1887.05.12
860 rows · 6,545 words · 87 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 12 Μαΐου 1887.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Ἰθάκῃ διὰ τῶν λιμενικῶν εἰσπράξεων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 230).
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρεκάλεσα νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐργάσιμοι ὧραι. Διάφοροι γνῶμαι ἀντηλλάγησαν, καὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπεφασίσθη νὰ μείνωμεν εἰς τὰ ἐνόντα, ὅπως διδαχθῶμεν ἐκ τῆς πείρας, ποῖον σύστημα εἶναι καταλληλότερον. Παρῆλθον ἱκαναὶ ἡμέραι, καὶ ἡ πεῖρα δύναται νὰ μᾶς διδάξῃ σήμερον, ποῖον εἶναι τὸ συμφερώτερον. Τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα, καὶ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν νὰ συνερχώμεθα. Προκειμένου νὰ κανονίσωμεν τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων, ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ εἰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν ἀνθρωπίνως· δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, οἱανδήποτε ὥραν ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Βουλή, ἀλλὰ μίαν ἀπαίτησιν ἔχω, νὰ ἀποφασίσῃ τι ἀνθρωπίνως ἐκτελεστόν· δὲν δύναμαι ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ τεθῶ εἰς ὑποχρεώσεις, ἀνωτέρας τῶν δυνάμεών μου, νὰ ὑπερνικήσω τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὡς ἄνθρωπος ἔχω, καὶ νὰ τεθῶ εἰς κατάστασιν ἀγγαρείας, ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τραφῶμεν δὶς τῆς ἡμέρας· θέλουσιν οἱ κκ. Βουλευταὶ, νὰ κανονίσωσι 5 ἢ 6 ὥρας ἐργασίμους πρὸ ἢ μετὰ τὴν μεσημβρίαν, ἢ τὸ ἑσπέρας μετὰ τὸ γεῦμά μας; εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὴν ἀπόφασίν των. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη παρατηρῶ, ὅτι ἀρχίζομεν τὰς συνεδριάσεις τὴν 5½ ὥραν, καὶ τὴν ὀγδόην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀραιωθῶμεν χάριν τοῦ γεύματος, νομίζω προτιμότερον, καὶ προτείνω, νὰ γίνηται ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως τὴν 8 ὥραν μ. μ. Ἐὰν δὲν συμφωνῆτε, προτείνατε ἄλλην ὥραν καταλληλοτέραν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης προτείνει ν’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 8 ὥραν μ. μ.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν δέχωνται τὴν πρότασίν μου, παρακαλῶ νὰ προταθῇ ἄλλη τις ὥρα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.— Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§6ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας· παρέστησα δὲ τότε, πόσον ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ταχέως, καὶ πόσων μεγάλων ζημιῶν πᾶσα ἀναβολὴ περὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐγίνετο πρόξενος. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν κατωρθώθη ἔτι νὰ συζητηθῇ, διότι σπουδαιότερα νομοσχέδια προηγήθησαν· πλησιάζει δὲ νὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Ὡς εἶπον δὲ, ἡ μὴ ἐπιψήφισις θὰ ἐπενέγκῃ μεγάλην ζημίαν εἰς τὴν ἐγχώριον περιουσίαν τῆς Κεφαλληνίας, καὶ προσκόμματα ἀνυπέρβλητα εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἅπερ δέον κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ συντηρῶνται δι’ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ, ὅπως κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἐκ Κεφαλληνίας εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τούτου, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν φέρει κομματικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν τόπον, ὑπάρχει δὲ καὶ πρότασις τῶν ἓξ βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον.
§7ΒΕΝΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι τὰ μέλη, τὰ διαχειριζόμενα τὴν ἐγχώριον περιουσίαν, εἶναι λίαν ἔντιμα, καί τινα ἐξ αὐτῶν ἐκοπίασαν σπουδαίως εἰς τὸν ἐκκαθαρισμὸν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἦτο χάος, ἄβυσσος· ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν θέλω νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ φαίνηται, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, παρὰ τὴν ἁπλῆν ἀντικατάστασιν τῶν προσώπων. Μάλιστα νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα μέγας ἔπαινος.
§8ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ κ. Βενιεράτος μετέβαλε γνώμην ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον· χθὲς ἦτο σύμφωνος, σήμερον δὲ διαφωνεῖ, καὶ μοὶ εἶπε τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι, ὅπως μὴ δυσαρεστήσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται νῦν τὴν ἐγχώριον περιουσίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ κανονισμοῦ ὁριστικοῦ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας, ἡ ὁποία διοικεῖται νῦν ὑπὸ τύπον προσωρινότητος. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐκλεχθεῖσα, ὅπως πωλήσῃ τὴν ἐγχώριον περιουσίαν, ἐξακολουθεῖ διαχειριζομένη αὐτὴν, ἐνῷ ἡ ἐντολὴ αὐτῆς ἦτο εἰδικὴ καὶ προσωρινή· ὁ αὐτὸς δὲ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου αὕτη συνέστη, ἔλεγεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας νὰ ἐκλεχθῇ Ἀδελφάτον· τοῦτο δὲ ζητοῦμεν καὶ διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, νὰ παύσῃ δηλαδὴ ἡ προσωρινότης, καὶ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τὸ Ἀδελφάτον, ὅπερ καὶ κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον εἶναι ὁ ὁριστικὸς διαχειριστὴς αὐτῆς· τοῦτο δὲ εἶναι ἀναγκαῖον κατὰ τοσοῦτον, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα κληροδοτήματα ὑπὲρ τοῦ Νοσοκομείου, τὰ ὁποῖα οἱ ὀφείλοντες ἀρνοῦνται νὰ παραδώσωσι, λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι ἡ παροῦσα ἐπιτροπὴ ἁρμοδία νὰ παραλάβῃ. Ὥστε δὲν πρόκειται, τὸ ἐπαναλέγω, περὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς περιουσίας ἑνὸς τόπου.
§9ΒΕΝΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶπον, ὅτι, ἡ περιουσία αὕτη εἶναι ἀρκούντως ἐξησφαλισμένη, καὶ δὲν διατρέχει κἀνένα κίνδυνον, διότι διαχειρίζεται ἀπὸ πρώην συναδέλφους, ἀπὸ τὸν κ. Φλωριᾶν, εἰς ὃν ὀφείλεται καὶ μέγας ἔπαινος, ἀπὸ τὸν κ. Ἀντύπαν, τὸν ἀδελφὸν τοῦ πρώην βουλευτοῦ, ἀπὸ τὸν Νομάρχην Κεφαλληνίας, ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην, καὶ εἶναι ἀρκούντως ἐξησφαλισμένη· ἤδη δὲν πρόκειται, παρὰ νὰ κάμωμεν νόμον, διὰ ν’ ἀλλάξωμεν τὰ πρόσωπα.
