Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Α› Sitting 41

1887.03.23

2,322 rows · 18,196 words · 3 tables · 81 turns

Date
1887.03.23
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1887)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41

τῆς 23 Μαρτίου 1887.

(Δευτέρα).

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀκούσῃ τὴν αἴτησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου. Ὀλίγαι λέξεις εἶναι.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Κύριε Πρόεδρε, καθῆκον ἡμῶν ὑπολαμβάνομεν, νὰ ὑποβάλωμεν ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου τελεσθήσονται ἀνυπερθέτως τῇ 12ῃ Ἀπριλίου, Κυριακῇ τοῦ Θωμᾶ, περὶ ὥραν 10 π. μ. «Τὴν τελετὴν ταύτην, ἐν ᾗ ἀποδοθήσεται ἡ πρώτη πάνδημος τιμὴ εἰς τὴν μνήμην τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνισμοῦ, εὐελπιστοῦμεν, ὅτι εὐδοκήσει καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων νὰ τιμήσῃ προσηκόντως.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐγκρίνει ἡ Βουλή;

§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπή.

§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Κερκύρας εἶναι οἱ καταλληλότεροι.

§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κληρωθῇ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ παρασταθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων.

§7ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πάντες οἱ τοῦ νομοῦ Κερκύρας νὰ παρουσιασθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν παρουσιασθῶσιν ἅπαντες, εἶναι τὸ αὐτό.

§8ΣΑΚΚΗΣ. Πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν εἰς τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ στείλῃ ἐπιτροπήν.

§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ βουλευταὶ, οἱ θέλοντες νὰ μεταβῶσι, λαμβάνουσιν ἐντολὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Βουλήν.

§10ΚΑΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον συνιστᾷ ὁ κ. Καραπάνος, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις ἐθνική. Πρέπει νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ παρασταθῇ εἰς τ’ ἀποκαλυπτήρια. Ἄλλως τε, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ζητεῖται τοῦτο, δὲν εἶναι πολὺ τιμητικὸς διὰ τὸ Ἔθνος, προκειμένου περὶ Καποδιστρίου. Προτείνω ν’ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ὁ Καποδίστριας δὲν ἦτο Κερκυραῖος, ἀλλ’ ἦτο ἄνθρωπος τοῦ Ἔθνους.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂν καὶ φρονῶ, ὅτι καταλληλότεροι εἶναι οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Κερκύρας βουλευταὶ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὅμως διαφωνία, ἂς διορισθῇ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.

§12ΤΙΝΕΣ. Πενταμελής.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλεχθῶσι πέντε βουλευταί;

§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Καπετανάκης ζητεῖ, ἵνα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 διορθωθῇ τὸ γενόμενον ἀδίκημα εἰς τὸν Π. Πετρουνάκον. Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς κατά τινα χωρία τῆς ἐπαρχίας Λακωνίας.— Αἴτησις Δημητρίου Μανιατάκη, αἰτουμένου, ὅπως ἐπισκεφθῇ αὐτὸν ὁ ἰατρὸς εἰς τὰς φυλακάς. Τροπολογία, προτεινομένη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δημητριάδου καὶ Νοταρᾶ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἑτέρα ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν Κεφαλληνίας, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 141 καὶ 142).— Αἴτησις τῶν κατοίκων καὶ κτηματιῶν τῆς συνοικίας Φωταερίου, ὅπως μετατοπισθῶσιν ἀλλαχοῦ τὰ ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ χαμαιτυπεῖα.— Αἴτησις Πηνελόπης Ν. Διάκου, αἰτουμένης βοήθημα. — Ὁ Χρόνης Μπασδέκης αἰτεῖται αὔξησιν τῆς συντάξεώς του.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας εἰσαχθέντων σωλήνων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου Γαργαλιάνων, ὡς καὶ σιδηρᾶς γεφύρας διὰ τὸν ἐν Καλάμαις ποταμὸν Νέδοντα, διότι πρόκειται περὶ τοιούτων σωλήνων, οἵτινες εἰσήχθησαν πρὸ τοῦ νόμου παρὰ τοῦ Δήμου, καὶ δεύτερον περὶ σιδήρου, ὅστις εἰσήχθη παρ’ ἰδιωτῶν, συνδρομῇ τοῦ Δήμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 143).

§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ μίαν κατάστασιν, ἥτις ἔχει σχέσιν μὲ τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. (Ἀναγινώσκει τὴν αἴτησιν).

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ πλεῖστα τούτων εἶναι δημοσιευμένα, ἀλλὰ θέλω τὰ καταθέσει.

§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶδον εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι ἀπελύθησαν δύο τῶν καθηγητῶν τοῦ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου Φιλιατρῶν. Δὲν θέλω νὰ μάθω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπελύθησαν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι δυσάρεστον, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ σπεύσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἀπολυθέντας, διότι δὲν εἶναι δίκαιον τὸ Γυμνάσιον νὰ μένῃ ἄνευ καθηγητῶν.

§20ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Ἀληθῶς πρό τινων ἡμερῶν εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόλυσιν δύο καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Φιλιατρῶν, διὰ λόγους, οἵτινες ἐπέβαλλον τὸ μέτρον τοῦτο, συμφώνως καὶ μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καθ’ ὅσον διετάχθησαν ἀνακρίσεις, αἵτινες διεξήχθησαν ὑπὸ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ἀμφότεροι οἱ καθηγηταὶ ν’ ἀπολυθῶσι, συγχρόνως δ’ ἔλαβον πρόνοιαν περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀπολυθέντων, καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ἦναι οἱ διάδοχοι αὐτῶν εἰς τὴν θέσιν των. Σχετικῶς πρὸς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθεσα, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας βουλευτοῦ, καταθέτω καὶ πίνακα περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων.

§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Τζάνες εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ παραβάσεως νόμου ὑπὸ ἀπαριθμητῶν. Ἔλαβον τὰς προσηκούσας πληροφορίας, καὶ καταθέτω τὸ περὶ τούτου τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ καταδίκου τινός. Καὶ περὶ τούτου ἔλαβον πληροφορίας, καὶ καταθέτω ταύτας.

§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μονή τις ἐν Λευκάδι, ἔχουσα ἰδιοκτησίαν, εἶχεν ἐνοικιάσει αὐτὴν πρὸ πολλῶν ἐτῶν· ἤδη πρόκειται νὰ λήξῃ ἡ ἐνοικίασις, καὶ μάλιστα ὑπάρχουσιν ἐνοικιασταί, οἵτινες προσφέρουσι τετραπλάσιον μίσθωμα· ὑπεβλήθη δὲ πρὸ πολλοῦ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐπισπεύσῃ νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν του, ἵνα γίνῃ ἡ ἐνοικίασις, διότι, κατὰ τοὺς νόμους τῶν Ἰονίων Νήσων, ἡ ἐνοικίασις ἀνανεοῦται.

§23ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὔριον θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.

§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομαι, Κύριε Πρόεδρε, ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν ὑπέβαλον. Παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, περιέχοντα κατ’ ὄνομα τοὺς ὑπαξιωματικούς, στρατιώτας καὶ χωροφύλακας, ὅσοι μετέβησαν εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοκαρνανίας μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.

§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ὁ τοιοῦτος πίναξ, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος. Δὲν ζητεῖτε, πόσοι ἐντεῦθεν ἀπεστάλησαν, ἀλλὰ πόσοι ἀπεστάλησαν ἐκεῖ ἐξ ὁποίων δήποτε ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Περιμένομεν τὰς πληροφορίας, ὅπως καταθέσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.

§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ δὲ τῶν ἀπολογισμῶν;

§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπέβαλον διαφόρους πίνακας, οἵτινες ἄλλως τε εὑρίσκονται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλα χειρόγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη ἀποσταλῆ πρὸς τύπωσιν.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).

§29ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ προστεθῶσι δύο λέξεις: νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωσιν ὁ ὑποψήφιος, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του.

§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι προτιμότερον νὰ μείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Κατ’ αὐτὸ, μόνον εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίζωσι, διότι ὑποχρεωτικῶς ἀποστέλλονται, ἐνῷ οἱ ἄλλοι μεταβαίνουσιν οἰκειοθελῶς. (Διάλογοι).

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρικάκης ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει). «Οἱ δὲ ὑποψήφιοι δύνανται νὰ ψηφοφορῶσιν ἀδιακρίτως ἐν ἑνὶ τῶν τμημάτων τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχίζων, Κύριοι τὴν προχθὲς διακοπεῖσαν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἀγόρευσίν μου, παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν καὶ αἱ ἐκ τῆς ἐπιστρατείας ἔκτακτοι δαπάναι ἐδείνωσαν τὴν ὑφισταμένην ἀνωμαλίαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπιβάλλουσι δὲ εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἀναπόδραστον καὶ ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον, νὰ σκεφθῇ καὶ λάβῃ μέτρα ῥιζικωτέρας θεραπείας. Αἱ συμπτωματικαὶ θεραπεῖαι, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθησαν, εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν ἡμᾶς. Ἡ ῥιζικὴ θεραπεία ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἱκανοποιεῖ μόνον τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν, δὲν ὠφελεῖ μόνον τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἡμῶν καὶ ἑδραιωθῇ ἡ περὶ αὐτοῦ πεποίθησις ἐπί τινα ἔτη, θὰ ἀνορθώσωμεν πλήρη τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, χρησιμοποιοῦντες δὲ τὴν πίστιν ἡμῶν, θὰ κατορθώσωμεν, ὅπως καὶ τὰ ὑπάρχοντα χρεώγραφα ὑπερτιμηθῶσι καὶ ἑπομένως ἡ μετατροπὴ αὐτῶν καταστῇ ἐφικτὴ, ἐπὶ ἀνακουφίσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἡμῶν, καὶ ξένα κεφάλαια εὐχερῶς καὶ ἐπὶ συμφέρουσιν ὅροις θὰ προσπορισθῶμεν, χρησιμεύσοντα εἰς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων τῆς χώρας ἡμῶν. Τὸ ἰσοζύγιον ὑπαγορεύεται καὶ ὑπὸ ἑτέρας ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν πάντες αἰσθανόμεθα, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ κατορθώσωμεν, ὡς οἷόν τε ταχύτερον, τὴν προμήθειαν ξένων κεφαλαίων, ἤτοι τὴν συνομολόγησιν δανείου, χρησιμεύσοντος εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τὴν μετρίασιν τῶν ἐξ αὐτῆς κακῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι, συζητοῦντες περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος, δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ πρὸ τῆς ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον ἡ ἀναγκαστικὴ αὕτη κυκλοφορία βαρύνει αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας βάρος τοῦ δημοσίου Ταμείου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ὅταν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσητε ὅ,τι τὸ Δημόσιον δαπανᾷ διὰ διαφόρους προμηθείας τῶν πολεμικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἔχετε ἀμέσως δαπάνην ἐτησίαν, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βαρύνουσαν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐκ δραχμῶν 10 ἑκατομμυρίων. Βεβαίως δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν κοινωνίαν, εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως, ὁμιλῶν πρὸς βουλευτὰς, γινώσκοντας τὰ κατὰ τὸν τόπον ἡμῶν, νὰ ὑπολογίσω, ὁποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς ἁπάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εὑρισκόμενοι λοιπὸν πρὸ τῆς σιδηρᾶς ταύτης ἀνάγκης, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὀφείλομεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν τριῶν στοιχειωδῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων πληροῦνται τὰ ἐλλείμματα καὶ ἀποκαθίστανται τὰ ἰσοζύγια εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς πάντων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἤτοι τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν (οἰκονομιῶν), τῆς συνομολογήσως δανείων, καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ ἐπιβολῆς νέων τοιούτων. Καὶ προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔδειξεν ὀλιγωρίαν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐφικτῶν οἰκονομιῶν καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις καὶ ἐν τοῖς πολεμικοῖς. Ἐὰν παραβάλητε τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ἤδη ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὑπάρχοντα, πρὸς τοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι οὐδεμία θέσις νέα προσετέθη, τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχουσι θέσεις τινὲς, καταργούμεναι τὸ πρῶτον νῦν, ἀνάξιαι μὲν λόγου, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐνδεικνύουσαι τὴν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν Προϋπολογισμῷ δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ οὔτε μικρὸν ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα λόγῳ προσθήκης θέσεως, εἰς δὲ τὰ Ὑπουργεῖα τὰ πολεμικὰ, πρὸ πάντων τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι ἐπῆλθε πᾶσα ἐφικτὴ οἰκονομία· ἐννοεῖται, ὅτι πάντοτε ἐλήφθη ὡς ἀφετηρία, νὰ μὴ παραβλαφθῇ ἡ λειτουργία τοῦ ὑπάρχοντος στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν αἱ δυνάμεις αἱ στρατιωτικαὶ τῆς χώρας, πρόνοια δὲ μόνον ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν στελέχεων τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ὅπως ἡ Ἑλλὰς δύνηται ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ἐπιστρατευθῇ εὐκόλως. Ἀλλ’ ἐλέχθη εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν, τὴν διαλυθεῖσαν, καὶ νῦν ἐπανελήφθη, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀρχῆθεν τάσιν, καὶ σήμερον ἀκόμη εὑρίσκεται ἐμπεφορημένος ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλαττώματος, ν’ αὐξάνῃ τὰς δαπάνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατώρθωσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ 53 ἢ 54 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1880, νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς 96 ἑκατομμύρια. Βεβαίως, ὅταν τις ἀκούσῃ διαφορὰν 40 ἑκατομμυρίων, ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως νομίζει, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, βεβαίως προσέθηκε δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι. Αὐτὴ αὕτη ἡ αἰτίασις εἶχε προβληθῆ, συζητουμένου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, τότε δὲ αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, παρετήρησεν, ὅτι αἱ παρατηρούμεναι αὐξήσεις εἰς τὰ ἔξοδα ἐπεβάλλοντο ὑπὸ ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων ἀπαραιτήτων καὶ ἀναποφεύκτων, διὰ τὰς ὁποίας ἄλλως δὲν ἦτο αὐτὸς ὑπεύθυνος. Συγκρίνων δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν τοῦ 1880, εἶπε τότε, ὅτι

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας εἶχε προστεθῆ δαπάνη περίπουΔρ. 4,000,000
διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 800,000
» 120 » » 8,000,000
ἔξοδα ὁδοποιΐας » 1,000,000
ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείου » 1,500,000
συντάξεις πολιτ. ὑπαλλήλων » 300,000
συντήρησιν καταδίκων » 100,000
ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας
(ἔχοντα ἀνάλογον αὔξησιν ἐσόδων) » 1,498,000
Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 7,300,000
» Ναυτικῶν » 2,300,000
Τὸ ὅλον Δρ.26,998,000

Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς, ἥτις παρουσιάζεται ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880 καὶ 1883, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ συγκρίνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ὅσοι εἶσθε βουλευταὶ κατὰ τὸ 1880, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ πρόγραμμα οἰκονομιῶν, πράγματι δὲ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰς ἐπραγματοποίησεν ἅμα ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν· οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἐκρίθη ὑφ’ ὅλων τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων ὡς εἷς τῶν οἰκονομικωτέρων Προϋπολογισμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἀνεβίβασε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς δραχ. 53,000,000 περίπου· τίς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880; Μεγίστη καὶ κεφαλαιώδης διαφορὰ εἶναι εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἀνερχομένη εἰς τὸ οὐ σμικρὸν ποσὸν τῶν δραχ. 25,384,358. Δεύτερον, εἰς τὰς συντάξεις 728,566. Τρίτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 8,173,183. Τέταρτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 1,768,066, καὶ πέμπτον, εἰς τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως 4,341,135. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ διαφορὰ αὕτη ἐνέρχεται εἰς 40,395,308. Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 συνετάχθη εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἐνῷ ὁ τοῦ 1887 ἐμφαίνει νέας δραχμὰς, ἀλλὰ προσθέσατε τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ διοίκησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἔχομεν τὸν αὐτὸν σχεδὸν Προϋπολογισμόν.

§34ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἶναι ἐξωγκωμένοι οἱ ἀριθμοί.

§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐκ καταστάσεως λεπτομεροῦς λαμβάνων σᾶς ἀναγινώσκω. Κατὰ τὸ 1880 δημόσιον χρέος παλ. δραχ. 12, 952,070. Κατὰ τὸ 1887 ἐκ νέων δραχ. 46,948,706. Συντάξεις κατὰ τὸ 1880 παλ. δραχ. 3,890,030, κατὰ τὸ 1887 ν. δραχ. 4,201,780. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλ. δραχ. 11,100,586, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχ. 18,084,420. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλ. δραχ. 2,111,229, κατὰ τὸ 1887 ν. δραχ. 3,652,887. Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, κατὰ τὸ 1880 π. δραχ. 2,381,384, κατὰ τὸ 1887 ν. δραχ. 6,467,368. Δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ λάβητε εἰς χεῖράς σας τοὺς δύο Προϋπολογισμούς, καὶ θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν· εἶναι ζήτημα ἀριθμητικὸν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ προχθὲς ἐποιησάμην μνείαν αἰτιάσεώς τινος κατὰ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἰτιάσεως, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶχεν ἐντεῦθεν ἐκτοξευθῆ, καὶ προχθὲς μετὰ μείζονος λεπτομερείας ἀνεπτύχθη, τῆς αἰτιάσεως, ὅτι 25,000,000 εἶχε παραλάβει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὴν προκάτοχον αὐτῆς. Καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς κατέθηκαν λογαριασμοὺς, ἀλλὰ κατὰ διάφορον τρόπον συντεταγμένους, δι’ ὧν προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὁ μὲν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 25,000,000, ὁ δὲ, διορθώσας αὐτὸ, ἠλάττωσεν εἰς 15,000,000. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἀμφότεροι ὑπολόγισαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος διαχείρισις εἶχε παραδώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1882, ἐνδεικνύει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε λυπηρὰν αἴσθησιν· ἀμφότεροι τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν ποιοῦσιν ἐξετάζοντες μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν χρήσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν ἑταιριῶν ὑπάρχει μία μερὶς «κέρδη καὶ ζημίαι». Τοιαύτη μερὶς ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, κυρίως κατοπτρίζοντα τὰς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰς χρηματιστικὰς, ἤτοι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν παρακαταθηκῶν, τὰ τιμήματα ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν πωλεῖται, τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον χρῆμα ἐκ συνομολογουμένων προσωρινῶν δανείων, κλπ. Ἑπομένως δὲν πρέπει τις ἐκ τῶν Ἀπολογισμῶν ἑκάστης χρήσεως νὰ συναγάγῃ ποσόν τι, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ περίσσευμα, παραδοθὲν ἀπὸ προκάτοχον εἰς διάδοχον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἶχεν οὕτω διατυπώσει τὴν αἰτίασίν του· εἶπεν, ὅτι «ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 εἶχεν εἰσπράξει

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
δραχ.10,356,840
Ἀπὸ δάνειον 120,000,000 » 82,122,780
Ἀπὸ νομισματοποιΐαν » 1,200,000
Ἀπὸ ὑλικὸν » 3,090,000
Ἤτοι τὸ ὅλον » 96,949,620
Ἐπλήρωσεν εἰς ἐλλείμματα τῶν
ἐτῶν 1880 καὶ 1881. » 82,431,631
Ἄρα παρέλαβε » 14,517,989

Ἀλλὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 βεβαίως δὲν ὑπῆρχον ἀδιάθετοι κατὰ τὸ 1882, διότι αὗται εἶχον διατεθῆ ἀπὸ τοῦ 1880, ἀδιάφορον, ἂν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ἢ ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργόν. Ἀδιάθετοι ὁμολογίαι ὑπῆρχον μόνον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἔχω δὲ ἀκριβῆ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ σημείωσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μαρτίου 1882 παρέλαβεν ἀπὸ τὸ
δάνειον τῶν 120,000,000 ἐν Παρισίοις 11,286,604
Ἀπὸ Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δαν. 2,017,000
Ἀπὸ 4,954 ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δαν. 1,838,961
15,142,565
Ἀπὸ δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887
Ἐν ὅλῳ 24,946,452
Ἐπλήρωσεν εἰς ἔξοδα ὀφειλόμενα
τῆς χρήσεως 1881 28,928,765

Ἰδοὺ δὲ πῶς συμβιβάζεται μὲ τὴν σημείωσιν ταύτην τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπῆρχεν ὡς ἐκ τῆς νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τιμήματος ὑλικοῦ, διότι καὶ ταῦτα, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000, θ’ ἀφήσωσιν ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 307,667. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημειώσεως ταύτης τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι μικρὰ, ἀνερχομένη εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἐγὼ ὅμως, νομίζων, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἔχρηζε μείζονος ἐλέγχου, ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν καταστάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐσχημάτισα πίνακα, δεικνύοντα ἀκριβῶς τὴν γενομένην ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1884. Τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς Ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἀνήρχετο εἰς 12,345,682, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς Ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1884 ἀνήρχετο εἰς 15,442,583, ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι 3 περίπου ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβάλλῃ τις τοιαύτας αἰτιάσεις περὶ περισσευμάτων, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οἱ Ἀπολογισμοὶ ἔχουσιν, ὡς οἱ προαγορεύσαντες παρέστησαν, πρέπει καὶ αὖθις νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα ἐκ τῶν προηγουμένων διαχειρίσεων, καὶ παραβάλλοντες ταῦτα πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, νὰ ἐξαγάγωμεν ὀρθὰ συμπεράσματα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσι ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἀπομείνῃ εἴς τινας ἐξ ὑμῶν ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 παρέλαβεν 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἐμφαίνονται. Εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι, ἀφοῦ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξήντλησε τὰς κατὰ τὴν κρίσιν της ἐφικτὰς οἰκονομίας, καὶ ὤφειλε τῷ ὄντι νὰ κάμῃ οἰκονομίας, διὰ νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀπέκοψε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκοπῇ ἐκ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, χωρὶς νὰ παραλύσῃ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκόψῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ παραλύσῃ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, τὸ ἀπέκοψεν, ἀπέμειναν τὰ δύο ἕτερα μέσα, «τῆς συνομολογήσεως δανείων», καὶ τῆς «ἐπιβολῆς νέων φόρων», ἢ τῆς «αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων.» Περὶ τοῦ δευτέρου κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ὁμιλήσω, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν δανείων· ἑπομένως περιορίζομαι εἰς τὸ τρίτον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ, καὶ καλῶς ἔπραξεν ἐπιβαλοῦσα, ὅσους ἐπέβαλε φόρους. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων τούτων, οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν μεταξὺ των γνώμην. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος εἶπε καὶ ἔγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, ὅπως ἀνασηκώσωσι τὰς αὐξήσεις ταύτας τῶν φόρων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἴδιον περίπου ἰσχυρίσθη καὶ ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. συνάδελφος· ἀλλ’ ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἰσχυρίσθη, ὅτι, καὶ ἂν εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰσπράξιμοι, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ἂν εἰσπραχθῶσι, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀναβιβασθῶσι τὰ ἔσοδα ἄνω τῶν 63 ἑκατομ., καὶ δι’ αὐτὸ ὡμίλησε περὶ ἐλλείμματος 30 ἑκατομ., ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅλοι βεβαίως ἐστηρίχθησαν πρὸ πάντων εἰς ἓν ἐπιχείρημα, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἐσφαλμένοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἶναι ἰδανικός, καὶ ὅτι ἅπαν τὸ οἰκοδόμημα, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη, δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ δὲ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος προσέθηκεν, ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ καταστραφῶσιν ὑλικῶς αἱ δυνάμεις τῆς χώρας, ὅτι θὰ καμφθῇ ὑλικῶς ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς χώρας ὑπὸ τὸ βάρος τῶν νέων φόρων. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγεννήθη μοι ἡ ἀπορία πρὸ πάντων ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. βουλευτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἐνεθυμήθην, ὅτι εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν ἐχρησίμευσεν ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τοῦτο, διὰ νὰ δείξω ἀνακολουθίαν τινὰ ὑμῶν, ἢ ἀντίφασιν· τοὐναντίον, καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχῃ τις τὴν αὐτὴν πάντοτε γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων τῆς χώρας.

§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμήν μου.

§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκτοτε μέχρι σήμερον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου εἶναι αἱ αὐταί, δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην ὑμῶν. Ὁ κ. Καραπάνος ἦτο εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, καὶ ἡ ἔκθεσίς του φέρει χρονολογίαν 26 Ἰανουαρίου 1884.

§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὰ τέλη τοῦ 1884 ὡμίλησα καὶ ὑπεστήριξα τὰ αὐτά.

§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε διὰ ζώσης, διότι ἀγορεύων τις ἐνταῦθα δύναται νὰ εἴπῃ καί τι ἀνακριβὲς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ὅταν γράφῃ ὅμως, γράφει ἀκριβέστερον καὶ προσεκτικώτερον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Καραπάνου. (Ἀναγινώσκει). «Ἔκθεσις εἰσηγητικὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ἀπὸ 26 Ἰανουαρίου 1884. «Εἰσηγητὴς Κύριος Καραπάνος. «Κατὰ σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου πρὸς τὸν τοῦ 1880, διὰ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, τὰ ἔξοδα τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων παρουσιάζουσιν αὔξησιν ἐκ δρ. 2,500,000, ὅταν ἀφαιρεθῶσιν αἱ διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν δαπάναι· ἡ τοιαύτη αὔξησις δικαιολογεῖται ἐκ τῆς κανονικῆς προόδου τοῦ ἔθνους, ἀναλογοῦσα δὲ εἰς 5% ἐπὶ τῶν τακτικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δαπανῶν, δὲν εἶνε ὑπερβολική. «Εἰς ταύτην ὅμως δέον νὰ προστεθῇ ἡ ἐκ δρ. 10,000,000 καὶ ἐπέκεινα αὔξησις τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἡμῶν πληρωμῶν, καὶ πλὴν τούτων ἡ αὔξησις τῶν διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις ἡμῶν. «Ἀπέναντι τοιούτων ἀναγκῶν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς διὰ τῶν νέων δαπανῶν προαγωγῆς τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους, διότι διὰ τῶν οἰκονομιῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομήσωμεν ποσὸν ἄξιον λόγου.» Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς περὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω καὶ πάλιν ἐπισταμένως, μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ ὑπερβολή τις εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου, τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπισταμένως ἐξετάσασα τὰ κατὰ τὰς αὐξήσεις ταύτας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ ἐσόδων, δέον νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὰ βεβαιούμενα καὶ οὐχὶ τὰ εἰσπραττόμενα, διότι, ἐὰν εἰς τὰ βεβαιούμενα ὑπάρχῃ καθυστέρησίς τις πρὸς τὰς εἰσπράξεις, βεβαίως ἡ ἐλάττωσις αὕτη καλύπτεται ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Διὰ τοῦτο οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ἔχουσιν ὡς βάσιν τὰ βεβαιούμενα. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 εἶχε μὲν ὡς ἀφετηρίαν τὰ βεβαιωθέντα ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἔτος 1886, ἀλλ’ εἶχεν ὡς βάσιν καὶ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἐλήφθη δὲ, ὡς βλέπει τις ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκθέσει, βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἐκ τοῦ μέσου ὅρου κἄτι τι ἀφῃρέθη, δὲν ὑπελογίσθη δὲ εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ προϊοῦσα αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἐπὶ παραδείγματι, αʹ) φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν 2,303,900· ἐντὸς λοιπὸν τοῦ μέσου ὅρου μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 20% ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· βʹ) ἡ αὔξησις ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὁ μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν εἶναι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος, 244 ἑκατομμύρια λιτρῶν· ἐννοεῖται, ὅτι—καὶ ὅλοι γνωρίζετε τοῦτο, ὅσοι εἶσθε ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν,—τὸ προϊόν τῆς σταφίδος αὐξάνει ὁλοὲν, καὶ ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν 244 ἑκατομμυρίων λιτρῶν δὲν παριστάνει τὴν παραγωγὴν τοῦ 1887· ἀλλὰ ποία ἐγένετο αὔξησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἐγένετο αὔξησις μόνον κατὰ 16 ἑκατομμύρια, δηλ. ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος εἰς 260 ἑκατομμύρια, καὶ προσετέθη ἐπ’ αὐτῶν 20%· γʹ) φόρος ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ μέσος ὅρος τῶν 4 παρελθόντων ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 3,242,876, κάτω δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ μέσου ὅρου, ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ 3 ἑκατομμυρίων, ὑπελογίσθη ἡ αὔξησις εἰς 20%, καὶ οὕτως ὑπελογίσθη ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων· δʹ) φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων· ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀνερχόμενος εἰς 2,201,263, προσετέθησαν δὲ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν τιμολογίων δρ. 500,000. Οὕτω δὲ ἐπὶ ποσοῦ δραχ. 2,700,000 ὑπελογίσθη ἡ αὔξησις.

§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύο αὐξήσεις λοιπόν.

§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι ἐκεῖ πρῶτον προσετέθη μία κλάσις· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὔξησις· ἦτο δίκαιον νὰ γίνῃ, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωμεν κατὰ 20% ἀκόμη· προεβιβάσθη μία κλάσις ὡς πρὸς τοὺς πωλοῦντας οἶνον, καπνὸν καὶ πνευματώδη ποτὰ, καὶ διὰ τοῦτο προσετέθησαν 500 χιλιάδες δραχμῶν. εʹ) Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ 1883, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τοῦ 1884 καὶ ἐντεῦθεν δὲν κατέστη ὁριστικὸς ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἠξεύρετε δὲ ὁποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος· ἐπὶ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν τῆς τοῦ 1883 χρήσεως ἐκ δραχμῶν 2,186,110 ἐγένετο ἡ προσθήκη 20%. Ϛʹ) Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἴνων· ἐπίσης εἶναι γνωστὸν τὸ ποσὸν τοῦ δηλωθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οἴνου, ἀνερχόμενον εἰς ὀκάδας 132,000,000, ἐνῷ δὲ εἰς δύο λεπτὰ ὑπελογίσθη ἡ ὀκᾶ, προσετέθησαν καὶ 20%. ζʹ) Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη· ἐκεῖ ὑπῆρξε περισσοτέρα ἡ προσοχὴ τοῦ καταρτίσαντος τὸν Προϋπολογισμὸν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1883, 1884 καὶ 1885, γινώσκετε δὲ, ὅτι τὸ 1885 ἦτο κάτισχνον, διότι ἡ ἐπισκήψασα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο οἰκονομικὴ καὶ χρηματιστικὴ κρίσις εἶχεν ἐπιδράσει ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐπὶ τῶν ἐν γένει κοινωνικῶν συναλλαγῶν μας· ὁ μέσος λοιπὸν ὅρος τῶν τριῶν ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 18,547,395· αἱ γενόμεναι διὰ τοῦ δασμολογίου αὐξήσεις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Πρωθυπουργοῦ......

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθη ὑπὸ τῶν Τελωνείων εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ πετρελαίου.

§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει αὐτό. Ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς διὰ δύο νομοσχεδίων, ἅτινα ἐπεψήφισεν ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ, ἐπήνεγκεν αὔξησιν εἰς τὸ δασμολόγιον ἐκ δραχμῶν 2,173,500· ἡ γενομένη εἰς τὸ τέλος τῆς σακχάρεως αὔξησις ἀνήρχετο εἰς 1,255,683, ἡ ἐπαναφορὰ κατηργημένων ἢ ἠλαττωμένων τελῶν ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 2,700,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ πρόσοδος ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 24,676,578, ἡ δὲ αὔξησις εἰς δραχμὰς 3,955,683. Βεβαίως ὡς πρὸς τὰ τελωνιακὰ ὑπάρχει προϊοῦσα αὔξησις· δὲν ἐλήφθη αὐτὸ ὑπ’ ὄψει· δὲν δύνασθε νὰ μὴ ὑπολογίσητε ποτὲ μίαν αὔξησιν τῶν εἰσαγομένων, διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐξάνουσι καὶ ὁ πολιτισμὸς προάγεται παρ’ ἡμῖν, ἑπομένως δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην καὶ ὅ,τι προήρχετο πρότερον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ πετρελαίου. Μετὰ τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν γενομένην μεταῤῥύθμισιν τοῦ δασμολογίου, δέον νὰ ὑπολογίζῃ τις ἐξ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν τελωνιακῶν τελῶν αὔξησιν 15%. Ἂν δὲ προσθέσωμεν ἕτερα 15% λόγῳ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὡς ὅρον αὐξήσεως ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν 30% περίπου. Οὕτως ἐχουσῶν τῶν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν αὐξήσεων, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατάστασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἄν, καὶ μετὰ τὰς νέας ταύτας μεταβολὰς καὶ αὐξήσεις, κατορθοῖ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα, ἢ ὀλιγώτερα, τῶν ὅσων πρότερον εἰσέπραττεν. Ἐζήτησα μίαν πρόχειρον κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ ἔτος 1886 καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον 1887, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸ 1885 καὶ πρὸς τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1887, διότι διὰ τὸν ἀμέσως παρελθόντα μῆνα Φεβρουάριον δὲν ὑπάρχει ἀκόμη κατεστρωμένη τοιαύτη κατάστασις· ἔχομεν τὸν μῆνα Ἰανουάριον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰσπράξεις ἐκ δραχμῶν 1,924,896. Τί ποσὸν ἔχομεν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1886; 1,008,032· τί κατὰ τὸ 1885; 1,300,000. Κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1886 ὁποίας τελωνιακὰς εἰσπράξεις ἔχομεν; Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν δρ. 2,459,260, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1885 εἰσεπράχθησαν 1,389,182· κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1886, δρ. 2,489,489, ἐνῷ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 εἰσεπράχθησαν μόνον 1,635,591. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ἀποδεικνύουσιν ἐναργῶς, ὅτι καὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 30%, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήθησαν τὰ τελωνιακὰ τέλη σήμερον, εἰσπράττονται. Ἑπομένως οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ τὰ προϋπολογιζόμενα. Ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ σακχάρεως, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐσημειώθη, ὅτι καὶ μετὰ τὴν γενομένην αὔξησιν ἡ Ἑλλὰς κατέχει τὴν 10ην θέσιν ὡς πρὸς τὰ πληρονόμενα ἐπὶ τῆς σακχάρεως τέλη ἀπέναντι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, καὶ ἐπειδὴ συνέπεσεν ἐφημερίς τις ἀντιπολιτευομένη νὰ γράψῃ, ὅτι εἶναι μέγιστον τὸ λάθος, νὰ σημειωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐκθέσει ὡς 10η, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιαύτη, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ ἐρευνήσω, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῶν ἐρευνῶν τούτων ἐξήγαγον, ὅτι περιέπεσα εἰς μικρόν τι λάθος, ὄχι εἰς ὅσον θέλει ὁ ἀξιότιμος ἐφημεριδογράφος ν’ ἀναβιβάσῃ αὐτό· ὄντως, ἡ Ἑλλὰς ἦν δεκάτη, ὡς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζακχάρεως, πρὸ τῆς τελευταίας αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἐπεβλήθη καὶ ἡ τελευταία αὔξησις, δὲν κατώρθωσε νὰ προβιβασθῇ ἡ Ἑλλὰς παρὰ μέχρι τῆς 8ης θέσεως, διότι αὐτῆς προηγεῖται ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία ἔχει δραχ. 1, ἡ Ῥωσσία, ἡ ὁποία ἔχει λεπτὰ 94, ἡ Πορτογαλλία λεπτὰ 90, ἡ Ὁλλανδία 86, τὸ Βέλγιον 84, ἡ Νορβηγία καὶ ἡ Γαλλία λεπτὰ 76· ὥστε ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ὀγδόη μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, εἶναι δὲ περίπου εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν μὲ τὴν Ῥωμουνίαν, ἰδίως μὲ τὴν πόλιν Βουκουρέστιον, ὅπου ὑπάρχει καὶ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως.

§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίου ἔτους εἶναι αἱ στατιστικαί;

§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλως διόλου πρόσφατοι· εἶχε ζητήσει ἡ Κυβέρνησις πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Προξένους καὶ Πρέσβεις ἐπὶ τούτῳ. Μετὰ τὰ τελωνιακὰ ἔχομεν μικρὰν αὔξησιν εἰς τὰ παιγνιόχαρτα, ἀλλ’ αὕτη δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν τριῶν τελευταίων μηνῶν. Εἰς τὰ πνευματώδη ποτὰ ἔχομεν μικράν τινα προσθήκην· ἀλλ’ ὅπως πολλάκις ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, πρὸ πολλοῦ δὲ εἶχε παρασκευασθῆ νομοσχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας, ὅπερ ἐπρόκειτο εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Βουλὴν νὰ εἰσαχθῇ. Τώρα εἶναι ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὑποβληθήσεται κατ’ αὐτάς· εἶναι δὲ ἀδύνατον ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νέου νόμου νὰ μὴ ἔχωμεν αὔξησιν 500,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται. Ὅλοι ἐξ ἡμῶν ἐνθυμεῖσθε τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει· γινώσκετε ἤδη, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων, πρὶν ψηφισθῇ ὁ τελευταῖος νόμος, κατωρθοῦτο νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον φόρον ἐπὶ 85,000 ὀκάδων κατὰ μῆνα, ἤδη δὲ, ὅτε προσετέθησαν καὶ διατάξεις ὅμοιαι πρὸς τὰς διατάξεις, τὰς ἤδη λειτουργούσας, περὶ τῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ καπνοῦ εἰς φύλλα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων κατανάλωσιν ἐξησφαλισμένην· ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει ὑπερβολὴ εἰς τὰ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει ἔχομεν ἐξησφαλισμένον καὶ τὸ ἀναγραφὲν ὡς ἔσοδον τοῦ σιγαροχάρτου, διότι, ὅταν ἀγοράζῃ τις καπνὸν, ὑποχρεοῦται ν’ ἀγοράζῃ καὶ φυλλάδια σιγαροχάρτου. Ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, εἶναι περιττὸν νὰ ποιήσωμαι μακρὸν λόγον, διότι ὅσοι τὰ ἀνεγνώσατε ἐπείσθητε, ὅτι βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 600,000 δραχμῶν θὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦνται· θέλει δὲ εἰσπραχθῆ χωρὶς νὰ γογγύσωσιν οἱ ἀπαλλασσόμενοι, διότι τοιουτοτρόπως συνεισφέρουσι χρηματικῶς καὶ οἱ ἐξαιρούμενοι καὶ ἀπαλλασσόμενοι, ἐξομοιούμενοι κἄπως πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ὡς βλέπετε, ἐξ αὐτῆς τῆς λεπτομεροῦς ἀφηγήσεως, οὐδαμοῦ ὑπάρχει ὑπερβολή τις εἰς τοὺς ὑπολογισμούς. Δὲν νομίζω ἄλλως τε, ὅτι εἶναι δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ καμφθῶσιν αἱ ὑλικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς αὔξησιν ἢ ἐπιβολὴν νέων φόρων, μολονότι δὲν ὑπάρχει ἐπιβολὴ νέων φόρων, ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν φρονῶ, ἐπὶ παραδείγματι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος πληρόνει διὰ τὸ ἀροτριῶν κτῆνός του 25 δραχμὰς, ἐὰν πληρώσῃ ἀκόμη ἄλλας 5, πῶς εἶναι δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ καταστῇ ἀνίκανος πρὸς περαιτέρω ἐργασίαν δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κτηνοτρόφος, ὅστις πληρόνει μίαν δραχμὴν κατὰ κεφαλὴν εἰς τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας αὐτοῦ, ἐὰν πληρώσῃ ἀκόμη 20 λεπτά, θὰ γίνῃ πενέστερος, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα του· δὲν νομίζω, ὅτι αἱ αὐξήσεις, ἃς ἐπάγονται οἱ προβληθέντες νόμοι, εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψωσι τὴν Ἑλλάδα. Ὡς πρὸς τὰ Τελωνεῖα λειτουργοῦσιν οἱ φόροι, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὡς πρὸς τὰ ἐπιτηδεύματα, βεβαίως αἱ αὐξήσεις θὰ βαρύνωσι τοὺς ἐπιτηδευματίας, οἵτινες κατοικοῦσιν εἰς τὰς πόλεις, ἢ πωλοῦσι καπνὸν καὶ οἰνοπνεύματα. Ἐν γένει δὲ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσκόψῃ διὰ τοῦτο ἡ περαιτέρω ὑλικὴ πρόοδος τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ἐλέχθη, πρὸς αἰτίασιν ἢ μομφὴν ἡμῶν, τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (τῆς Συμπολιτεύσεως), ὅτι ἡμεῖς οἱ συμπολιτευόμενοι δὲν ἐξεδώκαμεν προγράμματα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶχεν ἄδικον ἡ Κυβέρνησις, ἀναγράψασα εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι, ὅτε διεξήγοντο αἱ τελευταῖαι ἐκλογαί, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ἐν γνώσει τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρῶτον νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι οὐδεὶς σχεδὸν ὑπῆρξεν ἀντιπολιτευόμενος, ὅστις δὲν ἐξέδωκε πρόγραμμα, καὶ ὅστις δὲν ἀνέφερεν ἐν τῷ προγράμματί του, ὅτι πρόκειται, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβληθῶσιν ἅπαντες οἱ φόροι, οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς νομοσχέδια, ἅτινα ὑπεβλήθησαν ἐκ νέου εἰς τὴν παροῦσαν. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐκτεθέντες ὡς συμπολιτευόμενοι, ἐπολεμοῦμεν πρὸς αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἐκδώσει τοιαῦτα προγράμματα· διαγωνιζόμενοι δὲ πρὸς αὐτοὺς, τί ἄλλο ἀπεδεικνύομεν ἢ ὅτι εἴχομεν ἀντιθέτους πρὸς αὐτοὺς ἀρχάς; Νομίζω δὲ, ὅτι ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ἐκδώσωμεν ἡμεῖς προγράμματα, διότι ἡμεῖς ἐλέγομεν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ὅτι εἶναι προτιμότερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς θυσίας ταύτας παρὰ ν’ ἀτιμασθῇ· ἐλέγομεν καὶ πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους, ὅτι τὸ δίλημμα, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι προφανές· ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύο ὀφείλει νὰ πράξῃ· ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἴς τινας προσθέτους θυσίας, ἢ νὰ προτιμήσῃ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας. Τοιαύτας δὲ ἀρχὰς ὑποστηρίζοντες καὶ ἀνομολογοῦντες, ἐξετιθέμεθα εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεκηρύττομεν δὲ πάσῃ δυνάμει τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριζεν οἰκονομικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦν νὰ στιγματισθῇ ἡ Ἑλλάς· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ διάφοροι ἐδημοσιεύοντο οἰκονομικαὶ ἰδέαι ἐκ μέρους προεχόντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπὶ παραδείγματι, εἶχε δημοσιευθῆ ἔν τινι ἐφημερίδι, ἡ ὁποία τότε ἐξεπροσώπει τὰς ἰδέας ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κινίνης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν βεβαίως ὑπελογίσατε, ὅτι, καὶ ἐὰν συμβῇ, ὥστε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι διαρκῶς ἀσθενεῖς, καὶ νὰ λαμβάνωσι διαρκῶς ὡς φάρμακον μόνον κινίνην, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἐντεῦθεν εἰσπραχθησόμενον ποσὸν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς κινίνης προσετέθη τότε ἀκόμη καὶ ὡς πρόσθετος βοήθεια ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου, ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου, ἐπὶ τῶν ἀλεύρων κλπ. Ἀλλ’ ὅτε συνηντήθημεν ἐνταῦθα, αἱ ἰδέαι αὗται εὐτυχῶς διεσκεδάσθησαν, ὡς νέφη καπνοῦ παρῆλθον, καὶ νέαι ἰδέαι ἐν τῷ μέσῳ προέκυψαν. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἦτο ἡ ἰδέα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἅτινα ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ὡς ἄγκυρα σωτηρίας· εἶπεν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ συνάδελφος, διατὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ προσφύγωμεν εἰς τὰ κτήματα τὰ μοναστηριακὰ, διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα; Ἀλλ’ ὅταν παρετηρήθη εἰς αὐτὸν, ὅτι, καὶ ἂν ὅλα τὰ μοναστηριακὰ κτήματα πωληθῶσι, πάλιν μόνον ἑνὸς ἔτους, καὶ ὄχι πλῆρες, τὸ ἔλλειμμα εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν, διὰ δὲ τὸ ἑπόμενον τί θὰ πράξωμεν; τότε στενοχωρηθεὶς ἠναγκάσθη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, πρὸς τοῦτο τὸ μέτρον, δέον νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους· διὰ τῆς ἀναστολῆς καὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, δύνασθε, μᾶς εἶπε, νὰ ἀντιμετωπίσητε τὰς περιστάσεις. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν φράσιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐνεποίησε ζωηροτάτην ἐντύπωσιν, διότι ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἀντιμετωπίζει τις τὰς περιστάσεις, ὅταν πρόκειται νὰ παλαίσῃ πρὸς αὐτὰς, ὑποβαλλόμενος εἰς θυσίας καὶ προσπαθῶν νὰ ἐπικρατήσῃ δι’ ἐντίμου μεθόδου, ὅτι ἀντιμετωπίζει τις τὰς περιστάσεις ὅταν ἐντείνῃ τὰς ἑαυτοῦ δυνάμεις καὶ τὸ ἑαυτοῦ θάῤῥος, ὅπως ἐντίμως ἀναδειχθῇ νικητής. Ὅταν ὅμως ἤκουσα, ὅτι πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις διὰ χρεωκοπίας, τότε σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐλυπήθην διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐντίμου φίλου μου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’ ἐμὲ, ὁ χρεωκοπῶν δὲν ἀντιμετωπίζει τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ τρέπεται εἰς φυγὴν πρὸ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν φράσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, καὶ ἐγκαίρως, διὰ νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρεωκοπήσωμεν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος διαβλέπει τις τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας, καλυπτομένην πως ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἀναστολῆς, δέον νὰ ὁμολογηθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰσθάνεται τὸ σαθρὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται, αἰσθάνεται, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ἔδαφος, εἰς ὃ κατέφυγεν, ἀπειλεῖται ἔκρηξίς τις νὰ λάβῃ χώραν. Ὡς ἐκ τούτου ἐντεῦθεν πεφοβισμένοι μᾶς εἶπον, «κόψατε ἐν ἀρχῇ τὸ χρεωλύσιον»· κόπτομεν τὸ χρεωλύσιον, ἔστω! πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλυσίου τὸ ἐνιαυσίως διὰ τὰ δάνεια ἡμῶν πληρονόμενον; Ὁ προαγορεύσας ἴσως τὸ ὑπελόγισε περισσότερον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπλανήθη, ἐγὼ ὅμως ἠθέλησα ἀκριβῶς νὰ τὸ προσδιορίσω, διότι νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν προβλήματος, πρέπει ἡ Βουλὴ καὶ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειαν νὰ γινώσκῃ, διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ καὶ βάσιμον κρίσιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων· εὗρον δὲ ἀκριβῶς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλυσίου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τῶν 10 ἑκατομ., τῶν 60 ἑκατομ., τῶν 120 ἑκατομ., τῶν 170 ἑκατομ., τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 25, τῶν 9 ἑκατομ. τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸ τῆς ὁδοποιΐας, ὅλα ταῦτα ἀποτελοῦσι ποσὸν χρεωλυσίου ἐκ δραχμῶν 4,300,000. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν προκληθεὶς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 3 ἑκατομμύρια 700 χιλιάδας, καὶ δὲν εἶχεν ἄδικον, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὰ τοῦ χρεωλυσίου κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1886· ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπῆλθε μεταβολή τις, διότι ἐγένετο ἐν τῷ μεταξὺ πώλησις ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· ἐννοεῖται, ὅτι ἠλαττώθη τὸ κυμαινόμενον χρέος, ηὐξήθη ὅμως τὸ ποσὸν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, ἤτοι ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων, κατὰ 300,000, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιίας κατὰ δραχμὰς 190,000, καὶ ἰδοὺ ἡ διαφορὰ πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν διὰ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ χρεωλυσίου μᾶς εἶπον, ὅτι καλύπτομεν τὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἔλλειμμα, ὅπερ καθ’ ἡμᾶς μὲν ἀνέρχεται εἰς 22 ἑκατομμύρια, κατ’ αὐτοὺς δὲ εἰς 33 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; Ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο σαφέστερος ὑπῆρξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους πιστώσεων νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, ὀφείλομεν, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τοὺς πολίτας, νὰ ζητήσωμεν τὴν κάλυψιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀναγραφομένης πιστώσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παγίων δανείων μᾶς εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κεκαλυμμένον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς εἶπε πρότερον, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκαλύψωμεν πρῶτον τὸ χρεωλύσιον, συνάμα δὲ νὰ ἀναστείλωμεν τὰς πληρωμὰς τοῦ Κράτους, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας, ὅτι εἴμεθα ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς πληρώσωμεν, νὰ συστήσωμεν δὲ αὐτοῖς ὑπομονὴν, ἕως ὅτου εὑρεθῶμεν εἰς κρείσσονα οἰκονομικὴν κατάστασιν.

