1885.11.25
2,387 rows · 18,473 words · 163 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔμποροι Πατρῶν ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀλατζάδων καὶ ἄλλων ὑφασμάτων. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δεκαὲξ κρατούμενοι διὰ δικαστικὰ ἔξοδα ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλήν, καθότι τινὲς ἐξ αὐτῶν κρατοῦνται ἄλλοι μὲν ἐπὶ 12, ἄλλοι ἐπὶ δέκα, ἄλλοι ἐπὶ 6 καὶ ἄλλοι ἐπὶ 4 μῆνας· διότι δὲν δύνανται νὰ πιστοποιήσωσιν, ὅτι εἶναι ἀλλοδαποὶ καὶ ἀφερέγγυοι, καὶ ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ πρόνοια· διότι οὐ μόνον κρατοῦνται διὰ μικρὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον δαπανᾷ 200 δραχμὰς πρὸς διατροφήν των. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Δημητριάδης Βουλευτὴς Κορινθίας ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἀντικειμένης εἰς τοὺς νόμους ΧΚΗʹ (1861) ΥΛΕʹ (1871) ΚΛΔʹ (1881) καὶ ᾼΓΑʹ (1883) γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου περὶ πληρωμῆς τόκων ὑπερημερίας ἀπὸ μέρους τῶν καθυστερούντων ἀμέσους φόρους καὶ δικαιώματα ἐπικαρπίας φορολογουμένων.
§2ΧΑΤΖΗΚΥΤΗΛΗΣ. Σήμερον οἱ ἡμέτεροι συνάδελφοι βουλευταὶ Βόλου, ὁ κ. Καρτάλης, Ἀξελὸς, Φιλάρετος καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, ἐλάβομεν τέσσαρας διαφόρους ἐπιστολὰς καὶ μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Βόλου σχετιζομένην καὶ μὲ ὅλην τὴν Ἐπαρχίαν Βόλου καὶ μὲ τὴν Ἐπαρχίαν Λαρίσσης. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν καθυποβάλλουσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀναφέρουσιν ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς ἐκδόσεως Τραπεζικῶν Γραμματίων τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν κερματίων, ἡ πόλις εὑρέθη εἰς ἐντελῆ ἀναστάτωσιν· διότι πολλοὶ συνταρασσόμενοι ἐπιτίθενται κατ’ ἐκείνων οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀνταλλάξωσι διὰ μικρῶν κερματίων τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης, καὶ ἐκ τούτου γεννῶνται διαπληκτισμοὶ καὶ κἄτι περισσότερον. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ταύτης, τὴν ὁποίαν καθυπέβαλον καὶ πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὑποδεικνύουσι συνάμα καί τινα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην νὰ πέμψῃ ὁ κ. Πρόεδρος πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἴσως τυχὸν ἐπέλθῃ θεραπεία τις εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἥτις ἔφερεν εἰς ἀναστάτωσιν τὴν πόλιν.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ κερδοσκοπία ἀφῄρεσεν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν τὰ χάλκινα νομίσματα καὶ κερμάτια πρὶν τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἰδίως μετά, ἔκτοτε δὲ ἐκορυφώθη τὸ κακὸν λόγῳ τῆς μεγάλης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἥτις ἔφθασεν ἐπὶ 30% καὶ ἕνεκεν τῆς μὴ πωλήσεως συναλλάγματος ἐκ μέρους τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, καὶ διότι μὴ ὑπαρχόντων χαλκίνων καὶ ἀργυρῶν νομισμάτων ἐπῆλθεν ἓν εἶδος ἐπαναστάσεως εἰς τὰς συναλλαγὰς, ἰδίως ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν, ὡς εἰς Βόλον, Λάρισαν καὶ Τρίκκαλα· διότι οἱ κάτοχοι τῶν πενταδράχμων ἢ δεκαδράχμων Τραπεζικῶν Γραμματίων, ἔχοντες νὰ πληρώσωσι μίαν ἢ δύο δραχμὰς, δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ὑπόλοιπα, διότι οἱ ἔμποροι δὲν ἔχουσι κερμάτια. Ἐντεῦθεν γεννῶνται συμπλοκαὶ, ὥστε ἡ ἀγορὰ ἰδίως Βόλου εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ταραχὴν, καθ’ ἃ καὶ οἱ ἀναφερόμενοι ἐκθέτουσιν εἰς τὴν ἀναφορὰν, ἣν, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέστειλαν πολλοὶ ἔμποροι Βόλου πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Εἶχον δὲ ἐκτὸς τῆς ἀναφορᾶς καὶ τηλεγράφημα περὶ τούτου, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλουσιν ὅτι ἕνεκεν τῆς ἀνωμάλου ταύτης καταστάσεως ἐπῆλθον πολλαὶ συμπλοκαὶ καὶ ἐκλείσθησαν πολλὰ καταστήματα ἐν Βόλῳ. Εἰς τὴν ἀναφορὰν ὑποδεικνύονται καὶ μέτρα θεραπείας, ἅτινα δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει ἐκτιμήσει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Περὶ τοῦ ἑνὸς δὲ ἐξ αὐτῶν γνωρίζω ὅτι δὲν θὰ εἶνε ἀκατόρθωτον· διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εὑρίσκεται ὑπὸ σκέψιν, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἡ κατόπιν συνεννοήσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν κυκλοφορία τῶν Τραπεζικῶν Γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν ἀδιακρίτως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἕως ὅτου ληφθῇ ὁριστικὸν μέτρον ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ ἁρμονία εἰς τὰς ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις συναλλαγὰς, ἀπαραίτητον ἅμα καὶ κατεπεῖγον εἶναι νὰ σταλῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀρκετὴ ποσότης χαλκίνων νομισμάτων καὶ ἀργυρῶν κερματίων, διότι δι’ αὐτῶν θὰ ἐπέλθῃ προσωρινὴ τοὐλάχιστον θεραπεία.
§4ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ αὐτὰ γράφουσι καὶ εἰς ἐμὲ ἐκ Λαρίσσης καὶ ἐκ Τυρνάβου.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἡμερῶν μοὶ ἐγένετο γνωστὴ ἡ ἔλλειψις χαλκίνων νομισμάτων καὶ ἄλλαι δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν εἰς τὰς συναλλαγάς, διότι οἱ ἀπευθυνόμενοι εἰς ἐμπορικὰ καταστήματα διὰ νὰ ἀγοράσωσί τι δὲν εὑρίσκουσι μικρὰ νομίσματα διὰ νὰ πληρώνωνται αὐτοῖς τὰ ὑπόλοιπα. Μοὶ ἀνεκοινώθη μάλιστα, ὅτι πολλαχοῦ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποφύγωσι τὴν πώλησιν πραγμάτων, διότι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ λάβωσι τὸ ἀντίτιμον. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἐδόθησαν παραγγελίαι εἰς τέσσαρα ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ ἀποστείλωσιν ἐκεῖ ὅλα τὰ χάλκινα νομίσματα, νομίζω δὲ ὅτι τοῦτο θέλει θεραπεύσει προσωρινῶς τὸ κακόν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλοι τῶν βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν πρὸ πολλοῦ ἐποιήσαντο γνωστὰ πρὸς ἡμᾶς. Ἡ διαίρεσις τῶν περιφερειῶν, ἐν αἷς κυκλοφοροῦσι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἑκάστης τῶν τριῶν Τραπεζῶν, τῶν ἐχουσῶν δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι γραμμάτια, παρεμβάλλει δυσκολίας. Ἐπειδὴ δὲ πλεῖσται τῶν ἀναγκῶν, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ἐκδίδονται τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπάρχουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, φυσικὸν ἦτο νὰ πλεονάσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑποτίμισις αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὑποτίμησις δὲν ὑπερέβη τὴν ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§6ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Τὸ εἰκοσιπεντάφραγκον γραμμάτιον τιμᾶται εἴκοσι ἑπτὰ καὶ 20)00.
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γνωρίζω εἶναι, ὅτι νομίσματα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἐν Ἀθήναις πωλοῦνται εἰς 1,26 καὶ 1,25 λεπτὰ τὸ φράγκον. Τὸ κακὸν τοῦτο ἐν Θεσσαλίᾳ συμβαίνει ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος ποσοῦ τῶν γραμματίων ἐκεῖ. Ἐν Ἀθήναις δὲ συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἕνεκα τῆς ζητήσεως τοῦ συναλλάγματος, διότι μεγάλα ποσὰ ἀπαστέλλονται εἰς Εὐρώπην ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Εὐτυχῶς ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις δὲν παρατηρεῖται ἡ διαφορά, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάτμησις τοῦ Κράτους εἰς εἰδικὰς περιφερείας, ἐν αἷς κυκλοφοροῦσι τὰ γραμμάτια ἑκάστης τῶν Τραπεζῶν, ἐπάγει ἀναγκαίως καὶ ἄλλας δυσκολίας, ἐπρονόησα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, καὶ πρὸ ἡμερῶν, ἢ πρὸ ἑβδομάδων ἴσως, διενοήθην ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ἵνα ἐπιτευχθῇ συνεννόησίς τις τῶν Τραπεζῶν πρὸς ἀλλήλας, ὥστε νὰ ἀρθῶσι τὰ ὅρια, τὰ διακρίνοντα τὴν περιφέρειαν ἑκάστης. Ἀπετάθην λοιπὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ παρεκάλεσα τὴν Διοίκησιν αὐτῆς νὰ ἀσχοληθῇ πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ καθιστᾷ εὔκολον τὴν ἀποκατάστασιν consortio τινος, ὡς εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν τραπεζικὴν ὀνομάζουσι τὴν συνεννόησιν ταύτην, δηλαδὴ τῆς ἄρσεως τῶν ὁρίων, ἐν οἷς ἑκάστη τῶν Τραπεζῶν κυκλοφορεῖ τὰ ἴδια αὑτῆς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ δὲν ἔφθασα εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ἀκόμη, διότι αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἀνεκοινώθησαν, δὲν μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀποδεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἂν ἐπιτευχθῇ ἡ συνεννόησις αὕτη, θέλει ἀφαιρεθῆ ἡ ἀφορμή, ἕνεκα τῆς ὁποίας τίθενται εἰς κυκλοφορίαν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, τῆς ἐχούσης τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ τοιαῦτα, περισσότερα τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ὑποφέρῃ ἡ κατάστασις τῶν συναλλαγῶν. Ἂν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, θέλομεν προβῆ εἰς μέτρον νομοθετικόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιτευχθῇ ἑτέρα εὐκολία, ἡ ὁποία θέλει καταλήξει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε καταλήξει ἡ συνεννόησις τῶν Τραπεζῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου μίαν ἑσπέραν, ὁμιλῶν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει τὰ κακὰ αὐτῆς, καὶ τὰ κακὰ εἶναι ἡ μεγάλη διατάραξις, τὴν ὁποίαν φέρει εἰς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν πραγματικῶν νομισμάτων· τὸ καθ’ ἡμᾶς ἓν μόνον πρέπει νὰ προσπαθῶμεν πῶς νὰ μειώσωμεν τὰ κακὰ ταῦτα· ἀλλὰ τὰ κακὰ θὰ ὑφίστανται, ἀνάγκη δὲ νὰ ὑπομένωμεν αὐτὰ ἐπί τινα καιρόν.
§8Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐλέγξω τὰς αὐτοβούλους καὶ παρανόμους ἐνεργείας τοῦ Ἐπάρχου Ἄνδρου κ. Μοδινοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ λιμένος Ἄνδρου, καὶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς πολιτείας τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Ἀναγκάζομαι δὲ εἰς τοῦτο, διότι ἔχω πολλὰς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας μου ἐπιτακτικὰς ἐντολὰς, καὶ δὴ ἔκθεσιν ἐπίσημον τῶν δύο μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διοριζομένων, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Δήμαρχον καὶ διὰ τοῦ Δημάρχου πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται ἐμπεριστατωμένως ὅλα τὰ παρεμβαλλόμενα παρὰ τοῦ κ. Ἐπάρχου, ὡς προϊσταμένου τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, προσκόμματα καὶ ἡ ἐκ τούτων προερχομένη χαλάρωσις τῶν λιμενικῶν ἔργων· ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα ταῦτα πιστοποιοῦνται καὶ προκαλεῖται ἡ κυβερνητικὴ μέριμνα καὶ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου Δημάρχου Ἄνδρου πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐπαρχίας, ὅπως ὑψώσωσι φωνὴν ἐπὶ τῶν γιγνομένων καὶ αἰτήσωσι θεραπείαν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἤτοι ἡ ἔκθεσις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πρὸ πολλοῦ εἶναι ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐγένετο πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, εἰ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Καμπάνης μὲ ἐβεβαίωσε, ὅτι πολλάκις ὑπέμνησεν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ταχεῖαν ἐνέργειαν. Ὁ Ἔπαρχος Ἄνδρου, εὐθὺς ὡς μετέβη εἰς τὴν Ἐπαρχίαν καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, εὗρε τὴν ἐργασίαν τοῦ λιμένος αἰσίως προβαίνουσαν, ἐν ἁρμονίᾳ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀξιοτίμου Νομομηχανικοῦ κ. Ἰσιγώνη, καὶ εἰδικοῦ ἐργοδηγοῦ ὑπ’ αὐτοῦ συστηθέντος· ἀλλ’ ὁ κ. Ἔπαρχος, ἀγνοῶ ἐκ ποίων λόγων ὁρμώμενος, δὲν ἠρέσκετο εἰς τὰ καλῶς βαίνοντα, καὶ πιέσας τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπέλυσε πρῶτον τὸν εἰδήμονα ἐργοδηγὸν καὶ ἀνέθεσε τὴν ἐργασίαν εἰς ἕτερον, καλὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ γέροντα καὶ ἀνίκανον, καὶ ἐντελῶς ἄπειρον τοιαύτης ἐργασίας. Δεύτερον διενοήθη νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Νομομηχανικὸν ἐκ τῆς διευθύνσεως τῶν λιμενικῶν ἔργων, καὶ ἀπὸ σκοποῦ περιέκοψε κατὰ σπουδαῖον ποσὸν τὴν κεκανονισμένην μηνιαίαν μισθοδοσίαν του καὶ οὕτω ἠναγκάσθη νὰ ἀποσυρθῇ τῆς διευθύνσεως τῶν λιμενικῶν ἔργων, ἅτινα σήμερον προβαίνουσιν ἄνευ ἐλέγχου. Τρίτον ἀπέλυσε τὸν γραμματέα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὸν ἀπέλυσεν, ἵνα λάβῃ τὸν μισθὸν τοῦ γραμματέως· ἔκτοτε τὸ λιμενικὸν γραφεῖον περιέστη εἰς ἐντελῆ παραλυσίαν, διότι οὔτε λογιστικὰ βιβλία ἐτηρήθησαν, οὔτε πρακτικὰ συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς συνετάχθησαν, οὔτε ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος ἐντεῦθα τὸ λιμενικὸν Ταμεῖον ἐτηρήθη δεόντως· καὶ τὸ χείριστον πάντων, ὁ κ. Ἔπαρχος, ἀγνοῶ ἐκ ποίων λόγων καὶ ὑπὸ τίνος ὠθούμενος, ἠθέλησε διὰ πλαγίων ἐνεργειῶν νὰ ψυχράνῃ, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸν ζῆλον τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, πρώην βουλευτοῦ κ. Κυριακοῦ, τοῦ ἀντιπροσωπεύσαντος ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐπωφελῶς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον καὶ ἀπολαμβάνοντος τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τῆς Ἐπαρχίας, καὶ παραιτηθῇ οὗτος, ἀνατεθῇ δὲ εἰς ἕτερον φίλα τῷ κ. Ἐπάρχῳ φρονοῦντα· ἀλλ’ ἡ ἐξεγερθεῖσα ἐν Ἄνδρῳ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ ἀντίστασις τῶν δύο μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐματαίωσαν εὐτυχῶς τὴν ἀσύμφορον ταύτην ἐνέργειαν. Πρὸ μηνός, κύριοι, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ἔπαρχος κατιδόντες τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ἀναδιορισμοῦ γραμματέως, ἵνα τακτοποιήσωσι τὸ εἰς παραλυσίαν περιελθὸν λιμενικὸν γραφεῖον, διώρισαν τὸν τιμιώτατον καὶ ἱκανώτατον συμπολίτην μου κ. Λ. Μπίστην· ἐν τούτοις ὁ κ. Ἔπαρχος αὐτοβούλως, ἄνευ τῆς γνώμης καὶ ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ἀπέλυσεν, ὡς προεῖπον, ἐξ ἰδιοτελείας. Τὸ σπουδαιότερον δὲ πάντων, ὅτι, ἐνῷ πρὸ μηνὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἀποφάσεώς του ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἐπάρχου γενομένην, τὴν περικόπτουσαν τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Νομομηχανικοῦ, καὶ ἔστειλε πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ κ. Ἔπαρχος δὲν ἐσεβάσθη παντάπασι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε προσεκάλεσε τὸν Νομομηχανικόν, ἵνα ἐπαναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ ἐκράτει κεκλεισμένην ἐν τῷ γραφείῳ του, νομίζων, ὅτι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει πᾶσαν τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δύναται νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει, ἀσεβῶν πρὸς τοὺς νόμους καὶ μὴ πειθαρχῶν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ τοιαύτη ἔκνομος καὶ φατριαστικὴ ἐνέργεια ἔφερεν εἰς διάστασιν τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς αὐτόν, ἐκ τούτου δὲ παρῃτήθησαν καὶ τὰ δύω μέλη τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διορισθέντα. Οὕτω δὲ τὰ λιμενικὰ ἔργα προβαίνουσιν ἄνευ ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου, οὐχὶ δὲ μετὰ τῆς προσηκούσης δραστηριότητος καὶ ἀκριβείας πρὸς βλάβην τοῦ ζωτικωτάτου τούτου διὰ τὴν Ἐπαρχίαν λιμενικοῦ ἔργου. Ἐκ τούτων, κύριοι, καθίσταται πρόδηλον πόσον εἶναι ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λιμένος Ἄνδρου, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ προβῇ ταχέως εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δύο παραιτηθέντων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διοριζομένων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν Ἔπαρχον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀκυρωτικὴν ἀπόφασιν, καὶ κληθῇ ὁ κ. Νομομηχανικὸς, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ λιμένος, καὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὸν κ. Ἔπαρχον, ἐὰν δὲν κρίνῃ πρέπον νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν, κατόπιν τοιούτων φατριαστικῶν ἐνεργειῶν, νὰ τὸν καθοδηγήσῃ, λέγω, εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, ὅπως συμπράττῃ μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐνδιαφέρεται πλειότερον εἰς τὴν αἰσίαν περάτωσιν τοῦ ἔργου ἢ ὁ κ. Ἔπαρχος, ἀρκούμενος εἰς μόνον ἐπιμίσθια. Πᾶσα βραδύτης ἢ δισταγμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ζημιοῖ σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῆς προκυμαίας, ἥτις ἐκ τῶν διαφωνιῶν, τῆς μὴ ἀπαρτίας τῆς Ἐπιτροπῆς περιεπλάκη εἰς δίκας μετὰ τοῦ κυρίου τῶν λατομείων, καὶ πρόκειται νὰ περιπλακῇ εἰς ἔτι μεγαλειτέρας μετὰ τοῦ ἐργολάβου τῆς προκυμαίας, δικαίως, πολλάκις διαμαρτυρηθέντος διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἐπιθεώρησιν τῶν καταστάσεων τῶν λιμενικῶν ἐργασιῶν καὶ διὰ τὴν μὴ καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ ἐνεργήσῃ ταχέως τὰ καθ’ ἑαυτὸν πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶς κειμένων.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν εὐτυχῶς ἔχω νὰ ἐνεργήσω καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὰ λιμενικὰ τῆς Ἄνδρου. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο μοὶ ἐσυστήθη ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς νήσου ἐκείνης καὶ τὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου ἐσύστησα δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κρείττονα καὶ ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειαν, ὅσον ἀπ’ αὐτῆς ἐξαρτᾶται. Καὶ πρῶτον δὲν ἐνέκρινα τὴν πρᾶξιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν καθ’ ὑπαγόρευσιν τοῦ Ἐπάρχου γενομένην περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ διευθύνοντος τὰ λιμενικὰ ἔργα ἀπὸ δραχμῶν 275 εἰς δραχμὰς 175· διότι ἀληθῶς ἐθεώρησα ἀνεπαρκῆ τὴν μισθοδοσίαν αὐτὴν, ἀφοῦ εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Καλαμῶν μοὶ ἐπρότεινε νὰ μισθοδοτήσῃ ἕτερον μηχανικὸν ἀντὶ 600 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐσχάτως εἰσήχθη πρὸς ἐμὲ πρᾶξίς τις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν διωρίζετο παρ’ αὐτῇ γραμματεύς τις· αὐτὴ δὲ ἡ πρᾶξις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔγκρισιν κατὰ τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀπέλυσεν ὁ Ἔπαρχος, χωρὶς καὶ οὗτος νὰ ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα. Ταῦτα ἐν συνόψει εἶναι τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν της δεόντως, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ παραβλέψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λιμένος. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Βώλου ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀστυνόμου τοῦ Δήμου Παγασῶν, καὶ μολονότι ἡ αἴτησίς του δὲν περιῆλθεν ἐπισήμως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἐγὼ μολαταῦτα καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐζήτησεν ὡσαύτως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Βώλου, καὶ ἰδίως τὰ ἀφορῶντα εἰς τρία Διατάγματα, ἐκδοθέντα τὸν παρελθόντα Ἰούνιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τούτου ἐπὶ τῇ προτάσει μου. Καταθέτω λοιπὸν καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα περὶ καταργήσεως πλατείας τινὸς τῆς πόλεως Βώλου καὶ περὶ δύο ἑτέρων μεταβολῶν, γενομένων ἐν τῷ σχεδίῳ, καθὼς καὶ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, τὰ κανονίσαντα τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων τούτων, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν συνέστησε μίαν Ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, συγκειμένην ἀπὸ τοὺς κυρίους Ρονδὲλ, προϊστάμενον τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, Σολωμὸν, ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων, τὸν Ἀντισυνταγματάρχην Γενήσαρλην καὶ ἄλλους, ἵνα ἀναθεωρήσωσι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Βώλου καὶ προτείνωσι τὰς ἀναγκαίας μεταβολὰς εἰς αὐτὸ, ἐὰν ἤθελον θεωρήσει τοῦτο συμφέρον. Ἡ ἐπιτροπὴ, μεταβᾶσα εἰς Βῶλον, ἐξετέλεσε τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν καὶ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της. Ὑποβάλλω δὲ καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἔγγραφα. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἐπιστραφῶσιν ὅσον τάχιον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ὁ ἐπερωτήσας, ἢ ὅστις δήποτε ἄλλος τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλουσι νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων νὰ σπεύσωσι, διότι θὰ ἐπιστραφῶσι.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχρόνως ὁ κύριος Φιλάρετος μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ μιᾶς ἀνοικείου πράξεως τοῦ Ἐπαρχεύοντος Γραμματέως ἐν Βώλῳ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ μίαν κατεδάφισιν κτήματός τινος.
