| 1072 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Ἀθ. Ἴσκος | Ο | |
| 1073 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | |
| 1074 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | ||
| 1075 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Μ. Γουλιμῆς | Ο | |
| 1076 | Μ. Ἰατρίδης | ἀρν. | Πολυχρ. Κωσταντᾶς | Ν | |
| 1077 | Γ. Χατζόπουλος | Ν | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | |
| 1078 | Δ. Μίλησης | Ο | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | |
| 1079 | Σπ. Νοταρᾶς | Ι. Παδοβᾶς | |||
| 1080 | Γ. Κούστας | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | |
| 1081 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | |
| 1082 | Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| 1083 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| 1084 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| 1085 | Δ. Πετρίδης | Ν | Παν. Βενιεράτος | Ο | |
| 1086 | Ἄγγελ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| 1087 | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Γεώργ. Κόρπας | Ο | ||
| 1088 | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | |
| 1089 | Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 1090 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| 1091 | Ἡλ. Φλέσσας | Ν | Νικ. Νομικός | Ο | |
| 1092 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| 1093 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | ||
| 1094 | Π. Μανέτας | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| 1095 | Ι. Ἀντωνόπουλος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| 1096 | Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ο | ||
| 1097 | Κ. Κατσικόπουλος | Ν | Νικ. Κρίσπης | Ο | |
| 1098 | Δ. Ν. Βότσαρης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |||
| 1099 | Κ. Καραπάνος | Ν | Κων. Κοσσονάκος | ||
| 1100 | Γ. Παχύς | Ο | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 1101 | Στέφ. Δραγούμης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 1102 | Δ. Ράλλης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ο | |
| 1103 | Ἀνδρ. Ψύλλας | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 1104 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο | |
| 1105 | Ι. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | Ν | ||
| 1106 | Ν. Μπουφίδης | Ο | Ξανθός Πικουλάκης | Ο | |
| 1107 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ἰω. Καρτάλης | Ο | |
| 1108 | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | ||
| 1109 | Ν. Λεβίδης | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1110 | Σπ. Κουκούλεζας | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | Ο | |
| 1111 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο | |
| 1112 | Γ. Ῥοῦφος | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 1113 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Κων. Μαρκίδης | Ο | |
| 1114 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | ||
| 1115 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1116 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 1117 | Α. Φωτήλας | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| 1118 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| 1119 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 1120 | Αχ. Γεροκωστόπουλος | Περ. Πεῤῥωτής | Ν | ||
| 1121 | Ι. Κρεστενίτης | Ν | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| 1122 | Ν. Κουμανιώτης | Ν | Περ. Μποῦτος | ||
| 1123 | Β. Βουδούρης | Ο | Παν. Σάκης | Ν | |
| 1124 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Νικ. Παπαλέξης | Ν | |
| 1125 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | ||
| 1126 | Ν. Παπανικολάου | Ο | Πέτρος Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1127 | Ν. Καφφετζόγλους | Ο | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ν | |
| 1128 | Ι. Πεζᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | |
| 1129 | Κ. Σινέλης | Ο | Δημ. Κάρτσωνας | Ν | |
| 1130 | Κ. Λομβάρδος | Ο | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| 1131 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 1132 | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | ||
| 1133 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 1134 | Γ. Θεοτόκης | Ο | Γ. Φραγγίδης | Ο | |
| 1135 | Κ. Βασιλάκης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 1136 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Τάκης | Ο | |
| 1137 | Ν. Βασιλάκης | Ταρμπάζης | Ο | ||
| 1138 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ο | |
| 1139 | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 1140 | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| 1141 | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 1142 | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | Δημ. Ζουλούμης | Ο | |
| 1143 | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 1144 | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
1887.03.10
1.701 στίχοι · 12.638 λέξεις · 1 πίνακας · 150 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 10 Μαρτίου 1887.
(Τρίτη).
Ὥρα 3 μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν Αἰγίῳ ἐγένετο ἐκτίμησις σταφιδαμπέλων καὶ γαιῶν, τὰς ὁποίας κατέλαβεν ὁ σιδηρόδρομος. Τὰς διαφόρους ταύτας ἐκτιμήσεις ἀπεδέχθησαν πολλοὶ κάτοικοι, ἀλλ’ ὁ κ. ἔπαρχος δὲν ἀποστέλλει τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα. Ὅλος ὁ κόσμος παραπονεῖται. Ὁ κ. Δαλιάνης — ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κρεστενίτου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς — μοὶ γράφει, ὅτι τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Παλουκίου, ἐνῷ ὁ ἐργολάβος ἔλαβε 45 χιλιάδας δρ., ἐγκατελείφθη, καὶ ὁ λιμὴν ἐκεῖνος πρόκειται νὰ καταστραφῇ. Καὶ σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐνδιαφερόμενος, πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι προθυμότατος εἰς τοιαῦτα ἔργα νὰ συντρέξω.
§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁμολογουμένως τὸ ἔργον ἐκεῖνο πρόκειται νὰ καταστραφῇ, ἂν δὲν μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα πρὸς συντέλεσιν τοῦ ἔργου.
§4ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κωμόπολις Κοσμᾶς εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Σελινοῦντος, ἔχει πληθυσμὸν ἱκανὸν, διότι ἔχει 150 μαθητὰς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου· ἐκεῖ εἶχε συστηθῆ ἄλλοτε καὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει, ἀλλὰ κατόπιν κατηργήθη· ἤδη κατηργήθη σιωπηρῶς καὶ τὸ δημοτικὸν, διότι ἐπὶ τρία ἔτη οὔτε, οἱ κάτοικοι οὔτε οἱ μαθηταὶ εἶδον δημοδιδάσκαλον. Δὲν ἠξεύρω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐπῆλθεν ἡ σιωπηρὰ αὕτη κατάργησις· νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς κωμοπόλεως ταύτης, ἥτις μάλιστα εἶναι ἐντὸς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ἐκλογέων τῆς κωμοπόλεως ταύτης, ἕνεκα τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐσχάτως ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς· ἀλλ’ ἂς μάθῃ, ὅτι θὰ εὐχαριστηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν διορίσῃ ἐκεῖ ἕνα δημοδιδάσκαλον. Ἂν ἐπιμένῃ νὰ μὴ διορίσῃ τοιοῦτον, θὰ ἐπιμένουν καὶ οἱ ἐκεῖ ἐκλογεῖς νὰ μὴ τὸν εὐχαριστοῦν· 33 μόνον ψήφους εἶχεν εἰς τὸ Ναὶ τῆς ἐν τῇ κωμοπόλει ἐκείνῃ κάλπης του ἐπὶ 300 ψηφοφορησάντων.
§5ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Πρῶτον, ἀγνοῶ πόσας ψήφους ἔλαβον εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας· ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβον, θέλω φροντίσει νὰ συμπληρώσω τὸ σχολεῖον, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι περὶ τούτου. Ἴσως τὸ σφάλμα εἶναι εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς ἀνεκοίνωσε τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
§6ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνδιαλέξει τὸν εἰδοποίησα περὶ τούτου. Τὸν διαβεβαιῶ ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ παρουσίᾳ μου ἐκάλεσε τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον καὶ τὸν ἠρώτησες περὶ τούτου, οὗτος δὲ τῷ ἀπήντησε: «Δὲν ἐνθυμεῖσθε; Προχθὲς μετεθέσαμεν ἐκεῖ ἕνα δημοδιδάσκαλον, ἀλλὰ πάλιν τὸν μετεθέσαμεν ἐκεῖθεν, διότι τὸ ἀπῄτησεν ὁ.....»
§7ΜΑΝΕΤΑΣ. Βλέπετε, ὁμολογεῖτε, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκεῖ δημοδιδάσκαλος, καὶ ἄν μετετέθη, ἐτοποθετήθη ἄλλος ἐκεῖ.
§8ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διὰ τὴν ἔλευσιν τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ κἄπως ἠγωνίσθην, ἡ μόνη παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἦτο, νὰ διορίσῃ δημοδιδάσκαλον ἐκεῖ, διότι ἐπὶ τρία ἔτη ἔμενεν ἡ κωμόπολις ἄνευ δημοδιδασκάλου. Παρῆλθον τόσοι μῆνες, καὶ μόλις κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἐνθυμήθη τὴν παράκλησίν μου, μεταθέσας ἐξ ἄλλου δήμου δημοδιδάσκαλον ἐκεῖ, ὃν ὅμως ἀμέσως μετέθεσεν ἐκεῖθεν.
§9ΜΑΝΕΤΑΣ. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§10ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς φέρω καὶ τὰ χαρτιά σας.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν βλέπω ἐγγεγραμμένον, κ. Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔχω ὑποβάλει, καὶ τὸ ὁποῖον τροπολογεῖ τὸ ἰσχύον νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὑπεβάλετε τὸ νομοσχέδιόν σας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἔχει ἤδη ἕτοιμον γενικὸν περὶ τούτου νομοσχέδιον.
§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐγγραφήν.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Προεδρεῖον εἶναι δεδικαιολογημένον, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βαλσαμάκη ἀφεώρα εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυβερνητικοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὸ ἴδιον αὑτῆς νομοσχέδιον, ἐὰν τοῦτο ἱκανοποιῇ τὸν κ. βουλευτήν, θέλει συγκατατεθῆ οὗτος, ἢ νὰ ἀποσύρῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ προτεινόμενον, ἢ νὰ τὸ συγχωνεύσῃ ἐν τῷ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ὡς καὶ ἄλλοι τινὲς βουλευταὶ ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων, εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Ἰονίων νήσων. Ἐβράδυνα νὰ τὰς ὑποβάλω, διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ τὰς προσαγάγω τυπωμένας. Περιελήφθησαν δὲ ἐν μιᾷ καταστάσει τῶν εἰσοδημάτων καθ’ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1885 καὶ κατὰ τὸ χρονολογικὸν ἔτος 1886. Ἡ χρῆσις διαιρεῖται εἰς διαχείρισιν ταμείων καὶ διαχείρισιν τελωνείων, ἡ διαχείρισις ταμείων πάλιν ὑποδιαιρεῖται εἰς 9 διάφορα κεφάλαια, ἡ δὲ τῶν ταμείων εἰς 6 διάφορα κεφάλαια, ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρίσκονται ταξινομημένα πάντα, ὅσα ἐζητήθησαν. Ἡ κατάστασις διὰ τὸ ἔτος 1885 εἶναι πλήρης δι’ ὅλην τὴν χρῆσιν, διότι ἐξικνεῖται μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Διὰ τὸ 1886 δὲν δύναται νὰ ἦναι πλήρης ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν, εἶναι ὅμως πλήρης ὡς πρὸς τὸ χρονολογικὸν ἔτος, διότι ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1886 καὶ λήγει τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὰ εἰσοδήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἀποκλειστικῶς ἐντὸς τοῦ ἔτους καὶ ὄχι ἐντὸς τῆς χρήσεως, περιέχει ἡ κατάστασις πλήρη τὴν χρῆσιν. Πλὴν τούτου παρεσκευάσθησαν καὶ δύω ἢ τρεῖς ἄλλοι πίνακες, ζητηθέντες εἰδικώτερον, οἵτινες θέλουσιν ὑποβληθῆ σήμερον. Οὗτοι συμπληροῦσι σχεδὸν πάντα, ὅσα ἐζητήθησαν· θέλουσι δὲ διανεμηθῆ τὰ ἀντίτυπα σήμερον. Μετὰ τὴν διανομὴν αὐτῶν θέλομεν παρακαλέσει τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων, ἵνα συνέλθωσι καὶ διασκεφθῶμεν περὶ τῶν κατὰ τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐν τούτοις μετὰ τῶν ἄλλων φορολογικῶν νομοσχεδίων δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ τὸ ἀναγγελθὲν περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς μεταλλικόν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται ἤδη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81).
