1887.02.27
2.751 στίχοι · 21.779 λέξεις · 164 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 27 Φεβρουαρίου 1887.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 11 π. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκοντα τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης).
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Χατζόπουλος δὲν ἐψηφοφόρησεν, ἐνῷ ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Παρακαλῶ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι τὰ πρωτόκολλα δὲν συντάσσονται ἀκριβῶς. Εἴμεθα ὀλίγοι ἀληθῶς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κόβετε κανένα.
§2ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὡς ψηφολέκτης, ὅτι παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν νὰ δηλώσῃ τὴν ψῆφόν του· μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι δὲν ἠξεύρει περὶ τίνος πρόκειται καὶ διὰ τοῦτο δὲν ψηφίζει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁ Πρόεδρος παρακαλεῖ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ γίνωνται ψηφολέκται νὰ μὴ ἀρνῶνται. Χθὲς ἀφοῦ σᾶς ἐκάλεσα ὅλους κατ’ ὄνομα, μόλις καὶ μετὰ βίας ἦλθε εἷς.
§4ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ ἐὰν ἐψηφοφόρησα ἢ ὄχι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀληθῶς ἐψηφοφόρησα, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ σύγχυσις καὶ ἡ ἀμφιβολία, διότι ἀληθῶς ἐγὼ ἠρώτησα κατ’ ἀρχὰς περὶ τίνος πρόκειται, διότι πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποβάλει νέαν πρότασιν καὶ ἐφοβήθην ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκείνης καὶ διέτρεχον τὸν φοβερὸν κίνδυνον νὰ ψηφίσω πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ συντάξω πρότασιν σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην μου καὶ ἐψηφοφόρησα, καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἐψηφοφόρησα συμφώνως μὲ τὴν γνώμην μου.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ περίληψις τοῦ λόγου μου εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι ὅλως ἀνακριβής· μοὶ ἀποδίδει ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον. Δὲν εἶπον τὴν φράσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου, προέβη εἰς μέτρα, ἅτινα ἐπηρέασαν τὴν συνείδησιν τῶν ἐκλογέων. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ ἔχω, δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸ θέμα αὐτό· ἀπ’ ἐναντίας, ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς ὁρκοδοσίας τοῦ Διαδόχου εἶπον, ὅτι «τὸ εὐτυχὲς τοῦτο γεγονὸς ἔχει τοιαύτην ἐθνικὴν σημασίαν, ὥστε δικαιολογεῖ ἡμᾶς, ἵνα παραβλέψωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἠθέλησε νὰ προσπορισθῇ ἐξ αὐτοῦ κομματικὰς ὠφελείας, καὶ νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς τὸν Βασιλέα ὁμοφώνως τὴν χαράν μας.» Τὴν ἰδέαν μου ταύτην ἀλλοιοῦσι τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικά. Ὡσαύτως δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ τὸ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναφερόμενον, ὅτι «τοιαῦτα μέτρα μετεχειρίσθη καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν καὶ ὁ θεσμὸς περὶ νομαρχιακῆς περιφερείας ἀπέτυχεν.» Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ σύστημα τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας τότε μόνον θὰ φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα, ὅταν οἱ νομοὶ μετασχηματισθῶσι καὶ γεωγραφικῶς καὶ διοικητικῶς κατὰ τρόπον προκαλοῦντα τὴν ἑνότητα τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἰδεῶν τῶν κατοίκων αὐτῶν. Δὲν εἶπον δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι αἱ ὁμαλαὶ ἡμῶν σχέσεις μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ θὰ διορθώσωσι τὰ οἰκονομικά μας, ἀλλὰ εἶπον, ὅτι αἱ ὁμαλαὶ ἡμῶν σχέσεις θὰ μᾶς παρέξωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν ζητήματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ οἰκονομικόν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθοῦν αὐτά.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἄγουσιν εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ περιέχωσι περιλήψεις τῶν ἀγορεύσεων, πρέπει νὰ περιέχωσι μόνον τὰς προτάσεις τῶν κ.κ. βουλευτῶν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τὰ γεγονότα. Ἀρκεῖ νὰ μνημονεύωσιν ὅτι ἠγόρευσεν ὁ τάδε, ὅτι ἐπρότεινε τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἐκεῖνο. Ὅταν οὕτω περιοριζώμεθα, δὲν ἐκτιθέμεθα εἰς τὸν κίνδυνον νὰ βλέπωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν παραμεμορφωμένας, διότι εἶναι ἀδύνατον τὸ γραφεῖον νὰ συμπτύσσῃ ἐντὸς ὀλιγίστων γραμμῶν ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀγορεύων ἐχρειάσθη μίαν ὥραν ἵνα ἀναπτύξῃ.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολλὴ ὀρθὴ ἡ πρότασις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ συντάττωνται τὰ πρακτικά;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ νὰ τυποῦνται ἐγκαίρως τὰ πρακτικὰ, ἦτο, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ εἶχον παραπονεθῆ, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις των ἐδημοσιεύοντο ὅλως παραμορφωμέναι. Εἰσήχθη λοιπὸν αὐτὸ διὰ νὰ λαμβάνῃ ἡ κοινωνία ἄμεσον καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν λόγων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ ἀγορεύων.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ συναινεῖ τὰ πρακτικὰ νὰ συντάσσωνται καθ’ ὃν τρόπον ἐῤῥέθη πρὸ μικροῦ;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται διορθούμενα.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ σήμερον εἰς τὸν Βασιλέα καὶ προσεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Μεγαλειότατε! «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καταρτισθὲν, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σεβασμοῦ. «Ἡ Βουλὴ μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδε, Μεγαλειότατε, τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἡλικιώσεως τοῦ σεπτοῦ Διαδόχου καὶ τὴν ἐπὶ τούτῳ διατρανωθεῖσαν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ σύμπαντος ἔθνους. «Εὔχεται δὲ, Βασιλεῦ, σὺν τῇ γενικῇ τοῦ ἔθνους εὐχῇ, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ ἅπασαν τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος». Ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Εὐχαριστῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διὰ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ ὑπὲρ Ἐμοῦ τε καὶ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. «Εὔχομαι δὲ τῷ Ὑψίστῳ, ἵνα σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν φίλην ἡμῶν Ἑλλάδα καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμόν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε δήλωσιν ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν, καθ’ ἣν τροποποιεῖται ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, ὁ ἀφορῶν εἰς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886. Ἡ δήλωσις ἀπεστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§17ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατεσκευάσθη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Καλαβρύτων καὶ τὸ πρῶτον τμῆμα παρελήφθη καὶ ἔχει καλῶς, τὸ δεύτερον τμῆμα, τουτέστι τὸ ἀπὸ Ἁγίου Βλασίου, κατεσκευάσθη μὲν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὁδὸς, παρουσιάζει τοιαύτας ἐλλείψεις, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διαβῶσιν ὄχι ἅμαξαι, ἀλλὰ καὶ πεζοί· προσομοιάζει πρὸς βόρβορον. Διήλθομεν τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου Νεοκλῆν Πετιμεζᾶν καὶ Ἀθ. Πετιμεζᾶν καὶ τὸν κ. Ῥοῦφον. Ἠπορήσαμεν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ, καὶ ἐντούτοις ἠκούσαμεν ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη πρόκειται νὰ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς μηχανικοὺς καὶ τὸ ἀπορώτερον εἶναι ὅτι ὄχι μόνον μηχανικοὶ Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ οἱ Γάλλοι ἀπεφάνθησαν ὅτι ἡ ὁδὸς δὲν ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις. Τῇ ἀληθείᾳ ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ, ἂν τοῦτο ἀληθὲς, ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν Γάλλων μηχανικῶν δὲν ἔχει ἔννοιαν. Ἅμα τῇ ἐπανόδῳ μου εἰς Πάτρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς μετέβην παρὰ τῷ νομομηχανικῷ καὶ παρέστησα αὐτῷ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δέον ἐπίσης νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως μὴ παραληφθῇ ἡ ὁδὸς, καὶ ἐπὶ τούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, διότι οὐδεὶς ἄνθρωπος δύναται νὰ πεισθῇ ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ μηχανικὸς, ὅστις ν’ ἀποφανθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ ὁδὸς εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν, καθόσον οὔτε καὶ χαλικόστρωσις ἐγένετο, ἀλλ’ ἀναμὶξ ἐῤῥίφθησαν χώματα καὶ λίθοι ἀποτελοῦντα βόρβορον.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ λάβητε πληροφορίας αὔριον· δὲν πιστεύω ὅμως νὰ παρελήφθη ἡ ὁδός.
§19ΡΟΥΦΟΣ. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔφθασα εἰς τὰς Ἀθήνας, μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρέστησα εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λίαν εὐδιάθετος ἐφάνη, ὁ δὲ διευθυντὴς τοῦ τμήματος μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι θέλουν ληφθῆ ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἡ στερέωσις τῆς ὁδοῦ.
§20ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, κύριε Ῥοῦφε, ὅτι δέον νὰ προσέξῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων, καθόσον εἶναι λυπηρὸν, ὁδὸς διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων· ἤκουσα δὲ μετὰ λύπης ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ μηχανικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ εἷς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἐγνωμάτευσεν ὑπὲρ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου, καὶ σήμερον εἶχον ἐπιστολὰς ὅτι πρόκειται νὰ παραληφθῇ τὸ ἔργον.
§21Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ἀληθῆ, διότι ἐγὼ πρῶτος ἀντελήφθην τῆς ἀθλιότητος τῆς ὁδοῦ καὶ οἱ ἄνθρωποι μένουν εἰς τὸν βόρβορον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔκαμα παραστάσεις εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ὁδὸς δὲν θὰ παραληφθῇ, ἐὰν δὲν ἀπομακρυνθῇ ὁ βόρβορος ἐκεῖνος ἐκ τῆς ὁδοῦ. Τώρα ἀγνοῶ ἐὰν συνετάχθη πρωτόκολλον καὶ ἐὰν παρελήφθη ἡ ὁδός.
§22ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχω πολλὰ ἐνδόσιμα ὅτι οἱ μηχανικοὶ θέλουν νὰ παραλάβουν τὴν ὁδόν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὔριον θὰ λάβητε πληροφορίας.
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ μηχανικὸς ἐν Πάτραις μοὶ παρετήρησεν ὅτι ἐνιαχοῦ που εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν ἡ ὁδὸς, ἐνῷ ὁλόκληρον τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον στοιχίζει πλέον τῶν 600,000 δραχμῶν, ἀπὸ Ἁγίου Βλασίου μέχρι Καλαβρύτων, εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς φέρῃ πληροφορίας. Δεύτερον ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι, ὅτι δέον νὰ μεριμνήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορίσῃ ἀντιπροσώπους διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν σταφιδαμπέλων καὶ τῶν γαιῶν, τῶν καταληφθεισῶν ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας ἐγένοντο ἀδικήματα φοβερά.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τοῦ σιδηροδρόμου.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὄχι. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας αἱ σταφιδάμπελοι ἔχουν ἀπὸ 2000–1500 δραχμῶν ἀξίαν τὸ στρέμμα, αἱ δὲ ἐκτιμήσεις ἀνέρχονται μέχρις 800 δραχμῶν.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. 2,500.
§28ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἔχω σταφιδάμπελον ἐν Αἰγιαλείᾳ, ὅπου ἡ ἐλαχίστη προσφορὰ εἶναι 1400 δραχμῶν τὸ στρέμμα, καὶ ἐξετιμήθη ἀντὶ 800 δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διορίσῃ ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, διότι ὁ σιδηρόδρομος προχωρεῖ καὶ αἱ σταφιδάμπελοι πλείστων ἰδιοκτητῶν καταλαμβάνονται, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ, χωρὶς νὰ λάβωμεν οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν. Τρίτη οὐχὶ ἐπερώτησις, ἀλλὰ παρατήρησίς μου, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων διὰ τὰς καταχρήσεις, τὰς γενομένας ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς. Ἐγὼ ἤκουσα καὶ ἀνέγνων καὶ σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι αἱ καταχρήσεις ἀνάγονται καὶ εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. Τὰ πρόσωπα, τ’ ἀπαρτίζοντα τὴν ἐπιτροπὴν τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως, ἦσαν ἐλεγκταὶ ἢ ὑπάλληλοι τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, καθ’ ὃν χρόνον συνέβαινον τὰ ἐγκλήματα ταῦτα. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν......
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὁ κ. Δουζίνας, τελώνης Σύρου, ὁ κ. Οἰκονόμου, ὁ κ. Λεοντόπουλος..............
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ αἱ καταχρήσεις ἀνάγονται εἰς χρόνον καθ’ ὃν καὶ οὗτοι διετέλουν ὑπάλληλοι Πειραιῶς.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὄχι.
§32ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ Λεοντόπουλος εἶναι ἐντιμότατος ὑπάλληλος καὶ συγγενής μου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἦτο εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ πολλοῦ. Ὅλοι δὲ οἱ ἀνώτεροι τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι διῆλθον διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ὥστε ἐὰν οὕτως ἐκτιμήσητε τὸ ζήτημα, δὲν θὰ εὕρωμεν ὑπαλλήλους πρὸς ἐξέλεγξιν. Διεξάγεται δικαστικὴ ἀνάκρισις, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι λίαν ἐπαρκὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δικαστικῶν ἀποτελεσμάτων, ἀλλὰ ἐθεώρησεν ἡ ὑπηρεσία ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις κατὰ τοῦτο θὰ χωλαίνῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν συνδρομὴν τῆς πείρας, τῆς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ προσφύγωμεν εἰς διοικητικὴν ἀνάκρισιν διὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς ὑπηρεσίας καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ὑπηρεσίας ὅλοι σχεδὸν διῆλθον διὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ἐὰν θελήσετε νὰ θέσητε ὡς ὅρον περὶ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μὴ ὑπηρεσίαν τῶν μελῶν αὐτῆς ἐν παρωχημένῳ χρόνῳ ἐν Πειραιεῖ, ἐξ ἀνάγκης ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ὑπάρξῃ.
§34ΦΩΤΗΛΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν πρόσωπα· δύνασθε νὰ διορίσητε καὶ ἄλλους δημοσίους λειτουργούς, περὶ τῶν ὁποίων μάλιστα νὰ μὴ ἐγείρηται ὑπόνοια, ὅτι θέλουν νὰ καλύψωσι τὰς γενομένας καταχρήσεις. Καὶ ὀφείλετε, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ ἐπιστήσητε σπουδαίως τὴν προσοχήν σας, προκειμένου περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, καθόσον δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν καταχρήσεων τῶν γενομένων μόνον ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς· εἶναι ἄπειρα ἄλλα τελωνεῖα, εἰς ἃ τὰ ἴδια συμβαίνουσι. Καὶ ἐν Πάτραις, πρὸ πάντων δ’ ἐν Μεσολογγίῳ ἐκ τῶν καταχρήσεων τῆς λαθρεμπορίας ἐσχηματίσθησαν περιουσίαι μεγάλαι ἐκ μέρους τῶν λαθρεμπόρων, συνεννοουμένων μὲ τὰς τελωνιακὰς Ἀρχὰς πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐντίμων ἐμπόρων. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἐν Πάτραις εὐάριθμοί τινες λαθρέμποροι διὰ μικρῶν κεφαλαίων ἐσχημάτισαν μεγάλας περιουσίας, καὶ ἀνήγειραν ἀνάκτορα, ἐν ᾧ ἄλλοι ἔμποροι, ἔχοντες μεγάλα κεφάλαια καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐμπορευόμενοι καὶ μὴ λαθρεμπορεύοντες—καὶ τοιοῦτοί εἰσιν οἱ πλεῖστοι τῶν Πατρέων ἐμπόρων—δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σχηματίσωσι μεγάλας περιουσίας. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως περισταλῶσιν αἱ γινόμεναι καταχρήσεις. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἀποτελῆται ἐκ προσώπων, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι θέλουσι νὰ καλύψωσι τὰ πράγματα, διότι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἐλεγκταὶ ἢ τελῶναι καθ’ ὃν χρόνον ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις· ὑπάρχουσι δὲ πρόσωπα κατάλληλα, οἷον εἷς συμπολίτης σας ἐντιμότατος, τὸν ὁποῖον δὲν θέλετε νὰ διορίσητε, διότι εἷς εἰσπράκτωρ αὐτοῦ τοῦ ἔκαμε κατάχρησιν, ὁ Σπανόπουλος. Φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ τὰς καταχρήσεις, τὰς ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς, εἶναι καλὸν νὰ συναινέσητε, ὅπως σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ πῶς γίνονται αὐταὶ αἱ καταχρήσεις, ποίαν βάσιν, ποίαν πηγὴν ἔχουν, διότι εἶναι βέβαιον, καὶ ὅλοι οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι τὸ ὁμολογοῦν, ὅτι τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους, ἂν δὲν ἐγίνοντο καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀποτελούντων τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἀπέφερον εἰσόδημα πλειότερον κατὰ 10 ἑκατομμύρια ἀπὸ ὅ,τι ἀποφέρουν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν μιᾶς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν γενομένων ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς καταχρήσεων.
§35Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τινὲς ἔμποροι ἐν Πάτραις πρὸς βλάβην τῶν τιμίων ἐμπόρων, τῶν δικαίως καὶ ἐντίμως ἀποκτησάντων περιουσίαν, τινὲς μικρέμποροι διὰ τῶν λαθρεμπορίων ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Πατρῶν τὸ ὁμολογεῖ.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Χρεωστῶ νὰ προσθέσω ὅτι εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι αἱ Πάτραι πάντοτε παρεπονέθησαν κατὰ τῶν λαθρεμπορίων τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι κατὰ τῶν ἄλλων λιμένων τῶν γειτονικῶν, ὅπου τελοῦνται λαθρεμπόρια. Αἱ Πάτραι ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ λαθρεμπόρια, δὲν ὠφελήθησαν ἀπὸ λαθρεμπόρια.
§38ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ἐγένετο διακοπὴ ἐργασίας κατασκευαζομένων ὁδῶν ἐν Μεσσηνίᾳ (θόρυβος)· ποίων καὶ πόσον ὁδῶν διετάχθη ἡ μελέτη καὶ ἀπὸ πότε. Ὅταν δὲ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὐταὶ θέλω λάβει τὸν λόγον.
