1887.01.30
669 rows · 5,248 words · 35 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
Τῆς 30 Ἰανουαρίου 1887.
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 10 π. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐν τέλει τῶν πρακτικῶν ἀναφερόμενον, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τύπωσιν τῆς ὑποβληθείσης περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ προτάσεως εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές· ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν προέβη ἀπόφασιν· κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ κυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἀναφέροντα ἐν τέλει, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα διέλυσε τὴν συνεδρίασιν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν τοιαύτην ἀπόφασιν ἠδύνατο νὰ προβῇ καὶ ἀντετάχθημεν κατὰ πάσης τοιαύτης ἀποφάσεως, καὶ ᾐτησάμεθα ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ἐγένετο καὶ ἡ συνεδρίασις σιωπηλῶς διελύθη, ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅτι ἀνεγνώρισεν ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ προβῇ ἐργασίαν μέχρις ἀποπερατώσεως τῶν ἐκλογῶν.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν καλῶς ἔχουσι τὰ πρακτικά. (Διάλογοι).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνι τρόπῳ νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§5ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅτι ἀλήθειαν περιέχουσι τὰ πρακτικά.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν ἀλήθειαν περιέχουσι τὰ πρακτικὰ καὶ ἰδίως ἡ τελευταία παράγραφος. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Νὰ προσέλθωσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες βουλευταὶ νὰ ὁρκισθῶσι. Προσέρχονται οἱ ἄρτι ἀφιχθέντες βουλευταὶ καὶ δίδουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον. Ἔχομεν ἤδη τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ εἰσαγόμενον διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, δὲν ἐμφανίζεται κατὰ πρῶτον ἐνώπιον ἡμῶν καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχεν ἀναφυῆ, ἐδόθη δὲ εἰς αὐτὸ τότε λύσις, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα γνωσθῶσιν οἱ ἀληθεῖς λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν, καὶ ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο ὡς σταθερὰ νομολογία τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Πρὸς εὔρυθμον λειτουργίαν καὶ ἐπιτυχῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων παντὸς Νομοθετικοῦ Σώματος, ἢ Συνελεύσεως, συντελεῖ μεγάλως ἡ ὕπαρξις Κανονισμοῦ, διαγράφοντος τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο καὶ ὡς δικαίωμα παντὸς Σώματος ἐθεωρήθη ἡ ψήφισις τοῦ Κανονισμοῦ τούτου. Τὸ δικαίωμα μάλιστα τοῦτο ἀπενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 65, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντά της. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς σημασία, ποία ἡ ἰσχὺς τοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ψηφιζομένου Κανονισμοῦ; Θεωρεῖται ὁ Κανονισμὸς οὗτος ὡς κανονισμὸς μόνης τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐψήφισεν αὐτὸν, ὥστε ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ νὰ παύῃ ληξάσης τῆς Περιόδου τῆς Βουλῆς, ἢ ἄλλως διαλυθείσης αὐτῆς; Ἢ θεωρεῖται ὁ Κανονισμὸς ὡς κανονισμὸς τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐν γένει καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν μελῶν, ἐξ ὧν ἐκ περιτροπῆς συγκροτεῖται; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι κανονισμὸς διαρκὴς τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ Βουλή, κύριοι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καίτοι ὑπὸ διαφόρων συγκρουουμένη κατὰ περιόδους μελῶν, εἶναι ἐν τοῖς Συνταγματικοῖς πολιτεύμασιν Ἐξουσία διαρκὴς καὶ συνεχής, καὶ ἑπομένως πᾶς ἐν οἱᾳδήποτε περιόδῳ ψηφισθεὶς Κανονισμὸς θεωρεῖται κανονισμὸς διαρκὴς τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ψηφίζεται ἴδιος κανονισμὸς κατὰ πᾶσαν βουλευτικὴν περίοδον. Τοῦτο προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ πραγματεύεται περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Τοῦτο παραδέχεται καὶ ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις, διότι προνοεῖ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἄρα θεωρεῖ αὐτὸν ὑφιστάμενον. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχε καὶ ἡ ψηφίσασα τὸν Κανονισμὸν Βουλή, ἄλλως δὲν ἤθελε μνημονεύει περὶ ἐξελέγξεων γενικῶν ἐκλογῶν. Παραδέχονται δὲ αὐτὴν πάντα τὰ Συνταγματικὰ ἔθνη, διότι οὐδαμοῦ ἀπήντησα, ὅτι ψηφίζεται νέος Κανονισμὸς ἐν ἑκάστῃ βουλευτικῇ περιόδῳ. Ἐν τῷ δικαιώματι, κύριοι, τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ περιλαμβάνεται βεβαίως καὶ τὸ τῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ, διὰ τοῦτο οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία καὶ ἀντίῤῥησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐν γένει νὰ ψηφίζῃ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Ἀλλὰ τὰ ἐξ ἐκλογῆς προκύπτοντα Νομοθετικὰ Σώματα δὲν δύνανται πάντοτε νὰ ἐξασκήσωσι τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένα αὐτοῖς δικαιώματα. Διατρέχουσι δύο περιόδους ἐντελῶς διακεκριμένας, τὴν πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν περίοδον, ἤγουν τὴν περίοδον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὴν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὸν καταρτισμὸν αὐτῶν περίοδον. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι μόνον ἐν τῇ δευτέρᾳ περιόδῳ δύναται τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐξασκήσῃ πάντα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν φόρους, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως κτλ. Ἐν τῇ πρώτῃ περιόδῳ, ἤτοι πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος, ὅλα τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀργοῦσιν ἐντελῶς. Ἕν καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει τότε ἡ Βουλή, νὰ ἐξελέγξῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, ἤγουν νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν αὐτῇ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 73, ἤτοι νὰ ἐξετάσῃ τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνέγνωσά που ἐναντίαν γνώμην, παρ’ ἡμῖν ἐξενεχθεῖσαν, καὶ ἴσως ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα καὶ μέλη παραδεχόμενα τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδὲ ὡς σπουδαίαν δύναμαι νὰ θεωρήσω τὴν γνώμην ταύτην, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ καθήκοντα Σῶμα, τοῦ ὁποίου ἡ γνησιότης καὶ τὸ κῦρος διατελοῦσιν ὑπὸ ἐκκρεμότητα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐρωτᾶται, ἡ Βουλή, εὑρισκομένη ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῶν ἐξελέγξεων, δύναται νὰ προβῇ εἰς τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ προκατόχων Βουλῶν ψηφισθέντος Κανονισμοῦ; Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀποφατικὴ γνώμη εἶναι ὀρθοτέρα, διότι συνάδει μὲ τὴν δικαιολογικήν, οὕτως εἰπεῖν, θέσιν τῶν Βουλῶν ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ, καὶ μὲ τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἀφοῦ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἀργοῦσι κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως, δὲν εἶναι συνεπὲς νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸν Κανονισμὸν τοῦτον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νομίμως κατηρτισμένη, καὶ διέγραψε τρόπον ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, ὃν ἐθεώρησε προσήκοντα πρὸς νόμιμον καὶ ἀμερόληπτον τῶν ἐκλογῶν ἐξέτασιν. Ὅθεν ἄτοπον εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸν Κανονισμὸν τοῦτον δύναται νὰ τροποποιήσῃ ἑτέρα Βουλή, ἀμφιβόλου γνησιότητος καὶ κύρους. Ἀλλὰ καὶ σπουδαῖον κίνδυνον δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ ἀναγνώρισις τοιούτου δικαιώματος, διότι εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐνδέχεται νὰ ἐπιδράσωσι τὰ κομματικὰ ἢ φατριαστικὰ συμφέροντα τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὰς ὑπὸ ἐξέλεγξιν ἐκλογάς. Τέλος καὶ τὰ προηγούμενα πάντων τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ ἰδίως τῶν Γαλλικῶν, συνάδουσι πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ὑποστηρίζω, διότι οὐδαμοῦ ἀπήντησα τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων. Μόνον παρ’ ἡμῖν ἀπαντᾶται, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἐναντία ἀπόφασις ἄλλης Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοσαῦται προῆλθον ἐντεῦθεν καταχρήσεις, ὥστε δύναταί τις τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς γνώμης, ἣν καθιέρωσεν. Ἀλλά, κύριοι, ὅλα τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζονται εἰς μόνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει Κανονισμὸς ψηφισθεὶς ὑπὸ Βουλῆς κατηρτισμένης, οὐδεμίαν δὲ ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοιοῦτος Κανονισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιτυχοῦς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀνεγνωρίσθη καὶ εἰς τὴν ὑπὸ ἐξέλεγξιν Βουλὴν δικαίωμα συντάξεως Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δικαίωμα ἐντελῶς περιωρισμένον, δικαίωμα μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς παρούσης καὶ ὑφισταμένης ἀνάγκης, δικαίωμα ψηφίσεως Κανονισμοῦ οὐχὶ ὁριστικοῦ, ἀλλὰ προσωρινοῦ, μέχρις οὗ τὸ Σῶμα καταρτισθὲν ψηφίσῃ τὸν ὁριστικὸν Κανονισμόν του. Καὶ περὶ τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἐπίσημα προηγούμενα παρ’ ἡμῖν. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862 καὶ ἡ πρώτη μετ’ αὐτὴν συνελθοῦσα Βουλή, ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων διατελοῦσαι, ἐψήφισαν προσωρινοὺς Κανονισμούς· μόνον δὲ μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμόν των ἐψήφισαν καὶ τοὺς ὁριστικοὺς Κανονισμούς των. Τὰ προηγούμενα ταῦτα, καὶ ἰδίως τὸ τῶν Συνελεύσεων, ἀποτελοῦσι σπουδαιότατον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ σήμερον ὑποστηρίζω. Ὅταν αὐτὴ ἡ παντοδύναμος Συνέλευσις ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἀνίκανον νὰ ψηφίσῃ ὁριστικὸν Κανονισμὸν ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων καὶ ἐψήφισε προσωρινὸν τοιοῦτον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν Βουλήν; Τίς δὲ τότε εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν Κανονισμόν της; Βεβαίως ἐννοεῖ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς Βουλὴν κατηρτισμένην ἤδη· διότι, ἀφοῦ εἰς ἑαυτὴν δὲν ἀνεγνώρισεν ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναθέσῃ τοῦτο εἰς Βουλὴν ἀκατάρτιστον ἤδη. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀκατάρτιστος Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, νὰ ψηφίσῃ ὁριστικὸν Κανονισμὸν, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδὲ νὰ τροποποιήσῃ τὸν ὑπάρχοντα κανονισμὸν ἔχει δικαίωμα. Μὲ τὴν περίπτωσιν τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως Κανονισμοῦ βεβαίως πρέπει νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μὲν Κανονισμὸς, δι’ οἱονδήποτε ὅμως λόγον κατέστη ἀνεφάρμοστος, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη ὑπὸ τὴν περίστασιν ταύτην, διότι ἕνεκα τῆς εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ἐκ τῆς περιφερείας ταύτης ἐκλεγομένων βουλευτῶν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν περίστασιν νὰ μὴ ὑπάρχῃ Τμῆμα Βουλῆς δυνάμενον νὰ ἐξελέγξῃ πολλὰς ἐκλογάς. Διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην βεβαίως ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις, παραλείψασα ἐν καιρῷ νὰ προκαλέσῃ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει τοιοῦτο δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι προτείνει σήμερον τὴν μεταῤῥύθμισιν;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν προτείνει ἡ Κυβέρνησις· τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Ἀκαρνανίας.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἱκανοποιήσεως αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, εἶναι ἐντελῶς προσωρινὸν, καὶ ἑπομένως ὑπὸ τὸν τύπον μόνον τῆς προσωρινότητος δύναμαι νὰ ψηφίσω κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις φέρει. Ἂν δὲ μόνη ἡ ἀνάγκη χορηγεῖ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν, νομίζω, περαιτέρω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν στενῶς εἰς μόνην τῆς ἀνάγκης ταύτης τὴν ἱκανοποίησιν, ἡ δὲ ἱκανοποίησις αὕτη, κατ’ ἐμὲ, δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ψηφίσεως προτάσεως πολὺ ἁπλουστέρας καὶ συντομωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ βουλευτὴς Ἀκαρνανίας ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἱκανοποίησις τῆς ἀνάγκης ταύτης δύναται νὰ γείνῃ ἢ τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου 2 διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν Τμημάτων ἀπὸ 8 εἰς 15, ἢ ἐπιτρεπομένου ἀπὸ τοῦδε εἰς πᾶν Τμῆμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐὰν ἀφορᾷ εἰς μέλη αὐτοῦ, ἀποκλειομένων ὅμως τῶν μελῶν ἐκείνων τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀφορώσης αὐτά.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας συνεζήτησε διὰ μακρῶν οὐχὶ ἵνα πολεμήσῃ κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὡς βουλευτὴς ὑπέβαλον, ἀλλ’ ἵνα πολεμήσῃ αὐτὴν κατὰ τύπους· ἵνα ζητήσῃ, ὅπως γένηται μὲν ὅ,τι προτείνομεν, ἐὰν οὐχὶ ἀκριβῶς κατὰ γράμμα, ὅπως διετυπώσαμεν αὐτὸ, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν καὶ κατ’ ἔννοιαν τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ὅπως γένηται τοῦτο διὰ τρόπου παραβιάζοντος τὸ Σύνταγμα· διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὡς καὶ αὐτὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, ζητεῖ ὅπως ἐργαζώμεθα παρὰ τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἔχετε, λέγει, τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλητε τὸν Κανονισμὸν, οὐχ ἧττον προτείνω νὰ ἐργασθῆτε παρὰ τὸν κανονισμὸν ψηφίζοντες πρότασιν ἰδικήν μου, ἄντικρυς ἀντικειμένην εἰς τὸν κανονισμόν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, συνέπειαν ὅμως τῆς τοιαύτης καταστάσεως δὲν ἀνεγνώρισε τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἄλλως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἄλλως τροποποιοῦντες τὸν Κανονισμὸν, διότι, κατ’ αὐτὸν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἵνα ἀποδείξῃ δὲ, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶπε πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητα, καίτοι, ὡς ἐκ τοῦ συμπεράσματος τῆς ἀγορεύσεώς του, κατέστη περιττὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ αὐτῶν. Εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων δὲν ὑπάρχει Βουλὴ· εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπάρχουσι δύο Σώματα, Σῶμα ἐξελέγχον καὶ Βουλὴ νομοθετοῦσα. Ποῦ ἡ φαντασία του ἀνεῦρε τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Τὸ Σύνταγμα δὲν ποιεῖται λόγον περὶ δύο, ἀλλὰ περὶ μιᾶς Βουλῆς· τὸ Σύνταγμα εἶπεν, ὅτι ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς ἄρχεται, κηρυττομένης τῆς ἐνάρξεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· εὐθὺς ὡς κηρυχθῇ ἡ ἔναρξις, ἡ Βουλὴ ἔχει πᾶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀποῤῥέον δικαίωμα, καὶ δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ μὴ ἔχουσα πᾶν τοιοῦτο δικαίωμα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν, ὅτι οὐδαμοῦ ἠκούσθη ἡ Βουλὴ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων νὰ ἐπιλαμβάνηται παντὸς ζητήματος· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ἡ πρότυπος Συνταγματικὴ Βουλὴ τῆς Ἀγγλίας, ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐνασκήσεως παντὸς δικαιώματος αὑτῆς ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, καὶ διαρκούσης τῆς συνόδου διεξάγεται συγχρόνως πᾶσα ἐργασία νομοθετικὴ, ἐξελεγκτικὴ καὶ πολιτική. Ἐπίσης καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Βουλὴ δύναται σήμερον νὰ ἐπιληφθῇ παντὸς ζητήματος, πρέπει ὅμως νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ δικαιωμάτων τυπικῶν καὶ δικαιωμάτων οὐσιαστικῶν. Σήμερον κατὰ τὸν νόμον δυνάμεθα πᾶν νὰ πράξωμεν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ τὸ πράξωμεν, διότι δὲν τὸ θεωροῦμεν πρέπον. Ἂν ἐπήρχοντο ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐπιβάλλουσαι ἡμῖν σήμερον πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν νὰ προβῶμεν εἰς πολιτικὰς ἀποφάσεις, δὲν θὰ ἐκωλύετο ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς αὐτὰς ἐνόσῳ ἔτι εὑρίσκετο ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων. Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἔκτακτοι περιστάσεις, ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς εἰς ἐργασίας τοῦ σταδίου τῶν ἐξελέγξεων καὶ εἰς ἐργασίας νομοθετικάς. Ἀφοῦ ἄρα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τὰ πράγματα οὕτως ὡρίσθησαν, ὥστε νὰ μὴ ἐξέρχηται ἡ Βουλὴ τοῦ ὁρίου τῶν ἐξελέγξεων ἐνόσῳ διατελεῖ ἐν τῷ σταδίῳ αὐτῶν, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἐξερχώμεθα τοῦ ὁρίου τούτου. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι νόμος διαρκὴς, τὸν ὁποῖον ὅμως ἔχομεν δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τροποποιήσωμεν, δὲν εἶναι ὅμως πρέπον σήμερον νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸν ἢ μόνον περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, διότι ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι πρέπον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἐνόσῳ εὑρίσκεται ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων, νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς ἄλλας ἀποφάσεις εἰμὴ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ στάδιον τοῦτο· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρὸς τὰς ἐργασίας ταύτας σχετίζεται, πᾶσα πρότασις, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητητος ἡμῶν κατὰ τύπους καὶ οὐσίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὰ τῶν ἐξελέγξεων, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὐτὴ τὰ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις; Τίς μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι Βουλὴ προηγουμένη δὲν θέλει ὁρίσει τὰ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ δεσμεύῃ ἀτόπως τὴν μέλλουσαν Βουλήν, καὶ τίς δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ συνερχομένη κατόπιν τοιαύτης ἀποφάσεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὴ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες δεσμεύουσαι τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς περὶ τὰ τῶν ἐξελέγξεων θὰ ἠλλοίουν τὸ γνήσιον τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους; Ἡ Βουλὴ ἐργαζομένη εἰς τὰ τῶν ἐξελέγξεων ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένον εἰς αὐτὴν τοῦ κανονίζειν τὰ τῶν ἐργασιῶν της. Τὸ 65 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει: «ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὐτῆς». Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς σήμερον; τὰ καθήκοντα αὐτῆς σήμερον εἶναι τὰ ἐξελεγκτικά. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ κανονίσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐξελεγκτικὰ αὐτῆς καθήκοντα. Τοῦτο ζητεῖ τὸ Σύνταγμα, ὅστις δὲ ἀρνεῖται εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κανονισμὸν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἐκεῖνος ζητεῖ νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπερ δὲν ἔδωκε μόνον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν καὶ καθῆκον νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ ἐξελεγκτικά, καθ’ ὃν τρόπον ταῦτα δύνανται νὰ διεξαχθῶσι λυσιτελέστερον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν ἀρνεῖται ὅτι κατ’ οὐσίαν ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ λέγει ὅτι τὴν τροποποίησιν ταύτην ὀφείλομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀσχέτου πρὸς τὸν Κανονισμόν, δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις νὰ μὴ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος, δι’ ἀποφάσεως προσωρινῆς. Ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἱ κανονίζουσαι τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, εἶναι προσωριναί, ἀφοῦ αὗται σχετίζονται πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ μεταβάλλῃ αὐτὰς ἐν πάσῃ στιγμῇ. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἤθελε κανονίσει ἡ Βουλὴ σήμερον, εἴτε ὀνομάσει αὐτὸ προσωρινόν, εἴτε διαρκὲς, εἶναι βεβαίως προσωρινόν, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἀποφασισθέντα. Ἂν τυχὸν παρεδεχόμεθα ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, δὲν θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ὥραν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἴσως θὰ μεταβάλωμεν κατὰ γενικὴν ἀπόφασιν. Ὁ Κανονισμὸς διαγράφει τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων, ἑπομένως, κατὰ τὸν κ. βουλευτήν, ἡ ὥρα αὕτη δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἐν ὅσῳ διατελεῖ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων, διότι ἀπόλυτος ἀνάγκη μεταβολῆς τῆς ὥρας δὲν ὑπάρχει. Παραδέχεται περὶ τὰ τῶν Τμημάτων παραβιασμὸν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι, λέγει, ὑπάρχει ἀναπόδραστος ἀνάγκη· ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς ὥρας οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναπόδραστος. Ἑπομένως, κατὰ τὸν κ. βουλευτήν, εἴμεθα καταδεδικασμένοι νὰ συνερχώμεθα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐξελέγξεων τὴν δεκάτην π. μ. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς πολλάκις κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, ὡς δικηγόρος μάλιστα αὐτὸς, συνέπραξεν εἰς μεταβολὴν τῆς πρωϊνῆς ὥρας, ἡ ὁποία δὲν τῷ συνέφερε. Τότε ἐθεώρει, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἄριστα τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μεταβάλῃ, ἀλλὰ σήμερον, σᾶς λέγει, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι καταρτισθῆ τὰ Τμήματα, ἡ μεταβολὴ αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ συμφώνως πρὸς τὸ 65 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ γείνῃ διὰ κανονιστικῆς διατάξεως, ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ἰσχύοντα, καίπερ ψηφισθέντα παρὰ παρελθούσης Βουλῆς, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι διαρκὴς, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν ἄλλως εἰμὴ διὰ τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι καὶ κατὰ τὸ διάστημα ἀκόμη τῆς ἐξελέξεως τῶν ἐκλογῶν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξασκήσῃ ἅπαντα τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὴν δικαιώματα, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ταύτης ἀνέφερε τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα. Ἄν, κύριοι, ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθὴ, ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς νὰ προβῇ εἰς πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν. Ἂν ἡ Βουλὴ σήμερον δύναται νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ πᾶσαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ ἐγὼ, οὐδὲ ὡς σπουδαίαν ἐθεώρησα τὴν γνώμην ἐκείνην. Ἀγνοῶ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα τῆς ἡμετέρας ἐνεργείας, διότι στηρίζονται πολλάκις εἰς ἐπιτοπίους περιστάσεις ἢ νόμους ἢ ἔθιμα, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτον ὑπόδειγμα πρέπει νὰ λάβωμεν ἐκεῖνα τὰ ἔθνη, παρὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἐλάβομεν δι’ ἁπλῆς σχεδὸν μεταφράσεως τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἀναφέρῃ ἓν παράδειγμα τῶν ἐν Εὐρώπῃ Συνταγματικῶν ἐθνῶν καθιεροῦν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐτόλμησε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηρίξῃ. Ποῦ εἶναι, λέγει, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀπαγορεύουσαι τὸ τοιοῦτον; αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀπαντῶ, εἶναι διατάξεις ἀτελεῖς, διατάξεις θέτουσαι τὰς βάσεις, τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς ἐνεργείας· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν τῶν Συνταγματικῶν ἐθνῶν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων ἐκείνων. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀνατίθησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ λύσῃ τὰς ἀναφυομένας ἀμφισβητήσεις, ἐκ τούτου καὶ μόνου ἐξάγεται λογικῶς, ὅτι οὐδὲν ἕτερον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ, ἐνόσῳ ἡ ἐξέλεγξις δὲν ἀποδείξῃ τίνες εἶναι οἱ βουλευταὶ καὶ τίνες δὲν εἶναι. Ἐπιμένω λοιπὸν φρονῶν, ὅτι οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων της δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Βουλὴ πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ της· τούτου δὲ τεθέντος, εὐχερῶς δύνανται νὰ ἀναιρεθῶσι τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης μου ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐξάγει ἐντεῦθεν ὅτι πᾶσαν στιγμὴν ἀδιακρίτως δύναται νὰ τὸν ψηφίσῃ. Δὲν ἐπρόσεξε, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ τῆς πορείας αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἐθεώρησεν ἑαυτὴν δυναμένην οὐδὲ ὁριστικὸν Κανονισμὸν νὰ ψηφίσῃ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐξελέγξεων, καὶ ἐψήφισε προσωρινὸν τοιοῦτον· μόνον δὲ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπανῆλθε καὶ ἐψήφισεν ὁριστικόν. Εἰς ποίαν λοιπὸν ἐρωτῶ Βουλὴν ἀνέθηκεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῶν ἐξελέγξεων, ἢ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὸν καταρτισμόν της; Καὶ τί διαφορά, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ὑπάρχει μεταξὺ προσωρινοῦ καὶ ὁριστικοῦ, ἐνῷ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται καὶ ὁ ὁριστικὸς νὰ τροποποιηθῇ; Ἀγνοεῖ λοιπὸν ὅτι τοῦ προσωρινοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἰσχὺς παύει, ἅμα παρελθούσης τῆς ἀνάγκης· καὶ οὐδὲν τῶν ἑπομένων Σωμάτων δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ, ἐνῷ ὁ ὁριστικὸς Κανονισμὸς ἰσχύει μέχρι τροποποιήσεως καὶ ὑποχρεοῖ καὶ τὰ ἑπόμενα Σώματα, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέξεων; Ἀνέφερε κατόπιν καὶ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς μετεβλήθη ἡ ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναφερομένη ὥρα τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καίτοι μὴ καταρτισθείσης, καὶ ἤντλησε καὶ ἐκ τῆς σπουδαίας αὐτῆς παρατηρήσεως ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις δύναται νὰ μεταβληθῇ. Πᾶσα μεταβολὴ, κύριοι, τῆς ὥρας γίνεται ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ βουλευταί, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ταχείας συγκροτήσεως τῶν συνεδριάσεων. Καὶ προκειμένου περὶ τοσοῦτον ἐπουσιώδους διατάξεως, μᾶλλον ἱστορικῶς τεθείσης