1885.11.21
1,826 rows · 14,374 words · 86 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 21 Νοεμβρίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ ½ μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέλθῃ ὁ βουλευτὴς κ. Ἀρδαβάνης νὰ ὁρκισθῇ. (Ὁρκίζεται). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Διαμαντόπουλος καὶ Μαντζουράνης ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπετείου φορολογίας. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ Μαρίτσα, σύζυγος Ζερβομπεάκου καὶ θυγάτηρ τοῦ Πέτρου Βοϊδῆ Μαυρομιχάλη, ἐκθέτει, ὅτι αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθὴς κόρη τοῦ μνησθέντος ἀγωνιστοῦ Π. Β. Μαυρομιχάλη, τοῦ φονευθέντος ἐν Μανιάκῃ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, καὶ ὅτι εἶνε πατὴρ αὐτῆς καὶ οὐχὶ τοῦ Ἠλία Μαυρομιχάλη, περὶ οὗ πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος· ἐφ’ ᾧ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἵνα μὴ ἀδικηθῇ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Βλάχος.
§2Α. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριοι, ἀπὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸ Βουλευτήριον ἀπέσχον ἐκ συστήματος νὰ ἀποτείνω οἱανδήποτε ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φρονῶν, ὅτι κατὰ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις περὶ ἄλλων σπουδαιοτέρων ἔχει καὶ πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ προτιμότερον ἡ Βουλὴ ἢ περὶ ὑποθέσεις, δυναμένας μὲν νὰ ἔχωσι μερικήν τινα σημασίαν, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως τοιαύτην, ὁποίαν ἔχουν καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Τὸ γεγονὸς ὅμως, περὶ οὗ λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτείνω λέξεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐφ’ οὗ ἰδίως ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶνε γεγονὸς μεγάλης σημασίας, θίγον σπουδαίως τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἔχον τοσούτῳ μείζονα σημασίαν, ὅσῳ δὲν εἶνε πρωτοφανές, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις καὶ σήμερον ἐπανελήφθη ἔτι ἀγριώτερον καὶ ἔτι βαναυσότερον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶνε ἀγρία κατὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου μου κ. Χοϊδᾶ ἐπίθεσις. Ὁ ἐπιτεθεὶς εἶνε αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, ὅστις ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, ὡς ἡ Βουλὴ γνωρίζει, πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν, καὶ ὅστις θρασυνθεὶς βεβαίως ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας σήμερον τὴν πρωΐαν περὶ τὴν 10 ὥραν ἐντυχὼν τὸν κ. Χοϊδᾶν πορευόμενον εἰς τὸ Ἐφετεῖον μετά τινος νέου Γεωργίου Φλωριανοῦ, ὑπολαβὼν δέ, ἀγνοῶ κατὰ τίνα ψυχολογικὸν εἱρμὸν ἐννοιῶν, λέξεις τινὰς τοῦ κ. Χοϊδᾶ ὡς εἰς αὐτὸν ἐφαρμοζομένας, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, τὸν ὕβρισεν ἄτιμον, ὡς καὶ τὴν Βουλὴν ἢ τὴν μερίδα τοὐλάχιστον ἐκείνην τῶν βουλευτῶν, ἥτις δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν του, ὕβρισε βαναύσως τὴν Ἐπαρχίαν Ἀττικῆς καὶ ὅλους αὐτῆς τοὺς ψηφοφόρους, οἵτινες ἔδωσαν ψῆφον εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν καὶ ἐπέβαλε τέλος χεῖρα κατ’ αὐτοῦ. Τὰ γεγονότα ταῦτα διεδραματίσθησαν τοσοῦτον σκανδαλωδῶς πρὸ τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, ὥστε βεβαίως ἤθελον λήξει εἰς σκηνὰς ἀξιοθρηνήτους, ἐὰν πολῖταί τινες παρευρισκόμενοι δὲν παρενέβαινον καὶ δὲν ἀπέσπων τὸν κ. Χοϊδᾶν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κοκκινοπούλου. Τὰ γεγονότα ταῦτα, ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Χοϊδᾶς καὶ ὁ αὐτόπτης μάρτυς, ὁ συνοδεύων τὸν κ. Χοϊδᾶν, περιῆλθον ἤδη εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνακοινῶν τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἀνακοινῶ ἐν πρώτοις διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, ὅτι διατηρεῖται εἰσέτι ὑπάλληλος ὁ ἄνθρωπος οὗτος, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαβὼν ἤδη γνῶσιν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῶν διατρεξάντων, ὡς ἔλαβεν ἰδιαιτέρως γνῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, θέλει σπεύσει νὰ ἐπανορθώσῃ προσηκόντως τὰ γενόμενα, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἡ προσβολὴ κατὰ τοῦ κ. Χοϊδᾶ δὲν εἶνε μόνον προσβολὴ κατὰ τοῦ πολίτου, ἀξιοῦντος σεβασμὸν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶνε προσβολὴ καὶ κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἥτις ἐξέλεξε τὸν κ. Χοϊδᾶν, καὶ προσβολὴ ἔτι κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς, οἵτινες ἔχουσιν αὐτὸν ἰδιαίτερον συνάδελφον.
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἴσως ὥραν μετὰ τὴν 10 π. μ. προσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Χοϊδᾶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, συνοδευόμενος ὑπό τινος νέου. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀκούσω τὸν νέον, ὁ δὲ νέος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀπήρχοντο ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου ἐπανερχόμενοι οἴκαδε, ὁ κύριος Χοϊδᾶς μετὰ τοῦ νέου τούτου, καὶ ὅτι παρὰ τὸν Ναὸν τῶν Ἁγίων Θεοδώρων συνήντησαν τὸν κύριον Ξενουδάκην, συνάδελφον ὡσαύτως βουλευτήν, καὶ ἕνεκα τῆς διαβάσεως τοῦ κυρίου Ξενουδάκη ὁ νέος ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κύριον Χοϊδᾶν εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος ἀπήντησεν, ἀγνοῶ τι πρὸς τὸν νέον. Ὁ τότε παρατυχὼν Ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος Κοκκινόπουλος ἐπετέθη δι’ ὕβρεων καὶ δι’ αἰκιῶν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Χοϊδᾶ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἀναγγείλας μοι πάντα ταῦτα, ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ἵνα παυθῇ αὐτὸς ὁ Ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος ἀμέσως. Εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον συνεδρίαζε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· τὸν παρεκάλεσα νὰ ἔχῃ ὑπομονήν, διότι θέλομεν ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἀνήγγειλα ταῦτα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκαλέσαμεν τότε ἀμέσως τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, τὸν ὁποῖον παρηγγείλαμεν νὰ ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις. Ἂν κατά τι ἔσφαλεν ὁ Ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, βεβαιῶ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι θέλουσι βεβαίως ἐνεργηθῆ κατ’ αὐτοῦ τὰ δέοντα. Ἡ προσβολὴ, ἡ γενομένη κατὰ τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ἐὰν ἐγένετο, δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι προσβολὴ κατὰ τῶν κυρίων βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἶναι παράβασις ἀξιόποινος τοῦ καθήκοντος τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ὀφείλει νὰ φέρηται προσηνῶς πρὸς πάντα πολίτην, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ φέρηται κακῶς. Εἶναι δὲ βεβαίως καὶ ἐπιβαρυντική τις περίστασις, ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος, καθ’ οὗ ἐφέρθη ἀπρεπῶς, τυγχάνει μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀττικῆς δὲν ἔχουσί τι κοινὸν μὲ τοῦτο· ἡ παράβασις τῶν νόμων εἶναι πάντοτε παράβασις, καὶ ὅταν οἱ ὑπάλληλοι παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των, εἶναι ἀξιόποινοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν παραβῶσιν αὐτό. Ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ ἔλαβεν ἀμέσως φροντίδα περὶ τῆς καταγγελίας τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας αὐτοπροσώπως νὰ μεταβῇ καὶ ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις, καὶ ἂν κατά τι ἔσφαλε τὸ ὄργανον τοῦτο, βεβαίως θέλει τιμωρηθῆ παραδειγματικῶς.
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ ἀξιότιμος κ. Χοϊδᾶς ῥητῶς κατήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δημόσιον ὑπάλληλον, ὅστις προσέβαλεν αὐτόν· τότε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη, μὴ πεισθεὶς φαίνεται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας, ὅτι θέλει γίνει ἐξέτασις καὶ μετ’ αὐτὴν θὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος ὁ προσβαλὼν βουλευτὴν ἐν τῇ ἐκτελέσει μάλιστα ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος αὐτοῦ—διότι εἶχε μεταβῆ ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅπως βεβαιωθῇ περὶ τῆς ταραχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεβλήθησαν οἱ πολῖται Ἀθηνῶν διὰ τὴν στέρησιν τοῦ πετρελαίου, καὶ δυνηθῇ αὐτόπτης μάρτυς γιγνόμενος τῶν παρονομιῶν τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ κερδοσκοπικὰ τεχνάσματα—Τότε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι θέλει γίνει ἔρευνα καὶ θέλει τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς ὁ ὑπάλληλος οὗτος. Ἀτυχῶς μέχρι σήμερον ἡ ἔρευνα αὕτη δὲν ἐγένετο, ὁ δὲ ὑπάλληλος αὐτὸς σήμερον ἀναιτίως ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι ὁ συνοδεύων τὸν Χοϊδᾶν νέος εἶναι φίλος μου καὶ ἐργάζεται εἰς τὸ ἰδιαίτερόν μου γραφεῖον μοὶ εἶπεν ὅτι ἕνεκα τυχαίας φράσεως ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Χοϊδᾶ φυγούσης ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ βιαίως, τὸν εἶπεν ἄτιμον καὶ μασκαρᾶν, ὑβρίζων ὅλους τοὺς βουλευτάς, διότι περιῆλθε τὸ ὄνομά του ἐνταῦθα. Ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάλληλός τις εἶχε προσβάλει ἕνα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὸν κ. Τζάνε, καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε καὶ διὰ στόματος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ δι’ ἐμοῦ καὶ δι’ ἄλλων, ὅπως ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος τιμωρηθῇ αὐθωρεὶ, καὶ μάλιστα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, αἱ φράσεις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ἦσαν περίπου τοιαῦται κατ’ ἔννοιαν «ἀφοῦ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἐπισήμως καταγγέλλει καὶ δηλοῖ ὅτι ἐξυβρίσθη παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὀφείλει νὰ γίνῃ ἀμέσως πιστευτὸς καὶ νὰ δοθῇ ἀμέσως ἱκανοποίησις εἰς τὸν βουλευτὴν τὸν προσβληθέντα». Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, σεβόμενος τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τότε καὶ νῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον, θέλει ἐπιμείνει ὅπως αὐθωρεὶ παυθῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος καὶ δοθῇ μάθημα εἰς τοὺς αὐθάδεις τούτους ὑπαλλήλους· διότι βεβαίως, ἂν δὲν θεωρηθῇ προσβολὴ κατὰ τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς, εἶναι ὅμως προσβολὴ καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι τότε πλέον ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἐλεύθερος οὔτε γνώμην νὰ ἔχῃ οὐδὲ νὰ ἐλέγχῃ ἐνταῦθα τὰς παρανομίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος συνάδελφος εὐλόγως ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ εὐλόγως ὀφείλομεν πάντες νὰ μεριμνῶμεν περὶ τούτου, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι ὅσοι ὀφείλομεν τὴν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν ἡμῶν εἰς τοὺς θεσμοὺς τούτους. Λυποῦμαι διότι πρὸ μικροῦ δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι ἂν ἦτο παρών, ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸν συνάδελφον τῆς ἀνάγκης νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἐπίκρισιν, ὅτι ἐλησμόνησα ὅσα προχθὲς ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε δώσει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἐπὶ προηγουμένῃ καταγγελίᾳ παραβάσεως τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ ὁ κ. συνάδελφος νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, βεβαιῶν, ὅτι τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς γενόμενα ἦσαν συναφῆ μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ βουλευτικοῦ καθήκοντος τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Χοϊδᾶς μετέβη εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπωλεῖτο τὸ πετρέλαιον πρὸς ἐκτέλεσιν βουλευτικοῦ καθήκοντος, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως ταύτης ὑπέστη τὴν ἐπίθεσιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ οὐδεμιᾶς ὑποθέσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῇ τις περαιτέρω ἐπιβαρυντικὰς αἰτίας καὶ νὰ δημιουργῇ συναφείας πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ὅταν αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐπίθεσις κατὰ βουλευτοῦ ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπισύρῃ κατὰ τοῦ ἐπιτεθέντος τὴν αὐστηροτάτην ποινήν.