§12ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ τηλεγραφήσας κατέκρινε τὴν πρᾶξιν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἄλλως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ἢ ὡς ἐπληροφόρησαν οἱ τηλεγραφήσαντες αὐτῷ. Κύριοι, ὁ Δῆμος Ἀθηναίων εἶναι βεβαρημένος μὲ πολλῶν ἑκατομμυρίων χρέη. Τὰ χρέη του συνέκειντο μέχρι τοῦ 1884 εἰς τέσσαρα καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει τόκον καὶ χρεώλυτρον 167 χιλιάδας κατ’ ἔτος, καὶ ἐκτὸς τῶν ὀφειλομένων εἰς πολλοὺς ἄλλους δυνάμει συμβάσεων, καὶ προσέτι ἐκτὸς ἰδιωτικῶν τινων ἀπαιτήσεων, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὸ πεμπτημόριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Δήμου κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1852.
§14ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τελευταῖα αὐτὰ πόσα εἶναι;
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὰ δὲν ἀναφέρονται εἰς τὰ ἔγγραφα. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον, ὅπως ληφθῇ μέτρον τι περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν χρεῶν τούτων, καθ’ ὅσον εἶναι ἀδύνατον ὁ Δῆμος νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν μὲ τὸν ὑπέρογκον τόκον, τὸν ἐπιδικαζόμενον ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐβασάνισα καὶ ἐγώ, ἀνέθεσα δὲ αὐτὴν εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ οὗτος τὰ προτεινόμενα μέτρα παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ εὗρον τὴν γνώμην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὀρθὴν καὶ συμφέρουσαν ὡς καὶ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δήμου, διὰ τοῦτο συνέταξα νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν χρεῶν τούτων. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, συνοδεύεται καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συνεμερίσθην, ἐπισπεύδουσα τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ νὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Δῆμον, τὸν πρωτεύοντα τοῦ Κράτους, ἀπὸ βεβαίαν καὶ ἀναπόφευκτον χρεωκοπίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ σχεδὸν καὶ ἤδη. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασιάρχης κύριος Βασιλειάδης δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν παρέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐφεῦρε καὶ κατεσκεύασεν ἐλαιοεκσαρκιστικὴν μηχανήν, καὶ ἐζήτησε νὰ τῷ χορηγηθῇ προνόμιον διὰ τὴν ἐφεύρεσίν του ταύτην. Καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἐξητάσθη δεόντως, ἐκρίθη δὲ εὔλογον νὰ χορηγηθῇ τὸ ζητούμενον προνόμιον εἰς τὸν ἐφευρέτην.
§16ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ἄλλο Κράτος;
§17ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι εἶναι μηχάνημα ἤδη ἐφευρεθὲν καὶ κατασκευασθὲν πρώτην φοράν, τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθησαν καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως τοῦ ζητουμένου προνομίου, καθ’ ὃν τρόπον ἐχορηγήθη τοιοῦτον καὶ διὰ τὰς ἐφευρέσεις πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς σταφίδος, καὶ ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ· ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὑποστηρίζω αὐτὸ, διότι θεωρῶ ὠφέλιμον τὸ νέον τοῦτο μηχάνημα εἰς τοὺς ἐλαιοκτήμονας. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶνε παντάπασιν ἀληθῆ ὅσα ὁ κύριος Καΐρης ἐξέθηκεν. Οὐ μόνον ἀληθὲς δὲν εἶνε ὅτι πρὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος ἐπάρχου εὑρίσκοντο εἰς εὐάρεστον κατάστασιν τὰ τοῦ λιμένος Ἄνδρου καὶ παρέλυσαν ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ πράγματα τοῦ λιμένος εὑρίσκοντο πρότερον εἰς τοσοῦτον ἀθλίαν κατάστασιν, ἕνεκα τῆς εἰς ταῦτα ἀναμίξεως τῶν τότε ἰσχυόντων καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ τούτων μετὰ τοῦ ἐργολάβου, εὑρίσκοντο, λέγω, εἰς τοιαύτην ἀθλίαν κατάστασιν, ὥστε πάντες εἴχομεν ἀπελπισθῆ περὶ τοῦ ἔργου, καὶ εἴχομεν πεισθῆ πάντες, ὅτι ἀπωλέσθη τοῦτο καθ’ ὁλοκληρίαν, ὁ δὲ νέος ἔπαρχος προσεπάθησε τὸ καθ’ ἑαυτὸν νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Οὐ μόνον λογιστικὰ βιβλία δὲν ὑπῆρχον, ἃ κατέστρεψεν ὁ ἤδη ἔπαρχος, ὡς ὁ κύριος Καΐρης ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ὁ νέος Ἔπαρχος δὲν εὗρεν οὔτε κατάστιχα, οὔτε σημειώσεις κἄν· εἰργάσθη δὲ μόνος ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ κατήρτισε βιβλία λογιστικὰ πλήρη, πρώτην ἤδη φορὰν γενόμενα τοιαῦτα ἐν τῷ λιμενικῷ ταμείῳ. Φαντάσθητε ὅτι ἀνεῦρεν ἐῤῥιμμένα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ἐπαρχείου, ὡς ἄχρηστα παληόχαρτα, ἔγγραφα ἀντιπροσωπεύοντα 18 χιλιάδας δραχμὰς τοῦ λιμενικοῦ ταμείου κατατεθειμένας εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, περὶ ὧν οὐδεὶς Ἄνδριος εἶχε γνῶσιν. Τὸν γραμματέα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔπαυσε μόνος ὁ Ἔπαρχος παρὰ τὴν θέλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ὁ κύριος Καΐρης εἶπε, διὰ νὰ λαμβάνῃ αὐτὸς τὸν μισθὸν ἐκείνου, ἀλλὰ τὸν ἔπαυσεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ἧς μέλη ἦσαν οἱ δύο κύριοι, κατ’ ἐντολὴν τῶν ὁποίων ὁ κύριος Καΐρης, ὡς λέγει, διακοινοῖ τὰ παράπονα ταῦτα. Ἐπαύθη δὲ ὁ γραμματεύς, διότι δὲν ἦτο κατάλληλος διὰ τὸ ἔργον τοῦτο καὶ διότι ἦτο ἄχρηστος, ἀφοῦ ὁ Ἔπαρχος ἐκ καλωσύνης ἀνέλαβε τὴν γραφικὴν ἐργασίαν. Ὁ κατόπιν διορισθεὶς γραμματεὺς διωρίσθη οὐχὶ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν δύο μελῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον παραπονοῦνται διὰ τοῦ κυρίου Καΐρη, ἅτινα, ὠφεληθέντα ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ τρίτου μέλους καὶ τῆς ἀπουσίας τοῦ τετάρτου, ἠνάγκασαν τὸν Ἔπαρχον νὰ προκαλέσῃ συνεδρίασιν ἐκ τριῶν μόνον μελῶν, ἐν ᾗ πλειοψηφίαν ἀπετέλεσαν οἱ δύο. Τὸν ἔπαυσε δὲ κατόπιν ὁ Ἔπαρχος, διότι ἐφρόνει ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ καὶ διότι εἶνε ἄχρηστος, ἕνεκεν τοῦ ἐλαχίστου τῆς ἐργασίας μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου τακτοποίησιν τοῦ γραφείου, καὶ διὰ νὰ γείνῃ οἰκονομία τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐπληρόνετο ὡς μισθὸς εἰς τὸν γραμματέα, οὗ τὸ ἔργον ἀνεδέχθη δωρεὰν ὁ Ἔπαρχος. Τὰ παραιτηθέντα μέλη τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς δὲν παρῃτήθησαν ἕνεκεν διαφωνίας πρὸς τὸν Ἔπαρχον, ὡς ὁ κύριος Καΐρης εἶπεν, ἀλλὰ ἕνεκεν διαφωνίας πρὸς τὰ δύο μέλη, ἅτινα σήμερον παραπονοῦνται. Τῶν δὲ παραιτηθέντων αἱ γνῶμαι συνεφώνουν μὲ τὰς γνώμας τοῦ Ἐπάρχου. Αἱ γνῶμαι, ἃς ὁ Ἔπαρχος ὑποστηρίζει, αὐταὶ εἶνε αἱ συμφέρουσαι τῷ λιμενικῷ ἔργῳ ὡς ἄλλοτε θέλω ἀποδείξει. Τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ νομομηχανικοῦ δὲν ἔκαμεν ὁ Ἔπαρχος παρὰ τὴν γνώμην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ὁ κύριος Καΐρης ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ τὴν ἔκαμεν ὁμοφώνως κατὰ παμψηφίαν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ἧς μέλη ἦσαν οἱ εἰς τὸν κύριον Καΐρην δόντες τὰς πληροφορίας δύο κύριοι. Ἔγεινε δὲ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ μηχανικοῦ κατὰ τὴν γενικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἄνδρου, ὅπερ ἐθεώρει ὑπέρογκον τὸ διδόμενον εἰς τὸν νομομηχανικὸν ποσόν. Οὐ μόνον οἱ φίλοι μου ὑπεστήριζον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντίθετοί μου, οἵτινες διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου των ὑπεστήριξαν διὰ μακρῶν τὴν ἐντελῆ παῦσιν τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ νομομηχανικοῦ, διότι εἶνε βαρὺ τὸ ποσὸν τῶν 275 κατὰ μῆνα φράγκων διὰ τὸ πτωχὸν λιμενικὸν ταμεῖον τῆς Ἄνδρου.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσα;
§20ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διακοσίας ἑβδομήκοντα πέντε δραχμὰς κατὰ μῆνα ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη λαμβάνει ἀπὸ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Ἄνδρου ὁ νομομηχανικὸς Σύρου μὲ τὴν συμφωνίαν μὲν νὰ μεταβαίνῃ εἰς Ἄνδρον ἅπαξ τοῦ μηνὸς ἐκ Σύρου, ἤτοι ἐξ ἀποστάσεως τριῶν ὡρῶν, καὶ νὰ μένῃ ἑκάστοτε ἐπὶ δέκα ἡμέρας ἐπιτηρῶν τὴν ἐργασίαν, πράγματι ὅμως μένει ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ ὥρας μόνον ἑκάστοτε ἅπαξ τοῦ μηνὸς καὶ οὐδὲν πράττει καὶ οὐδόλως χρησιμεύει· ἑπομένως οὐδὲ τὴν ὑποχρέωσίν του τοὐλάχιστον ἐξεπλήρωσε ποτὲ ἐξ ἀρχῆς.
§21Μ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐγὼ ὅταν ὡς διευθυντὴς τοῦ μηχανικοῦ ἔμενα εἰς Ζάκυνθον, ἐπεστάτουν εἰς τὰ δημοτικὰ ἐκεῖ ἔργα καὶ ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἔκαμα τόσα κάλλιστα ἔργα.
§22ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἵτινες διὰ τοῦ κυρίου Καΐρη παραπονοῦνται σήμερον, μοῦ ἔγραψαν νὰ ὑποστηρίξω παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ μηχανικοῦ, ὅπερ δικαίως κατέστη ἡ γενικὴ τοῦ τόπου ἐπιθυμία. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κύριος Καΐρης, πρώτην μάλιστα φορὰν ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο, ὑπεστήριξε τοσοῦτον ἀνακριβῆ καὶ ἀσύμφορα διὰ τὸν τόπον πράγματα. Οὐχὶ ὁ Ἔπαρχος, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Καΐρης, ἀλλ’ ἡ λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπετάθη ἀπευθείας πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ τινος ὑποθέσεως τοῦ λιμένος, ὅπερ ὁ συμπολίτης μας, ὅστις ἐπιμελεῖται ἐνταῦθα περὶ τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν κατατεθειμένων χρημάτων τοῦ λιμένος, ἐθεώρησεν ὡς αἰτίαν νὰ παύσῃ τὴν τοιαύτην ἐπιμέλειαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Καΐρης εἶπεν ὅτι ἐκ προθέσεως ὁ Ἔπαρχος ἔπραξε τοῦτο, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ συμπολίτου μας ἐκείνου τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων καὶ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον ἐνταῦθα Ἄνδριον φίλον του, παρακαλῶ τὸν κύριον Καΐρην νὰ διασαφήσῃ τὴν φράσιν του, νὰ ἐξηγήσῃ τίνα διὰ ταύτης ὑπενόει.
§23ΚΑΪΡΗΣ. Οὕτω μοὶ ἔγραψαν ἐξ Ἄνδρου, δὲν μοῦ ὥρισαν πρόσωπον.
§24ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως ἐννόεις ἐμέ, σοῦ ἀπαντῶ ὅτι ὅταν περὶ ἐμοῦ ὁμιλῇς, ὡς πρὸς τοιαῦτα ζητήματα, πρέπει νὰ προσέχῃς πολὺ καὶ πρέπει νὰ μετρᾷς τοὺς λόγους σου, διότι καλῶς μὲ γνωρίζεις. Θὰ ἤμην παλαβός, κύριοι, ἐὰν διενοούμην κἄν ν’ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν ἐπιμέλειαν ἐνταῦθα τῶν χρημάτων τοῦ λιμένος. Καὶ ποῦ μοῦ μένει καιρὸς ἐκ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν μου; Καὶ ποῦ ἤθελον φυλάξει τοὺς τίτλους πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν; εἰς τὰ χρηματοκιβώτιά μου ἢ εἰς τὴν μικρὰν καὶ οὐχὶ ἀσφαλῆ κατοικίαν μου, διὰ νὰ μοῦ τὰ κλέψουν νὰ εὕρω τὸν μπελᾶ μου καὶ νὰ ἀπολέσω καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἔχω; Μόλις ἔμαθον ὅτι ὁ κύριος Κυριακὸς παρῃτεῖτο τῆς περαιτέρω ἐπιμελείας τῶν χρημάτων τοῦ λιμένος, εἶπον εἰς πάντας νὰ τὸν παρακαλέσωσι νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι εὑρίσκονται μὲν καὶ ἄλλοι ἐν Ἀθήναις συμπολῖταί μας ἔντιμοι, ἔχοντες καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν καλὴν θέλησιν ν’ ἀναλάβωσι τὴν φροντίδα, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔχει τὸν καιρὸν καὶ τὰ διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην μέσα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἔχει. Ὅλα τέλος, ὅσα ὁ κύριος Καΐρης εἶπεν, εἶνε ἀνακριβῆ καὶ ἀσύμφορα εἰς τὸ ἔργον τοῦ λιμένος.