§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τοῦ ἀριθμοῦ 5 ὑπάρχει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὅλως διόλου εἰς ὑπόθεσιν τοπικὴν, ἤτοι εἰς τὸν λιμένα τῆς νήσου Τήνου, τὸ δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Μουσούρης, ἀφορᾷ εἰς τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν, ἔχουσι δ’ ἀμφότερα τὸν αὐτὸν τοπικὸν σκοπὸν, δίκαιον εἶναι, νὰ συζητηθῶσι τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο. Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ θὰ πεισθῇ ἕκαστος ἡμῶν, ὅτι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ. Καὶ ἂν ἤδη αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βενιεράτος καὶ χάριν τῶν ὁποίων ζητεῖ, ὡς λέγει, τὴν ἀναβολὴν, ἦσαν παρόντα, οὐ μόνον δὲν ἤθελον δυσαρεστηθῆ, ἀλλὰ καὶ ἤθελον προτρέψει τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἦσαν ἀξιότιμα πρόσωπα, κηδόμενα καὶ αὐτὰ τῶν ἐγχωρίων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ψήφισιν. Συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθῇ πᾶσαν ἰδιαιτέραν διάταξιν, ὅταν πεισθῇ, ἀποβλέπουσαν εἰς περιωρισμένην ἐφαρμογήν, ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἥτις ἀφορᾷ μόνον τὸν νομὸν Κεφαλληνίας. Ἂν δὲ καὶ ἄλλοι νομίζωσιν, ὅτι εἶναι κατάλληλος νὰ τὴν ἀποδεχθῶσι καὶ διὰ τοὺς ἰδίους των νομοὺς, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὸ πράξωσι· τοῦτο δὲ μόνον λέγω ἤδη, ὅτι ἡ τροπολογία οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος, μέ τινας βελτιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου, ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ νέας διατάξεως, ἀλλὰ περὶ ἰσχυούσης, ἥτις ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη λίαν εὐεργετικὴ, διότι ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπιδιώξει ὁ νόμος. Ἂν δὲ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, ἢ ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, θὰ ἦναι λίαν καταστρεπτικὸν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, δὲν εἶναι δὲ ἀσήμαντος ὁ πλοῦτος, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ κτηνοτροφία εἰς τὴν Κεφαλληνίαν. Ὑποβάλλω ὅθεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἀναπτύξω, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 232.)
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας, εἶπον καὶ ἰδιαιτέρως τοῖς ἀξιοτίμοις Βουλευταῖς τοῦ νομοῦ, ὅσοι ἐζήτησαν τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος τότε μόνον δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἀσφαλῶς, ὅταν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ, διότι πρόκειται περὶ ζητημάτων τοπικοῦ συμφέροντος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, νὰ λύωμεν αὐτοβούλως διαφορὰς τοπικάς. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιτόπιος ὁμοφωνία, ἢ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τοπικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ γενικοῦ, ἡ Βουλὴ δύναται προσφυῶς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἐπὶ τόπου διαφορὰ γνώμης, ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, καλουμένης ἵνα ἀποφασίσῃ αὐθεντικῶς, εἶναι δυσχερὴς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιπροσώπους ἐκ τοῦ νομοῦ, νὰ προσπαθήσωσι νὰ συνεννοηθῶσιν, ἵνα μὴ περιαγάγωσι τὴν Βουλὴν εἰς τὴν δυσχέρειαν, ὅπως ἀποφαίνηται ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας περὶ θεμάτων, ἐν οἷς ἡ ἐπιτόπιος πρωτοβουλία εἶναι ὁ ἄριστος ὁδηγός. Βεβαίως, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνώτερον συμφέρον, ὅπως κανονισθῇ τὸ ζήτημα νομοθετικῶς, ἔστω καὶ διαφωνούντων τῶν ἐκ τοῦ τόπου ἀντιπροσώπων, ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἀνωτέρου τούτου συμφέροντος ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν εἰς συζήτησιν· ἀπὸ τοιαύτης ἄρα ἀπόψεως ἂν προκαλῆται ἡ συζήτησις, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιταχθῶμεν· ἀλλὰ δὲν φαίνεται πιθανὸν, ὅτι θέλομεν οὕτω φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα. Ἡ Βουλὴ θὰ διστάσῃ ν’ ἀποφανθῇ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας περὶ διαφορᾶς ἀποκλειστικῶς τοπικοῦ συμφέροντος, ὅταν μάλιστα δύνηται νὰ παρασταθῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἀναβολῆς δὲν θέλει ἐπέλθῃ καταστροφὴ, καὶ ὅτι δύναται ὅπως δήποτε νὰ παραταθῇ ἐπί τινα ἔτι χρόνον ἡ κατάστασις, ὡς ἔχει μέχρι τοῦδε. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ τῆς Κερκύρας. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ αὐτῶν, καὶ πολλὰ προετάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια καὶ παρὰ Βουλευτῶν καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πάντοτε ὅμως ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι θὰ ἐπήρχετο συμφωνία μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν· καὶ ἤδη περὶ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας καταγινόμεθα καὶ ἐλπίζομεν νὰ καταρτίσωμεν νομοσχέδιον, ὁμοφώνως δεκτὸν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κερκύρας. Ἂν τοῦτο δὲν κατωρθωθῇ, κινδυνεύει νὰ προσκόψῃ καὶ πάλιν ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος. Συμπεραίνων ἄρα, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἐκ τῆς νήσου Κεφαλληνίας, νὰ προσπαθήσωσι νὰ συνεννοηθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ νὰ μὴ ἐξαναγκάσωσι τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ διαφωνιῶν, τὰς ὁποίας καταλλήλως δὲν δύναται αὕτη νὰ κανονίσῃ.