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὁδῶν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί ἀπεφάσισε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἤδη ὁδῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γινώσκει καλῶς, διότι ἐπεσκέφθη πολλάκις τὴν Κεφαλληνίαν, τὰς ὁδοὺς τὰς ὑπαρχούσας ἐν Κεφαλληνίᾳ. Γινώσκει ὡσαύτως, ὅτι ὑπῆρχε προηγουμένως τὸ σύστημα τῶν ὁδοεργατῶν διὰ τῶν ὁποίων συνετηροῦντο αἱ ὁδοί. Τὸ σύστημα τοῦτο φαίνεται ἐγκατελείφθη ὡς ἐκ τῆς παύσεως αὐτῶν καὶ τοῦ μὴ διορισμοῦ ἄλλων. Πιθανὸν οἱ λόγοι, οἱ παρακινήσαντες τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τοῦτο, νὰ εἶναι ὀρθοὶ, διότι ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ διὰ μέτρου εὐθηνοτέρου· ἀλλ’ ἂν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ λάβῃ, τὸ ἀναβάλλῃ ἐπὶ πολὺ, θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ δαπανήσῃ πολὺ πλείονα χρήματα τῶν ὅσων πρόκειται νὰ οἰκονομήσῃ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, διότι πολλαὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν κατέστησαν ἄχρηστοι, καὶ καὶ θὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς, θὰ ὑποχρεωθῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ μεγάλα ποσὰ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὰς εἰς τὴν προϋπάρχουσαν κατάστασιν, ἐνῷ ἐὰν ἐξηκολούθει τὸ πρῴην σύστημα δὲν θὰ ἐδαπάνα τόσα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται νὰ ἐνεργήσῃ τι περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ, καὶ ποῖα μέτρα ἔχει νὰ λάβῃ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Ὅπως δήποτε δὲ νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὰς αἰτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, διότι βεβαίως τοιαῦται θὰ ὑπάρχωσιν, διὰ νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ κατόπιν νὰ δώσῃ διπλάσια ποσὰ τῶν ὅσων σήμερον ζητοῦνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§40ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς ἄλλα Κράτη, κύριοι, εἶναι νομοθετημένον κατ’ ἔτος ἢ κατὰ περιόδους διετεῖς ἢ τριετεῖς οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλλωσι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν γενικὴν ἔκθεσιν τῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἐκπαίδευσις, δηλονότι ποῖαι μεταβολαὶ, τίνες ἐπὶ τὰ βελτίω μεταῤῥυθμίσεις καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐπέφερον καὶ τίνα ὡρισμένως ἀποτελέσματα. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν τοιοῦτόν τι δὲν ἔχει γείνει, καὶ καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία σπανιώτατα λαμβάνει ἀφορμὴν νὰ μάθῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἐθνικῆς ἐκπαιδεύσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, προκειμένου νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἠναγκάσθην νὰ προτάξω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι ὁμολογῶ ὅτι αἱ παρ’ ἐμοῦ ζητούμεναι πληροφορίαι εἶναι πολλαί· τὰς ἔχω διῃρημένας κατὰ τμήματα, ὥστε νὰ παράσχω πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου καὶ διεξαχθῇ ἡ ἐργασία τὸ ταχύτερον, ἤτοι πρὶν ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμός. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ τὰ περὶ Βαρβακείου ἐν γένει ὑπὸ ἔποψιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου λογιστικὴν, ἡ δευτέρα ἐπερώτησις, ἀποτελουμένη ἐκ τεσσάρων ἐδαφίων, ἀφορᾷ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἡ τρίτη ἀφορᾷ τὰ σχολαρχεῖα τοῦ Κράτους, ἡ τετάρτη τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπ’ αὐτῶν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς παράσχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέρας πληροφορίας, διότι ὁμολογῶ ὅτι αἱ ζητούμεναι εἶναι ὀλίγον λεπτομερεῖς, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς κατ’ ἐξοχὴν λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὰ ζητήματα· (ἀναγινώσκει). Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν ἑξῆς πληροφοριῶν, ἀφορωσῶν εἰς τὰ Διδασκαλεῖα· (ἀναγινώσκει).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης κατέθηκεν, ὡς ἠκούσατε, διαφόρους ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· «Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. αʹ. Πόσα καὶ τίνα τὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βαρβάκη συντηρούμενα συμφώνως τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ ἐκπαιδευτήρια. βʹ. Τίνες οἱ ἐν αὐτοῖς διδάσκοντες καὶ ἀντὶ πόσου μισθοῦ ἕκαστος κατ’ ὄνομα. γʹ. Τίνες οἱ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου συντηρούμενοι ὑπότροφοι καὶ ἀντὶ πόσης ἐνιαυσίου χορηγίας ἕκαστος· καὶ τὰ ἐκπαιδευτήρια ἐν οἷς φοιτῶσιν, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ ἐν τῷ Κράτει, καὶ τὸν χρόνον ἐξ ὅτου συντηροῦνται ὡς ὑπότροφοι, καὶ ἂν ἀπεστάλησαν μετὰ διαγωνισμόν. δʹ. Πόσοι οἱ ἐν τοῖς συντηρουμένοις ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου ἐκπαιδευτηρίοις ὑπηρετοῦντες ὡς ἐπιστάται καὶ ὑπηρέται καὶ ὡς φύλακες τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Βαρβακείου ἢ ὡς ὑπάλληλοι τῆς ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀντὶ πόσου μηνιαίου μισθοῦ ἕκαστος ὀνομαστί. εʹ. Νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐν ᾧ νὰ ἐνδεικνύηται τὸ κεφάλαιον καὶ οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Βαρβάκη καὶ τὰ κατ’ ἔτος δαπανώμενα ποσὰ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1880 καὶ δυνάμει τίνος Β. Διατάγματος ἐγένετο ἑκάστη τῶν δαπανῶν τούτων.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Αʹ. Πόσα Γυμνάσια πλήρη ἢ ἀτελῆ λειτουργοῦσιν ἐν τῷ Κράτει. Ἀπὸ τίνος χρόνου συστὰν λειτουργεῖ ἔκτακτον, ἤτοι τὴν χρονολογίαν τοῦ Διατάγματος τῆς συστάσεως ἑκάστου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ προσυπογράψαντος ἕκαστον ὑπουργοῦ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ διδασκόντων καθηγητῶν καὶ τὴν μισθοδοσίαν ἑκάστου. Βʹ. Τὸ ποσὸν τὸ κατ’ ἔτος δαπανώμενον εἰς ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος, εἰς ἀντιμισθίαν ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην δαπάνην πρὸς συντήρησιν ἑκάστου. Καὶ τὸ ταμεῖον, ἐξ οὗ καταβάλλεται ὁλόκληρον ἢ μέρος τῆς πρὸς συντήρησιν ἑκάστου τῶν μὴ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συντηρουμένων Γυμνασίων, ἢ ἐν μέρει μόνον συντηρουμένων. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ καὶ ἐν ἑκάστῃ αὐτοῦ τάξει ἐγγραφέντων μαθητῶν κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα σχολικὰ ἔτη καὶ τοῦ ἐφετεινοῦ ἔτους περιλαμβανομένου. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν ἐτῶν τούτων καταταχθέντων εἰς τὴν πρώτην γυμνασιακὴν τάξιν ἑκάστου Γυμνασίου καὶ τῶν ὑποστάντων κατ’ αὐτὰ τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν καὶ ἀξιωθέντων ἀπολυτηρίων ἢ ἀποῤῥιφθέντων ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ. Γʹ. Ἂν ἐγένετο κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐπιθεώρησις τῶν Γυμνασίων συμφώνως τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 111, τοῦ κεφαλαίου ὀγδόου τοῦ ὀργανιστικοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων Β. Διατάγματος, τοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, καὶ νὰ ἀποστείλῃ τὰς ὑποβληθείσας τυχὸν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Γυμνασίων........ Δʹ. Ἂν εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς καθηγητὰς Γυμνασίων ἢ γυμνασιάρχας διδασκαλία μαθημάτων ἐν ἑτέροις ἐκπαιδευτηρίοις, εἰς τίνας εἶναι ἀνατεθειμένη, πόσων ὡρῶν ἑκάστῳ καὶ ἐπὶ πόσῳ ἐπιμισθίῳ.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Αʹ. Πόσα Σχολαρχεῖα πλήρη, πόσα μετὰ δύο τάξεων καὶ πόσα μονοτάξια Ἑλληνικὰ σχολεῖα λειτουργοῦσιν ἐν τῷ Κράτει. Πόσα Ἑλληνικὰ σχολεῖα πλήρη ἢ μονοτάξια συνεστήθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν τελευταίων ἓξ ἐτῶν καὶ εἰς τίνας δήμους ἢ χωρία. Βʹ. Πόσοι εἰς ἕκαστον τῶν σχολείων τούτων καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν ἐφοίτησαν ἐγγραφέντες καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τελευταίων σχολικῶν ἐτῶν. Καὶ πόσοι μαθηταὶ ἐξ ἑκάστου σχολαρχείου ἀπελύθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων. Γʹ. Πόσοι βοηθοὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, εἴτε ἑλληνοδιδάσκαλοι, εἴτε ἄνευ πτυχίων, εἰσὶ διωρισμένοι ἐν αὐτοῖς. Δʹ. Πόσα μονοτάξια Ἑλληνικὰ σχολεῖα δὲν λειτουργοῦσι δι’ ἔλλειψιν διδασκάλων κατ’ ἐπαρχίαν.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. αʹ. Πόσην ἕκαστος δῆμος τοῦ Βασιλείου ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ δαπάνην κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1886 πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν ἐν αὐτῷ. βʹ. Πόσα δημοτικὰ σχολεῖα ἀῤῥένων ἢ θηλέων συντηροῦνται ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, πόσα τούτων λειτουργοῦσι καὶ πόσα ἀργοῦσι δι’ ἔλλειψιν διδασκάλων ἢ δι’ ἄλλην αἰτίαν, καὶ πόσοι μαθηταὶ φοιτῶσιν ἐν ἑκάστῳ τούτων. γʹ. Πόσοι γραμματοδιδάσκαλοί εἰσι διωρισμένοι εἰς θέσεις δημοδιδασκάλων, ἤτοι ἐν ἕδραις δημοτικῶν σχολείων, καὶ πόσοι ἐν χωρίοις, ἐν οἷς δὲν ἔχουσιν εἰσέτι συσταθῆ δημοτικὰ σχολεῖα. δʹ. Πόσοι δημοδιδάσκαλοι τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δὲν ἠσκήθησαν εἰσέτι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μεθόδων κατὰ τὰ περὶ τούτων κεκανονισμένα. εʹ. Πόσα πλήρη ἢ ἀστικὰ ἢ δημοτικὰ σχολεῖα λειτουργοῦσι, ποῦ ἕκαστον τούτων ἔχει συσταθῆ, καὶ πόσοι ἐν ἑκάστῳ τούτων διδάσκουσι καὶ τίς ἡ δι’ ἕκαστον τούτων ὑπὸ τοῦ δήμου ἢ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτουμένη δαπάνη μετὰ τῶν ἐνοικίων καὶ λοιπῶν πρὸς συντήρησιν ἐξόδων. Ϛʹ. Πόσα χωρία ἐν τῷ Βασιλείῳ, ἀριθμοῦντα πλείονα τῶν 50 οἰκογενειῶν, στεροῦνται δημοτικῶν σχολείων ἢ καὶ γραμματοδιδασκαλείου.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. ά. Πόσοι καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι διδάσκουσιν ἐν ἑκάστῳ τῶν Διδασκαλείων τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ πόσης ἀντιμισθίας ἕκαστος ὀνομαστὶ, καὶ πόσαι ὧραι διδασκαλίας εἰσὶν ἀνατεθειμέναι εἰς ἕκαστον. Καὶ ἂν διδάσκῃ τις τῶν καθηγητῶν ἢ διευθυντῶν τῶν Διδασκαλείων εἰς ἕτερον δημόσιον ἐκπαιδευτήριον, πόσας καθ’ ἑβδομάδα ὥρας, καὶ ἀντὶ πόσου ἐπιμισθίου. βʹ. Πόσοι κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς συστάσεως ἑκάστου Διδασκαλείου ἀνεγνωρίσθησαν καὶ διὰ τίνος βαθμοῦ διδάσκαλοι, καὶ πόσοι τούτων διωρίσθησαν καὶ διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. γʹ. Πόσοι ὑπότροφοι δήμων ἀπεστάλησαν καὶ ἐξεπαιδεύθησαν ἐν τοῖς Διδασκαλείοις δυνάμει τῆς εἰδικῆς περὶ τούτων διατάξεως τοῦ ΧΘʹ. νόμου τοῦ 1878 καὶ πόσοι νῦν σπουδάζουσι τοιοῦτοι ἐν τοῖς Διδασκαλείοις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐνεστὸς σχολικὸν ἔτος. Καὶ τίς ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῆς εἰρημένης περὶ ὑποτρόφων διατάξεως τῶν ἄρθρων 17, 18 καὶ 19 τοῦ ΧΘʹ. νόμου. δʹ. Νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη ἐπιθεωρητῶν τῶν Διδασκαλείων. εʹ. Νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν διευθυντῶν τῶν Διδασκαλείων ἢ τῶν ἐπιθεωρητῶν, δι’ ὧν ὑπεστηρίχθη, ἂν ὑπεστηρίχθη ὑπ’ αὐτῶν, ἡ μεταβολὴ τοῦ προγράμματος τῶν Διδασκαλείων, ἡ ἐπενεχθεῖσα ἐπὶ ζημίᾳ τῆς διδασκαλίας ἰδίως τῶν θρησκευτικῶν καὶ παιδαγωγικῶν μαθημάτων διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς πέμπτης Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., δι’ οὗ ἐτροποποιήθησαν τὰ διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων τῆς 25 Μαΐου 1878 καὶ τῆς 16 Ἰουλίου 1879 κεκανονισμένα. Ϛʹ. Νὰ πληροφορήσῃ ἐὰν ἐκτελῶνται ἐν τοῖς προτύποις τοῖς προσηρτημένοις τοῖς Διδασκαλείοις τοῦ Κράτους αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 30–41 τοῦ ἀπὸ τῆς 28 Αὐγούστου 1878 Β. Διατάγματος τοῦ ὀργανιστικοῦ τῶν Διδασκαλείων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς προτύπων. Νὰ ὑποβάλῃ δὲ τοὺς κατὰ τὰ σχολικὰ ἔτη 1883–1884 καὶ 1884–1885 καὶ τοῦ 1885–1886 κρατουμένους ἐν τοῖς προτύποις ἐλέγχους τῶν μαθημάτων ἑκάστης τάξεως τοῦ προτύπου, καθ’ ἃ κανονίζει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ εἰρημένου Διατάγματος.» «Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ ἂν ἡ ἐν Στυμφαλίᾳ γέφυρα, ἧς ἡ κατασκευὴ, ἡ ἐκτεθεῖσα δὶς εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον, κατεκυρώθη εἰς τὸν τελευταῖον μειοδότην, ἢ τί ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνηργήθη. «Ἂν συνετελέσθησαν τὰ τεχνικὰ ἔργα καὶ ἡ ἐπιχαλίκωσις τοῦ ἀρξαμένου πρὸ πέντε μηνῶν πρώτου τμήματος τῆς μικρᾶς ὁδοῦ Ῥίζης–Ξυλοκάστρου τοῦ δήμου Τρικκάλων τῆς Κορινθίας, καὶ διατὶ ἀναβάλλεται μέχρι τοῦδε, πρὸς μεγίστην καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, ἀφοῦ ἡ δαπάνη τοῦ ὅλου ἔργου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 40 χιλιάδας δραχμάς.»
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προσωρινῆς συμβάσεως· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καθόσον λήγει προσεχῶς ἡ προθεσμία, ἡ τεθειμένη ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας ναυτιλιακῆς συμβάσεως, καὶ τρίτον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν ἐν Δελφοῖς.
§43ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων καταλέγεται καὶ τὸ προτιθέμενον τὴν τροποποίησιν τῶν καθεστώτων νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει παρετήρησα ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδίδει τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος αὔξησιν τῶν καθυστερημάτων, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προηγούμενον τούτων ἔτος, εἰς τὸν νόμον ᾼΣΚΕʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885, ὅστις ἐματαίωσε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τὰ καταδειχθέντα περὶ τὴν εἴσπραξιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ᾼΡΝΔʹ τῆς 27 Μαρτίου 1884, τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ, διατελοῦντος τότε, ὡς καὶ νῦν, Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου ἐστὶν ἡ νομικὴ ἀναβίωσις τοῦ ἐξυμνηθέντος ΑΡΝΔʹ νόμου, μέ τινας μάλιστα προσθήκας, καθιστώσας αὐτὸν ἀποτελεσματικώτερον, ὡς λέγουσιν, ἢ δυναστικώτερον καὶ ἐπαχθέστερον, ὡς ἐγὼ νομίζω. Μεταξὺ τῶν τροποποιηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ᾼΣΚΕʹ νόμου διατάξεων τοῦ ᾼΡΝΔʹ νόμου ἐστὶ καὶ ἡ σχετιζομένη μὲ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, τῆς δὲ τροπολογίας ταύτης ἐγὼ ὑπῆρξα εἰσηγητής. Ἐπειδὴ δὲ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις θρηνεῖ πικρότερον τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῆς τροποποιήσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου ᾼΡΝΔʹ, καὶ διακαέστερον πόθον δεικνύει ὅπως ἐπανίδῃ αὐτὴν ἐν τῇ ζωῇ, φρονῶ ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν ὀρθῆς γνώμης. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προκαλέσῃ ἁρμοδίως τὴν σύνταξιν πίνακος ἐμφαίνοντος κατ’ ὄνομα, ἐπαρχίαν καὶ δῆμον τὸν ἀριθμὸν πάντων τῶν ὀφειλετῶν τῶν ἀπολυθέντων ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1885 συνεπείᾳ προσαγωγῆς πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης, τὸ ὄνομα τοῦ ἐκδόντος δημάρχου, τὴν αἰτίαν τοῦ χρέους καὶ τὸν χρόνον καθ’ ὃν διέμεινεν ἕκαστος ὀφειλέτης ἐν τῇ φυλακῇ, πρὸς δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους δι’ ὃ ἐκρατεῖτο· πρὸς τούτοις καὶ τὴν πληροφορίαν, ἂν τὸ χρέος τοῦτο ἐξωφλήθη ἢ μένει ἀνεξόφλητον μέχρι σήμερον. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ ἐπίσης, ὅπως προκληθῇ ἁρμοδίως ἡ σύνταξις πίνακος ἐμφαίνοντος κατὰ πάντας τοὺς ἀνωτέρω προσδιορισμοὺς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀφειλετῶν τῶν κρατουμένων εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέος τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ πότε κρατοῦνται, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους. Παρακαλῶ πρὸς τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἐγκρίνῃ, ὅπως συστήσῃ καὶ εἰσακουσθῇ ἡ ἀναφορὰ, ἣν ἐπέδωκα ἰδίᾳ χειρὶ πρὸς τὸν ταμίαν Πατρῶν, δι’ ἧς τὸν παρεκάλουν ὅπως παύσῃ τοποθετῶν δι’ ὑπηρεσίαν, ὡς μέχρι σήμερον γίνεται, τοὺς εἰσπράκτορας ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ των δήμῳ, διότι μέγιστα παράπονα περὶ τούτου μοὶ ἐγένοντο καὶ φρονῶ καλὸν, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ παρετείνηται τὸ ἄτοπον τοῦτο. Πλὴν τούτων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τῳόντι ἀνεκάλεσε Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπενέμετο παράσημον εἰς τὸν ἰατρὸν κ. Χ. Δημητρίου, ἀντιπροσωπεύσαντα κατὰ τὰς ἑορτὰς ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῆς δεκαοκταετοῦς ἡλικίας τοῦ Διαδόχου τὴν ἐν Πὸρτ–Σαΐτ Ἑλληνικὴν κοινότητα, ἂν δὲ τῳόντι προέβη εἰς τοιαύτην ἀνάκλησιν, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τοὺς ὑπαγορεύσαντας ταύτην λόγους καὶ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη, ἤτοι τὰς προτάσεις τοῦ ἁρμοδίου Πολιτικοῦ Πράκτορος καὶ Προξένου.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπαντῶ παραχρῆμα εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ προαγορεύσαντος. Ὁ ἰατρὸς κ. Δημητρίου μετ’ ἄλλου ἰατροῦ, τοῦ κ. Κούπα, ἐστάλησαν ὑπὸ τῆς κοινότητος τῆς Ἑλληνικῆς τοῦ Πόρτ–Σαῒδ ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῆς κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου. Κατὰ τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν ὑπὲρ πάντων τῶν ἀντιπροσώπων, τῶν ἐλθόντων χάριν τῆς ἑορτῆς, ἐδόθη καὶ εἰς αὐτὸν ὁ Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος τῆς τελευταίας τάξεως, ὡς προσῆκεν εἰς Ἕλληνα πολίτην τὸ πρῶτον τιμώμενον διὰ παρασήμου. Ἀφοῦ δ’ ἐπανῆλθεν εἰς Πόρτ–Σαῒδ, ὅτε ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς εἰσπράξεως τοῦ τέλος τοῦ διαμονητηρίου, τέλους 30 δραχμῶν, καὶ ἐζητήθη ὁ φόρος οὗτος, ὁ κ. Δημητρίου, ἵνα μὴ πληρώσῃ τὸν φόρον, προσῆλθεν εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν τοπικὴν καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι Ἕλλην· ἔπραξε δὲ τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ μετὰ τοσούτου θορύβου, ὥστε ἐπῆλθεν ἐν Πόρτ–Σαῒδ περιπλοκὴ μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου Προξένου καὶ τῆς τοπικῆς Ἀρχῆς, ὁ δὲ Πολιτικὸς ἐν Αἰγύπτῳ Πράκτωρ τῆς Ἑλλάδος ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς παραστάσεις πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, γεννηθέντος οὕτω πολιτικοῦ ζητήματος, οὗ τινος ἀναμένομεν τὴν λύσιν. Τοῦτο ἠνάγκασε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἀντιπρόσωπον ἡμῶν κ. Βυζάντιον νὰ γράψῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δηλῶν ἀγανάκτησιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ διαγωγῇ προσώπου, εἰς ὅ πρὸ μικροῦ ἀπενεμήθη τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον, καὶ ὑποδεικνύων εὐκταίαν τὴν ἀνάκλησιν τῆς τιμητικῆς διακρίσεως. Ἐγὼ δὲ ἀναγνωρίσας τὴν ὀρθότητα τῶν ὑπὸ τοῦ Πολιτικοῦ Πράκτορος ἐκτεθειμένων, προέτεινα εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, διότι ἐνόμισα ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἀνθρώπου, ὅστις διὰ 30 ἀργύρια ἐπώλησε τὴν ἐθνικότητα αὐτοῦ, τὴν ὑπὸ τοῦ στέμματος ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῷ τιμήν.
§45ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δικαιολογῶν τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν εἶχον ἀπευθύνει, περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν καὶ χωροφυλάκων, τῶν καταγομένων ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ μεταβάντων ἐκεῖ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς μέχρι τέλους τῆς ἐκλογῆς ἐξ ἄλλων νομῶν τοῦ Κράτους, εἶπεν ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ἐγγράφως. Ἵνα λοιπὸν ἄρω πᾶσαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ὑποβάλλω καὶ αὖθις αὐτὴν ἐγγράφως. Ζητῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ πίνακα ἀκριβῆ περιέχοντα τὸ ὄνομα καὶ τὴν πατρίδα πάντων τῶν μεταβάντων εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ μέχρι τέλους τῶν ἐκλογῶν ἐκ τῶν ἄλλων νομῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ, ὅτι πράγματι ἐξ Ἀθηνῶν ἀπεστάλη εἰς Ἀγρίνιον λόχος ὁλόκληρος εὐζώνων ἐξ 180 ἀνδρῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ περιλάβῃ καὶ πάντας τούτους εἰς τὸν πίνακα, ὃν θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν οἱ ἄνδρες οὗτοι ἀπετέλουν καὶ πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἕνα λόχον ἢ συνελέγησαν ἐξ ἄλλων λόχων καὶ ἀπεστάλησαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη χθὲς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῶν ἐξ Ἄρτης μεταβάντων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου. Εἶπεν ὅτι ἡ μετάβασις αὐτῶν προεκλήθη ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος τὸ ἐν Ἄρτῃ τάγμα κ. Μακρῆ, ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκθέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῆν ὑπόθεσιν περιέχουσαν μομφὴν κατ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅτι αὐτὸς δι’ ἐκλογικοὺς σκοποὺς ἀπέστειλε τοὺς ἄνδρας, καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας του.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διόλου.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις, ἐπιθυμῶν νὰ ἐξελεγχθῇ τὸ βάσιμον τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ πότε ἀπεστάλησαν οἱ ἄνδρες ἐξ Ἄρτης εἰς Βάλτον: διοικοῦντος τοῦ κ. Μακρῆ, ἢ μετὰ τὴν διοίκησίν του;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, δύνανται νὰ δοθῶσιν αἱ πλεῖσται εὐθὺς, διότι περὶ τῶν ἐντεῦθεν σταλέντων 180 ἀνδρῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι λόχος ἐξ 180 ἀνδρῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὅτε ἐστάλησαν 180 ἄνδρες, διότι ἦτο ἀνάγκη ἐνισχύσεως τῆς δυνάμεως ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν· διότι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπάρχουσιν ἀποσπάσματα ἐκλογικὰ εἰς ὅλα τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν εἰμὴ διὰ δυνάμεως προσθέτου. Ὅ,τι δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπὶ σκοπῷ ἡ ἀποστολὴ αὕτη, εἶναι ὅτι δὲν προέβη ἐξ ἐπιλογῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς τάγματος ἔγεινεν ἡ ἀποστολή. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἦσαν ἐκ τοῦ νομοῦ ἄνδρες, διότι, ὅπως γνωρίζετε, οἱ ἄνδρες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν· καὶ ἂν δὲν ἀπεστέλλοντο, θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν. Τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἤθελε νὰ προλάβῃ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποστολῆς.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ 180 πῶς ἀπεστάλησαν;
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ τάγμα τοῦ Ἀγρινίου, ἀπεστάλησαν δὲ ὑπὸ λοχαγὸν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τάγματος τοῦ Ἀγρινίου.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι ἔμειναν ἐκεῖ;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰξεύρω πόσοι ἔμειναν ἐκεῖ καὶ πόσοι ἀπεστάλησαν ἐκεῖθεν ἀλλαχοῦ, διότι ταῦτα δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ μάθω ἐὰν διὰ διαταγῆς ἀπεστάλησαν.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἄνδρες ἀπεστάλησαν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ τάγματος, ἐστάλησαν δὲ ὡς λόχος, διὰ νὰ μὴ μεταβῶσιν ἀκατάρτιστοι· ἀλλ’ ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ ἀποστολὴ πρὸς σκοπὸν πολιτικὸν εἶναι, ὅτι ἐλήφθησαν οἱ ἄνδρες ἐξ ἑνὸς τάγματος. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μετάθεσιν ἀνδρῶν τοῦ συντάγματος τῆς Ἄρτης εἰς τὸ τάγμα τοῦ Βάλτου, ὁ κ. βουλευτὴς παρετήρησεν ὅτι ἐπεῤῥίψαμεν μομφὴν εἰς ἀξιωματικόν, τὴν ὁποίαν δὲ ἔπρεπε νὰ ἐπιῤῥίψωμεν. Διοικητὴς τοῦ συντάγματος τῆς Ἄρτης διετέλει ὁ συνταγματάρχης Μακρῆς, εἰς ὃ ἀνῆκε καὶ τὸ τάγμα τοῦ Καρβασαρᾶ ἐν τῷ νομῷ, ἐν ᾧ ἐπολιτεύετο· δὲν ἦτο δὲ ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰ κεκανονισμένα, ὅπως διοικητὴς τοῦ συντάγματος, εἰς ὃ ἀνῆκε τὸ τάγμα τοῦ Καρβασαρᾶ, ἐξακολουθῇ διατελῶν ὁ ἀσκῶν τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα ἐν τῷ νομῷ, ἐν ᾧ ὁ Καρβασαρᾶς. Ἀλλὰ ἐθεωρήσαμεν τοσούτῳ σπουδαίαν τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ μετακινήσεως τῶν διοικήσεων τῶν σωμάτων, ὥστε καίτοι ἐν Ἄρτῃ διοικητὴς ἦτο τοῦ συντάγματος ὁ ἀνήκων εἰς τὸν νομὸν, ἔνθα ἦτο τοποθετημένον τὸ τάγμα τοῦ Καρβασαρᾶ, καίτοι ἐν Καλάμαις ἦτο διοικητὴς τοῦ συντάγματος ἐκ τοῦ νομοῦ τῆς Λακωνίας, ἐν ᾧ εἶχε τάγμα, δὲν μετεκινήσαμεν τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων τούτων, ὄντας καὶ ἀντιπολιτευομένους. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀμετακινήτου τῶν διοικητῶν συνταγμάτων καὶ ἰδίως τῶν τοῦ πεζικοῦ εἶναι τοσούτῳ ἀναγκαία ἐν τῷ στρατῷ, ὥστε ἦτον ἀναγκαιότερον νὰ ἀφήσωμεν τὸν συνταγματάρχην Μακρῆν, ὡς καὶ τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματος τῶν Καλαμῶν, ὅπου ἦσαν τεταγμένοι, παρὰ νὰ μετακινήσωμεν αὐτοὺς εἰς ἕδρας, ἀφ’ ὧν δὲν ἀπέκλειεν αὐτοὺς ὁ περὶ ἐντοπίων νόμος. Ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος Ἄρτης, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ἠδύνατο νὰ τοποθετήσῃ ἐν Καρβασαρᾷ ὅσους ἤθελε νὰ μεταθέσῃ αὐτόσε καὶ οἵτινες ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τὴν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν, ὥστε εἶναι φυσικὸν ὅτι μετέθεσεν αὐτόσε τοὺς ἐκ τοῦ νομοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπῆρξεν ὁ ἀριθμὸς, ὃν ἀνέφερεν ἡ ἐφημερὶς, εἰς ἣν μᾶς παρέπεμψεν ὁ κ. βουλευτὴς, θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ἠθικὴ εὐθύνη ὑπάρχει, ἀλλὰ νομικὴ δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει δὲ πλάγιος σκοπός· διότι, ἂν ὑπάρχῃ πλάγιος σκοπὸς, πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§56ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανήλθομεν μαζῆ· ἐπανῆλθον δὲ διασκεδάζοντες· ἄρα ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἐστάλησαν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν διέφυγε τὴν μνήμην μου, ὅτι ἐπανῆλθον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐταξειδεύσατε ὁμοῦ, θὰ παρετηρήσατε καί τι ἄλλο· ἀφοῦ παρετηρήσατε πάντα, θὰ παρατηρήσατε καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα δὲν ἔχουσι τὴν νόμιμον πρὸς ψηφοφορίαν ἡλικίαν καὶ ὅτι κατατάσσονται ἐθελονταὶ πρὸ τῆς ἡλικίας, διὰ νὰ ἀποφεύγωσι τὴν κατάταξίν των ἐν τῷ πεζικῷ. Ἂν ἀπεστέλλοντο οἱ ἄνδρες πρὸς ἐκλογικοὺς σκοποὺς, δὲν θ’ ἀποστέλλοντο εὔζωνοι· τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καταρτίζονται τὸ πλεῖστον ἐξ ἀνδρῶν ἡλικίας νεωτέρας τοῦ 21 ἔτους· ἐκ τῶν ἀποσταλέντων δὲ εἰς Βάλτον 12 εἶχον δικαίωμα ψήφου, καὶ τῶν 12 τούτων οἱ πλεῖστοι ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐμέμφθη τὴν περὶ τοῦ στρατοῦ ἄγνοιάν μου, διότι εἶπον ὅτι ὁ λόχος ἀπετελεῖτο ἐξ 180 ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἄγνοια πρέπει νὰ ἀποδοθῇ μᾶλλον εἰς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἐγὼ περιωρίσθην νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰς τὰς λέξεις, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ αὕτη νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ὁμιλίας του «ἀπεστάλη μόνον ἐκ τοῦ ἐνταῦθα τάγματος τοῦ Εὐζωνικοῦ εἰς Ἀγρίνιον οὐχὶ εἰς Βάλτον εἷς λόχος ἐξ 180 ἀνδρῶν».