§25Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, περὶ τὰ τέλη τοῦ λήξαντος μηνὸς, ὡς δὲν λησμονεῖτε, ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος κ. Χαλκιόπουλος ἔλαβε τὴν τιμὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων μετάθεσιν τοῦ Ἐπαρχεύοντος Γραμματέως. Συνεπείᾳ τῆς συστάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ Ἐπαρχεύων αὐτὸς Γραμματεὺς μετετέθη ἤδη ἐκεῖθεν καὶ διετάχθη ἡ ταχεῖα μετάβασις εἰς Δομοκὸν τοῦ ἀντικαταστήσοντος αὐτὸν πρώην Γραμματέως τοῦ Ἐπαρχείου Τήνου, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἂν καὶ ἡ Τῆνος δὲν ἀπέχῃ πολὺ καὶ ἡ συγκοινωνία εἶναι εὐκολωτάτη, δὲν κατωρθώθη ὁ κ. Ζαχαρόπουλος ν’ ἀντικατασταθῇ ἐν Δομοκῷ· τοὐναντίον δὲ μένων ἐκεῖ ἐτάχθη ἐν τῇ μιᾷ μερίδι καὶ ἐνεργεῖ ἀναφανδὸν ὑπὲρ τῆς Συμπολιτεύσεως διὰ τὰς ἐπερχομένας ἐκλογάς, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι. Ἐνῷ πρόκειται τὴν πρώτην Δεκεμβρίου νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ εἰς δύο Δήμους τῆς Ἐπαρχίας Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, μετέθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἰς Φάρσαλα καὶ ὁ Νομάρχης. Πρὸς τί τοῦτο; Ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ τι ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του; Δυστυχῶς ὑπάρχουσι γεγονότα πείθοντα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός· διότι, ἅμα ἔφθασεν ὁ Νομάρχης Θεοχάρης, δὲν ἐδίστασε νὰ καταλύσῃ εἰς τὸν οἶκον τοῦ ὑποψηφίου κυρίου Στεριάδου καὶ δὲν ὤκνησε καὶ αὐτὸν τὸν Δήμαρχον Σκοτούσσης νὰ καλέσῃ εἰς τὸ κατάλυμά του, καὶ μετερχόμενος ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐξουσίας του, καὶ παντοίας προτροπὰς καὶ ὑποσχέσεις ν’ ἀποπειραθῇ νὰ πείσῃ τὸν Δήμαρχον τοῦτον, ὅπως ταχθῇ ὑπὲρ τῆς μερίδος τῆς Συμπολιτεύσεως. Πάντα ταῦτα εἶναι γεγονότα. Ὁ Νομάρχης, εἴτε χρώμενος τῇ ἀρχῇ του, εἴτε καταχρώμενος αὐτῆς, προσπαθεῖ νὰ γίνῃ, ὅ,τι αὐτὸς θέλει ἐν τῇ ἐπικειμένῃ ἐκλογῇ. Περὶ τούτων ἔχω ἐπιστολὴν τοῦ ἐντίμου φίλου μου καὶ ὑποψηφίου κ. Δημολούλια, καὶ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἐξάγονται ὅλα ὅσα εἶπον, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι ἐμπεριέχονται ἐντὸς ἐπιστολῆς ἀνωτέρου πάσης ὑπονοίας προσώπου. Ἀλλά, κύριοι, τὰ πράγματα προέβησαν περαιτέρω. Τηλεγράφημα ἐδημοσιεύθη σήμερον, διὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται καταφανεστέρα ἡ κακὴ θέλησις καὶ ἡ εἰς τὰ ἐκλογικὰ ἀνάμιξις τῶν Ἀρχῶν ἐκείνων· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς· «Φάρσαλα, 24 Νοεμβρίου 1885. Ἀπὸ χθὲς ἑσπέρας δημοσία τάξις διεσαλεύθη. Ἀστυνόμος μετὰ κλητήρων ἔδειραν ἀνηλεῶς Βησσαρίωνα Κυριτσόπουλον, φίλον ὑποψηφίων Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν γνώσει Ἀστυνομίας πολλοὺς τῶν φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλιθοβόλησαν». Ὑπάρχει ὅμως καὶ δεύτερον τηλεγράφημα· τοῦτο εἶναι τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Φαρσάλων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει δὲ οὕτω· «Δημοτικοὶ Σύμβουλοι Φαρσάλων, συνεννοηθέντες ἐκτάκτως, ἀνακοινοῦμεν Κυβερνήσει, ὅτι Ἀστυνόμος μετὰ κλητήρων ἀναφανδὸν κακοποιοῦν συνδημότας, δύο καιρίως τραυματίσαντες. Πόλις διατελεῖ ἀνάστατος ἕνεκα ἀπροκαλύπτων ἐπεμβάσεων Ἀρχῶν. Λάβετε μέτρα πρὸς ἀποτροπὴν ἀπευκταίων». Ἐθεώρησα, κύριοι, καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας (θόρυβος). Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα, εὐαρεστούμενος, δηλώσῃ ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Διατί ὁ Ἐπαρχεύων Ζαχαρόπουλος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, παραμένει εἰς Φάρσαλα, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι νὰ καταλύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὑποψηφίου Στεριάδου ὁ Νομάρχης Λαρίσσης, νὰ καλέσῃ τὸν Δήμαρχον Σκοτούσσης καὶ νὰ τῷ δώσῃ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἀστυνομία ῥαπίζει τοὺς πολιτικοὺς φίλους τοῦ Δημολούλια καὶ Σακελλαριάδου, καὶ τραυματίζει αὐτούς, τῶν Ἀρχῶν μενουσῶν ἀναλγήτων;
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὁ Γραμματεύς, περὶ οὗ πρόκειται, τῳόντι μετετέθη πρὸ πολλοῦ, ἀντικατασταθεὶς δι’ ἄλλου τινὸς Παπαδοπούλου, ἐξ Ἠλείας καταγομένου καὶ μετατεθέντος ἀπὸ τὸ Ἐπαρχεῖον Τήνου, ὅστις διετάχθη νὰ μεταβῇ τάχιστα εἰς τὴν θέσιν του· ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων δὲν δύναται νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς τὴν νέαν θέσιν του, τὸ Ὑπουργεῖον τὸν διέταξεν, ἵνα πάραυτα μεταβῇ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἔφθασεν ἤδη εἰς τὴν θέσιν του, διότι ἀναχωρήσας ἐκ Τήνου διῆλθεν ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ἤδη εἶναι εἰς Φάρσαλα, ἀναλαβὼν τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ἐπαρχείου. Ὁ κ. Παπαδόπουλος ὡς ἄνθρωπος ἀμέτοχος εἰς τὰ τοῦ τόπου, ὡς καταγόμενος ἀπὸ μεμακρυσμένην Ἐπαρχίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν παραπόνων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Νομάρχην, ἐλπίζω καὶ θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ προαγορεύσαντος δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· μόλον τοῦτο θέλω ἐξετάσει, καὶ ἐὰν ὁ Νομάρχης ἔπραξε τοιοῦτό τι, τὸ ὁποῖον ἀπάδει ὡς πρὸς τὴν νοημοσύνην του καὶ πρὸς τὴν πεῖραν, ἣν πρὸς τὰ διοικητικὰ ἔχει, θέλω πράξει ὅ,τι μοὶ ἐπιτρέπεται· ἀλλὰ δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι Νομάρχης, οἷος εἶναι ὁ κ. Θεοχάρης, μετέβη εἰς Φάρσαλα ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης ἐκλογῆς. Οὐδὲν παράπονον ὑπεβλήθη μέχρι σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ ἐκνόμων ἐνεργειῶν. Ἀνέγνων ὅμως χθὲς ἐν τῇ «Ὥρᾳ» τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος, καὶ συνεπείᾳ τούτων ἀπηύθυνα ἔντονον διαταγὴν τηλεγραφικῶς, ὅπως περισταλῶσι τὰ ἀτοπήματα, ἂν τοιαῦτα λαμβάνωσι χώραν. Ὅταν λάβω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀναμένω, θέλω ὑποβάλει ταύτας πρὸς γνῶσιν καὶ τοῦ ἐπερωτήσαντος καὶ τῆς Βουλῆς.
§27ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐρωτήσητε τηλεγραφικῶς ἐὰν ὁ Νομάρχης εἶναι εἰς Φάρσαλα.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Σύρου, ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ῥαπτῶν, οἵτινες θεωροῦσιν ἀνεπαρκῆ τὴν τιμὴν, ἥτις χορηγεῖται διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον νομοσχέδιον εἶναι περὶ συντάξεως τῆς χήρας Α. Πετιμεζᾶ. Θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν, κύριοι, εἰς μὲν τὸ Ναὶ, ἤτοι ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς τοῦ νομοσχεδίου 77, εἰς δὲ τὸ Ὄχι 75· ἄρα ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν διεθνῶν ὑποβρυχίων καλωδίων εἶναι ἐπεῖγον καὶ παρακαλῶ, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προταχθῇ, διότι ἔχομεν παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν ξένων.
§32ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι ἀσαφὲς καὶ δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς παρεννοήσεις· λέγει ὅτι αἱ πράξεις κατὰ τῶν καλωδίων δικάζονται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ λιμήν, ἔνθα ὑπάρχει νηολογημένον τὸ πλοῖον ἢ ὁ λιμὴν τῆς πρώτης προσορμίσεως. Λιμὴν ὅμως τῆς πρώτης προσορμίσεως δύναται νὰ ἦναι καὶ λιμήν τις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο ὁ νόμος, διότι δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ νόμος Ἑλληνικὸς δικαιοδοσίαν ξένου Δικαστηρίου ἐπὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων. Τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ λιμένα προσορμίσεως κείμενον ἐν Ἑλλάδι οὐχὶ δὲ πάντα λιμένα, καὶ καλὸν νὰ ῥηθῇ τοῦτο, δηλαδὴ «ἐν Ἑλλάδι».
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς τεθῇ «ἐν Ἑλλάδι».
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω ἄλλην τινὰ ἀπορίαν. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι τιμωρεῖται κατὰ τὸν παρόντα νόμον πᾶς ἀνήκων εἰς πλήρωμα Ἑλληνικοῦ πλοίου καὶ διαπράξας τὰ ἀδικήματα, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι Ἕλλην ναύτης, ἀνήκων εἰς πλήρωμα ξένου πλοίου, διέπραξε τοιοῦτό τι ἀδίκημα καὶ εἴτε διέφυγεν εἴτε δὲν ἐδικάσθη δι’ οἱονδήποτε λόγον παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου τοῦ ἁρμοδίου Κράτους, αὐτὸς ἐπανερχόμενος ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ καταδιωχθῇ καὶ δικασθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Δικαστηρίων, ἢ τὸ ἀδίκημα περιορίζεται ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον θέτει, ἐφαρμοζομένων τῶν ἀρχῶν τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Νομοθεσίας; Ἡ περίπτωσις αὕτη δύναται νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ οὐδὲν λέγει τὸ ἄρθρον.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι, εἶναι ἀντιγραφὴ σχεδὸν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐψήφισαν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, μεθ’ ὧν ἡ Ἑλλὰς συνεβλήθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐπεξειργάσθη δὲ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν αὐτὸ ὡς καλῶς ἔχον, ὡς πλῆρες καὶ ὡς μὴ ἔχον ἀτέλειάν τινα, δυναμένην νὰ καταστήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ δύσκολον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ προσκόψῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ὡς Νόμος, ὅταν θὰ κατασταθῇ τοιοῦτος. Ὡς σᾶς εἶπον, τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ Κράτη περὶ ὑποβρυχίων καλωδίων, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ ἐπεξειργάσθη καὶ ἀπὸ τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, οἵτινες εὗρον αὐτὸ πλῆρες· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Δεληγεώργη δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεννόησιν ἢ παρεξήγησίν τινα τοῦ Νόμου τούτου.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἂς προστεθῇ· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. Ζητῶ δὲ τοῦτο, ὄχι διότι ἐπιθυμῶ νὰ τιμωρῶνται κατὰ τὸν παρόντα νόμον οἱ Ἕλληνες ναῦται, ἐπανερχόμενοι μετὰ τοιοῦτον ἀδίκημα, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ τὴν Νομοθετικὴν σαφήνειαν. Ὁ νόμος εἶναι διεθνὴς, ἀλλ’ ὡς Ποινικὸς Νόμος πρέπει νὰ ἦναι σαφὴς καὶ δὲν ἀρκεῖ ὁ διεθνὴς αὐτοῦ χαρακτήρ. Πρέπει νὰ ἐξάγεται εὐκρινῶς ἂν θὰ τιμωρηθῶσι κατὰ τὸν κοινὸν Ποινικὸν ἡμῶν Νόμον ἢ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Παρατηρῶ, ὅτι τοιοῦτό τι δὲν ἐξάγεται σαφῶς.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δι’ ὃν λόγον δύναται νὰ καταδιωχθῇ τὸ πλήρωμα ὁλόκληρον, ἐὰν προσορμισθῇ εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα, διὰ τὸν ἴδιον λόγον δύναται νὰ καταδιωχθῇ καὶ ὁ ναύτης.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διακρίνονται τὰ ἀδικήματα κατὰ καλωδίων, τὰ διαπραχθέντα ἐν ξέναις θαλάσσαις, ἀπὸ τὰ διαπραχθέντα ἐν Ἑλληνικαῖς θαλάσσαις, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 10. Ἐρωτῶ περὶ τῶν πρώτων: ἐὰν Ἕλλην ναύτης διαπράξῃ τοιοῦτον ἔγκλημα ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Ἀγγλίας, ἐπανερχόμενος εἰς Ἑλλάδα δύναται νὰ τιμωρηθῇ δι’ αὐτὸ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος Νόμου;
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἤθελε συμβῆ διὰ τὸ πλήρωμα, ἐὰν ἤρχετο ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ κατεδιώκετο;
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἂν τὸ ἀδίκημα διέπραξεν ἐν Ἑλληνικῇ θαλάσσῃ; ἀλλ’ ἐρωτῶ τί θὰ γίνῃ ἂν διέπραξεν αὐτὸ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Περὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως ὁ νόμος εἶναι σαφής, οὐχὶ καὶ περὶ τῆς δευτέρας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω πῶς ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διὰ τὰ πληρώματα τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων· ἄλλως, θὰ μεταβληθῇ ὅλως διόλου ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Ἐδῶ πρόκειται περὶ Ἑλληνικῶν πλοίων.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ ἡ παρατήρησίς μου καὶ ἂς παύσῃ καλλίτερα ἡ συζήτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μὲ τὴν προσθήκην «ἐν Ἑλλάδι»). (Γίνονται δεκτὰ ὡσαύτως τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5). (Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον).
§45Α. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ὑπάρχει προδήλως τυπογραφικὸν λάθος καὶ λάθος σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διορθωθῇ, διότι ἄλλως δὲν ἔχει τὸ ἄρθρον καμμίαν ἔννοιαν. «Ὁ πλοίαρχος ἢ κυβερνήτης, ὅστις προοδεύει τὸ πλοῖον αὐτοῦ». Τὸ Γαλλικὸν λέγει Pait attacher, ὥστε πρόδηλον εἶνε ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «προσδέει» ἀντὶ τοῦ «προοδεύει».
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§47ΒΛΑΧΟΣ. Ἐπίσης κατωτέρω λέγει «ἠναγκάσθη ἐκ κρείττονος δυνάμεως»· ἡ φράσις δὲ αὕτη μεταφράζει κατὰ παραδρομὴν τὸ Γαλλικὸν force majeure, τὸ ὁποῖον σημαίνει τὸ ἐξ ἀνωτέρας βίας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται λοιπὸν οἱ δεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 μὲ αὐτὰς τὰς διορθώσεις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον).
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ 1 ἐδάφιον λέγει «δυναμένη νὰ διακόψῃ ἢ παρεμποδίσῃ»· αὐτὸ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Νομίζω, ὅτι ἀντὶ «παρεμποδίσῃ» πρέπει νὰ τεθῇ «δυσχεράνῃ.» Τὸ Γαλλικὸν λέγει entrayer, τὸ ὁποῖον εἶναι δυσχεραίνω.
§50ΒΛΑΧΟΣ. Entraver δὲν σημαίνει δυσχεραίνω, σημαίνει παρακωλύω.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω διαφορὰν μεταξὺ τοῦ διακόπτω καὶ τοῦ παρακωλύω.
§52ΒΛΑΧΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ προαγορεύσας δὲν εὑρίσκει διαφορὰν μεταξὺ τοῦ διακόπτω καὶ τοῦ παρακωλύω, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 8, 9 καὶ 10.
§53ΒΛΑΧΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ κεφαλαίου 2 ἔχει ὡς ἑξῆς «ἀδικήματα ἐν τῇ ἐγχωρίῳ θαλάσσῃ». Διὰ τῶν λέξεων τούτων μεταφράζονται αἱ Γαλλικαὶ mer territoriale· ἀλλὰ τοῦτο ἐπεκράτησεν ἤδη νὰ καλῆται «αἰγιαλῖτις» ἐν τῇ διπλωματικῇ γλώσσῃ καὶ ὁ ὅρος οὗτος εἶνε πολὺ προτιμότερος τῶν λέξεων «ἐγχώριος θάλασσα», αἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί λέγεται αἰγιαλός, ὅλοι τὸ γνωρίζομεν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Τὸ διεθνὲς δίκαιον ὁρίζει ποία εἶναι ἡ θάλασσα ἡ territoriale, καὶ νομίζω ὅτι παρεδέχθησαν ὅτι εἶναι τρία ναυτικὰ μίλλια ἀπὸ τῆς ἀκτῆς· τοῦτο δὲ καθιερώθη καὶ εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Ὁλλανδίας μετὰ τῆς Γαλλίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι διὰ τοῦ αἰγιαλοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ὁρίσωμεν.
§55ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν εἶπον αἰγιαλός, εἶπον αἰγιαλῖτις.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤκουσα.
§57Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς εἷς πρώην γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νομίζει, ὅτι ἐν τῇ γλώσσῃ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν μόνον ἡ Αἰγιαλῖτις εἶναι θάλασσα ἐγχώριος. Ἐὰν ἐλάμβανε τὸ σύγγραμμα π. χ. τοῦ Martens, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἡ αἰγιαλικὴ θάλασσα ἀνήκει εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν περικλείει, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἡ θάλασσα τοῦ Αἰγαίου Πελάγους εἶναι Ἑλληνικὴ θάλασσα κατ’ ἀρχαιότατον ἔθιμον, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἡ θάλασσα τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου καὶ ἐν γένει ἡ θάλασσα, ἡ ὁποία περιορίζεται ἀπὸ διάφορα στενόματα καὶ ἔπειτα ἀνοίγει, εἶναι θάλασσα ἐγχώριος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἐννοεῖ δὲ τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, θὰ καταφύγουν εἰς τὸ πρωτότυπον.
§59ΒΛΑΧΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα ὅτι πρὶν παραπέμψῃ ἐμὲ νὰ μάθω τί ἐστὶ mer territoriale, ἔπρεπε νὰ μάθῃ αὐτὸς ὅτι ὁ ὅρος Αἰγιαλῖτις σημαίνει ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ αἱ Γαλλικαὶ ἐκεῖναι λέξεις, καὶ ὅτι ἡ ἔννοια καὶ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὅρου εἶνε ἐντελῶς συνθηματική. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι ἐγχώριος θάλασσα δὲν σημαίνει ἀπολύτως τίποτε.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα βάλλετε καὶ τὸ territoriale μέσα, εἶναι ἀδιάφορον ὅπως καὶ ἂν τὸ μεταφράσετε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 11 ἄρθρον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 12 ἄρθρον).
§61Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, βεβαιοῦνται δι’ ἐκθέσεων διαφόρων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ οἱ νόμοι αὐτοὶ χορηγοῦσιν ἀνακριτικὴν ἐξουσίαν, καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα ποίαν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν ἔχουν αἱ ἐκθέσεις αὗται. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν Γαλλικὸν νόμον, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἀποδεικτικὴ ἰσχὺς τῶν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι συντάσσονται πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἐν ἀνοικτῇ θαλάσσῃ τελουμένων ἀδικημάτων, καὶ τοιαύτη ἀνοικτὴ θάλασσα δύναται νὰ ᾖναι μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, περὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐναντίαν ἐξέφρασε γνώμην ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής· διότι ἀνοικτὴ θάλασσα λέγεται πᾶσα θάλασσα, ἀπέχουσα ὡρισμένον διάστημα ἐκ τῆς ἀκτῆς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις, αἱ βεβαιοῦσαι ἀδικήματα, τελούμενα ἐν ἀνοικτῇ θαλάσσῃ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθ. 2, ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν, ὡσὰν συνετάσσοντο ἀπὸ ὑπάλληλον κατὰ τὸ ἄρθρον 134 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ἔχουσιν ἀποδεικτικὴν δύναμιν μεγαλειτέραν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦν ἀδικήματα, διαπραττόμενα ἐν τῇ ἐγχωρίῳ θαλάσσῃ, δηλαδὴ τῇ θαλάσσῃ, τῇ μικρὸν ἀπεχούσῃ ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀκτῆς. Τώρα διατί γίνεται αὐτὴ ἡ διάκρισις; διότι ἡ Γαλλικὴ Νομοθεσία διακρίνει τὰς ἐκθέσεις, εἰς ἐκθέσεις ἐχούσας πλήρη ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν, μέχρις ὅτου ἀποδειχθῶσι πλασταὶ, εἰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, καὶ εἰς ἄλλας ἐχούσας μικροτέραν ἀποδεικτικὴν δύναμιν. Ἡ ἡμετέρα Ποινικὴ Δικονομία δὲν ἀναγνωρίζει εἰμὴ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσι μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Τώρα κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ ἄρθρου 2 διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 134 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας συγχέεται ἡ πλήρης ἀπόδειξις μὲ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναγνωριζομένην ἀπόδειξιν μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ἣν παραδέχεται ὁ νόμος, προκειμένου περὶ ἐκθέσεων βεβαιουσῶν ἀδικήματα, τελούμενα ἐν τῇ ἐγχωρίῳ θαλάσσῃ. Νομίζω, ὅτι ἵνα ὦμεν συνεπεῖς, πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν ἓν σύστημα ἀποδείξεως δι’ ὅλας τὰς ἐκθέσεις, ἀποδίδοντες καὶ εἰς τὰς βεβαιούσας ἀδικήματα ἐν ἀνοικτῇ θαλάσσῃ ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Οὕτως ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι ὁμοιόμορφος.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 2 ἐψηφίσθη καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸς συναρμολογίαν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν ὀλίγον τὸ ψηφισθὲν 2 ἄρθρον, καθ’ ὃ «αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 συντασσόμεναι ἐκθέσεις ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν, ὡσὰν νὰ ἐγένοντο παρὰ Δημοσίου ὑπαλλήλου κατὰ τὸ ἄρθρον 134 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὴν λέξιν πλήρη.
§64Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδίαν ἀπόδειξιν τοῦ ἄρθρου 134 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12, 13, 14 καὶ 15). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 16).
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κρίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ συμφώνως μὲ τὸ Γαλλικόν, τὸ ὁποῖον λέγει: Αἱ λοιπαὶ περιπτώσεις τῆς εὐθύνης πρὸς ἀποζημίωσιν κρίνονται κατὰ τὸ Πολιτικὸν Δίκαιον». Λοιπὸν πρέπει καὶ ἐδῶ νὰ γράψωμεν: «Αἱ λοιπαὶ περιπτώσεις τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν εὐθύνης κρίνονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου».
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν). (Γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 1,299,180). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κύριος Καναβός). (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας σιδηρῶν σωλήνων τῶν ὑδραγωγείων Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου.