ἐν τῷ Κανονισμῷ, λίαν ἐπαρκὴς πρέπει νὰ θεωρηθῇ πρὸς μεταβολὴν ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, διότι τίς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ὀλίγην ὥραν πρὸ ἢ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων; Εἶναι ἀπρεπὲς προκειμένου περὶ ζητημάτων σπουδαίων νὰ καταφεύγωμεν εἰς τοιαῦτα εὐτελῆ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις — ἐπιχειρήματα. Προσέθεσεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν, ἀρνούμενος τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅμως ὑποβάλλων τροποποίησιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπέτεινα τὴν προσοχήν μου διὰ νὰ ἐννοήσω τί ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ταῦτα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην τίποτε νὰ ἐννοήσω. Ἡ βάσις τῆς ὁμιλίας μου ἦτο, ὅτι μόνον ἐν ἐλείψει Κανονισμοῦ, ἢ ἂν ὁ ὑπάρχων Κανονισμὸς κατέστη ἀνεφάρμοστος, δύναται ἡ Βουλὴ καὶ ἐν τῷ διαστήματι τῶν ἐξελέγξεων νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν προσωρινοῦ Κανονισμοῦ, ἢ τροποποίησιν τοῦ ὑπάρχοντος, ὡς καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 62 καὶ ἡ πρώτη μετ’ αὐτὴν Βουλὴ ἔπραξαν. Ἀναγνωρίσασαι δὲ ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον Κανονισμοῦ μὴ ἐφαρμοζομένου, καὶ ἐπομένως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς προσωρινὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ὑπέβαλον καὶ τρόπον τροποποιήσεως, ἁπλούστατον καὶ ἐπαρκοῦντα εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς παρούσης ἀνάγκης. Διατί εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν καὶ διατί προτείνω πράγματα ἀντιβαίνοντα εἰς τὸ Σύνταγμα; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ διαφωτίσῃ, διότι ἐγὼ τίποτε δὲν ἐνόησα.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν ἤθελε βεβαίως μὲ ἀγάγει ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀνομολογῶ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς διατάξεώς τινος τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· ἑπομένως ὤφειλον καὶ εἰμὶ διατεθειμένος νὰ συμπράξω εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης ψηφοφορῶν τροποποίησιν τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀκαρνανίας, δὲν ἤθελον ἔχει δυσκολίαν καὶ ταύτην ἔτι νὰ ψηφίσω. Ἀλλ’ ἤθελον πάντως προτιμήσει τὴν σύνταξιν τῆς προτάσεως, οἵαν ὑπέβαλεν αὐτὴν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διότι νομίζω ὅτι τὸ κείμενον ἐκείνης ἐπλήρου τὴν ἀνάγκην καὶ μόνον αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶχε τόσην σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν ἤθελε μὲ ἀγάγει ἐπὶ τὸ βῆμα· ἔπρεπεν ὅμως νὰ μὲ ἀγάγῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶχον ἀληθῶς καθῆκον, ἂν καὶ ὁ συνάδελφός μου ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνήρεσε τὴν θεωρίαν ταύτην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀναιρέσω αὐτὴν καὶ ἐγώ, προσθέτων ὀλίγα τινὰ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ φίλου συναδέλφου μου ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἄνευ ἀναιρέσεως θεωρία πλημμελὴς καὶ στρεβλή. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι πλημμελὴς καὶ στρεβλὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπλανήθη ἐκ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ γινομένων, λησμονήσας ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἀγγλίας ἔχει τὴν δύναμιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διαρκῶς συνεδριάζουσα καὶ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων διαχειριζομένη. Καὶ τοσοῦτον ἀπεριόριστος εἶναι ἡ ἐξουσία τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὥστε ὑπάρχει παροιμία πασίγνωστος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὰ πάντα δύναται νὰ κάμῃ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι Πολίτευμα παραπλήσιον· κυβερνώμεθα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις. Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται κατ’ αὐτὸ νὰ μεταβάλῃ τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Βουλὴ μεταβάλλει αὐτὸ, διότι διαχειρίζεται αὐτὴν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν. Τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ γινόμενα νομίζω, ὅτι ἐπλάνησαν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου διὰ νὰ προβῇ εἰς θεωρίαν, τῆς ὁποίας τὰ ἄτοπα αὐτὸς οὗτος ἤθελεν ἀναγνωρίσει. Λυποῦμαι δὲ ὅτι δὲν συνέβη τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ συμβῇ. Ἄν τοῦτο συνέβαινε, νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀντλήσει ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ καὶ καταστείλῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συμβῇ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἢ ἄλλοι βουλευταί, ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀντὶ νὰ φέρωσι προτάσεις ἢ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἤρχοντο ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἀπηύθυναν ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀποστομώσει αὐτοὺς ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν κατηρτίσθη ἔτι καὶ εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ προβῇ ἄλλην πρᾶξιν, καὶ ἤθελε τοῖς εἴπει νὰ ἐπιφυλαχθῶσι νὰ προβάλωσι τὰς ἐπερωτήσεις αὐτῶν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελε καταρτισθῆ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησεν νὰ προσαγάγωσιν αὐτῷ ἀπαγορευτικὰς διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας· εἶπεν, ὅτι, ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο τώρα πρὶν ἢ καταρτισθῇ νὰ ἐξασκήσῃ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ὡς ἐξελεγκτικὴ ἐξουσία, ἤθελε ῥητῶς τὸ Σύνταγμα τὸ ἀναγράψει. Τὸ ἐπιχείρημα δύναται νὰ λέγηται, νομίζω ὅμως οὐχὶ ἐνώπιον πολιτικοῦ σώματος, τοῦ ὁποίου αἱ συζητήσεις πρέπει νὰ ὦσιν ἐμβριθεῖς. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει ἐκείνους, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ κλονισθῶσιν ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἐκείνους, οἵτινες ἐπείσθησαν ἀπὸ αὐτάς, νὰ διέλθωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἵνα ἴδωσι τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν οἱ συντάκται τοῦ Πολιτεύματος διέγραψαν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν αὐτῶν. Ἐκεῖ θέλουσιν εὑρεῖ διατάξεις κανονιζούσας τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μετ’ αὐτὰς θέλουσιν εὑρεῖ ἑτέρας διατάξεις κανονιζούσας τὸν τρόπον, καθ’ ὅν ἐκλέγονται οἱ βουλευταί, μετὰ ταῦτα ἑτέρας ῥυθμιζούσας κατὰ σειρὰν τὰς πρώτας ἐργασίας τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀληθῶς ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ἀπηρίθμησε τὰ διάφορα δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πραγματεύεται περὶ τῶν προσόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσιν εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, εἶτα περὶ ἐκλογῶν καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὅν οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται, καὶ μετὰ ταῦτα κανονίζει ὡς ἄμεσον ἐργασίαν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ μετ’ αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου. Σήμερον λοιπὸν δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς ἕτερα ἔργα πλὴν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ διαγραφόμενα. Πεποιθότως δὲ φρονῶ, καὶ πιστεύω ὅτι τὴν ἐμὴν γνώμην ἔχουσι καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν οὐχὶ μόνον τύπῳ, ἀλλ’ οὐδὲ νόμῳ ἔχει ἄλλην ἐξουσίαν ἢ τὴν ἐργασίαν τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῆς.
§15ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ δυνάμενος ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος δύναται ν’ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος. Ὅταν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ θέλομεν ἐξετάσει τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα· καὶ τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἀποτελεῖ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος, ἀλλ’ ἀπεναντίας περιορισμόν. Ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἐξελέγξεων, συντάσσουσα τὸν Κανονισμὸν, περιορίζει τὴν ἄλλως ἀπεριόριστον ἐξουσίαν αὑτῆς· καὶ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἄτοπον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ χρῆσις τῆς λέξεως πρέπον καταντᾷ εἶδος ἀνευλαβείας πρὸς τὴν οὐσιώδη εὔνοιαν τοῦ Συντάγματος. Προκειμένου περὶ θεμελιωδῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, τὸ «δὲν εἶναι πρέπον», τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεταί τις καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων ὀλίγου λόγου ἀξίων, δὲν ἐκφράζει τὴν ἰδέαν τῆς ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι γενικαὶ, καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ εὕρῃ πλήρη τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν, δὲν θέλει δυνηθῆ ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων νὰ εὑρίσκῃ ῥητοὺς περιορισμούς· καὶ ὡς ἔξοχός τις συνταγματολόγος, ὁ Berriat—Saint-Prin, ἀναφέρει, αἱ πλεῖσται τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καθίστανται περιτταὶ ἀπέναντι τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ ὅτι οὐδεὶς συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἀφίνει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὸ πᾶν· μόνον γενικὰς ἀρχὰς διαγράφει. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τὸ γράμμα τῶν διατάξεών του, διότι ὡς πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν οὐδεμίαν συνήθως ῥητὴν ἀπαγόρευσιν θὰ εὑρίσκωμεν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ σύνολον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Νομίζω δὲ παραβίασιν τῶν καθηκόντων τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τὸ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρὶν καταρτισθῇ, πρὶν συγκροτηθῇ εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς οὐσιαστικὰς ἀποφάσεις, νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, εἰς συζήτησιν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως κλ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑποτεθῇ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ, καθιεροῦνται ἀρχαὶ ἐπικίνδυνοι, διότι δύναται μία Βουλὴ, διατελοῦσα ἔτι ἐν τῇ ἐκκρεμότητι τῶν ἐξελέγξεων, νὰ λύσῃ ζητήματα δι’ ἀριθμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου μετὰ τὰς ἐξελέγξεις δύναται νὰ λείψῃ μέγα μέρος. Ποῖον τότε τὸ ἠθικὸν κῦρος τοῦ ψηφισθέντος τυχὸν νόμου; Ταύτην τὴν παρατήρησιν ἐθεώρησα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς πρὸς τὸ κύριον δὲ θέμα λέγω, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ.