§12ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ συνεννόησις εἶναι ἀδύνατος, διότι δὲν ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἢ καὶ τοῦ 7ου ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ἢ τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἕβδομος διαφωνεῖ ἕνεκα λόγων προσωπικῶν, διότι ἔχει συμπαθείας πρὸς τὰ νῦν διαχειριζόμενα τὴν περιουσίαν πρόσωπα, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις, διότι αἱ συμπάθειαι πρὸς τὰ πρόσωπα, δὲν εἶναι ἐλπὶς, ὅτι θὰ μεταβληθῶσι τόσον ταχέως· περὶ τῆς οὐσίας δὲ ὁ κ. Βενιεράτος εἶναι σύμφωνος. Ὥστε, ἐὰν περιμείνωμεν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ ἡμῶν, οὐδέποτε τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, ἄλλως δὲ ἂς ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, καὶ ἂν ἐκ ταύτης προκύψῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ἂς ἀποῤῥιφθῇ, ἢ ἂς τροποποιηθῇ· ἀλλὰ νὰ ἐξαρτήσωμεν ἐκ τῆς θελήσεως ἑνὸς Βουλευτοῦ νόμον τοπικοῦ συμφέροντος, μόνον καὶ μόνον, διότι ὁ Κύριος οὗτος ἔχει προσωπικοὺς λόγους, ὅπως ἀνθίσταται εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐν τοῖς πρώτοις.
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀρθὴ, ὅτι δηλαδὴ, ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος τοπικοῦ συμφέροντος, πρέπει νὰ ἦναι σύμφωνοι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τοῦ τόπου. Εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ὑπάρχουσι διαφωνίαι, καὶ ἐκ λόγων προσωπικῶν, καὶ ἐκ λόγων συμφέροντος, ἡ Κυβέρνησις δὲ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ πάντας τοὺς λόγους, καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐν πλήρῃ γνώσει· διὰ τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπείσθη περὶ τοῦ τοπικοῦ συμφέροντος τῆς προτάσεως, ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διατάξῃ ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ῥύακος Μάρτας καὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, διότι σπουδαίως ζημιοῦται καὶ ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν, καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν, ἑπομένως καὶ τὸ Δημόσιον. Ἐκτὸς τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, καὶ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔδωσα καὶ ἀναφορὰν εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος δὲν τὴν ἔδωσε βεβαίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Παρακαλῶ λοιπὸν θερμῶς, νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν, ὅστις ὑπέβαλε τὸ σχέδιον καὶ ἔχει ὅλα ἑτοιμάσει, ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐργασίαν, διότι ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀναβολῆς μεγάλη ζημία εἰς τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν περιουσίαν.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κ. Βουλευτὰ, νὰ ὁρίσητε ἀκριβῶς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία αὕτη, διότι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, αἱ ἀναγκαῖαι ὁδηγίαι περὶ ταύτης τῆς ἐργασίας ἐδόθησαν εἰς τὸν ἁρμόδιον Νομομηχανικὸν, ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐστάλη καὶ ἰδιαίτερος μηχανικὸς, ὁ κ. Βλάσσης, μετ’ ἐργοδηγῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἐντολὴ ἰδιαιτέρα, νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάσσης ἐργάζεται εἰς τὸν Ἅγιον Φλῶρον, οὐδόλως δὲ ἐπῆγε εἰς τὸ Νησὶ καὶ τὸν ποταμόν.
§18ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Βλάσσης οὐδόλως ἐπῆγεν εἰς τὰ μέρη, ἔνθα ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη· ἐπῆγε καὶ παρέμεινεν εἰς τὸν Ἅγιον Φλῶρον, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ πηγαὶ τοῦ Παμίσου.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, νὰ ὁρίσητε ἀκριβῶς τὰ μέρη, διὰ νὰ τὸν εἰδοποιήσωμεν νὰ μεταβῇ εἰς αὐτά.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς ά. μὲν συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ συστάσεως ἀποταμιευτικῶν καταστημάτων διὰ τὸ οἰνόπνευμα· καὶ Περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ μονοπωλίων νόμων. Εἰς βʹ. δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼΣΚΚʹ νόμου, τοῦ καταργοῦντος τὸν νόμον ᾼΡΞΗʹ περὶ πυρείων, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Λογιστηρίου καὶ τῶν δημοσίων χρεῶν. (Ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ ἀρχὴ καὶ τ’ ἄρθρα 1–5).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται).
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φορολογικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι διάταξις φορολογικὴ, ἀλλὰ διάταξις, σκοποῦσα νὰ μὴ δίδηται ἐνόχλησις ἄνευ σπουδαίου λόγου, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πλαστὰς αἰτήσεις.
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τότε νὰ μὴ τεθῇ μία δραχμή;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ τεθῇ μία δραχμή· ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ὑπάρξῃ ποσὸν, κἄπως ἐπαισθητόν· ἂς τεθῇ μία δραχμή. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον, τροπολογηθέντος τοῦ ποσοῦ εἰς μίαν δραχμὴν, ἀντὶ δύο δραχμῶν, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ψηφίζεται ὡσαύτως εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον, περὶ ἐτησίας ἐπιχορηγήσεως ἐκ τῶν προσόδων τοῦ ἐν Τήνῳ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, ὑπὲρ τοῦ λιμένος Τήνου. Καὶ εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885 περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τοῦ 1851 περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ὑπέβαλον. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀντικατασταθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου αἱ λέξεις «Στρατιωτικῶν Δικαστηρίων» διὰ τῶν λέξεων «πολιτικῶν Δικαστηρίων», καὶ νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προχθὲς ἐξέθηκα, καὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δύναμαι ἐν συνόψει νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοδοσία εἶναι ἰδιάζουσα, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλληταί τις εἰς αὐτὴν, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, νομίζω, λέγω, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ἡ στρατιωτικὴ δικαιοδοσία εἶναι ἔκτακτος δικαιοδοσία, καὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπάγονται. Καὶ πῶς θέλετε, ἀφοῦ τὸν ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικὸν ὑποβάλλετε εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πλέον στρατιωτικὸς, ἀλλὰ πολίτης, πῶς θέλετε νὰ τὸν ὑποβάλλητε εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικὸς ὑποβάλλεται ἐνίοτε εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἤτοι, καθ’ ἃς περιπτώσεις ἐπικρατεῖ ὁ στρατιωτικὸς χαρακτήρ. