμην σας. Ἐπίσης κατὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον παραχωροῦνται αἱ γαῖαι, αἱ κείμεναι μεταξὺ τῶν ὑπερκειμένων τοῦ χωρίου Ἀλητσελεπῆ ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης. Ἐπὶ τοῦ διαγράμματος βλέπω τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἀντιθέτως τὰ ὄρη. Τὰ ὄρη κεῖνται, ὡς φαίνονται, πολὺ μακρὰν, καὶ ἐὰν ἤθελον προχωρήσει μέχρις αὐτῶν, παρατηρῶ, ὅτι ἤθελον περιλάβει πολλὰ χωρία καὶ ἀπείρους ἐκτάσεις· ὥστε δὲν εἶχον ἄδικον οἱ λέγοντες, ὅτι κατὰ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ δωρουμένη ἔκτασις ὑπερέβαινε τὰς 500,000 ἢ 600,000 στρεμμάτων. Τὸ διάγραμμά σας σταματᾷ ἐν τῷ μέσῳ τῆς πεδιάδος, καὶ σᾶς ἐπαινῶ διὰ τοῦτο, διότι, ἂν θελήσητε νὰ φθάσητε μέχρι τῶν ὀρέων, θὰ πολλαπλασιάσητε τὰς διενέξεις καὶ τὰς δυσχερείας.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφεραν, δὲν εἶναι ἀκριβές· εἶναι ἓν ψεῦδος.

§56ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ τὸ τοπογραφικὸν σχέδιον μέρος τοῦ νομοσχεδίου.

§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διάγραμμα δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ νομοσχέδιον· ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ προκαλέσῃ τὴν παραχώρησιν διαλαμβανομένων εἰς τὸ διάγραμμα γαιῶν, οὐχὶ δὲ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ δωρεὰ, πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ ὄρη καὶ τὰ ὀνόματα τῶν χωρίων, καὶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι παραχωροῦνται αἱ γαῖαι, αἱ σημειούμεναι εἰς τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλει ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὸν Νόμον· ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, θὰ ἦναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ διάγραμμα, καὶ θέλει περιλαμβάνει οὐχὶ τὰς δωρουμένας γαίας, ἀλλὰ γαίας διπλασίας καὶ τριπλασίας ἐκτάσεως. Εἰς τὸν ἐξετάζοντα τὸ διάγραμμα προξενοῦσιν ἐντύπωσιν αἱ μεγάλαι ἀνωμαλίαι τῆς ἀνατολικομεσημβρινῆς πλευρᾶς τῶν παραχωρουμένων ἐκτάσεων. Διὰ νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν αὐταῖς αἱ οἰκίαι πολλῶν χωρίων καὶ ἐξεγερθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, δὲν ἀκολουθοῦσι γραμμὰς εὐθείας, ἀλλ’ ἔκαμον πολλὰς στροφὰς, δι’ ὧν σχηματίζονται, ὡς παρατηρεῖτε ἐπὶ τοῦ διαγράμματος, κόλποι καὶ στενά. Διὰ νὰ μείνωσιν ἐκτὸς τὰ χωρία Καγκάδι, Ριόλον, Μπούκουρα, Ἅγιος Ἰωάννης, Ἀποστόλου καὶ Καρέϊκα, σχηματίζονται κόλποι, διὰ νὰ μὴ περιληφθῶσι δὲ τὰ χωρία Μπέχραμα, Φραγγέϊκα καὶ τὰ λεγόμενα Στριγκλέϊκα, σχηματίζονται διάφορα στενά. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς οἰκονομίας ταύτας μένουσιν ἐντὸς τοῦ διαγράμματος ὀκτὼ χωρία. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι τηροῦνται ἀνέπαφα ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τρίτοι ἐπὶ τῶν παραχωρουμένων ἐκτάσεων. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα. Πρῶτον, οἱ κατοικοῦντες ἐκεῖ ἔκτισαν οἰκίας ἢ καλύβας, τὰ δὲ γήπεδα, ἐφ’ ὧν αὗται ἀνηγέρθησαν, ἦσαν ἐθνικὰ, καὶ παραχωρητήρια δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχουσιν· ἐγείρεται ἤδη τὸ ζήτημα, ἐὰν αἱ οἰκίαι αὗται ἀνήκωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῶν χωρικῶν, ἢ ὄχι. Καὶ ἐξεδόθη μὲν κατὰ τὸ 1848 νόμος, ἐπιτρέπων νὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς χωρικοὺς δωρεὰν ἓν στρέμμα γῆς διὰ κατοικίαν καὶ κῆπον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἡ ἔλλειψις παραχωρητηρίου καθιστᾷ ἀμφίβολα τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν, καὶ δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ἐὰν τὰ γήπεδα, τὰ καταληφθέντα παρ’ αὐτῶν, ἦναι ἰδιόκτητα. Δεύτερον, ὅλαι αἱ γαῖαι τῶν μερῶν ἐκείνων ἦσαν ἐθνικαὶ, οἱ δὲ κατοικοῦντες ἐκεῖ, ὀφελούμενοι ἀπὸ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὸν ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1871, ἐδήλωσαν τεμάχιά τινα γαιῶν, καὶ ἐπὶ τῶν τεμαχίων τούτων ἀπέκτησαν ἀναμφισβήτητα δικαιώματα κυριότητος, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ φιλονεικήσῃ. Ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ χωρικοὶ, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ πλεονεξίας, δὲν ἐδήλωσαν ἀκριβῶς τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχον· ἐντεῦθεν συμβαίνει ὡσεὶ εἰς ὅλα τὰ δηλωθέντα τεμάχια νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πλεονάσματα, ἅτινα, κατὰ τὸν νόμον, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δύνανται νὰ ἀποκοπῶσι, κατ’ ἀρέσκειαν αὐτοῦ, ἐξ οἵας δήποτε πλευρᾶς τοῦ τεμαχίου. Τὰ πλεονάσματα ταῦτα παραχωροῦνται ἤδη εἰς τὸν Διάδοχον, ὅστις δικαιοῦται νὰ καταμετρήσῃ τὰ δηλωθέντα τεμάχια καὶ ν’ ἀποκόψῃ ὅσα περιπλέον ἕκαστος κατέχει· ἀλλὰ φαντασθῆτε, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ Διάδοχος ἀπέναντι τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς κατόχους τὰ μικρὰ ταῦτα πλεονάσματα. Κατὰ τὸ 1885 ἐψηφίσθη νόμος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν ἐπικαρπίαν τῶν πλεονασμάτων, ἀλλ’ οἱ ἐνοικιασταὶ εὑρέθησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς δυσχερεστάτην ἀπέναντι τῶν κατόχων θέσιν. Ὅλοι δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἀρχικῶς ὁρισθεῖσα διὰ τὰς δηλώσεις τῶν κατόχων προθεσμία, ἐδήλωσαν ἄλλοι πολῖται τὰ πλεονάσματα· ἀλλ’ ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐγεννήθησαν τοιαῦται περιπλοκαὶ, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ν’ ἀκυρώσῃ τὰς δηλώσεις τῶν μὴ κατόχων, καὶ νὰ δώσῃ νέαν προθεσμίαν δηλώσεως εἰς τοὺς πρώτους κατόχους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν πλεονασμάτων κατελήφθησαν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα τεμάχια, τινὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐφυτεύθησαν. Ἐπὶ τούτων οὐδένα νόμιμον τίτλον ἔχουσιν οἱ καταλαβόντες καὶ κατέχοντες αὐτὰ, καὶ ὁ Διάδοχος δύναται δικαιωματικῶς νὰ τοὺς ἀποβάλῃ· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς θέσιν διαδίκου ἀπέναντι πολλῶν ἴσως ἑκατοντάδων χωρικῶν, κατεχόντων, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑπὲρ τὰς 10,000 στρέμματα. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· αἱ παραχωρούμεναι γαῖαι εἶναι πλουσιώταται εἰς βοσκὰς, καθόσον φύεται ἐν αὐταῖς ἄφθονον χόρτον, καὶ οὐ μόνον οἱ κάτοικοι τῶν χωρῶν ἐκείνων βόσκουσιν ἐν αὐταῖς ἐλευθέρως τὰ ζῶά των, ἀλλ’ ἐν καιρῷ χειμῶνος κατέρχονται ἐκ τῶν ὀρεινῶν δήμων καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν πολλοὶ ποιμένες, εἰσάγοντες εἰς αὐτὰς μυριάδας κτηνῶν, τὰ ὁποῖα τοποθετεῖ ἕκαστος εἰς τὸ ἀνέκαθεν παρ’ αὐτοῦ κατεχόμενον στανοτόπι, καὶ βόσκουσιν ἐκεῖ, ὅπως σημειοῖ καὶ ἡ ὑπουργικὴ ἔκθεσις, χωρὶς νὰ πληρώσωσιν οὐδὲν δικαίωμα. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, μετὰ τὴν παραχώρησιν ὁ Διάδοχος θέλει ἀφήσει ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ποιμνίων καὶ τὴν νομὴν τοῦ χόρτου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτὸν ὡς ἰδιοκτήτην, ἢ θὰ θέση τοὺς συνήθεις περιορισμοὺς, ἀπαιτῶν καὶ πληρωμὴν μισθώματος νομῆς ἀπὸ τοὺς ἀγροίκους καὶ ὀρεσιβίους ἐκείνους ποιμένας, τῶν ὁποίων τὰς ἕξεις γνωρίζουσιν οἱ ἐκεῖθεν ἀντιπρόπωποι; Πλὴν τῶν περιπλοκῶν τούτων οὐ μικρὰ ἔσεται καὶ ἡ ἐκ τῆς συλλογῆς τῶν βαλανιδίων. Τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς παραχωρουμένης ἐκτάσεως καλύπτεται ὑπὸ μεγάλων δρυῶν, αἱ ὁποῖαι παράγουσι τὰ βελανίδια. Τὰ δένδρα ταῦτα καὶ ὁ καρπὸς αὐτῶν βεβαίως ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, χρώμενον ἄλλοτε τῷ δικαιώματι τῆς ἰδιοκτησίας του, ἐνῳκίαζε κατ’ ἔτος τὸν καρπὸν εἰς ἐνοικιαστὰς, οἵτινες συνέλεγον αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινον συμφερώτερον, καὶ τὸν ἀπεταμίευον εἰς τὰς ἀποθήκας των, ἐξ ὧν ἀκολούθως τὸν ἐπώλουν εἰς τοὺς ἐμπόρους. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἀπήντησε σοβαρὰ προκόμματα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων, συνειθισμένων ἀνέκαθεν νὰ συλλέγωσιν ἐλευθέρως τὰ βαλανίδια· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διαθέσεως, καὶ, ἀντὶ νὰ παραχωρῇ τὸν καρπὸν εἰς ἐνοικιαστὰς, ἀφῆκεν ἐλευθέρους τοὺς κατοίκους νὰ συλλέγωσι τὸν καρπὸν καὶ νὰ τὸν πωλῶσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους, παρὰ τῶν ὁποίων λαμβάνει, λόγῳ ἐπικαρπίας, μίαν δραχμὴν καὶ 30/00 τὸν στατῆρα κατὰ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν, ἢ ἐξαγωγὴν τοῦ καρποῦ. Μετὰ τὴν παραχώρησιν πρὸς τὸν Διάδοχον θέλει διατηρηθῆ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως τῶν βαλανιδίων; Θὰ μείνωσι δηλ. καὶ ἐν τῷ μέλλοντι οἱ χωρικοὶ νὰ συλλέγωσι καὶ νὰ πωλῶσι τὸν καρπὸν, καὶ θ’ ἀρκεσθῇ ὁ Διάδοχος νὰ λαμβάνῃ εἰς τὰ τελωνεῖα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον λόγῳ ἐπικαρπίας λαμβάνει σήμερον τὸ Δημόσιον; Ὑποχρέωσιν τοιαύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Διάδοχον, ὅστις δικαιοῦται νὰ διαθέσῃ ἐπωφελέστερον τὸν καρπὸν αὐτόν. Ἀλλ’ ὁποῖα παράπονα καὶ γογγυσμοὶ θὰ ἐγερθῶσιν ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ συλλογὴ τῶν βαλανιδίων ἀποτελεῖ ἕνα τῶν κυριωτέρων πόρων τῆς ὑπάρξεώς των! Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἀρκοῦσι νομίζω ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ παραχώρησις, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, δὲν θέλει ὠφελήσει τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ θέλει τὸν ἐκθέσει εἰς μυρίας περιπλοκὰς, καὶ θέλει καταστήσει, ὡς προεῖπον, τὸ δῶρον ἄδωρον. Θὰ ἔχῃ καθ’ ἑκάστην παράπονα καὶ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ θὰ κατατρίβῃ τὸν πολύτιμον αὑτοῦ χρόνον εἰς διηνεκεῖς ἔριδας μετὰ τῶν μελλόντων ὑπηκόων του. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Διάδοχος ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀποκτήσῃ ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἀποτρέψῃ, παριστῶσα τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἐν Ἑλλάδι ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν κτημάτων. Ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τοῦτο ἐπέμενε, —διότι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, ἐν οἷς συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιθυμία πρὸς ἀπόκτησιν κτήματος εἶναι ἀκατάσχετος, —οἱ Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ τὸν συμβουλεύσωσιν, ὅπως ἀποκτήσῃ περιωρισμένην ἔκτασιν γῆς, ἀπηλλαγμένην πάσης ἀξιώσεως καὶ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται νὰ καλλιεργήσῃ δι’ αὐτεπιστασίας. Κτῆμα τοιοῦτον, ἐπιστημονικῶς καλλιεργούμενον καὶ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοσοῦτον ὑψηλοῦ προσώπου, ἤθελε κατασταθῆ πρώτυπον ἀγροκηπίου, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Σχολεῖον, καὶ νὰ συντελέσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωπονίας. Αἱ παραχωρούμεναι ὅμως γαῖαι, καὶ διὰ τὴν μεγάλην αὐτῶν ἔκτασιν, καὶ διότι κατοικοῦσιν ἐν αὐταῖς τόσαι οἰκογένειαι, δὲν δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσιν, εἰμὴ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς λεγομένης ἐπιμόρτου καλλιεργείας, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν κατάστασιν τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐξέλιπε καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅπου δὲ διατηρεῖται ἀκόμη, εἶναι ἀένναος πηγὴ σκανδάλων καὶ διενέξεων, καὶ παράδειγμα ἔχετε τὴν Ἰρλανδίαν. Ὑπῆρχεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γῆ ἀνῆκεν εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας, οἵτινες ἐκαλλιέργουν αὐτὴν διὰ τῶν δούλων, ὧν ἡ κατάστασις ὀλίγον διέφερεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν ἐν τοῖς κτήμασι διατηρουμένων κτηνῶν. Ἀλλ’ ὅτε ἡ δουλεία ἐξέλιπε καὶ ἀπηλευθερώθησαν οἱ γεωργοὶ, συνήφθη νέον εἶδος σχέσεως μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν καὶ ἐντεῦθεν τὴν δουλικὴν καλλιέργειαν διεδέχθη ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια, ἤτοι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ καλλιεργῶν τὴν γῆν γεωργὸς ἀποδίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μέρος τῶν παραγομένων καρπῶν. Παρήχθη δὲ ἀναγκαίως ἡ κατάστασις αὕτη, διότι οἱ μὲν γεωργοὶ εἶχον ἀνάγκην τῆς γῆς, ἀπὸ δὲ τοὺς κτηματίας ἔλειπον καὶ τὰ μέσα καὶ ἡ διάθεσις νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοπροσώπως τὴν καλλιέργειαν· ἀλλὰ καὶ ἡ νέα αὕτη κατάστασις οὐδόλως ἐβελτίωσε τὴν θέσιν τῶν γεωργῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπου τὸ σύστημα τοῦτο ἐπεκράτησε, δὲν ἔπαυσαν αἱ διενέξεις, τὰ παράπονα καὶ οἱ διαπληκτισμοί. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν καὶ ἀναγκάζονται οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ παραχωρῶσιν τὰς γαίας εἰς τοὺς χωρικοὺς, εἰς πολλὰ δὲ μέρη συνέδραμον εἰς τοῦτο καὶ αἱ Κυβερνήσεις διὰ νόμων, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐσίαν ἦσαν ἄδικοι, ἀλλ’ ἐθεωρήθησαν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖοι, διότι βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ πολιτικὴ ἀποκατάστασις εἰς χώρας, ἔνθα ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς στερεῖται ἰδιοκτησίας καὶ καλλιεργεῖ ξένην γῆν, ἐκ τῆς ὁποίας κινδυνεύει κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐκδιωχθῇ. Παρ’ ἡμῖν μάλιστα τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας ὑφίστατο καὶ ἐπεκράτει ἐπὶ Τουρκοκρατίας καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ Τοῦρκοι, κατακτήσαντες καὶ ὑποδουλώσαντες τὴν Ἑλλάδα, διένειμον μεταξύ των τὰς εὐφορωτέρας τῶν γαιῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὰ λεγόμενα τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα ἐκαλλιέργουν οἱ χωρικοὶ, καίπερ ἐλεύθεροι ὄντες, ἐπὶ ἀποδόσει μέρους τῶν συγκομιζομένων καρπῶν. Ἀλλὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἔφερε βαρέως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τοῦτο δ’ ὑπῆρξε μία τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας εὑρέθη πρόθυμος ἡ γεωργικὴ τάξις νὰ ὑποστῇ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν, διότι ἤλπιζεν, ὅτι μετὰ τῶν ἄλλων ἐλευθεριῶν ἤθελεν ἐλευθερώσει καὶ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐκαλλιέργει. Μετὰ τὴν ἔξωσιν τῶν Ὀθωμανῶν ἐλήφθη τὸ μέτρον, νὰ καταργηθῶσι τὰ τσιφλίκια, αἱ δὲ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ἀπηγόρευσαν τὴν ἐκποίησιν τῶν γαιῶν αὐτῶν, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ μικρὰς ἐκτάσεις καὶ ἀποκατασταθῶσιν ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἰδιοκτῆται. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κατὰ τὸ 1826 Κυβέρνησις, ἀψηφοῦσα τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνελεύσεων, ἐξεποίησεν ἀσήμαντά τινα χωρία, κείμενα περὶ τὸ Ναύπλιον, ἡ ἀμέσως κατόπιν συγκροτηθεῖσα Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠκύρωσε τὴν πώλησιν, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε διὰ τοῦ Καταστατικοῦ του τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξελέγξῃ τὸ κῦρος ὅλων τῶν γενομένων κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἀπαλλοτριώσεων, ἠκύρωσε τοὺς τίτλους τῶν τοιούτων ἐκποιήσεων. Καὶ δὲν ἠθέλησαν μὲν αἱ Κυβερνήσεις ν’ ἀφαιρέσωσι τὰ πωληθέντα κτήματα ἀπὸ τοὺς ἀγοραστὰς, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶχον προσφέρει μεγάλας προσωπικὰς καὶ χρηματικὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον στεροῦνται οὗτοι νομίμων τίτλων. Ἡ ἐθνικὴ γῆ προωρίσθη, ἵνα διανεμηθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ δὲν ἐπετράπη ἡ σύστασις τσιφλικίων· ὡς ἐκ τούτου ἐν Ἑλλάδι τσιφλίκια, ἤτοι μεγάλας ἰδιοκτησίας, καλλιεργουμένας κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, δὲν ἔχομεν, εἰμὴ μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠλευθερώθησαν διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ παρεδόθησαν διὰ συνθηκῶν· τοιαῦται δὲ εἶναι ἡ Ἀττικὴ, ἡ Εὔβοια, ἡ Φθιῶτις, μέρος τῆς Βοιωτίας καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι. Εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν ἀκόμη τσιφλίκια, διότι ἐπετράπη εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς νὰ διατηρήσωσιν ἢ νὰ πωλήσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας φοβεραὶ εἶναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἀπαντῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσωσι τὰς γαίας εἰς τοὺς γεωργούς. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ τὸ αὐτὸ θὰ πράξωσι καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι τὰ τσιφλίκια θὰ ἐκλείψωσιν ἐντελῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἡμῶν συνάδελφος κ. Καραπάνος ἦτο μέγας ἰδιοκτήτης ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καὶ εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν του πολλὰ τοιαῦτα χωρία, ἀλλὰ μὴ δυνάμενος ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰς διενέξεις καὶ τὰ καθ’ ἡμέραν ἐγειρόμενα ἀγροτικὰ ζητήματα, ἠναγκάσθη νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῶν χωρικῶν καὶ νὰ τὰ ἐκποιήσῃ· ἕνεκα παρομοίων λόγων καὶ ὁ κ. Συγγρὸς, ἀφοῦ ἠγόρασεν ἐν Ἀττικῇ μέγα κτῆμα, ἠναγκάσθη νὰ συμβιβασθῇ μὲ τοὺς χωρικοὺς καὶ νὰ τὸ πωλήσῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσι τοιαῦται ἰδιοκτησίαι ἐν Ἑλλάδι, πῶς τολμᾶτε νὰ συστήσητε τοιαύτην, καὶ μάλιστα ἐν Πελοποννήσῳ, ἔνθα κατέπεσαν μετὰ τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ νὰ τὴν συστήσητε ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀγαθοῦ αὐτοῦ νέου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀτενίζει ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ φυλή; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι μειόνετε τὸ γόητρον τοῦ ὑψηλοῦ τούτου προσώπου, δίδοντες ἀφορμὴν ν’ ἀναμιγνύηται τὸ σεπτὸν αὐτοῦ ὄνομα μὲ τὰ ὀνόματα τῶν πρώην κυρίων Ὀθωμανῶν; Πρὸς τί θέλετε νὰ συστήσητε τοιούτου εἴδους ἰδιοκτησίας εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀποδοκιμάζει; Ἔπειτα, ποία εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἡ ὁποία σᾶς βιάζει νὰ καταπατήσητε τὰ ἔθιμα καὶ τὰς ἕξεις τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως; Θέλετε, ὡς λέγετε, ν’ αὐξήσητε τὸ χορήγημα τοῦ Διαδόχου; Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖτε, ἀποφέρουσιν 78 χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ προσθέσητε καὶ τὰς 78 ταύτας χιλιάδας εἰς τὴν χρηματικὴν χορηγίαν; Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι τὸ εἰσόδημα αὐτὸ θ’ αὐξήσῃ προϊόντος τοῦ χρόνου. Ἀλλὰ πῶς θ’ αὐξήσῃ; θ’ ἀναλάβῃ ὁ Διάδοχος δι’ αὐτεπιστασίας τὴν ἐκχέρσωσιν καὶ καλλιέργειαν γαιῶν; θὰ φυτεύσῃ σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους; θὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν; Δὲν πιστεύω νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἐν Ἑλλάδι μεγαλοκτηματιῶν εὗρε συμφέρον ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Θ’ ἀφήσῃ λοιπὸν τὰς γαίας εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ τὰς καλλιεργῶσι, τότε δὲ θ’ αὐξήσῃ τὸ εἰσόδημά του, ὅταν ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν καλλιεργητῶν παροχὰς ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας λαμβάνει τὸ Δημόσιον, ἐὰν, λόγου χάριν, ἀντὶ μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς, αἱ ὁποῖαι εἰσπράττονται ἀπὸ τὰς καλλιεργουμένας γαίας, ζητήσῃ εἰς χρήματα ἢ καρποὺς ἀνώτερον μίσθωμα, ἐὰν ἀπὸ τὰς βοσκὰς, ἐξ ὧν τὸ Κράτος δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε, ἀποφασίσῃ ὁ Διάδοχος νὰ λαμβάνῃ δικαιώματα βοσκῆς καὶ ἐὰν ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς κατοίκους τὴν ἐλευθέραν συλλογὴν καὶ πώλησιν τῶν βαλανιδίων. Διὰ τοιούτων μέσων δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸ εἰσόδημά του. Ἀλλ’ ὁποῖα θὰ ἐγερθῶσι παράπονα ἀπὸ τοὺς χωρικούς, καὶ ὁποίας δυσκολίας θ’ ἀπαντήσῃ! Ἀκούω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν τινες, ἀντιποιούμενοι τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βασιλείαν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἐχθροὺς ἡ Βασιλεία, φρονῶ δὲ, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀγαπῶσι τὸν Βασιλέα· ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν πολιτικοὶ ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ περὶ Βασιλείας καὶ Βασιλέως φρονήματα ἐτέθησαν ποτὲ εἰς ἀμφιβολίαν, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων. Πολιτεύομαι ἐπὶ ἓν τέταρτον αἰῶνος, καὶ ἡ καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα διαγωγή μου εἰς οὐδένα ἔδωκεν ἀφορμὴν ν’ ἀμφιβάλλῃ οὔτε περὶ τῶν ἰδεῶν μου περὶ Βασιλείας, οὔτε περὶ τῶν αἰσθημάτων μου πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐλεύσεώς του ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ ἐξέθεσα τὰς ἰδέας μου κατὰ τῆς δωρεᾶς καὶ προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διὰ ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ διὰ νὰ ζημιώσω τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀντίκειται καὶ εἰς τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὸ γόητρον τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅσα πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος ἐλέχθησαν δὲν εἶχον θεωρήσει ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω, διότι περὶ κολακείας Βασιλέως ἢ περὶ κολακείας ὄχλου, τουτέστι περὶ ῥυμουλκήσεως ὑπὸ τοῦ ὄχλου, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσω· περιττὸν νὰ συζητήσω περὶ ὑποθέσεων, ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν γινομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρήσεων, τουτέστιν, ἂν αὗται γίνωνται, ὅπως δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ γίνωνται, πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα, ἢ ἂν γίνωνται ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ ὑπὲρ οὗ ἡ παραχώρησις δὲν θὰ ἦναι Διάδοχος ἢ μέλλων Βασιλεύς. Εἰς τοῦτο νομίζω εἷς τῶν ἀγορευσάντων χθὲς ἐπὶ τὰ ⅕ τῆς ἀγορεύσεώς του ἔστρεψε τὸν λόγον. Εἰς τοιαύτας ἀγορεύσεις βεβαίως δὲν καλοῦμαι ν’ ἀπαντήσω· ὁ ἀξιότιμος ὅμως προαγορεύσας ἀνέπτυξε θέμα πραγματικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω ἀπάντησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀνέπτυξε τὸ θέμα, ὅτι πρῶτον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κακῶς καθορίζεται ἡ παραχώρησις, δεύτερον, ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη, ἀντὶ ὠφελείας, θέλει γίνει πρόξενος περιπλοκῶν εἰς τὸν ὑπὲρ οὗ γίνεται, καὶ τρίτον, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς παραχωρήσεως εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς κατοίκους. Ὡς πρὸς τὸ ἀόριστον τῆς παραχωρήσεως καὶ τὸ μὴ ἀκριβὲς τοῦ καθορισμοῦ αὐτῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκριβέστατα, καὶ ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγένετο πρὸς τὸν καθορισμὸν πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ γίνῃ, καὶ ὅτι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι, ὅπου δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, σπανίως εὑρίσκονται τοσοῦτον ἀκριβῶς καθωρισμένα, ὅσον θὰ εὑρεθῶσι καθωρισμένα μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν αἷς περιστάσεσι ψηφίζεται. Λέγω ἐν αἷς περιστάσεσι ψηφίζεται, διότι τὸ νομοσχέδιον παραπέμπει εἰς σχεδιαγράφημα. Τὸ νομοσχέδιον καθορίζει, διὰ γενικῶν ἐκφράσεων, τὴν περιφέρειαν τοῦ κτήματος, προσθέτει δὲ, ὅτι περὶ τοῦ κτήματος τούτου θέλει παρασκευασθῆ διάγραμμα, τὸ διάγραμμα δὲ τοῦτο δὲν θὰ σχεδιασθῇ κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐσχεδιάσθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ἀποτελοῦν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι τὸ ἐδάφιον γʹ. ἰδίως ἦτο ἀόριστον, ἔχον οὕτως: «Αἱ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων τῶν ὑπερκειμένων τοῦ χωρίου Ἀλητσελεπῆ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης κείμεναι κτήσεις, ἤτοι δάση, γαῖαι καὶ λίμναι, περὶ ὧν συνταχθήσονται εἰδικὰ διαγράμματα μετὰ προηγουμένην καταμέτρησιν». Ἡ καταμέτρησις ἐγένετο, τὸ διάγραμμα παρεσκευάσθη καὶ ὑπεβλήθη, ἑπομένως σήμερον οὐδὲν ἔχει τὸ ἀόριστον τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἐξ ἐναντίας εἶναι πλέον ὡρισμένον ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος τίτλος ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸ ἀόριστον, παρέστησεν, ὅτι εἶναι καὶ ἀνακριβὲς τὸ νομοσχέδιον, διότι αὐτὰ ταῦτα, ἅτινα ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι παρεχωροῦντο, ἀπεδεικνύετο, ὅτι δὲν παρεχωροῦντο. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀτυχὲς ὡς πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐχὶ πρὸς αὐτὸν προσωπικῶς, διότι ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ κατὰ τῆς παραχωρήσεως ἐστηρίζοντο εἰς τὴν παραχώρησιν ἐκείνων, ἅτινα τὸ διάγραμμα ἀποδεικνύει μὴ παραχωρηθέντα. Πῶς, λέγει, μένουσιν ἐκτὸς τῆς παραχωρήσεως καὶ στεροῦμαι τοῦ ἐπιχειρήματος κατὰ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐθεώρουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκτός; Ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντὸς, διότι ἐκεῖνα μόνον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντός, ἐφ’ ὧν ἔχει ἀξιώσεις τὸ Δημόσιον, τὸ δὲ Δημόσιον δὲν ἔχει ἀξιώσεις ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Διατὶ, λέγει, εἶναι κεχρωματισμένα τινὰ μόνον; Διότι ἡ ὑπηρεσία, λαβοῦσα τὸ νομοσχέδιον ὡς βάσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ κεχρωματισμένων γραμμῶν σημειώσῃ, ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφῆκεν ἐκτὸς τῶν κεχρωματισμένων γραμμῶν τὰς γαίας τὰς ἀμέσως ἐν τῇ περιοχῇ τῶν χωρίων τούτων, ἐσημείωσε δὲ διὰ κεχρωματισμένων γραμμῶν τὰς γαίας τῶν χωρίων τούτων, αἵτινες δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς ἀμέσου περιοχῆς αὐτῶν, αἵτινες ὅμως ἀποτελοῦσι τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῆς περιφερείας τὸ ὂν ἐθνικόν. Ἡ ἀκρίβεια ἄρα τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, οὐδὲ εἶναι, νομίζω, σπουδαῖον νὰ λέγηται, ὅτι τὸ σχεδιογράφημα ἡτοιμάσθη ἐν τοῖς χανίοις, ἢ ἐν τοῖς καφενείοις, σχεδιογράφημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλος Βουλευτής, ἐπίσης θέλων νὰ ἐπικρίνῃ, παρέστησεν, ὅτι ἐστάλησαν ὅλοι οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ γεωμέτραι τῆς Πελοποννήσου, ὅτι ἐστάλησαν πολυάριθμοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι. Τοῦτο εἶναι ἐν μέρει ἀληθές, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅσον ἐνῆν ἀκριβεστέρας πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι, ὡς εἶπον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ἡ νομικὴ κατάστασις οὐδενός. Τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ παραχωρήσῃ ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἕως ποίου σημείου ἐπεκτείνονται αἱ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς μεταβάλλει ἔδαφος προσβολῆς καὶ λέγει, ὅτι, ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει διατάξεις, καθ’ ἃς μόνα τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα δίδονται εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα ἀμφισβητοῦνται, αὐτὰ τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα κατεπατήθησαν, καὶ ἐνῷ τὸ Ἔθνος θὰ ἦναι διατεθειμένον νὰ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν, ὁ Διάδοχος δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένος νὰ ἀνεχθῇ αὐτήν. Τοῦτο, νομίζω, ὑπῆρξε τὸ κύριον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, διατὶ ὑποθέτει τοῦτο, ὅτι τὸ Ἔθνος θὰ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν καὶ οὐχὶ ὁ Διάδοχος· ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Διάδοχος πολλῷ μᾶλλον θ’ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν, διότι ἔχει τὸ συμφέρον νὰ τὴν ἀνεχθῇ καὶ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ Διάδοχος, παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ, θὰ βλαβῇ, διότι θὰ ἔχῃ δίκας, διότι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταδαπανᾶται καὶ τὸν χρόνον αὐτοῦ νὰ κατατρίβῃ εἰς τοιαῦτα μικρόλογα ζητήματα. Καὶ ποῖος εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν τὸ βλέπει ὁ Διάδοχος; Ποῖος εἶπεν, ὅτι ὁ Διάδοχος, ἂν ὄχι ἐξ ὁρμεμφύτου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν θέλει φροντίσει εὐθὺς νὰ λύσῃ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ νὰ τὰ λύσῃ βεβαίως παραχωρῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐγείρει τὰς ἀξιώσεις, πολὺ πλειότερα ὅσων ἤθελε παραχωρήσει τὸ Δημόσιον; Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δικαιολογία τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τουτέστι τοῦ μέτρου τῆς παραχωρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας οὐχὶ εἰς τὸ Στέμμα, πρὸς κάρπωσιν ὑπὸ τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον, ὡς ἰδιοκτησία· Διότι ἂν ἐδίδετο τὸ κτῆμα εἰς τὸ Στέμμα, ὅπως καρπῶται αὐτὸ ὁ Διάδοχος, τότε θὰ συνέβαινον πάντα ταῦτα, ὅσα ἀπηριθμήσατε. Ὡς καρπωτὴς ὁ Διάδοχος, μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ τὰ τοῦ κτήματος ὡς κύριος αὐτοῦ, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λύῃ τὰς διαφορὰς συμβιβαστικῶς, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θίξῃ τοὺς τίτλους τοῦ Ἔθνους ἐπὶ τὴν ἰδιοκτησίαν· ἀλλ’ ὅπως διατίθενται τὰ τῆς δωρεᾶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχει πᾶσαν ἐξουσίαν ἄνευ διατυπώσεων ὁ Διάδοχος νὰ λύῃ πᾶσαν διαφοράν. Καὶ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλει τὴν λύσει διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ τῶν περιπλοκῶν, αἵτινες, ὡς εἴπετε, εἶνε τοιαῦται, ὥστε νὰ καταστήσωσι τὴν δωρεὰν ταύτην ἄδωρον; ἢ μήπως ἦναι μεγάλη ἡ ἔκτασις τῶν περιπλοκῶν; Εἴδετε ἐκ τοῦ διαγράμματος τούτου καὶ ἐκ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως, ὁπόσον μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν γαιῶν. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῶν κατοίκων τούτων; Εἶναι ἀξιώσεις μεγάλαι ἴσως, προκειμένου περὶ οἰκογενειῶν οὐχὶ εὐπόρων, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ μέγεθος τῆς ἰδιοκτησίας, σχετικῶς πρὸς τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων, ἣν ἐπάγεται ἡ διαχείρισις τοιούτου κτήματος, εἶναι ὡς οὐδὲν ταῦτα πάντα, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ὦσι καθ’ ἑαυτὰς ὑπερβολικαὶ αἱ ἀξιώσεις. Πᾶσα παραχώρησις ἀπέναντι εὐλόγων ἀξιώσεων θὰ ἦναι προτιμοτέρα τῆς δίκης. Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ προτιμήσῃ ὁ Διάδοχος νὰ κατέλθῃ εἰς δίκας; Ἀλλ’ ἡ παραχώρησις, παρέστησάν τινες, ἔχει τι τὸ ἀναξιοπρεπές. Πῶς, λέγουσιν οὗτοι, ἀπεφασίσατε νὰ δώσητε εἰς τὸν Διάδοχον ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, νὰ καταβιβάσητε αὐτὸν μέχρι τοῦ γεωκτήμονος, ἐνῷ ἠδύνασθε ἀντὶ 200 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίας χορηγίας νὰ τῷ δώσητε 250 ἢ 300 χιλιάδας, ἢ καὶ πλέον; Ἐπέπρωτο ν’ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα καὶ ταύτην τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἀγενεστέρα τῶν περιουσιῶν, ἡ ἀγενεστέρα τῶν προσόδων εἶναι ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ παραστήσωμεν, ὅτι τῶν προσόδων πασῶν ἡ εὐγενεστέρα καὶ ἡ μᾶλλον προσήκουσα εἰς Ἡγεμόνα εἶναι ἡ κτηματική. Ἡ τοιαύτη ὅμως κτηματικὴ περιουσία, κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, ἔχει χαρακτῆρα μὴ Ἑλληνικὸν, διότι πρόκειται περὶ ἐκτάσεως εὐρείας, πρόκειται περὶ περιφερείας κτηματικῆς, τὴν ὁποίαν συνείθισεν ὁ λαὸς ν’ ἀποστρέφηται ὑπὸ τὸ ὄνομα τσιφλικίου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ ἴδῃ τὴν γῆν, τὴν ἀπελευθερωθεῖσαν διὰ τοῦ αἵματός του, διανεμομένην εἰς αὐτὸν, καὶ ἡ γῆ, ἡ οὕτως ἀποκτηθεῖσα, διενεμήθη εἰς αὐτόν. Ἂν τώρα παρὰ τὴν γῆν, τὴν οὕτω διανεμηθεῖσαν εἰς πάντα Ἕλληνα, δύνηται νὰ ὑπάρξῃ ποῦ καί που μεγάλη ἰδιοκτησία, αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικῶς ὑπάρχουσα μεγάλη ἰδιοκτησία, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι κακόν τι, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναί τι πολεμούμενον ἐν τῇ χώρᾳ, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἡ χώρα ἐπιθυμεῖ καὶ πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἴδῃ ἐν αὐτῇ. Διότι διὰ τῆς τοιαύτης ἰδιοκτησίας δύναται ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς ξένης τέχνης τῆς γεωργικῆς. Βεβαίως δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα κατατεμνομένην εἰς μεγάλας κτηματικὰς ἐκτάσεις, ἀλλὰ βεβαίως καὶ δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ ἦναι ἐστερημένος τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐξαιρετικῶς κατὰ μεγάλα τμήματα γεωγραφικὰ τῆς χώρας ὑπάρξεως μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ δύνηται νὰ προάγηται ἡ γεωργικὴ τέχνη καὶ ν’ ἀρύηται ἐξ αὐτῆς τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας μόνη ἡ μεγάλη γεωργία δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν μικράν. Ἂν δὲ μεγάλην ἰδιοκτησίαν πρόκηται νὰ ἔχωμεν, πῶς δυνάμεθα νὰ τὴν ἔχωμεν καλλίτερον, παρὰ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Διαδόχου; Θέλετε τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν ἐν τῷ προσώπῳ κερδοσκόπου τινός; Βεβαίως, ὅταν κερδοσκόπος ἔχῃ τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν, ὅταν ἡ ἰδιοκτησία αὕτη ᾖναι πυκνῶς κατῳκημένη, θέλομεν ἔχει τὰ φαινόμενα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καὶ τὰς περιπλοκὰς, αἵτινες θέλουσι καταστήσει τὴν ἰδιοκτησίαν ἀφόρητον, καὶ θέλουσι παρακινήσει τὸν ἰδιοκτήτην, νὰ προτιμήσῃ τὴν ἐκποίησιν ἐπὶ οἱῳδήποτε ὅρῳ μᾶλλον, παρὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐνοχλήσεων, τὰς ὁποίας τῷ παρέχουσιν αἱ τοιαῦται περιπλοκαί. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἐκτάσεως εὐρείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι ἀραιότατα εἶναι συνῳκισμένοι, ἐντὸς τῆς ὁποίας προσπάθεια πρέπει νὰ καταβληθῇ, πῶς νὰ προσέλθωσι νέοι κάτοικοι, οὐχὶ πῶς νὰ μὴ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἐντὸς τῶν χωρίων κατοικοῦντες, δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος περὶ τοιούτων ἐνοχλήσεων καὶ περιπλοκῶν, ὅταν μάλιστα ὁ κατέχων τὸ κτῆμα τοῦτο δὲν ᾖναι κερδοσκόπος, ἀλλ’ εἶναί τις, ἀποδίδων κατὰ πρῶτον λόγον σημασίαν εἰς τὸ γόητρον, εἰς τὴν ἠθικὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν ᾖναί τις ἔχων ὑποχρεώσεις, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, νὰ πολιτεύηται πρὸς τοὺς ἐν τῷ κτήματι, οὐχὶ ὡς πρὸς γεωργοὺς μόνον τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ὡς πρὸς πολίτας τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου αὐτὸς εἶναι ὁ μέλλων Ἡγεμών; Ποῖον μεγαλείτερον εὐτύχημα δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τοὺς ἐγκατεσπαρμένους γεωργοὺς ἐν τῷ κτήματι, παρὰ νὰ ἔχωσιν ἰδιοκτήτην τῆς μεγάλης περιφερείας τὸν Διάδοχον, τὸν μέλλοντα Ἡγεμόνα τῆς χώρας; Καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν κατὰ τμήματα ἐξαιρετικῶς μεγάλας ἰδιοκτησίας, ποία μεγαλειτέρα εὐτυχία δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὴν γεωργίαν τῆς Ἑλλάδος, παρὰ νὰ ἔχωμεν τὴν πρώτην ταύτην μεγάλην ἰδιοκτησίαν, τὸ πρῶτον τοῦτο πρότυπον μεγάλης ἰδιοκτησίας, διοικούμενον ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐν τῇ διοικήσει δὲν θ’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ κέρδος; Καὶ ἐνταῦθα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας λέγει, ὅτι ἡ ἔκθεσις, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον, παριστᾷ τὸ κέρδος μικρὸν μὲν ἤδη, μέγα δὲ κατόπιν, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ᾖναι μέγα κατόπιν, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἀσχοληθῇ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν καταπίεσιν τῶν κατοίκων, ὅπως πληρώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπλήρονον μέχρι τοῦδε, διότι τὸ Δημόσιον ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ πληρόνωσι. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἐκθέσεως. Ἂν ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κατοίκων θὰ ἐπέλθῃ διαφορὰ, θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ὑπὲρ αὐτῶν, τὸ δὲ κέρδος, τὸ ἐκ τοῦ κτήματος, δὲν θὰ ᾖναι τὸ ἐκ τῆς πιέσεως ἀπόρων γεωργῶν. Τὸ κέρδος, τὸ ἐκ τοῦ κτήματος, θὰ ᾖναι τὸ ἐκ τῆς γεωργικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ κτήματος, τὸ ἐκ τῆς δαπάνης ἐν τῷ κτήματι μεγάλων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ δύνηται ὁ Διάδοχος νὰ δαπανήσῃ ἐρχόμενος ὡς ἰδιοκτήτης, καὶ ὄχι ὡς ἐπικαρπωτὴς κτήματος, ἀνήκοντος εἰς τὸ Στέμμα. Θεωρῶν αὐτὸ ὡς ἀνῆκον εἰς αὐτὸν προσωπικῶς, θὰ δύνηται, καὶ δανειζόμενος ἔτι ἐπὶ τοῦ κτήματος, νὰ δαπανήσῃ, ἂν ἄλλως δὲν πορισθῇ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ θέλει νὰ διαθέσῃ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἐπιμόρτου καλλιεργείας καὶ περὶ διαφόρων συστημάτων καλλιεργείας· οὐδ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐν τῷ πλείστῳ τοῦ κτήματος τούτου δὲν χωρεῖ, οὔτε ἐπίμορτος καλλιέργεια, οὔτε ἄμεσος, διότι τὸ πλεῖστον τοῦ κτήματος εἶναι δάσος, καὶ δάσος δύναται νὰ διαχειρίζηται προσηκόντως μόνον παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μεγάλης περιφερείας. Μεγάλη πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἔκτασις τοῦ κτήματος, διὰ νὰ δύνηται ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐν αὐτῷ δάσους νὰ γίνηται ἐπωφελῶς, μεγάλη πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ δάσους. Ὁ κύριος μικρᾶς ἐκτάσεως ἔχει συμφέρον ἐν τῇ καταστροφῇ τοῦ δάσους· ὁ ἔχων μεγάλην περιφέρειαν δάσους, συνδυασμένου μετὰ γαιῶν καλλιεργουμένων, ἐκεῖνος αἰσθάνεται τὴν ἐκ τοῦ δάσους ὠφέλειαν, ἐκεῖνος δύναται νὰ τὸ περιποιηθῇ καὶ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ κατὰ σύστημα ἐπιστημονικὸν καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος θέλει ἀποφέρει εἰς αὐτὸν κέρδος, τοῦ ὁποίου σήμερον οὐδ’ ἴχνος παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει, διότι οὐδὲ ἀρχὴν ἐκμεταλλεύσεως τοιαύτης ἔχομεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας παρέστησεν, ὅτι ἐκμετάλλευσις τοῦ δάσους εἶναι ἡ συλλογὴ τοῦ καρποῦ τῶν βαλανιδοδένδρων, καὶ ἠρώτησε, κατὰ τίνα τρόπον θέλει γίνεσθαι ἡ συλλογὴ αὕτη, καὶ ἂν ὁ Διάδοχος θέλῃ ἐπιτρέψει εἰς τοὺς νῦν συλλέγοντας νὰ ἐξακολουθήσωσι συλλέγοντες κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς, ὡς μέχρι τοῦδε, ὅρους. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει μεταβάλει καὶ τρόπον καὶ σύστημα νομῆς τοῦ δάσους, ἀλλὰ βεβαίως ἡ μεταβολὴ αὕτη θέλει εἶσθαι εἰς ὄφελος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον νέμονται τὸ δάσος. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου θέλει ζημιώσει τινὰ, ἀλλ’ ἰδίως δὲν θέλει ζημιώσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς παραχωρουμένης θέλουσιν εὑρεθῆ. Εὐτυχεῖς ἤθελον λογισθῆ πάντες οἱ κάτοικοι τῶν τμημάτων ἐκείνων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν εὑρίσκοντο ἐντὸς τῆς περιφερείας, διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει παράσχει ἡ τοιαύτη παραχώρησις. Ἡ παραχώρησις κτήματος εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Στέμματος εἶναί τι ἀναγκαῖον’ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἦναι ἰδιοκτήτης, δὲν προσήκει νὰ ἦναι ἀνέστιος. Τὴν ἰδιοκτησίαν δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἄλλως ἢ διὰ δωρεᾶς τοῦ Ἔθνους, τὴν δωρεὰν δὲ ταύτην ἐκτελοῦμεν σήμερον. Εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεὶς εὑρέθη, ὅστις νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως τοῦ Διαδόχου. Δὲν πρόκειται ἄρα περὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ πρόκειται μόνον νὰ πολεμήσωμεν τὴν στρεβλὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ συντήρησις δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὴς, γινομένη διὰ κτηματικῆς παραχωρήσεως, εἶναι ἀξιοπρεπὴς μόνον, γινομένη διὰ σιτηρεσίου.