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γενικὴ ἀρχὴ, ἣν ἔθεσεν ὁ προαγορεύσας, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν εἶναι καθῆκον δικαστικόν· ἀνετέθη δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εἰς δικαστήριον. Ἐρωτῶ ποία τῶν ἐκπληρουσῶν δικαστικὰ καθήκοντα Ἀρχῶν, δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν, καθ’ ἣν θὰ δικάσῃ; Ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ τηρήσωσι διαδικασίαν διαγεγραμμένην ἐκ τῶν προτέρων ὑπὸ τοῦ νόμου.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προλαλήσαντος ἀντίκειται εἰς τὴν αἴτησίν του. Ἕκαστον δικαστικὸν Σῶμα δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἐργασίας καὶ ὑπηρεσίας ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ δικαστικὰ σώματα. Οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτὰ νὰ κανονίζωσι τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν των. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἐξελέγξεις δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅτι ὅλη αὐτὴ συζήτησις ἦτο περιττή.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας συγχύζει δύο πράγματα ἐντελῶς διάφορα, τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν δικονομίαν τῶν δικαστηρίων μὲ τοὺς κανονισμοὺς, οὓς συντάσσουσι περὶ δευτερευόντων μέτρων, τὰ ὁποῖα τὰ δικαστήρια λαμβάνουσι διὰ τὴν ἐσωτερικήν των ὑπηρεσίαν, ὡς αἱ ἡμέραι καὶ ὧραι τῶν συνεδριάσεων· ἀλλὰ καὶ οἱ τοιοῦτοι κανονισμοὶ τῶν δικαστηρίων ὑπάγονται εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ Κανονισμὸς ὅμως τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Δικονομία τῆς Βουλῆς.
§19ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Ὁ κ. γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ τὴν τροπολογίαν.
§21ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ πρότερον ἡ ἰδική μου τροπολογία, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς τροπολογίαν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐπιμένομεν.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§24ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 3. Αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν διὰ τοῦ κλήρου εἰς τὰ Τμήματα παρὰ τῶν ὁποίων ἐξελέγχονται. Μετὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐκλογῶν καταρτίζονται τὰ Τμήματα, διανεμομένων εἰς ταῦτα διὰ κλήρου πάντων τῶν βουλευτῶν κατ’ ἀναλογίαν. Ὁσάκις βουλευτὴς κληρωθῇ μέλος Τμήματος, εἰς ὃ ἔλαχεν ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἰδίας ἐκλογῆς, οὗτος δὲν λογίζεται μεταξὺ τῶν συγκροτησόντων τὸ Τμῆμα τοῦτο μελῶν, ὁ δὲ κλῆρος αὐτοῦ τίθεται αὖθις ἐν τῇ κληρωτίδι, ὅπως μετάσχῃ τῆς κληρώσεως πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἄλλων Τμημάτων. Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν Τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων θελήσωσι. Τοῦ δικαιώματος δὲ τούτου δύνανται νὰ κάμωσιν ἐπίσης χρῆσιν καὶ οἱ βουλευταὶ, τὰς ἐκλογὰς τῶν ὁποίων ἀφορῶσιν αἱ γενόμεναι ἐνστάσεις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§26ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 5. Ἐδάφ. γʹ. Ἄν Τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ ἢ χορηγεῖ εἰς τοῦτο ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του διορίαν, ἢ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου Τμήματος, διὰ κλήρου ὁριζομένου, σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Ἄν δὲ ἐν τῷ Τμήματι τούτῳ ὑπάρχωσι μέλη βουλευταὶ, εἰς οὓς ἀφορᾷ ἡ ἐκλογὴ, οὗτοι δὲν μετέχουσι τῶν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης συνεδριάσεων τοῦ Τμήματος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 7. Ἐὰν ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς περιόδου συμπέσῃ νὰ γίνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαὶ, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν Τμημάτων, εἰς ἃ τὸ πρῶτον παρεπέμφθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 αἱ ἐκλογαὶ αὗται.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ ἅπαξ κληρωθὲν Τμῆμα νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικῶς ἔχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ τὴν ἐξέλεγξιν πάσης νέας ἐκλογῆς, ἐνεργηθησομένης κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς Περιόδου.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ μείνῃ ἡ αὐτὴ κλήρωσις ἐπειδὴ οἱ βουλευταὶ θὰ ἦναι διανεμημένοι εἰς ἅπαντα τὰ Τμήματα.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἕτερα Τμήματα μὴ ἔχοντα οὐδένα βουλευτὴν ἐκ τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἕτερα Τμήματα, μὴ ἔχοντα οὐδένα βουλευτὴν ἐκ τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ, ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν. Ὥστε ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν τὰ κατὰ τοῦτο διὰ τρόπου μὴ ἐξαρτωμένου ἐξ ἐνδεχομένων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 7 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐκλογῶν. Ἐνεργεῖται ἡ κλήρωσις τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κκ. Τζάνε καὶ Λούντζη. Ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν κκ. βουλευτῶν ἡ κλήρωσις τῶν βουλευτῶν πρὸς συγκρότησιν τῶν Τμημάτων.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συνέρχηται καθ’ ἑκάστην διὰ νὰ ὁρκίζωνται οἱ προσερχόμενοι βουλευταί, κατὰ τὴν ὥραν δὲ τῆς συνεδριάσεως δύνανται νὰ συνέρχωνται καὶ τὰ Τμήματα. Ὥστε αὔριον δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὴν δεκάτην διὰ τὴν συνέλευσιν τῶν Τμημάτων πρὸς τὰς ἀρχαιρεσίας, καὶ δημοσίαν συνεδρίασιν συνάμα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον τὴν δεκάτην π. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 12 καὶ ½ μ. μ.