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ καὶ σήμερον εἶπον.
§60ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λόχος λοιπὸν ἐξ 180 ἀνδρῶν ἀπεστάλη, καὶ ἤδη ζητῶ νὰ μάθω, ἐκ ποίων ἀνδρῶν ἀπετελεῖτο, τίνα τὰ ὀνόματα καὶ ἡ πατρὶς αὐτῶν, καὶ ἐκ τίνων λόχων ἐλήφθησαν οἱ ἀποτελέσαντες τὸν ἀποσταλέντα λόχον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθεσεν ἡμῖν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν προέβη εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἔπραξε τοῦτο, εἶπεν, διότι ὑπέθετεν, ὅτι βραδύτερον ἤθελε ζητηθῆ ἡ ἀμοιβαία μετάθεσις τῶν ἀποσταλέντων μετ’ ἄλλων ἐκεῖσε διαμενόντων, καὶ ἐνόμισε συμφέρον νὰ προλάβῃ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀποστείλῃ ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶχον μὲν ζητήσει ἀμοιβαίαν μετάθεσιν, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσιν αὐτὴν μέχρι τῶν ἐκλογῶν. Βεβαίως ἕκαστος δύναται νὰ προβάλῃ οἱαδήποτε αὐτὸς θεωρεῖ σπουδαῖα καὶ εὐπρεπῆ δικαιολογήματα τῆς διαγωγῆς του· ἀλλ’ ἀπόκειται καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ βασίμου καὶ εὐπρεποῦς αὐτῶν. Ἕκαστος λοιπὸν ἂς κρίνῃ τὸ δικαιολόγημα, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὁλόκληρος ὁ στρατὸς δικαιοῦται νὰ ζητῇ ἀμοιβαίας μεταθέσεις, καὶ ὅτι ἵνα ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐντεῦθεν σύγχυσιν ἐπρονόησε ν’ ἀποσύρῃ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα των οὐχὶ ἅπαντας τοὺς στρατιώτας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λόχον ἐξ 180 ἀνδρῶν, καταγομένων ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας. Χθὲς, κύριοι, εἶπεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις τὰς ὁποίας αὐτὸς μετεχειρίσθη. «Ὑποθέτω ὅτι ἡ πλειονότης...... εἶχε τοποθετηθῆ ἐκ τοῦ συντάγματος τῆς Ἄρτης, τὸ δὲ σύνταγμα τῆς Ἄρτης διῳκεῖτο ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου Μακρῆ, ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως». Προδήλως λοιπὸν εἰκασίας ἐξέφραζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οὐχὶ βεβαιότητα, ὡς λέγει σήμερον. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν ἀληθῶς ὁ κ. Μακρῆς ἢ ἄλλος τις διεχειρίσθη τὴν ὑπηρεσίαν του χάριν πλαγίων ἐκλογικῶν σκοπῶν. Δὲν εἶχον δικαίωμα ψήφου οἱ ἀποσταλέντες, εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς νεώτεροι τῶν 21 ἐτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω τοῦτο μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ὀνομάτων παραβάλλων τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχον δικαίωμα ψήφου οἱ ἀποσταλέντες, εἶχον ὅμως καὶ γονεῖς, καὶ ἀδελφοὺς, καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους, οὓς ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἔφερεν εἰς ἀπορίαν πῶς κατώρθωσε νὰ ἐκλέξῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ταγμάτων ὅλων ἀντιπολιτευομένους, καὶ διατὶ τοὺς ἐξέλεξε. Δὲν εἶχε φίλους ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης; Ἐννοεῖτε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ λέγωμεν, ὅ,τι θέλομεν, ἀλλὰ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς δὲν θὰ ἔκαμε τὴν ἀπάντησιν, ἐὰν ἐπρόσεχεν ὅτι ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου· ἐὰν δὲ ἐπρόσεχεν εἰς τὰ συμβάντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἐμειονοψηφίσαμεν σπουδαίως καὶ ὅτι ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἡ πλειοψηφία ἦτο ἐναντία ἡμῶν, δὲν ὑπῆρχε λόγος ἵνα ἡ πλειονοψηφία τῶν τυχαίως ἀποσταλέντων θεωρηθῇ ὡς ἄλλως διατεθειμένη.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις γνωρίζῃ ὅτι μειονοψηφεῖ, εἰς ἕνα τόπον θὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἄνδρας οἵτινες εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς.....
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐστάλησαν ἐξ ἐπιλογῆς, ἀλλ’ ἐστείλαμεν πάντας τοὺς ἐκ τοῦ νομοῦ, διότι ἀνεγνωρίσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαίας μεταθέσεως εἰς ἕκαστον. Ἐὰν ἐγίνετο ἐπιλογὴ, τότε ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ θὰ εἶχε σημασίαν· μὴ γενομένης ἐπιλογῆς, ἀπεστείλαμεν τοὺς ἄνδρας πάντας ὅσοι ἤθελον νὰ μετατεθῶσι.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καὶ αὐτὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Βλέπετε ὅτι δὲν ἐφρόντισε μόνον εἰς τὸν νομόν του νὰ μεταθέσῃ στρατιωτικοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους νομοὺς, καὶ ὄχι μόνον ἐκ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ναυτικοῦ· βλέπετε δὲ, ὅτι δὲν τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸν νομόν του διὰ νὰ ψηφίσωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τοὺς τύπους δὲν ἐπιτρέπεται ἀμοιβαία μετάθεσις παρὰ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἓν τάγμα, τουτέστι τὸ τάγμα τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸ τάγμα τοῦ Μεσσολογγίου (θόρυβος)· δὲν δύνανται δὲ νὰ κάμωσιν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν οἱ στελλόμενοι πρὸς ἐνίσχυσιν.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κ. ἀξιωματικὸς, ὁ καὶ βουλευτὴς, νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ ὁπλιτῶν προσκεκολλημένων εἰς τάγματα καὶ ὁπλιτῶν τοποθετημένων. Πάντες οἱ ὁπλῖται εἶναι τοποθετημένοι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, πάντες ἀπολαύουσι τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαύουσι καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτῶν, ἑπομένως καὶ τὸ πλεονέκτημα τοῦ νὰ ζητῶσιν ὅπως μετατεθῶσιν ἀμοιβαίως πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον νὰ λάβωσι τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήγησεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα· δὲν ἐπρέκειτο νὰ μείνωσιν οἱ ὁπλῖται ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ παρασταθῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν διὰ τὴν τάξιν καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθωσιν ὡς ἐπανῆλθον. Κατὰ συνέπειαν εἰς τοιούτου εἴδους ἀποστολὰς δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη μετάθεσις· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀγνοεῖ καὶ τὰ στοιχειωδέστερα.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διέπραξεν ἐξ ἀγνοίας τὴν παρανομίαν, ἀλλ’ ἐκ προμελέτης ἐξαπέστειλεν 180 κομματάρχας, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπίστευε καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἀπέστειλεν ὑπὸ λοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε μεταξὺ τῶν φίλων, καὶ ἀπέστειλεν οὕτω ὁλόκληρον λόχον, ἢ τοὐλάχιστον ἀριθμὸν ὑπέρτερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται πρὸς συγκρότησιν λόχου, εἰς ἐπαρχίαν ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐμειονοψήφει, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ νοθεύσῃ τὴν ἐκλογήν. (Θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσεπάθησα χθὲς, κύριοι, νὰ καταδείξω ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας δὲν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὸ τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ ἀπαιτούμενα μέσα· ἐπείσθην δὲ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῆς κοινωνίας. Εἶπον ὅτι ἡ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως αἰσιοδοξία τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ πράγματα καὶ ὅτι ταῦτα ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν καὶ τὴν ἠνάγκασαν νὰ καταφύγῃ εἰς μέτρον, ὅπερ εἶναι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἀνελλιποῦς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, τὸ μέτρον δηλ. τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ παρεμπίπτον τοῦτο ζήτημα, διότι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διακόψας με χθὲς εἶπεν ὅτι δὲν προτίθεται νὰ θίξῃ τὰ συμπεφωνημένα. Ἡ δήλωσις αὕτη δὲν ἐλαττόνει τὴν σημασίαν τοῦ ἐπιχειρήματός μου, ὅτι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπεβλήθησαν τὰ πράγματα. Τὸ ἐπιχείρημά μου ἐβασίζετο ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμπεριέχει διάταξιν ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ εἰς μεταλλικὸν τοὺς κατόχους τῶν δανείων, οἵτινες ἐνεγράφησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· τὴν τοιαύτην πληρωμὴν δύναται νὰ προτείνῃ τώρα ἡ Κυβέρνησις τροποποιοῦσα τὸ νομοσχέδιον. Ἄνευ ὅμως τροποποιήσεως τὸ νομοσχέδιον, ἂν ψηφισθῇ ὅπως ὑπεβλήθη, δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὴν τὴν τοιαύτην πληρωμὴν εἰς μεταλλικὸν· τὸ νομοσχέδιον λέγει ῥητῶς: «Οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν τοῦ ἐκ δραχ. νέων 25,000,000 δανείου, ἐκδοθέντος δυνάμει τῶν ἀπὸ 12 Ἀπριλίου 1867 καὶ 13 Δεκεμβρίου 1863 ΣΤʹ. καὶ ΣϞΘʹ. νόμων, καὶ τοῦ ἐκ δρ. 4,000,000 δανείου, ἐκδοθέντος δυνάμει τοῦ ἀπὸ 29 Μαΐου 1871 ΥΓʹ. νόμου, δύνανται ἐντὸς διορίας καθορισθησομένης διὰ Β. Διατάγματος νὰ προσαγάγωσι τὰς ὁμολογίας ταύτας, μετὰ τῶν μὴ ληξιπροθέσμων τοκομεριδίων, εἰς τὸ Κεντρικὸν ἢ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα καὶ τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταστήματα τῆς διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος ὀνομασθησομένης Τραπέζης, καὶ νὰ λάβωσι τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν δραχμὰς 250 καὶ τὸν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐξοφλήσεως ὀφειλόμενον τόκον.» Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου εἰσὶ ῥηταί. Ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν θέλουν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἀκολούθων ἄρθρων δύνανται νὰ προσαγάγωσι τὰς ὁμολογίας των καὶ λάβωσι δραχ. 250, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔγειναν κύριοι αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τοῦ ἄρθρου καὶ οὐχὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθές. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ἵνα δείξω, ὅτι τὰ πράγματα ἐπεβλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι αὕτη ὅπως φέρῃ ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἠναγκάσθη νὰ παρεκκλίνῃ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνελιποῦς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, μ’ ὅλην τὴν αἰσιοδοξίαν τῶν ἰδεῶν της.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδέποτε εἶχον σκοπὸν νὰ θίξω τὰ συμπεφωνημένα· πάντοτε εἶχον σκοπὸν ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἕκαστον ὅ,τι εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ. Ἂν ἡ ἔκφρασις εἶναι ἀόριστος καὶ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν ὡρισμένην, ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγμα· εἶναι ἀντικείμενον συντάξεως· ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς ὅμως εἶναι ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἕκαστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν ἰδέαν του ὡς θέλει· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσω τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑλληνικῆς γραμματικῆς. Κατὰ τοὺς κανόνας δὲ τούτους τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ νομοσχεδίου λέγει ὅτι 250 δρ. θὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν, καὶ δραχμὴ σήμερον σημαίνει δραχμὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ οὐχὶ εἰς χρυσόν.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος οὗτος θὰ ἀντικαταστήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Ἐν πάσαις ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν γίνεται λόγος περὶ μεταλλικοῦ· αἱ ὑποχρεώσεις αἱ περὶ μεταλλικοῦ, ἐὰν ὑπάρχωσιν, εἶναι καθαρῶς ἠθικαί. Οἱ ἐγγραφέντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πληρωθῶσιν εἰς μεταλλικὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀπέκτησαν δὲ τοῦτο ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συνέφερε νὰ πληρώνωνται εἰς μεταλλικόν. Ἡ διάταξις, ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ, ἐπανελήφθη καὶ ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ· ἐννοεῖται δὲ ὅτι ὅπως ἔκτοτε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τὸ εἰς δραχμὰς ἐπληρόνετο εἰς μεταλλικὸν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντας, οὕτω καὶ ἤδη, ἐπαναληφθείσης τῆς αὐτῆς διατάξεως, ἡ πληρωμὴ εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντας θὰ γίνεται ὡς γίνεται καὶ τώρα.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἴσως τοῦ παρόντος. Ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν χρεωλύτρων καὶ τόκοι τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δικαιούχων γίνεται διὰ τῶν ἀνταποκριτῶν τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι ἔσεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου πᾶσα ἐκ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ νομίσματος διαφορά· ὥστε ἢ ἠλλοιώθησαν οἱ κανόνες τῆς Ἑλλην. γραμματικῆς, καθ’ οὓς ἐγὼ ἑρμηνεύω τὴν διάταξιν ταύτην, ἢ δὲν εἶνε ὀρθὴ ἡ ἰδέα ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις πληρωμῆς εἰς μεταλλικόν. Ὅταν πληρόνηται εἰς τοὺς δικαιούχους ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ νομίσματος, εἶνε τὸ αὐτὸ ὡς νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ εἰς μεταλλικόν.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐγένετο, δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ διαφορᾶς συναλλάγματος μεταξὺ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ μεταλλικοῦ, ἐπρόκειτο μόνον περὶ διαφορᾶς συναλλάγματος μεταλλικοῦ πρὸς μεταλλικόν. Ἡμεῖς παραδεχόμεθα ἤδη ὅτι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντας εἶναι ὑποχρέωσις εἰς μεταλλικόν, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνεγράφη καὶ ἤδη· ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως θὰ γίνεται ὡς πρίν. Ἐὰν θεωρῆτε ὅτι τὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ διατυπωθῶσι σαφέστερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ τι.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει σήμερον· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι ὅτι σήμερον πρῶτον προβάλλετε τὴν ἰδέαν τῆς μερικῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, ἐνῷ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐξάγεται.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπῆλθεν ἡ διαμαρτύρισις τῶν ἐν Τεργέστῃ Ἑλλήνων;
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἐν Τεργέστῃ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀρχικῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντων, αὐτοὶ ἀπέκτησαν κατόπιν τὰς ὁμολογίας.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ τὸ βεβαιώσητε. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ἐγγραφέντων καὶ δικαιούχων δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον σήμερον νὰ μὴ παρατείνω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰδικὴν συζήτησιν, καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Γενικῶς εἶναι παραδεδεγμένον καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν, ὅτι μέτρον τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους εἶναι αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὅμως τῆς γενικῆς ταύτης ἀρχῆς θέτουσι φραγμὸν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ὅταν αὗται ἐπιτρέπωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς, τότε αὕτη ἐφαρμόζεται πλήρης· ὅταν ὅμως δὲν τὸ ἐπιτρέπωσι, τότε μέτρον τῶν δαπανῶν εἶναι οὐχὶ αἱ ἀνάγκαι, ἀλλ’ αἱ δυνάμεις τοῦ ἔθνους καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται αὗται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Κράτος. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τὸν φραγμὸν τοῦτον, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον νὰ συντρίψῃ τὰς οἰκονομικὰς καὶ παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἂν δὲ παραβιάζων τὸν φραγμὸν αὐτὸν δυνηθῇ νὰ συλλέξῃ τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ζητεῖ, δὲν θὰ λάβῃ αὐτοὺς εἰμὴ δι’ ἐλάχιστον χρόνον. Εἶπον χθὲς ποῖαί εἰσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν δυνάμεις, ὁδηγούμενος ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἱστορίας τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων γίνονται καταχρήσεις, ὅτι εἶναί τινες φόροι ἐπιδεκτικοὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ μικρᾶς τινος αὐξήσεως, καὶ ὅτι διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως φόρων τινῶν καὶ διὰ τῆς βελτιώσεις τῆς εἰσπράξεως δυνάμεθα κατά τι τὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Μήτε ἐγὼ μήτε ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν νομίζω ἔχει τὰ στοιχεῖα καὶ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μᾶς φωτίσωσιν ὅπως ἀκριβῶς ὁρίσωμεν τὸ ποσὸν μέχρι τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς φορολογίας βασιζόμενοι ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀναμφισβητήτων δεδομένων. Ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡμῖν ἡ δημοσία ὑπηρεσία περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, μόνον διὰ γενικῶν γραμμῶν δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν ἰδέαν τινὰ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὅστις, χωρὶς νὰ συντρίψῃ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, νὰ μᾶς παράσχῃ τὸν ἀνώτερον ὅρον τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν. Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν αὔξησίν τινα ἐσόδων, οὐδέποτε, ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἐκ τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, θὰ δυνηθῶμεν διὰ μιᾶς νὰ πηδήσωμεν εἰς 95,000,000 ἢ καὶ 100 ἑκ. Τὸ ἀνώτερον ποσὸν εἰσπράξεων, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, στρέφεται περὶ τὰ 70,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι περίπου ὁ ζητούμενος ἀνώτατος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου· ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τούτου μᾶς ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν. Ὀφείλομεν ἑπομένως δι’ οἰκονομιῶν νὰ καταβῶμεν ἀπὸ τὰ 92 ἢ 95 ἑκατομμύρια εἰς τὰ 70,000,000. Τὰς ἀναγκαίας ταύτας οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ὅλας ἐν τῇ γενικῇ διοικήσει τοῦ Κράτους, ἐν τῷ στρατῷ καὶ ναυτικῷ ἡμῶν, διότι, ἂν τοιοῦτόν τι ἐπιδιώξωμεν, καὶ τὸν στρατὸν ἡμῶν καὶ τὴν διοίκησιν ἐν γένει θὰ παραλύσωμεν, οὕτω δὲ καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἀνωτάτου δυνατοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων ἡμῶν θὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον. Μὴ δυνάμενοι νὰ εὕρωμεν ἀρκούσας οἰκονομίας ἐν τῇ γενικῇ διοικήσει καὶ ἐν τῷ στρατῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τοιαύτας ἐν τοῖς δανείοις ἡμῶν καὶ νὰ θίξωμεν τὰ συμπεφωνημένα. Κατὰ δύω τρόπους δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο· εἴτε ἐπιβάλλοντες ἀπώλειάν τινα εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, εἴτε ἀναβάλλοντες τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωμεν. Ἐπιβάλλοντες ἀπώλειαν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὅπως ἐπιβάλλει τὸ γράμμα τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἔννοια, ἣν ἐμπεριεῖχεν ἡ πρᾶξις αὕτη πρὸ τῆς πρὸ ὀλίγου τροποποιήσεως αὐτῆς, τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παραδεχόμεθα τὴν χρεωκοπίαν καὶ καταστρέφομεν ἀνεπιστρεπτεὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν. Ἀναβολὴ μέρους τῆς ὀφειλῆς ἡμῶν εἶναι βεβαίως πρᾶξις δυσάρεστος καὶ πικροτάτη, ἀλλ’ οὐχὶ ἀτιμωτική, ὅταν ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης καὶ ὅταν ἐξασφαλίσωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου ποσοῦ. Διὰ μέτρου τοιαύτης ἀναβολῆς δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀνόρθωσιν τῆς σήμερον καταπεσούσης οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. Ἐὰν ἡ κρίσις ἡ ἐμή, ἥτις πιστεύω εἶναι καὶ κρίσις ὅλων τῶν γνωριζόντων καλῶς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν δυνάμεις δὲν ἀρκοῦσι νὰ μᾶς παράσχωσιν 95,000,000, ἐὰν ἡ κρίσις αὕτη εἶναι ὀρθή, τὸ σύστημα τῆς αἰσιοδοξίας, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, θὰ μᾶς φέρῃ μοιραίως εἰς τὴν ἀπότομον ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωμεν τὰς ὀφειλάς μας. Ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπότομον ταύτην ἀδυναμίαν, θὰ εἶναι πλέον ἀργὰ ὅπως σκεφθῶμεν περὶ συστήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας, δυσκόλως θὰ πείσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὅτι ἐξασφαλίζομεν διὰ τὸ μέλλον τὴν πληρωμὴν τῶν ὅσων δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτούς· ἐὰν ὅμως ἀπὸ σήμερον ἀντιμετωπίσωμεν εἰλικρινῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν, ἂν βασισθῶμεν ἐπὶ τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ φέρωμεν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἐρειδόμενοι ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀναντιῤῥήτων βάσεων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ πείσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ ἀναβαλλομένου μέρους τῶν χρεῶν ἡμῶν ἐρείδεται ὡσαύτως ἐπὶ θετικῶν βάσεων. Νομίζω δὲ ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναβαλλομένου ποσοῦ. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία σήμερον φέρει εἰσόδημα δυσανάλογον πρὸς τὴν σημασίαν αὐτῆς ἕνεκα τῆς κακῆς αὐτῆς διαχειρίσεως. Τελειοτέρα διαχείρησις αὐτῆς δύναται νὰ παράσχῃ πόρους, οἵτινες μετὰ τὴν διατήρησιν τῶν μονῶν ν’ ἀφήσωσι περίσσευμα δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξασφάλισιν μέρους τοῦ ἀναβαλλομένου ποσοῦ (θόρυβος). Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θεωρῶ ὡς τὸ μόνον διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἀνέφερα αὐτὸ ὅπως δείξω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀντιμετωπίζοντες εἰλικρινῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν δυνάμεθα σήμερον ἀκόμη νὰ εὕρωμεν συνδυασμὸν σώζοντα τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν τιμήν.