§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἄλλως τε ἤδη τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, καὶ ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει πλέον τὴν μακρηγορίαν. Ἀλλ’ οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὁ τρόπος, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξακολουθεῖ καὶ ἐπισφραγίζεται ἡ συζήτησις αὕτη διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, μὲ ὠθοῦσι νὰ ἐπιφέρω μερικὰς παρατηρήσεις γενικωτέρας. Ἤλπιζον, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου τοὐλάχιστον περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὸν τρόπον ἐκεῖνον τὸν πεισματώδη τοῦ συζητεῖν, τὸν ὁποῖον ἰδίως μετέρχεται ὁ κ, Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸν μετήρχετο ἴσως ὄχι τόσον ἐπιβλαβῶς ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ὅσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐνόμιζον, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε μία ὁμοφροσύνη γενικὴ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὁ χαρακτὴρ ἐκεῖνος τῆς συζητήσεως, ὁ ὁποῖος κατεδείχθη προκειμένου ἀκόμη καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ξένος τις παρευρίσκετο ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι πρόκειται περὶ παραχωρήσεως γινομένης πρὸς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος τῆς συνήθους πολιτικῆς, περὶ τοῦ ὁποίου δεινὴ διεξάγεται πάλη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται τείνων, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κατατροπώσῃ ἐχθροὺς κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ ὅταν τις ἀναλογισθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ τὰ κομματικὰ συμφέροντα τῶν ἀγορευσάντων, βεβαίως ἤθελεν ἀπορήσει πρὸς τί αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ Συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἀφοῦ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἄνδρες γεγηρακότες καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ πείρᾳ, ὁμιλοῦντες καὶ ἔχοντες γνῶσιν τοῦ πράγματος ἐγγυτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, ἠδύναντο νὰ μὴ σπουδαιολογῶσιν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐκαλεῖτο, ἵνα διὰ τῆς συνήθους ῥητορικῆς του πολεμήσῃ ἀντιπάλους, καὶ ἐλησμόνει εἰς πᾶσαν φράσιν καὶ περίοδον τοῦ λόγου του, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἴδομεν καὶ ἄλλοτε τὴν αἰσιοδοξίαν του, ἀλλ’ εἴδομεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἰδίως, ἠδυνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ μᾶς ἐπιδείξῃ ἐπαγγελίας πολλὰς καὶ ποικίλας περὶ τῆς ταχίστης ἐπανορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τὰ ἔχομεν ἤδη ἐνώπιόν μας. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων τῶν θεμάτων ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔκαμε πειράματα, δὲν πιστεύω ὅμως νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πειράματα ἔκαμε καὶ ἐπὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Στέμματος. Ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βασιλείας δὲν ἐπιδέχεται πειράματα, οὐδὲ εὐκόλους τὰς ἐπανορθώσεις. Καὶ ἐνῶ, Κύριοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται ἁπλῶς νὰ χορηγηθῇ ὑλική τις ἐπικουρία πρὸς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Διαδόχου, σήμερον βλέπομεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν κίνδυνον τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τοῦ Διαδόχου, διότι προκηρύττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Διάδοχος πρόκειται, διαχειριζόμενος ἐκείνην τὴν περιουσίαν, νὰ φέρηται εἰς ὅλας του τὰς σχέσεις Βασιλικῶς. Καὶ ἂν πρόκηται νὰ παραλάβῃ μίαν ἐπαρχίαν σχεδὸν ὁλόκληρον, μὲ ἱκανὴν πληθὺν κατοίκων καὶ κατόχων καὶ καλλιεργητῶν, ἡ Βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια πρὸς πάντας τούτους ἐν τῇ διαχειρίσει τοιαύτης περιουσίας δὲν ἐννοεῖ τις πῶς θὰ φθάσῃ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα. Ὅπως, Κύριοι, παρετηρήθη, ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καὶ οἱ κακῶς μὲν, (ἔστω πρὸς στιγμὴν κατέχοντες) ἀλλ’ ἐπὶ ἔτη πολλὰ κατέχοντες καὶ νεμόμενοι τὰς γαίας ἐκείνας, νεμόμενοι τὰ δάση, διὰ τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν, τὰς βοσκησίμους γαίας διὰ τῶν ποιμνίων των. Πιθανὸν τὰ τοιαῦτα νὰ γίνωνται ἄνευ τίτλου καὶ δικαιώματος. Ἀλλ’ ὁ Διάδοχος δὲν θὰ θέλῃ βεβαίως οὐδὲ τὰς ἀμφιβόλους ἀξιώσεις νὰ προσβάλῃ· ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τοῦτο μόνον περιορισθῇ, εἰς τὸ νὰ μὴ προσβάλῃ τὰς ἀμφιβόλους ἀξιώσεις, νομίζετε, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εὐχερῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ ἐκμετάλλευσιν, τὴν ὁποίαν παριστᾶτε λαμπρὰν καὶ ἐπικερδῆ; Ποία πεῖρα, ποία λογικὴ δύναται νὰ συμβιβάσῃ αὐτὰς τὰς δύο ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀφ’ ἑνὸς ἐπαγγέλλεται τοιαύτην κάρπωσιν ἀπεράντων γαιῶν καὶ δασῶν περιστρεφομένων εἰς ὑποχωρήσεις καὶ εὐποιΐας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μᾶς ὑπόσχεται συστήματα εὐρείας καλλιεργείας καὶ μεγάλα εἰσοδήματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι τὰ πάντα δύναται νὰ προείπῃ καὶ προδιαγράψῃ πῶς θὰ γίνωνται, καὶ ἀπορεῖ διὰ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄνθρωποι πολλῆς πείρας ἐπιφέρουσιν ἐπὶ τῶν συμβησομένων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δεικνύει ὑπεράνθρωπον πρόγνωσιν, πῶς θὰ διεξαχθῶσι τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δάσους, πῶς τὰ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, πῶς τὰ τῶν καλλιεργησίμων, τίθεται εἰς τὰς σκέψεις τοῦ Διαδόχου, γνωρίζει ἀκριβῶς πῶς θὰ ἐνεργῇ ὁ Διάδοχος, καὶ πᾶς ἄλλος ἐν τῷ μέλλοντι, ὁ ὁποῖος ἤθελέ ποτε διαδεχθῆ τὸν Διάδοχον ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ κτήσει· γνωρίζει καὶ πῶς θὰ αἰσθάνωνται οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι· μᾶς παρέστησε ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῶν μερῶν ἐκείνων μετ’ ὀλίγον, καὶ ἐὰν κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας μέχρι τοῦδε, τοὐλάχιστον θὰ μᾶς δώσῃ ἤδη ἓν δεῖγμα τῆς γῆς τῆς Ἐπαγγελίας, διότι γῆ φαίνεται τῆς Ἐπαγγελίας θὰ ἦναι ὁ τόπος ἐκεῖνος. Ἀλλὰ, Κύριοι, δύναταί τις, θέλων νὰ σκεφθῇ φρονίμως, νὰ προείπῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν θὰ συμβῶσι περιπλοκαὶ κατὰ τὴν κάρπωσιν ὑπὸ τοῦ Διαδόχου τῶν τοιούτων ἀπεράντων ἐκτάσεων; Πρέπει νὰ στερῆται ἐντελῶς τῆς κοινῆς πείρας, διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἐκ προοιμίων, ὅτι τὰ πάντα θέλουν γίνεσθαι ὁμαλῶς. Μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ προτιμήσῃ νὰ κάμῃ παραχωρήσεις, παρὰ νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ διαδίκου. Ὁ Διάδοχος λοιπὸν, καὶ περὶ ἀμφιβόλων ἀξιώσεων προκειμένου, θ’ ἀποφεύγῃ βεβαίως νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ θὰ προτιμᾷ νὰ χαρίζῃ ἀκαταπαύστως. Κἄπου συνέβη, Κύριοι, ὅτι ἄνθρωποί τινες εἶχον ἐκμεταλλευθῆ τὴν θεοσέβειαν μιᾶς γραίας γυναικὸς, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ λάβῃ ὅρκον, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ τῆς ἀφαιρέσωσιν ὅλην τὴν περιουσίαν της. Τοιοῦτόν τι βεβαίως κατ’ ἀνάγκην θὰ συμβῇ μὲ τὸν Διάδοχον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθῇ φερόμενος Βασιλικῶς πρὸς ὅλους. Οὐδὲ δύναται νὰ ἐννοῇ ὁ Ἕλλην συμβιβαζομένην τὴν αἴγλην τὴν Βασιλικὴν μὲ τὴν πολὺ προσεκτικὴν τήρησιν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων. Ὁ Ἕλλην τὸν Βασιλέα θεωρεῖ ὥς τι ἰδανικὸν, ὥς τι ὑπέρτερον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, καὶ σεῖς θέλετε νὰ τὸν παρουσιάσητε καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὡς συνήθη ἄνθρωπον, δυνάμενον νὰ κληθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως δὲν ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁμιλῶν τις σήμερον ἐπὶ τοιούτων ματαιοπονεῖ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μειδιᾷ, ὡς παρατηρῶ ἤδη, ὅταν γίνωνται τοιαῦται παρατηρήσεις: Ἀλλ’ αὐτὸς μᾶς εἶπεν ἀκόμη χθὲς, ὅτι δὲν προσέχει εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, αὐτὸς ἀποβλέπει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, βλέπει, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· τί τὸν μέλει, ἐὰν γίνωνται ἀντιῤῥήσεις; Καὶ βλέπετε, ὅτι ὅλη μάλιστα ἡ προσπάθεια αὐτοῦ τείνει εἰς τὸ νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ὡς ἕνα ὁμόδικον, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τοῦ Στέμματος, καὶ τοὺς ἄλλους ὡς ἀντιδίκους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ ἐξεγείρηται ἡ ἀγανάκτησίς του καὶ νὰ ὁμιλῇ ῥητορικῶς καὶ μετ’ ὀργῆς, διότι εἶναι μία ὑπόθεσις ἰδική του, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ μεταχειρισθῇ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου, διὰ νὰ κατατροπώσῃ τοὺς ἐναντίους. Δὲν νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλῇ μετὰ περισκέψεως περὶ τοῦ τί φρονεῖ ἕκαστος, καὶ ἓν μόνον μέλος ἂν παρίστατο ἀντιλέγον, ὄχι ὁλόκληρος Ἀντιπολίτευσις, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξιοπρέπειαν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πλειότερον νὰ φυλάττῃ. Καὶ ὅταν, Κύριοι, γίνωνται αἱ παρατηρήσεις, ὅτι αὐτὸ τὸ παραχωρούμενον τέλος πάντων δὲν ὁρίζεται παντάπασιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, σᾶς λέγει, ὅτι ἰδοὺ εἶναι καὶ διάγραμμα. Ἀλλὰ τὸ διάγραμμα δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου; Τί λέγει τὸ ἐδάφιον 3; «Αἱ μεταξὺ τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης κλπ. κλπ.» Παρουσιάσθη καὶ ἓν διάγραμμα. Ἀλλὰ μήπως λέγῃ τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὑποβεβλημμένον διάγραμμα; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ διάγραμμα τοῦτο νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ῥητὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀληθῶς αὐτοῦ ἐπικρατεῖ ἡ αὐτὴ περίσκεψις, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων ἐπὶ ἀρκετὰ ἤδη ἔτη. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀρκετὴ λύσις εἶναι, τὸ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἐὰν θὰ λυθῇ καὶ παραβιαζομένου τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, περὶ τούτων δὲν φροντίζει. Καὶ φαντασθῆτε, Κύριοι, καὶ ἀνεξαρτήτως ἀκόμη τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, εἰς ποίαν θέσιν τίθεται ἡ Βασιλεία καὶ ὁ Διάδοχος, ὅταν δύνηται νὰ παρασταθῇ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις. Καὶ ἀληθῶς Συνταγματικὴ εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Πῶς δύναται λοιπὸν ὁ Διάδοχος νὰ δεχθῇ τοιοῦτον δῶρον; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ἐπιχείρημα θὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Διαδόχου, ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ θάῤῥους γνώμης; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσεν ἴσως νὰ παρηγορήσῃ τινάς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι καὶ ἔργα θάῤῥους, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς: «Σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ὑποβάλητε τὴν γνώμην σας ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀναλύσατε, ἐκτιμήσατε τὰς ἰδέας αὐτάς.» Ὡς ἔργον θάῤῥους, ἀγνοῶ ὁποίου εἴδους θάῤῥους παρεστάθη εἰς τὸ πνεῦμα τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ νὰ ἔλθωσι νὰ ψηφίσωσι παραχώρησιν ἐκτάσεων τοιούτων εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀλλὰ πᾶς ὀρθῶς κρίνων ἐπὶ τῶν τοιούτων, θὰ παραδεχθῇ τὸ μόνον παραδεκτὸν λογικῶς, ἂν πρόκηται περὶ θάῤῥους, ὅτι δὲν ἐτολμήσατε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἐθεωρήσατε, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ εἷς κομματικὸς λόγος δὲν δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ, ὑπῆρχε κίνδυνος, νὰ μὴ λάβητε οὐδὲ πέντε ψήφους, ἐὰν τὸ ἐθέτετε εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς, καὶ ὄχι ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσωμεν φανερά. Καὶ τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, προφανῶς ὑποδεικνύει τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Προκειμένου περὶ Ἀντιβασιλείας, περὶ ἐπιτροπείας τοῦ Βασιλέως, διατάσσει ἵνα διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας γίνηται ἡ ἐκλογή· ὥστε, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ Κανονισμὸς, ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος θὰ ἐπήγαζεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἠναγκάσθητε λοιπὸν καὶ Κανονισμὸν νὰ παραβιάσητε καὶ Σύνταγμα, διὰ νὰ κατορθώσητε αὐτὴν τὴν παραχώρησιν. Καὶ δὲν αἰσθάνεσθε, Κύριοι, ὅτι ἀμφισβητουμένη παραχώρησις τοιαύτη πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποκρουσθῇ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου; Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε σεῖς, ὅτι σεῖς μόνοι ἀντιπροσωπεύετε τὸ Ἔθνος, καὶ τὸ Ἔθνος μεθ’ ὑμῶν ποιεῖται τὴν τοιαύτην παραχώρησιν; Πῶς δύνασθε ὑμεῖς, ὅπως καὶ ἄλλοι παρέστησαν προηγουμένως, νὰ ἀντιποιηθῆτε τὸ μονοπώλιον τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ πῶς δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Βασιλεία ἵσταται εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἵσταται, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁλόκληρος Ἀντιπολίτευσις δὲν εὐλαβεῖται αὐτήν; Καὶ ἐὰν αὔριον οἱ σημερινοὶ ἀντιπολιτευόμενοι ἀποκτήσωσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον ψήφων ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος; Ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχῃ αὐτὴ ἡ διὰ πλειοψηφίας παραχώρησις μετὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς μὴ ὤφειλε, νομοσχέδιον, συνδεόμενον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Στέμματος, κατέστη ἠθικὸν ῥάκος; Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πλέον ἠθικῶς δὲν ὑφίσταται. Οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδόλως βεβαίως αὐτοὶ προσέκρουσαν εἰς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ Στέμμα· ἀπεναντίας, μετ’ εὐλαβείας ἄκρας ἐξεδήλωσαν ὅλοι τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες συμμεριζόμεθα. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συζητεῖται καὶ καθ’ ὃν ἐπιψηφίζεται, ἴσως δὲν ἔπρεπε τοὺς παρατηροῦντας καλῶς τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν ἀπὸ τινων ἤδη ἐτῶν, δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ. Ὅταν ἡ προσεχὴς ἱστορία τοῦ τόπου θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἴσως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χρησιμεύσῃ ὡς μία δᾷς ἱκανῶς φωτίζουσα, ὄχι περὶ τῶν τάσεων τῶν ἀνευθύνων προσώπων,—δὲν ἐννοῶ τοιοῦτόν τι — ἀλλὰ περὶ τῶν τάσεων ὑμῶν, περὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπό τινων ἐτῶν μετέρχεσθε, τὰ πάντα ταπεινοῦντες καὶ ἐξευτελίζοντες. Καὶ ὑπάρχουσι φαίνεται ἐποχαὶ καὶ καταστάσεις, καθ’ ἃς τῳόντι ἀναγκάζεταί τις νὰ ἐκπληροῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἔργον ἱστοριογράφου, ἐπιφέρων κρίσεις ἁπλᾶς καὶ παρατηρήσεις, εἰς οὐδὲν ἰσχυούσας νὰ μεταβάλωσι τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων ἐπί τινα χρόνον. Τάσις ἀκατάσχετος ὑπάρχει ἐκ μέρους τινῶν ἀπό τινων ἐτῶν, ὅπως τὰ πάντα ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐξευτελισθῶσιν ἄνευ ἀνάγκης. Ἀναφέρει βεβαίως ἡ ἱστορία περιστάσεις πολλάς, καθ’ ἃς, ἕνεκα δοκιμασιῶν μακρῶν ἀλλεπαλλήλων, γεννᾶται ἀπογοήτευσις καὶ ἐξευτελίζονται οἱ θεσμοὶ τοῦ τόπου, ἀλλὰ τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἐπωφελοῦνται ῥέκται πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ συντελοῦσι μὲν τὴν καταστροφὴν ἀφ’ ἑνός, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νέον οἰκοδόμημα ὑγείας ἀνεγείρουσιν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχουσι μὲν βεβαίως τὸ θάῤῥος οἱ κρατοῦντες νὰ καταργήσωσι τοὺς θεσμούς, ἀλλὰ τοὺς διατηροῦσι μόνον πρὸς ἐκμετάλλευσιν καὶ ἐξευτελισμόν. Οὕτως, ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, ἔτεινον καὶ τείνουσι νὰ ἐξευτελίσωσι κατὰ πρῶτον λόγον τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὅταν οὐδεμίαν εὗρον παρ’ αὐτοῦ ἀντίδρασιν, καὶ ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν δὲν φέρωσι, καὶ ὅταν ἡ πλειοψηφία τὰ πάντα παρέχῃ ἀνεξελέγκτως, δὲν ἱκανοποιοῦνται. Ἀλλὰ δὲν πρέπει, φρονῶ, ν’ ἀνησυχῶμεν, ὅταν βλέπωμεν ἐπί τινα χρόνον παρεχομένην τὴν συνήθη ἐξουσίαν ἀνεξελέγκτως, διότι οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ ἔχουσι τὴν αὐτὴν δύναμιν, ὥστε τὰ ἁμαρτήματα ἐπὶ τέλους νὰ τὰ τιμωρῶσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχῇ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, εἶναι ἡ τάσις πρὸς ἠθικὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, τάσις, ἥτις ἐκδηλοῦται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ βλέπετε ἐνίοτε ὄργανα δημοσιογραφικά, τὰ ὁποῖα συστηματικῶς ὑπηρετοῦσι τὴν τάσιν ταύτην, ἴσως μὲν ἐξ εἰλικρινοῦς πεποιθήσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ συμπτώσεων ἐγειρουσῶν ὑπονοίας. Ὑποστήριξις προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον παρίσταται ἀναβιβάσαν εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ συγχρόνως μὲ τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπαίνους ἐξευτελισμὸς τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀνέδειξαν καὶ παρ’ οὗ ζητεῖται πᾶσα παραχώρησις. Τάσις ἀκατάσχετος πρὸς ἐξευτελισμὸν τῶν θεσμῶν, ὡς ἂν οἱ θεσμοὶ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πταίουσι. Καὶ νομίζουσιν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν ἐγκαίρως τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅταν ἄλλως ἐλειτούργουν οἱ θεσμοί, ὁ τόπος ἀσφαλῶς προώδευε, καὶ ἤθελε βεβαίως προοδεύσει ἀσφαλέστερον, διότι ἔλειψαν αἱ γνωσταὶ περιπέτειαι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἀνεφύοντο κατὰ καιρούς. Ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ τοιαύτη τῶν θεσμῶν λειτουργία. Κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἐπανειλημμένη κατάχρησις τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις δὲν ὑπάρχει ἢ ἕνεκα ταύτης τῆς καταχρήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἀνεύθυνοι, ἀλλ’ εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἀποπλανῶντες τὴν Βασιλείαν καὶ προσπαθοῦντες νὰ διαφθείρωσιν αὐτήν. Ἔχομεν κατ’ οὐσίαν δοκιμὴν ἄλλου πολιτεύματος ἀπό τινος χρόνου, ἀλλ’ ἡ δοκιμὴ αὕτη δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι ὑπὲρ τῶν νέων τάσεων τῶν σήμερον κυβερνώντων, διότι μὲ ὁποῖα φαινόμενα συνδέεται ἡ νέα αὕτη ἐποχὴ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς καταχρήσεως δὲ τῶν βασιλικῶν προνομιῶν; Ἡ ἀπόλυτος μοναρχία παρέχει τὴν ἁπλῆν δικαιοσύνην, καὶ σεῖς διὰ τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος ἐπανεφέρατε χιλιάδας κακούργων εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἡ πρὶν λειτουργία τοῦ πολιτεύματος δὲν ἔφερε τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν καὶ ἄλλα τοιαῦτα φαινόμενα, ὡς τὰ σημερινά, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ λειτουργία αὐτοῦ ἤρχισε νὰ διαφθείρηται συστηματικῶς, καὶ νὰ ἐξευτελίζηται τὸ Κοινοβούλιον, ἔχομεν ἤδη τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ εἰς ἓν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε παρίστατο ἄθικτον, ἐῤῥίψατε καὶ εἰς τοῦτο βλέμμα ζηλότυπον καὶ ἠθελήσατε νὰ τὸ ῥίψητε ἐντὸς τοῦ βορβόρου τῆς κομματικῆς πάλης. Ἀγωνίζεσθε νὰ συμπεριλάβητε εἰς τὰς ἀποτυχίας σας καὶ αὐτὸ τὸ Στέμμα, καὶ τείνετε νὰ φθάσητε εἰς ἀποτέλεσμα, οἷον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μόνον ἡ πλέον σατανικὴ ἐπινόησις, ὅπως μετὰ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα κατασυντρίβονται καὶ κατεξευτελίζονται, ἐπισκοτισθῇ καὶ ἡ αἴγλη καὶ τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας.

§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς παραλογισμοὺς καὶ εἰρωνείας ἀνθρώπου τινὸς δὲν ἤθελον καταδεχθῆ ν’ ἀπαντήσω, ἐὰν οὗτος δὲν ἔφερε τὸν τίτλον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Παραλογίζεται ἀληθῶς ἐκεῖνος, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καλλιέργεια, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εὐτυχία εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς μέλλοντας νὰ γίνωσι δουλοπάροικοι ἐκ τοῦ δωρουμένου κτήματος, ἐνῷ τοῦτο καθὼς καὶ ὁ μισθὸς δίδονται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, ἵνα διὰ τούτων κυρίως ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς, ἀναλόγως τῆς Βασιλικῆς θέσεώς του. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ εὐτυχεῖς τοὺς παροικοῦντας ἐκεῖ ὁ μέλλων νὰ διατηρηθῇ μόνον ἐκ τοῦ κτήματος καὶ ἐκ τοῦ μισθοῦ; Οὐδὲν δὲ ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς διατεινομένους, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν διαγράφει ὡρισμένα ὅρια, ὅτι τὸ σχεδιάγραμμα εἶναι πλαστὸν, χρήσιμον μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην τῆς συζητήσεως· οὐδὲν εἶπε περὶ τῶν ὁρίων, ἀλλ’ ἀναβὰς τὸ βῆμα συνήρμοσε λέξεις παχυλὰς, ἔκαμεν ἀποστροφὰς πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὕβρισε, καθὼς συνειθίζει, ἐκολάκευσε κατὰ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπεισεν. Εἶπον δὲ, ὅτι εἶναι παραλογισμοὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι χθὲς, ὅτε ἠμφισβητεῖτο ὁ τρόπος τῆς ψηφοφορίας καὶ ὅτε αὐτὸς, μὲ ὅλην τὴν ἀσέβειαν, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει ἐνίοτε, ὅταν τοῦτον δὲν παρακολουθῇ ὀρθὴ κρίσις καὶ ὅταν δὲν δύνηται νὰ συγκρατήσῃ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ, ἐξεφράζετο περὶ τοῦ Διαδόχου, λέγων ἀσεβῶς, ὅτι τῷ εἶναι ἀδιάφορον πῶς ὀνομάζεται ὁ μέλλων νὰ λάβῃ τὴν δωρεὰν, Κωνσταντῖνος, Γεώργιος, Νικόλαος, ἐθεώρησεν ὄχι κτῆσιν τοῦ Κωνσταντίνου τὴν δωρεὰν, ἀλλὰ τοῦ Διαδόχου, ὅτε ἀπήντα πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἐνῷ σήμερον, ἀντιφάσκων, μᾶς τὸν παρουσιάζει ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος μάλιστα, λέγει, θὰ συναλλάττηται μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους Βασιλικῶς.

§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ...

§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ βοηθήσητε, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λογικὴν σειρὰν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἴσως ἐγὼ πλανώμενος παρερμηνεύω τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δίδομεν γῆν καὶ μισθὸν, ἵνα ζήσῃ Βασιλικῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς ὁ Διάδοχος, πλὴν δὲ τούτου θὰ εἰσαγάγῃ νέον εἶδος καλλιεργείας, συμφώνως πρὸς τὰς προόδους τῆς γεωργίας, καὶ διὰ τοῦτο οἱ γείτονες αὐτοῦ θὰ εὐδαιμονήσωσιν, ἐπίσης δὲ εἰς ὅλας τὰς διενέξεις θὰ συμβιβάζηται, χωρὶς νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Αὐτὰ μᾶς εἶπεν· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδυνήθη τοιαῦτα ἀκαταλόγιστα πράγματα νὰ παρουσιάσῃ ὡς λογικά. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος, λαμβάνων κτῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ζήσῃ, νὰ λύῃ Βασιλικῶς τὰς παρουσιαζομένας ἑκάστοτε διαφορὰς, μὴ καταφεύγων εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ὑποχωρῶν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, δωρῶν, ἐπιτρέπων τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Τίς ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς δωρεᾶς; Ἠθέλησε νὰ περιφρονήσῃ τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἡ περιφρόνησις στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, κατὰ τοὺς ὀρθῶς κρίνοντας τὰ πράγματα, διότι, ὁσάκις δὲν δύνηται νὰ ἀντιμετωπίσῃ πρὸς τὰς ὀρθὰς τῶν ἀντιπάλων του παρατηρήσεις, ἀντιτάσσει τὸ σύνηθες μὲν, ἀλλ’ ἀνόητον ἐπιχείρημά του, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἀντίπαλοι οὐδὲν ἄξιον λόγου σχετικῶς πρὸς τὰ ζητήματα λέγουσι, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντᾷ, ὅπως σήμερον ἐνόμισεν, ὅτι μόνον εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὡς εἰπόντα τι ἄξιον λόγου. Εἰς τοιούτους παραλογισμοὺς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαντήσῃ τις; Ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέτρεψε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ κ. Γεροκωστοπούλου, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰς λεπτομερείας; Τί μᾶς εἶπε; ποῖα μᾶς ἐπαρουσίασεν ὡς ὅρια τοῦ κτήματος, ἢ πῶς μᾶς ἀπέδειξε τὸ ἀκριβὲς τοῦ σχεδιαγράμματος; πῶς μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ Ψάρι καὶ τὰ ἄλλα χωρία εἶναι ἰδιόκτητα, ἐνῷ εἶναι ἐθνικὰ, κατὰ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ καταλάβῃ ὁ Διάδοχος; Πῶς ἀνέτρεψε τὴν ὅλην θεωρίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου περὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, περὶ τῶν δηλωσάντων καὶ μὴ δηλωσάντων, περὶ τῶν κατόχων καὶ μὴ κατόχων; Οὐδὲν περὶ τούτων ἀπήντησεν, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον νὰ μᾶς εἴπῃ ἀναποδείκτως, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίας τὰς ἀντιῤῥήσεις, κατὰ τὸν συνήθη του τρόπον, ὡς ἀνωτέρω εἶπον· ἔμαθε μόνον νὰ ἐκφέρῃ παχυλὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἀπεταμίευσεν ἐκ τῆς πολλῆς του ἀναγνώσεως, καὶ φρονεῖ, ὅτι διὰ τοιούτων λέξεων ἀναιρεῖ τὰς ἀληθείας τῶν ἀντιπάλων του, καὶ ἀνατρέπει σοβαρὰν καὶ ἐμβριθῆ συζήτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔφερε σπουδαῖα ἐπιχειρήματα καὶ στατιστικὰς ἀποδείξεις. Συνειθίζει πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς σοβαρὰς συζητήσεις νὰ ἀντεπεξέρχηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀπόδειξιν τούτου δύνασθε νὰ ἔχητε, ἐὰν λάβητε ὅλην τὴν σειρὰν τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ὅπου θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μόνον εἰς γενικάς τινας γραμμὰς περιορίζεται, καταστρόνων ἐπιστημονικούς τινας ὅρους, χωρὶς νὰ εἰσέρχηται εἰς λεπτομερῆ ἐπιστημονικὴν ἐκτύλιξιν, καὶ ἀκολούθως μεταβάλλει εἰς πανηγυρικὸν, ἀναφέρων Ἑλληνικὰ ζητήματα, στόλους, στρατοὺς, κατάληψιν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ κατέρχεται τοῦ βήματος χειροκροτούμενος. Εἶναι λυπηρὸν τοιαύτην πολιτικὴν διαγωγὴν νὰ μετέρχηται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀσέβεια πρὸς ἡμᾶς, τοὺς καθημένους ἐνταῦθα· ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν περισσότερον σεβασμὸν καὶ εὐπρεπεστέραν γλῶσσαν παρ’ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ὁ κύριος προορισμὸς εἶναι ἡ μόρφωσις καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ ἠθικὴ ἐπίδρασις πρὸς τὸν λαόν. Ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἔχει οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς νὰ καλύψῃ τὸ σῶμά του, ὅταν ἀποθάνῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγνώρισε, πῶς καλλιεργοῦνται τὰ κτήματα, ἐνῷ οὐδέποτε ἐκαλλιέργησεν, ἐνῷ οὐδέποτε εἰς κτήματα εἰσῆλθε, χάριν τοὐλάχιστον ἁπλῆς περιεργείας, ἐνῷ οὐδὲ καὶ τὴν περιποίησιν τῶν συνηθεστέρων ἀνθέων ἐγνώρισε; πῶς ἐτόλμησε νὰ μᾶς κάμῃ θεωρίαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ Διάδοχος καὶ πρὸς τούτοις θὰ διδαχθῇ ὁ τόπος ἐκ τῆς ἐκεῖ καλλιεργείας; Αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ, δὲν εἶναι ἄξια Πρωθυπουργοῦ, ὑποτιμῶσι τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, καὶ ἂν δὲν ἦτο Πρωθυπουργὸς, ὄχι μόνον δὲν θ’ ἀπήντων, ἀλλ’ οὐδ’ ἑνὸς μειδιάματος θὰ ἠξίουν αὐτόν.

§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντιμον φίλον μου, βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος, ν’ ἀνησυχῇ ὀλιγώτερον περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ μεριμνᾷ δὲ ἥκιστα περὶ τῆς τακτικῆς καὶ τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους μετέρχεται ὁ τὸ ἀξίωμα τοῦτο διαχειριζόμενος κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον. Ἐὰν ἐπιβάλληται εἰς ἡμᾶς καθῆκόν τι, πρὸ πάντων μᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ὑπερορῶμεν πάντα, ὅστις ἐμπορεύεται καὶ αὐτὰς τὰς περὶ τῶν ἄλλων γνώμας του, ζητῶν νὰ κερδοσκοπῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸ τριῶν ἐτῶν ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἵνα μὴ ὑπέχῃ τὴν εὐθύνην τῶν καὶ τότε ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς κ. Πρωθυπουργοῦ διαπραττομένων ἀκολασιῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ ἐφημερίδι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος μετὰ τὴν ἀπὸ τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου ἀναχώρησιν ἡμῶν τότε, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἐκολάκευσε καὶ ἐθώπευσε τὸν τότε ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴν κ. Σωτηρόπουλον, ἀναγνωρίζων αὐτὸν ἄξιον νὰ συζητῇ μετ’ αὐτοῦ, θαυμάζων αὐτὸν, καὶ ἀνομολογῶν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ἀνδρὸς ἱκανότητα. Καὶ ἐθώπευεν αὐτὸν διὰ τούτων τῶν ἐπαίνων, ἵνα δυνηθῇ νὰ κάμψῃ αὐτὸν νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ καὶ αὐτὸς μεθ’ ἡμῶν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρό τινων μηνῶν, ὅτε ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠγόρευσεν ἐπί τινος νομοσχεδίου περὶ Τελωνιακοῦ Δασμολογίου καὶ ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀπὼν ἕνεκα ἀσθενείας καὶ τότε τοῦ Βουλευτηρίου, ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς ἐφημερίσι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠξίωσεν ἀπαντήσεώς τινος τὸν κ. Σωτηρόπουλον, διότι δὲν ἐδείχθη ἱκανὸς νὰ ὑψώσῃ τὴν συζήτησιν. Τοιαύτην τακτικὴν οὐδεὶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀξιοῖ προσοχῆς τινος, ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ἀνομολογῇ αὐτὴν ἀξίαν περιφρονήσεως. Μόνη ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀδιαφορία ἁρμόζει νὰ καταστείλῃ ἐκείνους, οἵτινες μετέρχονται αὐτὴν, ἵνα καλύψωσι τὴν πενίαν, ἣν ὑφίστανται, λόγων πρὸς δικαιολογίαν τῆς πολιτείας καὶ τῶν πράξεων αὐτῶν. Ὅπως δήποτε, ἀφοῦ ὁ λόγος τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἠνάγκασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅσα μᾶς εἶπε, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου του, ὁμολογῶ χάριν εἰς τὸν ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν, διότι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέδειξαν ποῖά τινα φρονεῖ καὶ πῶς σκέπτεται ἐπὶ ὑποθέσεως τοσοῦτον σημαντικῆς. Εἰς ἐμὲ δὲν προσῆκε νὰ ἐκπλαγῶ ἐπὶ τούτοις, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μάθῃ καὶ τὸ κοινὸν ταῦτα, διὰ νὰ ἐκπλαγῇ, ἂν κρίνῃ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἄξια ἐκπλήξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι προέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς κτημάτων πρὸς τὸν Διάδοχον, οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ἐν τῇ συνοδευσάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσει του, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνυψώσῃ τὸ ἀξίωμα τῆς Βασιλείας. Κρίνει, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ἀξίωμα τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἀρκούντως ὑψηλὸν, διότι ὁ Βασιλεὺς λαμβάνει χρηματικὴν χορηγίαν, ἥτις ἐξευτελίζει τὴν Βασιλείαν, ἥτις εἶναι εὐτελὲς σιτηρέσιον. Ἡ συνείδησις τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας δὲν ἄφινε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἥσυχον, ἐν ὅσῳ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὴν Βασιλικὴν Ἐξουσίαν ἐξηυτελίζετο μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ στέλλῃ εἰς τὸ Ταμεῖον νὰ λαμβάνῃ τοιοῦτον σιτηρέσιον· διὰ τοῦτο ἐπεθύμησε νὰ καταστήσῃ τὸν Βασιλέα ἰδιοκτήτην, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ἀνάγκης νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους, νὰ δύνηται δὲ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων του νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς εἰς τὸ Ἔθνος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνάσσει. Ἂν ἐκπλήσσῃ ἡ θεωρία αὕτη, βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαγγείλῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰμὴ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συνείθιζε νὰ μὴ ῥυμουλκῆται, ἀλλ’ ὅστις, μόνος εὐτυχῶς αὐτὸς, ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀνήκει, ἦτο ἠπατημένον μέχρι τοῦδε, ὅτι ἔσφαλε, φρονῶν, ὅτι ἡ Βασιλικὴ Ἀρχὴ ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ χρηματικὴν χορηγίαν, σπεύδει δ’ αὐτὸς νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα τοῦτο τοῦ Ἔθνους, ἀσεβῶν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, καὶ ἀναιρῶν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος μέχρι τοῦδε μετῆλθεν. Ἰδοὺ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπρότεινε ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ Βασιλικὴ χορηγία, τὸ ταπεινὸν τουτέστι σιτηρέσιον, διὰ τῆς ἀξιοπρεποῦς νομῆς κτημάτων καὶ γαιῶν. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει ἕτερος, τοιαῦτα φρονῶν, πολλῷ δ’ ἧσσον τοιαῦτα τολμῶν νὰ λέγῃ. Ἡ Βασιλικὴ Ἐξουσία ἐδημιουργήθη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οὐδεμία τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων ὑπέλαβεν, ὅτι ἐμείου τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, προσδιορίζουσα ὑπὲρ αὐτῆς Βασιλικὴν χορηγίαν καὶ οὐχὶ κάρπωσιν ἢ κτῆσιν κτημάτων. Καὶ αὐτὰ τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον τὸ Ἔθνος πρὸ τῆς δημιουργίας τῆς Βασιλείας, ἐφρόνουν ἐπίσης, ὅτι ἥρμοζεν εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχὴν ἡ διὰ χρημάτων τοῦ Ἔθνους συντήρησις αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἡ διὰ κτηματικῆς παροχῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἠρώτησε προσέτι: δὲν θέλετε νὰ δωρήσωμεν εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τὰ κτήματα; θέλετε νὰ παραχωρήσωμεν αὐτὰ εἰς κερδοσκόπους; Ἀλλὰ διατὶ ἠρώτησεν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναστρεφόμεθα μετὰ κερδοσκόπων, οὐδὲ εὑρέθημεν ἐν σχέσεσιν, αἵτινες νὰ μᾶς ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ συνεννοηθῶμεν μετ’ αὐτῶν; Ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς κερδοσκόπους, ἵνα παραχωρήσωμεν εἰς αὐτοὺς κτήματα πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλους, ὅπως μεσολαβήσωσι παρ’ αὐτοῖς πρὸς συνεννοήσεις, διότι οὐδεὶς τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μεσολαβοῦν πρόσωπον εἰς τοιαύτην συνεννόησιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οὐδ’ εἰς κερδοσκόπους πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν κτήσεις, ἵνα διὰ τῆς καλλιεργείας αὐτῶν συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ συναινέσωμεν, ἵνα ἀνατεθῇ παραπλησία κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι διὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξελέξατο, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παραχώρησιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κτημάτων εἰς τὸν Διάδοχον. Ἄν, ἵνα ἀποφύγωμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν κερδοσκόπους, μεταποιῶμεν ἡμᾶς εἰς κερδοσκόπους, τοῦτο ἐπιβαρύνει ἡμᾶς, ἀλλ’ οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ ζητῶμεν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον τὰ ἔργα τῶν κερδοσκόπων, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν δι’ αὐτοῦ τὴν βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας, ἢ τὴν εἰσαγωγὴν πληρεστέρας καὶ τελειοτέρας καλλιεργείας τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ καλλιεργείας δασῶν ὁ λόγος,—διότι καὶ ἐπὶ ταύτην ἔστρεψε τὸν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός,—ἐνεθυμήθην, ὅτι πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐμερίμνησε περὶ ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσαγαγὼν εἰς τὴν Βουλὴν Δασονομικὸν Κώδικα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιούργει ἑξακοσίας δημοσίας θέσεις, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς κενοὺς στομάχους ἐκείνων, οἵτινες προσελιπάρουν αὐτόν, καὶ ἐπέβαλλε καὶ φόρον ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, ἵνα διὰ τοῦ ἐκ τούτου ἐσόδου πληρόνῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἤθελε διορίσει. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναί τις ἥκιστα κατάλληλος, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνατεθειμένον καθῆκον τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας, τοιοῦτος βεβαίως τυγχάνει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προωρίσθη νὰ διαχειρισθῇ ποτε τὴν Βασιλικὴν Ἀρχήν. Ἔχει βεβαίως ἀνάγκην ἡ ἐγχώριος γεωργία βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ ὄργανα, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς· ἀλλὰ τοιαύτην ἐργασίαν δὲν συμβουλεύω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους νὰ ἀναθέσωσιν οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε εἰς τὸν Διάδοχον, ὁ ὁποῖος θέλει ἀνέλθει μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν Θρόνον. Τοὺς δύο εἰρημένους λόγους μᾶς ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον· πρῶτον, ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κτημάτων θέλομεν ἀντικαταστήσει τὴν χρηματικὴν χορηγίαν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ταπεινὸν σιτηρέσιον, οὕτω δὲ θέλομεν ἀνυψώσει τὴν Βασιλείαν ὑπεράνω τῆς ταπεινῆς σφαίρας τοῦ σιτηρεσίου· καὶ δεύτερον, ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν κτημάτων τούτων τῷ Διαδόχῳ θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐγχωρίου γεωργίας. Παραπλησίως καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς ἀνέμνησεν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ δωρεὰ δίδεται οὐχὶ πρὸς τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ πρὸς τὴν θέσιν, ἂν καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις προσδιορίζῃ ῥητῶς τὴν δωρεὰν πρὸς τὸ πρόσωπον, διότι ἐχρησίμευεν αὐτῷ νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι, διὰ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται φανερὰ ἡ ψηφοφορία. Ἀλλὰ σήμερον μᾶς λέγει, ὅτι ἡ δωρεὰ δίδεται εἰς τὸν Διάδοχον, ὅπως, ὅταν γένηται Βασιλεύς, πορίζηται τὰ μέσα τῆς Βασιλικῆς συντηρήσεως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ κτήματος, διότι τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶχεν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν, παρίστα τὴν δωρεὰν γιγνομένην εἰς τὴν θέσιν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον, παρίστα τὴν δωρεὰν γιγνομένην εἰς τὸ πρόσωπον· ἐνῷ δ’ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν χθὲς περὶ τῶν δύο καταστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος προώρισται νὰ διανύσῃ, εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι γίνεται ἡ δωρεὰ εἰς τὸν Διάδοχον διὰ νὰ ἔχῃ τὰ κτήματα ταῦτα, ὅταν γένηται Βασιλεύς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν ἐσκοπεῖτε νὰ προτείνητε αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας; Ἀλλὰ διατὶ προτείνετε αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε; Διὰ τοῦτο ἐμνημόνευσα χθὲς τῶν δύο καταστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Διάδοχος προώρισται νὰ διατελῇ. Ἐφ’ ὅσον μὲν εἶναι Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, θέλει λαμβάνει τὴν χρηματικὴν χορηγίαν, ἐὰν δὲ κρίνητε ταύτην ἀνεπαρκῆ, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνητε τὴν αὔξησιν αὐτῆς· ὅταν ὅμως προτείνητε νὰ δωρηθῶσιν εἰς τὸν Διάδοχον προσωπικῶς τὰ κτήματα, περὶ ὧν πρόκειται, τότε πλέον δὲν προνοεῖτε περὶ τῶν μέσων τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον, ἤτοι νομοθετεῖτε αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας. Ἀλλ’ οὕτως ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἑκατονταετηρίδων θέλουσιν ἐξαντληθῆ πᾶσαι αἱ ἐκτάσεις ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, πρέπει δ’ ἀναγκαίως νὰ εὐχώμεθα, ἵνα τὰ ὅρια αὐτοῦ ἐκταθῶσι μέχρι τοῦ Γάγκου, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ θεραπεύσωμεν πάσας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ μέλλον θέσει παρουσιάσει, ἀφοῦ πρὸς ἕκαστον πρόσωπον, ἐμφανιζόμενον εἴτε ἐπὶ τοῦ Θρόνου, εἴτε εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, ὡς μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, πρέπει νὰ παρέχῃ τὸ Κράτος δωρεὰς κτημάτων καὶ γαιῶν, ἵνα καταστήσῃ αὐτὸν ἰδιοκτήτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη ὅσων εἶπον περὶ κολάκων, ἵνα ἀναμνησθῇ καὶ τῆς πρὸς τοὺς λαοὺς γιγνομένης κολακείας, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχῃ λόγον ν’ ἀποφεύγῃ νὰ ἀναμιμνήσκηται τῆς πρὸς τοὺς Βασιλεῖς γενομένης κολακείας. Ἐγὼ ὅμως οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀποφεύγω τὴν μνείαν οὐδὲ τῆς μιᾶς οὐδὲ τῆς ἑτέρας τῶν κολακειῶν τούτων· ἂν δὲ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς εἶδον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τινὰς ἐνασχολουμένους εἰς τὸ ἐπονείδιστον τοῦτο ἔργον, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλην. Στέμματος, ἔδωκεν ἐξετάσεις εἰς τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξητάσθη, τὸ συμβεβηκὸς μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ οἰκτείρω αὐτοὺς, οἵτινες ἀνέλαβον τὸ εὐτελὲς ἔργον νὰ διαφθείρωσι τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀνησυχῶ διὰ τὸν κίνδυνον, διότι γνωρίζω τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸν χαρακτῆρα ἐκ τῆς μελέτης τῆς Ἱστορίας αὐτοῦ. Ἀνησυχῶ ὅμως, μήπως ἡ ἀπόπειρα τῆς διαφθορᾶς ἐπιτύχῃ ἀλλαχοῦ, διότι οἱ νέοι ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν ἀπέκτησαν ἀκόμη τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, οὐδ’ ἐσπούδασαν ἐπαρκῶς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων, τυγχάνουσι μᾶλλον εὐάλωτοι εἰς τὰς παγίδας τῆς τοιαύτης ἀληθῶς ἐγκληματικῆς πολιτικῆς. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεμνήσθη τῶν λεχθέντων περὶ κολάκων, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ῥυμουλκήσεως ὑπὸ τοῦ λαοῦ, μακαρίζω ἀληθῶς ἐμαυτὸν, διότι ὁ βίος μου δὲν παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἄλλην πρὸς ἐπίκρισιν ἀφορμήν. Ἤθελον δ’ εἶσθαι πράγματι δυστυχὴς, ἄν ὁ δημόσιος βίος μου παρεῖχεν εἰς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τὴν εὐκολίαν νὰ μὲ καταγγείλῃ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι προσεπάθησα καὶ ἐραδιούργησα, ἵνα παραστήσω τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ὡς κομματικά, διὰ νὰ γίνω ἀρεστὸς εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι Ἕλληνες, καὶ δυνηθῶ οὕτω ν’ ἀπολαύσω τὴν ἐπικουρίαν τῶν ἀλλοδαπῶν, ὅπως ἀναῤῥιχηθῶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος μου. Τοιοῦτόν τι δὲν δύναται βεβαίως νὰ εἴπῃ κατ’ ἐμοῦ, εὐτυχῶς δὲ, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀναφέρῃ τοιοῦτόν τι καὶ κατ’ οὐδενὸς τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. (Εὖγε! εὖγε!)

§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀντίκειμαι κατ’ ἀρχὴν, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ν’ ἀπονεμηθῇ ἐθνικὴ δωρεὰ εἰς τὸν πρῶτον Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Δὲν ἀντίκειμαι, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν τὴν ἐνηλικιότητα τοῦ πρώτου Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τοῦ Διαδόχου, ὁ ὁποῖος συνεπλήρωσε τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη Ἕλλην καὶ ἐβαπτίσθη ὀρθόδοξος χριστιανὸς, ἁρμόζει καὶ δύναται ἡ ἐθνικὴ ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ ἐκδηλωθῶσι διὰ τῆς δωρεᾶς ἑνὸς τμήματος τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Δὲν δύναμαι λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀποκρούσω τὴν προκειμένην δωρεὰν, καὶ δὲν τὴν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν προορισμὸν τοῦ Διαδόχου, διότι, ἀπεναντίας, θέλει τῷ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ προσεγγίσῃ τὴν καλύβην τοῦ γεωργοῦ καὶ νὰ σπουδάσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ βασιλεύσῃ. Τὰ ἐκτεθέντα σχετικῶς μὲ τὸ δωρούμενον κτῆμα καὶ τὰ τῶν τρίτων δικαιώματα δὲν μὲ ἀνησυχοῦσι, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ Διάδοχος, μέλλων νὰ διαδεχθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαιώματά του, δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κτῆμα ὡς κατακτητὴς, ἀλλ’ ὡς εὐεργετικὸς ἰδιοκτήτης, συναλλαττόμενος πατρικῶς πρὸς τοὺς μέλλοντας ὑπηκόους του, καὶ προσπαθῶν ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἀγάπην αὐτῶν διὰ τῆς προστασίας τῶν ἀμέσων συμφερόντων των· δὲν μὲ ἀνησυχεῖ λοιπὸν τοῦτο, οὐδὲ ἡ γενικὴ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀφίνει πολλὰ δικαιώματα ἐκκρεμῆ καὶ μὴ ὡρισμένα. Ἀλλ’ ἐκπληρῶν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ θέσις μου μοὶ ἐπιβάλλει, ζητῶ, ὄχι μόνον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον διατυπόνει ἐπὶ τῶν καλλιεργημένων γαιῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ νομικαὶ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, νὰ γίνωσι σεβασταὶ καὶ νὰ διατυπωθῶσιν ἐν αὐτῷ. Ἠκούσατε, ὅτι οὐ μόνον περὶ καλλιεργημένων γαιῶν πρόκειται, ἀλλ’ ἐν τῇ παραχωρουμένῃ ἐκτάσει ὑπάρχουσι καὶ διάφορα ἄλλα εἴδη ἰδιοκτησίας, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων ὑφίστανται σχέσεις μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Δημοσίου, τὰς δὲ σχέσεις ταύτας πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐννοεῖ νὰ τὰς παραβιάσῃ, καθόσον μάλιστα καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ὑπέδειξεν, ὅτι ἐννοεῖ ἰσχυούσας τὰς νομικὰς ταύτας σχέσεις· ἑπομένως θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Διὰ τῆς δωρεᾶς ταύτης ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος ὑπεισέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου καὶ ἑπομένως αἱ πρὸς τοῦτο νομικαὶ σχέσεις τῶν τρίτων ὡς πρὸς τὰ δωρούμενα κτήματα ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι καὶ πρὸς τὸν ἐκδοχέα Διάδοχον». Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ κτήματα τῶν Μονῶν, ἡ δʹ. παράγραφος προβλέπει περὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελε δυνηθῇ τὸ Δημόσιον ν’ ἀποκτήσῃ. Νομίζω, ὅτι, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον διατετυπωμένον, καὶ ἀφοῦ ἀνησυχίαι τῶν ἰδίων Μονῶν ἐξηγέρθησαν, καλὸν εἶναι νὰ διασαφηνισθῇ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ μεταβληθῇ τὸ γράμμα αὐτοῦ εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δωροῦνται καὶ ὅσα κτήματα ἀποκτήσῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἀποζημιώσει. Ἡ ἔκφρασις εἶναι λίαν γενικὴ, καὶ ἢ νὰ τροποποιηθῇ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ῥητῶς νὰ δηλωθῇ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν. Τὰ δικαιώματα τῶν Μονῶν θεωροῦμεν ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα, ὄχι μόνον καθὼς παντὸς ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀπολαύοντα ἰδιαιτέρας προστασίας ἀπὸ αἰώνων. Ἑπομένως παρακαλῶ, νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ γίνῃ ῥητὴ δήλωσις, ὅτι τὰ κτήματα ἐκεῖνα δύνανται νὰ δωρηθῶσι μόνον, ἐὰν συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν αἱ Μοναί.

