1887.03.24
2,549 rows · 20,551 words · 36 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
τῆς 24 Μαρτίου 1887.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς ἑξῆς: ἐκ τῶν κυρίων Θ. Κανακάρη, Κ. Καραπάνου, Γ. Παδοβᾶ, Γ. Λιδωρίκη καὶ Ἀλεξάνδρου Ἀντωνοπούλου. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θέλω παραστῆ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τελετήν.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ παρασταθῆτε, διότι τότε θὰ δώσητε τὴν ἀνάλογον παράστασιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημητριάδου ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1887. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145).
§4ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 144).
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀναφορὰ ἐκ Κερκύρας διαφόρων, αἰτουμένων νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰ Ἑπτανησιακὰ προϊόντα ἡ εἰς χρυσὸν πληρωμὴ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ἀναφορὰ τοῦ Νικολάου Κ. Κεραμιδᾶ, κατοίκου Πατρῶν καὶ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Δύμης, περὶ καταχρήσεως τοῦ Δημάρχου.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναδεχθείσης τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ἐξ 1,850,000, προσέτι δὲ δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑπὸ τῆς γραμμῆς ταύτης καταληφθησομένων ἰδιωτικῶν κτημάτων, ἐκ δραχ. 650,000. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 146). Ἐζητήθησαν κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν πληροφορίαι, ἀφορῶσαι εἰς τὴν δωρεὰν κτημάτων πρὸς τὸν Διάδοχον, τὴν προτεινομένην διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου. Τὰς πληροφορίας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐν συνόψει τὰ εἰσοδήματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: αʹ) Ἐξ ἰχθυοτροφείων, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐν ἰσχύϊ ἐνοικιάσεως, δραχ. 35,767.50. βʹ) Δάσος Δύμης· ἐπικαρπία ἐπὶ 12,800 στατήρων βαλανιδίου, πρὸς δραχ. 1 καὶ 30|00, δρ. 16,640· ὁμοία ἐπὶ 2,000 στρεμμάτων γαιῶν, πρὸς 1 καὶ 50|00, δρ. 3,000· ὁμοῦ 19,640. γʹ) Γαῖαι τοῦ δήμου Βουπρασίων· ἐπικαρπία 800 στρεμμάτων, πρὸς 1 καὶ 50|00, δραχ. 1200. Τὸ ὅλον δραχμὰς 56,607.50. Τὰ κτήματα τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου ἐμισθοῦντο ἀντὶ δραχ. 16,000, ἢ 19,000 παλαιῶν, ἢ κατὰ μέσον ὅρον ἀντὶ παλαιῶν δρ. 17,500, ἢ νέων 15,575.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κληρωθῇ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἑορτὴν τῆς αὔριον. (Γενομένης τῆς κληρώσεως, ἔλαχον οἱ κ. κ. Γ. Τάκης, Τζάνες, Καφετζόγλους, Κοσσονάκος, Καραπάνος, Ζήβας ἢ Πλακᾶς, Μπατζιᾶς, Καρτάλης, Τσαρλαμπᾶς, καὶ Πικουλάκης).
§8ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Καταθέτω πρότασιν νόμου περὶ προθεσμίας πρὸς δημοσίευσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147).
§9ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν Δήμων Σουδενῶν καὶ Καλαβρύτων, διότι τῶν Δήμων τούτων τὰ ἔσοδα, ἰδίᾳ ἑκατέρου, δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς συντήρησίν των.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτι Δῆμος, ἔχων 1800 δρ. ἔσοδα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ, αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ τὸ δύσκολον εἶναι, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν θέλει νὰ συνέλθῃ, ἵνα ἀποφανθῇ. Ὁ νόμος ἔχει αὐτὸ τὸ κενὸν, ὥστε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετική.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε προόδου τῆς συζητήσεως, μικρὰν ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος θέλει ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν αὕτη ἤρξατο. Ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος ἦτο πράγματι ἀναγκαία, διότι τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ παρ’ ἡμῶν προταθέντα, εἶναι ποικίλα, εἶναι δὲ ἐκτάκτου σημασίας, ὡς ἐκτάκτως ἐπιβαρύνοντα τὸν λαόν· ἐπίσης ἐκτάκτου σπουδαιότητος εἶναι καὶ τὰ μέτρα τῶν οἰκονομιῶν, διότι ταῦτα δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν λαὸν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὴν ὁποίαν περιστέλλουσιν, ἔχουσι σημασίαν, οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν. Καὶ ὅμως αἱ συζητήσεις, αἱ μέχρι τοῦδε, μικρὸν θέλουσιν ὠφελήσει εἰς τὴν καθοδήγησιν τῆς Βουλῆς περὶ τὴν κατάληψιν τῆς ἐννοίας τῶν νομοσχεδίων καὶ περὶ τὴν παραδοχὴν, ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἑνιαίαν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται τὰ μέτρα ταῦτα. Κατὰ τοῦ συστήματος δύο ἠγόρευσαν μέχρι τοῦδε· ὁ εἷς ἐζήτησε κυρίως νὰ καταστήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ζήτημα εὐθύνης, ὡσανεὶ δὲν εἴχομεν ἀφορμὰς ἱκανὰς, ἵνα περὶ ταύτης συζητήσωμεν, ὡσανεὶ ἀπέναντι αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὑπεξέφευγεν· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἀπολήγων, ἕν τι θετικὸν προέτεινε, προέτεινε τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, προέτεινε τὴν χρεωκοπίαν. Ὁ ἕτερος ἀγορεύσας εἰς τὸ αὐτὸ ἀπέληξε, δὲν ἔφθασεν ἐκεῖ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, δὲν συνεζήτησε περὶ εὐθύνης, συνεζήτησε περὶ οἰκονομικῶν κατ’ ἐπιφάνειαν, διότι ἐξήτασε τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ ἐξήτασεν ἀπολύτως· σύστημα δὲ οἰκονομικὸν, ἀπολύτως ἐξεταζόμενον, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, διότι ἡ ἔννοια τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων εἶναι πάντοτε σχετική. Ἀμφότεροι οἱ ἀγορεύσαντες εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλουσι παγιδευθῆ ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως προτείνωσιν αὐτοὶ σύστημα, δὲν θέλουσι γίνει θύματα τῆς πονηρίας τῶν ἀντιθέτων, οἵτινες ζητοῦσι παρ’ ἐκείνων νὰ ἐκθέσωσι γνώμην, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα δυνηθῶσι νὰ μεταβάλωσι τὴν συζήτησιν ἀπὸ ἀμυντικῆς εἰς ἐπιθετικήν. Αἴ! ὀλίγον φροντίζομεν περὶ ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως· πρόκειται νὰ περιστείλωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὰς προτάσεις ἡμῶν, κατὰ 7 ἑκατομμύρια, πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ λαοῦ κατὰ 20 ἑκατομμύρια, καὶ σκεπτόμεθα περὶ ἀμύνης, ἢ ἐπιθέσεως, καὶ σκεπτόμεθα πῶς νὰ διαστρέψωμεν, ὅσα θὰ μᾶς εἴπῃ οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ βουλευτής; καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουσιν, ὅσα ἤθελεν εἰπεῖ σφαλερὰ οἱοσδήποτε βουλευτὴς ἀπέναντι τοιούτου θέματος; Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπολύτως, οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν ἡ ἀπόλυτος ἐξέτασις τοιούτου θέματος. Εἰς τί ὠφελεῖ, ἄν, ἀπολύτως ἐξεταζομένων τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ φορολογία προσθέτει βαρύτατα καὶ δυσβάστακτα βάρη; καὶ ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι φορολογία τοιαύτη εἶναι δυσβάστακτος καὶ εἶναι ἀνεκτὴ μόνον, μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης λύσεως; Ὅταν δὲ δὲν προτείνηται ἑτέρα λύσις, πῶς δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς φορολογίας, τοῦτο δὲ οὐ μόνον ὅταν αὕτη ἐπιβάλληται, ὅπως ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν, ἐπὶ μέτρῳ ἐκτάκτῳ, καταπονοῦντι τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο φορολογία συνήθης, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἐν τοῖς Κράτεσι, τοῖς ὁμαλῶς διοικουμένοις περὶ τὰ οἰκονομικά; Καὶ αὐτὴ ἡ συνήθης φορολογία εἶναί τι κακὸν, ἀλλ’ εἶναι ἀνεκτὴ ἐξ ἀντιπαραθέσεως· τὴν δὲ ἀντιπαράθεσιν ποῦ θέλομεν εὕρει; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν, ἐμελέτησε τὰ θέματα καὶ ἐπετέλεσε τὴν ἀντιπαράθεσιν, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ παραστήσῃ, ὅσα συνετέλεσαν, ὅπως καταρτίσῃ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα μόνα παρουσιάζονται εἰς ἡμᾶς. Ἐδῶ ἐξ ἀντιμωλίας πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις· οἱ ἔχοντες τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἐὰν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ προσαγάγωσιν αὐτήν· ἐὰν δὲν τὸ πράξωσιν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη, οὐδ’ ἑτέρα λύσις, διότι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχει τις ἐν τῷ νῷ διετετυπωμένην γνώμην καί, προκειμένου περὶ τοιούτων ζωτικῶν θεμάτων, δὲν προτάττει αὐτὴν, διότι φοβεῖται μήπως διαστραφῶσι τὰ λεχθησόμενα παρ’ αὐτοῦ. Ἡ γενικὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσαν οἱ δύο ἀξιότιμοι βουλευταὶ, πρὸ αὐτῶν δὲ καὶ ἄλλος, εἶναι βεβαίως ἀναγκαία. Δὲν δικαιοῦνται δὲ οἱ προκαλοῦντες αὐτὰς, ἂν οὐδὲν θετικὸν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην συνεισφέρωσι, λέγοντες, ὅτι οὐδὲν θὰ ὠφέλει οἱαδήποτε θετικὴ γνώμη αὐτῶν, διότι δὲν θὰ ἐγίνοντο δεκτὰ τὰ παρ’ αὐτῶν προτεινόμενα, ἀφοῦ πλειοψηφίαν δὲν ἔχουσιν· ἀφοῦ δὲ ἡ πλειοψηφία θέλει ἄλλην λύσιν, πρὸς τί οὗτοι νὰ ἐκτεθῶσιν; Ἤκουσα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, λέγοντος, ὅτι οὐδέποτε αὐτὸς θὰ ἐξετίθετο, ἐκφράζων γνώμην, ἵνα μὴ κινδυνεύσῃ νὰ παρασταθῇ πρὸς τὸν λαὸν παρ’ ἡμῶν, ἐξηγούντων τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς ζητῶν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαόν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, οὐδὲ παρεδέχθην ποτὲ, εἴτε ἐκαθήμην ἀριστερᾷ, εἴτε δεξιᾷ, εἴτε ὕπερθεν, ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος συζήτησις εἶναί τι ἐπουσιῶδες, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας ὠχριᾷ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, αἱ πλειοψηφίαι δύνανται νὰ εὑρίσκωνται ἔνθεν ἢ ἐκεῖθεν, ἀλλ’ ἡ συζήτησις εἶναι δικαίωμα ἑκάστου βουλευτοῦ· διὰ τῆς συζητήσεως συγκοινωνεῖ ἡ Βουλὴ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις, φωτιζομένη ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ψήφους τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως καθοδηγεῖται ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐργάζονται οἱ διευθύνοντες αὐτὴν, καὶ περὶ τῆς ἀξίας τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἀντιθέτων· ὅταν δὲ οὗτοι δὲν ἔχωσι γνώμην ἐπὶ θεμάτων ζωτικῶν, δὲν εἶναι πολιτευόμενοι ἐλευθέρου Κράτους. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν αὐστηρῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ τῶν σπουδαιοτάτων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν περὶ τούτων νὰ γίνῃ συζήτησις, ἂν δὲν ἔχωμεν ἀπέναντι ἡμῶν γνώμην. Ἀλλὰ, καὶ μὴ θέλοντες οἱ προαγορεύσαντες ἀπέληξαν εἰς γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλήρης ἄρνησις ἐνεργείας, ἡ πλήρης ἀποσύνθεσις τοῦ Κράτους· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι συμβολὴ εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἀπέδειξέ τι θετικὸν, ἀπέδειξεν, ὅτι ἄλλη λύσις τῆς παρ’ ἡμῶν προταθείσης δὲν παρουσιάζεται. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεχθέντων παρὰ τῶν προαγορευσάντων θέλω προβῆ ἀκριβῶς, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι σχέδιον καὶ οὐδὲν δύνανται ν’ ἀντιτάξωσιν εἰς τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα, διότι, ὅταν πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει θετικὸν ἀπέναντι τῶν παρ’ ἡμῶν προτεινομένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τῶν μέτρων τούτων. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης, οὐχὶ ἵνα συζητήσω περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἵνα καταδείξω, κατὰ πόσον διὰ τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης ἐζήτησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸ ζήτημα, τὸ καθαρῶς οἰκονομικὸν, καὶ δυνηθῶ οὕτως, ἀποχωρίζων τὰ τῆς εὐθύνης ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, νὰ διευκολύνω τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ταύτης. Τί δὲ περὶ εὐθύνης εἶπον; Ἀνατρέχοντες εἰς τὸ παρελθὸν, εἶπον, ὅτι πάντα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἐγένοντο οὕτως, οὐχὶ ἕνεκα λόγων ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων προσωπικῶν, σχετιζομένων πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἡ κατάστασις ἡμῶν δὲν θὰ ἦτο τοσοῦτον δεινὴ, διότι θὰ ἤρκει ἡ μεταβολὴ τῶν προσώπων, ἵνα δοθῇ ἡ λύσις. Ἀλλ’ ὑπάρχει τις ὑπόστασις εἰς τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν; Ποῦ στηρίζεται ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος; Ἤλθετε, μᾶς λέγουσιν, εἰς τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὸ 1882, καὶ παρελάβετε τὰ πράγματα τοῦ Κράτους ἐν καταστάσει, πολὺ διαφόρῳ ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ παρεδώκατε, ηὐξήσατε τὰς δαπάνας διὰ λόγους προσωπικοὺς καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον εὕρετε σχεδὸν ὑφιστάμενον κατὰ τὸ 1882, ἐξέλιπε τέλεον κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἀπεμακρύνθητε τῆς Ἀρχῆς. Ὑπάρχει τι ἀληθὲς ἐν τούτῳ; πόθεν ἡ ἔλλειψις τοῦ ἰσοζυγίου, ἡ καταφαινομένη ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1883, τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885, τοῦ ὁποίου τὸ πλεῖστον διεχειρίσθησαν οἱ διάδοχοι ἡμῶν; Ἐξετάσατε τοὺς Προϋπολογισμούς, παραβάλετε αὐτοὺς πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοὺς προγενεστέρους, καὶ ἐξετάσατε, πόθεν προέρχονται αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, θέλετε δὲ ἰδεῖ, ἐὰν αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἦναι ἔργον τῶν κυβερνώντων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, αἵτινες παρατηροῦνται κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, αἱ αὐξήσεις ἐκεῖναι ἦσαν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τότε διεχειρίζετο τὰ κοινά; Ἑτέρα αὔξησις δαπανῶν ἦτο ὑπαγόρευσις τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἢ ἔστω καὶ αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, τὰ ἔξοδα, λέγω, τὰ στρατιωτικὰ, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας; Πάντα ταῦτα ἐπήνεγκον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μεταβολὴν μεγίστην, ἥτις διετάραξε τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ οὐδὲν περιέχεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐδενὸς τῶν ἐτῶν, ὧν ἐμνήσθην, τὸ ὁποῖον νὰ δύνηται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἐκ πρωτοβουλίας προσωπικῆς τῶν τότε κυβερνώντων προερχόμενον, οὐχὶ ἐκ πρωτοβουλίας προσωπικῆς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐξ οἱασδήποτε αὐτῶν πρωτοβουλίας, διότι ἐπεβάλλοντο αἱ δαπάναι. Τὸ νέον σύστημα τὸ στρατιωτικὸν ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1878, ἐφηρμόζετο δὲ τότε τὸ πρῶτον, οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων τότε ἤρχισαν ἀναφαινόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ποίαν πρωτοβουλίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἀναγραφῇ τοιούτων δαπανῶν, ἀναγραφῇ ἀναγκαίᾳ, πλὴν ἐὰν ἤθελε νὰ μεταβάλῃ πολιτικήν; Ἀλλὰ τοιαύτης μεταβολῆς πρωτοβουλίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν. Ἐγένετο προσπάθειά τις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ σχετίσωσι τὰς δαπάνας, τὰς τότε, πρὸς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὰς προσωπικὰς αὐτῆς διαθέσεις καὶ τὰ συμφέροντα, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι τῷ ὄντι ἐξ ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τοιοῦτον ἐχουσῶν χαρακτῆρα, προῆλθεν ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν. Δὲν ἠξεύρω, τί ἤθελέ τις τῶν προαγορευσάντων νὰ ἀποδείξῃ, λέγων, ὅτι παρέλαβεν ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 ἀπὸ τῆς τοῦ 1881 25 ἑκατομμύρια, παρέλαβε δὲ καὶ ὑλικόν· καὶ ἂν παρέλαβε ὑλικὸν καὶ δὲν ἐδαπάνησεν ἑπομένως διὰ τὴν ἀπόκτησιν ὑλικοῦ, ἐδαπάνησεν ὅμως ἑκατομμύρια πολλά, εἰς ἀπότισιν καθυστερημάτων παρελθουσῶν διαχειρίσεων, τὰ δὲ παραληφθέντα ποσὰ εἰς χρῆμα ἢ εἰς ὑλικὸν, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως. Παραβαλλομένης δὲ διαχειρίσεως πρὸς διαχείρισιν, ἀπεδείχθη, ὅτι, ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 παρέλαβεν 24 ἑκατομμύρια ἀπὸ τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως, ἡ διαχείρισις τοῦ 1881 ἀπεῤῥόφησεν 24,000,000, διατεθέντα ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1882 πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλῶν τῆς προηγουμένης διαχειρίσεως. Ἄλλη ἐξέτασις θὰ ἦτο σπουδαιοτέρα, ἡ ἐξέτασις, πῶς παρεδόθη ἡ διαχείρισις κατὰ τὸ 1885 πρὸς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, καὶ πῶς παρεδόθη ἡ διαχείρισις πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὸ 1886. Ἐνθυμούμεθα, ὅτι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες ἀπέληξαν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 7 Ἀπριλίου, περιήρχοντο τὰς ἐπαρχίας οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγοντες, ὅτι θέλουσι πραγματοποιήσει οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 12–15 ἑκατομμυρίων· καὶ ὅμως εἴδομεν αὐτοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, προτείναντας οὐχὶ ἐλάττωσιν 15, οὐχὶ ἐλάττωσιν 12, ἀλλὰ αὐξήσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, τὰς αὐξήσεις δὲ ταύτας ἔλεγον, ὅτι ἀνέγραψαν, παραλειφθείσας δῆθεν παρ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ 15,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλλοντο οὗτοι, ὅτι θὰ διέγραφον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπρόκειτο νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρ’ ἡμῶν προταθέντος, οὐχὶ ἐκ τοῦ παρ’ ἐκείνων συμπληρουμένου, διότι αἱ συμπληρώσεις, αἱ παρ’ ἐκείνων γενόμεναι, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐκείνων. Συνεπλήρωσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὰς δαπάνας διὰ προσθήκης ἑκατομμυρίων τινων, καὶ λέγουσι: μὴ καταλογίζετε ταῦτα εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ παρέλιπον· καὶ ὅμως εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἐν τῇ ἐκτελέσει ἐπραγματοποιήσαμεν οἰκονομίας ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν ἐψηφισμένων, καὶ τοιαύτας, ὥστε καὶ ἐπίκρισις ἀπετάθη καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀντισυνταγματικῶν, διότι δὲν ἐποιούμεθα χρῆσιν ὅλων τῶν πιστώσεων, διότι ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὰς πιστώσεις, τὰς ἐψήφιζε διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι, μὴ πραγματοποιοῦντες δὲ τὰς πιστώσεις, κατηγγελλόμεθα, ὡς ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ἀνευλαβείας δὲ πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα. Τοιαῦτα ἠκούομεν, διότι οὕτω φειδωλῶς διεχειριζόμεθα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ ὅμως τὰς αὐξήσεις τῶν διαδόχων ἡμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καταλογίζουσιν οὗτοι εἰς βάρος ἡμῶν, ὡς μὴ περιλαβόντων ἐν αὐτῷ ἀναγκαίας δαπάνας. Δὲν περιελάβομεν χορηγίαν τινὰ πρὸς ἑταιρίαν ἐξ 800 χιλ. δραχμῶν, ἣν οἱ διάδοχοι ἡμῶν περιέλαβον, καταλογίζοντες εἰς βάρος ἡμῶν τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ὀφειλῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐξεκαθαρίσαμεν. Ἐν τῷ νομοθετήματι, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεβάλλομεν περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν, θὰ διετυποῦμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν γνώμην περὶ τῆς ὀφειλῆς. Οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἠθέτησαν τὴν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑποχρέωσιν, περιλαβόντες τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἄνευ τῆς προηγουμένης νομοθετικῆς διαῤῥυθμίσεως, ἤδη δὲ ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡ δαπάνη βαρύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν περιέλαβον αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ ἡ ἀναγραφὴ δὲν ἐπετρέπετο. Αἱ πρόσθετοι δαπάναι, αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 παρὰ τῶν διαδόχων ἡμῶν, βαρύνουσιν ἐκείνους· τὰς δαπάνας δὲ ταύτας ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀναγράψει, διότι δὲν ἐθεωροῦμεν αὐτὰς ἀναγκαίας. Ταύτας τὰς δαπάνας ἀνέγραψαν οἱ διάδοχοι ἡμῶν, διότι τὰς ἐθεώρησαν ἀναγκαίας· ἀλλὰ πῶς αὐτοὶ, οἱ τοιαῦτα ἀναγράψαντες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, οἱ θεωρήσαντες ἀνεπαρκεῖς τὰς παρ’ ἡμῶν ἀναγραφείσας πιστώσεις, δύνανται νὰ ἰσχυρίζωνται ἤδη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ, καὶ ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἦσαν ἐξωγκωμέναι ἐκ προσωπικῶν λόγων, εἰς ἡμᾶς ἀφορώντων; Ἡ ἐξόγκωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρ’ αὐτῶν γενομένη, μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀναγράψει οὐδ’ αὐτὰς τὰς δαπάνας, αἵτινες ἦσαν ἀναγκαῖαι κατ’ αὐτούς. Ὅτε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 παρεδώκαμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι εὗρεν ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον δραχ. 25. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε παρέλαβεν ἐν τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους δώδεκα ἑκατομμύρια, καὶ ταῦτα ἐσημείωσα ἀκριβῶς εἰς χρήματα καὶ εἰς παραστατικὰ χρημάτων, παρέλαβε προσέτι ἔντοκα γραμμάτια ἀδιάθετα 900,000 δραχμῶν, παρέλαβεν ἐξ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας ἀπαιτητὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν πάσῃ στιγμῇ 350,000 δραχ., παρέλαβε κατατεθειμένας ἐν ταῖς Τραπέζαις, ἀπέναντι τῶν δόσεων τῶν δανείων, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι ἀπαιτητάς, 800,000 δρ., παρέλαβεν ὁμολογίας πολλῶν ἑκατομμυρ. ἀδιαθέτων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, παρέλαβε τέλος τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατηργημένην, τουτέστι τὴν εὐκολίαν ἐκδόσεως γραμματίων 104 ἑκατομ., περὶ ὧν ἔλαβε νομοθετικὴν ἄδειαν. Τοιαύτας παρασχόντες εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν εὐκολίας περὶ τὰ οἰκονομικὰ, εἴτε εἰς χρήματα μετρητὰ, εἴτε εἰς χρήματα παραστατικὰ, εἴτε εἰς ἐντύπους ὁμολογίας, εἴτε εἰς ὁμολογίας χρεωλυτικῶν δανείων, εἴτε εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας, εἴτε ἐν τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀποκτηθείσῃ διὰ καταβολῆς 72 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικὸν, ἀκούομεν παρὰ τῶν προκαλούντων δῆθεν ἡμᾶς εἰς σπουδαίαν συζήτησιν, ὅτι εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ 25 δραχμὰς καὶ 10 λεπτά. Ὅταν τὴν συζήτησιν οὕτω διεξάγῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δύναται νὰ θεωρηθῇ αὕτη σπουδάζουσα; Ἀλλ’ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σπουδάζῃ ἐν τῇ συζητήσει, δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις; Εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκει νὰ δώσῃ ζωτικότητα εἰς τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ δύναται νὰ δώσῃ ζωτικότητα εἰς αὐτὴν, στηριζομένη ἐπὶ ἀνυπάρκτων γεγονότων, παριστῶσα τὰς δεκάδας τῶν ἑκατομμυρίων ὡς 25 δραχμάς; Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἦσαν τὰ παρ’ ἡμῶν παραδοθέντα, ὥστε οὐδὲ νὰ ἀπαριθμήσῃ τις δύναται ταῦτα ἐν λεπτομερείᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος, τί παρελάβομεν, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Εὕρομεν χιλιάδας ἐνταλμάτων, μήπω πληρωθέντων· εὕρομεν χιλιάδας ἐνταλμάτων δώδεκα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ ὑπογεγραμμένων, καί περ αἱ ἐντολαὶ ἦσαν ὑπογεγραμμέναι, ἵνα μὴ δύνανται οἱ δικαιοῦχοι νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰ Ταμεῖα καὶ νὰ παραπονῶνται, ὅτι δὲν πληρόνονται· εὕρομεν 9 ἑκατομμύρια, ὀφειλόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εὕρομεν τὸν τόπον βεβαρυμένον ὑπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ συνάλλαγμα εἰς ὑπερτίμησιν 30%. Αὕτη ἦτο ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρέδωκαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα δυνηθῶσιν ἐκεῖ ν’ ἀνασκαλεύσωσι τὴν εὐθύνην τῶν προκατόχων αὑτῶν, καὶ διὰ τῆς εὐθύνης ἐκείνων νὰ λύσωσι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ ἐξελέγξωμεν τὴν εὐθύνην τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἔχομεν ἱκανὴν στοργὴν πρὸς τὸ Ἔθνος, ἵνα μὴ θίξωμεν τοιαῦτα ζητήματα, ἠξεύρομεν πόσον θὰ πάθῃ τὸ Ἔθνος, ἀνερευνωμένης τῆς εὐθύνης τῶν προκατόχων, ἥτις δυστυχῶς εἶναι καὶ εὐθύνη τοῦ Ἔθνους. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι θέλει νὰ ἔχωμεν διακεκριμένην τὴν εὐθύνην, καὶ εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διακεκριμένην τὴν εὐθύνην. Βεβαίως διακεκριμένην ἔχομεν τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν, ἀλλὰ ποῦ ὡς πρὸς τὸ πολιτικόν; ποῦ ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικόν; Καθ’ ἑκάστην πληρόνομεν, καθ’ ἑκάστην ἀναγνωρίζομεν ὑποχρεώσεις, προερχομένας ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς τότε. Τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, πίπτουσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεως ἄλλων, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ καταργήσητε τὰ βάρη ταῦτα, καὶ βεβαίως ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν τὴν εὐθύνην τῆς θεραπείας ἀναγκῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἀσκόπως καὶ ἐπιβλαβῶς εἰς τὸν τόπον. Πρὸς τοιοῦτον ζήτημα ἐθεώρησεν εὔλογον εἷς τῶν προαγορευσάντων νὰ συνδέσῃ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, καταβιβάζων αὐτὸ μέχρι τῶν ταπεινοτέρων προσωπικῶν συμφερόντων, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἐλατήρια, τὰ κινοῦντα τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξετάξων τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῶν προτείνονται, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὰ, ὡς μόνον σκοπὸν ἔχοντα τὸ κυβερνητικὸν συμφέρον τῶν καθημένων εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἀναλύων ταῦτα, ἔλεγεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ηὐκόλυνον αὑτὴν ἄλλοτε εἰς τὴν μίσθωσιν οἰκίας, τὴν ὁποίαν, ὅτε ἦλθεν αὐτὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν, διέλυσεν· εὕρομεν, εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, οἰκίαν ἐνοικιασμένην πρὸς 300 δραχμὰς τὸν μῆνα, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κοπτήριον, ἐνῷ ἡμεῖς, διαλύσαντες τὴν μίσθωσιν, ἐμισθώσαμεν ἄλλην ἀντὶ δραχ. 170. Ἐπανελθὼν εἰς τὸ γραφεῖον, ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν οἰκεῖον τμηματάρχην, ὅτι τοιαῦτα ἐῤῥέθησαν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, καὶ ἠρώτησα, ἂν ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ. Ἡ ὑπηρεσία ἠγνόει τὸ πρᾶγμα· ἐπεφόρτισα τὸν τμηματάρχην, νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ βουλευτῇ, ὅστις εἶπε ταῦτα, καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ περὶ τίνος οἰκίας ἐπρόκειτο, ὁ δ’ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀπήντησεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ οἰκίας ἐν Βόλῳ. Ἐξήτασα ἐν τῷ γραφείῳ, καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὴν οἰκίαν ταύτην δὲν ἀπεμίσθωσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε μισθώσει αὐτὴν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀντὶ 300 δραχμῶν, αὐτὴ ἐμίσθωσεν ἑτέραν ἀντὶ 170 δραχμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, μετὰ τὴν τοιαύτην πρόκλησιν ἡμῶν διώρθωσεν ἐν τῇ αὐθεντικῇ ἐκδόσει τῆς ἀγορεύσεώς του τὸ κείμενον, ἀφαιρέσας, ὅ,τι ἀνήγετο εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐνέργειαν, ἤτοι εἰς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αὐτὸς διέλυσε τὴν μίσθωσιν καὶ συνῆψε τὴν οἰκονομικωτέραν, ἀλλ’ ἑτέρα ἐφημερὶς, ἐπίσης αὐθεντικὴ θεωρουμένη, πρὶν ἢ ἀποστείλω τὸν τμηματάρχην παρὰ τῷ κυρίῳ βουλευτῇ, εἶχε δημοσιεύσει τὰ λεχθέντα, ὅπως τὰ ἠκούσατε, προκαλέσαντα τότε ἐκδηλώσεις θαυμασμοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπικροτούσης, ὅτι ἀπεκαλύφθη μία ἀσχημία τῶν νῦν κυβερνώντων. Διατὶ δὲ ἡ οἰκία, ἡ τὸ πρῶτον μισθωθεῖσα, ἐπληρώθη πρὸς 300 δραχ., ἡ δὲ τὸ δεύτερον 170, τοῦτο γινώσκουσι πάντες, ὅσοι εἶναι ἐνήμεροι τῶν τότε ἐν Βόλῳ συμβαινόντων. Γινώσκουσι πάντες, ὅτι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἑνώσεως ὑπετίθετο, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει μεγάλη ὑπερτίμησις τῶν κτημάτων, ὑπῆρχε καὶ μεγάλη ζήτησις, δὲν ὑπῆρχε δὲ καὶ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ὥστε νὰ γίνωσι νέαι οἰκοδομαί. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐγένετο τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, καὶ οἰκοδομαὶ ἠγέρθησαν, καὶ ἐπῆλθεν ὑποτίμησις. Αὕτη εἶναι ἡ μεγάλη ἐκείνη ὑπόθεσις, τῆς ὁποίας τὰς εὐθύνας οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐθεώρησαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ μᾶς ἐπιῤῥίψωσιν, εἰς ἀπόδειξιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξηγάγομεν ἐν τῷ παρελθόντι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν οἰκονομικῶν μέτρων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὡς εἶπον, περιεῖχε δαπάνας, παρ’ ἡμῶν προταθείσας, ὀλιγωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιεῖχεν ὁ προταθεὶς παρὰ τῶν τότε διαδόχων ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος θ’ ἀπέληγεν εἰς ἔτι ὀλιγωτέρας δαπάνας, διότι γνωστὸν εἶναι κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελοῦμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, γνωστὸν εἶναι, ὡς προεῖπον, ὅτι πάντοτε ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἄφινε περισσεύματα ἐξ ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔσοδα θὰ εἴχομεν ὑπερτέρησιν μεγάλην τῶν πραγματοποιηθέντων παρὰ τῶν διαδεχθέντων ἡμᾶς, διότι, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας περὶ τῶν μέτρων, τῶν ληφθέντων παρ’ αὐτοῦ, οὐδένα δύναται νὰ πείσῃ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου, καὶ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ μὲν νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπὸ ἑτέρου συστήματος, τοῦ δὲ νόμου περὶ σιγαροχάρτου ὑπὸ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τιμῆς ἐλάσσονος κατὰ τὸ ἥμισυ, ὅτι ταῦτα καὶ ἄλλα δὲν ἐπήνεγκον μείωσιν τῶν ἐσόδων ἀλλὰ προσέτι διαφορὰν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἐπήνεγκε καὶ τοῦτο, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο μεταβολὴ πολιτικῆς, ἤθελον ἔκτοτε ψηφισθῆ φορολογικά τινα μέτρα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη προετείναμεν καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐνδεχομένου ἐλλείμματος. Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ἵνα ἀποχωρίσω τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, ἵνα παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ποῦ ἔγκειται ἡ ἀληθὴς αἰτία τῶν ἐν τῷ παρελθόντι αὐξήσεων, τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐλλειμμάτων. Δὲν ἔγκειται ἡ αἰτία τῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν εἰς τὴν προσωπικὴν πολιτικὴν τῶν τότε διαχειριζομένων τὰ κοινά. Τὰ πρόσθετα ἔξοδα προέρχονται ἐκ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Πᾶσαι αἱ πρόσθετοι δαπάναι, αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔχουσι μίαν τὴν πηγὴν, τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὰς ἐπιστρατεύσεις καὶ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Ποῖος εἶναι ὑπόλογος διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ποῖος εἶναι ὑπόλογος διὰ τὰς ἐπιστρατεύσεις, ὅτι ἐγένοντο, καὶ ὅτι οὕτως ἐγένοντο, ποῖος εἶναι ὑπόλογος διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ὅτι αὗται στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νέου συστήματος τῆς γενικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας, ταῦτα εἶναι ζητήματα, δυνάμενα νὰ ἐξετασθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τὴν προσωπικὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἐνόσῳ δὲ ἔχομεν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἐνόσῳ εἶναι ἐνδεχόμεναι ἐν τῷ μέλλοντι αἱ ἐπιστρατεύσεις, ἐνόσῳ διατηροῦμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπάγεται τὸ σύστημα τῆς γενικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας, πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι, αἱ ἀπέναντι ἡμῶν, εἶναι μέγισται, ὅτι καὶ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς δυσχερείας. Πρέπει νὰ μὴ προσπαθῶμεν ν’ ἀποκρύπτωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Τὰ μόνα συμπεράσματα εἰλικρινοῦς μελέτης εἶναι, ὅτι αἱ δυσκολίαι δὲν δύνανται νὰ ἐκτοπισθῶσιν, ἐὰν μὴ παραμερισθῇ καὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ἐὰν μὴ παραμερισθῶσι καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι ἐπιστρατεύσεις, ἐὰν μὴ παραμερισθῇ καὶ ἡ στρατιωτικὴ πολιτικὴ, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878. Τοιαύτην ἔχετε ἰδέαν; Εἴπατε τοῦτο καθαρῶς! Οὕτως ἐκφραζόμενοι, Ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν πρὸς ὑμᾶς, διότι θὰ εἶσθε τότε ὁμοταγεῖς ἐν τῇ συζητήσει, ἀποδείξαντες δι’ ἀπροκαλύπτου ἐκφράσεως ἰδίας γνώμης, ὅτι ἔχετε ἴσον θάῤῥος πρὸς τὸ ἡμέτερον. Τοιαύτην συζήτησιν δεχόμεθα, καὶ εἰς ταύτην ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ μάτην, προεκαλέσαμεν ὑμᾶς. Ἡμεῖς, ἀντιμετωπίζοντες πᾶσαν δυσχέρειαν, προτείνομεν καὶ μέτρα, ἀντιδημοτικὰ μὲν, ἀλλ’ ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῶν περιστάσεων· ἔλθετε καὶ ὑμεῖς, ἀντιμετωπίζοντες τὰ πράγματα, καὶ προτείνατε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα καθ’ ὑμᾶς ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῆς ἀληθοῦς τῶν πραγμάτων παραστάσεως. Παραστήσατε αὐτὰ τὰ πράγματα ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτῶν, καὶ μὴ θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὰ ζητήματα εἰς ἔδαφος προσωπικὸν, μετὰ τοῦτο δὲ λάβετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε, ἀπ’ αὐτῶν τίνα σύρετε συμπεράσματα. Ἢ λέγετε, ὅτι, καίτοι ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, καίτοι ἡ πολιτικὴ τῶν ἐπιστρατεύσεων, καίτοι ἡ πολιτικὴ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἶναι ἡ παραίτιος τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, ἡμεῖς ὅμως δὲν παραιτοῦμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, οὐδὲ τὰς ἐπιστρατεύσεις, οὐδὲ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ἢ ἔχετε τὸ θάῤῥος ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους νὰ συμβουλεύσητε, ὅπως παραιτηθῶμεν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, διότι νομίζετε ὅτι τὸ ἀνάστημα ἡμῶν δὲν εἶναι ἀρκετὰ ὑψηλὸν, ὥστε νὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοιαύτης πολιτικῆς. Ἐνόσῳ ὅμως ταῦτα δὲν πράττετε, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν μεθ’ ὑμῶν ἀπὸ ἴσου; Πῶς δύναται, ὁ ἔχων τὸ θάῤῥος τῆς ἰδίας γνώμης, νὰ συζητῇ πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις κρύπτεται, μὴ τολμῶν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην; Καὶ ὅμως προβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ τὴν ἔννοιαν τῶν παρ’ ἡμῶν προταθέντων, καὶ ἐξ ἀφετηρίας τῶν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντων ἐξηγῶ τὰ δεόμενα ἐξηγήσεων. Ἐν τοιούτῳ σκοπῷ ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῶν ῥηθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὑπὸ τῆς αὐτῆς, ὡς καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσας, κατεχόμενος δειλίας, ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ ἐκφράσῃ κατηρτισμένην γνώμην περὶ τῶν ληπτέων μέτρων· ἀφεὶς ὅμως τὰς εὐθύνας, περιώρισε τὸν λόγον εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ἐξετάσας αὐτὰ ἀπολύτως καὶ οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς ἄλλο σύστημα, παρ’ αὐτοῦ θεωρούμενον ὡς ὀρθότερον. Αἱ ἀπόπειραι αὐτοῦ, ὅπως παραστήσῃ, ὅτι καὶ αὐτὸς, καίτοι δὲν ἀποκαλύπτει, ἔχει ὅμως οἰκονομικὴν πολιτικὴν, οὐχὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ κατὰ σκιαγραφουμένας γενικὰς γραμμὰς, ὡς ἔλεγεν, ἀπέδειξαν μόνον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει πολιτικὴν, καὶ ὅτι δὲν ὡμίλησε πρὸς τὴν Βουλὴν σπουδάζων. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὡμίλησε πρὸς τὴν Βουλὴν σπουδάζων, διότι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἄλλως τε δὲ καὶ παρ’ ἄλλου ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι τὴν γνώμην ἐκείνην θέλει ἐκφράσει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δι’ ὧν ἔγραψε καὶ εἶπεν, ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνώμην περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, οὐχὶ μόνον αὐτὸς ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν ἐμελέτησεν, ἐξ ὧν ἔδει νὰ μελετήσῃ, ἀλλ’ ἀπεκάλυψε καὶ δι’ ὧν ἐπρότεινεν, ὅτι οὐδὲν ἐμελέτησεν. Ἐὰν ταῦτα ἀποδειχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τρανῶς, ποῖον ἔσται τὸ συμπέρασμα; Τὸ συμπέρασμα θὰ ᾖναι, ὅτι ἄλλη διέξοδος τῆς παρ’ ἡμῶν προταθείσης δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι διέξοδος ἐκείνη, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, καὶ τῆς ὁποίας οὐδὲ κἂν τὴν λέξιν, δι’ ἧς γνωρίζεται, θέλω νὰ προφέρω, λυπούμενος, ὅτι ἐξεστομίσθη ἡ λέξις αὕτη ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐκ τῶν λύσεων τῶν διαφόρων, αἵτινες παρουσιάζονται πρὸς ἐξέτασιν, ἡ τῶν δανείων θὰ ἦτο εὐχερεστέρα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τολμῶσι ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰς δυσχερείας· διὰ τῶν δανείων θὰ ἠδύναντο οὗτοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου Ταμείου, δὲν θὰ ἐξετίθεντο δὲ ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, δὲν θὰ ἐξετίθεντο καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς των, ὅτι ἐπεβάρυνον τὸν λαὸν ἐν τῷ παρόντι, θὰ ἐπέῤῥιπτον εἰς ἄλλους τὴν φροντίδα καὶ τὸ βάρος τῆς βραδύτερον τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἤδη ἥσυχοι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἀγαθά, τὰ συνοδεύοντα τὸ χρῆμα τὸ ἐξωτερικὸν, χεόμενον ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περὶ τούτου σκέψις δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὐδὲ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἀπέκρουον τὴν λύσιν ταύτην, οὐδὲ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον δράξει τὸ μέσον τοῦτο, ὅπως ἐξέλθωμεν τῶν χρηματικῶν ἡμῶν στενοχωριῶν, διότι δὲν παρουσιάζεται ὁ δανείσων. Ὑπολείπονται ἄρα αἱ ἄλλαι λύσεις, ὑπολείπονται αἱ οἰκονομίαι, ὑπολείπεται καὶ ἡ πρόσθετος φορολογία. Τὴν πρόσθετον φορολογίαν δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι ὁ πόλεμος κατὰ πάσης φορολογικῆς προτάσεως, τῆς ὁποίας θέλει πᾶν τὸ βάρος, πᾶσαν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, πᾶσαν τὴν ἐκ ταύτης καταφορὰν νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τὴν Συμπολίτευσιν. Ἀποκλειομένη ἄρα ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς συμπράξεως ἐν τῇ διὰ φορολογίας λύσει τοῦ ζητήματος, ἐστράφη εἰς τὰς οἰκονομίας. Τί δὲ ἠκούσαμεν περὶ οἰκονομιῶν; Ποῖον ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῆς πολυχρονίου μελέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο ἡ τέως Κυβέρνησις, καὶ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παρ’ αὐτῆς προτεινομένων, νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν, διατὶ ταῦτα, ἐὰν ἦσαν τοιαῦτα, ὁποῖα παρ’ αὐτῆς σήμερον παρίστανται, διατὶ ταῦτα δὲν ἐφήρμοσε, διαχειριζομένη τὰ κοινά. Ἀλλ’ ἀφίνων τὴν σκέψιν ταύτην, ἀφίνων τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, ἥτις εἶναι προσωπικὴ, καὶ ἀποδεικνύει μόνον τὸ ἀνακόλουθον τῶν τοιαῦτα προτεινόντων, ἐξετάζω αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ προτεινόμενα. Ὅταν δὲ ἐξετάσῃ τις αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ προτεινόμενα, ἐννοεῖ, διατὶ οἱ νῦν προτείνοντες ταῦτα δὲν τὰ ἐφήρμοσαν. Διὰ νὰ παραστήσωσιν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνουσιν, εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἀνάγκην, ἥτις παρουσιάζεται σήμερον, λαμβάνουσιν ἀνὰ χεῖρας οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τούτων ἀγορεύοντες τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ, ἀρνούμενοι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς λεπτομερείας, δεικνύουσι κεφαλαιωδῶς τὰ ποσὰ τῶν οἰκονομιῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ εἶδος. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διῄρεσε τὰς προτεινομένας οἰκονομίας εἰς δύο κατηγορίας, εἰς οἰκονομίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, καὶ εἰς οἰκονομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰς οἰκονομίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων παρέστησεν ὡς ἀνερχομένας πράγματι εἰς πέντε ἑκατομμύρια! ἐκ τούτων ὅμως ἀφαιρεῖ τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἕνεκα αὐξήσεως τῶν δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἑπομένως ἀπολήγει εἰς οἰκονομίαν δύο ἑκατομμυρίων. Ἡ ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας οὐδεμίαν παρουσιάζει ἀμφιβολίαν, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία χρῄζει πολλῶν αὐξήσεων δαπανῶν, ἵνα λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως. Ἰδίως δὲ χρῄζει αὐξήσεως δαπανῶν κλάδος τις, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνήνεγκεν ὁ κ. βουλευτὴς χθὲς ὁμιλῶν, ὁ κλάδος τοῦ ἐλέγχου τοῦ χρηματικοῦ. Ὅταν ἔχωμεν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοσοῦτον ἀτελὲς, ὡς τὸ σήμερον ὑπάρχον Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον μόλις ἔχει τὸ προσωπικὸν, τὸ καθορισθὲν ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτοῦ, ὅτε ἡ ἐξέλεγξις περιωρίζετο εἰς ὀλίγα ἑκατομμύρια, ἐνῷ σήμερον ἔχει χρῆσιν πρὸς ἐξέλεγξιν ἐννενήκοντα τεσσάρων ἑκατομμυρίων καὶ προσέτι ἀνεξελέγκτους χρήσεις πλείστων προηγουμένων ἐτῶν, βεβαίως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεγαλειτέρων δαπανῶν χάριν τοῦ ἐλέγχου τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸ ζήτημα τῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν καὶ, παραδεχόμενος πρὸς στιγμὴν, ὡς δυναμένην νὰ πραγματοποιηθῇ τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἀνήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐξετάζω, ποῦ εὗρεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὰ πέντε ἑκατομμύρια, ἔστω καὶ ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλε. Προκληθεὶς, ἵνα παραστήσῃ τὰς γραμμὰς ταύτας, οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ ὅτι ἀνευρίσκει ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἐν τῇ καταργήσει τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον, καταργήσει τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διακόπτων με, λέγει, ὅτι δὲν εἶπε, καταργήσει τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει 598 χιλιάδας δραχμῶν δι’ ὅλας τὰς δαπάνας τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς προτείνει ἐλάττωσιν 600 χιλιάδων δραχμῶν, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ταύτην, εἰμὴ διὰ τῆς ἐντελοῦς καταργήσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡμίλουν δι’ ὅλον τὸ ποσὸν, καὶ εἶπον, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν αὐτὸ κατὰ 100 χιλιάδας δραχμῶν.