1886.03.28
1.818 στίχοι · 14.463 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 28 Μαρτίου 1886.
(Παρασκευή)
(Ὥρα 4 μ. μ.)
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κύριος Ῥηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς αὐτόν.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅλα τὰ διαδοθέντα περὶ τῆς θέσεως «Κούτρας» ἐν τῇ μεθορίῳ ἡμῶν γραμμῇ, ὅτι οἱ γείτονες ἡμῶν κατέσχον σημεῖα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὑπῆρξαν καὶ εἶνε ἀνακριβῆ. Οἱ σταθμοὶ εἶνε ἀντιμέτωποι ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον, μένουν δὲ εἰς τὰς θέσεις των ὅπως πρὸ καιροῦ ὑπῆρχον.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τρία νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων· ἓν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχμῶν 5,000, ἓν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ ἓν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν πιστώσεων ἵνα τυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν.
§6ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προσεκαλέσαμεν τὰ μέλη τῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐν συνεδριάσει, ἀλλὰ δὲν ἦλθον· δι’ αὐτὸ συνετάξαμεν τὰς ἐκθέσεις τῶν πινάκων καὶ ὅστις θέλει νὰ ὑπογράψῃ, ἂς ὑπογράψῃ· ἄλλως, ἂς συνέλθουν αὔριον. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν καθαρισμὸν τοῦ Βασιλοποτάμου εἰς τὸν δῆμον Τρινάσου· ὁ δῆμος ἐκεῖνος εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν, διότι ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ Εὐρώτα κατεστράφησαν ὅλοι οἱ πρώϊμοι δημητριακοὶ καρποί, ἡ δὲ πλημμύρα τοῦ Βασιλοποτάμου δὲν ἀφίνει νὰ σπείρωσιν ὀψίμους καρπούς, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς κακοκαιρίας εἴτε ἕνεκα ἄλλων αἰτιῶν, ὁ μηχανικὸς δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐργασθῇ μέχρι τοῦδε, ἔμαθον δὲ ὅτι ἐσχάτως μετέβη πρὸς μελέτην τοῦ ἔργου· ἐπειδὴ δὲ ἂν ἐντὸς τοῦ Μαΐου δὲν τελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, θὰ μείνουν ἄσπαρτα τὰ χωράφια τῶν χωρικῶν καὶ ἑπομένως ἡ καταστροφὴ θὰ εἶνε σημαντική, δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ὥστε ὁ μηχανικὸς νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάγραμμα ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν καιρῷ χειμῶνος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη· ἤδη ὅτε εἶνε ἡ ἐποχὴ κατάλληλος, θὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ὥστε νὰ φθάσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς πέρας καὶ πρὸ τοῦ Μαΐου ἀκόμη.
§8Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀντικειμένου, ἔχοντος πολλὴν σχέσιν καὶ μεγίστην πρὸς τὴν σοβαρὰν συζήτησιν, ἥτις ἀπὸ ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον. Ἔκ τινων δημοσιευμάτων, ἀναγνωσθέντων προσφάτως εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης, προκύπτει, ὅτι ἔφεδροι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ τυγχάνουσι μακρὰν τῶν τάξεων αὐτοῦ ἐν γνώσει καὶ τῇ ἀνοχῇ τῆς Κυβερνήσεως· οὐ μόνον δὲ οὐδεμία τοῦ πράγματος ἐγένετο μέχρι τοῦδε διάψευσις, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ νέα δημοσιεύματα ἐγένοντο καὶ νέαι αὐθεντικαὶ δηλώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἄνδρες ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν διατελοῦσι μακρὰν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους τῇ ἐπισήμῳ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ σεβαστός μοι καθηγητὴς καὶ ἀρχαῖος διδάσκαλος τοῦ Δικαίου ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ κ. Σαρίπολος, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως σέβομαι καὶ τιμῶ, δὲν εἶναι τόσον ἀξιοκατάκριτος, ὅτε ἐν τῇ ἰδίᾳ διατριβῇ του ἐδικαιολόγει διὰ συλλογισμῶν καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀδιαφιλονεικήτου φιλοστοργίας τὴν ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπουσίαν τοῦ μονογενοῦς αὑτοῦ υἱοῦ, ἂν καὶ ἥκιστα ἱκανοποιοῦσι καὶ θεραπεύουσι τὸν ἀκραιφνῆ πατριωτισμόν του αἱ ἐξαιρετικαὶ οἰκογενειακαὶ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ, καὶ τὸ κρίσιμον στάδιον τῶν μελετῶν, ὅπερ διανύει ἐν ταῖς σπουδαῖς αὑτοῦ ὁ ἔφεδρος υἱός του. Εἶναι ὅμως ἀξιοκατάκριτος καὶ ἀσύγγνωστος ἡ Κυβέρνησις, ἂν τῷ ὄντι ὁ ἔφεδρος οὗτος διατελῇ προσκεκολλημένος ὡς ἀκόλουθος παρὰ τῇ ἡμετέρᾳ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ. Τοῦτο, κύριοι, ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι μάτην ἐνταῦθα κόπτονται καὶ κατακόπτονται ὑπὲρ τῶν πολεμικῶν ἰδεῶν καὶ τῆς προσεχοῦς δράσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἥ τε Κυβέρνησις καὶ οἱ ἄλλοι πολιτευταὶ καὶ ῥήτορες, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος βουλευτοῦ καὶ φίλου μου κυρίου Τράκα, ὅστις διὰ τῆς κλάρας καὶ τῆς συμπράξεως τοῦ ὁμοθρήσκου Βουλγαρικοῦ στοιχείου ἐλπίζει νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Αὐτὸ τοῦτο, κύριοι, λέγεται καὶ περὶ ἄλλου προσώπου, διατελοῦντος ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐσχάτως προαχθέντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ.
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑποβιβασθέντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ.
§10ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Μὴ προτρέχετε· ἴσως σᾶς ἐνδιαφέρει καὶ σᾶς, ἀλλὰ ἐρχόμεθα τώρα. Λέγεται τὸ αὐτὸ ὡσαύτως καὶ περὶ τρίτου προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀρτίως ἀπεδήμησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ· ἂν προεβιβάσθη ἢ ὑπεβιβάσθη ἢ ἐν τῇ αὐτῇ θέσει διατελῇ, ἀδιαφορῶ. Ἂν ταῦτα ἀληθεύωσι, κύριοι ....
§11ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος;
§12ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ εἷς εἶναι νέος τις Ῥαφαὴλ, ἐσχάτως τοποθετηθεὶς ὡς ὑποπρόξενος γραμματεὺς ἐν Ἀδριανουπόλει· ὁ τρίτος εἶναι ὁ κ. Λεβίδης, ἀδελφὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν. Ἂν, κύριοι, ταῦτα πάντα ἀληθεύωσι, μοὶ ὑπομιμνήσκουσι παλαιοτέραν τινὰ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνδρες ὑπὸ τὰς σημαίας ὑπηρετοῦντες προσεκολλῶντο διὰ διαταγῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκεῖθεν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τούτου διευθυνομένου καὶ τότε ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διευθύνεται καὶ σήμερον, ἐδίδοντο φύλλα πορείας διὰ τὰς Ἐπαρχίας των καὶ μάλιστα διὰ τοὺς Μολάους, ἔνθα μακαρίως διήνυον τὰς ἡμέρας τῆς στρατιωτικῆς των ὑπηρεσίας. Ἐὰν πάντα ἀληθεύωσι, πιστοποιεῖται ἔτι μίαν φορὰν περισσότερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν σπουδάζει ἐν ταῖς πολεμικαῖς αὑτῆς προπαρασκευαῖς καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀσπλάγχνως ἡ ἐξάντλησις καὶ ἡ δήωσις τῆς Χώρας ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Οὔτε δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς οὔτε θὰ ἐνισχυθῇ ποτε, οὔτε θὰ ὑστερήσῃ διὰ τῆς παρουσίας ἢ τῆς ἀπουσίας τριῶν ἀνδρῶν· κατὰ τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης διαμαρτύρονται αἱ γοεραὶ φωναὶ τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, διαμαρτύρονται τὰ πεινῶντα καὶ γυμνητεύοντα τέκνα πολλῶν ἐφέδρων, ὑπηρετούντων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐφεδρείας ὑπὸ τὰς σημαίας, διαμαρτύρεται ἡ δημοσία συνείδησις, ἥτις δὲν δύναται πλέον ἢ νὰ θεωρῇ φενάκην πάντα τὰ γενόμενα, καὶ δὲν δύναται ἢ ἐπὶ τέλους νὰ μείνῃ βεβαρημένη ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἐσχάτως γενομένους προβιβασμοὺς καὶ αὐτοπροβιβασμούς, τοὺς ὁποίους τόσον φιλοτίμως διεπράξατο ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ συνάδελφος ἔχει δίκαιον ν’ ἀγανακτῇ καὶ νὰ ἐκδηλώνῃ τοσαύτην, ἣν ἐξεδήλωσεν ἀπελπισίαν ἐκ τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερε. Νομίζει ὁ συνάδελφος ὅτι ἡ ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ διαμονὴ τῶν εἰς στράτευσιν ὑποχρέων ἀπαλλάσσει αὐτοὺς τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὑπολαμβάνει ὅτι οἱ διοριζόμενοι εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν λαμβάνουσιν ἀπολυτήριον ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχουσιν ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ποῖος εἶπεν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι εἴτε ὁ κ. Λεβίδης, εἴτε ὁ κ. Ῥαφαὴλ, εἴτε πᾶς ἄλλος οἱοσδήποτε δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι ἂν δὲν προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι τάσσουσι, δὲν θέλουσι τιμωρηθῆ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῶν τούτων τῶν νόμων; Ὁ κ. Λεβίδης διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ προξενικῇ καὶ διετέλει ἔχων βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτάχθη μετατεθεὶς εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐν Κωνσταντινοπόλει πρεσβείας. Ὁ κ. Ῥαφαὴλ διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ δὲ κ. Σαρίπολος, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσε, διωρίσθη κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς προξενικὴν ὑπηρεσίαν· ἐπειδὴ δὲ αὕτη δὲν παρεῖχεν οὐδεμίαν ἀσχολίαν, ἐκλήθη ἵνα βοηθῇ τὴν Πρεσβείαν τῶν Παρισίων, ἥτις ἔχει τοσαύτας ἀσχολίας, ὥστε ὄχι μόνον ἡ παρουσία τοῦ νεαροῦ Σαριπόλου δὲν ἐπαρκεῖ, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποστείλωμεν καὶ τὸν κ. Ζαλακώσταν, καὶ ὁ τῆς Πρεσβείας ἐκείνης προϊστάμενος ἐξακολουθεῖ ζητῶν καὶ ἄλλην ἔτι ἐπικουρίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω ν’ ἀποστείλω πρὸς αὐτόν. Καὶ εὐλόγως ζητεῖ βοηθοὺς ἡ Πρεσβεία ἐκείνη, διότι διαχειρίζεται λογαριασμὸν ὀκτὼ ἕως δέκα ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν παραγγελιῶν τῶν στρατιωτικῶν, αἵτινες δι’ αὐτῆς ἐγένοντο. Δι’ ἓν μόνον εὐθύνομαι καὶ τὴν εὐθύνην μου δὲν διστάζω νὰ μὴν ἀποκρύψω, ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ἄδειαν εἰς τρεῖς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους οὐδεμία μὲ συνδέει σχέσις, διότι ἄνευ τῆς παρουσίας αὐτῶν ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ ἔχῃ καὶ τοὺς ἀντιγράφοντας τὰ ἔγγραφα, ἐνόμισα δὲ ὅτι κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις ἡ διπλωματικὴ καὶ ἡ ἄλλη πολιτικὴ ὑπηρεσία, ἥτις διεξάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρῆται τοσοῦτον ἐπουσιώδης, ὥστε νὰ κλείσουν τὰ γραφεῖα τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου. Εἰσὶ δὲ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι οἱ κ. κ. Παπαδάκης, Χρηστίδης καὶ Ῥαφαὴλ, μετ’ ὀλίγον δ’ ἴσως καὶ ὁ κ. Ῥωμάνος, οὗτοι δὲ μετ’ ἐμοῦ δὲν συνδέονται διά τινος δεσμοῦ, εἶναι ὅμως χρήσιμοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀντικαταστήσω διορίζων ἄλλους ἀντ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουσι νέοι ἄνθρωποι ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν, αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐκπληρώσωσι, θέλουσι τιμωρηθῆ. Ἄν ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθηκα, ἀποδεικνύωσι κενοὺς λόγους τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν, καὶ πείθουσιν ὅτι μάτην ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν λαὸν ὑποχρεώσεις, καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττουσι παρὰ δήωσιν καὶ λεηλασίαν τῆς Χώρας, ἡ Χώρα κρίνει καὶ ἡ Χώρα θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βουλευτὴν Γυθείου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§14ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀνέγνωσα εἰς τὰς Ἐφημερίδας ὅτι δι’ Ὑπουργικῆς διαταγῆς οἱ δικασταὶ λαμβάνουσιν ἀόριστον ἄδειαν· νομίζω δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ δικηγόροι οἱ ἐκτελοῦντες τὰ χρέη των.
§15ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα σταματήσῃ πλέον καὶ τὸ ῥεῦμα ἐκεῖνο τῶν συζητήσεων, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν ἐξακολουθεῖ ἀενάως, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἔφθασεν εἰς τοσοῦτο σημεῖον προχωρήσεως, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ οἱ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἄλλων πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων· δὲν ἔχουν ἀνάγκην οὔτε κατασκόπων, οὔτε προδοτῶν, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ζητήσουν οὔτε στατιστικὰς πληροφορίας εἴτε περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, εἴτε περὶ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς, εἴτε περὶ τῶν ψοχολογικῶν διαθέσεων ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἀντὶ ἁδρᾶς δαπάνης ἠδύνατο ἡ Τουρκία νὰ ζητῇ ἁπάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἡμεῖς ἐνταῦθα συζητοῦμεν, καὶ τὰς ὁποίας ὁ Τύπος ἀκατασχέτως εἰς τὰς στήλας αὑτοῦ καταχωρεῖ. Εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἐγίνοντο αἱ συζητήσεις δημοσίᾳ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἡ δημοσιογραφία, ὁ τηλέγραφος καὶ ἡ συγκοινωνία εὔκολος, καὶ ἂν ἀπαντῶμεν εἰς τὸν Θουκυδίδην, ὅτι ὁ Νικίας ἀπέτρεπε, δημοσίᾳ ἀγορεύων, τοὺς Ἀθηναίους νὰ ἀπέχωσι τῆς εἰς Σικελίαν ἐκστρατείας δι’ ἀνεπάρκειαν δυνάμεων, ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῶν Συρακουσίων· διότι ἕως οὗ μάθουν οἱ Συρακούσιοι τοῦτο, ἡ ἐκστρατεία ἤθελεν ἀποβῆ εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Σικελίας. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ ἠδύναντο οἱ Σικελοὶ νὰ μάθουν τὰ γεγονότα; ἢ δι’ ἀποστολῆς προδότου, ἢ δι’ ἀνευρέσεως κατασκόπου. Πλὴν τὸ ἐγχείρημα ἦν κινδυνῶδες, διότι ὁ κατάσκοπος ἀνεκαλύπτετο εὐκόλως καὶ ἤγετο εἰς θάνατον, καὶ εἴδομεν εἰς τὴν ἱστορίαν πολλοὺς τοιούτους φονευθέντας· εὐχερέστερον χρῆμα ἦτον ὁ προδότης. Ὁ προδότης εἶνε αὐτοχθονικὸν προϊόν, καὶ γνωρίζετε πόσοι τοιοῦτοι ἐλυμαίνοντο τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ Φιλίππου ἰδίως. Οἱ προδόται ἦσαν καὶ ἐκ τῶν πολιτευομένων ῥητόρων, ὡς λόγου χάριν πρὸ τῆς ἐν Χαιρωνείᾳ μάχης ὑπῆρχεν ἐν Ἀθήναις ὁ Αἰσχίνης μετὰ τῶν φίλων του καὶ οὗτοι ἦσαν γνωστοί· οὗτοι εἶνε οἱ εἰσηγήσαντες εἰς τὸν Φίλιππον αὐτὰς τὰς πληροφορίας, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα σήμερον συζητοῦμεν καὶ λέγομεν ἡμεῖς πρὸς τοὺς Τούρκους, ὅτι δὲν εἴμεθα ποτὲ εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσωμεν, οὔτε εἴμεθα, οὔτε θὰ εἴμεθα, ὅτι οὔτε ἐσκέφθημεν νὰ πολεμήσωμεν, οὔτε θὰ πολεμήσωμεν, ὅτι οὔτε στρατὸν εἴχομεν, οὔτε ἔχομεν, οὔτε θὰ ἔχωμεν, ὅτι οὔτε χρήματα εἴχομεν, οὔτε ἔχομεν, οὔτε θὰ ἔχωμεν. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ φιλοσοφοῦμεν καὶ ἐπὶ τῶν αἰτίων τούτων καὶ λέγομεν διατί δὲν θὰ πολεμήσωμεν, διατί δὲν ἔχομεν στρατὸν, διατί δὲν ἔχομεν χρήματα;
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· ἔχει δίκαιον.
