1885.11.26
1,704 rows · 13,294 words · 57 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 26 Νοεμβρίου 1885.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ ἐγγράφως τὴν προσαγωγὴν καταστάσεών τινων. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Ι. Πρεβεδοῦρος, ἐνοικιαστὴς τῶν διοδίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ζητεῖ νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. Φωτήλας.
§2ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔλαβον ἤδη γνῶσιν καὶ ἔσπευσα νὰ ἐκδώσω τὰς ἀναγκαίας παραγγελίας. Ἡ ἐκτίμησις τῶν πρωτοκόλλων, ἐὰν ταῦτα συνετάχθησαν κατὰ νόμον ἢ ὄχι, ἀνήκει εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἀρχὴν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰ πρωτόκολλα, δὲν δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ κῦρος ἢ τὸ ἄκυρον αὐτῶν. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πρωτόκολλα, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εὕρει αὐτὰ ἄκυρα, νὰ μὴ δώσῃ εἰς αὐτὰ οὐδεμίαν συνέπειαν. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένοντο παράπονα καὶ κατὰ τοῦ εἰσπράκτορος, ἔλαβον πρόνοιαν, ὑποθέτω δὲ ὅτι, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἀπαρεγκλίτως καὶ ἀπαραβάτως.
§4ΦΩΤΗΛΑΣ. Μόνον θὰ παρακαλέσω νὰ διατάξητε τηλεγραφικῶς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐτηλεγράφησα ἤδη, διατάξας τὴν ἔρευναν τοῦ κύρους τῶν πρωτοκόλλων, ἀλλὰ τὴν ἀναστολὴν δὲν δύναμαι νὰ διατάξω, πρὶν ἢ πληροφορηθῶ, ὅτι ταῦτα εἶνε ἄκυρα.
§6Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν παιγνιοχάρτων καὶ περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους ἐξετέθησαν πολλαὶ γνῶμαι. Τὶς γνώμας ταύτας ἐμελέτησα καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ζητήσω καὶ νὰ ἐπιτύχω παρὰ τῶν ἐργολάβων μεταβολὰς ὅρων τινῶν τῆς συμβάσεως, ἐπεφόρτισα δὲ τὸν ἁρμόδιον Τμηματάρχην διὰ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐργολάβων καὶ νὰ ἐνδείξῃ εἰς αὐτοὺς τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγκαίας. Συνεπείᾳ τούτου οἱ ἐργολάβοι ὑπέβαλον ἤδη δύο δηλώσεις· μίαν τῆς 23 Νοεμβρίου καὶ ἄλλην τῆς 25 Νοεμβρίου, διὰ τῶν ὁποίων δηλώσεων συναινοῦσιν εἰς μεταβολὴν ὅρων τινῶν. Καὶ ἐν πρώτοις παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν σύμβασιν εἶχον νὰ λαμβάνωσιν ἓν καὶ ¼% λόγῳ φύρας διὰ τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μεταφορὰν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πετρελαίου, καὶ ἀναδέχονται τὴν βεβαίωσιν τῆς φύρας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Καθ’ ὃν χρόνον ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, δὲν εἶχον γνωσθῆ ἔτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις ἀναφανείσης φύρας. Ἡ βεβαιωθεῖσα μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως φύρα εἶναι πολὺ μικροτέρα τοῦ ἑνὸς καὶ ¼%. Ἑπομένως ἡ παραίτησις ἀπὸ τοῦ δικαιώματος νὰ λαμβάνωσι τὸ ἓν καὶ ¼% λόγῳ φύρας καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς βεβαιώσεως τῆς φύρας ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Συναινοῦσιν ὡσαύτως ν’ ἀναβιβάσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν καλλιεργητέων ἁλικῶν εἰς τέσσαρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑποχρεωτικῶς θέλει εἶσθαι μία ἐκ τῶν ἐν Λευκάδι ἁλικῶν. Συναινοῦσι ν’ αὐξήσωσι τὴν ἐγγύησιν ἀπὸ 300,000 εἰς 400,000. Συναινοῦσι νὰ μεταβάλωσι τὰ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν τοῦ ἅλατος καὶ νὰ συστηθῇ μία εἰδικὴ ἀποθήκη ἅλατος ἐν ἑκάστῃ Ἐπαρχίᾳ, ἐν δὲ ταῖς Ἐπαρχίαις, ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν 30,000 καὶ ἄνω ψυχῶν, συναινοῦσι νὰ συστηθῇ καὶ δευτέρα ἀποθήκη ἐν τῇ πόλει ἢ τῇ κώμῃ, τῇ προσδιορισθησομένῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Τοιουτοτρόπως ἤρθη ὁ ὅρος, ὅτι ἀπαιτεῖται πληθυσμὸς 3,000 ψυχῶν διὰ νὰ συστηθῇ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ δευτέρα ἀποθήκη. Συναινοῦσι προσέτι νὰ μεταβληθῶσι τὰ περὶ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ἐργολαβίας τῆς καλλιεργείας τοῦ ἅλατος. Ἡ χρονικὴ διάρκεια προσδιωρίσθη διὰ τῆς συμβάσεως ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ τοῦτο συνεδυάζετο μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει ἡ ἐργολαβία νὰ δαπανήσῃ 300,000 δραχμὰς πρὸς βελτίωσιν τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, ἐζήτησε δὲ τότε δεκαετῆ προθεσμίαν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπόσβεσιν ἐντὸς δεκαετίας τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον πρὸς τοῦτο ἤθελε καταβάλει. Συναινοῦσι νὰ περιορισθῇ ἡ χρονικὴ διάρκεια εἰς πενταετίαν, ἀλλὰ προβάλλουσιν ὅρους τινὰς διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ καταβληθησομένου κεφαλαίου, βεβαιωθησομένου ἐννοεῖται πάντοτε διὰ πραγματογνωμοσύνης. Τὰς δηλώσεις ταύτας νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπώσωμεν, ἵνα διανεμηθῶσι, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ πρὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ διὰ τοῦτο καταθέτω αὐτὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἡμέραν τινὰ μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκδήλωσιν εὐρυτέρας τινὸς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διότι ἔμελε νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις περιεῖχε τὴν ἐκδήλωσιν τῆς τοιαύτης εὐρυτέρας ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἤθελε κατορθωθῆ μέχρι τοῦδε νὰ γένωνται διαπραγματεύσεις τελεσφόροι πρὸς συνομολόγησιν δανείου καὶ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται νὰ καταλήξουν εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ἔργον ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι εὐχερέστερον, διότι ἠθέλομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν συνομολογήσει συνεπείᾳ τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες εἶχον γίνει καὶ εἶχον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ εἰς τοιαύτην εὐτυχῆ περίπτωσιν δὲν περιήλθομεν εἰσέτι, διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν κύρωσιν συμβάσεως συνωμολογημένης καὶ συντετελεσμένης νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν διὰ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν καὶ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἢ ἤθελε κατασταθῆ πιθανὸν, ὅτι ἠθέλομεν εὕρει ἐγγραφὰς εἰς δάνειον, ἐὰν ἐξεδίδομεν αὐτὸ, διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε νὰ περιέχῃ πρὸ παντὸς δύω προσδιορισμοὺς, τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, καὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μικροτάτου ποσοῦ τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ἐκδόσει. Ὁ προσδιορισμὸς ὅμως καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὅρου μοὶ φαίνεται, ὅτι κατὰ τὰς παρούσας ἰδίως περιστάσεις ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιζήμιον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου Ταμείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι μέχρι τοῦδε ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν ἢ τὴν συνομολόγησιν δανείου, περιέλαβε τὸν προσδιορισμὸν καὶ τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ τοῦ τόκου, καὶ τοῦ κατωτάτου ποσοῦ τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις μοὶ φαίνονται ἐντελῶς διάφοροι, καὶ ἂν τότε ἠδυνήθησαν οἱ τοὺς νόμους ἐκείνους ἐκτελέσαντες νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τὰς περιεχούσας τὸν προσδιορισμὸν τῶν εἰρημένων δύο ὅρων, καὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου ζημία τις εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, κατὰ τὰς παρούσας οἰκονομικὰς περιστάσεις νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν ἠθέλομεν κατορθώσει καὶ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δύο τούτων ὅρων, εἴτε νὰ συντελέσωμεν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς φιλοκερδείας ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἠθέλομεν συναλλαγῆ, εἴτε νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς εἴχομεν ἀνάγκην τῆς εὐρυτέρας ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ὑπεδειξάμην, ὅταν κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν ἐδήλουν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκδηλώσει τὴν ἐμπιστοσύνην της ταύτην τὴν εὐρυτέραν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελε μεταβιβασθῆ τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ τοῦ τόκου, καὶ τοῦ κατωτάτου ποσοῦ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν διὰ διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε περιλάβει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν, περιέχει δύο κατηγορίας τοιαύτης μεταβιβάσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς κατηγορίας, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ τοῦ τόκου καὶ τοῦ κατωτάτου ποσοῦ τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν καὶ τῶν ἄλλων συνήθων ὅρων, ὑφ’ οὓς συνήθως γίγνονται αἱ περὶ δανείων διαπραγματεύσεις, καὶ ὑφ’ οὓς συνήθως συνομολογοῦνται τὰ δάνεια, τὴν μεταβίβασιν ταύτην τὸ Νομοσχέδιον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἑπομένως ἀφίνει τοὺς προσδιορισμοὺς τούτους εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐκδιδόμενον τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸν δὲ συνήθη κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου περὶ δανείου, τὸν ἀναγόμενον εἰς τὰ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ τύπου τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, εἰς τὰ τοῦ σχήματος καὶ τοῦ μεγέθους καὶ τὰ τῶν ὑπογραφῶν καὶ τῆς διαθέσεως, ἀφίνει ὡσαύτως εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐκδιδόμενον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΜΑΝΕΤΑΣ. Τί ποσόν;
§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000,000 ὀνομαστικῶν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 100,000. Ὁ κύριος Δραγούμης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§12Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προετάθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συζητεῖται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ σκοπῶ νὰ ψηφίσω αὐτὸ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει διάταξιν περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 100,000, τὴν ὁποίαν, περιλαμβανομένην πέρυσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἤθελον βεβαίως ψηφίσει· διότι δὲ δὲν περιελήφθη, ἀλλ’ ἀπεκόπη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τακτικοῦ τοῦ ἔτους 1885, ἤθελον βεβαίως, ἂν ἤμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ, καταψηφίσει. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω διασάφησίν τινα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διασάφησιν οὐχὶ τοσοῦτον χρήσιμον εἰς ἐμὲ, ὅστις ἐκ συμπτώσεως ἠδυνάμην νὰ γινώσκω τι περισσότερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἤθελε γνωρίζει τὶ ψηφίζει, ἂν ἠρκεῖτο εἰς τὴν ἁπλῆν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μόνην τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Παρετηρήσατε βεβαίως, κύριοι, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις καὶ εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὶ εἶναι ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, κατὰ τὸν ῥητὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι πίστωσις, ἥτις ἐπερχομένη μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συμπληροῖ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἵτινες ὅμως προεβλέφθησαν ἀνεπαρκῶς, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κεφάλαιον Δʹ. ἐδάφιον βʹ. τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, προβλέπει τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται σήμερον ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, καὶ τὴν προβλέπει, ὁρίζον ποσὸν 670,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Εἶναι φυσικόν, ὅτι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ δοθεῖσα πίστωσις καὶ ἂν δὲν ἐπήρκεσε, καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἀλλὰ νὰ παρουσιάσῃ αὐτὴν μέχρι τέλους ὡς τοιαύτην εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μὴ εἴπῃ μόνον «ἀναπληρωματικὴ πίστωσις» τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δὲ αἰτιολογία νὰ μὴ προσαρμόζηται εἰς τὸ ἄρθρον. Τίς δὲ εἶναι ἡ αἰτιολογία, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν; ἡ αἰτιολογία εἶναι ὅτι πρόκειται ν’ ἀναπληρώσῃ ἔλλειψιν, παρατηρηθεῖσαν κατόπιν ἐπὶ ὑπηρεσίας ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἥτις προεκλήθη, λέγει, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων τοῦ Κράτους περιστάσεων. Ἐξήτασα ἐν ἐμαυτῷ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ ἐτῶν γνωστὸς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐζήτησα νὰ ἴδω συμβιβάζεται ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος πρὸς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου; εὗρον δὲ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος· εὗρον, ὅτι ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν εἰρηνικὴν ἐπὶ τῇ ἐπικλήσει ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐχουσῶν χαρακτῆρα οὐχὶ ἐντελῶς εἰρηνικόν. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν διασάφησιν ταύτην πρὸς τὸ συμφέρον ἁπάσης τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἐγὼ δὲν εἶχον, ὁμολογῶ, ἀνάγκην αὐτῆς καὶ ὅτι δὲν εἶχον ἀνάγκην, ἀπέδειξα χθὲς ἀμέσως, ὅτε ἔλαβον τὴν πρώτην ἀπάντησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ἀσαφῆ, καὶ ἐζήτησα δευτέραν ἀπάντησιν, τῆς ὁποίας δοθείσης σαφέστερον, εἶπον ὅτι δὲν εἶχον ἐγὼ προσωπικῶς ἀνάγκην αὐτῆς· διότι ἐγώ, ὅτε ἤθελον ἔλθει ἡ ὥρα, ἤθελον εἴπει τί ἐφρόνουν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ταῦτα οὕτως εἶχον χθές, ὅτε δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἐμετρήθησαν οἱ λόγοι, οἵτινες ἐξετοξεύθησαν κατ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἄτοπον περιέργειαν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἠναγκάσθην ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα ἐγὼ ὁ ἀνήκων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχω δικαίωμα νὰ εἶμαι ἐπιθετικὸς διὰ ν’ ἀποκρούσω ἐπίθεσιν, τῆς ὁποίας τὸν χαρακτηρισμὸν δὲν θέλω νὰ δώσω, προελθοῦσαν ἐκ μέρους τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔδωκα δὲ ἐξηγήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι κυρίως σκοπὸν εἶχον νὰ δείξωσιν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, εἴτε ἐνταῦθα εἴτε ἀλλαχοῦ ἀνεκινήθη, ἡ συμπεριφορά μου ἦτο μετριοπαθεστάτη καὶ ὅτι εἰς τὰς πράξεις μου οὐδὲ ἴχνος, οὐδὲ σκιὰ φατριαστικῆς προθέσεως ἠδύνατο ν’ ἀνευρεθῇ. Ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰς ἐξηγήσεις μου ταύτας, τὰς θεωρηθείσας ἀσαφεῖς—διότι δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας φρονῶν ὅτι δὲν ἔπρεπεν—ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, καθορίσας τὸ ζήτημα καὶ χαράξας εἰς ἐμὲ τὸν κύκλον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω. Ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ διὰ νὰ μὴ καταναλωθῇ περισσότερος χρόνος καὶ διότι εἰς τοιαύτας ἐπιθέσεις ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ ἦναι ἄμεσος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐπίσης δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω, ἐκλείσθη τὸ στόμα μου, ἐκλείσθη μεθ’ ὕβρεων, ἐκλείσθη καὶ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας, εἰς Βουλήν, ἡ ὁποία ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους μετ’ ἐκείνου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος τότε ὑπῆρχε, συνεδρίαζε. Δὲν πιστεύω νὰ ἐνόμιζον, οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τοιοῦτον ταπεινὸν τέχνασμα κατέφυγον, ὅτι ἠδύναντο διὰ τούτου νὰ κωλύσωσι βουλευτήν τινα νὰ εἴπῃ ὅσα ἤθελε νὰ εἴπῃ. Οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν εἰμὴ νὰ συντελέσωσιν ἁπλῶς ὥστε ὅσα ἐπρόκειτο νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα χθὲς ν’ ἀκουσθῶσι σήμερον ὑπὸ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Κύριοι, πρὸ πολλοῦ ζητηθείς, μετὰ προηγουμένας ἀρνήσεις, ἐδέχθην ἐπὶ τέλους ν’ ἀποτελέσω καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ Συμβουλίου τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, Συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν εἶχε καὶ πάντοτε ἔχει καὶ ἐν ὅσῳ ὑφίσταται θὰ ἔχῃ εἰρηνικὸν σκοπόν. Οὐδεμίαν ἄλλην ἀποστολὴν ἔχει ὁ Σύλλογος ὁ πρὸς διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ἢ αὐτὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ τίτλος αὐτοῦ· σκοπὸν ἔχει πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνισμὸς νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διαδόσεως, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μορφώσεως. Ἐδέχθην, καίτοι ἄκων ἐν ἀρχῇ, ν’ ἀποτελέσω μέρος τοῦ Συλλόγου ἐκείνου. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶ τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ πρὸς πρόσωπα, τῶν ὁποίων παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε τὰ ὀνόματα, διότι νομίζω, ὅτι μόνη ἡ ἀνάμνησις τῶν ὀνομάτων τούτων θέλει δείξει ὁποία εἶνε ἡ ἀξία τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συλλόγου τούτου. Εἶχον συνεργάτας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὸν πρόεδρον τοῦ Συλλόγου καὶ ἔντιμον καθηγητὴν τῆς ἱστορίας κύριον Παπαῤῥηγόπουλον, τὸν διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κύριον Μ. Ρενιέρην, τὸν ὑποδιοικητὴν αὐτῆς κύριον Βασιλείου, τὸν διακεκριμένον φιλόλογον καὶ ἰατρὸν ἐκ Χίου κύριον Πασπάτην καὶ τὸν γνωστὸν νομισματολόγον κύριον Λάμπρον, τὸν καὶ ταμίαν τοῦ ἱδρύματος, καὶ εἶχον προσέτι τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω μετ’ ἀνδρός, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως τιμῶ, μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Ἐν τῷ Συλλόγῳ τούτῳ πάντα, ὅπως ἀνέκαθεν, ἔβαινον ὁμαλῶς, ὅτε πέρυσι, καὶ τοῦτο εἶνε γνωστὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλθόντος τοῦ λόγου εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ τετάρτου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ὃ παρέχεται ποσόν τι χρησιμεῦον εἰς τὸν εἰρηνικὸν καὶ βεβαίως μὴ ἔχοντα ἀνάγκην συγκαλύψεως σκοπὸν τῆς συνδρομῆς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλληνικῆς ἐκπαιδεύσεως πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, ἐλθόντος, λέγω, τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, προετάθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἄρθρου κατὰ 130,000 δραχμάς. Πρὶν ἢ τεθῇ εἰς συζήτησιν καὶ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδειξεν, ὅτι τοιοῦτός τις κίνδυνος ἀπειλεῖται ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ παρεχομένου εἰς συνδρομὴν τῆς Ἑλληνικῆς μορφώσεως. Καὶ κατενόουν μὲν πάντες, ὅτι ἐν ταῖς δυσχερέσιν οἰκονομικαῖς περιστάσεσιν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ ἐλαττώσεως καὶ τούτου τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ ἐπίστευσαν τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ὅσον καὶ ἂν προέρχηται ἐξ ἀγαθῶν προαιρέσεων, εἶναι βεβαίως εἰς τὸ ἔργον ἐπιζημία. Εἶπον καὶ χθὲς, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι, ὅτε ἐν ἀμηχανίᾳ μεγίστῃ τὸ Συμβούλιον συνεζήτει τὰ συμβαίνοντα καὶ ἐσκέπτετο περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, σύμβουλος μὴ δυνάμενος νὰ παρεξηγηθῇ, ὡς παρεξηγοῦμαι ἐγὼ δυστυχῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ αὐτῇ ἐν ᾗ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες διετελοῦμεν, διατελῶν καὶ αὐτὸς ἐν ἀμηχανίᾳ, πρῶτος προέβαλε τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῆς δυσχερείας, ἂν ἐβλέπομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν αὐτὴν, γενομένης δεκτῆς τῆς γνώμης ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐθεωροῦμεν ἀνεπίδεκτον ἐγκαταλείψεως. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτήσωμεν ἡμεῖς τὸ ἔργον καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔκρινε περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν γνώσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, καὶ ἐν γνώσει, ὡς ἐνόμιζε, τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον, νὰ μὴ δεχθῶμεν χορηγίαν οὕτω ἐλαττωμένην, νὰ περιορισθῶμεν δὲ ἐν τῷ Συλλόγῳ εἰς ἐκείνην μόνον τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν οἱ μικροὶ πόροι τοῦ Συλλόγου ἐπέτρεπον εἰς ἡμᾶς. Ὅτε ὁ κ. Ζαΐμης ἐξήνεγκε τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἀπεκρούετο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, τελευταῖος ἔλαβον τὸν λόγον ἐγώ, ἀντέκρουσα ἀπ’ εὐθείας καὶ καθαρῶς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη, καὶ εἶπον, ὅτι νομίζω, ὅτι ἔσπευσεν· εἶπον ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ—καὶ οὐδὲν παραβαίνω καθῆκον ἐπαναλαμβάνων ἐνταῦθα ὅ,τι εἶπον ἐκεῖ—ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλαβὼν τὴν Ἐξουσίαν ὑπὸ τὸν διπλοῦν χαρακτῆρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπηρεάζεται ἐν ταῖς κρίσεσιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπὸ τῶν πρὸς οἰκονομίας διαθέσεων αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ὅτι ὑπὸ τὰς μεγάλας στενοχωρίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, φυσικὸν ἦτο νὰ σκέπτητε νὰ ἐλαττώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰ ἔξοδα· ὅτι ὅμως ἂν παρασταθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πᾶν ὅ,τι ἡμεῖς λεπτομερῶς ἐγινώσκομεν, διότι βεβαίως δὲν θὰ εἶχε καιρόν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὢν ἅμα καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβῃ γνῶσιν ἁπασῶν τῶν λεπτομερειῶν, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε σπεύσει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἀκουσίως ἔπραττεν. Ἡ γνώμη μου ἐγένετο δεκτή, καὶ πόρισμα αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ὑποβολὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μακροῦ ὑπομνήματος, ἐνῷ μετὰ πάσης λεπτομερείας ἐξετίθεντο οἱ κίνδυνοι, οἵτινες ἤθελον ἀναποδράστως ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐλαττώσεως εἰς τὸ ἥμισυ τῆς χορηγίας ταύτης. Ἐζητήσαμεν δὲ πρῶτον δι’ ἐπανειλημμένης παρακλήσεως τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ὅπως μεσιτεύσῃ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, ἔπειτα δὲ καὶ ἐγγράφως παρακαλέσαντες αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ ἡμᾶς εἰς ἀκρόασιν, ὁλόκληρον τὸ Συμβούλιον, ἐζητήσαμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν πληρεστέραν μετ’ αὐτοῦ, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα σύμφωνον καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, διότι καὶ ἡμῶν καὶ αὐτοῦ αἱ ἐπιθυμίαι βεβαίως ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δυστυχῶς ἐπὶ πολὺ ἐβράδυνεν ἡ ἀπάντησις καὶ μάτην περιεμένομεν αὐτήν. Ἔφθασε δὲ ὥρα, καθ’ ἣν ἐν μεγίστῃ ἀμηχανίᾳ, ἐπιτεινομένῃ καθ’ ἡμέραν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς νέας σκέψεις περὶ τοῦ πρακτέου· τότε δὲ ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι καὶ ἀνεστράφησαν ὀρθῶς, ἐγένετο δὲ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἥτις νομίζω, ὅτι καὶ ἀπόντος αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ γείνῃ δεκτή. Ὅτε, εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ζαΐμης, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀλλάξῃ γνώμην, ἂς περιμείνωμεν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἂν οὕτω τὸ πρᾶγμα δὲν γείνῃ, μένει εἰς ἡμᾶς καιρὸς νὰ ἐκτελέσωμεν ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς ἐκρίναμεν ὀρθὸν, διότι οὐδεὶς ἡμῶν ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐξακολουθήσεως ἄνευ τοῦ ποσοῦ πλήρους. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτή, καὶ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἔχω τότε ἐγὼ τὸ βάρος τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος καὶ προέκειτο ν’ ἀναχωρήσω καὶ νὰ ἐπανέλθω τὴν Δευτέραν, ὡρίσθη τὴν Δευτέραν νὰ συνέλθωμεν πάλιν, ὅπως λάβωμεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, αἱ δὲ μεταξὺ ἡμέραι ἤθελον δείξει τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσδοκωμένων σκέψεων. Ἀλλ’ ὅτε συνήλθομεν τὴν Δευτέραν, ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο ἀπὼν καὶ ἔκτοτε δὲν μετέσχε τῶν ἔργων τοῦ Συμβουλίου, διότι κατόπιν ἀνεχώρησεν εἰς Καλάβρυτα. Συνήλθομεν ἄνευ τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ συνήλθομεν ἐν μεγαλειτέρᾳ ἀμηχανίᾳ, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἀπώλετο πᾶσα ἐλπίς. Φυσικώτατα ἐπανήρχετο τὸ ζήτημα τί ἔδει νὰ πράξωμεν, ἀλλ’ ἐπανήρχετο ὑπαρχούσης νῦν καὶ ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς ὁποίας τὸ ὕφος ἐδείκνυεν, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰργάσθη εἰς σύνταξιν αὐτῆς· ἐδίδοντο δὲ εἰς τὸν Σύλλογον ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐφάνησαν εἰς ἡμᾶς ἀνεπαρκεῖς. Ἐφάνη εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ἀκριβῶς τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν παραστάσεων ἡμῶν· ἀπηντήσαμεν, ἀνταπήντησεν, ἀνταπηντήσαμεν καὶ ἡμεῖς, ἀντηλλάξαμεν τρία, τέσσαρα, πέντε, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, πόσα ἔγγραφα, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον. Εἴμεθα εἰς τὰ τέλη Ἰουλίου, εἴχομεν πωλήσει ἐκ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ κινητοῦ κεφαλαίου τοῦ Συλλόγου περίπου 200,000 δραχμῶν χρεώγραφα, καὶ δὲν παρεπονούμεθα, ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ πωλήσωμεν τὰ χρεώγραφα ταῦτα ἐπὶ ζημίᾳ, διότι ἐφ’ ὅσον ἐπωλοῦμεν αὐτὰ, ἐξέπιπτον αἱ τιμαὶ, δὲν παρεπονούμεθα, διότι καὶ ἡμεῖς συνησθανόμεθα τὰς στεναχωρίας τῆς Κυβερνήσεως· ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ λέγωμεν ὅτι μεγαλειτέρα ἐπιμονὴ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ χρήματα δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἦτο φυσικὸν νὰ ἐπέλθῃ βραδύτης. Παρεπονούμεθα ὅμως ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὡρισμένας ἀποφάσεις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου ἔπρεπε νὰ γίνωσιν αἱ ὁριστικαὶ συμφωνίαι τῶν διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν, οἱ ὁποῖοι ἂν δὲν ἔκλειον συμφωνίας μεθ’ ἡμῶν, θὰ ἐμίσθουν τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν ἀλλαχοῦ, ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ ζημίᾳ τοῦ σκοποῦ τοῦ Συλλόγου. Συνέβη κατ’ Αὔγουστον νὰ ἔρχωνται οἱ διδάσκαλοι καὶ αἱ διδασκάλισσαι καὶ νὰ καταδιώκωσι τοὺς ἐπιτετραμμένους τὰ τοῦ Συλλόγου διὰ νὰ λάβωσι τοὺς μισθοὺς ἕξ μηνῶν. Ἡ καθυστέρησις ὅμως αὕτη δὲν ἐστενοχώρει τόσον ἡμᾶς, διότι εἶχε λόγον τὰς στενοχωρίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐστενοχώρει ἡμᾶς ἦτο ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν θετικὰς ἀπαντήσεις, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὁριστικὰς συμφωνίας καὶ διὰ τὸ μέλλον σχολικὸν ἔτος, προέκειτο δὲ περὶ συμφωνιῶν, ἃς ἐθεωροῦμεν ἀνεπιδέκτους ἐγκαταλείψεως· ἐθεωροῦμεν δὲ, ὅτι, ἂν ἐγκαταλίπωμεν αὐτὰς κατὰ τὸ ἥμισυ, ἦτο καλλίτερον νὰ τὰς ἐγκαταλείψωμεν ἐντελῶς. Ἀπεφασίσαμεν τέλος τὸ ἑξῆς. Νὰ στείλωμεν τελευταῖον ἔγγραφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ πρότασιν ὀλιγώτερον στενόχωρον δι’ αὐτὴν, πρότασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται μὲν νὰ μαρτυρήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης, διότι ὁ κ. Ζαΐμης ἔλιπεν εἰς Καλάβρυτα, ἀλλὰ μαρτυροῦσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Συλλόγου, ὅτι ὑπέβαλον ἐγώ. Εἶπον εἰς τοὺς συναδέλφους μου, ὅτι νομίζω, ὅτι ὑπὲρ τὸ μέτρον στενοχωροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐσκέφθημεν ὑπάρχουσαν διέξοδόν τινα. Ὀφείλομεν ἕξ μηνῶν μισθοὺς, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἕξ μῆνες δὲν παρῆλθον ἄκαρποι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ζητοῦμεν τώρα ἐπιμόνως νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς... (Ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§13ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπατε ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλετε θέσει ἐκεῖ κλητῆρας διὰ νὰ διώξουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀτακτοῦν. Ἂν ἠθέλατε τηρήσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθητε, ἔπρεπε τώρα νὰ ἀποβάλητε τοὺς ἀτακτήσαντας, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐκδιώκωνται καὶ οἱ μὴ ἀτακτήσαντες.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔθεσα κλητῆρας· οἱ κλητῆρες ὑπάρχουν. (Κενοῦται ἐν ἀκροατήριον).
