1886.05.24
2,066 rows · 16,482 words · 75 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 24 Μαΐου 1886.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀπηυθύνθη τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας ἔχον οὕτω «Τὴν ἐπιψήφισιν νόμου καθιεροῦντος κατὰ Νομοὺς ἐκλογὴν, περιορίζοντος ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ἡ κοινωνία Κεφαλληνίας θεωροῦσα τὴν ἀναγκαιοτέραν καὶ σπουδαιοτέραν μεταῤῥύθμισιν, ἅτε μέλλουσαν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐπικρατοῦσαν προσωπικὴν πολιτικὴν, ν’ ἀνυψώσῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπὴν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐπικράτησιν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, συγχαίρει δι’ ὑμῶν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ὑποβολῇ τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου καὶ ἐκφράζει τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἀνταποκρινόμενοι καὶ εἰς τὰς προσδοκίας τῶν συμπολιτῶν των, θέλουσι προθύμως τὸ ἐπιψηφίσει. Ἐν Ἀργοστολίῳ, τὴν 24 Μαΐου 1886. Νικόλαος Τρωϊανός». (Ἔπονται ὑπὲρ χίλιαι ὑπογραφαὶ ταχυδρομικῶς διαβιβασθησόμεναι).
§2ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τηλεγραφεῖ;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπονται ὑπερχίλιαι ὑπογραφαὶ, αἵτινες θέλουσι καταφθάσει ταχυδρομικῶς.
§4ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀπὸ ποῖον μέρος τῆς Κεφαλληνίας ἀποστέλλεται τὸ τηλεγράφημα;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ Ἀργοστόλιον καὶ λέγει ὁ τηλεγραφῶν ὅτι ἕπονται ὑπερχίλιαι ὑπογραφαί.
§6ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν διασάφησιν, διότι ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον καὶ ἀπὸ τὸ Ῥέθυμνον ἔλαβον ἐκ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου 20,000 φράγκων ὁμολογίας πρὸς 1 φράγκον τὴν μετοχήν, λογιζόμενον τὸ φράγκον πρὸς 1,20. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἐὰν ἐκανόνισεν ἡ Κυβέρνησις τὸ φράγκον πρὸς 1,20, ἢ ἐὰν ἐγένετο τοῦτο ἄνευ κανονισμοῦ. Ἐπλήρωσαν 20,000 φράγκα εἰς χρυσὸν καὶ φαίνεται ὅτι κατελογίσθη πρὸς 1,20 τὸ φράγκον. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω μομφὴν κατὰ τοῦ Προξένου, διότι γινώσκω, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἀπεστάλη ἐπιστολὴ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§8ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Τὶ βλάπτει· συνάδελφός του εἶναι. Δεύτερον παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωστοποιήσῃ ἐὰν τὸ ψήφισμα τῆς 6 Μαΐου, τὸ ὁποῖον οἱ Κρῆτες ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνελεύσει εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Κρήτης ἐποιήσαντο, ἐγένετο συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων τῶν κακεντρεχῶν, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Κρήτης, τὸ ψήφισμα, λέγω, περὶ ἑνώσεως, ἐὰν ἐδόθη εἰς τὸν Πρόξενον Ἕλληνα, καὶ ἂν αὐτὸ διεβιβάσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὶ ἔπραξεν αὕτη. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ φέρω τὰς δεούσας παρατηρήσεις ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§10ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐκαλέσατε καὶ προηγουμένως, κ. Πρόεδρε, ὡς ἔχοντα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σχετικοῦ· διότι χθὲς δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐγένετο λόγος ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Λοιπὸν ὅταν ἔλθῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον.
§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἔλαβον ἐκ Πατρῶν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, τοῦ ὁποίου τὸ ἐμπεριεχόμενον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω καὶ ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει). Εἶναι δημοσιογράφος καὶ δικηγόρος ἐν Πάτραις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ἐπὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν διαταγὴν τοιαύτην ἔδωκεν. Ὁ νόμος περὶ ἀνυποτάκτων ἤδη ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς σφράγισιν καὶ φρονῶ, ὅτι μέχρι τῆς ἑσπέρας θὰ ἦναι ἐκδεδομένος. Ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐπιτρέψασα εἴς τινας νὰ καταταχθῶσι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως δὲν βλάπτει· θέλω ὅμως ἐξετάσει ἐὰν ἐγένετο διάκρισίς τις, ὅπερ ὅμως δὲν πιστεύω, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ.................
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος περὶ ἀνυποτάκτων δὲν ἔχει σημασίαν τοῦτο, διότι ἡ προσθήκη τῶν 22 ἡμερῶν θέλει περιλάβει πάντας τοὺς τῆς κατηγορίας ταύτης.
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχουσι τοιοῦτοι.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ διαταγαὶ ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἴσως δὲν ἔφθασαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες κατετάχθησαν πρῶτον εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ κατόπιν εἰς τὸν τῆς θαλάσσης, οὗτοι δὲ δὲν ἀπολύονται θεωρούμενοι ὡς ἀνυπότακτοι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν θέλει λάβει τὴν περίπτωσιν ὑπ’ ὄψιν, συνεννοούμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐὰν κατετάχθησαν πράγματι οἱ εἰρημένοι εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, θέλει τοὺς ἀπαλλάξει.
§19ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ὡς ἑξῆς: Δὲν ἐσημειώθη ἡ ἡμέρα, ὅταν προσῆλθον καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν δυσκολίαν αὐτήν, ἐδόθησαν δὲ διαταγαὶ ὅπως ἅμα πληροφορεῖται ἡ ὑπηρεσία περὶ τῆς ἡμέρας τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πλεῖστοι ἤδη ἀπελύθησαν καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλομεν περιορισθῆ κατὰ τὸ ἐνεστὼς στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν· ἀλλὰ παρουσιάζεται ἔκτακτός τις ἀνάγκη καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ ψηφίσῃ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον. Γινώσκετε πάντες τὰς δυσκολίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου. Γινώσκετε δὲ ὅτι ἐν Ἀθήναις ὁ κατάλογος τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1884 διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ πέντε ἔτη, μόλις συνετάχθη ἤδη καὶ ἐπρόκειτο νὰ διέλθῃ καὶ τὰ ἄλλα στάδια, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ κατάλογος οὗτος ἀκύρως συνετάχθη, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐξέδοτο ἀπόφασιν περὶ ἀκυρώσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ νέος κατάλογος συνταχθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θέλει ἐπέλθει βραδύτης μεγάλη καὶ τὸ Δημόσιον θέλει βλαφθῆ, διότι θέλει βραδύνει καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Συμφέρει ἄρα νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι διαιρεθῇ ἡ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου ἐπιτροπὴ εἰς τμήματα, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐργασία τῆς παρασκευῆς τοῦ καταλόγου ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ αὑτῆς μετὰ ταχύτητος ἐξυπηρετούσης τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ὅπως ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσιν ὁ κατάλογος συντάσσηται κατὰ τμήματα, κατόπιν δὲ συνερχόμεναι αἱ κατὰ μέρος ἐπιτροπαὶ καταστρώνωσι τὸν γενικὸν πίνακα. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς ἐξυπηρετοῦν σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσος χρόνος παρῆλθε καὶ λόγος δὲν ἐγένετο περὶ ἀποκλεισμοῦ (θόρυβος). Ἁπλῶς θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν, νὰ δώσῃ πληροφορίας (θόρυβος). Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γνωρίζητε καὶ ὅλη ἡ Βουλή, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς καὶ δὲν πρέπει οἱ κ. βουλευταὶ νὰ φωνάζωσιν ἆ! ἆ! Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται σήμερον, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας θετικάς.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν Καλαβρύτων νὰ ὑπομείνῃ ἐπὶ ὀλίγον ἔτι, διότι ἡ ἀπάντησις εἶνε δύσκολος. Ἡ θέσις τοῦ ζητήματος εἶνε τόσον λεπτή, ὥστε πᾶν ὅ,τι λεχθῇ θὰ εἶναι ἐπιβλαβές.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ ἱκανοῦ χρόνου παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργὸν ὅπως φέρῃ, εἰ δυνατὸν, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς πορείας τοῦ πρώτου συντάγματος, πότε ἐγένετο καὶ διατὶ ἔλαβε χώραν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶχον ἐννοήσει τὴν ἐρώτησιν· ἐνόμισα ὅτι ἠρωτήθην πότε ἤθελε φθάσει τὸ σύνταγμα εἰς τὰ σύνορα, καὶ διὰ τοῦτο παρέλιπον νὰ ἀπαντήσω. Ἤδη ἐννοῶ ὅτι ἡ ἐρώτησις εἶναι διάφορος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 25 ἑκατομυρίων.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ διακοπεῖσα, διότι πάντες ἐμελετήσαμεν ὅπως συζητήσωμεν τὸ κύριον θέμα, τὸ περὶ Συντάγματος κτλ. τὸ περὶ δανείου εἶνε δευτερεῦον ζήτημα, ἐπῆλθον δὲ καὶ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσιν ἐπὶ τοῦ δανείου, καὶ διὰ τοῦτο πάντες ἐμελετήσαμεν τὸ κύριον ζήτημα.
§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τούτου νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Ἀττικῆς. Εὐθὺς ὡς εἰσαχθῇ νομοσχέδιον καὶ προσβληθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποκρούσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ παντὸς ἄλλου θέματος πρὶν ἢ τοῦτο συζητηθῇ ἢ περατωθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀντισταθῆ ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἰμὶ πάντοτε ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ἀγάπης καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ δύο μέρη δυνάμεθα νὰ συναντηθῶμεν. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι νομοσχέδια ὅπως κάθε ἄλλο νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι νομοσχέδια συντακτικὰ τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφίσῃ καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία, ἤτοι ἡ Ἀντιπολίτευσις. Δὲν εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι φαινομενικὴν διάρκειαν, ἀλλ’ εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, διὰ νὰ ἔχωσι πραγματικὴν διάρκειαν. Βλέπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει νομοσχέδια φορολογικὰ, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲ ἐρχόμενοι εἰς τὰ πράγματα τ’ ἀκυροῦσι. Τὸ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ συμβῇ ἐπὶ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, ἤτοι νὰ ψηφισθῶσιν ὡς ἐτησίων ἀναγκῶν, ἢ ἐφήμερα, ἢ κομματικὰ, ἀλλὰ καθολικῆς πεποιθήσεως καὶ πάγια. Τί κερδίζομεν, ἐρωτῶ τοὺς ἐπισπεύδοντας, ἐὰν σήμερον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ψηφίσῃ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, καὶ ὅταν ἀνατραπῇ μετὰ καιρὸν, ὅπερ μὴ γένοιτο ἢ ὅπερ γένοιτο, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, τί δύναται νὰ μᾶς δώσῃ ἀφορμὴν νὰ προτείνωμεν ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θὰ τὰ ἀνατρέψῃ ἡ πλειοψηφία; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς ἐπιτροπὰς, νὰ ἐξετασθῶσι, νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν καὶ ὁμοθυμαδὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ψηφίσῃ καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ τὸ φαινόμενον ὅ,τι ἡ μία Βουλὴ ψηφίζει ἡ ἄλλη Βουλὴ τὸ ἀκυρώνει. Τί πειράζει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ γίνῃ ἓν ἔργον γενικὸν καὶ οὐχὶ κομματικόν;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ προτείνητε μεταβολὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε καλῶς ἔχει, διότι ἡ Βουλὴ ἠκολούθησεν αὐτὴν τὴν τακτικήν.
§30ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε διέκοψε συζήτησιν ἀρξαμένην. Μὴ λησμονήσητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν συζήτησιν προκαταρκτικὴν περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ἥτις συζήτησις προτάσσεται τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ λογικὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἡ ἀρξαμένη. Ἄλλως τε ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ συνήθως γιγνόμενα δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου καὶ δὲν ἐμελετήσαμεν, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου εἶνε σπουδαιοτάτη, διότι τὸ ζήτημα περὶ δανείου διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶνε πολὺ ἀνώτερον παντὸς ἄλλου, διότι ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, καθόσον ἐπίκειται ἡ χρεωκοπία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ἐκ συναρπαγῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ διαφωνήσω, χωρὶς νὰ ὑποστηρίξω νὰ προταχθῇ ἡ μία συζήτησις ἢ ἡ ἄλλη. Ὑποθέτω, ὅτι ἤρχισεν ἡ συζήτησις διὰ νὰ προταχθῇ ἡ παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη προτείνεται, οὕτως εἰπεῖν, δι’ ἐπερωτήσεων. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Προέδρου εἶνε ἡ κανονικωτέρα, μολονότι δὲν φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη γνώμη δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ συζητήσω εὐρέως, διότι πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως καὶ τῶν βαρῶν τῆς Ἑλλάδος· πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκ συναρπαγῆς δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω καθῆκον νὰ συζητήσω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ δοθῇ ἓν ἀντίτυπον τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δὲν ἐμελέτησα· εἶδον δὲ σήμερον καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις λέγει, ὅτι σήμερον θέλει ἐξακολουθήσει ἡ συζήτησις ἡ διακοπεῖσα.
§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρουσιάσω τὴν τροπολογίαν, περὶ ἧς ἔκαμον λόγον. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν παρουσιάζω, ἀποβλέπει ἰδίως εἰς τὴν ἰδέαν, περὶ ἧς προεῖπον· ἐκτὸς δὲ τούτου ἀποβλέπει καὶ εἰς δύο ἄλλους ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλείψωμεν.
§34ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατε τὴν τροπολογίαν.
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία· (ἀναγινώσκει).