§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον.

§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «ὅσαι ἤθελον ἀποκτηθῆ ἐπὶ ἀποζημιώσει.» Ἡ ἀποζημίωσις δίδεται καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν.

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, οἴκοθεν ἐννοοῦνται· ἐὰν θέλῃ ὅμως περὶ αὐτῶν ἐπιπροσθέτως νὰ γίνῃ δήλωσις παρ’ ἡμῶν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν ταύτην.

§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνισθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ νομικαὶ σχέσεις τῶν τρίτων, αἱ ὑφιστάμεναι ἤδη ὡς πρὸς τὰ δωρούμενα, θὰ διατηρηθῶσιν αἱ αὐταί.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ νόμῳ.

§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις· θὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον 7.

§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε.

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλει τεθῆ εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος τεθειμένας, πρέπει νὰ γίνηται μυστικὴ ψηφοφορία, διὰ τοῦτο οὐδὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος εἰς οὐδεμίαν φανερῷ τῷ τρόπῳ γενησομένην ψηφοφορίαν. Θέλομεν μὲν παρίστασθαι ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ μὴ παρακωλυθῇ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἡ πρόοδος, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἀλλὰ δὲν θέλομεν μετάσχει τῆς ψηφοφορίας, ἀφοῦ γίνεται φανερά.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σάκκη καὶ κ. Καλογερόπουλε, προσέλθετε ὡς ψηφολέκται.

§75ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι ψηφολέκτης.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπιτηρήσητε μόνον εἰς τὴν ψηφοφορίαν, δὲν θὰ ψηφοφορήσητε.

§77ΣΑΚΚΗΣ. Οὐδὲν μέρος δύναμαι νὰ λάβω, κ. Πρόεδρε.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κοκέβη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον λέγουσι Ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ Κοκκέβη).

§79ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, δὲν ἔχω ψῆφον. Χθὲς εἶχον ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ψηφοφορία ἔπρεπε νὰ γίνῃ μυστική, διὰ τοῦτο σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω.

§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρνεῖται ψῆφον.

§81ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀρνεῖται ψῆφον· ἀπέχει νὰ ψηφοφορήσῃ.

§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρνοῦμαι ψῆφον σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχω σχηματίσει γνώμην ἐπὶ τοῦ ψηφοφορουμένου θέματος, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.

§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέσατε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπέχει.

§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέχω, διότι θεωρῶ τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν παράνομον, παρὰ τὸν Κανονισμὸν γενομένην.

§85ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀπέχω, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν Βασιλικήν.

§86ΣΑΚΚΗΣ. Ἀπέχω, διότι δὲν θέλω νὰ συντελέσω εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ Συντάγματος. (Περατοῦται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης Ν Ἰω. Πεζᾶς
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Κων. Σινέλης Ν
Γ. Σισμάνης Ν Κων. Λομβάρδος Ν
Δ. Βουλπιώτης Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ν Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος Ν Διον. Λομβάρδος Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ἀπέχ.Γεώργ. Θεοτόκης Ν
Μ. Γουλιμῆς Ν Κωνστ. Βασιλάκης
Μ. Ἰατρίδης Ν Ἀντ. Καποδίστριας
Δ. Χατζόπουλος ἀπέχ.Βασιλάκης
Γεώργ. Μίλησης Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ἀπέχ.
Σπ. Νοταρᾶς Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
Γεώργ. Κούστας Ν Σπυρ. Ἀλαμάνος
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Θεόφ. Προβατᾶς
Σωτ. Δανόπουλος Ν Ι. Παδοβᾶς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Εὐάγγ. Μπασιᾶς ἀπέχ.
Μιχ. Νικηφοράκης Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Δημ. Πετρίδης ἀπέχ.Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Νικ. Βαλσαμάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀπέχ.Γερ. Μουσούρης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Παν. Βενιεράτος Ν
Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ἀπέχ.
Φίλιπ. Βάρβογλης ἀπέχ.Γεώργ. Κόρπας
Ἠλίας Φλέσσας Στέφ. Σκουλούδης
Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Παν. Μανέτας Ν Νικ. Νομικός Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ἀπέχ.Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
Ἠλίας Παλαμήδης Ν Γεώργ. Μπούμπουρας Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
Δ. Ζέγγελης Ν Δημοσθ. Καΐρης Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Γεώργ. Δρόσος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀπέχ.Νικ. Κρίσπης Ν
Γεώργ. Χ. Παχύς Ν Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Στέφ. Δραγούμης Ν Κων. Κοσσονάκος Ν
Δημ. Γ. Ῥάλλης Παπαμιχαλόπουλος
Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας Γ. Μαυρομιχάλης
Φωκίων Νέγρης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης
Νικ. Μπουφίδης Ν Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λεων. Καπετανάκος
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ν
Νικ. Λεβίδης ἀπέχ.Γεώργ. Πετροπουλάκης Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας Ν Ἰω. Καρτάλης
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
Τρύφ. Μουτσόπουλος Ν Εὐάγγ. Σταμούλης
Γ. Ῥοῦφος Ν. Κοκωσλῆς Ν
Θάνος Κανακάρης Ν Α. Ἀστεριάδης
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Κων. Μαρκίδης Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλοςἀπέχ.Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Α. Φωτήλας Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἀντ. Ρικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
Αχ. Γεροκωστόπουλος ἀπέχ.Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀπέχ.
Ἰω. Κρεστενίτης Κων. Κουμουνδοῦρος ἀπέχ.
Ν. Κουμανιώτης ἀπέχ.Περ. Πεῤῥωτής
Στέφ. Στεφανόπουλος Δημ. Τζάνες Ν
Ν. Καλογερόπουλος Ν Περ. Μποῦτος
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Παν. Σάκκης ἀπέχ.
Ν. Παπανικολάου Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
Ν. Καφετζόγλους Ν Νικ. Μισυρλῆς
Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ἀπέχ.Θεόδωρος Γκίκας Ν
Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Δημ. Κάρτσωνας Κωνστ. Χαλκιόπουλος
Δημ. Π. Γουδῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Σ. Χατζηγάκης Ν Νικόλ. Κοντογιάννης
Κ. Ζωγλοπίτης Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀθ. Καζαμπάκας Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
Γ. Φραγγίδης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος
Α. Τακιατζῆς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
Γ. Τάκης Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος
Ν. Ταρμπάζης Θεμ. Κανάρης
Ζ. Φαλιάγκας Ν