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην κατ’ ἔτος 25 ἑκατομμυρίων, ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἐπινοηθῇ τρόπος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἔτος νὰ μᾶς παράσχῃ πρόσοδον 25 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ τίμημα τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ 25 ἑκατομμύρια· περὶ τούτου εἶναι ἕκαστος κεκλημένος νὰ μελετήσῃ.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας. Τὴν ἰδέαν μου ταύτην ἐπρότεινα ὡς παράδειγμα. Ἔχω τὸ ἰδίωμα ἢ ἐλάττωμα (ἂν θέλητε) ὅταν σκέπτωμαι περὶ ὑποθέσεώς τινος καὶ ἐπικρίνω τὰ μέτρα ἄλλου νὰ ἀρέσκωμαι νὰ προτείνω καὶ ἐγὼ μέτρον ἕτερον πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπικρινομένου. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι πιθανὸν νὰ ἦνε ἐλαττωματικὸς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὕτως ἔχω καθῆκον νὰ πολιτεύωμαι. Ὁμολογῶ ὅτι σήμερον δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ μελετήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Καὶ σεῖς ἔτι ὁ ὁποῖος εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχητε ὅλα τὰ στοιχεῖα ταῦτα. Καὶ ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε τί φέρουσι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, δὲν τὸ γνωρίζω, διότι δὲν εἶδον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις τῶν κτημάτων τούτων.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς. Φέρουσι τὸ ἓν εἰκοστὸν πέμπτον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὰς δαπάνας φέρουσι τὸ ἑκατοστόν.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, ὅτε ἤμην εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὅπως μοὶ δοθῶσι πληροφορίαι περὶ τῆς περιουσίας τῶν μονῶν καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ταύτας, διότι δὲν ὑπῆρχον. Γνωρίζω μονὰς, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὡς ἔχουσαι εἰσόδημα 10 καὶ ἐκ τῶν ὁποίων διάφορα πρόσωπα ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὠφελοῦνται 100. Ἡ Ἰταλία διὰ τῆς μοναστιριακῆς περιουσίας ἔσωσε τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, δι’ αὐτῆς ἀνέπτυξε τοὺς ἐσωτερικοὺς πόρους της καὶ ἀπέφυγε τὴν πτώχευσιν. Καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα χωρὶς νὰ βλάψωμεν τὴν ἀξιοπρεπῆ διατήρησιν τῶν Μονῶν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν καὶ ζητήσωμεν νὰ λάβῃ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ καταχρώμενοι ἢ ἀμελοῦντες αὐτῆς· ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας μιᾶς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ὡς παράδειγμα ἀνέφερα, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος ἠθέλησε νὰ μέ διακόψῃ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ ἐξ 22 ἢ 25 ἑκατομ. ἔλλειμμα θὰ σκεπάσωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς μέρους τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν· εἶπον ὅτι μέρος αὐτοῦ θὰ σκεπάσωμεν δι’ οἰκονομιῶν καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τῆς ἀναβολῆς. Πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ μέρους τοῦ ὑπολοίπου τούτου ἀνέφερον ὡς ἐν παραδείγματι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα. Ἐὰν παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται νὰ δώσωσι πλέον τῶν 70, 000, 000, τότε εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς φέρω οὐχὶ ἰδέαν ἐν εἴδει παραδείγματος ἀλλὰ σχέδιον πλῆρες, τὸ ὁποῖον νὰ συζητήσωμεν. Περιττὸν ὅμως θεωρῶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία λέγει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 95,000,000. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, εὔχομαι τοῦτο καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ θέλω τὸ ἴδει πραγματοποιούμενον, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ χωρὶς νὰ συντρίψῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας.
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ ὑποδείξητε τὴν βάσιν τῆς γνώμης σας.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν 95,000,000 καὶ ὅτι διὰ τῶν 70,000,000 δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας μας, καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀπότομον ἀδυναμίαν τῆς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν τιμῆς, ἐνῷ ἂν ἀπὸ σήμερον ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δυνάμεθα διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς μέρους τῶν ὀφειλομένων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῆς νὰ εὕρωμεν διέξοδον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ σώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν τιμὴν, ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς παραγωγικὰς ἡμῶν δυνάμεις καὶ ἀνορθώσωμεν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀπαγγελομένη ὁμαλότης τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν σχέσεων μᾶς τὸ ἐπιτρέψῃ. Οὕτω μόνον θὰ δυνηθῶμεν διὰ μικροτέρου κακοῦ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἐπαπειλοῦν ἡμᾶς μέγιστον κακόν. Τολμηρὰν καὶ ἐπικίνδυνον συνάμα εὑρίσκω τὴν ἰδέαν, ἥτις ἀναφέρεται ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ἀναπτύσσεται δὲ ἐν τῇ ἀπαντήσει τῆς πλειοψηφίας, τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, mandat imperatif. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ἐν συντόμῳ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, συνειδότες ὅτι πολλὰ τῶν προταθησομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων ὑπῆρχον γνωστὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτε ἐψήφιζον περὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ὡς ὑποβληθέντα ἢ ἀναγγελθέντα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἐκτιμῶσι δεόντως τὴν τοῦ λαοῦ ψῆφον, καὶ καλούμενοι ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν ὑποβληθησομένων νομοθετημάτων, θέλουσι καταδείξει διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν ὅτι ἐννοοῦσι νὰ τηρηθῇ ἀλώβητος ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις κλπ.» Ἡ φράσις αὕτη, συνδυαζομένη μετὰ τῆς ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ἀναφερομένης, σημαίνει, ὅτι οἱ ἐκλεχθέντες βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἔλαβον τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν πρόκειται ἡ φράσις αὕτη νὰ ἔχῃ σημασίαν τινὰ, δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὴν ἑτέραν σημασίαν. Τὸ ἀλώβητον τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος πάντες ἐπιδιώκομεν, ἀλλ’ ἐπιδιώκομεν αὐτὸ οὐχὶ δεσμευόμενοι ὑπὸ ὑποβληθέντων ἢ ἐπαγγελθέντων νομοσχεδίων, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι ὀφείλοντες νὰ κρίνωμεν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος καὶ Βώλου ἔλαβον τὴν ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐκλογέων των νὰ ψηφίσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἂν οἱ τῆς Θεσσαλίας ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσιν αὔξησιν φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων, ἂν οἱ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι ἔλαβον ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσιν αὔξησιν φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος.
§88Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ψηφοφορία θὰ ἰδῆτε.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλαβον τοιαύτην ἐντολὴν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὴν δεχθῶσι, διότι αὐτὴ παραβιάζει τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Συντάγματος. Ὁ βουλευτὴς ἐνταῦθα δὲν εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἢ τοῦ νομοῦ, ὅστις τὸν ἐκλέγει, ἀλλὰ τοῦ Ἔθνους, ὁ δὲ νομὸς, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκλέγει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὰς σκέψεις αὐτοῦ, αἵτινες πρέπει νὰ ὁδηγῶνται ὑπὸ τῶν πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ ἀντίκειται εἰς τὰς βάσεις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον σημαίνει τὴν ἐν κοινῇ συσκέψει τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἰδεῶν, καὶ τὴν δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων εὕρεσιν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἰδέας, καθ’ ἣν ἐπωφελέστερον θὰ διευθετηθῶσιν αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις. Παραδεχόμενοι τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν δεσμεύετε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τιθέμενοι εἰς τὴν ἀδυναμίαν ν’ ἀποσύρητε καὶ νὰ τροποποιήσητε προσέτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζετε ὡς περιέχοντα τὴν τοιαύτην ἐντολήν. Τοιαύτη ἐντολὴ εἶναι ἀνατροπὴ τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω σύντομόν τινα περίοδον ἀγορεύσεως ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ αἰῶνος ἡμῶν, ὁ ὁποῖος διὰ κάθε ἄλλο δύναται νὰ κατηγορηθῇ παρὰ δι’ ὑπερβολὴν φιλελευθέρων φρονημάτων, τοῦ Guizot. (Ἀναγινώσκει): «La mandat imperatif place la volonté decisive, la resolution definitive avant la discussion, avant l'examen; le mandat imperatif abolit la liberté de ceux qui discutent, qui examinent; il donne le pouvoir absolu, le pouvoir de decider couvernement à ceux qui ne discutent pas, qui n’ examinent pas. «C’ est la le veritable effet du mandat imperatif; c’ est l’ abolition du gouvernement libre.» «Ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ τάσσει πρὸ τῆς συζητήσεως καὶ πρὸ τῆς ἐξετάσεως τὴν ἀποφασιστικὴν θέλησιν καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ καταργεῖ τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων, οἵτινες συζητοῦσι καὶ ἐξετάζουσι· δίδει δὲ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποφασίζωσιν ἀνεκκλήτως εἰς ἐκείνους, οἵτινες μήτε συζητοῦσι μήτε ἐξετάζουσι. «Τοιοῦτον εἶναι τὸ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα τῆς πραγματικῆς ἐντολῆς· εἶναι ἡ κατάργησις τῆς ἐλευθέρας Κυβερνήσεως.» (sic). Ἐὰν δεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχὴν, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα. Ἕκαστος ἡμῶν ἂς καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ πληρεξούσια, τὰ περιέχοντα τὴν ἐντολὴν ταύτην, καὶ ἂς μεταβῇ εἰς τὰ ἴδια. Ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐντολῇ δὲν βλέπω μόνον τὴν κατάργησιν τῆς πραγματικῆς καὶ εἰλικρινοῦς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, βλέπω συνάμα καὶ κίνδυνον μεγαλείτερον. Ἂν θελήσωμεν νὰ περιστείλωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως, θ’ ἀφαιρέσωμεν τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράζωνται τὰ αἰσθήματα καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ Ἔθνους καὶ περιστέλλεται πᾶσα ὑπερβολικὴ αὐτῶν τροπὴ, δυναμένη νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα· ὅσον δὲ ἀπώτερα καὶ ἂν ἦναι τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει νομίζω νὰ δίδωμεν ἀφορμὰς δυναμένας νὰ προκαλέσωσι τοιαῦτα. Ὑποθέτων δὲ ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἥτις θὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ τῆς πλεοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ ἰδίως τὴν πλειοψηφίαν νὰ τροποποιήσῃ τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεώς της κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα πᾶσαν ἔννοιαν ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς.
§90Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν εὐτυχῆ διαδεχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κ. Καραπάνον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν εἰς ὅσα ἀναπτύσσων τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν. Θὰ ἀνέμενον ἴσως ἄλλην ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ πραγματοποιήσιμον τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ὅτε ἤθελον μεριμνήσει νὰ καταρτισθῶ δεόντως, ἵνα δυνηθῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοιούτου προγράμματος. Ἐν τούτοις γενόμενος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ ἀκούσας τοὺς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, καὶ δι’ ἐμοῦ τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τῶν ὁποίων αὕτη προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Καὶ πρῶτον δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος παρά τινων συναδέλφων, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δὲν περιέχει ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ πλήρη ἀπάντησιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περιέχει ὁ Βασιλικὸς λόγος· διότι καὶ ἐγὼ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγινώσκοντες τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι αὕτη ἀναγνωρίζει τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ὡς γενομένην ὑπὸ τὸ νέον σύστημα ἀνεπηρεάστως· ἔχουσα δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν παράγραφον ταύτην, διετύπωσε τὴν ἰδέαν αὐτὴν καθ’ ὃν τρόπον φαίνεται διατετυπωμένη. Δὲν εἶναι δὲ σήμερον ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἵνα συζητήσωμεν, ἂν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον ἐψηφίσαμεν, τῆς κατὰ νομοὺς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἔδωκεν ἡμῖν τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα πάντες οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ προσεδόκουν. Ἡ μνεία τοῦ συστήματος τούτου ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄλλην ἔννοιαν ἢ τὴν ἔννοιαν, ὅτι διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαί, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τούτου, ἀνεπηρεάστως καὶ ἐξηγοῦμαι. Πάνθ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων δὲν εἶναι ἢ ἐπανάληψις τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτε συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, ἅτινα βραδύτερον ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει δέ τις μεταξὺ ἡμῶν ὅλων, ὅστις νὰ μὴ ἐνθυμῆται τίνα ἐπιχειρήματα ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες τότε τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας, ἀντετάξαμεν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐπολέμουν τοῦτο· ὅταν δὲ ἀναμνησθῇ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι προώρως ἔρχονται σήμερον νὰ κατακρίνωσι τὸ σύστημα, διότι τὸ νέον τοῦτο σύστημα ὑπεστηρίχθη τότε οὐχὶ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον προβάλλουν οἱ προλαλήσαντες, συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου θέλει χειραφετηθῆ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, θέλει ἐκλείψει ἡ συναλλαγὴ καὶ τὸ ῥουσφέτι, καὶ θέλει ἀναγνωρισθῆ ὡς δόγμα ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ νὰ ἀσκῇ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα δὲν περιμένετε βεβαίως νὰ τὰ ἴδητε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν· τὰ ἀγαθὰ ταῦτα ὀφείλετε νὰ ἀναμείνητε νὰ τὰ ἴδητε κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος, διότι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὸ σύστημα τῆς μεγάλης περιφερείας, ἰσχυρίσθη ποτὲ, ὅτι τοῦτο ὡς μόνον ἀγαθὸν θέλει φέρει τὴν ἀνεπηρέαστον διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν σήμερον πρόκειται νὰ κρίνητε περὶ τούτου, πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἀληθῶς ἐμετρίασε κατὰ πολὺ τὴν κυβερνητικὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπὶ τῶν ἐκλογέων ἐπήρειαν. Καὶ εἶναι τοῦτο κατὰ τοσοῦτον φυσικὸν, καθόσον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἐνεργήσῃ, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἐνεργήσῃ, ἔχῃ πρὸ αὐτῆς πληθὺν ἐκλογέων, εἶναι ἀδύνατον ὅσα καὶ ἂν θελήσῃ νὰ διαθέσῃ μέσα, νὰ κατορθώσῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν. Τὰ κυβερνητικὰ μέσα θέλουσι καταστραφῆ ἐν τῇ ἀχανεῖ ἐκτάσει τῆς εὐρείας περιφερείας, καὶ ἡ ἐπήρεια αὐτῶν θέλει χωνευθῆ ἐντὸς αὐτῆς. Ἂν λοιπὸν τοῦτο εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον φέρετε κατὰ τοῦ συστήματος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὑμῖν ὅτι λίαν ἀτόπως ἐπικαλεῖσθε αὐτὸ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἐν τῷ μέλλοντι παρατηρήσωμεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ ἡμῖν τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, καὶ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, βεβαίως καὶ τότε θὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ ἀγαθὸν, τοῦ ματαιώνειν τὴν κυβερνητικὴν ἐπίδρασιν, ἀπέδωκεν ἡμῖν. Δὲν πρέπει, κύριοι, πρὶν ἴδωμεν τοῦτο ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτοῦ, νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου οἱ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα νὰ συζητήσωμεν, νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐκ προκαταβολῆς προκατειλημμένοι πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κατακρίνωμεν πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ νὰ μὴ ἀποφαινώμεθα οὕτως, ἄνευ πολλῆς σκέψεως περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδοκιμάσθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀκόμη, μὴ λειτουργήσαντα ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ, οὕτως ἐννοήσαντες τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ Βασιλ. λόγου, ἀπαντῶμεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῇ ἀνεπηρεάστῳ ψήφῳ τοῦ λαοῦ. Ἂν διαφωνῆτε πρὸς τοῦτο, δύνασθε νὰ φέρητε τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν, ἵν’ ἀποδείξητε, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν ὑπῆρξαν ἀνεπηρέαστοι· ἀλλ’ ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἤκουσα θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἥκιστα σπουδαῖα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης σας ὑπῆρξαν τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ὡς τὸ μέγιστον τῶν ἐπιχειρημάτων οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπεκαλέσθησαν τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων, ὡσανεὶ διὰ τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων εἰς ἐλαχίστους καταδίκους τῶν νομῶν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ Κυβερνητικὴ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν φαντάζονται. Ἐζητήθη παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαχθῇ σημείωσις τῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἀπενεμήθησαν χάριτες ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐκ τῆς προσαγωγῆς τούτων κατεδείχθη, ἐκτὸς τῶν 1823 τῶν γενικῶν χαρίτων, ὅτι μόνον 10 Διατάγματα χαρίτων καὶ ταῦτα ἀφορῶντα εἰς λιπομαρτυρίας ἐξεδόθησαν. Ἐπιλαμβανόμενοι δὲ τῶν γενικῶν Δικταγμάτων τῶν χαρίτων φιλιππικοὺς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπήγγειλον· ὀφείλω δ’ ἐνταῦθα νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, κύριοι, διότι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐν γνώσει διατελοῦντες τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπενεμήθησαν αἱ χάριτες αὗται, καὶ γνωρίζοντες ὅτι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀπενεμήθησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τις πλαγίαν τινὰ ἐνέργειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἦλθον νὰ καταγγείλουν τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἐνεργήσαντα πρὸς πλάγιον σκοπὸν, μόνον καὶ μόνον ἴσως, διὰ νὰ πιστευθῇ παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ἐν μέσον τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας πρὸς ἐνάσκησιν ἐκλογικῆς κερδοσκοπίας. Ἀλλ’ ὅταν μάθωσιν ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα προεκλήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως ἐπιτροπῆς συγκειμένης παρὰ προσώπων, κατὰ τῶν ὁποίων προκαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ εἴπωσιν ἂν δύνανται τὴν ἐλαχίστην μομφὴν νὰ ἐκφράσωσι, ὅταν μάθουν ὅτι αἱ χάριτες αὗται ἀπενεμήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει κανόνων, τοὺς ὁποίους οὐδὲν ἐκ τῶν τῆς Ἐπιτροπῆς μελῶν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβιάσῃ, καὶ τοὺς ὁποίους, σημειώσατε καλῶς, οὐδεὶς ἄλλοτε ὑπουργὸς ἔθετο.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ ἐποχὴ ἀλλάσσει.
§92ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν μάθωσι πάντα ταῦτα, ἂν μή τι ἄλλο, θὰ ἐκπλαγῶσι τοὐλάχιστον πῶς ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσα ἐλέχθησαν. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων εἶχον τεθῇ βάσεις καὶ κανόνες, τοὺς ὁποίους τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ἦσαν βεβαίως ἱκανὰ νὰ παραβιάσωσι. Γνωρίζω ὅτι δικαιολογικὸς λόγος τῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους ἔθεσαν, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους πάντες οἱ διανύσαντες ποινὴν 15 ἐτῶν ἀπελύοντο τῶν φυλακῶν, πάντες οἱ πρὸ τοῦ 1884 καταδικασθέντες ἐλάμβανον ὀλίγου χρόνου χάριν, οὐδεὶς δὲ τῶν μετὰ τὸ 1883 καταδικασθέντων ἠδύνατο νὰ λάβῃ χάριν ἂν δὲν εἶχε συστάσεις τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων, δικαιολογικὸς, ἐπαναλαμβάνω, λόγος ὑπῆρξεν ἡ ἀθλία καὶ ἐλεεινὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἡμῶν, τὴν κατάστασιν δὲ τῶν φυλακῶν ἡμῶν πάντες γνωρίζετε· γνωρίζοντες δὲ αὐτὴν ὀφείλετε νὰ ἀνομολογήσητε ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 15 ἐτῶν, τὸ ὁποῖον ἔθετο ὡς βάσιν ἡ ἐπιτροπὴ, εἶναι μέγιστος χρόνος ποινῆς, παραβαλλόμενος πρὸς πολὺ μακρότερον χρόνον ποινῆς ἐφαρμοζόμενον εἰς ἄλλα Κράτη.
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Μίαν πληροφορίαν παρακαλῶ. Βεβαιοῦτε τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι εἶχον 15 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς ἐξῆλθον ὅλοι, ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς πλέον εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ 15 ἔτη;
§94ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν ἀπελύθησαν· γνωρίζω μόνον τοῦτο ὅτι ἐτέθη ὡς κανὼν, ὅτι εἰς πάντας τοὺς ἔχοντας διανύσει πλέον τῶν 15 ἐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἔδει νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις. Γνωρίζω δὲ καὶ ἄλλο, ὅτι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἦσαν ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Καρατζᾶς, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μαντζούφας, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ γνωρίζω, ὅπως καὶ σεῖς, ὅτι ἄν ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ἀδάμαντας, βεβαίως μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλέγονται ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους προανέφερον. Καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ ὁμολογήσητε ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ συνειδήσει, ἄν σεῖς θεωρεῖτε ἱκανὸν τὸν Καρατζᾶν, τὸν Μαντζούφαν ἢ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν—διότι περὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως ὡς ἀνήκοντος εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν ὁμιλῶ, ἵνα μὴ κατακριθῶ ὡς ἐκ κομματικῆς συμπαθείας ἐξαίρων τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ—ἄν θεωρῆτε αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐνδώσωσιν εἰς οἱανδήποτε πίεσιν. Καὶ ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγητε ὅτι αἱ χάριτες αἱ οὕτω πως δοθεῖσαι, αἱ ὑπὸ τοιούτων προσώπων ἐγκριθεῖσαι, ἐδόθησαν πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν.
§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, ἐπειδὴ μᾶς προσκαλεῖτε; Ἡμεῖς ὅπως καὶ σεῖς ἔχομεν πᾶσαν ὑπόληψιν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας τὰ πρόσωπα ταῦτα συνέταξαν περὶ τῆς ἀπονομῆς τῶν χαρίτων, εἶναι ἐκθέσεις περιοριζόμεναι εἰς δύο λέξεις, ὡς εἴδομεν ταύτας κατατεθείσας χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πιστεύομεν λοιπόν, ὅτι 1823 χάριτας ὅσῳ καὶ ἄν θεωρήσητε τοὺς ἄνδρας τούτους ἱκανούς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς δώσωσιν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ τί ἔπραττον· ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρόνου βεβαίως δὲν ἐμελέτησαν καλῶς τὰς 1823 δικογραφίας. Ἡμεῖς ὅμως καυτηριάζοντες τὴν πρᾶξιν ταύτην τῶν χαρίτων δὲν θέλομεν νὰ μεμφθῶμεν τοὺς δικαστικοὺς τούτους λειτουργούς, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ εὐθύνη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει, γενομένῃ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ τῶν νέων ἐκλογῶν.
§96ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠθελήσατε νὰ μεμφθῆτε τοὺς δικαστικοὺς τούτους ὑπαλλήλους καὶ ἤδη λέγετε δι’ αὐτούς...
§97ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τοὺς φοβηθῶμεν; Σεῖς ἄν ἔχετε δίκας νὰ ὑπερασπισθῆτε, νὰ τοὺς φοβῆσθε.
§98ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δι’ ἐμὲ τὸ λέγετε αὐτό; Ἄν δὲν μὲ γνωρίζετε σεῖς, μὲ γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι καὶ δίδουσι τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὴν φράσιν σας.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δι’ ἐσᾶς, διότι τολμᾶτε νὰ δικαιολογῆτε ἐντεῦθεν τοιαῦτα, καὶ ἐκ προμελέτης πλανᾶτε, ὅταν ὁμιλῆτε.
§100ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὸν τρόπον αὐτὸν, διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετὰ πέντε λεπτὰ θὰ μετανοήσητε. Εἶναι βεβαίως τοῦτο συνέπεια στιγμιαίας παραφορᾶς, οὐδὲ θέλω νὰ πιστεύσω ἐγὼ τοὺς ἀποδίδοντας τὰς παρεκτροπάς σας εἰς παθολογικὴν κατάστασιν.
§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν σεῖς δημοσίᾳ ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἀπεκηρύξατε τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον τώρα ὑποστηρίζετε.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνώπιον πάντων.
§103ΛΕΒΙΔΗΣ. Προχθὲς ἀκόμη ἐλέγατε ἐν τῷ δικαστηρίῳ ὅτι ἄν δὲν ἐσέβεσθε........