§69Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διοχέτευσις ποσίμου ὕδατος εἶνε ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν βαθέως αἰσθάνονται οἱ κατοικοῦντες εἰς τόπους, κειμένους μακρὰν τῶν πηγῶν τοιούτων ὑδάτων. Τὴν ἀνάγκην ταύτην νομίζω, ὅτι ἔπρεπε κατὰ πρώτιστον λόγον νὰ θεραπεύῃ αὐτὴ ἡ Πολιτεία· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἡ Κυβέρνησις χορηγεῖ ἑκάστοτε μικρά τινα ποσὰ εἰς διαφόρους κοινότητας, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους τόπους φροντίζουσιν οἱ κάτοικοι νὰ οἰκονομοῦν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐκ τῶν δημοτικῶν ταμείων· ὅπου δὲ οἱ δημοτικοὶ πόροι δὲν ἐπαρκοῦσιν ἀναγκάζονται νὰ ἐπιβάλλουν πρὸς τοῦτο εἰδικοὺς καὶ ἐκτάκτους φόρους. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ Δημόσιον διηκόλυνε τὴν κατασκευὴν τῶν ὑδραγωγείων καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιδηρῶν σωλήνων. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ποιῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ πληρωμῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους διὰ τοὺς σωλῆνας τῶν ὑδραγωγείων Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δύο τούτων ὑδραγωγείων κατασκευάζονται τοιαῦτα εἰς Φιλιατρὰ καὶ εἰς Γαργαλιάνους, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ὑπεβλήθησαν εἰς εἰδικοὺς βαρυτάτους φόρους, οὓς ἐψήφισεν ἡ Βουλή· καὶ τὸ μὲν ὑδραγωγεῖον τῶν Φιλιατρῶν εἶνε ἐν τῷ τελειοῦσθαι, τὸ δὲ τῶν Γαργαλιάνων ἐξετέθη ἤδη εἰς δημοπρασίαν· ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον εἰσάγονται σιδηροῖ σωλῆνες. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῶσιν ὅπως τὸ μέτρον τῆς ἀτελείας, τὸ διὰ τοὺς δήμους Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου λαμβανόμενον, ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς Δήμους Ἐράνης καὶ Πλαταμώδους.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὅλους τοὺς Δήμους.
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δὲ ἡ τροπολογία μου αὕτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν σιδηρῶν σωλήνων διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐπροτάθη ὑπὸ συναδέλφου νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀτέλειαν τοιούτων σωλήνων διὰ πάντας τοὺς Δήμους. Καὶ τὴν ἀρχὴν μὲν οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν, οὐδὲ ἡμεῖς· ἀλλὰ δικαίωμα τοιοῦτον, ἀπολύτως χορηγούμενον, νομίζω ὅτι δύναται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν νὰ ἐξοκείλῃ εἰς κατάχρησιν, διὰ τοῦτο ἀντέστην τότε καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰδικῶς διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, ὑπεσχέθημεν δὲ νὰ εἰσάγωμεν ἑκάστοτε εἰδικὸν νομοσχέδιον, ὁσάκις πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι σωλῆνες σιδηροῖ, χρήσιμοι εἰς τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν δήμων, διότι πάντως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸ ποσὸν, οὗ τινος ἕκαστος δῆμος ἔχει ἀνάγκην. Εἶμαι πρόθυμος νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν σιδηρῶν σωλήνων τῶν χρησίμων διὰ τὸν δῆμον Ἐράνης, ἂν ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἀπευθύνῃ αἴτησιν καὶ μοὶ παραστήσῃ τὴν ἔκτασιν τοῦ ὑδραγωγείου καὶ τὸ ποσὸν τῶν σωλήνων, διότι ἄνευ τούτου πιθανὸν νὰ παρεισφρήσωσι καταχρήσεις. Παράδειγμα ἔχομεν ἐν Ἀθήναις τὴν ἐγκριθεῖσαν ἀτέλειαν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σιδηρᾶς στέγης τῶν ἀνακτόρων, ἔνθα ἐγένοντο τοιαῦται παραβάσεις, ὥστε ἀνεμίχθη καὶ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον εἰς τοὺς Δήμους, ἀλλὰ τὴν παροχὴν ταύτην πρέπει νὰ κανονίζωμεν οὕτως, ὥστε νὰ παρέχεται πᾶσα ἐγγύησις, ὅτι δὲν θέλει ἐμφιλοχωρήσει κατάχρησις.
§73ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι γενικόν. Τὰς καταχρήσεις δύνασθε νὰ προλάβητε.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν εἰσαγωγικὸν τέλος ἀπὸ σωλῆνας, εἰσαγομένους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων. Ἀλλὰ μέχρι τινὸς εἶχον τὴν εὐκολίαν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ Διατάγματος νὰ χορηγῶσι τὴν ἀτέλειαν τούτων, διότι ὑπῆρχεν ἐν τῷ τελωνιακῷ νόμῳ ῥῆσίς τις, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται ἐκτεταμένη ἑρμηνεία. Οἱ Ὑπουργοὶ προεκάλουν Διατατάγματα, δι’ ὧν ἀπηλλάσσοντο τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους πολλὰ ἀντικείμενα, εἰσαγόμενα πρὸς χρῆσιν τῶν Δήμων ἢ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἀλλ’ ὅταν ἐψηφίσθη τὸ νέον Δασμολόγιον, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς μόνα τὰ ἀφορῶντα Δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀπέκλεισε δὲ τὰ ἀντικείμενα τῆς Δημοτικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις καὶ αὐτὴ, κατ’ ἐμὲ, εἶνε Δημοσία ὑπηρεσία. Ἔκτοτε οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κωλύονται νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀτέλειαν τῆς εἰσαγωγῆς σωλήνων. Διὰ τοῦτο ὁ Δῆμος Ἐράνης, ὁ ὁποῖος ἐδαπάνησε 500,000 διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον, κατέβαλε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ ἐπιμένω, ὡς ἐσημειώθη εἰς τὴν τροπολογίαν, τὰ τέλη αὐτὰ νὰ ἐπιστραφῶσι. Μέχρι τινὸς οὐδεὶς τῶν Δήμων ἐπλήρωνε, οὐ μόνον διὰ τοὺς σωλῆνας, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν Δῆμον Πλαταμώδους αὐτὸς δὲν ἐπλήρωσε, διότι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέδωκεν εἰς δημοπρασίαν ὁ Δήμαρχος τὸ ἔργον, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ ὁ Δῆμος τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν σωλήνων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ὅπως ἀπαλλαγῇ καὶ ὁ Δῆμος οὗτος· ὡς πρὸς δὲ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ λάβῃ, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπέλθωσι καταχρήσεις. Ἀλλ’ ἡ χορηγηθησομένη διὰ τοῦ Νόμου ἄδεια, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν Δῆμον Πλαταμώδους δὲν δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς οὐδεμίαν κατάχρησιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει προσέξει ἐν καιρῷ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ θέλει προλάβει πᾶσαν ἐνδεχομένην δολιότητα.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρότεινον Νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιδηρῶν σωλήνων διὰ τοὺς Δήμους Ναυπάκτου καὶ Ναυπλίας, ἀφοῦ ἐξητάσαμεν προηγουμένως καὶ τῶν Δήμων ἐκείνων τὰ οἰκονομικὰ, καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔμελε νὰ εἰσαχθῇ. Ἐὰν ὁ Δῆμος Ἐράνης ἢ Πλαταμώδους ἔχωσιν ἀνάγκην τοιαύτην, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα, ὅπως ἐξετασθῇ ἐὰν πρέπει νὰ προταθῇ Νομοσχέδιον νέον.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάρετε τὴν ἄδειαν καὶ μὴ τὴν ἐγκρίνετε, ἂν δὲν σᾶς ὑποβληθῇ πᾶσα ἐγγύησις.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ λυσιτελεστάτην, ἡ ὁποία ἀπέτρεψε καταχρήσεις γενομένας εἰς τὸ παρελθὸν, καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ὑλικοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὡς δὲν πρέπει ν’ ἀφίνωμεν πᾶσαν ἐξουσίαν εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ὅταν διὰ μιᾶς διατάξεως δίδωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν πάντων τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τοὺς Δήμους, δύνανται νὰ συμβῶσι καταχρήσεις. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν μεγάλην ταύτην ἐξουσίαν.
§78Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς διακρίσεως ταύτης. Ἐννοῶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν καταχρήσεις, χορηγοῦντες τοιαύτην εὐκολίαν εἰς τοὺς Δήμους. Ἀλλὰ μήπως ὁ Νόμος τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν κατάχρησιν; παντελῶς. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτιμήσας τὰς περιστάσεις, εὗρεν ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας εἰς δύο Δήμους, καὶ ἐζήτησε διὰ Νόμου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τῶν σωλήνων. Ἀλλὰ ποία ἡ διαφορὰ τῆς περιπτώσεως ταύτης ἀπὸ ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε προτείνει διὰ γενικῆς διατάξεως νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁσάκις παρασταθῇ ἀνάγκη, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ προτεινόμενα, καὶ σκεφθῇ περὶ τῶν παρεχομένων ἐγγυήσεων, καὶ πεισθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς τοιαῦται, τότε μόνον νὰ ἐκδίδῃ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παραχωρῇ τὴν ἀτέλειαν; Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ψηφισθῇ ὡς 2 ἄρθρον ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ παραχωρῇ τὴν ἀτέλειαν ταύτην εἰς πάντας τοὺς Δήμους.
§79Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡς ἡ κυρία βάσις. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς οὐδένα Ὑπουργὸν, ἵνα μεταχειρίζηται αὐτοβούλως τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Πρόκειται τὰ εἰσοδήματα νὰ ἐλαττωθῶσιν ἔστω κατὰ ἓν πολοστημόριον; οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀτέλειαν εἰς μίαν περίπτωσιν, καὶ νὰ μὴ τὴν ἐπιτρέψωσιν εἰς ἄλλην. Ὅλαι αἱ εἰδικαὶ περιστώσεις πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος βουλευτὴς Μεγαρίδος, ὅτι ποῖα τὰ διδόμενα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον σήμερον ψηφίζει τὴν ἀτέλειαν ὑπὲρ τῶν Δήμων Ναυπάκτου καὶ Ναυπλίου, ἐννοῶ ποῦ πηγαίνει ἡ ἰδέα τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία παρατήρησις ὅτι, ἂν δὲν ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πεισθῇ ἀδιστάκτως ἡ Βουλὴ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐλαττώσῃ κατά τι τὸν Δημόσιον θησαυρὸν, τὸ λάθος ἀνήκει εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀπῄτησε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν στοιχείων, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει πεισθῆ. Αὐτὸ εἶναι κατάχρησις δυνάμεως. Ὁ ἡγούμενος τῆς πλειοψηφίας ὤφειλε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ νὰ πείσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους νὰ θυσιάσωσιν ἐκεῖνο τὸ ποσοστὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ ἡ ζητουμένη ἀτέλεια. Δὲν τὸ ἔπραξε καὶ δὲν τὸ ἔπραξε, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι, εἴτε τὸ πράξῃ εἴτε δὲν τὸ πράξῃ, ἡ πλειοψηφία τὸν ἀκολουθεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον σήμερον συμβαίνει, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ τὸν κανόνα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετάσωμεν τὰ γεγονότα, τὰς προτάσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐξετάσωμεν τώρα, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι θέλομεν ἀπελπισθῆ.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐξέτασιν ταύτην δὲν ἀποκρούομεν, οὐδὲ δυσφοροῦμεν, ἐὰν ἤθελε γείνει καὶ σήμερον. Ἡμεῖς, πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν σωλήνων Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου, προέβημεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, καὶ ἀφοῦ ἐσχηματίσαμεν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀτέλεια αὕτη εἰς τοὺς εἰρημένους Δήμους, τότε προεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον.
§81ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀνακοινώσατε καὶ εἰς ἡμᾶς τὰς πληροφορίας.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι τόσον πρόχειροι, ὥστε καὶ ἂν εἷς τῶν βουλευτῶν ἤθελε ζητήσει ταύτας, ἠθέλομεν τὰς φέρει ἐνταῦθα. Ἐγὼ εἶπον μόνον, ὅτι θεωροῦμεν λίαν ἐπικίνδυνον νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς σιδηροῖ σωλῆνες ἀπολύτως. Εἶπα δὲ νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο, ὁσάκις προταθῇ εἰδικὴ αἴτησις, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἢ προβάλῃ αἴτησιν τοιαύτης ἀδείας, θέλει προβαίνει εἰς τὴν ἀναγκαίαν ἔρευναν, διότι θέλει εἶσθαι ὑποχρεωμένος ἑκάστοτε νὰ κρούῃ τὰς θύρας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ζητῇ τὴν ἄδειαν· ἐνῷ ὅταν ἔχῃ τὴν ἄδειαν ἐκ τῶν προτέρων, ὅταν ἀπηλλαγμένος ἐκ τῆς ἀνάγκης νὰ προσέρχηται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τότε οὐδεμία ἐξέτασις θέλει γίνεσθαι, καὶ ἡ ἀτέλεια θέλει κατασταθῇ δώρημα, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς θέλει ἀπονέμει ἑκάστοτε. Εἶναι περίεργον συμβεβηκός. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ ἄφθονος ἐμπιστοσύνη· τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Προέδρου νὰ παρακαλῇ τὴν Βουλὴν νὰ ᾖναι φειδωλὴ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην· διότι, καὶ ἂν ἡμεῖς ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ἐφ’ ἡμᾶς αὐτοὺς, ὀφείλομεν ὡς πολῖται καὶ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ συμβουλεύσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ δυσπιστῇ πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ διὰ τοῦτο πρῶτοι ἡμεῖς ὑποβαλλόμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐπετίμησε τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν περιέλαβον ἐν αὐτῷ διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διάταξις νομοθετική, ἀλλ’ ἐκτελεστική, ἢ μᾶλλον κανονιστική, μὴ ἁρμόζουσα ἐν κειμένῳ νόμου. Αἱ διατάξεις αὐταὶ δεικνύουσι τί πρέπει νὰ πράξῃ ὁ προτείνων νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ μέλλοντες νὰ ψηφίσωσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν ἔχωσιν ἀνάγκην πληροφοριῶν, ζητοῦσιν αὐτὰς ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ φέρωσι αὐτάς· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν περιέλαβε διατάξεις, κανονιζούσας τί πρέπει νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, πῶς πρέπει νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ποσὸν καὶ τὸ βάρος τῶν σωλήνων, δὲν εἶναι παράλειψις, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν ἁρμόζει ἐν κειμένῳ νόμου.
§83Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν τὸ εὗρον. Ἐννοῶ πῶς γίνονται αἱ εἰσηγήσεις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν Συνελεύσεων. Ἐνώπιον ἡμῶν ἔχομεν ἓν δεδομένον θέμα εἰς δημοσίαν συζήτησιν, νὰ χορηγήσωμεν ἀτέλειαν σιδηρῶν σωλήνων ὑδραγωγείου. Ὑποθέτω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὰ ἔγγραφα, καὶ οὐχὶ βεβαίως νὰ τὰ ἀναγνώσῃ σχολαστικῶς, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ χωνευμένην τὴν ἰδέαν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸν Δῆμον Α εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ ὑδραγωγεῖον σιδηροῦν, οἱ πόροι του εἶναι μικροὶ, ὑπάρχει ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα περίπτωσις, καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀτέλειαν. Ἀντὶ τούτων τί σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἐμελέτησα κατ’ ἰδίαν, ἐὰν θέλετε ψηφίσατε, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς δώσωμεν πληροφορίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐπερωτήσεως. Πρέπει ὑμεῖς, οἱ εἰσάγοντες τὸν νόμον, νὰ μᾶς ἀποδείξητε τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Πρέπει νὰ μᾶς πείσητε ὁμιλοῦντες καὶ οὐχὶ ἐπιβαλλόμενοι μὲ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεσθε. Αὐτὸ ἐπερίμενα νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν γνωρίζει τὰς περιστάσεις. Εἶναι περιττὸν εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ γεγονότα. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου νὰ γνωρίζῃ καὶ νομικὰ καλά. Ἐγὼ δὲ ἠπόρησα τὸ Σάββατον πῶς, προκειμένου περὶ συνδυασμοῦ νομικῶν ἄρθρων, κατεδικάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ὁμιλῇ περὶ πραγμάτων εἰς αὐτὸν ἀγνώστων. Ἐγὼ ἐπερίμενα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοιαύτης δυσχερείας, καθὼς καὶ σήμερον ἐπερίμενον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μεγάλη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀδυναμία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν δίδει αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς μεγάλης χρήσεως τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ποιούμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· διότι ἡμεῖς δὲν ποιούμεθα κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς μας, ἀλλὰ προκαλοῦμεν εὐρείας συζητήσεις, ὥστε οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται ὅτι προσεφύγαμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἵνα φράξωμεν τὸ στόμα τινὸς, ἵνα καταστείλωμεν τὰς πεποιθήσεις του. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. βουλευτὴς δὶς παρεπονέθη, ὅτι δῆθεν ἡ κρείσσων δύναμις ἀφαιρεῖ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
§85ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν παρεπονέθην.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἄλλοτε παρετηρήθη τοσαύτη εὐρύτης εἰς τὰς συζητήσεις. Ὅταν εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ εἰσηγάγομεν, διότι τὸ ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον· ἠρευνήσαμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Δήμων Ναυπλίας καὶ Ναυπάκτου, εἴδομεν ποῖα τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν καὶ ἐκρίναμεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ ἀποτίσωσι καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἐπείσθημεν τέλος ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον αὐθαιρέτως, χαριζόμενοι εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν βουλευτήν· καὶ ἂν συμβαίνῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει καθῆκον, πρὶν ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, νὰ τὸ ἐρευνᾷ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια πρὶν ἢ ἐρευνήσῃ τὴν οὐσίαν των. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἀφῆκε νὰ παρέλθωσι δύο ἀναγνώσεις χωρὶς νὰ ζητήσῃ πληροφορίαν τινὰ, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ καταλογίσῃ ὡς ἔλλειψιν ἡμῶν, ὅτι δὲν εἰσηγάγομεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἀναφέρωμεν πόσην ἔκτασιν ἔχουσι τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Δήμων καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐμελετήθησαν προηγουμένως, ὅπως προκαλέσωμεν τὴν γνώμην τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐπιθυμῇ πληροφορίας, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν αὐτὰς μετ’ ἀναλυτικῶν πινάκων καὶ μετὰ τῶν διαγραμμάτων τῶν ὑδραγωγείων. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.
§88Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. Καί τοι κινδυνεύω νὰ διαφωνήσω πρός τινας τῶν συναδέλφων μας, φρονοῦντας ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἄνευ φόρων, ἢ νὰ προκαλέσω φιλικοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μας καὶ ἐπιφανοῦς βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηροπούλου, λέγοντός μοι ὅτι θέλει μὲ κρεμάσει, διότι ὑποστηρίζω τοὺς φόρους, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ τῆς πρώην ἢ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι καὶ ἡ προλαβοῦσα καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπεδέξατο ὡς εἶδος φορολογήσιμον τὸν καπνόν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι τὸ σύστημα τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως δὲν εἶναι κατάλληλον καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις δὲν ἐφορολόγει εἰμὴ 1,000,000 ὀκάδας καπνοῦ, ἐνῷ ἡ παροῦσα διὰ συστήματός της καταλληλοτέρου θέλει φορολογήσει 2,000,000 ὀκάδας καπνοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπεστήριξεν ὅτι θέλει εἰσπράξει μείζονα ποσὰ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐκ φόρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ εἴδους. Κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ ἀφοῦ πιστεύει εἰς τὸ σύστημά της αὐτὸ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει εἰσπράξει περισσότερα, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀποφεύγει νὰ ἐπιβάλῃ τοὐλάχιστον τὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις ἐπέβαλεν. Ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις εἶχεν ἐπιβάλει φόρον 3 δραχμῶν· εἰσέπραττε συνάμα διὰ ταινίας, κοπτικὰ καὶ λοιπὰ, ὥστε τὸ ὅλον ἀνέβαινεν εἰς δραχμὰς 3,90· ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα καὶ νῦν οἱ καπνοπῶλαι ἐξοδεύουσι, καὶ οὕτως ὁ καθαρὸς φόρος ἀνεβιβάζετο εἰς δραχμὰς 3,50. Οὕτω λοιπὸν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει φορολογήσει 2,000,000 ὀκάδων, διατί δὲν ἐπιβάλλει φόρον τὸν αὐτὸν τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἀντὶ 5,000,000 ὃν καὶ προϋπολογίζει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰς δραχμὰς 7, 000,000; Μήπως ἆρά γε εὑρισκόμεθα εἰς περιστάσεις, αἵτινες μᾶς ἐπιτρέπουσι ν’ ἀποφύγωμεν μίαν τόσον οὐσιώδη πρόσοδον, ὅταν καταφεύγωμεν εἰς φόρους, οἵτινες οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι πολὺ πλέον ἐπαχθεῖς τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠμποροῦμεν κάλλιστα νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὸ τὸ μέσον τῆς φορολογίας ἢ μᾶλλον τῆς αὐξήσεως τούτου τοῦ φόρου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐναντίας ἰδέας δι’ ἄλλους λόγους, νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου καὶ ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἀντὶ 2,50 εἰς 3,50 δραχμάς. Ἀνεξαρτήτως τούτου, ἴσως ἤθελέ τις μ’ ἐρωτήσει ὁποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συνεζήτησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης λίαν εὐγλώττως καὶ πειστικῶς ἐκθέσας τὰ περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ἐγὼ συμφωνῶ καθ’ ὅλα σχεδὸν μὲ τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου. Ἀλλ’ ἐν γένει δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς ἰδέας μου· οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι εἶναι καθῆκόν μου, ἂν καὶ δὲν ἔχῃ βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ ἀπ’ ἐμὲ, νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον καὶ προλαβόντως, δηλαδὴ ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες εἶναι ἀρεστοὶ εἰς ἐκείνους, ὧν τῆς πίστεως ἔχομεν ἀνάγκην. Ὁ φόρος, ὁ νῦν ἐπιβαλλόμενος, ὅπως ἐπιβάλλεται, εἶναι μὲν φόρος ἔμμεσος, ἀλλ’ ὄχι καὶ καθαρῶς ἔμμεσος· εἶναι ἔμμεσος, διότι εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄμεσος ὡς πληρωνόμενος ἀμέσως ὑπὸ τοῦ παραγωγοῦ. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας πολὺ ὀλίγην ἐμπνέει πίστιν εἰς οὓς ἀνωτέρω ἀνέφερον· καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τοῦ πράγματος, ἀναφέρω τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κάμω ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ τοῦ συναδέλφου βουλευτοῦ Τριφυλίας τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ πρώτιστος ὅρος, τὸν ὁποῖον μοὶ εἶχεν ἐπιβάλει ἡ ἐν Παρισίοις ὁμὰς, ἦτο ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ ἕνα φόρον εἰδικὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀσφαλίζοντα καὶ ἐγγυώμενον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐὰν ἐξετάσητε τὴν σύμβασιν τοῦ εἰρημένου δανείου, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ῥητῶς λέγεται ἐκεῖ ὅτι ἡ Κεβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιβάλῃ φόρον καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν διαχείρισιν νὰ θέσῃ en regie.
