1885.12.08
2.722 στίχοι · 21.287 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1885.
(Κυριακὴ)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Παπανικολάου ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ βοσκῆς τῶν ζώων. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ Διαμάντω χήρα Θεοδοσίου Λεβέντογλη ἐκ Καλαμῶν παρακαλεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις κατὰ τὸ γῆράς της μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της. Ὁ ἐν Πειραιεῖ Ἰωάννης Γ. Καρατσᾶ καὶ Σία παραπονοῦνται κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐτέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ χορήγησις τοῦ ἄρτου τῶν πληρωμάτων τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν Βασιλικῶν πλοίων, παρακαλοῦν δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὰ δίκαια παράπονά των. Θέλει σταλῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1885 ἐκ δραχμῶν 60,000. Ὁμοίως εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχ. 220,000).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§3ΤΙΝΕΣ. Παραιτεῖται.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§5Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἐν γένει, καὶ ἰδίως περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡμῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ Ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα ἔλαβον εὐκαιρίαν νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ παρουσιάσω εἰς αὐτὴν τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν θέσιν, ὅπως ἐγὼ τὴν ἐνόουν. Ἀπέδειξα, νομίζω, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν γένει μὲν ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ δὲν εἶναι εὐάρεστος, ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὸ Ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα, ὅτι εἶναι ἀνησυχαστική· καὶ ἡ λέξις ἴσως εἶναι ἐλαφρὰ, διότι ἂν δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν περικυκλουσῶν αὐτὴν κρισίμων περιστάσεων, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι θλιβερὰ, καὶ ἀντὶ νὰ εἴπω ἀνησυχαστικὴ, δύναμαι νὰ εἴπω, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ταραχθῇ, ἐπικίνδυνος. Προπαρασκευαζόμενοι εἰς δρᾶσιν, πρώτιστα πάντων ἀνάγκην ἔχομεν χρημάτων, καὶ ἂν ταῦτα ἐλλείψωσιν ἡμῖν ἐν τῇ στιγμῇ τῆς ἐνεργείας, βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἀλλ’ αἱ ὁμιλίαι μου ἐκεῖναι ἀνεφέροντο εἰς ἴδια ζητήματα, καὶ τὸ κύριον θέμα αὐτῶν δὲν ἦτο τὸ οἰκονομικόν. Διὰ τοῦτο ὀφείλω ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαναλάβω εἰδικώτερον, ἐφ’ ὅσον δύναμαι τὰ περὶ τούτου. Εἶπον εἰδικώτερον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλω εἰσέλθει εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ἐν γένει φρονῶ, ὅτι ὁ μᾶλλον ἀκατάλληλος χῶρος, ἵνα αἱ λεπτομέρειαι αὗται συζητῶνται τελεσφόρως, εἶναι ἡ αἴθουσα τῆς Βουλῆς. Λεπτομέρειαι καταρτισθεῖσαι μετὰ μακρὰν καὶ σοβαρὰν μελέτην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρουσιασθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῆς εὐθύνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἶναι ἀδύνατον σπουδαίως καὶ ἐπωφελῶς νὰ τροποποιηθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον θεωρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἤθελεν εἶσθαι καὶ μὴ ἐπιτετραμμένη. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ θεραπεύσωμεν ἀνάγκας εἰδικὰς εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοπικῶν ἀναγκῶν· σήμερον πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὸ χρηματικὸν ἐν σχέσει, ἐπαναλαμβάνω, ἀδιασπάστῳ πρὸς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα. Ποία εἶναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ἡ κατάστασις σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο; ἡ κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκής· Κατὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1885 ἀνέρχεται εἰς 2,500,000 περίπου δραχμῶν. Ἀπεδείχθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον μόνον τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ ἀναβαίνει εἰς 5,000,000, καὶ ἀφαιρουμένων ἐσόδων τινῶν, ἅπερ δὲν ἀνεγράφησαν, εἶναι τοὐλάχιστον 4,000,000, ἀλλὰ 4,000,000 εἶναι τὰ ἀναγραφόμενα, γνωστὸν δὲ εἰς πάντας, γνωστὸν ἰδίως εἰς τοὺς διευθύναντας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, γνωστὸν ὅμως καὶ εἰς πᾶσαν τὴν Βουλὴν, ἥτις ἔρχεται πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν διὰ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων, ὅτι οὐδὲ τὰ ἔσοδα δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅλα διὰ τῶν εἰσπράξεων, οὐδὲ τὰ ἔξοδα ἐπαρκοῦσι συνήθως εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγραφομένων ἀναγκῶν. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ ἂν περιορίσωμεν εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τὴν ὑπέρβασιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἀναγραφομένου, θὰ φθάσωμεν ἀναντιῤῥήτως ὑπὸ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς ἓξ τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια· ἓξ δὲ ἑκατομμύρια ἔλλειμμα τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ βεβαίως δὲν εἶναι κατάστασις εὐάρεστος. Δὲν θὰ ἦτο ὅμως ἀνησυχαστική, ἂν παραπλεύρως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τακτικοῦ δὲν ἔκειτο καὶ ἄλλος, ὁ σπουδαιότερος καὶ ἐθνικώτερος, ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἔκτακτος. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἔκτακτος ἀναγράφει δαπάνας 62, νομίζω, ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐν ταῖς δαπάναις ταύταις ὑπάρχουσι μάλιστα καί τινες, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς τακτικοὺς Προϋπολογισμούς, ὅπερ αὐξάνει τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἔλλειμμα. Τὸ σημειῶ μόνον, ἀλλὰ δὲν περιλαμβάνω τὴν ἐπαύξησιν ταύτην· μόνον τὰ ἓξ ἑκατομμύρια εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ μᾶς ἀνησυχήσωσιν, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντας τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ἔκτακτον. Διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐκτάκτου τούτου Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν χρείαν ἀπόλυτον δανείου. Τὸ δάνειον δὲ τοῦτο, μόνον διὰ τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατείας μόνον, καὶ ὄχι διὰ τὰς ἀνυπολογίστους ἀνάγκας τοῦ πολέμου, πρέπει νὰ ἦναι οὐχὶ κατώτερον τῶν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὀνοματικῶν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀποδείξω τοῦτο, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις γινώσκει τὰς ἀνάγκας, τοσούτων ἑκατομμυρίων δάνειον προέτεινεν ἡμῖν. Διὰ νὰ προμηθευθῶμεν δὲ 100,000,000 δάνειον, ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον 6 τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ ἔλλειμμα ἑπομένως διπλασιάζεται καὶ ἀπὸ ἓξ ἀνέρχεται εἰς δώδεκα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα· καὶ αἱ προβλέψεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ὑπερέβησαν καὶ ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια, καὶ ἡ κατάστασις ἡ πραγματική, οὐχὶ τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ πραγματικὴ κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, θὰ παρουσιάσῃ μέγα ἔλλειμμα, ἴσως 20 ἴσως 25,000,000 δραχμῶν. Ταῦτα τὰ ἐλλείμματα, τὰ ἐνιαύσια ἁπλῶς καὶ παροδικά, οὕτως εἰπεῖν, ἐλλείμματα ταῦτα, ἔχουσιν ἀνάγκην δανείου καὶ ταῦτα πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν, πρὸς κάλυψιν αὐτῶν, καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων θὰ προσθέσῃ δύω ἴσως ἔτι ἑκατομμύρια εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἡμῶν κατάστασις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, παρεκάλεσα αὐτὴν ἐν ὀνόματι τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, νὰ μὴ διστάσῃ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν πόρων. Μᾶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον· τὴν ἐδώκαμεν. Τὸ δάνειον ὅμως ἔχει ἀνάγκην ἐγγυήσεων· ἂν τὰς λάβῃ ἀπὸ τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν, ἀφαιρεῖ τὸ ποσὸν τὸ ἀντίστοιχον ἀπὸ τὰς συνήθεις ἀνάγκας, καὶ αἱ συνήθεις ἀνάγκαι εἶναι ἐπιτακτικαί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ κακόν, τὸ κακὸν τουτέστιν, ὅτι τοιοῦτον παρουσιάζοντες Προϋπολογισμόν, δὲν παρέχομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἐκείνην τὴν πίστιν, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν συῤῥοὴν τῶν κεφαλαίων, καὶ ἡ ὁποία συντελεῖ τὴν συνομολόγησιν ἐπωφελῶν ὅρων. Ἀλλ’ ἂν ἦτο μόνον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἔλλειμμα, τὸ κακὸν τῆς σήμερον θὰ ἦτο ἴσως ὑποφερτόν, διότι μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωμεν περὶ τῆς φορολογικῆς καὶ οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ἐγὼ— καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ μελετήσαντες καλῶς τὸν Τόπον δὲν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἰδέαν ταύτην—μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωσι, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, διαῤῥυθμίζουσα τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς ταύτας καὶ εἰς πλείστας ἔτι ἀνάγκας. Τὸ μέγιστον κακὸν σήμερον εἶναι ἄλλο, εἶναι ὁ σάραξ, ὁ ὁποῖος καταβιβρώσκει τὰ σπλάγχνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ζητοῦμεν δάνειον εἰς χρυσὸν, καὶ πρὶν ἢ τείνομεν τὴν χεῖρα πρὸς εὕρεσιν αὐτοῦ, ὁ χρυσὸς εἶναι ὑπερτιμημένος κατὰ 25%. Εἰς πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα ἐξοικονομήσεις, παρεκκλίσεις, ὑπερβάσεις προσκομμάτων δύνανται ἴσως νὰ γίνωσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ χρῆμα ἀδύνατον νὰ γίνωσι ταῦτα. Εἶναι ἀδυσώπητον τὸ χρῆμα. Ἐπεθύμουν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνόει τοῦτο ἐγκαίρως, φρονῶ μάλιστα ὅτι καὶ σήμερον ἔτι δὲν παρῆλθεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος. Ἡ Βουλὴ σύμπασα αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην—εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ὑπάρχει βουλευτὴς, ὅστις νὰ μὴ τὴν συναισθάνηται— καὶ ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι πρόθυμος νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν αὐτῆς τὴν συνδρομήν. Θέλομεν μείνει ἐδῶ, ἀλλὰ τότε διὰ σπουδαῖα, μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον θέλομεν προθύμως ἐργασθῆ 5, 10 ἔτι ἡμέρας διὰ νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ φοβερὸν οἰκονομικὸν ζήτημα. Δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἀτομικὴ πρωτοβουλίαν τῶν βουλευτῶν, δὲν ἀνήκει εἰς αὐτοὺς ἀτομικῶς τὸ καθῆκον, διότι δὲν ἔχουσι τὴν δύναμιν, δὲν ἔχουσι τὰ στοιχεῖα, δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς βουλευτὰς τὸ καθῆκον νὰ ὑποδείξωσιν εἰδικῶς τοὺς πόρους· τοὺς πόρους ἀνευρίσκουσιν αἱ Κυβερνήσεις. Συζήτησις περὶ πόρων ἐκ μέρους βουλευτῶν ἀτομικῶς ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἁπλῶς τῆς διδασκαλίας, ἔχει δηλαδὴ χαρακτῆρα ἀνώδυνον, ἀλλὰ καὶ ἀνωφελῆ. Ὑποδείξεις δυνάμεθα μόνον νὰ κάμωμεν οἱ βουλευταὶ, τὰς γενικὰς γραμμὰς τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων δυνάμεθα νὰ σκιαγραφήσωμεν, ἀλλὰ τὸ οἰκοδόμημα τὸ οἰκονομικὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει νὰ ἀνεγείρῃ. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ λεγόμενα περὶ τῆς φορολογικῆς ἱκανότητος τοῦ τόπου, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δύναμιν φορολογικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολὺ μείζονα· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπωφεληθῇ τὸ Κράτος τῆς δυνάμεως τῆς κοινωνίας, ὀφείλει νὰ συνδυάσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Οἱ φόροι, ὡς γνωρίζετε πάντες, πληρώνονται εὐκολώτερον, προθυμότερον ὁσάκις ἡ ἐξ αὐτῶν πρόσοδος εἶναι προωρισμένη νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας προφανεῖς, γνωστὰς ἐκ τῶν προτέρων, τῶν φορολογουμένων. Ὅταν οἱ φόροι πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν Δημόσιον θησαυρὸν, βεβαίως ἡ φιλοπατρία ἐπιβάλλει εἰς τὸν Λαὸν τὴν καταβολὴν αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ ἐκ τούτων συμφέρον εἶναι τόσον ἔμμεσον, ὥστε ὁ λαὸς ὀλίγον τὸ ἐννοεῖ· διὰ τοῦτο ἀλλαχοῦ συνδέουσι τὰς τοῦ Κράτους ἀνάγκας πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ σχεδὸν ἐδιπλασίασαν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Κρατῶν διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἀσθένειάν τινα, καὶ ἀσθένειαν μεστὴν πολλῶν κινδύνων, ἥτις ὑφέρπει εἰς τὸ πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν Σῶμα, οὐδεὶς φροντίζει περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ. Κατελήφθημεν πάντες τίς ὀλιγώτερον, τίς πλειότερον, ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι τὸ Πολίτευμα ἡμῶν δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου, οὔτε πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα εἰς στενοχωρίαν τινὰ, ὅλας τὰς ἁμαρτίας τὰς ῥίπτομεν εἰς τὸ Πολίτευμα. Δὲν ἔχω, οὐδὲ εἶχον ποτὲ εὐτυχῶς τὴν ἰδέαν ἐκείνην· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἀπομακρύνει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν σκέψεων ἐκείνων αἵτινες ἤθελον μᾶς ὁδηγήσει εἰς συμβιβασμὸν τῆς ἀντιθέσεως τῶν θεσμῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας. Καὶ ὅπου τοιοῦτόν τι σποραδικῶς ἐγένετο, ἐπέτυχε θαυμασίως. Ἐὰν ἐγίνετο γενικώτερον, ἐὰν ἐγίνετο μεμελετημένως ὑπὸ διηνεκῆ ἐπιτήρησιν, σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, ἤθελε βεβαίως ἐπιτύχει πολλῷ μᾶλλον, καὶ ἐνῷ ἤθελε λύσει τὸ Κυβερνητικὸν, οὕτως εἰπεῖν, ζήτημα—διότι ἐδῶ ἔγκειται τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα, ἐν ταύτῃ τῇ ἀντιθέσει, ἕνεκα ταύτης ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ποτὲ ἐλευθέρα οὔτε εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς, οὔτε εἰς τὰς ἐνεργείας — ἐνῷ ἤθελε λύσει αὐτὸ τὸ μέγα ζήτημα, ἤθελε λύσει προσέτι καὶ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐν Γαλλίᾳ, τῆς ὁποίας ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 3,000,000,000 καί τινας ἑκατοστύας ἑκατομμυρίων, τὰ πράγματι ὑπὸ τοῦ λαοῦ πληρονόμενα πρὸς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς Χώρας ἀνέρχονται σχεδὸν εἰς τὸ διπλάσιον, εἰς 5,000,000,000, διότι ἔχουσι προϋπολογισμοὺς οἱ Δῆμοι, ἔχουσι προϋπολογισμοὺς οἱ Νομοί, ὑπάρχουσιν ἐκεῖ τὰ δεκατημόρια, les centimes additionels· ὅλα ταῦτα τὰ εἰσοδήματα ἀποτελοῦσι διπλασιασμὸν σχεδὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιοῦτόν τι, ἂν ἐμελετῶμεν καλῶς τὸν διοικητικὸν τοῦ Τόπου ὀργανισμόν, καὶ ἂν ἐφιλοδωροῦμεν τὴν Ἑλλάδα, σώζοντες καὶ τὸ Πολίτευμα καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς, αὐτοδιοίκησιν συνετὴν, μεμετρημένην καλῶς καὶ ἐπιτηρουμένην ὑπὸ τῆς κεντρικῆς Ἐξουσίας, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ζητήσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ δώσωμεν, διότι ὁ Τόπος ἤθελε ζητεῖ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν πάντα τὰ μέσα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, τῆς προόδου, τῆς εὐημερίας του. Καὶ μήπως δὲν ἔχομεν παράδειγμα ζωντανὸν ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον εἰς ἔκπληξιν ἴσως δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμήν; Κατὰ τὸ 1885 ἐξεδόθη νόμος, ὅστις ἐθεωρήθη μικρόν τι μέτρον πρὸς βελτίωσιν κλάδου τινὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀφορῶντος ἀνάγκας κοινὰς, ὁ νόμος περὶ λιμένων. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπῆρξαν καταπληκτικά. Δὲν ὑπάρχει γωνία τῆς Ἑλλάδος, δὲν ὑπάρχει κόλπος ἢ μυχὸς ἀπὸ τοῦ ὁποίου 50 ἴσως οἰκογένειαι μέχρι καὶ τῶν ἀνωτάτων πληθυσμῶν δὲν ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλωσι βαρυτάτους φόρους. Καὶ ἐπρόκειτο μόνον περὶ θεραπείας μικρᾶς τινος ἀνάγκης, τῆς ἀνάγκης μιᾶς ἀποβάθρας, μιᾶς προκυμαίας, ἐνιαχοῦ δὲ μόνον λιμένος τινός. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τοὺς τελευταίους λογαριασμοὺς, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι 2,000,000 ἴσως θὰ εἶνε τὰ εἰσπραττόμενα κατ’ ἔτος ἐκ τῶν τοιούτων φόρων. Ἄν δὲ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν εἰδικὸν τοιαύτη προθυμία ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸν λαὸν, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν γενομένης συνετῆς, ὡς εἶπον, αὐτοδιοικήσεως, διδομένης αὐτοτελείας τινὸς πλειοτέρας καὶ ἀτομικότητος εἰς τοὺς Δήμους, διδομένης τοιαύτης καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς Νομοὺς, τί ἤθελε γίνει ὄχι μόνον πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων τῆς γενικῆς τοῦ Κράτους διοικήσεως, ἀλλὰ πρὸς βελτίωσιν ταχυτάτην καὶ βεβαίαν τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων Ἐπαρχιῶν; Καὶ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ—πρὸ πάντων ταῦτα —τὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν διαφόρων Ἐπαρχιῶν, μυρία ἄλλα, ἅπερ ἀφορῶσιν ἀμέσως εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα, καὶ τὰ ὁποῖα ποικίλλονται ἀναλόγως τῆς διαφορᾶς καὶ τοῦ κλίματος, καὶ τῆς ἀναπτύξεως, καὶ τῶν ἀναγκῶν, καὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως ἑκάστης Ἐπαρχίας, μυρία ὅσα ἤθελον ἀναλάβει αἱ Ἐπαρχίαι καὶ ἤθελεν εἶσθαι καὶ δίκαιον τοῦτο, διότι ἐπὶ τούτων, ἅπερ δὲν ἀφορῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἑνότητα τὴν κυβερνητικὴν, τὴν οἰκονομικὴν, τὴν διοικητικὴν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων Ἐπαρχιῶν, ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον ἑκάστη Ἐπαρχία νὰ πράττῃ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν της ὅ,τι δύναται. Δὲν ἠκούσαμεν πολλάκις ἐντεῦθεν μυρία παράπονα Ἐπαρχιῶν δῆθεν παραμελουμένων χάριν ἐξαιρετικῆς προστασίας ἄλλων Ἐπαρχιῶν; Ἠκούσαμεν ἄλλοτε διὰ τὸ Μεσολόγγιον, θὰ ἀκούσωμεν αὔριον διὰ τὴν Γορτυνίαν, ἠκούομεν διὰ τὴν Τριφυλίαν, ὅταν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο ἐν τῇ Ἀρχῇ καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ταῦτα πάντα θὰ ἐκλείψωσιν· ἀλλ’ ἐνῷ θὰ ἐκλείψωσι ταῦτα, ἐνῷ ὁ τόπος θὰ διοικηθῇ καλλίτερον, ἐνῷ θὰ μορφωθῇ ἐθνικὸν φρόνημα, ἐνῷ θὰ γίνῃ διδασκαλία τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν Πολιτεύματος καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ σχηματισθῶσι πολῖται ἀληθῶς ἐλεύθεροι, ἐνῷ ταῦτα θὰ γίνωσι, θὰ λυθῇ ὁριστικῶς πλέον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· διότι κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας πλέον τῶν 15,000,000 καὶ μέχρις 20,000,000 ἴσως δύνανται νὰ ἀναλάβωσιν αἱ Ἐπαρχίαι, αἵτινες θὰ διαγωνίζωνται τίς πρώτη θὰ ψηφίζῃ τοὺς τοιούτους φόρους. Θὰ ἔχωμεν δὲ προσέτι τὸ μέγιστον καλὸν, ὅτι θὰ φέρωμεν εἰς ἁρμονίαν τὸν διοικητικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν πρὸς τοὺς ἐλευθέρους ἡμῶν θεσμούς. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ διοικητικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς εἶνε προϊόν Μοναρχικῆς ἐποχῆς, καὶ τότε δικαίως ἡ κυρία, ἡ ὑγιὴς ἀρχὴ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ συγκέντρωσις, διότι ἡ ἀνωτάτη Ἀρχὴ οὐδὲν ἄλλο εἶχε συμφέρον εἰμὴ τὴν εὐόδωσιν τῶν κοινῶν, εἰς οὐδένα ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον, οὐδένα εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ, παρ’ οὐδενὸς ἐπερίμενε συνδρομὴν ἢ ὑποστήριξιν. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὅμως τοῦ Συντάγματος τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, ἡ ἀνωτάτη Κυβερνητικὴ Ἀρχὴ ἐξήρτηται ἔκτοτε ἀφ’ ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ παρὰ τοῦ τελευταίου ἐκλογέως. Καὶ ὅταν ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς εἶνε τοιοῦτος—καὶ εἶναι ἐδῶ ὄχι μόνον οἱ βουλευταί, οἵτινες ὑφίστανται ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ἀνώτατοι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι πολλοί, οἵτινες τὰ γνωρίζουσι κάλλιστα—ὅταν ὁ διοικητικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς δὲν ἀφίνει ὄχι μόνον τοὺς πολιτευομένους, ὄχι μόνον τοὺς δημοτικοὺς λειτουργούς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα, οὐδὲ κἂν ν’ ἀναπνεύσωσιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος ὀργάνου τῆς Ἐξουσίας, εἶνε πολὺ φυσικὸν οἱ πολιτευόμενοι, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δίκαια αὑτῶν, τὰ δίκαια τῶν συμπολιτῶν των, νὰ καταβάλλωσι πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως αὐτοὶ οἱ παντοδύναμοι τῆς Κυβερνήσεως ὑπάλληλοι ἀνήκωσιν εἰς αὐτοὺς, διότι ἂν δὲν ἀνήκωσιν εἰς αὐτοὺς, ᾤχετο ἡ πολιτικὴ αὐτῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, καθόσον πάντα τὰ συμφέροντα εἶνε εἰς χεῖρας ἐκείνων, καὶ οἱ κινδυνεύοντες εἰς τὰ συμφέροντά των δὲν θὰ σπεύσωσι βεβαίως πρὸς καταστροφὴν αὐτῶν, εἰμὴ ὀλίγιστοι, οἱ τῆς αὐταπαρνήσεως, χάριν τῶν ἀντιπροσώπων των. Ταῦτα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἐν μιᾷ στιγμῇ, ταῦτα δέον νὰ μελετηθῶσι καλῶς, θὰ γίνωσι βραδέως, θὰ γίνωσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τμηματικῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνωσιν. Ἂν δὲν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχήν, οὐδέποτε θὰ ἀνορθωθῶμεν. Διὰ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν ἐπαναλαμβάνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, προφέρων ἐκ νέου, καὶ ἂς παρεξηγηθῶ αὖθις, τὴν λέξιν, ἥτις ἐτάραξε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀδίκως, τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐκ στοργῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὡς πρὸς τὰς παρούσας ἀνάγκας νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν πραγματικοὺς πόρους, οἵτινες νὰ ἐλαττώσωσι τὴν ἀθλιότητα τῆς καταστάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα, καὶ ἂν δύναμαι νὰ κρίνω ἐκ τῆς πορείας τῆς μέχρι τοῦδε, ἥτις εἶνε καταφανής, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ αὐτῆς ἐξαιρουμένης, πᾶσα θὰ δοθῇ συνδρομὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ ὑποβληθησόμενα πρὸς τοῦτο νομοσχέδια. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοῦτο δὲν πράξει, ἂς εἶνε βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ εὑρεθῇ οὐχὶ πλέον εἰς δυσχερείας, ἀλλ’ εἰς ἀμηχανίαν. Δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀμηχανίαν Κυβέρνησις φιλικὴ, φρίττω δὲ ἂν εὑρεθῇ εἰς ἀμηχανίαν ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἐν τοιαύταις τῆς πατρίδος κρισίμοις στιγμαῖς. Ἰδοὺ διατὶ, κύριε Δηλιγιάννη, ἔχω τῷ ὄντι στοργὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο ἤθελε σᾶς ταράξει. Καὶ ἐν τούτοις εἴπετε ἐμὲ εὐτάρακτον, ἀλλ’ ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ ἀπέδειξα, σεῖς ὅμως καὶ χθὲς ἐταράχθητε ἀδίκως. Ἂν δὲ εἶμαι εὐτάρακτος ἐγώ, μικρὸν ἴσως τὸ κακόν, εἶμαι ἄτομον· ἀλλ’ ἡ ταραχὴ ἡ ἰδική σας μεταβιβάζεται δυστυχῶς εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις μετὰ πεποιθήσεως σᾶς ἀκολουθεῖ. Καὶ ἀπεῤῥίψατε τὴν στοργήν μου, καὶ ἀπεῤῥίψατε αὐτὴν ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας, μὴ ἐνθυμηθέντες ὅτι, ὅταν ὡμίλουν ἐντεῦθεν, δὲν ὡμίλουν ὡς ἄτομον, δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐμῆς ἀτομικῆς στοργῆς, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ τῆς στοργῆς μέλους τῆς πλειοψηφίας, καὶ εἶνε, νομίζω, πολὺ ἐπικίνδυνον, εἶνε ἡ καταστροφὴ τῆς πλειονοψηφίας, ἂν τὰ μέλη αὐτῆς ἀρχίσωσι νὰ ἀμφιβάλλουν περὶ τοῦ ἂν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἔχοντα τὴν στοργὴν ταύτην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως ὡμιλήσατε τότε, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας· ἔχω μάλιστα τὴν πεποίθησιν, γνωρίζων πόσον εἶσθε κοινοβουλευτικὸς καὶ πιστεύων, ὅτι κατανοεῖτε καλῶς τὰς ἀνάγκας μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ὡμιλεῖτε εἰμὴ ὑπὸ τὸ κράτος ἀδίκου, ἐπαναλαμβάνω, ὀργῆς. Ἀπηύθυνα δὲ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, τὴν ἐπίκλησιν, ἥτις παραδόξως σᾶς ἐτάραξε, προκειμένου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου, περὶ τοῦ μόνου μέσου, δι’ οὗ δυνάμεθα ἂν ὄχι νὰ ἐξέλθωμεν ἐντελῶς, τοὐλάχιστον νὰ διέλθωμεν ἀκινδύνως τοὺς σκοπέλους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διέλθωμεν. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς συμβάσεως· ἀπέδειξα, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐσχετίζετο μὲ τὴν πολιτικήν σας ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πολὺ πλειότερον τούτου, ἐπεψηφίσθη ἐξουσία τῷ ὄντι ἀσυνήθης, εἰς χεῖράς σας ἐδόθη ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ θησαυρὸς ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι καλῶς θέλετε διαχειρισθῆ αὐτόν. Οὐδὲ σήμερον μεταβάλλω τὴν πεποίθησιν ταύτην, καὶ ὅταν ἔλθῃ αὖθις τὸ 1 ἄρθρον, θὰ τὸ ψηφίσω προθυμότατα. Τί σᾶς ἔλεγον τότε; Μὴ ἐπιμένητε πλέον εἰς τὴν ψήφισιν συμβάσεως, καταδικασθείσης ἐν τῇ συνειδήσει πάντων, ὅσοι σπουδαίως ἐμελέτησαν αὐτήν· μὴ ἐπιμένητε εἰς μέτρον, ὅπερ θὰ δυσκολεύσῃ ἢ μᾶλλον θὰ καταστήσῃ ἴσως ἀδύνατον τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τούτου· μὴ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἀπώλειαν μέσου, ὅπερ καὶ ἂν σήμερον δὲν συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ βραδύτερον ὅπως περισώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Σᾶς ἔλεγον ταῦτα ἐν ὀνόματι ὑψίστων τῆς πατρίδος συμφερόντων, καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος εἶνε στενῶς συνδεδεμένα, κύριε Πρωθυπουργέ, μὲ τὰ συμφέροντα οὐχὶ μόνον τῆς Κυβερνήσεως καθόλου ὡς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡμῶν ὡς ἀτόμων, ὡμίλουν δὲ ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων ὑμῶν καὶ τῆς πλειοψηφίας, διότι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνόματι συμφερόντων, πρὸς ἃ εἶχον ἐν ταὐτότητι συνδεδεμένα τὰ ἐδικά μου ἠθικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐπέμενον εἰς τοῦτο, διότι εἶχον συγχρόνως τὴν ἰδέαν, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ἔχετε πάντες, ὅτι ἠθέλετε εὑρεθῆ ἀπέναντι τῶν προσώπων, μεθ’ ὧν συνηλλάχθητε, εἰς δυσχέρειαν ἠθικὴν, καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς δυσχερείας ἤθελον νὰ σᾶς ἐξαγάγω. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἔχω μόνος ἐγώ· ἔχω τὴν πεποίθησιν καὶ μάλιστα πληροφορίαν, ὅτι στενότατοι, εἰλικρινέστατοι καὶ ἀφωσιωμένοι πρὸς ὑμᾶς φίλοι σᾶς ἐξήγησαν τοὺς αὐτοὺς δισταγμούς. Ἰδοὺ διατὶ ὡμίλησα, ἰδοὺ διατὶ καὶ σήμερον ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 μόνον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ 3 διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, τὸ δὲ ἄρθρον 2 δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Καὶ ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, ἀφοῦ μὴ παρουσιασθείσης μάλιστα ἀνάγκης, ἡ Βουλὴ σᾶς ἔδειξε προχθὲς τὴν ἐμπιστοσύνην της αὖθις, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς φίλους μου βουλευτὰς νὰ ἀποῤῥίψωσι τὸ ἄρθρον 2, διὰ νὰ μείνω ὡς Κυβέρνησις ἐλευθέρα εἰς τὰς ἐνεργείας μου καὶ διὰ νὰ προοδοποιήσω τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ὑπέβαλον διαφόρους γνώμας περὶ μέτρων φορολογικῶν. Σᾶς ἐξήγησα ἐν ἀρχῇ τὴν ἰδέαν, ἣν ἔχω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ εἰς τοιαύτας προτάσεις· ὑποδείξεις δυνάμεθα μόνον νὰ κάμωμεν. Ἀλλὰ λέγων τοῦτο, δὲν ἐπικρίνω τοὺς τὰ τοιαῦτα εἰπόντας· εἶπον μόνον τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογηθῶ ἀπέναντι αὐτῶν, διατὶ, καίτοι ὁμιλῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, δὲν ἐξετάζω θέματα ἄλλως σπουδαιότατα καὶ σοβαρὰ, ἅπερ οὗτοι ἐν ἐπιγνώσει ἐπραγματεύθησαν. Ἂν δὲ πρὸς τῇ ὑποδείξει, ἣν ἐποίησα τῆς θεμελιώδους μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ κάμω καὶ ἄλλην τινὰ ὑπόδειξιν, δὲν ἤθελον δυσκολευθῆ νὰ τὸ πράξω, καὶ ἰδοὺ ὅτι τὸ πράττω. Ἴσως ἡ ὑπόδειξίς μου ξενίσῃ τινὰς, ἴσως ξενίσῃ πάντας, ἀλλ’ ἡ ἰδέα ὁρμᾶται ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ θὰ ἀπευθυνθῇ τὸ ἔθνος, ἐμπνέονται ὑπὸ τοσαύτης φιλοπατρίας, ὥστε προθύμως θὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν φωνὴν αὐτοῦ. Πρὸ πολλοῦ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ μεγάλη δύναμις τῆς Ἑλλάδος, ἡ δύναμις, ἣν συνετέλεσεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἡμετέρας Χώρας, ὅπως πολλοὶ ἐκ τῶν κατοίκων αὐτῆς, μὴ δυνάμενοι ἐν τῷ τόπῳ νὰ ἀναπτύξωσι πᾶσαν αὐτῶν τὴν δραστηριότητα, μεταβαίνωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἐγκαθίστανται ἐκεῖ, ἡ δύναμις αὕτη τῆς Ἑλλάδος εἶνε μεγίστη. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τιμώντων τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, τῶν πλουτιζόντων καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν Ἑλλάδα. Πολλάκις ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνωσι κρίσεις περὶ τῶν ὀνομασθέντων ὁμογενῶν· γνωσταὶ εἶνε αἱ μέχρι τοῦδε θυσίαι, εἰς ἃς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν προθύμως προέβησαν χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος. Δὲν εἶνε ἆρά γε ὀρθὸν, τῆς τάσεως αὐτῆς, τῆς προθυμίας ταύτης, τῆς ἀξιεπαίνου καὶ ἀξίας σεβασμοῦ φιλοπατρίας αὐτῶν νὰ ἐπωφεληθῇ τὸ ἔθνος εὐρυθμότερον καὶ σκοπιμώτερον; Βεβαίως οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐμπορευόμενοι ἢ ἄλλως ἄλλας ἐπιχειρήσεις ἐπιτελοῦντες Ἕλληνες εἶνε ἀδιασπάστως συνδεδεμένοι μὲ τὴν Πατρίδα, ἡ εὐημερία αὐτῆς εἶνε ὁ πόθος των, τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς τὸ ὄνειρόν των.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σημειώσατέ με, κύριε Πρόεδρε.
§7ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος συμβιβάζων τὰ αἰσθήματα ἐκείνων πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, τὸ μέτρον ἤθελεν εἶσθαι κατ’ ἐμὲ ἔντιμον καὶ δι’ ἐκείνους καὶ διὰ τὴν Πατρίδα, ἤθελε δὲ εἶσθαι συγχρόνως καὶ τελεσιουργόν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λόγῳ δοκιμῆς, ὡς εἶπε, νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, τοῦ εἰσοδήματος. Δὲν ἐπικρίνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι, διαγνοὺς τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς περὶ τούτου, ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον· φρονῶ καὶ θὰ φρονῶ ἀείποτε, ὅτι Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ ὀφείλει οὐχὶ βεβαίως νὰ ἀκολουθῇ τὴν πλειοψηφίαν αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ συμπράττῃ μετ’ αὐτῆς. Ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ συνέπραξε, νομίζω, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἀφορμὴ τῆς δοκιμῆς, ἂς ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν δοκιμὴν ὄχι μόνον ἐν τῇ συζητήσει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ πράξει. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνες δύνανται ἴσως νὰ προσκληθῶσι διὰ νόμου νὰ δώσωσι ποσοστόν τι, ἔστω ἐλάχιστον, ἀπέναντι τῶν ἐνιαυσίων κερδῶν των, δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν τούτων ἡ Πατρὶς, δύναται ἡ Πατρὶς νὰ ἐμπιστευθῇ αὐτοῖς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, ἢ μᾶλλον τῆς εἰσφορᾶς, τῆς συνδρομῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς δηλώσεως αὐτῶν· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐκεῖ τιμώντων τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα θέλει ἀποκρύψει τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ διὰ νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἔχω μάλιστα τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ διὰ λόγους φιλοτιμίας καὶ διὰ λόγους ἠθικοῦ καὶ πραγματικοῦ συμφέροντος θὰ παραστήσωσιν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ αὐτῆς ὅρῳ τὴν ἀλήθειαν.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐννοεῖτε τοὺς ὁμογενεῖς ἀλλὰ ὑπηκόους ἢ καὶ μὴ ὑπηκόους;
§9ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐξήγησα σαφῶς εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· ἐννοῶ καὶ πολίτας Ἕλληνας. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Εὐταξίου, θὰ προσθέσω τι περὶ τούτου· τὸ λέγω ταύτην τὴν στιγμήν, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ τὸ εἴπω ὀλίγον βραδύτερον· γνωρίζει, καὶ ἐκ τούτου βεβαίως ἡ ἐρώτησις, γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Εὐταξίας, διότι περιῆλθε πολλὰ μέρη οἰκούμενα ὑπὸ Ἑλλήνων, γνωρίζει ὅτι πολλοὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλλήνων ἕνεκεν ἀναγκῶν τοπικῶν, ἕνεκα σκοπῶν ἄλλων, ἔχουσιν ἀναλάβει ἐθνικότητα ἑτέραν· τοῦτο γινώσκω καὶ ἐγώ· πρὸς τούτους ὁ νόμος, ἐνόσῳ μένωσιν ἐν τῇ ἐθνικότητι ἐκείνῃ, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἀπευθυνθῇ· ὁ νόμος ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ὁ νόμος διατάσσει καὶ ἀπαιτεῖ ὑπακοὴν, ἀλλ’ ἔχω τὴν βεβαίαν ἐλπίδα, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθωσιν, ἂν μεγάλα συμφέροντα δὲν κωλύωσιν αὐτοὺς, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλαβον προσωρινῶς ἐθνικότητα ἄλλην. Ἔχω δὲ προσέτι καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἂν συμφέροντα κωλύωσιν αὐτοὺς ἔτι, οἴκοθεν θέλουσι σπεύσει νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἤθελον δὲ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τοιοῦτον μέτρον ἐλαμβάνετο, ἤθελον νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι τὰ ἐκ τούτου χρήματα δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸν γενικὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἤθελον νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι ταῦτα θὰ προσδιορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ὡρισμένας τοῦ Ἔθνους ἀνάγκας, καὶ τοιαύτην ἀνάγκην πρώτην θεωρῶ, πρωτίστην, προὐργιαιτάτην, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπτύξεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Εἶνε ἀνάγκη μεγίστη καὶ κατεπείγουσα, ἀλλ’ εἶνε καὶ ἀνάγκη συνδεομένη, οὕτως εἰπεῖν, στενότερον πρὸς τὰ πατριωτικὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων, πρὸς ἃ θ’ ἀπευθυνθῶμεν· οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, καὶ οἱ κραταιότεροι μάλιστα, ἀνοίκουσιν εἰς Νήσους Ἑλληνικὰς, διατελούσας εἰσέτι ὑπὸ τὸν ζυγόν. Ταῦτα εἶπον ἁπλῶς εἰς ὑπόδειξιν, ἔῤῥιψα μίαν ἰδέαν, ἠμπορεῖ νὰ εἶνε ἐσφαλμένη, ἠμπορεῖ νὰ εἶνε δυσπραγματοποίητος, ἀλλ’ ὡρμήθην εἰς αὐτὴν ἐξ αἰσθήματος φιλοπατρίας καὶ ἐξ αἰσθήματος ὑπολήψεως πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Συζήτησις σπουδαία ἐγένετο χθὲς ὑπὸ ἁρμοδιωτάτου Βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ὁ ἐκ Κέας Βουλευτὴς κ. Κόρπας ὡμίλησε διὰ μακρῶν περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὃν ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Λέγω ὅτι ἔχομεν αὐτὸν ὑπὸ συζήτησιν, ἂν καὶ συζητοῦμεν ἤδη τὴν ἀρχὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ὡς φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις συνδέει ἀδιασπάστως τὸν στρατιωτικὸν τοῦτον ὀργανισμὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν βλέπω τὸν ἀδιάσπαστον τοῦτον σύνδεσμον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὐτὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προσήκουσαν ἄρα θεωρῶ τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, διότι νομίζω, ὅτι μόνον ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλει λάβει καὶ θέλει διατηρήσει μέχρι τέλους τὴν σπουδαιότητα, ἥτις ἐμπρέπει εἰς συζήτησιν σοβαρῶν τοῦ Κράτους ζητημάτων. Ἔχω ἐν πρώτοις τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκαταλληλότερος χρόνος εἰμὴ ὁ χρόνος τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῶν παραμονῶν τοῦ πολέμου πρὸς συζήτησιν, εἰσαγωγὴν ἢ τροποποίησιν στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Εἶνε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸν προσήκοντα χρόνον νὰ μελετήσῃ αὐτὸν ὡρίμως καὶ σοβαρῶς, οὔτε ἡ Βουλή· ἀλλ’ εἶνε καὶ στιγμή, καθ’ ἣν τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ προκύπτοντα δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπιζημίως εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Εἶνε προσέτι στιγμή, καθ’ ἣν οὐδὲν ἐκ τῶν αἰσθημάτων τῆς φιλοτιμίας ἢ ἠθικοῦ ἢ ὑλικοῦ συμφέροντος τῶν ἐν τῷ στρατῷ πρέπει νὰ θίξωμεν, μεταβολὴ δὲ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ εἶνε ἀδύνατον νὰ μὴ θίξῃ φιλοτιμίας καὶ συμφέροντα. Ταῦτα φρονῶν, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ὅστις κατ’ οὐδὲν θὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν μὴ καὶ βλάψῃ. Οὐδὲν ἐκ τῶν μέτρων, οὐδεμία διάταξις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες θεωροῦνται ὡς ἀφορῶσαι πράγματι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ὑπάρχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Βεβιασμέναι τινὲς διατάξεις, ἀφορῶσαι εἰς τὴν μεταβολὴν διαφόρων μονάδων, καὶ οὐδὲν πλειότερον, ἰδοὺ τὶ σᾶς ζητοῦν νὰ ψηφίσητε, καὶ κατεπειγόντως μάλιστα, τὸ παραδοξότερον, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ τί εἶναι εἷς στρατιωτικὸς ὀργανισμός. Ἐκεῖνο ὅπερ ἔλειψεν ἡμῖν καὶ οὗ ἕνεκα εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν παρασκευῶν, εἶνε ὅτι δὲν ἔχομεν πάγιον, μόνιμον, ἀμετακίνητον στρατιωτικὸν ὀργανισμόν. Εἶπον ἄλλοτε ὅτι εἶδον παρελαύνοντας ἐντεῦθεν δίκην θεατρικῶν προγραμμάτων τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμούς· ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν καὶ ἕτερον θεατρικὸν πρόγραμμα σήμερον. Χρείαν ἐν τούτοις ἔχομεν στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, διαρκοῦς, μονίμου, περιλαμβάνοντος καὶ προνοοῦντος περὶ πάντων, ὥστε τὰ πάντα μὲν νὰ εἶνε ἐντελῶς διατεταγμένα, ὁσάκις δὲ παρουσιάζηται ἀνάγκη τις καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα ἐπιτρέπουσιν ἡμῖν, νὰ προσθέτωμεν τὰ τυχὸν ἐλλείποντα ἐν τῇ ἐκτελέσει. Τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔλειψεν ἡμῖν μέχρι τοῦδε. Τί εἶνε ὅμως ὁ ὀργανισμός, ὅστις μᾶς ὑποβάλλεται σήμερον; μηδέν. Γνωρίζει πολὺ κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τίς εἶνε ἡ σύνταξις τοῦ στρατοῦ. Ζητῶ συγγνώμην καὶ παρ’ αὐτοῦ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀναρμόδιος ἐγώ, ὁμιλῶ περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς πολιτευτὴς ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶνε ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ἐὰν πρώτιστα πάντων δὲν μελετᾷ, ἐφ’ ὅσον δύναται, τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς χώρας, διότι φρονῶ, πιστεύω, εἶνε ἄρθρον πίστεως δι’ ἐμὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ εἶνε Ἑλλὰς πρέπει νὰ εἶνε προπαρασκευασμένη εἰς δρᾶσιν, νὰ εἶνε δὲ προπαρασκευασμένη εἰς δρᾶσιν διαρκῶς. Διὰ τοὺς ἀποροῦντας καὶ ἀμφιβάλλοντας, διὰ τοὺς ἐπικρίνοντάς με ἴσως ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ, ἰδοὺ τί ἔχω νὰ εἴπω· νὰ λάβωσι τοὺς ἐκτάκτους Προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων περιπετειῶν τῆς Ἑλλάδος, νὰ τοὺς ἀθροίσωσι, νὰ ὑπολογίσωσι τὸν τόκον μόνον αὐτῶν τῶν χρημάτων, τῶν ῥιφθέντων εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ θὰ ἴδωσιν, ὅτι τριπλάσια εἶνε ταῦτα ἀπὸ ἐκεῖνα, ἅπερ ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ὦμεν στρατιωτικῶς ὠργανισμένοι. Ἐὰν 200,000,000, εἰ μὴ πλειότερα, ἐῤῥίψαμεν εἰς τὴν θάλασσαν διὰ τοιαύτας διαλειπούσας, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, στρατιωτικὰς παρασκευάς, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσαν, οὐδὲ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι, ποῖον εἶνε τὸ ποσόν; εἶνε 12, 15 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων αὐτῶν, μὲ τὴν προσθήκην δὲ τοσούτου ποσοῦ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικὸν ἀξιόμαχον διὰ δρᾶσιν ἐν πάσῃ στιγμῇ. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ ἐν πάσῃ στιγμῇ δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν χωρὶς νὰ καταδικάσωμεν τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς αὐτοκτονίαν. Δὲν ἔχει σημασίαν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ κόσμῳ εἰμὴ ὡς παράγων ἐν τῷ Ἀνατολικῷ ζητήματι, καὶ παράγων ἕτοιμος καὶ ἐπαρκὴς πρὸς τὸν προορισμὸν αὑτῆς. Ἐὰν τὴν ἰδιότητα ταύτην ἀπολέσωμεν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμήν, εἴμεθα περιφρονήσεως ἄξιοι, δὲν θὰ σημαίνωμεν τίποτε. Δὲν εἶνε δὲ μόνον τοῦτο· ἀλλ’ εἶνε προσέτι, ὅτι τὰ γεγονότα ἐπέρχονται διὰ καταπληκτικῆς ταχύτητος, ἐπέρχονται ῥαγδαίως, ἀπρόοπτα καὶ ἀπροσδόκητα, εἶνε δὲ πρὸ πάντων τὸ φρικτὸν τοῦτο, ὅτι δὲν κινδυνεύομεν μόνον νὰ μὴ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅπερ ἐκληροδότησαν ἡμῖν οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν καταλαμβανομένους ὑπὸ ἄλλων τοὺς ἱεροὺς τόπους, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμά των. Εἰς τί ἀποδίδετε τὴν συγκίνησιν ταύτην, ἣν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁ λαὸς ᾐσθάνθη, ἅμα τῷ ἀκούσματι τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, εἰ μὴ εἰς τοῦτον τὸν πατριωτικὸν καὶ ἱερὸν φόβον; Δὲν εἴχομεν δυστυχῶς, οὐδέποτε εἴχομεν, συνεχῆ, ἀναλλοίωτον ἐθνικὴν πολιτικήν· ἐὰν εἴχομεν τοιαύτην, τὸ πρώτιστον γνώρισμα αὐτῆς θὰ ἦτο ἡ εὐεξία τοῦ στρατοῦ, ἡ εὐεξία τοῦ ναυτικοῦ, διότι ὅλα τὰ ἄλλα εἰσὶν ὑποδεέστερα. Εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πάντα ἐν γένει τὰ ἐν ἡμῖν τελούμενα τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον τὸν μέγαν πρέπει νὰ ἐξυπηρετῶσι, καὶ τοιαύτη εἶνε ἡ γνώμη τοῦ Ἔθνους, τοιαύτη εἶνε ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησίς του. Καὶ ἐν τούτοις ἤκουσα μετ’ ἀπορίας χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λέγοντος ὅτι, ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα ὁμοιάζωσι πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν Χρηματιστηρίων, τοῦτο προέρχεται, διότι βαρέως φέρει ὁ λαὸς τὰς δαπάνας τοῦ στρατιωτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ στρατιωτικὰ βάρη.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§11Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον ὅτι τὸν λόγον τῆς καταστάσεως ταύτης τὸν ἐξήγησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§12ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι διακόπτοντές με πρέπει νὰ ὦσι βέβαιοι, ὅτι δὲν παρεξηγῶ ποτὲ τὴν ἔννοιαν οὐδενὸς τῶν ῥητόρων, τοὺς ὁποίους ἀκούω, διότι ἀκούω αὐτοὺς προσεκτικῶς καὶ ἔχω τὴν ἰδιότητα νὰ φροντίζω ν’ ἀναγινώσκω ἐν μέσῳ τῶν γραμμῶν. Ἐὰν δὲ ἀναγκάζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ χαλαρώνῃ τὰς στρατιωτικὰς ἐνεργείας—καὶ τοῦτο εἴπετε σαφῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν —ὑπὸ τίνος ἄλλου ἐξαναγκάζεται εἰμὴ ὑπὸ τοῦ ἐξεγειρομένου πανταχόθεν ἐναντίου πνεύματος; Λέγω λοιπόν, ὅτι ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος ταῦτα, διότι πλὴν τῶν ἄλλων, περὶ ὧν θὰ εἴπω μετ’ οὐ πολύ, φαίνεται λησμονήσας, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐξέδωκε μίαν διαταγὴν ἐν μιᾷ νυκτί, δι’ ἧς προσεκάλεσε 50–60 χιλιάδας ἀνδρῶν, αἱ 60 αὗται χιλιάδες προσῆλθον ἀμέσως καὶ ἐνθουσιωδῶς. Διατί προσῆλθον ἀμέσως; προσῆλθον, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὴν τότε δυστυχῶς, διότι τὰ πάντα ἐχαλαρώθησαν ἔκτοτε, ὁ κόσμος ἐπίστευεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου καὶ ταχυτάτης ἐνεργείας. Τοῦτο τὸ εἶπεν, ἐὰν δὲν μὲ ἠπάτησεν ἡ ἀντίληψις, χθὲς δικαιολογῶν τὴν σύγχρονον πρόσκλησιν πολλῶν ἡλικιῶν. Ἀλλὰ διατί κορέννυται ὁ λαός; Διατί ὅταν παρέλθωσιν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, διατί ἐξ ἑνὸς στόματος ἐξέρχεται ἡ φωνή: νὰ κάμωμεν οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ στρατοῦ; Διατί; διότι τὰ τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχουσι καλῶς. Ἐὰν τὰ τοῦ στρατοῦ εἶχον καλῶς—καὶ δὲν ἀποδίδω εὐθύνην εἰς ἄτομα σήμερον, εἶνε συνέχεια ἐλλείψεων—ἐὰν ὁ λαὸς ἦτο πεπεισμένος, ὅτι ὁ στρατὸς εἶνε ἕτοιμος διαρκῶς πρὸς δρᾶσιν, πάσας τὰς θυσίας θὰ ὑφίστατο προθύμως. Καὶ μήπως δὲν ὑφίσταται τὰς θυσίας ταύτας καὶ σήμερον; Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος εἰς τὴν ὑφήλιον, οὔτε τὸ στρατιωτικώτερον τῶν Κρατῶν, ὅπερ νὰ ἔχῃ ἐν ἀναλογίᾳ τοιαύτῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀντὶ νὰ τὸν συντάξωμεν ὡς πρέπει νὰ εἶνε συντεταγμένος στρατὸς διὰ νὰ εἶνε ἄξιος τοῦ ὀνόματος, ἀντὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, εἰς ἃς καταναλισκόμενος ὁ χρόνος ἀπὸ τὰς ἀσκήσεις, ἐμποδίζεται, ἀλλὰ καὶ διαφθείρεται, ἀφίνομεν αὐτὸν ἀσύντακτον καὶ ἀπαίδευτον! Ὅταν ταῦτα βλέπῃ ὁ λαὸς, ὅταν ταῦτα βλέπωσιν αὐτοὶ οὗτοι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πείθονται καὶ αὐτοὶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ στρατός. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ, δὲν σπεύδομεν νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ 25 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἅπερ ὁ στρατὸς μᾶς κοστίζει; Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο, θὰ εἶνε μάλιστα ἡ φρικτοτέρα βλασφημία, ἐάν τις ἐκστομίσῃ κἂν τοιοῦτόν τι. Πρέπει λοιπὸν νὰ συνταχθῇ ὁ στρατὸς ἀναλόγως τῷ προορισμῷ τοῦ Ἔθνους, ὁ δὲ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε, πᾶν ἄλλο πράττει ἢ ὀργανίζει καὶ συντάσσει στρατόν. Ἐν πρώτοις ἔχει μίαν κολοσσιαίαν καὶ θεμελιώδη ἔλλειψιν: ἀναγράφει στελέχη ὀλίγον πλειότερα ἴσως, ἐὰν μὴ ἴσα τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀναγκαίων. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶνε ἀληθὲς, πῶς ἆρά γε δύναται νὰ διοικηθῇ αὐτὸς ὁ στρατός; — Ὑπολογίζω. — Εἶνε, νομίζω, ἀναγεγραμμένα—ἐὰν κάμω λάθος τι ἀριθμητικὸν, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὲ διορθώσητε — εἶνε ἀναγεγραμμένα 30 τάγματα πεζικοῦ τακτικὰ, εἶνε ἀναγεγραμμένα 8 τάγματα εὐζώνων, εἶνε ἀναγεγραμμένα καὶ ἕτερα 15 τάγματα ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ· αὐτὰ γίνονται ἐν ὅλῳ 53. Ὑπολογίζω αὖθις. Κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ ἐφεδρείας, τὸν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καλῶμεν τοὺς ἐφέδρους, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, μέχρι τῆς ἡλικίας τοῦ 32ου ἔτους, συμπεπληρωμένου. Ἑπομένως ἔχομεν δύναμιν, ἣν θὰ συντάξῃ καὶ θὰ διοικήσῃ αὐτὸς ὁ ὀργανισμός, 12 ἡλικιῶν, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν μὲ τὸν μετριώτερον τρόπον, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα, εἰς 9 ἢ 10 χιλιάδας ἑκάστην ἡλικίαν, ἔχομεν πλέον τῶν 100,000 ἀνδρῶν. Πῶς θὰ χωρήσωσιν αἱ 100,000 ἀνδρῶν εἰς τὰ 53 τάγματα; Ἰδοὺ ἡ πρώτη ἔλλειψις.
