1887.03.26
3,262 rows · 26,356 words · 38 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 26 Μαρτίου 1887.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος ὑπέβαλε διαφόρους ἐπερωτήσεις πρός τινας τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐγγράφους, ἐχούσας ὡς ἑξῆς:
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς σημειουμένοις χωρίοις τῆς ἐγκλειομένης ὧδε ἐφημερίδος ἡ «Ἐπιθεώρησις» γίνεται λόγος περὶ ὑποθέσεως καὶ τὴν δημοσίαν συνείδησιν σφόδρα ἐνδιαφερούσης καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ὑπαινισσομένου ἀξιωματικοῦ· ἑπομένως παρακαλῶ νὰ δοθῶσι παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ πληροφορίαι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἀναγραφομένων, ὅπως μὴ διατελῇ ὑπὸ τὸ βάρος ὑποψιῶν καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἡ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1) Διατὶ δὲν ἤρξατο εἰσέτι ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Μποκοβίνας— ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν — ἤτοι ἡ ἀπὸ Πρεβέδου μέχρι Σκιαδᾶ, ἐνῷ ἔχει διαταχθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. 2) Παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐν Μακελαριᾷ τῶν Καλαβρύτων, διότι εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἡ ἔλλειψις δ’ αὐτῆς προὐξένησε δυστυχήματα, πνιγέντων ἀνθρώπων ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης. «Ἐπερωτῶ καὶ αὖθις τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τοῦ δημοδιδασκάλου Ζαρούχλης τῶν Καλαβρύτων, ὅστις πληρόνεται, χωρὶς οὐδέποτε νὰ διδάξῃ. «Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἀπενέμετο παράσημον τῷ ἰατρῷ Χ. Δημητρίου, τῷ ἀντιπροσωπεύσαντι τὴν ἐν Πόρτ– Σάϊτ ἑλληνικὴν Κοινότητα κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Διαδόχου, πρὸς δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἐνεργηθεισῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων ὑπὸ τοῦ ὑποπροξένου κ. Μπουφίδου κατὰ τοῦ ὑποπροξένου ἐν Πόρτ–Σάϊτ».
§3Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἐνεργουμένην ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἅλας καὶ τὸ πετρέλαιον, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι τὸ μὲν ἅλας ἀναμιγνύεται μὲ χῶμα, τὸ δὲ πετρέλαιον εἶναι ὡς τὸ ὕδωρ.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἅλατος ἔλαβον ἀναφορὰν, καὶ διέταξα νὰ παύσῃ τοιαύτη ἀποστολή· περὶ πετρελαίου δὲν ἔλαβον ἀναφορὰν, ἀλλ’ εἶναι ἀρκοῦντα, ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, καὶ θέλω φροντίσει.
§5ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ παραχωρῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἅλας παρ’ αὐτῆς, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἁλατοπηκτεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν συμφωνίαν καὶ τὸ ὅλον σύστημα τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἅλατος, ἡ ἑταιρία δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἅλας ἄλλο, παρὰ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως χορηγούμενον εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παραδίδῃ καλὸν ἅλας· δὲν δύναται δὲ ἡ ἑταιρία νὰ λαμβάνῃ ἄλλο ἅλας, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ Κυβέρνησις.
§7ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἔλαβε πληροφορίας περὶ τῆς Μονῆς Φισκάρδου.
§8ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Ἡ Μονὴ Φισκάρδου ἔχει κτήματα ἐν Λευκάδι, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ μίσθωσιν εἰκοσιενναετῆ. Αὕτη λήγει προσεχῶς, καὶ διὰ τοῦτο πολίτης τις ἀνηνέχθη, ζητῶν, ὅπως παραχωρηθῶσιν εἰς αὐτὸν δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας τὰ κτήματα ἐκεῖνα εἰς ἴσον χρονικὸν διάστημα μισθώσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνέκρινε τὴν μίσθωσιν ταύτην, διέταξε δὲ τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, νὰ ἐκθέσωσιν εἰς μίσθωσιν τὰ κτήματα ταῦτα, ὅπως συμβαίνει ἐν γένει.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Περὶ ἅλατος θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ διατάξῃ, ὥστε ποσότης τις ἐκ τῆς δημοσίου ἀποθήκης τοῦ ἅλατος Καλαμῶν νὰ σταλῇ ἐνταῦθα, διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι ἡ ἄμμος τοῦ Νέδωνος εἶναι ἄλλη πηγὴ ἅλατος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον γίνει αἴτιος νὰ σπαταλήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν χρόνον, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ ἀναιρέσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἤθελον γίνει τῳόντι αἴτιος σπατάλης χρόνου, διότι ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠκολούθησε σύστημα ἀληθῶς πρωτότυπον, ἐφαρμοσθὲν καὶ ἄλλοτε, ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ ὑπερακοντισθὲν παρὰ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ ὅτι τὰ λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλα ἦσαν μὴ ἀκριβῆ καὶ οὐδεμίαν βάσιν εἶχον πραγματικήν; Ἐγὼ, ἀγορεύων περὶ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅταν ἐφῃρμόσθη ὁ νόμος οὗτος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε περιλάβει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου, 3 ἑκατομμύρια δραχ., ἀλλ’ ὅτι κατὰ τὸ 1884, ἀντὶ 3,000,000 δραχ., εἰσέπραξε μόνον 821,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε περιλάβει ἔσοδα 1,200,000 δραχ., ἠλάττωσα τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 800,000 μόνον δραχμῶν. Ἐπὶ τούτου ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἀνέμιξε τὰ δύο ἔτη, τὸ ἔτος 1884 μὲ τὸ 1885, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν περιέλαβεν ἔσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 δραχ. 3,500,000, ἀλλὰ μόνον 1,200,000, ὑπολαβὼν, ὅτι οὕτως ἀνῄρει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Τί νὰ εἴπω περὶ τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς; Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ συστήματος τούτου ἔσοδα ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1885 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1886, ὅτε συμπληροῦται τὸ ἔτος, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1866 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1886, ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ παραλείψωμεν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885. Διατί; Διότι κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην περίοδον γίγνεται ἡ τοῦ καπνοῦ δήλωσις. Λοιπὸν, ἐπειδὴ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον γίγνεται ἡ συγκομιδὴ τῶν καπνῶν, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζηται τὸ δηλούμενον πρὸς κατανάλωσιν ποσὸν τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν πρέπει ν’ ὑπολογίσωμεν, ἀλλὰ ν’ ἀφαιρέσωμεν; Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλείψω, νὰ μνημονεύσω τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔῤῥιψε γενικὸν βλέμμα ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν περιήλθομεν εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, δὲν πταίει ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Θέλετε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν; ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰπέτε αὐτὸ, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν λέγετε τοῦτο, ἐνόσῳ ὑποστηρίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν μεριμνῶντες περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς θέλει ἐκπληρώσει τὰ πρὸς αὐτὸν καθήκοντά της, συνέπεια εἶναι, νὰ ἔχητε ἐλλείμματα, συνέπεια εἶναι νὰ διατελῆτε εἰς τὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν περιήλθετε. Ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς δὲν συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 60,000,000; Καὶ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρόνητε δι’ αὐτό. Δὲν συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000; Καὶ ἰδοὺ τὸ δάνειον τοῦτο αὖθις συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρέλιπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ τι περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, μολονότι καὶ αὐτὸ μετέχει τῆς αὐτῆς πολιτικῆς, διότι καὶ πρὸς δικαιολογίαν τοῦ δανείου τούτου μᾶς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἤθελε διαθέσει ἓν ποσὸν, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων ἑκατομμυρίων, εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ ταῦτα οὕτως ἔχουσι; Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 συνωμολογήθη βεβαίως διὰ ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις εἶχεν ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ 1877, ἕνεκα τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας συνωμολογηθέντων τότε δανείων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἀλλ’ ἐχρησίμευσε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Παντάπασιν. Ἡμεῖς εἴχομεν καταβάλει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τούτου, εἰς τὰς Τραπέζας, εἰς τὰς ὁποίας ὠφείλομεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐλθὼν τότε εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἐπανέλαβε τὰ χρήματα ταῦτα ἀπὸ τὰς Τραπέζας, καὶ ἔλεγε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ὑπ’ αὐτὴν πληρόνομεν τόκους τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, ὧν ἕνεκα αὕτη ἐπεβλήθη, μόνον ἓν τοῖς ἑκατὸν, πρέπει δὲ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου νὰ ἐξοφλήσωμεν ἄλλα χρέη τοῦ Δημοσίου, διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνομεν 7 καὶ 8%. Τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὡς βλέπετε, δὲν ἦτο τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ τέρας, τὸ ὁποῖον τώρα κατασπαράσσει τὰ σπλάγχνα μας. Τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἠδύνατο ἀζημίως νὰ παραταθῇ. Ἔλαβε λοιπὸν ἀπὸ τὰς Τραπέζας τότε ὀπίσω τὰ χρήματα, καὶ μετ’ ὀλίγον, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πλήρης ἀποτυχία τῶν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πολιτικῶν ἰδεῶν αὐτοῦ, ὅτε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ἐτύγχανον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, καὶ εἶδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶχε σφάλει, τοιαῦτα ὑποστηρίζων καὶ βεβαιῶν, ὅτι εἶχε σφάλει, παραλύσας τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς τῆς Ἑλλάδος, τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879, τότε ἔσπευσε νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπάνησε τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν συνομολογήσει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ βεβαίως γίνεται αἰτία δαπανῶν εἰς τὸ Κράτος· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἴδιον συνετῆς πολιτικῆς νὰ μεταχειρίζησθε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ὡς μέσον διὰ νὰ καλύπτητε, εἴτε τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἀνατρέπητε τὰ ἔργα τῶν ἀντιπάλων σας, εἴτε τὸν πόθον τὸν ὁποῖον ἔχετε, νὰ ἀναῤῥιχᾶσθε εἰς τὴν Ἀρχὴν, προβάλλοντες οὕτω λόγους σαθροὺς καὶ ἀνυπάρκτους, εἴτε θεωρίας ὑπ’ οὐδενὸς λόγου ὑποστηριζομένας. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000; Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 συνωμολογήθη, κατὰ τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν τότε προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις ἐπίεζε τότε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, καὶ προσέτι διὰ νὰ μείνῃ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς πόσον ποσὸν προσδιωρίζετο, εἰς 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ δαπανήσωσιν εἰς τὰ δημόσια ἔργα τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Πόσον μέρος τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἐδαπανήσατε εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς; πόσον εἰς δημόσια ἔργα, ἢ τὴν ὁδοποιΐαν; Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, συσκεύασμα ἀτυχὲς καὶ ἐπινόημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω, ἐπιχείρησις, ἥτις ἀναποφεύκτως ἔμελλε ν’ ἀποτύχῃ, ἔδωκε τὸ τελευταῖον κτύπημα εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος, κατέστρεψε τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς δημοσίας πίστεως αὐτῆς. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἐξεδόθη, καὶ ἐκδοθὲν ἀπέτυχεν, ὡς εἴπετο. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ πωλήσεως μέρους τοῦ δανείου ἐμέλλετε νὰ λάβητε, ἦτο προωρισμένον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, ἵνα ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἐδαπανήσατε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε; Ἐδαπανήσατε αὐτὰ εἰς ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠναγκάσθητε τότε νὰ τραπῆτε εἰς τὸ σύστημα τῶν προκαταβολῶν, καὶ νὰ διασπείρητε καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον τὰς ὑπολοίπους ὁμολογίας, ἵνα ἐνεχυριάσητε αὐτὰς καὶ λάβητε προσωρινὰ δάνεια. Καὶ ἐκρούετε τὰς θύρας παντὸς τραπεζίτου καὶ πάσης Τραπέζης, ἵνα δυνηθῆτε νὰ λάβητε δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια ὡς προκαταβολὴν, ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἵνα δυνηθῆτε νὰ συμπληρώσητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἔπρεπε νὰ ἄρητε αὐτὴν, διὰ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐξετελέσατε ὅ,τι εἴχετε εἰπεῖ. Ναὶ, ἐξετελέσατε ὅσα εἴχετε εἰπεῖ, ἀλλ’ ὄχι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐπὶ καταστροφῇ τοῦ τόπου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν ἐγένετο πράγματι αἰτία διὰ ν’ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα, τὰ προστεθέντα, προσετέθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη, διότι ηὐξήθησαν οἱ φόροι, καὶ νέοι ἐπεβλήθησαν φόροι. Ἂν δὲ περιωριζώμεθα εἰς μόνας τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ Κράτος ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ἠθέλομεν ἰσοζυγίσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐχρησίμευσεν ὡς λόγος πρὸς δικαιολογίαν δαπανῶν μὴ ἀναγκαίων, δαπανῶν μάλιστα πολλάκις μὴ ὠφελίμων κἄν. Καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐγὼ, εἰπὼν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 συνίστατο εἰς 5,244,833 δρ., ἔσφαλον, διότι, ναὶ μὲν τοσοῦτον ὑπῆρξε τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διαιρέσωμεν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ, καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τοσοῦτον ποσὸν, ὅση ὑπῆρξε κατὰ τὸ 1882 ἡ διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς δαπάνη. Ἐπειδὴ δὲ ἡ τοιαύτη δαπάνη ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1883 εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἢ εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἡ δαπάνη αὕτη ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος, καὶ νὰ θεωρηθῇ ἀνήκουσα εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ὡς ἂν κατὰ τὸ 1882 εἴχομεν δύο Προϋπολογισμούς, τὸν τακτικὸν καὶ τὸν ἔκτακτον. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν, μᾶς εἶπε τῆς πλειοψηφίας ὁ Εἰσηγητὴς, τὰς δαπάνας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, 2,800,000, καὶ τότε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 περιορίζεται μόνον εἰς 3,000,000. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ διάταξις σοφὴ, καθ’ ἣν, ἐὰν μετὰ τὴν σύνταξιν ἢ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητηθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεις, εἴτε ἔκτακτοι, εἴτε ἀναπληρωτικαὶ, ἐπειδὴ ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους προσδιωρίσθησαν ἤδη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ὑποδεικνύωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ ζητοῦντες τὰς ἐκτάκτους ἢ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἤθελον προσπορισθῆ τὰ χρήματα, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὰς ἐκτάκτους ἢ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Ἡ σοφὴ αὕτη διάταξις ἐσκόπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ καθῆκον νὰ εὑρίσκωσι νέους πόρους, ἵνα μὴ δημιουργῶσι διὰ τῶν ζητουμένων πιστώσεων ἐλλείμματα, νὰ ἐξασφαλίζωσι δὲ ἐπαρκῶς τὸν πορισμὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀπαιτεῖ αἱ ζητούμεναι πιστώσεις. Ἀλλ’ οὕτως ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1882; Ὅλως ἀλλοῖα. Ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου 40 ἑκατομμυρίων διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πίστωσιν, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων ἑκατομμυρίων, διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Τὸ δάνειον ὅμως τῶν 40 ἑκατομμυρίων οὐδὲ συνωμολογήθη, οὐδ’ ἐξεδόθη κἂν, οὐδὲ κἂν ἀπόπειρα ἐγένετο πρὸς συνομολόγησιν αὐτοῦ. Λοιπὸν τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζητήθη ἡ πίστωσις, δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰ Ταμεῖά μας· τὰ ἔκτακτα ὅμως ἔξοδα ἐγένοντο, καὶ ἐδαπανήθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐπιβαρύνοντα τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Τί λοιπὸν μᾶς ὁμιλοῦσι περὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ; Ἀλλ’ ἂν τοὐλάχιστον τὰ ἔξοδα ταῦτα τῷ ὄντι ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἠθέλετε εὕρει μίαν τινὰ, ἂν ὄχι δικαιολογίαν, ἀλλ’ ἀρχὴν δικαιολογίας. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως, νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ, ποῦ ἐδαπανήθησαν ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζουσιν ἔκτακτα ἔξοδα, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα καταγγέλλουσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν. Ἐὰν ἐκ τῶν ὑπὸ τοιοῦτον τίτλον δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1882 ἀφαιρέσητε δραχμὰς 213,642.98, ἅτινα ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν πυροβόλων τοῦ Κροὺπ, πάντα τὰ ἄλλα ἐδαπανήθησαν εἰς συνήθεις τακτικὰς ἀνάγκας. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ παρασταθῇ μικρότερον τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε παραστήσει, ἐχαρακτήρισαν ὡς ἔξοδα ἔκτακτα τὰ ἔξοδα τῆς εἰρήνης καὶ οὐχὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐν εἰρήνῃ διοικήσεως, καὶ ἀνῆλθον τότε ταῦτα εἰς δραχ. 3,608,072.11. Τοὺς λόγους τούτους βεβαιοῦσιν αὐταὶ αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθεῖσαι κατὰ τὸ 1884 εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσημοι πληροφορίαι, περὶ τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν ταῦτα. Ἰδοὺ εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπανήθησαν (ἀναγινώσκει ἐπίσημον ἔντυπον κατάστασιν). «Εἰς προμήθειαν σιδηρελασμάτων δρ. 19,800. Εἰς προμήθειαν σιδήρου, χαλκοῦ, χρωμάτων, ὀθώνης καὶ διαφόρων εἰδῶν ὑλικοῦ δρ. 267,120. Εἰς προμήθειαν ἀγκυρῶν καὶ ἁλύσεων δρ. 63,906.45. Εἰς προμήθειαν ἄλλου ὑλικοῦ δρ. 46,838.13. Εἰς ἀγορὰν τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Ἀηδόνος», τοῦ «Ἀλφειοῦ» καὶ τοῦ «Εὐρώτα», τοῦ «Πηνειοῦ» καὶ τοῦ «Ἀχελώου» δρ. 1,983,668.44. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1882 τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπέβαλλεν ἡ ἐθνικὴ πολιτική; Καὶ τὰ πρὸς ἀγορὰν τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Ἀηδόνος», καὶ τῶν τεσσάρων πλοίων, τῶν φερόντων τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν, χαρακτηρίζετε ὡς ἔξοδα στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ ζητεῖτε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ; Διὰ τῶν πλοίων αὐτῶν ἐσχεδιάζετε νὰ ἀποκλείσητε τὸν Ἑλλήσποντον καὶ κατατροπώσητε τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν! Καὶ αὐτὴ ἡ πίστωσις, ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1882, ἐπὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσητε, τῶν 40,000,000 δραχμῶν, κατήντησεν ἀνεξάντλητος. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις αὕτη κατὰ τὸ 1882 καὶ τὸ 1883, ἐζητήσατε νὰ μεταφέρητε τὸ ὑπόλοιπον τῆς πιστώσεως ταύτης εἰς τὸ 1884, καὶ ἐλάβετε τὴν ἄδειαν ταύτην παρὰ τῆς Βουλῆς, νὰ δαπανήσητε ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἐλάβετε χρήματα, διότι τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 δὲν συνωμολογήθη. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1884 ἐπετρέψαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, μᾶς ὑπεσχέθη πάλιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μέρος αὐτοῦ θὰ δαπανήσῃ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ μετεφέραμεν τὴν πίστωσιν εἰς τὸ 1884. Ἀλλὰ πόσα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐδαπανήσατε, ἀφοῦ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 δὲν σᾶς ἀφῆκεν οὐδὲ ἓν λεπτὸν διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς;—διότι ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα αὐτοῦ, ἄλλα μὲν εἰς πληρωμὴν τῶν χρεῶν εἰς τὰς Τραπέζας, διὰ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁποίων ἠδυνήθητε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὰ ἄλλα δὲ εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.—Ἠναγκάσθητε, διὰ νὰ συμπληρώσητε τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα, νὰ λάβητε καὶ ἀπὸ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἀπὸ τὰς παρακαταθήκας καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἰδιαίτερα Ταμεῖα, ὅσον χρῆμα ὑπῆρχε πρόχειρον. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐξακολουθεῖ ἀκόμη. Πρὸ ὀλίγου εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἠδυνάμην νὰ συμμετάσχω τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, πάλιν ἐχορηγήθη διὰ μεταφορᾶς τῆς πιστώσεως ἐκείνης ἄδεια, διὰ νὰ κατασκευασθῶσι στρατῶνες. Καὶ ἐνῷ τὰ ἔξοδα ἐξακολουθοῦσι κατ’ ἔτος, τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα, οὐδὲ τὰ εἴδομεν, οὐδὲ τὰ εἰσεπράξαμεν. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ διαχείρισις τοῦ 1884 εἶχε περιαγάγει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς κατάστασιν δυσοικονόμητον. Ἀνελάβομεν τότε νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐλπίζοντες, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπήρκεσεν. Εἴχομεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ προκαταβολὴν 35,000,000, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ εἰς τὰς Τραπέζας πληρωτέον ὀφειλόμενον αὐταῖς ποσὸν, καὶ ἔλαβεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠναγκάσθη νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, τὸ μὲν μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε προωρισθῆ διὰ νὰ δαπανηθῇ εἰς ἔργα δημόσια, καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀπεῤῥοφήθη ὑπὸ τῶν ἐλλειμμάτων, τὸ δημόσιον δὲ Ταμεῖον περιήχθη εἰς τὴν ἐσχάτην στενοχωρίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Τότε ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναβάλωσι τὴν πραγματοποίησιν πιστώσεών τινων, αἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀνέβαλον ἀληθῶς νὰ πραγματοποιήσωσι πιστώσεις δραχ. 17 ἑκατομμυρίων. Τὸ γεγονὸς, ὡς ἕπεται, ἀνεγράφη καὶ διετυμπανίσθη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἀπόδειξις ἀναντίῤῥητος τῆς σώφρονος διοικήσεως καὶ τῆς μεγάλης οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων μετῆλθε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε παρέστησεν, ὅτι, ὅταν συντάσσηται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, οἱ συντάσσοντες αὐτὸν ὀφείλουσι νὰ ἀναγράφωσι, πόσα πιθανῶς θέλουσιν εἰσπραχθῆ, ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος ἔχει πολλὰς ἀνάγκας καὶ ποικίλας, τὰ δὲ κατ’ ἔτος εἰσπραττόμενα ἔσοδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς θεραπείαν πασῶν τούτων τῶν ἀναγκῶν, ἀναγράφουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας σκοποῦσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου νὰ πραγματοποιήσωσι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει ἐκείνας τὰς ἀνάγκας, αἵτινες πρέπει νὰ θεραπευθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους· διότι, ἂν πράξωσιν ἄλλως, ἐὰν ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πάσας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος, ψηφίσῃ δὲ ἡ Βουλὴ τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν, αἱ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου καθίστανται πλέον μάταιαι καὶ εἰκονικαὶ, μένει δὲ εἰς τὸν ἐκτελοῦντα τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ἐκλέξῃ ποίας ἐκ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀνέγραψε, θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ. Οὕτως, ἂν ἀναγράψῃ δαπάνην πρὸς θεραπείαν δέκα διαφόρων ἀναγκῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐξ αὐτῶν ἐκλέξῃ δύο μόνον καὶ θεραπεύσῃ αὐτὰς, ἀφίνῃ δ’ ἀθεραπεύτους τὰς ὀκτὼ ὑπολοίπους ἀνάγκας, μειώνει μὲν τοιουτοτρόπως τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους, καὶ ἐπιφέρει οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἀθετεῖ τὰς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις. Παραπλήσιον νομίζω εἶχε συμβῆ ἐπὶ τῆς ὁδοποιίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ 72 ὁδοὺς, ἔμενε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ποιήσηται ἔναρξιν ἀπ’ ἐκείνας τὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας αὕτη ἔκρινε προτιμητέας τῶν ἄλλων. Ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις, δὲν γνωρίζω ποίας ὁδοὺς, αἱ δὲ ἄλλαι ὁδοὶ οὔτε ἐμελετήθησαν ἀκόμη, ἀμφιβάλλω δὲ, ἄν, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐξάντλησιν ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας, κατεσκευάσθη ὁδός τις καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀναγράφεται, ὅτι θέλουσι κατασκευασθῆ καταστήματα, ὅτι θέλουσιν ἀγορασθῆ πυροβόλα πυροβολαρχιῶν, ὅτι θέλουσι θεραπευθῆ ἄλλαι ἀνάγκαι, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ταμείῳ χρήματα, εἰμὴ μόνον 50,000 δραχμῶν, ταύτας δὲ ἡ Κυβέρνησις δαπανᾷ ἐκεῖ, ὅπου αὕτη ἐνέκρινεν, αἱ δὲ λοιπαὶ ἀνάγκαι μένουσιν ἀθεράπευτοι, καὶ αἱ δι’ αὐτὰς πιστώσεις ἀδιάθετοι. Καὶ μανθάνομεν, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶχον ἀναγραφῆ μόνον διὰ ν’ ἀναγραφῶσι. Λοιπὸν κατεκρίναμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὑπεδείξαμεν εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος, τοῦ νὰ ἀφίνῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις, δὲν εἶναι συνταγματικός. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν διέθεσε τὰς πιστώσεις, οὐχὶ διότι δὲν ἠθέλησε νὰ τὰς δαπανήσῃ, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε χρήματα, ἀλλὰ διότι εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰς, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἀσχολεῖται εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Τοῦτο παρέστησε τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ κοινὸν ὡς οἰκονομίαν, καὶ τοῦτο, εἰ καὶ τρία ἔκτοτε ἔτη παρῆλθον, ἀκόμη καὶ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δισταγμὸς περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσε, περὶ τῆς φειδοῦς, μεθ’ ἐμερίμνησε καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, μὴ διαθέσας τὰς πιστώσεις ἐκείνας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰς αὐξήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάσας τὰς ἐπήνεγκον αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ παρασκευαί, καὶ ἑπομένως ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ἥτις ἐγκαλεῖται καὶ αὖθις ὡς αἰτία τῶν κακῶν αὐτῶν· δύναμαι ὅμως νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπεῤῥόφησαν, οὔτε αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ παρασκευαί, οὔτε ἡ ἐθνικὴ πολιτική, ἀλλ’ ἀπεῤῥόφησαν αἱ ὑποτιθέμεναι ἢ αἱ προβαλλόμεναι πρὸς δικαιολογίαν δῆθεν ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς ἀνάγκαι, ἢ ἐὰν προεβάλλοντο μόνον πρὸς δικαιολογίαν δαπανῶν, αἵτινες χρησιμεύουσι πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἐσωτερικοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἔχω πρόχειρον σημείωσιν νὰ σᾶς ἀποδείξω μετὰ πόσης σπατάλης, καὶ οὐχὶ φειδοῦς, τὰ δημόσια χρήματα διῳκήθησαν κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ 1884, καὶ ὅτι, ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὔξησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ἕνεκα ἀναγκῶν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ηὔξησαν ὅμως κατὰ σημαντικὸν ποσὸν, ἕνεκα τῆς τάσεως πρὸς τὸ σπαταλᾷν καὶ μὴ φείδεσθαι τῶν δημοσίων χρημάτων. Καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἑπομένως παραλείπω ἐντελῶς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδεὶς δισταγμὸς, ὅτι αἱ αὐξήσεις αὗται δὲν συνδέονται μετὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὸ 1882 τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας μετὰ τῶν διαφόρων πληρωμῶν ὑπερέβησαν ἐν παραβολῇ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 ἀναγεγραμμένα κατὰ 8,661,667. Κατὰ τὸ 1883 δὲν ἤρκεσεν ἡ αὔξησις αὕτη, ἀλλ’ ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τῶν εἰρημένων Ὑπουργείων, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, κατὰ 16,910,589.96. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 ὑπερέβη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἐπὶ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ 1,217,804, τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ 1,383,310.13, τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ 2,646,772.77, τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ 2,058,132.76, τὸν τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 1,744,369.54, τὰ κατὰ τὸ 1880 προϋπολογισθέντα ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας εἰς 4,807,026, τὰ ἀναγραφέντα τὸ 1880 διὰ διαφόρους πληρωμὰς κατὰ 1,241,325.36. Καὶ δι’ ὅλα ταῦτα ὑπεύθυνος καὶ ὑπαίτιος εἶναι ἡ ἐθνικὴ πολιτική! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα, ἀγορεύων προχθές, ἠθέλησε νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἐγὼ εἶχον δῆθεν προαίρεσιν νὰ συκοφαντήσω αὐτὸν, μνείαν ποιησάμενος ἐνοικιάσεως οἰκίας τινὸς ἐν Βόλῳ, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς κοπτήριον καπνοῦ, καὶ παρέστησεν, ὅτι, χάρις εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἵνα ἀποκαλύψῃ τὴν συκοφαντίαν, ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ ὑποχωρήσω καὶ νὰ δώσω ἐξήγησιν, αἴρουσαν τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐπροξένησαν οἱ λόγοι μου. Ἡ ὑπόθεσις μοὶ ἐφάνη τόσον μικρὰ, ὥστε δὲν ἔπρεπεν οὐδὲ κἂν νὰ μνημονεύσω αὐτῆς. Εἶχεν ἀληθῶς μισθωθῇ οἰκία διὰ 350 δραχμὰς διὰ κοπτήριον τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ ὅτε ἔληξεν ἡ ἐνοικίασις, ἐμισθώθη ἑτέρα ἀντὶ 170. Διατὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ τοῦ ἐνοικίου; Διότι ἐν Βόλῳ ὑπῆρχεν ὕψωσις ἐνοικίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ δὲ τὸ 1883, ὅτε ἐμισθώθη ἡ εἰρημένη οἰκία, ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ἑτέρα μὲ ὀλιγώτερον μίσθωμα· Ἀλλὰ μετὰ 15 μῆνας εἶχε παρέλθει αὐτὴ ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις, καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθη ἑτέρα οἰκία πρὸς 170 δραχμάς. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα, οὔτε νὰ μνημονεύσω τοῦ ὀνόματος τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς οἰκίας ἐκείνης, ἵνα μὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προκύψῃ δισταγμὸς καὶ ὑποληφθῇ περὶ χαριστικῆς πράξεως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅστις συνέπιπτε νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ ὄνομα μὲ τὸ ὄνομα ἑνὸς τῶν τότε βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας. Ὅταν ἔν τινι Ἐπικρατείᾳ, ἥτις στερεῖται πρὸ πάντων δημοσίων κτιρίων καὶ ἐνοικιάζῃ ἐν πάσαις ταῖς πρωτευούσαις τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ τῶν Νομῶν καὶ τῶν Δήμων ἰδιωτικὰς οἰκίας, ὅταν οἱ Κυβερνῆται δαπανῶσιν 1,156,445 δι’ ἐπισκευὰς δημοσίων κτιρίων ἐντὸς τοῦ 1882, 1883, 1884 καὶ 1885, δὲν δύνανται οἱ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα κυβερνήσαντες νὰ ἀναφέρωσιν ὑψαύχενες εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι αὐτοὶ ἔδωκαν ἀπόδειξιν μεγάλης φειδοῦς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Δὲν ἐννοῶ, πῶς δίδουσι τοιαύτας νύξεις, καὶ μᾶς προκαλοῦσι νὰ εἰσερχώμεθα εἰς λεπτομερείας, τῶν ὁποίων οὐδέποτε κατεδέχθημεν νὰ μνημονεύσωμεν, πῶς ζητοῦσι δίπλωμα οἰκονομίας καὶ φειδωλίας, καὶ μᾶς ἐλέγχουσιν, ὅτι συκοφαντοῦμεν αὐτούς. Μᾶς ἀναγκάζουσιν οὕτω νὰ ἀναφέρωμεν, ὅσα οὐδέποτε ἀνεφέραμεν· ἀρκεῖ νὰ ἀκούσῃ τις, ὅτι ὡς γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1884 ἐδαπανήθησαν 20,038 δραχμαὶ καὶ 40 λεπτὰ, ἐνῷ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1885 ἐδαπανήθησαν παρ’ ἡμῶν μόνον 2,991 καὶ 5 λεπτά. Καὶ μᾶς ζητοῦσι δίπλωμα φειδωλῶν καὶ οἰκονόμων ἀνθρώπων! Καὶ μᾶς ἀναφέρουσιν, ὅτι τοὺς ἠδικήσαμεν, διότι τοὺς ἐθέσαμεν εἰς κόπον νὰ ὑπογράψωσι τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον μὲν ἐκδεδομένα, δὲν εἶχον δὲ ὑπογραφῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν! Ἀνέφερον τοῦτο, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν σύγχυσιν, ἥτις ἐπεκράτει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τότε; Καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν 285,040:54 δραχμῶν ἐντάλματα, ὑπογεγραμμένα μὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἀλλὰ δεόμενα χρημάτων, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶχε μόνον 21 δραχμὰς καὶ 38 λεπτά. Καὶ δὲν κατεδέχθημεν νὰ μνημονεύσωμεν αὐτῶν. Καὶ αὐτοὶ παραπονοῦνται, διότι ἠναγκάσθησαν νὰ γράψωσι μόνον τὴν ὑπογραφήν των ἐν τοῖς ἐντάλμασι! Καὶ ἐν ᾧ ἡμεῖς ἀφήκαμεν εἰς αὐτοὺς 39 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον, διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, αὐτοὶ ἀνύμνησαν ἑαυτοὺς, διότι ἠνέῳξαν τὰς θύρας τοῦ Ταμείου, καὶ ἠτιάθησαν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς εἴχομεν αὐτὰς κεκλεισμένας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε μίαν θεωρίαν, ἥτις κατέληξεν εἰς ἔγκλησιν καθ’ ἡμῶν. Μᾶς ἐνεκάλεσεν ὡς ἀποπλανήσαντας τὸν λαόν. Ἔλεγε προχθὲς τὸ ἑσπέρας ῥητῶς, ὅτι περιώδευον τὰς ἐπαρχίας ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ὑπέσχοντο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι θέλουσιν ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα κατὰ 12 ἑκατομμύρια, οὕτω δὲ ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποίησαν τὰς ὑποσχέσεις των, καὶ ἐτράπησαν εἰς ἄλλην πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διαχειριζόμενος τὰς δημοσίας ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, πράττει κατὰ βούλησιν, ὅ,τι ἂν θέλῃ, μὴ πράττων δὲ, ὅ,τι αὐτὸς νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξῃ, ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον, οἱ δὲ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύνανται νὰ ζητῶσι λόγον διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν πράττει, ὡς καὶ διὰ πᾶσαν παράλειψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε περιπέσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν τέχνην νὰ γίνηται ἐγκαλῶν, ἀντὶ ἐγκαλούμενος, καὶ νὰ ἐγκαλῇ ἡμᾶς, ἀντὶ νὰ ἀπολογῆται ἐπὶ ταῖς ἰδίαις πράξεσιν. Ὑπεσχέθημεν ἀληθῶς εἰς τὸν λαὸν νὰ φέρωμεν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπὶ τριετίαν ἐφήρμοζεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε ψηλαφήσει τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἀντίθετον πολιτικήν. Ἀλλ’ ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν, ἐξετελέσαμεν τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν· ἐπειδὴ δὲ ἀνήλθομεν οὐχὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τὸν τέταρτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἡ Βουλὴ δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα της πρὸ τοῦ ἕκτου μηνὸς, ἐπηνέγκαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 διὰ μόνον τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ἐλαττώσεις δραχ. 5,700,000. δηλαδὴ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 11,400,000. Καὶ δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο διὰ νὰ τηρήσωμεν μόνον τὰς ὑποσχέσεις μας, ἀλλὰ καὶ διότι ἦτο ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ γένηται, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ βαράθρου. Καὶ ὅταν ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπεζητοῦμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν 5,700,000, μᾶς ἐνεκάλει, ὅτι τὸ πράττομεν διότι ὑπεσχέθημεν, καὶ ὅτι ἐκτελοῦμεν τὰ ὑπεσχημένα, σήμερον δὲ παριστᾷ ἡμᾶς, ὡς μὴ ἐκτελέσαντας τὰ ὑπεσχημένα. Ἐπειδὴ δὲ ἠλλάξαμεν τὴν οἰκονομίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ παρεστήσαμεν, ὅτι ἐξ ἐκείνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον παραλειφθῆ ἔξοδα ἀπαιτητὰ καὶ πληρωτέα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη ἄλλην θεωρίαν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι, ἂν περιελάβομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς εἶχε παραλείψει, ἐπράξαμεν τοῦτο ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην. Ὁ Προϋπολογισμὸς, σᾶς εἶπε προχθὲς, παριστᾷ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Λοιπὸν ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 ἦτο ἄλλη, ἦτο, νὰ μὴ πληρόνῃ ὅσα ὤφειλε χρήματα; Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν πολιτικὴν νὰ πληρώσωμεν, καὶ ὅτι ἐφ’ ἡμᾶς πίπτει ἡ εὐθύνη, διότι προσεθήκαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 τὰς δαπάνας τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποίας ἐκεῖνος εἶχε παραλείψεις· ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ διαφωνίας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ οὐσιωδῶν κεφαλαίων τῆς ἐσωτερικῆς ἢ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἠδύνατο νὰ κρατῇ ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ τὰ νενομισμένα ποσοστὰ, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον; ἀλλὰ δὲν ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ αὐτὰ εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον; Κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑπογράψῃ συμβόλαια διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ἀλλὰ δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ τὰ ποσὰ τὰ συμφωνηθέντα; Κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀποστέλλῃ ὑποτρόφους εἰς καταστήματα βιομηχανικὰ ἐν Εὐρώπῃ, ἵνα σπουδάζωσιν· ἀλλὰ δὲν ἐχρεώστει νὰ πληρώσῃ τὰ συμφωνηθέντα δίδακτρα; Κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς ὀφειλὰς πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν· ἀλλὰ δὲν ὤφειλε νὰ τὰς πληρώσῃ; Καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλην πολιτικὴν, φρονοῦντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν ὅλας ταύτας τὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου; Δὲν ἠθύνετο λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε παραλείψει ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰς δαπάνας ταύτας, ἀλλ’ ἡμεῖς; Ἡ πολιτικὴ, βλέπετε, κατήντησε μέχρι τῶν ἐξόδων τῶν σπουδαστῶν καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς τριετίας εἶναι ἡ δημιουργὸς τῆς παρούσης οἰκονομικῆς ἀμηχανίας. Ηὔξησε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους πέραν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐδείκνυε χάριν σκοπῶν ταπεινῶν. Ἐπεβάρυνε δὲ διὰ προσθέτων βαρῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δι’ αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ ἐξήντλησε τὸν λαὸν διὰ τοῦ τρόπου τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καθ’ ἡμῶν ἓν παράπονον. Εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, μολονότι ἔβλεπεν, ὅτι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει, ἦγεν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ συμβουλεύσῃ αὐτὸν, ἀλλὰ παρενέβαλλε μόνον προσκόμματα εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατεσκεύασεν ἴδιον σύστημα, καὶ κατέδειξε μίαν πρὸς μίαν τὰς δαπάνας, αἵτινες ἔπρεπε νὰ ἀποκοπῶσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλει τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν μικρολόγον, ἀσχολουμένην περὶ μικρὰ πράγματα. Ἔλεγεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠρώτα καὶ προχθὲς τὸ ἑσπέρας: «θέλετε ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἢ θέλετε νὰ ζῆτε ὡς Κράτος τραπεζιτῶν καὶ Ἰουδαίων; Ἂν θέλητε ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἀφήσατε τὰς μικρολογίας, πρέπει νὰ αὐξήσητε τὰ ἔξοδα, διότι ὁ τόπος ἀντέχει, διὰ νὰ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ποθεῖ καὶ ἀσπάζεται». Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἤθελεν ἀγάγει ἡμᾶς ἐκεῖ, ὅπου μᾶς ἤγαγε. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα μίαν ἀπαισίαν πρόῤῥησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν 11 Μαρτίου 1880 ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλήν. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε κατορθώσει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τότε προΐστατο ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, τοῦ ὁποίου δὲ καὶ ἐγὼ μετεῖχον. Ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν: «ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Παύσατε τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἀντικαταστήσατε τὴν δεκάτην διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀφήσατε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημά μου.» Οὕτως ἀνεδείχθη Πρωθυπουργὸς, μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε πενθήμερον διακοπὴν, ἵνα δυνηθῇ νὰ παρασκευάσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνοι, μετὰ τῶν ὁποίων τότε συνέπραττον, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶσι τὴν διακοπὴν, ἐγὼ δὲ δὲν συνήνουν. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε τὴν διακοπὴν οὐδεὶς ἀντεῖπε, μόνος δ’ ἐγὼ εἶπον τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἥτις ὑπῆρξε μακρὰ, παρήγαγεν εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τότε εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο τότε γνωστὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μᾶλλον ἐπισταμένη μελέτη τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορίσει εἰς τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἐξέτασις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῆς θέλει ἀρυσθῆ, θέλουσι βοηθήσει αὐτὸν διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ εἰδικὰ μέτρα, ἅπερ νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ του προγράμματος. Ὅπως δὲ προσδοκᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἀφ’ οὗ σᾶς παραστήσῃ τὰς λεπτομερείας, τὰ εἰδικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ σχεδίου του, θέλει πείσει ὑμᾶς περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος, τοσοῦτον καὶ ἐγὼ προσδοκῶ, ὅτι ἡ γνῶσις τῶν λεπτομερειῶν τούτων θέλει πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος εἰσὶν ἀληθεῖς, καὶ ὅτι τοῦτο ἔσεται ὀλέθριον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.» Καὶ ἀπέβη ὀλέθριον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι προεκάλεσεν ἐν οὐ δέοντι τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1880, διότι δι’ αὐτῆς συνετέλεσεν εἰς τὴν περικοπὴν τῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας ἠξιοῦμεν νὰ λάβωμεν, διότι μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν ἐπὶ τριετίαν. Ἀλλὰ, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν γνώμην, ὅτι περιοριζόμεθα εἰς ἄρνησιν, διότι ἀρνούμεθα τὸ προτεινόμενον οἰκονομικὸν σύστημα, μὴ προβάλλοντες ἕτερον, ἐκτὸς ἐὰν προβάλλωμεν ὡς σύστημα τὸ σύστημα τῆς χρεωκοπίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἰδίως ἠθέλησε τοσοῦτον νὰ στιγματίσῃ, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα τὸν στιγματισμὸν τοῦτον νὰ ἐπιῤῥίψῃ καὶ ἐπὶ τοῦ μετώπου ἡμῶν. Εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι, ἐάν ποτε ἡ Πατρὶς ἤθελε περιέλθει εἰς αὐτὸ τὸ ὀδυνηρὸν σημεῖον, δὲν θέλει εὑρεθῆ ἄνθρωπος ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτον σύστημα, ἂν δὲ ἤθελεν εὑρεθῆ τοιοῦτος, ἤθελεν εἶσθαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εὐλαβοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, καὶ ἀνομολογῶ, ὅτι συνήθως ὑψοῦται ὑπεράνω τῶν μικρῶν αὐτῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα πιέζουσι τοὺς ἄλλους. Ἡ ποίησις, ἡ ὁποία θερμαίνει τὰ στήθη αὐτοῦ, καθιστᾷ αὐτὸν πρόμαχον πάντοτε καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν συμβῇ νὰ ἐπέλθῃ χρεωκοπία, ὡς ἑρμηνεύει αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ὡς κατανοοῦμεν ἡμεῖς αὐτὴν, ποῖοι ἤγαγον τὸν τόπον εἰς τὴν ὀλεθρίαν ταύτην ἀνάγκην; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδωκεν εἰς τὴν λέξιν χρεωκοπία τὴν ἔννοιαν τοῦ Ποιν. Νόμου, δηλ. τὴν δολίαν πτώχευσιν, καὶ παρέστησεν ἡμᾶς ὡς προβαλόντας μέτρον τοσοῦτον ἀνήθικον. Ἀπηρίθμησε τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τοιοῦτόν τι ἤθελε παραγάγει, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας καθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἀπέδωκεν εἰς τὴν λέξιν χρεωκοπίαν ἄλλην ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς πτωχεύσεως. Ἠθέλησε νὰ δείξῃ ἑαυτὸν ἐπιεικῆ, ἐνεθυμήθη δὲ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, τὸ Ἀμαλιεῖον Ὀρφανοτροφεῖον, τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τοῦ Χατζηκώστα, τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρίαν, τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ κατήγγειλεν ἡμᾶς εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς συμβουλεύοντας μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσι φέρει καταστροφὴν εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸ χρῆμα τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων ἵδρυσε καὶ συντηρεῖ. Εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἀφίνω νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὰς λέξεις οἵας ἐννοίας νομίζει συμφερούσας αὑτῷ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον, διεκρίθη δι’ εἰλικρίνειαν καὶ φιλαλήθειαν, ἥτις δὲν ἐπέτρεψεν αὐτῇ ὑπολογισμοὺς ἰδιοτελεῖς, ἂν καὶ ἐζημίου τὰ πολιτικὰ αὐτῆς συμφέροντα. Γνωρίζω δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ φιλαλήθεια εἰσὶν ἀλλότρια τῆς τριετοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Εἰλικρίνεια καὶ φιλαλήθεια δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν Προϋπολογισμῶν, ὅτε μᾶς ἐπηγγέλλοντο περισσεύματα, ὅτε οὕτω μᾶς ἐδήλουν, ὅτι τὸ Κράτος εὐπορεῖ, καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμον νὰ ἐκπληρώσῃ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἔπραττον τοῦτο τότε, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ δανεισθῶσι χρήματα, ἢ διὰ νὰ ἀνυψώσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν καὶ δυνηθῶσι νὰ πωλήσωσιν αὐτάς; Διὰ τούτων τῶν μέσων ἐπετύγχανον νὰ λαμβάνωσι συγχαρητήρια ἐπὶ τοῖς ἰσοζυγίοις, διὰ τούτων τῶν μέσων ἐπετύγχανον νὰ ἀνυψοῦται ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ἢ νὰ ταπεινοῦται, ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν, νὰ μεταχειρίζωνται δὲ τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν καθ’ ἡμῶν, ὡς ὅπλον, ἀποδεικνύον, πῶς τὰ κεφάλαια ἀπεχθαίνονται ἡμᾶς, ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὴν Ἀρχὴν, πῶς δὲ ἀγάλλονται καὶ πυρέσσουν, ὅταν τὸ ὄνομα αὐτῶν ἀκουσθῇ, ὡς ἀνελθὸν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς συμβουλεύομεν, δὲν ἔπραξεν αὐτὴ αὕτη, ἀθετήσασα τὰ συμπεφωνημένα διὰ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἤδη ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτῆς, τῶν νομοσχεδίων, τῶν κανονιζόντων τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν τῶν δανείων τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τῶν 25 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων; Ἂν ἡ χρεωκοπία ἦναι ἀθέτησις τῶν συμπεφωνημένων, δὲν ἠθετήσατε αὐτὰ ὑμεῖς αὐτοὶ ἔν τισι τῶν δανείων; Ἢ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ οἰκονομικὸν ὑμῶν σύστημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ πάντα τὰ φορολογικὰ νομοθετήματα ὑμῶν, ὅτι θέλετε ἀποφύγει τὴν ὀδυνηρὰν ἀνάγκην; Εὔχομαι ὡς Ἕλλην νὰ τὴν ἀποφύγητε, εὔχομαι νὰ ἐπιτύχῃ τὸ σύστημα ὑμῶν, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν δυστυχῶς, ὅτι ἡ ἀποτυχία θέλει ἀκολουθήσει τὰ μέτρα σας, καὶ ἡ ἀποτυχία θέλει παρασκευάσει κατάστασιν, πολλῷ μᾶλλον χείρονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σᾶς συμβουλεύομεν διὰ ν’ ἀποδεχθῆτε. Ὅτε κατὰ τὸ 1883 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 7,454,474.13, καὶ εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 13,569,053.90· ὅτε κατὰ τὸ 1884 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 19,948,482.89, καὶ εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 25,378,312.93· ὅτε κατὰ τὸ 1885 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 8,129,691, καὶ εἰσεπράχθησαν ἔσοδα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 15,025, 730.24, τί ἄλλο δηλοῖ τοῦτο, εἰμὴ, ὅτι, ἢ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τί πράττομεν, συντάσσοντες Προϋπολογισμοὺς καὶ ψηφίζοντες τὰ ἔσοδα, ἢ ὑπερτιμῶμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, αἵτινες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς παρακολουθήσωσιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ διὰ τοῦτο εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα 2,248,222 κατὰ τὸ 1882, ὀλιγώτερα 13,569,053.90 κατὰ τὸ 1883, ὀλιγώτερα 25,378, 312.93 κατὰ τὸ 1884, καὶ 15,025,730 ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 1885, δηλαδὴ ἔχομεν κατὰ τὸ 1882 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 10%, κατὰ τὸ 1883 δὲ 20%, κατὰ τὸ 1884 δὲ 24%, καὶ κατὰ τὸ 1885 πάλιν 20%. Καὶ ὅταν ἔχητε τοιαύτην ἀπόδειξιν περὶ τῆς φορολογικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, ἀναγράφετε ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ὅτι ἐνδελεχὴς μελέτη σᾶς ἔπεισεν, ὅτι ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς χώρας ἀντέχει εἰς τὰ βάρη τὰ νέα, τὰ ὁποῖα θέλετε ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαόν! Μήπως τὸ κείμενον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶναι δοκίμιον δημοσιογραφικόν; μήπως εἶναι γυμνάσματα, τὰ ὁποῖα μαθηταί, μὴ περατώσαντες τὰς σπουδάς των, συγγράφουσι; Ποῖον ἐπισημότερον κείμενον δύναται νὰ ὑπάρξῃ, παρὰ τὸ κείμενον τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ὁ ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, ἀπαγγέλλει πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους; Καὶ εἰς τὸ κείμενον αὐτὸ ἀνεγράψατε, ὅτι ἐνδελεχὴς μελέτη ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ παρὰ τοῦ λαοῦ ζητούμεναι βαρεῖαι χρηματικαὶ εἰσφοραὶ δὲν εἶναι ὑπέρτεραι τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας! Καὶ ποία εἶναι ἡ ἐνδελεχὴς μελέτη; Εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τῶν Προϋπολογισμῶν τῆς τετραετίας; εἶναι αἱ ἀποδείξεις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Εἶναι, ὅτι αὐτῆς τῆς γῆς οἱ κόλποι περικλείουσι τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον οἱ αἰῶνες ἐν αὐτοῖς ἐνεπιστεύθησαν; Παρθένος γῆ, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκληροδοτήθη ὑπὸ τῆς θείας Προνοίας εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν ἀνασκάψητε ὀλίγον αὐτὴν, θέλετε εὕρει τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον. Καὶ δὲν ἔχετε ἀπόδειξιν, σᾶς εἶπε, τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου; Δὲν ἔχετε ἀπόδειξιν ἀρκοῦσαν, τὴν ἑκάστοτε μετάβασιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐργατῶν ἐκ ξένων τόπων; Τὸ ἡμερομίσθιον ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀληθῶς πολλῷ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προσφέρεται εἰς ἄλλας χώρας· ἀλλ’ ὑμεῖς πάντες εἶσθε καὶ κτηματίαι, καὶ κατοικεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ γνωρίζετε διὰ τί τὸ ἡμερομίσθιον ἀνυψοῦται μέχρι τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν πληρόνουσιν εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἐὰν ξένοι ἐργάται ἔρχωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι φυσικώτατον, διότι ὁ πληθυσμὸς παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀραιὸς, ἐὰν δὲ τὸ ἡμερομίσθιον αὐξάνῃ κατὰ τοσοῦτον, διατὶ δὲν ἀποδίδετε τοῦτο εἰς τὴν ὑπέρμετρον αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, διατὶ δὲν τὸ ἀποδίδετε εἰς τὴν ὑπέρμετρον αὔξησιν τῆς φορολογίας, ὧν ἕνεκα ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ βίου εἰς τὸ διπλάσιον ἴσως τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶμεν κατὰ τὸ 1880, διὰ νὰ συντηρήσωμεν ἡμᾶς; Περικλείει ἀληθῶς ἡ γῆ θησαυροὺς ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς. Ἀλλ’ οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν, διὰ νὰ ἀνορύξωσι καὶ εὕρωσιν αὐτοὺς, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ καταβάλωσι κεφάλαια, τὰ κεφάλαια δὲ ταῦτα δὲν προμηθεύονται παρὰ γεωργικῶν Τραπεζῶν, δὲν εὑρίσκουσιν αὐτὰ πρόχειρα ἐπὶ τόκῳ μετρίῳ καὶ εὐθηνῷ, τὰ δανείζονται ἐπὶ τόκῳ ὑπερόγκῳ, ὁ ὁποῖος ἀποῤῥοφᾷ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ καθαροῦ κέρδους τῆς παραγωγῆς αὐτῶν. Καὶ πῶς ὁ τόκος νὰ μὴ καταντήσῃ ἀκριβὸς, ἀφοῦ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου κατήντησε τοσοῦτον δαπανηρὰ καὶ ἀκριβὴ, ἀφοῦ τὰ ἀποταμιεύματα ὅλων ἐξηντλήθησαν, ἀφοῦ τέλος πάντων καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ Κράτει, διετέθησαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔτρεψεν αὐτά; Καὶ ἐτράπησαν ἐπὶ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, οὐχὶ ἐπὶ πολλαπλασιασμῷ καὶ αὐξήσει αὐτῶν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων εἶναι ἤδη γνωστά. Τίς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα διασταυρωμένην ὑπὸ σιδηροδρόμων; Ἀπνευστὶ ἐψηφίσαμεν τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλ’ ἐὰν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, δὲν ἦσαν κεφάλαια Ἀθηναϊκὰ, Ἑλληνικὰ, ἀλλὰ τῆς ἀλλοδαπῆς, τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διετέθησαν εἰς τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, ἤθελον τραπῆ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω περὶ ποικίλων ἄλλων ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Μήπως εἰς τὴν Κωπαΐδα δὲν ἐδαπανήθησαν κεφάλαια Ἑλληνικὰ, ὅσα ἐδαπανήθησαν; Μήπως ἡ σύστασις τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος δὲν ἀπεῤῥόφησε πολλὰ ἀποταμιεύματα; Μήπως οἱ μέτοχοι τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Πελοποννήσου δὲν κατέθηκαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ τὰ ἀποταμιεύματά των; Μήπως οἱ μέτοχοι τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων δὲν προσήνεγκον τὰ ἀποταμιεύματα αὐτῶν; Ἡ Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία καὶ αὐτὸς ὁ Ἰσθμὸς τῆς Κορίνθου δὲν ἀπασχολοῦσιν ὡσαύτως κεφάλαιά τινα Ἑλληνικά; Ἐὰν τὰ κεφάλαια ταῦτα δὲν ἐδαπανῶντο εἰς ταῦτα τὰ ἔργα, ἤθελον εἶσθαι διαθέσιμα, ἤθελον εἶσθαι χρήσιμα εἰς ἄλλας ἀνάγκας κοινωνικάς. Ἀλλὰ σεῖς διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, δὲν μᾶς ἐπροτείνατε νὰ ἀθετήσωμεν τὰ συμπεφωνημένα; Καὶ ποίαν ἐκ τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε συνήψαμεν, ἐτηρήσατε ὑμεῖς μέχρι τοῦδε; Δὲν εἴχετε, οὐχὶ συμφωνίαν, ἀλλ’ εἴχετε δώσει ἐλπίδα καὶ ὑπόσχεσιν κατὰ τὸ 1883, νὰ ἐπαρκέσητε διὰ τῶν συνήθων ἐσόδων εἰς τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἐτηρήσατε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην; Δὲν εἴχετε κατὰ τὸ 1884, οὐχὶ συμφωνίαν, ἀλλὰ δώσει ἐλπίδα καὶ ὑπόσχεσιν νὰ ἐπαρκέσητε διὰ τῶν συνήθων ἐσόδων εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Ἐτηρήσατε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην; Δὲν εἴχετε ὑποσχεθῆ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἠθέλετε διαθέσει εἰς ὡρισμένους σκοποὺς, καὶ δὲν παρέβητε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, δαπανήσαντες αὐτὸ εἰς ἄλλους σκοπούς; Καὶ ἴσως ἐκεῖνοι, οἵτινες συνηλλάγησαν μεθ’ ὑμῶν καὶ ἀνέλαβον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, σᾶς ἀπηύθυναν εὐλόγως παράπονα, διότι συνετελέσαστε διὰ τῆς τοιαύτης ἀθετήσεως τῶν ὑποσχέσεών σας εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Δὲν εἶναι ἡ ἀθέτησις τῶν συμπεφωνημένων ἡ ἐλαττώσασα τὴν πίστιν; Ἡ πίστις ἡμῶν κατέπεσε καὶ κατερειπιώθη, διότι οὐδέποτε εἴπομεν ἀληθῆ πράγματα, οὐδέποτε ἐβεβαιώσαμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐζητήσαμεν πάντοτε νὰ τὴν περικαλύψωμεν, διότι ἡ περικάλυψις αὕτη ὑπηρέτει τὰ πολιτικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ὅτε κατὰ τὸ 1885 συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεβούλευον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ, καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε, καὶ ἡ Βουλὴ ἐφαίνετο διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἐλέγομεν τότε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: πρὸς Θεοῦ, μὴ ἀποδέχεσαι τὸ σύστημα τῶν προκαταβολῶν· εἶναι σύστημα, δυνάμενον νὰ ἀποβῇ τὰ μάλιστα ὀλέθριον· διότι, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ τοῦ δανείου ἡ ἔκδοσις, οἱ προκαταβολὴν ποιησάμενοι πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐνέχυρον λαβόντες θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει τὸ προϊὸν τοῦ δανείου, καὶ θέλουσι δημιουργήσει περιπλοκὰς, αἵτινες θέλουσι ζημιώσει τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τῆς Αἰγύπτου, ἐλέγομεν πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ τότε οὐδεὶς ἤκουε, καὶ ἐπεψηφίσθη τὸ δάνειον, καὶ συνέβησαν, ὅσα προείπομεν. Καὶ οἱ μὲν ἀκούσαντες τὰς συμβουλὰς ἡμῶν, αὐτοὶ οὗτοι προχθὲς μᾶς ἀνέμνησαν τὴν Αἴγυπτον. Αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ἀκολουθήσαντες τὴν Αἰγύπτιον πολιτικὴν, ἤτοι τὰ Αἰγυπτιακὰ, ἤγαγον ἐκεῖ, ὅπου διατελοῦσιν. Οἱ ἐπαχθεῖς φόροι δὲν βλάπτουσι, λέγουσι τὸν τόπον, διότι τὰ χρήματα δὲν ἐξέρχονται τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μεταβιβάζονται ἀπὸ ἀτόμου εἰς ἄτομον. Ταῦτά εἰσι θεωρίαι, τὰς ὁποίας, παρακαλῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπαγγέλλουσιν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἀναγράψωσιν αὐτὰς εἰς σύγγραμμα, καὶ νὰ ἐκθέσωσιν ἐν αὐτῷ τὸν πλοῦτον τοῦτον τῆς οἰκονομικῆς σοφίας των· οὕτω θέλουσι φωτίσει τοὺς ἄλλους λαοὺς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἰκονομικῶς ἐκυβερνήθημεν καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν χρόνον. Καὶ ἡ τέχνη ἡ κυβερνητική, καὶ ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι τέχνη τῆς πλάνης, οὐδὲ τῆς ἀπάτης. Ἤθελεν εἶσθαι ἀποτρόπαιον ἀληθῶς, ἐὰν ἐπιστήμη τοσοῦτον εὐγενεστάτη οἵα εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη, ἤθελε μετατραπῆ εἰς ἐπιστήμην τοῦ δόλου καὶ τοῦ ψεύδους! Ἡ τέχνη τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπάτης δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὰ Κράτη, ἴσως προσιδιάζει εἰς τοὺς παίκτας τοῦ χρηματιστηρίου. Οἱ παῖκται τοῦ χρηματιστηρίου ἔχουσι συμφέρον νὰ σᾶς παραστήσωσιν, ὅτι αἱ ἀξίαι ὑπερετιμήθησαν, ἢ ὅτι ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα εἶναι ἐπὶ θύραις νὰ παρασταθῶσι, διὰ νὰ σᾶς ἀποπλανήσωσιν· ἀλλὰ τὰ Κράτη δὲν ἔχουσιν οὔτε συμφέροντα τοιαῦτα, οὔτε τοιαῦτα μεταχειρίζονται. Ἐὰν δὲ οἱ παῖκται τοῦ χρηματιστηρίου κατορθόνωσιν ἐνίοτε διὰ τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπάτης νὰ κερδαίνωσι χρήματα, ἐνδέχεται νὰ θαυμάζωσιν αὐτοὺς διὰ τοῦτο οἱ κοινοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ οἱ χρηστοὶ πολῖται δὲν θαυμάζουσιν αὐτούς. Ὅτε δὲ ἡ πλάνη καὶ ἡ ἀπάτη αὐτῶν ἀνεβιβάσθη μέχρι τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσιν οἱ ποινικοὶ νόμοι, οἱ χρηστοὶ πολῖται ἀποροῦσι καὶ θαυμάζουσι, πῶς ἡ Πολιτεία δὲν παρεμβαίνει πρὸς σωφρονισμὸν αὐτῶν. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τῶν Κρατῶν, ἐφαρμόζεται ὅμως κατὰ τῶν Κρατῶν ἄλλη μεγίστη ποινή, ἡ ἀπώλεια τῆς πίστεως αὐτῶν, καὶ τὴν ποινὴν ταύτην ὑφιστάμεθα ἀπό τινος χρόνου, συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκυβερνήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, πολιτικῆς μὴ προσιδιαζούσης εἰς κυβερνήτας, ἀλλ’ εἰς παίκτας τοῦ χρηματιστηρίου. Σᾶς ὑπελόγιζον προχθὲς, ὅτι, ἐὰν ἀποδεχθῆτε τὰς γνώμας τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, θέλετε ἔχει καὶ ἄλλας ζημίας. Αἱ ὁμολογίαι αἱ διαθέσιμοι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 θέλουσιν ὑποτιμηθῆ, καὶ θέλομεν ζημιωθῆ, ὀκτὼ, ἐννέα, δέκα, εἴκοσιν ἑκατομμύρια. Καὶ νομίζουσιν, ὅτι ἡ ἀξία τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 κανονίζεται ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον θέλομεν ψηφίσει, καὶ ἀπὸ τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλομεν δεχθῆ, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει τὸ ἀργύριόν των διὰ νὰ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας αὐτὰς, δὲν θέλουσιν ἐξετάσει μετὰ πλείονος ἐπιστασίας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου Ταμείου, καὶ δὲν θέλουσιν ἐξ αὐτῆς ὁδηγηθῆ εἰς τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν θέλουσι προσφέρει εἰς τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἀγοράσει. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἀνομολογῶ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατάστασις ἐδεινώθη, καὶ μάλιστα, ὅτι ἡ δείνωσις αὕτη ἀνεβιβάσθη εἰς ὀξὺ σημεῖον. Μὴ νομίζετε ὅμως, ὅτι θέλετε ἀποφύγει τὰς συνεπείας, ἐὰν δὲν ἐμμείνητε εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει εἰς πάντας τοὺς συναλλασσομένους. Καὶ ἂν ἐπιβάλλῃ αὐτὰς εἰς τοὺς πολίτας, εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἐπιβάλλει αὐτὰς κατὰ πλείονα λόγον εἰς τὸ Κράτος. Σᾶς δίδω γνώμην, ὅτι, ἐὰν θέλητε ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, ὡς καλῆς πίστεως συναλλάκται, θέλετε ὑποφέρει πολλῷ μείζονα ζημίαν, καί, ἂν πρόκειται περὶ τιμῆς, πολλῷ μείζονα ἀτίμωσιν. Ἀλλ’ ὡς χρηστοὶ πολῖται καὶ ὡς εἰλικρινεῖς συναλλασσόμενοι, παραστήσατε εἰς τοὺς δανειστάς σας τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, βεβαιώσατε τοὺς πάντας περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας στηρίξατε τὰς γνώμας καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλετε προτάξει ὡς ἀντικείμενον συνεννοήσεως.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρὸ τίνων ἡμερῶν κατεκρίνετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι, ἐπιμένων νὰ προταχθῶσι τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀναγκάζων τοὺς βουλευτὰς νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἄλλοτε μὲν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, ἐγίνετο παραίτιος ἀταξίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας διεκόπτετο ἡ συζήτησις, ἠναγκάζετο δὲ καὶ οὗτος νὰ μὴ ἀπαντᾷ εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ συνήθει αὐτοῦ ὑπεροψίᾳ, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ, διότι οἱ ἀγορεύοντες δὲν εἶχον τὴν ἱκανότητα νὰ ὑψώσωσι τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν τύπον γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι, ὁσάκις λέγωνται ἄξια ἀπαντήσεως, αὐτὸς ἔχει τὴν συνήθειαν νὰ μὴ ἀπέρχηται τοῦ βουλευτηρίου, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ. Καὶ ἠδύναντο μὲν οἱ τότε ἀγορεύοντες νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι, ὅταν τις δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὰ λεγόμενα παρὰ τῶν ἄλλων, εἶναι ζήτημα, ἐὰν πράττῃ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ταῦτα ἄξια ἀπαντήσεως, ἢ διότι δὲν ἔχει τι νὰ ἀπαντήσῃ· ἠδύναντο νὰ ὑπενθυμίσωσιν εἰς αὐτὸν πολλὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος, ὅστις καυχᾶται, ὅτι οὐδέποτε ἐξέρχεται τοῦ βουλευτηρίου, χωρὶς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα, ἔμεινεν ἀναπολόγητος, καὶ ἐξῆλθε τοῦ βουλευτηρίου, κεκυφὼς ὑπὸ τὸ βάρος δριμυτάτων ἐπιτιμήσεων, τὰς ὁποίας ἤκουσεν ἀπὸ τοὺς ἀγορεύοντας· ἀλλ’ ἐπροτίμησαν νὰ σιωπήσωσι, διότι εἶχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν ἤθελον παρέλθει πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ἤθελεν ἔλθει αὐτὸς ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ ψηλαφητὰς ἀποδείξεις, ὅτι ταῦτα λέγων οὐδόλως ἐσπούδαζε. Καὶ ἡ εὐκαιρία αὕτη παρουσιάσθη τάχιστα. Μόλις ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, καὶ ἀμέσως ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Σιμόπουλος, πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἔσπευσαν νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ἀπήντησαν, οὐχὶ μόνον εἰς ὅσα πρῶτος εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅσα οἱ προαγορεύσαντες εἶχον ἐκθέσει. Ἡ σπουδὴ δὲ, μὲ τὴν ὁποίαν ἔπραξαν τοῦτο, μαρτυρεῖ, ὅτι καλῶς εἶχον θέσει καὶ ἐκεῖνοι τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὴν πληγὴν, καὶ ἀποδεικνύει, διατὶ ἀπέφευγον νὰ λάβωσι τὸν λόγον, πρὶν ἀγορεύσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Προέβλεπον, ὅτι, ἀναγκαζόμενος ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικήν, καθ’ ὃν χρόνον διώκει τὸ Κράτος, πράττων δὲ τοῦτο, ἤθελεν εἴπει καί τινα, ἅτινα ἠδύναντο κατ’ αὐτοὺς νὰ ἀμφισβητηθῶσιν, ἐντεῦθεν δὲ οὗτοι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον ἀλλάξει θέσιν καὶ ἀπὸ ἐγκαλουμένων ἤθελον κατασταθῆ ἐγκαλοῦντες. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπέφευγον, πρὶν λαλήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς ὅσα κατὰ τοῦ συστήματός των καὶ κατὰ τῆς πορείας των ἐλέγοντο, διότι τότε δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν, εἰμὴ μόνον τὴν θέσιν τῶν ἐγκαλουμένων καὶ ἀπολογουμένων. Ἐν τούτοις, ὅπως εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂς εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ συζήτησις ὑψώθη· ὑψώθη καὶ ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμενος ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κρατῶν ἀνὰ χεῖρας μαγικὸν φανὸν, ἐδείκνυεν εἰς τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ καὶ ἔκαμνε νὰ πιστεύωσι καὶ αὐτοὶ, ὅτι ἔβλεπον τὰ ὄρη καὶ τὰς πεδιάδας τῆς Ἑλλάδος διασχιζομένας ἀπὸ συμπλέγματα σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, τὰς θαλάσσας αὐτῆς καλυπτομένας ἀπὸ ἰσχυροὺς στόλους, καὶ ἀλλαχοῦ μὲν παρατασσομένας πολυαρίθμους στρατιὰς, ἀλλαχοῦ δὲ ἀνεγειρόμενα φρούρια, στρατῶνας καὶ ἄλλα δημόσια κτίρια, τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους δαψιλῶς καὶ πλουσιοπαρόχως ἀμειβομένους, καὶ εὐδαιμονοῦντας, τὴν δημοσίαν πίστιν ἀναβιβαζομένην εἰς σημεῖον ἐπίζηλον, τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους πανταχόθεν ἐπιζητούμενα καὶ πληρονόμενα εἰς τὸ ἄρτιον, τὰ ξένα κεφάλαια πανταχόθεν συῤῥέοντα καὶ δίδοντα ὤθησιν εἰς νέας ἐπιχειρήσεις, καὶ τὴν εὐημερίαν πλημμυροῦσαν τὴν χώραν πρὸς ἐπίτευξιν δὲ πάντων τούτων τῶν ἀγαθῶν, ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προθύμως ἐψηφίζοντο παρὰ τῆς πλειονοψηφίας. Δυστυχῶς ὅμως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι πάντα ἐκεῖνα ἦσαν ὄνειρα, καὶ διελύθησαν ὡς πομφόλυγες, δὲν ἔμειναν δὲ εἰς τὸ Ἔθνος, εἰμὴ οἱ βαρεῖς φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπεψηφίσαμεν, καὶ τὰ μεγάλα δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν. Σήμερον δὲ προσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς οὗτος ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νέας θυσίας, ὄχι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν μεγάλων καὶ θαυμαστῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὑπέσχετο ἄλλοτε, ἀλλ’ ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ σώσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν τιμήν. Ὅταν δὲ εὑρίσκωνται βουλευταὶ, οἵτινες ἐλέγχουσιν αὐτὸν ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ αὐτοῦ διοικήσει, καὶ τῷ παρατηροῦσιν, ὅτι οἱ τρόποι, οὓς σήμερον προτείνει, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐννοεῖ νὰ ἀνορθώσῃ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔφθασαν, εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οὓς ἐπρότεινεν ἄλλοτε, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλεται ἡ ἀθλία αὕτη κατάστασις, ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ ὑψώσωσι τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κρίνει τὰ παρ’ αὐτῶν λεγόμενα ἄξια ἀπαντήσεως. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὄχι τώρα, ὅτε προέβην εἰς τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ καὶ ὅτε ἀκόμη ἤμην νέος, δὲν ἠδυνήθην ποτὲ νὰ ἀναβῶ εἰς τὰ αἰθέρια στρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα συνειθίζει νὰ περιπλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἵσταμαι πάντοτε ἐπὶ τοῦ ταπεινοῦ ἐδάφους τῆς πραγματικότητος, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου προσεπάθησα, ὁσάκις ἔλαβον τὸν λόγον, νὰ προσηλώσω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἱστάμενος καὶ σήμερον, παρακαλῶ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, καὶ ἰδίως τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν Δεξιὰν), ν’ ἀποτρέψωσι τὸ πρόσωπόν των ἀπὸ τῶν φαντασιοπληξιῶν, νὰ μελετήσωσι καλῶς τὰ πράγματα, νὰ ἐνθυμηθῶσι τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουσι, νὰ μὴ λησμονήσωσι τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των, καὶ νὰ δώσωσι τὴν ψῆφόν των, οὐχὶ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηνται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς των. Εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἐκάθηντο πρό τινων ἐτῶν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, παρασυρόμενοι ὑπὸ τῶν πομπωδῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐψήφιζον ἀνεξετάστως τὰ παρ’ αὐτοῦ προτεινόμενα, ἀλλὰ δὲν παρῆλθε καιρὸς, καὶ μετενόησαν πικρῶς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἠξιώθησαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἤλλαξαν θέσιν καὶ κάθηνται εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, τινὲς δὲ λαμβάνουσι συχνὰ τὸν λόγον, ἵνα ἐξιλεωθῶσι διὰ τὸ ἁμάρτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσαν. Τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς των, ὅ τε πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηνάλωσαν εἰς τὸ νὰ κατακρίνωσι τὴν πολιτικὴν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη, οὔτε περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οὗτος διώκησε τὰ οἰκονομικά. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους 1885· εὗρε, καθὼς σᾶς εἶπε, τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἐπιβαρυνόμενον ἀπὸ πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀπαιτητὰς πληρωμάς· εἶδεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ὅστις εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ περίσσευμα, ἔμελλε νὰ κλείσῃ μὲ καταπληκτικὸν ἔλλειμμα· παρετήρησεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχον παρασκευάσει οἱ προκάτοχοί του μὲ περίσσευμα, ἔμελλε καὶ αὐτὸς νὰ παρουσιάσῃ ὅμοιον ἀποτέλεσμα, διότι ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεων μὴ ἀληθῶν· ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἶχον ἀναγράψει φαντασιώδη ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀδύνατον ἦτο νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶχον παραλειφθῆ ἀπὸ τὰ ἔξοδα πολλαὶ ὑποχρεωτικαὶ καὶ ἀπαιτηταὶ πληρωμαί. Ἔπραξε λοιπὸν ὅ,τι ἠδυνήθη, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι διὰ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἠλάττωσε τὰ δημόσια ἔσοδα· ἀλλ’ αὐτὸς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἠλάττωσε τοὺς φόρους, ἀλλ’ ἀπεναντίας τοὺς ηὔξησεν. Εἶπον, ὅτι ἡ γενομένη μεταβολὴ εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἠλάττωσε τὸ ἔσοδον διὰ τὸ 1885, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι, ὅσον ἄστοχος καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ μεταβολὴ αὕτη, οὐδόλως ἐπέδρασεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1885, διότι μέχρι μὲν τοῦ Σεπτεμβρίου ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ἀπὸ δὲ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ νέον σύστημα, ἕνεκα τῶν μεταβατικῶν αὐτοῦ διατάξεων, ἐδηλώθη καὶ ἐφορολογήθη καπνὸς διπλασίας ποσότητος ἀπὸ τὸν ἄλλοτε φορολογούμενον. Εἶπον, ὅτι ἡ αὔξησις εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη δὲν ἔφερε μεγάλα ἀποτελέσματα ἀλλ’ ὅσῳ μικρὰ καὶ ἂν ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν γενομένων αὐξήσεων, καὶ ὅσον βραδέως καὶ ἂν ἐφηρμόσθησαν αὗται, ἦσαν πάντοτε ἱκανὰ, ὅπως ἀναπληρώσωσι τὴν γενομένην ἐλάττωσιν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου καὶ τὸν φόρον τῶν γρασιδίων. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δύναταί τις νὰ αἰτιαθῇ ἴσως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἶναι, ὅτι δὲν κατενόησεν ἀρκούντως τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνοίξει ἡ τριετὴς διοίκησις τῶν προκατόχων του, καὶ δὲν ἔσπευσεν, ἢ δὲν ἐτόλμησε, νὰ λάβῃ ῥιζικωτέρας καὶ ἀποτελεσματικωτέρας ἀποφάσεις· ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ νόσημα δὲν εἶχε λάβει μεγάλας διαστάσεις, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ δι’ ἀλοιφῶν καὶ καταπλασμάτων, ἐν ᾧ ἀπῃτεῖτο νὰ γίνῃ χρῆσις ἀνηλεὴς χειρουργικῆς μαχαίρας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πορείας τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, οὐδ’ ὠφελεῖ ἡμᾶς ἡ κατάκρισις αὐτῆς, καθὼς ἐπίσης ὅλως ἀνωφελὲς ἀποβαίνει καὶ τὸ νὰ κατακρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς τριετοῦς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐὰν δὲ ἀναγκαζώμεθα νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ ἐρευνῶμεν τὰ παρὰ τούτου πεπραγμένα, πράττομεν τοῦτο, διότι βλέπομεν ὅτι οἱ τρόποι, τοὺς ὁποίους σήμερον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὅμοιοι μὲ ἐκείνους, οὓς ὑπέβαλε καὶ ἐφήρμοσεν ἄλλοτε, φρονοῦντες δὲ, ὅτι τὰ αὐτὰ αἴτια δὲν δύνανται ἢ νὰ παραγάγωσι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχεν οἰκτρῶς κατὰ τὸ παρελθὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποτύχῃ καὶ σήμερον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπιμένομεν ἐρευνῶντες τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐπειδὴ δὲ παρατηρῶ, ὅτι πρὸς δικαιολόγησιν αὐτῆς διαστρέφονται νὰ πράγματα καὶ νοθεύονται οἱ ἀριθμοὶ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ πάλιν μὲ λεπτομερείας, ἵνα καταδειχθῇ ἐναργέστερον, ποίαν μέθοδον ἀκολουθοῦντες καὶ τί πράττοντες περιήλθομεν εἰς τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἐξέλθωμεν. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸ 1882, μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Τρικούπη Ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οἱ τότε Ὑπουργοὶ δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶσι περὶ εὑρέσεως πόρων, ὅπως πληρώσωσι τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν δανείων τῶν προηγουμένων ἐτῶν εἶχον μείνει ἀρκετὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα, ὄχι μόνον ἐπήρκουν διὰ τὰ ἐκκρεμῆ ἔξοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως τοῦ 1881, ἀλλ’ ἄφινον καὶ μέγα περίσσευμα. Καὶ δύναται μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν χρηματικῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ἀπὸ τοὺς προκατόχους του, καὶ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ταῦτα δὲν ἦσαν πολὺ ἀνώτερα τῶν ἐκκρεμῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ ὅσα καὶ ἂν λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θέλει, φρονῶ, συναινέσει νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰ χρηματικὰ ποσὰ νὰ προστεθῶσι τὰ 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἀφήρεσεν ἀπὸ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ἕνεκα τοῦ ὑπάρχοντος εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀποθήκας ἱματισμοῦ, οὐδὲ τὰ 9,000,000, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἀπὸ ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ πώλησιν ἀχρήστου ὑλικοῦ, οὐδὲ τὰ 2,000,000 τῶν χαλκίνων νομισμάτων, οὐδὲ τὰ ὑπόλοιπα τῶν Ταμείων. Ὅλα ταῦτα εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα, προστιθέμενα εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρέλαβεν εἰς μετρητὰ, ἀφίνουσι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκκρεμῶν ἐξόδων τοῦ 1881, ἀρκετὸν περίσσευμα. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ὅσον ἐνδέχεται εὐάρεστος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὄχι μόνον ἀνέγραψεν εἰς αὐτὸν ὅσα ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ κατὰ τὸ 1881, ἀλλὰ προσέθηκεν εἰς τὰ 49,000,000 τοῦ ἔτους τούτου, καὶ 7 μὲν ἑκατομμύρια διὰ τὰ εἰσοδήματα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, 6 δὲ ἄλλα διὰ τὴν κανονικὴν αὔξησιν τῆς προσόδου τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν· ἐπειδὴ δὲ, ἕνεκα τῆς ἐξογκώσεως τῶν ἐξόδων, παρουσιάζετο καὶ μετὰ τὰς προσθήκας ταύτας οὐ μικρὸν ἔλλειμμα, ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν πολλῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὑπελόγιζεν, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ 3 περίπου ἑκατομμύρια. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω ἑκάστοτε τὸ ποσὸν τῶν προστιθεμένων φόρων, διότι ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς παρέστησεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐπέβαλε δυσβαστάκτους φόρους, ἀλλ’ ἔκαμε καὶ ἐλαττώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ αὔξησις περιορίζεται μόνον εἰς 500,000 δραχμῶν. Πῶς δὲ ἠδυνήθη νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ θαυμάσιον ἀληθῶς τοῦτο ἀποτέλεσμα; Ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέλειψε ὅλας τὰς προσθήκας τῶν φόρων, τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1882, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπελόγισεν εἰς ἓν μόνον ἑκατομμύριον τὴν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος αὔξησιν, ἐνῷ ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀρκεῖ νὰ πεισθῇ τις, ὅτι ἀναβαίνει αὕτη εἰς 2½, καὶ ἐπὶ τέλους, ἀντὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον προσετέθη διὰ τῶν νέων φόρων, ἀνέφερε μόνον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καθ’ ἓν τῶν παρελθόντων ἐτῶν εἰσεπράχθησαν, οὕτω δὲ περιώρισε τὴν ὅλην αὔξησιν εἰς 4,300,000· ἐξ ἄλλου μέρους ὑπελόγισε τὴν γενομένην ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης ἐλάττωσιν, λησμονῶν, ὅτι ἡ δεκάτη δὲν κατηργήθη μετὰ τὸ 1882, ἀλλ’ εἶχε καταργηθῆ ἀπὸ τοῦ 1880, καὶ ὅτι οἱ εἰσαγαγόντες τὴν κατάργησιν εἶχον φροντίσει ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἐξ αὐτῆς ζημίαν διὰ τῆς προσθήκης 10% ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἐν τούτοις παρῆλθε τὸ ἔτος 1882, καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως ταύτης ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο τοσούτῳ μέγα, ὅσον ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐφαντάζετο, ἀνεπληρώθη δὲ εὐκόλως, διότι ὑπῆρχον, ὡς σᾶς εἶπον, περισσεύματα, καὶ ἡ Διοίκησις οὐδεμίαν στενοχωρίαν ᾐσθάνθη. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καιρὸς νὰ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ νὰ πεισθῇ περὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτοῦ, νὰ τακτοποιήσῃ, ὡς ἔλεγε, τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ μορφώσῃ τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικήσεως, ἐκλέγουσα αὐτὸ, οὐχὶ ὡς ἔπραττον οἱ προκάτοχοι, ἀλλὰ μεταξὺ προσώπων ἀναμφιβόλου, ὡς ἐκαυχᾶτο, ἠθικῆς καὶ ἱκανότητος. Πᾶσα δὲ αὕτη ἡ ἐργασία κατέληξε, κατὰ τὰς ἰδέας τῶν τότε Ὑπουργῶν, εἰς ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1883, ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὴν ἐξίσωσιν μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ἐθεώρει ὡς ἄλλην Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο εἰς αὐτὸν τοσούτῳ δύσκολον, ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἤλπιζε νὰ εἰσέλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν νέαν ταύτην Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ διὰ τὸ προβεβηκὸς τῆς ἡλικίας του, ἐφοβεῖτο, μήπως δὲν δυνηθῇ οὔτε μακρόθεν νὰ τὴν κατοπτεύσῃ. Ἀλλ’ ἡ θεία Πρόνοια ἐπεφύλαττεν εἰς αὐτὸν εὐτυχίαν, τῆς ὁποίας δὲν ἠξιώθη ὁ θεόπτης Μωϋσῆς· διότι ἐκεῖνος μὲν, κατὰ τὴν Παλαιὰν Γραφὴν, μόλις τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς ζωῆς του ἠξιώθη νὰ κατοπτεύσῃ μακρόθεν καὶ ἀπὸ τῆς κορυφῆς ὄρους τινὸς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς, εὐτυχέστερος κατὰ πολὺ ἐκείνου, ὄχι μόνον εἰσῆλθεν εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπερέβη· καὶ κατὰ τοῦτο ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, διότι διὰ τῶν σοφῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ἐξέτρεψε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἠκολούθει, ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ταχέως εἰς τὸ ἰσοζύγιον, καὶ τὸν ἔφερεν εἰς ἄλλας ἀχανεῖς καὶ μᾶλλον αὐχμηρὰς ἐρήμους, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ, ἐὰν καὶ πότε θέλῃ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ. Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου ἐπρότεινε τότε εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων προσετίθετο νέα φορολογία ἕνδεκα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀπεῤῥόφα νέα τῶν δαπανῶν ἐξόγκωσις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησε κατὰ καθῆκον τὰς νέας ταύτας προτάσεις, παρατηρήσασα, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐστηρίζοντο εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι αἱ προσδοκίαι τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ, καὶ ἑπομένως ἐπέμενε νὰ μὴ γίνῃ οὐδεμία αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ, χάρις εἰς τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἥτις ὑπεστήριζε τὸ Ὑπουργεῖον, πάντα τὰ προταθέντα ἐψηφίσθησαν. Ἦλθεν ἐν τούτοις τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ τότε εἴδομεν, ὅτι, ἀντὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπέσχοντο, παρουσιάσθη ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα πολλῷ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφήσει ἡ χρῆσις τοῦ 1882, διότι ἀνῆλθεν εἰς 10,000,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἔχει τὴν συνήθειαν νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀλάνθαστον, καὶ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ ὅλας τὰς ἀποτυχίας εἰς τὴν πορείαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σᾶς ἔλεγε μίαν ἡμέραν, ὅτι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἔφερεν ἀντίδρασιν, καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ ψηφισθῶσιν ἐγκαίρως τὰ νομοσχέδια, ἕνεκα δὲ τῆς ἀναβολῆς ταύτης ἐπῆλθε τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκετο δυστυχῶς ἐν πληρεστάτῃ παραλυσίᾳ, ἕνεκα τῆς παρατεινομένης ἀσθενείας καὶ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Καὶ δὲν παρέλειψε μὲν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, συζητοῦσα τά τε νομοθετήματα καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὔτε τὴν προαίρεσιν, οὔτε τὴν δύναμιν, νὰ ἐμποδίσῃ, οὐδὲ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν. Ἑπομένως τὰ νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1883, ἐὰν δὲ δὲν ἐφηρμόσθησαν ἀμέσως, τοῦτο προῆλθε, διότι, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι ταχύτερον. Ἦτο ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἡ προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ σύστασις τῶν κοπτηρίων καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπητοῦντο διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1884, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διηύθυνεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐννοήσας φαίνεται, εἰς ποίαν ἔρημον ὤθησαν τὸν τόπον τὰ μέτρα του, ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἤδη λάβει διετῆ πεῖραν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, εἶχεν ἤδη τοὺς νέους νόμους λειτουργοῦντας, εἶχε τακτοποιήσει τὴν διοίκησιν καὶ εἶχε μορφώσει τὸ προσωπικὸν αὐτῆς κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἐπιθυμίας καὶ διαθέσεις· συντάττων δὲ καὶ ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 παρέστησεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ προσθήκη νέας φορολογίας, διότι οἱ πέρυσι ψηφισθέντες φορολογικοὶ νόμοι ἤρχισαν νὰ ἐφαρμόζωνται, καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐσχημάτισεν οὗτος τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1884, οὐχὶ ἕνδεκα μόνον ἑκατομμύρια, ὡς προϋπελόγισεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς διὰ τὸ 1883, ἀλλ’ ἐπέκεινα τῶν εἴκοσι δύο, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ 72,000,000, ὡς προϋπελογίσθησαν διὰ τὸ 1883, ἀναβιβάζωνται εἰς 84,000,000, δὲν ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ προτείνῃ τὴν προσθήκην οὐδενὸς φόρου· προσέθετε μόνον, ὅτι, πρὸς πλειοτέραν ἀσφάλειαν καὶ διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἐπιδοθῇ εἰς πολλὰ καὶ μεγάλα ἔργα, ἐσκόπει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ μονοπωλίου τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, ὡς καὶ νέον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμον, ἀνήγγειλε δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἄρῃ καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ μέγα δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει, ὅτι οὐδόλως ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν, καθόσον πᾶσα ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου δαπάνη ἤθελεν ἐξοικονομηθῆ ἀπὸ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε ν’ ἀγοράζῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τόκων τῶν δανείων καὶ τῶν διαφόρων προμηθειῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐπέρανε δὲ τὴν μακρὰν αὐτοῦ ἀγόρευσιν μὲ λαμπρὸν ἐπίλογον, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε παταγώδη χειροκροτήματα, καὶ τὸν ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε, διὰ νὰ ἐννοήσητε εἰς ποίους αἰθέρας μετεωρίζετο τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μὲ ποῖα ὀνειροπολήματα ἐτρέφετο αὐτὸς, ἐτροφοδότει δὲ καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Χάρις «εἰς τὰ πέρυσι ψηφισθέντα, παριστάμεθα ἤδη Κυβέρνησις καὶ «Βουλὴ οὐχὶ πλέον ἵνα ζητήσωμεν παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας, «ἀλλ’ ἵνα εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν, ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρ«ποὺς τῶν θυσιῶν σου· λέγομεν πρὸς τὸν λαὸν, ἐλθὲ νὰ δρέ«ψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν σου. Οἱ προσφερόμενοι ἤδη «εἶναι οἱ πρῶτοι τοὺς ὁποίους θέλεις δρέψει, ἀλλ’ ἕπονται «κατόπιν καὶ ἄλλοι πολυτιμότεροι.» (Τοὺς ἀπολαμβάνομεν τώρα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν). «Τὰ νομοθετήματα, τὰ «ὁποῖα, χάρις εἰς τὰς περυσινὰς θυσίας, θὰ δυνηθῇς ἀπὸ «τοῦδε νὰ ψηφίζῃς, εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὴν ἐθνι«κὴν ἀνάπτυξιν καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν ἀποβλέ«πουσι. Διὰ τῶν μέτρων τούτων δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, «ὄχι μόνον ὑλικὴν ἀποκατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν πρόο«δον.» (Εἶναι τῳόντι ἀξιοθαύμαστος ἡ πρόοδός μας, διότι δὲν ἔχομεν πλέον πίστιν οὐδὲ δι’ 100,000 δραχμῶν.) Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν πλειονοψηφία ἐχειροκρότει καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ προσεφέρετο νὰ ἐπιψηφίσῃ τὰς προτάσεις του. Εἰς μάτην ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγωνίζετο νὰ παραστήσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι 10,000,000 ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, 3 ἢ 5 ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ οἴνου, καὶ ὅτι ὀνειροπολεῖ ὁ πιστεύων νὰ εἰσπράξῃ 3,000,000 ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ἄλλα 3 ἀπὸ τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευμάτων. Εἰς μάτην ἔλεγε, μὴ συνομολογεῖτε νέον δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφοῦ δὲν ἔχετε ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον· οὐδέποτε ἠκούσθη, ὅτι, ὅπου δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἔχωσι περίσσευμα, ἐσκέφθησαν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πάντα τὰ παρ’ ἡμῶν λεγόμενα οὐδεμίαν ἐξήσκησαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ πνεύματα τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο, οὐ μόνον ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ προαναγγελθέντα νομοσχέδια περὶ μονοπωλίων, ὡς καὶ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, διὰ τοῦ ὁποίου ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐνῷ δὲ ἐβεβαίονεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὐδόλως θέλει ἐπιβαρυνθῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου, ἠκούσατε ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ὁποῖον ἀνεπανόρθωτον τραῦμα ἐπήνεγκεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἐκείνου. Περιοριζόμενος ἁπλῶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῶν ἐτῶν ἐκείνων, σᾶς ἀναφέρω μόνον, ὅτι τὸ ἔτος 1884, τὸ ὁποῖον προοιωνίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ περίσσευμα καὶ ἄνευ τῶν κατόπιν ψηφισθέντων νόμων περὶ μονοπωλίων καὶ ἄνευ τοῦ νέου περὶ καταδιώξεως νόμου, ἀφῆκε τὸ καταπληκτικὸν ἔλλειμμα τῶν 30,000,000. Μικρὰ, βλέπετε, ἡ διαφορὰ καὶ ἀσήμαντος ἡ πλάνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνισταμένη μόνον εἰς 50%! Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἤθελε παραγάγει τοιοῦτον γεγονὸς, ἐὰν συνέβαινεν εἰς ἄλλο εὐρωπαϊκὸν Κράτος, ἐὰν δηλ. εἰς τὴν Γαλλίαν π. χ. ὅπου ὑπολογίζονται τὰ ἔσοδα εἰς 3,000,000,000, συνέβαινεν αἴφνης, ἀντὶ τῶν τριῶν, νὰ εἰσπραχθῶσι δύο μόνον, καὶ ἐπαρουσιάζετο ἔλλειμμα ἑνὸς δισεκατομμυρίου. Περὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν εἶπον ἱκανὰ ἀμφότεροι οἱ Πρωθυπουργοὶ, οἱ ἐξ ὑπαμοιβῆς διαχειρισάμενοι τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω, ὅτι οἱ τακτικοὶ Προϋπολογισμοὶ τῶν δύο τούτων ἐτῶν, ἀφίνουσιν ἔλλειμμα 50 ἑκατομμυρίων· ἐὰν δὲ προσθέσωμεν εἰς τὰ 50 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ τὰ 70 τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἀδιαφοροῦντες παρὰ τίνος τῶν δύο Πρωθυπουργῶν ἐδαπανήθησαν, τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν ἀναβιβάζεται εἰς 120 ἑκατομμύρια. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ ἔτους δηλ. ἐκείνου, μετὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει περισσεύματα, δι’ ὧν πολλὰ καὶ θαυμάσια ἤθελον ἐπιτελεσθῆ, καὶ ὁ Ἕλλην ἤθελεν ἀναδειχθῆ, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀνώτερος τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Ἄγγλων, ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἐλλείμματα: Ἔλλειμμα τοῦ 1882, δρ. 5,000,000, ἔλλειμμα τοῦ 1883, 10,000,000, ἔλλειμμα τοῦ 1884, 30,000,000, ἔλλειμμα τακτικὸν τοῦ 1885 καὶ 1886, 50,000,000, ἔλλειμμα τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τῶν δύο τούτων ἐτῶν 70,000,000, τὸ ὅλον διὰ τὰ πέντε ἔτη 165,000,000. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσητε 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς ἐψηφίσθη δι’ αὐτὴν, καὶ προσέτι 70 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν πληρωθέντων καθ’ ὑπέρβασιν τῶν εἰσοδημάτων μας, κατὰ τὰ 5 ταῦτα ἔτη, ἀνέρχεται εἰς 250 ἑκατομμύρια, ἀναλογοῦντα πρὸς 50 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς πληρωμὰς ταύτας, καὶ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα, συνωμολογήθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, τὰ ἀκόλουθα δάνεια· τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομ., τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομ. παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ εἰδικὸν δάνειον τῶν 19 ἑκατομ. διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὸ τελευταῖον δάνειον τῶν 19 ἑκατομ., τὸ πατριωτικὸν δάνειον τῶν 2,600,000, καὶ πρὸς τούτοις ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐλάβομεν παρὰ τῶν Τραπεζῶν ὑπὲρ τὰ 100 ἑκατομμύρια γραμματίων, ὥστε τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ηὔξησε κατὰ 320 ἑκατομμύρια. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἀπαιτοῦνται ἐτησίως 18,000,000, ἐὰν δὲ θελήσωμεν ν’ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσθέσωμεν ἄλλα ὀκτώ, ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομ., διὰ νὰ εὕρωμεν δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 100 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ηὔξησε λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν τὸ δημόσιον χρέος κατὰ 18 ὅλα ἑκατομμύρια, καὶ ἡ προσθήκη τόσου μεγάλου ποσοῦ διὰ τὸν ἡμέτερον Προϋπολογισμὸν δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην διατάραξιν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Κράτους. Καὶ ἤδη ἔρχονται οἱ παραίτιοι τῆς ἐξογκώσεως ταύτης, καὶ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς νέας φορολογίας μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἰκονομία εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ἡμεῖς βλέπομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἰκονομία ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἰδῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, πῶς κατωρθώσαμεν δηλαδὴ ἐν διαστήματι τόσον ὀλίγου καιροῦ νὰ αὐξήσωμεν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος κατὰ τόσα ἑκατομμύρια, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ ἐκτελέσωμεν οὐδὲν σχεδὸν παραγωγικὸν ἔργον, καὶ ἀφοῦ ἐπεβάλομεν εἰς τὸ Ἔθνος τόσον δυσβαστάκτους φόρους. Μᾶς ἀναφέρουσιν, ὅτι ἄλλα Ἔθνη, εὑρεθέντα εἰς στενοχωρίας, ἐπέβαλλον καὶ αὐτὰ φόρους, ἀλλ’ ἀποφεύγουν νὰ προσθέσωσιν, ὅτι τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐβελτίωσαν τὴν οἰκονομικήν των κατάστασιν, ἐξετέλεσαν διάφορα ἔργα, ἠλάττωσαν τὰ χρέη των, καὶ ηὔξησαν τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἡμεῖς δὲ ἀπ’ ἐναντίας ηὐξήσαμεν ἐκ παραλλήλου τοὺς φόρους καὶ τὸ δημόσιον χρέος, καὶ κατεβιβάσαμεν, ἢ μᾶλλον ἀπωλέσαμεν, τὴν πίστιν ἡμῶν, φαινόμενοι καὶ κατὰ τοῦτο ἀληθῶς πρωτότυποι, διότι εἶναι σπάνιον νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι καὶ, ἀντὶ νὰ ὑψωθῇ, νὰ καταβιβάζηται ἡ δημοσία πίστις. Τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τῶν παρελθόντων πέντε ἐτῶν. Εἴχομεν πίστιν, καὶ τὴν ἀπωλέσαμεν, τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἐζητοῦντο μὲ τὴν τιμὴν σχεδὸν τῶν 400 δραχμῶν, καὶ σήμερον δὲν εὑρίσκονται δι’ αὐτὰ ἀγορασταὶ οὔτε πρὸς 300. Ἐζητοῦμεν τότε δάνειον 120 ἑκατομμυρίων, καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐνεγράφοντο διὰ 240 ἑκατομμύρια, καὶ σήμερον, καθὼς ἠκούσατε, δὲν εὑρίσκομεν νὰ δανεισθῶμεν οὔτε 100,000 δραχμῶν. Καὶ ὅμως συνεστήσαμεν τέσσαρα μονοπώλια, δι’ ὧν κατεστρέψαμεν πολλὰς ἰδιωτικὰς βιομηχανίας, καὶ ἀφῃρέσαμεν τὰ μέσα τοῦ ζῇν ἀπὸ πολλοὺς συμπολίτας μας, οἱ ὁποῖοι κατειργάζοντο, ἢ ἐμπορεύοντο τὰ ἀντικείμενα τῶν μονοπωλίων τούτων, ἐδημιουργήσαμεν νέους φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ηὐξήσαμεν δὲ καταπληκτικῶς καὶ ὅλους τοὺς προϋπάρχοντας, καταβαρύναντες τὰς κατωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ. Τὸν ἐλάχιστον ὅρον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀπὸ 5 παλαιὰς δραχμὰς ἀναβιβάζομεν διὰ τῶν ἐπανειλημμένων αὐξήσεων εἰς δραχμὰς 9 νέας, τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἀπὸ δραχ. 11 καὶ 13 παλαιὰς εἰς δραχ. 15,60 καὶ 18 νέας, τὸν φόρον τῶν μικρῶν ζώων ἀπὸ 25 λεπτὰ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς εἰς 36 λεπτὰ τῆς νέας, τῶν δὲ μεγάλων ἀπὸ 1,20 παλαιὰ εἰς 1,80 νέα. Οἱ φόροι τῶν ἐπιτηδευμάτων ηὔξησαν κατὰ 60%, καὶ ὁ μικρὸς βιομήχανος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἐπλήρονεν 20 δραχμὰς παλαιὰς, θέλει πληρώσει ἤδη 27 δραχμὰς, καὶ ἐὰν ἦναι καπνοπώλης, 80 δραχμὰς νέας. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ 5% ἀνεβιβάσθη, χάρις εἰς τὴν πέρυσι ψηφισθεῖσαν προοδευτικὴν κλίμακα, εἰς 8%· εἰς δὲ τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον ἐγένοντο τοιαῦται προσθῆκαι καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, οἷον τὰ ὄσπρια, τὰ παστὰ κτλ., ὥστε διὰ τινα ἐξ αὐτῶν ὁ δασμὸς πλησιάζει νὰ ἦναι ἴσος μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος. Μεθ’ ὅλα δὲ ταῦτα, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ σκεπτώμεθα, ὄχι πλέον, ὅπως πραγματοποιήσωμεν τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ὀνειροπολήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὅπως σωθῶμεν ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀτίμωσιν, ἡ ὁποία μᾶς περιμένει. Ὅταν τὰ Ἔθνη εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτας στενοχωρίας, σᾶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι τρεῖς ὁδοὶ παρουσιάζονται ἐνώπιόν των, ἡ ὁδὸς τῶν οἰκονομιῶν, ἡ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, καὶ ἡ τῶν δανείων. Δάνεια, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν, οἰκονομίαι κατὰ τὴν γνώμην της δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ἑπομένως σᾶς προτείνει νὰ αὐξήσητε καὶ πάλιν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅσα σᾶς ἐξέθεσα, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη αὐξάνομεν τὴν φορολογίαν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν ἐσόδων καὶ ἀποκατασταθῇ τὸ ἰσοζύγιον, τὰ ἔσοδα ἡμῶν ἔμειναν στάσιμα, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ φανῶμεν σπουδάζοντες καὶ ὀρθοφρονοῦντες, ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο· διότι, καὶ ἂν ψηφισθῶσι τὰ παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προτεινόμενα, εἶναι φόβος, ὅτι δὲν θέλει κατορθώσει νὰ εἰσπράξῃ τὰ προϋπολογιζόμενα ποσά· διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπρότεινε καὶ ἐπιμένει νὰ ἀλλάξωμεν σύστημα καὶ νὰ τραπῶμεν πρὸς τὴν ὁδὸν τῶν οἰκονομιῶν, ἤτοι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι· ἀνεψηλαφήσαμεν, λέγει, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, καὶ εἴδομεν, ὅτι μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐλαττώσεις ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσι, καὶ τὰς ἐπραγματοποιήσαμεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπετε τώρα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου οἰκονομίαι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, διατὶ δὲν ἐβλέπετε τοῦτο καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας κατ’ ἔτος ἐδημιουργεῖτε νέας θέσεις καὶ ἀνεβιβάζετε τὰ ἔξοδα; Ἦτο ἀνάγκη νὰ παρέλθῃ τοσοῦτος χρόνος, καὶ νὰ ἐξαντληθῶμεν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐννοήσητε ὑμεῖς, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων κατὰ 1,000,000; Μελετήσατε ἀκόμη καλλίτερα τοὺς Προϋπολογισμούς, λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅσα σᾶς ἔλεγεν ἄλλοτε ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητοῦσα τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1883 καὶ 1884, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι οἰκονομίαι. Τὰ αὐτὰ λέγουσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καυχώμενοι, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων περιορίζουσι διὰ τὸ 1887 εἰς 22,000,000. Ἀλλὰ διατὶ κατὰ τὸ 1884 τὰ ὑπελογίσατε εἰς 25, καὶ δύο διὰ τὸν ὑπάρχοντα ἱματισμὸν 27, καὶ διατὶ διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων τὰ ἀνεβιβάσατε κατόπιν εἰς 40; διατὶ νὰ μὴ καταβιβάσητε ἔκτοτε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς 18,000,000; Μήπως κατὰ τὸ 1880 δὲν περιώρισεν ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς τὰς δαπάνας τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων εἰς 12 μόνον ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν; Ἀφοῦ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ καταβιβασθῶσι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, εἶναι τάχα ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μείνωσιν ὑψωμένα εἰς τὰ 22,000,000; Ἐμποδίζει τὴν περαιτέρω ἐλάττωσιν, ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ περὶ στρατολογίας νόμος. Ἀλλ’ ὁ νόμος τῆς γενικῆς στρατολογίας εἶχε ψηφισθῆ ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐλειτούργει κατὰ τὸ 1880, οὐδόλως δὲ ἀληθεύει, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιβάλλει ἀπολύτως τὴν ἀναγραφομένην συνήθως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δαπάνην· τὴν δαπάνην ταύτην κατέστησαν ἀναγκαίαν αἱ μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν εἰς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον ὁ Πρωθυπουργός. Ἡ γενικὴ στρατολογία οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, παρὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας καὶ τὴν ἄσκησιν ὅλων τῶν πολιτῶν εἰς τὰ ὅπλα, ὥστε ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ δύνωνται ὅλοι νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ οὐδὲν Ἔθνος ἐνόησεν, ὅτι, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου, ἐπιτρέπεται νὰ καταστρέφωνται τὰ οἰκονομικά του, καὶ νὰ μένωσιν οἱ νέοι ἑκάστης ἡλικίας ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ κατασταθῶσι τέλειοι στρατιῶται. Σύστημα τοιοῦτον εἰς οὐδὲν Ἔθνος ἀπαντᾶται· εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καλοῦνται τόσοι ἄνδρες, ὅσων ἔχει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία καὶ ὅσων τὴν διατήρησιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσιν· οἱ δὲ λοιποὶ ἐκπαιδεύονται διὰ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν μίαν ἡμέραν νὰ ἀγωνισθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἐνόησεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὸ σύστημα τῶν διαθεσίμων, τὸ ὁποῖον εἶχε παραδεχθῆ ὁ ἀρχικὸς περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμος, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ὀρθότατον. Τί ἔλεγεν ὁ περὶ στρατολογίας νόμος; Ἐκ πάσης ἡλικίας ὑπηρετοῦσι πλήρη τὴν θητείαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς κατὰ τὸν ἐτήσιον νόμον δυνάμεως, οἱ δὲ λοιποὶ μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἑστίας των. Θὰ ἦναι, νομίζω, ἀφροσύνη νὰ καταστρέφωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ν’ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τόσους βραχίονας, διατί; διὰ νὰ ἔχωμεν ἐν καιρῷ εἰρήνης πολυάριθμον στρατόν. Ἐκτὸς τούτου, γνωστὸν εἶναι, ὅτι, ὅταν παρουσιάζηται ἡ ὥρα τῆς ἐνεργείας, ὁ στρατὸς δὲν ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα στελέχη, διὰ τοῦτο δὲ ἀναγκάζονται κατεσπευσμένως αἱ Κυβερνήσεις νὰ προβαίνωσιν εἰς στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς, ἕνεκα τῶν ὁποίων, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἐξωγκωμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τοιαύτην ἀνωμαλίαν ὑπαίτιος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἐπρονόησεν ἐγκαίρως δι’ ὅ,τι μόλις σήμερον συναισθάνεται, νὰ δημιουργήσῃ δηλαδὴ καὶ στελέχη ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν· ἐχρειάσθησαν νὰ παρέλθωσιν ὁλόκληρα 5 ἔτη, διὰ νὰ διδαχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρους ἄνδρας εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι δυνάμεθα, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Κράτος, νὰ ἔχωμεν στελέχη ἀξιωματικῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνηται νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὅλη ἡ ἐφεδρεία. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι περισσότεραι οἰκονομίαι εἰς τὰ δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα· εἶναι δυναταὶ καὶ ἄλλαι ἐλαττώσεις, ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν σπουδαίως, ἐξετάζοντες πόσα χρήματα δύναται τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ νὰ διοργανώσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἀναλόγως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Ἔθνος. Βλέποντες τὴν ἀποστροφὴν τῶν κυβερνώντων πρὸς τὰς οἰκονομίας, ἐπροτείναμεν, ὡς τελευταῖον καταφύγιον, καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων· τοῦτο δὲ παρέστησαν ὡς πρότασιν χρεωκοπίας καὶ ἦλθον νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς, ὅτι δὲν φροντίζομεν περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ὡς φροντίζουσιν αὐτοὶ, καὶ ὅτι συμβουλεύομεν τὴν ἀτίμωσιν τοῦ Ἔθνους. Ἐπιστρέφομεν μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ὕβριν ταύτην, καὶ τὴν ἐπιῤῥίπτομεν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἀπευθύνωσιν εἰς ἡμᾶς τοιαύτην προσβολήν. Τὸ παρελθὸν ἡμῶν μαρτυρεῖ, ὅτι ἐφροντίσαμεν πάντοτε, καὶ ὡς οὐδεὶς ἄλλος, περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ὁσάκις δὲ ἐκυβερνήσαμεν τὸν τόπον, ἀπεφύγομεν τὰ μεγάλα ἐλλείμματα, καὶ ἐκανονίζομεν οὕτω πως τὰ πράγματα, ὥστε οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εὑρέθη τὸ Κράτος εἰς τὰς σημερινὰς στενοχωρίας. Αἱ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον Κυβερνήσεις ἐφρόντισαν καὶ περὶ τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὕψωσαν τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ ἤνοιξαν τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης· ἐγὼ αὐτὸς ὡς ὑπουργὸς, ὑπὸ τὸν ἔνδοξον ἐκεῖνον ἄνδρα, ὑπέβαλον κατὰ τὸ 1876 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Ταμείου διὰ τὰ δάνεια ταῦτα, καὶ διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ναυτικῶν νήσων, ὡς καὶ διὰ τὰς λοιπὰς χρηματικὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος· καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηντήσαμεν ἐκ μέρους τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως· ἄλλη δὲ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον ἄνδρα ἔδωκεν ὁριστικὸν πέρας, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὄντος τότε τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Δὲν εἶναι χρεωκοπία ἡ μὴ κλήρωσις ἐπὶ 2–3 ἔτη τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων, ὡς ἀρέσκεσθε νὰ τὴν χαρακτηρίζητε ὑμεῖς, διὰ νὰ μᾶς ὑβρίσητε, ἀλλ’ εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαζόμεθα νὰ προτείνωμεν πρὸς ἀποφυγὴν τῆς χρεωκοπίας, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἀπερισκέπτου οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας ὠθεῖτε μοιραίως τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον. Ἀρκεῖ νὰ πληρόνωνται τακτικῶς οἱ συμπεφωνημένοι τόκοι, καὶ οὔτε αἱ Τράπεζαι, οὔτε τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, οὔτε αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανά, οὔτε ἄλλος τις θὰ δυσανασχετήσῃ, ἢ θὰ παραπονεθῇ, διὰ τὴν ἀναβολὴν τῶν κληρώσεων· διότι ὁ θέλων νὰ εἰσπράξῃ τὸ κεφάλαιον εἶναι βέβαιος, ὅτι θὰ εὕρῃ ἀμέσως ἀγοραστὴν τῶν ὁμολογιῶν του. Ἐὰν ἦναι χρεωκοπία τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα, πῶς θέλει χαρακτηρισθῆ τὸ ἐσχάτως κατ’ εἰσήγησιν ὑμῶν ἐπιψηφισθὲν μέτρον, καθ’ ὃ, ἐναντίον τῶν συμπεφωνημένων, ἀρνεῖσθε νὰ πληρόνητε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοὺς τόκους καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων; Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι καὶ ἡ ἀναβολὴ εἶναι ὅπως δήποτε ἀθέτησις τῶν συμπεφωνημένων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀθέτησιν ταύτην σεῖς, καὶ οὐχὶ ἡμεῖς, εὐθύνεσθε. Ἡμεῖς ἐφωνάξαμεν πάντοτε, φωνάζομεν ἀκόμη καὶ σήμερον· προσέξατε, λάβετε τ’ ἀπαιτούμενα μέτρα, διότι ἀλλέως θέλετε φέρει τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρεωκοπήσῃ. Ἐὰν, σᾶς ἐρωτῶ, ἀποτύχωσι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1887 αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἀπέτυχον καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐὰν καὶ κατὰ τὸ 1887 ἀντὶ περισσεύματος παρουσιασθῇ τὸ σύνηθες ἔλλειμμα, ὅπως οὐδόλως ἀπίθανον, ποία ἔσται ἡ θέσις ἡμῶν; Μᾶς τὸ εἶπε κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν. Θὰ παύσωμεν, εἶπε, τὰς πληρωμὰς, θ’ ἀτιμασθῶμεν ἐξωτερικῶς, καὶ θὰ παραλύσωμεν ἐσωτερικῶς. Ἀφοῦ δὲ κατεστήσαμεν τοσοῦτον ἀκροσφαλῆ τὴν θέσιν ἡμῶν, εὑρίσκετε φοβερὸν πρᾶγμα τὴν ἀναβολὴν τῆς κληρώσεως, καὶ ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν ἄλλας προτάσεις. Σᾶς προετείναμεν ἄλλοτε πολλά, ἀλλ’ αἱ προτάσεις μας ἀπεῤῥίφθησαν, καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιμονῆς σας. Ἐδιπλασιάσατε τὰ φορολογικὰ βάρη τῆς χώρας, ἐπιβάλλοντες φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν συνωμολογήσατε νέα δάνεια τριακοσίων καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων. Οὗτοι εἶναι οἱ πολυτιμότατοι καρποί, οὓς ὑπέσχεσθε κατὰ τὸ 1883 εἰς τὸν εὐφάνταστον Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐξετάζων τοὺς προτεινομένους παρὰ τῆς Κυβερνήσεως φόρους, εὑρίσκει, ὅτι τὸ νέον βάρος, ὅπερ ἐπιβάλλεται δι’ αὐτῶν εἰς τὸν λαὸν, εἶναι πολὺ μικρὸν καὶ ἀσήμαντον. Τί σημαίνει, λέγει, ἡ προσθήκη τῶν 20%; οὐδὲ δύναμαι, λέγει, νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ πληρόνων 100 δραχμὰς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ 120. Λησμονεῖ ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ὅτι, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, ὁ μικρὸς κτηματίας, ὁ ἔχων 1000 δραχμῶν εἰσόδημα καθαρὸν, πληρόνει 200 δραχμὰς τοὐλάχιστον δι’ ἀμέσους φόρους, καὶ ἄλλας τόσας δι’ ἐμμέσους φόρους, ἐπιβαλλομένους εἰς τὰ διάφορα ἀντικείμενα, ἅτινα καταναλίσκει. Αὐξανομένης ἤδη διὰ τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων τῆς φορολογίας κατὰ 20% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ 40% ἐπὶ τῶν ἐμμέσων, ὁ πτωχὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, παρὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖτε σήμερον 400 δραχμὰς, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ ἄλλας 120, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁ κ. Εἰσηγηγὴς θεωρεῖ ὅλως ἀσήμαντον, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ὁ Ἕλλην φορολογεῖται ἐλαφρότερον τοῦ Ἄγγλου καὶ τοῦ Γάλλου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν μικρὰ ἡ τοιαύτη προσθήκη δι’ ἕκαστον ἄτομον, δύναται νὰ θεωρηθῇ μικρὰ καὶ διὰ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν ἑκάστου Δήμου καὶ ἑκάστης ἐπαρχίας; Εἶναι μικρὸν πρᾶγμα νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν λαὸν 25,000,000 ἔτι; Καὶ ὅταν ἀφαιρέσωμεν τοιοῦτον ποσὸν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ μείνῃ περίσσευμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κάμνῃ φυτείας, νὰ κτίζῃ οἰκίας, καὶ νὰ ἐπιδίδηται εἰς παραγωγικὰς ἐπιχειρήσεις; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ἀντιτάσσει καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θεωρίαν, ἥτις, ἂν καὶ δὲν ἦναι πρωτότυπος, δὲν ἔχει πλέον ὀπαδούς. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν ἐκ παραδρομῆς, ἢ σπουδάζων, ἔκαμε χρῆσιν αὐτῆς. Μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀποστέλλει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ὅλα τὰ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται παρὰ τῶν φορολογουμένων, δαπανῶνται ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἢ καὶ ἐκτὸς, ἐπὶ ἀνταλλάγματι· τοῦτο δὲ δὲν βλάπτει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, οὐδὲ μειώνει τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, διότι τὰ λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν ἕνα, καὶ τὰ δίδομεν εἰς τὸν ἄλλον. Νομίζω, ὅτι οὕτω διετυπώθη ἡ θεωρία.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶν ἄλλο, παρ’ αὐτὸ εἶπον.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καὶ ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ τὸ ἐναντίον, ἐπειδὴ ὅμως λέγετε, ὅτι δὲν εἴπετε τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀγόρευσίς σας δὲν ἐδημοσιεύθη ἀκόμη, δὲν προβαίνω εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῆς θεωρίας ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ λαμβάνῃ ὅσα ἤθελεν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, νὰ τὰ δαπανᾷ εἰς διατήρησιν στρατῶν καὶ εἰς μισθοὺς ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ φοβῆται, ὅτι διὰ τούτου βλάπτεται ἡ παραγωγὴ τοῦ Ἔθνους, καὶ μειοῦται ὁ πλοῦτος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶπε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπεν ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη ἐν Ἑλλάδι φορολογία εἶναι πολὺ ἐλαφροτέρα τῆς φορολογίας τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου δὲν ἀναφέρει πλέον, ὅτι οἱ Ἕλληνες πληρόνουν κατὰ κεφαλὴν ὀλιγώτερα τῶν ἄλλων λαῶν, καθόσον τοῦτο, ῥηθὲν ἄλλοτε παρ’ αὐτοῦ, ἀνῃρέθη. Τὸ σύνολον τῆς φορολογίας παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων ἀνέρχεται εἰς 76,000,000, καὶ ἀναλογοῦσι κατ’ ἄτομον 38 δραχμαί. Εἰς τὸ Βέλγιον ἡ φορολογία ἀναλογεῖ κατὰ κεφαλὴν πρὸς 29 δραχμὰς, εἰς τὴν Βαυαρίαν πρὸς 22 δραχμὰς, εἰς τὴν Ἱσπανίαν πρὸς 30 δραχμὰς, εἰς δὲ τὴν Ῥουμανίαν πρὸς 14 δραχμὰς μόνον, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἰταλίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρουσι συχνὰ, ὡς παράδειγμα Ἔθνους βαρέως φορολογουμένου, ἡ φορολογία ἀναλογεῖ πρὸς 35 δραχμὰς κατὰ κεφαλήν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγκαταλείπων τὴν κατὰ κεφαλὴν ἀναλογίαν, μᾶς εἶπε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι πλουσιώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς· ἐστήριξε δὲ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον εἰς δύο τινά· πρῶτον, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀνώτερα, ἀφ’ ὅ,τι εἶναι εἰς τὰς ἄλλας εὐρωπαϊκὰς χώρας. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἀποδεικνύει ἴσως, ὅτι εἰς τὰς χώρας ἐκείνας εὑρίσκεται τάξις ἀνθρώπων πενεστέρων, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ὁ πλοῦτος αὐτῶν εἶναι μικρότερος· διότι, ὅπου τὰ κτήματα καὶ τὰ κεφάλαια εἶναι συγκεντρωμένα εἰς ὀλίγας χεῖρας, καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων μεταχειρίζονται μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ἀναπληροῦσι τὴν διὰ τῶν χειρῶν ἐργασίαν, ἐκεῖ βεβαίως δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῶν ἐργατῶν, καὶ ἑπομένως τὰ ἡμερομίσθια εἶναι ἠλαττωμένα, καθόσον παντοῦ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, ζητοῦντες ἐργασίαν. Ἀπ’ ἐναντίας εἰς τόπους, ἔνθα πᾶσαι αἱ ἐργασίαι ἐνεργοῦνται διὰ τῶν χειρῶν, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ὑπάρχει μεγαλειτέρα ζήτησις ἐργατῶν, καὶ ἑπομένως τὰ ἡμερομίσθια εἶναι ἀνώτερα. Ἐὰν διὰ τὴν καλλιέργειαν 1000 στρεμμάτων ἀγροῦ καὶ τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν αὐτοῦ ἀπαιτῶνται ἐνταῦθα 5–6 χιλιάδες ἡμερομισθίων, εἰς τὴν Εὐρώπην, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αὐτῆς ἐργασίας, ἴσως δὲν χρειάζονται οὔτε 1000 ἡμερομίσθια, διότι ἐκεῖ πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἐργασίαι γίνονται διὰ μηχανῶν. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκεῖ ἀπαιτοῦνται ὀλιγώτεροι ἐργάται καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἡ προσφορὰ παρὰ τὴν ζήτησιν καὶ εἶναι ἠλαττωμένον τὸ ἡμερομίσθιον, διὰ τοῦτο εἶναι ὁ τόπος ἐκεῖνος πλουσιώτερος. Ἄλλο δ’ ἐπιχείρημα, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος εἶναι παρθένος, ἔχει ὅλην αὑτῆς τὴν γονιμότητα καὶ ἑπομένως παράγει ἀφθονωτέρους καρπούς, ἐνῷ αἱ γαῖαι τῶν ἄλλων χωρῶν εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημέναι, καὶ ἀποδίδουσι μόνον, ὅ,τι λάβωσι παρὰ τῶν καλλιεργητῶν. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου τὸ χῶμα παρασύρουσι κατ’ ἔτος οἱ χείμαῤῥοι, τοῦ ὁποίου τὰ περισσότερα μέρη καλύπτουσι τὰ ἕλη καὶ αἱ πλημμύραι, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖται μὲ τὸ ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου, παράγει ἀφθονωτέρους καρποὺς ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς Εὐρώπης, ὅπου τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα ἔργα ἐξετελέσθησαν πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἐδάφους, καὶ ὅπου ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τέχνη ἐτελειοποίησε τὸν τρόπον τῆς καλλιεργείας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, πόσον ἀπατᾶται καὶ κατὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς παραγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ἄλλων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκτασιν ὀλίγον τι μεγαλειτέραν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, ἡ ἀγροτικὴ παραγωγὴ, ἤτοι ἡ ἀξία τῶν κατ’ ἔτος παραγομένων καρπῶν ὑπολογίζεται εἰς ἓν δισεκατομμύριον, μολονότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι ποταμοὶ καὶ ὄρη, καὶ μέγα μέρος τοῦ ἐδάφους καλύπτεται, ἕνεκα τῆς πυκνότητος τοῦ πληθυσμοῦ, ἀπὸ οἰκοδομὰς καὶ κτίρια, ἀναλογοῦσι δὲ 34 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον στρέμμα· εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀγροτικὴ παραγωγὴ δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων, ἅτινα, διαιρούμενα διὰ τῶν 55,000,000 στρεμμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα συμποσοῦται ἡ ὁλικὴ ἐδαφικὴ ἔκτασις τῆς Ἑλλάδος, ἀναλογοῦσι πρὸς 4 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν μὲν τῷ Βελγίῳ ἀκμάζει ἡ βιομηχανία, καὶ ἡ ἀγροτικὴ παραγωγὴ ἀποτελεῖ μόλις τὸ τέταρτον τῆς ὅλης παραγωγῆς, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ὑπερβαίνει ἴσως τὰ τρία τέταρτα. Τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ πλοῦτος, τὸν ὁποῖον φαντάζεται ἑκάστοτε, ὅτι βλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο τόσον γενναίως ἐπιδίδεται εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Ἐπὶ τέλους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡραῖον περὶ χρεωκοπίας μάθημα, καὶ παρέστησε λίαν εὐφραδῶς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ χρεωκοπία δύναται νὰ ἔχῃ διὰ τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ μάθημα τοῦτο ἀπήγγειλε δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι καθήμεθα εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸς ὁ κόπος, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ μάθημα ἐδιδάξαμεν ἡμεῖς πολλάκις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ἀνεπτύξαμεν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ παρεστήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ, ὅτι, ὅπως ἐβάδιζε, ταχέως ἤθελεν ἐνθυμηθῆ τοὺς λόγους μας. Καὶ τότε μὲν οὐδεμίαν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τὸ μάθημα, μόλις δὲ τώρα ἀπεφάσισε νὰ τὸ μελετήσῃ· ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἐπέλθῃ χρεωκοπία, δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἕνεκα τῶν προτάσεων ἡμῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς λαμβάνει, διότι καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις εἰς τὰ μέτρα ἐκείνου ὀφείλεται, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἡμετέρας προτάσεις. Κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα περιῆλθον εἰς σημεῖον ἀκρότατον καὶ ὀξύτατον, καθὼς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὀφείλει σπουδαίως νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐνόμισα χρέος μου ν’ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου, καὶ νὰ εἴπω καθαρῶς καὶ σαφῶς τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀναλογίσθητε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων σας καὶ τοῦ Ἔθνους, καὶ κανονίσατε τὴν ψῆφόν σας κατὰ τὰς πεποιθήσεις σας. Οἱ εἰκονικοὶ Προϋπολογισμοὶ καὶ τὰ ψευδῆ περισσεύματα οὔτε μᾶς ὠφέλησαν, οὔτε θὰ μᾶς ὠφελήσωσι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης.
