1885.11.22
2,832 rows · 22,701 words · 77 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1885.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τελευταῖον ἐν Παρισίοις συνῆλθε Σύνοδος ἀναθεωρήσουσα τὴν νομισματικὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ μεταξὺ τῶν διαφόρων Κρατῶν. Ἡ Σύνοδος κατέληξεν εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, μεταβαλλούσης κατά τι τὴν σύμβασιν, τὴν κρατοῦσαν μέχρι τοῦδε, διατηρησάσης δὲ τὰς ἄλλας ῥήτρας τῆς παρελθούσης συμβάσεως. Εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην ἔλαβε μέρος καὶ ἡ Ἑλλάς, ὡς ἀποδεξαμένη ἐν καιρῷ τὴν σύμβασιν. Τὴν σύμβασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ὑπάρχουσι δὲ προσηρτημένα εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα ἔγγραφα. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἐκ Σπάρτης διάφοροι κάτοικοι, περὶ τοὺς 80 περίπου, στέλλουσι τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναιροῦσιν ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα κατὰ τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ Φικιώρη.
§3ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ (ἀναγινώσκεται μέρος τι).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Φιλάρετος ὑποβάλλει ἐγγράφως δύο ἐπερωτήσεις, μίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἑτέραν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἔχουσι δὲ αὗται—αἵτινες βεβαίως θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς—ὡς ἑξῆς. Ἡ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. «Παρακαλῶ «τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς «τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν λεπτομερῆ περὶ τοῦ κληροδοτήματος «τοῦ ἐκ Ζαγορᾶς τῆς Ἐπαρχίας Βόλου Νικολάου Κρίτση, «ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑποτρόφους Ζαγορᾶς, καὶ ἰδίως 1) εἰς «ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ κληροδότημα τοῦτο, ποῦ εἶναι «κατατεθειμένον καὶ δυνάμει τίνων ἐγγράφων· 2) ἐὰν εἶναι «διωρισμένοι ὑπότροφοι, ἐὰν πληρώνωνται καί τινες, καὶ 3) «ἐὰν ὑπάρχῃ περίσσευμα τόκων, διατί δὲν ἐξετελέσθη ὁ «διὰ τοῦ ἀπὸ 22 Μαρτίου 1884 Β. Διατάγματος κανονι«σθεὶς διαγωνισμός;» Ἡ δὲ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. «Παρα«καλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ κα«ταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν 1) πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγό«μενα εἰς παράπονα κατὰ τῶν Δημαστυνόμων Παγασῶν «καὶ ἰδίως τὰς περὶ τούτου ἐκθέσεις τῶν κ. κ. Νομάρχου «Λαρίσης, Εἰσαγγελέως καὶ Ἐπάρχου Βόλου· 2) πάντα «τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ σχε«δίου τῆς πόλεως Βόλου διὰ τῶν κατὰ Ἰούνιον 1885 ἐκδο«θέντων τριῶν τελευταίων Διαταγμάτων ἢ καὶ τὴν πρὸς αὐ«τὸν ἀπευθυνθεῖσαν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν δὲν ἐλειτούργει ἔτι ἡ «Βουλή, παρ’ ἐμοῦ ἰδιωτικὴν ἐπιστολήν μου, δι’ ἧς τῷ ὑπεν«θύμιζον τὴν σχετικὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν εἰς τὴν Βουλὴν «ὑπέβαλον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1 Δεκεμβρίου 1884». Θὰ σταλῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, ἵνα δώσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§5Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ μιᾶς αἰτήσεως δημοσιευθείσης σήμερον μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα τὸ Προεδρεῖον ἐτύπωσε καὶ ἀπέστειλεν εἰς ἡμᾶς, λαμβάνω τὸ ἐνδόσιμον νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμὰς νὰ μοὶ παράσχητε τὴν προσοχήν σας. Δὲν λησμονεῖτε, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πληροφορίας περί τινος ὀρυχείου λευκολίθου τῆς Κοινότητος Λίμνης, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτόν, ἐὰν τυχὸν ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του περὶ παραχωρήσεως αὐτοῦ, νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ αὐτήν, ἢ νὰ προσέξῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐὰν τοιαύτην ἀπόφασιν δὲν ἐξέδωκεν εἰσέτι. Εὐτυχῶς αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ παρακολουθοῦνται ὑπὸ τῆς στενογραφίας, καὶ ὅσα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν λέγει, αὐτὰ μένουν πάντοτε, διὰ νὰ δύναταί τις νὰ τὰ ἐπικαλεσθῇ ἐν δέοντι πρὸς κανονισμὸν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη ὑπάρχει ἐστενογραφημένη, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὅστις ἀνέγνωσεν ἢ θὰ ἀναγνώσῃ αὐτήν, εἶδεν ἢ θὰ ἴδῃ, ὅτι περιωρίσθην εἰς αὐτὰ καὶ μόνον, τὰ ὁποῖα νῦν ἐπανέλαβον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη, τῇ αἰτήσει μου καὶ τῇ αἰτήσει ἰδίως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κυρίου Φιλαρέτου, νὰ καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸν σχετικὸν φάκελλον, τοῦ ὁποίου ἔκτοτε ἔλαβον γνῶσιν, ἐκ τοῦ φακέλλου δ’ ἐκείνου ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἦσαν ἀληθέστατα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπισήμως λεχθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως ἢ νὰ ἦναι ἀληθέστατα, διότι οὐδεμίαν εἰσέτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἐκδώσει ἀπόφασιν. Ἡ μόνη ἐνέργεια, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ γενομένη, ὑπῆρξεν εἰς τὸ νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν του κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἕνα ὀρυκτολόγον διὰ νὰ διευκρινήσῃ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ παραχώρησις τοῦ ὀρυχείου. Ὁ διαταχθεὶς ὀρυκτολόγος μετέβη, ἐξήτασεν ἐπιτοπίως τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὑπέβαλε τὴν γνώμην του, καὶ αὕτη τυπωθεῖσα διενεμήθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Ἐκτὸς ὅμως τούτων ὅλων, βλέπω σήμερον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως νὰ διανεμηθῇ μία αἴτησις Γερμανοῦ τινος Βέκερ, ἥτις λέγει, ὅτι ἐγὼ εἶμαι στενὸς συγγενὴς—τοῦτο εἶναι ἀκριβέστατον—καὶ συνεταῖρος εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις μετὰ τοῦ κυρίου Βασιλείου Βουδούρη, βουλευτοῦ Χαλκίδος. Καὶ ἐὰν ἡ αἴτησις περιωρίζετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, δὲν ἔχω τι νὰ ἀντείπω, διότι εἶμαι μὲν στενότατος συγγενὴς τοῦ Βασιλείου Βουδούρη, ἠδυνάμην δὲ νὰ ἔχω στενότατα καὶ κοινὰ συμφέροντα, ἀναγόμενα εἰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦχέ τις τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγξῃ διὰ τοῦτο, διότι ἔχω δῆθεν ἰδιωτικὰ συμφέροντα μετὰ συγγενοῦς μου· ἀλλὰ δὲν ἀληθεύει τοῦτο, κύριοι, διότι οὐδὲν κοινὸν συμφέρον ἰδιωτικὸν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ στενοτάτου συγγενοῦς καὶ ἐκ μητρὸς θείου μου Βασιλείου Βουδούρη, μὲ συνδέει, καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ προκαλέσω πάντα, γινώσκοντα τὸ ἐναντίον, νὰ τὸ εἴπῃ, διὰ νὰ ἐξελεγχθῇ ψευδόμενος. Διὰ ν’ ἀμειφθῇ δ’ ἐκεῖνος ὅστις ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχω τοιοῦτόν τι συμφέρον κοινὸν, ὑπόσχομαι ἀπὸ τοῦδε νὰ τῷ μεταβιβάσω διὰ δωρεᾶς πᾶν ὅ,τι νομίζει, ὅτι ἐνδιαφέρομαι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, ἢ ἄλλης παρομοίας. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου καὶ μόνου. Ὁ ἀναφερόμενος Βέκκερ γράφει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡμῶν αὐτή, ἡ ἀνύπαρκτος, «κατατρώγει τὰ ἐκ τοῦ λευκολίθου συμφέροντα τῆς Μονῆς Γαλατάκη καὶ τῆς Κοινότητος Λίμνης, μηδὲν πληρώνουσα». Προβαίνων δὲ περαιτέρω, ἔχει καὶ τὴν τόλμην νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡμῶν δι’ ἐμοῦ ὡς μέλους της ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐκφοβίσῃ διὰ τῆς συκοφαντίας τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως ἀφίνηται ἐλευθέρα νὰ παρανομῇ καὶ νὰ σφετερίζηται τὰ Δημόσια χρήματα· οὕτω δὲ ὁ Βέκκερ αὐτὸς ζητεῖ νὰ παρασταθῇ ὡς μεριμνῶν πλειότερον παντὸς ἄλλου ὑπὲρ τῶν Δημοσίων χρημάτων. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς ὁ ἀναφερόμενος, ὅστις, καίτοι ἀλλοδαπὸς, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωρίζωμεν μόνον εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναγνωρίζωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀλλοδαποὺς, ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ οὐ μόνον καταχρώμεθα τὰ Δημόσια χρήματα, ἀλλ’ ἀποπειρώμεθα διὰ τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς ἐκφοβίσεως τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα περιποιήσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἀθέμιτον ὄφελος. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα, κύριοι βουλεταὶ, νὰ ἔρχηται νὰ δολοφονῇ ὑπόληψιν βουλευτοῦ, καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος καὶ συνεταῖρος μετὰ τοῦ συγγενοῦς του ἐμοῦ, ἔρχεται ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου καὶ ζητεῖ δι’ ἐμοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ συμφέροντα ἀτομικὰ διὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, τῆς ἐκφοβίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ αἰσχροτέρου τῶν μέσων, τῆς συκοφαντίας. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ὁ ἀναφερόμενος ἐπὶ τοσοῦτον ἐπλανήθη περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὅταν ἔλαβε τὴν γραφίδα ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν ὤφειλε νὰ ἀφήσῃ ὅπως αἱ τάσεις τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, αἱ περὶ τὴν δυσφήμησιν προφανῶς περιστρεφόμεναι, λάβωσι τὴν ἐπίσημον διάδοσιν διὰ τῆς ἐκτυπώσεως τῆς αἰτήσεως ἐντολῇ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, πρὶν παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τοιαύτην ἀναφορὰν, ὤφειλε νὰ τὴν ἀναγνώσῃ καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν βουλευτῶν καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὰ γράφωνται χωρὶς νὰ συνοδεύωνται οὐδ’ ὑπὸ τῆς ἐλαχίστης ἀποδείξεως, καὶ εἶχε καθῆκον τὸ Προεδρεῖον τοιαύτην ἀναφορὰν νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἀναφερόμενον, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ ἔπρεπε νὰ τὴν πέμψῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν, καὶ κατόπιν νὰ τὴν διανείμῃ μεταξὺ τῶν ἐπισήμων τῆς Βουλῆς ἐγγράφων. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποπέμψῃ ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου τοιαύτην αἴτησιν, ὅταν ἀποτόμως ἔρχεται καὶ ὑβρίζει κατὰ πρόσωπον μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δὲν ἦτο ἐπιτραμμένον νὰ τυπώνῃ τοιούτους λιβέλλους, ἀπευθυνομένους κατὰ βουλευτῶν· διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἠδύναντο, ἐὰν ἤθελον τὴν δημοσίευσιν, νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν τύπον καὶ νὰ εὕρωσι δημοσιογραφικὰ ὄργανα ἄξια νὰ δημοσιεύσωσι τὰς ὕβρεις αὐτὰς καὶ τοὺς λιβέλλους. Ἀλλὰ ποῖοι εἶνε οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες θέλουσι νὰ μᾶς συκοφαντήσωσιν; εἶνε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταφάγωσι τὸ ὀρυχεῖον. Καὶ λέγων τοῦτο θέλω προσάγει καὶ τὰς ἀποδείξεις· δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτον πρᾶγμα χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὰς ἀποδείξεις ἀμέσως. Ὁ νόμος, κύριοι, περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, νόμος ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ ληφθεὶς, ἐξασφάλισε τὰ συμφέροντα παντὸς δικαιουμένου εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις. Διὰ μὲν τὰ μεταλλεῖα ἀφῆκε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶπεν ὅτι, ἐὰν πολλοὶ αἰτῶνται τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, ὁ ἔχων τὰ πλείονα προσόντα, τὰς ἀναγκαίας εἰδικὰς γνώσεις καὶ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια θὰ λαμβάνῃ αὐτό· διότι ἡ παραχώρησις μεταλλείου ἐκτὸς τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος τοῦ ἰδιώτου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον θέλει παραχωρηθῇ, δύναται νὰ παρουσιάζῃ καὶ Δημόσιον συμφέρον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὀρυχείων οἱ πάντες γινώσκομεν καὶ ὁ νομοθέτης τὸ ἐγίνωσκεν, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται παρὰ νὰ κόπτῃ τις τοὺς λίθους καὶ νὰ τοὺς πωλῇ, ἐὰν ὦσι χρήσιμοι πρὸς ὡρισμένην βιομηχανίαν. Προκειμένου δὲ περὶ ὀρυχείων, ὁ νομοθέτης εἶπεν ὅτι, ὁσάκις εἶνε πλείονες οἱ αἰτοῦντες τὴν παραχώρησιν ὀρυχείου, προτιμᾶται πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους· αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 36. Ἔρχονται οἱ συκοφαντοῦντες ἡμᾶς, οἱ θέλοντες νὰ μᾶς καταστήσωσι παραβάτας τῶν καθηκόντων μας καὶ νὰ φέρωσιν ὅσα ἐν τῇ αἰτήσει των λέγουσιν εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν ἐπίσημον ἵνα πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ ἐνεργῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν μου συμφερόντων· ἔρχονται καὶ τί ζητοῦν; ὅτι ἐζήτησεν ἡ κοινότης νὰ τῇ παραχωρηθῇ τὸ ὀρυχεῖον δι’ αἰτήσεως ἀπὸ 20 Σεπτεμβρίου 1884. Ἡ αἴτησις τῆς κοινότητος ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5,139 τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1884 προγράμματος τῆς Νομαρχίας, καταχωρηθέντος ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 13 Νοεμβρίου 1884 τῆς «Εὐρίπου» ἐφημερίδος τῆς Χαλκίδος· ἡ αἴτησις δὲ αὕτη ἰδίως περιέχει τὰ ὅρια καὶ πάντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ ἐν λόγῳ ὀρυχείου. Ἔρχονται οἱ κύριοι αὐτοὶ κατόπιν καὶ διὰ νέας αἰτήσεως προχρονολογημένης αἰτοῦνται τὴν παραχώρησιν τοῦ αὐτοῦ ὀρυχείου, διὰ προγράμματος δὲ τῆς 9 Νοεμβρίου 1885, δημοσιευθέντος εἰς τὸ φύλλον τῆς 16 Νοεμβρίου 1885 τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος, ἄρχεται ἡ νέα διαδικασία τῆς νέας ταύτης αἰτήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ κοινότης Λίμνης. Τὰ αὐτὰ ὅρια περιέχουσι καὶ αἱ δύο αἰτήσεις. Τί δὲ λέγει περιπλέον ἡ αἴτησις τῶν Βέκκερ καὶ Σας;. «Ὑποσχόμεθα προσέτι νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν κοινότητα Λίμνης ὡς ἰδιοκτήτριαν τῆς παραχωρηθησομένης ἡμῖν καὶ εἰς αὐτὴν ἀνηκούσης ἐκτάσεως τὸ νόμιμον ποσὸν ἐκ τοῦ καθαῤῥοῦ εἰσοδήματος κλπ.». Ἐὰν ἐξετάσητε πρὸς στιγμὴν τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατετέθη, καὶ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει εἰσέτι εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, θὰ ἴδητε ὅτι, ἐλπίζοντες δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ὑποκλέψωσι τὴν ξένην περιουσίαν, προέβαλον τὸ πρῶτον ἀξιώσεις, ὅτι τὸ ὀρυχεῖον δὲν κεῖται ἐπὶ γαιῶν τῆς κοινότητος Λίμνης, ὅτι ἀποτελεῖ μέρος ἑνὸς κτήματος Κεχριᾶς, ἀνήκοντος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἑτέρου τῶν ἀναφερομένων, τοῦ κ. Τομπάζη, καὶ διὰ μιᾶς ἀρχαίας αἰτήσεως δύο κυρίων, Λαχανᾶ καὶ Κωνσταντινίδου, ἐζήτησαν νὰ ἁρπάσωσι τὸ ὀρυχεῖον. Ἀλλὰ μεταβὰς ἐκεῖ ὁ ὀρυκτολόγος τῆς Κυβερνήσεως, προσεκάλεσεν ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἐζήτησεν ἐξηγήσεις καὶ ἐποιήσατο ἔκθεσιν, ἥτις καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἡμῖν, ἀπεφάνθη δὲ, ὅτι τὸ ὀρυχεῖον κεῖται ἐντὸς τῶν γαιῶν τῆς κοινότητος Λίμνης. Μετὰ τὴν τοιαύτην γνωμοδότησιν ὑποβάλλουσι τὴν νέαν αἴτησιν καὶ ζητοῦσιν, ὡς ἔχοντες μεγάλα προσόντα νὰ λάβωσι τὸ ὀρυχεῖον. Λησμονοῦσιν ὅμως ὅτι, ἀφοῦ κεῖται τὸ ὀρυχεῖον ἐντὸς τῆς ἰδιοκτησίας τῆς κοινότητος Λίμνης καὶ αὐτὴ ἐζήτησεν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς, μηδενὸς ἀπολαμβάνων δικαιώματος ἐπιλογῆς, παρὰ νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους. Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες μᾶς ὑβρίζουσιν, ὅτι καταχρώμεθα τοῦ Δημοσίου πλούτου, καὶ ὅτι ἕνεκα ἀτομικοῦ συμφέροντος ἀπὸ τοῦ βήματος θέλομεν διὰ συκοφαντιῶν νὰ ἐκφοβίσωμεν τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἔρχεται ὅμως εὐτυχῶς πρὸς ὑποστήριξιν ἐμοῦ, ὅτι ἐντὸς τῆς Ἐπαρχίας Χαλκίδος ἀτομικῶς δὲν ἔχω οὐδεμίαν περιουσίαν, πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον συμμετοχὰς εἰς μεταλλεῖα καὶ ὀρυχεῖα· δὲν ἔχω τοιαύτην περιουσίαν ἐκεῖσε καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Κριεζώτη, ὅστις εἶναι παρὼν, καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀβέρωφ, ἵνα τὸ ὁμολογήσωσι. Καὶ ἔρχονται τοιοῦτοι ἄνθρωποι, οἷοι οἱ ἀναφερόμενοι, καὶ λέγουσιν, ὅτι ἀπὸ ἀτομικὸν συμφέρον κινούμενος ἐνεργῶ εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐπιτρέπει τοῦ τοιούτου λιβέλλου αὐτῶν τὴν ἐπίσημον δημοσίευσιν! Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, μοὶ εἶπέ τις πῶς εἶχον τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν κοινότητα Λίμνης; Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διοικοῦσα διὰ πληρεξουσιότητος τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος, ἔστειλε πρὸς ἐμὲ· εἶναι ἐπίσημα. Αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑψώσω φωνὴν, διότι οἱ ἐποφθαλμιῶντες τὸ ὀρυχεῖον διεβεβαίουν, ὅτι ἔχουσι προστάτας ἐν Ἀθήναις, καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος ἡ παραχώρησις τοῦ ὀρυχείου εἰς αὐτούς· τοῦτο δὲ ἤθελεν εἶσθαι διὰ τὴν κοινότητα Λίμνης καταφανεστάτη καταπάτησις τῶν ἱερῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ ἐπιστολὴ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ προϊστάμενος τῆς κοινότητος ἰατρὸς κ. Γεώργιος Φλῶκος μὲ εὐχαρίστησε. «Σᾶς εὐχαριστοῦμεν θερμῶς διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τῆς ἡμετέρας κοινότητος. Λίμνη 15 Νοεμβρίου 1885». Λοιπὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰ δίκαια τῆς κοινότητος. Ἤδη δὲ ἐπίσης ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκφράσω τὰ παράπονά μου κατὰ τοῦ Προεδρείου, διότι κατὰ παραγνώρισιν τῶν καθηκόντων του ἐπέτρεψε τὴν ἐπίσημον τύπωσιν τοιούτου λιβέλλου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀπόδειξις δικαιολογοῦσα τὰς ἐν αὐτῷ δυσφημίας, καὶ δὲν ἐπέστρεψε πάραυτα τὸν λίβελλον εἰς τοὺς συντάκτας αὐτοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἀπετέλει μέρος τῶν ἐγγράφων τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα ὅλα. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ δὲν εἶδον τὶ περιέχουσιν, ἑπομένως διέταξα νὰ τυπωθῶσιν· ὥστε δὲν πρέπει πάντοτε νὰ ἀναμιγνύετε τὸ Προεδρεῖον.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν δικαιοτάτην ὑπόθεσιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸ Ἀπομαχικὸν ταμεῖον. Τὸ ταμεῖον τοῦτο δὲν ἔχει λάβει τὰ τοκομερίδιά του ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐσπατάλησε καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸν χρῆμα τοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου· διότι ὀφείλουσα εἰς τοῦτο περὶ τὰς 115,000 δραχμὰς καθυστέρησε τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, καὶ οὕτως τὸ Ἀπομαχικὸν ταμεῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα. Τούτου δ’ ἕνεκα τὸ Ἀπομαχικὸν ταμεῖον ἤγειρεν ἀγωγὴν καὶ ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων τούτων. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ πληρωθῇ συμβιβαστικῶς καὶ νὰ μὴ γίνῃ δίκη, νὰ διαταχθῇ δὲ ἡ πληρωμὴ τῶν χρημάτων. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον ἐπὶ τοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία τις. Βεβαίως ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, γιγνώσκουσα τὴν κατάστασιν ταύτην, θέλει διατάξει νὰ πληρωθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν ταμεῖον· ἀλλὰ πόθεν, ἀφοῦ ἡ περὶ πάντα σπατάλη τῆς προκατόχου δὲν ἄφησεν ὀβολὸν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Οὐ μὴν, ἀλλὰ καὶ χρήματα ἀκόμη θαλασσοπνιγομένων κατενοσφίσατο· καὶ μολαταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται νὰ ἐξοικονομήσῃ ὁθενδήποτε τὴν τοιαύτην τοῦ Δημοσίου ὀφειλήν.
§9ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις προσώπων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἥτις ὡς ἐκ τῶν πρὸς αὐτὴν καθηκόντων της ἐφείλκυσεν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν καὶ μέριμναν τῆς τε Κοινωνίας καὶ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ τάξις τῶν Δημοσίων τοῦ Κράτους λειτουργῶν. Δὲν θεωρῶ ἁρμοδίαν τὴν ἐποχὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ὁπόσον ἐπιτακτικὴ κατέστη πλέον ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ληφθῇ ἀποτελεσματικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῆς τάξεως ταύτης τῶν Δημοσίων λειτουργῶν, διότι πάντες ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης θεραπείας. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα ἀνταποκρινομένη ἐν μέρει εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Δημοσίων λειτουργῶν μέριμνάν της συναινέσῃ νὰ προταχθῇ εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐγγραφῆς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς μετόχων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοῦτο διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου βελτιοῦται κατά τι ἡ θέσις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καθόσον, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἡ κατάστασις αὐτοῦ δὲν εἶναι εὐάρεστος· οἱ ἐξ αὐτοῦ ἔχοντες δικαίωμα περιθάλψεως λαμβάνουσιν αὐτὴν ἠλαττωμένην κατὰ 33 τοῖς ἑκατὸν, μανθάνω δὲ, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου σκέπτεται διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ ἐλαττώσῃ τὰς περιθάλψεις κατὰ 50 ἢ 60 τοῖς ἑκατὸν, ἕνεκα ἀνεπαρκείας πόρων, καὶ τούτου ἕνεκα εἶναι πρόδηλον, ὅτι βραδύτερον θέλει περιέλθει εἰς πλῆρες ναυάγιον, ἐὰν ἄλλοθεν δὲν ἐπέλθῃ ἐπικουρία. Δηλῶ ἐν τούτοις ἀπὸ σήμερον, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλω ὑποβάλει τροπολογίαν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον ἐνέχει διατάξεις, ἐπαγομένας ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν, ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς νέους μετόχους τοῦ ταμείου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. (Ὅρα Παράρτημα). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικρίνω τὸ γιγνόμενον, μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι πάντοτε τοῦτο γίνεται. Προϋπάρχει μὲν προσδιωρισμένη ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, ἀλλ’ ἀπεδείχθη καθ’ ὅλας τὰς Συνόδους, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ κατορθοῦται, ἵνα κατὰ τὴν ὥραν τὴν προσδιωρισμένην ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ γίνωνται ἐργασίαι τινὲς προεισαγωγικαὶ, καταντῶμεν οὕτω νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν 4½· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, κατὰ τὴν 7 ἀπερχομένων τῶν βουλευτῶν, ὀλίγην ἐργασίαν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ἐνῶ πολλαὶ ἐργασίαι πρόκεινται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκρεμεῖς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονήν των καὶ νὰ παραμένωσι καὶ μετὰ τὴν 7 ὥραν, ἵνα αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς μὴ λήγωσιν ὡς συνήθως μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν 7 ὥραν. Παρατείνοντες δὲ μέχρι τῆς 8 καὶ τῆς 9, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν πληθώραν τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες εἶναι ἐνώπιον ἡμῶν.
§14ΒΛΑΧΟΣ. Νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτιμότερον.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπὸ τὰς 9–12 καὶ ἀπὸ τὰς 3–7.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρότασις ἐγένετο νὰ συνέρχηται ἡ Βουλὴ δὶς εἰς συνεδρίασιν, πρὸ καὶ μετὰ μεσημβρίαν.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίποτε δὲν θὰ κάμωμεν· πολλάκις τὸ ἐδοκιμάσαμεν.