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 77 κατὰ 1 παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 7, ἐπὶ 78 ψηφοφορησάντων· ἀπέσχον δὲ τῆς ψηφοφορίας 18 παρόντες Βουλευταί. (Εἶτα ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
2Τῆς 21 Μαΐου 1887.
3(Πέμπτη).
4Ὥρα 3 μ. μ.
5(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ
6ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Πε-
8τρόπουλος).
9§1ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ περιλά-
10βετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ εἰσαχθὲν παρ’ ἐμοῦ
11ἐσχάτως σχέδιον νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν
12τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀντὶ τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς
13προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς τὸ εἰσήγαγον πρό τινος. Εἶδον,
14ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη πρότασις νὰ τύχῃ εὐμενοῦς
15ἀποδοχῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν κ.
16Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς συνε-
17δριάσεως. Ἀντικαθιστῶ τὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκεί-
18νῳ, ὡς ἑξῆς.
19Τὸ ἄρθρον 998 τροποποιεῖται οὕτως. (Ἀναγινώσκει).
20Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἦναι καιρὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
21σύνης ἠδύνατο νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι εἶ-
22ναι καιρὸς ν’ ἀποκόψωμεν τοῦ τέρατος τὰς χεῖρας, διότι οἱ
23τοκογλύφοι, εἴς τε τὰς Ἐπαρχίας καὶ ἐδῶ, ἀναγκάζουσι τοὺς
24ἀγοράζοντας ἐνίοτε τρόφιμα ἢ ἐνδύματα, νὰ ὑπογράφωσι
25γραμμάτια καὶ ἐνίοτε συναλλαγματικὰς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
26τοιούτων ἐγγράφων εἰκονικῶν νὰ ζητῶσι τὴν προσωπικὴν
27αὐτῶν κράτησιν. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
28Ὑπουργὸν νὰ τὸ υἱοθετήσῃ, ὑμᾶς δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τὸ
29περιλάβητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
30(Ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
31σύνολον,
32Εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια:
33Περὶ ἀντικαταστάσεως δανείων.
34Περὶ τροποποιήσεως τῆς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεως
35τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ δάνειον τῶν κερματικῶν γραμματίων.
36Περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑται-
37ρίας.
38Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 87,592 ἐπὶ τοῦ
39Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886.
40Εἰς τρίτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια:
41Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
42σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1887.
43Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 172,
44915 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886 τοῦ Ὑπουρ-
45γείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
46Εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια:
47Περὶ αὐξήσεως κατὰ δραχμὴν τοῦ ἐπιβεβλημένου προσθέ-
48του φόρου ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους πρὸς κατασκευὴν ὑδρα-
49γωγείου.
50Περὶ ἐξομοιώσεως τῶν ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων πρὸς
51τοὺς τακτικοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. ναυτικοῦ.
52Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΝϚʹ. τῆς 27 Μαρτίου
531884 περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων.
54Καὶ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστά-
55σεως Τμήματος ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
56Ἐσωτερικῶν.
57§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
58ἀναδιοργανώσεως τοῦ Σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν
59τοῦ Κράτους.
60(Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
61(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
62§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προσ-
63τεθῇ μετὰ τὴν τρίτην παράγραφον. «4. Ἐκ πέντε βοηθῶν ἐν
64τῇ Διευθύνσει τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὧν δύο μὲ μισθὸν καὶ
65βαθμὸν Ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως, καὶ τρεῖς
66μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ. ἢ Βʹ. τάξεως».
67(Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην ἐπιψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3).
68(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 4, 5, 6
69καὶ 7).
70§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).
71§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προσ-
72τεθῶσιν ἐν τῇ παραγράφῳ πέμπτῃ καὶ μετὰ τὰς ἐν ἀρχῇ
73αὐτῆς λέξεις: «ἡ μισθοδοσία τῶν βοηθῶν», αἱ λέξεις: «τῶν
74ἐχόντων μισθὸν καὶ βαθμὸν μηχανικοῦ ά. τάξεως.»
75(Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 8, καὶ τὸ 9 ὡς ἔχει).
76§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
77§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸ
78ἄρθρον 10 «οἱ μηχανικοὶ ά. τάξεως ἔχουσι δραχ. 260»· νὰ
79διορθωθῇ «240»· οἱ βʹ. τάξεως ἔχουσι δραχ. 230, νὰ διορ-
80θωθῇ «220», καὶ τῶν τῆς γʹ. νὰ σημειωθῇ μισθὸς δρ. 200.
81(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 ὡς διωρθώθη, καὶ τὰ ἄρθρα 11
82–17 ὡς ἔχουσι).
83(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
84§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ
85παραγράφῳ αὐτοῦ, ἐν γραμμῇ πέμπτῃ καὶ πρὸ τῆς λέξεως
86«γνωμοδοτήσεως», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «περὶ τούτου
87συμβουλευτικῶς».
88(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, οὕτω τροπολογηθέν).
89(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
90§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου
91λέξεις «ὑπερβαίνῃ τὸν μῆνα» ἀντικαθιστάμεναι διὰ τῶν ἑξῆς:
92«ἦναι πλέον τοῦ μηνός, ἢ ἐγκαταλείπηται ἡ θέσις αὐτογνω-
93μόνως».
94(Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 19. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 20, ὡς
95ἔχει.
96Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
97Ἐσωτερικῶν, προστίθενται αἱ λέξεις «ἐκ τοῦ Σώματος ἀπο-
98χωρούντων», πρὸ τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέξεων «ἐκ τῆς
99ὑπηρεσίας».
100Μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δε-
101κτὸν τὸ ἄρθρον 21, τὸ δὲ ἑπόμενον 22 ὡς ἔχει.
102Ἀναγνωσθέντος δὲ τοῦ ἄρθρου 23, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
103τερικῶν ζητεῖ νὰ γραφῇ «καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τὸ 70» ἀντὶ
104τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
105Μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δε-
106κτὸν τὸ ἄρθρον.
107Μετὰ ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ
108διαγραφῇ ἡ τρίτη τοῦ ἄρθρου 24 παράγραφος, καὶ μετὰ τὴν
109διαγραφὴν ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
110Ἐπίσης ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25
111ὡς ἔχει.
112Κατόπιν ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 26. Ἐπὶ τούτου ὁ
113Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ προστεθῶσι μετὰ
114τὴν δευτέραν τοῦ ἄρθρου παράγραφον τὰ ἑξῆς:
115«Ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἡ γνώμη τῶν μελῶν
116τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς σημειοῦται μόνον εἰς τὰ πρα-
117κτικά».
118Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν
119τὸ ἄρθρον 26.
120Ἀναγινώσκονται μετὰ ταῦτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
12127 μέχρι 38 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν.
122Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 39 ὁ Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ διαγραφῇ
123ὁλόκληρος ἡ δευτέρα παράγραφος.
124Μετὰ τὴν διαγραφὴν ψηφίζεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ
125ἄρθρον.
126Κατόπιν ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40
127μέχρι 45, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς
128δευτέραν συζήτησιν).
129(Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν
130συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον
131περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος μεταλλεύσεως μαγγα-
132νεζιούχου σιδήρου ἐπὶ τοῦ μεταλλείου χαλκοῦ καὶ ψευδαρ-
133γύρου τοῦ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου
1341876 παραχωρηθέντος).
135§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώ-
136σεως συμβάσεως διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πατρῶν–
137Πύργου.
138§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναπτύξεως τῆς σι-
139δηροδρομικῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς συμβάσεως. Κατόπιν
140ὅμως τῶν ζημιῶν, ἃς ἡ κοινωνία ὑπέστη ἀπὸ τὰς παραχωρή-
141σεις τοῦ 1882, πρέπει νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν προσοχήν.
142Διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως δὲν ἐπικυροῦμεν μόνον προη-
143γουμένας παραχωρήσεις, ἀλλὰ δίδομεν παραχώρησιν νέας
144γραμμῆς, ὡς διαγράφει τὸ ἄρθρον 4, ἀπὸ ἓν σημεῖον μεταξὺ
145Πατρῶν–Πύργου εἰς Κυλλήνην. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ἡ Κυβέρ-
146νησις, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰ
147διαγράμματα, τὴν ἐκτίμησιν, τὰς μελέτας τῆς Γαλλικῆς
148Ἀποστολῆς, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἀόριστον καὶ οὔτε τὸ
149μῆκος ἀναφέρει, οὔτε ἄλλο τι σχετικόν, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς
150προηγουμένην σύμβασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ συνεισφέρῃ
151εἰς τὴν Ἑταιρίαν 20 ἢ 30,000 κατὰ χιλιόμετρον. Διὰ τοῦτο
152προτείνω, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, μέχρις οὗ κατατεθῶσιν
153αἱ πληροφορίαι.
154§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ μόνον νεώτερον, τὸ
155περιεχόμενον ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει, εἶναι τὰ τῆς διακλα-
156δώσεως τῆς Κυλλήνης, ἥτις παραχωρεῖται ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς
157ὅροις τῆς προηγουμένης συμβάσεως, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δη-
158μοσίου, οὐχὶ ἐγγύησιν, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς χορηγίας
15920,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ὅταν κατορθῶται ἐπὶ
160τοιούτοις ὅροις ἡ παραχώρησις, δὲν ἔχομεν ἕτερον νὰ ζητή-
161σωμεν. Ὡς πρὸς δὲ τὰ διαγράμματα, ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς
162τὴν ἐκτέλεσιν καὶ, ὅταν ὑποβληθῶσι, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει
163τὰ ἐξελέγξει. Θὰ εἴχομεν ἀνάγκην λεπτομερειῶν περὶ τῆς
164γραμμῆς, ἂν προέκειτο νὰ ἐγγυηθῶμεν τὸν τόκον τοῦ δαπα-
165νηθησομένου κεφαλαίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπεβάλ-
166λετο ἡ ἐξέλεγξις περὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τῆς ἐπι-
167χειρήσεως, ἵνα μὴ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ κεφαλαίου ὁ
168ἐγγυηθησόμενος τόκος καταστῇ ἀνώτερος τοῦ φαινομένου’
169ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἁπλοῦ χορηγήματος, τοῦτο δὲ εἶ-
170ναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεβλήθη ὑπὲρ τῶν σιδηροδρό-
171μων Θεσσαλίας καὶ Πελοποννήσου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ
172μὴ συντελέσωμεν δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς συγκοινω-
173νίας μέχρι Κυλλήνης.
174§13ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν λησμονεῖ, ὅτι, ὅτε ἐγέ-
175νετο ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελο-
176ποννήσου, ἀπεφασίσθη ἡ χορήγησις 20,000 δραχμῶν κατὰ
177χιλιόμετρον, εἰς γραμμὴν ἔχουσαν μῆκος 400 χιλιομέτρων
178καὶ πολλὰ τεχνικὰ ἔργα νὰ ἐκτελέσῃ· ἀλλ’ ἡ γραμμὴ με-
179ταξὺ Πατρῶν καὶ Πύργου καὶ Κυλλήνης δὲν ἔχει τοιαῦτα
180ἔργα. Διὰ νὰ χορηγήσωμεν διὰ τὴν νέαν γραμμὴν 20,000,
181πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὐλάχιστον, τί θὰ κατασκευασθῇ.
182Ἤκουσα, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐκεῖ θὰ κοστίσῃ 35,000 κατὰ χι-
183λιόμετρον.
184§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν σι-
185δηροδρομικῶν γραμμῶν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι αὗται εὔκολοι, ἐδῶ
186ἐν Ἑλλάδι, ὅπου θὰ μετενεχθῇ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ ὑλικὸν
187τῆς ἐπιστρώσεως καὶ τῆς κινήσεως, δὲν δύνανται νὰ κατέλ-
188θωσι κάτω τῶν 60,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ἂν
189ἄρα ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κατωτάτη δαπάνη θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν
190διακλάδωσιν ταύτην, πάλιν τὸ χορήγημα δὲν εἶναι ὑπερβο-
191λικόν. Εἶναι δὲ τὸ σύστημα τῆς συμβολῆς τοῦ Δημοσίου διὰ
192χορηγήματος προτιμότερον τοῦ δι’ ἐγγυήσεως καὶ οἰκονομι-
193κώτερον· διότι ἡ Ἑταιρία, ἡ λαμβάνουσα τὸ χορήγημα, ἀφίε-
194ται κυρία τοῦ σιδηροδρόμου καὶ αὕτη εὐθύνεται ἐπὶ ταῖς
195συνεπείαις τῆς καλῆς ἢ κακῆς κατασκευῆς, ὠφελουμένη ἢ βλα-
196πτομένη ἐξ αὐτῆς, ἐνῷ, ὅταν κατασκευάζηται ὁ σιδηρόδρομος
197διὰ κεφαλαίου, οὗτινος ἐγγυᾶται τὸ Δημόσιον τὴν πληρω-
198μὴν τοῦ τόκου, καὶ κακὴ ἂν ἦναι ἡ κατασκευὴ, ἡ Ἑταιρία
199ἀποζημιοῦται. Ἡμεῖς ἄρα ἐπεδιώξαμεν, ὁσάκις ἦτο δυνατὸν,
200τὴν παραχώρησιν τῶν σιδηροδρόμων ἐπὶ χορηγήματι, ἵνα
201ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ συμφέροντος τῆς Ἑταιρίας, περὶ τῆς
202καλῆς κατασκευῆς. Ὁσάκις τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνηται, εἶναι
203δὲ δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἕτε-
204ρον σύστημα, τῆς ἐγγυήσεως τοῦ τόκου τοῦ κεφαλαίου. Ἤδη
205εὐτυχῶς πρόκειται περὶ διακλαδώσεως, τὴν ὁποίαν ἀναδέχε-
206ται ἡ Ἑταιρία νὰ κατασκευάσῃ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ
207χορηγήματος, δὲν ἔχομεν ἄρα ἀνάγκην λεπτομερειῶν.
208§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντιθέτως, πρέπει νὰ ἐνερ-
209γῶμεν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας. Φρονῶ,
210ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἦναι γενναιότερον εἰς τὴν συν-
211δρομὴν, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοιαύτην ἐποχὴν, ἀλλὰ καὶ
212αὐστηρότερον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τελειότητος τῆς κα-
213τασκευῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν
214ἀντὶ 20,000 ἐδίδομεν 25,000, ἢ καὶ περισσοτέρας, ἀλλὰ τὸ
215ἔργον, ὡς πρὸς τὴν στερεότητα καὶ τελειότητα, νὰ μὴ ὑπο-
216λείπηται τοῦ σκοποῦ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ μέχρι τοῦδε
217γενόμενα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐγένοντο εἰς τὴν κατασκευὴν τό-
218σαι καμπύλαι καὶ τοιαῦται ἀκτῖνες, ὅτι ἐδόθη τοιαύτη
219διεύθυνσις, ἡ ὁποία μόλις ἔφθανεν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον
220τοῦ ἐπιστημονικῶς δυνατοῦ, καὶ τοῦτο χάριν οἰκονομίας·
221διότι ἡ ἐργασία ἦτο δυσανάλογος πρὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα
222ἐχορηγοῦμεν. Ἂν θελήσητε νὰ μεταβῆτε εἰς Κόρινθον, λαμ-
223βάνετε γνῶσιν τῆς ἀδιαλείπτου προσοχῆς, ἡ ὁποία κατα-
224βάλλεται ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ δρόμου· καὶ τοῦτο, διότι
225ἡ διαγραφὴ εἶναι τοιαύτη, αἱ καμπύλαι εἶναι τοιαῦται,
226ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ταχεῖαν κίνησιν τοῦ σιδηροδρόμου.
227Προκειμένου περὶ ἔργων, ἅτινα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν δημο-
228σίαν ἀσφάλειαν, δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοί, ἀλλὰ πρέ-
229πει νὰ μελετηθῇ τὸ ἔργον καλῶς· καὶ γνωρίζετε πάντες, τί
230ἐγένετο εἰς τὴν γέφυραν τῆς Κακῆς Σκάλας· ἀπῃτοῦντο
231500,000 δραχμῶν, ἵνα γίνῃ διάτρησις τοῦ ὄρους, ἥτις δὲν
232ἐγένετο, ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων· ἀλλὰ τοιαύτη οἰκονομία
233δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη· ἢ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τί-
234ποτε, ἢ πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν ὅσον οἷόν τε τέλειον· διότι
235αὐτὰ τὰ ἔργα δὲν ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην ἡ διάρ-
236κειά των εἶναι μακρὰ, καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφά-
237λειαν καὶ τὴν δημοσίαν συγκοινωνίαν.
238§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἦτο ἀκριβές, ὡς φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος
239προαγορεύσας, ὅτι διὰ προσθήκης 5,000 δραχμῶν κατὰ
240χιλιόμετρον, θὰ ἦτο δυνατόν, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ
241Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τραπῇ εἰς γραμμὴν με-
242γάλης συγκοινωνίας, τουτέστι μὲ κλίσεις οὐχὶ ἀποτόμους καὶ
243μὲ ἀκτῖνας μεγάλας, βεβαίως οὐ μόνον εἰς ταύτην τὴν
244θυσίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς διπλασίαν, προθύμως ὤφειλε νὰ συναι-
245νέσῃ τὸ Δημόσιον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν τοιαύτην μετατροπὴν
246τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης γραμμῆς κα-
247νονικῆς καὶ γραμμῆς οἰκονομικῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε
248διὰ 10,000 καὶ 15,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον ἐπὶ πλέον νὰ
249δύνηται ν’ ἀποκτηθῇ τὸ αἱρετώτερον σύστημα. Ἐὰν τὸ τμῆ-
250μα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ
251κ. Βουλευτοῦ, ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ μετριαζομένων τῶν
252κλίσεων καὶ μηκυνομένων τῶν ἀκτίνων, ἡ δαπάνη θὰ ἦτο
253κατὰ 200% ὑπερτέρα, πιθανὸν δὲ καὶ πέραν τούτου· διότι
254ἐν συνόλῳ ἡ γραμμὴ ἐστοίχισεν, ὑποθέτω, περίπου 80,000
255δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἂν ἐπρόκειτο δὲ ἡ γραμμὴ
256αὕτη κατὰ τὸ τμῆμα τὸ ἰδιαζόντως δυσχερὲς νὰ κατασκευα-
257σθῇ κανονικῶς, καὶ οὐχὶ οἰκονομικῶς, θὰ ἐστοίχιζεν ἴσως
258300,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, τουτέστι θὰ ἦτο ἡ
259δαπάνη ὑπερτριπλασία τῆς ἀπαιτηθείσης πρὸς τὴν κατα-
260σκευὴν, ὡς ἔχει.
261Τὰ ἔργα ταῦτα δὲν ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην,
262ἀλλὰ πρὸς κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας πρέπει ν’
263ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἂν θέλωμεν
264σήμερον νὰ κατασκευάσωμεν γραμμὰς διὰ συστήματος κα-
265νονικῆς συγκοινωνίας, πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν κατα-
266σκευὴν ἐπὶ 15 καὶ ἐπὶ 25 ἔτη. Ἐθεωρήθη δὲ ὀρθότερον, νὰ
267γίνῃ ἡ κατασκευὴ ἀπὸ τοῦδε διὰ τοῦ συστήματος τοῦ
268οἰκονομικοῦ, ἀφιεμένης εἰς τὸ μέλλον τῆς ἀντικαταστάσεως
269τῆς γραμμῆς δι’ ἑτέρας κανονικῆς συγκοινωνίας. Ὅταν μετὰ
270τὴν πάροδον ἐτῶν τινων, ὑποβοηθούσης τὴν ἀνάπτυξιν τῆς
271συγκοινωνίας καὶ αὐτῆς τῆς λειτουργίας τῆς οἰκονομικῆς
272γραμμῆς, μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων,
273ὅταν ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ πλούτου τῆς χώ-
274ρας θὰ ἦναι ἱκανὴ, ὅπως ἐγγυᾶται ἔσοδα, ἐκ τῆς λειτουρ-
275γίας τοῦ σιδηροδρόμου, ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰ ἔξο-
276δα γραμμῆς κανονικοῦ συστήματος, τότε μόνον θὰ δύνηται
277νὰ γίνῃ σκέψις περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν τοπικὴν συγ-
278κοινωνίαν τῶν σιδηροδρόμων τοῦ κανονικοῦ συστήμα-
279τος. Σήμερον βλέπομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὰ ἔσοδα μὴ
280ἀνταποκρινόμενα οὐδ’ εἰς τὴν δαπάνην τῆς οἰκονομικῆς συγ-
281κοινωνίας, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπα-
282νῶν τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς κινήσεως δὲν εἰσπράττει τὸν
283τόκον τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου, ἀλλὰ μόλις τὸ ἥμισυ
284τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀγοραίου τόκου, ἢ ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεος.
285Εὐτύχημα ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν
286ἐπιχειρήσεων τῶν σιδηροδρομικῶν, διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς πολυ-
287τελείας. Προελόμενοι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, καίτοι τὸ
288ἔσοδον οὐδὲ πρὸς τοιούτου συστήματος τὴν αὐτάρκη λει-
289τουργίαν εἶναι ἀποχρῶν, ἔχομεν ὅμως τὴν προσδοκίαν ἐντὸς
290βραχέως χρόνου νὰ ἴδωμεν ἐπιτυγχανομένην τοιαύτην τῶν
291ἐσόδων ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ ἱκανοποιῶνται τὰ κεφάλαια, καὶ
292νὰ ἐμψυχωθῶσιν εἰς ἐπιχείρησιν σιδηροδρομικῶν ἔργων γεν-
293ναιοτέρων καὶ μᾶλλον ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰς εὐχὰς
294τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
295§17ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς χορηγίας, ὡς εἶπον,
296ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι αἱ συμβάσεις αὗται κατέστησαν
297χρηματιστικαὶ καὶ κερδοσκοπικαὶ, διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ
298μᾶς ὑποβάλωσι τὰ σχέδια, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποίας ὑπο-
299χρεώσεις θ’ ἀναλάβῃ ἡ Ἑταιρία. Ἔχομεν τὸν Σιδηρό-
300δρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου· ἅπαντες γνω-
301ρίζομεν τὴν Ἑλληνικὴν κατασκευὴν, καὶ ὡς ἐκ ταύτης τὴν
302κακὴν ὑπηρεσίαν του· π. χ. καθ’ ὁδὸν συχνάκις χωρίζει τὰ
303φορτηγὰ ἁμάξια, θέτει διπλᾶς ἀτμομηχανὰς καὶ πολλὰς
304ἐλλείψεις ἔχει, τοῦτο δὲ, διότι ἡ ἐπιχείρησις ἐτελέσθη ὑπὸ
305κερδοσκοπικὴν μόνον ἔποψιν. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐπιχο-
306ρηγήσεως, ἀλλ’ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ ἐξετασθῇ καλ-
307λίτερον τὸ πρᾶγμα.
308(Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, περὶ κυρώ-
309σεως συμβάσεως διὰ τὴν Σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πατρῶν,
310—Πύργου, εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
311(Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
312σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια:
313Περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῆς καὶ δια-
314θέσεως δυναμίτιδος.
315Περὶ φυλακῶν.
316Περὶ κηρυκείων δικαιωμάτων.
317Περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυ-
318μένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ κτιρίων.
319Περὶ ἅλατος διὰ βιομηχανικὴν καὶ γεωπονικὴν χρῆσιν.
320Περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πά-
321τραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας.
322Περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς δια-
323χειρίσεως τῆς σμύριδος καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς Οἰκονομικοῦ
324Ἐπιθεωρητοῦ.
325Περὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου πρὸς μηχανικὰς μελέ-
326τας τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων· καὶ
327Περὶ ἀδείας συστάσεως ἰδιωτικοῦ Φρενοκομείου ἐκ τοῦ
328κληροδοτήματος Δρομοκαΐτου.)
329§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς
330Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας.
331§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδωμεν, σᾶς παρακαλῶ,
332κύριοι Βουλευταὶ, διότι εἶναι ἀνάγκη ὡριμώτερον νὰ σκεφθῶ-
333μεν ἐπὶ τοῦ βαρυσημάντου τούτου νομοσχεδίου. Εἴμεθα ἀκόμη
334εἰς καιρὸν νὰ σταματήσωμεν, προτοῦ καὶ διὰ τῆς εἰς τρίτην
335ἀνάγνωσιν τυπικῆς αὐτοῦ ἐπιψηφίσεως θεωρήσωμεν ὁριστικῶς
336περατωμένην τὴν σοβαρὰν ταύτην συζήτησιν. Σᾶς παρακαλῶ,
337ἐν ὀνόματι τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, ἐν ὀνόματι
338τοῦ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέῃ
339ἐπὶ ζητήματος, θίγοντος ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, νὰ ἐξετά-
340σωμεν ἄνευ πάθους, ἄνευ κομματικῆς προκαταλήψεως, πάσας
341τὰς εὐρείας καὶ σπουδαίας ἐπόψεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέ-
342διον τοῦτο παρουσιάζει. Εἴθε οὐδέποτε νὰ ἠνοίγετο ἡ συζήτη-
343σις αὕτη! Εἴθε οὐδέποτε νὰ ἠκούοντο οἱ λόγοι, οἵτινες καὶ
344ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἠκούσθησαν! Ἀλλὰ
345δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι τῶν βαρέων τούτων ἀτόπων.
346Εἶναι τοσοῦτον μεγάλη ἡ βλάβη, ἡ ἐκ τῆς ἀνακινήσεως μό-
347νον τοῦ ζητήματος τούτου προκύψασα, τοσοῦτον δὲ καιρία
348καὶ τρισμεγίστη ἡ ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου προ-
349κύψουσα, ὥστε διστάζω ν’ ἀποδώσω ὁλόκληρον τὴν ἐπὶ ταύτῃ
350εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νο-
351μοσχεδίου. «Ἀπόδωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι.» Μὴ τάχα
352καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦναι Ἕλλην καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων
353τῆς Ἑλλάδος τέκνων; Εἶναι δυνατὸν, νὰ μὴ αἰσθάνηται καὶ
354οὗτος θλῖψιν βαθεῖαν, ὅταν βλέπῃ πολύτιμα τῆς Ἑλλάδος
355συμφέροντα διακινδυνεύοντα, αἰσθήματα δὲ, ἀποτελοῦντα τὰς
356βάσεις καὶ τὰ θεμέλια τῆς πολιτικῆς ἡμῶν εὐημερίας, μαραι-
357νόμενα καὶ χαλαρούμενα; Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅσα κατὰ
358τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκ πλάνης ἴσως ἢ ἐξ ὑπερβολῆς, οἱ πο-
359λιτικοὶ αὐτοῦ κατήγοροι, ἐν καλῇ πίστει, καταλαλοῦσι, διότι
360δὲν φαντάζομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλλην ἐν ἐπιγνώσει νὰ
361ἦναι ἔνοχος τοιούτων ἐσχάτων κατὰ τῆς πατρίδος του ἐγ-
362κλημάτων....
363§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνοῦμεν.
364§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ
365μοι, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ ἔχω τὴν παρήγορον ταύτην ἀμφι-
366βολίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ τοσοῦτον ὀλέθριον, ὥστε
367τὴν ἀρχικὴν τούτου σύλληψιν ἄγομαι ν’ ἀποδώσω εἰς κα-
368ταχθόνιον καὶ δυσμενῆ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἔμπνευσιν, εἰς βά-
369σκανον καὶ μυστηριώδη δαίμονα, φθονήσαντα τὴν εὐτυχῆ ἁρ-
370μονίαν καὶ τὴν ἀμοιβαίαν πεποίθησιν καὶ ἀγάπην, ἥτις δέον
371νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, καὶ ἣν ἔρχεται οὗτος
372σατανικῶς νὰ συνταράξῃ. Ἐμβλέψατε δὲ, κύριοι Βουλευταὶ,
373ὁποίαν θλιβερὰν συγκυρίαν παρεσκεύασε τόσον χαιρεκάκως ἡ
374καταχθόνιος αὕτη ἔμπνευσις! Σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς τελεῖ γη-
375θοσύνως πανήγυριν, καὶ ἐν ἀγαλλιάσει ἑορτάζει τὴν ἐπέτειον
376ὀνομαστικὴν ἑορτὴν τοῦ ἀπ’ αἰώνων ὀνειρευθέντος Διαδόχου τῶν
377Κωνσταντίνων, τὸ πρῶτον ἤδη μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς
378δεκαοκταετοῦς ἡλικίας αὑτοῦ· καὶ δὲν ἀποτελεῖ μὲν ἡ συμ-
379πλήρωσις τῆς ἡλικίας ταύτης τὴν ἀστικὴν ἐνηλικίωσιν, διότι
380περὶ ταύτης τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προνοεῖ, ἀλλὰ βε-
381βαίως ἀποτελεῖ Βασιλικὴν ἐνηλικίωσιν, συνταγματικῶς ἐννοου-
382μένην ὑπὸ τὰς αἱρέσεις, ὧν ὅλοι εὐχόμεθα ποῤῥωτέραν τὴν
383ἐπέλευσιν· τοιαύτη βεβαίως εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ
384Συντάγματος. Ἡ σήμερον λοιπὸν σημαντικὴ ἑορτὴ ἔπρεπε νὰ
385ἦναι ἄμικτος παντὸς ἄλλου συναισθήματος, πλήρης δὲ μόνον
386τῆς ἀγάπης καὶ τῶν ἐλπίδων, ἅτινα συνδέονται μετὰ τοῦ
387Διαδόχου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα καὶ προφερόμενον μόνον συγ-
388κινεῖ καὶ γαλβανίζει πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, καὶ ἐν
389τούτοις τὴν αὐτὴν ἡμέραν συζητοῦμεν, εἰς τρίτην μάλιστα
390ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον ἀμφιβόλου συνταγματικότητος, προ-
391βληματικῆς νομιμότητος, καὶ προκαλούμεθα νὰ δώσωμεν
392τὴν ψῆφόν μας διὰ τρόπου, ἀντικειμένου εἰς τοὺς νόμους,
393καθ’ οὓς ἡ Βουλὴ ἐκφέρει τὴν γνώμην της ἐπὶ παρομοίων
394ὑποθέσεων. Σήμερον βεβαίως δὲν ἦτο ἡ ἡμέρα, ἥτις ἄλλως τε
395οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ, καθ’ ἣν νὰ συζητῶμεν
396θέμα, ἐμβάλλον εἰς ἀπελπισίαν χιλιάδας ψυχῶν, καὶ συντα-
397ράσσον τὴν ἡσυχίαν μεγάλων καὶ ἱστορικῶν τῆς Πατρίδος
398μας Μονῶν, εἰς ἃς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐμμέσως ἐπιβάλλο-
399μεν τὴν ἀπεμπόλησιν προαιωνίων δικαίων των· τοιαῦτα
400συναισθήματα ἀνησυχίας καὶ φόβου οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ
401συνταράξωσι τὰς ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μας, ἐξόχως δὲ
402ἦτο ἀπηγορευμένον ν’ ἀνακινηθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν ταύ-
403την· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυ-
404νοι τοῦ βαρέος τούτου σκανδάλου, καὶ δικαιούμεθα νὰ ἀνα-
405φωνήσωμεν: Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ τοῦτο ἐῤῥίφθη!
406Ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προτάξω τὰς ὀλίγας
407ταύτας λέξεις ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε θὰ
408ὑπῆρχε διπλῆ γνώμη, οὔτε ἐντὸς, οὔτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου
409τούτου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν, νὰ
410περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διατάξεις, πρὸ τῶν ὁποίων
411δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σιγήσωμεν ἄνευ βαρυτάτης παραλείψεως
412τῶν καθηκόντων, δι’ ὧν ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μᾶς
413περιέβαλε. Τῶν διατάξεων τούτων ἐπιχειρῶν τὴν ἀνάλυσιν,
414δηλῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πάσας τὰς λε-
415πτομερείας, διότι ταύτας καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες εὐ-
416ρέως ἀνέπτυξαν, καὶ ἐγὼ διὰ βραχέων κατὰ τὴν πρώτην τοῦ
417νομοσχεδίου συζήτησιν ἐνέδειξα τὰ κυριώτερα ἐλαττώματα
418καὶ τὰς ἀσαφείας καὶ ἀοριστίας τῶν πλείστων αὐτοῦ δια-
419τάξεων. Ἀκροποδητεὶ λοιπὸν θέλω διέλθει τὰ πλειότερα
420σημεῖα τοῦ συζητουμένου ζητήματος, σταματῶν μόνον εἰς
421τὰ κεντρικώτερα, εἰς τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμωμεν
422βραχεῖς τινας σταθμούς· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι μετὰ τὴν
423ἀποτυχίαν τῆς περὶ ἀναβολῆς προτάσεώς μου ἐδίστασα, καὶ
424ἐδίστασα ἐπὶ πολὺ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
425οὐσίας, ἂν καὶ ῥητῶς τοῦτο ὑπεσχέθην· ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς
426προτάσεώς μου περὶ ἀναβολῆς καὶ ἡ μετέπειτα ἀνένδοτος
427ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως μ’ ἔπεισαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη
428ν’ ἀναχαιτισθῇ, καὶ ὅτι μοιραίως, ὅσον καὶ ἀκατασχέτως, φε-
429ρόμεθα πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν ὀλεθρίου κατὰ τὴν κρίσιν μου
430νομοσχεδίου· πρὸς τί, λοιπὸν, ἐσκέφθην μετ’ ἐμαυτὸν, νὰ
431ὑποθάλπωνται πλειότερον συζητήσεις ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον
432ἔπρεπε μετ’ ἄκρας λεπτότητος καὶ ἐνθουσιώδους ὁμοφωνίας
433νὰ κανονίσωμεν; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἠγέρθη, ἦτο δυ-
434νατὸν οἱοσδήποτε ἀντιπρόσωπος, μὴ θέλων νὰ συμβιβάζηται
435μετὰ τῆς συνειδήσεώς του, νὰ σιγήσῃ, παραλείπων τὸ κα-
436θῆκον, ὅπερ ἔχει πρὸς τὴν Πατρίδα του καὶ πρὸς τὴν Βα-
437σιλείαν, ἅπερ θεωρῶ ταυτόσημα; Ἦτο δὲ εἰς ἐμὲ πρὸ πάν-
438των ἐπιτετραμμένον νὰ σιωπήσω, ἀφοῦ ἔχω τὴν τιμὴν
439ν’ ἀντιπροσωπεύω τὸν νομὸν ἐκεῖνον, εἰς ὃν ἐμπερικλείονται
440αἱ δωρούμεναι ἐκτάσεις; Πάντα λοιπὸν δισταγμὸν, ἐξ οἱασ-
441δήποτε σκέψεως, ἐθεώρησα ἔνοχον, καὶ μετὰ χαρᾶς, διότι τὸν
442ὑπερενίκησα, ἀνῆλθον τὸ βῆμα. Ἂς εἴπωσιν οἱ μικροὶ αὐλο-
443κόλακες ὅ,τι θέλουσιν, ἂς ἀλλαλάξωσιν οἱ ἐρασταὶ τῶν τα-
444πεινῶν θυμιαμάτων· εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς συνει-
445δήσεώς μου καὶ ἡ κρίσις τῆς ἱστορίας καὶ τῶν συμπολιτῶν
446μου, τὴν ὁποίαν πεποιθότως ἀναμένω. Κατὰ τί διϊστάμεθα,
447Κύριοι, ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ; Μὴ τάχα διϊστάμεθα εἰς
448τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Εἰ καὶ τοῦτο περιέχει διαφό-
449ρους, οὕτως εἰπεῖν, ἀρχὰς καὶ ὡς ἐκ τῶν ποικίλων ἀντικει-
450μένων, ἅτινα κανονίζει, τυγχάνει πολυσύνθετον, εἰς οὐδεμίαν
451τῶν ἀρχῶν τούτων διαφωνοῦμεν, οὐδὲ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ
452διαφωνήσωμεν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου κανονίζει
453τὴν ἀστικὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν λοιπῶν με-
454λῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τῶν δυναμένων νὰ κληθῶσιν
455ἐπὶ τὴν διαδοχὴν, ὡς καὶ τῶν νομίμων αὐτῶν συζύγων, ὁρι-
456ζομένης τῆς ἐνηλικιώσεως μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δε-
457καοκταετοῦς αὐτῶν ἡλικίας· οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχομεν
458ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς οὐδ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου καὶ τρίτου,
459τῶν κανονιζόντων τὰ τοῦ γάμου, τῆς ἐπιτροπείας, κηδεμο-
460νίας καὶ ἀντιλήψεως τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἀλλ’ ἂν καθ’
461ὁλοκληρίαν συμφωνῶμεν ἐπὶ τῶν εἰρημένων ἄρθρων, πῶς
462δυνάμεθα νὰ μὴ ἐπιφέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ
463ἄρθρου 4, τοῦ κανονίζοντος τὴν κατάταξιν καὶ τὸν προβιβα-
464σμὸν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπι-
465τετραμμένον ἀπαρατηρήτως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
466τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν ἀρνοῦμαι ἀπολύτως, ὅτι τὰ πρό-
467σωπα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας δύνανται ν’ ἀπολαμβάνωσιν
468ἐξαιρετικῆς θέσεως ἢ οἱ λοιποὶ τοῦ Κράτους πολῖται, ἀλλὰ
469δὲν φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς θέσεως ταύτης πρέπει
470νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου; Τὸ μὲν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 34,
471προβλέπον περὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτι-
472κῶν βαθμῶν, ῥητῶς λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον
473τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς»· ἡμεῖς δὲ διὰ
474τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου λέγομεν: «Τὰ τῆς κατατά-
475ξεως, τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν μελῶν
476τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς
477θαλάσσης κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος». Δὲν σᾶς
478φαίνεται, ἐκ τῆς ἁπλῆς συμπαραβολῆς καὶ μόνον τῶν δύο
479κειμένων, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου προσκρούει
480εἰς ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Πῶς δὲ νὰ
481χαρακτηρίσῃ τις τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προεβλήθη πρὸς
482ἀπάντησιν εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην; Ἠκούσατε τί
483προχθὲς μᾶς ἔλεγον: «Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀντισυνταγματι-
484κότητα; Τὸ Σύνταγμα τῳόντι λέγει, ὅτι κατὰ νόμον ἀπο-
485νέμονται οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ βαθμοὶ, καὶ ἰδοὺ, ὅτι
486ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ νομοθετήσωμεν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον
487ν’ ἀπονέμωνται οὗτοι εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας.
488Τί φωνάζετε λοιπὸν ἀδίκως, ἀφοῦ εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων
489τοῦ Συντάγματος;» Τὸ ἐπιχείρημα, ὡς σοφιστεία, εἶναι
490ἄριστος τύπος ἰουδαϊκῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι
491ψευδέστατον καὶ ἀνάξιον τῶν προβαλλόντων αὐτὸ, καὶ ἐρωτῶ:
492μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ 4 ἄρθρου, πῶς θ’ ἀπονέμωνται οἱ
493στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ βαθμοὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς
494οἰκογενείας; Δὲν θὰ ἀπονέμωνται διὰ Β. Διατάγματος;
495Φρονεῖτε λοιπὸν, ὅτι εἶσθε ἐντὸς τῆς θελήσεως τοῦ Συντάγ-
496ματος, ὅταν τοῦτο μὲν ζητῇ νόμον, κανονίζοντα τὴν ἀπονο-
497μὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν βαθμῶν, σεῖς δὲ
498τοῦ λοιποῦ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου θ’ ἀπο-
499νέμητε αὐτοὺς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος; Εἶναι ὄντως
500τολμηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω ἀναιδὲς, νὰ ὑποστηρίζωνται τοιαῦτα
501ἐπιχειρήματα, ἀνάξια σοβαρῶν καὶ ὑψηλὰς κατεχόντων θέ-
502σεις ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἐκτοπιζόμενοι ἐκ τοῦ ψευδοῦς τούτου χα-
503ρακώματος, θὰ ὀχυρωθῶσιν εἰς ἄλλο, εἰς τὸ ὁποῖον πολ-
504λάκις κατέφυγον, ὅταν συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ παρα-
505βιάζοντες τὸ Σύνταγμα καὶ οἰκειοποιούμενοι τὰ δικαιώματα
506τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Θὰ μᾶς ἀντιτάξωσι τὸ τετριμ-
507μένον ἐκεῖνο: «δὲν ἔχετε λοιπὸν ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, οἵ-
508τινες θὰ ἐκδώσωμεν τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, καὶ θέλετε
509νὰ μᾶς περιορίσητε διὰ νόμου; Μὴ τάχα ἡμεῖς θὰ κάμωμεν
510κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ μᾶς χορηγεῖτε, ἵνα διὰ
511Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀπονέμωμεν βαθμοὺς εἰς τὰ μέλη
512τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας;» Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, νὰ σᾶς
513παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὄχι μόνον κατά-
514χρησις, ἀλλ’ οὐδὲ χρῆσις νὰ γίνεται τοῦ ἐπιχειρήματος
515τούτου, δι’ οὗ θέλομεν, παραβιάζοντες τοὺς νόμους, νὰ δικαιο-
516λογήσωμεν τὰ ἀδικαιολόγητα· ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν ἔχο-
517μεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ὑπάρχοντα πρόσωπα, οὐδὲ τὰς βε-
518βαίας καταχρήσεις· δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὸ σεπτὸν
519πρόσωπον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, οὐδὲ εἰς τὸν νῦν
520ἔντιμον Πρωθυπουργὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ λαμβάνομεν
521ὑπ’ ὄψει οἱονδήποτε πρόσωπον καὶ πᾶσαν ἐνδεχομένην
522κατάχρησιν. Ὁ νόμος εἶναι γενικὸς καὶ θέλει νὰ προλάβῃ
523πᾶσαν δυνατὴν κατάχρησιν ἐξ οἱωνδήποτε προσώπων, εἰς ἃ
524ἤθελε περιέλθει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία· ἀλλέως σκεπτόμε-
525νοι, οὐδέποτε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν οἱου-
526δήποτε νόμου, διότι πάντες θὰ μᾶς ἔλεγον: «Διατὶ θέλετε νὰ
527προνοήσητε διὰ νόμου περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Φοβεῖσθε
528μήπως κάμωμεν κατάχρησιν; Λοιπὸν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην
529πρὸς ἡμᾶς;» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν
530πρέπει οὐδὲ κἂν νὰ λέγωνται, διότι διὰ τούτων οὐδὲν ἄλλο
531θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἢ ὅτι περιττεύει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξου-
532σία. Τίνα λόγον ὑπάρξεως ἔχει πλέον αὕτη, ὅταν τὰ συνταγ-
533ματικὰ αὐτῆς δικαιώματα ἐπιτρέψῃ νὰ τὰ σφετερισθῇ ἡ Ἐκτε-
534λεστικὴ Ἐξουσία; Θεωρῶ ἄρα ἀτοπώτατον, νὰ χορηγήσωμεν εἰς
535τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς διὰ Βασιλικοῦ
536Διατάγματος χειροτονήσεως στρατηγῶν καὶ ἀντιστρατήγων,
537ναυάρχων καὶ ἀντιναυάρχων. Δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐπι-
538μείνω πλειότερον, καταδεικνύων τὸ ἐλαττωματικὸν τῆς ἐν
539τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου περικλειομένης διατάξεως,
540οὐδὲ νὰ τονίσω τὰς διαμαρτυρίας μου περὶ τῆς ἀντισυνταγμα-
541τικότητος αὐτοῦ. Ἡ ἀντισυνταγματικότης μάλιστα τῶν νό-
542μων κατήντησε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους ἀπαισίους
543χρόνους πρᾶγμα τόσον σύνηθες παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν συγκι-
544νεῖ πλέον τὴν καρδίαν, οὐδὲ ταράσσει τὴν διάνοιάν μας· ἐξ
545ἐναντίας προκαλοῦμεν τὴν θυμηδίαν τινῶν, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκ-
546τὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅταν καταγγέλλωμεν τὰς παρα-
547βιάσεις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου· τὰ θεμέλια αὐτοῦ ὑπε-
548σκάφησαν τόσον βαθέως καὶ τόσον τεχνηέντως, ὥστε δι’ ἐλα-
549χίστης πνοῆς δύναται νὰ καταπέσῃ τὸ πολύτιμον τοῦτο μέ-
550γαρον τῶν πολιτικῶν μας ἐλευθεριῶν, χωρὶς κἂν νὰ τὸ αἰ-
551σθανθῶμεν, καὶ χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ οὐδ’ ὁ κτύπος τῆς πτώσεώς
552του. Περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον πολιτικῆς ἀτολμίας
553καὶ ὀλεθρίας νάρκης, ὥστε νὰ μὴ τολμῶμεν οὐδὲ κἂν νὰ τὸ
554ὑπερασπισθῶμεν· ἡμεῖς δὲ οἱ ὀλίγοι, οἱ ἐκ μωρίας πιστεύον-
555τες, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἀγρύπνως νὰ φρουρῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ,
556δὲν παύομεν νὰ γινώμεθα ἀντικείμενον ἐμπαιγμῶν καὶ εἰρω-
557νείας καὶ αὐτῆς τῆς δημοσιογραφίας, παρ’ ἧς ἐνομίζομεν,
558ὅτι δικαιούμεθα νὰ τυγχάνωμεν ἀρωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως
559ἐν ταῖς προσπαθείαις τοῦ δικαίου ἡμῶν ἀγῶνος· ἀλλ’ αἱ πι-
560κρίαι, ἃς διὰ τοῦτο συγκομίζομεν, δὲν θέλουσι μᾶς ἀποτρέ-
561ψει, ὅπως ἐξακολουθῶμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός
562μας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν τιμὴν, ἀντιπροσωπεύοντες τὸν Ἑλ-
563ληνικὸν λαὸν, νὰ παρακαθήμεθα ἐν τοῖς ἑδωλίοις τοῦ ἀνωτά-
564του τούτου Συνεδρίου. Ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ ὀλεθρία αὕτη περίο-
565δος τῆς πολιτικῆς ἀποχαυνώσεως, ἣν ἀπαίσιοι ἐργάται πα-
566ρεσκεύασαν, δὲν θέλει βραδύνει νὰ παρέλθῃ, καὶ ὅτι ὁ λαὸς,
567ἐγειρόμενος ἐκ τοῦ ληθάργου, θὰ σταματήσῃ ἐγκαίρως τὸ
568ἔργον τῆς καταστροφῆς. Εἶναι καιρὸς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ
569εἰσέλθωμεν νῦν, παρερχόμενοι τὸ μὴ δίδον ἀφορμὴν συζητή-
570σεως ἄρθρον 5, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7, ἐξ ὧν
571τὸ μὲν περὶ χρηματικῆς, τὸ δὲ περὶ κτηματικῆς χορηγίας
572πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον πραγματεύονται· καὶ περὶ
573μὲν τῆς χρηματικῆς χορηγίας, τῆς ὁριζομένης διὰ τοῦ ἄρ-
574θρου 6, οὐδὲν δύναταί τις κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀντιπαρατηρήσῃ,
575διότι ὄντως ἡ ὑψηλὴ θέσις, ἥτις τῷ Βασιλόπαιδι Κωνσταν-
576τίνῳ, ὡς διαδόχῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὥρισται, ἀπαιτεῖ δα-
577πάνας πρὸς ἀξιοπρεπῆ καὶ Βασιλικὴν παράστασιν, καθῆκον δ’
578ἐθνικὸν ἔχομεν, νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς παροχῆς τῶν πρὸς
579τοῦτο μέσων. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ καθορισμὸς τοῦ χορηγητέου πο-
580σοῦ ἐξαρτᾶται μὲν ἐκ τοῦ ὕψους τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν τοῦτο προ-
581ορίζεται, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ
582Ἔθνους· δὲν ἔχω δ’ ἀνάγκην ἐγὼ νὰ κεντήσω τὴν ἐθνικὴν φι-
583λοτιμίαν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, μ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας
584του, ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τοιαύτην, δυσανάλογον μάλιστα τῶν
585δυνάμεών του. Μήπως—καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς Πατρίδος
586μας—ἡ Βασιλικὴ ἐπιχορήγησις, ἣν τὸ Ἔθνος μας, τὸ πτωχό-
587τατον ὅλων, τὸ στερούμενον τῶν πάντων, δίδει πρὸς τὸν Βα-
588σιλέα του, δὲν εἶναι ἡ πλουσιωτάτη σχετικῶς ἐπιχορήγησις,
589ἣν Βασιλεὺς ἢ Αὐτοκράτωρ ἐν Εὐρώπῃ λαμβάνει; Ἀνοί-
590ξατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τοὺς Προϋπολογισμοὺς
591τῶν ἄλλων Κρατῶν διὰ νὰ αἰσθανθῆτε ὑπερηφάνειαν, βλέ-
592ποντες, ὅτι τὸ Ἔθνος μας, μ’ ὅλην του τὴν πτωχίαν, χορηγεῖ
593εἰς τὸν Βασιλέα του τὰ μέσα, ἵνα παρίσταται ἐν ὅλῃ τῇ δυ-
594νατῇ λαμπρότητι καὶ μεγαλοπρεπείᾳ. Συγκρίνατε, παρακα-
595λῶ, τοὺς μισθοὺς, οὓς οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ ἐν τῇ Πατρίδι
596μας λαμβάνουσι, διὰ νὰ σχηματίσητε τὴν εὐχάριστον πεποί-
597θησιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες, προκειμένου περὶ τοῦ Βασιλέως των,
598ἔχουσι φιλοτιμίαν, ἀνωτέραν τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ
599ποθήσῃ τις. Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τοὺς μισθοὺς, οὓς λαμβά-
600νουσι παρ’ ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ
601Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πά-
602γου, αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ
603εἴπετέ μοι, ἂν τοῦτο δὲν ὑπερέχῃ πάντων ἐν τῇ φιλοτίμῳ
604προνοίᾳ, ἣν τὰ Κράτη λαμβάνουσι περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς
605παραστάσεως τῶν Βασιλέων των. Εἰς τοὺς ἀνωτέρους τού-
606τους λειτουργοὺς οὐ μόνον ἔξοδα ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως
607δὲν χορηγοῦμεν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἄρτον ἐν ἀνέσει παρέχομεν·
608ὥστε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ θέλωμεν ἀπὸ πνεῦμα ταπεινῶν
609ἐκδουλεύσεων, ἢ ματαιόφρονος ἐπιδείξεως, νὰ ὑπερβαίνωμεν
610τὰ ἐπιτετραμμένα ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν μας δυνάμεων ὅρια.
611Καὶ πρὸς ποῖον, Κύριοι, νὰ ἐπιδειχθῶμεν; Πρὸς τὴν Εὐρώπην,
612ἢ πρὸς τοὺς Βασιλεῖς μας; Δὲν γνωρίζει τάχα ἡ Εὐρώπη
613τὴν οἰκονομικὴν θέσιν μας; Μήπως καθ’ ἑκάστην δὲν προσ-
614φεύγωμεν ἐξηυτελισμένοι πρὸς ταύτην, τείνοντες ὡς ἐπαῖται
615τὴν χεῖρα καὶ ζητοῦντες δάνεια, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς
616ἀπολύτους ἀνάγκας μας; Ἢ μήπως ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Διά-
617δοχος δὲν ἔχωσι γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν μας; Καθ’ ἑκάστην
618δὲν ὑπογράφει ὁ Βασιλεὺς φορολογικοὺς καὶ περὶ εἰσπράξεως
619τῶν δημοσίων ἐσόδων δρακοντείους νόμους, δι’ ὧν ζητοῦμεν
620καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς
621τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους καὶ ὑποβαστάσωμεν τὴν κλονιζο-
622μένην πίστιν μας; Καὶ θέλομεν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Βασι-
623λεὺς ἢ ὁ Διάδοχος δὲν συμμερίζονται τὴν θέσιν μας, καὶ
624κατὰ ταύτην δὲν κανονίζουσι τὴν θεραπείαν τῶν βασιλικῶν
625των ἀναγκῶν, αἵτινες εἶναι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι; Οὐδέποτε δύ-
626ναμαι νὰ συλλάβω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς φιλοπατρίας τῶν
627Βασιλέων μας. Ποῖος δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς
628Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ ὁ ποθητὸς Κωνσταντῖνος δὲν ἐμφο-
629ροῦνται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ὑφ’ ὧν ἐνεφορεῖτο ὁ πρῶ-