§16ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, μικρὰν διακοπήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἔγγραφος ἐπερώτησις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ λαθρεμπόρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε κατάστασιν λεπτομερῆ τῶν ἐργασιῶν τοῦ κατὰ τὸν νόμον ᾼΚΑʹ Συμβουλίου ἐπὶ παραβάσεων τοῦ τελωνιακοῦ νόμου, ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1882 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1886. Θέλει τυπωθῆ.
§19ΚΑΪΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς συζητήσεως, οὐχὶ διὰ νὰ συζητήσω καὶ ἐξετάσω τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ συζητήσω ἐν γενικότητι ἐπ’ αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἀρκεῖ, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, τὴν ὁποίαν καλοῦμαι νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα κατακρίνεται παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὑπέρτερον τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς μὴ ὁδηγοῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀλλ’ εἰς τὴν δείνωσιν αὐτῶν. Ἔχω ἐπιβαλλόμενον καθῆκον νὰ συζητήσω ἐν βραχυλογίᾳ ἐπ’ αὐτοῦ, ὡς ἐκ τῆς κρισιμότητος τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ θέλω, λέγων ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος τὴν γνώμην μου, νὰ παράσχω τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν εἰς τοὺς συμπολίτας μου νὰ κρίνωσι μετὰ δικαιοσύνης τὴν ψῆφόν μου. Καὶ ποῖον εἶναι, Κύριοι, τὸ ἀληθὲς, τὸ πραγματικὸν σημεῖον, εἰς ὃ σήμερον εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα; Ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, αἱ ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαντῶσιν εὐγλώττως: Ἔλλειμμα, ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, κατὰ μὲν τὴν Κυβέρνησιν, 22,000,000, κατὰ δὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, περίπου 30, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι παρακολούθημα σειρᾶς ἐτῶν προηγουμένων ἐλλειμμάτων· καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐλλειμμάτων τὴν γνωρίζετε, ὅσοι διαρκῶς ἐξακολουθεῖτε νὰ πολιτεύησθε καὶ ὅσοι παρακολουθεῖτε τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Ἀλλὰ τὴν ἱστορίαν τὴν ἠκούσατε καὶ προχθὲς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πηγὴν καὶ βάσιν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχουσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν· τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν, χωρὶς νὰ κατηγορηθῶμεν δικαίως ὡς ἀγνώμονες, ὡς ἀνευλαβεῖς πρὸς τοὺς κοινοὺς ἀγῶνας καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐθνικὰς ἀπέναντι τῶν ὑποδούλων ἔτι ἀδελφῶν μας. Καὶ ἐξηγοῦμαι καθαρώτερον. Μήπως ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι σήμερον δὲν συνωμολογήθη ὅλη ἐκείνη ἡ σειρὰ τῶν δανείων, μικρῶν καὶ μεγάλων, ἅτινα ὑπηρέτησαν ὁλοσχερῶς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν; καὶ μήπως αἱ ἐκ τῶν δανείων τούτων παρομαρτοῦσαι ὑποχρεώσεις δὲν εἶναι ἡ βάσις τῆς σημερινῆς ἡμῶν οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας; Καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία, εἶναι πρέπον, εἶναι δίκαιον, εἶναι πατριωτικὸν, ἀπέναντι οἰκονομικῆς καταστάσεως πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐθελουσίως ἐδημιουργήσαμεν χάριν τῶν ἐθνικῶν μας συμφερόντων, νὰ διστάζωμεν σήμερον, πῶς νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις; εἶναι συμφέρον, νὰ συζητῶμεν σήμερον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πολιτικήν; Ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι δίκαιον, ἂν δὲν ἦναι συμφέρον, ἂν δὲν ἦναι πατριωτικὸν, ὑπερτάτη ὅμως ἀνάγκη μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ μεριμνήσωμεν, πῶς νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν αὐτάρκη καὶ κανονικὴν ἡμῶν διοίκησιν, καὶ πῶς νὰ μὴ καθυστερήσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν μας· ἀλλ’ ὡς ἔχουσι σήμερον ἀτυχῶς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἂν δὲν ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας. Τρεῖς ὁδοὶ δεικνύονται ἡμῖν πρὸς τοῦτο, ἡ ὁδὸς τῶν δανείων, ἡ ὁδὸς τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἡ ὁδὸς τῶν φόρων. Ἡ ὁδὸς τῶν δανείων, ὡς ἠκούσατε παρ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων, εἶναι ἀδύνατος εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ καὶ δυνατὴ ἂν ἦτο, εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ἡ πραγματοποίησις δανείου θὰ διηυκόλυνε τὸ παρὸν, ἀλλὰ θὰ καθίστα δυσχερῆ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἀπόδειξις τρανὴ ἡ νῦν δυσχερὴς οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις· ἄρα αἱ δύο ἄλλαι ὁδοὶ μένουσιν ἡμῖν ἐλεύθεραι, ἡ ὁδὸς τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἡ ὁδὸς τῶν φόρων. Οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες μᾶς ὡμίλησαν περὶ οἰκονομιῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν δεικνύει τὴν πεποίθησίν των ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν τούτων. Μᾶς εἶπον ἀορίστως, ὅτι πρὸς τὰς ἄλλας οἰκονομίας, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἔφερε, δύνανται νὰ γίνωσιν ἀκόμη ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις οἰκονομίαι 2,000,000, δι’ αὐτάρκους καὶ οἰκονομικωτέρου ἔν τισι, δαπανηροτέρου ἐν ἄλλοις, διοργανισμοῦ αὐτῶν· ὅτι εἶναι δυνατὸν πρὸς τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, νὰ γίνωσιν ἔτι οἰκονομίαι 7,000,000 διὰ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς παραπλήσιον στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ὡς ὁ τῆς Ἐλβετίας. Καὶ μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὰς οἰκονομίας ταύτας, μᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι ἀναπόδραστος ἀνάγκη, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν δανειστῶν, ἡ ἀναστολὴ ἐπ’ ἀόριστον τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων μας· καὶ οὕτω περικόπτομεν, λέγουσιν, ἐκ τῶν δαπανῶν ἡμῶν 14,000,000, καὶ ἔχομεν οὕτω ἔλλειμμα 8,000,000 ἀκόμη· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο πῶς θέλει καλυφθῆ; Δὲν εἶπον τίποτε· ἀφῆκαν νὰ ὑπονοῆται, διότι δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν 8,000,000 βεβαίως θέλει ἀναπληρωθῆ διὰ τῆς περικοπῆς μέρους τῶν τόκων τῶν δανείων, καὶ οὕτω ἡ Ἀντιπολίτευσις, δεχθεῖσα ἀκόμη καὶ αὔξησιν φόρων 10,000,000, ὡς ἐπαρκῆ καὶ μὴ συντρίβουσαν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, νομίζει, ὅτι λύει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι ἐλαφρύνει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν φόρων ὑπερτέρων τῶν δυνάμεών του, ὅτι διασώζει τὴν πίστιν ἡμῶν καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Καὶ ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀκαταμαχήτου δυνάμεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐξόχου εὐγλωττίας του κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὡς χείμαῤῥος ἀκατάσχετος ἀνέτρεψεν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτῶν συνδυασμούς, καταδείξας, ὅτι ἡ ὁδὸς τῶν δανείων εἶναι ἀδύνατος, ὅτι ἐξήντλησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁδὸν τῶν οἰκονομιῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς καὶ στρατιωτικοῖς Ὑπουργείοις, ἐπενεγκοῦσα τοιαύτας περὶ τὰ 7,000,000, καὶ ὅτι πλειότεραι οἰκονομίαι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις εἶναι ἀδύνατοι, χωρὶς νὰ φέρωσι καταστροφὰς καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῷ στρατῷ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῶν χρεωλυσίων καὶ ἡ περικοπὴ τῶν τόκων εἶναι καθαρὰ χρεωκοπία, ἥτις ἔχει ἀνυπολογίστους τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ζημίας, ὅτι οἱ ζητούμενοι φόροι δὲν εἶναι ὑπέρτεροι τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀναγκαῖοι μάλιστα διὰ τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος ἡ προαγωγὴ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ἔθνους συμφερόντων, ποῦ περιεχαρακώθησαν οἱ ἀντιλέγοντες, ἵνα ἀποφύγωσι συζήτησιν οἰκονομικὴν, οὕτως ἐξόχως προβαλλομένην; Περιέστρεψαν αὐτὴν εἰς ἀσύμφορον καὶ ἄσκοπον πολιτικὴν συζήτησιν, εἰς ἱστορικὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῶν προηγουμένων, καὶ εἰς ἁπλῆν κατάκρισιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπερτέρου τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ συζήτησις οἰκονομικὴ, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διεξαγομένη, πολὺ ἀπέχει νὰ φωτίζῃ καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ εἰς ἐπίλυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Αἴ! Κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ εἴμεθα ἐν πᾶσιν εἰλικρινεῖς· ἐννοοῦμεν τὰς οἰκονομίας, καὶ προτιμῶμεν ταύτας τῶν φόρων, ἀλλ’ αἱ ἀληθεῖς οἰκονομίαι συνδέονται ἀδιαῤῥήκτως μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Θέλετε οἰκονομίας πραγματικάς; ἐγκαταλείψατε τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν· μόνον ἐὰν ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τότε μόνον θὰ ἔχωμεν πραγματικὰς καὶ ἀληθεῖς οἰκονομίας· ἔχετε τὸ θάῤῥος μὲ τοιοῦτον πρόγραμμα πραγματικῶν οἰκονομιῶν νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἴπατέ το καθαρῶς· εἴπατε, ὅτι ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ εἶναι κενὴ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μόνη της καὶ διὰ τῶν δυνάμεών της ἐν οἱωδήποτε εὐθέτῳ χρόνῳ εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους της, καὶ ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοιούτων γενναίων πόθων ἀνήκει μόνον εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δυσφοροῦσι πρὸ τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν ὑπὲρ τῆς εὐνομίας καὶ τοῦ μεγαλείου των! Ἀλλὰ μὴ πιστεύσητε ποτὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις διὰ πολυχρονίων ἀγώνων καὶ δι’ ὑπερανθρώπων θυσιῶν ἀνέστησε τὴν νῦν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὅστις χάριν τῆς ἐθνικῆς συμπληρώσεώς του ὑπέστη κατὰ διαλλείμματα ἐποχῶν μεγίστας θυσίας, ὅστις ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τῶν ὤμων του ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δανείων διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, μὴ πιστεύσητε ποτὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει λιποψυχήσει ἤδη ἐν τῇ ὁδῷ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ θέλει ἀπεμπολήσει τὰ ἀπαράγραπτα ἐθνικά του δικαιώματα ἀπέναντι τῆς φορολογίας, ἥτις ἀναγκαίως τῷ ἐπιβάλλεται. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διατὶ δὲν στρέφετε ταύτην τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἂν τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως φορολογικὰ μέτρα ἦναι λυσιτελῆ, ἢ οὔ; εἰς τὸ ἂν δυνάμεθα δι’ ἑτέρων φόρων ἐπωφελεστέρων νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ κενὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξαλείψωμεν τὸ ἔλλειμμα; Τοιαύτη συζήτησις εἶναι ἐξόχως οἰκονομικὴ, καὶ τοιαύτη συζήτησις φωτίζει καὶ ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι συζητοῦντες καὶ ὁμιλοῦντες ἐν τῷ ἐθνικῷ αὐτῷ περιβόλῳ, ὁμιλοῦμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀναμένει νὰ μάθῃ ἂν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ἦναι δυνατὸν ἄνευ φόρων, μὴ παραβλεπομένων τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν, νὰ ἔχῃ διοίκησιν, δικαιοσύνην, νὰ ἔχῃ ἐθνικὴν πίστιν, καὶ ν’ ἀπολαύῃ τῶν ἐξ αὐτῆς ἀγαθῶν, νὰ ἔχῃ ἐθνικὴν πολιτικήν. Συζητοῦντες καὶ ὁμιλοῦντες ἐνταῦθα, πρέπει νὰ παιδεύωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, πῶς νὰ ἐκπληροῖ ἀνελλιπῶς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς αὐτὸν ὑποχρεώσεις, καὶ οὐχὶ νὰ διδάσκωμεν αὐτὸν, πῶς νὰ ἀρνῆται τοὺς φόρους, ὡς ὑπερτέρους τῶν δυνάμεών του, οὐχὶ νὰ διδάσκωμεν αὐτὸν, πῶς νὰ χρεωκοπήσῃ, καὶ νὰ χρεωκοπήσῃ ὁμοῦ τὸ μόνον ὄνειρόν του, εἰς τὸ ὁποῖον ἀτενίζει μετὰ λατρείας, ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις. Ναὶ, Κύριοι βουλευταὶ, τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα εἶναι ὄντως σοβαρά· τὸ ἔλλειμμα φωνάζει, ἡ θύρα τῶν δανειστῶν εἶναι κεκλεισμένη· αἱ οἰκονομίαι αἱ δυναταὶ ἐγένοντο· πλειότεραι εἶναι ἀδύνατοι· μὴ ζητεῖτε, Κύριοι, νὰ ἐκβιάσητε τὴν θύραν τῆς ἀδυναμίας, διότι τότε τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἤδη ζητοῦμεν νὰ καλύψωμεν, θὰ ἦναι πολλαπλασίως μεῖζον· ἡ μόνη λοιπὸν ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ διανύσωμεν, εἶναι ἡ διὰ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως ὁδηγοῦσα τὴν ὁδὸν ταύτην πρέπει νὰ καταστήσωμεν αἰσθητὴν εἰς τοὺς συμπολίτας μας· ὑπὲρ ταύτης πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πάντες μετ’ ἀφοσιώσεως καὶ εἰλικρινείας, ἥτις ἐμπρέπει εἰς ἀντιπροσώπους κατανοοῦντας τὴν ὑψηλὴν, ἀλλὰ καὶ δυσχερῆ αὐτῶν ἐντολὴν, ἐὰν δὲν θέλωμεν ἐντὸς ὀλίγου νὰ παρασταθῶμεν μάρτυρες τῆς οἰκονομικῆς πανωλεθρίας, ἥτις καὶ ἡμᾶς περιμένει καὶ τοὺς συμπολίτας μας, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ἄγον εὐθὺ εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Καταπαύω, Κύριοι, τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἐδικαιολόγησα τὴν γνώμην μου· εὐελπιστῶ δέ, ὅτι ἡ γνώμη μου μετὰ δικαιοσύνης καὶ εἰλικρινείας θέλει κριθῆ παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἐλευθέρους πολίτας, κατανοοῦντας τὸ κρίσιμον τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τὸν ὕψιστον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ταῦτα ὑπηρετοῦσι καὶ εἰς τὸν ὁποῖον πάντες μετ’ ἐνδιαφέροντος προσβλέπομεν.
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ τροπὴ, ἣν ἔλαβεν ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς, ὅστις ἐδόθη εἰς τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, γνώμας, αἵτινές εἰσι σχεδὸν καὶ γνῶμαι ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποστηρίξω καὶ προφορικῶς, ὅ,τι καὶ ἐγγράφως ἐξέθεσα. Δὲν ἀξιῶ νὰ φωτίσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς διαστροφῆς, τῆς γενομένης εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῆς διαστροφῆς κυρίως ἐστηρίχθησαν ὅ τε κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ μὲν εἷς, μύστης καὶ λειτουργὸς τῶν ἀριθμῶν, ἐτράπη εἰς τὴν τῶν ἀριθμῶν μέθοδον, καὶ εἰς τὴν διαστροφὴν αὐτῶν ἐστηρίχθη, ἵνα καταδείξῃ, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται ἐπὶ στατιστικῶν ἐργασιῶν, ἃς ἐπιμελῶς ἔλαβεν ὡς βάσιν τῆς ἐργασίας της, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καλὸς τακτικὸς, κατιδὼν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ζήτημα περιστραφῆ ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῶν ἀριθμῶν, κινδυνεύει νὰ καταποντισθῇ, ἐτράπη ἄλλην ὁδὸν, καὶ ὤθησε τὴν Βουλὴν εἰς ἄλλο πεδίον, εἰς τὸ πεδίον τῶν παθῶν καὶ τῶν αἰσθημάτων, πεδίον εὐρύτατον μὲν, ἀλλὰ καὶ λίαν ὀλισθηρὸν, πεδίον, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰς βουλευτικὰς ὁμάδας εἰς ἐθνικὰς συμφορὰς καὶ οἰκονομικὰς καταστροφάς. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀποκαλοῦντα τὴν Ἀντιπολίτευσιν σημαιοφόρον τῆς χρεωκοπίας, καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. Εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας διεκδικοῦντα δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς πλειονοψηφίας τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς τιμῆς· καὶ κατέστημεν, Κύριοι, κατηγορούμενοι ἀπὸ κατηγόρων· καὶ ἀπέδωκαν εἰς ἡμᾶς, ὅ,τι αὐτοὶ κατεργάζονται, καὶ τὰς φράσεις μας, καὶ τὰς ἰδέας μας, καὶ τὰς προτάσεις μας ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀγούσας εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ αὗται ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχουσι, νὰ προλάβωσιν αὐτήν. Ἐγνωρίζομεν, Κύριοι, ὁποῖον ὅπλον θὰ δώσωμεν εἰς τὴν εὐστροφίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰλικρινῶς ἐκφράζοντες τὰς γνώμας μας, οὐχ ἧττον δὲν ἐδιστάσαμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ κηρύξωμεν, τί φρονοῦμεν ἐπὶ τῆς παρούσης καταστάσεως, καὶ τί προτείνομεν περὶ τῆς διορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καίτοι προεβλέπομεν τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης εἰλικρινοῦς πολιτείας ἡμῶν, καίτοι βέβαιοι ἤμεθα, ὅτι παρείχομεν εἰς αὐτὸν τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν θέλω ἀσχοληθῆ, Κύριοι, εἰς τὴν στατιστικὴν ἐργασίαν· οἱ ἀριθμοὶ ὡμίλησαν διὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὡμίλησαν διὰ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὡμίλησαν διὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν προλαλησάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ξηροὶ καὶ μονότονοι εἰς τοὺς ἀκροωμένους, ἀλλ’ εὔγλωττοι καὶ πειστικοί· δυστυχῶς ὅμως καὶ αὐτοί, δι’ ὧν καθίσταται ἀναμφισβήτητος ἡ ἀλήθεια, διεστράφησαν, καὶ ἠμφισβητήθησαν αὐτὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, αὐταὶ αἱ ἀριθμητικαὶ ἐργασίαι. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν διεστράφησαν οἱ ἀριθμοὶ, αἱ ἐντυπώσεις δὲν ἐξηλείφθησαν, καὶ αἱ πεποιθήσεις τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐμορφώθησαν. Ὁ παρακολουθήσας τὴν στατιστικὴν ἐργασίαν ἐπείσθη, ὅτι ἡ κατάστασίς μας ὀφείλεται εἰς τοὺς εἰκονικοὺς Προϋπολογισμούς· ὅτι οἱ εἰκονικοὶ Προϋπολογισμοὶ, αὐξάνοντες ἀφ’ ἑνὸς τὴν στήλην τῶν ἐσόδων, ἐστηρίζοντο ἀφ’ ἑτέρου ὡς πρὸς τὰς δαπάνας εἰς τοιαύτην στήλην καὶ ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν λεπτομερῶς κατέγιναν οἱ προαγορεύσαντες, καὶ ὅτι περὶ δανείου σκέψις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι καὶ πρὸς τοὺς τοκογλύφους ἂν στραφῶμεν, καὶ αὐτοὶ θὰ μᾶς στρέψωσι τὸ πρόσωπον. Κατεδείχθη δὲ ἀναμφισβητήτως, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ προλάβωμεν τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, δέον, ἵνα προσπαθήσωμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ προσπορισθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ προσόδου, ἥτις μέχρι τοῦδε δὲν ὑπερέβη τὰ 60 περίπου ἑκατομμύρια, ἐνῷ ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς ὑπολογίζει δαπάνας 92 περίπου ἑκατομμύρια. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν τίνες εἰσὶν οἱ αἴτιοι τῆς τοιαύτης ἡμῶν καταστάσεως· ὅ,τι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων, εἶναι, ὅτι ὁ πυρετὸς ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1864, κατέστη δὲ κακοήθης ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἐντεῦθεν.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1864 δὲν ἐκάμνομεν δάνεια.
