1885.11.19
1.737 στίχοι · 13.811 λέξεις · 74 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 19 Νοεμβρίου 1885.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα (ἀνοίγονται).
§2Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ ἀραιὰ τὰ καθίσματα.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε βλέπω, ἂν καὶ δὲν ἐπιμένω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκήρυξα ὅτι εἶναι ἀπαρτία, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος εἶπεν ὅτι ἐξ ὅσων βλέπει δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ἀπέναντι τῆς ἐνστάσεως αὐτῆς ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν εἶσθε βέβαιος ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, εἶνε περιττὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονὸς, ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. Βουλευτῶν). Παρόντες εἰσὶ 143. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι οἱ θέσαντες εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἀπαρτίαν ὅτι ἔχουσι κἄπως δίκαιον, διότι ἡ ὥρα εἶνε 4 καὶ ¼ καὶ ἐν τούτοις μόλις κατωρθώθη νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐκάμαμεν. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην εἰμὴ ἕνεκα τῆς κατεπειγούσης ἐργασίας, ἥτις ὑπάρχει, τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω παρὰ εἰς τὸ νὰ εἴπω πάλιν ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν ἀκριβῶς εἰς ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν, ἠναγκάσθην δὲ νὰ παραμείνω διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν ἵνα μὴ παρεμβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Τρεῖς ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατώρθωσαν νὰ προβῶσι εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας, μολονότι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐργασίαν. Χθὲς παρεκάλεσα τὰ μέλη νὰ συνέλθωσι καὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀποτελέσωσιν ἀπαρτίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰ μέλη νὰ συνέλθωσι καὶ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκκρεμῆ ἐργασίαν, ἥτις εἶνε ἐνώπιον ἑκάστης Ἐπιτροπῆς ἤδη, ὅτε εἶναι παρόντα τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν.
§7ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Ἐγὼ ἦλθον εἰς τὴν ὡρισμένην ὥραν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἀπαρτία· τώρα θέλω νὰ ἡσυχάσω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπινέλης, Βουλευτὴς Κραναίας, ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν περισσευμάτων τῶν λιμενικῶν φόρων Κραναίας, τὰ ὁποῖα εἶναι διαθέσιμα καὶ προέρχονται ἐκ τῶν φόρων Κραναίας. (Ὅρα Παράρτημα). Κατάδικοί τινες ἐκ Θεσσαλίας διὰ μακρᾶς ἀναφορᾶς των ἐκθέτουσιν, ὅτι κατεδικάσθησαν διὰ ληστρικὰς πράξεις εἰς διαφόρους ποινὰς κατὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπανάστασιν καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτοὺς χάρις.
§9Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγένετο συζήτησις καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὑπέπεσαν εἰς ἐγκλήματα, ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν προσῆλθον εἰς τὸν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἐν Θεσσαλίᾳ Ὀθωμανὸν Πασᾶ, ὅστις τοῖς ἐχορήγησεν ἀμνηστίαν, καὶ ἔκτοτε εἰργάζοντο ἡσύχως εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἔζων ἀρκετὰ καλά. Ὅταν κατὰ τὸ 1878 ἐπέτρεψεν ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις νὰ εἰσβάλωσιν εἰς Θεσσαλίαν ἄτακτα σώματα, προέτρεψε καὶ αὐτοὺς νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν, καὶ τὸ ἔπραξαν ἀφέντες τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν, ἧς ἐτύγχανον παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ Ἐξουσίᾳ. Μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἡ Κυβέρνησις τοῖς ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μένωσι κεκρυμμένοι· ἂν ἔπραξαν δὲ καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔγκλημά τι, τὸ ἔπραξαν ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, οὔσῃ χώρᾳ ξένῃ, καὶ κατὰ τῶν ἐκεῖ κατοίκων, ὄντων καὶ τούτων ἀλλοδαπῶν, καὶ αὐτῶν τῶν ἐγκληματούντων ὄντων ἀλλοδαπῶν· διότι ἀπὸ τὸ 1871, ἀφ’ ὅτου ἔλαβον τὴν εἰς Θεσσαλίαν ἀμνηστίαν καὶ ὅσοι δὲν ἦσαν ἐξ αὐτῶν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι ἐγένοντο τοιοῦτοι, ὥστε κατὰ τὴν Ποινικήν μας Νομοθεσίαν αὐτοὶ δὲν τιμωροῦνται διὰ τὰ ἐγκλήματα αὐτά. Ὅταν κατὰ τὸ 1879 ἤμην Νομάρχης εἰς Φθιώτιδα, εἶχον ἐντολὴν νὰ τοὺς περιποιῶμαι καὶ νὰ τοῖς δίδω χορηγήματα, ἐσκέπτετο δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ τοῖς δώσῃ ἀμνηστίαν διὰ Νόμου ἢ νὰ τοὺς δικάζῃ εἰς τὸ τῆς Λαμίας κακουργιοδικεῖον μετὰ ταχύτητος καὶ νὰ τοῖς δώσῃ πλήρη χάριν καὶ διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὶν ἢ προσφύγωσιν εἰς Θεσσαλίαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1879 ὁ κύριος Γρίβας ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὸν Διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ νὰ τοὺς συλλάβῃ καὶ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Τοῦτο μαθόντες καὶ νομίσαντες προδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως πάραυτα ἐσχημάτισαν ἀρκετὰς ληστροσυμμορίας, καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐγκλήματα, ὅταν ἐγὼ ἀνήγγειλα τοῦτο κρυπτογραφικῶς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον, ὅστις μὲ διέταξεν ἀμέσως νὰ καλέσω τὸν Διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ, ὄχι μόνον νὰ μὴ καταδιώξῃ, ἀλλὰ καὶ ἂν συνέλαβέ τινα τούτων νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον, καὶ οὕτως ἐπρολάβομεν νὰ μὴ γεμίσῃ ἅπασα ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ ἀπὸ ληστάς. Μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας προσῆλθον καὶ αὐτοὶ πεποιθότες εἰς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς τρόπου εἴτε διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν προμνησθέντων θ’ ἀποκατασταθῶσιν ἥσυχοι καὶ ἀσφαλεῖς. Ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρασπονδοῦσα τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ἐβασάνισεν ἐπὶ πολὺν καιρὸν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὑποδίκους, καὶ ἤθελε τοὺς διατηρήσει ἀκόμη, ἐὰν δὲν ὑψώναμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωνὴν διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Οὐχ ἧττον μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ἡ Κυβέρνησις διέταξε νὰ περατωθῶσιν αἱ κατὰ τῶν πασχόντων τούτων δίκαι, καὶ ἐπερατώθησαν, χωρὶς ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρὸ τοῦ Αὐγούστου 1881 ἡ χώρα τῆς Θεσσαλίας ἦτο χώρα ἀλλοδαπή, καὶ τὰ ἐκεῖ διαπραχθέντα ἐγκλήματα κατ’ ἀλλοδαπῶν ὑπὸ τούτων ὄντων εἰσέτι ἀλλοδαπῶν, ἑπομένως κατεδικάσθησαν οἱ ἀτυχεῖς εἰς ποινὰς βαρείας, καὶ τινες καὶ εἰς ἐκείνην τοῦ θανάτου, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις προσεφέρθη μὲ κακὴν πίστιν εἰς τοὺς ῥηθέντας καταδίκους, ἀφοῦ τοὺς ἔπεισε νὰ ἀποστατήσωσι κατὰ τῆς περιποιηθείσης αὐτοὺς Ὀθωμανικῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ μένωσιν εἰς τὴν χώραν τὴν Ὀθωμανικὴν, ὅπου ἠδύναντο νὰ ἦναι ἀσφαλεῖς καὶ ἥσυχοι μετερχόμενοι διάφορα ἡσύχων πολιτῶν ἐπαγγέλματα. Ἡ τοιαύτη μετὰ κακοπιστίας συμπεριφορὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως δὲν περιποιεῖ τιμὴν, οὔτε συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τοῖς παραπονουμένοις πλήρη χάριν ἐπανορθοῦσα σφάλμα ἀντιπολιτικὸν, ὅπερ ἔπραξεν ἡ προκάτοχός της.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς εἶναι λόγου ἄξιον, διότι οἱ ἀναφερόμενοι ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, καὶ κατὰ παράβασιν τῆς στοιχειωδεστάτης ἀρχῆς τοῦ δικαίου, καθ’ ἣν ἀλλοδαπὸς, διαπράξας ἀδίκημα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαποῦ, δὲν τιμωρεῖται. Ὅλοι ὑποθέτω, ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνδιαφερομένων, εὑρίσκονται εἰς τὴν περίστασιν τοῦ πρὸ μικροῦ μνημονευθέντος κανόνος, τουτέστι κατηγορήθησαν ὅτι, ἀλλοδαποὶ ὄντες, διέπραξαν ἀδίκημα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατ’ ἀλλοδαποῦ. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παρουσιάσθη τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ τοιοῦτοι καὶ ἐναντίον τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ἐπεκράτησε δὲ ἡ γνώμη ὅτι ἔδει νὰ τιμωρηθῶσιν ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν ἄτακτα στοιχεῖα εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ κινδυνεύσῃ ἡ δημοσία τάξις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εὗρεν εἰς τὸν Δαλὸζ χωρίον τι, καθ’ ὃ ἐν περιπτώσει προσαρτήσεως χώρας μεταβιβάζεται τὸ τοῦ τιμωρεῖν δικαίωμα τῆς προηγουμένης Ἐξουσίας καὶ ὅτι δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐπὶ τοιαύτης ἑρμηνείας, μὴ βασιζομένης εἰς τοὺς ποινικοὺς ἡμῶν νόμους, βασισθέντες οἱ ἁρμόδιοι κατεδίκασαν πολλοὺς εἰς ἰσόβια δεσμὰ καὶ ἄλλους εἰς 20 ἐτῶν δεσμά, ἴσως καί τινας εἰς θάνατον. Καὶ ποῖα ἆρά γε εἶνε τὰ ἐγκλήματά των; Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τιμωροῦνται δι’ οὓς λόγους σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δημητρακάκης πρὸ μικροῦ καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἄλλοι εἶναι οἱ ἀληθεῖς ἔνοχοι, ἐὰν ὑπῆρξεν ἐνοχή. Τοὺς ἐσκόρπισαν εἰς τὰ ὄρη ἵνα ἀναστήσωσι τοὺς ἀρματωλοὺς καὶ κλέπτας κατὰ τῶν Τούρκων· εὑρεθέντες δὲ οὗτοι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συντηρηθῶσιν ἔπραξαν διαφόρους ἀξιοποίνους πράξεις. Δὲν ὑψώνω φωνὴν ἀτιμωρησίας, ἀλλὰ συνιστῶ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις δικαιολογοῦσα τὴν Βασιλικὴν χάριτα, τοιαύτη εἶνε ἡ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν Βουλὴν καταδίκων. Ἐὰν δὲ δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ χαρισθῇ ὅλων ὅλη ἡ ποινή, τοὐλάχιστον νὰ ἐλαφρυνθῇ ἀναλόγως τῆς θέσεως ἑκάστου, ἀφοῦ καὶ συστάσεις τῶν ἁρμοδίων ἔκτοτε ὑπάρχουσι.
