1886.05.23
2,140 rows · 17,023 words · 54 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 23 Μαΐου 1886.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν, καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου κύριος Τιμολέων Φιλήμων ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν ἀπουσίας, ἐπισυνάπτει δὲ καὶ πιστοποιητικὸν τῶν ἰατρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου πιστοποιεῖται, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τριμήνου ἀπουσίας. Χορηγεῖ ἡ Βουλὴ ταύτην;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις διαφόρων στρατιωτικῶν καταδίκων, οἵτινες ζητοῦσι νὰ μεταφερθῶσιν ἐκ τῶν ποινικῶν φυλακῶν εἰς τὰς στρατιωτικάς. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἀποβλέποντα εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἁπτόμενα τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων. Εἶχον καὶ ἔχω γνώμην ὡρισμένην ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ πρὸ πάντων τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς· μὴ δυνάμενος ὅμως, οὔτε νὰ προσκρούσω εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε ῥιζικὰς μεταβολὰς νὰ προτείνω εἰς τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναρμόδιον, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸ Ἄρθρον 1ον τοῦ Νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν ὁρίων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ἀναμφηρίστως εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἐπίσης δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὅπως ὑπεβλήθη, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν, διότι ταῦτα βεβαίως οὔτε δύνανται κἄν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἄντικρυς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος—τὰ νομοσχέδια ταῦτα λέγω, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά, δύνανται, ἴσως ἐν μέρει εἶναι εὔλογον, νὰ περιορισθῶσιν αἱ τάσεις τινῶν τῶν κκ. ἀξιωματικῶν εἰς ἐκλογικὰς δάφνας, τοῦθ’ ὅπερ παραλύει τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων αἱ Κυβερνήσεις ἔπρεπε νὰ προβαίνωσιν εἰλικρινῶς καὶ νὰ προτείνωσι τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἤδη ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐπενέγκῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, τοιαύτας μεταβολὰς, τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Κυβέρνησις, ἃς τὸ εἴπωμεν εἰλικρινῶς, μόνον Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ τὰς ἐπιφέρῃ. Μόνον Ἐθνοσυνέλευσις δύναται νὰ μεταβάλῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ νόμου δὲν δύνανται τοιαῦται μεταβολαὶ νὰ ἐπενεχθῶσιν· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς μέτρον τοιοῦτον ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, οἱ πολῖται οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Ἀπεναντίας δὲ ἔχουσι καθῆκον νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν νόμων τούτων, ὡς ἀντισυνταγματικῶν, ἐὰν ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἥτις θὰ τολμήσῃ νὰ ψηφίσῃ τοιαῦτα νομοσχέδια. Τὸ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγματος εὐτυχῶς μᾶς ἀπαλλάσει ἀπὸ τοιαύτας ἐπιβουλὰς κατὰ τοῦ Συντάγματος, διότι τὴν τήρησιν αὐτοῦ ἀφιεροῖ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς σήμερον, ὡς βάσιν ἔχει τὸ Συνταγματικὸν δικαίωμα τῆς ἐπαρχιακῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ Σύνταγμα λέγει—εἶναι ἀληθὲς—ἐν ἄρθρῳ 67, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἐπαρχίας μόνον ἐξ ὧν ἐκλέγονται, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἔθνος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἰδίους βουλευτάς. Ἀπεναντίας καὶ τὸ ἄρθρον 67, καὶ τὸ 68 καὶ τὸ 70 ῥητῶς ἀναγράφουσι τὸ δικαίωμα τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἀναδεικνύωσι τοὺς βουλευτὰς, ἐπιτάσσουσι μάλιστα ῥητῶς, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐξ ἧς ἐκλέγεται. Ἀλλὰ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας, τῆς ὑποδεικνυούσης τοὺς βουλευτὰς αὐτῆς, ἕπεται ὅτι δὲν δυνάμεθα, ἀφοῦ οἱ βουλευταὶ οὗτοι τυγχάνωσι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ αἰτήσωμεν ὑπὲρ αὐτῶν τούτων καὶ τὸ κῦρος τῆς Νομαρχιακῆς ἐκλογῆς; Κατὰ γενικὴν Συνταγματικὴν θεωρίαν ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἐὰν πρακτικῶς ἦτο ἐφικτὸν οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ τυγχάνωσι δι’ ἐκλογῆς τοῦ κύρους ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατον, ὅσῳ εὐρυτέρα εἶναι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, τόσῳ ἀληθέστεροι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους θὰ ὦσιν οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, τόσῳ γενικώτεροι καὶ μᾶλλον ἀνεξάρτητοι τῶν στενῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἅτινα ἀτυχῶς ἐνίοτε σχετίζονται πρὸς ταπεινὰς προσωπικὰς ἀπαιτήσεις ἐκλογέων τινῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, ὡς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων τῶν Ἐπαρχιῶν, ὅπως ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι ἀνάλογος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας ἐξ ἧς ἐκλέγονται, ἑπομένως βάσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλη παρὰ ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ δυνάμεθα βεβαίως ἀκριβῶς καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἀποβλέποντες νὰ ὁρίσωμεν ὅτι βάσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ μάλιστα ἡ ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν νόμων ὁριζομένη ὡς μονάς, ἡ τῶν 10,000. Ἀλλὰ αἱ δέκα χιλιάδες αὗται τοῦ πληθυσμοῦ, αἱ δίδουσαι ἕνα βουλευτήν, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι δέον νὰ ὦσιν ἄρτιαι καὶ πλήρεις. Δὲν πρέπει δηλ. τοῦ λοιποῦ κλάσματα ἐλάχιστα τῆς ἐκλογικῆς ταύτης μονάδος νὰ δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς ἐκλογὴν βουλευτοῦ. Ἑπομένως κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἑκάστη ἐπαρχία, ἔχουσα ἀριθμὸν πληθυσμοῦ 10,000, ἀποδίδει ἕνα βουλευτήν, πλέον τῶν 20,000 δύο βουλευτάς, πλέον τῶν 30,000 τρεῖς καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτυγχάνομεν Συνταγματικῶς, ὡς φρονῶ, ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν σπουδαίαν, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, πλὴν τῶν προνομιούχων ἐπαρχιῶν, ὧν τὰ προνόμια δὲν δύνασθε νὰ περικόψητε, ὡς καὶ τὰ συνοικισμοῦ τῶν Κρητῶν ἢ ἄλλων ὑποδούλων ἔτι ἀδελφῶν μας συνοικισθησομένων, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν θὰ ἀνέρχηται ἐν συνόλῳ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ μέρους τῆς Ἠπείρου εἰς 180 περίπου. Οἱ ὑποψήφιοι δὲ θὰ τυγχάνωσιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας. Ἐλπίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει τύχει τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς ὡς τὸ μόνον Συνταγματικῶς καὶ πρακτικῶς δυνατὸν καὶ θέλει μελετηθῇ σπουδαίως. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει συναινέσει εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ τὰ ἑαυτῆς νομοσχέδια καταλλήλως, παραπέμπουσα διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τοῦ ἐμοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἔχομεν, κύριοι, ἀνάγκην μεταβολῆς τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ, ὄχι διότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι αἴτιοι τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Τοιαύτη μομφὴ δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸ ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Οἱ ἕλληνες βουλευταὶ δὲν ἀπεδείχθησαν παραίτιοι τῆς τοιαύτης κακῆς καταστάσεως, διότι πάντες ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ ἐπὶ τριετίαν οἱ βουλευταὶ παρεχώρησαν τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπεριόριστον ἀτυχῶς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ὡς Πρωθυπουργόν, ὡς ἐπίσης παρέσχον τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην. Εἰς τί λοιπὸν ἔπταισαν οἱ βουλευταί; Τὸ πταῖσμα εἶναι εἰς τοὺς κυβερνήτας ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔσχον τὴν σιδηρὰν καὶ ἀγαθὴν θέλησιν νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶχον τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐνδίδωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἐδημιούργησαν καὶ δημιουργοῦσι καθ’ ἑκάστην ὑποχρεώσεις τῶν βουλευτῶν πρὸς ἑαυτοὺς διὰ νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Τὰ πάντα ἐθυσίασαν καὶ θυσιάζουσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ πρὸ πάντων οἱ Πρωθυπουργοὶ ὅπως παραμείνωσιν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἀλήθεια· σήμερον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων θίγει τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι μεταβολὴ πολιτική· τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ζωτικωτάτου διαφέροντος διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ Οἰκονομικόν. Ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ ζητήματος ἐντὸς ἕξ μηνῶν, εἴτε καὶ ταχύτερον, ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς χρεωκοπίαν, καὶ μὴ ἀπατᾶσθε. Δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ καὶ ἂν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῆς ἐπαπειλούσης ἡμᾶς χρεωκοπίας, νὰ ἐφαρμόσῃ σχέδιον πραγματικῆς οἰκονομίας καὶ πραγματικῆς εἰσπράξεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶναι ἀρκετοί, ἐὰν πάντες εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 10 καὶ 15,000,000 καὶ δὲν διολισθαίνωσιν εἰς τὰ ἰδιωτικά. Μὴ πιστεύσῃ τις ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἐπαπειλούσης ἡμᾶς χρεωκοπίας. Ἐλπίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀπειρίας τῶν ὑπαλλήλων, τῶν οὐδόλως ἢ ἐλάχιστον ἐργαζομένων, οἵτινες τρέφονται εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν ἀτυχῶν φορολογουμένων. Ἀναλόγως τοῦ τρόπου τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας θέλομεν ἐπιζητήσει, ἐὰν εἴμεθα εἰλικρινεῖς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν ἀπείρους οἰκονομίας. Ἐγώ, κύριοι, ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, γινώσκω ὅτι τὸ Κοινοβούλιον οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀντιθέτως, ὁσάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἢ καὶ κατ’ ἰδίαν ἐν τοῖς ὑπουργείοις ἐγένετο λόγος περὶ οἰκονομιῶν· οὐδέποτε ἤκουσα βουλευτήν τινα, προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν, νὰ ἀντιστῇ· ἓν καὶ μόνον ἐζήτει καὶ ζητεῖ ὁ βουλευτὴς νὰ μὴ γίνωνται σκανδαλώδεις διακρίσεις εἰς ὀλίγους βουλευτὰς καί τινας εὐνοουμένας ἐπαρχίας. Εἰς τοιαύτην Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίπτηται ἡ εὐθύνη τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι βεβαίως σήμερον ἡ κατάλληλος ὥρα εἰς συζητήσεις· ἐλπίζω ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῶν σπουδαίων θεμάτων, ὧν τὴν συζήτησιν προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῆς. Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου. Ἄρθρον μοναδικὸν Τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν Νόμου ΧΜΗʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Ἑκάστη ἐπαρχία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὁριζομένη ἐκ τῆς δικαιοδοσίας ἑκάστου ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἀποστέλλει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ γενικῆς κατὰ Νόμον ἐκλογῆς βουλευτάς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστης ἐπαρχίας ἀποστελλομένων βουλευτῶν θέλει εἶσθαι ἀνάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν τῶν δήμων ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Ἐπαρχία ἔχουσα πληθυσμὸν μέχρι δέκα χιλιάδων καὶ ἄνω, ἐκλέγει ἕνα βουλευτήν, ἔχουσα μείζονα τῶν εἴκοσι χιλιάδων δύο, ὑπὲρ τὰς τριάκοντα χιλιάδας τρεῖς, πλέων τῶν τεσσαράκοντα χιλιάδων τέσσαρας καὶ οὕτω καθεξῆς, προστιθεμένου ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁσάκις ὁ πληθυσμὸς ἔστιν ἀνώτερος τῆς προηγουμένης δεκάδος χιλιάδων κατὰ δέκα χιλιάδας. Ὁ ἀνωτέρω πληθυσμὸς ὁρίζεται διὰ τὴν διάρκειαν ἑκάστης Βουλευτικῆς Περιόδου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων ἀπογραφικῶν πινάκων τῆς τελευταίας πρὸ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου δημοσιευθείσης καταστατικῆς τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς.
Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ.
§5ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἁπλᾶ καὶ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἐννοῶ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσι καθῆκον νὰ συνοδεύωσιν αὐτὰ διὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Ἀλλ’ ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, θίγοντα τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν τῆς Πολιτείας, θίγοντα ἄρθρα ῥητὰ τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἂν δὲν ἦναι περιφρόνησις, εἶναι ὅμως εἶδός τι ἐξυβρίσεως πρὸς ἐκείνους, ὧν ἐνώπιον εἰσάγονται, ὅταν ταῦτα καθυποβάλλωνται, καθ’ ὃν τρόπον καθυπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ αὐτῶν βουλευτής τις τῆς πτέρυγος ταύτης ἠρώτησε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν ἐὰν ταῦτα συνοδεύωνται ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε μὴ θέλων, εἴτε μὴ ἐννοῶν καλῶς τὰ εἰσαγόμενα νομοσχέδια, ἀπήντησεν ὅτι ταῦτα εἰσὶ τοσοῦτον σαφῆ, ὥστε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἅτινα εἰσήχθησαν, ὡς εἰσήγαγεν ὁ κ. ὑπουργὸς ταῦτα, δὲν εἶναι σαφῆ, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρὸ ὀλίγου διανεμηθεισῶν ἐκθέσεων, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐξήγησιν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ὅτι δὲ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα εἰσήχθησαν, δὲν εἶναι ἁπλᾶ, ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι θίγουσιν ὀργανικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τὸν ὀργανικώτερον νόμον, τὸν νόμον τῶν νόμων, τουτέστι τὸ Σύνταγμα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, ἅτινα βεβαίως εὐρέως θέλουσι συζητηθῆ παρ’ ἐκείνων οἵτινες δύνανται νὰ συζητήσωσι ταῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι περιφρόνησις πρὸς τὴν πρώτην Ἐξουσίαν τοῦ Κράτους ἡ τοιαύτη ὑποβολὴ αὐτῶν. Ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα εἰσήγαγε τοιαῦτα νομοσχέδια. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ποτὲ, ὅσα ὄργανά τινα τῆς δημοσιογραφίας ἀναφέρουσιν ὡς λόγους τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὅτι τουτέστι λόγος τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἶναι ἡ ἀνύψωσις τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτικοῦ, καταπεσόντος καὶ ἐξευτελισθέντος. Δὲν δυνάμεθα, λέγω, νὰ δεχθῶμεν, ὅτι λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων εἶναι οὗτος, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὀφείλει πολλὴν εὐγνωμοσύνην εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, παρόμοιον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1874 ἔτους περὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου καὶ τῆς Νομαρχιακῆς περιφερείας. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς θύρας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχε παραπεμφθῆ. Οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἅπερ σήμερον εἰσάγονται, παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, θέλουσι καταπατηθῆ ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς καὶ θέλουσι περιφρονηθῆ ὡς ἀντισυνταγματικά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἢ ἐὰν δὲν ἀποσύρῃ αὐτὰ, τώρα, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἢ πρὸ αὐτῆς, ἔχει καθῆκον νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἰσάγει ταῦτα. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, εἰς τὸν Τόπον τοῦτον εἰσήχθησαν νομοσχέδια, ἅτινα ἐψηφίσθησαν οὕτως εἰπεῖν διὰ λαθροχειρίας, διότι λαθροχειρία εἶναι ἡ τοιαύτη ἐπιψήφισις αὐτῶν. Καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐγένετο παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦνται πάντες ὅτι ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐψήφισεν ἀντισυνταγματικῶς τότε, ἔπαθε πάθημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύομεν νὰ μείνῃ εὐχαριστημένη καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ, ἐὰν τοιοῦτόν τι πάθῃ.
§6ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὸ Κοινοβούλιον τὶ συνέβη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως κατὰ Κουμουνδούρου καὶ Δούνη διὰ τὰ ἐν τοῖς μεθορίοις συμβάντα, διότι χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅστις μοὶ λέγει νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις δι’ ὅσα ἐφημερίς τις ἔγραψε κατ’ αὐτοῦ· διότι ἐνῷ αὐτὸς μετέβη πρὸς ἱερὸν σκοπὸν, ἀποδίδονται αὐτῷ ἰδιότητες κάκισται, καὶ συκοφαντεῖται δωρεὰν καὶ ἔχει δίκαιον νὰ ἀγανακτήσῃ. Μοὶ ἐπιβάλλεται λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ καθῆκον, νὰ ἐρωτήσω τὶ συνέβη καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ἀνάκρισις διετάχθη, οὔτε ἔχω γνῶσιν τοῦ διαφόρου τῆς ἐφημερίδος. Ἡμεῖς οὐδὲν γιγνώσκομεν περὶ ἀνακρίσεων, καὶ εἰς τὰς τοιαύτας πληροφορίας τῶν ἐφημερίδων δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν· δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ λάβητε ἀπαντήσεις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡμεῖς οὐδὲν γινώσκομεν, οὔτε ἀνάκρισιν διετάξαμεν.
§8ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐπίσημον διάψευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη εἶναι ἀρκοῦσα ἱκανοποίησις τῶν συκοφαντηθέντων φίλων μου.