§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναβολὴν εἶπον.

§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς λέξεως «ἀναστολὴ» καὶ τῆς λέξεως «ἀναβολή». Πρὸ παντὸς δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τοσοῦτον ἐλαφρῶς νὰ κρίνωμεν περὶ τοιούτων ζητημάτων, παίζοντες μεταξὺ τῶν λέξεων ἀναστολὴ καὶ ἀναβολὴ πληρωμῶν. Ἡ ἀποκοπὴ τοῦ χρεωλυσίου δὲν εἶναι ἄνευ ἐννοίας ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, διότι τὸ χρεωλύσιον ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ ἀποσβένῃ μετά τινα χρόνον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἐκ τῶν δανείων προερχομένας. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπάγεται ἐλάφρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς εἶπον ὅμως, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 4 ἑκατομμύρια· ἐν τούτοις, τί ἄλλο θὰ πράξωμεν διὰ τῆς προτεινομένης ἀναβολῆς ἢ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούλιον: «δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς πληρώσωμεν τὰ coupons, καὶ ἀναβάλλομεν»; Θὰ τοῖς εἴπωμεν, «περιμένετε ἕως ὅτου τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας»· βεβαίως τὸ τοιοῦτον, εἴτε ἀναστολὴν, εἴτε ἀναβολὴν τὸ ὀνομάσετε, ὑποθέτει τὸν ὁρισμὸν μιᾶς τινος χρονικῆς διαρκείας· ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἐν τῷ νῷ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τοῦτο, θὰ ὑπῆρχε μία τις προθεσμία, πενταετὴς, ἢ δεκαετής. Δὲν ἐξετάζω, τί θὰ γίνῃ κατὰ τὴν δεκαετίαν, διότι εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ θὰ ζήσωμεν ὡς τίμιοι χρεωκόποι, μὴ ἔχοντες ἔλλειμμα· ἀλλὰ μετὰ τὴν δεκαετίαν θὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ δανεισταὶ, «ἦλθεν ἡ ταχθεῖσα διορία καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς πληρώσητε», τότε δὲ πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὰς δεκαετεῖς δόσεις, δηλαδὴ ἀπὸ 25 ἑκατομμύρια ἐπὶ 10 ἔτη, 250 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, τί ἐστὶν ἀναστολὴ ἢ ἀναβολὴ πληρωμῶν; ὑπάρχει τις διαφορὰ μεταξὺ ἀναστολῆς καὶ ἀναβολῆς πληρωμῶν; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὁ χρεωκόπος αὐτὸ τοῦτο πράττει, ἀναστέλλει τὰς πληρωμὰς αὑτοῦ, ἀρνεῖται τὰς ὑποχρεώσεις του ἐν ταῖς ταχθείσαις διορίαις.

§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παύει τὰς πληρωμάς του.

§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, πρὸς χάριν τοῦ κ. Καραπάνου, ὅτι ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ μεταξὺ ἀναστολῆς ἢ ἀναβολῆς, καὶ καθαρᾶς χρεωκοπίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ, θὰ ἐκλείψῃ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Πῶς θὰ ἐκλείψῃ; Ἁπλούστατα, ὅπως ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡμεῖς ἀναστέλλομεν τὰς πληρωμάς, τὰς ὀφειλομένας ἐκ τῶν coupons καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων· τὰ χρεώγραφά μας θὰ ὑποστῶσιν ὅ,τι ὑπέστησαν τὰ χρεώγραφα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὸ αὐτὸ σύστημα· δηλαδὴ θὰ καταβῶσιν, ὡς λέγουν, εἰς τοῦ σκύλου τὴν οὐράν. Τί θὰ γίνῃ τότε; Ὅ,τι ἔγινε διὰ τὰ Αἰγυπτιακὰ, διὰ τὰ Τουρκικὰ καὶ διὰ τὰ Ἱσπανικὰ χρεώγραφα, δηλαδὴ, ὅπου ὑπάρχει Ἑβραῖος κερδοσκόπος, θὰ προσέλθῃ νὰ τὰ ἀγοράσῃ εἰς εὐτελεῖς τιμάς. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὁμολογία τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει φράγκα 310, θὰ τιμᾶται ἀντὶ μόνων 100 φράγκων, τὸ αὐτὸ δὲ θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὰ ἄλλα δάνεια. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί ἐγένετο εἰς Κράτη ἄλλα, τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὸ αὐτὸ σύστημα· ὁ κ. Καραπάνος γνωρίζει κάλλιστα τί ἐγένετο ἐν Τουρκίᾳ· κατὰ τὸ 1875 ἐξεδόθη ἐν Τουρκίᾳ εἷς ἰραδὲς, ἓν αὐτοκρατορικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλλετο ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως τῶν δανείων τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε λᾶθος.

§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τοῦτο βεβαιωμένον ἐπισήμως.

§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποτόμως ἐσταμάτησεν ὅλας τὰς πληρωμάς.

§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἦλθε κατόπιν· τὸ πρῶτον διάταγμα, τοῦτο διελάμβανεν, ἤτοι τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ ἡμίσεος τῶν ὀφειλομένων τόκων. Προσέθετο μάλιστα, ὅτι τὸ Κράτος θέλει ἀποδώσει εἰς τοὺς δικαιούχους διὰ τὸ ἀναστελλόμενον ἥμισυ τῶν τόκων ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πληρωθῆ μετὰ καιρὸν, ὅτι θέλουσιν ἐξοφληθῆ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐμπροθέσμως. Λοιπὸν, ἐν Τουρκίᾳ ἐξεδόθη πρῶτον τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεος τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως· ὁ ἴδιος ὅμως Ὑπουργὸς μετ’ ὀλίγον ἐπείσθη, ὅτι οὐδὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρόνηται, καὶ ἐξέδωκε νέον διάταγμα, δι’ οὗ ἀνεστάλη ἐντελῶς ἡ πληρωμή. Ἐντεῦθεν δὲ τὰ χρεώγραφα τῆς Τουρκίας ἔφθασαν εἰς τοιαύτην ἔκπτωσιν, ὥστε νὰ ὀνομάζωνται χαρτιὰ τῆς ταπετσαρίας. Ἔκτοτε δὲ ἡ Τουρκία ἀπέκτησεν ἐχθροὺς ἐν Εὐρώπῃ πάντας ἐκείνους, οἵτινες, κατέχοντες χρεώγραφα αὐτῆς, ἦσαν πρότερον οἱ ἐνθερμότεροι αὐτῆς συνήγοροι. Τίνα δὲ ὡς πρὸς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα, περιττὸν νὰ γίνηται λόγος ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Τουρκίας προῆλθεν εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν καὶ ἡ Αἴγυπτος, τὰ δὲ χρεώγραφα αὐτῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεστάλη ἡ πληρωμὴ τῶν coupons, ἀπὸ φράγκων 400 κατέβησαν εἰς 100, ἐξ οὗ ἐπῆλθον καταπληκτικαὶ ζημίαι, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, διότι εὑρέθησαν δυστυχῶς κάτοχοι τοιούτων χρεωγράφων καὶ Ἕλληνες. Εὐθὺς ὅμως οἱ ἐν Εὐρώπῃ κάτοχοι, οἱ ἀγοράσαντες εἰς εὐτελεῖς τιμὰς τὰ αἰγυπτιακὰ χρεώγραφα, ὑπεχρέωσαν τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις νὰ ἐπέμβωσι καὶ ν’ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Αἰγύπτου. Ἀπεστάλησαν δὲ commissionaires ἐξ Εὐρώπης, καὶ ἀνέλαβον τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων προσόδων τῆς Αἰγύπτου, μεθ’ ὃ ἐπῆλθεν ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων, ὁρισθεισῶν ἐπὶ τούτῳ εἰδικῶν προσόδων τῆς Αἰγύπτου, διαχειριζομένων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Εὐρώπης. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ, ὅταν αὕτη ἀνέστειλε τὰς πληρωμάς της· κατήντησαν τὰ χρεώγραφά της εἰς τὸ ⅒ τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας. Μετὰ δεκαετίαν εὑρέθη εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἡ Ἱσπανία, καὶ ἐζήτησε νὰ πληρώσῃ μέρος τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ὡς οἴκοθεν ἐννοεῖται, μετὰ 10 ἔτη ἐλησμονήθη, ὅτι τὸ Κράτος ἐδολιεύθη τοὺς δανειστάς του, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς χρεωκόπους, οἵτινες μετὰ πολὺν χρόνον ἀναλαμβάνουσι τὰς ἐργασίας των, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ὑφίστανται καὶ ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν καταστροφήν. Λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις σήμερον αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει· μᾶς λέγει, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιβάλητε φόρους, διότι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θέλουσιν ἀνθέξει, ἢ, καὶ ἂν τοὺς ἐπιβάλητε, δὲν θέλετε εἰσπράξει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζετε, ἀντὶ δὲ τούτων σᾶς ὑποδεικνύομεν ἓν μέσον ἁπλούστατον, τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος διὰ τῆς χρεωκοπίας. Ἡμεῖς βεβαίως οὐδέποτε θέλομεν συνταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, οὐ μόνον διότι αὕτη ἐπάγεται διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὴν ἀτιμίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν, καὶ παρ’ ἰδιώτου ἐὰν ἐγίνετο, ἤθελεν ἀπαιτήσει ὡς προηγούμενον τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ὀφειλέτου, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν τότε βεβαίως ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν. Ὡς πρόγραμμα ὅμως πολιτικὸν, ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν εἶναί τι ἀκατανόητον! Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας δὲν εἶναι τοιαῦται, οἷαι παρεστάθησαν παρὰ τοῦ κ. Καραπάνου καὶ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον δύνανται νὰ ἀνθέξωσι καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας νῦν ἐπιβάλλομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τόσῳ μεγάλαι, ὡς ὑπελογίσθησαν ὑπό τινων· εἰς τὰς νέας ὑποχρεώσεις δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν οἱ εἰσηγηταὶ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς παρέστησαν, ἤτοι 58%, σχετικῶς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους· ἀπορῶ, πῶς ἐπὶ ἀριθμητικῶν ὑπολογισμῶν ὑπολαμβάνουσί τινες, ὅτι τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαστρέφωσι καὶ ἐξογκώνωσι τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα· ἄλλως τε εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη δὲν ὑπερβαίνει τὰ 23%. Ἡμεῖς φρονοῦμεν πρωτίστως, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι πολλῷ ἀνώτεραι ἀφ’ ὅσον τὰς ὑπολογίζει ἡ ἀπαισιοδοξία τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Πλὴν τούτου, ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔχει ἡ μειονοψηφία, περὶ ἐθνικῆς τιμῆς! ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ τιμὴ εἶναι ἀγαθὸν πολλῷ ἀνώτερον καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς μεγίστας ὑλικὰς ζημίας. Ἡμεῖς δὲν λησμονοῦμεν τοὺς πατριωτικοὺς λόγους τῶν κκ. ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας! Τί ἐλέγετε τότε πρὸς τοὺς προσερχομένους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ καταλείποντας τὰς οἰκογενείας καὶ τὰ συμφέροντά των; Ἐλέγετε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως περιφρουρήσωσι τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Διατὶ ἐζητεῖτε τότε τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ὅπως διατηρήσητε ἀμείωτον τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος; Νῦν δὲ περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται; δὲν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος; καὶ διατί νὰ μὴ ἀπευθύνωμεν καὶ σήμερον αὐτὴν τὴν ἐπίκλησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Μήπως δὲν πρόκειται νῦν περὶ τῆς τιμῆς καὶ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ὑλικῆς εὐημερίας αὐτῆς; Ἐπιτρέπεται, ἀντὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων νὰ διακινδυνεύητε τὴν τιμήν σας; Βεβαίως θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι τὰ πάντα προτιμᾷ νὰ θυσιάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, παρὰ νὰ ὑποστῇ τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι διὰ τῆς χρεωκοπίας, ἣν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀναστολῆς προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, αἱ ὑλικαὶ ζημίαι τοῦ Ἔθνους ἔσονται ἀνυπολόγιστοι! Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἶναι τέλεον κατεστραμμένη! μὴ λησμονῶμεν ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ σκεπτώμεθα, οὔτε περὶ σιδηροδρόμων, οὔτε περὶ ὁδῶν, οὔτε περὶ λιμένων! μὴ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ πολὺν χρόνον ἐσόμεθα ἀποκεχωρισμένοι τῆς Εὐρώπης διὰ σινικοῦ τείχους! Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἣν ἀντιπροσωπεῖ ἐνταῦθα ἡ πτέρυξ αὕτη (τῆς Συμπολιτεύσεως), ἀποκρούει μετ’ ἀγανακτήσεως πᾶσαν ἰδέαν ἀναστολῆς, ἢ χρεωκοπίας! Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπίθανον, γένηται δεκτὴ ἡ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν θὰ ὑποστηρίζηται, οὐδὲ θὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (τῆς Συμπολιτεύσεως). Τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς διὰ χρεωκοπίας λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος χαρίζομεν εἰς ὑμᾶς (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).

§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ πρόεδρος αὐτῆς, ἠθέλησε κατὰ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτήν. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, καὶ διότι δὲν νομίζω ἐπιβαλλομένην εἰς ἐμὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καὶ διότι ἤθελον ἐπεκτείνει πολὺ τὴν συζήτησιν, ἂν ἐπιχειρήσω ν’ ἀποδείξω τὰς ἀνακριβείας διαφόρων ὑπολογισμῶν αὐτοῦ. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του τούτους ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκον ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ 1880. Δὲν βιάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦτο ζήτημα, διότι ἀπήντησα ἤδη δὶς εἰς ὁμοίαν παρατήρησιν, ἥτις μοὶ ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν· ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας μου νὰ ἐξηγήσω καὶ τὴν γνώμην, ἣν εἶχον κατὰ τὸ 1884, καὶ ἣν ἐστήριζον καὶ τότε ἐπὶ τῶν αὐτῶν δεδομένων καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ σήμερον στηρίζω τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν σκέψεις μου. Ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὅστις βεβαίως ἑρμηνεύει τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέδειξεν ἀληθῆ τὴν ἰδέαν, ἣν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξέφρασε προχθές, ὅτι, ἅμα ἡμεῖς ἐκθέσωμεν ὡρισμένην ἰδέαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσωσιν ἀμέσως νὰ μεταβάλωσι τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως, καὶ μεταβιβάσωσιν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ συστήματός της καὶ ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς εἰς τὸ σύστημα καὶ εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θὰ ἐκφράσωμεν. Τοῦτο ἀπέδειξεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅστις ἐθερμάνθη καὶ ὡμίλησε μετὰ τόνου, μόνον ὅταν προσεπάθησε νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀνέπτυξε δὲ μετὰ ψυχρότητος καὶ μετὰ πολλῶν δισταγμῶν τὰς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως σκέψεις του. Ἡ τοιαύτη μεταφορὰ τοῦ πεδίου τῆς συζητήσεως δέν με δυσαρεστεῖ. Δὲν λέγω δὲ τοῦτο, διότι θεωρῶ αὐτὴν ὡς ἱκανοποιοῦσαν τὴν προσωπικήν μου φιλοτιμίαν, ἀλλὰ διότι μᾶς παρέχει ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὴ ἡ πλειοψηφία, αἰσθανόμεναι τὴν ἀδυναμίαν τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ συστήματος αὑτῶν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ ἐδάφει, ἐξέρχονται τούτου, καὶ μεταφέρουσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Διὰ τῆς μεταφορᾶς ταύτης μᾶς θέτουσιν εἰς δύσκολον θέσιν, διότι ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔχομεν τὰ μέσα καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν διαθέτουσιν, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των καὶ τὸ σύστημά των. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ δυσκόλῳ ταύτῃ θέσει δὲν ἀποκρούω τὴν συζήτησιν, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω καὶ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ἀρχόμενος τῆς ἀναπτύξεως ταύτης, νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀρχίσω ἐκ τοῦ τελευταίου συμπεράσματος, ὅπερ πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεύων ἐντεῦθεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐξήγαγον, καὶ ὅπερ περιέχεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διότι τὸ συμπέρασμα τοῦτο καὶ ἄλλοι καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐθεώρησαν σκόπιμον διὰ τοὺς σκοποὺς αὑτῶν νὰ προσβάλωσι μετὰ πλειοτέρας δριμύτητος. Χρεωκοπίαν, μᾶς λέγουσι, προτείνετε, καὶ δὲν συγκατατίθενται νὰ ἐξετάσωσιν εἰλικρινῶς τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ ἴδωσιν, ὅτι πᾶν ἄλλο ζητοῦμεν καὶ προτείνομεν ἢ τὴν χρεωκοπίαν. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ ἰδίως ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς, ἡ πλειοψηφία ἐνόμισε χρήσιμον νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν καθ’ ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐψηφίσθη τοιαύτη ἀποδοκιμασία ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας κατὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν τῆς μειοψηφίας, καὶ ἂν τοιαύτη ἀπόφασις ἐλήφθη δι’ ἀναστάσεως, ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, εἶναι, ὅτι, ἂν πράγματι ἐψήφισαν τοιοῦτόν τι, ἐλησμόνησαν, ὅτι αὐτοὶ ὑπεστήριξαν τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας πλήρη διὰ τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν παρέσχον εἰς τὰ νομοσχέδια τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων, τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων. Μᾶς καταγγέλλει προσέτι ἡ πλειοψηφία, ὡς θέλοντας νὰ δημοκοπήσωμεν, καὶ μᾶς ἀποτείνει τὴν φιλάδελφον συμβουλὴν, ν’ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντρίψῃ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ὅπως καταδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ νεφελῶν ἐβάδιζεν, ὅτε συνέταττε τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα. Λυπούμεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν συμβουλὴν ταύτην τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας, διότι μήτε δημοκοποῦμεν, μήτε κομματίζομεν. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην κομματικὴν δεινότητα. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ἰδέας, ἃς θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καθηκόντων ἡμῶν. Πράττομεν δὲ τοῦτο ἐν γνώσει, ὅτι ὑποστηρίζομεν δυσάρεστόν τι εἰς πολλοὺς, καὶ Ἕλληνας καὶ ξένους. Χάριν ὅμως τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, δὲν διστάζομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην δυσάρεστον ἰδέαν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἐπιζητῶσι δημοτικότητα ἐκεῖνοι, οἵτινες διατείνονται, ὅτι κέκτηνται μόνοι τὸ προνόμιον τῆς προασπίσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ὅσον δυσάρεστον καὶ ἂν ἦναι τὸ μέτρον, ὅπερ προτείνομεν, δὲν διστάζομεν νὰ προτείνωμεν αὐτὸ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι σώζει τὸν τόπον ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ. Μιμούμενοι τοὺς ἰατροὺς, τοὺς εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκον αὑτῶν, συνιστῶμεν εἰς τὸν νοσοῦντα, μὲ κίνδυνον ἴσως νὰ τὸν δυσαρεστήσωμεν, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν αὐτοῦ, πικρὸν φάρμακον, καὶ οὐχὶ γλυκύσματα. Δὲν συνιστῶμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἀπεναντίας ἀποκρούομεν καὶ πολεμοῦμεν ταύτην. Διατεινόμεθα, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, ἅτινα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ, ἐφαρμόζουσα τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ συντρίψῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ ὅτι, συντρίβουσα αὐτὰς, θὰ φέρῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἀδυναμίαν, οὐ μόνον ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀπολύτους αὐτοῦ ἀνάγκας, οὕτω δὲ θὰ ὠθήσῃ αὐτὸ μοιραίως εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ταῦτα ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Τί μᾶς εἶπεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας; Σχεδὸν τίποτε. Τί μᾶς εἶπε περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου; Οὐδεμίαν μᾶς ἔφερε πληροφορίαν, δεικνύουσαν, ὅτι αὗταί εἰσιν ἀνάλογοι πρὸς τὰ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενα βάρη. Ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς, ὅπως ὁμολογοῦσι πάντες, ὅτι ἡ νόσος ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν εἶναι ὀξεῖα, καὶ ἐπιβάλλει σύντονον μέριμναν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν πράγματι τὸ Ἔθνος ἔχῃ τὴν φορολογικὴν δύναμιν, οἵαν ἡ πλειοψηφία ὑποθέτει, δὲν εἶναι αὕτη ἀσυνεπὴς, τοιουτοτρόπως χαρακτηρίζουσα τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν νόσον; Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω. Διαβλέπουσι τὴν ὀξύτητα τῆς νόσου, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀποφύγωσι τοῦτο. Δὲν θέλουσιν ὅμως νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι τὸ προτεινόμενον παρ’ αὐτῶν φάρμακον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ δημοκοπήσωμεν, μήτε προτείνομεν χρεωκοπίαν. Ἀπεναντίας ζητοῦμεν ν’ ἀπομακρύνωμεν τῆς πατρίδος ἡμῶν τὸ τοιοῦτον δυστύχημα. Ὅπως ἐπιτύχωμεν τοῦτο, βλέπομεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῶμεν ἓν ἕτερον κακὸν, ὅπερ ὅμως εὑρίσκομεν ἀσυγκρίτως μικρότερον τοῦ δυστυχήματος, ὅπερ μοιραίως μᾶς ἐπαπειλεῖ. Τίς κατηγόρησέ ποτε ἰδιώτην τινά, ὅταν ἕνεκα δυστυχημάτων περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν πληρωμὴν χρέους του; Τίς κατηγόρησεν Ἔθνος τι, ὅταν ἕνεκα δυστυχήματος, πολέμου π. χ. ἢ ἐπιδημίας, ἠναγκάσθη ν’ ἀναβάλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του; Οὐδεὶς ποτε ἀπέδωκεν εἰς τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τὸν ἀτιμωτικὸν χαρακτῆρα, ὃν περιέχει ἡ ἄρνησις τῶν πληρωμῶν παρὰ τῶν Ἐθνῶν, ἢ παρὰ τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων, οἵτινες σπαταλῶσι τὴν περιουσίαν των καὶ ἐξακολουθοῦσι δανειζόμενοι. Ἀλλ’ ἡ ἐξασθένησις τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων ἑνὸς Ἔθνους, ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων πόρων πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, δὲν εἶναι καὶ τοῦτο δυστύχημα, δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν; Δὲν ἐπιβάλλει καὶ τοῦτο εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, νὰ μὴ ὠθήσωσι τὸ Ἔθνος εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ καταστροφήν, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσι καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ συγκαταβάσεις, δι’ ὧν θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ περιφρούρησις τῶν ἰδίων των συμφερόντων καὶ ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους; Εὐκόλως ἐννοεῖ τις, ὅτι τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν στενοχωρίας τοιαύτη εἶναι ἡ λογικὴ λύσις. Καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἱστορία τῶν Ἐθνῶν τοῦτο μᾶς διδάσκει. Διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε δὲ, ὅτε ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς ἐπιστήμης αὐθαιρέτως, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχιον συγγραφέως, τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν πολλοὶ καὶ πολλάκις ἐπεκαλέσθησαν ἐντεῦθεν, καὶ οὗτινος τὸ κῦρος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἀναμφισβήτητον, τοῦ Paul Leroy Beaulieu. Εἶναι ὀλίγον μακρὸν, ἀλλὰ τοιοῦτον, ὡσεὶ ἐγράφη περὶ τῆς θέσεως καὶ τῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πᾶσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει). «Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι πάντοτε τὸ Κράτος πρέπει νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ πολλὰ Κράτη ἀπηλλάγησαν τῆς ἠθικῆς ταύτης ὑποχρεώσεως, ἥτις στερεῖται νομικῆς ἢ διεθνοῦς κυρώσεως, ἕτερα δὲ κατέστησαν ἔτι μᾶλλον δυσχερῆ καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν θέσιν καὶ τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν αὐτῶν διὰ τῶν ὑπερβολικῶν προσπαθειῶν, ἃς κατέβαλον πρὸς ὁλοσχερῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Ἄλλα δὲ ἀπ’ ἐναντίας ἀνώρθωσαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν θέσιν, καὶ ἔσωσαν τὴν πίστιν των διὰ συμβιβαστικῶν μέτρων καὶ διὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν πρὸς πληρωμὴν προθεσμιῶν. «Τὸ Κράτος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ χρεωκοπήσῃ, δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ πλουτήσῃ ἐπὶ βλάβῃ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, μήτε ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς του, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του, ἐξακολουθοῦν νὰ προικίζῃ πλουσιοπαρόχως τὰς διαφόρους αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Ὅπως καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας, οὕτω καὶ διὰ τὰ Ἔθνη, τοιαύτη διαγωγὴ ἤθελεν εἶσθαι ἀξία στιγματισμοῦ. Ἐνδέχεται ὅμως Κράτος τι νὰ φθάσῃ, ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων, εἰς θέσιν, παρουσιάζουσαν τὸν κίνδυνον τῆς πτωχεύσεως, καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ, ἢ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ, εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ συμβιβασμόν, ὅστις σώζει τὸν ὀφειλέτην, καὶ ἐπιτρέπει αὐτῷ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς δυνάμεις του, ἄνευ καταστροφῆς τοῦ δανειστοῦ. «Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τῶν Ἐθνῶν, ἕκαστον Κράτος ἀποφασίζει αὐτὸ καὶ μόνον, ἂν δύνηται ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλάς του. Αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους σύγκεινται ἐκ τῶν εἰσφορῶν, ἃς λαμβάνει ἐκ τῶν προσόδων τῶν πολιτῶν. Οὐδεὶς δὲ νόμος, ἢ ἔθιμον, ὁρίζει τὸ ὅριον τῶν εἰσφορῶν τούτων. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ ἐκ τῶν φόρων ὑπερβολικὸν βάρος ἐπιφέρει, εἴτε τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, εἴτε τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, εἴτε ταραχὰς καὶ ἐπαναστάσεις. Ἐν ταῖς περιπτώσεσι ταύταις αἱ ἐγγυήσεις τοῦ δανειστοῦ φυσικῶς ἐλαττοῦνται. Ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη προώδευσαν ἀρκούντως, ὅπως βεβαιώσωσι μετὰ θετικότητος, ὅτι ὑπάρχει ἓν ὅριον εἰς τὸ ποσὸν τῶν φόρων, οὓς χώρα τις δύναται νὰ βαστάσῃ, χωρὶς νὰ καταστραφῇ καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς ἀναρχίαν. Ὅταν δὲ οἱ φόροι φθάσωσι τὸ ὅριον τοῦτο, ἐπιβάλλεται τότε ὁ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ ὀφείλοντος Κράτους καὶ τῶν κατόχων τῶν δανείων αὐτοῦ. Διὰ τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, τοῦ εὑρισκομένου ἐν στενοχωρίᾳ, οὐδέν ἐστὶν ἐπιβλαβέστερον τῶν προσπαθειῶν αὐτοῦ, ὅπως πληρώσῃ τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὰ τοκομερίδια τοῦ χρέους του. Δανείζεται ἐπὶ ὑπερβολικῷ τόκῳ 15, 18, 20, 25 καὶ 30%. Ἐνεχυριάζει εἰς εὐτελεῖς τιμὰς τὰ ἀσφαλέστερα αὐτοῦ νομίσματα, ἐνῷ εἶναι πολὺ φυσικώτερον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ παράτασιν προθεσμίας. Εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ συνεννόησις ἐπιβάλλεται. Δὲν πρέπει τις νὰ ἐξογκόνῃ τὸ ζήτημα τῆς φιλοτιμίας. Καὶ τὰ Κράτη, ὅπως καὶ οἱ ἰδιῶται, δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν θύραν τῆς πτωχεύσεως. Ἡ συγκατάβασις τοῦ δανειστοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον μέσον, ὅπως σώσῃ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων, καὶ λάβῃ ἀργότερον τὸ ὅλον αὐτῶν. Ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται τὸ περίφημον ἀξίωμα: ὑπέρτατον δίκαιον, ὑπερτάτη ἀδικία. Ἡ ἐπιείκεια ἐφαρμόζεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἀπολύτως δίκαιον ἀποβαίνει ἐπιβλαβὲς καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπικαλοῦνται αὐτό.» (Traité de la Science des Finances II p. 522). Ἐξετάζων ἔπειτα ὁ ἴδιος συγγραφεὺς τὴν ἱστορίαν πολλῶν μεγάλων ἑταιριῶν σιδηροδρόμων, αἵτινες, περιελθοῦσαι εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ἐσώθησαν δι’ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς μέρους τῶν χρεῶν αὐτῶν, ἀναφέρει τὸ παράδειγμα διαφόρων Κρατῶν, ὡς τοῦ Μισισιπῆ, τῆς Φλωρίδος καὶ ἄλλων Κρατῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ἡ Αἴγυπτος κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅταν ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς ἦτο ἀκόμη Ἀντιβασιλεύς. Ὄχι μόνον δὲ δὲν ὑπετιμήθησαν τὰ αἰγυπτιακὰ χρεώγραφα ἐκ τοῦ τοιούτου μέτρου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπεστηρίχθησαν· τοῦτο δὲ ἐξηκολούθησεν ἐπί τινα καιρὸν, ἀλλ’ ὁ Ἀντιβασιλεὺς, ἀντὶ νὰ παύσῃ τὰς ὑπερβολικὰς αὐτοῦ δαπάνας, ἐξηκολούθησεν αὐτὰς χάριν τῶν φιλοδόξων σκοπῶν, οὓς εἶχε, νὰ κατακτήσῃ τὴν κεντρικὴν Ἀφρικήν. Ἡ ἐξακολούθησις αὕτη τῶν δαπανῶν ἔφερε νέας στενοχωρίας, αἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Ἰσμαὴλ πασσᾶν νὰ δεχθῇ, πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ, τὸν σχηματισμὸν διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν σώσῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σπατάλου πολιτικῆς αὐτοῦ, ἐξ ἧς κυρίως προῆλθεν ἡ πτῶσις αὐτοῦ, μετὰ τὴν ὁποίαν τὸ Αἰγυπτιακὸν ζήτημα ἔλαβε τὸν ἀλληλεθνῆ χαρακτῆρα, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας πρὸς ἐκφόβισιν ἡμῶν. Ἀνέφερεν ὡσαύτως τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα αὐτῆς εἶναι διδακτικὸν δι’ ἡμᾶς· 3 ἢ 4 ἔτη πρὸ τῆς χρεωκοπίας αὐτῆς, οἱ δανεισταί της ἔλεγον εἰς τὴν Τουρκίαν, νὰ μὴ ἐξαντλήσῃ τοὺς πόρους της καὶ τὰς οἰκονομικάς της δυνάμεις, νὰ μὴ συντάττῃ καὶ ἐφαρμόζῃ ἐξωγκωμένους καὶ μὴ ἀληθεῖς Προϋπολογισμούς. Ταῦτα συνεβούλευον εἰς αὐτὴν πρόσωπα, ἔχοντα μεγάλην ὑπόληψιν οἰκονομικὴν ἐν Εὐρώπῃ, ὡς π.χ. ὁ Ἄγγλος βουλευτὴς Bourke. Αὕτη ὅμως δὲν ἤκουσε τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε τὴν σύνταξιν καὶ ἐφαρμογὴν ἐξωγκωμένων Προϋπολογισμῶν, οἵτινες ἔφερον αὐτὴν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτής. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν; ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὄχι μόνον νὰ μᾶς δικαιολογῇ νὰ ζητήσωμεν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ τοῦτο; Περιέμενον μετ’ ἀνυπομονησίας ν’ ἀκούσω τὸν κ. Εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τυχὸν πιστεύει, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἀλλὰ περὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου ζητήματος δὲν εἶπε σχεδὸν τίποτε. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡμῶν; Πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐξεθέσαμεν τὰς περὶ ταύτης γνώμας μας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἰς μίαν δὲ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων καὶ εἷς ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνήκων εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐξέθηκεν αὐτήν, κατελθὼν μέχρι τῶν κατωτάτων στρωμάτων τῆς γεωργικῆς τάξεως. Δὲν ἔχομεν τὰς στατιστικὰς, ἃς ἔχουσιν ἄλλα ἔθνη, καὶ ἐξ ὧν γνωρίζουσιν ἐν ὅλαις αὐτῶν ταῖς λεπτομερείαις, τὴν κατάστασιν καὶ τὴν θέσιν ἑκάστης κοινωνικῆς τάξεως. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως, βασιζόμενοι ἐπὶ θετικῶν πληροφοριῶν, νὰ κρίνωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ ἐξαγάγωμεν ὡρισμένα καὶ βέβαια συμπεράσματα. Διὰ δύο μέσων μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ μορφώσωμεν ἰδέαν περὶ τῆς θέσεως τῆς χώρας. Τὰ μέσα ταῦτα εἰσὶν ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν λαμβάνει, περὶ τῆς καταστάσεως ἑκάστης τάξεως τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ ἱστορία τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ἐὰν ἐκ τῆς ἐρεύνης περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, ἣν δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν διὰ τῶν δύο τούτων μέσων, ἠδύνατό τις νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχομεν πόρους ἀρκετοὺς πρὸς θεραπείαν πασῶν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, ἤθελον εἶσθαι ὁ πρῶτος, ὅστις θ’ ἀπέκρουε τὰς ἰδέας, ἃς ἐξέθηκα, καὶ θὰ ὑπεστήριζε τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον σύστημα. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν ἀποδεικνύεται, βεβαιοῦται δὲ τὸ ἐναντίον, νομίζω καθῆκόν μου νὰ πολεμήσω αὐτὸ, ὡς ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν τόπον. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ τόπος δύναται νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ. Πάντες δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ὅπως κρίνωμεν αὐτὴν, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ περιωρισμένων καὶ προσκαίρων τινῶν ἐμφανίσεων εὐπορίας, ὡς εἰσι π.χ. αἱ διασκεδάσεις τῶν Ἀπόκρεω ἐν Ἀθήναις καὶ ἄλλαις τισὶ πόλεσιν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσι καὶ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅτι, ὅσον πτωχότερα εἶναι τὰ Ἔθνη, τόσῳ περισσότερον διασκεδάζουσιν. Ὅπως κρίνωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας τῆς καταστάσεως ἑκάστης τάξεως τῆς κοινωνίας. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν τάξιν, ἥτις ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν θεωρεῖται ἀνωτέρα, τὴν τάξιν τῶν τραπεζιτῶν καὶ τῶν ἐμπόρων. Ἐρωτήσατε οἱονδήποτε τραπεζίτην· θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884, ἀφ’ ὅτου ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις ἐξακολουθεῖ εἰσέτι, τὰ κεφάλαια κατὰ τὸ πλεῖστον κατεστράφησαν, ἢ ἐφυγαδεύθησαν, καὶ ὅτι αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ τραπεζῖται δὲν ἔχουσιν ἀρκετὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας, οὐ μόνον ὅπως ὠφελῶνται, ἀλλ’ οὔτε ὅπως ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Σπανίως δύναταί τις ἐκ τῶν Τραπεζῶν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους της μέρισμα ἀσήμαντον, σχετικῶς πρὸς τοὺς ἐν τῷ τόπῳ τρέχοντας τόκους. Μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἔχει ἄλλας πηγὰς ὠφελειῶν, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς μέρισμα ἄξιον λόγου. Ἐρωτήσατε τοὺς ἐμπόρους, καὶ θὰ μάθητε παρ’ αὐτῶν, ὅτι τὸ ἐμπόριον μετὰ τὴν κρίσιν τοῦ 1884 στερεῖται τῶν μέσων τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ, καὶ εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν μαρασμοῦ. Ἐρωτήσατε τὴν τάξιν τῶν βιομηχάνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἱδρύσωσι βιομηχανικὰ καταστήματα ἐν Πειραιεῖ, ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ, ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Θὰ σᾶς εἴπωσι καὶ οὗτοι, ὅτι, ἕνεκεν ἐλλείψεως χρημάτων καὶ καταναλώσεως, τὰ μὲν ἐκ τῶν καταστημάτων τούτων ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι πᾶσαν ἐργασίαν, ἄλλα κατεστράφησαν, καὶ ὅτι τὰ διατηρούμενα εἰσέτι μόλις ἀποζῶσιν· ἐλάχιστα δέ εἰσι τὰ ἀποδίδοντα ὠφελείας. Ἂς ἐρωτήσωμεν τοὺς κατοίκους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες θεωροῦνται καὶ εἰσὶν οἱ πλουσιώτεροι πληθυσμοὶ καὶ οἱ κυριώτεροι παραγωγοὶ τοῦ Βασιλείου. Ἠκούσατε παρ’ ὅλων, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὅτι, μετὰ τὰ ἐπελθόντα δυστυχήματα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσιν, οὐ μόνον τὰ χρέη των, ἀλλὰ μήτε τοὺς τόκους αὐτῶν, καὶ ὅτι μετὰ κόπου δύνανται νὰ προσπορισθῶσι τὰ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν σταφιδαμπέλων αὑτῶν ἀναγκαῖα χρήματα. Ἂς μεταβῶμεν εἰς τοὺς γεωργικοὺς ἡμῶν πληθυσμούς. Ἐρωτήσατε τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες πρὸ 3 ἢ 4 ἐτῶν παρήγαγον γεννήματα, ἀρκοῦντα, οὐ μόνον πρὸς διατήρησιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξαγωγήν. Θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἔχουσι γεννήματα, διὰ τῆς πωλήσεως τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶσι ν’ ἀγαράσωσι τὰ ἄλλα εἴδη, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην πρὸς διατήρησίν των, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ τὰ πρὸς τροφὴν αὐτῶν ἀναγκαῖα γεννήματα, καὶ ἀναγκάζονται πολλάκις νὰ πωλήσωσι τὰ εὐτελῆ αὑτῶν σκεύη, διὰ νὰ ἀγοράσωσι γεννήματα, εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Παρακαλῶ πάντα βουλευτὴν ἐξ ἐπαρχίας γεωργικῆς, ἢ σταφιδοφόρου, νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν ὅσα λέγω δὲν ἦναι ἀκριβῆ. Ἐρωτήσατε τοὺς κτηνοτρόφους· τὰ 9)10 αὐτῶν θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἡ κτηνοτροφία δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναλάβῃ ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἣν ἔπαθε πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ ὅτι μόλις δύνανται νὰ συντηρηθῶσι. Μετάβητε εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ τοὺς μικροὺς τεχνίτας. Δὲν ἤκουσά τινα ἐξ αὐτῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εὐτυχεῖ καὶ ὅτι κερδίζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀνέτως. Πάντες ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρκοῦσα κατανάλωσις, καὶ ὅτι μόλις ἀποζῶσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος τούτου ἤθελεν εἶσθαι πολὺ μακρά. Καὶ κοινωνικαὶ ἐλλείψεις, καὶ καιρικαὶ, καὶ διοικητικαὶ, καὶ φορολογικαὶ, καὶ ἄλλαι εἰσὶν αἱ παραγαγοῦσαι τὴν κατάστασιν ταύτην.

§57ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἀτμοσφαιρικοὶ λόγοι.