§11ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Εἷς βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ κύριος Γρίβας εἴτε ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ εἴτε ἄλλως παρήγγειλε νὰ τοὺς συλλάβωσιν. Αὐτοβούλως ἐνήργησεν ἢ συνεπείᾳ διαταγῶν;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§13ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ περιστατικά, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγο; καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Βώλου· ἔλαβον τὴν δικογραφίαν καὶ ὑπέβαλον αὐτὴν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἐλπίζω δὲ ὅτι ταχέως θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀναμένωμεν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ θὰ βλάψῃ μᾶλλον.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα πολὺ πρέπει νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δυστυχῶς ἡ Θεσσαλία εἶχε διαταραχθῆ καὶ ἐλυμαίνετο ἐκ ληστροπραξιῶν.
§16ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ὅστις ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1878, διηύθυνα μάλιστα τὴν μάχην τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, παρευρέθην δὲ καὶ εἰς τὸ Ματαράγκα καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ καταδικασθέντες ἐτάσσοντο εἰς τὰς μάχας μεταξὺ τῶν πρώτων, καὶ διὰ τοῦτο θὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ εἰς τὴν ἄλλην νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ ἀναφορὰ θέλει συστηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλλε δύο ἐκθέσεις, αἵτινες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς αὐτήν, κανονίζον τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἡ ἐκτέλεσις ἐξασφαλίζει ἀξιόλογον ποσὸν ἐσόδων· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγένετο ἤδη νόμος, δέον νὰ συμπληρωθῇ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον, κανονίζον καὶ τοῦτο τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ψηφισθῇ, ἐκτὸς τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐσόδων, τὰ ὁποῖα θέλει ἐξασφαλίσει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, θέλει ἐξασφαλισθῆ ἡ εἴσπραξις καὶ ἑνὸς ἄλλου ἑκατομμυρίου ἐσόδων ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἴσως θέλει θεωρηθῆ, ὅτι ἀφορᾷ προσωπικὰ συμφέροντα τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω σήμερον· ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τοῦτον· ἐξεναντίας, σκοπὸν ἔχει νὰ περιορίσῃ ἢ νὰ περιστείλῃ ἕνα ἀγωγὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πολλὰ χρήματα. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅσοι ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ οἱ ὁποῖοι, διανύσαντες καὶ πέραν τοῦ χρόνου, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἐξασφαλίζουσιν εὐμέγεθες ποσὸν συντάξεως, ἐὰν δὲ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλη τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι καὶ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου περίθαλψιν, ἐὰν ἡ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου σύνταξις αὐτῶν καὶ ἡ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου συνδρομὴ αὐτῶν ἀποτελῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ των, ἀποσύρονται τῆς ὑπηρεσίας. Τούτου ἕνεκα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πλὴν τῆς συντάξεως, τὴν ὁποίαν πληρώνει εἰς αὐτοὺς, ὑποχρεοῦται ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν σύνταξιν αὐτῶν καὶ τὸν μισθὸν τῶν διαδόχων των. Τοῦτο συνέβη πολλάκις καὶ ἐξακολουθεῖ συμβαῖνον. Ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε λάβει πρόνοιαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ διορίζῃ εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλους ἀρχαίους, ἀποκτήσαντας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ γενομένους συνταξιούχους ἐπὶ τῷ μισθῷ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διωρίζοντο, καὶ ἐπὶ τῇ παροχῇ ποσοστοῦ τινος ἀκόμη πρὸς τῷ μισθῷ. Προέτεινε δὲ ταῦτα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ διατηρήσῃ ὑπαλλήλους τινὰς ἀρχαίους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ νόμος ὅμως ἐκεῖνος κατηργήθη διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι πρέπει τις νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον τοσοῦτον εὐρὺ, νομίζω ὅμως, ὅτι θέλει εἶσθαι χρήσιμον, διότι θέλει συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἂν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, οἵτινες διὰ μακρᾶς ὑπηρεσίας ἀπέκτησαν ποσὸν συντάξεως, τὸ ὁποῖον τῇ προσθήκῃ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἀντιστοιχεῖ ἢ ὑπερτερεῖ τὸν μισθὸν τῆς ὑπηρεσίας των, δοθῇ ποσοστόν τι, ἵνα κρατήσωμεν αὐτοὺς ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, μὴ ἀναγκάζεται δὲ τὸ Ταμεῖον νὰ πληρώνῃ καὶ τὰς συντάξεις αὐτῶν, νὰ μισθοδοτῇ δὲ συγχρόνως καὶ τοὺς διαδόχους αὐτῶν. Τοιοῦτον νομοσχέδιον προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν. Φέρω ὑμῖν παράδειγμα ὑπάλληλον γνωστὸν, τὸν ὁποῖον ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδυνήθη νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁ ὁποῖος δ’ ἐπέμενε νὰ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι ἡ σύνταξις, ἣν εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ, καὶ ἡ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου ὀφειλομένη αὐτῷ περίθαλψις ἔδιδον αὐτῷ πρόσοδον μεγαλειτέραν τοῦ μισθοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ συντάξεων;
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν τροποποιῶ τὸν νόμον περὶ συντάξεων, ἀλλὰ προτείνω διὰ τοὺς ἀποκτήσαντας διὰ μακρᾶς σειρᾶς ὑπηρεσιῶν δικαίωμα πρὸς σύνταξιν τοσούτου ποσοῦ, ὅσον, τῇ προσθήκῃ τοῦ ποσοῦ τῆς περιθάλψεως, ἣν δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ἂν εἶναι μέλη αὐτοῦ, ἀποτελεῖ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, εἰς τοὺς τοιούτους ὑπαλλήλους νὰ δίδεται ποσοστόν τι πλέον τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω ὡσαύτως καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ προσθήκη 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ προσδιωρισμένον ὡς δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐμνήσθην, ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμόν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὁ ἐπ’ αὐτοῦ φόρος προσδιορίζεται εἰς δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν· διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου προστίθεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1886 ποσὸν 50 λεπτῶν προσέτι. (Ὅρα Παράρτημα). Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, καὶ ἴσως ἐντὸς τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος ταύτης, καὶ ἄλλα τινὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζετε, ὅτι τὰ τοιαῦτα περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων νομοσχέδια πρέπει νὰ προηγηθοῦν τῆς συζητήσεως πάντων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο διεῤῥύθμισα οὕτω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία σήμερον διενεμήθη εἰς ὑμᾶς. Ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 περὶ τῆς κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 περὶ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου τοῦ 1886, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 τὸ περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως τοῦ πετρελαίου κτλ. καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 περὶ φορολογίας τῆς προσόδου κεφαλαίων καὶ τῶν μισθῶν, εἶναι νομοσχέδια διαῤῥυθμίζοντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρόκεινται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἑπομένως, πρὶν ἢ προταθῶσιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἀνακοινώσωσιν ὅσας ἂν ἔχωσιν ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν παρατηρήσεις, ἵνα δυνηθῶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων. Τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθ. 18, 19 καὶ 20 ἀνάγονται εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα πρέπει νὰ λάβωσι δευτερεύουσαν θέσιν· ἀλλὰ εἰς τὰ ἔξοδα ὡσαύτως ἀνάγονται καὶ δύο νομοσχέδια, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 περὶ τῶν ὑπὸ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων ἄνευ ἀπολαβῆς δικαιωμάτων κατὰ παραγγελίαν τῆς Ἀρχῆς ἐνεργουμένων κοινοποιήσεων καὶ ἐπιδόσεων ἐγγράφων, διότι διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐλπίζεται ἐλάττωσις δαπανῶν κατὰ 15–20 χιλιάδων δραχμῶν. Μετὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσι νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται καθαρῶς εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης τὴν ἐπιψήφισιν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων, τὸ περὶ ἐγκρίσεως τῆς θαλασσοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἑδρευούσης Ὀθωμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἐκλογῆς Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων· διότι, ἂν δὲν ψηφισθῇ, θέλομεν κατὰ μῆνα Ἰανουάριον ἀναγκασθῇ νὰ προκαλέσωμεν ἐκλογὰς Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν γνωρίζομεν δὲ ἂν αἱ περιστάσεις συμβιβάζωνται μὲ τὴν τοιαύτην φροντίδα. Ἀλλ’ ἐπίσης συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἀτελείας σιδηρῶν σωλήνων τῶν ὑδραγωγείων Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου· διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ προθύμως ἐπεψήφισε πρό τινος καιροῦ νομοσχέδιον περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς σιδηρῶν σωλήνων εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων, προεκλήθην νὰ εἰσαγάγω γενικὸν νομοσχέδιον τοιοῦτον ὑπὲρ ὅλων τῶν Δήμων. Καὶ ἠρνήθην μὲν νὰ εἰσαγάγω τοιοῦτον, διὰ νὰ ἀποφύγω ἐνδεχομένας καταχρήσεις, ἀνέλαβον ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλω ἑκάστοτε τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, ὁσάκις ἀνάγκη παρίσταται, καὶ νὰ ζητῶ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς αὐτῶν. Ὅταν δὲ ὡριμάσωσι τὰ σήμερον εἰσαχθέντα νομοσχέδια, εἰσαγάγω δὲ καὶ τὰ ἄλλα, τότε θέλω προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλην διαῤῥύθμισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἂν κατορθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα ἀνέφερον, δυνάμεθα τότε ἀσφαλῶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν ὀργανισμῶν, τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος μᾶς ἐπιτρέπει. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν συνδέεται μὲ τὸν συντεταγμένον καὶ ὑποβεβλημένον Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ προηγηθῇ τῶν ἄλλων ὀργανικῶν νομοσχεδίων.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἔλαβον, κύριοι, διὰ τὴν καλλιτέραν διαῤῥύθμισιν τῆς διοικήσεως τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπέβαλον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω δύο τοιαῦτα. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν Δημοσίων ἔργων, ἡ ὁποία ἀργεῖ ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Σκαλιστήρη, διότι ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ. Τὸ ἕτερον ἀφορᾷ τοὺς Ἐργοδηγοὺς, καταργεῖται δὲ ὁ νόμος περὶ Ἐργοδηγῶν καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Συνοδεύονται δὲ ἀμφότερα μετ’ ἐκθέσεων αἰτιολογικῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὰς κατ’ Ἐπαρχίαν εἰσπράξεις ἐκ τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας νομίζω, ὅτι ἀπηύθυνε χθὲς τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν, καὶ τὸ Προεδρεῖον μοὶ ἐκοινοποίησεν αὐτὴν σήμερον τὴν πρωΐαν, ἀμέσως δὲ ἔδωκα παραγγελίας, διὰ νὰ ἑτοιμασθῶσιν αἱ πληροφορίαι. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, εἶχον δώσει ἐντολὴν τοιαύτην, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουσιν ἤδη συγκεντρωμέναι αἱ πληροφορίαι ἐν τοῖς Γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ πασῶν τῶν Ἐφορειῶν πλὴν ὀκτὼ τοιούτων, αἵτινες ὑπέβαλον μὲν αὐτάς, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συναρμολογηθῶσι μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον συλλεχθῆ ἐκ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, οὗ ἕνεκα ὑπελάβομεν, ὅτι δὲν ἦσαν αἱ πληροφορίαι αὐτῶν ἀκριβεῖς. Εὐθὺς ὡς λάβω τὰς ἐκ τῶν ὀκτὼ Ἐφορειῶν περιμενομένας πληροφορίας, θέλω εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείου 10,000,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§28Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ μεγαλειτέρα μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σιωπᾷ καὶ ὑποστηρίζει τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τρόπον ὥστε ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Οἰκονόμον νὰ τὴν ἀποκαλέσῃ μὴ καθαρὰν Ἀντιπολίτευσιν, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συνετελέσαμεν εἰς τὴν πτῶσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐξακολουθοῦμεν ὑποστηρίζοντες τὴν παροῦσαν διὰ τῆς ψήφου μας. Ὅθεν, ἐὰν λαμβάνω σήμερον τὸν λόγον, δὲν ἔχω σκοπὸν κυρίως νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ νὰ συμβουλεύσω τὴν Βουλὴν νὰ παρεμβάλλῃ πρόσκομμα εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαλλάττουσα τὸν οἶνον πάσης φορολογίας. Σκοπὸν ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διεσκευασμένον, θέλει προξενήσει πολλὰς ζημίας καὶ ἐνοχλήσεις εἰς τοὺς φορολογουμένους, χωρὶς ἀφ’ ἑτέρου νὰ φέρῃ μέγα τι ὄφελος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔχω δὲ, κύριοι, τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς, διότι ὁ οἶνος δὲν εἶνε ἐκ τῶν προϊόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παράγονται εἴς τινας μόνον Ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἶνε προϊόν, τὸ ὁποῖον παράγεται πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπάρχει πόλις ἢ χωρίον, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ καλλιεργῶνται ἄμπελοι, ἰδίως δὲ εἰς τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία εἶνε σπάνιον νὰ ἀπαντήσητε κάτοικον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶνε συγχρόνως καὶ παραγωγὸς οἴνου. Ὀφείλομεν δὲ πρὸ πάντων ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ εἴμεθα λίαν προσεκτικοὶ ὡς πρὸς τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, διότι οἱ ἀγρόται καὶ οἱ χωρικοί, μὴ γνωρίζοντες καλῶς τοὺς νόμους καὶ κατοικοῦντες εἰς μέρη ἀπόκεντρα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν εὐκόλως τὴν μεσολάβησιν καὶ τὴν προστασίαν τῶν Ἀρχῶν, εἶναι ἐκτεθειμένοι νὰ ὑποφέρουν πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ ἀδικίας ἀπὸ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουν τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, καὶ μάλιστα ὅταν τὰ ὄργανα ταῦτα συμβαίνῃ νὰ ἦνε ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχουν ὡς κανόνα εἰς τὴν ἐνέργειάν των τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Ἡ φορολογία τοῦ οἴνου ὑπέστη παρ’ ἡμῖν πολλὰς μεταβολὰς καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακαλέσω ὅλας ταύτας εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν, διὰ νὰ ἐννοήσητε, ὅτι τὸ προτεινόμενον ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν σύστημα ἐφηρμόσθη καὶ ἄλλοτε πρὸ πολλῶν ἐτῶν, δὲν ἀρνεῖται δὲ τοσοῦτον ἀγαθὴν μνήμην, ὥστε νὰ θελήσωμεν σήμερον νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν μετὰ παρέλευσιν 45 περίπου ἐτῶν ἀφ’ ὅτου ἐγκατελείφθη. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, μετὰ τὴν κατάπαυσιν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὅτε ἴσχυε τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἐπὶ τῆς ἐν γένει φορολογίας, ὁ ἔγγειος φόρος τοῦ οἴνου ἐνοικιάζετο μετὰ τῶν λοιπῶν ἐγγείων φόρων καὶ εἰσεπράττετο ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς, οἱ ὁποῖοι κατεμέτρουν τὸν παραγόμενον οἶνον καὶ ἐλάμβανον τὸν φόρον αὐτοῦ, εἴτε εἰς εἶδος, εἴτε εἰς χρήματα, πρὸς 8%. Ἀλλ’ ὁ οἶνος εἶναι προϊόν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καταμετρηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συγκομιδῆς αὐτοῦ, ὅπως καταμετροῦνται οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καὶ ἄλλα προϊόντα. Ἡ καταμέτρησις τοῦ οἴνου γίνεται μετὰ τὴν συγκομιδὴν καὶ ἀφοῦ ἀποταμιευθῇ εἰς τὰς οἰκίας καὶ τὰς ἀποθήκας τῶν φορολογουμένων. Ἑπομένως οἱ νόμοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔδιδον εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται ἀκωλύτως εἰς τὰς οἰκίας τῶν φορολογουμένων, νὰ παραβιάζωσι τὸ ἄσυλον αὐτῶν, ὁσάκις ἀπήντων δυσκολίαν εἰς τὴν εἴσοδον, διὰ νὰ καταμετροῦν τὸν οἶνον καὶ νὰ βεβαιώνουν τὸν φόρον Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος ἐξήγειρε μεγάλα παράπονα ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, τοιαύτη δὲ ἐξεδηλώθη ἀγανάκτησις, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καίτοι ἀπόλυτος καὶ μοναρχικὴ καὶ μὴ περιστοιχιζομένη ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1842, καὶ ἐκανόνισεν, ὥστε ὁ φόρος τοῦ οἴνου νὰ προσδιορίζηται δι’ ἐκτιμήσεως ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Πλὴν καὶ ἐκ τούτου δὲν ὠφελήθησαν οἱ φορολογούμενοι, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ εὗρον τὸν τρόπον νὰ διαφθείρουν τοὺς ἐκτιμητὰς καὶ ἠδίκησαν ἔτι μᾶλλον τοὺς παραγωγούς. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1843 καὶ 44 καὶ ἐπανῆλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ καταμετρήσεως τοῦ οἴνου μετὰ τὴν συγκομιδὴν, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι κατήργησε τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως καὶ ἀνέθηκε τὴν ἐξακρίβωσιν εἰς ἐπιστάτας τοῦ Δημοσίου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου εὗρον ἀνακούφισίν τινα οἱ φορολογούμενοι, ἀλλ’ ἐζημιώθη πολὺ τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὸ 1844 ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε Συνταγματικὸν Πολίτευμα, ὅτε δὲ ἐσχηματίσθη ἡ Γερουσία, καὶ συνῆλθεν ἡ πρώτη Βουλὴ, ἐκλήθη δὲ τὸ Ἔθνος νὰ μετάσχῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς νομοθεσίας, τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως τοῦ οἴνου ἐγκατελείφθη καὶ εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς στρεματικῆς φορολογίας, ὥστε ὁ οἶνος εἶνε τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι προϊόν, ὅπερ ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ τινάξῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, σύστημα, τὸ ὁποῖον μετὰ 10 ἔτη ἐφηρμόσθη καὶ εἰς ἄλλα προϊόντα, ἤτοι, τὰ γρασίδια, μποστάνια, περιβόλια, κήπους κτλ. καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προσπαθοῦμέν τινες, πλὴν ἐπὶ ματαίῳ, νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν ἐν γένει γαιῶν. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἐλειτούργησεν ἐν Ἑλλάδι 40 σχεδὸν ἔτη. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν τῆς Διοικήσεως πολλαὶ ἄμπελοι ἔμειναν ἀφορολόγητοι καὶ πολλοὶ φόροι βεβαιωθέντες δὲν εἰσεπράχθησαν, ἀλλ’ εἶνε ἐπίσης βέβαιον, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα οἱ φορολογούμενοι ἔμενον ἀνενόχλητοι καὶ ἠδύναντο νὰ συγκομίζουν ἐλευθέρως τοὺς οἴνους αὐτῶν, νὰ τοὺς μεταφέρουν καὶ νὰ τοὺς πωλοῦν, ὅπως καὶ ὅταν ἤθελον. Κατὰ τὸ 1882 ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ καταργήσῃ τὴν ἔγγειον φορολογίαν τοῦ οἴνου καὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἀντὶ αὐτῆς δικαίωμα καταναλώσεως. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξηλέγχθη ὅτι ἦτο νομοσχέδιον ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ὄχι δικαιώματος καταναλώσεως· διὰ τοῦτο δὲ εἰς τὰς πρώτας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπεσύρθη καὶ ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν κατέστη ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων Νόμος. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον φορολογεῖται μόνον ὁ λιανικῶς πωλούμενος οἶνος, προσδιοριζομένου τοῦ φόρου κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ 1 μέχρι 5 λεπτῶν. Τὸ νέον τοῦτο σύστημα τῆς φορολογίας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὐηρέστησεν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν κωμῶν καὶ τῶν χωρίων, διότι εἰς τὰ χωρία, καθὼς γνωρίζετε, οἰνοπωλεῖα δὲν ὑπάρχουν, καὶ οἱ παραγωγοὶ ἔμειναν ἐντελῶς ἀφορολόγητοι· εὐηρέστησεν ἐπίσης καὶ τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς τῶν πόλεων, διότι καὶ οὗτοι παράγουν ὀλίγον οἶνον, τὸν ὁποῖον ἐξοδεύουσι πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, ἑπομένως καὶ αὐτοὶ ἔμειναν ἀφορολόγητοι. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου τούτου ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τρία οὐσιώδη ἐλαττώματα· καὶ πρῶτον εἰς πολλὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις, ἰδίως τῆς Πελοποννήσου, συνειθίζουν οἱ παραγωγοὶ νὰ πωλῶσι καὶ λιανικῶς μέρος τοῦ οἴνου των, καὶ μάλιστα ὅταν κινδυνεύῃ νὰ ξυνίσῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸν Νόμον ἡ πώλησις αὕτη περιεβάλλετο μὲ πολλὰς διατυπώσεις, μὲ τὰς ὁποίας οἱ παραγωγοὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμμορφωθοῦν, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι πολλοί, μὴ δυνηθέντες νὰ πωλήσωσι τοὺς οἴνους αὐτῶν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἔβλεπον, ὅτι ἐκινδύνευαν νὰ βλαφθοῦν καὶ νὰ ξυνίσουν, τοὺς ἀπώλεσαν, καὶ ἐβιάσθησαν νὰ τοὺς χύσουν εἰς τὰς ὁδοὺς, καθόσον ἕνεκα τοῦ ἄλλου Νόμου, τοῦ περὶ οἰνοπνευμάτων, ἐκωλύοντο νὰ τοὺς μεταχειρισθῶσι πρὸς ἐξαγωγὴν οἰνοπνευμάτων. Δευτέρα ἀτέλεια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι δίδει χώραν εἰς πολλὰς καταχρήσεις καὶ καταδολιεύσεις, ὥστε τὸ Δημόσιον δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ οὐδὲ τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζε. Κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμούς, ἔπρεπε νὰ εἰσπράττωνται ἐτησίως 3,000,000, καὶ ὅμως δὲν εἰσεπράχθησαν οὔτε 1,000,000, τὰ ἄλλα δύο ἐσφετηρίσθησαν ἀσυνείδητοι οἰνοπῶλαι ἢ τὰ ἐμοιράσθησαν μὲ τοὺς λεγομένους εἰδήμονας τοῦ Δημοσίου, τοὺς ἐπιφορτισμένους τὸν ἔλεγχον τῶν δηλώσεων. Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέοι οἱ φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προσδοκώμενον ἔσοδον· διότι εἶναι ἄτοπον ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι βαρεῖς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτούς, καὶ οἱ μὲν τίμιοι πολῖται νὰ φορολογῶνται ἀπηνῶς, οἱ δὲ ἀσυνείδητοι νὰ μένουν ἀφορολόγητοι καὶ νὰ κλέπτουν τοὺς φόρους τῶν ἄλλων. Τρίτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου ἐκείνου ἦτο, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἦτο ὑπερβολικόν, λαμβανομένης μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται ὁ οἶνος εἴς τινα μέρη. Καὶ ἰσχυρίζοντο μὲν οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως πίπτει ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξελέγχεται ἐντελῶς ἀνυπόστατος, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη οἱ προσερχόμενοι νὰ ἀγοράσουν τὸν οἶνον ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, ἀφοῦ συνεφώνουν τὴν τιμὴν, ἐζήτουν νὰ ἀφαιρέσωσι τὸν φόρον, καὶ εἶχον δίκαιον νὰ πράττωσι τοῦτο, διότι μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως δὲν ἠδύναντο νὰ πωλήσωσι τὸν οἶνον εἰς ἀνωτέρας τιμάς. Ἕνεκα τῶν ἐλαττωμάτων τούτων ἡ πρὶν Ἀντιπολίτευσις κατεδίκασε τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ ὑπεσχέθη, ἄν ποτε ἤρχετο εἰς τὴν Ἐξουσίαν, νὰ τὸν μεταβάλῃ. Συνεπὴς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήλλαττε παντὸς φόρου τὸν οἶνον τὸν παραγόμενον εἰς χωρία, ἔχοντα πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 500 ψυχῶν, ἀπηλλάσσοντο δὲ καὶ οἱ ἄλλοι παραγωγοὶ ἀπὸ τὸν φόρον 300 ὀκάδων, ἔτι δὲ ἄλλος μὲν τοῦ ἑνὸς δεκάτου, ἄλλος τοῦ ἑνὸς πέμπτου καὶ ἄλλος τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ὑπολοίπου τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἔτυχεν εὐμενοῦς ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Χριστοπούλου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἐγκατέλειψεν, ἀρκεσθεὶς μόνον εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν γίνεται οὐδεμία ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐφ’ ὅλου τοῦ παραγομένου οἴνου, καὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτοῦ καθιεροῦται τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, πρὸς ἔλεγχον δὲ τῶν δηλώσεων ἐπαναφέρεται τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως. Παραβάλλοντες τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ ὅσα ἱστορικῶς σᾶς ἀφηγήθην περὶ τῶν διαφόρων μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογία τοῦ οἴνου, δὲν ἔχετε, νομίζω, δυσκολίαν νὰ ἐννοήσητε, ὅτι τὸ σήμερον προτεινόμενον σύστημα εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκατελείφθη ἀπὸ τοῦ 1842, διότι καὶ κατ’ ἐκεῖνο ὑπεβάλλετο εἰς φόρον ὅλος ὁ οἶνος, τὸ δὲ ποσὸν αὐτοῦ ἐξηκριβοῦτο δι’ ἐνοικιάσεως· ἔλειπον μὲν αἱ δηλώσεις, ἀλλ’ ὅταν αἱ δηλώσεις συνοδεύωνται μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, περιέχουν εἰς ἀνώτερον μάλιστα βαθμὸν ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐνοικιάσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπαναφέρομεν τὸ σύστημα τῆς δεκάτης καὶ ἐπὶ προϊόντος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγκατελείφθη πρὸ τοσούτων ἐτῶν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε ὁποίας δυσκολίας θέλει παράσχει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναλύσω ἐν συντόμῳ τὰς κυριωτέρας διατάξεις αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1 ἄρθρον ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, προσδιοριζόμενος διὰ τοὺς τόπους, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι κατώτερος τῶν 2,500 ψυχῶν, εἰς ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, διὰ τοὺς τόπους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν, ὅστις εἶναι κατώτερος τῶν 5,000 ψυχῶν, εἰς ἓν λεπτὸν, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς εἰς δύο λεπτά. Ἐν πρώτοις, κύριοι, νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐγγείου φόρου δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ προσδιορίζηται τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τοῦ παγίου νόμου, διότι οἱ ἔγγειοι φόροι κανονίζονται διὰ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου, οἱ δὲ πάγιοι νόμοι διαγράφουσι μόνον τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Οὕτω διὰ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου κανονίζεται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος τῶν ζώων, ὁ φόρος τῶν γρασιδίων, τῶν μποστανίων, τοῦ ἐλαίου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων εἰδῶν. Ἔπειτα δὲν ἐννοῶ ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ πληθυσμός. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ὅσον μεγαλείτερος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τόσον μεγαλειτέρα εἶνε ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουν τόποι μεγάλον ἔχοντες πληθυσμὸν, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ οἶνος πωλεῖται εὐθηνότερος ἀπὸ ἄλλα μέρη, ἔνθα ὁ πληθυσμὸς εἶνε πολὺ μικρότερος. Ἡ Τρίπολις καὶ τὸ Ἄργος π. χ. θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν τοῦ φόρου, ἐνῷ τὸ Ναύπλιον ἔχει ὀλιγώτερον πληθυσμόν, ἡ δὲ Θήρα θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν, ἂν καὶ παράγῃ οἴνους τῆς ἀνωτέρας ἀξίας. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ πληθυσμὸς ἔχει σημασίαν τινὰ καὶ πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐγγείων φόρων, τότε νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνηται τοῦτο δι’ ὅλους τοὺς ἐγγείους φόρους ὡς καὶ τὸν φόρον τῶν ζώων. Εὐλογώτερον μάλιστα δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὰ ζῷα, τὰ διαιτώμενα ἐντὸς ἢ πλησίον τῶν πόλεων, ἔχουσι μεγαλειτέραν ἀξίαν καὶ εἶνε μᾶλλον προσοδοφόρα παρὰ τὰ τρεφόμενα εἰς μέρη μικρὰ καὶ ἀπόκεντρα. Τοῦτο δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ διὰ τοὺς φόρους τῶν μποστανίων, τῶν γρασιδίων, τῶν ἐλαιῶν καὶ πάντας τοὺς πληρωνομένους εἰς χρήματα. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡμῶν μίαν καὶ μόνην κλίμακα παραδέχεται, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμόν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσῃ, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ φορολογηθῶσιν ὀλιγώτερον οἱ μεγάλοι παραγωγοὶ τῶν οἴνων ἐν ταῖς πόλεσι, διότι οἱ ἔχοντες μεγάλας ἐκτάσεις ἀμπέλων ἔχουσι καὶ ἀγροτικὰς οἰκίας, εἰς τὰς ὁποίας συνήθως ἀποταμιεύουσι τὸ προϊόν των, αὗται δὲ αἱ οἰκίαι πλησιάζουσι περισσότερον εἰς τὰ χωρία, φοβοῦμαι δὲ μήπως καὶ αὐτοὶ οἱ οἰνοπῶλαι τῶν πόλεων ἀποφύγουν τὴν μεγαλειτέραν φορολογίαν, ἀποταμιεύοντες τοὺς οἴνους εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν χωρίων. Καὶ ὑπάρχει μὲν διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ὁποία τιμωρεῖ τὰς εἰκονικὰς δηλώσεις, ἀλλ’ οἱ οἰνοπῶλαι θὰ εὕρωσι τὸν τρόπον νὰ δηλώσωσι τὸν οἶνον αὑτῶν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλων, καὶ δύσκολον θὰ ἦναι νὰ ἐξακριβωθῇ, ὅτι ἡ δήλωσις εἶνε εἰκονική. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ, ὥστε ἕκαστος φορολογούμενος νὰ συντάξῃ εἰς διπλοῦν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν νὰ ὑπογράψῃ ἐνώπιον τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς καὶ τὴν ὁποίαν θὰ παρουσιάσῃ, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ βεβαιώσῃ τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς. Ἑπομένως πάντες οἱ φορολογούμενοι, ὅσοι παράγουσιν οἴνους, ὀφείλουν νὰ ἀφίνωσι τὰς ἐργασίας καὶ νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου διὰ νὰ συντάξουν καὶ ὑπογράψουν τὰς δηλώσεις των. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὀλίγοι εἶναι οἱ καλλιεργοῦντες μεγάλας ἐκτάσεις ἀμπέλων καὶ παράγοντες μεγάλην ποσότητα οἴνου χάριν ἐμπορίου· οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων καλλιεργοῦσιν ὀλίγα στρέμματα ἀμπέλων καὶ παράγουσι 500, 1000, ἢ 1500 ὀκάδας πρὸς χρῆσίν των. Διὰ τὸν ἀσήμαντον δὲ φόρον τῶν ὀλίγων τούτων ὀκάδων ὑποχρεοῦνται ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Δημάρχου καὶ νὰ ὑπογράψωσιν ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς δηλώσεις των. Μετὰ τὴν δήλωσιν ἔρχεται ὁ ἔλεγχος τῶν δηλώσεων· οὗτος ἀνατίθεται συνήθως εἰς ὄργανα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπεδείχθη, ὅτι ταῦτα παρεκτρέπονται εἰς καταχρήσεις, εἰσήχθη ἀπό τινος καιροῦ τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐκχωρῆται ὁ ἔλεγχος τῶν δηλώσεων εἰς ἐνοικιαστὰς, τοῦτο δὲ γίνεται ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Πῶς ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τοῦτο ἐπὶ τῶν ζώων ὅλοι τὸ γνωρίζετε, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὅταν, κύριοι, ἐνοικιάζεται ὁλόκληρος ἡ πρόσοδος φόρου τινὸς, ἡ ἐνοικίασις εἶναι ἐπιχείρησις, καὶ παρουσιάζονται εἰς αὐτὴν καὶ εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλπὶς ν’ ἀρκεσθοῦν εἰς μόνον τὰ νόμιμα κέρδη καὶ νὰ μὴ καταθλίψουν τοὺς φορολογουμένους. Ἡ ἐνοικίασις ὅμως τῶν παραλείψεων, τουτέστιν ἡ ἐνοικίασις τῶν μὴ δηλουμένων φόρων, ἡ τοιαύτη ἐνοικίασις δὲν εἶναι ἐπιχείρησις, ἀλλ’ εἶναι πλέον κατασκοπία· οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι ὁμοιάζουν τοὺς παλαιοὺς συκοφάντας ἢ τοὺς ἐπικληθέντας τελευταῖον καπνοφάντας, διότι δὲν ἀναλαμβάνουν νὰ βεβαιώσουν φόρον ὀφειλόμενον, ἀλλ’ ἀναδέχονται νὰ θέσουν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν εἰλικρίνειαν τῶν φορολογουμένων καὶ νὰ ὑποβάλουν αὐτοὺς εἰς ἀνακρίσεις καὶ ἐρεύνας, διὰ νὰ ἀνακαλύψουν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα τυχὸν δὲν ἐδήλωσαν. Διὰ τοῦτο τὰς ἐνοικιάσεις ταύτας δὲν ἀναλαμβάνουν καὶ δὲν δύνανται νὰ τὰς ἀναλάβουν εἰμὴ ἄνθρωποι ἐκ τῶν τελευταίων τάξεων τῆς κοινωνίας, εἰς τούτους δὲ δίδεται τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσέρχωνται ἀκωλύτως εἰς τὰς οἰκίας τῶν φορολογουμένων, νὰ ἐρευνῶσι πανταχοῦ, καὶ ὅταν εὕρωσιν αὐτὰς κεκλεισμένας, δύνανται νὰ θραύωσι τὰς θύρας, καὶ ἐνεργοῦντες τὴν καταμέτρησιν, νὰ συντάσσουν πρωτόκολλον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ προσλαμβάνουν τὸν Ἔφορον καὶ τὸν Εἰρηνοδίκην ἢ τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν, ἕνα Σύμβουλον ἢ ἕνα Πάρεδρον ἢ ἕνα Ἱερέα· ἀλλ’ ἐκτὸς ὅτι γνωρίζομεν ὁποῖοι τινες συμβαίνει νὰ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς εἶναι οὗτοι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξελέγξουν τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ; γνωρίζουν αὐτοὶ νὰ καταμετρήσουν τὰ δοχεῖα, τὰ περιέχοντα τὸν οἶνον, καὶ νὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἐνοικιαστὴν, ἐὰν θελήσῃ ν’ ἀδικήσῃ τὸν φορολογούμενον; Ἔπειτα ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίσταται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς καταμετρήσεις ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἢ ὁ Γραμματεὺς αὐτοῦ, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι εἰς πᾶσαν Ἐπαρχίαν ὑπάρχει εἷς Ἔφορος καὶ εἷς Γραμματεὺς, ὁ εἷς δὲ ἐκ τούτων πρέπει νὰ κάθηται εἰς τὸ Γραφεῖον, δύναται ὁ ἕτερος νὰ ἐπαρκέσῃ, ὥστε νὰ περιέλθῃ μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἐπαρχίας, νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλας τὰς οἰκίας καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀκριβῆ καταμέτρησιν τοῦ οἴνου; Τὸ ἄρθρον 14 διαλαμβάνει, ὅτι οἱ ἐνεργοῦντες τὴν καταμέτρησιν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται ἀκωλύτως εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, τὰς ἀποθήκας καὶ εἰς οἱονδήποτε οἴκημα, ὅπου αὐτοὶ φρονοῦν, ὅτι ὑποκρύπτεται οἶνος ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθεὶς, τηροῦντες ἐν περιπτώσει παρεμποδίσεως τῆς εἰσόδου τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἡ τελευταία αὕτη διάταξις φρονῶ, ὅτι πλεονάζει, διότι μεταξὺ τῶν ἀκολουθούντων τὸν ἐνοικιαστὴν προσώπων εἶναι δύο ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ὥστε δύναται ὁ ἐνοικιαστὴς ὅπου εὕρῃ κεκλεισμένην τὴν εἴσοδον, νὰ τὴν παραβιάσῃ. Φοβοῦμαι ἀκόμη μήπως οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι καθυστερήσουν καὶ τὸ ἐνοίκιον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ καταβάλλωσιν ὡς μόνην ἐγγύησιν τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ τότε δύνανται νὰ καθυστερήσουν τὰ ἄλλα ¾. Καὶ ναὶ μὲν ὁ νόμος ἐπιβάλλει ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλ’ αὐτοὶ δύνανται νὰ μὴ συντάξουν πρωτόκολλον καὶ νὰ εἰσπράξωσι τὰ δικαιώματα, χωρὶς νὰ ἐκδώσουν διπλώτυπα. Εἰς τὸ ἄρθρον 13 ἀπαντῶ διάταξιν, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται τόσον πρωτοφανής, ὅσον καὶ ἀνάρμοστος. Κατ’ αὐτὸ ὑποβάλλεται εἰς ἔγγειον φόρον λεπτῶν 20 ὁ εἰσαγόμενος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς οἶνος. Ὁ ἔγγειος φόρος εἶναι κυρίως φόρος τῆς γῆς· λέγομεν μὲν, ὅτι φορολογοῦμεν τὰ προϊόντα, ἀλλὰ πρὸς παραγωγὴν τούτων συντρέχουν τὰ κεφάλαια, ἡ ἐργασία καὶ ἡ γῆ· καὶ τὰ μὲν κεφάλαια καὶ ἡ ἐργασία κατὰ τὰ ὀρθὰ φορολογικὰ συστήματα δὲν φορολογοῦνται, φορολογεῖται δὲ μόνον ἡ γῆ. Ἀλλ’ εἶναι λογικὸν νὰ φορολογῶμεν γῆν κειμένην ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων; Μόνον τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως δικαιούμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὁμοειδῶν προϊόντων, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὰ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ παραγόμενα προϊόντα· ἔγγειον ὅμως φόρον ἐπὶ ξένων προϊόντων δὲν ἀπαντᾷ τις οὔτε εἰς τὴν ἡμετέραν, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ νομοθεσίαν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ οἴνου εἶναι μικρὸν ἔχει τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον καὶ δύναται νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ ἐν αὐτῷ, οὐδέποτε ὅμως νομίζω εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλωμεν ἔγγειον φόρον ἐπὶ προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Τὸ ἄρθρον 15 κανονίζει διαδικασίαν ὁλόκληρον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐξοδεύσουν ὅλον τὸν παραχθέντα οἶνον ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους καὶ ἤθελον κρατήσει μέρος αὐτοῦ διὰ τὸ ἑπόμενον, ὅπερ, καθὰ γνωρίζομεν, συμβαίνει εἰς τοὺς πλείστους ἀμπελοκτήμονας. Ὅστις τῶν φορολογουμένων κρατήσει οἶνον τῆς προηγουμένης συγκομιδῆς, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ἐνώπιον τοῦ Δημάρχου τὸ ποσὸν αὐτοῦ καὶ συνάμα νὰ καλέσῃ τὸν Δήμαρχον νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως ἢ νὰ στείλῃ Πάρεδρόν τινα διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἀκριβὲς τῆς δηλώσεώς του. Μετὰ τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος νὰ στείλῃ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἶνε κανονισμένον νὰ παρακολουθῇ τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅπως ἐξελέγξῃ καὶ αὕτη τὴν δήλωσιν. Ἀλλὰ δὲν τελειώνει ἕως ἐδῶ ἡ διαδικασία. Ὁ Ἐνοικιαστής, ὅστις θὰ ἀναλάβῃ τὸν ἔλεγχον τῶν δηλώσεων τῆς νέας ἐσοδείας, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν γενομένην δήλωσιν, καί τοι ἐπιβεβαιωθεῖσαν ἤδη δι’ αὐτοψίας ὑπὸ τοῦ Δημάρχου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς παρουσιαζόμενος κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φορολογουμένου φέρῃ ἀντιῤῥήσεις, θέλει κληθῆ ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος δύναται κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὀφείλει νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁπότερος ἐκ τῶν δύο, ὁ φορολογούμενος δηλαδὴ ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς λέγει τὴν ἀλήθειαν. Τοιαῦται εἶνε, κύριοι, αἱ ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας κατ’ ἐμὲ παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον. Εἶχον δὲ καθῆκον νὰ τὰς ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι, καθὼς καὶ ἐν ἀρχῇ παρετήρησα, τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπί τινων μόνον Ἐπαρχιῶν ἢ ἐπὶ ὀλίγων μόνον φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν κατοίκων, ἰδίως δὲ τῶν κωμῶν καὶ χωρίων, διότι ὀλίγοι ἐν αὐτοῖς εἶναι οἱ μὴ παράγοντες οἶνον. Παρακαλῶ δὲ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσέξητε εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶνε δίκαιον χάριν φόρου τοιούτου νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς εἰς τοιαύτας ἐνοχλήσεις, νὰ εὑρεθῇ δὲ ἄλλος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ 1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οἱ φορολογούμενοι νὰ μὴ ὑποφέρωσι τοιαύτας ἐνοχλήσεις. Εἶχον δὲ καὶ ἄλλην ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παραλείψω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, Τὸ νομοσχέδιον ἐπαναφέρει τὴν δεκάτην, ἐγὼ δὲ ἐκηρύχθην ἀνέκαθεν ἀμείλικτος ἐχθρὸς καὶ πολέμιος τῆς δεκάτης. Δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρει φορολογικὸν σύστημα, ὅπερ κατεδίκασα καὶ καταδικάζω ἐν τῇ συνειδήσει μου καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ λείψανον τῶν χρόνων τῆς δουλείας καὶ τῆς βαρβαρότητος, ἀσχημίζον τὸ λαμπρὸν οἰκοδόμημα τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν θεσμῶν.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῷ ὄντι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπιβάλλεται ἐπὶ πασῶν σχεδὸν τῶν οἰκογενειῶν, τῶν κατοικουσῶν ἐν τῷ Κράτει, διότι ἡ ἄμπελος πανταχοῦ σχεδὸν καλλιεργεῖται. Ἀλλὰ δὲν ἀπῃτεῖτο τοῦτο ἵνα πεισθῇ ὁ κ. συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς πολυτίμους αὐτοῦ γνώσεις εἰς τὴν Βουλὴν· διότι, καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου πᾶσα ἡ Χώρα, ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἰσφέρῃ τὰ φῶτα αὐτοῦ, καὶ μάλιστα αὐτὸς πρὸ παντὸς ἄλλου, διότι ἠσχολήθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ πολλὰς συνεκόμισεν ἐκ τοῦ μακροῦ βίου του γνώσεις χρησιμωτάτας. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν φροντίδα, ἣν ἔλαβε νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν δι’ ὅσας μᾶς ἀνεκοίνωσεν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἤρκει ἡ πρώτη δικαιολογία αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εὑρίσκω ὀρθὴν καὶ βάσιμον· διότι τῷ ὄντι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δι’ οὓς αὕτη κρίνει λόγους, νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μετέχῃ τῶν συζητήσεων καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν νομοθετημάτων, ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι λίαν δυσάρεστον νὰ μὴ ὑπάρχῃ τις τοποτηρητὴς τοὐλάχιστον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον αὕτη παρέλιπε. Καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν προβλημάτων ὁ τοποτηρητὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα, εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὸν συνάδελφον ἐκ Τριφυλίας διὰ τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνει ὡς ἠθέλομεν ὀφείλει χάριτας καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν ἤθελε νὰ μετέχῃ τῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν νομοθετημάτων. Τὰ οἰκονομικὰ νομοθετήματα δὲν εἶναι νομοθετήματα πολιτικά, ὥστε νὰ συνταυτισθῇ μετ’ αὐτῶν ἀδιαῤῥήκτως καὶ στενῶς ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Μάλιστα αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρὸ παντὸς ἀπησχόλησαν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, αἱ λεπτομέρειαι ἐκεῖναι τῶν ἄρθρων 13 καὶ 15 καὶ 7, αἵτινες κανονίζουσιν, ὅτι μεταβαίνει ὁ Εἰρηνοδίκης διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καταμετρήσεως, καὶ αἵτινες ἐπεκρίθησαν, διότι τὸ νομοσχέδιον διατάσσει, ὅτι δύναται, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀναφέρῃ ὅτι ὀφείλει, οὐδαμοῦ ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δυνάμεναι νὰ προκαλέσωσιν ὑπουργικὰ ζητήματα. Ἐννοεῖται, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἠθέλομεν συνταυτίσει τὴν τύχην μας μὲ τὸ δύναται, ἀλλ’ ἠθέλομεν ὀφείλει χάριτας πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας ἢ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν ἀνεκάλυπτε παραπλήσια λάθη, τὰ ὁποῖα τυχὸν παρεισέφρησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἡμεῖς δὲ προθύμως ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει καὶ προτείνει τὴν ὀφειλομένην διόρθωσιν. Τῷ ὄντι ἡ ἔγγειος φορολογία δυσκόλως δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ τὸ δυσκολώτερον μέρος αὐτῆς εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως, καὶ ὁ προσδιορισμὸς εὐλόγου φορολογικοῦ ὅρου. Ὑπάρχουσιν, εἶπον, δυσκολίαι καὶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, διότι δυσκόλως ἀνευρίσκεται ἡ καθαρὰ πρόσοδος· ἀλλ’ ἡ μεγίστη τῶν δυσκολιῶν συνίσταται εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἠκούσατε ἀπὸ ἄνθρωπον λίαν πεπειραμένον καὶ μᾶλλον ἐμοῦ γνώστην τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι τρία τινὰ συντρέχουν εἰς παραγωγήν· ἐν πρώτοις μὲν ἡ γῆ, ἀλλὰ καὶ τὰ κεφάλαια καὶ ἡ ἐργασία. Τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι δύνανται νὰ φορολογήσουν ἀδιακρίτως οἷον δήποτε τῶν τριῶν τούτων, ὑπολαμβάνοντες ὅτι οὕτω φορολογοῦσιν εὐλόγως καὶ δικαίως τὴν πρόσοδον. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία ἀνεκαλύφθη ἐν Ἑλλάδι, ἑπομένως καὶ τοὺς σοφωτέρους ἐμοῦ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀμφισβητήσουν τὴν δόξαν ταύτην. Ἡ γνώμη αὕτη ἐγένετο γνωστὴ καὶ ἀποδεκτὴ πρὸ 100 καὶ πλέον χρόνων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἐπείσθησαν ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐγγείου φορολογίας εἶναι ἄδικος, διότι ἀποδέχεται εἰκαστικὸν προσδιορισμὸν τῆς προσόδου, ὅταν δ’ ὁ φορολογικὸς ὅρος προσδιορίζεται ἐπὶ εἰκαστικῶν προσδιορισμῶν τῆς προσόδου, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι προσεγγίζει εἰς τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τὴν ἔγγειον φορολογίαν εἴχομεν παρ’ ἡμῖν τὸ ἀπαίσιον καὶ ὀλέθριον ἐκεῖνο σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς δὲν εὑρίσκει ὁρισμοὺς βαρυτέρους ἵνα τὸ χαρακτηρίσῃ, τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Μολονότι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπρότεινον οὐδὲ προτείνω νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δεκάτη, ὁμολογῶ ὅμως ὅτι κρίνω τὸ σύστημα αὐτῆς ὡς δικαιότερον τῶν συστημάτων ὅσα ὑπάρχουσι, διότι κατ’ αὐτὸ πληρώνει ὁ παραγωγὸς τοσοῦτον φόρον, ὅσος ἀναλογεῖ εἰς τὸ ποσόν, ὅπερ παράγει. Ὁ φόρος ὁ στρεμματικός, ὃν εἰσήγαγον ἀλλαχοῦ, ἐπιβάλλει τὸν φόρον ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς. Ὁσασδήποτε δὲ καὶ ἂν δεχθῆτε διαιρέσεις καὶ ὑποδιαιρέσεις τῆς ποιότητος τῆς γῆς ἢ τῆς θέσεως εἰς ἣν κεῖται, ὁ οὕτω προσδιοριζόμενος φόρος ἀποβαίνει ἄδικος, διότι δὲν ἐξασφαλίζει ὅτι πᾶσα ἡ γῆ, ἡ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαχθεῖσα, παράγει τὸ αὐτὸ ποσὸν τοῦ καρποῦ, ἐνῷ ὑπόκειται εἰς πληρωμὴν ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου. Ὁ τρόπος τῆς ἐγγείου φορολογίας, ὅστις εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν, εἶνε ὡσαύτως ἄδικος· διότι, ἐὰν δὲν φορολογῇ τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς, φορολογεῖ τὰ ἐργαλεῖα, διότι καὶ οἱ ἀροτῆρες βόες εἶναι ὡς καὶ τὰ ἄλλα ὄργανα καὶ ἐργαλεῖα, δι’ ὧν καλλιεργεῖται ἡ γῆ. Εἶνε δὲ ἄδικος, διότι τὸ αὐτὸ ἐργαλεῖον δὲν ἔχει πανταχοῦ τὴν αὐτὴν δύναμιν, οὐδὲ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ αὐτοῦ ἐργαλείου παράγει πανταχοῦ τὸ αὐτὸ ποσόν. Ἑπομένως ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐξ ἴσου εἰς τὰ ὄργανα τῆς καλλιεργείας, εἶνε ἄνισος καὶ ἄδικος. Ἀλλ’ ἐσυνειθίσαμεν ὅλοι νὰ καταρώμεθα, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τριφυλίας, ὅστις βεβαίως ἔχει πολλοὺς τίτλους διὰ νὰ καταλέγηται μεταξὺ τῶν ἀσχοληθέντων εἰδικῶς περὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ὑποβιβάσει ἑαυτὸν, ἐὰν δὲν ἔλεγεν ὅσα πρὸ ἑκατὸν χρόνων ἔγραψαν ἐν Εὐρώπῃ περὶ τῆς δεκάτης. Καὶ δὲν φαίνονται αὐτῷ εὔλογοι αἱ περιστάσεις—μολονότι πολλάκις ἀπὸ τοῦ 1864 διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ—νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ ἀπαισίου καὶ ἐπικαταράτου φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος τῆς δεκάτης· ἀλλ’ ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1880 προέβαλε τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν παρέλιπεν ὁ συνάδελφος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ζωηροτάτην παράστασιν καὶ νὰ μᾶς ζωγραφίσῃ εἰκόνα, ἀξίαν ἵνα κινήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων κατὰ τῆς δεκάτης. Παρέστησε τότε αὐτὴν ὡς θηρίον, ὅπερ, καί τοι τραυματισθὲν, ἀνέπνεεν ἀδιακόπως. Εὐτυχῶς ἀπηλλάγημεν ἀπὸ τὸ θηρίον ἐκεῖνο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι καὶ οὗτος ἀποβαίνει εἶδος θηρίου. Καὶ ἂν ἐπροτείνετο πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ἕτερον σύστημα ἐγγείου φορολογίας, εἴτε ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γῆς, εἴτε ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐργαλείων, φοβοῦμαι ὅτι καὶ τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἤθελε παρουσιάσει τὸν ὑπάρχοντα φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς θηρίον. Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἦτο ἀληθῶς πλημμελὴς καὶ παρῆγε πιέσεις καὶ καταθλίψεις. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα συστήματα δὲν εἶνε τελειότατα. Προσπαθοῦμεν ἀληθῶς νὰ εὕρωμεν ἕν, ὅσον εἶνε δυνατὸν ὀρθότερον, ἤ, διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον, ἀπηλλαγμένον, ὅσον εἶνε δυνατόν, τῶν πλημμελειῶν, ἃς πάντα ἔχουσι. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου πολλὰ ἐφηρμόσθησαν συστήματα φορολογίας· ἀλλ’ ἐὰν ἀναμνησθῶμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἑκάστου αὐτῶν, ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου δὲν θέλει δώσει τοσαύτας ἀφορμὰς ἵνα μεμφθῶμεν καὶ κατακρίνωμεν αὐτό. Ἤκουσα, ὅτι ὁ συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὡμίλησε περὶ ὑποστάθμης κοινωνικῆς καὶ περὶ θραύσεως θυρῶν, οἰκιῶν καὶ παραβιάσεως τοῦ ἀσύλου. Ταῦτα πάντα εἰσὶ τρόπος τοῦ λέγειν, ἵνα ἴσως ὁ συνάδελφος ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀκουόντων. Ἀλλ’ ἄν μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτομερειῶν, αἵτινες ἀπησχόλησαν τὸν συνάδελφον, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶνε τοσοῦτον μέλας ὁ διάβολος, ὅσον ἐφαντάσθη αὐτὸν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τακτικώτερον ἦτο νὰ συζητήσωμεν πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶτα ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, γνώστης ὑπὲρ πάντα ἄλλον τῶν οἰκονομικῶν, ἐπιέζετο ὑπὸ ἀκατασχέτου ῥεύματος ἰδεῶν, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναστείλῃ ἑαυτὸν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μετέβη εἰς λεπτομερείας, ἀναγκάζων καὶ ἐμὲ νὰ ἀκολουθήσω τὸ αὐτὸ σύστημα. Τὸ σύστημα, τὸ πρὸ τοῦ 1845, τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου δὲν εἶνε τὸ εἰσαγόμενον. Ἔχει κοινόν τι, ὅτι καὶ τότε κατεμετρεῖτο ὁ οἶνος καὶ τώρα καταμετρεῖται· ἔχει καὶ ἄλλο κοινὸν, ὅτι καὶ τότε ἐγίνετο ἐνοικίασίς τις καὶ τώρα γίνεται ἐνοικίασις. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δύο κοινὰ δὲν ἀποτελοῦσι τὴν πλήρη ἐξομοίωσιν τῶν δύο συστημάτων. Μεταξὺ δύο ἢ πολλῶν συστημάτων δύνασθε νὰ εὕρητε δύο καὶ πλείονα κοινὰ, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σύστημα. Τότε ὁ οἶνος ἐφορολογεῖτο, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἀνετίθετο εἰς ἐνοικιαστὰς ἀπ’ εὐθείας, τώρα δ’ οὐχί. Ἤδη ἀφίνεται ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ δηλώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὅπερ παρήγαγεν. Ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβάλλεται ἡ ἐνοικίασις τῶν ἀτελῶς ἢ ἐλλιπῶς δηλωθέντων οἴνων, τοῦτο δὲν εἶνε ἐπικατάρατος ἐπινόησις, ἥτις ἦλθεν εἰς τὴν κεφαλήν μου. Τοιοῦτον σύστημα ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἀπὸ τοῦ 1877 ἐπὶ ἄλλου εἴδους φόρου, ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τότε ἀποθανὼν πολιτικὸς ἀνὴρ, ἀφεὶς πολυτίμους ἀναμνήσεις, εἰσήγαγε, τὸ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μὴ δηλωθέντων ἢ ἐλλιπῶς δηλωθέντων ζώων, ἀπεδείχθη ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καταθλιπτικόν. Καὶ καταθλιπτικὸν ἀποβαίνει πᾶν σύστημα βεβαιώσεως φόρου, ἥτις γίνεται ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐν τῇ ἐξοχῇ, ἐν τοῖς ἀγροῖς, μακρὰν τῆς κοινωνίας, ὅπου ὁ φορολογούμενος ἵσταται μόνος, ἐγκαταλελειμμένος, ἀπέναντι τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Δημόσιον συμφέρον ἀπαριθμητοῦ, ἢ ἀπέναντι τοῦ ὑποκαταστάτου εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἰδιώτου, ὅστις ζητεῖ νὰ ἁρπάσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Ἡ τάξις μάλιστα τῶν ποιμένων εἶνε ἐκείνη, ἥτις ἔχει ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τῶν ἄλλων· διότι, ἐὰν ἡ βεβαίωσις ἐγίνετο ἐν τῇ πόλει, ἤθελεν εὕρει δύο ἢ τρεῖς ἀνθρώπους νὰ συμβουλεύσωσιν αὐτὸν, ἤθελε ζητήσει τὴν συνδρομήν των καὶ τὴν ὑποστήριξίν των, ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς ὑπάλληλόν τινα, παριστῶντα τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ ἀνεύρῃ προστασίαν ἀδικούμενος. Ἐγένετο λοιπὸν πράγματι τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μὴ δηλωθέντων ἢ ἐλλιπῶς δηλωθέντων ζώων καταθλιπτικόν· ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὶς τῶν μέχρι τοῦδε διατελεσάντων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος, καίτοι ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦδε πολλάκις διοικήσας τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, προτείνας βελτίωσίν τινα τῶν κακῶς κειμένων. Ἴσως δὲν εὕρισκεν ἑτέραν διέξοδον, καὶ ἠναγκάζετο νὰ ἀνέχηται τὸ σύστημα τοῦτο, καίτοι ἔχον πλημμελείας· αἱ δὲ Κυβερνήσεις ἠσχολοῦντο μόνον νὰ περιστέλλωσι τὰς πλημμελείας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν θέλει γίνεσθαι τοσοῦτον ἀπαισίως, διότι δὲν γίνεται ἐπὶ τοῦ ὄρους ἢ ἐπὶ τῶν λιβαδίων, ἀλλ’ ἐν τῇ κώμῃ, ἐν τῇ πόλει, ἑπομένως τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὑπενθυμίζει ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὅτι ἀπήντησεν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῶν ἀτελῶς δηλωθέντων ζώων, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θέλουσι παρασταθῆ καὶ κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μὴ δηλωθέντων οἴνων, τί ἠθέλομεν πράξει; ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ παραγωγοὶ τοῦ οἴνου ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχήν. Τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων ὑποθέτει ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν ἀποδεικνύεται πάντοτε ἀληθής. Καὶ ἂν δὲν ἀποδεικνύεται ἀληθὴς ἐν κοινωνίαις μᾶλλον ἡμῶν προηγμέναις, ἐν αἷς κρατεῖ περισσότερον ἢ ἐν Ἑλλάδι ἡ συνείδησις τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καθήκοντος, παρ’ ἡμῖν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπεδείχθη σχεδὸν ἀδύνατος. Εἴχομεν τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων τοῦ Νόμου τοῦ 1846 ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἔχομεν ἀκόμη δηλώσεις ἐπὶ διαφόρων φόρων, ἀλλὰ πάντες οὗτοι, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, προσέκρουσαν, καὶ ἡ βεβαίωσις ἦτο πάντοτε ἀτελής, καὶ τοσοῦτον ἀτελὴς ὥστε οἱ κατὰ καιροὺς διοικήσαντες τὰ κοινὰ ἐζήτησαν μέσα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀτελειῶν διάφορα ἕκαστος ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπενόησεν ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, ὅστις προέτεινε τὸν Νόμον περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἀτελῶς δηλωθέντων ζώων. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ὅλα ταῦτα τὰ συστήματα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων καὶ νὰ εὕρωμεν τὸ τέλειον, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἀρκούμεθα ν’ ἀνευρίσκωμεν τὰς ἀτελείας, νὰ ἐπικρίνωμεν τὰ λειτουργοῦντα συστήματα, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ φέρωμεν τελειότερον. Βεβαίως τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως εἶναι πλημμελὲς, διότι τὸ Κράτος ἐκχωρεῖ εἰς ἰδιώτας τὸ δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον ὑποκατασταθῇ εἰς τὸ Δημόσιον, ζητεῖ, καὶ τοῦτο εἶναι φυσικὸν, νὰ κερδίσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερα χρήματα, δὲν ὁδηγεῖται ὑποκαθιστῶν τὸ Κράτος ἰδιώτης ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν ἐπιθυμῇ νὰ βεβαιώσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ πλήρη καὶ ἄρτιον τὸν φόρον, ἔχει καθῆκον νὰ μὴ φθάσῃ μέχρι καταθλίψεως, νὰ δεικνύεται δὲ πολλάκις καὶ ἀνεκτικόν. Ὁ ἰδιώτης δὲν ἔχει τοιαῦτα καθήκοντα, ἑπομένως ἀποκαθίσταται καταθλιπτικὸς, ἄδικος, καὶ πολλάκις προβαίνει εἰς ἀξιοποίνους πράξεις διὰ νὰ βεβαιώσῃ περισσότερα. Ἀλλ’ ἂς παραλείψω τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἂς ἀφήσω τὸ Κράτος νὰ βεβαιώσῃ τὰ δικαιώματά του διὰ τίνων θέλει βεβαιώσει αὐτά; δι’ ὑπομισθίων ὑπηρετῶν, δι’ ἐπιστατῶν, δι’ ἀπαριθμητῶν; Καὶ μήπως νομίζετε, ὅτι δὲν γίνονται καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο περισσότερα κακά, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πράττουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ ἢ οἱ ἀπαριθμηταί; Οἱ ἐπιστάται καὶ οἱ τοιοῦτοι ὑπηρέται ἀφῆκαν ἱστορίαν, ὁσάκις ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς ἡ βεβαίωσις φόρου τινὸς, κατεστάθησαν ἀξιομνημόνευτοι, ὅταν δι’ αὐτῶν ἐβεβαιοῦντο οἱ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόροι διὰ τῆς ἀποδεκατώσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶνε καλλίτερον νὰ μὴ κατακρίνωμεν ἀπολύτως ἓν οἱονδήποτε σύστημα, εἰμὴ μόνον ὅταν δυνάμεθα νὰ προβάλλωμεν καλλίτερον αὐτοῦ. Ὅλα ἔχουσι πλημμελείας, ὀρθὸν δὲ εἶναι νὰ προτείνωμεν διόρθωσιν αὐτῶν, ὅπως περιορίζωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰ ἐλαττώματα καὶ αὐξάνωμεν τὰς ἀρετάς. Μεταξὺ τῶν διαφόρων ἄλλων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθη ὅτι περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶνε καί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ φαίνονται ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ. Ἐὰν τὸ αὐτὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν προσδιορίζεται ἐν πάσαις