§15ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ νόμος, ὅστις ἀπαγορεύει τὴν ποιμνιοβοσκήν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν ἐπέφερεν ἀντίθετα ἀποτελέσματα, συνάμα δὲ κατέστρεψε καὶ τὴν μικρὰν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ κτηνοτροφίαν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 82).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου. Ὁ κ. Ι. Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μικρόν. Πάντες διατελοῦμεν ἐν γνώσει τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας τοῦ Κράτους καὶ πάντες ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Ἂν δ’ ἐν κανονικῇ πορείᾳ τῶν πραγμάτων, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δικαιοῦνται νὰ μετέχωσι τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀντικειμένων καὶ νὰ δίδωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην, ἀφοῦ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἐξέτασις τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, πόσῳ μᾶλλον τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται αὐτοῖς, ὁπόταν τὸ Κράτος εὑρίσκηται ὑπὸ τοσοῦτον δυσοιώνους οἰκονομικοὺς ὅρους; Ἵνα δὲ πληροφορηθῶμεν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς εἰκόνος, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν τελευταῖον, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι τὰ μὲν ἔξοδα διὰ τὸ ἤδη ἀρξάμενον ἔτος προϋπολογίζονται εἰς 93 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθεστώτων νόμων εἰς 76,000,000. Παρατηροῦμεν, ὅθεν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐκ 17 ἑκατομμ. καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο βεβαίως ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν ὅπως καλυφθῇ. Τὰ ἐλλείμματα δὲ καλύπτονται εἴτε διὰ περικοπῆς τῶν δαπανῶν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, εἴτε διὰ τῆς ἐν μέρει μὲν περικοπῆς τῶν δαπανῶν, τῆς ἐν μέρει δ’ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως καταρτίσῃ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα ὀργανικῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ἡ γραφειοκρατία νὰ καταπαύσῃ καὶ ἡ διοίκησις νὰ ἁπλοποιηθῇ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προσγένηται μεγίστη οἰκονομία. Ἐλπίζω, ὅτι προσεχῶς θέλει ἐπιληφθῆ τῆς μελέτης τῶν τοιούτων ζητημάτων. Δὲν ἀπομένει ἑπομένως ἢ τὸ μέτρον τῆς ἐπιβολῆς φόρων· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιβολῇ αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν στοιχειωδῶν τοὐλάχιστον κανόνων τῆς ἐπιστήμης, καὶ νὰ μὴ μεταχειρισθῶμεν τὸ ἐμπειρικὸν σύστημα τῆς διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἐπιβαρύνσεως ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν· ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, τίνα εἰσὶ τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ἅτινά εἰσιν ἐπιδεκτικὰ βαρείας φορολογίας, καὶ ἐκεῖνα νὰ φορολογήσωμεν, νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν δὲ τὰ λοιπὰ εἴδη, ὅπως μὴ ἐξαντληθῇ ὁ τόπος καθ’ ὁλοκληρίαν. Τὰ εἴδη δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δέον βαρέως νὰ φορολογῶνται, δὲν εἶναι τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, οὐδὲ τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς πρῶται ὗλαι εἰς τὴν βιομηχανίαν· ἀλλὰ τοιαῦτα εἶναι βεβαίως ὁ καπνὸς καὶ τὰ πνευματώδη ποτά. Ὁ καπνὸς, κύριοι, πανταχοῦ φορολογεῖται βαρύτατα, ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ν’ ἀνατρέξω ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος τούτου εἰς ξένας ἐπικρατείας, ἵνα καταδείξω ὑμῖν, ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν ἐκ ταύτης ἐσόδων πρὸς τὰ ὅλα ἔσοδα τῶν Κρατῶν ἐκείνων, καὶ ποία ἡ ἀναλογία αὐτῆς ἐπὶ ἑκάστου ἀτόμου. Ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα λειτουργεῖ τὸ μονοπώλιον, τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους 1886–1887, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 375,438,000, ἅπαντα δὲ τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνέρχονται εἰς 3,016,087,000. Ἡ ἀναλογία ἑπομένως τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ πρὸς τὰ ὅλα ἔσοδα τοῦ Κράτους εἶναι περίπου τὸ ⅛, ἡ δὲ ἀναλογία ἐπὶ ἑκάστου ἀτόμου, τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς ἀνερχομένου εἰς 39 ἑκατομμύρια, εἶναι δέκα φράγκα. Ποίας δὲ ἀνάγκας της πληροῖ ἡ Γαλλία διὰ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ; Ἡ δαπάνη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέρχεται εἰς 574,758,438 φράγκα, τὸ δὲ ἔσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰς 375,438,000, ἤτοι ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ προσπορίζεται τὰ ⅘ τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ της. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρ. ἔτους, τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἀνέρχεται εἰς 176,300,000, ἀπέναντι ὀλικοῦ ποσοῦ ἐσόδων 1,365,766,703, ἑπομένως τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ ἀποτελεῖ τὸ ⅛ τῶν ὅλων ἐσόδων τῆς Ἰταλίας, ἡ δὲ τακτικὴ δαπάνη τοῦ στρατοῦ αὐτῆς ἀνέρχεται εἰς 215,043,773, ἤτοι διὰ τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ καπνοῦ πληρόνεται σχεδὸν ἅπασα ἡ δαπάνη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπὶ δὲ τοῦ πληθυσμοῦ ἐξ 29 ἑκατομμυρίων ἀναλογοῦσιν ἓξ φράγκα ἐπὶ ἑκάστου ἀτόμου. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι διάφορον, διότι ἐκεῖ, ὡς γινώσκετε, εἶνε ἀπηγορευμένη ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ, ὁ δὲ φόρος εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις, τὸ καθαρὸν ἔσοδον, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀνῆλθεν εἰς 9,376,092 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι εἰς 235 περίπου ἑκατομμύρια φράγκων, ἀπέναντι ὁλικῶν τακτικῶν ἐσόδων ἐξ 88,043,110 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 2,200,000,000 φράγκων. Συνεπῶς τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ ἀποτελεῖ περίπου τὸ ⅑ τῶν ὅλων ἐσόδων τοῦ Κράτους, δι’ αὐτοῦ δὲ πληρόνονται τὰ ⅘ τῆς ὅλης δαπάνης διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ναυτικοῦ, ἥτις κατὰ μὲν τὸ 1885 ἀνῆλθεν εἰς 11,427,000 λιρῶν, κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος προϋπελογίσθη εἰς 12,993,000. Ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ δὲ, ἀνερχομένου εἰς 35,000,000, ἀναλογοῦσιν 7 φράγκα κατ’ ἄτομον. Παρέβαλα τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδα πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δαπάνας, ἵνα καταδείξω τίνα κεφάλαια προσπορίζονται ἐκ τοῦ φόρου τούτου τὰ μεγάλα ταῦτα Κράτη, δι’ ὧν πληρόνουσι τὰς δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῆς κολοσσαίας αὐτῶν στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ἰσχύος. Ἐν Ἑλλάδι δὲ ποῖαι εἶναι αἱ ἀναλογίαι; Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέρχεται εἰς 94,000,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον ὑπολογίζεται, ἐκ μὲν τοῦ καθαροῦ φόρου εἰς 4,000,000, ἐκ τῶν ἑτέρων πληρωμῶν διὰ τὴν συσκευὴν καὶ κοπὴν εἰς 800,000, καὶ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου εἰς 2,400,000, ἐν ὅλῳ εἰς 7,200,000 δραχμάς. Περιλαμβάνω δὲ καὶ τὸν φόρον τοῦ σιγαροχάρτου, διότι, εἰ καὶ εἰσπράττεται κεχωρισμένως, οὐχ ἧττον εἶναι καὶ αὐτὸς φόρος τοῦ καπνοῦ. Τὸ ὁλικὸν ὅθεν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀποτελεῖ τὸ 1)14 τῶν ὅλων ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὸ ⅓ δὲ τῆς τοῦ στρατοῦ δαπάνης, ἀνερχομένης εἰς 22,344,000 δραχμάς. Ἐπὶ δὲ τοῦ πληθυσμοῦ 2 περίπου ἑκατομμυρίων ἀναλογοῦσι 3½ φράγκα κατ’ ἄτομον. Παρατηρεῖτε ὅθεν, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν φορολογεῖ τὸν καπνὸν ἀρκούντως βαρέως, ὅσῳ φορολογοῦσιν αὐτὸν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅτινα λαμβάνομεν πάντοτε ὡς ὑπογραμμὸν εἰς πάσας ἡμῶν τὰς ἐνεργείας. Ἐὰν κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἐφορολογεῖτο καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ καπνὸς, ἠθέλομεν ἔχει ἔσοδον 15,000,000 δραχμῶν περίπου, καὶ δι’ αὐτοῦ ἠθέλομεν καλύπτει τὰς πλείστας δαπάνας τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει δυστυχῶς ν’ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, φρονῶν ἴσως, ὅτι παραβλάπτεται ἡ παραγωγή. Ἀλλ’ ἄς φορολογήσῃ τοὐλάχιστον αὐτὸν καὶ μὲ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ τότε δὲν θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ φορολογήσωμεν τόσα ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα τότε μόνον πρέπει νὰ θίξωμεν, ὁπόταν ἀπελπισθῶμεν περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς πάντοτε, τοῦ Ὑπουργείου, ἀφίνοντες ὅμως τελευταῖα τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ἅτινα προσεγγίζουσι μᾶλλον πρὸς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς προεῖπον, διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς φορολογοῦμεν τὰ πάντα· δι’ 20 προσθέτων ἑκατοστῶν φορολογοῦμεν πάντας σχεδὸν τοὺς ἀμέσους φόρους, δι’ ἑτέρων δὲ 15 πάντας τοὺς ἐμμέσους. Φορολογοῦντες δὲ ἰδίως τοὺς ἐμμέσους φόρους τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις μὲ 15% ἐπὶ πλέον, δηλαδὴ μὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν, φορολογοῦμεν ἀκριβῶς τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ἅτινα τυγχάνουσι λίαν βαρέως φορολογημένα. Καὶ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν κανονικῶν τελῶν ἐπιβαρύνονται ταῦτα καὶ μὲ τὸν μέγαν φόρον τὸν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν 30%, ὅστις, ἂν καὶ δὲν εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐχ ἧττον ἐπιβαρύνει τοὺς καταναλωτάς. Δὲν ἔπρεπεν ἑπομένως ποτὲ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ἅτινα εἶχον μάλιστα ἀνάγκην ἀνακουφίσεως. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος, κύριοι, καθῆκόν μου ἐθεώρησα νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, ὅπως ὁ καπνὸς φορολογηθῇ βαρύτερον, ἤτοι πρὸς 10 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ἀντὶ τῶν 4. Διὰ τῆς τοιαύτης δὲ φορολογίας δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν 13,200,000 δραχμὰς, καὶ δὲν θὰ ὑπολειφθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἐλλείμματος ἢ ποσὸν 3,800,000. Τὰ 4 περίπου ταῦτα ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν, ἐν μέρει μὲν δι’ αὐξήσεώς τινος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐν μέρει δὲ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰσι δυσανάλογοι πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι πρέπει νὰ περισταλῶσιν. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἰσαγάγῃ ὀργανικοὺς νόμους, δι’ ὧν εὐχερῶς νὰ ἐπιτευχθῶσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων, φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος μερικῆς οἰκονομίας, εἴτε ἀναβαλλομένης ἐν μέρει τῆς κατατάξεως τῶν εἰς ταύτην ὑποχρέων, εἴτε διὰ μείζονος χρήσεως τῶν ἀορίστων ἀδειῶν. — Ὑποβάλλων, κύριοι, τὰς σκέψεις μου ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐξάντλησιν καὶ τῶν ἐλαχίστων πόρων τοῦ τόπου. Ἔχομεν δ’ ἀπόλυτον ἀνάγκην συντηρήσεως αὐτῶν, διότι, ἐὰν προσεχῶς παρουσιασθῇ περίστασις ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νέων πόρων πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου; Ἐὰν παρουσιασθῇ, ὅπως ἤδη παρουσιάσθη, ἀλλὰ δὲν ἐτελεσφόρησαν ἔτι αἱ διαπραγματεύσεις, ἑταιρία πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, δὲν ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην αὐτῶν, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ἐγγύησιν; Τότε, ἀλλὰ τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν καὶ τοὺς ἀπομένοντας πόρους, ὅπως τοὐλάχιστον ζωογονήσωμεν τὸν τόπον, ὅπως ἀναπτύξωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ δείξωμεν, ὅτι ἐπιβάλλοντες φόρους χρησιμοποιοῦμεν αὐτοὺς πρὸς εὐημερίαν τῆς χώρας. Μὴ ἐπιθυμῶν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πλέον, προτείνω τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀπὸ 4 εἰς 10 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1). Ὁ κ. Γεωργαντᾶς, ὅπως ἠκούσατε, προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἀπὸ 4 εἰς 10 δραχμάς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γεωργαντᾶ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 2–8. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§20ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι ἡ πώλησις τοῦ καπνοῦ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τοὺς πληρόνοντας φόρον ἐπιτηδεύματος καπνοπώλου. Πρέπει λοιπὸν νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ἅπαντες οἱ εἰς τὰ χωρία παντοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι πωλοῦσι καπνὸν, ἐνῷ συνάμα ἐνασκοῦσιν ἕτερον ἐμπόριον καὶ πληρόνουσι τὸν φόρον τοῦ ἑτέρου αὐτῶν ἐπαγγέλματος, τὸν τοῦ παντοπώλου.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι, ὁσάκις τις ἐνασκῇ δύο ἐπαγγέλματα, πληρόνει τὸν φόρον τοῦ ἐπικρατεστέρου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι ἡ διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ὁ πωλῶν δὲ καὶ ἄλλα πράγματα καὶ καπνὸν θὰ φορολογηθῇ λόγῳ ἐπιτηδεύματος ὡς καπνοπώλης, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὰ ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα πωλεῖ.
§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ νόμος βεβαίως ἔχει γενικὴν ἐφαρμογήν, τὸ δὲ ἄρθρον 9 ὁμιλεῖ περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ὡς γινώσκετε, φόρος ἐπιτηδεύματος δὲν πληρόνεται. Ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ ὁ νόμος ἄνευ διακρίσεως, δὲν νομίζετε, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰ ἰσχύοντα ἐν Ἑπτανήσῳ περὶ φορολογίας;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ τοῦτο θὰ γίνῃ μόνον διὰ τοὺς πωλοῦντας καπνὸν, διότι τοῦτο εἶναι μία ἐγγύησις καὶ μία ἔτι πρόσθετος φορολογία, οἱ δύο δὲ οὗτοι λόγοι συνηγοροῦσιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ.
§24ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρ’ ἡμῖν, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, οἱ καπνοπῶλαι δὲν πληρόνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος, διότι καὶ οὗτος πληρόνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων μας· διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς εἷς πρόσθετος φόρος πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε πληρόνουσι καὶ θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνωσι, καὶ ὁ ὁποῖος πρόσθετος φόρος δὲν ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς διαφορᾶς τῆς φορολογίας· ἐφαρμόζεται νόμος ὁμοιόμορφος εἰς δύο τμήματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται ἀνομοίως, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δὲν δύναται, παρὰ ἄλλους νὰ βαρύνῃ περισσότερον, καὶ ἄλλους ὀλιγώτερον.