§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐξετάζω, τὸ ζήτημα τῶν ἀφορμῶν, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ τὺ γεγονὸς τοῦτο, ἤθελον εἶσθαι εὐτυχὴς, ἐὰν ἕτερος ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον, οἷον ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Δυστυχῶς ὅμως οὐδένα ἤκουσα ἀντιλέγοντα καὶ ἀποδεικνύοντα τὸ ἐναντίον. Τὸ δεύτερον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξέθηκε κατὰ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ ἀγόρευσιν τὴν ἱστορίαν ταύτην, ἐξηγῶν τὰ ἀποτελέσματα τῶν Προϋπολογισμῶν, ὄχι μόνον ἐκείνων, οὓς συνέταξε καὶ ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις τῆς πτέρυγος ταύτης, εἰς ἣν ὑπάρχει μεγαλειτέρα δόσις αἰσιοδοξίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οὓς συνέταξε καὶ ἐφήρμοσε καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς πτέρυγος αὐτῆς, ἐν ᾗ ὀλιγωτέρα ὑπάρχει αἰσιοδοξία. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἀπέδειξαν διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ὅτι πολὺ ἀπέχομεν τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν ὑπολογισμῶν, αἵτινες ὡδήγουν καὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλὰς κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τῶν Προϋπολογισμῶν. Ἡ ἀνάλυσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐποιήσατο προχθὲς, μὲ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον, νὰ εἴπω περιληπτικῶς, ποίαν ἐγὼ εὑρίσκω τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ Δημοσίου. Θ’ ἀρχίσω τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ 1882, διότι τότε ἐγένετο ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, καὶ ἀπὸ τότε ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου διὰ τῶν πόρων αὐτοῦ. Τὸ 1882 ὑπελογίσθησαν ἔσοδα 66,841,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 60 περίπου ἑκατομ. ν. δραχμῶν, ἐβεβαιώθησαν δὲ δραχ. νέαι 64,081,000 καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 58,751,000 Ἐψηφίσθησαν δὲ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους νέοι φόροι, ὧν τὸ προϊὸν ὑπελογίσθη εἰς δρ. 3,180,000 κατ’ ἔτος. Κατὰ τὸ 1883 τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 73,113,000· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐκ τῶν φόρων καὶ τῶν λοιπῶν προσόδων τοῦ Κράτους δρ. 64,679,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 58,537,000. Ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις παλαιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προϋπελογίσθησαν εἰσπράξεις δρ. 13,270,000. Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 84,650,000. Μολονότι δὲ εἶχον ἤδη ψηφισθῆ κατὰ τὰ δύω παρελθόντα ἔτη νέοι φόροι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ φέρωσι νέα ἔσοδα δρ. 16,370,000 ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἐβεβαιώθησαν μόνον δραχ. 66,174,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 60,174,000, ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις παλαιῶν, ὧν τὸ ἔσοδον προϋπελογίσθη εἰς δρ. 7,810,000. Κατὰ τὸ 1885 προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἐκ δρ. 83,641,000, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, καὶ δρ. 74,006,000 κατὰ τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Μολονότι δὲ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη εἶχον ψηφισθῆ καὶ ἐλειτούργουν νέοι φόροι, ὧν τὸ ἔσοδον εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς δρ. 23,180,000, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐβεβαιώθησαν μόνον δρ. 66,162,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 59,374,000. Ὥστε, μολονότι ἐψηφίσαμεν νέους φόρους, οἵτινες ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1884 εἰσπράξεις, ἀνωτέρας τῶν τοῦ 1882 κατὰ δρ. 23,180,000, αἱ βεβαιώσεις τοῦ 1884 δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς τοῦ 1882, εἰμὴ κατὰ δραχ. 2,081,000, αἱ δὲ εἰσπράξεις μόνον κατὰ δρ. 623,000. Ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη δὲν φθάνει τὰ 60,000,000. Δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1886. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατετέθησαν προχθὲς πίνακές τινες, σχετικοὶ πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, δὲν διενεμήθησαν ὅμως εἰσέτι. Ὡς δὲ εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1886 δρ. 62,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 57,000,000 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὥστε περίπου τὰ αὐτὰ, ἂν ὄχι καὶ χείρονα, θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸ 1886, ἐνῷ καὶ κατὰ τὸ 1885, ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἐψηφίσθησαν, ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέπτυξεν ἐν τῇ προχθεσινῇ αὐτοῦ ἀγορεύσει, αὐξήσεις φόρων, αἵτινες εἰς τὰ αὐτὰ κατέληξαν ἀποτελέσματα, ὡς τρανῶς δεικνύουσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων προσθέτων τελῶν χαρτοσήμου, ἅτινα ἔφερον μὲν αὐτὰ πρόσοδον δραχ. 490,000 περίπου, ἠλάττωσαν ὅμως τὸ ὅλον τῶν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεων κατὰ δραχ. 460,000, καταλήξαντα εἰς θετικὸν ἀποτέλεσμα αὐξήσεως δρ. 30,000 περίπου. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι ἐψηφίσθησαν μὲν νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις παλαιῶν, ἀλλὰ δὲν ἐλειτούργησαν οὗτοι καὶ δὲν ἐνεκλιματίσθησαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Αἱ ψηφισθεῖσαι αὐξήσεις παλαιῶν φόρων ἐλειτούργησαν πληρέστατα. Οἱ δὲ ψηφισθέντες νέοι ἐλειτούργησαν καὶ οὗτοι, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἐπέτρεπον εἰς αὐτοὺς τοῦτο. Οἱ νόμοι, δι’ ὧν μεταβάλλεται ἡ κλίμαξ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, αὐξάνεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ προστίθεται ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ δι’ ὧν προϋπελογίζετο αὔξησις ἐσόδων ἐκ δραχ. 3,100,000 κατ’ ἔτος, ἐψηφίσθησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1882. Οἱ νόμοι, δι’ ὧν μετατρέπονται ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς αἱ βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, ἐφαρμόζονται τὰ νέα προξενικὰ τέλη; καὶ ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῶν νεοδμήτων οἰκοδομῶν, καὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν κλπ., οἱ νόμοι οὗτοι, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων προϋπελογίσθη ἔσοδον ἐκ δραχ. 13,270,000, ἐψηφίσθησαν καὶ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν κατὰ Μάϊον τοῦ 1883. Οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐτροποποιεῖτο ἡ φορολογικὴ κλίμαξ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἐπεβάλλοντο νέα δικαιώματα καταναλώσεως, ἰδίως διὰ τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων, καὶ ἐξ ὧν προϋπελογίζετο νέα αὔξησις ἐσόδων ἐκ δραχ. 7,810,000, ἐψηφίσθησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου, τοῦ Μαΐου, τοῦ Ἰουνίου καὶ τοῦ Αὐγούστου 1884. Καὶ ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας παρέστησεν, ὡς μὴ λειτουργήσαντα, ἐλειτούργησεν ὡσαύτως κατ’ ἄλλο σύστημα, καὶ ἔφερε καὶ αὐτὸς τ’ ἀποτελέσματά του. Ἐὰν δὲ τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα τῶν δηλώσεων ὑπολείπηται τοῦ κατὰ τὸ 1883 ἐφαρμοσθέντος συστήματος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἢ ὑπερτερῇ αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξετάσω, μὴ ἔχων ἐνώπιόν μου τὰς βεβαιώσεις τῶν τελευταίων μηνῶν τοῦ 1886, ὅπως συγκρίνω αὐτὰς πρὸς τὰς ἀντιστοίχους βεβαιώσεις τοῦ 1885. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπολείπηται, ἐλειτούργησεν ὅμως καὶ τοῦτο, καὶ ἔφερεν ἀποτελέσματα, ἀνάλογα σχεδὸν τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Δὲν ἐξετάζω ποῖον ἐκ τῶν δύο συστημάτων εἶναι τὸ καλλίτερον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη διὰ τῆς προχθεσινῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν ἐλύθη συμφώνως μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου Ταμείου, διότι περιλαμβάνει καὶ τὰ δύω συστήματα, καὶ τὸ τῶν κοπτηρίων καὶ τὸ τῶν δηλώσεων, ἐὰν δὲ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ἔφερε τὰς προϋπολογισθείσας εἰσπράξεις, δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τοῦτο εἰς μόνην τὴν μὴ ὁμαλὴν αὐτοῦ λειτουργίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου δυνάμεων. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα, εὐκόλως ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, παριστῶν εἰς ἡμᾶς χθὲς, ὅτι ὁλόκληρος ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὰ τρία προτελευταῖα ἔτη, ἀνέρχεται εἰς 500,000 δραχ. Ὑπελόγισεν ἴσως αὐτὴν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν γενομένων αὐξήσεων, ἐκ τῶν ἐξ αὐτῶν δηλ. εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῶν τοιαύτην ἔλαβε βάσιν, ὤφειλε κατὰ μείζονα λόγον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς τοιαύτης βάσεως, εἰς τὰς σκέψεις, ἃς ἀνακοινοῖ ἡμῖν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων ἐκ τῶν ἰδίων φόρων, καὶ εἰς τὰς γνώμας, ἃς ἐκθέτει περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὑπελόγισεν αὔξησιν 4,800,000, ἀφῄρεσε δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς ἐλαττώσεις, τὰς προελθούσας ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τελωνιακῆς ζώνης, καὶ ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ εὗρεν, ὅτι εἰς μόνον 500,000 δραχμῶν ἀνέρχονται αἱ κατὰ τὰ τρία προτελευταῖα ἔτη αὐξήσεις φόρων. Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ἐλάττωσιν φόρου τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἂν καὶ αὕτη χρονολογῆται ἀπὸ τοῦ 1880, καὶ ὅτι αὕτη καὶ ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τελωνιακῆς ζώνης ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 2,300,000. Ἔχομεν οὕτω πάλιν αὔξησιν φορολογίας ἐκ δραχμῶν 21,150,000· ἡ ἐλάττωσις ὅμως τῶν εἰσπράξεων, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς προταθεῖσα ἐλάττωσις φορολογίας, διότι, ὅταν ἐπρότεινεν αὐτὴν ὁ νῦν καὶ τότε ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἐπεδίωκε, καὶ δὲν ἐσκόπει μόνον τὴν μεθοδικωτέραν σύνταξιν τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ καὶ τὴν αὔξησιν εἰσπράξεων· ἐὰν δὲ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις, τοῦτο εἶναι ἐπιπρόσθετος ἀπόδειξις, ὅτι οὐχὶ οἱ ψηφιζόμενοι φόροι, ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους δίδουσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον τὰς εἰσπράξεις αὐτοῦ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ δὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν καλὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν δυσκολιῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα, ὅταν εἰς τοιαύτας καταφεύγωμεν καταφανεῖς ὑπερβολὰς, πρὸ πάντων δὲ, ὅταν πρόκειται περὶ ἀριθμῶν καὶ λογιστικῶν ζητημάτων. Λέγω δὲ τοῦτο μετὰ πλειοτέρου θάῤῥους, διότι τὴν τοιαύτην αὔξησιν τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τοσούτῳ ζητεῖ νὰ περιμαζεύσῃ, ἐψήφισα κ’ ἐγὼ, καὶ ἐννοῶ νὰ φέρω τὸ ἐξ αὐτῆς μικρὸν μέρος τῆς εὐθύνης μου. Ἐψήφισα δὲ ταύτην ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους, ὧν μικρὸν ἀπόσπασμα ἀνέγνωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει μου ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Κατὰ τὸ 1883 ἐπίστευον, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Κράτος τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἐζήτει τοῦτο πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Καὶ τότε τὴν τοιαύτην γνώμην μου ἐστήριζον ἐπὶ τῶν ἰδίων σκέψεων, ἐφ’ ὧν στηρίζω καὶ σήμερον τὴν ἰδέαν μου, ἐπὶ τῶν ἀντιλήψεων δηλ., ἃς πάντες εἴχομεν τότε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἐνθυμεῖσθε ποία ζωτικότης ἐμπορικὴ καὶ τραπεζιτικὴ ὑπῆρχε τότε ἐν τῷ τόπῳ, ποία ἐνεργητικότης, καὶ ποία ἐμπιστοσύνη εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις ἐφαίνετο τότε πανταχοῦ τοῦ Κράτους. Τὰ ὑπάρχοντα κεφάλαια ἐν τῷ τόπῳ διετήρουν τὴν τοιαύτην ἐνεργητικότητα· εἶχον προσέτι ἐνώπιον ἐμοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως τοῦ 1881 καὶ 1882, καθ’ ἃ τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα εἶχον ὑπερβῆ τὰ προϋπολογισθέντα. Ψηφίζων τότε τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπεδιώκετο αὔξησις προσόδων, ἔπραττον τοῦτο ἐν πεποιθήσει, ὅτι ὁ τόπος ἠδύνατο ἄνευ βλάβης τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δυνάμεων νὰ ὑποστῇ τὴν αὔξησιν ταύτην· ὅταν ὅμως, κατὰ τὸ 1884, ἤρχισεν ἡ πρὸς τὰ χείρω τροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης κρίσεως ἐκ τῶν καιρικῶν δυστυχημάτων, ἤρχισα καὶ ἐγὼ νὰ αἰσθάνωμαι δισταγμούς. Ἐψήφισα καὶ τότε ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ἐξέφρασα ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην μου, ἣν δὲν ἠξεύρω, ἂν συνεμερίζετο καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνέγνω τεμάχιον τῆς ἐκθέσεώς μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, θὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τεμάχιον ἐξ ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τῆς ὁποίας τὴν μέθοδον ἠκολούθησε καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν μεταβολὴν τῶν περιστάσεων. Συμπεραίνων κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ἔλεγον τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ἀπατηθῶμεν εἰς τὰς ἐλπίδας καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀποδειχθῇ διαρκὴς ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ στενοχωρία, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ περιστείλωμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ Κράτους (ἐφαρμόζοντες ῥιζικὰς οἰκονομίας), ὅταν βεβαία καὶ οὐχὶ ὑποθετικὴ ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ ὑποτάξωμεν τὰς προσδοκίας τοῦ μέλλοντος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος.» Τοιαύτη δὲ βεβαία καὶ οὐχὶ ὑποθετικὴ ἀνάγκη, ἥτις δὲν ἀπεδεικνύετο κατὰ τὸ 1884, ἀποδεικνύεται ὡς ὑφισταμένη σήμερον. Διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀνέπτυξα, ἐρευνῶν τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ Δημοσίου, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ τόπου νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος 93,000,000 δρ., ἀντὶ τῶν 60,000,000 δραχμῶν, ἃς κατὰ μέσον ὅρον ἔδωκε κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη, 93 δὲ ἑκατομμύρια χρειάζονται εἰς τὸ Κράτος, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλάς του, καὶ οὐχὶ 89 ἢ 87 ἑκατομμύρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπανέλαβεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας· διότι εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὸ 1887 πιστώσεις ἀδιαθέτους, αἵτινες θὰ ἐλαττώσωσι τὰς δαπάνας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναντίῤῥητον, ὅτι θὰ ἔχωμεν πιστώσεις ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικάς, αἵτινες θ’ αὐξήσωσιν αὐτάς. Πρόσφατον δ’ ἀπόδειξιν τούτου ἔχομεν τὰς ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τοιαύτη ἀπόδειξις εἶναι ὡσαύτως καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ὅστις μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανῶν, ὅπερ ἀνέγραψεν, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀναγράφει σήμερον, παρουσιάζει αὔξησιν ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 1,105,000, προερχομένων ἐκ τῆς συμψηφίσεως ἀδιαθέτων πιστώσεων πρὸς ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους τοιαύτας. Ὥστε οὐδεμίαν ἐμπεριέχει ὑπερβολὴν, εἶναι δὲ μᾶλλον συγκαταβατικὴ ἡ ἰδέα μου, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1887 θὰ συμψηφισθῶσι διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, καὶ ὅτι 93 ἑκατομμυρίων δρ. εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ βεβαιώσεων θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην, ὅπως, ἄνευ δανείων, δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας δαπάνας, καὶ ἀποτίσωμεν τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν. Ἡ αὔξησις δὲ τῶν φόρων, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἀνέρχεται εἰς 58%, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐκ τῶν καθαρῶν φόρων, ἐκτὸς τῶν νομημάτων, τῶν κτημάτων καὶ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου, εἰσεπράχθησαν δρ. 48 ἑκατ. περίπου. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ ἀναγράφονται εἰσπράξεις ἐκ καθαρῶν φόρων 76 ἑκατομμ. καὶ οὐχὶ 70 ἑκατ., ὡς ὑπολογίζει αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀδίκως χαρακτηρίζων, ὡς μὴ προερχομένας ἐκ φορολογίας, εἰσπράξεις ἐκ φόρων προερχομένας, ὡς π. χ. τὰς ἀποδιδομένας εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, τὰ ναυτιλιακὰ τέλη, τὸ τίμημα τῶν ἐξαιρουμένων στρατιωτῶν κλπ. Μεταξὺ δὲ 76 καὶ 48 ἑκατομμυρίων ὑπάρχει διαφορὰ 28 ἑκατομ., ἤτοι πλέον τῶν 58%·

§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, αἱ οἰκονομικαὶ καὶ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ ζητῶμεν εἴσπραξιν 93,000,000 δραχμῶν, διότι δὲν μᾶς ἔδωκαν κατὰ τὰ τελευταῖα 5 ἔτη κατὰ μέσον ὅρον, εἰμὴ εἰσπράξεις 60,000,000 δραχμῶν περίπου. Εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν διὰ τῆς καθαρᾶς φορολογίας 58% περισσότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν διὰ τῆς ἰδίας ὁδοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ἡ τοιαύτη αὔξησις τῆς καθαρᾶς φορολογίας θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, τὸ ὅτι ἕκαστος Ἕλλην, ἀνὴρ, γυνὴ, ἢ παιδίον, ἀντὶ τῶν 24 δραχμῶν, τὰς ὁποίας πληρόνει σήμερον ἐτησίως, κατὰ μέσον ὅρον, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ 38 δραχμὰς κατ’ Ἕκαστος οἰκογενειάρχης, ὅστις πληρόνει σήμερον 240 δρ. κατ’ ἔτος διὰ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, θὰ πληρόνῃ 390 δραχμὰς, ἕκαστος δὲ οἰκογενειάρχης, ὅστις δίδει 600 δραχμὰς, θὰ δίδῃ 950. Γνωρίζομεν μετὰ πόσης στενοχωρίας πληρόνει σήμερον ἕκαστος οἰκογενειάρχης τοὺς φόρους του, εἴτε ὡς ἀμέσους καὶ ἀπ’ εὐθείας, εἴτε ὡς ἐμμέσους καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν φορολογουμένων εἰδῶν, ἅτινα καταναλίσκει· γνωρίζοντες τὴν στενοχωρίαν ταύτην, εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, πόθεν θὰ λάβῃ τὸ περιπλέον, ὅπερ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ. Θὰ λάβῃ τοῦτο ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα χρησιμεύουσιν αὐτῷ διὰ νὰ ζήσῃ καὶ διὰ νὰ προμηθευθῇ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς τέχνης, ἢ ἄλλης αὐτοῦ ἐργασίας, διὰ τῆς ὁποίας πορίζεται τὰ πρὸς συντήρησίν του καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων του εἰς τὸ Δημόσιον. Θὰ ἐλαττώσῃ ἑπομένως τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ. Τὸ σύνολον δὲ τῶν τοιούτων μέσων ἑκάστου οἰκογενειάρχου, ἅπερ θὰ ἐλαττώσωμεν ἐπιβάλλοντες φορολογίαν κατὰ 58% ἀνωτέραν, ἀποτελεῖ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, αἵτινες δίδουσιν εἰς τὸ Κράτους τοὺς εἰς αὐτὸ ἀναγκαίους πόρους. Ἑπομένως, καὶ ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ, θ’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων οὗτος παράγει καὶ πληρόνει τοὺς φόρους του πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ θὰ στειρεύσωμεν τὰς πηγὰς τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου. Αἱ αὐξήσεις δὲ, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴς τινας φόρους παρουσιάζουσιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐπλήρωσε μέχρι τοῦδε, καταπληκτικὰς ἀναλογίας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τινὰς ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τούτων ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Κατὰ μέσον ὅρον, ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, τὸ 1882, 1883, 1884 καὶ 1885, δραχ. 1,877,660, εἰσεπράχθησαν δὲ 1,297,210. Κατὰ τὸ 1887 ζητοῦμεν νὰ βεβαιώσωμεν δραχ. 3,240,000, δηλ. 73% περισσότερον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, νὰ εἰσπράξωμεν δὲ κατὰ τὴν ἰδέαν, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ 8% ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις τῶν βεβαιώσεων, δραχ. 2,980,000, ἤτοι 140% πλειότερον τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσπραχθέντων. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, κατὰ μέσον ὅρον ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν δρ. 1,107,000, εἰσεπράχθησαν δὲ δρ. 652,000. Κατὰ τὸ 1887 ζητοῦμεν ἐξ αὐτοῦ βεβαίωσιν δρ. 2,520,000, ἤτοι κατὰ 128% ἀνωτέραν, καὶ εἴσπραξιν δραχ. 2,318,000, ἤτοι κατὰ 268% ἀνωτέραν τῆς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα δύο, ἢ τρία ἔτη δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ βεβαίωσις αὕτη θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ λογικὸν μέτρον τὰς ἀναλογίας τῶν ζητουμένων αὐξήσεων τοῦ φόρου τούτου. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, κατὰ μέσον ὅρον ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1884 καὶ 1885, καθ’ ἃ λειτουργεῖ ὁ φόρος οὗτος, δραχ. 773,474, εἰσεπράχθησαν δὲ δραχ. 593,031. Διὰ τὸ 1887 προϋπολογίζομεν βεβαίωσιν μὲν δρ. 3,168,000, ἤτοι κατὰ 321% ἀνωτέραν, εἴσπραξιν δὲ δρ. 2,914,560, ἤτοι κατὰ 402% ὑπερτέραν τῆς τῶν τελευταίων δύο ἐτῶν. Ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὰ ἔτη 1884 καὶ 1885, καθ’ ἃ ἴσχυε τὸ τελευταῖον δασμολόγιον, καὶ καθ’ ἃ τὰ πετρέλαια καὶ τὰ λοιπὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων δὲν ἔδωκαν, ὅπως δὲν θὰ δώσωσι καὶ κατὰ τὸ 1887, τέλη εἰσαγωγῆς, εἰσεπράχθησαν κατὰ μέσον ὅρον δραχ. 17,440,612. Διὰ τῶν τελῶν τούτων ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δραχ. 28,458,000, ἤτοι 63% περιπλέον. Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων ἐκ τελῶν ἐξαγωγῆς καὶ ἄλλων τελωνιακῶν δικαιωμάτων ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,755,263· ἐξ αὐτῶν ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δρ. 3,271,263, ἤτοι 86% περιπλέον. Τοιαῦταί εἰσιν αἱ ἀναλογίαι τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὗτινος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν περιέγραψα πρὸ ὀλίγου. Ὡς δικαιολογίαν δὲ φέρουσιν, ὅτι οἱ φόροι, οὓς πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν, δὲν βαρύνουσι τὰς παραγωγικὰς τάξεις. Τοῦτο ἀνέπτυξεν ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερε δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ. Ποῖον δὲ ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δικαιολογίας ταύτης φέρουσιν; ὅτι οἱ φόροι οὗτοι δὲν ἐπιβάλλονται ὡς νέοι φόροι, ἀλλ’ ὡς αὐξήσεις καὶ μεταῤῥυθμίσεις ὑπαρχόντων φόρων, πρὸς τὰς ὁποίας ὁ λαὸς εἶναι ἐξοικειωμένος. Φέρουσι δηλ. ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, ὅπερ χρησιμεύει πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι φόρος τις εἶναι θετικὸς, καὶ ἔχει τὴν δύναμιν, ὅταν ἦναι δυσανάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, ἐφ’ οὗ ἐπιβάλλεται, νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ συντρίψῃ αὐτάς. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐν τοῖς Τελωνείοις δὲν θὰ βαρύνωσι τὰς παραγωγικὰς τάξεις, καὶ ὅτι μόνον ἡ κατὰ 20% αὔξησις τῶν ἀμέσων φόρων, ἥτις ὑπολογίζεται εἰς δραχ. 5,900,000, θέλει βαρύνει ταύτας. Ὑποθέτουσιν ἆρά γε, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ τάξεις εἶναι ἄστεγοι, καὶ δὲν ἔχουσιν οἰκοδομὰς, ἵνα πληρώσωσι φόρον οἰκοδομῶν; Ὑποθέτουσιν, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι δὲν εἶναι παραγωγικαὶ τάξεις, καὶ ὅτι τὰ διὰ τῶν Τελωνείων εἰσαγόμενα εἴδη πρὸς κατανάλωσιν δὲν καταναλίσκονται ὑπὸ τῶν παραγωγικῶν τάξεων; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔκφρασις τοιούτων ἰδεῶν δεικνύει, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς ὑπερβολικῆς φορολογίας τίθενται ἐκτὸς τοῦ Ἔθνους, καὶ λησμονοῦσι τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, ὅπως μορφώσωσι τὰς περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ σκέψεις των. Ἐὰν ἐτίθεντο ἐντὸς τοῦ Ἔθνους, καὶ ὡδηγοῦντο ἐκ τῆς πραγματικῆς αὐτοῦ καταστάσεως, βεβαίως δὲν θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ τάξεις μὴ παραγωγικαὶ, αἵτινες πληρόνουσι τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη. Τί μᾶς λέγουσι προσέτι; ὅτι μέγα μέρος τῶν 8,000,000 δραχ., αἵτινες ἐπιπροστίθενται εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη, θὰ πληρώσῃ, τίς νομίζετε; ἡ ξένη παραγωγή! Μᾶς λέγουσι δηλ., ὅτι ὁ Ἕλλην ἔμπορος, ὅστις θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς ἀγορὰν τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου αὐτοῦ, θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν Εὐρωπαῖον βιομήχανον καὶ εἴπῃ αὐτῷ: γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεβλήθησαν τέλη κατὰ 60% ἀνώτερα, λοιπὸν πρέπει νὰ ἐλαττώσητε τὴν τιμὴν τοῦ εἴδους, ὅπερ ἔρχομαι ν’ ἀγοράσω, κατ’ ἀναλογίαν ἰσοφαρίζουσαν πρὸς τὸν προστεθέντα φόρον, δηλ. κατὰ 30 ἢ 40%. Ὁ δὲ Εὐρωπαῖος βιομήχανος, διὰ νὰ φανῇ εἰς ἡμᾶς εὐάρεστος, θὰ παραδεχθῇ ἀμέσως τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς, καὶ θὰ φέρῃ αὐτὸς ἐπὶ τῶν ὤμων του τὸ βάρος τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοῦ τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος! Ὁ Εὐρωπαῖος βιομήχανος, παρ’ οὗ ὁ ἰδικός μας ἔμπορος ἀγοράζει τὰ τοῦ ἐμπορίου του εἴδη, δὲν θὰ ὑποβιβάσῃ τὴν τιμὴν αὐτῶν. Εἶναι πολὺ πιθανὸν, κατ’ ἐμὲ δὲ βέβαιον, ὅτι ὁ Ἕλλην ἔμπορος, ἅμα ἴδῃ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα ἀγοράζει ἐν Εὐρώπῃ, δὲν καταναλίσκονται ἐν Ἑλλάδι, ἕνεκα τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς αὐτῶν, δὲν θ’ ἀγοράσῃ πλέον τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ θὰ περιστείλῃ τὸ ἐμπόριόν του. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ παραδέχεται μήτε ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, μήτε ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ Δασμολόγιον, δὲν παρεδέχοντο ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς ἀνάλογον τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν.

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως παρεδέχθημεν.

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν πίνακα, ὅστις ἦτο ἐπισυνημμένος εἰς τὸ περὶ δασμολογίου νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τότε ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν προβλέπεται ἐλάττωσις εἰσαγωγῆς, μέλλουσα νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη θὰ πληρώσωσιν αἱ παραγωγικαὶ ἡμῶν τάξεις, καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους. Ποῖαι ἄλλαι τάξεις θὰ πληρώσωσιν αὐτάς; οἱ ζωγράφοι μας, οἱ γλύπται, οἱ μουσικοί, οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροί μας; Καὶ ἂν ὑποθέσῃ τις, ὅτι αἱ τάξεις αὗται δὲν εἶναι παραγωγικαί, ὅπερ δὲν παραδέχομαι, ποῦ ὑπάρχουσι τοιαῦται τάξεις ἐν Ἑλλάδι, αἵτινες, πληρόνουσαι σήμερον μέγα μέρος τῶν φόρων, θὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς καὶ τὴν ἐκ 15,000,000 δραχμῶν αὔξησιν; Ἕτερον ἐπιχείρημα, οὐχὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, προβάλλουσι, τὸ ὅτι οἱ φόροι δὲν πληρόνονται εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑποτετιμημένα, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ λαὸς, πληρόνων τραπεζικὰ γραμμάτια, πληρόνει ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε πληρώσει, ἂν ἐπλήρονεν εἰς μεταλλικόν. Τοιαύτην ἰδέαν ἐξέφρασεν εἰς μίαν ἐκ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπολογίσας, ὅτι τὰ 70,000,000, ἅτινα ζητεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν φόρων, ἰσοδυναμοῦσι μὲ 49,000,000 εἰς μεταλλικόν. Αὐτὴ δὲν ἦτο ἡ ἰδέα σας;

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τὰ παρακάτω.

§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπεκαλέσθησαν καὶ ἄλλοι, δὲν εἶναι ὀρθὸν, μήτε κατὰ τὸ φαινόμενον, μήτε κατ’ οὐσίαν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν κατὰ τὸ φαινόμενον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦτον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑποτετιμημένα. Τὰ 100 φράγκα εἰς μεταλλικὸν, ἢ εἰς συνάλλαγμα, κατὰ τὸ 1882 ἐπωλοῦντο ἀντὶ 122–123 παλαιῶν δραχμῶν, τὸ 1883 ἀντὶ 109– 112 νέων δραχμῶν, τὸ 1884 ἀντὶ 104 δραχμῶν, διότι τότε εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ 1885 τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶχον περίπου τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ δὲ 1886 εἶχον τὴν αὐτὴν περίπου ὑποτίμησιν, ἣν ἔχουσι καὶ σήμερον. Ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐπλήρωσε τοὺς φόρους αὐτοῦ εἰς μεταλλικὸν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι εἶχε πληρώσει οὗτος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη τοὺς φόρους του εἰς μεταλλικὸν, πάλιν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν κατ’ οὐσίαν. Ἂν σπουδαίως προβάλλωσι τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἔπεται, ὅτι οἱ προβάλλοντες αὐτὸ, καίπερ θεωροῦντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς κακὸν καὶ ὡς δυστυχίαν, ἐπελθοῦσαν ἐπὶ τοῦ τόπου ἡμῶν, οὐχ ἧττον ἐν ταῖς θετικαῖς αὐτῶν σκέψεσιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν παραδέχονται αὐτὴν ὡς καλὴν καὶ ὡς εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου. Ἐν ἄλλῃ συζητήσει ὁ ἴδιος κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρίστα τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν, ὡς μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη ἡμῶν. Μᾶς ἔλεγεν, ὅτε συνεζητοῦμεν τὰ νομοσχέδια περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχομεν, νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη ἡμῶν χρεωλυτικῶς, διὰ τοῦ δικαιώματος νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἀμέσως εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν διὰ τοῦ ἐν τῷ τόπῳ ἰσχύοντος νομίσματος καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ κύριον ἐπιχείρημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπολέμουν τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκεται ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων τούτων, τὸ Κράτος παραβιάζει τὰ συμπεφωνημένα, καὶ πράττει πρᾶξιν φέρουσαν τὸν χαρακτῆρα τῆς χρεωκοπίας. Τοιοῦτον δὲ προβάλλοντες ἐπιχείρημα, ἐπαρηγόρουν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔχουσι φόβον νὰ ζημιωθῶσι, διότι δύνανται νὰ κρατήσωσι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα μετά τινα καιρὸν, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν μὲ τὰ μεταλλικὰ νομίσματα. Τώρα διὰ τοῦ ἰδίου μέσου εὑρίσκουσιν, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν ἐλάττωσιν τῶν φόρων μας. Οὕτω δὲ ἐπιτυγχάνουσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ σήμερον ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη, τοῦ ζητήματος δηλ. τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν ἡμῶν. Ὅταν ἤκουσα τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἐνεθυμήθην ἓν σπουδαῖον ἱστορικὸν γεγονός. Ὁ Πὶττ, ὅτε κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης ἑκατονταετηρίδος εἰσήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐκαυχᾶτο, ὅτι ἀνεκάλυψεν ὄρος ἐκ χρυσοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀνακαλύψεώς του ταύτης θὰ δυνηθῇ, χωρὶς νὰ βαρύνῃ τὸν ἀγγλικὸν λαὸν, νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν πόλεμον, ὃν διεξήγαγεν ἡ Ἀγγλία κατὰ τοῦ Ναπολέοντος Αʹ. Ὁ Πὶττ μετά τινα ἔτη ἀπεβίωσεν, ἡ δὲ Ἀγγλία, μ’ ὅλα τὰ πλούτη της, ἐπὶ εἴκοσι τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ διήρκεσεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑπέφερε κρίσεις, στενοχωρίας καὶ δυστυχήματα σπουδαιότατα.

§66ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὅπως καὶ ἡμεῖς.

§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χρησιμεύει δὲ ἡ πλάνη αὕτη τοῦ Πὶττ ὡς παράδειγμα τῆς γαλλικῆς παροιμίας, καθ’ ἣν, «ὅταν ἱκανὸς ἀνὴρ πλανᾶται, δὲν πλανᾶται μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ.» Ἀλλ’ ἂν ἐπιτρέπηται καὶ εἰς τοὺς πολὺ ἱκανοὺς καὶ εἰς τοὺς ὀλίγον νὰ πλανῶνται ἐπὶ νέων ἰδεῶν καὶ ἐπὶ νέων συστημάτων, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτοὺς νὰ πλανῶνται ἐπὶ γνωστῶν ἰδεῶν καὶ ἐπὶ μέτρων καὶ συστημάτων ἐφαρμοσθέντων καὶ τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἤδη τὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμήσωμεν 76 ἢ 70 ἑκατομ. εἰς μεταλλικὸν, καὶ 70 ἢ 76 ἑκατομ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὴν σημερινὴν αὐτῶν ἀξίαν, βεβαίως τὰ 70 ἑκατομ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἤθελον ἀξίζει κατὰ 30% ὀλιγώτερα τῶν 70 ἑκατομ. εἰς μεταλλικὸν, ἤθελον ἀξίζει περίπου 53 ἑκατομμύρια.

§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 49 ἑκατομμύρια θ’ ἀξίζουν.

§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ προχθὲς οὕτως ὑπελογίσθησαν, 49 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ θ’ ἀξίζουν 53 ἑκατομμύρια, διότι ἡ ὑποτίμησις τῶν γραμματίων δὲν εἶναι 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ 30 ἐπὶ τοῖς 130· ὅτι δὲ τὰ 70 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἰσοδυναμοῦσι πρὸς 53 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Ἡ ἁπλοϊκότης τοῦ τοιούτου ὑπολογισμοῦ ἔπεισε τοὺς ἰσχυριζομένους, ὅτι τὰ 76 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Ἕλλην. λαοῦ, ἐπειδὴ θὰ πληρωθῶσι παρ’ αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑποτετιμημένα, δὲν ἔχουσι τὸ βάρος τῶν 76 ἑκατομ. εἰς μεταλλικόν. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται; τοῦτο συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν πόσον ἀξίζουσιν 70 ἑκατομ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ πόσον ἀξίζουσιν 70 ἑκατομ. εἰς μεταλλικόν; Ὄχι· συζητοῦμεν πόσον εἶναι τὸ βάρος τῶν 76 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν εἰς φορολογίαν ἐπὶ τοῦ Ἔθνους, καὶ ποία εἶναι ἡ σημασία αὐτῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως ἐξετάζωμεν τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονῶμεν τὴν ἐπιπρόσθετον ἐξασθένησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπιβάλλει εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, Κύριοι, εἶναι νόμισμα, ὅπερ δὲν ἔχει τὴν ἐσωτερικὴν καὶ πραγματικὴν ἀξίαν, ἣν ἔχει τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ἀλλ’ ἔχει πιστωτικὴν ἀξίαν, ἥτις παρέχει τὴν προσδοκίαν τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ εἰς ἀντιπροσωπευτικὴν ἀξίαν, ὅταν θὰ παύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὅταν ἡ πιστωτικὴ αὕτη ἀξία τοῦ γραμματίου ἐκπίπτῃ, ἐπηρεάζει ἀμέσως καὶ σπουδαίως τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις, τὸν πλοῦτον, τὰς συναλλαγὰς καὶ ἐν γένει τὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπηρεάζει ταύτας, δὲν εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, μήτε εὔκολον νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων· κατ’ ἄλλον τρόπον ἐπηρεάζει αὕτη τὰς τάξεις ἐκείνας τῆς κοινωνίας, αἵτινες παράγουσιν εἴδη ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πωλούμενα ἀντὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, — τὰς τάξεις ταύτας τὰς ὠφελεῖ — κατ’ ἄλλον δὲ τρόπον ἐπηρεάζει τὰς τάξεις, αἵτινες ἔχουσιν εἰσοδήματα πάγια, ὡς οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἰδιοκτῆται ἀστυκῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, οἱ βιομήχανοι, οἵτινες παράγουσιν εἴδη τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, οἱ ἐργάται, οἱ κεφαλαιοῦχοι. Τὰς τάξεις ταύτας τὰς βλάπτει. Ἀλλὰ κατὰ πόσον ὠφελεῖ τοὺς παράγοντας εἴδη ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ κατὰ πόσον βλάπτει τοὺς ἄλλους, τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων καὶ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ λύσωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, περὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα βέβαιοι, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅλοι δ’ εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα ἐν ὁμοφωνίᾳ, εἶναι, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἡ ἔκπτωσις τῆς πιστωτικῆς ἀξίας τῶν γραμματίων εἶναι νόσος σπουδαιοτάτη διὰ τὸ Ἔθνος, ὅτι αὕτη ἐλαττοῖ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἀποθαῤῥύνει τὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ ἐξασθενεῖ τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ Ἔθνους. Εἶναι δὲ τοιαύτη ἡ οἰκονομικὴ αὕτη νόσος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν φορολογούμενον, τὸν πληρώσαντα τοὺς φόρους του εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀντὶ μεταλλικοῦ, νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπιπρόσθετον ἀπόδειξιν τούτου εὑρίσκομεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ δημοσίου ἡμῶν Ταμείου, διότι εἴτε 120 δραχ. ἀξίζει τὸ συνάλλαγμα, εἴτε 104, εἴτε 119, εἴτε 100, εἴτε 125, τὸ Ἔθνος δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, εἰμὴ 60 ἑκατομμύρια περίπου κατ’ ἔτος. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέτρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζονται αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ τόπου ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Παραδεχόμεθα, Κύριοι, ὡς εἴπομεν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἀνάπτυξίς τις καὶ βελτίωσις τῆς λειτουργίας φόρων τινῶν, παραδεχόμεθα, ὅτι ἐκ τῶν ἐπιδεκτικῶν τοιαύτης ἀναπτύξεως φόρων εἰσὶ καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων· τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν θεωροῦμεν δυνατὴν ἐν λογικῷ μέτρῳ, ἐν μέτρῳ ἀναλόγῳ πρὸς τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις. Παραδεχόμεθα προσέτι, ὅτι, ἂν δὲν συντρίψωμεν τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν καὶ κανονικήν τινα αὔξησιν τῶν λειτουργούντων φόρων ἐκ τῆς προόδου, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ λάβῃ τὸ Ἔθνος, ἔχον ἀκεραίας τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις· παραδεχόμεθα ὡσαύτως, ὅτι ὑπάρχει σπουδαία ἔλλειψις εἰς τὰ ὄργανα καὶ τὰ μέσα τῶν εἰσπράξεων. Χωρὶς δὲ νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν ἰδέας τινὰς, περιεχομένας εἰς τὸ ὑποβληθὲν καὶ συζητούμενον περὶ εἰσπράξεων νομοσχέδιον, αἵτινες μεταβάλλουσαι τοὺς πολίτας Ἕλληνας εἰς ὑπαλλήλους καὶ ὄργανα τῶν δημοσίων Ταμείων, ὑπενθυμίζουσιν ἐποχὴν τῆς Ρωμαϊκῆς ἱστορίας, καθ’ ἣν ὁ ἰδιώτης δὲν ἦτο μέλος τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὑπάλληλος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου· χωρίς, λέγω, νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν τοιαύτας ἰδέας, ἂν καὶ ἐπικρατῶσιν αὗται καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὡς λείψανα τοῦ παρελθόντος, παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις τῶν μέσων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως. Ἐκ τῆς ἀναπτύξεως δὲ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ἐπιδεκτικοὺς τοιαύτης, ἐκ τῆς κανονικῆς αὐξήσεως καὶ τῆς προόδου τῶν ὑφισταμένων φόρων τῆς plus value, καὶ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς εἰσπράξεως, παραδεχόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν, χωρὶς νὰ συντρίψωμεν τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, καὶ χωρὶς νὰ καταστήσωμεν αὐτὸ ἀνίκανον νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν, ὅπερ δίδει σήμερον, καὶ νὰ εἰσφέρῃ ἀκολούθως, προοδεῦον καὶ ἀναπτυσσόμενον, πλειότερον, παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 60 ἑκατομμ. εἰς 70.

§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 70,000,000, ἄνευ τοῦ νέου δασμολογίου, τοῦ ψηφισθέντος;

§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὅλον ποσόν. Τί θὰ εἰσπράξωσιν οἱ μὴ φειδόμενοι τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ τί ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ παραδεχθῶσι τὰς ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου ἐπιβαλλομένας μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις, δὲν τὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει. Ὁδηγοῦμαι ἐκ τῆς ἰδέας, ἣν ὑποστηρίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Ἔθνους ποσὰ, ἅτινα θὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς προαγωγῆς του. Νομίζω δὲ, ὅτι μέχρις 70 ἑκατομμ. δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, χωρὶς νὰ συντρίψωμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Μεταξὺ τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θεωροῦμεν ὡς δυνάμενα νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, διὰ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας τοῦ Κράτους, τῶν 93 δηλαδὴ ἑκατομμ., ὑπάρχει ἔλλειμμα 23 ἑκατομμ. Ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ ὡς ποσὸν δαπανῶν 87 ἑκατομμ., ὅπως ὑπολογίζει ταύτας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφαιρῶν τὰς ἐνδεχομένας ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τοῦτο παραδεχόμενος, ἤθελον ἔχει ὀλιγώτερον ἔλλειμμα νὰ καλύψω, καὶ ἤθελον εὐκολύνει τὴν λύσιν, ἣν ὑποστηρίζω· ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τοῦτο σύμφωνον μὲ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καθ’ ἣν αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 93 ἑκατομμ. Μᾶς ἐρωτῶσι, πῶς θὰ καλύψωμεν τὸ οὕτω ὑφιστάμενον ἔλλειμμα τῶν 23 ἑκατομμυρίων. Νομίζετε, ὅτι ἡ ἐρώτησις αὕτη μᾶς ἀποτείνεται μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, νὰ τὰς συζητήσωμεν, ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νὰ εὕρωμεν ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ τόπου, ὅπερ ἐκ συμφώνου νὰ ἐπιδιώξωμεν, καὶ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα; Ὄχι· τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν μᾶς ἀποτείνουσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· εἶναι καὶ αὕτη στρατήγημα κοινοβουλευτικόν· δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι τῆς παλαιᾶς ἢ τῆς νέας Σχολῆς, ἀλλ’ εἶναι στρατήγημα πολιτικὸν, διότι ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς θέτουσιν, εἶναι δίστομος μάχαιρα. Ἀποτείνοντες ταύτην πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν παραδεχόμεθα ὡς δυνατὴν τὴν εἴσπραξιν 93 ἑκατομμυρίων, μᾶς θέτουσιν εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν, καὶ τότε θὰ εἴπωσιν: «εἶσθε ἀνίκανοι, διότι μόνον νὰ ἐπικρίνητε γνωρίζετε, δὲν ἔχετε δὲ τίποτε ἐν τῷ νῷ ὑμῶν»· ἢ θ’ ἀπαντήσωμεν, καὶ τότε, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σκεφθῶμεν, ἂν δύνηται τοῦτο νὰ πραγματοποιηθῇ, θὰ φέρωσιν ἀπεναντίας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, θὰ παρερμηνεύσωσιν αὐτὰς, ὡς τὰς παρηρμήνευσαν ἤδη, θὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν συνήθη λυρισμὸν, καὶ θὰ κραυγάζωσιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀγαπῶμεν τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι μόνον αὐτοὶ ἔχουσι τὸ τοιοῦτον προνόμιον. Θὰ παρερμηνεύσωσι τὰς γνώμας ἡμῶν, καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν ἡμεῖς πρὸς διάσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, θὰ προσπαθήσωσι νὰ τὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς μέτρα χρεωκοπίας.