§104ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν θέλετε, ἀλλὰ καὶ δὲν δύνασθε ἴσως νὰ μὲ ἐννοήσητε. Ἐξέφρασα πάντοτε τοὺς φόβους μου, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν θὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα περιεμένομεν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν ὅπως ἴδωμεν αὐτὸν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· πρέπει δὲ νὰ μάθητε σεῖς διατὶ ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ ὁ φόβος οὗτος· ὑπεστήριξα ἄλλοτε τὸν θεσμὸν ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἠθέλομεν κατανοήσει, ὁποῖον ἐνώπιον ἡμῶν ἀναπτύσσεται μέλλον πολιτικὸν, ἠθέλομεν κατανοήσει, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν οἱ ἐκλογεῖς, καὶ ἠθέλομεν κατανοήσει καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶμεν ἕκαστος εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν ἡμῖν θέσιν· εἶναι δὲ ἀδύνατον τοῦτο νὰ συμβῇ, ὅταν σὺ, κ. Λεβίδη, συναντῶν καθ’ ὁδὸν τοὺς κατοίκους τῶν ἀπωτάτων χωρίων τῆς Λεβαδείας καὶ χωρὶς κἂν νὰ τοὺς γνωρίζῃς προσκαλεῖς αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκίαν σου, ἵνα βεβαιώσῃς αὐτοὺς, ὅτι εἶσαι πρόθυμος νὰ ἐξυπηρετήσῃς δῆθεν παντοίοις μέσοις πάσας αὐτῶν τὰς ὀρέξεις· ἐκεῖνοι δὲ, ἁπλοϊκοὶ καὶ ἀμαθεῖς ὄντες, νομίζουσιν, ὅτι ὁ οὕτω πρὸς αὐτοὺς προσφερόμενος ποιεῖται τὰς ὑποσχέσεις ὡς θεμιτὰς, καὶ προκαλοῦσιν αὐτὸν οὐχὶ πλέον εἰς συναλλαγὴν, ἀλλ’ εἰς ταπείνωσιν καὶ ἐξουθενισμόν. Ὅταν οὕτω ἐννοεῖς νὰ πολιτεύεσαι, οὐχὶ αὐτὸ τὸ σύστημα, ἀλλ’ οἱονδήποτε σύστημα καὶ ἂν καθιερώσωμεν, θέλομεν τὸ διαφθείρει. Ὅταν ἡμεῖς οὐδὲν πράττωμεν, ὅπως ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν, εἶναι μάταιον νὰ σκεπτώμεθα περὶ συστημάτων ἐκλογικῶν. Πρέπει ἡμεῖς νὰ κατανοήσωμεν εἰς τίνα περιωπὴν πρέπει νὰ σταθῶμεν, διὰ νὰ κατανοήσωσι καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἡσύχους, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ ὅτι πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ βουλευτηρίου καὶ μετ’ αὐτὴν πρέπει νὰ ἐκλείπῃ πᾶσα ἄθεσμος συνάφεια μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς θύρας τοῦ Ὑπουργείου νὰ διακόψητε πᾶσαν σχέσιν, οὐχὶ πρὸ τῆς θύρας τοῦ βουλευτηρίου.
§106ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὀφείλομεν τοῦτο νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν. Χαίρω δὲ, κύριοι συνάδελφοι, διότι οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς, καί τοι μὴ πτοούμενοι καὶ μὴ θέλοντες νὰ κολακεύσωσι τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους προανέφερον, ὡμολόγησαν δημοσίᾳ ὅτι δὲν θεωροῦσιν αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐνδώσωσιν εἰς οἱασδήποτε πιέσεις· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἡ ὁμολογία αὐτῶν αὕτη ἔχει ἀξίαν, καθόσον ἀνεγνώρισαν ὅτι δὲν πράττουσι τὴν ὁμολογίαν ταύτην ἐκ κολακείας πρὸς ἐκείνους. Ἂν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τίς λόγος δύναται νὰ γίνῃ πλέον ἐρωτῶ περὶ χαρίτων ὡς δῆθεν ἀπονεμηθεισῶν ἐκ λόγου πολιτικῆς κερδοσκοπίας; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν χαρίτων τῶν ἀπονεμηθεισῶν εἰς πολιτικοὺς καταδίκους, ἐγένετο πολὺς λόγος καὶ περὶ τῶν χαρίτων τῶν ἀπονεμηθεισῶν εἰς στρατιωτικοὺς καταδίκους ἐπὶ λιποταξίᾳ. Πάντες, κύριοι, γνωρίζετε πῶς ἐγένετο ἡ ἐπιστρατεία· πάντες γνωρίζετε μετὰ πόσης προθυμίας ἔσπευσαν οἱ ἐπίστρατοι ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος, καὶ πάντες εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν καὶ οἱ κκ. συνάδελφοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων προέβαινόν τινες ἐξ αὐτῶν εἰς λιποταξίας. Εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τοὺς γνωρίζωμεν, διότι ἀπείρους ἐξ αὐτῶν καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἐγὼ ὑπερησπίσθημεν ἐνώπιον τῶν στρατοδικείων κατηγορουμένους ἐπὶ λειποταξίᾳ. Μεταξὺ αὐτῶν οὐδὲ εἷς εὑρέθη ὅστις ἐλιποτάκτησε διότι ἐπεζήτησε νὰ ἀποφύγῃ τὸ βάρος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πάντες προέβησαν εἰς τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἐξ ἀνάγκης ἀνυπερβλήτου καὶ ἀκαταμαχήτου· διὰ τοῦτο δὲ ἐνώπιον τῶν στρατοδικείων παρ’ ὅλων ἡμῶν ὑπεστηρίζετο ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀγαθοτάτου συναδέλφου μου κ. Ῥάλλη — διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἤδη ἔχει μετανοήσει διὰ τὴν ἀνάρμοστον συμπεριφοράν του —
§107ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ ὁμολογήσητε ἔξω τὴν πλάνην σας.
§108ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν ἀγανάκτησίν του ὅταν ἐτιμωρήθη εἷς συμπολίτης του, ὅστις ἐλιποτάκτησεν ἐκ τοῦ τάγματος τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον Μενίδιον, ἔνθα ἐψυχοῤῥάγει τὸ μόνον τέκνον του, καὶ ἡ σύζυγός του ἦτο λεχώ· καὶ διέῤῥηξε, λίαν δικαίως, τὰ ἱμάτιά του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τότε, ὑποστηρίζων τὴν ἀθώωσιν αὐτοῦ, ἀνέπτυξε δὲ μετὰ πολλῆς δυνάμεως τὴν ὑπερτάτην ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ συμπολίτης του καὶ ἥτις τὸν ἠνάγκασε νὰ λιποτακτήσῃ. Καὶ ἐν τούτοις τὸ Στρατοδικεῖον τὸν κατεδίκασε, διότι πάντοτε ὑπῆρχεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἀπονομῆς χάριτος. Εἰς τοιούτους δὲ καταδίκους, ἀφοῦ ἐλήφθη μέτρον γενικὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀναγνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν αἱ χάριτες; Καὶ ἐξ ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀνάγκης αἱ χάριτες πρὸς τούτους ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῶσι, διότι ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ γενικὸν τοῦτο μέτρον, δὲν ἠθέλαμεν ἔχει τόπον νὰ θέσωμεν ὅλους τοὺς καταδικασθέντας ἐπὶ λιποταξίᾳ.
§109ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατί δὲν ἐδίδοντο πρίν;
§110ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πάντοτε ἐδίδοντο ὥστε νὰ μένωσιν οὗτοι τρεῖς ἢ τέσσαρες μῆνας μόνον εἰς τὰς φυλακάς.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐννοῶ διὰ τοὺς καταδικασθέντας τὴν 10ην, 15ην, 20ὴν νὰ ἀπονεμηθῇ ἡ χάρις, ἀλλὰ τὴν 24ην καταδικάζεταί τις καὶ τὴν 25ην δίδεται χάρις.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι Διατάγματα ἐξετελέσθησαν μετὰ τὸ τέλος τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ εἶχον σταλῆ πρότερον καὶ ἐβράδυναν· ἀλλὰ Διατάγματα δὲν προεκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Αὔριον θὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι κατάδικος οὔτε 24 ὥρας ἔμεινεν ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ καταδικασθέντες πρὸ τῆς πρώτης Δεκεμβρίου δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπολυθῶσι τὴν πρώτην. Ἐπὶ τῇ προτάσει λοιπὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοὺς πρὸ τῆς πρώτης Δεκεμβρίου καταδικασθέντας ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου.
§115ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκτὸς ὅμως τῆς παρατηρήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι ἐποιήσαντο ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς......
§116ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τῶν παρασήμων, κύριε βουλευτά.
§117ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἦναι ἀνάγκη καὶ ὅταν κατορθώσητε νὰ καταδείξητε ὅτι εἶναί τινες, οἵους τοὺς ἐχαρακτηρίσατε.
§118ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς φέρω καὶ ἀπόφασιν τοῦ τελωνείου ὅτι καθηγητὴς κατεδικάσθη ὡς λαθρέμπορος.
§119ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκτὸς ἐπαναλαμβάνω τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας, ὁ κύριος εἰσηγητὴς αὐτῆς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ λόγος ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ περὶ γεγονότος μεμακρυσμένης ἐποχῆς, καὶ ἐντεῦθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ν’ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον ἡμῶν τόσας ὡραίας γνώμας καὶ νὰ ἐκφωνήσῃ τόσους ὡραίους λόγους περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας κατὰ τὰς ἐν τῷ μεθορίῳ λαβούσας χώραν συμπλοκάς. Βεβαίως οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅσα ὁ κύριος εἰσηγητὴς ἐξέθεσεν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συντάξασα τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον οὐδὲ κατάλληλον νὰ γίνῃ λόγος περὶ γεγονότων, περὶ ὧν τοσαῦτα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν, ἣν δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον· διότι, ἐὰν οὕτω ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τοῦ Εἰσηγητοῦ, ἠθέλαμεν ἀνατρέξει εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔπρεπε νὰ ἐργαζώμεθα ἐπὶ μακρὸν χρόνον διὰ νὰ συντάξωμεν οὐχὶ ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλ’ ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἐφρόντισε νὰ περιορίσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς ὅσα κεφάλαια περιλαμβάνει ὁ Βασιλικὸς λόγος, καὶ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσιν ἐν ὅλῳ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπικρίνουσι κυρίως ἡμᾶς διὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ κακίζουσιν αὐτὴν ὡς περιέχουσαν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ὅπως ψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἰσχυρίζονται δὲ μάλιστα, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀπάντησις, καθ’ ὅσον ἐν αὐτῇ λέγεται, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἦσαν γνωστὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς καθ’ ὃν χρόνον ἐψήφιζον περὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτῶν. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ πραγματικὸν γεγονὸς τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν τῶν νομοθετημάτων τούτων, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα ἀληθῶς ἦσαν ἢ ὤφειλον νὰ ἦναι γνωστὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ νομικὸν πλάσμα, ὅτι ἐν Κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν, ὅταν ὑποβάλλεται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἢ ὀφείλει νὰ ἦναι γνωστὴ εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἀληθῶς τὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχον γνωστὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ἐπικαλοῦμαι αὐτὰ τὰ προγράμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ἦσαν γνωστὰ οὐχὶ πραγματικῶς ὁποῖα ἦσαν, ἀλλὰ πολὺ ἐξωγκωμένα· ἦσαν γνωστά, οὐχὶ ἐκ τῶν προγραμμάτων μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν διαφόρων ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέβαλε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ γνωσθῇ ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ εἰς ἐπιβολὴν βαρυτάτων φόρων, τοὺς ὁποίους ἔπλαττον οὗτοι κατὰ τὴν φαντασίαν αὑτῶν, μὴ ὀκνοῦντες ν’ ἀναβιβασθῶσι καὶ μέχρι τοῦ γελοίου. Βεβαίως, κύριοι, ἀνέγνωσα εἰς τὴν Ἱστορίαν τὴν ἱεράν, ὅτι ὁ Θεὸς ἔῤῥιψέ ποτε μάνα ἵνα θρέψῃ τὰ πλάσματά του, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἔτυχε ν’ ἀναγνώσω οὐδ’ εἰς τὴν ἱερὰν, οὐδ’ εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου, ὅτι ὁ Θεὸς ἔῤῥιψεν ἐξ οὐρανοῦ χρυσὸν διὰ νὰ καλύψωσι διὰ τούτου τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν τὰ Κράτη, ἅτινα ἐλλείμματα μᾶς ὁδηγοῦσιν εἰς τὸ βάραθρον τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Ἐνῷ δὲ παρῆλθον 1887 ἔτη ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀνεῦρον ἐν τῷ προγράμματι τῶν ὑποψηφίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ Νομοῦ Ἀττικοβοιωτίας τὴν προφητικὴν ῥῆσιν, ὅτι διά τινος τοιαύτης μεθόδου ἔδει νὰ καλυφθῶσιν τὰ ἐλλείμματα ἄνευ φόρων, ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ πτωχεύσεως!! Τοῦτο θέλομεν ἡμεῖς. Νὰ τηρηθῇ ἀλώβητος ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις· ἐὰν τοῦτο θέλομεν ὡς Ἕλληνες, ἐὰν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἐν τούτῳ κεῖται τὸ μέλλον ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας δυναμένας νὰ μᾶς ἀποδώσωσιν ὅ,τι διὰ τὸ Ἔθνος δύναται νὰ θεωρηθῇ τιμαλφὲς, τὴν πίστιν αὐτοῦ, ἥτις κλονίζεται. Ἐὰν, κύριοι, ἀναλογισθῆτε τὴν θέσιν ἡμῶν καλῶς, θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει ἐν τοιούτῳ ζητήματι, ἐξόχως τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους ἡμῶν ὁρῶντι, νὰ συζητῶμεν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς πολιτικῆς ἀντιδράσεως, τῆς πολιτικῆς ἀντιζηλίας. Καιρὸς εἶναι πλέον νὰ συνετισθῶμεν πάντες· ἡ στιγμὴ εἶναι κρίσιμος. Ἡ Ἑλλὰς ἀνάγκην ἔχει ἔργων ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνακύψῃ. Ἄς πρυτανεύσῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἡ φρόνησις καὶ ἂς μᾶς ὁδηγήσῃ αὕτη νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἐπικείμενον ὄλεθρον καὶ νὰ κατορθώσωμεν νὰ τηρηθῇ ἀλώβητος ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν περιέλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ἐὰν περιήλθομεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη θυσιῶν, ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν καὶ εἰς τὰς θυσίας ταύτας, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ καταστρέψωμεν ὅ,τι ἄλλοι διὰ θυσιῶν καὶ αἱμάτων μᾶς παρέδωκαν ὡς ἱερὰν κληροδοσίαν. Λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν ἀνήκομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ὅτι ἐκπροσωποῦντες τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑμῖν νὰ ἐξευτελίσωμεν αὐτὸ ἄχρι τοῦ σημείου τῆς χρεωκοπίας; Ἂς ἐργασθῶμεν λοιπὸν πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ δεινοῦ τούτου, καὶ κατὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἂς μὴ χωρίζῃ ἡμᾶς ἄλλο ἢ ἡ ἅμιλλα περὶ τοῦ τίς θὰ ἐξεύρῃ τὰ καταλληλότερα μέσα πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπαπειλεῖ.
§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν θέλει.
§121ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπὸ τοιαύτας σκέψεις ἡ Ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Λέγει δὲ ἐν αὐτῇ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκτιμῶσι δεόντως τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι θέλουσι καταδείξει διὰ τῆς ψήφου των, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἀλώβητος ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος καὶ νὰ περιφρουρηθῇ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν γόητρον, εἰς ὃ ὁ Ἑλληνισμὸς στηρίζει τὰς τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ ἐλπίδας.
§122ΤΙΝΕΣ. Πρὸς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει διαφωνία, περὶ τοῦ τρόπου διαφωνοῦμεν.
§123ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει διαφωνία, δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ ὁ προλαλήσας τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν. Μία εἶναι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ἡ διαφορά· ἡμεῖς ἐξετέθημεν ὡς ὑποψήφιοι ὡρισμένης πολιτικῆς, ὡρισμένου προγράμματος, σεῖς δὲ ἐξετέθητε ὑποψήφιοι ἄνευ ὡρισμένης πολιτικῆς, ἄνευ ὡρισμένου προγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ τῶν 46 ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως 46 ἀκούομεν ἀναπτυσσόμενα πολιτικὰ προγράμματα, συγκρουόμενα πρὸς ἄλληλα.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐτόλμησεν οὐδεὶς συμπολιτευόμενος νὰ ἐκδώσῃ πρόγραμμα.
§125ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, θλιβόμεθα ἐκ βάθους ψυχῆς, διότι οὕτω πως ὑπάρχουσα ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος. Ὅταν δὲ ὁμιλῆτε περὶ προγραμμάτων, πρέπει πρότερον νὰ φροντίσητε νὰ παραστήσητε ἐνώπιον τοῦ κόσμου μὴ χωλαῖνον τὸ Πολίτευμα. Σεῖς ὅμως οἱ ἀποτελοῦντες τὸν ἕτερον πόδα κλονίζεσθε, κλονιζόμενοι δὲ καὶ καθιστῶντες ὑποσκάζοντας ἡμᾶς, ἀνεμένετε νὰ σᾶς ἐμπιστευθῇ τὸ Ἔθνος τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Πάντα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ἐνδεικνύουσι μίαν ἰδέαν, ὅτι πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἕνα ἅγιον σκοπὸν ἀποβλέποντες, ἀφίνοντες κατὰ μέρος, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὰς πολιτικὰς διαιρέσεις καὶ τὰς πολιτικὰς ἀντιζηλείας, νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως ἐξεύρωμεν τὰ μέσα καὶ σώσωμεν τὸν δυστυχῆ αὐτὸν τόπον, διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ὁποίου, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, φέρομεν καὶ ἡμεῖς μέγα μέρος τῆς εὐθύνης.