630τος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος; Πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, λαβὼν
631ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Κυβερνήτου, ἀνεγίνωσκον τὰ
632Πρακτικὰ τῆς ἐν Ἄργει Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅτε αὕτη
633κατὰ τὴν 1 Αὐγούστου 1829 συνεζήτει περὶ τῆς ἀπονεμη-
634τέας χορηγίας εἰς τὸν τότε Κυβερνήτην τῆς Ἑλλάδος, τὸν
635ἀείμνηστον Καποδίστριαν· εἶναι ἀδύνατον, ἀναγινώσκων τις
636τὰς γραμμὰς ταύτας, νὰ μὴ αἰσθανθῇ πλημμυροῦντας τοὺς
637ὀφθαλμούς του δακρύων, διὰ τὰ αἰσθήματα τῆς μεγαλουρ-
638γοῦ ἐκείνης γενεᾶς τῶν πατέρων μας, οἵτινες διὰ τῶν ἐξόχων
639ἀρετῶν των κατώρθωσαν νὰ ἐλευθερώσωσι τὴν γῆν, ἣν μᾶς
640παρέδωκαν· εἶναι δ’ ἐπίσης ἀδύνατον, νὰ μὴ αἰσθανθῇ τις
641συγχρόνως αἴσθημα συγκινήσεως καὶ ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης,
642ὅταν ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀειμνήστου καὶ φιλοπά-
643τριδος Καποδιστρίου, δι’ οὗ οὗτος, συναισθανόμενος τὴν κατά-
644στασιν τοῦ Ἔθνους, ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν αὐθορμήτως ψη-
645φισθεῖσαν ἐξ 160,000 φοινίκων χορηγίαν, καὶ ταύτην πρὸς
646ἀπόδοσιν τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς
647ἀναμνήσω τὰς σελίδας ταύτας τῆς ἱστορίας μας διὰ τῆς
648ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ Κυβερνήτου. (Ἀναγινώσκει).
649Ἀριθ. 13621.
650Πρὸς τὴν Δʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν
651Ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος.
652Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ ἀπὸ αʹ Αὐγούστου ψήφισμα, τὸ ὁποῖον
653μᾶς διηύθυνεν ἀρτίως ἡ Συνέλευσις, προσδιορίζει τὰ ἔξοδα
654τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπικρατείας.
655Δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ψηφίσματος ἡ Συνέλευσις ἐπέστησε
656τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη-
657μεν νὰ πράξωμεν αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν,
658ὅτι οἱ Ἕλληνες μόνον μὲ τὰς θυσίας των, καὶ ὄχι διὰ προ-
659σωπικῶν πλεονεκτημάτων, δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὸν
660βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπόσχονται πρὸς αὐτοὺς ἡ Ἐθνικὴ ἀνε-
661ξαρτησία καὶ ἡ ἐλευθερία.
662Εὐτυχεῖς, διότι ἠδυνήθημεν νὰ προσφέρωμεν δι’ αὐτὸ τὸ
663τόσον θεάρεστον ἔργον τὰ λείψανα τῆς μετρίας καταστά-
664σεώς μας εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς πατρίδος!
665Μόλον ὅτι μακρὰν ἀπέχομεν τοῦ νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ
666Ἔθνος δὲν θέλει δυνηθῆ ὀψέποτε νὰ μᾶς τὰ ἀποδώσῃ, θέλομεν
667ὅμως ἕως τότε νὰ ἀποφύγωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὸ νὰ κα-
668ταβαρύνωμεν ἔτι μᾶλλον τὴν χρηματικήν του στάσιν, ἀπαι-
669τοῦντες τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὅσων προκατεβάλομεν. Διὰ τὸν
670αὐτὸν τοῦτον λόγον θέλομεν ἀποφύγει καὶ ἤδη τὸ νὰ δε-
671χθῶμεν τὴν προσδιοριζομένην ποσότητα διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ
672Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπικρατείας, ἀπεχόμενοι, ἐν ὅσῳ τὰ ἰδιαί-
673τερά μας χρηματικὰ μέσα μᾶς ἐξαρκοῦσιν, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγ-
674γίσωμεν, μέχρι καὶ ὀβολοῦ, τὰ δημόσια χρήματα πρὸς ἰδίαν
675ἡμῶν χρῆσιν.
676Ὀψέποτε δὲ βιασθῶμεν εἰς τοῦτο, ἐξαντληθέντων διόλου
677τῶν ἰδιαιτέρων ἡμῶν πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εἰς τὸ
678Δημόσιον Ταμεῖον, πλὴν μόνον διὰ τὰ ἔξοδα, ὅσα ἀπαιτεῖ
679ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων μας.
680Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο, καθὼς μετεχειρίσθημεν ἄχρι τοῦδε,
681ἀπαραλλάκτως θέλομεν μεταχειρισθῆ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀκρι-
682βεστάτην οἰκονομίαν· καθότι ἀποστρεφόμεθα τὸ νὰ προμη-
683θεύωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὰς ἀναπαύσεις τοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι
684προϋποθέτουσι τὴν εὐπορίαν, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μέ-
685σον ἐρειπίων, περικυκλωμένοι ἀπὸ πληθὺν ὁλόκληρον ἀν-
686θρώπων, βεβυθισμένων εἰς τὴν ἐσχάτην ἀμηχανίαν. Τὰ
687αἰσθήματα ταῦτα τὰ συναισθάνεσθε, κύριοι, καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι,
688καὶ τὸ ἀπεδείξατε ἐμπράκτως, ἐκτελοῦντες ἀμισθεὶ τὰ καθή-
689κοντα τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἔθνους. Ἐλπίζομεν, ὅτι ὅσοι
690ἐξ ὑμῶν μεθέξωσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προσωρι-
691νὴν διοίκησιν, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ τῶν πολιτῶν, ὅσοι προσ-
692κληθῶσιν ἐπὶ τούτῳ, θέλουν γνωρίσει μεθ’ ἡμῶν, ὅτι εἰς
693τὰς παρούσας περιστάσεις, οἱ ἐν δημοσίοις ὑπουργήμασι δὲν
694εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνουν μισθοὺς ἀναλόγους μὲ τὸν βαθ-
695μὸν τοῦ ὑψηλοῦ ὑπουργήματός των, καὶ μὲ τὰς ἐκ-
696δουλεύσεις των, ἀλλ’ ὅτι οἱ μισθοὶ οὗτοι πρέπει ν’ ἀναλο-
697γοῦν ἀκριβῶς μὲ τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυ-
698βέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν της.
699Ἐν Ἄργει, τῇ 4 Αὐγούστου 1829.
700Ὁ Κυβερνήτης
701Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.
702(Τ. Σ.) Ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας
703Ν. Σπηλιάδης.
704Αὐτὰ τὰ γεγονότα πρέπει νὰ κῆνται ἀκαταπαύστως πρὸ
705τῶν ὀφθαλμῶν μας, ὡς παραδείγματα ἀξιοζήλευτα, πρὸς ἀπο-
706μίμησιν, ὑπ’ αὐτῶν δὲ τούτων πιστεύομεν ποδηγετούμενον καὶ
707τὸν νῦν Βασιλέα μας Γεώργιον, καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα
708τῶν Ἑλλήνων, τὸν Διάδοχον τῶν Παλαιολόγων. Ἀναντιῤῥή-
709τως καὶ οἱ Βασιλεῖς μας οὗτοι θ’ ἀποστρέφωνται νὰ προμη-
710θεύωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὰς ἀναπαύσεις τοῦ βίου, αἵτινες προϋ-
711ποθέτουσι τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ὁ
712Ἑλληνικὸς λαὸς στερεῖται τῶν πάντων καὶ μυρίας θυσίας
713καὶ πιέσεις ὑφίσταται, ὅπως δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τοὺς ὑπάρ-
714χοντας δυσαναλόγους καὶ ὑπερόγκους φόρους. Δὲν πρέπει νὰ
715παριστῶμεν, δι’ ὅσων λέγομεν, ὅτι οἱ Βασιλεῖς ἡμῶν, περὶ
716τῆς ἰδίας τῶν εὐζωΐας προνοοῦντες ἀδιαφοροῦσιν, ἂν ἐκ τῶν
717πολιτῶν, ὁ μὲν ἁρπάζηται ἐκ τῶν ἀγρῶν του καὶ ῥίπτηται
718εἰς τὰς φυλακὰς, τοῦ δὲ πωλῆται ἡ καλύβη, ἡ στεγάζουσα
719τὴν πολυάριθμον οἰκογένειάν του, ἕνεκεν ἀδυναμίας πρὸς
720πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων φόρων.
721Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδόλως ἐννοῶ, ὅτι
722δὲν πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι μεγαλο-
723πρεπεστέρας παραστάσεως τοῦ Διαδόχου· εἶναι ἀνάγκη ἐθνι-
724κὴ, ὅπως τὰ πρόσωπα, τὰ παριστῶντα τὴν Ἐθνικὴν Μεγα-
725λειότητα, δύνωνται νὰ παρίστανται ἀξιοπρεπῶς, καὶ πρὸς
726τοῦτο οὐδεμιᾶς πρέπει νὰ φεισθῶμεν ἐλλόγου θυσίας, λαμ-
727βάνοντες ὑπ’ ὄψει ὡς μέτρον, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὑψηλὴν
728θέσιν τῶν προσώπων, περὶ ὧν προνοοῦμεν, ἀλλὰ συγχρόνως
729καὶ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Ἔθνους κατάστασιν. Ταῦτα ἄρα
730λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἡ κανονιζο-
731μένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγία πρὸς τὸν Διάδοχον ἦναι
732ἐπαρκής· τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος τούτου οὐδὲ
733εἶμαι εἰς θέσιν, οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω· ἓν μόνον μετ’ ἐθνι-
734κῆς εὐχαριστήσεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι
735τὸ ὁριζόμενον ποσὸν δύναται μὲν νὰ ἦναι δυσανάλογον
736πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ βεβαίως
737ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ καὶ δύναται ν’ ἀνταπο-
738κριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προώρισται νὰ θεραπεύ-
739σῃ· συγκριτικῶς δὲ πρὸς τ’ ἄλλα Ἔθνη, εἶναι ἡ πλουσιωτέρα
740σχετικῶς χορηγία, ἣν τὰ ξένα πλούσια Κράτη χορηγοῦσι
741πρὸς τοὺς Διαδόχους τοῦ Θρόνου. Προχθὲς ἀνεγίνωσκον, ὅτι
742ὁ Διάδοχος τοῦ Ἰταλικοῦ Θρόνου, ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως
743Οὐμβέρτου καὶ ἔγγονος τοῦ ἐνδόξου Βίκτωρος Ἐμμανουήλ,
744λαμβάνει ἐπιχορήγησιν 500,000 φράγκων, εἰς Κράτος ἔχον
745πληθυσμὸν 24,000,000 ψυχῶν, Προϋπολογισμὸν δὲ ὑπερ-
746βαίνοντα τὸ δισεκατομμύριον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ βλαστὸς τῆς
747ἐνδόξου οἰκογενείας τῶν Σαβόϊα λαμβάνῃ τοιαύτην ἀποζη-
748μίωσιν εἰς Κράτος, ὅπερ ἡ σύνεσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν
749τῆς χώρας ἀποκατέστησεν οἰκονομικῶς ἀνθηρὸν, δυνάμεθα
750νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι, ἂν συγκριτικῶς ἡμεῖς οἱ πτω-
751χοὶ Ἕλληνες, οὐ μόνον δὲν ὑπολειπόμεθα τούτου, ἀλλὰ
752κατὰ τὴν φιλοτιμίαν πρὸς τὴν μεγαλοπρεπῆ παράστασιν
753τῶν Βασιλέων μας δεικνύμεθα ὑπέρτεροι. Μὴ νομίσητε δὲ,
754ὅτι παρὰ τῷ Ἰταλικῷ Ἔθνει ὁ Βασιλικὸς οἶκος δὲν ἀπο-
755λαμβάνει τόσης λατρείας καὶ ἀγάπης, ὅσης παρ’ ἡμῖν ἡ
756Ἰταλία, ἥτις εἶναι τὸ εὐτυχέστερον καὶ τὸ τυχηρότερον τῶν
757συγχρόνων Κρατῶν, ὀφείλει πολλὰ εἰς τὴν βασιλεύουσαν
758οἰκογένειαν τῶν Σαβόϊα, διότι, χάρις ἰδίως εἰς τὰς πατριω-
759τικὰς καὶ ἡρωϊκὰς προσπαθείας τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ,
760ἡ Ἰταλία, ἀποσείσασα διπλοῦν ζυγὸν, καὶ σώματος καὶ πνεύ-
761ματος, καὶ ἑνότητα καὶ ἀνεξαρτησίαν ἀπετέλεσεν. Ἀλλ’ ἀνε-
762ξαρτήτως, Κύριοι, τοῦ ἐπαρκοῦς ἢ μὴ τῆς χρηματικῆς χο-
763ρηγίας, ποίαν δικαιολογίαν εὑρίσκετε, πρὸς παραδοχὴν
764τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 7 παρεχομένης εἰς τὸν Διάδοχον κτη-
765ματικῆς δωρεᾶς; Εὑρίσκετε πείθοντας τοὺς ἐν τῇ εἰσηγη-
766τικῇ ἐκθέσει πρὸς ὑποστήριξιν ταύτης ὑποβαλλομένους λό-
767γους; Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν
768νὰ σᾶς εἴπω, καὶ οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες διὰ μακρῶν σᾶς ἀνέ-
769πτυξαν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως βεβαίως
770δὲν εἶναι ἀποχρῶντες, ἴσως δὲ οὐδὲ οἱ ἀληθεῖς, οἵτινες ὑπη-
771γόρευσαν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς διατάξεως
772τοῦ ἄρθρου 7. Προσεπάθησα ἐπιμόνως, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην
773νὰ κατορθώσω, ὅπως πείσω ἐμαυτὸν περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν
774λόγων τῆς ἐκθέσεως, ἧς τὸ κείμενον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς
775ἀναπολήσω. «Ὀφείλοντες, λέγει ἡ ἔκθεσις, νὰ ῥυθμίσωμεν
776τὴν πρὸς τὸν Διάδοχον ἐτησίαν χρηματικὴν χορηγίαν ἐν μέ-
777τρῳ ἀναλογίας πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου μέσα, προτεί-
778νομεν, ὅπως, εἰς παροχὴν προσθέτου τινὸς ἐσόδου, δωρήσῃ ἡ
779Πολιτεία τῇ Α. Β. Υ. ἀκίνητον κτῆμα, οὗ τὸ σημερινὸν
780ἔσοδον, σχετικῶς μικρὸν, δυνατὸν ν’ αὐξήσῃ δι’ ἐντελεστέ-
781ρας καλλιεργείας, ἡ ὁποία θέλει παράσχει, ὡς ἐλπίζομεν,
782πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα εἰς πληρεστέραν κάρπωσιν τῶν
783παρ’ ἡμῖν ἀγροτικῶν κτημάτων.» Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι
784πρὸς ἐπαύξησιν τῆς χρηματικῆς χορηγίας ἀνεγράφη ἡ διά-
785ταξις αὕτη, ἂν ἦναι ἀκριβὲς, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς παροχὴν
786προσθέτου ἐσόδου, ἐρωτῶ, ὁπόσον ἔσται τὸ ἐκ τῆς δωρεᾶς
787τῶν ἀκινήτων τούτων πρόσθετον ἔσοδον; Ὁ συντάκτης τοῦ
788νομοσχεδίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει τὸ
789ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τῶν κτημάτων τούτων εἰς δραχ. 78,284
790κατ’ ἀνώτατον ὅρον, διότι ἐν ταῖς ἐγγράφοις πληροφορίαις,
791ἃς ἐχορήγησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀναφέρει, ὅτι «τὸ ἐτήσιον
792εἰσόδημα θὰ ἦναι δραχ. 78,284, ἐὰν δὲν ὑποτεθῇ, ὅτι μειοῦ-
793ται ἐκ καθυστερήσεων ἢ οἰωνδήποτε ἀμφισβητήσεων, καὶ
794ἐὰν τὰ κτήματα ἦναι ἀρκούντως παραγωγικὰ, ὥστε νὰ δί-
795δωσι καθαρὸν εἰσόδημα 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας των.» Ἐπι-
796τρέπεται ἑπομένως νὰ συμπεράνωμεν, λαμβάνοντες ὡς ἀκρι-
797βεῖς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι
798τὸ εἰσόδημα ἔσται πολὺ κατώτερον τοῦ σημειουμένου πο-
799σοῦ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς καθυστερήσεις, αἵτινες οὐ
800μόνον δὲν θὰ παύσωσι νὰ συμβαίνωσιν, ἀλλὰ καὶ θ’ αὐξή-
801σωσι· διότι τίς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ
802ἐφαρμόσῃ τὰ δρακόντεια μέσα πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλο-
803μένων, ὧν χρῆσιν ποιεῖται τὸ Δημόσιον; Ὁ Διάδοχος ἀπέ-
804ναντι τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ, οἵτινες εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπή-
805κοοί του, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσφέρηται μετ’ ἄκρας
806γενναιοδωρίας καὶ ἠπιότητος· ὥστε τί δυνάμεθα νὰ ὑπολο-
807γίσωμεν, ὅτι οὕτω προσφερόμενος θὰ εἰσπράττῃ, ἀφοῦ τὸ Δημό-
808σιον, ἐξαντλοῦν πᾶσαν τὴν αὐστηρότητα, δὲν κατορθώνει νὰ
809εἰσπράττῃ οὐδὲ τὰς 78,284 δραχμάς; Ἐὰν οἱ ἀριθμοὶ, οὓς
810ἀναγράφετε, ἦναι ἀληθεῖς, εὑρίσκετε ὀρθὸν ν’ ἀναμιγνύωμεν
811τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον τοῦ Διαδόχου εἰς τοσαύτας ἐνοχλη-
812τικὰς ἀσχολίας, καὶ νὰ καταβιβάζωμεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὑψη-
813λῆς περιοπῆς, ἐν ᾗ ἵσταται, ὅπως προσπορίζηται διὰ τοῦ μέσου
814τούτου 50,000 ἢ 70,000 δραχμῶν; Δὲν θὰ ἦναι ἁπλού-
815στερον, ἐὰν ἐπαυξήσωμεν τὴν χρηματικὴν χορηγίαν κατὰ
81650,000 ἢ καὶ 100,000 ἔτι δραχμῶν, παρὰ νὰ ἐμπλέξωμεν
817τὸ ὑψηλὸν αὐτοῦ πρόσωπον εἰς τοιαύτας μετὰ τῶν ὑπηκόων
818του συναλλαγάς; Τί δὲ νὰ εἴπωμεν περὶ τοῦ δευτέρου λόγου,
819ὅστις προβάλλεται πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀκινήτου δωρεᾶς,
820τουτέστιν, ὅπως τὰ δωρούμενα κτήματα, καλλιεργούμενα
821ἐντελέστερον, χρησιμεύσωσιν ὡς πρότυπον γεωργικῆς καλ-
822λιεργείας καὶ ὑπόδειγμα πληρεστέρας καρπώσεως τῶν παρ’
823ἡμῖν ἀγροτικῶν κτημάτων; Εἶναι σοβαρὸς ὁ λόγος οὗτος,
824καὶ προσήκει εἰς τὰ χείλη τῶν Συμβούλων τοῦ Στέμματος,
825ὅπως ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος, εἰς ὃν συγκεντροῦνται ἡ
826ἱστορία τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ ἐλπίδες τοῦ μέλλοντος, εἰς
827τοιαῦτα ἔργα ἀπασχοληθῇ; Καὶ ὁ ἐλεύθερος καὶ ὁ δοῦλος
828Ἑλληνισμὸς, ὁ μετὰ περιπαθείας καὶ ἐλπίδων ἀτενίζων πρὸς
829τὸν Κωνσταντῖνον, δὲν θὰ αἰσθανθῇ βαθύτατον αἴσθημα
830θλίψεως, πληροφορούμενος παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς
831Ἑλλάδος, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἰς τοιαῦτα
832προορίζεται ἔργα; Ἔπειτα σεῖς οἱ ἴδιοι προχθὲς μᾶς ὑπε-
833βάλετε νόμον περὶ Γεωργικῶν Σχολείων, καὶ ἐψηφίσαμεν
834αὐτόν· τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐπεκτείνητε τὴν περὶ τῆς
835γεωργίας ἀξιέπαινον μέριμνάν σας καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
836τούτῳ, ἀναμιγνύοντες τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου; Πάντες
837ἄρα οἱ προτεινόμενοι λόγοι πρὸς δικαιολογίαν τῆς γαιοδαισίας
838ἀποδεικνύονται στερούμενοι καὶ τῆς ἐλαχίστης ὑποστάσεως,
839καὶ πανταχόθεν καταῤῥέουσι, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀντιστῶσιν εἰς
840τὴν ἐλαφροτέραν πνοὴν τῆς λογικῆς ἀναλύσεως. Ἐὰν, σᾶς
841ἐπαναλέγω, ἡ ὁριζομένη διὰ τοῦ ἄρθρου 6 διακοσιοχιλιόδραχ-
842μος ἐτησία πρὸς τὸν Διάδοχον χορηγία θεωρῆται ἀνεπαρκὴς,
843οὐδόλως ἀντιτασσόμεθα, ὅπως αὕτη αὐξηθῇ εἰς ποσὸν ἐπαρ-
844κὲς καὶ ἀνάλογον τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν προορίζεται· δὲν διαφω-
845νοῦμεν παντάπασιν ὡς πρὸς τοῦτο· ἡ διαφωνία ἡμῶν περι-
846στρέφεται ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς χορηγίας, διότι τὴν προτει-
847νομένην θεωροῦμεν, οὐ μόνον ἀντεθνικὴν, οὐ μόνον ἀντιπολι-
848τικὴν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἀντιβασιλικὴν, δυναμένην νὰ
849μειώσῃ τὸ γόητρον καὶ ν’ ἀμαυρώσῃ τὴν αἴγλην τῶν προσώ-
850πων, ὑπὲρ ὧν ἀστόχως προνοεῖται· ἡ χορηγία ἀκινήτων κτή-
851σεων, εἴποτε ἄλλοτε ἐλειτούργησεν ἐν χρόνοις βαρβαρότητος
852καὶ σκότους, τανῦν ῥητῶς ἀπηγορεύθη καὶ τελέως ἐν τοῖς
853πεπολιτισμένοις Κράτεσιν ἐγκατελείφθη. Ἀνοίξατε τὰς νομο-
854θετικὰς βίβλους ὅλων τῶν Ἐθνῶν καὶ ἁπανταχοῦ θέλετε
855εὕρει κατηργημένας τὰς γαιοδαισίας, ἃς κατεδίκασε τὸ νεώ-
856τερον πνεῦμα τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, καὶ τῆς ἱστορίας τὰ
857πικρὰ διὰ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τοὺς λαοὺς περὶ τούτου διδάγ-
858ματα. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναδιφῶν τὰς σε-
859λίδας τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ἀφοῦ οὐδεμία ὑπάρχει περὶ τοῦ
860θέματος τούτου ἀμφισβήτησις; Προχθὲς ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ
861ἱστορίᾳ τοῦ Geffroy περὶ τῶν Σκανδιναυϊκῶν χωρῶν τὰς ἑξῆς
862γραμμάς: «Ἐν Δανίᾳ ἡ ἐτησία χορηγία τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου
863ἀνέρχεται δυνάμει νόμου εἰς 300,000 ταλλήρων, δηλο-
864νότι εἰς 1,500,000 φράγκων· αὐτὸς ὁ τότε Βασιλεὺς Φρειδε-
865ρῖκος προὐκάλεσε τὴν ὑπὸ τῆς Δανικῆς Συνελεύσεως, (ἣν
866αὐτὸς αὐτοθελήτως συνεκάλεσε πρὸς σύνταξιν Συντάγμα-
867τος) ψήφισιν νόμου περὶ Βασιλικῆς ἀμοιβῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ
868ῥητῶς ἀναγράφεται: «Πᾶσαι αἱ ἐπαύλεις, τὰ παλάτια, τὰ
869μουσεῖα, αἱ ἐπιστημονικαὶ συλλογαὶ καὶ τὰ θέατρα θεωρού-
870μενα μέχρι τοῦδε Βασιλικὰ κτήματα, κηρύσσονται ἐθνικὴ
871ἰδιοκτησία, τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ διατηρούντων
872μόνον τὸ δικαίωμα τοῖς ἐν τοῖς παλατίοις καὶ ταῖς ἐπαύλεσιν
873οἰκήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ν’ ἀποζημιόνῃ τὸ Δημόσιον
874διὰ πᾶσαν ἐπιγενομένην φθορὰν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐν αὐ-
875τοῖς οἰκήσεως αὐτῶν.» Ἐὰν λοιπὸν εἰς τ’ ἄλλα Κράτη τὸ
876σύστημα τῶν γεοδαισιῶν ἔπαυσε λειτουργοῦν, καὶ ἡ κατάρ-
877γησις αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ἐγγύησις τῆς συντηρήσεως τῆς εἰ-
878ρήνης τῆς Πολιτείας, πόσῳ μᾶλλον—παρατηρεῖ ἔγκριτος τῆς
879Πατρίδος μας δημοσιογράφος—δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῇ παρ’
880ἡμῖν τὸ ἀρχαῖον καθεστὼς ἀκέραιον, καὶ ἀναλλοίωτος ἡ ὁδὸς,
881ἣν ἐχάραξεν ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ πρῶ-
882τος ταύτης Βασιλεὺς, ὁ Ὄθων, εἰς οὓς παρὰ τοῦ Ἔθνους δὲν
883ἐδόθη οὔτε τόπος πρὸς ταφὴν δωρεὰν, οἵτινες οὐδὲν ἐζήτησαν
884νὰ λάβωσιν εἰς κτῆσιν ἰδίαν ἐκ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας; Καὶ
885ὑπομονὴ, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δωρήσωμεν λαμπρόν τι
886μέγαρον, ἢ μαγευτικήν τινα ἔπαυλιν, πρὸς κατοικίαν καὶ προ-
887σωρινὴν χρῆσιν τοῦ Διαδόχου· τοιαύτη δωρεὰ ἴσως θὰ εἶχε
888Βασιλικὸν χαρακτῆρα καὶ δὲν θὰ προσέκρουε τόσον ἀποτό-
889μως καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν καὶ εἰς τὰς
890ἐθνικὰς ἡμῶν παραδόσεις. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ δωρήσω-
891μεν ἀπεράντους γαίας, ἑκατοστύας χιλιάδας στρεμμάτων,
892λίμνας καὶ ἰχθυοτροφεῖα, λειμῶνας καὶ δάση, πρὸς σκοπὸν
893κερδοσκοπικῆς καλλιεργείας, τοῦτο εὑρίσκω οὐ μόνον βέβη-
894λον πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβὲς
895πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, οὗτινος, ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς
896τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν θέλομεν νὰ μειώσωμεν τὴν παρὰ τοῖς
897ὑπηκόοις του ἀγάπην καὶ λατρείαν. Ἂς ῥίψωμεν ἐν τούτοις
898ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τοῦ πραγματευομένου περὶ τῶν
899δωρουμένων γαιῶν· δι’ αὐτοῦ «δωροῦνται τῷ Διαδόχῳ Κων-
900σταντίνῳ, αἱ ἐν τῷ δήμῳ Βουπρασίων κείμεναι ἐθνικαὶ γαῖαι,
901τὸ δάσος τῆς Δύμης, αἱ μεταξὺ τῶν μερῶν τούτων κείμεναι
902ἐκτάσεις, αἱ ἀπὸ τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων τοῦ χωρίου Ἀλη-
903τσελεπῆ μέχρι τῆς θαλάσσης, μετὰ τῶν ἐν αὐταῖς δασῶν,
904γαιῶν καὶ λιμνῶν.» Δὲν εἶχον δίκαιον, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην
905συζήτησιν, ζητήσας τὴν ἀναβολὴν, εἶπον, ὅτι αἱ δωρούμεναι
906ἐκτάσεις δὲν καθορίζονται σαφῶς καὶ ὡρισμένως; Τὸ νομο-
907σχέδιον τοῦτο, ἅμα τὸ ἐπιψηφίσωμεν, θ’ ἀποτελῇ τίτλον
908ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ὡς ἔχει, οὔτε ἡμεῖς γνωρίζομεν τί δίδομεν,
909οὔτε ὁ Διάδοχος τί λαμβάνει· εἶναι τόσον γενικαὶ καὶ ἀόρι-
910στοι αἱ γραμμαὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὥστε ποσῶς δὲν ἁρμό-
911ζουσιν εἰς κείμενον, ἀφαιροῦν καὶ ἀπονέμον ἰδιοκτησίας· τὸ ἀνα-
912κριβέστατον σχεδιάγραμμα τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασαν, ἔχει
913μᾶλλον ὄψιν γεωγραφικοῦ χάρτου ἢ τοπογραφικοῦ σχεδίου,
914ὅπερ ἔπρεπε νὰ ᾖναι συντεταγμένον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας
915τῆς καταμετρικῆς ἀκριβείας· εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀπεράντων
916τούτων γαιῶν ὑπάρχουσι σήμερον πολλοὶ κύριοι καὶ κάτοχοι,
917οἵτινες ἐδήλωσαν σποραδικῶς διαφόρους ἐκτάσεις· τί θὰ γί-
918νωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; Πῶς δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ
919αὐτῶν; θὰ μείνωσιν οὗτοι εἰς τὰς ἐκτάσεις ταύτας συγκαλ-
920λιεργηταὶ καὶ συγκάτοχοι μετὰ τοῦ Διαδόχου, ἢ θὰ ἀπο-
921βληθῶσιν; Ἐὰν ἀποβληθῶσι, θ’ ἀποζημιωθῶσι, καὶ τίνι τρό-
922πῳ; Περὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν ζητημάτων τούτων ὁμιλεῖ τὸ νομο-
923σχέδιον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, καίπερ ἐπανειλημμένως προκλη-
924θεῖσα, τηρεῖ ἐπιμελῶς καὶ ἐπιμόνως νεκρικὴν σιγήν. Τί θὰ
925γίνωσιν, ἐρωτῶ, χιλιάδες ἀνθρώπων, οἵτινές εἰσι συνοικισμέ-
926νοι ἐντὸς τοῦ δάσους, κατέχοντες καὶ καλλιεργοῦντες γαίας,
927ἃς ἐδήλωσαν; Διόλου δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι οἱ δη-
928λώσαντες ἐντὸς δασικῆς περιφερείας κακῶς ἐδήλωσαν καὶ
929οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ κατ’ ἀρχὰς
930ἀπηγορεύθη ἡ δήλωσις δασικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ μετὰ
931ταῦτα ἐπῆλθεν ὁ νόμος ΑΡΙΖʹ, ὅστις ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς
932τὴν δήλωσιν ὡρισμένων ἐκτάσεων καὶ ἐντὸς τοῦ δάσους.
933Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφ. δʹ, τοῦ μνημονευθέντος
934νόμου ΑΡΙΖʹ τοῦ 1883: «Πρὸς τοὺς κατέχοντας καὶ καλ-
935λιεργοῦντας γαίας καὶ φυτείας ἐντὸς καὶ πέριξ χωρίων αὐ-
936θαιρέτως συνοικισθέντων μέχρι σήμερον ἐντὸς δασικῆς περιφε-
937ρείας, παραχωρεῖται ἐκ τῶν γαιῶν τούτων ἔκτασις 50 τὸ
938πολὺ στρεμμάτων καὶ ὅσον ἔχουσι πεφυτευμένον.» Τί θὰ
939γίνωσιν οὗτοι; Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ χιλιά-
940δων συμπολιτῶν μας, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἠγωνίσθησαν
941καὶ ἀπηλευθέρωσαν τὰς γαίας ταύτας; Ἀγνοεῖτε σεῖς, Κύ-
942ριοι, ὅτι ἑκάστη σπιθαμὴ Ἑλληνικῆς γῆς ἐλευθερωθεῖσα ἔχει
943ποτισθῆ ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ ἔχει λιπασθῆ ἀπὸ τὰ κόκκαλα
944τῶν πατέρων μας; Πῶς λοιπὸν ἀστόργως θ’ ἀποδιώξωμεν
945τοὺς συμπολίτας μας τούτους ἀπὸ γαίας, δι’ ὧν τὴν ἀπελευ-
946θέρωσιν ἠγωνίσθησαν καὶ τὰς ὁποίας οὗτοι ἐδήλωσαν καὶ
947ἐφύτευσαν; Λησμονεῖτε τὰς θυσίας καὶ τοὺς κόπους, οἵτινες
948ἀπαιτοῦνται πρὸς καλλιέργειαν ἑνὸς ἀγροῦ, ὅπως ἀποκατα-
949σταθῇ ἄμπελος ἢ σταφιδάμπελος; Ὁλόκληρος οἰκογένεια
950μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τέκνων, δίκην εἱλώτων, ἔχουσι κατα-
951βάλει ποταμοὺς ἱδρώτων, τρώγοντες ξηρὸν ἄρτον καὶ χρεού-
952μενοι μέχρι λαιμοῦ, ὅπως δυνηθῶσι μίαν ἡμέραν καὶ ἀπο-
953κτήσωσιν ὀλίγην ἔκτασιν σταφιδαμπέλου, ἵνα ἐξασφαλίσωσι
954τὴν συντήρησίν των. Πῶς θὰ προφυλαχθῶσι τὰ δικαιώματα
955τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ δάσους κτηματιῶν; Ποίαν δὲ πρό-
956νοιαν λαμβάνομεν περὶ τῶν συνοικισμένων εἰς τὰς ἐκτάσεις
957ταύτας συμπολιτῶν μας; Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τῆς
958προσωπικῆς ἀγαθῆς διαθέσεως τοῦ Διαδόχου, ὡς καὶ περὶ
959τῶν δικαίων καὶ φιλανθρώπων αὐτοῦ αἰσθημάτων, ἀλλὰ
960δυστυχῶς, οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ἄλλοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ
961ὄνομά του, θὰ κανονίσωσι τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
962ἀφρόνως ἀφίνομεν ἐκκρεμῆ καὶ ἀόριστα. Εἶναι δίκαιον ἄνευ
963λόγου νὰ ἐμπλέξωμεν τὸν Διάδοχον εἰς τοιαύτην κατάστα-
964σιν, καὶ νὰ ὠθήσωμεν τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ νὰ προστρέχωσιν
965εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλ’ ἂν ἀναγκασθῶσι νὰ προστρέξωσιν
966οἱ δυστυχεῖς οὗτοι, οὓς ἐγκαταλείπομεν εἰς τὴν τύχην των,
967ποῦ θὰ εὕρωσι δικαιοσύνην; Θὰ εἰσακουσθῶσι τὰ δίκαιά των
968ἀπὸ τοὺς ψοφοδεεῖς Εἰρηνοδίκας, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀνατροφῆς, ἣν
969ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, κατεστήσαμεν αὐτοὺς τα-
970πεινὰ ὄργανα τῶν φατριῶν καὶ ὑπηρέτας τῶν ἰσχυρῶν τῆς
971ἡμέρας; Εἶναι ἀνάγκη ἐγὼ νὰ σᾶς πληροφορήσω τὴν ἀθλίαν
972κατάστασιν τῆς διοικήσεως καὶ ἐν πολλοῖς καὶ τῆς δικαιο-
973σύνης κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα ἀπαισίους τούτους
974χρόνους; Εἶναι τῳόντι ἀπελπιστικὴ, Κύριοι, ἡ κατάστασις
975τῆς ὑπαλληλίας μας, ὡς τὴν κατέστησεν ἡ κατὰ τὰς ἡμέ-
976ρας μας παράδοξος ἀναμόρφωσις. Αἰσθάνομαι φρίκην καὶ ἐν
977τῇ ἀναμνήσει μόνον τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ πρέπει
978νὰ πνίξω τὸ ὀδυνηρὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον μὲ καταλαμβάνει,
979ἵνα μὴ ἐκτραπῶ τοῦ κυρίου θέματος, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ.
980Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν κατόχων καὶ καλλιεργητῶν γαιῶν, εἰς τὰ
981μέρη ταῦτα διαιτῶνται χιλιάδες ποιμνίων, ἅτινα ἀπὸ πνεῦ-
982μα ἐμψυχώσεως τῆς κτηνοτροφίας ἀφέθησαν νὰ βόσκωσι δω-
983ρεάν· τί θὰ γίνῃ περὶ τούτων; Μᾶς ἐρωτῶσι καθ’ ἑκάστην,
984καὶ δὲν ἠξεύρομεν τί ν’ ἀπαντήσωμεν.
985§22ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Πράγματι μᾶς ἐρωτοῦν, ἂν θὰ ἔχωσι
986τὴν βοσκὴν καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματά των.
987§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἱκετεύω, κύριοι Βουλευταὶ,
988ἐν ὀνόματι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὸν Ἑλ-
989ληνικὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, νὰ μὴ ἐγκατα-
990λείψωμεν ἀναλγήτως καὶ ἀστόργως τοὺς συμπολίτας μας
991τούτους εἰς τὴν τύχην των, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ
992αὐτῶν· ἐγὼ δ’ αἰσθάνομαι ἰδιαίτερον καθῆκον, ἐγκαίρως καὶ
993ἐντόνως νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐπικαλούμενος τὴν προστασίαν
994τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων, οὐ μόνον τῶν κατοίκων
995τῆς Δύμης, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἠλείων, τῶν Καλαβρυτινῶν καὶ
996τῶν Γορτυνίων, ὧν μέγα μέρος διαιτᾶται εἰς τὰ δωρούμενα
997μέρη. Τί θὰ γίνωσι λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἐρωτήσω,
998οἱ ποιμένες, ὧν τὰ ποίμνια εἰς τὰ μέρη ταῦτα βόσκουσι δω-
999ρεάν; Θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἢ
1000θὰ πληρώνωσι δικαιώματα βοσκῆς εἰς τὸν νέον κύριον;
1001Ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἀνθρώπων τού-
1002των, καὶ νὰ μὴ τοὺς συλλογιζώμεθα μόνον ὅταν ζητῶμεν τὴν
1003ψῆφόν των, ἢ ὅταν ἀπαιτῶμεν τοὺς φόρους.
1004§24ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν λέξιν κ. Γεροκω-
1005στόπουλε;
1006§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
1007§26ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τὰ στανοτόπια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ
1008ἄνθρωποι, τὰ ὁποῖα ἐξήρεσε καὶ ὁ νόμος περὶ δηλώσεως, τί
1009θὰ τὰ κάμωσι; Θὰ γίνωσι πουλιὰ τὰ ζῶά των, νὰ πετάξουν;
1010§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, κ. συνάδελφε, ὡς βλέπε-
1011τε, ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς σιωπῆς της
1012θέλει νὰ μᾶς εἴπῃ: «Ὁ Θεὸς ἂς τοὺς ἐλεήσῃ». Τὰ ζητήματα
1013ταῦτα, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τ’ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ, διότι
1014θὰ ἐγείρωμεν τοὺς δικαίους γογγυσμοὺς τῶν δυστυχῶν
1015ποιμένων καὶ καλλιεργητῶν, οὓς ἐκτοπίζομεν ἀπὸ τὰς θέσεις
1016των, εἰς τὰς ὁποίας ἀπὸ ἐτῶν ζῶσι, καὶ τὰς ὁποίας συνείθι-
1017σαν νὰ θεωρῶσιν ὡς ἰδιοκτησίας των. Δὲν πρέπει τὴν δω-
1018ρεὰν πρὸς τὸν Διάδοχον ν’ ἀναμίξωμεν μὲ τοὺς θρήνους καὶ
1019τὴν ἀπελπισίαν τῶν συμπολιτῶν μας καὶ ὑπηκόων του· ἡ
1020Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ πάντων
1021τούτων τῶν ζητημάτων, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ λύσῃ ὁ βούρ-
1022δουλας τοῦ χωροφύλακος, ἢ ὁ κόπανος τοῦ εὐζώνου. Ἀλλὰ
1023μήπως μόνον τὰ δικαιώματα τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν
1024ποιμένων μένουσιν ἐκκρεμῆ; Εἰς τὰς δωρουμένας ταύτας ἐκ-
1025τάσεις ὑπάρχει ἀπειρία βαλανιδοδένδρων, ὧν τὸν καρπὸν
1026συλλέγουσιν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ πληθὺς οἰκο-
1027γενειῶν πορίζεται ἄρτον ἐκ τοῦ δωρεὰν συλλεγομένου τούτου
1028καρποῦ. Τί θὰ γίνεται τοῦ λοιποῦ; Θὰ ἐπιτραπῇ παρὰ τοῦ
1029νέου κυρίου ἡ δωρεὰν συλλογὴ τοῦ καρποῦ τούτου; Ἡ Κυ-
1030βέρνησις ἐν ταῖς πληροφορίαις, ἃς μᾶς ἐχορήγησεν, ὑπολογί-
1031ζει τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ βαλανιδοκάρπου εἰς δραχμὰς 19,000,
1032ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ μόνον ὁ ἔγγειος φόρος, ὃν εἰσ-
1033πράττει τὸ Δημόσιον εἰς τὰ τελωνεῖα ἐπὶ 16,000 στατήρων.
1034Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τῆς
1035παραγωγῆς τοῦτο τὸ σημειούμενον, τὸ ὁποῖον, ἐν ἀκριβείᾳ
1036ὑπολογιζόμενον, ἀνέρχεται ὄχι εἰς χιλιάδας, ἀλλ’ εἰς ἑκα-
1037τομμύρια ὀκάδων· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐρωτῶ περὶ τοῦ ἐγγείου φό-
1038ρου, τὸν ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, οὐδὲ περὶ
1039ἐκείνου, ὃν θὰ εἰσέπραττεν, ἂν ἐγίνετο πλήρης ἡ βεβαίωσις,
1040ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν θ’ ἀπολαμβάνῃ, ἢ οὔ, τοῦ πόρου
1041τούτου εἰς τὸ μέλλον ὁ πτωχὸς λαός. Περὶ αὐτοῦ ἐπιθυμῶ,
1042ἂν εὐαρεστῆσθε, νὰ μοὶ δώσητε ἐξηγήσεις, ὡς καὶ περὶ τῶν
1043ἄλλων δασικῶν καρπώσεων, ὧν ἀπελάμβανον οἱ κάτοικοι,
1044ἂν θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ τὰς ἀπολαμβά-
1045νωσι.
1046§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε, δὲν θὰ ζημιωθῶσι.
1047§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν ἀπά-
1048θειαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν σας, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν δύνα-
1049μαι νὰ συμμερισθῶ.
1050Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καλὸν
1051νὰ μὴ σταματήσῃ ἕως ἐδῶ· διὰ τοῦ ἐδαφίου δʹ. ἐπιχειρεῖ νὰ
1052ἐπιβάλῃ βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων,
1053τὰ ὁποῖα καὶ οἱ αἰῶνες καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν, καὶ
1054ἅτινα δὲν ἐτόλμησαν νὰ θίξωσιν, οὐ μόνον Ἕλληνες καὶ ὀρθό-
1055δοξοι, ἀλλ’ οὐδὲ ἀλλοεθνεῖς καὶ ἀλλόπιστοι. Ἰδοὺ τί διαλαμ-
1056βάνει τὸ ἐδάφιον τοῦτο: «Δωροῦνται προσέτι τῷ Διαδόχῳ
1057Κωνσταντίνῳ αἱ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων κείμεναι κτή-
1058σεις διατηρουμένων Μονῶν, ὅσαι ἤθελον ἀποκτηθῆ ἐπὶ ἀποζη-
1059μιώσει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν
1060ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τὰς Μονὰς τὴν ἀγοράν». Ἡ
1061δωρεὰ αὕτη, πλὴν τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, ἔχει τι τὸ περίερ-
1062γον· ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε, ὅτι δύναταί τις νὰ δωρήσῃ πράγμα-
1063τα ἀνήκοντα εἰς τὴν κυριότητά του, ἀλλ’ ἤδη μανθάνω, ὅτι δω-
1064ροῦνται καὶ πράγματα, ἅτινα εἶναι ἀλλότρια καὶ ἐφ’ ὧν οὐδὲν
1065ὁ δωρητὴς ἔχει δικαίωμα. Πῶς λοιπὸν θὰ δωρήσωμεν πράγ-
1066ματα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν ἐξουσιάζομεν, ἀλλ’ οὔτε δυνά-
1067μεθα ν’ ἀποκτήσωμεν; Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπαντᾷ: «Τὰ
1068μοναστηριακὰ κτήματα θὰ τὰ δωρήσωμεν, ἀφοῦ πρότερον τὰ
1069ἀγοράσωμεν»· ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι, διὰ νὰ τὰ ἀγορά-
1070σητε, πρέπει νὰ συναινέσῃ ὁ κύριος αὐτῶν· ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνω-
1071ρίζω, αἱ Μοναὶ οὐ μόνον δὲν εἶναι προδιατεθειμέναι νὰ ἐκ-
1072ποιήσωσι τὰ κτήματά των ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῷ ἀκού-
1073σματι σφόδρα συνεταράχθησαν καὶ ἐντόνως διεμαρτυρήθησαν.
1074Τὴν γνώμην τῶν Μονῶν πολὺ καλὰ τὴν γνωρίζετε, καὶ ὡς
1075ἐκ πολλῶν παραστάσεων, αἵτινες σᾶς ἐγένοντο, καὶ ἐκ τῶν
1076ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας ἐλάβετε, ἀλλ’ ἐπιμελῶς ἀπεφύγετε
1077καὶ τὰς παραστάσεις των καὶ τὰς ἀναφοράς των νὰ μᾶς ἀνα-
1078κοινώσητε. Περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἀντίγραφον τῆς πρὸς
1079ὑμᾶς ἀπευθυνθείσης ἀναφορᾶς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἐν τῇ
1080ὁποίᾳ ἀπεικονίζεται ἡ ταραχὴ τῶν Πατέρων τῆς περιωνύ-
1081μου καὶ ἱστορικῆς ταύτης Μονῆς, καὶ κατηγορηματικῶς σᾶς
1082ἀνακοινοῦται παρ’ αὐτῶν ῥητὴ ἄρνησις πρὸς ἐκποίησιν τῶν
1083κτημάτων των, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲ δικαίω-
1084μα ἔχουσι νὰ διαθέσωσι. Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητήσετε τὸ
1085ἀκριβὲς τοῦ εἰς χεῖράς μου ἀντιγράφου.
1086§30ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
1087§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν,
1088καὶ ἀμέσως προβαίνω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς
1089ταύτης. (Ἀναγινώσκει).
1090Ἀριθ. πρωτ. 46.
1091Διεκ. 37.
1092Πρὸς τὸ Σ. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
1093Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἔκ τε τοῦ τύπου τῆς δημο-
1094σιογραφίας καὶ ἐξ ἄλλων ἰδιαιτέρων πηγῶν, ὅτι τὸ Σεβα-
1095στὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦτο ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐθνι-
1096κὴν Σ. Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν νομοσχέδιον περὶ κτηματικῆς
1097δωρεᾶς εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου,
1098ἐν ᾧ μετὰ λύπης μας βαθείας εἴδομεν, ὅτι ἐν τῷ ὁριζομένῳ πρὸς
1099τὸν προκείμενον σκοπὸν κτηματικῷ χώρῳ ἐμπεριέχονται
1100μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ διάφορα κτήματα καὶ γαῖαι δύο
1101μετοχίων τῆς ἧς προϊστάμεθα Μονῆς κατὰ τοὺς δήμους
1102Βουπρασίων καὶ Δύμης, ὑπὸ τὰ ὀνόματα «Ἀλητσελεπῆ» καὶ
1103«Πέρα Μετόχι» μετὰ τῶν γαιῶν «Καρὰ Ἀγὰτζ», ἅτινα
1104περιῆλθεν αὐτῇ ἐξ ἀγορᾶς, ὡς ἐμφαίνεται εἰς τοὺς ὑποβλη-
1105θέντας ἐν ἀντιγράφῳ τίτλους αὐτῆς....
1106Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δυνάμεθα, ἢ ἔνθεν μὲν ἐκ καθή-
1107κοντος, ἔνθεν δὲ ἐξ ὀνόματος καὶ ἐντολῆς τῆς ὁλομελείας τῆς
1108Μονῆς, νὰ ὑποβάλωμεν μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ τὰς
1109ἐφεξῆς παρατηρήσεις μας.
1110Ἡ σύστασις τῆς καθ’ ἡμᾶς Μονῆς ἔχει βαθεῖαν τὴν κατα-
1111γωγὴν ἐξ αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς ἀρχαιότητος τῶν χρόνων, ἀριθ-
1112μούσης ἀπὸ τῆς συστάσεώς της πλέον τῶν ΙΕʹ. αἰώνων, ἥτις
1113ἄλλως, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ Ἱεραὶ Μοναὶ τοῦ Κράτους, κέκτηται
1114οὐσιώδη δικαιώματα, ἅτε ἐν τοῖς χαλεποῖς ἐκείνοις καιροῖς
1115τῶν ὑπὸ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ κακοδοξίας ἐνεργουμένων
1116διωγμῶν, καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ γλῶσσα διὰ πολλῶν θλίψεων,
1117ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὡς εἰς ἄλλο κρησφύγετον, διεσώθησαν
1118εἰς ἡμᾶς.
1119Κατόπιν δὲ πάλιν, ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐκπεσὼν τῆς
1120πατρώας σοφίας, ἐκυμαίνετο ὑπὸ τῆς δυναστείας τῶν κρα-
1121τούντων νὰ παρασυρθῇ εἰς κακοδόξους αἱρέσεις καὶ πλάνας,
1122αἱ Ἱεραὶ Μοναὶ, ὡς ἀπὸ φρουρίων, ἔσωθέν τε καὶ ἔξωθεν ὑπε-
1123ρήσπισαν τὴν παιδείαν καὶ θρησκείαν, κινδυνευούσας πάντως
1124ν’ ἀποχαιρετίσωσιν ἡμᾶς.
1125Ἐκ τούτου δὲ πάλιν, ὡς ἐπὶ τρίτης τῆς τῶν ἀλλοφύλων
1126τυράννων ἐποχῆς, τὰ αὐτὰ καὶ πλείονα διεπράξαντο, ἰδίᾳ
1127δὲ ἡ καθ’ ἡμᾶς Μονὴ κατέχει μίαν σελίδα τῆς ἱστορίας, καθό-
1128σον οἱ μοναχοὶ αὐτῆς (ὧν τινες ἐπιζῶσιν ἔτι) ἐν τῷ ὑπὲρ
1129ἀνεξαρτησίας τῆς Πατρίδος Ἱερῷ Ἀγῶνι, ἐν πολλοῖς μέρεσι
1130διὰ τῶν ἰδίων βραχιόνων ἠγωνίσθησαν γενναίως, διαθρέψαν-
1131τες ἐν τῇ Μονῇ ἐκ τῶν ἐνόντων πολλὰς χιλιάδας ψυχῶν,
1132καὶ διασώσαντες αὐτοὺς ἐκ τῶν λογχῶν τοῦ βαρβάρου ἐκεί-
1133νου Αἰγυπτίου πορθητοῦ, ὃν καὶ ἀπώσαντο ἐνδόξως, πρὸς
1134θρίαμβον καὶ ἐλευθερίαν τῆς φιλτάτης Πατρίδος, διατηρή-
1135σαντες οὕτω καὶ τιμὴν καὶ ζωήν.
1136Εἰς τὸν Ὑψηλὸν τοῦτον καὶ Ἱερὸν σκοπὸν ἀτενίζοντες
1137ἀρχῆθεν καὶ οἱ κατὰ καιροὺς μοναχοὶ τῆς Μονῆς, ἐμερίμνη-
1138σαν καὶ πρὸς ὑλικὴν συντήρησιν αὐτῆς, προσκτησάμενοι ἐξ
1139ἀγορᾶς δι’ ἰδίων πόνων καὶ δαπανῶν μετόχια καὶ γαίας, ἵνα
1140ἐξ αὐτῶν προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ τοῖς διαβαί-
1141νουσι πένησι καὶ προσερχομένοις χορηγῶσιν ἄρτον καὶ παρα-
1142μυθίαν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας συν-
1143εισφέρωσι τὸ δυνατὸν, ὡς τοῦτο πολλάκις καὶ ἐσχάτως διε-
1144πράξαντο.
1145Τὰς κτηματικὰς ταύτας ἀκινήτους περιφερείας, ἃς καὶ
1146Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες διὰ χρυσοβούλλων ἀνεγνώρισαν,
1147(ἀφ’ ὧν κτηματικῶν περιφερειῶν ἐξήρτηται ἡ ζωὴ καὶ ἡ
1148ὕπαρξις τῆς Μονῆς) ἐξ ἀγορᾶς ἀποκτηθείσας, οὐ μόνον δὲν
1149δυνάμεθα ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου, ἀλλὰ
1150καὶ ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλεται
1151ἡμῖν αὐστηρῶς ἡ διατήρησις καὶ φύλαξις αὐτῶν, τοὺς δὲ
1152παραβάτας καὶ ἐπεμβαίνοντας πρὸς διαρπαγὴν, ὑποβάλλου-
1153σιν εἰς φρικτὰ ἐπιτίμια καὶ ἀράς· (ἴδε Κανόνα ΚΔʹ. τῆς Δʹ.
1154Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ΜΘʹ. τῆς Ϛʹ. Οἰκουμενικῆς, ΙΒʹ. τῆς
1155Ζʹ. καὶ ΛΔʹ. τῆς ἐν Καρθαγένη). Τούτων οὕτως ἐχόντων,
1156δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διαφυλάξωμεν καὶ διατηρήσωμεν ὅλας
1157τὰς κτηματικὰς ἀκινήτους κτήσεις τῆς Μονῆς, πρὸς συντή-
1158ρησιν αὐτῆς, καθόσον πᾶσα ἄλλη κινητὴ κτῆσις ὑπόκειται
1159εἰς κινδύνους καὶ ἀπώλειαν.
1160Ὑποβάλλοντες ταῦτα, παρακαλοῦμεν θερμῶς τὸ Σ. Ὑπουρ-
1161γικὸν Συμβούλιον, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ προκείμενον νο-
1162μοσχέδιον, καθόσον ἀφορᾷ τὰ μετόχια καὶ γαίας τῆς Μονῆς,
1163τῆς ὁποίας ἄλλως ἡ ὕπαρξις καθίσταται προβληματική.
1164Πεποιθότες, ὅτι τὸ Σ. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλει ἐκ-
1165τιμήσει τὰ ἐκτεθέντα, συνδυαζόμενα μὲ τὰ δικαιώματα τῆς
1166Μονῆς, καὶ ἀφήσει αὐτὴν ἀνενόχλητον.
1167Ἐν Μεγάλῳ Σπηλαίῳ, τὴν 27 Ἀπριλίου 1887.
1168Ὑποσημειούμεθα μετὰ σεβασμοῦ
1169(Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί).
1170Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τὴν τόσον σαφῶς ἐκφραζομένην θέ-
1171λησιν τῶν Μοναστηρίων, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δωρῶμεν
1172μοναστηριακὰς κτήσεις, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν
1173τὴν ἀγορὰν τούτων; Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτην
1174ἐλπίδα, ὅταν ῥητῶς τὰ Μοναστήρια διαμαρτύρωνται; Ἂν
1175ἔχωμεν σκοπὸν βίᾳ νὰ ἀποκτήσωμεν, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν
1176τῶν Μονῶν, τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρά·
1177γνωρίζω δυστυχῶς τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, οὓς διερχόμεθα·
1178ἀκούω τοὺς ψιθυρισμοὺς περὶ τῶν Μοναστηρίων καὶ τῶν μο-
1179ναχῶν, καὶ καταλαμβάνω, ποῖαι ἰδέαι ἐπικρατοῦσι περὶ τοῦ
1180ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς αὐτὰς καὶ τὰ κτήματά των·
1181φοβοῦμαι μάλιστα, μὴ πάλιν ἐγείρω τὸ μειδίαμα, ἐπιθυμῶν
1182νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἱερότητος τοῦ δικαίου τῶν Μονῶν.
1183Ἐπροχωρήσαμεν πολὺ εἰς τὰς φιλοσοφικὰς ἰδέας, καὶ σχεδὸν
1184συστελλόμεθα νὰ παριστάμεθα ὡς συνήγοροι οἱωνδήποτε ἐκ-
1185κλησιαστικῶν ἢ μοναστηριακῶν δικαίων, ἵνα μὴ ὑποτεθῶ-
1186μεν, ὅτι δὲν παρακολουθοῦμεν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν πρόοδον τοῦ
1187αἰῶνος, καὶ ὅτι δὲν κατενοήσαμεν τὴν ὀρθότητα τῶν θεωριῶν
1188τοῦ θετικισμοῦ καὶ ὑλισμοῦ, ὧν μετ’ ἐπιδείξεως καὶ ἐπιπολαιό-
1189τητος ψελίζομεν ὀλίγας λέξεις ὡς ἀλάνθαστα δόγματα· ἀλλ’
1190αἱ κρίσεις αὗται, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι οὐ
1191μόνον ἐπιπόλαίοί εἰσιν, ἀλλὰ προέρχονται καὶ ἐξ ἐλλείψεως
1192βαθείας γνώσεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι
1193εἴς τινα Μοναστήρια ὁ βίος καὶ ἡ δίαιτα τῶν μοναχῶν δὲν
1194εἶναι τοιαύτη, οἵα ἁρμόζει εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ εὐσεβῆ ταῦτα
1195ἱδρύματα, καὶ ὅτι δὲν ἐκπληροῦται τελέως ὁ ἱερὸς σκοπὸς
1196τοῦ προορισμοῦ των· ἀλλ’ αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἱ κατὰ τὸ
1197πλεῖστον ὀφειλόμεναι εἰς τὴν ποιότητα τῆς ζύμης καὶ τοῦ
1198κοινωνικοῦ ἡμῶν φυράματος, ἐξ οὗ καὶ οἱ μοναχοὶ ἐκπορεύον-
1199ται, δύνανται μὲν νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχήν μας περὶ
1200τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ μᾶς
1201παρασύρωσιν εἰς τὴν παραγνώρισιν τοῦ θείου προορισμοῦ τῶν
1202Μοναστηρίων καὶ τῆς μεγάλης συνδρομῆς, ἣν ταῦτα παρέ-
1203σχον εἰς τὴν Πατρίδα ἐν χαλεποῖς καιροῖς καὶ κρισίμοις ἐθνι-
1204καῖς ἀνάγκαις. Ὅπως ἡ ὀρθόδοξος ἡμῶν Πίστις ἀποτελεῖ
1205τὸν κυριώτερον χαρακτῆρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως,
1206δι’ οὗ τὸ Ἔθνος διεσώθη ἐν τῷ κατακλυσμῷ τῆς δου-
1207λείας καὶ βαρβαρότητος, οὕτω καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Μονα-
1208στήρια ἐχρησίμευσαν ὡς κιβωτὸς καὶ ἑστία τοῦ ἀθανάτου
1209καὶ ἀσβέστου ἐθνικοῦ πυρὸς, καὶ ἀπόρθητοι ἀκροπόλεις
1210τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ πίστεως. Δὲν πρέπει λοιπὸν
1211μετ’ ἀδιαφορίας, εἶναι δ’ ἀνόσιον μετὰ περιφρονήσεως, ν’
1212ἀτενίζωμεν πρὸς τὰς ἱερὰς τῆς Πατρίδος μας Μονὰς καὶ
1213πρὸς τὰ δίκαια αὐτῶν· ἀλλ’ ἂν αἱ ἰδέαι αὗται ἔπαυσαν
1214πλέον νὰ μᾶς συγκινῶσιν, ὅπερ θεωρῶ ἐθνικὸν δυστύχημα
1215καὶ γνώρισμα τῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ φρονήματος καταπτώσεως,
1216δὲν ἐννοοῦμεν τοὐλάχιστον νὰ σεβασθῶμεν τὸ δικαίωμα
1217τῆς ἰδιοκτησίας; Πῶς δὲ προβαίνομεν εἰς δωρεὰς κτημά-
1218των παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν; Δὲν ἠκούσατε δὲ
1219περιπλέον ἐκ τῆς ἀναφορᾶς, ὅτι οἱ μοναχοὶ οὐ μόνον δὲν ἐπι-
1220θυμοῦσιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν
1221κτημάτων των; Οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας
1222ῥητῶς ἀπαγορεύουσι τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων μοναστη-
1223ριακῶν κτημάτων, διὰ φρικτῶν δὲ ἐπιτιμίων καὶ ἀρῶν ἐπιτι-
1224μοῦσι τοὺς παραβάτας τῶν ἱερῶν τούτων διατάξεων. Ἐσκέ-
1225φθητε λοιπὸν καλῶς, τοιαῦτα κτήματα ἱερὰ καὶ ἀναπαλ-
1226λοτρίωτα δωροῦντες, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν Διάδοχον; Σᾶς
1227ἱκετεύω, ἐν ὀνόματι τοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπερ πάντες ἔχομεν
1228ὑπὲρ τοῦ σεπτοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, μὴ ἀναμίξωμεν
1229αὐτὸν εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοιούτων κτημάτων, περὶ ὧν γογ-
1230γύζουσι καὶ διαμαρτύρονται οἱ ἰδιοκτῆται· μὴ θελήσωμεν
1231νὰ μειώσωμεν τὴν λατρείαν καὶ τὸ γόητρον, ὧν ἀμερίστως
1232ἀπολαύει ὁ λαοπόθητος Κωνσταντῖνος. Διόλου δὲν διαφωνοῦ-
1233μεν κατ’ ἀρχὴν ὡς πρὸς τὴν χορηγίαν, προθύμους δὲ θὰ μᾶς
1234εὕρητε πρὸς τὸν κανονισμὸν ἐπαρκοῦς καὶ ἀναλόγου ποσοῦ.
1235Μὴ θέλετε, Κύριοι, νὰ παρασταθῶμεν ἐν διαφωνίᾳ ἐπὶ ζητή-
1236ματος, περὶ οὗ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου
1237δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διπλῆ γνώμη. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν
1238συνείδησιν ἡμῶν, κ. Βουλευταί· συλλογισθῆτε, ὅτι ὅλοι εἴ-
1239μεθα Ἕλληνες, τυχαίως δὲ εἴμεθα Βουλευταί, καὶ ἔτι τυ-
1240χαιότερον, ὅτι ἀνήκομεν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα.
1241Πόσους δὲν βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην καθημένους εἰς τὰ
1242ἑδώλια τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ἐνῷ χθὲς ἔτι καὶ πρὸ ὀλί-
1243γου ἐκαθήμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ αὐτῷ θρανίῳ; Λησμονή-
1244σατε, σᾶς παρακαλῶ, πρὸς στιγμὴν τὰς κομματικὰς διαιρέ-
1245σεις, καὶ ἔλθετε ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ
1246κοινοῦ ζήτημα ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας· μὴ ἐπιθυμήσητε
1247νὰ παρασταθῶμεν ὡς ἀντίδικοι εἰς ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τὸ Ἔ-
1248θνος, καὶ ἐνδιαφέρον ὕψιστα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας.
1249Μὴ τάχα δὲν ἐνδιαφερώμεθα καὶ ἡμεῖς ἐξ ἴσου περὶ τῆς
1250Βασιλείας, καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινας νὰ οἰκειοποιῶν-
1251ται μεμερισμένως τὴν πρὸς αὐτὴν ἀγάπην; Εἶναι ἀνάγκη
1252νὰ ὦμεν ταπεινοὶ κόλακες καὶ νὰ ἕρπωμεν ἐξ ὑπολογισμοῦ
1253πρὸ τῶν ποδῶν τῶν Βασιλέων μας, ἵνα δείξωμεν τὰ φιλοβα-
1254σιλικὰ αἰσθήματά μας; Ἂν ἄλλοι ποτὲ εἰς ἄλλους καιροὺς
1255ἐφώναζον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι φύσει δημοκράται, ἡμεῖς, ἐν
1256ἐπιγνώσει τῆς ἐθνικῆς καταστάσεώς μας καὶ τῶν πόθων
1257τοῦ Ἔθνους μας, μικροῦ καὶ πτωχοῦ ἐν μέσῳ τῆς βασιλευο-
1258μένης Εὐρώπης, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι εἴ-
1259μεθα θερμοὶ θιασῶται τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας......
1260§32ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εἰλικρινεῖς φίλοι
1261τῆς Βασιλείας.
1262§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς παύσωσι λοιπόν, παρακα-
1263λῶ, οἱ περίεργοι φίλοι τῆς Βασιλείας, ἐπιδεικνύοντες ἀκαίρως