§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ σεῖς δὲν παρηρμηνεύσατε τίποτε!

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ διορθώσω πᾶν σφάλμα μου, ἅμα μοὶ ἀποδείξητε τοῦτο, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος μὴ σφάλλων, ἣν ὑμεῖς δὲν ἔχετε. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλον τὸν κίνδυνον τοῦτον, δὲν διστάζω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀποτεινομένην ἐρώτησιν, καὶ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἡμεῖς προτείνομεν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ πράγματα εἰσὶ τοσούτῳ καθαρὰ, καὶ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ φωνὴ αὐτῶν τοσούτῳ σαφὴς, ὥστε ἀδιαφορῶ, ἐὰν παρερμηνεύσωσι τὰς ἰδέας ἡμῶν, καὶ εἴπωσιν, ὅτι συνιστῶμεν τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον μοιραίως θὰ φέρῃ τὸν τόπον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριζομένου οἰκονομικοῦ συστήματος, καὶ ἄν, κομματικῶς σκεπτόμενοι, θελήσωσι νὰ παρασταθῶσιν ὡς μόνοι προνομιοῦχοι ὑπερασπισταὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους. Εἰς τρεῖς κατηγορίας πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὰς δαπάνας. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγκαίων πρὸς θεραπείαν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, εἰς ἐκείνην τὴν τῶν ἀναγκαίων πρὸς θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν. Αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς θεραπείαν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, εἰσὶν αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὰς χορηγίας καὶ διὰ τὰς δαπάνας τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων. Αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς 30 περίπου ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι ἐν ταῖς δαπάναις ταύταις δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν 4 ἕως 5 ἑκατομμυρίων οἰκονομίας. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν αὐτάς, ἐὰν τροποποιήσωμεν καὶ μεταῤῥυθμίσωμεν ῥιζικῶς τὸν ὀργανισμὸν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ ἐλαττώσωμεν ἄλλας ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ ἐπιδιώξωμεν τοιαύτας ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις ἑτέρων ὑπηρεσιῶν, οὐχὶ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον. Ὑπηρεσίαι δὲ, ἃς ὀφείλομεν ν’ ἀναπτύξωμεν, μεταῤῥυθμίζοντες αὐτὰς ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον μὲν, ἀλλὰ μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς φειδοῦς, εἰσὶν αἱ ὑπηρεσίαι τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ αἱ σκοποῦσαι τὴν χειραγώγησιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Αἱ ὑπηρεσίαι αὗταί εἰσιν ἀτελεῖς· οἱ σκοποὶ δὲ, οὓς ἐπιδιώκουσιν, εἰσὶ τοιαύτης σπουδαιότητος, εἰς τὴν σημερινὴν πρὸ πάντων οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον, νὰ βελτιώσωμεν καὶ ἀναπτύξωμεν αὐτάς, ἐὰν θέλωμεν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους νὰ ὑποστηριχθῶσι κατὰ τρόπον, ἀσφαλίζοντα τὴν εἴσπραξιν τῶν 70 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὑπελογίσαμεν, καὶ ἐπιτρέποντα ἡμῖν, νὰ ἐλπίσωμεν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι εἴσπραξιν ἀνωτέραν τοῦ ποσοῦ τούτου. Συμψηφίζων τὰς ἐλαττώσεις, ἃς δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον διαῤῥυθμίσεως ὑπηρεσιῶν τινων, μὲ τὰς αὐξήσεις, ἃς ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τῆς ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον μεταῤῥυθμίσεως ἄλλων ὑπηρεσιῶν, εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τῶν δαπανῶν, τῶν διὰ τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας προωρισμένων, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ πολὺ δύο ἑκατομμυρίων οἰκονομίαν.

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ ποῦ;

§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραδείγματος χάριν, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δυνάμεθα νὰ μὴ δαπανήσωμεν διὰ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν τὸ ὅλον τῶν ἀναγραφομένων δι’ αὐτὴν 600,000 δρ. μήτε τὸ ὅλον τῶν δραχ. 300,000, τῶν ἀναγραφομένων διὰ βοηθήματα. Δυνάμεθα νὰ μὴ δαπανήσωμεν τὸ ὅλον τῶν ἀναγραφομένων ποσῶν διά τινα ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ σᾶς συντάξω Προϋπολογισμὸν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις.

§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ δικαστήρια;

§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι κατὰ τρόπον, ἐπιτρέποντα νὰ ἀμείβωνται πλειότερον οἱ δικασταὶ, ἄνευ αὐξήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν δὲ ἐπιθυμῇ τις, ὅπως ἐγὼ ἢ πᾶς ἄλλος βουλευτὴς, μὴ ἔχων ἐνώπιόν του ἢ μόνον τὰ τεύχη τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ στοιχειώδη ἐκεῖνα τεύχη τῶν Ἀπολογισμῶν, ἅτινα γνωρίζετε πάντες, καὶ ἐξ ὧν οὐδεμίαν θετικὴν καὶ πλήρη πληροφορίαν λαμβάνει τις περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δύναται νὰ μορφώσῃ ἐκ τοῦ προχείρου γνώμην περὶ παντὸς κονδυλίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ συντάξῃ πλήρη τοιοῦτον, ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία νομίζω δὲν εἶναι σοβαρά. Διὰ γενικῶν γραμμῶν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας, περὶ τῶν λεπτομερειῶν ὅμως οὐδεμίαν θετικὴν σκέψιν δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν. Πῶς θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, ἂν π. χ. τὸ Γυμνάσιον Α. ἦναι χρήσιμον ἢ οὒ, καὶ ἂν ἡ δαπάνη Α. ἢ ἡ Β. ἦναι σκόπιμος καὶ ἐπωφελὴς ἢ οὔ; ἂν τὸ Προξενεῖον Β. ἦναι πλουσιοπαρόχως προικοδοτημένον, ἢ ὄχι; Ὥστε, καὶ ἄν, χάριν ἁβροφροσύνης, ἀπαντῶ εἰς τὰς ἐρωτήσεις ὑμῶν, ἐννοῶ τὰς ἀπαντήσεις μου ταύτας νὰ θεωρήσητε ὡς ἁπλᾶς ἐνδείξεις, αἵτινες τότε μόνον δύνανται νὰ λάβωσι χαρακτῆρα ὁριστικῶν μέτρων, ὅταν μορφωθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἃς ἔχετε ὑμεῖς. Αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν δαπάναι, αἱ δαπάναι δηλ. τῶν δύο Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀνέρχονται κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς 22 ἑκατομμύρια περίπου. Νομίζω, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς Ὑπουργείοις δυνάμεθα νὰ φέρωμεν οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν. Τὴν οἰκονομίαν δὲ ταύτην πρέπει νὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν, λαμβάνοντες ὡς ἀφετηρίαν τὰς ἰδέας αὐτοῦ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀναπτυχθείσας ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ 1880, καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα δὲν δύνανται ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ ἵστανται διαρκῶς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἀλλ’ ἑτοιμάζονται, ὅπως ὦσιν ἱκανὰ διὰ στρατιωτικὴν ἐνέργειαν μόνον ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι. Καὶ τοιοῦτον Ἔθνος θὰ ἀναφέρω ἐν παραδείγματι τὴν Ἑλβετίαν, παρακαλῶν ἵνα μὴ παρερμηνευθῇ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο, ὅπως παρηρμηνεύθη καὶ τὸ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ πραγματευθῶ τὰς τὰς λεπτομερείας στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐξετάζω μόνον αὐτὸν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Βλέπω, ὅτι ἡ Ἑλβετία ἔχει ὀργανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν καιρῷ ἀνάγκης δύναται νὰ κινητοποιήσῃ 200 χιλ. ἀνδρῶν. Ἐπραγματοποίησε δὲ τοῦτο κατὰ τὸ 1870, καὶ ἐμπόδισε τὴν εἰς τὰς χώρας αὐτῆς εἰσβολὴν τοῦ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Βούρβαχην Γαλλικοῦ σώματος. Ἡ Ἑλβετία δαπανᾷ διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς 14 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· ἀφοῦ δὲ αὕτη δι’ ὀργανισμὸν, ἐπιτρέποντα τὴν ἐν καιρῷ ἀνάγκης κινητοποίησιν 200 χιλιάδων ἀνδρῶν, δαπανᾷ 14 ἑκατομμύρια, πιστεύω, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ἀποβλέποντα κινητοποίησιν μικροτέρου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, καὶ ἀπαιτοῦντα δαπάνην ὀλιγωτέραν τοῦ τῆς Ἑλβετίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου ὀργανισμοῦ, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὰς δαπάνας τῶν δύο Ὑπουργείων εἰς 15–16 ἑκατομμύρια. Εὑρίσκω δὲ ὑποστήριξίν τινα τῆς ἰδέας μου ταύτης καὶ ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπέβαλεν ἐν τῇ Βουλῇ. Δι’ αὐτῶν παραδέχεται δύο θεμελιώδεις ἰδέας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυόμενον σύστημα, τὴν ἰδέαν τοῦ σχηματισμοῦ διαθεσίμων κληρωτῶν, καὶ τὴν τοῦ σχηματισμοῦ στελεχῶν ἐφεδρείας. Ἂν ἐπεκτείνωμεν κατὰ τι τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ἣν παραδέχονται πλεῖστα ἄλλα Κράτη, τῆς χρησιμοποιήσεως μέρους τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν ἡμῶν καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, π. χ. εἰς τὴν Διοίκησιν, εἰς τὰ δημόσια ἔργα, εἰς τὰ Προξενεῖα κτλ. θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ὀργανισμὸν στρατιωτικὸν, ἐπιτρέποντα οἰκονομίαν 6–7 ἑκατομμυρίων. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιοῦτος στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς εἶναι λυσιτελέστερος διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καίπερ στερουμένων τῶν στρατιωτικῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἔχουσιν ἄλλοι πολυτελέστεροι ὀργανισμοὶ, διότι θὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἡμῶν πόρων, ἐπὶ τῶν ἀληθῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ αὐτάς. Στηριζόμενος δὲ ἐπὶ τῶν ἀληθῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, θὰ ἦναι ὀργανισμὸς, ὅστις θὰ ἐφαρμοσθῇ πράγματι, καὶ οὐχὶ κολοβωμένος καὶ ἀτελὴς, ὅπως ἐφαρμόζονται οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ, οὓς κατ’ ἔτος μεταῤῥυθμίζομεν, καὶ οἵτινες, ὡς γνωρίζομεν πάντες, ἀτελέστατα ἔφερον ἀποτελέσματα διὰ τὴν πραγματικὴν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Θεωρῶ προτιμότερον τὸν ἀτελέστερον ὀργανισμὸν, ὅταν ἐφαρμόζωμεν αὐτὸν, παρὰ τὸν τελειότερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ ἀρετῶν, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ᾖναι προβληματική. Ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα, ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων, εὗρον δ’ αὐτοὺς ἐπιδοκιμάζοντας αὐτὴν καὶ ἀποφαινομένους, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς, ὅπως ἐφαρμοσθῇ πλήρης, ἀπαιτεῖ δαπάνας πολὺ πλείονας ἐκείνων, ἃς οἱ πόροι ἡμῶν ἐπιτρέπουσι ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι μυριάκις προτιμοτέρα εἶναι ἡ παραδοχὴ ἀτελεστέρου ὀργανισμοῦ, δυναμένου νὰ τύχῃ πλήρους ἐφαρμογῆς, καὶ μὴ προσκόπτοντος ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν στενοχωριῶν. Ὅταν ζητήσωμεν διὰ τῆς φορολογίας παρὰ τοῦ Ἔθνους, ὅ,τι δύναται νὰ μᾶς δώσῃ, ὅταν ἐφαρμόσωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους καὶ περιστείλωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δαπάνας, δὲν δυνηθῶμεν δὲ νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, τότε, οὐ μόνον δικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας τοιαύτας, αἵτινες νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν νὰ μὴ συντρίψωμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ νὰ σώσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Τοῦτο ὑπαγορεύει καὶ ἡ κοινὴ λογικὴ, καὶ ἡ ἐπιστήμη, τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα τὸ πόρισμα, ὅπερ ἐξάγει ὁ διακεκριμένος καὶ εἰδικώτερος περὶ τὰ τοιαῦτα δημοσιολόγος τῆς Εὐρώπης. Ἂν δὲν πράξωμεν τοῦτο, παραβιάζομεν καὶ τὰ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὰ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καθήκοντά μας. Θεωροῦντες δὲ ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιολογημένην καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἡμῶν καὶ ἐν τοῖς δανείοις ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τοῦ τρόπου, τοῦ ὀλιγώτερον ζημιοῦντος τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τὸ κεφάλαιον, ὅπερ τοιοῦτον φέρει χαρακτῆρα, εἶναι τὸ τῶν χρεωλύτρων, τῶν ὁποίων δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν, μέχρις ὅτου δι’ ἐπιτυχίας θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ὀργανίσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τρόπον βοηθοῦντα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων ἡμῶν καὶ ἐπιτρέποντα τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι δὲ σπουδαῖος ὁ φόβος, ὅτι τὰ ἀναβαλλόμενα ποσὰ θὰ συσσωρευθῶσι καὶ ἀποτελέσωσι τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὡς ποσὸν ἀπαιτητόν. Τὸ ἀναβαλλόμενον ποσὸν θ’ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον ἀναβαλλομένου χρέους, τὸ καλούμενον dette differée, ὅπερ θὰ δυνηθῶμεν νὰ μετατρέψωμεν εἰς πάγιον δάνειον. Τὸ κεφάλαιον τῶν χρεωλυσίων, ὅπερ δύναται ν’ ἀναβληθῇ, ἐσφαλμένως ὑπελόγισεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἰς 4 περίπου ἑκατομμύρια· ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχει καὶ ἕτερον κεφάλαιον δαπανῶν, τὸ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἐνόμισε φαίνεται, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀφορᾷ καὶ τὰ χρεωλύσια. Μετὰ τῆς διαφορᾶς δὲ ταύτης τὸ ποσὸν τῶν χρεωλυσίων ἀνέρχεται εἰς 5,525,000 δραχμῶν. Διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων θὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν ἡμῶν κατὰ 14,500,000, θὰ μᾶς μείνῃ δὲ ἔλλειμμα 8,500,000. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας εἴπομεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν καί τι περισσότερον τῶν 70 ἑκατομμυρίων. Τὸ περιπλέον τοῦτο τῶν εἰσπράξεων δυνάμεθα νὰ τὸ ὁρίσωμεν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἂν ἡμεῖς εἴχομεν καὶ ἀμυδρὰν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν ἀνώτερον τῶν 70 ἑκατομμυρίων, ἡ πλειοψηφία βεβαίως δὲν θ’ ἀντέλεγεν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐλπίδα. Δὲν ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα δύο ἢ τρία ἔτη θὰ ἦναι δυνατὴ εἴσπραξις ἀνωτέρα τῶν 70,000,000. Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τοιαύτην μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ὅτε διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ θετικῶν βάσεων θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου. Τὴν κάλυψιν τοῦ κλάσματος τούτου τοῦ ἐλλείμματος θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν δυνατῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ βλάβης αὐτῶν θὰ δύνανται οὗτοι νὰ μᾶς εὐκολύνωσιν, ἀπαλλάττοντες ἡμᾶς τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν καὶ ἑτέρου μέρους τῶν δανείων ἡμῶν, χάριν τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ τόπου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Πιστεύομεν δὲ, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πόρους τινὰς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καλύψωμεν μέρος τοῦ ὑπολοίπου τούτου τοῦ ἐλλείμματος, ὡς τοιοῦτον δὲ πόρον ἀνέφερον ὡς παράδειγμα τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν. Τὴν γνώμην μου ταύτην παρερμηνεύοντες, ἐνόμισαν, ὅτι παραπέμπω τὸ Δημόσιον εἰς τὰς Μονὰς, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ ὅλον τῶν πόρων τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἡ μοναστηριακὴ περιουσία δὲν εἶναι γνωστὴ, οὔτε εἰς ὑμᾶς, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ κατάστασιν τῆς περιουσίας ταύτης, ἀλλ’ οὗτος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὴν κάμῃ· ὑπάρχει ἁπλοῦν τι κτηματολόγιον, ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται τὸ εἶδος τῶν κτημάτων, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ἡ ποιότης καὶ ἡ ἀξία αὐτῶν. Γνωρίζομεν, ὅτι εἰσπράττονται 2,800,000 δραχ., δαπανῶνται 1,700,000 δραχ., καὶ μένουσι περίσσευμα 1,100,000 δραχ. Ὅτι δὲ αἱ εἰσπράξεις αἱ καταγραφόμεναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν εἶναι ἐκεῖναι, ἃς δύναται νὰ φέρῃ ἡ περιουσία τῶν Μονῶν, τοῦτο πάντες γνωρίζομεν. Πρὸ ὀλίγου δὲ ἀκόμη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶπεν ἡμῖν, ὅτι κτήματά τινα μοναστηριακὰ, κείμενα ἐν Λευκάδι, ζητοῦνται νὰ ἐνοικιασθῶσιν εἰς τιμὴν τριπλασίαν ἐκείνης, εἰς ἣν εἶναι ἐνοικιασμένα· ἕκαστος δ’ ἐξ ὑμῶν, πιστεύω, ὅτι θὰ γνωρίζῃ κτήματα καὶ ἄλλων Μονῶν, δυνάμενα νὰ φέρωσιν ἐνοίκιον ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ φέρουσι σήμερον. Ἡ περιουσία αὕτη, τακτοποιουμένη καὶ καλῶς διαχειριζομένη, δύναται, μετὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ καὶ πλήρη συντήρησιν τῶν Μονῶν, ν’ ἀφήσῃ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅπερ θὰ λάβῃ αὐτὸ ἐν εἴδει δανείου. Ἀλλὰ καὶ τὸ σημερινὸν περίσσευμα τῶν δραχμῶν 1,100,000 δύναται ὡσαύτως νὰ καλύψῃ μέρος τοῦ ἐλλείμματος.

§78ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρουσιάζεται τὸ περίσσευμα, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ συμβουλίου τῶν Μονῶν, παρουσιάζεται καὶ ἔλλειμμα. Εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθηκα, ὑπάρχουσι καὶ αἱ δύο στῆλαι.

§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἐπίσημος Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν, εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου συντασσόμενος. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις καθυστερημάτων ἐπὶ τοιούτων καὶ ὡρισμένων ἐσόδων. Τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν δὲν ἐθεώρησα ὡς πόρον ἐπαρκῆ, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπιβοηθητικῶς εἶπον, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποσόν τι πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ ἐλλείμματος. Θὰ ἔχητε μέγα ἄδικον, ἂν ζητῆτε νὰ σᾶς εἴπωμεν πλειοτέρας λεπτομερείας, καὶ συντάξωμεν τέλειον Προϋπολογισμὸν ἡμεῖς, οἵτινες στερούμεθα καὶ τῶν στοιχειωδεστέρων ἐπισήμων πληροφοριῶν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Σᾶς ὑποβάλλομεν τὰς γενικὰς γραμμὰς συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι δύνανται νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν θὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἐξάντλησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, καὶ θὰ σώσῃ τήν τε τιμὴν τοῦ Ἔθνους καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες, παρερμηνεύοντες τὰς σκέψεις μας καὶ τὰς προτάσεις μας, προσπαθοῦσι νὰ μᾶς ἀποδώσωσι τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας, μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἴμεθα πάντοτε ἐν καιρῷ διὰ νὰ χρεωκοπήσωμεν. Ἄ! Κύριοι, εἴμεθα πάντοτε ἐν καιρῷ, ἀλλὰ τότε θὰ χρεωκοπήσωμεν πράγματι, θὰ πράξωμεν πρᾶξιν, ἥτις, ἐρχομένη μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, θὰ προσβάλῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν. Τὴν τοιαύτην χρεωκοπίαν, ἣν ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι εἰς πᾶσαν στιγμὴν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγομεν, ὅτι πρέπει, ἐνόσῳ εἴμεθα ἐν καιρῷ, — καὶ μόνον τώρα εἴμεθα ἴσως εἰσέτι ἐν καιρῷ, — νὰ προλάβωμεν τὸ μέγα τοῦτο δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖ τὸν τόπον. Ὀφείλομεν νὰ τὸ προλάβωμεν, καὶ ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα ἄλλως, παραδεχόμεθα τὸ μικρότερον κακὸν, τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς μέρους τῶν χρεῶν ἡμῶν, μετὰ τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν. Ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν ταύτην τῆς φιλοτιμίας ἡμῶν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν καταστροφὴν καὶ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγομεν, μὴ ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσῃ ὁ τόπος, ὅ,τι δὲν δύναται νὰ δώσῃ· μὴ θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε παρ’ αὐτοῦ τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεώς του. Ζητήσατε ὅ,τι δύναται νὰ σᾶς δώσῃ, ἐλαττώσατε τὰς δαπάνας ὑμῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ ἐκείνου, οὗτινός εἰσιν ἐπιδεκτικαὶ, ἄνευ παραλύσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους· ζητήσατε δὲ τότε καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου τὰς συγκαταβάσεις, ἃς ἐπιβάλλει καὶ τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν ἰδίων. Σᾶς λέγομεν δὲ ταῦτα, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὸ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ προαγωγῆς του, καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν πίστιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐχάσαμεν ἤδη.