§6Δ. ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν κ. Κοκκινόπουλον, ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς ὅ,τι ἄλλοτε ἐπὶ ἀναλόγου περιστάσεως κατ’ ἐπανάληψιν παρέστησα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ βουλευτοῦ κ. Τζάνε καὶ περὶ ἐπιθέσεως ὑπαλλήλου κατ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐπίθεσις τοῦ ὑπαλλήλου κατ’ αὐτοῦ ὡς καὶ ἡ περὶ ἧς πρόκειται σήμερον παρίσταται καὶ οὐχὶ ἄσχετος πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν βουλευτικῶν καθηκόντων. Δὲν ὑποθέτω, δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἐκπλήρωσις βουλευτικοῦ καθήκοντος ὑπῆρχεν, ὅτε ἐγένετο ἐπίθεσις· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ ὅτι κατὰ παρεξήγησιν ἔστω δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐπίθεσις αὕτη, ἡ καταγγελλομένη δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς προηγουμένην ἐκπλήρωσιν καθήκοντος· καὶ παρεξήγησις κἄν εἶναι τοῦτο, βεβαίως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν καὶ σημασίαν, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώμης τοῦ βουλευτοῦ, καὶ πρόκειται ὄχι περὶ ἐπιθέσεως ἑνὸς πολίτου κατὰ ἑνὸς βουλευτοῦ διὰ γνώμην, ἣν οὗτος ἐξέθηκεν ἐν τῇ Βουλῇ ὅτε καὶ πάλιν ἦτο σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ περὶ ὑπαλλήλου ἐπιτεθέντος κατὰ βουλευτοῦ, ὅστις ὑποτίθεται ὅτι ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν, ὅπως αὐτὸς ἐν τῷ δικαιώματί του ἐνόει τὴν ἐκπλήρωσιν καθηκόντων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ, περὶ τῆς πλήρους ἐκείνης ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ ὁ βουλευτὴς δι’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἴπῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν συναδέλφων ἡμῶν ὄχι ὅμως εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν ἐν τοῖς τριόδοις ἐπιθέσεων. Δὲν γνωρίζω παντάπασι τὸν κ. Κοκκινόπουλον, οὐδὲν ἔχω ἐναντίον του· ἀλλὰ τέλος πάντων καταγγέλλεται τοιαύτη πρᾶξις συνδεομένη ὅπως δήποτε μὲ ἐκπλήρωσιν βουλευτικοῦ καθήκοντος, καὶ παρεξήγησις ἐὰν εἶναι τοῦτο ὑπάρχουσι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνισχύουσι τὴν παρεξήγησιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἴσως κατὰ τύχην, ἴσως σκοπίμως ἀπουσιάζει, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν παρὰ τῶν συναδέλφων του διὰ τὴν πρώτην ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ κ. Χοϊδᾶ· ἴσως εἶναι τυχαία ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς ὑπάρχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν συναδέλφων του, ὅτι, γενομένης τοιαύτης κατηγορίας καθ’ ἑνὸς Ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου τῆς πρωτευούσης, παρῆλθον τόσαι ἡμέραι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος φαίνεται προθυμότατος νὰ ἀπαντᾷ, ὅταν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν ἀπαντήσεων, σιωπᾷ· ἴσως ἐνόμισεν ἀναξίαν λόγου τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην τὴν ἀγρίαν κατὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν μετέβη οὗτος εἰς τὸ κατάστημα τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου διὰ νὰ προλάβῃ δυσάρεστα. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ πῶς ἐνεργεῖ τὰ καθήκοντά του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πῶς τὸν ἀνέχονται οἱ συνάδελφοί του οὕτω πως φερόμενον, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλουσι νὰ ἐνθυμηθῶσι καὶ πόθεν ἤρχισαν καὶ ποῦ εὑρίσκονται. Ἤρχισαν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε, μετὰ κόπον ἔφθασαν τὸν ἀριθμὸν ἐννέα, ηὐξήθησαν ὕστερον εἰς 30 καὶ 40 καὶ οὕτω πως τοὺς ἐτίμησεν ἡ Βουλή, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ θεραπευθῶσι πολλὰ ἄτοπα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὕψωσε τὴν σημαίαν τῶν νόμων, τὸν ἠκούσαμεν πάντες πόσον θερμῶς ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἠγόρευεν, ἀλλὰ πολὺ ψυχρῶς ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λαλεῖ· τὸν ἐνθυμοῦνται πάντες πόσον θερμῶς ὑπερήσπιζε τὰ συμφέροντα τοῦ τελευταίου τῶν πολιτῶν· ἐνθυμοῦνται πάντες τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅταν δὲν ἦτο εἰς αὐτὴν τὴν κορυφὴν, εἰς ἣν τὸν ἔθεσε τὸ Ἔθνος, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς, μὲ ποῖον τρόπον ἐπετέθη κατὰ τοῦ κυρίου Βουλπιώτου, Ὑπουργοῦ τότε τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅταν ἔλαβε χώραν τὸ συμβὰν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρὸ μικροῦ λόγος· ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλπιώτης ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ μικράν τινα προθεσμίαν διὰ νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τί πρέπει νὰ πράξῃ, τοῦτο ἀπηγόρευσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ κατωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ οὐχὶ περὶ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία τὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν. Ἕκαστος δύναται νὰ συγκρίνῃ τὰς δύο ἐποχὰς καὶ τὸν τρόπον, μεθ’ οὗ πολιτεύεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἐκπληρῶ, ἐὰν ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ, ἐφ’ ὅσον δύναται, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριζε, συγκεκριμένως δὲ ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς ἀξιοποίνους πράξεις, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐγένετο ἐπίθεσις κατὰ τοῦ βουλευτοῦ αὐτοῦ. Λέγω ἀναμφισβήτητον, διότι καὶ ἂν ὁ βουλευτὴς προέβη εἰς ἐξύβρισιν κατὰ τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, εἶχε τὰ μέσα ὁ τυχὸν ὑβρισθεὶς νὰ ἱκανοποιηθῇ ἐκ τοῦ νόμου· ἐνόσῳ ὁ πολίτης δὲν ὑψώνει χεῖρα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἢ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἐνεργήσῃ τὴν βίαν. Τοῦτο μόνον τὸ γεγονὸς, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὤφειλεν αὐθωρεὶ νὰ παυθῇ ὁ Κοκκινόπουλος. Εἶναι χαρακτηριστικώτατον τοῦτο: φαίνεται, ὅτι ἦλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ὁπλισθῶμεν ὅλοι, νὰ λάβῃ ἕκαστος ἓν ῥεβόλβερ καὶ μίαν μάχαιραν διὰ νὰ τὰ μεταχειρίζεται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἦλθεν ὡς λαοπρόβλητος κατόπιν ἠθικῆς, ὡς ἔλεγον, ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ ἔχωσι λυπηρὰς συνεπείας· γνωρίζομεν, ὅτι ὁ προσβληθεὶς ἔχει τὴν ἀγάπην πολλῶν ἐκλογέων καὶ ἐνδέχεται νὰ συμβῶσι λυπηραὶ σκηναὶ, δι’ ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει λυπηθῆ πλειότερον παντὸς ἄλλου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον, ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην μοὶ παρεδόθη νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀποτέλεσμα δῆθεν τῶν διαταχθεισῶν ἐρευνῶν τοῦ πρώτου πραξικοπήματος ἓν ἔγγραφον, ἤτοι ἡ ἀπολογία τοῦ Κοκκινοπούλου, οὐδεμία δ’ ἄλλη ἔκθεσις.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς πρώτης ὑποθέσεως, σήμερον πρόκειται περὶ τούτου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ κατέχων δημοσίαν θέσιν, καὶ ἐξ αὐτῆς ἐντεταλμένος νὰ ἐπιτηροῖ καὶ ἀσφαλίζῃ τὴν τάξιν ἐν Ἀθήναις, αὐτὸς οὗτος ἔχων παράπονον ἐναντίον βουλευτοῦ διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως ἤλεγξε τὴν συμπεριφορὰν αὐτοῦ μεταχειρισθεὶς δριμεῖαν γλῶσσαν, ὡς εἶχε δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῇ, ἔχων, λέγω, τοιοῦτο παράπονον καὶ συναντήσας αὐτὸν καθ’ ὁδὸν, βαρβαρότατα ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, οὐχὶ μόνον διὰ λόγων ὑβριστικῶν καὶ ἀναξίων νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν χειρῶν. Τοιαῦτα καταγγέλλονται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ περὶ τούτων θέλομεν ἀπάντησιν. Διὰ ταῦτα ζητοῦμεν νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις.
§10ΒΛΑΧΟΣ. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας, ἡ Κυβέρνησις ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀπολογίαν τοῦ ὑπαλλήλου· ἂν δὲν ἠρκεῖτο εἰς τὴν ἀπολογίαν τοῦ Κοκκινοπούλου ἀλλ’ ἔπραττε τὸ καθῆκόν της, οὐδὲν ἤθελε συμβῆ.
§11ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται θὰ νομίζῃ ὅτι, ὅταν κατηγοροῦμεν ὑπάλληλόν τού τινα, ὀφείλει νὰ πιστεύῃ τὸν ὑπάλληλόν του· λοιπὸν ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον, καὶ ἂς θεωρηθῇ ὅτι δι’ αὐτῆς τὴν ἀπολογίας ἀπολογεῖται καὶ ὁ ὑπουργὸς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θέλουσι παρέλθει πολλὰ λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ θέλει εἶσθαι ἐνταῦθα, καὶ θέλει δώσει πᾶσαν διασάφησιν ἐπί τε τοῖς μέχρι τοῦδε γενομένοις διὰ τὴν πρῶτον καταγγελθεῖσαν παράβασιν τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὀργάνου καὶ διὰ τὴν σήμερον γενομένην καταγγελίαν. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας ὅμως τῆς σήμερον γενομένης, ἐπειδὴ ἐγὼ αὐτὸς ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν λάβωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐνεργήσει ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του κατὰ πάσης παραβάσεως τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὀργάνου.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἄφιξιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ περιμένωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· διαλύσατε προσωρινῶς τὴν συνεδρίασιν.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλωνται τοιαῦται προτάσεις;
§16ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριοι, ποτὲ δὲν συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠμπορῶ νὰ προσβάλω, οὔτε πλαγίως νὰ ἴδω τινά, οὔτε συνάδελφόν μου, οὔτε πολιτικόν. Μὲ λύπην μου, κύριοι, ἤκουσα τὸ ὄνομά μου, ὅτι ἐγὼ ἐγενόμην αἰτία αὐτῶν τῶν συμβάντων. Μοὶ τὸ εἶπον, κύριοι, μετὰ τὰ συμβάντα, καὶ μοὶ τὸ εἶπε τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιόπιστον καὶ τὸ ὁποῖον συνώδευε τὸν κ. Χοϊδᾶν. Ἐγὼ ἐπορευόμην εἰς τὸ Ἐφετεῖον πρὸς τὸ μέρος τῶν Ἁγίων Θεοδώρων δρομαίως μάλιστα. Ἐκεῖ πλησίον διέβαινεν ὁ κ. Χοϊδᾶς· μὰ τὴν ἀλήθειαν τὸν ἔβλεπον διὰ νὰ τὸν χαιρετίσω, αὐτὸς ἔσκυπτε τὴν κεφαλήν του, ἦτο πλησίον του ὁ ὑπάλληλος τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς λέγει πρὸς αὐτὸν, ὡς ἔμαθον κατόπιν, πῶς δὲν χαιρετᾶς τὸν Ξενουδάκην; Λέγει, αὐτὸν τὸν μασκαρᾶ; (ἄ! ἄ! ἄ! ἐκ τῆς δεξιᾶς)· αὐτὸς μὲ ὕβρισεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἄν εἶναι ὕβρις, διότι ἐψηφοφόρησα κατὰ τὴν παράκλησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Βλάχου καὶ τοῦ κ. Φιλαρέτου, δέχομαι εὐχαρίστως τὸ βάρος αὐτό. Λοιπὸν ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἐξύβρισε μὲ αὐτὰς τὰς λέξεις ἐμὲ, ἐγὼ οὐ μόνον τὸν ἀποδοκιμάζω, ἀλλ’ ἀφίνω αὐτὴν τὴν ὕβριν εἰς λογαριασμόν του καὶ διὰ λογαριασμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπερασπίζουν.
§17ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι χρεωστῶ μίαν διασάφησιν. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ νὰ δώσουν πληροφορίας, ἀλλ’ ἐξεπλάγην ὅταν ἤκουσα πρότασιν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§20ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔκαμον αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἐνόουν, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἔλθῃ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ μὴ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς· καὶ ἂν ἔλθῃ κατόπιν, πιστεύω, ὅτι θὰ παραμείνωμεν διὰ νὰ μάθωμεν ἀπὸ τοῦ στόματός του τὰ πράγματα. Εἶναι ἀνάγκη δὲ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν προσβολὴν κατὰ βουλευτοῦ, διότι καὶ σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Βουλῆς δι’ ἄλλου ὀργάνου οἱουδήποτε τοῦ τύπου ὑβρίσθη, ἐκπληροῦσα τὰ καθήκοντά της.
§21ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος περὶ ἀπρεποῦς διαγωγῆς ὑπαλλήλου, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ προσκαλέσῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ παύσῃ ἀμέσως τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, διότι ἄλλως ἡ ὑπόληψις τῆς Βουλῆς ἀμφισβητεῖται καὶ κινδυνεύει.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μαργέλλου, παύει ἡ συζήτησις. Προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§23Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περιληφθεῖσα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 280,000 ὑπὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ προβλέπον οὐχὶ τὰ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, ἀλλὰ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἐξηντλήθη, οὐδὲ θέλει ἐπαρκέσει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, μάλιστα μετὰ τὴν ἕνεκα τῆς ἐπιβληθείσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπελθοῦσαν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰρημένου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου κατὰ 1,299,000 δραχμάς. Εἶχον ὑποσχεθῆ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς αὐτὴν σχέδιον νόμου, σκοποῦν τὴν μεταβολὴν διατάξεών τινων ἄλλων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, τὴν δ’ ὑπόσχεσιν ταύτην σπεύδω νὰ ἐκπληρώσω σήμερον. Αἱ διατάξεις, τῶν ὁποίων προτείνω τὴν τροποποίησιν, εἰσὶν αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ ὑφάσματα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος πολὺς ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ λεγόμενα δρύλια βαμβακερὰ κτλ. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ εἰσαγόμεναι. Αἱ δὲ διατάξεις τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ προστατευθῶσι τὰ ἐν τῷ τόπῳ παραγόμενα ὁμοειδῆ ἀντικείμενα. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχηται ἀληθείας, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη διέταξε τὴν ἐκ Χανίων ἀποπομπὴν τοῦ Ἕλληνος Προξένου, τίνος ἕνεκα διετάχθη ἡ ἀποπομπὴ, ἐὰν ἔχηται ἀληθείας, καὶ ὁποῖον χαρακτῆρα ἀποδίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Ὑψηλῆς Πύλης.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ σᾶς δώσω σήμερον ἀπάντησιν ἢ ἀναγγέλλετε ἐπερώτησιν;
§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπερώτησιν ἀναγγέλλω.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσδιορίσατε τὴν ἡμέραν.
§29ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος παρακαλεῖται νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κλήρωσιν τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων. (Κληροῦται ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ 5 Τμῆμα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐζητήθη κατὰ προτίμησιν ὡς κατεπεῖγον ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἐπιταγῶν δι’ ἔξοδα ὁδοποιΐας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ταχυδρομικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀτμοπλοΐα Αἰγαίου». (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τρίτον εἶναι τὸ περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, αὐτὸ εἶναι μετάφρασις ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ πότε ἐξεδόθη ὁ Γαλλικὸς νόμος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ, τῆς γενομένης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Νοεμβρίου, τὴν ἐπαύριον αὐτῆς ἐπέστειλα εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὴν ἑξῆς διαταγὴν (ἀναγινώσκει). Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀπολογίαν τοῦ Ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, καθ’ οὗ ἡ ἐπερώτησις, συνοδεύσας αὐτὴν διὰ τῆς ἑξῆς συντόμου ἀναφορᾶς του (ἀναγινώσκει). Ἡ ἀπολογία τοῦ Ὑπαστυνόμου, περὶ οὗ πρόκειται, ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει). Τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ τοῦ Ὑπαστυνόμου ἐκτιθέμενα μοὶ ἐβεβαίωσεν αὐθορμήτως καὶ ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτετραμμένος τὴν διαχείρισιν τοῦ πετρελαίου ἢ ἄλλας τινὰς ἐργασίας σχετικὰς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅστις ἦτο αὐτόπτης κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ πετρελαίου, ἐν ᾗ συνέβη αὐτὸ τὸ δυσάρεστον συμβεβηκός, ὁ κ. Παρίσσης, βεβαιώσας με ὅτι τῳόντι ἐπετέθη κατὰ τοῦ Ὑπαστυνόμου ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἐξυβρίσας καὶ ἀπειλήσας αὐτὸν, ὅστις ὅμως μετὰ πολλῆς ὑπομονῆς καὶ φρονήσεως προσηνέχθη. Καὶ ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐπερώτησιν. Σήμερον, ἐπειδὴ καὶ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, ὡς ἔμαθον, ἐν τῇ Βουλῇ πρὶν ἢ ἐγὼ ἔλθω εἰς τὸ Βουλευτήριον, καθ’ ἣν ὥραν ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς παρεπονέθη κατὰ τοῦ Ὑπαστυνόμου Κοκκινοπούλου, ὅτι προσεφέρθη οὗτος καὶ πάλιν σήμερον ἀπρεπῶς πρὸς αὐτὸν καθ’ ὁδόν. Διαρκούσης ἔτι τῆς συνεδριάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προσεκαλέσαμεν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις προσῆλθε καὶ ἐξέθεσε τὰ σημερινὰ συμβεβηκότα μεταξὺ τοῦ κυρίου Ῥόκου Χοϊδᾶ καὶ τοῦ Ὑπαστυνόμου Κοκκινοπούλου· ἐκεῖ, ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὁ Διευθυντὴς ἐβεβαίωσεν ὅτι, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας καὶ ἰδίως ἀπό τινα ἰατρὸν Γρηγοράκην, ἐνῷ διήρχετο ἀπό τινα ὁδὸν ὁ Ὑπαστυνόμος Κοκκινόπουλος, παρατυχὼν ἐκεῖ ὁ κ. Χοϊδᾶς τὸν ἔπτυσε κατὰ πρόσωπον καὶ τὸν ἐξύβρισε καὶ ἐντεῦθεν προέκυψαν ὅσα δυσάρεστα προέκυψαν μεταξύ των. Τότε διετάχθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν δυσάρεστον αὐτὴν σκηνὴν λαβόντα χώραν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐξετάσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ πράξω ὅ,τι εἶναι δίκαιον καὶ συνᾷδον πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐὰν παρεξετράπη πράγματι ὁ Ὑπαστυνόμος, περὶ οὗ ὁ λόγος.