§26ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἄδικον, διότι εἶναι μία φορολογία, ἐπιβαλλομένη εἰς μίαν τάξιν ἐπιτηδευματιῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογικοῦ συστήματος πληρόνουσι καὶ ἤδη καὶ θὰ πληρόνωσι καὶ ἕτερον φόρον, ἀντίστοιχον πρὸς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐκτὸς τούτου, τὸν καπνὸν, ὅπως προεῤῥέθη, δὲν πωλοῦσι μόνον οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος καπνοπῶλαι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἔμποροι· ἰδίως εἰς τὰ χωρία, ὅπου εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῶσιν ἔμποροι πωλοῦντες μόνον καπνὸν, τὸν καπνὸν πωλοῦσιν οἱ παντοπῶλαι. Θὰ συμβῇ λοιπὸν, ὥστε πλῆθος ἀνθρώπων νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ ἑνὸς φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον δὲν μετέρχονται ἐξ ἐπαγγέλματος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, συμφώνως μὲ τὴν ἀρχὴν καὶ τοῦ δικαίου καὶ τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν συστημάτων, θὰ δοθῇ ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον τοῦτον, καθ’ ἣν δὲν θὰ πληρόνωσιν οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ πωλοῦντες καπνὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὅμως ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐνδεχομένων καταχρήσεων, δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ δίδηται εἰς αὐτοὺς μία ἄδεια ἐπαγγέλματος, χωρὶς ν’ ἀπαιτῆται διὰ τοῦτο καὶ ἡ πληρωμὴ φόρου, δυνάμει δὲ τῆς ἀδείας ταύτης θὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς αὐτοὺς καὶ αἱ ποιναὶ τοῦ παρόντος νόμου.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται, ὅτι δὲν προτίθεται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ἀλλὰ σκοπὸς κύριος αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐξέλεγξις τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰσάγει τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλὰ τὸν τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιτυγχάνει διὰ τῆς αἰτήσεως ἀδείας διὰ τὴν πώλησιν, καὶ μάλιστα ὑπῆρχεν ὁμοία διάταξις εἰς τὸν προϋπάρχοντα νόμον, ἤτοι περὶ ἁπλῆς αἰτήσεως ἀδείας τοῦ ἐπαγγελματίου. Ὡς διατυποῦται σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποβάλλεται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ὁ καπνοπώλης ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἐνῷ συνάμα θὰ πληρόνηται ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ πληρόνουσιν, ἀντὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος· ὅταν δ’ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τὴν ἐπεξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Λαρίσσης, τὸν φόρον τοῦτον θὰ πληρόνῃ καὶ πᾶς, ὅστις ἀναλαμβάνει νὰ πωλῇ καπνὸν, ἤτοι πᾶς ἐν τοῖς χωρίοις παντοπώλης, ὅστις προμηθεύεται ἔστω καὶ ἡμίσειαν ὀκᾶν καπνοῦ· καὶ τὸ τοιοῦτον βεβαίως θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἶναι πολὺ βαρὺ, καὶ ἄτοπον, καὶ ἄδικον, καὶ παράνομον. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα· συμβιβάζεται δὲ, ἐὰν ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις καπνοπῶλαι, ὡς καὶ πάντες οἱ πωλοῦντες καπνὸν, νὰ ζητῶσι προηγουμένως τὴν ἄδειαν, καὶ ἂν δὲν ζητήσωσι τὴν ἄδειαν ταύτην, τότε νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας παρακατιὼν ἐπιβάλλει ὁ νόμος. Οὕτως ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, καὶ ἀποφεύγετε παρανομίαν, δι’ ἧς παραβιάζεται καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διότι ἐπιβάλλετε φόρον εἴς τινας μόνον κατοίκους τοῦ Κράτους.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φορολογία τῆς Ἑπτανήσου διαφέρει βεβαίως ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ ἄλλου Κράτους, ἀλλ’ ἡ φορολογία ἐκείνη ἀποτελεῖ ἓν σύνολον καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τούτου προκύπτει, ὅτι διὰ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καίπερ ἀνομοίων καὶ ἀνίσων πρὸς τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται πρὸς τὰ ὁμοειδῆ ἀντικείμενα ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ, ἡ Ἑπτάνησος δὲν πληρόνει ὀλιγώτερα, ἀλλ’ ἴσως περισσότερα, ἢ τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Βασιλείου. Ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ ἀνομοιότης αὕτη δέον νὰ ἐκλείψῃ, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις· ἐνόσῳ ὅμως ἡ ἀφομοίωσις αὕτη δὲν γίνῃ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς καπνοπώλας νέον πρόσθετον φόρον, ἐνῷ διατηροῦνται ἅπαντες οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπιβεβλημένοι φόροι καὶ ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν καπνοπωλῶν ἀπὸ 20 δραχ. εἰς δραχ. 60, προβιβαζομένων τῶν καπνοπωλῶν εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μουσούρης προτείνει νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ πωλοῦντες καπνόν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει νὰ διατυπωθῇ σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Μουσούρη. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν, πρέπει ἐντὸς τοῦ ἄρθρου νὰ περιλάβωμεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ ὑποβάλλωνται οἱ καπνοπῶλαι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως λαμβάνωσιν ἄδειαν ἐπιτηδεύματος, νὰ μὴ πληρόνωσιν ὅμως διὰ τὴν ἄδειαν ταύτην. Τοῦτο ἀποδέχομαι.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐξαίρεσις.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἐξαίρεσις, διότι ὁ νόμος οὗτος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ὑπῆρχε καὶ πρότερον καὶ ἐφηρμόζετο καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται καὶ ἤδη· τουτέστιν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐλαμβάνετο παρὰ τῶν καπνοπωλῶν ἄδεια, ἀλλὰ δὲν ἐπληρόνετο ἀντ’ αὐτῆς φόρος ἐπιτηδεύματος· ὥστε ὅ,τι ἐγίνετο ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ γίνῃ καὶ ἤδη. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα ἤδη νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλην ἀρχὴν, εἶναι, ὅτι τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ καπνοπώλου ηὐξήσαμεν ἤδη, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσθέτου φόρου, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι οὗτος ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν τοῦτο, πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν πρόσθετον φόρον, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον, τὸν νῦν κείμενον. Περὶ τούτου δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος· σήμερον, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ περὶ τοῦ τέως ὑπάρχοντος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ ταὐτὰ, ὅσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφηρμόζοντο, ὅτε ὁ νόμος οὗτος ἴσχυε. Διὰ ταῦτα προτείνω, ὅπως ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 9 προστεθῇ: «Ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ τοῦ ἐπιτηδεύματος ἄδεια ἐκδίδεται ἄνευ πληρωμῆς φόρου.»
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ κάμωμεν νόμον καὶ θὰ ἐπιβάλωμεν φόρον· ἑπομένως εἶναι ἀντίφασις.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τότε θέλομεν φροντίσει περὶ τῆς ἀντιφάσεως. Θὰ ὑπάρχῃ ἀντίφασις, ἂν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, δὲν συνδυάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πρὸς τὴν ἤδη ψηφιζομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 9. Ἤδη πρὸς τὰ κείμενα οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις. Ἡ πρότασις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἥτις ἐφηρμόζετο, ὅτε τὰ κοπτήρια ἐλειτούργουν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 προστίθεται τὸ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἐκδίδεται ἡ ἄδεια ἐπιτηδεύματος ἄνευ πληρωμῆς φόρου.»
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§37ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Διατὶ τὰ προνόμια διὰ τοὺς Ἑπτανησίους;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15)
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροπολογήθη).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
§42ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου δεκάτου εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενος εἰς φύλλα καπνὸς, ἢ κεκομμένος, ἢ εἰς σιγάρα, πληρώνει τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως εἰς τὴν τελωνιακὴν Ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἰσπράττει μόνον τὸ τέλος τῆς εἰσαγωγῆς. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι μόνον ὁ εἰς φύλλα καπνὸς τίθεται εἰς τελωνιακὴν διαμετακόμισιν.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 10 εἶναι ἡ ἑπομένη· ὅτι πᾶς καπνὸς, εἰσαγόμενος πρὸς κατανάλωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴτε εἰσάγεται εἰς φύλλα, εἴτε κεκομμένος, εἴτε ὑπὸ μορφὴν σιγάρων, τελωνίζεται εἰς τὸ Τελωνεῖον καὶ στέλλεται εἰς τὸ κοπτήριον, ἂν δὲ ἦναι εἰς φύλλα, κόπτεται καὶ συσκευάζεται, ἐὰν ἦναι κομμένος, συσκευάζεται καὶ περιβάλλεται τὴν ταινίαν. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν εἰς φύλλα εἰσαγόμενον καπνὸν, ὅπως οὗτος τεθῇ εἰς διαμετακόμισιν, οὐχὶ δὲ εἰς τὸν καπνὸν τὸν κεκομμένον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 10;
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10· ἐπίσης τὸ ἄρθρον 11, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται.)
§47ΤΟΜΑΝ. Τί ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς κοπῆς καπνοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἀλλοδαπήν; Εἶχον κάμει τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ καπνὸς ὁ προωρισμένος διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπλήρονε δικαίωμα δυσανάλογον καὶ ἐπεβαρύνετο, οὕτω δὲ καθίστατο μὴ ἐμπορεύσιμος. Εἶχον λοιπὸν παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατὸν, γίνῃ ἐλάττωσις τοῦ δικαιώματος τῆς κοπῆς. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Τὸ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει καθὼς καὶ σημείωσιν περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως, ἐκ τῶν ὁποίων πείθομαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς κοπῆς ἐν τοῖς καταστήμασι τῆς διαμετακομίσεως, διότι μόλις καλύπτουσι τὰ ἔξοδα. Εἶναι δὲ τοῦτο καὶ φυσικὸν, διότι ἡ κοπὴ μόλις δύναται κατὰ μέσον ὅρον νὰ στοιχίζῃ 27 λεπτά· εἰς ταῦτα προστίθενται τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος καὶ τῶν ἐνοικίων. Ὅταν ταῦτα προσθέσῃ τις εἰς τὰ 27 λεπτὰ, δὲν ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τῶν 50 λεπτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 13.)
§49ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ, ὅπως εἰς τὴν τετάρτην τάξιν τῶν κοπτηρίων προστεθῇ καὶ κοπτήριον εἰς τὰ Λεχαινὰ, ἢ καὶ τὴν Γαστούνην, ὅπου ἦτο καὶ πρὶν, διότι οἱ πεδινοὶ δῆμοι εἶναι ἐκτεταμένοι, καὶ δὲν δύνανται οἱ καταναλωταὶ καὶ καπνέμποροι νὰ ἔρχωνται εἰς Πύργον καὶ προμηθεύωνται καπνόν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Διότι ἦτο καὶ πρὶν, δὲν ἐγένετο καὶ ἤδη. Ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι δὲν ἐκαλύπτοντο τὰ ἔξοδα.
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ φροντίσητε τότε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 13 ὡς ἔχει;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται).
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σύστασις καταστήματος διαμετακομίσεως τοῦ καπνοῦ καὶ ἐν Στυλίδι. Πράγματι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, εἶναι, ὅτι πολλὴ ἐξαγωγὴ καπνοῦ γίνεται ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὅτι, ἂν ἐξηναγκάζοντο οἱ παραγωγοὶ τοῦ καπνοῦ νὰ ἀποστέλλωσι τὸν καπνὸν εἰς Βῶλον, ἵνα ἐκεῖθεν ἐξάγηται, διότι μόνον ἐκεῖ ὑπάρχει κατάστημα διαμετακομίσεως, θὰ παρεῖχε τοῦτο δυσκολίας· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν Στυλίδα ὡς τόπον, ἔνθα θὰ ὑπάρχῃ, παρὰ τὸ τελωνιακὸν κατάστημα, καὶ κατάστημα διαμετακομίσεως, ἀλλὰ διαμετακομίσεως, οὐχὶ ὁποία ὑπάρχει ἐν Πειραιεῖ, Σύρῳ καὶ Κερκύρᾳ, ἀλλ’ ὁποία ἐν Τυρνάβῳ. Ὥστε προτείνω εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον νὰ προστεθῇ: «καὶ Στυλίδος». Συνεπείᾳ δὲ τούτου, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 νὰ προστεθῇ: «καὶ Στυλίδος». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15, ὡς ἐτροποποιήθησαν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 16).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (Ἀναγινώσκεται).
§57ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, διατὶ τὸ ἄρθρον 17 συνετάχθη ἐντελῶς διάφορον πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνουσι περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως ὑπαλλήλων. Διατὶ τάχα αὐτοὶ οἱ νέοι ὑπάλληλοι οὐδὲν νὰ ἔχωσι προσόν; Πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ παλαιά;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εὑρίσκετε τὰ φαντασιώδη ταῦτα;
§59ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 17 ὁμιλεῖ περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν ὑπαλλήλων διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ τὸ τελευταῖον ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει.) «Ἄρθρον 74. Ἀκυροῦται ὁ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1885 ΑΣΞʹ νόμος, διατηρουμένης μόνον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 34 περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες ἐξομοιοῦνται καθ’ ὅλα πρὸς τοὺς κατὰ τὸν ΦΛʹ. τῆς 22 Μαΐου 1859 νόμον οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ ὑπάγονται εἰς τὸν περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν ΑΡϞΓʹ. τοῦ 1884 νόμον». Ἑπομένως μόνον εἰς αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, ὡς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς δηλαδή· ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῶν διευθυντῶν καὶ τῶν ἐλεγκτῶν, οὐδεμία ὑποχρέωσις ὑπάρχει.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 74 διετήρησεν ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου τῆς 26 Ἰουνίου 1885 περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἂν δὲν περιελάμβανε τὴν διάταξιν, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ οὗτοι ἐπιθεωρηταί, οἱ οὕτω διατηρούμενοι, ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ περὶ πειθαρχίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν, θὰ ἄφινε τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὁ νόμος τῆς 9 Ἰουλίου 1885 ὑπήγαγεν αὐτούς. Γινώσκετε, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐξαιρεῖ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, τοὺς λόγῳ τοῦ καπνοῦ διοριζομένους, τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ περὶ προσόντων νόμου· ὡς πρὸς τούτους ἄρα, ἀφοῦ διετηρεῖτο ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου τῆς 26 Ἰουλίου 1885 περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ῥητὴ μνεία, ὅτι θὰ ἐφαρμόζηται ἐπ’ αὐτῶν ὁ νόμος περὶ προσόντων· ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δὲ ὑπαλλήλους, περὶ ὧν κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, οὐδεμία ἀνάγκη ἦτο νὰ γίνῃ μνεία, διότι ὁ νόμος περὶ προσόντων ἐφαρμόζεται εἰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ ῥητῶς ἐξαιρουμένους, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ζήτημα.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἐννοεῖ, εἰς τοὺς νόμους περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ καπνοῦ.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 18–22. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 23).