§89ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν σύμβασιν ὑμεῖς εἴχετε συντάξει;
§90ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὄχι· ἐστάλη συντεταγμένη ἐκ Παρισίων.
§91ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Regie δὲν σημαίνει μονοπώλιον.
§92ΣΥΓΓΡΟΣ. Regie δὲν σημαίνει μονοπώλιον ἀπολύτως. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ὅτι συνεφωνήθη ὁ φόρος ν’ ἀνατεθῇ εἰς «εἰδικὴν διαχείρισιν», καὶ ἡ εἰσπραττομένη οὕτω πρόσοδος τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ νὰ μεταβαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰ θυλάκια τῶν δανειστῶν. Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ῥήτρα δὲν ἐτηρήθη, συνέπεια δὲ τῆς μὴ τηρήσεως αὐτῆς τῆς ῥήτρας εἶναι ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ὑπετιμήθη σπουδαίως καὶ σήμερον ὑποτιμᾶται κατὰ 100 φράγκα. Ἀξίζει λοιπὸν ἢ δὲν ἀξίζει νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Πάντες γνωρίζομεν, καὶ ἂς μὴ κρυπτώμεθα, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δανείου καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀνυψώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν. Μὲ λόγους εἶναι ἀδύνατον νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον. Ἤρχισεν οὗτος νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκφεύγῃ κἄπως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, καὶ δυσπιστεῖ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀπαραίτητον χρέος ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν φόρον τοῦτον, ἂν ὄχι νὰ τὸν μετατρέψῃ εἰς μονοπώλιον, τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε νὰ τὸν καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον καὶ εἰσπρακτέον δι’ εἰδικῆς διαχειρίσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ προλαβοῦσαν ὁμιλίαν του, ποιῶν λόγον περὶ μονοπωλίου καπνοῦ, μοὶ παρέσχε τὴν μεγάλην τιμὴν, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομά μου, νὰ ὑπαινιχθῇ οὕτως, ὥστε νὰ ἐννοήσω ὅτι ἐμὲ ἐννοεῖ λέγων ὅτι ἤκουσε γνώμην ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου παρ’ αὐτῷ οἱ λόγοι ἔχουσι κῦρος. Τὸν εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως, διότι πιστεύω ὅτι εἰλικρινῶς ἀπεφάνθη, καὶ ὅτι θυσιάζει καὶ τὰς ἰδέας του αὐτὰς, ἀρκεῖ νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον νὰ ὠφεληθῇ ἡ πατρίς. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εὕρῃ μέσον οἱονδήποτε, ὥστε ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ν’ αὐξήσῃ καὶ νὰ διατεθῇ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι ἀνατεθειμένος εἰς ἰδιωτικὴν διαχείρισιν, ἔστω καὶ νὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν, ἢ ὅπως ἄλλως.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σχηματίσῃ τὸ μονοπώλιον, οἱ συνάψαντες τὸ δάνειον δὲν θὰ ἐξασκήσωσι τὰ δικαιώματά των;
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λελυμένον.
§95ΣΥΓΓΡΟΣ. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· αὐτὸ ἐλύθη Ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Σωτηροπούλου· ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ἐλύθη, πρὸς τί ἡ ἐρώτησις αὕτη; Διὰ νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ τί φρονῶ; γνωρίζετε τοῦτο πρὸ πολλοῦ. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν παραιτοῦνται· ὑποστηρίζω ὅτι ὁ φόρος δέον νὰ κανονισθῇ εἰς τρόπον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ καλύπτῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ νὰ περισσεύῃ καὶ ποσὸν δι’ ἄλλο δάνειον, καὶ ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι τούτου γινομένου ἡ Ἑλλὰς θέλει εὕρει δάνειον νέον. Ὅπως δὲ ἀποφύγῃ τὴν κατ’ ἐμὲ ἀνώδυνον ὑποχρέωσιν τῆς προτιμήσεως τῶν συμβληθέντων διὰ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἂς μὴ τὸ ὀνομάσῃ μονοπώλιον ἢ καὶ regie, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἄλλως ἂς τὸ ὀνομάσῃ, ἔστω καὶ καπνοπώλιον (ἱλαρότης).
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς ἀπέτεινα τὴν ἐρώτησιν, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐπιβάλλεται εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ἐὰν εἶναι δυνατὸν οἱ συνάψαντες τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματά των· ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου δύναται τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχει σήμερον ἀνάγκην. Ἂν ὅμως πρόκηται τὸ μονοπώλιον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ἐγγύησις τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἰδίως δὲ ἂν οἱ συνάψαντες τὸ δάνειον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμα, οὗτινος ἐπεφυλάχθησαν, ὅπως κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου ἐνοικιάσωσιν αὐτοὶ τὴν πρόσοδον τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, τότε ὁ σχηματισμὸς τοῦ μονοπωλίου τούτου οὐ μόνον δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς εὕρεσιν χρημάτων, διδομένου ὡς δευτέρας ἐγγυήσεως δανείου, ἀλλὰ καὶ βλάβην δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου ἐν γένει.
§97ΤΡΥΓΩΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§98Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ζητήσω τὸν λόγον, ὅπως συγκρίνω τὸ σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μὲ τὸ σύστημα τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἔχω δυσκολίαν τινὰ νὰ δηλώσω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου, συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σύρου κυρίου Συγγροῦ, διότι τὸν καπνὸν θεωρῶ ὡς ἐξόχως φορολογητέαν ὕλην καὶ ἐπιδεχόμενον αὔξησιν φόρου. Ὅταν εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὁ καπνὸς πωλεῖται πρὸς 16 φράγκα καὶ 20 ἡ ὀκὰ, ἐν ᾧ 4 ἢ 5 δραχμὰς στοιχίζει ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι κατὰ τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας καὶ εἰς τὸν καπνὸν πρέπει νὰ καταφύγωμεν, ὅπως θεραπεύσωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τριχωνίας προέρχονται ἐκ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐπαρχίας του, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ἐπηρεάσωσιν ἐπὶ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς παρούσας μάλιστα ἐκτάκτους περιστάσεις. Φρονῶ δὲ καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ ὁ φόρος τῶν 3½ δραχμῶν δὲν εἶναι καὶ αὐτὸς ἀρκετός. Ὅταν, κύριοι, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκαζώμεθα νὰ θέσωμεν φόρον ἐπὶ τοῦ κρέατος χάριν τῶν ταμιακῶν ἀναγκῶν—διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν φόρον τοῦτον εἶπεν, ὅτι εἰσήγαγεν οὐχὶ χάριν τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου—ὅταν θέλωμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸ κρέας, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ φορολογήσωμεν βαρύτατα τὸν καπνόν; Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι φόρος, ὅστις ἐξαντλεῖ τὸ Ἔθνος, διότι τὸν καπνὸν τὸν θεωρῶ ὡς εἶδος τῆς ἀπολαυστικῆς πολυτελείας· εἶναι τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φορολογήσωμεν ἐξόχως, ὅταν ἀναγκαζώμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐκτὸς τούτων ὅμως ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἥμισυ ἑκατομμύριον θὰ διαῤῥεύσῃ διὰ τῆς ὀπῆς τοῦ ἄρθρου τούτου ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρὸς ὠφέλειαν ἀποκλειστικῶς τῶν καπνεμπόρων καὶ τῶν καπνοπωλῶν. Προσέξατε, κύριοι, τὶ λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει). Βλέπετε, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885 ἀφίνεται καιρός, ὅπως γίνῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ὑπάρχοντος φόρου καὶ ἀπαλλαγῶσιν οὕτως οἱ καπνοπῶλαι τοῦ προσθέτου φόρου. Ἀλλ’ οἱ καπνέμποροι καὶ οἱ καπνοπῶλαι ἕως τότε θὰ ἔχωσι πληρώσει τὸ τέλος ἢ θὰ ἔχωσι καταβάλει τὴν πρώτην δόσιν διὰ τὸν καπνόν, τὸν χρήσιμον κατὰ τὸ 1886, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ πληρώσωσι τὰ 50 πρόσθετα λεπτά, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ ὁ λαός, ὅπως μὴ εἰσέλθωσιν ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἰς τὰς ἀποθήκας ὑπάρχει 1,000,000 ὀκάδες καπνοῦ καὶ ἔχουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι πληρώσει τὸ ¼ τοῦ φόρου, θὰ ὠφεληθῶσιν οὗτοι 500,000 δραχμάς, μὴ πληρώνοντες τὸ πρόσθετον τέλος· ἴσως δὲ ὑπάρχει καὶ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ 1,000,000 ὀκάδων, διότι, καθὰ διεβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι δηλωθῆ δύο ἑκατομμύρια περίπου.
§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐβεβαίωσα; Καμμίαν πληροφορίαν τοιαύτην δὲν ἔδωκα, διότι δὲν εἶχον πληροφορίαν τοιαύτην· εἶπον, ὅτι προϋπελόγισα κατανάλωσιν καπνοῦ 2,000,000 ὀκάδων καὶ ἑπομένως ὑπελόγισα τὸ ἔσοδον.
§100ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τώρα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱ καπνέμποροι καὶ οἱ καπνοπῶλαι θὰ πληρώσωσι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τὸ ¼ τοῦ φόρου διὰ νὰ ὠφεληθῶσι τὰ 50 λεπτὰ τοῦ προσθέτου τέλους, τοιουτοτρόπως δὲ ἐκ τῆς προεξοφλήσεως οἱ μὲν καπνέμποροι καὶ καπνοπαραγωγοὶ θὰ ἔχωσιν 20% ὠφέλειαν, οἱ δὲ καπνοπῶλαι 50% ἐπὶ τῶν χρημάτων, ἅτινα δέον νὰ καταβάλωσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἂν αὕτη ἀποβλέπῃ μόνον εἰς τὴν ταχυτέραν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἕνεκα τῆς παρούσης ἀνάγκης χρημάτων. Ἀλλ’ ὁποιανδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀνάγκη τοῦ Δημοσίου Ταμείου, κρίνω δυσανάλογον τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγραφομένην θυσίαν πρὸς ἄμεσον εὕρεσιν χρημάτων.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις τοῦ 2 ἄρθρου, ἐὰν ἤθελε συνταχθῆ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἤθελε δώσει ἀφορμὴν νὰ κατακριθῶμεν ὅτι ὑπὸ κακῆς πίστεως ἀγόμενοι προέβημεν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προεβάλαμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ διάταξις μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι δικαιοτάτη. Δὲν ἐπεβάλομεν τὸν πρόσθετον φόρον ἐπὶ τῶν φορολογηθέντων ἤδη ἀντικειμένων, ἢ ἐπὶ ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ φόρος ἐβεβαιώθη. Ἐὰν ἀφοῦ ἐπληρώθη ὁ φόρος, ἢ τοὐλάχιστον ἐπληρώθη ἡ πρώτη δόσις, ἢ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὁ φόρος, τὸ νομοσχέδιον διέτασσε νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὁ φόρος τῶν 50 λεπτῶν, ἤθελον πράξει ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀποδώσει εἰς τὴν κακὴν πίστιν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνομεν μὲ πρόσθετον φόρον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπιβάλετε φορολογίαν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήσατε ἤδη, ἐνῷ ἐλάβατε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβητε; Ἐν τίνι ἐξουσίᾳ δύνασθε νὰ λάβητε καὶ μέρος τῶν χρημάτων, ἀφοῦ ἐφορολογήσατε ἤδη τὸ ἀντικείμενον καὶ ἐλάβατε ἤδη καὶ τὸ τέταρτον τοῦ φόρου; Ἑπομένως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε φόρον 2½ δραχμῶν, ἀφοῦ ὁ φόρος ἐβαιβεώθη καὶ ἐχρεώθη ὁ φορολογούμενος διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 2 δραχμῶν. Ὀφείλει δὲ τὸ Κράτος νὰ μὴ φανῇ, ὅτι ἄγεται ἀπὸ κακῆς πίστεως, ὅταν ἐνασκῇ τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν· ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ὁ ἐπίλογος τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις ἐτράπη καὶ ἐπὶ δύο ἄλλας γνώμας· ἡ πρώτη τῶν γνωμῶν ἦτο ὅτι ὁ φόρος τῶν δραχμῶν 2½ εἶναι μικρὸς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ. Καὶ κατὰ μὲν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Σύρου, νὰ αὐξηθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προσδιορισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ καταργηθέντος, δηλαδὴ εἰς δραχμὰς 3 1 2, κατὰ δὲ τὸν ἄρτι καταβάντα τὸ βῆμα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ εἰς δραχμὰς 7, καὶ ἐποιήσατο μάλιστα καὶ τὸν ὑπολογισμόν.
§102ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπον 7 δραχμὰς καὶ τὸ ἀπεδέχθην, δὲν τὸ ἐπρότεινα ὅμως.