§19ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὶς καὶ τρίς.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τοιαύτην τινὰ τακτικὴν μετήλθομεν κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συνέρχηται δὶς τῆς ἡμέρας. Καὶ συνήρχετο μὲν δὶς τῆς ἡμέρας, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη τακτικὴ δὲν συμβιβάζεται πολὺ μὲ τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας οἱ κ. βουλευταὶ ἔχουσι, καὶ ἀκόμη οὐδὲ μὲ τὰς ἐργασίας τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ διευθύνωσι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀνατεθειμένην αὐτοῖς. Ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἦτο λίαν ἐπικειμένη, ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ συνερχώμεθα δὶς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ τοιαύτη τακτικὴ δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ διὰ πολλὰς ἡμέρας. Καὶ ἐγὼ μὲν ἤθελον συμμορφωθῆ μὲ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἐὰν παρετείνομεν μέχρι τῆς 9 ὥρας τὰς συνεδριάσεις· διότι οὕτω ἐντὸς βραχυτέρου χρόνου ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας πράγματα κατορθωτὰ δι’ ὅλους· μετὰ τὰς ἑπτὰ ἡμεῖς οἱ γέροντες θὰ ἦναι δύσκολον νὰ καθήμεθα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς δύω τότε. Δὲν ἐννοῶ ὅμως διατὶ νὰ τὸ ἀποφασίζητε καὶ νὰ μὴ τὸ ἐκτελῆτε.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν. Εἰμπορεῖ νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ ἑκατοντάκις νὰ συνέρχηται κατὰ τὰς δύω, ἀλλὰ δὲν θέλει κατορθοῦσθαι νὰ συνέρχηται. Ὥστε, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέρχωνται οὐδὲ εἰς τὰς τρεῖς, θὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν ἰδίαν τακτικήν. Αὐτὴ δὲ ἡ τακτικὴ θέλει καταλίπει ἐπ’ ἄπειρον ἐργασίας ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἐὰν παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις μας μέχρι τῆς 9, θέλομεν ἐργάζεσθαι περισσότερον δύω ὥρας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουν τὴν παράτασιν τῶν συνεδριάσεων, πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες μέχρι τῆς 9· διότι ἄλλως ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντός μου θὰ διαλύω τὴν συνεδρίασιν, ὅταν βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, θὰ εὐθύνωνται δὲ οἱ ἀπουσιάζοντες βουλευταί. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ψηφίζονται εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· Πρῶτον τὸ περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἐπιταγῶν δι’ ἔξοδα ὁδοποιίας, καὶ δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως θαλασσοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἑδρευούσης Ὀθωμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀτμοπλοΐα Αἰγαίου».)
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μετάφρασις Γαλλικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ πρωτότυπον ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Φρονῶ, ὅτι ἡ μετάφρασις εἶναι ἐσφαλμένη.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσθενεῖ, ἐγὼ δὲ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἔχετε, ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§31Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, ἀλλὰ πρὸ πούτου θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπολάβῃ καὶ πάλιν, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ὡς τοποτηρητὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶχον σκοπὸν καὶ διάθεσιν νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησίν σας, ἤθελον ἀκολουθεῖ ἀπέναντι αὐτῆς τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα πάντοτε, ὁσάκις ἤμην ἀντιπολιτευόμενος. Ἐὰν ὑμεῖς εἰσήλθετε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὀλίγους μῆνας πρὸ ἐμοῦ, ἐγὼ ὅμως διαμένω ἐν τῷ Ἐθνικῷ περιβόλῳ πλειότερον χρόνον ἀπὸ ὑμᾶς, διότι ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν συνεπαρχιωτῶν μου οὐδέποτε μὲ ἐστέρησε τῆς ὑψηλῆς τιμῆς τοῦ νὰ παρακάθημαι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν μεταξὺ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα ἡ πολιτεία μου ὑπῆρξε σαφὴς, καθαρὰ καὶ ἀρκούντως δεδηλωμένη, ὥστε οὐδέποτε ἐδόθη ἀφορμὴ εἴς τινα νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς πολιτικῆς μου θέσεως, διότι οὐδέποτε ᾐσθάνθην τὴν ἀνάγκην νὰ κρύψω τὸ φρόνημά μου, καθὼς καὶ οὐδέποτε ἐδυσκολεύθην νὰ εἴπω τὰς ἰδέας μου περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, εἴτε ἀπὸ φίλους προετείνοντο ταῦτα, εἴτε ἀπὸ ἀντιθέτους. Εἶναι, κύριοι, περίεργος ἀληθῶς ἡ συμπεριφορὰ τῶν κυρίων Πρωθυπουργῶν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους. Καίτοι λέγοντες, ὅτι δὲν ἀντιποιοῦνται τὸ ἀλάθητον, καίτοι προκαλοῦντες τοὺς βουλευτὰς νὰ τοὺς συντρέχουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, οὐδὲν ἧττον δυσανασχετοῦσιν, ὁσάκις γίνεται παρατήρησίς τις· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ταράσσονται πολὺ, ὁσάκις συμβῇ νὰ μάθουν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐγένετο ὁμιλία τις ἢ συνάθροισις βουλευτῶν. Καὶ προχθὲς ἀκόμη, ἐπειδὴ ἐῤῥέθη, ὅτι ἔγινε πολιτικὴ συνάθροισις ἑσπέραν τινὰ εἴς τινα οἶκον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν γενομένην ἀναίρεσιν τῆς φήμης ταύτης, ἀλλὰ διὰ νὰ καθησυχάσῃ περισσότερον ἑαυτὸν καὶ τοὺς οἰκείους του, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ οἶκος ἐκεῖνος εἶνε ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώσθησαν μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐχρησίμευσαν ὡς τόποι πολιτικῶν συνεντεύξεων, λησμονήσας ἐν τῇ ταραχῇ του βεβαίως, ὅτι αὐτὸν τὸν ἴδιον οἶκον κατεδέχθη νὰ τιμήσῃ διὰ τῆς παρουσίας του αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Δηλιγιάννης, παρευρεθεὶς εἰς πολιτικὴν συνέντευξιν, ἡ ὁποία διήρκεσε πολλὰς ὥρας, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπῆλθεν ὄχι πολὺ εὐχαριστημένος, διότι αἱ γνῶμαί του δὲν ἐγένοντο δεκταὶ ὑπ’ οὐδενὸς σχεδὸν ἐκ τῶν παρευρεθέντων εἰς αὐτὴν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας πιστεύω, ὅτι, τόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθὼς καὶ πάντες ὑμεῖς θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅσα μέλλω νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως θέλω τὰ εἴπει ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ὄχι ὡς τοποτηρητὴς καὶ ἀντιπρόσωπος ἄλλου τινὸς, πολλῷ μᾶλλον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥ τε μείζων καὶ ἐλάσσων, ἀντιπροσωπεύεται ἐπαρκῶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔχει πολλοὺς εὐγλώττους καὶ δεινοὺς ρήτορας, διὰ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της. Διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν, πρόκειται, ὡς σᾶς ἐξήγησε καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης ἔντιμος βουλευτὴς, νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἰδιώτας μέρος τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὰ μονοπώλια τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ πετρελαίου, τοῦ ἅλατος καὶ τῶν πυρείων· πολυετῶς μὲν διὰ τὰ τρία πρῶτα, προσωρινῶς δὲ διὰ τὸ τελευταῖον. Μ’ ὅλην τὴν ἀποστροφήν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ μονοπώλια, φαίνεται, ὅτι κατενόησεν ἀρκούντως, ὅτι τὰ μὲν τρία μονοπώλια δὲν εἶνε εὔκολον ἴσως νὰ λείψουν ἀπὸ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν Νομοθεσίαν, καὶ ὅτι ἀπὸ τὸ τέταρτον δὲν θέλομεν ἀπαλλαχθῆ τόσον ταχέως ὡς ἐν ἀρχῇ ὑπέθεσε. Τὰ μονοπώλια, καθὼς γνωρίζετε, εἶνε φόροι, εἶνε σύστημα φόρων, τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζει καὶ καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν αἱ Κυβερνήσεις, ὁσάκις θέλουν νὰ φορολογήσουν ἀντικείμενόν τι βαρύτερον τοῦ συνήθους καὶ βλέπωσιν, ὅτι ἕνεκα τῆς βαρείας φορολογίας γίνονται καὶ τοσαῦται καταχρήσεις, ὥστε εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅλη ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ φόρου ὑπολογίζουσι. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν τῶν καταδολιεύσεων καὶ καταχρήσεων τούτων ἀναλαμβάνει ἡ Πολιτεία τὴν προμήθειαν ἢ κατασκευὴν τῶν ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ὁ βαρὺς φόρος, ἀπαγορεύουσα ταῦτα εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ πωλοῦσα τὰ ἀντικείμενα εἰς τιμὰς πολὺ ἀνωτέρας τῆς συνήθους αὐτῶν ἀξίας, ὠφελεῖται τὴν διαφοράν. Ἐννοεῖται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ μονοπώλια βλάπτουσι πολυειδῶς τὴν κοινωνίαν, διότι ὄχι μόνον ἀναγκάζουσι τοὺς πολίτας ν’ ἀγοράζωσι τὰ ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα συνιστᾶται, εἰς ὑψηλὰς καὶ ὑπερόγκους τιμὰς, ἀλλὰ περιορίζουσι καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας ὡς καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὀλίγα Κράτη ἀπαντῶνται, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπῆρξαν μονοπώλια. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον εὐκόλως χρήματα ἀναγκάζει τὰς Κυβερνήσεις, κατὰ παράβλεψιν τῶν οἰκονομικῶν κανόνων καὶ τῆς δικαιοσύνης, νὰ καταφεύγουν εἰς τὰ μονοπώλια. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τῶν μονοπωλίων βλάπτονται καὶ προσβάλλονται τοσοῦτο τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ τὰ ἐξασφαλίζῃ δεόντως, ὥστε ἀφοῦ ἐπέρχεται βλάβη εἰς τοὺς ἰδιώτας, νὰ ὠφελεῖται τοὐλάχιστον τὸ Δημόσιον. Εἶνε ἀσυγχώρητον ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐπιβάλλωμεν βαρεῖς φόρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀφίνωμεν νὰ σφετερίζωνται τοὺς φόρους τούτους ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Ὁ φόρος, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἦνε βαρὺς, πάντοτε πληρώνεται ἀπὸ τοὺς τιμίους καὶ εὐσυνειδήτους πολίτας, ἐὰν δὲ δὲν ἀπολαμβάνῃ τὸ Δημόσιον πᾶσαν τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισεν ἔκ τινος φόρου, εἶναι σημεῖον, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἔχοντες εὐρυτέραν τὴν συνείδησιν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν πληρώνουν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ πληρώνουν, ἀλλὰ σφετερίζονται καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πληρώνουν οἱ ἄλλοι. Ὅταν π. χ. διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων ἐπεβλήθη φόρος 4 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν καπνὸν, πάντες ὑμεῖς ὅσοι καπνίζετε ἐπληρώνατε σῶον καὶ ἀκέραιον τὸν φόρον τοῦτον· διότι, ὅτε προσήρχεσθε εἰς τοὺς καπνοπώλας διὰ νὰ ἀγοράσητε καπνὸν, οἱ καπνοπῶλαι προσέθετον εἰς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ καὶ τὸν φόρον· ἀλλ’ ἐὰν ἔπραττον τοῦτο καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἤθελον εἰσπραχθῆ 12 περίπου ἑκατομμύρια, διότι κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκοντα 3,000,000 περίπου ὀκάδων καπνοῦ· καὶ ὅμως ἀντὶ τῶν 12,000,000, μόλις κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθοῦν 3. Τί ἐγένοντο τὰ ἄλλα 9; βεβαίως τὰ ἐσφετερίζοντο οἱ λαθρέμποροι καί τινες ἴσως καταχρασταὶ ὑπάλληλοι. Τὸ αὐτὸ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγίνετο καὶ διὰ τὸ σιγαρόχαρτον· τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ διὰ τὸ πετρέλαιον, διότι ἐκ τῶν ὑποβληθέντων πινάκων δὲν βλέπω ὅτι ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ πετρελαίου ὅσην ὑπελόγιζεν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν καὶ ὑποστηρίξας τὸ μονοπώλιον τοῦ εἴδους τούτου. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον ἡ Πολιτεία, ὅταν συνιστᾷ μονοπώλια, νὰ φροντίζῃ ἐκ παντὸς τρόπου, ὥστε τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται ταῦτα, νὰ κατασκευάζωνται ἢ νὰ προμηθεύωνται εἰς ὅσον ἔνεστι μικροτέραν τιμὴν, εἴτε δὲ νὰ προλαμβάνῃ πάσας τὰς καταχρήσεις καὶ καταδολιεύσεις, διὰ τῶν ὁποίων ὑποκλέπτεται ἡ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπεδείχθη, ὅτι δυσκόλως δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις, διότι ἀπαιτεῖται πολυάριθμον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας, στρατολογεῖται εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ προσωπικὸν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ δεόντως τὸ καθῆκον του. Διὰ τοῦτο συνήθως καταφεύγουν αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὴν ἰδιωτικὴν συνδρομὴν, ἐκδίδουσαι εἴτε τὸ μονοπώλιον ὁλόκληρον ἐπὶ μισθώματι, εἴτε μέρος τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ εἰς ἰδιώτας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Κυβέρνησις, ὡς σᾶς ἐξήγησε καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀπεφάσισε νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἰδιώτας οὐχὶ ὁλόκληρον τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ μόνον ἐργασίας τινάς. Καὶ διὰ μὲν τὰ παιγνιόχαρτα καὶ τὰ πυρεῖα παραχωρεῖ τὴν παραλαβὴν αὐτῶν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, τὴν μεταφορὰν εἰς τὰς Ἐπαρχίας καὶ τὴν πώλησιν· διὰ δὲ τὸ πετρέλαιον ἀναθέτει εἰς ἰδιώτας τὴν φροντίδα τοῦ νὰ ἀγοράζουν αὐτὸ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν διὰ λογαριασμὸν καὶ δι’ ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ τὸ εἰσάγουν εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, ἐκεῖθεν δὲ νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς τὰς εἰδικὰς καὶ νὰ τὸ πωλοῦν. Διὰ δὲ τὸ ἅλας παραχωρεῖ εἰς αὐτοὺς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ εἰς τὰς ἁλυκὰς, τὴν συγκέντρωσιν εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, τὴν μεταφορὰν εἰς τὰς εἰδικὰς καὶ τὴν πώλησιν. Διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουν ἰδιῶται, παραχωροῦνται εἰς αὐτοὺς διάφοροι ἀμοιβαὶ, αἱ ὁποῖαι, καθὼς ὑπολογίζεται, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,284,000 κατ’ ἔτος· διότι διὰ μὲν τὰ παιγνιόχαρτα καὶ τὰ πυρεῖα θέλουν ἀπολαμβάνει οἱ ἐργολάβοι 3% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως, ἑπομένως ἐὰν ἐπαληθεύσωσιν αἱ προβλέψεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐκ τῶν δύο τούτων θέλουν εἰσπραχθῆ 800,000, ἤτοι 300,000 ἀπὸ τὰ παιγνιόχαρτα καὶ 500 χιλιάδας ἀπὸ τὰ πυρεῖα, καὶ θέλουσι λάβει ἀμοιβὴν 24,000. Διὰ τὸ πετρέλαιον δίδονται διάφοροι ἀμοιβαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐννοῶ διατί δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς ἓν ἢ δύο κονδύλια, διὰ νὰ ἦναι εὐχεριστέρα ἡ ἐξακρίβωσις αὐτῶν. Αἱ ἀμοιβαὶ αὗται συνίστανται· 1) εἰς ½% διὰ προμήθειαν· 2) εἰς 2% διὰ τὴν ἐγγύησιν τῆς ποιότητος, διότι φαίνεται, ὅτι ἄνευ ταύτης οἱ ἐργολάβοι δὲν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρουν πετρέλαιον συμφώνως μὲ τὸ δεῖγμα, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ εἰσάγουν οἱασδήποτε ποιότητος πετρέλαιον θέλουν· 3) τόκος τριῶν μηνῶν διὰ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσουν πρὸς ἀγορὰν τοῦ πετρελαίου, ὁ δὲ τόκος οὗτος ἀναλογεῖ πρὸς 2%, καὶ τέλος 1¼% λόγῳ φύρας· ὥστε δίδονται 6¾% ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ πετρέλαιον ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει ἀξίαν 50 λεπτὰ, τὰ 6¾% φέρουσι 3½ περίπου λεπτὰ δι’ ἑκάστην ὀκάν. Μετὰ ταῦτα διὰ τὴν ἐκφόρτωσιν, τὴν μεταφορὰν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ τὴν πώλησιν θέλουν λαμβάνει ἄλλα ποσοστὰ, ὑπολογιζόμενα οὐχὶ ἐπὶ τῆς πρώτης ἀγοραίας τιμῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως, λαμβάνουν δὲ 1,5% διὰ τὴν φροντίδα, κτλ. 1% διὰ φύραν καὶ δραχμὴν 1,27 δι’ ἕκαστον κιβώτιον, τοῦτο δὲ ἀναλογεῖ εἰς 5,5%, ὥστε διὰ τὰς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐργασίας θέλουν λαμβάνει 8% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως· ἐὰν δὲ ἡ τιμὴ τῆς πωλήσεως ὑποτεθῇ 110 λεπτὰ, αἱ ἀμοιβαὶ αὗται ἀποτελοῦσιν 9 σχεδὸν λεπτὰ, τὰ ὁποῖα προστιθέμενα εἰς τὰ ἀνωτέρω 3½ ἀναβιβάζουν εἰς 12 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἐργολάβων διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θέλουν προσφέρει διὰ τὸ πετρέλαιον· ὥστε ἐὰν δαπανηθῶσι 4,000,000 ὀκάδων πετρελαίου, αἱ ἀμοιβαὶ θὰ φθάσουν εἰς 480,000 δραχμάς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας, ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν εἰς 24,000,000 ὀκάδας, διὰ τὰς ὁποίας θέλουν λαμβάνει οἱ ἐργολάβοι κατ’ ὀκὰν 4 λεπτὰ διὰ τὴν φροντίδα τῆς πωλήσεως, καὶ τὴν μεταφορὰν, εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 566,000. Πλὴν τούτων, θέλει χορηγεῖσθαι εἰς αὐτοὺς 220,000 κατ’ ἔτος διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν, ὥστε καὶ ἐκ τοῦ ἅλατος θὰ ἔχουν 780,000 δραχμάς. Πᾶσαι αὗται αἱ ἀμοιβαὶ ἀθροιζόμεναι ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν 1,284,000. Πλὴν τούτων, τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων καὶ εἰς ἄλλας ἐκπτώσεις λόγῳ ναυσοβλάβης, πρέπει ἀκόμη νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι οἱ ἐργολάβοι θέλουν λάβει δωρεὰν ἄνευ τινὸς ἀποζημιώσεως ὅλα τὰ ἅλατα, ὅσα θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θέλουν ἀνέλθει εἰς 9,000,000. Ἐπειδὴ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἅλατος κοστίζει 2 λεπτά, θέλουσιν ὠφεληθῆ καὶ ἐκ τούτου 180,000 δραχμάς. Τοιαῦται εἶναι περίπου αἱ ὠφέλειαι τῶν ἐργολάβων. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἦναι μεγάλαι ἢ μικραί, οὔτε ἐὰν δὲν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἐκδώσῃ αὐτὰς εἰς ἄλλους μὲ ὀλιγωτέρας παραχωρήσεις ἢ μέρος αὐτῶν ἐκτελέσῃ αὐτό. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων ἐργολαβιῶν δὲν πιστεύω νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἀρκούντως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος μονοπώλια· ἀπεναντίας, φοβοῦμαι μήπως αἱ καταχρήσεις αὐξήσουν ἔτι μᾶλλον καὶ μειωθῇ ἐπαισθητῶς ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου. Λέγων δὲ ταῦτα δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω ὑπόνοιάν τινα περὶ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, οἱ ὁποῖοι συνηλλάχθησαν μὲ τὸ Δημόσιον· τοὺς κυρίους τούτους δὲν ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τοὺς γνωρίζω, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καθ’ ὅσον ἀπ’ αὐτοὺς ἐξαρτᾶται, θέλουν ἐκτελέσει ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις των, ἀλλὰ αἱ ἐργασίαι εἶνε πολλαὶ καὶ ποικίλαι καὶ θὰ ἀνατεθῶσιν εἰς διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω νὰ παρέχωσιν ὅλας τὰς ἐπιθυμητὰς ἐγγυήσεις. Οὕτω π. χ. θ’ ἀναθέτωσιν εἰς πρόσωπα κατοικοῦντα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν φροντίδα τῆς ἀγορᾶς τοῦ πετρελαίου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ καταβάλουν πᾶσαν προσοχὴν τόσον ὡς πρὸς τὴν τιμήν, ὅσον καὶ διὰ τὸν ναῦλον, καὶ ὅτι δὲν θὰ εἰσχωρήσῃ κατάχρησις; Τίς δὲ δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι οἱ μεταξὺ τῶν ἀποστολέων καὶ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀναλαμβανόντων τὴν μεταφορὰν, δὲν θὰ εὑρεθῶσι καί τινες, οἵτινες νὰ ἀναμίξουν καὶ διὰ λογαριασμόν των κιβώτιά τινα; Τὰ αὐτὰ δύνανται νὰ συμβῶσι καὶ ὡς πρὸς τὰ ἅλατα. Σήμερον τὸ Δημόσιον καλλιεργεῖ τὰς ἁλικὰς καὶ παραλαμβάνει τὰ ἅλατα εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας διὰ προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης του, καὶ ὅμως ἠκούσατε πολλάκις ὁποῖαι καταχρήσεις γίνονται. Τάχα οἱ καλλιεργηταὶ ἢ οἱ ἀποθηκάριοι τῶν ἐργολάβων θὰ ἦναι τιμιώτεροι καὶ προσεκτικώτεροι ἀπὸ τοὺς ἐπιστάτας, τοὺς ὁποίους διορίζει τὸ Δημόσιον; Ἔπειτα ἡ διαχείρισις τῶν εἰδικῶν καὶ κεντρικῶν ἀποθηκῶν παρέχει πολλὰ μέσα καταχρήσεων καὶ δίδει εὐλόγους ὑπονοίας νὰ ἀμφιβάλλωμεν ὡς πρὸς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ μονοπώλια, πρέπει οὐχὶ νὰ παραχωρῇ εἰς ἐργολάβους μέρος ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς αὐτὰ ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ν’ αὐξήσουν τὰς καταχρήσεις καὶ νὰ ἐλαττώσουν τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ὁλόκληρος ἡ διαχείρισις αὐτῶν εἰς ἰδιώτας ἐπὶ ὡρισμένῳ μισθώματι· διότι τότε δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον, καὶ τότε οἱ ἰδιῶται, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἑαυτῶν συμφέρον θὰ καταβάλουν πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δώσουν μίσθωμα ἀνώτερον. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων μονοπωλίων δὲν ἐγένετο ποτὲ τοιαύτη ἀπόπειρα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι ὡρισμένως, ἐγένετο ὅμως ἀπόπειρα τοιαύτη διὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Κατὰ τὸ 1881, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔβλεπον ὅτι ἡ ἐξ ἁλάτων πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἠλαττοῦτο, ἐνῷ μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ ἔπρεπε ν’ αὐξάνῃ καὶ ἡ πρόσοδος, καὶ ἐμάνθανον ὅτι πολλαὶ καὶ διάφοροι καταχρήσεις ἐγίνοντο. Ἐσκέφθην λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ εὗρον πρόθυμον τὸν Διευθυντὴν τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, τὸν κ. Δούμαν, ὅστις προσεφέρθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν μίσθωσιν. Συνέταξα μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, ὡρίζετο τὸ ἐτήσιον μίσθωμα εἰς εἰς 1,100,000 νέων δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον εὕρισκον ἀρκετὰ συμφέρον διὰ τὸ Δημόσιον, διότι κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑπ’ ὄψιν, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ καθαρὰ ἐξ ἁλάτων πρόσοδος τοῦ Δημοσίου οὐδέποτε ὑπερέβη τὰς 700,000 παλαιῶν δραχμῶν. Ἐθεώρησα λοιπὸν λίαν συμφέρον τὸ μίσθωμα τῶν 1,100,000 νέων δραχμῶν, καθόσον ἔμελλε καὶ νὰ αὐξάνῃ τὸ μίσθωμα κατὰ πενταετίαν ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλ’ ὅτε κατηρτίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ τὴν συνυπογράψω μετὰ τοῦ κ. Δούμα, παρουσιάσθη ὁ νῦν διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κ. Δεϊμέζης ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐν Σύρῳ Τραπεζίτου κ. Βαφειαδάκη καὶ προσέφερεν 1,200,000· ἐπροτιμήθη λοιπὸν ἡ μετὰ τοῦ κ. Δεϊμέζη σύμβασις, ἥτις καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ὁ μισθωτὴς ἀνελάμβανεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν ἁλικῶν ἔργα ἄξια 200 τουλάχιστον χιλιάδων δραχμῶν τοῦ νὰ συστήσῃ εἰδικὰς ἁλαταποθήκας εἰς ὅλας τὰς παραλίους Ἐπαρχίας, ἔτι δὲ εἰς τὴν Τρίπολιν, τὴν Σπάρτην, καὶ τὸ Ἀγρίνιον, νὰ κατασκευάσῃ πανταχοῦ ἀνάλογα κτίρια δι’ αὐτάς, νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς ἁλικὰς ἅλας πρὸς 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν εἰς 10 ἑξαμηνιαίας δόσεις, ὑπῆρχον δὲ τότε εἰς τὰς ἁλικὰς 27,000,000 ὀκάδων ἅλατος. Τὸ μίσθωμα συνεφωνήθη εἰς 1,200,000 δραχμῶν ἡ δὲ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ πωλῆται τὸ ἅλας, ὡρίσθη εἰς 15 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκῃ κανεὶς πολλὰ, ἀφοῦ εἰς τὰς Ἐπαρχίας πωλεῖται πρὸς 20 καὶ ἐπέκεινα λεπτά.
