1887.05.04
1.111 στίχοι · 8.177 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 4ης Μαΐου 1887.
(Δευτέρα)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διεβίβασε τὰ πρακτικὰ τῶν ἐπαναληφθεισῶν ἐκλογῶν τῶν τεσσάρων νομῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Ἀρκαδίας, καὶ Λακωνίας. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα τμήματα, καὶ παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. βουλευταὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ τμήματα, νὰ συνέλθωσι διὰ νὰ ἐξελέγξωσι τὰς ἐκλογάς. — Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Β. Βουδούρης διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δηλοῖ, ὅτι λόγῳ ὑγείας παραιτεῖται τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, καὶ παρακαλεῖ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησίς του. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§2ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί· ὅσον θλιβερὸν δύναται ἰδιαιτέρως νὰ ἦναι δι’ ἐμὲ, νὰ ὑποστηρίζω παρκίτησιν συναδέλφου, οἷος ὁ κ. Βουδούρης, ὁ ὁποῖος, οὐ μόνον ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ ἐξελέχθη, ἀλλὰ καὶ συγγενής μου τυγχάνει, καὶ ἰδιαιτέρας ἀφορμὰς πολιτικῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτὸν ἔχω, ὀφείλω ὅμως, λόγῳ ἰδίως τῶν ἀφορμῶν τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτὸν ἔχω, νὰ ὑποστηρίξω, κατὰ ῥητὴν αὐτοῦ ἀπαίτησιν, τὴν παραίτησίν του, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Ὁ κ. Βουδούρης, ἀπὸ 19 ἐτῶν ἤδη πολιτεύεται, καὶ ἅπαξ μόνον δὲν ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ· πῶς δὲ δὲν ἦλθε τότε, κατὰ τὸ 1874, ὅσοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πολιτεύεσθε, τὸ γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ. Ὑπηρέτησεν ὡς βουλευτὴς τὴν πατρίδα του ἐπὶ 19 ἔτη, ἔσχε τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν Χαλκίδος ἐπὶ 19 ἔτη, καὶ τελευταῖον ὁ νομὸς τῆς Εὐβοίας ἀπέστειλεν αὐτὸν διὰ μεγάλης πλειοψηφίας πρῶτον βουλευτήν του. Ὡς βλέπετε ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, λόγοι ὑγείας ἐμποδίζουσι τὸν συνάδελφον νὰ ἐξακολουθήσῃ περαιτέρω τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπηρετήσῃ, οὔτε τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ νομοῦ, ὅστις τὸν ἐξέλεξεν, ἀναγκάζεται δὲ οὕτω νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Νομίζω, ὅτι βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπολιτεύθη, ἔχει τὸ δικαίωμα μετὰ θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἰδιαιτέρως ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτικοὺς φίλους του, οἵτινες μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη συνειργάσθησαν, καὶ δὲν πιστεύει ποτὲ ὁ κ. Βουδούρης, καθ’ ἣν ἔχω ῥητὴν παρ’ αὐτοῦ ἐντολὴν νὰ δηλώσω, ὅτι τὴν αἴτησίν του ταύτην θέλει ἴδει ἀποῤῥιπτομένην ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς φίλους του, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ τόσα ἔτη συνέπραξε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἐν γένει, καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς πολιτικοὺς φίλους τοῦ κ. Βουδούρη, ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει ἐν τῷ τηλεγραφήματί του πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§3ΣΑΚΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἔχει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του ὁ κ. Βουδούρης, εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὄχι μόνον οἱ προβαλλόμενοι λόγοι πρὸς ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεώς του, ἀλλ’ οἱοιδήποτε ἄλλοι, ὅσον σπουδαῖοι καὶ ἂν ἦσαν, δὲν πρέπει νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν παραίτησιν αὐτοῦ· ἐὰν συμφέροντα ἰδιαίτερα ἐμποδίζωσιν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἴτε λόγοι ὑγείας, τοῦτο δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ὥστε νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς παραίτησιν, διότι ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἐκλεχθεὶς παρ’ αὐτῶν, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε πρὸ αὐτῶν δέον νὰ σιγήσῃ καὶ τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον καὶ πᾶσα ἄλλη ἀνάγκη. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ κ. Βουδούρη, ἀλλὰ ν’ ἀποῤῥίψῃ αὐτήν.
§4ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκλεγόμενος ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, τί σημαίνουσιν αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, ὅταν βλέπητε, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἀκριβῶς λόγῳ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων του, ὀφείλει, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ, ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐντολὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τῷ τὴν ἀνέθεσαν, καὶ θὰ ἦναι περίεργος τρόπος ἐξηγήσεως τῶν βουλευτικῶν ὑποχρεώσεων, ἐὰν εἷς βουλευτής, ἅπαξ ἐκλεγόμενος, ἠδύνατο ἐπ’ ἄπειρον νὰ κρατῇ τὴν ἐντολήν, χωρὶς νὰ ἔρχηται νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του. Διὰ τοῦτο, δι’ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος, ὑποστηρίζων τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ στερήσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Εὐβοίας τοῦ πλήρους αὐτῆς δικαιώματος· ἀφοῦ ὁ νομὸς οὗτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ 7 βουλευτὰς, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Βουδούρης δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νῦν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἀδιαλείπτως τὸν νομὸν τῆς Εὐβοίας, θὰ ἦναι ἄρνησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ τούτου δυνάμει τοῦ νόμου ἔχουσιν, ἐὰν, ἀποῤῥίπτοντες τὴν ὑποβαλλομένην παραίτησιν, περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν τοῦ νομοῦ τῆς Εὐβοίας. Τούτων ἕνεκα παρακαλῶ ἐνθέρμως τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ συναδέλφου μου.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑποστηριζομένη παραίτησις συμβιβάζεται πληρέστατα καὶ μὲ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις εὐσυνειδήτου ἀντιπροσώπου. Ὁ κ. Βουδούρης, ἐκλεχθεὶς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς νομοῦ, καὶ θεωρῶν σήμερον, δι’ οὓς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὸς καὶ μόνος λόγους, ἑαυτὸν μὴ δυνάμενον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνέθεσαν, λίαν εὐσυνειδήτως ἀποτείνεται πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, καὶ ζητεῖ διὰ τῆς παραιτήσεώς του νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν, ὅπως ἀναθέσωσι τὴν ἐντολήν των εἰς ἄλλον. Ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι, ἀνθιστάμενοι εἰς τοῦτο, ἀντιποιούμεθα ἀλλότρια δικαιώματα, ἐνῷ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουδούρης ὑποβάλλει, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νὰ ἀναπληρώσωσι τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κ. Βουδούρη θέλει ἀφήσει.