§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς πολὺ τεχνηέντως προσεπάθησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν τῆς ἐργασίας του τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Ποῖος ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν περιωρίσθη εἰς τὰ δύο ταῦτα ἔτη, εἶναι καταφανές· ἡ συζήτησις κατέδειξεν εἰς τί ἀπέβλεπεν ὁ κ. Εἰσηγητής. Διέγνωσεν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ μελέτη τῆς Βουλῆς ἄρξηται ἀπὸ τὸ 1885, καθίσταται καὶ εὔκολος ἡ ἀποπλάνησις αὐτῆς, ἐνῷ, ἐὰν παραβληθῇ ὁ παραλληλισμὸς τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται, βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ σταματήσῃ ἀπέναντι δισταγμῶν, καὶ δισταγμῶν λίαν ζωηρῶν, καθότι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀποκρύψῃ, ὅτι, ἐνῷ καλεῖσθε σήμερον νὰ οἰκοδομήσητε, ὁ ἀρχιτέκτων τῆς οἰκοδομῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ συνδράμητε, εἶναι αὐτὸς οὗτος, ὅστις ᾠκοδόμησε καὶ κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884, καὶ παρίσταται μὲ τὴν αὐτὴν μέθοδον, μὲ τὸ αὐτὸ σχέδιον, μὲ τὸ αὐτὸ ὑλικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου τότε εἰργάσθη, καθὼς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι, ἐὰν ἡ οἰκοδομὴ ἐκείνη καταπεσοῦσα δὲν συνέτριψε τοὺς ἐργάτας, δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ πείραμα ἄνευ βεβαίας καταστροφῆς. Καὶ πῶς ἄλλως, Κύριοι, θὰ σκεφθῇ τις περὶ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως; Μὴ πρόκειται περὶ νέου συστήματος, περὶ νέων μέσων, ἢ περὶ νέας ἐργασίας; Ἡ ἐργασία, ἡ γενομένη κατὰ τὰ 1883 καὶ 1884, αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται καὶ σήμερον, καὶ εἰς ταύτην καλεῖσθε νὰ δώσητε τὴν συνδρομήν σας· ἐὰν δ’ ἐκ τῆς στατιστικῆς τῆς ἀναπτυχθείσης κατεδείχθη, ποῦ κατέληξε τὸ σύστημα τοῦ 1883 καὶ 1884, δύνασθε νὰ διστάσητε πρὸς στιγμήν, ὅτι, παρέχοντες τὴν συνδρομήν σας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ παρέξητε, δὲν θὰ πράξητε ἄλλο ἢ νὰ προσθέσητε τὸ 1887 εἰς τὰ 1883, 1884, 1885, καὶ 1886; Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ προσθέσητε τὸ 1887 εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πειράματα δὲν ἐπιτρέπονται, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ δικαιολογηθῆτε, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐναπομένει πρὸς διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, εἶναι τὸ σύστημα τῶν φόρων, καὶ ὅτι τὸ σύστημα, τοῦτο θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας καταστροφήν. Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ὅστις, ἀναμνησθεὶς ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριζον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀπέδωσεν εἰς τὴν μετάνοιαν τὴν μεταβολὴν τῆς σημερινῆς αὐτῶν πορείας, τῷ λέγω, ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν μετενόησαν, διότι καὶ τότε τὸν ὑπεστήριξαν ἐν πεποιθήσει, φρονοῦντες, ὅτι διὰ τῶν φόρων θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας καὶ θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ νῦν, ἀφοῦ δυστυχῶς ἀπεδείχθη ὅτι ἐψεύσθησαν, εἰς τὰς προσδοκίας των, διότι δὲν ἀνταπεκρίθησαν αἱ δυνάμεις τοῦ τόπου, ἀπέναντι τοῦ ἀποτελέσματος καὶ τῶν πραγμάτων, ἀπέναντι τῆς ἀποτυχίας τοῦ πειράματος, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν αὐτὴν πορείαν καὶ ν’ ἀξιῶσιν, ὅτι εὐσυνειδήτως πολιτεύονται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του προεκάλεσε πολιτικὴν συζήτησιν, καὶ τὴν καθαρῶς οἰκονομικὴν συζήτησιν μετέτρεψεν εἰς συζήτησιν γενικῆς πολιτικῆς, εἰς συζήτησιν, ἥτις ἀφεώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, ἐξέτασιν οἰκονομικὴν, ἐξέτασιν γενικῆς πολιτικῆς. Σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν πρὸς ἄλλα σημεῖα, καὶ νὰ θέσῃ ὡς θέμα τῆς συζητήσεως ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλει σήμερον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ὅ,τι ὀφείλει σήμερον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τὸ καθαρῶς οἰκονομικὸν ζήτημα. Ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ τὴν κυρίαν σκέψιν τῆς Βουλῆς, εἶναι, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον, δύνηται νὰ φέρῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ. Δὲν εἰσέρχομαι ὅθεν εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις ἄλλως τε δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ ἢ μόνον μεταξὺ τοῦ νῦν καὶ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, διότι αὐτοί εἰσιν οἱ μόνοι κατέχοντες τὰ ὅπλα τῆς τοιαύτης πάλης, ὅπλα, ἅτινα ἄλλως τε τὸ συμφέρον ἴσως τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνωσι γνωστά. Ποῖος δὲ ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τί πρωτίστως τὸ Κοινοβούλιον καλεῖται νὰ ἐργασθῇ; Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀπαιτεῖται πρωτίστως τὰ προϋπολογισθέντα νὰ βεβαιωθῶσι, τὰ βεβαιωθέντα νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀπαιτεῖται νὰ μὴ μεσολαβήσωσι καιρικαὶ ἢ ἄλλαι πολιτικαὶ καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις, δυνάμεναι νὰ ματαιώσωσι τὰς προσδοκίας ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, πλὴν τούτων, ἀπαιτεῖται νὰ λείψωσιν αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις ἀποῤῥοφῶσι, καὶ ὑπερβαίνουσιν αὐτάς. Καὶ διατὶ μέχρι τοῦδε ἀπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον; Διότι τὰ προϋπολογισθέντα δὲν ἐβεβαιώθησαν, διότι τὰ βεβαιωθέντα δὲν εἰσεπράχθησαν, διότι ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν ἔλειψαν, διότι ἡ τάσις τῶν Κυβερνήσεων πρὸς τὴν σπατάλην κατεβρόχθισε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τί δὲ συντρέχει σήμερον, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι θὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον; Οἱ προαγορεύσαντες, οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, προέθεντο νὰ πείσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι σήμερον δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πεπατημένην ὁδὸν, ὅτι σήμερον, ἐὰν δὲν ἤλλαξαν τὰ πρόσωπα, ἤλλαξαν ὅμως τὰ πράγματα, ὅτι τὸ προϋπολογισθὲν θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ὅτι διὰ τῶν φόρων θὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἡ πρώτη βάσις, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεμέλιον τοῦ ἐπιχειρήματος, διότι εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἐξ ἧς ἀναχωροῦσιν ἅπαντες οἱ συλλογισμοὶ τῶν ὑποστηριζόντων τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ προϋποθέτουσιν, ὅτι διὰ τῶν κειμένων νόμων θὰ εἰσπραχθῇ. Δὲν λαμβάνουσι δ’ ὑπ’ ὄψιν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἤτοι τὰ 60 ἢ 61 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ προϋποθέτουσιν ὡς βέβαιον τὸ ποσὸν τῶν 70 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ, ὅτι θὰ ἔχωσι βεβαίαν εἴσπραξιν ἐξ 70 ἑκατομμυρίων, εὑρίσκουσιν ἔλλειμμα μόνον 22 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζετε, Κύριοι, τὴν βεβαιότητα τῆς εἰσπράξεως 70 ἑκατομμυρίων; Σᾶς ἐνθαῤῥύνουσιν εἰς τοῦτο τὰ παρελθόντα καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις; Σᾶς ἐνθαῤῥύνουσι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα; Μετεβλήθησαν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τῶν νέων προσώπων καὶ τῆς κρείσσονος λειτουργίας τῶν νόμων ὑπολογίζετε ὡς βέβαιον ὅ,τι μέχρι τοῦδε δὲν ἐπετύχετε; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θέλομεν κατορθώσει νὰ εἰσπράξωμεν, ἀντὶ τῶν 60, 70 ἑκατομμύρια, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τούτου τοῦ ποσοῦ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθίστανται ἔτι μᾶλλον ἀμφίβολα τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων φόρων, διότι, ὅσον περισσότερον ἐξαντλεῖται ἡ πρόσοδος τῶν πολιτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττοῦνται καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ, ἔχοντες ὡς βάσιν τὰ 60,000,000, παραδεχθῶμεν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἕτερα 10,000,000 ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, χωρὶς ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐργάζεται καὶ διὰ τῶν ὁποίων πορίζεται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ, ὅταν πειραθῶμεν νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν, οὐχὶ πλέον 70, ἀλλ’ 92 ἑκατομμύρια. Στηρίζεται δὲ ἡ εἴσπραξις τῶν 22,000,000 ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐν μέρει ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, ἐν μέρει δὲ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τοὺς συλλογισμούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζονται οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες, θὰ πεισθῶμεν, ὅτι εἰσὶ σκέψεις καὶ λογαριασμοὶ, οἵτινες πᾶν ἄλλο πείθουσιν ἢ ὅτι θ’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰ πράγματα. Καὶ πρῶτον, ὑπολογίζουσι τὴν εἴσπραξιν ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, στηριζόμενοι ἐπὶ καταναλώσεως 1,000,000 ὀκάδων, ἐνῷ τὸ αὐτὸ σύστημα, λειτουργοῦν κατὰ τὸ 1884, ἀπέδειξε κατανάλωσιν μόνον 795,681. Ὅταν δὲ κατηναλώθη τοσοῦτον ποσὸν, ὅτε ὁ καπνὸς ἐπεβαρύνετο μόνον διὰ δραχ. 3 καὶ 80)00 κατ’ ὀκᾶν, σήμερον, ὅτε ἐπιβαρύνεται μὲ δραχ. 7 καὶ 40)00, διότι εἰς τὸν φόρον τῶν 4 καὶ 80 προστίθεται καὶ ἡ δαπάνη τοῦ σιγαροχάρτου, ἥτις ἀναλογεῖ πρὸς 12 φυλλάδια κατ’ ὀκᾶν, πλὴν τοῦ νέου φόρου ἐπιτηδεύματος, δὲν πρόκειται δὲ περὶ διαφόρου φόρου, διότι ὑποχρεοῦμεν τὸν ἀγοράζοντα τὸν καπνὸν νὰ καταβάλλῃ συνάμα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ἐκ τούτου ὁ ἀγοραστὴς θὰ ὑπολογίζῃ τὴν ὅλην δαπάνην, ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ κατανάλωσις θ’ ἀναβιβασθῇ εἰς 1,000,000 ὀκάδων, δὲν στηρίζεται εἰς οὐδεμίαν οἰκονομικὴν ἀρχὴν, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὴν ἔρευναν τῆς λογικῆς. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι, αὐξανομένης τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, θ’ αὐξήσῃ καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ, τί ἄλλο ὑποστηρίζουσιν ἢ τὸ ἀντίθετον τοῦ ὅ,τι ἡ λογικὴ ὑπαγορεύει καὶ πᾶσα οἰκονομικὴ ἀρχὴ ἐπρέσβευσε καὶ πρεσβεύει μέχρι τοῦδε; Δεύτερος φόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζει εἴσπραξιν γενναίαν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν· ἀλλὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ φόρου τούτου ὡμολόγησεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, καὶ καταδεικνύουσιν αὐτὰ ταῦτα τ’ ἀποτελέσματα. Στηρίζει δὲ τὴν μεγαλειτέραν εἴσπραξιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβάλει· ἐπὶ ἑνὸς δὲ νομοσχεδίου οἰκοδομεῖ ὁ κ. Εἰσηγητὴς καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι θὰ ὑπερδιπλασιάσῃ τὸ ἔσοδον, τὸ μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενον, καὶ ἐκ 450 χιλιάδων θὰ εἰσπραχθῶσιν 1,000,000. Εἶναι δυστυχῶς καὶ τὸ τοιοῦτον ἀπόδειξις, Κύριοι, τῆς γενικῆς ἀσθενείας, ἥτις μᾶς κατέλαβε πρὸ πολλοῦ καὶ ἥτις προοδεύει καὶ προβαίνει γιγαντιαίοις ἅλμασιν. Φρονοῦμεν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ γράψωμεν ἐπὶ τοῦ χάρτου διατάξεις τινὰς καὶ νὰ τὰς διεκπερκιώσωμεν διὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως τὰ πάντα προλάβωμεν, καὶ ἐπαναπαυόμεθα, ὅτι καὶ τὴν κοινωνίαν ἠθικοποιοῦμεν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας διορθόνομεν, καὶ στρατὸν ἀποκτῶμεν, καὶ στόλους προμηθευόμεθα. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἰσχυριζόμεθα καὶ κομποῤῥημονοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομοῦμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηρίζομεν τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικὸν τῆς χώρας, καὶ δι’ αὐτῶν κατακρίνομεν τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἐνῷ ἡ πεῖρα, ἡ μέχρι τοῦδε, μᾶς διδάσκει, ὅτι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ σωρείας ἐψηφίσαμεν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπανειλημμένως ᾠκοδομήσαμεν καὶ μεγάλας ἐλπίδας ἐστηρίξαμεν, οἰκτρῶς ἀπέτυχον, διότι εἶναι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα συντάσσονται ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης πείρας, ἄνευ τῆς ἀναγκαίας μελέτης, συντάσσονται ὑπὸ τῶν μὴ ἁρμοδίων, διέρχονται ἀβασάνιστα διὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δανειζόμενα παρὰ ξένων Ἐθνῶν, εἰσὶν ἀκατάλληλα διὰ τὸ ἀνάστημά μας. Ἀλλὰ, διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τούτου καὶ δώσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἀξίαν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι διὰ νομοθετημάτων θὰ τύχωμεν τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀποβλέπομεν, ἂς ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ ἡμετέρου κύκλου, καὶ ἂς διδαχθῶμεν ἀπὸ τὰ διδάγματα ἄλλων Ἐθνῶν· θέλομεν δὲ πεισθῆ, ὅτι, διὰ ν’ ἀποφέρωσιν ἀποτελέσματα νόμοι, ὡς οἱ ψηφιζόμενοι παρ’ ἡμῶν, παρῆλθον ἔτη, καὶ εἰργάσθησαν ἐπιστήμονες καὶ εἰδικοὶ ἄνδρες, κατόπιν δὲ βαθείας μελέτης καὶ πείρας, κατώρθωσαν νὰ φθάσωσιν εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Καὶ φρονεῖ μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δι’ ἑνὸς νομοθετήματος θέλει ἐξασφαλίσει τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν σκέπτεται, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον γίνεται νόμος, πλεῖστοι ὅσοι καταγίνονται νὰ εὕρωσι νέα μέσα πρὸς καταδολίευσιν αὐτοῦ· ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ τμηματάρχαι του ἐργάζωνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρὸς ἀνεύρεσιν τρόπου, δι’ οὗ νὰ προλάβωσι τὰς γενομένας παραβάσεις τοῦ νόμου, ἅμα ὁ νόμος ψηφισθῇ, ἄρχεται ἡ ἐργασία πλείστων ὅσων, διὰ νὰ ἀνεύρωσι τὰ μέσα τῆς καταδολιεύσεως αὐτοῦ. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ μέχρι ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἐπινόησις τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ καταδολιευθῶσι τὸν νόμον, ἀκούσατε τί ἔλαβε χώραν ἐν Σκωτίᾳ, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ὁ φόρος εἶχε κανονισθῆ ἀναλόγως τῆς χωρητικότητος τῶν λεβήτων καὶ τῆς καθ’ ὑπολογισμὸν ἐπὶ ταύτης ἐτησίας παραγωγῆς, ἐπεβλήθη δὲ φόρος 30 σελλήνια κατὰ γαλόνιον, ἀλλ’ ἅμα ὁ φόρος ἐτέθη, δύο βιομήχανοι, οἱ Ἰωάννης καὶ Γουλιέλμος Σλίγκο, ἐτελειοποίησαν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ μηχανήματά των, ὥστε κατώρθωσαν εἰς ὀλίγας ὥρας νὰ παραγάγωσιν, ὅ,τι παρῆγον προηγουμένως εἰς μίαν ἑβδομάδα. Οἱ βιομήχανοι οὗτοι ἐπλούτουν, μέχρις ὅτου ἔμενε μυστικὴ ἡ τελειοποίησις τῶν μηχανημάτων των, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐγένετο γνωστὴ, καὶ πάντες ἐφήρμοσαν τὸ αὐτὸ σύστημα, ἐμηδενίσθη δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ὁ φόρος, ὥστε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐδέησε νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ, ποῦ ἔγκειται τὸ κακόν. Γενομένης νέας καταμετρήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνακαλυφθέντων, ἡ Κυβέρνησις ἐπίστευσεν, ὅτι ἐξασφαλίζει τὸ εἰσόδημα, ὅπερ προέθετο ν’ ἀπολαύσῃ, αὐξάνουσα ἀπὸ 30 σελληνίων ἕως 60 τὸν φόρον. Ἀλλ’ ἡ ἐπινόησις ἐματαίωσεν ἐκ νέου τὴν πρόβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νέαι βελτιώσεις ἠνάγκασαν αὐτὴν ν’ ἀναβιβάσῃ τὸν φόρον ἀπὸ 60 σελληνίων εἰς 3 λίρας, κατόπιν εἰς 9, 18 καὶ ἐπὶ τέλους 54. Ἀνεβίβασε δὲ τὸν φόρον εἰς λίρας 54, διατί; διὰ νὰ εἰσπράξῃ ὅ,τι κατ’ ἀρχὰς, ὅτε ἐπέβαλε τὸν φόρον, εἰσέπραττε, φορολογουμένων μόνον τῶν πνευματωδῶν ποτῶν μὲ 30 σελλήνια, διότι ἡ τελειοποίησις ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὥστε εἰς διάστημα 8 λεπτῶν τῆς ὥρας παρῆγον, ὅ,τι κατὰ τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη ὁ φόρος, παρῆγον ἐπὶ 8 ἡμέρας. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν, Κύριοι, διὰ τῶν διατάξεων ἐν τοῖς νόμοις, νὰ ματαιώσωμεν, ὅ,τι νομίζομεν, ὅτι φέρει τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων, διότι, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἡμεῖς φρονῶμεν, ὅτι ἐξασφαλίζομεν διὰ τοιαύτης ἐργασίας τὴν περαιτέρω παράβασιν τοῦ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἀναπτύσσεται ἡ ἐργασία ἐκείνων, οἵτινες ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου, διότι τὸ κέρδος πρὸ πάντων ἐξυπνᾷ τὸν νοῦν, καὶ τὸν ὠθεῖ πρὸς ἀνεύρεσιν μέσων προσποριζόντων μεγαλειτέραν ὠφέλειαν. Τρίτος φόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλὰ προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κατὰ τὸν Εἰσηγητὴν, ὁ τοιοῦτος φόρος εἶναι δίκαιος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος ἐναποτίθεται, ἐκτὸς μὲν τῶν πόλεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ εἰσαχθῇ καὶ καταναλωθῇ εἰς τὰς πόλεις, δὲν πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς φορολογίαν μικροτέραν τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὸν οἶνον, τὸν καταναλισκόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐπιτυγχάνεται δὲ τὸ τοιοῦτον διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς τῆς χώρας, καὶ φρονεῖ ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ὅτι τοιουτοτρόπως, ὄχι μόνον καθίσταται ὁ φόρος δίκαιος, ὡς στηριζόμενος εἰς τὴν ἀναλογικὴν ἰσότητα, ἀλλὰ συνάμα, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ καὶ τὸ ποσὸν 3,168,000 δραχμῶν. Οἱ συλλογισμοὶ οὗτοι, Κύριοι, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνασκευῆς, ὅπως σᾶς πείσωσιν, ὅτι σφάλλουσιν εἰς τὴν βάσιν, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶνται. Φορολογοῦντες τὸν οἶνον, τὸν παραγόμενον εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη τοῦ Κράτους, τὸν χρησιμεύοντα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, τὸν καταναλισκόμενον ὑπὸ τοῦ γεωργοῦ, τὸν ἀλλοιούμενον καὶ χυνόμενον, ὡς μὴ χρήσιμον, τὸν μετακομιζόμενον ἀπὸ τόπον διπλασιάζοντα ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως τὴν δαπάνην καὶ τὴν ἀξίαν, ἐξ ἴσου μὲ τὸν οἶνον, τὸν παραγόμενον πέριξ τῆς πόλεως, ὅπου καταναλίσκεται, πράττομεν πᾶν ἄλλο ἢ ἔργον δικαιοσύνης, καὶ εἰκονικῶς ἀναγράφομεν ποσὰ, στηριζόμενα εἰς τὴν ὅλην ὑποθετικὴν παραγωγὴν τοῦ Κράτους. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ δασμολόγιον, ἐξέθεσα τὴν γνώμην μου, καὶ ἑπομένως κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τί φρονῶ καὶ περὶ τούτου. Ἠπόρησα ὅμως, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Εἰσηγητὴν, ὑποστηρίζοντα, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σακχάρεως δὲν ἔχει τι τὸ παράδοξον, συγκρινόμενος πρὸς τὸν φόρον, ὅστις ἐπιβαρύνει τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ζακχάρεως καὶ εἰς ἄλλα Κράτη· ἀνέφερε δὲ τοιαῦτα, ἰσχυριζόμενος, ὅτι εἰς ταῦτα ἐπιβαρύνεται περισσότερον ἡ εἰσαγωγὴ ἢ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ εἰσι λελανθασμένοι, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου βαρύνεται ἡ σάκχαρις, ἐκεῖ καὶ παράγεται, οἱ δὲ δασμοὶ δὲν ἐτέθησαν ὡς ταμιευτικοὶ, δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν, ἀλλ’ εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, δι’ ἧς παράγεται τὸ κοκκινογούλιον, ἐξ οὗ κατασκευάζεται ἡ σάκχαρις· εἶναι ἑπομένως φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ γεωργίας, καὶ ἐπιβάλλονται εἰς χώρας, εἰς ἃς δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ τοιαύτη βιομηχανία καὶ τοιούτου εἴδους καλλιέργεια, καὶ γίνονται ἀποδεκτοὶ, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι ἡ βιομηχανία, ἅπαξ ἀναπτυχθεῖσα, δύναται κατόπιν νὰ συναγωνισθῇ καὶ ἄνευ τῶν προστατευτικῶν νόμων, τῶν ὁποίων ἔχει τὸ πρῶτον ἀνάγκην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δασμολογίου, ἐπεκαλέσθη τὴν στατιστικὴν τῶν τελευταίων μηνῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προέθετο τὴν ἀποπλάνησιν Ὑμῶν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε σκοπὸν διὰ τῶν πραγμάτων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὤφειλε τὴν σύγκρισιν νὰ κάμῃ, οὐχὶ πρὸς τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ἀλλὰ πρὸς τὴν τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν ἄλλων ἐτῶν, τῶν ἐτῶν 1883 καὶ 1884, διότι μόνον ἐκ τῆς τοιαύτης συγκρίσεως δύναται τῷ ὄντι νὰ προκύψῃ ἐπιχείρημά τι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅταν εἰς σύγκρισιν φέρῃ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ λιμένες τοῦ Κράτους ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι, ὅταν εἰς σύγκρισιν ἐπικαλῆται ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξήγετο ὁ σταφιδοκαρπὸς καὶ ἑπομένως εἰσήγετο τὸ χρῆμα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἐποχὴν δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ μεγαλειτέρα κίνησις εἰς τὰ Τελωνεῖα τοῦ Κράτους, βεβαίως συγκρίνων τοιοῦτον ἔτος μὲ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον διερχόμεθα, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, διότι φυσικὸν ἦτο, ἀφοῦ τὸ ἐμπόριον ἐσταμάτησεν, ἀφοῦ ἡ κατανάλωσις ἠλαττώθη, ἅμα ἐδόθη εὐκαιρία, καὶ ἡ κατανάλωσις ν’ ἀναλάβῃ, καὶ τὸ ἐμπόριον νὰ κινηθῇ, καὶ νὰ δοθῇ ἡ ὤθησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ κερδοσκοπία, μάλιστα ἐν τοιαύταις περιστάσεσι καὶ ἀφοῦ ἤργησεν ἐπί τινα χρόνον, αὐτομάτως γεννᾷ. Ἀφοῦ δὲ ὁ ὑπολογισμὸς τῶν εἰσπράξεων ἐγένετο κατ’ ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν, ἤτοι ἐφ’ ὅσον αὐξάνουσιν οἱ φόροι, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει καὶ ἡ ἀρίθμησις τῶν εἰσπράξεων, βεβαίως ἑπόμενον εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἱκανοποιῶσιν ἀκουόμενοι, καὶ νὰ παρέχωσιν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἐπιπολαίως κρίνοντας, ἢ εἰς τοὺς μὴ θέλοντας ποσῶς νὰ κρίνωσιν ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ εἰς πάντα ἄλλον ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ ἀφήσωσι δισταγμοὺς, ἢ νὰ μὴ γεννήσωσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἀποτυχία, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν, ἔσεται βεβαία καὶ ἀναπόφευκτος, ὁ δὲ χρόνος θὰ ἀποδείξῃ τὸ κῦρος τῆς ὑπὸ τῆς δημοσιονομίας παραδεχομένης ἀρχῆς. Ἔχομεν προσέτι σπουδαίαν αὔξησιν ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐσόδων, ἣν δὲν εὑρίσκουσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς βαρεῖαν, τὴν προσθήκην δηλ. τῶν 20 καὶ 15% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Ἠπόρησα, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Εἰσηγητὴν, δικαιολογοῦντα τὸ ἐλαφρὸν τοῦ φόρου, καὶ θέλοντα νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης προσθήκης δὲν ἐπιβαρύνομεν ποσῶς τὸν φορολογούμενον. Ὁ πληρόνων, ἰσχυρίζετο, μίαν δραχμὴν, ἐὰν πληρώσῃ καὶ εἴκοσι λεπτὰ περιπλέον, δὲν θὰ πάθῃ, διότι διὰ τῶν εἴκοσι λεπτῶν δὲν θὰ στερηθῇ τῶν μέσων νὰ ζήσῃ, ἢ νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, ἢ ὁπωσδήποτε ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐργασίαν του, ἢ τὴν βιομηχανίαν του. Καὶ βεβαίως, οὕτως ἐξεταζομένων τῶν ζητημάτων, ἡ ἀπάντησις εἶναι μία. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ συζητεῖν καὶ τοῦ παριστάνειν τὰ πράγματα, διὰ τοῦ ὁποίου πειρῶνται νὰ πείσωσι τοὺς ἀκροωμένους, μοὶ ἀνακαλεῖ εἰς τὴν μνήμην τοὺς δικηγόρους ἐκείνους, οἵτινες, εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ ἀπέναντι τεκμηρίων, τῶν ὁποίων ὁ συνδυασμὸς δίδει τὴν πλήρη ἀπόδειξιν τῆς τελεσθείσης πράξεως, ἀμηχανοῦντες, καταφεύγουσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου τεκμηρίου, ἰσχυριζόμενοι ἑκάστοτε, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ διὰ τῶν ὁποίων πειρῶνται νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι δὲν δύνανται νὰ φέρωσι διατάραξιν εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ δὲν θὰ βαρύνωσι αὐτὸν σπουδαίως, καὶ οὕτω συζητοῦντα ἠκούσαμεν τὸν κ. Εἰσηγητὴν νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι δὲν θὰ πάθῃ ὁ ποιμὴν, ἐὰν, ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, πληρώσῃ διὰ τὸ πρόβατον 1 καὶ 20/00· ἀλλ’ ὅταν ὁ ποιμὴν ὁ ἔχων 500 ἢ 1000 πρόβατα πληρώσῃ χιλιάκις τὰ 20 λεπτὰ, καταβάλλει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἴσως τὸ καθαρόν του κέρδος. Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα ἐξετέθησαν καὶ διὰ τοιούτων συλλογισμῶν προσεπάθησαν νὰ πείσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως λεπτῶν ἀπὸ ἕκαστον φορολογούμενον, ἠκούσθησαν καὶ διάφοροι θεωρίαι, διὰ νὰ σᾶς ἀφαιρέσωσι πάντα δισταγμόν. Μὴ πιστεύετε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς, περὶ τοῦ βάρους τῶν φόρων, διότι ἅπαντες οἱ φόροι δὲν βαρύνουσι καὶ πάντας τοὺς φορολογουμένους· οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι θὰ βαρύνωσι τὸν γεωργὸν, τὸν κτηνοτρόφον, τὸν κτηματίαν, οἱ δὲ ἔμμεσοι τὸν βιομήχανον, τὸν ἐργάτην κτλ., τὸ τοιοῦτον δὲ βάρος, οὕτω καταμεριζόμενον, εἶναι ἐλαφρότατον. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἀπαιτεῖται σκέψις, ἵνα κατίδῃ τις τὸ σαθρὸν τῆς τοιαύτης θεωρίας, διότι ὁ ἰδιοκτήτης π. χ. ὅστις θὰ πληρώσῃ τὸν ἄμεσον φόρον, θὰ πληρώσῃ καὶ πάντα ἄλλον φόρον, διότι εἰς πᾶν ὅ,τι καταναλίσκει πληρόνει τὴν ἀξίαν, εἰς ἣν ἐνυπάρχει καὶ ὁ ἔμμεσος φόρος, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν ὅ,τι δὲν καταναλίσκει, ἀλλὰ καταναλίσκει τρίτος, πληρώνει φόρον, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει λάβῃ ἀνάγκην τῆς ἐργασίας τοῦ τρίτου, θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον οὗτος καταβάλλει, διότι καὶ οὗτος θ’ ἀπαιτήσῃ διὰ τὴν ἐργασίαν του πληρωμὴν, ἀνάλογον μὲ τὴν ὡς ἐκ τῶν φόρων ὑπερτίμησιν τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς τὸ ζῆν πραγμάτων. Διὰ νὰ κρίνωμεν ὅθεν περὶ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὅλον ποσὸν, ἤτοι τὰ 32 ἑκατομμύρια, διότι 22 ἑκατομμύρια θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ διὰ τῶν νέων ἐπιβαλλομένων φόρων, 10 δὲ ἑκατομμύρια θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ διὰ τῆς κανονικωτέρας καὶ αὐστηροτέρας λειτουργίας τῶν νόμων· 60 ἑκατομμύρια φέρει ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὡς εἰσπραχθὲν ἔσοδον, 92 δὲ ἑκατομμύρια ἀπαιτεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς ἔξοδον, ἄρα 32 ἑκατομμύρια περιπλέον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν πρέπει ν’ ἀναλογίσητε ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον δύνανται νὰ βαστάσωσι τὸ βάρος. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τῆς καταστροφῆς, εἰς ἣν θέλετε συντελέσει, ἐνθυμήθητε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ τί περὶ τούτου ὡμολογήθη. Εὑρίσκεται εἰς ἐλεεινὴν κατάπτωσιν, μᾶς ἔλεγον οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν φόρον, ὡς ἐκ τῶν διαφόρων μέσων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνεπλήρωσαν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Καὶ μολονότι ἀνομολογεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ τοῦ ἐλαίου πρόσοδος κατέστη πενιχρὰ εἰς τὸν καλλιεργοῦντα τὴν ἐλαίαν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡ θέσις τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, οἵτινες περιμένουσι νὰ ζήσωσιν ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ εἴδους τούτου, κατέστη ἀμφίβολος καὶ στενόχωρος, οὐχ ἧττον, μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀδιαφορίας καὶ ἀπονίας, καὶ ἐπὶ μόνης τῆς ταμιευτικῆς μανίας στηριζομένη, προσθέτει καὶ ἕτερον φόρον, ἀναβιβάζουσα τὸ 7% εἰς 10%, ἤτοι αὐξάνει κατὰ 50 σχεδὸν τοῖς ἑκατὸν τὸν φόρον, καὶ δὲν σκέπτεται ποσῶς, ὅτι τοιαύτη αὔξησις δύναται νὰ φέρῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς καλλιεργείας τοῦ προϊόντος. Ἐὰν, Κύριοι,—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ὅλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς ἐλαιοφόρους ἐπαρχίας,—ὑπολογίσητε ὁπόσην δαπάνην ἀπαιτεῖ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου. Θέλετε πεισθῆ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὡς πρόσθετος φόρος, εἶναι ἴσως ὅ,τι μένει εἰς τὸν παραγωγὸν καὶ τὸν κτηματίαν τοῦ ἐλαίου ὡς καθαρὰ πρόσοδος, διὰ νὰ τοῦ χρησιμεύσῃ ὡς τόκος τοῦ κεφαλαίου του, ἢ πρὸς ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας του. Ἀποφεύγω ἀπὸ τοῦ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ δι’ ἧς καταδεικνύεται, ὅτι, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὰς νήσους τὰς ἰδικάς μας, ὅπου ἡ ἐργασία εἶναι εὐθηνοτέρα ἀπὸ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, τὰ ἔσοδα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς δαπάνας, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ ἐσοδεῖαι δὲν εἶναι τακτικαὶ, ἤτοι ἀνὰ διετίαν, ἢ, ἂν ἔρχωνται τακτικαὶ, προσβάλλεται ὅμως ὁ καρπὸς ἐκ τοῦ σκώληκος, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ ἡμίσεια παραγωγὴ εἰς ἔλαιον. Καὶ ὅμως, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, καὶ ἐνῷ ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποζῶσιν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου, ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν φόρον, καὶ τὸν ἐπιβάλλομεν τοσοῦτον ἐπιπολαίως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀσυνειδήτως, φερόμενοι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες περιμένουσιν ν’ ἀποζήσωσιν ἐξ αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ παραλόγῳ ἰδέᾳ, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτοῦ ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σκέπτεται τοιουτοτρόπως, ἡ ὁποία δὲν λαμβάνει ποσῶς ὑπ’ ὄψει τὴν βεβαίαν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὴν παραγωγὴν σπουδαίου προϊόντος, παραγομένου ἐν τῷ τόπῳ, δὲν σᾶς γεννᾷ δισταγμὸν, διὰ νὰ σταματήσητε πρὸ τοιούτου γεγονότος, καὶ νὰ σκεφθῆτε, ποῦ σᾶς ἄγει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὑποστηρίζητε ἁπάσας τὰς ἰδέας καὶ γνώμας αὐτῆς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ πολλὰ εἶπε καὶ πολλὰ διέστρεψεν ἐκ τῆς στατιστικῆς ἐργασίας, τῆς ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτυχθείσης, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα ἰδίως τῶν προηγουμένων ἐτῶν, κατέφυγεν ἐπὶ τέλους εἰς θεωρίαν τινὰ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μὲν νέα, ἀλλ’ ἐξετάφη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἡ φορολογία εἰς τὰ Κράτη δὲν ἔχει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐν γένει ἀποδίδεται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, διότι κατ’ αὐτὸν αὕτη ὁμοιάζει μὲ τὴν ἐξάτμισιν τῶν ὑγρῶν, ἣν ὁ ἥλιος ἐνεργεῖ, ὅπως τὴν ἀποδώσῃ κατόπιν εἰς τὴν γῆν διὰ τῆς δρόσου καὶ τῆς βροχῆς, ἡ ὁποία τὴν ζωογονεῖ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, παρεστάθη ἐνώπιόν σας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἄλλος ἥλιος, ὅστις ἐκτελεῖ τοιαύτην ἐργασίαν, ὅστις, δηλαδὴ, φορολογεῖ διὰ ν’ ἀποδώσῃ. Καὶ εἶπον, ὅτι ἡ θεωρία δὲν εἶναι νέα, ἀλλὰ, καίπερ ἀπηρχαιωμένη, ἐπεκαλέσθη καὶ ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ τὴν εὗρε κατάλληλον πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἰδεῶν του. Καὶ, Κύριοι, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ σαθροῦ τοιαύτης θεωρίας, ἀκούσατε τὴν γνώμην διασήμου συγγραφέως, τοῦ Ἄμιλτων, γνωστοῦ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. (Ἀναγινώσκει). «Ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι, ἐὰν οἱ φόροι δαπανῶνται μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες καταβάλλουσιν αὐτοὺς, δὲν ὑφίστανται χαμὸν οἱ φορολογούμενοι, εἶναι ὡσαύτως παραλογισμὸς, ὡς εἶναι παραλογισμὸς καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς πρὸς ἀθώωσιν ἑνὸς κλέπτου, κατηγορουμένου ὡς κλέψαντος τὸ χρῆμα ἐμπόρου τινὸς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐπέστρεψε κατόπιν τὸ κλαπὲν χρῆμα δι’ ἀγορᾶς ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ ἐργαστηρίου του.» Τοιαῦταί εἰσιν αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν διστάζει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀπαγγείλῃ, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ δώσωσι τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τοῦ οἰκοδομήματός της. Ἂν δέ τις ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐπικαλεσθῇ γνώμας, ἀσπαζομένας ὑπὸ γνωστῶν καὶ διασήμων ἀνδρῶν, δὲν διστάζει νὰ τὰς ἀποκηρύξῃ, ἢ νὰ τὰς ἀποδώσῃ εἰς διαστροφὴν τοῦ κειμένου. Οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἄρτης, ἐπικαλεσθέντα, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, διάσημον συγγραφέα, δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποδώσῃ εἰς παρανόησιν τοῦ συγγραφέως τὴν τοιαύτην γνώμην, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ πραγμάτων νέων, ἢ μεγάλης ἐπιστημονικῆς ἀξίας, ἀλλὰ περὶ ἰδεῶν, αἵτινες συζητοῦνται μεταξὺ τῶν ἀσχολουμένων ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι καὶ ἡμᾶς σήμερον, καὶ αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἀποδεκταί, οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ ἐπικαλεσθέντος καὶ ἄλλων συγγραφέων, ἀλλὰ καὶ ἐφηρμόσθησαν ὑπὸ πολιτικῶν ἐξόχων ἀνδρῶν διαφόρων Κρατῶν. Ἂν λοιπὸν, Κύριοι, τοιαύτην πεποίθησιν ἔχωμεν καθόσον ἀφορᾷ εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν φρονῶμεν, ὅτι ἀφεύκτως τὸ 1887 θὰ ᾖναι ἔκδοσις δευτέρα τοῦ 1884, ἂν ᾖναι πανθομολογούμενον, ὅτι περὶ δανείου δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ᾖναι βέβαιον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις θὰ ἐξαντληθῶσι διὰ τῶν συνήθων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων,— καὶ διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τούτου, ἂς μὴ προστρέξωμεν εἰς τὰ παρελθόντα, ἀλλ’ ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, τὸν ὑποβληθέντα τὸ πρῶτον τὸ 1886, καὶ τὸ δεύτερον νῦν, τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον καὶ τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, —ἂν ταῦτα πάντα ἔχωμεν ἐνώπιόν μας, ποῖα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς; ποῦ θὰ καταλήξῃ; Βεβαίως, Κύριοι, θὰ καταλήξῃ εἰς σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, πιεζομένη ἀπὸ τοὺς δανειστάς της, θ’ ἀπαντήσῃ: «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ἐκτραγῳδοῦντα τ’ ἀποτελέσματα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, ἢ καὶ ἀναγκασθῇ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ κατά τι τοὺς τόκους· ὅπερ ὅμως δὲν ἐνόησε, φαίνεται, ὅτε συνηγόρει ὑπὲρ τοιούτου μέτρου διὰ τὰ δάνεια τῶν 25, τῶν 6 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα φρονῇ ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἰλικρινῶς φερομένη, εἴπῃ εἰς τοὺς δανειστάς της, τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις μου, κατέφυγα δὲ εἰς αὐτὸ τὸ μέσον κυρίως χάριν ὑμῶν τῶν δανειστῶν, ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος εἴπῃ αὐτοῖς, ἀδυνατῶ νὰ καταβάλλω τὴν πληρωμήν; Ἔπαινος ὀφείλεται, κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν Φθιώτιδος, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι διὰ τοῦ δανείου τῶν 19 ἑκατομμυρίων ἔσωσε τὸ Ἔθνος, διότι ἄνευ τούτου θὰ ἐπήρχετο ἡ ἀνικανότης τοῦ Κράτους πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, διὰ τοῦ δανείου τῶν 19 ἑκατομμυρίων προελήφθη ἡ καταστροφὴ, νῦν, ὅτε οὐδεμία ἐλπὶς περὶ δανείου ἐναπομένει, πῶς θὰ προληφθῇ αὕτη; Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ θέσις μας, καὶ τὴν καταστροφὴν ἐργαζόμεθα νὰ προλάβωμεν· ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾶ, «μᾶς ὠθεῖτε εἰς τὴν χρεωκοπίαν», καὶ, ἀντιστρέφουσα τοὺς ὅρους, ἀποκαλεῖ ἡμᾶς σημαιοφόρους τῆς χρεωκοπίας, ἡ ὑψώσασα ἐπισήμως τὴν τοιαύτη σημαίαν. Εὔκολος εἶναι ἡ τοιαύτη τακτικὴ καὶ εὐδόκιμος, ὅταν στηρίζηται εἰς τὸν ὄγκον, τὸν ὁποῖον ἔχει μεθ’ ἑαυτῆς. Ἡμεῖς δὲν σᾶς συμβουλεύομεν τὴν χρεωκοπίαν· προσπαθοῦμεν νὰ σᾶς ἐμποδίσωμεν ἀπὸ ταύτην, ἥτις ἔσεται πλήρης, ἀναπόφευκτος καὶ βεβαία ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὸ σύστημά σας· καὶ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον βεβαία, ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, αὐτὰ ταῦτα τὰ μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεσθε, διὰ νὰ πείσητε, ὅτι ἐργάζεσθε νὰ προλάβητε τὴν χρεωκοπίαν διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσατε ἄλλοτε, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἐπῆλθε τὸ οἰκτρὸν ναυάγιον τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐδῶ πλέον δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν, ἀλλὰ περὶ στατιστικῆς φωνάζουσι τὰ προηγούμενα, ὁμιλοῦσι τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα τοὐλάχιστον ὀφείλουσι νὰ μᾶς γίνωσι μαθήματα. Τί δὲ σᾶς συμβουλεύομεν; Ὅτι εὐθὺς ἀμέσως πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τοιαῦτα μέτρα; Ὂχι πρὸ τούτων πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον, νὰ περικόψωμεν πᾶσαν δαπάνην, καὶ νὰ πείσωμεν, ὅτι ἐξηντλήσαμεν πᾶσαν οἰκονομίαν. Ἤκουσα τὴν γλῶσσαν τοῦ αἰσθήματος, γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρωτίστως ὀφείλομεν τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν μας, διότι διὰ τῆς γλώσσης ταύτης ἀφηρπάγησαν ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ Κοινοβούλια τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν ράχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πότε διὰ στόλους, πότε διὰ στρατιωτικὰς παρασκευάς, πότε διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐχρησίμευσαν διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κενά, προερχόμενα ἐκ τῆς σπατάλης τῶν κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεων. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὴν τοιαύτην γλῶσσαν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν αἰσθημάτων, διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὴν ὁμιλῶμεν, ἱστάμενοι ἀπέναντι τῶν δανειστῶν μας, διότι ἐξηντλήσαμεν πρὸ πάντων τὰ μέσα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ ν’ ἀτενίζωμεν πρὸς τοιούτους σκοποὺς καὶ τοιαύτην ἐργασίαν. Καὶ ὅταν στερώμεθα τῶν μέσων, σκεπτόμενοι περὶ τῶν ὑποχρεώσεών μας, ὀφείλομεν νὰ πείσωμεν αὐτοὺς, ὅτι ἐγκατελείψαμεν τὴν σπατάλην, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ ζήσωμεν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ὅτι ἐξηντλήσαμεν πᾶν ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ὅτι ἐπεβαρύναμεν τὸν λαὸν ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐθίξαμεν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μας. Οὕτως ἐργαζόμενοι, καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν σώζομεν, καὶ τὴν χρεωκοπίαν ἀποφεύγομεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμέφθη προσέτι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῆς εἶναι ἀρνητική. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἓν καθῆκον ἔχει, νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι μέτρα ἄσκοπα καὶ ἐπιζήμια, καὶ ἐκεῖ νὰ σταματήσῃ· ἡ δὲ Κυβέρνησις ὀφείλει, ἀκροωμένη τῶν βουλευτῶν, νὰ σκεφθῇ, ὡς δέον νὰ σκέπτηται πᾶσα πατρικὴ Κυβέρνησις. Οὐχ ἧττον ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις προέβη καὶ περαιτέρω, καὶ πολλὰ ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἔκαμε τοιαύτας. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰργάσθη ὡς ὤφειλεν, ἠναγκάσθη ἴσως νὰ ὑποκύψῃ κατά τι, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ εἰλικρινέστερον. Πολλάκις ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀποτεινόμενον πρὸς τοὺς καταπολεμοῦντας τοὺς ὀργανισμούς, οὓς κατὰ καιρὸν ὑπεστήριξε, ν’ ἀντιτάσσῃ ὡς πρώτιστον ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἶναι κυρίως οἰκονομικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἄν δὲ τοιοῦτον ἦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα πρὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν, νῦν κατέστη ἀπόλυτος οἰκονομικὴ ἀνάγκη. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέδειξε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ συστήματα ἄλλων Ἐθνῶν. Εἶναι Ἔθνη πολυπληθέστερα ἡμῶν καὶ δαπανῶσιν ὀλιγώτερα ἡμῶν. Ἀνέφερε δὲ τὴν Ἑλβετίαν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Ἑλβετία δαπανᾷ 17 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἡ Ἑλβετία ἔχει διπλάσιον πληθυσμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, Ἄν κατ’ ἀναλογίαν λοιπὸν τῆς ἐκτάσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ θελήσωμεν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ ἡμέτερα, ἐννοεῖται, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν δαπάνην. Ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ Ἑλβετία ἔχει ἐθνοφρουρὰν, ἡμεῖς δὲ μόνιμον στρατὸν, εἶναι ἴσως κατάλληλος διὰ θεωρητικὴν συζήτησιν καὶ διὰ τοὺς ξένους, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐπεθύμουν νὰ παρέτασσεν ἡ Ἑλλὰς ἐν ἀνάγκῃ, ὡς ἡ Ἑλβετία, 200 χιλιάδας ἐθνοφρουρῶν, ὡς τοὺς τῆς Ἑλβετίας. Ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ δύναται ν’ ἀποφέρῃ γενναίαν πρόσοδον, ἀλλ’ ἐνῷ εἴχομεν τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων καὶ τὸ κατηργήσαμεν, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, νῦν καταργοῦμεν τὸ δεύτερον, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον μὲ τὰ κακὰ ἀμφοτέρων· καὶ ἀποκρούομεν τὸ μονοπώλιον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ σπουδαία πρόσοδος ὑπὲρ τοῦ Κράτους....
§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀπαρτία.
§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ πρῶτον ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου ἐπεβλήθη φόρος καταναλώσεως· κατόπιν, μὴ δυνηθεῖσα νὰ προλάβῃ τὴν κατάχρησιν καὶ τὴν λαθρεμπορίαν, ὑπεχρεώθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1791 ἡ ἐπανάστασις τὸ κατήργησε, μετὰ 5 ἔτη ὅμως αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι ὑπεχρέωσαν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ εἴδους, καὶ κατὰ πρῶτον ἐφήρμοσε τὸ παρ’ ἡμῖν σύστημα· μ’ ὅλα ὅμως τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγε, δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἤδη ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον. Διατὶ ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι εἰς τοιαύτας ἀνάγκας, καίτοι δεσμεύομεν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς κυκλοφορίας, καὶ τῆς κοπῆς, καὶ τῆς πωλήσεως, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν παραγωγὴν, δὲν ἐφαρμόζομεν τὸ μονοπώλιον; Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνοικίασιν τῶν Τελωνείων, μολονότι οἱ πλεῖστοι τὴν ἀποκρούουσι, φρονῶ, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης, πρέπει νὰ καταφύγωμεν, ἐὰν αὕτη ἐξασφαλίσῃ πρόσοδον πολὺ μεγαλειτέρα τῆς νῦν. Ταῦτα φρονοῦσα ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὑποστηρίξασα, δὲν σᾶς συνεβούλευσεν, ὅτι ὀφείλετε νὰ βαδίσητε κυρίως πρὸς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον θίγει τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ διὰ τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἀγορεύσεών της, ἀποκρούουσα τὸ σύστημά σας, ὡς καταστρεπτικὸν εἰς τὸν τόπον, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον καὶ ἐφαρμόσωμεν πᾶσαν οἰκονομίαν. Σεῖς διὰ τοῦ συστήματός σας κατεργάζεσθε τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας, καὶ σπεύδετε εἰς τὴν γενικὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα σκοπὸν ἔχουσι νὰ τὴν προλάβωσιν. Ἡ ἀναβολὴ τοῦ χρεωλυσίου οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παράτασις τῆς προθεσμίας τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους. Τὸ χρέος, τὸ ἐξοφλούμενον εἰς 30 ἔτη, θὰ ἐξοφληθῇ εἰς 40, ἢ 50, ἀναλόγως τῆς θέσεως, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη. Ἡ ἐλάττωσις τῶν τόκων ὡσαύτως δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρῶτοι ἐπικαλούμεθα. Καὶ ἄλλα Κράτη πρὸ ἡμῶν, ὑπὸ ἄλλο πρόσχημα, τὸ ἔπραξαν, διότι δὲν ἠλάττωσαν μὲν τοὺς τόκους, ἀλλὰ τοὺς ἐφορολόγησαν. Ἠγέρθη μάλιστα ζήτημα σπουδαῖον, ἂν δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ φορολογήσῃ τοὺς τόκους, καὶ πολλοὶ ἐθεώρησαν ὡς λῃστείαν τὴν τοιαύτην φορολογίαν, καὶ ἄμεσον ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, διότι δὲν δύναται διὰ μονομεροῦς πράξεως ν’ ἀφαιρῇ ἐμμέσως πως, ὅ,τι ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ. Ἀλλ’ ὑπ’ ἄλλων ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιβάλλῃ ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν φορολογουμένων βάρη, καὶ πρὸ πάντων ἐπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἰδιαίτερον συμφέρον, ὅπως τὸ Κράτος εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν ν’ ἀποτίῃ τὰς ὀφειλάς του. Καὶ ἡ Ἰταλία ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων, καὶ ἡ Ἀγγλία, καὶ ἡ Αὐστρία· καὶ τὸ τοιοῦτον τί ἄλλο εἶναι ἢ ἐλάττωσις τοῦ τόκου; Δὲν ὑπηγόρευσε λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰμὴ μέτρον, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρέθησαν εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, Κράτη μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἴσως ν’ ἀποφύγωσι τὸ τοιοῦτον μέτρον, ἐπιβαρύνοντα περισσότερον τοὺς φορολογουμένους. Εἰς τὴν χρεωκοπίαν λοιπὸν μόνον σεῖς ἀποβλέπετε, καὶ ἐπιζητεῖτε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δυστυχῶς φαντάζεται, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πλούσιος, ἀλλὰ πάσχει μόνον ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐξωτερικῆς πίστεως, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια, διὰ νὰ ζωογονήσωσι τὴν γεωργίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε στραφῆ εἰς τὰς Τραπέζας, ἰδίως εἰς τὴν Ἰονικὴν καὶ Ἐθνικήν, θὰ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι ἡ μὲν μία ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ δέχηται παρακαταθήκας, ἡ δὲ δευτέρα ἠλάττωσε κατὰ πολὺ τὸν τόκον, ὅτι εἰς τὰς Τραπέζας ὑπάρχουσι πολλὰ κεφάλαια παρακατατεθειμένα ἀτόκως εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν, ὅτι τὰ κτήματα, τά τε ἀστυκὰ καὶ ἀγροτικὰ, ἀπώλεσαν τὴν ἀξίαν των. Τὸ φαινόμενον τοῦτο πῶς ἐξηγεῖτε, κ. Πρωθυπουργέ; καὶ δὲν εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ μερίμνης; Πῶς, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐνῷ ἔχομεν χαρτὶ ἀντὶ χρήματος, τὸ ὁποῖον δύναται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ μεταβάλῃ ἀξίαν, καὶ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ πολὺ τὴν περιουσίαν τοῦ κατόχου, πῶς τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν στρέφετε εἰς τὴν βιομηχανίαν, τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν γεωργίαν; Ταῦτα καταδεικνύουσι φοβερὰν καχεξίαν, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς κατὰ καιροὺς κυβερνητικῆς ἀπρονοησίας καὶ τῆς βαρυνούσης τὴν κοινωνίαν ἀναρμοδίου καὶ καταπιεστικῆς φορολογίας, καὶ τὴν τοιαύτην καχεξίαν σεῖς ἐπιτείνετε διὰ τῆς πολιτικῆς σας, ἀποδιώκοντες καὶ τὰ τελευταῖα παραγωγικὰ μέσα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρόσθεσεν, ὅτι λείπει ἡ πίστις, διότι λείπει ἡ πεποίθησις εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὡς πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Καὶ βεβαίως, οἱ ἔχοντες τὰ κεφάλαια, πρὶν τὰ τοποθετήσωσιν, ἐρευνῶσι καὶ καθίστανται ἐνήμεροι· οὗτοι παρηκολούθησαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὰ πειράματά του πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς του θέσεως, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθησαν, ὅτι ὁ τόπος δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ μεγαλειτέρους φόρους, καὶ ἂν τὸ πράξῃ, δὲν δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀπολαύσῃ μεγαλειτέραν πρόσοδον, διότι ἐλλείπει ἡ οἰκονομικὴ δύναμις, ἀπέστρεψαν τὸ πρόσωπόν των ἀφ’ ἡμῶν, οἵτινες ἐπιμένομεν εἰς τὰς δαπάνας μας καὶ πιστεύομεν, ὅτι διὰ χαρτίνων ἰσοζυγίων θὰ παγιώσωμεν τὴν πίστιν μας. Δὲν ἀνηγγείλαμεν κατὰ συνέχειαν Προϋπολογισμοὺς μὲ ἰσοζύγια; Καὶ νῦν δὲν ὑπόσχεται ὁ Προϋπολογισμὸς τὴν πλήρη ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν; Δὲν ἐξετέθη οὗτος ἀπὸ τὸν Νοέμβριον παρελθόντος ἔτους; Δὲν ἐνίκησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐκλογάς; Καὶ ὅμως τὰ χρεώγραφα, μ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῶν ἐνδιαφερομένων, εὑρίσκονται εἰς ὀδυνηρὰν κατάπτωσιν. Εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος τοιοῦτοι Προϋπολογισμοὶ, ὑποβαλλόμενοι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, βεβαίως ἤθελον ἀνορθώσει τὰς ἀξίας τοῦ Κράτους· ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐξέλιπεν ἡ πίστις, οὐ μόνον ἡ οἰκονομικὴ, ἀλλ’ ἡ πίστις εἰς τὰς ἐπαγγελίας καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς ἐπισήμως διδομένας. Τίνες λοιπὸν οἱ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀπωλείας τῆς περιουσίας τῶν ὀρφανῶν, τῆς χήρας, τοῦ ναύτου καὶ ἐν γένει παντὸς πιστωτικοῦ καταστήματος καὶ παντὸς φορολογουμένου; Ἡμεῖς, οἵτινες συμβουλεύομεν τὴν ἐλάττωσιν κατ’ ἐλάχιστον τῆς προσόδου, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες σπεύδουσιν εἰς τὴν καθόλου ἀφαίρεσιν αὐτῆς; Ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξέθεσα καὶ προφορικῶς τί φρονῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Οἱ Κύριοι βουλευταὶ ἂς ἐρωτήσωσι τὴν συνείδησίν των, ἂς σκεφθῶσιν, ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωσι, θὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἂς μελετήσωσιν, ἐὰν διὰ τῶν προτεινομένων φόρων δὲν κινδυνεύωσι νὰ ἐξαντλήσωσι τὸν τόπον ἀστόχως, καὶ ἂς πράξωσιν ὅ,τι ἡ συνείδησίς των τοῖς ὑπαγορεύει. Ἐγὼ ἓν μόνον ἔχω νὰ τοῖς ὑπομνήσω καὶ συστήσω, τελευτῶν τὸν λόγον, ὅ,τι ἐσχάτως ἀπήντησα ἀναγινώσκων ὁμιλίαν τοῦ διασήμου πολιτευτοῦ Ἄγγλου Μπράϊτ. Ὁμιλῶν οὗτος πρὸς πολυπληθὲς ἀκροατήριον, ἐμνήσθη τοῦ Πλάτωνος, ὅστις ἀπεφήνατο, ὅτι «αἱ Ἑλληνικαὶ πολιτεῖαι θὰ ἦσαν πρὸ πολλοῦ κατηργημέναι, ἐὰν ἐξήρτηντο ἐκ τῆς σοφίας τῶν ἰθυνόντων αὐτάς». Ταῦτα ἐπικαλούμενος ὁ Μπράϊτ, συνεβούλευσε τοὺς ἀκροατάς του, νὰ δυσπιστῶσι πρὸς τοὺς ἰθύνοντας τὰς τύχας αὐτῶν. Σταματήσατε καὶ σεῖς, Κύριοι· μὴ ἀποθέσητε τὰ πάντα εἰς τὴν σοφίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὴ διστάσητε νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην σας· καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἀντίθετος τῆς ἰδικῆς του, λάβετε τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ὑποστηρίξητε.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἀρξαμένη ἐπὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος συζήτησις παρατείνεται, καὶ εὐλόγως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καθόσον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ σημαντικώτερον ἐξ ὅσων ποτὲ προέκυψαν, ἀφορῶν εἰς τὴν εὖ ἐστὶ δύναμιν τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ κῦρος αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ ἐπίλυσις τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ χρήζει πολλῆς μελέτης καὶ ὡρίμου σκέψεως, διότι ἀτυχῶς ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία ἡμῶν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἶναι ἀξία οἴκτου· ἀπὸ τῶν ἐτῶν 1879, καὶ πρὶν ἔτι, οἱ ἐτήσιοι Ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους παρουσιάζουσιν ἐλλείμματα σπουδαῖα. Ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1879, κατὰ 1880, κατὰ τὸ 1881, κατὰ τὸ 1882, ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος κατὰ τὸ 1883 διὰ δανείων, ἐλλείμματα μέχρι τοῦ 1887, ἀνερχόμενα ἐτησίως ἀπὸ 10 ἑκατομμ. μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 25,000,000 καὶ πλέον. Ἐξετάσωμεν διὰ βραχέων, τίς ἡ αἰτία τῶν ἐλλειμάτων τούτων. Πρωτογενὴς βεβαίως αἰτία τῶν ἐλλειμμάτων εἶναι αἱ ὕψισται δαπάναι καὶ θυσίαι, ἃς ὑφίσταται τὸ Κράτος πρὸς ἔφιξιν τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀποστολῆς του, ἤτοι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν μας καὶ οἱ ἀγῶνες τοῦ Κράτους, καὶ οἱ ἀγῶνες ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ αἱ ἐπιστρατεύσεις, αἱ γενόμεναι καὶ πρὸ τοῦ 1880 καὶ μετὰ τὸ 1880, πολλὰ ἐστοίχισαν εἰς τὸ Κράτος ἑκατομμύρια, καὶ παραγωγὸς αἰτία ὅλων τῶν μικροτέρων δανείων τῶν 60, τῶν 120 καὶ τῶν 170,000,000, τῶν κυμαινομένων χρεῶν, καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι βεβαίως, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἡ γωνία αὕτη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ὑφίσταται τὸ βαρὺ φορτίον τῶν φόρων καὶ τῶν ἐπιστρατεύσεων, χάριν τῶν ἔξω Ἑλλήνων, πρὸς οὓς ἀπευθύνομεν τὴν παράκλησιν, νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, οἵτινες μόνοι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὰς ἀνάγκας μας, καὶ τὰς περιστάσεις, καὶ τὰ πρόσωπα, καὶ τὰ πράγματα. Πρὸς κάλυψιν τῶν διηνεκῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ηὔξανον τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους, εἰσάγοντες καὶ νέους, καὶ οὕτω, διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς νομισματικῆς μονάδος, ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν φόρων κατὰ 12%· αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, εἰσαγωγὴ νέου φόρου ἐπὶ καπνοῦ, σιγαροχάρτου, πνευματωδῶν ποτῶν, εἰσαγωγὴ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τοῦ ἅλατος· καὶ ἐν ᾧ ηὔξανον οἱ φόροι, τὰ ἐλλείμματα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς δὲν περιεστέλλοντο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ηὔξανον· καὶ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν δὲν περιέστελλε τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐνέτεινεν αὐτὰς, καὶ ἀντὶ, ὡς σώφρων καὶ ἐπιμελὴς οἰκογενειάρχης, πρὸς ὃν ἀναγγέλλεται, ὅτι καταῤῥέουσιν αἱ οἰκίαι του, ὅτι καταστρέφονται τὰ εἰσοδήματά του, νὰ μεριμνήσῃ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν διὰ καταλλήλων οἰκονομιῶν καὶ προσφόρων μέτρων, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ὡς ἀμελὴς οἰκογενειάρχης, ἐπὶ τῇ ἀναγγελλομένῃ καταστροφῇ, ἤτοι σὺν τοῖς ἐξωγκωμένοις ἐλλείμμασι, προσέθετε καὶ νέας δαπάνας, πρὸς μεγαλειτέραν τοῦ Κράτους δυσφορίαν· καὶ εἴδομεν ἀρξαμένας δαπάνας πρὸς κατασκευὴν 72 ὁδῶν, ἐξ ὧν αἱ πλεῖσται καὶ χρησιμώτεραι ἔμειναν ἀσχεδίαστοι, ἢ ἡμιτελεῖς, ὡς αἱ χρησιμώταται καὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ ἐμπορίαν ὁδοὶ ἀπὸ Αἰγίου μέχρι Καλαβρύτων καὶ ἀπὸ Πύργου μέχρι Πατρῶν, ἀπεπερατοῦντο δ’ ἔνιαι, ἐντελῶς ἄχρηστοι καὶ ἄσκοποι ἀντὶ ναυτικῶν παρασκευῶν προσετίθεντο δαπάναι δι’ ἀγορὰν πλοίων, ὅλως ἀχρήστων, προσετίθεντο δαπάναι διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, πρὸς κατάρτισιν τῶν δημοσίων ἔργων, δαπάναι διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ σήμερον μᾶς ἀναγγέλλεται, ὅτι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ εἰσι πληθωρικὰ, καὶ πολλαὶ ἄλλαι δαπάναι προσετίθεντο εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἃ, χάριν συντομίας, παραλείπω, αἵτινες ἐξώγκωνον τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῶν Κράτους, καὶ ἐν ᾧ ἔβαινε προϊοῦσα ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἔβαινε προϊοῦσα καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ ἐφαίνετο μακρόθεν προσεγγίζουσα οἰκονομικὴ καταιγὶς, ἥτις ἔμελλε νὰ μᾶς κατακλύσῃ. Τοιαύτη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις μέχρι τοῦ 1885, ὅτε κατέπεσε τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ νέον σύστημα, ὑπισχνούμενον τὴν δι’ οἰκονομιῶν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, τῇ ἐμπιστοσύνῃ τῆς Βουλῆς παρὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος κληθέντος ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Δὲν εἶχον παρέλθει ὀλίγοι μῆνες, ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνέλαβε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματός της, καὶ νέον ἐξωτερικὸν γεγονὸς, μεγίστης σημαντικότητος διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, τὸ πραξικόπημα ἐν Φιλιππουπόλει, ἐθόλωσε τὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πολιτικὸν ὁρίζοντα. Τὸ ἐν Φιλιππουπόλει πραξικόπημα σκοπὸν εἶχεν, ἐγγύτερον μὲν, τὴν κατάληψιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ἀπώτερον δὲ, καὶ αὐτῆς τῆς Μακεδονίας, χώρας καθαρῶς Ἑλληνικῆς· καὶ οὕτω διὰ τοῦ πραξικοπήματος ἐκείνου ἐκινδύνευον ὕψιστα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα διὰ τὸ μέλλον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ. Τὸ πραξικόπημα τοῦτο εὐλόγως ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν συνεκίνησε, καὶ τὸ Κράτος ἀντὶ πάσης θυσίας ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ διατηρήσῃ ἀπαραμείωτα τὰ βλαπτόμενα καὶ κινδυνεύοντα συμφέροντά του, καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐκ τοῦ πραξικοπήματος ἐκείνου καταῤῥέουσαν ἐθνικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν, καὶ οὕτως, ἀντὶ οἰκονομιῶν, εἴχομεν νέαν ἐπιστράτευσιν, ἀποσπάσασαν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἱκανὰς ἀνδρῶν χιλιάδας ἐκ τῶν ἔργων των, καὶ στοιχίσασαν πολλὰ ἑκατομμύρια δραχ. εἰς τὸ ἀτυχὲς Ἔθνος. Καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ πολλῆς φειδοῦς καὶ οἰκονομίας διεχειρίσθησαν τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως ταύτης, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἀπονέμω ἔπαινον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην, ἀλλ’ ἡ ἐπιστράτευσις ἐκείνη, καὶ ὡς ἐκ τῶν γενομένων δαπανῶν καὶ ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν της, ἐξήντλησε τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἐπανελθούσης τῆς μόλις ἀρθείσης ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἧς τὰς ὀλεθρίας συνεπείας πάντες γνωρίζετε, καὶ ἐπιβληθέντων, ἀντὶ οἰκονομιῶν, νέων φόρων, ἤτοι τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, δι’ αὐξήσεως τῆς κλίμακος ἀπὸ 53 εἰς 60, διὰ προσθέτων τελῶν καὶ προσθήκης ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν καὶ κληροδοσιῶν, εἰς 1,700,000 περίπου δραχ. καὶ εἰς αὔξησιν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰς 2,000,000 ὡς ἔγγιστα· μ’ ὅλην δὲ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μ’ ὅλας τὰς θυσίας, συνηνωμέναι πέντε Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις ἀπῄτουν τὴν ἀποστράτευσιν, ἀποκλείσασαι τὰ παράλια ἡμῶν, καὶ πιέζουσαι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ὅπως ἀποστῇ πάσης ἐπὶ τὰ πρόσω ἐνεργείας· ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, πάνυ φιλοτίμως, καὶ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ πρὸς διατήρησιν τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου, παρῃτήθη καὶ νέα Κυβέρνησις, τῇ ἐμπιστοσύνῃ τῆς Βουλῆς, ἐσχηματίσθη, καθ’ ὅσον τινὲς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἐνόμισαν ἀναγκαῖον ν’ ἄρωσι τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ζητήσαντος ὀλίγον μετὰ τὴν παραίτησίν του νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας διὰ τῆς ἐκλογῆς του ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν, καὶ τὰ ἐλλείμματα ηὔξανον καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886, καὶ ἤδη, καίπερ ὀψὲ, εἰσάγεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἐξ 22,000,000 δραχμῶν, καθὰ ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει, τρία μέτρα ἦσαν ἐκεῖνα, πρὸς ἃ ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ· τὸ μέτρον τῆς συνομολογήσεως νέων δανείων· καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς πίστεώς μας, τὸ μέτρον τοῦτο κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων δυσέφικτόν ἐστι· δεύτερον, τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν, ἤτοι τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, καὶ τρίτον ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων, ἢ ἡ αὔξησις τῶν ὑπαρχόντων, ἢ καὶ συναμφότερα τὰ δύο τελευταῖα ταῦτα μέτρα. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἰσχυρίσατο, ὅτι ἐποιήσατο μικράς τινας οἰκονομίας, ὧν οὐσῶν ἐντελῶς ἀνεπαρκῶν, κατέφυγε κυρίως εἰς τρίτον μέτρον, τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, καὶ τῆς προσθήκης προσθέτων εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντες ἐμμέσους τε καὶ ἀμέσους φόρους, ὡς νὰ μὴ ἐξήντλησαν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οἱ ἤδη ὑπάρχοντες. Καὶ δὴ ἐπιβάλλει τελωνιακὰ τέλη πρὸς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐπὶ εἰδῶν μὴ τελωνιζομένων, ἢ κατὰ προσθήκην τοῦ ὑπάρχοντος τέλους δραχ. 3,955,683, ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν αὐξανομένων τελῶν εἰς μεταλλικὸν δραχ. 4,170,852, ἐκ τῶν συνιστωμένων Πταισματοδικείων δραχ. 100,000, ἐκ δικαιωμάτων φάρων 150,000 δραχ., ἐκ πνευματωδῶν ποτῶν δραχ. 750,000, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ δραχ. 3,700,000, ἐξ ἀντιτίμου σιγαροχάρτου 1,900,000 δραχ., ἐκ δασικῶν προϊόντων 209,210 δραχ., ἐκ δικαιωμάτων ἀπαλλαγῆς καὶ ἐξαιρέσεως στρατευσίμων 600,000 δραχ. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐμμέσων τούτων φόρων ἐπιπροστίθεται αὔξησις 16 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ φορολογία, ἡ ἐπακολουθοῦσα τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἥτις ἐπιβαρύνει ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, διὰ πᾶσαν ἀνάγκην των, μὲ δαπάνην 25–30 τοῖς ἑκατόν; Πρὸς τῇ ἀναγκαστικῇ, λέγω, κυκλοφορίᾳ, ἥτις ἐξήντλησε, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κ. Σιμοπούλου, τάς κοινωνικὰς καὶ ἐμπορικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἐπιπροστίθεται καὶ αὔξησις ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ εἶναι ἄπορον, πῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁμολογεῖ, ὅτι διὰ μόνης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξαντλοῦνται αἱ ἐμπορικαὶ καὶ κοινωνικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει κατηγορεῖ, ὡς αἰωρουμένους ἐπὶ τὰς νεφέλας, τοὺς μὴ παραδεχομένους τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ μάλιστα τῶν ἀμέσων, καθὸ μὴ γνωρίζοντας καὶ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καὶ μὴ ἔχοντας συνείδησιν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτῶν πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ἐννοοῦμεν, Κύριοι βουλευταὶ, χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς πίστεώς μας, καὶ ὅπως μὴ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς πτωχεύσεως, ἐννοοῦμεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐμμέσων φόρων, καίπερ βαρέων καὶ δυσβαστάκτων· σταματήσωμεν ὅμως, πρὸς Θεοῦ, πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀμέσων φόρων· οἱ ἔμμεσοι φόροι, καίπερ βαρεῖς, ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ φάρμακα, τὰ ἔσωθεν διδόμενα τῷ πάσχοντι, ἅτινα δὲν προξενοῦσιν αὐτῷ ἀνίαν, ἢ πόνον, ἐνῷ οἱ ἄμεσοι φόροι καταθλίβουσι καὶ πιέζουσιν ἀμέσως τοὺς φορολογουμένους, ὁμοιάζουσιν οὐχὶ πρὸς φάρμακα ἔσωθεν διδόμενα, ἀλλὰ πρὸς ἐγχειρήσεις, αἵτινες ἐμποιοῦσιν ἀλγηδόνας καὶ πόνους εἰς τὸν ὑφιστάμενον ταύτας. Σταματήσωμεν, ἐπαναλέγω, Κύριοι βουλευταὶ, πρὸ τῶν ἀμέσων φόρων, διότι ἐλάχιστόν ἐστι τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τούτων ὄφελος, δυνάμενον ἄλλως τε ν’ ἀναπληρωθῇ, ἐνῷ μέγιστον τὸ ἐπιγιγνόμενον κακὸν καὶ δὴ, ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις, αἵτινες ἐπιβαρύνονται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων τούτων: ποῖον δὲ καὶ τὸ ἐλπιζόμενον ποσὸν τοῦ κέρδους; Πρώτη τάξις εἶναι ἡ τῶν σταφιδοκτημόνων· ἔνιοι ἐξ ὑμῶν νομίζετε, ὅτι ἡ τάξις αὕτη ἀνθεῖ οἰκονομικῶς· σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, εἶναι ἡ μᾶλλον πάσχουσα τάξις ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν. Πάντες οἱ σταφιδοκτήμονες εἶναι βεβαρυμένοι διὰ χρεῶν ὑπερόγκων, καταβάλλοντες τόκους εἰς τοὺς ἐμπορευομένους τὸν καρπὸν ὑποθηκαρίους πρὸς 20 καὶ 25% κατ’ ἔτος, καὶ τοῦτο, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν, ὅπως δι’ ἐγγυήσεως τόκου πρὸς 8%, ἢ διὰ παραχωρήσεως προνομίου, συστηθῇ γεωργικὴ ἢ κτηματική τις Τράπεζα, δανείζουσα τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἐπὶ τόκῳ ἀνθρωπίνῳ. Ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ τούτου λόγου, κατὰ τὸ ἔτος 1884 κατεστράφη σχεδὸν ἐντελῶς ὁ σταφιδόκαρπος, καὶ μόλις ἐπήρκεσε τὸ εἰσόδημα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας. Μετὰ τὸ 1884 ἀνέκυψαν ἐπ’ ὀλίγον, ἀλλ’ ἡ ἀνάλωσις τοῦ σταφιδοκάρπου ἠλαττώθη οὐσιωδῶς ἐν Ἀγγλίᾳ, τελευταῖον δὲ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ πολὺς σταφιδόκαρπος μένει εἰσέτι ἀπώλητος. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν, ποία ἡ φορολογία, ἡ βαρύνουσα τοὺς σταφιδοκτήμονας ἐπὶ ἑκάστου στρέμματος σταφιδαμπέλου τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Κορινθίας, Αἰγιαλείας, Πατρῶν, ἀφοῦ μόλις παράγουσι κατὰ μέσον ὅρον 500 ἑνετικὰς λίτρας σταφιδοκάρπου, αἱ δὲ 500 αὗται λίτραι ἀποφέρουσιν εἰσόδημα κατὰ μέσον ὅρον 90–110 δραχμάς. Ἡ ἐτησία δαπάνη πρὸς καλλιέργειαν ἑκάστου στρέμματος ἀνέρχεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 60 δρ., καὶ ὑπολείπεται καθαρὸν εἰσόδημα 50 δραχ.· ἐπὶ τῶν 50 αὐτῶν δραχμῶν ἐπιβάλλεται φόρος 15 δρ. καὶ 70 λεπτὰ, ἤτοι 30 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος· καὶ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸν φόρον τοῦτον, ἀλλὰ θέλουσι νὰ τὸν αὐξήσωσι μὲ 3 δραχμὰς ἐπὶ πλέον, ἡ δὲ προσδοκωμένη εἴσπραξις ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τούτου ἀνέρχεται εἰς δρ. 760,200. Δεύτερος ἄμεσος φόρος, οὗτινος προτείνεται ἡ αὔξησις, εἶναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, προστιθεμένου 20% ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας. Ὅλοι κατεψηφίσαμεν τὸ ἐπικρατῆσαν βάρβαρον σύστημα τῆς δεκάτης, καὶ διθυράμβους ἐψάλομεν ὑπὲρ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτήρων κατέπεσεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους διὰ τὸ ἄδικον καὶ ἄνισον αὐτοῦ· οἱ μεγάλοι κτηματίαι, οἱ ἔχοντες μεγάλας ἰδιοκτησίας, διὰ τοῦ συστήματος τούτου οὐδόλως φορολογοῦνται, φορολογοῦνται δὲ μόνοι οἱ πενόμενοι γεωργοὶ καὶ δανειζόμενοι ὑπερόγκους τόκους, οἱ ἔχοντες ὡς μόνην αὐτῶν οὐσίαν πενιχρὰν καλύβην μετὰ ζεύγους ἀροτήρων βοῶν. Ὁ φόρος τῶν ἀροτήρων σὺν τῷ δημοτικῷ φόρῳ ἀνυψώθη εἰς τοὺς μικροὺς Δήμους, τοιούτων ὄντων τῶν περισσοτέρων, εἰς ποσὸν δι’ ἕκαστον ζεῦγος ἀροτήρων 80, 100, μέχρις 130 δραχμῶν, καὶ ἐπὶ τοιούτου φόρου τῶν πενομένων γεωργῶν, ὧν τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα δὲν δύναται νὰ ᾖ πλέον τῶν 500 δραχ., ζητεῖται αὔξησις 20%, τὸ δ’ ἐλπιζόμενον ἔσοδον ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως ἔσεται 460,000 δραχμῶν. Ὁ τρίτος ἄμεσος φόρος, οὗ ζητεῖται ἡ αὔξησις, εἶναι ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων· οἱ ἐπιτηδευματίαι βαρύνονται δι’ ὅλων τῶν φόρων, ἐλάχιστα δὲ κερδαίνουσιν, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐλλείψεως κεφαλαίων· καὶ δὲν ἀρκεῖ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ σχηματισμὸς νέας τάξεως ἐπιτηδευματιῶν, εἰς ἣν ἀνάγει καὶ τοὺς δυστυχεῖς καπνοπώλας καὶ πνευματοπώλας, καὶ ἐξ ἧς ὑπολογίζει κέρδος 500,000 δραχ., ἀλλ’ ἐπιπροσθέτει καὶ τὸ 20% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ προσθέτει νέον ποσὸν 540,000 νέων δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν 500,000, ἃς ὑπολογίζει ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ ἄλλης τάξεως. Τέταρτος ἄμεσος φόρος εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων Ὅλοι, Κύριοι, γνωρίζετε τὴν λυπηρὰν κατάστασιν τῆς κτηνοτροφίας ἐν Ἑλλάδι, ἥτις ἐκ διαφόρων λόγων δὲν ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα, ὡς εἰς ἄλλας τῆς Εὐρώπης χώρας· οἱ κτηνοτρόφοι πένονται, ὑποκείμενοι εἰς τὰς μεταβολὰς τῆς ἀτμοσφαίρας, ἐξ ὧν δὲν δύνανται νὰ φυλάξωσι τὰ κτήνη των, ὡς ἐκ τοῦ μὴ ἀναπτυχθέντος εἰσέτι τελείου συστήματος τῆς κτηνοτροφίας ἐν Ἑλλάδι· ἐκτὸς τούτου, ὡς ἐκ τοῦ νόμου τῆς διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, αἱ πλεῖσται γαῖαι κατελήφθησαν καὶ ηὐξήθη οὐσιωδῶς τὸ μίσθωμα τῶν βοσκῶν, αἵτινες ἐν ταῖς ὀρειναῖς ἐπαρχίαις, ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, τέλεον ἐξέλιπον, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι, μ’ ὅλας τὰς δυστυχεῖς ταύτας περιστάσεις, μὴ ἔχοντες καθαρὸν ἐτήσιον εἰσόδημα πλέον τῶν 10, 15, ἕως 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀποτίουσι φόρον ἐτήσιον 3,000,000 δραχ., ἡ δὲ Κυβέρνησις, μὴ ἀρκουμένη εἰς τὸν φόρον τοῦτον, προσθέτει φόρον 600,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Μετὰ τὸν φόρον τῶν ζώων ἔρχεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κατὰ 20%, ὅστις πρὸ μικροῦ ηὐξήθη, φθάσας μέχρι τῶν 8%. Ἐπισκεφθῆτε, Κύριοι, τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ αὐτῆς τῆς πρωτευούσης, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ 8/10 τῶν οἰκοδομῶν βαρύνονται δι’ ἐνυποθήκων χρεῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐπιβάλλει πρόσθετον φόρον 420,000 δραχ. Ἕκτον ἔρχεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἐννοοῦμεν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τὰς μεγάλας πόλεις, ὡς εἶναι αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς, αἱ Πάτραι, ἡ Σῦρος κλπ., ἔνθα ὁ οἶνος πωλούμενος ἔχει ἀξίαν· δὲν ἐννοοῦμεν ὅμως φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐν τοῖς χωρίοις, ἔνθα οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, καὶ χρησιμεύει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν τῶν παραγόντων αὐτόν. Κατ’ ἀρχήν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται φόρος εἰς τὸ προϊόν, ὅπερ παράγει τις πρὸς ἰδίαν αὑτοῦ χρῆσιν· ὁ οἶνος διὰ τὰς κατωτέρας τῆς ἡμετέρας κοινωνίας τάξεις ἀποτελεῖ τροφήν τινα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φορολογῆται ἐν τοῖς χωρίοις· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας κ. Σιμόπουλον, ποία ἀναλογικὴ ἰσότης ὑπαγορεύει τὴν ἐξομοίωσιν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου ἐν τοῖς ἀποκέντροις χωρίοις τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν, πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ οἴνου τοῦ παραγομένου ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, Σύρῳ καὶ τοῖς πλησιοχώροις αὐτῶν, ἔνθα ὁ οἶνος, ἕνεκεν τῆς ἐν ταῖς πόλεσι καταναλώσεως, ἔχει δεκαπλασίαν ἀξίαν; ἴση εἶναι ἡ ἀξία τοῦ οἴνου ἐν τοῖς χωρίοις τῆς Παρνασσίδος, τῆς πατρίδος τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας κ. Σιμοπούλου, ὅστις ζητεῖ τὴν ἐξομοίωσιν, καὶ τῶν χωρίων τῶν Καλαβρύτων καὶ Γορτυνίας, καὶ ἡ τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Μανέτα, ὅστις μετὰ φιλοσοφικῆς ἀπαθείας ἀκούει παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐξομοίωσιν τοῦ φόρου πρὸς τοὺς οἴνους τοὺς ἀναλισκομένους ἐν ταῖς πόλεσι; Καὶ ὅμως δὲν ἀρκεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐξομοίωσιν ταύτην, ἀλλὰ προσθέτει καὶ φόρον 20%, ἐλπίζων ἐπὶ πλέον εἰσόδημα 420,000 δραχμῶν. Παραλείπω νὰ κάμω λόγον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων ἐπὶ πλέον, ἤτοι τοῦ φόρου τῶν περιβολίων, κατὰ 6,000, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σύκων κατὰ 55,000, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν Λακωνικῶν προϊόντων κατὰ 8,000, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐξαγομένων καρπῶν κατὰ 70,000, δραχ., ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν κουκουλίων κατὰ 2,110,000 δραχ. Καὶ ποῖον εἶναι ἐν συνόλῳ, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αὐξήσεως 20% τῶν ἀμέσων φόρων; Ἀφαιρουμένων τῶν ποσῶν, ἅτινα συνεπάγεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τοῦ σχηματισμοῦ νέας τάξεως ἐπιτηδευματιῶν, καὶ τῆς ἐξομοιώσεως ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἡ αὔξησις τῶν 20%, ἥτις θὰ πιέσῃ καὶ θὰ καταθλίψῃ τοὺς φορολογουμένους, ἀνέρχεται εἰς 3,284,000. Καὶ ἐννοῶ, Κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, τὴν φιλοπατρίαν σας, ἐννοῶ τὴν θέρμην μεθ’ ἧς ἀνέπτυξε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Σιμόπουλος, ὅπως διασωθῇ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος, ἡ οἰκονομικὴ αὐτῆς πίστις καὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτική της ἐννοῶ, σὺν τῷ εἰσηγητῇ τῆς πλειοψηφίας, νὰ δώσητε ψῆφον, ὅπως μὴ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς πτωχεύσεως, ἧς τὰ προανακρούσματα ἠκούσαμεν διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τῶν δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομμυρίων, δι’ οὗ ἠθετήσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, σταματήσατε πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀμέσων φόρων, προκειμένου μάλιστα περὶ ποσοῦ 3.364,088· πείσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ βήματος τούτου, δυνάμενον ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀλλαχόθεν, ἤτοι δι’ οἰκονομιῶν, δι’ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν τινων κτημάτων ἀπροσόδων, καὶ διὰ περιστολῆς τῶν γενομένων καταχρήσεων. Ἡ μονοετὴς θητεία, πρὸς βλάβην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ηὐξήθη εἰς διετῆ· ἀντὶ τῆς ἐμμήνου ἀδείας, ἥτις χορηγεῖται διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ τῆς τετραμήνου διὰ τὸ δεύτερον, ἂς χορηγηθῇ τρίμηνος διὰ τὸ πρῶτον ἔτος καὶ ἑξάμηνος διὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς θητείας, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἑκατομμυρίου καὶ πλέον· ἂς ἐνοικιασθῇ ὁ φόρος τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, καὶ θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, καὶ ἂς περισταλῶσι δι’ ἀγρύπνου ἐπιτηρήσεως αἱ ἐκ λαθρεμπορίας καταχρήσεις ἐν Πειραιεῖ, ἐν Σύρῳ, ἐν τῷ Κορινθιακῷ κόλπῳ, καὶ ἰδίᾳ εἴς τινα μέρη τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἵνα οὕτως ἐπέλθῃ αὔξησις ἑκατομμυρίων· ἂς διατεθῶσιν ἐθνικὰ οἰκόπεδα ἐν Πάτραις, ὡς καὶ ἐν Ἀθήναις. Τελευταῖον εἴδομεν νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ οὗ δωρεῖται τῷ Διαδόχῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ἀκίνητον ἐθνικὴν κτῆσιν, κειμένην ἐν τῷ νομῷ Ἀχαϊοήλιδος, ἀξίας 10,000,000 δραχ. Ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος διαπυνθανόμενος τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων περὶ τῆς κρισίμου οἰκονομικῆς καταστάσεως, κρουούσης τὰς πύλας τῆς πτωχεύσεως, δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην δωρεὰν, ὅταν μάλιστα ἐπὶ τῆς δωρουμένης ἐθνικῆς ἐκτάσεως ζῶσι, δικαιώματι πολυχρονίου νομῆς καὶ δουλείας βοσκῆς, χιλιάδες ὑπηκόων του, οἵτινες πρόκειται νὰ καταστῶσι δουλοπάροικοι. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί. Κύριοι, ὑπείκων εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου καὶ εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων μου, ἂν καὶ ἀποδέχωμαι ἐν μέρει τοὺς ἐμμέσους φόρους, θέλω ὅμως καταψηφίσει πάσει δυνάμει τοὺς ἀμέσους.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρήλθεν ἡ ὥρα· εἶναι δεκάτη καὶ ἡμίσεια.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὀλίγῳ περισσότερον, διότι προσεγγίζουσιν αἱ ἑορταί.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ὅλον ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὑμεῖς εἶσθε ἀπηυδηκότες, ὅπως καὶ ἐγὼ, μ’ ὅλον τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ πορίσματα καὶ τὰ συμπεράσματα δύο Προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς· τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ἄρτια τά τε ἔσοδα καὶ ἔξοδα διὰ πλῆρες τὸ ἔτος 1887, καὶ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα μὲ τροποποιήσεις τινάς, ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ λάβω ὡς ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων καὶ παρατηρήσεών μου τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, τὸν περιέχοντα τὰ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος προϋπολογισθέντα ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὰ ἔξοδα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, προϋπολογίζονται εἰς 98,851,000, τὰ δὲ ἔσοδα προϋπολογίζονται, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπίσης τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 76,580,000· ἑπομένως παρουσιάζεται ἔλλειμμα ἐξ 22,271,000. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσδιώρισεν εἰς 8,272,000· τουτέστιν ἐκ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τῶν 6 ἑκατομ., τῶν 4 ἑκατομ., τῶν 25 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ τῆς μὴ πληρωμῆς τοῦ χρεωλύτρου, προκύπτει οἰκονομία δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 2,461,000, ὁμοῦ μὲ δραχμὰς 400,000, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν διὰ τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δίδραχμα καὶ μονόδραχμα τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν 18,000,000 τῶν ὁποίων τὸ χρεώλυτρον ἐπίσης κατηργήθη δι’ ἰδιαιτέρου νόμου. Ἐν τῇ στρατιωτικῇ καὶ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δρ. 4,633,000· ἐπίσης ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, κατὰ τὸν αὐτὸν κ. Πρωθυπουργὸν, 1,178, 000· ἐν ὅλῳ 8,272,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προσετέθησαν ἐν τοῖς διαφόροις Προϋπολογισμοῖς καὶ αὐξήσεις τινὲς, ἀνερχόμεναι εἰς 1,556,000, ἕπεται, ὅτι αἱ πραγματικῶς ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι περιορίζονται εἰς 6,686,000, ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τῶν 22,271,000 περιορίζεται εἰς 15,585,000. Πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλῶ πρὸς Βουλὴν καὶ ὄχι πρὸς θρανία, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, νὰ προσκαλέσητε τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν· ἄλλως, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν παίζομεν, ἀλλὰ σπουδαιολογοῦμεν.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος, διότι ἐκουράσθημεν πολύ· εἶναι ἕνδεκα ἡ ὥρα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσκαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ προσέλθωσι.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Αὐγερινός, καὶ ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Παπαγιαννικοπούλου καὶ Καλογεροπούλου).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον λοιπόν, ὅτι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν 15,585,000 ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων, ἢ αὐξάνονται οἱ ἤδη ὑφιστάμενοι φόροι, ἢ ἐπιβάλλονται νέοι τοιοῦτοι ἐξ 20,395,000· ἑπομένως, οὐ μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καλύπτεται δι’ αὐτῶν, ἀλλὰ παρουσιάζεται καὶ περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 4,810,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐξ 76,580,000, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν, ὡς εἶπε, νομοθεσίαν, ὑπολογίζει ὡς ἔσοδα, ἐκ μὲν τοῦ καπνοῦ 1,100,000 μόνον, ἐκ δὲ τοῦ σιγαροχάρτου 500,000 μόνον, καὶ ἐκ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς 20,800,000. Μεταξὺ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι καὶ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, ἐπαναφερομένων τῶν κοπτηρίων, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργησαν καὶ ἄλλοτε, καὶ προσδιοριζομένου τοῦ δικαιώματος τῆς κοπῆς κλπ. εἰς δραχ. 4 καὶ 80/00 κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ σιγαροχάρτου, διὰ τοῦ ὁποίου μεταῤῥυθμίζονται τὰ περὶ τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ, καὶ συγχρόνως αὐξάνει ἡ τιμὴ εἰς τὸ διπλάσιον. Περιπλέον δὲ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν... Πάλιν θὰ ἐπαναλάβω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἑνδεκάτη ἡ ὥρα, εἶμαι δὲ ἀρκετὰ κουρασμένος, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπαναλάβω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω ἀγορεύων ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, ἀφοῦ μάλιστα ἠραιώθη καὶ ἡ μία πτέρυξ καὶ ἡ ἄλλη, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Εἶναι μία πίεσις ἀκατανόητος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο διακόπτω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ἄλλοτε ἐπὶ οἱουδήποτε φορολογικοῦ νομοσχεδίου.
§37ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, Κύριε Πρόεδρε.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.