§63ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας θεωρεῖ, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσι διὰ τρόπου ἄλλου. Ἀλλά, ὅπως ἤδη ἐξέθηκα, ὁ εἰσάγων καπνὸν πρὸς κοπήν, ὀφείλει νὰ συμμορφώσῃ τὰς ἀπαιτήσεις αὑτοῦ πρὸς τὸν χῶρον τοῦ καταστήματος. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι ὁ φέρων καπνὸν πρὸς κοπὴν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ χῶρον ἐν τῷ καταστήματι, ὁσάκις δὲ δὲν ὑπάρχῃ χῶρος διαθέσιμος, ἔχει δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν χῶρον κατὰ σειρὰν προτεραιότητος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοῦ εἰς τὸ κατάστημα. Ἀντίστοιχος τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι ἡ ὑποχρέωσις νὰ κενώσῃ ἐντὸς ὡρισμένης διορίας τὸν χῶρον, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος εἰς ἄλλους, ἄλλως δέ, νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν κεκανονισμένην ζημίαν. Ἐὰν τὰ καταστήματα περιεῖχον χῶρον ἀπεριόριστον, αἱ διατάξεις, περὶ ὧν πρόκειται, θὰ ἦσαν περιτταί, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διατάξωμεν, ὅτι οἱ προσάγοντες καπνὸν δύνανται νὰ λάβωσιν αὐτόν, ὁπόταν θέλωσιν. Ἀλλ’ ὁ χῶρος εἶναι περιωρισμένος καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας, δέον ἄρα νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ εἰσάγοντες τὸν καπνὸν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐντὸς τακτῆς διορίας λαμβάνωσιν αὐτόν, ἵνα κενῶται χῶρος πρὸς εἰσαγωγὴν καπνοῦ καὶ παρ’ ἄλλων. Ἐὰν ὁ εἰσάγων καπνὸν δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν δύναται τὸ κατάστημα νὰ διατηρήσῃ τὸν καπνόν, χαρακτηρίζεται ἄρα οὗτος ὡς ἀδέσποτος, καὶ ἐκτίθεται εἰς πλειστηριασμόν, ἢ καταστρέφεται. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. βουλευτὴς, διατὶ δὲν γίνεται ἀκριβὴς ὁ λογαριασμὸς τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως καὶ δὲν ἀποδίδεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὸ πλεόνασμα μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου καὶ τῶν ἐξόδων; Ἐὰν συμβῇ νὰ ὑπάρχῃ πλεόνασμα, τοῦτο θὰ ἦναι ἐλάχιστον, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλεόνασμα. Σπανίως δὲ θὰ εὑρεθῇ καὶ ἀγοραστὴς τοῦ τοιούτου καπνοῦ, διότι, ἂν εἶχεν ἀγοραίαν ἀξίαν ἐπέκεινα τοῦ φόρου τῶν 4 καὶ 80, δὲν θὰ ἐγκατέλειπεν αὐτὸν ὁ ἰδιοκτήτης. Ἡ περίπτωσις ἄρα, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς, θὰ ἦναι ἰδανική· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀγοραστὴς, τὸ περίσσευμα τοῦ πλειστηριάσματος θὰ ἦναι ἀσήμαντον· καλῶς δὲ διετάχθη ἡ μὴ ἀπόδοσις οἱουδήποτε περισσεύματος ὡς ποινὴ, ἐπὶ τῇ μὴ ἐκπληρώσει ὑποχρεώσεως, παρεπομένης εἰς τὴν εἰσαγωγὴν καπνοῦ εἰς τὰ καταστήματα.
§65ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 24. (Ἀναγινώσκεται).
§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι τὸ συζητούμενον ἄρθρον ὑποβάλλει τοὺς κατασκευάζοντας σιγάρα εἰς τὴν πίεσιν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν, διότι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ κατασκευάζοντες τὰ σιγάρα, τότε θὰ ἦναι ἀποδεκτοὶ, ὅταν ᾖναι τῆς ἀρεσκείας τοῦ διευθύνοντος. Καὶ ὅταν μὲν ὁ διευθυντὴς ἀποβλέπῃ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, βεβαίως δὲν θὰ γεννηθῶσι παράπονα· ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐργάζονται;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλειτούργησε τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἐλειτούργησε καλῶς.
§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἴσα ἴσα, διότι ὑπάρχουσι τὰ προηγούμενα, γίνεται ἡ παρατήρησις αὕτη, διότι, καθὼς εἶπον, ἐὰν ὁ διευθυντὴς δὲν ἀπέβλεπεν ἢ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ εἴχομεν κάμει τὴν παρατήρησιν· ἀλλὰ πιθανὸν ὁ ὑπάλληλος νὰ ἔχῃ ἀφορμὰς προσωπικὰς μὲ τὸν καπνοπώλην, καθὼς πιθανὸν νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν διάταξιν πρὸς ἴδιον αὑτοῦ συμφέρον. Ἐὰν δὲ ταῦτα πάντα εἰσὶ δυνατὰ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τροποποίησις εἰς τὸ ἄρθρον τοιαύτη, δι’ ἧς νὰ ἐξασφαλίζηται ὁ καπνοπώλης ἐκ τῆς τοιαύτης αὐθαιρεσίας τοῦ ὑπαλλήλου, ἥτις δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν καπνοπωλῶν, νὰ ἐργάζωνται δι’ ἐργατῶν, ὑποδεικνυομένων ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ—καὶ ποῦ θέλει φθάσει τοιαύτη ἐφαρμογή;—ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑποχρεωθῇ, ὁσάκις δὲν δέχηται ὑπάλληλον ἐντὸς τοῦ καταστήματος, νὰ ἐκθέτῃ τοὺς λόγους, ἕνεκεν τῶν ὁποίων τὸ πράττει.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς ποίους;
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλον.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχουν κἀμμίαν σημασίαν.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅταν ὑποχρεωθῇ νὰ ἐκθέτῃ τοὺς λόγους, βεβαίως θὰ σκεφθῇ, ἢ, ἐὰν τὸ πράξῃ ἅπαξ, δὲν θὰ τὸ πράξῃ καὶ ἐκ δευτέρου καὶ ἐκ τρίτου· τοῦτο πρέπει νὰ προλάβωμεν, καὶ τὸ προλαμβάνομεν· διότι, ἐὰν ὁ καπνοπώλης δὲν ἔχῃ πολιτικὸν προστάτην, δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ποινικὴν ἢ τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, τὸ δὲ πρωτόκολλον νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀπόδειξις κατὰ τοῦ ἀδικοῦντος ὑπαλλήλου, ὅστις θὰ σκέπτηται, πρὶν ἢ ἐκθέσῃ λόγους ψευδεῖς καὶ ἀνυπάρκτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24 ὡς ἔχει. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 25).
§74ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἐννοεῖ καὶ τὴν ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὑπαλλήλων;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὄχι.
§76ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ καλλίτερον τὸ ἄρθρον, ἢ νὰ καθορισθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 26).
§78ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 28, συνδυαζόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον 38, ὁ καπνὸς πρὸς κατασκευὴν ταμπάκου δὲν φορολογεῖται. Κατὰ τὸ ἄρθρον ὅμως 38, ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ μεταποιήσωσι καπνὸν εἰς ταμπάκον, ὀφείλουσι νὰ καλέσωσι τὸν ἔφορον, ἵνα οὗτος μετὰ τοῦ εἰρηνοδίκου παρίσταται ἑκάστοτε εἰς ἐξακρίβωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ καπνοῦ, ὅστις μεταποιεῖται εἰς ταμπάκον. Εἰς τὸ χωρίον Λειβάρτζι ὑπάρχουσι 4 καταστήματα, κατασκευάζοντα ταμπάκον καὶ ἐργαζόμενα νυχθημερόν· ὥστε, ἢ πρέπει νὰ διαμένῃ ὁ ἔφορος πάντοτε εἰς Λειβάρτζι, ἢ πρέπει τὰ καταστήματα νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 26, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ λείψῃ τὸ ἄτοπον, δύναται νὰ προστεθῇ ὡς τέταρτον ἐδάφιον ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ταμπακοποιοί, οἱ πληρόνοντες φόρον ἐπιτηδεύματος, ἀπαλλάσσονται τῆς παραστάσεως τοῦ ἐφόρου ἢ εἰρηνοδίκου, διότι αὐτοὶ ἐργάζονται μόνον καπνὸν, χρησιμεύοντα εἰς ταμπάκον». Οὕτω νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἀνυπερβλήτου ταύτης δυσχερείας, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὗτοι δὲν ἀγοράζουσιν ἀλλαχοῦ;
§80ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον Καλαβρυτινὸν, ὅστις δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὴν κατασκευὴν ταμπάκου.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πῶς θὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι τὸν ἀγοράζουσι διὰ ταμπάκον;
§82ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παράγεται ἐκεῖ.
§83ΤΙΝΕΣ. Ὁ τόπος τὸν παράγει.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀγοράζοντος καπνὸν παρὰ τῶν παραγωγῶν, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς προτείνει, ὅπως ὁ μεταποιῶν τὸν καπνὸν εἰς ταμπάκον, εἴτε ἐν εἰδικῇ περιπτώσει, εἴτε καὶ γενικῶς, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ, μὴ ὑποχρεῶται εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου· ἀλλ’ οὕτω θὰ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον, ὅτι πᾶς τις, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν δήλωσιν, θὰ ἀγοράζῃ τὸν καπνὸν ὡς μεταποιηθησόμενον εἰς ταμπάκον. Ἐὰν ἠδύνατο ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ὑποδείξῃ τρόπον, καθ’ ὃν μόνος ὁ καπνὸς ὁ μεταποιούμενος εἰς ταμπάκον δὲν θὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν δήλωσιν, βεβαίως τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τί· ἀλλ’ ὅπως προτείνει τὴν ἐξαίρεσιν, δύναται ὅλος ὁ καπνὸς νὰ ἐξέλθῃ ἀδήλωτος διὰ τῆς θύρας ταύτης.
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος ταμπακοποιούς, ἐὰν ὁρισθῇ τὸ ποσὸν καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ μὴ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ κάμωσι δήλωσιν.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐν τέλει προσθέτω ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει αὐτὴν τὴν περίπτωσιν.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ τόπος, εἰς ὃν δύναται νὰ εἰσαχθῇ προσθήκη τις, διαῤῥυθμίζουσα τὰ περὶ τούτου, εἶναι τὸ ἄρθρον 38, ἀναγραφομένου ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπιτρέπεται ὅπως ἡ ἐπιτήρησις ἐνεργηθῇ δι’ ἄλλου τρόπου, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθησομένου. Τὸ ἄρθρον 38 ὁρίζει, ὅτι ἡ ἐπίβλεψις θὰ ἀσκηθῇ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι οὗτοι μένουσι μακράν. Ἐπειδὴ αὕτη εἶναι ἡ δυσκολία, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26 ὡς ἔχει. Ἐπίσης ψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 27–35. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 36).
§88ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, ὅπως δεχθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαν, καθ’ ἣν πρὸς εὐκολίαν τοῦ παραγωγοῦ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν ἡ λιανικὴ πώλησις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ νέα αὕτη διάταξις προσκρούει εἰς τὰς διατάξεις ἄλλων τινῶν ἄρθρων, νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη· ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρθρου 35....
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη.
§90ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Σκοπὸς εἶναι νὰ διευκολυνθοῦν οἱ χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι φέρουν μικρὰ ποσὰ, μέχρι πέντε ὀκάδων, εἰς τὰς ἀγορὰς πρὸς πώλησιν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37, ὡς ἔχουσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 38).
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ θὰ προστεθῇ: «Ἐπιτρέπεται ὅπως διὰ Β. Διαταγμάτων κανονισθῶσιν ἄλλως τὰ τοῦ ἀνωτέρου ἐλέγχου».
§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ προσθήκη εἶναι ἐν γένει, ἢ δι’ ἓν μέρος;
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς μεταποιήσεως τοῦ καπνοῦ εἰς τουμπεκίον. Λέγομεν δὲ, ὅτι ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ ἄλλως, διὰ Β. Διαταγμάτων.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 38 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 39. (Ἀναγινώσκεται).
§98ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δεύτερος ἀγοραστὴς δὲν θὰ ἀγοράσῃ μὲ φύραν, θὰ ἀγοράσῃ τὸ πραγματικὸν ποσόν. Ἑπομένως οὐδένα διατρέχει κίνδυνον ζημίας. Ὅταν ἡ φύρα ἡ ἐκ τῆς ἀρχικῆς δηλώσεως ἦναι 5%, ὁ μὲν πρῶτος ἀγοραστὴς ἔχει τὸ ὄφελος τοῦτο, διὰ νὰ καλύψῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην διαφορὰν βάρους, ὁ δὲ δεύτερος ἀγοραστὴς κατελόγισεν ἐν τῇ τιμῇ τὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς φύρας, ἀγοράσας πλῆρες τὸ ποσόν. Ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ ἀγοραστῶν τὰ περὶ φύρας ἐν τῷ νόμῳ κανονιζόμενα δὲν ἰσχύουσιν. Οὐδεὶς λοιπὸν κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τὸν ἐλευθέρως συναλλαττόμενον, ἐνῷ, ἂν κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου, ὅπως προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς, δὲν δίδομεν φύραν 5% εἰς τὸν δεύτερον ἀγοραστὴν, ἀλλὰ δίδομεν φύραν 10%. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 41).
§100ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 42, ὅπου κατὰ πρῶτον γίνεται μνεία τῶν προστίμων, προτείνω, ὡς καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων, ὅπου γίνεται τοιαύτη μνεία, νὰ καταργηθῇ ὁ κατώτατος ὅρος τοῦ προστίμου. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἀρχὴν, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὸ πρόστιμον, ἀπεριόριστον περὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ κατωτάτου προστίμου. Τοῦτο δὲ προτείνω ἐν τοῖς ἄρθροις 42, 43, 44, 45, 46, 47, 50 καὶ 51.
§102ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος, ἀφίνων διάστημα μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, βεβαίως ἔχει λόγον σπουδαιότατον, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ σπουδαιότατος ἐπὶ ἄλλων παραβάσεων τῶν νόμων, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοιούτου εἴδους παραβάσεις, ὁποῖαι εἶναι αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ νόμων, οἷος ὁ σήμερον συζητούμενος. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ δίδεται διάστημα μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τὰ ἐγκλήματα διαπράττονται πολλάκις ὑπὸ διαφόρους περιστάσεις, ἐπιβαρυντικὰς, ἢ ἐλαφρυντικὰς, καὶ διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα, ἔνθα μεγαλειτέραν βλέπομεν τὴν ποικιλίαν τῶν περιστάσεων, εἰς ἐκεῖνα ὑπάρχει καὶ μεγαλείτερον διάστημα μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ παραβάσεων, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ποῖος ὁ λόγος τοῦ μεγάλου διαστήματος μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου τῆς ποινῆς; Ἐπὶ τοιούτων παραβάσεων πρέπει μᾶλλον ὡρισμέναι νὰ ἦναι αἱ ποιναί· πρόκειται περὶ παραπτωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν διαπράττονται ὑπὸ ποικίλας περιστάσεις, ὑπὸ διαφόρους ψυχολογικὰς καταστάσεις, ὥστε πρὸς τὸν ἕνα νὰ ἦναί τις πολλῷ ἐπιεικέστερος ἢ πρὸς ἄλλον. Δὲν θὰ ἦναι σκανδαλώδης μία τοιαύτη ἀπόφασις, ὅταν εἰς ἕνα ἐπιβληθῇ ποινὴ 5 δραχμῶν καὶ εἰς ἄλλον 500 δραχμῶν, ὅταν μάλιστα δὲν ἔχωμεν τὰς ἄλλας ἐγγυήσεις τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ὅπως λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας; Ὥστε ἀκριβῶς εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὄχι μόνον δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν μέγα τὸ διάστημα μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἴσως οὐδὲν διάστημα, ἢ ἄλλως τὸ διάστημα νὰ ἦναι μικρόν.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀκούων τῶν δύο προαγορευσάντων καὶ μὴ ἔχων ἐνώπιόν του τὸ ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτείνω τὴν τροπολογίαν, θὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ποιεῖται διαφορὰν ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου, καὶ ὅτι ἐγὼ προτείνω σήμερον τοῦτο· ἀλλ’ ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ ἄρθρον, εἶναι ἀπὸ 50 μέχρι 500, ἔχει δηλαδὴ διαφορὰν 450, καὶ ἐγὼ προτείνω, ἵνα προστεθῶσιν εἰς τὴν διαφοράν, χάριν ἐλαττώσεως τοῦ κατωτάτου ὅρου, 50 ἔτι δραχμαὶ, καὶ περὶ τούτου γίνεται ἡ σπουδαία αὕτη συζήτησις.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Αὐξάνετε δηλαδὴ τὸ κακόν.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐξάνομεν τὴν διαφορὰν κατὰ 50 δραχ. ἐπὶ 500, καὶ τοῦτο πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ προστίμου.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν κατηρτίζομεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἠννόουν τὴν κατάκρισίν σας, ἀλλ’ ἔρχεσθε καὶ μᾶς κατακρίνετε ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ σας νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις εἶναι, ὅπως ἁπάντων τῶν νομοσχεδίων σας, τερατώδεις.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπετείνατε πρὸς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς, καὶ ὀφείλω πρὸς αὐτὴν ν’ ἀπαντήσω, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἐν τοῖς 73 ἄρθροις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δὲν εἶναι τὰ πάντα τερατώδη· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οἱ δυνάμενοι νὰ πιστεύσωσι, μεθ’ ὅσα ἤκουσαν παρ’ ὑμῶν, ὅτι ἐγὼ προτείνω νὰ τεθῇ ἤδη διάστημα μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου ποινῶν, ἐνῷ τοιοῦτο διάστημα δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ἤδη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπόστασις μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου 450 δραχμῶν, καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ μὴ ἦναι αὕτη 450, ἀλλὰ 500. Ἐνόμισα δὲ ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν, ἵνα τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὁσάκις πείθηται μὲν, ὅτι ὑπάρχει ἐνοχὴ, ἀλλὰ θεωρῇ τὴν ποινὴν τοῦ κατωτάτου ὅρου ὡς ἐκ περιστάσεων εἰδικῶν, βαρεῖαν, δύνηται νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ κατώτερον πρόστιμον. Ὅτι δὲ ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιθυμητὴ ἡ ἐπιβολὴ προστίμου μικροτέρου, ἀπόδειξιν ἔχομεν τὸν ποινικὸν νόμον, ὁρίζοντα πρόστιμον μέχρι μιᾶς δραχμῆς.