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, οὗτος, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἀφομοιοῦται πρὸς τὸν πολίτην· ὅταν ὅμως ἐγείρηται ζήτημα περὶ τῆς στολῆς τῆς στρατιωτικῆς, τὴν ὁποίαν φέρει, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν, καὶ λύεται ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, διότι μόνον στρατιωτικὸς δικαστὴς δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτό. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅπως μείνῃ τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη τοῦ ζητήματος, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἐσφαλμένη, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δικασταί εἰσιν εἰς θέσιν καλλιτέραν ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ νὰ φέρῃ τις στολὴν στρατιωτικὴν, ἢ παράσημα, παρανόμως, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀδικεῖτε δὲ τὸν πολιτικὸν δικαστὴν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τόσον εὐκόλως ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ἡ Βουλή, διότι δὲν παραβιάζομεν μόνον διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἴσως παραβιάζομεν καὶ διάταξιν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος, τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν δύναται ὁ πολίτης ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν φυσικὸν αὐτοῦ δικαστήν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, τὸ νὰ φέρῃ ὁ ἀπόστρατος, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς, τὴν στολήν, οὐδὲ θεωροῦμεν, ὅτι φυσικὸς δικαστὴς ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι ὁ κοινὸς δικαστής.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς κατὰ τὴν 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν ἐψηφίσαμεν, εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια ὑπάγονται οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ, ἐν ἀδείᾳ, ἢ διαθεσιμότητι διατελοῦντες. Ἄλλη κατάστασις ἀξιωματικῶν, ὑπαγομένη εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν, δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἐν ἀδείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ὑπάγονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, οἱ δ’ ἄλλοι διὰ πάντα, ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν ἀξιωματικῶν, οὐδεὶς ἄλλος ἀξιωματικὸς, ἐν ἄλλῃ καταστάσει εὑρισκόμενος, ὑπάγεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Ἔχομεν ἤδη ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἄλλην κατάστασιν, ἐν ἀποστρατείᾳ. Αὐτὸς δι’ οὐδεμίαν πρᾶξιν ὑποβάλλεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια, καὶ ἂν πράξῃ ἔγκλημα καθαρῶς στρατιωτικὸν κατ’ ἀνωτέρου του, ἐρχόμεθα δὲ ἤδη ἡμεῖς διὰ μίαν πρᾶξιν, διὰ τὴν σπουδαιοτάτην πρᾶξιν, ὅτι ἔφερε τὴν στρατιωτικὴν αὑτοῦ στολὴν ἐναντίον τῶν περὶ τούτου ἀπαγορεύσεων, νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὸν εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν. Κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς καὶ συνεπὲς, νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ εὐκόλως νὰ ἐκτιμήσῃ.
§34ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ νομικῶν ἐλαττωμάτων τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶ, ὅτι καὶ ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως ἡ συζητουμένη διάταξις. Ἂς θέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἁπλῆν καὶ πρακτικὴν αὑτοῦ ἔποψιν. Παραδέχομαι, ὅτι ἀπὸ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, διὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι τὴν στολὴν αὑτῶν ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ τόπῳ, ὅπως ἐνίοτε βλέπομεν ἀποστράτους, καφφεπώλας ἢ οἰνοπώλας, ἐκτελοῦντας τὸ ἔργον των ἐν πλήρει στολῇ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τιμωρίας εἰς τοὺς παραβάτας τῆς ἀπαγορεύσεως. Ἀλλὰ διατὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν ἀπόστρατον τοῦτον ἀξιωματικὸν ἀπὸ τὸν τακτικὸν αὑτοῦ δικαστήν; Κατ’ ἀρχὴν, λέγω, εἶμαι ὑπὲρ τῆς συζητουμένης διατάξεως, καὶ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις καταχρήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς στρατιωτικῆς στολῆς, πρέπει νὰ δύνηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ εἰδοποιήσεως τῶν ἁρμοδίων, νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν ἀπόστρατον αὐτὸν νὰ φέρῃ ἐφεξῆς τὴν στολήν του, καὶ συναινῶ, ὅπως ὁ ἀπόστρατος, φέρων αὐτὴν μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, τιμωρῆται, ἀλλὰ νὰ τιμωρῆται ἀπὸ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Διατὶ νὰ φέρωμεν τὸν ἀπόστρατον αὐτὸν ἀξιωματικὸν δι’ ἁπλοῦν πταῖσμα ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Στρατοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἢ τῆς Λαρίσσης, καὶ νὰ μὴ ἀφίνωμεν αὐτὸν νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τῆς κατοικίας του; Τίς ἐξαιρετικὸς λόγος ὑπάρχει νὰ φέρωμεν τὸν ἀνθυπομοίραρχον ἀπόστρατον τοῦ Γυθείου εἰς τὴν Λάρισσαν; Ἀνεξαρτήτως λοιπὸν, ἂν παραβιάζηται τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὡρισμένως λέγει, ὅτι δὲν δύναταί τις ν’ ἀφαιρεθῇ τοῦ τακτικοῦ αὑτοῦ δικαστοῦ, καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων περὶ δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος, ἐν τῷ πράγματι φρονῶ, ὅτι εἶναι, οὐ μόνον ἄσκοπος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς ἡ διάταξις αὕτη, δι’ ἧς παραπέμπεται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα αὐτὸ τὸ πλημμέλημα· διατὶ νὰ ὑποβάλωμεν δωρεὰν τὸ Δημόσιον, ἢ τὸν πτωχὸν κατηγορούμενον, εἰς φοβερὰ δικαστικὰ ἔξοδα δι’ ἁπλουστάτην ὑπόθεσιν; Περίεργος μονομανία, μετὰ τὴν φορομανίαν, πρὸς δαπάνας διὰ πολυτελεῖς καὶ ἀσκόπους διαδικασίας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ εἶναι ὀρθοτάτη ἡ διάταξις. Ἀντὶ τῆς λέξεως «τῶν στρατιωτικῶν Δικαστηρίων», νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν «τῶν τακτικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει). (Γίνονται εἶτα δεκτὰ, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἰσχύος τοῦ νόμου ΑΣΛϚʹ διὰ τὴν διλοχίαν τῶν νοσοκόμων, τὸν πυροσβεστικὸν λόχον καὶ τὸν λόχον τῶν τηλεγραφητῶν. Περὶ ἀποδοχῶν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν καὶ Περὶ μεταθέσεως ἐπιτίμων ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε, ὅπως ὑποβάλητε τὰς παρατηρήσεις ὑμῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν;