1264τὰ φιλοβασιλικὰ αἰσθήματά των, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶ-
1265ναι ἀνάγκη νὰ γίνηται λόγος, διότι ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες,
1266γινώσκοντες τὴν θέσιν τοῦ Ἔθνους μας, καὶ κηδόμεθα τῆς
1267δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἐθνικῆς προαγωγῆς μας· ἂν ἐπι-
1268μένωμεν ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς χορηγίας, τοῦτο πράττομεν ἐκ
1269προνοίας μὲν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαι-
1270ωμάτων τῶν συμπολιτῶν μας, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐξ εἰλι-
1271κρινοῦς μερίμνης πρὸς τὸν Βασιλικὸν οἶκον, οὗτινος τὰ θε-
1272μέλια ἐπιθυμοῦμεν νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλ-
1273ληνικοῦ λαοῦ. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δέ, τὴν ἐκπροσωποῦσαν
1274τὴν πλειοψηφίαν, ἀπευθυνόμενος, ὑστάτην ποιοῦμαι τὴν ἔκ-
1275κλησιν ταύτην: Ἐγκαταλείψατε τὸ περὶ τῆς τῶν ἀκινήτων
1276δωρεᾶς νομοσχέδιον· ἐπαυξήσατε τὴν χρηματικὴν χορηγίαν
1277εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ἐπαρκές, καὶ ἡ Βουλή, μὴ
1278ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὁμοφώνως καὶ ἐν ἐπιδοκιμασίαις θέλει ἐπι-
1279ψηφίσει τὴν πρότασιν. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὸ νομοσχέδιον,
1280ὡς ἔχει, κακῶς ὑπηρετεῖτε τὴν Βασιλείαν, διότι ἡ πρᾶξίς
1281σας αὕτη, ψηφιζομένη μάλιστα ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, θέ-
1282λει στερεῖσθαι τοῦ νομικοῦ καὶ ἠθικοῦ κύρους, δι’ οὗ πρέπει
1283νὰ περιβάλλωνται αἱ τοιαῦται ὑψίστης σημασίας ἀποφά-
1284σεις. Μὴ ἐπιμένετε, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς
1285ἔχει, διότι προσκρούετε εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ συμφέ-
1286ροντα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ πρὸς τὰ ἱερὰ τῶν Μονῶν δι-
1287καιώματα. Ἄφετε τοὺς δυστυχεῖς καλλιεργητὰς τῶν μερῶν
1288ἐκείνων ἀταράχους εἰς τὰ κτήματά των, ἅτινα ἔθρεψαν διὰ
1289τοῦ ἱδρῶτός των· μὴ θελήσητε νὰ ἐκτοπίσητε χιλιάδας συμ-
1290πολιτῶν μας ἀπὸ τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγεννήθη-
1291σαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐτάφησαν οἱ πατέρες αὐτῶν· μὴ ἐπι-
1292θυμῆτε νὰ ἴδητε γέροντας ἐν γογγυσμοῖς καὶ βαρυθυμίαις
1293ἀποδιωκομένους τῶν καλυβῶν των καὶ ζητοῦντας μὲ τὸ
1294τρέμον βῆμά των νέαν κατοικίαν ἐν τοῖς γηρατείοις των·
1295ἄφετε τοὺς ποιμένας νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των, ὅπως κερ-
1296δίζωσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ πληρόνωσι τὸν φόρον των· ἀφή-
1297σατε τοὺς πτωχοὺς κατοίκους, νὰ συλλέγωσι τὸν καρπὸν τῶν
1298βαλανιδοδένδρων καὶ νὰ προσπορίζωνται τὸν ἄρτον ἐκ τῆς
1299καρπώσεως τῶν ἄλλων δασικῶν καὶ γεωργικῶν προϊόντων·
1300μὴ ταράξητε τὴν ἀθώαν δίαιτάν των καὶ τὰς παναρχαίας
1301συνηθείας των, ἐν αἷς ἐγενήθησαν καὶ μεθ’ ὧν εἶναι εὐχαρι-
1302στημένοι ν’ ἀποθάνωσιν· ἀλλ’ ἰδίως μὴ τολμήσητε ποτὲ νὰ
1303θίξητε τὸ ἱερὸν καὶ ἀναπαλλοτρίωτον τῶν Μονῶν. Ἐν τέλει
1304δὲ καὶ πάλιν σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐμπλέξητε τὸν Διάδοχον ἐν
1305μέσῳ ποικίλων καὶ ἀμφισβητουμένων δικαιωμάτων, ἐν μέσῳ
1306περιπλοκῶν καὶ δυσχερειῶν, ἃς ἡ διαχείρισις τῶν μεγάλων
1307ἰδιοκτησιῶν συνεπάγεται, ἀλλ’ ἀφήσατε αὐτὸν νὰ καταγί-
1308νηται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ βασίλεια ἔργα· ἀφήσατε αὐτὸν
1309νὰ ἔχῃ διαρκῶς προσηλωμένον τὸ βλέμμα εἰς τὸ σημεῖον
1310ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος ἀπ’ αἰώνων
1311ἀτενίζει, ἀπεκδεχόμενος καὶ μετὰ πίστεως προσδοκῶν παρὰ
1312τοῦ Ἕλληνος καὶ ὀρθοδόξου ὁμωνύμου Διαδόχου τῶν Κων-
1313σταντίνων τὴν πλήρωσιν τῶν προαιωνίων αὐτοῦ πόθων.
1314§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξή-
1315νεγκεν ἤδη τὴν γνώμην αὑτῆς μετὰ τοῦ θάῤῥους ἐκείνου,
1316ὅπερ ἐμπνέει πεποίθησις εἰλικρινὴς καὶ ἀδιασάλευτος. Ὑπε-
1317στήριξεν, ὅτι οὔτε πρέπον, οὔτε συμφέρον εἶναι νὰ ψηφισθῇ
1318τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ δωροῦνται τῷ Δια-
1319δόχῳ Κωνσταντίνῳ γαῖαι καὶ ἰχθυοτροφεῖα. Οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν
1320ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐστήριξε τὴν γνώμην της ταύτην, ἀνε-
1321πτύχθησαν ἐπαρκῶς ὑφ’ ὅλων τῶν ἀλληλοδιαδόχως ἀγο-
1322ρευσάντων μελῶν της, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην
1323νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάλυσιν αὐτῶν. Παρετηρήθη ὅμως, ὅτι,
1324καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἡ ἐπιμονή της
1325δὲ δὲν φαίνεται προσκρούουσα κατ’ ἀμφιβόλου στάσεως τῆς
1326πλειονοψηφίας, ἥτις, καὶ αὐτή, δείκνυται λίαν εὐδιάθετος
1327εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς δωρεᾶς. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει
1328δὲν νομίζετε, κ. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἐπιβάλλεται
1329ἡμῖν ἐξ ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, τί
1330πρόκειται νὰ δωρήσωμεν; Ἡ Κυβέρνησις κατενόησε τὴν
1331ἀνάγκην ταύτην καὶ παρουσίασεν ἔκθεσίν τινα καὶ ἓν διά-
1332γραμμα, ἀλλ’ οὔτε ἐκείνη, οὔτε τοῦτο παριστῶσι τὰ πράγ-
1333ματα, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουσι, καθ’ ἃ καὶ χθὲς ἔλαβον τὴν
1334τιμὴν νὰ εἴπω. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς
1335Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας νὰ γίνῃ ἡ δωρεὰ, πρέπει
1336τρία τινὰ νὰ ἐξετάσωμεν, ἤτοι πρῶτον, ἂν ἡ ἔκτασις ἦναι
1337τόση, ὅση ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τῷ διαγράμματι,
1338δεύτερον, ἂν ἡ ἀξία τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς μετ’ ἐκείνης τῶν
1339ἰχθυοτροφείων ἀνέρχηται εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν, ὅπερ ἐν τῇ
1340αὐτῇ ἐκθέσει σημειοῦται, καὶ τρίτον, ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ ἡμῶν,
1341ὅτι θὰ βλαβῶσιν εἰς τὰ καίρια χιλιάδες ὅλαι κατοίκων
1342τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν,
1343ἦναι ἀκριβεῖς. Περὶ ὅλων τούτων, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι
1344ἀπαραίτητον νὰ ἔχητε ἀκριβεστάτας ἢ προσεγγιζούσας
1345τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀλήθειαν πληροφορίας, δὲν γνωρίζετε
1346σχεδὸν τίποτε, καὶ καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε εἰς τὰ τυφλά. Θὰ
1347ἠδίκουν δὲ πολὺ τὴν νοημοσύνην σας, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν
1348ἐπίστευον, ὅτι δίδετε τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς τὴν ἀτελῆ
1349καὶ ὕποπτον ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ εἰς τὸ ἀτελέ-
1350στερον ἔτι διάγραμμα. Καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ὁ ἐλάχιστος
1351ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ὕποπτος καὶ ἀτελὴς, ἀρκεῖ
1352νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἑξῆς παρατη-
1353ρήσεως, ἣν θὰ ἐκτιμήσητε προσηκόντως, διότι ὅλοι ἔχετε
1354κτήματα, ἢ ἄν τις ἡμῶν δὲν ἔχῃ, θὰ γνωρίζῃ βεβαίως κατὰ
1355προσέγγισιν τὴν ἀξίαν των. Δέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ
1356ἔκτασις τῶν γαιῶν εἶναι διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες
1357στρεμμάτων, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὄχι τετρα-
1358κόσιαι χιλιάδες, ὅπως ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς. Ἐπειδὴ δὲ πρό-
1359κειται περὶ γαιῶν πρώτης ποιότητος, ὧν πλεῖσται μάλιστα
1360εἶναι πεφυτευμέναι, οὐδεμία θὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις, ἂν ὑπο-
1361λογίσωμεν τὴν ἀξίαν ἑκάστου στρέμματος εἰς δραχμὰς ἑκα-
1362τὸν, οὕτω δ’ ἔχομεν ὁλικὴν ἀξίαν τῆς δωρηθησομένης ἐκτά-
1363σεως 25 ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὄχι ἑνὸς καὶ ἡμί-
1364σεος ἑκατομμυρίου, ὅπως ἀνειλικρινῶς λέγει ἡ ἔκθεσις. Τώρα
1365ἐρωτῶ: ἡ ἰδέα ὑμῶν εἶναι, νὰ παραχωρήσητε ἔκτασιν ἀξίας
136625 ἑκατομμυρίων, ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπο-
1367λογίσωμεν τὴν ἀξίαν εἰς 50 μόνον δραχμὰς κατὰ στρέμμα,
1368πάλιν ἔχομεν δεκατρία περίπου ἑκατομμύρια δραχ. καὶ ὄχι
1369ἓν καὶ ἥμισυ. Προσθέσατε τώρα καὶ τὴν ἀξίαν τῶν τριῶν
1370ἰχθυοτροφείων καὶ τῶν μεταλλικῶν ὑδάτων τοῦ Κουνουπε-
1371λίου, καὶ λογαριάσετε. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τί λέγει εἰς ὅλα
1372ταῦτα; Αὐτὴ, καλῶς ποιοῦσα, τηρεῖ ἀφασίαν καὶ σιγὴν
1373νεκρικὴν, ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ
1374ζητήσητε πληροφορίας καὶ διασαφήσεις, πρὶν δὲ ἢ λάβητε
1375τοιαύτας, δὲν ἁρμόζει νὰ προβῆτε εἰς ἐπιψήφισιν. Ἔπειτα
1376ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα, τῆς βλάβης τῶν κατοίκων. Τί θὰ
1377γίνουν π. χ. αἱ πλεῖσται ἐκεῖναι οἰκογένειαι, αἵτινες ἀπέζων
1378ἐκ τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου εἰς τὸ δάσος τῆς Δύ-
1379μης; Τί θὰ γίνουν οἱ κτηνοτρόφοι Ἠλείας, Πατρῶν καὶ
1380Καλαβρύτων καὶ πρὸ πάντων τῶν δήμων Κλειτωρίας καὶ
1381Λαπαθῶν τῆς τελευταίας ταύτης ἐπαρχίας; Ἢ θὰ πλη-
1382ρώνωσι νομῆς δικαιώματα εἰς τὸν Διάδοχον, ἢ θὰ ἐγκατα-
1383λείψωσι τὸ βιοποριστικὸν ἔργον των. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δί-
1384καιον λέγοντες, ὅτι ἡ παραχώρησις, ἂν γίνῃ, θὰ φέρῃ, Κύριος
1385οἶδε, τίνα ἄτοπα, καὶ θὰ ἔχῃ ὀδυνηρὰς συνεπείας;
1386§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ ὁποῖαι τοσάκις ἐπὶ ἀναλόγων
1387περιστάσεων συνέβησαν.
1388§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα εἶπον οὐχὶ διὰ νὰ
1389μεταπείσω τὴν πλειονοψηφίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατ’ ἀρχὴν
1390παραδεκτὸν τῆς δωρεᾶς, διότι περὶ τούτου οὐδεμία μοὶ ἀπέ-
1391μεινεν ἐλπὶς, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι παρίσταται ἀπόλυ-
1392τος ἀνάγκη, ὅπως διὰ τῆς προσηκούσης ἐρεύνης μάθωμεν, τί
1393πρόκειται νὰ δωρήσωμεν, πρὸς τοῦτο δὲ προτείνω, ὅπως
1394συστήσωμεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, πρὸς
1395τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μεταβῇ αὕτη εἰς τὸν τόπον καὶ ἐξετάσῃ
1396ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ἀξίαν καὶ τὰς δια-
1397θέσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων, μεθ’ ὃ, ἀφοῦ ὑπο-
1398βάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐν ἐπιγνώσει
1399πλέον εἰς τὴν συζήτησιν. Θὰ ἔλεγον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις
1400ἦτο ἐν καλῇ πίστει, θ’ ἀπεδέχετο προθύμως τὴν πρότασιν
1401ταύτην, ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ὁμιλῶ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων;
1402Πρὸς μόνην ἑπομένως τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτείνομαι καὶ
1403λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀποκρουσθῇ ἡ περὶ ἐπιτροπῆς δικαία
1404καὶ εὔλογος πρότασις, ἀφοῦ μάλιστα οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κατε-
1405πεῖγον, ὅπως μετὰ σπουδῆς ψηφίσωμεν τὴν δωρεὰν, ἐκτὸς
1406ἐὰν ὑποτεθῇ, καθ’ ἃ ἐδημοσίευσε σήμερον ὑπουργική τις ἐφη-
1407μερὶς, ὅτι ὀφείλομεν σήμερον νὰ τὴν ψηφίσωμεν, ἵνα τὴν
1408προσφέρωμεν τῷ Διαδόχῳ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τοῦ
1409ὀνόματός του. Ἂν εἰς ταῦτα δίδετε προσοχὴν, τότε δὲν ἔχω
1410ἢ νὰ οἰκτείρω τὸν τόπον ἐπὶ τῷ μεγέθει τῆς ἠθικῆς κατα-
1411πτώσεως, εἰς ἣν περιέστη.
1412§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
1413§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
1414§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ.
1415Βουλευτὴς προτείνει τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν ἀποστολὴν
1416Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι 10, οἱ ὁποῖοι ὑποστη-
1417ρίζουσι τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν πα-
1418ρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1419§40ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1420§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθαι 15; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
1421Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν ἀποστολὴν Ἐπι-
1422τροπῆς λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1423(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1424ἐπιτήρησιν τῶν κληθέντων ὡς ψηφολεκτῶν Ν. Καλογερο-
1425πούλου καὶ Π. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψη-
1426φοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1427Χαρ. Τρικούπης ΟἸω. Πεζᾶς Ο
1428Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΚων. Σινέλης Ο
1429Γ. Σισμάνης ΟΚων. Λομβάρδος Ο
1430Δ. Βουλπιώτης ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
1431Ἀθ. Ἴσκος ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ο
1432Ν. Καλαντζόπουλος ΟΔιον. Λομβάρδος Ο
1433Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώργ. Θεοτόκης Ο
1434Μ. Γουλιμῆς Κωνστ. Βασιλάκης
1435Μ. Ἰατρίδης ΟἈντ. Καποδίστριας
1436Δ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Βασιλάκης
1437Γεώργ. Μίλησης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
1438Σπ. Νοταρᾶς Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν
1439Γεώργ. Κούστας ΟΣπυρ. Ἀλαμάνος
1440Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΘεόφ. Προβατᾶς
1441Σωτ. Δανόπουλος ΟἸωάν. Παδοβᾶς Ο
1442Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ν
1443Μιχ. Νικηφοράκης ΟἈγαμ. Μεταξᾶς Ν
1444Δημ. Πετρίδης ΝἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
1445Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ν. Βαλσαμάκης
1446Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Γερ. Μουσούρης Ν
1447Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Π. Βενιεράτος Ο
1448Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδ. Κοζάκης Ν
1449Φίλιπ. Βάρβογλης Γ. Κόρπας Ο
1450Ἠλίας Φλέσσας Στέφ. Σκουλούδης Ο
1451Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ο
1452Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο
1453Παν. Μανέτας ΟΝ. Νομικός
1454Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΜίνως Μπογιατζόγλους Ο
1455Ἠλίας Παλαμήδης ΟΓ. Μπούμπουρας Ο
1456Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ο
1457Δ. Ζέγγελης ΟΔημοσθ. Καΐρης
1458Δημ. Ν. Βότσαρης Γ. Δρόσος Ο
1459Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΝ. Κρίσπης Ο
1460Γεώργ. Χ. Παχύς ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
1461Στέφ. Δραγούμης ΟΚ. Κοσσονάκος Ο
1462Δημ. Γ. Ράλλης Ν. Παπαμιχαλόπουλος
1463Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας ΟΓ. Μαυρομιχάλης
1464Φωκίων Νέγρης ΟἈρ. Πετροπουλάκης
1465Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης
1466Νικ. Μπουφίδης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
1467Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΛ. Καπετανάκος
1468Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ο
1469Νικ. Λεβίδης ΝΓ. Πετροπουλάκης Ο
1470Σπυρ. Κουκούλεζας ΟΙ. Καρτάλης
1471Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈργ. Κανταρτζῆς Ο
1472Τρύφ. Μουτσόπουλος ΟΕὐάγγ. Σταμούλης
1473Γ. Ῥοῦφος Ν. Κουκουσλῆς Ο
1474Θάνος Κανακάρης ΟΑ. Ἀστεριάδης Ο
1475Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ο
1476Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Κ. Μαρκίδης Ο
1477Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
1478Α. Φωτήλας Δ. Κουτσουμπλῆς Ο
1479Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
1480Ἀντ. Ῥικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ο
1481Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
1482Ίω. Κρεστενίτης Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
1483Ν. Κουμανιώτης ΝΠερ. Πεῤῥωτής Ν
1484Σ. Στεφανόπουλος Δ. Τζάνες Ο
1485Βασ. Βουδούρης Περ. Μποῦτος
1486Ν. Καλογερόπουλος ΟΠαν. Σάκκης Ν
1487Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΝ. Παπαλέξης Ο
1488Ν. Παπανικολάου ΟΝ. Μισυρλῆς
1489Ν. Καφετζόγλους ΟΠ. Μαυρομιχάλης Ο
1490Ἄσημ. Χριστόπουλος ΝΣταμ. Μπουντούρης Ο
1491Εὐστάθ. Κοκκέβης ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
1492Δ. Κάρτσωνας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ο
1493Δ. Π. Γουδῆς Κ. Χαλκιόπουλος Ο
1494Σ. Χατζηγάκης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
1495Κ. Ζωγλοπίτης ΟΝικ. Κοντογιάννης
1496Ἀθ. Καζαμπάκας ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
1497Γ. Φραγγίδης ΟΓ. Λιδωρίκης Ο
1498Α. Τακιατζῆς Κ. Χατζῖσκος
1499Γ. Τάκης ΟΔ. Ζουλούμης Ο
1500Ν. Ταρμπάζης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
1501Ζ. Φαλιάγκας Θεμ. Κανάρης
1502§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν περὶ
1503ἀναβολῆς διὰ ψήφων 79 κατὰ 21, ἐπὶ 100 ἐν ὅλῳ ψηφο-
1504φορησάντων.
1505Ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι
1506τὴν ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
1507Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1508(Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
1509(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
1510§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3
1511«.... τὰ καθήκοντα τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπιτελοῦνται ὑπὸ τοῦ
1512παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἢ ὑπὸ τοῦ παρὰ τοῖς
1513ἐν Ἀθήναις Ἐφέταις Εἰσαγγελέως», προτείνω, ὅπως ἐπεκ-
1514ταθῇ τοῦτο εἰς πάντας τοὺς παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεῖς, διότι
1515δύναται νὰ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη ἐκτὸς τῆς Πρωτευούσης,
1516καὶ ἑπομένως ἡ τροπολογία θὰ ἔχῃ οὕτως· «ὑπὸ τοῦ παρὰ
1517τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως ἤ τινος τῶν παρ’ Ἐφέταις
1518Εἰσαγγελέων.
1519(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν τροπολογίαν, ὡς καὶ τὰ
1520ἄρθρα 4–6, ὡς ἔχουσιν).
1521§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
1522§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, πᾶν νομοσχέδιον, τὸ
1523ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, μόλις εἰσα-
1524γόμενον εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίζηται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως
1525παρὰ πάντων τῶν Βουλευτῶν, καὶ μετ’ ἐπευφημιῶν· ἡ Βα-
1526σιλεία εἶναι θεσμὸς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν σημε-
1527ρινὴν Ἑλλάδα, διότι παρέχει τὴν μόνην ἀσφαλῆ ἐγγύησιν
1528πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως. Διὰ τοῦτο πάντες ἀτενίζομεν
1529πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον καὶ μετ’ εὐλαβείας ἀνα-
1530φέρομεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ ὅλων τῶν μελῶν τῆς
1531σεπτῆς Αὐτοῦ οἰκογενείας. Ἄπειρον εἶναι τὸ γόητρον, μὲ τὸ
1532ὁποῖον περιβάλλεται ἡ Βασιλεία, μεγάλη δὲ ἡ δύναμις
1533αὐτῆς καὶ σημαντικὴ ἡ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ
1534τοῦ πνεύματος τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι
1535ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς, τόσον μεγαλειτέρα ἀπαι-
1536τεῖται προσοχή, ὁσάκις πρόκηται νὰ γίνῃ προσφορὰ εἰς τὴν
1537Βασιλικὴν οἰκογένειαν· πᾶσα τοιαύτη προσφορὰ πρέπει νὰ
1538ἐπιδοκιμάζηται ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐν τῇ κοι-
1539νωνίᾳ νὰ σχηματίζηται περὶ αὐτῆς ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν
1540γίνεται κυρίως πρὸς ὄφελος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἀλλ’
1541ὅτι θέλει καταλήξει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς ὑλικὸν ἢ ἠθικὸν
1542ὄφελος τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ 1876, τυγχάνων
1543Ὑπουργὸς, εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν νομοσχέδιον περὶ πω-
1544λήσεως τοῦ δάσους Μπάφι εἰς τὸν Βασιλέα, ἐθεώρησα
1545ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι οὐ μόνον ἡ πρότασίς μου δὲν εὗρε τὴν
1546ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, προβαίνουσα περαι-
1547τέρω, δὲν ἐδέχθη νὰ πληρώσῃ ὁ Βασιλεὺς οὐδὲ τὸ ἀντίτιμον,
1548τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν ἀγορὰν ταύτην.
1549Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέ-
1550διον εἰς τὴν Βουλήν, ἐφρόντισε νὰ καταμετρηθῇ τὸ δάσος,
1551τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ
1552ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ
1553ὑπῆρχον σχέσεις ἢ δικαιώματά τινα τρίτου. Ἐκ δὲ τοῦ
1554διαγράμματος καὶ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐκτιμήσεως, ἐπείσθη
1555ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως κτήματος, ἀπὸ
1556τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἀπελάμβανε καὶ ἐκ τῆς παρα-
1557χωρήσεως τοῦ ὁποίου οὐδενὸς δικαιώματα παρεβλάπτοντο,
1558ἐνῷ δὲ ἤθελεν ἐκπληρωθῆ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως, ἤθελε
1559βελτιωθῆ συγχρόνως τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπως καὶ ἐγένετο.
1560Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἐπὶ τῆς σημερινῆς
1561δωρεᾶς, οὐ μόνον διότι τὸ δωρούμενον ἤδη διαφέρει πολὺ
1562ἀπὸ τὸ τότε παραχωρηθὲν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις
1563δὲν διεξήγαγε δεόντως τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ πρῶτον μὲν ἀτό-
1564πως, κατ’ ἐμὲ, περιέλαβε τὴν δωρεὰν εἰς νομοσχέδιον, τὸ
1565ὁποῖον κανονίζει πλεῖστα ὅσα ζητήματα, ἀφορῶντα εἰς
1566τὴν κατάστασιν τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὰ
1567τῆς δωρεᾶς ὀρθὸν ἦτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς
1568χωριστὸν νομοσχέδιον. Ἐκτὸς τούτου, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις
1569νὰ καταμετρήσῃ τὰ παραχωρούμενα κτήματα, νὰ ἐκτιμήσῃ
1570τὴν ἀξίαν αὐτῶν, νὰ ἐξετάσῃ δὲ καὶ περιγράψῃ λεπτομερῶς
1571τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν τρίτων· ἀλλ’ αὐτὴ δὲν
1572ἐφρόντισεν οὔτε αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ κτήματος τούτου νὰ δια-
1573τυπώσῃ ἀκριβῶς· περὶ τούτου δὲν θέλετε πεισθῆ, ἐὰν μοὶ
1574ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐδάφια τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1575ἄρθρου, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται τὰ μέρη τῆς δωρουμένης
1576ἐκτάσεως.
1577Κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον παραχωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον
1578αἱ γαῖαι αἱ ἐξαιρεθεῖσαι τῆς διανομῆς διὰ τοῦ Διατάγμα-
1579τος τῆς 26 Ἰουνίου τοῦ 1875, καθ’ ὅσον δὲν διετέθησαν
1580βραδύτερον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα
1581συνοικισθέντων Ἰταλῶν.
1582Αἱ διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ἐξαιρεθεῖσαι γαῖαι εἶναι
1583αἱ κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων Ψάρι, Καπελλέτο καὶ
1584Μάζι, καὶ τὰς θέσεις Βάρδα, Καπελλετέϊκο καὶ Ψαρέϊκο
1585κείμεναι ἐθνικαὶ γαῖαι. Ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζετε, τὰ ὅρια τῶν
1586χωρίων δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμένα, ἑπομένως δὲν ἀρκεῖ νὰ
1587λέγητε ἁπλῶς, ὅτι παραχωροῦνται αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς
1588τὰ ὅρια χωρίων τινῶν γαῖαι, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ περιγράφητε
1589τὰ ὅρια ταῦτα. Διὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ
1590εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ κατὰ τὸν δῆμον Δύμης δάσους, δὲν
1591λέγω τίποτε, διότι τοῦτο ἀναφέρεται εἰς Β. Διάταγμα, στη-
1592ριζόμενον εἰς τοπογραφικὸν σχέδιον, ὅπερ εἶχε συνταχθῆ ἀπό
1593τινα γεωμέτρην. Ἀλλὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον εἶναι ἐντελῶς
1594ἀόριστον, διότι κατ’ αὐτὸ παραχωροῦνται αἱ μεταξὺ τῶν
1595ἀνωτέρω ἐκτάσεων, τῶν ὑπερκειμένων τοῦ χωρίου Ἀλητσε-
1596λεπῆ ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης ἐθνικαὶ γαῖαι. Ἀλλὰ ποῖα
1597εἶναι τὰ ὑπερκείμενα ὄρη; Δὲν ἔπρεπε νὰ μνημονευθῶσιν
1598ὀνομαστὶ καὶ νὰ σημειωθῇ τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἕκα-
1599στον ὄρος ἄρχεται, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει; Δὲν ἔπρε-
1600πεν ἀκόμη νὰ διευκρινισθῇ, ἐὰν ὡς ὅριον θὰ χρησιμεύ-
1601σωσιν οἱ πρόποδες ἢ αἱ κορυφαὶ τῶν ὀρέων; Τὸ τέταρ-
1602τον ἐδάφιον διαλαμβάνει, ὅτι δωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον αἱ
1603κατὰ τὰ μέρη ταῦτα κείμεναι Μοναστηριακαὶ γαῖαι, καθ’
1604ὅσον ἤθελον περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀγορᾶς. Ἀλλὰ
1605τίνι τρόπῳ θέλουσι περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἀγορᾶς;
1606Ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν δωρεὰν ἀντικείμενον
1607δημοσίας ἀνάγκης καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῶν κτημάτων τού-
1608των τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Τοιοῦ-
1609τόν τι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ πιστεύω νὰ
1610τὸ διανοῆται ἡ Κυβέρνησις· ἄρα θέλει προσπαθήσει ν’ ἀγο-
1611ράσῃ τὰς γαίας ταύτας ἀπὸ τὰς Μονάς. Ἀλλ’ ἠκούσατε
1612πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ Μοναὶ διαμαρτύρονται καὶ ἀνθίστανται
1613εἰς ταῦτα, ἰσχυριζόμεναι μάλιστα, ὅτι δὲν ταῖς εἶναι ἐπιτε-
1614τραμμένον νὰ τὰς πωλήσωσιν. Ἔπειτα, εἶναι πρέπον νὰ νο-
1615μοθετῶμεν περὶ δωρεᾶς ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξουσιά-
1616ζομεν; τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλους; Φροντίσατε πρῶτον νὰ
1617τὰ ἀποκτήσητε, καὶ φέρετε κατόπιν πρότασιν, ὅπως τὰ χαρί-
1618σητε. Ἐὰν διανοῆσθε ν’ ἀγοράσητε τὰ κτήματα ταῦτα ἀπὸ
1619τὰς Μονὰς, — καὶ πιστεύω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρόθεσις
1620ὑμῶν, — ἀπαλείψατε τὴν παράγραφον ταύτην ἀπὸ τὸ νομοσχέ-
1621διον, συνεννοηθῆτε μὲ τὰς Μονὰς, διαπραγματευθῆτε μετ’ αὐ-
1622τῶν, συμφωνήσατε τὸ τίμημα τῆς ἀγοραπωλησίας καὶ φέρετε
1623τὴν Σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβητε παρ’ αὐτῆς
1624τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ἀγοράν. Θὰ ἦναι πολὺ ἄτο-
1625πον νὰ χαρίζωμεν σήμερον εἰς τὸν Διάδοχον τὰ κτήματα
1626ταῦτα, καὶ ἔπειτα ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1627πραγματοποιηθῇ ἡ δωρεὰ, εἴτε διότι αἱ Μοναὶ δὲν δύνανται
1628ἢ δὲν θέλουν νὰ τὰ ἐκποιήσουν, εἴτε διότι ζητεῖται ὑπέρογ-
1629κον τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἐγκριθῇ ἐν
1630καιρῷ ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν.
1631Αἱ ἀτέλειαι αὗται τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ἐν συντόμῳ
1632ἐξέθηκα, ἔβλαψαν καιρίως τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἔδωκαν ἀφορ-
1633μὴν εἰς πολλὰς παρατηρήσεις καὶ διάφορα σχόλια, ἐξήγει-
1634ραν δὲ κατὰ τῆς προτεινομένης δωρεᾶς τοὺς κατοικοῦντας
1635εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ τοὺς περιοίκους αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου
1636ἠναγκάσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀτόπως φερομένη, ν’ ἀφήσῃ
1637ἔκθετον τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ δύο μῆνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων
1638προσεπάθησε κατεσπευσμένως νὰ ἀναπληρώσῃ, ὅ,τι ὤφειλε
1639νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον
1640εἰς τὴν Βουλὴν· ἐννοῶ τὴν καταμέτρησιν τῶν γαιῶν καὶ τὴν
1641ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ διαγράμματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’
1642ὄψει. Ἀλλ’ ὅστις μελετήσῃ μετὰ προσοχῆς τὸ διάγραμμα τοῦ-
1643το, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ προσ-
1644φέρωμεν εἰς τὸν Διάδοχον, εἶναι δῶρον ἄδωρον, καὶ ὅτι, ἀντὶ
1645νὰ τὸν ὠφελήσωμεν, θέλομεν τὸν περιπλέξει εἰς μυρίας ἔρι-
1646δας, διενέξεις καὶ δίκας, καὶ θέλομεν τὸν καταβιβάσει ἀπὸ
1647τῆς ὑψηλῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔταξε τὸ πολίτευμα,
1648εἰς τὴν ταπεινὴν θέσιν τοῦ διαδίκου, ἀπέναντι τῶν ὑπη-
1649κόων Αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον εἰς τὸ
1650ὑποβληθὲν διάγραμμα, διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον ἔχουσι δί-
1651καιον οἱ ἀνθιστάμενοι κατὰ τῆς δωρεᾶς ταύτης, καὶ συγχρό-
1652νως βεβαιωθῆτε πόσον ἀτελὲς ὑπῆρξε τὸ νομοσχέδιον, τὸ
1653ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον, μ’ ὅλας τὰς
1654ἀτελείας αὐτοῦ, ἤθελε βεβαίως ἐπιψηφισθῆ, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο
1655παρατηρήσεις ἐκ μέρους τινῶν καὶ δὲν ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρ-
1656νησις νὰ προβῇ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν παραχωρουμένων
1657ἐκτάσεων.
1658Καὶ πρῶτον τὸ διάγραμμα δὲν συμφωνεῖ ἐν πολλοῖς μὲ τὸ
1659νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου παρα-
1660χωροῦνται εἰς τὸν Διάδοχον αἱ ἐξαιρεθεῖσαι διὰ τοῦ Διατάγ-
1661ματος τοῦ 1875 γαῖαι, εἶναι δὲ αὗται, ὡς προεῖπον, αἱ κεί-
1662μεναι κατὰ τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων Ψάρι, Καπελλέτο
1663καὶ Μάζι, καὶ εἰς ἄλλας τινὰς θέσεις. Καὶ αἱ μὲν ἄλλαι θέ-
1664σεις δὲν σημειοῦνται εἰς τὸ διάγραμμα, σημαιοῦνται ὅμως τὰ
1665χωρία Ψάρι, Καπελλέτο καὶ Μάζι· ἀλλ’ ἐνῷ τὰ χωρία
1666ταῦτα ἔπρεπε νὰ κῆνται ἐντὸς τῆς παραχωρουμένης ἐκτά-
1667σεως, ἀφοῦ αὕτη περιλαμβάνει τὰς ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν
1668γαίας, παρατηρήσατε, ὅτι, κατὰ τὸ διάγραμμα, καὶ τὸ χω-
1669ρίον Ψάρι εἶναι ἐκτὸς καὶ τὸ χωρίον Καπελλέτο ἐπίσης, καὶ
1670τὸ Μάζι κεῖται ἀκόμη ἀπωτέρω· πῶς συμβιβάζεται λοιπὸν
1671τὸ διάγραμμα μὲ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου; πῶς δύνα-
1672σθε νὰ λέγητε, ὅτι παραχωροῦνται γαῖαι, κείμεναι εἰς τὴν
1673περιφέρειαν τῶν χωρίων Μάζι καὶ λοιπῶν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀφί-
1674νητε τὰ χωρία ταῦτα ἐκτὸς τῆς παραχωρουμένης ἐκτάσεως;
1675Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω μίαν διασάφησιν.
1676§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται ν’ ἀφαι-
1677ρεθῇ ἀπὸ κανένα τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον· πάντα τὰ μὴ ἐθνικὰ
1678δὲν παραχωροῦνται’ τοῦτο λέγει ὁ νόμος.
1679§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶ-
1680ναι ἀκριβής. Τὸ Ψάρι καὶ τὸ Μάζι εἶναι χωρία ἐθνικά.
1681§48ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Οἱ Ἰταλοὶ, οἵτινες εἶναι εἰς τὸ διάγραμ-
1682μα σημειωμένοι, δὲν ἔδωκαν καλὰς πληροφορίας εἰς τὸν κ.
1683Πρόεδρον.
1684§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ψάρι εἶναι ἐθνικόν.
1685§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐξαιροῦμεν.
1686§51ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τὸ διάγραμμα, ἠξεύρετε πῶς ἔγινεν;
1687Οἱ κ. Ἔφοροι ὑπῆγαν εἰς τὰ χάνια καὶ ἔλαβον πληροφορίας
1688ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον· τὸ διάγραμμα δὲν ἔχει
1689ἀξίαν· διὰ νὰ γίνῃ καλὸν διάγραμμα, ἀπαιτεῖται ἓν ἔτος.
1690§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ χωρία Ψάρι, Μάζι καὶ Καπελ-
1691λέτο εἶναι ἐντελῶς ἐθνικὰ, οἱ κάτοικοι αὐτῶν δὲν ἔχουσιν
1692εἰς τὴν ἐξουσίαν των ἢ μόνον τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι ἐδηλώ-
1693θησαν, διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1875 ἐξαι-
1694ροῦνται μόνον αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀνά-
1695λυσιν ταύτην, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπαρουσιάζετο
1696τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐψηφίζετο τὸ
1697νομοσχέδιον, ἕκαστος ἤθελε φρονεῖ, ὅτι ἡ παραχώρησις δὲν
1698περιορίζεται εἰς τὰς ἐν τῷ διαγράμματι γαίας, ἀλλ’ ὅτι περι-
1699λαμβάνει πολὺ μεγαλειτέρας ἐκτάσεις.
1700§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
1701§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἔχετε τὴν γνώμην σας.
1702Ἐπίσης κατὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον παραχωροῦνται αἱ γαῖαι,
1703αἱ κείμεναι μεταξὺ τῶν ὑπερκειμένων τοῦ χωρίου Ἀλητσε-
1704λεπῆ ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης. Ἐπὶ τοῦ διαγράμματος
1705βλέπω τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἀντιθέτως τὰ ὄρη.
1706Τὰ ὄρη κεῖνται, ὡς φαίνονται, πολὺ μακρὰν, καὶ ἐὰν ἤθελον
1707προχωρήσει μέχρις αὐτῶν, παρατηρῶ, ὅτι ἤθελον περιλάβει
1708πολλὰ χωρία καὶ ἀπείρους ἐκτάσεις· ὥστε δὲν εἶχον ἄδικον
1709οἱ λέγοντες, ὅτι κατὰ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ
1710νομοσχέδιον, ἡ δωρουμένη ἔκτασις ὑπερέβαινε τὰς 500,000
1711ἢ 600,000 στρεμμάτων. Τὸ διάγραμμά σας σταματᾷ ἐν τῷ
1712μέσῳ τῆς πεδιάδος, καὶ σᾶς ἐπαινῶ διὰ τοῦτο, διότι, ἂν θε-
1713λήσητε νὰ φθάσητε μέχρι τῶν ὀρέων, θὰ πολλαπλασιάσητε
1714τὰς διενέξεις καὶ τὰς δυσχερείας.
1715§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφε-
1716ραν, δὲν εἶναι ἀκριβές· εἶναι ἓν ψεῦδος.
1717§56ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ τὸ τοπογραφικὸν
1718σχέδιον μέρος τοῦ νομοσχεδίου.
1719§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διάγραμμα δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ
1720νομοσχέδιον· ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνή-
1721σεως εἶναι, νὰ προκαλέσῃ τὴν παραχώρησιν διαλαμβανομέ-
1722νων εἰς τὸ διάγραμμα γαιῶν, οὐχὶ δὲ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
1723φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ δωρεὰ, πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ
1724κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ ὄρη καὶ τὰ
1725ὀνόματα τῶν χωρίων, καὶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι παραχωροῦνται
1726αἱ γαῖαι, αἱ σημειούμεναι εἰς τὸ διάγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλει
1727ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ προσαρτηθῇ
1728εἰς τὸν Νόμον· ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, θὰ ἦναι
1729εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ διάγραμμα, καὶ θέλει περιλαμβάνει οὐχὶ
1730τὰς δωρουμένας γαίας, ἀλλὰ γαίας διπλασίας καὶ τριπλα-
1731σίας ἐκτάσεως.
1732Εἰς τὸν ἐξετάζοντα τὸ διάγραμμα προξενοῦσιν ἐντύπωσιν αἱ
1733μεγάλαι ἀνωμαλίαι τῆς ἀνατολικομεσημβρινῆς πλευρᾶς τῶν
1734παραχωρουμένων ἐκτάσεων. Διὰ νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν αὐ-
1735ταῖς αἱ οἰκίαι πολλῶν χωρίων καὶ ἐξεγερθῶσιν οἱ κάτοικοι
1736τῶν μερῶν ἐκείνων, δὲν ἀκολουθοῦσι γραμμὰς εὐθείας, ἀλλ’
1737ἔκαμον πολλὰς στροφὰς, δι’ ὧν σχηματίζονται, ὡς παρατη-
1738ρεῖτε ἐπὶ τοῦ διαγράμματος, κόλποι καὶ στενά. Διὰ νὰ μεί-
1739νωσιν ἐκτὸς τὰ χωρία Καγκάδι, Ριόλον, Μπούκουρα, Ἅγιος
1740Ἰωάννης, Ἀποστόλου καὶ Καρέϊκα, σχηματίζονται κόλποι,
1741διὰ νὰ μὴ περιληφθῶσι δὲ τὰ χωρία Μπέχραμα, Φραγγέϊκα
1742καὶ τὰ λεγόμενα Στριγκλέϊκα, σχηματίζονται διάφορα στε-
1743νά. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς οἰκονομίας ταύτας μένουσιν ἐντὸς
1744τοῦ διαγράμματος ὀκτὼ χωρία.
1745Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι τηροῦνται
1746ἀνέπαφα ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τρίτοι
1747ἐπὶ τῶν παραχωρουμένων ἐκτάσεων. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα
1748εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα. Πρῶτον, οἱ κατοικοῦντες ἐκεῖ
1749ἔκτισαν οἰκίας ἢ καλύβας, τὰ δὲ γήπεδα, ἐφ’ ὧν αὗται
1750ἀνηγέρθησαν, ἦσαν ἐθνικὰ, καὶ παραχωρητήρια δι’ αὐτοὺς
1751δὲν ὑπάρχουσιν· ἐγείρεται ἤδη τὸ ζήτημα, ἐὰν αἱ οἰκίαι
1752αὗται ἀνήκωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῶν χωρικῶν, ἢ ὄχι.
1753Καὶ ἐξεδόθη μὲν κατὰ τὸ 1848 νόμος, ἐπιτρέπων νὰ παρα-
1754χωρηθῇ εἰς τοὺς χωρικοὺς δωρεὰν ἓν στρέμμα γῆς διὰ κα-
1755τοικίαν καὶ κῆπον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἡ ἔλλειψις παραχω-
1756ρητηρίου καθιστᾷ ἀμφίβολα τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν,
1757καὶ δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, ἐὰν τὰ γήπεδα, τὰ κατα-
1758ληφθέντα παρ’ αὐτῶν, ἦναι ἰδιόκτητα. Δεύτερον, ὅλαι αἱ
1759γαῖαι τῶν μερῶν ἐκείνων ἦσαν ἐθνικαὶ, οἱ δὲ κατοικοῦντες
1760ἐκεῖ, ὀφελούμενοι ἀπὸ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς
1761γῆς, τὸν ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1871, ἐδήλωσαν τεμάχιά τινα
1762γαιῶν, καὶ ἐπὶ τῶν τεμαχίων τούτων ἀπέκτησαν ἀναμφι-
1763σβήτητα δικαιώματα κυριότητος, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ καὶ
1764τὸ νομοσχέδιον νὰ φιλονεικήσῃ. Ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ
1765χωρικοὶ, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ πλεονεξίας, δὲν ἐδήλωσαν
1766ἀκριβῶς τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχον· ἐντεῦθεν συμβαί-
1767νει ὡσεὶ εἰς ὅλα τὰ δηλωθέντα τεμάχια νὰ ὑπάρχωσι κατὰ
1768τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πλεονάσματα, ἅτινα, κατὰ τὸν νόμον,
1769ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δύνανται νὰ ἀποκοπῶσι,
1770κατ’ ἀρέσκειαν αὐτοῦ, ἐξ οἵας δήποτε πλευρᾶς τοῦ τεμαχίου.
1771Τὰ πλεονάσματα ταῦτα παραχωροῦνται ἤδη εἰς τὸν Διά-
1772δοχον, ὅστις δικαιοῦται νὰ καταμετρήσῃ τὰ δηλωθέντα τε-
1773μάχια καὶ ν’ ἀποκόψῃ ὅσα περιπλέον ἕκαστος κατέχει·
1774ἀλλὰ φαντασθῆτε, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ Διάδοχος
1775ἀπέναντι τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐὰν θελήσῃ νὰ
1776ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς κατόχους τὰ μικρὰ ταῦτα πλεονάσματα.
1777Κατὰ τὸ 1885 ἐψηφίσθη νόμος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρ-
1778νησιν νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν ἐπικαρπίαν τῶν πλεονασμάτων, ἀλλ’
1779οἱ ἐνοικιασταὶ εὑρέθησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς δυσχερεστά-
1780την ἀπέναντι τῶν κατόχων θέσιν. Ὅλοι δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι,
1781ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἀρχικῶς ὁρισθεῖσα διὰ τὰς δηλώσεις τῶν
1782κατόχων προθεσμία, ἐδήλωσαν ἄλλοι πολῖται τὰ πλεονά-
1783σματα· ἀλλ’ ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐγεννήθησαν τοιαῦ-
1784ται περιπλοκαὶ, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ν’
1785ἀκυρώσῃ τὰς δηλώσεις τῶν μὴ κατόχων, καὶ νὰ δώσῃ νέαν
1786προθεσμίαν δηλώσεως εἰς τοὺς πρώτους κατόχους. Ἀλλ’
1787ἐκτὸς τῶν πλεονασμάτων κατελήφθησαν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν
1788τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα
1789τεμάχια, τινὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐφυτεύθησαν. Ἐπὶ τούτων
1790οὐδένα νόμιμον τίτλον ἔχουσιν οἱ καταλαβόντες καὶ κατέχον-
1791τες αὐτὰ, καὶ ὁ Διάδοχος δύναται δικαιωματικῶς νὰ τοὺς
1792ἀποβάλῃ· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, θ’ ἀναγκασθῇ
1793νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως, ὅτι θὰ
1794τεθῇ εἰς θέσιν διαδίκου ἀπέναντι πολλῶν ἴσως ἑκατοντάδων
1795χωρικῶν, κατεχόντων, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
1796ὑπὲρ τὰς 10,000 στρέμματα. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· αἱ παραχω-
1797ρούμεναι γαῖαι εἶναι πλουσιώταται εἰς βοσκὰς, καθόσον φύε-
1798ται ἐν αὐταῖς ἄφθονον χόρτον, καὶ οὐ μόνον οἱ κάτοικοι
1799τῶν χωρῶν ἐκείνων βόσκουσιν ἐν αὐταῖς ἐλευθέρως τὰ ζῶά
1800των, ἀλλ’ ἐν καιρῷ χειμῶνος κατέρχονται ἐκ τῶν ὀρεινῶν
1801δήμων καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν πολλοὶ ποιμένες, εἰσάγοντες
1802εἰς αὐτὰς μυριάδας κτηνῶν, τὰ ὁποῖα τοποθετεῖ ἕκαστος εἰς τὸ
1803ἀνέκαθεν παρ’ αὐτοῦ κατεχόμενον στανοτόπι, καὶ βόσκουσιν
1804ἐκεῖ, ὅπως σημειοῖ καὶ ἡ ὑπουργικὴ ἔκθεσις, χωρὶς νὰ πλη-
1805ρώσωσιν οὐδὲν δικαίωμα. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, μετὰ
1806τὴν παραχώρησιν ὁ Διάδοχος θέλει ἀφήσει ἐλευθέραν τὴν
1807εἰσαγωγὴν τῶν ποιμνίων καὶ τὴν νομὴν τοῦ χόρτου, τὸ
1808ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτὸν ὡς ἰδιοκτήτην, ἢ θὰ θέση τοὺς
1809συνήθεις περιορισμοὺς, ἀπαιτῶν καὶ πληρωμὴν μισθώματος
1810νομῆς ἀπὸ τοὺς ἀγροίκους καὶ ὀρεσιβίους ἐκείνους ποιμένας,
1811τῶν ὁποίων τὰς ἕξεις γνωρίζουσιν οἱ ἐκεῖθεν ἀντιπρόπωποι;
1812Πλὴν τῶν περιπλοκῶν τούτων οὐ μικρὰ ἔσεται καὶ ἡ ἐκ
1813τῆς συλλογῆς τῶν βαλανιδίων. Τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς
1814παραχωρουμένης ἐκτάσεως καλύπτεται ὑπὸ μεγάλων δρυῶν,
1815αἱ ὁποῖαι παράγουσι τὰ βελανίδια. Τὰ δένδρα ταῦτα καὶ
1816ὁ καρπὸς αὐτῶν βεβαίως ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ
1817ὁποῖον, χρώμενον ἄλλοτε τῷ δικαιώματι τῆς ἰδιοκτησίας
1818του, ἐνῳκίαζε κατ’ ἔτος τὸν καρπὸν εἰς ἐνοικιαστὰς, οἵ-
1819τινες συνέλεγον αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινον συμφε-
1820ρώτερον, καὶ τὸν ἀπεταμίευον εἰς τὰς ἀποθήκας των, ἐξ ὧν
1821ἀκολούθως τὸν ἐπώλουν εἰς τοὺς ἐμπόρους. Ἀλλὰ τὸ μέ-
1822τρον τοῦτο ἀπήντησε σοβαρὰ προκόμματα ἐκ μέρους τῶν
1823κατοίκων, συνειθισμένων ἀνέκαθεν νὰ συλλέγωσιν ἐλευθέ-
1824ρως τὰ βαλανίδια· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ
1825ἐγκαταλείψῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διαθέσεως, καὶ, ἀντὶ
1826νὰ παραχωρῇ τὸν καρπὸν εἰς ἐνοικιαστὰς, ἀφῆκεν ἐλευθέρους
1827τοὺς κατοίκους νὰ συλλέγωσι τὸν καρπὸν καὶ νὰ τὸν πω-
1828λῶσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους, παρὰ τῶν ὁποίων λαμβάνει, λόγῳ
1829ἐπικαρπίας, μίαν δραχμὴν καὶ 30/00 τὸν στατῆρα κατὰ τὴν
1830διὰ θαλάσσης μεταφορὰν, ἢ ἐξαγωγὴν τοῦ καρποῦ. Μετὰ
1831τὴν παραχώρησιν πρὸς τὸν Διάδοχον θέλει διατηρηθῆ ὁ
1832τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως τῶν βαλανιδίων; Θὰ μείνωσι
1833δηλ. καὶ ἐν τῷ μέλλοντι οἱ χωρικοὶ νὰ συλλέγωσι
1834καὶ νὰ πωλῶσι τὸν καρπὸν, καὶ θ’ ἀρκεσθῇ ὁ Διάδοχος
1835νὰ λαμβάνῃ εἰς τὰ τελωνεῖα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον λόγῳ
1836ἐπικαρπίας λαμβάνει σήμερον τὸ Δημόσιον; Ὑποχρέωσιν τοι-
1837αύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Διάδοχον, ὅστις
1838δικαιοῦται νὰ διαθέσῃ ἐπωφελέστερον τὸν καρπὸν αὐτόν.
1839Ἀλλ’ ὁποῖα παράπονα καὶ γογγυσμοὶ θὰ ἐγερθῶσιν ἐκ μέρους
1840τῶν χωρικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ συλλογὴ τῶν βαλανιδίων
1841ἀποτελεῖ ἕνα τῶν κυριωτέρων πόρων τῆς ὑπάρξεώς των!
1842Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἀρκοῦσι νομίζω ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ πα-
1843ραχώρησις, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, δὲν θέλει
1844ὠφελήσει τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ θέλει τὸν ἐκθέσει εἰς μυρίας
1845περιπλοκὰς, καὶ θέλει καταστήσει, ὡς προεῖπον, τὸ δῶρον
1846ἄδωρον. Θὰ ἔχῃ καθ’ ἑκάστην παράπονα καὶ θ’ ἀναγκασθῇ
1847νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ θὰ κατατρίβῃ τὸν πο-
1848λύτιμον αὑτοῦ χρόνον εἰς διηνεκεῖς ἔριδας μετὰ τῶν μελλόν-
1849των ὑπηκόων του. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Διάδοχος ἐξέφρασε τὴν
1850ἐπιθυμίαν ν’ ἀποκτήσῃ ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶχε
1851καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἀποτρέψῃ, παριστῶσα τὰς
1852δυσχερείας, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἐν Ἑλλάδι ἡ καλλιέρ-
1853γεια καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν κτημάτων. Ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τοῦτο
1854ἐπέμενε, —διότι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, ἐν οἷς συγκαταλέγομαι
1855καὶ ἐγὼ, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιθυμία πρὸς ἀπόκτησιν κτή-
1856ματος εἶναι ἀκατάσχετος, —οἱ Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ τὸν συμ-
1857βουλεύσωσιν, ὅπως ἀποκτήσῃ περιωρισμένην ἔκτασιν γῆς,
1858ἀπηλλαγμένην πάσης ἀξιώσεως καὶ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται
1859νὰ καλλιεργήσῃ δι’ αὐτεπιστασίας. Κτῆμα τοιοῦτον, ἐπι-
1860στημονικῶς καλλιεργούμενον καὶ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἐπο-
1861πτείαν τοσοῦτον ὑψηλοῦ προσώπου, ἤθελε κατασταθῆ πρώ-
1862τυπον ἀγροκηπίου, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς Σχολεῖον, καὶ
1863νὰ συντελέσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωπονίας.
1864Αἱ παραχωρούμεναι ὅμως γαῖαι, καὶ διὰ τὴν μεγάλην αὐτῶν
1865ἔκτασιν, καὶ διότι κατοικοῦσιν ἐν αὐταῖς τόσαι οἰκογένειαι,
1866δὲν δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσιν, εἰμὴ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς
1867λεγομένης ἐπιμόρτου καλλιεργείας, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβά-
1868ζεται μὲ τὴν κατάστασιν τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν. Διὰ
1869τοῦτο καὶ ἐξέλιπε καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅπου δὲ διατη-
1870ρεῖται ἀκόμη, εἶναι ἀένναος πηγὴ σκανδάλων καὶ διενέ-
1871ξεων, καὶ παράδειγμα ἔχετε τὴν Ἰρλανδίαν. Ὑπῆρχεν ἐπο-
1872χὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γῆ ἀνῆκεν εἰς μεγάλους ἰδιοκτή-
1873τας, οἵτινες ἐκαλλιέργουν αὐτὴν διὰ τῶν δούλων, ὧν ἡ κα-
1874τάστασις ὀλίγον διέφερεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν ἐν τοῖς
1875κτήμασι διατηρουμένων κτηνῶν. Ἀλλ’ ὅτε ἡ δουλεία
1876ἐξέλιπε καὶ ἀπηλευθερώθησαν οἱ γεωργοὶ, συνήφθη νέον
1877εἶδος σχέσεως μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν
1878καὶ ἐντεῦθεν τὴν δουλικὴν καλλιέργειαν διεδέχθη ἡ ἐπί-
1879μορτος καλλιέργεια, ἤτοι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ
1880καλλιεργῶν τὴν γῆν γεωργὸς ἀποδίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην
1881μέρος τῶν παραγομένων καρπῶν. Παρήχθη δὲ ἀναγκαίως
1882ἡ κατάστασις αὕτη, διότι οἱ μὲν γεωργοὶ εἶχον ἀνάγκην
1883τῆς γῆς, ἀπὸ δὲ τοὺς κτηματίας ἔλειπον καὶ τὰ μέσα καὶ
1884ἡ διάθεσις νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοπροσώπως τὴν καλλιέργειαν·
1885ἀλλὰ καὶ ἡ νέα αὕτη κατάστασις οὐδόλως ἐβελτίωσε τὴν
1886θέσιν τῶν γεωργῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπου τὸ σύστημα τοῦτο
1887ἐπεκράτησε, δὲν ἔπαυσαν αἱ διενέξεις, τὰ παράπονα καὶ οἱ
1888διαπληκτισμοί. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθησαν καὶ ἀναγ-
1889κάζονται οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον
1890νὰ παραχωρῶσιν τὰς γαίας εἰς τοὺς χωρικοὺς, εἰς πολλὰ δὲ
1891μέρη συνέδραμον εἰς τοῦτο καὶ αἱ Κυβερνήσεις διὰ νόμων,