§36ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν νὰ συζητηθῇ διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν τροπολογίαν.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λόγῳ ὑποβολῆς τροπολογίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἕως οὗ αὕτη τυπωθῇ, διότι αὔριον ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ τις ἄλλην τροπολογίαν καὶ μεθαύριον ἄλλος ἄλλην, οὕτω δὲ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν μεταβαίνοντες νὰ μὴ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ συζητήσωμεν. Ἡ τροπολογία ὑπεβλήθη καὶ ἀνεγνώσθη καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ· ἄλλως, δὲν περιέχει τροποποίησιν ἄλλην, εἰμὴ ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων. Τἄλλα πάντα παραχωρεῖ ὅσα καὶ τὸ νομοσχέδιον, παραχωρεῖ δὲ καί τι πλέον ὡς πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦδε. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέπεται ἡ ἐνεχυρίασις τῶν γραμματίων, ἡ δὲ διάθεσις αὐτῶν μόνον ἐὰν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διορίας δὲν ἤθελεν ἀποτιθῆ τὸ δάνειον. Ἤδη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ ἐπιτρέπεται ὅπως διατεθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν. Ἄρα ἡ μόνη ἐν τῇ τροπολογίᾳ συζητητέα ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρότασις εἶνε ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων. Ὁ κ. βουλευτὴς θεωρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ νόμου ἡ παραχώρησις τῆς διαχειρίσεως πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ δανείου, ἡ δὲ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια αὕτη, διότι ἄνευ τῆς ἀδείας νομίζει, ὅτι εἶνε δύσκολον νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, ἴσως δὲ καὶ βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Τοῦτο εἶνε τὸ ζήτημα· ἡ τύπωσις τῆς τροπολογίας κατ’ οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει πρὸς διαφώτισιν τοῦ θέματος τούτου.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὰς σοβαρωτάτας συνεπείας διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ πάλιν μετὰ τὴν τριετῆ ἐκείνην δοκιμασίαν, ἤθελεν ἀπέχει τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀτυχῶς ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι πρέπον πάλιν νὰ ἀναλάβῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Φοβοῦμαι δὲ ὅτι θὰ ὑποπέσῃ πάλιν εἰς τὰ αὐτὰ οἰκονομικὰ σφάλματα, δι’ ἃ κυρίως κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει πολλὰ προσόντα, ἀλλ’ ἀτυχῶς εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἐξ ἀτυχίας, εἰ μὴ προνοίας, πάντοτε ὑφίσταται συμφορὰς καὶ αὐτὸς πολιτικὰς καὶ τὸ Κράτος ὑλικάς. Ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ὡμολόγησεν ὅτι ἔχει ἤδη διαθέσιμα εἰς τὸ ταμεῖον, εἴτε τὸ δημόσιον εἴτε τὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, 38,000,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς τῶν 38,000,000 ἔχει καὶ ἄλλας εὐκολίας ἐκ τῶν νόμων, ὅπως πορισθῇ χρήματα, διότι νομίζει ὅτι πλεονάζουσι παρ’ αὐτῷ ἔντοκα γραμμάτια ἴσως πλέον τῶν 8,000,000. Ἐκτὸς τῶν χρημάτων τούτων ζητεῖ σήμερον νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν νὰ συμβληθῇ καὶ λάβῃ δάνειον 25,000,000 εἰς χρυσὸν, συγχρόνως δὲ καὶ κυρίως νὰ συμβιβασθῇ οὕτως εἰπεῖν μετὰ τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὅσοι, κύριοι, εἶσθε μέλη τῆς παρελθούσης Βουλῆς, θὰ ἐνθυμεῖσθε μετὰ ποίου ἀγῶνος τότε προσεπαθοῦμεν νὰ πείσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν νῦν καὶ τότε, ὅπως ἀποφύγῃ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων· τῷ ἐλέγομεν τότε — καὶ ἂν ἐνθυμεῖσθε, ἦτο ἡ ὥρα μεσονύκτιον ὅταν ἐψηφίσθη τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο δάνειον — ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο θὰ ὑπάρξῃ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐγένετο, δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ πραγματικῶς, καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως ἐπιδιώκετο, θὰ ἦναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, οἱ δὲ ὅροι τοῦ δανείου ἐκείνου, ἐλέγομεν, εἶναι τόσον βαρεῖς καὶ καταθλιπτικοὶ, πρὸ πάντων δὲ οἱ ὅροι τῶν προκαταβολῶν, ὥστε ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἦναι ἐπιβλητικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ χρεωκοπία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι παραδίδομεν διὰ νόμου εἰς χεῖρας ὁμάδος τινὸς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐνέχυρον. Τότε ἡ πλειοψηφία δὲν μᾶς ἤκουε, τότε ἡ πλειοψηφία ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ μόνοι βεβαίως ἀντελήφθητε πάντες τὰς οἰκονομικὰς καταστροφὰς, αἵτινες ἐπῆλθον συνεπείᾳ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, συνεπείᾳ τῆς ἀκαίρου καὶ ἀμέσου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγένετο, κύριοι, ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐκείνου, γνωρίζετε δὲ ὅτι ἀτυχῶς ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, ὄχι μόνον διότι ἐνταῦθα ξένοι διπλωμάται κατὰ καθῆκον ἴδιον ἐξέθετον τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ διότι ἦτο τοιουτοτρόπως συντεταγμένη ἡ σύμβασις περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ τοιουτοτρόπως ἐξετελέσθη, ὥστε οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο εἰμὴ πλουσία παροχὴ πολλῶν ἑκατομμυρίων εἰς ἀμοιβὰς καὶ προμηθείας διὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς δὲν κατέβαλον οἱ κύριοι οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ δάνειον. Καὶ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἥτις προεκηρύχθη εἰς Παρισίους καὶ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, θὰ μάθητε μετ’ ἐκπλήξεως ἤδη, ὅτι δὲν ἐμερίμνησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως προτιμηθῇ τὸ μέρος τοῦ δανείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν ἐκτεθειμένον, ἀλλ’ εἴδατε δημοσίαν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου ἐκτεθειμένην εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς καὶ εἴδατε τὸ δάνειον ἐκεῖνο καλυπτόμενον μόνον κατὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον λάβει αἱ ὁμάδες, καθὼς λέγουν, ferme, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἔμεινεν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε δώσει τὰς μετοχὰς ὡς ἐνέχυρον ἀντὶ 250 δραχμῶν ἑκάστην, δηλ. ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας αὐτῶν. Συνεπείᾳ τῆς ἀτυχίας ἐκείνης ἔμεινον εἰς χεῖρας τῶν ἀναλαβόντων τότε τὸ δάνειον πολλαὶ χιλιάδες μετοχῶν τῶν 170 ἑκατομμυρίων· αἱ μετοχαὶ αὗται, ὡς σᾶς εἶπον, ἐλήφθησαν ὡς ἐνέχυρον ἀντὶ 250 δραχμῶν ἑκάστη, ἤτοι μὲ περιθώριον μέγα· διότι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ἦτο 342 φράγκα περίπου. Κατόπιν ἡ Κυβέρνησις διέπραξε καὶ ἄλλα δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὅταν δὲ τοῦ ἐζήτησα πληροφορίας ἐσχάτως, πόσας μετοχὰς χρεωγράφων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. ἔχει εἰς διάθεσιν ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις, εἴδατε ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σχεδὸν οὐδὲν χρεώγραφον ἔχει ἐκ τῶν 170 ἑκατομ. διαθέσιμον. Τὰ χρεώγραφα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες συνηλλάγησαν τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε, κύριοι, εἶπον, τὴν νύκτα ἐκείνην, ὅτι λυποῦμαι ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν κερδοσκοπικὴν ἐκείνην ἐπιχείρησιν καὶ ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ὅπως δήποτε θεωρεῖται ἐθνικόν. Ἐζητήθη ἡ σύμπραξις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἀνεμίχθη, φρονίμως ποιοῦσα, εἰς τοιαῦτα κερδοσκοπικὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἀνεμίχθη ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἥτις εἶναι τμηματικῶς ἐθνικὴ, σήμερον δὲ πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ ἐπικινδύνου ἐγχειρήματος, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Ἂν ἤκουε τὴν παρότρυνσιν, ἥτις τῇ ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, δὲν θὰ ἐλάμβανε μέρος, ὡς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θὰ ἔμενον ἐκεῖνοι, οἵτινες συνήθως κερδοσκοποῦσιν εἰς τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς ἐγένοντο κατ’ ἀντιγραφὴν τῶν Τουρκικῶν δανείων. Οἱ διάφοροι κάτοχοι τῶν χρεωγράφων αὐτῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ Τράπεζα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, Χρηστάκης ἐφέντης, Ζωγράφος, τὸ Comptoir d’ escompte, τὸ Crédit Lyonnais καὶ διάφορα ἄλλα πρόσωπα. Τὰ πρόσωπα ταῦτα προσεπάθησαν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς ἐμάθομεν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, νὰ ἀνταλλάξωσι τοὺς τίτλους τῶν δανείων τῶν 170 ἑκατομμυρίων διὰ τίτλων τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Γνωρίζετε δὲ ποία εἶναι ἡ διαφορά; μεγίστη. Οἱ τίτλοι τῶν 170 ἑκατομμυρίων δὲν ἔχουσιν ὡς ἐγγύησιν διαχείρισίν τινα προσόδων τοῦ Κράτους· ἡ μόνη ἀσφάλεια αὐτῶν εἶνε ἡ ἀνθηρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς γνώμης μου ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἶχεν ὡς ἐγγύησιν ῥητὴν παροχὴν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων κτλ. Ἐὰν λοιπὸν ἐξεδίδετο τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων, βεβαίως τὰ χρεώγραφα τῶν 170 ἑκατομμυρίων θὰ ἦσαν εἰς μεγάλην ἔκπτωσιν ἀπέναντι τῶν χρεωγράφων τῶν 100 ἑκατομ. Ἐγένοντο, ὡς ἤκουσα—δὲν ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας— ἐγένοντο προτάσεις περὶ δανείου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρώην, καὶ ἡ ἐφημερὶς «Παλιγγενεσία», ἥτις εἶναι ἀρχαία καὶ σοβαρὰ ἐφημερίς, ἀνήκουσα εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ῥητῶς κατήγγειλε τότε τοὺς ἀπαισίους ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐζήτουν δῆθεν νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν Δηλιγιάννη δάνειον μεταλλικὸν 20 ἑκατομ., ἀλλὰ μὲ τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν λοιπῶν μονοπωλείων, καὶ τὸν συμβιβασμὸν ἢ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. μὲ χρεώγραφα τοῦ δανείου τῶν 100. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν συνήνεσεν, ἐφάνη ἄκαμπτος φαίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κυρίων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο δάνειον, ὅπως ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὀρθῶς ἡ «Παλιγγενεσία», δὲν ἐγένετο· σήμερον βλέπομεν ὅλους τοὺς ὅρους ἐκείνους τοὺς εὐεργετικούς, τοὺς ὁποίους παρέσχεν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ δανείου 100 ἑκατομ. χάριν τῶν ἐκτάκτων μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅτι αἱ παροχαὶ ἐκείνων ἐπιτρέπεται νὰ δοθῶσιν ἀντὶ δανείου 25 ἑκατομ. εἰς χρυσόν, καὶ τὸ περίσσευμα ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν μετοχῶν τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν δὲ αἱ παροχαί, αἱ διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων νομοθετηθεῖσαι, προστίθεται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ καὶ ἡ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου πρόσοδος. Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ κύριοι οὗτοι, οἵτινες ἐπ’ ἐσχάτων εἴδατε ὅτι ἐξηυτέλισαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐμπορεύθησαν τὴν τιμὴν αὐτῆς, καὶ ἠπείλησαν ὅτι θέλουσιν ἐκποιήσει εἰς τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης τὰ χρεώγραφα τῶν 170,000,000, ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ μέγα συμφέρον αὐτῶν. Τί συμφέρον ἔχει τὸ Κράτος σήμερον; οὐδὲν χρεώγραφον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἔχει εἰς χεῖράς του· ὅλα τὰ χρεώγραφα αὐτὰ εἶναι εἰς χεῖρας αὐτῶν τῶν κυρίων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἐκθέσωσι τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Εὐρώπη ἀπέκλειε βαρβάρως τὴν δυστυχῆ πατρίδα μας κατὰ θάλασσαν καὶ ὁ Ὀθωμανὸς ἐπέπιπτε λάβρως διὰ μυριάδων ἀνδρῶν κατὰ ξηρὰν ὅπως τὴν καταστρέψῃ. Εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς θεραπείας τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν; Κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν εἶναι ποσῶς. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεπτύχθη. Τότε νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπετέθη κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διότι ἐξηυτέλισε τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἐνδοῦσα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν ἐν ἐκτάσει τὰ λαβόντα χώραν. Κάτοχοι τῶν χρεωγράφων τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐζήτουν, διὰ νὰ ἀνανεώσωσι τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον δάνειον αὐτῶν, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχον ἐνέχυρον μετοχὰς τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀξίας πολὺ μεγαλειτέρας τοῦ πραγματικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον παρέσχον, ἐζήτουν καὶ περιθώριον ἐκτὸς τῶν τόκων καὶ ἐπιτοκίων· ἡ Κυβέρνησις δὲν συνήνεσεν, ἐγὼ μάλιστα ἐφρόνουν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἐξευτελιστικοῦ δι’ ἓν Κράτος τούτου μέσου ἀσφαλείας τῶν δανειστῶν, τοῦ αἰτουμένου περιθωρίου—διότι δὲν ὑπάρχει ἐξευτελιστικώτερον, ἀτιμώτερον, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ τὸν δανειζόμενον παρὰ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μέσον τοῦ λεγομένου περιθωρίου—τότε ἡ γνώμη μου ἦτον, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποστῇ τὴν ἀτίμωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτουν νὰ ἐπιβάλωσιν οἱ κύριοι οὗτοι· εἶπον μάλιστα τότε, καὶ εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει σήμερον οὐδεμίαν ἀπέναντι αὐτῶν ὑποχρέωσιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κύριοι ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἔχουσιν, εἶναι νὰ διατηρηθῶσιν αἱ μετοχαὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς καλὰς τιμάς· διότι, ἂν δὲν διατηρηθῶσιν εἰς τὰς τιμὰς ἐκείνας, ἀντὶ τῶν ὁποίων ἔλαβον ταύτας, τότε αὐτοὶ θὰ ἀπολέσωσι μέγα ποσὸν χρημάτων καὶ δὲν συμφέρει εἰς αὐτοὺς ἡ τοιαύτη ἀπώλεια. Ἑπομένως αὐτοὶ ἔχουν συμφέρον νὰ ζητήσουν παρὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀνανέωσιν ταύτην, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον ἐν ἀξιοπρεπείᾳ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ. Θέλετε νὰ πεισθῆτε περὶ τῶν λόγων μου; ἀποβλέψατε εἰς τὰ ἔργα. Ἠπείλησαν τότε τὴν πρώην Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν προβῇ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ δανείου ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν χρεωγράφων τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οἱ κύριοι θέλουσι προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν ἐν πλειστηριασμῷ εἰς τὰς δημοσίας ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Προέβησαν εἰς ἐκποίησιν; ὄχι. Διατί δὲν προέβησαν; Ἐκ πατριωτισμοῦ; Πιστεύω νὰ γνωρίζητε, ὅ,τι καὶ ὁ κ. Συγγρὸς μᾶς εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι τὸ χρῆμα πατρίδα δὲν ἔχει, οὔτε πατριωτισμόν. Δὲν προέβησαν ἐκ συμφέροντος· διότι, ἂν ἐξετίθεντο εἰς πλειστηριασμὸν τὰ χρεώγραφα τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔπιπτον εἰς μικρὰς τιμὰς, αὐτοὶ δὲ ἔχουσι σήμερον χιλιάδας τοιούτων χρεωγράφων καὶ δὲν συμφέρει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκπέσωσι ταῦτα εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Αὐτὴ εἶναι ἡ μυστηριώδης ἀλήθεια. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ὑπάρχουν εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἀφοῦ οἱ κύριοι οὗτοι ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς κατ’ ἐξαίρεσιν τὰ ὀλίγα μέσα, δι’ ὧν δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικά της. Δύναται νὰ διαπράξῃ δάνειον ὁποιονδήποτε καὶ ὁσονδήποτε θέλει, ἀλλὰ εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχεν ἤδη ὑποβάλει, διότι εἶχε χρόνον ἀρκετὸν νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τοὺς κατόχους τῶν χρεωγράφων· πρέπει νὰ ἦναι ἀπηνὴς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον εὑρισκομένης. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ μὴ δώσῃ εἰς αὐτοὺς μονοπώλεια καὶ διαχειρίσεις καὶ ἑκατομμύρια εἰς ἀμοιβὴν, ἀλλὰ νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν των, δηλαδὴ εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν πρὸς τοὺς κατόχους χρεωγράφων τῶν ἄλλων ἐθνικῶν μας δανείων, τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τῶν 120 ἑκατομμυρίων κλπ.
§39ΣΥΓΓΡΟΣ. Τίνι τρόπῳ; Πῶς ἄλλως θὰ ὑπηρετηθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος;
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ διευθυντὴς τῆς Τραπέζης...
§41ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶμαι διευθυντὴς οὐδεμιᾶς Τραπέζης.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶσθε πρόεδρος τοῦ συμβουλίου τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
§43ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἶμαι βουλευτής· τί σᾶς ἐνδιαφέρει ἂν εἶμαι πρόεδρος;
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά. Εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς ἀκροωμένους ἡμῶν βουλευτὰς εἶναι χρήσιμον τοῦτο. Ἐὰν ἦσθε ἐνταῦθα τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, θὰ ἠκούετε καὶ θὰ ἐπείθεσθε ἴσως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ δανείου ἐκείνου ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, διότι εἶναι ἐν μέρει ἐθνικὸν κατάστημα, καὶ δὲν ἤθελον νὰ περιπλέκηται εἰς τοιαύτας κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Βεβαίως, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν αἱ περιστάσεις δὲν ἠκολούθουν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς ἠκολούθησαν, θὰ εἶχον πάμπολλα κέρδη· ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, ἑπομένως τὰ χρεώγραφα τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐξέπεσαν καὶ πρό τινος νομίζω εὑρίσκοντο εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῇ τὸ ποσὸν τῶν 250 δραχμῶν νὰ καλύπτῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἔδωσαν ἐκ προκαταβολῆς. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησαν περιθώριον, ὡς εἶπον προηγουμένως, καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον ζητοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξασφαλισθῶσι. Βεβαίως ἔχουσι δίκαιον· δὲν κατακρίνω τινὰ διότι προβαίνει εἰς μέτρα καὶ αἰτήσεις συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· ἀπεναντίας, ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι λίαν εὐφυεῖς τραπεζῖται καὶ γνωρίζουσι τὰ συμφέροντα τῶν Τραπεζῶν καὶ ἑαυτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουσιν. Ἐγὼ καθῆκον μόνον ἔχω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος· δι’ αὐτὸν μόνον ἐνδιαφέρομαι καὶ διὰ τὸ δημόσιον χρῆμα τοῦ τόπου, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς αὐτόν: μὴ παρέχης παροχὰς τοιαύτας, τὰς ὁποίας ἀναγράφεις ἐν τοιούτῳ νομοσχεδίῳ, ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, διότι ἔχεις ἄλλας ἀνάγκας μεγάλας καὶ ἐπειγούσας· δὸς εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τι πλέον. Δὲν ἀπαιτεῖ δὲ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, κύριε Συγγρὲ, νὰ σᾶς παράσχῃ τὰ μονοπώλεια καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ σιγαροχάρτου κλπ. Δὲν ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος νὰ σᾶς παράσχῃ ὡς ἐγγύησιν 25,000,000 ἐντόκων γραμματίων, νὰ σᾶς παράσχῃ ὡς ἐνήμερον τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ 25,000,000 γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχητε εἰς τὰ ταμεῖά σας κεκλεισμένα καὶ κυκλοφορήσητε ἐν καιρῷ.
§45Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ νὰ δώσωμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠρνήθημεν εὐτυχῶς εἰς οὐδένα δανειστήν μας. Ἄλλο χρήματα, καὶ ἄλλο διαχείρισις μονοπωλείων καὶ λοιπά.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοιαῦται παροχαὶ δὲν πρέπει νὰ δοθῶσιν·
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, κ. βουλευτὰ, νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Σύρου;
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§49Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Σύρου κ. Συγγρὸν, διότι τὸ μάθημα τιμῆς, τὸ ὁποῖον ἐδόθη σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἦτο περιττὸν νὰ διδάξῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου βουλευτὴς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος περὶ τοῦ τί εἶναι τιμή, ἡ τιμὴ τῶν δανειζομένων καὶ μάλιστα τῶν δανειζομένων Κρατῶν. Ὅταν μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος νὰ μὲ ὑποδείξωσιν, ἵνα κληθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγνώριζον τότε ἐγὼ τί ἔπρεπε νὰ πράξω διὰ νὰ διατηρήσω τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, φαινόμενος ἀκριβὴς εἰς τὰ δάνεια τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠνέῳξε κατάλογον εἰσφορῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ ἐζήτει τὸν ὀβολὸν παντὸς Ἕλληνος διὰ τοῦ προκηρυχθέντος πατριωτικοῦ δανείου, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Ἕλληνας νὰ λέγωσιν εἰς τὴν πατρίδα των: «Δὲν σὲ ἐμπιστευόμεθα· δὸς ἡμῖν περιθώριον». Διὰ τοῦτο ὅταν οἱ κύριοι—δὲν ἦτο μεταξὺ αὐτῶν ὁ κ. Συγγρὸς, ἀλλ’ ἄλλοι—προσῆλθον ζητοῦντες περιθώριον, εἰς ἀπάντησιν δ’ ἤκουσαν τῆς ἀρνήσεως ἐμοῦ νὰ δώσω αὐτοῖς τοιοῦτον, τότε αὐτοὶ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ προβῶσιν εἰς πλειστηριασμὸν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα κατεῖχον ὡς ἐνέχυρον. Ὑπέλαβον οὗτοι ὅτι ἠδύναντο νὰ μὲ ἀπειλήσωσιν, ἐκδηλοῦντές μοι ὅτι θέλουσι προβῆ εἰς τὸν ἐκπλειστηριασμὸν τῶν ὑπὸ ἐνέχυρον ἐθνικῶν χρεωγράφων, ἠγνόουν δὲ ὅτι ἐγὼ ἐγνώριζον ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν δὲν προέβησαν εἰς τὸν ἐκπλειστηριασμὸν τῶν ἐνεχύρων, δὲν προέβησαν μὲν διὰ νὰ ἀποφύγωσι ζημίας, ἀλλὰ προσέτι καὶ διότι ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν εἶχον ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ τὸ πράξωσι.
§50Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶχον παντελῶς σκοπὸν νὰ ὑπαινιχθῶ οὐδὲ ὑπηνίχθην τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ λυποῦμαι πολὺ ἐὰν κακῶς ἐξεφράσθην. Ἐγὼ ἀπεκρίθην εἰς τὸν κ. ἀγορεύοντα, προκειμένου περὶ τοῦ ἐν τῷ μέλλοντι ποιησίμου καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ παρελθόντος· εἶπεν ὁ ἀγορεύων ὅτι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τίποτε περισσότερον, εἰς τοῦτο δὲ τῷ ἀπεκρίθην, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ δώσωμεν τὰ χρήματα, ἃ χρεωστοῦμεν, διότι χρήματα ἐλάβομεν δόσαντες ὁμολογίας εἰς ἐνέχυρον. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν κακῶς ἐξεφράσθην, λυποῦμαι πολὺ, ἀλλὰ δὲν ἐνόουν παντελῶς νὰ ὑπαινιχθῶ τὴν προλαβοῦσαν Κυβέρνησιν.