§17ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅλα ταῦτα τὰ ἀναλύομεν ἐνταῦθα, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ὁ ἐχθρὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε προδοτῶν ἄλλων, οὔτε κατασκόπων. Τὸ δὲ χείριστον εἶνε, ὅτι ἀπῃτεῖτο χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπιμόνως ἡ πληροφορία πότε θὰ βαδίσωμεν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ δὲν μένει ἄλλο πλέον νὰ ζητήσωμεν παρὰ νὰ δημοσιευθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἐκστρατείας, τὸ ὁποῖον ἤθελε παραλάβει ὁ Τύπος ἢ οἱ ξένοι ἀνταποκριταὶ ἐφημερίδων καὶ θὰ τὸ διεβίβαζον πανταχοῦ τῆς γῆς. Τὸ πῶς δεῖ βαδίζειν, ποῦ καὶ πότε δὲν εἶνε ἔργον τῆς Βουλῆς· αὐτὸ εἶνε ἔργον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασιλέως. Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐρωτῶμεν πότε θὰ ἐκστρατεύσητε, ἂν τὸν ἐρχόμενον μῆνα ἢ τὸν μεθεπόμενον; αὐτὸ τὸ μανθάνουν οἱ ἐχθροί μας καὶ ἀντιπαρασκευάζονται. Ἕν μόνον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω εἰς τὸν Δημοσθένην, δύναται νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἄκρως ἐλευθέραις πολιτείαις τὰ τοιαῦτα ζητήματα τηροῦνται ὑπὸ μυστικότητα, δηλαδὴ περὶ τοῦ ποῦ, πῶς καὶ πότε δεῖ βαδίζειν. Ἀπεφάσισαν οἱ Ἀθηναῖοι νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν τῶν Θηβαίων· τοῦτο ἀπεφασίσθη ἐν πληθούσῃ ἀγορᾷ, παρόντων βέβαια καὶ τῶν προδοτῶν. Ἐπίσης ἀπεφασίσθη, ἵνα πανστρατιᾷ ἐπιστρατευθῶσι καὶ ἐλάσωσι μέχρις Ἐλευσῖνος καὶ τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν; τοῦτο ἄδηλον ἦτο εἰς τοὺς πολλοὺς, ἐξέλεξαν ὅμως δέκα ἄνδρας μετὰ τοῦ Δημοσθένους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦσαν κύριοι νὰ ἀπεφάσιζον μετὰ τοῦ στρατηγοῦ περὶ τοῦ πότε καὶ ποῦ πρέπει νὰ βαδίζουν. Οὕτω βλέπομεν νὰ πράττουν αἱ δημοκρατίαι, ἡμεῖς δὲ μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν μᾶλλον συνεσταλμένον Πολίτευμα, ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὐκολώτερον. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, διότι ἄλλως τε γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι δὲν γίνεται συζήτησις διὰ νὰ πείσῃ ὁ εἷς τὸν ἕτερον· πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὃν τρόπον συνειθίζω καὶ ὃς τρόπος εἶνε τῆς ἰδιαζούσης ἐμοὶ σχολῆς ἴδιον. Λέγω λοιπὸν παῤῥησίᾳ, μὴ φενακίζωμεν τὸ κοινὸν, δὲν πρόκειται περὶ πειθοῦς. Λοιπὸν πρὸς τί ἡ συζήτησις; Ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται μόνον ν’ ἀκουσθῶμεν παρ’ ἐκείνων εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὧν τὰ σχέδια ὑπηρετοῦμεν, καὶ προσέτι διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ν’ ἀποκτήσωμεν πολιτικῶν κεφαλαίων ἐφεδρείαν τοῦ μέλλοντος καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν ἐν ἀπευκταίᾳ ἡμέρᾳ ὁ εἷς μὲν, ὅτι ἐγὼ τὰ εἶπον οὕτως, ὁ ἄλλος δὲ, ὅτι τὰ εἶπεν ἄλλως. Ἄς ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ βαδίζῃ. Ἕν δυστύχημα μόνον ἔχομεν, δύναμιν ἔχομεν, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὴν κινήσῃ, νὰ τὴν θέσῃ εἰς ἐνέργειαν, δὲν θέλει νὰ τὴν θέσῃ. Ἐὰν εἴχομεν ἄνδρα ἐννοοῦντα καὶ τὴν θέσιν του καὶ τὴν δύναμίν του, αἱ σημεριναὶ συζητήσεις δὲν ἤθελον ἀσχημίζει τὰ Ἑλληνικὰ χρονικὰ, διότι οἱ Πανελλήνιοι πόθοι ἢ θὰ εἶχον ἐκπληρωθῆ, ἢ σφοδρὰ καταιγὶς θὰ ἐλυμαίνετο σύμπασαν τὴν Εὐρώπην, καὶ ἦν καιρὸς ἔργων καὶ οὐ λόγων. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος πλύνει κεφαλὰς ἐν τῇ Ἀκροπόλει καὶ πηγαίνει εἰς τὰ περίπτερα τοῦ Πειραιῶς, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ Χώραν νὰ διανυκτερεύσῃ μίαν νύκτα εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ παραλαμβάνει τὴν Θαλαμηγὸν, ὅπως καὶ τὸν ἐπαναφέρῃ, ἀσυγχρώτιστον πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην. Πῶς δύναται αὐτὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὰ στρατόπεδα, καὶ καταλύῃ ὑπὸ σκηνὴν, συγκακουχούμενος μετὰ τοῦ λαοῦ;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶνε ἄτοπα.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ εἰπῇ: ἐγὼ εἰμὶ τὸ Α καὶ τὸ Ω τοῦ Ἑλληνισμοῦ· τετέλεσται Φράγκοι· ὁ θρόνος τοῦ Κόδρου συντρίβεται δευτέραν ταύτην φορὰν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν σας, καὶ τρέμετε ἐνώπιον ἐμοῦ· ἐγὼ εἰμὶ ὁ Γαριβάλδης τῆς Ἀνατολῆς, ὁ Σκενδέρμπεης εἶνε μικρογραφία μου· Ἕλληνες ἐμπρὸς, ἐγὼ ἐκστρατεύω εἰς ἀνάστασιν τῶν δούλων λαῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος.
§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Δουζίνας δὲν ὡμίλησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν προιμίασε τοῦτο.
§23ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὁ προλαλήσας κύριος Δουζίνας εἶπε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, καὶ ὅτι εἶναι ἀλήθεια τοῦτο, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, καίτοι ἦλθον πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτε δὲν ὑπέχομεν μόνον εὐθύνην ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἀλλ’ ὑπέχομεν τοιαύτην καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Δύναμαι νὰ τὸ εἴπω ἀπροκαλύπτως καὶ μετὰ θάῤῥους ὅτι, ἐὰν δὲν παύσωμεν συζητοῦντες, χανόμενοι εἰς τὰς ἀτελευτήτους βυζαντινὰς πλατυῤῥημοσύνας, θὰ ἀναγκασθῇ ἡ κοινωνία νὰ λάβῃ λίθους καὶ βάλῃ κατὰ τῆς κεφαλῆς μας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσωσιν αὐτά, διότι θὰ λάβω τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια. Διάφοροι ἐργολάβοι δημοσίων ἔργων δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ εἶχον ἀναλάβει ἔργα καὶ ἐπεράτωσαν αὐτά, τοῖς καθυστεροῦνται ποσὰ σπουδαῖα, ἕνεκα τῶν ὁποίων στενοχωροῦνται· διότι, ἐνῷ ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν τοὺς πληρόνει. Αἰτοῦνται νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησίς των αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§25Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶνε ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐξελεγκτικοῦ Τμήματος γνωμοδοτεῖ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἔχει τις τὸν λόγον;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους αὐτῆς βουλευτὰς τοὺς κ. Δημολιούλιαν καὶ Σακελλαριάδην, οἵτινες παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσι καὶ ὁρκισθῶσι· (προσέρχονται καὶ δίδουσι τὸν νενομισμένον ὅρκον). Ἐξακολουθεῖ ἡ χθὲς διακοπεῖσα συζήτησις καὶ πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετμεζᾶς.
§29ΑΘ. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπὸ τρεῖς ἐπόψεις, κύριοι, ἐξητάσθη ἡ ἐν γένει κατάστασις τῆς Χώρας, εὑρισκομένης ἐν τῇ κρισίμῳ θέσει, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν. Δὲν εἶμαι ποσῶς ἁρμόδιος ἐγὼ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν δύο πρώτων, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐξετάσω τὴν τελευταίαν, καὶ θὰ τὴν ἐξετάσω ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ λεπτομερείᾳ. Εὐτυχὴς θὰ λογισθῶ, ἐὰν τύχω τῆς εὐμενοῦς ἀκροάσεώς σας, εὐτυχέστερος δέ, ἐὰν δυνηθῶ νὰ σᾶς φωτίσω κατά τι περὶ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου. Δὲν ἠθέλησα, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, διότι ἐφρόνουν, ὡς οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι πᾶσα συζήτησις περὶ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ὅλως ἀνάρμοστος ἦτο καὶ ἄσκοπος, ἴσως δὲ καὶ μὴ ὠφέλιμος. Δὲν ἔκρινα καλὸν νὰ ὁμιλήσω, ὄχι διότι ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο ῥοδινὴ καὶ τὰ μέτρα τῆς στρατιωτικῆς ἐργασίας λυσιτελῆ πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ διότι ἐφρόνουν ὡς σᾶς εἶπον, παρασυρθεὶς ἄλλως τε ἀπὸ τὸ γενικὸν ῥεῦμα τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ χορηγηθῶσιν ἄφθονα τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐνοχληθῇ. Καὶ τῷ ὄντι εἰς οὐδὲν ἠνοχλήθη, διότι οὐδὲν ἠρευνήθη· ἀπεναντίας, ἐξεδηλώθη τοσαύτη ἐμπιστοσύνη εἰς αὐτήν, ὥστε δικαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ τυφλῶς ἠκολούθησε τὸ ἅρμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτὴν τὴν ἐχορήγησε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ἀπεχωρήσαμεν, σεῖς μὲν διὰ νὰ ἀπέλθητε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπανέλθητε ὑπὸ αἰσιωτέρους οἰωνούς, ἐγὼ δὲ νὰ ὑπάγω ἐκεῖ ὅπου τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον μὲ ἐκάλει. Δὲν ἐξετάζω ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπὸ ποίους οἰωνοὺς ἐπανήλθατε σήμερον, οὐδὲ διατὶ μὲ εὑρίσκετε ἀκόμη ἐνταῦθα· ἀλλ’ ἐπανερχόμενοι ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν ἐκ νέου σιγὴν ἀκολουθοῦντες χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα; οὐχί, κύριοι. Ἐὰν τότε ἐτήρησα σιγήν, ἐὰν τότε ἠκολούθησα τυφλῶς, μετὰ πάροδον ἕξ μηνῶν, ἀφ’ ἧς ἐκλήθη ἡ ἐπιστρατείᾳ, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα ἐν τῇ αὐτῇ καὶ χείρονι θέσει, ὀφείλω ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα μου ν’ ἀνοίξω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ἐξετάσω ὄχι μόνον τὴν κατάστασίν μας, ἀλλὰ καὶ εἰς ποῖον σημεῖον ἤγαγον τὴν πατρίδα οἱ Κυβερνῆται, προκειμένου περὶ πολέμου. Θὰ ἐξετάσω ἐὰν αὐτοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἄφθονα τὰ μέσα καὶ ἅπασαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἐχορηγήσαμεν, ἐὰν ἐφάνησαν ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης καὶ ἐὰν παρεσκεύασαν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Θὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐλπίζω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκές. Ἐξ ἀρχῆς, κύριοι, ἀφ’ ἧς ἐκλήθησαν αἱ πέντε ἡλικίαι, καὶ καθ’ ὃν τρόπον προσεκλήθησαν, συνέλαβον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐργάζεται σπουδαίως. Τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν κατάστασιν γνωρίζων ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς θέσεως, ἣν εἶχον ἐν τῷ στρατῷ, ὁμολογῶ ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι συνεχάρην τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν δύο ἡλικιῶν, ἀλλ’ ἔμεινα ἔκθαμβος, κύριοι, ὅταν εὐθὺς μετά τινας ἡμέρας εἶδον τὴν πρόσκλησιν καὶ ἑτέρων τριῶν ἀκόμη. Πῶς, ἔλεγον, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τοῦ μονίμου στρατοῦ καὶ τὰ μέσα, ἅπερ ἔχομεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι διὰ τῆς ἀθρόας προσκλήσεως ἁπάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνδρῶν πέντε ἡλικιῶν ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ στελέχη πρὸς σύνταξιν καὶ ἐκγύμνασιν αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰ μέσα ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πρώτας τῆς συντηρήσεώς των ἀνάγκας; Πικρόταται, κύριοι, ὑπῆρξαν αἱ συνέπειαι· τὰς γνωρίζετε πάντες· τὰς γνωρίζουσιν οἱ ἀτυχεῖς ἐπίστρατοι διὰ τῶν ταλαιπωριῶν, ἃς ἐδοκίμασαν, τῆς γυμνότητος καὶ φθειριάσεως, ἀλλὰ πολλῷ πικρότεραι ἦσαν ὑπὸ καθαρῶς στρατιωτικὴν ἔποψιν. Εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἱκανὸν χρόνον ἐνώπιόν της, ἵνα ἐξετάσῃ ὄχι μόνον ἐὰν ὑπῆρχε τὸ ἐκτάκτως ἐπεῖγον πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, ἀλλὰ ἀκόμη ὁποῖα μέσα εἶχεν εἰς τὰς ἀποθήκας, ὁποῖα ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ ἀπὸ τὸν Τόπον, εἴτε ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόσκλησιν ἀναλόγων ἡλικιῶν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἄλλως πως ἐσκέφθη· συνήθροισεν ὁλόκληρον κόσμον ἐνταῦθα, τοῦ ὁποίου τὰ δεινοπαθήματα πάντες γνωρίζετε. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἐκ σφάλματος, εἴτε ἐκ λόγων πολιτικῶν, ἤθελε τὴν πρόσκλησιν πάντων αὐτῶν τῶν ἡλικιῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τοῦτο· ὤφειλε νὰ ἀντιστῇ πάσῃ δυνάμει, ὤφειλε νὰ παραστήσῃ ὅτι θὰ εἶνε ὄλεθρος τοῦτο, ὄλεθρος διὰ τὰ ἄτομα ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων, ὄλεθρος διὰ τὸν στρατὸν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως στελεχῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων, ἀντὶ τοιαῦτα νὰ παραστήσῃ, φεύγων ἐν ἀνάγκῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἀπεναντίας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῷ παρέστησε τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς ἣν περιηρχόμεθα, ἐνῷ αὐτὸς τὰ πάντα ῥοδινὰ ἐνόμιζεν. Οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδιδε διὰ στελέχη· ἤθελεν ἀριθμὸν καὶ ἠδιαφόρει διὰ τὰ ἐπίλοιπα. Τοῦτο δεικνύει ἀνεπάρκειαν πλήρη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀνεπάρκειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐλέγξω. Ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη ἐφάνη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διὰ τῆς ἀλλοκότου ἐκείνης κινητοποιήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἄρδην ἀνετράπησαν πάντες οἱ κανόνες αὐτῆς, καὶ δι’ ἧς ἐγεννήθη ἐν μέσαις Ἀθήναις τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο θέαμα τῆς ἐπισωρεύσεως, ὅπως πάντες ἐνθυμεῖσθε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεξάλειπτον θὰ μείνῃ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν χρονικά. Διὰ τῆς κινητοποιήσεως ταύτης ἐπῆλθεν ἀληθὴς τραγέλαφος εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, σύγχυσις ἀφόρητος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, καὶ ἡ σύγχυσις αὕτη ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον, διότι καὶ σήμερον ἀγνοοῦν ταῦτα ποῖοι εἶναι κατατεταγμένοι καὶ ποῖοι εἶναι ἀνυπότακτοι. Ἔχω καταλόγους ἐκ τῶν τριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, διότι δι’ ἄλλους δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω, ὅτι καταδιώκονται ὡς ἀνυπότακτοι καὶ ζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατ’ αὐτῶν ἄνδρες, οἵτινες καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἡ σύγχυσις αὕτη δὲν ὑπῆρξε μόνον εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἐξετάθη δυστυχῶς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ συντάγματα, σύγχυσις, ἥτις καὶ σήμερον ἔτι ὑφίσταται. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τοῦ λαοῦ ἦλθον ἐνταῦθα, ἐτοποθετήθησαν ἅπασαι εἰς τὸ πρῶτον σύνταγμα, τοῦτο δὲ μὴ δυνάμενον ν’ ἀνθέξῃ εἰς τόσην πληθὺν ἠναγκάσθη καθ’ ἑσπέραν κατὰ ἑκατοντάδας εἰς ἄλλα συντάγματα ν’ ἀποστέλλῃ· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀποστελλομένων πλεῖστοι μὲν ἔφθανον εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἀλλ’ ἄλλοι κατετάσσοντο ὅπου ἔφθανον, εἰς τρόπον ὥστε ὑπάρχουσι συντάγματα χρεωμένα μὲ ἄνδρας, οὓς ποσῶς δὲν παρέλαβον, καὶ οὓς εἰς μάτην καὶ σήμερον ἀκόμη ζητοῦσιν. Ἀλλ’ ἂς εἴπω, κύριοι, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι συγγνωστὸν, τὸ ἀφίνω καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν καθαρῶς στρατιωτικήν μας κατάστασιν. Κύριοι, τρία πρὸ πάντων, ἀνεξαρτήτως πολλῶν ἄλλων, ἀπαιτοῦνται διὰ πόλεμον· στρατὸς γεγυμνασμένος, διοίκησις καὶ μέσα συντηρήσεως, ἤτοι μέσα τροφῆς καὶ ἐφοδιασμοῦ. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ πρῶτον, ἄρχομαι ἀπὸ τὰ συντάγματα καὶ ἔμπεδα τάγματά μας καὶ θὰ τὰ ἐξετάσω τόσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκγυμνάσεώς των, ὅσῳ καὶ ὑπὸ τὴν τῶν στελεχῶν των. Ὑπάρχουσι, κύριοι, κανόνες τῆς τακτικῆς, κανόνες καθιερωθέντες διὰ τῆς πείρας τῶν πολέμων καὶ τοῦ χρόνου, τῶν ὁποίων ἡ κατάδηλος παράβασις παρά τινος στρατοῦ ἐκ τῶν προτέρων δεικνύει τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ στρατοῦ τούτου δι’ ἔργα στρατιωτικά. Εἷς τῶν στοιχειωδεστέρων κανόνων τούτων εἶναι, ὅτι τὰ συντάγματα ἐκ τριῶν ταγμάτων ἕκαστον ἔχουσι δύναμιν 3 χιλιάδων. Ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ λόγοι, κύριοι, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τοῦτο, καὶ ἀπαιτοῦσι τὴν δύναμιν αὐτὴν ὡς ἀνώτερον ὅρον. Ὅταν κατηρτίσθησαν τὰ ἡμέτερα συντάγματα εἶχον δύναμιν ὄχι τριῶν ἀλλὰ 5 χιλιάδων, 6 χιλιάδων, 7 χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα, διότι συνέκειντο ἐκ ταγμάτων ἐχόντων δύναμιν 2 καὶ 3 χιλιάδων ἕκαστον. Φοβερὰ ὑπῆρξεν ὡς ἐκ τούτου ἡ σύγχυσις, ὁ κυκεὼν εἶχε φθάσει μέχρις οἴκτου, διότι οἶκτος εἶναι, κύριοι, ὅταν ὁ λόχος σύγκηται ἐξ 700 καὶ 800 ἀνδρῶν καὶ μάλιστα μετὰ ἀσθενῶν στελεχῶν· δὲν ὑπάρχει τότε διοίκησις, οὔτε ἐκπαίδευσις, οὔτε πειθαρχία. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν δυστυχῶς εὑρέθησαν τὰ συντάγματά μας, καὶ ἀπωλέσθη οὕτω πολὺς καὶ πολύτιμος χρόνος, ἐντελῶς ἐν συγχύσει καὶ ἐντελῶς εἰς μάτην. Πάντα δὲ ταῦτα ἐπέφερεν ἡ ἀθρόα πρόσκλησις τῶν πέντε ἡλικιῶν, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ ἐπισώρευσις ἐκείνη, ἥτις δὲν ἠδύνατο ἢ τοιαῦτα ἀποτελέσματα νὰ ἐπιφέρῃ. Πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ κακοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐσχημάτισε τὰ λεγόμενα ἔμπεδα τάγματα, μεταβαλὼν καὶ εἰς τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ σκοπὸν καὶ προορισμὸν τῶν ταγμάτων αὐτῶν· διότι ἄλλος εἶναι ὁ προορισμός των καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὃν ὁ Ὑπουργὸς τοῖς ἔδωκε πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τῶν συνταγμάτων κακοῦ. Ὅτε κατηρτίσθησαν τὰ συντάγματά μας, εἶχον ταῦτα ἀνεπαρκῆ ἀριθμὸν στελεχῶν, ἀλλὰ πρὸς σχηματισμὸν τῶν ἐμπέδων ταγμάτων ὑπεχρεώθη νὰ λάβῃ στελέχη ἐκ τῶν ἀνεπαρκῶν αὐτῶν στελεχῶν τῶν συνταγμάτων, καταστήσας οὕτω ταῦτα ἔτι ἀνεπαρκῆ, τὰ δὲ τῶν ἐμπέδων ἐντελῶς μηδαμινά. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν γεγονὸς, κύριοι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε θλιβερὰν ἐντύπωσιν καὶ τὸ ὁποῖον ἔμαθον παρά τινος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ, καὶ τὸ ἀναφέρω, διότι εἶνε πασίγνωστον, ἂν καὶ παρά τινων δύναται νὰ κατακριθῇ, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ. Διερχόμενος οὗτος ἐκ Καρδίτσης, εἶδεν ἔμπεδόν τινα λόχον ἐξ 600 ἀνδρῶν, ἔχοντα ἕνα μόνον ὑπαξιωματικὸν δι’ ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν· αὐτὸς ἔκαμνε χρέη δεκανέως, αὐτὸς λοχίου, ἐπιλοχίου, σιτιστοῦ, αὐτὸς ἔκαμνεν ὅλα.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ· νὰ μοὶ εἴπητε ἐὰν μετὰ τὸν πόλεμον ἐπιτρέπωνται νὰ ἐξετάζωνται τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἢ πρὸ τοῦ πολέμου;
§33ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι πάντοτε εἶχον αὐτὰς τὰς ἰδέας.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ἂν τὰς ἔχητε, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται λεπτομέρειαι.