§109ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς παρομοίας παραβάσεις πρέπει νὰ τηρήσωμεν τὴν ἀναλογίαν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐδῶ κυρίως πρόκειται περὶ λαθρεμπορίου, περὶ παραβάσεως διατάξεων τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἑπομένως, προκειμένου περὶ λαθρεμπορίου, δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι μεταξὺ τῶν λαθρεμπόρων ὑπάρχει τοιαύτη διαφορὰ ὡς 1 πρὸς 500, διότι ὁ νόμος τί λέγει; «Ὁ κόπτων καπνὸν τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον μέχρι 500 δραχμῶν». Σᾶς παρακαλῶ, μεταξὺ τοῦ ἑνός, κόπτοντος καπνὸν παρανόμως, καὶ τοῦ ἄλλου δύναται νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ὡς 1 πρὸς 500; Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορά, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος, διότι ἄλλως ὁ νόμος δὲν θὰ ᾖναι κατηρτισμένος, ὅπως πρέπει νὰ καταρτίζωνται οἱ νόμοι, μετὰ σπουδαιότητος καὶ δικαιοσύνης. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλῃ ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸν κατώτατον ὅρον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν, καλὸν θὰ ᾖναι νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸν ἀνώτατον ὅρον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν τόσον μεγάλη διαφορά.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν φόρων παρουσιάζεται μεγάλη διαφορὰ παραβάσεων· ἐπὶ φόρου τῶν παιγνιοχάρτων π. χ. τὴν αὐτὴν ποινὴν θέλετε νὰ ἐπιβάλλητε εἰς ἐκεῖνον τὸν καπνοπώλην τὸν ἔχοντα ὁλόκληρον ἐργαστήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκετε καὶ κατάσχετε μίαν δεσμίδα παιγνιοχάρτων, καὶ τὴν αὐτὴν ποινὴν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει δωδεκάδας ὁλοκλήρους δεσμίδων; Βεβαίως πρέπει νὰ ἀναλογίσητε τὴν ποινὴν πρὸς τὸ ἀδίκημα· δὲν πρέπει καὶ ὁ ἔχων μίαν πεπαλαιωμένην δεσμίδα παιγνιοχάρτων νὰ τιμωρῆται μὲ πρόστιμον 500 δραχμῶν, καὶ ὁ ἔχων τὰς δωδεκάδας τῶν δεσμίδων, ὁμοίως διὰ προστίμου 500 δραχμῶν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα· ὁ μὲν κόπτων τὸν καπνὸν διὰ τοῦ μαχαιριδίου του νὰ τιμωρῆται μὲ 500 δραχμὰς, ὁ δὲ ἔχων κατάστημα ὁλόκληρον κοπῆς καπνοῦ, συστηματοποιημένον, νὰ τιμωρῆται καὶ αὐτὸς μὲ 500 δραχμὰς, εἶναι ἄδικον. Νομίζω, ὅτι ἡ δυσαναλογία εἶναι προφανής.
§111ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τοὺς συστηματικῶς κόπτοντας λαθραίως καπνὸν, εἶναι τὸ ἄρθρον 43, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀποστερεῖ τοῦ ἐπαγγέλματος· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῶν ἄλλων, καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου.
§112ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ τις εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ εὕρῃ ποικιλίαν τινὰ περιστάσεων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κατωτάτου ὅρου εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα. Καθ’ ὑπόθεσιν, ὅταν ἄνευ ἀδείας πωλῇ τις καπνὸν καὶ σιγάρα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τὰς διακρίσεις αὐτὰς τοῦ μικροτέρου καὶ ἀνωτέρου βαθμοῦ τῆς ἐγκληματικότητος Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις εἶναι γενικὴ, διὰ τοῦτο ἐποιήσαμην αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις. Ἀλλὰ βεβαίως εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας, ὅτι συμφωνότερον θὰ ἦτο πρὸς τὴν ἀναλογίαν τοῦ νόμου νὰ καταβῶμεν ἐπίσης καὶ διὰ τὸν ἀνώτατον ὅρον, καὶ ν’ ἀφήσωμεν ποινὴν μόνον μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν.
§113ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αἱ ἐγγραφεῖσαι ποινικαὶ διατάξεις ἔδει νὰ διαχειρίζωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῆς διαχειρίσεως τούτων ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἐπιβλαβεστάτην, εἴτε ὁρισθῇ ἡ ποινὴ, εἴτε ἀφεθῇ μέχρι τοῦ μέχρι. Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι θὰ ἔχουν ἐμπορίαν τὴν ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν· αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ὀλίγαι· θὰ εὑρεθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ πιστεύω πολὺ ταχέως, ὅ,τι ἰσχύει περὶ τῶν γυναικῶν κατὰ τὸ Μουκιάνειον Δόγμα, νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ κατὰ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἂν σωφρονήσωσιν αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀναντιῤῥήτως θὰ καταφύγωσιν ἐκεῖ, διότι δυστυχῶς πάντες οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι πρὸς οὐδὲν ἄλλο τείνουσι, παρὰ πρὸς τὸν πλουτισμὸν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλέγω, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν περιουσίαν των, ὅπως κατὰ τὸ δόγμα ἐκεῖνο ὀφείλουν νὰ δικαιολογήσουν τὴν περιουσίαν των αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὴν ἀπόδειξιν προφανεστάτην τῆς ἐπ’ αὐτῆς κυριότητος. Λοιπὸν, εἴτε ἀπὸ 100 μέχρι 500. εἴτε ἀπὸ 5 μέχρι 500 ὁρίσωμεν τὴν ποινὴν, εἶναι ἀδιάφορον· διότι, ἂν ἀφεθῇ ἐλευθερία, ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος δύναται—ἐπιτραπήτω ἡ φράσις—νὰ τραμπάρῃ, καὶ εἴτε διὰ ζακχάρεως, εἴτε διὰ καφφὲ, εἴτε καὶ διὰ γλυκυσμάτων, θὰ ἀνταλλάσσῃ τὴν ποινήν· ἐμπόριον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ καλῆται ἰδιαιτέρως ὁ πτωχὸς καπνοπώλης καὶ θ’ ἀκούῃ: ἢ μοῦ δίδεις τὰ δύω ἑκατοντάδραχμα, ἢ σὲ καταδικάζω εἰς τὰ 500 φράγκα».
§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ ἀδικήματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δύνανται νὰ ἦναι πράγματα διαφόρου καὶ ποικίλης βαρύτητος· καὶ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενος, δύναται νὰ ἦναι βαρὺς καὶ χρήζει βελτιώσεως. Ἐφρόνουν ὅτι ἦτο καλλίτερον νὰ ὁρισθῇ τὸ ἐλάχιστον ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κατέλθῃ· 10 δραχμαὶ π. χ. μέχρι 500, ἢ 5 μέχρι 500. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον θεωρῶ ἀναγκαῖον τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, καθόσον ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον, ἐκφράζοντα δισταγμὸν περὶ τοῦ εἴδους τῶν χρηματικῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται. Ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρηται εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ἔχομεν κἄν ἕνα ἐλάχιστον ὅρον· ἀλλ’ ἂν δὲν ἀναφέρηται, δὲν ἔχομεν κἀνένα. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσιν αἱ ἀντιῤῥήσεις, ἄν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ: 5 μέχρι 500.
§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, αἵτινες ἀποκαλύπτουσι τὸ σύστημα τῆς σημερινῆς διοικήσεως, ὅπερ εἶναι παλαιὸν δι’ αὐτὴν, δύναται δὲ νὰ ἐκφρασθῇ διὰ τῆς λέξεως, ἥτις πολὺ ἐρεθίζει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἥτις εἶναι ἡ ἀληθὴς εἰκὼν τῆς διοικήσεως αὐτοῦ· ἡ λέξις αὕτη εἶναι ἡ συναλλαγή! Εὐκολώτερον δυνάμεθα νὰ συναλλαττώμεθα πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς αὐτοὺς πρόστιμον ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς, εἰ καὶ δὲν ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἀπὸ ἑνὸς λεπτοῦ μέχρι 500 δραχμῶν, καὶ δυσκολώτερον δυνάμεθα νὰ συναλλαττώμεθα πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν ὑπάρχῃ ὡς κατώτατος ὅρος 50 δραχμαί. Φαίνεται, δὲ ὅτι ἡ νὺξ ἡ μεσολαβήσασα ἐχρησίμευσε πρὸς βελτίωσιν τοιαύτην τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω, πῶς θέλει ὑπάρχει αὐτὴ ἡ τόσον μεγάλη διαφορὰ τοῦ ἀξιοποίνου, ἡ ἴση πρὸς 500 δραχμὰς, ἢ πρὸς μίαν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κἀμμία ἀμφιβολία,—τοὐλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, καὶ ἡ πεποίθησις πολλῶν συναδέλφων,—ὅτι πρόκειται νὰ δώσωμεν ἀκόμη ἓν ὅπλον εἰς τὴν συναλλαγὴν, ὅπερ ἐντέχνως προσπαθοῦσι νὰ λάβωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ἀπόλλυσι καὶ τὴν σοβαρότητα αὐτῆς ἡ ποινὴ, ὅταν φθάσῃ μέχρι τοσοῦτον εὐτελοῦς σημείου, προκειμένου περὶ τίνος πράξεως; Περὶ λαθρεμπορίας, ἣν χθὲς καὶ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν ἐνταῦθα, φαινόμενος, ὅτι θέλει νὰ ἐξαφανίσῃ, καὶ ὡς ὁ αὐστηρότατος τῶν διωκτῶν αὐτῆς παρουσιαζόμενος. Διότι ποίας πράξεις προβλέπει τὸ ἄρθρον 42; Προβλέπει τὸν κόπτοντα καπνὸν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 4, τὸν κατασκευάζοντα σιγάρα, τὸν κατέχοντα ἢ εἰσάγοντα ἐργαλεῖα χρήσιμα πρὸς αὐτά. Ἐπιθυμῶ νὰ ὁρισθῇ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μία ἐξ αὐτῶν τῶν πράξεων, ἥτις ἔσεται τοσοῦτον εὐτελὴς, εὐτελεστάτη μάλιστα, ὥστε νὰ δύνηται νὰ τιμωρηθῇ διὰ προστίμου μιᾶς δραχμῆς! Ὅταν τὸ πρόστιμον φθάσῃ μέχρι μιᾶς δραχμῆς, ἐγὼ ἀμφιβάλλω πλέον, ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις, οὖσα τοιαύτη, ὥστε ὁ νομοθέτης νὰ προνοῇ περὶ αὐτῆς, προκειμένου εἰδικῶς περὶ λαθρεμπορίας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἂν πρόκειται τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ἐκτὸς ὅμως αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 43, περὶ ἧς νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ποιήσωμαι λόγον· καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι, ὅτι ὁ καπνὸς καὶ τὰ ἐργαλεῖα κατάσχονται. Ὁμιλοῦσι περὶ κατασχέσεως ἐν τοῖς ἄρθροις 42 καὶ 43. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀνέλθωμεν ὀλίγον εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ἴδωμεν τίνι τρόπῳ καὶ πρὸς ποῖον τέλος ἐνηργοῦντο αἱ κατασχέσεις αὐταί. Ἐνθυμοῦμαι τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1885, καθ’ ἃς παρόμοια ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, τὴν διεξαγαγοῦσαν τὰς ἐκλογὰς, ἥτις συμπίπτει νὰ ἦναι αὐτὴ ἡ καὶ σήμερον διεξαγαγοῦσα τὰς ἐκλογάς· τὰ ἄρθρα λέγω ταῦτα, κύριοι, ἐχρησίμευσαν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συναλλαγῆς διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐκφοβίσεως καὶ τῆς αἰφνιδίας εἰσόδου εἰς τὰ καταστήματα τῶν καπνοπωλῶν, ἢ ἄλλων πολιτῶν. Τί ἐγίνετο τότε; Ἤμεθα θεαταὶ πασῶν ἐκείνων τῶν ἀσχημιῶν, αἵτινες τότε ἐλάμβανον χώραν. Ἐβλέπομεν καθ’ ἡμέραν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν συῤῥέοντας τοὺς πολίτας, τοὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ παραπονουμένους, ὁτὲ μὲν, ὅτι περὶ τὸν ὄρθρον τὸν βαθὺν εἰσῆλθον οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐπιτηδευματίου καὶ ἐξήγειραν αὐτὸν ἐκ τοῦ ὕπνου, καὶ ἀνεστάτωσαν ὅλην τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, θέλοντες δῆθεν νὰ εὕρωσι λαθρεμπόριον, ὁτὲ δὲ ἤρχοντο πρὸς ἡμᾶς, καταγγέλλοντες τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἥτις συμπίπτει νὰ ἦναι καὶ ἡ σημερινὴ, καὶ λέγοντες, ὅτι ἐν νυκτὶ εἰσήρχοντο εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ λέξις εἰσήρχοντο, ἀλλ’ εἰσέβαλον εἰς αὐτὰς καὶ ἐνήργουν πράξεις, συντελούσας δῆθεν πρὸς κατάσχεσιν λαθρεμπορεύματος. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι παρομοίων σκηνῶν θέλομεν γίνει μάρτυρες, ἂν δὲν ἐξασφαλίσωμεν ἐκείνους, καθ’ ὧν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνεργῆται κατάσχεσις, διὰ τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, ἃς προβλέπει ἡ ποινικὴ δικονομία ἡμῶν, προκειμένου περὶ οἱασδήποτε κατασχέσεως καὶ κατ’ οἶκον ἐρεύνης, καὶ διὰ τοῦτο φέρω πρότασιν, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἢ καὶ ἄλλα, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, ὁμιλοῦντα περὶ κατασχέσεως, διὰ τῶν λέξεων «τηρουμένων τῶν διατάξεων τῆς Ποιν. Δικονομίας».