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος περιέπεσεν εἰς μικρὰν σύγχυσιν. Ὅταν ἐγὼ ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς προσδιώρισα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον 4 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ ὅταν ἔφερον τὸν προτεινόμενον πρόσθετον φόρον τῶν 50 λεπτῶν, ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προϋπολογίσω καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ὅταν, λέγω, ἐξήγουν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς τοσοῦτον ποσὸν ἐνέγραψα ἐν Προϋπολογισμῷ καὶ ἔλεγον ὅτι προϋπελόγισα κατανάλωσιν δύω ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ, ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ἐπληροφόρουν τὴν Βουλὴν ὅτι ἐβεβαίωσα κατανάλωσιν δύω ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ. Εἴμεθα, νομίζω εἰς ἕνα σταθμὸν πολὺ πρὸ τοῦ σταθμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος. Ἐὰν ἤμην εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐβεβαιώθησαν δύω ἑκατομμύρια ὀκάδων, ἤθελον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι εἰσπρακτέα τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συνεκέντρωσα πάσας τὰς πληροφορίας, ὧν εἶχον ἀνάγκην, δὲν δύναμαι νὰ δώσω τοιαύτην βεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὑπελόγισα ἁπλῶς ὅτι ἐπὶ δύω ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ ὁ φόρος πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ πρὸς δύο δραχμὰς εἰς τέσσαρα ἑκατομμύρια ὡς εἰσπρακτέα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ δύω ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ προσδιορισθῇ φόρος 7 δραχμῶν κατ’ ὀκάν, θέλουσιν ἀναγραφῆ ἔσοδα 14 ἑκατομμύρια; Ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, καὶ θέλει σφάλει ὅστις τοιοῦτόν τινα προϋπολογισμὸν ἤθελε ποιήσει. Ἐξ ἐναντίας, εἶναι ἀποδεδειγμένον μέχρι τοῦ καταφανοῦς, ὅτι ὅσον βαρύτερος εἶναι ὁ φόρος, δὲν αὐξάνει ἀναλόγως καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου, τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου παραγομένου. Καὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον μέχρι τοῦ ἐμφανοῦς, διότι ἀρκεῖ τις νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι, ἂν φορολογῆται ἓν προϊὸν παραγόμενον ἐν τῇ Χώρᾳ εἴτε ἐν ἀλλοδαπῇ, καὶ τὸ φορολογῆτε βαρέως, εἶναι ἀδύνατον ἡ βαρεῖα αὕτη φορολογία νὰ μὴ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος. Ἂν δὲ περιορισθῇ κατά τι ἡ κατανάλωσις, δὲν θέλει καταναλίσκεται ἐν τῇ ἀγορᾷ ὡς πρίν, ἑπομένως δὲν θέλει εἶσθαι βέβαιον, ἐὰν θέσητε δύω ἑκατομμύρια ὀκάδας καπνοῦ ἐν τῇ Χώρᾳ ὑπὸ φορολογίαν 2½ δραχμῶν, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε ὡσαύτως δύω ἑκατομμυρίων ὀκάδων κατανάλωσιν, ἐὰν ἐπιβάλετε φόρον 7 δραχμάς. Ἀλλὰ προσέτι ἐνδεχόμενον εἶνε νὰ ἐπιφέρητε καὶ ζημίαν εἰς τὴν παραγωγήν· διότι, ἐὰν περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις, ἀναγκαίως θέλει περιορισθῇ καὶ ἡ παραγωγή. Τὸ δὲ φυτὸν τοῦ καπνοῦ καλλιεργεῖται ἐν Ἑλλάδι ἀτελῶς μὲν εἰσέτι, διότι ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ εἶνε δεκτικὴ μεγάλων βελτιώσεων, ἀλλὰ λίαν ἐπωφελῶς. Αἱ Ἐπαρχίαι ἐκεῖναι δὲ εἰς τὰς ὁποίας ἐπρόκοψεν ἡ καπνοφυτεία, ᾐσθάνθησαν μεγάλην βελτίωσιν ἀφ’ ἧς ἐπεδόθησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ φυτοῦ τούτου. Λέγω ὅτι καλλιεργεῖται, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ προγενεστέραν τινὰ ἐποχὴν ἠσχολήθην νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸ ἐν Γαλλίᾳ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ τὴν χρῆσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Παρεκάλεσα δὲ ἰδίως φίλους μου καὶ συγγενεῖς ἐν Ἀργολίδι διαμένοντας, καὶ μοὶ ἔπεμψαν ἓν κιβώτιον καπνοῦ εἰς φύλλα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν Παρισίοις, καὶ τῷ ἀνήγγειλα πόσον τιμᾶται ὁ καπνὸς αὐτὸς ἐπὶ τόπου· τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ ἐξετάσῃ ἂν δύναται νὰ προμηθεύηται τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν Γαλλίᾳ καπνὸν Ἑλληνικὸν, ἀφοῦ ἀναγκάζεται νὰ ἀγοράζῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ μονοπωλίου καπνὸν ἐν ἄλλαις Χώραις εἰς τιμὰς μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας προσεφέρετο ὁ Ἑλληνικὸς καπνός· ὁ Διευθυντὴς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ μετὰ τινας ἡμέρας μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι αἱ μὲν τιμαὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶνε λίαν συμφέρουσαι εἰς τὸ μονοπώλιον, καὶ ὅτι ἤθελεν εἶσθε μεγάλη οἰκονομία διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μονοπωλίου πρὸς ἀγορὰν καπνοῦ, ἐὰν ἠγόραζε καπνὸν Ἑλληνικὸν ἐκ τοῦ δείγματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκα εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ὅτι ὁ καπνὸς αὐτὸς εἶχε μέγα ἐλάττωμα, ὑπέκειτο εἰς μεγάλην τριβὴν καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἄφινε μέγα ποσὸν εἰς κόνιν. Τοιουτοτρόπως, ἂν ἀφῃρεῖτο τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ εἰς κόνιν μεταβαλλόμενον, ἂν ἀφῃρεῖτο ἡ ἀξία αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ καπνοῦ, ἢ ἂν προσετίθετο εἰς τὰς δαπάνας τοῦ μονοπωλίου τὸ ἀντίτιμον τοῦ τριβομένου τούτου καπνοῦ, ὁ καπνὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἤθελε κοστίζει πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον κοστίζει ὁ καπνὸς τῆς Βραζιλίας, εἴτε ἄλλων Χωρῶν ὅθεν προμηθεύονται. Διὰ τοῦτο μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀγοράσωσι καπνὸν Ἑλληνικὸν, καὶ μοὶ ᾐτιολόγησε τὸ συμβάν, ὅτι εἶνε ἀποτέλεσμα ἀτελείας περὶ τὴν καλλιέργειαν. Μοὶ ἔδωκε μάλιστα ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας, τὰς ὁποίας ἔκτοτε εἶχον διαβιβάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ χρησιμεύσουν πρὸς ὁδηγίαν τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ. Ὁ φόβος λοιπὸν μήπως οἱοσδήποτε περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐπηρεάσῃ δυσαρέστως τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν καλλιέργειαν τοῦ φυτοῦ τούτου, ὄχι δὲ ἡ ὑπόνοια, ἀλλ’ ἡ πεποίθησις ἴσως ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ὑπὲρ τοὺς πιθανοὺς ὅρους δὲν θέλει συντελέσει εἰς αὔξησιν τοῦ δημοσίου ἐσόδου, μὲ ἠνάγκασε νὰ σταματήσω εἰς τὰς δραχμὰς 2 καὶ ½, εἰς τὰς ὁποίας ἀναβιβάζει τὸν φόρον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν μοὶ ἐφάνη μάλιστα ἀπίθανον νὰ μὴ αὐξηθῇ ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου καὶ τὸ ἔσοδον, ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ μεγάλη αὔξησις τοῦ φόρου ἤθελε γεννήσει μέγα ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ ἐπιθυμήσωσι νὰ ἀποφύγωσι τὸν φόρον, καὶ ἑπομένως, ἂν οἱ φόροι τοῦ τοιούτου εἴδους, οἵτινες καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀκόμη ἐκτελούμενοι προσκόπτουσιν εἰς ὑπεκφυγὰς 30% ἴσως, ἐὰν προσδιωρίζετο ὁ φόρος τοσοῦτον μέγας, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ φόρου τούτου ἤθελεν ἀφήσει ἴσως 60 ἢ 70% ὑπεκφυγάς. Ὅταν μάλιστα ἐφαρμόζεται τὸ πρῶτον νέον τι σύστημα φορολογικὸν, πρέπει οἱ κυβερνῶντες καὶ οἱ νομοθετοῦντες νὰ προσπαθῶσι νὰ μὴ ἐκφοβίζωσι τὴν συνείδησιν τῶν φορολογουμένων· πρέπει νὰ προσπαθῶσι νὰ πείθωσιν αὐτοὺς, ὅτι καὶ τοῦ φόρου ἡ βεβαίωσις δὲν εἶναι καταθλιπτικὴ καὶ ἡ εἴσπραξις καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου δὲν εἶναι ἐπαχθὲς καὶ βαρύ. Τὴν πρὸς τοῦτο δὲ διαμόρφωσιν τῶν πεποιθήσεων τῶν φορολογουμένων νομίζω ἀναπόφευκτον εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει νὰ ἐπιτυγχάνωσιν οἱ φορολογικοί της νόμοι, διότι οὐδεὶς φορολογικὸς νόμος δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἂν τὸν νόμον τοῦτον τὸν ἀποκρούῃ ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ· καὶ ἀποκρούει τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ, ὁσάκις νομίζει αὐτοὺς εἴτε ἀδίκους, εἴτε καταθλιπτικοὺς κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀφοῦ ἀρχίσῃ τοῦ νόμου τούτου ἡ λειτουργία καὶ παρέλθωσιν ἔτη τινὰ, καὶ συνειθίσῃ ὁ λαὸς, οἱ φορολογούμενοι νὰ συνειθίσωσιν ὄχι μόνον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κατασταθῇ εὐχερέστατον εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ προσθέσῃ ποσοστόν τι εἰς τὸν φόρον. Ἀλλὰ μόλις ἤρχισε νὰ ἐκτελῆται ὁ νόμος, μόλις ἠδυνήθη ἡ Διοίκησις νὰ ὑπερνικήσῃ τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες παρήχθησαν ἐκ τῶν εὐλόγως καὶ ἀναποφεύκτως συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου, καθ’ ἃς παρεστάθη ἡ βεβαίωσις καταθλιπτικὴ ἢ ἐπαχθὴς, μόλις ἠδυνήθη νὰ πείσῃ τοὺς φορολογουμένους νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς καὶ διαφωτίσῃ αὐτοὺς περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ὁ φόρος, ἵνα οὕτω συνοικειωθῶσι μὲ αὐτὸν, νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι διοικητικὴ ἀστοχία νὰ θελήσῃ νὰ σπεύσῃ πρὸς ἐξόγκωσιν τοῦ φόρου, ἥτις ἤθελε φέρει ἀποτυχίαν πιθανῶς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, δὲν ἤθελε δὲ ἐπιφέρει ἀνάλογον αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Τράκας, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει Ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ καλλιεργεῖται τὸ φυτὸν τοῦ καπνοῦ, εἶχε δίκαιον ἐγερθεὶς ἀμέσως κατὰ τῆς προτάσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, εἰς τὰς γνώμας τοῦ ὁποίου πάντοτε κατεδήλωσα προσοχὴν, ἰδίως δὲ ὅταν αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἀντικείμενον ἔχωσιν οἰκονομικὰς ἢ τραπεζιτικὰς μελέτας, περὶ τὰς ὁποίας ἰδίως ἠσχολήθη, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ὑπηνίξατο καὶ μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας. Ἡ παρατήρησις αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα κατεφάνησαν ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἕνεκα τῆς μὴ πλήρους ἐκτελέσεως τοῦ περὶ εἰδικῆς διαχειρίσεως τοῦ καπνοῦ ὅρου τῆς περὶ τοῦ δανείου τούτου συνομολογηθείσης συμβάσεως, μοὶ φαίνεται ἀξία νὰ προκαλέσῃ καὶ τὰς ἐμὰς γνώμας. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ ἐνδέχεται νὰ εἶνε ὀρθὴ, χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ὅτι, ἂν ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων παρήγαγε τόσον εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ὥστε κατέδειξεν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἀναγραφεισῶν διπλάσιον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ μόνον εἰς τὴν πλήρη ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἐνέπνεεν εἰς τοὺς ἐγγραφομένους ὁ ἐν τῇ συμβάσει περὶ τοῦ δανείου ὅρος τῆς ἐγκαταστάσεως εἰδικῆς διαχειρίσεως τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πρόσοδος ἔμελε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος καλὸν εἶναι νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐκείνου ἐγένετο ἐν χρόνῳ, ὁ ὁποῖος ὡμοίαζε μὲ τὴν ἀνατολὴν τῆς ἡμέρας. Ἐλπίδες εὐφρόσυνοι μετεδίδοντο πανταχοῦ, διότι εἶχεν ἀναγγελθῆ ἡ ἕνωσις δύω Ἐπαρχιῶν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ εἴδησις αὕτη ἡ πολιτικὴ τὰ μάλα ἐνεθάῤῥυνε τὴν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν, ἵνα ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγραφέντων εἰς τοσοῦτον μέγαν ἀριθμόν. Ἂν δὲ δὲν ἐτηρήθη ὁ ἐν τῇ συμβάσει περὶ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ὅρος, ὄχι τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τῆς συστάσεως εἰδικῆς διαχειρίσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἂν ἐμείωσε τὰς ἐπὶ τῶν ἀσφαλειῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 πεποιθήσεις καὶ τὰς ἐπὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτήρησε τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην, καλὸν νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι τὸ Κράτος οὐδὲν μέχρι τοῦδε παρέλειψε διὰ νὰ μὴ καθυστερήσῃ παντάπασι κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τούτου. Ἀλλὰ διὰ τῶν παρατηρήσεων τούτων δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω ἀλήθειαν ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ὅταν τις συνομολογῇ μετ’ ἄλλου συμφωνίας, πρέπει νὰ τὰς ἐκτελῇ, καὶ ὅταν δὲν ἐκτελῇ τὰς συμφωνίας του, βεβαίως δὲν δύναται νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ περὶ αὐτοῦ πίστις διατηρεῖται ἀκμαία ἐν ἐκείνῳ, μεθ’ οὗ συνηλλάγη. Ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς ἔχει ὀρθοτάτην γνώμην, ὅτι, ἂν δὲν ἐξασφαλισθῇ πρόσοδός τις ἐτησία, βεβαία κατὰ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ βεβαία κατὰ τὴν πραγματοποίησιν καὶ τὴν εἴσπραξιν, δύσκολον θέλει εἶσθαι νὰ εὕρωμεν πρόθυμα τὰ κεφάλαια, ἂν θελήσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον. Βεβαία κατὰ τὸ ποσὸν ἡ πρόσοδος εἶναι πάντοτε περισσότερον ἡ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων παρὰ ἡ ἐκ τῶν ἀμέσων. Βεβαία δὲ κατὰ τὴν εἴσπραξιν ἡ πρόσοδος εἶναι πάντοτε ἐκείνη, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοιούτου συστήματος φορολογίας, τὴν διαχείρισιν τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ νὰ ἐκχωρήσῃ τις εἰς τοὺς δανειστάς του. Λοιπὸν ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς ἐνόει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ οὕτω πως, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐκχωρήσῃ μόνον τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσπραξιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ· διότι τότε οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους ἤθελον εἶσθαι βέβαιοι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία τροπὴ τῶν ἐκ τῆς προσόδου ταύτης εἰσπραττομένων χρημάτων δι’ ἄλλους σκοποὺς, εἰμὴ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐνεγράφη, ἤτοι τὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἂν ἀντὶ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως κατὰ τὴν ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1883 καὶ 1884, ἢ ἂν ἀντὶ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἀντὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ὑποκατασταθῇ ἄλλο σύστημα φορολογίας, τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν νὰ δύναταί τις νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὸν ἰδιώτην δανειστήν του, ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι παρείχοντο οἱ ἀναγκαῖοι ὅροι διὰ νὰ ἐνθαῤῥυνθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν κεφαλαίων νὰ προσαγάγωσι τὰ κεφάλαιά των, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ ὁ Τόπος ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἵδρυσιν μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν πλέον ἢ ἅπαξ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς πολίτης, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ὡς κυβερνήτης, τὴν γνώμην, ὅτι νομίζω ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸν Τόπον ἡ σύστασις μονοπωλίων, καὶ ὅτι ἰδίως ἡ σύστασις τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ καλλιέργεια ἀπασχολεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν ἐργασίαν ὁλοκλήρων Ἐπαρχιῶν, ἐδήλωσα ὅτι ἔχω γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτή. Προσεπάθησα μάλιστα, ὅταν τὸ πρῶτον συνέταξα τὸ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1879, ὅταν προέβαλον αὐτὸ τὸ πρῶτον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, προσεπάθησα νὰ ἀπομακρύνω μὲν τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου καὶ ἑπομένως τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸν παραγωγὸν, διὰ νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, νὰ καταστήσω δὲ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐκχωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ἰδιώτας· τοσοῦτον ἐνόμιζον, ὅτι πρέπει τὸν φόρον τοῦτον νὰ διαχειρίζεται ἡ Διοίκησις καὶ νὰ ἀποφύγῃ νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν διοίκησιν τοῦ φόρου εἰς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον. Ἀλλὰ μολονότι τοιαύτας ἔχω γνώμας, ἐξαιρετικαὶ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Τόπου μοὶ ἐνεδείκνυον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποτάξω καὶ τὰς γνώμας μου εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶχεν ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου, ἦτο ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ σύστασις εἰδικῆς διαχειρίσεως φόρου τινὸς ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἥτις, ἂν διαφέρῃ κατὰ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς ὁρισμοὺς ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν μονοπωλίου, θέλει εἶσθαι ὅμως πάντοτε πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ μονοπωλίου. Τὸ ἐλάττωμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔχουσι τὰ τοιαῦτα συστήματα, ἐπάγει ζημίαν βεβαίως εἰς τὸ Κράτος, καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν ταύτην, ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἱδρυθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους οὔτε μονοπωλίου σύστημα, οὔτε εἰδικῆς διαχειρίσεως τοῦ καπνοῦ σύστημα. Ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ τὸ Κράτος, ἂν δὲν ἠμπορέσῃ νὰ εὕρῃ δάνειον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὅταν μεγάλαι ἀνάγκαι ἐπιφαίνωνται, δὲν ὑπηρετεῖ τις τὴν Πατρίδα του, ἐμμένων ἀκλονήτως εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐρευνᾷ καὶ παραβάλλῃ τὰ ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν γνωμῶν του ἐπερχόμενα κακὰ πρὸς τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπέλθει, ἂν δὲν θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας διορᾷ ἐπελθούσας. Λοιπὸν ἐγὼ, ὁ κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, δὲν ἤθελον δυσκολευθῆ, μολονότι δεκάκις εἶπον τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ προσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἐξετάσῃ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἢ νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως εἰδικῆς τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν, καὶ νὰ πείσω καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον σύστημα, πρέπει νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναντίῤῥητα καὶ βέβαια τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἤθελον ἐπιτύχει. Διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ἱδρύσωμεν μονοπώλιον; διὰ νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα χρήματα ἢ ὅσα εἰσπράττομεν, διότι τώρα ὁ λόγος εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν χρημάτων. Ἂν ἐγὼ ἤλπιζον, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐν ἰσχύϊ μέλλουσι νὰ εἰσπραχθῶσι 5 ἑκατομμύρια δραχμαὶ, δὲν ἤθελον σπουδαιολογήσει, ἤθελον ὑποληφθῆ ὑπὸ παντὸς ὡς κοινότατος ἄνθρωπος, ἐὰν εἰσηγούμην εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως μονοπωλίου διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι δι’ αὐτοῦ 5 ἑκατομμύρια. Διατί νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα, τοῦ ὁποίου ἀνομολογῶ τὰ ἐλαττώματα, καὶ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἀλλὰ τρομάζω τὰς συνεπείας; Τοὐλάχιστον, ἐὰν εἶχον ἐγὼ τὴν πεποίθησιν καὶ ἂν ἐδυνάμην νὰ μεταδώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποφέρωμεν τὰς συνεπείας ταύτας, τὰς ὁποίας καὶ ἀποκρούω καὶ τρομάζω, νὰ τὰς ὑπομείνωμεν διὰ νὰ θεραπεύσωμεν ἐπικειμένας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσω ἔσοδον τοῦ Δημοσίου πολλῷ ἀνώτερον τῶν 5 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ θυσιάσω τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀνεχθῇ τὰς συνεπείας συστήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπιβλαβές. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατώρθωσα εἰσέτι, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, ἀλλὰ τὰ μάλιστα ἀμφιβάλλω. Καὶ τὰ μάλιστα ἀμφιβάλλω, διότι πᾶς ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γενησομένην τυχὸν εἰς αὐτὸν ἐκχώρησιν, εἴτε τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου, εἴτε τῆς εἰδικῆς αὐτῆς διαχειρίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς προτείνω οὐδεμίαν τιμήν, διότι δὲν γνωρίζω οὐδὲν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀφῆτέ με νὰ δοκιμάσω ἓν, δύω, τρία ἔτη, νὰ ἀνεύρω ἕνα μέσον ὅρον πιθανῆς προσόδου, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ σᾶς προβάλω τιμάς», καὶ ἡ πρότασις αὐτοῦ αὕτη μοὶ φαίνεται εὔλογος καὶ ὀρθή. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν εἶναι εὔλογος, τόσον εἶναι ἥκιστα συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἢ πρέπει ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἱδρυθησομένου τυχὸν μονοπωλίου, ἢ τῆς συστάσεως τυχὸν εἰδικῆς διαχειρίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἢ πρέπει νὰ ἐκμισθώσῃ αὐτό. Ἄν πρέπει αὐτὸ νὰ λάβῃ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ὀργάνων τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, θέλω δώσει γνώμην εἰς πᾶν Ὑπουργεῖον νὰ μὴ τὸ ἐπιχειρήσῃ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον μέγα μέρος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον πληρώνεσθαι διὰ τὸ μονοπώλιον, νὰ εἰσέρχωνται εἰς πᾶν ἄλλο Ταμεῖον καὶ ὄχι εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ Δημόσιον. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας, δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀφήσω οὐδένα ψόγον, οὐδεμίαν ὑπόνοιαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἢ τῶν ἕξεων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν Δημόσιον ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι λογικοί, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅτι εἶναι ὄν ἀτελὲς, καὶ πρέπει πάντοτε νὰ στρέφωμεν τὰ ὄμματα καὶ εἰς τὰς ἄλλας Χώρας, ὅπου συνεστήθησαν μονοπώλια, καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν ἐκεῖ τὶ γίνεται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Ἄν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ μονοπωλίου ἐν ἄλλαις Χώραις, ἤθελε συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι· ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε συμβῆ ἐν Ἑλλάδι ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν ἄλλαις Χώραις, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ δημοσία συνείδησις ἤθελε ταραχθῆ καὶ ἤθελεν ἐγερθῆ κραυγὴ πανταχόθεν κατὰ τῶν μεγάλων καταχρήσεων. Καὶ πῶς θέλετε ἐμποδίσει τὰς καταχρήσεις, ὅταν πρόκειται νὰ συντελεσθῶσι τόσαι πράξεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων δύναται νὰ παρέχῃ ἀπείρους πειρασμούς; Πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ πρᾶξις τῆς ἀγορᾶς τοῦ καπνοῦ, καὶ θέλει γείνει ὑπὸ ἐπιστατῶν τοῦ Δημοσίου, διεσπαρμένων ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις, αἱ ὁποῖαι παράγουσι καπνόν. Πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ πρᾶξις τῆς μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ, ἡ πρᾶξις τῆς ἀποθηκεύσεως τοῦ καπνοῦ, ἡ πρᾶξις τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβλάβη ἢ κατέστη ἄχρηστον, ἡ πρᾶξις τῆς διασκευῆς καὶ τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ. Νομίζω, ὅτι ἑκάστη ἐξ αὐτῶν τῶν πράξεων ἐμβάλλει εἰς ἀπείρους πειρασμοὺς τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὰς πράξεις ταύτας. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν θέλω συμβουλεύσει οὐδεμίαν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ αὕτη τὴν διαχείρισιν καὶ διοίκησιν τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ τίς θέλει διαχειρισθῆ τὸ μονοπώλιον; Πρέπει νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἕτερον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ἰδιώτης, οὐδεμία ἑταιρία θέλει εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ προβάλῃ τιμήν τινα. Δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν, ἀλλὰ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, οὐδέποτε ὅμως νὰ προσφέρῃ τιμὴν ferme. Ἀλλὰ εἴτε Ἑταιρία ἀνώνυμος, ἡ ὁποία βεβαίως ὡς τοιαύτη διὰ τῶν βιβλίων της δύναται νὰ διατελῇ ὑπὸ ἔλεγχον πάντοτε, εἴτε ἰδιῶται ἀναλάβωσι τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου — εἰμπορεῖτε νὰ μὲ ἐλέγξητε ἐπὶ μεγάλῃ δυσπιστίᾳ, καταλογίσατέ μοι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο — σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πεποίθησιν ὅτι δὲν θέλουσι συμβῆ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν διοικούντων τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν τὰ αὐτὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον συμβῆ, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε διαχειρίζεσθαι τὸ μονοπώλιον. Μήπως οἱ διοικοῦντες τὴν ἑταιρίαν δὲν ἤθελον μεταχειρίζεσθαι πρόσωπα ὑποδεέστερα, διὰ νὰ ἀγοράζωσι τὸν καπνόν; Καὶ ποῖοι ἤθελον ἐξασφαλίσει τοὺς διοικοῦντας τὴν ἑταιρίαν, ὅτι ὁ καπνὸς ἠγοράσθη εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσαν αὐτοί; Καὶ τίς ἤθελεν ἐξασφαλίσει τοὺς διοικοῦντας τὴν ἑταιρίαν, ὅτι κατὰ τὴν μεταφορὰν δὲν ἤθελον κρατήσει καπνὸν, καὶ κατὰ τὴν ἀποθήκευσιν δὲν ἤθελον ὑπεξαιρέσει, καὶ τέλος ὅτι δὲν ἤθελε παρασταθῆ ὡς γενόμενος ἄχρηστος καπνὸς μεγάλου ποσοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἦτο ἄχρηστος; Λοιπὸν καὶ μὲ τὸ μονοπώλιον, ἐὰν ἤθελον τὸ ἀναδεχθῆ ἰδιῶται ἢ ἑταιρία, ἤθελον συμβῆ αἱ αὐταὶ καταχρήσεις, κατά τι ὀλιγώτερον, ἢ κατά τι πλειότερον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυσκόλως δυνάμεθα νὰ προσβλέψωμεν εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τοῦ κρατοῦντος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ θέλει καταστήσει εὐχερεστέρας τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς εὕρεσιν τοῦ καλλιτέρου συστήματος. Ἀφοῦ δὲ ἠθέλομεν ἐγκαταλείψει τὰς γνώμας μας καὶ ἀνεχθῆ τὰ ἐλαττώματα τῶν μονοπωλίων, ἐὰν ἠθέλομεν ἱδρύσει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, δὲν εὑρίσκομεν οὐδένα νὰ παραχωρήσωμεν αὐτὸ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, ἀφοῦ μόνοι, ἐὰν διεχειριζόμεθα τὸ μονοπώλιον τοῦτο, ἠθέλομεν περιπέσει εἰς καταχρήσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλομεν εἰσπράξει ἴσως οὔτε τὰ 5,000,000. Ἐὰν ἀναθέσωμεν τὴν διαχείρισιν εἰς ἑταιρίαν ἢ εἰς ἄτομα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, καὶ αὐτὰ δύνανται νὰ γείνωσι θύματα τῶν καταχρήσεων τούτων, καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως ἀποτέλεσμα μᾶλλον εὐχάριστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ μετ’ ἐλπίδος, ὅτι θέλομεν καταστήσει εὐχερεστέρας τὰς ἐλπίδας μας πρὸς εὕρεσιν τοῦ καλλιτέρου συστήματος. Ἀλλὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ πρόσοδος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τοῦτο εἶναι εὐχερέστατον νὰ δύναται πάντοτε νὰ τὸ πράξῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς, ὁ εἰδικὸς τῆς ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ προσόδου, δὲν παρέχει τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ σύστημα, τὸ αἰτηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, διότι τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐκμισθώσῃ, καὶ ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐκμισθώσῃ τις ἢ νὰ τὸ ἐκχωρήσῃ εἰς τοὺς δανειστάς, ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐσόδου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀπὸ τοὺς δανειστάς· ἑπομένως θὰ γίνεται ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως. Τοῦτο δὲ δὲν ἐνθαῤῥύνει τοὺς δανειστάς, ὅσον ἤθελε τοὺς ἐνθαῤῥύνει ἡ ἐκχώρησις τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐσόδου εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου δὲν παρέχει τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ἐὰν μάλιστα τις ἤθελεν ἀναζητήσει νὰ εὕρῃ τὰ πιθανὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσε νὰ ζητήσῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εὕρῃ ἐνοικιαστὰς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἤθελεν ἴσως προσδιορίσει ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τρομάξῃ πάντα διατεθειμένον νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου. Τοῦτο δὲ μοὶ συνέβη, διότι λαλῶν πρός τινα, εἶπον αὐτῷ, ὅτι εἰμὶ ἕτοιμος νὰ θυσιάσω τὰς γνώμας μου νὰ συστήσω μονοπώλιον, πρέπει ὅμως νὰ μοὶ δώσωσι 15,000,000.