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν θὰ ἔλθωμεν εἰς λεπτομερείας.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἂς ἀναβληθῇ, διότι ἐγὼ μετὰ ἓν τέταρτον θ’ ἀποχωρήσω τῆς συνεδριάσεως, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἦμαι παρὼν, ὅπως ἀκούσω τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ καὶ τὰ ἄρθρα 1–9). Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶχον ζητήσει λογιστικάς τινας πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιῤῥήσεις, ἃς ἠδύναντο νὰ γεννήσωσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀποκλείονται διὰ τῆς προσθήκης νέου ἄρθρου, ἀπαγορεύοντος τὸν προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἄνευ νέων νόμων. Τὸ ἄρθρον 10 δικαιολογεῖ τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι τὸ νέον τοῦτο ἄρθρον δὲν ἐμποδίζει ἀπολύτως πᾶσαν αὔξησιν δαπάνης, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 10 θὰ προκαλέσῃ τοιαύτην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ μετατίθενται 2,200 κληρωτοὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἡ δύναμις ἑπομένως αὐτῆς ἔσται πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 2,300. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν 2,200 πεζοὶ, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἐθελονταὶ, ἕπεται, ὅτι ἡ δύναμις ἔσται ἀνωτέρα τῶν 2,300, οὓς ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887· ἑπομένως καὶ ἡ δαπάνη θὰ ἦναι σχετικῶς ἀνωτέρα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόση θὰ ἦναι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον εἰπεῖ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι ὡς πρὸς τὰς αὐξήσεις, ἃς ἐπάγονται οἱ πίνακες, οἱ συνημμένοι εἰς τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν διετήρουν τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον, ἐὰν δὲν ὑπεβάλλετο ἡ τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἐν τοῖς πίναξι δὲν θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι, εἰμὴ μόνον καθόσον συμπίπτουσι πρὸς τοὺς πίνακας, τοὺς νῦν κειμένους. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπευθύνει ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς πίνακας τῶν στελεχῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τῶν ἀνδρῶν. Ὡς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγράφει, ἡ δύναμις θὰ ἦναι 2,200 ἀνδρῶν, ἡ δὲ χωροφυλακὴ παύει οὖσα σῶμα ἐξ ἐθελοντῶν, καὶ γίνεται σῶμα ἐξ ἀπογραφῆς· ἐπιτρέπεται ὅμως ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῇ δυνάμει καὶ ἐθελονταὶ μέχρις ἀριθμοῦ τινος, τοῦτο δὲ ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δασοφυλακῆς καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς τελωνοφυλακῆς, τὴν ἄρτι ψηφισθεῖσαν, καὶ ἵνα διατηρῆται ἐν ταῖς τάξεσι μικρός τις ἀριθμὸς, 200 ἢ 300 ἀνδρῶν παλαιῶν, ἐκ τῶν διακριθέντων ἐν τῇ χωροφυλακῇ, καὶ τῶν θελόντων νὰ διαμένωσιν ἐν αὐτῇ ὡς ἐν διαρκεῖ σταδίῳ. Ὥστε τὰ τῆς χωροφυλακῆς ἐπάγονται ἐλάττωσιν δαπάνης καὶ οὐχὶ αὔξησιν. Ἄλλως ἡ κατάταξις τῶν 2,200 ἀνδρῶν δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ παρὰ ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1888 καὶ δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, διότι γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς μελετήσας ἤδη τὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νεωτέρου συστήματος τῆς στρατολογίας, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὑποβάλλω ἐκ νέου τὴν τροπολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνηνέχθην πρὸ ὀλίγου, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ πίνακες, εἰμὴ μόνον καθόσον συμπίπτουσι μετὰ τῶν πινάκων τῶν νῦν κειμένων. Ἡ τροπολογία ἀνάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 17, καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 234).
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς, ἢ συγχέει τὰ πράγματα. Εἰς 2,200 ἀνέρχονται οἱ εἰς τὴν χωροφυλακὴν μεταφερόμενοι κληρωτοὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἀνέρχηται εἰς μόνον 2,300, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας ἐπιτρέπεται κατάταξις ἐθελοντῶν μέχρι 500, ἐπιπροστίθενται δὲ καὶ τὰ στελέχη.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα εἶναι καθωρισμένα, οἱ δὲ 500 ἐθελονταὶ ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῶσι.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 2,200 μεταφέρονται ἀπὸ τοῦ πεζικοῦ, καὶ δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὰ στελέχη. Προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν στελεχῶν καὶ τῶν ἐθελοντῶν, ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς θὰ ὑπερβῇ βεβαίως τὰς 3,000.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐθελοντὰς δὲν γινώσκομεν, πόσους θέλει διατηρήσει ἡ ὑπηρεσία, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ 2,200 ὁπλῖται, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ ἄρθρον, ἂν δὲν ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ χωροφυλακῇ, θ’ ἀναγραφῶσι πάντως ἐν τῷ πεζικῷ, ἑπομένως περὶ δαπάνης δὲν πρόκειται, πρόκειται περὶ οἰκονομιῶν, πρόκειται, ἀντὶ 2,200 ἐθελοντῶν, νὰ ἔχωμεν 2,200 ὁπλίτας ἐξ ἀπογραφῆς, οἵτινες πάντως θὰ ἦναι καταγεγραμμένοι ἐν τῷ στρατῷ, καὶ οὐδεμίαν ἐπάγονται δαπάνην ἀνωτέραν, κατατασσόμενοι ἐν τῇ χωροφυλακῇ, ἀντὶ τοῦ πεζικοῦ, τοὐναντίον δὲ γίνονται παραίτιοι οἰκονομίας ἐκ τῆς μὴ κατατάξεως ἰσαρίθμων ἐθελοντῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10–16, τὸ δὲ 17 ἀντικαθιστᾶται διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῆς ὡς αὐτοτελὲς ἄρθρον χαρακτηρισθείσης, ὑπ’ ἀριθ. 17. Ὁμοίως καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν). (Ψηφίζονται εἶτα εἰς γʹ. συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ περὶ βαθμολογίας κτλ. πίνακος τοῦ συνημμένου τῷ ᾼΡΟΘʹ. νόμῳ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ΤΟΕʹ. περὶ Ταμείων χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΟΗʹ. νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Εἰς ά. δὲ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων. Περὶ καταργήσεως τῶν περὶ ἀποπείρας πρὸς συμβιβασμὸν διατάξεων).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Διατάγματος περὶ ἀνακοπῆς. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον).
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, ὁ ὁποῖος κανονίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ ὁποῖος ὁρίζεται πρὸς ἔναρξιν τῆς τριμήνου προθεσμίας, δὲν εἶναι ἐπιτυχής. Θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἄρξηται ἡ προθεσμία ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως εἰς τὸν διάδικον αὐτὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ νὰ τεθῇ συντομωτέρα προθεσμία· διότι, ἐὰν ὁ διάδικος συμπέσῃ ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκ Μασσαλίας, λ. χ., ὅπου ἐστάλη ἡ ἀπόφασις, θὰ ταξειδεύῃ τὸ ἐπιδοθὲν δικόγραφον, καὶ θὰ παρέρχηται ἡ προθεσμία, χωρὶς ἐνίοτε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ διάδικος. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, διότι, ἀφοῦ ὑποχρεοῦτε τὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ν’ ἀνακόπτῃ τὴν ἀπόφασιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, πρέπει νὰ ἤμεθα τοὐλάχιστον βέβαιοι, ὅτι θὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀντίδικος. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 689 καὶ 690 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον).