§35ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶνε ἰδική μου ἡ ἰδέα αὕτη, δὲν εἶνε ἰδική σας. Μὴ φοβεῖσθε, κύριε Κουμουνδοῦρε, τὴν ἐξέτασιν, μὴ φοβεῖσθε τὴν ἀλήθειαν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φοβῆσθε, εἶνε ἡ ἄγνοια καὶ ἀποπλάνησις τόσον ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἡμετέρας καταστάσεως, ὅσῳ καὶ ὑπὸ ἐκείνην τῆς τοῦ ἐχθροῦ.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ ἀφίνω ταῦτα, καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν συνταγμάτων. Κατηρτίσθησαν τὰ συντάγματα, ἐπροβιβάσθησαν οἱ συνταγματάρχαι καὶ ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν· ἀλλ’ ἐτέθησαν ἆρά γε πάντες καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, ὅπως τὰ συγκεντρώσωσι καὶ τὰ ἐκγυμνάσωσιν, ἢ τυχὸν ὑπάρχουσι καί τινες, οἵτινες οὔτε ἀπὸ μακρόθεν εἶδον τὰ τάγματα τοῦ συντάγματός των; Ὅταν συντάγματα, κύριοι, εὑρίσκωνται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὅταν οἱ διοικηταὶ αὐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν ἕνεκεν αἰτίων ἐντελῶς ἐκ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας προερχομένων νὰ τὰ περιμαζεύσωσι καὶ τὰ ἐκγυμνάσωσιν οὕτως, ὥστε ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ δύνανται νὰ ἀναπτύσσωνται καὶ λαμβάνωσι τὴν τάξιν τῆς μάχης, νὰ λαμβάνωσι τὴν τάξιν τῆς μάχης μετ’ εὐκολίας, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ἡ σύγχυσις ἐκείνη, ἥτις ἐν πολέμῳ ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφὴν· ὅταν συντάγματα πολλὰ εὑρίσκωνται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, πιστεύεται, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι τὰ συντάγματα ταῦτα εἶναι εἰς τὸ ὕψος τοῦ προορισμοῦ των; Καὶ ἂν σεῖς τὸ θεωρεῖτε εὔκολον, δὲν ἐρωτᾶτε τοὐλάχιστον τὸν ἀδελφόν σας; Δὲν ἐρωτᾶτε τὸν ἀδελφόν σας, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα μετ’ ἀφοσιώσεως κατέγεινεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συντάγματός του, τὸν ἀδελφόν σας, τὸν τόσον γνωστὸν εἰς τὸν στρατὸν, δι’ ὃν δικαίως καυχᾶται, δὲν ἐρωτᾶτε αὐτὸν ἂν καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι εὐχαριστημένος; Πῶς, κύριε Ὑπουργὲ, θεωρεῖτε τὴν διοίκησιν ἑνὸς συντάγματος ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων ἀνδρῶν ἁπλοῦν παιγνίδιον, δυνάμενον νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντὸς ἡμερῶν ἢ ἑβδομάδων; Ἀλλὰ διατί, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἐσχηματίσατε καὶ ἄλλας ἀνωτέρας διοικήσεως μονάδας; Ποῦ εἶναι αἱ ταξιαρχίαι; προυβιβάσθησαν συνταγματάρχαι, ὑποστράτηγοι, ποῦ εἶναι οὗτοι; διατί δὲν ἔλαβον διοίκησιν; Σήμερον, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτε ἔχομεν μυριάδας στρατοῦ, εἶναι ἡ μόνη εὐκαιρία, ὅπως οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ἀξιωματικοὶ ἐφαρμόσωσι τὰς γνώσεις των καὶ ἀποκτήσωσι τὴν εὐκολίαν ἐκείνην τοῦ διοικεῖν, ἥτις καθησυχάζει τὴν συνείδησιν καὶ ἐμπνέει τὴν ἐμπιστοσύνην. Ὑμεῖς θεωρεῖτε, ὅτι τὸ διοικεῖν εἶναι τόσον εὔκολον, καὶ μάλιστα ὅταν τις οὐδέποτε διῴκησε; Θεωρεῖτε εὔκολον τὸ ἑλίσσειν πολυάριθμον σῶμα ἄνευ τῆς γνώσεως, ἄνευ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἑλίσσειν; Στρατὸς ἐκ μυριάδων ποῦ ἠκούσθη, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μὴ ἔχῃ ἀνωτέραν διοίκησιν; Πότε δὲ περιμένετε νὰ θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν διοίκησιν ταύτην; Περιμένετε νὰ μᾶς ἀναγγείλητε τὸν σχηματισμὸν τῶν ταξιαρχιῶν; Μήπως περιμένετε νὰ μᾶς καλέσητε εἰς τρίτην Σύνοδον ὅπως μᾶς ἀναγγείλητε τοῦτο, ὡς μᾶς ἐκαλέσατε ἤδη διὰ νὰ μᾶς ἀναγγείλητε τὸν σχηματισμὸν τῶν στελεχῶν; Γνωρίζετε, κύριοι, καὶ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι κατεστράφησαν στρατοὶ ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς διοικήσεως, καὶ στρατοὶ ἀνδρεῖοι καθ’ ὅλα. Ἔχομεν ἀξιωματικοὺς πεπροικισμένους μὲ παιδείαν ἀνωτέραν, δώσατε αὐτοῖς, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν εὐκολίαν τοῦ διοικεῖν, μὴ τοὺς προβιβάζετε μόνον ἵνα κάθωνται ἐν μέσαις Ἀθήναις. Σχηματίσατε στρατόπεδα, καὶ διατάξατε αὐτοὺς νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ σχηματισθῶσι ταξιαρχίαι καὶ ἐκγυμνασθῶσι, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐνεργήσωσι μετ’ ἄλλων σωμάτων. Κύριοι, εἶναι ποικίλη ἡ ὕλη, ἣν πρέπει νὰ διαπραγματευθῶ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ ἔφερε περὶ στελέχεων, δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ αὐτῶν. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὁμολογουμένως ἔφερε κατάστασιν περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ περιβάλω τὰς καταστάσεις ταύτας δι’ ὅλης τῆς ἀξιοπιστίας, ὡς ὤφειλον, ὄχι μόνον διότι ἐσφαλμέναι εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀντιφάσεις περιέχουσι. Δὲν ἔχω τὰς καταστάσεις ταύτας ἀνὰ χεῖρας διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τῶν λεγομένων.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν, ἀλλὰ θὰ στείλωμεν ἀμέσως νὰ τὰς λάβωμεν.
§39ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως θὰ ἴδητε, ὅταν αἱ καταστάσεις αὗται προσαχθῶσι, περὶ τῶν λιποτακτῶν ἄλλος εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀναφέρουσι κατὰ μῆνα τὰ συντάγματα καὶ τὰ τάγματα, καὶ ἄλλος ὁ ἀνακεφαλαιούμενος εἰς τὴν γενικὴν κατάστασιν πίναξ· οἱ μὲν πίνακες τῶν σωμάτων ἀναφέρουσι δύω περίπου χιλιάδας λιποτακτῶν, ἡ δὲ γενικὴ κατάστασις ἀναβιβάζει αὐτοὺς εἰς πέντε χιλιάδας. Σᾶς ἀναφέρω καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε ὡς δικηγοροῦντες ἐν Ἀθήναις. Ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ καταστάσει τοῦ τμήματος τῆς Δικαιοσύνης ἀναφέρεται, ὅτι καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, νομίζω, καταδικάζονται καὶ ἀθωοῦνται κατὰ μέσον ὅρον 60 ἢ 65, ἐνῷ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν δικάζονται 20 καὶ 30.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἄλλοι ὑποτίθεται ὅτι ἠθωώθησαν.
§41ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναφέρονται καὶ οἱ ἀθωούμενοι· καὶ ἐν συνόλῳ τὸν μῆνα γίνονται δίκαι 60 ἢ 65.
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Πρέπει νὰ τὸ ἴδωμεν εἰς τὰς καταστάσεις.
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῶν καταστάσεων αὐτῶν θὰ πεισθῶμεν καὶ περὶ ὅσων θὰ εἴπω περὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Περὶ τῶν στελέχεων ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς κανονισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Ὑπουργὸς πάντοτε ἐπικαλεῖται, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πόσοι ὑπαξιωματικοὶ ἀπαιτοῦνται ὑπὸ τῶν κανονισμῶν τούτων καὶ πόσοι παρουσιάζονται εἰς τὰς καταστάσεις ταύτας, θέλομεν εὕρει ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις περίπου 1400 ὑπαξιωματικῶν εἰς μόνα τὰ συντάγματα τοῦ πεζικοῦ, τὰ ἔμπεδα τάγματα καὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων. Καὶ ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπάρχῃ ἔλλειψις τοσούτων ὑπαξιωματικῶν διὰ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν, τί θὰ κάμητε αὐτὰς τὰς 20 περίπου χιλιάδας ἀνδρῶν, οἵτινες θὰ προσέλθωσι διὰ τῶν νέων ἡλικιῶν; Θὰ τοὺς ῥίψητε εἰς τὰ ἔμπεδα τάγματα; ἀλλὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἐμπέδων ταγμάτων πάντες γνωρίζετε. Θὰ τοὺς ῥίψητε εἰς τὰ συντάγματα; ἀλλὰ θὰ φέρετε τὴν σύγχυσιν εἰς αὐτά. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι λοιπὸν νὰ συστήσητε τάγματα ἰδιαίτερα· ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρητε ὑπαξιωματικοὺς δι’ αὐτὰ, ἀφοῦ σήμερον ἐλλείπουσι 1400; Κύριοι, δὲν ἔχομεν μόνον τὸν στρατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι ἀδιαῤῥήκτως συνδεδεμέναι μετὰ τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται πρέπει νὰ καταστῶσιν ἀντικείμενον ἐξετάσεως. Ἐὰν ὁ στρατὸς εἶναι τὸ ὄργανον, αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι χορηγοῦσιν αὐτῷ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς του. Περὶ δύο μόνον ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων θὰ ὁμιλήσω· περὶ τῆς ἐπιμελητικῆς λεγομένης ὑπηρεσίας καὶ περὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας. Μᾶς εἶπεν ἄλλοτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπερωτήσεως ἰδικῆς μου, ὅτι ἐπιμελητεία δὲν ὑφίσταται κατὰ τὴν σημασίαν αὐτῆς, ἐπειδὴ δὲ αἱ προμήθειαι γίνονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ προμήθειαι αὗται παραγγέλλονται διὰ τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπάρχει μόνον ἓν ἐπιμελητήριον εἰς ἕκαστον ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον φροντίζει διὰ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Δὲν δεικνύουσιν αἱ καταστάσεις ἀκριβῶς ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, πρὸ πάντων δὲ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς. Μᾶς εἶπεν ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ μεταφορὰ τῶν τροφῶν καὶ τῶν πολεμοφοδίων γίνεται δι’ ἁμαξῶν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ὁδοὶ, παρ’ ἡμῖν δὲ θὰ γίνηται δι’ ἡμιόνων. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, θέλω νὰ ἴδω καὶ νὰ μάθω ὁποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμιόνων τούτων. Κατὰ τὰς καταστάσεις, ὡς θὰ ἰδῆτε, ἕκαστον σύνταγμα εἶναι ἐφωδιασμένον μὲ 70–74 ἡμιόνους, ἀλλὰ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω, εἶναι ἀρκετὸς μόνον διὰ τὰ πολεμοφόδια ἑνὸς τάγματος· τὰ φυσίγγια τότε τῶν δύο ἄλλων ταγμάτων τίς θὰ τὰ μεταφέρῃ; Ἁπλοῦς ὑπολογισμὸς θὰ σᾶς πείσῃ περὶ τούτου. Ἐκτὸς τῶν φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα οἱ ἄνδρες φέρουσι μεθ’ ἑαυτῶν, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ ἐφεδρείας τινὸς φυσιγγίων. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι τὸ ἐλάχιστον ἐφόδιον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τοῖς δώσωμεν, εἶναι 150 φυσίγγια δι’ ἕκαστον ἄνδρα, ἐννοεῖτε κάλλιστα ὅτι τάγμα 1000 ἀνδρῶν ἔχει ἀνάγκην 150 χιλιάδων φυσιγγίων, καὶ ἑπομένως 75 κτηνῶν διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε, κύριε Ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἓν ὁλόκληρον σύνταγμα ἔχει 75 κτήνη, ἀπαιτοῦνται δὲ δι’ ἑνὸς μόνον τάγματος τὰ φυσίγγια 75 κτήνη, τότε τ’ ἄλλα τάγματα πῶς θὰ οἰκονομηθῶσιν; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε σεῖς ἐξεδώσατε καὶ δι’ ἧς ὁρίζετε 120 κτήνη διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν πολεμοφοδίων, τῶν τροφίμων, σκευῶν καὶ λοιπὰ ἑκάστου τάγματος, πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δι’ ἕκαστον σύνταγμα ἐκ τριῶν ταγμάτων ἔχομεν ἀνάγκην 360 κτηνῶν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἢ 75 μόνον. Ἐὰν, κύριοι, δι’ ἕκαστον σύνταγμα ἀπαιτῶνται 360 κτήνη καὶ ἔχωμεν μόνον 75, φαντάζεσθε πόσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιμελητείας, ἥτις θὰ μεταφέρῃ ἀδιακόπως τροφὰς, πολεμοφόδια, ἱματισμὸν καὶ λοιπὰ, τί ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς ὄρχους τοῦ Μηχανικοῦ καὶ Πυροβολικοῦ; Μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι αὐτὰ θὰ τὰ προμηθευθῶμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς, ἐκ τοῦ Τόπου καὶ ἐκ τῶν ἡμιόνων τῶν Τσελιγκάδων· ἀλλὰ οἱ Τσελιγκάδες αὐτὸν τὸν μῆνα, ἢ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄλλου ἀπέρχονται καὶ δὲν θὰ ἔχετε νὰ προστρέξητε, ἢ μόνον εἰς τοὺς ἡμιόνους τοῦ Τόπου. Γνωρίζω ὅτι εἷς ἀρχηγὸς ἐζήτησε 1800 ἡμιόνους πρὸς σχηματισμὸν τριῶν μεταγωγικῶν οὐλαμῶν μόνον διὰ τὸν ὑπὸ τὴν διοίκησίν του στρατὸν, ἀνεξαρτήτως ἐκείνων, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν τροφῶν καὶ πολεμοφοδίων εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Νομίζετε, ὅτι ἡ εὕρεσις τῶν κτηνῶν τούτων εἶναι εὔκολος; Δὲν φοβεῖσθε, κύριε Ὑπουργὲ, μὴ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης ὁ στρατός μας εὑρεθῇ εἰς δυσχερεστάτας περιστάσεις; Ὁ στρατός μας, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι, ὅτι ὁ στρατός μας, ὅστις τόσους κόπους καταβάλλει, ὁ στρατός μας, ὅστις οὔτε τῆς φιλοτιμίας στερεῖται, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐὰν διαταχθῇ, θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε διοίκησις ἐπαρκὴς καὶ τῷ ἐχορηγοῦντο τὰ μέσα, πληρέστερον τὸ ἔργον του ἤθελεν ἐκτελέσει καὶ ἤθελε ποιήσει θαύματα. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ θυσιασθῇ μέχρι τοῦ τελευταίου, ἀλλὰ μὴ τῷ στερήσητε τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του, μὴ τὸν ἀφήσητε ἄνευ τροφῶν καὶ πολεμοφοδίων. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἐλάχιστα ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία μας εἶναι ἐφωδιασμένη μέ τινα χειρουργεῖα κτλ. Ἀληθὲς εἶναι ἐπίσης ὅτι κατὰ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ὑπέβαλον, δύναται νὰ περιποιηθῇ 1500 πληγωμένους καθ’ ἑκάστην· ἀλλὰ λείπουν τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς. Ἐστείλαμεν, λέγει, νὰ κάμωμεν προμηθείας ἡμιόνων· ἀλλὰ πότε θὰ ἔλθουν; Κύριε Ὑπουργέ, λυποῦμαι, διότι εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐκθέσω τὴν κατάστασιν αὐτὴν, πρὸ πάντων δὲ λυποῦμαι, διότι ἠναγκάσθην νὰ ἐλέγξω ὑμᾶς, μὲ τὸν ὁποῖον τίποτε δὲν ἔχω, ἀπεναντίας καὶ ἀγαπῶ, καὶ ἐκτιμῶ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ γείνῃ τι, ἂν καὶ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ γείνῃ, ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ τὰ κενὰ καὶ τὰ ἐλλείποντα καὶ τοσαῦτα μάλιστα, ὥστε δὲν δύναμαι ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην νὰ σᾶς συμβουλεύσω· δι’ ἓν μόνον ἀναλαμβάνω εὐθύνην, ὅτι ὅπως καὶ ἂν ἤμεθα, ἐὰν ἔλθῃ αὕτη ἡ περίστασις, θὰ ὑπάγω ἐκεῖ, ὅπου τὸ καθῆκον μὲ καλεῖ. Ἀλλὰ ἐὰν σπουδαίως θέλετε νὰ ἐργασθῆτε πρὸς πόλεμον, πρέπει ἐν πάσῃ σπουδῇ νὰ συμπληρώσητε αὐτὰ τὰ κενά. Μὴ περιμένετε ἐκ τοῦ Τόπου· ὁ Τόπος δὲν θὰ σᾶς δώσῃ τίποτε· μὴ περιμένετε ἀπὸ τοὺς Τζελιγκάδες τὸν ἄλλον μῆνα δὲν θὰ τοὺς εὕρετε. Σπεύσατε λοιπὸν νὰ συμπληρώσητε τὰς προμηθείας, ὅπως μὴ εὑρεθῇ ὁ στρατὸς ἐν ἐσχάτῃ ἀπορίᾳ καὶ ἀπογνώσει.