§6ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο, αὐταὶ κυρίως μοὶ δίδουσι τὴν ἀφορμὴν, ὅπως ἐπενέγκω ἀντιπαρατηρήσεις τινὰς εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, ὅταν βουλευτὴς, δι’ οὓς αὐτὸς ἔχει λόγους, δίδει μίαν παραίτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξωμεν τοὺς λόγους τούτους, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς δικαίωμα αὐτοῦ τὸ παραιτεῖσθαι. Βεβαίως ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Ὡς γινώσκετε πάντες, τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἐνέχει κυρίως τὴν ἔννοιαν δικαιώματος, περιέχει ἀπεναντίας τὴν ἔννοιαν ὑποχρεώσεως, καὶ ὅσον ἀνωτέρα εἶναι ἡ δημοσία λειτουργία, τὴν ὁποίαν κατέχει τις, τόσον ἡ ὑποχρέωσις, νὰ κατέχῃ τὴν λειτουργίαν ταύτην, εἶναι βαρυτέρα. Ἴσως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἔποψιν ταπεινοτέραν, ἢ ἐὰν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὸ ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ παραιτῆται, τότε βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησίς τις· ἀλλ’ ἐὰν παραδεχώμεθα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους μιᾶς παραιτήσεως βουλευτοῦ, τότε βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχώμεθα ἐσπευσμένως τὰς τυχὸν ὑποβαλλομένας παραιτήσεις· ἔχομεν παραίτησιν τηλεγραφικὴν βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι λόγοι ὑγείας τὸν ἀναγκάζουσι νὰ παραιτηθῇ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Καὶ γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐὰν ἔχῃ λόγους ὑγείας διὰ νὰ παραιτηθῇ, τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς ἔχει λίαν προσφάτους, διότι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἦτο μεθ’ ἡμῶν ἐγγύς· λοιπὸν ἴσως συνέβη εἰς τὸν βουλευτὴν ἀδιαθεσία τις σωματικὴ, καὶ ἡ φιλοτιμία αὐτοῦ τὸν κάμνει, ὥστε νὰ ῥίπτῃ μίαν παραίτησιν τηλεγραφικὴν εἰς τὴν Βουλὴν, μὴ θέλων ν’ ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων οὐδ’ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον· ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ἀμέσως νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησίν του ταύτην; Βεβαίως ὄχι. Ἐὰν λοιπὸν θέσωμεν ὡς βάσιν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ᾖναι βουλευτὴς, ἐὰν θέσωμεν ὡς βάσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν οἱ λόγοι, οἱ ἀναγκάζοντές τινα νὰ παραιτηθῇ, ᾖναι ἀποχρῶντες, τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν παραίτησιν ταύτην, διότι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ λόγοι αὐτῆς.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πᾶσα ὑποχρέωσις ἔχει καὶ τὰ ὅριά της· τὸ νὰ θέλωμεν νὰ κηρύξωμεν ὡς ἀξίωμα, ὅτι ἕκαστος ἐκλεγόμενος βουλευτὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι νομίζω ὄχι ὀρθόν· οὐδεὶς δύναται νὰ περιβληθῇ μὲ ἀξίωμα ἐναντίον τῆς θελήσεώς του, οὐδεὶς δύναται νὰ δεχθῇ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἐντολὴν ἐναντίον τῆς θελήσεώς του· οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τὸν μὴ θέλοντα νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐντολὴν τοῦ ἄλλου· ἑπομένως, ὅταν ἔρχηται εἷς βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 19 ἔτη ἐξεπλήρωσε τὴν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν του, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι λόγοι ὑγείας τῷ ἐπιβάλλουσι ν’ ἀπέχῃ τῆς πολιτικῆς, ἡ δὲ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει, θὰ χηρεύσῃ τοῦ ἀντιπροσώπου της, καὶ σᾶς παρακαλῇ νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐντολεῖς του, ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἀναπληρώσεώς του, δυνάμεθα εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην ν’ ἀντιτάξωμεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξακολουθῇ μένων ἀντιπρόσωπος, καὶ ἂν δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἂς μένῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του; Τὸ συμβόλαιον εἶναι μεταξὺ ἐκλογέων καὶ ἀντιπροσώπων· ἡμεῖς καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς παραιτήσεως, διότι τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὴν ἡμετέραν ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ἡ Βουλὴ περὶ τούτου ν’ ἀποφασίσῃ, δικαιούμεθα αὐθαιρέτως νὰ διατηρῶμεν ἐν ἰσχύει τὸ μεταξὺ ἐντολέων καὶ ἐντολοδόχου συναφθὲν συνάλλαγμα, ὅταν ὁ ἐντολοδόχος διατείνηται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας, εἰσὶ λίαν δεδικαιολογημένοι, καὶ ἑπομένως, τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶμαι συμφωνότατος περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί).
§11ΤΙΝΕΣ. Δὲν διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριε Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω τὸ ζήτημα ἀντιστρόφως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Βουδούρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν παραίτησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Πὸρτ–Σαΐτ, τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, δι’ οὗ διαβιβάζονται παράπονα κατὰ τοῦ ἐκεῖ Προξένου κ. Σωμάκη. (Ἀναγινώσκεται).
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν παραπόνων, τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Κοινότητος ταύτης.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω ἐκτενῶς τὰ παράπονα ταῦτα, διότι εἶναι ἀόριστα, ἔχω ὅμως παράπονα, ἐκ τῶν ὁποίων ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἔπεμψα εἰς τὸ Πὸρτ–Σαΐτ τὸν τέως Γραμματέα τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ πόρισμά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔκτοτε δὲ ἐξακολουθεῖ νὰ συνάγῃ ἄλλας πληροφορίας, καθόσον ὁριστικῶς δὲν ἀπεφάνθη ὁ κ. Μπουφίδης· ὅταν ἡ ἐξέτασις τῶν παραπόνων ὅλων περατωθῇ, θέλω εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας. (Προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ε. Κεχαγιᾶς).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Νικολάου Δάσκα, πρώην λοχίου τῆς Χωροφυλακῆς τῆς Ἰονίου Πολιτείας, αἰτουμένου ὀφειλομένην αὐτῷ σύνταξιν. Ἑτέρα Παναγ. Ἀντωνιάδου, αἰτουμένου νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν περὶ συντάξεως νόμον.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκαῖον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ἥτις εἶναι ἡ σημερινὴ, νὰ συνεννοηθῶμεν ἰδίως περὶ τῶν ἐργασιῶν μας, — διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι καὶ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας, εἶναι ὀλίγος, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι παρόντες ἐν Ἀθήναις, εἶναι μικρὸς,—νὰ ὁρίσωμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας μας, διότι ὁ μὲν χρόνος, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρέρχωνται αἱ συνεδριάσεις ἀνωφελῶς καὶ ἀσκόπως, ὁ δὲ ὀλίγος ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν δὲν καθιστᾷ εὐχερῆ τὴν ἀπαρτίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία πρὸς συγκρότησιν τοῦ Σώματος· ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας δύο συνεδριάσεις τοῦ Σαββάτου καὶ τὴν σημερινὴν, καὶ ἀντὶ τῆς 3ης ὥρας, τὴν ὁποίαν προσδιωρίσαμεν, μόλις τὴν 1 καὶ ½ κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἀπαρτία, τὸ δὲ Σάββατον δὲν ἐγένετο συνεδρίασις· ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτως ἐργαζόμενοι, νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἤλθομεν ἐνταῦθα, ματαιοῦται· πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐπανήλθομεν, θεωροῦνται σπουδαῖαι καὶ ἀναγκαῖαι, καὶ ὅτι ὀφείλομεν πάντες ἀνεξαιρέτως νὰ ἐργασθῶμεν. Ὥρα εἶναι προσδιωρισμένη ἡ 3 μ. μ., καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἕνεκα τῆς ἐποχῆς τοῦ ἔτους, δὲν δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις ἐπὶ μακρὸν κατὰ τὰς νύκτας, καὶ δὲν δυνάμεθα καὶ ἐὰν θέλωμεν, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, ὅτε ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν ἦτο 140 –150, ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπαρτία διὰ τῆς προσωρινῆς ἀποχωρήσεως τινῶν τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ τῆς ἐπανόδου αὐτῶν, ἀλλὰ σήμερον πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἐρχόμενοι πρέπει νὰ παραμένωμεν μέχρι τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἑπομένως πρέπει νὰ ὦσιν αἱ ὧραι ὡρισμέναι, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα, ὅπως διατελῇ τὸ Σῶμα ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ νὰ μὴ τρέχωσιν αἱ ἅμαξαι τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ κρούωσι τὰς θύρας τῶν ξενοδοχείων οἱ ἐν αὐταῖς, ζητοῦντες τοὺς βουλευτὰς, οὕτω δὲ καθίσταται σπουδαία ἡ ἐργασία τοῦ Σώματος· ἡ ἀνάγκη θὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ ν’ ἀποχωρῶμεν τὴν 8ην ὥραν, διότι καὶ ἐκ τοῦ κόπου καὶ ἐκ τῆς ὥρας τοῦ ἔτους θὰ καθίσταται ἀδύνατος ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῶν συνεδριάσεων, ὥστε πρέπει κατὰ τὰς κανονισθησομένας ὥρας τῆς ἐργασίας νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ νὰ ὁρίσῃ ποίαν ὥραν θὰ συνερχώμεθα ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὴν κανονίσῃ καὶ ἕκαστος νὰ ἔρχηται μετὰ μίαν ὥραν, ἢ μετὰ δύο, ἀλλὰ νὰ τὴν κανονίσωμεν, ἐννοοῦντες, ὅτι ἤλθομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραμένωμεν μέχρι τῆς ὁρισθησομένης ὥρας.