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἔλεγον, νομίζω, ὅτι προέτεινα νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες μόνον τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπαρκέσει διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς καθυστεροῦντας μισθοὺς, καθ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ τῶν ἀρχομένων δαπανῶν νὰ μὴ στενοχωρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἀληθῶς εἰς στενοχωρίας οἰκονομικὰς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εὐκολυνθῇ νὰ δώσῃ ἡμῖν τὸ ἥμισυ, 180 χιλιάδας δραχμὰς, νὰ δυνηθῶμεν δὲ οὕτω καὶ ἡμεῖς πωλοῦντες ἐν ἀνάγκῃ καὶ τοὺς ὀλίγους τίτλους, οἱ ὁποῖοι ἔμεινον, νὰ περιμείνωμεν μέχρις ὅτου δυνηθῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ. Ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτὴ καὶ συνετάχθη ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ πρῶτον ἐζητοῦμεν τὰ καθυστερούμενα τῶν ἕξ μηνῶν, δὲν ἐπεμένομεν δὲ ὅπως πρότερον νὰ δοθῶσι καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἤτοι ἴσον ποσὸν, ἀλλ’ ἐδηλοῦμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν διὰ ταῦτα. Παρακαλοῦμεν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐδοκήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ μέχρι ὡρισμένης ἡμέρας εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ἐθέσαμεν εἰς αὐτὸν καὶ ἡ ὁποία ἐστρέφετο περὶ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ὁμοφώνως ὁ Σύλλογος καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσῃ ἄλλως ἢ ὡς ἐξετίμησεν αὐτό. Εἴχομεν θεωρήσει πάντες ἀπὸ κοινοῦ ὅτι, ἂν δὲν ἐδίδετο ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἡ ἐργασία τοῦ Συλλόγου ἦτο παραλελυμένη, ἦτο περιττὸν ἴσως νὰ ὑπάρχῃ καὶ Σύλλογος. Ὡρίσαμεν ἡμέραν κατὰ κοινὴν συμφωνίαν, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν, διότι ἂν καὶ ἡ ἡμέρα αὕτη παρήρχετο ἄπρακτος, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ διαθέσωμεν τὰ τῶν διδασκάλων, οἵτινες εἶπον, ὅτι εἶχον ἀρχίσει νὰ ἐκμισθῶσιν ἀλλαχοῦ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ οἱ καλλίτεροι μάλιστα αὐτῶν, ἀπεφασίσαμεν δὲ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δοθῇ ἡ περιμενομένη ἀπάντησις ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου, μὴ καλῶν πλέον ἡμᾶς εἰς συνεδρίασιν, ἤθελεν ἐκτελέσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συλλόγου.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐγένοντο αὐτά;
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω κατωτέρω. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου, ἐπελθούσης τῆς ἡμέρας, ἦτο, νομίζω, Τρίτη, ἔπραξεν ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν, καὶ ἰδοὺ τὶ ἀπεφασίσαμεν· Πρῶτον νὰ εἰδοποιήσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Συλλόγου ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων εἰργαζόμεθα, ὅτι ἕνεκα στενοχωριῶν οἰκονομικῶν τῶν ἐπιχορηγούντων εἰς τὸν Σύλλογον, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ τὸ ἐνεστὼς ἔτος τὴν ἐργασίαν, ὡς πρότερον, ὅτι μετὰ λύπης ἀναγκαζόμεθα νὰ διακόψωμεν· δὲν ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ τὴν παύσωμεν ὁλοσχερῶς, διὰ νὰ μὴ τοὺς ἀποθαῤῥύνωμεν, ἀλλ’ ὅτι θὰ τὴν διακόψωμεν· ὅτι δὲ ἔχοντες ὀλιγωτέρους πόρους, μόνον τοὺς ἰδίους ἡμῶν πόρους, θέλομεν περιορίσει τὴν ἐργασίαν εἰς μόνον ἐκεῖνα εἰς ὅσα δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν δι’ αὐτῶν. Ἐπελθούσης τῆς ἡμέρας καὶ μὴ ληφθείσης τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις περιεῖχε καὶ δεύτερον μέρος, ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελον σταλῆ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον, κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἤθελε σταλῆ καὶ ἀντίγραφον τῆς στελλομένης ἐγκυκλίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον μετ’ ἐγγράφου πρὸς αὐτὸ, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἀνεκοινοῦντο ἥ τε ἀπόφασις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συλλόγου. Τὰ πράγματα δὲ ἐξετελέσθησαν τοιουτοτρόπως, ὥστε ἔλαβεν ἐγκαίρως γνῶσιν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Συλλόγου καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῶν 180 χιλιάδων, ὅπερ ἐζητοῦμεν, καὶ ἐδόθη ὑπόσχεσις περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς γνώμης τοῦ Συλλόγου ὡς πρὸς τὰ ἱδρύματα αὐτοῦ, προέλαβε δὲ καὶ ὁ παραγγελθεὶς ἐπὶ τούτῳ συνάδελφος ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀναλάβῃ τὰ ἐπὶ συστάσει εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον παραδεδομένα ἔγγραφα. Οὕτως ἐξηγεῖται ἡ ἀφορμή, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἵνα ζητήσω σαφεστέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι βλέπων τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, καὶ βλέπων νὰ ζητῆται ἀφ’ ἡμῶν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, συνδεομένη πρὸς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, γινώσκων, ὅτι τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὡς πίστωσις εἰρηνική, ἔχων δὲ γνῶσιν ὅσων εἶπον, ἐνόμιζον, ὅτι θέλω ψηφίσει πίστωσιν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ψηφίσῃ καὶ αὐτὴ πίστωσιν, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο τὸ κενόν, ὅπερ ἀφῆκεν ἡ κατὰ τὸν τελευταῖον Προϋπολογισμὸν περικοπὴ δραχμῶν 130,000.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Σύλλογος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων......
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω τὴν ἡμερομηνίαν, ἣν ἐζητήσατε. Τὰ ἔγγραφα ἦσαν εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον τὴν 6 Αὐγούστου, τὴν 7 Αὐγούστου εἰδοποιήθην πρὸς τὸ ἑσπέρας, ὅτι ζητοῦμαι, ἵνα μοὶ ἀνακοινώσῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου σπουδαῖον γεγονός. Τὴν 8 μοὶ ἀνεκοινώθησαν τὰ γεγονότα καὶ τὸ ἔγγραφον τὸ σταλὲν ἐν ἀπουσίᾳ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, τὴν 8 μ.μ. ἔδωκα τὴν παραίτησίν μου, καὶ ἔκτοτε δὲν εἶμαι μέλος τοῦ Συμβουλίου τοῦ Συλλόγου.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Σύλλογος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων εἶναι Σωματεῖον αὐτοβούλως λειτουργοῦν καὶ αὐθυπάρκτως ὑφιστάμενον, λαμβάνον ὅμως ἐπιχορήγησιν παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι σκοπὸς εἰρηνικὸς καὶ ἐκπολιτιστικός, ὡς τοιοῦτος εἰρηνικὸς σκοπὸς καὶ ἐκπολιτιστικὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ἄλλων Συλλόγων, συσταθέντων καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ λειτουργούντων πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις Σύλλογος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Αἱ σχέσεις λοιπὸν τῆς Δημοσίας διοικήσεως πρὸς τὸν Σύλλογον εἶναι σχέσεις ἐπιχορηγοῦντος πρὸς ἐπιχορηγούμενον, ἐπιχορηγοῦντος, ἔχοντος τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιχορηγῇ, νὰ ἐξετάζῃ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιχορηγῇ, καὶ νὰ ἐπιτηρῇ ἂν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιχορηγεῖ, δαπανᾶται πρὸς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ὁ Σύλλογος ἐπαγγέλλεται καὶ διὰ τοὺς ὁποίους δίδοται τὸ ἐπιχορήγημα. Τῇ 19 Ἀπριλίου ἐσχηματίσθη τὸ ὑφεστὼς Ὑπουργεῖον· τὴν δὲ 21 Ἀπριλίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐργαζόμενος, προεκλήθην νὰ ἐρευνήσω τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τοῦ Συλλόγου. Ἀναφυλλίσας δὲ καὶ ἐρευνῶν, ἐπείσθην, ὅτι ἠδυνάμην νὰ λάβω μέτρον τι, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν παρεκώλυε παντάπασι τὰς ἐνεργείας τοῦ Συλλόγου πρὸς ἐπιζήτησιν τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη, ἂν δὲν παρέβλαπτε κατά τι τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἤθελεν ἔχει ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατά τινα ποσὰ ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν αὐτοῦ. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ προβῶ ἀδιστάκτως εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀπέχων πάσης ἀναφορᾶς πρὸς τὰ πρόσωπα· διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Συλλόγου τιμῶ προσηκόντως, καὶ ἂν δὲν ὑπερβάλλω τὰ ὅρια τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς ἕκαστον αὐτῶν πέραν τοῦ δέοντος, δὲν ὑποβιβάζω ὅμως καὶ αὐτὰ κάτωθι τοῦ δέοντος. Ἑπομένως οὐδὲν διαφέρον ἐκ προσωπικοῦ λόγου, ἐξ ὑποκειμενικῶν αἰτιῶν, οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ δυσαρεστήσω τινά· εἶχον ὅμως τὸ καθῆκον νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἄνευ περιστολῆς τῶν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τοῦ Συλλόγου ἀναγκαίων μέσων, ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, διότι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ μὴ παραλείψω οὐδὲν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταλήξει εἰς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνεκαίνισα τὰς σχέσεις μου μὲ τὸν Σύλλογον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σκοπὸς τοῦ Συλλόγου εἶναι σκοπὸς καὶ κοινωνικὸς καὶ πολιτικὸς, ἐπειδὴ αἱ μετ’ αὐτοῦ σχέσεις τῆς Δημοσίας διοικήσεως ἔχουσι τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς δημοσίας διοικήσεως, νομίζω, ὅτι προσήκει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ὑμῶν πᾶν ὅ,τι ἔπραξα, ὑπολαβὼν, ὅτι ὤφειλον νὰ τὸ πράξω, καὶ πᾶν ὅ,τι δὲν ἔπραξα, ὑπολαβὼν, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ τὸ πράξω. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ποιήσωμαι τὴν λογοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι σήμερον πρὸς ὑμᾶς. Μετ’ ὀλίγον συνεζητήθη ὁ διὰ τὸ ἔτος 1885 Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχον ζητήσει τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ὡρισμένου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου, ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ὁποίου καταβάλλεται καὶ τὸ χορήγημα πρὸς τὸν Σύλλογον, ἤτοι εἶχον ζητήσει τὴν περιστολὴν ἀπὸ 800,000 εἰς 670,000 τῆς περὶ τούτου πιστώσεως, ἑπομένως εἶχον ἐλαττώσει αὐτὴν κατὰ 130,000. Ὅταν ἡ ἐλάττωσις ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐχρησίμευσε διὰ νὰ κυρώσῃ ἐπὶ δυσφημίᾳ ἡμῶν ὅσα εἶχον λεχθῆ καθ’ ἡμῶν πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Καὶ εἶχε λεχθῆ περὶ ἡμῶν καὶ πρὸ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτι ἡμεῖς λησμονοῦμεν μέγιστα καὶ ἱερώτατα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ ὡς πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ὡς Κυβερνῆται τῆς Χώρας. Ἡ προταθεῖσα λοιπὸν παρ’ ἡμῶν ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως ἀπὸ 800 χιλιάδων εἰς 670,000, ἐχρησίμευσεν εἴς τινας, καὶ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ἀπόδειξις τῆς αἰτιάσεως, ἥτις εἶχεν ἐκτοξευθῆ καθ’ ἡμῶν καὶ ὡς κύρωσις τῆς δυσφημίας, ἥτις εἶχε διαδοθῆ καθ’ ἡμῶν. Ἐβεβαίωσα τότε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως οὐδαμῶς θέλει ἐπηρεάσει τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν· ἑπομένως οὐδαμῶς ἤθελεν ἐπηρεάσει τὴν χορηγίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Δημοσία διοίκησις δίδωσιν ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ὅταν δ’ ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὶ ἐλέχθη· ἀλλὰ ὅ,τι καὶ ἂν ἐλέχθη ἐπὶ τούτου, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἐγένοντο ὑπαινιγμοί, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς πιστώσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου καὶ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠξιώθησαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς προσηκούσης ἀπαντήσεως, καὶ ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία τότε ἐδόθη, ἦτο, ὅτι, ἂν ζητοῦμεν τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως, δὲν θέλομεν φανῆ ἐλάττονες κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὡς Κυβερνῆται τῆς Χώρας ἔχομεν. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις μικροῦ τινος ποσοῦ, ἀναγεγραμμένου εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Συλλόγου, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, διέταξα, ἅμα ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἦτο παντάπασι συναφὴς μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Συλλόγου πρὸς ἐπιζήτησιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε, διότι αὕτη ὑπήγετο εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν γραφείων αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐκράτυνεν ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν μελῶν τοῦ Συλλόγου τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἐκ τῶν προτέρων εἶχον, ἢ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν διαδόσεων καὶ τῶν δυσφημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ἡμῶν, εἶχον σχηματίσει, ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς ἐσμὲν πολέμιοι τοῦ Σωματείου, τοῦ ὁποίου μέλη τυγχάνουσιν οἱ κύριοι οὗτοι. Μετ’ ὀλίγον προεκλήθην νὰ πληρώσω ἓν μέρος τοῦ χορηγήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σύλλογον, ἀφοῦ ἐνέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1885· ἐπειδὴ δὲ τοῦ Συλλόγου ἡ ἐργασία εἶνε καθαρῶς ἐκπαιδευτικὴ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτοῦ εἶνε Προϋπολογισμὸς ἐκπαιδευτικός, δὲν ἀκολουθεῖ τὸ φυσικὸν ἔτος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἀλλὰ τὸ διδακτικὸν ἔτος ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Αὐγούστου ἑπομένου ἔτους· ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1884 μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1885. Μοὶ ἐζητήθη μέρος τοῦ χορηγήματος, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο ἀπέναντι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου εἰς τὸν Σύλλογον, καὶ ἔσπευσα νὰ ἐκδώσω ἔνταλμα διὰ ποσὸν 60,000 δραχμῶν, καὶ ἐξέδωκα αὐτὸ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς μεθ’ ὅσης ἐσχημάτισα γνώμην ὅτι ὁ Σύλλογος εἶχε δίκαιον νὰ ζητήσῃ χρήματα, ἀφοῦ ὁ μὲν Ἀπρίλιος ἔληγεν, αὐτὸς δὲ δὲν εἶχε λάβει παρὰ τῶν ἐμῶν προκατόχων οὐδὲ λεπτόν. Ἀληθῶς οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι δὲν εἶχον δώσει εἰς αὐτὸν ποσόν τι. Τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη, ἀλλ’ ὁ Σύλλογος μὲ εὐχαρίστησε μὲν, μοὶ ἀπήντησεν ὅμως ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐκόμισεν εἰς τὸ Ταμεῖον· πλὴν δὲν ἔλαβε χρήματα, διότι τοῦτο δὲν εἶχε χρήματα. Εἰς τὸν Σύλλογον ἀπήντησα, ὅτι τοιαύτη κατὰ δυστυχίαν ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου Ταμείου κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ἀλλ’ ἐνδέχεται προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ βελτιωθῇ, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἔχῃ ὑπομονήν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπεθύμουν διαγιγνώσκων τὰ πρὸς ἐμὲ αἰσθήματα τοῦ Συλλόγου νὰ εἶμαι ἐν γνώσει καὶ ἐν ταῖς τελευταίαις λεπτομερείαις τῶν διεξαγομένων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ αὐτοῦ σχέσεων, ἐπικυρῶ πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἔδωκε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχον γράψει ἔγγραφόν τι πρὸς τὸν Σύλλογον ἰδίᾳ χειρὶ, προσθέτω μάλιστα εἰς αὐτὴν, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τῆς εἰσόδου ἐμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τῆς προχθὲς ἡμέρας ἀπέστειλεν εἰς τὸν Σύλλογον, πάντα ἐγράφησαν τῇ ἐμῇ χειρὶ, καὶ πᾶσαι αἱ ἀπαντήσεις τοῦ Συλλόγου ἀνεγνώσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως προεβλήθη ὑπὸ τοῦ Συλλόγου εἰς ἐμὲ ἑτέρα ἀπορία, μοὶ ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ Συλλόγου ὅτι ἐπεθύμει νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς πόσον θέλει εἶσθαι τὸ διὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος δοθησόμενον αὐτῷ χορήγημα· διότι ἐὰν εἶχεν ἐξησφαλισμένον τὸ χορήγημα τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον διανύομεν, δηλαδὴ τοῦ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1884 μέχρι 31 Αὐγούστου 1885, εἶχεν ὅμως μεγάλην ἀμφιβολίαν μήπως τὸ χορήγημα αὐτὸ μειωθῇ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τόσον ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας του. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐζήτει καὶ παρ’ ἐμοῦ τὴν πληροφορίαν ταύτην, δὲν μοὶ ἔδιδεν οὐδὲν φῶς διὰ νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ τούτου, διότι δὲν εἶχε συντάξει τὸν Προϋπολογισμόν. Ὅθεν ἵνα εὐχαριστήσω τὸν Σύλλογον ἠναγκαζόμην εἴτε νὰ δώσω αὐτῷ ὑπόσχεσιν περὶ τοῦ μέλλοντος ἔτους, καίτοι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, ἤτοι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅστις ἤθελε δι’ αὐτὸ συνταχθῆ καὶ ἐγκριθῆ, εἴτε νὰ ἀναμείνω τὸν Προϋπολογισμὸν, ἵνα ἀποφασίσω ἐπ’ αὐτοῦ μελετῶν τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἤθελον μοὶ ἐκτεθῆ, καὶ προσδιορίζων οὕτως ἐν ἐπιγνώσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε χορηγηθῆ εἰς τὸν Σύλλογον. Ἀλλ’ ὁ Σύλλογος ἐζήτει νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης τὶ ἤθελε γίνει διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Συγχρόνως δὲ ἐλάμβανον ἐπιστολὰς ἀπὸ διάφορα μέρη διὰ τῶν ὁποίων ἐπετιμώμην αὐστηρῶς καὶ μετὰ τῆς θερμότητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδικαιολόγει ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ἐπετιμώμην ὡς καθυστερῶν τὰ πρὸς τὸν Σύλλογον καθήκοντά μου καὶ ὡς ἀρνούμενος νὰ συνεχίσω πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ χρόνων εἶχεν ἐπιχειρήσει τὸ Κράτος. Τέλος πάντων ὁ Σύλλογος ἐνέκρινε νὰ μοὶ εἴπῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔσπευδε καὶ μὲ ἐβίαζε νὰ προσδιορίσω αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ χορηγήματος τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Μοὶ ἐπρότεινε δὲ ὡς αἰτίαν ὅτι, ἐπειδὴ οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταὶ, οἱ μεμισθωμένοι κατὰ τὸ ἔτος 1884, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζωσι πρὸ τοῦ νέου διδακτικοῦ ἔτους ἂν θέλωσιν ἐξακολουθήσει διατελοῦντες ὑπὸ μισθὸν, ὅπως ὁδηγηθῶσι νὰ μισθοδοτηθῶσιν ἀλλαχοῦ, ὅτι ὁ Σύλλογος ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ αὐτοὺς, ὅτι εἶναι ἠσφαλισμένοι, ἵνα μὴ ἐγκαταλίπωσι τὰ ἔργα των καὶ ἀναλάβωσιν ἀλλαχοῦ ὑποχρεώσεις· τότε δὲ ὁ Σύλλογος ἤθελεν ἀπολέσει τὰ κυριώτερα ὄργανα τῆς ἐνεργείας του. Εὐθὺς ὡς ἔγνων τοῦτο, ἔσπευσα νὰ εἴπω εἰς τὸν Σύλλογον ὅ,τι ἤθελεν εἴπει εἰς αὐτὸν πᾶς ἄνθρωπος, ἐκπληρῶν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του. Ὑποβάλλων ἐμαυτὸν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, δὲν παρακωλύομαι νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα τότε εἰς τὸν Σύλλογον, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν προγενεστέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος προσδιώρισεν· ὁ κ. βουλευτὴς ἐλάλησε περὶ γεγονότων, λαβόντων χώραν κατὰ τὴν 5, 6, 8 Αὐγούστου, τὸ δὲ ἔγγραφον φέρει χρονολογίαν 17 Ἰουλίου. Ἔγραφον λοιπὸν εἰς τὸν Σύλλογον κατὰ τὴν 17 Ἰουλίου τάδε. «Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 656 ἀπὸ 11 ὑπερμεσοῦντος ὑμετέραν ἀναφορὰν, παρατηροῦμεν ὑμῖν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐξοικονομηθῇ τὸ ἀναγκαιοῦν χρῆμα, τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον θέλει ἀμέσως ἐξαργυρώσει τὸ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Συλλόγου χρηματικὸν ἔνταλμα ἐξ ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν· ἐπίσης, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, ἅμα ὡς κατορθωθῇ ἡ ἐξεύρεσις πόρων, θέλει σπεύσει νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν Σύλλογον, ἀναλόγως πρὸς τὰ χρηματικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποβῇ αὐτῷ δυνατὸν νὰ διαθέσῃ, καὶ τὰ λοιπὰ ὀφειλόμενα αὐτῷ ποσὰ μέχρι τέλους τοῦ λήγοντος μετὰ μικρὸν σχολικοῦ ἔτους. Ἀναφερόμενοι δὲ ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς ὑμῶν παρατηρήσεις, παρατηροῦμεν ὑμῖν γενικῶς ἀπὸ τοῦδε καὶ πρὸ γενικωτέρας τινὸς συνεννοήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Συλλόγου κατὰ τὸ προσεχὲς σχολικὸν ἔτος ἐκ τῶν καθηγητῶν, τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ λοιποῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ δύνασθε ἀπὸ τοῦδε νὰ διατηρήσητε ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ προτέρα ἐκπαιδευτικὴ ἐργασία ἀπέβη τελεσφόρος, καὶ ἐγγυᾶται ὑμῖν ὁμοίους καὶ ἐν τῷ μέλοντι καρπούς...» Ἔδωκα λοιπὸν εἰς τὸν Σύλλογον πᾶσαν ἐξουσίαν. Τῷ εἶπον νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις πρὸς πάντα διδάσκαλον ἢ καθηγητὴν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐγκρίνει, διότι ἐπείσθη ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πιστῶς, καὶ ὑπισχνούμην, ὅτι αἱ πράξεις του θέλουσι τύχει τοῦ κύρους τῆς Δημοσίας διοικήσεως. Ὁ Σύλλογος ὅμως δὲν ηὐχαριστήθη εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἐπεθύμει νὰ γνωρίζει τέλος πάντων τὶ θέλω πράξει διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, διότι ἐπιέζετο ὑπὸ τῶν καθηγητῶν, ὑπὸ τῶν διδασκάλων, τῶν ὑπ’ αὐτοῦ μεμισθωμένων, νὰ δηλώσῃ αὐτοῖς ἂν θέλωσιν ἀναμισθωθῇ ἢ ὄχι. Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ἔδωκα πᾶσαν ἐξουσίαν νὰ ἀναμισθώσῃ αὐτοὺς, αὐτὸς δὲν ηὐχαριστήθη, καὶ μοὶ ἐπέστειλε τὴν 24 Ἰουλίου τὸ ἑξῆς ἔγγραφον· «Ἀριθμὸς 711. Τὸ Συμβούλιον........ἀπεφήνατο ἐν τῇ χθεσινῇ αὐτοῦ συνεδριάσει ὁμοψήφως, ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐδόθη ὁριστικὴ ἀπάντησις εἰς τὰ δύο ζητήματα, ἐκ τῆς λύσεως τῶν ὁποίων ἐπὶ ἡμιόλιον μῆνα δὲν ἐπαύσαμεν ἐξορῶντες τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐνεργείας ἡμῶν. Πρῶτον τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀναφέρει τὸ χρηματικὸν ποσὸν τοῦ χορηγήματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θέλει ρυθμισθῆ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐνεργεία κατὰ τὸ νέον σχολικὸν ἔτος ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1885 μέχρι 31 Αὐγούστου 1886. Δεύτερον ἐνῷ ἡ ἐλπίς, ἥν παρέχει ὅτι θέλουσι καταβληθῆ εἰς τὸν Σύλλογον τὰ ὀφειλόμενα αὐτῷ μέχρι τέλους τοῦ λήγοντος ἔτους, εἶνε ἀμυδρὰ περὶ τῆς καταβολῆς τοῦ χορηγήματος...» Ἀλλὰ ἵνα προσδιορισθῇ τὸ χορηγηθησόμενον εἰς τὸν Σύλλογον ἐπακριβῶς διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος χρηματικὸν ποσὸν τοῦ χορηγήματος, ἔπρεπεν ὁ Σύλλογος νὰ εἶχε συντάξει καὶ ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν Προϋπολογισμόν, διότι αὐτὸς ἤθελε κανονίσει τὸ ποσόν. Ὅσα δὲ ἔγραφεν, ὅτι ἡ ἐλπίς, ἣν παρεῖχον αὐτῷ περὶ τῆς καταβολῆς τῶν χρημάτων, ἦτον ἀμυδρὰ, ἠδύναντο ἕκαστον νὰ ἐκπλήξωσι, διότι καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ ἐστερούμην χρημάτων, οὐδένα ἄλλον εἶχον πρὸς εὕρεσιν αὐτῶν πόρον εἰμὴ τὸν νόμον περὶ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἠγνόουν δὲ, ἂν ἠδυνάμην νὰ τοποθετήσω τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἵνα δι’ αὐτῶν πορισθῶ χρήματα, ποίαν ἠδυνάμην νὰ δώσω αὐτῷ θετικωτέραν ἀπάντησιν, εἰμὴ ὅτι «εὐθὺς ὡς λάβω χρήματα θέλω δώσει αὐτῷ;» Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον τοῦ Συλλόγου, διότι διὰ τοῦ ὑπολοίπου μέρους ἀσχολεῖται νὰ μοὶ παραστήσῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτουν τὸ τοιοῦτον, ἂν καὶ αὐτὸς ἐφαίνετο ὅτι ἠμφισβήτει τὴν ἔλλειψιν χρημάτων, εἰς ἣν ἐγὼ εὑρισκόμην. Εἰς τὸν Σύλλογον ἔσπευσα νὰ ἀπαντήσω εἶπον αὐτῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7831 ἀπὸ 29 Ἰουλίου ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι: «εἶναι εἰς ἡμᾶς ἄπορον, πῶς διεδόθη ὅτι τὰ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ληφθέντα οἰκονομικὰ μέτρα μέλλουσι νὰ ἐπιφέρωσι τὴν παῦσιν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων ἢ τὴν περιστολὴν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ἂν τὸ συμβούλιον τοῦ Συλλόγου ὑπὸ τῆς τοιαύτης διαδόσεως ἐπηρεασθὲν ἐξακολουθῇ νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ ἀπὸ τοῦδε ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ βάσεις τοῦ διὰ τὸ ἑπόμενον σχολικὸν ἔτος συνταχθησομένου Προϋπολογισμοῦ, δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην, ἀναγγέλλοντες αὐτῷ ὅτι οὐδεμία θέλει ἐπέλθει μεταβολὴ καὶ ἐπὶ τὸ ἐπιὸν σχολικὸν ἔτος τῶν βάσεων τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Προϋπολογισμοῦ, ἐπιφυλασσομένης πάντοτε τῆς ἐλευθερίας τοῦ τε διοικητικοῦ συμβουλίου εἰς πᾶσαν κριθησομένην τυχὸν ἀναγκαίαν μεταβολὴν τῶν λεπτομερειῶν, καὶ ἡμῶν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λεπτομερειῶν τούτων». Ἐνόμιζον, ὅτι τέλος πάντων τὸ στάδιον αὐτὸ ἐτερματίζετο, ὅτι ἐπερατώθη καὶ ὅτι δὲν ἔμενε πλέον εἰς τὸν Σύλλογον οὐδεὶς δισταγμὸς καὶ ὅτι ἤθελεν ἑπομένως μὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ ἀσχολίας, ἥτις, σᾶς βεβαιῶ, μὲ ἠνώχλει, διότι εἶχε καταντήσει σκόλωψ τῇ σαρκί μου. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὰς ἡμερομηνίας τῶν ἐγγράφων διὰ νὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶχον καιρὸν οὔτε νὰ ἀναγνώσω. Τὴν 21 Ἀπριλίου, τὴν 26 Ἀπριλίου, τὴν 10 Μαΐου, τὴν 20 Μαΐου, τὴν 23 Μαΐου, τὴν 6 Ἰουνίου, τὴν 1 Ἰουλίου, τὴν 3 Ἰουλίου, τὴν 11 Ἰουλίου, τὴν 17 Ἰουλίου, τὴν 24 Ἰουλίου, τὴν 29 Ἰουλίου, τὴν 31 Ἰουλίου, τὴν 1 Αὐγούστου, τὴν 5 Αὐγούστου, καθ’ ἑκάστην ἓν ἔγγραφον προσετίθετο. Δὲν εὕρισκον ἡσυχίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγραψα ὅτι δύναται ὁ Σύλλογος νὰ δώσῃ ἐλπίδας εἰς τοὺς καθηγητὰς πρὸς ἀναμίσθωσιν καὶ ὅτι ἔχει πᾶσαν ἐλευθερίαν νὰ μισθώσῃ ὅσους θέλει, ἐνόμιζον ὅτι ἔπαυε πλέον ἡ ἀνησυχία τοῦ Συλλόγου, καὶ ὁ πόθος αὐτοῦ νὰ μάθῃ ἐπακριβῶς πόσον ἤθελεν εἶσθαι τὸ χορήγημα τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀφοῦ ἔγραψα αὐτῷ ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει καμμία μεταβολὴ εἰς τὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πλὴν ἂν ὁ Σύλλογος μεταβάλῃ λεπτομέρειάν τινα ὅτε ἤθελον ἐπιφυλαχθῆ νὰ κρίνω ἐπὶ τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἤλπιζον ὅτι δὲν ἔμενε πλέον εἰς αὐτὸν νὰ ἐπιθυμήσῃ τι. Τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν Σύλλογον αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνων, φέρει ἡμερομηνίαν 29 Ἰουλίου. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ὁ Σύλλογος ἔκρινε τὰ πράγματα κρίσιμα, τοσοῦτον δὲ κατεπείγοντα ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ ἄνευ ταχίστης ἀπαντήσεως τὸ εἰρημένον ἔγγραφόν μου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν πληροφορίαν, ἣν ἔδωκεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, προσεκλήθη εἰς ἔκτακτον σύγκλησιν καθ’ ἣν ὥραν ἔμελλε νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Μέγαρα. Τὴν 31 Ἰουλίου λαμβάνω τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 777 ἔγγραφον τοῦ Συλλόγου ἔχον οὕτως· «Ἅμα λαβὼν χθὲς τὸ προχθεσινὸν ὑμῶν ἔγγραφων, ἔσπευσα νὰ συγκαλέσω αὐθημερὸν τὸ Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου εἰς συνεδρίασιν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῆς ὑμετέρας ἀπαντήσεως. Εἰς τὴν συνεδρίασιν ταύτην παρεγένοντο ἅπαντες οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες σύμβουλοι, τὸ δὲ ζήτημα ἐφ’ ᾧ συνεκλήθησαν, ἐξητάσθη κατὰ πᾶσαν ὄψιν ὑπ’ αὐτῶν ἐν πολυώρῳ, εὐσυνειδήτῳ καὶ ἀξίᾳ τῆς σπουδαιότητος καὶ τοῦ κατεπείγοντος αὐτοῦ συζητήσει». Παραλείπω τὰ ἄλλα ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκτιθέμενα, ἀλλὰ δὲν παραλείπω τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ. Καὶ ὡς συμπέρασμα τοῦ ἐγγράφου τοῦ Συλλόγου ἀνεγίνωσκον ἐν τῷ εἰρημένῳ ἐγγράφῳ ὅτι «Κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὑπουργικὸν ἔγγραφον, ὅπερ ἐμελετήθη χθὲς τὸ ἑσπέρας, δὲν ἐξάγει τὸν Σύλλογον ἢ ἀτελῶς ἀπ’ ἀμφοτέρων τῶν δυσχερειῶν.» Καὶ ἐνεποίει ἀνησυχίαν εἰς τὸν Σύλλογον ἡ ἐλευθερία, ἣν ἀνεγνώρισα αὐτῷ, ἵνα κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας; Καὶ ἐπεθύμει τάχα νὰ ἀρνηθῶ αὐτῷ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην; διότι κατὰ τὰ ἄλλα οὐδὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ ἐμῷ ἐγγράφῳ δυνάμενον νὰ ἐμποιήσῃ εἰς αὐτὸν ἀνησυχίαν. Περὶ δὲ τῶν χρημάτων ἔγραφεν ὁ Σύλλογος ἐν τῷ εἰρημένῳ ἐγγράφῳ. «Τὰ μέχρι 31 Αὐγούστου ὀφειλόμενα εἰς τοὺς δικαιούχους τοῦ Συλλόγου καὶ τὰ ὑπὸ τούτου διὰ τὸ λῆγον σχολικὸν ἔτος προκαταβληθέντα ἐζητήσαμεν, οὐχὶ ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, ὡς εὐκρινῶς κατ’ ἐπανάληψιν παρεστήσαμεν, ἵνα πληρώσωμεν τοὺς ἀγωνιῶντας ἐπὶ μεγάλῃ τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου βλάβῃ δικαιούχους. Ἀλλὰ δι’ ἐντόκων γραμματίων δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐνταῦθα δὲ νὰ προεξοφλήσωμεν αὐτὰ καθίσταται ἀδύνατον.» Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδὲν ἐν τῷ ταμείῳ εἶχον ἢ ἔντοκα γραμμάτια, ὡς δὲ ὁ Σύλλογος δὲν ἠδύνατο νὰ προεξοφλήσῃ αὐτὰ, οὐδὲ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ προεξοφλήσω. Καὶ ἀληθῶς ἔδραμον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐζήτησα νὰ μοὶ προεξοφλήσῃ τινὰ τούτων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἠρνήθη. Ἔκρουσα καὶ ἄλλας θύρας, ἀλλὰ καὶ ταύτας εὗρον κεκλεισμένας. Ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω χρήματα, διότι οὐκ εἶχον χρήματα. Τότε ἠναγκάσθην νὰ γράψω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8008 ἀπὸ 2 Αὐγούστου ἔγγραφον εἰς τὸν Σύλλογον ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἄν τὸ Συμβούλιον ἐπιθυμῇ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς ἐκτὸς τοῦ Κράτους συνεργάτας αὐτοῦ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὄργανά του τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1885–1886 ἐνεργειῶν του, προσῆκε νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπί τε τῶν βάσεων καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον τῶν ζητημάτων, τὸ τῆς καταβολῆς εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Συλλόγου τῶν χρημάτων, ὅσα ὀφείλονται αὐτῷ ἐκ τοῦ ἐγκεκριμένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ λήγοντος σχολικοῦ ἔτους, δὲν δυνάμεθα νὰ προσθῶμεν αὐτῷ ἄλλο τι. Ἄν οἱ δικαιοῦχοι κατελήφθησαν ὑπὸ δυσπιστίας περὶ τοῦ ἀξιοχρέου τοῦ ταμείου τῆς πατρίδος των, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος αὐτοῦ νὰ ἀποδώσῃ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ὅσα ὀφείλονται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Συλλόγου, χρέος ἔχομεν βεβαίως νὰ ἀκούωμεν περὶ τῶν τοιούτων διαθέσεων καὶ ἀνησυχιῶν τῶν δικαιούχων, τῶν ἀξιούντων παρὰ τοῦ Συλλόγου νὰ πληρωθῶσι, καὶ νὰ ἀσχολώμεθα νὰ εὕρωμεν χρήματα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο καθίσταται ἡμῖν εὔκολον, ἀλλ’ ἐσμὲν δυστυχῶς ἀνίκανοι νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τοῦ δυνατοῦ, ἐντὸς τῶν ὁποίων στρέφονται αἱ ἡμέτεραι προσπάθειαι». Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 2 Αὐγούστου, τὴν δὲ 5 Αὐγούστου ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ Συλλόγου, ὅπερ μοὶ ἐφάνη ἀσύνηθες καὶ μὴ προωρισμένον νὰ ἐγείρῃ ἐν τῇ ψυχῇ μου συνήθη αἰσθήματα. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου μοὶ ἐκοινοποιήθη ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Συλλόγου πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συνεργάτας αὐτοῦ, φέρουσα ἡμερομηνίαν τῆς 5 Αὐγούστου καὶ ἔχουσα οὕτω· «Ὁ πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων Σύλλογος ἀναγκάζεται νὰ ἀναγγείλῃ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ καταβάλῃ ἀπὸ τῆς 1 τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου καὶ ἐφεξῆς, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἐπιὸν σχολικὸν ἔτος, τὰ χορηγήματα, δι’ ὧν ἀπὸ πολλῶν ἐνιαυτῶν, λαμβάνων πόρους ἐκτάκτους, ἤρχετο εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου ἐκπαιδευτικῶν ἐνεργειῶν. Τὰ μέχρι 31 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους ὀφειλόμενα δὲν θέλουσι βραδύνει νὰ πληρωθῶσιν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ συστήσητε εἰς τοὺς δικαιούχους ὑπομονήν τινα. Ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ οἰκονομικὴ αὕτη δυσχέρεια, θέλει ἐξακολουθήσει ἐπιτελῶν τὴν ἐντολὴν, ἣν ἀνέλαβε διὰ τοῦ καταστατικοῦ αὐτοῦ κανονισμοῦ, ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιουσίας, ἥτις ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς ἱκανάς τινας ἀνάγκας, ἅμα ὡς ἀναλάβωμεν ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων τὰ κεφάλαια, ὅσα ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ἐδέησε νὰ προκαταβάλωμεν.» Καὶ οὕτως ὁ Σύλλογος προανήγγειλεν, ὅτι παύει τὰς ἐργασίας ἐπὶ τὸ μέλλον, διότι δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Ἐποιήσατο χρῆσιν καὶ ἑνὸς ὅρου, τῶν ἐκτάκτων πόρων· οἱ ἔκτακτοι οὗτοι πόροι ἐξέλιπον, διότι ἠρνήθησαν αὐτοὺς τοὺς ἐκτάκτους πόρους οἱ χορηγηταὶ αὐτῶν.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος ἔχει ὑπογράψει εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Σύλλογος, ὡς καὶ πᾶν πολυμελὲς Σῶμα, ἔχει κατὰ τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ σχέσεις Ἀντιπρόσωπον, ἀντιπροσωπεύεται δ’ ὑπὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προΐσταται αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσίν τινα, καὶ δὲν εἶχε κανονίσει δι’ εἰδικῆς ἀποφάσεως ἄλλον τινὰ τρόπον, ἵνα ποιήσηται τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, θέλει ποιήσει τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἐν ὀνόματι αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ μέλλοντος· ἀλλὰ τὰ τοῦ σχολικοῦ ἔτους τοῦ 1885; Λοιπὸν ἐζήτει παρ’ ἐμοῦ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω· διότι, ὡς ἔγραφον διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Αὐγούστου ἐγγράφου «χρέος ἔχο«μεν νὰ ἀκούωμεν περὶ τῶν τοιούτων διαθέσεων καὶ ἀνη«συχιῶν τῶν δικαιούχων, τῶν ἀξιούντων παρὰ τοῦ Συλ«λόγου νὰ πληρωθῶσι, καὶ νὰ ἀσχολώμεθα νὰ ἀνεύρωμεν «χρήματα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο καθίσταται ἡμῖν εὔκολον, ἀλλ’ «ἐσμὲν δυστυχῶς ἀνίκανοι νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τοῦ δυνα«τοῦ, ἐντὸς τῶν ὁποίων στρέφονται αἱ ἡμέτεραι προσπάθειαι». Ἀλλ’ ὁ Σύλλογος ἔγραφεν εἰς τοὺς πράκτοράς του, ὅτι διὰ τὸ τρέχον σχολικὸν ἔτος δὲν δίδομεν αὐτῷ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως αὐτὸς ἔμελλε νὰ καταβάλῃ ἀπὸ ἰδικά του χρήματα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1885 τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, πῶς περιήρχετο ὁ Σύλλογος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγγείλῃ τὴν κατάπαυσιν τῶν ἐργασιῶν του διὰ τὸ 1886; Πῶς ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι αὐτῷ δυνατὸν νὰ δαπανήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ 1886; Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ διάβημα τοῦ Συλλόγου ἦτο λίαν τολμηρόν. Ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὤφειλον ν’ ἀπόσχω νὰ δώσω χαρακτηρισμόν τινα εἰς τοιαύτην τακτικήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν ἀνατεθειμένην ἐμοὶ δημοσίαν ἐξουσίαν διαχειρίζομαι συνεπείᾳ τῆς πρὸς τὸ Στέμμα ὑποδείξεως τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐπειδὴ ἐξετοξεύθη κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἡ μεγίστη τῶν περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀνατεθειμένης εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐλλείψεων, ὤφειλον ν’ ἀποτανθῶ πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ποιήσωμαι εἰς αὐτὰ γνωστὴν τὴν περίπτωσιν, νὰ ζητήσω νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῆς πολιτείας μου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον πεισθῆ, ὅτι οὐδὲν παρέλιπον ἐξ ὅσων ὤφειλον νὰ πράξω, καὶ οὐδὲν ἔπραξα ἐξ ὅσων ὤφειλον νὰ μὴ πράξω, νὰ ζητήσω νὰ μὲ ἐνισχύσωσιν, ἵνα ὑπερβῶ τὰ παρεμβληθέντα προσκόμματα. Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα. Παρεσκευαζόμην λοιπὸν νὰ καλέσω τοὺς ἐν Ἀθήναις διαμένοντας κυρίους βουλευτὰς, οἵτινες μοὶ εἶχον μεταδώσει τὴν ἐμπιστοσύνην των, καὶ νὰ συσκεφθῶ μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ πρακτέου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀξιότιμος συνάδελφος βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου τὸ ἀξιόπιστον οὐδέποτέ τις ἠμφισβήτησε καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει, ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρεν ἐμὲ ἐν τῇ ψυχολογικῇ ταύτῃ καταστάσει, τὴν ὁποίαν περιέγραψα. Ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτὸν τὸ ἔγγραφον. Δὲν πρέπει ἐγὼ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐμὴν ἐκτίμησιν ἐπὶ τῶν ἐντυπώσεων, αἵτινες ἐνεποιήθησαν εἰς τὸν συνάδελφον βουλευτὴν ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ἐγγράφου. Μοὶ εἶπε: «Σὲ παρακαλῶ, «ἀνάστειλον τὰς ἐργασίας σου ἕως ἂν ἐπανέλθω». Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε διακανονισθῆ οὕτως, ὥστε νὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Συλλόγου, περὶ ἧς εἶπον, πρὶν ἢ ἀποσταλῆ διὰ τοῦ Ταχυδρομείου, ἀφοῦ λάβω οὕτω γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος, ὅστις νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συνεννόησιν. Ἀγνοῶ ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἦλθε πρὸς ἐμὲ, ἐκπληρῶν ἐντολήν τινα. Εἰς ἐμὲ δὲν εἶπε τοῦτο, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦλθε τυχαίως πρὸς ἐπίσκεψίν μου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας κ. Γκίκας ἀπῆλθε, καὶ ἐγὼ, εὐλαβούμενος τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε, ν’ ἀναστείλω πᾶσαν ἐνέργειαν, ἐξετέλεσα αὐτήν. Μετ’ ὀλίγας ὥρας ἐπανῆλθεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐγένετο δυνατὸν νὰ προεξοφληθῇ ἓν ἔντοκον γραμμάτιον τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ 180 χιλιάδων δραχμῶν. Τοῦτο κατωρθώθη! Δὲν ἦτο εὐκατόρθωτον μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἀλλὰ κατωρθώθη ἕνεκα τῶν γενομένων! Ἑπομένως μοὶ εἶπε νὰ φροντίσω νὰ στείλω τὸ ἔντοκον γραμμάτιον εἰς τὸ Πιστωτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐπείσθη νὰ ἐξαργυρώσῃ αὐτό. Μοὶ προσέθηκε δὲ ὅτι, ἐπειδὴ κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἤθελε σταλῆ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Συλλόγου, ὅτι ὁ Σύλλογος θέλει λάβει αὐτὰς ἐκ τῶν γραφείων τῶν ταχυδρομείων, θέλει δὲ τηλεγραφήσει νὰ ἐπιστραφῶσιν ἐκεῖναι ἐξ αὐτῶν, αἵτινες τυχὸν ἀπεστάλησαν, καὶ ὅτι ἀναλαμβάνει αὐτὸς πᾶσαν τὴν τοιαύτην φροντίδα. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιαῦτα μὲ ἐβεβαίωσεν, ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα, διότι δὲν εἶχον πρόχειρον ἔντυπον ἐντόκου γραμματίου ὁποῖα εἶναι εἰδικῶς τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα, καὶ ἐκδοθὲν τὸ ἔνταλμα ἀποστέλλεται εἰς τὸ Κατάστημα, τὸ ὁποῖον συνῄνεσε νὰ ἐξαργυρώσῃ αὐτὸ, συνοδεύσας δ’ αὐτὸ δι’ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπισχνούμην νὰ πληρώσωμεν τόκον 7% ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἤθελον καταβληθῆ τὰ χρήματα. Τέλος πάντων ἀφοῦ τοιαύτη ἐδόθη τροπὴ, ἐπίστευσα ὅτι ἐτελείωσαν αὐτὰ τὰ ἀξιοθρήνητα συμβεβηκότα. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἔλαβον ἄλλο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρίστα ὅτι ἐγένετο κάποια σύμβασις, ὅτι ὑπῆρξε «σύμβασις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Συλλόγου» ὅτι φιλικαὶ ὑπηρεσίαι bons offices συνετέλεσαν νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις. Ἡ σύμβασις! Ἐγὼ μὲν ὁ δυστροπῶν δῆθεν καὶ μὴ πληρώνων ἐξεβιάσθην νὰ πληρώσω, οἱ δὲ ἀξιοῦντες τὰ χρήματα καὶ φθάσαντες ἕνεκα τῆς δυστροπίας μου νὰ μὲ καταγγείλωσι, ν’ ἀναστείλωσι νέαν καταγγελίαν των. Τὸ ἔγγραφον ἦτο γεγραμμένον οὕτως. Δὲν γνωρίζω δὲ ποία ὑπῆρξεν εὐτυχὴς σύμπτωσις. Καὶ αὖθις τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ οὐδέποτε ἐνοχλήσας με κ. Γκίκας. Ἄν καὶ δὲν εἶχε νὰ μὲ ἐνοχλήσῃ διὰ πράγματα τῆς διοικήσεως, ἦλθε νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ. Εἶπον αὐτῷ «φίλε κ. Γκίκα, αἱ ἐνέργειαί σου ἐγένοντο συνεπείᾳ ἐντολῆς ἐμοῦ, καὶ συνωμολογήθη οὕτω μεταξὺ τοῦ Συλλόγου καὶ ἐμοῦ σύμβασις; Ὄχι μοὶ ἀπήντησε. Σᾶς ἔπεμψα ἐγὼ εἰς τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου; Ὄχι. Λοιπὸν τί εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφουσιν;» Αὐτοὶ εἶναι ἀνοικονόμητοι ἄνθρωποι, μοὶ ἀπήντησεν. Ἄφες ἄφες καὶ ἐπανέρχομαι.» Μετ’ ὀλίγον ἦλθε καὶ ἐζήτησε νὰ δώσω ὀπίσω τὸ ἔγγραφον τοῦ Συλλόγου ὡς καὶ ἔδωκα τὸ ἔγγραφον ὀπίσω. Ὑπέβαλον τὴν πολιτείαν μου καὶ τὴν διαγωγήν μου εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπαινιγμοὶ, αἱ γενικαὶ φράσεις, οἱ δισταγμοὶ, αἱ ἀμφιβολίαι ἠδύναντο νὰ ἐμποιήσωσιν εἰς αὐτήν. Ἐὰν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, δι’ ἧς συνώδευσα τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 100 χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξέθηκα ὅτι ζητῶ τὴν πίστωσιν ταύτην διὰ νὰ θεραπεύσω ἀνάγκας, αἵτινες ἤδη ἀνεφάνησαν, καὶ αἵτινες πρὸ μικροῦ δὲν ὑπῆρχον, εἶπον τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν δὲ ἐγέννησε τοῦτο εἴς τινας τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐζήτησα τὴν πίστωσιν διὰ τὰς συνήθεις καὶ γνωστὰς ἀνάγκας μεταμεληθεὶς, διότι ἠλάττωσα τὴν πίστωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἀπὸ 800 χιλιάδας εἰς 670 χιλιάδας δραχμὰς, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅτι αἱ ὑπόνοιαι αὗται δὲν εἶναι ὀρθαὶ, ὅτι προέβην εἰς τὸ μέτρον τοῦτο οὐχὶ διότι δὲν ἐπήρκει ἡ πίστωσις ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἐχορηγήθη, ἀλλὰ ἐζήτησα τὴν πίστωσιν διὰ νὰ θεραπεύσω ἀνάγκας ἄρτι δημιουργηθείσας. Περὶ τούτου δὲν ἔλειψα χθὲς τὸ ἑσπέρας, πρὶν ἢ ἀποκαλύψω τὰ ἀξιοθρήνητα ταῦτα γεγονότα, νὰ βεβαιώσω καὶ αὖθις τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ζητῶ, δὲν θέλει δαπανηθῆ οὔτε λεπτὸν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ὑφίστανται συνήθως, καὶ τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν προώρισται νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ πίστωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀλλ’ ὅτι αἱ 100 χιλιάδες δραχμαὶ θέλουσι διατεθῆ εἰς τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν ἄλλων, δημιουργηθεισῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ βεβαίωσίς μου αὕτη δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα ν’ ἀμφιβάλλῃ. Δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι αὕτη μοὶ κάμνει τὴν τιμὴν ἐπιεικῶς κρίνουσα τὴν πολιτείαν μου νὰ μοὶ παρέχῃ τὴν ἐπιστοσύνην της· ἀλλὰ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς τὴν μειοψηφίαν, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν μετέρχονται λαθροχειρίας. Ὅταν δ’ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου δίδωσι διαβεβαιώσεις εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν διαβεβαιώσεων τούτων, ὅσον δυσμενὴς καὶ ἐὰν δεικνύεται, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἔγγραφον ἵνα διαβεβαιώσῃ τὸ ψεῦδος τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ἀνεπαρκῆ τὴν ἐξήγησίν μου ταύτην ἀξιοῦσα ὅτι πρέπει νὰ συμπληρώσω ἀκόμη βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβον, δὲν διστάζω νὰ τὴν διαβεβαιώσω ὅτι ἐκ τῶν 100 χιλ. δραχμῶν τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως οὔτε λεπτὸν θέλει διατεθῆ οὐδ’ εἰς ἐκπαιδευτικάς, οὐδ’ εἰς ἐκκλησιαστικὰς ἀνάγκας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ λησμονήσω ὅτι ἡ πλειονοψηφία μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης μοὶ ἔδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἑπομένως ὅτι ὀφείλει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ταῦτα, καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ δηλώσω περαιτέρω ποῦ θέλω δαπανήσει τὰ χρήματα ταῦτα.
§25Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συμβαίνει ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὅ,τι ἐν πάσῃ συζητήσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγινώσκεται ὁλόκληρος ὁ φάκελλος τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ τινὰ μόνον μέρη, ἢ τμήματα μόνον ἑνὸς ἐγγράφου, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς ἀνάγνωσιν, εἴτε διότι δὲν θέλουσιν οἱ ἀναγινώσκοντες. Ἀλλ’ ἤδη καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, ἐβεβαιώθη, καὶ ἐξ ἄλλων εἶναι γνωστὸν, ὅτι, κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν μεταξὺ τοῦ Συλλόγου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπηγορεύθη εἰς τὸν Σύλλογον νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἦτο συντεταγμένος καὶ ἐγκεκριμένος διὰ τὸ ἔτος 1885· ἀπηγορεύθη ἐντελῶς εἰς τὸν Σύλλογον νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἀπὸ τοῦ τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1884 ἀρχομένου καὶ λήγοντος τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1885. Παρετηρήσατε, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσεν ἔγγραφα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπαγόρευσις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι τὰ ἀναγνωσθέντα μέρη τῶν ἐγγράφων ἀπέδειξαν τοῦτο, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι ἀποδεικνῦον τὸ ἐναντίον· ἡμεῖς εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1885, ὅστις ἐν τῷ ἄρθρῳ, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι κατώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους κατὰ 130 χιλιάδας δραχμάς. Ἔχοντες δὲ τοῦτο ὑπ’ ὄψει καὶ γινώσκοντες, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, ἀνεφερόμεθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζητοῦμεν διόρθωσιν καὶ σαφῆ ἀπόκρισιν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀνευρίσκει σήμερον ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ὧν ἀνέγνωσε μέρη τινά, τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι σαφῶς ἐδήλωσε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ· καὶ πιθανὸν μὲν νὰ ἦναι σφάλμα τῶν πέντε ἢ ἓξ ἀνδρῶν, οἵτινες ἔλαβον καὶ ἀνέγνωσαν τὰ ἔγγραφα, ὅτι δὲν ἐνόησαν αὐτὸν καὶ ἀπήντησαν ὡς ἀπήντησαν μέχρι τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, εἰς ὃ δὲν συνέπραξα· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προεκλήθη τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, ἡ συνεννόησις περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπῆρξεν ἀδύνατος μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Συλλόγου. Ὑπολείπεται νῦν νὰ προβῶ εἰς ἁπλοῦν τινα ὑπολογισμόν. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀφαιρεθεισῶν 130 χιλιάδων δραχμῶν, ἐν τοῖς διαμειφθεῖσιν ἐγγράφοις φαίνεται, ὅτι ἐδόθησαν ἐξηγήσεις, ὅτι περὶ τὰς 30 χιλιάδας δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῶσιν, ὅτι μάλιστα τὸ ποσὸν τοῦτο περίπου δὲν ἐδαπανήθη καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καὶ ἑπομένως ἀπεδείχθη, ὅτι τοιαύτη οἰκονομία ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ἔχοντες λοιπὸν τοῦτο ὑπ’ ὄψει, βλέπομεν ὅτι, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 30 χιλιάδων δραχμῶν προστεθῇ εἰς τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν τῶν 670 χιλιάδων, ἡ προσθήκη τῶν 100 χιλιάδων τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖ τὸ ἐν τῷ περυσινῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἀρχικὸν ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη ἔπεισε καὶ ἐμὲ, ὅτι διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης πρόκειται νὰ διευκολυνθῇ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων αὑτοῦ, ὡς καὶ πρότερον, ὁ Σύλλογος. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς λέγει, καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πιστεύσω τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ χρησιμεύσῃ ποσῶς εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐργάζεται ὁ Σύλλογος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐπετράπη εἰς τὸν Σύλλογον ὑπ’ αὐτοῦ νὰ ἐνεργῇ ἐπὶ ταῖς αὐταῖς καὶ πρότερον βάσεσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὑτοῦ ὁ Σύλλογος, ἀφοῦ αἱ βάσεις αὗται μόνον 30 χιλιάδων περίπου δραχμῶν οἰκονομίαν ἐπιτρέπουσιν, ὑπάρχει δὲ ἐλάττωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 130 χιλιάδων δραχμῶν; Προσθέτω ἐπὶ τέλους καὶ ταύτην τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ τελευταῖον ἔγγραφον εἶναι τῆς 6 Αὐγούστου τοῦ 1885 καὶ συνετάχθη ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, μὴ κληθέντος εἰς τὴν συνεδρίασιν. Τὸ ἔγγραφον συνετάχθη ἐν ἀπουσίᾳ μου καὶ διὰ τὰ ἐν αὐτῷ γραφόμενα δὲν ἔχω εὐθύνην. Καὶ εἶναι μὲν πιθανὸν, ὅτι ἂν παρευρισκόμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἤθελον ὑπογράψει αὐτό· ἀλλ’ ἐπιμένω λέγων, ὅτι δὲν συνέπραξα εἰς αὐτὸ, ἵνα δείξω, ὅτι, καὶ ἐμοῦ ἀπόντος, τὰς αὐτὰς γνώμας εἶχον οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάντοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μοὶ ἐμποιεῖ μίαν ἐντύπωσιν τὸ κονδύλιον αὐτό· διότι καὶ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ ἂν ἐργάζωνται αἱ ἐπιτροπαὶ ἢ οἱ Σύλλογοι, δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὴν μομφὴν, διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ ἅπασαν τὴν μέριμνάν της ὅπως τὸ κονδύλιον μὴ σπαταλᾶται ἀνεξελέγκτως. Ἐπειδὴ δὲ εἶνε ἀδύνατον ν’ ἀποφύγῃ τις τὴν μομφὴν τῆς καταχρήσεως, ὀφείλει, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ διατηρήσῃ τὸ κονδύλιον, νὰ θέση βάσεις. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον καὶ δὲν πρέπει τὰ χρήματα τοῦ λαοῦ νὰ δαπανῶνται εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πληρώνονται οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῶν καὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν Τούρκων καὶ ἐκ τῶν Βουλγάρων. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ μία φροντὶς νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὴν ὅπως ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ Συλλόγου, ὅπως καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν του, ὅπως ἴδωμεν τὶ πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν.
§27Ν. ΑΞΕΛΟΣ. Οἱ διδάσκαλοι αὐτοὶ, οἵτινες λέγεις ὅτι λαμβάνουσι χρήματα καὶ ἀπὸ τοὺς Ῥουμούνους καὶ ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, αὐτοὶ ἐξετέλεσαν καὶ ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των διδάσκοντες τοὺς νέους, οἵτινες κατόπιν ἔρχονται καὶ διορίζονται διδάσκαλοι ἐν Ἑλλάδι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· α) Τὸ περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 100 χιλιάδων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1885. β) Τὸ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1886. γ) Τὸ περὶ ἀκυρώσεως ἐγκεκριμένης καὶ χορηγήσεως νέας πιστώσεως δραχμῶν 114,029.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§30ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1) Εἰς πόσας κλάσεις διηρέθησαν αἱ γαῖαι τῶν Ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας, Γόρτυνος, Ἠλείας, Μεσσηνίας, Πατρῶν, Πυλίας καὶ Κυπαρισσίας ἐν ἔτει 1879 μετὰ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν ποτιστικαὶ καὶ ξηρικαί; 2) Ἀσκεπεῖς ἢ ψιλαὶ καὶ φυτεῖαι. 3) Νὰ καταθέσῃ ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ σχετικοῦ πίνακος τοῦ συνταχθέντος παρὰ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου καὶ ὡρίσθησαν αἱ σχετικαὶ δόσεις περὶ τῶν εἰρημένων γαιῶν. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀπολύτως χρήσιμοι διὰ νὰ εἰμπορέσωμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καταλλήλως πρὸς τὰς διαφόρους Ἐπαρχίας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων.