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπίσης θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπὸ ὤριμον σκέψιν. Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ διορθώσῃ ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ὑφίσταται, ὅταν ὁ στρεψόδικος ὀφειλέτης προστατεύηται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ παρεμβάλλῃ δυσκολίας εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ὁ στρεψόδικος ὀφειλέτης δὲν πρέπει νὰ προστατεύηται ἀπέναντι τοῦ καλῆς πίστεως δανειστοῦ. Τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα, οὐχὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καθ’ ἑρμηνείαν, ἐξέτειναν τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως, νομίζετε, ὅτι παρεκινήθησαν ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν, τοῦ νὰ μὴ προστατεύωσι τοὺς καλῆς πίστεως δανειστάς, ἢ ἀπὸ τὴν πεῖραν, διὰ νὰ προστατεύωσιν ἕνα δυστυχῆ ὀφειλέτην, ἀπέναντι κακῆς πίστεως δανειστοῦ; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν τοιαύτην νομολογίαν, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι πρέπει, νομοθετικῶς κανονίζοντες τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ κλείσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια τὰς θύρας ὅλας, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται πολλάκις νὰ συμβιβάσωσι τὸν νόμον μὲ τὴν ἀληθῆ δικαιοσύνην. Τί νομίζετε, ὅτι εἶναι αἱ παραχωρήσεις περιουσίας; νομίζετε ὅτι εἶναι τῶν εὐπόρων ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσον εἰς δυστυχήματα; Εἶναι παραχωρήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ποτὲ περιουσίαν, οἱ ὁποῖοι παρὰ τοκογλύφων δανειστῶν ἐδανείσθησαν, παραχωροῦντες ὡς μόνην ἐγγύησιν τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν. Θέλετε ν’ ἀναφέρωμεν παραδείγματα; Δὲν γνωρίζομεν, ὅτι πολλοὶ χαρτοπαίζοντες ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις, καὶ μὴ ἔχοντες περιουσίαν ἀνάλογον, εὗρον παρὰ δανειστῶν κακῆς πίστεως δάνειον, ἀρκεῖ νὰ ὑπέγραφον ἔγγραφον διπλασίας ἀξίας καὶ τριπλασίας, δι’ οὗ ἐνεχυρίαζον τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν; Θὰ μοὶ ἀπαντήσητε: ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τοῦτο, διὰ τί τὸ πράττουσιν; Ἐγὼ δὲν τοὺς ἐπαινῶ, τοὺς κατακρίνω, ἀλλὰ δὲν πρέπει ὁ νομοθέτης νὰ ἐγκαταλίπῃ, ἔστω καὶ τὸν ἀνόητον, τὸν ἄσωτον, ἕρμαιον τῆς αἰσχροκερδείας ἀσυνειδήτων δανειστῶν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν ἐκτίμησιν ἐνίοτε τῶν περιστάσεων καὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ διασκευάσῃ κατά τι τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι δικαστικὸς, καὶ γνωρίζει αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅπως καὶ ἐγὼ, δύναται δὲ νὰ συμβουλευθῇ, ἐὰν θέλῃ, καὶ δικαστὰς, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ πράγματα συμβιβάζονται μ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶπον. (Ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ψηφίζεται εἰς αʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 182 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 336, 337,338, 339 καὶ 341 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§52Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, διὰ νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις· νομίζω δὲ, ὅτι αὗται πρέπει νὰ γίνωσι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μελετήσῃ καὶ παραδεχθῇ, ὡς ἐλπίζω, αὐτάς. Διὰ νὰ ἐπενέγκῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὸ νομοσχέδιον, πρέπει πρῶτον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις πρὸς τὸν κατηγορούμενον, διότι σήμερον, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν πάντες οἱ ἐξασκοῦντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, σπανιώτατα γίνεται αὕτη πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, ἢ ποτὲ ἴσως, διότι δὲν λαμβάνει μέρος εἰς αὐτὴν οὗτος· ὁ κλητὴρ μόνος βεβαιοῖ, ὅτι ἐπέδωκεν. Ἄνευ ἐξασφαλίσεως λοιπὸν τῆς ἐπιδόσεως δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τροποποιήσεις τοιαύτας τοῦ ἰσχύοντος νόμου, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι βαρυτάτας συνεπείας. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει, ἐὰν ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος μετὰ τὴν ἀνακοπὴν, ν’ ἀπαιτηθῶσι μόνον τὰ ἔξοδα τῆς κατ’ ἀντιμωλίαν δίκης, νὰ ἐπιστραφῶσι δ’ αὐτῷ τὰ ἐπὶ πλέον προπληρωθέντα.
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κειμένη νομοθεσία.
§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως μένει ἓν κενὸν, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐπιδόσεως. Ἄνευ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἦναι καταστρεπτικὸν, διότι τὰς κλήσεις τὰς παραδίδει ὁ κλητὴρ εἰς οἱονδήποτε, εἰς ἕνα διαβάτην, εἰς τὸν ὁποῖον λέγει: «δόσε το εἰς τὸν δεῖνα εἰς τὸν Μαραθῶνα», ὁ διαβάτης αἴφνης τρέπεται ἄλλην ὁδὸν, καὶ δὲν πηγαίνει εἰς τὸν Μαραθῶνα, οὕτω δὲ δὲν λαμβάνει γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος τῆς κλήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐντεῦθεν μυρία ἄτοπα.
§55ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς κατ’ ἐρήμην ἀποφάσεως γίνεται ἡ ἀνακοπὴ, ἂν προστίθηται καὶ ἑτέρα προθεσμία ἰδιαιτέρα, λόγῳ ἀποστάσεως.
§56ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως προστίθεται λόγῳ ἀποστάσεως.