§13Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνθυμήθητε νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὰ εἰδικὰ σώματα.
§14ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, ὅτι μοὶ ὑπομιμνήσκετε ὑπολογισμὸν, ὃν ἀκριβέστατα ἔκαμα. Τὰ εἰδικὰ σώματα ἀποτελοῦσι τὸ ¼ μόλις τοῦ ὅλου. Μένουν ἑπομένως 85 ἢ 90,000. Πῶς θὰ διοικήσωμεν ἐν τῇ μονάδι τοῦ τάγματος τὰς 85,000; Τὰ 53 τάγματά σας βεβαίως δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἰδοὺ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ πρώτη καὶ θεμελιώδης ἔλλειψις. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην μόνον νὰ τοποθετηθῇ ἐν σώματί τινι, νὰ κατασκηνώσῃ οὕτως εἰπεῖν, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀνάγκην ὄχι μόνον ν’ ἀσκηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἕτοιμος πρὸς ἐνέργειαν νὰ εἶνε διαρκῶς, ἕτοιμος δὲ πρὸς δρᾶσιν θὰ εἶνε μόνον διὰ καταλλήλου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ ἀνελλιπῶς ἐκτελουμένου ὀργανισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ πῶς συντάσσονται οἱ στρατοί. Πανταχοῦ ὑπάρχει, νομίζω, ἡ μεγάλη στρατιά, ἥτις λέγεται ἁπλῶς armée· ὑπάρχει ἔπειτα σῶμα στρατοῦ de corps d’ armée· ὑπάρχει μετ’ αὐτὸ Μεραρχία, Devision· ὑπάρχει Ταξιαρχία, Brigade, καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ Σύνταγμα, Bégiment. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν εἰμὴ Συντάγματα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀρχηγείων ἡμῶν, διότι ὡς παρέστησε τὰ τῶν ἀρχηγείων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς κρίνει αὐτὰ ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ πεποιθήσει ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν τολμῶ νὰ τὰ ἐπαναλάβω, ἵνα μὴ ψυχράνω τὸν ζῆλον καὶ θίξω τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀξιοτίμων ὑποστρατήγων, τῶν διοικούντων τὰ ἀρχηγεῖα· λέγω μόνον ἐγὼ ὅτι θὰ εἶχε δίκαιον, ἂν ὑπεστήριζεν ἁπλῶς, ὅτι τὰ ἀρχηγεῖα δὲν εἶνε ἐπιστημονικῶς ὀρθὴ στρατιωτικὴ μονάς· εἰς τοῦτο δὲ εἶμαι συμφωνότατος. Καὶ βεβαίως ἀφοῦ μία Μεραρχία, ἥτις ἀποτελεῖται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐκ 14 ἢ 15,000 ἀνδρῶν, διοικεῖται ὑπὸ ἑνὸς ἀντιστρατήγου καὶ 2 ὑποστρατήγων, τί νομίζετε ὅτι ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἀνώτατοι στρατιωτικοί, ὁ κ. Σαπουντζάκης καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς; ἔχουσι νὰ διοικήσωσι μόνοι αὐτοὶ 25 χιλιάδας ἄνδρας ἕκαστος, καὶ τούτους κατατεταγμένους αὐτοτελῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ μονάδι, τῷ Συντάγματι. Εἶνε δυνατὸν νὰ τοὺς διοικήσουν; Διὰ τίνων θὰ τὸ πράξωσι καὶ πρὸς πόσους θέλουσιν ἀπευθύνεσθαι αἱ διαταγαὶ αὐτῶν; Λοιπὸν περὶ τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ οὐδεμία πρόνοια. Ἀλλ’ εἶνε μία ἄλλη μεγάλη ἔλλειψις, καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἤμην ἴσως εἰς κατάστασιν νὰ κρίνω ὁπωσοῦν ἀσφαλέστερον, διότι ἤμην ἐν μέρει ἁρμόδιος, ὡς ὑπηρετήσας ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους. Ἡ ἔλλειψις αὕτη ἡ καταστρεπτικὴ διὰ τὸν στρατὸν εἶνε ὅτι οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς λεγομένης ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῆς προνοίας ταύτης ἀναιρεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸ τὸ βλέπομεν πάντες, περιττὸν νὰ τὸ ἐξηγήσω ἐγώ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμούς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς, καθ’ ὃν ἡ Χωροφυλακὴ ἤθελεν ἀποτελεσθῆ—καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὲ διορθώσῃ ἐὰν σφάλλωμαι—ἐκ 5,600, νομίζω, ἀνδρῶν. Βεβαίως ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἤθελεν εἶσθαι ἴσως ἐπαρκὴς καὶ δὲν ἤθελεν ἀναγκάζεσθαι πλέον ὁ στρατὸς ν’ ἀποσπᾶται πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς ἀλλ’ ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς τῆς Χωροφυλακῆς δὲν φθάνει τὰς 3,000, εἶνε νομίζω 2,700, ἑπομένως ὀλιγώτερος τοῦ ἡμίσεος, καὶ τὸ πλειότερον τὸ τοῦ ἡμίσεος, τὸ ἐλλεῖπον ὀφείλει νὰ τὸ δώσῃ ὁ στρατός. Ἠμπορεῖτε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἴπητε εἰλικρινῶς καὶ ἐν τῇ ἁρμοδιότητι ὑμῶν τῇ ὡμολογημένῃ, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχετε στρατὸν, ὅταν 3½ χιλιάδες ἄνδρες ὀφείλετε ν’ ἀπασχολεῖτε εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν; βεβαίως ὄχι. Περὶ τούτου δὲ οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει ὁ ὀργανισμός σας. Τὰ μέτρα, ἅπερ λαμβάνει, εἶνε ὅλως διόλου τῆς ἐσωτερικῆς, οὕτως εἰπεῖν, διοικήσεως τῶν σωμάτων, καὶ ἓν μόνον ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν φαίνεται ἔχον ποιάν τινα ἀρχήν, τὸ μέτρον τὸ ἐπεκτεῖνον καὶ ἐπὶ τὸ Πυροβολικὸν τὸ σύστημα τῶν Συνταγμάτων. Βεβαίως ἡ μονὰς τοῦ Συντάγματος εἶνε κατ’ ἀρχὴν ἀναγκαία μονὰς, δὲν ἔχω ν’ ἀντιτάξω τίποτε εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ Πυροβολικὸν, ὡς ὑπάρχει σήμερον, διὰ τῶν Συνταγμάτων, νομίζω, ὅτι θὰ χάσῃ ἀρκετὸν μέρος τῆς συνεκτικότητος αὐτοῦ. Θὰ εὑρεθοῦν, ὑποθέτω, συνταγματάρχαι, διοικοῦντες ὡς ἀρχηγοὶ καὶ οὗτοι, ἢ ὡς ὑπαρχηγοὶ ὑπὸ τοὺς ἀρχηγούς, τὸ Πυροβολικὸν, χωρὶς νὰ ἔχουν ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ Συντάγματός των παρ’ ἑαυτοῖς· ἑπομένως ὁ σκοπὸς ὅστις διὰ τῶν Συνταγμάτων ἐπιδιώκεται, φρονῶ, ὅτι σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα ἐν ἐπιστρατείᾳ καὶ ἑπομένως ἠμποροῦμεν νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς πόλεμον, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, θὰ βλάψῃ. Καὶ οὗτος προσέτι εἶνε εἷς ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς φρονῶ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶνε σήμερον ἡ κατάλληλος στιγμὴ ὅπως ψηφισθῇ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δύναμαι εὐπαῤῥησιάστως νὰ ὁμιλήσω, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ἠθικὸν συμφέρον τῶν ἐν τῷ στρατῷ δὲν εἶνε δὰ τόσον ποταπὸν, ὥστε νὰ ἐντρέπηταί τις νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἷς ἐκ τῶν πρώτων ὅρων τῆς ἐπιτυχίας τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως εἶνε ἡ δικαιοσύνη, εἶνε ἡ ἱκανοποίησις τῶν εὐλόγων ἀξιώσεων τῶν φιλοτιμιῶν τοῦ στρατοῦ ἐν πᾶσι τοῖς βαθμοῖς αὐτοῦ. Τὰ Συντάγματα δὲν ὑπῆρχον, οὔτε ὑπάρχουσιν ἔτι, δὲν ὑπῆρχον ὅτε διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις, ἀλλ’ ἡ προπαρασκευὴ ἤρξατο εὐθὺς ἔκτοτε, ἑπομένως οἱ ὑπερβάλλοντες κόποι τῶν διοικούντων καὶ αἱ συναφεῖς εὐθύναι. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ταγμάτων εἰσὶ τεθειμένοι ἀντισυνταγματάρχαι, τινὲς τῶν ὁποίων μάλιστα καὶ νεωστὶ προβιβασθέντες. Αὐτοὶ ἐργάζονται ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ὡς ἀρχηγοὶ αὐτοτελοῦς μονάδος θὰ ἐνεργήσωσιν ἐν πολέμῳ, θὰ ὁδηγήσωσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας εἰς τὰ πεδία τῆς τιμῆς, θὰ θυσιάσωσι τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐν τούτοις ἐν τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν πλησιάζομεν ἴσως — τὸ εὔχομαι — εἰς τὸν ἀγῶνα, ὅλην αὐτὴν τὴν εὐγενῆ ὁρμὴν τὴν καταστέλλομεν, ὅλον αὐτὸν τὸν φιλοπάτριδα ζῆλον τὸν ψυχραίνομεν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πικρίαν θὰ αἰσθανθῶσιν οἱ διοικοῦντες σήμερον τὰ Τάγματα ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ πικρίας ὁ λόγος, ἐνεθυμήθην τὴν στιγμὴν ταύτην ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸν στρατὸν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἑπομένως περιλαμβανόμενον ἐν τῷ κύκλῳ τῶν προπαρασκευαστικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ ὄχι μόνον ἄκαιρον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἐν ᾗ συμβαδίζω μὲ τὰ κράτιστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, τὸ θεωρῶ ἐντελῶς ἀποκρουστέον, ἀλλὰ διὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν τὸ θεωρῶ βλαβερώτατον. Εἶνε μάλιστα πρὸς ἑαυτὸ ἀντιφατικὸν, καὶ καταγγέλλει μάλιστα τὸ ἄκαιρον αὐτοῦ ῥητὴ διάταξις περιληφθεῖσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν οἱ τιθέμενοι ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ ἕνεκα μόνον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, οἱ καθιστάμενοι μετὰ 50 ἐτῶν ἢ 30 ἢ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν πολῖται, ἐν πολέμῳ ἀνακαλοῦνται ἐν τῇ ἐνεργῷ δυνάμει τοῦ στρατοῦ καὶ προβιβάζονται μάλιστα καὶ οὗτοι! Ἀλλὰ ποῖον ἐφόδιον ἔχουσι στελλόμενοι εἰς τὸν πόλεμον; ὅτι, ἐὰν πληγωθῶσιν, ἐὰν νικήσωσιν, ἐὰν δοξάσωσι τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, θὰ ἐπανέλθωσι λησμονημένοι εἰς τὴν τάξιν τοῦ πολίτου! Δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ποῖος θὰ εἶνε ὁ ζῆλος, ποῖος ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν ἀνδρῶν τούτων. Εἶνε δὲ μεταξὺ αὐτῶν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνώτατοι ἀξιωματικοί, ὧν μεγίστην ἔχομεν σήμερον ἀνάγκην, καὶ λέγω ὅτι μεγίστην ἔχομεν ἀνάγκην, διότι ἕνεκα πολλῶν ἐλλείψεων, πλὴν τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ἅπερ δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς καλλιτέρους στρατοὺς τῆς Εὐρώπης ἐν τῇ δυνάμει τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, τὰ λοιπὰ ὅπλα καὶ ἰδίως τὸ Πεζικὸν, οὐχὶ ἕνεκα ἀδρανείας, οὐχὶ ἕνεκεν ἐλλείψεως θελήσεως ἢ ἕνεκα ἐλλείψεως νοημοσύνης τῶν ἀνδρῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων ἐκπαιδευτικῶν δὲν ἔχει τοιαῦτα τὰ προσόντα, ὥστε τὸ ὅριον αὐτὸ τῆς ἡλικίας καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ διαπραττομένη ἀδικία νὰ ἀνταποκρίνηται τοὐλάχιστον εἰς τὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν πλείονα τοῦ στρατοῦ εὐεξίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ, διότι ἀνήκει εἰς τὸ ὅπλον αὐτὸ, ὅπερ τιμᾷ, δὲν ἀμφιβάλλω, αὐτὸς, ὅπερ τιμῶσι πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πολὺ ὑπολείπεται. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ καὶ ἐντελῶς ἀποκρουστέον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰσάγων αὐτὸ εἶπε δικαιολογίας τινάς. Ὁμολογῶ ὅτι μίαν ἐκ τῶν δικαιολογιῶν αὐτῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ χρόνου, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι ἡ συμπλήρωσις ὡρισμένου χρόνου ἡλικίας καθιστᾷ ἀνίκανον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τὸν συμπληρώσαντα· διότι, ἐὰν τοιαύτην δὲν εἶχε γνώμην, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο καταπληκτικῶς ἄδικον. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι θεωρεῖ τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις συνεπλήρωσεν ὡρισμένην ἡλικίαν, ἀνίκανον· ἀλλὰ, ἂν δὲν ἠξεύρω τίνες εἶνε αἱ ἀξιώσεις τοῦ χρόνου, περὶ ὧν ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, γνωρίζω ὅμως ποῖαι εἶνε αἱ ἀξιώσεις τῆς φύσεως, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ, μεταξὺ ἄλλων καὶ καλλιτέχνου, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θαυματουργοῦ. Εἶνε ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς φύσεως ἐν τῷ εὐγενεστέρῳ μάλιστα μέρει τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἐν τοῖς προνομίοις αὐτῆς· εἶνε ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς φύσεως νὰ λέγῃ τις, ὅτι ὁ συμπληρώσας τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του δὲν εἶνε ἱκανὸς νὰ ἦνε ἀνθυπολοχαγὸς, ὁ δὲ συμπληρώσας τὸ 55 νὰ ἦνε λοχαγός. Ὑπάρχει τοιαύτη διαφορὰ πηγάζουσα ἐκ τῶν ἀπαραγράπτων αὐτῶν δικαιωμάτων τῆς φύσεως μεταξὺ τῶν ἀτόμων, ὥστε εἶνε ἀντίθετον πρὸς πάντα κανόνα δικαιοσύνης καὶ λογικῆς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι πάντες οἱ εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν ἐλθόντες ἔχουν τὴν αὐτὴν σωματικὴν ῥώμην καὶ διανοητικὴν δύναμιν. Ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν ἀνώτεροι στρατιωτικοὶ, οἵτινες δεκάδας ἐτῶν ἄνω τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως. Δὲν τολμῶ, διότι εἶνε παρὼν, νὰ ἀναφέρω συνάδελφον, αὐτὸν τὸν γινώσκετε πάντες, ἀλλ’ ἀναμιμνήσκομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς θαυμασίας ἀληθῶς σωματικῆς διαπλάσεως τοῦ πρώτου μεταξὺ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, νομίζω, ἐν βαθμῷ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, τοῦ Στρατηγοῦ Σούτσου. Εἶδον ἐγὼ αὐτὸς πρὸ δύο ἐτῶν τὸν Στρατηγὸν Σοῦτσον ὀκτὼ ὥρας διαρκῶς ἔφιππον....
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 16 ὥρας!
§16ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω ἐὰν αὐτὸς οὗτος ὁ σφριγῶν ἐπίσης Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἱππεύσῃ τὰς 16 ὥρας, ἀξιότιμε, κύριε Ἀντωνόπουλε.
§17ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναται.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν τοιοῦτοι ἀληθῶς, ἀλλ’ εἶνε ἐξαιρέσεις.