§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζομεν ὅτι θέλετε χρήματα, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἔχῃ καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχῃ, θὰ σᾶς δίδῃ, τοῦθ’ ὅπερ πράττει τακτικῶς ἐξ ἴσου πρὸς πάντας· ἐὰν δὲν ἔχῃ, δὲν θὰ σᾶς δώσῃ. Δὲν φρονοῦμεν ὅμως ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν ὑμᾶς προνομιούχους. Ἐνόμιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀπεστόμωσε χθὲς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλλίας, ὅστις μόλις ἤρχισεν ἡ συζήτησις αὕτη ὀλίγα μόνον εἶπεν, ὑπεσχέθη ὅμως ὅτι διὰ μακρῶν θὰ συζητήσῃ σήμερον· ἀνέμενον δὲ ὅπως λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξῃ ἐν ἐκτάσει τὰς εὐλόγους κατὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀντιῤῥήσεις του, ἡ σημερινὴ δὲ σιωπή του μὲ λυπεῖ. Ἐνόμιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀπεστόμωσε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλλίας, εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅτι πρόκειται νὰ λάβῃ τὸ δάνειον εἰς χρυσὸν, ἑπομένως ἔχει τὸ μέγιστον ἐπιχείρημα ὅτι δὲν θὰ ὑψωθῇ τὸ συνάλλαγμα ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν. Πρῶτον, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐκ προηγουμένης πείρας γινώσκω, εἶναι ὅτι, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς διάπραξιν δανείου μεταλλικοῦ μὲ ὁμάδας γνωστὰς, αἵτινες συνήθως διεπραγματεύθησαν τὰ δάνεια ταῦτα, πάντοτε τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐν τῇ συμβάσει, ἐλήφθη ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀγορῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, ἄλλοτε ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη εἶχε διαπράξει τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικὸν, νομίζω δὲ ὅτι τὸ εἶχε διαπράξει μετὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ οὐδεὶς πιστεύω θὰ τολμήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ βεβαιωθῇ τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ εἰσπραχθῇ τὸ μεταλλικὸν, ὁ χρυσὸς, συναλλάγματα μεγάλων ποσῶν ἠγοράζοντο ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὁμάδα ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὰ ἐργαστήρια τοῦ Λαυρίου καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων τραπεζικῶν καταστημάτων τῶν Ἀθηνῶν, τῶν Πατρῶν καὶ ἄλλων πόλεων. Τὰ συναλλάγματα δὲ ταῦτα ἐδόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς χρυσός. Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ ἢ μεγίστη πραγματικὴ καταδίκη τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ζητεῖ δάνειον ἐξ 25,000,000 ὅπως μὴ ἐκπέσῃ τὸ συνάλλαγμα τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον σήμερον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ συναλλάγματος; Διότι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἔχει σήμερον χρήματα διαθέσιμα 38,000,000, ἀλλὰ φοβεῖται τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀληθές. Ποίαν μᾶς παρέχει ἐγγύησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐὰν τὸ δάνειον τὸ ἀναλάβωσιν οἱ γνωστοὶ ἑταῖροι ἢ τ’ αὐτὰ τραπεζικὰ καταστήματα, δὲν θὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν καὶ ἄλλοτε; Τότε ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ συνάλλαγμα; Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ εἰλικρινῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῶν χρημάτων αὐτῶν διότι δὲν ἔχει ἀπόφασιν νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας, θέλει χρήματα νὰ διαθέτῃ ἄνευ στενοχωρίας καὶ δι’ αὐτὸ φυλάττει τὰ 38 αὐτὰ ἑκατομμύρια· διότι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ καλλιτέρα ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ εὕρῃ εὐθηνὸν συνάλλαγμα, διότι, ἐπερχομένης τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἅπαντες οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν καὶ ἄλλων πόλεων ἔχουσι συνάλλαγμα διαθέσιμον. Ἐγὼ αὐτὸς ἤκουσα τὸν κ. Συγγρὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικὸς εἰς τὰ τοιαῦτα, νὰ θαυμάζῃ πῶς τοιοῦτος πλοῦτος ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ λέγῃ ὅτι, ἐνῷ ζητεῖ 2,000 λιρῶν, βλέπει προσφερομένας εἰς αὐτὸν πολλὰς χιλιάδας. Σήμερον εἶναι ἡ ἐποχὴ κατάλληλος καὶ δύνασθε νὰ εὕρητε ὅσον θέλετε συνάλλαγμα, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ διαθέσητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔχετε, διότι θέλετε νὰ διαθέσητε αὐτὰ ἄλλως. Ἄλλοτε εἴχατε, οὕτως εἰπεῖν, τὴν μανίαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐγνωρίζετε ὁπόσον μέγα κακὸν εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι εἶναι φορολογία τοῦ δυστυχοῦς πολίτου ἑκάστου καὶ τοῦ πενεστέρου κατὰ 15, 20 ἢ 25%. Ἄλλοτε εἶχε τὴν μανίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἄρῃ ὅσον τάχιον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐνῷ σήμερον ἐπερίμενον, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων μέτρων ἤθελεν εἶσθαι ἡ μέριμνα περὶ ἄρσεως βαθμιαίας καὶ κανονικῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπεναντίας μᾶς φέρει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρύνει καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἐκτὸς τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἐν κυκλοφορίᾳ πολλῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλων Τραπεζῶν προσθέτει καὶ ἕτερα 25,000,000. Ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν μὲ τοιαύτην κυκλοφορίαν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ! Τὰ ἀποτελέσματα θὰ τὰ αἰσθανθῆτε καὶ σεῖς, κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ἡ Βασιλεία, διότι τὰ αἰσθάνεται ἤδη ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις πάσχει τὰ πάνδεινα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι πρῶτον ν’ ἀποφύγῃ πάντας τοὺς ἀτιμωτικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοὺς ὁποίους μάλιστα δὲν ἔπρεπεν αὐτοβούλως, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀναγράψῃ ἐν νομοσχεδίῳ, ὑποδεικνύουσα οὕτω πως τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσιν οἱ συμβληθησόμενοι μετὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποβλέψῃ πρὸ πάντων εἰς τὰ μόνιμα καὶ διαρκῆ ἐκεῖνα μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ καὶ ἰσοζύγιον πραγματικὸν νὰ φέρῃ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ ἄρῃ βαθμιαίως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐνέργεια ἀμέσου καὶ ὁλοκληρωτικῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι συμφέρουσα, μέριμνα ὅμως νομοθετικὴ περὶ βαθμιαίας ἄρσεως εἶναι σωτηρία, διότι θὰ ἰδῆτε ὅτι ἀμέσως τὸ συνάλλαγμα θὰ καταπέσῃ εἰς μέγαν βαθμὸν καὶ οὕτω τὸ ἐμπόριον θὰ ἀνακουφισθῇ καὶ ἐν γένει οἱ πολῖται θὰ παύσωσι νὰ πληρώνωσι τόσον βαρὺν φόρον δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα τῆς καταναλώσεως καὶ αὐτὰ τῆς πρωτίστης ἀνάγκης. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη τὴν μεγάλην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλει ἀφ’ ἑαυτῆς ἀναβάλει τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ θέλει φέρει εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν ὡρισμένην, πρῶτον μὲν μετὰ τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ δεύτερον μετὰ τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ἥτις θὰ παράσχῃ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 εἰς χρυσόν. Ἐὰν ὅμως δὲν φέρῃ τὴν σύμβασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναλαμβάνει μεγάλην εὐθύνην, πολὺ μεγάλην ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν οἱ ὅροι τῶν συμβάσεων τούτων ἀποδειχθῶσιν, οἵους προοιωνίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§52Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἃς θεωρῶ ἀναγκαίας μετὰ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀγορεύσεις. Κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶνε σχεδὸν περιττὴ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς γενικὸν κανονισμὸν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς προσωρινὴν θεραπείαν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν. Ἐξ ὅλων τῶν ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἢ ἀνέγνωσα, ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε νὰ εἶμαι παρὼν, σοβαρωτέραν εὗρον τὴν τοῦ πεπειραμένου φίλου μου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας. Κατὰ τὸν εἰρημένον κύριον, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ πόρους πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων διαθεσίμων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως σέβομαι καὶ τιμῶ, νὰ μὴ εἶμαι σύμφωνος μὲ αὐτὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κἄποτε ἀντίθεσις εἰς τὸ νὰ ὀδυρώμεθα ἐξ ἑνὸς περὶ τῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐξ ἑτέρου νὰ συμβουλεύωμεν νὰ πορισθῶμεν 19,000,000 μεταλλικοῦ διὰ χρημάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦτο συντομώτατα. Ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συνάλλαγμα ἀφθονεῖ ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶνε ἡ παροῦσα, αἱ δὲ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ θεραπεύσωμεν, δὲν ἀναβάλλονται ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, ὁπότε τὸ συνάλλαγμα θέλει εἶσθαι ἄφθονον. Σήμερον εἶνε ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ εὕρεσις συναλλάγματος, δηλαδὴ χρυσοῦ 19 ἑκατομμυρίων. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω τὶ ἤθελε βλάψει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατώρθου, καὶ τὸ θεωρῶ κατόρθωμα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον τοῦτο, πληρόνουσα ἕνα τόκον ἐκ τῶν συνήθων, ὅπως ἀποφύγῃ τὰς θυσίας, αἵτινες πρόκειται νὰ γίνωσι διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη πραγματικὴ τοῦ δανείου ἐν τῷ μέλλοντι καὶ δὲν ἐπρόκειτο ἢ νὰ ἀναμείνωμεν δύο ἢ τρεῖς μῆνας διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν τὴν ἐξ ἀγορᾶς ἀμέσως χρυσοῦ, ἤθελον εἴπει «ὁπωσδήποτε ἂς ἀναμείνωμεν καὶ ἂς ἐξοικονομήσωμεν τὸ πρᾶγμα μέχρι τῆς ἐποχῆς τῶν συναλλαγμάτων». Ἀλλ’ ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα; Δυστυχῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἔκαμε παραδρομὴν ὑποθέσας, ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν ὑπάρχουσι 10,000,000 ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ὑπεγγύων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων προσόδων· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ παραδρομὴ αὕτη ἔγινεν ἐκ προθέσεως, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ πεπειραμένος φίλος μου ἀγνοεῖ, ὅτι ἀπὸ μηνῶν καταθέσεις δὲν ἐγένοντο καὶ ὅστις δὲν γνωρίζει, ἂς μελετήσῃ τοὺς νόμους, ὅπως νοήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις μας ἐπὶ τῶν καταθέσεων καὶ τὰς βαρείας εὐθύνας τῆς μὴ καταθέσεως.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δύναμαι ἐγὼ νὰ γνωρίζω αὐτὰ τὰ πράγματα; ἐγὼ εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἐπίστευον, ὅτι αἱ καταθέσεις ἐγίνοντο τακτικῶς.
§54Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἡ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴν, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι δὲν παρακολουθεῖ τὰ συμβαίνοντα ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· λοιπὸν ἡ παραδρομὴ τὸν ἔκαμε νὰ ὑποθέσῃ τὰ πράγματα ὅλως διάφορα τῆς πραγματικότητος. Ἂς ὑποθέσωμεν, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας πόρους τὰ ῥηθέντα 10,000,000 τὰ ὑποτιθέμενα εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν καὶ μὴ ὑπάρχοντα, ἂς ὑποθέσωμεν, λέγω, ὅτι γίγνεται προμήθεια διὰ τραπεζογραμματίων τοῦ ἀναγκαίου χρυσοῦ τῶν 19,000,000 διὰ τὴν πλήρωσιν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν· τί μένει; σχεδὸν τίποτε διὰ τὴν λοιπὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, καὶ οὕτως, ἀφοῦ μὲ θυσίας ἀναβάλωμεν τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τρεῖς μῆνας, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς μεγαλειτέραν ἀνάγκην κρούοντες αὖθις τὰς θύρας ἐσπευσμένως δι’ εὕρεσιν δανείου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καθίσταται ἐντελῶς περιττὴ, ἐπειδὴ, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ θεραπείας ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν καὶ ἀνέσεως πρὸς εὕρεσιν συνδυασμοῦ οἰκονομικοῦ, γενικοῦ συμφερωτέρου καὶ ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει διὰ τὴν προσωρινὴν μόνον διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων. Θὰ ἐπικροτήσω, θὰ χαρῶ ὅσον ἡ ψυχή μου δύναται νὰ χαρῇ, θὰ καταβάλω ὅλας μου τὰς ἀσθενεῖς δυνάμεις, ἐὰν ἴδω τοὺς ἀγορεύοντας ἀνοίγοντας στάδιον συζητήσεως περὶ τοῦ ποιητέου ἐν τῷ μέλλοντι, περὶ τῆς ἀληθοῦς θέσεως τῶν πραγμάτων, περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου μέχρις ὥρας ἀκούομεν μεμψιμοιρίας καὶ αἰτιάσεις κατὰ προσώπων καὶ κατὰ ὁμάδων. Αἱ αἰτιάσεις δὲ αὗται εἶναι κατ’ ἐμὲ ὅλως ἄδικοι καὶ ἄτοποι, οὐδόλως δὲ λυσιτελεῖς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μικρὰν ἱστορικὴν παρέκβασιν τῶν κατὰ τὰ δάνεια ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη κατὰ κακὴν μοῖραν νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτά. Ἀπὸ τοῦ 1868 ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ τὸ πρῶτον δάνειον· ὁ δὲ ἀξιότιμος τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς εὐφραδέστατα καὶ πολιτικώτατα ἐξέθετο τελευταῖον εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ὁποίαν τότε δύσκολον θέσιν εὑρέθη παρακληθεὶς νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ δανείου· ὡσαύτως δὲ γνωστὸν εἶνε, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ ἐκεντήθησαν παντὸς εἴδους πατριωτικαὶ φιλοτιμίαι καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ νὰ παρίστανται εἰς συνεδριάσεις καὶ συμβούλια ἐμπόρων καὶ μικρεμπόρων, ῥητορεύοντες καὶ ὑποδαυλίζοντες αἰσθήματα φιλοπατρίας. Ἀλλ’ ὅλα ἀπέτυχον, καί τινα μέλη τῆς ὁμάδος, καθ’ ἧς αἱ αἰτιάσεις, συνέτεινον τέλος εἰς τὴν ἐπιτυχίαν του. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ πρῶτον ἐξωτερικὸν δάνειον, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσα παρατράγῳδα συνέβησαν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου ἐκείνου καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις κατέφυγε μετ’ εὐχαριστήσεως εἰς τὴν συνομολογήσασαν τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὁμάδα. Ἦλθε τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 καὶ τοῦτο πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ λίαν ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ σᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν ἐκρούσθησαν ὅλαι αἱ θύραι καὶ ἐὰν ἡ ἐπιτυχία καὶ τοῦ δανείου τούτου ὀφείλεται εἰς τὴν αὐτὴν ὁμάδα. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἐθεώρησε τότε χρέος του νὰ ἐκθειάσῃ τὸν ζῆλον καὶ τὸ σχετικῶς ἀφιλοκερδὲς τῶν διαπραγματευθέντων τὸ δάνειον ἐκεῖνο. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ σιδηρᾷ αὐτοῦ θελήσει καὶ τῇ ἀπείρῳ δραστηριότητι διεπραγματεύθη, καὶ μετεχειρίσθη πολλὰ τεχνάσματα καὶ μέσα διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὅρους καλλιτέρους ἢ τοὐλάχιστον ὁμάδα τινὰ ἄλλην, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐδέησε νὰ προτιμήσῃ πάλιν τὴν αὐτὴν ὁμάδα, εὑρὼν εἰς αὐτὴν μεγαλύτερον ζῆλον καὶ ἀφιλοκέρδειαν, σχετικῶς ἐννοεῖται, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε, τὰ κεφάλαια εἶνε σκληρά· δὲν ἔχουσιν οὔτε πατριωτισμὸν, οὔτε Πατρίδα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεις, διαφόρου ὅλως χροιᾶς πολιτικῆς ἡ μία τῆς ἄλλης, καὶ μὴ ἔχουσαι βεβαίως οὐδεμίαν διάθεσιν, κατὰ τὰ κακῶς εἰθισμένα ἐν Ἑλλάδι, νὰ δώσωσι προτίμησιν εἰς ὁμάδα ἐργασθεῖσαν μετ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον προὐτίμησαν τὴν ὁμάδα αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἀνεγνώρισαν ζῆλον καὶ πάντοτε σχετικὴν ἀφιλοκέρδειαν εἰς αὐτὴν, δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον ἀπευθύνομεν αἰτιάσεις καὶ μεμψιμοιρίας, κατὰ τῶν προσώπων καὶ τῶν Τραπεζῶν τῶν ἀποτελουσῶν τὴν ὁμάδα ταύτην, ἥτις, ἐν παρόδῳ, ὡς ἐκ τῶν σχετικῶν συμβάσεων καταφαίνεται, συμπεριλαμβάνει καὶ ὅ,τι τραπεζικῶς σπουδαιότερον, ἐν Παρισίοις μάλιστα. Καὶ δὲν συλλογιζόμεθα, ὅτι δυστυχῶς δὲν εἴμεθα Κράτος δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἐκλογὴν δανειστῶν καὶ τρόπον τοῦ δανείζεσθαι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς τὰ ἐντόπια κεφάλαια; Ἀντὶ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἀκατανόητον διανοητικὴν κατάστασιν (ἱλαρότης), θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ συζητῶμεν μετὰ ψυχραιμίας, ἵνα εὕρωμεν τὰς αἰτίας ἐκείνας, ἕνεκα τῶν ὁποίων μέχρι σήμερον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν ὥστε τὰ δάνειά μας νὰ εἶναι ζητητὰ καὶ ὄχι προσφερτά. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο; ὄχι· δὲν εἶμαι ἀκόμη ὅλως ἀπαισιόδοξος, ἀλλ’ ἐλάβομεν τὸ σύστημα ν’ ἀποδοκιμάζωμεν πᾶν ὅ,τι πᾶσα προλαβοῦσα Κυβέρνησις ἔπραξεν καὶ τὸ καταστρέφομεν μόνον, διότι ἐκείνη τὸ ἔπραξεν. Ἕκαστος ἡμῶν ἀναμιγνύεται εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει· κανονίζομεν τοὺς λόγους ἡμῶν καὶ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις ἀναφορικῶς πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ ὄχι πρὸς τὰ πράγματα. Καὶ βεβαίως, ἂν οὕτως ἐξακολουθήσωσι τὰ πράγματα, ὄχι ὑπὸ ἀπαισιοδοξίας, ἀλλ’ ὑπὸ πλήρους ἀπογοητεύσεως θέλομεν καταληφθῆ. Κάποτε ἀκροώμενος τινῶν ἐνταῦθα συζητήσεων, ἐνθυμίζομαι γαλλικήν τινα κωμῳδίαν, ἐν ᾗ παρίσταται εἷς τῶν ἀρχαίων ἱερέων ἐξερχόμενος τῶν προπυλαίων τοῦ ναοῦ καὶ ἐξετάζων τὰς ἀπαρχὰς τὰς προσφερομένας. Αὗται αἱ ἀπαρχαὶ συνίσταντο εἰς ἄνθη μόνον. Αὐτὸς δὲ, ὅστις ἐπεθύμει προσφορὰν ὑλικωτέρων ἀπαρχῶν ἀναφωνεῖ: trop de fleurs· ἐγὼ διὰ τὰ ἐνταῦθα συμβάντα κατὰ νοῦν λέγω: trop de fleurs de rhétorique. Ἐπεθύμουν πολὺ νὰ ἐκθέσω ἓν γενικὸν οἰκονομικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἤθελεν εἶσθαι πρακτικόν· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν αἱ σωματικαί μου δυνάμεις δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι πλέον σήμερον, οὔτε νὰ ἵσταμαι, οὔτε νὰ ὁμιλῶ. Ἄλλως τε σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται ἡ περὶ μέτρων προσωρινῶν καὶ ἡ φύσις δὲν μοὶ ἔδωκε τὸ δῶρον τοῦ ῥητορεύειν εἰς τρόπον ὥστε νὰ καθίσταμαι εὐχάριστος ὁμιλῶν καὶ ἔξω τοῦ ἀμέσως προκειμένου. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην περίστασιν καταλληλοτέραν νὰ ἐκθέσω τὰς γενικὰς ἰδέας μου περὶ τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, δι’ οἵου μέσου δυνηθῶ ἢ ἤθελον κρίνει ἀποτελεσματικώτερον.