§39ΒΛΑΧΟΣ. Ἐὰν περιορισθῆτε καὶ τὴν φορὰν ταύτην εἰς τὴν ἀπολογίαν τοῦ κυρίου Κοκκινοπούλου, ἂς ἦναι βεβαία ἡ Βουλὴ ὅτι οὐδὲν θέλει πραχθῆ.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπέρχεται σύγχυσις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ εἶναι ἀπαθής. Ἀτυχῶς δ’ ἔτι ἀπαθέστερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐλάλησεν. Ἦλθε καὶ ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δεχθῇ, διότι ἀτυχῶς δημόσιος ὑπάλληλος ἀναφέρων εἰς τὸν ἀνώτερόν του πρᾶξιν περὶ βουλευτοῦ, ἀποκαλεῖ τὸν βουλευτὴν αὐτὸν παράφρονα. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ἄλλοτε σεβαστὸς πολιτευτής, διότι εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἐδημοσίευσεν ἐν ἐφημερίδι τινὶ διατριβὴν ὑβριστικὴν κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, αὐθωρεὶ ἔπαυσεν αὐτὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν εἷς ὑπάλληλος νὰ ὑβρίζῃ καὶ ἐπιτίθεται διὰ τῶν χειρῶν κατὰ βουλευτοῦ ἐν τῇ ὁδῷ; Ἕτερος δὲ ἐνταλεὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναφέρῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ν’ ἀποκαλῇ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους παράφρονα, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοὺς ἀνέχηται; Τοιοῦτο ἔγγραφον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ ὡς ἀπαράδεκτον. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ὁ κ. Διευθυντής, δὲν ἦτο ἀληθής. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔπτυσε κατὰ πρόσωπον τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, διότι ὁ συνοδεύων αὐτὸν φίλος μου, ἐργαζόμενος ἐν τῷ γραφείῳ μου, μοὶ εἶπεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔμαθεν ἀμέσως μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ κ. Ξενουδάκης ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκόν μου πρὸς ἐπίσκεψιν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐπορεύετο εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον μετὰ τοῦ φίλου μου καὶ συναντήσας τὸν Ξενουδάκην δὲν τὸν ἐχαιρέτισεν, ἐρωτηθεὶς δὲ διατὶ δὲν τὸν χαιρετᾷ, τῷ εἶπε: «Δὲν τὸν χαιρετῶ, διότι μὲ κατεψήφισεν ἐν τῇ Βουλῇ», εἶπε δὲ καί τινας ἄλλας φράσεις. Ὁ ἀστυνομικὸς αὐτὸς ὑπάλληλος τυχὼν ἀκριβῶς πρὸ τοῦ Χοϊδᾶ, ἐπιτίθεται αὐθαδέστατα καὶ βανδαλικώτατα κατὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀποκαλῶν αὐτὸν μασκαρᾶν, ἄτιμον, ὅπως εἶναι καὶ ὅλοι οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑβρίζουν εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις ἐκ μέρους δημοσίου ὑπαλλήλου νὰ ὑβρίσῃ καὶ νὰ αἰκίσῃ βουλευτὴν, διότι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ ταῦτα καὶ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς νέας ἐρεύνας καὶ νέας ἀνακρίσεις, ὅπως μᾶς φέρῃ μετὰ 15 ἡμέρας νέα ἔγγραφα ὑβριστικώτερα, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀνεχθῇ ταῦτα. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ συνεπαρχιώτης του, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ διορισθῇ εἰς οἱανδήποτε θέσιν, ἰδιωτικήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἐπίθεσίν του κατ’ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους δὲν δύναται νὰ μένῃ ὡς ἀστυνόμος τῆς πρωτευούσης.
§41Ζ. Χ. ΚΥΤΙΛΗΣ. Εὑρεθεὶς κατὰ τύχην κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν παρὰ τὴν πλατεῖαν Ἁγίων Θεοδώρων, παρ’ ᾗ συνέβη ἡ πρᾶξις αὕτη, ἂν καὶ οἱ ὀφθαλμοί μου οὐδαμῶς μὲ ἐνισχύουσι νὰ ἀντιλαμβάνωμαι καλῶς καὶ ἴδω ἰδίοις ὄμμασι τὰ διαπραττόμενα, οὐχ ἧττον ἔμαθον παρὰ τοῦ συῤῥεύσαντος ἐκεῖ πλήθους—διότι δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα—ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς μετά τινος νέου διαβαίνων ἐκεῖθεν, ἐπορεύετο πρὸς τὰ δικαστήρια, κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ στιγμὴν κατήρχετο καὶ ὁ κ. Ξενουδάκης μετά τινος ἑτέρου. Ὁ φίλος τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐχαιρέτισε τὸν κ. Ξενουδάκην, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς· ὁ νέος ἠρώτησε τότε διὰ τί δὲν ἐξετέλεσε τὸ αὐτὸ ὁ κ. Ῥόκος· τότε ἐκεῖνος ἀπήντησεν ὅτι «δὲν ἔχω σχέσιν μὲ τὸν ἄνθρωπον, πολὺ δὲ μᾶλλον, διότι ἔτυχεν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ μὲ ἐξυβρίσῃ».
§42ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ψευδέστατον.
§43Ζ. Χ. ΚΥΤΙΛΗΣ. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀντιμέτωπος διήρχετο ὁ κ. ὑπαστυνόμος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἀπηυθύνοντο πρὸς αὐτὸν, καὶ ἀμέσως ἐπετέθη διὰ τῆς συνειθισμένης γλώσσης τῶν τοιούτων ὀργάνων κατὰ τοῦ κ. Ῥόκου καὶ ἐξύβρισεν ἐλεεινότατα καὶ ἀπρεπέστατα καὶ οὐ μόνον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ καὶ τοὺς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς. Ταῦτα δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ν’ ἀπορήσῃ διὰ τὴν ἀπάθειαν, μεθ’ ἧς ἐξέθηκα τὰ πράγματα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οὐδένα λόγον εἶχον νὰ συγκινηθῶ ἢ ταραχθῶ· ἐξέθηκα τὰ πράγματα ὡς εἶχον, τὰ παρέστησα ὡς ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ ἁρμόδιος προϊστάμενος τοῦ ὑπαλλήλου, καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, μοὶ ἐξέθηκε ταῦτα. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐμνήσθη περιστατικοῦ τινος λαβόντος χώραν πρὸ 4 ἐτῶν, ὅτε καὶ πάλιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐδεμία ὅμως σχέσις μεταξὺ τοῦ περιστατικοῦ ἐκείνου καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Τῳόντι ἀνώτερός τις ὑπάλληλος διὰ τῆς δημοσιογραφίας προσέβαλεν ἔντιμα πρόσωπα πολιτευόμενα· ὁ σεβαστὸς ἀνήρ, ὅστις προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅστις ἦτο ὁ ἐμὸς ἀρχηγὸς, ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς προσβληθέντας πολιτευτάς, καὶ τὴν ὑπόσχεσίν του αὐτὴν ἐξετέλεσα ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μολονότι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος προλαβὼν ἔδωκε τὴν παραίτησίν του. Σήμερον τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως. Κατηγορεῖται ἀστυνομικὸν ὄργανον ὡς παρεκτραπὲν κατὰ τοῦ κ. Χοϊδᾶ, καὶ τοῦτο ἰσχυρίζεται ὅτι προσεβλήθη κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ πετρελαίου ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν καὶ οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἶχε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κατάστημα ἐκεῖνο. Ὅτι δὲ προσεβλήθη οὐ μόνον μοὶ τὸ ἐβεβαίωσεν αὐθορμήτως ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Παρίσης, ὅστις ἦτο παρών, ἀλλὰ καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπισήμως πιστοποιεῖ τοῦτο. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ σημερινὰ συμβεβηκότα ὁ αὐτὸς Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς ταύτας, ἀλλὰ τὸν διέταξα νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις ἑκάστου τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἦσαν παρόντα κατὰ τὸν διαπληκτισμόν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν δὲ τῶν ἐγγράφων ἀνακρίσεων, ἂν πεισθῶ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἔπταισε, θὰ πράξω κατ’ αὐτοῦ ὅ,τι ὁ νόμος διατάσσει (Θόρυβος ἐν ἀριστερᾷ). Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔπταισε, διὰ τί νὰ τὸ τιμωρήσω; Ὅσα δὲ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς ἐκ Βόλου κ. Κυτιλῆς εἶπε διεψεύσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Ξενουδάκη· ἄλλως δὲ προσέθηκεν ὁ ἴδιος ὅτι δὲν τὸν βοηθεῖ καὶ ἡ ὅρασίς του καὶ δὲν ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀντιληφθῇ τὰ πράγματα καὶ συγχρόνως εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει κἂν τὸν ὑπαστυνόμον. Ἡ διαταχθεῖσα ἀνάκρισις ἐντὸς τῆς ἡμέρας θὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂν πεισθῶ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἔπταισε καὶ παρεξετράπη θὰ τὸν τιμωρήσω δεόντως. Προσθέτω δὲ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου λόγος, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἐντιμότατος, λίαν φιλήσυχος, καθ’ οὗ οὐδὲν παράπονον μέχρι τοῦδε ἐῤῥέθη, ἐκπληροῖ ἀπὸ 7 περίπου μηνῶν τὸ καθῆκον τοῦ ὑπαστυνόμου χωρὶς οὐδέποτε ἡ ὑπηρεσία νὰ παραπονεθῇ κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη καὶ ὡς πατριώτης ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἐπαναστάσεις τῆς Κρήτης καὶ Θεσσαλίας μὲ κίνδυνον οὐ μόνον τῆς ἰδίας αὐτοῦ ζωῆς ἀλλὰ καὶ μὲ θυσίαν τῆς περιουσίας του. Ἂν ἦτο παρὼν ὁ συνταγματάρχης Πετροπουλάκης, ἤθελε σᾶς βεβαιώσει τὰ λεγόμενά μου. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὅπως βεβαιοῦται, ὁ κ. Κοκκινόπουλος, ἀνὴρ φιλότιμος βεβαίως, δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν ὕβριν, οὐδὲ νὰ σταθῇ ἀπαθὴς, διότι καὶ φιλοτιμίαν ἔχει καὶ χαρακτῆρα ὑπερήφανον καὶ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του ἔχει (Θόρυβος ἐν ἀριστερᾷ).
§45ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ προσόντα τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου, οὔτε γνωρίζω τὸν ἄνδρα· νομίζω ὅμως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ ἀπαθείᾳ αὐτοῦ δὲν διέκρινε τὴν μεγάλην διαφοράν, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ ὕβρεως δημοσιευθείσης ἐν ἐφημερίδι καὶ ὕβρεως καὶ αἰκίας κατὰ προσώπου βουλευτοῦ. Ἂν ὁ σεβαστὸς πολιτευτὴς καὶ πρώην ἀρχηγὸς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἐτιμώρησε Νομάρχην, διότι ἐτόλμησε νὰ δημοσιεύσῃ λέξιν προσβλητικὴν κατὰ βουλευτοῦ, βεβαίως σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε ν’ ἀγανακτῇ καὶ οὐχὶ νὰ μένῃ ἐν ἀπαθείᾳ, διότι ὑπάλληλος ἀναιτίως ἐπετέθη κατὰ βουλευτοῦ, διότι ὁ βουλευτὴς οὗτος εἶπέ τινας ὑβριστικὰς λέξεις περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀγανακτήσῃ κατὰ τῆς πράξεως τοῦ ὑπαλλήλου.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν βεβαιωθῇ.
§47ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐβεβαιώθη. Ἔχετε ἐνταῦθα σεβαστὸν ἐκ τῆς ἡλικίας του βουλευτὴν, ὅστις σᾶς τὸ ἐβεβαίωσεν ὡς αὐτόπτης μάρτυς. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφισβήτησις. Παρακαλῶ λοιπὸν διὰ τοῦτο τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν αὐθωρεὶ νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον καὶ δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς ἱκανοποιήσῃ δὲ ἄλλως πως τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ἀφοῦ ἔχῃ τόσα προσόντα.