§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, Κύριε, Πρόεδρε.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
2τῆς 23 Μαρτίου 1887.
3(Δευτέρα).
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀκούσῃ τὴν
8αἴτησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀν-
9δριάντος τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου. Ὀλίγαι λέξεις εἶναι.
10§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
11«Κύριε Πρόεδρε, καθῆκον ἡμῶν ὑπολαμβάνομεν, νὰ ὑπο-
12βάλωμεν ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσω-
13πείαν, ὅτι τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἀειμνή-
14στου Καποδιστρίου τελεσθήσονται ἀνυπερθέτως τῇ 12ῃ Ἀπρι-
15λίου, Κυριακῇ τοῦ Θωμᾶ, περὶ ὥραν 10 π. μ.
16«Τὴν τελετὴν ταύτην, ἐν ᾗ ἀποδοθήσεται ἡ πρώτη πάν-
17δημος τιμὴ εἰς τὴν μνήμην τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τοῦ
18ἐλευθέρου Ἑλληνισμοῦ, εὐελπιστοῦμεν, ὅτι εὐδοκήσει καὶ ἡ
19Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων νὰ τιμήσῃ προση-
20κόντως.»
21§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
22§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπή.
23§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οἱ βουλευ-
24ταὶ τοῦ νομοῦ Κερκύρας εἶναι οἱ καταλληλότεροι.
25§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κληρωθῇ ἐπιτροπὴ τῆς
26Βουλῆς, ἥτις θὰ παρασταθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς
27τῶν Ἑλλήνων.
28§7ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πάντες οἱ τοῦ νομοῦ Κερκύρας νὰ
29παρουσιασθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν παρουσιασθῶσιν ἅπαντες,
30εἶναι τὸ αὐτό.
31§8ΣΑΚΚΗΣ. Πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν εἰς τὰ ἀπο-
32καλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς
33Ἑλλάδος, ἑπομένως ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ στείλῃ
34ἐπιτροπήν.
35§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ βουλευταὶ, οἱ θέλοντες νὰ μεταβῶσι,
36λαμβάνουσιν ἐντολὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Βουλήν.
37§10ΚΑΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον συνιστᾷ ὁ κ.
38Καραπάνος, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις ἐθνική. Πρέπει νὰ διορι-
39σθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ παρασταθῇ εἰς τ’ ἀποκαλυ-
40πτήρια. Ἄλλως τε, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ζητεῖται τοῦτο, δὲν
41εἶναι πολὺ τιμητικὸς διὰ τὸ Ἔθνος, προκειμένου περὶ Κα-
42ποδιστρίου. Προτείνω ν’ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Βου-
43λήν, διότι ὁ Καποδίστριας δὲν ἦτο Κερκυραῖος, ἀλλ’ ἦτο
44ἄνθρωπος τοῦ Ἔθνους.
45§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂν
46καὶ φρονῶ, ὅτι καταλληλότεροι εἶναι οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Κερ-
47κύρας βουλευταὶ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὅμως διαφωνία, ἂς
48διορισθῇ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.
49§12ΤΙΝΕΣ. Πενταμελής.
50§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλεχθῶσι πέντε βου-
51λευταί;
52§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
53§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Καπετανάκης
54ζητεῖ, ἵνα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 διορθωθῇ τὸ
55γενόμενον ἀδίκημα εἰς τὸν Π. Πετρουνάκον. Ἐπίσης παρα-
56καλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ πρότα-
57σιν νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς κατά τινα χωρία τῆς
58ἐπαρχίας Λακωνίας.— Αἴτησις Δημητρίου Μανιατάκη, αἰτου-
59μένου, ὅπως ἐπισκεφθῇ αὐτὸν ὁ ἰατρὸς εἰς τὰς φυλακάς.
60Τροπολογία, προτεινομένη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δημη-
61τριάδου καὶ Νοταρᾶ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φό-
62ρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἑτέρα ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν Κε-
63φαλληνίας, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημο-
64σίων ἐσόδων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 141 καὶ 142).— Αἴ-
65τησις τῶν κατοίκων καὶ κτηματιῶν τῆς συνοικίας Φωταε-
66ρίου, ὅπως μετατοπισθῶσιν ἀλλαχοῦ τὰ ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ
67χαμαιτυπεῖα.— Αἴτησις Πηνελόπης Ν. Διάκου, αἰτουμένης
68βοήθημα. — Ὁ Χρόνης Μπασδέκης αἰτεῖται αὔξησιν τῆς
69συντάξεώς του.
70§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον
71περὶ ἀτελείας εἰσαχθέντων σωλήνων διὰ τὴν κατασκευὴν
72τοῦ ὑδραγωγείου Γαργαλιάνων, ὡς καὶ σιδηρᾶς γεφύρας διὰ
73τὸν ἐν Καλάμαις ποταμὸν Νέδοντα, διότι πρόκειται περὶ τοι-
74ούτων σωλήνων, οἵτινες εἰσήχθησαν πρὸ τοῦ νόμου παρὰ
75τοῦ Δήμου, καὶ δεύτερον περὶ σιδήρου, ὅστις εἰσήχθη παρ’
76ἰδιωτῶν, συνδρομῇ τοῦ Δήμου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 143).
77§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
78κονομικῶν, νὰ καταθέσῃ μίαν κατάστασιν, ἥτις ἔχει σχέσιν
79μὲ τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς
80ἑξῆς πληροφορίας. (Ἀναγινώσκει τὴν αἴτησιν).
81§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ πλεῖστα τούτων εἶναι
82δημοσιευμένα, ἀλλὰ θέλω τὰ καταθέσει.
83§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶδον εἰς τὴν
84«Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι ἀπελύθησαν δύο τῶν
85καθηγητῶν τοῦ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου Φιλιατρῶν. Δὲν
86θέλω νὰ μάθω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπελύθησαν,
87τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι δυσάρεστον, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει
88τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ σπεύσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἀπολυ-
89θέντας, διότι δὲν εἶναι δίκαιον τὸ Γυμνάσιον νὰ μένῃ ἄνευ
90καθηγητῶν.
91§20ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Ἀληθῶς πρό
92τινων ἡμερῶν εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ προ-
93καλέσω τὴν ἀπόλυσιν δύο καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Φι-
94λιατρῶν, διὰ λόγους, οἵτινες ἐπέβαλλον τὸ μέτρον τοῦτο,
95συμφώνως καὶ μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς
96καὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καθ’ ὅσον διετάχθησαν ἀνακρί-
97σεις, αἵτινες διεξήχθησαν ὑπὸ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς,
98κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ἀμφότεροι οἱ καθηγη-
99ταὶ ν’ ἀπολυθῶσι, συγχρόνως δ’ ἔλαβον πρόνοιαν περὶ ἀντι-
100καταστάσεως τῶν ἀπολυθέντων, καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων
101ἡμερῶν νὰ ἦναι οἱ διάδοχοι αὐτῶν εἰς τὴν θέσιν των.
102Σχετικῶς πρὸς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθεσα, εἰς
103ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας
104βουλευτοῦ, καταθέτω καὶ πίνακα περὶ τῶν Ἑλληνικῶν
105Σχολείων.
106§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ
107Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Τζάνες εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν
108περὶ παραβάσεως νόμου ὑπὸ ἀπαριθμητῶν. Ἔλαβον τὰς
109προσηκούσας πληροφορίας, καὶ καταθέτω τὸ περὶ τούτου
110τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς
111κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ καταδίκου
112τινός. Καὶ περὶ τούτου ἔλαβον πληροφορίας, καὶ καταθέτω
113ταύτας.
114§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μονή τις ἐν Λευκάδι, ἔχουσα ἰδιο-
115κτησίαν, εἶχεν ἐνοικιάσει αὐτὴν πρὸ πολλῶν ἐτῶν· ἤδη πρό-
116κειται νὰ λήξῃ ἡ ἐνοικίασις, καὶ μάλιστα ὑπάρχουσιν ἐνοι-
117κιασταί, οἵτινες προσφέρουσι τετραπλάσιον μίσθωμα· ὑπε-
118βλήθη δὲ πρὸ πολλοῦ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐπι-
119σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν του, ἵνα γίνῃ ἡ ἐνοικίασις,
120διότι, κατὰ τοὺς νόμους τῶν Ἰονίων Νήσων, ἡ ἐνοικίασις
121ἀνανεοῦται.
122§23ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
123Αὔριον θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.
124§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομαι, Κύριε Πρόεδρε, ἠ-
125ναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
126τιωτικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν ὑπέβαλον. Παρεκάλεσα
127αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, περιέχοντα κατ’ ὄνομα τοὺς
128ὑπαξιωματικούς, στρατιώτας καὶ χωροφύλακας, ὅσοι μετέβη-
129σαν εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοκαρνανίας μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς
130Βουλῆς.
131§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπο-
132βληθῇ ὁ τοιοῦτος πίναξ, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος. Δὲν ζη-
133τεῖτε, πόσοι ἐντεῦθεν ἀπεστάλησαν, ἀλλὰ πόσοι ἀπεστά-
134λησαν ἐκεῖ ἐξ ὁποίων δήποτε ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Περι-
135μένομεν τὰς πληροφορίας, ὅπως καταθέσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν
136Βουλήν.
137§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ δὲ τῶν ἀπολογισμῶν;
138§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπέβαλον διαφόρους πίνακας,
139οἵτινες ἄλλως τε εὑρίσκονται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
140νήσεως». Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλα χειρόγραφα, τὰ ὁποῖα
141ἔχουσιν ἤδη ἀποσταλῆ πρὸς τύπωσιν.
142§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
143Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ
144ἐκλογικοῦ νόμου.
145(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγι-
146νώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
147§29ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ προστεθῶσι δύο λέξεις: νὰ ἔχωσι τὸ
148δικαίωμα νὰ ψηφίζωσιν ὁ ὑποψήφιος, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπός του.
149§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι προτιμότερον νὰ
150μείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Κατ’ αὐτὸ, μόνον εἰς
151τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιτρέπεται νὰ ψη-
152φίζωσι, διότι ὑποχρεωτικῶς ἀποστέλλονται, ἐνῷ οἱ ἄλλοι
153μεταβαίνουσιν οἰκειοθελῶς. (Διάλογοι).
154§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρικάκης ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς τροπο-
155λογίαν (ἀναγινώσκει).
156«Οἱ δὲ ὑποψήφιοι δύνανται νὰ ψηφοφορῶσιν ἀδιακρίτως
157ἐν ἑνὶ τῶν τμημάτων τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας.»
158Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
159ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχό-
160μενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
161(Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
162(Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ
163ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
164§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
165§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχίζων, Κύριοι τὴν προχθὲς διακο-
166πεῖσαν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἀγόρευσίν μου, παρα-
167τηρῶ, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο παρελθόντων ἐτῶν καὶ αἱ
168ἐκ τῆς ἐπιστρατείας ἔκτακτοι δαπάναι ἐδείνωσαν τὴν ὑφι-
169σταμένην ἀνωμαλίαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων,
170ἐπιβάλλουσι δὲ εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἀνα-
171πόδραστον καὶ ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον, νὰ σκεφθῇ καὶ λάβῃ
172μέτρα ῥιζικωτέρας θεραπείας. Αἱ συμπτωματικαὶ θεραπεῖαι,
173αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθησαν, εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν
174ἡμᾶς. Ἡ ῥιζικὴ θεραπεία ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀποκα-
175τάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
176Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἱκανοποιεῖ μόνον
177τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν, δὲν ὠφελεῖ μόνον τοὺς πιστω-
178τὰς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑλικῶν
179συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἀποκαταστήσωμεν τὸ
180ἰσοζύγιον ἡμῶν καὶ ἑδραιωθῇ ἡ περὶ αὐτοῦ πεποίθησις ἐπί
181τινα ἔτη, θὰ ἀνορθώσωμεν πλήρη τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν,
182χρησιμοποιοῦντες δὲ τὴν πίστιν ἡμῶν, θὰ κατορθώσωμεν,
183ὅπως καὶ τὰ ὑπάρχοντα χρεώγραφα ὑπερτιμηθῶσι καὶ ἑπο-
184μένως ἡ μετατροπὴ αὐτῶν καταστῇ ἐφικτὴ, ἐπὶ ἀνακουφίσει
185τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἡμῶν, καὶ ξένα κεφάλαια
186εὐχερῶς καὶ ἐπὶ συμφέρουσιν ὅροις θὰ προσπορισθῶμεν, χρησι-
187μεύσοντα εἰς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν
188ἀνάπτυξιν τῶν πόρων τῆς χώρας ἡμῶν. Τὸ ἰσοζύγιον ὑπα-
189γορεύεται καὶ ὑπὸ ἑτέρας ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν πάντες αἰ-
190σθανόμεθα, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ κατορθώσωμεν, ὡς οἷόν
191τε ταχύτερον, τὴν προμήθειαν ξένων κεφαλαίων, ἤτοι τὴν
192συνομολόγησιν δανείου, χρησιμεύσοντος εἰς τὴν ἄρσιν τῆς
193ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τὴν μετρίασιν τῶν ἐξ αὐτῆς
194κακῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι, συζητοῦντες περὶ οἰκονομικοῦ ζητή-
195ματος, δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ πρὸ τῆς ὑφισταμέ-
196νης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην
197φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐξε-
198τάσωμεν, κατὰ πόσον ἡ ἀναγκαστικὴ αὕτη κυκλοφορία βα-
199ρύνει αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα
200νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
201φορίας βάρος τοῦ δημοσίου Ταμείου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δη-
202μοσίου χρέους ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων δραχ-
203μῶν. Ὅταν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσητε ὅ,τι τὸ Δη-
204μόσιον δαπανᾷ διὰ διαφόρους προμηθείας τῶν πολεμικῶν καὶ
205τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἔχετε ἀμέσως δαπάνην ἐτησίαν,
206ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βαρύνουσαν τὸν Προϋ-
207πολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐκ δραχμῶν 10 ἑκατομμυρίων.
208Βεβαίως δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν κοινωνίαν,
209εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως, ὁμι-
210λῶν πρὸς βουλευτὰς, γινώσκοντας τὰ κατὰ τὸν τόπον ἡμῶν,
211νὰ ὑπολογίσω, ὁποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς
212ἁπάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς
213ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
214Εὑρισκόμενοι λοιπὸν πρὸ τῆς σιδηρᾶς ταύτης ἀνάγκης,
215νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ,
216ὀφείλομεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν τριῶν στοιχειωδῶν μέ-
217σων, διὰ τῶν ὁποίων πληροῦνται τὰ ἐλλείμματα καὶ ἀπο-
218καθίστανται τὰ ἰσοζύγια εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς πάντων
219τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἤτοι τῆς περικοπῆς τῶν δα-
220πανῶν (οἰκονομιῶν), τῆς συνομολογήσως δανείων, καὶ τῆς αὐ-
221ξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ ἐπιβολῆς νέων τοιούτων.
222Καὶ προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ πα-
223ροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔδειξεν ὀλιγωρίαν εἰς τὴν πραγματο-
224ποίησιν τῶν ἐφικτῶν οἰκονομιῶν καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς
225Ὑπουργείοις καὶ ἐν τοῖς πολεμικοῖς. Ἐὰν παραβάλητε τὸν
226Προϋπολογισμὸν, τὸν ἤδη ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὑπάρχοντα, πρὸς
227τοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι οὐδε-
228μία θέσις νέα προσετέθη, τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχουσι θέσεις
229τινὲς, καταργούμεναι τὸ πρῶτον νῦν, ἀνάξιαι μὲν λόγου, ἀλλ’
230ὁπωσδήποτε ἐνδεικνύουσαι τὴν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν πρόνοιαν
231τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν Προϋπολογισμῷ
232δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ οὔτε μικρὸν ποσὸν, προστεθὲν εἰς τὰ
233πολιτικὰ Ὑπουργεῖα λόγῳ προσθήκης θέσεως, εἰς δὲ τὰ Ὑπουρ-
234γεῖα τὰ πολεμικὰ, πρὸ πάντων τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ παρα-
235τηρήσῃ τις, ὅτι ἐπῆλθε πᾶσα ἐφικτὴ οἰκονομία· ἐννοεῖται,
236ὅτι πάντοτε ἐλήφθη ὡς ἀφετηρία, νὰ μὴ παραβλαφθῇ ἡ
237λειτουργία τοῦ ὑπάρχοντος στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ
238νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν αἱ δυνάμεις αἱ στρατιωτικαὶ τῆς χώρας,
239πρόνοια δὲ μόνον ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν στελέχεων τῶν ἀπαραιτή-
240τως ἀναγκαίων, ὅπως ἡ Ἑλλὰς δύνηται ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης
241νὰ ἐπιστρατευθῇ εὐκόλως. Ἀλλ’ ἐλέχθη εἰς τὴν ἄλλην Βου-
242λὴν, τὴν διαλυθεῖσαν, καὶ νῦν ἐπανελήφθη, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος
243τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀρχῆθεν τάσιν, καὶ σήμερον ἀκόμη
244εὑρίσκεται ἐμπεφορημένος ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλαττώματος, ν’ αὐ-
245ξάνῃ τὰς δαπάνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατώρθωσε τὸν Προϋ-
246πολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ 53 ἢ 54 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ
247ὁποῖα ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1880, νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς 96
248ἑκατομμύρια. Βεβαίως, ὅταν τις ἀκούσῃ διαφορὰν 40 ἑκατομ-
249μυρίων, ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως νομίζει, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος
250τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου
251κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, βε-
252βαίως προσέθηκε δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἀπαραιτήτως
253ἀναγκαῖαι. Αὐτὴ αὕτη ἡ αἰτίασις εἶχε προβληθῆ, συζητου-
254μένου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883,
255τότε δὲ αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς
256τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, παρετήρησεν, ὅτι αἱ παρατηρού-
257μεναι αὐξήσεις εἰς τὰ ἔξοδα ἐπεβάλλοντο ὑπὸ ἐθνικῶν ὑπο-
258χρεώσεων ἀπαραιτήτων καὶ ἀναποφεύκτων, διὰ τὰς ὁποίας
259ἄλλως δὲν ἦτο αὐτὸς ὑπεύθυνος. Συγκρίνων δὲ τὸν Προϋπο-
260λογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν τοῦ 1880, εἶπε τότε, ὅτι
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
261διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας εἶχε προστεθῆ δαπάνη περίπουΔρ. 4,000,000
262διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 800,000
263» 120 » » 8,000,000
264ἔξοδα ὁδοποιΐας » 1,000,000
265ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείου » 1,500,000
266συντάξεις πολιτ. ὑπαλλήλων » 300,000
267συντήρησιν καταδίκων » 100,000
268ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας
269(ἔχοντα ἀνάλογον αὔξησιν ἐσόδων) » 1,498,000
270Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 7,300,000
271» Ναυτικῶν » 2,300,000
272Τὸ ὅλον Δρ.26,998,000
273Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς, ἥτις παρουσιάζεται ἐπὶ
274τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880 καὶ 1883, κρίνω ἀναγκαῖον
275νὰ συγκρίνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ πρὸς αὐτὸν
276τοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει.
277Ὅσοι εἶσθε βουλευταὶ κατὰ τὸ 1880, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ὁ
278Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ πρό-
279γραμμα οἰκονομιῶν, πράγματι δὲ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας,
280τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰς
281ἐπραγματοποίησεν ἅμα ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονο-
282μικῶν· οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἐκρίθη ὑφ’ ὅλων
283τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων ὡς εἷς τῶν οἰκονομικω-
284τέρων Προϋπολογισμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἀνε-
285βίβασε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς δραχ. 53,000,000
286περίπου· τίς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
287τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
2881880; Μεγίστη καὶ κεφαλαιώδης διαφορὰ εἶναι εἰς τὸ δη-
289μόσιον χρέος, ἀνερχομένη εἰς τὸ οὐ σμικρὸν ποσὸν τῶν
290δραχ. 25,384,358. Δεύτερον, εἰς τὰς συντάξεις 728,566.
291Τρίτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 8,173,183.
292Τέταρτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 1,768,066, καὶ
293πέμπτον, εἰς τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως 4,341,135.
294Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ διαφορὰ αὕτη ἐνέρχεται εἰς 40,395,308.
295Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ
296Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 συνετάχθη εἰς παλαιὰς δραχμὰς,
297ἐνῷ ὁ τοῦ 1887 ἐμφαίνει νέας δραχμὰς, ἀλλὰ προσθέσατε
298τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ διοίκησις τῶν νέων
299ἐπαρχιῶν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἔχομεν τὸν αὐτὸν σχεδὸν
300Προϋπολογισμόν.
301§34ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων
302εἶναι ἐξωγκωμένοι οἱ ἀριθμοί.
303§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁ-
304ποίους ἐκ καταστάσεως λεπτομεροῦς λαμβάνων σᾶς ἀναγι-
305νώσκω.
306Κατὰ τὸ 1880 δημόσιον χρέος παλ. δραχ. 12, 952,070.
307Κατὰ τὸ 1887 ἐκ νέων δραχ. 46,948,706. Συντάξεις κατὰ
308τὸ 1880 παλ. δραχ. 3,890,030, κατὰ τὸ 1887 ν. δραχ. 4,
309201,780. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλ.
310δραχ. 11,100,586, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχ. 18,084,420.
311Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλ. δραχ. 2,111,229,
312κατὰ τὸ 1887 ν. δραχ. 3,652,887. Ἔξοδα διοικήσεως καὶ
313ἐπιστασίας, κατὰ τὸ 1880 π. δραχ. 2,381,384, κατὰ τὸ
3141887 ν. δραχ. 6,467,368.
315Δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ λάβητε εἰς χεῖράς σας τοὺς δύο Προϋ-
316πολογισμούς, καὶ θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν· εἶναι ζήτημα ἀριθ-
317μητικὸν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
318Καὶ προχθὲς ἐποιησάμην μνείαν αἰτιάσεώς τινος κατὰ τοῦ
319νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἰτιάσεως, ἡ ὁποία καὶ
320κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶχεν ἐντεῦθεν ἐκτοξευθῆ,
321καὶ προχθὲς μετὰ μείζονος λεπτομερείας ἀνεπτύχθη, τῆς αἰ-
322τιάσεως, ὅτι 25,000,000 εἶχε παραλάβει ἡ Κυβέρνησις τοῦ
323κ. Τρικούπη, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξου-
324σίαν, ἀπὸ τὴν προκάτοχον αὐτῆς. Καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σε-
325βαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην
326Πρωθυπουργὸς κατέθηκαν λογαριασμοὺς, ἀλλὰ κατὰ διάφορον
327τρόπον συντεταγμένους, δι’ ὧν προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν,
328ὁ μὲν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 25,000,000, ὁ δὲ,
329διορθώσας αὐτὸ, ἠλάττωσεν εἰς 15,000,000. Ὁ τρόπος, μὲ
330τὸν ὁποῖον ἀμφότεροι ὑπολόγισαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ
331προκάτοχος διαχείρισις εἶχε παραδώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
332τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1882, ἐνδεικνύει κἄτι τι, τὸ
333ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε λυπηρὰν αἴσθησιν· ἀμ-
334φότεροι τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν ποιοῦσιν ἐξετάζοντες μό-
335νον τὴν διαχείρισιν τῶν χρήσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ληψο-
336δοσίας τοῦ Κράτους. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι εἰς τοὺς ἰσολο-
337γισμοὺς τῶν ἑταιριῶν ὑπάρχει μία μερὶς «κέρδη καὶ ζημίαι».
338Τοιαύτη μερὶς ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, κυρίως
339κατοπτρίζοντα τὰς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰς χρημα-
340τιστικὰς, ἤτοι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν παρακα-
341ταθηκῶν, τὰ τιμήματα ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν πω-
342λεῖται, τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον χρῆμα ἐκ συνομο-
343λογουμένων προσωρινῶν δανείων, κλπ. Ἑπομένως δὲν πρέπει
344τις ἐκ τῶν Ἀπολογισμῶν ἑκάστης χρήσεως νὰ συναγά-
345γῃ ποσόν τι, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκρι-
346βῶς ἀποτελεῖ περίσσευμα, παραδοθὲν ἀπὸ προκάτοχον εἰς
347διάδοχον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βου-
348λευτὴς εἶχεν οὕτω διατυπώσει τὴν αἰτίασίν του· εἶπεν, ὅτι
349«ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 εἶχεν εἰσπράξει
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
350 δραχ.10,356,840
351Ἀπὸ δάνειον 120,000,000 » 82,122,780
352Ἀπὸ νομισματοποιΐαν » 1,200,000
353Ἀπὸ ὑλικὸν » 3,090,000
354Ἤτοι τὸ ὅλον » 96,949,620
355Ἐπλήρωσεν εἰς ἐλλείμματα τῶν
356ἐτῶν 1880 καὶ 1881. » 82,431,631
357Ἄρα παρέλαβε » 14,517,989
358Ἀλλὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον,
359ὅτι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 βεβαίως δὲν
360ὑπῆρχον ἀδιάθετοι κατὰ τὸ 1882, διότι αὗται εἶχον δια-
361τεθῆ ἀπὸ τοῦ 1880, ἀδιάφορον, ἂν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ἢ
362ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργόν. Ἀδιάθετοι ὁμολογίαι ὑπῆρχον μόνον
363ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἔχω δὲ ἀκριβῆ σημείω-
364σιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λο-
365γιστηρίου, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀνα-
366γνώσω. Ἡ σημείωσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
367Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μαρτίου 1882 παρέλαβεν ἀπὸ τὸ
368δάνειον τῶν 120,000,000 ἐν Παρισίοις 11,286,604
369Ἀπὸ Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δαν. 2,017,000
370Ἀπὸ 4,954 ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δαν. 1,838,961
371 15,142,565
372Ἀπὸ δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887
373Ἐν ὅλῳ 24,946,452
374Ἐπλήρωσεν εἰς ἔξοδα ὀφειλόμενα
375τῆς χρήσεως 1881 28,928,765
376Ἰδοὺ δὲ πῶς συμβιβάζεται μὲ τὴν σημείωσιν ταύτην τὸ
377ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπῆρχεν ὡς ἐκ τῆς
378νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τιμήματος ὑλικοῦ, διότι καὶ ταῦτα,
379ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000, θ’ ἀφήσωσιν
380ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 307,667. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ δια-
381φορὰ μεταξὺ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ση-
382μειώσεως ταύτης τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ
383αὕτη εἶναι μικρὰ, ἀνερχομένη εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων
384δραχμῶν.
385Ἐγὼ ὅμως, νομίζων, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἔχρηζε μείζονος
386ἐλέγχου, ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν καταστάσεων τοῦ οἰκονο-
387μικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐσχημάτισα
388πίνακα, δεικνύοντα ἀκριβῶς τὴν γενομένην ληψοδοσίαν τοῦ
389Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου
3901884. Τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ ὑπό-
391λοιπον ἐν τοῖς Ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἀνήρχετο
392εἰς 12,345,682, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς Ταμείοις τὴν 31
393Δεκεμβρίου 1884 ἀνήρχετο εἰς 15,442,583, ὥστε ἡ δια-
394φορὰ εἶναι 3 περίπου ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι
395δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβάλλῃ τις τοιαύτας αἰτιάσεις περὶ
396περισσευμάτων, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οἱ Ἀπολο-
397γισμοὶ ἔχουσιν, ὡς οἱ προαγορεύσαντες παρέστησαν, πρέπει
398καὶ αὖθις νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα ἐκ τῶν
399προηγουμένων διαχειρίσεων, καὶ παραβάλλοντες ταῦτα πρὸς
400τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, νὰ ἐξαγάγωμεν
401ὀρθὰ συμπεράσματα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα
402ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσι
403ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἀπομείνῃ εἴς τινας ἐξ ὑμῶν ὁ ἐλάχιστος
404ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 παρέλαβεν 25 ἑκα-
405τομμύρια, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἐμφαίνονται.
406Εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι, ἀφοῦ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις
407ἐξήντλησε τὰς κατὰ τὴν κρίσιν της ἐφικτὰς οἰκονομίας,
408καὶ ὤφειλε τῷ ὄντι νὰ κάμῃ οἰκονομίας, διὰ νὰ παραστήσῃ
409εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀπέκοψε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ
410ἀποκοπῇ ἐκ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, χωρὶς νὰ παραλύσῃ ἡ
411ὑπηρεσία, καὶ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκόψῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουρ-
412γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ παραλύσῃ ὁ ὀργανισμὸς
413τοῦ στρατοῦ, τὸ ἀπέκοψεν, ἀπέμειναν τὰ δύο ἕτερα μέσα,
414«τῆς συνομολογήσεως δανείων», καὶ τῆς «ἐπιβολῆς νέων
415φόρων», ἢ τῆς «αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων.» Περὶ τοῦ δευτέ-
416ρου κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ὁμιλήσω, διότι, ὡς πάντες γνωρί-
417ζομεν, ὑπὸ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρί-
418σκεται σήμερον τὸ Κράτος ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύ-
419χῃ τὴν συνομολόγησιν δανείων· ἑπομένως περιορίζομαι εἰς
420τὸ τρίτον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ,
421καὶ καλῶς ἔπραξεν ἐπιβαλοῦσα, ὅσους ἐπέβαλε φόρους.
422Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων τούτων, οἱ ἀξιότιμοι
423προαγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος δὲν ἔχουσι
424τὴν αὐτὴν μεταξὺ των γνώμην. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἐξ
425Ἄρτης συνάδελφος εἶπε καὶ ἔγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι
426αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, ὅπως
427ἀνασηκώσωσι τὰς αὐξήσεις ταύτας τῶν φόρων, αἱ ὁποῖαι
428ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερ-
429νήσεως ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἴδιον
430περίπου ἰσχυρίσθη καὶ ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. συνάδελφος· ἀλλ’ ὁ
431πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἰσχυρίσθη,
432ὅτι, καὶ ἂν εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰσπρά-
433ξιμοι, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ ἂν εἰσπραχθῶσι,
434δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀναβιβασθῶσι τὰ ἔσοδα ἄνω τῶν 63
435ἑκατομ., καὶ δι’ αὐτὸ ὡμίλησε περὶ ἐλλείμματος 30 ἑκατομ.,
436ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅλοι βεβαίως ἐστηρίχθησαν πρὸ πάντων
437εἰς ἓν ἐπιχείρημα, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου εἶναι
438ἐσφαλμένοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἶναι ἰδα-
439νικός, καὶ ὅτι ἅπαν τὸ οἰκοδόμημα, πρὸς κατασκευὴν τοῦ
440ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη, δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς πρα-
441κτικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ δὲ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Κα-
442ραπάνος προσέθηκεν, ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῶσι τὰ νομοσχέδια
443ταῦτα, θὰ καταστραφῶσιν ὑλικῶς αἱ δυνάμεις τῆς χώρας,
444ὅτι θὰ καμφθῇ ὑλικῶς ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς χώρας ὑπὸ τὸ
445βάρος τῶν νέων φόρων. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγεννήθη μοι ἡ
446ἀπορία πρὸ πάντων ἐπὶ τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ τοῦ ἐξ Ἄρτης
447κ. βουλευτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἐνεθυμήθην, ὅτι εἰς τὴν προηγου-
448μένην Βουλὴν ἐχρησίμευσεν ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογι-
449σμοῦ...
450§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
451§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τοῦτο, διὰ νὰ δείξω ἀνακο-
452λουθίαν τινὰ ὑμῶν, ἢ ἀντίφασιν· τοὐναντίον, καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν
453ἀρχὴν, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχῃ
454τις τὴν αὐτὴν πάντοτε γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ
455οἰκονομικῶν ζητημάτων τῆς χώρας.
456§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμήν μου.
457§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκτοτε μέχρι σή-
458μερον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου εἶναι αἱ αὐταί, δι’
459αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην ὑμῶν. Ὁ κ. Καραπάνος ἦτο
460εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, καὶ ἡ ἔκθεσίς του
461φέρει χρονολογίαν 26 Ἰανουαρίου 1884.
462§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὰ τέλη τοῦ 1884 ὡμίλησα καὶ
463ὑπεστήριξα τὰ αὐτά.
464§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
465εἴπετε διὰ ζώσης, διότι ἀγορεύων τις ἐνταῦθα δύναται νὰ
466εἴπῃ καί τι ἀνακριβὲς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ὅταν γράφῃ ὅμως,
467γράφει ἀκριβέστερον καὶ προσεκτικώτερον.
468Θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ.
469Καραπάνου. (Ἀναγινώσκει).
470«Ἔκθεσις εἰσηγητικὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884
471ἀπὸ 26 Ἰανουαρίου 1884.
472«Εἰσηγητὴς Κύριος Καραπάνος.
473«Κατὰ σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου πρὸς τὸν
474τοῦ 1880, διὰ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, τὰ
475ἔξοδα τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων παρουσιάζουσιν αὔ-
476ξησιν ἐκ δρ. 2,500,000, ὅταν ἀφαιρεθῶσιν αἱ διὰ τὴν διοί-
477κησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν δαπάναι· ἡ τοιαύτη αὔξησις δι-
478καιολογεῖται ἐκ τῆς κανονικῆς προόδου τοῦ ἔθνους, ἀναλο-
479γοῦσα δὲ εἰς 5% ἐπὶ τῶν τακτικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
480δαπανῶν, δὲν εἶνε ὑπερβολική.
481«Εἰς ταύτην ὅμως δέον νὰ προστεθῇ ἡ ἐκ δρ. 10,000,000
482καὶ ἐπέκεινα αὔξησις τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἡμῶν πλη-
483ρωμῶν, καὶ πλὴν τούτων ἡ αὔξησις τῶν διὰ τὰς στρατιω-
484τικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις ἡμῶν.
485«Ἀπέναντι τοιούτων ἀναγκῶν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσω-
486μεν τὴν πολιτικὴν τῆς διὰ τῶν νέων δαπανῶν προαγωγῆς
487τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν
488πόρων τοῦ Κράτους, διότι διὰ τῶν οἰκονομιῶν δὲν δυνάμεθα
489νὰ ἐξοικονομήσωμεν ποσὸν ἄξιον λόγου.»
490Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἀξιό-
491τιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς περὶ τῶν παραγωγικῶν δυνά-
492μεων τῆς χώρας, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω καὶ
493πάλιν ἐπισταμένως, μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ ὑπερβολή τις εἰς τοὺς
494ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου, τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη καὶ
495αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπισταμένως ἐξετά-
496σασα τὰ κατὰ τὰς αὐξήσεις ταύτας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι,
497προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ ἐσόδων, δέον νὰ ἔχωμεν ὡς
498βάσιν τὰ βεβαιούμενα καὶ οὐχὶ τὰ εἰσπραττόμενα, διότι,
499ἐὰν εἰς τὰ βεβαιούμενα ὑπάρχῃ καθυστέρησίς τις πρὸς τὰς
500εἰσπράξεις, βεβαίως ἡ ἐλάττωσις αὕτη καλύπτεται ἀπὸ τὸ
501ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Διὰ τοῦτο οἱ Προϋπολογι-
502σμοὶ ἡμῶν ἔχουσιν ὡς βάσιν τὰ βεβαιούμενα.
503Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
5041887 εἶχε μὲν ὡς ἀφετηρίαν τὰ βεβαιωθέντα ἀκριβῶς κατὰ
505τὸ ἔτος 1886, ἀλλ’ εἶχεν ὡς βάσιν καὶ τὸν μέσον ὅρον τῶν
506ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἐλήφθη δὲ, ὡς βλέ-
507πει τις ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκθέσει, βά-
508σις ὁ μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἐκ τοῦ μέσου
509ὅρου κἄτι τι ἀφῃρέθη, δὲν ὑπελογίσθη δὲ εἰς τὸ ποσὸν τὸ
510ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ προϊοῦσα αὔξησις τῶν
511δημοσίων ἐσόδων· ἐπὶ παραδείγματι, αʹ) φόρος ἐπὶ τῶν ἀρο-
512τριώντων κτηνῶν, μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν
5132,303,900· ἐντὸς λοιπὸν τοῦ μέσου ὅρου μετὰ τῆς προσθή-
514κης τῶν 20% ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ
515Προϋπολογισμῷ· βʹ) ἡ αὔξησις ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὁ μέσος
516ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν εἶναι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος,
517244 ἑκατομμύρια λιτρῶν· ἐννοεῖται, ὅτι—καὶ ὅλοι γνωρίζετε
518τοῦτο, ὅσοι εἶσθε ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν,—τὸ προϊόν τῆς
519σταφίδος αὐξάνει ὁλοὲν, καὶ ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν 244 ἑκα-
520τομμυρίων λιτρῶν δὲν παριστάνει τὴν παραγωγὴν τοῦ 1887·
521ἀλλὰ ποία ἐγένετο αὔξησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἐγένετο
522αὔξησις μόνον κατὰ 16 ἑκατομμύρια, δηλ. ὑπελογίσθη τὸ
523ποσὸν τῆς σταφίδος εἰς 260 ἑκατομμύρια, καὶ προσετέθη ἐπ’
524αὐτῶν 20%· γʹ) φόρος ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ μέσος ὅρος
525τῶν 4 παρελθόντων ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 3,242,876, κάτω δὲ
526καὶ αὐτοῦ τοῦ μέσου ὅρου, ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ 3 ἑκατομμυρίων,
527ὑπελογίσθη ἡ αὔξησις εἰς 20%, καὶ οὕτως ὑπελογίσθη
528ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων· δʹ) φόρος τῶν ἐπιτη-
529δευμάτων· ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν πα-
530ρελθόντων ἐτῶν, ἀνερχόμενος εἰς 2,201,263, προσετέθησαν
531δὲ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν τιμολογίων δρ. 500,000. Οὕτω
532δὲ ἐπὶ ποσοῦ δραχ. 2,700,000 ὑπελογίσθη ἡ αὔξησις.
533§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύο αὐξήσεις λοιπόν.
534§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι ἐκεῖ πρῶτον προσετέθη μία
535κλάσις· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὔξησις· ἦτο δίκαιον νὰ γίνῃ, καὶ
536ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωμεν κατὰ 20% ἀκό-
537μη· προεβιβάσθη μία κλάσις ὡς πρὸς τοὺς πωλοῦντας
538οἶνον, καπνὸν καὶ πνευματώδη ποτὰ, καὶ διὰ τοῦτο προσετέ-
539θησαν 500 χιλιάδες δραχμῶν. εʹ) Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκο-
540δομῶν ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ 1883, διότι ἐν τῷ μεταξὺ
541ἀπὸ τοῦ 1884 καὶ ἐντεῦθεν δὲν κατέστη ὁριστικὸς ὁ φορο-
542λογικὸς κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων,
543ἠξεύρετε δὲ ὁποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος·
544ἐπὶ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν τῆς τοῦ 1883 χρήσεως ἐκ δραχμῶν
5452,186,110 ἐγένετο ἡ προσθήκη 20%. Ϛʹ) Ἐπὶ τοῦ
546φόρου τῶν οἴνων· ἐπίσης εἶναι γνωστὸν τὸ ποσὸν τοῦ δηλω-
547θέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος οἴνου, ἀνερχόμενον εἰς ὀκάδας
548132,000,000, ἐνῷ δὲ εἰς δύο λεπτὰ ὑπελογίσθη ἡ ὀκᾶ, προ-
549σετέθησαν καὶ 20%. ζʹ) Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὰ
550τελωνιακὰ τέλη· ἐκεῖ ὑπῆρξε περισσοτέρα ἡ προσοχὴ τοῦ
551καταρτίσαντος τὸν Προϋπολογισμὸν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
552μικῶν, διότι ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1883,
5531884 καὶ 1885, γινώσκετε δὲ, ὅτι τὸ 1885 ἦτο κάτισχνον,
554διότι ἡ ἐπισκήψασα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο οἰκονομικὴ καὶ χρη-
555ματιστικὴ κρίσις εἶχεν ἐπιδράσει ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐπὶ
556τῶν ἐν γένει κοινωνικῶν συναλλαγῶν μας· ὁ μέσος λοιπὸν
557ὅρος τῶν τριῶν ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 18,547,395· αἱ γενόμεναι
558διὰ τοῦ δασμολογίου αὐξήσεις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην
559Πρωθυπουργοῦ......
560§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τὸ
5611884 εἰσεπράχθη ὑπὸ τῶν Τελωνείων εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ
562πετρελαίου.
563§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει αὐτό. Ὁ κ. ἐξ Ἀρ-
564καδίας βουλευτὴς διὰ δύο νομοσχεδίων, ἅτινα ἐπεψήφισεν ἡ
565διαλυθεῖσα Βουλὴ, ἐπήνεγκεν αὔξησιν εἰς τὸ δασμολόγιον
566ἐκ δραχμῶν 2,173,500· ἡ γενομένη εἰς τὸ τέλος τῆς σακ-
567χάρεως αὔξησις ἀνήρχετο εἰς 1,255,683, ἡ ἐπαναφορὰ
568κατηργημένων ἢ ἠλαττωμένων τελῶν ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς
5692,700,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ πρόσοδος ὑπελογίσθη εἰς δραχ-
570μὰς 24,676,578, ἡ δὲ αὔξησις εἰς δραχμὰς 3,955,683.
571Βεβαίως ὡς πρὸς τὰ τελωνιακὰ ὑπάρχει προϊοῦσα αὔξη-
572σις· δὲν ἐλήφθη αὐτὸ ὑπ’ ὄψει· δὲν δύνασθε νὰ μὴ ὑπολογί-
573σητε ποτὲ μίαν αὔξησιν τῶν εἰσαγομένων, διότι καὶ αἱ ἀνάγ-
574και αὐξάνουσι καὶ ὁ πολιτισμὸς προάγεται παρ’ ἡμῖν, ἑπο-
575μένως δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην καὶ
576ὅ,τι προήρχετο πρότερον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ πετρελαίου.
577Μετὰ τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν γενομένην
578μεταῤῥύθμισιν τοῦ δασμολογίου, δέον νὰ ὑπολογίζῃ τις ἐξ
579αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν τελωνιακῶν τελῶν αὔξησιν 15%.
580Ἂν δὲ προσθέσωμεν ἕτερα 15% λόγῳ τῆς εἰς
581χρυσὸν πληρωμῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὡς ὅρον αὐξήσεως
582ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν 30% περίπου. Οὕτως
583ἐχουσῶν τῶν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν αὐξήσεων, ὀφείλομεν νὰ
584λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατά-
585στασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἄν, καὶ μετὰ τὰς νέας ταύτας με-
586ταβολὰς καὶ αὐξήσεις, κατορθοῖ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσ-
587πράττῃ περισσότερα, ἢ ὀλιγώτερα, τῶν ὅσων πρότερον
588εἰσέπραττεν. Ἐζήτησα μίαν πρόχειρον κατάστασιν τῶν
589εἰσπραχθέντων εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ ἔτος 1886
590καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον 1887, κατὰ σύγκρισιν πρὸς
591τὸ 1885 καὶ πρὸς τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1887, διότι
592διὰ τὸν ἀμέσως παρελθόντα μῆνα Φεβρουάριον δὲν ὑπάρχει
593ἀκόμη κατεστρωμένη τοιαύτη κατάστασις· ἔχομεν τὸν μῆ-
594να Ἰανουάριον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰσπράξεις ἐκ δραχ-
595μῶν 1,924,896. Τί ποσὸν ἔχομεν κατὰ τὸν Ἰανουάριον
596τοῦ 1886; 1,008,032· τί κατὰ τὸ 1885; 1,300,000. Κατὰ
597τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1886 ὁποίας τελωνιακὰς εἰσπράξεις
598ἔχομεν; Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν δρ.
5992,459,260, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1885 εἰσεπρά-
600χθησαν 1,389,182· κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1886, δρ. 2,489,
601489, ἐνῷ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 εἰσεπράχθησαν μόνον
6021,635,591. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ἀποδει-
603κνύουσιν ἐναργῶς, ὅτι καὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 30%,
604κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήθησαν τὰ τελωνιακὰ τέλη σήμερον,
605εἰσπράττονται. Ἑπομένως οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀμφιβάλλω,
606ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ τὰ προϋπολογιζόμενα. Ἐπειδὴ ὡμί-