§55Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Σύρου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καθόλου τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ ἐπὶ ἐλλείψει ῥητορικῇ· διότι, ἂν καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ δὲν εἶχέ τι τὸ ὁμαλῶς ῥέον, ὅμως ἔδωκεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐννοήσῃ ἐντελῶς τὸν ἐσωτερικὸν διαλογισμόν του. Ἡ καλλιτέρα ῥητορικὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία σαφῶς ἐξηγεῖται. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς θέλῃ ἄνθη ῥητορικὰ, δύναται νὰ συλλέξῃ τοιαῦτα ἀναγινώσκων λόγους νεκρούς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἂν ἐπιθυμῇ λόγους ζωντανοὺς, θὰ συνειθίσῃ μὲ τὸν καιρὸν νὰ ἀκούῃ τοιούτους. Δὲν γνωρίζω περὶ ποίας ὁμάδος δανειστῶν ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σύρου· διότι δύναται νὰ εἶναι μία ὁμὰς καλή, δύναται νὰ ἦναι κακή, ὅταν ὅμως εἶναι ἀπόκρυφος δὲν δύναται παρὰ εἶναι ὕποπτος (εὖγε, εὖγε). Αὐτὸ, κ. συνάδελφε, δὲν εἶναι ῥητορικὸν ἄνθος, εἶναι πραγματικὸν φυτὸν (ἱλαρότης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τί νομίζει; Ἐὰν ἤμεθα συμβούλιον ἑταιρίας, τῆς ὁποίας αὐτὸς ἦτο πρόεδρος, νομίζει ὅτι προκειμένου περὶ συμφερόντων τῆς ἑταιρίας δὲν ἔπρεπεν ὑπὲρ αὐτῶν νὰ ἀκουσθῇ οὐδεμία φωνή; Διατί λοιπὸν μᾶς ἔστειλεν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν δὲν μᾶς ἔστειλε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συζητήσωμεν διὰ τὰ 25 αὐτὰ νέα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς ταλαιπωρημένους ὤμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους; Ὅταν χθὲς εἷς τῶν κυρίων βουλευτῶν κατεξήλεγχεν ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς βαρεῖς ὅρους τοῦ προκειμένου δανείου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντα ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι καὶ αὐτὸς ᾐσθάνετο τὸ βάρος τοῦ τοιούτου δανείου, ἀλλ’ ἐκάλει ἡμᾶς νὰ τῷ δώσωμέν τι νέον. Πῶς ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει εἰς τὰς χεῖρας ὅλα τὰ μέσα τῆς Κυβερνητικῆς μελέτης, δὲν εὑρίσκει τὸ νέον, καὶ πρέπει ἡμεῖς νὰ τὸν ὁδηγήσωμεν εἰς τὴν ὁδὸν αὐτοῦ; Ἆρά γε τοῦτο εἶνε τὸ κατόρθωμα τῆς πρωθυπουργικῆς ἡγεμονίας, νὰ κυβερνᾷ δίδουσα ἐνέχυρον τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑλλάδος καὶ καπηλεύουσα τόσον οἰκτρῶς τὴν τιμὴν αὐτῆς; Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Σύρου, ὅτι ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις τῆς συναισθήσεως τῆς τιμῆς εἶναι νὰ πληρώνῃ τις τὰ χρέη του. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία γραμμὴ ἀναπόφευκτος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου αὐτῆς μέχρι τοῦ ἑτέρου ὑπάρχει κλῖμαξ, ἐπὶ τῆς ὁποίας βαδίζομεν, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ κρημνισθῶμεν. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιπλακέντα εἰς τὸ ἀδιέξοδον τῆς ὀφειλῆς, κυριεύονται ὑπὸ ἀπελπισίας ἐν τῇ στενῇ ὁδῷ, τὴν ὁποίαν βαδίζουν. Διὰ νὰ εἴπῃ τις εἰς αὐτά: κρημνισθῆτε, πρέπει βεβαίως νὰ ἀπώλεσε τὸ ἐλατήριον τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Θέλω ψηφίσει κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καί τοι γνωρίζων τὴν ἀναγκαιότητα αὐτοῦ. Θέλω τὸ καταψηφίσει, διότι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς κρύψω τὴν ἰδέαν τὴν θεμελιώδη, ἡ ὁποία μὲ κινεῖ. Θέλω νὰ δοκιμάσω τὴν ποσότητα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐν τῇ προεδρικῇ ψηφοφορίᾳ μετεστάθμευσαν τὴν δύναμιν τοῦ Κοινοβουλίου. Θέλω νὰ ἴδω ἐὰν οἱ ἔντιμοι αὐτοὶ κύριοι θὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πείσματος, τὸ ὁποῖον ὤθησε τὴν τοιαύτην μετάστασίν των. Εὑρεθέντες ὑπὸ τὰς δεῖνα καὶ δεῖνα περιστάσεις, καὶ μὴ δυνηθέντες οὔτε νὰ ἀνοίξωσι νέαν ὁδὸν, οὔτε νὰ βαδίσωσιν εἰς τὴν ἀνοικτὴν τοιαύτην, ἀποτόμως καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα ἐγένοντο θύματα τῆς ἀγανακτήσεως αὐτῶν, ῥίψαντες τὸ ἰδανικόν των ἐκεῖ ὅπου ἡ πάνδημος ἡμέρα τῆς 7 Ἀπριλίου τοῖς ἀπηγόρευεν ὑπὸ πάντα λόγον. Ἀδύνατον εἶναι εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς διὰ τοιαύτης ἐτυμηγορίας κατεδίκασε. Νομίζομεν, ὅτι οἱ παλμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀκούομεν εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν εἶναι ἀλλότριοι πρὸς τὸν στοχασμὸν ἡμῶν. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκφρασθῶσι καὶ ἄλλην μίαν φορὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ καταψηφίσωσι τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡ 7 Ἀπριλίου δὲν δύναται δι’ αὐτοὺς παρὰ νὰ εἶναι ἀλήθεια. Εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μοὶ χρεωστοῦν χάριν ὅσοι ἐνδομύχως ἐννοοῦν τὴν εἰλικρίνειαν. Εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ διοικήσῃ παρὰ μὲ τὴν ἀπεριόριστον ἄδειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ προηγουμένη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔδωκε, σᾶς εἶπε, τοιαύτην ἄδειαν εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργόν· ἰδοὺ ὅτι καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ὀχυρωθῇ εἰς τοιαύτην. Αὐταὶ αἱ ἀπεριόριστοι ἄδειαι μᾶς ἀπώλεσαν. Εἶναι προϊόντα καταχρήσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ παρὰ μία φωνὴ δι’ ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐξέλιξίν του. Ἡ φωνὴ αὕτη εἶναι καταδίκη καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδουν. Ἡ ἀπεριόριστος ἄδεια εἶναι ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας τῶν Πολιτειῶν. Πῶς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀπεριόριστον ἄδειαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διαπραγματευθῶσι τὴν τιμὴν καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος; Δὲν θέλω βεβαίως ἐξετάσει τὰς λεπτομερείας τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς κατεσκευάσθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· οὐδὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ὅσα ἐλέχθησαν πολλάκις ἐδῶ. Ὅλα τὰ μέρη τοῦ νομοσχεδίου ἀνήκουσιν εἰς ἕνα κύριον χαρακτῆρα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ τὴν Ἑλλάδα ἐπισήμως εἰς ἐκμετάλλευσιν. Εἶναι εἶδος παραχωρήσεως περιουσίας, τὴν ὁποίαν, ἃς μάθουν οἱ ταραττόμενοι εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς πτωχεύσεως, βλέπει ἡ πτώχευσις καὶ μειδιᾷ, διότι εἶναι αὐτὴ ἡ οὐσία της. Πλειότερον αἰσθάνομαι τὴν μεγάλην ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως εὑρεθῇ τι νέον διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ἀπαιτεῖται μία νέα βάσις, ἵνα ἐπ’ αὐτῆς οἰκοδομηθῇ τὸ δάνειον. Τὸ νέον αὐτὸ ὑπάρχει. Ἐκ τοῦ ὅτι δύναται νὰ ἐξεγείρῃ φωνὴν ἀγανακτήσεως εἰς μίαν μικρὰν ποσότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκούουν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἐπικοινωνία τῆς καρδίας μου μετὰ λοιπῶν. Εἶναι νέον, ὅπερ μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἔχει καὶ ἐκ τῶν λόγων, καὶ ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἐννοῶ νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐλπίζων ὅτι θέλει τοὐλάχιστον σημειωθῆ ἐν τῷ μεγάλῳ βιβλίῳ τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ. Τὸ ὑποβάλλω δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ προκειμένη συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ ζητήματος συζητήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἠκούσατε, θέλω νὰ εἴπω μᾶλλον, ᾐσθάνθητε τόσον ἀηδῶς τὸ θυμίαμα τῆς αὐλοκολακείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἔκαυσεν εἰς ὑπερβολὴν ὑπὸ τοὺς ῥώθωνας τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἐξευτελίζων εἰς ἀλόγιστον βαθμὸν τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν νὰ σᾶς τελειοποιήσῃ, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς καθαρίσῃ καὶ νὰ σᾶς ἐξευγενίσῃ. Εἶσθε παλαιοὶ ἁμαρτωλοί, τῶν ὁποίων ἐκολλήθη ἡ ὕπαρξις εἰς τοὺς φλοιοὺς τῶν καρπῶν τῆς Ἐξουσίας, ἐνῷ οἱ μεγάλοι ἁμαρτωλοὶ ῥοφῶσι τοὺς πραγματικοὺς χυμούς της. Ἤκουσα ὅτι πρόκειται νὰ καθαρίσουν τὴν ἐξουσίαν τὴν κοινοβουλευτικήν. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς περιστάσεως, ἵνα σᾶς καλέσω καὶ ἐγὼ νὰ καθαρίσητε τὴν ἐξουσίαν τὴν Βασιλικήν. Σκώληξ ἀκοίμητος κατατρώγει τὰ ἐντόσθιά της. Δὲν ἐξετάζω νῦν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁποῖον σύνθημα ἐκτελεῖτε ἐν τῇ τελευταίᾳ σας ἐκστρατείᾳ. Ἐννοῶ τὸ παραπέτασμα τοῦ Συντάγματος ποίους περισσότερον καλύπτει καὶ ἐξασφαλίζει. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τὸ κατέστησαν οἱ διαχειρισταὶ αὐτοῦ εἰς ὑπερβολὴν χυδαῖον. Εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ νόμου καὶ θὰ ἐξακολουθῶ πιστεύων εἰς αὐτὸν τὸν κατατρυπημένον χάρτην, μέχρις ὅτου σχισθῇ εἰς τεμάχια ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζετε, ὅτι ἀπέχομεν σήμερον ὅσον πρὸ δέκα καὶ εἴκοσιν ἐτῶν; Δὲν θὰ φορέσω μαῦρα, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταξεσχίσῃ χάρτην, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ σώσῃ αὐτόν. Θέλετε νέαν βάσιν δανείου; Ἀκούσατε τὰ στοιχεῖα αὐτῆς. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1881 ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἶναι γραμμένον εἰς τὰ πρακτικά της, ἐπρότεινα νὰ καταθέσῃ ὁ Βασιλεὺς τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὸν οἱ Ἕλληνες κατὰ διαφόρους περιστάσεις. Τὸ ἐπρότεινα πρὸς συγκρότησιν στρατιωτικοῦ ταμείου, κατὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν λειτουργοῦν ἐν Πρωσσίᾳ μετὰ τοσούτου καὶ τηλικούτου ἀποτελέσματος. Ἡ Βασιλικὴ Μεγαλειότης του δὲν ἠθέλησε νὰ μὲ ἀκούσῃ τότε. Οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα δὲν διετύπωσαν αὐτῷ τὴν παρατήρησιν τῆς εἰδικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον τοῦ θρόνου του εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ἔχων πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς του. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος κατέστη ὑπόλογος τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρότασίς μου τὸν κατέλαβεν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ. Καὶ δὲν ὑπάρχει σήμερον Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ ἐρωτᾷ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ: ποῦ εἶναι τὸ χρῆμα τῆς Ἑλλάδος Βασιλεῦ; Δὲν τὸ ἔδωκεν εἰς προίκισιν τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων μηνῶν θά περιεῖχε τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχει νῦν περίστασις νὰ τὸ δώσῃ διὰ τὸ δάνειον τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ ὑπολογισμούς, οἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, τὸ ποσὸν τῶν παρὰ τῷ Βασιλεῖ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς χρηματικῶν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους καταθέσεων ἀναβαίνει εἰς πέντε περίπου ἑκατομμύρια. Δεύτερον ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1884, δηλαδὴ εἰς διάστημα εἰκοσαετίας, ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια εἰσήγαγεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορεύματα πρὸς χρῆσιν αὐτῆς καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς γέφυρα εἰσαγωγῆς δι’ ὅλους τοὺς πέριξ Αὐτῆς παρασίτους, χωρὶς νὰ πληρώνῃ τελωνιακὰ τέλη. Μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1884 ἐξεδόθη νόμος ἀπαλάττων τὸν Βασιλέα καὶ τὴν οἰκογένειαν Αὐτοῦ ἀπὸ τὸ χρέος νὰ πληρώνῃ τὰ τελωνιακὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς Του. Ὁ νόμος οὗτος ὅστις εἶναι ἄρνησις τῆς φορολογικῆς ἰσότητος εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκειται καὶ ὁ πρῶτος πολίτης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη. Πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ διενεργεῖτο ἀναφανδὸν ἡ φοβερωτέρα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως κατάχρησις. Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν ἁλουργίδα ἐλειτούργησεν ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν τὸ εἰδεχθέστατον τῶν ἐγκλημάτων. Τί νομίζετε ἀφήρεσε τοῦτο ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; ἐὰν εἴπω δύο ἑκατομμύρια τελωνιακὰ τέλη, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μὲ κατηγορήσετε ὡς λέγοντα ὀλίγα. Τρίτον ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον ὁ Βασιλεὺς ἐπληρώθη παρὰ τοῦ Ταμείου τὰς χρηματικὰς ἀποδοχὰς Αὐτοῦ εἰς χρυσὸν, ἐνῷ ὅλοι οἱ μισθοφόροι τοῦ Κράτους ἐπληρώνοντο εἰς τρέχον νόμισμα. Ὁ Βασιλεὺς ἐπροτίμα τὸν χρυσόν. Καὶ ἠξεύρετε τί ἐζημιώθη τὸ ἔθνος ἐκ τούτου; Κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς 5 ἕως 30% εἶναι βεβαίως ὀλίγα. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἔνοχοι ἀποδειλιάσεως ἐνώπιον τῆς Βασιλικῆς Μεγαλειότητος.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια· δὲν ἐπληρώθη εἰς χρυσόν. Ἐζητήθησαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν πληροφορίαι καὶ ἐδόθησαν.
§57ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶναι τόσον ἀληθὲς, ὥστε ἂν εἶχον τὸν Προϋπολογισμὸν π. χ. τοῦ 1886 πρόχειρον, ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω ἀμέσως διὰ τῶν ἐπὶ τοῦ λευκοῦ χάρτου μαύρων γραμμάτων του ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια ἡ ἐμὴ καὶ ποία ἡ ἀλήθεια ἡ ὑμετέρα. Παρατηρήσατε τὸ κονδύλιον τῶν δραχμῶν 302,000, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ Βασιλεύς. Διατί σημειοῦται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς 25 καὶ 20|00 ἡ λίρα;
§58ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐλησμονήσατε τὸ χαρτόσημον.
§59ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ἀλλ’ ὑπολογίσατε πόσα μέχρι τοῦδε ἔλαβεν ὁ Βασιλεύς. Εἶναι 1,425,000 ἐνιαυσίως. Ἤτοι ἐπὶ 22 ἔτη 31,350,000, εἰς τὰ ὁποῖα προσθέσατε τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ κατὰ μέσον ὅρον 15% καὶ ἰδοὺ ὅτι μέχρι τοῦδε εἰσέπραξεν ὁ Βασιλεὺς ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου 35½ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀντὶ τῶν 31,350,000, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπέτρεπεν ὁ νόμος. Μήπως σᾶς φαίνεται μικρὸν τὸ στρογγυλὸν αὐτὸ ποσὸν τῶν 4 ἑκατομμυρίων; Δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ τὰ κτήματα ἐκεῖνα τὰ μοναστηριακὰ, τὰ ἐθνικὰ, τὰ κοινοτικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἔβαλε κατὰ μέρος ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας του. Εἶναι ἐν Θεσσαλίᾳ κτῆμα μεγίστης ἀξίας. Ἕτερον ἐκεῖ ὅπου ἐτάφη ὁ Θεμιστοκλῆς, τὸ ἱερὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἕτερον ἄντικρυ τῆς Σαλαμῖνος ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀναμνήσεων αὐτῆς. Παραλείπω τὰς προσαυξήσεις τῆς Δεκελείας καὶ ἀλλαχοῦ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ὑποβάλω ἀπογραφὴν πλήρη. Δὲν ἐμπνέομαι ἀπὸ ὀργὴν κατὰ τοῦ Βασιλέως. Εἶμαι βουλευτὴς τοῦ Λαοῦ καὶ ἐννοῶ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Βασιλέως. Κρατήσατε ὅ,τι θέλετε ἐκ τῆς πραγματικῆς ὑποτυπώσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον πρὸ ὀλίγου. Δὲν δύνασθε παρὰ νὰ εὕρητε ἓν ποσὸν 13 ἑκατομμυρίων, ἔστω 10 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τοῦ νόμου περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως ἐκ τῆς περιουσίας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶναι κατατεθειμένα εἰς Τραπέζας τῆς Εὐρώπης. Πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ εἰς τὴν πατρίδα τῶν ἀναστροφὴ αὐτῶν. Ἐπειδὴ θέλετε ζύμην διὰ τὸ δάνειόν σας, ἰδοὺ ζυγίσατε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος. Δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος ὁ Βασιλεύς. Ἐννοῶ τὸ ἀνεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διὰ τὰ χρήματα τοῦ Ἔθνους. Ἂν θέλετε λοιπὸν νέον πόρον, συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ Βασιλέως νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐνέχυρον αὐτὸς τὰ ὁποῖα ἔχει χρήματα τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, δὲν ὑπάρχει σήμερον ὑπουργὸς, ἵνα τὸν στείλητε ἐνώπιον τοῦ θρόνου μὲ τοιοῦτο πρόγραμμα. Φοβεῖσθε μήπως τὸν κρημνίσωσιν εἰς τὴν Αὐλὴν ἀπὸ τὴν μεγάλην κλίμακά της. Αἴ! καὶ ἂν ἐγνωρίζετε τὴν δύναμιν ἐκείνου, ὅστις σᾶς ἔστειλεν ἐδῶ! Δύνανται οἱ ὑπολογισμοί μου νὰ εἶναι ὑπερβολικοὶ κατὰ τὴν μίαν πλευρὰν ἢ κατὰ τὴν ἑτέραν. Πάντοτε εἰς τὸ κέντρον μένουν ἱκανὰ ἑκατομμύρια. Κατηγοροῦν σᾶς, διότι διωρίσατε γραμματεῖς καὶ κλητῆρας. Καὶ ἐγὼ σᾶς κατηγορῶ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ σᾶς ἀπολύω, μικροὶ ἁμαρτωλοί, ὑπὸ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων κρύπτονται οἱ μεγάλοι ἔνοχοι. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι θέλουν νὰ καθαρίσουν τὴν Βουλήν. Ναί. Ἀλλὰ ἂς μὴ λησμονήσουν συγχρόνως καὶ τὴν Βασιλείαν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται συζητήσεις (θόρυβος).