§19ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν μόνη μία, φίλε, κύριε Καραπάνε, ὑπῆρχεν ἐξαίρεσις, ἐνώπιον αὐτῆς ἔπρεπε νὰ κλίνωμεν τὴν κεφαλὴν, διότι μία καὶ μόνη ἀδικία εἶνε παγκόσμιος. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Διοίκησις νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ που ἐξαίρεσις· ἀλλὰ τί λέγω ἐξαίρεσις; κανὼν, νομίζω, εἶνε σχεδὸν, ὅτι αἱ ἡλικίαι, ἃς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν συνεπάγονται τὴν ἀνικανότητα τῶν φερόντων αὐτάς. Ἐδῶ ἡμεῖς αὐτοὶ μεταξὺ ἡμῶν αὐτῶν θὰ ἴδωμεν ἐπιβεβαιούμενον τὸν κανόνα ἐν πλείστοις. Ὑπάρχουσι μεταξὺ ἡμῶν ἄνδρες ἑξηκονταετεῖς, οἵτινες εἰμποροῦν νὰ ἦνε καὶ δεκανεῖς, ἂν θεωρῆται ὅτι τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ ἡ ὑπηρεσία εἶνε πάντοτε ἡ βαρυτέρα. Διατί νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, ἀφοῦ ὅλοι βλεπόμεθα μεταξύ μας; Εἶνε πολλαὶ αἱ ἐξαιρέσεις, ἀποτελοῦσιν, ἐπαναλαμβάνω, κανόνα, διότι 50 ἐτῶν ἄνδρες εἶνε ἀκατανόητον νὰ κρίνωνται αὐθαιρέτως, ὅτι δὲν εἶνε εἰς κατάστασιν νὰ ὦσιν ἀνθυπολοχαγοί. Καὶ ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἦτο μέτρον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἔστω καὶ ὑπὸ τῆς λυπηρᾶς — διότι ἀκόμη εἴμεθα μικροὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀναπτύξεως — ὑπὸ τῆς λυπηρᾶς ἀνάγκης τοῦ νὰ μιμώμεθα τοὺς ἄλλους, ἐὰν τοιοῦτο δίδαγμα μᾶς ἤρχετο πανταχόθεν, ἢ κἆν πολλαχόθεν, τότε ὠφείλαμεν νὰ ὑποκύψωμεν. Ἀλλὰ τοιοῦτον δίδαγμα, ὡς ἠξεύρει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν μᾶς ἔρχεται πανταχόθεν. Εἰς τὴν Γερμανίαν οὔτε κἆν ἐγένετο σκέψις περὶ τούτου, εἰς τὴν Αὐστρίαν ἐπίσης, εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ὑπὸ περιορισμοὺς, καὶ μολονότι μὴ ἁρμόδιος, δύναμαι ὅμως νὰ διακηρύξω, διότι τὰ πράγματα τὸ ἐπιστοποίησαν μέχρι τοῦδε, ἐὰν ὑπάρχῃ στρατιωτικὸν Κράτος, ὅπερ σήμερον δεσπόζει ἠθικῶς ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως ἐν Εὐρώπῃ, εἶνε ἡ Γερμανία. Ἡ Γερμανία τοιοῦτον νόμον δὲν ἔχει. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ἵνα ὁ στρατὸς ἡμῶν ὑποφέρῃ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοιούτου νόμου ὅσον ὑποφέρει καὶ ὁ Γερμανικός. Θεωρῶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκρουστέον καὶ ἐν οὐσίᾳ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω φρονῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, εἶνε ὀλέθριον, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα τῷ ὄντι νὰ ὁδηγήσῃ τὸν στρατὸν εἰς τὰ πεδία τῆς τιμῆς, δὲν πρέπει νὰ ψυχράνῃ αὐτόν. Βεβαίως—τὸ ἐλπίζω καὶ τὸ εὔχομαι—ὁ στρατὸς ἡμῶν πρέπει νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς. Τὰ πράγματα, ὡς ἐτελέσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καθιστῶσιν ἴσως τοῦτο ἀναγκαῖον· ἀλλ’ ὡς ἐτελέσθησαν ἐπίσης τὰ πράγματα ταῦτα, καθιστῶσι τοῦτο—καὶ ἐπανειλημμένως τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—δυσχερέστατον. Δὲν γνωρίζω ποίας ἰδέας ἢ μᾶλλον ποίας πληροφορίας— διότι ἡ ἰδέα μία καὶ ἡ αὐτὴ εἶνε εἰς σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν—δὲν ἠξεύρω ποίας πληροφορίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ φρονῶ, ἐξετάζων τὰς πράξεις αὐτῆς σχετικῶς ἰδίως πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, ὅτι προβλέπει ταχεῖαν τὴν δρᾶσιν. Ἐὰν τῷ ὄντι πρόκειται ταχέως νὰ δράσωμεν, βεβαίως τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶνε κατὰ δυστυχίαν ἐπαρκῆ, δὲν ἐξετελέσθησαν δὲ ὡς ἠδύναντο ἴσως κάλλιον νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εἶνε τὰ μόνα, ἅπερ ἔχομεν, ἂν πρόκειται, λέγω, περὶ ταχίστης δράσεως, δικαιολογεῖται ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δαπάνη· ἐὰν ὅμως περὶ ἑβδομάδων τινῶν πρόκειται, τοῦτο δὲ ἐννοῶ, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ταχεῖαν ἐνέργειαν, ἐννοῶ δηλαδὴ νὰ θεωρεῖται εὐλόγως ἡ σήμερον ὡς παραμονὴ τῆς πραγματικῆς δράσεως, ἐξακολουθήσατε, κύριοι Ὑπουργοί, τὰ μέτρα ταῦτα, ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ, ὁ τόπος θὰ χειροκροτήσῃ τὰ ἔργα ἡμῶν, ἐὰν πραγματικῶς εὑρισκόμεθα ἐν τῇ παραμονῇ πραγματικῆς ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἐὰν προβλέπῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὀφείλω καὶ τοῦτο νὰ εἴπω —ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πᾶσα ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγεται, καὶ ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ τοιούτων μεγάλων, ὑψίστων τῆς πατρίδος συμφερόντων, θὰ εἶνε ἔγκλημα ἐὰν δὲν λέγηται ἡ ἀλήθεια — ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτῆς φρονῇ, ὅτι ἡ δρᾶσις δὲν εἶνε προσεχὴς, τότε ἄλλως ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ, μὴ παραιτουμένη βεβαίως τῆς ἰδέας τῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐξαντλοῦσα ματαίως τὰς ἀνεπαρκεῖς ἡμῶν δυνάμεις. Δὲν ἔχω πληροφορίας ἐγὼ, δὲν δύναμαι ἑπομένως οὐδὲν νὰ γινώσκω, ἀλλὰ εἰμπορῶ νὰ κρίνω ἀπὸ τὰ τελούμενα ἐν Εὐρώπῃ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα ἡμῶν. Ταῦτα δεικνύουσι δυστυχῶς ὅτι δὲν ἀφίσταται ἀφ’ ἡμῶν πολὺ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν αἱ δυσχέρειαι ἐκεῖναι θὰ ἐξομαλυνθῶσι διὰ τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, ἐφ’ οὗ δύναμαι νὰ κρίνω, ὑπάρχει ἡ πρόοδος τῆς ὥρας τοῦ ἔτους. Ὡς ἔχουσι τὰ ἐδάφη ἰδίως ἐφ’ ὧν πρόκειται νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ ἐχθρὸς ἀκόμη, ὁ παρὼν χρόνος δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος, καὶ ἐὰν εἰς τὴν δρᾶσιν εἴμεθα ὁριστικῶς ἀποφασισμένοι, βεβαίως μῆνες θὰ μεσολαβήσωσι μεταξὺ τῆς σήμερον καὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς εὐλογημένης. Ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχὴν αὐτῆς καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον τὸ ἐκ τούτου γεννώμενον. Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλει περὶ τούτου νὰ πληροφορήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, ἐὰν τοιοῦτό τι φρονῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει βεβαίως νὰ διατηρήσῃ ἀπαρεγκλίτως τὴν θέσιν, τὴν προετοιμάζουσαν, τὴν ἐξασφαλίζουσαν, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἄμεσον, ἅμα τῇ ἐπελθούσῃ ἀνάγκῃ, ἐνέργειαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐλαφρύνῃ τὸν τράχηλον τοῦ Ἔθνους, ὅπερ κύπτει καὶ γονατίζει ὑπὸ τὸν ὄγκον δυσβαστάκτων βαρῶν. Διότι τί σημαίνει, ἐὰν μᾶς εὕρῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡ εὐλογημένη ἐξηντλημένους; σημαίνει ὅτι θὰ ἀνατείλῃ ἡμέρα κατηραμένη ἐκείνη, ποτὲ δὲ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἴδῃ ἡμέραν κατηραμένην. Εἶπον, ὅτι τοιαῦται ἀλήθειαι πρέπει νὰ λέγωνται εὐπαῤῥησιάστως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν γνωρίζω βεβαίως τὶ φρονεῖ περὶ τούτου ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐπεθύμουν, τὸ εἶπον εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὴν Ἀντιπολίτευσιν δρῶσαν καὶ καταδικάζουσαν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν φρονῇ ὅτι κακῶς πολιτεύεται, διότι οὕτω ἐφρόνουν ἐγὼ ἀδιστάκτως. Ἀλλ’ ὅπως καὶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν γνωρίζω ποῦ στηρίζει τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὰς ἐλέγξω σήμερον, οὕτω, καὶ ὀλιγώτερον μάλιστα, ἔχω δικαίωμα νὰ γνωρίζω τὰς ἐνδομύχους σκέψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δύναμαι ὅμως νὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ἀφορῶν εἰς τὴν θέσιν, ἣν τηρεῖ, ὅτι ἀπὸ τῆς γνώμης ἐμοῦ ταύτης, ἐὰν ἐμελέτησε, καὶ βεβαίως ἐμελέτησε καλῶς τὰ πράγματα ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδαμῶς ἢ ὀλίγον ἀφίσταται. Ὑπάρχει δὲ καί τι πλέον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησεν αὖθις νὰ ἀνακινήσῃ τοῦτο, ὑπάρχει καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου τούτου ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης. Τὸ δικαίωμα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 4 ἐν ἐδαφίῳ δʹ τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, εἶνε ἀναμφισβήτητον. Θὰ ἦτο λυπηρὰ ἡ θέσις τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐὰν δὲν ἦτο ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ οὐχὶ περὶ τῶν ὑποχρέων, καὶ τονίζω αὐτὴν τὴν λέξιν «ὑποχρέων» διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς ταύτην, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν τριῶν κατηγοριῶν, δύναται νὰ καλέσῃ ἢ καὶ τὰς τρεῖς συγχρόνως ἢ τὰς δύο ἢ ἀνὰ μίαν. Ἐξήγησα μάλιστα καὶ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο· διότι, ἐὰν ἦτο ἠναγκασμένος νὰ καλέσῃ πάντας, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην, χωρὶς πρὸ πάντων, ὡς παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς συμβαίνει, νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, τοῦτο θὰ ἦτο λυπηρὸν δι’ αὐτὸν καὶ ὀλέθριον διὰ τὸν Τόπον. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦτο εἶνε ἀναμφισβήτητον, καὶ δὲν εἶνε ὀρθὸν, καὶ δὲν εἶνε πρέπον νὰ ὑποστηρίζωνται ἐνταῦθα, διότι ἅπαξ ἐῤῥέθησαν ἐν στιγμῇ στενοχωρίας πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν οὕτως ἐξηγοῦντο καὶ οὕτως ἐπέβαλον πράγματι νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελον περιδέσει τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐν κρισίμοις στιγμαῖς. Ἐνθυμοῦμαι τὰ λεχθέντα καλῶς καὶ ἀντέγραψα τὸ ἄρθρον, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ νὰ δώσω πέρας εἰς τὴν παράδοξον ταύτην, ἐκ μέρους Κυβερνήσεως μάλιστα, συζήτησιν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δὲ αὐτὸ, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἐκεῖνο ὅπερ ἐγὼ πρεσβεύω, δὲν εἶνε γνώμη ἐμοῦ, ἀλλὰ εἶνε διαταγὴ τοῦ νόμου. «Ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσιν ἐπὶ τὰ ὅπλα εἰς ὑπηρεσίαν». Τὸ «πρὸς ὑπηρεσίαν» ἀρκούντως ἀναπτύσσεται ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ τοῦ νόμου, καθ’ ὃ ἡ ἐφεδρεία καλεῖται εἰς ὑπηρεσίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, ὅστις δὲν εἶνε βεβαίως νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τοὺς φυγοδίκους, οὔτε διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ἀσκήσεις, ἃς ῥητῶς διακρίνει ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὁ νόμος. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου: «ἀναλόγως τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης, μόνον οἱ προϋπηρετήσαντες ἐπὶ ἓξ μῆνας ἢ πλείονα χρόνον ἔφεδροι, μόνον οἱ ἐλάσσονα χρόνον διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ, καὶ οἱ μηδόλως ὑπηρετήσαντες, καλούμενοι ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων κατ’ αὔξουσαν ἡλικίαν, ἀρχῆς γιγνομένης ἀπὸ τῆς μικροτέρας». Τώρα ἐὰν ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἓξ μηνῶν καὶ πλέον οἱ ἔφεδροι, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶνε ἀρκούντως ἐξησκημένοι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ δράσῃ ἀμέσως, ὤφειλε νὰ καλέσῃ αὐτοὺς μόνους, ἂν δ’ εἶχεν ἀνάγκην μείζονος ἀριθμοῦ, ἐδικαιοῦτο νὰ καλέσῃ τοὺς προϋπηρετήσαντας καὶ ἄλλων ἡλικιῶν. Ἐὰν δὲ ἤθελε νὰ δράσῃ μετὰ χρόνον τινὰ, ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τοὺς ἐφέδρους, τοὺς ἔλασσον τῶν ἓξ μηνῶν ὑπηρετήσαντες. Τέλος ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὰς προβλέψεις της μετὰ χρόνον μακρότερον, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ καλέσῃ μόνους τοὺς μὴ ὑπηρετήσαντας ποσῶς, ἤτοι τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἀλλ’ εἶναι σύμπτωσις ἁπλῶς, ὅτι οἱ μηδόλως ὑπηρετήσαντες εἶναι τινὲς τῶν ἀπαλλαγέντων, διότι ἐν τῇ πρώτῃ κατηγορίᾳ, τῶν ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ πλέον ὑπηρετησάντων, εἶναι οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς ἐφεδρείας τοῦ 1877 καὶ 1878, οἵτινες, καί τοι ἀπαλλαγέντες, καλοῦνται οὐχὶ μετὰ τῶν ἄλλων ἀπαλλαγέντων, ἀλλὰ μετὰ τῶν προϋπηρετησάντων. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα αὐτό. Τὸ ἐπιθυμῶ δὲ, διότι δὲν πρέπει μετ’ ὀλίγον, ὅταν ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι μακρὰν, νὰ ἀφήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μὲ δεδεμένας τὰς χεῖρας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἀφορᾷ εἰς περιπτώσεις ἀνηκούσας εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον, τὸν κανονίζοντα τὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς Πατρίδος. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ κληθῇ ὅλη ἡ ἐφεδρεία, δύναται νὰ κληθῇ αὕτη ἀπὸ τῆς κατωτάτης αὐτῆς ἡλικίας μέχρι τοῦ 32 ἔτους, εἶναι δὲ ὑπόχρεοι οἱ ἔφεδροι πάντες νὰ προσέλθωσιν· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ μόνον μίαν ἢ δύο ἢ ὅσας θέλει πλείονας ἡλικίας· τὸ αὐτὸ δ’ ἀπαραλλάκτως συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τοῦ ἐδαφ. δʹ. Ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ἀπαραίτητον ἅμα καὶ πολύτιμον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι μετὰ λύπης ἤκουσα νὰ διαφιλονικεῖται τὸ τοιοῦτον δικαίωμά του· πρῶτον μὲν, διότι ἡ ἀναγράφουσα αὐτὸ διάταξις εἶναι τοσοῦτον σαφὴς, ὥστε οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία, καὶ δεύτερον διότι, ἐὰν γίνῃ παραδεκτὴ ἡ γνώμη τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, θὰ ἦναι ὀλεθρία. Λοιπὸν ὑπάρχει τὸ μέσον. Ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει τὸ μέσον, ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν δύναται ἢ πρέπει νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι τοσοῦτον στενῶς συνδεδεμένα πρὸς ὅ,τι ἔχει τιμαλφέστερον ἡ Ἑλλὰς, πρὸς ὅ,τι ἔχει τιμαλφέστερον ὁ Ἑλληνισμὸς, ὥστε οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς σκοπὸς πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, οὐδεὶς νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ κομματικὸς ἢ προσωπικὸς ὑπολογισμός. Ἐὰν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις, ἐκτελοῦσα τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον, νὰ ἀπολέσῃ τὴν Ἐξουσίαν, τιμὴ αὐτῆς θὰ ἦναι νὰ τὴν ἀπολέσῃ οὕτω. Ἐὰν πρόκειται ν’ ἀπολέσῃ ἀκόμη πρὸς ὥραν τὴν δημοτικότητα αὐτῆς, δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ καὶ ἐνώπιον τῆς εὐγενοῦς καὶ φιλοπάτριδος ταύτης αὐτοθυσίας. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἀρετὴ τοῦ πολιτευτοῦ. Ἡ κυριωτάτη ἀρετὴ πολιτευτοῦ, ἀξίου τοῦ σεμνοῦ τούτου, ἀλλὰ μέγιστα ἐπιβάλλοντος καθήκοντα ὀνόματος συνίσταται εἰς τοῦτο, νὰ θυσιάζῃ ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι πρόκειται σήμερον περὶ τοιαύτης θυσίας· ἀπεναντίας, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν καὶ ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ ὡς ἐγὼ κρίνω ἀτομικῶς καὶ ὡς πιστεύω ὅτι κρίνει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει οὕτω νὰ πολιτευθῇ, πρέπει νὰ προβῇ μετὰ θάῤῥους καὶ χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ ποσῶς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ ζητήματος, ἐὰν πρόκειται νὰ μεσολαβήσῃ χρόνος ἱκανὸς μέχρι τῆς ὥρας τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, νὰ ἐλαφρύνῃ ἐν τῷ μεταξὺ τὸν δημόσιον θησαυρόν, τὸν τοσοῦτον πτωχὸν κατὰ δυστυχίαν καὶ νὰ ἀνακουφίσῃ τὸν Τόπον. Ἂς εἶναι δὲ βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι οὕτω πράττουσα, θὰ προκαλέσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, καὶ θὰ ἀνακουφίσῃ συγχρόνως καὶ τὸ βάρος τῆς ἰδίας ἑαυτῆς εὐθύνης. Δὲν ὑπενθυμίζω δὲ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐκφοβίσω αὐτήν. Ἄνδρες περιελθόντες εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα τῆς Πατρίδος, ἄνδρες διέποντες τὰς τύχας τοῦ ἔθνους, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι, καὶ ἔχουσιν, ἐλπίζω, σθένος ψυχῆς, ὅπερ νὰ μὴ δύναται νὰ διαταραχθῇ ὑπὸ οἱωνδήποτε ἄλλων ὑπολογισμῶν. Τὸ σθένος δὲ τῆς ψυχῆς τῶν διεπόντων ἐν τοιαύταις μάλιστα κρισίμαις στιγμαῖς τὰ κοινὰ θὰ ἦναι μέγιστον δυστύχημα ἐὰν μειωθῇ, διότι μόνον διὰ τοῦ σθένους τούτου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὴν Πατρίδα.
§20Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀδιαθετῶν ἐπί τινας ἡμέρας, δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀπὸ τὰ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τὰ ὁποῖα κατὰ καθῆκον ἀνεγίνωσκον, ἀνεκάλεσα ἄκων εἰς τὴν μνήμην μου, κατά τινα, ὄχι βεβαίως καθ’ ὅλα, συζητήσεις τοῦ 13 αἰῶνος ἐν Βυζαντίῳ, περὶ τοῦ ἂν ἦτο κτιστὸν ἢ ἄκτιστον τὸ φῶς τὸ ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ, προκληθείσας παρά τινων μοναχῶν, οἵτινες προσευχόμενοι καὶ κλίνοντες τὴν κεφαλήν, ἐνόμιζον ὅτι βλέπουν φῶς περὶ τὴν χώραν τῆς κοιλίας. Ἐπίστευον δέ, ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει ἕδραν ἐν τῷ ὀμφαλῷ, καὶ διὰ τοῦτο ὠνομάζοντο ὀμφαλόψυχοι, ἐνῷ ἡ Ἀσιατικὴ τίγρις ὠρύετο ἤδη εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην καὶ ἡτοιμάζετο νὰ κατασπαράξῃ τὴν Βυζαντινὴν Αὐτοκρατορίαν. Παραδείγματος χάριν: Τὸ περὶ ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου. Βεβαίως, κύριοι, εἰς Κράτη μεγάλα καὶ πλούσια ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἕπεται, ὅτι εἶνε πάντοτε καὶ πόλεμος, διότι τοιαῦτα Κράτη δύνανται νὰ ὦσιν ἕτοιμα ἀνέτως ὀψέποτε θελήσουν· ἀλλὰ εἰς Κράτη μικρά, ὡς τὸ ἡμέτερον, καὶ στερούμενα ἐπαρκῶν πόρων, πολὺ δὲ μᾶλλον, ὅταν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς ἠθικῆς ὑπάρξεώς των, ἐπιστράτευσις σημαίνει πόλεμον, διότι ἄλλως ἡ ἐπιστράτευσις εἶνε φρικώδης κωμῳδία εἰς μικρὰ καὶ ἄπορα Κράτη, ὡς εἶνε ἡ Ἑλλὰς σήμερον. Μέμφονται τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὸ ὅτι δῆθεν εὐνοεῖ πλειότερον τὴν πεζικὴν δύναμιν. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐγώ, ὅτι καὶ τὸ Πυροβολικὸν καὶ τὸ Μηχανικὸν καὶ τὸ Ἱππικὸν εἶνε χρήσιμα ἐπίσης εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ εἶνε κυρίως ἐπικουρικὰ σώματα εἰς τὴν πεζικὴν δύναμιν· ἡ κυρία δὲ δύναμις ἑνὸς στρατοῦ εἶνε τὸ Πεζικὸν, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ εἶνε καλῶς ἐξησκημένον εἰς τὴν λογχομαχίαν καὶ εἰς τὴν σκοποβολήν. Δὲν εἴδατε, κύριοι, — χωρὶς νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅλην τὴν σύγχρονον πολεμικὴν ἱστορίαν — δὲν εἴδατε, ὅτι οἱ Βούλγαροι ἐνίκησαν τοὺς Σέρβους; Ὄχι διότι δὲν εἶχον οἱ Σέρβοι τόσον καλὸν Πυροβολικὸν, ἀλλὰ διότι οἱ Βούλγαροι ἦσαν καλῶς ἠσκημένοι εἰς τὴν λογχομαχίαν καὶ τὴν σκοποβολὴν καὶ ὥρμων καὶ ἐκυρίευον τὰ πυροβόλα τῶν Σέρβων. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ εἰς πολλὰ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅσον οὗτος φρονεῖ, ὅτι καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ὀργανωθῶμεν ὡς τὰ μεγάλα καὶ πλούσια καὶ κατακτητικὰ Ἔθνη, ἐνᾧ ὀφείλομεν, κατ’ ἐμὲ, νὰ ὀργανώσωμεν στρατιωτικῶς ὅλον τὸ Ἔθνος μας συμφώνως μὲ τὰς παραδόσεις μας καὶ μὲ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν πόρων μας, ὥστε νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι εἰς τὴν ὥραν τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ἐν τούτοις δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τάχιστα θὰ διορθώσῃ τὰς ὑπαρχούσας ἔτι ἐλλείψεις ἐν τῷ στρατῷ, καὶ πιστεύω, ὅτι ἐφρόντισεν, ὅπως ἐξασκηθῇ τὸ Πεζικὸν εἰς τὴν λογχομαχίαν καὶ εἰς τὴν σκοποβολήν. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς ἐκφράσω καὶ ἄλλο τι, καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καί περ εἰς πολλὰ μὴ συμφωνῶν μετ’ αὐτοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν ἀπὸ κανένα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μαυρομιχάλης, καθὼς καὶ ὁ ὕστερον ἐλθὼν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλης, εἶνε ἐν τῷ σημερινῷ Ὑπουργείῳ οἱ μόνοι, οἵτινες ἀπ’ ἀρχῆς ἀντελήφθησαν καλλίτερον καὶ ζωηρότερον τὴν σπουδαιότητα τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν σήμερον. Ἕν ἄλλο, ἐπὶ παραδείγματι, εἶνε τὸ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἐγένετο ἅπαξ, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Πρὸς τί ἡ μυστικὴ συνεδρίασις; Ἐπρόκειτο περὶ ἐξετάσεως τῶν Στρατιωτικῶν πραγμάτων; Λησμονοῦμεν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις χρημάτων ἢ ἄλλου τινὸς, ὅτι εὐθύνεται ὄχι μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἡ ἐπιστράτευσις καὶ πᾶσα πολεμικὴ παρασκευὴ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἡ θλιβερὰ, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν σήμερον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατήντησε τὸ ταλαίπωρον τοῦτο Ἔθνος, ἀπὸ πότε δύναται νὰ χρονολογηθῇ; Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἐφρόντιζε νὰ προετοιμασθῇ τοὐλάχιστον μετὰ τὸ πάθημα τῆς Κρήτης, μετὰ τὸ ῥάπισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὴν Συνδιάσκεψιν τῶν Παρισίων, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν σημερινὴν ἀθλιότητα. Ἀλλὰ δὲν ἐσωφρονίσθημεν οὔτε ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ 1880. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 1881, ὅτε ἔλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ κ. Τρικούπης ὤφειλε, κατ’ ἐμὲ—καὶ οὕτως ἐνόμιζεν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος—ὤφειλε ν’ ἀναμορφώσῃ τὸ Κράτος, νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τοὺς θεσμούς μας, νὰ ἁπλοποιήσῃ ἐν γένει τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ φέρῃ τὴν ἀποκέντρωσιν εἰς τὰ τῶν Δήμων, νὰ ἐπιβάλῃ φόρους τινὰς, ἀλλ’ ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ, νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας καὶ ὄχι εἰς σπατάλην, καὶ οὕτω νὰ διοργανώσῃ δεόντως τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Ἐπολέμησα καὶ ἐγὼ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, ὄχι διότι ἐπέβαλε φόρους, ἀλλὰ διότι οὗτοι ἦσαν ἄνισοι καὶ δημευτικοὶ, καὶ διότι ἡ σπατάλη ηὔξανεν, ἀντὶ νὰ ἐλαττοῦται. Ἀλλ’ ἔστω· ἔλεγον ἐν ἐμαυτῷ, ὅτι ἴσως ὁ κ. Τρικούπης ἐφρόντιζεν ὅπως προπαρασκευάσῃ στρατιωτικῶς τὸ Ἔθνος, καθόσον μάλιστα ἔλεγε καὶ αὐτὸς, ὅτι προῃσθάνετο τὴν ἐπελευσομένην θύελλαν. Ἀλλ’ ἐὰν τῷ ὄντι προῃσθάνετο τὴν κρίσιμον αὐτὴν κατάστασιν, δὲν ἤθελεν ἀφήσει τὸ Ἔθνος τοσοῦτον ἀνέτοιμον, ὥστε ν’ ἀποκαλυφθῇ σήμερον, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γενόμενα ἦσαν ὀλιγώτερα καὶ αὐτοῦ τοῦ μηδενός. Φαίνεται δέ, ὅτι ἔλεγεν αὐτὰ μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ὑπερόγκους δαπάνας του. Πρὸ τριῶν ἐτῶν, κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν προορῶν τοὺς κινδύνους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν πόρων μας, καθυπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ συμφώνως μὲ τὰς παραδόσεις μας, μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὲ τοὺς μικροὺς πόρους μας καὶ μᾶλλον συντελοῦντος πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἀνέπτυξα δὲ αὐτὸ καὶ ἐπρότεινα νὰ καθυποβληθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν εἰδικῶν ἀνδρῶν, στρατιωτικῶν, ὅπως τελειοποιήσωσιν αὐτὸ εἰς τὰ καθέκαστα. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς βάσιν εἶχε τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν ἐν ταῖς ἑστίαις των ὅλων τῶν πολιτῶν, τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν θὰ εἴχομεν κατ’ ἔτος μόνιμον στρατὸν, ἰδίως πεζικὸν, 14 χιλιάδας ἀνδρῶν μὲ μονοετῆ θητείαν, ἥτις θὰ ἦτο ἐπαρκὴς, διότι οἱ ἀπολυόμενοι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ θὰ ἐξηκολούθουν νὰ γυμνάζωνται εἰς τὰς ἑστίας των καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐλησμόνουν ὅσα εἶχον μάθει. Ἄν ἔκτοτε ἐτίθετο εἰς ἐνέργειαν τοιοῦτος ὀργανισμὸς, θὰ εἴχομεν σήμερον 150 χιλιάδας στρατοῦ, καλλίτερον ἠσκημένας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε σήμερον καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐγκυμνάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ φωνή μου δὲν ἠκούσθη. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ σύστημα τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν δὲν ἦτο ἐπίσης συντελεστικὸν εἰς πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. Δὲν ἀρκοῦν αἱ βιβλιοθῆκαι. Πρέπει ὁ νομοθετῶν νὰ ἐξετάζῃ καλῶς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ Ἔθνους του. Ἄν ταῦτα ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν πρὸ καιροῦ, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τοσαύτην ἀθλιότητα. Εἶπον καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ποῖος κατὰ πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, ἂν ὄχι ἄλλο, ἠδύνατο τοὐλάχιστον, κατὰ τὰ στοιχειώδη νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ Ἔθνος, δαπανήσας τοσαῦτα χρήματα. Ἀλλὰ τί ἔκαμε; δὲν ἔκαμε τίποτε· καὶ σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κατασκευάσωμεν ὀχυρώματα εἰς τὰ σύνορα, στρατιωτικοὺς δρόμους καὶ στρατῶνας. Κατεσκεύασε δέκα ὁδοὺς ἐν Ἀκαρνανίᾳ, ὅλως περιττὰς, ἐκτὸς μόνης τῆς εἰς Ἄρταν, οὐδεμίαν δὲ πρὸς τὰ σύνορα, ἐνῷ ἠδύνατο ἐν ἀνέσει νὰ πράξῃ ἐγκαίρως τὰ δέοντα. Αἱ πολεμικαὶ ἀποθῆκαί μας εὑρέθησαν ἤδη κεναὶ, ὅ,τι δὲ ἔμεινεν ἐν αὐταῖς, ὑπῆρχεν ἀπὸ προηγουμένας διαχειρίσεις. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ Ναυτικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἐζήτησε καὶ ἔλαβε 40 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ καταρτίσῃ αὐτὸ, ἐπίσης δὲν ἔκαμε τίποτε ἐκ τῶν δεόντων· καὶ πάλιν ὁ κ. Μπούμπουλης κατήρτισε σήμερον, εἰς ὀλίγον διάστημα χρόνου, τὴν ναυτικὴν τοῦ Ἔθνους παρασκευὴν καὶ μὲ μόνους τοὺς μικροὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Τρικούπη ἔχει σχέσιν εἰς πολλὰ μὲ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν πρὸ 200 ἐτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κρόμβελ, καὶ τὴν κατάργησιν τῆς δημοκρατίας, ἐπὶ Καρόλου τοῦ Βʹ. Ὁμοιάζει μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν τότε Ὑπουργείων τοῦ Ἄσλεη καὶ τοῦ Ὄσβορν. Καὶ οὗτοι ἐπέβαλον τότε πολλοὺς φόρους, καὶ σπατάλη ἐγένετο χάριν τῆς Ἐξουσίας, καὶ ἡ Ἀγγλία κατήντησεν εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν, ὥστε νὰ νικηθῇ ἀπὸ τὴν Ὁλλανδίαν. Ἀλλὰ δὲν ἔλειψε καὶ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ταπείνωσις· διότι, ἂν ὁ κ. Τρικούπης διεπραγματεύετο καλλίτερον τὴν ὑπόθεσιν μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, δὲν θὰ ἐκαταντούσαμεν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν ἐκεῖνον ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος. Συνηντήθην, κύριοι, πρὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διατηρῶν ὅμως πάντοτε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν φρονημάτων μου καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας μου· εἶνε δὲ προτιμότερον νὰ διατηρῇ τις τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας του εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης, κατακρίνων καὶ αὐτὸς τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικὸν καὶ οἰκονομικὸν τοῦ κ. Τρικούπη, ἤθελε ποτὲ ὡς Κυβέρνησις προβῇ εἰς ἀληθεῖς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας προσεδόκα τὸ Ἔθνος. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὤφειλεν, ἐλθὼν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, νὰ ἁπλοποιήσῃ τοὺς πολυπλόκους καὶ πολυτελεῖς ὀργανισμούς μας, ὅπως οὕτω ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι καὶ ἐλαττωθοῦν κατά τι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, χωρὶς βλάβην τῆς διοικήσεως· συνάμα δὲ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ ἐθνικῆς προετοιμασίας ἐκ τῶν ἐνόντων, συμφώνως μὲ τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν συνόψει: ἁπλοποίησις τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως προέλθωσιν οἰκονομίαι, μεταῤῥύθμισις τῶν δημοτικῶν νόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποκεντρώσεως, ὅπως χειραφετηθῇ ὁ λαὸς, καὶ στρατιωτικὴ διοργάνωσις συμφώνως μὲ τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις μας, καὶ πρόβλεψις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἰδοὺ ὅ,τι ἐπερίμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρ’ ἡμῶν. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ τοὺς καιροὺς καὶ νὰ προΐδῃ τοὺς προσεχεῖς κινδύνους· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προεῖδε τίποτε! Ἐπίστευεν εἰς δεκαετῆ εἰρήνην. Ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς πρέπει νὰ προβλέπῃ, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ προνοῇ καὶ πράττῃ τὰ δέοντα. Τοιοῦτος πρέπει νὰ ἦνε, κατ’ ἐμὲ, ὁ ἀληθὴς πολιτικός. Τί μοι χρησιμεύουν, κύριοι, οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπὶ τρία ἔτη καθὼς καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, εἴτε οἱ περυσινοὶ, εἴτε οἱ ἐφετινοὶ οἱ ἔκτακτοι καὶ τακτικοί; Βλέπω κατ’ οὐσίαν τὸ αὐτὸ σύστημα· δὲν βλέπω τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πρότερον καὶ σήμερον νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως σώσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, τὸν διατρέχοντα τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. Ἀδιαφορῶ διὰ τὰ νομοσχέδια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀδιαφορῶ διὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οἱ Προϋπολογισμοὶ εἰς ἓν Κράτος πρέπει νὰ ἔχουν μόνον σκοπὸν τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν γενικὴν σωτηρίαν ἄλλως, εἶνε χάρτης χάριν συναλλαγῆς καὶ τίποτε ἄλλο, ὡς ἰδίως ἀπέδειξε τὸ σύστημα τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, διότι τίποτε δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐκείνην σπατάλην καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην ἐκείνην δανειομανίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς, καὶ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ νῦν Ὑπουργείου, ἀρκεῖ οὗτοι νὰ ἔχωσι βάσιν στερεὰν, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς δυσάρεστον θέσιν, ὅταν ἀποχωρήσῃ ἡ Βουλή. Τί ὤφειλε κατ’ ἐμὲ νὰ πράξῃ τὸ νῦν Ὑπουργεῖον; ὤφειλεν ἀμέσως νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προβῇ εἰς μέγα δάνειον 200 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ δάνειον τῶν 42 ἑκατομμυρίων τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον καταστρέφει τὴν πίστιν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐκ Σύρου βουλευτοῦ, πεπειραμένου τραπεζίτου, ζημιόνει τὸ Ἔθνος 40 ἑκατομμύρια. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶνε τὸ τελευταῖον μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον καταφεύγει πᾶσα νοήμων Κυβέρνησις. Δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ προβῇ οὔτε εἰς τὸ δάνειον τὸ πατριωτικὸν, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο περιέχει ἓν στοιχεῖον ἀνήθικον, τὸ λαχεῖον. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ἓν μόνον δάνειον 200 ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ θέση τοὺς ἀναγκαίους φόρους, οἱ ὁποῖοι νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ὤφειλε πρὸς τούτοις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν πλοῦτον τῶν ἁπανταχοῦ ὁμογενῶν, οἵτινες ἔδειξαν πάντοτε πατριωτισμὸν καὶ θυσίας χρηματικάς· ἔπρεπε νὰ καταρτίσῃ κατάλογον αὐτῶν, οἵτινες ἠδύναντο νὰ μᾶς δανείσωσι τοὐλάχιστον 50 ἑκατομμύρια. Προαισθανόμενος συνεπείᾳ τινῶν γεγονότων, ὅτι τὸ σύστημα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ὡδηγεῖτο ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ἥτις ἔμελλε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἤθελε φέρει ὄχι σωτήρια ἀποτελέσματα εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ προβλέπων ἐγγὺς ἐπικειμένους τοὺς ἔξωθεν κινδύνους, κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου παρόντος ἔτους, πρὶν ἢ διαλυθῇ ἡ τελευταία Βουλή, ὡμίλησα καὶ ἐζήτησα νὰ συγκαλεσθῇ, ἔστω καὶ παρατύπως, Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἥτις, ἂν τότε συνεκαλεῖτο ἀντὶ νέας Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ διορθώσῃ καὶ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ νὰ προλάβῃ τοὺς κινδύνους τοὺς ἐξωτερικοὺς, ἀλλ’ ἡ φωνή μου δὲν ἠκούσθη. Τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, ἅμα ἦλθεν ὅπως ὅπως εἰς τὴν Ἐξουσίαν, οὐδὲν ἀφ’ ἑτέρου προβλέπον, ἤρχισε νὰ διαλύῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἀπομεινάρια τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προαισθανθῇ τοὺς κινδύνους, καὶ ἅμα ἔγεινε τὸ Βουλγαρικὸν πραξικόπημα τῆς 6 Σεπτεμβρίου μὲ τὸν ὑπάρχοντα τότε στρατὸν ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὴν Ἤπειρον, περιέχουσαν τότε τὸ πολὺ δύο χιλιάδας Τουρκικοῦ στρατοῦ, καθόσον μάλιστα εἶχεν εἰς χεῖρας τὸ 13 Πρωτόκολλον τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἡ τυφλότης αὕτη τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου μ’ ἔκαμε νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Ἀνδρονίκου Βʹ τοῦ Βυζαντίου κατὰ τὸν ΙΓʹ. αἰῶνα Γεώργιον τὸν Μετοχίτην, ὅστις διέλυσε τὰ πληρώματα τοῦ στόλου καὶ ἄφησε τὰς τριήρεις νὰ σήπωνται εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Κερατείου κόλπου, ἐνῷ ἡ φυλὴ τοῦ Ὀσμὰν προητοιμάζετο καθ’ ἡμῶν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Δὲν ἔλειψε δὲ οὐδὲ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ἔθνους. Τοιοῦτος ἦτο ἡ καταπάτησις τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἐν Φιλιππουπόλει. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, τοὐλάχιστον, ἔπρεπε νὰ φωτίσῃ τοὺς σημερινοὺς κυβερνήτας νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι τοῦτο ἦτο προειδοποίησις τῆς ἐγγιζούσης ἑνώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας μετὰ τῆς Βουλγαρίας, προτιθεμένης ν’ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Μακεδονίαν. Ἐννοῶ καὶ ἐγὼ τὴν νομιμοφροσύνην, ἀλλ’ αὕτη τότε πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν δὲν περιέχῃ ἄδικον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐτόλμησεν, οὔτε κατὰ τὸ πραξικόπημα τῆς 6 Σεπτεμβρίου, οὔτε μετὰ τοῦτο νὰ προβῇ εἰς δρᾶσιν, ἥτις ἦτο ἀπαραίτητος, διότι ἦτο νομιμόφρων, καὶ ἡμεῖς ἐμείναμεν μὲ μόνον τὸν τίτλον τῆς Βερολινείου συνθήκης, ἐνῷ οἱ Βούλγαροι κατεπάτησαν τὴν συνθήκην ἐκείνην καὶ ἥρπασαν μίαν χώραν Ἑλληνικήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπερίμενε, φαίνεται, ἄλλους τίτλους ἐκ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει τελευταίας Συνδιασκέψεως, ἥτις ὅμως οὐδὲ κἂν μᾶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, τὴν δὲ κατάκτησιν τῶν μὴ νομιμοφρόνων Βουλγάρων ἐπὶ τέλους παρεδέχθη, ἀλλ’ οὔτε οἱ Τοῦρκοι αὐτοὶ ἐτόλμησαν νὰ τοὺς παρεμποδίσωσιν. Ἡμεῖς δὲ, οἵτινες εἴχομεν ἕνα τίτλον ὑπὲρ ἡμῶν, ἐμείναμεν ἀργοὶ καὶ ἐχάσαμεν ὅλας τὰς εὐκαιρίας. Ἐν διαστήματι ὀλιγίστων ἐτῶν συνωμολογήσαμεν δάνεια 700,000,000. Τί τὰ ἐκάματε, δι’ ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ὅλα αὐτὰ σεῖς οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῶντες; Εἰς τί ἐχρησίμευσαν; Οὔτε καταστήματα δημόσια ἔχομεν, οὔτε φυλακὰς, οὔτε στόλον, οὔτε στρατόν. Ἠξεύρετε πόσα ἐξώδευσεν εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον ἡ Βουλγαρία; μόνον 20 ἑκατομμύρια· ἡ δὲ Σερβία μόνον 15 ἑκατομμύρια! Τώρα εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα; Ἡ Ἑλλὰς θὰ δράσῃ ἢ ὄχι; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ἀπαντῶν εἰς διακοίνωσίν τινα τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου, σχεδὸν μᾶς ὑποδεικνύει τὴν ἐνέργειαν. Σχολιάζουσα δὲ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τοῦ Ἰταλοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς τοῦ Ἰταλικοῦ Ὑπουργείου «Δίκαιον» μᾶς παροτρύνει εἰς ἐνέργειαν καὶ μᾶς δίδει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τοιοῦτον εἶνε τὸ πνεῦμα τῆς Ἰταλικῆς ἐκείνης ἀπαντήσεως ὑπὸ τὸν τύπον τὸν διπλωματικόν. Λοιπὸν ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν δράσῃ, δὲν κινηθῇ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων της, δὲν δύναται νὰ γείνῃ παράγων εἰς τὴν ἀνάπλασιν τῆς Ἀνατολῆς. Ἄν, ἀφοῦ ἄφησε τὰς ἄλλας εὐκαιρίας, ἀφήσῃ καὶ σήμερον νὰ χαθῇ ὁ καιρὸς εἰς μάτην, καὶ προκαταλάβουν ἄλλοι τὴν Μακεδονίαν, τὸ ἐξαγόμενον θὰ εἶνε ἡ καταστροφὴ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ ἐνεργήσητε, μὴν ἐξαντλεῖτε τὸ ἔθνος· ἔχετε τὸ θάρος, ν’ ἀπολύσητε τοὺς ἐφέδρους· καὶ ἂν δὲν δύνασθε νὰ τοὺς ἀπολύσητε, πρέπει νὰ προβῆτε, καὶ τοῦτο ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ οἱ Εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ καὶ οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς περιμένουσι τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον σήμερον. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς καλλιτέραν θέσιν παρὰ ἡ Τουρκία. Ὅ,τι ἤμεθα ἡμεῖς πρὸ ἓξ ἐτῶν, εἶνε σήμερον οἱ Τοῦρκοι. Ἂν λοιπὸν ἐντὸς ὀλίγου δὲν κινηθῶμεν, εἴμεθα διὰ παντὸς χαμένοι. Σήμερον ὁ λαὸς ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, συναισθανθεὶς καλλίτερον ὑμῶν τοὺς φοβεροὺς κινδύνους. Ἐδῶ δὲ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω μίαν ἰδέαν, προκειμένου περὶ τῆς ῥυμουλκήσεως. Ὁ ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς ἔθνους πρέπει νὰ αἰσθάνεται ἐν τῇ καρδίᾳ καὶ νὰ ἐννοῇ τὰ ἔνστικτα καὶ τὰ τάσεις τοῦ ἔθνους του. Δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἐπιβάλληται, οὔτε νὰ ῥυμουλκῆται. Ὅστις ἐπιβάλλεται, σημαίνει ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὰς τάσεις τοῦ ἔθνους, ὡς συνέβη εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις δὲν ἐνόησε τὰ ἔνστικτα τοῦ ἔθνους· ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν εὑρίσκεται ἐπίσης εἰς τὸ ὕψος πολιτικοῦ ἀνδρός, διότι ἀφέθη νὰ ῥυμουλκῆται, καὶ ἂν δὲν ἐῤῥυμουλκεῖτο, δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ὁ ἀληθῶς πολιτικὸς ἀνήρ, ἐννοῶν τὰ ἔνστικτα καὶ τὰς τάσεις τοῦ ἔθνους του, συμβαδίζει ἐν ἁρμονίᾳ μετ’ αὐτοῦ, ῥυθμίζων μόνον τὴν πορείαν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἀπαισιόδοξος, διότι πιστεύω εἰς τοὺς νόμους τῆς ἱστορίας, εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἔπαθεν ἀπὸ ἀνικάνους Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἂν τάχιστα δὲν συμπληρώσωμεν τὰ ἀπαιτούμενα εἰς τὸν στρατὸν καὶ δὲν προβῶμεν εἰς δρᾶσιν, φοβοῦμαι πολὺ μήπως πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθεν ἓν ἄλλο ἔθνος πρὸ 100 ἐτῶν, ἡ Πολωνία, καίτοι λαὸς ἡρωϊκός. Ἡ Πολωνία ἦτο μέγα ἔθνος· ἀλλ’ ὁ ἀτομισμὸς καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς ἐκυρίευσε τὰ πάντα καὶ ἐπὶ τέλους ἔγεινεν ἕρμαιον ξένων κατακτητῶν. Ἐὰν σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν προβῇ πρὸς τὴν Ἤπειρον ἐν ἀμυντικῷ πολέμῳ καὶ πρὸς τὴν Μακεδονίαν ἐν ἐπιθετικῷ πολέμῳ, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, τότε, ἐνῷ εἰσέτι θὰ φλυαροῦμεν ἐνταῦθα, θὰ ἀκούσωμεν τὴν φοβερὰν φωνήν: Τέλος Ἑλληνισμοῦ!