§33ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν, οὔτε νὰ ἐπικρίνω ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις, ἀλλὰ θέλω ὁμιλήσει μόνον ἐναντίον διατάξεών τινων καὶ ἰδίως τῆς διατάξεως τοῦ 4 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐπιψηφισθῇ ὡς ἔχει, θέλει δοθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μία μεγάλη ἐξουσία νὰ μετασχηματίσῃ τοὺς Δήμους τῶν νέων Ἐπαρχιῶν κατ’ ἀρέσκειαν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὸν μετασχηματισμὸν τῶν Δήμων μόνον τῇ προτάσει τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει συμβαίνει ὅλως τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ ὁσάκις ἡ πολιτικὴ ἀπαίτηση μετασχηματισμὸν Δήμου τινὸς, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἥτις τότε διατάσσει τὸ ἁρμόδιον Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον νὰ γνωμοδοτήσῃ δῆθεν περὶ τοῦ μετασχηματιστέου Δήμου. Ἀρκεῖ δὲ εἷς καὶ μόνος σύμβουλος νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν ἐν τῷ Ἐπαρχιακῷ Συμβουλίῳ καὶ τοιουτοτρόπως νὰ γίνῃ ὁ ἐπιδιωκόμενος μετασχηματισμὸς τῶν Δήμων, ἔστω καὶ παμψηφεὶ ἐὰν ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ ἡ περὶ μετασχηματισμοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 4, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαιτῶ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν ζητῶν ὅπως ἡ παράγραφος πρώτη τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς: «Μετασχηματισμὸς Δήμων ἐν τοῖς Νομοῖς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος τότε μόνον ὅταν ὑπὲρ τοῦ μετασχηματισμοῦ ἀποφανθῶσι ῥητῶς τὰ τρία τέταρτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν συμβούλων τῶν μετασχηματιστέων Δήμων, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ Δήμων Νόμου».
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς σας δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ εἶναι πρότασις αὐτοτελοῦς νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν πραγματεύεται περὶ ἄλλου τινὸς, περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων. Ἡ πρότασις ὑμῶν πραγματεύεται περὶ ἄλλου τινός, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ Δήμων. Ἐπειδὴ ὁ Νόμος περὶ Δήμων ἐν ἄρθρῳ 8 προδιορίζει κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ὁ μετασχηματισμὸς τῶν Δήμων, καὶ ἐπειδὴ θεωρεῖτε ἀνεπαρκεῖς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον 8 παρέχει, ζητεῖτε νὰ μεταβληθῶσι διὰ νὰ ἐπιζητηθῶσιν εὐρύτεραι ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
§35ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθὲν ἐπιχείρημα, διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει. «Ἂν παραστῇ ἀνάγκη μετασχηματισμοῦ Δήμων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις κτλ.» λέγει τοῦτο καθόσον δὲν θὰ ὑφίστανται ἀκόμη Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἑπομένως κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ζητεῖται κατὰ τύπους μόνον γνωμοδότησις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, καὶ θὰ γίνεται ὡς καὶ πρότερον ἐν τῇ λοιπῇ Ἐπικρατείᾳ, τουτέστι μόλις ἔλθῃ ἡ πρότασις ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, ἀμέσως ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἂν τὸ ἀπαιτήσῃ ἡ πολιτική, θὰ ἐκτελῇ τὸν μετασχηματισμὸν πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν Δήμων. Ἀρκεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, παρέχουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην ἐξουσίαν πρὸς μετασχηματισμὸν τῶν Δήμων, εἶναι πολὺ συγκεντρωτικὴ καὶ λυποῦμαι πολὺ διὰ τοῦτο. Ἀνέκαθεν, κύριοι, οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες κηρύσσονται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ ὅμως παρατηρεῖται, καὶ εἶναι ἄξιον μεγάλης προσοχῆς, ὅτι τὰ κατὰ καιροὺς ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων περιέχουν τοιαύτας συγκεντρωτικὰς διατάξεις ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 4. Ἄν δὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει, δύναται μία Κυβέρνησις, ἁπλῆ μόνον πρότασις ἂν γίνῃ εἰς ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ μετασχηματίσῃ ἕνα Δῆμον ὅπως θέλει. Ὅθεν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νομίζω δίκαιον, διὰ νὰ παράσχωμεν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν εἰς τὸν τόπον, δὲν πρέπει οὔτε εἰς τὴν πλειοψηφίαν μόνον νὰ ἀρκεσθῶμεν, ἀλλὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν τὰ τρία τέταρτα τῶν δημοτικῶν συμβούλων τῶν μετασχηματιστέων Δήμων ν’ ἀποφαίνωνται ῥητῶς καὶ ὡρισμένως, καὶ τότε νὰ ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος ὁ μετασχηματισμὸς Δήμων, διότι βεβαίως δὲν θὰ εἶνε τοιαύτη ἡ θέλησις τῶν κατοίκων τῶν Δήμων, ἐὰν γίνῃ ἡ πρότασις παρ’ ἑνὸς δημοτικοῦ ἢ ἐπαρχιακοῦ συμβούλου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν τροπολογίαν μου· διότι τῷ ὄντι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ τινος ἀντικειμένου, ἀλλὰ περὶ μεγάλης ἐξουσίας, ἥτις θέλει δοθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἀπαίτησιν τῆς πολιτικῆς μετασχηματίζῃ κατὰ βούλησιν τοὺς Δήμους πρὸς μεγάλην βλάβην τῶν δημοτικῶν συμφερόντων.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ τείνεται τὸ οὖς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα πρὸ πάντων εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἔσονται ἱκανῶς σπουδαῖα, ἂν δὲν θεραπευθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ προσγίνῃ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως γνωστὸν τὸ νομοσχέδιον ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ. Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προεβλέπετο ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, καὶ ὁ τρόπος δι’ οὗ δύναται νὰ μετασχηματισθῇ Δῆμος ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις. Μετὰ τοῦτο ὑπεβλήθη τροπολογία παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ παρακλήσει μου νὰ συμπεριληφθῇ διάταξις περὶ ἐκλογῆς ἐνόρκων. Ἀκολούθως ὅμως ἐκρίθη ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἦτο ἀνεπαρκής, διότι δὲν προεβλέπετο ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων, διὰ τοῦτο ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πραγματεύονται περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπαρχιακῶν συμβουλίων· διὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου προβλέπεται ὁ τρόπος, δι’ οὗ θὰ γίνωνται οἱ ἔνορκοι εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, τὸ δὲ τέταρτον ἔχει διττὸν σκοπόν· πρῶτον μὲν προβλέπει τίνι τρόπῳ δύναται νὰ μετασχηματισθῇ Δῆμος ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν Δημοτικὰ Συμβούλια, δεύτερον δὲ πῶς θὰ ἐκλέγωνται οἱ ἔνορκοι ἐν ἐλλείψει Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Λυποῦμαι διότι εἶναι ἀπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ τεχνικήν τινα ἔλλειψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίτλος εἰς τὸν νόμον τοῦτον.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποτὲ δὲν ψηφίζεται τίτλος, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ.
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μέχρι τοῦδε οὕτως ἐπεκράτησε, τοῦτο δὲ εὐκολύνη τὴν ὑποβολὴν τροπολογιῶν, διότι ἄλλως δὲν δύναταί τις νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ ποῦ ὑποβάλλονται, ἀλλὰ ἂς εἶναι, τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι παρὰ βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· ἡ πρώτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Κοττίκα καὶ ἡ ἄλλη ἐμοῦ. Ἠκούσατε τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τζουμέρκων. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νομίζω, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀνάπτυξιν τῶν παρ’ ἐμοῦ προτεινομένων τροπολογιῶν. Ἡ πρώτη τροπολογία εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀόριστος ὁ χρόνος τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ὡς ἔχει ὁρισθῆ διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ἐγὼ ὀπαδὸς τῆς σχολῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ὀφείλω ὡς βουλευτὴς νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ λαβὼν καὶ πεῖραν τούτου εἰς τὸν νόμον τῆς ἐφομοιώσεως δημοτικῶν περιφερειῶν νομίζω καλὸν νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀναβολῆς· προτείνω δὲ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1886, διότι ἡ Βουλὴ αὐτοδικαίως θέλει συνέλθει τῇ 1 Νοεμβρίου 1886, ὥστε ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, δύναται νὰ παραταθῇ ἡ ἐκλογή· ὡς πρὸς τὴν δευτέραν τροπολογίαν νομίζω καλλίτερον ἀντὶ νὰ ἐκλέγῃ ὁ Νομάρχης τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνόρκων, νὰ τοὺς ἐκλέγῃ ἐπιτροπή, συγκειμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Νομάρχην ἢ ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον, διότι αἱ περιφέρειαι Πρωτοδικῶν δὲν εἶναι περιφέρειαι Νομοῦ, ἀλλὰ καὶ Ἐπαρχίας, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ προστεθῇ Νομάρχου ἢ Ἐπάρχου, ὡς φέρ’ εἰπεῖν εἰς τὸν Βῶλον δὲν ὑπάρχει Νομός. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐν ἄλλῳ τινὶ σχετικῷ καὶ μὴ συζητηθέντι νομοσχεδίῳ, τὸ εὑρίσκω δὲ προτιμότερον. Ἀλλὰ κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν τελευταίαν τροπολογίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται, ἄν παραστῇ ἀνάγκη μετασχηματισμοῦ Δήμου ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις, νὰ ἀποφασισθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ Δήμων νόμου ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Κακῶς ἐν πρώτοις ἀνεμίχθη ἡ διάταξις αὕτη μετὰ τῆς κατωτέρω περὶ ἐνόρκων, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ γίνῃ ἴδιον ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις γεννᾶται ἡ ἀπορία ὡς εἶνε συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἄν καταργεῖται ἡ γνωμοδότησις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Τοῦτο ἄν εἶνε ἀκριβές, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ· ἐπικινδυνωδεστέρα διάταξις διὰ τοὺς Δήμους τῶν νέων Ἐπαρχιῶν τῆς προκειμένης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι θὰ ἀνοιχθῶσι δι’ αὐτῆς αἱ πύλαι τοῦ κομματισμοῦ καὶ φατριασμοῦ διὰ νὰ μετασχηματίζωνται οἱ Δῆμοι.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις ἀναφέρει, ἄν παραστῇ ἀνάγκη μετασχηματισμοῦ Δήμων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις, ἐπιτρέπεται ν’ ἀποφασισθῇ διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὸ ἄρθρον 8. τοῦ νόμου περὶ Δήμων, ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου ἀπαιτεῖ γνωμοδότησιν.
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἰσχύει ἡ γνωμοδότησις, ἀφαιρεῖται μία ἐγγύησις ἱκανῶς σπουδαία ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ μετασχηματισμοῦ ἢ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὡς καλῶς γινώσκετε, διὰ νὰ μετασχηματισθῇ Δῆμος, ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ γνωμοδότησις αὕτη δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, εἶναι συμβουλευτική. Ἀρκεῖ εἷς καὶ μόνος Σύμβουλος νὰ προτείνῃ τὸν μετασχηματισμὸν τοῦ Δήμου νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι θέλει. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε καλόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω καλὸν νὰ ληφθῶσι περισσότεραι ἐγγυήσεις ἀντὶ ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ αἱ ὑπάρχουσαι· διὰ τοῦτο ἀνθίσταμαι εἰς τὴν προτεινομένην διάταξιν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐγγυήσεις· τοὐναντίον δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κοττίκα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔχω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ μετασχηματισμὸς Δήμου, ἐὰν δὲν προηγηθῇ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατὰ πλειονοψηφίαν τῶν ¾ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ· διότι τότε θὰ ἔχωμεν ἐγγύησίν τινα περὶ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης τοῦ μετασχηματισμοῦ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν προτεινομένην τροπολογίαν διὰ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς δοκιμὴ διὰ τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας. Ὁ λόγος ὅτι μεταβάλλεται ὁ Δημοτικὸς νόμος, ὅστις πρὸ μικροῦ, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, ἐῤῥέθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, διότι οὕτως ἢ ἀλλέως τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τρόπου μετασχηματισμοῦ Δήμου. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουν συμφέροντα δημοτικὰ ἀναμεμιγμένα μετὰ τῶν κοινοτικῶν, κρίνω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μετασχηματισμὸς Δήμου, ἐὰν καὶ τὰ κοινοτικὰ συμβούλια, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα, κατὰ πλειονοψηφίαν τοὐλάχιστον, δὲν ἀποφανθῶσι. Νομίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι γνωρίζετε ὁποίαν σημασίαν ἔχει, ὡς προεῖπον, τὸ ζήτημα τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν Δήμων ἰδίως εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ὅπου ἐβράδυνε νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα τῶν δημοτικῶν περιφερειῶν· κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ ἐγένοντο πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἀπέβησαν πρὸς βλάβην τῶν Δήμων. Ἓν ἐκ τῶν πολλῶν, καὶ πολὺ σπουδαῖον διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου, εἶναι ὅτι ἐγένοντο καὶ μικροὶ Δῆμοι, διότι ἠθέλησαν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸ προϋπάρχον σύστημα ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἀλλὰ μετεβλήθησαν οἱ ὅροι, εἰσήχθη ἡ λοιπὴ νομοθεσία καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα. Θὰ εὑρεθῶσι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς ὅλας τὰς νέας Ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου, νὰ προβῶσιν εἰς μετασχηματισμοὺς Δήμων. Ἐὰν οἱ μετασχηματισμοὶ τῶν Δήμων γίνωσιν ὡς συμφέρει εἰς τὸν Τόπον, τοῦτο θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν διὰ τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ἐνῷ τὸ ἐναντίον θὰ φέρῃ δυσάρεστα ἐπακόλουθα. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν δὲν ἔχῃ λόγους ἐναντίους νὰ τὰς δεχθῇ.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ προβάλλων τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τὴν μὲν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀνάγκην δηλαδὴ, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐγνώριζον, τὰς λεπτομερείας ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν γνωρίζω. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἠδυνάμην νὰ συζητήσω μεθ’ ὑμῶν, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νὰ εἰσφέρω καὶ ἐγὼ τὰ μικρά μου φῶτα, διότι ἡ γνώμη σας δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή. Τὸ νομοσχέδιον εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων, καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ διατάξῃ τὴν παράτασιν τῆς διαρκείας τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων. Ἔπρεπε δὲ διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων, ἀφοῦ ἐκεῖ δὲν ὑφίστανται ἔτι Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ὑμεῖς ἐπροβάλετε γνώμην, ὅτι κακῶς πληροῦται κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ κενόν. Τοῦτο νομίζω δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι, κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, οἱ Νομάρχαι ἐκλέγουσι τοὺς ὑποψηφίους ὁρκωτοὺς, ὁσάκις τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν δύνανται νὰ συμπράξωσι.