§48ΧΑΤΖΗΚΥΤΗΛΗΣ. Ἤμην πολλὰ πλησίον καὶ εἶδον τὰς ῥάβδους. Μακρυὰ δὲν βλέπω.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§50Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐπιτακτικὸν μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον τοῦτο οὐχὶ διὰ νὰ ἐκφέρω γνώμην κατὰ τῆς συνομολογηθείσης καὶ ἤδη ἐκτελεσθείσης συμβάσεως, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Πατρίδος. Εἶναι δὲ τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ μόνον σπουδαῖον μέτρον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ θὰ ἀνομολογήσῃ ὅτι τοιαύτης διδομένης ἀφορμῆς, βαθύτατα, ἐξεταστικώτατα πρέπει νὰ ἐντείνῃ τὸ βλέμμα ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, σχετικῶς, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὴν ἐκκρεμῆ ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Σπεύδω δὲ νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, πρὸς πρόληψιν πάσης παρεξηγήσεως, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιτελῶ οὐχὶ ἐν ὀνόματι τῆς πλειονοψηφίας, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος τῆς πλειονοψηφίας, οὗ μετέχω καὶ ἐγὼ, ὡς ἐγὼ τὸ ἐννοῶ. Ἀνήκω εἰς εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, συνετέλεσα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάῤῥησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω αὐτήν· ἔχω ἑπομένως καὶ ἠθικὸν συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἀλλ’ ἔχω ἱερώτερον ἄλλο συμφέρον, νὰ ἴδω ἐπιτυγχάνουσαν αὐτὴν σήμερον, προκειμένων τηλικούτων πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πρῶτον τῆς αὐτῆς φύσεως, τὸ ὑποβληθὲν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸ αὐτοῦ ἕτερον, τὸ τῶν 30,000,000, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει προσέτι τὸν χαρακτῆρα τῆς μείζονος διαταράξεως τῆς οἰκονομικῆς ἁρμονίας τοῦ Τόπου διὰ τῆς ἐπιτάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἐπικρίνω τὸ μέτρον, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποφυγὴν αὐτοῦ, ἔχω μάλιστα τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο τὸ ἔπραξεν, ἵνα τὸ ἀποφύγῃ καὶ ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ἀλλὰ τοῦτο ἂν ἀπαλλάσσῃ ἐμὲ τῆς ἀνάγκης, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι λυπηρὰ, νὰ ἐπικρίνω τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μεταβάλλει ποσῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ πράγματος. Διὰ τοῦτο θέλω ἐξηγήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς συνεπείας τῆς ἐπιτάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Θὰ ἐξηγήσω δὲ ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ διὰ νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πάντες γινώσκουσι περὶ τῶν κακῶν συνεπειῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξαγάγω συμπεράσματα, ἅπερ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως συμφερώτερον ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου, συμφερώτερον ἔτι ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν ἀνάγκην ἐπιλυθῇ τὸ ἐκκρεμὲς ἔτι οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ σχετικὸν πρὸς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλω παρεξηγηθῆ. Εἶχον πάντοτε τὴν ἰδέαν καὶ ὁσάκις μοὶ παρουσιάσθη περίστασις ἐξέφερα ταύτην, τὴν ἐξέφερα μάλιστα ἄλλοτε πολεμῶν τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐναντίον καὶ αὐτοῦ τοῦ σεβαστοῦ καὶ πολυκλαύστου ἀρχηγοῦ μου, τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου· εἶχον, λέγω, τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν εἰς ἀνάγκας ἐκτάκτους εὑρεθέντων ἐθνῶν. Παρωμοίωσα αὐτὴν πρὸς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑποχρεοῖ τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν θλιβερὰν περίπτωσιν τοῦ νὰ καταφάγωσι τὰς σάρκας των ὅπως μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, καὶ εἶπον τότε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ νῦν, ὅτι τοῦτο, τὸ νὰ καταφάγωμεν δηλαδὴ τὰς σάρκας μας πρὸς διατήρησιν τῆς θέσεώς μας καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἡμῶν, εἴμεθα πάντοτε εἰς καιρὸν νὰ τὸ πράξωμεν. Ὁμιλῶ δὲ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐπίτασις αὐτῆς δύναται νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν τοῦ Ἔθνους δεινοτέραν καὶ νὰ περιδέσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἦναι ὄχι μόνον ἐντελῶς λελυμέναι, ἀλλὰ καὶ σφριγῶσαι. Πρὸ μικροῦ ἤκουσα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὑποβάλλοντος νομοσχέδιον πιστώσεως 1,600,000, νομίζω, δραχμῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος πρὸς ἀπότισιν τοῦ προσεχοῦς τοκομεριδίου. Καὶ ἠσθάνθην ἔτι μᾶλλον τὴν ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος ποῖα εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπί τε τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ καὶ ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Τὰ ὀφέλη αὐτῆς εἶνε πασίγνωστα, εἶνε ἡ πρόχειρος εὕρεσις χρημάτων, τὸ δὲ ἐξ αὐτῆς χρηματικὸν ὄφελος τοῦ Δημοσίου ἐλάχιστον. Ἀντὶ νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὸ δάνειον τῶν 42,000,000, ἔστω καὶ 10 τοῖς ἑκατὸν, πληρώνει 1· ἐξοικονομεῖ λοιπὸν τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ αἱ ζημίαι, ἃς αὐτὸ τοῦτο τὸ Δημόσιον ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πόσαι ἆρά γε εἶνε; κατὰ τοὺς μετριωτάτους ὑπολογισμοὺς ἀνέρχονται εἰς τὸ τριπλάσιον! Ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων τῶν δανείων, ἀνερχομένων εἰς 30,000,000, θέλει στοιχίζει 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια, ἡ δὲ ἀποστολὴ χρυσοῦ πρὸς θεραπείαν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας θέλει ἀποῤῥοφᾷ πλειότερα τῶν 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων. Τρία νομίζω ἑκατομμύρια ἢ δύο καὶ ἥμισυ εἶνε τὰ τῆς συνήθους ἐνιαυσίας στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς παρασκευῆς. Λοιπὸν ἀντὶ κέρδους 3,000,000 δραχμῶν τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς ζημίαν 12,000,000. Εἶνε δὲ, καὶ σᾶς τὸ διαβεβαιῶ αὖθις, οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι οἱ κατώτατοι. Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνον τοῦτο τὸ κακόν· τὸ μέγιστον κακὸν, ὅπερ δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, εἶνε ἡ ταραχὴ τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, εἶνε εἰδικώτερον ἡ ἄμεσος ζημία της, ἣν ὑφίσταται ὁ λαός. Πολλάκις ἐγένοντο ὑπολογισμοὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀκριβεῖς περὶ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, τῶν παντοδαπῶν ἡμῶν ἀναγκῶν—διότι δυστυχῶς ἐλάχιστα παράγει ὁ τόπος,—ἀποστέλλομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὑπελογίσθη τοῦτο εἰς 200,000,000. Ἐγὼ τὸ ὑπολογίζω εἰς 150, ἔστω καὶ εἰς 100. Ποία εἶνε ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐμμέσως διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν Τόπον ἐπὶ μόνον τούτων τῶν 100,000,000; εἶνε 25 ἑκατομμύρια, διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, εἰς 25 τοῖς ἑκατὸν ἀφίκετο ἤδη ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος. Εἶνε δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἐσχάτως νὰ πληρώσῃ πολλῷ πλειότερα τῶν 25% διὰ νὰ λάβῃ συναλλάγματα. Ἔμαθον, δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἔφθασεν εἰς 1,28 ἢ 1,29. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοιούτων θυσιῶν τὰ ληφθέντα 42,000,000, ἐξ ὧν τὸ ἓν τρίτον νομίζω ἢ καί τι πλειότερον ἐδόθη εἰς χρυσὸν, τὰ 42,000,000 εἰς τί θὰ ἀρκέσωσι; Τί μᾶς ὑπόσχονται διὰ τὴν μέλλουσαν ἐνέργειαν; οὐδέν. 34 ἢ 35 ἑκατομμύρια ἐκτάκτων πιστώσεων ἐψηφίσαμεν μέχρι τοῦδε διὰ τὰς ἐκτάκτους στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς τοῦ ἔτους 1885. Τὸ ποσὸν ἄρα ἐξηντλήθη ἅπαν σχεδόν, ὑπ’ ὄψιν λαμβανομένης τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἔχομεν προσέτι χρείαν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, αἵτινες κατὰ τοὺς εὐνουστέρους ὑπολογισμοὺς ὑπερβαίνουσι τὰ 15,000,000. Οὕτω εὑρισκόμεθα διὰ τὸ 1886 ἄνευ οὐδεμιᾶς οἰκονομικῆς προετοιμασίας, τεινούσης πρὸς θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων ἡμῶν ἀναγκῶν. Ὑπεβλήθησαν ἀληθῶς σπουδαῖα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν, νομοσχέδια φορολογικά, αὐξάνοντα τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου κατὰ 11,000,000 νομίζω, ἀλλὰ κατὰ τὴν ῥητὴν δήλωσιν, τὴν ἐπανειλημμένως μάλιστα γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατὰ τὸ καταφανὲς τοῦ πράγματος, αὐτὰ τὰ ποσὰ ἀνήκουσιν εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἐπαρκοῦσι δυστυχῶς οὐδὲ κἂν τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ νὰ ἐπιφέρωσι· διότι ἐλλείπουσι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 2,500,000 δραχμαί· καὶ τοῦτο μάλιστα ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῶσι πάντες οἱ νόμοι καὶ λειτουργήσωσι πάντες ἀναλόγως τῶν προβλέψεων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Τούτων οὕτως ἐχόντων, εἶχε μέγα δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν ἐταράχθη ἐπὶ τῇ προκλήσει ἢ τῇ συμβουλῇ ἑνὸς τῶν συναδέλφων περὶ συνομολογήσεως δανείου, εἶχε πληρέστατον δίκαιον νὰ τῷ εἴπῃ: «Πῶς θέλετε νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον, νὰ τὸ ζητήσωμεν ἆρά γε ἀπὸ τὸν τοῖχον;» Βεβαίως ἐν ᾗ θέσει ἀφιέμεθα οἰκονομικῶς, εἰς τὸν τοῖχον θὰ προσκρούσωμεν, ἐὰν ἐπιχειρήσωμεν συνομολόγησιν δανείου· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ σύμπασα δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ποτὲ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας, ἐν τοιαύταις μάλιστα κρισίμοις στιγμαῖς, περιέλθῃ εἰς τὴν ἀπαίσιον ἀνάγκην νὰ προσκρούσῃ εἰς τὸν τοῖχον. Πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι εἶνε ἑτοίμη ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ ὁμοφώνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν ἑαυτῆς συνδρομήν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦναι ἕτοιμος νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν φιλοπάτριδα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως μέριμναν ὑπὲρ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τῆς Χώρας. Βεβαίως οὐδαμῶς ἄλλως δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἐνεστῶσαι ἀνάγκαι, εἰμὴ διὰ τῆς τακτικῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Πᾶν ἄλλο μέτρον ἐπισπεύδει τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουσα τοῦτο — καὶ εἶνε εἰς κρείττονα θέσιν πάντων ἡμῶν νὰ τὸ γινώσκῃ — δὲν θέλει διστάσει νὰ προβῇ θαῤῥαλέως εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅπερ θὰ πληρώσωσι τὰ χαίνοντα κενά. Καὶ διὰ τοῦτο ἤκουσα μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων εἰπόντος, ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς μέτρα οἰκονομικὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἐπικειμένων ἀναγκῶν. Ἤκουσα ἐπίσης μετ’ εὐχαριστήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη προαναγγείλαντος, ὅτι θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τῇ Κυβερνήσει ἐξουσίαν εὐρυτέραν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος· προσέθηκε καὶ ἄλλο τι τότε, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅπερ ἴσως ἦτο πρόωρον, ὅτι δηλαδὴ δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῇ καὶ τοῦ Συντάγματος τὰ ὅρια πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς. Εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ὑπέκυψαν πάντοτε πάντα τὰ Κοινοβούλια τῶν ἐλευθέρων Ἐθνῶν, διότι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν δὲν προπαρασκευάζουσιν αἱ Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐξερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ὀφείλει ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν Βουλὴν ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ. Ἀλλὰ ἡ αὔξησις τῶν πόρων τοῦ Κράτους πῶς ἄλλως δύναται νὰ γίνῃ εἰμὴ διὰ προσθήκης φόρων; Δύναται νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις: εἰμπορεῖ ἆρά γε νὰ ὑποστῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος πλειότερα βάρη; ἀπαντῶ ὅτι ὄχι μόνον δύναται, ἀλλ’ ἐὰν οὕτω πολιτευθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, θὰ ἀνακουφίσῃ μᾶλλον τὸν λαὸν ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται, θὰ σώσῃ, ἵνα εἴπω ἀκριβέστερον, αὐτὸν ἀπὸ τὴν φορολογίαν, ὑφ’ ἧς σήμερον πιέζεται καὶ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὁποίας διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῇ. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι 25 ἢ μᾶλλον 40 ἑκατομμύρια—διότι τοσαῦτα εἶνε, καθὰ καὶ ἁρμοδιώτατος περὶ τὰ τοιαῦτα ἀνήρ, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Συγγρός, εἶπε προχθὲς—ἐὰν εἶνε ἀληθὲς ὅτι εἰς 40,000,000 ἀνέρχονται τὰ ποσά, ἅπερ ζημιοῦται κατ’ ἔτος ὁ λαὸς ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πληρόνων οὕτω βαρύτατα ἔμμεσον φόρον, καὶ ἂν ἀρκῶσι 10,000,000 μόνον, ὅπως τακτοποιηθῶσι μονίμως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν· ἐὰν ταῦτα ὦσιν ἀληθῆ, καὶ εἰσὶν ἀληθέστατα, νομίζω ὅτι, διστάζουσαι νὰ προβῶσιν ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰς εὕρεσιν τῶν τακτικῶν τούτων πόρων, θέλουσιν ἀποδείξει ἀπρονοησίαν ἀπέναντι τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπειλοῦσιν. Ἰδοὺ διατί, ἰδοὺ διὰ ποῖον πρακτικὸν σκοπὸν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξετάσω, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δι’ ἐπιβολῆς φόρων, καλῶς μεμελετημένων, δύναται ὁ λαὸς νὰ ἀπαλλαγῇ ἀμέσως τετραπλασίου βάρους ἐκείνου, ὅπερ ὑφίσταται νῦν, τὸ δὲ Ἔθνος νὰ περιέλθῃ οἰκονομικῶς, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ εἴπω εἰσέτι τὴν λέξιν εὐεξίαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς καχεξίας, εἰς ἣν σήμερον διατελεῖ. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν οὐδὲν διὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκτάκτους ἡμῶν ἀνάγκας, ἀποῤῥοφηθέντων τῶν πάντων διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν καὶ τὰς προκαταρτικὰς προπαρασκευάς, τί ὑπολείπεται ἡμῖν διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος; δυστυχῶς οὐδέν. Διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ 1886 κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀπαιτοῦνται 62,000,000 δραχμῶν. 62,000,000 εἶνε ἀπαραίτητα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, καὶ ταῦτα οὐχὶ πρὸς πόλεμον, οὗ τῶν ἀναγκῶν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς διατήρησιν τοῦ ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν; Ἀνάγκη ἑπομένως, καὶ κατεπείγουσα, νὰ προσφύγωμεν εἰς δάνειον, ὄχι ὅμως στρέφοντες τὴν κεφαλὴν κατὰ τοῦ τοίχου, ἀλλὰ διευθύνοντες τὴν κεφαλὴν ἡμῶν εἰς σκέψιν ἐμβριθῆ καὶ σπουδαίαν πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ μέσου, δι’ οὗ θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου διλήμματος. Ὅλα τὰ Ἔθνη, ἅπερ εὑρέθησαν εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς, εἰς τοῦτο τὸ μέσον προσέτρεξαν, εἰς τὸ μέσον τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας Ὅσοι ἀσχολεῖσθε εἰς τὰ οἰκονομικά, παρετηρήσατε οἵους καταπληκτικοὺς φόρους ἐπέβαλον τὰ Ἡνωμένα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς κατὰ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, οἵους βαρυτάτους φόρους ἐπέβαλον ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸν Γαλλο–γερμανικὸν πόλεμον· πρὸ πάντων παρετηρήσατε τοὺς παντοδαποὺς καὶ δυσβαστάκτους φόρους, οὓς ἐπέβαλεν ἡ Ἰταλία, ἡ Ἰταλία, ἣν μετ’ εὐλαβείας ὑπὸ τὴν ἔποψιν πάσης μὲν τῆς διοικήσεως αὐτῆς, πρὸ πάντων δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεώς της, πρέπει ν’ ἀναφέρωμεν.
§51Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ τοῦ πολέμου ἐπέβαλε τοὺς φόρους ἢ μετά;
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, δὲν μεταβάλλει τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, διότι τὰ συνομολογηθέντα πρὸ τοῦ πολέμου δάνεια κατέστησαν τοὺς φόρους ἀπαραιτήτους. Μὴ δὲν συνέβη τὸ αὐτό καὶ ἐν Γαλλίᾳ; Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα σήμερον νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον; Ὁμιλῶ δὲ περὶ τούτου καὶ ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ καλῶς, διότι ἂν καὶ τετριμμένον, ἀλλὰ εἶναι τόσον μέγα, τόσον ἀκριβές, τόσον ἀληθές, ὥστε θὰ τὸ ἐπαναλάβω· Θὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος ῥήτωρ καὶ πατριώτης εἶπε· «δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἐστὶ γενέσθαι τῶν δεόντων». Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ αἷμα αὐτοῦ, προθύμως τὸ ἔδωκεν ἡμῖν· ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν τὴν τιμὴν αὐτῶν καὶ μετὰ πεποιθήσεως ἀνέθεσεν αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, καὶ διστάζομεν νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὸ βαλάντιον αὐτοῦ;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι κενόν.