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι, ὅτε ἀνέγνωσα τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ὅτε εἶδον ὅτι διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις καὶ προσεκαλοῦντο πέντε σειραὶ ἐφέδρων ὅπως ἐντὸς 48 ὡρῶν καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, ὅτε μάλιστα συνεδύαζον τὴν πρόσκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον Σύνοδον μετὰ τῆς διαταχθείσης ἐπιστρατείας, ὑπέθετον ὅτι τὸ Ἔθνος προσεκαλεῖτο εἰς ἐθνικὸν ἀγῶνα καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο ὅπως χορηγήσῃ τῇ Κυβερνήσει τὰ μέσα, ἵνα διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα τοῦτον. Αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἀλλεπάλληλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλώσεις εἶχον γεννήσει γενικὸν ἐν Ἑλλάδι ἐνθουσιασμόν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦτον συνεμερίσθην καὶ ἐγὼ καὶ ἦλθον ἐδῶ ἕτοιμος ἵνα παράσχω τὴν ψῆφόν μου εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποβάλει πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἐπαγγελιῶν της, εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα, ἅπερ τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων ἤθελεν ὑπαγορεύσει αὐτῇ. Ἀτυχῶς ὁ ἐνθουσιασμός μου δὲν διήρκεσεν ἐπὶ πολύ. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ συνῆλθε, καὶ πλήρης μὲ κατέλαβεν ἀπογοήτευσις, διότι ἐπείσθην, ὅτι ἐνῷ συχνά, πολὺ συχνὰ ἐγίνετο λόγος περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων, περὶ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, περὶ κινδύνων, οὓς διατρέχει ὁ Ἑλληνισμὸς, οὐδεμία ἐγίνετο πραγματικὴ ἐργασία ὅπως τὸν ἀγῶνα ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τοὺς κινδύνους ἀποσοβήσωμεν. Ἤλπιζον καὶ μετ’ ἐμοῦ ἤλπιζον πάντες οἱ Ἕλληνες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ἤθελε φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γενναῖα νομοθετήματα, ἤθελε προτείνει γενναῖα μέτρα, δυνάμενα νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν ν’ ἀναλάβωμεν τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα· ἀλλ’ ἀντὶ τούτων οὐδὲν ἕτερον εἶδον ἢ προσπάθειαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅπως διὰ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καλύψῃ τὴν μετάβασιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ὡς Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξεν, εἰς ἑτέραν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀδυσώπητος τῶν πραγμάτων δύναμις ἐπέβαλεν αὐτῇ, ὅτε ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἀνέθηκεν αὐτῇ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς ἄλλοτε Ἀντιπολιτεύσεως συνοψίζεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 Ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐχαρακτήριζε διὰ τῶν ἑξῆς· «Ἡ μειονοψηφία φρονεῖ καὶ ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἄλλην μεταῤῥύθμισιν, ὅτι ἂν δὲν περιορίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν κατὰ δέκα τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω». Οὐχὶ αὔξησιν φόρων, ἀλλὰ οἰκονομίας δαπανῶν ἐζήτει ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς· πρέπει νὰ παύσῃ, ἔλεγε, τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, καθόσον ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο καὶ πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως δὲ διαῤῥυθμισθῶσι, προσέθετε, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀπολύτως πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία δέκα τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων. Αὕτη ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς ἄλλοτε Ἀντιπολιτεύσεως, ταύτην θριαμβεύουσαν ἀνέδειξαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7 Ἀπριλίου καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τοῦ Ἔθνους ἀνεβίβασεν ὑμᾶς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην διὰ μακρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, εἰπὼν ὅτι «Ἀνάγκη νὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ἐγχειρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1885 καὶ ὅτι ἀναπόφευκτος ἀποβαίνει ἡ ἀποκοπὴ ἐξόδων δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον»· διετύπωσε δὲ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ ὡς ἑξῆς· «Περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ δώδεκα ἑκατομμύρια, μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τέλος κατάργησις τοῦ νόμου περὶ μονοπωλίων». Ἐξετάσωμεν τώρα τί ἐγένετο τὸ πρόγραμμα τοῦτο· καὶ ὅπως ἐξετάσω τοῦτο δὲν λαμβάνω τὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ὅπως παραβάλω τοῦτον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καθότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι «ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐκλήθη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, δὲν καθίστα εὐχερῆ τὴν ἐργασίαν πρὸς πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὑτοῦ», ἀλλὰ λαμβάνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 καὶ παραβάλλω αὐτὸν πρὸς τὸν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα. Κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον τὰ μὲν ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 85,641,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 85,362,000. Ὁ εἰσαχθεὶς παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως Προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ἔτος 1886 προϋπολογίζει ἔσοδα μὲν 82,674,000, ἔξοδα δὲ 88,047,999. Ποῦ εἶναι ἡ περικοπὴ τῶν 12,000,000 ἐπὶ τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἐν τῷ προγράμματι αὑτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύει ἢ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πολιτικῆς τῆς «Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου», ὡς ἐθίζει νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ γεγονότος τοῦ ἀδιαφιλονεικήτου, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὑπερβαίνουσι τὰ 85,000,000, φθάνουσι μάλιστα εἰς ὀγδοήκοντα ὀκτὼ καὶ ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τούτων οἰκονομία 12,000,000 οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ἐκλογικὸν τέχνασμα, τοῦ ὁποίου ἄριστα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ οἰκονομικὴ ἀλήθεια, δυναμένη νὰ λάβῃ θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ προβλέπω, κύριοι, τὴν ἔνστασιν. Θὰ μοὶ εἴπωσιν, ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθεὶς ναὶ μὲν ἀναγράφει ἔσοδα 82,000,000 καὶ ἔξοδα 88,000,000, καὶ κατὰ τοῦτο ὁμοιάζει πρὸς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περιεῖχε ποσὰ εἰκονικὰ καὶ εἰκονικὸν ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ μήπως ὁ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς παρουσιάζῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμολογεῖ, ὅτι μὲ ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, πάλιν μένει ἔλλειμμα 2,273,488 ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο μὲν λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐὰν ὅμως ἐξετάσω τὶ λέγει ὁ ἔντυπος Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, εὑρίσκω ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 82,674,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 88,000,000. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων δὲν ἀνέρχεται εἰς 2,273,488, ἀλλ’ ἀνέρχεται εἰς 5,373,931. Ἰσοζύγιον λοιπὸν δὲν περιέχει ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔλλειμμα ἐκ τῶν προτέρων βεβαιούμενον ἐκ 5 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ προσθέσῃ, τὰ ἔσοδα τοῦ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 85,641,000, δὲν ἦσαν πραγματικά, ἐνῷ ἐν τῷ εἰσαχθέντι παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως Προϋπολογισμῷ τὰ ἐγγραφόμενα εἶναι πραγματικὰ. Καὶ τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι ἀληθές. Ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων ἐδαφίων τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῆς ἀναλύσεως ταύτης ἤθελε προκύψει, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι. Δὲν σκοπεύω ὅμως νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν ὅλων τῶν ἐδαφίων τοῦ Προϋπολογιμοῦ, περιορίζομαι εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὸ ἐδάφιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ἐκ τῆς σημαντικῆς διαφορᾶς, τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων ποσοτήτων καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύνανται νὰ βεβαιωθῶσι, δύνασθε νὰ κρίνητε καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐδαφίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ τελωνιακὰ τέλη ὑπολογίζονται εἰς 21,200,000, ὅπως δὲ ἴδωμεν ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν. Ἀνατρέχοντες δὲ εἰς τὸ παρελθὸν τί εὑρίσκομεν; εὑρίσκομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τελωνιακῶν τελῶν 19,222,000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιελαμβάνοντο καὶ τὰ τέλη τὰ ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ πετρελαίου εἰσπραττόμενα, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 1,260,000· ἂν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἐκ τῶν 19,222,000, ἔχομεν ὑπόλοιπον 17,962,000. Ἐκ τῶν πινάκων, τῶν δημοσιευθέντων μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1885, ἐξάγεται, ὅτι τὰ τελωνεῖα εἰσέπραξαν 15,592,800 ἀπέναντι 18,204,593, εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1884 κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας, ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 2,611,713 μεταξὺ τῶν 9 μηνῶν τοῦ 1885 καὶ τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1884. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ καὶ κατὰ τοὺς ἄλλους τρεῖς μῆνας τοῦ ἔτους, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 2,611,713. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ τοῦ πετρελαίου 1,260,000, ἡ ἐλάττωσις ἀνέρχεται εἰς 1,351,713, ἤτοι τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων θὰ ἀνέλθῃ εἰς 16,611,228 κατὰ τὸ 1885. Διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει ταύτας εἰς 21,700,000 διὰ τὸ 1886; Αὐθαίρετος κατὰ πάντα ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, καθόσον τὰ ἐκ τελωνιακῶν τελῶν ἔσοδα δυνάμενα διὰ τῶν προταθεισῶν αὐξήσεων τοῦ Δασμολογίου νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἀνέρχονται εἰς 1,800,000. Ἔπρεπε λοιπὸν προσθέτων ταύτας εἰς τὰ 16,611,228 τοῦ 1885 νὰ προϋπολογίσῃ ἔσοδα ἐκ τελωνιακῶν τελῶν 18,411,228 καὶ ὄχι 21,700,000· ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποθέτῃ, ὅτι τὸ 1886 θὰ ἦναι μᾶλλον προσοδοφόρον τοῦ ἔτους 1885. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀδύνατος. Τὰ πάντα μάλιστα πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος αἱ εἰσπράξεις τῶν τελῶν ὡς ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι ἀκόμη τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1885. Ἂν παραβάλωμεν δὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1885 πρὸς τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκομεν διαφορὰν 3,388,772. Ἡ ἐξέτασις λοιπὸν τοῦ ἐδαφίου τούτου καὶ μόνου ἀποδεικνύει, ὅτι ὡς προϋπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ, οὐδεὶς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ταῦτα ὡς πραγματικά. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν δύναμαι νὰ δώσω, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα δὲν εἶναι ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δικαιούμεθα νὰ βασισθῶμεν. Ἂν, κύριοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα κατὰ τὸ 1884, τὰ ἔσοδα ταῦτα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰσηγητηρίου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνέβησαν εἰς 67 ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ὑποθέσῃ τις κατὰ τὸ 1886 ἔσοδα ἀνώτερα τοῦ 1884 διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα προηγουμένως. Λαμβάνω λοιπὸν αὐτὸν τὸν ὅρον τῶν 67 ἑκατομμυρίων, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἐπαναλαμβάνω, ἴσως εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἂν εἰς τὰ 67 ταῦτα ἑκατομμύρια προστεθῶσι τὰ 9,800,000 τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς νέας φορολογίας, διότι ναὶ μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβασε τὰ ἀποτελέσματα τῆς νέας φορολογίας ἄλλοτε εἰς 12 καὶ ἄλλοτε εἰς 14 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἂν ἐξετάσω τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα, δὲν δύναμαι νὰ φθάσω ἢ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 9,800,000· ἂν λοιπὸν προσθέσω εἰς τὰ 67 ἑκατομμύρια τοῦ 1884, τὰ 9,800,000 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, τῆς γενομένης ἐφέτος, θὰ φθάσω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 76,800,000· θὰ ἀφίσταμαι λοιπὸν ἐκ τῶν 82,674,000, τῶν περιεχομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, κατὰ 5 ἑκατομμύρια. Ὥστε τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι πλέον 5½ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, ἀλλ’ εἶναι 10½ ἑκατομμύρια. Ἂν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τὸ θετικὸν, τὸ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐσόδων προκύψαν, προσθέσωμεν καὶ τὸ προκύπτον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τότε βεβαίως τὸ ἔλλειμμα ἔσεται πολὺ ἀνώτερον. Καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἀνάλυσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὅπως ἀποδείξω πόσον τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἐν αὐτῷ ἐλλείμματος· ἓν μόνον σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη, βεβαίως θὰ φέρῃ μεγίστην αὔξησιν δαπανῶν, αὔξησιν, ἡ ὁποία, ἂν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἐξακολουθήσῃ νὰ ᾖναι οἵα σήμερον ὑπάρχει, βεβαίως θὰ ἀναβαίνῃ εἰς 7 ἑκατομμύρια· ἂν ὡς οἱ εἰδήμονες προβλέπουσιν, ἡ διαφορὰ φθάσῃ εἰς 30 ἢ 40%, βεβαίως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν ἄνω τῶν 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Λοιπὸν, ἂν προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐκ τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων προκύπτον, καὶ 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, τότε φθάνομεν εἰς ἓν ἔλλειμμα θετικὸν 17,500,000. Εἰς τὸ κολοσσιαῖον δὲ τοῦτο ἔλλειμμα φθάνομεν, καίτοι ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψεν ἐντελῶς τὸ πρόγραμμα, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 7 Ἀπριλίου ἐθριάμβευσε, καὶ χάριν τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν· καὶ ὅτι τὸ ἐγκατέλειψεν, ἀποδεικνύει ἀφ’ ἑνὸς ἡ μὴ οἰκονομία τῶν 12 ἑκατομμυρίων, διότι ταύτην δὲν κατορθόνω νὰ ἀνεύρω, ἀφ’ ἑτέρου τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐπέβαλε νέαν φορολογίαν ἀνερχομένην εἰς 9,800,000. Ταῦτα πάντα, κύριοι, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτῆς, ὅτι διὰ νέων φόρων πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ Κράτους, ἦτο ἡ ἀληθὴς πολιτικὴ, καὶ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἡ ἀνυπέρβλητος τῶν πραγμάτων πορεία ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐλησμόνησε καὶ κατεπάτησε τὸ ἑαυτῆς πρόγραμμα. Καὶ δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος ἐγένετο συνεπείᾳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Καὶ ναὶ μὲν πολλάκις ἤκουσα ἀναφερομένας τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀνέφερε καὶ χθὲς ταύτας, προκειμένου περὶ πιστώσεώς τινος, ἀφορώσης εἰς μαθητάς τινας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σπουδάζοντας, ἀλλὰ δὲν βλέπω κατὰ τί αἱ περιστάσεις αὗται ἐπηρέασαν τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν τακτικὸν, καθόσον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ δὲν εὑρίσκω ἢ ποσὸν 500,000 δραχμῶν, προερχομένων ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ ληφθέντος δανείου ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ ἔκτακτοι λοιπὸν περιστάσεις οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον οἰκονομίας δὲν ἀναγράφει, ἀλλὰ καὶ περιλαμβάνει ἐκ νέων φόρων 9,800,000. Ἂν τώρα, κύριοι, ἐκ τοῦ τακτικοῦ τούτου Προϋπολογισμοῦ μεταβῶ εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ὁμολογῶ ὅτι αἱ ἐντυπώσεις μου εἶναι θλιβερώταται, εἶναι ἀπελπιστικαί· ὁ ἔκτακτος οὗτος Προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 62 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι δὲ δαπανῶν 62 ἑκατομμυρίων οὐδὲν ἕτερον ἔχομεν, ἢ τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν καὶ τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις σήμερον θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ γνωρίζῃ ποία θὰ ἦναι τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου τούτου· ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι πολὺ ἀπαισιόδοξος καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ὀλίγιστα ἐξ αὐτοῦ ποσὰ θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς εἰσφορὰς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς ἀπέδειξε χθὲς διὰ τρόπου μὴ ἐπιδεχομένου συζήτησιν, ὅτι ἐκ τῶν εἰσφορῶν τούτων μόλις δύω ἑκατομμύρια θὰ ἔχῃ· ὥστε θετικὸν μέχρι τοῦδε ἀπέναντι ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ 62 ἑκατομμυρίων δὲν ἔχομεν ἢ δύω ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν εἰσφορῶν μέλλοντα νὰ προκύψωσι· τὰ δὲ δύω ταῦτα ἑκατομμύρια βεβαίως δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν οὔτε σήμερον, οὔτε αὔριον, οὔτε ἐντὸς μηνὸς, ἀλλ’ ἀφοῦ διεξαχθῶσιν αἱ πολύπλοκοι διατυπώσεις πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν. Πολὺς λοιπὸν θὰ παρέλθῃ καιρὸς πρὶν τὰ χρήματα εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Μένει τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων· ἀλλὰ κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν σπουδαῖαι ἐλπίδες ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου νὰ στηριχθῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπέβη εἰς αὐτὸν ἀδύνατος ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ μιᾶς μόνης ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καίτοι εἶχεν ἀπόλυτον τῆς Βουλῆς ἐξουσίαν ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ ταύτας εἰς οἱανδήποτε τιμήν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κατώρθωσε νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅτε τὰ πολιτικὰ τῆς Ἑλλάδος διετέλουν ἐν ἡσυχίᾳ ἀπολύτῳ, καὶ οὐδὲν προεβλέπετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην περὶ τῶν ἐν Φιλιππουπόλει γεγονότων καὶ τῶν ἐπακολουθημάτων αὐτῶν διὰ τὸ ἡμέτερον ἔθνος, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς, ἐνῷ ἡ πώλησις τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀπέβη ἀδύνατος, πῶς θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑφίσταται ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐπιστράτευσις δίδει ὑπονοίας, ὅτι δυνατὸν ἴσως ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ εἰς πόλεμον. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τὸ δάνειον δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ, καὶ τοὺς φόβους μου τούτους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται· πολλοὶ τοὐλάχιστον τῶν κ. βουλευτῶν, βλέποντες τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, βλέποντες τὴν ἀδυνατότητα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, προσεπάθησαν διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, ἢ κάλλιον εἰπεῖν τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τούτων, νὰ καταστήσωσι πιθανὴν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Ἀτυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τῶν ὑποστηριξάντων ταῦτα, ἀλλ’ ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὑτῆς, τοῦ συνταχθέντος κατὰ τρόπον, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν καθιστᾷ ἀδύνατον τὸν συνδυασμὸν, ἐφ’ οὗ καὶ μόνου αἱ περὶ ἐπιτυχίας τοῦ δανείου ἐλπίδες δύνανται νὰ στηριχθῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις πῶς παρουσιάζετε τὰ πράγματα εἰς ἀπελπιστικὴν κατάστασιν; Ἐπικρίνετε, ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ γνώμη σας; Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, καίτοι οὔτε ἁρμόδιος εἶμαι, οὔτε πολλὰ ἔτη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι, ἐκ πείρας δὲ γινώσκω, ὅτι τὸ νὰ μὴ ἦναί τις βουλευτὴς πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀποτελεῖ μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον δίδει δικαίωμα εἴς τινας νὰ νομίζωσιν, ὅτι οἱ νεωστὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ συνελθόντες δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐκφράζωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην των. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι Βουλευταὶ, δύο ὑπάρχουσιν ὁδοί· ἢ ἔπρεπε νὰ μὴ γίνῃ ἐπιστράτευσις, ἀπέναντι τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἢ, ἀφοῦ αὕτη ἔγινεν, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος, ἵνα παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προτείνῃ γενναῖα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον, ἀλλ’ ὅπως προκύψωσι περισσεύματα, ἐπιτρέποντα τὴν συνομολόγησιν δανείου. Ἐνόσῳ τοῦτο δὲν γίνεται, ἐνόσῳ δάνειον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ διαταχθεῖσα ἐπιστράτευσις οὐδὲν ἕτερον ἀποτέλεσμα θέλει ἔχει ἢ ν’ ἀποδείξῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον οἱ Ἕλληνες δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς κακουχίας καὶ εἰς τὰς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ἀπρονοησίας προκυπτούσας στερήσεις.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ δύο ἰδίως λόγους ἐνόμισα, ὅτι ὀφείλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, μεθ’ ὅσα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλέχθησαν, προσθέτων καὶ ἐγὼ τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις· πρῶτον διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω τινὰ ὑπὸ τὰς ἀπελπιστικὰς ἐντιπώσεις, τὰς ὁποίας τινὲς τῶν ἀγορευσάντων διὰ τῶν λόγων των ἐνεποίησαν εἰς τοὺς ἀκούοντας, δεύτερον δὲ, διότι παρετήρησα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνεμνήσθη παρατήρησίν τινα, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καὶ ἐπραγματεύθη ἰδίως ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ἐπεθύμουν δὲ ν’ ἀνασκευάσω αὐτήν. Φαίνεται, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη ἀφῆκεν ἔκτοτε εἴτε δυσαρέσκειαν εἴτε λύπην εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ἐνόμισα δ’ ὅτι ἵνα φέρω ἐπανόρθωσίν τινα ἔπρεπε νὰ δείξω πόσον προσέχω εἰς τοὺς λόγους του, ἐρχόμενος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι συνέβησαν λάθη κατὰ τὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Ἐλπίζω, διότι δὲν ἔχω λόγους νὰ ὑποπτεύωμαι περὶ τοῦ ἐναντίου, ἐλπίζω, ὅτι τὰ λάθη ταῦτα ἦσαν ἀκούσια, καὶ διὰ τοῦτο ὑπηγόρευσαν εἴς τινας τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τῆς διασκευῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὅσα χθὲς καὶ σήμερον ἠκούσατε παρ’ αὐτῶν λεχθέντα. Εἶπον, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι ἦσαν λάθη, διότι ἐσύγχυσαν τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων, μετὰ τῶν ἀριθμῶν ἐν σμικρότητι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν, ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλήν. Ὅταν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν ὄχι μόνον περὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐγγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, δυνάμει τῶν νόμων, οἵτινες μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν κεκυρωμένοι καὶ λειτουργοῦντες, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰσῆγον. Ἀλλὰ προσέτι ὡμίλησα, ὅταν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ περὶ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προσεδόκων, ὅτι ἤθελον προστεθῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων διά τινων ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐσκεπτόμην τότε νὰ εἰσαγάγω, καὶ τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἰσήγαγον ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχον ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ποσὰ, τὰ ἐκ τούτων τῶν νομοσχεδίων προσδοκώμενα. Ἂν σήμερον ἤθελέ τις μελετήσει τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ὡς οἱ ἀριθμοὶ παριστῶσιν αὐτοὺς, ἤθελεν εὕρει, ὅτι τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 88,047,999, ὅτι τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 82,674,068, ἑπομένως, ὅτι εἶνε ἔλλειμμα 5,373.931, τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο παρέσυρε καὶ τὸν ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴν, τὸν τοσοῦτον περὶ τοὺς ἀριθμοὺς πεπειραμένον, νὰ μὲ παραστήσῃ ἀντιφάσκοντα καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐνῷ οἱ πίνακες τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων παριστῶσιν ἔλλειμμα 5 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἐγὼ, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ἰσχυριζόμην, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἔλασσον. Πραγματικῶς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἦτο τὸ ἔλλειμμα τὸ παραγόμενον ἐκ τῶν πινάκων, οἵτινες εἶχον καταχωρισθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρήγετο καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προστεθῆ ἐν τοῖς πίναξι τούτοις, ἀφοῦ ἐπεψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγράψω τότε ποσὰ ἐσόδων ἐν τοῖς πίναξι, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν δὲν εἰσῆγον αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον, ὅτε ἐξωμαλύνθησαν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνωμαλίαι, ὅτε σχεδὸν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε πάντα, ὅσα εἴχομεν νὰ εἰσαγάγωμεν φορολογικὰ νομοσχέδια εἰς αὐτήν, δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν εἰς αὐτὴν ἀναθεώρησίν τινα τῶν ἀριθμῶν· καὶ ἂν τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἀναθεωρήσωμεν, θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶνε οὐδὲ 5, 373,931, ὅσον συνάγεται ἐκ τῶν πινάκων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ 2,273,478, ὅσον ἀνέφερα ὅταν εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὅτι ἀντὶ ἐλλείμματος ἔχομεν περίσσευμα. Ἐνδέχεται νὰ σφάλλωμεν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν, ἀλλ’ ἐσμὲν καλῆς πίστεως. Ἐνδέχεται λέγω νὰ σφάλλωμεν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν, ἐστηρίχθημεν ὅμως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ πρώτην φορὰν ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ διστάσωμεν. Ἂς ἀνακεφαλαιώσωμεν τὰ ἔσοδα ταῦτα. Ἐψηφίσθη νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅταν συνετάχθη, δὲν εἶχε συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐπεψηφίσατε, ἑπομένως ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ποσὸν 1,500,000 ὡς ἔσοδον ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ἐκ τοῦ οἴνου, οἷος ἦτο ὁ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἰσχύων ἔτι φόρος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, μετέβαλε τὸ εἶδος τοῦ φόρου καὶ ἀπὸ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπέβαλε φόρον ἔγγειον. Διὰ τοῦτο, ἂν ζητήσητε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐγγείων φόρων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, δὲν θέλετε οὐδαμοῦ εὑρεῖ τοιοῦτον ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἐκ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ ὁ φόρος ὁ ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν βεβαιουμένην ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσητε 3,000,000· λοιπὸν ἀντὶ ἐσόδου 1,500,000, τὸ ὁποῖον περιελάβομεν εἰς τὰ ἔσοδα, ὡς ἔσοδον ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, πρέπει νὰ περιλάβωμεν 3,000,000 ὡς ἔσοδον ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, οὕτω δὲ ἔχομεν διαφορὰν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι εἰς τ’ ἀναλυτικὰ φύλλα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπολογίζεται πρόσοδος καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου 2,500,000 καὶ σημειοῦται εἰς τὴν στήλην τῶν αὐξήσεων τὴν προελευσομένην ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· πιθανὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω λάθος.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν σελίδι 10 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ 1885, ὑπὸ τὸ ἄρθρον 7, κεφάλαιον 2 ἀνεγράφησαν περὶ τούτου τὰ ἑξῆς «Δικαίωμα καταναλώσεως οἴνου δραχ. 1,500,000.» Ἐν τῷ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 εἶχον ἀναγραφῆ 2,500,000, ἑπομένως ἐσημειώθη ἠλαττωμένον τὸ ἔσοδον κατὰ 1,000,000.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ μίαν στήλην παρακάτω.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγινώσκω τὸ ἀναλυτικὸν φύλλον ἐν σελ. 10. «Διὰ τὸ 1886 ἀπὸ τὸν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καταναλισκόμενον οἶνον ἐγχώριον καὶ ἔξωθεν εἰσαγόμενον δραχ. 1,500,000». Ἀναγινώσκω καὶ τὴν ἐν τῇ στήλῃ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημείωσιν. «Καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τοῦ φορολογικοῦ ἔτους 1884 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 914,736, δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ἐλπίσωμεν διὰ τὸ 1886 μείζονα τῶν δραχ. 586,624, αὔξησιν».
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συγγνώμην· εἶχον λάθος.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν εἶχον ὡσαύτως ἀναγράψει τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τῆς ψηφισθείσης αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην προσδιωρίσαμεν εἰς δραχμὰς 80,000. Αὐτὰς πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους περιέχει ὁ πίναξ τῶν ἐσόδων. Ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων δὲν ἀνεγράψαμεν ὡσαύτως τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀναγράψωμεν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς δραχμὰς 800,000. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων δὲν εἴχομεν ἀναγράψει τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν ἐκ δύο νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων μετεβλήθη ἤδη τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον. Ὅταν εἰσηγάγομεν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπί τινων ἀντικειμένων εἰσαγομένων ἔξωθεν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξήθη τὸ τέλος ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ὑπελογίσαμεν ἔσοδον ἐκ τούτου 1,800,000· διὰ τοῦ ἑτέρου ὅμως νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλή, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξησε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ διαφόρων ἄλλων εἰδῶν βιομηχανίας καὶ προϊόντων φύσεως, ἐγένετο αὔξησις ὡσαύτως ἐσόδων, τὴν δ’ αὔξησιν ταύτην ὑπελόγισε τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Τελωνιακὸν τμῆμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχει, εἰς δραχ. 1,200,000· ἤτοι ἐκ τῶν δύω νομοσχεδίων ὑπολογίζεται ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ δραχ. 3,000,000, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ἐκ τῆς νομισματοποιΐας, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν εἰς ἐκκοπὴν νομισμάτων, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσωμεν ποσὸν ἀνώτερον τῶν 200,000 δραχμῶν, ἀρκοῦμαι ὅμως νὰ ζητήσω νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 200,000 δραχμῶν μόνον. Ἐκ τοῦ νέου νόμου περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀναγράψωμεν 200,000 δραχμῶν. Οὕτω ἀνέρχονται τὰ ἀναγραφησόμενα ἔσοδα εἰς δραχ. 7,280.000. Ἐξ αὐτῶν ὅμως πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν δραχ. 1,500,000, ποσὸν περιληφθὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, δραχμὰς ὡσαύτως 130,000 ἕνεκα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν λαχανοκήπων, τῶν σικυώνων καὶ τῶν γρασιδίων καὶ τριφυλίων, οὕτω δὲ περιορίζεται τὸ προστεθέον ποσὸν τῶν ἐσόδων εἰς δραχμὰς 5,650,000. Ἐὰν εἰς τὰ 82,674,068, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων προσθέσητε τὰ νέα ἔσοδα, τὰ προσδοκώμενα ἐκ τῶν ψηφισθέντων ὡς εἴρηται ἀρτίως νομοσχεδίων ἐκ δραχ. 5,650,000, θέλετε ἔχει 88,324,068, ἂν δ’ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα ἔξοδα 88,047,999: 58 σᾶς μένει ὑπόλοιπον ὡς περίσσευμα δραχ. 276,468: 42. Ταῦτα δὲν ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν εἶχον εἰσαχθῆ πάντα τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα ἐσκοποῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἀλλὰ θέλει τις εἰπεῖ ἴσως μήπως αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναγράφεις ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν νέων τούτων φόρων, εἰσὶν ἀριθμοὶ εἰκονικοί; Ἐνδέχεται νὰ τὸ εἴπωσι. Συνήθως ἐν ταῖς Βουλαῖς ἀποφεύγουσι νὰ δώσωσι τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν εἰς πλάνας παραπλησίας· ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅμως πρὸ μικροῦ ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς βαρύτερον χαρακτηρισμὸν, διότι μᾶς εἶπεν ὅτι ἐν γνώσει προσεφύγαμεν εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν μεταβολὴν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν συνεβουλεύομεν.