§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη, ὅτε ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι εὔθετος ἡ περίστασις εἰς ἐσωτερικὰς μεταῤῥυθμίσεις πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ ἀποτροπὴν ἀπὸ ἄλλων ἐν τῷ μέλλοντι συμφορῶν, οἷα ἡ ἄρτι ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν ἐπισκήψασα, δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ τὴν παρακαλέσω ὅπως μὴ λησμονήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης. Πολλὰ, πλεῖστα εἶναι τὰ χρήζοντα τῆς συντόνου καὶ πεφωτισμένης μερίμνης τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν Δικαιοσύνην, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιχειρήσω λεπτομερῆ ἐπὶ τοῦ βαρυσημάντου τούτου ἀντικειμένου ἀνάπτυξιν, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐν παρῳχημέναις ἐποχαῖς ἔπραξαν τοῦτο, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βώλου βουλευτὴς κ. Φιλάρετος, ὅστις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανειλημμένως, καὶ δι’ ἐμβριθοῦς συγγραφῆς προσεπάθησε ν’ ἀνυψώσῃ καὶ ἀνύψωσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν πρέπουσαν αὐτῷ περιωπὴν, κατέστησε δὲ εἰς πάντας ὁρατὰ τὰ σημεῖα, ἅτινα δέον νὰ ἐφελκύσουν σπουδαίως τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Βεβαίως ἀδύνατον ἀποβαίνει τῇ Κυβερνήσει ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τοῦτο κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἀκόμη θὰ ἐξακολουθήσουν αἱ συνεδριάσεις· φρονῶ ὅμως, ὅτι ἅμα τῇ μετὰ τὴν μεσολαβήσουσαν διακοπὴν ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν, ἂν αὗται ἐπαναληφθοῦν, ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ τὰ κατάλληλα μεταῤῥυθμιστικὰ νομοσχέδια, πρὸ πάντων δὲ περὶ ὁρκωτικοῦ συστήματος καὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πεντάρα, καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ αὐξήσεως μισθῶν.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ παραξενεύεσθε, κύριοι, διότι ἐν τῇ παρούσῃ οἰκονομικῇ ἐξαντλήσει ἢ μᾶλλον καταστροφῇ ὁμιλῶ περὶ αὐξήσεως μισθῶν. Δὲν ὁμιλῶ ἀορίστως περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἰδικῶς περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμμονὴ εἰς ἀπηρχαιωμένον μισθολόγιον δὲν ἄγει εἰς πραγματικὴν, ἀλλ’ εἰς φαινομενικὴν οἰκονομίαν. Ἐνόσῳ δὲν θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε πρὸς τὸν δικαστὴν, εἴτε πρωτοδίκης, εἴτε ἐφέτης, εἴτε ἀρειοπαγίτης λέγεται οὗτος, εἴτε καὶ ἁπλοῦς εἰρηνοδίκης, βίον ἄνετον καὶ ἀξιοπρεπῆ διὰ τῆς παροχῆς ἀναλόγου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀμοιβῆς, μὴ περιμένετε νὰ ἐργασθῇ ὅσον πρέπει καὶ ὅπως πρέπει, ἡ δὲ ἐν τοῖς δικαστηρίοις καθυστέρησις τῆς ἐργασίας ἐπάγεται, πλὴν τῆς ἠθικῆς, καὶ μεγάλην ὑλικὴν ζημίαν εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, διὰ τοὺς λειτουργοὺς ὅμως τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀναμφισβήτητος. Καὶ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι, ὅταν αὐξάνῃ ἡ ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἐργασία, αὐξάνει κατ’ ἀπαραίτητον συνέπειαν καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἔκ τε τῶν ποινικῶν ἐξόδων καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου; Ἔχω ἀδιασάλευτον πεποίθησιν, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον ἐκ λόγων ἀνωτέρας κοινωνικῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων οἰκονομικῶν. Ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν τῶν ἐσόδων πολὺ μεγαλειτέραν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ, ὅπερ κατὰ προσθήκην θὰ δίδωμεν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶναι μεγαλειτέρα, θὰ ἦναι τοὐλάχιστον ἴση, καὶ τότε, ἐνῷ δὲν θὰ ἔχωμεν ζημίαν ὑλικὴν, θὰ ἔχωμεν τὴν ἀνυπολόγιστον ἠθικὴν ὠφέλειαν τῆς ταχείας καὶ ἀμέμπτου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὥστε δὲν εἶχον δίκαιον οἱ ἀναφωνήσαντες, ὅτι δὲν ἔχομεν πεντάρα, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς προκειμένης αὐξήσεως. Μετὰ τοῦτο θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ εἰδικῆς τινος καὶ συγκεκριμένης περιπτώσεως, ἥτις εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Δὲν γνωρίζω ποία ἐπικρατεῖ ἰδέα περὶ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης ἐν τοῖς δικαστηρίοις τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὔτε δύναμαι νὰ εἴπω τι ὡρισμένον περὶ τούτου.
§12ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ Ἐφετείου ἢ τῶν Ἐφετείων;
§13ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν ἐνταῦθα δικαστηρίων. Δὲν δύναμαι, εἶπον, νὰ ἐπικαλεσθῶ τι ὡρισμένον περὶ Ἐφετείου καὶ Ἀρείου Πάγου, περὶ τοῦ Πρωτοδικείου ὅμως ἀκούονται τόσον πολλὰ καὶ τόσον ὡρισμένα, ὥστε ἀξίζει τὸν κόπον νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῶν συνήθων φημῶν, τῶν ὀφειλομένων εἴτε εἰς ἀκρισίαν, εἴτε εἰς τάσεις πρὸς κακολογίαν, ἀλλὰ περὶ γεγονότων, ἀποδεικνυόντων, ὅτι καὶ ἐν τῇ καθόλου λειτουργίᾳ τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ γραφείου ἐπικρατεῖ τοιαύτη ἀσέβεια καὶ ἀνευλάβεια πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν δικαστικὴν ἀξιοπρέπειαν, ὥστε τὰ ἔκτροπα φθάνουν μέχρι ἐγκληματικοῦ χαρακτῆρος.
§14ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ποῖα εἶναι αὐτά; Πρέπει νὰ τὰ εἰπῆτε.
§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ τὰ εἴπω, οὐδὲ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σιωπήσω· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι σειρὰ σχετικῶν περιστατικῶν, διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ διατυπώσω καὶ διετύπωσα ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἣν καταθέτω ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διευκολυνθῇ εἰς τὴν χορήγησιν ζητουμένων τινῶν πληροφοριῶν, καὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ ν’ ἀντιληφθῶσιν ἐναργέστερον τῶν πραγμάτων (Ὅρα Παραρτήματος). Ἐν τούτοις καταθέτων τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ μὴ παρασιωπήσω ὅτι καὶ ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Πρωτοδικείου, ἐξ ὅτου διευθύνει αὐτὸ ὁ χρηστὸς καὶ φιλόπονος γραμματεὺς κ. Μ. Τριανταφυλλίδης, καὶ ἐν τῇ καθόλου λειτουργίᾳ τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐξ ὅτου τὴν διεύθυνσιν ἀνέλαβεν ὁ ἐγνωσμένης τιμιότητος καὶ ἱκανότητος Πρόεδρος κ. Καράκαλος, περιεστάλησαν καὶ θὰ ἐκλείψωσιν ἐντελῶς ὅσα ἐτελοῦντο· ἀλλὰ τὸ εὐχάριστον τοῦτο γεγονὸς δὲν πρέπει ν’ ἀποτρέψῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας καὶ παραγγείλῃ δραστηρίαν ἐξέτασιν περὶ τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἀναφερομένων, τοῦθ’ ὅπερ δύναται νὰ προλάβῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ ἄλλων τυχὸν προέδρων καὶ γραμματέων ἐπανάληψιν ἀσχημιῶν, αἵτινες ῥυπαίνουν τὴν Δικαιοσύνην.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον νομοσχέδιον εἶνε τὸ περὶ δανείου, 25,000,000. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δημητρακάκης.
§17Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ βιβλία μὲ τρέφουσιν, ἔγραφέ ποτε πρὸς τὸν πατέρα του σχολαστικός, τοῦ ὁποίου μόνου ἐκ τῶν ἀρχαίων προγόνων εἴμεθα γνήσιοι ἀπόγονοι οἱ ἀπὸ τοῦ 1862 πολιτευόμενοι τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν ἔκτοτε διαρκῶς πρὸς τὸν λαὸν: τὰ δάνεια μᾶς διατηροῦσι, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ζῶμεν διὰ δανείων. Καὶ μέχρι τινὸς ὁ λαὸς δὲν ἠσθάνετο τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ἐργασίας μας, ὅπως ὁ πατὴρ τοῦ σχολαστικοῦ δὲν ἐγνώριζε ποίαν χρῆσιν ἔκαμνε τῶν βιβλίων ὁ υἱός του. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ δάνεια αὐτὰ ἐξοδευόμενα προὐκάλεσαν ἀπό τινων ἐτῶν τὴν ἐπιβολὴν φόρων ἐπὶ φόρων, ὁ λαὸς συνῆλθε καὶ σκέπτεται ὅτι ὀφείλει νὰ ζητήσῃ καὶ οὗτος, ὅπως ἔπραξεν εἷς ἕτερος λαὸς, τὸν Ἀραμπῆ του, διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ μίαν ἡμέραν ἀπὸ τοὺς τοιούτους αἰσχροὺς δανειστὰς καὶ τοὺς μετ’ αὐτῶν συναλλαττομένους ἀντιπροσώπους του. Διὰ τοῦτο ἀνῆλθον τὸ βῆμα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶπον νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὸ ἀποσύρῃ, καὶ ὄχι νὰ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτοῦ, διότι, ἐὰν προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλω ἐπισύρει ἀπὸ τὴν ὑπουργικὴν πλευρὰν τὴν εἰρωνείαν, ἣν ἀπήντων ἐπὶ ὁλόκληρον τριετίαν, ὅτε ἔλεγον πρὸς τοὺς καθημένους τότε εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν: «Ποῦ βαδίζετε, ψηφίζοντες καθ’ ἡμέραν δάνεια καὶ φόρους;» Ἐκεῖνοι μὲ ἐμυκτήριζον. Καὶ μάλιστα τοῖς εἶπέ ποτε καὶ τότε ὁ Πρωθυπουργός, ὁ καὶ νῦν: «εἶνε ἀληθὲς ὅτι ὁ λαὸς θὰ δυσαρεστηθῇ κατὰ τὰ ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ δοξασθῆτε διὰ τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ψηφίσεώς σας φόρων καὶ δανείων προσφέρετε εἰς τὸ ἔθνος». Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ἐσφαλμένως ἐφρόνει ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ κακῶς ἐσκέφθησαν οἱ ἀποδεχθέντες τοὺς λόγους του· διότι, ὅταν τὴν 7 Ἀπριλίου τοῖς ἔψαλλεν ὁ λαὸς τὸ Τριλαμπές, οὐδεὶς εὑρέθη κατὰ τὴν πολιτικὴν των ταύτην ταφὴν νὰ ἀπαγγείλῃ τὸν ἐπικήδειον ἔπαινον. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ὅλως ἀλυσιτελὲς εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τοὐναντίον θὰ τὰ χειροτερεύσῃ· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἀποτείνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἁπλουστάτην ἐρώτησιν: Ἀφοῦ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παραχωροῦμεν ὅ,τι ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν, ἀπαλλαττόμεθα διὰ πολὺν τοὐλάχιστον καιρὸν ἀπὸ ἄλλας ὁμοίας φύσεως ἀπαιτήσεις; ὄχι. Δὲν θὰ παρέλθουν τέσσαρες ἢ τὸ βραδύτερον ἕξ μῆνες καὶ θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἰδίων ἢ ἄλλων δανείων ἕτερον ἴσον ποσὸν, καὶ μετὰ ἄλλους ἕξ μῆνας τὸ αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, τί ἔχετε νὰ χορηγήσητε πρὸς ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν νέων τούτων δανείων; Ἀκριβῶς τίποτε! Νὰ προσθέσητε φόρους; Δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμονήθη τόσον γρήγορα ἡ 7 Ἀπριλίου. Ἰδοὺ ὁ λόγος, κύριε Πρωθυπουργὲ, δι’ ὃν φρονῶ ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ ἔτι περισσότερον τὸν δυστυχῆ λαὸν, χωρὶς νὰ βελτιώσῃ καθόλου τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε· Τί θὰ κάμωμεν; Νὰ κάμετε ὅ,τι καὶ ἄλλοι ἔκαμαν εἰς ὁμοίας περιστάσεις· νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο θ’ ἀναβάλωμεν τὰς πληρωμάς μας. Καὶ εὐτυχῶς διὰ τὸ διάβημά μας τοῦτο ἔχομεν νομολογίαν αὐθεντικωτάτην. Αἱ ἑταιρίαι σχεδὸν πᾶσαι δὲν δίδουσι μερίσματα κἄμποσα ἔτη. Ἡ βιομηχανικὴ Τράπεζα δὲν ἔδωκε· καὶ εἰξεύρετε ποῖος ἐγνωμοδότησε τὸ μέτρον τοῦτο; ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ πατριάρχης τῶν νομομαθῶν μας. Δὲν δίδει ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτική. Ποῖος ἄλλος νομίζετε ὅτι ἐγνωμοδότησε καὶ τοῦτο; ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος! ἄλλος μέγας Νομοκράτωρ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶνε πρωτότυπος ἰδική μου, ἀλλ’ εἶναι γνώμη τῶν ἐπισημοτέρων τραπεζονομικῶν, ἐξ ὅσων ἔχει ἡ Ἑλλὰς· καὶ ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα προχθὲς τὸν ἔντιμον φίλον μου καὶ βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Ράλλην ἐλέγχοντα τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην ὡς πράξαντα ἔγκλημα, διότι ἀρνούμενος ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληρώσῃ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τοῦ ταμείου, τοῖς ἀπήντησεν εἰς τὰς ἀπειλάς των: «Πηγαίνετε εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν νὰ μὲ καταμηνύσητε», ἐνῷ ἡ τοιαύτη ἀπάντησις τῷ περιποιεῖ τιμὴν, διότι ἔπραξεν ὡς ἄνθρωπος, ὅστις ἐκτιμᾷ τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, καὶ γνωρίζει συνάμα ἀκριβῶς καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὔτε καθῆκον, οὔτε ὑποχρέωσίν τινα νὰ ὑπερασπισθῶ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι ἤμην ἐκ τῶν πρωτίστως συντελεσάντων νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Ἐκ καθήκοντος τὴν ὑπεστήριξα διαρκῶς εἰς τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν, ἦσαν σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς Ἀντιπολίτευσις πρὸ τῶν ἐκλογῶν· ἀλλ’ εἰς τὴν ἑπομένην ἔκτακτον Σύνοδον, ὅτε ἡ ὑπηρεσία καὶ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς περιεπλέχθη μὲ ἕτερον πολὺ ἀνωτέρας ἐθνικῆς ἀξίας ζήτημα, πρῶτος ἐγὼ μεθ’ ἑτέρων ὀλιγίστων ἀπὸ τῶν πρώτων ἔργων τῆς Βουλῆς ἐπεκρίναμεν τὸν δρόμον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξηκολούθουν νὰ ἐπικρίνω καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου ἐκείνης καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ φορολογικά της μέτρα, ἐνῷ ὁ κ. Ράλλης ἦτον ἐκ τῶν θερμῶς ὑποστηριζόντων τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε ὁ κ. Ράλλης δὲν δύναται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς προχθεσινῆς του ὁμιλίας ἐπίκρισίν μου ν’ ἀποδώσῃ πρόθεσιν τείνουσαν εἰς ὑπεράσπισιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη, παρὰ τοῦ ὁποίου ἴσως ἔπαθον ἐγὼ ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν τράγον τοῦ Αἰσώπου ἐν τῷ φρέατι ἀπὸ τὴν ἀλώπεκα. (ἱλαρότης) Νομίζετε, κύριε Ράλλη, ὅτι πρώτην φορὰν τώρα ζημιόνονται οἱ δανεισταὶ ἀπὸ τὸν λαὸν—διότι ὅταν δανείζωνται αἱ Ἀρχαὶ, δανείζεται αὐτὸς ὁ λαός, ὅτι πρώτην φορὰν ζημιοῦνται ἐν Ἑλλάδι οἱ κεφαλαιοῦχοι; Δὲν γνωρίζετε σεῖς, κ. Ράλλη, ὅτι πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως—ὅτε ἐζητοῦντο τὰ δοσίματα ἀπὸ τοὺς τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας εἰσπράκτορας, οἵτινες μεταβαίνοντες εἰς τὰς κοινότητας—διότι τότε εἰσεπράττοντο κατὰ κοινότητας καὶ ὄχι κατ’ ἄτομα—ἐὰν δὲν τοῖς ἐπληρόνοντο, ἀμέσως ἔδιδον δεκάδας ῥαβδισμῶν εἰς τοὺς προεστοὺς καὶ γεροντοτέρους καὶ οὕτω ἠνάγκαζον αὐτοὺς νὰ προετοιμάζωνται νὰ καταβάλωσι τὸ ζητούμενον ποσόν, καὶ προελάμβανον νὰ δανείζωνται ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων; Ὅλαι δὲ αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, τί ἔγειναν; ἔμειναν χάρτης ἄγραφος, διότι οὕτως ἀπεφάσισε τὸ ἔθνος περὶ αὐτῶν. Ὁ Κυβερνήτης, τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῇ τις τὴν ἱκανότητα τοῦ μεγάλου ὀργανωτοῦ Ἔθνους, εἶπε νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, ἀλλ’ ἀφοῦ κανονισθῇ διὰ νόμου ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς. Τοῦτο ἐκύρωσαν καὶ τρεῖς Ἐθνικαὶ κατόπιν Συνελεύσεις, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι καὶ τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀπωλέσθησαν, διότι ἔδοξεν εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι συμφέρει ἀπολέσθαι οἱ ὀλίγοι ὑπὲρ τῶν πολλῶν· μολονότι τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως ἐξήχθη κατ’ εὐχὴν, καθιερώθη ὅμως ἡ ἀπώλεια τῶν ὀλίγων, διότι οἱ πολλοὶ (αἱ κοινότητες) ἐδυστύχησαν ἕνεκα τοῦ καταστρεπτικοῦ ἀγῶνος. Καὶ νομίζετε, κ. Ράλλη, ὅτι οἱ δανεισταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν μιλιουνάριοι, ὁποῖοι καὶ οἱ σημερινοί μας; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ· μιᾶς ἢ δύω μυριάδων γροσίων ἄνθρωποι ἦσαν, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἀπώλεσαν ὁλόκληρα, ἐνῷ οἱ πιέζοντές μας σήμερον δανεισταὶ, ἐὰν ἀπώλεσαν ἑκατὸν, θὰ τοῖς μείνωσι τοὐλάχιστον πεντακόσια· καὶ ὅμως, ἐνῷ ὑπάρχει Κοινοβούλιον πρὸ τεσσαρακονταετίας, οὐδέποτε ὑψώσαμεν φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀπωλειῶν τούτων τῶν πατέρων μας, ὅσοι εἴχομεν τοιούτους, διότι μεταξὺ τούτων εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἔχομεν καὶ ἄλλο τὰ μάλα ἐπίζηλον παράδειγμα. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν πολλοὶ συνεισέφερον μεγάλα κεφάλαια, πρὸ πάντων αἱ ναυτικαὶ νῆσοι, αἵτινες, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἀποδείξεις, κατέβαλον περιουσίας ὁλοκλήρους ἑκατομμυρίων ταλλήρων, καὶ μολαταῦτα περιφέρονται σήμερον οἱ υἱοὶ καὶ ἔγγονοί των γυμνόποδες καὶ ῥακενδῦται· ἡμεῖς δὲ δὲν τοὺς πληρώνομεν ἀπέναντι τῶν χρημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδάνεισαν εἰμὴ, 1% διὰ τόκον καὶ κεφάλαιον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ράλλης τοσοῦτον ἐθεώρει φυσικὰς τὰς τοιαύτας θυσίας τῶν ἀτόμων ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, ὥστε πρό τινων ἐτῶν, γενομένου λόγου ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ περιβόλῳ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ μεγαθύμου Κουντουριώτου τοῦ ἐκτὸς τῶν μεγίστων προσωπικῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν Πατρίδα καταθέσαντος καὶ διακοσίας χιλιάδας ταλλήρων, ὁ κ. Ράλλης ἀνεφώνησεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του: ἂς παραιτηθῇ, ὅπερ μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν πρακτικήν του σημασίαν σημαίνει ἀκριβῶς, ἂς ψοφίσῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν! Διὰ τοῦτο ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιδοκιμάζω τὴν διαγωγὴν τοῦ προκατόχου Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν οὗτος πρὸς τὸν κύριον Μαυρογορδάτον καὶ λοιποὺς κερδοσκόπους ζητοῦντας περιθώριον καὶ ἀπειλοῦντας, ὅτι ἄλλως θὰ στείλωσι τὰς ὁμολογίας τῶν δανείων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἐπειδὴ ἔγεινε λόγος περὶ περιθωρίου, ἐρωτῶ τοὺς ἐνταῦθα λογίους καὶ πρώην ἀνωτέρους διδασκάλους κυρίους Πετρίδην καὶ Πρεζάνην νὰ μοὶ εἴπωσιν ἂν ἀπήντησαν εἰς κανένα συγγραφέα, ὅτι ἡ λέξις περιθώριον σημαίνῃ τοκογλυφία καὶ ἀνατοκισμὸς, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι περιθώριον ὀνομάζεται τὸ ἄγραφον μέρος τῆς σελίδος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐστρέβλωσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ τὴν σημασίαν τῶν λέξεων διὰ νὰ καλύψωσι τὴν αἰσχροκέρδειάν των. Δὲν προτείνω νὰ κηρύξῃ ἡ Ἑλλὰς παῦσιν πληρωμῶν, ἀλλὰ νὰ πληρώσωμεν τώρα ὅ,τι ἔχομεν, καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπολειπομένων ὀφειλῶν μας μεχρισοῦ οἰκονομηθῶμεν, ἀφοῦ εἰς τοὺς πιστωτὰς ἐκ τῶν ναυτικῶν νήσων ἠρχίσαμεν μόλις ἀπὸ τὸ 1852 νὰ πληρώνωμεν ἀνὰ 1% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ πραγματικοῦ διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον. Ἔχομεν ἀκόμη καὶ ξένους πιστωτὰς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐφηρμόσαμεν τὸ σύστημα τῆς ἀναβολῆς, χωρὶς νὰ ὑποστῶμεν τὴν ἐλαχίστην πίεσιν. Τὸ 1823–1825 μᾶς ἐδάνεισεν ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα 70,000,000 φράγκα. Ἐκ τούτων ἔφθασαν πραγματικὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφαιρουμένων καὶ τῶν καταχρήσεων ἀκόμη τῶν ἀποσταλέντων εἰς Λονδῖνον ὑπαλλήλων της, εἰς χρυσὸν ἡ πρώτη παραδοθεῖσα εἰς τὸ Ναύπλιον ἀποστολὴ 359,000 λίραι, κατόπιν ἔφερεν ὁ Γόρδων τὸ 1826, 53,000 λίρας. Τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ὑπὲρ τὰς 120,000 λίρας, καὶ 6,000 λίρας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Κοντόσταυλος, ὅταν ἐπέστρεψε. Καὶ τί πληρώνομεν ἀπέναντι τοῦ χρέους τούτου, ἀρχίσαντες μόλις ἀπὸ τὰ 1880; 80,000 λίρας κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἀπὸ 3% ἂν ὑπολογισθῶσιν αἱ 550,000 λίραι, αἱ σταλεῖσαι ἀπὸ τὸ 1824 πραγματικαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, ἀναβαίνει ἕως τὸ 1880, ὅτε ἐκάμαμεν ἀρχὴν πληρωμῆς τοῦ διαληφθέντος τῶν 80,000 λιρῶν τοκοχρεωλύτρου, εἰς 2,500,000 τοὐλάχιστον λίρας, καὶ οἱ πιστωταί μας ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου εἶναι Ἄγγλοι, Γερμανοὶ, Ὁλλανδοὶ, Γάλλοι, Βέλγοι, Ἰσπανοὶ, καὶ οὐδέποτε ὑπέστημεν τὴν ἐλαχίστην πίεσιν ἢ ἀπειλὴν, πολὺ περισσότερον μὲ τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς ἀπειλοῦν σήμερον οἱ δανεισταί μας Συγγρὸς, Κορωνιὸς καὶ συντροφία, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσιν οἱ κύριοι οὗτοι, οἵτινες μᾶς ζητοῦσιν ἐγγυήσεις ἐπὶ ἐγγυήσεων, καὶ περιθώρια ἐπὶ περιθωρίων, καίπερ ὄντες Ἕλληνες, καὶ λαμβάνουσι καὶ τόκον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς προκαταβολῆς των 12,15%, ὅτι, ἂν κατ’ εὐτυχίαν ἐγίνετο εὐρύτερος πόλεμος ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐδιπλασιάζετο, θὰ ὑπερετιμῶντο τὰ χρεώγραφά των εἰς τὸ ἄρτιον καὶ πλέον καὶ τὰ κέρδη των θὰ ἦσαν 200%. Ἤθελον τότε μᾶς ἐκπέσει καθόλου ἀπὸ τὸ χρέος μας; ὄχι βέβαια. Ὀφείλουν λοιπὸν νὰ ὑποστῶσι καὶ ζημίας, διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τὰ τοιαῦτα δάνεια εἶναι δάνεια κινδύνου. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσωμεν ὅ,τι δυνάμεθα, καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπολοίπων. Καὶ τοιοῦτο μέτρον δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ πρώτη ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἔπραξε τοῦτο τὸ 1815 ἡ Αὐστρία; καὶ τοῦτο πότε; ὅταν ἔλαβε τὰ δύο τρίτα καὶ τὰ εὐφορώτερα μέρη τῆς Ἰταλίας ὑπὸ τὴν ἐπικράτειάν της καὶ ἦτο μία ἀπὸ τὰς μεγάλας Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης. Τὸ ἔκαμε καὶ ἡ Τουρκία ἀπὸ δέκα ἐτῶν, ἴσως θὰ εἴπητε. Ἀλλὰ ὡσὰν τὴν Τουρκίαν ἐγείναμεν; Εἴθε νὰ γείνωμεν. Διὰ τὴν Τουρκίαν ἦλθον νὰ φονεύσωσι τὴν Ἑλλάδα πέντε μεγάλαι Δυνάμεις, ἐνῷ δι’ ἡμᾶς δὲν ἐνδιαφέρεται καμμία· ἴσως ἂν χρεωκοπήσωμεν καὶ ἡμεῖς, θὰ θεωρηθῶμεν ἀναγκαιότεροι ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς Συνεδρίοις. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι προσωρινὸν ἐμβάλωμα δι’ ὀλίγους μῆνας. Τί θὰ κάμωμεν μετὰ τοὺς μῆνας αὐτούς; Μήπως ἔχομεν κἂν ἐλεύθερον τὸ προνόμιον τοῦ καπνοῦ; Καὶ αὐτὸ διεθέσαμεν ὑπὲρ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Μᾶς ἀπειλοῦσιν οἱ κύριοι δανεισταὶ ὅτι, ἐὰν δὲν οἰκονομήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις των, θὰ πετάξουν τὰς ὁμολογίας μας εἰς τὰ Χρηματιστήρια καὶ θὰ ἐκπεσθῶσιν. Ἐὰν ὑποτιμηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, τὸ κεφάλι τους θὰ κτυποῦν, διότι ὅλαι αἱ ὁμολογίαι εἶναι εἰς τὰς χεῖράς των καὶ ὁποιανδήποτε ὑποτίμησιν λάβουν εἰς τὰ Χρηματιστήρια, ἡ ζημία αὐτοὺς θὰ ἐπιβαρύνῃ, διότι εἶναι κάτοχοι ἁπασῶν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000· ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ λαμβάνομεν ἄνευ ἀνάγκης τόσην μέριμναν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ νὰ ἐξασφαλίσωμεν δι’ ἑτέρων ἐγγυήσεων τὸ δάνειόν των τοῦτο. Βεβαίως οὔτε τὸ Δημόσιον, οὔτε τὴν Κυβέρνησίν του θὰ ὁδηγήσωσιν εἰς προσωπικὴν κράτησιν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον χάριν ὀλίγων ἀτόμων νὰ θυσιάσωμεν πᾶσαν ἰκμάδα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἔμεινε καμμία ἰκμὰς εἰς αὐτόν. Μοὶ ἐδόθη, ἐνῷ εἰσερχόμην σήμερον, ἐν χαρτὶ, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι ἐκτετυπωμένον ἄρθρον τῆς «Παλιγγενεσίας,» δι’ οὗ ἡ φίλα φρονοῦσα τῷ κυρίῳ Τρικούπῃ αὕτη ἐφημερὶς κατηγορεῖ ὡς ἄτιμον καὶ ἀπεμπολοῦντα τὴν ἐθνικὴν πίστιν τὸν Πρόεδρον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προπαρεσκεύαζε νομοσχέδιον μὲ τοὺς ἰδίους ὅρους, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Λοιπὸν ἀφοῦ σεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τῶν ἐφημερίδων σας ἐκηρύξατε τὸν παρασκευάζοντα τοιοῦτον νομοσχέδιον προκάτοχόν σας ἄτιμον καὶ προδότην, πῶς τώρα φέρετε τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον μὲ προσθήκας μάλιστα ἐπιβαρύνσεων; διότι προσθέτετε καὶ τὴν ἐνεχυρίασιν τῶν γραμματίων καὶ τὸ σιγαρόχαρτον. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἡ τάσις, τὴν ὁποίαν παρατηρῶ εἰς τὴν παροχὴν τῶν ἐγγυήσεων πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ἀποδεικνύει ὅτι, ἐὰν εἴμεθα εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐπετρέπετο καὶ ἡ ἀνθρωπεμπορία, ἡ Κυβέρνησις θὰ προέβαινε βεβαίως μέχρι τοῦ σημείου νὰ χορηγήσῃ ὡς ἐγγύησιν καὶ τὴν ἐνεχυρίασιν πάντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ βουλευτῶν, καὶ ὑπὸ ὅρον ἐξωνήσεως· καὶ συλλογισθῆτε, παρερχομένης τῆς προθεσμίας καὶ μὴ πληρώνοντος τοῦ Δημοσίου τὸ χρέος του, ὅπερ εἶναι φυσικώτερον διὰ τὴν ἀνέχειαν τοῦ ταμείου, θὰ ἐγινόμεθα ἅπαντες οἱ βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοὶ ἀργυρώνητοι τῶν δανειστῶν, καὶ θὰ ἦτον ἀρκετὰ νόστιμον, ὁ Δημητρακάκης νὰ ὁδηγῇ τὸν ἵππον τοῦ Συγγροῦ, ὁ Δηλιγιάννης νὰ κρατῇ τὴν καπότα τοῦ Σγούτα καὶ ὁ Τρικούπης τὸ παρασόλι τῆς κυρίας Κορωνιοῦ (ἱλαρότης). Βλέπετε λοιπὸν ποίαν βαρύτητα ἔχει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, κύριε Πρωθυπουργέ, γεννοῦν τὰς 7 τοῦ Ἀπριλίου, καὶ ὄχι οἱ 150 ἢ 300 βουλευταὶ καὶ ἡ ἐκλογὴ των κατ’ Ἐπαρχίας, Νομοὺς, ἢ καὶ κατ’ Ἐπικράτειαν, ἂν θέλητε ἀκόμη. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ λαὸς μάθῃ, ὅτι ἐδώσαμεν ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει διὰ νὰ λάβωμεν 25,000,000 καὶ ὅτι αὔριον δὲν θὰ γείνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς διπλοῦς καὶ τριπλοῦς φόρους, θὰ ἴδητε πῶς θὰ ὑποδεχθῇ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσι νὰ τοὺς εἰσπράξωσι. Ἤρχισεν εἴς τινας ὁ κνισμὸς τῆς καταργήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἂς πέσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂς ἔλθουν οἱ φρονοῦντες, ὅτι θὰ διοικήσουν καλλίτερα. Ἐγὼ πρῶτος δίδω τὴν ψῆφόν μου εἰς τοῦτο· ἀλλὰ οἱ ἔχοντες τὸν κνισμὸν αὐτὸν ἂς ἔλθωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ τὸ ζητήσωσιν αὐτοπροσώπως καὶ νὰ δεχθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διοικήσεως, καὶ ἂς τολμήσωσι νὰ εἰσπράξωσι τοὺς ὁποίους σκέπτονται φόρους ἀπὸ τὸν λαόν. Ἂς ἠξεύρωσιν ὅμως ὅτι, ἂν ἀποτύχωσιν εἰς τὴν διοίκησίν των αὐτὴν, νὰ μὴ ἐλπίζωσιν, ὅτι θὰ σωθῶσι μεταβιβάζοντες τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς εὐνοϊκούς των καὶ ἐκτελεστὰς Ὑπουργοὺς (ψιθυρισμοί). Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τοὺς ἀπειλοῦντάς μας δὲ ὅτι θὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας εἰς τὰ Χρηματιστήρια, νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ πληρώνῃ παρὰ ἓν ἢ δύο τοῖς ἑκατόν. Τί δύνανται αὐτοὶ νὰ μᾶς κάμουν; Ἐνθυμεῖσθε τί ἔγινε κατὰ τὸ 1856 καὶ 1857, ὅτε ξένοι, καὶ ξένοι ἰσχυροὶ, ἐξωργισμένοι κατά τε τοῦ Ὄθωνος καὶ τῶν Ἑλλήνων, ὁ Ναπολέων καὶ ὁ Πάλμεστρων, ἠθέλησαν νὰ μᾶς πιέσωσι νὰ τοῖς πληρώσωμεν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν ἐγγυηθέντες διὰ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν κύριον Ρότσχιλ· μᾶς ἐξήλεγξαν μετὰ στενοχωρίας τὰ οἰκονομικά μας, καὶ ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθησαν νὰ μᾶς ὑποχρεώσωσι νὰ πληρώνωμεν εἰς αὐτοὺς ἀπέναντι τῶν 40,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ 1841, μόνον 900,000 φράγκα κατ’ ἔτος, καὶ αὐτὰ πληρώνομεν ἀκόμη, διότι ἀνεγνώρισαν καὶ αὐτοί, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τοῖς πληρώσωμεν περισσότερα ἀπέναντι τῶν 170,000,000 εἰς ὅσα ἀνέβαινον τὸ κεφάλαιον καὶ οἱ τόκοι τοῦ 1858. Ἀφοῦ ξένοι ἰσχυροὶ καὶ ὠργισμένοι καθ’ ἡμῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς πιέσωσι περισσότερον, τί δύνανται νὰ μᾶς κάμωσιν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Χαβιαροχανίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως; Κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Δημοσίου κατάστασις καὶ ἡ πτωχεία τοῦ λαοῦ ἀπαιτοῦσι μέτρα ῥιζικὰ καὶ ὄχι ἡμερήσια ἐπιδιορθώματα. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ μεγάλα καὶ μικρὰ, ὁσάκις παρουσιάσθησαν τοιαῦται ἀτυχεῖς περιστάσεις, αἱ Κυβερνήσεις ἐφρόντισαν διὰ τοὺς πολλοὺς, ὁποῖοι εἶναι ὁ λαὸς, καὶ ὄχι διὰ τοὺς ὀλίγους, ὁποῖοι εἶναι οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ τοκογλύφοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων φαίνεται, ὅτι μεριμνᾶτε διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν κρύπτω τὴν χαράν μου, ὅταν βλέπω, ὅτι θὰ ὑποστῶσι ζημίας οἱ ἀναλαβόντες τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅσοι εἶσθε πρὸ τριῶν ἐτῶν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον καὶ ἐν γένει εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁποίαν σπουδὴν καὶ δολοπλοκίας μετῆλθον διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον αὐτὸ, τὸ θάψαν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος· καὶ τῶν δολοπλοκιῶν τούτων ἐγένετο θῦμα αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀπορῶ μὲ τὴν ὑπομονήν του, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ αὐτῶν, δὲν τοὺς ἀπολακτίζει. Αὐτοὶ ἐνόμιζον ὅτι, ὅπως εἶπον καὶ τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ πετσὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι γεμάτον ἀπὸ φλωρί· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἡ ἰδέα των αὕτη πλάνη οἰκτρὰ, καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πένεται ῥιγῶν καὶ γυμνητεύων, ζητοῦν διὰ τῶν ἀπειλῶν των νὰ μᾶς ἁρπάσωσιν ὅ,τι ἔμεινεν εἰς τὸ ἀτυχὲς αὐτὸ Κράτος, διότι προβλέπουσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἐν τῇ Ἑλλάδι ὑποφαινομένην κοινωνικὴν ἀνατροπὴν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εἰς τόπον, τοῦ ὁποίου τὴν καταστροφὴν αὐτοὶ ἐπροκάλεσαν. Αὐτὰ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ. Δυστυχῶς ὅμως, καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζει καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅσα προεῖπον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἅπαντα ἐπηλήθευσαν. Ἔλεγον, ὅτι ὁ λαὸς θὰ τιμωρήσῃ τοὺς ψηφίζοντας νόμους μὲ τοιαῦτα οἰκονομικὰ βάρη, καὶ ἐπῆλθε τὸ ἀλγεινὸν μάθημα τῆς 7 Ἀπριλίου, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν πλέον ἢ νὰ προκαλέσωμεν μίαν ἀνατροπὴν τῆς κοινωνίας, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ προκαλέσωμεν ὅσον ταχύτερον τὴν δυστυχῆ ταύτην στιγμὴν διὰ τὴν ἀτυχῆ πατρίδα μας (ἐπιδοκιμασίαι).