§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος, ὑπερβαίνων ἴσως τὸ καθῆκον αὑτοῦ, μοὶ λέγει, ὅτι τὸ βαλάντιον τοῦ Λαοῦ εἶναι κενόν. Τοῦτο ἴσα ἴσα ἤθελον νὰ ἀποδείξω μὴ ἀκριβές. Τὸ βαλάντιον ἑνὸς Ἔθνους, ὅπερ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πληρώνει ἀγογγύστως 40,000,000, εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι κενὸν, ὅπως πληρώσῃ 10,000,000 μόνον, ἅπερ θὰ τὸν ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ τὰ 40,000,000; Καὶ ἐπειδὴ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἐφ’ ᾗ εὐγνωμονῶ αὐτῷ, θὰ εἴπω δύο λέξεις πῶς δύναται τοῦτο νὰ κατορθωθῇ, πῶς δηλαδὴ διὰ 10 ἑκατομυρίων νέας φορολογίας θ’ ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ 40 ἑκατομμύρια, ἅπερ ἤδη ζημιοῦται. Τῷ ὄντι, ἂν κατορθώσωμεν νὰ ἐπιφέρωμεν πραγματικὸν ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν καὶ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια τὸ πολὺ περίσσευμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου, τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύνανται νὰ καταπαύσωσιν ἐντελῶς καὶ τὸ συνάλλαγμα δύναται νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἄρτιον. Θὰ ἔχωμεν δὲ οὕτω τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς δι’ αὐτῆς ἐπιτάσεως τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων σημαντικὴν ὠφέλειαν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ ἐκ ταύτης καταστρέφοντα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας δεινά. Ταῦτα λέγων, ἔχω τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐν νῷ διαγεγραμμένον ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, (ψιθυρισμοὶ καὶ μικρὰ διακοπὴ ἕνεκεν ἀνησυχητικοῦ κρότου ἀκουσθέντος ἐκ τοῦ διπλωματικοῦ θεωρείου). Ἔλεγον λοιπὸν ὀλίγον πρὸ τῆς διακοπῆς, ἥτις εὐτυχῶς δὲν εἶχε δυσάρεστόν τινα αἰτίαν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ὑποβάλλω, καὶ τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ ἀπευθυνθῶμεν εἰς τὰ κενὰ βαλάντια τοῦ Λαοῦ· κατὰ τὸν κύριον Πρόεδρον, τὰ ἰδικά του βεβαίως δὲν εἶναι κενὰ, ἀλλὰ θὰ πληρώσωμεν ἴσως τὰ βαλάντια τοῦ Λαοῦ, διότι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ κακὸν δὲν εἶναι μόνον ἡ ζημία τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ περιστολὴ τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος, ἡ ἀναστολὴ τῶν συναλλαγῶν καὶ τῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ τὸ δεινότατον πάντων, ἡ κατάπτωσις τῆς πίστεως τῆς Χώρας. Ἔλεγον προσέτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς διακοπῆς, ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐργαζομένη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐθνικῶς, ἔχει ἐν νῷ αὑτῆς πληρέστατον σχέδιον. Αἱ μέχρι τοῦδε διακηρύξεις αὐτῆς αἱ ἐπίσημοι τοῦτο δηλοῦσι· δηλοῦσιν, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε συμβάντα ἐν πάσῃ τῇ μεταβολῇ αὐτῶν, τῇ ἀπροσδοκήτως ἐπελθούσῃ ἐσχάτως, δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς ὅρους, ὧν ἄνευ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι δὲν θὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἀπέναντι τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔχω προσέτι τὴν πεποίθησιν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες, ἀλλὰ πρὸ πάντων οἱ τῆς πλειονοψηφίας, διὰ νὰ ἐξακολουθῶμεν ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην προσέτι ἔποψιν τὰ πράγματα διευθύνονται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς οὔτε διπλωματικῶς ἀνέτοιμος, οὔτε ὑλικῶς ἐν τοιαύτῃ ἀμηχανίᾳ, ἐν τοιαύτῃ—ἂς εἴπω τὴν λέξιν, ἀφοῦ αἰσθάνομαι αὐτὴν ἐν τῷ βάθει τῆς ψυχῆς μου—ἐν τοιαύτῃ μονώσει, ὥστε τὸ ἐγχείρημα νὰ ἦναι μόνον ἄξιον θαυμασμοῦ διὰ τὴν τόλμην αὐτοῦ, νὰ μὴ ἦναι ὅμως ἄξιον ἐπιδοκιμασίας διὰ τὴν σύνεσιν αὐτοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, καλουμένη εἰς ἐνέργειαν, δεόντως θέλει ἐπιτελέσει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ὅπως καὶ ἄλλοτε οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ ἐπετέλεσαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν κληθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ δράσῃ, θὰ κληθῇ ἐν ὀνόματι τοῦ δικαίου, οὐχὶ μόνον τοῦ ἐξ ὑποκειμένου δικαίου, ἀλλὰ τοῦ δικαίου, ὅπερ νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτον καὶ ὑπὸ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὑπὸ τῶν Εὐρωπαϊκῶν, λέγω, Δυνάμεων, ὧν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ἀποτελεῖ, καὶ δέον ν’ ἀποτελῇ ἀείποτε, ἡ Πατρὶς ἡμῶν ἀναπόσπαστον μέλος. Ἀλλὰ διὰ νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλὰς, τὸ ἐπαναλαμβάνω μυριάκις, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων. Πάντα τὰ ἄλλα δὲν ἐλλείπουσιν αὐτῇ, καὶ δύναται νὰ καυχᾶταί τις ὅτι εἶναι Ἕλλην διὰ ταῦτα τ’ ἄλλα. Μήπως ἐλλείπει ὁ ἐνθουσιασμός; μήπως ἐλλείπει τὸ θάῤῥος; μήπως ἐλλείπουσιν αἱ αὐτοθυσίαι, ἡ ἱκανότης, ἡ δραστηριότης, ἡ εὐφυΐα; Πάντα ταῦτα τὰ ἔχομεν, καὶ ἀφθόνως. Χρημάτων δὲ ἔχομεν χρείαν, χρημάτων, ἀλλὰ καὶ διευθύνσεως ἀναλόγου πρὸς τὸ ὕψος τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς καὶ δι’ αὐτῆς ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπιδιώκει σήμερον.
§55ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἷς τῶν ἐκ Σύρου κ. βουλευτῶν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἐγένοντο συζητήσεις ἐπὶ τῶν κατὰ πρῶτον ὑποβληθεισῶν συμβάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγεῖτο εἰς τὰς Τραπέζας τὸ δικαίωμα τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἕνεκα τῶν συνομολογηθέντων δανείων, ὑπέθεσε δὲ ὅτι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἀπεδόθη εἰς αὐτὰς ἡ δέουσα σημασία. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ δὲν ἦτο καθ’ ὅλα ἀκριβής. Πάντες ἐνόησαν ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς εὑρέθη ἴσως εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ὑπὸ τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης προέβη συντελούμενος ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος τῆς Χώρας. Δὲν ἐγένετο περὶ τούτου λόγος, οὐχὶ διότι δὲν συνῃσθάνθη τὸ κακὸν ἡ Βουλή, ἀλλὰ διότι κατεπλήγη, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὸ μεγαλεῖον τῆς καταστροφῆς. Ὅπως ὁ εὑρισκόμενος ἐπὶ βαράθρου καὶ ὠθούμενος νὰ κατακρημνισθῇ ἐν αὐτῷ, δὲν τολμᾷ ν’ ἀναπνεύσῃ ἐκ τρόμου μήπως καταστήσῃ τὸν ὄλεθρον αὐτοῦ φοβερώτερον, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐτόλμησε νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα διὰ νὰ μὴ καταστήσῃ δριμυτέρας τὰς καταστρεπτικὰς ἐντυπώσεις τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ταύτας ὅμως, δυστυχῶς, παρώξυνεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, διότι δι’ αὐτῆς ἐπετάθη τὸ κακὸν εἰς μέγαν βαθμὸν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐμηδενίσθησαν πάντα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀρθὸν ἐνόμισε νὰ εἰσαγάγῃ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ πάντοτε ὡς ὀνείρου ἐπιδιωκομένου, ἀλλ’ ἀείποτε φεύγοντος ἰσοζυγίου. Δώδεκα ἑκατομμύρια νέων φόρων προσεκλήθη πάλιν ἵνα καταβάλῃ ὁ πολύτλας Ἑλληνικὸς λαὸς, δώδεκα ἑκατομμύρια κατεστράφησαν διὰ τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως. Τὸ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο 8 τοῖς ἑκατὸν ὀλιγώτερον τοῦ μεταλλικοῦ, μόλις ἐγένετο γνωστὸν ὅτι νέον ζητεῖται δάνειον, ἔφθασεν εἰς 30, τοιουτοτρόπως δὲ αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν ἐμειώθησαν κατὰ δώδεκα ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Αἱ περιστάσεις, αἵτινες ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀπασχολούσης τὴν Βουλὴν συμβάσεως, ἐνδεχόμενον νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτὴν νὰ ζητήσῃ καὶ ἄλλο δάνειον, διόλου δὲ παράδοξον ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος νὰ φθάσῃ εἰς 50 τοῖς ἑκατὸν, καὶ οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους νὰ ἐλαττωθῶσιν ἔτι μᾶλλον, μέχρι τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, καὶ ὅτι τὸ κακὸν θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκεται, πάλιν παρίσταται ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ὅπως καλυφθῇ τὸ χάσμα, ὅπερ ἀνεῴχθη διὰ τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως, νὰ ἐξευρεθῶσι νέοι καὶ βαρύτεροι φόροι· καὶ περὶ τούτων δέον νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις μὴ λησμονοῦσα, ἐννοεῖται, νὰ προσαγάγῃ καὶ ἄλλην τινὰ σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ φορολογίας εἰς φορολογίαν καὶ ἀπὸ συμβάσεως εἰς σύμβασιν θὰ κατορθώσωμεν τέλος πάντων ν’ ἀνεγείρωμεν τὴν πυραμίδα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν δόξης. Ταῦτα ὡς διαμαρτυρία κατὰ τῆς συνομολογηθείσης καὶ ψηφιζομένης συμβάσεως, πιστεύω δὲ ὅτι εἶναι ἐλάχιστα, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ διὰ τούτων καὶ μόνων ἀρκούμεθα ἵνα κηδεύσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς ἐξετέλεσε μετὰ μεγάλης εὐκολίας τὸ καθῆκόν του. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶνε οἰκονομικὸν δεινὸν, ἐπηρεάζον οὐσιωδῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, ὅτι αὕτη ἐπήνεγκε ζημίας ἴσας πρὸς τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν προταθέντων μέχρι τοῦδε φόρων προσδοκῶμεν νὰ πορισθῶμεν, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα τοῦτο τῆς καταστροφῆς, θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλομεν εὑρεθῆ πανταχόθεν ἐκτεθειμένοι καὶ εἰς μεγάλας δυσχερείας οἰκονομικῶς. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶνε ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶνε ἀληθῶς οἰκονομικὸν δεινὸν, διότι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα προβαίνουσιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως καλύψωσι τὰ ἔξοδα αὐτῶν, πληρόνοντα οὕτω μικρὸν ἕνεκα ταύτης τόκον, ἐπιβάλλουσι τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου αὐτοῦ εἰς τὸν λαὸν, ὅστις ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρώσει τακτικὸν καὶ ὑπὸ τακτικοὺς ὅρους συνομολογούμενον δάνειον, πολλαπλασιάζεται μάλιστα συνήθως τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπηρεάζει ὄχι μόνον τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἰδιωτῶν. Τίς ἠμφισβήτησε τὴν ἀλήθειαν ταύτην; Μία μοὶ ὑπολείπεται ἀπορία, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, ἐὰν παρείχοντο εἰς ἡμᾶς προχειρότερα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς δώσει τὴν εὐκολίαν νὰ προσπορισθῶμεν χρήματά τινα ὑπὸ μικροτέραν ζημίαν, εἴτε τοῦ Δημοσίου Ταμείου, εἴτε τῆς κοινωνίας. Ἐὰν τοῦτο ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὁ ἀφορισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἰθάκης δὲν ἤθελε μένει μόνον ὡς ἀφορισμὸς ἐπιστημονικὸς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀφορισμὸν ἐκκλησιαστικὸν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι τοιαύτης μεγάλης οἰκονομικῆς συμφορᾶς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἰθάκης περιωρίσθη μόνον εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἀφορισμόν. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Μαυροκέφαλος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐγγράψῃ μετὰ τοσούτων ἄλλων πραγματευθεὶς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ διὰ πραγμάτων ἀναντιῤῥήτων νὰ βεβαιώσῃ τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τὸν ἐπιστημονικὸν ἀφορισμὸν τοῦ κ. ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὑπό τινος, ὅτι ἐξ ἐπιεικείας, πρὸς ἡμᾶς γενομένης, παρέλιπε νὰ συμπληρώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους του, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἤθελε νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, ὡς προβάντας ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὑπέλαβον, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ κηρύξω, ὅτι τὴν ἐπιείκειάν του ταύτην δὲν δέχομαι, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς Πατρίδος του ἤθελε πορισθῆ τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, ποῖα εἶνε τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχε νὰ προσφύγῃ, διὰ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὰς Τραπέζας καὶ νὰ μὴ συνομολογήσῃ τὰ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνεια. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης δὲν θὰ ἐλησμόνησε καὶ εἰς οἷον δήποτε θρανίον καὶ ἄν κάθηται, εἰς οἱονδήποτε θρανίον καὶ ἄν ἐκάθητο κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, εἴτε ἄν τῷ συνέβη νὰ καθήσῃ ἐπί τινος τῶν θρανίων τούτων (δεικνύει τὴν δεξιὰν), εἴτε ἐὰν ἐκάθητο ἐν τῷ μέσῳ ἐπὶ τῆς διόδου ταύτης, εἴτε ἐὰν εἶχεν ἀποκατασταθῆ ἐπὶ τῶν θρανίων ἐκείνων (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), δὲν λησμονεῖ ὅμως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περιεῖχεν ἔλλειμμα ἕνδεκα ἑκατομμυρίων. Ἴσως παρεμυθεῖτο ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν, ὅτι ἤθελε γίνει δυνατὸν νὰ ἐκποιήσωμεν τὰς εἰς ἐνέχυρον παρακεχωρημένας ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ νὰ πορισθῶμεν διὰ τῆς ἐκποιήσεως ταύτης τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν ἐπὶ ἐνεχύρῳ, καὶ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν πωλήσει αὐτὰς, καὶ ἴσως ἐνόμισεν, ὅτι εἰσεπράξαμεν τὴν διαφορὰν ταύτην καὶ ἐκαλύψαμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Ἴσως ὑπέλαβεν, ὅταν ἐψήφισε τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκδώσωμεν ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000, ἴσως ὑπέλαβεν, ὅτι ἐτοποθετήσαμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 10,000,000 καὶ ὅτι ἐπορίσθημεν τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης νομίζει, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1885 δὲν εἴχομεν ἡμεῖς νὰ προβλέψωμεν εἰμὴ περὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἀμέριμνοι καὶ ἥσυχοι διὰ τὴν θεραπείαν τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης ἐμάνθανεν, ὅτι αἱ εἰς ἐνέχυρον παρακεχωρημέναι ὁμολογίαι ἐξακολουθοῦσι μένουσαι ἐνέχυρον, διότι δὲν ἐπληρώθησαν αἱ προκαταβολαὶ, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον τεθῆ εἰς ἐνέχυρον, διότι αἱ προσενεχθεῖσαι πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν τιμαὶ ἦσαν μικραὶ καὶ ἡ πώλησις αὐτῶν ἐπὶ ταῖς τιμαῖς ἐκείναις ἤθελε ζημιώσει ἄλλως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἐὰν ἐμάνθανεν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 10,000,000 ἔχομεν ἀκόμη εἰς τὰ χαρτοφυλάκια ἡμῶν, καὶ δὲν ἐξεποιήσαμεν αὐτὰ ὄχι βεβαίως ἕνεκα ἐλλείψεως θελήσεως· ἐὰν ἐμάνθανε κατὰ συνέπειαν, ὅτι τῇ 6 Σεπτεμβρίου, ὅταν ἐν Φιλιππουπόλει ἐτόλμων τὸ τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ διεπράχθη, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος ἔβλεπεν ἐξωτερικευόμενον τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ διὰ χρέους πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνερχομένου εἰς 9 ἑκατομμύρια, διὰ χρέους πρὸς τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα ἀνερχομένου εἰς 900 χιλιάδας, διὰ χρέους εἰς προκαταβολὰς δαπανηθείσας ἀνερχομένου εἰς 800 χιλιάδας, διὰ χρέους εἰς δημοτικὰς παρακαταθήκας ἀνερχομένου εἰς 700 χιλιάδας καὶ διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, κυκλοφορούντων καὶ μὴ δυναμένων νὰ ἐξαργυρωθῶσιν ἕνεκα ἐλλείψεως χρημάτων, ἀνερχομένου τοῦ ποσοῦ αὐτῶν εἰς δύω ἑκατομμύρια, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἤθελεν ἔλθει νὰ μᾶς ἀναμνήσῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ἀνεγείρωμεν τὴν πυραμίδα τῆς οἰκονομικῆς δυσκολίας ἡμῶν. Ἡμεῖς προέβημεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνωμολογοῦμεν αὐτὰ, δὲν μᾶς εἶχε μείνει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς· ἐὰν εἴχομεν δικαίωμα ἐκλογῆς, ἠθέλομεν προτιμήσει πᾶν ἄλλο δάνειον παρὰ δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν προέβημεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 6 ἢ 7%, διότι ἐγνωρίζομεν, ὅτι, ἐὰν ἠλαττόνομεν κατὰ 6 ἢ 7% τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, προσετίθεμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ποσὰ πολὺ μεγαλείτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ᾠκονομοῦμεν διὰ τοῦ εὐτελοῦς τόκου τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ὑπὲρ πάντα ἄλλον οἱ Κυβερνῶντες ἠδύναντο νὰ γνωρίζωσι, διότι ἐκεῖνοι ἐγνώριζον ποῖαι ἀνάγκαι διοικητικαὶ ἤθελον προκύψει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ποίας αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι τῆς διοικήσεως ἤθελον ἐπιβάλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρεώσεις, καὶ πόσου χρηματικοῦ ποσοῦ ἐξαγωγὴν ἤθελε τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων ἡ ἐκπλήρωσις. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ ποσὸν τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἤθελε τεθῆ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὴν κυκλοφορίαν, νὰ εἶναι τόσῳ μέγα, ὥστε νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ἕνεκα τούτου ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τὸ κακὸν ἤθελεν εἶσθαι μικρὸν καὶ ἀνεπαίσθητον· ἀλλ’ ἐγνωρίζομεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἠθέλομεν ζητήσει χρυσὸν εἰς μεγάλα ποσὰ, μόνη δὲ ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ εἰς μεγάλα ποσὰ ἤθελε φέρει τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτής. Καὶ ἐνῷ ἐγνωρίζομεν πάσας ταύτας τὰς συνεπείας, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὰ δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, διότι οὐδεμίαν ἄλλην εἴχομεν εὐκαιρίαν διὰ νὰ πορισθῶμεν χρήματα· ἂν δὲ δὲν συνωμολογοῦμεν αὐτὰ, ἔπρεπε νὰ παραδῶμεν πολὺ μεγαλείτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀνταλλάξωμεν οὔτε μὲ Χρηματικοὺς ὑπολογισμούς, οὔτε μὲ οἰκονομικοὺς κανόνας. Πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη μετ’ ἐπιμονῆς διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἰσοζύγιον ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886. Διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο, προέτεινε καὶ φόρους νέους καὶ αὐξήσεις φόρων λειτουργούντων, καὶ ἂν εἶνε ἀληθὴς παραβολή τις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ἐν ξέναις ἐφημερίσι, περιποιεῖται μεγάλη τιμὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἀγογγύστως ἤκουσεν, ὅτι μέχρι 15 ἑκατομμυρίων αὐξάνουσιν αἱ παροχαὶ, τὰς ὁποίας θέλει κληθῆ νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Πατρίδα. Εἶπον ἐὰν εἶνε ἀληθὴς ἡ παραβολὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ἐν ξέναις ἐφημερίσι, διότι πράγματι ἀνέγνων, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν προταθέντων ἐφέτος πρὸς ἐξίσωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 νέων φόρων ἢ προταθεισῶν αὐξήσεων τῶν ὑφισταμένων φόρων ἔχει τοιοῦτον λόγον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οἷον λόγον ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ 450 ἑκατομμύρια νέοι φόροι, ἐὰν ἐπροτείνοντο πρὸς ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Γαλλίας. Ἂν μὲν ἐν τῇ Γαλλικῇ ἱστορίᾳ παρεστάθη παράδειγμά τι τοιοῦτον, οἱ χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ κυβερνῶντες τὸ μέγα ἐκεῖνο Κράτος ἐθάῤῥησαν διὰ νὰ προβάλωσι τοιαῦτα μέτρα, ἦσαν χρόνοι δικαιολογοῦντες τὸ θάῤῥος τῶν ἐκεῖνοι· ἀλλὰ καὶ οἱ χρόνοι, τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς διανύομεν, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνωσι νὰ προβῶμεν εἰς προτάσεις, ἐχούσας ἴσην σημασίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθηκα. Εἶπον, ὅτι τὰ προταθέντα μέτρα δίδουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ προϋπολογίσωμεν ἔσοδα ἐξ αὐτῶν 15 ἑκατομμυρίων διότι, ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν, σᾶς ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι δὲν ἐνέγραψα μεταξὺ τῶν ἐσόδων οὐδὲν ποσὸν ὡς πρόσολον ἐκ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸν ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διότι ὡσαύτως δὲν ἐνεγράψαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων οὐδὲν ποσὸν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαῤῥυθμίσεως τῆς Νομοθεσίας, τῆς ἀφορώσης τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ φυτείας, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς εἰσήχθη, καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ δικαιολογηθῶ, ἐὰν ἐγγράψω ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρόσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Δὲν περιελάβομεν ὡσαύτως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἄλλα τινὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θέλουσι προκύψει ἐκ νομοθετημάτων ἄλλων, τῶν ὁποίων τινὰ ὑπάρχουσιν ἤδη ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ φρονῶμεν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν ἐπιτύχει πραγματικὸν καὶ ἀληθὲς ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ὑπάρχει ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἔκτακτος, τοῦ ὁποίου αἱ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 62 ἑκατομμύρια. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ 1885. Νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν προσενέγκει ἀληθῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Τόπον, ἂν ἠδυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσι παρεσκευασμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι πρόσοδον ἴσην πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 τῷ ἐκτάκτῳ. Ἤμην μάλιστα διατεθειμένος καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου νὰ θυσιάσωμεν πᾶσαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἴτε ἐπὶ φόρων λειτουργούντων, εἴτε ἐπὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, ἂν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐγκατελίπομεν τὴν γνώμην μας καὶ ἠσπαζόμεθα τὴν γνώμην ἄλλων, ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἠθέλομεν αὐξήσει ἐπαισθητῶς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προϋπελογίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων νόμων, οἵτινες λειτουργοῦσιν, ἢ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ. Ὁμιλῶν πρός τινα, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἔχει ὁμολογουμένως κῦρος, καὶ ὅστις ἔχει ἀναντιῤῥήτους γνώμας περὶ τινος φορολογίας, ὁμιλῶν πρὸς αὐτὸν καὶ συζητῶν καὶ ἀντιλέγων πρὸς τὰς γνώμας του ἐκείνας, καὶ ὑποστηρίζων τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐφηρμόσαμεν ἐπὶ τοῦ εἴδους ἐκείνου τοῦ φόρου, ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὅτι καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν γνώμην μας, ἐὰν ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ποσὸν ἰσάξιον τῆς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν μὲ συνεβούλευεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπὶ εἰκασιῶν καὶ ἐλπίδων εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ στηριχθῇ τις, ὄχι μόνον νὰ μεταβάλῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως θέλει εἰσπραχθῆ. Ἡμεῖς ἕνα μόνον ἔχομεν σκοπὸν, πῶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ, ὁ σκοπὸς οὗτος προΐσταται πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ κρατεῖ πάσης ἄλλης γνώμης καὶ μελέτης· ἀλλ’ ὁ σκοπὸς οὗτος πρέπει ἀποδεδειγμένως νὰ ἐπιτευχθῇ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἡμᾶς, ἂν ἀσπασθῶμεν γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἀποδεχόμεθα ὡς ὀρθὰς, καὶ νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίστασιν ἠθέλομεν προβάλει. Ἡ ἐξασφάλισις καὶ ὁ προσδιορισμὸς ποσοῦ ἐσόδων 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων πέραν τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν ἐσόδων διὰ τὸ 1886, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐσύστησε, βεβαίως εἶνε ἐπιθυμητὴ, δὲν μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι εἶνε εὔκολον νὰ εὐπιτευχθῇ. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐπιτυχίας τῆς ἐξασφαλίσεως τοσούτου ποσοῦ, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἁπλῆς ἀναγραφῆς ἀριθμῶν, οἵτινες μετὰ 15 μῆνας θέλουσιν ἀποδειχθῆ ὑπερβολικοὶ καὶ μὴ πιστωθέντες ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἐξεύρεσις προσόδου πρὸς αὔξησιν κατὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια πέραν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε καταστήσει εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσπάσῃ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε ζητήσει διὰ νὰ ἀνεύρῃ καὶ συνομολογήσῃ. Ἀλλ’ ἡ εὕρεσις δανείου δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιζητηθῇ, διότι μοὶ φαίνεται— καὶ ἡ γνώμη μου κυροῦται ἀπὸ γνώμης ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἶνε λίαν ἐντριβεῖς περὶ τὰς τραπεζικὰς ἐργασίας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐργαζόμενοι, ὡς ἀλλοδαποί, δύνανται ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν—λέγω ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐδέξατο δυστυχῶς τραύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπηνέχθησαν ἀναγκαίως κατ’ αὐτῆς, τῶν ὁποίων ὅμως τὴν σημασίαν καὶ τὸ μέγεθος ἐπέτεινον ἴσως ἐκεῖνοι, οἵτινες διεχειρίσθησαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους τοὺς τίτλους τοὺς Ἑλληνικούς, τῶν ὁποίων ἦσαν κάτοχοι. Εἶνε λίαν ἐπικίνδυνον τὸ σύστημα τῆς ἑνώσεως τῶν δανείων μετὰ τῶν προκαταβολῶν συνεβούλευσα ἐν καιρῷ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τοῦτο, διότι ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι καλὴν προαίρεσιν οἱ πρῶτοι συναλλασσόμενοι, πολλάκις ἐναντίον τῆς θελήσεως αὑτῶν ἐπέρχονται συνέπειαι, ὁποῖαι περιάγουσι τὰ Κράτη εἰς ἣν περιήχθημεν καὶ ἡμεῖς δυστυχῶς κατάστασιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εἶτα ψηφίζεται καὶ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας καὶ διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε· ἀλλὰ βλέπω ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§60ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἕνεκα οἱασδήποτε αἰτίας δὲν κατορθοῦται νὰ συγκροτῆται ἀπαρτία πρὸ τῆς τετάρτης ὥρας. Δι’ οἱονδήποτε λόγον μετὰ τοῦτο καὶ ἕνεκα οἱωνδήποτε αἰτίων δὲν μᾶς εἶναι εὔκολον νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διατίθεται μέρος τοῦ χρόνου καὶ πολλάκις ἱκανὸν πρὸς συζητήσεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ φθάνομεν εἰς τὰς πέντε καὶ ἡμίσειαν καὶ εἰς τὰς ἓξ ὥρας μ. μ. καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μόλις εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ βλέπομεν τὸ ὡρολόγιον ἑπτὰ παρὰ τέταρτον, γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀπέλθωμεν. Τοιουτοτρόπως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Λοιπὸν νομίζω καλὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν συνεδρίασιν μέχρι τῆς 8 καὶ ½ ἢ μέχρι τῆς 9 διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν τὰ ἔργα μας.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἅλατος, εἶχον ζητήσει τὴν σύγχρονον συζήτησιν τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι συνεδέετο μετὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Εἶχον δὲ εἴπει τότε, ὅτι ἐζήτουν τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου προεδίκαζε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἧς ἐθεώρουν τοὺς ὅρους βαρεῖς διὰ τὸ Δημόσιον. Ὅθεν ἔρχομαι κατὰ καθῆκον νὰ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τότε ἐξέθηκα. Καὶ ἓν ἄλλο καθῆκον μὲ κάμει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης· τὸ καθῆκον τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλει ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν πρεσβεύω καὶ τὴν ὁποίαν πολλάκις ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον, θεωρῶν ὡς τὸ χείριστον τῶν μονοπωλίων, νομίζω ὅτι, ἅμα αἱ περιστάσεις μᾶς τὸ ἐπιτρέψωσι, πρέπει νὰ καταργήσωμεν βεβαίως, ἀντικαθιστῶντες αὐτὸ δι’ ἄλλου καταλληλοτέρου φορολογικοῦ συστήματος. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι θεωρῶ τὴν διὰ τῶν μονοπωλίων ἔμμεσον φορολογίαν ὡς καλὴν τότε μόνον, ὅταν ἐφαρμόζηται ἐπὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης· τὸ ἅλας δὲ εἶναι εἶδος πρωτίστης ἀνάγκης. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος· ἀναφέρω ὅμως τοῦτο, διότι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, δεσμεύει τὸ Κράτος ἐπὶ 10 ἔτη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ ἅλατος· ἐπὶ 10 ἔτη καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ τὴν γνώμην μου, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ σύμβασις ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ὡς ἔχει. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομίας ἐν γένει τῆς συμβάσεως. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· νομίζω ὅτι εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον ὁ τοιοῦτος συνδυασμός. Κατὰ δύο δὲ τρόπους δύναται νὰ λάβῃ χώραν τοιοῦτος συνδυασμός· εἴτε διὰ τῆς ἀπολύτου ἀναθέσεως τῆς εἰσπράξεως εἰς ἰδιώτας καὶ τῆς πληρωμῆς ὡρισμένου ποσοῦ εἰς τὸ Κράτος, ὅπερ γίνεται δι’ ἐνοικιάσεως, καὶ ταύτης δὲ ἢ ἀπολύτως ἢ διὰ συνεταιρισμοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε διὰ τῆς παροχῆς ὑπηρεσίας ἰδιωτικῆς, ἀμειβομένης διὰ συμμετοχῆς ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ. Τὸ πρῶτον, τὸ τῆς ἐνοικιάσεως, ἔχει τὸ καλὸν, ὅτι ἐξασφαλίζει εἰς τὸ Δημόσιον ὡρισμένον καὶ βέβαιον ποσόν· ἔχει ὅμως τὸ κακὸν, ὅτι καθιστᾷ τὸν ἐνοικιαζόμενον φόρον πιεστικώτερον διὰ τὸν λαόν· ὅταν ἑπομένως τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ ἐνοικιάσῃ φόρον τινὰ, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ἐν τῇ συντάξει τῆς περὶ ἐνοικιάσεως συμβάσεως, εἶναι πῶς νὰ προλάβῃ τὴν παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ πίεσιν τοῦ φορολογουμένου. Ἐν τῷ δευτέρῳ συνδυασμῷ, δηλαδὴ τῆς εἰσπράξεως φόρου τινὸς παρ’ ἰδιωτῶν, ἀμειβομένων διὰ συμμετοχῆς ἐπὶ τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ, ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιδιώξῃ ἐν τῇ συντάξει τῆς συμβάσεως τοιούτου συνδυασμοῦ, εἶναι ἡ πλήρης καὶ τελεία ἐξέλεγξις τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἰδιώτου, εἰς ὃν ἀνατίθεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Εἰς ταῦτα κυρίως πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προτοχὴν αὐτοῦ τὸ Δημόσιον, διότι ὁ ἰδιώτης ἔχει συμφέρον ν’ ἀποφύγῃ, ὅσον δύναται πλειότερον, τὴν τοιαύτην ἐπίβλεψιν, ὅπως ὑπηρετῇ τελειότερον τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα. Ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, βασίζεται ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου συνδυασμοῦ τῶν δύο συμφερόντων, τοῦ Δημοσίου δηλαδὴ καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ. Ἰδιῶται ὡρισμένοι παρέχουσιν εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν, ἀντὶ νὰ λάβωσι μισθόν, λαμβάνουσι ποσοστὸν ὡρισμένον ἐπὶ τοῦ παρ’ αὐτῶν εἰσπραττομένου φόρου. Τὸ Κράτος ἔχει συμφέρον νὰ προσέξῃ, ὅπως ἐν τῇ διαχειρίσει ταύτῃ τῶν ἰδιωτῶν ἐξελέγξῃ ὁλόκληρον τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Τὴν ἐξέλεγξιν, ἣν τὸ Δημόσιον διατηρεῖ κατὰ τὴν συζητουμένην σύμβασιν, εὑρίσκω ἀτελῆ· εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι τὸ Κράτος ἀποξενοῦται πάσης ἐξελέγξεως καὶ δὲν διατηρεῖ εἰμὴ ἁπλῆν μόνον ἐπίβλεψιν. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν παιγνιοχάρτων, διότι αἱ ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεις εἰσί πολὺ μικρότεραι τῶν ἄλλων δύο· θὰ περιορισθῶ ἰδίως ἐπὶ τῶν δύο μεγαλειτέρων μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Ἐπὶ τοῦ πρώτου τὸ Δημόσιον ἀναθέτει εἰς τοὺς ἐργολάβους καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν προμήθειαν τοῦ πετρελαίου. Οἱ ἐργολάβοι θ’ ἀγοράσωσι τὸ πετρέλαιον, θὰ μεταφέρωσιν αὐτὸ ἐν Ἑλλάδι, θὰ τὸ παραλάβωσι καὶ θὰ τὸ ἀποθηκεύσωσιν ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις. Αὐτοὶ θὰ τὸ παραδίδωσιν εἰς ἑαυτοὺς, ὅπως τὸ μεταφέρωσιν ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ πωλῶσι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας, οἱ ἐργολάβοι θὰ κατασκευάσωσιν αὐτὸ, θὰ τὸ παραδώσωσιν εἰς ἑαυτοὺς, θὰ τὸ φυλάξωσιν ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, θὰ τὸ παραλάβωσιν οἱ ἴδιοι ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, θὰ τὸ μεταφέρωσιν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ θὰ τὸ πωλῶσιν. Ὁλόκληρος, ὡς βλέπετε, ἡ διαχείρισις καὶ τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ἐργολάβων, τὸ δὲ Κράτος διατηρεῖ μόνον τὴν ἁπλῆν ἐπιτήρησιν δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦσι τὴν αὐτοπαράδοσιν (ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν), τὴν ὁποίαν θὰ κάμωσιν οἱ ἐργολάβοι τῶν εἰδῶν τούτων. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Τόπου μας· ἀλλὰ ἐὰν ὑπάλληλοι, διαχειριζόμενοι καὶ εἰσπράττοντες φόρους καὶ φέροντες ἄμεσον εὐθύνην τῆς διαχειρίσεώς των ταύτης, δὲν ἐμπνέουσιν εἰς ἡμᾶς πλήρη ἐμπιστοσύνην, τοιαύτη δὲ περὶ αὐτῶν δυσπιστία πολλάκις ἐξεφράσθη ὑπὸ πολλῶν ἐξ ἡμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουν εὐθύνην καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν εἰμὴ μόνον ἁπλῆν ἐπιτήρησιν; Οἱ ἐργολάβοι κατὰ τὴν σύμβασιν εἰσὶ κύριοι ἀπόλυτοι τῆς ὅλης διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, δηλαδὴ τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου, τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, τῆς μεταφορᾶς, τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Τὴν τοιαύτην ἐγκατάλειψιν πάσης ἐξελέγξεως ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοσίου εὑρίσκω ἀτέλειαν σπουδαίαν τῆς συμβάσεως. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τὸ οἰκονομικὸν ἢ μᾶλλον τὸ ταμιευτικὸν τῆς συμβάσεως, εὑρίσκω ὡσαύτως, ὅτι τοῦτο εἶναι βαρὺ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ δὲν προστατεύει ἀρκούντως τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Τὸ Δημόσιον διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πετρελαίων πληρώνει ὡρισμένον ποσὸν 220,000 δραχμῶν περίπου.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἐξάγετε τὸ ποσὸν τοῦτο;
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ καταναλωθέντος πετρελαίου ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, ὑπολογίζω, ὅτι θέλουσι καταναλωθῆ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους 120,000 κιβώτια. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου κάμνω τοὺς ὑπολογισμούς μου, ὅπως ἔχωσιν οὗτοι ὅσον οἷόν τε θετικωτέραν βάσιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαιότητα τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐργολάβων. Οὗτοι λαμβάνουσι μίαν δραχμὴν καὶ 27 λεπτὰ κατὰ κιβώτιον, ἤτοι δραχμὰς 153,000· λαμβάνουσι τὰς διαφόρους προμηθείας τοῦ ἄρθρου 7, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 2½% ἐπὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν θὰ πωληθῶσι τὰ 120,000 κιβώτια πετρελαίου, ἤτοι ἐπὶ δραχμῶν 2,700,000, μὴ λογιζομένης τῆς τελευταῖον ψηφισθείσης προσθήκης τῶν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Αἱ προμήθειαι δὲ αὗται ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 67,000· ὥστε 153,000 καὶ 67,000 φέρουν δραχμὰς 220,000. Δὲν καταλογίζω δὲ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν οἱ ἐργολάβοι ἐκ τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου. Αἱ ὠφέλειαι αὗται δύνανται νὰ ὦσι σπουδαῖαι, δυσκόλως ὅμως δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας παρέχουσιν οἱ ἐργολάβοι εἰς τὸ Δημόσιον; οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχουν 25,000 κιβώτια πετρελαίου ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις καὶ 5,920 ἐν 72 εἰδικαῖς ἀποθήκαις· ὑποχρεοῦνται δὲ νὰ παραλαμβάνωσιν ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν τὸ πετρέλαιον, νὰ τὸ μεταφέρωσιν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ νὰ τὸ πωλῶσιν. Ἡ ὠφέλεια τῶν ἐργολάβων θὰ ὑπερβῇ τὰ 10% ἐπὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν θὰ πωληθῇ τὸ πετρέλαιον. Ἡ μεταφορὰ τοῦ πετρελαίου ἐκ τῶν κεντρικῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας εἶναι δύσκολος διά τινας ἐξ αὐτῶν· διὰ τὰς πλείστας ὅμως εἶναι εὔκολος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐργολάβων, ἡ ἀνερχομένη εἰς 10% περίπου τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, εἶναι βαρεῖα διὰ τὸ Δημόσιον. Ἔτι βαρυτέραν εὑρίσκω τὴν ἀμοιβὴν, ἣν λαμβάνουσι διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων. Δι’ αὐτὴν οἱ ἐργολάβοι λαμβάνουσιν ὡρισμένον ποσὸν 220,000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ἅλατος, δηλαδὴ λαμβάνουσι πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ὅλην διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ἐν ᾧ συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ἐτήσιαι δόσεις, τὰς ὁποίας πληρώνει εἴς τινας τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 34,000 δραχμῶν περίπου. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δίδει τὸ Κράτος εἰς τοὺς ἐργολάβους διὰ μόνην τὴν κατασκευὴν τοῦ ἅλατος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν οἱ ἐργολάβοι ὑποχρεοῦνται νὰ δαπανήσωσι 300,000 δραχμῶν ἐντὸς 5 ἢ 10 ἐτῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν ἁλυκῶν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς δαπάνης ταύτης δίδεται εἰς αὐτοὺς ἀρκετὸν ἀντάλλαγμα διὰ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ παρέχει αὐτοῖς ἡ σύμβασις, νὰ περιορίσωσιν εἰς τρεῖς μόνον τὰς καλλιεργουμένας ἁλυκὰς ἀντὶ τῶν 10, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται σήμερον· διὰ τοῦ τοιούτου δὲ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁλυκῶν θέλει προκύψει οἰκονομία ἀρκετὴ, ἵνα σκεπάσῃ σχεδὸν τὴν δαπάνην τῶν 300,000 δραχμῶν. Ἡ οἰκονομία δὲ αὕτη ἀποβαίνει βεβαιοτέρα ἐκ τῆς ἐλευθερίας, ἥτις δίδεται εἰς αὐτοὺς, νὰ εἰσαγάγωσι καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἅλας, ἐὰν δὲν δυνηθῶσιν ἢ δὲν θελήσουν νὰ παραγάγωσιν ἐν τῷ Κράτει τὰς 14,000,000 ὀκάδων, ἃς ὑποχρεοῦνται νὰ προμηθεύσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἅλας δὲ δύνανται ν’ ἀγοράσωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς ½ λεπτὸν κατ’ ὀκὰν, ἐὰν δὲν δυνηθῶσι νὰ παράσχωσι τοιοῦτο ἐν ταῖς καλλιεργηθησομέναις τρεῖς ἁλυκαῖς μὲ δαπάνην, μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸ ½ λεπτὸν κατ’ ὀκάν. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας τοῦ ἅλατος περιέχουσι καὶ ἄλλο ἄτοπον, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ μιᾶς τοπικῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία δύναται μὲν σήμερον νὰ μὴ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν ἕνεκα τοῦ μονοπωλίου, δύναται ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι νὰ στερήσῃ τὸν Τόπον παραγωγῆς ἐπωφελοῦς καὶ σπουδαίας. Ἐκτὸς τῶν 220,000 δραχμῶν, ἃς οἱ ἐργολάβοι λαμβάνουσι διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἅλατος, οὗτοι λαμβάνουσι δραχμὰς 560,000· διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ πώλησιν αὐτοῦ, δι’ ἣν ὁρίζεται ὑπὲρ αὐτῶν προμήθεια 4 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσιν Ἐπαρχίαι, ἐν αἷς τὸ ἅλας πωλεῖται πρὸς 20 καὶ 30 ἴσως δὲ καὶ 40 λεπτὰ κατ’ ὀκάν, ἀλλ’ αἱ Ἐπαρχίαι αὗται εἰσὶν ὀλίγισται. Ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, μόλις εὑρίσκω, ὅτι εἶναι 9 ἢ 10 Ἐπαρχίαι, δυνάμεναι νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς δύσκολοι διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος· καὶ ἐν αὐταῖς δὲ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος φθάνει εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, οὐχὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἐπαρχίας, ὅπου θὰ συστηθῶσιν αἱ εἰδικαὶ ἀποθῆκαι, ἀλλὰ μακρὰν αὐτῶν, ἐν χωρίοις ἀποκέντροις, ὅπου δὲν ὑπάρχει συναγωνισμὸς εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ ἅλατος.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμεῖτε μίαν πληροφορίαν; Ἡ εἰκασία δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν πωλεῖται εἰς μεγάλην τιμήν.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὅμως πρὸς 40 λεπτά.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σχεδόν.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι 5 ἢ 6 Ἐπαρχίαι· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀναδεχόμενον ὅλα τὰ ἔξοδα τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν καὶ τὴν πραγματικὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς εἰς τὰς δυσκόλους καὶ εἰς τὰς εὐκόλους Ἐπαρχίας, θέλει δαπανήσει πολὺ ὀλιγώτερον τῆς προμηθείας τῶν 4 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἣν δίδει εἰς τοὺς ἐργολάβους. Δὲν εἶχον τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα νὰ κάμω λεπτομερῆ μελέτην τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἠδυνήθην νὰ συλλέξω περὶ τῆς δαπάνης τῆς μεταφορᾶς εἰς τὰς δυσκόλους Ἐπαρχίας, εἰκάζω ὅτι θὰ ἦναι πολὺ ὀλιγωτέρα ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐργολάβων ὁρισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς δαπάνης τῆς μεταφορᾶς εἰς ἑκάστην εἰδικὴν ἀποθήκην. Ὅπως ἔχει ἡ σύμβασις, τὸ Δημόσιον θέλει πληρώσει κατ’ ἔτος εἰς τοὺς ἐργολάβους 780,000 δραχμάς. Δὲν ἐνόησα δὲ ποῦ βασιζόμενος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου ἐξ 750,000 δραχμῶν. Οὐδεμία τοιαύτη οἰκονομία δαπάνης θὰ ἐπέλθῃ. Ἐπιψηφίζοντες τὴν σύμβασιν θ’ ἀπαλείψωμεν μὲν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχμὰς 750,000, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν, θὰ δώσωμεν ὅμως τοῖς ἐργολάβοις 780,000, ὥστε ἀντὶ ἐλαττώσεως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν δαπάνης. Ἐκτὸς τῶν ἐλαττωμάτων τούτων ἡ σύμβασις παρουσιάζει καὶ ἕτερον· παραδέχεται τὴν παρὰ τῶν ἐργολάβων πληρωμὴν ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ ἑκατομμυρίου ἐκ τῶν παρ’ αὐτῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὸ πωλούμενον πετρέλαιον, ἅλας καὶ παιγνιόχαρτα χρημάτων, οὐχὶ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλὰ διὰ καταβολῆς ἐν εἴδει ἐνεχύρου χρεωγράφων τοῦ Κράτους, ὑπολογιζομένων εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν καὶ ὧν τὰ ⅘ θὰ λαμβάνωσιν εἰς πετρέλαιον καὶ ἅλας. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι διττῶς ἀσύμφορος· πρῶτον, διότι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει πλήρη ἀσφάλειαν ἕνεκα τῆς σημερινῆς τιμῆς τῶν πλείστων δανείων ἡμῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων ἅτινα οἱ ἐργολάβοι θὰ προτιμήσωσι νὰ καταβάλωσι· τὰ δάνεια ταῦτα σήμερον ἀξίζουν ὀλιγώτερον τῶν ⅘ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐξεδόθησαν καὶ εἰς ἣν οἱ ἐργολάβοι θὰ δικαιοῦνται νὰ τὰ καταβάλλωσι· δεύτερον, διότι ἡ διάταξις αὕτη καθιέρωσεν ἐπισήμως τὴν ὕπαρξιν καθυστερουμένων ἐκ φόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ν’ ἀφίνωσί ποτε καθυστερούμενα· ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι τὸ διὰ χρεωγράφων καταβληθησόμενον ποσὸν ἀντιπροσωπεύεται ἐκ τοῦ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις εὑρισκομένου ἅλατος καὶ πετρελαίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξίαν ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσιν οἱ ἐργολάβοι. Ἀλλὰ τὰ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις εἴδη καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκωνται καθ’ ὁδὸν μεταφερόμενα εἰς τὰς ἀποθήκας ταύτας, δὲν ὑπερβαίνουσι τὴν ἀξίαν 500 ἢ καὶ 600,000 δραχμῶν· ἑπομένως οἱ ἐργολάβοι θὰ καθυστερῶσι πάντως ποσὸν ἀνώτερον τῶν 400,000 δραχμῶν· διὰ τὸ καθυστερούμενον δὲ τοῦτο ποσὸν τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἔχῃ πλήρη ἀσφάλειαν διὰ μόνης τῆς καταβολῆς τῶν χρεωγράφων, τῶν ὁποίων ἡ σημερινὴ ἀξία εἶναι κατωτέρα τῶν ⅘ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν. Τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα παρατηρῶ καὶ ἐπὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν ἐργολάβων. Οἱ ἐργολάβοι καταθέτουσι 300,000 δραχμὰς ὡς ἐγγύησιν εἰς χρεώγραφα, λογιζόμενα εἰς τιμὴν τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, δικαιοῦνται δὲ νὰ λάβωσι τὰ ⅘ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης εἰς πρᾶγμα, δηλαδὴ εἰς πετρέλαονι, εἰς ἅλας ἢ εἰς παιγνιόχαρτα, θὰ λαμβάνωσι δηλαδὴ τὸ ὅλον καί τι πλέον τῆς σημερινῆς ἀξίας τῆς ἐγγυήσεώς των ταύτης, εἰς χεῖρας δὲ τοῦ Δημοσίου οὐδὲν θὰ μείνῃ ἐκ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης πρὸς ἐφαρμογὴν διαφόρων διατάξεων τῆς συμβάσεως, σχετιζομένων μὲ τὴν ἐγγύησιν των· τοιαῦται δὲ διατάξεις εἰσὶ π. χ. ἡ παρὰ τοῦ Κράτους ἀγορὰ πετρελαίου, ἐὰν οὗτοι δὲν ἀγοράσουν τοιοῦτον ἐγκαίρως, ἥτις ἀγορὰ θὰ γίνεται διὰ λογαριασμόν των καὶ ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἐγγυήσεως· τὰ πρόστιμα, ἅτινα τυχὸν ἤθελον ἐπιβληθῆ εἰς τοὺς ἐργολάβους καὶ ἅτινα θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῶν. Ἠδύνατο ἴσως νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐὰν εἴχομεν τὴν προσωπικὴν εὐθύνην τῶν ἐργολάβων, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὗτοι εἰσὶ καὶ τίμιοι καὶ ἀξιόχρεοι. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ ἄρθρον 48 τῆς συμβάσεως, οἱ ἐργολάβοι δύνανται νὰ σχηματίσουν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μεταβιβάσωσιν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν. Σχηματίζοντες δὲ οἱ ἐργολάβοι ἀνώνυμον ἑταιρίαν ἀπαλλάσσονται πάσης εὐθύνης. Τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἀπέναντι αὐτοῦ μίαν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ἥτις θὰ ἔχῃ ἴσως κεφάλαιον 500,000 ἢ καὶ 1,000,000 δραχμῶν εἰς χρεώγραφα, παρακατατεθειμένα εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, θὰ ἔχῃ δὲ ἤδη λάβει ἀπέναντι αὐτῶν εἰς εἴδη ποσὸν ἀνώτερον τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ βλάβη τις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ παράβασις οἱαδήποτε τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἔχῃ πρὸς κάλυψιν πάσης τοιαύτης ἐνδεχομένης ζημίας μήτε τὴν προσωπικὴν εὐθύνην τῶν ἐργολάβων μήτε ἀρκοῦσαν χρηματικὴν ἐγγύησιν. Ἑτέρα ἔλλειψις τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ἀπαλλοτρίωσις τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ τροποποιήσῃ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τοῦ ἅλατος καὶ ἐπὶ πενταετίαν τὸν τοῦ πετρελαίου. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, ἀλλ’ εἶμαι κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ἐνδεχόμενον μετὰ δύο ἢ πλειότερα ἔτη, ἐὰν ἔχωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἔθνους νὰ θελήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἢ τὴν τοῦ πετρελαίου καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἑτέρας φορολογίας· ἐνδεχόμενον ἀνώτερόν τι συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβάλλῃ ἡμῖν τὴν εἰς ἄλλους παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων· ἡ παροῦσα σύμβασις θὰ παρουσιάζῃ ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα πρὸς πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Λείπει ἐν τῇ συμβάσει οὐσιώδης διάταξις, παρέχουσα εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως καὶ πρὸ τῆς λήξεως αὐτῆς διὰ λογικῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐργολάβων. Χωρὶς λοιπὸν νὰ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς συμβάσεως, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὴν δικαίωμα πραγματικῆς ἐξελέγξεως καὶ οὐχὶ ἁπλῆς ἐπιβλέψεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων· τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνεται εἴτε διὰ τῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκτελέσεως τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, εἴτε διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς ἄλλους ἐργολάβους τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, οἵτινες, παραδίδοντες τὰ εἴδη ταῦτα, θὰ ὑπόκεινται οὐ μόνον εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐργολάβων τῆς πωλήσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἄμεσον ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐξελέγξωσι καὶ τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν τῶν εἰς αὐτοὺς παραδιδομένων εἰδῶν. Ἑτέρα τροποποίησις τῆς συμβάσεως, ἥτις πρέπει νὰ ζητηθῇ, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἐργολάβων διὰ τὰ εἰς εἰδικὰς ἀποθήκας μεταφερόμενα καὶ πωλούμενα ἅλατα. Τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀμοιβῆς ταύτης εἰς 4 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ ὅλου τοῦ πωλουμένου ἅλατος ἔν τε ταῖς κεντρικαῖς καὶ ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις θεωρῶ καὶ αὐθαίρετον καὶ βαρὺν διὰ τὸ Δημόσιον· νομίζω δὲ ὅτι ὁ προσδιορισμὸς οὗτος πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δαπάνης, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς ἑκάστην εἰδικὴν ἀποθήκην καὶ ἀναλόγως τῶν δυσκολιῶν, ἃς παρουσιάζει ἡ μεταφορὰ αὕτη. Τρίτη τροποποίησις τῆς συμβάσεως, ἣν θεωρῶ ἀναγκαίαν, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν διὰ χρεωγράφων καταβολὴν μέρους τῆς ἀξίας τῶν παρὰ τῶν ἐργολάβων λαμβανομένων ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν εἰδῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ καταβολὴν διὰ χρεωγράφων, εἰμὴ μόνον διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἱ ἐργολάβοι θὰ ἔχουν ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις· ὀφείλει δὲ νὰ λάβῃ ἐγγύησιν ἀνεξάρτητον τῆς πληρωμῆς τῶν λαμβανομένων εἰδῶν παρὰ τῶν ἐργολάβων καὶ ἥτις νὰ χρησιμεύῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἑτέρα τροποποίησις ἀναγκαία νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῇ συμβάσει εἶναι ἡ ἐν αὐτῇ καταχώρισις διατάξεως, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ δύναται τὸ Δημόσιον, ὁψέποτε θελήσῃ καὶ δι’ οἱονδήποτε λόγον, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν, πληρῶνον ὡρισμένην ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἐργολάβους. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· συνιστῶ δὲ ταύτας τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν ψηφίζομεν σήμερον νόμον, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα εἰς ἑτέραν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ τροποποιήσωμεν, ἐὰν εὕρωμεν ἐν αὐτῷ ἐλλείψεις, ἀλλὰ σύμβασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπὶ πέντε ἢ δέκα ἔτη οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ εἰσάξωμεν τροποποίησιν. Ἴσως ἤθελέ τις μοὶ παρατηρήσει, ὅτι αἱ προτάσεις δύνανται νὰ ὦσι καλαὶ, ἀλλὰ δέχονται ἆρά γε αὐτὰς οἱ ἐργολάβοι; Ἡ τοιαύτη παρατήρησις ἤθελεν εἶσθαι ὀρθή· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρό τινων ἡμερῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει συναγωνισμὸς ἐπὶ τῆς συζητουμένης συμβάσεως. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τοιοῦτος συναγωνισμὸς, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δύσκολον νὰ πεισθῶσιν οἱ ἐργολάβοι νὰ παραδεχθοῦν τὰς παρ’ ἐμοῦ προτεινομένας τροποποιήσεις, ὧν αἱ μὲν παρέχουσιν ἐλάττωσιν τῆς εἰς αὐτοὺς ἀνατιθεμένης ἐργασίας, αἱ δὲ μεταβολὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁρίζεται ἡ εἰς αὐτοὺς παρεχομένη ἀμοιβὴ, βασιζομένη ἐπὶ θετικῆς βάσεως, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ἀποστάσεως, αἱ ἄλλαι δὲ πραγματικὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν γείνωσι παραδεκταὶ παρὰ τῶν ἐργολάβων αἱ τροποποιήσεις, ἃς προτείνω, νομίζω, μολονότι θεωρῶ κατ’ ἀρχὴν καλὸν τὸ σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ συζητουμένη σύμβασις, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ διαχειρισθῇ ἀπευθείας τὸ Δημόσιον τὰ τρία μονοπώλια, ἀντὶ νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, οἵα αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας σας ἐγγράφως, ἐὰν θέλετε νὰ ψηφοφορηθῶσι.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἐπρότεινα, καὶ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ ταύτας, τροποποιῶν τὴν σύνταξιν τῶν διαφόρων ἄρθρων τῆς συμβάσεως, δὲν θὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ εὐχαρίστως θέλω ὑποβάλει αὐτῷ τὰς τροπολογίας, ὧν νομίζω ἀναγκαίαν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν παρὰ τῶν ἐργολάβων παραδοχήν· διότι τὴν σύμβασιν δὲν δύναται μονομερῶς νὰ τροποποιήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἑπομένως νομίζω περιττὸν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὰς τροποποιήσεις, ἃς μοὶ ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶμαι εὐγνώμων διὰ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε νὰ ἀναλάβετε τὸν κόπον τῆς γραφῆς καὶ τῆς συντάξεως, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις, θέλω ὀφείλει χάριν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐὰν παρουσιάσωσιν αὐτὰς εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Βεβαίως δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ προτιμότερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι νὰ παρουσιάσωσι τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν σήμερον.
§74ΤΟΜΑΝ. (Ὅρα Παράρτημα).
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι παράλειψις ἴσως τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφερον εἰς ὑμᾶς τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως. Τοιαύτην τινὰ διάταξιν ἐψηφίσατε ἤδη ἐν νομοσχεδίῳ διελθόντι καὶ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις.
§76ΣΥΓΓΡΟΣ. Νομίζω ἀναγκαιότατον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἐπέμβω, εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης εἶπε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν πρὶν τῆς λήξεώς της, νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ ὡρισμένη ἀποζημίωσις, ἣν θὰ πληρώσῃ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἔκαμε πολλὰς παρατηρήσεις, εἰς ἃς δὲν ἐπεμβαίνω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε καὶ θέλει λάβει βεβαίως ὅλα τὰ μέτρα ἐπὶ τῇ προκειμένῃ συναλλαγῇ τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ἐργολάβων. Ἐγὼ μόνον φρονῶ καλὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἰσαχθῇ εἷς ὁρισμὸς ἀποζημιώσεως εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, ὃν εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι εἰμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογίαν. Ἐγὼ εἶμαι ὅλως ἐναντίος τοῦ συστήματος τῆς συνεχοῦς μεταβολῆς τῶν φορολογιῶν νόμων, καὶ τοιοῦτον φρονῶ ὀλέθριον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου ἐν γένει· διότι, ὅταν καθ’ ἑκάστην μεταβάλλωμεν τὴν φορολογίαν, συνειθίζομεν τὸν λαὸν νὰ λέγῃ: ἂς μὴ πληρώσω τὸν φόρον σήμερον, διότι αὔριον πιθανὸν δι’ ἀλλαγῆς Ὑπουργείου ν’ ἀλλάξῃ καὶ τρόπος φορολογίας καὶ ὅσοι δὲν ἐπλήρωσαν τὸν φόρον σήμερον ν’ ἀπαλλαγοῦν τῆς πληρωμῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ ὀφείλει νὰ εὕρῃ τρόπον, δι’ οὗ νὰ μὴ δεσμευθῇ ἐπὶ δέκα ἔτη ὡρισμένως, διὰ νὰ δύναται, ὁπόταν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, νὰ διαθέσῃ ἄλλως τὴν διαχείρισιν τῶν δύο τούτων μονοπωλίων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν καὶ σύστασίν μου ταύτην.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως τοὺς κκ. συναδέλφους νὰ ποιήσωνται γνωστὰς εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας ἔχουσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διότι εἰλικρινῶς καὶ προθύμως ἐπιθυμῶ νὰ ἐρευνήσω αὐτὰς καὶ νὰ ἀποδεχθῶ πᾶν ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἤθελε μοὶ ἐνδείξει, καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ ἐξασφαλίσω ὅσον εἶνε δυνατὸν τὰ συμφέροντα ταῦτα ἀπὸ παντὸς κινδύνου, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἔλλειψις τοῦ προσήκοντος χρόνου δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ πραγματευθῶ ἐγὼ ἀπ’ εὐθείας τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, εἰς τὴν τιμιότητα τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ δύο, ἀγαθοὶ ὑπὲρ τὸν ἕνα, θέλω νὰ ἀκούσω τὰς παρατηρήσεις τῶν πολλῶν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Σύρου μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι ἀξία λόγου. Ἐγὼ ἐδυσκολεύθην νὰ προβῶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, διότι εὗρον ὑποχρέωσιν διαρκοῦσαν ἐπὶ δύο ἔτη, ὥστε δὲν εὗρον τὸ Δημόσιον ἐλεύθερον νὰ δεχθῇ ἄλλας συμφωνίας ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους. Ἑπομένως καὶ ἂν κατορθωθῇ διὰ μικρᾶς ἀποζημιώσεως νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν, οἱ συμβληθέντες μεθ’ ἡμῶν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν θέλουσι θεωρήσει δύσκολον τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, διότι ἀφοῦ πρόκειται νὰ καταβάλωσι κεφάλαιον 300,000 δραχμῶν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, θὰ εἶνε δύσκολον νὰ δεχθῶσι τοιαύτας προτάσεις. Ἐν τούτοις δὲν θέλω παραλείψει νὰ πράξω ὅ,τι εἶνε δυνατόν, ἵνα διατηρήσω τὴν ἐλευθερίαν ταύτην.
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶνε προχωρημένη, ἐπιφυλλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμῇ νὰ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις ὅλων εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ νὰ ἐγκρίνῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον, ὁρίζων τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡς πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κάμνω πᾶσαν παραχώρησιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὰς γνώμας ὅλων.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον ἡ συζήτησις.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καθ’ ἣν εὐχὴν καὶ ἐπιθυμίαν ἐξέφρασεν ἡ Βουλὴ καὶ ἣν συμμερίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας μηνιαίας συντάξεως ἐκ δραχμῶν 200 διὰ τὴν πενθοῦσαν χήραν τοῦ προώρως μεταστάντος ἀφ’ ἡμῶν ἀειμνήστου Ἀθ. Πετιμεζᾶ. (Ὅρα Παράρτημα).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν ἔχετε διάθεσιν νὰ ἐργασθῶμεν, πρέπει νὰ ἔρχεσθε ὀλίγον ἐνωρίτερα, διότι καταντᾷ τὴν ἑσπέραν νὰ γίνηται ἀπαρτία. Ἔχομεν δὲ σπουδαῖα ἔργα νὰ ἐκπληρώσωμεν καὶ ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην· εἴπομεν εἰς τὰς τρεῖς νὰ εἴμεθα ἐδῶ.
§83ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει, διότι δὲν διελύσαται τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 3½, καθὼς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ κάμω καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀποδοθῇ ἡ αἰτία εἰς ἐμέ. Παρακαλῶ, κύριοι, αὔριον νὰ ἤμεθα ἐδῶ εἰς τὰς τρεῖς.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυνάμεθα ἤδη νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπετε, ὅτι ἀνεχώρησαν οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλετῶν· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 7½).