§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε, κ. Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Διὰ τοῦτο καὶ κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, ὅτι ἡ μακρὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διαμονὴ περιβάλλει τοὺς ἐν αὐτῷ συνεδριάζοντας μὲ ἕξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν οἱ ἀρτίως εἰς αὐτὸ εἰσερχόμενοι καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας παρεπονέθη πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι οἱ ἀρτίως εἰς τὴν Βουλὴν εἰσερχόμενοι, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ δίδωσι γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων ἀντικειμένων. Τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω, διότι γνωρίζω τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καλλίτερον αὐτοῦ, ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶ, ὅτι γνωρίζω καλλίτερον ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Σύνταγμα, διότι εἶμαι εἷς τῶν ἐργασθέντων πρὸς σύνταξιν καὶ κατάρτισιν αὐτοῦ καὶ κάτωθι τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει γεγραμμένη καὶ αὐτὴ ἡ ὑπογραφή μου. Ἔκρινα ὅμως, ὅτι οἱ εἰσερχόμενοι ἀρτίως εἰς τὸ Βουλευτήριον δὲν κέκτηνται εἰσέτι τὴν ἕξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκτήσαντο οἱ ἐν αὐτῷ πολυχρονίως συνεδριάζοντες, τοῦ διαχειρίζεσθαι τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν βεβαίως πάντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἀγορεύωσι καὶ νὰ γνωμοδοτῶσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εὑρὼν κἄποιαν συνάφειαν, κἄποιαν συνοχὴν μεταξὺ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ ἀνεφαρμόστου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπηγγελλόμεθα πρὶν προσκληθῶμεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, εἶπεν οὐδὲν ἧττον ἢ ὅτι ἐπενοήσαμεν καὶ προσεφύγομεν εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν ἵνα μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἣν ἐπηγγέλθημεν. Ἐπίσης ἔχω δικαίωμα νὰ παρατηρήσω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐνδέχεται οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναγράφομεν εἰς τὰ ἔσοδα, νὰ εἶνε εἰκονικοὶ, νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶνε ἐνδεχόμενον ἀντὶ τῶν 89,000,000, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ὡς ἔσοδα, νὰ εἰσπραχθῇ μόνον τὸ ἥμισυ ποσὸν, νὰ εἰσπραχθῇ ἴσως ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεος, ἢ καὶ κατώτερον αὐτοῦ, ἀλλὰ τοιοῦτον συμβεβηκὸς δὲν θέλει μαρτυρήσει ποτὲ ἐν ἡμῖν τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως, ὅτι ἐν γνώσει προϋπελογίσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν πιθανότητα ὅτι θέλομεν εἰσπράξει, καὶ ὅτι ἰδιοῤῥύθμως καὶ αὐτοβούλως προϋπελογίσαμεν αὐτὸ διὰ νὰ ἀποπλανήσωμεν—ἴσως εἶναι βαρεῖα ἡ φράσις—διὰ νὰ ἀποπλανήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινόν. Ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος μεταβληθῇ —καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλῶ διστακτικῶς, μεταχειριζόμενος τὸ διστακτικὸν ἐὰν, διότι ὀφείλω νὰ μὴ λησμονῶ τὴν ἐπίσημον ἰδιότητά μου—ἐὰν ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος μεταβληθῇ, νομίζετε ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς ἐγγυηθῶ, ὅτι θέλομεν βεβαιώσει, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει 89,000,000; ἀλλ’ οὐδὲν ἔχω σήμερον δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγράψω τοιοῦτον ποσὸν ἐσόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ τίς ἀρνεῖται ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι μόνον φορολογία, τῆς ὁποίας τὸν ὅρον δὲν δύνασθε νὰ προσδιορίσητε, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπογράφετε σύμβασιν περὶ αὐτῆς; Ἀλλὰ ὀφείλετε πάντοτε νὰ προϋπολογίσητε τὰ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνήθων ὅρων, προβλέποντες τοὺς πιθανοὺς ὅρους τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐὰν ὅμως οἱ πιθανοὶ ὅροι τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἐπαληθεύσωσιν, ἀλλ’ ἐπέλθωσιν ἕνεκα τῶν περιστάσεων ὑπέρτεροι ὅροι, τίς δύναται νὰ ἐγκαλέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦτο; Τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι ἀποτέλεσμα τῆς φορᾶς τῶν οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν πραγμάτων, τὴν δὲ οἰκονομικὴν φορὰν τῶν πραγμάτων διευθύνει ἡ πολιτικὴ, κοὶ οὐχὶ ἡ θέλησις τῶν ἀτόμων. Μήπως ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσω τὸ φράγκον πρὸς 125 καὶ 125½ λεπτὰ διὰ νὰ προμηθευθῶ τὸ συνάλλαγμα; Καὶ ὅταν πληρώνωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην τοῦ συναλλάγματος, δὲν ἐπιβαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων μὲ τὸ ¼ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψατε ἐν αὐτῷ; Ἀλλὰ τί νὰ κάμω; εἶχον ἀνάγκην νὰ προμηθευθῶ συναλλάγματα ἐξ ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν ἵνα πληρώσω τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων τῶν 120,000,000 τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825, καὶ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων. Ἔπρεπε νὰ εἶμαι ἀκριβὴς πληρώνων τοὺς τόκους ἐμπροθέσμως, δὲν εἶχον δὲ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ζητήσω νὰ ἀγοράσω τὸ συνάλλαγμα πρὸ ἕξ μηνῶν, πρὸ τεσσάρων ἢ πρὸ τριῶν. Καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος δὲν προήρχετο ἀπὸ ἔλλειψιν συναλλάγματος, ἥτις ἐπέφερε τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην, δὲν προήρχετο ἀπὸ τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων Τραπεζικῶν γραμματίων, οὐδ’ ὡς εἶπον ἀπὸ ἔλλειψιν τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ἀνεβίβασε τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Μόνη ἡ γνῶσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει 6,500,000 συνάλλαγμα, ἦτο ἡ παρακινήσασα τοὺς κατόχους συναλλαγμάτων νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τῶν προμαχώνων των, καὶ ἀγωνισθῶσι πῶς ν’ αὐξήσωσι τὴν τιμὴν αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, προϋπολόγισα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἐλπίσω ὅτι θέλομεν εἰσπράξει, ἢ ὅτι εἶχον δικαίωμα ν’ ἀναγράψω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον ὅμως, ὅτε εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα νομοσχέδια εἶχον νὰ εἰσαγάγω φορολογικὰ καὶ ὅτε ταῦτα ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δύναμαι, ἀναθεωρῶν, νὰ εὕρω τοιαῦτα πορίσματα. Καὶ ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ δεύτερον νομοσχέδιον τὸ τελωνιακὸν, τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐξ αὐτῶν δὲ ἐπέρχεται αὔξησις ἐσόδων 2,900,000, ἡ δ’ αὔξησις αὕτη, προστιθεμένων καὶ τῶν ἐκ τῆς νομισματοποιΐας προσδοκωμένων 200,000, ἀνέρχεται εἰς 3,100,000. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ τὰ 3,100,000, τὰ ὁποῖα ἔχω δικαίωμα ν’ ἀναγράψω σήμερον ἀφαιρέσητε τὰ 2,000,000 τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνήγγειλα τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ ἰδῆτε ὅτι μένει περίσσευμα.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιελάβατε τὸ ἐκ τοῦ οἴνου ἔσοδον 1,500,000.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον, νὰ μὴ προσθέσητε αὐτὸ καὶ νὰ προσθέσητε τὰ ἐκ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων ἔσοδα. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν ἄδικος. Ἦτο δὲ τοσοῦτον τὸ μέγεθος τῆς ἀδικίας, ὥστε ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπε χθὲς τὸ ἑσπέρας. Ὅταν σᾶς ἐπικρίνωσι διότι, ἐνῷ ὑπεσχέθητε νὰ ἐλαττώσητε τὰ ἔξοδα, ὑμεῖς ὄχι μόνον δὲν ἠλαττώσατε, ἀλλ’ ηὐξήσατε αὐτὰ μειώσαντες τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου Ταμείου, τί πρέπει ν’ ἀπαντήσω; Τὰ θέματα ταῦτα ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ δεκάκις καὶ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν ἀκόμη ἴσως ἐνθυμοῦνται οἱ παρεστῶτες τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἀπηγγέλθησαν. Ὅταν σᾶς λέγῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας σήμερον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ἔπραξε καὶ οὗτος ἀδίκημα τοῦ αὐτοῦ μεγέθους, καὶ δὲν πρέπει οὐδὲν εἰς ταῦτα νὰ ἀπαντήσω. Ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, δὲν ἐμνημόνευσα, καὶ ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μεταβάλωμεν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἡμῶν, ἐπὶ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ὅμως, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἐπεμείναμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα; Δὲν ἀνέφερα ὅτι ἐπηνέγκαμεν οἰκονομίας δραχ. 170,958 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δραχ. 90117 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δραχ. 779,499 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δραχ. 222,833 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δραχ. 852,360 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Ἑπομένως ἐκ τῶν Ὑπουργείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν συνεδέοντο μετὰ τῆς νέας πολιτικῆς, ἥτις μᾶς ἐπεβλήθη διὰ τῶν περιστάσεων, εἰσηγάγομεν ἐλαττώσεις ἐκ δραχ. 2,115,766. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν συνίστατο ἀληθῶς εἰς τὸν κανόνα τοῦτον, ὅτι ἐζητοῦμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, δηλ. εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ μεθόδου τινὸς ἁπλῆς καὶ συνήθους εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἤτοι ἐζητοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν αἱ ἐλαττώσεις, καὶ μόνον μετὰ τοῦτο νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν ἐσόδων. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἐνεκαινίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐπηνέγκαμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἐλάττωσιν 6,000,000 διὰ τὸ δεύτερον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἑξάμηνον. Εἶναι μάταιον νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας, διότι κατὰ πᾶσαν ὥραν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις δὲν ἔφθασαν εἰς 6 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τοῦ ἐναντίου ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ 2,000,000. Ταῦτα δὲν εἶναι συζήτησις σπουδαία. Ἠλαττώσαμεν δραχ. 6,000,000 ἐκ τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον καὶ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα κατὰ 1½ ἢ κατὰ 2,000,000 διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλομεν. Τοῦτο τὸ σύστημα ἠθέλομεν ἀκολουθήσει καὶ κατὰ τὸ 1886. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 περιεῖχεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 11,000,000. Ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβάλλωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, εἶχον τὴν βεβαιότητα ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε καταδειχθῆ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελε περιορισθῆ εἰς 8,000,000 μόνον. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι βέβαιον. Δὲν εἶναι λόγος, τὸν ὁποῖον ῥίπτω διὰ νὰ ἀφήσω ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἀκούοντας, διότι δύναμαι νὰ ἀποδείξω ὅσα λέγω διὰ πινάκων ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦνται ἀμέσως, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μένουσιν ἵνα πληρωθῶσι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, εἶχον κατορθώσει νὰ περιστείλω μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου, πολὺ κάτω τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας μοὶ παρεῖχεν ὁ Προϋπολογισμός. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου ἤμην βέβαιος, ὅτι ἤθελον ἐπιτύχει τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος κατὰ τρία ἑκατομμύρια. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 περιώριζον εἰς 8,000,000, ἤλπιζον πρὸ τοῦ 7βρίου, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα μόνον 3½ ἢ 4 ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου αὖθις, τὸ ἔλλειμμα καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἤθελε περιορισθῆ εἰς 1 ἢ 1½ ἑκατομμύριον. Οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1887 ἡ διοίκησις, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ τότε, βοηθουμένη ἀπὸ τὴν φυσικὴν πρόοδον τῆς παραγωγῆς, ἤθελε δυνηθῆ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν παριστῶντα ἀληθὲς ἰσοζύγιον, ἄνευ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐγὼ σήμερον ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐξ εὐμενείας ἐπεψήφισεν. Ἀλλὰ διατὶ ἐγκαταλίπομεν τὴν πολιτικὴν ταύτην; Καὶ ποῖος εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν δὲν ἤθελεν ἐγκαταλείψει τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἂν μετήρχετο αὐτήν; Ποῖος ἠδύνατο νὰ μετρήσῃ ἢ νὰ ζυγίσῃ, ποῖος ἐτόλμα νὰ θέσῃ εἰς τὴν πλάστιγγα εἰς τὸ ἓν μέρος τὰ χρήματα, καὶ εἰς τὸ ἄλλο τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον ἐν ἀμφιβολίᾳ; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἡμεῖς ἤθελε πράξει πᾶς Ἕλλην, εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν ἐὰν ἐτύγχανε· καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν καθῆκον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ῥυμουλκῶ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ ῥυμουλκοῦμαι ὑπ’ αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα τῆς χώρας, τὸ φρόνημα παντὸς τοῦ Ἔθνους, οὐχὶ τὸ σημερινὸν ἢ τὸ χθεσινὸν, οὐχὶ τὸ φρόνημα τοῦ 1850 ἢ τοῦ 1830, ἀλλὰ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀπὸ 400 καὶ πλέον χρόνων (εὖγε). Καὶ ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἔχω τὴν αὐθάδειαν νὰ εἴπω, ὅτι ἐρυμούλκυσα τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ᾐσθάνθημεν, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιαύτας παραδόσεις καὶ ἐπὶ 400 ἔτη ἔχει ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς μόνην μίαν ἰδέαν; Ἐρυμουλκήθην, καὶ ἀπὸ τὸ Ἔθνος καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν (εὖγε).
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτρέπητε μίαν ἐρώτησιν; (θόρυβος).
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐλαττώσεις, ἃς ἐπηνέγκαμεν ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ἀναδιφήσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θέλετε εὕρει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ὅτι τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 18,235,278, ὑπῆρχε δ’ ἓν ἑξάμηνον τὸ δεύτερον τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον διέφευγεν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1886, ὅστις ἤθελε περιέχει ποσὸν ἐξόδων ὀλιγώτερον τοῦ εἰρημένου ποσοῦ, ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 19,481,947, δηλ. 1,146,669 περισσότερον ἀφ’ ὅσα παρέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, πλέον τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἤθελε φέρει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ 1885 ἐπὶ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον. Ἐγὼ δὲν καλοῦμαι σήμερον νὰ παραβάλω τὰ πολιτικὰ προγράμματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν οὐδὲ τὴν πολιτικὴν αὐτῶν. Σήμερον καλοῦμαι διὰ νὰ ἀναιρέσω ὅσα ἐλέχθησαν, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς βεβαιῶ λυποῦμαι, διότι ἐλέχθησαν· οὐχὶ διότι τὰ λεχθέντα ἐσκόπουν νὰ μειώσωσι τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας ἢ τὴν ἐπὶ τὰ πρόσωπα ἡμῶν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἀντὶ οὐδενὸς ὑπολογίζω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατέχομεν, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι ἐλέχθησαν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δὲν πρέπει νὰ λέγωνται καὶ νὰ δημοσιεύωνται τοιαῦται ἔννοιαι. Τίς ἠμφισβήτησεν ἀλήθειαν, ἥτις ἀνεγράφη ἀπὸ τὸν καιρὸν τῶν Ὀλυνθιακῶν πολέμων ὅτι «δεῖ δεῖ χρημάτων.» Ἀλλὰ μίαν ἡμέραν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Οἰκονόμου ἔδιδε προσήκουσαν ἀπάντησιν εἰς πάντα μεριμνῶντα περὶ τῶν χρημάτων. Εἶπεν ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα τρώγομεν καὶ τὰς σάρκας μας (εὖγε). Καὶ τάχα διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὅταν παρουσιασθῇ, πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν πόσον θὰ πωλήσωμεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἤθελεν ἀνέλθει ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος; Τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἐτίθεμεν ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι τὰς ὑπογραφὰς ἡμῶν ὑπὸ τὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐκαλοῦντο αἱ δύο πρῶται ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων, ὅταν εἶπον εἰς τοὺς συναδέλφους μου ποῖα ἦσαν τὰ μέσα, τὰ εἰς τὴν διάθεσίν μας, καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἐγὼ ἠπορήσαμεν πῶς περιήλθομεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, καὶ ὑπεκύψαμεν εἰς τὸ βαρὺ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν. Δὲν πρέπει νὰ διηγηθῶ ἐγὼ ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, διότι ὑπάρχουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, διότι λεγόμενα βλάπτουσι. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ κατεδήλωσε κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν νὰ ἐκποιήσῃ εἰς οἱανδήποτε τιμὴν ἤθελεν ἐγκρίνει τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ ἦσαν αὗται 230,000, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν νὰ διαθέσῃ ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000 ἐφ’ οἱῳδήποτε τόκῳ ἤθελεν ἐγκρίνει. Τῳόντι ἀναλογιζόμενοι τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας, ἣν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐνεπιστεύθησαν εἰς ἡμᾶς, καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ συγκινούμεθα ἀπὸ εὐγνωμοσύνης. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐπωλήσατε τὰς ὁμολογίας; Διατί δὲν ἐτοποθετήσατε τὰ ἔντοκα γραμμάτια; Ἰδοὺ πιστοποιητικὸν ἀνικανότητος. Ἐὰν ἔλεγεν αὐτὰ ἄνθρωπος μὴ ἐντριβὴς εἰς τὴν ὕλην ταύτην, δὲν ἤθελον βεβαίως λυπηθῇ· ἀλλ’ ὅταν ἤκουσα λέγοντα ταῦτα τὸν βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, εἶχον δικαίωμα νὰ λυπηθῶ, οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀδικήματι, τὸ ὁποῖον διέπραττε κατ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἀδικήματι, τὸ ὁποῖον ἔπραττε καθ’ ἑαυτοῦ. Ὅταν μοὶ ὑπελόγιζεν, ὅτι, ἐὰν ἐπώλουν τὰς ὁμολογίας πρὸς 325 φράγκα, ἤθελον εἰσπράξει τόσα ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι, ἂν διὰ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἐξώφλουν τὰς προκαταβολὰς, ἤθελον μείνει τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, ἐθαύμαζον πῶς ὁ βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ γνωρίζων ὅ,τι γίνεται ἐν Ἀθήναις ἐν τῷ τραπεζιτικῷ κόσμῳ, ἠδυνήθη νὰ στηρίξῃ ὑπολογισμὸν ἐπὶ τιμῆς 325 φράγκων κατὰ ὁμολογίαν! Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ ἐγένετο κατὰ μῆνα Ἰούλιον πρότασις, ἀλλ’ ἐὰν τὴν πρότασιν ταύτην ἤθελον δεχθῆ καὶ ἂν δὲν συνέβαινον τὰ συμβάντα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ἀφοῦ συνέβησαν, ἠθέλετε μὲ ἀγάγει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς δοσίλογον οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιφέρει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑποτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιφέρει εἰς τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν πρέπει νὰ διαλάβω περὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ ἦτο λίαν διδακτική. Περιεῖχε συμβουλὰς καὶ ἕκαστος ὀφείλει εὐγνωμοσύνην πρὸς ἐκείνους οἵτινες δίδουσιν αὐτῷ συμβουλὰς, καὶ μάλιστα ὅταν οὗτοι ἔχωσι τὸ δικαίωμα οὐχὶ νὰ δίδωσιν συμβουλὰς, ἀλλὰ νὰ δίδωσι καὶ νὰ ἐπιβάλλωσιν γνώμην. Ἡμεῖς δὲ ἰδίως, οἱ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἀποτελοῦντες, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἰδιαζόντως ἐγὼ, ἀνομολογῶ ὅτι αἱ συμβουλαὶ ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ φιλικωτάτων αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα διατηροῦσιν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἄσβεστον τὴν θερμὴν στοργὴν, ἣν πρὸς ἡμᾶς ἔχει. Δύναμαι ὅμως ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐγὼ καὶ ἂν δὲν ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν δὲν προήδρευα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἤθελον ἔχει ὀλιγωτέραν ἀπελπισίαν, ἢ ὅσην ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐδήλωσε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐλπίζω τὰ πράγματα νὰ μὴ διαψεύσωσι τὸ ἐν ἐμοὶ σῳζόμενον μεῖζον βεβαίως τοῦ σῳζομένου ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας θάῤῥος. Ἐλπίζω λέγω, ὅτι δὲν θέλουσι φανῆ τοσοῦτον ἀπρόσιτα καὶ ἄκαμπτα τὰ κεφάλαια, ἴσως δὲ θὰ δυνηθῶμεν νὰ διΐδωμεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σκότους, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζηνόπουλος μᾶς περιέγραψε, λάμψιν ὁδηγοῦσαν ἡμᾶς εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν ἢ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπω ταῦτα, ἀλλὰ τὰ εἶπον, διότι ἐβαρύνθην καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἀκούων θρηνῳδούς. Ἐννοῶ μίαν ἄλλην πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν ἐκείνων οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνωμεν θεωροὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην, ἐκεῖνοι οἵτινες εὑρίσκουσιν ὅτι καλῶς ἐπολιτεύθημεν ἐπιστρατευσάμενοι, εἶναι ἄτοπον νὰ θρηνωδῶσιν. Ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατεύσωμεν θέλομεν προσπαθήσει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀνεύρωμεν τὰ μέσα, ἵνα θεραπεύσωμεν ὅσον οἷον τε τὰς ἀνάγκας, ἃς ἡ πολιτικὴ αὕτη προήγαγε. Θρηνῳδοῦντες δὲν ὠφελοῦμεν, βλάπτομεν τὸν τόπον. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔζησαν πρὸ ἡμῶν, καὶ οἵτινες ἐξετέλεσαν ἀσφαλέστερον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των, ἐν ταῖς ἀμηχανίαις ταῖς μεγάλαις εἰς ἃς περιῆλθον ἀνελίσκοντο θρηνωδοῦντες, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκεῖνοι ἐθρηνώδουν, ἐθρηνώδουν ἐν τῷ οἴκῳ. Καὶ εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παριστάμεθα ἐν τῷ δήμῳ θρηνωδοῦντες. Ἀλλὰ πῶς θέλετε οἰκονομήσει τὰς ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις τοῦ 1885; Ποῦ θέλετε εὑρεῖ χρήματα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσητε τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τοῦ 1886; Λοιπὸν τί νὰ πράξωμεν; Μᾶς λέγουσιν «ἐπιβάλλετε φόρους ἀκόμη.» Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ φόροι, οὓς ἐπεβάλομεν, ἀνέρχονται εἰς 14,567,000. Βεβαιωθῆτε καὶ σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν, σᾶς ὁμιλῶ μετὰ παῤῥησίας, τὸ θάῤῥος μοῦ ἐλλείπει διὰ νὰ προτείνω αὔριον νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ἄλλοι φόροι. Πόσος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν; 80,000,000. Ποία εἶνε ἡ ἀναλογία τῶν δρ. 14,500,000, τὰς ὁποίας θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῶν φόρων, πρὸς τὰ 80,000,000 τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 18%.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶνε τὸ ⅕ περίπου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λάβετε τὸν Προϋπολογισμὸν ἑνὸς Κράτους οἵου δήποτε, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Αὐστρίας. Εἰπέτε μοι δὲ ἐὰν παρέστη ποτὲ τὸ φαινόμενον, ἡ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ νέους φόρους ἀναλογοῦντας πρὸς τὸ πέμπτον τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ὡς ἂν εἴμεθα ἐν ἰσοζυγίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφ’ ἧς ἐγεννήθημεν ἕως τώρα, δυσφοροῦμεν διότι θέλομεν μείνει ἐν ἐλλείμματι κατὰ τὸ 1886, καὶ θέλουσι λείψει 3 ἢ 5 ἑκατομμύρια. Διὰ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 100,000,000, θέλομεν εἰσπράξει ἀπὸ τὸ δάνειον τὸ πατριωτικόν, θέλομεν εἰσπράξει ἀπὸ τὰς εἰσφορὰς, θέλομεν εὑρεῖ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ αὐξανομένων τῶν πιθανοτήτων τῆς βελτιώσεως τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, νὰ πωλήσωμεν εἰς καλλιτέραν τιμὴν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, θέλομεν εὑρεῖ νὰ τοποθετήσωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Αὐτὰ εἶνε τὰ μέσα μας. Μήπως, ἐὰν ἐπιβάλωμεν ἄλλους φόρους σήμερον, τὰ ἐκ τῶν ἄλλων τούτων φόρων ἔσοδα θέλουσιν εἰσαχθῆ αὔριον τὸ πρωῒ εἰς τὸ ταμεῖον; Καὶ μοὶ λέγετε ὅτι δὲν θέλομεν εἰσπράξει ὅσα ὑπολογίζομεν. Ἄν μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, βεβαίως δὲν θέλομεν εἰσπράξει ὅσα προϋπολογίζομεν. Ἔντιμος κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλοδαπὸς, ἔλεγεν ὅτι ἐν ὅσῳ οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ μένουσιν ἀπλήρωτοι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει μέριμνα καὶ φροντὶς πρὸς πλήρωσιν αὐτῶν, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θέλουσιν εἶσθε ἐν ἀνωμαλίᾳ. Ἐγὼ ἐδυσφόρουν ἄλλοτε κατὰ τῶν οἰκονομικῶν ἀνωμαλιῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶνε παρομοία ἡ περίστασις. Δὲν πρέπει νὰ ἐμμείνω περισσότερον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευον τὴν γνώμην μου ἐκείνην, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1885 διατελοῦμεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διετελοῦμεν καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐὰν δὲ ἀνομολογοῦμεν πάντες, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι ἄκρως ἔκτακτοι καὶ αἱ ἀνάγκαι ἄκρως ἐπιτακτικαὶ, ἃς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι θέλομεν παραιτηθῆ παντὸς δικαιώματος, ἐὰν δυσπιστῶμεν πρὸς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας τὰ ὑπὸ τῶν περιστάσεων τούτων ἐπιβαλλόμενα μέτρα ἐπάγουσιν. Ἐάν τινες μὲ ἐκλαμβάνωσι σπάταλον ἢ διαχειριστὴν τῶν οἰκονομικῶν ἀδέξιον, ἐννοῶ τὴν ἐπίκρισιν, ἀλλ’ ἐλθέτωσαν οἱ ἐπικρίνοντες νὰ ἐλέγξωσιν εἴτε τὴν σπατάλην εἴτε τὴν ἀδεξιότητα. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἑκάστοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ αἰώνων ἐρέθη ὑπὸ τοῦ Δημοσθένους «δεῖ δεῖ χρημάτων καὶ ἄνευ αὐτῶν οὐδέν ἐστί γενέσθαι τῶν δεόντων», παντάπασι δὲν ἐννοῶ, πῶς δικαιολογοῦνται οἱ τοῦτο πράττοντες. Τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, τίς τὸ ἀρνεῖται; Ἀλλὰ μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, μὲ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν, ἔχομεν δὲν ἔχομεν, οὕτως ἐπέπρωτο νὰ πολιτευθῶμεν διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. (Εὖγε· εὖγε!)