§32ΤΙΝΕΣ. Καὶ 40.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἔτυχε, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, τῆς ἀπαιτουμένης προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐματαιώθη. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τώρα τί ἤθελεν εἰσπράξει ἔκτοτε τὸ Κράτος, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ καὶ τὶ εἰσέπραξε, θέλομεν εὕρει ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ Δημόσιον ἤθελε λαμβάνει 1,200,000 νέων δραχμῶν ἢ παλαιὰς 1,344,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε κατὰ τὸ ⅕, ἑπομένως τὸ μίσθωμα ἤθελεν ἀναβιβασθῇ εἰς 1,612,000 δραχμὰς παλαιὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ 1883 ἤθελον μεταβληθῆ εἰς νέας. Περιπλέον δὲ κατὰ τὰ πρῶτα 5 ἔτη ἠθέλομεν ἔχει καὶ 54,000 δραχμὰς διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας εὑρισκομένου ἅλατος. Ἐκτὸς τούτου, ἤθελεν ἀποκτήσει τὸ Κράτος τὰ ἔργα τῶν ἁλικῶν καὶ τὰ κτίρια 100 περίπου εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε μικροτέρα τῶν 300 ἢ 400,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ 1,700,000 ὡς ἔγγιστα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰσπράττει ἐτησίως τὸ Κράτος κατὰ τὴν σύμβασιν, ἰδοὺ τὶ εἰσέπραξεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν 767,000 παλαιαὶ δραχμαί, κατὰ τὸ 1882 1,188,000, κατὰ τὸ 1883 1,042,000 κατὰ τὸ 1884 1,21,000, καὶ κατὰ τὸ 1885 δὲν ἠξεύρω ἀκόμη, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπερβαίνουν τὰ τοῦ 1883· ἑπομένως κατὰ τὰ 5 ἔτη εἰσεπράχθησαν 5,060,000, ἀλλ’ ἐδαπάνησαν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν 1,176,000· μένει δὲ καθαρὸν ὑπόλοιπον 3,884,000 διὰ τὰ 5 ἔτη, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα 8,320,000, ἑπομένως ἐζημιώθημεν μέχρι τοῦδε 4,436,000 διὰ τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Δὲν πιστεύω δὲ ὁ λαὸς νὰ ἔφαγεν οὔτε καλλίτερον οὔτε εὐθηνότερον ἅλας, ἀφοῦ ἔλιπον αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι. Τοσοῦτον δὲ ἀναγκαῖαι πράγματι θεωροῦνται αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, ὥστε καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργὸς ἐδοκίμασε πέρυσι νὰ τὰς ἐπαναφέρῃ, καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κάλλιστα ποιῶν θέλει νὰ τὰς ἀνασυστήσει, διότι τὸ ἅλας ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐμπορίου γενικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ὑπερτιμᾶται, ὁσάκις μεταφέρεται. Τὸ προηγούμενον λοιπὸν τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν, φρονῶ ὅτι ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ἐργολάβους, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ παραδώσωμεν μέρος τινῶν ἐργασιῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ μονοπώλια, χωρὶς νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἀσφάλειαν, εἶναι πολὺ ὀρθότερον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως παραχωρηθῇ ἡ ὅλη αὐτῶν διαχείρισις εἰς μισθωτάς. Καὶ διὰ μὲν τὸ ἅλας, ἀφοῦ ἀνεβιβάσαμεν τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως εἰς 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καὶ ἀφοῦ ηὔξησε ὁ πληθυσμὸς, εἶναι πιθανὸν νὰ εὕρωμεν μισθωτὴν, ὁ ὁποῖος νὰ προσφέρῃ 2,500,000. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ πετρέλαιον, ἐὰν εἶναι ὀρθοὶ οἱ γενόμενοι ὑπολογισμοὶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα καταναλίσκονται 4 ἕως 5,000,000 πετρελαίου, ἠμποροῦμεν καὶ ἐκ τούτου τοῦ μονοπωλείου νὰ ἔχωμεν βεβαίαν πρόσοδον, ὑπερβαίνουσαν τὰ 3,000,000. Ὅταν δὲ διὰ τῶν δύω τούτων μονοπωλίων κατορθωθῇ νὰ ἔχητε ἐξησφαλισμένην πρόσοδον 5 ἕως 6,000,000, εὔκολον εἶναι νὰ εὕρητε μέσα διὰ τοὺς ἐθνικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν πάντες ὑπ’ ὄψιν. Ἄνευ τῆς τοιαύτης μισθώσεως φοβοῦμαι μήπως καὶ διὰ τῆς ἐργολαβίας, τὴν ὁποίαν παραχωροῦμεν, δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἀναβιβάσωμεν τὴν κατανάλωσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 11,000,000, ἐξ ὧν πρὸς 15 λεπτὰ θὰ ἔχωμεν 1,650,000, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς ἐργολάβους 780,000, ὥστε δὲν θὰ περισσεύῃ εἰς τὸ Κράτος οὔτε 900,000. Ἐὰν δὲ προσθέσετε ἄλλας 550,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ προσθέτου τῶν 5 λεπτῶν, τότε ἡ πρόσοδός σας μόλις εἰμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸ 1½ ἑκατομμύριον. Φοβοῦμαι μάλιστα μήπως, ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἀναβιβασθῇ εἰς 20 λεπτὰ, γίνωνται περισσότεραι καταχρήσεις καὶ περισσότερα λαθρεμπόρια. Καταλήγων λοιπὸν τὸν λόγον, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις περὶ μισθώσεως τῶν δύω τούτων μονοπωλίων. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἤκουσα χθὲς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποφασίζει νὰ θυσιάσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ περὶ τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ παραδεχθῇ καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν τὸ μονοπώλιον, εἶμαι γνώμης, ἀντὶ τῆς παρουσιαζομένης συμβάσεως, νὰ ψηφισθῇ ὁ Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τὰ τρία ταῦτα ἀντικείμενα διαθέσῃ δι’ ἐκμισθώσεως, ἐνεργοῦσα πρὸς περισσοτέραν ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἐγκρίνῃ, καὶ δημοπρασίαν πλειοδοτικήν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§34ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ ὑποβληθῶσιν ἅπασαι αἱ παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅπως ἐν τῇ τρίτῃ εὑρεθῶσι λελυμένα ἅπαντα τὰ ζητήματα, διὰ τοῦτο κρίνω εὔλογον νὰ ἐπιφέρω ὀλίγας παρατηρήσεις εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐν σχέσει εἴτε τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἐργολάβων, εἴτε αὐτῶν μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Λευκάδος, ἥτις ἔχει ἁλυκάς· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ὑποχρεοῦμαι εἰς τοῦτο, καθ’ ὅσον ὡς πρὸς τὴν Λευκάδα τὸ ἀντικείμενον εἶναι οὐ μόνον ὑλικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ καὶ ὑγιεινῆς· διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐκ τῶν δύο ἁλυκῶν ἡ μία συνέχεται μετὰ τῆς πόλεως καὶ κατεσκευάσθη πρὸ 250 ἐτῶν, οὐχὶ τόσον ὡς ἀντικείμενον προσόδου, ὅσον διὰ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, διότι τὰ τέλματα ἐκεῖσε ἀπέφερον ἀναθυμιάσεις ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν πόλιν, ἐξωδεύθησαν δὲ πολλὰ κεφάλαια πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ πρόσοδος εἶναι μικρὰ καὶ βεβαίως δυσανάλογος πρὸς τὴν γενομένην δαπάνην. Προκειμένου νὰ παραχωρηθῶσιν αἱ ἁλυκαὶ εἰς ἐργολαβίαν, ἔχω χρείαν νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μονοπώλιόν της καὶ τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος. Ὑπέβαλον τότε ὑποβάλλω δὲ καὶ νῦν, ὅτι, ἂν παραχωρηθῶσιν εἰς ἐργολαβίαν, παρίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ καλλιεργῶνται κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως. Πρὸς τούτοις δὲ ἔχει καὶ πρώτιστον συμφέρον ἡ ἐργολαβία, διότι αὐταὶ αἱ ἁλυκαὶ διὰ τὴν ἐντέλειαν τῆς κατασκευῆς εἶναι αἱ ἐντελέστεραι ὅλων τῶν ἄλλων τοῦ Κράτους, ἀποφέρουν δὲ ἅλας πλειότερον καὶ καλλίτερον οἱασδήποτε ἄλλης ἁλυκῆς, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ παράπονον ἐκ μέρους τῶν ἐργολάβων, διότι ἔγκειται εἰς τὸ συμφέρον αὐτῶν νὰ καλλιεργῶσιν αὐτάς. Συμβιβάζεται λοιπὸν τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ὑγείαν μιᾶς Ἐπαρχίας, μὲ τὸ συμφέρον τῶν ἐργολάβων. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1877, ὅταν ἀνέλαβεν εἰς τὸ μονοπώλιόν της αὐτὰς, μετὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας παρέστησα, παρεδέχθη τὸ προταθὲν σύστημα, καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερον καλλιεργοῦνται ἀνελλιπῶς. Νομίζω, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐργολάβοι, ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις, δὲν θέλουν ἀρνηθῆ νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τελῶσι κατ’ ἔτος τὴν καλλιέργειαν. Ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ κυρίου λόγου, ὁ ὁποῖος μὲ ὑποχρεοῖ νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὑπάρχει καὶ ἕτερος. Ὅλος ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς Λευκάδος εἶναι γεωργικός· κατ’ ἐξαίρεσιν ὅμως δύο χωρία, τὰ ὁποῖα συνάπτονται μὲ τὰς δύο ἁλυκὰς, δὲν ἔχουσι πληθυσμὸν γεωργικὸν, οἱ κάτοικοι εἶναι ἁλατοπηγοί. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ καλλιεργῶνται καὶ διὰ τοῦτο, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουσι τὰ μέσα τοῦ ζῆν ἐκ τῆς βιομηχανίας των, δηλαδὴ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος. Μετὰ τὴν ἕνωσιν κατὰ τὸ 1865, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν ἁλυκῶν, ἔστειλεν ἐκεῖ τὸν ὀρυκτολόγον καὶ ἐπιθεωρητὴν κύριον Μπουγιούκαν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολυσέλιδον ἐμβριθῆ ἔκθεσιν, τὰ πορίσματα τῆς ὁποίας θέλω σᾶς ἀναγνώσει. Ὁ κ. Μπουγιούκας διὰ τῆς ἐκθέσεώς του 20 Ἀπριλίου 1865 λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἡ ἀμέσως παρὰ τῇ πόλει, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἐντὸς ταύτης κειμένη ἁλυκὴ ἀνάγκη ἀναπόδραστος νὰ καλλιεργῆται κατ’ ἔτος λόγῳ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους σπουδαίους λόγους, ἐξ ὧν ἀναφέρω τοὺς ἑξῆς· «Ἡ ἁλυκὴ αὕτη ἀπαιτεῖ τὴν οἰκονομικωτέραν διὰ τὴν καλλιέργειάν της δαπάνην. Δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον ἁλατοποιΐας καὶ χρησιμεύσῃ ὡς τύπος πραγματικῆς μορφώσεως εἰς τοὺς διαπρέψοντας κατ’ ἔτος Ἐπιστάτας τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους. Παρέχει τὰ μέσα τῆς εὐχερεστέρας ἐπιτηρήσεως ἐκ μέρους τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν». Καὶ παρακατιόν· «Ἡ παραγωγική των ἀξία δύναται νὰ καταστῇ τοσαύτη, ὥστε τὸ παραγόμενον ἐξ αὐτῶν ἅλας νὰ ἐπαρκῇ διὰ τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, ἡ δὲ δαπάνη τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, καλῶς διαχειριζομένη, νὰ ἦναι εὐθηνοτέρα πάσης ἄλλης ἐν Ἑλλάδι. Πρὸς τακτοποίησιν δὲ τῶν ἄλλων τοῦ Κράτους ἁλυκῶν, θεωρεῖται ἐπάναγκες οἱ διοριζόμενοι ὡς ἐπιστάται τῆς καλλιεργείας νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος εἰς τὴν ἐν Λευκάδι παλαιὰν ἁλυκήν». Ἀπέναντι τῶν τοιούτων ἐπισήμων παρατηρήσεων, διότι τὰς ἀναφέρει πρόσωπον, ἐπίσημον φέρον χαρακτῆρα, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν δύο τινά· αʹ) τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, ὅπως γίνεται ἐτησίως λόγῳ ὑγιεινῆς· βʹ) τὴν ἐργασίαν τῶν περιοίκων, οἵτινες ἄλλως εἶναι ἄριστοι τεχνῖται.
§35ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπιστεύετο, κύριοι, ὅτι κατὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως δὲν θὰ ἐγίνοντο ἀντιῤῥήσεις, διότι ἡ σύμβασις αὕτη διῆλθεν ἀμφότερα τὰ διυλιστήρια τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο δηλαδὴ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀναθεωρηθεῖσα δὲ καὶ βελτιωθεῖσα, ὑπεβλήθη πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παντάπασι· τὸ ἀντίθετον ἐγένετο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§37ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Οὕτω φρονῶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ τοῦτο βεβαιοῦσι τὰ πράγματα. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐξασφαλίζονται οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος· τὸ δὲ διπλοῦν τοῦτο συμφέρον ἀποδεικνύεται διὰ πραγμάτων, καὶ πραγμάτων ἐπὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἐρειδομένων. Αἱ γνῶμαι, κύριοι, περὶ μονοπωλίων, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἐπιδέχονται οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν, εἰμὶ δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς ταύτας· προκειμένου, ὅμως περὶ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ γενικὸν κανόνα ἐπιφέρουσι τὰ μονοπώλια, δύνανται ν’ ἀκολουθήσωσιν εἰδικῶς καὶ τὰ ὑπὸ τῆς συμβάσεως προτεινόμενα εἴδη. Τρία κακὰ κυρίως ἔχουσι τὰ μονοπώλια· πρῶτον τὴν ὑπεραύξησιν τῶν τιμῶν· δεύτερον τὸν ὑποβιβασμὸν τῆς ποιότητος, καὶ τρίτον τὰ ἐμπόδια εἰς τὴν εὔκολον καὶ πρόχειρον τοῦ μονοπωλουμένου πράγματος ἀνεύρεσιν. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν ἤδη, εὑρίσκομεν τὰ τρία ταῦτα κακὰ καὶ εἰς τὰ ὑπὸ τῆς παρούσης συμβάσεως προτεινόμενα μονοπώλια; Τὸ ἅλας, κύριοι, εἶνε γνωστὸν εἰς πάντας καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κεῖνται πλησίον τῶν ἁλυκῶν, ἐπωλεῖτο ἄνω τῶν 30 λεπτῶν, εἰς πολλὰ δὲ μέρη καὶ ἕως 60· εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν ἐπωλήθη ποτὲ ὀλιγώτερον τῶν 20 λεπτῶν. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του εἶπεν ἡμῖν, ὅτι δέκα Ἐπαρχίαι καὶ μόναι ἐπλήρωνον τὸ ἅλας 20 λεπτὰ, καὶ ὅτι αἱ λοιπαὶ ἐπρομηθεύοντο τοῦτο κάτω τῶν 20 λεπτῶν· ἀκριβῶς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς κύριοι, ὅτι συμβαίνε, τὸ ἐναντίον. Ὁ λόγος λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ὡς πρὸς τὸν ὑποβιβασμὸν δὲ τῆς ποιότητος παρατηρῶ, ὅτι διάφορα ἄρθρα τῆς συμβάσεως ἐξασφαλίζουσι πληρέστατα τὰ τῆς ποιότητος εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἔχωμεν πάντοτε καὶ μετὰ τὸ ἕνατον ἔτος ἰδίᾳ, καθ’ ὃ θὰ λειτουργήσῃ ἡ σύμβασις, τὴν ἀρίστην ποιότητα τοῦ ἅλατος. Τρίτος λόγος κακίζων τὰ μονοπώλια εἶνε, ὅτι τὸ ἀντικείμενον δὲν εὑρίσκεται πρόχειρον εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τὸ ἅλας ἢ τὸ πετρέλαιον εὑρίσκοντο εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους; οὐχί. Σήμερον ὅμως διὰ τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν ἀποθηκῶν θὰ μεταβιβάζωνται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων μερῶν τινων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέχωσι τῶν γενικῶν ἢ εἰδικῶν ἀποθηκῶν καὶ εἰς ἃ θὰ πωλεῖται εἰς τιμὴν ἀνωτέραν μὲν κατά τι οὐδέποτε ὅμως εἰς τὴν σημερινήν. Κατόπιν τούτων δὲν βλέπω διατὶ ἐθεωρήθη ἐπιζήμιον ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην οὐχὶ μόνον δὲν προσκρούει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ εἰσάγῃ περισσότερον χρῆμα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ θὰ ὠφελῇ περισσότερον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Δημόσιον οὐδέποτε εἰσέπραξεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος κατὰ τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλὴν στατιστικὰς τῆς τελευταίας πενταετίας πλέον τῶν 980,000 δραχμῶν κατὰ μέσον ὅρον, ἐξώδευε δὲ 220,000 διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ 100 ἕως 150 χιλιάδας διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, ὥστε ἔμενε καθαρὸν κέρδος 660,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἤδη δὲ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 2,800,000 δραχμὰς, θὰ δαπανήσῃ δὲ 780,000 διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ διὰ τὴν ἀμοιβὴν τὴν διδομένην εἰς τοὺς ἐργολάβους· ὥστε θὰ ἔχῃ καθαρὸν εἰσόδημα 2,020,000 δραχμῶν. Ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης σχετικῶς πρὸς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἐπλήρωνεν, εἶνε περίπου ἡ αὐτή· 4 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον ἐκτὸς τῆς φύρας. Ἤδη ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 5½ λεπτὰ, ἀλλ’ εἰς ταῦτα συμπεριλαμβάνεται ἡ μεταφορὰ τοῦ ἅλατος εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, τὰ ἐνοίκια αὐτῶν, οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τὸ μέγιστον ἡ φύρα, ἥτις δὲν συνυπολογίζεται εἰς τὰ 4 λεπτὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δαπανώμενα μέχρι τοῦδε. Λέγω δὲ τὸ μέγιστον, διότι ἡ φύρα, ἂν ὑπολογισθῇ εἰς 10%, τότε τὰ 4 λεπτὰ, τὰ διδόμενα εἰς τοὺς ἐργολάβους διὰ τὴν ἀμοιβὴν, ὑποβιβάζονται εἰς 2, διότι 20 λεπτὰ θὰ πληρώνηται τὸ ἅλας ὑπὸ τῶν ἐργολάβων, καὶ οὕτω τὸ 10% ἰσοδυναμεῖ μὲ 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ τί νομίζετε, ὅτι 14,000,000 ἅλας μόνον θὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὸ Κράτος τὸ ἔτος; Ἔχομεν προσφάτους τὰς ὁμιλίας τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐκ Μεσολογγίου καὶ Τριχωνίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος. Τί μᾶς ἔλεγον οἱ κύριοι συνάδελφοι; ὅτι τὸ Μεσολόγγιον ὁλόκληρον καὶ οἱ πέριξ κάτοικοι νέμονται τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα, ἐπιπροσθέσαντος τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας, ὅτι οἱ πατριῶταί του ἠδύναντο νὰ παραγάγωσι 5,000,000 ὀκάδων ἅλατος, ὅπερ καὶ νὰ πωλήσωσιν εἰς τὸ Κράτος πρὸς 2 λεπτὰ. Πλὴν τούτου εἶνε γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ λαθρεμπορίου ἐφ’ ὅλων τῶν λιμένων τοῦ Κορινθιακοῦ καὶ τῆς Πελοποννήσου, ὅπου τὰ ἅλατα ἐπωλοῦντο ὀλιγώτερον ἢ εἰς τὰς ἁλυκὰς τοῦ Δημοσίου. Δὲν θὰ περιορισθῇ λοιπὸν εἰς 14,000,000 ὀκάδας ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅταν ἀφαιρέσητε τὰς κλοπὰς, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἰδιωτικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐργολάβων θὰ ἐκλείψωσι. Πωλουμένου λοιπὸν τοῦ ἅλατος πρὸς 20 λεπτὰ εἴς τε τὰ παράλια καὶ τὰ μεσόγεια μέρη τῆς Ἑλλάδος, θὰ ὠφελοῦνται οἱ κάτοικοι καὶ ἕτερα 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ οὕτω τὸ μὲν Δημόσιον θὰ ἔχῃ καθαρὸν κέρδος 2,000,000 δραχμῶν, θὰ εἰσέρχωνται δὲ καὶ εἰς τὸ βαλάντιον τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος ἄλλα 2,000,000. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου. Ἐκ τούτου, κατὰ τοὺς ὑποβληθέντας στατιστικοὺς πίνακας, τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατὰ τὸν μέσον ὅρον, τῆς τελευταίας τριετίας λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν, 1,000,000. Ἤδη ὁ Τόπος θὰ ἀναλώσῃ 200,000 κιβώτια περίπου, καὶ τοῦτο λαμβάνω ὡς βάσιν καὶ ὄχι 120 ἢ 100 χιλιάδας· διότι, κατὰ τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 90,000 κιβώτια ἐδαπανήθησαν κατὰ τοὺς ὀκτὼ παρελθόντας μῆνας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κατὰ φυσικὸν λόγον τὸν χειμῶνα καταναλίσκεται περισσότερον πετρέλαιον. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν λοιπὸν εἰς ἕτερα 90,000 κιβώτια τὴν κατανάλωσιν τῶν τεσσάρων μηνῶν, ἔχομεν 180,000 κιβώτια. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ εἰς 20,000 κιβώτια τὰ ἐκ λαθρεμπορίου ἀναλωθέντα; ἔχομεν 200,000. Καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε δραχμὰς 1,000,000, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, κατὰ τὴν σύμβασιν θὰ εἰσπράξῃ 5,100,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν δαπάνην τοῦ Δημοσίου, ἤτοι τὴν ἀξίαν τοῦ πετρελαίου, τὰ ἔξοδα καὶ τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἐργολάβων εἰς 1,725,000 ἀνερχόμενα, μένει καθαρὸν κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον δραχμῶν 3,375,000. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὸ μὲν Δημόσιον θὰ ἔχῃ κέρδος δραχμῶν 3,375,000, ὁ δὲ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀγοράζῃ τὸ πετρέλαιον εὐθηνόν—διότι μέχρι τοῦδε, ἐνῷ εἰς μὲν τὰς παραλίους πόλεις ἐπωλεῖτο 1 δραχμὴν ἕως 1 καὶ 30, εἰς δὲ τὰς μεσογείους 1,30 ἕως 2 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, ἤδη θ’ ἀγοράζῃ τὴν ὀκᾶν καὶ εἰς τὰς παραλίους πόλεις καὶ ἐν ταῖς μεσογείοις πρὸς 87 λεπτά· Τὸ κιβώτιον πωλεῖται μὲ τὴν ὀκᾶν τοῦ βάρους ἀντὶ 23 ὀκάδων, ἀλλὰ περιέχει ὀκάδας μετρικὰς 29 καὶ ½· ἑπομένως, ὅταν τὸ κιβώτιον πωλεῖται 25 καὶ 50, θὰ ἀναλογῇ διὰ τὸν καταναλωτὴν πρὸς 87 λεπτὰ καὶ οὐχὶ 1 καὶ 10 ἡ μετρικὴ ὀκᾶ. Αὐτὴ εἶνε ἡ πραγματικὴ διαφορά, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι οἱ ἔμποροι ἀγοράζουν πρὸς 1 δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν καὶ πωλοῦσι πρὸς 90 λεπτὰ μετὰ κέρδους. Ἐῤῥέθη, κύριοι, ὅτι τὸ εἰς τὴν Ἑταιρίαν διδόμενον ποσὸν ὡς ἀμοιβὴ διὰ τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς διαχειρίσεως εἶνε ὑπέρογκον. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος κ. Σωτηροπούλου, ὅστις ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῆς ἀμοιβῆς εἰς 480,000 δραχμῶν. Τοῦτο δὲν εἶνε ἀκριβές· δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἀριθμητικὴν ἀκρίβειαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν ἐμελέτησα, εὑρίσκω τὸ ἑξῆς. Οἱ ἐργολάβοι θὰ λαμβάνουν 1 καὶ ½ λεπτὸν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δυνάμει τοῦ 7 ἄρθρου τῆς συμβάσεως· τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ 75,000 δραχμὰς ἐπὶ τῆς ποσότητος τῶν 200,000 κιβωτίων. Πρὸς τούτοις θὰ λαμβάνουν 1 καὶ 27 δι’ ἕκαστον κιβώτιον, δηλαδὴ 254,000 Ἤτοι ἐν ὅλῳ θὰ λαμβάνουν 329,000 δραχμῶν. Δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν ἀμοιβὴν καὶ τὸ 1% τῆς φύρας, διότι αὐτὸ τὸ 1% δὲν εἶνε χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ βαλάντια τῶν ἐργολάβων, ἀλλ’ εἶνε εἶδος καταστρεφόμενον, καὶ ὡς τοιοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὑπελόγισε καὶ 2 λεπτὰ ἐπὶ τοῖς 100 διὰ τὴν ἐγγύησιν τῆς ποιότητος, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶνε ὑποχρεωτικόν. Ἐν τῷ 3 ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως ἀναφέρεται ὅτι, ἂν τὸ Δημόσιον κρίνῃ ἀναγκαῖον, θέλει ζητήσει παρὰ τῶν ἐργολάβων τὴν ἐγγύησιν τῆς ποιότητος καὶ ὡς ἀμοιβὴν ταύτης θὰ δώσῃ 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ δὲν εἶνε ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν· διότι ὡς πρὸς τὴν ποιότητα ἡ Κυβέρνησις προσδιώρισε τὸ κατάστημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἀγοράζεται τὸ πετρέλαιον. Ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται εἰς συμφωνίας, πιστοποιεῖται ἡ ποιότης διὰ τοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος ἢ ἄλλου προξένου κλπ. ὅπως ἐν ἄλλῳ τινὶ ἄρθρῳ ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς πιστοποιήσεως τῆς ἀξίας καὶ τῆς συμφωνίας τῶν ναύλων· ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὰ 2% διὰ τὴν ἐγγύησιν τῆς ποιότητος, διὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἐργολάβων. Συνεπῶς ἡ πρὸς τοὺς ἐργολάβους διδομένη ἀμοιβὴ ἀνέρχεται μόνον, κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει ἀναγραφόμενα, εἰς δραχμὰς 329,000, ἀμοιβή, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὑπέρογκος, διότι τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνε, κατὰ τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ληφθεῖσαν σημείωσιν, 1,75 ἕως 1,80 κατὰ κιβώτιον δι’ ὅλας τὰς δαπάνας, ἤτοι μισθούς, ἐνοίκια, ναύλους καὶ μεταφορὰν εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας. Σήμερον οἱ ἐργολάβοι ἀναλαμβάνουσι μὲ 1,64 περίπου τὴν δαπάνην ἑκάστου κιβωτίου, καὶ διὰ τὴν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας μεταφορὰν ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν δαπάνην καὶ τῆς μεταφορᾶς εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, εὑρίσκομεν, ὅτι ἐχρειάζετο ἀναλόγως ἄνω τῶν 450 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀνέφερε προχθές, ὅτι ἡ ἐγγύησις, ἡ διδομένη παρὰ τῶν ἐργολάβων εἰς τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅτι ἡ ἐγγύησις, ἡ διδομένη εἰς χρεώγραφα, εἶνε πολὺ κατωτέρα τῆς πραγματικῆς καὶ ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἔχει ἀσφάλειαν, ἀφοῦ δὲν ἔχει καὶ τὴν προσωπικὴν τῶν ἐργολάβων εὐθύνην. Οἱ ἐργολάβοι πράγματι καταθέτουσι χρεώγραφα διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ πετρελαίου· ταῦτα δὲ κατατίθενται ἀντὶ 300 δραχμῶν ἕκαστον, ἐνῷ ἡ μὲν ὀνοματικὴ ἀξία αὐτῶν εἶναι 500 δραχμαί, ἡ δὲ τιμή, εἰς ἣν ἐξεποιήθησαν αἱ μετοχαὶ αὗται, εἶνε 373. Ὅταν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τούτων τὸ ⅕, ὅπερ κρατεῖ τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν σύμβασιν, δὲν μένουσι παρὰ 300 δραχμαί. Πῶς λοιπὸν τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει ἐγγύησιν, ὅταν κατέχῃ τοιαύτας μετοχὰς τοῦ δανείου του; Πῶς Δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εἴπῃ, δὲν δέχομαι τὰς μετοχὰς τοῦ δανείου μου, διότι εἶνε ὑποβιβασμέναι αἱ ἀξίαι αὐτῶν, ἀφοῦ τὰς δέχεται ἀντὶ 300 δραχμῶν; Ἀλλ’ ἐκ τῆς συμβάσεως φαίνεται, ὅτι τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις ἔχει εἰς χεῖράς του. Τὸ ἄρθρον 49 τῆς συμβάσεως λέγει: «Τὸ πετρέλαιον, τὰ παιγνιόχαρτα καὶ τὸ ἅλας, ἅτινα διαχειρίζονται οἱ ἐργολάβοι, εἶνε περιουσία τοῦ Δημοσίου». Τὸ ἀπόθεμα λοιπὸν τοῦ πετρελαίου εἶνε 25,000 κιβώτια· τὸ κατέχει ἡ Κυβέρνησις· τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἐγγύησιν, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ ἔχουν πληρώσει οἱ ἐργολάβοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἔχουν ἔτι πληρώσει καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς;
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰμπορεῖ καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχουν πληρώσει· δύναται νὰ τὸ ἔχουν μὲ προθεσμίαν.