607λησα περὶ σακχάρεως, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει
608τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐσημειώθη, ὅτι καὶ μετὰ
609τὴν γενομένην αὔξησιν ἡ Ἑλλὰς κατέχει τὴν 10ην θέσιν ὡς
610πρὸς τὰ πληρονόμενα ἐπὶ τῆς σακχάρεως τέλη ἀπέναντι τῶν
611Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, καὶ ἐπειδὴ συνέπεσεν ἐφημερίς τις
612ἀντιπολιτευομένη νὰ γράψῃ, ὅτι εἶναι μέγιστον τὸ λάθος, νὰ
613σημειωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐκθέσει ὡς 10η, ἐνῷ δὲν εἶναι
614τοιαύτη, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν νὰ ἐρευνήσω,
615καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῶν ἐρευνῶν τούτων ἐξήγαγον, ὅτι περιέ-
616πεσα εἰς μικρόν τι λάθος, ὄχι εἰς ὅσον θέλει ὁ ἀξιότιμος
617ἐφημεριδογράφος ν’ ἀναβιβάσῃ αὐτό· ὄντως, ἡ Ἑλλὰς ἦν
618δεκάτη, ὡς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζακχάρεως, πρὸ τῆς τελευ-
619ταίας αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἐπεβλήθη καὶ ἡ τελευταία
620αὔξησις, δὲν κατώρθωσε νὰ προβιβασθῇ ἡ Ἑλλὰς παρὰ
621μέχρι τῆς 8ης θέσεως, διότι αὐτῆς προηγεῖται ἡ Ἰταλία, ἡ
622ὁποία ἔχει δραχ. 1, ἡ Ῥωσσία, ἡ ὁποία ἔχει λεπτὰ 94, ἡ
623Πορτογαλλία λεπτὰ 90, ἡ Ὁλλανδία 86, τὸ Βέλγιον 84,
624ἡ Νορβηγία καὶ ἡ Γαλλία λεπτὰ 76· ὥστε ἡ Ἑλλὰς ἐξα-
625κολουθεῖ νὰ ἦναι ὀγδόη μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν,
626εἶναι δὲ περίπου εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν μὲ τὴν Ῥωμουνίαν,
627ἰδίως μὲ τὴν πόλιν Βουκουρέστιον, ὅπου ὑπάρχει καὶ ὁ φόρος
628τῆς καταναλώσεως.
629§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίου ἔτους εἶναι αἱ στατιστικαί;
630§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλως διόλου πρόσφατοι· εἶχε ζητήσει
631ἡ Κυβέρνησις πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Προξένους
632καὶ Πρέσβεις ἐπὶ τούτῳ. Μετὰ τὰ τελωνιακὰ ἔχομεν μικρὰν
633αὔξησιν εἰς τὰ παιγνιόχαρτα, ἀλλ’ αὕτη δικαιολογεῖται ἐκ
634τοῦ ἀποτελέσματος τῶν τριῶν τελευταίων μηνῶν. Εἰς τὰ
635πνευματώδη ποτὰ ἔχομεν μικράν τινα προσθήκην· ἀλλ’ ὅπως
636πολλάκις ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ
637ὑπάρχων νόμος περὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἀπέτυχεν
638ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, πρὸ πολλοῦ δὲ εἶχε παρασκευασθῆ νομο-
639σχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας, ὅπερ
640ἐπρόκειτο εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Βουλὴν νὰ εἰσαχθῇ. Τώρα
641εἶναι ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὑποβληθήσεται κατ’
642αὐτάς· εἶναι δὲ ἀδύνατον ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νέου νόμου
643νὰ μὴ ἔχωμεν αὔξησιν 500,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
644καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα
645καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται. Ὅλοι ἐξ ἡμῶν ἐνθυμεῖσθε
646τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει· γινώ-
647σκετε ἤδη, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν καπνοκοπτηρίων,
648πρὶν ψηφισθῇ ὁ τελευταῖος νόμος, κατωρθοῦτο νὰ εἰσπράττῃ
649τὸ Δημόσιον φόρον ἐπὶ 85,000 ὀκάδων κατὰ μῆνα, ἤδη δὲ,
650ὅτε προσετέθησαν καὶ διατάξεις ὅμοιαι πρὸς τὰς διατάξεις,
651τὰς ἤδη λειτουργούσας, περὶ τῆς ἐπιτηρήσεως τοῦ καπνοῦ
652εἰς φύλλα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν ἓν ἑκατομμύριον
653ὀκάδων κατανάλωσιν ἐξησφαλισμένην· ἑπομένως οὐδεμία
654ὑπάρχει ὑπερβολὴ εἰς τὰ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀνα-
655γράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει
656ἔχομεν ἐξησφαλισμένον καὶ τὸ ἀναγραφὲν ὡς ἔσοδον τοῦ σιγα-
657ροχάρτου, διότι, ὅταν ἀγοράζῃ τις καπνὸν, ὑποχρεοῦται
658ν’ ἀγοράζῃ καὶ φυλλάδια σιγαροχάρτου.
659Ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, εἶναι περιττὸν νὰ
660ποιήσωμαι μακρὸν λόγον, διότι ὅσοι τὰ ἀνεγνώσατε ἐπεί-
661σθητε, ὅτι βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 600,000 δραχμῶν θὰ εἰσ-
662πραχθῇ ἀπὸ τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι
663καθιεροῦνται· θέλει δὲ εἰσπραχθῆ χωρὶς νὰ γογγύσωσιν οἱ
664ἀπαλλασσόμενοι, διότι τοιουτοτρόπως συνεισφέρουσι χρημα-
665τικῶς καὶ οἱ ἐξαιρούμενοι καὶ ἀπαλλασσόμενοι, ἐξομοιούμε-
666νοι κἄπως πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ.
667Ὡς βλέπετε, ἐξ αὐτῆς τῆς λεπτομεροῦς ἀφηγήσεως, οὐ-
668δαμοῦ ὑπάρχει ὑπερβολή τις εἰς τοὺς ὑπολογισμούς. Δὲν
669νομίζω ἄλλως τε, ὅτι εἶναι δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ καμφθῶ-
670σιν αἱ ὑλικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
671νέων νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς αὔξησιν ἢ ἐπιβολὴν νέων
672φόρων, μολονότι δὲν ὑπάρχει ἐπιβολὴ νέων φόρων, ἐκτὸς
673τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν φρονῶ, ἐπὶ παραδείγ-
674ματι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος πληρόνει διὰ
675τὸ ἀροτριῶν κτῆνός του 25 δραχμὰς, ἐὰν πληρώσῃ ἀκόμη
676ἄλλας 5, πῶς εἶναι δυνατὸν τῷ ὄντι νὰ καταστῇ ἀνίκανος
677πρὸς περαιτέρω ἐργασίαν δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κτηνοτρόφος,
678ὅστις πληρόνει μίαν δραχμὴν κατὰ κεφαλὴν εἰς τὰ πρόβατα
679καὶ τὰς αἶγας αὐτοῦ, ἐὰν πληρώσῃ ἀκόμη 20 λεπτά, θὰ
680γίνῃ πενέστερος, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα
681του· δὲν νομίζω, ὅτι αἱ αὐξήσεις, ἃς ἐπάγονται οἱ προβλη-
682θέντες νόμοι, εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψωσι τὴν Ἑλλάδα.
683Ὡς πρὸς τὰ Τελωνεῖα λειτουργοῦσιν οἱ φόροι, οἵτινες ἀναγρά-
684φονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὡς πρὸς τὰ ἐπιτηδεύματα,
685βεβαίως αἱ αὐξήσεις θὰ βαρύνωσι τοὺς ἐπιτηδευματίας, οἵ-
686τινες κατοικοῦσιν εἰς τὰς πόλεις, ἢ πωλοῦσι καπνὸν καὶ οἰ-
687νοπνεύματα. Ἐν γένει δὲ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
688προσκόψῃ διὰ τοῦτο ἡ περαιτέρω ὑλικὴ πρόοδος τοῦ τόπου.
689Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ἐλέχθη, πρὸς αἰ-
690τίασιν ἢ μομφὴν ἡμῶν, τῶν καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα
691ταύτην (τῆς Συμπολιτεύσεως), ὅτι ἡμεῖς οἱ συμπολιτευόμε-
692νοι δὲν ἐξεδώκαμεν προγράμματα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκ-
693λογάς, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶχεν ἄδικον ἡ Κυβέρνησις, ἀνα-
694γράψασα εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι, ὅτε διεξήγοντο αἱ
695τελευταῖαι ἐκλογαί, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ἐν γνώσει τοῦ
696φορολογικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρῶτον νο-
697μίζω, ὅτι οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι οὐδεὶς σχεδὸν ὑπῆρξεν ἀντιπο-
698λιτευόμενος, ὅστις δὲν ἐξέδωκε πρόγραμμα, καὶ ὅστις δὲν
699ἀνέφερεν ἐν τῷ προγράμματί του, ὅτι πρόκειται, ἐὰν ἐπι-
700κρατήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβληθῶσιν ἅπαντες
701οἱ φόροι, οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τὴν
702τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς νομοσχέδια, ἅτινα
703ὑπεβλήθησαν ἐκ νέου εἰς τὴν παροῦσαν. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐκτεθέντες
704ὡς συμπολιτευόμενοι, ἐπολεμοῦμεν πρὸς αὐτοὺς ἐκείνους, οἵ-
705τινες εἶχον ἐκδώσει τοιαῦτα προγράμματα· διαγωνιζόμενοι
706δὲ πρὸς αὐτοὺς, τί ἄλλο ἀπεδεικνύομεν ἢ ὅτι εἴχομεν ἀντι-
707θέτους πρὸς αὐτοὺς ἀρχάς; Νομίζω δὲ, ὅτι ἦτο ὅλως περιτ-
708τὸν νὰ ἐκδώσωμεν ἡμεῖς προγράμματα, διότι ἡμεῖς ἐλέγομεν
709πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ὅτι εἶναι προτιμότερον εἰς τὸν
710Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς θυσίας ταύτας παρὰ ν’
711ἀτιμασθῇ· ἐλέγομεν καὶ πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ πρὸς τοὺς
712κτηνοτρόφους, ὅτι τὸ δίλημμα, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εὑρί-
713σκεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι προφανές· ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύο
714ὀφείλει νὰ πράξῃ· ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἴς τινας προσθέ-
715τους θυσίας, ἢ νὰ προτιμήσῃ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας.
716Τοιαύτας δὲ ἀρχὰς ὑποστηρίζοντες καὶ ἀνομολογοῦντες,
717ἐξετιθέμεθα εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὡς φίλοι τῆς Κυβερ-
718νήσεως, ἀπεκηρύττομεν δὲ πάσῃ δυνάμει τὸ ὁποῖον ἡ Ἀν-
719τιπολίτευσις ὑπεστήριζεν οἰκονομικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου
720σκοπὸς ἦν νὰ στιγματισθῇ ἡ Ἑλλάς· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐποχῇ
721ἐκείνῃ διάφοροι ἐδημοσιεύοντο οἰκονομικαὶ ἰδέαι ἐκ μέρους
722προεχόντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπὶ παραδείγ-
723ματι, εἶχε δημοσιευθῆ ἔν τινι ἐφημερίδι, ἡ ὁποία τότε ἐξε-
724προσώπει τὰς ἰδέας ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπο-
725λιτεύσεως, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κινίνης θὰ ἦτο δυνατὸν
726νὰ πληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ
727ὑμῶν βεβαίως ὑπελογίσατε, ὅτι, καὶ ἐὰν συμβῇ, ὥστε ὅλοι
728οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι διαρκῶς ἀσθενεῖς, καὶ νὰ
729λαμβάνωσι διαρκῶς ὡς φάρμακον μόνον κινίνην, πάλιν δὲν
730εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἐντεῦθεν εἰσπραχθησόμενον
731ποσὸν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ
732Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς κινίνης προ-
733σετέθη τότε ἀκόμη καὶ ὡς πρόσθετος βοήθεια ὑπὲρ τοῦ
734Προϋπολογισμοῦ ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου, ἐπὶ
735τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου, ἐπὶ τῶν ἀλεύρων κλπ. Ἀλλ’
736ὅτε συνηντήθημεν ἐνταῦθα, αἱ ἰδέαι αὗται εὐτυχῶς διεσκε-
737δάσθησαν, ὡς νέφη καπνοῦ παρῆλθον, καὶ νέαι ἰδέαι ἐν τῷ
738μέσῳ προέκυψαν. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἠκού-
739σαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἦτο ἡ ἰδέα τῆς χρησιμοποιή-
740σεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἅτινα ἐκρίθησαν ὑπὸ
741τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ὡς ἄγκυρα σωτηρίας·
742εἶπεν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ συνάδελφος, διατὶ νὰ ζητῶμεν νὰ
743ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ
744προσφύγωμεν εἰς τὰ κτήματα τὰ μοναστηριακὰ, διὰ νὰ κα-
745λύψωμεν τὸ ἔλλειμμα; Ἀλλ’ ὅταν παρετηρήθη εἰς αὐτὸν,
746ὅτι, καὶ ἂν ὅλα τὰ μοναστηριακὰ κτήματα πωληθῶσι, πάλιν
747μόνον ἑνὸς ἔτους, καὶ ὄχι πλῆρες, τὸ ἔλλειμμα εἶναι δυνατὸν
748νὰ καλύψωμεν, διὰ δὲ τὸ ἑπόμενον τί θὰ πράξωμεν; τότε
749στενοχωρηθεὶς ἠναγκάσθη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, πρὸς τοῦτο τὸ
750μέτρον, δέον νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν πλη-
751ρωμῶν τοῦ Κράτους· διὰ τῆς ἀναστολῆς καὶ τῆς χρησιμο-
752ποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, δύνασθε, μᾶς εἶπε,
753νὰ ἀντιμετωπίσητε τὰς περιστάσεις. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν
754φράσιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐνεποίησε ζωηροτάτην ἐντύπωσιν, διότι
755ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἀντιμετωπίζει τις τὰς περιστάσεις, ὅταν
756πρόκειται νὰ παλαίσῃ πρὸς αὐτὰς, ὑποβαλλόμενος εἰς θυσίας
757καὶ προσπαθῶν νὰ ἐπικρατήσῃ δι’ ἐντίμου μεθόδου, ὅτι ἀντι-
758μετωπίζει τις τὰς περιστάσεις ὅταν ἐντείνῃ τὰς ἑαυτοῦ δυ-
759νάμεις καὶ τὸ ἑαυτοῦ θάῤῥος, ὅπως ἐντίμως ἀναδειχθῇ νικη-
760τής. Ὅταν ὅμως ἤκουσα, ὅτι πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσωμεν
761τὰς περιστάσεις διὰ χρεωκοπίας, τότε σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι
762ἐλυπήθην διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐντίμου φίλου μου ἐξ Ἄρτης
763βουλευτοῦ καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’
764ἐμὲ, ὁ χρεωκοπῶν δὲν ἀντιμετωπίζει τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ
765τρέπεται εἰς φυγὴν πρὸ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιό-
766τιμος πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐπανέ-
767λαβε τὴν αὐτὴν φράσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς
768περιστάσεις, καὶ ἐγκαίρως, διὰ νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς τὴν
769ἀνάγκην νὰ χρεωκοπήσωμεν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει
770τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν
771ταῖς ἀγορεύσεσι καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄρτης καὶ τοῦ
772ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου προ-
773αγορεύσαντος διαβλέπει τις τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας, κα-
774λυπτομένην πως ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἀναστολῆς, δέον νὰ
775ὁμολογηθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰσθάνεται τὸ
776σαθρὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται, αἰσθάνεται, ὅτι
777εἰς αὐτὸ τὸ ἔδαφος, εἰς ὃ κατέφυγεν, ἀπειλεῖται ἔκρηξίς τις
778νὰ λάβῃ χώραν. Ὡς ἐκ τούτου ἐντεῦθεν πεφοβισμένοι μᾶς
779εἶπον, «κόψατε ἐν ἀρχῇ τὸ χρεωλύσιον»· κόπτομεν τὸ χρεω-
780λύσιον, ἔστω! πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλυσίου τὸ ἐνιαυ-
781σίως διὰ τὰ δάνεια ἡμῶν πληρονόμενον; Ὁ προαγορεύσας
782ἴσως τὸ ὑπελόγισε περισσότερον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπλανήθη,
783ἐγὼ ὅμως ἠθέλησα ἀκριβῶς νὰ τὸ προσδιορίσω, διότι νομίζω,
784ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν προ-
785βλήματος, πρέπει ἡ Βουλὴ καὶ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειαν
786νὰ γινώσκῃ, διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ καὶ βάσιμον κρίσιν ἐπ’ αὐ-
787τῶν τῶν ζητημάτων· εὗρον δὲ ἀκριβῶς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ
788χρεωλυσίου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τῶν 10 ἑκατομ., τῶν 60
789ἑκατομ., τῶν 120 ἑκατομ., τῶν 170 ἑκατομ., τοῦ δανείου
790τοῦ 1824 καὶ 25, τῶν 9 ἑκατομ. τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
791τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸ τῆς ὁδοποιΐας, ὅλα ταῦτα ἀπο-
792τελοῦσι ποσὸν χρεωλυσίου ἐκ δραχμῶν 4,300,000.
793Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν προκλη-
794θεὶς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἶχεν
795ὁρίσει τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 3 ἑκατομμύρια 700 χιλιάδας, καὶ
796δὲν εἶχεν ἄδικον, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν,
797ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὰ τοῦ χρεωλυσίου κατὰ μῆνα Ὀκτώ-
798βριον τοῦ 1886· ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπῆλθε μεταβολή τις, διότι
799ἐγένετο ἐν τῷ μεταξὺ πώλησις ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
800170 ἑκατομμυρίων· ἐννοεῖται, ὅτι ἠλαττώθη τὸ κυμαινόμενον
801χρέος, ηὐξήθη ὅμως τὸ ποσὸν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, ἤτοι
802ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων,
803κατὰ 300,000, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιίας κατὰ
804δραχμὰς 190,000, καὶ ἰδοὺ ἡ διαφορὰ πρὸς τὸν ὑπολογι-
805σμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν διὰ τῆς
806ἀποκοπῆς τοῦ χρεωλυσίου μᾶς εἶπον, ὅτι καλύπτομεν τὸ
807τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἔλλειμμα, ὅπερ καθ’ ἡμᾶς
808μὲν ἀνέρχεται εἰς 22 ἑκατομμύρια, κατ’ αὐτοὺς δὲ εἰς 33
809ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν τὸ
810ἔλλειμμα δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; Ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο
811σαφέστερος ὑπῆρξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας βουλευτὴς
812ἐξ Ἀρκαδίας, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν
813δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ τῶν διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους πι-
814στώσεων νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, ὀφείλομεν, ἀντὶ νὰ ἐπι-
815βάλωμεν φόρους εἰς τοὺς πολίτας, νὰ ζητήσωμεν τὴν κά-
816λυψιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀναγραφομένης πιστώσεως διὰ τὴν ὑπη-
817ρεσίαν τῶν παγίων δανείων μᾶς εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κε-
818καλυμμένον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς εἶπε πρότερον,
819ὅτι πρέπει ν’ ἀποκαλύψωμεν πρῶτον τὸ χρεωλύσιον, συνά-
820μα δὲ νὰ ἀναστείλωμεν τὰς πληρωμὰς τοῦ Κράτους, καὶ
821νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας, ὅτι εἴμεθα ἐν τοιαύτῃ
822καταστάσει, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς πληρώσωμεν, νὰ
823συστήσωμεν δὲ αὐτοῖς ὑπομονὴν, ἕως ὅτου εὑρεθῶμεν εἰς
824κρείσσονα οἰκονομικὴν κατάστασιν.
825§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναβολὴν εἶπον.
826§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει δια-
827φορὰ μεταξὺ τῆς λέξεως «ἀναστολὴ» καὶ τῆς λέξεως «ἀνα-
828βολή». Πρὸ παντὸς δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τοσοῦτον
829ἐλαφρῶς νὰ κρίνωμεν περὶ τοιούτων ζητημάτων, παίζοντες
830μεταξὺ τῶν λέξεων ἀναστολὴ καὶ ἀναβολὴ πληρωμῶν. Ἡ
831ἀποκοπὴ τοῦ χρεωλυσίου δὲν εἶναι ἄνευ ἐννοίας ὡς πρὸς τὰς
832ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, διότι τὸ χρεωλύσιον ἔχει τὸ πλεο-
833νέκτημα νὰ ἀποσβένῃ μετά τινα χρόνον τὰς ὑποχρεώσεις,
834τὰς ἐκ τῶν δανείων προερχομένας. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπά-
835γεται ἐλάφρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς εἶπον ὅμως, τὸ
836ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 4 ἑκατομμύρια· ἐν τούτοις, τί
837ἄλλο θὰ πράξωμεν διὰ τῆς προτεινομένης ἀναβολῆς ἢ νὰ
838εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούλιον:
839«δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς πληρώσωμεν τὰ coupons,
840καὶ ἀναβάλλομεν»; Θὰ τοῖς εἴπωμεν, «περιμένετε ἕως ὅτου
841τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας»· βεβαίως τὸ τοιοῦτον,
842εἴτε ἀναστολὴν, εἴτε ἀναβολὴν τὸ ὀνομάσετε, ὑποθέτει τὸν
843ὁρισμὸν μιᾶς τινος χρονικῆς διαρκείας· ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι
844ἐν τῷ νῷ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν ὑποστηριξάντων
845τοῦτο, θὰ ὑπῆρχε μία τις προθεσμία, πενταετὴς, ἢ δεκαετής.
846Δὲν ἐξετάζω, τί θὰ γίνῃ κατὰ τὴν δεκαετίαν, διότι εἰς τὸ
847διάστημα αὐτὸ θὰ ζήσωμεν ὡς τίμιοι χρεωκόποι, μὴ ἔχοντες
848ἔλλειμμα· ἀλλὰ μετὰ τὴν δεκαετίαν θὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ δα-
849νεισταὶ, «ἦλθεν ἡ ταχθεῖσα διορία καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς πλη-
850ρώσητε», τότε δὲ πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὰς δεκαετεῖς δό-
851σεις, δηλαδὴ ἀπὸ 25 ἑκατομμύρια ἐπὶ 10 ἔτη, 250 ἑκα-
852τομμύρια. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, τί ἐστὶν ἀναστολὴ ἢ ἀναβολὴ
853πληρωμῶν; ὑπάρχει τις διαφορὰ μεταξὺ ἀναστολῆς καὶ
854ἀναβολῆς πληρωμῶν; Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὁ χρεωκόπος αὐτὸ
855τοῦτο πράττει, ἀναστέλλει τὰς πληρωμὰς αὑτοῦ, ἀρνεῖται
856τὰς ὑποχρεώσεις του ἐν ταῖς ταχθείσαις διορίαις.
857§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παύει τὰς πληρωμάς του.
858§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, πρὸς χάριν
859τοῦ κ. Καραπάνου, ὅτι ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ μεταξὺ
860ἀναστολῆς ἢ ἀναβολῆς, καὶ καθαρᾶς χρεωκοπίας, ἀλλὰ νο-
861μίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ, θὰ ἐκλείψῃ ὑπὸ
862τὸ βάρος τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Πῶς θὰ
863ἐκλείψῃ; Ἁπλούστατα, ὅπως ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡμεῖς
864ἀναστέλλομεν τὰς πληρωμάς, τὰς ὀφειλομένας ἐκ τῶν cou-
865pons καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων· τὰ χρεώγραφά μας
866θὰ ὑποστῶσιν ὅ,τι ὑπέστησαν τὰ χρεώγραφα ἄλλων ἐθνῶν,
867τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὸ αὐτὸ σύστημα· δηλαδὴ θὰ κα-
868ταβῶσιν, ὡς λέγουν, εἰς τοῦ σκύλου τὴν οὐράν. Τί θὰ γίνῃ
869τότε; Ὅ,τι ἔγινε διὰ τὰ Αἰγυπτιακὰ, διὰ τὰ Τουρκικὰ καὶ
870διὰ τὰ Ἱσπανικὰ χρεώγραφα, δηλαδὴ, ὅπου ὑπάρχει Ἑβραῖος
871κερδοσκόπος, θὰ προσέλθῃ νὰ τὰ ἀγοράσῃ εἰς εὐτελεῖς τιμάς.
872Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὁμολογία τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἡ
873ὁποία σήμερον ἔχει φράγκα 310, θὰ τιμᾶται ἀντὶ μόνων 100
874φράγκων, τὸ αὐτὸ δὲ θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὰ ἄλλα δάνεια.
875Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί ἐγένετο εἰς Κράτη ἄλλα, τὰ ὁποῖα
876παρεδέχθησαν τὸ αὐτὸ σύστημα· ὁ κ. Καραπάνος γνωρίζει
877κάλλιστα τί ἐγένετο ἐν Τουρκίᾳ· κατὰ τὸ 1875 ἐξεδόθη ἐν
878Τουρκίᾳ εἷς ἰραδὲς, ἓν αὐτοκρατορικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ
879ὁποίου ἀνεστέλλετο ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος τῆς χρεωλυτι-
880κῆς δόσεως τῶν δανείων τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
881§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε λᾶθος.
882§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τοῦτο βεβαιωμένον ἐπισήμως.
883§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποτόμως ἐσταμάτησεν ὅλας τὰς πλη-
884ρωμάς.
885§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἦλθε κατόπιν· τὸ πρῶτον διά-
886ταγμα, τοῦτο διελάμβανεν, ἤτοι τὴν ἀναστολὴν τῆς πλη-
887ρωμῆς τοῦ ἡμίσεος τῶν ὀφειλομένων τόκων. Προσέθετο μά-
888λιστα, ὅτι τὸ Κράτος θέλει ἀποδώσει εἰς τοὺς δικαιούχους
889διὰ τὸ ἀναστελλόμενον ἥμισυ τῶν τόκων ὁμολογίας, αἱ
890ὁποῖαι θέλουσι πληρωθῆ μετὰ καιρὸν, ὅτι θέλουσιν ἐξοφληθῆ
891τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐμπροθέσμως. Λοιπὸν,
892ἐν Τουρκίᾳ ἐξεδόθη πρῶτον τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς
893εἶπον, περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεος τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως·
894ὁ ἴδιος ὅμως Ὑπουργὸς μετ’ ὀλίγον ἐπείσθη, ὅτι οὐδὲ τὸ
895ἕτερον ἥμισυ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρόνηται, καὶ ἐξέδωκε
896νέον διάταγμα, δι’ οὗ ἀνεστάλη ἐντελῶς ἡ πληρωμή. Ἐν-
897τεῦθεν δὲ τὰ χρεώγραφα τῆς Τουρκίας ἔφθασαν εἰς τοιαύ-
898την ἔκπτωσιν, ὥστε νὰ ὀνομάζωνται χαρτιὰ τῆς ταπετσα-
899ρίας. Ἔκτοτε δὲ ἡ Τουρκία ἀπέκτησεν ἐχθροὺς ἐν Εὐρώπῃ
900πάντας ἐκείνους, οἵτινες, κατέχοντες χρεώγραφα αὐτῆς, ἦσαν
901πρότερον οἱ ἐνθερμότεροι αὐτῆς συνήγοροι. Τίνα δὲ ὡς πρὸς
902τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα,
903περιττὸν νὰ γίνηται λόγος ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Τουρ-
904κίας προῆλθεν εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν καὶ ἡ Αἴγυπτος,
905τὰ δὲ χρεώγραφα αὐτῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεστάλη ἡ πλη-
906ρωμὴ τῶν coupons, ἀπὸ φράγκων 400 κατέβησαν εἰς 100,
907ἐξ οὗ ἐπῆλθον καταπληκτικαὶ ζημίαι, τὰς ὁποίας γνωρίζο-
908μεν οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, διότι εὑρέθησαν δυστυχῶς κά-
909τοχοι τοιούτων χρεωγράφων καὶ Ἕλληνες. Εὐθὺς ὅμως οἱ ἐν
910Εὐρώπῃ κάτοχοι, οἱ ἀγοράσαντες εἰς εὐτελεῖς τιμὰς τὰ αἰ-
911γυπτιακὰ χρεώγραφα, ὑπεχρέωσαν τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνά-
912μεις νὰ ἐπέμβωσι καὶ ν’ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν καὶ δια-
913χείρησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Αἰγύπτου. Ἀπεστάλησαν δὲ
914commissionaires ἐξ Εὐρώπης, καὶ ἀνέλαβον τὴν διαχεί-
915ρισιν τῶν δημοσίων προσόδων τῆς Αἰγύπτου, μεθ’ ὃ ἐπῆλθεν
916ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων, ὁρισθεισῶν ἐπὶ τούτῳ εἰδικῶν
917προσόδων τῆς Αἰγύπτου, διαχειριζομένων ὑπὸ τὴν ἐπιτή-
918ρησιν τῆς Εὐρώπης. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ, ὅταν
919αὕτη ἀνέστειλε τὰς πληρωμάς της· κατήντησαν τὰ χρεώ-
920γραφά της εἰς τὸ ⅒ τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας. Μετὰ
921δεκαετίαν εὑρέθη εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἡ Ἱσπανία, καὶ
922ἐζήτησε νὰ πληρώσῃ μέρος τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ὡς οἴ-
923κοθεν ἐννοεῖται, μετὰ 10 ἔτη ἐλησμονήθη, ὅτι τὸ Κράτος
924ἐδολιεύθη τοὺς δανειστάς του, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς
925χρεωκόπους, οἵτινες μετὰ πολὺν χρόνον ἀναλαμβάνουσι τὰς
926ἐργασίας των, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ὑφίστανται
927καὶ ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν καταστροφήν. Λοιπὸν ἡ Ἀντιπολί-
928τευσις σήμερον αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει· μᾶς λέγει, ὅτι
929εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιβάλητε φόρους, διότι αἱ παρα-
930γωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θέλουσιν ἀνθέξει,
931ἢ, καὶ ἂν τοὺς ἐπιβάλητε, δὲν θέλετε εἰσπράξει τὸ ποσὸν,
932τὸ ὁποῖον ὑπολογίζετε, ἀντὶ δὲ τούτων σᾶς ὑποδεικνύομεν
933ἓν μέσον ἁπλούστατον, τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλή-
934ματος διὰ τῆς χρεωκοπίας. Ἡμεῖς βεβαίως οὐδέποτε θέ-
935λομεν συνταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, οὐ μόνον διότι
936αὕτη ἐπάγεται διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὴν ἀτιμίαν τῆς Ἑλ-
937λάδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ ἀναστολὴ
938τῶν πληρωμῶν, καὶ παρ’ ἰδιώτου ἐὰν ἐγίνετο, ἤθελεν ἀπαι-
939τήσει ὡς προηγούμενον τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν δυ-
940νάμεων τοῦ ὀφειλέτου, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν
941τότε βεβαίως ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀναστολὴ τῶν
942πληρωμῶν. Ὡς πρόγραμμα ὅμως πολιτικὸν, ἡ ἀναστολὴ
943τῶν πληρωμῶν εἶναί τι ἀκατανόητον! Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν
944τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας
945δὲν εἶναι τοιαῦται, οἷαι παρεστάθησαν παρὰ τοῦ κ. Καρα-
946πάνου καὶ τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον
947δύνανται νὰ ἀνθέξωσι καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπο-
948χρεώσεων, τὰς ὁποίας νῦν ἐπιβάλλομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι
949τόσῳ μεγάλαι, ὡς ὑπελογίσθησαν ὑπό τινων· εἰς τὰς νέας
950ὑποχρεώσεις δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν οἱ εἰση-
951γηταὶ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς παρέστησαν, ἤτοι
95258%, σχετικῶς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους·
953ἀπορῶ, πῶς ἐπὶ ἀριθμητικῶν ὑπολογισμῶν ὑπολαμ-
954βάνουσί τινες, ὅτι τοῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δια-
955στρέφωσι καὶ ἐξογκώνωσι τὰ ἀριθμητικὰ ἐξαγόμενα· ἄλ-
956λως τε εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ, ὅτι ἡ ἀναλογία
957αὕτη δὲν ὑπερβαίνει τὰ 23%. Ἡμεῖς φρονοῦμεν
958πρωτίστως, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι
959πολλῷ ἀνώτεραι ἀφ’ ὅσον τὰς ὑπολογίζει ἡ ἀπαισιοδοξία
960τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Πλὴν τούτου, ἡμεῖς ἔχο-
961μεν ἄλλην ἰδέαν ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔχει ἡ μειονοψηφία, περὶ
962ἐθνικῆς τιμῆς! ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ τιμὴ εἶναι ἀγα-
963θὸν πολλῷ ἀνώτερον καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς μεγίστας ὑλικὰς
964ζημίας. Ἡμεῖς δὲν λησμονοῦμεν τοὺς πατριωτικοὺς λόγους
965τῶν κκ. ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς
966τελευταίας ἐπιστρατείας! Τί ἐλέγετε τότε πρὸς τοὺς προ-
967σερχομένους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ καταλείποντας
968τὰς οἰκογενείας καὶ τὰ συμφέροντά των; Ἐλέγετε πρὸς αὐτοὺς,
969ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως περι-
970φρουρήσωσι τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Διατὶ ἐζητεῖτε τότε τὸν
971φόρον τοῦ αἵματος, ὅπως διατηρήσητε ἀμείωτον τὴν τιμὴν
972τῆς Ἑλλάδος; Νῦν δὲ περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται; δὲν πρό-
973κειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος; καὶ διατί νὰ μὴ ἀπευ-
974θύνωμεν καὶ σήμερον αὐτὴν τὴν ἐπίκλησιν πρὸς τὸν Ἑλλη-
975νικὸν λαόν; Μήπως δὲν πρόκειται νῦν περὶ τῆς τιμῆς καὶ
976περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ὑλικῆς εὐημερίας αὐτῆς; Ἐπιτρέ-
977πεται, ἀντὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων νὰ διακινδυνεύητε τὴν
978τιμήν σας; Βεβαίως θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι τὰ πάντα προ-
979τιμᾷ νὰ θυσιάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, παρὰ νὰ ὑποστῇ τὸ
980στίγμα τῆς ἀτιμίας. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι διὰ τῆς χρεω-
981κοπίας, ἣν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀναστολῆς προτείνει ἡ Ἀντι-
982πολίτευσις, αἱ ὑλικαὶ ζημίαι τοῦ Ἔθνους ἔσονται ἀνυπολό-
983γιστοι! Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἶναι
984τέλεον κατεστραμμένη! μὴ λησμονῶμεν ὅτι δὲν πρέπει
985πλέον νὰ σκεπτώμεθα, οὔτε περὶ σιδηροδρόμων, οὔτε περὶ
986ὁδῶν, οὔτε περὶ λιμένων! μὴ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ πολὺν
987χρόνον ἐσόμεθα ἀποκεχωρισμένοι τῆς Εὐρώπης διὰ σινικοῦ
988τείχους! Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἣν
989ἀντιπροσωπεῖ ἐνταῦθα ἡ πτέρυξ αὕτη (τῆς Συμπολιτεύσεως),
990ἀποκρούει μετ’ ἀγανακτήσεως πᾶσαν ἰδέαν ἀναστολῆς, ἢ
991χρεωκοπίας! Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπίθανον, γένηται δεκτὴ ἡ
992περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύ-
993σεως, ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν θὰ ὑποστηρίζηται, οὐδὲ
994θὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (τῆς Συμπολιτεύσεως).
995Τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς διὰ χρεωκοπίας λύσεως τοῦ
996οἰκονομικοῦ προβλήματος χαρίζομεν εἰς ὑμᾶς (δεικνύει τὴν
997πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
998§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας
999τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ πρόεδρος αὐτῆς,
1000ἠθέλησε κατὰ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν
1001χρήσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον
1002ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτήν. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον
1003ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, καὶ διότι δὲν
1004νομίζω ἐπιβαλλομένην εἰς ἐμὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην,
1005καὶ διότι ἤθελον ἐπεκτείνει πολὺ τὴν συζήτησιν, ἂν ἐπιχει-
1006ρήσω ν’ ἀποδείξω τὰς ἀνακριβείας διαφόρων ὑπολογισμῶν
1007αὐτοῦ. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του τούτους ἐνόμισε καλὸν
1008νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκον ἐν τῇ Βουλῇ
1009κατὰ τὸ 1880. Δὲν βιάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσω-
1010πικὸν τοῦτο ζήτημα, διότι ἀπήντησα ἤδη δὶς εἰς ὁμοίαν
1011παρατήρησιν, ἥτις μοὶ ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν· ἐπιφυ-
1012λάσσομαι δὲ ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας μου νὰ ἐξηγήσω καὶ
1013τὴν γνώμην, ἣν εἶχον κατὰ τὸ 1884, καὶ ἣν ἐστήριζον καὶ
1014τότε ἐπὶ τῶν αὐτῶν δεδομένων καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων,
1015ἐφ’ ὧν καὶ σήμερον στηρίζω τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν σκέ-
1016ψεις μου.
1017Ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας,
1018ὅστις βεβαίως ἑρμηνεύει τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέ-
1019δειξεν ἀληθῆ τὴν ἰδέαν, ἣν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1020ἐξέφρασε προχθές, ὅτι, ἅμα ἡμεῖς ἐκθέσωμεν ὡρισμένην ἰδέαν
1021περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνη-
1022σις θὰ ζητήσωσιν ἀμέσως νὰ μεταβάλωσι τὸ πεδίον τῆς συ-
1023ζητήσεως, καὶ μεταβιβάσωσιν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ συστήματός της
1024καὶ ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς εἰς τὸ σύστημα καὶ εἰς
1025τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θὰ ἐκφράσωμεν. Τοῦτο ἀπέδει-
1026ξεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅστις ἐθερμάνθη καὶ ὡμίλησε μετὰ
1027τόνου, μόνον ὅταν προσεπάθησε νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἰδέας
1028ἡμῶν, ἀνέπτυξε δὲ μετὰ ψυχρότητος καὶ μετὰ πολλῶν δι-
1029σταγμῶν τὰς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τῆς Κυβερ-
1030νήσεως σκέψεις του. Ἡ τοιαύτη μεταφορὰ τοῦ πεδίου τῆς
1031συζητήσεως δέν με δυσαρεστεῖ. Δὲν λέγω δὲ τοῦτο, διότι
1032θεωρῶ αὐτὴν ὡς ἱκανοποιοῦσαν τὴν προσωπικήν μου φιλο-
1033τιμίαν, ἀλλὰ διότι μᾶς παρέχει ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ αὐ-
1034τὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὴ ἡ πλειοψηφία, αἰσθανόμε-
1035ναι τὴν ἀδυναμίαν τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ συστήματος
1036αὑτῶν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ ἐδάφει, ἐξέρχονται τούτου, καὶ
1037μεταφέρουσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἰδεῶν
1038ἡμῶν. Διὰ τῆς μεταφορᾶς ταύτης μᾶς θέτουσιν εἰς δύσ-
1039κολον θέσιν, διότι ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευ-
1040σιν, δὲν ἔχομεν τὰ μέσα καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀνήκον-
1041τες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν διαθέτουσιν,
1042ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των καὶ τὸ σύστημά των.
1043Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ δυσκόλῳ ταύτῃ θέσει δὲν ἀποκρούω τὴν συ-
1044ζήτησιν, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω καὶ ἀναπτύξω τὰς
1045ἰδέας ἡμῶν.
1046Ἀρχόμενος τῆς ἀναπτύξεως ταύτης, νομίζω ἀναγκαῖον ν’
1047ἀρχίσω ἐκ τοῦ τελευταίου συμπεράσματος, ὅπερ πρό τινων
1048ἡμερῶν ἀγορεύων ἐντεῦθεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐξή-
1049γαγον, καὶ ὅπερ περιέχεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψη-
1050φίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διότι τὸ συμ-
1051πέρασμα τοῦτο καὶ ἄλλοι καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψη-
1052φίας ἐθεώρησαν σκόπιμον διὰ τοὺς σκοποὺς αὑτῶν νὰ προσ-
1053βάλωσι μετὰ πλειοτέρας δριμύτητος. Χρεωκοπίαν, μᾶς λέ-
1054γουσι, προτείνετε, καὶ δὲν συγκατατίθενται νὰ ἐξετάσωσιν
1055εἰλικρινῶς τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ ἴδωσιν, ὅτι πᾶν ἄλλο ζη-
1056τοῦμεν καὶ προτείνομεν ἢ τὴν χρεωκοπίαν. Καὶ ἀπὸ τοῦ βή-
1057ματος, ἀλλὰ ἰδίως ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς, ἡ πλειοψηφία ἐνόμι-
1058σε χρήσιμον νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν καθ’ ἡμῶν. Δὲν γνω-
1059ρίζω, ἂν ἐψηφίσθη τοιαύτη ἀποδοκιμασία ἐκ μέρους τῶν με-
1060λῶν τῆς πλειοψηφίας κατὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν τῆς μειο-
1061ψηφίας, καὶ ἂν τοιαύτη ἀπόφασις ἐλήφθη δι’ ἀναστάσεως, ἢ
1062δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ θεωρῶ ἀναγκαῖον
1063νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας, εἶναι,
1064ὅτι, ἂν πράγματι ἐψήφισαν τοιοῦτόν τι, ἐλησμόνησαν, ὅτι αὐ-
1065τοὶ ὑπεστήριξαν τὴν ἰδέαν τῆς χρεωκοπίας πλήρη διὰ τῆς
1066ὑποστηρίξεως, ἣν παρέσχον εἰς τὰ νομοσχέδια τῆς μετατρο-
1067πῆς τῶν δανείων, τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων.
1068Μᾶς καταγγέλλει προσέτι ἡ πλειοψηφία, ὡς θέλοντας νὰ δη-
1069μοκοπήσωμεν, καὶ μᾶς ἀποτείνει τὴν φιλάδελφον συμβουλὴν,
1070ν’ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντρίψῃ τὰς οἰκονομικὰς δυ-
1071νάμεις τοῦ τόπου, ὅπως καταδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ νεφελῶν ἐβάδι-
1072ζεν, ὅτε συνέταττε τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα. Λυπού-
1073μεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν συμβουλὴν
1074ταύτην τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας, διότι μήτε
1075δημοκοποῦμεν, μήτε κομματίζομεν. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην κομ-
1076ματικὴν δεινότητα. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ἰδέας, ἃς θεωροῦ-
1077μεν ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὰ συμφέρον-
1078τα αὐτοῦ καθηκόντων ἡμῶν. Πράττομεν δὲ τοῦτο ἐν γνώσει,
1079ὅτι ὑποστηρίζομεν δυσάρεστόν τι εἰς πολλοὺς, καὶ Ἕλληνας
1080καὶ ξένους. Χάριν ὅμως τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ μέλλοντος
1081τοῦ τόπου, δὲν διστάζομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην δυ-
1082σάρεστον ἰδέαν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἐπιζητῶσι δημοτικότη-
1083τα ἐκεῖνοι, οἵτινες διατείνονται, ὅτι κέκτηνται μόνοι τὸ προ-
1084νόμιον τῆς προασπίσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ὅσον δυσάρε-
1085στον καὶ ἂν ἦναι τὸ μέτρον, ὅπερ προτείνομεν, δὲν διστάζο-
1086μεν νὰ προτείνωμεν αὐτὸ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι σώζει τὸν τόπον
1087ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ. Μιμούμενοι τοὺς
1088ἰατροὺς, τοὺς εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκον αὑτῶν,
1089συνιστῶμεν εἰς τὸν νοσοῦντα, μὲ κίνδυνον ἴσως νὰ τὸν δυσα-
1090ρεστήσωμεν, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν
1091θεραπείαν αὐτοῦ, πικρὸν φάρμακον, καὶ οὐχὶ γλυκύσματα. Δὲν
1092συνιστῶμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἀπεναντίας ἀποκρούομεν καὶ
1093πολεμοῦμεν ταύτην. Διατεινόμεθα, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν δύνα-
1094ται νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, ἅτινα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπρά-
1095ξῃ, ἐφαρμόζουσα τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα, ὅτι διὰ τῆς
1096ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ συντρίψῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις
1097τοῦ τόπου, καὶ ὅτι, συντρίβουσα αὐτὰς, θὰ φέρῃ τὸ Ἔθνος
1098εἰς τὴν ἀδυναμίαν, οὐ μόνον ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ,
1099ἀλλὰ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀπολύτους αὐτοῦ ἀνάγκας, οὕτω
1100δὲ θὰ ὠθήσῃ αὐτὸ μοιραίως εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ταῦτα
1101ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον
1102προτείνομεν. Τί μᾶς εἶπεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ κ. Εἰση-
1103γητὴς τῆς πλειοψηφίας; Σχεδὸν τίποτε. Τί μᾶς εἶπε περὶ
1104τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου; Οὐδεμίαν μᾶς ἔφερε
1105πληροφορίαν, δεικνύουσαν, ὅτι αὗταί εἰσιν ἀνάλογοι πρὸς τὰ
1106ἐπ’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενα βάρη. Ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς, ὅπως
1107ὁμολογοῦσι πάντες, ὅτι ἡ νόσος ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν εἶναι
1108ὀξεῖα, καὶ ἐπιβάλλει σύντονον μέριμναν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς.
1109Ἀλλ’ ἂν πράγματι τὸ Ἔθνος ἔχῃ τὴν φορολογικὴν δύναμιν,
1110οἵαν ἡ πλειοψηφία ὑποθέτει, δὲν εἶναι αὕτη ἀσυνεπὴς, τοι-
1111ουτοτρόπως χαρακτηρίζουσα τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν νόσον;
1112Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω. Διαβλέπουσι τὴν ὀξύτητα τῆς νόσου,
1113διότι δὲν δύνανται ν’ ἀποφύγωσι τοῦτο. Δὲν θέλουσιν ὅμως
1114νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι τὸ προτεινόμενον παρ’ αὐτῶν φάρμακον
1115δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ.
1116Δὲν ζητοῦμεν νὰ δημοκοπήσωμεν, μήτε προτείνομεν χρεω-
1117κοπίαν. Ἀπεναντίας ζητοῦμεν ν’ ἀπομακρύνωμεν τῆς πα-
1118τρίδος ἡμῶν τὸ τοιοῦτον δυστύχημα. Ὅπως ἐπιτύχωμεν
1119τοῦτο, βλέπομεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῶμεν
1120ἓν ἕτερον κακὸν, ὅπερ ὅμως εὑρίσκομεν ἀσυγκρίτως μικρότερον
1121τοῦ δυστυχήματος, ὅπερ μοιραίως μᾶς ἐπαπειλεῖ. Τίς κατη-
1122γόρησέ ποτε ἰδιώτην τινά, ὅταν ἕνεκα δυστυχημάτων περιῆλ-
1123θεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν πλη-
1124ρωμὴν χρέους του; Τίς κατηγόρησεν Ἔθνος τι, ὅταν ἕνεκα δυσ-
1125τυχήματος, πολέμου π. χ. ἢ ἐπιδημίας, ἠναγκάσθη ν’ ἀνα-
1126βάλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του; Οὐδεὶς
1127ποτε ἀπέδωκεν εἰς τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τὸν ἀτιμωτικὸν χα-
1128ρακτῆρα, ὃν περιέχει ἡ ἄρνησις τῶν πληρωμῶν παρὰ τῶν
1129Ἐθνῶν, ἢ παρὰ τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων, οἵτινες σπαταλῶσι τὴν
1130περιουσίαν των καὶ ἐξακολουθοῦσι δανειζόμενοι. Ἀλλ’ ἡ ἐξα-
1131σθένησις τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων ἑνὸς Ἔθνους, ἡ ἔλλειψις
1132τῶν ἀναγκαίων πόρων πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ,
1133δὲν εἶναι καὶ τοῦτο δυστύχημα, δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην
1134πρᾶξιν; Δὲν ἐπιβάλλει καὶ τοῦτο εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν εὐθύ-
1135νην τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, νὰ μὴ ὠθήσωσι τὸ Ἔθνος
1136εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ καταστροφήν, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσι
1137καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ συγκαταβάσεις, δι’ ὧν θ’ ἀπο-
1138βῇ δυνατὴ ἡ περιφρούρησις τῶν ἰδίων των συμφερόντων καὶ
1139ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους; Εὐκόλως ἐννοεῖ τις, ὅτι τῆς οἰκονο-
1140μικῆς ἡμῶν στενοχωρίας τοιαύτη εἶναι ἡ λογικὴ λύσις. Καὶ
1141ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἱστορία τῶν Ἐθνῶν τοῦτο μᾶς διδάσκει.
1142Διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε δὲ, ὅτε ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν
1143τῆς ἐπιστήμης αὐθαιρέτως, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
1144νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχιον συγγραφέως, τοῦ ὁποίου τὴν μαρ-
1145τυρίαν πολλοὶ καὶ πολλάκις ἐπεκαλέσθησαν ἐντεῦθεν, καὶ
1146οὗτινος τὸ κῦρος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἀναμφισβή-
1147τητον, τοῦ Paul Leroy Beaulieu. Εἶναι ὀλίγον μακρὸν,
1148ἀλλὰ τοιοῦτον, ὡσεὶ ἐγράφη περὶ τῆς θέσεως καὶ τῆς κατα-
1149στάσεως ἡμῶν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πᾶσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν
1150εἰς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει).
1151«Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι πάντοτε τὸ Κράτος
1152πρέπει νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του. Τοῦτο εἶναι
1153ἀληθές, ἀλλὰ πολλὰ Κράτη ἀπηλλάγησαν τῆς ἠθικῆς ταύ-
1154της ὑποχρεώσεως, ἥτις στερεῖται νομικῆς ἢ διεθνοῦς κυρώσεως,
1155ἕτερα δὲ κατέστησαν ἔτι μᾶλλον δυσχερῆ καὶ τὴν ἰδίαν
1156αὐτῶν θέσιν καὶ τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν αὐτῶν διὰ τῶν
1157ὑπερβολικῶν προσπαθειῶν, ἃς κατέβαλον πρὸς ὁλοσχερῆ ἐκ-
1158πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Ἄλλα δὲ ἀπ’ ἐναντίας
1159ἀνώρθωσαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν θέσιν, καὶ ἔσωσαν τὴν πί-
1160στιν των διὰ συμβιβαστικῶν μέτρων καὶ διὰ τῆς ἀναβολῆς τῶν
1161πρὸς πληρωμὴν προθεσμιῶν.
1162«Τὸ Κράτος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ χρεωκοπήσῃ, δὲν πρέπει
1163δηλαδὴ νὰ πλουτήσῃ ἐπὶ βλάβῃ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, μήτε
1164ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς του, ἢ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς τό-
1165κους τῶν χρεῶν του, ἐξακολουθοῦν νὰ προικίζῃ πλουσιοπαρό-
1166χως τὰς διαφόρους αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Ὅπως καὶ διὰ τοὺς
1167ἰδιώτας, οὕτω καὶ διὰ τὰ Ἔθνη, τοιαύτη διαγωγὴ ἤθελεν
1168εἶσθαι ἀξία στιγματισμοῦ. Ἐνδέχεται ὅμως Κράτος τι νὰ
1169φθάσῃ, ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων, εἰς θέσιν, παρουσιάζου-
1170σαν τὸν κίνδυνον τῆς πτωχεύσεως, καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν
1171ἀνάγκην νὰ προτείνῃ, ἢ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ, εἰς τοὺς δανειστὰς
1172αὐτοῦ συμβιβασμόν, ὅστις σώζει τὸν ὀφειλέτην, καὶ ἐπιτρέπει