§116ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ὁ δὲ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Κατ’ ἀρχὰς πολλοὶ πολῖται, ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως τοῦ νόμου, θέλουσιν ὑποπέσει εἰς λαθρεμπορίαν. Νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ ἐπιεικής. Τουναντίον, πρέπει ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἅμα ἡ λαθρεμπορία λάβῃ διαστάσεις μεγαλειτέρας, νὰ ἐπιβάλλῃ μεγαλείτερα πρόστιμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιβάλλῃ ἐλαφρότερα καὶ βαρύτερα πρόστιμα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λεβίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15). (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Καλλογεροπούλου καὶ Ν. Παπαλέξη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ο | Ἀθ. Ἴσκος | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Μ. Γουλιμῆς | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | ἀρν. | Πολυχρ. Κωσταντᾶς | Ν |
| Γ. Χατζόπουλος | Ν | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν |
| Δ. Μίλησης | Ο | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ι. Παδοβᾶς | ||
| Γ. Κούστας | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Γερ. Μουσούρης | Ο |
| Δ. Πετρίδης | Ν | Παν. Βενιεράτος | Ο |
| Ἄγγελ. Γεωργαντᾶς | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν |
| Θ. Π. Δηλιγιάννης | Γεώργ. Κόρπας | Ο | |
| Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ο |
| Χρ. Χρηστόπουλος | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο |
| Ἡλ. Φλέσσας | Ν | Νικ. Νομικός | Ο |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | |
| Π. Μανέτας | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο |
| Ι. Ἀντωνόπουλος | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ο |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ο | |
| Κ. Κατσικόπουλος | Ν | Νικ. Κρίσπης | Ο |
| Δ. Ν. Βότσαρης | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| Κ. Καραπάνος | Ν | Κων. Κοσσονάκος | |
| Γ. Παχύς | Ο | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Στέφ. Δραγούμης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δ. Ράλλης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ο |
| Ἀνδρ. Ψύλλας | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο |
| Ι. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | Ν | |
| Ν. Μπουφίδης | Ο | Ξανθός Πικουλάκης | Ο |
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Ἰω. Καρτάλης | Ο |
| Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| Ν. Λεβίδης | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Σπ. Κουκούλεζας | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | Ο |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο |
| Γ. Ῥοῦφος | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Κων. Μαρκίδης | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν |
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Αχ. Γεροκωστόπουλος | Περ. Πεῤῥωτής | Ν | |
| Ι. Κρεστενίτης | Ν | Δημ. Τζάνες | Ν |
| Ν. Κουμανιώτης | Ν | Περ. Μποῦτος | |
| Β. Βουδούρης | Ο | Παν. Σάκης | Ν |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Νικ. Παπαλέξης | Ν |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | |
| Ν. Παπανικολάου | Ο | Πέτρος Μαυρομιχάλης | Ο |
| Ν. Καφφετζόγλους | Ο | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | Ν |
| Ι. Πεζᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν |
| Κ. Σινέλης | Ο | Δημ. Κάρτσωνας | Ν |
| Κ. Λομβάρδος | Ο | Δημ. Π. Γουδῆς | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Σ. Χατζηγάκης | Ο |
| Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Γ. Θεοτόκης | Ο | Γ. Φραγγίδης | Ο |
| Κ. Βασιλάκης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Τάκης | Ο |
| Ν. Βασιλάκης | Ταρμπάζης | Ο | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ο |
| Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Θεόδωρος Γκίκας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο |
| Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | Δημ. Ζουλούμης | Ο |
| Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Νικόλ. Κοντογιάννης | Ν | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 124· ὑπὲρ τῆς προτάσεως 42, κατὰ 81, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λεβίδη, καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν τὸ ἄρθρον 42, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.—Ἄρθρον 43. (Ἀναγινώσκεται).
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται δευτέρα ποινὴ διὰ τοῦ ἄρθρου 43, δὲν εἶναι ὀρθή. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου καὶ παρετηρήθη, ὅτι ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὅταν συμμορφῶταί τις μὲ τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων, δὲν δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα προκειμένου περὶ ἐπιτηδευμάτων, διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἄδεια τῆς Ἀρχῆς, ὡς εἶναι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ ἢ τοῦ φαρμακοποιοῦ, τὰ ὁποῖα χρήζουσιν εἰδικῆς ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, τὰ λοιπὰ ὅμως ἐπιτηδεύματα ἐλευθέρως ἐξασκοῦνται, ἀρκεῖ νὰ συμμορφωθῇ τις μὲ τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, δὲν στηρίζεται αὕτη εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅπως καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον παρετηρήθη, δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ μεταξὺ διαφόρων παραβατῶν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἑπομένως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ δευτέρα ποινὴ τίθεται μόνον ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς· ἄλλως, ἐπισωρεύετε δύο ποινὰς εἰς πρώτην παράβασιν. Ὥστε καλὸν εἶναι, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει τὸ δεχθῆ, νὰ προστεθῇ, ὅτι ἐπιβάλλεται πρόστιμον μέχρι χιλίων δραχμῶν, ἐν περιπτώσει δὲ ὑποτροπῆς ἀνακαλεῖται καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ἐπιτηδεύματος δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὅπερ κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπερβολικόν. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος μέχρις ἑνὸς ἔτους. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ στέρησις τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι μία ποινή, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδιώτας· διότι οἱ διάφοροι καπνοπῶλαι ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ εἰς ἄλλους, καὶ συγκεντρωθῇ οὕτω τὸ ἐμπόριον εἰς αὐτοὺς, καὶ ὅταν ἔχητε τὴν ἐκδίκασιν τοιούτων παραβάσεων ἀνατεθειμένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν Ἀρχὴν, ἄνευ διαδικασίας καὶ ἐγγυήσεων, εἶναι κίνδυνος νὰ παρασυρθῇ ὁ ὑπάλληλος, καὶ οὐχὶ μὲν ἐν γνώσει, ἀλλὰ πλανώμενος, ἐπὶ τῇ βάσει ψευδῶν ἀποδείξεων, νὰ καταδικάσῃ ἕνα ἄνθρωπον ἀδίκως. Ὥστε ἡ ποινὴ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἦναι μεγάλη.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ὡς πρὸς τὴν ὑποτροπὴν δέχομαι· μολονότι, καὶ ἂν δὲν ἀνεγράφετο, μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀνακαλεῖται ἡ ἄδεια. Ἑπομένως προτείνω νὰ τεθῇ μεταξὺ τῆς λέξεως «ἀνακαλουμένης» καὶ τῆς λέξεως «καὶ» ἡ λέξις «ἐν ὑποτροπῇ».
§122ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν περιελήφθη πρώτην φορὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὴν διάταξιν ταύτην, γενικὴν μάλιστα, περιλαμβάνει νόμος τοῦ 1877, εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ πάσης Ἀρχῆς, ἥτις ἐν τοῖς φορολογικοῖς νόμοις καλεῖται, ἵνα συμπράξῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Κατόπιν ἡ διάταξις συμπεριελήφθη καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα γενικὴ ἀρχὴ, καὶ κατὰ ταύτην ἐκανονίσαμεν τὰ πράγματα· οὐδέποτε δ’ ἄλλοτε ἤκουσα περὶ τούτου ἀντίῤῥησιν. Ὅτε ἐπανελήφθη ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας αὐτῶν, συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν διὰ τῆς φράσεως «καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως» ἐνοεῖτο καὶ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ καλούμενοι ἵνα συμπράττωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ τότε ἐξηγήθη, ὅτι ἐννοοῦνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, καὶ ἔκτοτε οὐδεμία ἠκούσθη φωνὴ ἄλλη ἀντιῤῥήσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταργήσωμεν τὴν γενικὴν ταύτην διάταξιν τῆς νομοθεσίας, δὲν ἠθέλομεν βεβαίως τὴν καταργήσει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἐν τοῖς νομοθετήμασιν, ἐξ ὧν ἀποῤῥέει ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§124ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὁ εἰρηνοδίκης ἐκλέγεται, ὅπως ἐκπληρώσῃ καθαρῶς διοικητικὰ καθήκοντα· ὁ νομοθέτης δὲ δὲν ἐξέλεξε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀρχῆς μόνον μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν δημοτικῶν· ἔχομεν δὲ καὶ διατάξεις, ὑποχρεούσας αὐτὸν τὸν ἱερέα νὰ συμπράττῃ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων· πάντας δὲ τούτους, καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ὑποβάλλει, παραβαίνοντα τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εἰδικῆς ταύτης ἐντολῆς, εἰς τὰς ποινὰς, εἰς ἃς ὑποβάλλεται καὶ ὁ διοικητικὸς ὑπάλληλος.
§126ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἐπὶ ἄλλων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, προκειμένου περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἐντελῶς κεχωρισμένη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν θεμελιώδη λίθον τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀντιβαίνει εἰς τὰς βάσεις τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ Συντάγματος τὸ νὰ ὑπαγάγωμεν δικαστικοὺς λειτουργοὺς εἰς ἄλλην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, παρὰ εἰς τὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν καθιερώσητε, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι καὶ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μετέχῃ καὶ διοικητικῶν καθηκόντων, ἔχων ἤδη μέρος εἰς τὰς στρατολογικὰς ἐργασίας, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτον συμβῇ, ἐπέρχεται παραμόρφωσις τοῦ πολιτεύματος καὶ σύγχυσις ἐξουσιῶν πλήρης. Διαφέρει τὸ ζήτημα, ὅταν πρόκειται περὶ ὀργάνων τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, διότι ὅλα θεωροῦνται ἓν καὶ τὸ αὐτό· ἀλλὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἀνεπηρέαστον ἀπὸ τῆς λοιπῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§127ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§128ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον, περὶ οὗ πρόκειται, παρετήρησα, ὅτι περιλαμβάνεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰρηνοδίκης ὑποχρεοῦται ν’ ἀποστείλῃ τὴν δήλωσιν ἢ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν θὰ συντάξῃ, εἰς τὸν ἔφορον ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, τοσοῦτον βραχέος, ὥστε εἶναι πάντη ἀδύνατον, ὅπως ὁ εἰρηνοδίκης φανῇ ἐμπρόθεσμος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἡ ὁποία τῷ ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου πιθανὸν νὰ ᾖναι μεγάλη μέχρι τῆς ἕδρας, ἔνθα ὑπάρχει ὁ ἔφορος, τὰ δὲ μέσα τῆς συγκοινωνίας δὲν εἶναι εὔκολα, ὅπως ἀποσταλῶσιν αἱ δηλώσεις καὶ ἐκθέσεις ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐνδέχεται ὁ εἰρηνοδίκης νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκόν του, παρερχομένης τῆς μικρᾶς ταύτης προθεσμίας ἀκουσίως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δεχθῇ δεκαήμερον προθεσμίαν, ἀφ’ ἧς παραδοθῶσιν εἰς αὐτὸν αἱ δηλώσεις, διότι θὰ ἦναι ἄδικον καὶ σκληρὸν νὰ τιμωρηθῇ ὁ εἰρηνοδίκης διὰ προστίμου ἄνευ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ δηλώσεις ἔδει νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολύνωμεν τοὺς ἀγοραστὰς καὶ τοὺς μεταφέροντας τὸν καπνὸν, προσεθέσαμεν πλὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τὸν εἰρηνοδίκην, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ, οὗτος νὰ διαβιβάζῃ τὴν δήλωσιν ἐντὸς βραχυτάτης διορίας εἰς τὸν ἔφορον, διότι, ἐὰν βραδύνῃ, θὰ ἐπέρχηται σύγχυσις, θὰ φθάνῃ ὁ καπνὸς πρὶν ἢ ληφθῇ παρὰ τοῦ ἐφόρου ἡ δήλωσις· πρέπει ἄρα νὰ θέσωμεν βραχεῖαν διορίαν· οὐδ’ ὑπάρχει κίνδυνος διὰ τὸν εἰρηνοδίκην μὴ δὲν προφθάσῃ, διότι, ἐὰν ἦναι δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τῷ ἐπιβάλλει πρόστιμον. Δὲν νομίζω διὰ ταῦτα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγράψωμεν μεγαλειτέραν διορίαν τῶν τριῶν ἡμερῶν.