§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθῆκον ἀπαραίτητον θεωρῶ πρὶν ἢ ἄρξωμαι τοῦ λόγου ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ φράσεών τινων, αἵτινες διεξέφυγον τὸ στόμα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Θεοτόκη ἐναντίον τοῦ λαοῦ, πρὸ πάντων τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἐν διαδηλώσει ἐξεδήλωσε τὸ φρόνημά του. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βεβαίως δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ προσβάλῃ τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὸν λαὸν αὐτῆς, διότι ἐξήσκησε καὶ ἐνασκεῖ δικαίωμα ὕψιστον καὶ ἱερὸν, δικαίωμα συνταγματικόν. Τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος ἐξεδηλώθη ἐπανειλημμένως καὶ εἶναι ἑνιαῖον συνταυτιζόμενον μὲ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ ἠναγκαζόμην νὰ ἐκταθῶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἔλαβον εὐκαιρίαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καθαρῶς καὶ εἰλικρινῶς. Ἀτυχῶς ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προώρως ἦλθε ν’ ἀποδοκιμάσῃ περιφρονητικῶς καὶ σχεδὸν νὰ ἐμπαίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔσχον καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων, δηλαδὴ τὴν γνώμην τῆς ἀμέσου ἐνεργείας, ἅμα τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος σήμερον νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἡ ἰδέα ἐκείνη καὶ ἐὰν τότε ἦτο πραγματοποιήσιμος. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι παντὸς ἄλλου μᾶλλον ὑπεύθυνος διὰ τὴν τροπὴν, ἣν λαμβάνουσιν αἱ συζητήσεις, ἐξέφρασε τοιαύτην ἐπίσημον ἀποδοκιμασίαν καὶ διάψευσιν, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σήμερον, νὰ μὴ ἐκταθῶ ὅμως πλέον τοῦ δέοντος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δεικνύμενος μᾶλλον ἐπιφυλακτικὸς τοῦ ὑπευθύνου. Δὲν ζητῶ σήμερον εὐθύνας, οὐδὲ καιρὸς εἶναι νὰ ζητήσῃ τοιαύτας ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης θὰ ἐκτεθῶσι τὰ πάντα καὶ θὰ καταλογισθῶσιν αἱ εὐθύναι. Τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ὁμοθύμως ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, ἅμα τῷ ἀκούσματι τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ ὁποῖον ψευδῶς μέχρι τοῦδε παρεστάθη ὡς ἐθνικὸν κίνημα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Δύναμαι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχω, νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ δὲν ἦτο ἐθνικὸν τὸ ζήτημα, ἦτο πεποιημένον. Στρατιῶται Βούλγαροι μετ’ ὀλίγων ἀξιωματικῶν ἐσήμανον τοὺς κώδωνας τῶν Βουλγαρικῶν ἐκκλησιῶν, συνέλαβον τὸν Γενικὸν Διοικητὴν καὶ προσεκάλεσαν τὸν ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας, αὐτὸς δὲ ἀμέσως ἔσπευσε κατὰ προηγουμένην συνεννόησιν. Τοῦτο σᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας διχασμένος, ὅπως πράγματι εἶναι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον παρέστησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἔσχεν. Ἦτο τόλμημα προκληθὲν ἐκ Βουλγαρίας, ἦτο κατάκτησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὁ Ἑλληνισμὸς πρωτίστως νὰ συναισθανθῇ καὶ πράγματι συνῃσθάνθη ὡς εἷς ἄνθρωπος. Καὶ ἐνθυμεῖσθε τότε, ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς συνέῤῥευσεν, ὅπως πολεμήσῃ κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ διχασμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, κατὰ τῆς ἰδέας τῆς εἰσόδου τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις εἰμὴ νὰ προσβλέψῃ εἰς τὴν γνώμην τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων, οἵτινες πανδήμως τῇ εἶπον: ἐνέργησον καὶ ἡμεῖς προσφέρομεν ὄχι μόνον τὸ χρῆμα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς αὐτούς, ὅπως ἐμποδίσῃς τὸν διχασμὸν τῆς μελλούσης Ἑλλάδος, τὴν περικοπὴν τῆς μεγάλης ἰδέας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τότε, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐγὼ ἐφρόνουν, καὶ εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην ἐπιμένω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν ἀμέσως νὰ δράσῃ. Τώρα ἦτο δυνατὸν νὰ δράσῃ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τότε ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀνήρχετο, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 24,500 ἀνδρῶν περίπου, καθ’ ἃς πληροφορίας μοὶ ἔδοσεν ἐρωτηθεὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὰς παρορίους Ἐπαρχίας κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον εἶχεν ἀθροισθῇ ἀριθμὸς ἀνδρῶν ἀρκετός, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔνθα ὤφειλε νὰ εἰσέλθῃ. Δὲν βλέπω ἐὰν εἶναι ὁ ἀξιότιμος πρώην συνάδελφός μου κύριος Ῥώμας ἐνταῦθα, ἠδύνατο καὶ αὐτὸς νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς ἐβεβαίωσε κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ὅτι ὑπῆρχον 10,000 ἄνδρες ἐν ταῖς παρορίοις Ἐπαρχίαις.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὸ ἐβεβαίωσε ποτέ.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ ἀδικεῖτε τὸ μνημονικόν σας τόσον πολύ. Ἄλλως, τοῦτο δὲν εἶναι μυστήριον, εὐκόλως ἀποδεικνύεται. Ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ ὑπῆρχον 8 τάγματα εὐζώνων, τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε πλέον τῶν 400 ἀνδρῶν· ἓν μόνον τάγμα ἐκ τῶν 9 Εὐζωνικῶν δὲν ἦτο εἰς τὰ σύνορα, διότι εὑρίσκετο ἐν Πελοποννήσῳ ἐν εἰδικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπὸ τὸν Βαϊρακτάρην. Ὑπῆρχε, δὲν λέγω κατὰ πρόνοιαν, ἀλλὰ κατ’ ἰδιαιτέραν συμπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ σῶμα τοῦ Πυροβολικοῦ, ἐν Θεσσαλίᾳ ὁλόκληρον τάγμα Πυροβολικοῦ, καὶ ἐν Ἄρτῃ ἐπίσης ἕτερον, κατὰ μετάθεσιν γενομένην πρὸ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως· ὑπῆρχε τάγμα Μηχανικοῦ, ὑπῆρχε μία ἱππαρχία, ὑπῆρχον τάγματα Πεζικοῦ. Ἐὰν ἀθροίσητε ὅλα αὐτὰ τὰ σώματα, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ὀλιγώτερος τῶν 10,000 ἀνδρῶν. Ὁ μικρὸς δὲ στολίσκος, ὁ ὁποῖος τόσην περιποιεῖ σήμερον τιμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δι’ ἐσπευσμένης ἐνεργείας τοῦ πρώην συναδέλφου μου κ. Ῥώμα κατηρτίσθη ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν καὶ ἦτο ἕτοιμος εἰς ἀπόπλουν ὑπὸ τὸν Ναύαρχον Κανάρην ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου μετὰ 9 τορπιλλοβόλων καὶ μετὰ πλοίων πολεμικῶν πλὴν τῶν ἐσχάτως ἐλθόντων μετ’ ἀξιέπαινον μέριμναν τοῦ κ. Μπούμπουλη. Ἠδύνατο δὲ ὁ στόλος οὗτος ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν, καθ’ ὃ ἐντελῶς ἐλεύθερος, νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε καὶ ἐκλήθη, ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικώτατα πρὸς ἱκανοποίησιν πόθων προαιωνίων ἡρωϊκοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ στρατὸς ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ, οὐχὶ διότι τὸ ποσὸν αὐτοῦ ἦτο μέγα, ἀλλά, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ στρατιωτικὴ δύναμις Ὀθωμανικὴ ἐπαρκής, οὔτε τὸ Μέτσοβον, οὔτε ἡ Ἐλασσών, οὔτε ἡ Κατερίνα, οὔτε τὰ Γρεβενὰ, οὔτε ἐν Ἠπείρῳ ἡ Φιλιππιὰς, ἡ Πρέβεζα, τὰ Ἰωάννινα, οὐδεμία τῶν πόλεων τούτων περιεῖχε δύναμιν στρατιωτικὴν ἀνερχομένην ἔστω καὶ εἰς πλῆρες τάγμα. Ἦτο ἔρημος ὁ τόπος ὑποδεικνυόμενος παρ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης, διότι εἴχομεν τίτλον ἐπίσημον, ὅστις μᾶς ἔλεγε «μολὼν λαβέ». Ὥστε, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο σήμερον νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἔσφαλε· τὸ σφάλλεσθαι εἶναι κακὸν ἐν τῇ διαχειρίσει μάλιστα τῶν μεγάλων Ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ἀλλ’ εἶναι ἀνθρώπινον, οὔτε ἐγὼ ζητῶ περγαμηνὰς μεγάλου ἀνδρὸς Καβοὺρ καὶ Βίσμαρκ κύριε Βαλσαμάκη, διότι σᾶς εἶδον χθὲς κἄπως ἐπηρεασθέντα ἀπὸ τὴν ἰδέαν, μήπως νέος ἄνθρωπος ζητήσῃ περγαμηνήν, διότι ἔσχε μίαν ἰδέαν ἀποδειχθεῖσαν ὀρθὴν ἐκ τῶν ὑστέρων, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐλησμονήσατε, ὅτι ἔσχε καὶ ὁ ἔσχατος Ἕλλην ὡς ἐξ ἐνστίκτου ἅμα τῇ Βουλγαρικῇ εἰσβολῇ.
§47ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐπεκράτησαν, φαίνεται, αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιστεύετο, ὅτι θὰ ἐπετύγχανον· καὶ σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ὀκτωβρίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἔλεγον, ὅτι εἶχον ὡρισμένην γνώμην λίαν ζωηρὰν ἴσως, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένω, προέλεγον δὲ καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ σήμερον συμβαίνοντα, παρακινῶν αὐτὴν ἔκτοτε εἰς ἐσπευσμένην ἐνέργειαν, δὲν ἐπίστευον εἰς τόσῳ ἀπαισίαν πραγματοποίησιν τῶν ὑπονοιῶν μου. Ὅταν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπαντῶντος εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Φιλάρετον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς ἐπιδεικνύοντας τὴν πολιτικήν μου ταύτην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη ἔνστασις ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἦτο ὀρθή, δὲν ἦτο κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον νόμιμος, ἦτο βάρβαρος καὶ ἀντεθνική, ἀλλὰ συγχρόνως ἦτο καὶ περιτή· διότι, ἐὰν δὲν ἐφοβεῖτο, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε, ὅτι ἤθελε κολακεύσει λίαν προώρως τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ τῶν βουλευτῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχε παραγάγει τοιαῦτα μεγάλα ἀποτελέσματα, οἷα ἐπὶ 50 ἔτη δὲν εἶχον παραχθῆ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος· ὅταν ἤκουσα πάντα ταῦτα, εὐφράνθην μετὰ πάντων ἡμῶν. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἐξέπληξε καὶ μὲ συνεκίνησε· σύννους μετέβην κατ’ οἶκον καὶ ἐκ μικροῦ τινος ἀνθρωπίνου ἐγωϊσμοῦ μετενόησα, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔσπευσα νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας. Τὰ ἀποτελέσματα ἀπεδείκνυον, ὅτι ἡ διπλωματικὴ πορεία, ἣν ἐπροτίμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο ἡ καλλιτέρα· διότι τί ἄλλο ἠδυνάμην νὰ ἐξαγάγω ἐκ τῆς ἐπισήμου δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ῥητὴν ὑπόσχεσιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος περὶ ὡρισμένης ἐπεκτάσεως πρὸς βοῤῥᾶν καὶ νότον θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, ἢ ὅτι συνετελέσθη γεγονός, ἱκανοποιοῦν τὸν προσβληθέντα Ἑλληνισμόν; καὶ τοιοῦτον γεγονὸς δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ἄλλο, ἢ ὅτι οἱ Βούλγαροι ἐβιάσθησαν νὰ μεταβῶσι πέραν τοῦ Αἵμου καὶ περιορισθῶσιν ἐντὸς τῶν φυσικῶν αὐτῶν ὁρίων, τῶν ὁρίων δηλαδὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ προπάτορες ἡμῶν τοῖς ἐπέτρεψαν νὰ ἔχωσι μεταξὺ τοῦ Δουνάβεως καὶ τοῦ Αἵμου, διότι ἐντεῦθεν τοῦ Αἵμου, ἐὰν ὑπάρξῃ Βουλγαρία, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἑλλάς, οἵαν δικαιοῦται ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ ἐλπίζῃ. Παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ καὶ ἀνέμενον τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἀλλὰ ματαίως· οὐδὲν ἐφάνη, οὐδὲν ἐδηλώθη ἔτι καὶ σήμερον. Μετὰ τὴν πολεμικὴν ἑρμηνείαν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἣν ἔκρινε δέον νὰ ἀπαγγείλῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐν τῇ Βουλῇ διαβεβαιώσεις πρὸς τοὺς κ. Βουλευτάς, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξέφραζον δυσπιστίαν ἢ ἀμφιβολίαν, δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ μένῃ ἀδρανὴς ἐπὶ τόσους μῆνας. Μόλις εἶχε τολμήσει, νομίζω ὁ κ. Μεσσηνέζης, νὰ ἐκφράσῃ τινὰ μόνον δυσπιστίαν περὶ τῆς ἐνεργείας, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγείρετο καὶ ἔλεγε: «δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ ἀμφιβάλλῃς». Ἡ αὐτὴ ἀπάντησις ἐδίδετο εἰς πάντα ἐκφράζοντα ἀμφιβολίαν. Παρήρχοντο αἱ ἡμέραι, παρῆλθον αἱ διάφοροι προθεσμίαι, αἱ ταχθεῖσαι περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, καὶ ἀτυχῶς ἡ ἐνέργεια δὲν ἐγίνετο. Οὐδὲν κίνημα πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς Ἑλλάδος ἐτελέσθη, οὔτε ἐπὶ τοῦ Σερβοβουλγαρικοῦ πολέμου, οὔτε εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν, καὶ οὕτω ἐφθάσαμεν σύροντες καὶ συρόμενοι ἐπὶ ἓξ μῆνας εἰς τὴν 25 Μαρτίου, ὅτε τέλος πάντων σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἔσω καὶ ἔξω, ἀνέμενεν, ὅτι ἤθελε δοθῇ τὸ σύνθημα τῆς πρώτης ἐνεργείας τοῦ πολέμου. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη παρῆλθε καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶδεν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν προέβη ἡ Κυβέρνησις πρᾶξιν· τοὐναντίον, ὁ Πρωθυπουργὸς μετέβη, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ μᾶλλον εἰρηνικὸν ἔργον Κυβερνήσεως, διότι τί ἄλλο εἰρηνικώτερον θέλετε παρὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Κορίνθου καὶ Ναυπλίου; Αὐτὸ ἔμαθεν ἡ Ἑλλὰς τὴν ἁγίαν ἐκείνην ἡμέραν, καθ’ ἣν εὐλόγως ἀνέμενε τὴν πολεμικωτέραν ἀπόφασιν μετὰ παρέλευσιν 60 ἐτῶν βίου ἐλευθέρου. Δὲν κακίζω τὴν Κυβέρνησιν, διότι προσεκάλεσε τοὺς ἀπαλλαγέντας, ὅπως ἐκάκισεν εἷς τῶν συναδέλφων. Οἱ ἀπαλλαγέντες ἠδύναντο νὰ κληθῶσιν ὡς ἀγύμναστοι καὶ γυμνασθῶσιν· ἄλλως, ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιβάλλει τὴν κλῆσιν ταύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ σκοπὸς ἦτο ἡ μὴ ἐνέργεια ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, δὲν ἐπετρέπετο νὰ προσκληθῶσιν οἱ γεγυμνασμένοι ἄνδρες, τόσαι ἡλικίαι ἐφέδρων καὶ τεθῇ τὸ Κράτος ἐν ἐπιστρατεύσει· εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἠκούσθη ἐπιστρατεία ἐπὶ τοσούτους μῆνας. Ῥίψατε βλέμμα εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν· θὰ ἰδῆτε τοὺς μεγαλειτέρους πολέμους μεταξὺ τῶν μεγαλειτέρων ἐθνῶν, ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν καταπαύοντας· διότι σήμερον οἱ πόλεμοι δὲν γίνονται διὰ μισθοφόρων, πάντες οἱ πολῖται τῶν ἐθνῶν λαμβάνουσιν εἰς αὐτοὺς μέρος· οἱ πόλεμοι εἶναι ἐθνικοὶ, καλοῦνται πᾶσαι αἱ τάξεις καὶ οἱ ἐργάται καὶ οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι. Ἑπομένως ὕψιστον καθῆκον ἔχουσιν οἱ κυβερνῆται πάσης Χώρας, ὅπως ὅσον τάχιστα ἐξέρχωνται ἐκ τῆς πολεμικῆς θέσεως καὶ μὴ καταστρέφωνται αἱ οἰκογένειαι καὶ ἐπέρχεται καταστροφὴ καὶ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ πάσης παραγωγῆς τοῦ ἔθνους. Ἐὰν εἴχατε ἀπόφασιν ἐνεργείας, μόνον μετὰ χρόνον πολὺν ἠδύνασθε νὰ προσκαλέσητε τοὺς ἀπαλλαγέντας τῶν δύο πρώτων ἡλικιῶν, ὅπως γυμνασθῶσιν· ἔπρεπε πρὸς τούτοις νὰ προσπαθήσητε νὰ μὴ γίνωνται σκανδαλώδεις ἐξαιρέσεις καὶ νὰ μὴ δίδωνται ἀναῤῥωτικαὶ ἄδειαι κατὰ προτίμησιν, καὶ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν μεριμνᾶτε περὶ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ μόνον περὶ ὀλίγων ἀτόμων. Ὁ σεβαστὸς καθηγητὴς κ. Σαρίπολος σᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ἐπετρέψατε εἰς τὸν υἱόν του νὰ μὴ ἔλθῃ νὰ ὑπηρετήσῃ, ἐνῷ εἶναι ἐπίστρατος, παρὰ μόνον τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν κηρυχθῇ ὁ πόλεμος.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος τὸ ἐπέτρεψε;
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ λέγει εἰς τὰς ἐφημερίδας· ἰδοὺ τί γράφει: «ὅθεν ἅμα κηρυχθέντος τοῦ πολέμου, θέλει προσέλθει... πρὸς μὴ πρόωρον διακοπὴν τῶν σπουδῶν του.... καὶ οὕτως ἐννοεῖ ταύτην ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐποίησε διορισμοῦ τοῦ υἱοῦ μου κλπ.».