§39ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ πετρέλαιον δὲν πωλεῖται μὲ προθεσμίαν ἐκ τῆς ἀρχικῆς πηγῆς, ἐξ ἧς παράγεται· ὑπὸ προθεσμίαν πωλεῖται ἀπὸ ἐμπόρους καὶ μεταπράτας.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κατάστημα πωλοῦν κατὰ μεγάλας ποσότητας, καὶ μάλιστα ὅταν πωλῇ εἰς μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ πωλῇ μὲ προθεσμίαν.
§41ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἄλλα καταστήματα καὶ ἄλλου εἴδους ἐμπορεύματα πωλοῦν μὲ προθεσμίας, ὄχι τὰ τοῦ πετρελαίου ἐν Ἀμερικῇ. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ἀποθέματος τῶν 25,000 κιβωτίων, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουν ἀξίαν 230–250,000 δραχμῶν, ἔχει τὸ Δημόσιον εἰς χεῖράς του τὸ ἀπόθεμα τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν, ἀνερχόμενον εἰς 6,000 κιβώτια, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη οὐχὶ πλέον 10 δραχ. τὸ κιβώτιον, ἀλλὰ 25 καὶ 50|00 ἔχει καὶ 6,000 ἕτερα κιβώτια καθ’ ὁδόν, τὰ ὁποῖα εἶνε πληρωμένα ἐπίσης παρὰ τῶν ἐργολάβων πρὸς 25 καὶ 50%· καὶ ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι ἔχει ἑτέρας 306,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κρατήσῃ ἐν πάσῃ στιγμῇ λόγῳ ἐγγυήσεως. Πῶς λοιπὸν δὲν εἶνε ἐπαρκὴς ἡ ἐγγύησις; Πρὸς τούτοις τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀπόθεμα τῶν παιγνιοχάρτων καὶ πυρείων ἀξίας 100,000 δραχμῶν καὶ τὸ καθ’ ὁδὸν 50 χιλιάδων· τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις προσέτι ἀπόθεμα τοῦ ἅλατος ἀξίας 230,000 καὶ τὸ καθ’ ὁδὸν ἑτέρων 230,000· ὥστε ἐν ὅλῳ ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ Δημόσιον δραχμὰς 1,200,000 περίπου, ἐκτὸς τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἤδη ὡς ἐγγύησιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ παραγγελθέντος πετρελαίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀρκετὴ αὐτὴ ἡ ἐγγύησις; Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀπέκρουσε τὴν σύμβασιν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς διαχειριστὰς νὰ συστήσωσιν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποφύγωσι τὴν προσωπικὴν εὐθύνην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἔχει δίκαιον, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην λόγῳ ἐγγυήσεως καὶ τὴν προσωπικὴν εὐθύνην τῶν τριῶν διαχειριστῶν, θεωρῶ καλὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἶνε δυνατὸν, νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἂν τοῦτο δὲν ὑπηγορεύθη λόγῳ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὅταν ἔχωμεν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγεται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ποσὸν 5–6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1880 συνῆψεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετά τινων προσώπων, ἐλάμβανε κῦρος καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἤθελεν ἔχει ἔκτοτε συμφέρον 3,500, 000—καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ ἦτο περισσότερον, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ὑπελόγισε τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου εἰς 1,100,000, ἐνῷ μόλις ἀνήρχετο κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν εἰς 600,000, ἑπομένως οὐ μόνον 3,500,000 ἀλλὰ 5–6,000,000 πλειότερα θὰ εἶχε τὸ Κράτος, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις ἐκείνη τοῦ μονοπωλίου—θεωρῶ συμφέρουσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· διότι ἐὰν σήμερον ἀφήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ φροντίσωμεν περὶ εἰσαγωγῆς ἄλλου συστήματος, εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔλθωμεν μετὰ 5 ἔτη καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπώλεσε τὸ Δημόσιον 25,000,000 δραχμῶν, ἐκ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν, ἐῤῥέθησαν πολλὰ παρ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς βεβαιώσητε ὅτι θὰ δαπανηθῶσιν 20,000,000 ἅλατος καὶ 5,000,000 πετρελαίου; διότι ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ στηρίζονται εἰς τοῦτο.
§43ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος καθ’ ὑμᾶς ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἵτινες θὰ διαχειρισθῶσιν ἐντίμως τὰ τῶν μονοπωλίων καὶ ὅτι οἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκλεγόμενοι δὲν δύνανται ἀφιλοκερδῶς νὰ ὑπηρετήσωσι, τότε βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρίνωμεν τὴν ἰδιωτικὴν ἐπίβλεψιν μὲ τὴν τοῦ Δημοσίου; Εἶναι γνωστὸν ὅτι γίνονται πολλαὶ καταχρήσεις παρὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ἅλατος· ὁ ἰδιώτης ὅμως δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ χαλαρὰν τὴν ἐπίβλεψιν καὶ νὰ καταχρασθῇ αὐτὸς ἑαυτόν. Τοὐλάχιστον πρέπει νὰ δοκιμάσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο ἐπὶ μίαν πενταετίαν διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματά του, καὶ διὰ νὰ μὴ κλαύσωμεν μετὰ πέντε ἔτη τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, ὅπως θρηνοῦμεν σήμερον τὰ μὴ εἰσαχθέντα εἰς τὸ Ταμεῖον ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Σωτηροπούλου.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε τοὺς Ἀντιπροσώπους νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των ἐπὶ τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν· τοῦτο εἶνε εὐχάριστον, διότι δεικνύει ὅτι θέλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν παρατηρήσεων. Τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησιν ἀφίνω εἰς τοὺς εἰδικούς· ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῶν διατάξεων, τῶν κανονιζουσῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἁλικῶν, διότι αὗται μεγάλην ἔχουσι σημασίαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἰδίως δ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου, ὅπου ἡ χρῆσις τοῦ ἅλατος δὲν γίνεται μόνον διὰ τὰ φαγητὰ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἁλάτισμα βρωσίμων ἐλαιῶν καὶ δι’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως, ἀνὰ μία ἁλαταποθήκη συσταθήσεται ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστης ἐπαρχίας, δύναται δὲ ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἁλαταποθηκῶν τῇ διαταγῇ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται οὗτος νὰ διατάξῃ τὴν σύστασιν τοιούτων εἰς πόλεις ἢ κώμας, ἐχούσας πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν τριῶν χιλιάδων κατοίκων. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης πολλαὶ ἐπαρχίαι θέλουσιν ἀδικηθῆ καὶ ἰδίως αἱ στερούμεναι συγκοινωνίας, ὡς ἡ τοῦ Βώλου. Διὰ τοῦτο κρίνω ἐπάναγκες νὰ τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις ὡς πρὸς τοῦτο καὶ νὰ ληφθῇ ὡς ὅρος τῶν προσθέτων ἀποθηκῶν τοῦ τε ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ αἱ ἴδιαι διατάξεις ἰσχύουσιν, οὐχὶ ὁ πληθυσμὸς, ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, νὰ προτιμῶνται δ’ ὅπου εἶνε δυνατὸν αἱ παραθαλάσσιαι πόλεις. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὰ μέγιστα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις, αἵτινες θέλουσι σπουδαίως ἐπιδράσει ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βώλου.....
§45ΤΙΝΕΣ. Πανταχοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη.
§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς παράγει ἐτησίως ἡ ἐπαρχία Βώλου κατὰ μέσον ὅρον 5 ἑκατομμύρια ὀκάδας ἐλαιῶν βρωσίμων καὶ 5,000,000 ὀκάδων ἐλαίου. Καὶ αἱ μὲν ἁλατιζόμεναι ἐλαῖαι ὅλαι ἔχουσιν ἀνάγκην ἅλατος, ἐκ δὲ τῶν ἐλαιῶν, ἐξ ὧν παράγεται τὸ ἔλαιον, περὶ τὸ ἥμισυ ἔχει ἀνάγκην ἅλατος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη ἅλατος καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαία πρόνοια· ἀλλὰ τοιαύτη νομίζω δὲν λαμβάνεται διὰ τῆς συμβάσεως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 9, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 19, εἰδικὴ ἁλαταποθήκη θὰ γείνῃ εἰς Βῶλον, ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀλαταποθήκας, ἀλλὰ εἰς μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι 3,000 κατοίκων. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ἔχομεν μόνον δύο πόλεις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου, αἵτινες ἔχουσι τὸν πληθυσμὸν τοῦτον, τὴν Μακρυνίτσαν καὶ τὴν Ζαγορᾶν. Ἡ Μακρυνίτσα δὲν ἀπέχει πολὺ ἐκ τοῦ Βώλου, καὶ ἡ Ζαγορὰ δὲν εἶναι ἐλαιοφόρος, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἀποστάσεως καὶ τῆς κακίστης συγκοινωνίας θὰ εἶνε ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀποθήκη, ἰδίως διὰ τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου, καὶ ἑπομένως ἀφοῦ θὰ γίγνηται ἡ δαπάνη, βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀποθήκη ἅλατος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου χωρία ἐλαιοφόρα συμπεπυκνωμένα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατώτερον πληθυσμὸν τῶν 3,000, ἀνὰ ἓν ἕκαστον ὑπολογιζομένου τοῦ πληθυσμοῦ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅμως Βώλου, ἥτις ἀριθμεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ τὰς 70,000 κατοίκων, θ’ ἀναλογήσῃ ἐλάχιστος καὶ ἀνεπαρκὴς ἀριθμὸς ἀποθηκῶν, δηλαδὴ μόνον εἰς Βῶλον καὶ Ζαγοράν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας, κύριοι βουλευταί, τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον μεταφορᾶς τῶν προϊόντων ἐκτὸς τῶν ὄνων καὶ τῶν ἡμιόνων — διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου οὔτε κάῤῥα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται εἰς ἄλλας ἐπαρχίας — θὰ κατανοήσητε βεβαίως τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κοστίζῃ πολὺ περισσότερον τὸ ἔξοδον τῆς μεταφορᾶς ἢ τὸ ἅλας· καὶ αὐτὸ δὲ τὸ πετρέλαιον θὰ ἐπιβαρύνεται σπουδαίως. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς μόνον τὸν πληθυσμὸν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς ἀποστάσεις. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Βώλου θέλουσι μεγάλως ὠφελήσει, ἐὰν συστηθῶσιν ἀλαταποθῆκαι εἰς τὰ παράλια μᾶλλον μέρη, π. χ. εἰς τὰ Καλὰ Νερὰ, εἰς τὸν Χόρτον ἢ εἰς τὴν Μηλίναν καὶ εἰς τὸ ἐπίνειον τοῦ Κισσοῦ ἐκτὸς τοῦ ἐν τῇ Ζαγορᾷ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμόν τινος τῶν προαγορευσάντων, ὅτι εἰς τὴν ποιότητα καὶ τὴν ποσότητα δὲν θὰ γίνωνται καταχρήσεις, αὐτὰ λέγονται, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ νὰ πιστεύωνται, διότι καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὡς πάντες, ὅτι ἡ ποιότης τοῦ πετρελαίου ἦτο ἀθλιεστάτη, ἡ δὲ ποσότης πάντοτε ἐλλιπής· διὰ τοῦτο ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ δυνατὰ προφυλακτικὰ μέτρα πρὸς μετριασμὸν τῶν καταχρήσεων.
§47ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ ἐν τῷ 9 ἄρθρῳ ὅρος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπεφυλάξατο εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ καὶ ἄλλας εἰδικὰς ἁλαταποθήκας, ἴσα ἴσα σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν θεραπείαν ἀνάγκης ὅπου προφανῶς ὑπάρχει τοιαύτη. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἐκτεθειμένος ὁ ὅρος, δὲν ἐξασφαλίζει τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι λέγει «ὅτι δύναται νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἁλαταποθήκη καὶ εἰς πόλεις, κώμας ἢ χωρία ἔχοντα 3,000 κατοίκους». Ἀλλ’ εἶναι πλεῖστα μέρη, τὰ ὁποῖα συγκεντρούμενα ἔχουσι πληθυσμὸν 10 καὶ 15 χιλιάδας κατοίκων, καὶ ὅμως ἀπέχουσι τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας 15 καὶ 20 ὥρας, ἕκαστον ὅμως αὐτῶν χωριστὰ δὲν κατοικεῖται ὑπὸ 3,000 κατοίκων· ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἁλαταποθήκη ἐκεῖ. Φέρω ὡς παράδειγμα τὴν Κάρυστον, ἥτις ἀπέχει ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας 22 ὥρας καὶ ἔχει 15,000 ψυχάς, συμπεριλαμβανομένων καὶ δύο παρακειμένων Δήμων· ἐν τούτοις εἰς τὴν Κάρυστον, ἥτις εἶναι ἡ πρωτεύουσα, δὲν ὑπάρχουν 3,000 κάτοικοι. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους Δήμους μεμακρυσμένους τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας, ὧν αἱ πρωτεύουσαι δὲν ἔχουν 3,000 κατοίκους, ἐνῷ ὅλα ὁμοῦ τὰ χωρία τῶν Δήμων τούτων ἀποτελοῦσι πολὺ μεγαλύτερον πληθυσμόν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ἀκριβέστερον ὁ ὅρος τοῦ 9 ἄρθρου, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνιστᾷ εἰδικὰς ἁλαταποθήκας ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλει. Τώρα ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἰδιαιτέρως ἐξέφρασα. Τῷ ὄντι φρονῶ, ὅτι οἱ ἐργολάβοι πρέπει νὰ ἔχωσι μίαν ὠφέλειαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἅλατος εἰς τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ εἰς τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας, ἀλλὰ ἡ ἀμοιβὴ, ἣν ἡ σύμβασις δίδει τῶν 5½ ἢ 6 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, θεωρῶ πολὺ μεγάλην καὶ πρέπει νὰ μειωθῇ· διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν εἶχεν ἔλθει ἐνταῦθα Γερμανός τις εἰδικὸς εἰς τὰ τοιαῦτα, ὅστις προσηνέχθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας μὲ 3½ λεπτά. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἤθελε προκληθῇ συναγωνισμὸς διὰ δημοπρασίας, τὸ Κράτος ἤθελεν ἐπιτύχει ὠφέλειαν μεγαλειτέραν, καὶ ἴσως θὰ ἐξησφάλιζε καὶ ποιότητα καλλιτέραν, καὶ οὕτω δὲ ἠθέλομεν ἐξασφαλίσει καλλίτερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ ἅλας καλλιτέρας ποιότητος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ).
§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, τῶν προσόδων καὶ τῶν μισθῶν.
§50Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ζωηρῶν συζητήσεων καὶ σπουδαίας μελέτης, ὁσάκις τοῦτο προὐτάθη ἐνώπιον Βουλῆς τινος, εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε παρὰ ἀποχρώσεώς τινος πολιτικῆς. Ὁ τύπος πολλὰ ἔγραψεν, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑπηρεσία σπουδαίως εἰργάσθη· ὑποβληθὲν δὲ εἰς τὴν Βουλὴν παρεπέμφθη εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἐπιτροπάς, εἰς τὰς ὁποίας σπουδαῖοι εἰδικοὶ ἄνδρες ἔλαβον μέρος, οἵτινες ἐμελέτησαν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπέβαλον δι’ ἐκθέσεως τὰς μελέτας των καὶ τὰς σκέψεις των εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτόν τι, κύριοι, δὲν συμβαίνει κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸ μέσον τοῦτο χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, παρήγγειλε δὲ εἰς τὰ Γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἐργασθῶσι, ταῦτα δὲ κατεσκεύασαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεσφραγίσθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προμελέτης, ἄνευ οὐδεμιᾶς στατιστικῆς ἐργασίας, ἄνευ τέλος πάντων φωτὸς, δυναμένου νὰ καθοδηγήσῃ τοὺς κυρίους βουλευτὰς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Δὲν λέγω ταῦτα, κύριοι, διὰ νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς ἡ μέθοδος αὕτη καθιερώθη πρὸ πολλοῦ, καὶ τὰ πλεῖστα νομοθετήματα οὕτω ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦμαι νὰ παρατηρήσω, διότι κατὰ πρώτην φορὰν ἀναφαίνεται, εἶναι ἡ συμπεριφορὰ ἰδίως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ὡς πρὸς τοὺς βουλευτάς, τοὺς ἀναλαμβάνοντας νὰ ὑποβάλλωσι τὰς παρατηρήσεις των ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων τῆς Κυβερνήσεως, καί τοι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐπανειλημμένως προκαλοῦνται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοιούτου καθήκοντος. Ὅθεν ὑποχρεοῦμαι πρὶν ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δηλώσω ὅτι τοῦτο πράττω, ὄχι διότι εἶμαι εἰδικὸς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, οὔτε διότι ἀξιῶ ὅτι ἠσχολήθην εἰς ἰδιαιτέρας μελέτας, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὰς σκέψεις του, ὅθεν δήποτε ἀρύεται αὐτὰς, εἴτε ἐκ τῆς ἐπιστήμης, εἴτε ἐκ τῆς πείρας. Τοιαύτην δὲ ἀπαίτησιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἢ καὶ οἱονδήποτε ἄλλο μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ πάντων παρὰ βουλευτῶν, οἵτινες ἀπερχόμενοι ἐντεῦθεν ἐπανέρχονται εἰς τὰς Ἐπαρχίας των καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰς ἰδιωτικάς των ὑποθέσεις, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ὅτε στεροῦνται καὶ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ στεροῦνται καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ ἐν Ἀθήναις μένοντες ἔχουσιν ἄφθονα ἵνα ποιήσωσι τὰς μελέτας των. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τοιαύτας ἀπαιτήσεις ὡς πρὸς τοὺς βουλευτάς, οἱ βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι παρ’ αὐτῆς, ὅταν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν νομοσχέδιον, νὰ τὸ ὑποβάλῃ κατόπιν βαθείας μελέτης καὶ τῆς προπαρασκευῆς ἐκείνης, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς πᾶν νομοθέτημα, καὶ πρὸ πάντων ὅταν τοῦτο ἀφορᾷ ἐπιβολὴν φόρου, ὅστις θέλει ἐπιβαρύνει τοὺς κατοίκους τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου δὲν εἰσάγεται κατὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸ Κράτος μας· λειτουργεῖ ἤδη πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὡς Νόμος εἰς διάφορα Κράτη, ὡς φόρος δὲ ὑπὸ διαφόρους μορφὰς ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης καὶ παρ’ ἡμῖν ἔτι. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, καί τοι λειτουργεῖ ὡς ἑνιαῖος φόρος εἴς τινα ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν φόρων ἐκείνων, οἵτινες ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐκείνης ὡς δυνάμενοι νὰ λειτουργήσωσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ὡς ὑπόσχονται ἐξεταζόμενοι ὑπὸ τὴν ἁπλῆν θεωρητικὴν ἔποψιν, καὶ ὅτι ἡ πιθανότης ὡς πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ ἐπιστήμη ἐν τῇ θεωρίᾳ. Ὁ φόρος οὗτος κατὰ πρώτην φορὰν εἰσήχθη ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ Πρωθυπουργὸς Πίλλ, εὑρεθεὶς εἰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας χρηματικάς, ἕνεκα τοῦ διεξαγομένου τότε πολέμου κατὰ τὰ 1798, ὑπεχρεώθη νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κατόπιν σπουδαίας συζητήσεως, ἐπέτυχε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ὁ φόρος οὗτος διετηρήθη ἐν ἰσχύϊ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου. Τοιαῦται δὲ ἐγένοντο αἱ ἐντυπώσεις κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων, ὥστε εὐθὺς ἅμα συνωμολογήθη ἡ εἰρήνη κατὰ τὸ 1816, ὄχι μόνον κατηργήθη ὁ φόρος οὗτος, ἀλλὰ τῇ προτάσει βουλευτοῦ τινος παρεδέχθησαν τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ὅπως καταστραφῇ πᾶν ἴχνος, δυνάμενον νὰ ἐπαναγάγῃ εἰς τὴν μνήμην τὸν φόρον καὶ νὰ ἐξαφανισθῇ πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ. Καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, κατὰ τὸ 1842, ὁ Πρωθυπουργὸς Πίλλ, εὑρεθεὶς πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη καὶ ὁ πρῶτος, εἰσαγαγὼν ἐν Ἀγγλίᾳ τὸν τοιοῦτον φόρον, ὑπεχρεώθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ πάλιν τὴν αὐτὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν, καὶ μετὰ συζήτησιν πεισματώδη ἐγένετο μὲν δεκτὴ ἡ πρότασις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λειτουργήσῃ μόνον ἐπὶ τρία ἔτη, ἤτοι ἐδέησε νὰ παρασταθῇ ὡς Νόμος μεταβατικὸς, ὁριζομένου τοῦ χρόνου τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον ὅμως ὁ φόρος ἐξηκολούθησε νὰ λειτουργῇ, ἀνανεουμένης τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης. Κατὰ τὸ 1853 σπουδαῖος λόγος ἐγένετο εἰς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου. Ζωηρῶς δ’ ἀνέλαβε τὴν ὑποστήριξιν ὁ Γλάδστων, ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἐπεκαλεῖτο τὴν ἀνάγκην καὶ τὸν ὑπεστήριξεν ὑπὸ τὴν ταμιευτικὴν ἔποψιν, ἠναγκάσθη ὅμως νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος διδάσκει τὴν κακοήθειαν, ὠθεῖ εἰς τὴν ἀπάτην καὶ καθίσταται κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ὁ πλέον ἄνισος τῶν φόρων. Ὁ Thiers εἰς τὸ σύγγραμμά του ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας ὁμιλῶν περὶ τοῦ φόρου τούτου, ἀφοῦ πολλὰ ἐκθέτει ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, μεταβαίνων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συμπεραίνει, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τοῦ συστήματος εἶναι ἁπλῆ χίμαιρα καὶ ἐπιδίωξις ἰδεώδης. Τὰς αὐτὰς γνώμας ἀπαντῶμεν μεταξὺ πολλῶν ἐκ τῶν πρωτίστων πολιτικῶν καὶ συγγραφέων τῆς Ἰταλίας, ὅτε προέκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου καὶ ὑπεβλήθη καὶ λειτουργεῖ. Καὶ ὅμως, κύριοι, μεθ’ ὅλα ταῦτα καὶ τὰς γνώμας, αἵτινες ἐξηνέχθησαν ὡς πρὸς τὸν τοιοῦτον φόρον, οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπεβλήθη πρὸ ἐτῶν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ εἰς ἄλλα τινὰ Κράτη. Διατί; διότι ἡ ἀνάγκη τοῦ Δημοσίου ταμείου ὑπεχρέωσε τοὺς πολιτικούς, τοὺς διέποντας τὰς τύχας τῶν πολιτειῶν ἐκείνων, νὰ καταφύγουν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν φόρον. Βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ θέσις ἡμῶν δὲν εἶναι καλλιτέρα τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρέθησαν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὅτε κατέφυγον εἰς τὸν τοιοῦτον φόρον. Καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως τῆς οἰκονομικῆς, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, δικαίως δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι, μολονότι ἀναγνωρίζει τὰ ἐλαττώματα τοῦ τοιούτου φόρου, οὐχ ἧττον ὅμως ὑποχρεοῦται νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀφοῦ αἱ στενοχωρίαι τοῦ Δημοσίου ταμείου τὸ ἐπιβάλλουσιν. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, τὸν ὁποῖον παρηκολούθησα, κύριοι, μέχρι τῆς τελευταίας αὐτοῦ κατοικίας ὡς πολιτικὸς φίλος αὐτοῦ, εἶχε συλλάβει ὁμοίαν ἰδέαν, διότι δυστυχῶς πάντοτε εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας εὑρισκόμεθα, καὶ τῇ προτροπῇ αὐτοῦ ἠσχολήθην τότε καὶ συνέταξα καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου λίαν εὐφήμως ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ὑπέβαλε τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὁ ζῆλος, τὸν ὁποῖον ᾐσθανόμην, ὅτε ἀνέλαβον τὸ ἔργον, ἐξηλείφθη καθ’ ὁλοκληρίαν· καὶ ἐξηλείφθη, κύριοι, ὅταν εἶδον τὶ εἰδήμονες καὶ εἰδικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ὄχι μόνον ὡς ἐπιστήμονες, ἀλλ’ ὡς πεπειραμένοι πολιτικοί, ὡς πολιτικοὶ διευθύνοντες τὰς τύχας τῶν Ἐθνῶν, ἐφρόνουν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, πρὸς ὃν ἀνεκοίνωσα τὰς ἐντυπώσεις μου, δὲν ἔζησε, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε φθάσει νὰ μελετήσῃ ὡρίμως τὸ τοιοῦτον φορολογικὸν σύστημα, οὐδὲ λόγος ἐγένετο πλέον ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίαν, συζητουμένων διαφόρων νομοσχεδίων, ἠκούσατε, κύριοι, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἄλλον ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκθέσαντας, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Νομοθέτου, προκειμένου νὰ εἰσαγάγῃ φόρον τινὰ, ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ κυρίως εἰς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ εἰς τὸ νὰ ὑποβάλλῃ ἐξ ἴσου καὶ κατ’ ἀναλογίαν τοὺς πολίτας εἰς τὴν καταβολὴν αὐτοῦ. Κατ’ ἀρχὴν, κύριοι, ἡ φορολογία τοῦ κεφαλαίου—καὶ φορολογία τοῦ κεφαλαίου δὲν εἶναι μόνον ὁσάκις φορολογεῖται τὸ κεφάλαιον, ἀλλ’ ὁσάκις φορολογῆται καὶ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος αὐτοῦ— εἶναι καταδικαστέα· διότι ἡ φορολογία τοῦ κεφαλαίου ἐπιφέρει τὴν στείρευσιν τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς παράγεται ἡ πρόσοδος, ἥτις παρέχει τὴν τροφὴν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τούτου, ἀνέφερε καὶ τὴν δεκάτην, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου ἐκείνου ἦτο δικαιοτέρα, διότι ἐφορολόγει τὴν πρόσοδον τοῦ φορολογουμένου καθ’ ὅσον παρήγαγε καὶ ἐνόσῳ παρήγαγεν· ἀλλὰ καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ, καλῶς ἐξεταζομένη, βαρύνει καὶ φορολογεῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ κεφάλαιον, διότι ἡ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὁ φορολογούμενος δὲν ἀπολαμβάνει καρποὺς εἰς ποσὸν μεγαλύτερον τῶν καταβαλλομένων παρ’ αὐτοῦ πρὸς καλλιέργειαν κεφαλαίων καὶ ἡ φορολογία τῆς τοιαύτης προσόδου εἶναι καθαρὰ φορολογία τοῦ κεφαλαίου, ἢ παράγει μὲν πλείονας καρποὺς, ἀλλὰ φορολογεῖται ἡ ὅλη παραγωγὴ, ἤτοι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, ἐν ᾗ ὑπάρχει καὶ τὸ καταβληθὲν πρὸς παραγωγὴν κεφάλαιον. Τὸ μόνον φορολογικὸν σύστημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει πάντα τὰ προτερήματα τῆς φορολογίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκῃ ὁ Νομοθέτης, εἶναι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ὡς σύστημα μετὰ ζήλου ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπεστηρίχθη. Ἐὰν, κύριοι, ἤθελεν εἶναι κατορθωτὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐπιβολὴ καὶ εἴσπραξις ἑνὸς καὶ μόνου φόρου ἐπὶ πάσης προσόδου, εἴτε αὕτη προέρχεται ἀπὸ ἀγροτικὰ κτήματα, εἴτε ἀπὸ ἀστικά, εἴτε προέρχεται ἀπὸ κινητὰ κεφάλαια, ἢ ἀπὸ ἐργασίαν, βεβαίως διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος θὰ ἐπετυγχάνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη· θὰ ἐπετυγχάνετο οὐ μόνον ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ἑνιαίου φόρου, καὶ δι’ αὐτοῦ ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ θὰ ἐφορολογοῦντο καὶ ἅπασαι αἱ τάξεις τῶν πολιτῶν καὶ πᾶσα πρόσοδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ἐθεωρήθη ὡς τοιοῦτον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐγένετο δεκτόν, οὐχ ἧττον ὅμως εἰς τὴν ἐφαρμογήν του κατεδείχθη τοιοῦτον, ὁποῖον ὁ Γλάδστων τὸ ἀπεκάλεσεν, ἤτοι σύστημα, τὸ ὁποῖον διδάσκει τὴν ἀνηθικότητα, διότι ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπάτην· σύστημα τέλος, κατ’ ἐξοχὴν καθιεροῦν τὴν ἀνισότητα. Τοιοῦτος εἶναι ὁ λόγος, κύριοι, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωσε πλείστους ὅσους σπουδαίους ἄνδρας νὰ ἐξεγερθῶσι κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου συστήματος εἰς τὰ Κράτη αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ πλείστους ἐπιστήμονας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ πίστιν, μολονότι κατ’ ἀρχὴν τὸν παραδέχονται ὡς τὸν κράτιστον τῶν φόρων. Εἶπον κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καθίσταται τὸ σύστημα τοῦτο τὸ πλέον ἄνισον τῶν συστημάτων, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἐπικαλοῦμαι ὅ,τι ἐῤῥέθη κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων φορολογικῶν νόμων περὶ πιέσεων, ὑπεκφυγῶν, πλαστῶν πρωτοκόλλων κτλ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεχρεώθη νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ βάρη τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν, εἶνε τοσοῦτον ἀσθενής, ὥστε ὀφείλομεν πάντοτε νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς προθυμίας ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐὰν ἐκ τοιαύτης πεποιθήσεως καὶ πείρας ὑπεχρεώθησαν νὰ σκεφθῶσιν ὡς ἐσκέφθησαν οἱ ἄνδρες ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὅπου βεβαίως τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν Πολιτείαν συναισθάνονται πολὺ πλέον ἢ ἡμεῖς, τί πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν τοιοῦτο σύστημα, καὶ πῶς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ τοιουτοτρόπως σκέπτονται; Δυνάμεθα νά ἐλπίσωμεν ἡμεῖς, οἵτινες ὀλίγα ἀπολαμβάνομεν ἐκ τῆς Πολιτείας ἀντὶ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρώνομεν, ὅτι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ καθῆκον πρὸς αὐτὴν καὶ συναισθανόμενοι τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ, θὰ προσέλθωμεν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ εἰλικρινῶς θὰ δηλώσωμεν τὴν πρόσοδόν μας, οὗτος δὲ μετ’ εἰλικρινείας θὰ διεξαγάγῃ τὸ καθῆκόν του; ὄχι βέβαια. Πάντες γινώσκομεν ὁποία εἶναι ἡ διάθεσις τῶν κατοίκων καθόσον ἀφορᾷ τὴν καταβολὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν, ἀλλὰ καὶ πάντες γινώσκομεν ὁποῖα τὰ Δημόσια ὄργανα, τὰ καλούμενα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου νόμου, καὶ πάντες ἠκούσαμεν τί ἐῤῥέθη ἐνταῦθα, ὁσάκις πρόκειται περὶ εἰσπρακτόρων καὶ ἄλλων τοιούτων ὀργάνων τῆς Πολιτείας. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι, τί συμβήσεται, ἐφαρμοζομένου τοιούτου συστήματος φορολογικοῦ; οἱ μὲν πρόθυμοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος θὰ προσέλθωσι βεβαίως νὰ δηλώσωσιν εἰλικρινῶς πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἢ τὸν Δήμαρχον τὴν πρόσοδόν των, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ θὰ φορολογηθοῦν ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος· ἀλλ’ αὐτοὶ βεβαίως εἶνε οἱ ὀλίγοι· ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες δὲν συναισθάνονται τὸ τοιοῦτον καθῆκον καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἀδικοῦνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, θὰ προσπαθήσωσι διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀποκρύψωσι τὴν πρόσοδόν των· ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ Πολιτεία λῃστεύει αὐτούς, ὁσάκις τοὺς φορολογῇ, βεβαίως θὰ προσπαθήσωσι καὶ νὰ μὴ καταβάλωσιν οὐδὲ λεπτὸν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἰδοὺ πῶς καθιεροῦται ἡ ἀνισότης περὶ τὴν καταβολήν, καὶ πῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν θεωρίᾳ ὑπόσχεται τὴν ἐπιστημονικὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν φορολογουμένων, ὡς ἐκ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας καθίσταται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἄνισον, ὠθεῖ εἰς τὴν ἀπάτην, διότι ὠθεῖ τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῆς προσόδου των, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοὺς διδάσκει τὴν ἀνηθικότητα· διότι ἐκεῖνος ὅστις ἐργάζεται νὰ εὕρῃ τὰ μέσα πρὸς παράβασιν τοῦ καθήκοντός του καὶ τῶν νόμων τῆς πατρίδος του ἐκτελεῖ ἀνήθικον πρᾶξιν. Ἐνῷ λοιπὸν τοιοῦτός ἐστιν ἐν ἀρχῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἰς τὴν ἐφαρμογήν του προσκόπτει ὅπως δὲν προσκόπτει οὐδεὶς ἐκ τῶν γνωστῶν φόρων, καὶ ἕνεκα τούτου, μολονότι ἀναγνωρίζεται ἐν θεωρίᾳ ὡς ὁ ἄριστος τῶν φόρων, οὐχ ἧττον πολλοὶ δὲν ἐπείσθησαν νὰ τὸν ἀποδεχθῶσι, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν ἀπεδέχθησαν δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν ὅτι ὁ φόρος οὗτος ηὐδοκίμησε, ὅπου ἐφηρμόσθη. Ἐπὶ δέκα ὅλα ἔτη εἰς τὴν Ἰταλίαν κατ’ ἔτος σχεδὸν ὑπεβάλλοντο νομοσχέδια τροποποιοῦντα τὸν ἀρχικὸν νόμον, καὶ προτιθέμενα νὰ προλάβωσι τὰς παραβιάσεις καὶ νὰ ματαιώσωσι τὰ μέσα, δι’ ὧν οἱ πολῖται κατορθόνουν τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν ἐπετεύχθη κατὰ πολὺ ὁ σκοπός. Ἀλλά, κύριοι, ὅπου προετάθη ὁ ἐπὶ τῆς προσόδου φόρος, ὅπου ὑπεβλήθη καὶ ἐγένετο δεκτός, ὑπεβλήθη ὡς ἕν φορολογικὸν σύστημα καὶ ἐφηρμόσθη ὡς τοιοῦτον. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς προσόδου ἐφαρμόζεται ἐπὶ πάσης προσόδου, εἴτε αὕτη προέρχεται ἐξ ἀκινήτων, εἴτε ἐκ τοῦ κινητοῦ πλούτου· ὡς σύστημα δὲ τοιοῦτον εἰσαγόμενον, ἐννοεῖται, ὅτι ἀντικαθιστᾷ πάντα ἄλλον φόρον, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογεῖται ἀμέσως, εἴτε ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία, εἴτε ὁ κινητὸς πλοῦτος. Ἐν Ἰταλίᾳ δὲν παρηκολούθησαν τὴν Ἀγγλίαν· ἐκεῖ ἀφῆκαν μὲν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους ὡς πρὸς τὴν ἀκίνητον περιουσίαν, ἀλλὰ καθιέρωσαν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρόσοδον τοῦ κινητοῦ πλούτου, ἤτοι ἐπὶ πάσης προσόδου τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐργασίας, ἢ καὶ τῶν δύο ὁμοῦ, καταργήσαντες πάντα προγενέστερον φόρον. Ἡμεῖς ὅμως διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου οὐδὲν τοιοῦτον ἐπιδιώκομεν. Διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου δὲν ἐπιδιώκομεν τὴν ἀντικατάστασιν φόρων, δὲν ἐπιδιώκομεν τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος· τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον εἰσάγεται ἁπλῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικήν· ἐπιζητεῖ πόρον νέον· ἐνῷ δὲ προτίθεται νὰ φορολογήσῃ τὴν πρόσοδον τοῦ κινητοῦ πλούτου, δὲν καταργεῖ ὅμως τοὺς προϋπάρχοντας νόμους, δι’ ὧν φορολογεῖται τοιαύτη πρόσοδος, καὶ ἂν καλῶς ἐνόησα, τὸ νομοσχέδιον διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸν νόμον ἔτι περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ προβαίνει εἰς συνδυασμόν τινα, παραδεχόμενον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φορολογίαν δυνάμει τῶν νόμων, οἵτινες διέπουσι τὰ τοῦ φόρου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ φορολογοῦν τοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὑποβάλλον δ’ αὐτοὺς ἅμα εἰς φόρον καθ’ ὅσον τὸ εἰσόδημά των εἶνε περιπλέον τοῦ ὅ,τι ὑπολογίζει ὡς φόρον ἐπιτηδεύματος. Συζήτησις, κύριοι, τοιούτου νομοσχεδίου χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν στατιστικὴν μελέτην, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ τί δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τί εἰσπράττει ἤδη διὰ τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν νόμων ἐπὶ τῆς προσόδου τοῦ κινητοῦ πλούτου, βεβαίως τοιαύτη συζήτησις δὲν δύναται παρὰ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ τυφλὰ, καὶ τοιαύτη ἔσται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν τὴν κρίσιν της στηρίξῃ εἰς τοὺς ἀριθμούς· διότι, προκειμένου περὶ ταμιευτικοῦ σκοποῦ, κυρίως τοὺς ἀριθμοὺς πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν. Τοιοῦτον δὲ φῶς δὲν ὑπάρχει, διότι οὐδὲν ὑπεβλήθη. Διὰ νὰ κρίνωμεν λοιπὸν κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ τύχῃ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλομεν νὰ προστρέξωμεν εἰς ξένα Κράτη καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐξ ἐκείνων, νὰ φθάσωμεν, εἰ δυνατόν, εἰς ἕν συμπέρασμα, καὶ νὰ φέρωμεν μίαν γνώμην. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριοι, ὅπου ἡ βιομηχανία ἔχει τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὅπου τὸ ἐμπόριον ἔχει τοιαύτην ἐπίδοσιν, ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἡ ἐκ τοῦ τοιούτου φόρου, κατὰ τὰ δύο τρίτα προέρχεται ἐκ τῆς φορολογίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν χρεωγράφων, ἤτοι τῶν δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ τῶν μισθῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως μισθοδοτοῦνται τοσοῦτον γενναίως, ὥστε ἡ φορολογία των καὶ πρόσοδον φέρει καὶ ἀνεπαίσθητος εἶνε. Ἂν λοιπὸν εἰς Κράτος, ὁποῖον ἡ Ἀγγλία, μόλις εἰς τὸ ⅓ φθάνει ἡ εἴσπραξις, ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων προσόδων, τί θὰ ἐλπίσωμεν ἡμεῖς, κύριοι, φορολογοῦντες τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριόν μας μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐπιτηδεύματος; Θέτω δὲ τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα, διότι δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον, ἕνεκεν τῶν ὑπαρχόντων ἤδη ἐν ἰσχύϊ εἰς τὸ Κράτος μας νόμων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν τὰ τοκομερίδια, ἤτοι τὴν πρόσοδον, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὰ χρέη τοῦ Κράτους, καθότι, κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους, ἅπαντα ἐν γένει τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα ἐξαιροῦνται πάσης φορολογίας. Κύριοι, ὅταν ἐσκέφθην περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, εὑρέθην ἀπέναντι τοῦ προσκόμματος τούτου, καὶ ἐνόμισα, ὅτι δύναμαι νὰ παρακάμψω τὸν σκόπελον, μεταῤῥυθμίζων τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ Ἰταλικοῦ, ἤτοι ὅτι ὑποβάλλοντες πᾶσαν πρόσοδον εἰς τὴν δήλωσιν δυνάμεθα τοιουτοτρόπως ἐμμέσως πως καὶ πλαγίως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν φορολογίαν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος νὰ φορολογηθῇ. Ἐξηγοῦμαι. Ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς προερχομένης προσόδου ἀπὸ τὰ Δημόσια χρεώγραφα, καθὼς ἐπίσης ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, πραγματοποιεῖται διὰ τῆς κρατήσεως, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις ἐν τῷ Ἰταλικῷ νόμῳ, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ εἴσπραξις τοιούτου φόρου· ὅθεν, ἐὰν ὑποχρεωθῇ νὰ συμπεριλάβῃ ὁ φορολογούμενος τοιαύτην πρόσοδον εἰς τὴν δήλωσίν του, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι δὲν φορολογεῖ τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τὸν πολίτην, ὅστις δέον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας ἀναλόγως τῆς περιουσίας του· ἀλλ’ ἐὰν ὁ φορολογούμενος προστρέξῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν κατὰ τοὺς νόμους, βεβαίως ἡ ἀπόφασις ἔσται ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου, ἂν ἀποδειχθῇ φορολογηθεῖσα πρόσοδος ἐξαιρουμένη ὑπὸ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου δὲ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, παρέχονται περισσότερα ἐχέγγυα ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων πολιτῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. Ἀλλ’ ἀκούσατε πῶς σκέπτονται ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου εἰς Κράτη ὅπου νόμοι δὲν ὑπάρχουν ἀπαγορεύοντες τὴν φορολογίαν τῆς προσόδου τῶν χρεωγράφων. Εἰς τὴν Γαλλίαν, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς προτάσεως περὶ φορολογίας τῆς προσόδου τοῦ κινητοῦ πλούτου, διὰ τὴν πρόσοδον τῶν Δημοσίων δανείων πολιτικοὶ ἄνδρες διαπρεπεῖς ἀπεφάνθησαν, ὅτι δανειζομένη ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται νὰ ἀποδώσῃ τόκον ὡρισμένον πρὸς τὸν δανειστήν της, μειοῦσα δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο περιέρχεται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν καὶ ὁ ἔμπορος, ὅστις ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μειώσεως τῶν ὀφειλομένων, ἤτοι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι πρὸ πάντων ἔχουσι συμφέρον διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως ὑποχρεοῦνται νὰ συνδράμωσι πρὸς αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων· διότι, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κινδυνεύωσι, πρῶτοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συναλλαγὰς μὲ τὸ Δημόσιον θὰ πάθωσι, καὶ αὐτοὶ ὤφειλον πρῶτοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ πρόσοδός των· ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ δάνεια δὲν κατέχουσι μόνον πολῖται Ἕλληνες, δανεισταὶ εἶναι οἱ πλεῖστοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα δι’ ἄλλου μέσου νὰ ὑποχρεώσωμεν εἰς τὴν πληρωμὴν ἢ διὰ τῆς ἀμέσου κρατήσεως· ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἀποφεύγουσι τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν τοκομεριδίων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὥστε ματαία ἀποβαίνει πᾶσα προσπάθεια περὶ ἐμμέσου φορολογίας αὐτῶν. Λοιπὸν περὶ φόρου ἐπὶ τῆς ἐκ τῶν Δημοσίων χρεωγράφων προσόδου δὲν πρόκειται. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι καὶ αἱ Τράπεζαι δυνάμει νόμων εἰσὶν ἀπηλλαγμέναι τῆς φορολογίας ἢ ἀκριβέστερον ὑποβάλλονται εἰς ὡρισμένην φορολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν. Τί μένει λοιπὸν νὰ φορολογήσωμεν; τὴν ἐργασίαν, ἤτοι τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ ταῦτα πάντα φορολογοῦνται ἤδη διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ἤτοι τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὁ φόρος οὗτος εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς ἐργασίας καὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦνται εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν· τὴν πρόσοδον τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖά εἰσι παρακατατεθειμένα εἰς τὰς Τραπέζας καὶ ἥτις δύναται ἀσφαλῶς νὰ φορολογηθῇ, διότι ἐξακριβοῦται διὰ τῶν βιβλίων τῶν Τραπεζῶν· ἀλλὰ καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην φορολογοῦμεν σήμερον διὰ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, καὶ δυνάμεθα διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ὅρον τῆς φορολογίας. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου ἁπλῆ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν ἢ κράτησις ἐπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου. Μένουσι μόνον τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα οἱ τοκισταὶ τοκίζουσι πρὸς τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος ὀλίγον θ’ ἀποφέρῃ, διότι σήμερον δυστυχῶς πάντα τὰ κεφάλαια εἴτε ὡς ἐκ τοῦ κέρδους εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἀσφαλείας τοποθετοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς Τραπέζας καὶ εἰς Δημόσια χρεώγραφα. Τὸ ἐμπόριον ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, ἡ βιομηχανία καὶ αὐτὴ ἡ ἀκίνητος περιουσία προστρέχουσιν εἰς τὰς Τραπέζας. Ὀλίγοι τοκισταὶ ἔμειναν, καὶ αὐτοὶ τοκίζουσιν, εἰ δυνατόν, μὲ τρόπον, ὥστε ν’ ἀποφύγουν τὰς δικαστικὰς διενέξεις, διότι ὀφείλομεν μετὰ λύπης νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων μας καὶ ὡς ἐκ τῆς νομοθεσίας μας, ἡ θέσις τῶν δανειστῶν κατέστη τοιαύτη καὶ πρὸς ζημίαν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην νὰ δανείζωνται, ὥστε προτιμῶσι τὰ κεφάλαια τὸ 3 καὶ 4 τοῖς ἑκατὸν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπὶ ὑποθήκῃ ἐξασφαλιζομένου τόκου 8 τοῖς ἑκατὸν, ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω διὰ τὰς Ἰονίους νήσους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὀφείλεται καὶ εἰς ἄλλους λόγους διοικητικούς.
§51ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πταίει ἡ νομοθεσία σας, διότι ἔχει τὰς ἀφανεῖς ὑποθήκας.