§104ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 15,000,000 ἤθελε μοὶ εἴπει τις, ποῦ στηριζόμενος ἐζήτησες; Στηρίζομαι ὅμως ἐπὶ δεδομένων, καὶ τὰ διδόμενα ταῦτα νομίζω, ὅτι δικαιολογοῦσιν προσδιορισμὸν τοσούτου ποσοῦ. Λειτουργεῖ ἐν παρακειμένῃ Χώρᾳ μονοπώλιον καπνοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν προκόπτῃ ἢ ἐὰν ζημιοῦται, γνωρίζω ὅμως, ὅτι μέγα ποσὸν καπνοῦ Ἑλληνικοῦ εἰσάγεται λάθρα εἰς τὴν Χώραν ἐκείνην, τὸ ὁποῖον μειώνει τὴν κατανάλωσιν τοῦ μονοπωλίου τῆς Χώρας ἐκείνης, ἑπομένως ἐπάγει μεγάλην ζημίαν εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ Χώρᾳ ἐκείνῃ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἐξ Ἑλλάδος—διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν εἰσάγεται λάθρα ἢ φανερὰ εἰς τὴν ἄλλην Χώραν—αὐτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἐκεῖ εἰσάγει χρῆμα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν ὑπολογίσητε τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν τοῦ καπνοῦ εἰς δύο ἑκατομμύρια ὀκάδας, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε ὅτι δύο ἑκατομμύρια τουρκικὰ τάλληρα εἰσάγονται ἐκ τοῦ καπνοῦ τούτου εἰς τὴν Ἑλλάδα, διανεμόμενα εἰς τοὺς παράγοντας τὸν καπνὸν, εἰς τὴν ναυτιλίαν, ἡ ὁποία μεταφέρει τὸν καπνὸν, εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀγοράζει τὸν καπνὸν, τὸν κόπτει, τὸν διασκευάζει. Ἐὰν συστήσητε μονοπώλιον ἐν Ἑλλάδι καπνοῦ, τὸ Ἑλληνικὸν μονοπώλιον δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ τῆς γείτονος Χώρας· ἐκεῖνο δὲ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν, τὴν ὁπίαν ὑπέχει ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται, δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς σύμβασιν μὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Αἱ συνεννοήσεις αὗται θέλουσι καταστήσει δύσκολον τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ, ἑπομένως θέλει ζημιωθῇ ἡ Χώρα δέκα ἑκατομμύρια φράγκων, διότι δὲν θέλει ἐξάγει πλέον εἰμὴ ἴσως μόνον τὸν καπνὸν, ὁ ὁποῖος ὄχι ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἀλλ’ ἐν φανερᾷ θέλει ἐξάγεσθαι. Αὐτὸ τὸ παραγόμενον μοὶ φαίνεται ὅτι ἐνδεικνύει ἓν ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον εὐλόγως δύναται νὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος, προσδιορίζον τιμὴν 15 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ 5 ἑκατομμύρια θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ λειτουργοῦντος φόρου, ἀρκεῖ μόνον διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ μονοπωλίου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς παραγωγοὺς, ὑποχρεοῦντες τὸ μονοπώλιον νὰ λαμβάνῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἵνα οἱ παράγοντες καπνὰ πωλῶσι τὸν καπνὸν εἰς τὸ μονοπώλιον. Αἱ σκέψεις αὗται, τὰς ὁποίας μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ πείθουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμέν τι, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἔχει τὴν γνώμην ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἀσπαστὸν, ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου ἤθελε διέλθει δι’ ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος ἀποπειρῶν. Ἑπομένως τό γε νῦν ἔχον ἥκιστα ἤθελον αὐξήσει αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πλεῖστα μέλη αὐτῆς ἔχουν, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν πρέπει νὰ μὴ τὸ ἀσπασθῇ, ὅταν ἔκτακτος ἀνάγκη πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ θεραπευθῇ, τότε πρέπει νὰ ἀνεύρῃ θετικὸν καὶ βέβαιον χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον νὰ πείθῃ αὐτὴν ὅτι θέλει θεραπεύσει τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγκην, ἤτοι τὴν τῆς Ἐπικρατείας. Ἠδύνατο νὰ προταθῇ ἴσως εἰς τὴν Βουλὴν γνώμη τις ἄλλη, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ διατάξεως, προστιθεμένης εἰς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ἢ διὰ διατάξεως αὐτοτελοῦς ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ, νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ λειτουργοῦν, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ ἱδρύσῃ μονοπώλιον καπνοῦ, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη delegation, τοιαύτη μεταβίβασις δικαιώματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελεν ἀποβῆ ἐντελῶς ἀνωφελὴς, διότι οἱ ὅροι ἐφ’ οἷς νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι· διότι οὐδένα θέλει εὑρεῖ τὸ Κράτος ἐπὶ τιμῇ ὡρισμένῃ ν’ ἀναλάβῃ τὸ μονοπώλιον.
§106ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οὐδεμία πρότασις ἔγεινέ ποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως χορηγηθῇ τὸ μονοπώλιον ἀντὶ ὡρισμένης τιμῆς;
§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐμὲ ἀφ’ ὅτου ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμία πρότασις ἐγένετο.
§108Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἶσθε εἰς καιρὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι πάντοτε ὑπάρχει ὁ καιρὸς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, θέλοντες ἐξ αὐτοῦ νὰ ὠφελῶνται, δὲν ἀφίνουν νὰ παρέρχηται εἰς μάτην. Παρέστημεν πρὸ ὀλίγου εἰς ἓν εἶδος δημοπρασίας, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπροξένησεν, ὁμολογῶ, βαθυτάτην ἔκπληξιν. Ἠκούσαμεν τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Σύρου πλήττοντα μίαν εὐαίσθητον χορδὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δεικνύοντα σημεῖα φανερὰ, ὅτι ἐντελῶς ἐνόησε τὴν πλῆξιν τῆς χορδῆς ταύτης. Παρέστημεν εἰς ἓν μοναδικὸν, νομίζω, διὰ τὰ Κοινοβούλια φαινόμενον. Εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἕνα ὑπερμεγέθη ἕλικα, ὁ ὁποῖος ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν βουλευτὴν Σύρου, ἄλλοτε μὲν παρίστανε μίαν ὄψιν εὐνοϊκὴν διὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον θερμῶς ὁ κ. Συγγρὸς ἐπιδιώκει, ἄλλοτε δὲ παρίστανε λίαν εὐφυῶς ἄλλην ὄψιν ἀποτροπιασμοῦ δῆθεν κατὰ τῶν μονοπωλίων, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἠκούσαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κηρύττοντα, ὅτι, ἐὰν εὕρισκε 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια, ἐρέτωσαν αἱ ἀρχαὶ (ἱλαρότης). Ἀλλὰ, κύριοι, ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἦναί τις δικαιότερος ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅταν ἔρχησθε, κύριε Πρωθυπουργὲ, μὲ τὸ πρόγραμμα «κάτω τὰ μονοπώλια», θέλω ἐξετάσει ἂν δύνασθε νὰ τὸ ἀλλάξητε τώρα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι, ἀνακράζοντες νῦν «ζήτω τὰ μονοπώλια», δὲν δύνασθε νὰ ὑφαρπάσητε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ προκατόχου σας βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν σημαίαν τῶν μονοπωλίων. Ἐῤῥέθησαν ἄλλοτε πολλὰ καὶ περὶ τῆς πολεμικῆς σημαίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα, ὡς φαίνεται, ὀλίγον τι καὶ πολεμικοὶ καὶ εἰρηνικοὶ, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω πολὺ τὴν ἰδιοποίησίν σας ἐπὶ τῆς πολεμικῆς σημαίας. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχησθε ἐν τῇ Κυβερνητικῇ σφαίρᾳ νὰ διοικήσητε τὸν Τόπον καὶ σεῖς διὰ μονοπωλίων, ὅπως δηλαδὴ καὶ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἕνεκα τούτων ὁ λαὸς ἔῤῥιψεν ἀπὸ τὴν Ἀρχήν, σᾶς ἐρωτῶ ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν; Τότε ἀφήσατε τὴν πρωθυπουργικὴν τήβεννον, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ κλέψητε ἀλλοτρίαν ἰδιοκτησίαν. Ἐὰν οἱ πολιτικοὶ ὅροι ἐδῶ εἶνε ποῖος ἔχει τὴν ταχυδακτυλουργικὴν ἱκανότητα, ἵνα ἀφαιρῇ τὸ ἀξίωμα τῶν ἄλλων, ἐὰν ἡ πολιτεία σας ἦναι ν’ ἀνταγωνίζεσθε πρὸς μίαν ἰδέαν καὶ ἔπειτα νὰ γίνεσθε ὀπαδοὶ αὐτῆς, νὰ ἦσθε ἐχθροὶ τῶν μονοπωλίων καὶ ἔπειτα νὰ γίνεσθε φίλοι αὐτῶν, ἐὰν νομίζετε, ὅτι δύναταί τις νὰ ἀλλάσσῃ τὴν πολιτικὴν, ὅπως τὸ ἔνδυμα, δὲν ἠξεύρω ἐὰν δύναταί τις νὰ θυμώσῃ ἐδῶ.
§111ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· δὲν θυμόνομεν.
§112ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀλλ’ εἶνε βέβαιον, ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ εἶνε ἀναξία. Γνωρίζω, ὅτι σεῖς τὴν νομίζετε ἀξίαν, καὶ διὰ τοῦτο δίδετε τὴν ψῆφόν σας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§113ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§114ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, διὰ νὰ ἴδῃ πόσον αὐτὸ τὸ «μάλιστα» εἶναι ἀραιωμένον, πόσον αὐτὸ τὸ «μάλιστα» ἀπὸ ὀλίγα στόματα ἐξέρχεται.
§115ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε· θὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§117ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Βαιβαίως.
§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας φράσεως σας εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἀπόντες πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διὰ τοῦτο εἶναι τὸ «μάλιστα, μάλιστα», δηλαδὴ διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ πλειοψηφία ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου.
§119ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὄχι, κ. Πρωθυπουργέ, εἴμεθα ὅλοι ἀρκετὰ γυμνασμένοι, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν προχείρως, ὅτι αὐτὸ τὸ «μάλιστα» εἶναι ὡς μία θρὶξ ἐπὶ τῆς φαλακρᾶς κεφαλῆς, ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ δύο ἢ τρία στόματα, καὶ ἂν ἀμφιβάλλετε ἀκόμη, προκαλῶ ὅλους ὅσοι θέλουν νὰ τὸ φωνάξωσι. Βλέπετε; Κανεὶς δὲν τὸ φωνάζει (ἱλαρότης). Δὲν κυβερνῶνται οἱ σπουδαῖοι λαοὶ δι’ αὐτῆς τῆς τακτικῆς, ἡ ὁποία περιβάλλεται σήμερον τὸ κόκκινον ἔνδυμα καὶ αὔριον τὸ μαῦρον. Τί τὸ ὄφελος, ὅταν ἐντὸς τοῦ φορέματος κρύπτεται ἡ αὐτὴ πάντοτε ψυχή; Ἐννοοῦμεν νὰ κυβερνηθῶμεν ἀπὸ μίαν μονοπωλικὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ζητεῖ τὰ προνόμια· καὶ ὅταν δὲν θέλωμεν ἐκείνην τὴν πολιτικὴν, ἐννοοῦμεν νὰ κυβερνηθῶμεν ἀπὸ ἄλλην ἀντίθετον πολιτικὴν, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς τὴν ἐναντίαν διεύθυνσιν τῆς Ἐπικρατείας. Παρατηρήσατε τὴν ἱστορίαν ὅλων τῶν πολιτικῶν τῆς ἀνθρωπότητος ἐξελιγμῶν. Ἔρχεται μία ἰδέα, ἐπικρατεῖ, λαμβάνει τὴν ἀρχηγίαν καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἡ δύναμίς της ἀξίζει, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα, Ἔθνος εἶναι ἄνθρωπος ἢ ἰδέα, νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὸν ἅπαντα αἰῶνα. Ἀλλ’ ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν ἐννοεῖτε νὰ κυβερνηθῇ ἡ Ἑλλὰς μὲ μίαν συμμιγῆ ἐπαμφοτερίζουσαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ καθαρὰν ἰδέαν, ἡ ὁποία σήμερον νὰ κλέπτῃ τὸν μὲν καὶ αὔριον τὸν δὲ, σήμερον νὰ λέγῃ τοῦτο καὶ αὔριον νὰ παραχαράττῃ ἐκεῖνο, τοιαύτη πολιτική, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἡ ἁρμόζουσα εἰς σπουδαῖον κυβερνητικὸν ὀργανισμὸν καὶ περικαλύπτει κίνδυνον φοβεροῦ ὀλέθρου. Ἤθελον εἰπεῖ πρὸς τὸν Βουλευτὴν Σύρου κ. Συγγρόν: λέγεις δὲν σὲ μέλλει περὶ μονοπωλίου, ἀδιαφορεῖς περὶ τῆς λέξεως, χαρίζεις τὸ μονοπώλιον, ἀρκεῖσαι εἰς τὸ καπνοπώλιον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλεις, τὸ εἶπες καθαρῶς, θέλεις τὴν διαχείρισιν τοῦ καπνοπωλίου τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο, ὅταν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐβλέπετε ὅλοι τὴν κεφαλὴν τοῦ βουλευτοῦ Σύρου, τὴν τόσον καὶ ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν ἐκφραστικὴν, κινουμένην κατὰ τὰς ὑπολανθανούσας ἐρωτήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς φανερώτατα σημεῖα ἀλλεπαλλήλων καταφάσεων. Τοιαύτη ὅμως ἦτο, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ τακτικὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ λάβωσι τὸ καπνομονοπώλιον ἐν Κωνσταντινουπόλει, πρὸς τὴν ὁποίαν, ὑποθέτω, ἔχετε ἐστραμμένην ὁπωσοῦν τὴν προσοχήν. Καὶ ἐκεῖ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν χρηματικῶν τῆς Ἐπικρατίας ἀναγκῶν ἐζήτουν παρὰ τῶν Πασσάδων τὴν διαχείρισιν τοῦ καπνομονοπωλίου. Τὴν αὐτὴν διαχείρισιν ζητοῦν σήμερον καὶ ἀπὸ σᾶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλατήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ ὅλη μηχανή. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πῶς ἤρχισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου. Ἤρχισε μὲ τὴν πτῶσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀνάγων τὴν πτῶσιν ταύτην εἰς τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔδωσεν ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ εἰς τοὺς ἐργολάβους τοῦ δανείου τούτου τὴν διαχείρισιν ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Δὲν ἔχουσι βεβαίως παράπονον οἱ κομισταὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ἐκράτησε τὸν λόγον της, ἐφύλαξε τὴν τιμήν της καὶ ἐπλήρωσε τὰ τοκομερίδια αὐτῆς. Ἀλλ’ ἤθελε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου κἄτι περισσότερον. Ἤθελε νὰ ὑπεισέλθουν οἱ ἐργολάβοι τοῦ δανείου εἰς τὴν διαχείρισιν ἑνὸς τουλάχιστον κλάδου τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἤθελε κατὰ τὸ Τουρκικὸν παράδειγμα νὰ σχηματίσωσι κράτος ἐν κράτει, ἤθελε μίαν ἑταιρίαν ἰδιωτικήν, ἡ ὁποία νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸν Τόπον ὅπως ἡ μακρὰ πεῖρα τοῦ Βυζαντίου τόσον καλῶς ἐγνώρισεν, ἤθελε τὴν ὁριστικὴν ἐν Ἀθήναις ἐγκατάστασιν τῆς σατανικῆς ἐκείνης τακτικῆς, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, τόσον ἰσχυρῶς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐδῶ εἶναι ἓν σχέδιον πρὸ πολλοῦ χρόνου διαγεγραμμένον. Τὸ γνωρίζομεν αὐτὸ τὸ σχέδιον καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐνθυμώμεθα ὅλοι. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἐνεργεῖ κατὰ σταθεροὺς καὶ ἀναλλοιώτους κανόνας· ἔχει τοὺς πλοκάμους αὐτοῦ ἁπανταχοῦ, καὶ δὲν ὑπάρχει Χώρα, ἥτις νὰ μὴ ἦναι ἐκτεθειμένη εἰς τοὺς πειρασμούς του. Κατ’ ἀκρίβειαν ἡ προκειμένη συζήτησις ἐξετράπη, ὡς συνέβη καὶ ἄλλοτε νὰ ἐκτραπῇ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ρίπτεται ἁπλῶς τὸ δίκτυον, κατόπιν θέλουν τὸ σηκώσει. Ἐὰν πρόκειται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σηκώσῃ τὴν σημαίαν τοῦ μονοπωλίου, ἐγὼ νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολὺ λογικὸν νὰ καλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς μίαν νέαν 7 Ἀπριλίου. Δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὰ λεγόμενα ἐδῶ, εἶναι λόγοι μόνον πτερόεντες. Ἀρχίζομεν μὲ τὸ «ναὶ», τελειώνομεν μὲ τὸ «ὄχι» καὶ ἐπιστρέφομεν πάλιν εἰς τὸ «ναί». Ἴσως εἶναι τοῦτο ἡ ὑπερβολὴ τῆς τέρψεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ συγχαίρω, διότι πρέπει νὰ ἦναι παρὰ πολὺ ἡ τέρψις, ἵνα ἐπιδρᾷ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἡ γοητεία της, καθόσον δὲν νομίζω, ὅτι ὁ προϊστάμενος μιᾶς Κυβερνήσεως εἶναι πόρισμα τυχαῖον. Ὄχι· εἶναι πόρισμα τοῦ μέσου ὅρου τῶν δυνάμεων τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπικρατείας. Δύνανται τὰ δημόσια ἐπιχειρήματα νὰ τίθενται καὶ ν’ ἀπωθοῦνται, δύνανται νὰ προβάλλωνται καὶ νὰ ὑποχωροῦν, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι τὸ πόρισμα τῶν βλέψεων τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἰδέας. Ἀλλὰ θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ παρατηρήσω ὑμῖν ὅτι, ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ πρόγραμμα κατὰ τῶν μονοπωλίων, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται οὔτε μίαν γραμμὴν ν’ ἀποχωρισθῆτε ἀπὸ αὐτοῦ. Θέλετε ἀγωνισθῆ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς βιομηχανίας, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας μέχρι τέλους. Ἂν δὲν δύνασθε μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ νὰ διοικήσητε τὴν Ἑλλάδα, θέλετε ὑποχωρήσει πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται. Καὶ ἂν ἡ τελευταία ἄγκυρα εἶναι τὸ μονοπώλιον, θέλετε μεταφέρει τὸ χαρτοφυλάκιόν σας εἰς τὸν προκάτοχόν σας βουλευτὴν Μεσσολογγίου....