§126Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κύριοι, καὶ χθὲς, ὅτι τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον θεωρῶ ὡς μίαν τῶν σπουδαιοτέρων καὶ σοβαρωτέρων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἀντικειμένου, ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀμφότερα τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ὁ Βασιλικὸς λόγος ἄρχεται ἐγκωμιάζων τὸ ἐγκαινιασθὲν νέον σύστημα περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ ἀποδίδει εἰς αὐτὸ ὡς καὶ εἰς τὸ ἐξαίρετον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, τὴν συγκρότησιν τῆς παρούσης Βουλῆς, παρὰ τῆς ὁποίας ἀπεκδέχεται τὰ βέλτιστα τῇ πατρίδι. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα, ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ τι εἰς τὸ σχέδιόν της· τοῦτο δὲ θεωρῶ ὡς λίαν κακὸν οἰωνὸν διὰ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀκούω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ψηφισάντων ἄλλοτε αὐτὸ εἶναι μεταμελημένοι, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δύνανται νὰ τοὺς μεταβάλωσι. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς περιωρίσθη μόνον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐξαίρετον τῶν ἐκλογῶν, σημειοῦσα ἁπλῶς, ὅτι καλῶς διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαί. Τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα, διαφέρει τοῦ τῆς πλειονοψηφίας, διότι κατακρίνει τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα, κατακρίνει δὲ καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαί· καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάκρισιν τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος, νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεφάσισε νὰ τηρήσῃ σιγὴν, καλὸν θὰ ἦτον, ἐὰν ἔπραττε τὸ αὐτὸ καὶ ἡ μειονοψηφία, διότι φρονῶ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει ὑποβληθῆ πρότασις εἴτε παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴτε παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως περὶ καταργήσεως τοῦ συστήματος τούτου καὶ τότε ἕκαστος θέλει λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του. Διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν θέλω ψηφίσει τὴν περὶ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος παράγραφον, θεωρῶν αὐτὴν περιττήν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀμεροληψίας. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ σᾶς ἀποσχολήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ τοσαῦτα ἐῤῥέθησαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ ὅταν ἤρχισεν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν. Μετὰ τοῦτο ὁ Βασιλικὸς λόγος ποιεῖται μνείαν τῶν ἑορτῶν, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δεκαοκταετοῦς ἡλικίας τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Βασιλέως διὰ τὰ ἐπιδειχθέντα ἐπὶ τῷ συμβάντι τούτῳ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους αἰσθήματα. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ πανηγυρίσῃ τὸ μέγα τοῦτο συμβεβηκὸς, ἦτον ὅλος ἀκατάλληλος καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὄχι μόνον νὰ ὑποπτεύσωσί τινες, ὅτι ἀπέβλεπε καὶ εἰς ἄλλους σκοποὺς, οὓς ὑπαινίσσεται τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ ἐγένετο καὶ παραίτιος, ὅπως μὴ ἑορτασθῇ μὲ τὴν λαμπρότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελε πανηγυρισθῆ εἰς ἄλλην ἐποχήν. Εἶναι δὲ τόσον ἀξιοκατάκριτος ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ χρόνου, καθ’ ὅσον ἡ πρώτη Δεκεμβρίου δὲν συνέπιπτε μὲ τὴν ἐπέτειον τῆς γεννήσεως τοῦ Διαδόχου, γεννηθέντος κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1868, συμπληρώσαντος δὲ τὴν τῶν 18 ἐτῶν ἡλικίαν κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον, ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ τελέσῃ τὴν ἑορτήν. Καὶ καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐδικαιολογήθη τότε ἡ ἀναβολὴ, οὐ μόνον διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως ψηφίσῃ διάφορα μέτρα, ἅτινα ἤθελον καταστήσῃ λαμπροτέραν τὴν ἑορτήν. Ἐν τούτοις ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς, συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ ἑορτάσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Τὸ ἐνεθυμήθη δὲ, ὅτε διέλυσε τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ ἐπέκειντο αἱ νέαι ἐκλογαὶ, τότε δὲ ἀπένειμε σωρείας χαρίτων καὶ σωρείας παρασήμων, ὑπερβᾶσα ὡς πρὸς τοῦτο σκανδαλωδῶς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἐν τῷ περὶ τῶν παρασήμων νόμῳ κανονιζομένους. Διὰ τοῦτο, κύριοι, συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θέλω ἐξετάσει τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ σχεδίου της. Ὑπάρχει ἐν τούτοις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον παράγραφος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤθελον παρακαλέσει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω, εἶναι δ’ ἐκείνη, ἡ ὁποία διαλαμβάνει, ὅτι ἡ ἐπιδειχθεῖσα πρὸς τὴν Βασιλείαν πεποίθησις καὶ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει ἔννοιαν καὶ ἐπάγεται ὑποχρεώσεις κτλ. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου τὰ φρονήματα ἀντιπροσωπεύει ὁ Βασιλικὸς λόγος, ποία εἶναι ἡ ἐξαιρετικὴ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει τοῦτο εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν παρὰ τοῦ λαοῦ ἀγάπην, ἐπὶ τῆς τελέσεως τῶν ἑορτῶν τοῦ Διαδόχου, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ ἀγάπη, ἡ ἀφοσίωσις καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπῆρξαν πάντοτε ἀπεριόριστος πρὸς τὴν Βασιλείαν. Δὲν ἐννοῶ δὲ ὁποίαν ἰδιαιτέραν ἔννοιαν περὶ τούτου δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὰ ἐπιδειχθέντα κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἑορτῶν αἰσθήματα, οὐδὲ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἀποικιῶν διὰ νὰ πεισθῇ εἴτε ὁ Βασιλεὺς εἴτε ἄλλος τις, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ πρὸς αὐτὸν εἶναι ἀπαραμείωτος καὶ ἀδιασάλευτος. Ἐνῷ δὲ δὲν καταλαμβάνω ποία ἐξαιρετικὴ ἔννοια ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην, πολὺ περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἀπὸ τῆς ἐκδηλώσεως ταύτης καὶ τῶν ὁποίων τὸ βάρος ἀναλαμβάνει ὁ Βασιλεὺς ἀπαραμείωτον. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὰς ἡνίας, ἀνεγνώρισε καὶ ἐξετίμησε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας ἐκπληροῖ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Ἐπιθυμῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἂν εἶναι δυνατὸν, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξηγήσῃ τὴν παράγραφον ταύτην, καθ’ ὅσον δὲν εὑρίσκω οὔτε εἰς τὸ σχέδιον τῆς πλειοψηφίας οὔτε εἰς τὸ τῆς μειοψηφίας οὐδεμίαν περὶ τούτου ἐξήγησιν. Μετὰ τοῦτο ὁ Βασιλικὸς λόγος ἀναφέρει, ὅτι αἱ ἐξωτερικαὶ σχέσεις ἡμῶν εἶναι ὁμαλαί, ἡ δὲ ἀπάντησις τῆς πλειοψηφίας ἀποκρίνεται στενῶς εἰς τοῦτο, ἐκφράζουσα ἁπλῶς τὴν εὐχαρίστησιν τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ σχέδιον τῆς μειοψηφίας περιλαμβάνει λέξεις τινάς, δι’ ὧν θέλει νὰ ἐξηγήσει πόθεν προῆλθεν ἡ προϋπάρχουσα ἀνωμαλία τῶν σχέσεων. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ σημειοῦται πόθεν προέκυψαν αἱ ἀνωμαλίαι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω ψηφίσει τὴν παράγραφον ταύτην, ὡς εἶναι συντεταγμένη ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν, ἀλλὰ θέλω ψηφίσει τὸ σχέδιον τῆς πλειοψηφίας. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, ὁ Βασιλικὸς λόγος ἐνδιατρίβει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ· ἔχομεν πάντες καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως αὐτῶν, διότι ἄνευ καλῶν οἰκονομικῶν οὐ μόνον ἡ τιμὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἔθνους ἐνδέχεται νὰ κινδυνεύσῃ· προκαλοῦμεν δὲ τὰ μειδιάματα καὶ τὴν εἰρωνίαν τῶν ἄλλων, ὁσάκις λέγομεν, ὅτι ἄνευ καλῶν οἰκονομικῶν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἔργα γενναῖα καὶ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν προορισμόν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τὸν Βασιλικὸν λόγον; Γνωρίζετε ὅτι, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἔθνους δὲν εὑρίσκωνται εἰς καλὴν κατάστασιν, κατὰ δύο τρόπους ἐπιζητεῖται ἡ θεραπεία, εἴτε διὰ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν, τουτέστι διὰ τῶν οἰκονομιῶν, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσοδημάτων, τουτέστι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας. Ἡ Κυβέρνησις προτιμᾷ τὸν δεύτερον τρόπον, τοῦτο δὲ προκύπτει ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὗτος στηρίζεται. Δὲν ἀρκεῖται, ὡς βλέπετε, εἰς τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, τοὺς ὁποίους πολλοὶ εὑρίσκουσιν ὑπερόγκους καὶ κατακρίνουσιν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ πολλοὺς ἄλλους. Αὐξάνει κατὰ 20% τοὺς ἐγγείους φόρους, ὡς καὶ τοὺς φόρους τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπιβαρύνει ἐπιτηδεύματά τινα, μεταβάλλει τὸ δασμολόγιον καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης αὐξάνει τὸν δασμὸν πολλῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης· μὴ ἀρκουμένη δὲ καὶ εἰς τοῦτο, ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον νὰ πληρώσῃ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰς χρυσὸν, ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ ὑποτίμησιν 15%. Ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων εἶναι πρᾶγμα λίαν εὐχάριστον εἰς τοὺς κυβερνῶντας, διότι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περικόψωσιν οὐδεμίαν τῶν δαπανῶν· ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ αὔξησις φορολογίας τότε μόνον φέρει ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, ὅταν ἡ φορολογία δὲν ᾖναι ἀνωτέρα τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μᾶς καθησυχάσῃ, ἔβαλεν εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως τὴν φράσιν, ὅτι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἢ πρόκειται νὰ ζητήσῃ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Εἰς τὴν ἐπίσημον δὲ ταύτην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· διότι, ἐὰν ᾖναι πεπλανημένη ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι αἱ ζητούμεναι θυσίαι δὲν εἶναι ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἡ πλάνη αὕτη θέλει μᾶς φέρει εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ὅταν ἡ φορολογία ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις του τόπου, συμβαίνει ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ οἱ φόροι εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσι τὴν κατάχρησιν καὶ τὰ λαθρεμπόρια, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζει, ἢ οἱ φόροι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε δὲν χωρεῖ εἰς αὐτοὺς οὐδεμία κατάχρησις, καὶ τότε μὲν δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ζητούμενα ποσὰ ἀλλ’ ἐξαντλοῦνται αἱ παραγωγικαὶ τοῦ Ἔθνους δυνάμεις, καὶ ἑπομένως μετὰ τὸ πρῶτον ἢ δεύτερον ἔτος ἐπέρχεται ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων, οὕτω δὲ τὸ Κράτος θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν δύσκολον θέσιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αἱ ζητούμεναι θυσίαι εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους ἢ ὑπερβαίνουσιν αὐτάς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄρτης, ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἰσχυρίσθη, ὅτι ζητοῦνται φόροι ὑπερβαίνοντες τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους· ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τὴν φορολογικὴν ἱστορίαν τῶν 5 προηγουμένων ἐτῶν, καὶ παρέστησε πρὸς ἡμᾶς ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα δὲν ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα τῶν 60 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἑπομένως δὲν θεωρεῖ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ ἐνεστὼς τὰ 97 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε διὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οἱ ζητούμενοι φόροι δὲν εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ἡ μᾶλλον ἀσφαλής. Ἐὰν εἰσπράττωμεν σήμερον ὀλίγα, δυνάμεθα αὔριον δι’ αὐξήσεως τῆς φορολογίας νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἡ αὔξησις γίνῃ εἰς φόρους ἐξ ἐκείνων, εἰς οὓς δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ κατάχρησις, ἐὰν π. χ. διπλασιασθῇ ἢ πενταπλασιασθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, θὰ ἔχωμεν ἀνώτερον εἰσόδημα· ἐὰν διπλασιάσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, θὰ ἔχετε βεβαίως ἀνώτερον εἰσόδημα, ὁμοίως καὶ ἂν ἐπιβάλλετε φόρον κατὰ κεφαλὴν, ὅπως ἐγίνετο ἐπὶ τουρκοκρατίας· τὸ αὐτὸ θέλει συμβῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων φόρων, ὧν ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι ἀσφαλὴς, ἐὰν λάβητε ἐπὶ τούτων τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ παύσωσιν αἱ καταχρήσεις. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα δὲν ἕπεται ἐκ τούτου καὶ ὅτι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ βάρος τῶν προτεινομένων φόρων, ὑπάρχει ἄλλη μέθοδος, μέθοδος, ἣν γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καθ’ ὅσον τῆς μεθόδου ταύτης ἔκαμε χρῆσιν ὁ ἴδιος ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, προσπαθήσας νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι οἱ τότε ζητούμενοι φόροι δὲν ὑπερέβησαν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου (ἱλαρότης)· καὶ δὲν λέγω τοῦτο ἵνα μεμφθῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἄρτης· ἀπεναντίας, ὠφελούμενος ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἔρχομαι νὰ ἐπαινέσω τὸν κ. Καραπᾶνον, διότι, ἂν καὶ εἶχε τότε τοιαύτας ἰδίας, ὀλίγος χρόνος τῷ ἤρκεσεν ἵνα μελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ πεισθῇ περὶ τοῦ ἐναντίου.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνέταξα τὴν ἔκθεσιν ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Εἶχον τὴν ἰδέαν τότε, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους δύνανται νὰ δώσωσι τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἀπῄτει ὁ Προϋπολογισμός· ἤμην δὲ τότε δικαιολογημένος νὰ ἔχω τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅπως εἶμαι καὶ σήμερον ἔχων τὴν ἐναντίαν, διότι τότε εἶχον ἐνώπιόν μου τὰ ἀποτελέσματα οἰκονομικῆς χρήσεως τοῦ 1882, ἅτινα ἦσαν λίαν ἐνθαῤῥυντικά. Ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 61 ἑκατομμυρίων, εἶχον βεβαιωθῆ 64 καὶ εἰσεπράχθησαν περὶ τὰ 59· εἶχον προσέτι ἐνώπιόν μου ἀνθηρὰν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε. Ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις ἦσαν εὐτυχεῖς, καὶ ὁ τόπος ἐθεωρεῖτο ὅτι εἶχε πλοῦτον θετικὸν καὶ πραγματικόν. Ἔχων τοιαῦτα διδόμενα ἐνώπιον ἐμοῦ, ἐδικαιούμην νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 30 καὶ 33 δραχμὰς κατ’ ἄτομον. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν γνωστὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἱστορίαν τὴν οἰκονομικὴν τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν, καθ’ ἃ ὁ τόπος μὲ ὅλας τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων, μόλις ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 60 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Εἰμὶ δὲ γνώμης, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἰδίως δὲ ὁ πολιτευόμενος καὶ ἔχων τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, δὲν εἶναι μουσικὴ μηχανὴ ὀφείλουσα νὰ ψάλλῃ πάντοτε τὸ ἴδιον ᾆσμα, ἀλλὰ λογικὸν ὄν, καὶ ὀφείλει νὰ ὁδηγῆται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν πεποιθήσεών του.
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Καραπᾶνον δι’ ὅσα εἶπεν· ἠθέλησα μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μᾶλλον ἀσφαλὴς μέθοδος, δι’ ἧς ἠμποροῦμεν νὰ πιστοποιήσωμεν ἂν οἱ ζητούμενοι φόροι εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, εἶναι ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν τότε ἠκολούθησε καὶ τὴν ὁποίαν σήμερον θὰ ἀκολουθήσω διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ δυνάμεις τοῦ τόπου εἶναι κατώτεραι τῶν ζητουμένων φόρων. Θέλω μάλιστα μεταχειρισθῆ πολλοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Καραπάνου, ὁ ὁποῖος καταγίνεται πολὺ εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἐῤῥέθη, κύριοι, παρὰ πολλῶν καὶ ἐγράφη, ὅτι ὁ Ἕλλην πληρόνει ὀλιγώτερον κατὰ κεφαλὴν ἀπὸ ὅσα πληρόνει καὶ ὁ κάτοικος τοῦ μικροτέρου εὐρωπαϊκοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι εἰς μίαν περίστασιν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Βελγίου εἶναι οἱ πληρώνοντες κατὰ κεφαλὴν τοὺς μικροτέρους φόρους καὶ μόλα ταῦτα οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀναλογιζόμενοι κατὰ κεφαλὴν, δίδουν πηλίκον μικρότερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πληρόνει ὁ Βέλγος. Ἄς μοι συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ Βέλγοι πληρώνουσι περισσότερα ἀπὸ ἡμᾶς, οὔτε ὅτι οἱ Βέλγοι εἶναι οἱ ἧττον φορολογούμενοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κατοίκους τῆς Εὐρώπης. Ἂν ἀνοίξετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Βελγίου, τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ εὕρητε συνοπτικῶς εἴς τινα οἰκονομικὴν ἐπετηρίδα, θέλετε ἴδει ὅτι οἱ πληρωνόμενοι φόροι ἐν Βελγίῳ ἀναλογοῦσι κατὰ κεφαλὴν πρὸς 29 δραχμάς, ἐνῷ ἐν Βαυαρίᾳ εἰς ἕκαστον ἄτομον ἀναλογοῦν 22 δραχμαί, εἰς δὲ τὴν Ρωμανίαν μόνον 14. Πόσοι δὲ εἶναι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀναλογοῦν κατ’ ἄτομον εἰς τὴν Ἑλλάδα; Οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ζητεῖ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ἀναβαίνουν εἰς 75 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ ἐκτιμήσητε τὸ πραγματικὸν βάρος αὐτῶν, θέλετε τὸ εὕρει πολὺ περισσότερον, διότι πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ βάρους φόρου τινὸς, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίζεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται μὲν ἀπὸ τὰ βαλάντια τῶν φορολογουμένων, ὑποκλέπτουν ὅμως αἱ καταχρήσεις καὶ τὰ λαθρεμπόρια. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι οἱ φορολογικοί μας νόμοι εἶναι τοιοῦτοι, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία μας ἐνεργεῖται μὲ τοιαύτην τελειότητα, ὥστε δὲν γίνονται καταχρήσεις καὶ λαθρεμπόρια. Ἂν ἤθελεν ὑπολογίσῃ τις ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσπράττηται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἤθελε τὸ εὕρει πολὺ ἀνώτερον τῶν 75 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἄν περιορισθῶμεν εἰς τὰ 75 ἑκατομμύρια, βλέπετε, ὅτι ἀναλογοῦν 38 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον ἄτομον, ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸν Βέλγον, Βαυαρόν, Δανὸν, Ρωμοῦνον καὶ πολλοὺς ἄλλους λαούς. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, διότι, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ βάρος τῆς φορολογίας, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν ὁποῖον ποσὸν πίπτει εἰς ἕκαστον ἄτομον, ἀλλὰ ποίαν ἀναλογίαν ἔχει ἡ φορολογία πρὸς τὸ εἰσόδημα τοῦ τόπου. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ εἰσόδημα τῆς χώρας ἡμῶν; Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄρτης τὸ ὑπελόγισεν εἰς 350 δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν, 350 δὲ δραχμαὶ κατὰ κεφαλὴν ἀναλογοῦσι 1750 δραχμὰς κατὰ οἰκογένειαν. Ἀφίνω ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας, νὰ κρίνετε ἄν δύνασθε νὰ δεχθῆτε ὡς βέβαιον, ὅτι ἑκάστη Ἑλληνικὴ οἰκογένεια δύναται νὰ ἔχῃ εἰσόδημα 1750 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν θεωρήσητε τοῦτο ὡς βέβαιον καὶ ἀναλογίσητε τὸ ποσὸν τῶν 175 ἑκατομμυρίων, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ φορολογία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀναβαίνει εἰς 10 ἢ 11% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου σχετικῶς πρὸς τὸ εἰσόδημα εἰς ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀναφέρουν συνήθως ὡς παράδειγμα λαῶν μᾶλλον φορολογουμένων. Καὶ πρῶτον εἰς τὴν Ἰταλίαν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Καραπάνου, τὸ εἰσόδημα ἀναλογεῖ εἰς 700 δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἄτομον· ἐὰν πολλαπλασιάσητε τὰς 700 δραχμὰς μὲ τὰ 30 περίπου ἑκατομμύρια τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἰταλίας, εὑρίσκετε ὁλικὸν εἰσόδημα 21 δὶς ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν οἱ κυρίως φόροι ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι μόνον 1,146,000,000, ὁ φόρος ἀναλογεῖ πρὸς 5% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀνοίξατε οἱανδήποτε στατιστικὴν θέλετε καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἰταλίας εἶναι τόσος. Ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εἰσόδημα εἶναι 350 εἰς ἕκαστον ἄτομον, βεβαίως πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι εἰς ἕκαστον Ἰταλὸν πρέπει νὰ ὑπολογίσητε 700.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ Ἰταλοὶ εἶναι τόσον πτωχὸς λαὸς, ὥστε ἐκπατρίζονται.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ Γερμανοὶ ἐκπατρίζονται καὶ ἄλλοι λαοὶ ἐκπατρίζονται.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἕλλην ὅμως δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐκπατρισθῇ. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως ἔχομεν ἐκπατρισθέντας Ἰταλοὺς ἕνεκα τῆς πενίας, ὡς ἐν τῷ Ἰσθμῷ.
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ὅμως τοῦ κ. Καραπάνου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχεσθε τότε, διαλαμβάνει, ὅτι ἑκάστου Ἰταλοῦ τὸ εἰσόδημα ἀναβαίνει εἰς 700 δραχμάς.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συζητεῖτε βεβαίως μὲ τὸν κ. Καραπάνον, ὄχι πρὸς ἐμὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Καραπάνου.
§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις τότε τὰς ἀπεδέχεσθε. Λοιπὸν, ἂν καὶ ἡ Ἰταλία θεωρεῖται ἓν ἀπὸ τὰ μᾶλλον ἐπιβεβαρημένα ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν Κράτη, οἱ φόροι δὲν ὑπερβαίνουν τὰ 5% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐδῶ δὲ ζητεῖτε 11%, καὶ λέγετε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὑπερβαίνει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε καλῶς, ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ τόπος οὗτος νὰ ὑποστῇ τὴν φορολογίαν ταύτην. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύο θέλει ἐπακολουθήσῃ: ἢ δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξετε τοὺς φόρους τούτους, ἂν οἱ νόμοι σας εἶναι τοιοῦτοι καὶ οἱ φόροι εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ λαμβάνουν χώραν καταχρήσεις καὶ λαθρεμπόρια, ἢ ἂν τοὺς εἰσπράξητε ἡ εἴσπραξις αὕτη δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ διὰ πολὺν καιρὸν, καὶ ἑπομένως τὸ ναυάγιον εἶναι ἄφευκτον. Διὰ τοῦτο, κύριοι, χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ διατηρηθῇ ἀλώβητος ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ φροντίσῃ, ὥστε τοῦτο νὰ ἐπιτευχθῇ, οὐχὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ διὰ τῆς περικοπῆς τῶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει πρὶν ἐπιβάλωμεν νέους φόρους νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τακτοποιήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας, σκεπτόμενοι διὰ ποίων μέσων θὰ ἀποφύγωμεν τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν, καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν ἓν ἀνώτερον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δύναται νὰ φθάσῃ τὰ 70 ἢ 75 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ περὶ τούτων τῶν λεπτομερειῶν δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ γίνῃ λόγος· ἠθέλησα μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὸ ἀντικείμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Βασιλικὸς λόγος, ἠθέλησα δηλαδὴ νὰ ἐξετάσω ἂν αἱ ζητούμεναι θυσίαι εἶναι ὑπέρτεραι ἢ ὄχι τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ νομίζω, ὅτι καλῶς ποιοῦσα ἡ μειοψηφία ἀπέφυγε νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα, μὴ ἀποκρινομένη ὡς ἀποκρίνεται ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία φαίνεται ἑτοίμη νὰ ψηφίσῃ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τὸ ὁποῖον ἐξελήφθη ὅτι περιέχει ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, συμφωνῶ μὲ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρώτην δὲ φορὰν εἰς Βασιλικὸν λόγον γίνεται μνεία τοιούτου ἀντικειμένου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μνεία τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐσκανδάλισε πολλοὺς καὶ τοὺς ἔκαμε νὰ ὑπονοήσωσι μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ διὰ τῆς φράσεως, ὅτι οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν καὶ ἐπέτυχον ὡς ὑπουργικοὶ, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ψηφίσωσι πάντα τὰ νομοσχέδια, ὅσα ἦσαν γνωστὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς καθ’ ὃν καιρὸν ἐγίνοντο αἱ ἐκλογαί. Ἀλλὰ ἐνόσῳ τὸ πρᾶγμα περιωρίζετο εἰς μόνον τὸν Βασιλικὸν λόγον, δὲν ἔκαμνε τόσον μεγάλην ἐντύπωσιν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ὅτι βουλευταί τινες, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν μέρος ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς ἐλευθέρους νὰ ταχθῶσι συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις των καὶ τὰ φρονήματά των εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διαφέρει ὅμως τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἡ φράσις αὕτη ἐπαναληφθῇ καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀπάντησιν. Ἂν ἡ Βουλὴ ὁμολογήσῃ ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸν λαὸν, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁμολογεῖ ἀπὸ τοῦδε ἡ πλειοψηφία ὅτι εἶναι δεσμευμένη, καὶ δὲν ἔχει καθόλου τὴν ἐλευθερίαν νὰ φέρῃ εἰς αὐτὰ τροποποίησίν τινα, νομίζω δὲ ὅτι οὔτε ὀρθὸν εἶναι τοῦτο, ὅταν οὐδεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειοψηφίαν, δύναται νὰ προεξοφλήσῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν ψῆφόν του. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἂν καὶ ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς πλειοψηφίας ἐξηλείφετο ἐντελῶς ἡ φράσις αὕτη, διότι φοβοῦμαι μήπως θεωρηθῇ ὡς ὁμολογία τῆς πλειοψηφίας, ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὴν ὑπόχρεων διὰ νὰ ψηφίσῃ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν γνωστὰ ὅταν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί.— Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ ὑποβληθέντα σχέδια ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὀφείλω δὲ ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι δὲν εἶδα εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον περικοπήν τινα δίδουσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος ἐπαγγελίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἀνορθωθῆ καὶ τακτοποιηθῆ ἡ ἐν γένει ὑπηρεσία τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλει σταθῆ δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ἡ ἐπάρατος συναλλαγή, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Δὲν εἶναι, κύριοι, μυστήριον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ διοίκησις καθ’ ὅλους αὐτῆς τοὺς κλάδους εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ παραλυσίᾳ. Καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ μεμφθῶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν· ἡ κατάστασις αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ μακροῦ. Τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν προβαίνομεν εἰς τὸ χειρότερον. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἄλλοτε οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς ηὐχαριστοῦντο νὰ λαμβάνωσι θέσεις τινὰς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, σήμερον ὅμως δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τοῦτο· θέλουν νὰ ἀποῤῥοφήσουν ὅλην τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀποβλέψατε τί γίνεται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων· εἰς αὐτὰ εἰσέρχονται ἀκωλύτως μόνον οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας καὶ δίδουν ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν· οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα δὲν δύνανται οὔτε κἄν ἐλευθέρως νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ γραφεῖα, ἀρκεῖ δὲ οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἐννοήσουν ὅτι οἱ προσερχόμενοι δὲν εἶναι ὀπαδοὶ τοῦ ἰσχύοντος, διὰ νὰ διαστρέψωσι τὴν ὑπόθεσιν αὐτῶν. Τὰ ταμεῖα καὶ οἱ εἰσπράκτορες ἐνεργοῦν λίαν μεροληπτικῶς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο προέρχονται αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις, ματαίως δὲ ἤλπισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θέλει φέρει ἀποτέλεσμα διὰ τοῦ δρακοντείου νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, καὶ ἄδικον ἔχει νὰ φρονῇ, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης εἰς αὐτὸν τροποποιήσεως ἐπῆλθον δυσάρεστα ἀποτελέσματα· διότι αἱ μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν εἰς αὐτὸν, ἦσαν λίαν ἐπουσιώδεις καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ παραβλάψωσι τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἂν δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα, τοῦτο προέρχεται διότι μόνον πρὸς πίεσιν ἐχρησίμευσε καὶ οὐχὶ πρὸς εἴσπραξιν ἐσόδων. Δυστυχῶς ἡ μεροληψία εἰσέδυσε καὶ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀφίνω τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι παύονται ὡς ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν ἀνεπηρεάστως τὸ καθῆκόν των, διότι ἐπικρέμεται ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἀπειλὴ τῆς μεταθέσεως καὶ ἡ ἀπειλὴ τῆς μὴ ἐγκαίρου προαγωγῆς αὐτῶν. Καὶ, κύριοι, ὅσον ἀνεξάρτητος καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὁ δικαστὴς, εἶναι ἄνθρωπος, καὶ συλλογισθῆτε, ἐὰν εἷς ἀρχηγὸς πολυμελοῦς οἰκογενείας δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅταν ἕνεκα τούτου ἀπειλῆται μὲ μετάθεσιν ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Τρίκαλλα καὶ ἀπὸ τὰ Τρικάλων εἰς Ἄμφισσαν. Ἡ κατάστασις λοιπὸν αὕτη νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ συντόνως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔπρεπε διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου νὰ δώσῃ θετικὰς καὶ ὡρισμένας διαβεβαιώσεις, ὅτι σκοπεῖ καὶ σκέπτεται νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν βλέπω τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπάρχουσι καί τινα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ὄχι μόνον νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους, ἀλλὰ νὰ δημιουργῇ καὶ καταργῇ Ἀρχάς. Τοιοῦτον εἶναι π. χ. τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ταμείων καὶ συστάσεως ὑποταμείων. Γνωρίζετε ὅτι τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους εἶναι συνεσταμένα διὰ νόμων ὀργανικῶν, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν τὴν τάξιν ἑκάστου, τὴν ἕδραν αὐτοῦ, τὸ προσωπικόν του καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι τινὰ τῶν ταμείων τούτων εἶναι περιττὰ, ἢ ὅτι πρέπει νὰ συστηθῶσιν ἄλλα, ἠδύνατο νὰ φέρῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ περιλαμβάνῃ τὰ καταργητέα ἢ τὰ δημιουργητέα· ἀντὶ τούτου ζητεῖ ἀπεριόριστον ἄδειαν νὰ συσταίνῃ καὶ καταργῇ ταμεῖα. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ἀνορθωθῇ ἡ διοίκησις πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ μέγα μέρος τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουν σήμερον οἱ ὑπουργοὶ, ὄχι δὲ καὶ νὰ δοθῇ καὶ περαιτέρω ἐξουσία εἰς αὐτούς. Φαντασθῆτε ἂν ἐπηρεάζῃ σήμερον ὁ ὑπουργὸς ἕνα βουλευτὴν μὲ τὸν διορισμὸν ἑνὸς ταμείου, τί γενήσεται ἐὰν ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ καταργῇ καὶ νὰ δημιουργῇ ταμεῖα, ὅταν λέγῃ εἰς τὸν βουλευτήν: ἐπειδὴ παύεις τοῦ νὰ ἦσαι φίλος μου, ἀφαιρῶ τὸ ταμεῖον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν σου, καὶ κάμνω τοὺς ἐντολεῖς σου νὰ πιστεύσουν, ὅτι ἐξ αἰτίας σου ἔπαθον αὐτὸ τὸ κακόν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνεται λόγος εἰς τὴν ἀπάντησιν περὶ τούτου. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι, ἐὰν εἰλικρινῶς ἐπιθυμῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως, θέλει μᾶς δώσει ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς πολλὰ τοιαῦτα νομοσχέδια.