§18ΤΙΝΕΣ. Τὴν πρωΐαν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη, νὰ συνερχώμεθα κατὰ τὴν 3ην ὥραν;
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ μεσημβρίαν εἶναι εὐκολωτέρα ἡ ἀπαρτία, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ τὸ Σῶμα ἐργαζόμενον μέχρι τῆς 8½· διότι, ἐὰν προσδιορίσωμεν τὴν πρωΐαν, θὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 9....
§21ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰς 7.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰς 7 μάλιστα, ἀλλὰ νὰ ἐρχώμεθα, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπολείπωνται ὧραι πρὸς ἐργασίαν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε διάθεσιν νὰ ἔρχησθε εἰς τὰς 8 τῆς πρωΐας;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπεδείχθη ἐκ πείρας μακροτάτης, ὅτι ἡ τρίτη ὥρα μ. μ. εἶναι ἡ καταλληλοτέρα.
§26ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὶς τῆς ἡμέρας, Κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πρακτικώτερον εἶναι τὴν 3ην μ. μ., ἀλλὰ νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 3.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 3 ἀκριβῶς· οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν ἦλθον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τελειώσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή.
§29ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις, νὰ συνερχώμεθα περὶ τὴν 8ην τῆς πρωΐας· λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ ὥρα 3η ἀποτελεῖ τὸ καθεστὸς καὶ ἤδη ἀρχόμεθα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, δυνάμεθα ἴσως νὰ προχωρήσωμεν ἐπί τινας ἡμέρας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος τούτου, καὶ ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς περιστάσεις, τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς. Μεταβολὴ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως δύναται νὰ παρασύρῃ εἰς νέας μεταβολὰς κατόπιν· ἐνῷ, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι τὰ περὶ τούτου ὡς ἔχουσι, δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῶν πραγμάτων περὶ τῶν ληπτέων μέτρων.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ὡρισμένως τὴν 3ην ὥραν μ. μ. νὰ συνερχώμεθα.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς συνδέεται ἓν ἄλλο ζήτημα καὶ μία ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ὅλοι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐναπομένων χρόνος εἶναι ὀλίγος καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπάρχει διάκρισις, μεταξὺ κατεπειγουσῶν καὶ μὴ, ἢ μᾶλλον μεταξὺ μᾶλλον κατεπειγουσῶν καὶ ἧττον κατεπειγουσῶν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις μὲ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἡ ἐπιψήφισις νὰ ἐξασφαλισθῇ. Ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, παρουσιάζονται συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ δὲ λοιπὰ νὰ τεθῶσι κατόπιν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασίν της, φανῇ δραστηρία καὶ ἐργατικὴ, καὶ δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ καὶ τὰ λοιπὰ ἐκτὸς τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ λείψωμεν τοῦ νὰ χορηγήσωμεν τὴν συνδρομήν μας εἰς τοῦτο· ἀλλὰ θὰ ᾖναι πολὺ δυσάρεστον νὰ παρέρχηται ὁ καιρὸς εἰς τὰς συζητήσεις καὶ ἐπιψηφίσεις νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται τόσῳ κατεπείγοντα, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῶν κατεπειγόντων, νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ἐπιψηφίσωμεν ταῦτα· γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ ἔχουσι λόγους νὰ ἀναχωρήσωσι ταχέως, ἑπομένως πέραν τοῦ Μαΐου δὲν θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συνεδριάσεις· λοιπὸν λάβετε ὑπ’ ὄψει σᾶς τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα μένουσι, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι κατεπείγοντα, καὶ ἃς διαῤῥυθμισθῇ οὕτως ἡ ἡμερησία διάταξις· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω κἀμμίαν δυσχέρειαν, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ συμβῇ τὸ ἀντίθετον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις συμφωνῇ καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχηται, θὰ παρακαλέσω νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ νὰ προταχθῶσιν ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρηθῆ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμερησία διάταξις κανονίζεται δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς ὑποβάλλει γνώμην τινά· τὴν γνώμην ταύτην θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, κανονίζοντες ἑκάστοτε τὰς ἡμερησίας διατάξεις.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων. Ὅμοιον νομοσχέδιον εἶχε καὶ κατὰ παρελθοῦσάν τινα Περίοδον ὑποβληθῆ· ὑποβάλλεται ὅμως ἤδη πληρέστερον, διότι εἰς κρείττονα αὐτοῦ ἐπεξεργασίαν καὶ μελέτην ἐχρησίμευσαν αἱ κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν γενόμεναι συζητήσεις, καὶ ἡ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεῖσα ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία.— Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον κατέστη πρὸ πολλοῦ λίαν ὤριμον, καὶ ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι οὐδ’ ἁπλῆν συζήτησιν θέλει προκαλέσει ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ καταργήσεως δηλονότι τῶν διατάξεων περὶ ἀποπείρας συμβιβασμοῦ.— Ὑποβάλλω τρίτον νομοσχέδιον, περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἀνακοπῆς. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλετο τὴν συμπλήρωσιν κενῶν, ἅπερ ἄφινε τὸ ἄρθρον 596 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἠστόχησε καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς τοῦ σκοποῦ, ὡς πρὸς τὰς κοινοποιήσεις ἐρήμην ἀποφάσεων πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας διαδίκους, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν ἑπομένως τῆς πρὸς ἀνακοπὴν προθεσμίας καὶ τὴν ἀπόκτησιν τελεσιδικίας. Τοῦ λίαν ἐπιβλαβοῦς τοῖς δικαζομένοις κενοῦ τούτου τὴν πλήρωσιν σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω.— Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 689 καὶ 690 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν τηρουμένην ἐπὶ παραχωρήσεως περιουσίας. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τοῦ εὐεργετήματος τούτου, τοῦ καθιερωθέντος ὑπὲρ τῶν τιμίων ὀφειλετῶν, τῶν ἐξ ἀτυχημάτων μὴ δυναμένων νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, τοῦ εὐεργετήματος, λέγω, τούτου ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἄτοπος καὶ κακὴ διαχείρισις. Ἐθεωρήθη ἑπομένως ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὸ διὰ τρόπου ἐμποδίζοντος τὴν κατάχρησιν, καὶ εἰς τοῦτο σκοποῦσιν αἱ διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.— Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ προσθέτου διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 182 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διατάξεως, καθιερούσης τὴν μνείαν τοῦ ὀνόματος τοῦ εἰσηγητοῦ ἐν ταῖς ἀποφάσεσι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε καὶ ἄλλοτε ὑποβληθῆ· διετυπώθη ὅμως ἤδη κατ’ ἄλλον τρόπον, διότι, ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἄλλοτε, ἦτο κίνδυνος νὰ δημιουργηθῶσιν ἐξ αὐτοῦ λόγοι πρόσθετοι ἀναιρέσεως. Ἐλπίζω, ὅτι τοῦτο θέλει σπουδαίως συντελέσει εἰς κρείττονα ἀπονομὴν δικαιοσύνης, διότι καὶ τὴν ἐπιπολαιότητα καὶ τὴν ἀμέλειαν, ὅπου τοιαύτη ὑπάρχει, ἐλπίζω, ὅτι θέλει περιστείλει, καὶ εὐκολωτέραν θέλει καταστήσει τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἐμβριθείας τῶν εἰσηγητῶν. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 336–339 καὶ 341 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου τείνουσιν εἰς κρείττονα διαῤῥύθμισιν τῆς διεξαγωγῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, πρωτίστως δὲ εἰς περιστολὴν τῆς ἐρημοδικίας, ἡ ὁποία ἔχει πολὺ γενικευθῆ, τὰ μέγιστα δὲ ἐπιπροσθεῖ εἰς τὴν κανονικὴν καὶ ἔγκαιρον ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἥτις φαίνεται, ὅτι ἀνήχθη εἰς σύστημα πλῆρες ὑπερασπίσεως, στηριζόμενον εἰς προσδοκίας ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου, εἰς τὴν ἐξασθένησιν τῆς κατηγορίας ἐκ τῆς μὴ κλητεύσεως τῶν μαρτύρων αὐτῆς εἰς τὴν μετ’ ἀνακοπὴν δίκην. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι περιστείλῃ τὴν κατάχρησιν καὶ θὰ διευκολύνωσι τὴν κρείττονα ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω, δι’ οὗ ἀντικαθιστᾶται τὸ 182 ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τοῦ νομοθετήματος τούτου αἱ διατάξεις εἰσάγουσι προσόντα καὶ μονιμότητα, καὶ ἀνωτέραν τινὰ ἀμοιβὴν τῶν ἀνακριτῶν. Εἶχε καὶ ἄλλοτε ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἐκανονίζετο μόνον τὸ ζήτημα πληρεστέρας τινὸς ἀμοιβῆς. Προκειμένου νὰ ἐπαναφέρω τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, ἐπείσθην, ὅτι, πρὸς τῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀμοιβῆς βελτιώσει τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας, ἦτο πρέπον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ διατάξεων ἄλλων, σχέσιν ἐχουσῶν πρὸς τὰ προσόντα, καὶ ἀσφαλιζουσῶν τὴν μονιμότητα τῶν ἀνακριτῶν. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγένετο μελέτη πρὸς καταρτισμὸν νέου νομοθετήματος περὶ ἐνόρκων, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεβλήθησαν τῇ Βουλῇ πορίσματα τῆς τοιαύτης μελέτης. Τὸ σύνολον τῶν πορισμάτων τῆς μελέτης ταύτης, ἀναθεωρηθὲν ἤδη, περιελήφθη ἐν νομοσχεδίῳ περὶ ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σεβαστοῦ συναδέλφου μου, ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ ψῆφον ὑμῶν. Ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1884 εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπαραλλάκτως, ὡς τότε εἶχεν, ἐπαναφέρω εἰς τὴν μελέτην καὶ ψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ περὶ ταύτης τῆς ὕλης εἶχε κατὰ τὸ 1884 ὑποβληθῆ νομοσχέδιον πρὸς τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ τὸ νῦν εἰσαγόμενον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐντελῶς νέον, διότι αἱ πλεῖσται καὶ σπουδαιόταται τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων ἤδη τὸ πρῶτον προτείνονται. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνοδεύονται πάντα ὑπὸ ἐκθέσεων αἰτιολογικῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἀναγκαία εὐρυτέρα περὶ αὐτῶν ἐξήγησις.—Ὑποβάλλω καὶ δύο ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν συνοδεύονται ὑπὸ ἐκθέσεων, διότι δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἦσαν ἀναγκαῖαι τοιαῦται, φρονῶν, ὅτι αὐτὸ τὸ κείμενον τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀναπληροῖ πᾶσαν ἔκθεσιν. Τὸ ἓν ἐκ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1882 νόμου. Σκοπεῖ δὲ τὸν κανονισμὸν χρόνου καὶ περιπτώσεων μεταθέσεως τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ εἰδικῶν πταισματοδικῶν, κανονίζει δὲ συγχρόνως τὸ σύστημα τῆς πρὸς αὐτοὺς χορηγίας ἀδειῶν, ἀπαγορεῦον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους χορήγησιν ἀδείας μακροτέρας τοῦ μηνός. Ἀπαγορεύει ἐπίσης τὴν μετάκλησιν εἰρηνοδικῶν διὰ λόγους ξένους πρὸς τὰ καθήκοντά των, εἴτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἴτε παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων, εἰς ἣν μετάκλησιν ἐγένετο ἐνίοτε μεγάλη κατάχρησις.—Συγχρόνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλω ἕτερον περὶ κανονισμοῦ χρόνου καὶ περιπτώσεων μεταθέσεως Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν. Ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ὁμοία διάταξις τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ νομοσχεδίῳ, περὶ ἀπαγορεύσεως χορηγίας ἀδειῶν πλέον τοῦ μηνὸς, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, καὶ μετακλήσεως διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Ἐξαίρεσιν μόνον ἐπιτρέπει ὡς πρὸς τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ὅταν πρόκειται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ λόγους ὡρισμένης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἡ τοιαύτη μετάκλησις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πέραν τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε μισθὸν νὰ λάβωσιν, οὔτε ἀποζημίωσιν ἄλλην. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162–173).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἐκ δραχμῶν 112,000.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔγγραφά τινα, πρὸς δικαιολογίαν τῶν ζητουμένων πιστώσεων, καὶ πληροφορίας σχετικὰς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων· ἀλλ’ οὔτε τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν, οὔτε αἱ πληροφορίαι, αἱ παρ’ ἐμοῦ ζητηθεῖσαι, ἐχορηγήθησαν.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἰδοὺ, ὑποβάλλω τέσσαρα συμβόλαια, περὶ παραχωρήσεως τυπώσεως ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ μιᾶς ἄλλης διαταγῆς, περὶ χορηγήσεως τροφίμων εἰς τὸ Φρενοκομεῖον Κερκύρας. Αὐτὰ εἶναι, τὰ ὁποῖα ἔφερον αὔξησιν. (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν). (Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἐκ δραχμῶν 2,240. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἐκ δραχμῶν 161,901. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐκ δραχμῶν 2,500,000).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπετρέπετο νὰ δαπανῶνται κατ’ ἔτος ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λιμένος Κατακώλου δραχμαὶ 50,000, πρὸς ἐκτέλεσιν δημοφελῶν ἔργων καὶ ἱδρυμάτων ἐν Πύργῳ, καὶ διαθέσεως καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπὲρ τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Κατακώλου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχει μία τροπολογία.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφοι κ. Κρεστενίτης εἶχεν ὑποβάλει τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Μὲ παρεκάλεσε δὲ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν κατορθώσῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν, νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Ἤδη προθύμως ἀναλαμβάνω τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς παρακλήσεως ταύτης, διότι ἐκ τῆς μελέτης τῆς τροπολογίας ἐπείσθην, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ὀρθὴ καὶ δεδικαιολογημένη. Κύριοι, διὰ νόμου εἶχε διαταχθῆ, ποσοστόν τι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ λιμένος Κατακώλου νὰ διατίθηται ὑπὲρ ὡρισμένων δήμων, Πύργου, Βώλακος κτλ. Ἀλλ’ ἤδη φαίνεται, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ λιμένος Κατακώλου κατέστησαν δυσχερῆ, καὶ ἀπαιτοῦσι νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀφαίρεσις τῶν ποσοστῶν, καὶ τοῦτο σκοπεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος μόνον περὶ καταργήσεως τοῦ τεταρτημορίου, τοῦ χορηγουμένου ὑπὲρ τοῦ δήμου Πύργου, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ποσοστῶν, τῶν ὑπὲρ ἄλλων δήμων διατεθέντων. Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάστασις τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου δὲν ἦναι εὐχάριστος οἰκονομικῶς, τότε δίκαιον εἶναι, νὰ καταργηθῶσι καὶ τὰ λοιπὰ ποσοστὰ, τὰ διδόμενα εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ τοῦ δήμου Πύργου, διότι εἶναι τὸ μεγαλείτερον· ἂν νομίζητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ τὰ ἄλλα, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ τροπολογία ἀνάγεται καὶ εἰς ἕτερόν τι ζήτημα· ὁ κ. Κρεστενίτης φρονεῖ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δυσχέρεια τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Κατακώλου θὰ διαρκέσῃ μόνον μέχρι τοῦ 1900, διότι τότε ἐξοφλεῖται δάνειόν τι τοῦ λιμένος Κατακώλου πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνει νὰ περιορισθῇ ἡ κατάργησις αὕτη μέχρι τοῦ 1900, διὰ νὰ μὴ προκαλῆται ἄλλο νομοσχέδιον τότε.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σκοπὸς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λιμένος Κατακώλου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς πλήρη κτῆσιν τῶν εἰσοδημάτων του. Ἂν ὕστερον ἀπὸ 10 ἔτη, ἢ πλειότερα, εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ δύνηται πάλιν νὰ βοηθήσῃ τοὺς δήμους, ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ τότε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄνω νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1886 Β. Διατάγματος περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσι δύω ἢ τρεῖς λέξεις. Ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει)· «μέχρι τῆς 30 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους». Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς κύρωσιν τὸ Διάταγμα, ἠδύνατο νὰ λεχθῇ «ἐνεστῶτος ἔτους», ἀλλὰ τώρα δέον νὰ γραφῇ «τοῦ αὐτοῦ ἔτους». Ἐπίσης κατωτέρω, (ἀναγινώσκει) «αἱ περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως αἰτήσεις τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς», δέον νὰ γραφῇ «αἱ περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως αἰτήσεις κληρωτῶν», τὸ δὲ «τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς» νὰ διαγραφῇ. (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ πρὸς κατάταξιν εἰς τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων ὁρίου ἡλικίας.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ, ὅτι παρὰ τίνων μοὶ ἐξηγήθη δυσχέρεια περὶ τὴν κατανόησιν τῶν φράσεων τούτων: «παρατείνεται ἐπὶ δύο ἔτη κατὰ τὴν διάρκειαν τριετίας»· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔννοιαν καθαρώτερον, ἀναγράφοντες, ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐπὶ δύο ἔτη», τὰς λέξεις «μέχρι τῆς ἡλικίας 19 ἐτῶν συμπεπληρωμένων». (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν, ὡς ἐτροποποιήθη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1886 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τοῦ προπαρασκευαστικοῦ σχολείου ὑπαξιωματικῶν καὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ᾼΡΟΖʹ.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας εἰς τοὺς ὁπλίτας καὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀδείας εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ θέλω προσθέσει εἰς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ τὰς ἀδείας, τὰς δοθείσας δι’ ἑτέρων ἐγκυκλίων, ὑποβάλλω τὴν περὶ τούτου τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ τυπωθῇ ἡ τροπολογία, διότι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῆς. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 174).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια, περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1886 Β. Διατάγματος περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως κληρωτῶν, καὶ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου Β. Διατάγματος περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ σχολεῖα ξένων Κρατῶν ἐκπαιδευθέντων.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς τοῦτο θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν· ἑπομένως νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν τύπωσιν τῆς τροπολογίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175). (Ἀναβάλλεται).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ 4 ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου ϞΑʹ.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εἰς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176). (Ἀναβάλλεται).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ϠΙΒʹ τῆς 25 Φεβρουαρίου 1881 περὶ χορηγήσεως ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀρχιμουσικοὺς καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μουσικῶν.
§56ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ καὶ αὐτὸ, διότι προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς τροπολογία μία διάταξις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177).
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. (Γίνεται ἀκολούθως δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς κατασχέσεως καὶ ἐκχωρήσεως τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πληρονομένων ἐν Ἑπτανήσῳ ἐδαφονομίων). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὸν περὶ συντάξεως νόμον τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου. Εἰς δευτέραν δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῆς § 2 τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1875 ΦΜʹ. νόμου περὶ μὴ διορισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν κατάγονται κτλ.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τροποποιήσεις λεκτικὰς διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179) (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν παρασήμων τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ καὶ τῶν ταξιαρχῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, καὶ τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.)
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ, κατὰ γραφικὸν παράπτωμα, μετὰ τὴν λέξιν «ταξιαρχῶν» παρελείφθη ἡ φράσις «καὶ εἰς τὸ τῶν ἀνωτέρων ταξιαρχῶν».