§57ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ 341 ἄρθρου τὸ σχέδιον λέγει, ὅτι ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος ἀπολύτως. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς καταστρεπτικὴ κατὰ παντὸς ἔχοντος τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου ἀδυναμίας, τὴν πρώτην ἀνακοπήν του. Ἀκριβῶς, ἐὰν ἦτο καὶ διφορουμένη καὶ σκοτεινὴ ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν διασαφήσῃ, ἔδει νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ῥητῶς, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ δευτέρα ἀνακοπὴ κατὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ μὴ ἐμφάνισις τοῦ διαδίκου ἕνεκα ἀνωτέρας βίας. Ἐὰν ἀπαγορεύσωμεν ἀπολύτως τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἦτο ἀπαγόρευσις, ἢ ἐκ προοιμίων καταδίκη ἀθώων ἀνθρώπων. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὸ ἑξῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι καλεῖταί τις κάτοικος τῆς ἀπωτάτης νήσου τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, ἵνα ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σύρου καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπέρχεται χειμὼν καὶ τρικυμία, τὸ δὲ ἀτμόπλοιον δὲν δύναται νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν νῆσον, ἔνθα κατοικεῖ ὁ ἀνακόπτων, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται οὗτος νὰ ἐμφανισθῇ, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του ἐνώπιον τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν, καθ’ ἣν ἡμέραν καλεῖται, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀνακοπή του ὡς ἀνυποστήρικτος, ἡ δὲ ἐρήμην ἀπόφασις καθίσταται τελεσίδικος, ἐπιβάλλουσα ποινὴν μέχρι 5 ἐτῶν φυλακίσεως. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι παίζομεν, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου; δὲν εὑρίσκετε ἀπάνθρωπον καὶ ἄδικον τὴν διάταξιν ταύτην; Δὲν ἐννοῶ, ποῦ στηρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ τίνα λόγον ἔχει· καὶ ἐὰν συμβαίνωσι καὶ καταχρήσεις, ἕνεκα τῆς καταχρήσεως τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ συμβῶσι καταχρήσεις, παρὰ νὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν εἷς ἀθῶος πολίτης, ὁ ὁποῖος, λόγῳ ἀνωτέρας βίας, λόγῳ ἀσθενείας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ κατὰ τὴν δίκην καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν του. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 341.
§58ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία περικοπὴ μόνον.
§59ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἡ τελευταία περικοπή.
§60ΤΟΜΑΝ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι περὶ αὐτοῦ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἷς, γινώσκων τὰ πράγματα, ὅστις νὰ διαφωνήσῃ· ἑπομένως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ διαφωνῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ ἀντικείμενον μεταῤῥυθμίσεως καὶ εὐρυτάτης μελέτης, εἶναι ἡ προθεσμία, ἡ χορηγητέα πρὸς ἀνακοπὴν, καὶ ἡ προθεσμία, ἡ τακτέα πρὸς συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, ὅπως μὴ διαιωνίζηται ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν. Τὸ περὶ δευτέρας ἀνακοπῆς πρέπει ἐντελῶς ν’ ἀφεθῇ, καὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κείμενα, καθ’ ἃ δὲν ἐπιτρέπεται δευτέρα ἀνακοπή, ὅταν ὁ κατηγορούμενος κλητευθεὶς καὶ ἀπειθήσας δὲν ἐμφανισθῇ. Καὶ ἡ νομολογία τῶν Δικαστηρίων λίαν ὀρθῶς καὶ λογικῶς ἐξήγησεν, ὅτι, ὅταν ἐξ ἀδυναμίας, καὶ οὐχὶ ἐξ ἀπειθείας, δὲν ἐνεφανίσθη ὁ κατηγορούμενος κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς του, ἐπιτρέπεται αὐτῷ καὶ δευτέρα· ὥστε μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραδοχὴν καὶ δευτέρας ἀνακοπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ Δικαστήρια φαίνονται ἐνίοτε ἀνένδοτα, ἐξ αὐστηρότητος ἀδικαιολογήτου. Προκειμένου περὶ δρακοντείων μέτρων, θὰ ἐπροτίμων τὸ σύστημα, ὅπερ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ ἀπήντησα, νὰ μὴ γίνηται ἐρήμην ἡ δίκη, ἀλλὰ μόνον κατ’ ἀντιμωλίαν.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς;
§63ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καλεῖται ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν δὲν ἐμφανισθῇ, ἀναβάλλεται ἡ δίκη, καὶ διατάσσεται ἡ διὰ βίας προσαγωγή του, καὶ τοιουτοτρόπως εἰσὶν ἀπηλλαγμένοι ἐκεῖ ἀπὸ ἐρήμην δίκας καὶ ἀπὸ δευτέρας ἀνακοπάς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν φέρετε πρότασιν;
§65ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§66ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν δὲν ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις, ματαιοπονοῦμεν.
§67ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθότατον, ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν θὰ δικάζηται ὁ κατηγορούμενος χωρὶς νὰ ᾖναι παρών.
§68ΤΟΜΑΝ. Θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι «μὲ φέρετε διὰ τῆς βίας νὰ ὑπερασπισθῶ, ἐνῷ δὲν ἔχω γνῶσιν». Δὲν ματαιοπονεῖτε πάλιν;
§69ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταδιώκηται δι’ ἐντάλματος βιαίας προσαγωγῆς, καὶ δὲν θὰ λάβῃ τὴν περιέργειαν, νὰ ἐξετάσῃ, διατὶ καταδιώκεται, ἀφοῦ μάλιστα προηγουμένως εἶχε καὶ κλητευθῆ; Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ;
§70ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ καὶ ζητήσῃ ἀναβολὴν, διὰ νὰ προσκομίσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, τί θὰ τῷ εἴπητε; θὰ τῷ δώσητε ἀναβολήν;
§71ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα πραγματικόν.
§72ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ διατάξητε πάλιν καὶ ἐνταῦθα τὴν βιαίαν προσαγωγήν. (Διάλογοι).
§73ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδικόν μου τὸ σύστημα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὶν ὡμίλησα, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ πάλιν νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τουτέστι τῆς ἐπιδόσεως· διότι δὲν ἐπιδίδονται οὔτε κατηγορητήρια, οὔτε κλήσεις εἰς χεῖρας τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν μαρτύρων ποτὲ, ἀλλ’ ἀφίνονται εἰς τὰ παντοπωλεῖα καὶ εἰς τὰ χάνια. Ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιδόσεως εἰς χεῖρας τοῦ κατηγορουμένου, ἢ εἰς τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, ὅλα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ γίνωσι δεκτὰ, διότι θὰ προκύψωσιν ἀδικήματα τρισμέγιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 118 καὶ 234 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνόρκων. Ἄρθρον 1.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει, δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ βάσις καὶ ἡ αὐτὴ ἀναλογία. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἔχωμεν ἐνόρκους νοήμονας,—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κυριώτερον—νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον προσὸν, τὸ ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη. Ὁ ἔχων περιουσίαν 10 χιλ. δραχμῶν δὲν σημαίνει, ὅτι ἔχει καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἦναι ἔνορκος. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους ἀξιοῦμεν νὰ ἔχωμεν προσόντα ἐγγυήσεως πρὸς τὴν τιμίαν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας των, οὔτε τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁρίζομεν, ἀρκεῖ οὔτε νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐκ προοιμίων νὰ παραδεχθῶμεν μόνην τὴν περιουσίαν ὡς ἐγγύησιν τῆς τιμίας ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον προσὸν πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἓν ἄλλο προσὸν, ἀναφερόμενον εἰς τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν.