§130ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ καθιερούμενον εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς καὶ ἄδικον διὰ τὸν εἰρηνοδίκην· δὲν ἀρκεῖ, ὅτι εἶναι ἐπιβεβαρυμένος οὗτος μὲ τόσας ἀσχολίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπιβαρύνωμεν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ὀχληρὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ τὸν καταστήσωμεν ὑπεύθυνον καὶ ὑποτελῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ κρίνῃ περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν τὸν εἰρηνοδίκην νὰ βραδύνῃ εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν δηλώσεων· ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν λάβῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας, ἢ δὲν πεισθῇ περὶ τῆς ἀθωότητος τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐκ πλάνης δὲν θὰ ὑποστῇ ἀδίκως ὁ εἰρηνοδίκης ποινὴν προστίμου 50 δραχμῶν; Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ πρόστιμον, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἠθικὴ ποινή, ἡ ὁποία τῷ ἐπιβάλλεται, εἶναι τὸ στίγμα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν περὶ ποινῶν. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνάγκη εἶναι νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ ἡ προθεσμία πρὸς ἀποστολὴν τῶν δηλώσεων καὶ ἐκθέσεων ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου πρὸς τὸν ἔφορον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ φανῇ ἐμπρόθεσμος ὁ εἰρηνοδίκης εἰς τόσῳ μικρὰν προθεσμίαν.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παρεμπεσοῦσα πρότασις περὶ τῆς προθεσμίας μὲ ἠμπόδισε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀττικοβοιωτίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ κακίσῃ ἡμᾶς, εἰπὼν, ὅτι μετηνέγκομεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν τιμωρίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ ἑπομένως ἐξεθέσαμεν τοὺς εἰρηνοδίκας ἔρμαιον εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκομικῶν καὶ ἐπετρέψαμεν νὰ δύνανται νὰ ἀπολυθῶσιν ἕνεκα ποινῆς, ἐπιβληθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. βουλευτής, ὅστις ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐφρόντισε νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον τὸν ἀσφαλίζοντα τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους· διότι, ἂν ἐφρόντιζε νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἤθελεν ἰδεῖ ἐν ἄρθρῳ 20 αὐτοῦ, ὅτι μόνον ἐπὶ πειθαρχικῆς ποινῆς, ἐπιβληθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ ἤθελε κατὰ ταῦτα πεισθῆ, ὅτι, ἐὰν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς οἱ εἰρηνοδίκαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ τοιαύτη τιμωρία κατ’ οὐδὲν ἐπιδρᾷ εἰς τὴν τύχην αὐτῶν, κατ’ οὐδὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 43, 44, 45 καὶ 46, ὡς ἐτροποποιήθησαν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 48 καὶ 49, ὡς ἔχουσιν. Ἐπίσης τὰ ἄρθρα 50 καὶ 51, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὰ ἄρθρ. 52 καὶ 53 ὡς ἔχουσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§132ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μολονότι ἡ συζήτησις καὶ ἰδέαι τινὲς, σχετικαὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 54, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐξαντληθεῖσαι εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων διατάξεων τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου, νομίζω ὅμως καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τοσούτῳ σπουδαῖον, ὥστε, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου μάλιστα τούτου, ὅστις πολλὰς διατάξεις ποινικὰς περιέχει, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο κυρίως, διότι ἄλλως πᾶσα ἐγγύησις, ἥτις χορηγεῖται εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἤδη ἐξαφανίζεται. Καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω τοῦτο, σπεύδω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ποινῶν· καὶ τοῦτο ἤδη προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων καὶ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ κεφαλαίου· ἀλλ’ ἂν σήμερον πρόκειται περὶ προστίμων, τίς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν αὔριον νὰ εἴπῃ: ἀναθέτω εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἐπιβάλλῃ ἄλλαι, ὁποιασδήποτε ποινάς; Μόλις ἐθέσατε τὴν βάσιν, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δύναται νὰ κανονίζῃ τὰ τοιαῦτα, καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς, αὔριον δύναται νὰ εἰσαχθῇ νέον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, προκειμένου περὶ παραβάσεως φορολογικοῦ τινος ἔστω νόμου, θὰ ἀνατίθηται εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ποινὰς φυλακίσεως, ἢ ποινὰς εἰρκτῆς, ἢ ἰσοβίων δεσμῶν· δὲν ἐννοῶ ποῦ θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ σταματήσητε, ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ εἴδους τῆς ποινῆς.
§133ΤΙΝΕΣ. Καὶ θάνατον.
§134ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δικαίως παρατηρεῖτε τοῦτο, ὡς τὸ μόνον μὴ ἐνδεχόμενον. Φέρετε τὴν ὑπερτέραν τῶν καταχρήσεων ὡς μόνον ἐπιχείρημα· διότι φαντάζεσθε, ὅτι ἐνώπιον τοιαύτης καταχρήσεως θὰ σταματήσητε, καὶ δικαίως ἐκάμετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ἴσως τότε σταματήσητε, ὅταν δηλαδὴ εἰσαχθῇ νόμος, ὅστις νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου! Ἠθέλησαν, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶσι,—δὲν ἤμην ἐνταῦθα ὅτε ἐπεκαλέσθησαν τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσι—τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξηγοῦντες αὐτὸ κατὰ τὴν συμφέρουσαν ἔννοιαν, ἴσως δὲ καὶ τὴν ὀρθὴν, ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις ἐπέτρεψε ν’ ἀνατεθῇ καὶ εἰς ἄλλην ἐξουσίαν ἢ τὴν δικαστικὴν τοιαύτη δικαιοδοσία. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, κύριοι, πρόκειται περὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ὅπως γίνεται λόγος ἐν τῷ ἄρθρῳ 101 τοῦ Συντάγματος; Οὐδαμῶς· ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ἐγένετο ἡ ἀνάμιξις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου. Τί εἶναι αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ; Αὐτὸ εἶναι εὐχερὲς νὰ τὸ εὕρητε εἰς ὅλα τὰ συγγράμματα τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἐκ Κυκλάδων ἀξιότιμος βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ διαφορὰ ἐγείρεται τότε, ὅτε ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως ἄμεσος ἐπέρχεται βλάβη, ὄχι ἁπλῶς συμφερόντων, ἀλλὰ δικαιωμάτων τοῦ πολίτου· καὶ οἱ συντάξαντες τὸ πολίτευμα δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των, εἰμὴ τοὺς ὁρισμοὺς τῆς ἐπιστήμης, διότι ἄλλως ἡ ἔκφρασις γραμματικῶς δὲν σημαίνει τίποτε. Ἡ ἔκφρασις λοιπὸν ἔχει ὡρισμένην σημασίαν. Οἱονδήποτε συγγραφέα καὶ ἂν ἀνοίξητε, θὰ εὕρητε, ὅτι πρῶτον στοιχεῖον διενέξεως τοῦ περὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐκ μιᾶς πράξεως τῆς διοικήσεως προέρχεται προσβολὴ δικαιώματος τοῦ ἰδιώτου, καὶ τότε ἐφαρμόζονται αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσατε, περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διοίκησις πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὑτῆς καὶ νὰ μὴ ὑποκύπτῃ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Πότε ἐγείρονται τοιαῦται ἀμφισβητήσεις καὶ πότε παρουσιάζονται αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς πρέπει ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία νὰ κανονίζῃ τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας; Πρόκειται λ. χ. περὶ στρατολογίας· ἐὰν εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐσταμάτα ἡ διοίκησις, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς διαφορᾶς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, βεβαίως θὰ ἐπήρχετο εἰς τὸ Κράτος μεγάλη βλάβη. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος προτεινόμενος, δι’ ὃν τὰ δικαστήρια δὲν ἔπρεπε νὰ λύωσιν αὐτὰς τὰς διαφορὰς, ὅτε ἠδύνατο νὰ ἐπέρχηται βλάβη, ὄχι μόνον εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, οὐχὶ χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος μόνον, ἀλλὰ χάριν ἰδίως τῶν ἰδιωτῶν· διότι ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑποθέσεις τοιαῦται, καθ’ ἃς ὁ τακτικὸς δικαστὴς ἤθελε δικάζει ἄνευ τῆς δεούσης πείρας καὶ μεθ’ ὑπερμέτρου κατὰ τοῦ πολίτου αὐστηρότητος ἀλλ’ ἐνταῦθα ποῦ ἔχομεν τοιαύτας περιστάσεις; τοιαύτη περίστασις πότε δύναται νὰ ἐγερθῇ ἐνταῦθα; Ὑποθέσατε, ὅτι τιμωρεῖταί τις ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ὅλως ἀδίκως, καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ ἐναντίον τοῦ ἐφόρου, ὅστις οὐδέποτε δύναται νὰ κατασταθῇ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅτι κακῶς ἐπέβαλε τὸ πρόστιμον· ἰδοὺ τῳόντι ὑπόθεσις ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἅμα τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν ὑπάρχωσιν, ἔχετε ὑπόθεσιν φύσεως δικαστικῆς. Οἱονδήποτε συγγραφέα καὶ ἂν ἀνοίξητε. Θὰ εὕρητε τοῦτο. Ἰδοὺ λ. χ. τί λέγει ὁ Ducroc (ἀναγινώσκει). Πρόκειται λοιπὸν, κύριοι, περὶ ἀντικειμένου φύσει δικαστικοῦ, καὶ τοῦτο συνησθάνετό τις χθὲς ἢ προχθὲς καὶ ἔθετε τὸ ζήτημα, ἂν οἱ εἰρηνοδίκαι, ἢ οἱ ἔφοροι, παρέχωσι πλείονας ἐγγυήσεις! Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἐξέτασις ἦναι ἐπιτετραμμένη, αὔριον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀντὶ νὰ δικάζῃ τὰ λαθρεμπόρια ὁ δεῖνα λειτουργὸς τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν εἰς τὸν ἀνώτατον λειτουργὸν τοῦ Κράτους, ὅστις παρέχει πλειοτέρας ἐγγυήσεις· οὕτω, ἑκάστοτε θὰ ζητήσωμεν ποῖος παρέχει τὰς μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ τότε νομίζω, κύριοι, ὅτι βαίνομεν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ὥστε νὰ μὴ κάμνωμεν πλέον κἀμμίαν διάκρισιν κἀμμιᾶς ἐξουσίας, καὶ προβαίνομεν εἰς τοιαύτην συγκέντρωσιν, ὥστε ἀφαιροῦμεν πλέον τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ πράττομεν, κύριοι, μετὰ τὰς ἐπελθούσας μεταβολὰς, αἵτινες ἐσκόπουν εἰς τὴν ἐπικράτησιν ἐλευθέρων θεσμῶν, πράττομεν ὅ,τι οὔτε ἐπὶ τῆς Μοναρχίας δὲν ἐγίνετο. Οἱ νόμοι τῆς προηγουμένης Βασιλείας ἦσαν βεβαίως συγκεντρωτικοί, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀκριβὴς διάκρισις καὶ ἄκρος σεβασμὸς ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Βλέπετε ἀκόμη ἐπὶ τῆς Μοναρχίας τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέθετον ποτὲ καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἄλλοι λειτουργοὶ, ἱκανῶς ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι, δὲν ἀνέθετον ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ ποινάς. Ἔχετε λ. χ. τοὺς νόμους περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν δύνανται καταλλήλως νὰ δικάζωσι τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ὅμως ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει αὕτη, ἔκαμαν ὥστε νὰ διατάξῃ ὁ νομοθέτης, ὅτι ὅλαι αἱ σχετικαὶ παραβάσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Καὶ ἡμεῖς τί πράττομεν ἤδη; Ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες παρέχονται ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, προβαίνομεν περαιτέρω, ἢ μᾶλλον στρεφόμεθα πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐπὶ Μοναρχίας, δηλαδὴ καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡ διοίκησις δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ, ἡμεῖς εἰσάγομεν τὴν διοικητικὴν αὐθαιρεσίαν. Ἀλλὰ τότε τί ὠφελοῦσιν αἱ λεγόμεναι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι, τὰς ὁποίας δῆθεν ἔχομεν; Ἐὰν δὲν σέβησθε τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὸ πᾶν ἀνετρέψατε. Δύνασθε, κύριοι, νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ποινῶν; Δὲν ἠξεύρω τίνι τρόπῳ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μίλησης ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ἐν τῷ νόμῳ περὶ σιγαροχάρτου τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, λέγων, ὅτι ἡ διοίκησις ἐξασκεῖ ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἀστυνομικὴ ἐξουσία ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλας ἀρχὰς, μὴ ἐχούσας ποινικὴν δικαιοδοσίαν. Καὶ ἐπειδὴ λ. χ. τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, προκειμένου περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὰς, ἑπομένως καὶ ὁ ἔφορος δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, ἐκπληρῶν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Ποῦ καὶ πότε τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ ἐπιβάλλωσι ποινάς; Ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ καὶ ὅταν γίνεται διατάραξις τῆς τάξεως. Λοιπὸν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον λέγει, ὅπως τὸ πολιτικὸν δικαστήριον ἐπιβάλλει πρόστιμον, οὕτω θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ ἔφορος ποινὰς ἐναντίον τῶν παραβαινόντων φορολογικοὺς νόμους!!
§135ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ δικαιοδοτῶν.