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστροουγγαρίας προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τῶν τελευταίων παραγράφων τοῦ ἄρθρου 2. Κατὰ τὰς παραγράφους ταύτας, τὸ πλεονέκτημα τῆς ἐξομοιώσεως πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον Ἔθνος ὑποβάλλεται εἰς δύο ἐξαιρέσεις, ὧν ἡ μία εἶναι ἀντίθετος πρὸς ὅ,τι παρεδέχθημεν ἤδη ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τελωνιακῆς ἑνώσεως ἐκεῖ.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τοιαύτης πρόκειται καὶ ἐνταῦθα ἐν τῇ μιᾷ παραγράφῳ. Ἐν τῇ ἑτέρᾳ δὲ πρόκειται περὶ τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου, ὅπερ ἐξαιρεῖται τοῦ ὅρου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Ἔθνη. Ἡμεῖς συνορεύομεν μὲ μόνον ἓν Κράτος, μὲ τὴν Τουρκίαν, ἡ Αὐστρία ὅμως συνορεύει μὲ ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν ἑπομένως ἡ Αὐστρία δύνηται νὰ παραχωρήσῃ προνομίας τελωνιακὰς μὲ τὸν τίτλον μεθοριακῶν εὐκολιῶν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, μεθ’ ὧν συνορεύει, στεροῦσα τὸ ἐμπόριον ἡμῶν τῆς πρὸς τὰς εὐκολίας ταύτας συμμετοχῆς, ἡ ἐν τῇ συμβάσει ἀναγραφομένη ἐξαίρεσις παρέχει νομίζω εἰς τὴν Αὐστριακὴν Αὐτοκρατορίαν ὠφελήματα, ἀνώτερα τῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα παρεχομένων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνα εἰσὶ τὰ προνόμια, ἅτινα ἡ Αὐστρία ἔχει σήμερον παρακεχωρημένα πρὸς τὰ ὅμορα αὑτῆς Κράτη, ὅπως μάθωμεν καὶ αὐτὰ, καὶ ἐκεῖνα, ἅπερ κατ’ ἀναλογίαν αὐτῶν ἐνδεχόμενον νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ μέλλον.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ἀκριβῶς εἰς θέσιν, νὰ ὁρίσω εἰς τὸν ἔντιμον ἐπερωτήσαντα τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐξαιροῦνται τῆς συμβάσεως· τοῦτο δὲ μόνον δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅτε προέκειτο ἡ σύναψις τῆς συμβάσεως ταύτης, ῥητῶς προὐτάθη ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξαίρεσις πάντων ἐκείνων τῶν δασμολογικῶν πλεονεκτημάτων, τῶν παρακεχωρημένων εἰς τὸ ἐμπόριον ὁμόρων τινῶν περιφερειῶν. Καθ’ ὃν τρόπον ἡ Ἑλλὰς διὰ νόμου παρεχώρησε, διὰ λόγους ἰδιάζοντας, ἐξαιρετικῶς ἀτέλειαν προϊόντων τινῶν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, οὕτω παραπλήσια πλεονεκτήματα διὰ τοπικὰς ἀνάγκας ἔχει παρακεχωρημένα καὶ ἡ Αὐστροουγγρικὴ μοναρχία εἰς ὁμόρους τινὰς περιφερείας. Τίνα εἰσὶ ταῦτα ἀκριβῶς, δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν, ἀφοῦ προέκειτο ἁπλῶς ἑκατέρωθεν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ παραχωρήσεις αὗται τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἐπὶ δὲ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Δὲν ἠθελήσαμεν ἁπλῶς οἱ συμβαλλόμενοι νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἰσχὺν τῆς προκειμένης συμβάσεως καὶ ἐπὶ τῶν περιπτώσεων τελωνιακῆς ἑνώσεως.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδὴ τὰς προνομίας, ἃς ἡμεῖς παρεχωρήσαμεν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, τὰς γνωρίζομεν, βεβαίως δὲ τὰς γνωρίζει καὶ ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ Αὐστροουγγρικαὶ Βουλαὶ, καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς μεθ’ ἑνὸς μόνον Κράτους συνορεύομεν, ἡ δὲ Αὐστρία μεθ’ ὅλων σχεδὸν τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, εὑρίσκω ἐνδεχομένην τὴν διαφορὰν τῆς σημασίας, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ δι’ ἕκαστον τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν ἡ ἐξαίρεσις τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου, ἐκ τοῦ ὅρου τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Ἐθνῶν. Ἐὰν ἐμπορεύματα ὁμοειδῆ πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἡμεῖς εἰσάγομεν εἰς Αὐστρίαν, εἰσάγωνται ἐκ τῶν ὁμόρων αὐτῇ Κρατῶν, ἐκ τῆς Τουρκίας, π. χ., τῆς Σερβίας, τῆς Ῥουμανίας, τῆς Ῥωσσίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἑλβετίας, πληρόνοντα δασμὸν μικρότερον ἐκείνου, ὃν θὰ πληρόνωσι τὰ ἡμέτερα, τότε βεβαίως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τὰ ὅμορα τῇ Αὐστρίᾳ Κράτη. Τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν Αὐστρίαν ἐκ τῶν μεθοριακῶν προνομίων, ἅτινα ἡμεῖς παρεχωρήσαμεν εἰς τὰς ὁμόρους ἡμῶν Τουρκικὰς ἐπαρχίας, ἂν τὰ προϊόντα καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς οὐδένα παρουσιάζωσι συναγωνισμὸν πρὸς τὰ Αὐστριακὰ ἐμπορεύματα. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ θετικὰς πληροφορίας, πρὸς ἀποφυγὴν θεωρητικῶν συζητήσεων καὶ θεωρητικῶν ὑπολογισμῶν, δι’ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν τὴν σημασίαν, ἣν δύνανται νὰ ἔχωσι διὰ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν αἱ προνομίαι, ἃς ἡ Αὐστρία παραχωρεῖ συνήθως εἰς τὰ ὅμορα αὑτῆς Κράτη.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπορῶ πῶς ὁ προαγορεύσας εὑρίσκει, ὅτι ἐγένετο κολοσσιαία παραχώρησις εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία ἐγένετο παραχώρησις. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει σύμβασιν, ἥτις περιλαμβάνει ὡρισμένα θέματα· τὸ δὲ θέμα τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου ἐξέρχεται ὅλων τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ποῦ λοιπὸν ἡ παραχώρησις; Ὁ προαγορεύσας, δὲν πιστεύω, ὅτι νομίζει, ὅτι ἡ Αὐστρία εὑρίσκεται καὶ πρὸς τὰ πέριξ αὑτῆς Κράτη εἰς σχέσιν, ἐπιτρέπουσαν εἰς τὰ ἐμπορεύματα τῶν Κρατῶν τούτων νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ αὐστριακὸν ἔδαφος ἐπὶ ἠλαττωμένῳ τέλει, ἢ ἀτελῆ. Καὶ τὰ γερμανικὰ ἐμπορεύματα πληρόνουσι βαρεῖς δασμοὺς, καὶ τὰ ῥουμανικὰ ἐπίσης, —σήμερον δὲ γνωρίζετε, ὅτι διεξάγεται δασμολογικὸς πόλεμος μεταξὺ Ῥουμανίας καὶ Αὐστρίας,—καὶ τὰ σερβικὰ καὶ τ’ ἄλλα. Ἀλλ’ εἰς ἰδιαιτέρας διατάξεις ὑπόκειται ἐξαιρετικῶς μεθοριακόν τι ἐμπόριον, δηλαδὴ προϊόντα τινὰ περιφερειῶν συνορευουσῶν ἀμέσως πρὸς τὸ ἔδαφος τὸ αὐστριακόν. Ταύτας τὰς ἐξαιρετικὰς ὅλως διατάξεις δὲν ἠθελήσαμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ συμβάσει, οὔτε ὑπὲρ ἡμῶν, οὔτε καθ’ ἡμῶν.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπορῶ διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεκφεύγει ἀκριβῶς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ἡ Αὐστρία εἶναι Κράτος κατ’ ἐξοχὴν μεσόγειον, καὶ τὸ κυριώτερον ἐμπόριον αὐτῆς εἶναι μεθοριακὸν, διότι ὀλιγίστους ἔχει λιμένας. Ἡ ἐξαίρεσις ἑπομένως τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου ἐν συμβάσει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας, ἕνεκα τοῦ γεωγραφικοῦ σχηματισμοῦ τῶν δύο Κρατῶν, ἀπαλλάττει τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἐμπορίου τῆς Αὐστρίας, ὑποτάσσει δὲ εἰς αὐτὴν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν π. χ. ἡ Αὐστρία αὔριον ἐξαιρέσῃ τοὺς οἴνους τοὺς ἰταλικοὺς τοῦ δασμοῦ, ὃν ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς οἴνους, ἡ Ἰταλία θὰ εἰσάγῃ ἐν Αὐστρία τοὺς οἴνους αὑτῆς ἐπὶ συμφερωτέροις ὅροις, ἡμεῖς δὲ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν σήμερον εὑρισκόμεθα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ πέμπωμεν δηλαδὴ τοὺς οἴνους ἡμῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ νὰ ἐξετασθῶσι καὶ εἰσαχθῶσιν ἐκεῖθεν εἰς τὴν Αὐστρίαν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου ὡς λεπτομέρειαν, ἣν τὰ συμβαλλόμενα Κράτη ἠθέλησαν νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος. Ἡ Κυβέρνησις, ἀρνουμένη νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἐπιθυμεῖ φαίνεται νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, χωρὶς νὰ γνωρίσωμεν τίνες εἰσὶν αἱ προνομίαι, ἃς παρεχώρησεν ἡ Αὐστρία εἰς τὰ ὅμορα αὑτῇ Κράτη, καὶ χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν τίνα σημασίαν ἔχουσιν αἱ σήμερον παραχωρηθεῖσαι, καὶ τίνα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐκεῖναι ἅς, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰς ὑπαρχούσας, ἡ Αὐστρία ἤθελε παραχωρήσει εἰς τὸ μέλλον.