§61ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Βεβαίως δὲν τὰς ἐπροκάλεσα ἐγώ. Εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ἔθνους. Ὡμίλησαν, κύριοι βουλευταὶ, περὶ δικαιοσύνης ὀφειλομένης πρὸς τοὺς δανειστὰς τῆς Ἐπικρατείας. Εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπογράψω εἰς τὴν ἐθνικὴν δικαιοσύνην, εἶμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ἀποκαλυφθῶ εἰς τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Ἐννοῶ οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι ἐκεῖ ὅπου καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτοῦσιν. Ἀλλ’ ἡ ἔποψις αὕτη δὲν εἶναι ἀπόλυτος. Ἀπέναντι τῶν δανειστῶν εἶναι οἱ φορολογούμενοι, εἶναι οἱ παράγοντες τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποταμιεύσαντες τὸ πόρισμα τῆς παρελθούσης ἐργασίας, καρποῦνται διὰ τῶν δανείων αὐτῶν ἐν ἡσυχίᾳ ἱδρῶτας παρελθόντας. Ἐννοῶ σέβας πρὸς τοὺς ἱδρῶτας τοὺς παρελθόντας, ἀλλ’ ἐννοῶ τὸ αὐτὸ σέβας καὶ πρὸς τοὺς ἱδρῶτας τοὺς παρόντας. Δὲν ἐννοῶ νὰ θυσιάσω τοὺς φορολογουμένους εἰς τοὺς δανειστάς. Ἐννοῶ νὰ σεβασθῶ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ ἐξ ἴσου. Δὲν εἶναι καταδικασμένη ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο στρατόπεδα. Εἶναι ἐσχάτη πολιτικὴ ἀφροσύνη ἐκείνη, ἥτις ἤθελεν ἀπολήξει εἰς τὸν καθορισμὸν τούτων μὲν ἵνα ἐκμεταλλεύωνται, ἐκείνων δὲ ἵνα δουλεύωσι τοὺς ἄλλους. Πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ γραμμὴ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμβαδίζωσιν ὅλα τὰ συμφέροντα καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα. Ἐμεριμνήσατε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, κύριε πρωθυπουργὲ, περὶ τῶν δανειστῶν τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ τῶν ἐργατῶν τῶν φορολογουμένων τῆς Ἐπικρατείας. Ἐξηντλήθησαν οἱ δυστυχεῖς εἰς τὸ παντελές. Ἂν σᾶς ἔβλεπα νὰ φροντίζητε μὲ ἰσότητα καὶ ὑπὲρ τῶν μὲν καὶ ὑπὲρ τῶν δὲ, ἤθελον βεβαίως τονίσει ὀλιγώτερον τὴν φωνὴν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐμπνέει ἡ ἐθνικὴ ἀγανάκτησις. Ἀλλ’ ἀκούσατε, κύριοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι κάθησθε ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἀπὸ συμπτωματικῆς συγκαταβάσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ οὐχὶ ἀπὸ μεμελετημένης πεποιθήσεως αὐτοῦ. Θέλω νὰ τὸ πιστεύω πρὸς τιμὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συγκρατοῦν τὴν ἐξουσίαν σας μὲ τὸ νῆμα τόσον λεπτῆς κλωστῆς. Ἀκούσατε, πῶς μεριμνοῦν συγχρόνως καὶ περὶ τῶν δανειστῶν καὶ περὶ τῶν ὀφειλετῶν εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὴν ἐθνικὴν ἁρμονίαν. Θὰ σᾶς φέρω δύο παραδείγματα. Τὸ ἓν ἤντλησα εἰς τὴν Ρωμαϊκὴν ἱστορίαν καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν Ἀγγλικήν. Εὑρέθη καὶ ὁ Ρωμαϊκὸς Λαὸς, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς σήμερον, εἰς ἐκτάκτους οἰκονομικὰς περιστάσεις. Τί ὅμως τότε ἔκαμεν ἡ Σύγκλητος τῆς Ρώμης; Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ ἀναφέρει ὁ Τίτος Λίβιος. Δὲν εἶναι σχολαστικὴ ἡ ἐπίκλησις τοιούτων μαθημάτων τῆς ἱστορίας. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἄνευ τῶν παραδειγμάτων τῶν ἄλλων λαῶν δύνανται νὰ βαδίσουν τὴν μεγάλην ὁδὸν τῆς προόδου (ἀναγινώσκει). «Οἱ ὕπατοι (λέγει ὁ Λίβιος ἐν τῇ Ρωμαϊκῇ ἱστορίᾳ του, βιβλ. 7 κεφ. 21) ἀνεβίβασαν τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν εἰς τὴν περιωπὴν δημοσίου συμφέροντος. Διώρισαν πέντε ἄρχοντας, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν εὐθύτητα αὐτῶν πρέπει νὰ γραφῶσιν εἰς ὅλα τὰ μνημεῖα τῆς ἱστορίας: Δουΐλιος, Δέκκιος, Παπίριος, Πουβλίλιος καὶ Αἰμίλιος. Ἡ ἐπιχείρησις ἦτο δυσχερεστάτη, ἐξ ἐκείνων καθ’ ἃς δυσαρεστοῦνται ἀμφότερα τὰ μέρη καὶ ἀφεύκτως τὸ ἕν. Μετεχειρίσθησαν ἐν τούτοις τὰ κατάλληλα μέσα καὶ διὰ καλῶς προσηρμοσμένων προκαταβολῶν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἵδρυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ τραπεζικὰ γραφεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν οἱ δανεισταὶ ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἀφοῦ ἐλήφθησαν ὅλαι αἱ ἀσφάλειαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἄνευ δὲ ἀδικίας καὶ ἄνευ παραπόνου ἀπὸ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων ἐξωφλήθη τότε ἄπειρος ποσότης χρεῶν». Ἐν δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ κατὰ τὸ 1793 ὁ Πίττ ἐφαρμόζει ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ σύστημα, τελειοποιημένον κατὰ τὰς προόδους τῆς νεωτέρας ἐπιστήμης. Ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐμπορικῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐπροξένει ὁ πόλεμος ὅτε πλῆθος Τραπεζῶν ἐσταμάτα τὰς πληρωμάς του, καὶ ὁ πανικὸς φόβος ἦτο γενικὸς, ὁ Πὶττ ἐπρότεινε καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἐψήφισε νὰ ἐκδοθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔντοκα γραμμάτια ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου. Ἀπεφασίσθη τοιουτοτρόπως νὰ προκαταβληθῶσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους 5 ἑκατομμύρια λιρῶν στερλινῶν ἔντοκα γραμμάτια, ἐπὶ ἐγγυήσεσιν ἐγκρινομέναις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, ἢ ἐπὶ παρακαταθήκῃ ἐμπορευμάτων διπλασίας πρὸς τὴν δανειζομένην ποσότητα ἀξίας. Τὰ γραμμάτια ἐξεδόθησαν, αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἐμπορίου ἐκαλύφθησαν, ὁ Δημόσιος θησαυρὸς δὲν ἐζημιώθη, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτος ἡ πίστις ἀπεκατέστη ὡς τὸ πρίν. Ἐὰν ἔβλεπον, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι καὶ σεῖς ἀνάλογόν τι ἐπεχειρεῖτε σήμερον εἰς ἀνακούφισιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς Ἑλλάδος, εἴτε διά τινος τραπεζικοῦ συνδυασμοῦ, εἴτε διά τινος ὁμοίου πρὸς τὸ Ἀγγλικὸν σχεδίου, ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἓν εἶναι τὸ μέτρον σας δι’ ὅλους τοὺς πάσχοντας ἐκ τῆς σημερινῆς καχεξίας. Ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζετε τὸ μέτρον σας μόνον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν καὶ ἀφίνετε τοὺς πραγματικοὺς παράγοντας τῆς εὐδαιμονίας τοῦ Ἔθνους ὑπὸ τὴν ἀφόρητον κακοδαιμονίαν, ὑφ’ ἣν διατελοῦσιν, ὅταν δὲν τοῖς δίδετε τὴν χεῖρα πρὸς ἀνασήκωσιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε πλήρη τὴν ἀντίληψιν τῶν γενικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖ ἡ Πατρίς. Ζητεῖτε νέον δάνειον 25, ἑκατομμυρίων χρυσοῦ. Ἀλλὰ νέον δάνειον θὰ εἰπῇ νέος φόρος. Ὁ φόρος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πληρώνει τὰ δάνεια. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισκεφθῆτε τὴν Mayand πολιτείαν τῆς Ἀμερικῆς, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι τὸ Σύνταγμά της δὲν ἐπιτρέπει κἂν πρότασιν δανείου ἄνευ προτάσεως φόρου καὶ ἐξοφλήσεως ἐν διαρκείᾳ δεκαπενταετεῖ. Τὸ μέγα λοιπὸν ζήτημα εἶναι, ἂν δύνασθε νὰ ἐπιβάλλητε νέους φόρους εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Κατεσκεύασα ἕνα πίνακα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν εἰκοσαετίαν ἡ ὁποία διῆλθε. Εἶναι αὐτὸς (δεικνύει ἕνα χάρτην). Ὁποία ἅλματα ἐνηργήθησαν μεταξὺ τῶν δύο ἄκρων τῆς περιόδου ταύτης! Μεταξὺ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν ἐμμέσων ὑπάρχει τοσαύτη ἀπόστασις, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ ὑπέχῃ τὸ φαινόμενον τοῦτο κυριωτάτην εὐθύνην εἰς τὴν οἰκονομικὴν πανωλεθρίαν, ἡ ὁποία καταμαστίζει τὸν Τόπον μας. Ἀπὸ 12 ἑκατομμυρίων οἱ ἄμεσοι φόροι τῷ 1867 ἀνέβησαν εἰς 16 ἑκατομμύρια τῷ 1886. Ἀπὸ 13 ἑκατομμύρια οἱ ἔμμεσοι φόροι τῷ 1867 ἀνέβησαν εἰς 46 ἑκατομύρια τῷ 1886, δηλαδὴ ὑπερετριπλασιάσθησαν εἰς μίαν εἰκοσαετίαν· (ἔκπληξις ἐν τῇ Αἰθούσῃ). Ἀπὸ 12 ἑκατομμύρια ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἐθνικῶν δανείων τῷ 1867 ἀνέβη εἰς 33 ἑκατομμύρια τῷ 1886. Ἰδοὺ τὸ σύστημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κυβερνῶσι τὴν Ἑλληνικὴν Χώραν. Ἐν τῇ τελευταίᾳ εἰκοσαετίᾳ ἠρχίσατε μὲ δαπάνην 32 ἑκατομμυρίων καὶ ἐτελειώσατε μὲ δαπάνην 88 ἑκατομμυρίων, θέλω νὰ εἴπω μὲ πολὺ περισσότερα. Ἰδού, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς Χώρας. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ὠθήσαμεν εἰς τοιοῦτον ἰσολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ ἰσολογισμὸς οὗτος εἶναι ἔργον ἀνάγκης καὶ εἶναι τῶν ἀδυνάτων νὰ μὴ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον εἰς τὰ τελευταῖα πορίσματα. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ κρίνητε μονομερῶς τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει νὰ συγκρίνητε αὐτὴν καὶ πρὸς ἄλλας Ἐπικρατείας, ἵνα εὕρητε τὴν διεθνῆ ἀλήθειαν. Ἐπὶ τούτῳ κατεσκεύασα εἰς χρῆσιν τοῦ Κοινοβουλίου ἕτερον πίνακα, τοῦ ὁποίου οἱ ὀλίγιστοι, ἀλλ’ ἐνδεικτικώτατοι ἀριθμοὶ δύνανται νὰ βοηθήσουν τὴν συγκριτικὴν εὐκαμψίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ κρίνουν. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἐν Γαλλίᾳ οἱ ἐνιαύσιοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ φόροι ἀναβαίνουσιν εἰς 3,121,000,000, ἐνῷ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ὑπολογίζεται εἰς 25,000,000,000· ἀναλόγως ὁ φόρος πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἀναλογεῖ πρὸς 12%. Ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ φόροι ἀναβαίνουσιν εἰς 2,404,000,000, τὸ δὲ ἐνιαύσιον εἰσόδημα τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους ὑπολογίζεται εἰς 30,000,000,000.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λίραι;
§63ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δραχμαί. Οἱ ὑπολογισμοὶ εἰς τοιαύτας γίνονται. Ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν φόρων καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τῆς Ἀγγλίας εἶναι 8%. Ἐν Βελγίῳ οἱ ἐνιαύσιοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ φόροι ἀναβιβάζονται εἰς 238,000,000, καὶ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ὑπολογίζεται εἰς 4, 000,000,000· ἡ ἀναλογία 6%. Ἄς ἔλθωμεν ἤδη καὶ εἰς τοὺς φόρους καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀξίζει, νομίζω, ἡ ἔρευνα εἰς τὴν περιέργειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν τῷ τελευταίῳ Προϋπολογισμῷ οἱ δημόσιοι φόροι ὑπολογίζονται εἰς 62 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς 38 ἑκατομμύρια τοὺς διὰ λαθροχειρίας ἀφαιρουμένους φόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνονται ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ βαλάντιον τοῦ ἐργατικοῦ Λαοῦ, ὡς καὶ τοὺς δημοτικούς, ἰδοὺ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Χώρα πληρώνει κατ’ ἔτος 100 ἑκατομμύρια εἰς παντοειδεῖς φόρους. Ὁποῖον ἀπέναντι αὐτῶν εἶναι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα; Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ Βελγίου, ἀφοῦ ἕκαστον τῶν 5 ἑκατομμυρίων αὐτοῦ ἔχει 800 ἑκατομμύρια ἐθνικὸν εἰσόδημα, εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἀνελόγουν 1600 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ποιήσῃ τοιαύτην σύγκρισιν μεταξὺ Βελγίου καί, Ἑλλάδος; Θέλω καταφύγει λοιπὸν εἰς ἄλλο σημεῖον συγκρίσεως διὰ νὰ εὕρω τὸ ἐνιαύσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα ἡμῶν. Τὸ γνώρισμα τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἔτος 1870 τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τοῦ Βελγίου ἀνέβη εἰς 3,282,000,000· ἀναλογεῖ ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Βελγικῆς Χώρας εἰς 656 δραχμὰς κατ’ ἄτομον. Κατὰ τὸ 1875 τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος ἀνέβη εἰς 211 ἑκατομμύρια· ἀναλογεῖ ἐπὶ τοῦ τότε πληθυσμοῦ ἡμῶν εἰς 126 δραχμὰς κατ’ ἄτομον. Ἡ οἰκονομικὴ λοιπὸν δύναμις τῆς Ἑλλάδος, τηρουμένων ὅλων τῶν ἀναλογιῶν, εἶναι τὸ πέμπτον τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τοῦ Βελγίου. Τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἡμῶν δύναται νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ πίνακι εἰς 320 ἑκατομμύρια. Ἄρα ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρώνει ἡ Ἑλλάς, καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματός της εἶναι 32%· (ἔκπληξις ἐν τῇ Αἰθούσῃ). Ἀνοίξατε ἤδη οἱονδήποτε βιβλίον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, καὶ θέλετε εὕρει τὸ ἀξίωμα αὐτῆς ἐν ὅλῃ τῇ καθαρότητι, τὴν ὁποίαν ἡ μελέτη τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων ἐπιγινώσκει. Ὅταν οἱ φόροι ἀναλογῶσι πρὸς 6% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἡ καλλίστη φορολογία. Ὅταν φθάνωσι τὸ 8%, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ φορολογία ἔχει τι τῆς ὡρίμου ἀνδρικῆς ἡλικίας. Ὅταν ἀναβαίνῃ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, εἰς 12%, εἶναι βαρεῖα, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τοῦ ἔθνους δύναται ἀκόμη νὰ εἶναι ἀνεκτή. Ὅταν ὅμως ἡ φορολογία φθάσῃ ἀναλογίαν πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα 15%, τότε σημεῖον ὅτι τὸ Κράτος εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξάντλησιν. Καὶ θέλετε νὰ μὴ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ φορολογικὴ ἀναλογία τῆς Ἑλλάδος 32% δὲν εἶναι ἐντελῶς φρικώδης; Ὅταν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τῆς Χώρας λαμβάνετε 32%, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει πλέον στάδιον ἵνα φορολογήσητε ἀκόμη; Ἦλθεν ὁ μοιραῖος καιρὸς νὰ σκεφθῆτε πῶς νὰ ἐλαφρώσητε τὸ ἀφόρητον αὐτὸ βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι δὲν δύναται πλέον ὁ ἀναξιοπαθῶν αὐτὸς Λαὸς νὰ βαδίσῃ μὲ τὸ δυσβάστακτον αὐτὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίψατε εἰς τοὺς ὤμους του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ἀνεξάντλητος, συμφωνῶν ἐντελῶς μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὑποχωρήσεως. Ἀρκετὰ ἐταξείδευσε τὸ πλοῖόν σας μὲ τὰ ἑκατομμύρια τοῦ ἀέρος, ὁ ὁποῖος ἐφούσκωσε τὰ ἱστία σας, χωρὶς νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸν λιμένα. Ἀρκετὰ ἐπαίξατε τὸ πρόσωπον τοῦ πλουσίου. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι εἶσθε κυβερνῆται χώρας πτωχῆς. Ἡ πενία δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐντροπή. Ὑποχωρήσατε, ἐὰν σᾶς μένῃ ἀκόμη καιρός. Ἐὰν ὅμως μέλλετε νὰ διοικήσητε καὶ πάλιν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς φορολογίας, προσκαλῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέστησαν ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην, νὰ κανονίσουν εὐθὺς τὴν θέσιν των. Ὡμίλησα περὶ τῶν δανειστῶν τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀνεγνώρισα τὰ δάνεια αὐτῶν ἱερά. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δικαιολογήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεφράσθησαν δυσμενῶς περὶ μιᾶς κατηγορίας τῶν δανειστῶν αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἰδίως ὑπ’ ὄψιν τὴν κατηγορίαν ταύτην τῶν δανειστῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν προκαταβολῶν των περιέπλεξαν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον τὴν Ἐπικράτειαν. Τὰ δάνεια αὐτῶν ἀναβαίνουν εἰς 52 καὶ ½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 43 ἑκατομμύρια ὀφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας τῆς Κων)πόλεως καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ὄπισθεν αὐτῶν κρυπτομένους. Ἐπίσης δὲ 7 ἑκατομμύρια εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Τράπεζαν τὴν Προεξοφλητικήν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ δανεισταὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀμφιβάλλω ἔχουν τὸ οὖς αὐτῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως καὶ ἐν ἄλλαις, νὰ ἐξηγήσω διατὶ ὑπάρχει ἡ ἐναντίον των καταφορά. Παρατάξατε εἰς τὴν γραμμὴν ὅλους τοὺς δανειστὰς τῆς Ἐπικρατείας. Θέλετε ἰδεῖ μίαν μυστηριώδη χεῖρα, ἡ ὁποία θὰ τοὺς διαιρέσῃ εἰς δύο διαμερίσματα. Ἀφ’ ἑνὸς οἱ πονηροὶ τῆς κακῆς πίστεως οἱ δανεισταὶ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἔντιμοι κεφαλαιοῦχοι. Ἄλλη γλῶσσα ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐντίμως ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, καὶ ἄλλη γλῶσσα εἶναι ἡ πρέπουσα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέλειψαν καμμίαν εὐκαιρίαν, ἵνα τὸ καταπονήσουν. Εἶναι δανεισταὶ, καὶ δανεισταὶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ δανεισταὶ, οἱ ὁποῖοι πλουτοῦσιν ἐμπορευόμενοι τοὺς ἀνηλίκους καὶ τοὺς ἀσώτους. Τοιοῦτον εἶδος δανειστῶν ἐπέπεσε κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐθεώρησαν τὰς Κυβερνήσεις αὑτοῦ ἀνηλίκους καὶ ἀσώτους, καὶ τὰς ἐξεμεταλεύθησαν, ὅπως ἐξεμεταλλεύοντο ἄλλοτε τὰ χαρέμια τοῦ Σουλτάνου. Ἐπέπεσαν κατὰ τῶν διαφόρων χωρῶν τῆς Ἀνατολῆς ὡς ἀκρίδες, ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τῆς ἡμετέρας, καὶ ἐνέσπειραν πανταχοῦ τὴν ἐρήμωσιν. Αὐτοὶ εἶνε οἱ δανεισταὶ, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὴν ἀντιπάθειαν τοῦ Ἔθνους. Θέλομεν τοὺς πληρώσει καὶ αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ τοὺς πληρώσωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως τοὺς στιγματίσωμεν. Αὐτὴ ἡ ἀκρὶς, ἡ ὁποία ἐπέπεσε κατὰ τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐξετέλεσε τὰς φοβερὰς καταστροφὰς τοῦ Λαυρίου. Ἐῤῥιζοβόλησε βαθμηδὸν ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, μέχρις οὗ τελευταῖον ἐπῆλθεν ἡ λυμαινομένη τὸν Τόπον οἰκονομικὴ κρίσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ αὐτὴ ἀκρὶς ἐξετέλεσεν, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἔργον ἀνθρωποφαγίας. Πλῆθος ἀνθρώπων, εὑρισκομένων πρότερον εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἔγιναν θύματα αὐτῆς. Καὶ βλέπετε σήμερον εὐπορωτάτους ἄλλοτε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους συνέτριψαν οἱ πονηροὶ αὐτοὶ δαίμονες. Εἰσέλθετε εἰς ὅλους τοὺς διαδρόμους τῶν πτωχεύσεων καὶ τῶν καταστροφῶν, θέλετε εὕρει ἁπανταχοῦ τὴν ἀκρίδα. Εἶπον τινὲς περὶ κακουργοδικείου. Ἐγὼ τὸ διεκήρυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐάν τις ἐκ τῶν τοιούτων δανειστῶν ὡμίλει ἀπρεπῶς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ τὸν ἀποστείλῃ οὗτος εἰς τὸ κακουργοδικεῖον. Δὲν εἶπον τοῦτο, ἵνα τρομάξω τοὺς τιμίους δανειστὰς, ἀλλ’ ἵνα ἀναβιβάσω τὸ φρόνημα τῆς Χώρας ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι δύνανται νὰ εὕρουν ἐν Ἀθήναις τοὺς πασσάδες τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἰδοὺ διατὶ ἐκφραζόμεθα σκληρῶς πρὸς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν δανειστῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ῥητορικῶν ἀνθῶν, κύριε βουλευτὰ Σύρου. Πρόκειται περὶ πραγματικῶν διανοημάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ταῖς ψυχαῖς ὅλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους βλέπετε ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὰ ἀκροατήρια), ἐν τῇ καρδίᾳ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους· διότι ἡ ὁμὰς αὕτη, ἡ ἀπόκρυφος, ἐλήστευσε τὸ Ἔθνος, συμπραττόντων ἀκριβῶς ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρως τοῦτο εἶχεν ἐλπίσει. Θέλετε νέον τι, κύριε Πρωθυπουργὲ, διὰ νὰ λύσητε τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Χώρας. Σᾶς εἶπον ἓν φοβερὸν νέον, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ποτὲ, ὅτι δύνασθε σεῖς νὰ ἀναβιβάσητε εἰς τὴν κλίμακα τῶν Ἀνακτόρων. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς περαιτέρω βάσις τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἤθελον νὰ γνωρίζω εἰς ποίαν ὑπόληψιν οἰκονομικῶς ἔχει τις ἐδῶ τὴν Αὐστροουγγρικὴν αὐτοκρατορίαν. Εἶναί τις μεταξὺ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος τὴν θεωρεῖ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Ἡ αὐτοκρατορία αὕτη παίζει πρόσωπον λίαν σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον θὰ γνωρίσῃ μίαν ἡμέραν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Εὑρέθη εἰς πολλὰς περιστάσεις ἑτοίμη νὰ ῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικά της, καὶ μία περιπλοκὴ, εἷς πόλεμος ἤρχετο αἰφνιδίως εἰς τὰς παραμονὰς καὶ ἔκοπτε τὸ νῆμα τῆς οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεώς της. Εἰς μάτην κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος τούτου τὴν ἐπλησίασεν. Οἱ μεγάλοι πόλεμοι τῆς Γαλλίας τὴν εἶχον μεταστρέψει ἐντελῶς. Εἰς τὰ 1848 νέα περιπλοκὴ καὶ νέα ἀναβολή. Εἰς τὰ 1866 ὁ πόλεμος τῆς Πρωσσίας καὶ νέα ἐξ αὐτοῦ ἀναστάτωσις. Τέλος κατὰ τὸ 1867 εἰσήχθη τὸ δυαδικὸν σύνταγμα τῆς Αὐστροουγγρικῆς αὐτοκρατορίας, διὰ τοῦ νόμου δὲ τῆς 20 Ἰουλίου 1868 ἐκανονίσθησαν τὰ δημόσια χρέη της. Ἀνεβιβάζοντο ταῦτα εἰς 3,046,000,000 φλωρίνια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο τόκοι καὶ χρεωλύσια 152 ἑκατομμύρια φλωρίνια, δηλαδὴ τὸ 1)20. Ἀλλ’ ὁ νόμος τῆς 20 Ἰουλίου ἐνοποίησε τὸ δημόσιον χρέος τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ κατὰ 21,860,000 φλωρίνια, δηλαδὴ κατὰ τὸ ⅐ τῶν πρότερον πληρωνομένων. Ἐὰν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς Αὐστροουγγαρίας μεταφυτεύσωμεν καὶ ἐν Ἑλλάδι, εἶνέ τις ἆρά γε ἐδῶ, ὅστις νὰ σκανδαλισθῇ; Δὲν θέλω ἀναλύσει τὸ σύστημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διότι θὰ ἦτο βαρὺ ἔργον καὶ δι’ ἐμὲ καὶ δι’ ὑμᾶς. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο μετεχειρίζετο ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια, ἤθελεν ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τοῦ κέντρου τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν μᾶλλον πρόσφατον ἐποχήν. Τὰ δάνεια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ὑπολογίζονται εἰς 487 ἑκατομμύρια περίπου. Ἐὰν ἐπὶ τῶν 500 τούτων ἑκατομμυρίων ἐπληρώνομεν τόκους καὶ χρεωλύσιον τὸ 1)20, ὅπως ἐπλήρωνε δηλαδὴ κατὰ τὸ 1867 ἡ Αὐστροουγγρικὴ αὐτοκρατορία, ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὸ ποσὸν τῶν 33 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πληρώνομεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἡμετέρων δανείων, εἰς 25 ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ προεβαίνομεν περαιτέρω ἔτι εἰς τὴν ἑνοποίησιν τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ Αὐστροουγγρικὸν σύστημα, ἠθέλομεν ἐλαττώσει καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 25 ἑκατομμυρίων κατὰ 3½ ἑκατομμύρια, δηλαδὴ κατὰ τὸ ⅐. Ὥστε διὰ τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν συνδυασμῶν, ἀντὶ 33 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ βάρος τῶν Ἑλληνικῶν Προϋπολογισμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐθνικῶν δανείων εἰς 21½ ἑκατομμύρια ἐπὶ προφανεῖ οἰκονομίᾳ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ κατὰ 11½ ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ συζητήσητε, καὶ ἔχετε τὸν καιρὸν ἀπὸ τοῦδε. Δὲν εἶναι ὁ Ἀννίβας εἰς τὰς πύλας τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ ψηφίσητε δάνειον ἐξαγορᾶς. Ἔχετε μάλιστα λόγον σπουδαιότατον, ἵνα ἔλθητε εἰς περαιτέρω ἐξηγήσεις μετὰ τῶν δανειστῶν σας. Ἐννοῶ τὸν ἐχθρικὸν ἀποκλεισμόν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον διατελεῖ ἡ Χώρα. Ἐνόσῳ ὁ ἀποκλεισμὸς οὗτος ὑφίσταται, οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἡσυχάζουν. Δὲν δύναται νὰ σᾶς κατηγορήσῃ ἡ Εὐρώπη, ὅτι δὲν ἔχετε ἑτοίμως εἰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν σας, ἀφοῦ οἱ σιδηρόφρακτοι στόλοι της ἀπέκλεισαν τοὺς λιμένας σας καὶ πνίγωσι τὴν ὕπαρξίν σας. Πεντήκοντα ἑκατομμυρίων ζημίαν κατὰ μῆνα εἶναι ὀλίγον νὰ διακηρύξω, ὅτι σᾶς προξενοῦν. Εἶναι λοιπὸν περίστασις ἐπίκαιρος αὐτὴ νὰ δηλώσητε πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅτι προθυμότατοι εἶσθε νὰ πωλήσητε τὰ ὑπάρχοντά σας πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δανειστῶν σας, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ σᾶς ἀφήσῃ αὐτὴ τὴν ἐλευθερίαν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορίας, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἀπεριγράπτου καταχρήσεως τῆς ἰσχύος σᾶς ἀφαιρεῖ. Καὶ θέλετε, ἀπὸ τῆς δεινοτάτης αὐτῆς εὐκαιρίας ἀναχωροῦντες, θέσει εὐθὺς ἀμέσως ἐπὶ τραπέζης τὸ Αὐστροουγγρικὸν σύστημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν τῆς Ἑλλάδος χρεῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι μελετᾶτε χρεωκοπίαν. Λοιπόν, ἔντιμοι κύριοι βουλευταί, θέλω καταψηφίσει τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ νὰ δοκιμάσω ἐκ νέου τοὺς λησμονήσαντας ταχέως τὴν 7 Ἀπριλίου. Θέλω καταψηφίσει διὰ νὰ στιγματίσω τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τῆς Ἑλλάδος. Θέλω καταψηφίσει, διότι θέλω νὰ ἀτενίσω τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων. Θέλω καταψηφίσει διὰ νὰ ἀνοίξω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ τοῦδε ἐξετάσεως καὶ λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐν τῇ περαιτέρω ἀναβολῇ αὐτοῦ δὲν βλέπω παρὰ μοιραίως ἐρχομένην τὴν καταστροφήν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον, ἑπομένως θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§65Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι οὔτε ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤφειλον, οὔτε ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεσχέθησαν νὰ ὑποδείξωσιν ἡμῖν διὰ τίνος τρόπου δύνανται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκθέσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ καὶ ὤφειλε, μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κράτους εἰς ἔργα εἰρήνης, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας του καὶ τὰς ἐλπίδας του περὶ σωτηρίας τοῦ Κράτους οἰκονομικῶς, διότι ὀφείλει περὶ τούτου νὰ ἔχῃ γνώμην, καθ’ ὅσον ἄλλως δὲν ἐννοῶ πῶς δύναταί τις σήμερον ν’ ἀναλαμβάνῃ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, μὴ ἔχων ὡρισμένας καὶ πλήρεις ἰδέας περὶ τῆς λυτρώσεως τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς, ἥτις τὸν ἀπειλεῖ, ἐν τούτοις οὐδὲν ἐξέθηκεν. Ἠρκέσθη μόνον νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι σκέπτεται περὶ δανείου τινὸς μεγάλου ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐπίσης οὐδὲν, καί τοι ὑπεσχέθη, εἶπεν ἡμῖν περὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν προβλημάτων ὁ ἐκ Τριφυλίας ἔντιμος βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος. Ἐπίσης λυπηρὸν, ὅτι ὁ ἐκ Σύρου ἔντιμος συνάδελφος κ. Συγγρὸς, καί τοι ἐβεβαίωσε πρὸ μικροῦ ἡμᾶς, ὅτι εἶναι εὔελπις περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι ἔχει ἴδιον σύστημα περὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὐδὲν εἶπεν, ἀναβαλὼν ἐς ἄλλοτε. Μόνος ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Οἰκονόμος πολλὰ πραγματικῶς εἶπε τὰ ὀρθὰ, ἀλλὰ τὰ μέτρα, ἅτινα πρὸς σωτηρίαν ὑπέδειξε, τὰ μὲν δὲν εἶναι πρακτικὰ, οὐδὲ αὐτὸς τὰ θεωρεῖ τοιαῦτα, ἄλλα πρὸς ἄλλους σκοποὺς τὰ ἐπρότεινε, τὰ δὲ εἰσέρχονται εἰς τὸν κύκλον τῶν μέτρων, περὶ ὧν καὶ ἄλλοι καὶ χθὲς ἀκόμη ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Δημητρακάκης ἐλάλησε, καὶ ἅτινα ἀνάγονται εἰς τὴν αὐθαίρετον λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος διὰ μονομεροῦς τοῦ Κράτους ἐνεργείας ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὑτοῦ. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ λόγος. Ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἡμῶν ὅπως δανείζηται ἀκαταπαύστως εἶναι τοσοῦτον γνωστὴ καὶ κατάδηλος, τοσοῦτον δὲ συνῳκειώθημεν ἀπό τινων χρόνων πρὸς τὰ ἐπαχθῆ δάνεια, ὥστε ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ περιέργεια, ἣν προκαλεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν νέων τρόπων καὶ μεθόδων, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ἐξηντλημένου σώματος τοῦ Κράτους καὶ τὸ τελευταῖον αἷμα ὅπερ ἀπέμεινε, θὰ διηρχόμεθα καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως διηρχόμεθα τὰ νομοσχέδια περὶ ἐλαχίστων πιστώσεων, περὶ ἐμβολιασμοῦ λ. χ. καὶ τὰ τοιαῦτα. Περὶ τῶν τρόπων ἐπίσης καὶ τῶν μεθόδων, δι’ ὧν μόνων νομίζει ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ χρήματα σήμερον, εἶναι μάταιον νὰ συζητῶμεν, ὅταν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ δανεισταὶ, οἵτινες διαπραγματεύονται νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς, βεβαιοῦσιν, ὅτι δὲν δέχονται κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς, ἡ δὲ ἀνάγκη τῶν 25 ἑκατομμυρίων εἶναι κατεπείγουσα σήμερον καὶ ἀνεπίδεκτος ἀναβολῆς. Καὶ ἐννοῶ μὲν κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ τῶν 25 ἑκατομμυρίων εἶναι μέτρον ὅλως προσωρινὸν, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εἶναι προσωρινὸν καὶ οὐδεμίαν λύει ἐκ τῶν δυσχερειῶν καὶ οὐδὲν προλαμβάνει ἐκ τῶν ἀναποφεύκτων κακῶν, ἅτινα ἀπειλοῦσιν οἰκονομικῶς τὸ Κράτος, καθῆκον εἶχε πρὶν ἀπέλθῃ ἡ Βουλὴ, ἥτις βεβαίως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θ’ ἀπέλθῃ, καθῆκον, λέγω, εἶχε καὶ καιρὸν νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν μέτρων τῆς σωτηρίας, καὶ εἰς τοῦτο, νομίζω, πρῶτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε προκληθεὶς νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν. Σιωπῶν, ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἄνευ γνώμης. Τίς ὅμως ἡ γνώμη αὕτη, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θετικότητος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ παρελθόντος κρίνοντες δὲν ἀπέχομεν πολὺ τοῦ ἀληθοῦς ὑποθέτοντες, ὅτι ἐμμένει εἰς τὸ παλαιὸν αὑτοῦ σύστημα. Ἀλλ’ οὔτε τὸ παλαιὸν αὑτοῦ σύστημα, οὔτε τὸ ἀντίθετον σύστημα, ὅπερ ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν κατὰ τὴν τριετίαν, καθ’ ἣν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐκυβέρνα, θεωρῶ σήμερον ἐπαρκὲς πρὸς τὴν κατάστασιν ἡμῶν. Τὸ σύστημα, δι’ οὗ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπειράθη ἄλλοτε νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, ν’ ἀνορθώσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἔργα καὶ τῆς ἐσωτερικῆς προόδου καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἡ αὔξησις τῶν φόρων. Διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο τὸ Κράτος εὐκόλως νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς πάσας αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ εἰς τοῦτο εἰργάσθη. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπαναφέρω τὴν παλαιὰν συζήτησιν, διότι θὰ ἦτο ματαιοπονία ἀπέναντι τῶν πραγμάτων. Κατεδείχθησαν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς πεπλανημέναι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐλπίδες, διότι κατεδείχθη ὅ,τι πρὸ μικροῦ καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔλεγεν, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πτωχὸς, κατεδείχθη, ὅτι οὐχὶ ἐκ δυστροπίας καὶ κακῶν ἕξεων, ἀλλὰ διότι δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ σήμερον εἰς τοσαῦτα φορολογικὰ βάρη διὰ μιᾶς αὐξηθέντα, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Τίς ἐξ ἡμῶν δύναται κατ’ ἀρχὴν νὰ ᾖ ἐναντίος τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ὅταν οἱ φόροι οὗτοι πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς αὔξησιν τῆς ὑλικῆς εὐημερίας αὐτοῦ, ἀνόρθωσιν τῆς πίστεώς του καὶ παρασκευὴν τῆς Χώρας; Ἀλλ’ ἀντετάχθημεν εἰς τοὺς πολλοὺς φόρους ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει τὰ μέσα, ὅπως καταβάλλῃ αὐτοὺς ἀνελλειπῶς, ἡ δὲ πεῖρα ἀπέδειξε τοῦτο. Ἂν πολλὰ προϋπελογίσθησαν καὶ ὀλίγα ἐπληρώθησαν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦσαν βαρεῖς οἱ φόροι, ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ ἦσαν βαρεῖς καὶ δυσανάλογοι πρὸς τὰ μέσα τοῦ λαοῦ διὰ τοῦτο δὲν ἐπληρώθησαν. Ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἔλεγεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὁμιλῶν περὶ τῆς φορολογικῆς δυνάμεως τῶν ἐθνῶν, ὅτι δηλαδὴ παραβαλλόμενος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς ἄλλους λαοὺς τῆς Εὐρώπης εἶναι πτωχότερος, εἶναι πολὺ ἀληθέστερον ἢ ὅσον ἐκ τῶν ἀριθμῶν φαίνεται. Παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς τῆς Εὐρώπης ἐτελέσθη πρὸ πολλοῦ ἡ ὑλικὴ αὐτῶν ἀποκατάστασις καὶ πρὸ πολλοῦ ἠλευθερώθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰ βάρη τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως ἡ περιουσία καὶ τὰ κτήματα αὐτῶν. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως οὔτε πανταχοῦ ἡ ἀποκατάστασις ἐπῆλθε, διότι εἴμεθα νέον Ἔθνος, οὔτε τὰ κτήματα καὶ αἱ περιουσίαι ἠλευθερώθησαν τῶν βαρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιβαρύνονται διὰ δανείων βαρυτάτων, ἐπιβαρύνονται διὰ τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἅτινα ὅταν δὲν καταβάλλωνται, ἐξογκοῦσι καθ’ ἡμέραν ἔτι μᾶλλον τὰ βάρη. Ὁ κάτοικος ὁ ἐργαζόμενος ἐν εὐρωπαϊκῇ τινι ἄλλῃ χώρᾳ, εἴτε ἐν τῇ γῇ, εἴτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, οὐ μόνον δὲν ἔχει τὰ βάρη ταῦτα, ἢ δὲν ἔχει τοσαῦτα βάρη, ἀλλὰ καὶ ἂν λάβῃ ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ, δανείζεται ἐπὶ πολὺ ἐλαφροτέρῳ τόκῳ ἢ ὁ Ἕλλην. Τίς γινώσκων τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀγνοεῖ, ὅτι πάντες σχεδὸν ὀφείλουσιν, ὅτι ὁ πλεῖστος λαὸς ἐργάζεται ἐπὶ δανείοις, καὶ ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι συνωμολογημένα πρὸς 12% καὶ 12% συνήθως; Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρέβαλε πρὸ μικροῦ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους πρὸς τὰ εἰσοδήματα τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ τὰ ποσὰ τοῦ φόρου, ἅτινα ἕκαστον ἔθνος ἐξ αὐτῶν καταβάλλει· δὲν ἐνόει ὅμως, ὅτι τὰ εἰσοδήματα ταῦτα εἶναι τὰ καθαρὰ εἰσοδήματα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι τὰ ἀκαθάριστα. Ἀλλὰ τότε ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ὅσον φαίνεται. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ ὁ Εὐρωπαῖος ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματός του εἶναι ἐλάχιστον, ἐν ᾧ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ ὁ Ἕλλην πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἐτησίου καθαροῦ εἰσοδήματός του, εἶναι μεγαλείτερον, διότι καὶ μὲ βαρυτέρους τόκους πάντοτε ἐργάζεται καὶ πολλάκις καὶ μὲ ἀκριβώτερα ἡμερομίσθια, ἑπομένως ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ἥτις τῷ ἀπομένει, εἴτε διὰ νὰ ζήσῃ, εἴτε διὰ νὰ ἐργασθῇ περαιτέρω, εἶναι ἐν Ἑλλάδι πολὺ μικροτέρα ἐκείνης, ἥτις ἀπομένει ἐν Εὐρώπῃ, περὶ ἧς ὡμίλησε. Λοιπὸν δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πληθὺς τῶν νέων φόρων καὶ ἡ αὔξησις τῶν παλαιῶν φόρων δύναται ν’ ἀποδώσῃ τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὸ τοῦ συστήματος εἴτε 85, εἴτε καὶ 80 ἑκατομμύρια ἐσόδων, ὅπως ᾖ ἀληθὴς ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἔχωμεν ἐλπίδα ἰσοζυγίου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν ἐσόδων ἀπετύχομεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ διότι αὐξήσαντες τοὺς φόρους ηὐξήσαμεν συγχρόνως τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου οὔτε τὸ ἕτερον σύστημα, ὅπερ ὑπεστηρίξαμεν ἀντιπολιτευόμενοι τὴν νῦν Κυβέρνησιν ἄλλοτε, τὸ σύστημα δηλονότι τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς βαθμιαίας εἰσαγωγῆς φόρων, οὔτε τὸ σύστημα αὐτὸ δύναται σήμερον νὰ ἐξαγάγῃ τὸν Τόπον ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ βαράθρου, ἐν ᾧ εὑρίσκεται. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐνομίζομεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπενέγκωμεν σπουδαίας οἰκονομίας, ἐλπίζοντες νὰ φέρωμεν αὐτὰς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ μετὰ τοὺς νέους κινδύνους ἐν τῷ Αἵμῳ, κινδύνους ἐπικειμένους, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἀναβολὴ παρασκευῶν καὶ ἐνεργείας. Ἑπομένως καὶ ἡ σκέψις, ὑφ’ ἣν ἄλλοτε ἠθέλομεν τὰς οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, χάριν δηλαδὴ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἰσοζυγίσωμεν ἀληθῶς ἐντὸς δύο ἐτῶν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ εἶτα νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, κατέστη ἀνεφάρμοστος. Ἀλλ’ οὔτε ἀκόμη ἂν τὰ δύο αὐτὰ συστήματα ἤθελον ἐφαρμοσθῆ ἐν πρέποντι μέτρῳ, δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Κράτος σήμερον τὰ μέσα, ὅπως λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ προλάβῃ οὐχὶ τὴν χρεωκοπίαν, διότι αὕτη ὑπάρχει, ἀλλὰ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα τῆς κηρύξεως αὐτῆς. Ἡ πολιτικὴ τῶν φόρων καὶ τῶν οἰκονομιῶν ἀπαιτεῖ χρόνον, ὅπως φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα δύναται νὰ φέρῃ, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ κίνδυνοι ἡμῶν δὲν ἀναμένουσι τὴν θεραπείαν. Εἶναι ὅμως δυνατὸν ἄλλο τι νὰ γίνῃ; Κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ οἰκονομίαι σπουδαῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐκεῖ ἔνθα ἐθεωροῦμεν αὐτὰς δυνατὰς, δηλαδὴ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν σπουδαίας οἰκονομίας μόνον ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει τῆς Ἑλλάδος. Τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος εἶναι ἡ μεγαλειτέρα δαπάνη τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, οἰκονομία δ’ ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι σπουδαία. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος ἦναι τὸ σπουδαιότερον, εἶναι ὅμως καὶ τὸ ἱερώτερον τῶν χρεῶν, διότι καὶ ἐὰν μὴ ἦναι δίκαιον ὁλόκληρον τὸ δημόσιον χρέος, διότι τὸ Κράτος δὲν ἔλαβεν ὅσον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν, μεθ’ ὅλα ταῦτα ἕνεκα τῶν μεγάλων κινδύνων, εἰς οὓς αὐθαίρετος καὶ μὴ νόμιμος ἐλάττωσις τοῦ δημοσίου χρέους ἤθελεν ἐμβάλει τὴν Ἑλλάδα, ἀπαιτεῖται προσοχή. Ἰδίως ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πραγμάτων οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν οὐδόλως θὰ διστάσωσι νὰ βλάψωσιν ἡμᾶς, παριστῶντες ὡς κακῆς πίστεως καὶ ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ νομίμου καὶ τοῦ δικαίου δὲν εἶναι ἀδύνατος διαῤῥύθμισις τῶν τοῦ δημοσίου χρέους ἡμῶν τοιαύτη, ὥστε καὶ ν’ ἀνυψώσῃ τὴν ἐξωτερικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνῆλθεν εἰς μέγιστον ποσὸν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1886 ἀναγράφεται διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἡμῶν πίστωσις 37 ἑκατομμυρίων καὶ 230 περίπου χιλιάδες δραχμῶν. Εἰς τὰ 37 αὐτὰ ἑκατομμύρια περιλαμβάνονται καὶ αἱ συντάξεις. Ἀφαιρουμένων ὅμως τῶν συντάξεων, ἀφαιρουμένου καί τινος ποσοῦ διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρον τοῦ πληρωθέντος μέρους τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες ἀνέρχονται, νομίζω, εἰς 3½ ἑκατομμύρια, θὰ ἔχωμεν 33 ἑκατομμύρια περίπου μόνον διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα τῶν χρεῶν ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνα τὰ χρέη, δὲν εἶναι ταῦτα μόνα τὰ βάρη τοῦ δημοσίου χρέους. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ὑπεβλήθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς μεγάλας δαπάνας καὶ εἰς ἕτερα δάνεια, καὶ λόγῳ τῶν παρασκευῶν καὶ λόγῳ ἐλλειμμάτων. Οὕτω τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον θ’ ἀνέλθῃ εἰς 76,800,000. Ἄν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐξ 25 ἑκατομμυρίων καὶ μόνον 10 ἑκατομμύρια πρόσθετα πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, θὰ ἔχωμεν 112 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὰ νέα ταῦτα δάνεια τοῦ Κράτους κυρίως συνδέονται μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἣν ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν, καὶ τάχιστα θ’ ἀπαιτήσωσι πρὸς ἐξόφλησιν τὴν συνομολόγησιν δανείου μεγάλου, ὅπερ, καὶ ἂν συνομολογηθῇ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, θέλει μᾶς ὑποβάλει εἰς δάνειον ἑτέρων 170 περίπου ἑκατομμυρίων, ὧν ἡ ὑπηρεσία θὰ ἀπαιτήσῃ ἐγγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσοῦ πλέον τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Οὕτω δὲ θὰ ἀπῃτεῖτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τοῦ Κράτους ποσὸν 43–44 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς Ἑλλάδος, ὁ Προϋπολογισμὸς ὅμως ὁ ἀληθὴς καὶ πραγματικὸς, δύναται σήμερον ν’ ἀσφαλίσῃ ἔσοδα μέχρις 70 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ποσὸν πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν ἐπί τινα ἔτη, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι σχεδὸν τὰ ⅔ τῶν ἐσόδων αὐτῶν θ’ ἀποῤῥοφῶνται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὑπὸ τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν, ὑπὸ τοιαύτας ἀναλογίας ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀναλογίας ἀνυπερβλήτους, ἄν θέλωμεν νὰ σπουδάζωμεν, ὁ δημόσιος βίος καθίσταται λίαν δυσχερὴς, καὶ ὄχι μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ δημοσίων ἔργων καὶ περὶ σπουδαίων παρασκευῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ἁπλῆς κινήσεως τῆς μηχανῆς τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐλπὶς ὑπολείπεται σωτηρίας ἢ ἡ ἀναζήτησις τοῦ μέσου τῆς σωτηρίας ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ κατέστη τοσοῦτον ἐπικίνδυνον. Πολλοὶ ὑπηνίξαντο, ἵνα ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀνωτέραν βίαν καὶ ἀπαρνηθῶμεν μέρος τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ βαρύνοντος τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ὅπως καὶ ἄλλα Κράτη ἔπραξαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐθνικώτερον ζήτημα, ὡς στενότατα συνδεόμενον μὲ τὸ μέλλον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, δὲν ὑπάρχει ἢ ἡ τιμιότης περὶ τὰ συμβόλαια, τὰ συνδέοντα ἡμᾶς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Λοιπὸν μακρὰν πᾶσα ἰδέα καὶ πᾶσα σκέψις περὶ ἀπαρνήσεως εἴτε μέρους εἴτε ὅλου τοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος, διότι ἤθελεν ἀποδοκιμασθῇ παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιζήμιος. Τοιαύτη ὅμως λύσις θὰ ἦτο καὶ ἄτοπος πρὶν δοκιμάσωμεν νὰ λυτρωθῶμεν τῶν κινδύνων διὰ νομίμων μέσων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι τοιαῦτα μέσα; Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα μεγάλην ἀνακούφισιν νὰ φέρωμεν εἰς τὰ βάρη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, μεταβάλλοντες τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια εἰς πάγια καὶ συνομολογοῦντες καὶ τὸ νέον δάνειον ἡμῶν, οὗτινος πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην, ὡς πάγιον καὶ οὐχὶ χρεωλυτικὸν, ὡς μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν. Οὕτω θέλει ἀνακουφισθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν δαπανῶν κατὰ ποσὸν σχετικῶς σπουδαῖον, διότι δὲν εἶναι μικρὸν καὶ δὲν θὰ ἦναι μικρὸν τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλυσίου, ὅπερ πληρόνομεν ἤδη καὶ θὰ πληρόνωμεν, ἂν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν ὡς ἤδη μέθοδον περὶ τὸ δανείζεσθαι. Ἀλλὰ πολλοὶ ἀκούοντες τὴν μετατροπὴν τῶν χρεῶν ἡμῶν ἀπὸ χρεωλυτικῶν εἰς πάγια θὰ λυπηθῶσι, διότι θὰ παύσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ χρεωλυσίου ἐπὶ τῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος, δι’ οὗ πιστεύουσιν, ὅτι κατ’ ἔτος ὑποχρεωτικῶς ἐλαττοῦμεν αὐτὰ καὶ μίαν ἡμέραν θ’ ἀπαλλαγῶμεν αὐτῶν, ἐνῷ ἂν εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα τῶν παγίων χρεῶν, ἅτινα πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων θεωροῦσι καὶ διαρκῆ καὶ ἀμείωτα, τὸ Δημόσιον χρέος δὲν θὰ ἦναι πλέον δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ. Αἱ ἰδέαι ὅμως αὗται εἰσὶ πεπλανημέναι. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν ὅτι, συνάπτοντες χρεωλυτικὰ δάνεια καὶ ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν νὰ πληρώνωμεν μετὰ τῶν τόκων καὶ χρεώλυτρον κατ’ ἔτος, ἀνακουφίζομεν τὸν λαὸν πράγματι ἀπὸ ἀνάλογον μέρος τοῦ Δημοσίου χρέους. Εἶναι πλάνη, διότι τότε μόνον ἐπὶ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων ἀποσβένει Κράτος τι κατ’ ἔτος τὰ χρέη του ἀναλόγως τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου, ὅπερ καταβάλει, ὅταν τὸ χρεώλυτρον αὐτὸ δὲν τὸ δανείζηται, ἀλλὰ τὸ λαμβάνῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὅταν δηλαδὴ ἔχῃ Προϋπολογισμὸν μὲ περισσεύματα ἢ ἐν ἀληθεῖ ἰσοζυγίῳ. Ὅταν ὅμως πρὸς ἀπόσβεσιν δανείζηται, ἐνῷ ἐλαττοῖ ἀφ’ ἑνὸς, αὐξάνει ἀφ’ ἑτέρου ἔτι μᾶλλον τὸ χρέος του. Τοῦτο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐὰν παρατηρήσῃ τις τοὺς Προϋπολογισμοὺς αὐτοῦ, ἀφ’ ἧς ἠρχίσαμεν νὰ συνομολογῶμεν τὰ δάνεια ἡμῶν χρεωλυτικῶς, θέλει παρατηρήσει, ὅτι κατ’ ἔτος κατὰ τὸ φαινόμενον τὸ κεφάλαιον ἐλαττοῦται· ἀλλ’ ἂν παρατηρήσῃ ποῖον εἶναι τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα, ἐὰν ἐρευνήσῃ νὰ μάθῃ τὰ χρεώλυτρα διὰ τίνος μέσου πληρώνονται, διὰ τίνων δανείων πληρόνονται καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ταῦτα συνωμολογήθησαν, θέλει πεισθῆ ὅτι οὐδόλως τὰ χρέη ἡμῶν πράγματι ἐμειώθησαν καὶ ὅτι τοὐναντίον ἔτι μᾶλλον ἡ θέσις ἡμῶν βαθμηδὸν ἐδεινώθη. Ἡ θέσις δ’ εἶναι χείρων παρ’ ἂν ποσῶς δὲ ἐπληρώνοντο τὰ χρεώλυτρα· διότι Ἔθνος, ὅπερ δανείζεται τακτικῶς διὰ νὰ πληρώνῃ τὰ χρεώλυτρα καὶ τὰ ἐλλείμματα αὐτοῦ, δανείζεται βαθμηδὸν ὑπὸ χειροτέρους πάντοτε ὅρους ἢ πρότερον. Δὲν εἰμπορεῖτε δὲ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐδανείσθητε μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ νὰ πληρώσητε τὰ χρέη, τὰ χρεώλυτρα ὑμῶν, ἀλλ’ ἵνα πληρώσητε ἄλλας συνήθεις ἀνάγκας, λ. χ. στρατιωτικὰς ἢ ναυτικάς. Ἅμα δὲν ἐπαρκῶσι τὰ ἔσοδά σας, ἀδιάφορον διὰ τίνα ἐκ τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δαπάνην ἐδανείσθητε, τὸ χρέος σας ἔμεινε τὸ αὐτὸ ἢ ηὔξησε, καὶ ἂν ἐδανείσθητε ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις, ἐζημιώθητε. Ἀπαραλλάκτως ὅπως δὲν ἐλαττοῖ τὸ χρέος αὑτοῦ ἰδιώτης, ὅστις τὴν πρώτην τοῦ ἔτους ἤθελε προκαταβάλει ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ μέρος τοῦ πρὸς τὸν δανειστήν του χρέους του, λόγῳ ὅτι τὸ προώρισε πρὸς τοῦτο, ἤθελε δὲ κατόπιν πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους συνάψει δάνειον διὰ τὰς συνήθεις αὑτοῦ ἀνάγκας, καὶ μάλιστα ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια, διότι ἁπλῶς φέρουσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐτησίας πληρωμῆς χρεωλύτρων, φέρουν ἐν ἑαυτοῖς καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν χρεῶν, δὲν εἶναι ἐπίσης ὀρθὴ καὶ ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὰ πάγια δάνεια δεσμεύουσι τὰς χεῖρας τοῦ Κράτους, καὶ ἀδύνατον πλέον ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν αἰωνίως. Ὅ,τι παρατηροῦμεν ἐπὶ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, ὅτι δὲν ἐλαττοῦνται πράγματι, εἰμὴ ὅταν ὑπάρχωσι περισσεύματα ἢ ἀληθὲς ἰσοζύγιον, τὸ αὐτὸ παρατηροῦμεν ἀντιθέτως ἐπὶ τῶν παγίων χρεῶν, ὅτι εὐκόλως ἐλαττοῦνται, ἅμα ὑπάρχουσι περισσεύματα. Ὅταν ἔχητε περισσεύματα ἐσόδων, οὐδὲν κωλύει, ὅπως καταφύγητε εἰς ἓν τῶν πολλῶν μέσων, εἰς ἃ καταφεύγουσι τὰ Κράτη, ὅπως ἐλαττώσωσι τὸ δημόσιον αὑτῶν χρέος. Δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀγοράσητε ἐν τῇ ἀγορᾷ τὰ χρεώγραφά σας καὶ νὰ τὰ καταστρέψητε, θὰ ὠφεληθῆτε δ’ οὕτω, διότι θὰ τὰ ἀγοράσητε συνήθως εἰς τιμὴν κατωτέραν. Ἐὰν κατορθώσωμεν ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ περίσσευμα δέκα ἢ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, βεβαίως τοῦτο θὰ ὑψώσῃ τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ δύνηται ἐπὶ πολὺν χρόνον ν’ ἀγοράζῃ τὰ χρεώγραφα αὑτῆς εἰς κατωτέραν τῆς ὀνομαστικῆς τιμὴν. Ἀλλὰ δύνασθε καὶ δι’ ἄλλων τρόπων νὰ κατορθώσητε ἀποσβέσεις· δύνασθε ν’ ἀναλάβητε τὰς λεγομένας ἰσοβίους συντάξεις (rentes viangères) ἢ νὰ μεταβάλλητε συναλλασσόμενοι μετὰ τῶν δανειστῶν τὰ δάνεια ταῦτα εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια ἐπὶ μεγάλοις χρεωλύτροις. Πλεῖστα εἰσὶ τὰ μέσα τῆς ἐλαττώσεως τῶν παγίων χρεῶν, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχωσι περισσεύματα. Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχωσι τὰ περισσεύματα καὶ ἰσοζύγιον, εἶναι ἀπάτη νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑπὸ τὸν χρεωλυτικὸν τύπον ἀνακουφίζεται τῶν χρεῶν αὐτοῦ τὸ Κράτος, ἐνῷ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ παγίου χρέους δὲν ἀνακουφίζεται. Ἐὰν τοιοῦτό τι ἠθέλομεν ἐφαρμόσει ἐπὶ τῶν χρεωλυτικῶν ἡμῶν δανείων, ἅτινα σήμερον ἔχομεν καὶ ἅτινα, ἐξαιρέσει τῶν ἠγγυημένων ὑπὸ τῶν τριῶν Δυνάμεων, τῶν τοῦ 1824 καὶ 1825 καὶ τοῦ πρὸς τὸν πρώην βασιλέα, νομίζω ὅτι ἀνέρχονται εἰς 188 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἠθέλομεν ἔχει ἐκ τῆς μετατροπῆς εἰς πάγια οἰκονομίαν 4,121,146 περίπου δραχμῶν. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, κύριοι, ὅτι θὰ συνομολογήσωμεν, ὡς προεῖπον, καὶ νέον δάνειον χρεωλυτικὸν κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα τὸ μέχρι σήμερον ἐφαρμοσθὲν καὶ ὅτι εἰς τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ περιλάβωμεν ἐκτὸς τῶν 112 ἑκατομμυρίων καὶ τὰς προκαταβολὰς τὰς ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὀνοματικῶν, θὰ συνομολογήσωμεν δάνειον 250,000,000 ὀνοματικῶν, δι’ ὃ θ’ ἀναγράφωμεν χρεώλυτρον κατ’ ἔτος δραχμὰς 2,390,000 περίπου. Οὕτω θὰ ἔχωμεν διὰ τοῦ συστήματος τῶν παγίων δανείων περιορισμὸν τῆς πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπάνης κατὰ 4,121,146 δραχμῶν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη μεγάλου δανείου παγίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ μεγίστου μέρους τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐκ τῆς διαγραφῆς τῶν χρεωλύτρων οἰκονομία, δὲν ἀρκεῖ, ἂν τὸ πάγιον αὐτὸ δάνειον μὴ συνομολογηθῇ ἐπὶ ὅροις καλλιτέροις, δηλαδὴ ἐπὶ τόκῳ μικροτέρῳ καὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ ἢ μέχρι τοῦδε. Τοῦτο δὲν θεωρῶ ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὴν μέθοδον τοῦ δανείζεσθαι. Ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθησε κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων αὐτῆς τὴν μέθοδον τοῦ νὰ ἀποτείνεται εἰς μεσάζοντα πρόσωπα καὶ δι’ αὐτῶν νὰ διαπραγματεύηται ἐν Εὐρώπῃ τὰ τῆς πίστεως τοῦ Ἑλλην. Κράτους καὶ νὰ συνάπτῃ τὰ δάνεια αὐτῆς. Δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τοὺς μέχρι τοῦδε ἀναλαβόντας καὶ συνάψαντας τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δάνεια τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲν ἔχῃ τις τὰ κεφάλαια, ἅτινα θὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀποτείνεται εἰς ἄλλους, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι μόνον τὸ Κράτος πταίει διὰ τοὺς βαρεῖς ὅρους, οὐχὶ δὲ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς προκαλεῖ τὰ κεφάλαια. Ἐξευτελιστικοὶ ὅροι ἔτι μᾶλλον ἐξευτελίζουσιν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὅπερ ζητεῖ νὰ δανεισθῇ ἐν Εὐρώπῃ, ὅταν μάλιστα τὸ Κράτος κρύπτεται. Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ τόκος καὶ ἡ τιμή, ἐφ’ οἷς ἐδανείσθημεν μέχρι τοῦδε, εἶναι ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ μόνη ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν. Ἄλλως ἐνεργοῦντες, ἴσως θὰ ἐδανειζόμεθα ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Ἐφ’ ὅσον ἀπόπειρα δὲν ἐγένετο, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ δὲν ἀπετάθη ἀπ’ εὐθείας πρὸς εὐρωπαϊκοὺς οἴκους καὶ προσφέρουσα ἐγγυήσεις ἀσφαλείας, πλέον ἢ ἐπαρκεῖς, δὲν ἐπέτυχε νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίζωμεν, ὅτι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν εὐθηνότερα δάνεια. Νομίζω προσέτι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος οὐ μόνον πρέπει νὰ παύσῃ δανειζόμενον διὰ μεσολαβήσεως ἄλλων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποταθῇ ἀπ’ εὐθείας πρὸς μεγίστους τραπεζιτικοὺς οἴκους τῆς Εὐρώπης, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διορθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν, ἀνυψοῦσι τὴν πίστιν αὐτῶν καὶ ἐπὶ μεγάλων ποσῶν ἐνεργοῦντες δι’ εὐθηνῶν ὅρων κερδίζουσι πολλά. Βεβαίως δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διὰ νὰ ὑποδείξω τί πρέπει νὰ πράξῃ δεξιὰ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν καὶ νὰ μὴ ἀκούῃ ἐκείνους, οἵτινες θὰ τὴν ἀπελπίσωσιν ὅπως ἀκολουθήσῃ τὰς παλαιὰς μεθόδους. Λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν· λέγω τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι εἰς τὸ στάδιον εἰς ὃ εἰσήλθομεν ἤδη, τῆς διὰ παραχωρήσεως τῶν μονοπωλίων πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐξασφαλίσεως τῶν δανείων, οὐδένα λόγον ἔχομεν ν’ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι τὰ κεφάλαια ἀπέναντι ἀπολύτου ἀσφαλείας δὲν θὰ δειχθῶσι καὶ πρὸς ἡμᾶς πρόθυμα, ὅπως εἰς ἄλλα Κράτη, ἀρκεῖ νὰ διαχειρισθῶμεν καλῶς τὰς ἀσφαλείας αὐτάς. Πολλὰ Κράτη μετεχειρίσθησαν τὴν μέθοδον τοῦ δανείζεσθαι ἐπὶ παραχωρήσει μονοπωλίων. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις θὰ ἐπαινέσω τὴν μέθοδον αὐτήν· ἀλλ’ αὕτη ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους εἰσήχθη ἤδη ἐν τῇ οἰκονομικῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, εἰσήχθη ἤδη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· χθὲς ἀκόμη ὁ ἐκ Τροιζηνίας ἔντιμος βουλευτὴς ἐζήτει διὰ προτάσεώς του τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους. Τί εἶναι ἡ ἐνοικίασις τῶν τελωνείων ἢ ἀπαλλοτρίωσις τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους; Ἐν τούτοις χάριν τῆς μεγαλειτέρας προσόδου, ἥν τινες νομίζουσιν ὅτι θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως, συμβουλεύουσι νὰ παραδώσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν τελωνείων εἰς Ἑταιρίας. Τί εἶναι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἢ ἀπαλλοτρίωσις φορολογικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους; Καὶ τοῦτο πάλιν παραχωρεῖται εἰς ἰδιώτας χάριν αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Ἂν ἡ τοιαύτη αὔξησις ἁπλῶς τῶν ἐσόδων ὑπαγορεύῃ τοιαύτας παραχωρήσεις δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἄτοπον νὰ γίνωνται αὗται, ὅταν οὐχὶ μόνον αὔξησιν ἐπιτυγχάνωσιν, ἀλλὰ καὶ εὕρεσιν εὐθηνοτέρων κεφαλαίων καὶ ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ. Διὰ τοιούτων ἀσφαλειῶν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ προμηθευθῇ σήμερον τὸ ἡμέτερον Κράτος μέγα δάνειον πάγιον ἐπὶ μικρῷ τόκῳ καὶ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἢ μέχρι τοῦδε, ὅπως πληρώσῃ καὶ συγχωνεύσῃ τὸ μέγιστον μέρος τοῦ δημοσίου αὑτοῦ χρέους, οἰκονομοῦν σπουδαῖον ποσὸν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὑτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως ὡς ἐγὼ φαντάζομαι τὸ δάνειον, δάνειον μέγα ὑπὸ ὅρους καὶ συνδυασμοὺς, οἵτινες δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου, δὲν ἀρκοῦσι ν’ ἀσφαλίσωσι τὰ μονοπώλια, περὶ ὧν ποιεῖται λόγον τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοιοῦτον δάνειον ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι τοῦτο εἶναι κυρίως τὸ μονοπώλιον, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ σπουδαιοτέραν πρόσοδον. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, εἰσερχόμενον εἰς κανονικὴν λειτουργίαν, θὰ ἠδύνατο εὐθὺς νὰ ἀποδώσῃ καὶ 10 ἑκατομμύρια δραχμὰς βέβαια καὶ ἀσφαλῆ ἢ εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ, ἂν διεχειρίζοντο αὐτὸ ἄλλοι, εἰς τοὺς διαχειριστὰς τοῦ μονοπωλίου. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως οὐδὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ ἤρκει, ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ ἄλλου τινὸς μονοπωλίου ἀκόμη. Τοιαῦτα μονοπώλια, διδόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιούτου μεγάλου δανείου, ἤθελον φέρει ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, αἵτινες πᾶσαι σχεδὸν εὑρίσκονται ἐνεχυριασμέναι ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τῶν διαφόρων δανείων, καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος· λοιπὸν ἂν προσετίθεντο τόσα μονοπώλια, ὥστε νὰ ἀποτελῆται τὸ ποσὸν, ὅπερ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δανείου θ’ ἀπῃτεῖτο, ἠθέλομεν ἐπιτύχει οὐ μόνον ἀνακούφισιν διὰ μικροτέρου τόκου, οὐ μόνον ἀνακούφισιν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλύτρων, ἀλλ’ ἠθέλομεν συντελέσει καὶ εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων καὶ συγχρόνως εἰς τὴν μόρφωσιν πόρων σπουδαιοτάτων ἔκ τινων μονοπωλίων. Μὴ βλέπων ἄλλας ἰδέας ἐκτιθεμένας καθόσον ἀφορᾷ τὴν ταχίστην λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔκρινα δέον νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν μὴ ἦναι καθ’ ὅλα δεκτή, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τυχὸν δὲν ἔχῃ σύστημα, μέθοδον ἄλλην πρὸς σωτηρίαν. Ἀλλ’ ἂν, ὅπερ ἀπεύχομαι, οὐδεμίαν ἔχῃ μέχρι τοῦδε μορφώσει γνώμην, ἂν τρέχῃ κατόπιν τῶν περιστάσεων, ἂν μένῃ ἐν τῇ παλαιᾷ ὁδῷ ἀκόμη καὶ δὲν σπεύδῃ νὰ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς, εἶναι τόσον μεγάλαι καὶ τόσον ἐπικείμεναι αἱ ἀνάγκαι, τοσαῦται αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ Κράτους, ἀπειλούμεθα δὲ ὑπὸ τόσων ἐξωτερικῶν κινδύνων, ὥστε ἀναλαμβάνει μεγίστην εὐθύνην ἀναβάλλουσα, μὴ ἔχουσα γνώμην καὶ οὐδὲν πράττουσα πρὸς σωτηρίαν τοῦ Τόπου ἀπὸ τῶν ἐπαπειλουμένων καταστροφῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§68Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, δὲν δύναμαι ν’ ἀντισταθῶ. Καὶ ἀναγνωρίζω τὰς θεωρίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ μακρῶν ἐξέθηκαν τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ περὶ τῶν δανείων θεωρίας· ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς ἀπετέλουν μέρος τοῦ Σώματος τούτου, ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρώμεθα κατὰ τῶν δανείων, ἦτο ἄλλος παρὰ τὸν παρόντα. Ἀπὸ τοῦ 1876 πρῶτος ἐγὼ, ὅταν ὁ Τόπος δὲν εἶχε συνομολογήσει αὐτὰ τὰ δάνεια, πρῶτος ἐγὼ διεμαρτυρήθην κατὰ τῶν δανείων καὶ προέβλεψα τὰ ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον θεωρητικῶς μόνον συζητοῦμεν. Δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν· ἀλλὰ τὰ δάνεια σήμερον εἶναι ἀναπόφευκτα τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, ἢ χρεωκοπία, ἢ διὰ τῶν δανείων θεραπεία τῶν ἀναγκῶν μέχρις οὗ εὑρεθῇ μέσον νὰ τεθῇ φραγμός.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ῥικάκη, νὰ ἐρωτήσω κἄτι τι τὸν κύριον Ὑπουργόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ αἰχμάλωτοι ἔφθασαν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ περιάγονται εἰς τὰς ὁδοὺς αὐτῆς;
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν τοιαύτην εἴδησιν, ἔχομεν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρωθῆ τὰ συμπεφωνημένα, καὶ ὅτι θέλουσι παραδοθῆ οἱ αἰχμάλωτοι εἰς τὰ σύνορα χωρὶς νὰ μετενεχθῶσιν εἰς Θεσσαλονίκην.
§71ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ψιθυρίζεται, ὅτι παρεβίασε τὰ συμπεφωνημένα.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι μόνον ψιθυρίζεται, ἀλλὰ καὶ τηλεγραφήματα ἐστάλησαν παρὰ προσώπων λέγοντα ταῦτα, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτην εἴδησιν.
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσωμεν νέον δάνειον, ἂς προσπαθήσωμεν ὅσον δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τοὺς ὅρους ὀλιγώτερον ἐπαχθεῖς καὶ συμβιβαζομένους τοὐλάχιστον μὲ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν καὶ τὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ἐτήρησε, διότι εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις· εἶναι περιττὸν πρῶτοι ἡμεῖς νὰ καταβιβάζωμεν τὴν πίστιν μας εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τὴν καταβιβάσωμεν, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ θέσωμεν ὅρους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οἵτινες δι’ οὐδὲν τῶν μέχρι τοῦδε δανείων ἐτέθησαν καὶ δι’ ὧν μαρτυρεῖται, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη κατάπτωσιν καὶ χρεωκοπίαν. Συμφωνῶ νὰ δοθοῦν τὰ μονοπώλια, δὲν συμφωνῶ ὅμως νὰ δοθῇ καὶ ἡ διαχείρισις αὐτῶν διότι, ὡς ἠκούσατε χθὲς, ἡ διαχείρισις εἶναι ἡ δευτέρα ἀσφάλεια ἡ διδομένη εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ νὰ ἔχωσιν εἰς χεῖράς των τὰ εἰσοδήματα· δὲν ἐμπιστεύονται τὸ Κράτος, θέλουσιν αὐτοὶ νὰ τὰ διαχειρίζωνται, διὰ νὰ πληρόνωνται τοὺς τόκους μόνον καὶ τὰς προμηθείας. Ἀφοῦ ἔχομεν τόσα ἄλλα δάνεια μὲ τὴν ἀσφάλειαν μόνον τῶν εἰσοδημάτων καὶ μᾶς ἐμπιστεύονται, αὐτοὶ οἱ δανεισταὶ διὰ 2,000,000 δὲν μᾶς ἐμπιστεύονται, ἀλλὰ θέλουσι νὰ τοῖς χορηγήσωμεν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων; τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἐπιζήμιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐξευτελιστικόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τοιούτους ὅρους, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐναντίον τοιούτου ὅρου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν· ἐὰν δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἄνευ τῶν ὅρων αὐτῶν χρήματα, μὴ δυσκολευθῆτε νὰ κηρύξετε τὴν πτώχευσιν· εἶναι προτιμοτέρα ἡ πτώχευσις ἀπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ δευτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνω, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Λέγει τὸ νομοσχέδιον νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσὸν ἀνάλογον τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνεχυριάσωμεν ἀπέναντι τοῦ δανείου· παραδέχομαι αὐτὸν τὸν ὅρον, ἀλλὰ ἐγὼ προσθέτω καὶ ἕνα ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἀγοράσωμεν τὸ ποσὸν, χωρὶς ν’ ἀποκρούω τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται διατετυπωμένος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ ἔθεσα τοῦτο, διότι καὶ ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διανύομεν, ἐπιτρέπει ν’ ἀγοράσωμεν ἴσως συνάλλαγμα εἰς ὄχι ὑψιλὴν τιμὴν, καὶ ἄλλαι διαπραγματεύσεις δύνανται νὰ γίνουν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προμηθευθῶμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶμεν καὶ εἰς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βάρη τοῦ δανείου. Μολαταῦτα τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νὰ δώσωμεν λοιπὸν τὰ γραμμάτια, τὸ παραδέχομαι· δὲν παραδέχομαι ὅμως τὸν δεύτερον ὅρον, ὁ ὁποῖος τίθεται δυνητικῶς; ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δηλαδὴ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν τῆς Τραπέζης. Καὶ πῶς; Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν πίστιν του εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν εἶναι ἀξιόχρεων ἀπέναντι τοῦ δανειστοῦ καὶ εἶναι ἀξιόχρεως ἡ Τράπεζα; Νὰ ἐξευτελισθῇ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ Κράτος, ὥστε οἱ δανεισταὶ νὰ ἔχωσι μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν παρὰ εἰς τὸ Κράτος; Καὶ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἐγγύησίν της ἡ Τράπεζα; Καὶ ἐὰν σᾶς ἀρνηθῇ τὴν ἐγγύησίν της, τί θὰ γείνῃ; Δύνασθε πλέον νὰ εὕρητε ἓν μόνον ἑκατομμύριον, ὄχι 25; Εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς καθ’ ἃς θὰ διαπραγματευθῶμεν μέγα δάνειον, καὶ νομίζετε, ὅτι ὑπὸ τοιούτους οἰωνοὺς δύνασθε νὰ προετοιμάσητε τὴν ἐπιτυχίαν μεγάλου δανείου; Ἰδοὺ διατὶ δὲν θέλω τὴν ἐγγύησιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν τὴν θέλω καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶναι τὸ μόνον πιστωτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον εὐκολύνει τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς ἐξωτερικῆς πίστεώς της· μὴ τὴν ἀναμίξητε λοιπὸν εἰς τοιαύτας ἐργασίας, μὴ διακινδυνεύσητε αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ Τόπου, μὴ κάμητε τὴν κακὴν ἀρχὴν, διότι μία διάδοχος Κυβέρνησις θὰ μιμηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς κάμνετε, καὶ τότε πλέον εἶναι βεβαία ἡ πλήρης ἀπελπισία καὶ ἀποτυχία. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῶσιν οἱ δύο αὐτοὶ ὅροι, γινομένων δεκτῶν τῶν τροπολογιῶν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας τοῦ κυρίου Ῥικάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Εἶτα γίνονται δεκτὰ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)