§18Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ ὁπόσον βαρεῖς καὶ ἐξευτελιστικοὶ εἶναι οἱ ὅροι τοῦ δανείου τούτου. Ὅ,τι δὲ ἰδίως καθιστᾷ τὸ προτεινόμενον δάνειον ἀποτρόπαιον, δὲν εἶναι τοσοῦτον τὸ βαρὺ τῶν τόκων καὶ τῶν προμηθειῶν καὶ τῶν ἄλλων ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα, καθὼς δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν, ἂν καὶ δὲν ὁρίζωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θέλουσιν εἶσθαι ἀρκετὰ μεγάλα, ὅσον εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον· καθόσον δὲ γνωρίζω, ὑπὸ τοσοῦτον βαρείας καὶ ἐξευτελιστικὰς ἐγγυήσεις οὐδεμία Ἐπικράτεια μέχρι τοῦδε ἐδέχθη νὰ ὑποβληθῇ. Τὰ Κράτη, κύριοι, ἅτινα συνομολογοῦσι δάνεια, κατὰ τρεῖς διαφόρους τρόπους ἀσφαλίζουσι τοὺς πιστωτάς των, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Καραπάνος. Ὅσα ἐξ αὐτῶν ἐτακτοποίησαν τὰ οἰκονομικά των καὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν αὑτῶν, δὲν παρέχουσιν εἰς τοὺς πιστωτὰς ἄλλας ἐγγυήσεις, εἰμὴ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν πίστιν, ἐπὶ ταύτης δὲ στηριζόμενοι οἱ πιστωταὶ χορηγοῦσι προθύμως τὰ κεφάλαιά των, βέβαιοι ὄντες, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ὁριζομένων προθεσμιῶν προσερχόμενοι θέλουσι λαμβάνει τὸν συμπεφωνημένον τόκον ὡς καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἐὰν συνεφωνήθη τοιοῦτον. Ἄλλα Κράτη, ἅτινα δὲν ἔφθασαν εἰσέτι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον τῆς πίστεως, εἶναι ἠναγκασμένα νὰ προσφέρωσι πρὸς ἀσφάλειαν τῶν πιστωτῶν ὡρισμένας προσόδους, τὰς ὁποίας εἰσπράττουσι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν ὀργάνων, τῶν ταμιῶν ἢ τελωνῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται ἐκ τῶν σχετικῶν νόμων νὰ τὰς καταθέτωσι, καθ’ ὅσον τὰς εἰσπράττουσιν, εἰς Τραπέζας ἢ ἄλλα Καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνωσιν εἰς τοὺς πιστωτὰς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα Κράτη ὅπου οἱ πιστωταὶ δὲν ἐμπιστεύονται νὰ ἀφίνωσι τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τούτων εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, τὰ Κράτη δὲ ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρῶσιν εἰς τοὺς πιστωτάς των καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων· τότε οἱ πιστωτοὶ, ἐμβαίνοντες εἰς τὴν θέσιν τοῦ Δημοσίου, εἰσπράττουσιν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῶν φορολογουμένων τὴν πρόσοδον, καὶ ἀφοῦ κρατήσωσιν ὅσα ἀναγκαιοῦσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίου, ἀποδίδουσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ πλεόνασμα. Μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλὰς ὑπήγετο εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν· πάντα τὰ δάνεια, ἅπερ συνωμολόγησεν, ἠσφαλίσθησαν διὰ χορηγήσεως προσόδων, ὧν ἐπεφύλαξε τὸ Δημόσιον τὴν διαχείρισιν καὶ εἴσπραξιν. Σήμερον διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ καταβιβασθῇ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, εἰς ἣν μόνον τὰ Ἔθνη τῆς Ἀνατολῆς καταβιβάζονται. Πρόκειται οὐχὶ νὰ ὁρίσῃ ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν αὑτῆς πρόσοδον εἰσπραττομένην παρὰ τοῦ Κράτους διὰ τῶν ἰδίων ὀργάνων, ἀλλὰ νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν διαχείρησιν διαφόρων μονοπωλίων, διότι οἱ πιστωταὶ δὲν ἐμπιστεύονται οὔτε εἰς ἡμᾶς, οὔτε εἰς τὰ ὄργανα ἡμῶν, καὶ φοβοῦνται ὅτι ἐὰν κρατήσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν εἰσοδημάτων τούτων, δὲν θέλουσιν εἶσθαι δεόντως ἐξησφαλισμένοι. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατέπεσε πλειότερον ἢ ὅσον καὶ τὰ πτωχότερα καὶ μᾶλλον ἀναξιόχρεα Κράτη τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ πιστωταί, ὅπως προκύπτει τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀρκοῦνται εἰς μόνην τὴν παραχώρησιν τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ θέλουσιν ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ ἐνέχυρα καὶ ἐγγυήσεις τρίτων διὰ τὸ κεφάλαιον, ὅπερ πρόκειται νὰ δανείσουν. Ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς πιστωτὰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσης ἀξίας μὲ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ληφθῇ παρ’ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ καὶ τοῦτο δὲν ἀρκέσῃ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ τὴν ἄδειαν ὅπως παράσχῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς ἣν χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ἴσης ἀξίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκτὸς τῶν τόκων, ἐκτὸς τῶν προμηθειῶν, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλομεν παραχωρήσει εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ νὰ λάβωμεν τὰ 25 ἑκατομμύρια, παρίσταται προσέτι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὄχι μόνον νὰ παραχωρήσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις χορηγοῦντες ὡς ἐνέχυρον τραπεζικὰ γραμμάτια. Ποῖον δὲ θὰ ἦνε τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἀρκεσθῆ νὰ λάβωσιν οἱ δανεισταὶ διὰ νὰ ἦνε ἐξησφαλισμένοι διὰ τὰ 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλουσι δανείσει εἰς τὴν Ἐπικράτειαν; Ὁ λίαν ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σιμόπουλος, πολεμῶν κατὰ τὰ τέλη Μαρτίου τὸ νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως δανείου 25 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπελόγιζε τότε, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ 25 ἑκατομμύρια καὶ τὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, ἡ ἀξία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ 50 καὶ ἐπέκεινα τοῖς ἑκατόν. Συλλογισθῆτε, κύριοι, ἤδη, ὅτι πρόκειται ὄχι μόνον νὰ τεθοῦν εἰς κυκλοφορίαν τὰ 25 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρὸς τούτοις θέλει ὑπάρχει φόβος, ὅτι εἶνε ἐνδεχόμενον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐμπροθέσμως δὲν ἤθελεν ἐξοφληθῆ τὸ ἤδη ζητούμενον δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, νὰ τεθοῦν εἰς κυκλοφορίαν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια, δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὸ ποσὸν τοῦτο· διότι βεβαίως ὅταν δώσητε ἐνέχυρον εἰς τοὺς πιστωτὰς γραμμάτια, αὐτοὶ θὰ ἔχουν τὴν ἀπαίτησιν τὰ γραμμάτια ταῦτα νὰ ἦνε τόσα, ὥστε ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν πληρώσετε ὑμεῖς ἐμπροθέσμως τὸ κεφάλαιον, νὰ δύνανται νὰ θέσωσιν αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν καὶ λάβωσι τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Ἐὰν λοιπὸν μὲ μόνα τὰ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντα τραπεζικὰ γραμμάτια εἶνε ἐνδεχόμενον καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ ὑποτιμηθῶσι ταῦτα κατὰ 50 καὶ ἐπέκεινα τοῖς ἑκατὸν, τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ὑπάρξῃ ὁ φόβος, ὅτι πρὸς τούτοις θέλουν τεθῆ εἰς κυκλοφορίαν καὶ πολλὰ ἄλλα; Πιθανὸν τότε, κύριοι, νὰ φθάσῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἴσως μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας. Ὁ φόβος δὲ οὗτος εἶνε ἱκανὸς νὰ κρατῇ ἀδιαλείπτως εἰς μεγάλην ὑποτίμησιν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι ἐνόσῳ θὰ ἦνε ἐκκρεμὲς τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, θέλει ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος μήπως δὲν πληρωθῇ ἐμπροθέσμως καὶ ἀναγκασθῇ, εἴτε ἡ Τράπεζα ἐὰν δώσῃ ἐγγύησιν, εἴτε οἱ πιστωταὶ ἐὰν λάβουν ἐνέχυρον, νὰ θέσουν εἰς κυκλοφορίαν τὰ νέα γραμμάτια, τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ διότι δὲν εἶνε πρέπον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς διὰ τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσωμεν εἰς χεῖρας τρίτων τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, καὶ διότι πρέπει νὰ φυλάξωμεν ταῦτα, ὅπως σκεφθῶμεν ἐμβριθέστερον καὶ ὡριμώτερον τίνι τρόπῳ δυνάμεθα νὰ τὰ διαθέσωμεν βραδύτερον, ὅπως καλλιτερεύσωμεν τὴν ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἦνε ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη δὲν εἶνε κατεπείγουσα καὶ ἐπιτακτικὴ, ὡς παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τότε νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ θὰ φέρῃ μέγα καὶ καίριον τραῦμα εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπελόγισεν ὅτι πρὸς πληρωμὴν τῶν διαφόρων ὀφειλῶν, ἅς εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταβάλῃ ἀμέσως τὸ Κράτος, ἀπαιτοῦνται 33 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν τρέχουσαν αὐτῶν τιμὴν, εἶπε δὲ ὅτι καὶ ἂν τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν ὅλα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν μέχρι τοῦδε, δὲν θέλομεν ἔχει διαθέσιμον εἰμὴ τὸ ποσὸν 38 ἑκατομμυρίων περίπου. Ἑπομένως ἐὰν διαθέσωμεν ἐκ τῶν 38 ἑκατομμυρίων τὰ 33 πρὸς πληρωμὴν τῶν κατεπειγουσῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ περισσεύσουν εἰμὴ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανὰ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ καλυφθῇ, οὔτε ἀπὸ τὰ προηγούμενα δάνεια, οὔτε ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον, οὔτε ἀπὸ τὰς συνεισφορὰς τὰς ἀναγκαστικὰς καὶ τὰς ἑκουσίας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν ὀφειλῶν, ἅς ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπάρχει καὶ μία, ἧς ἡ πληρωμὴ δὲν εἶναι τόσον κατεπείγουσα ὅπως ἡ τῶν ἄλλων. Εἶναι δὲ αὕτη ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀφείλονται 8,500,000 δραχμαί. Καὶ συμφωνῶ μὲν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι δίκαιον καὶ πρέπει νὰ ἀποδοθῇ, ἀφοῦ παρανόμως ἐξ αὐτοῦ ἐλήφθη· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι κατεπείγουσα, διότι δὲν πιστεύω τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ ὀφείλῃ διὰ τετελεσμένας ἐργασίας 8,500,000 δραχμῶν, ὥστε νὰ ᾖναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, μὲ στενοχωρίαν τὸ Κράτος ν’ ἀποδώσῃ ὁλόκληρον τὴν ποσότητα ταύτην. Νομίζω, ὅτι δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως θεραπεύσωσι τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἑπομένως δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ ὑπολειπομένου ποσοῦ εἰς καιρὸν ἁρμοδιώτερον. Ἐὰν ἡ παρατήρησίς μου αὕτη εἶναι ὀρθὴ, τότε πλὴν τῶν 5 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλα 5 ἑκατομμύρια· πλὴν τούτου ὑπάρχουσι διαθέσιμοι 16 χιλιάδες ὁμολογίαι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Αἱ ὁμολογίαι αὗται ὑπολογιζόμεναι κατὰ τὴν τρέχουσαν αὐτῶν τιμὴν 350 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δύνανται νὰ ἀποφέρουν περὶ τὰ 6 ἑκατομμύρια, ὥστε τὸ περίσσευμα ἀναβιβάζεται εἰς 16 ἑκατομμύρια. Ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κατατεθειμέναι εἰς τὰς Τραπέζας καὶ αἱ καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς αὐτὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων δανείων. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τοὺς νόμους, δι’ ὧν συνωμολογήθησαν τὰ διάφορα δάνεια, αἱ πρόσοδοι τῶν κυριωτέρων Τελωνείων τοῦ Κράτους, αἱ πρόσοδοι τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλων ἀντικειμένων εἶναι προσδιωρισμέναι, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς πληρωμὰς τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων· οἱ δὲ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι εἰσὶν ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ συγχύζωσι τὰς εἰσπράξεις ταύτας μὲ τὰς ἄλλας, ἀλλὰ νὰ τὰς παραδίδουν κατὰ δεκαπενθήμερον εἰς τὰς Τραπέζας, ὅπως χρησιμεύσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ καταθέσεις αὗται μένουσιν ἀνέπαφοι, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔβαλε χεῖρα καὶ εἰς αὐτὰς ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δύναμαι νὰ πιστεύσω—διότι μία τοιαύτη παράβασις ἤθελεν ἔχει τὰς ὀλεθριωτέρας συνεπείας διὰ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν—δὲν ἀμφιβάλλω, λέγω, ὅτι πάντα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας εὑρίσκονται κατατεθειμένα εἰς τὰς Τραπέζας· ταῦτα δὲ δὲν δύνανται νὰ εἶναι ὀλιγώτερα τῶν δέκα ἑκατομμυρίων. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἔχομεν 26 ἑκατομμύρια. Τὰ 26 ταῦτα ἑκατομμύρια δύνανται, νομίζω, νὰ ἀρκέσωσιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἵνα θεραπεύσῃ τὰ ἐνδεχόμενα ἐλλείμματα τοῦ τε τακτικοῦ καὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει καὶ αὐτὸν, ἂν οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔθεσα ἐνώπιόν σας, εἶναι ἀκριβεῖς, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου του, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου θέλει δώσει τὴν μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, καὶ θέλει καταστήσει δύσκολον εἰς τὸ μέλλον τὴν συνομολόγησιν παντὸς δανείου καὶ τὴν λῆψιν γενικοῦ οἰκονομικοῦ μέτρου, δι’ οὗ θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν κακὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ἂν ὅμως παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον τοῦτο, τότε βεβαίως, κύριοι, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ θρηνῶμεν διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἔφθασαν, ἀλλὰ τότε ἐπιβάλλεται εἰς πάντας ἡμᾶς ὑποχρέωσις νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ἐκτάσει καὶ λεπτομερείᾳ ποῖα τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἔφθασαν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην· τοῦτο δὲ θέλω πράξει εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τρεῖς ἀξιότιμοι βουλευταὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἕκαστος ἀπὸ ἀπόψεως διαφόρου. Ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὡμίλησε πρῶτος καὶ παρέστησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρέχει εἰκόνα οἰκτρὰν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ἀλλ’ ἀπέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν βλέπει ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ὑφισταμένην. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς συμφωνῶ καθ’ ὅλα· τὸ νομοσχέδιον παριστᾷ τὴν εἰκόνα κακὴν, διότι κακὴ ἀληθῶς εἶναι, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν οὐδὲ πρέπον νὰ νομοθετῶμεν περὶ καταστάσεως παριστῶντες αὐτὴν διάφορον τῆς πραγματικῆς. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος παρέστησεν ἐπίσης τὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς παρέχοντα εἰκόνα οἰκτρὰν τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἀπέληξεν εἰς συμπέρασμα διάφορον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, εἰπὼν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑπάρχει ἄλλη λύσις. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θεωρεῖ ὅτι τὰς ὀφειλὰς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἀποτίσωμεν, ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος θεωρεῖ, ὅτι τὰς ὀφειλὰς δὲν πρέπει νὰ ἀποτίσωμεν. Ἡ μὴ ἀπότισις τῶν ὀφειλῶν εἶναι ἡ λύσις, ἣν ὁ κύριος βουλευτὴς Λακεδαίμονος προτείνει. Τέλος ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἐκφράζει γνώμην περὶ τῶν σκέψεων, ἃς ὑπαγορεύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀπολήγει εἰς ἕτερον συμπέρασμα. Κατ’ αὐτὸν καίτοι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατοπτριζομένη δὲν εἶναι ἀγαθὴ, δυνάμεθα ὅμως νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἀποτίνοντες συνάμα τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν, διότι ὑπάρχουσι τὰ μέσα, δι’ ὧν τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ θέμα τοῦτο, παρέστησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀναπτύξας τὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰπὼν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 25,000,000 ἦτο ἀναγκαῖον διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα. Ἑπομένως ἐθεώρησεν ὅτι, ἂν ἀπεδεικνύετο ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000 ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους τὰς παρούσας, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ δύω λόγων ἐστήριξα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συμπεράσματα, ἐστήριξα αὐτὰ πρῶτον εἰς τὸν λόγον, ὅτι καὶ ἂν εἴχομεν τὰ 25,000,000, ὧν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη, θὰ εἴχομεν αὐτὰ εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν νὰ ἀποκτήσωμεν 25,000,000 μεταλλικοῦ σήμερον διὰ Τραπεζικῶν γραμματίων ἄνευ διαταράξεως τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν τοιαύτης, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἐν τῇ Χώρᾳ οἰκονομικὴ καταστροφή. Οὗτος εἶναι ὁ κύριος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ περὶ τούτου οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κύριος ἐκ Τριφυλίας βουλευτής. Εἶπον καὶ ἕτερον λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζονται τὰ συμπεράσματα τοῦ νομοσχεδίου. Παρέστησα καὶ ἑτέραν ἀνάγκην, εἶπον ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἀποκτήσεως 25,000,000 μεταλλικοῦ, δι’ ὧν ἔχομεν μέσων, τουτέστι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἢ ἄλλως, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ προσθέτων πόρων, διότι δὲν ἔχομεν τὸ ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ, ὅτι τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην οὐ μόνον ἵνα ἀποκτήσωμεν 25,000,000 μεταλλικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἵνα καλύψωμεν ἔλλειμμα ἴσου ποσοῦ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δανείου εἰς κάλυψιν τοιούτου ἐλλείμματος, προέβη εἰς ἐξέτασιν τῶν διαφόρων στοιχείων τοῦ ἐλλείμματος τούτου. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐρευνήσωμεν· ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι θέλει φέρει τὸν λόγον γενικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, ἀλλ’ ἰδίως εἰς ἓν, τὸ καὶ κυριώτερον στοιχεῖον, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς καταθέσεις παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῶν προσόδων, τῶν ὑπεγγύων εἰς τὰ δάνεια. Τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν κατετέθησαν εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον κατατεθῆ, τοῦτο οὐδόλως θὰ συνετέλει εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, διότι θὰ εἶχον κατατεθῆ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως θὰ ἔλιπον ἄλλοθεν. Ἐγὼ παρέστησα ποία ἡ κατάστασις τοῦ Ταμείου· ἂν ἄρα τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἦσαν κατατεθειμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ, θὰ ἔλιπον ἐκ τοῦ Ταμείου καὶ ἑπομένως ἡ κατάστασις αὐτοῦ θὰ παρίστα ἐνεργητικὸν κατὰ 10,300,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ὡς εἶπον, ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς οὐδὲν συντελεῖ ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἀνέφερα ταῦτα μόνον ἵνα μὴ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, καὶ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι διατελεῖ τὸ Κράτος ἐν εὐπορίᾳ· διότι τοιαύτη ὑπόθεσις, μὴ οὖσα ἀκριβής, ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπιβλαβῶς. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἄλλως εἶχον τὰ περὶ τούτου, καὶ ἂν πράγματι εἴχομεν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, τὸ περίσσευμα τοῦτο θὰ τὸ εἴχομεν, ὡς αὐτὸς οὗτος εἶπεν, εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἵνα ἔχωμεν περίσσευμα εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ ὁποίου παρίσταται ἀναγκαία ἡ ἀπόκτησις, τουτέστι πρὸς 25 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, ἔδει νὰ ἔχωμεν περίσσευμα εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια περίπου 30 ἑκατομμύρια. Δὲν τὸ ἔχομεν· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ εἴχομεν, δὲν ἦτο δυνατὸν σήμερον κατερχόμενοι εἰς τὴν ἀγορὰν νὰ εὕρωμεν ὄχι τὰ 25 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ 19 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀμέσως ἀναγκαῖα, διότι μέχρι τέλους Ἰουνίου πρέπει νὰ ἀποτίσωμεν τὰ 10,300,000 εἰς χρυσὸν τῶν τοκομεριδίων, ἀπὸ τῆς σήμερον δὲ καὶ πρὸ τῆς σήμερον ὀφείλομεν νὰ ἀποτίσωμεν εἰς χρυσὸν τὰ 8,700,000 δραχμῶν, τὰ ὀφειλόμενα ἀπέναντι προμηθειῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, 19 ἄρα ἑκατομμύρια ἐπὶ τῶν 25 ὀφείλονται εἴτε σήμερον εἴτε ἐντὸς τοσοῦτον βραχείας προθεσμίας, ὥστε δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν τὴν ὀφειλὴν ὡς ἀπαιτητὴν καὶ σήμερον. Τὰ 19 ταῦτα ἑκατομμύρια, καὶ ἂν εἴχομεν τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ὅτι ἔχομεν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ἀποκτήσωμεν; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀποκτηθῶσι διὰ Τραπεζικῶν γραμματίων 19 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ. Ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν 19 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπέθεσε πρὸς στιγμὴν ὅτι ἔχομεν, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν αὐτά, καὶ διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπέθεσεν ὅτι ἔχομεν, εἰς τί πρέπει νὰ προσφύγωμεν; Εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ τὸ ὁποῖον ἔλυσεν αὐτὸς κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ σκέψεις. Ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἀζήμιον ἔσται πρὸς τὸ Κράτος νὰ πτωχεύσῃ τὸ Δημόσιον, εἶναι πρέπον νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον· ἂν ὅμως φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ πτωχεύσῃ τὸ Δημόσιον, ἂν φρονῇ ὅτι, λαμβανομένης ἤδη προνοίας περὶ ἀποτίσεως τῶν ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν τῆς ἡμέρας, θέλομεν δυνηθῆ βραδύτερον νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ διὰ τρόπου, ὅστις θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τοῦ Δημοσίου πίστιν, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ζητήσῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ πρόνοια αὕτη. Φρονῶ δὲ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλως ἢ διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων οὐδεὶς ὑπεστήριξεν ὅτι ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐπανέλαβεν ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τρεῖς ὑπάρχουν τρόποι ἀποκτήσεως χρημάτων, ὅτι δύναται Κράτος τι νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αὐτοῦ πίστει. Δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αὑτῆς πίστει; Βεβαίως ἂν δύναται πρέπει νὰ τὰ ἀποκτήσῃ οὕτω, διότι καλλίτερος τρόπος δὲν ὑπάρχει· ὁ τρόπος οὗτος συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἀνύψωσιν ἠθικῶς τῆς χώρας. Δεύτερος τρόπος εἶναι ἡ ἀπόκτησις χρημάτων ἐπὶ ἐγγυήσει. Δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα ἐπὶ ἐγγυήσει; Βεβαίως ἂν δύναται πρέπει νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ ἂν δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αὐτῆς πίστει, ἄν δὲν δύναται, νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὰ ἐπὶ εἰδικῇ ἐγγυήσει προσόδου, δὲν ἀπολείπεται παρὰ ὁ τρίτος τρόπος, τουτέστιν ἡ ἀπόκτησις δανείου διὰ τῆς παραχωρήσεως διαχειρίσεως ἢ ἐνεχύρου ἢ ὁπωσδήποτε τῆς παραδόσεως τῆς προσόδου αὐτουσίου εἰς χεῖρας τοῦ εἰς ὃν δίδεται ὡς ἐγγύησις. Τέταρτος τρόπος ὑπάρχει, εἶναι δὲ ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον συνέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ἡ πτώχευσις. Διὰ τῆς πτωχεύσεως ἀποκτῶμεν ὅ,τι δὲν δίδομεν. Νομίζω, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν τὸν τέταρτον τρόπον τῆς ἀποκτήσεως χρημάτων. Νομίζω, ὅτι ὁ πόρος, ὁ ἀκριβώτερον πληρωνόμενος, εἶναι ἡ πτώχευσις. Ἡ πτώχευσις προσπορίζει εἰς τὸ Κράτος πάντα τὰ ποσὰ ὅσα ἠθέλομεν ἐτησίως ἀποτίνει, ἀλλὰ προσπορίζει αὐτὰ διὰ καταστροφῆς ἠθικῆς τοῦ Κράτους, προσπορίζει αὐτὰ καὶ διὰ καταστροφῆς ὑλικῆς ἐν ἄλλοις κλάδοις τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἡ δὲ ἔμμεσος ζημία ἡ ὑλικὴ εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀμέσου ὠφελείας τῆς ὑλικῆς, ἀσχέτως πρὸς τὰς ἠθικὰς ζημίας. Διὰ τοῦτο τὴν γνώμην περὶ πτωχεύσεως θεωρῶ ὡς μὴ ληπτέαν κἂν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· νομίζω, ὅτι οὐδὲ θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ θὰ εὑρεθῇ ἄλλος τις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην. Θὰ εἶναι δὲ λυσιτελέστατον τοῦτο, ἵνα πιστωθῇ ὅτι τοιαύτη γνώμη ριφθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ οὐδένα εὗρεν ὑποστηρικτήν.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον διαμαρτυρίας παρὰ βουλευτῶν δύναται νὰ εὕρῃ τοιαύτη γνώμη.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐπιβαλλομένην, τὴν ἄμεσον. Τὸ νομοσχέδιον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος περιέλαβε γενικὴν ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περιέλαβε γενικὴν ἄδειαν περιλαμβάνουσαν καὶ πάντα τὰ τοῦ τρίτου τρόπου τῆς εὑρέσεως δανείου, τουτέστι τὴν ἄδειαν παραχωρήσεως διαχειρίσεων, τὴν ἄδειαν παραχωρήσεως ἐνεχύρου, τὴν ἄδειαν ἀποκτήσεως ἐγγυήσεων διὰ τοιούτων παραχωρήσεων πρὸς τρίτους, περιελάβομεν πάντα ταῦτα, διότι, ὡς εἶπον, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖα θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἀναγκαῖα. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἶσθαι νὰ προσπαθήσῃ νὰ διαπραγματευθῇ τὰ τῆς συμβάσεως εἰς τρόπον ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότεραι νὰ εἶναι αἱ παροχαὶ, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ ἄδεια νὰ εἶναι ἀπόλυτος, διότι ἀπόλυτος εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν αὐτὰ διὰ περιωρισμένων παροχῶν, πρέπει νὰ τὰ εὕρωμεν καὶ διὰ παροχῶν πληρεστέρων, Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται δὲ ἢ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἐνόσῳ δὲν ἀκούει προτεινομένην ἑτέραν γνώμην, ἐνόσῳ δὲν ἀκούει ἀναπτυσσόμενον παρὰ τῶν ἐπικρινόντων τὸ νομοσχέδιον σύστημα ἄλλο ἐπιτρέπον ὅπως διὰ παροχῶν μᾶλλον περιωρισμένων ᾖ βεβαία ἡ ἀπόκτησις τοῦ δανείου τούτου, οὗ ἄνευ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν καταστροφὴ καὶ δυσφήμισις εἶναι ἀναπόφευκτος.