1173αὐτῷ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς δυνάμεις του, ἄνευ καταστροφῆς
1174τοῦ δανειστοῦ.
1175«Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τῶν Ἐθνῶν, ἕκαστον
1176Κράτος ἀποφασίζει αὐτὸ καὶ μόνον, ἂν δύνηται ν’ ἀποτίσῃ
1177τὰς ὀφειλάς του. Αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους σύγκεινται ἐκ
1178τῶν εἰσφορῶν, ἃς λαμβάνει ἐκ τῶν προσόδων τῶν πολιτῶν.
1179Οὐδεὶς δὲ νόμος, ἢ ἔθιμον, ὁρίζει τὸ ὅριον τῶν εἰσφορῶν τού-
1180των. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ ἐκ τῶν φό-
1181ρων ὑπερβολικὸν βάρος ἐπιφέρει, εἴτε τὴν ἐλάττωσιν τῶν
1182εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, εἴτε τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου,
1183εἴτε ταραχὰς καὶ ἐπαναστάσεις. Ἐν ταῖς περιπτώσεσι ταύ-
1184ταις αἱ ἐγγυήσεις τοῦ δανειστοῦ φυσικῶς ἐλαττοῦνται. Ἡ
1185πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη προώδευσαν ἀρκούντως,
1186ὅπως βεβαιώσωσι μετὰ θετικότητος, ὅτι ὑπάρχει ἓν ὅριον
1187εἰς τὸ ποσὸν τῶν φόρων, οὓς χώρα τις δύναται νὰ βαστάσῃ,
1188χωρὶς νὰ καταστραφῇ καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς ἀναρχίαν. Ὅταν
1189δὲ οἱ φόροι φθάσωσι τὸ ὅριον τοῦτο, ἐπιβάλλεται τότε ὁ συμ-
1190βιβασμὸς μεταξὺ τοῦ ὀφείλοντος Κράτους καὶ τῶν κατόχων
1191τῶν δανείων αὐτοῦ. Διὰ τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους, τοῦ εὑ-
1192ρισκομένου ἐν στενοχωρίᾳ, οὐδέν ἐστὶν ἐπιβλαβέστερον τῶν
1193προσπαθειῶν αὐτοῦ, ὅπως πληρώσῃ τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὰ
1194τοκομερίδια τοῦ χρέους του. Δανείζεται ἐπὶ ὑπερβολικῷ τόκῳ
119515, 18, 20, 25 καὶ 30%. Ἐνεχυριάζει εἰς εὐτελεῖς
1196τιμὰς τὰ ἀσφαλέστερα αὐτοῦ νομίσματα, ἐνῷ εἶναι πολὺ φυ-
1197σικώτερον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ παράτα-
1198σιν προθεσμίας. Εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ συνεννόησις
1199ἐπιβάλλεται. Δὲν πρέπει τις νὰ ἐξογκόνῃ τὸ ζήτημα τῆς
1200φιλοτιμίας. Καὶ τὰ Κράτη, ὅπως καὶ οἱ ἰδιῶται, δύνανται νὰ
1201φθάσωσιν εἰς τὴν θύραν τῆς πτωχεύσεως. Ἡ συγκατάβασις
1202τοῦ δανειστοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον μέσον, ὅπως σώσῃ τὸ
1203πλεῖστον μέρος τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων, καὶ λάβῃ ἀργότε-
1204ρον τὸ ὅλον αὐτῶν. Ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται τὸ περίφημον
1205ἀξίωμα: ὑπέρτατον δίκαιον, ὑπερτάτη ἀδικία. Ἡ ἐπιείκεια
1206ἐφαρμόζεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἀπολύτως δίκαιον
1207ἀποβαίνει ἐπιβλαβὲς καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπικαλοῦνται
1208αὐτό.» (Traité de la Science des Finances II p. 522).
1209Ἐξετάζων ἔπειτα ὁ ἴδιος συγγραφεὺς τὴν ἱστορίαν πολ-
1210λῶν μεγάλων ἑταιριῶν σιδηροδρόμων, αἵτινες, περιελθοῦσαι
1211εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ἐσώθησαν δι’ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς
1212μέρους τῶν χρεῶν αὐτῶν, ἀναφέρει τὸ παράδειγμα διαφόρων
1213Κρατῶν, ὡς τοῦ Μισισιπῆ, τῆς Φλωρίδος καὶ ἄλλων Κρατῶν
1214τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Ἱσπανίας καὶ
1215τῆς Αἰγύπτου. Ἡ Αἴγυπτος κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο,
1216ὅταν ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς ἦτο ἀκόμη Ἀντιβασιλεύς. Ὄχι μόνον
1217δὲ δὲν ὑπετιμήθησαν τὰ αἰγυπτιακὰ χρεώγραφα ἐκ τοῦ τοι-
1218ούτου μέτρου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπεστηρίχθησαν· τοῦτο δὲ
1219ἐξηκολούθησεν ἐπί τινα καιρὸν, ἀλλ’ ὁ Ἀντιβασιλεὺς, ἀντὶ νὰ
1220παύσῃ τὰς ὑπερβολικὰς αὐτοῦ δαπάνας, ἐξηκολούθησεν αὐτὰς
1221χάριν τῶν φιλοδόξων σκοπῶν, οὓς εἶχε, νὰ κατακτήσῃ τὴν
1222κεντρικὴν Ἀφρικήν. Ἡ ἐξακολούθησις αὕτη τῶν δαπανῶν ἔφε-
1223ρε νέας στενοχωρίας, αἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Ἰσμαὴλ πασσᾶν
1224νὰ δεχθῇ, πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ, τὸν σχηματισμὸν διεθνοῦς
1225ἐπιτροπῆς, ἥτις ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν σώσῃ ἐκ τῶν ἀπο-
1226τελεσμάτων τῆς σπατάλου πολιτικῆς αὐτοῦ, ἐξ ἧς κυρίως
1227προῆλθεν ἡ πτῶσις αὐτοῦ, μετὰ τὴν ὁποίαν τὸ Αἰγυπτια-
1228κὸν ζήτημα ἔλαβε τὸν ἀλληλεθνῆ χαρακτῆρα, ὃν ἀνέφερεν
1229ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας πρὸς ἐκφόβισιν ἡμῶν.
1230Ἀνέφερεν ὡσαύτως τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ παρά-
1231δειγμα αὐτῆς εἶναι διδακτικὸν δι’ ἡμᾶς· 3 ἢ 4 ἔτη πρὸ τῆς
1232χρεωκοπίας αὐτῆς, οἱ δανεισταί της ἔλεγον εἰς τὴν Τουρκίαν,
1233νὰ μὴ ἐξαντλήσῃ τοὺς πόρους της καὶ τὰς οἰκονομικάς της
1234δυνάμεις, νὰ μὴ συντάττῃ καὶ ἐφαρμόζῃ ἐξωγκωμένους καὶ
1235μὴ ἀληθεῖς Προϋπολογισμούς. Ταῦτα συνεβούλευον εἰς αὐτὴν
1236πρόσωπα, ἔχοντα μεγάλην ὑπόληψιν οἰκονομικὴν ἐν Εὐρώ-
1237πῃ, ὡς π.χ. ὁ Ἄγγλος βουλευτὴς Bourke. Αὕτη ὅμως δὲν
1238ἤκουσε τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε τὴν σύν-
1239ταξιν καὶ ἐφαρμογὴν ἐξωγκωμένων Προϋπολογισμῶν, οἵτινες
1240ἔφερον αὐτὴν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ ἐκ Φθιώ-
1241τιδος βουλευτής.
1242Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν; ἡ
1243οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὄχι μόνον νὰ
1244μᾶς δικαιολογῇ νὰ ζητήσωμεν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας
1245παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ
1246τοῦτο; Περιέμενον μετ’ ἀνυπομονησίας ν’ ἀκούσω τὸν κ. Εἰση-
1247γητὴν τῆς πλειονοψηφίας, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς
1248τυχὸν πιστεύει, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην·
1249ἀλλὰ περὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου ζητήματος δὲν εἶπε σχε-
1250δὸν τίποτε. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύ-
1251την ἀνάγκην.
1252Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡμῶν; Πολλοὶ ἀξιό-
1253τιμοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐξεθέσαμεν τὰς περὶ ταύτης γνώμας
1254μας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἰς μίαν δὲ τῶν τελευταίων
1255συνεδριάσεων καὶ εἷς ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνήκων εἰς τὴν
1256Συμπολίτευσιν, ἐξέθηκεν αὐτήν, κατελθὼν μέχρι τῶν κατω-
1257τάτων στρωμάτων τῆς γεωργικῆς τάξεως. Δὲν ἔχομεν τὰς
1258στατιστικὰς, ἃς ἔχουσιν ἄλλα ἔθνη, καὶ ἐξ ὧν γνωρίζουσιν
1259ἐν ὅλαις αὐτῶν ταῖς λεπτομερείαις, τὴν κατάστασιν καὶ τὴν
1260θέσιν ἑκάστης κοινωνικῆς τάξεως. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως,
1261βασιζόμενοι ἐπὶ θετικῶν πληροφοριῶν, νὰ κρίνωμεν τὴν κα-
1262τάστασιν τοῦ τόπου καὶ ἐξαγάγωμεν ὡρισμένα καὶ βέβαια
1263συμπεράσματα. Διὰ δύο μέσων μᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ μορ-
1264φώσωμεν ἰδέαν περὶ τῆς θέσεως τῆς χώρας. Τὰ μέσα ταῦτα
1265εἰσὶν ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν λαμβάνει,
1266περὶ τῆς καταστάσεως ἑκάστης τάξεως τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ
1267ἱστορία τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ἐὰν ἐκ τῆς ἐρεύνης περὶ
1268τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, ἣν δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν διὰ
1269τῶν δύο τούτων μέσων, ἠδύνατό τις νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχο-
1270μεν πόρους ἀρκετοὺς πρὸς θεραπείαν πασῶν τῶν ἀναγκῶν
1271ἡμῶν, ἤθελον εἶσθαι ὁ πρῶτος, ὅστις θ’ ἀπέκρουε τὰς ἰδέας,
1272ἃς ἐξέθηκα, καὶ θὰ ὑπεστήριζε τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προ-
1273τεινόμενον σύστημα.
1274Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν ἀποδεικνύεται, βεβαιοῦται
1275δὲ τὸ ἐναντίον, νομίζω καθῆκόν μου νὰ πολεμήσω αὐτὸ, ὡς
1276ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν τόπον. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ τόπος
1277δύναται νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρ’
1278αὐτοῦ. Πάντες δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς
1279κοινωνίας ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ὅπως κρίνωμεν αὐτὴν, δὲν πρέπει
1280νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ περιωρισμένων καὶ προσκαίρων τινῶν ἐμ-
1281φανίσεων εὐπορίας, ὡς εἰσι π.χ. αἱ διασκεδάσεις τῶν Ἀπόκρεω ἐν
1282Ἀθήναις καὶ ἄλλαις τισὶ πόλεσιν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξηγηθῶ-
1283σι καὶ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, ὅτι, ὅσον πτωχότερα εἶναι
1284τὰ Ἔθνη, τόσῳ περισσότερον διασκεδάζουσιν. Ὅπως κρίνω-
1285μεν τὴν θέσιν ἡμῶν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξετάσω-
1286μεν τὰς λεπτομερείας τῆς καταστάσεως ἑκάστης τάξεως τῆς
1287κοινωνίας. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν τάξιν, ἥτις ὑπὸ τὴν οἰκονο-
1288μικὴν ἔποψιν θεωρεῖται ἀνωτέρα, τὴν τάξιν τῶν τραπεζιτῶν
1289καὶ τῶν ἐμπόρων. Ἐρωτήσατε οἱονδήποτε τραπεζίτην· θὰ
1290σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884, ἀφ’ ὅτου ἐπῆλθεν ἡ οἰκονο-
1291μικὴ κρίσις, ἥτις ἐξακολουθεῖ εἰσέτι, τὰ κεφάλαια κατὰ τὸ
1292πλεῖστον κατεστράφησαν, ἢ ἐφυγαδεύθησαν, καὶ ὅτι αἱ Τρά-
1293πεζαι καὶ οἱ τραπεζῖται δὲν ἔχουσιν ἀρκετὰς τραπεζιτικὰς
1294ἐργασίας, οὐ μόνον ὅπως ὠφελῶνται, ἀλλ’ οὔτε ὅπως ἐπαρ-
1295κῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Σπανίως δύναταί τις ἐκ τῶν
1296Τραπεζῶν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους της μέρισμα ἀσήμαν-
1297τον, σχετικῶς πρὸς τοὺς ἐν τῷ τόπῳ τρέχοντας τόκους.
1298Μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἔχει ἄλλας πηγὰς ὠφε-
1299λειῶν, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς μέρισμα
1300ἄξιον λόγου. Ἐρωτήσατε τοὺς ἐμπόρους, καὶ θὰ μάθητε
1301παρ’ αὐτῶν, ὅτι τὸ ἐμπόριον μετὰ τὴν κρίσιν τοῦ 1884 στε-
1302ρεῖται τῶν μέσων τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ, καὶ
1303εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν μαρασμοῦ. Ἐρωτήσατε τὴν τά-
1304ξιν τῶν βιομηχάνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἱδρύσωσι βιομη-
1305χανικὰ καταστήματα ἐν Πειραιεῖ, ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ,
1306ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Θὰ σᾶς εἴπωσι καὶ οὗτοι, ὅτι, ἕνε-
1307κεν ἐλλείψεως χρημάτων καὶ καταναλώσεως, τὰ μὲν ἐκ τῶν
1308καταστημάτων τούτων ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι πᾶ-
1309σαν ἐργασίαν, ἄλλα κατεστράφησαν, καὶ ὅτι τὰ διατηρού-
1310μενα εἰσέτι μόλις ἀποζῶσιν· ἐλάχιστα δέ εἰσι τὰ ἀποδίδοντα
1311ὠφελείας. Ἂς ἐρωτήσωμεν τοὺς κατοίκους τῶν σταφιδοφό-
1312ρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες θεωροῦνται καὶ εἰσὶν οἱ πλουσιώτεροι
1313πληθυσμοὶ καὶ οἱ κυριώτεροι παραγωγοὶ τοῦ Βασιλείου. Ἠκού-
1314σατε παρ’ ὅλων, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὅτι, μετὰ τὰ
1315ἐπελθόντα δυστυχήματα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, οἱ σταφι-
1316δοκτήμονες δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσιν, οὐ μό-
1317νον τὰ χρέη των, ἀλλὰ μήτε τοὺς τόκους αὐτῶν, καὶ ὅτι
1318μετὰ κόπου δύνανται νὰ προσπορισθῶσι τὰ διὰ τὴν καλλιέρ-
1319γειαν τῶν σταφιδαμπέλων αὑτῶν ἀναγκαῖα χρήματα. Ἂς
1320μεταβῶμεν εἰς τοὺς γεωργικοὺς ἡμῶν πληθυσμούς. Ἐρωτή-
1321σατε τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες πρὸ 3 ἢ 4 ἐτῶν
1322παρήγαγον γεννήματα, ἀρκοῦντα, οὐ μόνον πρὸς διατήρησιν
1323αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξαγωγήν. Θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι, ὄχι
1324μόνον δὲν ἔχουσι γεννήματα, διὰ τῆς πωλήσεως τῶν ὁποίων
1325νὰ δυνηθῶσι ν’ ἀγαράσωσι τὰ ἄλλα εἴδη, ὧν ἔχουσιν ἀνάγ-
1326κην πρὸς διατήρησίν των, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ τὰ πρὸς
1327τροφὴν αὐτῶν ἀναγκαῖα γεννήματα, καὶ ἀναγκάζονται πολ-
1328λάκις νὰ πωλήσωσι τὰ εὐτελῆ αὑτῶν σκεύη, διὰ νὰ ἀγο-
1329ράσωσι γεννήματα, εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Παρα-
1330καλῶ πάντα βουλευτὴν ἐξ ἐπαρχίας γεωργικῆς, ἢ σταφιδο-
1331φόρου, νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν ὅσα λέγω δὲν ἦναι ἀκριβῆ. Ἐρω-
1332τήσατε τοὺς κτηνοτρόφους· τὰ 9)10 αὐτῶν θὰ σᾶς εἴπωσιν,
1333ὅτι ἡ κτηνοτροφία δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναλάβῃ ἐκ τῆς κατα-
1334στροφῆς, ἣν ἔπαθε πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, καὶ ὅτι μόλις δύ-
1335νανται νὰ συντηρηθῶσι. Μετάβητε εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας
1336καὶ τοὺς μικροὺς τεχνίτας. Δὲν ἤκουσά τινα ἐξ αὐτῶν νὰ
1337μοὶ εἴπῃ, ὅτι εὐτυχεῖ καὶ ὅτι κερδίζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀνέ-
1338τως. Πάντες ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρκοῦσα
1339κατανάλωσις, καὶ ὅτι μόλις ἀποζῶσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των.
1340Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς κα-
1341ταστάσεως ταύτης. Ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος τούτου ἤθε-
1342λεν εἶσθαι πολὺ μακρά. Καὶ κοινωνικαὶ ἐλλείψεις, καὶ και-
1343ρικαὶ, καὶ διοικητικαὶ, καὶ φορολογικαὶ, καὶ ἄλλαι εἰσὶν αἱ
1344παραγαγοῦσαι τὴν κατάστασιν ταύτην.
1345§57ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἀτμοσφαιρικοὶ λόγοι.
1346§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐξετάζω, τὸ ζήτημα τῶν
1347ἀφορμῶν, ἀλλὰ βεβαιῶ τὸ γεγονὸς τῆς καταστάσεως τοῦ τό-
1348που, καὶ τὺ γεγονὸς τοῦτο, ἤθελον εἶσθαι εὐτυχὴς, ἐὰν ἕτερος
1349ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον, οἷον ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβά-
1350νομαι. Δυστυχῶς ὅμως οὐδένα ἤκουσα ἀντιλέγοντα καὶ ἀπο-
1351δεικνύοντα τὸ ἐναντίον. Τὸ δεύτερον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου
1352δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστά-
1353σεως, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος
1354ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξέθηκε κατὰ τὴν τελευταίαν
1355αὑτοῦ ἀγόρευσιν τὴν ἱστορίαν ταύτην, ἐξηγῶν τὰ ἀποτελέ-
1356σματα τῶν Προϋπολογισμῶν, ὄχι μόνον ἐκείνων, οὓς συνέταξε
1357καὶ ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις τῆς πτέρυγος ταύτης, εἰς ἣν
1358ὑπάρχει μεγαλειτέρα δόσις αἰσιοδοξίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων,
1359οὓς συνέταξε καὶ ἐφήρμοσε καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς πτέρυγος
1360αὐτῆς, ἐν ᾗ ὀλιγωτέρα ὑπάρχει αἰσιοδοξία. Καὶ οἱ μὲν καὶ
1361οἱ δὲ ἀπέδειξαν διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς
1362αὐτῶν, ὅτι πολὺ ἀπέχομεν τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν ὑπολογι-
1363σμῶν, αἵτινες ὡδήγουν καὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλὰς
1364κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τῶν Προϋπολογισμῶν.
1365Ἡ ἀνάλυσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ἀρκαδίας βου-
1366λευτὴς ἐποιήσατο προχθὲς, μὲ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου νὰ εἰ-
1367σέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον, νὰ
1368εἴπω περιληπτικῶς, ποίαν ἐγὼ εὑρίσκω τὴν οἰκονομικὴν ἱστο-
1369ρίαν τοῦ Δημοσίου. Θ’ ἀρχίσω τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ
13701882, διότι τότε ἐγένετο ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς μετὰ
1371τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, καὶ ἀπὸ τότε ἐφαρ-
1372μόζεται τὸ σύστημα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου διὰ τῶν
1373πόρων αὐτοῦ. Τὸ 1882 ὑπελογίσθησαν ἔσοδα 66,841,000
1374παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 60 περίπου ἑκατομ. ν. δραχμῶν, ἐβε-
1375βαιώθησαν δὲ δραχ. νέαι 64,081,000 καὶ εἰσεπράχθησαν δρ.
137658,751,000 Ἐψηφίσθησαν δὲ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους νέοι φό-
1377ροι, ὧν τὸ προϊὸν ὑπελογίσθη εἰς δρ. 3,180,000 κατ’ ἔτος.
1378Κατὰ τὸ 1883 τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου προϋπελογίσθησαν
1379εἰς δρ. 73,113,000· ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐκ τῶν φόρων καὶ τῶν
1380λοιπῶν προσόδων τοῦ Κράτους δρ. 64,679,000, καὶ εἰσε-
1381πράχθησαν δρ. 58,537,000. Ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ
1382ἔτους τούτου νέοι φόροι καὶ αὐξήσεις παλαιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων
1383προϋπελογίσθησαν εἰσπράξεις δρ. 13,270,000.
1384Κατὰ τὸ 1884 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 84,
1385650,000. Μολονότι δὲ εἶχον ἤδη ψηφισθῆ κατὰ τὰ δύω
1386παρελθόντα ἔτη νέοι φόροι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ φέρωσι νέα
1387ἔσοδα δρ. 16,370,000 ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἐβεβαιώθη-
1388σαν μόνον δραχ. 66,174,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 60,
1389174,000, ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νέοι φόροι
1390καὶ αὐξήσεις παλαιῶν, ὧν τὸ ἔσοδον προϋπελογίσθη εἰς δρ.
13917,810,000.
1392Κατὰ τὸ 1885 προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἐκ δρ. 83,641,
1393000, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα Προϋ-
1394πολογισμὸν, καὶ δρ. 74,006,000 κατὰ τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ
1395τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Μολονότι δὲ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα
1396ἔτη εἶχον ψηφισθῆ καὶ ἐλειτούργουν νέοι φόροι, ὧν τὸ ἔσοδον
1397εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς δρ. 23,180,000, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
1398ἐβεβαιώθησαν μόνον δρ. 66,162,000, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ.
139959,374,000. Ὥστε, μολονότι ἐψηφίσαμεν νέους φόρους, οἵτινες
1400ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1884 εἰσπράξεις,
1401ἀνωτέρας τῶν τοῦ 1882 κατὰ δρ. 23,180,000, αἱ βεβαιώ-
1402σεις τοῦ 1884 δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς τοῦ 1882, εἰμὴ κατὰ
1403δραχ. 2,081,000, αἱ δὲ εἰσπράξεις μόνον κατὰ δρ. 623,000.
1404Ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ
1405τέσσαρα ταῦτα ἔτη δὲν φθάνει τὰ 60,000,000.
1406Δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τοῦ
14071886. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατετέθησαν προχθὲς πίνακές τινες,
1408σχετικοὶ πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, δὲν διενεμήθησαν ὅμως
1409εἰσέτι. Ὡς δὲ εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐβε-
1410βαιώθησαν κατὰ τὸ 1886 δρ. 62,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ
141157,000,000 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους,
1412ὥστε περίπου τὰ αὐτὰ, ἂν ὄχι καὶ χείρονα, θὰ ἔχωμεν ἀπο-
1413τελέσματα καὶ διὰ τὸ 1886, ἐνῷ καὶ κατὰ τὸ 1885, ὑπὸ
1414τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ,
1415ἐψηφίσθησαν, ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέπτυξεν ἐν τῇ προχθεσινῇ αὐτοῦ
1416ἀγορεύσει, αὐξήσεις φόρων, αἵτινες εἰς τὰ αὐτὰ κατέληξαν
1417ἀποτελέσματα, ὡς τρανῶς δεικνύουσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν
1418ψηφισθέντων προσθέτων τελῶν χαρτοσήμου, ἅτινα ἔφερον μὲν
1419αὐτὰ πρόσοδον δραχ. 490,000 περίπου, ἠλάττωσαν ὅμως
1420τὸ ὅλον τῶν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεων κατὰ δραχ.
1421460,000, καταλήξαντα εἰς θετικὸν ἀποτέλεσμα αὐξήσεως δρ.
142230,000 περίπου. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψη-
1423φίας καὶ ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι ἐψηφίσθησαν μὲν νέοι φόροι καὶ
1424αὐξήσεις παλαιῶν, ἀλλὰ δὲν ἐλειτούργησαν οὗτοι καὶ δὲν
1425ἐνεκλιματίσθησαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Αἱ ψηφισθεῖ-
1426σαι αὐξήσεις παλαιῶν φόρων ἐλειτούργησαν πληρέστατα. Οἱ
1427δὲ ψηφισθέντες νέοι ἐλειτούργησαν καὶ οὗτοι, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰ-
1428κονομικαὶ δυνάμεις καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἐπέτρεπον
1429εἰς αὐτοὺς τοῦτο. Οἱ νόμοι, δι’ ὧν μεταβάλλεται ἡ κλίμαξ
1430τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, αὐξάνεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων,
1431καὶ προστίθεται ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν
1432τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ δι’ ὧν προϋπελογίζετο αὔξησις ἐσόδων
1433ἐκ δραχ. 3,100,000 κατ’ ἔτος, ἐψηφίσθησαν καὶ λειτουργοῦ-
1434σιν ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1882.
1435Οἱ νόμοι, δι’ ὧν μετατρέπονται ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας
1436δραχμὰς αἱ βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν ἀμέσων φόρων
1437καὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, ἐφαρμόζον-
1438ται τὰ νέα προξενικὰ τέλη; καὶ ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ
1439τῶν νεοδμήτων οἰκοδομῶν, καὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ
1440οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν κλπ., οἱ νόμοι
1441οὗτοι, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων προϋπελογίσθη ἔσοδον
1442ἐκ δραχ. 13,270,000, ἐψηφίσθησαν καὶ ἐτέθησαν εἰς ἐνέρ-
1443γειαν κατὰ Μάϊον τοῦ 1883.
1444Οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐτροποποιεῖτο ἡ φορολογικὴ κλί-
1445μαξ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἐπεβάλλοντο νέα δι-
1446καιώματα καταναλώσεως, ἰδίως διὰ τῶν μονοπωλίων τοῦ
1447πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων, καὶ ἐξ ὧν
1448προϋπελογίζετο νέα αὔξησις ἐσόδων ἐκ δραχ. 7,810,000,
1449ἐψηφίσθησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου, τοῦ Μαΐου,
1450τοῦ Ἰουνίου καὶ τοῦ Αὐγούστου 1884.
1451Καὶ ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος
1452Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας παρέστησεν, ὡς μὴ λειτουργήσαν-
1453τα, ἐλειτούργησεν ὡσαύτως κατ’ ἄλλο σύστημα, καὶ ἔφερε
1454καὶ αὐτὸς τ’ ἀποτελέσματά του. Ἐὰν δὲ τὸ σήμερον λειτουρ-
1455γοῦν σύστημα τῶν δηλώσεων ὑπολείπηται τοῦ κατὰ τὸ 1883
1456ἐφαρμοσθέντος συστήματος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς
1457τῆς πλειοψηφίας, ἢ ὑπερτερῇ αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
1458ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξετάσω, μὴ
1459ἔχων ἐνώπιόν μου τὰς βεβαιώσεις τῶν τελευταίων μηνῶν
1460τοῦ 1886, ὅπως συγκρίνω αὐτὰς πρὸς τὰς ἀντιστοίχους βε-
1461βαιώσεις τοῦ 1885. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπολείπηται, ἐλειτούρ-
1462γησεν ὅμως καὶ τοῦτο, καὶ ἔφερεν ἀποτελέσματα, ἀνάλογα
1463σχεδὸν τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Δὲν ἐξετάζω
1464ποῖον ἐκ τῶν δύο συστημάτων εἶναι τὸ καλλίτερον. Τὸ
1465ζήτημα τοῦτο ἐλύθη διὰ τῆς προχθεσινῆς ψηφίσεως τοῦ
1466νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ,
1467ὅτι ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν ἐλύθη συμφώνως μὲ τὰ συμ-
1468φέροντα τοῦ δημοσίου Ταμείου, διότι περιλαμβάνει καὶ τὰ
1469δύω συστήματα, καὶ τὸ τῶν κοπτηρίων καὶ τὸ τῶν δηλώσεων,
1470ἐὰν δὲ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ἔφερε τὰς προϋπολογι-
1471σθείσας εἰσπράξεις, δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τοῦτο εἰς μό-
1472νην τὴν μὴ ὁμαλὴν αὐτοῦ λειτουργίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κα-
1473τάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου δυνάμεων.
1474Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα, εὐκόλως ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Εἰση-
1475γητὴς τῆς πλειοψηφίας δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, παριστῶν
1476εἰς ἡμᾶς χθὲς, ὅτι ὁλόκληρος ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἥτις ἐγέ-
1477νετο κατὰ τὰ τρία προτελευταῖα ἔτη, ἀνέρχεται εἰς 500,000
1478δραχ. Ὑπελόγισεν ἴσως αὐτὴν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν
1479γενομένων αὐξήσεων, ἐκ τῶν ἐξ αὐτῶν δηλ. εἰσπράξεων.
1480Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῶν τοιαύτην ἔλαβε
1481βάσιν, ὤφειλε κατὰ μείζονα λόγον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς τοι-
1482αύτης βάσεως, εἰς τὰς σκέψεις, ἃς ἀνακοινοῖ ἡμῖν περὶ τοῦ
1483ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγρα-
1484φομένων ἐσόδων ἐκ τῶν ἰδίων φόρων, καὶ εἰς τὰς γνώμας, ἃς
1485ἐκθέτει περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
1486Ὑπελόγισεν αὔξησιν 4,800,000, ἀφῄρεσε δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ
1487τούτου τὰς ἐλαττώσεις, τὰς προελθούσας ἐκ τῆς καταργή-
1488σεως τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τελωνιακῆς ζώνης,
1489καὶ ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ
1490εὗρεν, ὅτι εἰς μόνον 500,000 δραχμῶν ἀνέρχονται αἱ κατὰ
1491τὰ τρία προτελευταῖα ἔτη αὐξήσεις φόρων. Δύναμαι νὰ πα-
1492ραδεχθῶ ὡς ἐλάττωσιν φόρου τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης,
1493ἂν καὶ αὕτη χρονολογῆται ἀπὸ τοῦ 1880, καὶ ὅτι αὕτη
1494καὶ ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τελωνιακῆς
1495ζώνης ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 2,300,000. Ἔχομεν οὕτω
1496πάλιν αὔξησιν φορολογίας ἐκ δραχμῶν 21,150,000· ἡ ἐλάτ-
1497τωσις ὅμως τῶν εἰσπράξεων, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς τροποποιή-
1498σεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, δὲν δύναται νὰ χαρα-
1499κτηρισθῇ ὡς προταθεῖσα ἐλάττωσις φορολογίας, διότι, ὅταν
1500ἐπρότεινεν αὐτὴν ὁ νῦν καὶ τότε ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
1501Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἐπεδίωκε, καὶ
1502δὲν ἐσκόπει μόνον τὴν μεθοδικωτέραν σύνταξιν τοῦ δασμο-
1503λογίου, ἀλλὰ καὶ τὴν αὔξησιν εἰσπράξεων· ἐὰν δὲ ἐπῆλθεν
1504ἐλάττωσις, τοῦτο εἶναι ἐπιπρόσθετος ἀπόδειξις, ὅτι οὐχὶ οἱ
1505ψηφιζόμενοι φόροι, ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους
1506δίδουσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον τὰς εἰσπράξεις αὐτοῦ.
1507Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ
1508τόπου καὶ δὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν καλὴν διαῤῥύθμισιν τῶν
1509οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν δυσκολιῶν,
1510ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα, ὅταν εἰς τοιαύτας καταφεύ-
1511γωμεν καταφανεῖς ὑπερβολὰς, πρὸ πάντων δὲ, ὅταν πρόκει-
1512ται περὶ ἀριθμῶν καὶ λογιστικῶν ζητημάτων. Λέγω δὲ τοῦτο
1513μετὰ πλειοτέρου θάῤῥους, διότι τὴν τοιαύτην αὔξησιν τῶν φό-
1514ρων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τοσούτῳ ζητεῖ
1515νὰ περιμαζεύσῃ, ἐψήφισα κ’ ἐγὼ, καὶ ἐννοῶ νὰ φέρω τὸ ἐξ αὐ-
1516τῆς μικρὸν μέρος τῆς εὐθύνης μου. Ἐψήφισα δὲ ταύτην ἀκρι-
1517βῶς διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους, ὧν μικρὸν ἀπόσπασμα ἀνέγνω-
1518σεν ἐν τῇ ἐκθέσει μου ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Κατὰ
1519τὸ 1883 ἐπίστευον, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου
1520ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Κράτος τὰ ἔσοδα, ἅτινα ἐζήτει
1521τοῦτο πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ πρὸς ἀνάπτυ-
1522ξιν τοῦ τόπου. Καὶ τότε τὴν τοιαύτην γνώμην μου ἐστήριζον
1523ἐπὶ τῶν ἰδίων σκέψεων, ἐφ’ ὧν στηρίζω καὶ σήμερον τὴν
1524ἰδέαν μου, ἐπὶ τῶν ἀντιλήψεων δηλ., ἃς πάντες εἴχομεν τότε
1525περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἐνθυμεῖσθε ποία ζωτικό-
1526της ἐμπορικὴ καὶ τραπεζιτικὴ ὑπῆρχε τότε ἐν τῷ τόπῳ,
1527ποία ἐνεργητικότης, καὶ ποία ἐμπιστοσύνη εἰς ὅλας τὰς ἐπι-
1528χειρήσεις ἐφαίνετο τότε πανταχοῦ τοῦ Κράτους. Τὰ ὑπάρ-
1529χοντα κεφάλαια ἐν τῷ τόπῳ διετήρουν τὴν τοιαύτην ἐνερ-
1530γητικότητα· εἶχον προσέτι ἐνώπιον ἐμοῦ τὰ ἀποτελέσματα
1531τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως τοῦ 1881 καὶ 1882, καθ’ ἃ τὰ βε-
1532βαιωθέντα ἔσοδα εἶχον ὑπερβῆ τὰ προϋπολογισθέντα. Ψη-
1533φίζων τότε τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπεδιώκετο αὔξησις προ-
1534σόδων, ἔπραττον τοῦτο ἐν πεποιθήσει, ὅτι ὁ τόπος ἠδύνατο
1535ἄνευ βλάβης τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δυνάμεων νὰ ὑποστῇ
1536τὴν αὔξησιν ταύτην· ὅταν ὅμως, κατὰ τὸ 1884, ἤρχισεν ἡ
1537πρὸς τὰ χείρω τροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἕνεκα τῆς
1538ἐπελθούσης κρίσεως ἐκ τῶν καιρικῶν δυστυχημάτων, ἤρχισα
1539καὶ ἐγὼ νὰ αἰσθάνωμαι δισταγμούς. Ἐψήφισα καὶ τότε
1540ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ἐξέ-
1541φρασα ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην μου, ἣν δὲν ἠξεύρω, ἂν
1542συνεμερίζετο καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ἐπειδὴ δὲ
1543ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνέγνω τεμάχιον τῆς
1544ἐκθέσεώς μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, θὰ ἀνα-
1545γνώσω καὶ ἐγὼ τεμάχιον ἐξ ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ Προϋ-
1546πολογισμοῦ τοῦ 1885, τῆς ὁποίας τὴν μέθοδον ἠκολούθησε
1547καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’
1548ὄψει τὴν μεταβολὴν τῶν περιστάσεων. Συμπεραίνων κατὰ
1549τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ἔλεγον τὰ ἑξῆς:
1550«Ἐὰν ἀπατηθῶμεν εἰς τὰς ἐλπίδας καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν
1551ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀποδειχθῇ
1552διαρκὴς ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ στενοχωρία, θὰ ἔχωμεν και-
1553ρὸν νὰ περιστείλωμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ Κράτους (ἐφαρμό-
1554ζοντες ῥιζικὰς οἰκονομίας), ὅταν βεβαία καὶ οὐχὶ ὑποθετικὴ
1555ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ ὑποτάξωμεν τὰς προσδοκίας τοῦ
1556μέλλοντος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος.»
1557Τοιαύτη δὲ βεβαία καὶ οὐχὶ ὑποθετικὴ ἀνάγκη, ἥτις δὲν
1558ἀπεδεικνύετο κατὰ τὸ 1884, ἀποδεικνύεται ὡς ὑφισταμένη
1559σήμερον.
1560Διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀνέπτυξα, ἐρευνῶν τὴν κατάστασιν
1561τῆς κοινωνίας καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ Δημοσίου,
1562νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ τόπου νὰ
1563δώσῃ εἰς τὸ Κράτος 93,000,000 δρ., ἀντὶ τῶν 60,000,000
1564δραχμῶν, ἃς κατὰ μέσον ὅρον ἔδωκε κατὰ τὰ τελευταῖα
1565πέντε ἔτη, 93 δὲ ἑκατομμύρια χρειάζονται εἰς τὸ Κράτος,
1566ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ ἀποτίσῃ τὰς ὀφει-
1567λάς του, καὶ οὐχὶ 89 ἢ 87 ἑκατομμύρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόε-
1568δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπανέλαβεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς
1569πλειοψηφίας· διότι εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ
1570κατὰ τὸ 1887 πιστώσεις ἀδιαθέτους, αἵτινες θὰ ἐλαττώ-
1571σωσι τὰς δαπάνας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναντίῤῥητον, ὅτι θὰ
1572ἔχωμεν πιστώσεις ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικάς, αἵτινες
1573θ’ αὐξήσωσιν αὐτάς. Πρόσφατον δ’ ἀπόδειξιν τούτου ἔχομεν
1574τὰς ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, τὰς ὁποίας
1575ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τοιαύτη ἀπόδειξις εἶναι
1576ὡσαύτως καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Προϋ-
1577πολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ὅστις μεταξὺ τοῦ πο-
1578σοῦ τῶν δαπανῶν, ὅπερ ἀνέγραψεν, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη
1579εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, καὶ τοῦ ποσοῦ,
1580ὅπερ ἀναγράφει σήμερον, παρουσιάζει αὔξησιν ἐξόδων ἐκ
1581δραχμῶν 1,105,000, προερχομένων ἐκ τῆς συμψηφίσεως
1582ἀδιαθέτων πιστώσεων πρὸς ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους
1583τοιαύτας. Ὥστε οὐδεμίαν ἐμπεριέχει ὑπερβολὴν, εἶναι δὲ
1584μᾶλλον συγκαταβατικὴ ἡ ἰδέα μου, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πι-
1585στώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1887 θὰ συμψηφισθῶσι διὰ τῶν
1586ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, καὶ ὅτι 93 ἑκα-
1587τομμυρίων δρ. εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ βεβαιώσεων θὰ ἔχωμεν
1588ἀνάγκην, ὅπως, ἄνευ δανείων, δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς
1589ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας δαπά-
1590νας, καὶ ἀποτίσωμεν τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν.
1591Ἡ αὔξησις δὲ τῶν φόρων, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ-
1592τον, ἀνέρχεται εἰς 58%, διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐκ
1593τῶν καθαρῶν φόρων, ἐκτὸς τῶν νομημάτων, τῶν κτημάτων
1594καὶ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου, εἰσεπράχθησαν δρ. 48
1595ἑκατ. περίπου. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ ἀναγράφονται εἰσ-
1596πράξεις ἐκ καθαρῶν φόρων 76 ἑκατομμ. καὶ οὐχὶ 70 ἑκατ.,
1597ὡς ὑπολογίζει αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀδίκως
1598χαρακτηρίζων, ὡς μὴ προερχομένας ἐκ φορολογίας, εἰσπρά-
1599ξεις ἐκ φόρων προερχομένας, ὡς π. χ. τὰς ἀποδιδομένας εἰς
1600τὴν ὁδοποιΐαν, τὰ ναυτιλιακὰ τέλη, τὸ τίμημα τῶν ἐξαι-
1601ρουμένων στρατιωτῶν κλπ. Μεταξὺ δὲ 76 καὶ 48 ἑκατομ-
1602μυρίων ὑπάρχει διαφορὰ 28 ἑκατομ., ἤτοι πλέον τῶν 58%·
1603§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, καλὸν εἶναι νὰ
1604γίνῃ μικρὰ διακοπή.
1605§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
1606(Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
1607§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, αἱ οἰκονομικαὶ καὶ
1608παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ
1609ζητῶμεν εἴσπραξιν 93,000,000 δραχμῶν, διότι δὲν μᾶς ἔδω-
1610καν κατὰ τὰ τελευταῖα 5 ἔτη κατὰ μέσον ὅρον, εἰμὴ εἰσ-
1611πράξεις 60,000,000 δραχμῶν περίπου. Εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει
1612νὰ ζητῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν διὰ τῆς καθαρᾶς φορολογίας
161358% περισσότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν
1614διὰ τῆς ἰδίας ὁδοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Ἡ τοι-
1615αύτη αὔξησις τῆς καθαρᾶς φορολογίας θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλε-
1616σμα, τὸ ὅτι ἕκαστος Ἕλλην, ἀνὴρ, γυνὴ, ἢ παιδίον, ἀντὶ τῶν
161724 δραχμῶν, τὰς ὁποίας πληρόνει σήμερον ἐτησίως, κατὰ
1618μέσον ὅρον, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ 38 δραχμὰς κατ’
1619Ἕκαστος οἰκογενειάρχης, ὅστις πληρόνει σήμερον 240
1620δρ. κατ’ ἔτος διὰ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, θὰ πλη-
1621ρόνῃ 390 δραχμὰς, ἕκαστος δὲ οἰκογενειάρχης, ὅστις δίδει
1622600 δραχμὰς, θὰ δίδῃ 950. Γνωρίζομεν μετὰ πόσης στενο-
1623χωρίας πληρόνει σήμερον ἕκαστος οἰκογενειάρχης τοὺς φό-
1624ρους του, εἴτε ὡς ἀμέσους καὶ ἀπ’ εὐθείας, εἴτε ὡς ἐμμέσους
1625καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν φορολογουμένων εἰδῶν,
1626ἅτινα καταναλίσκει· γνωρίζοντες τὴν στενοχωρίαν ταύτην,
1627εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, πόθεν θὰ λάβῃ τὸ περι-
1628πλέον, ὅπερ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ. Θὰ λάβῃ τοῦτο ἐκ
1629τῶν χρημάτων, ἅτινα χρησιμεύουσιν αὐτῷ διὰ νὰ ζήσῃ καὶ
1630διὰ νὰ προμηθευθῇ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην πρὸς
1631ἐξακολούθησιν τῆς τέχνης, ἢ ἄλλης αὐτοῦ ἐργασίας, διὰ
1632τῆς ὁποίας πορίζεται τὰ πρὸς συντήρησίν του καὶ πρὸς πλη-
1633ρωμὴν τῶν φόρων του εἰς τὸ Δημόσιον. Θὰ ἐλαττώσῃ ἑπο-
1634μένως τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ.
1635Τὸ σύνολον δὲ τῶν τοιούτων μέσων ἑκάστου οἰκογενειάρχου,
1636ἅπερ θὰ ἐλαττώσωμεν ἐπιβάλλοντες φορολογίαν κατὰ 58%
1637ἀνωτέραν, ἀποτελεῖ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ
1638Ἔθνους, αἵτινες δίδουσιν εἰς τὸ Κράτους τοὺς εἰς αὐτὸ ἀναγ-
1639καίους πόρους. Ἑπομένως, καὶ ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξω-
1640μεν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ, θ’ ἀφαι-
1641ρέσωμεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων
1642οὗτος παράγει καὶ πληρόνει τοὺς φόρους του πρὸς τὸ Δημό-
1643σιον, καὶ θὰ στειρεύσωμεν τὰς πηγὰς τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ
1644δημοσίου πλούτου. Αἱ αὐξήσεις δὲ, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν παρὰ
1645τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴς τινας φόρους παρουσιάζουσιν, ἐν συγ-
1646κρίσει πρὸς τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐπλήρωσε μέχρι τοῦδε, καταπλη-
1647κτικὰς ἀναλογίας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τινὰς
1648ἐκ τῶν ἀναλογιῶν τούτων ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευ-
1649μάτων. Κατὰ μέσον ὅρον, ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐβεβαιώθησαν
1650κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, τὸ 1882, 1883, 1884 καὶ 1885,
1651δραχ. 1,877,660, εἰσεπράχθησαν δὲ 1,297,210. Κατὰ τὸ
16521887 ζητοῦμεν νὰ βεβαιώσωμεν δραχ. 3,240,000, δηλ.
165373% περισσότερον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ μέσον ὅρον
1654κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, νὰ εἰσπράξωμεν δὲ κατὰ τὴν
1655ἰδέαν, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς
1656Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ 8% ἐλαττοῦνται
1657αἱ εἰσπράξεις τῶν βεβαιώσεων, δραχ. 2,980,000, ἤτοι 140%
1658πλειότερον τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσπραχθέντων.
1659Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, κατὰ μέσον ὅρον ἐβε-
1660βαιώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν δρ. 1,107,000,
1661εἰσεπράχθησαν δὲ δρ. 652,000. Κατὰ τὸ 1887 ζητοῦμεν ἐξ
1662αὐτοῦ βεβαίωσιν δρ. 2,520,000, ἤτοι κατὰ 128% ἀνωτέραν,
1663καὶ εἴσπραξιν δραχ. 2,318,000, ἤτοι κατὰ 268% ἀνω-
1664τέραν τῆς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι
1665κατὰ τὰ τελευταῖα δύο, ἢ τρία ἔτη δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος
1666ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ
1667παραδεχθῇ, ὅτι ἡ βεβαίωσις αὕτη θὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ λο-
1668γικὸν μέτρον τὰς ἀναλογίας τῶν ζητουμένων αὐξήσεων τοῦ
1669φόρου τούτου.
1670Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, κατὰ μέσον ὅρον ἐβεβαιώθη-
1671σαν κατὰ τὰ ἔτη 1884 καὶ 1885, καθ’ ἃ λειτουργεῖ ὁ φό-
1672ρος οὗτος, δραχ. 773,474, εἰσεπράχθησαν δὲ δραχ. 593,031.
1673Διὰ τὸ 1887 προϋπολογίζομεν βεβαίωσιν μὲν δρ. 3,168,000,
1674ἤτοι κατὰ 321% ἀνωτέραν, εἴσπραξιν δὲ δρ. 2,914,560,
1675ἤτοι κατὰ 402% ὑπερτέραν τῆς τῶν τελευταίων δύο ἐτῶν.
1676Ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὰ ἔτη
16771884 καὶ 1885, καθ’ ἃ ἴσχυε τὸ τελευταῖον δασμολόγιον,
1678καὶ καθ’ ἃ τὰ πετρέλαια καὶ τὰ λοιπὰ εἴδη τῶν μονοπω-
1679λίων δὲν ἔδωκαν, ὅπως δὲν θὰ δώσωσι καὶ κατὰ τὸ 1887,
1680τέλη εἰσαγωγῆς, εἰσεπράχθησαν κατὰ μέσον ὅρον δραχ.
168117,440,612. Διὰ τῶν τελῶν τούτων ζητοῦμεν νὰ εἰσπρά-
1682ξωμεν κατὰ τὸ 1887 δραχ. 28,458,000, ἤτοι 63% περι-
1683πλέον.
1684Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων ἐκ τελῶν ἐξαγωγῆς καὶ
1685ἄλλων τελωνιακῶν δικαιωμάτων ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,755,263·
1686ἐξ αὐτῶν ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δρ. 3,271,
1687263, ἤτοι 86% περιπλέον.
1688Τοιαῦταί εἰσιν αἱ ἀναλογίαι τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὰς
1689ὁποίας ζητεῖ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβάλῃ εἰς
1690τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οὗτινος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
1691περιέγραψα πρὸ ὀλίγου. Ὡς δικαιολογίαν δὲ φέρουσιν, ὅτι οἱ
1692φόροι, οὓς πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν, δὲν βαρύνουσι τὰς παρα-
1693γωγικὰς τάξεις. Τοῦτο ἀνέπτυξεν ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ πλειο-
1694ψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερε δὲ καὶ
1695ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ. Ποῖον δὲ ἐπιχείρημα
1696πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δικαιολογίας ταύτης φέρουσιν; ὅτι οἱ
1697φόροι οὗτοι δὲν ἐπιβάλλονται ὡς νέοι φόροι, ἀλλ’ ὡς αὐξή-
1698σεις καὶ μεταῤῥυθμίσεις ὑπαρχόντων φόρων, πρὸς τὰς ὁποίας
1699ὁ λαὸς εἶναι ἐξοικειωμένος. Φέρουσι δηλ. ἀκριβῶς τὸ ἐπιχεί-
1700ρημα ἐκεῖνο, ὅπερ χρησιμεύει πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι φόρος τις
1701εἶναι θετικὸς, καὶ ἔχει τὴν δύναμιν, ὅταν ἦναι δυσανάλογος
1702πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, ἐφ’ οὗ ἐπιβάλ-
1703λεται, νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ συντρίψῃ αὐτάς. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι
1704οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τῶν οἰκο-
1705δομῶν καὶ ἐν τοῖς Τελωνείοις δὲν θὰ βαρύνωσι τὰς παραγω-
1706γικὰς τάξεις, καὶ ὅτι μόνον ἡ κατὰ 20% αὔξησις τῶν
1707ἀμέσων φόρων, ἥτις ὑπολογίζεται εἰς δραχ. 5,900,000, θέλει
1708βαρύνει ταύτας. Ὑποθέτουσιν ἆρά γε, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ
1709τάξεις εἶναι ἄστεγοι, καὶ δὲν ἔχουσιν οἰκοδομὰς, ἵνα πλη-
1710ρώσωσι φόρον οἰκοδομῶν; Ὑποθέτουσιν, ὅτι οἱ ἐπιτηδευμα-
1711τίαι δὲν εἶναι παραγωγικαὶ τάξεις, καὶ ὅτι τὰ διὰ τῶν
1712Τελωνείων εἰσαγόμενα εἴδη πρὸς κατανάλωσιν δὲν κατανα-
1713λίσκονται ὑπὸ τῶν παραγωγικῶν τάξεων; Νομίζω, Κύριοι,
1714ὅτι ἡ ἔκφρασις τοιούτων ἰδεῶν δεικνύει, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες
1715τὸ σύστημα τῆς ὑπερβολικῆς φορολογίας τίθενται ἐκτὸς τοῦ
1716Ἔθνους, καὶ λησμονοῦσι τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, ὅπως μορ-
1717φώσωσι τὰς περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ σκέψεις των. Ἐὰν
1718ἐτίθεντο ἐντὸς τοῦ Ἔθνους, καὶ ὡδηγοῦντο ἐκ τῆς πραγμα-
1719τικῆς αὐτοῦ καταστάσεως, βεβαίως δὲν θὰ μᾶς ἔλεγον, ὅτι
1720ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ τάξεις μὴ παραγωγικαὶ, αἵτινες
1721πληρόνουσι τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευ-
1722μάτων καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη. Τί μᾶς λέγουσι προσέτι;
1723ὅτι μέγα μέρος τῶν 8,000,000 δραχ., αἵτινες ἐπιπροστί-
1724θενται εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη, θὰ πληρώσῃ, τίς νομί-
1725ζετε; ἡ ξένη παραγωγή! Μᾶς λέγουσι δηλ., ὅτι ὁ
1726Ἕλλην ἔμπορος, ὅστις θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς
1727ἀγορὰν τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου αὐτοῦ, θὰ παρουσιασθῇ εἰς
1728τὸν Εὐρωπαῖον βιομήχανον καὶ εἴπῃ αὐτῷ: γνωρίζετε, ὅτι
1729εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεβλήθησαν τέλη κατὰ 60% ἀνώτερα,
1730λοιπὸν πρέπει νὰ ἐλαττώσητε τὴν τιμὴν τοῦ εἴδους, ὅπερ ἔρ-
1731χομαι ν’ ἀγοράσω, κατ’ ἀναλογίαν ἰσοφαρίζουσαν πρὸς τὸν
1732προστεθέντα φόρον, δηλ. κατὰ 30 ἢ 40%. Ὁ δὲ Εὐρωπαῖος
1733βιομήχανος, διὰ νὰ φανῇ εἰς ἡμᾶς εὐάρεστος, θὰ παραδεχθῇ
1734ἀμέσως τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς, καὶ θὰ φέρῃ αὐτὸς ἐπὶ τῶν
1735ὤμων του τὸ βάρος τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν,
1736ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοῦ τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς Ἑλλά-
1737δος! Ὁ Εὐρωπαῖος βιομήχανος, παρ’ οὗ ὁ ἰδικός μας ἔμπο-
1738ρος ἀγοράζει τὰ τοῦ ἐμπορίου του εἴδη, δὲν θὰ ὑποβιβάσῃ
1739τὴν τιμὴν αὐτῶν. Εἶναι πολὺ πιθανὸν, κατ’ ἐμὲ δὲ βέβαιον,
1740ὅτι ὁ Ἕλλην ἔμπορος, ἅμα ἴδῃ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα
1741ἀγοράζει ἐν Εὐρώπῃ, δὲν καταναλίσκονται ἐν Ἑλλάδι, ἕνεκα
1742τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς αὐτῶν, δὲν θ’ ἀγοράσῃ πλέον τὸ
1743αὐτὸ ποσὸν καὶ θὰ περιστείλῃ τὸ ἐμπόριόν του. Ἀλλὰ τοῦτο
1744δὲν τὸ παραδέχεται μήτε ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας,
1745μήτε ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ Δασμολόγιον,
1746δὲν παρεδέχοντο ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς ἀνάλογον τῆς αὐξή-
1747σεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν.
1748§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως παρεδέχθημεν.