§52ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πταίει ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἢ μᾶλλον ἡ διαστροφὴ αὐτῆς διὰ τῆς στρεψοδικίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα κυρίως ἔνοχοι ἡμεῖς οἱ δικηγόροι καὶ τὴν ὁποίαν ἐνισχύουσι πολλοὶ δικασταὶ διὰ τῆς φυγοπονίας των. Αἱ ἀφανεῖς ὑποθῆκαι κατηργήθησαν ἀπὸ τὰ 1865, δὲν εἶναι δὲ καιρὸς νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Λοιπόν, κύριοι, τί μένει νὰ φορολογήσωμεν; τοὺς τοκογλύφους. Οἱ τοκογλύφοι βεβαίως, ὅταν μάλιστα πληροφορηθῶσι περὶ τῆς νέας φορολογίας, ἢ θὰ καταφύγωσιν ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν τοκογλυφίαν βαρύνοντες τοὺς ὀφειλέτας ἢ θὰ δανείζωσιν ἐπὶ ἐνεχύρῳ, λαμβάνοντες τὸ ἐνέχυρον ὡς ἀγορὰν δῆθεν ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἐξαγορᾶς. Ἐξέθηκα ταῦτα, διότι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, θὰ ἐνόουν τὸν περὶ οὗ πρόκειται φόρον, ἐὰν προέκειτο δι’ αὐτοῦ νὰ βελτιώσωμεν τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, ἐὰν προέκειτο νὰ ἐφαρμόσωμεν ἕνα φόρον ἐπὶ παντὸς εἰσοδήματος ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου ὡς ἔπραξαν ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλὰ νὰ εἰσάγωμεν τοιοῦτο σύστημα διὰ νὰ φορολογήσωμεν προσόδους τινὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φορολογηθῶσι καὶ διὰ τῆς ἰσχυούσης φορολογίας, φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν εἶναι οὔτε συνετὸν, οὔτε πρακτικόν. Πρὸ ἐτῶν τινων ἔτυχε νὰ ὁμιλήσω μὲ μεγαλέμπορον Ἕλληνα ἀποκατεστημένον ἐν Λιβόρνῳ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν ἀφοῦ διέλυσε τὸ ἐμπόριόν του. Μὲ εἶπε δὲ ὅτι καὶ αὐτὸς διέλυσε καὶ ἄλλα καταστήματα Ἑλληνικὰ ὑπεχρεώθησαν νὰ διαλυθῶσι, καὶ νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐκεῖθεν καὶ ἕνεκα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τί πρέπει δὲ νὰ περιμένωμεν παρ’ ἡμῖν, ὅπου τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ ὁ φατριασμὸς θὰ παίξῃ τὸ κύριον πρόσωπον; Εἶναι συνετὸν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἐντεταλμένους νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ βιομηχανικὰ καὶ ἐμπορικὰ καταστήματα ν’ ἀναδιφῶσι τὰ βιβλία τοῦ ἐμπόρου, νὰ προστρέχωσιν εἰς πᾶσαν πληροφορίαν διὰ νὰ εὕρωσι τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπόρου, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔχει ἴσως συμφέρον ν’ ἀποκρύψῃ, διότι τὸ τοιοῦτο δύναται νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ ἐπικειμένην καταστροφήν; Καὶ τοῦτο, ἐνῷ διατηροῦμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν ὁποῖον συνείθισεν ἡ κοινωνία καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ φορολογήσωμεν τὴν πρόσοδον καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ διπλοῦν βάσανον εἰς τὸν φορολογούμενον. Ἅπαντα τὰ Κράτη φορολογοῦσι τὴν πρόσοδον τοῦ κινητοῦ πλούτου, ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη γίνεται ὑπὸ διάφορον τύπον, καὶ στηρίζεται εἰς τὰ καταφανῆ πρὸ πάντων γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύουσι τὴν πρόσοδον. Τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν παραδέχονται τὸ πολλαπλοῦν τῶν φόρων καὶ τοῦτο ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ διὰ τούτου δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν πᾶσαν πρόσοδον μὴ φορολογουμένην, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μικρὰ ἐλπίζομεν. Σᾶς ἐξέθηκα, κύριοι, τὶ φρονοῦσι περὶ τοιούτου φορολογικοῦ συστήματος διάσημοι εἰδικοὶ ἄνδρες, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Ἕνεκα τούτου, μολονότι ἤμην θιασώτης τοῦ συστήματος ὡς τινος ἑνιαίου καὶ ἰσχυροῦ ὀργάνου φορολογικοῦ διὰ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, διὰ τῆς μελέτης καὶ τῆς πρακτικῆς ἐπ’ αὐτοῦ σκέψεως αἱ ἐντυπώσεις μου μετεβλήθησαν, καὶ ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, τὸ ἔπραξα δὲ χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν τῆς αὐθεντίας τῶν γνωμῶν μου. Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὡς πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶνε, ὅτι εἰσάγεται τὸ σύστημα δι’ αὐτοῦ, καὶ ἐν τούτοις μένει ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ πολλαπλοῦν σύστημα. Τὸ τοιοῦτο βεβαίως ἔχει τι τὸ πρωτότυπον, καθὼς δὲ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ φαίνεται, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἐπιδιώκομεν τὴν πρωτοτυπίαν, διὰ νὰ καταρθώσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν συλλήβδην εἰς τὸ Κράτος πάντα τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργοῦν ἐπὶ τῆς ράχεως τῶν πτωχῶν φορολογουμένων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἔχει, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἑτέραν ἔλλειψιν σπουδαίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει τὴν προοδευτικὴν φορολογικὴν κλίμακα. Ἡμέραν τινὰ ἀνέφερόν τι περὶ τούτου· εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρέσκεται ἢ ἀκολουθεῖ ὅπως δήποτε τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινωνισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχολώθη, φαίνεται, καὶ ἀναβὰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν συνεδρίαν ἐκείνην καὶ εἰρωνευόμενος καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐμὲ ἀντὶ παντὸς ἐπιχειρήματος προέβη εἰς ἀποστροφὴν, εἰπὼν νὰ φροντίσω νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ἀδιαφορίαν αὐτοῦ περὶ τοιαύτης ἢ μὴ ἰδέας τῶν συμπολιτῶν του, διότι ὅλως διάφορον γνώμην ἔχω περὶ αὐτοῦ, τὸν θεωρῶ μάλιστα συντηρητικώτατον, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὸν σέβομαι καὶ τὸν ὑπολήπτομαι καὶ τοῦτο τὸ κατέδειξε, διότι ἠρεθίσθη βεβαίως ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τέρπεται εἰς τὰς κοινωνιστικὰς ἰδέας. Δυστυχῶς ὅμως εἰς ἑτέραν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεχρεώθη ν’ ἀπαντήσῃ δριμύτατα ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου, ἤκουσα μετὰ θαυμασμοῦ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα ἐπὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ δανειστῶν καὶ περὶ τούτων δὲν φροντίζει τοσοῦτον. Τοιαύτη φράσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τί ἄλλο δεικνύει ἢ ἀντιπάθειαν πλήρη κατὰ τῶν κεφαλαίων, καὶ ἡ ἀντιπάθεια κατὰ τῶν κεφαλαίων τί ἄλλο εἶνε ἢ τὸ σύνολον τῆς κοινωνιστικῆς δοξασίας; Ἡ πάλη, ἥτις διεξάγεται σήμερον ὑπὸ τῶν κοινωνιστῶν, εἶναι πάλη κατὰ τῶν κεφαλαίων, ἑπομένως τί ἄλλο καταδεικνύει, ἢ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ βεβαίως προθέσεως παρασύρεται ἀπὸ κοινωνιστικὰς ἰδέας, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἐλλείπουσιν εὐτυχῶς τὰ δύο κοινωνικὰ ἄκρα, ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τοιαύτας ἐπιθυμίας; Καὶ διὰ νὰ πείσω αὐτὸν, ὅτι τὸ ῥηθὲν ὑπ’ ἐμοῦ δὲν ἐῤῥήθη διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ νὰ τὸν ἐγγίσω ἢ τὸν κατηγορήσω, ἀλλ’ ἦτο ἀπόῤῥοια πεποιθήσεως, εὗρον τὸ πρόγραμμα τῶν κοινωνιστῶν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν, ὅπερ σᾶς ἀναγινώσκω. «Programme des groupes radicaux socialistes»: Δηλαδὴ Πρόγραμμα τῶν Ῥιζοσπαστῶν κοινωνιστῶν. «Κατάργησις τῶν δημοτικῶν φόρων ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἄμεσος ἀντικατάστασις τοῦ προοδευτικοῦ φόρου διὰ τοῦ κατ’ ἀναλογίαν φόρου. (Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθιεροῖ τὸν κατ’ ἀναλογίαν φόρον). Προοδευτικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ εἰσοδήματος. Εἰδικὸς προοδευτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν κτλ.»
§53ΖΑΪΜΗΣ. Πολλαὶ νομοθεσίαι ἔχουν διατάξεις τοιαύτας καὶ ἡ Ἑλβετία π. χ. Δὲν εἶνε ἀνακάλυψις τῶν κοινωνιστῶν, διότι ἡ ἐπιστήμη τὸ παραδέχεται.
§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι εἰδικός· σέβομαι ὅμως τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶνε εἰδικοὶ καὶ ἀνώτεροι ἡμῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται ὡς τοιοῦτοι ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ κοινωνίᾳ. Ἡ Ἑλβετία δημοκρατεῖται, καὶ εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ὑφίσταται τὸ ζήτημα τοῦ μεγάλου πλούτου καὶ τῆς μεγάλης πενίας. Ἀκούσατε τὶ λέγει Γάλλος συγγραφεὺς, γνωστὸς διὰ τὰς γνώμας ὑπὲρ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. L'eventuatité de l'introduction de l'impôt progressif en France serait certainement une calamité. «Δυστύχημα θεωρεῖται ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου συστήματος,» καὶ ποῦ; ἐν Γαλλίᾳ, ἐν παλαιᾷ κοινωνίᾳ, ὅπου ἀνεφύησαν ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡμεῖς εὐτυχῶς εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι· διότι οὔτε τὸ proletariat ἔχομεν, οὔτε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐργασίας, καὶ μόλον τοῦτο ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλον νὰ εἶνε ἐξῳκειωμένοι μὲ τοιαύτας ἀρχὰς, ἐξεγείρονται οὐχὶ οἱ συνταγματικοὶ, ἀλλ’ οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται κατὰ τοιαύτης ἀρχῆς, ἡμεῖς δὲ οἱ συνταγματικοὶ πολῖται δεχόμεθα ἄνευ οὐδενὸς κλονισμοῦ τοιαύτας ἀρχὰς, εἰσαγομένας εἰς τὴν Νομοθεσίαν μας. Καί, κύριοι, φρονεῖται, ὅτι τὸ τοιοῦτο σύστημα δὲν εἶνε πόλεμος κατὰ τῶν κεφαλαίων, ὅτι δὲν εἶνε ἐξοστρακισμὸς αὐτῶν; Πρό τινων ἡμερῶν ἐπανελήφθη ὅ,τι πολλάκις ἤκουσαν τὰ ὦτά μου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς ἄνευ λόγου, προκειμένου περὶ φόρου τινὸς, ἐπιτιθέμενος κατὰ τῶν βουλευτῶν τῶν ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων, ἰσχυρίζετο, ὅτι ψηφίζομεν τοὺς φόρους, διότι δὲν βαρύνουσι τὴν Ἑπτάνησον. Ἐὰν δὲ τοιαῦται ἰδέαι ὑπάρχωσιν ὡς πρὸς βουλευτὰς, οἵτινες ὁπωσδήποτε ἔχουν ἄμεσον κύριον συμφέρον ἐκ τῆς προαγωγῆς τοῦ Τόπου, διότι τὰ συμφέροντά των ἐν τῷ Τόπῳ ἐκ τῆς εὐημερίας τοῦ Τόπου ἐξήρτηνται καὶ ἡ εὐημερία αὐτῶν τῶν ἰδίων, τί θέλετε νὰ σκεφθῶσιν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῶσι φορολογίαι κατ’ ἀρέσκειαν εἰς τάξεις, αἵτινες δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐὰν π. χ. ἀναπτυχθῇ ἓν ἐξ ἐκείνων τῶν ῥευμάτων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται εἰς τὰς κοινωνίας κατὰ τοῦ πλούτου· ἐὰν ἡ ἰδέα αὕτη καταστῇ σύνθημα ἐκλογικὸν καὶ καταρτισθῇ Βουλὴ ὑπὸ τοιαύτας διαθέσεις καὶ ὑποχρεώσεις, ποῦ ὁ χαλινὸς, ἰσχυούσης τῆς προοδευτικῆς κλίμακος; Ἀφοῦ νομίζετε, ὅτι δικαιολογεῖσθε, ἐπιβάλλοντες εἰς τὸν μὲν 5 τοῖς ἑκατὸν, εἰς τὸν ἄλλον 16%, διατί δὲν θὰ ἐπιβάλητε καὶ 60, ἀφοῦ ὁ καταβάλλων καὶ 60% δύναται μὲ τὸ 40, τὸ ὁποῖον τοῦ μένει, νὰ ζήσῃ; Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐξοστρακίζει ἡ τοιαύτη ἀρχὴ τὰ κεφάλαια ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Τόπου, ὄχι μόνον διότι ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν θὰ φορολογήσητε ἢ λίαν ἀσθενῶς τὰ τοιαῦτα κεφάλαια, καθότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ πολλά, ἔχουν καὶ τὸν τρόπον νὰ τὰ ταξειδεύουν, ὥστε δὲν τὰ φθάνει ὁ εἰσπράκτωρ ὑμῶν. Θὰ φορολογήσητε δὲ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν, περιτρέχοντες τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ κόσμου, ἀπέκτησαν χρήματα, τὰ ὁποῖα σπεύδουσι νὰ τοποθετήσωσιν ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ πατρικῇ ἑστίᾳ; Ἀλλὰ καὶ οὗτοι θὰ συλλογισθῶσιν εἰς τὸ ἑξῆς, ὅταν γιγνώσκωσιν, ὅτι τοιαύτη Νομοθεσία διέπει τὰ τοῦ Τόπου των. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ ἐκθέσω ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ καθῆκον τὸ ἔπραξα, ὑπέβαλον δὲ καὶ τροπολογίας, φρονῶν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ψήφισίν του, καὶ θὰ ἐπιμένῃ, καθῆκον εἶχον νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρόκειται νῦν περὶ συζητήσεως εἰς τὰ καθέκαστα, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἐπιφυλαττόμενος, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως εἰς τὰ καθέκαστα, ν’ ἀναπτύξω αὐτάς.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἠκολούθησεν ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Συζητοῦμεν πρὸ παντὸς τὴν ἀρχήν, καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἰδίως ἐξέτεινε τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας· ἀφῆκε δὲ τὰς λεπτομερείας διὰ τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν. Τοιαύτη τακτικὴ εὐκολύνει τὴν συζήτησιν, διότι καθιστᾷ εὐχερεστέραν τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἰδεῶν καὶ ἀπομακρύνει ἰδίως τὰς συγχύσεις καὶ τὰς περιπλοκάς, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἀκολουθοῦσι τὴν περὶ τὰς συζητήσεις ἀταξίαν. Ἀσχολούμενος περὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. συνάδελφος ἐπεθύμησε νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐσχημάτισεν, ὅτι νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι νομοσχέδιον ἄδικον, διότι ἐν γένει ὁ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρος δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῆς κοινωνίας, ἐξεναντίας διδάσκει αὐτὴν τὴν κακοήθειαν. Καὶ ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρος εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος, ὁ ὁποῖος δὲν βλάπτει μόνον χρηματικῶς τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ ἐπηρεάζει πάσας τὰς ἐν αὐτῇ συντελουμένας σχέσεις. Αἱ μελέται τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἦσαν τῷ ὄντι πλήρεις, διότι δὲν παρέλιπε καὶ τὴν ἀνάγνωσιν συγγραφέων, οἵτινες ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τῆς φορολογίας, τοὺς ὁποίους καὶ ἄλλοτε εἶχε μελετήσει, ὅταν εἶχεν ἀναλάβει τὸ δύσκολον ἔργον νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι μόνον τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας εἶνε τὸ καταλληλότερον. Τῷ ὄντι ὁ κ. βουλευτὴς δὲν ἐμελέτησε πρώτην φορὰν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τοσοῦτον δ’ εἶχεν ἀσχοληθῆ ἄλλοτε περὶ τὴν μελέτην τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας, ὥστε οὐ μόνον εἶχε σχηματίσει γνώμην ὑπὲρ ταύτης, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ θάῤῥος νὰ καθοδηγήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ζητήσας παρ’ αὐτῆς νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Βεβαίως ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμου, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνασκήσῃ τοῦτο οὐ μόνον πρέπει νὰ φρονῇ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον μέτρόν τι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐσχημάτισε καὶ τοιαύτην φανατικὴν περὶ τούτου γνώμην, ὥστε νὰ νομίσῃ, ὅτι πρέπει αὐτὸς νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ ἀγωνισθῇ νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν ἰδικήν του γνώμην τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τοὐλάχιστον τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ 1882 ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινεν εἰς αὐτὴν νὰ νομοθετήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε συνοδεύσει καὶ μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικήν.
§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴχετε ἔκθεσιν; Τότε ὁ κ. βουλευτὴς εἶχε περιπέσει εἰς τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν, εἰς ἣν περιέπεσα καὶ ἐγὼ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον καὶ δι’ ἣν τοσοῦτον αὐστηρῶς μὲ κατέκρινε πρὸ μικροῦ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ μέρους τούτου τοῦ λόγου του, ὁ ἀρτίως καταβὰς τοῦ βήματος ἠσχολήθη νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶνε ἄδικον, καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοῦ Κράτους. Ἐξήτασε τὸ Νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, καὶ ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει φορολογητέα ὕλη ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὑπάρχει τὸ ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, ἑπομένως τὸ Νομοσχέδιον ἀποβαίνει ἐντελῶς περιττὸν καὶ ἄχρηστον. Ἐγὼ δυστυχῶς ἀπό τινων ἐτῶν διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κραναίας καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων, διαφωνῶ δὲ καὶ ἐπὶ τούτου, διότι νομίζω ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶνε λυσιτελεστάτη διδασκαλία τῶν πολιτῶν εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου μέλη τυγχάνουσιν, ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Νομίζω δὲ ὅτι προσέτι εἶναι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὁ μᾶλλον εὔλογος καὶ μᾶλλον πρὸς τὴν ἀλήθειαν προσεγγίζων φόρος, ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν πολιτῶν ἐπιβαλλομένων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου παράγει δυσκολίας ἢ μή, ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἄδικος καὶ ἂν δὲν ἔχῃ λόγον τινὰ νὰ ἐπιβάλληται, ἂν τέλος πάντων τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον φόρον τοιοῦτον, ἐποιήσαντο κατάχρησιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἣν διαχειρίζονται, καὶ κατάχρησιν μάλιστα ἐπὶ ἠθικῇ βλάβῃ τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ ἐπὶ παραλυσίᾳ τῶν ἄλλων κοινωνικῶν δεσμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ὠχυρώθη ὄπισθεν τῶν ῥήσεων τοῦ κ. Γλάδστωνος, καὶ τῷ ὄντι ἤγαγεν ἐμὲ εἰς δύσκολον θέσιν, ὅταν μοὶ ἀναφέρῃ ὅτι εἶναι γνώμη τοῦ κ. Γλάδστωνος, διότι μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀποφαίνωμαι γνώμας διαφόρους ἀπὸ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἀπέδωκεν εἰς τὸν κ. Γλάδστωνα. Πρέπει τις νὰ ἐξετάσῃ ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου· διότι, ὅταν ἀνεύρῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς παροχῆς ταύτης τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, θέλει ἰδεῖ ὅτι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἀντιπροσωπεύει ἀκεραίαν ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ὅτι δὲν εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν σχετίζεται παντάπασι μετὰ τῆς λογικῆς, ὅτι δὲν εἶναι φόρος τέλος πάντων, ὅστις δὲν ἐνδείκνυται ὑπὸ τῶν σχέσεων τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Ἐξετάζων τὴν ἔννοιαν τοῦ φόρου ἀφῃρημένως, εὑρίσκω ὅτι αὕτη ἰδίως εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Διατί οἱ πολῖται καλοῦνται νὰ ἀποτίσωσιν ἐτησίως ποσοστὸν φόρου εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον; Εἶναι αὐθαίρετός τις χρῆσις τῆς Δημοσίας Ἐξουσίας, ἣν μετέρχονται αἱ Κυβερνήσεις; Εἶναι ἀδικία, τὴν ὁποίαν ἡ βία τοῦ Κράτους ἐπιχειρεῖ ἐπὶ τοῦ ἀτόμου, ὑποχρεοῦσα αὐτὸ νὰ παράσχῃ μέρος τῆς περιουσίας του καὶ ἁρπάζουσα οὕτω διὰ τῆς βίας ἀπὸ τῆς περιουσίας του ποσοστόν τι; παντάπασι. Καὶ ἂν θεωρήσητε τὰς σχέσεις τοῦ μέλους τοῦ Κράτους πρὸς τὸ Κράτος ὑπὸ τὰς κοινοτέρας καὶ ἐμπειρικωτέρας ἀπόψεις, εἶναι παροχή, τὴν ὁποίαν τὸ ἄτομον ὀφείλει εἰς τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει βιοῦν ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἂν ἀνυψωθῆτε ἄνω τοῦ ἐμπειρισμοῦ αὐτοῦ, ἂν ἀναζητήσητε τοὺς εὐγενεστέρους καὶ ἠθικωτέρους δεσμοὺς, τοὺς συνδέοντας τὸν πολίτην πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου τυγχάνει μέλος, ἡ ἔννοια τοῦ φόρου γίνεται τοσοῦτον εὐρεῖα, ὥστε δύναται νὰ δώσῃ τὸ θάῤῥος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον νὰ ζητήσῃ ἀντάλλαγμά τι ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν οἱ πολῖται, βιοῦντες ἐν τῇ Κράτει, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ μόνον νὰ ζητήσῃ ποσοστόν τι ἐκ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐτησία πρόσοδος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς καταλείπει εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ καὶ μείζονα παροχὴν, νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ μερισθῇ μετὰ τοῦ πολίτου τὸ περίσσευμα τοῦτο. Δὲν ἤθελον νὰ ἐπικαλεσθῶ τοιαύτην τινὰ ἔρευναν τῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅταν εἰσήγαγον τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν καὶ ἡ ὥρα καθ’ ἣν εἰσῆγον αὐτὸ, καὶ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προεθέμην, ὅταν εἰσήγαγον αὐτὸ, συνδέονται μετὰ τοιαύτης ἰδέας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀρκοῦμαι νὰ ἐρευνήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ τὴν ἐμπειρικὴν ἐξέτασιν τῶν σχέσεων τῶν μελῶν τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀφοῦ βιοῦτε ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἀφοῦ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς ἐργαζόμενοι εἴτε πνευματικῶς εἴτε σωματικῶς, καὶ διαχειριζόμενοι τὰ ὑπάρχοντα ἐν ἡμῖν ἀγαθὰ, παράγετε πρόσοδον, ἀφοῦ διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς προσόδου ταύτης καταβάλλετε ἐργασίαν σωματικὴν ἢ πνευματικὴν καὶ κεφάλαια, ἂν ἀπὸ τὴν πρόσοδον, ἀφοῦ ἀφαιρέσητε πᾶν ὅ,τι κατεβάλλετε, ἔχετε ὑπόλοιπον εἰσόδημα, εἶναι τοσοῦτον ἄδικον νὰ ζητήσῃ ν’ ἀνεύρῃ ἡ Πολιτεία τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος τούτου, καὶ ζητήσῃ ποσοστόν τι ὡς φόρον; Πῶς ἐξεταζομένη ἀφηρημένως ἡ ἔννοια τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἐκρίθη παρ’ ὑμῶν τοσοῦτον ἀπαίσιος, τοσοῦτον ἄδικος; Μοὶ ἀνεφέρατε ἓν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀποβαίνει τοιοῦτον μοὶ εἴπατε, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ προκαλοῦσα τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, πρέπει νὰ διαιρέσῃ τοὺς πολίτας εἰς τρεῖς τάξεις, καὶ ὅτι οἱ μὲν εἶναι οἱ εὐσυνείδητοι, οἱ ἔχοντες πλήρη συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών των πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ αὐθορμήτως πληρώνοντες τὴν παροχὴν αὐτῶν, ὅτι εἶναι ἄλλοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ ἀποτίσωσι παροχήν τινα εἰς τὸ Κράτος καὶ ζητοῦσι νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης· ἀνεφέρατε τέλος καὶ τρίτην τάξιν πολιτῶν, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ληστεία, ὅτι ἡ Πολιτεία, φορολογοῦσα τοὺς πολίτας, ληστεύει αὐτοὺς, ἑπομένως οὗτοι εὐλόγως ἀμύνονται ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τῆς ληστείας ταύτης· εἴπατε ἐπὶ τέλους, ὅτι εἶναι ἄδικος ὁ φόρος, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς πάντας, ἀλλ’ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς μόνον τοὺς χρηστοὺς καὶ ὅτι τάξις τις δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸν φόρον. Ἀλλὰ δὲν ἀνεύρετε τὰς ἀδικίας ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ τῇ δυσκολίᾳ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου. Ἀλλὰ, κ. συνάδελφε, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἄδικος; Διότι ὑποπτεύετε, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου προσκόπτει εἰς δυσκολίας, εἶσθε ἄδικος νὰ χαρακτηρίζητε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος διὰ τοιούτων χαρακτηρισμῶν. Δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα διὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα προσκόμματα, ὅσα ἐτάραξαν ὑμᾶς· τοῦτο θέλομεν ἐξετάσει κατόπιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἀνεφέρατε, δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα ἵνα παραστήσωσι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας, ὡς σύστημα ἄδικον. Πολὺ δὲ μᾶλλον νομίζω, ὅτι οὐχὶ ὑμεῖς, ἀλλ’ ὁ ἐπιφανὴς πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας ἀνεφέρατε, δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος διδάσκει τὴν κακοήθειαν. Οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συνείδησιν τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεών των, κατὰ πλείονα δὲ λόγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ὀφείλουσι πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ νομίζουσιν αὐτὴν λῃστεύουσαν αὐτοὺς, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θέλουσι πολιτευθῆ καὶ ἐπὶ παντὸς φόρου, τὸν ὁποῖον θέλετε ζητήσει παρ’ αὐτῶν. Αὐτοὶ οἱ πολῖται θέλουσι στέρξει νὰ σᾶς πληρώσωσι φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἀφοῦ νομίζουσιν, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν φόρον; θέλουσι προσπαθήσει νὰ ἀποκρύψωσι τὰ ζῶά των, θέλουσιν ἀγωνισθῆ ἐπὶ τέλους νὰ πωλήσωσι τὰ ζῶά των, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσι φόρον. Καὶ μήπως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων δὲν ἀπαντῶμεν τοιαῦτα προσκόμματα; Πόθεν προέρχονται τὰ μεγάλα παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούονται περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων; διότι οἱ φορολογούμενοι ἢ δὲν δηλώνουσι παντάπασιν, ἢ δηλώνουσιν ἐλλειπῆ τὰ ζῶά των. Ἐὰν οἱ φορολογούμενοι ἐδήλωνον ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ζῴων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ὁ νόμος ἤθελε λειτουργεῖ θαυμασίως, οὐδὲν παράπονον ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ὑποθέτετε, ὅτι τότε ἤθελεν ἐκθέσει ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος εἰς ἐνοικίασιν τὰ ἀδήλωτα ζῶα; Τίς ἤθελε παρασταθῆ νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀφοῦ ἡ δήλωσις τοῦ κτηνοτρόφου παρίστα γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν; Ἡ ἔλλειψις λοιπὸν τῆς συνειδήσεως τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων τοῦ φορολογουμένου εἶναι ἡ αἰτία τῶν καταθλίψεων καὶ τῶν παραπόνων. Εἰς πάντα φόρον εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ λαμβάνητε πλήρη μέτρα, νὰ ἐπιτηρῆτε ἀκριβῶς τὴν ἐφαρμογὴν, ἵνα διαφεύγητε τὰς ὑπεκφυγὰς τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, τὰς διαστροφὰς αὐτῶν ἢ καὶ πάντα τ’ ἄλλα τεχνάσματα ἢ προσκόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγουσι πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ἀλλὰ τότε πάντες οἱ φόροι διδάσκουσι τὴν κακοήθειαν, πάντες οἱ φόροι συνταράσσουσι τὰς κοινωνικὰς σχέσεις. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν πάντας τοὺς φόρους. Διατί νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἔχωμεν εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ξένων προϊόντων, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἔμποροι, διανοούμενοι ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν, εἰσάγοντες λάθρα τὰ ἐμπορεύματά των; Δὲν διδάσκομεν τὴν κακοήθειαν εἰς αὐτούς; Ὁ γενικὸς λοιπὸν ἀφορισμὸς, ὁ κατὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς πάντα φόρον καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητήσητε νὰ χαρακτηρήσητε μόνον τὸν φόρον τοῦτον ὡς διδάσκοντα τὴν ἀνηθικότητα, ἀφοῦ πάντες οἱ φόροι τὰ αὐτὰ φέρουσιν ἀποτελέσματα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι δυσκολωτέρα ἢ ἡ βεβαίωσις παντὸς ἄλλου φόρου. Οἱ φόροι ἐπιβάλλονται εἴτε ἐπὶ προϊόντων παραγομένων, εἴτε ἐπὶ προϊόντων καταναλισκομένων, εἴτε ἐπὶ σχέσεων συναλλαγῆς. Ὅταν τὰ προϊόντα παράγονται, ἔχετε ἓν ἀντικείμενον ὑλικὸν, ὑποπίπτον εἰς τὰς αἰσθήσεις, τὸ ὁποῖον ἀνευρίσκετε· δύνασθε νὰ τὸ ἀκολουθήσητε, νὰ βεβαιώσητε τὴν ὕπαρξίν του, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ἀντικειμένου δύνασθε νὰ ἀκολουθήσητε αὐτὸ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήχθη εἰς τὸ Κράτος μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν καταναλίσκεται, καὶ νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πῶς νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τὸ εἰσόδημα, καὶ πρέπει νὰ ἀναζητήσητε αὐτὸ, καὶ ἂν τὸ ἀναζητήσητε θέλετε ἀπαντήσει προσκόμματα; Καὶ ἀληθῶς καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ ἀπαντήσῃ προσκόμματα, ἀλλὰ δὲν διδάσκει τὴν ἀνηθικότητα, διδάσκει τὸ πείθεσθαι τοῖς νόμοις· διότι, ἂν οἱ πολῖται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον συνειθίσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου, διδάσκονται ποίας ἔχουσιν ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐγὼ ὁμολογουμένως εὑρίσκω τὸν φόρον εὔλογον, οὐχὶ μόνον δίκαιον, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ φόρος οὗτος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν πάσῃ εὐνομουμένῃ Πολιτείᾳ, τῆς ὁποίας τὰ μέλη θέλουσι νὰ δώσωσιν ἀπόδειξιν, ὅτι προήχθησαν ἐφ’ ἱκανὸν εἰς τὸν πολιτισμόν, καὶ ὅτι ἔχουσι πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεών των πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου τυγχάνουσι μέλη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου ἐπεβλήθη, ἐπεβλήθη ὑπὸ διαφόρους περιστάσεις καὶ κατὰ διάφορον τρόπον. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη περὶ τὴν μελέτην τοῦ φόρου τούτου, σᾶς ἀνέφερε καὶ τὰ ἐπὶ τοῦ πρώτου Ἀγγλικοῦ πολέμου νομοθετήματα περὶ τοῦ φόρου τούτου, καὶ τὴν καταφοράν, τὴν ὁποίαν τότε παρήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν φόρον τοῦτον· εὗρε δ’ ἐλαττωματικὸν τὸ προτεινόμενον σύστημα, διότι δὲν εἶναι τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικόν. Τῷ ὄντι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ἂν μοὶ ἐπετρέπετο ὁ χαρακτηρισμός, εἶναι φόρος καθολικός, ἐπιβάλλεται ἐπὶ παντὸς εἰσοδήματος· ἐὰν δὲ ἠξίου τις νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον φόρον καὶ παρ’ ἡμῖν, βεβαίως τότε τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς ἐλλιπές, καὶ ἀνάξιον νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τῇ Ἰταλίᾳ ὅμως—καὶ μοὶ χρησιμεύει ἡ μνεία τῆς Ἰταλίας, ἵνα τύχω τῆς ἐπιεικείας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, διότι ὅταν ἐμνημόνευσε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ μετά τινος σκληρότητος—ἐν Ἰταλίᾳ φόρος τοιοῦτος ἐπεβλήθη ἐπὶ εἰδικῶν τινων εἰδῶν εἰσοδήματος. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Ἐὰν εἶχον τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ οὐδεὶς φόρος ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ὅτι ταῦτα ἀρκούντως φορολογοῦνται, ὅτι δὲν ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσι πλέον τι εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἤθελον εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἤθελεν εἶσθαι περιττόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην τῆς τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ κἄπως ἡ ἐκ τῶν κεφαλαίων πρόσοδος, διὰ τοῦτο εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνα κυρίως σκοπόν, νὰ φορολογήσῃ τὴν ἐκ τῶν κεφαλαίων πρόσοδον. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοιοῦτον οἷος τυγχάνει ὁ νόμος ὁ Ἀγγλικός, οὔτε οἷος ὁ νόμος ὁ Ἰταλικός· εἶναι νομοσχέδιον εἰδικώτερον, διότι εἰδικώτερος εἶναι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προέθετο. Ἐὰν ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, ἐὰν εἶναι παράλογος, τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πταίει, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου γνώμη. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ὡς συνετάχθη δὲν πραγματοποιῇ τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπὸν, βεβαίως ὑπόκειται εἰς τὴν ἐπίκρισιν ὑμῶν κατὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πραγματοποιεῖ τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ κατακριθῇ. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας περιεστράφη κυρίως περὶ ταῦτα, περιεῖχε δὲ καὶ πολλὰ ποικίλματα, τῶν ὁποίων ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι μνείαν. Τινὰ τῶν ποικιλμάτων τούτων, σκοποῦντα φερ’ εἰπεῖν τὴν ἐπίκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, περιέγραψαν τὰ κακὰ τῆς ἐλλείψεως πληροφοριῶν στατιστικῶν· τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ δοθῶσι στατιστικαί τινες πληροφορίαι! Ἀναγνωρίζω τὴν ἔλλειψιν, καὶ μολονότι εἶχον συμφέρον, μὴ ὀρθόν, μὴ λογικόν, ἴσως ἄξιον ἐπικρίσεως—ἀλλ’ ἐν τῷ πολιτεύεσθαι οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι πολιτικὰ συμφέροντα· ἠδύνατο λοιπὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ συμφέρον νὰ παρουσιάσω Προϋπολογισμὸν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα νὰ εἶναι οὐχὶ μόνον ἴσα πρὸς τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβαίνωσιν αὐτά—τὸ συμφέρον ὅμως τοῦτο δὲν μὲ ἐπηρέασε, καὶ ὡς εἴδετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων οὐδὲ ἓν λεπτὸν περιέλαβον ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει ἐξ αὐτοῦ δύο καὶ τρία ἑκατομμύρια. Δὲν περιέλαβον οὐδὲ λεπτόν. Διατί; διότι ὀφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ μὴ ἐπιδεικνυώμεθα εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ποῖον στοιχεῖον εἴχομεν νὰ ἀναγράψωμεν ὡς ἔσοδον οἷον δήποτε ποσόν; οὐδέν. Ὁ νόμος οὗτος περὶ φόρου εἰσοδήματος δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ παρελθόν· ἡ ὕλη, ἡ φορολογητέα, δὲν εἶναι γνωστὸν πόση εἶναι. Ἠμπορεῖ τις νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ν’ ἀναδράμῃ νὰ ἀνεύρῃ τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διετέθησαν, νὰ ἐρευνήσῃ πάσας τὰς συναλλαγὰς τῶν Τραπεζῶν, νὰ λάβῃ σημειώσεις τούτων, καὶ ἐν γένει διὰ τοιαύτης ἐρεύνης νὰ εἰκάσῃ καὶ ἀναγράψῃ ὡς ἔγγιστα ποσόν τι· ἀλλὰ τοιοῦτον φῶς δὲν ἔχομεν· δὲν γνωρίζομεν πόση εἶναι ἡ φορολογητέα πρόσοδος. Ὅθεν ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τοιαύτην πληροφορίαν. Ἤθελεν εἶσθαι ἐνδεικτικὸν μὴ προσηκούσης εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐδίδομεν εἰς αὐτὴν πληροφορίας τοσοῦτον ἀκροσφαλεῖς καὶ τοσοῦτον ἀμφιβόλων πιθανοτήτων.