§22ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσφέρῃ παροχὴν τῶν μονοπωλίων ἄνευ διαχειρίσεως καὶ οὕτω νὰ εὑρεθῇ δάνειον;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ προσφέρῃ καὶ ἐγγύησιν μόνον, δύναται νὰ προσφέρῃ μετὰ τῆς ἐγγυήσεως καὶ τὴν διαχείρισιν μικρὰν ὅμως ἔχει ἐλπίδα τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι θέλει ἐπιτύχει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἂν συνάμα μετὰ τῆς ἐγγυήσεως δὲν παραχωρήσῃ καὶ τὴν διαχείρισιν.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι εἶναι τόσον ἐπείγουσα καὶ προσεχὴς ἡ ἀνάγκη τῆς πληρωμῆς τῶν χρημάτων, ἰδίως τῶν εἰς χρυσὸν, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀπὸ σήμερον ἀπαιτητὰ, βεβαίως, δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ ἔχῃ ἤδη συνεννοήσεις καὶ σύμβασιν κατηρτισμένην, δυνάμει τῆς ὁποίας παρεχωρήθησαν ἢ παραχωροῦνται τὰ μονοπώλεια καὶ ἡ διαχείρισις τῶν φόρων, οἵτινες δίδονται ὡς ἐγγυήσεις. Ἄν δὲν ἔχῃ τοιαύτην σύμβασιν μὲ τοὺς ἔχοντας συμφέρον νὰ συνάψωσι τὸ δάνειον τοῦτο καὶ νὰ παραλάβωσι τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων, τότε νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ παραδοθῇ ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους βεβαίως ἀγνοοῦμεν, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, παρ’ ὧν ὁ Τόπος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κωπαΐδος ὑπέστη πολλὰ δεινὰ, ἡ Βουλὴ, λέγω, καθῆκον ἔχει νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἕως ὅτου ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, ἢ μᾶλλον συμπληρώσῃ τὰς συνεννοήσεις της πρὸ πάντων μετὰ τῶν δανειστῶν ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν ὡρισμένην, ὡρισμένων ὑποχρεώσεων, ὅπως γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος ποῖαι εἶναι αἱ παροχαὶ, ποῖαι αἱ δωρεαὶ, ὁποῖα τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπολαύσωσιν οἱ κύριοι οὗτοι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶμαι βεβαίως τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει σήμερον νὰ πτωχεύσῃ, φρονῶ μάλιστα, ὅτι ἡ πατρίς μας ἔχει ἐν ἑαυτῇ μεγάλην οἰκονομικὴν ἰκμάδα. Οὔτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακεδαίμονος εἶπεν αὐτό. Ὁ κ. Δημητρακάκης εἶπεν ὅτι, ὡς πολλοὶ ἐνταῦθα φρονοῦσιν, ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους τῶν χρεῶν μας παρὰ μόνον δανειζόμενοι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, τότε βεβαίως καλλίτερον εἶναι νὰ εἴπωμεν καθαρὰ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, παρὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς τοκογλύφους, τὸν ἕνα χειρότερον τοῦ ἄλλου, ὅπως πληρόνωμεν τοὺς τοκογλύφους, ἢ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦλθεν εἰς θέσιν ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τῶν δανείων της, ὤ! τότε βεβαίως θὰ προτιμήσωμεν νὰ εἴπωμεν καθαρῶς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν παρὰ μόνον τόσον ὅσον δυνάμεθα· κάλλιον δὲ νὰ εἴπωμεν τοῦτο εἰλικρινῶς καὶ μίαν ὥραν ταχύτερον, παρὰ νὰ πληρώνωμεν τοὺς τόκους ἡμῶν διὰ δανείων ἀτίμων, διότι πράγματι ἀτιμωτικοὶ εἶναι οἱ ὅροι τοῦ δανείου, οὓς προτείνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μέχρις ὅτου κατωρθώσῃ σύμβασιν ῥητήν.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἐξηγῶν τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶπον τότε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν σύμβασιν συνωμολογημένην, τοῦτο θὰ ἦτο ὁ ἄριστος τρόπος διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παραμείνῃ ἐργαζομένη ἐπὶ πολὺ, δὲν προβλέπω, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς νὰ ἔχωμεν συνωμολογημένην τὴν σύμβασιν. Ἐὰν δὲ ἄνευ συνωμολογημένης καὶ κεκυρωμένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμβάσεως διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ἐξουσίας, ὅπως διαπραγματευθῇ σύμβασιν περὶ τοιούτου δανείου, συνέπεια ἔσται, ὅτι τὰ 19,000,000, τὰ ἀμέσως ὀφειλόμενα, δὲν θέλουσι πληρωθῆ, καὶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ὡς πρὸς τὸ Κράτος ἡ κατάστασις τῆς πτωχεύσεως. Ἐὰν ἐφρόνουν, ὅτι παρατεινομένης ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συνέστησε, βεβαίως ἔπρεπε νὰ προτιμήσω τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο συνωμολογήθη καὶ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, διότι τότε ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, διεπραγματεύθη ἡ Κυβέρνησις τὰ τοῦ δανείου, ὑπέβαλε δὲ τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐκύρωσεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, συνάψῃ σύμβασιν, ἥτις θὰ χρήζῃ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς ἵνα πραγματοποιηθῇ, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς πληρωμὰς αὑτοῦ, πᾶσα δὲ ἡ συζήτησις σήμερον γίνεται, διότι θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ πραγματοποιήσῃ ἐγκαίρως τὰς πληρωμὰς αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἐπέλθωσιν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ μὴ ἔγκυρος ἀπότισις.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν ἀνάγκην τοῦ δανείου νομίζω ὅτι οἱ γνωρίζοντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν δύνανται δυστυχῶς νὰ ἀρνηθῶσιν, ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις, μερικῶς γενομένη, χωρὶς νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν γενικὴν συζήτησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, εἶναι ματαία. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἐλαττωματικὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ σύμβασις συνωμολογημένη, ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπεριόριστος ἄδεια, χωρὶς νὰ θέσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοὺς βαρεῖς ἐκείνους ὅρους ὡς δυνατούς· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην τὸ δάνειον θὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ τοὺς βαρυτέρους ὅρους, διότι βεβαίως δὲν θέλουν χαρισθῇ εἰς ἡμᾶς, ἅμα εἴδωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ὑπὸ τοὺς τοιούτους ὅρους. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματευθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν συμφερώτερον καὶ ὀλιγώτερον ἐπαχθῶς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συνομολογήσωμεν.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, περιέχει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν θεωρεῖ ἀναγκαῖον, εἶναι νομοσχέδιον γενικῆς ἀδείας. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν φρονεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νομοσχέδιον γενικῆς ἀδείας νὰ ἐκφρασθῇ διὰ τρόπου ἄλλου, ἂς ὑποβάλῃ τὴν περὶ τούτου ἰδέαν του διατετυπωμένην. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν ἄλλον τρόπον διατυπώσεως νομοσχεδίου γενικῆς ἀδείας, διότι ἡ ἁπλῆ ἔκφρασις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀδείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ πραγματοποιήσεως δανείου δὲν παρέχει εἰς αὐτὴν γενικὴν ἐξουσίαν. Ἵνα ᾖ ἡ ἐξουσία γενική, πρέπει νὰ ἀναφέρωνται διαῤῥήδην τὰ ἀποτελοῦντα τὴν γενικὴν ἐξουσίαν δικαιώματα. Ἐὰν ἐλέγετο μόνον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὅπως ἂν αὐτῇ δόξῃ, δὲν δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου νόμου ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ ἐγγυήσεις, νὰ παραχωρήσῃ διαχειρίσεις, νὰ παραχωρήσῃ ἐνέχυρον, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων πέραν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκδοσις εἶναι ἤδη ἐπιτετραμμένη. Πάντα ταῦτα ἔπρεπε νὰ γνωματευθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἵνα περιλαμβάνωνται ἐν τῇ γενικῇ ἀδείᾳ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν συνέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, τουτέστι νὰ λάβωμεν τὴν γενικὴν ἄδειαν χωρὶς νὰ εἰδικεύσωμεν, ὅπως ἐπράξαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τ’ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν, ἡμεῖς οὐδόλως θέλομεν ἀντιτείνει· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἄδεια νὰ ᾖναι γενικὴ ἄνευ τῶν εἰδικεύσεων, τὰς ὁποίας ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ τὸ μέσον τῆς γενικῆς ἀδείας ἄνευ γενικεύσεως, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβάλω τὴν ἰδέαν μου.
§30ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐῤῥίφθη ἡ λέξις πτώχευσις, κύριε Πρόεδρε. Ἡ λέξις εἶναι βαρεῖα καὶ ὑπῆρχε νομίζω, ὁ ὅρος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οἱ πιστωταὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ᾖναι περισσότερον ἐξησφαλισμένοι, καὶ τοῦτο βεβαίως οὐδὲν ἕτερον εἶναι παρὰ ἀπαγόρευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ὁ καθεὶς αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἓν δάνειον, ἀλλὰ μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν θὰ φθάσωμεν εἰς χειρότερον σημεῖον, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ εἶμαι ἐγὼ τότε ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου (ἱλαρότης). Εἶναι βαρὺ, ὅταν διαδίδεται ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν τόκους, ἀλλὰ βαρύτερον εἶναι νὰ δώσητε τὴν διαχείρισιν εἰς τοὺς πιστωτὰς, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει αἰσθήματα εὐγενῆ, ὡς πᾶς Ἕλλην, θὰ προσπαθήσῃ αὐτὸν τὸν ὅρον νὰ τὸν ἀποφύγῃ. Ἐὰν ὅμως δὲν τὸν ἀποφύγῃ, τότε, κύριοι, ἀρχίζει βεβαίως νὰ πραγματοποιῆται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς, ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν πλέον πτωχεύσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατὶ νὰ μὴ προσπαθήσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ πληρώσωμεν ὀλιγώτερον, ὅπως δίδεται εἰς ἐκείνους τοὺς ναύτας, οἱ ὁποῖοι ἀνέστησαν τὸ Ἔθνος αὐτὸ, ἢ ὅπως πράττουν οἱ Δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Τοῦτο δὲν εἶναι πτώχευσις. Ὥστε ἡ λέξις αὕτη πτώχευσις ἔχει μεγάλην σχέσιν μὲ τὴν διαχείρισιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις προσπαθεῖ μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θὰ ἀποφύγῃ αὐτὸν τὸν ὅρον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ, ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ ὅρος, θέλω καταψηφίσει.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταψηφίσῃ αὐτὸν τὸν ὅρον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τότε ἄλλαι σκέψεις ἐπέδρων ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, κύριε Ζυγομαλᾶ;
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ πάντοτε ἐπιμένω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει κανεὶς ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6 καὶ 7).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τοῦ συνόλου.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπείσθημεν πάντες ἐκ τῆς ἀνελίξεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὅτι οὐδέποτε εἰς χεῖρον σημεῖον εὑρέθημεν, ἀπὸ τοῦδε δὲ βαίνομεν εἰς κατωφέρειαν, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς λέξεως «πτώχευσις» ἐχαρακτηρίσθη, διότι σήμερον δανειζόμεθα 25,000,000, ὅπως πληρώσωμεν τόκους, δὲν ἠξεύρω δὲ αὔριον τὶ θὰ δανεισθῶμεν διὰ τοὺς τόκους τῶν τόκων καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπίστευον ὅτι ἠθέλομεν προπαρασκευασθῆ νὰ ἀκούσωμεν νέον τι σπουδαῖον οἰκονομικὸν ἐγχείρημα διὰ νὰ ἀντικρούσωμεν τὴν λέξιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐπλανήθην· ἀκολουθοῦμεν τὰ τετριμμένα, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς, καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως θέλομεν ἐπιβάλει φόρους. Ἀλλ’ οἱ φόροι αὐτοὶ δύνανται, ἐρωτῶ, νὰ ἦνε ἐπὶ πλέον ἀνεκτοί; Οἱ φορολογούμενοι δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐνόσῳ δὲν ἐξασφαλίζετε τὴν πρόσοδον ἐκ τῶν ἤδη πληρονομένων φόρων, δὲν ἐπιτρέπομεν νέους φόρους. Οἱ φόροι, δύνασθε νὰ μᾶς βεβαιώσητε, ἐὰν εἰσρέουν εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα ἀκήρατοι; Ἀλλὰ καὶ τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶνε ὁ πίθος τῶν Δαναΐδων, ὅπου αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους οὐδόλως εἶναι ἐξησφαλισμέναι; Καὶ τρίτον ἐφαρμόζεται ἐξ ἴσου ἡ φορολογία ἢ μὴ διαλανθάνουν διέξοδοι ἀφορολογησίας; Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔχω οἰκονομολογικὰς γνώσεις ὑπὲρ τοὺς πολλοὺς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ αἰσθήματος τοῦ πατριωτικοῦ καὶ ἐκ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὡς φορολογούμενος αἰσθάνομαι, ἔχω πολλὰς ποιήσει σκέψεις ἐπὶ τοῦ τρίτου ἰδίως θέματος καὶ ἐπείσθην, ὅτι δυνάμεθα φράττοντες τὰς διεξόδους, νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωμεν 100 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον πρόσοδον. Τὰς σκέψεις ταύτας ἐπανειλημμένως ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ καθὼς πρὸ πέντε ἐτῶν διαρκῶς ζητῶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Πολιτεύματος καὶ τῶν λοιπῶν νόμων τῆς Πολιτείας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σήμερον αὐθαιρέτως καὶ χωρὶς νὰ προβῶσι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ θέλουν νὰ κατορθώσουν, οὕτω καὶ περὶ τῶν φόρων τοῦ Κράτους πρὸ πέντε ἐτῶν ἐξακολουθῶ νὰ ὑπομιμνήσκω κατὰ πᾶσαν συζήτησιν οἰκονομικὴν τὶ φρονῶ ὅτι γίνεται εἰς τὰ Τελωνεῖα, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ⅕ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸ Ταμεῖον. Καὶ διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον; Ποία εἶνε ἡ ἐπερώτησις; (ἀναγινώσκεται).