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ λέγει ὁ ἴδιος, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ τὸ ἐπετρέψαμεν.
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοιαύτην ἀπαίτησιν ἔχουν καὶ εὐλόγως ὅλοι οἱ Ἑλληνόπαιδες, πτωχοὶ ἢ πλούσιοι, ἰσχυροὶ ἢ ἀδύνατοι. Ἔπρεπε, λέγουν, νὰ μᾶς ἀφήσητε εἰς τὰ σπίτιά μας, καὶ ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα τοῦ πολέμου καὶ τὸν ἀπεφασίζετε, νὰ μᾶς εἰδοποιήσητε νὰ ἔλθωμεν· αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἐπιστράτευσις καὶ ὄχι νὰ καταστρέψητε χιλιάδας οἰκογενειῶν ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας· αὐτὸ ἦτο ἀσυγχώρητον. Καὶ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας κατήντησε λίαν εὔθικτος, ὥστε εἰς ἁπλῆν ἐπερώτησίν μου ἐπέπεσεν ἐναντίον μου, διότι ἐζήτησα ἁπλᾶς τινας πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἐσύστησαν καὶ οἱ συνεπαρχιῶταί μου καὶ πάντες ὅσοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ στρατὸς παραπονεῖται, κύριε Ὑπουργέ, διότι δὲν βλέπει ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην· φέρετε τὰς καταστάσεις τῶν ἐξαιρεθέντων ἐν γένει μέχρι σήμερον, τῶν λαβόντων ἀδείας ἀναῤῥωτικάς, τῶν ἀποσπασθέντων εἰς ἀνέτους ὑπηρεσίας καὶ παραμεινάντων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, τῶν καθυστερούντων, κατ’ ὄνομα καὶ κατ’ Ἐπαρχίαν, καὶ θὰ φρίξητε καὶ σεῖς ὁ ἴδιος διὰ τὰ γενόμενα.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μοὶ ἀπεδώσατε, ὅτι φατριάζω ἐν γνώσει.
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σήμερον ἐλθὼν ἐκ τῆς ἐπαρχίας του ὁ βουλευτὴς κ. Τζάνες, μοὶ εἶπεν ὅτι καλὰ ἔκαμα νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας γίνονται σκανδαλώδεις ἐξαιρέσεις. Οἱ ἐπίστρατοι μεταχειρίζονται διάφορα ὀξέα, τὰ ὁποῖα ῥίπτουν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς κατὰ προτροπὴν καὶ ὑπόδειξιν, καὶ ὅσοι ἔχουσι τὸ μέσον, ὡς λέγουσιν αὐτοί, ἐξαιροῦνται.
§55Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ κάμνουν οἱ ἴδιοι, τί πταίει ἡ Κυβέρνησις;
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, τοῦ ὁποίου δὲν ἀρνοῦμαι τὸν ζῆλον, ἔσφαλε, διότι ἀνέμιξε τοὺς γεγυμνασμένους μὲ τοὺς ἀγυμνάστους ἄνδρας, ἔστειλε δὲ τοὺς ἀγυμνάστους ἄνδρας μὲ θερινὰ ἐνδύματα δι’ ἀτμοπλοίων εἰς τὴν Χαλκίδα, οἵτινες ἔμειναν νήστεις καὶ ἐβράχησαν ἐκτεθειμένοι καὶ τὴν νύκτα εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἄλλους ἔστειλεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν μὲ θερινὰ ἐνδύματα τὸν χειμῶνα. Ἔπρεπε νὰ φροντίσητε, ὅπως οἱ γεγυμνασμένοι μεταβαίνωσιν εἰς τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον ἀνῆκον καὶ ὑπηρέτησαν καὶ ἐγνώριζον, διότι εἶχον τὸ φύλλον ἀορίστου ἀδείας καὶ νὰ μείνουν οὕτω εἰς τὰς ἕδρας τῶν νομῶν τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν, οἱ ἀπαλλαγέντες πάντες καὶ νὰ γυμνασθῶσιν ὡς ἀγύμναστοι. Ἀλλ’ ἐγένετο ὅλως τὸ ἀντίθετον· πολλοὶ γεγυμνασμένοι ἔμειναν εἰς τὰς Ἀθήνας, οἱ δὲ ἀγύμναστοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον λάβει ἔτι ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας, ἐστάλησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, διὰ νὰ γυμνασθῶσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος. Συνέπεια πάντων τούτων εἶναι αὐτὸς ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἀπορῶ πῶς ἐλανθάσθη καὶ ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Οἰκονόμου περὶ τῶν θανόντων. Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι ὁ καθρέπτης τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου. Σᾶς ὑποδεικνύει ὅτι ἐγένοντο μόνον 1044 ἀποβιώσεις, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογεῖ προσέτι, ὅτι μεταξὺ 63,000 ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσιν ἀσθενεῖς 52,000.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ περιτροπῆς τὰ αὐτὰ πρόσωπα.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σᾶς δείξῃ ἐνταῦθα διὰ διαιρέσεων καὶ ὑποδιαιρέσεων τὴν ἀναλογίαν τῆς θνησιμότητος, καὶ σᾶς λέγει ὅτι εἶναι 3 καὶ 2/10 τοῖς ἑκατὸν ὁ μέσος ὅρος, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπε πόσοι τοῖς ἑκατὸν εἶναι οἱ ἀσθενεῖς. Ἐπὶ τῶν 63,000 ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν, καὶ εὗρον ὅτι ἀνέρχεται ἡ ἀναλογία τῶν ἀσθενῶν πρὸς τοὺς ὑγιεῖς ὄχι εἰς 5 καὶ 10%, ὡς ἐν καιρῷ ἐπιδημίας, ἀλλὰ 82,5%!
§59ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς στρατιώτης συμβαίνει νὰ εἰσέλθῃ δὶς καὶ τρίς.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁμολογῶ ἐξοχώτατε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παράδοξον καὶ συμβαίνει, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκόμη χειρότερον· διότι, ὅταν εἰσέλθῃ τις δὶς καὶ τρὶς εἰς τὸ νοσοκομεῖον, θὰ εἰπῇ ὅτι πάσχει δεινῶς καὶ ὅτι ἦτο ἐλεεινὴ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν. Βεβαίως, κύριοι, ἡ πρόθεσίς μου δὲν εἶναι νὰ ἀποθαῤῥύνω τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, παριστῶν εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς σήμερον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ· εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν διαταχθῇ, θέλει πράξει τὸ καθῆκόν του, εἰς οἱανδήποτε κατάστασιν καὶ ἂν εὑρίσκηται. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἔχω ἐπιστολὰς ἀπὸ διάφορα κέντρα στρατοῦ, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἄκρατος ἐνθουσιασμὸς κατέχει τὸν στρατόν μας καὶ στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ πάντες ἀναμένουσι τὴν εὐλογημένην ὥραν, καθ’ ἣν θὰ δοθῇ τὸ σύνθημα τῆς ἐνεργείας. Δὲν κατακρίνω τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης· διότι ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ καὶ περὶ τούτου, κληθεῖσα, καὶ ἐγὼ ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον· διότι δὲν πείθομαι, ὅτι προσεκλήθη νὰ ψηφίσῃ τὰ 25,000,000, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ καὶ ἓν ἢ δύω νομοσχέδια περὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ταῦτα δύνανται νὰ διαβουκολῶσι τοὺς ἁπλουστέρους. Μὲ ἓν Διάταγμα ἠδύνασθε νὰ λάβητε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅσα ἠθέλατε ἑκατομμύρια. Τί θέλετε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὴν ὁποίαν ἀπεχαιρετήσατε τόσον ἐγκαρδίως, καὶ ἡ ὁποία πρὸ πέντε μηνῶν σᾶς ἔδωκε τὰ πάντα; Λάβετε, εἶπεν, ὅσα θέλετε, ἀλλὰ ἐμπρός. Δὲν εἴχατε τὸ θάῤῥος νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν τὸ ἐπράξατε μέχρι σήμερον, πῶς θέλετε νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι ἔχετε σκοπὸν νὰ τὸ πράξητε εἰς τὸ μέλλον; Ἡ γλῶσσα ὑμῶν καθ’ ἑκάστην μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι ἂν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ὠνομάσθη εἰρηνοπολεμικός, σεῖς εἶσθε πολεμοειρηνικοί. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς ἔδειξεν εἰλικρινῶς τὴν ὑποχώρησιν σήμερον ἐν τῇ ἰδέᾳ μέλλοντος πολέμου· εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ αἰτούμενος ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ μεμετρημένως· οὐχὶ σήμερον. Σεῖς λέγετε πόλεμον καὶ ἐννοεῖτε εἰρήνην. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ὑποδεικνύεται παρὰ μὲν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἔνοπλος εἰρήνη, παρὰ δὲ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πάνοπλος εἰρήνη; Ἓν προτέρημα ἔχει ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρότερον χρόνον, μὲ ὀλιγωτέρας δαπάνας. Ἐνῷ μὲ τὴν πάνοπλον εἰρήνην μόνον ὀλίγους μῆνας θὰ διατηρηθῶμεν, καὶ κατόπιν πλήρης ἀδυναμία καὶ νάρκωσις. Ῥίψατε ἓν βλέμμα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, καὶ θέλετε ἰδῇ, ὅτι κατὰ τὰς βεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 82 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔξοδα πράγματι εἰς 96 ἑκατομμύρια· ῥίψατε βλέμμα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἔσοδα πραγματικὰ πλέον τῶν 55 ἢ 57 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ ποίας ὑποχρεώσεις ἔχομεν; Ἡ πάνοπλος εἰρήνη, τὴν ὁποίαν μᾶς συμβουλεύετε, ἀπαιτεῖ δαπάνην μηνιαίαν 10 ἑκατομμύρια, ἂν δὲ διαδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνον 5 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν χρόνου. Μὲ τοιαύτας δαπάνας εἶναι δυνατὸν νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς; βεβαίως ὄχι. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἔλλειμμα βέβαιον 20 ἕως 25 ἑκατομμύρια, ὅπερ θὰ ἀποδείξῃ ἀνώτερον ἡ Κυβέρνησιν ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς τοῦ 1885 καὶ 1886, ἂν μείνῃ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι φέτος κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τὰ εἰσοδήματα τῶν τελωνείων ἠλαττώθησαν, παραβαλλόμενα πρὸς τὸ 84, κατὰ 600 χιλιάδας δραχμὰς, δηλαδὴ κατὰ 7 ἑκατομμύρια ἐνιαυσίως! Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων φόρων δὲν ἐλπίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν προϋπολογισθεισῶν αὐξήσεων, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔπαυσε νὰ παράγῃ καὶ ἑπομένως δὲν εἰμπορεῖ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα. Ἀφοῦ ἔχετε βεβαιωμένον, ὅτι οἰκονομικῶς εἴμεθα εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς ἐξαντλήσεως, ὅτι ἠλαττώθησαν τὰ εἰσοδήματα κατὰ τὸ τέταρτον, ἔχετε ἀνάγκην δαπάνης ἐνιαυσίας, ὡς ὁμολογεῖτε, 92 ἑκατομμυρίων, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων, καὶ θὰ εἰσπράξητε ἴσως 55, ποῦ θὰ εὕρητε τὰ ἄλλα χρήματα; θὰ δανεισθῆτε; μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν θὰ φάγετε τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπολείπονται, καὶ δὲν θὰ ἔχετε οὔτε λεπτὸν νὰ κινηθῆτε· καὶ τότε ἀτίμως ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀναγκασθῇ νὰ μείνῃ ἐν ἀδρανείᾳ ἕνεκα ἐλλείψεως χρήματος. Τὸ δὲ χείριστον, θὰ ἀναγκασθῶμεν, καί τοι εἰρήνην ἄγοντες, νὰ χρεωκοπήσωμεν· διότι, μὴ ἀπατᾶσθε, τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια ἀδυνατεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώνῃ εἰς τόκους καὶ χρεώλυτρα, νὰ ὑφίσταται δὲ καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας, ἃς περιέχουσιν οἱ τακτικοὶ Προϋπολογισμοί. Πολλοὶ κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατέφυγεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ μὴ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν συνετελέσθη τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, δὲν εἶχεν εἰς τὸ ταμεῖόν της χρήματα· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα εἶχεν ὑποχρεώσεις πολλῶν ἑκατομμυρίων· προσεπάθησε νὰ εὕρῃ χρήματα πρὸ τῆς πράξεως τῆς Φιλιππουπόλεως, ὄχι προβλέπουσα πόλεμον, αὐτὸ τὸ ὡμολόγησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων δι’ ἄλλας ἀνάγκας λίαν ἐπειγούσας καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ χρήματα. Ἓν καὶ μόνον μέσον ἔμενεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ σεῖς ἐὰν ἦσθε τότε εἰς τὰ πράγματα, δὲν θὰ τὸ ἐπράττετε, ἦτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσυμβούλευσεν ὁ κ. Συγγρὸς, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν συνέφερε καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ· ἐπρότεινεν ἀντὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων νὰ ἐκδοθῇ χαρτονόμισμα δύο, μιᾶς καὶ πέντε δραχμῶν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον κακῶς ἐγένετο κατόπιν διὰ 18 ἑκατομμύρια διὰ τῶν τριῶν Τραπεζῶν· αὐτὸ τὸ μέσον μόνον ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐπροτάθη καὶ οὐδὲν ἄλλο μέσον· καὶ ἠθέλατε ἔκτοτε νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα, νὰ τὸ εἴπωμεν μὲ τὸ ἀληθὲς ὄνομα, τοῦ καϊμὲ, ἐνῷ ὑπῆρχον τὰ χρήματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὄχι μόνον τὰ χρήματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπῆρχον καὶ μόνον ταῦτα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν οὕτω καὶ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ τῶν προτέρων, ὥστε σήμερον μικρὰν νὰ ἔχῃ διαφορὰν τὸ συνάλλαγμα. Περὶ τούτων ἐν ἐκτάσει ἄλλοτε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου ἐλάλησα ὑμῖν. Εἰς ἕνα δὲ συμφωνῶ πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἀντιπολίτευσιν, διαφωνῶν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ μόνη δικαιολογία τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι σήμερον αὕτη, ὅτι εὑρέθησαν δηλαδὴ τὰ χρήματα ἐν ταῖς Τραπέζαις, καὶ ἠδυνήθη τὸ Ἔθνος ἀντλοῦν ἐκεῖθεν χρήματα νὰ συντηρήσῃ τὸν στρατόν· ἄνευ τῆς δικαιολογίας ταύτης τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι ἀσυγχώρητον· μόνον διότι ἐχρησίμευσαν εἰς πραγματικὴν ἔκτακτον ἀνάγκην τοῦ Τόπου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλη προμήθεια χρημάτων παρὰ μόνον αὐτή. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἡ μεριμνήσασα περὶ τῆς εἰσόδου τῶν χρημάτων τούτων εἰς τὰ θυλάκια τῶν Τραπεζῶν· οὔτε εἶναι ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἐγίνετο τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ νὰ μὴ ὑπῆρχον τὰ χρήματα εἰς τὰς Τραπέζας· διότι ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ δάνειον, ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο καλλιτέρα καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν χρήματα. Χρήματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι, ὡς ἐκρότησε τὸ πυροβόλον ἐν Φιλιππουπόλει· μετὰ τὸ πραξικόπημα καὶ τὴν συγκίνησιν ἐν γένει τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ὄχι εἰς τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀναλογίαν πολὺ μεγαλειτέραν· ἀπόδειξις ὅτι σήμερον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εὕρητε δάνειον καὶ σᾶς ἔκαμον προσφορὰς τοκογλυφικάς, τὰς ὁποίας δὲν ἐπρότεινον τότε, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν Ἑλλὰς ἐπίσημος καὶ βασιλευομένη, παρὰ μόνον ὀλίγοι πολεμοῦντες εἰς τὰ ὄρη. Τότε ἡ Ἑλλὰς εἶχε πολὺ μεγαλειτέραν τὴν πίστιν παρ’ ὅ,τι ἔχει σήμερον αὐξηθεῖσα καὶ ἔχουσα παραγωγὴν καὶ τάξιν. Δὲν ἀποδέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναμένῃ κρείσσονας περιστάσεις. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐκτεθεῖ, ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἀναμένει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἱκανοποίησιν, ἥτις τῷ ὀφείλεται. Γεγονὸς ἤδη εἶναι ἀτυχῶς ἡ ἕνωσις τῆς Βουλγαρίας μὲ τὴν Ρωμυλίαν, ὅταν δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο συντελεσθῇ καὶ ἐπικυρωθῇ, ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν δύναται νὰ ἡσυχάσῃ, δὲν πρέπει νὰ ἡσυχάσῃ, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῇ. Ὑπάρχουν, κύριοι, βεβαίως τρόποι λύσεως· ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς συμβιβαστικῶς νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν της μετὰ τῆς Τουρκίας, διότι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, πολλὰ ἔχομεν κοινὰ τὰ συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ εἰς πάλην ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι κοινῶς θὰ συναγωνισθῶμεν. Ἠδύνατο νὰ λυθῇ συμβιβαστικῶς ἡ διαφορὰ καὶ δὲν ἐλύθη; ἀγνοῶ. Ἠδύνατο νὰ προταθῇ διαιτησία παρὰ Δυνάμεως φίλης, μὴ λαβούσης μέρος εἰς τὴν ἐκτύλιξιν τῆς ναυτικῆς ἐπιδείξεως καὶ τοῦ θαλασσίου ἀποκλεισμοῦ τῆς ἡρωϊκῆς μεγαλονήσου μας· τὴν πίεσιν ταύτην δικαιοῦμαι ὄχι μόνον νὰ ἀποκαλέσω παράνομον καὶ ἐναντίαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀλλ’ ἄδικον καὶ βάρβαρον ἐναντίον τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς Εὐρώπης. Ἡ δύναμις αὕτη, ἡ εὐγενὴς καὶ ἱπποτικὴ Γαλλία, δὲν ἔλαβε μέρος· ἡ Δύναμις αὕτη δύναται διὰ διαιτησίας, ἂν θέλῃ, ἂν ἀποφασισθῇ, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ἀλλ’ ἄνευ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ· δὲν ἔχομεν ἄλλην λύσιν, δὲν ἔχομεν ἄλλο στάδιον παρὰ τὸ στάδιον τοῦ πολέμου. Μὴ θέλετε δὲ, κύριοι, νὰ ἔχετε τὰ πάντα βέβαια καὶ ἀσφαλῆ· ὁ πόλεμος εἶναι ἓν κινδύνευμα, ὁ εἰσερχόμενος ἐν αὐτῷ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ, βεβαιωμένην τὴν νίκην. Ὅσον μάλιστα μεγαλείτεροι εἶναι οἱ κίνδυνοι, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὄχι μόνον διότι ἐκόπη ἡ τιμαλφεστέρα ἰδέα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὄχι μόνον διότι κτηνωδῶς χιλιάδες Ἑλλήνων ἤδη ἀναγκάζονται νὰ ἀλλάξωσι τὴν γλῶσσαν αὐτῶν καὶ νὰ ἀποδέχωνται τὸν Βουλγαρισμὸν ἐν τῇ Ῥωμυλίᾳ, περὶ τούτου δὲ οὐδεμίαν εἶδον ἰδιαιτέραν μέριμναν, ἀλλὰ καὶ διότι, κύριοι, δὲν γνωρίζομεν ποσῶς τὸ μέλλον. Ἂν σήμερον δείξῃ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅτι δὲν ἔχει δύναμιν, δὲν ἔχει ἀντοχὴν, δὲν ἔχει χαρακτῆρα καὶ ἀπόφασιν νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἄχ! τότε βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι θὰ σᾶς ζητήσωσι καὶ ἄλλα. Ἂν σήμερον ἁρπάζεται ἡ Ῥωμυλία, μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἁρπάσωσι τὴν Μακεδονίαν, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω δημοσίᾳ, ἔχω τὴν πληροφορίαν παρὰ προσώπου, ἐν τῇ διπλωματίᾳ κατέχοντος διακεκριμένην θέσιν, ὅτι ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας δὲν κρύπτει ποσῶς τὰς προθέσεις αὐτοῦ. Ὕπαγε, λέγει, εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰπέ τους ὅτι, ἂν περιμένουν ἀκόμη, ἐγὼ θὰ καταβῶ εἰς τὴν Μακεδονίαν πολὺ γρήγορα καὶ ὅ,τι θέλουν αὐτοὶ ἂς κάμουν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας εἰς τὴν Ἑλλάδα! Μεθ’ ὅλην τὴν εἰς τὸν στρατὸν προσλαλιάν του περὶ τῶν νικητῶν τοῦ Βυζαντίου! δὲν θὰ τραπῇ σήμερον εἰς Βυζάντιον· ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡ ὁδός του ἡ σημερινὴ ἢ ἡ μετ’ ὀλίγον μέλλουσα, εἶναι εἰς μακρὸν μέλλον, ἣν οὐδεὶς Βούλγαρος θὰ ἴδῃ ποτέ. Ἡ μετ’ ὀλίγον μέλλουσα ὁδὸς τῆς Βουλγαρίας ἡ κατακτητικὴ, ἡ παράνομος, ἡ βάρβαρος, ἂν θέλετε, εἶναι ἡ πρὸς τὴν Μακεδονίαν, ἡμεῖς δὲ θὰ μείνωμεν μ’ ὅλην τὴν νομιμότητα ὡς λαὸς νομιμόφρων καὶ ἀνατεθραμμένος διπλωματικῶς, θὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς μικρᾶς ταύτης Ἑλλάδος. Δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Ἑλλὰς, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ δείξῃ, ὅτι ἔχει καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν ὅπως ἀντιστῇ εἰς τοιαύτην λύσιν, οἵα τις ἐγένετο ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου. Ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ Ἑλληνισμὸς ὑποχωρήσῃ, νὰ ἠξεύρετε, ὅτι γενικὴ ἀπογοήτευσις θέλει ἐπικρατήσει καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, δούλην καὶ ἐλευθέραν. Ἐν μὲν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι δὲν θὰ ἔχητε πλέον στρατὸν, τάγματα, συντάγματα καὶ μεραρχίας, οὔτε ἔξωθεν θὰ ἔχετε ἐθελοντὰς καὶ χρήματα· καὶ τὴν συνδρομὴν ταύτην βεβαίως θὰ εἴχατε, ἂν ἐθεμελιοῦτο ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ βεβαίας δράσεως· οὔτε πρέπει νὰ κατηγορῆτε τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, διότι δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ῥίψῃ ἄπειρα ἑκατομμύρια, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴν βεβαιότητα περὶ τῆς ἐνεργείας σας. Καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἔχει ἀνάγκην ἔργων διὰ νὰ ἐνθουσιασθῇ καὶ σᾶς πιστεύσῃ, ἔργα δὲ ἀκόμη δὲν ἐπράξατε· ὥστε μὴ κατηγορεῖτε τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, μὴ κατηγορεῖτε οὐδένα, διότι ἕως τώρα ἡμεῖς πταίομεν καὶ οὐδεὶς ἕτερος. Τοιαύτας ἔχων πεποιθήσεις δὲν δύναμαι ἢ θερμῶς νὰ συστήσω τὴν ἄμεσον ἐνέργειαν. Ἐκφράζω εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν μὲ ἐμπνέει· δὲν μὲ ἐμπνέει, διότι δὲν παρέσχεν εἰς ἐμὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐνεργήσῃ ἢ ὅτι ἔχει εἰς τὸ μέλλον τοιαύτην. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κλῆσις αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἔχει προορισμὸν νὰ μετατοπίσῃ τὴν εὐθύνην, νὰ γένωνται ἐνταῦθα συζητήσεις καὶ νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἡ εὐθύνη ἀλλαχοῦ. Ἡμεῖς τοιαύτην εὐθύνην δὲν τὴν δεχόμεθα· τὴν εὐθύνην τῆς ἀπραξίας μέχρι σήμερον φέρετε σεῖς καὶ ἐκεῖνος, ὅστις σᾶς ἐκράτησεν ἐν τῇ Ἀρχῇ μέχρι σήμερον. Σήμερον ἐλπίζω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἐνόησεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ ἔχῃ εἰλικρινῆ ἀπόφασιν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἴδῃ ἄνδρας ῥέκτας καὶ τολμητίας.
§61ΤΙΝΕΣ. Ποῖοι εἶναι οὗτοι;
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ τοὺς ἰδῆτε, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἦναι θλιβερὰ ἡ στιγμὴ ἐκείνη ἀτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι, κύριοι, οἱαδήποτε ὀπισθοχώρησις θὰ ἔχῃ θλιβερὰς τὰς συνεπείας διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἂν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν δράσῃ ἡ Ἑλλάς, λυποῦμαι, κύριοι, διότι προβλέπω, ὅτι ἐν τῇ πατρίδι μας θὰ ἔχωμεν λυπηρὰς σκηνάς. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς φοβήσω καὶ νὰ σᾶς ὠθήσω εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε ὅτι φρικιῶ πρὸ τῆς ἰδέας τῆς ταραχῆς καὶ τῆς ἀναστατώσεως, τοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς ἀπελπισίας, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐν Ἑλλάδι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἱκανοποιηθῇ ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ. (Εὖγε, εὖγε, ἐπιδοκιμασίαι). (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
§64Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου, καὶ φῶς ἐζήτησα καὶ παρατηρήσεις ἢ διαμαρτυρίας ὑπέβαλον, καὶ γνώμην, ἣν δυστυχῶς τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν, ἀντίθετον πρὸς τὴν τότε κρατοῦσαν ἐτόλμησα νὰ ἐκφράσω. Ἀλλὰ φῶς δὲν ἐδόθη, αἱ παρατηρήσεις καὶ διαμαρτυρίαι ἐχλευάσθησαν, ἡ δὲ γνώμη μου περιεφρονήθη. Οὐ καιρὸς ὅμως ἐγκλήσεων, καὶ στρέφω τὸν λόγον ἐπὶ τὰ πράγματα, ἀπαισίαν ἔχοντα τὴν ὄψιν. Ἐπιτραπήτω μοι δὲ νὰ παρατηρήσω, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἁμαρτάνουσι, πράττουσι πρᾶξιν, ἣν ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, ὅσοι, καίτοι διατελοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐν γένει στάσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ἐσωτερικῶς τε καὶ ἐξωτερικῶς, καίτοι δὲν εἶναι οἱ πρὸς τοῦτο κεκλημένοι ἢ οἱ δυνάμενοι νὰ δράσωσιν, ἀναλαμβάνουσιν οὐχ ἧττον τὴν βαρυτάτην εὐθύνην, ὅπως ἐξωθήσωσι τὴν Χώραν εἰς τὸ δεινότερον τῶν ἀνθρωπίνων ἐγχειρημάτων. Ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ πολέμου ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς κρατοῦντας ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα καὶ ἱσταμένους ἀντιμετώπους πρὸς τοὺς ἐχθροὺς, καὶ τοῦτο ὅπως ἐνθαῤῥύνωσι τοὺς τυχὸν ἀποδειλιῶντας. Ἄξιοι δὲ καὶ θαυμασμοῦ εἰσιν οἱ ἐκπέμποντες αὐτὰς καθ’ ἣν στιγμὴν συρίζει ἡ ἐχθρικὴ σφαῖρα, ῥέει τὸ αἷμα καὶ πίπτει ὁ παραπλεύρως ἱστάμενος. Πλανῶνται, κύριοι, πλάνην λυπηράν, πλάνην παρατείνουσαν τὰς ὀδύνας καὶ τὴν ἀγωνίαν ἔθνους ὁλοκλήρου, ὅσοι ἐκ τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου πιστεύουσιν, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο ἐκλήθη τὸ δεύτερον εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ὅπως λύσῃ τὸ πάντων ὑπέρτερον ἐν πάσῃ κοινωνίᾳ ζήτημα, τὸ περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης. Δὲν πρόκειται ἡμῖν τοιοῦτο ζήτημα, οὐδ’ εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοῦτο ἡ Βουλή. Ἀπέχει δὲ καὶ πολὺ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν οἱ ἁρμόδιοι ἢ οἱ ῥυμουλκοῦντες θὰ σκεφθῶσιν ἐὰν ἔχωσι τὴν πρὸς τοῦτο ἐλευθερίαν καὶ τὴν δέουσαν ψυχραιμίαν, καὶ θ’ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ πρακτέου καὶ θὰ ἐκφέρωσιν, ἐὰν ἔχωσι τὸ πρὸς τοῦτο θάῤῥος, τὴν πολὺ βαρυσήμαντον λέξιν «ἐμπρὸς», τὴν δοξάζουσαν ἢ ταπεινοῦσαν τὰ Ἔθνη, τὴν σώζουσαν ἢ καταστρέφουσαν αὐτά. Ὅτι ἀπέχομεν τῆς στιγμῆς ταύτης, ἐναργῶς καὶ τρανῶς ἀποδεικνύεται ἔκ τε τῆς στάσεως τοῦ ἔργου τῆς παρασκευῆς καὶ συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν τοῦ Ἔθνους δυνάμεων, ἔκ τε τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, προνοούντων περὶ μέτρων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἀπαιτεῖ οὐκ’ ὀλίγον χρόνον, καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ ἐν τῷ Σώματι τούτῳ συζητήσεις, τῆς Κυβερνήσεως πρωτοστατούσης καὶ ἐπιδεικνυούσης Σπαρτιατικὴν ἀδιαφορίαν. Πρόκειται δ’ ἡμῖν μόνον, κύριοι Βουλευταί, ζήτημα περὶ νέων θυσιῶν ζητουμένων παρὰ τοῦ Ἔθνους, θυσιῶν εἰς ἄνδρας καὶ εἰς χρῆμα, θυσιῶν ἀνυπολογίστων καὶ σκληρῶν! Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ, αἱ πέντε τῶν ἐφέδρων ἡλικίαι, οἱ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν ἐθελονταὶ, οἱ γενόμενοι ἐν τῷ στρατῷ πολυπληθεῖς προβιβασμοί. Δὲν ἀρκοῦσιν ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὰ ἐκ ταύτης δυσβάστακτα βάρη, τὰ μονοπώλια, οἱ νέοι φόροι βαρεῖς καὶ ἀλόγιστοι, τὰ πατριωτικὰ δάνεια, αἱ εἰσφοραὶ, πάντα ταῦτα ἐξαντλήσαντα ἤδη οἰκονομικῶς τὸ Κράτος. Ζητοῦνται ἤδη δύο ἔτι ἡλικίαι ἐφέδρων, νέα καταθλιπτικὰ δάνεια, νέοι ἐν τῷ στρατῷ προβιβασμοὶ κατὰ χιλιάδας ἀριθμούμενοι, ζητεῖται τουτέστιν ἡ εἰς ἀπόγνωσιν καταδίκη οὐκ ὀλίγων ἔτι οἰκογενειῶν, καὶ ἡ συμπλήρωσις τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Χώρας ὀλέθρου ἔν τε τῷ παρόντι καὶ τῷ μέλλοντι. Τίνος δ’ ἕνεκεν, καὶ πρὸς τί αἱ νέαι αὗται θυσίαι τοσαῦται καὶ τηλικαῦται; Ἐῤῥυμουλκήθημεν καὶ πάλιν, καὶ ὅθεν δὲν προσεδοκᾶτο καὶ δὲν ἐπετρέπετο. Δὲν ἐπείσθημεν ἴσως ἔτι ῥυμουλκοῦντες καὶ ῥυμουλκούμενοι, ὅτι ἡ πολεμικὴ ἡμῶν περιβολὴ ὅσον πάνοπλος καὶ ἂν ἦνε, οὐδένα πλέον φοβίζει. Δὲν κατενοήσαμεν ἴσως, ὅτι τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πράγματα δὲν ἀποπλανῶσι πλέον οὔτε τὸν λαὸν, οὔτε τὸν στρατὸν, δὲν ἱκανοποιοῦσι πλέον τοὺς προτιμῶντας τὸν θάνατον τῆς παιζομένης τραγικοκωμῳδίας. Ὄχι δὲν πρόκειται περὶ πολεμικῶν ἐγχειρημάτων σπουδαίων, λελογισμένων, ἀξίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ ἔν τε τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῷ κόσμῳ. Ἐὰν οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς ἦσαν ἄνδρες τολμημάτων, θὰ μετέβαλον πολιτικὴν ἀπὸ τῆς 23 Ἀπριλίου 1885, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια ἔπαθε τὸ πρῶτον ἐν Φιλιππουπόλει καίριον τραῦμα· ἐὰν ἦσαν ἄνδρες τολμημάτων, θὰ προέβαινον εἰς τοιοῦτον, ἢ ἅμα τῇ δευτέρᾳ ἐν Φιλιππουπόλει Βουλγαρικῷ τολμήματι, ἢ συνεννοούμενοι καὶ συμπράττοντες μετὰ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν, ἢ προκαλοῦντες τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν τῆς ἡρωϊκῆς νήσου διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὸ πέλαγος αὐτῆς τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου, ὅτε ἡ Ὑ. Πύλη αὐθαδέστατα προσενεχθεῖσα, ἠπείλησε τὴν ἀπέλασιν τοῦ ἐν Χανίοις Προξένου καὶ ἔθηκεν εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἅπαντας τοὺς ἐν Κρήτῃ προξενικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Χώρας, ἔχοντας τότε καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἐξεδήλωσε τὴν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ὁμόθυμον αὐτῆς θέλησιν, πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας. Ἤδη ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ μετὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἐκδήλωσιν δὲν ἐπιτρέπεται πλέον εἰς ἄνδρας, συναισθανομένους τὴν εὐθύνην τοιούτων τολμημάτων, οὔτε σκέψις, οὔτε λόγος περὶ πολεμικῶν ἐγχειρημάτων. Ἐὰν δὲ κρίνῃ τις ἐκ τῆς ὅλης πορείας τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν, πείθεται ἀδιστάκτως ὅτι καὶ ἐν τῇ ὑπουργικῇ σφαίρᾳ δὲν ἐγένοντο ἔκτοτε σκέψεις περὶ πολέμου· καὶ ἂν εἶχον οἱ κ. Ὑπουργοὶ τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκρούσωσι τὴν τῶν ῥυμουλκούντων ἀξίωσιν ὅπως προηγηθῇ τῆς ὑποχωρήσεως ἡ πρὸς δικαιολόγησιν δῆθεν αὐτῆς ἔργῳ ἐπέμβασις τῆς Εὐρώπης, θὰ ἐσώζοντο ὑποχωροῦντες ἔκτοτε καὶ θὰ ἔσωζον τὸν Τόπον ἐκ τῶν δεινῶν, ὅσα ὑπέστη, καὶ ἐκ τῶν ἀπειλουσῶν αὐτὸν καταστροφῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔσχον δυστυχῶς τὸ θάῤῥος τοῦτο. Ἰδοὺ διατὶ παρετάθη ἐπὶ τρεῖς εἰσέτι μῆνας ἡ ἄφρων πολιτικὴ τῶν βεβιασμένων καὶ καταστρεπτικῶν παρασκευῶν. Ἰδοὺ διατὶ ἐπιτείνεται αὕτη διὰ τῶν προβαλλομένων μέτρων καὶ διὰ τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου διαδραματιζομένων ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν προξενούντων εἰς ἅπασαν τὴν σωφρονοῦσαν κοινωνίαν. Γελοῖον δὲ καὶ νὰ ὑποτεθῇ κἂν, ὅτι ἄνδρες ἐχέφρονες σκέπτονται περὶ πολεμικῶν τολμημάτων ἤδη, ὅτε κραταιοὶ εὐρωπαϊκοὶ στόλοι κατέχουσι στρατιωτικῶς τὸ Κρητικὸν πέλαγος καὶ καταδικάζουσιν εἰς ἀπραξίαν τὸ δεξιὸν κέρας τῆς Ἑλληνικῆς παρατάξεως, τὰ ἡρωϊκὰ τέκνα τῆς μεγατίμου νήσου, τὰ καὶ μᾶλλον ἐμπειροπόλεμα ἐκ τῶν τῆς Ἑλλάδος τέκνων, ὅτε ἐξηντλήθη ὁ Τόπος οἰκονομικῶς, ὅτε ἀπογοήτευσις