1892οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐσίαν ἦσαν ἄδικοι, ἀλλ’ ἐθεωρήθησαν ἀπα-
1893ραιτήτως ἀναγκαῖοι, διότι βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
1894νατὸν νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ πολιτικὴ ἀπο-
1895κατάστασις εἰς χώρας, ἔνθα ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς στε-
1896ρεῖται ἰδιοκτησίας καὶ καλλιεργεῖ ξένην γῆν, ἐκ τῆς ὁποίας
1897κινδυνεύει κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐκδιωχθῇ. Παρ’ ἡμῖν
1898μάλιστα τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας ὑφίστατο καὶ ἐπε-
1899κράτει ἐπὶ Τουρκοκρατίας καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλ-
1900λάδος, διότι οἱ Τοῦρκοι, κατακτήσαντες καὶ ὑποδουλώσαν-
1901τες τὴν Ἑλλάδα, διένειμον μεταξύ των τὰς εὐφορωτέρας
1902τῶν γαιῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὰ λεγόμενα τσιφλίκια, τὰ
1903ὁποῖα ἐκαλλιέργουν οἱ χωρικοὶ, καίπερ ἐλεύθεροι ὄντες, ἐπὶ
1904ἀποδόσει μέρους τῶν συγκομιζομένων καρπῶν. Ἀλλὰ τὴν
1905κατάστασιν αὐτὴν ἔφερε βαρέως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τοῦτο
1906δ’ ὑπῆρξε μία τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας εὑ-
1907ρέθη πρόθυμος ἡ γεωργικὴ τάξις νὰ ὑποστῇ τὴν μεγάλην
1908ἐπανάστασιν, διότι ἤλπιζεν, ὅτι μετὰ τῶν ἄλλων ἐλευθε-
1909ριῶν ἤθελεν ἐλευθερώσει καὶ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐκαλ-
1910λιέργει. Μετὰ τὴν ἔξωσιν τῶν Ὀθωμανῶν ἐλήφθη τὸ μέ-
1911τρον, νὰ καταργηθῶσι τὰ τσιφλίκια, αἱ δὲ Ἐθνικαὶ Συνε-
1912λεύσεις ἀπηγόρευσαν τὴν ἐκποίησιν τῶν γαιῶν αὐτῶν, ὅπως
1913διανεμηθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ μικρὰς ἐκτάσεις
1914καὶ ἀποκατασταθῶσιν ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἰδιοκτῆται. Ἐπειδὴ
1915δὲ ἡ κατὰ τὸ 1826 Κυβέρνησις, ἀψηφοῦσα τῶν ἀποφάσεων
1916τῶν Συνελεύσεων, ἐξεποίησεν ἀσήμαντά τινα χωρία, κείμενα
1917περὶ τὸ Ναύπλιον, ἡ ἀμέσως κατόπιν συγκροτηθεῖσα
1918Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠκύρωσε τὴν πώλησιν, τὸ δὲ Ἐλεγκτι-
1919κὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε διὰ τοῦ Καταστατικοῦ του
1920τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξελέγξῃ τὸ κῦρος ὅλων τῶν γενομένων
1921κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἀπαλλοτριώσεων, ἠκύρωσε τοὺς τί-
1922τλους τῶν τοιούτων ἐκποιήσεων. Καὶ δὲν ἠθέλησαν μὲν αἱ
1923Κυβερνήσεις ν’ ἀφαιρέσωσι τὰ πωληθέντα κτήματα ἀπὸ τοὺς
1924ἀγοραστὰς, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶχον προσφέρει μεγά-
1925λας προσωπικὰς καὶ χρηματικὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μέχρι τῆς
1926σήμερον στεροῦνται οὗτοι νομίμων τίτλων.
1927Ἡ ἐθνικὴ γῆ προωρίσθη, ἵνα διανεμηθῇ εἰς τὸν Ἑλλη-
1928νικὸν λαὸν, καὶ δὲν ἐπετράπη ἡ σύστασις τσιφλικίων· ὡς ἐκ
1929τούτου ἐν Ἑλλάδι τσιφλίκια, ἤτοι μεγάλας ἰδιοκτησίας,
1930καλλιεργουμένας κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλ-
1931λιεργείας, δὲν ἔχομεν, εἰμὴ μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας,
1932αἱ ὁποῖαι δὲν ἠλευθερώθησαν διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ παρεδό-
1933θησαν διὰ συνθηκῶν· τοιαῦται δὲ εἶναι ἡ Ἀττικὴ, ἡ Εὔβοια,
1934ἡ Φθιῶτις, μέρος τῆς Βοιωτίας καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι. Εἰς τὰς
1935ἐπαρχίας ταύτας ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν ἀκόμη τσιφλίκια,
1936διότι ἐπετράπη εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς νὰ διατηρήσωσιν ἢ νὰ
1937πωλήσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας φοβε-
1938ραὶ εἶναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ἀπαντῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται,
1939καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἠναγκάσθησαν νὰ πωλή-
1940σωσι τὰς γαίας εἰς τοὺς γεωργούς. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι μετ’
1941οὐ πολὺ τὸ αὐτὸ θὰ πράξωσι καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ ὅτι ἐν προσε-
1942χεῖ μέλλοντι τὰ τσιφλίκια θὰ ἐκλείψωσιν ἐντελῶς. Ὁ ἀξιό-
1943τιμος ἡμῶν συνάδελφος κ. Καραπάνος ἦτο μέγας ἰδιοκτή-
1944της ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης καὶ εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν του πολ-
1945λὰ τοιαῦτα χωρία, ἀλλὰ μὴ δυνάμενος ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰς
1946διενέξεις καὶ τὰ καθ’ ἡμέραν ἐγειρόμενα ἀγροτικὰ ζητήματα,
1947ἠναγκάσθη νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῶν χωρικῶν καὶ νὰ τὰ
1948ἐκποιήσῃ· ἕνεκα παρομοίων λόγων καὶ ὁ κ. Συγγρὸς, ἀφοῦ
1949ἠγόρασεν ἐν Ἀττικῇ μέγα κτῆμα, ἠναγκάσθη νὰ συμβιβα-
1950σθῇ μὲ τοὺς χωρικοὺς καὶ νὰ τὸ πωλήσῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν βλέ-
1951πετε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσι τοιαῦται ἰδιοκτη-
1952σίαι ἐν Ἑλλάδι, πῶς τολμᾶτε νὰ συστήσητε τοιαύτην, καὶ
1953μάλιστα ἐν Πελοποννήσῳ, ἔνθα κατέπεσαν μετὰ τῶν Ὀθωμα-
1954νῶν, καὶ νὰ τὴν συστήσητε ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀγαθοῦ αὐτοῦ
1955νέου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀτενίζει ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ φυλή;
1956Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι μειόνετε τὸ γόητρον τοῦ ὑψηλοῦ τούτου
1957προσώπου, δίδοντες ἀφορμὴν ν’ ἀναμιγνύηται τὸ σεπτὸν αὐ-
1958τοῦ ὄνομα μὲ τὰ ὀνόματα τῶν πρώην κυρίων Ὀθωμανῶν;
1959Πρὸς τί θέλετε νὰ συστήσητε τοιούτου εἴδους ἰδιοκτησίας εἰς
1960τόπον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀποδοκιμάζει; Ἔπειτα, ποία εἶναι ἡ
1961ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἡ ὁποία σᾶς βιάζει νὰ καταπατήσητε τὰ
1962ἔθιμα καὶ τὰς ἕξεις τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς
1963Ἐθνικῆς Συνελεύσεως; Θέλετε, ὡς λέγετε, ν’ αὐξήσητε τὸ
1964χορήγημα τοῦ Διαδόχου; Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα
1965παραχωρεῖτε, ἀποφέρουσιν 78 χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα,
1966τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ προσθέσητε καὶ τὰς 78 ταύτας χιλιάδας
1967εἰς τὴν χρηματικὴν χορηγίαν; Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι τὸ εἰσόδη-
1968μα αὐτὸ θ’ αὐξήσῃ προϊόντος τοῦ χρόνου. Ἀλλὰ πῶς θ’ αὐξή-
1969σῃ; θ’ ἀναλάβῃ ὁ Διάδοχος δι’ αὐτεπιστασίας τὴν ἐκχέρσω-
1970σιν καὶ καλλιέργειαν γαιῶν; θὰ φυτεύσῃ σταφιδαμπέλους
1971καὶ ἀμπέλους; θὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν; Δὲν πι-
1972στεύω νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἐν Ἑλλάδι
1973μεγαλοκτηματιῶν εὗρε συμφέρον ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἐπι-
1974χείρησιν. Θ’ ἀφήσῃ λοιπὸν τὰς γαίας εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ
1975τὰς καλλιεργῶσι, τότε δὲ θ’ αὐξήσῃ τὸ εἰσόδημά του, ὅταν
1976ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν καλλιεργητῶν παροχὰς ἀνωτέρας ἐκεί-
1977νων, τὰς ὁποίας λαμβάνει τὸ Δημόσιον, ἐὰν, λόγου χάριν, ἀντὶ
1978μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς, αἱ ὁποῖαι εἰσπράττονται ἀπὸ τὰς
1979καλλιεργουμένας γαίας, ζητήσῃ εἰς χρήματα ἢ καρποὺς
1980ἀνώτερον μίσθωμα, ἐὰν ἀπὸ τὰς βοσκὰς, ἐξ ὧν τὸ Κράτος
1981δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε, ἀποφασίσῃ ὁ Διάδοχος νὰ λαμ-
1982βάνῃ δικαιώματα βοσκῆς καὶ ἐὰν ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς κα-
1983τοίκους τὴν ἐλευθέραν συλλογὴν καὶ πώλησιν τῶν βαλανι-
1984δίων. Διὰ τοιούτων μέσων δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸ εἰσόδημά
1985του. Ἀλλ’ ὁποῖα θὰ ἐγερθῶσι παράπονα ἀπὸ τοὺς χωρικούς,
1986καὶ ὁποίας δυσκολίας θ’ ἀπαντήσῃ!
1987Ἀκούω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν τινες, ἀντιποιούμενοι
1988τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βα-
1989σιλείαν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἐχθροὺς ἡ Βασιλεία,
1990φρονῶ δὲ, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀγαπῶσι τὸν Βασιλέα· ἐὰν δὲ
1991ὑπῆρξαν πολιτικοὶ ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ περὶ Βασιλείας
1992καὶ Βασιλέως φρονήματα ἐτέθησαν ποτὲ εἰς ἀμφιβολίαν, ἐγὼ
1993δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων. Πολιτεύομαι ἐπὶ ἓν τέταρ-
1994τον αἰῶνος, καὶ ἡ καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα διαγωγή
1995μου εἰς οὐδένα ἔδωκεν ἀφορμὴν ν’ ἀμφιβάλλῃ οὔτε περὶ
1996τῶν ἰδεῶν μου περὶ Βασιλείας, οὔτε περὶ τῶν αἰσθημάτων
1997μου πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον, τοῦ ὁποίου εἶχον
1998τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς
1999ἐλεύσεώς του ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ ἐξέθεσα τὰς ἰδέας μου κατὰ
2000τῆς δωρεᾶς καὶ προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὴν Κυβέρνησιν
2001καὶ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
2002αὐτῆς, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διὰ ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρ-
2003νησιν, ἢ διὰ νὰ ζημιώσω τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν
2004ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀντίκειται καὶ εἰς
2005τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὸ γόητρον τοῦ μέλλοντος Βασιλέως
2006τῶν Ἑλλήνων.
2007§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅσα πρὸ τῆς ἀγορεύσεως
2008τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος ἐλέχθησαν δὲν εἶχον θεωρή-
2009σει ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω, διότι περὶ κολακείας Βασιλέως ἢ
2010περὶ κολακείας ὄχλου, τουτέστι περὶ ῥυμουλκήσεως ὑπὸ τοῦ
2011ὄχλου, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσω· περιττὸν νὰ
2012συζητήσω περὶ ὑποθέσεων, ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν
2013γινομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρήσεων, τουτέστιν,
2014ἂν αὗται γίνωνται, ὅπως δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ γίνωνται, πρὸς
2015τὸν Διάδοχον καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα, ἢ ἂν γίνωνται ἐπὶ
2016τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ ὑπὲρ οὗ ἡ παραχώρησις δὲν θὰ ἦναι Διά-
2017δοχος ἢ μέλλων Βασιλεύς. Εἰς τοῦτο νομίζω εἷς τῶν ἀγορευ-
2018σάντων χθὲς ἐπὶ τὰ ⅕ τῆς ἀγορεύσεώς του ἔστρεψε τὸν
2019λόγον. Εἰς τοιαύτας ἀγορεύσεις βεβαίως δὲν καλοῦμαι ν’ ἀπαν-
2020τήσω· ὁ ἀξιότιμος ὅμως προαγορεύσας ἀνέπτυξε θέμα πραγ-
2021ματικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω ἀπάντησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς
2022ἐκ Μεσσηνίας ἀνέπτυξε τὸ θέμα, ὅτι πρῶτον ἐν τῷ νομοσχε-
2023δίῳ κακῶς καθορίζεται ἡ παραχώρησις, δεύτερον, ὅτι ἡ παρα-
2024χώρησις αὕτη, ἀντὶ ὠφελείας, θέλει γίνει πρόξενος περιπλο-
2025κῶν εἰς τὸν ὑπὲρ οὗ γίνεται, καὶ τρίτον, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς
2026παραχωρήσεως εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς
2027κατοίκους. Ὡς πρὸς τὸ ἀόριστον τῆς παραχωρήσεως καὶ τὸ
2028μὴ ἀκριβὲς τοῦ καθορισμοῦ αὐτῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρα-
2029τηρήσω, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκριβέστατα, καὶ ὅτι
2030αὐτὰ ταῦτα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος ἀπο-
2031δεικνύουσιν, ὅτι ἐγένετο πρὸς τὸν καθορισμὸν πᾶν ὅ,τι ἠδύ-
2032νατο νὰ γίνῃ, καὶ ὅτι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι, ὅπου
2033δὲν ἔχομεν κτηματολόγιον, σπανίως εὑρίσκονται τοσοῦτον
2034ἀκριβῶς καθωρισμένα, ὅσον θὰ εὑρεθῶσι καθωρισμένα μετὰ
2035τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν αἷς περιστάσεσι ψηφίζεται.
2036Λέγω ἐν αἷς περιστάσεσι ψηφίζεται, διότι τὸ νομοσχέδιον πα-
2037ραπέμπει εἰς σχεδιαγράφημα. Τὸ νομοσχέδιον καθορίζει, διὰ
2038γενικῶν ἐκφράσεων, τὴν περιφέρειαν τοῦ κτήματος, προσθέτει
2039δὲ, ὅτι περὶ τοῦ κτήματος τούτου θέλει παρασκευασθῆ διά-
2040γραμμα, τὸ διάγραμμα δὲ τοῦτο δὲν θὰ σχεδιασθῇ κατόπιν
2041τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως
2042τοῦ νομοσχεδίου ἐσχεδιάσθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βου-
2043λὴν ἐπισήμως, ἀποτελοῦν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. Βου-
2044λευτὴς παρετήρησεν, ὅτι τὸ ἐδάφιον γʹ. ἰδίως ἦτο ἀόριστον,
2045ἔχον οὕτως: «Αἱ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρω ἐκτάσεων τῶν ὑπερκει-
2046μένων τοῦ χωρίου Ἀλητσελεπῆ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας ὀρέων
2047καὶ τῆς θαλάσσης κείμεναι κτήσεις, ἤτοι δάση, γαῖαι καὶ λί-
2048μναι, περὶ ὧν συνταχθήσονται εἰδικὰ διαγράμματα μετὰ προη-
2049γουμένην καταμέτρησιν». Ἡ καταμέτρησις ἐγένετο, τὸ διά-
2050γραμμα παρεσκευάσθη καὶ ὑπεβλήθη, ἑπομένως σήμερον οὐδὲν
2051ἔχει τὸ ἀόριστον τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἐξ ἐναντίας εἶναι πλέον ὡρι-
2052σμένον ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος τίτλος ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ
2053δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὸ ἀόριστον, παρέστησεν, ὅτι εἶναι
2054καὶ ἀνακριβὲς τὸ νομοσχέδιον, διότι αὐτὰ ταῦτα, ἅτινα ὑπέθεσεν
2055ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι παρεχωροῦντο, ἀπεδεικνύετο, ὅτι δὲν πα-
2056ρεχωροῦντο. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀτυχὲς ὡς πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα
2057τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐχὶ πρὸς αὐτὸν προσωπικῶς, διότι ἀκριβῶς
2058τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ κατὰ τῆς παραχωρήσεως ἐστηρίζοντο
2059εἰς τὴν παραχώρησιν ἐκείνων, ἅτινα τὸ διάγραμμα ἀπο-
2060δεικνύει μὴ παραχωρηθέντα. Πῶς, λέγει, μένουσιν ἐκτὸς τῆς
2061παραχωρήσεως καὶ στεροῦμαι τοῦ ἐπιχειρήματος κατὰ
2062τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ
2063ἐθεώρουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκτός; Ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ
2064ἄρθρου ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντὸς, διότι
2065ἐκεῖνα μόνον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντός, ἐφ’ ὧν ἔχει ἀξιώσεις τὸ
2066Δημόσιον, τὸ δὲ Δημόσιον δὲν ἔχει ἀξιώσεις ἐπὶ ἐκείνων, τὰ
2067ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Διατὶ, λέγει, εἶναι κεχρωμα-
2068τισμένα τινὰ μόνον; Διότι ἡ ὑπηρεσία, λαβοῦσα τὸ νομοσχέ-
2069διον ὡς βάσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυ-
2070βερνήσεως, ὅπως διὰ κεχρωματισμένων γραμμῶν σημειώσῃ,
2071ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφῆκεν ἐκτὸς τῶν κε-
2072χρωματισμένων γραμμῶν τὰς γαίας τὰς ἀμέσως ἐν τῇ
2073περιοχῇ τῶν χωρίων τούτων, ἐσημείωσε δὲ διὰ κεχρωμα-
2074τισμένων γραμμῶν τὰς γαίας τῶν χωρίων τούτων, αἵτινες
2075δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς ἀμέσου περιοχῆς αὐτῶν, αἵτινες
2076ὅμως ἀποτελοῦσι τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων, ἀλλὰ τὸ τμῆμα
2077τῆς περιφερείας τὸ ὂν ἐθνικόν. Ἡ ἀκρίβεια ἄρα τῶν ἐν τῷ
2078νομοσχεδίῳ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, οὐδὲ
2079εἶναι, νομίζω, σπουδαῖον νὰ λέγηται, ὅτι τὸ σχεδιογράφημα
2080ἡτοιμάσθη ἐν τοῖς χανίοις, ἢ ἐν τοῖς καφενείοις, σχεδιογρά-
2081φημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλος Βουλευτής, ἐπίσης θέλων νὰ ἐπι-
2082κρίνῃ, παρέστησεν, ὅτι ἐστάλησαν ὅλοι οἱ μηχανικοὶ καὶ
2083οἱ γεωμέτραι τῆς Πελοποννήσου, ὅτι ἐστάλησαν πολυάριθ-
2084μοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι. Τοῦτο εἶναι ἐν μέ-
2085ρει ἀληθές, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως ἔπρεπε
2086νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅσον ἐνῆν ἀκριβεστέρας πλη-
2087ροφορίας. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι,
2088ὡς εἶπον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ μετα-
2089βληθῇ ἡ νομικὴ κατάστασις οὐδενός. Τὸ νομοσχέδιον πρό-
2090κειται νὰ παραχωρήσῃ ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἔπρεπεν
2091ἑπομένως νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ
2092ἕως ποίου σημείου ἐπεκτείνονται αἱ ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου.
2093Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς μεταβάλλει ἔδαφος προσβολῆς
2094καὶ λέγει, ὅτι, ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει διατάξεις,
2095καθ’ ἃς μόνα τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα δίδονται εἰς τὸν Διά-
2096δοχον, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα ἀμφισβητοῦνται,
2097αὐτὰ τὰ εἰς τὸ Ἔθνος ἀνήκοντα κατεπατήθησαν, καὶ ἐνῷ τὸ
2098Ἔθνος θὰ ἦναι διατεθειμένον νὰ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν, ὁ
2099Διάδοχος δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένος νὰ ἀνεχθῇ αὐτήν. Τοῦ-
2100το, νομίζω, ὑπῆρξε τὸ κύριον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ
2101ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, διατὶ ὑποθέτει τοῦτο,
2102ὅτι τὸ Ἔθνος θὰ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν καὶ οὐχὶ ὁ Διάδο-
2103χος· ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Διάδοχος πολλῷ μᾶλλον θ’ ἀνεχθῇ
2104τὴν καταπάτησιν, διότι ἔχει τὸ συμφέρον νὰ τὴν ἀνεχθῇ
2105καὶ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ Διάδοχος, παρέστησεν
2106ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀντὶ νὰ ὠφελη-
2107θῇ, θὰ βλαβῇ, διότι θὰ ἔχῃ δίκας, διότι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ
2108καταδαπανᾶται καὶ τὸν χρόνον αὐτοῦ νὰ κατατρίβῃ εἰς τοι-
2109αῦτα μικρόλογα ζητήματα. Καὶ ποῖος εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο,
2110τὸ ὁποῖον εἶδεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν τὸ βλέπει ὁ Διάδοχος;
2111Ποῖος εἶπεν, ὅτι ὁ Διάδοχος, ἂν ὄχι ἐξ ὁρμεμφύτου, ἀλλ’ ἐκ
2112τοῦ συμφέροντος τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν θέλει φροντίσει εὐθὺς νὰ
2113λύσῃ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ νὰ τὰ λύσῃ βεβαίως παραχωρῶν
2114εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐγείρει τὰς ἀξιώσεις, πολὺ πλειό-
2115τερα ὅσων ἤθελε παραχωρήσει τὸ Δημόσιον; Καὶ ἐδῶ ἀκρι-
2116βῶς ἔγκειται ἡ δικαιολογία τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφε-
2117ται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τουτέστι τοῦ μέτρου τῆς παραχωρή-
2118σεως τῆς ἰδιοκτησίας οὐχὶ εἰς τὸ Στέμμα, πρὸς κάρπωσιν ὑπὸ
2119τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον, ὡς ἰδιοκτησία·
2120Διότι ἂν ἐδίδετο τὸ κτῆμα εἰς τὸ Στέμμα, ὅπως καρπῶται
2121αὐτὸ ὁ Διάδοχος, τότε θὰ συνέβαινον πάντα ταῦτα, ὅσα ἀπη-
2122ριθμήσατε. Ὡς καρπωτὴς ὁ Διάδοχος, μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα
2123νὰ διαθέτῃ τὰ τοῦ κτήματος ὡς κύριος αὐτοῦ, δὲν θὰ ἠδύνατο
2124νὰ λύῃ τὰς διαφορὰς συμβιβαστικῶς, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίω-
2125μα νὰ θίξῃ τοὺς τίτλους τοῦ Ἔθνους ἐπὶ τὴν ἰδιοκτησίαν·
2126ἀλλ’ ὅπως διατίθενται τὰ τῆς δωρεᾶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχει
2127πᾶσαν ἐξουσίαν ἄνευ διατυπώσεων ὁ Διάδοχος νὰ λύῃ πᾶσαν
2128διαφοράν. Καὶ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλει τὴν λύσει διὰ τρόπου,
2129ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ τῶν περιπλοκῶν, αἵτινες,
2130ὡς εἴπετε, εἶνε τοιαῦται, ὥστε νὰ καταστήσωσι τὴν δωρεὰν
2131ταύτην ἄδωρον; ἢ μήπως ἦναι μεγάλη ἡ ἔκτασις τῶν περι-
2132πλοκῶν; Εἴδετε ἐκ τοῦ διαγράμματος τούτου καὶ ἐκ τῆς
2133συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως, ὁπόσον μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
2134κατοίκων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν γαιῶν. Ποῖαι δὲ
2135εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῶν κατοίκων τούτων; Εἶναι ἀξιώσεις με-
2136γάλαι ἴσως, προκειμένου περὶ οἰκογενειῶν οὐχὶ εὐπόρων, ἀλλὰ
2137σχετικῶς πρὸς τὸ μέγεθος τῆς ἰδιοκτησίας, σχετικῶς πρὸς τὴν
2138κίνησιν τῶν κεφαλαίων, ἣν ἐπάγεται ἡ διαχείρισις τοιούτου
2139κτήματος, εἶναι ὡς οὐδὲν ταῦτα πάντα, ὅσον δήποτε καὶ ἂν
2140ὦσι καθ’ ἑαυτὰς ὑπερβολικαὶ αἱ ἀξιώσεις. Πᾶσα παραχώρη-
2141σις ἀπέναντι εὐλόγων ἀξιώσεων θὰ ἦναι προτιμοτέρα τῆς
2142δίκης. Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ προτιμήσῃ ὁ Διάδοχος νὰ κα-
2143τέλθῃ εἰς δίκας;
2144Ἀλλ’ ἡ παραχώρησις, παρέστησάν τινες, ἔχει τι τὸ ἀνα-
2145ξιοπρεπές. Πῶς, λέγουσιν οὗτοι, ἀπεφασίσατε νὰ δώσητε εἰς
2146τὸν Διάδοχον ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, νὰ καταβιβάσητε αὐτὸν
2147μέχρι τοῦ γεωκτήμονος, ἐνῷ ἠδύνασθε ἀντὶ 200 χιλιάδων
2148δραχμῶν ἐτησίας χορηγίας νὰ τῷ δώσητε 250 ἢ 300 χιλιά-
2149δας, ἢ καὶ πλέον; Ἐπέπρωτο ν’ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα καὶ
2150ταύτην τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἀγενεστέρα τῶν περιουσιῶν, ἡ
2151ἀγενεστέρα τῶν προσόδων εἶναι ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἐκ τῆς
2152ἰδιοκτησίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν καλούμεθα νὰ συζητή-
2153σωμεν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ παραστήσωμεν, ὅτι
2154τῶν προσόδων πασῶν ἡ εὐγενεστέρα καὶ ἡ μᾶλλον προσή-
2155κουσα εἰς Ἡγεμόνα εἶναι ἡ κτηματική. Ἡ τοιαύτη ὅμως
2156κτηματικὴ περιουσία, κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ
2157Μεσσηνίας, ἔχει χαρακτῆρα μὴ Ἑλληνικὸν, διότι πρόκειται
2158περὶ ἐκτάσεως εὐρείας, πρόκειται περὶ περιφερείας κτηματι-
2159κῆς, τὴν ὁποίαν συνείθισεν ὁ λαὸς ν’ ἀποστρέφηται ὑπὸ τὸ
2160ὄνομα τσιφλικίου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὴν δικαίαν
2161ἀξίωσιν νὰ ἴδῃ τὴν γῆν, τὴν ἀπελευθερωθεῖσαν διὰ τοῦ αἵματός
2162του, διανεμομένην εἰς αὐτὸν, καὶ ἡ γῆ, ἡ οὕτως ἀποκτηθεῖσα,
2163διενεμήθη εἰς αὐτόν. Ἂν τώρα παρὰ τὴν γῆν, τὴν οὕτω
2164διανεμηθεῖσαν εἰς πάντα Ἕλληνα, δύνηται νὰ ὑπάρξῃ ποῦ
2165καί που μεγάλη ἰδιοκτησία, αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικῶς ὑπάρχουσα
2166μεγάλη ἰδιοκτησία, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι κακόν τι, μακρὰν
2167τοῦ νὰ ἦναί τι πολεμούμενον ἐν τῇ χώρᾳ, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἡ
2168χώρα ἐπιθυμεῖ καὶ πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἴδῃ ἐν αὐτῇ. Διότι
2169διὰ τῆς τοιαύτης ἰδιοκτησίας δύναται ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία
2170νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς ξένης τέχνης τῆς γεωρ-
2171γικῆς. Βεβαίως δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα κατα-
2172τεμνομένην εἰς μεγάλας κτηματικὰς ἐκτάσεις, ἀλλὰ βε-
2173βαίως καὶ δὲν θέλει ὁ λαὸς νὰ ἦναι ἐστερημένος τῶν
2174ἀγαθῶν τῆς ἐξαιρετικῶς κατὰ μεγάλα τμήματα γεω-
2175γραφικὰ τῆς χώρας ὑπάρξεως μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἐν
2176τῇ ὁποίᾳ νὰ δύνηται νὰ προάγηται ἡ γεωργικὴ τέχνη καὶ
2177ν’ ἀρύηται ἐξ αὐτῆς τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας μόνη ἡ με-
2178γάλη γεωργία δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν μικράν. Ἂν δὲ
2179μεγάλην ἰδιοκτησίαν πρόκηται νὰ ἔχωμεν, πῶς δυνάμεθα
2180νὰ τὴν ἔχωμεν καλλίτερον, παρὰ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Δια-
2181δόχου; Θέλετε τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν ἐν τῷ προσώπῳ
2182κερδοσκόπου τινός; Βεβαίως, ὅταν κερδοσκόπος ἔχῃ τὴν με-
2183γάλην ἰδιοκτησίαν, ὅταν ἡ ἰδιοκτησία αὕτη ᾖναι πυκνῶς
2184κατῳκημένη, θέλομεν ἔχει τὰ φαινόμενα, περὶ τῶν ὁποίων
2185ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καὶ τὰς περιπλοκὰς,
2186αἵτινες θέλουσι καταστήσει τὴν ἰδιοκτησίαν ἀφόρητον, καὶ
2187θέλουσι παρακινήσει τὸν ἰδιοκτήτην, νὰ προτιμήσῃ τὴν ἐκ-
2188ποίησιν ἐπὶ οἱῳδήποτε ὅρῳ μᾶλλον, παρὰ τὴν ἐξακολούθησιν
2189τῶν ἐνοχλήσεων, τὰς ὁποίας τῷ παρέχουσιν αἱ τοιαῦται πε-
2190ριπλοκαί. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἐκτάσεως εὐρείας, ἐντὸς
2191τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι ἀραιότατα εἶναι συνῳκισμένοι, ἐντὸς
2192τῆς ὁποίας προσπάθεια πρέπει νὰ καταβληθῇ, πῶς νὰ
2193προσέλθωσι νέοι κάτοικοι, οὐχὶ πῶς νὰ μὴ ἱκανοποιηθῶσιν
2194οἱ ἐντὸς τῶν χωρίων κατοικοῦντες, δύναται νὰ ὑπάρξῃ λό-
2195γος περὶ τοιούτων ἐνοχλήσεων καὶ περιπλοκῶν, ὅταν μάλι-
2196στα ὁ κατέχων τὸ κτῆμα τοῦτο δὲν ᾖναι κερδοσκόπος, ἀλλ’
2197εἶναί τις, ἀποδίδων κατὰ πρῶτον λόγον σημασίαν εἰς τὸ γόη-
2198τρον, εἰς τὴν ἠθικὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅταν ᾖναί
2199τις ἔχων ὑποχρεώσεις, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, νὰ πολιτεύη-
2200ται πρὸς τοὺς ἐν τῷ κτήματι, οὐχὶ ὡς πρὸς γεωργοὺς μόνον
2201τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ὡς πρὸς πολίτας τοῦ Κράτους, τοῦ
2202ὁποίου αὐτὸς εἶναι ὁ μέλλων Ἡγεμών; Ποῖον μεγαλείτερον εὐ-
2203τύχημα δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τοὺς ἐγκατεσπαρμένους
2204γεωργοὺς ἐν τῷ κτήματι, παρὰ νὰ ἔχωσιν ἰδιοκτήτην τῆς
2205μεγάλης περιφερείας τὸν Διάδοχον, τὸν μέλλοντα Ἡγεμόνα
2206τῆς χώρας; Καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν κατὰ τμήματα ἐξαι-
2207ρετικῶς μεγάλας ἰδιοκτησίας, ποία μεγαλειτέρα εὐτυχία
2208δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὴν γεωργίαν τῆς Ἑλλάδος, παρὰ
2209νὰ ἔχωμεν τὴν πρώτην ταύτην μεγάλην ἰδιοκτησίαν, τὸ
2210πρῶτον τοῦτο πρότυπον μεγάλης ἰδιοκτησίας, διοικούμενον
2211ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐν τῇ διοικήσει δὲν θ’ ἀπο-
2212βλέψῃ εἰς τὸ κέρδος; Καὶ ἐνταῦθα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσ-
2213σηνίας λέγει, ὅτι ἡ ἔκθεσις, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον,
2214παριστᾷ τὸ κέρδος μικρὸν μὲν ἤδη, μέγα δὲ κατόπιν, καὶ ὅτι,
2215διὰ νὰ ᾖναι μέγα κατόπιν, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ
2216ἀσχοληθῇ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν καταπίεσιν τῶν κατοίκων, ὅπως
2217πληρώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπλήρονον μέχρι τοῦδε,
2218διότι τὸ Δημόσιον ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ πληρόνωσι.
2219Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἐκθέσεως. Ἂν ὡς πρὸς τὰς
2220ὑποχρεώσεις τῶν κατοίκων θὰ ἐπέλθῃ διαφορὰ, θὰ ἐπέλ-
2221θῃ βεβαίως ὑπὲρ αὐτῶν, τὸ δὲ κέρδος, τὸ ἐκ τοῦ κτήμα-
2222τος, δὲν θὰ ᾖναι τὸ ἐκ τῆς πιέσεως ἀπόρων γεωργῶν. Τὸ
2223κέρδος, τὸ ἐκ τοῦ κτήματος, θὰ ᾖναι τὸ ἐκ τῆς γεωργικῆς
2224ἐκμεταλλεύσεως τοῦ κτήματος, τὸ ἐκ τῆς δαπάνης ἐν τῷ
2225κτήματι μεγάλων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ δύνηται ὁ Διάδοχος
2226νὰ δαπανήσῃ ἐρχόμενος ὡς ἰδιοκτήτης, καὶ ὄχι ὡς ἐπικαρπωτὴς
2227κτήματος, ἀνήκοντος εἰς τὸ Στέμμα. Θεωρῶν αὐτὸ ὡς ἀνῆ-
2228κον εἰς αὐτὸν προσωπικῶς, θὰ δύνηται, καὶ δανειζόμενος ἔτι
2229ἐπὶ τοῦ κτήματος, νὰ δαπανήσῃ, ἂν ἄλλως δὲν πορισθῇ τὸ
2230χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ θέλει νὰ διαθέσῃ. Ὡμίλησεν ὁ κ.
2231Βουλευτὴς περὶ ἐπιμόρτου καλλιεργείας καὶ περὶ διαφό-
2232ρων συστημάτων καλλιεργείας· οὐδ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι
2233ἐν τῷ πλείστῳ τοῦ κτήματος τούτου δὲν χωρεῖ, οὔτε ἐπίμορ-
2234τος καλλιέργεια, οὔτε ἄμεσος, διότι τὸ πλεῖστον τοῦ κτήμα-
2235τος εἶναι δάσος, καὶ δάσος δύναται νὰ διαχειρίζηται προση-
2236κόντως μόνον παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μεγάλης περιφερείας.
2237Μεγάλη πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἔκτασις τοῦ κτήματος, διὰ νὰ
2238δύνηται ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐν αὐτῷ δάσους νὰ γίνηται ἐπω-
2239φελῶς, μεγάλη πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ δάσους. Ὁ
2240κύριος μικρᾶς ἐκτάσεως ἔχει συμφέρον ἐν τῇ καταστροφῇ τοῦ
2241δάσους· ὁ ἔχων μεγάλην περιφέρειαν δάσους, συνδυασμένου
2242μετὰ γαιῶν καλλιεργουμένων, ἐκεῖνος αἰσθάνεται τὴν ἐκ τοῦ
2243δάσους ὠφέλειαν, ἐκεῖνος δύναται νὰ τὸ περιποιηθῇ καὶ νὰ
2244τὸ ἐκμεταλλευθῇ κατὰ σύστημα ἐπιστημονικὸν καὶ διὰ τρό-
2245που, ὁ ὁποῖος θέλει ἀποφέρει εἰς αὐτὸν κέρδος, τοῦ ὁποίου σή-
2246μερον οὐδ’ ἴχνος παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει, διότι οὐδὲ ἀρχὴν ἐκμε-
2247ταλλεύσεως τοιαύτης ἔχομεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας
2248παρέστησεν, ὅτι ἐκμετάλλευσις τοῦ δάσους εἶναι ἡ συλλογὴ
2249τοῦ καρποῦ τῶν βαλανιδοδένδρων, καὶ ἠρώτησε, κατὰ τίνα
2250τρόπον θέλει γίνεσθαι ἡ συλλογὴ αὕτη, καὶ ἂν ὁ Διάδοχος
2251θέλῃ ἐπιτρέψει εἰς τοὺς νῦν συλλέγοντας νὰ ἐξακολουθήσωσι
2252συλλέγοντες κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς,
2253ὡς μέχρι τοῦδε, ὅρους. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει μεταβάλει καὶ τρό-
2254πον καὶ σύστημα νομῆς τοῦ δάσους, ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετα-
2255βολὴ αὕτη θέλει εἶσθαι εἰς ὄφελος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμε-
2256ρον νέμονται τὸ δάσος. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέσω-
2257μεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου θέλει
2258ζημιώσει τινὰ, ἀλλ’ ἰδίως δὲν θέλει ζημιώσει ἐκείνους, οἱ
2259ὁποῖοι ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς παραχωρουμένης θέλουσιν
2260εὑρεθῆ. Εὐτυχεῖς ἤθελον λογισθῆ πάντες οἱ κάτοικοι τῶν
2261τμημάτων ἐκείνων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν εὑρίσκοντο ἐντὸς τῆς
2262περιφερείας, διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα
2263θέλει παράσχει ἡ τοιαύτη παραχώρησις. Ἡ παραχώρησις
2264κτήματος εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Στέμματος εἶναί τι ἀναγ-
2265καῖον’ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἦναι ἰδιοκτήτης,
2266δὲν προσήκει νὰ ἦναι ἀνέστιος. Τὴν ἰδιοκτησίαν δὲν δύναται
2267ν’ ἀποκτήσῃ ἄλλως ἢ διὰ δωρεᾶς τοῦ Ἔθνους, τὴν δωρεὰν
2268δὲ ταύτην ἐκτελοῦμεν σήμερον. Εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεὶς
2269εὑρέθη, ὅστις νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον
2270νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως τοῦ Δια-
2271δόχου. Δὲν πρόκειται ἄρα περὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ
2272πρόκειται μόνον νὰ πολεμήσωμεν τὴν στρεβλὴν ἰδέαν, ὅτι
2273ἡ συντήρησις δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὴς, γινομένη διὰ κτηματικῆς
2274παραχωρήσεως, εἶναι ἀξιοπρεπὴς μόνον, γινομένη διὰ σιτη-
2275ρεσίου.
2276§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ
2277ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
2278του. Ἄλλως τε ἤδη τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη ἀπὸ τοὺς ἀξιο-
2279τίμους προαγορεύσαντας, καὶ ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει πλέον τὴν
2280μακρηγορίαν. Ἀλλ’ οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὁ
2281τρόπος, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξακολουθεῖ
2282καὶ ἐπισφραγίζεται ἡ συζήτησις αὕτη διὰ τῆς ἀγορεύσεως
2283αὐτοῦ, μὲ ὠθοῦσι νὰ ἐπιφέρω μερικὰς παρατηρήσεις γενι-
2284κωτέρας. Ἤλπιζον, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου τοὐλάχιστον
2285περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὸν τρόπον
2286ἐκεῖνον τὸν πεισματώδη τοῦ συζητεῖν, τὸν ὁποῖον ἰδίως
2287μετέρχεται ὁ κ, Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸν μετήρχετο ἴσως ὄχι
2288τόσον ἐπιβλαβῶς ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ὅσον ἐπὶ τοῦ προκει-
2289μένου νομοσχεδίου. Ἐνόμιζον, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε μία ὁμο-
2290φροσύνη γενικὴ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὁ χα-
2291ρακτὴρ ἐκεῖνος τῆς συζητήσεως, ὁ ὁποῖος κατεδείχθη προκει-
2292μένου ἀκόμη καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ὡμί-
2293λει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ξένος τις παρευρίσκετο ἐνταῦθα,
2294βεβαίως δὲν θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι πρόκειται περὶ παραχωρήσεως
2295γινομένης πρὸς τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ζη-
2296τήματος τῆς συνήθους πολιτικῆς, περὶ τοῦ ὁποίου δεινὴ διε-
2297ξάγεται πάλη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2298γὸς φαίνεται τείνων, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κατατροπώσῃ ἐχθροὺς
2299κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ ὅταν τις ἀναλογισθῇ, ὅτι
2300πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις κατ’
2301οὐδὲν ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ τὰ κομματικὰ συμφέροντα τῶν
2302ἀγορευσάντων, βεβαίως ἤθελεν ἀπορήσει πρὸς τί αὐτὸς ὁ τρό-
2303πος τῆς συζητήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ
2304Συμβούλου τοῦ Στέμματος, ἀφοῦ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις,
2305ὅτι ἄνδρες γεγηρακότες καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ πείρᾳ,
2306ὁμιλοῦντες καὶ ἔχοντες γνῶσιν τοῦ πράγματος ἐγγυτέραν
2307ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοιούτου ἀντικει-
2308μένου, ἠδύναντο νὰ μὴ σπουδαιολογῶσιν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρω-
2309θυπουργὸς, ὅτι ἐκαλεῖτο, ἵνα διὰ τῆς συνήθους ῥητορικῆς
2310του πολεμήσῃ ἀντιπάλους, καὶ ἐλησμόνει εἰς πᾶσαν φράσιν
2311καὶ περίοδον τοῦ λόγου του, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ
2312ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἴδομεν καὶ ἄλ-
2313λοτε τὴν αἰσιοδοξίαν του, ἀλλ’ εἴδομεν καὶ τὰ ἀποτελέ-
2314σματα αὐτῆς. Ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν οἰκονομι-
2315κῶν ἰδίως, ἠδυνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ
2316μᾶς ἐπιδείξῃ ἐπαγγελίας πολλὰς καὶ ποικίλας περὶ τῆς τα-
2317χίστης ἐπανορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ τὰ
2318ἀποτελέσματα αὐτῶν τὰ ἔχομεν ἤδη ἐνώπιόν μας. Ἀλλὰ
2319τοὐλάχιστον ἐπὶ ἐκείνων τῶν θεμάτων ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ
2320ὁμολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔκαμε πειράματα, δὲν
2321πιστεύω ὅμως νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2322πειράματα ἔκαμε καὶ ἐπὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Στέμματος.
2323Ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βασιλείας δὲν ἐπιδέχεται πειράματα,
2324οὐδὲ εὐκόλους τὰς ἐπανορθώσεις. Καὶ ἐνῶ, Κύριοι, κατὰ τὸ
2325νομοσχέδιον πρόκειται ἁπλῶς νὰ χορηγηθῇ ὑλική τις ἐπι-
2326κουρία πρὸς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Διαδόχου, σήμερον
2327βλέπομεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν κίνδυνον
2328τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς τοῦ Διαδόχου, διότι προκη-
2329ρύττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Διάδοχος πρόκειται, δια-
2330χειριζόμενος ἐκείνην τὴν περιουσίαν, νὰ φέρηται εἰς ὅλας του
2331τὰς σχέσεις Βασιλικῶς. Καὶ ἂν πρόκηται νὰ παραλάβῃ
2332μίαν ἐπαρχίαν σχεδὸν ὁλόκληρον, μὲ ἱκανὴν πληθὺν κατοί-
2333κων καὶ κατόχων καὶ καλλιεργητῶν, ἡ Βασιλικὴ μεγαλο-
2334πρέπεια πρὸς πάντας τούτους ἐν τῇ διαχειρίσει τοιαύτης
2335περιουσίας δὲν ἐννοεῖ τις πῶς θὰ φθάσῃ τὰ μεγάλα εἰσοδή-
2336ματα. Ὅπως, Κύριοι, παρετηρήθη, ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καὶ οἱ
2337κακῶς μὲν, (ἔστω πρὸς στιγμὴν κατέχοντες) ἀλλ’ ἐπὶ ἔτη
2338πολλὰ κατέχοντες καὶ νεμόμενοι τὰς γαίας ἐκείνας, νεμόμενοι
2339τὰ δάση, διὰ τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν, τὰς βοσκησίμους
2340γαίας διὰ τῶν ποιμνίων των. Πιθανὸν τὰ τοιαῦτα νὰ γί-
2341νωνται ἄνευ τίτλου καὶ δικαιώματος. Ἀλλ’ ὁ Διάδοχος δὲν
2342θὰ θέλῃ βεβαίως οὐδὲ τὰς ἀμφιβόλους ἀξιώσεις νὰ προσ-
2343βάλῃ· ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τοῦτο μόνον περιορισθῇ, εἰς τὸ νὰ
2344μὴ προσβάλῃ τὰς ἀμφιβόλους ἀξιώσεις, νομίζετε, ὅτι θὰ
2345δυνηθῇ νὰ προβῇ εὐχερῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ ἐκμε-
2346τάλλευσιν, τὴν ὁποίαν παριστᾶτε λαμπρὰν καὶ ἐπικερδῆ;
2347Ποία πεῖρα, ποία λογικὴ δύναται νὰ συμβιβάσῃ αὐτὰς τὰς
2348δύο ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀφ’ ἑνὸς ἐπαγγέλ-
2349λεται τοιαύτην κάρπωσιν ἀπεράντων γαιῶν καὶ δασῶν περι-
2350στρεφομένων εἰς ὑποχωρήσεις καὶ εὐποιΐας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου
2351μᾶς ὑπόσχεται συστήματα εὐρείας καλλιεργείας καὶ μεγάλα
2352εἰσοδήματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι τὰ πάντα
2353δύναται νὰ προείπῃ καὶ προδιαγράψῃ πῶς θὰ γίνωνται, καὶ
2354ἀπορεῖ διὰ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄνθρωποι
2355πολλῆς πείρας ἐπιφέρουσιν ἐπὶ τῶν συμβησομένων. Ὁ κ.
2356Πρωθυπουργὸς δεικνύει ὑπεράνθρωπον πρόγνωσιν, πῶς θὰ
2357διεξαχθῶσι τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δάσους, πῶς τὰ τῶν
2358βοσκησίμων γαιῶν, πῶς τὰ τῶν καλλιεργησίμων, τίθεται εἰς
2359τὰς σκέψεις τοῦ Διαδόχου, γνωρίζει ἀκριβῶς πῶς θὰ ἐνεργῇ
2360ὁ Διάδοχος, καὶ πᾶς ἄλλος ἐν τῷ μέλλοντι, ὁ ὁποῖος
2361ἤθελέ ποτε διαδεχθῆ τὸν Διάδοχον ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ
2362κτήσει· γνωρίζει καὶ πῶς θὰ αἰσθάνωνται οἱ κάτοικοι
2363ἐκεῖνοι· μᾶς παρέστησε ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῶν
2364μερῶν ἐκείνων μετ’ ὀλίγον, καὶ ἐὰν κατ’ ἄλλον τρόπον
2365δὲν μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας μέχρι
2366τοῦδε, τοὐλάχιστον θὰ μᾶς δώσῃ ἤδη ἓν δεῖγμα τῆς γῆς
2367τῆς Ἐπαγγελίας, διότι γῆ φαίνεται τῆς Ἐπαγγελίας θὰ
2368ἦναι ὁ τόπος ἐκεῖνος. Ἀλλὰ, Κύριοι, δύναταί τις, θέλων νὰ σκε-
2369φθῇ φρονίμως, νὰ προείπῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν θὰ συμβῶσι
2370περιπλοκαὶ κατὰ τὴν κάρπωσιν ὑπὸ τοῦ Διαδόχου τῶν τοι-
2371ούτων ἀπεράντων ἐκτάσεων; Πρέπει νὰ στερῆται ἐντελῶς
2372τῆς κοινῆς πείρας, διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἐκ προοιμίων, ὅτι τὰ
2373πάντα θέλουν γίνεσθαι ὁμαλῶς.
2374Μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ προτι-
2375μήσῃ νὰ κάμῃ παραχωρήσεις, παρὰ νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν
2376τοῦ διαδίκου. Ὁ Διάδοχος λοιπὸν, καὶ περὶ ἀμφιβόλων ἀξιώ-
2377σεων προκειμένου, θ’ ἀποφεύγῃ βεβαίως νὰ ἐμφανίζηται ἐνώ-
2378πιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ θὰ προτιμᾷ νὰ χαρίζῃ ἀκατα-
2379παύστως. Κἄπου συνέβη, Κύριοι, ὅτι ἄνθρωποί τινες εἶχον ἐκ-
2380μεταλλευθῆ τὴν θεοσέβειαν μιᾶς γραίας γυναικὸς, ἡ ὁποία
2381δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ λάβῃ ὅρκον, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ τῆς ἀφαι-
2382ρέσωσιν ὅλην τὴν περιουσίαν της. Τοιοῦτόν τι βεβαίως κατ’
2383ἀνάγκην θὰ συμβῇ μὲ τὸν Διάδοχον, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξα-
2384κολουθῇ φερόμενος Βασιλικῶς πρὸς ὅλους. Οὐδὲ δύναται νὰ
2385ἐννοῇ ὁ Ἕλλην συμβιβαζομένην τὴν αἴγλην τὴν Βασιλικὴν
2386μὲ τὴν πολὺ προσεκτικὴν τήρησιν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων.
2387Ὁ Ἕλλην τὸν Βασιλέα θεωρεῖ ὥς τι ἰδανικὸν, ὥς τι ὑπέρ-
2388τερον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, καὶ σεῖς θέλετε νὰ τὸν παρουσιά-
2389σητε καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὡς συνήθη ἄνθρωπον, δυνάμενον νὰ
2390κληθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως δὲν ἀναγνω-
2391ρίζω, ὅτι ὁμιλῶν τις σήμερον ἐπὶ τοιούτων ματαιοπονεῖ, ὅτι
2392ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μειδιᾷ, ὡς παρατηρῶ ἤδη, ὅταν γίνωνται
2393τοιαῦται παρατηρήσεις: Ἀλλ’ αὐτὸς μᾶς εἶπεν ἀκόμη χθὲς,
2394ὅτι δὲν προσέχει εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται,
2395αὐτὸς ἀποβλέπει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, βλέπει, ὅτι δύναται νὰ
2396κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· τί τὸν μέλει, ἐὰν
2397γίνωνται ἀντιῤῥήσεις; Καὶ βλέπετε, ὅτι ὅλη μάλιστα ἡ
2398προσπάθεια αὐτοῦ τείνει εἰς τὸ νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ὡς
2399ἕνα ὁμόδικον, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τοῦ
2400Στέμματος, καὶ τοὺς ἄλλους ὡς ἀντιδίκους εἰς τοιοῦτον
2401βαθμὸν, ὥστε νὰ ἐξεγείρηται ἡ ἀγανάκτησίς του καὶ νὰ
2402ὁμιλῇ ῥητορικῶς καὶ μετ’ ὀργῆς, διότι εἶναι μία ὑπόθεσις
2403ἰδική του, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ μεταχειρισθῇ
2404ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου, διὰ νὰ κατατροπώσῃ τοὺς
2405ἐναντίους. Δὲν νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλῇ μετὰ περισκέ-
2406ψεως περὶ τοῦ τί φρονεῖ ἕκαστος, καὶ ἓν μόνον μέλος
2407ἂν παρίστατο ἀντιλέγον, ὄχι ὁλόκληρος Ἀντιπολίτευσις,
2408διότι πρόκειται περὶ τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξιο-
2409πρέπειαν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πλειότερον νὰ φυ-
2410λάττῃ. Καὶ ὅταν, Κύριοι, γίνωνται αἱ παρατηρήσεις, ὅτι
2411αὐτὸ τὸ παραχωρούμενον τέλος πάντων δὲν ὁρίζεται παντά-
2412πασιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, σᾶς λέγει, ὅτι ἰδοὺ εἶναι καὶ διά-
2413γραμμα. Ἀλλὰ τὸ διάγραμμα δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ
2414τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου; Τί λέγει τὸ ἐδάφιον 3; «Αἱ
2415μεταξὺ τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης κλπ. κλπ.»
2416Παρουσιάσθη καὶ ἓν διάγραμμα. Ἀλλὰ μήπως λέγῃ τὸ
2417νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὑποβεβλημμένον διάγραμμα; Πῶς εἶ-
2418ναι δυνατὸν τὸ διάγραμμα τοῦτο νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἔννοιαν
2419καὶ τὴν ῥητὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ ἐπὶ τοῦ νο-
2420μοσχεδίου ἀληθῶς αὐτοῦ ἐπικρατεῖ ἡ αὐτὴ περίσκεψις, ἡ
2421ὁποία ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρη-
2422μάτων ἐπὶ ἀρκετὰ ἤδη ἔτη. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2423ὅτι ἀρκετὴ λύσις εἶναι, τὸ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς πλειο-
2424ψηφίας, ἀλλ’ ἐὰν θὰ λυθῇ καὶ παραβιαζομένου τοῦ Κανο-
2425νισμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, περὶ τούτων δὲν φρον-
2426τίζει. Καὶ φαντασθῆτε, Κύριοι, καὶ ἀνεξαρτήτως ἀκόμη τῆς
2427οὐσίας τοῦ πράγματος, εἰς ποίαν θέσιν τίθεται ἡ Βασιλεία
2428καὶ ὁ Διάδοχος, ὅταν δύνηται νὰ παρασταθῇ, ὅτι ἦτο
2429ἀνάγκη νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ
2430γίνῃ ἡ παραχώρησις. Καὶ ἀληθῶς Συνταγματικὴ εἶναι
2431ἡ διάταξις, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Πῶς
2432δύναται λοιπὸν ὁ Διάδοχος νὰ δεχθῇ τοιοῦτον δῶρον;
2433Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ἐπιχείρημα θὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ
2434πνεῦμα τοῦ Διαδόχου, ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ θάῤῥους
2435γνώμης; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσεν ἴσως νὰ παρηγο-
2436ρήσῃ τινάς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι καὶ ἔργα θάῤῥους,
2437καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς: «Σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν ἔχετε τὴν
2438τόλμην νὰ ὑποβάλητε τὴν γνώμην σας ἐναντίον τοῦ νομο-
2439σχεδίου αὐτοῦ. Ἀναλύσατε, ἐκτιμήσατε τὰς ἰδέας αὐτάς.»
2440Ὡς ἔργον θάῤῥους, ἀγνοῶ ὁποίου εἴδους θάῤῥους παρεστάθη εἰς
2441τὸ πνεῦμα τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ νὰ ἔλθωσι νὰ
2442ψηφίσωσι παραχώρησιν ἐκτάσεων τοιούτων εἰς τὸν Διάδοχον.
2443Ἀλλὰ πᾶς ὀρθῶς κρίνων ἐπὶ τῶν τοιούτων, θὰ παραδεχθῇ τὸ
2444μόνον παραδεκτὸν λογικῶς, ἂν πρόκηται περὶ θάῤῥους, ὅτι
2445δὲν ἐτολμήσατε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφο-
2446ρίαν. Ἐθεωρήσατε, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, εἰς τὸ ὁποῖον
2447καὶ εἷς κομματικὸς λόγος δὲν δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ,
2448ὑπῆρχε κίνδυνος, νὰ μὴ λάβητε οὐδὲ πέντε ψήφους, ἐὰν τὸ
2449ἐθέτετε εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς, καὶ
2450ὄχι ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσωμεν φανερά.
2451Καὶ τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, προφανῶς ὑποδεικνύει τὴν μυστι-
2452κὴν ψηφοφορίαν. Προκειμένου περὶ Ἀντιβασιλείας, περὶ ἐπι-
2453τροπείας τοῦ Βασιλέως, διατάσσει ἵνα διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας
2454γίνηται ἡ ἐκλογή· ὥστε, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ Κανονισμὸς,
2455ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος θὰ ἐπήγαζεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς
2456μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἠναγκάσθητε λοιπὸν καὶ Κανονισμὸν
2457νὰ παραβιάσητε καὶ Σύνταγμα, διὰ νὰ κατορθώσητε αὐτὴν
2458τὴν παραχώρησιν. Καὶ δὲν αἰσθάνεσθε, Κύριοι, ὅτι ἀμφισβη-
2459τουμένη παραχώρησις τοιαύτη πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλλη-
2460νικοῦ θρόνου δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποκρουσθῇ παρ’ αὐτοῦ τοῦ
2461ἰδίου; Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε σεῖς, ὅτι σεῖς μόνοι ἀντιπρο-
2462σωπεύετε τὸ Ἔθνος, καὶ τὸ Ἔθνος μεθ’ ὑμῶν ποιεῖται τὴν τοι-
2463αύτην παραχώρησιν; Πῶς δύνασθε ὑμεῖς, ὅπως καὶ ἄλλοι
2464παρέστησαν προηγουμένως, νὰ ἀντιποιηθῆτε τὸ μονοπώλιον
2465τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ πῶς δύναται νὰ ὑπο-
2466τεθῇ, ὅτι ἡ Βασιλεία ἵσταται εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν πρέπει νὰ
2467ἵσταται, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁλόκληρος Ἀντιπολίτευσις δὲν εὐλα-
2468βεῖται αὐτήν; Καὶ ἐὰν αὔριον οἱ σημερινοὶ ἀντιπολιτευό-
2469μενοι ἀποκτήσωσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον ψήφων ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν
2470θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος; Ποίαν ἀξίαν
2471θὰ ἔχῃ αὐτὴ ἡ διὰ πλειοψηφίας παραχώρησις μετὰ τὴν τοι-
2472αύτην συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς μὴ ὤφειλε, νομοσχέ-
2473διον, συνδεόμενον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Στέμματος, κα-
2474τέστη ἠθικὸν ῥάκος; Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πλέον ἠθικῶς δὲν
2475ὑφίσταται. Οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδό-
2476λως βεβαίως αὐτοὶ προσέκρουσαν εἰς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ
2477Στέμμα· ἀπεναντίας, μετ’ εὐλαβείας ἄκρας ἐξεδήλωσαν ὅλοι