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ μόνον περὶ παραχωρηθεισῶν προνομιῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ παραχωρηθησομένων, καὶ ἂν τυχὸν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς παραχωρηθείσας προνομίας, δὲν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ἡ φράσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς ταύτας, ἀφίνει τὸ στάδιον ἐλεύθερον. Ἀλλ’ ὅ,τι παρέχει πᾶσαν ἐγγύησιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἡ φράσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς παραχωρήσεις, καὶ καθ’ ἣν αὗται περιορίζονται εἰς μόνον τὰς διευκολύνσεις τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου. Τί δὲ ἐννοοῦσι τὰ Κράτη διὰ τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου, εἶναι γνωστόν. Ἡ διάταξις αὕτη, ἂν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἤθελε γίνει δεκτὴ παρ’ οὐδενὸς ἄλλου Κράτους, περιελήφθη ὅμως ἐν ταῖς συμβάσεσιν, ἃς συνῆψεν ἡ Αὐστρία πρὸς ξένα Κράτη. Ἀλλ’ ἂν ἄλλα Κράτη ἀπεδέχθησαν τὴν διάταξιν ταύτην, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ συμβαίνει ν’ ἀνήκωμεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Κρατῶν, τῶν παρεχόντων διευκολύνσεις εἰς τὸ μεθοριακὸν ἐμπόριον, διότι μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης ἐψηφίσθησαν νόμοι, κανονίζοντες ἄλλως ἢ κατὰ τὸν γενικὸν νόμον τὰ τῆς εἰσαγωγῆς διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν τελωνιακῆς ζώνης. Ἡμεῖς ἄρα ἔπρεπε ν’ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῆς Αὐστρίας τὴν καταχώρησιν τῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκείνη ἀπῄτησεν αὐτήν, ἡμεῖς οὐδένα ἔχομεν λόγον ὅπως ἀποκρούσωμεν τὴν διάταξιν, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποστερήσωμεν τοὺς νομοὺς Θεσσαλίας καὶ Ἄρτης τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν διὰ τῶν εἰδικῶς νομοθετηθέντων περὶ τῆς κατὰ ξηρὰν τελωνιακῆς ζώνης.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησίς μου εἰς ὅσα ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ὅτι τοιαύτη τις διάταξις δὲν περιλαμβάνεται εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐμπορικῶν συνθηκῶν, ἃς συνῆψε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς ξένα Κράτη. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου ἐξάγεται ἐκ τῶν γενικῶν ὅρων τῶν συμβάσεων. Δὲν προέρχεται ἡ ἐξαίρεσις ἐξ ἡμῶν, ἀλλ’, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐκ τῆς Αὐστρίας, ἥτις ἐζήτησεν αὐτήν· ὅπως δὲ ζητήσῃ τοῦτο, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἔχῃ συμφέρον. Ἐγὼ ἐζήτησα μόνον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα εἰσὶ τὰ παραχωρούμενα ὑπὸ τῆς Αὐστρίας εἰς τὰ ὅμορα αὐτῆς Κράτη προνόμια. Εἶναι δὲ εὐκολώτερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἃς εἷς ἰδιώτης ἢ βουλευτὴς δὲν δύναται εὐκόλως νὰ εὕρῃ.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ἐδάφιον, εἰς ὃ ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις του, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἔδωσα εἰς αὐτὸ, καὶ οὐχὶ ἐκείνην, ἣν ἐζήτησε νὰ ἐξαγάγῃ. Ἂν τὸ ἐδάφιον ἔχῃ ἔννοιαν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἐμπόριον ὅλων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα συνορεύουσι πρὸς τὴν Αὐστρίαν, βεβαίως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐφαρμόζωμεν κατὰ τὴν μεθοριακὴν γραμμὴν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης. Ἡμεῖς ἔχομεν συνθήκας μετ’ ἄλλων Κρατῶν, ἐν αἷς οὐδὲν ἐμπεριέχεται περὶ μεθοριακῆς γραμμῆς, καὶ ὅμως αἱ διατάξεις ἐν ταῖς συνθήκαις ἐκείναις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀφομοιοῦνται τὰ Κράτη, τὰ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντα, πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα, ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν ἐν Ἑλλάδι, οὐδέποτε ἐθεωρήθησαν ὡς ἀφορῶσαι εἰς τὸ μεθοριακὸν ἐμπόριον. Ἡ Αὐστρία, ἐπειδὴ ἔχει ἰδιαιτέρας διατάξεις, περὶ μεθοριακοῦ ἐμπορίου, καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἐπειδὴ ἔχει τοιαύτας περὶ τούτου, ἦτο φυσικὸν, νὰ τὰς ἀναφέρωσιν ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἰδίως εἶναι φυσικὸν, νὰ μὴ ἀποκρούσῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπαίτησιν περὶ τούτου, ἀπευθυνομένην ὑπὸ Κράτους, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τοιαύτας διατάξεις ἐν ὅλαις ταῖς συμβάσεσιν αὐτοῦ μετ’ ἄλλων Κρατῶν. Ἡ ἀπαίτησις τῆς Αὐστρίας, ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν ἐμπορικὴν, τὴν μετ’ αὐτῆς συναπτομένην, εἶναι ἡ ἐν αὐτῇ ἀναγραφὴ, ὅτι δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ γενικὸν ἐμπόριον, τὸ μεθοριακὸν ἐμπόριον. Τοῦτο, καὶ ἂν μὴ ἀνεγράφετο, θὰ ὑφίστατο ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅπως ὑφίσταται, καίπερ μὴ ἀναγεγραμμένον, πρὸς πάντα τὰ Κράτη, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν συμβάσεις, παρεχούσας αὐτοῖς, ὡς πρὸς τὸ γενικὸν ἐμπόριον, τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν. Οὐδὲν τῶν Κρατῶν τούτων προέβαλεν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, νὰ παραχωρῶμεν ἐξαιρετικῶς εἰς τὰς γειτνιακὰς ἐπαρχίας τοῦ τουρκικοῦ Κράτους ἀτελείας εἰδικὰς ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν γραμμῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν, ὅτι τὰ εἴδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ἡ ἀτέλεια τῆς κατὰ ξηρὰν γραμμῆς, εἶναι ἐκ τῶν μὴ εἰσαγομένων ἐξ ἄλλων Κρατῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ καταργήσεως τελωνιακῆς ζώνης· ἠθέλομεν ἀναγράψει ἁπλῶς ἐν τῷ δασμολογίῳ ὑπὲρ τῶν εἰδῶν τούτων τὴν ἀτέλειαν· ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς διὰ ξηρᾶς εἰδῶν, ὑποβαλλομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἔδει νὰ ψηφισθῇ νόμος ἐξαιρετικὸς περὶ τοῦ μεθοριακοῦ ἐμπορίου τῶν εἰδῶν τούτων, πάντα δὲ τὰ Κράτη ἀνεγνώρισαν, ὅτι οἱ τοιοῦτοι νόμοι, περὶ μεθοριακῆς ἐμπορίας, δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν συμβάσεων. Ὥστε τὸ ἐδάφιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἑρμηνεύῃ τὰ κατὰ πάσας τὰς συμβάσεις ἰσχύοντα. Ἐν πάσαις ταῖς συμβάσεσιν ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι διατάξεις περὶ τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφορῶσιν, εἰς τὸ μεθοριακὸν ἐμπόριον· ἀλλ’ ἐν ταῖς ἄλλαις συμβάσεσι δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, νὰ γίνῃ μνεία περὶ τούτου, διότι δὲν ζητοῦσι τὰ ἄλλα Κράτη τοιαύτην ἀναγραφὴν, διότι δὲν ἔχουσιν αὐτὰ διατάξεις ἐξαιρετικὰς περὶ μεθοριακοῦ ἐμπορίου, ὡς ἡ Αὐστρία, ἥτις διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν ἀναγραφήν. Οὕτως ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν τὴν διάταξιν ταύτην, τῆς ὁποίας, τοιαύτην ἐχούσης ἔννοιαν, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀναγραφήν.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ψηφίζομεν συνθήκην, καὶ οὐχὶ σύγγραμμα περὶ τοῦ ἀλληλεθνοῦς δικαίου. Ἂν τὸ ἀλληλεθνὲς δίκαιον ἑρμηνεύῃ οὕτω τὰς γενικὰς διατάξεις τῶν συμβάσεων, τότε εἶναι περιττὴ ἡ ἐν τῇ συνθήκῃ καταχώρησις τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ ἐν αὐτῇ ὅμως ὕπαρξίς της ἐμφαίνει μᾶλλον, ὅτι δὲν εἶναι περιττή. Ψηφίζοντες συνθήκην, ὁρίζουσαν δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποίαν ἔκτασιν ἔχουσι ταῦτα. Δέν μοι φαίνεται δὲ δικαία ἡ ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου φάρων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–14).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§77ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.). Ὑποβάλλω τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 15 καὶ τῶν ἑπομένων, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ ληφθῇ αὔριον ὑπ’ ὄψει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180). (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15–29).