κατέλαβε τὸν στρατὸν ἡμῶν, καταδικασθέντα εἰς λυπηρὰν ἀπραξίαν ἐπὶ ἓξ ὅλους μῆνας, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀπεμονώθη, ἀπολέσασα τὰς συμπαθείας καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν, ἡ δὲ Τουρκία πολυτρόπως καὶ πολλαχόθεν ἐνθαῤῥύνεται καὶ ἐνισχύεται. Μεγάλως ἤθελον ἀδικήσει τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, ἐὰν ὑπελάμβανον ὅτι σκέπτονται σπουδαίως περὶ πολεμικῶν τολμημάτων ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Καὶ εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες Ὑπουργοὶ νὰ μελετῶσι τοιαῦτα ἐγχειρήματα, ὅταν ὁ βαρὺς ἐν τῇ παγκοσμίῳ πολιτικῇ Βίσμαρκ, ὅταν ὁ κατ’ ἐξοχὴν φιλέλλην Γλάδστων καταδικάζωσιν ἀποτόμως καὶ σκληρῶς τὸν Ἑλληνικὸν ἀγῶνα; Δὲν πρόκειται νὰ ὁδηγήσωμεν εἰς αὐτοχειρίαν Ἔθνος ὁλόκληρον. Ἄρα δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις. Ἄρα πᾶν ὅ,τι διενεργεῖται τανῦν καὶ πρὸ καιροῦ, διενεργεῖται ὅπως ἐπιτευχθῇ δεδικαιολογημένη ὑποχώρησις τῇ ἔργῳ ἐπεμβάσει τῆς Εὐρώπης, καὶ χάριν τῆς τοιαύτης ὑποχωρήσεως, τῆς δῆθεν ἐντίμου, ὑποβάλλεται ἐπὶ τρεῖς ἤδη μῆνας ὁ Τόπος εἰς τόσας θυσίας, καταστρεφούσας ἀνεπανορθώτως ἴσως τὴν ὑλικὴν αὐτοῦ εὐημερίαν, τὸ δὲ πάντων χείριστον γελωτοποιεῖται τὸ ὄντως ἀριπρεπὲς φρόνημα τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους! Καὶ δὲν ἀρκεῖ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ὑποχωρήσεως, καὶ καθίστησιν αὐτὴν ἔντιμον μόνη ἡ πρᾶξις τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τοῦ Κρητικοῦ πελάγους; Ἤρκεσεν ὅπως ὑποχωρήσῃ ἡ κραταιὰ Ῥωσσία ἡ κατάληψις τῆς Προποντίδος· δὲν ἀρκεῖ ὅπως ὑποχωρήσωμεν ἡμεῖς ἡ κατάληψις τῆς Κρητικῆς θαλάσσης; Τὰ δικαιώματα τῶν ἀσθενῶν εἰσι σεβαστὰ, οὐχὶ ὅμως καὶ πλέον τῶν κραταιῶν καὶ ἰσχυρῶν. Ἔντιμος, ἐντιμοτάτη θὰ ἦνε, κύριοι, ἡ ὑποχώρησις ὑπὸ τοιαύτας πιέσεις καὶ περιστάσεις, καὶ δέον νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις, περιφρονοῦσα τὰς ἀπειλὰς τῶν ἀξιούντων νὰ κυβερνῶσι τὴν Ἑλλάδα ἀνευθύνως διὰ διαδηλώσεων. Δὲν παραδέχομαι δ’ ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι τὸ πᾶν ἀπώλετο, ἐὰν μετὰ τὰς γενομένας πολλὰς θυσίας δὲν προβῶμεν εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ὃν τὰ πάντα ἤδη χαρακτηρίζουσιν ὡς πρᾶξιν ἐσχάτης ἀφροσύνης. Αἱ ὑπὸ τῆς φρονήσεως καὶ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμεναι ὑποχωρήσεις σώζουσι μᾶλλον ἢ καταστρέφουσι. Μέγα δ’ ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην βῆμα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν τοῦ Ἔθνους σύνταξιν καὶ παρασκευὴν, καίτοι δὲν εἶνε ἐπαρκὲς ὅπως δράσωμεν ἀποτελεσματικῶς. Ἐγνώσθη τίνι τρόπῳ καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς ἐφεδρείας. Ἠσκήθη ὁ στρατὸς ἡμῶν κατὰ πρῶτον ἤδη εἰς γενικὰ γυμνάσια. Ἐδιδάχθημεν ἐν μέρει τὰ τῆς κινητοποιήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ πολλὰ ἄλλα στρατιωτικὰ διδάγματα χρήσιμα. Ἐπολλαπλασιάσθη τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου. Ἐγένοντο πολλὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, τὰ δὲ τῆς ἀμύνης μέσα εἶναι ὅσον καὶ τὰ πρὸς ἐπίθεσιν ἀναγκαῖα. Ταῦτα πάντα ἔδει νὰ προηγηθῶσι καὶ ἄλλα ἔτι πάσης ἀποφασιστικῆς δράσεως, καὶ μέγα τὸ ἐξ αὐτῶν ὄφελος καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἄρα δὲν ἀπέβησαν μάταιαι, χρήσιμοι τοὐναντίον ἔσονται αἱ χάριν αὐτῶν γενόμεναι δαπάναι, ἀποτελοῦσαι σπουδαῖον τοῦ μέλλοντος ἐφόδιον. Ἐὰν ἤδη, ὑπείκοντες εἰς τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνάγκην καὶ εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φρονήσεως, ἀναβάλωμεν εἰς ἄλλους καιροὺς μᾶλλον εὐθέτους τὸ ἐθνικὸν ἔργον, δεικνύοντες οὕτω συγχρόνως, ὅτι περὶ πλείστου ποιούμεθα καὶ τὰς συμβουλὰς Δυνάμεων, πρὸς τὰς ὁποίας πολλὰ ὀφείλομεν καὶ παρὰ τῶν ὁποίων πλείονα προσδοκῶμεν, κέρδος ἔσεται ἐκ τούτων ἡμῖν καὶ πολὺ μεῖζον τοῦ ἐκ τῆς βεβιασμένης δράσεως, ἔστω καὶ ἐπιτυχοῦς. Ὅθεν νὰ ὑποχωρήσωμεν ἤδη, ἀποδίδοντες εἰς τὸν Τόπον τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἡσυχίαν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἀνορθώσῃ τὸ παρὸν καὶ προετοιμάσῃ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ πραγματώσῃ αὐτὸ ἐν δέοντι, ἀποφεύγοντες οὕτω καὶ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ὑποχωρήσωμεν ὑπὸ περιστάσεις μᾶλλον λυπηράς.
§65Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ κατηγορούμενοι κατήγοροι, οἱ ἐργάται τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, οἱ καταστροφεῖς τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατηγοροῦσι τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπὶ ἀδρανείᾳ, κατηγοροῦσιν αὐτοὺς ἐπὶ ἀφιλοπατρίᾳ! Παράδοξος ἀντιστροφὴ τῶν ὅρων! Ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ ἐκτραγῳδουμένη σήμερον κατάστασις, τίνες εἰσὶν ἄξιοι κατηγορίας καὶ δίκης, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος, ὡς ἄλλοι Ἱερεμίαι θρηνοῦντες, ὑβρίζουσι τὴν Ἑλλάδα καὶ ζητοῦσι δίκην παρὰ τῶν ἀθώων, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄνευ πόρων, ἄνευ οὐδενὸς μέσου, ἄνευ χρόνου ἱκανοῦ, κατώρθωσαν ὅ,τι ἤδη ἔχομεν; Τί λέγουσιν οἱ κατήγοροι σήμερον; Ὄτι ἡ Ἑλλὰς οἰκονομικῶς εἶναι κατεστραμμένη, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι οἰκτρά! Καὶ ποῖοι λέγουσι ταῦτα; οἱ διοργανωταὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν τῆς Χώρας, οἱ πρὸς δημοκοπίαν καταργήσαντες τὴν δεκάτην, οἱ μειώσαντες τὴν στρατιωτικὴν θητείαν, οἱ ἀφήσαντες ἐλευθέραν τὴν Θεσσαλίαν μετὰ τὴν ἕνωσιν παντὸς φόρου καὶ αἵματος καὶ χρήματος, οἱ ἐξαντλήσαντες ἑπομένως οἰκονομικῶς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐξασθενίσαντες στρατιωτικῶς αὐτὴν παραπονοῦνται σήμερον διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἑτοίμη νὰ δράσῃ, ἅμα ὡς ἐγένετο τὸ Βουλγαρικὸν πραξικόπημα! Ἀφοῦ ὅμως σήμερον λέγουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δράσῃ, ἀφοῦ σήμερον συμβουλεύουσιν ὑποχώρησιν καὶ εἰρήνην, νομίζουσιν οἱ ἀγαθοὶ ὅτι ἦτο καιρὸς τότε δράσεως, ἐνῷ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετοῦς αὐτῶν διοικήσεως εἶχον ἐξαντλήσει ὅλον τὸ ὑλικὸν, ἐνῷ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τραφῇ ἐπαρκῶς ἐν εἰρήνῃ ὁ ὑπάρχων τότε ὀλίγος στρατός; Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκστρατεύσῃ καὶ σιτισθῇ ἐν ξένῃ Χώρᾳ μηδενὸς μέσου, ὡς προεῖπον, ἀπολειφθέντος; Στρατὸς, λέγουσιν, ἐκ 14 χιλιάδων ἀνδρῶν ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα, ὡς νὰ εἶχον τὸν στρατὸν τοῦτον οἱ διοργανωταὶ αὐτοῦ συγκεντρωμένον εἰς στρατόπεδα, γυμναζόμενον καὶ ἕτοιμον εἰς πρώτην διαταγὴν νὰ ἐκκινήσῃ καὶ καταλάβῃ Χώρας! Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσῃ χρόνος διὰ νὰ συγκεντρωθῇ· ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι χρήματα διὰ νὰ κινηθῇ· ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ συγκοινωνία διὰ νὰ χωρήσῃ ἐκεῖ ὅπου ἐστέλλετο. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐχθρὸς δὲν ἠδύνατο ἐπίσης νὰ συγκεντρώσῃ ἰσαρίθμους ἢ καὶ διπλασίας καὶ τριπλασίας δυνάμεις; Ἀφοῦ οἱ κατήγοροι σήμερον ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχει ἤδη τριπλασίας δυνάμεις, δὲν θὰ ἦτο φοβερὸν—καὶ δυνατὸν ἂν ἦτο καὶ αἱ 14 αὐταὶ χιλιάδες στρατοῦ νὰ ἐξαπεστέλλοντο ὅλαι εἰς μάχην, νὰ παρίσταντο ἅπασαι ἐκεῖ—ἐὰν στρατὸς ἐχθρικὸς ἐκ 40 χιλιάδων ἐπήρχετο κατ’ αὐτῶν ἵνα προσπαθήσῃ νὰ τοὺς ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν καταληφθεισῶν θέσεων, ἡμεῖς δὲ νὰ μὴ δυνάμεθα μηδὲ νὰ σιτίσωμεν τὰς ἡμετέρας; Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο προδοσία; Καὶ τολμῶσι νὰ κατηγορῶσιν οἱ ἀγαθοὶ, διότι δὲν κατελήφθησαν ἀμέσως αἱ χῶραι! Ἀλλὰ τέλος πάντων παρῆλθεν ἱκανὸν διάστημα ἔκτοτε, ἔχετε ἓξ μῆνας εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν, τί ἐπράξατε; Ἀφοῦ ἐξηντλήσατε τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ, ἃς ἡ πατριωτικὴ τῶν προκατόχων σας μέριμνα εἶχε πληρώσει, ἀφοῦ ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὸ θυελλῶδες ἐθνικὸν μέλλον, ὅπερ ἡ πολιτική σας ὀξυδέρκεια προεῖδε, περὶ οὐδεμιᾶς ἐφροντίσατε ἀναπληρώσεως τοῦ ὁλονὲν ἐξαντλουμένου ὑλικοῦ—καὶ πάντα ταῦτα εἰσὶν αὐθεντικῶς βεβαιωμένα—ἀφοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν μόλις στιγμήν, κατὰ τὰς ὑστάτας τοῦ κυβερνητικοῦ βίου σας ἡμέρας δὲν ἐμεριμνήσατε περὶ προμηθείας ὑλικοῦ ἀναγκαίου διὰ τοὺς ἄνδρας τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, ποῦ ἠθέλατε νὰ εὕρωσιν ἀμέσως οἱ διάδοχοι ὑμῶν τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν διὰ τοὺς ἐπιστράτους, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσαν ὑπὸ τὰ ὅπλα, πῶς ἠθέλατε νὰ τοὺς ἑτοιμάσωσιν ἀμέσως καὶ τοὺς ἀποστείλωσι πρὸς ἐπίθεσιν: Ὅταν ἐφυγαδεύθης, βουλευτὰ τοῦ Μεσολογγίου, ἐκ τῆς Ἐξουσίας, διότι δὲν εἶχες χρήματα ν’ ἀνταποκριθῇς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, νομίζεις ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ πλουτήσῃ τὸ ταμεῖόν της, καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀμέσους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι τῇ ἐπεβάλλοντο ἐκ τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ δράσῃ; Ἀλλὰ λέγουσι, διατί τότε συνεκάλεσες τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν ἐπιστράτων; Ἡ Σερβία ἦτο ἐν τοῖς συνόροις, τὰ πράγματα ἐπεῖγον, αἱ περιστάσεις οἰωνίζοντο ἐπικειμένην δρᾶσιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν ἐπιστράτων καὶ μεριμνήσῃ ἐν Εὐρώπῃ περὶ προμηθειῶν. Ἐπίστευεν, ὅτι δὲν ἤθελε κινηθῆ ἡ Σερβία, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ ἐν μέσῳ χειμῶνος, ὅτι θὰ ἐδίδετο καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἑτοιμασθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων. Καὶ λέγουσι σήμερον, ἀφοῦ πάντες γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος νὰ κινηθῶσιν οὔτε πυροβόλα, οὔτε οἱ ὁπλῖται, οὔτε ἱππικόν, οὔτε μεταφορὰ ὑλικοῦ νὰ συντελεσθῇ, λέγουσι, διατί δὲν ἐδράσατε μέχρι σήμερον; Διατί ἔχετε ὑπὸ τὰς σημαίας ταλαιπωρουμένους τοὺς ὁπλίτας; Δόσατε δίκην σεῖς, λέγουσι πρὸς τοὺς κυβερνήτας, οἱ σημαιοφόροι τῆς ὑποχωρήσεως, διότι ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν ταύτην· (εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν). Αὐτοὶ (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) διὰ τὰς πράξεις ὑμῶν νὰ δώσωσι σήμερον δίκην, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν πολυτρόπως διαχειριζόμενοι καὶ ἐξυπηρετοῦντες τὸ ζήτημα, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσωσιν ἐν ἐκκρεμότητι τὴν κατάστασιν, ἄχρις οὗ δυνηθῶσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν ἐθνικὴν παρασκευήν, αὐτοὶ νὰ δώσωσι δίκην διὰ τὰς πράξεις ὑμῶν; Ἡ Πολιτικὴ, κύριοι, εἶναι ἀλήθεια· πολιτευτὴς ὅστις δὲν στηρίζει τὴν πολιτείαν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀλήθειαν, πίπτει, συντρίβεται. Καὶ ἔπεσεν ὁ Τρικούπης, διότι δὲν ἐστήριξε τὴν πολιτείαν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι ἀνελθὼν εἰς τὴν Ἐξουσίαν δὲν ἔπραξε τὸ ἀγαθόν. Καὶ θὰ συντριβῇ ἔτι μᾶλλον ὁ Τρικούπης τὴν αὐτὴν συνεχίζων πολιτείαν. Εἰς ὁμοίας περιστάσεις διατελοῦμεν, ὁμοίας, ἐκείνων, τὰς ὁποίας διήλθομεν, ὅτε ἄλλος ἐκλιπὼν δυστυχῶς πολιτευτής, διηύθυνε τὰ τῆς χώρας. Καὶ τότε τὰ τῆς Ἀνατολῆς εἶχον συνταραχθῆ καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς ὁμόθυμος νὰ ἐνεργήσῃ ἐγένετο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν ἐκ διαφωνίας. Τὴν ἱστορίαν της τὴν γνωρίζετε. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἦτο καὶ τότε εἰρηνικός, ὅπως καὶ κατόπιν εἰρηνικώτερος, ταχθεὶς ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, κατώρθωσεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μὲ τὴν εὐστροφίαν, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, νὰ συναρπάσῃ τὴν γνώμην ὑμῶν καὶ ῥίψῃ τὸν διάδοχον Κυβερνήτην, ἀνακράζων πάσῃ δυνάμει ὅτι Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν ὑπῆρχε. Καὶ τότε ὁ γέρων ἐκεῖνος ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεώς του εἶπε πρᾶξον ὅ,τι θέλῃς, ἀλλὰ σὲ ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, μὴ δαπανήσῃς τὸ χρῆμα, μὴ διαλύσῃς τὸν στρατὸν, διότι τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς τὴν λύσιν του. Ὄχι, ἐπέμενεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, δὲν ὑπάρχει ζήτημα καὶ εἰργάζετο ἀκόμη ἡ Βουλή, ὅτε τὸ ζήτημα ἐλύθη. Ἔπεσεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ὁ γέρων ἐκεῖνος. Εὗρε πανταχοῦ ἐρημίαν, εὗρε τὸν στρατὸν γυμνὸν, διότι τότε εἶχε καλέσει ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς τὴν ἐπιστρατείαν, γενόμενος πολεμικὸς. Οὔτε χρήματα εὗρε, δὲν εὗρε δὲ καὶ τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἀκμῇ ὅπως τὸ ἀφῆκε καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ δραστηρίως τὴν ἐργασίαν, ὅπως καὶ μετὰ τὴν Οἰκουμενικὴν, ὅτε δὲν εὗρε ζήτημα καὶ τὸ ἐγέννησε καὶ ἐπολέμησε καὶ δὲν ὑπεχώρησεν. Ἀλλὰ διέστρεψε καὶ τότε τὰ πράγματα ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ παρίστατο πολεμικὸς, κατηγορῶν τὸν πολεμήσαντα (εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν). Ἀπεκάλει τὸν Κυβερνήτην ἐκεῖνον προδότην, διότι ὑπεχώρησε! Πότε, κύριοι, ἐνθυμηθῆτέ το καλῶς, ὅτε ἡ Τουρκία ἠδυνήθη νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὸν κολοσσὸν, τὴν Ῥωσσίαν, ἔχουσαν μεθ’ ἑαυτῆς τὴν Βουλγαρίαν, τὸ Μαυροβούνιον, τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ῥουμουνίαν· ὅτε εἶχε στόλον, ὅτε εἶχε τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ αὐτῆς! Ἡ δὲ Ἑλλὰς τότε οὔτε στόλον εἶχεν, οὔτε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἐπὶ τῶν ὅπλων, οὔτε ἦτο τοιοῦτος ὁ στρατὸς αὐτῆς, οἷος εἶναι σήμερον, τὸ δὲ ὑλικὸν πολέμου εἶχε κατασχεθῆ εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὤ, τότε ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀπεκάλει τὸν Κουμουνδοῦρον προδότην· τότε ἔλεγεν, ὅτι ἠτίμασεν ἐκεῖνος τὴν Ἑλλάδα· τότε ἔλεγεν, ὅτι κατεδίκασεν εἰς ἀτίμωσιν καὶ ἐντελῆ ἀπραξίαν αὐτὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὡς καλὸς στρατηγὸς ἐσκέφθη, ὅτι διὰ νὰ πολεμήσῃ ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν μόνη πρὸς μόνην ἦτο παράτολμον, ἀσύνετον, ἀναμένων δὲ καταλληλοτέραν στιγμὴν, ἐξώπλιζε καὶ ἐνίσχυε τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, ἵνα παρέλθῃ καὶ ὁ χειμών! Ἀλλὰ διὰ νὰ δημιουργήσῃ ζήτημα δὲν