§120ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἴσως καὶ εἰς σᾶς.
§121ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Διὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου τὸν ἀγῶνα ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ἠρχίσαμεν πρὸ πολλοῦ καὶ δὲν ἐτελειώσαμεν ἀκόμη. Ἤκουσα μίαν διακοπήν. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὅμως αὐτὴ ἡ φωνὴ ὅτι, ἂν ἦναι ἐδῶ, εἶναι διὰ τὴν μεγάλην, τὴν ὡραίαν ἰδέαν τῆς Κρήτης, καὶ ὅτι ἂν ὁ βουλευτὴς Ἀδάμαντος ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται ἐν τῷ Ἐθνικῷ συνεδρίῳ, ἂς τὸ γνωρίζῃ θετικῶς, δὲν εἶναι δι’ ἑαυτὸν, διότι δὲν τοῦ πρέπει. Νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ, τὸ λέγω ἅπαξ διαπαντὸς, ὅτι οἱ ἐδῶ συζητοῦντες δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐναντίας πρὸς ἀλλήλους γνώμας, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶδον αὐτὸν νὰ μετέρχηται καθ’ ὅλων τῶν ἀγορευόντων, εἶναι βεβαίως σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ μὴ καταδικάζῃ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀπαραιτήτους, θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; Τὸ παρέσυρεν ἡ μεγάλη τῆς συζητήσεως ἐκτροπή, τὸ παρέσυρεν ὁ θόρυβος τῶν συγκρουουμένων ἀρχῶν καὶ δὲν μένει παρὰ μία ξηρὰ ἀνάμνησις, εἶναι ἓν πεντηκοντάλεπτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρον. Μολονότι δὲ πολλάκις ὡμίλησα κατὰ τῶν νέων φόρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἰσθάνομαι ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προτεινόμενον, πρέπει μετ’ αὐτοῦ νὰ ψηφίσω.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§124Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι εἶνε ζήτημα καλῆς πίστεως τοῦ Κράτους τοὺς δηλώσαντας καπνὸν καὶ τοὺς καταβαλόντας εἴτε τὸ ὅλον εἴτε μέρος τοῦ φόρου νὰ μὴ τοὺς ὑποχρεώσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ προσθέτου φόρου. Καὶ ἄν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν λάβωμεν τὸ ζήτημα, πάλιν νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἀνακόλουθον μὲ τὴν ἰδέαν, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἄρθρον 2· διότι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τοῦ φόρου τῶν 50 λεπτῶν μόνον ἐκείνους, οἵτινες μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἤθελον ἔχει πληρώσει εἴτε τὸ ὅλον ὡς καπνοπαραγωγοὶ ἢ καπνέμποροι εἴτε τὸ ἓν τέταρτον τοῦ φόρου ὡς καπνοπῶλαι. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἀφήσητε ἐλευθερίαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885 εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ πληρώσωσι τὸ ἓν τέταρτον καὶ κατόπιν νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὰ 50 λεπτὰ, πόθεν θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ 1886 τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἀναμένει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου; Τὸ ἑκατομμύριον δὲν θὰ εὑρεθῇ. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀντὶ τῆς φράσεως «μέχρι τῆς τριακοστῆς πρώτης Δεκεμβρίου 1885» νὰ τεθῇ «μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου» καὶ νὰ τεθῇ καὶ 3 ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ζητήσατε καλλίτερον τὴν ἀπάλειψιν. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνετε δὲν εἶνε ὀρθὴ, διότι θὰ παραχθῇ μία ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία θὰ ἀποθάνῃ εὐθὺς ὡς γεννηθῇ.
§126ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ δοθῇ προθεσμία· διότι θὰ προκύψῃ κατανόσφισις τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ καταδολίευσις τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν καταναλωτῶν καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν καπνοπωλῶν χωρὶς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ὠφεληθῇ τι ἐκ τοῦ προσθέτου τέλους.
§127ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι συγκινεῖσθε, διότι δὲν ἐνθυμεῖσθε ἀκριβῶς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ γίνεται εὐθὺς ὡς ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Ἀρχὴν ὁ προορισμὸς τοῦ καπνοῦ εἰς κατανάλωσιν· ὁ κάτοχος λοιπὸν, ὅστις εἶναι σημειωμένος ἐν τοῖς βιβλίοις, εἴτε ὡς παραγαγὼν καπνὸν διὰ τῆς δηλώσεως, εἴτε ὡς ἀγοραστὴς καπνοῦ, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, χρεωμένος, ἀλλ’ ὁ φόρος δὲν ἐβεβαιώθη εἰσέτι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατέχει· εὐθὺς ὡς ὁ κάτοχος καπνοῦ ἀνακοινώσῃ τὴν προαίρεσίν του νὰ ἐξαγάγῃ ὡρισμένον ποσὸν εἰς κατανάλωσιν, τὴν στιγμὴν ἐκείνην βεβαιοῦται ὁ φόρος καὶ συγχρόνως πληρώνει. Καὶ κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ πληρωμὴ γίνεται ἀμέσως, κατὰ δὲ τὴν τροπολογίαν γίνεται εἰς προθεσμίας. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ προσθήκη τῶν 150 λεπτῶν δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιωθέντος, διότι ἐγένετο ἤδη ἡ παραχώρησις τοῦ ποσοῦ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκτίθεται εἰς κατανάλωσιν. Τὸ Δημόσιον ἐβεβαίωσε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ εἰσπράξῃ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν βεβαίωσιν ταύτην διὰ τοῦ νέου νόμου, ὃν ἐξέδωκε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Λοιπὸν λέγει τὸ νομοσχέδιον: δὲν ἐπιβαρύνω μὲ τὸν πρόσθετον φόρον τὸν μήπω καταναλωθέντα καπνὸν, δι’ ὅν οἱ μὲν παραγωγοὶ καὶ καπνέμποροι ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου, οἱ δὲ καπνοπῶλαι ἐπλήρωσαν μὲ τὴν πρώτην δόσιν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδήλωσαν ἤδη, ὅτι ἔχουσιν ἀγοράσει καπνὸν καὶ ὅτι ἔχουσιν ὡρισμένον ποσὸν πρὸς κατανάλωσιν.
§128ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν κατηναλώθη.
§129ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μήπως ὁ καπνὸς, ὅταν πληρώνῃ τὸν φόρον του, καταναλίσκεται ἀμέσως;
§130ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σήμερον δύνανται νὰ κάμωσι νέας δηλώσεις;
§131ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν σήμερον ἐκδόσητε νόμον π. χ. διὰ τοῦ ὁποίου προσθέτετε νέα τέλη εἰς τὸ Δασμολόγιον, πολλοὶ δὲν θέλουσι ζητήσει νὰ εἰσαγάγωσι πρὸ τοῦ νόμου τὰ εἴδη τὰ φορολογούμενα, μολονότι ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ διάταξις ἰσχύει, ἀφ’ ἧς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§132ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ, νὰ μὴ δοθῇ νέα προθεσμία.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρθρον 2. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 2 καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1885.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη χορηγεῖται δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας;
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν σπεύδω νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἡ πίστωσις, ἥτις ἐχορηγήθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ὑπῆρχον μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνέβησαν τὰ τελευταῖα πολιτικὰ συμβεβηκότα. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ὑπῆρχον ἀνάγκαι δημιουργημέναι, ἀνεγνωρισμέναι καὶ ὑφιστάμεναι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι ἐθεραπεύοντο διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης· ἀλλ’ ἐπειδὴ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐγεννήθησαν ἄλλαι ἀνάγκαι, ἡ πίστωσις ἡ νέα θέλει χρησιμεύσει πρὸς θεραπείαν τῶν νέων τούτων ἀναγκῶν.
§137Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἀπάντησις· δὲν ἠρώτησα ἐὰν ἐπήρκουν τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὰς νέας περιστάσεις ἀνεφύησαν νέαι ἔκτακτοι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τῆς πιστώσεως.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὶ συμβαίνει τὸ γνωρίζω, ἠθέλησα μόνον νὰ βεβαιωθῇ ἐπισήμως.
§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μεταβάλωσι τοὺς μεγαλειτέρους σκοποὺς τοῦ Ἔθνους εἰς ἐμπορίαν πολιτικὴν, ἢ νομίζετε, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τί συμβαίνει;
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὴν ἐρώτησιν, ἣν ὑπέβαλον, διότι τὴν αὐτὴν φράσιν, τὴν οὐδόλως ἐμπρέπουσαν εἰς προϊστάμενον Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐξεστόμισε, δὲν προεφυλάχθη νὰ μὴ ἐκστομίσῃ καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, ὅτε ἐν μακρᾷ τινι ἀγορεύσει—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ κατόπιν—Καὶ τότε εἶπε τὰ αὐτὰ, ὡς πιστεύω, παρασυρόμενος ἐκ τῆς μικρᾶς ἐπιθυμίας, ἣν ἔχει νὰ ἐξηγῇ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἀλλὰ τότε δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα δείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶνε πεπλανημένος καὶ ὅτι πρὶν ἢ φροντίσῃ νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ πεισθῇ, δὲν πρέπει νὰ μεταχειρίζηται κατ’ ἄλλων λόγους προσβλητικούς. Ὅτε κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἐδήλωσεν, ἐνῷ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ πίστωσις προεκλήθη ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπίστευσα εἰς τὰ ὦτά μου, δι’ οὓς λόγους ἐγὼ γιγνώσκω, διὰ τοῦτο ἐπέμεινα σήμερον νὰ ζητήσω ἐξήγησιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἀντιπρόσωπον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ κυρίως ἐν ἀρχῇ, ἐν γνώσει τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον τοῦτον ἀντιπρόσωπον νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ πιστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν, ὅτε ἐγεννήθησαν τὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν ἐθεώρησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ μείνασαν ἀπηλλαγμένην κομματικῆς χροιᾶς, ἄν, καθ’ ὃν χρόνον διεξήχθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐκεῖνοι, οἵτινες γνωρίζονται ὡς διαφωνοῦντες ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν ἐδείχθησαν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων ἐκείνων οἱ μετριώτατοι πάντων, μετριώτεροι καὶ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ συναδέλφου, ὅστις, συμπράττων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, κάθηται εἰς τὴν ἕδραν ταύτην, τοῦ κ. Ζαΐμη.
§142ΖΑΪΜΗΣ. Ἤμην ἀπών.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτε δὲν εἶσθε ἀπών.
§144ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν, μάλιστα.
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶνε μάρτυς, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν προετάχθησαν πολὺ τολμηρότεραι γνῶμαι ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἀπεκρούσθησαν ὡς τολμηραί. Ὅτε δὲ παρετήρησα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅστις ὡρμᾶτο ἐκ τῆς εὐγενοῦς ἐπιθυμίας, ὑφ’ ἧς καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ὡρμῶντο, ἐκρίθη ὀρθοτέρα ἡ ἐμὴ γνώμη καὶ αὕτη μέχρι τέλους ἐπεκράτησε, μάρτυρας δ’ ἔχω πάντα τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, ἐν ᾧ ταῦτα συνέβαινον. Καὶ ἐπὶ τέλους ὅτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἐντονωτέρας ἐνεργείας, πάλιν ἡ πρότασις ἡ μαλακωτέρα ὑπ’ ἐμοῦ προεβλήθη καὶ αὐτὴ ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπῆλθε. Κατὰ δὲ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐπείσθην, ὅτι μόνη ἡ παρουσία μου ἦτο ἱκανὴ ἵνα παρεξηγῆται ἐπὶ βλάβῃ ἡ πορεία τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου, παρῃτήθην.
§146ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοί μου, οὐδὲν εἶναι κρυπτὸν τὸ δυνάμενον νὰ ἐπικριθῇ, ὅταν βλάπτῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν χορηγεῖται συνδρομὴ ἐτησία πρὸς τὸν Σύλλογον εἰς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ὁ Σύλλογος οὗτος ἐκπληροῖ τὸ αὐτοῦ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῦσι καὶ οἱ Σύλλογοι πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ ἐν Ἑλλάδι Συλλόγου ἔχει εὐρυτέραν περιφέρειαν, δεομένην ἐνισχύσεως καὶ συνδρομῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐγκριθῆ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ 1884, περιεῖχε τὴν πίστωσιν, τὴν διδομένην εἰς τὸν Σύλλογον. Εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου, μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι δὲν εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν Σύλλογον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 οὔτε ἕν λεπτὸν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ εἶχον παρέλθει ὁ Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος καὶ Ἀπρίλιος. Ἐγὼ ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην, κανονίζων τὰς δαπάνας τοῦ σχολικοῦ ἔτους τοῦ ἀρχομένου ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅτι ἠδυνάμην νὰ χορηγήσω ποσὸν ἀνάλογον εἰς τὸν Σύλλογον ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε προσδιορισθῆ κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος τὸ ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1884–Ἰουλίου 1885. Ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου καὶ παρεκάλεσα νὰ ῥυθμίσωσιν οὕτω πως τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐνέργειαν τοῦ Συλλόγου, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν αὐτό. Ὁ Σύλλογος μοὶ παρέστησε δι’ ἐγγράφου του, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν, τὸ διδόμενον εἰς αὐτὸν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ κατ’ ἐκείνην τὴν περίοδον τοῦ χρόνου ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Συλλόγου διὰ τὸ σχολικὸν ἔτος τὸ ἀρχόμενον ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1885 μέχρις Αὐγούστου 1886, εὑρισκόμεθα δὲ κατὰ μῆνα Μάϊον, ἀφῆκα τὴν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ καὶ εἶπον: ὅταν μοὶ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους τοῦ 1886, τότε θέλω ἰδεῖ ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ὁ Σύλλογος, διατεινόμενος ὅτι αἱ 250,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἶχον εἰπεῖ, ὅτι διαθέτω ὑπὲρ τοῦ Συλλόγου, ἤθελον ἀρκέσει, ἢ ἐὰν δίκαιον ἔχῃ διατεινόμενος τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ὁ Σύλλογος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων μοὶ ἀπηύθυνε ἔγγραφον, δι’ οὗ μοὶ ἐζήτει χρήματα ἀπέναντι τῶν χρημάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, ὃν εἶχεν ἐγκρίνει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε δώσει οὔτε ἓν λεπτὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι κατὰ μῆνα Μάϊον, ὅτε μοὶ ἐζητήθησαν τὰ χρήματα, ἡ πίστωσις ἦτον ἀκεραία, ἀλλὰ δὲν ἦσαν καὶ ἀκέραια τὰ χρήματα ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἓν λεπτόν. Ἐν τούτοις διέταξα νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα 60,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔστειλα εἰς τὸν Σύλλογον. Ἀλλ’ ὁ Σύλλογος μοὶ γράφει: «Τὶ μοὶ στέλλεις 60,000 δραχμὰς, δὲν δύναμαι νὰ ἐξαργυρώσω τὸ ἔνταλμα». Εἶπον τότε εἰς τὸν Σύλλογον νὰ ἔχῃ μικρὰν ὑπομονὴν, διότι πρόκειται νὰ εἰσαγάγω νόμον περὶ ἐντόκων γραμματίων καὶ περιμένω νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν ἡ Βουλὴ, ὅτι εὐθὺς ὡς λάβω χρήματα, θέλω δώσει καὶ αὐτῷ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ. Ἀλλ’ ὁ Σύλλογος μοὶ γράφει ὅτι «θέλω 600,000 δραχμὰς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου». Ἐὰν εἶχον ἕτοιμον τὸ ζητούμενον χρηματικὸν ποσὸν καὶ ἐγὼ ἐδυστρόπουν νὰ πληρώσω αὐτὸ, ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἀρνοῦμαι τὰ μέσα εἰς τὸν Σύλλογον· ἀλλ’ ὅταν τὸ Ταμεῖον δὲν εἶχε χρήματα, τί ἠθέλατε νὰ πράξω; Προσέφυγον εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης καὶ εἶπον: «Δὲν μοὶ κάμνητε τὴν χάριν νὰ μοὶ δανείσητε 200,000 δραχμάς;» «δὲν δυνάμεθα» μοὶ ἀπήντησαν. Ὁ Σύλλογος μοὶ ἐζήτει χρήματα διὰ τὰς πρὸς αὐτὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Εἶπον: «Δὲν ἔχω χρήματα· ὑπομείνατε ὀλίγον». Αὐτοὶ μοὶ ἀπήντησαν: «ὄχι, θέλομεν 360,000»· παρετήρησα ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ἀτομικῶς, δὲν πρόκειται περὶ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψα ἐγὼ, ἵνα μοὶ ἀπαγγείλητε προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἤμην ὑπεύθυνος, χρήματα δὲν ἔχω. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λαμβάνω ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἦτο πρακτικὸν τοῦ Συλλόγου, καὶ μεταξὺ τῶν ὑπογραφῶν δὲν εἶνε ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κυρίου Ζαΐμη, εἰσὶν ἄλλαι ὑπογραφαὶ, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦνε ἡ ὑπογραφὴ μέλους τινὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου εἰδοποιοῦντο οἱ πράκτορες τοῦ Συλλόγου οἱ κατὰ τὴν Θρᾴκην, τὴν Μακεδονίαν καὶ τὰς λοιπὰς Ἑλληνικὰς Ἐπαρχίας, ὅτι ἐὰν παραλύῃ ἡ ἐκπαίδευσις, ὑπεύθυνος εἶνε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Καὶ κατηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις τῆς Πατρίδος ὡς ἐγκαταλιποῦσα τὸ Ἑλληνικὸν ἔργον, τὸ πρὸ πολλοῦ ἀρξάμενον, διότι δὲν ὑπῆρχον χρήματα εἰς τὸ Ταμεῖον ἵνα πληρώσωμεν.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§148ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ παραταθῇ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἰμπορῶ εἰμὴ ν’ ἀπαντήσω, διότι δυστυχῶς μὲ ἀναγκάζει εἰς τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν εἶναι κύριος ἑαυτοῦ.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ ἐμποδίζητε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω......
§152ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήγγειλε καταγγελίαν, δὲν θέλουσι ἤδη νὰ ἀκούσωσι τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἀπέρχονται. Τοῦτο νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§153ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν εὐθύνην δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κλείετε τὸ στόμα ἀνδρὸς θέλοντος ν’ ἀπαντήσῃ.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐμποδίσθη ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ μὴ ἀπαρτία θὰ φιμώσῃ τοὺς λόγους σας.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Ῥάλλη, σεῖς εἶσθε ὁ παραφορώτατος τῶν ἀνθρώπων καὶ σεῖς θέλετε νὰ κλείσητε ἄλλων τὸ στόμα;
§158ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀνεκοίνωσα ἐνώπιον ὑμῶν οὐδὲν ἄγνωστον, ἀνεκοίνωσα ἓν μόνον στοιχεῖον, ἓν πρακτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου κατηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐγκατέλειψε τὸ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καθῆκόν αὐτῆς.
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ τὸ πρακτικὸν τὸ ὑπέγραψεν ἀνὴρ ὡς ὁ κύριος Ῥενιέρης, ἂν ἦτο δὲ παρὼν καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης, θὰ τὸ ὑπέγραφε.
§160ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔπρεπε νὰ καταγγείλωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Ῥενιέρη καὶ τὸ ὄνομα τὸ ἰδικόν σου.
§161ΤΙΝΕΣ. Διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§162ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων βουλευτῶν).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διότι εἶναι μόνον 45 παρόντες. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8, 45 Μ. Μ.