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, αὐτὴ εἶνε ἡ ἀπάντησις.
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχουν πραγματικαὶ καὶ βέβαιοι ἐλπίδες. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, κύριοι, καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Νομικῶν Συμβούλων τὸ ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον λυμαίνεται τὴν Χώραν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχῃ ἐλπίδας νὰ κόψῃ τὸ λαθρεμπόριον, εἶναι ἀνίκανος. Σύλησις γίνεται τῶν δημοσίων προσόδων καὶ δὲν ἔχει ἐλπίδα διορθώσεως; Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ χρῆμα αὑτῆς διὰ τῶν ἀτμοτελωνίδων καὶ ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν πάλιν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν ποῖα τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀτμοτελωνίδων, δεύτερον τὸ λαθρεμπόριον βαίνει αὐξάνον ἢ μειοῦται; δηλαδὴ ἔχομεν μεγαλείτερον ἢ μικρότερον παρ’ ἄλλοτε ἀριθμὸν ἀποφάσεων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, καὶ ἐκ τοῦ μεγαλειτέρου ἢ μικροτέρου ἀριθμοῦ τὶ συμπέρασμα ἐξάγει ἡ ὑπηρεσία; δηλονότι ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἐμφαίνει ἆρά γε περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου ἢ πολλαπλασιασμὸν, ὁ δὲ μικρότερος εἶνε ἆρά γε ἐνδεικτικὸς βελτιώσεως ἢ χειροτερεύσεως τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας; καὶ οὐδεμία γνώμη ἐξεφράσθη τότε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκ συστήματος ἡ πηγὴ αὕτη τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου παραβλέπεται, δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχουσι συνένοχοι. Ὅταν μετὰ τόσης ἀδιαφορίας σᾶς λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχω ἐλπίδας, τότε ἀναγκάζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνείδησίν σας, κύριοι συνάδελφοι. Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ τελωνιακὸν σύστημα δὲν περιέχει ἐλλείψεις; Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν τὸ εἰσαγόμενον τελωνίζεται; Θέλετε νὰ ἔλθω εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμφέρουν ἐνταῦθα νὰ ἐξελεγχθοῦν διὰ νὰ μὴ καταδειχθῶσιν ἔνοχοι διὰ τῶν συλλογισμῶν, οὓς δύναται νὰ κάμῃ ἕκαστος ἐπὶ τῶν καθυστερούντων τελωνείων τινῶν. Μόνον, κύριοι, εἰς ὀλίγας ἐνδείξεις θέλω περιορισθῆ. Ποιήσατε ἕνα ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῆς καταναλισκομένης ζακχάρεως καὶ τοῦ καφὲ, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ τουμπεκίου, ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ παραβάλλατε τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον πρὸς τὸ ποσὸν τὸ τελωνιζόμενον, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ διαφορὰ εἶνε μεγίστη καὶ μεγάλη ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸν Τόπον. Ὅταν λοιπὸν βλέπωμεν ὅτι τὸ τουμπεκίον πωλεῖται ὅσον τελωνίζεται, δὲν κατανοεῖτε ὅτι ὑπάρχει κατάχρησις μεγίστη, ὅτι διὰ λαθρεμπορίων εἰσάγεται τὸ τουμπεκίον; Ὅταν ἀγοράζωμεν τὸν καφὲ καὶ τὴν ζάκχαριν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀγοράζουσιν αὐτὴν οἱ ἔμποροι, πῶς νὰ μὴ κατανοήσωμεν ὅτι μεγάλαι συμβαίνουσι καταχρήσεις καὶ ὅτι ἐκ τούτων ζημιοῦται μεγάλως τὸ Δημόσιον; Ἐὰν ὑπολογίσωμεν πόσος καφὲς ἀπαιτεῖται καὶ καταναλίσκεται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ πόσον ποσὸν τελωνίζεται, τί νομίζετε ὅτι θὰ ἔχωμεν; θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐκ τοῦ καταναλισκομένου καφὲ καὶ ζακχάρεως ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν τελωνίζεται οὔτε τὸ εἰκοστὸν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δυοῖν θάτερον συμβαίνει, ἢ ὅτι ἀγνοεῖτε τὸ συμβαῖνον ἢ ὅτι φαίνεσθε ὅτι ἀγνοεῖτε ὅ,τι πάντες γνωρίζουσι, καὶ τότε δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο τοῦτο ἢ κακὴ πίστις. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι πολλάκις εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαγομένων δὲν τελωνίζεται οὔτε τὸ πέμπτον· καὶ ἂν ἔχωμεν 20,000,000 πρόσοδον ἐκ τῶν τελωνιζομένων ἐμπορευμάτων κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤδη εἰσπράττομεν τὴν πρόσοδον αὐτὴν, ἐὰν διατεθῶσι τὰ τελωνεῖα, ὅπως ἐγὼ φρονῶ, θὰ ἔχωμεν 100,000,000 πρόσοδον. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιῤῥήσεις, αἵτινες φαίνονται κατὰ τῆς γνώμης ταύτης; ὅτι θὰ γίνονται καταπιέσεις ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ ὅτι θὰ καταθλίβεται τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν ὅτι καταστρέφεται σύμπαν τὸ Ἔθνος, πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὰ τοιαῦτα; Ὅταν ἐνοικιασθῶσι τὰ τελωνεῖα, τότε οἱ τελωνίζοντες τὰ ἐμπορεύματα θέλουσι πληρώσει μεγαλείτερον ποσὸν, λόγῳ πιέσεων· ἔστω, δὲν θέλω νὰ ἀντικρούσω τὸν τοιοῦτον φόβον, παρατηρῶ ὅμως ὅτι καὶ ὅταν εἷς ἐνοικιάσῃ ἓν τελωνεῖον καὶ εἰσπράξῃ δέκα, ἐνῷ ἐπλήρωσεν ἓν, τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ προσφέρῃ δέκα, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ αὐξάνωσιν αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐὰν πιέζωνται αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας διὰ τῆς ὑπερβαλλούσης τῶν ἐνοικιαστῶν εἰσπράξεως, οὐδεὶς θὰ παραπονεθῇ διότι τὸ ὑπερβάλλον δὲν ἀπόλλυται, καθόσον ἕνεκα τῶν μειζόνων εἰσπράξεων θὰ αὐξηθῇ τὸ μίσθωμα· οὕτω εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον θὰ εἰσέρχεται δεκαπλάσιον ποσὸν ἀπὸ ὅ,τι εἰσέρχεται σήμερον. Καὶ ἐὰν ὁ φορολογούμενος πιέζηται εἰς τὸ τελωνεῖον, ἀποφεύγει ὅμως τοὺς ἄλλους φόρους, οὓς μελετᾶτε νὰ τοῦ ἐπιφορτίσετε καὶ διαρκῶς αὐξάνοντες τοὺς ὑφισταμένους. Ὁ ἐνοικιάσας σήμερον μίαν περιφέρειαν τελωνιακὴν ἀντὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εἰσπράξας δὲ πέντε ἑκατομμύρια, ποία νομίζετε ὅτι θέλει εἶνε ἡ προσφορὰ τῆς ἑπομένης περιόδου; πενταπλασία. Λοιπὸν, ἐγὼ ἔστω καὶ νὰ πιέζωμαι, δὲν πρέπει νὰ μεμψιμοιρῶ, διότι βλέπω ὅτι ἡ πίεσίς μου συντελεῖ νὰ αὐξήσῃ ὁ δημόσιος πλοῦτος. Ἐκτὸς τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, ὅτι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως αὐξάνουσιν αἱ πρόσοδοι, ἀποδεικνύεται τοῦτο καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων· εἴχετε τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ ὅτε ἄνευ ἐνοικιάσεως δὲν εἰσεπράττετε εἰμὴ μόλις 150 ἕως 200 χιλιάδας δραχμὰς ἐκ τῶν διοδίων, ἐνῷ τώρα, ὅταν ἐνοικιάζωνται ταῦτα, ὁ Δημοτικὸς φόρος ἔφθασε πλέον τοῦ 1,000,000. Διὰ τοῦτο λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνεξαρτήτως πάσης φατριαστικῆς ἀπόψεως νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, διότι δὲν ὑπάρχει πλέον ἄλλη ὕλη φορολογήσιμος, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ προσπορίσηται τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους χρήματα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἑτέρου τῶν νομοσχεδίων περὶ μὴ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ διανυομένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σπουδαιότερα νομοσχέδια ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἔχομεν καὶ πρέπει νὰ σταλῶσιν ὅλα αὐτὰ εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεὶς βεβαίως καὶ πρὸ μικροῦ ἔτι ὑπέθετεν, ὅτι, λήγοντος τοῦ μηνὸς Μαΐου, λησμονοῦντες τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Μακεδονίαν, τὰ Ἰωάννινα καὶ αὐτὴν τὴν Ἐλασσῶνα, ἠθέλομεν ἔχει συζήτησιν περὶ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωμεν, ὅτι διαρκοῦντος τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ διατελοῦντες ὑπὸ τὰς ὅλως ἐκτάκτους περιστάσεις, αἵτινες μᾶς περικυκλοῦσιν, ἠθέλομεν κληθῆ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐργασθῶμεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ τρία καὶ ἥμισυ ὁλόκληρα ἔτη ὁ κ. Τρικούπης ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν κραταιὰν ἐκείνην καὶ ἱστορικὴν πλειονοψηφίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε οὐ μόνον νὰ σκεφθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ῥιζικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐζητοῦμεν, ἀλλὰ ὡμιλούσαμεν εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Κάλλιον ὅμως ἀργὰ παρὰ ποτέ. Παρατηρῶ βελτίωσίν τινα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀπό τινος φέρεται πρὸς τὴν Βουλήν· ἐγὼ δὲ, ὅστις τοσάκις κατηγόρησα τὸν δεσποτικόν του τρόπον ἐν ταῖς βουλευτικαῖς συζητήσεσιν, ὀφείλω ἤδη νὰ ὁμολογήσω εὐχαρίστως, ὅτι προσέχει ἤδη εἰς τὰς ὑπὸ τῶν βουλευτῶν προτεινομένας τροπολογίας. Ἐγώ, ὅστις τοσάκις ἔψεξα αὐτὸν ὡς μὴ μεριμνῶντα περὶ ῥιζικῆς θεραπείας, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶνε καλὸν σημεῖον, ὅτι ἤρχισε νὰ σκέπτηται ἤδη περὶ ῥιζικῶν μέτρων καὶ νὰ μὴ ζητῇ νὰ καταγίνεται εἰς τὰ ἐπουσιώδη. Ὅταν ὁ ὅλος ὀργανισμὸς μιᾶς Πολιτείας πάσχῃ, εἶνε γελοῖον νὰ θεραπεύῃ τις τὰς ἀμυχάς. Θεραπεύων τὸν πάσχοντα ὀργανισμόν, ἀναγκαίως ἐξαλείφει καὶ τὰ συμπτώματα, διότι αἴρεται ἡ αἰτία τῆς νόσου. Χαιρετῶ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐρχομένου μὲ πρόθεσιν ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ἡ πρόθεσις αὕτη ὑπηγορεύθη ἀλλαχόθεν, ἀλλὰ περιορίζομαι σήμερον εἰς τοῦτο, ὅτι φαίνεται ἐρχόμενος μὲ πρόθεσιν ἐσωτερικῶν βελτιώσεων, καὶ ἐὰν ὡς πρὸς τὰ προτεινόμενα θεραπευτικὰ μέτρα διαφωνήσω. Ἐπεθύμουν ὅμως αἱ ῥιζικαὶ αὗται βελτιώσεις νὰ ἔχωσι βάσεις σταθερὰς καὶ ἀσφαλεῖς, διότι ἄλλως τὸ ἔργον εἶνε ἐπιπόλαιον. Ἔργον ἀτελὲς ἢ ἐλλειπὲς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μακρὰν ζωήν. Πόσοι νόμοι ἦλθον καὶ διῆλθον ἐντεῦθεν, κατεστράφησαν δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν μεθεπομένην; Ἐπεθύμουν νὰ ἀναζητηθῇ καὶ εὑρεθῇ ἡ κυρία αἰτία τοῦ νοσήματος, διότι ἐκ τῆς διαγνώσεως ἐξαρτᾶται ἡ θεραπεία. Ἀλλὰ πῶς εἶνε δυνατόν, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μὲ τὴν παλαιὰν ἐκείνην τακτικὴν τοῦ ψηφίζειν τοὺς νόμους τροχάδην καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐμβριθοῦς καὶ βασάνου ἐπαρκοῦς, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἀπασχοληθῶμεν σπουδαίως ν’ ἀνεύρωμεν τὴν νόσον καὶ νὰ ὑποδείξωμεν τὴν θεραπείαν; Πῶς εἶνε δυνατὸν ταῦτα, ἐὰν παρουσιάζηται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ῥίπτῃ τέσσαρα τεμάχια χάρτου εἰς τὸ Προεδρεῖον, νὰ ζητῆται παρ’ ἐμοῦ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ νὰ ἀπαντᾷ ἐκεῖνος ψυχρῶς «αὐτὰ εἶνε γνωστά»; Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ζητῆτε τὴν ἐν σπουδῇ ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων; Νομίζω, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, θεωρῶν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν περιττήν, ἐννοῇ νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὸ σημερινὸν ἄρθρον τῆς «Ὥρας», ἥτις πραγματεύεται περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, τότε πρέπει νὰ λάβωμεν αὐτὰ ὡς βάσιν. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ μᾶς ἀναπτύξῃ τὰ ἐν τῇ «Ὥρᾳ» γραφόμενα (ἀναγινώσκει).
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάκις εἶπον, ὅτι εἶμαι πάντοτε προθυμότατος νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω· οὐδέποτε ὅμως ἐννοῶ νὰ ἀπαντήσω δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γράφονται εἰς οἱανδήποτε ἐφημερίδα.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνομίσαμεν πάντες, ὅτι ἡ «Ὥρα» παρ’ ὑμῶν ἢ ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις σας....