2478τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες συμμεριζόμεθα.
2479Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συζητεῖται
2480καὶ καθ’ ὃν ἐπιψηφίζεται, ἴσως δὲν ἔπρεπε τοὺς παρατηροῦν-
2481τας καλῶς τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν
2482ἀπὸ τινων ἤδη ἐτῶν, δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ.
2483Ὅταν ἡ προσεχὴς ἱστορία τοῦ τόπου θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ
2484τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἴσως καὶ
2485τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χρησιμεύσῃ ὡς μία δᾷς ἱκανῶς φωτί-
2486ζουσα, ὄχι περὶ τῶν τάσεων τῶν ἀνευθύνων προσώπων,—δὲν
2487ἐννοῶ τοιοῦτόν τι — ἀλλὰ περὶ τῶν τάσεων ὑμῶν, περὶ τῆς πο-
2488λιτείας καὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπό τινων ἐτῶν με-
2489τέρχεσθε, τὰ πάντα ταπεινοῦντες καὶ ἐξευτελίζοντες. Καὶ
2490ὑπάρχουσι φαίνεται ἐποχαὶ καὶ καταστάσεις, καθ’ ἃς τῳόντι
2491ἀναγκάζεταί τις νὰ ἐκπληροῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἔργον ἱστοριογρά-
2492φου, ἐπιφέρων κρίσεις ἁπλᾶς καὶ παρατηρήσεις, εἰς οὐδὲν
2493ἰσχυούσας νὰ μεταβάλωσι τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων ἐπί
2494τινα χρόνον. Τάσις ἀκατάσχετος ὑπάρχει ἐκ μέρους τινῶν
2495ἀπό τινων ἐτῶν, ὅπως τὰ πάντα ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐξευτε-
2496λισθῶσιν ἄνευ ἀνάγκης. Ἀναφέρει βεβαίως ἡ ἱστορία περι-
2497στάσεις πολλάς, καθ’ ἃς, ἕνεκα δοκιμασιῶν μακρῶν ἀλλε-
2498παλλήλων, γεννᾶται ἀπογοήτευσις καὶ ἐξευτελίζονται οἱ θε-
2499σμοὶ τοῦ τόπου, ἀλλὰ τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἐπωφε-
2500λοῦνται ῥέκται πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ συντελοῦσι μὲν τὴν κατα-
2501στροφὴν ἀφ’ ἑνός, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νέον οἰκοδόμημα ὑγείας
2502ἀνεγείρουσιν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχουσι μὲν βεβαίως τὸ
2503θάῤῥος οἱ κρατοῦντες νὰ καταργήσωσι τοὺς θεσμούς, ἀλλὰ
2504τοὺς διατηροῦσι μόνον πρὸς ἐκμετάλλευσιν καὶ ἐξευτελισμόν.
2505Οὕτως, ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, ἔτεινον καὶ τείνουσι νὰ ἐξευτε-
2506λίσωσι κατὰ πρῶτον λόγον τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὅταν οὐδε-
2507μίαν εὗρον παρ’ αὐτοῦ ἀντίδρασιν, καὶ ὅταν οἱ ἀντιπρόσω-
2508ποι τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν δὲν φέρωσι, καὶ ὅταν ἡ πλειο-
2509ψηφία τὰ πάντα παρέχῃ ἀνεξελέγκτως, δὲν ἱκανοποιοῦνται.
2510Ἀλλὰ δὲν πρέπει, φρονῶ, ν’ ἀνησυχῶμεν, ὅταν βλέπωμεν ἐπί
2511τινα χρόνον παρεχομένην τὴν συνήθη ἐξουσίαν ἀνεξελέγκτως,
2512διότι οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ ἔχουσι τὴν αὐτὴν δύναμιν, ὥστε τὰ
2513ἁμαρτήματα ἐπὶ τέλους νὰ τὰ τιμωρῶσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2514πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχῇ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπι-
2515στήσωμεν τὴν προσοχήν μας, εἶναι ἡ τάσις πρὸς ἠθικὸν ἐξευ-
2516τελισμὸν καὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, τά-
2517σις, ἥτις ἐκδηλοῦται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
2518Καὶ βλέπετε ἐνίοτε ὄργανα δημοσιογραφικά, τὰ ὁποῖα συ-
2519στηματικῶς ὑπηρετοῦσι τὴν τάσιν ταύτην, ἴσως μὲν ἐξ εἰλι-
2520κρινοῦς πεποιθήσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ συμπτώσεων ἐγειρου-
2521σῶν ὑπονοίας. Ὑποστήριξις προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ τὸ
2522Κοινοβούλιον παρίσταται ἀναβιβάσαν εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ
2523συγχρόνως μὲ τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπαίνους ἐξευτελισμὸς τοῦ
2524Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀνέδειξαν καὶ
2525παρ’ οὗ ζητεῖται πᾶσα παραχώρησις. Τάσις ἀκατάσχετος
2526πρὸς ἐξευτελισμὸν τῶν θεσμῶν, ὡς ἂν οἱ θεσμοὶ ἦναι ἐκεῖνοι,
2527οἱ ὁποῖοι πταίουσι. Καὶ νομίζουσιν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ
2528κάμωμεν ἐγκαίρως τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅταν ἄλλως ἐλει-
2529τούργουν οἱ θεσμοί, ὁ τόπος ἀσφαλῶς προώδευε, καὶ ἤθελε
2530βεβαίως προοδεύσει ἀσφαλέστερον, διότι ἔλειψαν αἱ γνωσταὶ
2531περιπέτειαι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἀνεφύοντο κατὰ καιρούς. Ἀλλ’
2532ἀπό τινων ἐτῶν δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ τοιαύτη τῶν θεσμῶν
2533λειτουργία. Κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἐπανειλημμένη κατάχρη-
2534σις τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, καὶ ἡ παροῦσα κατά-
2535στασις δὲν ὑπάρχει ἢ ἕνεκα ταύτης τῆς καταχρήσεως, διὰ
2536τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἀνεύθυνοι, ἀλλ’ εἶναι ὑπεύ-
2537θυνοι οἱ ἀποπλανῶντες τὴν Βασιλείαν καὶ προσπαθοῦντες νὰ
2538διαφθείρωσιν αὐτήν. Ἔχομεν κατ’ οὐσίαν δοκιμὴν ἄλλου πο-
2539λιτεύματος ἀπό τινος χρόνου, ἀλλ’ ἡ δοκιμὴ αὕτη δὲν ἠξεύ-
2540ρω, ἐὰν ἦναι ὑπὲρ τῶν νέων τάσεων τῶν σήμερον κυβερνών-
2541των, διότι μὲ ὁποῖα φαινόμενα συνδέεται ἡ νέα αὕτη ἐποχὴ
2542τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς καταχρήσεως δὲ
2543τῶν βασιλικῶν προνομιῶν; Ἡ ἀπόλυτος μοναρχία παρέχει
2544τὴν ἁπλῆν δικαιοσύνην, καὶ σεῖς διὰ τῶν προνομίων τοῦ Στέμ-
2545ματος ἐπανεφέρατε χιλιάδας κακούργων εἰς τὴν κοινωνίαν.
2546Ἡ πρὶν λειτουργία τοῦ πολιτεύματος δὲν ἔφερε τὴν οἰκονο-
2547μικὴν καταστροφὴν καὶ ἄλλα τοιαῦτα φαινόμενα, ὡς τὰ ση-
2548μερινά, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ λειτουργία αὐτοῦ ἤρχισε νὰ διαφθείρη-
2549ται συστηματικῶς, καὶ νὰ ἐξευτελίζηται τὸ Κοινοβούλιον,
2550ἔχομεν ἤδη τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ εἰς ἓν, τὸ ὁποῖον μέχρι
2551τοῦδε παρίστατο ἄθικτον, ἐῤῥίψατε καὶ εἰς τοῦτο βλέμμα
2552ζηλότυπον καὶ ἠθελήσατε νὰ τὸ ῥίψητε ἐντὸς τοῦ βορβόρου
2553τῆς κομματικῆς πάλης. Ἀγωνίζεσθε νὰ συμπεριλάβητε εἰς
2554τὰς ἀποτυχίας σας καὶ αὐτὸ τὸ Στέμμα, καὶ τείνετε νὰ φθά-
2555σητε εἰς ἀποτέλεσμα, οἷον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μόνον ἡ πλέον
2556σατανικὴ ἐπινόησις, ὅπως μετὰ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα κατα-
2557συντρίβονται καὶ κατεξευτελίζονται, ἐπισκοτισθῇ καὶ ἡ αἴ-
2558γλη καὶ τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας.
2559§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς παραλογισμοὺς καὶ εἰρωνείας
2560ἀνθρώπου τινὸς δὲν ἤθελον καταδεχθῆ ν’ ἀπαντήσω, ἐὰν οὗ-
2561τος δὲν ἔφερε τὸν τίτλον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Παραλογίζεται
2562ἀληθῶς ἐκεῖνος, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καλλιέργεια,
2563ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εὐτυχία εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς μέλλοντας νὰ
2564γίνωσι δουλοπάροικοι ἐκ τοῦ δωρουμένου κτήματος, ἐνῷ
2565τοῦτο καθὼς καὶ ὁ μισθὸς δίδονται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Δια-
2566δόχου, ἵνα διὰ τούτων κυρίως ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς, ἀναλόγως
2567τῆς Βασιλικῆς θέσεώς του. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ κα-
2568ταστήσῃ εὐτυχεῖς τοὺς παροικοῦντας ἐκεῖ ὁ μέλλων νὰ δια-
2569τηρηθῇ μόνον ἐκ τοῦ κτήματος καὶ ἐκ τοῦ μισθοῦ; Οὐδὲν δὲ
2570ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς διατεινομένους, ὅτι
2571τὸ νομοσχέδιον δὲν διαγράφει ὡρισμένα ὅρια, ὅτι τὸ σχεδιά-
2572γραμμα εἶναι πλαστὸν, χρήσιμον μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν ταύ-
2573την τῆς συζητήσεως· οὐδὲν εἶπε περὶ τῶν ὁρίων, ἀλλ’ ἀνα-
2574βὰς τὸ βῆμα συνήρμοσε λέξεις παχυλὰς, ἔκαμεν ἀποστροφὰς
2575πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὕβρισε, καθὼς συνειθίζει, ἐκολάκευσε
2576κατὰ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπεισεν. Εἶπον
2577δὲ, ὅτι εἶναι παραλογισμοὶ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυ-
2578πουργοῦ, διότι χθὲς, ὅτε ἠμφισβητεῖτο ὁ τρόπος τῆς ψηφο-
2579φορίας καὶ ὅτε αὐτὸς, μὲ ὅλην τὴν ἀσέβειαν, ἥτις τὸν χαρα-
2580κτηρίζει ἐνίοτε, ὅταν τοῦτον δὲν παρακολουθῇ ὀρθὴ κρίσις
2581καὶ ὅταν δὲν δύνηται νὰ συγκρατήσῃ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ,
2582ἐξεφράζετο περὶ τοῦ Διαδόχου, λέγων ἀσεβῶς, ὅτι τῷ εἶναι
2583ἀδιάφορον πῶς ὀνομάζεται ὁ μέλλων νὰ λάβῃ τὴν δωρεὰν,
2584Κωνσταντῖνος, Γεώργιος, Νικόλαος, ἐθεώρησεν ὄχι κτῆσιν τοῦ
2585Κωνσταντίνου τὴν δωρεὰν, ἀλλὰ τοῦ Διαδόχου, ὅτε ἀπήντα
2586πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἐνῷ σήμερον, ἀντιφάσκων, μᾶς τὸν
2587παρουσιάζει ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος μάλιστα, λέγει, θὰ συναλ-
2588λάττηται μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους Βασιλικῶς.
2589§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ...
2590§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ βοηθή-
2591σητε, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λογικὴν σειρὰν τῶν
2592ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἴσως ἐγὼ πλανώμενος
2593παρερμηνεύω τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δίδομεν γῆν
2594καὶ μισθὸν, ἵνα ζήσῃ Βασιλικῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς ὁ Διάδοχος,
2595πλὴν δὲ τούτου θὰ εἰσαγάγῃ νέον εἶδος καλλιεργείας, συμ-
2596φώνως πρὸς τὰς προόδους τῆς γεωργίας, καὶ διὰ τοῦτο οἱ
2597γείτονες αὐτοῦ θὰ εὐδαιμονήσωσιν, ἐπίσης δὲ εἰς ὅλας τὰς
2598διενέξεις θὰ συμβιβάζηται, χωρὶς νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ Δικα-
2599στήρια. Αὐτὰ μᾶς εἶπεν· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2600ἠδυνήθη τοιαῦτα ἀκαταλόγιστα πράγματα νὰ παρουσιάσῃ
2601ὡς λογικά. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρω-
2602πος, λαμβάνων κτῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ζήσῃ, νὰ
2603λύῃ Βασιλικῶς τὰς παρουσιαζομένας ἑκάστοτε διαφορὰς, μὴ
2604καταφεύγων εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ὑποχωρῶν εἰς τὰς ἀπαι-
2605τήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, δωρῶν, ἐπιτρέπων τὰ μέχρι τοῦδε
2606γενόμενα. Τίς ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς δωρεᾶς; Ἠθέλησε νὰ πε-
2607ριφρονήσῃ τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἡ
2608περιφρόνησις στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, κατὰ τοὺς ὀρθῶς κρίνον-
2609τας τὰ πράγματα, διότι, ὁσάκις δὲν δύνηται νὰ ἀντιμετω-
2610πίσῃ πρὸς τὰς ὀρθὰς τῶν ἀντιπάλων του παρατηρήσεις, ἀντι-
2611τάσσει τὸ σύνηθες μὲν, ἀλλ’ ἀνόητον ἐπιχείρημά του, ὅτι,
2612ἐπειδὴ οἱ ἀντίπαλοι οὐδὲν ἄξιον λόγου σχετικῶς πρὸς τὰ
2613ζητήματα λέγουσι, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντᾷ, ὅπως
2614σήμερον ἐνόμισεν, ὅτι μόνον εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ
2615πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὡς εἰπόντα τι ἄξιον λόγου. Εἰς
2616τοιούτους παραλογισμοὺς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαντήσῃ τις;
2617Ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέτρεψε τὰ λε-
2618χθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ κ. Γεροκωστοπούλου,
2619οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰς λεπτομερείας; Τί μᾶς εἶπε; ποῖα
2620μᾶς ἐπαρουσίασεν ὡς ὅρια τοῦ κτήματος, ἢ πῶς μᾶς ἀπέδειξε
2621τὸ ἀκριβὲς τοῦ σχεδιαγράμματος; πῶς μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ
2622Ψάρι καὶ τὰ ἄλλα χωρία εἶναι ἰδιόκτητα, ἐνῷ εἶναι ἐθνικὰ,
2623κατὰ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ κατα-
2624λάβῃ ὁ Διάδοχος; Πῶς ἀνέτρεψε τὴν ὅλην θεωρίαν τοῦ
2625κ. Σωτηροπούλου περὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, περὶ τῶν δηλω-
2626σάντων καὶ μὴ δηλωσάντων, περὶ τῶν κατόχων καὶ μὴ κα-
2627τόχων; Οὐδὲν περὶ τούτων ἀπήντησεν, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον νὰ
2628μᾶς εἴπῃ ἀναποδείκτως, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίας τὰς ἀντιῤ-
2629ῥήσεις, κατὰ τὸν συνήθη του τρόπον, ὡς ἀνωτέρω εἶπον·
2630ἔμαθε μόνον νὰ ἐκφέρῃ παχυλὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἀπετα-
2631μίευσεν ἐκ τῆς πολλῆς του ἀναγνώσεως, καὶ φρονεῖ, ὅτι διὰ
2632τοιούτων λέξεων ἀναιρεῖ τὰς ἀληθείας τῶν ἀντιπάλων του,
2633καὶ ἀνατρέπει σοβαρὰν καὶ ἐμβριθῆ συζήτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας
2634ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔφερε σπουδαῖα ἐπιχειρήματα καὶ
2635στατιστικὰς ἀποδείξεις.
2636Συνειθίζει πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς σοβαρὰς συζη-
2637τήσεις νὰ ἀντεπεξέρχηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀπόδει-
2638ξιν τούτου δύνασθε νὰ ἔχητε, ἐὰν λάβητε ὅλην τὴν σειρὰν
2639τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ὅπου θέλετε
2640ἰδεῖ, ὅτι μόνον εἰς γενικάς τινας γραμμὰς περιορίζεται, κατα-
2641στρόνων ἐπιστημονικούς τινας ὅρους, χωρὶς νὰ εἰσέρχηται εἰς
2642λεπτομερῆ ἐπιστημονικὴν ἐκτύλιξιν, καὶ ἀκολούθως μετα-
2643βάλλει εἰς πανηγυρικὸν, ἀναφέρων Ἑλληνικὰ ζητήματα,
2644στόλους, στρατοὺς, κατάληψιν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ
2645κατέρχεται τοῦ βήματος χειροκροτούμενος. Εἶναι λυπηρὸν
2646τοιαύτην πολιτικὴν διαγωγὴν νὰ μετέρχηται ὁ ἀρχηγὸς τῆς
2647Κυβερνήσεως, εἶναι ἀσέβεια πρὸς ἡμᾶς, τοὺς καθημένους ἐν-
2648ταῦθα· ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν περισσότερον σε-
2649βασμὸν καὶ εὐπρεπεστέραν γλῶσσαν παρ’ ἀνθρώπου, τοῦ
2650ὁποίου ὁ κύριος προορισμὸς εἶναι ἡ μόρφωσις καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ
2651ἠθικὴ ἐπίδρασις πρὸς τὸν λαόν. Ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἔχει
2652οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς νὰ καλύψῃ τὸ σῶμά του, ὅταν ἀποθάνῃ,
2653πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγνώρισε, πῶς καλλιεργοῦνται τὰ κτή-
2654ματα, ἐνῷ οὐδέποτε ἐκαλλιέργησεν, ἐνῷ οὐδέποτε εἰς κτή-
2655ματα εἰσῆλθε, χάριν τοὐλάχιστον ἁπλῆς περιεργείας, ἐνῷ
2656οὐδὲ καὶ τὴν περιποίησιν τῶν συνηθεστέρων ἀνθέων ἐγνώρισε;
2657πῶς ἐτόλμησε νὰ μᾶς κάμῃ θεωρίαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς
2658καλλιεργείας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ Διάδοχος καὶ πρὸς
2659τούτοις θὰ διδαχθῇ ὁ τόπος ἐκ τῆς ἐκεῖ καλλιεργείας; Αὐτὰ
2660δὲν εἶναι σοβαρὰ, δὲν εἶναι ἄξια Πρωθυπουργοῦ, ὑποτιμῶσι
2661τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, καὶ ἂν δὲν ἦτο Πρωθυπουργὸς, ὄχι μόνον
2662δὲν θ’ ἀπήντων, ἀλλ’ οὐδ’ ἑνὸς μειδιάματος θὰ ἠξίουν
2663αὐτόν.
2664§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντιμον
2665φίλον μου, βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ
2666βήματος, ν’ ἀνησυχῇ ὀλιγώτερον περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ
2667Πρωθυπουργοῦ, νὰ μεριμνᾷ δὲ ἥκιστα περὶ τῆς τακτικῆς καὶ
2668τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους μετέρχεται ὁ τὸ ἀξίωμα τοῦτο δια-
2669χειριζόμενος κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον. Ἐὰν ἐπιβάλληται εἰς
2670ἡμᾶς καθῆκόν τι, πρὸ πάντων μᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον
2671νὰ ὑπερορῶμεν πάντα, ὅστις ἐμπορεύεται καὶ αὐτὰς τὰς περὶ
2672τῶν ἄλλων γνώμας του, ζητῶν νὰ κερδοσκοπῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν.
2673Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολί-
2674τευσις πρὸ τριῶν ἐτῶν ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ Βου-
2675λευτηρίου, ἵνα μὴ ὑπέχῃ τὴν εὐθύνην τῶν καὶ τότε ὑπὸ τῆς
2676πλειοψηφίας καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς κ. Πρωθυπουργοῦ
2677διαπραττομένων ἀκολασιῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνεγίνωσκον
2678ἐν τῇ ἐφημερίδι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος μετὰ τὴν
2679ἀπὸ τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου ἀναχώρησιν ἡμῶν τότε,
2680ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἐκολάκευσε καὶ ἐθώπευσε τὸν τότε ἐκ
2681Τριφυλίας βουλευτὴν κ. Σωτηρόπουλον, ἀναγνωρίζων αὐτὸν
2682ἄξιον νὰ συζητῇ μετ’ αὐτοῦ, θαυμάζων αὐτὸν, καὶ ἀνομολο-
2683γῶν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ἀνδρὸς ἱκανότητα. Καὶ ἐθώπευεν
2684αὐτὸν διὰ τούτων τῶν ἐπαίνων, ἵνα δυνηθῇ νὰ κάμψῃ αὐτὸν
2685νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ καὶ αὐτὸς μεθ’ ἡμῶν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου,
2686Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρό τινων μηνῶν, ὅτε ὁ κ. Σωτηρόπουλος
2687ἠγόρευσεν ἐπί τινος νομοσχεδίου περὶ Τελωνιακοῦ Δασμολο-
2688γίου καὶ ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
2689σεως τοῦ Κράτους, ἀπὼν ἕνεκα ἀσθενείας καὶ τότε τοῦ Βου-
2690λευτηρίου, ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς ἐφημερίσι τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2691γοῦ, ὅτι οὗτος ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠξίωσεν ἀπαντήσεώς τινος τὸν
2692κ. Σωτηρόπουλον, διότι δὲν ἐδείχθη ἱκανὸς νὰ ὑψώσῃ τὴν
2693συζήτησιν. Τοιαύτην τακτικὴν οὐδεὶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀξιοῖ
2694προσοχῆς τινος, ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ ἀνομολογῇ αὐτὴν
2695ἀξίαν περιφρονήσεως. Μόνη ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀδιαφορία ἁρμό-
2696ζει νὰ καταστείλῃ ἐκείνους, οἵτινες μετέρχονται αὐτὴν, ἵνα
2697καλύψωσι τὴν πενίαν, ἣν ὑφίστανται, λόγων πρὸς δικαιολο-
2698γίαν τῆς πολιτείας καὶ τῶν πράξεων αὐτῶν.
2699Ὅπως δήποτε, ἀφοῦ ὁ λόγος τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἠνάγ-
2700κασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅσα μᾶς εἶπε, πρὸς ὑπο-
2701στήριξιν τοῦ νομοσχεδίου του, ὁμολογῶ χάριν εἰς τὸν ἐκ
2702Μεσσηνίας βουλευτὴν, διότι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυ-
2703πουργοῦ ἀπέδειξαν ποῖά τινα φρονεῖ καὶ πῶς σκέπτεται ἐπὶ
2704ὑποθέσεως τοσοῦτον σημαντικῆς. Εἰς ἐμὲ δὲν προσῆκε νὰ ἐκ-
2705πλαγῶ ἐπὶ τούτοις, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ ἔπρεπε
2706νὰ μάθῃ καὶ τὸ κοινὸν ταῦτα, διὰ νὰ ἐκπλαγῇ, ἂν κρίνῃ
2707τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἄξια ἐκπλήξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2708γὸς εἶπεν, ὅτι προέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς κτημά-
2709των πρὸς τὸν Διάδοχον, οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ἐν τῇ
2710συνοδευσάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσει του, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνυ-
2711ψώσῃ τὸ ἀξίωμα τῆς Βασιλείας. Κρίνει, φαίνεται, ὁ κ.
2712Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ἀξίωμα τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς ἐν Ἑλ-
2713λάδι δὲν εἶναι ἀρκούντως ὑψηλὸν, διότι ὁ Βασιλεὺς λαμβά-
2714νει χρηματικὴν χορηγίαν, ἥτις ἐξευτελίζει τὴν Βασιλείαν,
2715ἥτις εἶναι εὐτελὲς σιτηρέσιον. Ἡ συνείδησις τῆς ἐθνικῆς φι-
2716λοτιμίας δὲν ἄφινε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἥσυχον, ἐν ὅσῳ ἐγνώ-
2717ριζεν, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὴν Βασιλικὴν Ἐξουσίαν ἐξηυ-
2718τελίζετο μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ στέλλῃ εἰς τὸ Τα-
2719μεῖον νὰ λαμβάνῃ τοιοῦτον σιτηρέσιον· διὰ τοῦτο ἐπεθύμησε
2720νὰ καταστήσῃ τὸν Βασιλέα ἰδιοκτήτην, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς
2721ἀνάγκης νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους,
2722νὰ δύνηται δὲ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων του νὰ
2723ζῇ ἀξιοπρεπῶς εἰς τὸ Ἔθνος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνάσσει.
2724Ἂν ἐκπλήσσῃ ἡ θεωρία αὕτη, βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ἦτο
2725δυνατὸν ν’ ἀπαγγείλῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰμὴ ἄνθρω-
2726πος, ὁ ὁποῖος συνείθιζε νὰ μὴ ῥυμουλκῆται, ἀλλ’ ὅστις, μόνος
2727εὐτυχῶς αὐτὸς, ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ Ἔθνος τὸ
2728Ἑλληνικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀνήκει, ἦτο ἠπατημέ-
2729νον μέχρι τοῦδε, ὅτι ἔσφαλε, φρονῶν, ὅτι ἡ Βασιλικὴ Ἀρχὴ
2730ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ χρηματικὴν χορηγίαν, σπεύδει δ’ αὐτὸς
2731νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα τοῦτο τοῦ Ἔθνους, ἀσεβῶν πρὸς τὰς
2732ἀποφάσεις τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, καὶ ἀναιρῶν τὴν τα-
2733κτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος μέχρι τοῦδε μετῆλθεν. Ἰδοὺ
2734διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπρότεινε ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ Βασιλικὴ
2735χορηγία, τὸ ταπεινὸν τουτέστι σιτηρέσιον, διὰ τῆς ἀξιοπρε-
2736ποῦς νομῆς κτημάτων καὶ γαιῶν.
2737Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει ἕτερος, τοιαῦτα
2738φρονῶν, πολλῷ δ’ ἧσσον τοιαῦτα τολμῶν νὰ λέγῃ. Ἡ Βασι-
2739λικὴ Ἐξουσία ἐδημιουργήθη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἱδρύσεως τοῦ
2740Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οὐδεμία τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων
2741ὑπέλαβεν, ὅτι ἐμείου τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, προσδιορίζουσα
2742ὑπὲρ αὐτῆς Βασιλικὴν χορηγίαν καὶ οὐχὶ κάρπωσιν ἢ κτῆσιν
2743κτημάτων. Καὶ αὐτὰ τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀν-
2744τεπροσώπευον τὸ Ἔθνος πρὸ τῆς δημιουργίας τῆς Βασι-
2745λείας, ἐφρόνουν ἐπίσης, ὅτι ἥρμοζεν εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρ-
2746χὴν ἡ διὰ χρημάτων τοῦ Ἔθνους συντήρησις αὐτῆς καὶ
2747οὐχὶ ἡ διὰ κτηματικῆς παροχῆς.
2748Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἠρώτησε προσέτι: δὲν θέ-
2749λετε νὰ δωρήσωμεν εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τὰ κτήματα;
2750θέλετε νὰ παραχωρήσωμεν αὐτὰ εἰς κερδοσκόπους; Ἀλλὰ
2751διατὶ ἠρώτησεν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναστρεφόμεθα μετὰ κερ-
2752δοσκόπων, οὐδὲ εὑρέθημεν ἐν σχέσεσιν, αἵτινες νὰ μᾶς ἔδω-
2753καν τὸ δικαίωμα νὰ συνεννοηθῶμεν μετ’ αὐτῶν; Ἐὰν παρί-
2754στατο ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς κερδοσκόπους, ἵνα παρα-
2755χωρήσωμεν εἰς αὐτοὺς κτήματα πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωρ-
2756γίας, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς
2757ἄλλους, ὅπως μεσολαβήσωσι παρ’ αὐτοῖς πρὸς συνεννοήσεις,
2758διότι οὐδεὶς τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην δύνα-
2759ται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μεσολαβοῦν πρόσωπον εἰς τοιαύτην
2760συνεννόησιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οὐδ’ εἰς κερδοσκό-
2761πους πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν κτήσεις, ἵνα διὰ τῆς καλ-
2762λιεργείας αὐτῶν συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωρ-
2763γίας, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ συναινέσωμεν, ἵνα ἀνατεθῇ παρα-
2764πλησία κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι
2765προωρισμένος νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος.
2766Λυποῦμαι διὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2767γὸς ἐξελέξατο, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παραχώρησιν τῶν περὶ
2768ὧν ὁ λόγος κτημάτων εἰς τὸν Διάδοχον. Ἄν, ἵνα ἀποφύγω-
2769μεν νὰ μεταχειρισθῶμεν κερδοσκόπους, μεταποιῶμεν ἡμᾶς
2770εἰς κερδοσκόπους, τοῦτο ἐπιβαρύνει ἡμᾶς, ἀλλ’ οὐδὲν δικαίω-
2771μα ἔχομεν νὰ ζητῶμεν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον τὰ
2772ἔργα τῶν κερδοσκόπων, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν δι’ αὐτοῦ τὴν
2773βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας, ἢ τὴν εἰσαγωγὴν
2774πληρεστέρας καὶ τελειοτέρας καλλιεργείας τῶν δασῶν.
2775Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ καλλιεργείας δασῶν ὁ λόγος,—διότι καὶ
2776ἐπὶ ταύτην ἔστρεψε τὸν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός,—ἐνεθυμή-
2777θην, ὅτι πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐμερίμνησε περὶ ταύτης ὁ κ. Πρω-
2778θυπουργός, εἰσαγαγὼν εἰς τὴν Βουλὴν Δασονομικὸν Κώδικα,
2779διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημιούργει ἑξακοσίας δημοσίας θέσεις, διὰ
2780νὰ πληρώσῃ τοὺς κενοὺς στομάχους ἐκείνων, οἵτινες προσε-
2781λιπάρουν αὐτόν, καὶ ἐπέβαλλε καὶ φόρον ἐπὶ τῶν καυσοξύ-
2782λων, ἵνα διὰ τοῦ ἐκ τούτου ἐσόδου πληρόνῃ τοὺς μισθοὺς
2783τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἤθελε διορίσει.
2784Ἀλλ’ ἐὰν ἦναί τις ἥκιστα κατάλληλος, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ
2785εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνατεθειμένον καθῆκον τῆς βελτιώσεως
2786τῆς γεωργίας, τοιοῦτος βεβαίως τυγχάνει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
2787προωρίσθη νὰ διαχειρισθῇ ποτε τὴν Βασιλικὴν Ἀρχήν. Ἔχει
2788βεβαίως ἀνάγκην ἡ ἐγχώριος γεωργία βελτιώσεως καὶ ἀνα-
2789πτύξεως, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ ὄργανα, τῶν
2790ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς· ἀλλὰ
2791τοιαύτην ἐργασίαν δὲν συμβουλεύω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
2792Ἔθνους νὰ ἀναθέσωσιν οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε εἰς τὸν
2793Διάδοχον, ὁ ὁποῖος θέλει ἀνέλθει μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν Θρόνον.
2794Τοὺς δύο εἰρημένους λόγους μᾶς ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυ-
2795πουργός, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον·
2796πρῶτον, ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος
2797κτημάτων θέλομεν ἀντικαταστήσει τὴν χρηματικὴν χορη-
2798γίαν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ταπεινὸν σιτηρέσιον, οὕτω δὲ
2799θέλομεν ἀνυψώσει τὴν Βασιλείαν ὑπεράνω τῆς ταπεινῆς
2800σφαίρας τοῦ σιτηρεσίου· καὶ δεύτερον, ὅτι διὰ τῆς παρα-
2801χωρήσεως τῶν κτημάτων τούτων τῷ Διαδόχῳ θέλο-
2802μεν συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐγχωρίου γεωρ-
2803γίας. Παραπλησίως καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὡς ὁ κ. Κουμουν-
2804δοῦρος μᾶς ἀνέμνησεν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ δωρεὰ δίδεται οὐχὶ
2805πρὸς τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ πρὸς τὴν θέσιν, ἂν καὶ τοῦ νομο-
2806σχεδίου ἡ διάταξις προσδιορίζῃ ῥητῶς τὴν δωρεὰν πρὸς τὸ
2807πρόσωπον, διότι ἐχρησίμευεν αὐτῷ νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι,
2808διὰ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται φανερὰ ἡ ψηφοφο-
2809ρία. Ἀλλὰ σήμερον μᾶς λέγει, ὅτι ἡ δωρεὰ δίδεται εἰς τὸν
2810Διάδοχον, ὅπως, ὅταν γένηται Βασιλεύς, πορίζηται τὰ μέσα
2811τῆς Βασιλικῆς συντηρήσεως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ κτήματος,
2812διότι τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶχεν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ διὰ
2813νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν φα-
2814νερὰν ψηφοφορίαν, παρίστα τὴν δωρεὰν γιγνομένην εἰς τὴν
2815θέσιν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον, παρίστα τὴν
2816δωρεὰν γιγνομένην εἰς τὸ πρόσωπον· ἐνῷ δ’ ἔλεγεν, ὅτι δὲν
2817ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν χθὲς περὶ τῶν
2818δύο καταστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ
2819Στέμματος προώρισται νὰ διανύσῃ, εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι γί-
2820νεται ἡ δωρεὰ εἰς τὸν Διάδοχον διὰ νὰ ἔχῃ τὰ κτήματα
2821ταῦτα, ὅταν γένηται Βασιλεύς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν
2822ἐσκοπεῖτε νὰ προτείνητε αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας;
2823Ἀλλὰ διατὶ προτείνετε αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε; Διὰ τοῦτο ἐμνη-
2824μόνευσα χθὲς τῶν δύο καταστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Διά-
2825δοχος προώρισται νὰ διατελῇ. Ἐφ’ ὅσον μὲν εἶναι Διάδο-
2826χος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, θέλει λαμβάνει τὴν χρημα-
2827τικὴν χορηγίαν, ἐὰν δὲ κρίνητε ταύτην ἀνεπαρκῆ, ἔχετε
2828τὸ δικαίωμα νὰ προτείνητε τὴν αὔξησιν αὐτῆς· ὅταν ὅμως
2829προτείνητε νὰ δωρηθῶσιν εἰς τὸν Διάδοχον προσωπικῶς τὰ
2830κτήματα, περὶ ὧν πρόκειται, τότε πλέον δὲν προνοεῖτε περὶ
2831τῶν μέσων τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ καὶ
2832περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ
2833Θρόνου καθήμενον, ἤτοι νομοθετεῖτε αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς
2834χορηγίας. Ἀλλ’ οὕτως ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἑκατονταετηρίδων
2835θέλουσιν ἐξαντληθῆ πᾶσαι αἱ ἐκτάσεις ἐδάφους τοῦ Ἑλλη-
2836νικοῦ Βασιλείου εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, πρέπει δ’ ἀναγ-
2837καίως νὰ εὐχώμεθα, ἵνα τὰ ὅρια αὐτοῦ ἐκταθῶσι μέχρι τοῦ
2838Γάγκου, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ θεραπεύσωμεν πάσας
2839τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ μέλλον θέσει παρουσιάσει, ἀφοῦ
2840πρὸς ἕκαστον πρόσωπον, ἐμφανιζόμενον εἴτε ἐπὶ τοῦ Θρόνου,
2841εἴτε εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, ὡς μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογε-
2842νείας, πρέπει νὰ παρέχῃ τὸ Κράτος δωρεὰς κτημάτων καὶ
2843γαιῶν, ἵνα καταστήσῃ αὐτὸν ἰδιοκτήτην.
2844Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη ὅσων εἶπον περὶ κολάκων,
2845ἵνα ἀναμνησθῇ καὶ τῆς πρὸς τοὺς λαοὺς γιγνομένης κολα-
2846κείας, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχῃ λόγον ν’ ἀποφεύγῃ νὰ
2847ἀναμιμνήσκηται τῆς πρὸς τοὺς Βασιλεῖς γενομένης κολα-
2848κείας. Ἐγὼ ὅμως οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀποφεύγω τὴν μνείαν
2849οὐδὲ τῆς μιᾶς οὐδὲ τῆς ἑτέρας τῶν κολακειῶν τούτων· ἂν δὲ
2850κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς εἶδον ἐν τῇ κοινω-
2851νίᾳ τινὰς ἐνασχολουμένους εἰς τὸ ἐπονείδιστον τοῦτο ἔργον,
2852καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψη-
2853λότης, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλην. Στέμματος, ἔδωκεν ἐξετά-
2854σεις εἰς τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξητάσθη, τὸ συμβεβηκὸς
2855μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ οἰκτείρω αὐτοὺς, οἵτινες ἀνέλαβον τὸ
2856εὐτελὲς ἔργον νὰ διαφθείρωσι τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
2857Ἀλλὰ δὲν ἀνησυχῶ διὰ τὸν κίνδυνον, διότι γνωρίζω τοῦ
2858Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸν χαρακτῆρα ἐκ τῆς μελέτης τῆς Ἱστο-
2859ρίας αὐτοῦ. Ἀνησυχῶ ὅμως, μήπως ἡ ἀπόπειρα τῆς δια-
2860φθορᾶς ἐπιτύχῃ ἀλλαχοῦ, διότι οἱ νέοι ἄνθρωποι, οἵτι-
2861νες δὲν ἀπέκτησαν ἀκόμη τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων τοῦ
2862κόσμου, οὐδ’ ἐσπούδασαν ἐπαρκῶς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν
2863χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων, τυγχάνουσι μᾶλλον εὐάλωτοι
2864εἰς τὰς παγίδας τῆς τοιαύτης ἀληθῶς ἐγκληματικῆς πο-
2865λιτικῆς.
2866Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεμνήσθη τῶν λεχθέν-
2867των περὶ κολάκων, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ῥυμουλκήσεως
2868ὑπὸ τοῦ λαοῦ, μακαρίζω ἀληθῶς ἐμαυτὸν, διότι ὁ βίος μου
2869δὲν παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἄλλην πρὸς ἐπίκρισιν ἀφορμήν.
2870Ἤθελον δ’ εἶσθαι πράγματι δυστυχὴς, ἄν ὁ δημόσιος βίος
2871μου παρεῖχεν εἰς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τὴν εὐκολίαν νὰ
2872μὲ καταγγείλῃ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι προσεπάθησα καὶ ἐρα-
2873διούργησα, ἵνα παραστήσω τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ὡς κομ-
2874ματικά, διὰ νὰ γίνω ἀρεστὸς εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι
2875Ἕλληνες, καὶ δυνηθῶ οὕτω ν’ ἀπολαύσω τὴν ἐπικου-
2876ρίαν τῶν ἀλλοδαπῶν, ὅπως ἀναῤῥιχηθῶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνη-
2877σιν τῆς Πατρίδος μου. Τοιοῦτόν τι δὲν δύναται βεβαίως νὰ
2878εἴπῃ κατ’ ἐμοῦ, εὐτυχῶς δὲ, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀνα-
2879φέρῃ τοιοῦτόν τι καὶ κατ’ οὐδενὸς τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων.
2880(Εὖγε! εὖγε!)
2881§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀντίκειμαι κατ’ ἀρχὴν, Κύριε Πρόεδρε,
2882εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ν’ ἀπονεμηθῇ ἐθνικὴ δωρεὰ εἰς τὸν
2883πρῶτον Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Δὲν ἀντίκειμαι,
2884ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθε-
2885σις, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν
2886ὁποίαν ψηφίζομεν τὴν ἐνηλικιότητα τοῦ πρώτου Διαδόχου
2887τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τοῦ Διαδόχου, ὁ ὁποῖος συνεπλή-
2888ρωσε τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη
2889Ἕλλην καὶ ἐβαπτίσθη ὀρθόδοξος χριστιανὸς, ἁρμόζει καὶ
2890δύναται ἡ ἐθνικὴ ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ ἐκδηλωθῶσι διὰ τῆς
2891δωρεᾶς ἑνὸς τμήματος τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Δὲν δύναμαι
2892λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀποκρούσω τὴν προκειμένην δωρεὰν,
2893καὶ δὲν τὴν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν προορισμὸν τοῦ Διαδό-
2894χου, διότι, ἀπεναντίας, θέλει τῷ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ προσεγ-
2895γίσῃ τὴν καλύβην τοῦ γεωργοῦ καὶ νὰ σπουδάσῃ τὰς ἀνάγ-
2896κας τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ βασιλεύσῃ.
2897Τὰ ἐκτεθέντα σχετικῶς μὲ τὸ δωρούμενον κτῆμα καὶ τὰ τῶν
2898τρίτων δικαιώματα δὲν μὲ ἀνησυχοῦσι, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ
2899Διάδοχος, μέλλων νὰ διαδεχθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαιώ-
2900ματά του, δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κτῆμα ὡς κατακτητὴς,
2901ἀλλ’ ὡς εὐεργετικὸς ἰδιοκτήτης, συναλλαττόμενος πατρικῶς
2902πρὸς τοὺς μέλλοντας ὑπηκόους του, καὶ προσπαθῶν ν’ ἀπο-
2903κτήσῃ τὴν ἀγάπην αὐτῶν διὰ τῆς προστασίας τῶν ἀμέσων
2904συμφερόντων των· δὲν μὲ ἀνησυχεῖ λοιπὸν τοῦτο, οὐδὲ ἡ
2905γενικὴ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀφίνει πολλὰ
2906δικαιώματα ἐκκρεμῆ καὶ μὴ ὡρισμένα. Ἀλλ’ ἐκπληρῶν κα-
2907θῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ θέσις μου μοὶ ἐπιβάλλει, ζητῶ, ὄχι μόνον
2908τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον διατυπόνει ἐπὶ τῶν
2909καλλιεργημένων γαιῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ νομικαὶ σχέσεις,
2910αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολι-
2911τῶν, νὰ γίνωσι σεβασταὶ καὶ νὰ διατυπωθῶσιν ἐν αὐτῷ.
2912Ἠκούσατε, ὅτι οὐ μόνον περὶ καλλιεργημένων γαιῶν πρό-
2913κειται, ἀλλ’ ἐν τῇ παραχωρουμένῃ ἐκτάσει ὑπάρχουσι καὶ
2914διάφορα ἄλλα εἴδη ἰδιοκτησίας, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκτάσεων
2915ἐκείνων ὑφίστανται σχέσεις μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ
2916Δημοσίου, τὰς δὲ σχέσεις ταύτας πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2917διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐννοεῖ νὰ τὰς παραβιάσῃ, καθόσον
2918μάλιστα καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ὑπέδειξεν, ὅτι
2919ἐννοεῖ ἰσχυούσας τὰς νομικὰς ταύτας σχέσεις· ἑπομένως θὰ
2920παρακαλέσω νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ
2921ἑξῆς παράγραφος: «Διὰ τῆς δωρεᾶς ταύτης ὁ Διάδοχος
2922Κωνσταντῖνος ὑπεισέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου
2923καὶ ἑπομένως αἱ πρὸς τοῦτο νομικαὶ σχέσεις τῶν τρίτων ὡς
2924πρὸς τὰ δωρούμενα κτήματα ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι καὶ
2925πρὸς τὸν ἐκδοχέα Διάδοχον».
2926Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ κτήματα τῶν Μονῶν, ἡ δʹ. παράγραφος
2927προβλέπει περὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελε δυνηθῇ τὸ
2928Δημόσιον ν’ ἀποκτήσῃ. Νομίζω, ὅτι, ὅπως εἶναι τὸ νομο-
2929σχέδιον διατετυπωμένον, καὶ ἀφοῦ ἀνησυχίαι τῶν ἰδίων Μονῶν
2930ἐξηγέρθησαν, καλὸν εἶναι νὰ διασαφηνισθῇ τὸ μέρος τοῦτο
2931τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ μεταβληθῇ τὸ γράμμα αὐτοῦ εἰς τὸ
2932μέρος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δωροῦνται καὶ ὅσα κτήματα
2933ἀποκτήσῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἀποζημιώσει. Ἡ ἔκφρασις εἶναι
2934λίαν γενικὴ, καὶ ἢ νὰ τροποποιηθῇ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ κει-
2935μένου τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ῥητῶς νὰ δηλωθῇ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ
2936τὸ νομοσχέδιον ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν. Τὰ δικαιώματα
2937τῶν Μονῶν θεωροῦμεν ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα, ὄχι μόνον κα-
2938θὼς παντὸς ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀπολαύοντα ἰδιαιτέ-
2939ρας προστασίας ἀπὸ αἰώνων. Ἑπομένως παρακαλῶ, νὰ τρο-
2940ποποιηθῇ ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ γίνῃ ῥητὴ δή-
2941λωσις, ὅτι τὰ κτήματα ἐκεῖνα δύνανται νὰ δωρηθῶσι μόνον,
2942ἐὰν συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν αἱ Μοναί.
2943§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον.
2944§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «ὅσαι ἤθελον ἀπο-
2945κτηθῆ ἐπὶ ἀποζημιώσει.» Ἡ ἀποζημίωσις δίδεται καὶ εἰς
2946τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν.
2947§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας
2948ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, οἴκοθεν ἐννοοῦνται· ἐὰν θέλῃ
2949ὅμως περὶ αὐτῶν ἐπιπροσθέτως νὰ γίνῃ δήλωσις παρ’ ἡμῶν,
2950εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν ταύτην.
2951§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνισθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ
2952ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ νομικαὶ σχέσεις τῶν τρίτων, αἱ ὑφι-
2953στάμεναι ἤδη ὡς πρὸς τὰ δωρούμενα, θὰ διατηρηθῶσιν αἱ
2954αὐταί.
2955§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ νόμῳ.
2956§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
2957§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις· θὰ
2958ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον 7.
2959§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
2960σεως, Κύριε Πρόεδρε.
2961§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ Ἀντι-
2962πολίτευσις φρονεῖ, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλει τεθῆ εἰς ψη-
2963φοφορίαν, εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων,
2964κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν
2965τοῦ Συντάγματος τεθειμένας, πρέπει νὰ γίνηται μυστικὴ
2966ψηφοφορία, διὰ τοῦτο οὐδὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος εἰς
2967οὐδεμίαν φανερῷ τῷ τρόπῳ γενησομένην ψηφοφορίαν. Θέ-
2968λομεν μὲν παρίστασθαι ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς κατὰ
2969τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ μὴ παρακωλυθῇ τῶν ἐργασιῶν αὐ-
2970τῆς ἡ πρόοδος, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἀλλὰ δὲν θέλο-
2971μεν μετάσχει τῆς ψηφοφορίας, ἀφοῦ γίνεται φανερά.
2972§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σάκκη καὶ κ. Καλογερόπουλε, προσ-
2973έλθετε ὡς ψηφολέκται.
2974§75ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι ψηφολέκτης.
2975§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπιτηρήσητε μόνον εἰς τὴν ψηφοφο-
2976ρίαν, δὲν θὰ ψηφοφορήσητε.
2977§77ΣΑΚΚΗΣ. Οὐδὲν μέρος δύναμαι νὰ λάβω, κ. Πρόεδρε.
2978§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κοκέβη.
2979Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον λέγουσι Ναί· οἱ μὴ παρα-
2980δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2981(Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν
2982ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν κκ. Καλογεροπούλου καὶ
2983Κοκκέβη).
2984§79ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ὑπὲρ τῆς
2985μυστικῆς ψηφοφορίας, δὲν ἔχω ψῆφον. Χθὲς εἶχον ψηφοφορήσει
2986ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ψηφοφορία
2987ἔπρεπε νὰ γίνῃ μυστική, διὰ τοῦτο σήμερον δὲν δύναμαι
2988νὰ ψηφοφορήσω.
2989§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρνεῖται ψῆφον.
2990§81ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀρνεῖται ψῆφον· ἀπέχει νὰ
2991ψηφοφορήσῃ.
2992§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρνοῦμαι ψῆφον σημαίνει, ὅτι
2993δὲν ἔχω σχηματίσει γνώμην ἐπὶ τοῦ ψηφοφορουμένου θέ-
2994ματος, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
2995§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέσατε, Κύριε Πρόεδρε,
2996ὅτι ἀπέχει.
2997§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέχω, διότι θεωρῶ τὴν
2998ψηφοφορίαν αὐτὴν παράνομον, παρὰ τὸν Κανονισμὸν γενομένην.
2999§85ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀπέχω, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν Βασιλικήν.
3000§86ΣΑΚΚΗΣ. Ἀπέχω, διότι δὲν θέλω νὰ συντελέσω εἰς τὴν
3001καταδολίευσιν τοῦ Συντάγματος.
3002(Περατοῦται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3003Χαρ. Τρικούπης Ν Ἰω. Πεζᾶς
3004Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Κων. Σινέλης Ν
3005Γ. Σισμάνης Ν Κων. Λομβάρδος Ν
3006Δ. Βουλπιώτης Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
3007Ἀθ. Ἴσκος Ν Ἀναστ. Ε. Λούντζης Ν
3008Ν. Καλαντζόπουλος Ν Διον. Λομβάρδος Ν
3009Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ἀπέχ.Γεώργ. Θεοτόκης Ν
3010Μ. Γουλιμῆς Ν Κωνστ. Βασιλάκης
3011Μ. Ἰατρίδης Ν Ἀντ. Καποδίστριας
3012Δ. Χατζόπουλος ἀπέχ.Βασιλάκης
3013Γεώργ. Μίλησης Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ἀπέχ.
3014Σπ. Νοταρᾶς Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
3015Γεώργ. Κούστας Ν Σπυρ. Ἀλαμάνος
3016Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Θεόφ. Προβατᾶς
3017Σωτ. Δανόπουλος Ν Ι. Παδοβᾶς Ν
3018Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Εὐάγγ. Μπασιᾶς ἀπέχ.
3019Μιχ. Νικηφοράκης Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
3020Δημ. Πετρίδης ἀπέχ.Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
3021Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Νικ. Βαλσαμάκης
3022Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀπέχ.Γερ. Μουσούρης Ο
3023Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Παν. Βενιεράτος Ν
3024Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ἀπέχ.
3025Φίλιπ. Βάρβογλης ἀπέχ.Γεώργ. Κόρπας
3026Ἠλίας Φλέσσας Στέφ. Σκουλούδης
3027Κων. Κωνσταντόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
3028Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
3029Παν. Μανέτας Ν Νικ. Νομικός Ν
3030Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ἀπέχ.Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
3031Ἠλίας Παλαμήδης Ν Γεώργ. Μπούμπουρας Ν
3032Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
3033Δ. Ζέγγελης Ν Δημοσθ. Καΐρης Ν
3034Δημ. Ν. Βότσαρης Γεώργ. Δρόσος Ν
3035Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀπέχ.Νικ. Κρίσπης Ν
3036Γεώργ. Χ. Παχύς Ν Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς
3037Στέφ. Δραγούμης Ν Κων. Κοσσονάκος Ν
3038Δημ. Γ. Ῥάλλης Παπαμιχαλόπουλος
3039Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας Γ. Μαυρομιχάλης
3040Φωκίων Νέγρης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης
3041Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Γιανν. Μαυρομιχάλης
3042Νικ. Μπουφίδης Ν Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
3043Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λεων. Καπετανάκος
3044Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ν
3045Νικ. Λεβίδης ἀπέχ.Γεώργ. Πετροπουλάκης Ν
3046Σπυρ. Κουκούλεζας Ν Ἰω. Καρτάλης
3047Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
3048Τρύφ. Μουτσόπουλος Ν Εὐάγγ. Σταμούλης
3049Γ. Ῥοῦφος Ν. Κοκωσλῆς Ν
3050Θάνος Κανακάρης Ν Α. Ἀστεριάδης
3051Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
3052Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Κων. Μαρκίδης Ν
3053Α. Παπαγιαννακόπουλοςἀπέχ.Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
3054Α. Φωτήλας Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
3055Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
3056Ἀντ. Ρικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
3057Αχ. Γεροκωστόπουλος ἀπέχ.Σωτ. Σωτηρόπουλος ἀπέχ.
3058Ἰω. Κρεστενίτης Κων. Κουμουνδοῦρος ἀπέχ.
3059Ν. Κουμανιώτης ἀπέχ.Περ. Πεῤῥωτής
3060Στέφ. Στεφανόπουλος Δημ. Τζάνες Ν
3061Ν. Καλογερόπουλος Ν Περ. Μποῦτος
3062Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Παν. Σάκκης ἀπέχ.
3063Ν. Παπανικολάου Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
3064Ν. Καφετζόγλους Ν Νικ. Μισυρλῆς
3065Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
3066Ἀσημ. Χριστόπουλος ἀπέχ.Θεόδωρος Γκίκας Ν
3067Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
3068Δημ. Κάρτσωνας Κωνστ. Χαλκιόπουλος
3069Δημ. Π. Γουδῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
3070Σ. Χατζηγάκης Ν Νικόλ. Κοντογιάννης
3071Κ. Ζωγλοπίτης Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
3072Ἀθ. Καζαμπάκας Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
3073Γ. Φραγγίδης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος
3074Α. Τακιατζῆς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
3075Γ. Τάκης Ν Κων. Ἀναγνωστόπουλος
3076Ν. Ταρμπάζης Θεμ. Κανάρης
3077Ζ. Φαλιάγκας Ν
3078§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 77 κατὰ 1 παρεδέχθη
3079τὸ ἄρθρον 7, ἐπὶ 78 ψηφοφορησάντων· ἀπέσχον δὲ τῆς ψηφο-
3080φορίας 18 παρόντες Βουλευταί.
3081(Εἶτα ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ
3082τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3083§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν
3084ἡμερησίαν διάταξιν.
3085§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
3086Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3087Ὥρᾳ 11½ μ. μ.