§78Σ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω ἐνταῦθα τροπολογίαν, ὅπως δύνωνται οἱ κυβερνῆται ἐμπορικῶν πλοίων νὰ διορίζωνται εἰς τοιαύτας θέσεις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γράψατέ την, διὰ νὰ τυπωθῇ.
§80Σ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Καταθέτω αὐτήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30.
§82Σ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως διορίζωνται οἱ πλοίαρχοι τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα 30 καὶ 31, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΡΠΖʹ. νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μεταβαινόντων πλοίων.
§85Σ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἔχω ἐπὶ τούτου τροπολογίαν, ὅπως λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ τῆς μισθοδοσίας των περὶ πλέον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γράψατέ την, ὅπως τυπωθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει αὔριον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–2).
§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσιν ὡς ἄρθρον 3 τὰ ἑξῆς: «Οἱ μισθοὶ καὶ αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπολογιστῶν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκπλεόντων πολεμικῶν πλοίων πληρόνονται εἰς χρυσόν».
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην ὡς ἄρθρον 3 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ταχθὲν ὡς ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον, εἰς βʹ. συζήτησιν).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μισθοδοσίας καὶ τροφοδοσίας τῶν τεχνιτῶν τῶν συνεργείων τοῦ ἐργοστασίου τοῦ Β. Ναυστάθμου. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§90ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἡ ἑξῆς τροπολογία. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη, καθὼς καὶ τὸ σύνολον).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκτήσεως εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ οἰκοπέδου καὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ καταστήματος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΡΞΒʹ τοῦ 1884 περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§93ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 182). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν γραφέων κτλ.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀναβάλλονται τὰ προηγούμενα τούτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ φέρωμεν διορθώσεις.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον κατεπείγοντα τὰ ἄλλα, νὰ μὴ ἀναβληθῶσι.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΑΣΝΖʹ περὶ φυλακῶν ἐν γένει καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον μόνον).
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ εἰμὴ συγχρόνως μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, περὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων· συνδέονται τόσον στενῶς, ὥστε δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ ἓν χωριστὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσι συνάμα, ἀλλ’ εἶναι ὀρθὴ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου διὰ τῆς τυπώσεως καὶ τῆς διανομῆς αὐτοῦ· ἑπομένως παραδέχομαι, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἕως τῆς τυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τῆς Ἀντιβασιλείας.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αὐτό, παρακαλῶ, νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ γίνωσιν εὐρεῖαι συζητήσεις.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅταν θὰ συζητηθῇ, διότι θὰ γίνῃ εὐρυτέρα ἡ συζήτησίς του· ἑπομένως, ἐὰν δὲν πρόκηται ἤδη νὰ ψηφισθῇ ἁπλῶς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς ἁ. ἀνάγνωσιν, εἶναι ὀρθότερον νὰ τὸ περιλάβωμεν ὡς πρῶτον ἐν ἑτέρᾳ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία, ἥτις ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι, τὸ «ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως» περιλαμβάνει πᾶσαν τοιαύτην ἀποδημίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, καὶ δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον ἐφ’ ἅπαξ. Βεβαίως τὸ «ἐνδεχομένῃ» τοῦτο σημαίνει, ἀλλ’ εἶναι καλὸν νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἑρμηνεία, μήπως τυχὸν παρουσιασθῇ ἀνάγκη δευτέρας ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ γίνῃ πάγιος νόμος;
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητή. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει προβλέπεται ἀποδημία τοῦ Βασιλέως, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀσκηθῶσι τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα δι’ Ἀντιβασιλείας. Τοῦτο εἶναι ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, οὐδεμία δὲ φράσις, τιθεμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δύναται νὰ καταργήσῃ τοιαύτην διάταξιν.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν περιορισθῇ ἐν χρόνῳ, ἤτοι κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους, ἡ ἀποδημία τοῦ Βασιλέως, ἢ ἐν τῇ χρονικῇ διορίᾳ διακοπὴ τῆς ἀποδημίας δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς· καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν ἐξακολουθεῖ αὕτη οὖσα ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ Σύνταγμα, ἐπιτρέψαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κανονισμόν.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει χρονικὸν διάστημα· ἐννοεῖ, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλαμβάνηται τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἀντιβασιλείας δι’ ἑκάστην ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως, εἴτε διαρκέσῃ ἡ ἀποδημία αὕτη τρεῖς μῆνας, εἴτε ἕνα· τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἡ Βουλὴ πρέπει ἑκάστοτε ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταρτίσεως τῆς Ἀντιβασιλείας· διατὶ δὲ ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος; διότι ἤθελον νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, νὰ μὴ δίδῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἄδειαν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Κράτους. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐφ’ ἑκάστης ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως· δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ ἐνιαυτὸν, ἢ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, τὴν διάρκειαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§116ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἀπαραίτητον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις. Μὴ τὸ παραβλέπητε, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει δώσῃ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ νομοθέτημα, ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ θεωρηθῶσιν ἄκυροι ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ γενόμεναι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἄνευ εἰδικοῦ νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας· δὲν παίζει τις μὲ Συνταγματικὰς διατάξεις.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ Συνταγματικὰς διατάξεις δὲν δύναται νὰ παίζῃ τις, διότι καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε παρερμηνεύσει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, αὕτη μένει πάντοτε ἀκεραία. Δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῆς.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τοιοῦτο τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε ἐπιβάλλεται, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδημήσῃ ὁ Βασιλεὺς, ἡ σύγκλησις ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος). Λοιπὸν χρειάζεται ἑκάστοτε νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ ἐκτάκτως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος λέγει, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν εἶναι παροῦσα, τί θὰ γίνῃ; Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει σαφῶς τί θὰ γίνῃ.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑνώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον).
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ ὑποβάλω, καὶ ἃς λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐὰν τὰς εὕρῃ ὀρθάς. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς ὑπηρεσίας σπουδαιοτάτας, σχετικὰς μὲ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, διότι οἱ ὑπάλληλοι, ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ, εἶναι οἱ κάτοχοι μεγάλων συμφερόντων κοινωνικῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, περὶ μεταθέσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναφέρει τὸ ἄρθρον περὶ αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Γίνονται εἶτα δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Περὶ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ δεμάτων. Περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ γραμματοσήμου. Περὶ φυλάξεως καὶ συντηρήσεως τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν δι’ ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς. Περὶ διατιμήσεως τῶν τελῶν τῶν ἐσωτερικῶν τηλεγραφημάτων. Περὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ παρὰ τῷ Ἰατροσυνεδρίῳ γραμματέως. Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Βερολίνῳ διεθνοῦς Κανονισμοῦ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ Περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ Συμβούλου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ λάθος τοῦ Γραφείου, ἐσημειώθη, ὅτι τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθ. 44–49 εἶναι εἰς πρώτην συζήτησιν, ἐνῷ εἶναι εἰς δευτέραν.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, κ. Πρόεδρε, διότι ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεξειργάσθη μέχρι τοῦδε ἓν μόνον ἐξ αὐτῶν, δὲν γνωρίζω δὲ διὰ τίνα λόγον δὲν εἰργάσθη ἐπὶ τῶν ἄλλων· τὸ σφάλμα ὅμως βεβαίως δὲν πιστεύω ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔδειξαν μεγάλην προθυμίαν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν νομοσχεδίων ἀναβάλλεται. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν δαπάνην ἐκ 1450 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν μετάβασιν καὶ ἐπάνοδον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἰς τὴν τελετὴν τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἀοιδίμου Καποδιστρίου.
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.