§58Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν γνώμην σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἐκεῖ ῥητῶς λέγετε ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα δύο ἑκατομμυρίων καὶ τόσων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν ἔχετε νὰ τὸ ἀναγράψητε, καὶ ἀνεφέρατε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος με τὸν σκοπὸν νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐλπίζω, ὅτι τὸ λέγετε διὰ νὰ ἐπικυρώσητε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ εἶπον, καὶ οὐχὶ νὰ ἀναιρέσητε αὐτούς.
§60Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐξηγήθην καλῶς· εἶπον, τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος δὲν τὸν ἀνεφέρατε ὡς πόρον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος;
§61ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶχον ἀνάγκην νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἑκατομμυρίων. Τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιζητήσω πολιτικὸν ὄφελος, μοὶ παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποκτήσω τὸ ὄφελος τοῦτο. Εἶχον Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος περιεῖχεν ἔλλειμμα 15 ἢ 16 ἑκατομμυρίων· ἤθελον λοιπὸν διακηρύξει ὅτι ἐγὼ κατώρθωσα νὰ φέρω ἰσοζύγιον. Νομίζω, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον ἑλκύσει τὴν εὔνοιαν ὑμῶν, καὶ ἡ εὔνοια ὑμῶν εἶναι ἱκανὸν δι’ ἐμὲ ὄφελος· ἀλλὰ δὲν ἔπραξα οὕτω. Σᾶς εἶπον ὅτι προβάλλω εἰς ὑμᾶς νομοθετήματα, δι’ ὧν ἠλάττωσα τὸ ἔλλειμμα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὅτι σᾶς φέρω Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 2,000,000. Ἐὰν προσεδόκων, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἠδυνάμην νὰ εἰσπράξω 2,000,000, καὶ ἐὰν ἐνόμιζον πεποιθότως, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελε πραγματοποιηθῇ, ἠδυνάμην τότε νὰ ἀναγράψω ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος 2,000,000 καὶ οὕτω νὰ σᾶς παρουσιάσω Προϋπολογισμὸν μὴ ἔχοντα ἔλλειμμα. Ἀλλὰ ἔπραξα τὸ ἐναντίον, ὅταν εἰσηγάγωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, δηλώσαντες ὅτι φέρει ἔλλειμμα 2,000,000. Καὶ ὅταν προεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἴχομεν καὶ ἐξ ἄλλου τινὸς πόρου νὰ προσδοκῶμεν ἄλλο τι ἔσοδον, ἐξ ἄλλης ἐπιχειρήσεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔκαμε λόγον ὁ κ. Οἰκονόμου, ἀπὸ τὴν νομισματοποιΐαν· ἀλλ’ οὐδ’ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, οὐδ’ ἐκ τῆς νομισματοποιΐας ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσόν τι, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν στοιχεῖα, ἐνδεικνύοντά μοι τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσά. Διὰ τοῦτο ἁπλῶς ἀνέφερον, ὅτι θέλομεν καὶ ἐξ αὐτῶν πορισθῆ ἔσοδά τινα. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας εἶνε ἐπίσης ἄξιον μελέτης, διότι περιέχει ἐμβριθεῖς παρατηρήσεις. Ἐὰν αἱ παρατηρήσεις αὗται τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας εἶνε ἀληθεῖς, τὸ νομοσχέδιον βεβαίως θέλει κριθῆ ὑπὸ πάσης τῆς Βουλῆς ὅτι εἶναι ἄτοπον, καὶ δὲν θέλει ψηφισθῆ ὑπ’ αὐτῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον προβάλλοντα φόρον ἐπὶ πράγματος, μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Κράτει; Ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα νόμους, καὶ ἡ Βασιλικὴ Ἐξουσία, ἐκδίδουσα νόμους φορολογικούς, ἔχουσι σκοπόν τινα, νὰ προσπορίσωσιν ἓν ἔσοδον εἰς τὸ Κράτος. Ὅταν ὅμως ὁ νόμος, ὁ ψηφιζόμενος, οὐδεμίαν προσπορίζει ὠφέλειαν, εἶνε μάταιον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἐξουσίαν νὰ κυρώσῃ αὐτόν. Τοῦτο ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν ἂν ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠδυνήθη νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησίν του εἰς τοὺς συναδέλφους κυρίους βουλευτάς, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυπηρὸν, ἤθελεν εἶσθαι δυστύχημα, ἐὰν εἶχον πεισθῆ εἴτε πάντες εἴτε τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐκ τῶν παρατηρήσεών του, αἵτινες, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰσὶν ἐστερημέναι ἀκριβείας. Διὰ νὰ ἀποδείξω τοῦτο πρέπει νὰ ἀναζητήσω ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου τίς ἐστὶν ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φορολογητέα ὕλη. Ἀφοῦ ἀνεύρω τίς ἐστὶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ φορολογητέα ὕλη, τότε πρέπει νὰ ἀναζητήσω ἐὰν ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχει ἡ τοιαύτη ὕλη. Ἐὰν ὑπάρχῃ, τότε ἔχω δίκαιον, καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης ἐπλανήθη. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι φορολογητέα ὕλη εἶναι «οἱ τόκοι τῶν δανείων τῶν ἐπ’ ὑποθήκῃ, ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ὡς καὶ τῶν ἁπλῆ τῇ πίστει, εἴτε ἐγγράφως εἴτε ἀγράφως συναπτομένων δημοσίων τε καὶ ἰδιωτικῶν». Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔλαβε μίαν κατηγορίαν τόκων, τοὺς τόκους τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς νόμους διὰ τῶν ὁποίων συνεστάθησαν τὰ Δημόσια δάνεια, τοὐλάχιστον τὰ πλεῖστα αὐτῶν, οἱ τόκοι αὐτῶν δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν, ὁ κ. βουλευτὴς συνεπέρανεν, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ εἰσοδήματος δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν, ἑπομένως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ φορολογητέα ὕλη. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος ἔσπευσε νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν κ. Βαλσαμάκην, καὶ ἀντηλλάγησαν ἕνεκα τούτου γνῶμαί τινες. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐπέμεινεν, ὅτι οἱ τόκοι τῶν Δημοσίων χρεῶν δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Συμβαίνει καὶ οἱ δύο συνάδελφοι νὰ ἦναι νομομαθεῖς, διότι τῶν νόμων ἡ γνῶσις συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ἀναγνώσῃ τις αὐτὸ, θέλει εὑρεῖ, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος καὶ ἄδικον ὁ κ. βουλευτὴς Κραναίας, διϊσχυριζόμενος, ὅτι κατὰ τὸ κείμενον δὲν περιλαμβάνονται οἱ τόκοι τῶν Δημοσίων χρεῶν, δηλαδὴ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἄλλη ἐξήγησις τοῦ ὅρου «Δημοσίων χρεῶν», ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ τὰ χρέη τῶν ἰδιωτῶν, τὰ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀναγνωριζόμενα ὡς συνομολογηθέντα ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς τῆς πρὸς τοῦτο ταχθείσης ὑπ’ αὐτῆς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν περιέχονται οἱ τόκοι τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους. Ἀναφέρονται ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ οἱ τόκοι τῶν ἄλλων χρεῶν, τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐπὶ ἐνεχύρῳ κτλ. ἑπομένως ὑπάρχει κᾄποια φορολογικὴ ὕλη. Τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτὴ πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ φορολογηθῇ, τοῦτο εἶναι διάφορον. Ἂν πρέπῃ νὰ φορολογηθῇ ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα ἄλλο Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ὕλη, ὑπαγομένη εἰς φορολογίαν, ὕλη ἐξ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προσδιορίζει τὸ νοσμοσχέδιον, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ καταφατικῶς, διότι ὑπάρχουσι τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἐγγράφως εἴτε ἀγράφως συναπτόμενα δημόσιά τε καὶ ἰδιωτικὰ δάνεια, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ δάνεια τοῦ Κράτους δὲν συμπεριλαμβάνονται ἐν τῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ὕλη, ἡ φορολογητέα, τῆς δευτέρας παραγράφου «τὰ κέρδη τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ παντὸς κερδοσκοπικοῦ ἐπαγγέλματος εἴτε ἀτομικὰ, εἴτε ἑταιρικὰ, καθ’ ὅσον ταῦτα ὑπερτεροῦσι τὴν ἁπλῆν ἀμοιβὴν τῆς ἐπιτηδευματικῆς ἐργασίας τῶν ἀσχολουμένων». Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ὕλη πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν, εἶπον ὅτι εἶνε ζήτημα διαφορετικόν, εἶνε ζήτημα τῆς οὐσίας· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐὰν ὑπάρχῃ ὕλη τοιαύτη, ἥτις κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρύσσεται φορολογητέα ἐν Ἑλλάδι, λύεται καταφατικῶς, διότι βεβαίως ὑπάρχει. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶνε ἀνωφελὲς, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Ἐὰν ὅμως ἐννοῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τοῦτο ἀποτελεῖ ἄλλην μελέτην τοῦ κ. βουλευτοῦ, τὴν μελέτην, ἣν ἐξέθηκε διὰ τοῦ ἐπιλόγου τοῦ λόγου του· διότι κατὰ τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του ὡμίλησε περὶ ἐργασίας, περὶ συνεταιρισμῶν, περὶ διωγμοῦ τῶν κεφαλαίων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἵνα μὴ ἀπομακρύνωμεν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὸν Τόπον, συμπεράνας ὅτι πρέπει νὰ μὴ τὰ φορολογήσωμεν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶνε ζήτημα οὐσίας. Θέλω δὲ καὶ ἐγὼ εἰπεῖ τὴν γνώμην μου ἴσως ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. βουλευτής· ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ἄλλου ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι δὲν ὑπάρχει φορολογητέα ὕλη. Ἴσως δὲν εἶνε ἄφθονος αὐτὴ ἡ ὕλη, ὡς εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει ἄφθονος ἢ καὶ ἐν Χώραις ἄλλαις, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀκμάζει ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσα μικρὰ βιομηχανία καὶ αὐτὸ τὸ ὑποσκάζον ἐμπόριον καὶ αὐταὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρικαὶ ἐπιχειρήσεις παρέχουσιν ὕλην φορολογητέαν. Πρὸ παντὸς ὀφείλω, ἀφοῦ ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, ἑρμηνεύων τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, εἶχεν ὀρθοτέραν γνώμην τῆς τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ποία εἶνε ἡ ἔννοια τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν οἱ τόκοι τῶν συνωμολογημένων δανείων τοῦ Κράτους, καὶ ἐκείνων τῶν δανείων, τῶν ὁποίων οἱ τόκοι ἐκηρύχθησαν διὰ τῶν περὶ αὐτῶν νόμων ἀπηλλαγμένοι πάσης ἐν τῷ μέλλοντι φορολογίας. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι κατὰ τοὺς περὶ τῶν δανείων τούτων νόμους δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ φορολογηθῶσιν οἱ τόκοι αὐτῶν, ὁ δὲ φίλος μου καὶ συνάδελφος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μεθ’ οὗ συνεζήτουν τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόνει τὸ ἐναντίον, καὶ προεκάλεσε συζήτησιν περὶ τούτου. Ἐπανειλημμένως εἶπον αὐτῷ τὴν γνώμην ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ τῶν τόκων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν διὰ νόμων, οἵτινες ἐκήρυξαν τοὺς τόκους τούτους ἀπαλλακτέους παντὸς φόρου. Δὲν ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν, ἢ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν φόρους· ἀλλ’ ἐὰν δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν. Τὸ πρόσωπον, μεθ’ οὗ συνεζήτουν, ἐφρόνει ὅτι ἠδυνάμεθα, ἐγὼ δὲ ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα. Ἐπὶ τῆς διαφωνίας ταύτης ἐποιησάμεθα ἀμφότεροι ἔκκλησιν, καὶ αὕτη βεβαίως ἤθελε γείνει ἐνώπιον τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔταξαν πρὸς τοῦτο, καὶ τὰ ὁποῖα συμβαίνει νὰ ἦνε νομομαθεῖς. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν τὴν γνώμην αὐτῶν. Καὶ ἔχουσι γνώμην τὴν ἑξῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς. Δὲν προβάλλω αὐτὴν ἐπισήμως, διότι ἤθελον ὑποβάλει αὐτὴν γραπτὴν, φέρουσαν τὴν ὑπογραφήν μου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὰς, ὑποχρεοῦμαι ἐν παρόδῳ νὰ κάμω μνείαν τῆς γνώμης ταύτης. Εἶπεν ὁ ἐρωτηθεὶς Νομικὸς Σύμβουλος, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων περὶ δανείων περιέχουσιν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἐξουσίας τῆς Νομοθετικῆς Ἀρχῆς, ἡ δὲ Νομοθετικὴ Ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαλλοτριοῦται τῆς ἐξουσίας αὑτῆς, καὶ μάλιστα νὰ ἀπαλλοτριοῦται αὑτῆς ἐπὶ 40 ἢ καὶ 60 ἔτη. Θεωροῦσι λοιπὸν ὅτι αἱ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν τόκων τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ φόρου διατάξεις ἐγένοντο καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ ὅτι δὲν εἶνε διατάξεις, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς ἰσχυρὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐὰν διὰ νόμου ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν τόκων τούτων. Σᾶς παρακαλῶ ἡ γνώμη αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς νέον ἐπιχείρημα διὰ νὰ καταδειχθῶσιν αἱ Παρνελιστικαὶ ἰδέαι μου. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κραναίας κατὰ τῆς γνώμης τῶν νομικῶν τούτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιησάμην μνείαν, ἀντέταξε τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἄλλοτε λεχθέντα. Καὶ λέγω λεχθέντα, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀπήντησα αὐτὰ γεγραμμένα οὐδαμοῦ. Ἐὰν ἐγράφησαν ἔν τινι ἐφημερίδι, ἐκδιδομένῃ ἐν Γαλλίᾳ, τὸ ἀγνοῶ· ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσα αὐτὰ ἐν ἐπιστημονικῇ πραγματείᾳ. Ἀντέταξε λοιπὸν τὴν γνώμην τῶν λεχθέντων ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι μεταβολὴ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐξεδόθη δάνειόν τι, τῶν ὅρων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν ὅρων τούτων εἶνε ἀναγνώρισις τῆς καταστάσεως πτωχεύσεως. Διασαφήσας τὴν γνώμην αὐτοῦ ὁ βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, εἶπεν, ὅτι παριστᾶται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὸ Κράτος, ἀφοῦ ἐν ᾧ κατὰ τὸν νόμον ὤφειλε νὰ τελῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, δὲν τελεῖ αὐτό. Ἀθετεῖ λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀνεδέχθη, καὶ πᾶσα ἀθέτησις ὑποχρεώσεως γενομένη ὅπως δήποτε ἐνδεικνύει ἀνεπάρκειαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἑπομένως πτώχευσιν. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει διαφορά τις. Δὲν πρόκειται περὶ ἀθετήσεως ὑποχρεώσεως, συντελουμένης διὰ παραχωρήσεως δικαιωμάτων, δὲν πρόκειται ν’ ἀρνηθῇ τὸ Κράτος νὰ τελέσῃ παροχὰς, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη διὰ τῶν νόμων περὶ δανείων νὰ τελῇ περιοδικῶς.
§63ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε διατί δὲν ἐγράψατε ὡρισμένον ποσὸν ἐσόδων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, προερχόμενον ἐκ τοῦ φόρου τούτου, καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνασθε νὰ ἀναγράψητε, διότι δύναται νὰ ὑπολογισθῇ;
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνόμισα, ὅτι πρέπει καὶ αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου νὰ συμπεριληφθῇ. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θέλω εἰπεῖ βραδύτερον. Ἐὰν τις ὀκνῇ, ἢ δὲν στέργῃ νὰ ἐκτελέσῃ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη νὰ τελῇ περιοδικῶς, αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν εἴτε εἶνε ἔλλειψις θελήσεως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, εἴτε εἶνε ἀνεπάρκεια πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς. Καὶ ἐν τῇ μίᾳ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πτώχευσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὅταν ζητῆτε νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν τόκων, ζητεῖτε νὰ ἀρθῇ ἀπαγόρευσις, τὴν ὁποίαν κακῶς ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἡ ὁποία κακῶς ἐπεβλήθη εἰς τὸ Κράτος πρὸς ὠφέλειαν τῶν δανειστῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους, τὰ χρεωλύσια, ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἄρνησις αὕτη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἀποτελεῖ πτώχευσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς τὸ Κράτος νὰ στερηθῇ τῆς ἐνυπαρχούσης ἐν αὐτῷ νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς κανονισμὸν τῆς Δημοσίας φορολογίας, ἐπὶ ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνεβλήθη Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶνε γνωστὸν, ὅτι 30,000,000 πληρόνομεν τόκους, καὶ ὅτι τὰ 30,000,000 ἑκατομμύρια πρὸς 5% μᾶς δίδουσι φόρον ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἤ, ἂν ἐπιβάλλωμεν ἐπ’ αὐτοῦ φόρον 2%, θέλομεν ἔχει ἔσοδον 600 χιλιάδων δραχμῶν, διατί, μᾶς ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης, δὲν ἀνεγράψαμεν κἂν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἀφοῦ εἶναι ὡρισμένον; Δὲν ἀνεγράψαμεν αὐτὸ ἐπειδὴ πρὸ παντὸς ἐπιθυμοῦμεν τὸ ἄθροισμα τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 νὰ ἦνε ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐγγὺς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, οὐδὲ ἠθέλαμεν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀνεγράφομεν εἰκαστικὸν ἔσοδον μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ καλύψωμεν εἰκονικῶς τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν εἴχομεν ἀναγράψει 200 ἢ 300, ἢ καὶ 1,000,000 ὡς ἔσοδον προσπορισθησόμενον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν τόκων τῶν Δημοσίων χρεῶν, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεψήφιζε τὴν διάταξιν ταύτην, ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε ψηφισθῆ παριστῶν χείρονα τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν, ἢ ὅσον παρίστα αὐτὴν ὁ Προϋπολογισμὸς οἷος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἠθέλομεν λοιπὸν ὑποτεθῆ ὅτι εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, ὅστις παρεσκευάσθη παριστῶν τὴν κατάστασιν ἀλλοίαν τῆς ἀληθοῦς. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν τόκων τῶν δανείων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ καὶ τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον. Ἀλλ’ ἀναγράφοντες τότε τὸ ἔσοδον, ἐσμὲν ἀπηλλαγμένοι πάσης μομφῆς, ἐνῷ ἠθέλομεν ὑποκύψει εἰς τοιαύτην, ἂν ἀνεγράφομεν ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεψήφιζε τὸν καινοφανῆ τοῦτον φόρον. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κραναίας περιῆλθεν εἰς εὔλογον ἀπορίαν, ἀφοῦ ἐπείθετο ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου περιελάμβανε τὴν φορολογίαν τῶν τόκων οὐχὶ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῶν δημοσίᾳ συνομολογηθέντων χρεῶν τῶν ἰδιωτῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν φορολογοῦμεν αὐτὰ, ἀφοῦ ἤδη ἡ βιομηχανία εἶνε μικρὰ, τὸ ἐμπόριον μικρὸν, λοιπὸν τί μένει νὰ φορολογήσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀφοῦ φόρος ἐπιτηδεύματος ὑπάρχει ἤδη νενομοθετημένος; Συγχύζει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος δὲν εἶνε φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον προσπορίζεταί τις ἢ προσκτᾶται ἐκ τῆς χρήσεως τῶν πνευματικῶν ἢ σωματικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, ἢ ἐκ τῆς εἰδικῆς ἕξεως, τὴν ὁποίαν διὰ μαθήσεως ἢ διὰ πείρας ἀπέκτησεν, ἀλλὰ σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ τὴν πρόσοδον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὸν ἐπιτηδευματίαν ἵνα παράγῃ μεγαλειτέραν πρόσοδον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελε παράγει διὰ τῆς ἁπλῆς χρήσεως τῆς ἐπιτηδεύσεώς του. Ὁ φόρος λοιπὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶνε φόρος ἀλλότριος τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ..........