ἔμενεν ἀργὸς· ἐποιεῖτο ἁψιμαχίας πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ὅταν ὁ Τερτίπης, ὅταν ὁ Στεφάνου εἰς τὴν Ἤπειρον, ὅταν ὁ Μήτσας καὶ ὁ Ἀξελὸς, ὅταν ὁ Ἰσχόμαχος, ὅταν ὁ Μπέλος, ὁ Πετούσης καὶ Κουκούλεζας, ὅταν ὁ Καρτάλης καὶ Κοντογιάννης, ὅταν ὁ Φιλάρετος καὶ Καλαμάρας καὶ Ζουλούμης καὶ τόσοι ἄλλοι ἀντιμετωπίζοντο πρὸς τὸν ἐχθρὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅταν ἐγένοντο αὐταὶ αἱ ἁψιμαχίαι, ὁ Τρικούπης ἔλεγεν ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἐπολέμει! Ἐκεῖ τότε ἐτιμήθησαν τὰ ὅπλα τὰ Ἑλληνικὰ, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦλθεν εἰς συνθηκολόγησιν πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας καὶ ὄχι πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ἐκράτησεν ἐκεῖνος ὑψηλὰ, διότι ἔπεισε τὴν Εὐρώπην νὰ συνθηκολογήσῃ πρὸς ἐπαναστάτας, προφυλάσσων τὸ Ἔθνος ἀπὸ πᾶσαν ἀποτυχίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἐκείνων τῶν ἀψιμαχιῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρους τῆς Ἠπείρου. Δὲν ὑπεχώρησε λοιπόν· ἔκαμε μόνον ἀνακωχὴν, διὰ νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς τὸν καιρὸν νὰ πολεμήσητε, πλησιέστερον εὑρισκόμενοι καὶ ἔχοντες πάντα τὰ ἐφόδια. Ἀλλὰ ἀνέστρεψε καὶ τότε τοὺς ὅρους ὁ κ. Τρικούπης, καὶ οἱ κατηγορούμενοι κατήγοροι παρεστάθησαν, καὶ τὸν πατριώτην ἀπεκάλεσαν προδότην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ προεκάλεσαν τὴν Βουλὴν εἰς ἀποδοκιμασίαν, τιμῶσαν τὸν ἄνδρα. Καὶ τώρα δὲ ζητεῖ νὰ φέρῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀτίμωσιν, τώρα, ὅτε τὰ πράγματα ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκονται εἰς κρείττονα θέσιν ἢ ὅτε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Ὅτε ἤλθομεν ἐνταῦθα, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης, προεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἣν δὲν ἐξέφρασε, διότι εἶχε πλήρη πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν παρέδωκε τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδὲν σπουδαῖον νὰ γίνῃ. Οὕτως ἄφινε τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς νὰ κυβερνήσωσιν ἕως ὅτου καταστραφῶσι καὶ νὰ ἐπανέλθῃ αὖθις αὐτὸς εἰς τὴν Ἀρχὴν ὡς σωτὴρ (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν). Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθὴς κατάστασις, κύριοι βουλευταί· ἐδῶ εἶνε τὸ ζήτημα καὶ ὄχι ἐκεῖ ὅπου τὸ περιστρέφουσι τόσας ἡμέρας. Ὅ,τι δὲ δὲν ἠδυνήθη ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος νὰ πράξῃ, ἐπιτιθεμένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἔρχεται νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὅ,τι θὰ γίνῃ ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς ὑπὸ τῆς Εὐρώπης διὰ τὴν διχογνωμίαν τῆς Ἑλλάδος ὀφείλεται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς εἶνε ὁ δράστης ὅλων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ πάθῃ ἡ Ἑλλάς. Μὴ ματαιοπονεῖτε, θὰ ἐργασθῇ ὅσον δύναται. Τὰς νυκτερινὰς συνεντεύξεις θὰ τὰς ἐπαναλαμβάνῃ ἕως ὅτου κατορθώσῃ τὸν σκοπόν του (χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν). Κύριοι, ἐὰν δὲν ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν διὰ τῶν παρασκηνίων ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ κακὸν ἐγένετο. Παρουσιάσαμεν ἐκ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως τὴν Ἑλλάδα ἀνίκανον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαια ἑαυτῆς, νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς, γυμνὸν τὸν στρατὸν καὶ ἐκτετραχηλισμένον. Δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς, ἐβεβαίωσαν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ δράσῃ, καὶ πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν. Καὶ ἂν ἔλθῃ ἡ εὐκαιρία, καθ’ ἣν προϊωνίζεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τὸ βῆμα ὅτι πρέπει νὰ δράσωμεν, μὲ ποῖον θάῤῥος θὰ μᾶς συνδράμωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑπὸ τὸν ζυγόν; Τί θὰ ἐλπίσωσιν ἀπὸ στρατὸν ἀσύντακτον, μὴ ἔχοντα διοίκησιν, μὴ ἔχοντα τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκστρατείαν; Βεβαίως δὲν θὰ ἐλπίσωσι τίποτε καὶ δὲν θὰ μᾶς συνδράμωσι. Τὸ δὲ σπουδαιότερον, ἐὰν ὑποχωρήσωμεν, ὅτι θὰ ζητήσωσι νὰ εὕρωσιν ἀλλαχοῦ προστασίαν, ἢ Βούλγαροι θὰ γίνωσιν, ἢ Ὀθωμανοὶ, ἢ Ῥῶσσοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ οἰκτρὰ, τὴν ὁποίαν προετοιμάζει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· αὐτὸ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος παρασκευάζει ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ὄχι ἀπὸ ὑστεροβουλίαν λαλεῖ, καὶ αὐτὸ τὸ σάβανον τὸ ἀποτρόπαιον ἔῤῥιψεν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Φωναὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων: Θεὸς συγχωρέσοι τὸν πατέρα σου· σὲ συγχαίρομεν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι σημερινή· εἶναι ἐκ κληρονομίας. Ὡς γνήσιος γόνος τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη καὶ τοῦ Μαυροκορδάτου τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἀκολουθεῖ ὁ Χαρίλαος. Ἀναγνώσατε τὴν ἱστορίαν, ὦ Ἕλληνες βουλευταὶ, καὶ θὰ ἴδητε, ὁσάκις διῴκησαν τὴν Ἑλλάδα, πῶς διῴκησαν αὐτὴν οἱ φέροντες τ’ ὄνομα Τρικούπης (θόρυβος ἀριστερά).
§68Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε τεθνεῶτας.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεβαστὲ φίλε μου κύριε βουλευτὰ, θὰ σᾶς παρακαλέσω σεῖς πρὸ πάντων νὰ μὴ μὲ διακόπτετε· ἔχω καθῆκον νὰ μὴ σᾶς πειράξω· ἐὰν ἐξαντλήσητε τὴν ὑπομονήν μου, θὰ εἶναι πολὺ πικρὸν διὰ σᾶς. Κύριοι βουλευταὶ, ἐγὼ ὁ νεαρὸς βουλευτὴς, ὁ λαμβάνων τὸ θάῤῥος σήμερον νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, θὰ λάβω καὶ τὴν τόλμην νὰ σᾶς παρακαλέσω ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος ἰδίως ὑμᾶς τοῦ τῆς πτέρυγος ταύτης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ μὴ δώσητε ψῆφον ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς εἰρήνης. Ἀφοῦ οἱ ἄρχοντες οἱ ἱκανώτεροι ἡμῶν δὲν πολιτεύονται ἠθικῶς, ἂς τοὺς διδάξωμεν ἡμεῖς νὰ πολιτεύωνται, ἀφοῦ χάριν τῆς Ἀρχῆς καὶ Πατρίδα καὶ τὰ πάντα παραδίδωσιν εἰς τὸν διάβολον, ἂς τοὺς συνετίσωμεν ἡμεῖς, ἐξοστρακίζοντες τὴν πολιτικὴν αὐτῶν. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἱκανοὶ ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τὸ ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον κατέρχεται μεθ’ ὁρμῆς, ὅπως ὑπῆρξαν οἱ παλαιότεροι ἡμῶν, οἱ σύντροφοι τοῦ Κωλέτη καὶ τοῦ Παλαμήδη, τουλάχιστον ἡμεῖς οἱ μικροὶ ἂς τοὺς συνετίσωμεν διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν, ἂς διδάξωμεν αὐτοὺς, ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν τὰς ἕδρας τοῦ Κοινοβουλίου κατεῖχον ἄνδρες ἀγαθοὶ, οἱ ἥρωες τοῦ 1821, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τὰς πονηρίας τῶν ἐγγραμμάτων, οἵτινες ἠδύναντο νὰ συναρπάζωσι τὰς καρδίας καὶ τὸν νοῦν αὐτῶν, διὰ νὰ ἐκτελῶσι τὰ κακεντρεχῆ καὶ ἐπίβουλα κατὰ τῆς Πατρίδος καὶ τῶν ἀτόμων μέτρα. Καὶ ἡ ἡμετέρα ἱστορία καὶ ὅλων τῶν Ἐθνῶν μαρτυρεῖ, ὅτι ἄνευ θυσιῶν, ἄνευ αἵματος οὐδὲν ἀποκτᾶται. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς αἰσθήματα δὲν ἔχουσιν, ἀλλὰ συμφέρον. Καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ ἔχωμεν τὴν σύμπραξιν αὐτῶν, ἐν ὅσῳ δὲν ἐργασθῶμεν, δὲν δράσωμεν, δὲν χύσωμεν τὸ αἷμα ἡμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς νὰ δώσητε πάντες ψῆφον ἐμπιστοσύνης οὐχὶ εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ εἰς τὴν ἰδέαν, ὑπηρετοῦντες μεγάλως τὴν Πατρίδα σήμερον, ἐμποδίζοντες οὕτως ὅ,τι τεκταίνεται πρὸ 15 ἡμερῶν, ἀναστυλόνοντες τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει. Δὲν θὰ πολεμήσῃ, λέγουσι πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐμπιστευόμεθα αὐτήν. Εἴμεθα πολεμικοὶ, λέγουσιν οἱ ὀπαδοὶ, οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Τρικούπη, διότι εἶναι Ἕλληνες καὶ αἰσθάνονται τὴν ζημίαν. Ἀλλ’ ἂς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δράσῃ καὶ θὰ ὑπερψηφίσωμεν ἀμέσως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλη πρόκλησις ἐπιζημιωτέρα διὰ τὴν Πατρίδα, παρὰ ἐπισήμως ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ν’ ἀναγγελθῇ ἡ στιγμὴ τῆς δράσεως; Καὶ τάχα δὲν χαρίζετε τοσοῦτον πατριωτισμὸν εἰς ἐκείνους, ὥστε, ἐὰν δὲν ἴδωσι δυνατὴν τὴν δρᾶσιν, ν’ αὐτοκτονήσωσι πολιτικῶς, διὰ νὰ σώσωσι τὴν Πατρίδα; Ἐὰν δὲ ἴδωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσι, πῶς ἀπαιτεῖτε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἀμέσως, ὅταν σεῖς καταγγέλλετε αὐτὴν ἀνίκανον νὰ δράσῃ καὶ ζητεῖτε τὴν ὑποχώρησιν; Καὶ κατηγοροῦσι τοὺς κυβερνῶντας ὅτι δὲν ἐνεργοῦσιν ἀμέσως, ἀφοῦ ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς εἶπεν: θέλω εἰρήνην καὶ πόλεμον, ἀφοῦ ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι θὰ κρατήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἐπὶ μακρὸν, ἕως ὅτου εὕρῃ εὐκαιρίαν! Πῶς θὰ τὴν κρατήσῃς, ἀφοῦ δὲν ἔχεις χρῆμα νὰ συντηρῇς τὸν στρατὸν, δὲν ἔχεις ἐπιμελητείαν, ὡς λέγεις; Κύριοι, τοιαῦται γνῶμαι δημοκοπικῶς ἐκτοξευόμεναι ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καταστρέφουσι τὴν Πατρίδα, τὴν προδίδουσιν. Ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὑπὸ τὸν ζυγὸν δὲν εὗρε ποτὲ τὴν εὔσπλαγχνον πρόνοιαν τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ ἑαυτῆς, οὔτε ἔστερξεν ἡ Εὐρώπη ποτὲ νὰ ἐλευθερωθῇ τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον πρὸς ὅλον τὸν κόσμον ἔδωκε διδάγματα αὐταπαρνήσεως καὶ ἡρωϊσμοῦ, ἀλλ’ ἀφίνει νὰ κρατεῖται ὑπὸ τὸν βαρὺν ζυγὸν βαρβάρου Κράτους, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ποτε προσέφερεν εἰς τὸν κόσμον, τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὰ φῶτα, τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, νομίζετε ὅτι, ἐὰν δὲν ἐνεργήσητε, θὰ ἔλθῃ μόνη της ἡ Εὐρώπη νὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ; ποτέ· εἶναι δόλωμα ῥιπτόμενον ἐκ τῶν χειλέων ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία ἡ ὀλιγοχρόνιος ἐπότισε τὴν Ἑλλάδα ποτήριον πλῆρες κωνείου, καὶ ἐξηγοῦμαι διὰ νὰ μὴ θεωρῶ ποταπὸς συκοφάντης. Ἐὰν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου δὲν ἐγίνοντο αἱ δωρεαὶ ἐκεῖναι, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλοντο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔξοδα ἐναντίον τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν τὰ ἓξ θωρηκτὰ ἤρχοντο, τὰ ὁποῖα εἶχε σύμβασιν ὁ μεταστὰς κυβερνήτης ἐκεῖνος νὰ φέρῃ μετὰ τριετίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῖα θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Πατρίδος, ἀφοῦ σήμερον ὁ μικρὸς αὐτὸς στόλος, τὸν ὁποῖον μόλις ἠδυνήθη ὁ κ. Ῥώμας καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης νὰ περισώσωσιν ἐκ τῆς καταστροφῆς, προκαλεῖ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον εἰς πολιτικὴν παράνομον καὶ βάρβαρον; Ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν ἀπάντησιν. Δὲν ἐσυκοφάντησα λοιπὸν, εἰπὼν, ὅτι ἐπότισε τὴν Ἑλλάδα ποτήριον πλῆρες κωνείου. Ἀλλὰ μὴ ἀπελπίζεσθε· οὐδὲν Κράτος εἶναι κατηρτισμένον στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Καὶ ἡ Γαλλία ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε πολλὰς ἐλλείψεις, καὶ ἡ Γερμανία ἡ νικήσασα. Καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συντεταγμένοι ἐντελῶς· ἔχομεν ὅμως ἀρκετὰ ἐφόδια, καὶ λέγω τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς παῤῥησίας καὶ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην· δέχομαι νὰ ὑποστῶ τὴν μεγαλειτέραν ἀτίμωσιν, ἐὰν, ὅ,τι λέγω δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἔχομεν ἀρκετὰ, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα ἐντίμως, καὶ ἔχομεν ἐνώπιον ὑμῶν ἐχθρὸν παραλελυμένον, λιποτακτοῦντα· ἔχομεν ἐχθρὸν πρὸ ἡμῶν ὄχι τὸν τῆς Πλεύνας, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’ Ἀσιατικὸν, νεοσυλλέκτους καὶ γυμνούς· ἔχομεν ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν συσσιτίων. Δὲν ἔχομεν 250,000 παρατεταγμένον ἐχθρόν· εἶναι ψεῦδος· ἔχομεν ἰσάριθμον ἐχθρὸν, μὴ ἔχοντα τὸ θάῤῥος καὶ τὴν πολεμικὴν ἡμῶν τέχνην. Ἔχομεν στόλον δυνάμενον νὰ κλείσῃ τὸν Τουρκικὸν εἰς τὸν ναύσταθμόν του. Ὁμιλῶ ὡς στρατιώτης διὰ νὰ ὑποδείξω πρὸς τὸν σεβαστὸν ταγματάρχην, ὅτι ὅσα κατήγγειλεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἐξετραγώδησε δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Δὲν εἶναι σήμερον ἡ ἰδία κατάστασις, ἥτις ἦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστρατείας. Καὶ ὠχυρωμένοι καλῶς εἴμεθα ἤδη καὶ ἐξωπλισμένοι κατὰ δύναμιν, καὶ ἐχθρὸν ἀνίκανον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Δὲν εἶναι ὅμοιαι αἱ περιστάσεις αἱ παροῦσαι πρὸς τὰς παρελθούσας. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις μετέβαλε πολιτικήν. Τότε ἡ Ἑλλὰς, ὡς εἶχον τὰ πράγματα, μονομαχοῦσα θὰ κατεστρέφετο, καὶ ὅμως ἀπεκάλεσαν προδότην τὸν Κουμουνδοῦρον, διότι δὲν ἐπολέμησε! Σήμερον, ὅτε ἡ Ἑλλὰς θὰ νικήσῃ, προκαλοῦσιν εἰρήνην καὶ καταδικάζουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δι’ ὅλων τῶν μέσων προσπαθοῦν νὰ παρουσιάσουν τὸ Κράτος ἄξιον τῶν περιστάσεων. Ὁμιλῶν ταῦτα, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φίλων τῶν θερμῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οἱ λόγοι μου δὲν ἔχουν κομματικὸν σκοπὸν, εἶναι φωνὴ πατριώτου, κρίνοντος οὕτω τὰ πράγματα. Τοιαύτης λοιπὸν οὔσης τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῆτε περὶ ὑποχωρήσεως; Δὲν εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις, ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες; Ἀποκληροῦμεν τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν προορισμόν μας. Ὄχι, ἑκατοντάκις ὄχι. Μὴ μὰ τὴν Πατρίδα ψηφίσῃ κανεὶς βουλευτὴς τὴν εἰρήνην, μὴ εἴπῃ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ τοὺς προστατεύσωμεν, μὴ εἴπωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἴμεθα Ἑβραῖοι! Ὑποστηρίξατε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κρατεῖ τὴν σημαίαν ταύτην, δώσατε εἰς αὐτὴν καὶ τὰ ἐπίλοιπα μέσα, καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς διπλωματίας νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἔλυσεν ἐκεῖνος, ὃν ἀπεκάλεσαν προδότην, ἀφήσατέ μας νὰ κολυμβήσωμεν εἰς τὸ αἷμα, νὰ ψηθῶμεν εἰς τὴν πυρὰν τοῦ Διάκου καὶ διὰ τοῦ ξίφους νὰ δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)