§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ἀρχῇ τῶν γενικῶν προσόντων θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ γινώσκειν γράμματα.
§77ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν, ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπολυτήριον Σχολαρχείου.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑπηρέτησαν ὡς δημοτικοὶ σύμβουλοι.
§79ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀποτελεσάντων τὰς Ἐπιτροπὰς εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἀνώτερα προσόντα μορφώσεως νὰ ζητήσωμεν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν ὅμως, ἃς ἐλάβομεν, ἐπείσθημεν, ὅτι θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ στερηθῶμεν ἐνόρκων, ἐὰν ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὴν περιουσίαν ἢ τὴν πρόσοδον τοῦ ἐδαφ. ἀ. καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἢ Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Δυστυχῶς δὲν εἴμεθα ἀκόμη εἰς κατάστασιν νὰ συνδυάσωμεν τὰ δύο ταῦτα προσόντα, καὶ ν’ ἀπαιτήσωμεν τὴν σύμπτωσιν ἀμφοτέρων· δὲν ἐθεωρήθη δὲ, ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς μορφώσεως πρέπει νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ μετέρχεσθαι καθήκοντα ἐνόρκου καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι περιουσίαν λόγου ἀξίαν, καὶ ἑπομένως παρέχουσιν εὐλόγους ἐλπίδας, ὅτι ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς καλῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, τῆς τάξεως, καὶ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους περιωρίσθημεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν μόνον γνώσεως γραμμάτων, ἥτις δὲν ἀπητεῖτο μέχρι τοῦδε, κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον. Ἀνεφέρατε τοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους, διότι ἴσως νομίζετε, ὅτι ἀπαιτοῦνται παρ’ αὐτῶν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους γράμματα. Εἴπετε ἐπίσης, ὅτι εὑρίσκετε τὴν ζητουμένην ὑλικὴν ἐγγύησιν, τὴν ἐκ τῆς περιουσίας καὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὄχι ἐπαρκῆ· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειούμενον ποσὸν εἶναι δεκαπλάσιον τοῦ ἀπαιτουμένου ἀπὸ τὸν σήμερον ἰσχύοντα νόμον. Οὐχ ἧττον οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ καὶ ἀνώτερον ποσόν. Ἄλλο τι ἠδύνασθε ἴσως νὰ εἴπητε προσφορώτερον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἀσφαλοῦς βεβαιώσεως τῆς περιουσίας ἢ τῆς προσόδου, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθῶς ζήτημα ἄξιον σκέψεως.
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ εἰς τοῦτο νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς τῆς περιουσίας πρέπει νὰ ἦναι σαφέστερος, πρὸς τοῦτο δὲ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαιτήσωμεν πλειοτέρας ἐγγυήσεις. Θὰ σᾶς εἴπω ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη, ὅπως ἐκτιμήσητε τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ δικαιοσύνη ἐκ τοιούτων δικαστῶν. Ἐκ μιᾶς τῶν Ἰονίων νήσων πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχε μίαν οἰκίαν, ἀξίας περὶ τὰς 20–30 χιλ. δραχμῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν πρόσοδον, ἐπεθύμει νὰ ἐκλέγηται ἔνορκος ἐκτὸς τῆς νήσου του, διὰ νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀντιμισθίαν, εἶχε δὲ τοιαύτην διανοητικὴν ἀνάπτυξιν, ὥστε, ὅταν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μοὶ ἔγραψε καὶ μὲ παρεκάλει νὰ τὸν διορίσω ἔνορκον εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ὅπως ἔχῃ τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν τῶν 4 δραχμῶν. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀκίνητον περιουσίαν, καλοῦνται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων, διότι εἰς αὐτοὺς ὑποβάλλεται ἡ περὶ τῆς ζωῆς τῶν συμπολιτῶν των ἀπόφασις. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοί, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ προσόντα, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ δοθῇ προσοχὴ, διότι πολλάκις συμβαίνουσιν ἀτοπήματα, πρὸς ζημίαν τῆς Πολιτείας.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντὶ τοῦ ποσοῦ 2,000 δραχμῶν ἐτησίας προσόδου, ἥτις ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἥτις εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ, ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἐὰν ἐλαμβάνετε ὡς βάσιν διδόμενόν τι, ὡρισμένον καὶ γνωστὸν, ἕνα ἐκ τῶν φόρων, π. χ., οἵτινες δεικνύουσι τὰ εἰσοδήματα καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ὡς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἢ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ ὡρίζετε ὡς προσὸν τὴν πληρωμὴν ὡρισμένου φόρου οἰκοδομῆς, ἢ ἐπιτηδεύματος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο, διότι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐνόρκου, ἐκτὸς τῶν ἐκπαιδευτικῶν, χρήζει καὶ κοινωνικῶν προσόντων.
§82ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι ἐπάγγελμα, ὑποχρέωσις.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετεχειρίσθην τὴν φράσιν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Ῥικάκη.
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπον καθήκοντα ἐνόρκου.
§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον δὲν κανονίζει τρόπον βεβαιώσεως τοῦ εἰσοδήματος· ἐγὼ ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ εἶπον, ὅτι σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ σκέψις περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τῆς περιουσίας, καὶ εἶπον, ὅτι ἐσκέφθημεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐτοῦ· τώρα εἰς μεταξὺ τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους ἐσκέφθημεν μέχρι τοῦδε, εἶναι καὶ αὐτὸς, τὸν ὁποῖον λέγετε.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὗτος εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος, διότι ἄλλως πρέπει νὰ ἀναγράψητε ὁλόκληρον διαδικασίαν, κανονίζουσαν τὴν περιουσίαν καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν πολιτῶν. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι εὔκολον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα αὕτη, διότι καὶ αἱ πρακτικαὶ γνώσεις καὶ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ κτῆσις περιουσίας τινὸς, εἶναι οὐσιώδης ἀσφάλεια διὰ τὴν καλὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–24, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Κατόπιν γένονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ΑΝΕʹ. νόμου· καὶ Περὶ κανονισμοῦ χρόνου καὶ περιπτώσεως μεταθέσεως Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.