§136ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε τουλάχιστον τοῦτο, ὅτι παρίσταται ὁ ἔφορος, ὅστις θὰ δικάσῃ τὴν παράβασιν, ἀντιληφθεὶς ὁ ἴδιος, ὅτι παρεβίασέ τις τὸν νόμον, καὶ ἐὰν εἰς τὸν ἔφορον ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου, τὸ πρᾶγμα κἄπως θὰ ἦτο ὑποφερτόν· ἀλλὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συμβαίνει· ἐὰν ὁ ἔφορος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς προστίμων, τότε διατὶ νὰ μὴ ἐπιβάλῃ καὶ ἄλλας ποινὰς, καὶ κράτησιν, ἢ καὶ τὴν φυλάκισιν; Καὶ, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν ἐγγύησιν τῆς ἰδίας ἀντιλήψεως τοῦ ἐφόρου. Διότι περὶ τίνος πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ὁ ἔφορος; Ὅτι ἐγὼ ἐπώλησα σιγαρόχαρτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλήφθη ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν, ὅτι μετεχειρίσθην καπνὸν, μὴ κεκομμένον εἰς τὰ δημόσια ἐργοστάσια. Ποίαν σχέσιν ἔχει ὁ ἔφορος πρὸς τὴν γνῶσιν τῶν τοιούτων παραβάσεων; τί με συνδέει μὲ τὸν ἔφορον, ὥστε νὰ ὑπάγωμαι εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ; διατὶ νὰ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν διάκρισιν τοῦ ἐφόρου; Τί θὰ εἴπῃ ὁ κόσμος ὅλος, βλέπων ἡμᾶς, ἐνῷ ἔχομεν δικαστικὴν ἐξουσίαν, νὰ τιθέμεθα εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐφόρου καὶ νὰ ἀνατρέπωμεν τὰς βάσεις παντὸς πολιτεύματος; Ἀλλὰ μήπως τουλάχιστον πρόκειται περὶ ὑποθέσεως τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ χρειάζηται ἡ εἰδικότης τοῦ ἐφόρου; Δὲν δύναται ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἐγκλήματος παρανόμου πωλήσεως σιγαροχάρτου, καὶ χρειάζεται ὁ ἔφορος; Καὶ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἔποψιν πραγματικὴν ἄλλην. Ἐκ πρώτης ὄψεως τῳόντι δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐκ παντὸς τρόπου εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποκλείομεν τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἆρά γε ἀσφαλὲς τὸ τοιοῦτον; Ἀπεναντίας, κύριοι, ἀφαιρεῖτε πᾶσαν πραγματικὴν ἀσφάλειαν καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου· διότι, ἐὰν εἴχετε ἀνατεθειμένην εἰς τὰ δικαστήρια τὴν ἐκδίκασιν, ὁ παραβαίνων τοὺς νόμους τούτους θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καταγγελλόμενος καὶ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου καὶ ὑπὸ παντὸς πολίτου καὶ ὑπὸ πάσης Ἀρχῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μόνον ἐὰν θέλῃ ὁ ἔφορος, περιορίζεται ἡ κατάχρησις, ἄλλως δὲν περιορίζεται, ἀφοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μόνον ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐφόρου δύναται νὰ δικάσῃ. Δὲν θέλει ὁ ἔφορος νὰ καταδικάσῃ; ἀπρακτεῖ; Τὸ Δημόσιον ἀποκλείεται παντὸς δικαιώματος. Ἐκ τούτου λοιπὸν τί θὰ συμβῇ πράγματι; Πρῶτον, κύριοι, μία τάξις ἀνθρώπων—καὶ τοῦτο ὅλοι τὸ γνωρίζομεν—ἡ τάξις τῶν συμπολιτευομένων, θὰ ἀπαλλάσσηται συνήθως ἀπὸ τὴν καταδίωξιν. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἀναγνώσῃ τὸ πραγματικὸν ἄρθρον, τὸ ὑπάρχον ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, δύναται νὰ ἀναγνώσῃ οὕτω: Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, κατὰ κανόνα τοὐλάχιστον, ἐπιβάλλει ποινὰς, ὅταν θελήσῃ, καὶ τοῦτο κατὰ μὴ φίλων τῆς ἐξουσίας. Τὸ ἥμισυ λοιπὸν τοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἀπαλλάσσηται τῆς καταδίκης, ἐπὶ δὲ τοῦ ἄλλου ἡμίσεος θὰ ἐπιβάλλωνται αἱ ποιναὶ, ὅταν δὲν θὰ ἐπέρχωνται λόγοι, συνηγοροῦντες καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Αὐτὸ θὰ ἦναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Εἰς τοὺς ἐφόρους ἐκείνους, οἵτινες δὲν παρέχουσιν ἐγγυήσεις αὐστηρᾶς ἠθικότητος, θὰ δώσητε μόνον ἓν ὅπλον καταχρήσεως· θὰ ἀνοίξητε στάδιον ἐνεργειῶν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν παραβάσεων τούτων, ἀλλὰ μόνον πρὸς δημιουργίαν πιέσεων καὶ καταχρήσεων. Καὶ πῶς θὰ ἐπιτηρήσητε; Ἀρκεῖ διὰ τὴν κατάχρησιν ἡ ἀπραξία τοῦ ἐφόρου. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, νομίζω εἶναι καταφανῆ· ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω. Νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ χορηγῶμεν νέας τοιαύτας ἐξουσίας εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ πρέπει ὅλας τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἡμῶν νὰ τὰς κανονίζωμεν μόνον συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀποβλέποντες εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας καὶ ἀποφεύγοντες τὴν ἐπαύξησιν. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν δὲν ἀκολουθήσωμεν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου δὲν θὰ εὑρεθῶμεν, εἰμὴ ἐντὸς ἑνὸς κυκεῶνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξέλθωμεν κατεστραμμένοι καὶ ὁ τόπος καὶ ἡμεῖς αὐτοί.
§137ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ δεκαπενθήμερος προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 54, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα μέχρι καὶ τοῦ 63. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 64).
§139ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένης τῆς ἐφαρμογῆς νέου συστήματος φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἔδει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, τί θέλει γίνει ὡς πρὸς τοὺς τυχὸν κατέχοντας καπνὸν, ὑποβληθέντα εἰς τὴν προτέραν φορολογίαν. Ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τούτου ἀπέληξεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα· ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῇ ὁ καπνὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὸ τέλος, ἀπὸ τοῦ μὴ ὑποβληθέντος, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ἤδη ἰσχύον. Δὲν ἰσχύει ἤδη τὸ σύστημα τῆς διὰ συσκευῆς κεκομμένου καπνοῦ καὶ διὰ περιβολῆς ταινιῶν βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἁπλῶς, ὁ ἀποθηκεύων καπνὸν πρὸς σκοπὸν λιανικῆς πωλήσεως, δηλοῖ τὴν ἀποθήκευσιν ταύτην καὶ χρεοῦται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῇ ὁ καπνὸς, ὁ οὕτως ἀποταμιευθεὶς ἀπὸ ἄλλου καπνοῦ. Ὡς δὲ τὰ πράγματα συμβαίνουσιν, οἱ καπνοπῶλαι φροντίζουσιν, ἵνα τὸν καπνὸν εἰς φύλλα ἀποταμιεύωσιν ἐν ἀποθήκαις καπνεμπόρων, μεταφέρωσι δὲ κατ’ ἐλάχιστα ποσὰ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ καπνοπώλου, διὰ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους διὰ μεγάλα ποσά. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν καπνοπώλης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἀποθήκην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐναποταμιεύει τὸν καπνὸν ὡς καπνέμπορος, διότι ὁ οὕτως ἀποταμιευόμενος καπνὸς δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους. Περὶ τοῦ καπνοῦ ἄρα ἐκείνου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας, διότι ἐκεῖνος δὲν ὑπεβλήθη εἰς πληρωμὴν ἢ εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς τέλους. Ὁ μόνος καπνὸς, περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ προνοήσωμεν, εἶναι ὁ καπνὸς, ὅστις ἐχρεώθη ὡς μέλλων νὰ καταναλωθῇ· ἀλλ’ ὁ καπνὸς οὗτος εἶναι ἐλαχίστου ποσοῦ. Ἂν ἀπεφασίζομεν νὰ χορηγήσωμεν εἰς τοὺς καπνοπώλας δικαίωμα, ὅπως βεβαιῶσι τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσαν πρὸς κατανάλωσιν, ἵνα ἀφαιρέσωσι τὸ ποσὸν, δι’ ὃ ἐχρεώθησαν ἀπὸ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωσιν εἰς τὰ κοπτήρια, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἅπας ὁ δηλωθεὶς καπνὸς ἤθελε παρουσιασθῆ ὡς μὴ καταναλωθείς. Εἰξεύρομεν, ὅτι ἤδη τοῦτο συμβαίνει, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ὁ νῦν ἰσχύων οὐδὲν σχεδὸν ἀποφέρει, διότι ποιοῦνται οἱ πωληταὶ καπνοῦ δήλωσιν περὶ καταναλώσεως ποσοῦ τινος, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο οὐδέποτε παρίσταται ὡς καταναλωθέν· μεταφέρεται ἀπὸ τῆς ἀποθήκης τοῦ καπνεμπόρου εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ καπνοπώλου ποσὸν πάντοτε κατώτερον ἐκείνου, δι’ οὗ τὴν κατανάλωσιν ἐγένετο ἅπαξ ἡ δήλωσις, καὶ ἡ ἑνιαία ἐκείνη δήλωσις χρησιμεύει εἰς τὰς ἀλληλοδιαδόχους μεταφορὰς ἀπὸ τῆς μιᾶς ἀποθήκης εἰς τὴν ἄλλην. Ἐὰν ἄρα ἐδίδομεν δικαίωμα, ὅπως καταλογισθῇ τὸ ποσὸν τὸ δηλωθὲν πρὸς κατανάλωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν κατηναλώθη, εἰς τὴν χρέωσιν τὴν ἐν τοῖς κοπτηρίοις, βεβαίως ἅπαντες σχεδὸν οἱ καπνοπῶλαι ἤθελον παραστήσει, ὅτι οὐδὲν κατηνάλωσαν. Ἔδει ἄρα νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος, ἐθεωρήθη δὲ, ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος εἶναι, νὰ ἀφεθῇ χρόνος μετὰ τὴν προειδοποίησιν εἰς τοὺς καπνοπώλας, ὅπως καταναλώσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσαν. Οἱ καπνοπῶλαι εἶναι προειδοποιημένοι ἤδη, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου θέλει παρέλθει χρόνος πολὺς, ἕως ὅτου παρασκευασθῶσι τὰ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἐκδοθέντος τοῦ διατάγματος τοῦ προσδιορίζοντος τὴν ἡμέραν τῆς ἐφαρμογῆς, γένηται ἔναρξις ταύτης. Ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἂς φροντίσωσιν οἱ καπνοπῶλαι νὰ καταναλώσωσιν ὅ,τι ἐδήλωσαν, ἀφοῦ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν, εἶναι κατώτερα τοῦ ἀναγκαιοῦντος πρὸς κατανάλωσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος. Ἂς φροντίσωσιν ὅμως νὰ μὴ δηλώσωσιν ἄλλον καπνὸν πρὸς κατανάλωσιν, εἰμὴ μόνον τόσον, ὅσος θὰ ἀπαιτηθῇ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ὁ τρόπος οὗτος φαίνεται οἰκονομῶν τὰ πράγματα, ὅπως μὴ ἐπιγενῇ ἀδίκημα εἰς οὐδένα. Θέλει παύσει βεβαίως διὰ τοῦ νέου νόμου τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν πολιτείαν, τοῦ νὰ χρησιμεύῃ ἡ ἀρχικὴ δήλωσις τῶν καπνοπωλῶν διὰ τὰς κατόπιν μεταφορὰς ἀπὸ τῆς ἀποθήκης τοῦ καπνεμπόρου εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ καπνοπώλου, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ καπνοπώλου ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐχρεώθη, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ τῷ δίδῃ εὔλογον αἰτίαν, ὅπως ἀπαιτῇ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θέλει πληρώσει εἰς τὸ κοπτήριον.
§141ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόσῳ τὸ ζήτημα ἀφεώρα εἰς τοὺς καπνοπώλας, εἶχε σπουδαιότητα, δὲν ἔχει ὅμως τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, περιοριζόμενον εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἐλάχιστος θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἰδιωτῶν, τῶν κατεχόντων πολὺ ποσὸν καπνοῦ· ἄλλως τε, ἠξεύρομεν, ὅτι εἰς τὸν ἰδιώτην, τουτέστιν εἰς τὸν μὴ πωλοῦντα, δὲν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις αἱ ποινικαί· αὗται ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς πωλοῦντας, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ὁ κατέχων καπνὸν, ἔστω καὶ μεγάλου ποσοῦ ...
§143ΡΑΛΛΗΣ. Κατέχοντες, λέγει τὸ ἄρθρον.
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ ποινικαὶ διατάξεις. Θὰ παρατηρήσητε ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ νόμου, ὅτι αἱ ποινικαὶ διατάξεις μόνον εἰς τὸν πωλητὴν ἐφαρμόζονται· ὑπάρχει ὑποχρέωσις προσαγωγῆς εἰς τὸ κοπτήριον καὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ κύρωσις τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ καὶ κύρωσις ἐὰν ὑπάρχῃ, δὲν εἶναι πλέον τὸ ζήτημα σπουδαῖον, εὐθὺς ὡς περιορίσωμεν αὐτὸ εἰς τὸν ἰδιώτην τὸν καταναλίσκοντα, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν πωλοῦντα τὸν καπνόν. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ πρὸς κατανάλωσιν. Ἂν συνέπεσεν ἰδιώτης τις νὰ ἠγόρασε καπνὸν, ὀλίγῳ περισσότερον τοῦ δυναμένου νὰ καταναλωθῇ παρ’ αὐτοῦ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιβαρυνθῇ οὗτος ἐκτὸς τοῦ τέλους τῶν 4 καὶ 80 καὶ διὰ τοῦ τέλους τῶν 2 δραχμῶν, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσε πρότερον, νομίζω, ὅτι ἡ ζημία δὲν εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία, ἵνα εἰς πρόληψιν αὐτῆς μεταβάλωμεν τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ ζητήσωμεν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον διακρίσεως τοῦ καπνοῦ τοῦ πληρώσαντος καὶ τοῦ μὴ πληρώσαντος τέλος· πρᾶγμα δυσχερέστατον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀδύνατον.
§145ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 64 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 64 ὡς ἔχει, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 65–70. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 71).
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προτείνω πρόσθετον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ 71. Ἡ διαχείρισις τῶν ταινιῶν πρὸς περιβολὴν τοῦ καπνοῦ, τοῦ τουμπεκίου καὶ τῶν σιγάρων, καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως καὶ τοῦ ἐξόδου τῆς κοπῆς καὶ συσκευῆς γίνεται ὑπὸ τῶν ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων· ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ νὰ ἦναι βεβαρημένοι δι’ ἄλλης ἐργασίας οἱ εἰσπράκτορες, νὰ μὴ ἦναι δὲ καὶ ἀνάλογος ἡ ἐν τῷ κοπτηρίῳ ἐργασία πρὸς τὴν ἀπασχόλησιν εἰσπράκτορος· συμφέρει ἄρα νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀναθέτῃ, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ καλῶσι, τὴν τοιαύτην διαχείρισιν εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν καπνοκοπτηρίων, ὑποβαλλομένους εἰς τὰς περὶ δημοσίων ὑπολόγων διατάξεις. Προτείνω ἄρα ὡς πρόσθετον ἄρθρον, λαμβάνον τὸν ἀριθμὸν 71, τὸ ἑξῆς. «Ἡ διαχείρισις τῶν ταινιῶν πρὸς περιβολὴν καπνοῦ, τουμπεκίου καὶ σιγάρων, καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ τέλους αὐτῶν, τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως καὶ τοῦ ἐξόδου κοπῆς καὶ συσκευῆς, πρὸς δὲ ἡ διαχείρισις τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 41 ἀναλογοῦντος σιγαροχάρτου καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ, δύναται ν’ ἀνατεθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς διευθυντὰς ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ, ἢ τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν. «Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι καθίστανται ὑπόλογοι ἐνώπιον τοῦ Δημοσίου, καὶ δίδουσι λόγον τῆς διαχειρίσεώς των, κατὰ τὰ περὶ ὑπολόγων διατεταγμένα, ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 71, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 72 καὶ 73, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 74, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζεται τὸ σύνολον.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον ἀπόψε, διότι καὶ πολλαὶ τροπολογίαι ἐγένοντο δεκταὶ καὶ ὁλόκληρα ἄρθρα προσετέθησαν. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ, καὶ αὔριον νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον, διότι θέλομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 8½ μ. μ.