§135ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ μέχρι τίνος ὥρας θὰ ἐργαζώμεθα, διότι αὐτὸν τὸν βίον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς μῆνας νὰ τὸν ἐξακολουθῶμεν.
§137Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πιστεύω ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον ποτὲ τὸν λόγον, ἂν δὲν παρετήρουν μίαν παράλειψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοσούτῳ μᾶλλον ἐπαισθητὴν καθ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτὸ τοῦ Βασιλέως, παράλειψιν ἐξηγήσεως ζητηθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Πρόκειται περὶ ἐκφράσεως ἐν τῷ Βασιλ. λόγῳ περὶ νέων ὑποχρεώσεων τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη οὐχὶ ἀδικαιολογήτως ὅτι εἶχε σπουδαίαν ἔννοιαν καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως. Καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω ἴσως περιορισθῆ εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων τοῦ Βασιλ. λόγου, τὰ ὁποῖα τῳόντι παρουσιάζουν τι τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ πρωτοφανές· διότι, κύριοι, μολονότι ὁ Βασιλ. λόγος καὶ ἡ ἀπάντησις θεωροῦνται κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον βεβαίως ὡς ἕν τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει οὐχὶ ἴσως ἀδικαιολογήτως τὸ ἔργον τοῦτο τελεῖται πολάκις μηχανικῶς, διότι αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς ὁ κοινοβουλευτικὸς ἄγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ὁ Βασιλ. λόγος θεωρεῖται ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι πρᾶξις τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς αὐτὸν εἶναι πρᾶξις τῆς πλειονοψηφίας ἐξ ἧς παράγεται τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει λοιπὸν δὲν βλέπει τις ἄλλο παρὰ διὰ γενικῶν γραμμῶν ἐκτεθειμένην τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκπλησσώμεθα διόλου, διὰ τὴν τυχὸν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ περαιωθῇ ὅσον τάχιον ἡ ἀπάντησις, διότι θέλει ἴσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα αὐτὸ τὸ ἔργον ὡς τυπικὸν, νὰ ἐγχειρίσῃ δηλ. ἀμέσως πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ἀπάντησιν ὡς ἐνεχείρισε καὶ τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἠδύνατο μόνον ὁ ἡγεμὼν νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπεθύμει νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν μία εὐκαιρία ὅπως ἀκούσῃ ὄχι τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ τὰς γνώμας τῶν ἀντιθέτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ «τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἤκουσα παρ’ ἐμοῦ αὐτοῦ προφερομένας ἐν τῷ Βασιλ. λόγῳ καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον τὴν ἀνάγκην νὰ τὰς ἀκούσω ἐπαναλαμβανομένας». Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἠδύνατο ἡ μειοψηφία νὰ ἀδιαφορῇ πρὸς τὰς ἐν τῷ Βασιλ. λόγῳ γενικὰς γραμμὰς, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ παρατρέξῃ καὶ σημεῖά τινα τοῦ Βασιλ. λόγου, τὰ ὁποῖα τωόντι εἶχόν τι τὸ ἐξαιρετικὸν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰ παρατρέξῃ ὄχι ἡ μειονοψηφία ἀλλὰ ἐν γένει ἡ Βουλή. Καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Συμπολιτεύσεως διότι ἐν τῇ Συμπολιτεύσει εὑρισκόμενος θὰ εἶχον ἔτι μᾶλλον δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐπιφέρω ἀντιρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι εἰς τὰ δικαιώματα πρὸ πάντων τῆς πλειονοψηφίας φαίνονται προσκρούουσαι ἐκφράσεις τινὲς καὶ τοῦ Βασιλ. λόγου καὶ τῆς ἀπαντήσεως. Καὶ μετ’ ἀπορίας εἶδον τοὺς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀποδεχομένους μετὰ χριστιανικῆς ἀγαθότητος τὰς ἐκφράσεις ἐκείνας καὶ ἀπαντῶντας μετ’ ἐνθουσιασμοῦ μάλιστα καὶ ὑπερακοντίζοντας τὰς ἰδέας τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἤκουσα, κύριοι, τοῦ ἐντίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὅστις ἀφοῦ, ὡς θρησκευτικὸν ἔργον ἐκτελῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἠγωνίσθη νὰ συμβουλεύῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ὁμόνοιαν, νὰ συμβουλεύῃ ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀγάπῃ περὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων μετὰ τῆς αὐτῆς χριστιανικῆς ἀγαθότητος καὶ ἔχων τὸν βρόχον εἰς τὸν λαιμὸν ἀποδέχεται ὅτι γινώσκων ὁ λαὸς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐψήφισεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς γνώσεως ταύτης, καὶ ἐψήφισεν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἀναθέτων εἰς αὐτοὺς ἐντολὴν ῥητὴν καὶ ἐπιτακτικὴν νὰ ψηφίσωσι τὰ φορολογικὰ ἐκεῖνα νομοσχέδια. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, εἴμεθα ἐνώπιον πλειονοψηφίας, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἔχουν εἰδικώτατον προορισμὸν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξελέχθησαν εἰμὴ διὰ τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ μόνην. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ θεωρήσῃ τις ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη περὶ τῆς γνώσεως τοῦ λαοῦ ἐῤῥίφθη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μνημονευθῇ ἀσκόπως ἓν ἱστορικὸν γεγονὸς, ὅτι ὁ λαὸς ἐγνώριζεν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ὅτε ἐψήφιζε. Δὲν θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει νὰ ὑποτεθῇ τὸ τοιοῦτον. Ἐγὼ ἀποδίδω τόσην ἀξίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ φρονῶ ὅτι ἑκάστη φράσις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου σπουδαίως καὶ μεμελετημένως ἐτέθη, καὶ ἠθέλομεν πράξει ἀδίκημα εἰς τὴν ἐμβρίθειαν καὶ νοημοσύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὑποθέτωμεν ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν εἴς τινας ἐκφράσεις κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Ἡμᾶς, κύριοι, ἠδύνατο νὰ μὴ μᾶς ἀνησυχῇ καὶ μὴ μᾶς ἐνδιαφέρῃ ἡ παράγραφος αὕτη, ἡμᾶς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν μειονοψηφίαν. Τί ἤθελε μᾶς μέλλει ἡμᾶς, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας ἤθελον μετ’ ἐνθουσιασμοῦ μάλιστα ἀπαντήσει ὅτι ἐξελέγησαν ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς καὶ μόνης τοιαύτης ἰδέας νὰ ψηφίσωσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε;
§138ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνώσατε καλῶς τὴν φράσιν.
§139ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως). «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, συνειδότες ὅτι πολλὰ τῶν προταθησομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων ὑπῆρχον γνωστὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτε ἐψήφιζον περὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ὡς ὑποβληθέντα ἢ ἀναγγελθέντα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἐκτιμῶσι δεόντως τὴν τοῦ λαοῦ ψῆφον» κλ.
§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί θὰ εἰπῇ αὐτό;
§141ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τινός· ἀληθῶς, ἐὰν τὸ «ἐκτιμῶσι δεόντως» σημαίνῃ ὅτι δὲν δίδουσι σημασίαν τινὰ εἰς τὴν σχετικὴν φράσιν τοῦ Βασιλ. λόγου ὅτι ἐγίνωσκεν ὁ λαὸς τὰ φορολογικὰ μέτρα ὅτε ἐψήφιζε περὶ αὐτῶν, τότε αὐτοὶ μὲν εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ἀφαιροῦσι οὕτω πᾶσαν σπουδαιότητα ἀπὸ τῶν ἐκφράσεων τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι ἐν τῷ ἀρχικῷ σχεδίῳ ὑπῆρχεν ἄλλη ἐντονωτέρα ἔκφρασις δεικνύουσα ὅτι ὁ βρόχος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἦτο κατ’ ἀρχὰς σκληρότερος, καὶ ἐπῆλθε συζήτησις καὶ τροποποίησις διὰ νὰ δύναται ἕκαστος νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ φράσις «ἐκτιμῶσι δεόντως» δύναται νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν ἀποδίδουσι καμίαν σημασίαν εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ λαοῦ περὶ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθέντων φόρων.
§142ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν σᾶς ἔδωκαν τὴν εἴδησιν ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐκτίμησις,» ὑπῆρχεν ἄλλη λέξις;
§143ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σᾶς ἀποκαλύπτωμεν ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλη λέξις· τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν προσώπων των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζομεν τὴν ἔννοιαν, διότι ὁ μὲν κύριος Μίλησης ἤλλαξε τρεῖς τέσσαρας γνώμας, πότε ἀντιπολιτευόμενος καὶ πότε συμπολιτευόμενος, ὁ δὲ κύριος Μπουφίδης χθὲς ἀκόμη κατέκρινε τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§145ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ δὲν ἔχω διόλου ἀνάγκην νὰ στηριχθῶ εἰς τὸ ἔδαφος αὐτὸ καὶ εἰς τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ὅτι ἐγένετο συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀφοῦ θέλουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ παραστήσωσιν ὅτι δὲν ἐγένετο συζήτησις καὶ τροποποίησις. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι καὶ εἰς τοῦτο ὅτι οἱ ἀπαντήσαντες εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἔδωκαν βεβαίως προσοχὴν καὶ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἀπήντησαν περιεσκεμμένως. Ἂς ἐξηγήσωσιν αὐτοὶ τί σημαίνει ἡ ἀπάντησίς των, ὅτι ἐκτιμῶσι δεόντως τὴν ἐκφραζομένην ἰδέαν. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θέλουσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐννοοῦσι νὰ ἀφαιρέσωσι πᾶσαν σημασίαν, θὰ εἴμεθα οὕτω συμφωνότατοι· διότι ἓν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ἢ ὅτι ἀποδίδεται σημασία τις ἢ ὅτι δὲν ἀποδίδεται καμμία σημασία. Ἐὰν δὲν ἀποδίδεται καμμία σημασία τῳόντι, τότε ἀπηντήσατε ὑμεῖς αὐτοὶ ἀνθ’ ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὁμιλῶ, κύριοι, ταύτην τὴν στιγμὴν ὡς βουλευτής, δὲν ὁμιλῶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα συνήθους Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπαναλαμβάνω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἦμαι μέλος τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, κύριοι, ὑπάρχει μία ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας τί ἐννοοῦσι διὰ τῆς ἐκφράσεως ἐκείνης; Δὲν ἐνδιαφέρει βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο ἡμᾶς πλειότερον ἢ αὐτοὺς, ἐνδιαφέρει ἴσως πολλῷ πλειότερον τὰ δικαιώματα τῶν τῆς πλειονοψηφίας συναδέλφων. Ἐὰν αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα μικρότερα ἡμῶν, δὲν ἔχομεν ἴσως συμφέρον νὰ πολεμήσωμεν τὴν ἰδέαν αὐτῶν. Θὰ λυπηθῶμεν ὅμως πάντοτε, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἀπέναντί μας ἀκεραίους ἀντιπροσώπους, θὰ ἔχωμεν βεβαίως πάντοτε συναδέλφους λίαν ἀξιοτίμους, ἀλλ’ ἀκεραίους καὶ ἐλευθέρους ἀντιπροσώπους δὲν θὰ ἔχωμεν. Ἡμεῖς, προσωπικῶς βεβαίως δὲν ἐπηρεαζόμεθα. Ταῦτα, κύριοι, παρατηρῶ· δὲν εἰσέρχομαι κἄν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, ἐὰν ἀληθῶς δύνανταί ποτε νὰ ἔχωσιν ἐντολὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐν ἀντιπροσωπευτικῷ πολιτεύματι ἢ ἐὰν ἐκ τοῦ ὅτι τυχὸν εἶχε γνῶσιν ὁ λαὸς τῶν προταθέντων μέτρων, ἕπεται, ὅτι καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἔστειλε τὴν πλειονοψηφίαν ὁ λαὸς, ὅπως ψηφίσῃ αὐτά. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδώσω σημασίαν εἰς τὴν περικοπὴν ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν ἄλλην περικοπὴν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τοσοῦτον δικαίως ἐζήτησεν ἐξηγήσεις. Αὐταὶ αἱ δύο περικοπαὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου περιέχουσιν ἐννοίας, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν δύνανται νὰ ἀφήσωσι ἀπαρατηρήτους. Τί ἐκφράζουσιν αὗται; Ἐκφράζουσιν, ὅτι ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἦλθεν εἰς ἄμεσον πλέον συνεννόησιν πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι ἐκ τῆς συνεννοήσεως ταύτης νέαι παράγονται ὑποχρεώσεις καὶ μεγάλα καλὰ προοιωνίζονται. Ἡ συνεννόησις εἶναι ἤδη ἄμεσος μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ λαοῦ· καὶ ἡ Βουλὴ ἤδη οὐσιωδῶς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Ταῦτα, κύριοι, νομίζετε, ὅτι δύνανται νὰ παρασταθῶσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι σημασίαν τινὰ, καὶ ὅτι ἁπλοῖ λόγοι ἁβροφροσύνης μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος ἀνταλλάσσονται; Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σᾶς σταματήσωμεν πρὸς στιγμήν. Ἐὰν θέλετε νὰ τὰς θεωρήσητε τὰς ἐκφράσεις τῆς ἀπαντήσεως ὡς κενὰς καὶ ἑώλους, θὰ εἴμεθα συμφωνότατοι νὰ τὰς παρίδωμεν ἀπὸ κοινοῦ. Ἐὰν θέλετε ὅμως νὰ δώσητε σημασίαν εἰς τὰς λέξεις καὶ τὰς ἐκφράσεις, προκειμένου περὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, δικαιούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ προκαλέσωμεν εἰλικρινεῖς ἐξηγήσεις· διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, πρόκειται περὶ τῶν θεσμῶν τοῦ Ἔθνους, καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦσι ποτὲ νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ὡς νευρόσπαστα, οὐδὲ θ’ ἀφήσωσι νὰ ὑπονομεύηται οὕτω βαθμηδὸν τὸ Πολίτευμα ἡμῶν. Ἐὰν, κύριοι, αἱ ἐκφράσεις ἐκεῖναι δὲν συνεδέοντο πρὸς ἀλλήλας, δὲν συνεδέοντο πρὸς γεγονότα τινὰ πρόσφατα καὶ πασίγνωστα, ἠδύνατό τις ἴσως ἀδικῶν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰς εἰς ἁπλῆν ἐπιπολαιότητα· ἀλλ’ αἱ ἐκφράσεις αὗται εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην ἔχουσι σημασίαν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν των. Τὸ Στέμμα, κύριοι, παρίσταται ἐκφράζον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Καὶ διὰ ποῖον γεγονός; διότι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐφάνη ἀγαπῶν τὸν Βασιλέα, πῶς, καὶ πότε; Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ Διαδόχου! Καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῆ φιλοφρόνησις, δὲν εἶναι ἁπλοῦν καὶ σύνηθες αἴσθημα, ἀλλ’ εἶναι τόσον ζωηρὸν, ὥστε νομίζει, κατὰ τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι ἐκ τῶν διαδηλώσεων ἐκείνων ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις καὶ ὑπόσχεται ἀπαραμείωτον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Καὶ θέλετε, κύριοι, νὰ παρατρέχωμεν ἐλαφρῶς τὸ πρᾶγμα, ὅταν βλέπομεν τὸν Βασιλέα ἀναλαμβάνοντα ἤδη ὑποχρεώσεις βαρυτέρας ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους; Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν τὸ Συνταγματικὸν Στέμμα τῆς Ἑλλάδος ἦναι τόσον ἐλαφρὸν, ὥστε νὰ δύναται νὰ δέχεται εὐχερῶς νέα βάρη, βαρυτέρας ὑποχρεώσεις; Καὶ τότε, κύριοι, ἐὰν ἤθελέ τις ὑποθέσῃ, ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ τελεταὶ καὶ αἱ εὐθυμίαι ἐπὶ τῇ ἐνηλικιώσει τοῦ Διαδόχου δὲν εἶχον ἄλλην πολιτικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ ἰδοὺ παρήγαγον ἓν μέγα ἀποτέλεσμα, ἓν μέγα γεγονὸς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς παρίσταται ἀναδεχόμενος νέας ὑποχρεώσεις! Ἔχομεν, κύριοι, ἀπό τινος χρόνου μίαν συῤῥοὴν πράξεων, ἥτις μᾶς ἀποδεικνύει προφανεῖς τινας τάσεις, ἴσως ὀλίγον ριψοκινδύνους. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐκ τῶν ἐνθουσιαζομένων ἀπολύτως ὑπὲρ τῶν λεγομένων πολιτικῶν ἐλευθεριῶν· δὲν λησμονῶ, ὅτι τὰ Πολιτεύματα δὲν εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς, ἀλλ’ εἶναι τὸ μέσον, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ εὐημερία καὶ ἡ πρόοδος ἑνὸς τόπου, καὶ δὲν εἶμαι εἰς τὴν θέσιν τῶν σκανδαλιζομένων ἀμέσως, ἐάν τις ἤθελε μᾶς παρουσιασθῆ ἔχων τὸ θάῤῥος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει αὐτὸς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων, ὅτι ἔχει τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν δύναμιν, ὅπως διορθώσῃ τὰ πράγματα καὶ ἀνορθώσῃ τὸ Ἔθνος. Καὶ προβαίνω μάλιστα καὶ περαιτέρω, προβαίνω εἰς τὸ νὰ εἴπω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνεκα τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Πολιτεύματος συνταυτίζει τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ πρὸς τὴν κακοδαιμονίαν του, προβαίνω εἰς τὸ ὅτι δύναταί τις, ὅταν ἔχῃ τὸ θάῤῥος, ἐπωφελούμενος ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ προτείνῃ καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ, ἐὰν ἔχετε τοιοῦτον θάῤῥος καὶ τοιαύτας ἰδέας, νὰ τὰς ἐκφράσητε καθαρῶς, διότι τὰ πράγματα δὲν χρήζουν ἴσως προπαρασκευῆς πλειοτέρας, δὲν χρήζουσι τοιούτων προπαρασκευαστικῶν ἐκφράσεων· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέτετε εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὴν φράσιν, ὅτι ἀνέλαβεν ἤδη βαρυτέρας ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἔχετε τοιαύτην ἰδέαν, εἶναι προτιμότερον νὰ τὴν πραγματοποιήσετε μίαν ὥραν προτήτερα· διότι δὲν γνωρίζω, κύριοι, χειρότερον ἀπὸ τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, ὅταν διαφθείρεται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Τί χρειάζεται, κύριοι, νὰ ἀναστατῶμεν ἀκαταπαύστως τὸν τόπον δι’ ἀκαταπαύστων ἐκλογῶν, νὰ παραλύωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ διαφθείρωμεν τὸν λαὸν, διὰ νὰ παρασκευάσωμεν ἐνταῦθα σήμερον, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἔχουν δῆθεν εἰδικὴν ἐντολὴν, καὶ ἐπῆλθεν ἤδη συνεννόησις μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως; Εἶναι προτιμότερον νὰ προκαλέσετε τὸν λαὸν νὰ ἐκδώσῃ ἓν δημοψήφισμα! Διατί δὲν τὸ πράττετε; Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι εἶναι τόσον μέγα τὸ ζήτημα, ὥστε δὲν ἀρκεῖ νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι προσκαίρως δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ ἓν πραξικόπημα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν, ὅπως ὁ Βασιλεὺς ἀναλάβῃ μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις, ἐὰν ἐσκέπτοντο καλῶς, ἤθελον ἴσως ἴδει, ὅτι κακῶς ἐμελέτησαν τὰ αἰσθήματα τοῦ Βασιλέως. Ἀπεναντίας, κύριοι, νομίζω, ὅτι καὶ πρὸς τὸν τόπον εἰλικρινῶς τις φερόμενος καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἔπρεπε νὰ λέγῃ πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βασιλεία ἔχει, καὶ μόνη ἡ κατάλληλος χρῆσις αὐτῶν θέλει βοηθήσει τὸ Ἔθνος εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως καὶ εἰς εὐημερίαν καὶ θέλει ἀνορθώσει αὐτὸ καὶ ἀπαλλάξει ἀπὸ τῆς κακοδαίμονος καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Παρετηρήθη, κύριοι, ἀπό τινος ἡ τάσις τοῦ νὰ συκοφαντῶνται οἱ θεσμοὶ καὶ οὐ μόνον οἱ θεσμοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους· κατέστη πλέον τοῦ συρμοῦ νὰ ἀποδίδωνται ὅλα τὰ κακὰ εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ πραγματικὸν θῦμα, νὰ παριστῶσί τινες αὐτὴν ὡς τὸν φοβερώτερον σάρακα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Καὶ τοιουτοτρόπως παραλλήλως βαίνουσιν αἱ τάσεις πρὸς ἐξευτελισμὸν τοῦ βουλευτοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Πολιτεύματος ἀφ’ ἑτέρου. Δὲν εἶναι, νομίζω, φιλαυτία ἡμῶν τῶν βουλευτῶν τὸ νὰ εἴπωμεν ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων τοῦ τόπου, ὅτι οὐδέποτε οἱ βουλευταὶ ἐδείχθησαν δύσκολοι εἰς τὴν παραδοχὴν οἱωνδήποτε μέτρων, τὰ ὁποῖα αἱ Κυβερνήσεις ἐπενόησαν πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν· ἐάν τινες περιστάσεις ἐδυσκόλευσαν τοὺς κυβερνήτας ἢ ἂν ὑπάρχωσι κυβερνῆται, οἵτινες δὲν ἐμόρφωσαν σύστημα, ὅπως ὑποβάλωσι τοῦτο εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς βουλευτάς. Τοῦτο γίνεται ὅπως καλύψωσιν αἱ Κυβερνήσεις τὴν πλήρη αὑτῶν ἀνικανότητα, ὅπως διοικήσωσι τὸν τόπον τοῦτον. Δύναμαι, κύριοι, νὰ εἴπω καὶ δύναται πᾶς Ἕλλην βουλευτὴς νὰ καυχηθῇ ὅτι δυσκόλως ἠδύνατο εἰς ἄλλα Κοινοβούλια νὰ παρασταθῇ τοιαύτη προθυμία καὶ μέχρις αὐτοκτονίας, οὕτως εἰπεῖν, τῶν βουλευτῶν, ὁποία ἀπεδείχθη ἐσχάτως ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, ὁσάκις μέτρόν τι ἐπιστεύθη ὅτι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἤδη πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος! Λοιπὸν πᾶν ὅ,τι λέγεται σήμερον ἐναντίον τῆς ἀναμίξεως τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ἐναντίον τῆς διαγωγῆς ἐν γένει αὐτῶν, εἶναι μεγάλη ἀδικία, ἐὰν δὲν εἶναι καὶ βδελυρὰ ἐπινόησις καὶ σκόπιμος συκοφαντία ἀπό τινος χρόνου. Τοιαύτην ἀδικίαν καὶ μείζονα ἔτι πάσχουσι βεβαίως καὶ οἱ θεσμοὶ οἱ συνταγματικοὶ ἡμῶν· ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἤθελόν τινες ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς τὴν κακοδαιμονίαν, ὑφ’ ἧς κατατρύχεται ὁ τόπος, ἴσως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ εἶχε πρακτικήν τινα ἀξίαν, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην ἀναχρονισμοὶ βεβαίως δὲν γίνονται, καὶ θὰ ἦτο μάταιον νὰ ἐξετάσῃ τις ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὐημερῇ σήμερον ἔχων ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, διότι καὶ ἐάν τις νομίζῃ ὅτι ἠδύνατο ἄλλο τι νὰ ἔχῃ θὰ ἦτο ἀκατόρθωτος ἡ πραγματοποίησις· ἀλλὰ δὲν εἶναι παντάπασιν ἀποδεδειγμένον ὅτι πταίει τὸ Σύνταγμα ἢ πταίουσιν οἱ βουλευταὶ, διότι δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν διὰ καταλλήλου νομοθεσίας, καὶ εἶναι ἀπεναντίας ἄπορον πῶς μὲ τοιοῦτον Συνταγματικὸν Πολίτευμα, μένον ἐντελῶς ἀφρούρητον καὶ ἐστερημένον ἐντελῶς τῶν καταλλήλων νόμων, πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἓν Κράτος. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τὸ εὐάγωγον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ λίαν συντηρητικὸν, τὸ μέχρις ἐλαττώματος ἴσως συντηρητικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῶν πολιτευομένων, πρὸ πάντων ὅμως ἡ ἐθελουσία αὐτῶν, διὰ νὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ Κράτος μὲ τοιοῦτον Πολίτευμα, καὶ συγχρόνως μὲ τοιαύτην ἐκ παραλλήλου ὀργανικὴν νομοθεσίαν, ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν. Εἶναι, κύριοι, γνωστὸν πανταχοῦ πλέον ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅταν συνοδεύηται ὑπὸ νομοθεσίας συγκεντρωτικῆς. Καὶ ἀποροῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς διατί κακοδαιμονοῦμεν ἔχοντες τὴν συγκέντρωσιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ Πολίτευμα φιλελεύθερον ἀφ’ ἑτέρου; Ἀλλαχοῦ ὅπου αἱ κοινωνίαι ἀπετελέσθησαν ἰσχυρότεραι, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἴσως τόσαι ἀνάγκαι ὅσαι ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ ἐξουσία τῆς Πολιτείας παρίσταται λίαν ἀδύνατος ἀπέναντι ἰσχυροτάτης κοινωνίας, παρετήρησαν τοὺς ἐπηρεασμοὺς τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, καὶ ἀποροῦμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν κοινωνίαν πενεστάτην, κατατρυχομένην ὑπὸ μυρίων ἀναγκῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν στάδια πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιδοθῇ ἡ δρατηριότης τοῦ Ἕλληνος καὶ ἀφ’ ἑτέρου μίαν ἐξουσίαν ὀγκώδη, ἡ ὁποία διαθέτει τόσα μέσα, ἀποροῦμεν διατί κακοδαιμονοῦμεν, διατί δὲν δύναται νὰ εὐπλοήσῃ ἡ μικρὰ αὕτη λέμβος τοῦ Κράτους ἡμῶν, ὅταν ἐπ’ αὐτῆς ἐθέσαμεν μίαν μηχανὴν θωρηκτοῦ, αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διαθέτει ἕκαστον ὑπουργεῖον; Εἶναι ζήτημα, ὅτι θὰ κλυδωνίζεται τὸ σκάφος, καὶ ὅτι θὰ ἀπειλῆται ὑπὸ καταποντισμοῦ; Καὶ δὲν αἰσθάνεσθε, κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι φέρετε φοβερὸν βάρος ἐφ’ ὑμῶν; Πῶς δὲν αἰσθάνεσθε, ὅτι πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιχειρήσῃ πᾶσα Κυβέρνησις, εἶναι νὰ ἀποῤῥίψῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον ἐκ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία τὴν ἐπιβαρύνει; Πῶς θέλετε τὸν ἐκλογέα ἀνεπηρέαστον; Πῶς θέλετε αὐτὸν νὰ μὴ σᾶς ἀπαιτῇ τίποτε; Πῶς θέλετε τὸν βουλευτὴν νὰ μένῃ ἐντελῶς ἀτάραχος, καὶ νὰ γείνετε ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ὅταν ἔχετε ὅλα τὰ συμφέροντα, ὅλα τὰ δικαιώματα ἐξηρτημένα ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Θέλετε, κύριοι, νὰ ἔχητε ἀποτελέσματα ἀλλοῖα τῶν αἰτίων, νὰ μὴ ἔχητε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἀναπόφευκτα τῶν αἰτίων! Καὶ προβαίνομεν οὕτω, λέγοντες πολλάκις τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία πολλάκις ἐπανελήφθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀπὸ ἕδρας ἱεροκήρυκος, ἡ ὁποία μέχρις ἀηδίας ἐπανελήφθη, ὅτι πρέπει νὰ ἠθικοποιηθῇ ὁ λαός. Καὶ νομίζουσιν οἱ λέγοντες τὰ τοιαῦτα, ὅτι λύουσι ζήτημα! Συγγραφεύς τις, ὁ Charles Compte νομίζω, λέγει, οὐδὲν ἀσκοπώτερον παρὰ νὰ διδάσκῃ τις τὰ τοιαῦτα. Τὸ ἔργον τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ ἀνεύρῃ τὰς πληγὰς ἑνὸς κακοῦ, νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἀρχικὰ αἴτια, καὶ ἐκεῖνα τὰ ἀρχικὰ αἴτια νὰ θεραπεύσῃ ἓν πρὸς ἕν. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πάσχομεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναί τι ἁπλοῦν ὥστε δι’ ἑνὸς φαρμάκου νὰ θεραπευθῇ. Πῶς θέλετε νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία αὕτη, ὅταν δὲν ἔχετε οὔτε δικαιοσύνην, οὔτε στρατὸν, οὔτε ἐκπαίδευσιν, οὔτε οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ πῶς ταῦτα θὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἐὰν δὲν ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰ καθέκαστα; Οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰ καθέκαστα ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἐπιβεβαρημένοι μὲ τόσον μεγάλην ἐξουσίαν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἀντὶ νὰ συκοφαντῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀντὶ νὰ συκοφαντῶμεν τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἀντὶ νὰ περιστρεφώμεθα εἰς τὸν σφαλερὸν αὐτὸν κύκλον, πρέπει προπάντων νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τοῦτο, τίνι τρόπῳ δύνανται οἱ θεσμοὶ ἡμῶν οἱ συνταγματικοὶ νὰ περιφρουρηθῶσιν καταλλήλως, καὶ πρὸς τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ὀργανικοὺς νόμους καὶ ὅσην ἐξουσίαν δυνάμεθα, νὰ περικόψωμεν καὶ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Κέντρου. Πάντοτε κέρδος θὰ εἶναι πᾶν ὅ,τι ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς ἄνευ προφανοῦς βλάβης, διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται ἐλευθέρως νὰ διαχειρίζωνται ὅσα μέσα ἀπόκεινται αὐτοῖς. Ταύτας τὰς ἰδέας, κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τὸ 1879 κατὰ πρῶτον, ταύτας τὰς ἰδέας, καὶ τότε ἔσχον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω καὶ διαρκῶς ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἐπέμεινα πολιτευόμενος καὶ πάντοτε μὲ τὴν ἀσθενῆ μου φωνὴν ὑπεστήριξα ὅτι χρειάζονται πρὸς διάσωσιν τοῦ Πολιτεύματος περιορισμὸς τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ νόμοι ἀποκεντρωτικοὶ, μετὰ χαρᾶς δὲ, κύριοι, βλέπω τὰς ἰδέας μου ταύτας ἐπικυρουμένας καὶ ὑπὸ τῆς γνώμης ἀνδρὸς σπουδαιοτάτου ἐν γένει, ἀλλὰ βεβαίως ἔχοντος καὶ τὸ ἐφόδιον τῆς πλέον μακρᾶς πείρας ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ τόπου. Ἐὰν θέλητε, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ ἐπιχειρήσητέ τι σπουδαῖον, ἐνασχοληθῆτε εἰς ταῦτα· μὴ κάμητε τὰς ἀποπείρας ἐκείνας, οὐδὲ κἂν διὰ λόγων, τὰς ὁποίας κάμνετε διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ τῆς εἰς αὐτὸν ἀπαντήσεως. Ἔχετέ τι νὰ πράξητε πρὸς διόρθωσιν τῶν πραγμάτων; ἡ Βουλὴ εἶναι βεβαίως πρόθυμος νὰ σᾶς συντρέξῃ, ἐὰν τυχὸν ἄλλο τι ἔχετε ἐν τῷ νῷ, ἐὰν φρονεῖτε, ὅτι οἱ θεσμοὶ ἡμῶν δὲν εὐδοκιμοῦσι πλέον καὶ ὅτι ὑμεῖς ἀπετελέσατε τὸ τελευταῖον πείραμα, τὴν τελευταίαν δοκιμασίαν, τότε μὴ παρεμβάλλετε λόγους κενοὺς, μὴ προσποιῆσθε ὅτι κάποιος σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐκτελέσετε τὰς ἰδέας ὑμῶν, ἀλλὰ προβῆτε μετὰ θάῤῥους! ἴσως μάλιστα θὰ ἔχετε τὸ εὐτύχημα νὰ μὴ σᾶς ἀντιταχθῇ κατ’ ἀρχὰς οὐδεμία δυσχέρεια, διότι ἀπογοήτευσις ἐπῆλθεν εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ βεβαίως θὰ σκεφθῆτε ὅτι ταῦτα εὐδοκιμοῦντα ἐνίοτε κατ’ ἀρχὰς, φέρουσι πολὺ ἀλλοῖα ἀποτελέσματα κατόπιν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἀπεπειρᾶτό τις εἰλικρινῶς τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος.
§146ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἐκρεμᾶτο ἀμέσως.
§147ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐγίνετο αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα, διότι διὰ ταύτης θὰ ὑπεβαλόμεθα μὲν ἴσως εἰς νέας δοκιμασίας, ἀλλὰ θὰ ἔβλεπε πᾶς τις ὅτι λίαν τολμηρὸν εἶναι νὰ ἀναλάβῃ τις τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον ἔργον. Ἠθέλομεν συγχρόνως ἐννοήσει τοὺς ὑπάρχοντα κινδύνους, καὶ ἡ μόνη προσπάθεια κατόπιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους θὰ ἦναι νὰ ἀνεύρωσι ποῖα εἶναι τὰ πραγματικὰ προσκόμματα ἐπὶ τῶν ὁποίων προσκόπτει ἡ λειτουργία τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν ἡμῶν, καὶ θέλουσι τότε σπουδαιότερον ἐξετασθῆ τὰ πράγματα πρὸς τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος ἡμῶν.
§148ΜΙΛΗΣΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν σκοπεύω νὰ παρακολουθήσω τὸν προλαλήσαντα εἰς τὴν ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, πέραν τῶν αὐστηρῶν ὁρίων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, διότι νομίζω, ὅτι ὁ καιρὸς δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς ἀκριβῆ καὶ σκόπιμον συζήτησιν ἁπάντων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Συνάδελφος ἀνέμιξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἔλθωσιν ἐν εὐθέτῳ ὥρᾳ, ὅπως συζητηθῶσιν εἰδικῶς, καὶ τότε οἱ Κύριοι τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀριστερὰν) θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρωσιν ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην των, ν’ ἀκούσωσι δὲ καὶ τὴν ἰδικήν μας ἀπάντησιν. Ἠπόρησα, Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἀκούσας, ὅτι ὑπάρχει τι εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὑποδηλοῦν, ὅτι οἱ Συνταγματικοὶ ἡμῶν θεσμοὶ κινδυνεύουσι. Ποία δὲ φράσις τῆς ἀπαντήσεως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας ἀπαισίας σκέψεις; Ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ τὰς αἰσιωτέρας ἐλπίδας, τουτέστιν ἡ φράσις, δι’ ἧς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διαπιστόνει, ἣν ὁ Βασιλεὺς πανδήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεδήλωσεν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, διὰ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα οὗτος ἐπέδειξεν ἐπὶ τῇ ἐνηλικιώσει τοῦ πρώτου ὀρθοδόξου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἣν ἔδωκεν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν, ὅτι ἀναδέχεται προθύμως ἀπαραμείωτον τὸ βάρος τῶν ἐντεῦθεν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ ὑποχρεώσεων. Δὲν ἠξεύρω, ἄν πλανῶμαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης πανηγυρικῆς δηλώσεως ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως μεταξὺ Ἔθνους καὶ Βασιλέως, οὐδεμία μικρολόγος ὑπόνοια ἐπιτρέπεται, οὐδ’ ἔπρεπε, δι’ ἀτόπων ὑπαινιγμῶν καὶ ἀπαισίων σκέψεων, νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν μεγάλην σημασίαν τοῦ εὐτυχοῦς τούτου συμβάντος. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν λέγουσιν, ὅτι διὰ τῆς ἀπαντήσεως ἀναγνωρίζομεν; Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῆς σχετικῆς παραγράφου πᾶν ἄλλο ἐξάγεται ἢ ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ, περὶ ἧς ὁ προαγορεύσας ὡμίλησεν. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω αὐτήν. (Ἀναγινώσκει.) Ἡ ἐντολὴ, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, λαβόντες παρὰ τοῦ λαοῦ, διαφέρει τῆς συνήθους, ἤτοι τῆς ἰδιωτικῆς ἐντολῆς. Δὲν εἴμεθα δεσμευμένοι νὰ πολιτευώμεθα κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἀξιώσεις τῶν ἐκλογέων. Ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ βουλευώμεθα ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, νὰ συζητῶμεν καὶ ἀποφασίζωμεν κατὰ τὸ ἑκάστοτε δοκοῦν ἡμῖν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι πᾶς δεσμὸς μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῶν ἐκλογέων ἐκλείπει, ὅτι μετὰ τὴν ἐκλογὴν πᾶσα σχέσις μεταξὺ ἀντιπροσώπων καὶ λαοῦ αἴρεται. Εἴμεθα πάντοτε ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ ὀφείλομεν, ὅσον ἐγχωρεῖ, νὰ ἑρμηνεύωμεν τὸ φρόνημα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε πολιτικῶν ζητημάτων. Αὕτη εἶναι ἡ ἐντολὴ ἡμῶν, τοῦτο δὲ λέγει ἡ σχετικὴ παράγραφος, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, τουτέστιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐγίνωσκε τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη εἶχε τὴν παρ’ ἡμῖν μοναδικὴν γενναιότητα, ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν νὰ διατυπώσῃ πρόγραμμα οἰκονομικόν, ἐπιβάλλον βάρη εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐν γνώσει τούτου ἐψήφισεν ὁ λαὸς, ἐκλέγων τοὺς ἀντιπροσώπους του· μ’ ἄλλας λέξεις, ἐγίνωσκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτε ἐξέλεγε τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐνεργοῦσα τὰς ἐκλογὰς, εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν φορολογικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Τί δὲ προσθέτομεν εἰς τὴν ἀπάντησιν;—διότι ἐπὶ τέλους ἡ πλειονοψηφία συνδέεται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν λειτουργεῖ ἀσχέτως πρὸς ταύτην·—προσθέτομεν, ὅτι ἡ Βουλή, ἤτοι ἡμεῖς, οἱ οὕτως ἐκλεχθέντες, δεόντως ἐκτιμῶμεν τὴν τοιαύτην ψῆφον τοῦ λαοῦ.
§149ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δεσμεύεσθε.
§150ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅσον καὶ σεῖς δεσμεύεσθε εἰς τὸ νὰ ἦσθε ἐναντίοι.
§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ὄχι.
§152ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὄχι; Διὰ τοῦ προγράμματος ὑμῶν ὑπεσχέθητε νὰ ἦσθε κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετοι, ὁ δὲ λαὸς ὡς τοιούτους σᾶς ἐξέλεξεν. Εἶσθε λοιπὸν καὶ σεῖς δεσμευμένοι, ὅσον καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ πράγματι οὐδεμία ὑπάρχει ἐνταῦθα δέσμευσις. Ἡ πλειονοψηφία δηλοῖ ἁπλῶς τὸ φρόνημά της, ὅτι διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀνορθωθῇ οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς ὁ τόπος. Οὐδὲν πλέον. Καὶ μάλιστα τόσον λεπτὴ εἶναι κατὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησις, ὥστε οὔτε αὐτὴν τὴν ἰδανικὴν ὑποχρέωσιν ἀναφέρει, ἡ ὁποία συνδέει τὴν Συμπολίτευσιν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ περιορίζεται μόνον εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ. Ἀκούσατε καὶ πάλιν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας τὴν σχετικὴν παράγραφον. (Ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους.... κτλ.» Ποία εἶναι ἡ τοῦ λαοῦ ψῆφος, γινώσκοντος τὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ λαὸς ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλούστατα. Καὶ πῶς; Δὲν δέχεσθε λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ λαὸς ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ λησμονεῖτε τί ἐπράξατε σεῖς τὴν 7 Ἀπριλίου; πῶς διετυμπανίζετε εἰς τὰ τέσσαρα ἄκρα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ λαὸς ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ τώρα δὲν ἐπιτρέπεται τάχα καὶ εἰς ἡμᾶς, νὰ εἴπωμεν διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἀπέβη ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως; Προβαίνω, Κύριοι, ἀναγινώσκων τὴν παράγραφον: «καὶ καλούμενοι ν’ ἀποφανθῶμεν.....» Διὰ τίνος τρόπου ν’ ἀποφανθῶμεν; «Διὰ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως τῶν νομοθετημάτων». Ποῦ εὕρετε λοιπὸν ἐνταῦθα τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν; πῶς ἐφαντάσθητε, ὅτι ἡμεῖς ἀπωλέσαμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ σκέπτεσθαι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκέραιοι Ἀντιπρόσωποι, ὡς μετὰ πολλῆς χάριτος μᾶς ἐχαρακτηρίσατε, ἀλλὰ μισοὶ βέβαια, καὶ πειρᾶσθε ὑμεῖς ἐκ συμπαθείας νὰ μᾶς συμπληρώσητε; (ἱλαρότης).
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς συγχαιρόμεθα, ὅτι σᾶς βλέπομεν τελείους, ὅτι δὲν ἐχάσατε τὴν ἐλευθερίαν σας.
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα πάντοτε τέλειοι καὶ ἀκέραιοι· φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ὁ ἰδικός σας παριστάνει ἀτελῆ καὶ ἀνάποδα τὰ πράγματα.
§155ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως λέγετε ὅμως, ἡ φράσις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Χαίρομεν διὰ τοῦτο.
§156ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, ἀλλ’ ὅτι ἔχει τὴν σημασίαν, ἡ ὁποία προσήκει εἰς Συμπολίτευσιν, ἔχουσαν συνείδησιν ἑαυτῆς καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων της.
§157ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα).
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. Παρήλθεν ἡ ὥρα.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εἴπομεν.....
§160ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ κκ. βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀριστερὰν) λέγουσιν, ὅτι τὰ εἴπομεν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἔστι καλὸν νὰ παύσῃ ὁ λόγος. Βεβαίως μὲ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσι, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σπουδαιοτέρων ἀντικειμένων, ὀφείλομεν ἐξ ἀνάγκης νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν ἀξίωσίν των. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς σεῖς ἐννοεῖτε νὰ τὸ ἐκτελέσητε. Ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον εἰς ἕκαστον ζήτημα νὰ συζητῶμεν καὶ ἐκφράζωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐστάλημεν ἐδῶ. Καὶ ἠπόρησα, ἀκούσας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγοντα, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἦτο περιττὸν ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες, διότι ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος, τότε ἂς ἐπιφυλαχθῇ ἕκαστος νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἐστὶν ὁ Βασιλικὸς λόγος καὶ τί ἡ ἀπάντησις εἰς αὐτὸν; Διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἡ Κυβέρνησις ἀναπτύσσει τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, τὰ σχέδια, τὰς ἰδέας αὑτῆς, τὴν πολιτικήν της· πράττει δὲ τοῦτο διὰ τοῦ Βασιλέως, ἵνα καταδείξῃ ἐξ ἑνὸς, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ, καὶ ἐξ ἑτέρου, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Καθῆκον λοιπὸν ἔχει καὶ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκφράσῃ ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην αὑτῆς. Διὰ τῆς αʹ. παραγράφου τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἡ Κυβέρνησις ἀναγγέλλει, καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ὅτι «διὰ τὸ ἐγκαινισθὲν σύστημα καὶ διὰ τὸ ἐξαίρε«τον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκδέχεται τὰ βέλτι«στα τῇ Πατρίδι». Ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, τίνα βέλτιστα μέχρι τοῦδε κατέδειξε τὸ νέον ἐγκαινισθὲν σύστημα; Κατὰ τί μετέβαλε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Καὶ κατὰ τί ὑπόσχεται τὴν ἀνόρθωσιν τῶν μέχρι τοῦδε κακῶς κειμένων; Ζήτημα, ὅπερ ἀπησχόλησε πάντας τοὺς λαοὺς, τοὺς διεπομένους ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλευτεκοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐξόχους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης, ἐπιμένετε νὰ λέγητε, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος κατωρθώσατε νὰ τὸ λύσητε! Καὶ τί ἄλλο κατέδειξεν ἡ ἐκλογὴ ἢ τὸν σκοπὸν, ὃν προὐτίθετο ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ὑπέβαλε τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὴν ψήφησιν τῆς Βουλῆς, ἤτοι νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὑποστηριζομένων φίλων; Τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν ἐπεδίωξαν οἱ πολιτευταὶ, οἵτινες φρονοῦντες, ὅτι ἐξέχουσι τῶν ἄλλων πολιτευομένων τῆς χώρας, κατορθοῦσι διὰ ταύτης τὴν κατοχὴν τῆς Ἐξουσίας καὶ τὴν διαρκεστέραν διαμονὴν ἐν αὐτῇ. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἰδέα γεννᾷ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐπεμβάσεων καὶ τὴν νοθείαν τῶν ἐκλογῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς — καὶ οἱ πλεῖστοι δὲν ἔρχεσθε πρώτην φορὰν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου — κατὰ τί μετήλλαξεν ἡ εὐρεῖα περιφέρεια τὰς σχέσεις σας; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν, τὰ Δημόσια ὄργανα, τὰ φίλα φρονοῦντα τῇ Κυβερνήσει, προσεπάθουν νὰ πείσωσι τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς μετεβλήθη, διότι καὶ ἐπείσθη, ὅτι ὁ Τόπος δὲν ἀσπάζεται τὰς ἰδέας του. Ἀλλὰ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀναγγέλλει, ὅτι οὐ μόνον δὲν μετεβλήθη, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπιμένει εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ πρὸ τῆς διαλύσεως, καὶ διαβεβαιοῖ μάλιστα, ὅτι θέλει ἐπιτείνει τὴν ἐπιμονὴν αὑτοῦ.
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Δὲν διακόπτομεν τὴν συζήτησιν;
§162ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον!
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.