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη λέγει, ὅτι δὲν καταργεῖ ἁπάσας τὰς δαπάνας. Ὑποθέτω, ὅτι πάντως τὰς δαπάνας τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξαιρεῖ, ὑποθέτω, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι αὗται εἶναι δαπάναι διοικητικαὶ ἅμα καὶ διπλωματικαί· ἐξαιρεῖ λοιπὸν τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς δαπάνης ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἤτοι τῆς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ὑποθέτω, ὅτι ἐξαιρεῖ καὶ ἄλλας δαπάνας διπλωματικάς· ἑπομένως περιορίζονται ἀπὸ 600 χιλιάδων αἱ οἰκονομίαι εἰς 100 χιλιάδας μόνον. Εἶπε προσέτι περὶ καταργήσεως—ἴσως ἐννοεῖ περιορισμοῦ—τῶν βοηθημάτων· τὴν κατάργησιν ἐν συνόλῳ τῶν βοηθημάτων τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀγωνιστῶν, τῶν προσφύγων, τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς ἐξ ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς ἑνώσεως ἀναληφθεισῶν, βεβαίως δὲν ἐννοεῖ· πᾶσαι ὅμως αἱ πιστώσεις τῶν βοηθημάτων ἀνέρχονται εἰς 300 χιλιάδας δραχμῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς καλῶς μελετήσῃ τὰ περὶ τούτου, ὅταν ἐξετάσῃ τὸν νόμον τοῦ 1882, τὸν παρ’ ἡμῶν προταθέντα, δι’ οὗ ἀπηγορεύθη ἡ χορήγησις παντὸς διαρκοῦς βοηθήματος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπετράπη μόνον, ὡς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ἡ χορήγησις βοηθημάτων διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ὅταν θεωρήσῃ, ὅτι πάντα τὰ βοηθήματα, τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, εἶναι προγενέστερα τοῦ 1882, καὶ ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις, ἐκ τῶν ἔκτοτε διαχειρισαμένων τὰ κοινὰ, ἠδυνήθη νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἤδη κεχορηγημένα, θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ μόνον ποσὸν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, τὸ δυνάμενον νὰ περιορισθῇ, εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ προωρισμένον εἰς μικρὰ βοηθήματα. Ἄρα ἔχομεν ἐκ τῶν βοηθημάτων προτεινομένην οἰκονομίαν 18 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἐκ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας ἑκατὸν χιλιάδων, ἐν ὅλῳ ἑκατὸν δέκα χιλιάδας δραχμῶν. Ὑπολείπονται μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 5 ἑκατομμυρίων 4,890,000. Περὶ τούτων οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, ἴσως διότι ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ εὐτελὲς, ἵνα δυνηθῇ νὰ θεωρηθῇ ὡς περιλαμβανόμενον ἐν ταῖς μεγάλαις γραμμαῖς τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Βουλὴ συζητοῦσα δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοιαύτας μεγάλας γραμμάς· διὰ τὴν Βουλὴν ποσὸν πέντε ἑκατομμυρίων εἶναι παμμέγιστον· μέγα εἶναι καὶ ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων, καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ 500 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ὅστις ἀξιοῖ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ποσοῦ δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας, καὶ δὲν κατονομάζει αὐτὰς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κενὰ προτείνων, ὡς θέλων νὰ φανῇ προτείνων τι, καὶ προτείνων τὰ εὐάρεστα· διότι μόνον εὐάρεστοι εἶναι τοιαῦται προτάσεις. Ἡμεῖς, προσπαθήσαντες νὰ ἐπενέγκωμεν ἁπάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀνωτέρας τοῦ 1,000,000· τοῦτο ἦτο τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐν τοῖς ἐξόδοις τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, εἰς τοῦτο δὲ προσθέτει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ποσὸν 110 χιλιάδων δραχμῶν πραγματικὸν, καὶ 4,890,000 ἰδανικόν. Μετέβη δ’ ἔπειτα, οὕτω θριαμβεύσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπικαλεῖται τὴν ἀρωγὴν τῆς Ἑλβετίας. Ἡ Ἑλβετία, λέγει, εὑρίσκεται ἐν περιστάσεσιν ὁμοίας τῶν ἡμετέρων. Ἐγὼ πάντοτε ἐθεώρησα, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, τὸ εὑρισκόμενον ἐν περιστάσεσι μᾶλλον ἀνομοίαις τῶν ἡμετέρων, εἶναι ἡ Ἑλβετία. Κράτος οὐδέτερον, Κράτος οὐδεμίαν ἔχον ἐθνικὴν ἔφεσιν, οὐδένα ἔχον προορισμὸν μεταβολῆς τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ χάρτου, τίνα ὁμοιότητα δύναται νὰ παριστᾷ πρὸς Κράτος, ἔχον ὑποχρεώσεις, οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐδαφικῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πλείονας ἔτι ἐκτὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐδαφικῆς;
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τὴν λέξιν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ὁμοίας περιστάσεις.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλβετία εὑρίσκεται ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν, ἐπεκαλέσθη ὅμως τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλβετίας, νομίζων, ὅτι ἔχει ὁμοιότητα, καὶ ὅτι δυνάμεθα ἐκεῖθεν νὰ ἀρυσθῶμεν ὁδηγίας. Ἡ Ἑλβετία πόσα δαπανᾷ διὰ τὸν στρατὸν, μὴ ἔχουσα ἐνεργὸν στρατὸν, διότι μόνιμον στρατὸν ἡ Ἑλβετία ἔχει μόνον ἐθνοφυλακὴν, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανᾷ 17,200,000, τοῦτο τὸ λέγω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς τοῦ 1885.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῆς ὑπάρχει ποσὸν 3,700,000, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ διὰ τὴν διατήρησιν καταστημάτων.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ ἡμέτερος Προϋπολογισμὸς περιέχει ποσὰ διὰ τὴν διατήρησιν καταστημάτων. Τὸ ποσὸν ἄρα, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ ἡ Ἑλβετία, διὰ νὰ ἔχῃ ἐθνοφυλακὴν καὶ ὄχι μόνιμον στρατὸν, εἶναι ποσὸν 17 ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοστῶν χιλιάδων δραχμῶν, τουτέστιν εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Προϋπολογισμῷ, ἵνα ἔχωμεν ἡμεῖς στρατὸν μόνιμον. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἡ παρ’ ἡμῶν ἐπίτευξις συντάξεως στρατοῦ μονίμου διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλβετία δαπανᾷ, ὅπως συντηρῇ μόνον ἐθνοφυλακὴν, ἀποδεικνύει βεβαίως, ὅτι ἀτελῶς καὶ ἡμεῖς ἐργαζόμεθα, ὅτι δὲν δαπανῶμεν πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ δαπανᾶται, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπενοήσαμεν, ἐξήντλησε τὰς οἰκονομίας καὶ πέραν τοῦ ὁρίου τοῦ πρέποντος. Καὶ πράγματι τὰς οἰκονομίας, τὰς ἐπιδιωκομένας ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἐπετύχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἐφ’ ὅσον ἦσαν ἐφικταὶ, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ σπουδαίως ὁ λέγων, ὅτι μετὰ τὰς οἰκονομίας ταύτας τῶν 4,300,000, τὰς ὁποίας ἐπετύχομεν, εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ οἱαδήποτε ἄλλη οἰκονομία ἐν τῷ στρατῷ, εἰμὴ μόνον, ἐὰν πρόκειται ὁ στρατὸς νὰ μεταβάλῃ χαρακτῆρα, ἐὰν πρόκειται ὁ στρατὸς ἀπὸ ἐθνικοῦ, ἔχοντος ὡρισμένον σκοπὸν ἐνεργείας, νὰ γίνῃ στρατὸς ἀστυνομικός. Τίνες αἱ οἰκονομίαι, αἱ παρ’ ἡμῶν πραγματοποιηθεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου; Καὶ εἰς τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ δώσητε πολλὴν προσοχὴν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ μόνος, ἐν ᾧ ἠδύναντο νὰ ἐπιζητηθῶσιν οἰκονομίαι. Ἂς ἐξετάσωμεν ἄρα, τίνας ἐν αὐτῷ οἰκονομίας ἐπραγματοποιήσαμεν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἄλλαι. Ἐν τῷ νόμῳ, ὅστις ἀνέγραφε μέχρι τοῦδε δύναμιν 32,000 ἀνδρῶν, ἀνεγράψαμεν δύναμιν 28,000, καὶ τοῦτο, διότι ἐκ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς μέρος ἀνδρῶν δὲν κατατάσσομεν, συνιστῶντες κατηγορίαν διαθεσίμων· ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς 28,000 ἀνδρῶν δὲν ἔχομεν διαρκῶς ὑπὸ τὰ ὅπλα· διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἀνδρῶν μειοῦμεν τὴν δύναμιν, καθ’ ὡρισμένας ὥρας τοῦ ἔτους, εἰς 16,000 ἀνδρῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα· ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος, ὁ βαρύνων τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶναι 24,000 ἀνδρῶν. Συνεπτύξαμεν τὰ τάγματα, οὐχὶ ὅπως ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλπίζοντες, ἵνα διεγείρωσι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ περιορίζοντες τὰ στελέχη, ἀλλὰ συνεπτύξαμεν τὰ τρία τάγματα ἑκάστου συντάγματος εἰς δύο, ὅπως περιλαμβάνῃ ἑκάτερον μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἀνδρῶν, χάριν τῶν ἀσκήσεων· τὸ τρίτον ὅμως τάγμα δὲν διαλύεται, ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ διανέμονται εἰς τ’ ἄλλα τάγματα, συντελοῦντες εἰς ἄσκησιν ἐκείνων. Ἕκαστον δὲ τάγμα ἐκ περιτροπῆς συμπτύσσεται οὕτως ἐν τοῖς δυσὶν ἄλλοις. Ἐπετύχομεν οἰκονομίας καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐθελοντῶν, οὐ μόνον ἐν τῷ πεζικῷ καὶ τοῖς εἰδικοῖς σώμασιν, οὐ μόνον ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ χωροφυλακῇ, καὶ τοιουτοτρόπως ἠλαττώσαμεν καὶ κατ’ ἀριθμὸν τοὺς κατατασσομένους, ἀποτελεῖ δὲ καὶ τοῦτο σπουδαίαν οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν· ἀποτελεῖ δὲ προσέτι ἡ ἀντικατάστασις τῶν ὑποχρέων εἰς τοὺς ἐθελοντὰς οἰκονομίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀνδρῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἠδυνήθημεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλως ἤθελεν ἀναγράφει 22 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, νὰ περιορίσωμεν εἰς 18 μόνον ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει, ὅτι τοιαῦται ἐπραγματοποιήθησαν οἰκονομίαι, μὴ μιμούμενος τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, ὅστις ἄλλοτε ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὡμολόγησεν ἐν τέλει, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, αἱ παρ’ αὐτοῦ προταθεῖσαι, ἐπραγματοποιοῦντο οὐχὶ ἐπὶ τῶν 18,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 22,300,000, ἑπομένως, ὅτι ἐπραγματοποιοῦντο δι’ αὐτῶν ἐλαττώσεις ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς πραγματοποιοῦμεν, διότι αὐτὸς προέτεινεν οἰκονομίας 3,000,000, ἐνῷ ἡμεῖς πραγματοποιοῦμεν οἰκονομίας 4,300,000, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς εἶναι φιλοδοξότερος, αὐτὸς προτείνει τὰς οἰκονομίας ἐπὶ τῶν 18 ἑκατομμυρίων, τὰς πραγματοποιεῖ δὲ κατορθῶν ἀμφότερα, καὶ τὴν διατήρησιν ἐθνικοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν διατήρησιν ἀκεραίων τῶν στελεχῶν. Ἐξήτασέ ποτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, τί στοιχίζουσι τὰ στελέχη; Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπελόγισέ ποτε τὴν δαπάνην, διότι, ἐὰν τὴν ὑπελόγιζε, δὲν θὰ ἐξετίθετο, τοιαῦτα προτείνων τῇ Βουλῇ. Τὰ στελέχη μετὰ τῶν σχολῶν στοιχίζουσι κατ’ ἔτος 5 ἑκατομμύρια, ἑπομένως διατηρῶν τὴν δαπάνην τῶν 5 ἑκατομμυρίων, καὶ ἀφαιρῶν αὐτὴν ἀπὸ τῶν 11 ἑκατομμυρίων, διότι 7 ἑκατομμύρια οἰκονομίας πραγματοποιεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐπὶ τῶν 18 ἑκατομμυρίων, μένει ἔχων διαθέσιμα 6 ἑκατομμύρια, διὰ τῶν 6 δὲ τούτων ἑκατομμυρίων θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὸν ἐθνικὸν τοῦ στρατοῦ προορισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ἀφαιρέσει τῆς δαπάνης τῶν στελεχῶν αἱ γενικαὶ δαπάναι τοῦ στρατοῦ μετὰ τῶν ἡμερησίων μισθῶν, τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ἱματισμοῦ τῶν στρατιωτῶν, ἀναλογιζόμεναι ἐφ’ ἑκάστην χιλιάδα ἀνδρῶν, εἶναι τοσοῦτον μεγαλείτεραι, ὅσῳ μικρότερος εἶναι ὁ στρατὸς καὶ ἀπολύτως καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν θὰ στοιχίσῃ περὶ τὸ ἑκατομμύριον, ἢ ἔστω καὶ 800,000 δραχμῶν. Τίς ἄρα θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον θὰ περιλάβωσι τὰ στελέχη τῶν 1700 ἀξιωματικῶν; Οἱ 1700 ἀξιωματικοὶ θέλουσι διοικεῖ στρατὸν 7000, ἢ 8000 ἀνδρῶν· ἀλλὰ τοιαύτη δύναμις ἀνδρῶν δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ληστρικῶν ἐπιδρομῶν κατὰ τὰ μεθόρια, διότι ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. βουλευτοῦ, κατὰ τὰ μεθόρια μόνον δύναμιν χάριν ἀποκρούσεως ληστρικῶν ἐπιδρομῶν θὰ ἔχωμεν, δὲν ἀρκεῖ διὰ τὰς φρουρὰς τῶν φυλακῶν καὶ τῶν ἄλλων καταστημάτων, δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς ζωοκλοπῆς, διὰ τὴν συνδρομὴν ἢ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν, ὧν ἡ ἀνεπάρκεια ἢ καὶ ὁλοσχερὴς ἔλλειψις εἶναι τοσοῦτον ἐπαισθητή, δὲν ἀρκεῖ διὰ τὰς εἰσπράξεις τῶν φόρων. Κατὰ τοὺς κατωτέρους ὑπολογισμούς, ἀπαιτεῖται στρατὸς τοὐλάχιστον 12 χιλιάδων ἀνδρῶν διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἀντὶ δὲ δυνάμεως 12,000 ἀνδρῶν θὰ ἔχωμεν στελέχη ἐκ 1700 ἀξιωματικῶν, ὁπλίτας δὲ ἑπτακισχιλίους, οἵτινες, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. βουλευτὴς, θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ 18 ἑκατομμύρια ἔχετε ὅλα ταῦτα;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, λέγει ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτής, πῶς κατορθόνομεν διὰ 18 ἑκατομμυρίων νὰ ἔχωμεν δύναμιν, ἀναλόγως πολὺ ἀνωτέραν; Πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι εἰσάγομεν σύστημα ἀδειῶν, ἀραιοῦν τὰς τάξεις, καὶ περιορίζον τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ, τοιοῦτο δὲ σύστημα δὲν χωρεῖ μὲ τὰς οἰκονομίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διότι μὲ τὰς οἰκονομίας ταύτας ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, κατωτέρα τῆς καθημερινῆς ἀνάγκης τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλει τὴν διαρκῆ τήρησιν ὑπὸ τὰ ὅπλα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν. Ἄλλως, κατὰ τὸ εἰσαγόμενον παρ’ ἡμῶν σύστημα, ἀντικαθιστῶνται οἱ ἐθελονταὶ διὰ τῆς οἰκονομικωτέρας δυνάμεως τῶν ὑποχρέων, ἐνῷ ὁ περιορισμὸς τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ θὰ καταστήσῃ ἀναπόδραστον τὸν καταρτισμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἐξ ἐθελοντῶν, πολὺ δαπανηροτέρων τῶν ὑποχρέων· ἄλλως, αἱ γενικαὶ δαπάναι δὲν αὐξάνουσι κατ’ ἀναλογίαν ἐν τῇ μεγαλειτέρᾳ δυνάμει, ὁ δὲ κατὰ χιλιάδα ἀνδρῶν ἀναλογισμὸς τῶν ἐξόδων στρατοῦ εἶναι ὅλως διάφορος ἐπὶ δυνάμεως 24 χιλιάδων ἀνδρῶν, ὠργανωμένων κατὰ τὸ παρ’ ἡμῶν προταθὲν σύστημα, τὸ περιστέλλον τὴν δύναμιν κατ’ ἐποχὰς μέχρι 16 χιλιάδων, καὶ ἐπὶ δυνάμεως, οἵαν θὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς μετὰ τὴν περιστολὴν, ἣν ἐπάγονται αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ κατὰ τὰς ἐπαγγελίας ταύτας οἰκονομίαι, καὶ ἂν ὑποτεθῶσι πραγματοποιήσιμοι καὶ σπουδαῖαι, εἶναι μικραὶ, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν μειουμένην δι’ αὐτῶν δύναμιν, διότι αἱ οἰκονομίαι πραγματοποιοῦνται ἐκεῖ, ὅπου ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη, ἐκεῖ δὲ, ὅπου αἱ δαπάναι εἶναι μεγάλαι, αἱ δαπάναι ὀλίγον περιορίζονται, ἢ καὶ μένουσιν αἱ αὐταί. Ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναλύσω τὰ προταθέντα, οὐχὶ ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι οἱ προτείνοντες δὲν ἐσπουδαιολόγουν, διότι οὐδὲν ἔχω συμφέρον νὰ εἴπω τι δυσάρεστον περὶ αὐτῶν, τοὐναντίον λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκαζόμενος ν’ ἀναλύσω τὰ πράγματα, φαίνομαι συνάμα ἐπικρίνων καὶ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ἀγορεύειν τῶν ἀντιπολιτευομένων, οἵτινες μετέσχον τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τῶν παρ’ αὐτῶν λεχθέντων, ἵνα φανῇ, ἐὰν νεῖχόν τι σπουδαῖον, καὶ νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπείσθη ἡ Βουλή, ὅτι, ἀφοῦ τὰ οὕτως ἀναλυθέντα ὑπῆρξαν τὰ μόνα ἐνδειχθέντα πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ παρ’ ἡμῶν προτεινομένου οἰκονομικοῦ συστήματος, ἀντίθετον τούτου σύστημα δὲν ὑπάρχει, μένει δὲ ἀκέραιον τὸ ζήτημα: φορολογία, ἢ χρεωκοπία. Εἰς τὰ δύο ἄρα ταῦτα στρέφων τὸν λόγον, θὰ ἐξετάσω τὰ τῆς χρεωκοπίας, θὰ τὰ ἐξετάσω ἀπολύτως, ἀσχέτως πρὸς τὰς περὶ ταύτης προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ θεωρῶ μὴ γενομένας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι σπουδαίως δὲν ἐγένοντο τοιαῦται προτάσεις, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι παρ’ οὐδενὸς θὰ πιστευθῇ, ὅτι σπουδαίως ἐγένοντο ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ τοιαῦται προτάσεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ μόνον ἐνάλλαγμα τῆς προσθέτου φορολογίας εἶναι ἡ χρεωκοπία, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν, ἵνα γνῶμεν τί ἐστὶ χρεωκοπία, οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἠθικὴν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, τοῦ οἰκονομικοῦ, λέγω, συμφέροντος τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσι τὴν χρεωκοπίαν, ὡς τὸ ἠθικώτερον τῶν μέσων, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ζητήματος· εἶπον ὡς τὸ ἠθικώτερον, ἀφορῶν μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν ἐξ αὐθεντικῶν συγγραμμάτων περικοπὰς περὶ τούτου, ἀποδεικνυούσας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κράτος νὰ πράξῃ ἄλλο τι, ὅταν περιστῇ εἰς ὡρισμένην θέσιν, ἄρα τοῦτο εἶναι τὸ ἠθικόν, διότι μόνον τὸ ἠθικὸν ἐπιτρέπεται, πολλῷ δὲ μᾶλλον μόνον τὸ ἠθικὸν ἐπιβάλλεται. Θέλομεν ἐξετάσει πάντα ταῦτα, καὶ τί ἐνόει ὁ συγγραφεὺς ἐκεῖνος, καὶ τίνα σχέσιν ἔχουσι τὰ ἐν τῷ συγγράμματι πρὸς τὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἐὰν βαίνωμεν μοιραίως εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἐὰν ἡ χώρα δὲν δύνηται τῷ ὄντι νὰ βαστάσῃ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν. Ἀφ’ ὅτου ἡ ἀνάγκη τῆς προσθέτου φορολογίας ἀνεφύη, καὶ ἀφ’ ὅτου ἐνόησαν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ βάρος τῆς προτάσεως φορολογικῶν μέτρων θέλει πέσει ἐπὶ τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν, εἴδομεν αὐτοὺς, διαγράψαντας τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουσι πολεμήσει τὰς φορολογικὰς προτάσεις· ἐγίνωσκον, ὅτι θ’ ἀπεδεικνύετο ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν, ἐγίνωσκον, ὅτι θὰ διεσκευάζοντο τὰ φορολογικὰ ταῦτα μέτρα, ὅσον ἐνῆν, βελτίονα, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἦσαν οὕτω διεσκευασμένα, θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν ἐπιτυχέστερον καὶ ἑπομένως, ὅτι οὐδόλως τοῖς ἐχρησίμευεν ἡ κατὰ μέρος ἐπίθεσις κατὰ τῶν μέτρων τούτων. Ἔπρεπε νὰ ἐπισκοτισθῇ τὸ ζήτημα, ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἐξέτασις τῶν φορολογικῶν μέτρων, ἰδίᾳ ἑκάστου καὶ ὅλων συλλήβδην, ὡς συστήματος, καὶ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτοῦ οἰκονομίᾳ, καὶ ἔπρεπε μόνον τὸ ποσὸν τῆς προσθέτου φορολογίας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, καὶ νὰ παρασταθῇ ὡς βαρύτερον ἢ ὅσον θὰ ἠδύνατο ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ· ἐξευρέθη ἑκατομμυρίων ὡρισμένος ἀριθμὸς καβαλιστικός, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑπερβῇ. Ἐῤῥήθη, ὅτι 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἶναι τὸ φορολογικὸν βάρος, ὅπερ δύναται τὸ Ἔθνος νὰ βαστάσῃ, καὶ ὅτι πέραν τῶν 60 τὸ βάρος ὑπερβαίνει τὰς φορολογικὰς τῆς χώρας δυνάμεις. Θὰ ὑπέθετέ τις, ἀκούων συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένην τὴν σκέψιν ταύτην, ὡς ἀπόφθεγμα ἀληθείας πανθομολογήτου, ὅτι ἦτο πόρισμα βαθείας μελέτης καὶ αὐστηροῦ ὑπολογισμοῦ· ἀλλὰ προκαλούμενοι, οἱ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι, εἰς προσαγωγὴν τῶν στοιχείων τῆς πεποιθήσεως αὐτῶν, ὁμολογοῦσιν, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μελετήσωσι τὸ θέμα, ὅτι εἰς οὐδένα ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσι θετικὸν ὑπολογισμὸν, καὶ μεμψιμοιροῦσι κατὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις δὲν προσήγαγεν αὐθωρεὶ τοὺς πίνακας, οὓς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐζήτησαν, καίτοι κατὰ τὰ 9/10 οἱ ζητηθέντες πίνακες εἶναι δημοσιευμένοι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοῖς τεύχεσι τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ἐν τοῖς τεύχεσι τῶν Ἀπολογισμῶν. Καίτοι οἱ πίνακες οὗτοι τοῖς ἦσαν προσιτοὶ ἀπὸ καιροῦ, ἡ μελέτη αὐτῶν δὲν ὑπῆρξεν ἐπαρκής, ὅπως δυνηθῶσιν ἐπὶ πραγμάτων νὰ στηρίξωσι τὰς σκέψεις αὑτῶν, ἀλλὰ κατ’ αὐτοὺς ἄνευ μελέτης, ἄνευ ὑπολογισμῶν, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι 60 ἑκατομμύρια εἶναι τὸ μόνον ποσὸν, ὅπερ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος. Ὁ ὅρος τῶν εἰσπράξεων Κράτους τινὸς εἶναι σχετικὸς πρὸς τὸν πλοῦτον, ἤτοι πρὸς τὴν πρόσοδον τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ πλοῦτος, αἱ πρόσοδοι τῆς ἡμετέρας χώρας, ἤτοι αἱ φορολογικαὶ δυνάμεις αὐτῆς, δὲν εἶναι παρ’ ἡμῖν γνωσταὶ, οὐδὲ δύνανται νὰ ἐξακριβωθῶσιν, ὅσον ἀλλαχοῦ· τεκμήρια μόνον δύνανται νὰ προσαχθῶσιν, ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τ’ ἀλλαχοῦ ἐξακριβωθέντα, ἀλλὰ καὶ τὰ τεκμήρια ταῦτα ἀτελῆ καὶ ἀσυστηματοποίητα. Ἐξετάζοντες τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν, καὶ παραβάλλοντες τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀφοῦ ἀπ’ αὐτοῦ ἀφαιρέσωμεν πᾶν, ὅ,τι δὲν εἶναι φορολογία, πρὸς τὴν φορολογίαν παρ’ ἄλλοις Κράτεσι κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὰ πλεῖστα τῶν ἄλλων ἐθνῶν βαστάζουσιν ὑπὸ τὸν τύπον φόρου, καὶ ἐρωτῶμεν, διατὶ ὁ Ἕλλην δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον βαστάζουσιν οἱ πολῖται ἄλλων Κρατῶν; Ἄρα, ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος πτωχὸν, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ Ἕλλην εἶναι πτωχός; Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα εἶναι πάντη διάφορα. Ἡ Ἑλλὰς βεβαίως εἶναι Κράτος μικρὸν καὶ Κράτος πτωχὸν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι πενέστερος τοῦ πολίτου ἄλλου Κράτους. Τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα μαρτυροῦσι μᾶλλον τὸ ἐναντίον. Οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων εἶναι γαιοκτήμονες, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἦναι γαιοκτήμονες, διότι ἐξήλθομεν ἀπὸ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἄφησε πρὸς διανομὴν ὁλόκληρον τὴν κτηματικὴν περιουσίαν τοῦ ἀποδιωχθέντος κατακτητοῦ τῆς χώρας, διότι ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους, σχετικῶς πρὸς τὸν κτηματικὸν πλοῦτον αὐτοῦ, εἶναι πολὺ μικρότερος, καὶ ἑπομένως ἡ ἀναλογία τοῦ κτηματικοῦ πλούτου πρὸς ἕκαστον πολίτην εἶναι μεγαλειτέρα παρ’ ἡμῖν ἢ ἀλλαχοῦ· διότι αὐτὴ ἡ γῆ εἶναι παρθένος παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ ἀλλαχοῦ εἶναι ἐξηντλημένη· ἀλλαχοῦ ἀποδίδει ἡ γῆ μόνον ὅ,τι λάβῃ παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ, ἐνῷ ἐδῶ ὑπάρχουσι καὶ γαῖαι ἐκχερσούμεναι, αἵτινες ἀποδίδουσιν ὅ,τι οἱ αἰῶνες ἐκεῖ ἀπεθησαύρισαν· ἔχομεν καὶ ἄλλην ἔνδειξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας, ἔχομεν τὸ ἡμερομίσθιον. Ὄχι μόνον ὁ Ἕλλην ἀπολαμβάνει ἡμερομίσθιον ἀνώτερον τῶν ἡμερομισθίων, ἅτινα κατὰ μέσον ὅρον ἐπικρατοῦσι παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς προσελκύει διὰ τοῦ ὅρου τῶν ἡμερομισθίων ἐργάτας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀφίνοντας τὴν οἰκογένειαν, ἵνα πορισθῶσιν ἐνταῦθα τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὐ μόνον εἰς τὰ δημόσια ἔργα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων καὶ ἰδίᾳ τῆς σταφίδος. Ἠκούσθη ποτὲ Ἕλλην, μεταβαίνων εἰς ξένην χώραν, πρὸς καλλιέργειαν κτημάτων, ἢ ὡς ἐργάτης δημοσίων ἔργων; Προδήλως ἡ πρόσοδος, ἤτοι ὁ πλοῦτος τοῦ καλλιεργητοῦ ἢ τοῦ ἐργάτου ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀνωτέρα ἢ ἐν τοῖς Κράτεσιν, ὧν ἐκπατρίζονται οἱ πολῖται εἰς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ἡ Ἑλλὰς ἄρα δὲν εἶναι χώρα πτωχή, ὅταν ἐξετάσωμεν αὐτὴν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀναλογίας τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐπὶ ἕκαστον πολίτην. Ἀλλὰ πόθεν αἱ φαινόμεναι στενοχωρίαι; Αὗται ἔχουσιν ἀκριβῶς τὴν πηγὴν ἐκεῖ, ὅθεν προῆλθε καὶ ἡ ἀποτρόπαιος ἰδέα τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους. Ἡ στενοχωρία προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς πιστώσεως. Ἐν ὅσῳ ἤνθει ἐνταῦθα ἡ πίστις, οὐδεμία αἴσθησις στενοχωρίας ὑπῆρχεν, ἀφ’ ὅτου δ’ ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, καὶ ἄλλα τινὰ γεγονότα συναφῆ πρὸς ταύτην, φυγαδεύσαντα τὴν πίστιν, ἔκτοτε παρετηρήθη ἡ ὑπάρχουσα στενοχωρία. Ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν ἡ πίστις· ὁ ψηλαφητὸς πλοῦτος τοῦ Ἕλληνος δὲν εἶναι κατώτερος τοῦ πλούτου τῶν πολιτῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλ’ ὁ πλοῦτος, ὁ ἐκ τῆς πίστεως, εἶναι παρ’ ἡμῖν κατώτερος καὶ σχεδὸν ἐλλείπει, ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἔννοιαν εἴμεθα τῳόντι Ἔθνος πτωχόν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πίστις ἀποτελεῖ ἐν τῷ αἰῶνι ἡμῶν τὸν κυριώτερον παράγοντα τοῦ πλούτου, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἴμεθα ὑποδεέστεροι ἄλλων Ἐθνῶν κατὰ τὸν πλοῦτον. Ἐν τούτῳ δ’ ἔγκειται ἡ κλεὶς τοῦ ζητήματος μεταξὺ προσθέτου φορολογίας καὶ χρεωκοπίας. Ἆρα ἡ χρεωκοπία θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν πλοῦτον διὰ τῆς πίστεως, ἢ θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν πίστιν ἡ ἀπόδειξις, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι αὐτῆς; Πρὸς ταύτην τὴν ἀπόδειξιν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ὑποβαλλόμενα μέτρα, ἵνα ἴδωμεν, ἂν τῳόντι τὰ δι’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενα βάρη δυνάμεθα νὰ βαστάσωμεν, διότι, μόνον ἓν πρὸς ἓν ἐξεταζόμενα τὰ μέτρα ταῦτα, δύνανται νὰ μᾶς πείσωσιν, ἂν ἦναι ὑπέρτερα, ἢ ἂν ἦναι κατώτερα τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Ὅταν δὲ πεισθῶμεν, ὅτι μετὰ στενοχωρίας βεβαίως, ἀλλ’ ὅτι δυνάμεθα ὁπωσδήποτε τὰ μέτρα ταῦτα νὰ βαστάσωμεν, πρέπει ἀφεύκτως νὰ τὰ ψηφίσωμεν, πρέπει ἀφεύκτως νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν δεινὴν τῶν τοιούτων μέτρων, διότι δι’ αὐτῶν θέλομεν ἀποκτήσει τὴν πίστιν, καὶ διὰ τῆς πίστεως θέλομεν ἐπανορθώσει τὰ κακῶς ἔχοντα. Ἐξήτασεν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τοὺς προτεινομένους φόρους ἐπιτροχάδην, ἐξήτασε τὰ προτεινόμενα περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, περὶ τῶν προσθέτων εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἓν ἕκαστον τῶν προτεινομένων νέων βαρῶν δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ὁποῖός τις εἶναι; Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων στηρίζεται θεωρητικῶς ἐπὶ καταβολῆς παρὰ τοῦ ἐπιτηδευματίου 5% ἐπὶ τῶν καθαρῶν αὑτοῦ κερδῶν· ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν ὁρίζεται ὁ φόρος πρὸς 5%· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, κατὰ μέσον ὅρον, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 3%, ἀλλ’ ἔστω καὶ τῶν 5%. Εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην τῶν 5% πρόκειται νὰ προστεθῶσι δύο δεκατημόρια, τουτέστιν ἓν ἔτι τοῖς ἑκατὸν πρὸς τοῖς 5 τοῖς ἑκατόν. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ 1% ἐπὶ πλέον, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸν φόρον τῶν 6%, ἢ ἀκριβέστερον τῶν 4%, διότι 3% εἶναι ἤδη ὁ μέσος ὅρος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· ἀλλὰ τὰ Κράτη, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἠρύσθημεν τὴν τοιαύτην νομοθεσίαν, ποῖον ἔχουσι μέτρον φορολογικὸν ἐφαρμοζόμενον; Ἐκεῖ δὲν εὑρίσκομεν τὸ μέτρον τοῦτο ἐλαφρότερον ἢ ἐνταῦθα, τὸ εὑρίσκομεν μάλιστα καὶ βαρύτερον καὶ τοῦ ἐφαρμοζομένου, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου παρ’ ἡμῖν. Ἂν δύνηται ὁ ἐπιτηδευματίας ἐν Ἑλλάδι νὰ βαστάσῃ τὴν φορολογίαν τῶν 5%, ἢ τῶν 3%, βεβαίως δύναται νὰ βαστάσῃ καὶ τὰ δύο ἔτι δεκατημόρια τοῦ ποσοστοῦ τούτου. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος εἶναι ἐλαφρότερος παρ’ ἡμῖν, εἶναι 5%, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ 3%. Ὑπάρχει προσθήκη τις προοδευτικοῦ φόρου, ὅπερ ἐλπίζω νὰ διορθώσωμεν βραδύτερον. Τοὺς προοδευτικοὺς φόρους θεωρῶ ὀλεθρίους, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ παροῦσα περίστασις τῶν στενοχωριῶν, ἵνα προβῶμεν εἰς μελέτην ἀναθεωρήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ τοῦ προοδευτικοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐκλείψῃ, καὶ λαμβάνων τὸν φόρον ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ, λέγω, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ προστιθέμενον δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε νὰ δύνηται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπέρτερον τῆς πρὸς ἀπότισιν ἱκανότητος τοῦ ἀποδειχθέντος ἱκανοῦ πρὸς ἀπότισιν τοῦ κυρίου φόρου. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος, ὡς ὁμολογεῖ βεβαίως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, παραβαλλόμενος πρὸς τοὺς φόρους, τοὺς ἰσχύοντας ἀλλαχοῦ, εἶναι ἐντελῶς μηδαμινός. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δὲν ὁμιλοῦμεν πλέον ἐπὶ τῇ βάσει εἰκασιῶν, περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔχομεν ἀποτελέσματα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα οὐδὲν σημαίνουσι, διότι ἐπὶ πάσης προσθήκης φόρου ἐπέρχεται πάντοτε κατ’ ἀρχὰς αὔξησις. Ἀντιπαρετήρησα τότε πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι πανθομολόγητος, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη οὐδαμοῦ· ἀλλ’ εἰς ταῦτα μοὶ ἀπήντησαν ἄλλοι, παρεμβάντες εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ πρόσθετος δασμολόγησις ἐπάγεται πάντοτε ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς. Ποῖος ὁμιλεῖ περὶ ἐλαττώσεως εἰσαγωγῆς, ἣν ἐπάγεται ἡ πρόσθετος δασμολόγησις; ὡμίλησα περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὡς ἀρχῆς γενικῆς καὶ ἐπικρατούσης πάντοτε, ὅτι, ἐπὶ πάσης προσθήκης εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως, ἔχομεν κατ’ ἀρχὰς αὔξησιν, κατόπιν δ’ ἐπέρχεται ἡ ἐλάττωσις. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐνίοτε ἔχομεν ἐλάττωσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐνίοτε, οὔτε αὔξησιν ἔχομεν, οὔτε ἐλάττωσιν, ἐνίοτε ἔχομεν αὔξησιν, ἐνίοτε ἔχομεν τὴν αὔξησιν διαρκῆ, καὶ ἐνίοτε παροδικὴν, παρακολουθουμένην ὑπὸ ἐλαττώσεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ἔχομεν δυσκολίαν τινὰ, ἵνα κρίνωμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ μὴ τοῦ μέτρου, περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῶν σκέψεων ἡμῶν· διότι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς αὐξήσεως. Ἂν ἐβλέπομεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἀποδίδοντα πρόσοδον ηὐξημένην ἐπὶ τοσοῦτον μόνον, ὅσον ὁ προστεθεὶς φόρος, ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ὁ προστεθεὶς ἔγινεν ἐπαισθητὸς διὰ τῆς παρεμποδίσεως τῆς προσαυξήσεως τῆς προσόδου, καὶ ὅτι ἡ φαινομένη αὕτη αὔξησις ἐνέχει τὴν ἐλάττωσιν, διότι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ αὔξησις τοῦ φόρου, θὰ εἴχομεν αὔξησιν τῆς προσόδου ἐκ τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῆς εἰσαγωγῆς, τῆς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπερχομένης. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπιτρέπουσιν οὐδὲ ταύτην τὴν σκέψιν, διότι οὐ μόνον ἀποδίδουσι πλήρη τὴν αὔξησιν, τὴν ἀναλογοῦσαν πρὸς τοὺς προσθέτους δασμοὺς καὶ τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἀποδίδουσι προσέτι καὶ προσαύξησιν τῆς προσόδου ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς εἰσαγωγῆς, ἥτις ὑπερβαίνει πᾶσαν ἐλπίδα. Ὡς ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἀποτελεσμάτων δὲν δυνάμεθα σήμερον ἢ νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνει ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τὴν κατανάλωσιν ἐφ’ ἱκανὸν, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν πρόοδον τῆς εἰσαγωγῆς, ὅπως παρεμποδίσῃ τοὐλάχιστον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως. Ἰδοὺ δὲ τὰ ἀποτελέσματα. Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσθέτου φορολογίας, ἥτις κατὰ 30% εἶναι ἀνωτέρα τῆς προηγουμένης, 2,489,489, ἐνῷ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,635,591· προσθέτοντες τὰ 30%...
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 40 θὰ προσθέσητε.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἀκριβέστατος, καὶ τοῦτον ἔχομεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οἱ δὲ λέγοντες, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφομεν ὑπέρτερα τοῦ δέοντος, δὲν δύνανται νὰ ἀξιῶσιν, ὅτι ἐν τούτῳ ἔπρεπε νὰ ἀναγράφωμεν πλειότερα. Προσθέτοντες λοιπὸν τὰ 30%, ἔχομεν 2,126,268, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 εἴχομεν 2,489,489, ἤτοι διαφορὰν 368,221 δραχμὰς, τουτέστιν ἀπηλαύσαμεν τὴν πρόσοδον τῶν προσθέτων 30%, ἀπηλαύσαμεν προσέτι καὶ ἐκ προσαυξήσεως διὰ τῆς προσόδου τῆς καταναλώσεως 17%. Ἀλλ’ ἐδῶ παρουσιάζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας· ἡ αὔξησις εἶναι προσωρινὴ, ἡ ἐλάττωσις πάντοτε προμηνύεται δι’ αὐξήσεως. Εἶπον, ὅτι τοῦτο οὐδαμοῦ εὗρον ἀναγεγραμμένον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἂς ἐξετάσωμεν μήπως τὰ πράγματα ἐπικυρῶσι τὴν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀναγραφομένην ἤδη ἀρχήν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886, 2,459,260· κατὰ τὸ 1885, 1,389,182· προσθέτοντες ἀντὶ τοῦ 30% 416,754, ἔχομεν 1,805,936 διὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1885, ἑπομένως διαφορὰν 653,324 δραχμὰς, ἤτοι 36%. Τὸ 17% ἐκ προσαυξήσεως τοῦ Νοεμβρίου ηὔξησεν εἰς 36% τὸν Δεκέμβριον. Ἀλλὰ τέλος ἔφθασεν ἴσως ἡ ὥρα τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτοῦ· μεταβαίνομεν εἰς τὸν Ἰανουάριον, καὶ ἐξετάζομεν, ἂν ἤρξατο ἡ ἐλάττωσις. Τί ἔχομεν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1887; 1,924,896, τὸν δὲ Ἰανουάριον τοῦ 1886, 1,008,032, προσθήκη τοῦ 30% 302,409· ἑπομένως 1,310,441, ἤτοι διαφορὰν 614,455· ἐνῷ δὲ τὸν Δεκέμβριον ἡ ἀναλογία ἦτο 37%, κατὰ τὸν Ἰανουάριον εἶναι 46%. Προβαίνομεν εἰς τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1887, ἔχομεν 2,048,142, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1886, 1,077,612, προσθήκη τοῦ 30%, ἤτοι 323,283, ἔχομεν 1,400,895, ἅτινα, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν 2,048,142, ἀφίνουσι πλεόνασμα 647,247, τουτέστιν ἀναλογίαν πάλιν τὴν αὐτὴν τοῦ Ἰανουαρίου, 46%.
§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἔχετε πίνακα συγκριτικὸν τοῦ 1883 καὶ 1884;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἂν ἔχητε ἀνὰ χεῖρας.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ζητεῖ συγκριτικὸν πίνακα τῶν ἐτῶν 1883 καὶ 1884. Δὲν θέλω ἀρνηθῆ, ὅτι πρὸς ἄλλα ἔτη, ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ τοῦ ἔτους 1885, θέλομεν εὕρει ἀναλογίας οὐχὶ τοσοῦτον ἐκφραστικὰς, οὐδ’ ἀξιῶ, ὅτι αἱ τέως ἀναλογίαι τῶν αὐξήσεων θέλουσι διατηρηθῆ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος· εἶναι βεβαίως καὶ περιστάσεις ἔκτακτοι, εἶναι ἡ ἐπιστρατεία, εἶναι διάφορα ἄλλα γεγονότα, τὰ ἐπενεγκόντα τὸ ἔκτακτον τῆς ἀναλογίας τῆς αὐξήσεως, ἥτις, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἔκτακτος, ἔσται παροδικὴ, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ταῦτα ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιέλαβον ἐν τῷ μέσῳ ὄρῳ τῆς τριετίας καὶ τὸ ἔτος 1885, περιέλαβον τὸ 1884 καὶ τὸ 1883, ἀλλὰ περιέλαβον καὶ τὸ 1885, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν 3 ἐτῶν ἐνεγράφησαν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσά· συνάγομεν ἄρα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων εὔλογον ἐλπίδα, ὅτι, ἂν οὕτως ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐφαρμογή, θὰ ἔχωμεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, συνάγομεν ὅμως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δύναται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ τὴν πληρωμὴν ταύτην, διότι βλέπομεν τὴν πληρωμὴν ταύτην γινομένην κανονικῶς, καὶ τοῦτο, ἐνῷ, προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πληρωμή. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι οἱ νόμοι περὶ εἰσπράξεων ἐπήνεγκον τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῶν κρυφίων ἐκείνων ἐπιδράσεων, περὶ ὧν ἠκούσατε προχθὲς, ἀλλὰ δέον ν’ ἀναγνωρίσῃ πᾶς τις, ὅτι ἡ κατανάλωσις, ἐξ ἧς ἀποῤῥέει ἡ ηὐξημένη πρόσοδος, εἶναι προαιρετικὴ, καὶ ὅτι οἱ προαιρετικῶς καταναλίσκοντες καὶ ὑποβάλλοντες ἑαυτοὺς εἰς τὴν φορολογίαν ἔχουσιν ἐπαρκεῖς τὰς πρὸς τὴν κατανάλωσιν καὶ τὴν φορολογίαν δυνάμεις. Οἱ προτεινόμενοι φόροι, κατ’ ἰδίαν ἕκαστος ἐξεταζόμενοι, δὲν παρουσιάζουσί τι ἔκτακτον, εἶναι φόροι, ὁποῖοι καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι λειτουργοῦσιν· οἱ δὲ θέλοντες νὰ παραστήσωσιν αὐτοὺς ὡς μὴ ἐφαρμοστέους ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, προσφεύγουσιν εἰς τὴν θεωρίαν, ἧς ἐμνήσθην, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ αἱ δυνάμεις τῆς χώρας δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἵνα βαστάσωσι τοιούτους συλλήβδην φόρους. Τοὺς φόρους τούτους ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐπὶ ποσῷ 20,000,000, οἱ δ’ ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρέστησαν τοὺς ἀριθμοὺς πολλῷ μεγαλειτέρους. Τὸ ἔλλειμμα παρεστάθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ὑπέρτερον ἢ ὅσον πραγματικῶς εἶναι· παραβάλλουσιν οὗτοι τὰ ἔσοδα, τὰ μέχρι τοῦδε πραγματοποιηθέντα, ἕως ἀνωτάτου ὅρου 62,000,000, πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἔσοδα καὶ ἔξοδα, λησμονοῦντες, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ οὐχὶ μόνον τὰ εἰσπραχθησόμενα, τὰ δὲ ἔξοδα περιλαμβάνουσι καὶ πιστώσεις, αἵτινες μένουσιν ἀδιάθετοι, καὶ ὅτι πρέπει πρὸς τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ τὰ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ 1887 ἀναγραφόμενα ἔξοδα νὰ παραβληθῶσιν, οὐχὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ τὰ βεβαιωθέντα. Τούτων ἕνεκα ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐκείνων περὶ τοῦ ἐλλείμματος 7 περίπου ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ εἴτε ἐξ 20,000,000 εἶναι τὸ ἔλλειμμα, εἴτε ἐξ 27,000,000, περὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἀφοῦ φορολογία ἀνωτέρα δὲν προτείνεται. Ζήτημα ἄρα παρίσταται ἤδη: δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος προσθέτου φορολογίας τῶν 20,000,000; Τὸ μόνον προταθὲν ἐπιχείρημα παρὰ τῶν ἀξιούντων, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ ἅπαν τὸ βάρος τοῦτο, εἶναι, ὅτι δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἅλματος δὲν δύναται Κράτος, ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐφορολογεῖτο ἐπὶ ἀνωτάτῳ ὅρῳ 62,000,000, νὰ φορολογηθῇ κατὰ 20,000,000 ἐπὶ πλέον. Ἆρα ἡ προτεινομένη φορολογικὴ αὔξησις, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενα, εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε νὰ μὴ ἀπαντᾷ ἀλλαχοῦ τοιαύτη μεταβολὴ ἀπὸ τῆς προηγουμένης εἰς τὴν νεωτέραν φορολογίαν; Δὲν εὑρίσκομεν τοιαύτην μεταβολὴν ἐν Γαλλίᾳ μετὰ τὸ 1870; δὲν εὑρίσκομεν τοιαύτην μεταβολὴν ἐν Ἰταλίᾳ μετὰ τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς; Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς χώραις ἀπαντῶμεν μεγαλειτέραν ἀναλογίαν προσθέτου φορολογίας, καὶ εὑρίσκομεν, ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς προσθήκης ὑπῆρξεν, ὅτι ἐπὶ μικρὸν μόνον χρόνον ἐλειτούργησαν οἱ πρόσθετοι φόροι, καταστήσαντες αὐτοὶ ἐν βραχείᾳ διορίᾳ τὰ Κράτη ἱκανὰ, ἵνα τραπῶσιν ἀντίθετον ὁδὸν, τὴν τῆς βαθμιαίας ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Οἱ ἀξιοῦντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀπότισιν τοσούτων προσθέτων φόρων, ἀποκρούουσι τὰ ἐκ τοῦ παραδείγματος μεγάλων Κρατῶν συμπεράσματα, λέγοντες, ὅτι ταῦτα ἀναπληροῦσι τὸ ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας παραγόμενον κενὸν διὰ τῆς ἐπιτεινομένης βιομηχανικῆς καὶ ἐμπορικῆς λειτουργίας Ἔθνους κατηρτισμένου βιομηχανικῶς καὶ ἐμπορικῶς, καὶ ἔχοντος εὐρὺ στάδιον ἐνεργείας· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν 20 ἑκατομμύρια, ἀφαιρούμενα ἐτησίως παρὰ τοῦ λαοῦ, ἤτοι 200 ἑκατομμύρια, ἀφαιρούμενα ἀπ’ αὐτοῦ ἐντὸς δεκαετίας, πόθεν θ’ ἀναπληρωθῶσι; Δὲν πρόκειται, Κύριοι, τὸ χρῆμα τοῦτο νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, δὲν πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ στερηθῇ χρήματος κατὰ λόγον εὐθὺν πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὡς φορολογία· ἡ φορολογία εἶναι ἐπιβλαβὴς, διότι ἀφαιρεῖ τὸ χρῆμα ἀπὸ τοῦ εἰς ὃν ἀνήκει καὶ ὅστις δύναται νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ κάλλιον ἄλλου, διότι οὗτος τὸ παρήγαγε καὶ τὸ πονεῖ, ἵνα τὸ δώσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν διατελεῖ πρὸς αὐτὸ ἐν σχέσει ἐπίσης λυσιτελεῖ. Αὕτη εἶναι ἡ κυριώδης ζημία ἐκ τῆς φορολογίας, καὶ αὕτη ἡ ζημία θὰ ἐπέλθῃ· ἀλλ’ ἡ ζημία θὰ συνίσταται, οὐχὶ εἰς τὸ καταλειπόμενον δῆθεν ἐν τῇ χώρᾳ κενὸν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοσούτων ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀπώλειαν, ἣν ἐπάγεται ἡ ἐν τῇ χώρᾳ μετακίνησις αὐτῶν. Ἄλλαι εἶναι αἱ κυριώδεις πηγαὶ τῶν χρηματικῶν τῆς χώρας δυσχερειῶν. Ἐμνήσθην ἤδη τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως· ἑτέρα δὲ πηγὴ τῶν δυσχερειῶν εἶναι τὸ μεταλλικὸν, τὸ ἐξαγόμενον ἐκ τῆς χώρας ἄνευ πραγματικοῦ ἀνταλλάγματος, τὸ ἐξαγόμενον ἕνεκα προηγουμένων ὑποχρεώσεων, τὸ ἐξαγόμενον ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν παρασκευῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ πτωχύνοντα τὴν χώραν, ἡ φυγάδευσις τῆς πίστεως καὶ τὸ χρῆμα, τὸ ἐξερχόμενον ἐκ τῆς χώρας ἄνευ πραγματικοῦ ἀνταλλάγματος. Ἡ σκέψις ἄρα, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ τραπῇ ἐπὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐκ προηγουμένων ὑποχρεώσεων ὀφείλομεν, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ τραπῇ ἐπὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ παρελθόντι ἐδαπανήσαμεν χάριν ἐθνικῶν σκοπῶν, ἐξ ἀνάγκης περιορίζεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς πίστεως, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ ἄχθος τῆς νέας φορολογίας θέλει συντελέσει, ἢ οὔ, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως. Ἐὰν δ’ οὕτως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως, πᾶσαι αἱ οἰκονομικαὶ τῆς χώρας δυσχέρειαι αἴρονται διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ. Τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξάγομεν εἰς ἀπότισιν παλαιῶν ὑποχρεώσεων, δύναται τότε νὰ ἐλαττωθῇ κανονικῶς, δύναται τότε νὰ ἐλαττωθῇ, οὐχὶ διὰ χρεωκοπίας, ἀλλὰ διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι πάντα τὰ Κράτη, καὶ ὁποῖα ἐλάβομεν ἡμεῖς ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ ὡς πρὸς ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες διετέλουν ὑπὸ ὅρους, ἐπιτρέποντας τὴν τοιαύτην προαιρετικὴν καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ καταστατικὰ τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων τροπήν. Ἐὰν βελτιωθῶσι τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν, ἀποτέλεσμα κυριωδέστατον θὰ ἦναι, ὅτι καὶ ἡ χώρα ὁλόκληρος, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὸ Κράτος, θέλουσι δανείζεσθαι εὐθηνότερον, ὅταν δὲ δανείζηται εὐθηνότερον ἡ Κυβέρνησις, δύναται τότε νὰ τρέψῃ τὰ δάνεια τὰ ἐπὶ ἀνωτέρῳ τόκῳ εἰς δάνεια ἐπὶ κατωτέρῳ τόκῳ, οὐχὶ ὑποχρεωτικῶς, ἀλλὰ διὰ προαιρετικῆς ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις συναλλαγῆς, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἑνοποίησις δανείων ἐπὶ ὅροις, οἵτινες θέλουσιν ἐλαττώσει τὸ ποσὸν τοῦ χρήματος τὸ ἐξερχόμενον ἐκ τῆς χώρας εἰς ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Ὁ τόκος ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῇ ἑλληνικῇ, εἶναι ὑπέρογκος, ὑπέρογκος εἶναι καὶ ὁ πραγματικὸς τόκος τῶν Κυβερνητικῶν δανείων· εὐθὺς δ’ ὡς ἡ Ἑλλὰς ἀποδείξῃ διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς μέτρων, ὅτι εἶναι ἱκανὴ, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, εὐθὺς ὡς ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ θεωρίαι τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, εἶναι σφαλεραὶ, θέλει προσελκύσει εἰς ἑαυτὴν διὰ τῆς πίστεως τὸ ξένον χρῆμα. Ἐνῷ ὁ τόκος ἐνταῦθα ἀνέρχεται—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὅτε ὑπερβαίνει τὰ 10, 15 καὶ 20%,—ἀλλ’ ἐνῷ συνήθως ἀνέρχεται ὁ τόκος ἐνταῦθα κατὰ μέσον ὅρον εἰς 8 καὶ 9%, ὁ τόκος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι ἐλάχιστος. Ἐκεῖ ὁ τόκος ἐπὶ κτηματικῶν δανείων εἶναι 5% τὸ πολὺ, ἐπὶ δὲ προεξοφλήσεων καταβαίνει καὶ μέχρι 2 καὶ 1% ἐνίοτε. Ἐνῷ δὲ ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως εἶναι 2% ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐνταῦθα προσφέρονται πάσης ἀσφαλείας συναλλάγματα πρὸς 8%, καὶ δὲν εὑρίσκουσι τὸν προεξοφλοῦντα. Τί μαρτυροῦσι ταῦτα ἢ ὅτι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ἡ διάθεσις τοῦ Ἔθνους ἡμῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀμφίβολος καὶ ἡ δύναμις αὐτὴ τοῦ Ἔθνους πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν αὐτοῦ; Περὶ τῆς δυνάμεως, περὶ τῆς διαθέσεως πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν αὐτοῦ, πρέπει νὰ δώσῃ τὸ Ἔθνος τὴν ἀπόδειξιν· καὶ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως δώσῃ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην παρέχουσι τὰ μέτρα, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλήν· ψηφιζομένων τῶν μέτρων τούτων, θέλει μεταδοθῆ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀποτίσῃ πάσας τὰς ὀφειλὰς αὐτῆς, ὅτι τῇ εἶναι εὔκολον, ἵνα ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτῆς· ἡ πεποίθησις δὲ αὕτη θέλει προσελκύσει τὸ ξένον χρῆμα, μόνον δὲ ὅταν τὸ χρῆμα, τὸ τοκιζόμενον ἀλλαχοῦ πρὸς 2, 4, ἢ 5% τὸ πολὺ, εἰσρεύσῃ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, μόνον τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ὁμαλὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Περὶ τούτου ἄρα πρόκειται σήμερον, νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὴν χώραν τὴν πίστιν διὰ θυσιῶν ἐκτάκτων, ἐγγιζουσῶν εἰς τὰ ἀνώτατα ὅρια τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ μὴ ὑπερβαινουσῶν αὐτὰ, ἵνα διὰ τῆς πίστεως καταστήσωμεν τὰς δυνάμεις ταύτας ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀνέτως βαστάζωσι πάντα τὰ ἐπιπίπτοντα βάρη καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία, καὶ προβαίνῃ ἀπρόσκοπος ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν ἀνάπτυξις. Πρὸς τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν τὴν προαίρεσιν, πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ τὴν πραγματικὴν δύναμιν, ἵνα ἀποτίσωμεν τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν. Ἐὰν τὸ Κράτος ἀποδειχθῇ κατώτερον ἑαυτοῦ, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἡ ζημία θὰ ἐπιπέσῃ πολλαπλασία εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ἡ πίστις τοῦ Κράτους τὰ μέγιστα ἐπιδρᾷ εἰς τὰς συναλλαγὰς τοῦ ἰδιώτου· ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ κατορθώσωμεν, ὅπως τὸ Κράτος δανείζηται, ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ ἐκείνου, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ σήμερον δανείζεται, οὐ μόνον τὸ Κράτος θέλει ἐπιτύχει διὰ τοῦ μέσου τούτου ἀνακούφισιν ὡς πρὸς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία ἅπασα θέλει ἀρύεσθαι χρῆμα καὶ ἄφθονον καὶ εὐθηνὸν, ἐκεῖ ὅπου σήμερον εὑρίσκει τὰς πύλας κεκλεισμένας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀπᾴδει ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀσπαζομένην παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ μεταδώσωσιν ἁπανταχοῦ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶναι ἀνίκανον, καὶ πραγματικῶς καὶ κατὰ τὴν θέλησιν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Εὐθὺς ὡς τοῦτο μεταδοθῇ καὶ πιστευθῇ, καὶ ἡ χρεωκοπία, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν, ὡς μὴ ὤφειλε, προτεινομένην, εἶναι ἀτελεσφόρητος, διότι ἡ χρεωκοπία παρασκευάζει ἄλλα δεινὰ, πρὸ τῶν ὁποίων οὐδ’ αὐτὴ ἡ διέξοδος ἑτέρας χρεωκοπίας θὰ μᾶς ὑπολείπηται. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς χρεωκοπίας, ἀφοῦ αὕτη παρίσταται ὡς τὸ μόνον ἐνάλλαγμα τῆς φορολογίας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς χρεωκοπίας, οὐχὶ ἁπλῶς ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν, ἵνα ἐννοήσωμεν τί σημαίνει χρεωκοπία. Ἡ χρεωκοπία παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπάγεται μόνον τὴν φυγάδευσιν τῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐπάγεται παρ’ ἡμῖν ἄμεσα καὶ ψηλαφητὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει οἱ προτείνοντες, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι διὰ τῆς ἠθικῆς καταστροφῆς, τῆς χρεωκοπίας, οὐδὲ κἄν προσωρινὴν διέξοδον ἐκ τῶν δυσχερειῶν ἐπιτυγχάνουσι. Λησμονοῦσιν οἱ ὁμιλοῦντες περὶ χρεωκοπίας τοῦ Κράτους, ὅτι αὕτη θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ ἀξιῶν κατεχομένων τὰ ⅔ ἴσως ὑπὸ Ἑλλήνων, τὸ ἥμισυ δὲ βεβαίως ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Τί δὲ σημαίνει οἰκονομικῶς χρεωκοπία; Χρεωκοπία ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅπως εἶπον, ἀφίνων ἐντελῶς κατὰ μέρος τὴν ἠθικὴν ἔποψιν, χρεωκοπία ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶναι φορολογία. Ἐνῷ ἡμεῖς προτείνομεν φορολογίαν διεῤῥυθμισμένην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθεστώτων, διανεμομένην, ὅσον εἶναι ἐφικτὸν, συμφωνότερον πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ἴσης τῶν φόρων διανομῆς, οἱ προτείνοντες τὴν χρεωκοπίαν συνιστῶσιν ἄνισον, αὐθαίρετον, ἀνήθικον φορολογίαν, καθ’ ὡρισμένων καταστημάτων, καθ’ ὡρισμένων προσώπων, καὶ ἐν οὐδεμιᾷ ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ἄλλην τοῦ Κράτους φορολογίαν. Ὁμιλῶν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς περὶ τοῦ ἐπιτηδευματίου ἰσχυρίσθη, ὅτι οὗτος δύναται μόνον νὰ πληρώσῃ τὰς 30 ἢ τὰς 50 δρ. τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον ὑπόκειται, δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως νὰ πληρώσῃ τὰς 36 ἢ τὰς 60 μετὰ τὴν παρ’ ἡμῶν προτεινομένην αὔξησιν τοῦ φόρου, διότι αἱ πρόσθετοι 6 ἢ 10 δραχμαὶ κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν, εἶναι βάρος τοσοῦτον, ὥστε προστιθέμενον εἰς τὰς 30 ἢ τὰς 50 δραχμὰς, καθιστᾷ τὸν φόρον ὑπέρτερον, ὡς ἔλεγε, τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τοῦ ἐπιτηδευματίου· ἀλλ’ ὁ ἐπιτηδευματίας οὗτος πιθανὸν νὰ ἔχῃ τοποθετήσει τὰς οἰκονομίας αὐτοῦ εἰς χρεώγραφα, καὶ βεβαίως εἰς χρεώγραφα ἑλληνικὰ, διότι οἱ ἐπιτηδευματίαι ἐνταῦθα κατὰ προτίμησιν εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα τοποθετοῦσι τὰς οἰκονομίας αὐτῶν. Ἐνδεχόμενον ἐκ τῶν χρεωγράφων ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐν παραδείγματι 100 δραχ. κατὰ μῆνα, ἤτοι 1200 κατ’ ἔτος. Ἐπ’ αὐτῶν ἡ χρεωκοπία πῶς θέλει ἐπιδράσει; Ὁ κ. βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ χρεωκοπίας 8 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ μὲ ὅσα εἶπον περὶ τῶν ἐνδειχθεισῶν παρ’ αὐτοῦ οἰκονομιῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις, περὶ τῶν οἰκονομιῶν αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ πάντων τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἔθιξε διὰ γενικῶν γραμμῶν, δὲν κατεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μέτρον προτείνει εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, πλὴν τῆς χρεωκοπίας; Αὕτη ἄρα γενήσεται ἐπὶ ἐτησίῳ ποσῷ 20 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα δὲ, ἀναλογιζόμενα ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐφ’ οὗ θέλει ἐφαρμοσθῆ τὸ μέτρον, ἀποτελοῦσι περίπου τὰ ⅔. Θὰ ἀφαιρέσητε ἄρα ἀπὸ τοῦ ἐπιτηδευματίου τὰ ⅔ τῶν 1200 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐτησίως ἀπολαμβάνει ἐκ τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων, θὰ τῷ ἀφαιρέσητε 800 δραχ. Εἶναι ἀληθὲς, κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν δεκαετίας ἴσως τὰς δραχμὰς ταύτας θέλει τὰς ἀναλάβει, οὐχὶ εἰς χρῆμα, θέλει τὰς λάβει συγκεφαλαιωμένας εἰς χρεώγραφα, ἀποφέροντα τόκον· ἀπὸ τῆς σήμερον ὅμως καὶ ἐπὶ δεκαετίαν στερεῖ ὁ κ. βουλευτὴς διὰ τῆς προτάσεώς του τὸν ἐπιτηδευματίαν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ πρόσθετον φόρον 6 δραχμῶν, τὸν στερεῖ καθ’ ἕκαστον ἔτος 800 δραχμάς· τὴν δὲ φορολογίαν ταύτην φρονεῖ ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι δύνανται νὰ βαστάσωσιν αἱ φορολογικαὶ δυνάμεις τοῦ ἐπιτηδευματίου; Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐν Ἑλλάδι ὁ συνήθως διακρατῶν τὰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων; Μέγιστος κάτοχος ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποῤῥέει ἡ μόνη ἀπολειπομένη ἡμῖν πίστις, ἐννοεῖται δὲ, ὁποῖον κλονισμὸν θέλει φέρει εἰς τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης ἡ ἐπὶ τὰ παρ’ αὐτῆς κατεχόμενα χρεώγραφα ἐπίδρασις τοῦ προτεινομένου μέτρου. Ἀλλ’ ἀφίνω καὶ ταῦτα, καὶ ἐρωτῶ, ὑπάρχει κατάστημα ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰς πλείστας, ἢ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας αὐτοῦ, τοποθετήσει εἰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων; Τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον τοῦ Ναυτικοῦ, τουτέστιν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῆς θαλάσσης, οἱ ἀνάπηροι ναῦται, πάσας τὰς οἰκονομίας αὑτῶν, τὰς ἐν τῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ, ἔχουσι τοποθετημένας εἰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων· τὸ Ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τοῦ στρατοῦ ἅπασαν τὴν περιουσίαν αὑτοῦ, μεγάλην περιουσίαν, ὡς ἑνιαίαν, μικρὰν ἐν τῇ ἀναλογίᾳ ἑκάστης χήρας καὶ ἑκάστου ὀρφανοῦ, πᾶσαν ταύτην τὴν περιουσίαν ἔχει τοποθετημένην εἰς τὰ χρεώγραφα τὰ ἐθνικά· τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τῶν ἀῤῥένων, τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τῶν θηλέων, τὸ Νοσοκομεῖον ὁ Εὐαγγελισμὸς, τὰ καταστήματα τὰ ἀγαθοεργὰ, πάντα ἔχουσι τὴν περιουσίαν αὑτῶν τοποθετημένην εἰς χρεώγραφα ἑλληνικὰ, καὶ ἀπ’ αὐτῶν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἥμισυ, ἢ τὰ ⅔. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταῦτα ἴσως δειχθῶσιν ἀνάλγητοι, οἱ θεωροῦντες, ὅτι προσθήκη φόρου 6, ἢ 10, ἢ 20, ἢ 50 δραχμῶν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδευματίου, εἶναι βάρος ὑπέρτερον τῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Θὰ τοῖς εἴπω ὅμως ἕτερόν τι, ἵνα νοήσωσιν, ὅτι οὐδὲ κἂν αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλονται, ὅτι θέλουσι πραγματοποιήσει διὰ τῆς χρεωκοπίας ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων, οὐδὲ κἂν αὐτὴν θέλουσι δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσωσι. Λησμονοῦσιν οἱ τοιαῦτα προτείνοντες, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐκ βάθρων διεσαλεύθη· δὲν ἀρκεῖ, ὅτι δὲν ἀπολαμβάνομεν τῶν ἀγαθῶν τῶν ἐκ τῆς πίστεως, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἐν παθητικῇ θέσει πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν παθητικῇ θέσει διατελεῖ ἡ χώρα πᾶσα ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἐν παθητικῇ θέσει διατελεῖ αὐτὸ τὸ Δημόσιον διὰ τρόπου ψηλαφητοῦ, δυναμένου εἰς χρήματα νὰ ἐκτιμηθῇ μέχρι τελευταίου ὀβολοῦ. Λησμονοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι Κύριοι, ἐνῷ ὁμιλοῦσι περὶ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιτυγχανομένου δῆθεν δι’ 8 ἑκατομμυρίων, ἀρυομένων ἐκ τῆς χρεωκοπίας, ὅτι ἔχομεν τοποθετημένας ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 180 χιλιάδας, ἀπέναντι δανείου 44 ἑκατομμυρίων καὶ 918 χιλιάδων δραχμῶν. Ὅταν οἱ διακρατοῦντες ὡς ἐνέχυρον 180 χιλιάδας ὁμολογίας, τουτέστιν ὁμολογίας ὀνομαστικῆς ἀξίας 90 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἴδωσιν ἡμᾶς ἀθετοῦντας τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τί θέλουσι πράξει ὡς πρὸς τὸ ἐνέχυρον; Ποία θὰ ἦναι ἡ ἀξία τοῦ ἐνεχύρου τούτου, εἰς οὗ τὴν ἀξίαν στηριζόμεθα, πρὸς διακανόνισιν τοῦ ἐκκρεμοῦς χρέους τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς ἐξοικονόμησιν ἑτέρων ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ τοῦ μετὰ τὴν τοιαύτην διακανόνισιν ἀπολειφθησομένου πλεονάσματος; Σήμερον ὀφείλομεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀπέναντι τῆς ἐνεχυριάσεως 180 χιλιάδων ὁμολογιῶν 44,918,000 δραχμῶν· σήμερον δὲ, ὅτε δὲν ἠκούσθησαν ἔτι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ αἱ γνῶμαι τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῶν προλαλησάντων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ χρεωκοπήσῃ, καὶ ὅτε ἡ πίστις δὲν ἔπαθεν ἔτι τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἡ συνέπεια τῆς διαδόσεως τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι οἱ φρονοῦντες τὰ τοιαῦτα, σήμερον ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν ὁμολογιῶν, τῶν ἐχουσῶν ὀνομαστικὴν ἀξίαν 500 δρ., ἡ ἀγοραία λέγω αὐτῶν ἀξία εἶναι 312, ἢ 310, κατὰ τὰ τελευταῖα δελτία. Σήμερον ἄρα ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις ἐκποιούμεναι δύνανται ν’ ἀποφέρωσιν αἱ ὁμολογίαι αὗται 55,800,000 δρ. ὥστε μετὰ τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν, πρὸς ἃς εἶναι ὑπέγγυοι, ν’ ἀπολειφθῇ καὶ ποσὸν 11 ἑκατομμυρίων δραχμῶν μεταλλικῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἐὰν δὲ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι βαίνομεν εἰς τὰ πρόσω, ἀποφασισμένοι, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, πιθανώτατον εἶναι, ὅτι τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἡ ἀγοραία τιμὴ θέλει ὑψωθῆ, καὶ ἐὰν φθάσῃ εἰς 350 δρ., ἃς εἶχεν ὑπερβῆ ἄλλοτε, ἐνῷ πρὸ 2 μηνῶν εἶχε φθάσει πάλιν μέχρι 338 δραχμῶν, θ’ ἀποφέρωσιν αἱ ὁμολογίαι 63 ἑκατομμύρια, τουτέστι διαφορὰν πρὸς τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν 19 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα τὰ 11 ἑκατομμύρια εἶναι χρήματα μετρητὰ εἰς μεταλλικὸν, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα σήμερον νὰ λάβωμεν· τὰ 19 ἑκατομμύρια εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς θὰ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν· τί δὲ γίνεται τὸ χρῆμα τοῦτο; Ἵνα λάβωμεν 8 ἑκατομμύρια διὰ χρεωκοπίας, θ’ ἀπεμπολήσωμεν τὴν πιθανότητα τῆς ἀποκτήσεως τῶν 19 ἑκατομμυρίων, θὰ θυσιάσωμεν τὰ 11 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, καὶ θὰ ἴδωμεν τὸ ἐνέχυρον ἐκποιούμενον εἰς τιμὴν πολλῷ κατωτέραν τῆς ὀφειλῆς, ἥτις θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη διὰ τὸ ὑπόλοιπον. Τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προβληθῶσι μόνον παρὰ τῶν γινωσκόντων, ὅτι δὲν θέλουσι προσκληθῆ, ἵνα τοὺς ἐφαρμόσωσιν. Οἱ ὁμιλήσαντες περὶ τῆς χρεωκοπίας ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα, συζητοῦντες περὶ τῶν λέξεων· δὲν εἶναι λέγουσι χρεωκοπία τὸ προτεινόμενον, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁρίζον τὴν χρεωκοπίαν, δὲν περιλαμβάνει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐδῶ παρουσιάζονται ὑπὸ μορφὴν ἄλλην. Δὲν θὰ ἐξετάσω, τί λέγει ὁ νόμος περὶ χρεωκοπίας, καὶ τί λέγει περὶ πτωχεύσεως, καὶ τί περὶ στάσεως πληρωμῶν· ὁμιλῶ περὶ ἀθετήσεως ὑποχρεώσεων, καὶ ἐξετάζω, ἂν ἔχωμεν ὑποχρέωσιν ἐκ συμβάσεως, ἵνα μὴ πράξωμεν τοῦτο, τὸ ὁποῖον προτείνουσιν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ, ἂν ἀθετῶμεν διὰ τῶν προτεινομένων ὑποχρέωσιν, ῥητῶς ἀναληφθεῖσαν. Ἀποδεχόμενοι τὰς προτάσεις ταύτας, καὶ ἐφαρμόζοντες αὐτὰς, βεβαίως ἀθετοῦμεν ἀναμφηρίστους ὑποχρεώσεις. Ὅταν δὲ ἐπὶ χρήματος ἀθετῇ τὸ Κράτος ὑποχρέωσιν ῥητῶς, εἰδικῶς καὶ ἐπισήμως ἀναληφθεῖσαν, ὅταν, ἂν οὕτω δὲν ὑπεχρεοῦτο τὸ Κράτος, δὲν θὰ τῷ ἐμετρεῖτο τὸ χρῆμα, δὲν ἐννοῶ διαφορὰν μεταξὺ χρεωκοπίας, καὶ πτωχεύσεως, καὶ στάσεως πληρωμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν θέλητε νὰ βαθμολογήσωμεν τὸ ἠθικῶς ἐπιλήψιμον τῆς πράξεως, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ὑποχρέωσιν μᾶλλον ἐπιτακτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐνέχουσι τὰ δάνεια ταῦτα, διότι οἱ δανείσαντες προέλαβον νὰ προΐδωσι πᾶσαν περίπτωσιν· οὐ μόνον ἀνέγραψαν τὴν ἐγγύησιν τὴν ἐκ τῆς γενικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, οὐ μόνον δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Κράτους, ὅτι θέλει ἀποτίσει τὰς ὀφειλὰς, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει, ἀλλ’ ἐζήτησαν εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἐζήτησαν τὴν ὑποχρέωσιν, οὐ μόνον τῆς ἀποτίσεως τῆς ὀφειλῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ καθορισμοῦ ὡρισμένων προσόδων, αἵτινες καθ’ ὡρισμένον τρόπον θὰ διετίθεντο ὑπὲρ τῆς τοιαύτης πληρωμῆς, καὶ ταύτας τὰς προσόδους, οἱ θέλοντες νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τοιούτου μέσου, προτείνουσιν, ἵνα ἐκτρέψωμεν ἀπὸ τοῦ τοιούτου αὐτῶν προορισμοῦ. Ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν, τὰς προσόδους ἐκείνας νὰ μὴ καταθέτωμεν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ νὰ τὰς ἀποταμιεύωμεν εἰς λογαριασμὸν τῶν πιστωτῶν παρὰ Τραπέζῃ, καὶ ἐρχόμεθα ἤδη, λέγοντες, ὅτι συγγραφεὺς διάσημος δογματίζει, ὅτι τοῦτο ἐπιτρέπεται, καὶ δὴ ἐπιβάλλεται. Ἀρκεῖ ἡ διαστροφὴ τῶν καθ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ μὴ παρεξηγῶμεν καὶ τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον συγγραφέα, μὴ προϊδόντα, ὅτι διέτρεχε τὸ βιβλίον αὐτοῦ τοιούτους κινδύνους, μὴ ὑποθέσαντα, ὅτι τῶν σκέψεων αὐτοῦ ἤθελε γίνει χρῆσις, ἵνα δικαιολογηθῇ ἀθέτησις ῥητῶν καὶ εἰδικῶν ὑποχρεώσεων, πρὸς τοῦτο ἀκριβῶς καταχωρισθεισῶν ἐν συμβάσει, ἵνα μή ποτε συμβῇ, ὅ,τι σήμερον προτείνεται, ἵνα μή ποτε ἐκ μονομερείας τροποποιηθῶσι τὰ συμπεφωνημένα. Δὲν ἐξετάζω τὰς περιστάσεις τὰς πολιτικὰς, τὰς ὁποίας προϋποθέτουσι τοῦ συγγραφέως ἐκείνου αἱ σκέψεις· ἐκεῖνος γράφει ὡς οἰκονομολόγος ἁπλῶς, ἐκεῖνος ἐξετάζει μόνον, ἂν Ἔθνος τι, οὕτως οἰκονομικῶς συνδυάζον τὰ καθ’ ἑαυτὸ, δύνηται οἰκονομικὴν λύσιν νὰ δώσῃ εἰς τὸ πρόβλημα τὴν πρέπουσαν. Ἀλλὰ πρὸς τοῖς οἰκονομικοῖς συνδυασμοῖς ἔχομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ συνδυασμοὺς πολιτικούς· συνέπεσεν ὅμως νὰ ἔχωμεν καὶ οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ὁποίους ἐξέθηκα, τοὺς περὶ προσωρινῶν δανείων καὶ τοὺς περὶ ἐνεχυριάσεως τῶν τίτλων καὶ τοὺς περὶ τοῦ εἰδικοῦ χαρακτῆρος τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, καὶ ἂν τοιαῦτα ἐδίδασκεν ὁ συγγραφεὺς, ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὸν συνιστῶντα, πάλιν παρ’ ἡμῖν δὲν ἠδύναντο ταῦτα νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Καὶ ἂν ἔλεγεν ὁ συγγραφεὺς, ὅτι ἐπιτρέπεται μονομερῶς νὰ λύηται τοιοῦτον ζήτημα, δὲν ἤθελε τὸ λύσει οὕτω, ὅταν τοῦτο πράττων θὰ ἐξηυτέλιζε τὴν τιμὴν ὑπεγγύων ὁμολογιῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας 90 ἑκατομμυρίων, θὰ ἐστείρευε τοὺς πόρους πιστωτικῶν καταστημάτων, τῶν μόνων διασωζόντων ἰκμάδα πίστεως ἐν τῇ χώρᾳ, θ’ ἀφῄρει τὸν ἄρτον ἀπὸ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν μαχομένων κατὰ θάλασσαν, ἀπὸ τῶν ἀναπήρων ναυτικῶν, ἀπὸ τῶν ὀρφανῶν τῶν ἐν τοῖς καταστήμασι τῶν θηλέων καὶ τῶν ἀῤῥένων, ἀπὸ τῶν νοσοκομείων καὶ ἀπὸ τῶν διαφόρων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα πάντα ζῶσιν ἀπὸ τῶν προσόδων, ὧν πρόκειται ἤδη νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀπότισιν. Τὰ ποσὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ἐφαρμοσθῆ τὸ μέτρον, τὸ προταθὲν ὡς πανάκεια, παρεστάθησαν παρὰ τῶν ἀγορευσάντων ὡς μικρά. Εἶπον οὗτοι, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ, ἵνα ἡ χρεωκοπία ἐφαρμοσθῇ μόνον ἐπὶ 8 ἑκατομμυρίων, ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν 8 ἑκατομμυρίων τὰ 5 ἑκατομμύρια καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων εἶναι χρεώλυτρον, πράγματι ὡς πρὸς ταῦτα δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀθέτησις ὑποχρεώσεως ἡ μὴ πληρωμὴ, ὑπολείπεται δὲ ἀθέτησις ὑποχρεώσεως ὡς πρὸς μόνα δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων. Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ἂν ἐφρόνουν οἱ ταῦτα λέγοντες, ὅτι περὶ 2 ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων ἐπρόκειτο, ἤθελον ἀποφασίσει νὰ λύσωσι τὴν δυσχέρειαν διὰ τῆς χρεωκοπίας; Βεβαίως οἱ ταῦτα λέγοντες ἐννοοῦσιν, ὅτι τὰ τοῦ χρεωλυσίου καὶ τὰ τοῦ τόκου εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ χρεωλυσίου ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ ὑποχρέωσιν, ὁποίαν ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἀπότισις τοῦ τόκου, ὅτι τὸ χρεωλύσιον ἐνέχει πλεονεκτήματα, τῶν ὁποίων στεροῦμεν ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν πληρόνομεν αὐτὸ, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα οὗτοι νὰ τὸ ἀπαιτήσωσιν. Ἔχομεν δάνεια ἄλλα, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνήθως ἀναφέρομεν, ἔχομεν τὸ δάνειον τὸ τραπὲν τοῦ 1824 καὶ 1825, τὸ ὁποῖον ἔχει μέγα χρεωλύσιον, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου χρεωλυσίου ὁποῖόν τι εἶναι; Ὅτι, ἐνῷ ἀποφέρει τὸ δάνειον ἐκεῖνο τόκον 5%, ὅπως ἀποφέρουσι καὶ τὰ ἄλλα δάνεια, καθ’ ἣν ὥραν τὰ ἄλλα δάνεια ἔχουσι τιμὴν ἀγοραίαν 62%, ἐκεῖνο ἔχει τιμὴν ἀγοραίαν 83%, διότι πολλὰ εἶναι τὰ πλεονεκτήματα τὰ τοῦ χρεωλυσίου· εἶναι — προκειμένου περὶ Κράτους μὴ ἐμπνέοντος πλήρη πεποίθησιν — ἡ προσδοκία τῆς ἀποτίσεως τοῦ κεφαλαίου ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, εἶναι καὶ τὸ ἐν τῷ χρεωλυσίῳ βραβεῖον, διότι τὸ χρεωλύσιον εἶναι ἀναλογισμένον ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἑπομένως μόνον ὡς πρὸς τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον εἶναι χρεωλύσιον, ὡς πρὸς δὲ τὴν διαφορὰν τοῦ πραγματικοῦ πρὸς τὸ ὀνομαστικὸν, ἀποτελεῖ βραβεῖον. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἂν μὴ εἶχον οὕτως, ἀφοῦ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνωμεν τὸ χρεωλύσιον, πῶς δυνάμεθα μονομερῶς ἡμεῖς ν’ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης; Ἡ μὴ πληρωμὴ τοῦ χρεωλυσίου, ἄνευ τῆς πρὸς τοῦτο συναινέσεως τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν, εἶναι χρεωκοπία, ὅσον εἶναι χρεωκοπία καὶ ἡ μὴ πληρωμὴ τοῦ τόκου, περὶ δὲ τοῦ τόκου ἀναγράφεται ἐν ταῖς συμβάσεσιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν, ἵνα ἐλαττώσωμεν αὐτόν. Καὶ τοῦ χρεωλυσίου ἄρα καὶ τοῦ τόκου ἡ ἀναστολὴ ἀποτελοῦσιν ἀθέτησιν ὑποχρεώσεων. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῆς ἀναστελλομένης πληρωμῆς εἶναι τοιοῦτον, ὁποῖον ἐῤῥήθη; εἶναι ὀκτὼ ἑκατομμύρια; Τὰ δὲ ἄλλα ἑκατομμύρια, μέχρι τῶν εἴκοσι ἑκατομμυρίων, ποῦ θὰ πορισθῶμεν; Βεβαίως οὐχὶ ἐκεῖ, ὅπου ἐῤῥήθη, ὅτι θὰ τὰ εὕρωμεν, ἐν ταῖς οἰκονομίαις· ἐὰν δὲ δὲν τὰ εὕρωμεν ἐν ταῖς ἐλαττώσεσι τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, βεβαίως δὲν τὰ θὰ εὕρωμεν ἀλλαχοῦ· ἑπομένως περὶ χρεωκοπίας ἐπὶ ἐτησίου ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων πρόκειται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ χρεωκοπίας, πρόκειται, λέγει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, περὶ ἀναβολῆς μετὰ ἐγγυήσεων πλειοτέρων ἐκείνων, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐδίδομεν. Καὶ ποίας ἐγγυήσεις ἄλλας δυνάμεθα νὰ δώσωμεν; Ἔχομεν δεδομένας πάσας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐπενόησεν ἡ χρηματιστικὴ τέχνη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πρὸς δέσμευσιν τοῦ ὀφείλοντος Κράτους. Ἀθετοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, τὰς ὑπαρχούσας ἐγγυήσεις τιθέμεθα ἐν μοίρᾳ Καρὸς, καὶ κατόπιν λέγομεν, ὅτι, ἂν ἀφαιρῶμεν τὰς δεδομένας ἐγγυήσεις, παρέχομεν πλήρη τὴν ἱκανοποίησιν δι’ ἐγγυήσεων ἄλλων, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ αἱ ἀναστελλόμεναι ὀφειλαὶ ἄλλοτε, καὶ ὅτι θέλουσι πληρωθῆ οὐχὶ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλὰ διὰ τῆς κανονικῆς ἀποτίσεως τοῦ τόκου τοῦ καθυστεροῦντος χρήματος, συγκεφαλαιουμένου μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πληρέστερον σύστημα χρεωκοπίας δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἰδέα αὕτη προτάσσεται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι κληθῆ, ἵνα ἐφαρμόσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν λεγόμενα. Ῥίπτουσι τὰ παρ’ αὐτῶν λεγόμενα ἐν τῇ δημοσιότητι, μὴ ἀναλογιζόμενοι, ὅτι, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο, διότι ὅμως ἐπ’ ἐσχάτων ἦσαν ἐν τοῖς πράγμασι, δύναται νὰ πιστευθῇ παρά τινος, ὅτι ἐσπούδαζον τοιαῦτα λέγοντες, καὶ ὅτι προέτεινον ταῦτα οὐχὶ παιδιᾶς χάριν, οὐχὶ ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποκρούσῃ τι, τὸ ὁποῖον ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἦναι ἀσπαστὸν εἰς τὸ κοινὸν, ἀλλ’ ἔχοντες πραγματικὴν πρόθεσιν νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ἀλλὰ ποία πλάνη τῶν τοιαῦτα φρονούντων, ἡ ὑπόθεσις αὐτῶν, ὅτι πράγματι τὸ κοινὸν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τοιαύτην ἰδέαν! Ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχουσι, καὶ βεβαίως θὰ ὑπάρχωσιν, οἱ μὴ ἐννοοῦντες τὰ κακὰ ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν, τὰ ἐκ τῆς χρεωκοπίας, οὐδεὶς ὅμως ὑπάρχει, μὴ ἐννοῶν τὰ ἐξ αὐτῆς κακὰ ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν ἰδέαν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόθεσιν, οὐδεὶς ὅμως ὑπάρχει ὁ μὴ ἐννοῶν τὸ ἀνήθικον τῆς πράξεως, οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ προσελκυόμενος, ὡς ἐνόμιζον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δύνανται νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων, ἁρπάζοντες τὴν περιουσίαν, εἴτε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς καταστήματος δῆθεν χρηματιστικοῦ, εἴτε τῶν καταστημάτων τῶν ἄλλων τῶν ἀγαθοεργῶν, τοῦ Νοσοκομείου καὶ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ Ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ ἀνῆκον τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὰ τοιαῦτα Ταμεῖα, ἂν ἀνῆκον πάντα εἰς τραπεζίτας, εἰς τραπεζίτας, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν διατελεῖ τὸ Κράτος εἰς σχέσεις, καὶ παρὰ τῶν ὁποίων δὲν περιέμενεν ἡ χώρα χρηματικὴν συνδρομήν, πάλιν οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν Ἕλλην διὰ τοιούτου μέσου ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς ἀνάγκης προσθέτου φορολογίας· ὅσον ἐπαχθὴς καὶ ἂν ᾖναι ἡ φορολογία αὕτη, θὰ προτιμήσῃ ταύτην τοῦ ἁρπακτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι προετάθη εἰς αὐτήν. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, τοιαύτη πρότασις δὲν ἐγένετο· παρεστάθη μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ, προτεινόμενα, πρέπει νὰ ἀποκρουσθῶσιν, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ τι ἄλλο ἀντ’ αὐτῶν, δὲν μᾶς εἶπον ἐκεῖνοι τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον, δὲν μᾶς εἶπον, ὅτι προτείνουσι τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι τὸ κενὸν δὲν δύναται ἄλλως νὰ πληρωθῇ ἢ διὰ τῆς χρεωκοπίας. Ἡ τοιαύτη ὑπόδειξις δὲν ἐγένετο σπουδαίως, ἀλλὰ μόνον σκοπὸν εἶχε τὴν παράστασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς προβαλλούσης λύσιν ἄνευ προσθέτου φορολογίας, ἐνῷ τοῦτο δὲν θὰ ἐμπόδιζε τὴν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ψήφισιν τῶν φόρων, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀναπόδραστοι. Δὲν ἠρνήθη τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Μὲ θεωρεῖτε, εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ ἐκτεθῶ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὡς θέλων νὰ φορολογήσω αὐτὴν, ἀφοῦ οὐδεὶς μὲ ὑποχρεοῖ πρὸς τοῦτο; Ἔχετε ὑμεῖς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀναδέχθητε καὶ τὰ βάρη τῆς πλειονοψηφίας· ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴπωμέν τι, ἵνα δείξωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀντίθετον πολιτικὴν, ὅ,τι ὅμως καὶ ἂν εἴπωμεν οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Εἴθε αἱ ἰδέαι τῶν προαγορευσάντων τοιαύτην νὰ εἶχον καὶ ἄλλοτε σημασίαν. Καὶ ἄλλοτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περιοδεύοντες εἶπον, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπανορθώσωσι τὰ τῆς χώρας δι’ οἰκονομιῶν ἄνευ φορολογίας, διὰ συστήματος ἐπαγγελλομένου τὸν χρυσοῦν αἰῶνα· καὶ παρέπεισαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἐπέτυχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον· ἐλθόντες ὅμως εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἠναγκάσθησαν, ὡς αὐτοὶ ὁμολογοῦσιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, τῇ αὐτοῖς ἀκουούσῃ, ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβάλωσι πολιτικὴν, καὶ νὰ μεταβάλωσιν αὐτὴν, ὡς ἡ αὐτὴ δημοσιογραφία μαρτυρεῖ, μόνον καὶ μόνον, ἵνα μὴ ἀφήσωσι τὴν ἐξουσίαν νὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς ἀντιθέτους. Ἀνεγίνωσκον ἐσχάτως, θαυμάζων, πῶς τοιαῦται ἰδέαι ἐπετράπη νὰ δημοσιευθῶσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀποῤῥεύσασα ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Ἀπριλίου, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ὑπεισέλθῃ αὕτη εἰς τὴν ἐξουσίαν· προετίμησε νὰ θυσιάσῃ πάσας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκφράσει, ἵνα ἐμποδίσῃ τοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποκαταστήσωσιν αὐτὴν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Ὅταν τοιαύτας ἀρχὰς πρεσβεύοντες ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι παράδοξον, ὅτι οὗτοι οὕτω διεχειρίσθησαν αὐτὴν, δὲν εἶναι παράδοξον, ὅτι ἀπέληξαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸ ἡμῶν. Δὲν εἶναι παράδοξον, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας εὗρον, ἐπηυξήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς φέρωσι σχεδὸν εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Ἀλλ’ ὅταν ὡς Κυβερνῆται ἔφθασαν εἰς τοσοῦτον ἀτυχημάτων, ὅταν μετ’ αὐτῶν παρέσυρον καὶ τὴν χώραν εἰς τοιαῦτα ἀτυχήματα, θαυμάσιον εἶναι, νὰ βλέπωμεν αὐτοὺς, θέλοντας νὰ μετατρέψωσι ζήτημα οἰκονομικὸν εἰς ζήτημα εὐθύνης. Ἡ λέξις μόνη εὐθύνη ἔπρεπε νὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς τρόμον· ἔπρεπε μόνη ἡ λέξις νὰ τοῖς ὑπαγορεύσῃ σκέψεις, αἵτινες πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσιν ἢ συζήτησιν, ὁποίαν παρ’ αὐτῶν εἴδομεν προκαλουμένην. Ὅταν περὶ εὐθυνῶν οὗτοι ἔρχωνται νὰ ὁμιλήσωσιν, ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ αὐτοὺς ταπεινοὺς ἐνώπιόν της, λέγοντας: ζητοῦμεν συγγνώμην, ὅτι ἠθετήσαμεν τὰ ὑπεσχημένα, ζητοῦμεν συγγνώμην, ὅτι κακῶς διεξηγάγομεν τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ νῦν, διεξαγαγόντες αὐτὴν ὁπωσδήποτε, ἐρχόμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐν ἀντιπολιτεύσει. Θαυμάσιον τῳόντι, νὰ βλέπῃ τις ἐκείνους, οἵτινες εἶναι οἱ αἴτιοι τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, λέγοντας πρὸς ἡμᾶς: «ἀποχωρίζομεν τὴν εὐθύνην· τὰς δυσχερείας ταύτας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν, ἐπιῤῥίπτομεν ἐφ’ ὑμᾶς· πράξατε ὑμεῖς σήμερον ὅ,τι θέλετε· παρ’ ἡμῶν δὲν θὰ ἔχητε συνδρομήν· ἡμεῖς δὲν θὰ σᾶς εἴπωμεν τὸ σύστημά μας, δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ παραβάλητε τὸ ἡμέτερον σύστημα πρὸς τὸ σύστημα ὑμῶν· δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ συζητήσητε κατὰ τὸν μόνον τρόπον, καθ’ ὃν τοιαύτη συζήτησις δύναται νὰ ἦναι γόνιμος, διὰ τῆς παραβολῆς πρὸς τὰ ἐξ ἀντιθέτου προτεινόμενα· ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, τὴν δεῖνα ἡμέραν ἀπεχωρήσαμεν τῆς Ἀρχῆς, ἀπὸ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀνελάβετε παρ’ ἡμῶν, κληροδοτηθέντα εἰς ὑμᾶς, ἡ διάλυσις τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ διατήρησις τῶν ἀνυποτάκτων ἐφέδρων, ἡ πληρωμὴ τῶν καθυστερουσῶν ὑποχρεώσεων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ, πάντα ταῦτα βαρύνουσιν ἐφ’ ὑμᾶς, εἰς ὑμᾶς ἀνήκει νὰ ἐξέλθητε τῆς δυσχερείας, εἰς ἡμᾶς δὲ ἐν ἐποχῇ μεταγενεστέρᾳ νὰ δυνάμεθα καὶ τότε νὰ λέγωμεν, ὅ,τι λέγομεν ἤδη περὶ τοῦ 1882, νὰ λέγωμεν τότε περὶ τοῦ 1887, ὑμεῖς ηὐξήσατε τὰς δαπάνας.» Βεβαίως ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας, τὰς ηὐξήσαμεν κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ χρέους τῶν 120 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνατε τὸ Κράτος. Ταῦτα εἶναι νῦν ἐπιβάρυνσις ἐφ’ ἡμᾶς, ὅπως ἦτο ἐπιβάρυνσις ἐφ’ ἡμᾶς κατὰ τὸ 1883 ἡ πληρωμὴ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν κατὰ τὸ 1881 ἀναληφθεισῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε λέγουσιν οἱ τοιοῦτοι πολιτευταὶ περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἡμετέρας, ἡμεῖς ὀλίγον φροντίζομεν, τί ἐκεῖνοι περὶ τῆς εὐθύνης λέγουσιν. Ἡμεῖς τὴν εὐθύνην ἡμῶν αἰσθανόμεθα, καὶ, αἰσθανόμενοι τὴν εὐθύνην, προκαλοῦμεν τὴν Βουλήν, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις, ὁθενδήποτε δημιουργηθεῖσαι, ἐπιβάλλουσιν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἠδύνατο καὶ πρὸς στιγμὴν νὰ κλίνῃ τὸ οὖς πρὸς τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ πρὸς στιγμὴν, ὅτι αἱ συμβουλαὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν σπουδαῖαι, καὶ ὅτι ὑπῆρξεν ἔστω καὶ εἷς ἐν τῇ Βουλῇ, θεωρήσας αὐτὰς ὡς σπουδαίας, ἤθελεν ἐπέλθει μεγίστη καταστροφὴ εἰς τὰ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν γένει εἰς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχομεν ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε ἐκυβερνήσαμεν, κατωρθώθη, ἵνα ἀνορθωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς πτώσεως, ἣν ὑπέστη ἐκ τῆς προηγουμένης ἐνεργείας, ἔχομεν δὲ συνάμα ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς θέλει ἀπαλείψει ἀπ’ αὐτῆς τὸν μῶμον, τὸν ὁποῖον ἠδύναντο ἴσως νὰ τῇ προσάψωσι τοιοῦτοι λόγοι, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξενεχθέντες. Οὐχὶ δὲ μόνον, ἀποκρουόμενοι τοιοῦτοι λόγοι ἀπὸ τοῦ βήματος, δύνανται νὰ παρασταθῶσιν ὡς μηδὲν ἐκπροσωποῦντες ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρασταθῶσιν ὡς μηδὲν ἐκπροσωποῦντες διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν, ἀποτελοῦσι σύστημα ἄρτιον. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πολεμηθῶσι κατὰ τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν διὰ τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα λυσιτελέστερα. Διὰ τῶν μέτρων τούτων θέλει ἀνορθωθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ, ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων στηριζομένη, θέλει ἐπιτελέσει πάσας αὐτῆς τὰς ὑποχρεώσεις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§30ΤΙΝΕΣ. Μικρὰν διακοπὴν, Κύριε Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ 5 λεπτὰ ἡ συνεδρίασις. (Μετὰ τὴν γενομένην διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίας).
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθυμοῦμεν εἰλικρινῶς νὰ διακρίνωμεν τὴν ἡμετέραν εὐθύνην ἀπὸ τῆς εὐθύνης τοῦ προαγορεύσαντος Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ διακρίνωμεν αὐτὴν, οὐ μόνον ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν πολιτικῶν πραγμάτων αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ εἰκάσω, ἐκ τίνος λόγου ὁ προαγορεύσας Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο, ἀφοῦ ἐπὶ μὲν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων κατὰ ταύτην ἔτι τὴν συζήτησιν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν διάκρισιν τῆς εὐθύνης ἡμῶν, ἐπὶ δὲ τῶν πολιτικῶν ἡμεῖς αὐτοὶ προεκαλέσαμεν κατὰ Ἰούνιον τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας ἡμῶν! Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε λόγον νὰ ἀνησυχῇ περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ εὐθύνης, εἴτε εἰς μικρὸν εἴτε εἰς μέγαν βαθμὸν, εἴτε εἰς βαθμὸν νὰ τρέμῃ, ὅπως πρὸ μικροῦ μετὰ θράσους ἀξιομνημονεύτου ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ, εἴτε εἰς βαθμὸν νὰ ὀῤῥωδῇ, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετῆλθε κατὰ τὰς περιστάσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀπορῶ, ποῦ στηριζόμενος ἐνόμιζεν, ὅτι παραπλήσιον αἴσθημα κρατεῖ ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, καὶ ὅτι τοιαύτη ἀνησυχία ταράσσει τὴν συνείδησιν ἡμῶν περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχομεν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος. Ἡμεῖς ἔχομεν πλήρη συνείδησιν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν ὁ προαγορεύσας Πρωθυπουργὸς θὰ εἶχε τοσοῦτον σθένος ψυχῆς, ἵνα ἐκπληρώσῃ καὶ αὐτὸς τοῦτο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διὰ τοῦτο, ἂν ἐκεῖνος δὲν θὰ ἔχῃ λόγον, ἵνα ὑποθέτῃ, ὅτι ἀνησυχοῦμεν περὶ τῆς εὐθύνης ἡμῶν, ἡμεῖς ἔχομεν λόγον, ἵνα ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἀμφιβάλλομεν, ἂν ἤθελε διαχειρισθῇ μετὰ τοσαύτης αὐταπαρνήσεως τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ μήπως ἡμεῖς, Κύριοι, ἀναλαμβάνωμεν νὰ διαχειρισθῶμεν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος ἕνεκα φιλαρχίας οἱασδήποτε; μήπως ἐλησμονήσαμεν ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ἀναβιβασθέντες ἐκεῖ, ὅπου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέδειξεν, ἀναλαβόντες δὲ νὰ διαχειρισθῶμεν τόσον τιμαλφῆ συμφέροντα, ὅτι δὲν ἀντεπροσωπεύομεν τὰ ἴδια ἡμῶν ταπεινὰ συμφέροντα, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Νομίζει ἴσως ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατέχηται ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἀφοῦ παρητήσαμεν αὐτήν, τύπτει ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ ἡ συνείδησις; Ἀπὸ τῆς ἡμετέρας θελήσεως ἐξήρτητο, ἂν ἠθέλομεν ἢ μὴ, νὰ παρατείνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν. Καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολαμβάνει ὅτι διέκειντο δυσμενῶς πρὸς ἡμᾶς, αὐτοὶ ἐκεῖνοι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἐξεδήλουν θερμὴν ἐπιθυμίαν νὰ κρατήσωμεν τὴν Ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν κυβερνῶντες τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Ἐὰν παρητήσαμεν τὴν Ἀρχὴν, τὴν παρητήσαμεν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Πατρίδος. Καὶ ὅταν τοιαύτην εἴχομεν καὶ ἔχομεν πεποίθησιν, ἡμεῖς θέλομεν τρέμει ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ ἡμῶν, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν, ὅτι εἰσὶ πολῖται Ἕλληνες, καὶ διεχειρίσθησαν τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πατρίδος μετὰ σκοποῦ ταπεινοτάτης ἰδιοτελείας; Ἐγκατελείψαμεν ἀληθῶς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγελλόμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, ὑπισχνούμενοι, ὅτι θέλομεν ἐφαρμόσει πολιτικὴν οἰκονομιῶν, ἵνα σώσωμεν τὴν Πατρίδα ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαισία χεὶρ ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη ἐπέμενεν ὠθοῦσα αὐτό. Ἐγκατελίπομεν ὅμως τὴν πολιτικὴν ταύτην, οὐχὶ ἀποπλανήσαντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλ’ ὑποκύψαντες εἰς τὰ ἐπελθόντα ἀδοκήτως συμβεβηκότα. Ὅταν τὸ συμβὰν τῆς Φιλιππουπόλεως κατέδειξεν ὁποῖα μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐξετίθεντο ἕνεκα αὐτοῦ εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ὁ λαὸς ἅπας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἠσθάνθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθημεν καὶ ἐνοοῦμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοί. Τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο ἐπέβαλε καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς ἡμᾶς τὴν μεταβολὴν ἐκείνην, καὶ ἕνεκα αὐτῶν ἐτράπημεν τὴν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπελαμβάνομεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, τὰ εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐκτεθέντα. Ἀλλὰ πῶς ἠδύνατο νὰ κρίνῃ οὕτω περὶ τῶν σκέψεων ἡμῶν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κύριον τάσσει σκοπὸν πασῶν τῶν πράξεών του, καὶ τῶν σκέψεών του, τὴν ἁρπαγὴν ἢ τὴν διατήρησιν τῆς Ἀρχῆς; Βεβαίως ἤθελε δώσει εἰς ἡμᾶς ταπεινὴν τοιαύτην προαίρεσιν· βεβαίως ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι μετεβάλομεν τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομιῶν, ἵνα κρατήσωμεν τὴν Ἀρχήν. Μετεβάλομεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, διότι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐθνικὰ συμφέροντα ἐπέβαλλον τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἡ δὲ τοιαύτη πεποίθησις ἡμῶν ἐπεδοκιμάζετο ὑπὸ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ κατοικοῦντος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἂν ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς πολιτικῆς ἡμῶν δυσηρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν ἐπήνεγκε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε συνέλαβε καὶ μετ’ ἴσης πρὸς τὸν πόθον του ἁπλοϊκότητος ἀνήγγειλεν ἐν Λονδίνῳ πρὸς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας, πρὸς οὓς ἔλεγεν, ὅτι ἔσπευδε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, διὰ νὰ λάβῃ τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, διότι μόνον εἰς τὸν στιβαρὸν αὐτοῦ βραχίονα δύναται νὰ συγκεντρωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἐπανήρχετο ἐκεῖθεν σπεύδων, ἵνα ἀναβῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέτυχε δὲ ὁ πόθος αὐτοῦ, διότι ἡμεῖς εἴχομεν μεταβάλει τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, δὲν ἐσφάλομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ αὐτὸς, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι τὸ δυστυχὲς συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως ἤθελε χρησιμεύσει ὡς γέφυρα, ἵνα διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα καὶ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ταπεινοῦ λόγου καὶ πάθους, ὑφ’ οὗ ἐκεῖνος κατείχετο, ὁρμηθέντες, μετεβάλομεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν μετεβάλομεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, ἂν ἐτράπημεν τὴν πολιτικὴν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς χώρας, καὶ τοῦτο ἀπέβη ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ διασώσει τῶν συμφερόντων αὐτῆς τῶν τε χρηματικῶν, καὶ τῶν πολιτικῶν. Ἡμεῖς, τραπέντες τὴν πολιτικὴν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, δὲν ἐδίδομεν παραγγελίας δι’ ἑκατομμύρια μὲ ἁπλᾶς ἐπιστολὰς, ἐχούσας τὸν τύπον τῶν τεσκερέδων, ὡς ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1880, ὅτε διέταξε τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατεκρίθη τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διεδέχθη αὐτὸν, ἀλλὰ τί νομίζετε, ὅτι εἶπε πρὸς δικαιολόγησίν του; Εἶπεν, ὅτι τὸ ἔπραττε χάριν οἰκονομίας, διότι ἦτο οἰκονομικώτερον νὰ γράφῃ τεσκερέδες, καὶ νὰ παραγγέλλῃ δι’ αὐτῶν δαπάνας 24 ἑκατομ., παρὰ νὰ ἀνακοινόνῃ τὴν ἀνάγκην τῶν δαπανῶν τούτων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ προκαλῇ τὴν συζήτησιν καὶ ἀναγνώρισιν αὐτῶν, καὶ ζητῇ τὴν χορήγησιν τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ ποίαν ἄλλην δικαιολογίαν ἠθέλετε ἀκούσει παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κατέστησεν ἑαυτὸν ἀρχηγὸν σχολῆς, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω; Δὲν ἔλεγεν ἄλλοτε αὐτὸς, ὅτι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εὕρισκε τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ; Ἀφοῦ δὲν διστάζει χιλίας τοιαύτας νὰ σᾶς εἴπῃ γνώμας, οὐχὶ στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἤθελε διστάσει νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι λόγῳ οἰκονομίας παρέβη τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ; Ἀλλοίμονον εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἂν τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως διεχειρίζετο ὁ προαγορεύσας. Δὲν ἤθελον δαπανηθῆ μόνον 102 ἑκατομμύρια, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1880, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διέταξε τότε καὶ ἥτις παρετάθη καὶ κατὰ τὸ 1881, ἀλλὰ πολλαὶ ἑκατοστύες ἑκατομμυρίων. Ἐταράχθη προχθὲς, ὅτε ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἐδαπανήσαμεν διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν 38 μόνον ἑκατομμύρια, ἐταράχθη, διότι διεψεύδετο ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔφθασαν μέχρις 72,000,000. Ἰδοὺ διατὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ διακρίνωμεν τὴν οἰκονομικὴν εὐθύνην ἡμῶν ἀπὸ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ. Ὅταν ὑμεῖς ἀνελάβετε τὴν Κυβέρνησιν, διαδεχθέντες ἡμᾶς, εἴχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσητε καὶ 100 καὶ 200 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσητε λόγον διὰ τὴν διαχείρισιν ταύτην. Τί ἀναμιγνύετε τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν μετὰ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχετε, διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπραγματοποιήσατε; Δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, διὰ νὰ προβάλητε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι αὕτη βαρύνει ἡμᾶς. Ἀρνούμεθα ἡμεῖς τὴν εὐθύνην ταύτην; Μάλιστα, βαρύνει ἡμᾶς. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου πράγματος, περὶ τῆς διαχειρίσεως, διὰ τὴν ὁποίαν σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι. Ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τοῦ ἐλέγχου, θέλομεν ἀποδείξει, ὁποία ὑπῆρξε πάντοτε ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων ἀπὸ ὑμᾶς. Ἀλλὰ τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον προσηνέγκομεν εἰς τὸ Κράτος ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἦτο μὲν ἀγαθὸν, ἀλλ’ εὐτελὲς ἀγαθόν. Ἄλλην προσηνέγκαμεν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπηρεσίαν εὐγενεστέραν καὶ ὑψηλοτέραν, πρέπει δὲ νὰ ἦναί τις τυφλὸς, διὰ νὰ μὴ διακρίνῃ αὐτήν. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦτο δύσκολον ἔργον, ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ ἀγχίνοια αὐτοῦ, ἵνα ἐννοήσωμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν πρώτην ἀπειλὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐξέπεμψε καθ’ ἡμῶν; Ἐγνωρίζομεν τὴν τέχνην, τὴν ὁποίαν ἡ ἔξοχος ἱκανότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδίδαξεν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἐγκατελίπομεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν ἐτράπημεν εἰς φυγὴν πρὸ τῶν κελευσμάτων καὶ τῶν ἀπειλῶν τῆς Εὐρώπης, διότι ὑπηρετοῦμεν οὐχὶ τὴν φιλαρχίαν ἡμῶν, ἀλλὰ τοῦ Ἔθνους τὰ συμφέροντα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὀῤῥωδοῦμεν πρὸ τῆς εὐθύνης, ἀλλ’ ὑψαύχενες ἀτενίζομεν πρὸς αὐτήν. Ἦτο ἀληθῶς λίαν εὔκολον, μετὰ τὴν πρώτην ἀπειλὴν τῆς Εὐρώπης, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἐφηρμόζαμεν πρὸ τοῦ συμβεβηκότος τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀγαθόν τι ἀντὶ τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς ἀγογγύστως ὑπεβλήθη. Ἐγνωρίζομεν τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀποκτήσει, ἀδίκως ἴσως, τὰ στρατιωτικὰ κατορθώματα ἑνὸς ἄλλου Κράτους. Ἐπληροφορούμεθα, πόσον ἡ λάμψις αὐτῶν εἶχε καταθαμβώσει, οὐ μόνον τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ Ἀνατολῇ πληθυσμοὺς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης. Τὸ γόητρον ἐκεῖνο ἤρκει, οὐχὶ νὰ μειώσῃ, ἀλλὰ νὰ ἀναιρέσῃ πᾶσαν ἐλπίδα τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, μεθ’ ἧς προσέβλεπον ἐπὶ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Μόνον δὲ διὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν, ἠδυνήθημεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ γόητρον ἐκεῖνο ἀδίκως ἐξέπληξεν αὐτούς. Μόνον διὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν μετήλθομεν, ἠδυνήθημεν καὶ τὴν κλονιζομένην ἐκείνων πεποίθησιν νὰ ἑδραιώσωμεν, καὶ τὰς ἐλπίδας αὐτῶν νὰ κρατύνωμεν, ὥστε νὰ δύνηται μετὰ τὸ 1885 ὁ ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμὸς νὰ προσβλέπῃ μετ’ ἐλπίδων ἐπὶ τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ὥστε νὰ δύνηται νὰ στηρίζῃ τοὺς πόθους αὐτοῦ ἐπὶ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Καὶ οὕτω πολιτευθέντες, δὲν εὑρέθημεν τοὐλάχιστον καταδεδικασμένοι νὰ τρέχωμεν εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ νὰ ἀσχολώμεθα νὰ πείσωμεν αὐτοὺς, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας καὶ ἐκεῖνοι ἐκήρυσσον ὅτι ἔχουσιν, ἐκπληροῦντες τὰς ὁδηγίας τῶν Κυβερνήσεών των. Δὲν εὑρέθημεν καταδεδικασμένοι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ πατρὶς ἡμῶν, ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτῆς, εὑρέθη μεμονωμένη, καὶ πέντε Μεγάλαι Δυνάμεις προανήγγελλον εἰς αὐτὴν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἤθελε διατρέξει, ἂν δὲν ἐπείθετο εἰς τὰ προστάγματα αὐτῶν, νὰ ἐπισκεπτώμεθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, λησμονοῦντες, ὅτι πρὸ ὀλίγων τότε ἑβδομάδων τινὲς αὐτῶν εἶχον προσενεχθῆ μεθ’ ὑβριστικοῦ τρόπου πρὸς τὸν ἀντιπροσωπεύοντα κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὴν πατρίδα ἡμῶν, πρὸς τὸν Κυβερνήτην αὐτῆς, θερμαινόμενοι ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῆς ὑπεροχῆς τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἰσχύος τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευαν. Καὶ μᾶς ἐπιδεικνύουσι τὴν εὐθύνην ὑμῶν διὰ τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐλησμόνησαν, ὅτι εἶχον πρῶτοι τὸ καθῆκον νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς πατρίδος, ἥτις εἶχεν ἐξυβρισθῆ ἐν τῷ προσώπῳ τῶν κυβερνητῶν αὐτῆς· Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦνται οἱ ταῦτα εἰπόντες, ὅτι ἡμεῖς οὐδέποτε προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν διατρεξάντων κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν σκάνδαλα, καὶ νὰ περικαλύψωμεν τοὺς πάντας, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἀπῃτεῖτο βεβαίως σθένος ψυχῆς, ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ψυχὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα προτιμήσωμεν μᾶλλον νὰ σιωπήσωμεν καὶ νὰ ἐκτεθῶμεν ἕνεκα τῆς σιωπῆς ἡμῶν εἰς τὰς διαβολὰς καὶ τὰς συκοφαντίας τῶν φίλων καὶ τῶν ὀργάνων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρὰ νὰ παραγάγωμεν σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀποβῶσιν ἐπιζήμια εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, παρὰ νὰ δημιουργήσωμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστήσει ἀμφίβολον καὶ τὸ ἐνεστὸς ἔτι αὐτοῦ. Καὶ τὴν γεναιοφροσύνην ἡμῶν ταύτην, τὴν ὁποίαν πέποιθα ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τῶν ἀληθῶν Ἑλλήνων ἔχει, κατεχράσθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ τολμῶσι νὰ ὁμιλῶσι περὶ εὐθύνης, ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν πολιτικῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886! Ἀτυχήματα, λέγουσι. Καὶ τίς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἦτο ἐπαισθητὴ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος ζημία, ἡ ἀπασχόλησις 85,000 ἀνδρῶν ἐπὶ 6 ἢ 8 μῆνας, ἡ στέρησις τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας αὐτῶν; Τίς ἠμφισβήτησεν, ὅτι ἦσαν βαρεῖαι εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον αἱ γενόμεναι δαπάναι, καὶ ἂν δὲν ἤθελον ὑπερβῆ τὰ 40 ἢ 50 ἑκατομμύρια, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἂν ἤθελον ἀναβιβασθῆ εἰς τὰ 70 ἑκατομμύρια, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον περιεῖχε μόνον 21 δραχ. καὶ 38 λεπτά; Ἀλλ’ αἱ δαπάναι καὶ αἱ χρηματικαὶ ζημίαι οὐδέποτε ἀνέστειλαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τοὺς ὁμοφύλους της. Ἤθελε δὲ ἐκληφθῆ ἡ Ἑλλὰς Κράτος Ἰουδαίων, ὅμιλος ἐκ κερδοσκόπων τοῦ Χρηματιστηρίου, ἂν ὑπὸ τοιούτων αἰτιῶν, ἂν ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς φειδοῦς τῶν χρημάτων ὁρμωμένη, παρέλειπε νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ ὑπὲρ τοῦ ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ὅταν οὕτως ἐσκεπτόμην, ἐνεθυμούμην τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκαλοῦντο νὰ δαπανήσωσι χρήματα τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐκαλοῦντο νὰ θυσιάσωσι πᾶσαν τὴν οὐσίαν αὑτῶν· οὐ μόνον δὲ τοῦτο μετὰ θάῤῥους ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τὰς ζωὰς αὑτῶν εἰς κίνδυνον προφανῆ ἐξέθηκαν, ἀγωνισάμενοι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς γωνίας ταύτης καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Ἠθέλομεν εἶσθαι ἀνάξιοι γόνοι γενεᾶς τόσῳ μεγάλης, οἱ ζητοῦντες δὲ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς περιστάσεις ἤθελον ἀντλήσει ἐκ τῆς πολιτείας μου, ἂν ἐπολιτευόμην ἄλλως, ἐπιχειρήματα διὰ νὰ ὑβρίσωσι πᾶσαν τὴν γενεὰν ταύτην, πρὸ πάντων δὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου, ὡς λησμονοῦντας τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα διὰ νὰ οἰκονομήσωσι χρῆμα τοῦ δημοσίου Ταμείου. Εἶναι ἐπιτετραμμένον ἴσως νὰ σκέπτωνται ἄλλως ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν συνδέονται, οὔτε μετὰ τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου τούτου οὔτε μετὰ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἦτο ἀδύνατον νὰ σκεφθῶ ἄλλως, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἡ στιγμὴ ἐκείνη νὰ ἦτο ἡ τελευταία τῆς ζωῆς μου. Καὶ χάρις εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν κατοικούντων ἐν τῷ Βασιλείῳ Ἑλλήνων, χάρις εἰς τὴν προθυμίαν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν τούτων, χάρις εἰς τὴν ἐλευθεριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατωρθώθη νὰ παρατάξῃ ἡ Ἑλλὰς 85 χιλιάδας ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἔχῃ ἑτοίμους ἄλλας 20 χιλιάδας, τοὺς ὁποίους ἐδυσφημεῖτε καὶ περιϋβρίσατε, τῶν ὁποίων τὴν στρατιωτικὴν τιμὴν διεσύρατε, οἵτινες ὅμως ἔδειξαν, ὅτι ἦσαν στρατιῶται Ἕλληνες, καὶ ὅτι τὰ στέρνα αὐτῶν ἐφλόγιζεν ἡ πρὸς τὴν Πατρίδα ἀγάπη, δύνανται δὲ νὰ οἰκτείρωσιν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ καρδία κατεψύγη ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, ἢ ὑπὸ τοῦ πάθους, καὶ οἱ ὁποῖοι μετροῦσι τὰ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντα μὲ τὴν μονάδα τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, ἢ μὲ τὴν μονάδα τοῦ δαπανητέου χρήματος. Καὶ ἂν δὲν ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀπαισία ἐκείνη πολιτικὴ, ἥτις παρέστησε διῃρημένον δῆθεν τὸ Ἔθνος, τοὐλάχιστον τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, διότι ἡ διαίρεσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐξηγήθη ὑπὸ τῶν μὴ γνωριζόντων τὴν Ἑλλάδα ἀλλοδαπῶν, ὡς διαίρεσις τοῦ Ἔθνους, ἐὰν δὲν μετέβαλλον διὰ τῆς διαιρέσεως ταύτης τὸ πολυτιμότατον τῶν ζητημάτων, τὸν εὐγενέστατον τῶν πόθων, τὴν ὑψίστην τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν μετέβαλλον, λέγω, οὕτως ἀπὸ ἐθνικῆς εἰς κομματικὴν, ἴσως τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἠθέλομεν ἀκούει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τοσούτου θράσους διαστρέφοντος τὰ γεγονότα, καὶ ἐγκαλοῦντος ἐκείνους, οἵτινες ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Πατρίδος δὲν ἠθέλησαν μέχρι τοῦδε νὰ ἐγκαλέσωσιν αὐτόν. Ἴσως ὁ ἑλλην. στρατὸς ἤθελεν ἀποδείξει δι’ ἀποδείξεων ψηλαφητοτέρων, ὅτι δὲν ἦτο τοιοῦτος, ὅπως περιέγραψεν αὐτὸν ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτοῦ ἐξετόξευσεν, ἐκρίθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄξιος νὰ γίνῃ συνάδελφος αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἦτο μὲν ἀδύνατον νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἑλλην. στρατὸς, ἂν ἐξήρχετο τοῦ Κράτους, νὰ ἐπανέλθῃ αὖθις ἐντὸς αὐτοῦ, ὑποχωρῶν εἰς τὰ προστάγματα τῆς συνηνωμένης Εὐρώπης, ἐὰν ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ μένῃ συνηνωμένη· ἀλλ’ ἤθελεν ἐπανέλθει, ἀφοῦ θὰ εἶχεν ἐκδιώξει τὸν τουρκικὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχε πρὸ τοσούτου καιροῦ. Ἂν δὲ προσετέθη, μετὰ τὰς ἐπὶ τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου συμπλοκὰς τοῦ Μαΐου, ἓν φύλλον δάφνης εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ, ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὴν ἡμεδαπὴν στεφανηφόρος, καὶ διὰ τῆς δάφνης τῆς νίκης κεκοσμημένος, ὁ ἡμέτερος στρατὸς, ἂν καὶ πρώτην φορὰν ἐνήργει ὡς στρατὸς συντεταγμένος. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς εἴχετε ἐναντίαν γνώμην, ἐὰν ἐφρονεῖτε, ὅτι ἐζημιώσαμεν τὸ Κράτος, ἢ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πῶς τοσοῦτον καιρὸν ἤδη, κατὰ τὸν ὁποῖον κατείχετε τὴν Κυβέρνησιν, πῶς παρελείψατε νὰ προκαλέσητε τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθημεν τὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς Πατρίδος; Πῶς παρελίπετε νὰ προκαλέσητε τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας ἡμῶν, διὰ νὰ δώσητε ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς λεπτομερείας αὐτῆς, νὰ ἐρευνήσῃ αὐτὰς, νὰ μελετήσῃ τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἐξενέγκῃ ἐπ’ αὐτῶν ψῆφον; Σεῖς κατέχετε πάντα τὰ δημόσια ἔγγραφα, κατέχετε πάσας τὰς συνεννοήσεις, τὰς ὁποίας οἱ προκάτοχοι ὑμῶν ἐποιήσαντο, καὶ τὰς διπλωματικὰς, καὶ τὰς πολιτικὰς, καὶ τὰς στρατιωτικάς. Σεῖς προεκλήθητε μάλιστα, κατὰ τὸν, Ἰούνιον τοῦ 1886, ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐφόβιζεν ἡ εὐθύνη, ἀλλ’ ἐθέρμαινεν ἡ συνείδησις, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Πῶς παρελίπετε τοῦτο; Καὶ ἀφοῦ παρελίπετε τοῦτο, πῶς τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε σήμερον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους δι’ ὑπαινιγμῶν καὶ διὰ φράσεων συννεφωδῶν, παροδικῶς ἐν ἀλλοτρίᾳ συζητήσει τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρενείροντες; Ἐὰν σκοπὸν εἴχετε νὰ ἐπιῤῥίψητε διὰ τοιούτου τρόπου μομφὴν ἐφ’ ἡμῶν, πῶς χαρακτηρίζεται ἡ τοιαύτη πολιτεία; πῶς χαρακτηρίζεται ἡ τακτικὴ αὕτη; Εἶναι πολιτεία ἁρμόζουσα εἰς δημοσίους ἄνδρας; εἶναι τακτικὴ εἰθισμένη ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις; Ἢ εἶναι ἐπίθεσις ἐξ ἐνέδρας; Ἄλλοι δύνανται νὰ ἐκπλήσσωνται διὰ τὸ πρὸ ὀλίγου λαβὸν χώραν ἐπεισόδιον. Ἄλλοι δύνανται νὰ αἰσθάνωνται ἔκπληξιν, καθορῶντες τοιαύτην τὴν τακτικὴν τοῦ ἀνδρός. Ἐγὼ οὐδ’ ἐκπλήσσομαι, οὐδὲ τὸ παράπαν ἀπορῶ. Εἶδον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπεφάνησαν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, καθ’ ὅλον τὸν ἔκτοτε μέχρι τοῦδε πολιτικὸν βίον, τοὺς εἶδον οὐδὲν ἄλλο πράττοντας ἢ ἐνεδρεύοντας. Ἐνήδρευον κατὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1879, καὶ ὅταν εἶδον, ὅτι ἡ ἐνέδρα, τὴν ὁποίαν εἶχον στήσει, ἦτο τοσοῦτον διαφανὴς, ὥστε ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν εἶχον στήσει τὴν ἐνέδραν, καθεώρων αὐτοὺς ἐνεδρεύοντας, ὅταν εἶδον ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἣν συνεβούλευον, ἦτο ἄντικρυς ἐναντία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶσιν, ἐγκαλοῦντες τοὺς ἀντιπάλους των ἐπὶ προδοσίᾳ, ἐπρόδιδον αὐτοὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἐτράπησαν ἀμέσως εἰς φυγὴν, καὶ προσέφυγον εἰς τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880, διὰ νὰ περικαλύψωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, πλανῶντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ ἐνέδρα ὠφέλησεν αὐτοὺς, ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνέδρας ἤμειψεν αὐτοὺς, διότι ἀνήχθησαν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐκυβέρνησαν ὀλίγους τινὰς μῆνας. Ἀλλὰ καὶ τότε, κατελθόντες τῆς Κυβερνήσεως, ἐνήδρευον πάλιν κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοὺς διεδέχθη. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος, ὑπολαμβάνων, ὅτι ὑπηρετεῖ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, συνῆψε τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς ἀπεδέχθη τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἥτις προσεφέρετο τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ, ἐκτοξεύσαντες ποικίλας συκοφαντίας καὶ κατηγορίας. Τότε ἔβλεπον τοὺς Αὐστριακοὺς κατερχομένους εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τοὺς ὁποίους ἐλησμόνησαν ἔκτοτε, καὶ τοὺς ὁποίους, δὲν γνωρίζω πλέον, ὅταν βλέπωσι, ποῖον αἰσθάνονται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν αἴσθημα. Τότε ἔβλεπον τοὺς Βουλγάρους, ἀπειλοῦντας τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τότε ἔβλεπον τὸν Πανσλαυϊσμὸν κατερχόμενον, δὲν γνωρίζω μέχρι τίνος ὁρίου. Καὶ ἐλησμόνουν, ὅτι, ὅταν αὐτοὶ οὗτοι διὰ τῆς γλώσσης των, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκίνει, εἰμὴ ἡ φιλαρχία, προσεπάθουν νὰ καταστήσωσι δύσκολον τὴν θέσιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐκυβέρνα κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ κατήγγελλον μεγάλην τινὰ Δύναμιν ὡς ἐνθαῤῥύνουσαν αὐτὸν εἰς τὴν ἀντίστασιν, καὶ διεκήρυττον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Δύναμις ἐκείνη ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὸ πλευρόν μας, ἐὰν ἐφθάνομεν μέχρι τῆς ἐνόπλου συγκρούσεως μετὰ τῶν Τούρκων, ἐλησμόνουν, ὅτι τὸ ἄγγελμά των ἐκεῖνο, ἂν περιῆγε τὸν τότε Πρωθυπουργὸν εἰς μεγάλην δυσχέρειαν, διότι τοῦ ἀφῄρει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὑποχωρήσῃ, ἂν ἐξήγειρε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λόγον, διατί ὑπεχώρησεν, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία ἦτο ἑτοίμη νὰ συμπολεμήσῃ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὰς αὐτὰς τάξεις, κατέστρεφεν ὅμως τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Καὶ ὄντως, ἡ τοιαύτη πολιτικὴ ἐνέδρα αὐτοῦ ἠνάγκασε τὴν μεγάλην ἀληθῶς Δύναμιν τῆς μεγάλης Βρεττανίας, νὰ ἐπιθυμήσῃ ν’ ἀποδείξῃ τὴν καλὴν αὐτῆς πίστιν πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνεννοεῖτο. Ὅθεν ἔσπευσε διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπου της νὰ διαψεύσῃ τὸν τοιαῦτα εἰπόντα ἐν τῇ Βουλῇ, ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ πιστοποιητικὸν παρὰ τοῦ Κουμουνδούρου, ὅτι οὐδέποτε ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὸν, καὶ ὅτι οὐδέποτε ὑπεσχέθη εἰς αὐτὸν στρατιωτικὴν σύμπραξιν· ἐπειδὴ δὲ μόνα ταῦτα δὲν ἐκρίθησαν ἐπαρκῆ, ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπρόσωπόν της, νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ τὰς τελευταίας ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλλε κατὰ τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένας διαπραγματεύσεις περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν νέων ὁρίων τοῦ Βασιλείου. Καὶ οὕτως ἀπώλετο τότε ἡ Πρέβεζα, δὲν γνωρίζω δὲ καὶ ποία ἄλλη Ἑλληνικὴ χώρα. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦτα ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην μου, ὑπολαμβάνετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἐκπλαγῶ, τοιαύτην βλέπων αὐτοὺς μετερχομένους πολιτείαν καὶ κατὰ τὰ συμβεβηκότα τοῦ 1885 καὶ 1886; Δὲν ὀῤῥωδοῦμεν πρὸ τῆς εὐθύνης, οὐδὲ ἔχομεν λόγους, διὰ νὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἔρευναν αὐτῆς. Δὲν τρέμομεν πρὸ αὐτῆς, προκαλοῦμεν δὲ πάντα δημόσιον ἄνθρωπον, προκαλοῦμεν πάντα πολιτικὸν ἄνδρα τῆς χώρας, ὅπου καὶ ἂν κάθηται, καὶ ἂν ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἂν ἦναι ἐκτὸς αὐτῆς, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην παρ’ ἡμῶν ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος, νὰ σπεύσῃ νὰ ζητήσῃ αὐτήν. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν, ἐὰν δὲν ἦναι ἐκ τῶν καθημένων ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, παρακαλῶ αὐτὸν, νὰ σταματήσῃ μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐρεύνης τῆς εὐθύνης ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ εὐθύνην παρ’ ἄλλου τινὸς, διότι συμφέρον ἔχει καὶ τὸ Κράτος καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ καλυφθῶσι τὰ διανοήματα καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοι προσέφυγον διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν φιλαρχίαν, συμφέρον γενικὸν ἀπαιτεῖ νὰ καλυφθῶσι ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἀναγκάσωμεν τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν, ὅταν ἐγκύπτωσιν εἰς τὴν μελέτην τῆς ἱστορίας τῶν χρόνων τούτων, νὰ ὠχριῶσιν, ἢ νὰ ἐρυθριῶσιν, ἀναγινώσκοντες ἐν αὐτῇ, ὅτι ἐν τῇ γενεᾷ τῶν προγόνων των συνετελέσθησαν συμβεβηκότα ὑπὸ Ἑλλήνων, παραπλήσια τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία πρὸ χιλιάδων ἐτῶν δὲν παρέδωκεν εἰς ἡμᾶς. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ διακρίνωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν. Καὶ πῶς νὰ μὴ διακρίνωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν ἐδίστασαν νὰ σᾶς εἴπωσιν, οὐ μόνον ὅσα σᾶς εἶπον περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ διαστρέψωσιν, ἀλλὰ καὶ ὅσα σᾶς εἶπον περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων; Τί σᾶς ἔλεγον πρὸ μικροῦ; Σᾶς ἠρώτων, ἐὰν γνωρίζητε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου Ταμείου, ὅταν παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, τὴν Κυβέρνησιν, ποία δ’ ἦτο ὅταν παρέλαβον αὐτὴν ἐκ τῶν ἡμετέρων χειρῶν κατὰ Μάϊον τοῦ 1886. Καὶ ἐνῷ τὰ περὶ τούτου εἰσὶ γεγραμμένα εἰς δημόσια ἔγγραφα, καὶ ἐξηγμένα ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, ἄλλους μὲν τῶν ἀριθμῶν τούτων κατέπιον ἢ ἀπέκρυπτον, ἄλλους δὲ διέστρεφον καὶ μετέβαλλον. Καὶ σᾶς παρέστησαν, ὅτι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν οἰκονομικῇ εὐημερίᾳ, ὅτι τὰ πάντα ἔβαινον αἰσίως, ἐνῷ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε παρεδώκαμεν αὐτοῖς τὴν Ἀρχὴν, παρεδώκαμεν αὐτὴν κατεσκληκυῖαν, τὴν δὲ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου ἀπέλπιδα, καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος κατεστραμμένην καὶ μὴ ὑπάρχουσαν. Καὶ σᾶς ἠρώτων: ἡμεῖς παρεδώκαμεν τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, περιέχον μόνον 21 δρ. καὶ 38 λεπτά; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι παρεδώκαμεν 12,000,000 εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, argent comptant; Ὅθεν ἡμεῖς, οἱ ταῦτα παραλαβόντες, δὲν εἴχομεν, παρὰ νὰ παραγγείλωμεν νὰ γίνωνται πληρωμαὶ, καὶ χρήματα ὑπῆρχον τότε ἄφθονα, διὰ νὰ πληρόνωνται τὰ χρέη τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ἰδοὺ τί μοι ἐσημείωσεν ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, (δεικνύει εἰς τοὺς βουλευτὰς φύλλον χάρτου)· ἀνάγνωτε τὴν ἐπ’ αὐτοῦ σημείωσιν, ἵνα ἀναγνωρίσητε τὴν γραφὴν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, καὶ ἀφοῦ ἴδητε, ὅτι εἶναι γεγραμμένη τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ χειρὶ, ἀφοῦ πεισθῆτε, ὅτι ἐξήχθη ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν Ταμείων, ἀφοῦ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐν τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρχον 12,000,000 εἰς χρήματα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη τοῦ Ταμείου, κρίνετε περὶ τῆς φιλαληθείας καὶ τῆς ἀκριβολογίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν ἅπασι τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους ὑπῆρχον μετρητὰ εἰς νομίσματα κυκλοφοροῦντα 798,478.18, ὑπῆρχον δὲ ἐν ἅπασι τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους καὶ χάλκινα νομίσματα δρ. 334,813.64, ἤτοι τὸ ὅλον δραχμαὶ 1,133,291.82. Ἀλλ’ ἐν τῷ Ταμείῳ τῷ Κεντρικῷ πόσα ὑπῆρχον; Ἀνάγνωτε κατάστασιν ἐπίσημον (δεικνύει εἰς τοὺς βουλευτὰς αὐτήν), γεγραμμένην ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἐξηγμένην ἀπὸ τὰς καταστάσεις τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Τί αὕτη βεβαιοῖ; Ὅτι ὑπῆρχον κατὰ τὴν 31 Μαρτίου 1885, ἤτοι 18 ἡμέρας πρὶν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον σχηματισθῇ, ὑπῆρχον ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ μόνον δραχμαὶ 21 καὶ λεπτὰ 38. Καὶ δὲν σέβονται οὐδὲ τοὺς ἀριθμούς! Καὶ αὐτοὺς ἐπιχειροῦσι νὰ ἀλλοιώσωσι! Καὶ πῶς λέγουσιν, ὅτι ὑπῆρχον διαθέσιμα 12,000,000; Εἴδετε τί ἔπραξαν; Διὰ νὰ μὴ ἐξελεγχθῶσι, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ δικαιολογήσωσιν, ὅσα ψευδῶς εἶπον, σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπῆρχον 12,000,000 εἰς χρήματα καὶ εἰς ἀντίτιμα, προσέθηκαν τὰ ἀντίτιμα, ὥστε νὰ νομίζητε, ὅτι ἐκ τῶν 12,000,000 ἦσαν βεβαίως χρήματα πολλὰ, ἦσαν δὲ καί τινα ἀντίτιμα. Ἀλλὰ τὰ ἀντίτιμα ἀνήρχοντο εἰς 10,722,981.65. Τί νὰ κάμωμεν τὰ ἀντίτιμα; Ποῖον νὰ πληρώσω μὲ τὰ ἀντίτιμα; Τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων; Τοὺς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου; Τὰς δικαστικὰς παρακαταθήκας, τὰς ὁποίας εἶχον δαπανήσει ἐναντίον τοῦ νόμου δι’ ἄλλας ἀνάγκας; Τὰ χρήματα τῶν λιμενικῶν Ταμείων, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανήσει ἐναντίον τοῦ νόμου δι’ ἄλλας ἀνάγκας; Τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιίας, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν ἐναντίον τοῦ νόμου δι’ ἄλλας ἀνάγκας; Τί νὰ πληρώσω μὲ ἀντίτιμα, Κύριε; Ποῖος ἤθελε δεχθῆ νὰ πληρωθῇ δι’ αὐτῶν; Καὶ ποία ἦτο ἡ ἄλλη οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου Ταμείου, περὶ ἧς καὶ ταύτης σᾶς εἶπον, ὅτι εἶχον ἀφήσει ἔντοκα γραμμάτια, ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, ὁμολογίας δανείων, καὶ τὰ τοιαῦτα; Ἔχω δίκαιον, ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν νὰ ἀκούσητε, ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ τοῦ δημοσίου Ταμείου κατάστασις, καθ’ ὃν χρόνον παρῄτησαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνήλθομεν ἡμεῖς εἰς αὐτήν. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου, ἤτοι ἐπὶ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας καὶ 18 ἡμέρας, καθ’ οὓς αὐτοὶ ἐκυβέρνων, καὶ ἐπὶ τοὺς πρώτους τρεῖς μῆνας καὶ 12 ἡμέρας, καθ’ οὓς ἐκυβερνῶμεν ἡμεῖς, ἰδοὺ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου Ταμείου. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα μόνης τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου 1885, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1884, τὸ ὁποῖον εἶχε προηγηθῆ τοῦ χρόνου αὐτοῦ. Εἶχον δαπανηθῆ 45,176,636 δρ., εἶχον δ’ εἰσπραχθῆ 30,715,045, ἑπομένως εἶχεν ὑπάρξει ἔλλειμμα 14,461,591. Πῶς ᾠκονόμησαν τὰ ἐλλείποντα χρήματα; Ποῦ εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτὰ, καὶ ἠδυνήθη νὰ δαπανήσῃ, οὐ μόνον τὰ 30 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει, ἀλλὰ τὰ 45 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει ἐπίσημον κατάστασιν). Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας; Ἡ παροῦσα κατάστασις βεβαιοῖ, ὅτι εἶχε συστήσει ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς εἰρημένης Τραπέζης 800,000, περίπου δραχμῶν, ὅτι εἶχε λάβει παρ’ αὐτῆς δυνάμει αὐτοῦ 880,000. Σημειώσατε, ὅτι, πλὴν τῶν 880,000, ἃς εἶχε λάβει, περιελθὼν εἰς ἀνάγκας, εἶχε λάβει ἀκόμη χρήματα καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, οὗ ἕνεκα ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν, ὅταν ἐλάβομεν τὴν προκαταβολὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Κ)πόλεως, νὰ πληρώσωμεν 500,000 δρ., καθ’ ἃς εἶχε ὑπερβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἀνοικτὸν τοῦτον λογαριασμόν. Εἶχε λάβει παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης δι’ ἐντόκων γραμματίων 3,110,000 καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι μᾶς ἀφῆκεν ἔντοκα γραμμάτια, δὲν ἠξεύρω πόσα ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων διαθεσίμων ἐντόκων γραμματίων εἶχε λάβει παρὰ τῆς Τραπέζης 3,100,000, καὶ δὲν ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς εἰμὴ ἔντοκα γραμμάτια 898,200 δρ.· εἶχε λάβει ἐκ τῶν ἐν Παρισίοις κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. 3,502,453, καὶ ἐπλήρωσεν ἐλλείμματα διὰ κεφάλαιον δανείου, προωρισμένου ὑπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ δανείου δι’ ἄλλας ἀνάγκας καὶ ὄχι διὰ τὰ ἐλλείμματα. Ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, αἵτινες εἶχον κατατεθῆ τὸ 1884 ἐν ταῖς Τραπέζαις, ὡς ὑπέγγυοι διὰ τοὺς τόκους τῶν δανείων, συνεψήφισεν εἰς τὰς δόσεις τῶν δανείων τοῦ 1885 δραχ. 1,022,911. Εἶχε πορισθῆ ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν πραγματοποιηθεισῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, οἷον παρακαταθηκῶν, προκαταβολῶν, χρηματικῶν γραμματίων, συμψηφισμοῦ κτλ., δρ. 969,392· εἶχε πορισθῆ ἀπὸ προκαταβολὴν προσωρινὴν, δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἐθν. Τραπέζης πρὸς τὴν Πιστωτικήν, 1,130,000· εἶχε λάβει ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας 2,934,000. Οὕτως ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ μέχρι τοῦ Ἀπριλίου. Ἀλλ’ αὐτὰ ἔλαβε καὶ ἐπλήρωσεν εἰς ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνῆκον εἰς ἰδιαίτερα Ταμεῖα, εἴτε ἦσαν προωρισμένα εἰς εἰδικοὺς σκοπούς· ἑπομένως ἡ πληρωμὴ αὐτῶν εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ δημοσίου Ταμείου παρεσκεύαζε προσκόμματα εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, οἵτινες ἔπρεπε νὰ φροντίσωσι νὰ οἰκονομήσωσιν αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μετετράπησαν πρὸς ἄλλους σκοποὺς, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ ἔχοντες ἐπ’ αὐτοῦ δικαίωμα ἐπαρουσιάζοντο καθ’ ἑκάστην, ἀξιοῦντες νὰ λάβωσιν αὐτὰ παρ’ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν χρημάτων, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, διότι εἶχε λάβει τοιαῦτα ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, πρέπει νὰ σᾶς δώσω νύξιν τινὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ταμείου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἐκ τοῦ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας μετὰ τῆς Τραπέζης συνομολογηθέντος ἐξ 20 ἑκατομμυρίων δανείου, κατὰ τὸ 1883 δραχ. 3 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1884 δραχ. 8,200,000 καὶ κατὰ τὸ 1885 δραχ. 3,934,187, ἤτοι τὸ ὅλον 15,134,187. Μὴ ἀπορῆτε διατὶ τόσῳ ὀλίγα ποσὰ ἐλάμβανε κατ’ ἔτος, ἐνθυμούμενοι ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶχεν εἰπεῖ ἐντεῦθεν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον. Παρετήρει τις αὐτῷ τότε, ὅτι ἦσαν πολλὰ τὰ 20 ἑκατομμύρια, ἠδυνάμεθα δὲ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὁδοποιίας κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ δι’ ἥσσονος ποσοῦ, ὅτι λέγω εἶχε τότε εἰπεῖ, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δύναται νὰ δαπανήσῃ δι’ ἔργα ὁδοποιίας καὶ 6, καὶ 16, καὶ 26, καὶ 36 ἑκατομμύρια. Ἔλεγον τότε αὐτῷ οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτι, καὶ ἂν τὰ ἔχῃς τόσα ποσὰ, δὲν θέλεις δυνηθῆ νὰ δαπανήσῃς αὐτὰ, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐργάται, δὲν ὑπάρχουσιν ἐργαλεῖα, δὲν ὑπάρχουσι μηχανικοὶ ἀρκοῦντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενεν. Ὅθεν ἐψηφίσθη τὸ δάνειον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ δαπανήσῃ, εἰμὴ τόσα καθ’ ἕκαστον ἔτος ποσὰ, καὶ ἔλαβεν οὕτως ἐξ αὐτοῦ τὸ πρῶτον ἔτος δραχ. 3 ἑκατομμύρια, τὸ δεύτερον ἔτος δραχ. 8,200,000, καὶ δραχ. 3,934,187 τὸ τρίτον ἔτος. Ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσε 12,246,000 εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους 1,934,187, καὶ εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου δραχ. 953.880. Τὰ δύο τελευταῖα κονδύλια, δηλ. τὸ δαπανηθὲν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ τὸ δαπανηθὲν εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀνέρχονται εἰς 2,988,067· ταῦτα δὲ, ἐν ᾧ ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἐδαπάνησεν ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας 8 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπράξει ὡς ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχε δαπανήσει καὶ ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας· ὥστε εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ὠφείλοντο δραχ. 10,888,067, δαπανηθεῖσαι εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὠφείλοντο ὅμως προσέτι καὶ τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, διότι, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ Κράτος προκαταβάλλει τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ κρατῇ τὰ προκαταβληθέντα ἐκ τῶν πρώτων εἰσπράξεων τῶν Δήμων, ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ, ἐκράτησεν ὅλα τὰ ὑπὸ τῶν δημοσίων Ταμείων εἰσπεπραγμένα δημοτικὰ χρήματα, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐκράτησεν αὐτὰ, διότι ὤφειλον οἱ Δῆμοι εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐὰν κρατῶσι τοῦ Δήμου τὰ ἔσοδα, οὗτος δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, καὶ ὁ Δῆμος δὲν εἶναι ἀλλότριον τοῦ Κράτους στοιχεῖον, δὲν εἶναι τραπεζίτης ἀντίθετος, διὰ νὰ ἔχῃ τις τὸ ἐνδιαφέρον, ὄχι μόνον νὰ μὴ συντηρῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστρέψῃ αὐτόν. Δὲν εἶναι πολέμιος τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἀντίδικος αὐτοῦ. Ζητεῖτε νὰ ποιήσητε ἐπίσχεσιν τῶν χρημάτων τοῦ Δήμου, διὰ νὰ λάβητε ὅσα σᾶς ὀφείλει, ἀλλ’ ὁ Δῆμος εἶναι μονὰς κοινωνικὴ, μονὰς διοικητική· ἐὰν κινῆται, ἐὰν ζῇ, ἐὰν διαχειρίζηται καλῶς τὰ ἑαυτοῦ, ἐὰν ἐκπληροῖ τὴν ἀποστολήν του, ὑπηρετεῖ τὸ Κράτος, τὸ δὲ Κράτος ἔχει συμφέρον, ὄχι μόνον νὰ συντηρῇ τοὺς Δήμους, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς πάσας τὰς εὐκολίας, διὰ νὰ συντηρῶνται. Καὶ ὅμως ἀφῄρεσε λόγῳ προκαταβολῆς ὅλα τὰ ἔσοδα τῶν Δήμων, οἱ δὲ Δῆμοι, μάλιστα οἱ ἔχοντες ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται μετὰ τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου Ταμείου, εὑρέθησαν εἰς πλήρη παραλυσίαν. Ὠφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν καὶ περὶ τούτου μέτρα, διὰ νὰ ἀναστείλωμεν τῶν Δήμων τὴν νέκρωσιν. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἡ χρηματικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ὅτε παρελάβομεν ἡμεῖς τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ πῶς παρεδώκαμεν αὐτήν; Παρεδώκαμεν αὐτήν, ὅπως ἤθελε παραδώσει αὐτὴν πᾶς, εὐλαβῶς διαχειριζόμενος τὰ ἀλλότρια, πᾶσα Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ ἐφαρμόσει πολιτικὴν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἥτις εἶχε στρατολογήσει 85 καὶ πλέον χιλιάδας ἀνδρῶν, ἥτις εἶχε μετακομίσει ἐκ τῆς Εὐρώπης πληθὺν ὑλικοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ πληρώσει τὰς στρατιωτικὰς ἀποθήκας, ἥτις εἶχε πάντα παρασκευάσει, ὡσεὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἤθελε κληθῆ εἰς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν. Ἀλλὰ παρεδώκαμεν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν συγχρόνως καὶ 39 ἑκατομ. καὶ ἥμισυ, τὰ ὁποῖα μᾶς ἤλεγξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατὶ νὰ μὴ σπεύσωμεν νὰ τὰ δαπανήσωμεν, ἀφέντες αὐτῷ, ἀγνοοῦμεν πόσα ἐντάλματα ἀνυπόγραφα, καὶ περιαγαγόντες αὐτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κοπιάσῃ νὰ τὰ ὑπογράψῃ. Μαθητής τις τῆς Σχολῆς, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐξισούμενος πρὸς τὸν σχολάρχην κατὰ τὸ θάῤῥος, ἴσως ὑπερβαίνων αὐτὸν καὶ κατὰ τοῦτο, ἠγόρευε χθὲς καὶ ἀνέφερεν ἀριθμοὺς ἄλλους ἀντ’ ἄλλων, τοῦ ἄλλου κόσμου, κατὰ τὴν παροιμίαν, ἀναμιγνύων τὴν χρῆσιν τοῦ 1885 μετὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1884. Πραγματευόμενος ἐγὼ περὶ τοῦ 1885, εἶχον ἀναφέρει ἀριθμούς, αὐτὸς δὲ μετέφερεν αὐτοὺς εἰς τὸ τὸ 1884, καὶ τἀνάπαλιν. Ἤθελέ τις ὑπολάβει, ὅτι δὲν παρευρισκόμεθα ἐν Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἐν ἄλλῃ ὁμηγύρει, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἁμιλλᾶται, πῶς νὰ ἀπατήσῃ τὸν ἄλλον, εἴτε διὰ λόγου, εἴτε διὰ πράξεων, διὰ νὰ προσπορίσῃ εἰς ἑαυτὸν μικρόν τι ὄφελος, καὶ οὗτος σᾶς εἶπε περὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅτι ἀνῆλθον εἰς 72 ἑκατομμύρια. Ἐνδέχεται νὰ ἀνῆλθον εἰς 95, ἐνδέχεται νὰ ὑπερέβησαν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ νὰ ἀνῆλθον εἰς 100. Ἐγὼ ἐρωτῶ, πόσα, ἐνόσῳ ἤμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου; Σᾶς φέρω Ἰσολογισμὸν ἐπίσημον ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ σᾶς ἀποδεικνύω, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν Ἰσολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὅτι ἐδαπανήσαμεν 38 ἑκατομμύρια, ὁμολογῶ δέ, ὅτι ἀφήκαμεν προσέτι 9 ἑκατομμυρίων παραγγελίας ὀφειλομένας. Ἐὰν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀπήλθομεν, οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἐδαπάνησαν διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν 50 ἢ 100 ἑκατομ., διακρίνατε τὴν εὐθύνην σας ἀπὸ τὴν ἰδικὴν μας. Ἠδύνασθε νὰ τὰ δαπανήσητε, ἀλλ’ ἂν καλῶς ἐδαπανήσητε ταῦτα, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ τὰ δαπανήσητε, ὡς λέγετε, ὅτι τὰ ἐδαπανήσητε. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη διὰ τὴν δαπάνην ταύτην ἐπιβαρύνει, μᾶς λέγουσιν, ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς φέρομεν τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθημεν. Βεβαίως ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι ἄμεσος συνέπεια τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθημεν, καὶ διότι τὴν ἠσπάσθημεν, ὑπέχομεν εὐθύνην, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ δώσωμεν λόγον. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς θέλητε νὰ κατασκευάσητε στρατῶνας, νὰ κατασκευάσητε ὁδοὺς, ἐὰν ἠθελήσατε νὰ στείλητε εἰς τὴν Εὐρώπην ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἢ τῆς ξηρᾶς μετὰ μεγάλων ἐπιμισθίων, καὶ νὰ μείνωσιν ἐκεῖ 6, 8, 10 μῆνας, εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι ἐπὶ τούτοις; Ἐπειδὴ κατέχετε τὴν Ἀρχὴν, ἔχετε νόμιμον δικαίωμα νὰ δαπανᾶτε δὲν ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε, ἀλλ’ ἐὰν ἐδαπανήσατε καλῶς, ἢ κακῶς, αὐτὸ θέλει ἐκτιμηθῆ. Λοιπὸν τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς δαπάνης ὡς ἀναγκαίας, δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε. Καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡμεῖς ἠσπάσθημεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσητε 150,000,000 μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν; Δὲν διστάζετε μήπως σᾶς εἴπῃ τις, ἂν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εὗρον κενὰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπλήρωσαν αὐτὰς, οἱ ὁποῖοι εὗρον κενὰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὰς ἐπλήρωσαν, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν ὅπλα καὶ φυσίγγια, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν πυροβόλα καὶ ἐκσφενδονιστικὰς μηχανὰς, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὰς γερμανικὰς τορπιλλοφόρους μηχανὰς, καὶ τὴν «Μυκάλην» καὶ «Σφακτηρίαν,» οἱ ὁποῖοι τέλος διέθρεψαν καὶ συνετήρησαν 85,000 στρατοῦ ἐπὶ ἕξ ἢ ὀκτὼ μῆνας, ὡς εἶπον οἱ μεμφόμενοι ἡμῶν, ἂν αὐτοὶ ἐδαπάνησαν 47,000,000 δι’ ὅλας ταύτας τὰς ἀνάγκας, σεῖς, διὰ νὰ διαλύσητε αὐτὸν τὸν στρατὸν, ἐδαπανήσατε 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια; Δότε τέλος πάντων ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀπευθύνουσι τὴν ἐρώτησιν ταύτην· μὴ θέλετε νὰ κρυβῆτε ὑπὸ τὸν ἐπενδύτην ὑμῶν. Ἐκτὸς δὲ τῆς τύχης ταύτης τῶν ἀριθμῶν, εἴχομεν τὰς ἡμέρας ταύτας καὶ οἰκονομικὰς θεωρίας καινοφανεῖς. Προκαλῶ ἕκαστον ὑμῶν, καὶ τὸν προκαλῶ καὶ διὰ περιδόσεως, ἂν θέλῃ, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἐγνώριζεν, ὅτι ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους δὲν ἀναγράφονται ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς ἀναγραφομένων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσιν οἱ χρηματιστικοὶ λογαριασμοί. Αὐτὴν τὴν θεωρίαν δὲν ἐγνώριζον. Ἐγνώριζον, ὅτι χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ καὶ δοσοληψίαι χρηματικαὶ δηλοῦσι τὰς προσωρινὰς καταθέσεις καὶ ἀναλήψεις χρημάτων· ἀλλ’ ἐγνώριζον, ὅτι, ἐὰν ἐκ τῶν ἐργασιῶν τούτων ἤθελε προκύψει ζημία τις τοῦ δημοσίου Ταμείου, αὕτη ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διότι οὐδὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἔξοδον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀναγράφηται εἰς τὸν Ἀπολογισμόν. Ἂν οἱ χρηματικοὶ λογαριασμοὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1882 ἢ 1883 ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἢ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον Ταμεῖον νὰ ἀποδώσῃ ποσὰ, τὰ ποσὰ ταῦτα ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἐτησίῳ Ἀπολογισμῷ. Τί λέγουσι δὲ οἱ ἐτήσιοι Ἀπολογισμοί; Σᾶς δεικνύω τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1881, ἐπίσημον ἔγγραφον, ἀναγράφον, ὅσα εἰσὶν ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις. (Ἀναγινώσκει). «Κατάστασις τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1881. Εἰσεπράχθησαν ἔσοδα εἰς παλαιὰς δραχμὰς 46,788,883.75, ἤτοι εἰς νέας δραχμὰς 41,775,788.19· ἐδαπανήθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1882 εἰς παλαιὰς δραχμὰς 113,605,102.76, ἤτοι εἰς νέας 101,433,127.52. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἓν λεπτὸν ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανηθέντων ἐξόδων. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν τόσα, ὅσα ἀναγράφονται, τί ἐπῆλθε; Εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1881 εἰς νέας δραχμὰς 41,775,788.19, ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς νέας 101,433,127.52· ἄρα ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχμῶν 59,657,339.33. Καὶ κατὰ τὸ 1880 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ὑπάρχει κατακεχωρισμένος ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1880. Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦτον, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 συνίσταται εἰς 22,774,292. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, προστιθέμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1881, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 82,431,631.34. Πῶς ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Διὰ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν 20 σελ., 82,122,780.02, εἰσεπράχθησον ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἤτοι ἀπὸ ἀντίτιμον τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, δραχ. 10,526,540, ἤτοι τὸ ὅλον 92,649,320.02· δι’ αὐτῶν ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1880 καὶ 1881, καὶ ἔμεινεν ὑπόλοιπον 10,267,688.68. Πῶς λέγετε, ὅτι ἐδαπανήσατε εἰς συναλλάγματα τοῦ προκατόχου ὑμῶν; Ἀλλ’ αἱ συναλλαγματικαὶ τοῦ προκατόχου σας περιέχονται ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1880 καὶ 1881, τὰ δὲ ὑπολειφθέντα χρήματα δὲν φαίνονται σημειωθέντα ἀλλαχοῦ. Διατὶ, μᾶς λέγουσι, κατελογίσαμεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τοῦ 1882 καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ τότε πωληθέντος ἀχρήστου ὑλικοῦ; καὶ μᾶς παρατηροῦσιν, ὅτι ὑλικὸν εὗρον, ἀλλὰ καὶ παρέδωκαν τοιοῦτον. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται; Πρόκειται περὶ ὑλικοῦ ἀγορασθέντος, καὶ ὑλικοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις; Πρόκειται περὶ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐξεποιήσατε ἐν δημοπρασίᾳ, καὶ ἐλάβετε ἀντ’ αὐτοῦ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔκτακτον ἔσοδον, τὰ ὁποῖα κατελογίσατε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, καὶ εἰσεπράχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον. Τί ὁμιλεῖτε περὶ ἀγορᾶς ὑλικῶν, τὴν ὁποίαν τυχὸν ἐπράξατε; Ὅσα δι’ αὐτὰς ἐδαπανήθησαν, κατελογίσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα; Ἐπειδὴ δὲ εἰσεπράξατε 5,209,264, ἕπεται, ὅτι ἤλθετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1882 λαβόντες κληροδοτήματα ἀπὸ τοὺς προκατόχους ὑμῶν 15,507, 952.68. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πασιφανὲς καὶ αὐτόδηλον, διότι δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τοὺς ἀριθμούς. Καὶ ἂν ἐν ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ ἤθελέ ποτε ἀναφέρει τις, ὅτι, ὅταν παρ’ ἡμῖν ἀναφέρωσιν ἀριθμοὺς ἄνθρωποι κυβερνῶντες τὴν χώραν, πρέπει ν’ ἀνατρέχῃ τις ν’ ἀνευρίσκῃ ἀποδείξεις καὶ δημόσια ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐλέγχῃ αὐτοὺς, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουσιν, εἶναι ἀνακριβεῖς, καὶ ὅτι τοῦτο ἀπεδείχθη δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἤθελον ἐκπλαγῆ, ἢ ἤθελον καγχάσει μὲ τὴν ἀτυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐσμὲν ἠναγκασμένοι νὰ μεταφέρωμεν ὅλα τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, ὅλα τὰ δημοσιευθέντα βιβλία καὶ τὰς καταστάσεις, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν διαστροφὴν καὶ τὴν ἀλλοίωσιν τῶν ἀριθμῶν, ὡς ἂν οἱ ἀριθμοὶ νὰ δύνωνται νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ 8 εἰς 10 καὶ ἀπὸ 10 εἰς 100.
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν, Κύριε Πρόεδρε.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἀγαπᾶτε, νὰ ἀναβάλωμεν.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 64 βουλευταί).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.