1749§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν πίνακα, ὅστις ἦτο ἐπισυνημ-
1750μένος εἰς τὸ περὶ δασμολογίου νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τότε
1751ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν προβλέπεται ἐλάττωσις εἰσα-
1752γωγῆς, μέλλουσα νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν.
1753Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη θὰ πληρώσωσιν
1754αἱ παραγωγικαὶ ἡμῶν τάξεις, καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν
1755καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους. Ποῖαι ἄλλαι
1756τάξεις θὰ πληρώσωσιν αὐτάς; οἱ ζωγράφοι μας, οἱ γλύπται,
1757οἱ μουσικοί, οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροί μας; Καὶ ἂν ὑποθέσῃ
1758τις, ὅτι αἱ τάξεις αὗται δὲν εἶναι παραγωγικαί, ὅπερ δὲν
1759παραδέχομαι, ποῦ ὑπάρχουσι τοιαῦται τάξεις ἐν Ἑλλάδι,
1760αἵτινες, πληρόνουσαι σήμερον μέγα μέρος τῶν φόρων, θὰ
1761πληρώσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς καὶ τὴν ἐκ 15,000,000 δραχμῶν
1762αὔξησιν; Ἕτερον ἐπιχείρημα, οὐχὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ
1763συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς καταπολέμησιν
1764τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, προβάλλουσι, τὸ ὅτι οἱ φόροι δὲν πληρόνον-
1765ται εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑποτε-
1766τιμημένα, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ λαὸς, πληρόνων τραπεζικὰ
1767γραμμάτια, πληρόνει ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε πληρώσει,
1768ἂν ἐπλήρονεν εἰς μεταλλικόν. Τοιαύτην ἰδέαν ἐξέφρασεν εἰς
1769μίαν ἐκ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος Κύριος
1770Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπολογίσας, ὅτι τὰ 70,000,000,
1771ἅτινα ζητεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν φόρων, ἰσοδυναμοῦσι
1772μὲ 49,000,000 εἰς μεταλλικόν. Αὐτὴ δὲν ἦτο ἡ ἰδέα σας;
1773§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τὰ παρακάτω.
1774§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ
1775ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπε-
1776καλέσθησαν καὶ ἄλλοι, δὲν εἶναι ὀρθὸν, μήτε κατὰ τὸ φαινό-
1777μενον, μήτε κατ’ οὐσίαν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν κατὰ τὸ φαινόμε-
1778νον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραε-
1779τίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦτον εἰς τρα-
1780πεζικὰ γραμμάτια ὑποτετιμημένα. Τὰ 100 φράγκα εἰς
1781μεταλλικὸν, ἢ εἰς συνάλλαγμα, κατὰ τὸ 1882 ἐπωλοῦντο
1782ἀντὶ 122–123 παλαιῶν δραχμῶν, τὸ 1883 ἀντὶ 109–
1783112 νέων δραχμῶν, τὸ 1884 ἀντὶ 104 δραχμῶν, διότι τότε
1784εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1785τὸ 1885 τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶχον περίπου τὴν ἀξίαν
1786τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ δὲ 1886 εἶχον τὴν αὐτὴν περίπου ὑπο-
1787τίμησιν, ἣν ἔχουσι καὶ σήμερον. Ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν
1788ἐπλήρωσε τοὺς φόρους αὐτοῦ εἰς μεταλλικὸν κατὰ τὰ τελευ-
1789ταῖα ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι εἶχε πληρώσει οὗτος
1790κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη τοὺς φόρους του εἰς μεταλλικὸν,
1791πάλιν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν κατ’ οὐσίαν.
1792Ἂν σπουδαίως προβάλλωσι τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἔπεται,
1793ὅτι οἱ προβάλλοντες αὐτὸ, καίπερ θεωροῦντες τὴν ἀναγκα-
1794στικὴν κυκλοφορίαν ὡς κακὸν καὶ ὡς δυστυχίαν, ἐπελθοῦσαν
1795ἐπὶ τοῦ τόπου ἡμῶν, οὐχ ἧττον ἐν ταῖς θετικαῖς αὐτῶν σκέ-
1796ψεσιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν παραδέχονται αὐτὴν ὡς
1797καλὴν καὶ ὡς εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου.
1798Ἐν ἄλλῃ συζητήσει ὁ ἴδιος κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
1799ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρίστα τὸ
1800τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν, ὡς
1801μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη
1802ἡμῶν. Μᾶς ἔλεγεν, ὅτε συνεζητοῦμεν τὰ νομοσχέδια περὶ
1803μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομ-
1804μυρίων, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν,
1805ἣν ἔχομεν, νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη ἡμῶν χρεωλυτικῶς, διὰ
1806τοῦ δικαιώματος νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ ἀμέσως εἰς τὴν
1807ὀνομαστικήν των ἀξίαν διὰ τοῦ ἐν τῷ τόπῳ ἰσχύοντος νο-
1808μίσματος καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλο-
1809φορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι
1810τοῦτο ἦτο τὸ κύριον ἐπιχείρημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπολέμουν
1811τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκεται ἡ μετα-
1812τροπὴ τῶν δανείων τούτων, τὸ Κράτος παραβιάζει τὰ συμ-
1813πεφωνημένα, καὶ πράττει πρᾶξιν φέρουσαν τὸν χαρακτῆρα
1814τῆς χρεωκοπίας. Τοιοῦτον δὲ προβάλλοντες ἐπιχείρημα, ἐπα-
1815ρηγόρουν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, λέγοντες, ὅτι δὲν ἔχουσι φό-
1816βον νὰ ζημιωθῶσι, διότι δύνανται νὰ κρατήσωσι τὰ τραπε-
1817ζικὰ γραμμάτια, ἅτινα μετά τινα καιρὸν, αἰρομένης τῆς
1818ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν μὲ
1819τὰ μεταλλικὰ νομίσματα. Τώρα διὰ τοῦ ἰδίου μέσου εὑρί-
1820σκουσιν, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν ἐλάττωσιν τῶν φόρων μας. Οὕτω
1821δὲ ἐπιτυγχάνουσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ
1822σήμερον ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη, τοῦ ζητήματος δηλ. τῆς
1823ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν ἡμῶν.
1824Ὅταν ἤκουσα τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἐνεθυμήθην ἓν σπου-
1825δαῖον ἱστορικὸν γεγονός. Ὁ Πὶττ, ὅτε κατὰ τὸ τέλος τῆς
1826παρελθούσης ἑκατονταετηρίδος εἰσήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ τὴν
1827ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐκαυχᾶτο, ὅτι ἀνεκάλυψεν ὄρος
1828ἐκ χρυσοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀνακαλύψεώς του ταύτης θὰ
1829δυνηθῇ, χωρὶς νὰ βαρύνῃ τὸν ἀγγλικὸν λαὸν, νὰ θεραπεύσῃ
1830ὅλας τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν πόλεμον,
1831ὃν διεξήγαγεν ἡ Ἀγγλία κατὰ τοῦ Ναπολέοντος Αʹ. Ὁ
1832Πὶττ μετά τινα ἔτη ἀπεβίωσεν, ἡ δὲ Ἀγγλία, μ’ ὅλα τὰ
1833πλούτη της, ἐπὶ εἴκοσι τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ διήρκεσεν ἡ
1834ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑπέφερε κρίσεις, στενοχωρίας καὶ
1835δυστυχήματα σπουδαιότατα.
1836§66ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὅπως καὶ ἡμεῖς.
1837§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χρησιμεύει δὲ ἡ πλάνη αὕτη τοῦ Πὶττ
1838ὡς παράδειγμα τῆς γαλλικῆς παροιμίας, καθ’ ἣν, «ὅταν
1839ἱκανὸς ἀνὴρ πλανᾶται, δὲν πλανᾶται μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ.»
1840Ἀλλ’ ἂν ἐπιτρέπηται καὶ εἰς τοὺς πολὺ ἱκανοὺς καὶ εἰς τοὺς
1841ὀλίγον νὰ πλανῶνται ἐπὶ νέων ἰδεῶν καὶ ἐπὶ νέων συστη-
1842μάτων, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτοὺς νὰ πλανῶνται ἐπὶ
1843γνωστῶν ἰδεῶν καὶ ἐπὶ μέτρων καὶ συστημάτων ἐφαρμοσθέν-
1844των καὶ τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἤδη τὰ ἀποτελέ-
1845σματα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμήσωμεν 76 ἢ 70 ἑκατομ.
1846εἰς μεταλλικὸν, καὶ 70 ἢ 76 ἑκατομ. εἰς τραπεζικὰ γραμ-
1847μάτια εἰς τὴν σημερινὴν αὐτῶν ἀξίαν, βεβαίως τὰ 70 ἑκατομ.
1848εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἤθελον ἀξίζει κατὰ 30%
1849ὀλιγώτερα τῶν 70 ἑκατομ. εἰς μεταλλικὸν, ἤθελον ἀξίζει
1850περίπου 53 ἑκατομμύρια.
1851§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 49 ἑκατομμύρια θ’ ἀξίζουν.
1852§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ προχθὲς οὕτως ὑπελογίσθησαν, 49
1853ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ θ’ ἀξίζουν 53 ἑκατομμύρια, διότι ἡ
1854ὑποτίμησις τῶν γραμματίων δὲν εἶναι 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν,
1855ἀλλὰ 30 ἐπὶ τοῖς 130· ὅτι δὲ τὰ 70 ἑκατομμύρια εἰς
1856τραπεζικὰ γραμμάτια ἰσοδυναμοῦσι πρὸς 53 ἑκατομμύρια
1857εἰς χρυσὸν, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Ἡ
1858ἁπλοϊκότης τοῦ τοιούτου ὑπολογισμοῦ ἔπεισε τοὺς ἰσχυ-
1859ριζομένους, ὅτι τὰ 76 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν
1860παρὰ τοῦ Ἕλλην. λαοῦ, ἐπειδὴ θὰ πληρωθῶσι παρ’ αὐτοῦ εἰς
1861τραπεζικὰ γραμμάτια ὑποτετιμημένα, δὲν ἔχουσι τὸ βάρος
1862τῶν 76 ἑκατομ. εἰς μεταλλικόν. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται;
1863τοῦτο συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν πόσον ἀξίζουσιν 70 ἑκατομ.
1864εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ πόσον ἀξίζουσιν 70 ἑκατομ. εἰς
1865μεταλλικόν; Ὄχι· συζητοῦμεν πόσον εἶναι τὸ βάρος τῶν
186676 ἑκατομ., τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν εἰς φορολογίαν ἐπὶ τοῦ
1867Ἔθνους, καὶ ποία εἶναι ἡ σημασία αὐτῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς
1868τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ὅταν δὲ τοιουτοτρό-
1869πως ἐξετάζωμεν τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονῶμεν
1870τὴν ἐπιπρόσθετον ἐξασθένησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀναγκαστικὴ
1871κυκλοφορία ἐπιβάλλει εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ
1872Ἔθνους. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, Κύριοι, εἶναι νόμισμα,
1873ὅπερ δὲν ἔχει τὴν ἐσωτερικὴν καὶ πραγματικὴν ἀξίαν, ἣν
1874ἔχει τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ἀλλ’ ἔχει πιστωτικὴν ἀξίαν,
1875ἥτις παρέχει τὴν προσδοκίαν τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ εἰς ἀν-
1876τιπροσωπευτικὴν ἀξίαν, ὅταν θὰ παύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
1877κλοφορία. Ὅταν ἡ πιστωτικὴ αὕτη ἀξία τοῦ γραμματίου
1878ἐκπίπτῃ, ἐπηρεάζει ἀμέσως καὶ σπουδαίως τὰς παραγωγικὰς
1879δυνάμεις, τὸν πλοῦτον, τὰς συναλλαγὰς καὶ ἐν γένει τὴν
1880ζωὴν τοῦ τόπου. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπηρεάζει ταύ-
1881τας, δὲν εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, μήτε εὔκολον νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν
1882προτέρων· κατ’ ἄλλον τρόπον ἐπηρεάζει αὕτη τὰς τάξεις
1883ἐκείνας τῆς κοινωνίας, αἵτινες παράγουσιν εἴδη ἐξαγόμενα
1884εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πωλούμενα ἀντὶ μεταλλικοῦ νομί-
1885σματος, — τὰς τάξεις ταύτας τὰς ὠφελεῖ — κατ’ ἄλλον
1886δὲ τρόπον ἐπηρεάζει τὰς τάξεις, αἵτινες ἔχουσιν εἰσοδή-
1887ματα πάγια, ὡς οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἰδιοκτῆται ἀστυκῶν,
1888ἐνίοτε δὲ καὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, οἱ βιομήχανοι, οἵ-
1889τινες παράγουσιν εἴδη τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, οἱ
1890ἐργάται, οἱ κεφαλαιοῦχοι. Τὰς τάξεις ταύτας τὰς βλάπτει.
1891Ἀλλὰ κατὰ πόσον ὠφελεῖ τοὺς παράγοντας εἴδη ἐξαγόμενα
1892εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ κατὰ πόσον βλάπτει τοὺς ἄλλους,
1893τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δυνά-
1894μεθα ἐκ τῶν προτέρων καὶ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ
1895λύσωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, περὶ τοῦ ὁποίου εἴμεθα βέβαιοι, καὶ
1896τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅλοι δ’ εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα ἐν
1897ὁμοφωνίᾳ, εἶναι, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἡ
1898ἔκπτωσις τῆς πιστωτικῆς ἀξίας τῶν γραμματίων εἶναι νόσος
1899σπουδαιοτάτη διὰ τὸ Ἔθνος, ὅτι αὕτη ἐλαττοῖ τὴν ἀξίαν τοῦ
1900ἐθνικοῦ πλούτου, ἀποθαῤῥύνει τὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ ἐξασθενεῖ
1901τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ Ἔθνους. Εἶναι δὲ τοιαύτη ἡ οἰκονο-
1902μικὴ αὕτη νόσος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν φορολογούμε-
1903νον, τὸν πληρώσαντα τοὺς φόρους του εἰς τραπεζικὰ γραμ-
1904μάτια, ἀντὶ μεταλλικοῦ, νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφοράν, ἥτις
1905ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμ-
1906ματίων. Ἐπιπρόσθετον ἀπόδειξιν τούτου εὑρίσκομεν ἐν τῇ
1907ἱστορίᾳ τοῦ δημοσίου ἡμῶν Ταμείου, διότι εἴτε 120 δραχ.
1908ἀξίζει τὸ συνάλλαγμα, εἴτε 104, εἴτε 119, εἴτε 100, εἴτε 125,
1909τὸ Ἔθνος δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, εἰμὴ 60 ἑκα-
1910τομμύρια περίπου κατ’ ἔτος. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ μᾶς ὁδη-
1911γήσῃ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέτρου, κατὰ τὸ ὁποῖον
1912ἐπηρεάζονται αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ
1913τόπου ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
1914Παραδεχόμεθα, Κύριοι, ὡς εἴπομεν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει
1915τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι
1916εἶναι δυνατὴ ἀνάπτυξίς τις καὶ βελτίωσις τῆς λειτουρ-
1917γίας φόρων τινῶν, παραδεχόμεθα, ὅτι ἐκ τῶν ἐπιδεκτικῶν
1918τοιαύτης ἀναπτύξεως φόρων εἰσὶ καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
1919καὶ ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων· τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν θεω-
1920ροῦμεν δυνατὴν ἐν λογικῷ μέτρῳ, ἐν μέτρῳ ἀναλόγῳ
1921πρὸς τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις. Παραδεχόμε-
1922θα προσέτι, ὅτι, ἂν δὲν συντρίψωμεν τὰς παραγωγικὰς
1923τοῦ τόπου δυνάμεις, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν καὶ κανο-
1924νικήν τινα αὔξησιν τῶν λειτουργούντων φόρων ἐκ τῆς
1925προόδου, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ λάβῃ τὸ Ἔθνος, ἔχον
1926ἀκεραίας τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις· παραδεχόμεθα
1927ὡσαύτως, ὅτι ὑπάρχει σπουδαία ἔλλειψις εἰς τὰ ὄργανα καὶ
1928τὰ μέσα τῶν εἰσπράξεων. Χωρὶς δὲ νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν ἰδέας
1929τινὰς, περιεχομένας εἰς τὸ ὑποβληθὲν καὶ συζητούμενον περὶ
1930εἰσπράξεων νομοσχέδιον, αἵτινες μεταβάλλουσαι τοὺς πολί-
1931τας Ἕλληνας εἰς ὑπαλλήλους καὶ ὄργανα τῶν δημοσίων
1932Ταμείων, ὑπενθυμίζουσιν ἐποχὴν τῆς Ρωμαϊκῆς ἱστορίας,
1933καθ’ ἣν ὁ ἰδιώτης δὲν ἦτο μέλος τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὑπάλ-
1934ληλος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου· χωρίς, λέγω,
1935νὰ ἐπιδοκιμάζωμεν τοιαύτας ἰδέας, ἂν καὶ ἐπικρατῶσιν αὗ-
1936ται καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὡς λείψανα τοῦ παρελθόντος,
1937παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ
1938βελτίωσις τῶν μέσων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως. Ἐκ
1939τῆς ἀναπτύξεως δὲ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ἐπι-
1940δεκτικοὺς τοιαύτης, ἐκ τῆς κανονικῆς αὐξήσεως καὶ τῆς
1941προόδου τῶν ὑφισταμένων φόρων τῆς plus value, καὶ ἐκ
1942τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς εἰσπράξεως, παραδεχόμεθα
1943ὅτι εἶναι δυνατὸν, χωρὶς νὰ συντρίψωμεν τὰς δυνάμεις τοῦ
1944Ἔθνους, καὶ χωρὶς νὰ καταστήσωμεν αὐτὸ ἀνίκανον νὰ δώσῃ
1945εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν, ὅπερ δίδει σήμερον, καὶ νὰ εἰσφέρῃ
1946ἀκολούθως, προοδεῦον καὶ ἀναπτυσσόμενον, πλειότερον, παρα-
1947δεχόμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωμεν τὰς εἰσπράξεις
1948τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 60 ἑκατομμ. εἰς 70.
1949§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 70,000,000, ἄνευ τοῦ νέου δασμο-
1950λογίου, τοῦ ψηφισθέντος;
1951§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὅλον ποσόν. Τί θὰ εἰσπράξωσιν οἱ μὴ
1952φειδόμενοι τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ τί
1953ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ παραδεχθῶσι τὰς ὑπὸ τῶν
1954ἀναγκῶν τοῦ τόπου ἐπιβαλλομένας μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελ-
1955τιώσεις, δὲν τὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει. Ὁδηγοῦμαι ἐκ τῆς ἰδέας,
1956ἣν ὑποστηρίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ
1957Ἔθνους ποσὰ, ἅτινα θὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα τῆς
1958ἀναπτύξεως καὶ τῆς προαγωγῆς του. Νομίζω δὲ, ὅτι μέχρις
195970 ἑκατομμ. δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, χωρὶς νὰ συντρίψω-
1960μεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου.
1961Μεταξὺ τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ
1962ἄλλοι συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
1963Προϋπολογισμοῦ θεωροῦμεν ὡς δυνάμενα νὰ εἰσπραχθῶσι,
1964καὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
19651887, διὰ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας τοῦ Κράτους, τῶν 93
1966δηλαδὴ ἑκατομμ., ὑπάρχει ἔλλειμμα 23 ἑκατομμ. Ἠδυνά-
1967μην νὰ παραδεχθῶ ὡς ποσὸν δαπανῶν 87 ἑκατομμ., ὅπως
1968ὑπολογίζει ταύτας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1969σεως, ἀφαιρῶν τὰς ἐνδεχομένας ἀδιαθέτους πιστώσεις. Τοῦτο
1970παραδεχόμενος, ἤθελον ἔχει ὀλιγώτερον ἔλλειμμα νὰ κα-
1971λύψω, καὶ ἤθελον εὐκολύνει τὴν λύσιν, ἣν ὑποστηρίζω· ἀλλὰ
1972δὲν εὑρίσκω τοῦτο σύμφωνον μὲ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμά-
1973των, καθ’ ἣν αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1974Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 93 ἑκατομμ. Μᾶς ἐρωτῶσι,
1975πῶς θὰ καλύψωμεν τὸ οὕτω ὑφιστάμενον ἔλλειμμα τῶν 23
1976ἑκατομμυρίων. Νομίζετε, ὅτι ἡ ἐρώτησις αὕτη μᾶς ἀπο-
1977τείνεται μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν,
1978νὰ τὰς συζητήσωμεν, ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, νὰ σκεφθῶμεν
1979ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νὰ εὕρωμεν ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν
1980συμφέρον τοῦ τόπου, ὅπερ ἐκ συμφώνου νὰ ἐπιδιώξωμεν,
1981καὶ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, ἐν αἷς
1982εὑρισκόμεθα; Ὄχι· τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν μᾶς ἀποτεί-
1983νουσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· εἶναι καὶ αὕτη στρατήγημα
1984κοινοβουλευτικόν· δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι τῆς παλαιᾶς ἢ τῆς
1985νέας Σχολῆς, ἀλλ’ εἶναι στρατήγημα πολιτικὸν, διότι
1986ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς θέτου-
1987σιν, εἶναι δίστομος μάχαιρα. Ἀποτείνοντες ταύτην πρὸς
1988ἡμᾶς, οἵτινες δὲν παραδεχόμεθα ὡς δυνατὴν τὴν εἴσπραξιν
198993 ἑκατομμυρίων, μᾶς θέτουσιν εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ μὴ
1990ἀπαντήσωμεν, καὶ τότε θὰ εἴπωσιν: «εἶσθε ἀνίκανοι, διότι
1991μόνον νὰ ἐπικρίνητε γνωρίζετε, δὲν ἔχετε δὲ τίποτε ἐν τῷ
1992νῷ ὑμῶν»· ἢ θ’ ἀπαντήσωμεν, καὶ τότε, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν
1993ὑπὸ συζήτησιν τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σκεφθῶ-
1994μεν, ἂν δύνηται τοῦτο νὰ πραγματοποιηθῇ, θὰ φέρωσιν ἀπε-
1995ναντίας τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἰδεῶν ἡμῶν,
1996θὰ παρερμηνεύσωσιν αὐτὰς, ὡς τὰς παρηρμήνευσαν ἤδη, θὰ
1997καταφύγωσιν εἰς τὸν συνήθη λυρισμὸν, καὶ θὰ κραυγάζωσιν,
1998ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀγαπῶμεν τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι
1999μόνον αὐτοὶ ἔχουσι τὸ τοιοῦτον προνόμιον. Θὰ παρερμηνεύ-
2000σωσι τὰς γνώμας ἡμῶν, καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνο-
2001μεν ἡμεῖς πρὸς διάσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, θὰ προσπα-
2002θήσωσι νὰ τὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς μέτρα χρεωκοπίας.
2003§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ σεῖς
2004δὲν παρηρμηνεύσατε τίποτε!
2005§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ διορθώσω πᾶν σφάλμα
2006μου, ἅμα μοὶ ἀποδείξητε τοῦτο, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν
2007ὑπάρχει ἄνθρωπος μὴ σφάλλων, ἣν ὑμεῖς δὲν ἔχετε.
2008Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλον τὸν κίνδυνον τοῦτον, δὲν διστάζω ν’
2009ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀποτεινομένην ἐρώτησιν, καὶ εἰσέλθω εἰς
2010τὴν συζήτησιν τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἡμεῖς
2011προτείνομεν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ πράγματα
2012εἰσὶ τοσούτῳ καθαρὰ, καὶ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ φωνὴ αὐτῶν το-
2013σούτῳ σαφὴς, ὥστε ἀδιαφορῶ, ἐὰν παρερμηνεύσωσι τὰς ἰδέας
2014ἡμῶν, καὶ εἴπωσιν, ὅτι συνιστῶμεν τὸ δυστύχημα ἐκεῖνο, τὸ
2015ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον
2016μοιραίως θὰ φέρῃ τὸν τόπον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ὑπο-
2017στηριζομένου οἰκονομικοῦ συστήματος, καὶ ἄν, κομματικῶς
2018σκεπτόμενοι, θελήσωσι νὰ παρασταθῶσιν ὡς μόνοι προνομιοῦ-
2019χοι ὑπερασπισταὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ
2020Ἔθνους.
2021Εἰς τρεῖς κατηγορίας πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὰς δαπάνας.
2022Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγκαίων πρὸς θε-
2023ραπείαν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, εἰς ἐκείνην τὴν τῶν
2024ἀναγκαίων πρὸς θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν ἀναγ-
2025κῶν, καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς ἀπότισιν τῶν
2026ὀφειλῶν ἡμῶν.
2027Αἱ δαπάναι, αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς θεραπείαν τῶν πολιτικῶν
2028ἡμῶν ἀναγκῶν, εἰσὶν αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογι-
2029σμῷ διὰ τὰς χορηγίας καὶ διὰ τὰς δαπάνας τῶν πέντε πο-
2030λιτικῶν Ὑπουργείων. Αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς 30
2031περίπου ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι ἐν ταῖς δαπάναις ταύταις
2032δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν 4 ἕως 5 ἑκατομμυρίων οἰκονομίας.
2033Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν αὐτάς, ἐὰν τροποποιήσωμεν καὶ μεταῤ-
2034ῥυθμίσωμεν ῥιζικῶς τὸν ὀργανισμὸν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ
2035ἐλαττώσωμεν ἄλλας ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, χάριν
2036τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ ἐπι-
2037διώξωμεν τοιαύτας ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις ἑτέρων ὑπηρεσιῶν,
2038οὐχὶ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον.
2039Ὑπηρεσίαι δὲ, ἃς ὀφείλομεν ν’ ἀναπτύξωμεν, μεταῤῥυθμίζον-
2040τες αὐτὰς ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον μὲν, ἀλλὰ μεθ’ ὅλης τῆς
2041δυνατῆς φειδοῦς, εἰσὶν αἱ ὑπηρεσίαι τῶν δημοσίων ἔργων,
2042καὶ αἱ σκοποῦσαι τὴν χειραγώγησιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν
2043τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Αἱ ὑπηρεσίαι αὗταί εἰσιν
2044ἀτελεῖς· οἱ σκοποὶ δὲ, οὓς ἐπιδιώκουσιν, εἰσὶ τοιαύτης σπου-
2045δαιότητος, εἰς τὴν σημερινὴν πρὸ πάντων οἰκονομικὴν κα-
2046τάστασιν ἡμῶν, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον, νὰ βελ-
2047τιώσωμεν καὶ ἀναπτύξωμεν αὐτάς, ἐὰν θέλωμεν αἱ παρα-
2048γωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους νὰ ὑποστηριχθῶσι κατὰ τρόπον,
2049ἀσφαλίζοντα τὴν εἴσπραξιν τῶν 70 ἑκατομμυρίων, ἅτινα
2050ὑπελογίσαμεν, καὶ ἐπιτρέποντα ἡμῖν, νὰ ἐλπίσωμεν ἐν προ-
2051σεχεῖ μέλλοντι εἴσπραξιν ἀνωτέραν τοῦ ποσοῦ τούτου. Συμ-
2052ψηφίζων τὰς ἐλαττώσεις, ἃς δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ
2053τῆς ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον διαῤῥυθμίσεως ὑπηρεσιῶν τινων,
2054μὲ τὰς αὐξήσεις, ἃς ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τῆς
2055ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον μεταῤῥυθμίσεως ἄλλων ὑπηρεσιῶν,
2056εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τῶν δαπανῶν, τῶν διὰ τὰς πολιτικὰς ἡμῶν
2057ἀνάγκας προωρισμένων, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ πολὺ
2058δύο ἑκατομμυρίων οἰκονομίαν.
2059§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ ποῦ;
2060§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραδείγματος χάριν, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκον-
2061ται σήμερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δυνάμεθα νὰ μὴ δαπανή-
2062σωμεν διὰ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν τὸ ὅλον τῶν ἀνα-
2063γραφομένων δι’ αὐτὴν 600,000 δρ. μήτε τὸ ὅλον τῶν δραχ.
2064300,000, τῶν ἀναγραφομένων διὰ βοηθήματα. Δυνάμεθα νὰ
2065μὴ δαπανήσωμεν τὸ ὅλον τῶν ἀναγραφομένων ποσῶν διά
2066τινα ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης
2067δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βή-
2068ματος νὰ σᾶς συντάξω Προϋπολογισμὸν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς
2069λεπτομερείαις.
2070§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ δικα-
2071στήρια;
2072§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ μεταῤ-
2073ῥυθμισθῶσι κατὰ τρόπον, ἐπιτρέποντα νὰ ἀμείβωνται πλειό-
2074τερον οἱ δικασταὶ, ἄνευ αὐξήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
2075Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν δὲ ἐπιθυμῇ τις, ὅπως ἐγὼ
2076ἢ πᾶς ἄλλος βουλευτὴς, μὴ ἔχων ἐνώπιόν του ἢ μόνον τὰ
2077τεύχη τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ στοιχειώδη ἐκεῖνα τεύχη
2078τῶν Ἀπολογισμῶν, ἅτινα γνωρίζετε πάντες, καὶ ἐξ ὧν οὐδε-
2079μίαν θετικὴν καὶ πλήρη πληροφορίαν λαμβάνει τις περὶ τῆς
2080διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δύναται νὰ μορφώσῃ
2081ἐκ τοῦ προχείρου γνώμην περὶ παντὸς κονδυλίου τοῦ Προϋ-
2082πολογισμοῦ, καὶ συντάξῃ πλήρη τοιοῦτον, ἡ τοιαύτη ἐπιθυ-
2083μία νομίζω δὲν εἶναι σοβαρά. Διὰ γενικῶν γραμμῶν δυνά-
2084μεθα νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας, περὶ τῶν λεπτομερειῶν ὅμως
2085οὐδεμίαν θετικὴν σκέψιν δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν. Πῶς θέλετε
2086νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, ἂν π. χ. τὸ Γυμνάσιον Α. ἦναι χρήσιμον
2087ἢ οὒ, καὶ ἂν ἡ δαπάνη Α. ἢ ἡ Β. ἦναι σκόπιμος καὶ ἐπωφε-
2088λὴς ἢ οὔ; ἂν τὸ Προξενεῖον Β. ἦναι πλουσιοπαρόχως προι-
2089κοδοτημένον, ἢ ὄχι; Ὥστε, καὶ ἄν, χάριν ἁβροφροσύνης, ἀπαν-
2090τῶ εἰς τὰς ἐρωτήσεις ὑμῶν, ἐννοῶ τὰς ἀπαντήσεις μου ταύτας
2091νὰ θεωρήσητε ὡς ἁπλᾶς ἐνδείξεις, αἵτινες τότε μόνον δύναν-
2092ται νὰ λάβωσι χαρακτῆρα ὁριστικῶν μέτρων, ὅταν μορφω-
2093θῶσι συμφώνως πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς τὰς
2094πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἃς ἔχετε ὑμεῖς.
2095Αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν δαπάναι, αἱ δαπάναι δηλ. τῶν δύο
2096Ὑπουργείων, τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀνέρχον-
2097ται κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς 22 ἑκατομμύρια περίπου.
2098Νομίζω, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς Ὑπουργείοις δυνάμεθα νὰ
2099φέρωμεν οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν. Τὴν οἰκονομίαν δὲ ταύ-
2100την πρέπει νὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ στρα-
2101τιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ δυνάμεθα
2102νὰ μορφώσωμεν, λαμβάνοντες ὡς ἀφετηρίαν τὰς ἰδέας αὐ-
2103τοῦ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀναπτυχθείσας ἐν τῇ Βουλῇ
2104κατὰ τὸ 1880, καὶ ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὀργα-
2105νισμῶν τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα δὲν δύνανται ἐν καιρῷ εἰ-
2106ρήνης νὰ ἵστανται διαρκῶς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἀλλ’
2107ἑτοιμάζονται, ὅπως ὦσιν ἱκανὰ διὰ στρατιωτικὴν ἐνέργειαν
2108μόνον ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσι. Καὶ τοιοῦτον Ἔθνος θὰ
2109ἀναφέρω ἐν παραδείγματι τὴν Ἑλβετίαν, παρακαλῶν ἵνα
2110μὴ παρερμηνευθῇ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο, ὅπως πα-
2111ρηρμηνεύθη καὶ τὸ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Δὲν
2112εἶμαι στρατιωτικὸς, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ πραγματευθῶ τὰς
2113τὰς λεπτομερείας στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐξετάζω μό-
2114νον αὐτὸν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Βλέπω, ὅτι ἡ Ἑλβε-
2115τία ἔχει ὀργανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν καιρῷ ἀνάγκης
2116δύναται νὰ κινητοποιήσῃ 200 χιλ. ἀνδρῶν. Ἐπραγμα-
2117τοποίησε δὲ τοῦτο κατὰ τὸ 1870, καὶ ἐμπόδισε τὴν
2118εἰς τὰς χώρας αὐτῆς εἰσβολὴν τοῦ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Βούρ-
2119βαχην Γαλλικοῦ σώματος. Ἡ Ἑλβετία δαπανᾷ διὰ τὸν στρα-
2120τὸν αὐτῆς 14 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· ἀφοῦ δὲ αὕτη δι’ ὀρ-
2121γανισμὸν, ἐπιτρέποντα τὴν ἐν καιρῷ ἀνάγκης κινητοποίησιν
2122200 χιλιάδων ἀνδρῶν, δαπανᾷ 14 ἑκατομμύρια, πιστεύω, ὅτι
2123ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ἀπο-
2124βλέποντα κινητοποίησιν μικροτέρου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, καὶ ἀπαι-
2125τοῦντα δαπάνην ὀλιγωτέραν τοῦ τῆς Ἑλβετίας. Ἐπὶ τῇ
2126βάσει τοιούτου ὀργανισμοῦ, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὰς δα-
2127πάνας τῶν δύο Ὑπουργείων εἰς 15–16 ἑκατομμύρια. Εὑρί-
2128σκω δὲ ὑποστήριξίν τινα τῆς ἰδέας μου ταύτης καὶ ἐν τοῖς
2129στρατιωτικοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2130νήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπέβαλεν ἐν τῇ
2131Βουλῇ. Δι’ αὐτῶν παραδέχεται δύο θεμελιώδεις ἰδέας, ἐπὶ
2132τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυό-
2133μενον σύστημα, τὴν ἰδέαν τοῦ σχηματισμοῦ διαθεσίμων
2134κληρωτῶν, καὶ τὴν τοῦ σχηματισμοῦ στελεχῶν ἐφεδρείας.
2135Ἂν ἐπεκτείνωμεν κατὰ τι τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ παραδε-
2136χθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ἣν παραδέχονται πλεῖστα ἄλλα Κράτη,
2137τῆς χρησιμοποιήσεως μέρους τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν
2138ἡμῶν καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, π. χ. εἰς τὴν
2139Διοίκησιν, εἰς τὰ δημόσια ἔργα, εἰς τὰ Προξενεῖα κτλ. θὰ
2140δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ὀργανισμὸν στρατιωτικὸν, ἐπιτρέ-
2141ποντα οἰκονομίαν 6–7 ἑκατομμυρίων. Νομίζω δὲ, ὅτι
2142τοιοῦτος στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς εἶναι λυσιτελέστερος διὰ
2143τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καίπερ στερουμένων τῶν
2144στρατιωτικῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἔχουσιν ἄλλοι πολυ-
2145τελέστεροι ὀργανισμοὶ, διότι θὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγ-
2146ματικῶν ἡμῶν πόρων, ἐπὶ τῶν ἀληθῶν οἰκονομικῶν δυνά-
2147μεων τοῦ τόπου, καὶ δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ αὐτάς. Στηριζόμενος
2148δὲ ἐπὶ τῶν ἀληθῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, θὰ
2149ἦναι ὀργανισμὸς, ὅστις θὰ ἐφαρμοσθῇ πράγματι, καὶ οὐχὶ
2150κολοβωμένος καὶ ἀτελὴς, ὅπως ἐφαρμόζονται οἱ στρατιωτικοὶ
2151ὀργανισμοὶ, οὓς κατ’ ἔτος μεταῤῥυθμίζομεν, καὶ οἵτινες, ὡς
2152γνωρίζομεν πάντες, ἀτελέστατα ἔφερον ἀποτελέσματα διὰ
2153τὴν πραγματικὴν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Θεωρῶ
2154προτιμότερον τὸν ἀτελέστερον ὀργανισμὸν, ὅταν ἐφαρμόζωμεν
2155αὐτὸν, παρὰ τὸν τελειότερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν στρατιω-
2156τικῶν αὐτοῦ ἀρετῶν, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ᾖναι προβλη-
2157ματική. Ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα,
2158ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν μᾶλλον δια-
2159κεκριμένων, εὗρον δ’ αὐτοὺς ἐπιδοκιμάζοντας αὐτὴν καὶ ἀπο-
2160φαινομένους, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς, ὅπως ἐφαρ-
2161μοσθῇ πλήρης, ἀπαιτεῖ δαπάνας πολὺ πλείονας ἐκείνων, ἃς
2162οἱ πόροι ἡμῶν ἐπιτρέπουσι ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπο-
2163λογισμῷ, καὶ ὅτι μυριάκις προτιμοτέρα εἶναι ἡ παραδοχὴ
2164ἀτελεστέρου ὀργανισμοῦ, δυναμένου νὰ τύχῃ πλήρους ἐφαρ-
2165μογῆς, καὶ μὴ προσκόπτοντος ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν
2166ἡμῶν στενοχωριῶν.
2167Ὅταν ζητήσωμεν διὰ τῆς φορολογίας παρὰ τοῦ Ἔθνους,
2168ὅ,τι δύναται νὰ μᾶς δώσῃ, ὅταν ἐφαρμόσωμεν πᾶσαν δυνατὴν
2169οἰκονομίαν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους καὶ
2170περιστείλωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν
2171δαπάνας, δὲν δυνηθῶμεν δὲ νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον βέβαιον
2172καὶ ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, τότε, οὐ
2173μόνον δικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ
2174τῶν δανειστῶν ἡμῶν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας τοιαύτας,
2175αἵτινες νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν νὰ μὴ συντρίψωμεν τὰς παρα-
2176γωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ νὰ σώσωμεν τὰ συμφέ-
2177ροντα καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Τοῦτο ὑπαγορεύει
2178καὶ ἡ κοινὴ λογικὴ, καὶ ἡ ἐπιστήμη, τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέ-
2179γνωσα τὸ πόρισμα, ὅπερ ἐξάγει ὁ διακεκριμένος καὶ εἰδικώ-
2180τερος περὶ τὰ τοιαῦτα δημοσιολόγος τῆς Εὐρώπης. Ἂν δὲν
2181πράξωμεν τοῦτο, παραβιάζομεν καὶ τὰ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ
2182τὰ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καθήκοντά μας. Θεωροῦντες δὲ
2183ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιολογημένην καὶ ἐπιβαλλο-
2184μένην τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἡμῶν καὶ ἐν τοῖς δανείοις
2185ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τοῦ τρόπου, τοῦ
2186ὀλιγώτερον ζημιοῦντος τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τὸ κεφάλαιον,
2187ὅπερ τοιοῦτον φέρει χαρακτῆρα, εἶναι τὸ τῶν χρεωλύτρων,
2188τῶν ὁποίων δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν, μέχρις
2189ὅτου δι’ ἐπιτυχίας θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν
2190ὀργανίσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τρόπον βοη-
2191θοῦντα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων ἡμῶν καὶ ἐπιτρέποντα τὴν
2192ἐπανάληψιν αὐτῆς. Δὲν εἶναι δὲ σπουδαῖος ὁ φόβος, ὅτι τὰ
2193ἀναβαλλόμενα ποσὰ θὰ συσσωρευθῶσι καὶ ἀποτελέσωσι τὰ
2194ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
2195ψηφίας, ὡς ποσὸν ἀπαιτητόν. Τὸ ἀναβαλλόμενον ποσὸν θ’
2196ἀποτελέσῃ κεφάλαιον ἀναβαλλομένου χρέους, τὸ καλούμενον
2197dette differée, ὅπερ θὰ δυνηθῶμεν νὰ μετατρέψωμεν εἰς
2198πάγιον δάνειον. Τὸ κεφάλαιον τῶν χρεωλυσίων, ὅπερ δύνα-
2199ται ν’ ἀναβληθῇ, ἐσφαλμένως ὑπελόγισεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς
2200τῆς πλειοψηφίας εἰς 4 περίπου ἑκατομμύρια· ἐλησμόνησεν,
2201ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχει καὶ ἕτερον κεφάλαιον
2202δαπανῶν, τὸ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἐνόμισε
2203φαίνεται, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀφορᾷ
2204καὶ τὰ χρεωλύσια. Μετὰ τῆς διαφορᾶς δὲ ταύτης τὸ ποσὸν
2205τῶν χρεωλυσίων ἀνέρχεται εἰς 5,525,000 δραχμῶν.
2206Διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων θὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κεφά-
2207λαιον τῶν δαπανῶν ἡμῶν κατὰ 14,500,000, θὰ μᾶς μείνῃ
2208δὲ ἔλλειμμα 8,500,000. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας εἴ-
2209πομεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν καί τι
2210περισσότερον τῶν 70 ἑκατομμυρίων. Τὸ περιπλέον τοῦτο τῶν
2211εἰσπράξεων δυνάμεθα νὰ τὸ ὁρίσωμεν διὰ τὴν πληρωμὴν
2212τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἂν ἡμεῖς εἴχομεν καὶ ἀμυδρὰν ἐλπίδα,
2213ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν ἀνώτερον τῶν 70 ἑκατομμυρίων,
2214ἡ πλειοψηφία βεβαίως δὲν θ’ ἀντέλεγεν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ
2215δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐλπίδα. Δὲν ἐλπίζομεν, ὅτι κατὰ τὰ
2216πρῶτα δύο ἢ τρία ἔτη θὰ ἦναι δυνατὴ εἴσπραξις ἀνωτέρα
2217τῶν 70,000,000. Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τοιαύτην μετὰ
2218δύο ἢ τρία ἔτη, ὅτε διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν
2219ἡμῶν ἐπὶ θετικῶν βάσεων θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξις
2220τοῦ τόπου. Τὴν κάλυψιν τοῦ κλάσματος τούτου τοῦ ἐλλείμ-
2221ματος θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ συνεννοήσεως μετὰ
2222τῶν δανειστῶν ἡμῶν, δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν δυνατῶν οἰκο-
2223νομικῶν συνδυασμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ βλάβης αὐτῶν
2224θὰ δύνανται οὗτοι νὰ μᾶς εὐκολύνωσιν, ἀπαλλάττοντες ἡμᾶς
2225τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν
2226καὶ ἑτέρου μέρους τῶν δανείων ἡμῶν, χάριν τῆς σωτηρίας
2227καὶ τοῦ τόπου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν αὐτοῦ.
2228Πιστεύομεν δὲ, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνά-
2229μεθα νὰ εὕρωμεν πόρους τινὰς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καλύψω-
2230μεν μέρος τοῦ ὑπολοίπου τούτου τοῦ ἐλλείμματος, ὡς τοιοῦ-
2231τον δὲ πόρον ἀνέφερον ὡς παράδειγμα τὴν μοναστηριακὴν
2232περιουσίαν. Τὴν γνώμην μου ταύτην παρερμηνεύοντες, ἐνό-
2233μισαν, ὅτι παραπέμπω τὸ Δημόσιον εἰς τὰς Μονὰς, διὰ νὰ
2234εὕρῃ τὸ ὅλον τῶν πόρων τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψιν τοῦ
2235ἐλλείμματος. Ἡ μοναστηριακὴ περιουσία δὲν εἶναι γνωστὴ,
2236οὔτε εἰς ὑμᾶς, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Παρεκάλεσα τὸν
2237κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ κα-
2238τάστασιν τῆς περιουσίας ταύτης, ἀλλ’ οὗτος ἐδήλωσεν,
2239ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὴν κάμῃ·
2240ὑπάρχει ἁπλοῦν τι κτηματολόγιον, ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται
2241τὸ εἶδος τῶν κτημάτων, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ἡ ποιότης καὶ
2242ἡ ἀξία αὐτῶν. Γνωρίζομεν, ὅτι εἰσπράττονται 2,800,000
2243δραχ., δαπανῶνται 1,700,000 δραχ., καὶ μένουσι περίσσευμα
22441,100,000 δραχ. Ὅτι δὲ αἱ εἰσπράξεις αἱ καταγραφόμε-
2245ναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν εἶναι ἐκεῖ-
2246ναι, ἃς δύναται νὰ φέρῃ ἡ περιουσία τῶν Μονῶν, τοῦτο πάν-
2247τες γνωρίζομεν. Πρὸ ὀλίγου δὲ ἀκόμη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κε-
2248φαλληνίας εἶπεν ἡμῖν, ὅτι κτήματά τινα μοναστηριακὰ, κεί-
2249μενα ἐν Λευκάδι, ζητοῦνται νὰ ἐνοικιασθῶσιν εἰς τιμὴν τρι-
2250πλασίαν ἐκείνης, εἰς ἣν εἶναι ἐνοικιασμένα· ἕκαστος δ’ ἐξ ὑμῶν,
2251πιστεύω, ὅτι θὰ γνωρίζῃ κτήματα καὶ ἄλλων Μονῶν, δυνά-
2252μενα νὰ φέρωσιν ἐνοίκιον ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ φέρουσι
2253σήμερον. Ἡ περιουσία αὕτη, τακτοποιουμένη καὶ καλῶς δια-
2254χειριζομένη, δύναται, μετὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ καὶ πλήρη συντή-
2255ρησιν τῶν Μονῶν, ν’ ἀφήσῃ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νὰ χρη-
2256σιμεύσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅπερ
2257θὰ λάβῃ αὐτὸ ἐν εἴδει δανείου. Ἀλλὰ καὶ τὸ σημερινὸν πε-
2258ρίσσευμα τῶν δραχμῶν 1,100,000 δύναται ὡσαύτως νὰ κα-
2259λύψῃ μέρος τοῦ ἐλλείμματος.
2260§78ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τοὺς
2261ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρου-
2262σιάζεται τὸ περίσσευμα, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ
2263συμβουλίου τῶν Μονῶν, παρουσιάζεται καὶ ἔλλειμμα. Εἰς
2264τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους κατέθηκα, ὑπάρχουσι καὶ αἱ δύο
2265στῆλαι.
2266§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἐπίσημος Προϋ-
2267πολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν, εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
2268γείου συντασσόμενος. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δικαιολογεῖται ἡ
2269ὕπαρξις καθυστερημάτων ἐπὶ τοιούτων καὶ ὡρισμένων ἐσό-
2270δων. Τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν δὲν ἐθεώρησα ὡς πόρον
2271ἐπαρκῆ, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, πρὸς κάλυψιν τοῦ
2272ἐλλείμματος. Ἐπιβοηθητικῶς εἶπον, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ Προ-
2273ϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποσόν τι πρὸς ἐλάττωσιν
2274τοῦ ὑπολοίπου τοῦ ἐλλείμματος. Θὰ ἔχητε μέγα ἄδικον, ἂν
2275ζητῆτε νὰ σᾶς εἴπωμεν πλειοτέρας λεπτομερείας, καὶ συντά-
2276ξωμεν τέλειον Προϋπολογισμὸν ἡμεῖς, οἵτινες στερούμεθα
2277καὶ τῶν στοιχειωδεστέρων ἐπισήμων πληροφοριῶν πρὸς ἐξέ-
2278λεγξιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Σᾶς ὑποβάλλομεν τὰς γενι-
2279κὰς γραμμὰς συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι
2280δύνανται νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν κατὰ τρό-
2281πον, ὅστις δὲν θὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἐξάντλησιν καὶ
2282τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, καὶ θὰ σώσῃ τήν τε τιμὴν
2283τοῦ Ἔθνους καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν αὐτοῦ.
2284Ἐκεῖνοι, οἵτινες, παρερμηνεύοντες τὰς σκέψεις μας καὶ τὰς
2285προτάσεις μας, προσπαθοῦσι νὰ μᾶς ἀποδώσωσι τὴν ἰδέαν
2286τῆς χρεωκοπίας, μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἴμεθα πάντοτε ἐν καιρῷ
2287διὰ νὰ χρεωκοπήσωμεν. Ἄ! Κύριοι, εἴμεθα πάντοτε ἐν
2288καιρῷ, ἀλλὰ τότε θὰ χρεωκοπήσωμεν πράγματι, θὰ πρά-
2289ξωμεν πρᾶξιν, ἥτις, ἐρχομένη μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τό-
2290που, θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, θὰ προσβάλῃ τὴν
2291τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἀνόρ-
2292θωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν.
2293Τὴν τοιαύτην χρεωκοπίαν, ἣν ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι εἰς πᾶ-
2294σαν στιγμὴν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀπο-
2295φύγωμεν. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγομεν, ὅτι πρέπει, ἐνόσῳ
2296εἴμεθα ἐν καιρῷ, — καὶ μόνον τώρα εἴμεθα ἴσως εἰσέτι ἐν
2297καιρῷ, — νὰ προλάβωμεν τὸ μέγα τοῦτο δυστύχημα, τὸ
2298ὁποῖον ἐπαπειλεῖ τὸν τόπον. Ὀφείλομεν νὰ τὸ προλάβωμεν,
2299καὶ ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα ἄλλως, παραδεχόμεθα τὸ μικρό-
2300τερον κακὸν, τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς μέρους τῶν χρεῶν
2301ἡμῶν, μετὰ τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν. Ὀφείλομεν νὰ
2302ὑποστῶμεν τὴν θυσίαν ταύτην τῆς φιλοτιμίας ἡμῶν, διὰ νὰ
2303ἀποφύγωμεν τὴν καταστροφὴν καὶ τὸ στίγμα τῆς χρεωκο-
2304πίας.
2305Διὰ τοῦτο σᾶς λέγομεν, μὴ ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσῃ ὁ τόπος,
2306ὅ,τι δὲν δύναται νὰ δώσῃ· μὴ θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε παρ’
2307αὐτοῦ τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεώς του.
2308Ζητήσατε ὅ,τι δύναται νὰ σᾶς δώσῃ, ἐλαττώσατε τὰς δα-
2309πάνας ὑμῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ ἐκείνου, οὗτινός εἰσιν ἐπιδε-
2310κτικαὶ, ἄνευ παραλύσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους· ζητή-
2311σατε δὲ τότε καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου τὰς
2312συγκαταβάσεις, ἃς ἐπιβάλλει καὶ τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν
2313ἰδίων.
2314Σᾶς λέγομεν δὲ ταῦτα, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι μό-
2315νον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὴν
2316τιμὴν τοῦ Ἔθνους, νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτὸ τὰ μέσα τῆς
2317ὑπάρξεως καὶ προαγωγῆς του, καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν ἐν τῷ
2318μέλλοντι τὴν πίστιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐχάσαμεν ἤδη.
2319§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, Κύριε,
2320Πρόεδρε.
2321§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2322Ὥρᾳ 8½ μ. μ.