§38Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν, κύριοι, πρὸ ἡμῶν τρεῖς ἐκδόσεις ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1886, ἐκδόσεις προερχομένας ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς, ἐκ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἔχομεν πρώτην ἔκδοσιν τὴν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς δρ. 85,774,511. Ἔχομεν δευτέραν ἔκδοσιν τὴν τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα ταῦτα ὑποβιβάζονται εἰς δρ. 82,674,068. Ἔχομεν τέλος τρίτην ἔκδοσιν ἐκείνην, ἣν ταύτῃ τῇ ἑσπέρᾳ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα τοῦ 1886 θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 89,000,000 δρ. περίπου, οὕτω δὲ τὸ τέως ἔλλειμμα τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀνερχόμενον κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἔκδοσιν εἰς 2,273,488, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ἔκδοσιν εἰς 5,373,931, νῦν μεταστρέφεται αἴφνης ὡς διὰ μαγικῆς τινος ῥάβδου εἰς περίσσευμα ἐκ δρ. 900,000 περίπου (θόρυβος)! Δύνασθε, κύριοι, ὑμεῖς νὰ πιστεύσητε εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλητε ἐκ τῶν ἐκδόσεων τούτων, εἰς ἐμὲ ὅμως θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἐνδοιασμοὺς περὶ αὐτῶν ὅλων. Πολλὰ διδόμενα πείθουσί με νὰ ὑποβάλω εἰς κάθαρσιν πάντας τοὺς ἀριθμούς, τοὺς προσαγομένους ἡμῖν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (θόρυβος). Ὁ κ. Δηλιγιάννης κατέκρινε πρότερον ὡς ἀντιπολιτευόμενος τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη διὰ τὰς ἀνακριβείας καὶ ἀντιφάσεις τῶν ἀριθμῶν οὐχὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καθιστῶν δι’ αὐτὰς ὑπευθύνους τοὺς τότε κυβερνῶντας τὴν Χώραν. «Κατὰ μὲν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἔλεγε, τοῦ 1883 τὰ μέχρι τέλους Μαρτίου εἰσπραχθέντα ἀνέρχονται εἰς 53,081,842, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο δημοσίευμα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τὰ εἰσπραχθέντα ἀνήρχοντο μόνον εἰς 52,453,832, προκυπτούσης οὕτω διαφορᾶς δραχμῶν 628,010. Δὲν πρόκειται βεβαίως οὔτε νὰ κερδήσωμεν, οὔτε νὰ χάσωμέν τι ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν 600,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ μόνη ἀρετὴ, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ λογαριασμοὶ οὐχὶ τῶν Κρατῶν ἢ τῶν Τραπεζῶν ἢ τῶν Ἑταιριῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀτόμων, εἶναι ἡ ἀκρίβεια μέχρι λεπτοῦ. Ἐὰν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι διαφέρουσιν ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἄλλον κατὰ πέντε λεπτὰ, γεννᾶται τότε ἡ εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀναμφισβητήτου πίστεως. Ἀλλ’ ὅταν λογαριασμοὶ Κράτους ἀπὸ τὸ αὐτὸ γραφεῖον ἐξερχόμενοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ μὲν παρουσιάζει εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1884 δρ. 53,081,842, ὁ δὲ 52,453,832, δὲν ἠξεύρω ποίαν γνώμην θέλετε σχηματίσει περὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν διευθυνόντων αὐτήν.» (Ἐφ. Συζ. Βουλῆς Θʹ, δʹ, σελ. 28). Καὶ εἰς τὰ πράγματα ἐλθὼν ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἀπέβαλεν ἣν εἶχε πρότερον γνώμην περὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· τοὐναντίον μάλιστα, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐξενέγκῃ τὴν βαρεῖαν ὑπόνοιαν, καθ’ ἣν δῆθεν οἱ ἀριθμοὶ διεστρέφοντο «ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ χειραγώγησιν τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου». (Ἐφ. Συζ. Βουλῆς Ιʹ, αʹ, σελ. 273). Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω νῦν κατὰ πόσον ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἐπέτρεπον εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ τηρήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ συμπράξῃ πλέον πρὸς ὑπαλλήλους, οὓς παρέστησεν ὡς ἱκανοὺς νὰ παραποιήσωσι τοὺς ἀριθμοὺς αὐτῶν τῶν ἐπισήμων βιβλίων, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ χειραγώγησιν ἄλλων. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Δηλιγιάννην ἵνα εἴπῃ ἡμῖν ἐὰν αὐτὸς ἐθεώρει τοὺς προκατόχους αὑτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀξίους κατακρίσεως, διότι οἱ ὑπ’ αὐτοὺς δημοσιευόμενοι ἀριθμοὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἦσαν ἀνακριβεῖς καὶ ἀντιφατικοί, πῶς πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ἡμεῖς αὐτὸν νῦν ὅτε οὐχὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσάγει ἡμῖν ἀριθμοὺς ἀνακριβεῖς καὶ ἀντιφατικοὺς καὶ δὴ οὐχὶ κατὰ χιλιάδας, ἀλλὰ καθ’ ἑκατομμύρια ὅλα δραχμῶν; Ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἰς τὴν Βουλήν, εἶπεν ἐπὶ λέξει τάδε: «Ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προϋπολογίσθησαν διὰ τὸ 1884, ἐβεβαιώθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1884 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1885 δραχμαὶ 63,643,057. Ἂν μάθετε ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ βεβαιωθέντα δὲν εἰσεπράχθησαν ὅλα, ὡς συμβαίνει καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὅτι δηλαδὴ καὶ ἐκ τῶν, ὡς εἴρηται, βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 9,851,894......» (Ἐφ. Συζ. Ιʹ, αʹ, σελ. 274). Συγχρόνως διεβεβαιώσατο τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 103,048,056 (αὐτ. σελ. 275). Ταῦτα διεβεβαιοῦτο, ἔχων βεβαίως πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1884, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τί ὅμως συνάγεται ἐκ τούτων; Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀναλυτικὸν πίνακα, τὸν συνοδεύοντα τῷ ἰσολογισμῷ τῶν μερίδων τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὴν 31 Μαρτίου 1885, αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 100,571,490, ἀπὸ δὲ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1884 μέχρι τῆς 31 Μαρτίου 1885 ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1884 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 56,024,199 καὶ ἔμειναν καθυστεροῦντα ἐκ δραχμῶν 5,093,629. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ μὲν χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνήρχοντο, ὡς εἴδομεν, εἰς δραχμὰς 103,048,056, ἤτοι πλέον τῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀναγεγραμμένων δραχμῶν 100,571,490 κατὰ δραχμὰς 2,476, 566· αἱ δὲ εἰσπράξεις εἰς δραχμὰς 53,791,163, ἤτοι ἔλαττον τῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀναγεγραμμένων 56,024,199 κατὰ δραχμὰς 2, 223,036· τὰ δὲ καθυστεροῦντα εἰς δραχμὰς 9,851,894, ἤτοι πλέον τῶν ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐξαγομένων κατὰ δραχμὰς 3,948,200. Ἀναλογιζόμενοι, κύριοι, νῦν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνακρίβεια τῶν ἀριθμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἀνερχομένη εἰς ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ζημιοῖ καιρίως τὴν ὑπόληψιν τῶν προκατόχων αὐτοῦ, διαβαλλομένης οὕτω καὶ ὑποτιμωμένης τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, θὰ ἐννοήσητε βεβαίως, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶνε ὅλως τυχαία, ὅτι δὲ καθῆκον ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ ὦμεν πλέον ἐφεκτικοὶ ὡς πρὸς τὸ ἀξιόπιστον τῶν ἀριθμῶν, τῶν προβαλλομένων ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς (Θόρυβος). (Ἐπανέρχεται ἐπὶ τὴν ἕδραν του ὁ ὁριστικὸς Πρόεδρος κ. Ῥικάκης).
§39ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί κατάστασις εἶναι αὐτή; νομίζετε ὅτι εἶνε παροῦσα ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Κουκούλεζα, πολλοὶ βουλευταὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ δωμάτια, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν θεωροῦνται καὶ αὐτοὶ παρόντες, ὥστε ἡ Βουλὴ εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγείρεται λοιπὸν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ, ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐγείρομεν τοιαύτην ἔνστασιν.
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. βουλευτῶν).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 139 βουλευταί. Ἡ Βουλὴ εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ· ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγορεύων.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόμισα, κύριοι, ἐπάναγκες νὰ προτάξω τὰ μέχρι τοῦδε εἰρημένα περὶ τῶν ἀριθμῶν, τῶν ὑποβαλλομένων ἡμῖν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶνε βάσις, εἰς ἣν ἕκαστος Προϋπολιγισμὸς ἐρείδεται, ὅταν δὲ οἱ ἀριθμοὶ ὦσιν ἀνακριβεῖς, τότε ἡ βάσις ἐλέγχεται σαθρὰ, σαθρὸν δὲ ἀποδείκνυται οὕτω καὶ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα τὸ ἐπ’ αὐτῆς ἑδραζόμενον. Τὸ λεγόμενον ἰσχύει ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἴσως νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξετάζων αὐτὸν ἐν ἀναφορᾷ πρός τε τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ καὶ πρὸς ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλὲ, δὲν βαρύνεσαι; (θόρυβος).
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶνε κεκμηκυῖα, ἢ μᾶλλον ὅτι αὕτη, ἔχουσα ἐκ τοῦ προτέρου κατηρτισμένην γνώμην περὶ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ, περιττὴν ὑπολαμβάνει πᾶσαν περὶ αὐτοῦ συζήτησιν. Περιττὴν ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ κἀγὼ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀφοῦ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συμπεριφορᾶς τῆς πλειονοψηφίας ἐνόησα, ὅτι αὕτη ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξ οὗ καὶ ἡ οἰκτρὰ κωμῳδία, ἣν παίζει τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὁτὲ μὲν ἀποχωροῦσα ἐκ τῆς Αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου, ὁτὲ δὲ θορυβοῦσα καὶ διακόπτουσα τὸν ἀγορεύοντα (θόρυβος). Εἶνε λυπηρὸν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι οἱ κκ. συνάδελφοι ἡμῶν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ κατηνάλωσαν ἤδη τοσαύτας συνεδρίας τῆς Βουλῆς εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις περὶ ζητημάτων ἐπουσιωδῶν, ὡς περὶ λιμενικῶν ἐπιτροπειῶν καὶ λευκολίθων, νῦν, ὅτε ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ κυριώτατον τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ἤτοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, συζητοῦντες τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, ἐπιδείκνυνται τοσαύτην σπουδὴν, ὅπως ἡ συζήτησις ἀχθῇ ὡς τάχιστα εἰς πέρας, ὡσεὶ προέκειτο περὶ παρωνυχίδος, τὸ δὴ λεγόμενον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω, ὑπείκων εἰς ἀνάγκην ἀναπόδραστον, νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, διαμαρτυρόμενος πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς κωμῳδίας, ἣν ἔγνω νὰ παίξῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ πλειονοψηφία, καὶ καθιστῶν ταύτην ὑπεύθυνον διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐννοεῖ νὰ ἐπιθέσῃ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους (θόρυβος καὶ διαμαρτυρήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε λόγον νὰ παραιτήσητε τὸ θέμα, ἐκτὸς ἐὰν εἶνε τοῦτο ῥητορικὸν σχῆμα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δέχομαι τὸν λόγον, ὅτι παραιτεῖσθε ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι σᾶς ἐμπόδισέ τις.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶσθε κύριος νὰ δεχθῆτε ὑμεῖς ὅ,τι θέλετε, ἐγὼ ὅμως ἐπιμένω εἰς τὴν παραίτησίν μου ἐκ τοῦ λόγου, διότι ἡ πλειονοψηφία φέρεται, ὥσπερ φέρεται.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κηρύξατε περατωμένην τὴν συζήτησιν· ἐξ ὑμῶν οὐδεὶς θὰ λάβῃ πλέον τὸν λόγον μετὰ τὰ γενόμενα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν εἶχέ τι νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Εὐταξίας, θὰ τὸ ἔλεγε, χωρὶς νὰ προφασίζεται.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλὰ εἶχον νὰ εἴπω, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία λόγου ἐνταῦθα, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐκθέσω αὐτὰ διὰ τοῦ τύπου, διότι εὐτυχῶς εἶμαι καὶ δημοσιογράφος.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο τὸ γνωρίζομεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὡς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς πληρωνόμενος ὑβρίζετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῷ τύπῳ.
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶνε ψεῦδος ἀναιδέστατον (Θόρυβος).
§58ΡΑΛΛΗΣ, ΤΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἶνε ἀληθέστατον.
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Ῥάλλη, ἐὰν τὸ τοιοῦτον ἔλεγε κἀνὲν ἀροτριῶν κτῆνος, ἐστὲ βέβαιος ὅτι θὰ ἐθεώρουν αὐτὸ ἀνάξιον ἀπαντήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως εἴπετε αὐτὸ ὑμεῖς, ἀνὴρ ἔχων συνείδησιν τῶν λόγων καὶ αὑτοῦ καὶ τῶν ἄλλων καὶ ἐξάγων ἐξ αὐτῶν τὰ ἀναγκαῖα ἐπακόλουθα, διὰ τοῦτο παρετήρησα, ὅτι εἶνε ψεῦδος ἀναιδέστατον ὅ,τι εἴπετε (Θόρυβος). Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ δηλῶ, ὅτι τὴν ἐν τῇ Βουλῇ θέσιν ἀνεδεξάμην τὰ κατ’ ἀρχὰς ἀμισθί, τὸν μισθὸν δ’ ἔλαβον ὕστερον, τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου καὶ διότι ὁ νόμος διατάττει τοῦτο, ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, καθ’ ὃν χρόνον ἔγραφον οὐχὶ κατὰ τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, παρῃτήθην δὲ τῆς θέσεως ἐκείνης, πρὶν ἢ ἀξιότιμοί τινες κύριοι λάβωσιν ἀφορμὴν ἐξ αὐτῆς νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐμισθοδοτούμην, ἵνα γράφω κατὰ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἤθελον νὰ ῥυπαρογραφῶ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἄλλοι εἶνε, κύριε Ῥάλλη, οἱ κανονίζοντες τὰς σχέσεις αὑτῶν πρὸς τὰ ἑκάστοτε Ὑπουργεῖα κατὰ τὰς παροχὰς, ὧν ἀπολαύουσι παρὰ τούτων, οὐχὶ δ’ ἐγὼ (Θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἀρχίσῃ ὁ Προϋπολογισμός, εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἐπὶ πέντε ἔτη ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται ἡ Προξενικὴ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν οἱ Πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος εἶχον ἐν Αἰγύπτῳ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔσοδα. Κεφάλαιον Αʹ. «Ἄμεσοι φόροι». Ἄρθρον 1. Ἔγγειοι φόροι καὶ δικαιώματα ἐπικαρπίας δραχμαὶ 8,488,500. Οἰκοδομῶν 2,000,000.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῶσι 800,000.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 7).
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 8. «Φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων». Δρ. 3,000,000.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Τέλη χαρτοσήμου».
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῶσι 3,000,000. Νὰ ἀφαιρεθῶσι 30,000 διὰ τὸν καταργηθέντα φόρον ἐπὶ τῶν λαχανοκήπων, γρασιδίων καὶ τριφυλλίων, ὥστε μένουν 8,458,500.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.»
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ προστεθῶσιν 80,000.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. «Φόρος ἐπὶ τῶν ☐
§75ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5 καὶ 6).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. Δικαιώματα καταναλώσεως οἴνων 1,500,000.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ ἀφαιρεθῇ.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9, 10, 11 καὶ 12).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. Ἄρθρον 1. «Νομισματοποιΐα».
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ 200,000.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4. Ὡσαύτως τὸ Κεφάλαιον Δʹ. «Δημόσια νομήματα καὶ κτήματα». Τὸ Κεφάλαιον Εʹ. «Ἐκποίησις Ἐθνικῶν κτημάτων». Ὡσαύτως τὸ Κεφάλαιον Ϛʹ. «διάφορα εἰσοδήματα»).
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο θὰ τεθῇ καὶ ἄρθρον 15. «Δικαιώματα ἐξ ἐκποιήσεως καὶ ὑποθηκῶν κατὰ τοὺς νόμους περὶ Ἐθνικῶν γαιῶν δραχμαὶ 200,000.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ζʹ. «Ἐκκλησιαστικὰ εἰσοδήματα». (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑπτὰ ἄρθρα αὐτοῦ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ηʹ. «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων». (Γίνονται δεκτὰ τὰ δύο αὐτοῦ ἄρθρα, ὡς ἄνω).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Θʹ. «Ἔσοδα ἀνανεούμενα». (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ τρία αὐτοῦ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 82,674,068).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ. «Χρέος Δημόσιον» μετὰ τῶν δύω αὐτοῦ ἄρθρων δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας. Ὁμοίως τὸ Κεφάλαιον Βʹ. «Χρέος Ἐσωτερικῶν» μετὰ τῶν ἑπτὰ αὐτοῦ ἄρθρων δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας. Ὡσαύτως τὸ Κεφάλαιον Γʹ. «Συντάξεις» μετὰ τῶν ἑπτὰ αὐτοῦ ἄρθρων ὡς ἀνωτέρω, ὡς καὶ τὸ Κεφάλαιον Δʹ).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Εʹ. «Νομοθετικὸν Σῶμα». Ἐδῶ παρελείφθησαν 180 δραχμαὶ ἀπὸ τὴν προσθήκην τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπαλλήλου Γραμματικοπούλου ἐκ δρ.240, ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ λαμβάνῃ 280. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Εʹ. μὲ τὴν αὔξησιν αὐτήν).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ϛʹ. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου προϋπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐτροποποιοῦντο τὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσήχθη, εἶναι δὲ ἀνάγκη οἱ μισθοὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ ἦναι κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους. Διὰ νὰ γίνῃ δὲ τοῦτο, ἀπαιτεῖται νὰ αὐξηθῇ κατὰ 4,920 δραχμὰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἤτοι θὰ γίνῃ 51,600. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7 καὶ 8 δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας). (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Ζʹ. «Ταμεῖα» μετὰ τῶν 4 αὐτοῦ ἄρθρων, ὡς ἄνω).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ηʹ. «Οἰκονομικαὶ Ἐφορίαι».
§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ λάθος εἰς τὸ ἄρθρον 1 προϋπελογίσθη κατὰ δραχμὰς 720 ὀλιγώτερον· πρέπει νὰ προστεθῶσιν 720 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην. Ὁμοίως καὶ τὰ 2, 3 καὶ 4 δι’ εἰδικῆς ψηφοφορίας).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Θʹ. «Παρελθοῦσαι χρήσεις». Ἄρθρον 1.
§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἐκαθαρίσθησαν ἀκόμη δικαιώματα εἰς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886· τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐξετέθησαν ἐν τῷ παρόντι πίνακι καὶ ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς 147,158. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ιʹ. «Ἄμεσοι φόροι». (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῶν 3 αὐτοῦ ἄρθρων δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας. Ὁμοίως τὸ ΙΑʹ. «Ἔμμεσοι φόροι» μετὰ τῶν 17 αὐτοῦ ἄρθρων ὡς ἄνω. Ὡσαύτως τὸ ΙΒʹ. «Δημόσια καταστήματα» μετὰ τῶν δύω αὐτοῦ ἄρθρων ὡς ἄνω).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΓʹ. «Δημόσια Νομήματα». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.
§97ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρεκάλεσα ὑμᾶς νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν σμυριδορυκτῶν Νάξου, ὅπως ἡ ἀντιμισθία αὐτῶν δι’ ἕκαστον στατῆρα σμύριδος ἀναχθῇ εἰς δραχμὰς νέας τρεῖς, ἀντὶ παλαιῶν τριῶν· καὶ αὖθις σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ δικαία αὕτη αἴτησις τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς μικρᾶς ταύτης αὐξήσεως θὰ αὐξηθῇ τὸ κεφάλαιον ΙΓʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 13 μόνον χιλιάδας δραχμάς.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ τὸ ἄρθρον 5 νὰ μὴ ψηφισθῇ ἀπόψε· διότι μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν τῶν ἐξορυσσόντων τὴν σμύριδα, δὲν ἐπαρκοῦσι. Ἦσαν δραχμαὶ παλαιαὶ τρεῖς, καὶ μὲ τὴν ἀναγωγὴν ἔγειναν 2,70, ζητοῦσιν ἑπομένως νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς τρεῖς δραχμάς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν διαφορὰν ἐπὶ πλέον.
§99ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, 40 χιλιάδες στατῆρες πρὸς 3 δραχμὰς πόσα κάμνουν;
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 120 χιλιάδας.
§101ΜΥΚΩΝΙΟΣ, ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ηὐξήθη).
§102ΤΙΝΕΣ. Ὁ Δαμιράλης τὸ ἔκαμεν· ὁ Δαμιράλης.
§103ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα, ἤτοι 6, 7, 8 καὶ 9).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΔʹ. «Δημόσια κτήματα». (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῶν 6 αὐτοῦ ἄρθρων δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας).
§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ. Ἐψηφίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς παραδίδω, κύριε Πρόεδρε, τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ.).