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε τοῦτο, διότι πάντοτε εἶπον τὸ ἐναντίον· πάντοτε δὲ εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἀναμιγνύομαι, διότι πολλάκις δὲν γνωρίζω τὶ γράφεται.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπιμένω πολὺ σήμερον εἰς τοῦτο καὶ δὲν ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν. Θέλω νὰ παραδεχθῶ καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ γραφόμενα εἶνε μόνον γνώμη τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Ὅπως δήποτε ὅταν γίνῃ ἡ ἐξέτασις τῶν νομοσχεδίων, τότε θέλομεν μάθει ἐὰν πωλῆται ἡ ψῆφος τοῦ ἐκλογέως καὶ διατὶ, ἐὰν μεταπωλῆται ἡ ψῆφος εἰς τὸν βουλευτὴν, καὶ διατὶ, καὶ ἐὰν καὶ αὐτοῦ μεταπωλῆται εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ διατὶ, καὶ ἐὰν πάσχωμεν ἀπὸ βουλευτοκρατίαν κυρίως ἢ ἀπὸ Πρωθυπουργικὴν τυραννίαν πρωτίστως· διότι ὑπάρχει μὲν βουλευτοκρατία, ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι τὸ κύριον αἴτιον, καθόσον αὕτη παράγεται χάριν τῆς Πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας· διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, ὅπερ κρατεῖ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, δίδωσι δὲ ὡς ἀντάλλαγμα εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς ἑκάστοτε πλειονοψίας τὴν συναλλαγὴν, ἀνοίγων εἰς αὐτοὺς τὰς θύρας τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Ταμείων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἰσχύει παρ’ ἡμῖν πρὸ πολλοῦ. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 ἐπὶ ἀπολύτου μοναρχίας ὑπῆρχε πλήρης συγκέντρωσις, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐπέζησε τὸ αὐτὸ σύστημα ὡς καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι δὲν μετεβλήθησαν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, οὐδὲ ἐτέθησαν εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν χάριν ἡμῶν αὐτῶν, χάριν τοῦ Τόπου. Τὰ πράγματα βεβαίως ἔφθασαν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πῶς δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πταίῃ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ὡς ἀρέσκονται νὰ λέγωσί τινες, ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην δικτακτορίας καὶ ποῦ θέλομεν εὕρει τὸν δικτάκτορα· ἐὰν δὲν εἶνε προτιμότερον νὰ ἔχωμεν Ὑπουργοὺς ὡς τοὺς κ.κ. Λομβάρδον καὶ Παπαμιχαλόπουλον παρὰ νὰ μᾶς κυβερνῶσιν οἱ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως. Πρέπει λοιπὸν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, νὰ ἴδωμεν ἐὰν δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τις ἢ τροποποίησις, ἥτις θὰ ἐπικρατήσῃ, καὶ τότε νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Τόπος, νόμος, ὅστις νὰ φέρῃ τοὺς καρπούς του. Δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος ἐν ὅλῃ τῇ ἀκριβείᾳ, ἔλαβον μόνον τὸν λόγον διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ὅτι ἐὰν σπουδαιολογῶμεν καὶ ἐπιδιώκωμεν πραγματικῶς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶμεν σπουδαίως εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ὅπως κατορθώσωμεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρωτίστως ὀφείλουσι νὰ ἐκθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην των· νὰ ὑποβάλωσιν, ἀφοῦ δὲν ὑπέβαλον ἐγγράφως, προφορικῶς τοὐλάχιστον τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν προέβησαν εἰς τόσον σπουδαίας μεταῤῥυθμίσεις, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δύο μόνον νομοσχεδίων, ἀλλὰ περὶ τῶν τεσσάρων, καθόσον ὅλα ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐργασθῶμεν, νὰ πεισθῶμεν πρῶτον, ὅτι ὑπαγορεύονται ὑπὸ πραγματικῆς ἀνάγκης, καὶ δεύτερον ἐὰν ἀποφεύγηται ὁ σκόπελος τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἠκούσατε σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις παρ’ ἄλλων προλαλησάντων. Πρέπει τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Τοῦτο εἶνε δικαίωμα, ὅπως κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποστολὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἀποτροπάς. Ἐὰν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην δὲν χρησιμοποιηθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐκλέγονται, ἐκτὸς ἐὰν ταῦτα γίνωνται, ὅπως κολακεύωνται οἱ μεθιστάμενοι ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ λαμβάνωσιν αὐτὸν τὸν τίτλον· ἐὰν ὅμως εἶνε θεσμὸς ἀναγεγραμμένος εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ θεωρῆται ὡς χρήσιμος, οὐδέποτε ἄλλοτε κάλλιον θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰμὴ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν παραδεχθῇ ἀφοῦ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ζητεῖται ἡ παραπομπὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Ἄλλως, ἂς ἐκλεχθῇ εἰδικὴ πρὸς τοῦτο Ἐπιτροπή. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀπέχω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων τεσσάρων νομοσχεδίων. Χωρὶς, λέγω, νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀρκοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἢ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ πράξῃ δηλαδὴ ὅ,τι παρελείφθη ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, δεύτερον δὲ νὰ παραδεχθῇ νὰ ὑποβληθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς τακτικὰς ἐπιτροπὰς ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐπαγγελλόμενος ὅτι θέλει νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέγεθος τοῦ θέματος τοῦ περιλαμβανομένου ἐν τοῖς νομοσχεδίοις καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ τρόπος εἰς ἀπόδειξιν τούτου εἶναι νὰ καταβιβάσῃ τὴν συζήτησιν ἕως τῆς ταπεινοτέρας προσωπικότητος. Ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀποδείξῃ τὸ πάθος αὐτοῦ κατ’ ἀρχαίου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως ἐνώπιον Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ θέσις αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῷ ἔθνει εἶναι τοσοῦτον ὑψηλή, ὥστε δύναται μειδιῶν νὰ προσβλέπῃ εἰς τὸν κ. βουλευτήν, οὕτως ἐπιτιθέμενον κατ’ αὐτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Δὲν θὰ κατορθώσῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οὐδὲ ἄλλος οἱοσδήποτε, νὰ ἐκτρέψῃ ἡμᾶς τῆς τροχιᾶς, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἰσερχόμεθα διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Εἶναι τῷ ὄντι ὑψηλὸν τὸ θέμα καὶ οὐδεμία ἀπόπειρα, ὅπως παρασταθῇ ὡς συνδεόμενον πρὸς προσωπικοὺς λόγους, πρὸς κομματικὰ συμφέροντα, θέλει παρασύρῃ ἡμᾶς εἰς συζήτησιν τῶν περὶ αὐτοῦ ὑπὸ ἔποψιν προσωπικὴν, ὑπὸ ἔποψιν κομματικήν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῶν διορθώσεων, τὰς ὁποίας δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο προσωπικῶς νὰ συζητήσῃ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὡσανεὶ δῆθεν αὕτη ἦτο παραίτιος τῶν κακῶν, τῶν χρῃζόντων διορθώσεως καὶ περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ νομοσχέδια. Ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ προσωπικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι προσβολὴ πρὸς τὴν Βουλὴν εἶναι νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἀλάθητος, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι τελεία, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ προόδου καὶ βελτιώσεως! Μεγαλειτέρα προσβολὴ κατὰ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ γείνῃ ταύτης. Ἀποτείνεταί τις πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγων πρὸς αὐτὴν, σὲ προσβάλλει πᾶς ὅστις λέγει ὅτι ἔχεις ἐλαττώματα χρῄζοντα διορθώσεως, ὅτι ἐν τοῖς θεσμοῖς τοῖς σημερινοῖς, τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Βουλευτηρίου, ὑπάρχουσι τινὰ χρῄζοντα βελτιώσεως. Ὁ λέγων ταῦτα παραγνωρίζει τὴν Βουλὴν· ἐκεῖνος δεικνύει ὁπόσον μικρὰν ἰδέαν ἔχει περὶ αὐτῆς, ἐκεῖνος τῷ ὄντι προσβάλλει τὴν Βουλὴν, ἂν δύνηται νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλὴν ὁ τοιαῦτα περὶ αὐτῆς σκεπτόμενος. Τὸ θέμα εἶναι τὸ μέγιστον ὅσων ἀπὸ χρόνων πολλῶν Ἑλληνικὸν Βουλευτήριον ἐξήτασε· δὲν παραβιάζονται δι’ αὐτοῦ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ αἱ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων εἶναι θεμελιώδεις, καὶ τοῦτο, διότι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώρισεν, ὅτι θεμελιώδεις διατάξεις τῆς Πολιτείας ἀνήκουσιν εἰς νόμον καὶ ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα, αἱ θεμελιώδεις διατάξεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰς ἐκλογάς. Τί θεμελιωδέστερον τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ βουλευτικοῦ σώματος; καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ Σύνταγμα θεσπίζει, ὅτι τὰ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, πλὴν μικρῶν τινων ἐξαιρέσεων, ἀνήκουσιν εἰς νόμον. Ἡ ἐξέτασις τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀποτελεῖ ἐξέτασιν συνταγματικοῦ θέματος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐξέτασιν θεμελιώδους θέματος τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμοταγὲς πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Καὶ τοῦτο περιήγαγεν εἰς σύγχυσιν τὸν κ. βουλευτὴν. Ἐπειδὴ ἡ σημασία τῶν διατάξεων τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἴση πρὸς τὴν σημασίαν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐνόμισεν, ὅτι παράβασις τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ πραγματευθῶμεν περὶ τοιούτων ζητημάτων. Ὁ καταρτισμὸς τῆς Βουλῆς ὁ προσήκων εἶναι ἡ βάσις τῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, εὐτυχῶς δὲ τὸ Πολίτευμα ἡμῶν λειτουργεῖ ἀπὸ χρόνων πολλῶν ἤδη. Ἠκούσαμεν σήμερον περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος παρατηρήσεις, ἀποδεικνυούσας, ὅτι εἰσέτι δὲν εἴμεθα πάντες ὥριμοι πρὸς τοιοῦτο Πολίτευμα· δὲν εἶναι εὐτυχῶς αἱ ἰδέαι αὗται αἱ ἐπικρατοῦσαι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἀλλὰ λυπηρὸν εἶναι νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τοιαῦται ἰδέαι καὶ νὰ δύνανται νὰ ἀκουσθῶσιν. Ἠκούσαμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ εἷς τῶν τροχῶν τοῦ Πολιτεύματος ἔπαυσε λειτουργῶν, διότι λειτουργεῖ κατὰ Σύνταγμα· κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ τροχὸς ἐκεῖνος πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ἀπὸ πολῶν ἤδη ἐτῶν καὶ, ἐπειδὴ ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθερίαν, στρεφόμεθα ἤδη κατὰ τοῦ τροχοῦ ἐκείνου καὶ τῷ λέγομεν «εἶσαι περιττός, εἶσαι περιττὸς, διότι ἐνόησες τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς σου, διότι εἶχες τὴν αὐταπάρνησιν νὰ πολιτευθῇς ἐντίμως, εὐόρκως, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα (χειροκροτήματα παρατεταμένα τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Ἐὰν ἡ Βασιλεία ὑψώθη, ὑψώθη ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐνόησεν ὅτι ἡ θέσις αὐτῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σήμερον κατέχει, ὑψώθη ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς δὲν ἔβλεπε πρὸς τὰ κάτω εἰς τὸ βουλευτήριον, ἀλλ’ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εἰς Ἐξουσίαν ἴσην πρὸς ἑαυτήν· ἀλλ, ἵνα ᾖ ἡ Βουλὴ ἴση πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἵνα δύναται νὰ ἐνασκῇ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ προσβλέψῃ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς ἐλλείψεις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο τὰ ἴδια αὑτῆς ἐλαττώματα νὰ συζητῇ καὶ νὰ θεραπεύῃ αὐτὰ, θὰ ἦτο ἀναξία ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς ἐν τῷ Πολιτεύματι. Τὰ νομοσχέδια δὲ τὰ ὑποβαλλόμενα τοῦτο ἀκριβῶς ζητοῦσι νὰ πληρώσωσι. Ἐξέτασον, λέγουσιν, ἐὰν πληροῖς καθ’ ὅλα τοὺς ὅρους, οὓς ἡ Πολιτεία ἀπὸ σοῦ ἀπεκδέχεται, ἐὰν δὲ δὲν τοὺς πληροῖς καθ’ ὅλα, προσπάθησον νὰ πληρώσῃς αὐτούς. Εἰς ταῦτα ἀπαντῶσιν οἱ ἀγορεύσαντες, «λέγοντες ὅτι ἔχομεν οἱ βουλευταὶ ἐλλείψεις, ὑβρίζετε τὴν Βουλήν». Ὑβρίζουσι τὴν Βουλὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν αὐτὴν ἀναξίαν νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς συμπληρώσεως ἑαυτῆς, ὑβρίζουσι τὴν Βουλὴν οἱ θεωροῦντες αὐτὴν ὡς ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν οὐσίαν, οἱ θεωροῦντες τὴν Βουλὴν ὡς ἔχουσαν μόνον δικαιώματα, οὐχὶ δὲ καὶ καθήκοντα πρὸς τὴν Πολιτείαν, καθήκοντα, ἅτινα ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε, ἵνα πείθηται ὅτι τὰ πραγματοποιεῖ, καὶ ἐὰν πείθεται ὅτι δὲν τὰ πραγματοποιεῖ, καθιστᾷ ἑαυτὴν διὰ τῶν ἀναγκαίων συμπληρώσεων ἱκανὴν πρὸς πραγματοποίησιν αὐτῶν. Τοιαύτην ἔχοντα ἔννοιαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ζητοῦσι τινὲς νὰ παραπέμψωμεν εἰς ἐπιτροπὴν, ζητοῦσι νὰ συνοδεύσωμεν δι’ ἐπεξηγηματικῶν ἐκθέσεων. Ἡ βάσανος τῆς ἐπιτροπῆς ἀνήκει εἰς νομοσχέδια ὑπηρεσίας, εἶναι ἀναγκαία εἰς νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον· αἱ ὑψηλαὶ ἰδέαι αἱ περιλαμβανόμεναι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τούτοις τί δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸν θέλοντα νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν ἐπεξηγηματικήν, τί δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν βάσανον ἐπιτροπῆς; Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ θεμελιωδῶν ἰδεῶν, περὶ ἰδεῶν, περὶ ὧν ἕκαστος ἔχει γνώμην ἐσχηματισμένην· ὥριμον εἶναι τὸ ζήτημα καὶ τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄλλου· λέγοντες ὅμως ὥριμον, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι πάντες εἶναι σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς βουλευτής, οὐδὲ εἷς πολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσκέφθη περὶ τοῦ ζητήματος, διότι δὲν εἶναι πολίτης, ὅστις δὲν ἐσκέφθη περὶ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας δὲν παρουσιάζεται ἤδη πρῶτον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Τὸ ζήτημα τῆς περιφερείας παρουσιάσθη παντοῦ ὅπου λειτουργεῖ φιλελεύθερον συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ζήτημα τῆς περιφερείας τῆς εὐρείας ἐπεκράτησεν ἐπ’ ἐσχάτων, ὑπάρχουσιν ὅμως εἰσέτι οἱ ἐναντιούμενοι, οὐδ’ ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ εὐρεῖα περιφέρεια εἶναι ἡ μᾶλλον ἁρμόζουσα πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ θεωρῶμεν, ὅτι οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες διατελοῦσιν ἐν τῇ πλάνῃ. Θὰ συζητήσωμεν πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐν ἐπιτροπαῖς, δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐν μυστικότητι. Αἱ λεπτομέρειαι τῶν διατάξεων τούτων εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντες εἴμεθα παρεσκευασμένοι· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἵνα μᾶς καθοδηγήσῃ, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς βασάνου ἐπιτροπῶν, ἵνα ῥίψῃ φῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος· ἔχομεν μόνον ἀνάγκην τῆς παραθέσεως τῶν γνωμῶν πρὸς ἀλλήλας, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξελισσομένης καὶ τὰς γνώμας τούτων καὶ τὰς γνώμας ἐκείνων, καὶ ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν ἀντιθέτων νὰ ἴδωμεν προκύπτον τὸ συμπέρασμα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ. Προετάθη τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, καὶ προετάθη παρὰ τῶν ἀποδειξάντων, δι’ οὗ τρόπου ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅτι δὲν ἐπίστευον εἰς αὐτήν· διότι, ἐνῷ λέγουσιν οὗτοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, λέγουσι συγχρόνως: στείλατε αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν, οὐχὶ ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς βελτιώσεώς του.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατόν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγων ὁ κ. βουλευτής, ἐὰν ἦναι δυνατόν, γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἦναι ἀντισυνταγματικόν. Τὸ Σύνταγμα εἶναι κτῆμα ἁπάντων ἡμῶν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἄλλους, εἰς βουλευτὴν ἢ εἰς ἐπιτροπήν, νὰ γίνωσι κηδεμόνες τῆς γνώμης ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρώτιστον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πάντα φέροντα νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ τῆς συνταγματικότητος αὐτοῦ. Ὑποβαλόντες τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὰ ὑπεβάλομεν, βεβαίως ἐξητάσαμεν ἐνδελεχῶς τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὅστις λέγει πρὸς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὰ νομοσχέδια, διότι ἄλλως θὰ ἐνόει τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτῶν, ἀπέδειξεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀνέγνωσε τὰ νομοσχέδια, διότι εἶναι δύσκολον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀνέγνωσεν αὐτὰ, καὶ ὅμως ἐπίστευσεν, ὅτι περιέχουσί τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν θεωρούντων τὸ Σύνταγμα ὥς τι ἀνεπίδεκτον συζητήσεως. Σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ παρασκευάσωμεν τὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς συζητήσεως. Ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν ἐν καιρῷ εἰς τροποποίησιν διατάξεων αὐτοῦ· πρέπει πρῶτον νὰ ὡριμάσωσιν αἱ ἰδέαι περὶ τῶν τροποποιητέων, δὲν δύνανται δὲ νὰ ὡριμάσωσιν αἱ ἰδέαι ἢ διὰ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς ἐπικρίσεως τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῷ Συντάγματι. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῶμεν, ὅτι τὰ τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἐξετάζωνται κατὰ βάθος, πρέπει μὲν νὰ μὴ πτοώμεθα, ὅπως ἐκφράζωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῶν κακῶς ἐχόντων, δὲν ἔχομεν ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα ἐν νομοσχεδίοις νὰ ἐκφράζωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ταύτας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας κ. Μεσηνέζης πολλάκις προέτεινε, ὅπως προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτε τελευταῖον τοιαύτην πρότασιν ὑπέβαλεν, ἔδωκα αὐτῷ ἀπάντησιν, ὅτι ἀνεγνώριζον τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεως καὶ ὅτι ἐθεώρουν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς. Βεβαίως ὑπάρχουσι πολλὰ ἐν τῷ Συντάγματι τὰ τρωτὰ, ἀλλὰ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πάντες ὀφείλομεν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ὅτι ἔχομεν τὸ σθένος, ἵνα προβῶμεν εἰς μεταῤῥυθμίσεις ῥιζικάς· ἐὰν αἱ ῥιζικαὶ μεταῤῥυθμίσεις μᾶς πτοῶσιν, ἐὰν ἐκείνας τῶν ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει διὰ νόμου νὰ γένωνται, δὲν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν, εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας προτείνει; Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐπάγεται κλονισμὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, διὰ τοῦτο δὲ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν ἢ ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ὅταν πρώτην φορὰν ὑποβαλλομένων ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὴν Βουλὴν, βλέπομεν αὐτὰς προσβαλλομένας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς προσωπικότητος, τοῦ κομματισμοῦ, βλέπομεν ῥήτορας ἀπὸ τοῦ βήματος ἰσχυριζομένους, ὅτι ὑβρίζομεν, λέγοντες, ὅτι ἡ ὑπόστασις ἡμῶν πρέπει νὰ μεταβληθῇ; Πρέπει νὰ ἀνυψώσητε τὸ Βουλευτήριον, πρέπει νὰ ἀνυψώσητε αὐτὸ, διότι ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα, κατέστη τόσῳ ὑψηλὴ, ὥστε, ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ὕψους, τὸ ὁποῖον τὸ Πολίτευμα ὑποθέτει, πρέπει ὅμως νὰ προσπαθήσωμεν νὰ φθάσωμεν πλησιέστερον αὐτοῦ. Τί δὲ πρὸς τοῦτο προτείνομεν; προτείνομεν τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὡς καθιστῶσαν τὸν βουλευτὴν μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, ὡς καθιστῶσαν τὴν ἐκλογὴν μᾶλλον συναφῆ πρὸς τὴν ἰδέαν παρὰ πρὸς τὸ πρόσωπον. Ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, στηριζομένῳ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἰδεῶν, στηριζομένῳ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, πρέπει αἱ ἐκλογαὶ νὰ κατοπτρίζωσι ταύτην τῶν ἰδεῶν τὴν κατάστασιν τοῦ βουλευτηρίου, δὲν πρέπει νὰ κατοπτρίζωσι τὴν κατάστασιν τὴν προσωπικὴν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ γίνεται ἡ ἐκλογή. Δὲν ἐκπροσωποῦσι τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους οἱ ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ ἀποκτήσαντες προσωπικὰς σχέσεις παρεχούσας εἰς αὐτοὺς τὸ μέσον, ἵνα διὰ τῆς πλειονότητος ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν τὸ Κοινοβούλιον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἰδέαν τῆς περιφερείας· πρόκειται, ὅταν καλῆται τὸ ἔθνος νὰ καταρτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν καλῆται ν’ ἀποστείλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ν’ ἀναδείξῃ οὐχὶ πρόσωπα, ἀλλ’ ἰδέας, νὰ ἐκλέξῃ οὐχὶ τοὺς ὑπηρετήσοντας τοπικὰ ἢ προσωπικὰ τῶν ἐκλογέων συμφέροντα, ἀλλὰ τοὺς ὑπηρετήσοντας ἰδέας πολιτικάς. Ταῦτα ἀνεγνωρίσθησαν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις· πλειονοψηφίαι μεγάλαι τῶν Κοινοβουλίων ἐκείνων ἐψήφισαν τοιαῦτα μέτρα, ἐψήφισαν δὲ τὰ μέτρα ταῦτα, ἐνῶ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ θεραπευθῇ ἐκεῖ διὰ τῶν μέτρων τούτων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἴσον πρὸς τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἐνταῦθα νὰ θεραπεύσωμεν, διότι ἐκεῖ ἡ εὐρεῖα περιφέρεια δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει παρ’ ἡμῖν. Ἡ στενὴ περιφέρεια ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ ἦτο ἴση πρὸς τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ψηφίσωμεν. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ στενὴ περιφέρεια ἦτο περιφέρεια 100,000 ψυχῶν, ἐνῶ παρ’ ἡμῖν ἡ εὐρεῖα περιφέρεια εἶναι τοιαύτη. Αὕτη ἡ περιφέρεια δὲν ἐθεωρήθη ἐν Γαλλίᾳ ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπροσώπησιν τῆς ἰδέας, ὑπάρχουσι δὲ παρ’ ἡμῖν οἱ θεωροῦντες ἀρκοῦσαν, περιφέρειαν κατὰ πολὺ ἐκείνης μικροτέραν, καὶ θεωροῦντες ὕβριν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ λέγηται, ὅτι ἡ τοιαύτη περιφέρεια ἐπάγεται κακὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεραπευθῶσιν. Ἡ εὐρύτης τῆς περιφερείας εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ λόγους ἔτι τῆς διοικήσεως. Ἐνόσῳ ἡ εὐρεῖα περιφέρεια παρ’ ἡμῖν δὲν συνδέεται πρὸς τὴν πολιτικὴν, δὲν ἔχει ὕπαρξιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἔχομεν Νομὸν, διότι ἔχομεν Νομάρχην καὶ οὐδὲν πλέον· ὁ Νομὸς οὐδεμίαν ἔχει ὕπαρξιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν ἔχει ὕπαρξιν ὡς τοπικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν, ἐνόσῳ δὲν τῷ δοθῇ αὕτη διὰ τῆς πολιτικῆς ἑνότητος. Μόνον ὅταν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἀπαρτίζουσαι τὸν Νομὸν, αἰσθανθῶσι τὴν ἀλληλεγγύην διὰ τῆς κοινῆς ἐνεργείας πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Κονοβουλίου, μόνον τότε θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ὁ Νομὸς, μόνον δὲ, ὅταν θὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ὁ Νομὸς, μόνον τότε θέλομεν ἔχει ἀποκέντρωσιν. Ὡμίλησε βουλευτής τις πρὸ ὀλίγου περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ὡσανεὶ ἦτο τοῦτο ζήτημα δυνάμενον νὰ λυθῇ ἐκ τῶν προσωπικῶν διαθέσεων τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶπεν, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἔχει τάσεις συγκεντρωτικὰς καὶ διὰ τοῦτο ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει συγκέντρωσις. Ὑπάρχει συγκέντρωσις, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα παρασκευασθῇ ἡ ἀποκέντρωσις. Τὸ πρῶτον δὲ βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν ἔσται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅταν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ Νομὸς λάβῃ ὕπαρξιν, τότε θὰ ἔχητε τοπικὴν διαίρεσιν ἱκανὴν νὰ ἐκτελῇ τὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως, τότε θὰ ἔχητε στοιχεῖα ἱκανὰ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν ὅσῳ ἔχητε τὴν αὐτοδιοίκησιν ἐν μόνῳ τῷ Δήμῳ, μὴ περιμένετε ἀποκέντρωσιν. Ἀφοῦ ὁ δῆμος δὲν ἔχει τὴν ὑπόστασιν τὴν ἀναγκαίαν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ὑπουργὸν, καταστήσατε τοπικὴν διαίρεσιν δυναμένην ν’ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὸν, δώσατε ὄγκον εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν, δώσατε ὕπαρξιν πολιτικὴν εἰς τὸν Νομὸν, καὶ τότε δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀποκεντρώσεως. Βάσις τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ, εἶνε ἡ ἀποκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει· ἄνευ δ’ αὐτῆς μὴ περιμένετε, ὅτι οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ θέλουσί ποτε λειτουργήσει ἀπροσκόπτως. Συνάμα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προτείνομεν καὶ ἄλλο περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, συναφὲς πρὸς τὸ πρῶτον. Ὁ σκοπὸς καὶ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ὅσον τὸ δυνατὸν ν’ ἀποχωρισθῇ ὁ Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ ἐκλογέως, νὰ ἦναι ἀπ’ αὐτοῦ προσωπικῶς ἀνεξάρτητος, νὰ συνδέηται δὲ μετ’ αὐτοῦ μόνον διὰ τῶν κοινῶν ἰδεῶν· ὅσον πλειότεροι βουλευταὶ, τόσῳ μεγαλείτερος ὁ σύνδεσμος· ὅσον ἡ ἀναλογία τῶν ἐκλογέων πρὸς τὸν ἐκλεγόμενον εἶναι μεγαλειτέρα, τόσον χαλαροῦται ἡ προσωπικὴ ἐξάρτησις τοῦ ἐκλεγομένου ἀπὸ τοῦ ἐκλέγοντος. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ἐχωρίσατε τὰ δύω νομοσχέδια, καὶ τὰ ἐχωρίσατε ἐκ κακῆς πίστεως. Συζητῶν αὐτὸς ἐκ κακῆς πίστεως, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπιτρέπεται νὰ βλέπῃ κακὴν πίστιν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, περὶ ὧν συνεζήτει. Ἐχωρίσαμεν τὰ νομοσχέδια, ἵνα δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου εἰς τὴν Βουλὴν· ἐδώσαμεν δὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου καὶ χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῶν νομοσχεδίων καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν συνεδέομεν τὰ δύω νομοσχέδια, θὰ εἴχομεν κατ’ ἀμφοτέρων πάντας, ὅσοι ἦσαν διατεθειμένοι μόνον κατὰ τοῦ ἑτέρου ἢ τοῦ ἄλλου· χωρίζοντες τὰ νομοσχέδια, θὰ ἔχωμεν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου νομοσχεδίου ἐναντίους μόνους τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς ἓν ἕκαστον νομοσχέδιον διακεκριμένως. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπιζητεῖ μόνον τὴν καταψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ λύπης εἶδε τὸν χωρισμὸν τοῦτον, τὸν ἐπιτρέποντα τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, παρ’ ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ συνείδησις ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς τοιαύτην ψῆφον. Ἐὰν ἠρχόμεθα εἰς τὴν Βουλήν, ἀπειλοῦντες, ὡς ὑπηνίξατο ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὴν διάλυσιν, ἔπρεπε νὰ συνδέσωμεν τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Βουλήν, ἢ ψηφίζεις ἀμφότερα, ἢ θὰ ἐπέλθῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδειξε, δι’ ὧν εἶπε, ὅτι ὑποθέτει ἐπηρεάζον τὴν Βουλήν. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἀπειλοῦντας τὴν διάλυσιν, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὑπεβάλομεν τὰ νομοσχέδια, χωρίζοντες αὐτὰ, ὅτι οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τοιαῦτα μέσα, τὰ ὁποῖα ἠξεύρομεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ὁ κ. βουλευτὴς ἀπέδειξεν ὁποίαν γνώμην ἔχει αὐτὸς περὶ διαλύσεως, παραστήσας ὅτι τὴν Βουλὴν δὲν πτοεῖ διάλυσις, εὐθὺς δὲ κατόπιν εἰπὼν πρὸς τοὺς βουλευτὰς, πρὸς οὓς ἀπηυθύνετο, «προσέξατε καλῶς, ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, οὐδὲ στιγμὴν δύνασθε νὰ μείνητε ἐνταῦθα.» Τοιαῦτα νομοσχέδια, νομοσχέδια μεταβάλλοντα διατάξεις ῥιζικὰς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐψηφίσθησαν καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις· καὶ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μυστικῆς ψήφου, θεμελιωδέστατον νομοσχέδιον, καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπέζησε μετὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐνῶ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς μυστικῆς ψήφου εἶπεν, ὅτι ἡ φανερὰ ψῆφος δὲν εἶναι ἐλευθέρα, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡμεῖς οἱ ἐκλεχθέντες διὰ τῆς φανερᾶς ψήφου δὲν ἀντιπροσωπεύομεν τὴν ἐλευθέραν ψῆφον τοῦ ἔθνους, καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, τοῦ τοιαύτην ἔχοντος ἔννοιαν, ἐβίωσεν ἐπὶ συνόδους ἱκανὰς, διότι δὲν ἐξετάζονται οὕτω τὰ τοιαῦτα ζητήματα· ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἡ μαθηματικὴ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, καὶ εὐθὺς ὡς μετεβλήθησαν ὅροι τινὲς ἀριθμητικοὶ ἐν τῷ προβλήματι, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρῆται ὡς μὴ παρέχουσα πλέον τὴν λύσιν τοῦ μαθηματικοῦ προβλήματος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος εὐθὺς ὡς, ἐξελέχθη συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν κείμενον, καθ’ ὃν χρόνον ἐξελέχθη, καὶ ἐξακολουθεῖ ἀντιπροσωπεύουσα τὸ ἔθνος, κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον ἐκλεχθεῖσα, ἕως οὗ λήξῃ κατὰ Σύνταγμα ἡ Περίοδος αὐτῆς, ἀδιάφορον ποῖαι μεταβολαὶ ἐπῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς νόμῳ. Οὐδεμίαν ἄρα σχέσιν ἔχουσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρὸς ζητήματα διαρκείας ἢ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ καταβαίνων πάντοτε εἰς τὰ μικρὰ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι περιελάβομεν τὴν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν αἱ ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ θὰ ἐνεργῶνται κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἵνα ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς φοβουμένους δῆθεν βουλευτὰς ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα γίνωσιν ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαί. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιελαμβάνομεν τοιαύτην διάταξιν, τί θὰ συνέβαινεν ἐπὶ ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, θὰ εἴχομεν ἐκλογὴν κατὰ τὸν νέον νόμον, καὶ θὰ εἴχομεν Βουλὴν κατηρτισμένην διὰ τῆς στενῆς περιφερείας καὶ τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ, συμπληρουμένην διὰ βουλευτῶν ἐκ τῆς εὐρυτέρας περιφερείας ἢ μὴ ἀναπληροῦσαν τὸ κενὸν, ἐὰν τοῦτο ἀνήγετο εἰς περιφέρειαν, ἧς ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν περιωρίσθη. Παράλειψις τῆς διατάξεως ταύτης δὲν ἐπετρέπετο ἐν κατηρτισμένῳ νομοσχεδίῳ, καὶ ὅμως τὴν διάταξιν ταύτην παρέστησεν εἰς ὑμᾶς ὁ κ. βουλευτὴς ὡς ὑπαγορευθεῖσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν ταπεινοτέρων ἰδεῶν, ταπεινοτέρων ὡς πρὸς αὐτήν, ταπεινοτέρων ὡς πρὸς ὑμᾶς. Ὡς ἀντισυνταγματικὸν ἐπίσης παρεστάθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς λαμβάνοντας 5½ μηνῶν ἄδειαν ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς τιθεμένους ἐν διαθεσιμότητι, μὴ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ οἰκείου νόμου. Τὸ Σύνταγμα ἐκανόνισε τὰ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς ἐκλογὰς, εἶπεν ὑπὸ ποίους ὅρους δύναται ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὑπὸ ποίους ὅρους ἐκλεγόμενος δύναται νὰ παραστῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Μετεβάλομεν ἡμεῖς τι ἐν τοῖς ὅροις τούτοις; Ἀλλ’ εἰπέ που τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ θὰ κανονίζηται ἐσαεὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐκανονίζετο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν ἡ ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι τοῦ νομοσχεδίου ἐπίκρισις ἦτο βάσιμος, δὲν θὰ εἴχομεν Σύνταγμα μόνον τὰ ἄρθρα τὰ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένα, ἀλλὰ θὰ εἴχομεν Σύνταγμα καὶ πάντας τοὺς νόμους τοὺς συναφεῖς πρὸς αὐτὸ, πάντας τοὺς νόμους, ὧν γίνεται μνεία ἐν τῷ Συντάγματι. Τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ζητήσῃ 5½ μηνῶν ἄδειαν, οὐδαμοῦ ὅμως τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν, ὅτι ὁ λαμβάνων τὴν ἄδειαν θὰ λογίζῃ τὸν ἐν ἀδείᾳ χρόνον, ὡς χρόνον καθ’ ὃν ἠσκεῖτο ἐν τῷ στρατῷ καὶ προσμετροῦντα εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Οὐδαμοῦ εἶπε τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ διαθεσιμότης, καθ’ ἣν ὁ ἀξιωματικὸς βουλευτὴς δὲν ἐργάζεται ἐν τῷ στρατῷ, θὰ παρέχῃ εἰς αὐτὸν δικαίωμα ἀρχαιότητος ἐπὶ πλέον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε καθ’ ὃν χρόνον ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα νομοθετικοῦ κανονισμοῦ. Τὸ Σύνταγμα οὐδαμοῦ εἶπεν, ὅτι ἠθέλησεν ὡς πρὸς ταῦτα νὰ περιορίσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Ἐὰν ἤθελε τοῦτο νὰ εἴπῃ, θὰ τὸ ἀνέγραφε ἐν τῷ Συντάγματι. Δὲν ἔχομεν Σύνταγμα ὀλιγόλογον. Εἶναι ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ὅτι κατῆλθεν εἰς τὰς ἐσχάτας λεπτομερείας· ἂν ἄρα παρέλειψε τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, τὴν παρέλειψε, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, τὴν κανονιζομένην ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Νομοῦ, εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι, ἐπειδὴ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὀνομάζει ἐπαρχίαν τὸ Σύνταγμα, ἐννοεῖ ἀμετάβλητον τὴν διοικητικὴν ἐπαρχίαν, ὁποία τότε ὑπῆρχεν, ἐννοεῖ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἄλλοτε ἐπικρατῆσαν σύστημα, καθ’ ὃ οὔτε νομὸς ὑπῆρχεν, οὔτε ἐπαρχία, ἀλλὰ διοίκησις. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν πάλιν τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων, θὰ ἔλεγεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει Ἐπαρχίας. Ἡ Ἐπαρχία, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ Ἐπαρχία ἡ ἐκλογικὴ, ὅπως Ἐπαρχία τοῦ ἀρχιερέως εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία. Τὰ τῆς ἐπαρχίας δ’ ἐκείνης κανονίζει ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς, διότι εἰς αὐτὸν παρέπεμψε τὸ Σύνταγμα τὰ περὶ τῶν ἐκλογῶν. Ἐπὶ δὲ τοῦ θέματος τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Βουλευτήριον, ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐξήτασε μόνον τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ἀλλὰ παρέστησεν, ὅτι ὁ χωρισμὸς οὗτος τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς θὰ ἦναι ὀλέθριος πρὸς τὴν πολιτικὴν, ὀλέθριος πρὸς τὸν στρατόν. Τουλάχιστον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐμαρτύρησεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι μεμελετημένος, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην βασάνου ἐπιτροπῶν· ἰδοὺ ἔχει κατηρτισμένην γνώμην, τὴν ὁποίαν πᾶς ὁ ἀκούων ἤθελε θεωρήσει ὡς ἀποῤῥέουσαν ἐξ ἐλλείψεως μελέτης, ἐξ ἐλλείψεως συνειδήσεως πλήρους τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ στρατός. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἔχει ἐπὶ τούτου γνώμην ὁ κ. βουλευτής, αὕτη δὲ εἶναι ἡ γνώμη του καὶ ὡς τοιαύτη σεβαστή. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα ἐκλογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει αὐτήν, διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεπε πλείονα, ἠθέλομεν προβῆ καὶ παραιτέρω, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν προέκειτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κατερχομένους εἰς τὰς ἐκλογὰς νομοσχέδιον, ἠθέλομεν πάντως ὑποβάλει, καὶ ἠθέλομεν τὸ ὑποβάλει ἐκ λόγων στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν. Ἐῤῥήθη πολλάκις, ὅτι ἄτοπον εἶναι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ νὰ παρίσταται κατώτερος ἀξιωματικὸς, συζητῶν πρὸς ἀνώτερόν του στρατιωτικὸν ἄλλον βουλευτὴν ἢ πρὸς τὸν ὑπουργὸν ἀπὸ ἴσου· ἐῤῥήθησαν καὶ ἄλλα τινὰ περὶ πλημμελειῶν τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ ταῦτα θεωρῶ δευτέρου λόγου καὶ οὐχὶ ἱκανῶς σπουδαῖα, ἵνα ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτῶν, προκειμένου περὶ ῥιζικοῦ μέτρου. Τὸ κακὸν τοῦ συστήματος, ὅπως σήμερον ἐφαρμόζεται, οὐχὶ ὅπως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγράφεται, εἶναι ὅτι κατέρχονται εἰς τὰς ἐκλογὰς οὐ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἀλλὰ πολὺ μεγαλείτερος ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἔχει ἐλπίδα ἵνα ἐπιτύχῃ, ὅτι ἐργάζονται ἐν τῷ στρατῷ πρὸς σκοποὺς ἐκλογικοὺς— ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θεωρεῖ ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἐπιτυχοῦς ἐνεργείας ἐν τῷ στρατῷ, τὸν συνδυασμὸν τοῦτον τῆς ψηφοθηρίας πρὸς τὰς ἀσκήσεις τὰς στρατιωτικὰς — ὅτι ἐργάζονται, λέγω, ἐν τῷ στρατῷ πρὸς ψηφοθηρίαν πλεῖστοι ἀξιωματικοί, οἵτινες δὲν φθάνουσι μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀποκτήσωσι πιθανότητα ἐπιτυχίας ἐκλογικῆς. Ἔχομεν ἀριθμὸν μέγιστον ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐν τῷ στρατῷ κύριον μέλημα αὑτῶν θεωροῦσι τὸν προσπορισμὸν ἐκλογικῶν κεφαλαίων. Ἐν ὅσῳ δὲ ἐν τῷ στρατῷ ἔχετε ἀξιωματικοὺς ἐργαζομένους πρὸς τοῦτο καὶ οὐχὶ πρὸς στρατιωτικὴν μόρφωσιν, μὴ περιμένετε, ὅτι αἱ θυσίαι τοῦ ἔθνους καὶ αἱ μεγάλαι δαπάναι τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ καρποφορήσωσιν. Ἡ τοιαύτη τῶν ἀξιωματικῶν ἐνέργεια οὐδόλως σχετίζεται πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ· οὗτοι ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἀποδεικνύει τοῦτο ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν· οὗτοι δὲν βλάπτουσι τὸν στρατὸν ἢ ὀλιγώτερον βλάπτουσιν αὐτὸν, ὅταν ἐν τῷ στρατῷ ἐργάζωνται. Ἐκεῖνοι, οἵτινες σπουδαίως βλάπτουσι τὸν στρατὸν, εἶναι οἱ ἔχοντες ἐπιθυμίας, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσιν. Οὗτοι ἐργαζόμενοι πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐπιθυμιῶν τούτων ἀνατρέπουσι πάντα τὰ ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, πανταχόθεν πέμπονται καταγγελίαι περὶ ἀδειῶν καὶ χαρίτων πρὸς ἐκλογικοὺς σκοποὺς, οὐχὶ κατὰ τῶν βουλευτῶν, ὡς πιεζόντων τὰς στρατιωτικὰς Ἀρχὰς, ἀλλὰ κατ’ αὐτῶν τούτων τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, ἐργαζομένων πρὸς ἀπόκτησιν ἐκλογικῶν κεφαλαίων. (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Θὰ παύσῃ βεβαίως τὸ κακὸν τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ψηφιζομένου. Ἀλλ’ ὅταν παύσῃ, λέγει ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, θὰ ἔχητε στρατὸν πραιτωριανῶν καὶ λάβετε τὰ μέτρα σας. Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, ὁ στρατὸς εἶναι στρατὸς ἐθνικός. Ὑπὲρ οὐδενὸς κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ποιεῖται τὸ ἔθνος τοσοῦτον προθύμως θυσίας, ὅσον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ στρατὸς δὲν ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ κλάσιν, εἶναι αὐτὸ τὸ ἔθνος, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ψηφοθηρῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκθέτωσι κάλπην, ἵνα συνδέσητε τὸν στρατὸν μετὰ τοῦ ἔθνους. Τὸν στρατὸν συνδέουσι μετὰ τοῦ ἔθνους αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ ἡμῶν τῆς πανδήμου στρατολογίας, αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐάν ποτε ἐκπληρωθῇ ἡ ἐθνικὴ ἰδέα, θὰ ἐκπληρωθῇ διὰ τοῦ στρατοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχει καὶ τὸ ἔθνος περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ στρατὸς περὶ ἑαυτοῦ. Ἐνόσῳ δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη περὶ στρατοῦ καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ἔθνει, μὴ φοβῆσθε, ὅτι ὁ ἐθνικὸς στρατὸς θὰ ἦναι στρατὸς πραιτωριανῶν. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, τοιοῦτον ἔχουσι γενικὸν χαρακτῆρα. Ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Βουλὴν μᾶλλον ἱκανὴν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς· ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν στρατὸν μᾶλλον ἱκανὸν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ. Τὰ δύω ταῦτα εἶνε ἀλληλένδετα, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀλληλένδετα θὰ θεωρήσῃ πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ μεθ’ ὅσα ἂν ἐῤῥήθησαν ἢ ῥηθῶσι, θὰ ψηφίσῃ αὐτὰ πανηγυρικῶς· (εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§53ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 20 Μ. Μ.