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν ἐρευνήσει κατωτέρω καὶ τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος προτείνει, καὶ δώσει καὶ εἰς αὐτὸν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἰσχυρίζεται, ὅτι διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος φορολογοῦμεν τὴν βιομηχανίαν, καὶ ὅτι ἀφοῦ φορολογοῦμεν τὴν βιομηχανίαν διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν ἄλλην φορολογίαν, διότι ἄλλως ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὴν διπλοῦς φόρους, νομίζω, ὅτι σφάλλει· διότι, ἐὰν διακρίνωμεν τὸν κυρίως φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος ἢ μᾶλλον τὸν φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς ἐπιτηδεύσεως, ἤτοι τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος, θέλει γνωσθῆ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς βιομηχανίας εἶνε ἄλλος ἀπὸ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνουσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι, οἱ πληρόνοντες τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Νομίζω, ὅτι ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν ἀπεδεξάμην ὡς ὀρθὰς τὰς γνώμας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ἰσχυρισθέντος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἄξιον ἀποῤῥίψεως, διότι δὲν ὑπάρχει φορολογητέα ὕλη, ἀποδείξας τὴν ὕπαρξιν φορολογητέας ὕλης ἐν τῷ Κράτει, ἑπομένως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶνε ἄγονον. Ἄλλο εἶνε τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τῶν τόκων εἴτε τῶν δανείων τοῦ Κράτους, τῶν συνωμολογημένων δυνάμει νόμων, εἴτε τῶν δανείων, τῶν συνωμολογημένων διὰ συμβολαιογραφικῶν ἐγγράφων, ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἢ ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὴν βιομηχανίαν ἢ εἰς τὸ ἐμπόριον· εἶναι ζήτημα διαφορετικόν, εἶνε ζήτημα οὐσίας. Ἠσχολήθην νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶνε ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὁ προταθεὶς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ φορολογητέα ὕλη, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι ὑπάρχει ἡ φορολογητέα ὕλη, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. συνάδελφος ἔχει καὶ καθολικὴν γνώμην. Ἡ καθολικὴ γνώμη αὐτοῦ τὸν διαθέτει δυσμενῶς πρὸς πάντα νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν σκοπεῖ νὰ χορηγῇ παροχὰς εἰς τὰ κεφάλαια, δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπιτάμῃ τὴν διαδικασίαν, διὰ νὰ παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, ἀλλὰ σκοπεῖ νὰ καλέσῃ καὶ ταῦτα ἐπίκουρα, νὰ ζητήσῃ καὶ παρ’ αὐτῶν παροχήν τινα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὴν κλῆσιν ταύτην τῆς Πολιτείας πρὸς τὰ κεφάλαια θεωρεῖ διωγμὸν τοῦ κεφαλαίου· ἂν δὲ ἡ κλῆσις αὐτὴ τῆς Πολιτείας πρὸς τὰ κεφάλαια διατυπωθῇ κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰσήχθη ἐν ἑνὶ ἢ δυσὶ νόμοις, καὶ ὅστις καὶ πρὸ μικροῦ ἐψηφίσθη, κατὰ τὸν τρόπον τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, τότε βλέπει ὅτι τῷ ὄντι αἱ βάσεις τῆς Πολιτείας καὶ ἴσως καὶ αὐταὶ αἱ βάσεις τῆς κοινωνίας ἤρχισαν νὰ κλονίζωνται. Ἐγὼ εἶμαι ἄριστα διατεθειμένος πρὸς τὰ κεφάλαια, ἄν ὁ κ. βουλευτὴς Κραναίας τυγχάνει διατεθειμένος δυσμενῶς πρὸς πᾶσαν πρὸς τὰ κεφάλαια γενομένην τοιαύτην κλῆσιν· ἐγὼ εἶμαι ἄριστα διατεθειμένος πρὸς τὰ κεφάλαια· καὶ ἄν ὑπ’ ἐμοῦ ἤθελεν ἐξαρτηθῆ ποτέ τι, εἶμαι ἕτοιμος νὰ παράσχω πρὸς ταῦτα πᾶσαν εὐκολίαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἤθελον συντελέσει εἰς διωγμὸν τῶν κεφαλαίων, ὅτι ἤθελον καταστήσει τῶν μὲν ἰθαγενῶν κεφαλαίων τὴν περαιτέρω ἐν τῇ Ἑλλάδι διαμονὴν μὴ ἀνεκτήν, τῶν δὲ ἀλλοδαπῶν κεφαλαίων τὴν προσπέλασιν ἀδύνατον, ἂν ἤθελον ἀποταθῆ πρὸς τὰ κεφάλαια καὶ εἰπεῖ πρὸς αὐτὰ νὰ εἰσφέρωσιν ἐλάχιστόν τι μέρος, τὸ ὁποῖον εἰσφέρει ἄλλος τις, ἀγωνιζόμενος ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ῥέοντος τοῦ ἱδρῶτος ἀπὸ τοῦ μετώπου, ὅταν ὁδηγῇ τὸν βοῦν του, ἢ ἄλλος τις, ὅταν μένῃ τὸν χειμῶνα ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Πάρνηθος, καὶ διέρχεται τὰς νύκτας ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὑετῶν καὶ τοῦ ψύχους διὰ νὰ κερδαίνῃ ὀλίγον χρῆμα, συντηρῶν καὶ ἀνατρέφων τὰ κτήνη του. Καὶ ἐκεῖνος εἶναι πολίτης, κερδαίνων 80 δραχμάς, καὶ ἐκτείνομεν τὴν χεῖρα ζητοῦντες νὰ δώσῃ πρὸς ἡμᾶς δύο ἢ πέντε δραχμὰς ἐπὶ τῶν 80. Διατί νὰ μὴ ἀποταθῶμεν καὶ εἰς τὰ κεφάλαια καὶ νὰ εἴπωμεν, ἂν φέρητε κέρδος ἑκατὸν δραχμὰς, δότε καὶ ἡμῖν πέντε δραχμάς; Τοῦτο εἶναι διωγμὸς κατὰ τῶν κεφαλαίων; Εἶναι ἐχθρότης πρὸς αὐτά; Εἶναι προαίρεσις διὰ νὰ κλονίσωμεν τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας, ἢ νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν μηχανισμὸν τῆς κοινωνίας; Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ὑπερβάλωμεν τὰ πράγματα οὕτω πως, καὶ ἰδίως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑπηρεσία, οὔτε πρὸς τὴν πατρίδα, οὔτε πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεται, ἐάν τις, ἀποδοκιμάζων νομοθέτημα, ἢ μὴ πειθόμενος περὶ τῆς χρησιμότητος ἢ τῆς ἀνάγκης αὐτοῦ, δημιουργεῖ φόβους, καὶ ἐπιδεικνύει τούτους διὰ νὰ καταπτοήσῃ τοὺς ἀκούοντας· διότι, καὶ ἂν δὲν καταπτοῇ τοὺς ἀκούοντας, ἐνδεχόμενον ὅμως εἶναι νὰ θορυβήσῃ τὴν συνείδησιν τῆς κοινωνίας καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παραγάγῃ βλάβην, τὴν ὁποίαν, πολεμῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ νομοθετήματα, εἶχεν ἐπιθυμήσει νὰ ἀποφύγῃ καὶ ἀποκρούσῃ. Ἐὰν μετέφραζέ τις τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου τοῦ κ. βουλευτοῦ Κραναίας εἰς δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας γλώσσας, καὶ ἔστελεν ἀντίτυπα εἰς τὰ Χρηματιστήρια τοῦ Λονδίνου, τῶν Παρισίων ἢ τοῦ Ἀμστελοδάμου, βεβαίως ἤθελε θορυβήσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλαχίστην ἢ οὐδεμίαν ἔχουσι γνῶσιν περὶ τῶν διανοημάτων, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ κρατοῦσιν ἐν πᾶσι τοῖς κύκλοις, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τάξεσι. Καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κρατοῦσι καὶ ἐν τῇ τάξει τῶν κατεχόντων τὰ κεφάλαια, κρατοῦσι καὶ ἐν τῇ τάξει τῶν ἐργατῶν, κρατοῦσι καὶ ἐν τῇ τάξει τῶν βιομηχάνων καὶ τῶν γεωργῶν, κρατοῦσιν ἀκόμη καὶ ἐν τῇ τάξει ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν παύει ἀναμιμνησκόμενος ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, τῶν ἀνθρώπων τῆς καλύβης. Δὲν γνωρίζω πόσοι ἐξ ὑμῶν μετρεῖτε περισσότερα ἔτη ζωῆς ἀπὸ ὅσα ἐγώ, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸν βίον μου δὲν ἐγνώρισα, δὲν διέκρινα, δὲν ἔμαθα οὐδαμοῦ ὑπάρχουσαν ἢ ὑποκρυπτομένην ἐμπάθειαν ἢ ἐχθρότητα πρὸς τὰ κεφάλαια. Καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Κραναίας μᾶς εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην κεφαλαίων, καὶ ὅτι ἡ Χώρα αὕτη ἰδίως ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους της, καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὴν εὐημερίαν της. Ἀλλὰ τάχα οἱ φόροι, οἱ ἐπιβληθέντες μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ἐδίωξαν ταῦτα ἀπὸ τῆς Χώρας ταύτης; Τίνες εἶναι οἱ φόροι, οἱ μέχρι τοῦδε ἐπιβληθέντες ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπεδίωξαν τὰ κεφάλαια τὰ ἀλλοδαπὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθωσιν ἐν Ἑλλάδι; 2 καὶ 3% κερδαίνουσι λειτουργοῦντα καὶ κυκλοφοροῦντα ἐν ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης, καὶ 6 καὶ 7% καὶ περισσότερα ἠδύναντο νὰ κερδαίνωσιν ἐν Ἑλλάδι χρησιμοποιούμενα. Δὲν λέγω περὶ κέρδους ὑπερόγκου, διότι αὐτὸ ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει δὲν εἶναι ἄξιον μνείας. Διατί λοιπὸν δὲν σπεύδουσιν ἀπὸ τῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Οἱ φόροι ἀποκρούουσιν αὐτά; Καὶ οἱ φόροι φυγαδεύουσιν αὐτὰ ἐλθόντα; Τὰ ἀλλοδαπὰ κεφάλαια δὲν ἐδιώχθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας τῆς Χώρας· ἐδιώχθησαν, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐμποιηθῇ ἐν αὐτοῖς ἡ πίστις, ἥτις μόνη θέλει τὰ σύρει ἀπὸ τῆς κόμης ἀπὸ τῶν ἀγορῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Παρισίων εἰς τὰς ἀγορὰς Ἀθηνῶν. Φορολογία 2 ἢ 3% δὲν εἶναι φορολογία διωκτική. Ἐὰν ἐργασθῶμεν πάντες, κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, νὰ κρατύνωμεν τὴν πίστιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περὶ τῆς ἀγαθοπιστίας ἡμῶν καὶ νὰ μεταδώσωμεν ἀλάνθαστον καὶ ἀσφαλῆ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡμεῖς πιστῶς ἐκπληροῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ὡς καὶ ἐξεπληρώσαμεν αὐτὰς μέχρι τοῦδε, νὰ πείσωμεν τοὺς κατόχους τῶν κεφαλαίων ὅτι εὐνομία καὶ ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἐτέθησαν ἐν ἀμφιβολίᾳ, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι τὰ πολλὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εὑρεῖ τὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, θέλουσιν ἀρκέσει νὰ σύρωσιν ἐνταῦθα αὐτά. Καὶ λέγω ταῦτα περὶ τῶν ἀλλοδαπῶν κεφαλαίων· δὲν πρέπει νὰ ἀναμνησθῶ ἄλλης τινὸς γνώμης τοῦ κ. βουλευτοῦ Κραναίας, τὴν ὁποίαν εἶπε περὶ τῶν ἡμεδαπῶν κεφαλαίων. Ὑποθέτω, ὅτι μὲ προέλαβε δεδικαιολογημένως ἀντιπρόσωπος τῶν ἰθαγενῶν κεφαλαίων, καθήμενος παρὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, ὑποθέτω ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἰθαγενῶν τούτων κεφαλαίων, ἐὰν δὲν ἐπετίμησε, θὰ παρεπονέθη εἰς τὸν βουλευτὴν Κραναίας, εἰς τὸ οὖς ψιθυρίζων αὐτῷ τὰ παράπονά του (ἱλαρότης). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἔλεγε πρὸ μικροῦ περὶ τῶν ἰθαγενῶν κεφαλαίων, ὅτι μὴ ἐπιβαρύνετε ταῦτα, διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν εἰξεύρουσι τέχνας, καὶ εἰξεύρουσι μίαν τέχνην νὰ ἐκπατρίζωσι τὰ κεφάλαιά των, νὰ τὰ ἀποδιώξωσιν ἀλλαχοῦ, καὶ αὐτοὶ νὰ κάθωνται διαβιοῦντες τρυφηλῶς ἐν τοῖς οἰκήμασιν αὐτῶν.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ κεφάλαια τὰ ἰδικά μου εἶναι καρφωμένα ἐν Ἑλλάδι· εἶναι ἀκίνητα, συνδεδεμένα μετὰ τοῦ ἐδάφους στερεῶς.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγω δι’ ὑμᾶς, ἀλλὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κινητὰ κεφάλαια, μὴ καρφωμένα ἐδῶ. Καὶ εἶπε βαρύτερόν τι ὁ βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, «μὴ στενοχωρεῖτε πολὺ τοὺς ἄνδρας αὐτούς, διότι καθιστᾶτε οὕτως αὐτοῖς τὸν βίον ἀβίωτον, καὶ δύνανται νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πατρίδα των». Νομίζω ὅτι, ἂν ὄχι ὡς ἀνήκων εἰς τὴν τάξιν τῶν κατόχων κεφαλαίων, ἀλλ’ ὡς ἀνήκων εἰς τὴν αὐτὴν ἐθνικότητα, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ κάτοχοι τῶν κεφαλαίων τούτων ἀνήκουσι, δύναμαι νὰ πράξω ἐγώ, ὅ,τι δὲν ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἄρτης, καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημέναι τοιαῦται ὑποθέσεις, διότι οὔτε τῶν κεφαλαίων οἱ κάτοχοι, οὐδὲ οἱ διὰ τῶν κεφαλαίων κρίνοντες διὰ νὰ καταστήσωσιν εὐχερέστερον τὸν βίον των, ἐλησμόνησαν ἤ ποτε θέλουσι λησμονήσει ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, καὶ ὅτι καὶ ἄν βαρὺς καὶ ἐπαχθὴς ἀποβαίνει ὁ βίος ἐν τῇ γωνίᾳ ταύτῃ, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ὑποκύπτωσι καὶ νὰ γευθῶσι τῶν πικριῶν, καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς μόχθους, εἰς οὓς ὑποβάλλονται πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ ἐν τῇ Χώρᾳ βιοῦντες. Τοσοῦτον δὲ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βαλσαμάκης ζῆλον ἵνα ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν κεφαλαίων, ὥστε μᾶς ἐπέδειξε καὶ ἀνικανότητά τινα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἀπηύθυνε εἰς ἡμᾶς τὴν ἐρώτησιν: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν κεφαλαίων, καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν περὶ βαρῶν, τὰ ὁποῖα σκοποῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπ’ αὐτῶν καθ’ ἣν ὥραν ἡ τάξις τῶν κεφαλαίων δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ; Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχωσιν ἀντιπρόσωποι τῶν κεφαλαίων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, μολονότι πρὸ μικροῦ ἔδειξα διὰ τοῦ δακτύλου ἕνα ἐξ αὐτῶν.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δέχομαι τοιαύτην ἀντιπροσωπείαν. Ἀντιπροσωπεύω καὶ ἐγὼ λαὸν Ἑλληνικὸν, ἀλλ’ ὄχι κεφάλαια.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὐδεὶς ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀνικανότητα τῆς Βουλῆς διὰ νὰ νομοθετῇ καὶ ψηφίζῃ νόμους, τιθέντας φόρους ἐν τῷ Κράτει, καὶ διότι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ οἱ σκυτοτόμοι, καὶ οἱ ὑποδηματοποιοὶ ἤθελον παραπονεθῆ καθ’ ἡμῶν ἀνικανότητα, ὅταν ψηφίζωμεν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτῶν, διότι μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτηδευμάτων τούτων.
§71ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἴθε νὰ ἦσαν καὶ σκυτοτόμοι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ γεωργοί.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς ἐκφράσετε τὴν εὐχήν σας; διότι, ἐὰν ἤθελον ἐρωτηθῆ καὶ ἄλλοι, ἄλλος θὰ ἔλεγον φεῦ, ἄλλος οἴμοι, καὶ ἄλλος παπαῖ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τούτου (ἱλαρότης). Ὅ,τι ὅμως διέθεσε καὶ κατ’ ἐμοῦ κατὰ δυστυχίαν τὸν βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, εἶναι κρίσις τις, ἐξελθοῦσα ἀπὸ τὸ στόμα μου πρό τινων ἡμερῶν, ὅταν ἠρωτώμην, συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, πῶς περιέλαβον διάταξιν, ὑποβάλλουσαν καὶ τὰς προγεγενημένας συναλλαγὰς εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος· καί τις μάλιστα μὲ ἠρώτησεν, ἂν οἰκία τυγχάνει μεμισθωμένη διὰ συμβάσεως, τίς θέλει χαρτοσημάνει τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ἐπί τινος θέλει ἐπιβληθῆ τὸ βάρος τοῦτο τὸ παροδικῶς ἐπιβαλλόμενον; Ὡσαύτως ἂν δάνειον ἐγένετο, τίνα θέλει ἐπιβαρύνει τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον θέλει περιαφθῆ εἰς τὴν σύμβασιν περὶ δανείου; Καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ τέλος θέλει καταβάλει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ μὴ μειωθῇ ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ δανειστὴς, καὶ ὅτι ὀλιγώτερον ἀνησυχῶ ἂν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς παροχὴν πρὸς διατήρησιν τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως ὁ δανειστὴς ἢ ὁ πτωχὸς ὁ ὀφειλέτης. Αὐτὸ ἐθορύβησε σφόδρα τὸν κ. βουλευτὴν Κραναίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, συζητουμένης παραπλησίας διατάξεως, ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὴν αὐτὴν θέλει ποιήσηται ἔρευναν, ἂν πρόκηται νὰ ὑποβάλῃ ὑποχρέωσίν τινα εἴς τινα διὰ πράξεις τετελεσμένας, θέλει ἐρευνήσει μὴ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης εἶναι ἄδικος; μὴ ἀποβαίνει ἐπαχθής; Ὅταν δὲ μανθάνῃ, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, ἥτις ἐπεβάλλετο προσωρινῶς καὶ οὐχὶ διαρκῶς, ἔμελε νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ πρόληψιν εἶναι εὐπορῶν, οὐχὶ δὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εὐπορῶν, ἤθελεν ἀνησυχήσει ὀλιγώτερον, ὅταν ἐψήφιζε τὴν διάταξιν. Ἡ τοιαύτη γνώμη μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ προταθῇ ἐνώπιον οὐδενὸς συλλόγου, οὐδεμιᾶς σχολῆς, ὡς ἀπόδειξις κοινωνιστικῶν ἰδεῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν κώδικί τινι, τοῦ ὁποίου μᾶς ἀνέγνω περίοδον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ἀνεῦρεν ὅτι οἱ κοινωνισταὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις δόγμασι, τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν ἐπαγγέλλονται, ἔχουσιν ἀναγεγραμμένον καὶ τὸ δόγμα, ὅτι προοδευτικὰ πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται τέλη ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν. Ἂν ὁ κοινωνισμὸς, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἣν μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Βαλσαμάκης πληροφορίαν, εἶναι ἐχθρὸς τῶν κεφαλαίων, ἂν λέγω ὁ κοινωνισμὸς, ὁ ἐχθρὸς τῶν κεφαλαίων, ἐγεννήθη καὶ ἐπρόκοψε καὶ ἀνεπτύχθη ἐξ ἀδικίας, τὴν ὁποίαν τὰ κεφάλαια ἐποιήσαντο πρὸς αὐτὸν, ἢ ἂν ἐγεννήθη καὶ ἐπρόκοψε ἐκ καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τῶν συμπαθειῶν τοῦ κόσμου πρὸς τὴν πενίαν ἢ πρὸς τὴν ἐργασίαν, καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ὁ κοινωνισμὸς βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι συμπαθὴς πρὸς τὸν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν μεταφερόμενον ἄπειρον ἐκεῖνον πλοῦτον, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὅσην καὶ ἂν δείξῃ οὗτος κακίαν, δὲν εἰξεύρω πως καί οἱ πένητες καὶ οἱ μὴ πένητες ῥίπτουσιν ἐνίοτε βλέμματα ἐταστικά. Αὐτὸν τὸν πλοῦτον, τὸν μεταφερόμενον ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν, φυσικὸν ἦτο ὁ κοινωνισμὸς νὰ θέλῃ ὀλίγον νὰ μειώσῃ, καὶ νὰ ἀναγράψῃ ὡς δόγμα ὅτι ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν πρέπει νὰ ἦναι προοδευτικὰ τέλη. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο πᾶς ὁ νομίζων, ὅτι τὰ προοδευτικὰ τέλη προσήκουν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν εἶναι κοινωνιστής; Διὰ τοῦτο ἡ ἀναγραφὴ ἐν ἑνὶ ἢ ἐν πολλοῖς νόμοις προοδευτικῶν τελῶν εἶναι ἀπειλὴ ἀνατροπῆς τῆς Πολιτείας, εἶναι παράλυσις τῆς κοινωνίας; Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ θαυμάσω πῶς ὁ ἡμέτερος συνάδελφος, ἡ πατρὶς τοῦ ὁποίου δὲν ἐγνώσθη, οὐδὲ ἐθαυμάσθη κατ’ ἐξοχὴν ἐπὶ ποιήσει....
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λασκαράτος, Λασκαράτος.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. — ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις — πῶς αὐτὸς, βουλευτὴς γενόμενος καὶ τὰ Δημόσια διαπράτων πρὸ εἰκοσάδος καὶ πλέον ἐνιαυτῶν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀναφαίνεται ποιητής· διότι ποιητικὸν χάρισμα εἶναι, ὅταν ὑπερβάλλῃ τις τοσοῦτον τὰ πράγματα, καὶ ὅταν, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ἢ ἂν καὶ τὸ ἐννοῇ, ἀπομακρύνεται τοσοῦτον τῆς ἀληθείας. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀποφύγω τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἀπὼν συνάδελφος, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, μεταχειρίζεται, ὅτι ἀπέχουσι παρασάγγας καὶ σταδίους· ἀλλὰ βεβαίως πολλῷ ἀπέχει τῆς ἀληθείας ἡ γνώμη ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ἐν φορολογικῷ τινι νόμῳ τῶν προοδευτικῶν τελῶν εἶναι ἀπειλὴ, ἐκτοξευομένη κατὰ τῆς πολιτικῆς ἢ κοινωνικῆς τάξεως. Ἐγὼ δὲ ἀνεξαρτήτως παρεμπεσούσης δυστυχῶς διχογνωμίας πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κραναίας καὶ πάσης πολιτικῆς σκέψεως ἢ μελέτης, φρονῶ πεπειθότως, ὅτι τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ μεταβάλλοντα τὰ τέλη εἰς προοδευτικὰ, εἰσάγουσι τὴν ἰσότητα καὶ ἑπομένως εἰσὶ δίκαια.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἐμποδίζουσι μάλιστα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κοινωνιστικῶν ἰδεῶν.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξεναντίας νομίζω, ὅτι τὰ ὁμοιόμορφα τέλη εἰσὶ ἐντελῶς ἄδικα, διότι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἰσότητος. Τὴν γνώμην ταύτην σύγγνωτέ μοι ἐὰν ἔχω. Θέλω λυπηθῆ πολὺ, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς αὐτὴν, ὅτι μὲ θεωρεῖτε ἐμπεφορημένον ὑπὸ ἰδεῶν κοινωνιστικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχω καὶ τὸ ἀτύχημα τοῦτο, θέλω τὸ ὑποφέρει, ἀλλὰ θέλω ἔχει πάντοτε τὸ θάῤῥος νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἡμέραν τινὰ, καὶ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς παρεξηγήσατε, ὅτι δηλώσατε τοῦτο εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τὸν Δῆμον, διότι εἰς οἱονδήποτε πολίτην ἠθέλατε εἰπεῖ «ἐμάθατε ἀνακάλυψίν τινά; ὁ Δηλιγιάννης εἶναι κοινωνιστής», θέλει γελάσει καὶ θέλει ἀπέλθει, διότι βιῶ 60 ἤδη ἔτη, ὅσα φέρω εἰς τὴν ράχην μου, καὶ τὰ 40 ἀσχολοῦμαι περὶ τὰ Δημόσια πράγματα, αἱ δὲ ἰδέαι μου καὶ ὁ πολιτικός μου χαρακτὴρ εἶναι γνωστά. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς οὐδένα ἄλλον οὔτε εἰς νομοθεσίαν Κράτους τινὸς νὰ ἀποδώσητε χαρακτηρισμὸν τοιοῦτον. Καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἀσχολεῖσθε περὶ οἰκονομολογικὰς μελέτας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω γνώμην νὰ μελετήσητε καλλίτερον τὴν ὑπόθεσιν· διότι, ἐὰν περισσότερον ἐγκύψητε, καὶ ἐὰν ἐρευνήσητε τὴν σύστασιν, τὴν οὐσίαν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προοδευτικῶν τελῶν, θέλετε πεισθῆ ὅτι δὲν εἶναι κοινωνιστικὴ γνώμη, ἀλλ’ εἶναι γνώμη, τείνουσα πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τοιαῦτα νομοθετήματα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 Μ. Μ.)