§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐργασία τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου ἀνατίθεται εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλὰ Νομάρχης δὲν ὑπάρχει παντοῦ.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Νομάρχης δὲν διοικεῖ μόνον τὴν Ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ εἶναι ἐγκατεστημένος, ἀλλὰ τὰς Ἐπαρχίας παντὸς τοῦ Νομοῦ. Ἑπομένως εἰς αὐτὸν ἐναπόκειται τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς θέλετε ν’ ἀναθέσητε εἰς τοὺς Ἐπάρχους. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς προέβαλεν, εἶναι, ὅτι πρέπει οὐχὶ μόνον ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις τὴν ἔλλειψιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὁσάκις πρόκειται νὰ διαταχθῇ μετασχηματισμὸς Δήμου, ἀλλὰ ἐζητήσαμεν περαιτέρω ἐγγυήσεις. Αἱ ἐγγυήσεις ὅμως, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος, μοὶ φαίνονται ὅτι εἶναι ἄχρηστοι, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ Δήμων, ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνῃ μετασχηματισμὸς Δήμου, προκαλεῖται ἡ γνώμη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Εἴτε διὰ τῆς συνήθους πλειοψηφίας ἡ γνώμη αὕτη ἐκπροσωπευθῇ, εἴτε διὰ τῶν ¾, εἴτε διὰ τῶν ⅘, ἡ γνώμη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχει ἰσχὺν περισσοτέραν, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει πᾶσα γνωμοδότησις συμβουλευτική. Ἑπομένως ὁσονδήποτε τόνον ἢ δύναμιν θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας δὲν κερδίζετε τίποτε. Κατὰ τὰς βάσεις τοῦ Νόμου περὶ Δήμων, τοῦ λειτουργοῦντος, τὸ δικαίωμα τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Δήμων ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μετασχηματισμοῦ. Ἕκαστος πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι μέλος ἑνὸς Δήμου, πολλοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτελῶσιν ἕνα Δῆμον, ἀλλὰ τίνες θὰ ἀποτελέσωσι τὸν Δῆμον, τίνες περιφέρειαι θέλουσιν ὁροθετηθῆ διὰ νὰ ἀποτελέσωσιν τὸν Δῆμον, αὐτὸ ὁ νόμος ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἠθέλησε νὰ τὴν διαφωτίσῃ, καὶ ἐζήτησε τὰ φῶτα τῆς δημοτικῆς περιφερείας, καὶ τὰ φῶτα τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς Ἐπαρχίας. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω σήμερον ἐὰν εἶναι καλὴ ἢ κακὴ ἡ Νομοθεσία, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει τὰ μέτρα τὰ ληφθησόμενα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου νὰ ἦναι σύμφωνα μὲ τὴν καθεστηκυῖαν Νομοθεσίαν. Ἐὰν δὲ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσητε νέας διατάξεις, ἀνήκει εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν πρὸς μεταβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέλθῃ τρεῖς ἀναγνώσεις. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§45Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἓν σπουδαῖον ἄτοπον συμβαίνει εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἡ ἀνωτέρα Ποινικὴ Δικαιοσύνη, τὰ Κακουργοδικεῖα ποσῶς δὲν λειτουργοῦσιν. Αἱ ὑποθέσεις τῶν περιφερειῶν ἐκείνων παραπέμπονται καὶ ἐκδικάζονται εἰς περιφερείας ἄλλων Ἐφετείων, τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν μέρει τῆς Κερκύρας. Βεβαίως τὸ ἄτοπον τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, οὐ μόνον διότι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι τοιουτοτρόπως στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐκδικάζωνται ἐντὸς αὐτῶν τὰ ἐκεῖ διαπραττόμενα ἐγκλήματα, ὅπερ θεωρεῖται ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειαν τῆς ποινῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐργασία αὕτη ἐπιβαρύνει δύο ἄλλας περιφερείας ἀρκετὰ ἐπιβεβαρημένας. Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ταλαιπωρίαι ἐπέρχονται τῶν μαρτύρων, ἀναγκαζομένων νὰ μεταβαίνωσι μακράν τῆς κατοικίας των καὶ δαπάναι σπουδαῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ ὅμως ἡ κατάστασις αὕτη διαρκεῖ παραδόξως ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Τὴν ἄρσιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου ἐπιζητοῦσιν ἄρθρα τινὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται, θὰ κατασταθῇ δυνατὴ καὶ προσεχὴς ἡ θεραπεία τοῦ ἀτόπου. Τὰ μέτρα ταῦτα συνίστανται εἰς τὴν ἔκτακτον καὶ κατεπείγουσαν σύνταξιν τῶν γενικῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων. Ἀλλὰ τί ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει; ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐργασία αὕτη πρὸ τοῦ τέλους τοῦ παρόντος ἔτους, ἑπομένως οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι, ἐξ ὧν καταρτισθήσονται οἱ ἐτήσιοι κατάλογοι, μόλις περὶ τὴν ἄνοιξιν θὰ ἦναι ἕτοιμοι, ἑπομένως μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θ’ ἀναβληθῇ ἀναγκαίως ἡ σύστασις τῶν Κακουργοδικείων. Ἴσως δὲ καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ κατασταθῇ ἀναγκαία ἡ ἀναβολή· διότι, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν περὶ ἐνόρκων νόμων, οἱ ἐτήσιοι ἑκάστου ἔτους κατάλογοι, ἐξ ὧν κληροῦνται ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν οἱ ἔνορκοι ἑκάστης Συνόδου, πρέπει νὰ συντάσσωνται κατὰ τὸ προηγούμενον καὶ οὐχὶ τὸ τρέχον ἔτος, ἵνα μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ σύγχρονοι περιστάσεις. Φρονῶ ἕνεκα τούτων, ὅτι ἤθελον εἶσθαι καλλίτερον, ἐὰν δι’ ἄλλου τρόπου προσπαθήσωμεν τάχιστα νὰ θεραπεύσωμεν τὴν μνησθεῖσαν ἀνάγκην, χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς τὸν ἔκτακτον καταρτισμὸν τῶν γενικῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων, ὁ καταρτισμὸς τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀρχίσῃ κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Φεβρουαρίου. Τὸν τρόπον τοῦτον δὲν ἐφεῦρον ἐγώ· εἶχεν ἐφαρμοσθῆ διὰ Νόμου κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τῆς ἡμετέρας Νομοθεσίας. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων ἐφηρμόσθη ὁ τρόπος, ὃν καὶ ἤδη προτείνω. Οἱ εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα προσερχόμενοι ἔνορκοι κληροῦνται ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἐτησίοις καταλόγοις τῶν ἐνόρκων περιεχομένων ὀνομάτων. Συντάσσονται δὲ οἱ ἐτήσιοι οὗτοι κατάλογοι ὑπὸ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου· ἐὰν δὲ δὲν συνέλθωσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὁ Νομάρχης συντάττει αὐτὸς μόνος ὁλόκληρον τὸν κατάλογον. Κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τῆς Νομοθεσίας δὲν εἶχον καταρτισθῆ ἔτι οἱ γενικοὶ κατάλογοι, διὰ τοῦτο ἐπετράπη εἰς τὸν Νομάρχην νὰ ἐκλέξῃ ἄνευ καταλόγων ἑξήκοντα πολίτας, ὅσους νομίσει αὐτὸς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου. Τὸ πρόχειρον τοῦτο μέτρον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καὶ διὰ τοῦτο συνέταξα τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἕκαστος τῶν Νομαρχῶν ὀφείλει νὰ προβῇ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑξήκοντα ἐνόρκων ἐξ ὅλης τῆς περιφερείας του, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς διαιρέσεως αὐτῆς εἰς Ἐπαρχίας, καὶ νὰ ἀποστείλῃ τὸν κατάλογον αὐτῶν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν ἐνόρκων. Δὲν ὑπάρχουσι βεβαίως γενικοὶ κατάλογοι, ἐξ ὧν θὰ ἐκλέξῃ ὁ Νομάρχης, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα τὰ ἔχοντα τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου εἶναι τόσον πολλά, ὥστε εὐκόλως θὰ ἀνεύρῃ τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῇ τοιοῦτό τι σύστημα, τότε συμπληρωτικῶς πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ συντάξεως ἑνὸς ἄλλου καταλόγου, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμεύσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Κακουργοδικείων· ὁσάκις ἐκεῖ δὲν ἐμφανίζονται οἱ κληρωθέντες ἔνορκοι, τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων προβαίνει εἰς νέαν κλήρωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου ἐνόρκων κατοικούντων ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Κακουργοδικείου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι διὰ τοιούτου συστήματος δυνάμεθα ἀμέσως εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐπιόντος ἔτους νὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας λειτουργοῦντα Κακουργοδικεῖα. Ὑποβάλλω λοιπὸν μίαν τοιαύτην τινὰ τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου· παρατηρῶ δὲ μόνον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου συναδέλφου κυρίου Φιλαρέτου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει ν’ ἀνατεθῇ οὐχὶ εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλ’ εἰς Ἐπιτροπὴν, ὅτι ἡ ἰδέα εἶναι ὀρθοστάτη, εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ νομοσχέδια περὶ ἐνόρκων περιέχουν· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως παροδικῆς ἀνάγκης καὶ οὐχὶ περὶ γενικοῦ μέτρου, δὲν νομίζω ἁρμόδιον νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν μου, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Κοττίκαν νὰ συγχωνεύσῃ τὴν τροπολογίαν του εἰς τὴν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, διότι εἶναι ἡ ἰδία.
§47Χ. ΚΥΤΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν ὁρκωτῶν δὲν συμφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὸν κύριον προλαλήσαντα, διότι ἐπρόσθεσεν ὅτι ἐν ἐλλείψει τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ τῶν ὁρκωτῶν, δὲν δύναται ἡ ἕδρα ὅπου θὰ ἑδρεύῃ τὸ Δικαστήριον αὐτὴ καὶ μόνη νὰ ἐκλέγῃ τὸ ἀναπληρωτικὸν πρόσωπον. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὡρίσθη ἕδρα ἐν Λαρίσσῃ ὡς ἕδρα τοῦ Κακουργοδικείου. Ὁ κ. Νομάρχης βεβαίως θὰ λάβῃ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν σχετικῶς μὲ τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἐπαρχιῶν. Ἐν περιπτώσει μὴ ἐμφανίσεως τῶν ἐνόρκων, βεβαίως, εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι τὸ προσωπικὸν θὰ συμπληρωθῇ δι’ ἑτέρου καταλόγου ἐκ τῆς πρωτευούσης ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Δικαστηρίου. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Λάρισα εἶνε ἡ ἕδρα, ἐκεῖ βλέπομεν δυστυχῶς, ὅτι ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι ἀνάλογος, διότι τὸ μὲν πλεῖστον ἀποτελεῖται ἐκ Χριστιανῶν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ ἐξ Ὀθωμανῶν καὶ ἐξ Ἑβραίων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ βάρος ἅπαν θὰ πέσῃ πρὸς λογαριασμὸν τῶν Λαρισσαίων Χριστιανῶν, διότι δυνάμει τῆς ἰσχυούσης ἔτι συμβάσεως οἱ Ὀθωμανοὶ στεροῦνται τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἕλληνος πολίτου ἀπολύτως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ περὶ μετακινήσεως τῶν ὑπαρχόντων Δήμων, ὡς πρὸς τὴν Ἐπαρχίαν τοῦ Βώλου, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μόνον ἐκ τῆς ἐπὶ Τουρκίας αὐτοδιοικήσεως τῶν κοινοτήτων ὁρμώμενοι οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν νὰ διατηρήσωσι τὸ γόητρον τοῦτο τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀγνοοῦντες ὅτι ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς δυσβάστακτα βάρη, ἕνεκα τῶν ἀπαιτουμένων ἐξόδων πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργείαν τῶν δημοτικῶν διοικήσεων· διότι μία κοινότης δύναται νὰ ἔχῃ βεβαίως ἄμεσα δικαιώματα καὶ ἀμέσους ὑποχρεώσεις. Ἡ κοινότης Α μετὰ τῆς κοινότητος Β ἔχουν δάσος ἰδιόκτητον, τὸ ὁποῖον νέμονται ἀμφότεραι· ἐὰν δ’ ἀποσπασθῇ ἡ μία κοινότης ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἔρχεται ἡ ἀναγκαία συνέπεια καὶ ἡ διαίρεσις τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τοῦ δάσους. Ὑπάρχουν καὶ πηγαὶ ὑδάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀρδεύονται πάντα τὰ κτήματα, καὶ αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ διαιρεθῶσι. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνωμοδότησις τῶν ⅔· διότι πᾶσα ἄλλη γνωμοδότησις θὰ γίνεται ἐπὶ βλάβῃ τῶν κατοίκων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν τροπολογίαν ἀφίνομεν διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπὸ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων γενομένων κοινοποιήσεων κλπ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀρχαίων ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου.
§52Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἴνου, δηλαδὴ ὅτι εἰς τὰς πόλεις ἡ ἀγορὰ τῆς γῆς πρὸς ἐμφύτευσιν ἀμπέλων εἶναι ὑπερτετιμημένη, ὡς ἐπίσης τὰ ἡμερομίσθια τῆς ἐν γένει καλλιεργείας αὐτῶν καὶ τὰ ἐνοίκια τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν οἴνων, πολὺ πλειότερον ὑπερτετιμημένα, ἐνῷ εἰς τὰ χωρία πάντα ταῦτα εἶναι ὑποτετιμημένα παραπολὺ, ὑπάρχουν καὶ αἱ ἑξῆς περιστάσεις. Διατί εἰς τὰ χωρία νὰ πληρώνῃ ὁ οἶνος ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν φόρον, εἰς δὲ τὴν πόλιν δύω λεπτά; Διατί νὰ φορολογῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς μὲν πόλεις πρὸς 30%, τὰ δὲ χωρία πρὸς 7; ἡ διαφορὰ βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη, ἐνῷ ἂν εἰς τὰς πόλεις ἡ κατανάλωσις εἶνε μεγαλειτέρα, οὐδόλως κωλύονται οἱ χωρικοὶ μὲ ἔξοδον μικροῦ ἀγωγίου νὰ φέρωσι καὶ ἐκ τῶν χωρίων τοὺς οἴνους καὶ τοὺς πωλῶσι μὲ τὰς αὐτὰς τιμάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἕκαστον στρέμμα ἀμπέλου, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι παράγει 400 κατὰ μέσον ὅρον ὀκάδας γλεύκους καὶ ὑπολογήσωμεν ὅτι θὰ πωληθῇ τοῦτο κατ’ ὀκᾶν πρὸς 12 λεπτὰ, βεβαίως θὰ λάβωμεν 18 δραχμάς· ἀλλ’ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωμεν κατὰ στρέμμα ἔξοδα καλλιεργείας 30 δραχμάς. Ἑπομένως ἀφοῦ δώσωμεν φόρον 8 δραχμὰς, τί μᾶς μένει; Βλέπετε, κύριοι, ὁποία μεγάλη εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ πόσον βαρεῖα ἡ φορολογία αὕτη; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ὥστε νὰ τεθῇ ἓν λεπτὸν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κατ’ ὀκᾶν καὶ οὕτω κατασταθῇ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου δικαιοτέρα καὶ ἴση.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπαρτία.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀπόδειξιν· δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι παράνομα. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγένετο τὸ ἴδιον καὶ σήμερον ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες ὅτι μόνον 45 βουλευταὶ ἐψήφισαν τὸν νόμον περὶ καπνοῦ.
§56ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου καὶ διακόπτεται πολλῶν ἐγερθέντων νὰ ἀναχωρήσωσι).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½ μ. μ.)