ταῖς περιφερείαις, τοῦτο γίνεται, διότι δὲν πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος εἰς εἶδος ἀλλ’ εἰς χρήματα· ἐπειδὴ δὲ ὁ οἶνος ἔχει διάφορον ἀξίαν εἰς τὰ διάφορα μέρη, καὶ ἐπειδὴ κατὰ κανόνα ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἀξία αὐτοῦ εἶνε μεγαλειτέρα ὅπου ὑπάρχει περισσότερος πληθυσμὸς, διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται ἄνισον φόρον, εἰς ἥμισυ, εἰς ἓν λεπτὸν καὶ εἰς δύο λεπτά. Ἀλλὰ τοῦτο στηρίζεται εἰς ὑπόθεσιν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει περισσότερος πληθυσμὸς, ἐκεῖ ὁ οἶνος ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσιν ἐναντία παραδείγματα· π. χ. ἡ Μαντινεία, ἡ Τρίπολις ἔχει πληθυσμὸν 10 χιλιάδων καὶ πλέον ψυχῶν, καὶ ὅμως ὁ οἶνος δὲν ἔχει μεγάλην ἢ ἀνάλογον τιμήν· τοῦτο ὅμως εἶνε ἐξαίρεσις τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ὁ κανὼν εἶνε πανταχοῦ μὴ ἀληθής· διότι ἐν Ἀθήναις ὁ οἶνος τιμᾶται περισσότερον ἢ ἐν ἄλλῳ δήμῳ ἀπομεμακρυσμένῳ, δὲν πρέπει δὲ νὰ φορολογήσητε ἐπίσης τὸν οἶνον εἰς τὸν Δῆμον Κρωπίας τῆς Ἀττικῆς καὶ εἰς τὸν Δῆμον Παμφίας τῆς Ἐπαρχίας Τριχωνίας τοῦ φίλου μου κυρίου Σταΐκου. Ἀλλ’ εἰς τὴν Θήραν εἶνε ὀλιγώτερος ὁ πληθυσμὸς καὶ ὁ οἶνος ἔχει καλὴν τιμὴν, διότι ὁ Θηραϊκὸς οἶνος ἐξάγεται καὶ δύναται νὰ καταναλίσκηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ ὁ οἶνος τῆς Τριπόλεως ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ μεταφέρηται, διότι ὀξυνίζει. Αἱ τοιαῦται ἐξαιρέσεις δὲν ἀναιροῦσι τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τοῖς πλείστοις. Αἱ ἄλλαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπρότεινε περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ὑποστάθμην αὐτὴν τῆς κοινωνίας, τοὺς ἐνοικιαστὰς, νὰ θραύωσι τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν τῶν μὴ δηλωσάντων οἶνον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν δίδει τοιοῦτο δικαίωμα. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἀναφέρει ὅτι τὸ τοιοῦτον γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ διάῤῥηξις τῶν θυρῶν γίνεται ὑπὸ ὅρους καὶ ἐγγυήσεις. Ἑπομένως δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ ὑποστάθμη τῆς κοινωνίας, νὰ θραύωσι τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν κατὰ βούλησιν. Οἱ ἐνοικιασταὶ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ προταθῶσιν ὡς παράδειγμα ἀνθρώπων συμπληρωσάντων πᾶσαν τὴν ἠθικὴν αὑτῶν ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ χαρακτηρίζωνται τοσοῦτον ἐξευτελιστικῶς ὡς ὑποστάθμη τῆς κοινωνίας. Οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι κάτοικοι τῶν δήμων, μετέρχονται τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἐμπορίας, τὸ νὰ ἐκμισθώνωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἂν ἀδικῶσιν, ἂν ὑπάρχωσι καὶ παραδείγματα πολλῶν, ὅτι παρέβησαν τοὺς νόμους, ὅτι ἐδείχθησαν πλεονέκται καὶ ἐζήτησαν νὰ ἀποκτήσωσι περισσότερα κέρδη, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παριστῶμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ὡς ὄντα τρομερά, διὰ νὰ διαθέσωμεν ἐχθρικῶς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς τάξεως ταύτης ὡς ὑποστάθμη τῆς κοινωνίας εἶναι ἄδικος. Ἐὰν κρίνωμεν τὰς κοινωνίας τῶν δήμων, καὶ ἀναζητήσωμεν τὰς διαφόρους τάξεις, ἡ τάξις τῶν ἐνοικιαστῶν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκείνῃ κοινωνίᾳ δὲν εἶναι ἐκ τῶν τελευταίων. Ἐγὼ δὲν ἔχω βεβαίως λόγον διὰ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν μετερχομένων τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐνοικιάζουσι τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου, περιοριζόμενοι νὰ ἐνασκῶσι τὰ παρακεχωρημένα αὐτοῖς νόμιμα δικαιώματα καὶ ἂν κερδαίνωσιν ὑπηρετοῦσιν ὅμως καὶ τὸ Κράτος. Ἐπίσης μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐλάττωμα ἄξιον τῆς κατακρίσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Ἔφορος εἶναι εἷς εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν μεθ’ ἑνὸς γραμματέως, καὶ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ παρευρίσκωνται εἰς πάσας τὰς καταμετρήσεις, διότι τὸ νομοσχέδιον προέβλεψε καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν νὰ διορίζωσιν ἀναπληρωτάς, δημοτικοὺς συμβούλους ἢ παρέδρους, αὐτὸν τὸν ἱερέα τοῦ χωρίου. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας ἐπί τινος ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατάσσῃ, ὅτι δύναται ὁ εἰρηνοδίκης, ἀλλὰ ὅτι ὀφείλει, εἶναι ὀρθή· καὶ σπεύδω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω χάριν, διότι ἐὰν ἔμενεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἠδύναντο νὰ διακινδυνεύσωσι πολλαχοῦ τὰ συμφέροντα εἴτε τοῦ Δημοσίου, εἴτε τῶν φορολογουμένων. Ἐπίσης δὲν ἀντιλέγω νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἔγγειον φόρον ἐπὶ οἴνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παράγονται ἐν τῷ Κράτει. Βεβαίως ὅπως εἶναι γεγραμμένον τὸ ἄρθρον, δικαίως ἐπεκρίθη ὡς παράλογον ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας. Ἀλλὰ ἡ ἔννοια δὲν εἶναι ἀπολύτως παράλογος, καὶ ἂν ἡ σύνταξις δικαιολογῇ τὴν αὐστηρὰν ἐπιτίμησιν τοῦ λογικωτάτου συναδέλφου μου. Θέλω ὅμως παρακαλέσει αὐτὸν νὰ κρίνῃ ἐπιεικέστερον ἐπὶ τῆς ἐννοίας, ἥτις ἦτο, ὅτι ἀντὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν οἱ ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγόμενοι οἶνοι, ἐπεβάλλετο ποσόν τι εἰς τοὺς ἔξωθεν εἰσαγομένους. Ἂν ἐγράφη κακῶς, ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω θεωρήσει ὑπουργικὸν ζήτημα τὴν μετατροπὴν τῆς φράσεως, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ θεωρήσω ὑπουργικὸν ζήτημα οὐδὲν, τὸ ὁποῖον δὲν κρίνω ὡς ἀπολύτως ἀναπόφευκτον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁμολογῶ δὲ ὅτι τὸ «δύναται ἢ ὀφείλει» δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἰς τὸ νὰ κυβερνήσωμεν. Ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ Ἰούλιον, εἶνε ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου τῇ προτάσει αὐτοῦ, τροποποιηθεὶς μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον ἐπιβάλλεται, ἐπὶ τοῦ οἴνου, εἶνε φόρος καταναλώσεως. Ἀλ’ ὡς ὁ ἀρχικὸς νόμος παρεσκευάσθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ· τὸ μὲν, διότι ὁ φορολογικὸς ὅρος ἦτο πολὺ βαρὺς καὶ δυσανάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, τὸ δὲ, διότι αἱ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου εἰσὶν ἀτελεῖς, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸ τὸ ἴδιον Ὑπουργεῖον, τὸ προβαλὸν τὸν νόμον καὶ ἐπιστατῆσαν νὰ ψηφισθῇ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν πανταχοῦ. Ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀνήκων, ἥτις εἶχε κατακραυγάσει κατὰ τοῦ νόμου τούτου, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσω τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀναλάβει, καὶ νὰ ζητήσω τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ ἐφρόνουν τοῦτο οὐχὶ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐφρονοῦμεν δὲ τοῦτο εὐσυνειδήτως, πεποιθότες, ὅτι ὁ οἶνος χρησιμεύει ὡς πρώτη τροφὴ, ὡς κυρία τροφὴ ἰδίως εἰς τοὺς ἐργαζομένους, ὅτι προσέτι χρησιμεύει καὶ ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἡμερομισθίου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἡμερομίσθιον εἶναι ἀληθῶς ἀρκετὰ ἀκριβὸν ἐν Ἑλλάδι, τὸ συμπλήρωμα αὐτοῦ ἕνεκα τοῦ εἰρημένου φόρου ἐπεβάρυνεν ὡρισμένας παραγωγικὰς τάξεις. Ὅθεν ἔσπευσα νὰ ἐκπληρώσω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προβαλὼν τὴν μείωσιν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, προβαλὼν συγχρόνως καὶ μεταβολὰς τῶν διατάξεων περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἀλλ’ αἱ μεταβολαὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου δὲν ἤρεσαν εἰς πάντας τοὺς κυρίους βουλευτάς. Ἤμεθα κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, δὲν συνέφερε δὲ νὰ ἐγείρωμεν ἀφορμὰς διὰ νὰ περιπέσῃ ἡ Βουλὴ εἰς μακρὰς καὶ ἀδιεξόδους συζητήσεις, εἰς συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας πάντες οἱ κύριοι βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος, διότι πάντες ἔχουσιν εἰδικὰς γνώσεις. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἐπιμείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἰσήγαγον αὐτὸ, νὰ δεχθῶ δὲ νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Ἡ ὑποχρέωσίς μου αὕτη, εἴτε ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ νομοσχεδίου παρεστάθη ὅπως παρεστάθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου ὅρου ἤθελε χαρακτηρισθῆ, δὲν μεταβάλλει φύσιν· ἀρκεῖ, ὅτι προέβαλον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν διατάξεων ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, καὶ δὲν ἐπέμενον εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διὰ τὸν προεκτεθέντα λόγον. Ἐὰν καὶ τοῦτο ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀπόδειξις τῆς ἀσθενείας τοῦ χαρακτῆρός μου, εἰσὶ καὶ ἄλλαι ἀποδείξεις, αἵτινες προτείνονται, καὶ τὰς ὁποίας ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας δὲν παύω νὰ ἀναγινώσκω δημοσιευομένας πρὸς ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀνικανότητός μου περὶ τὸ κυβερνᾶν. Ἀλλὰ βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην μεταβολῆς αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐὰν τυχὸν δὲν ἤθελε ψηφισθῆ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον καὶ ἤθελε μένει ὁ νόμος ἐκεῖνος· ἔχουσιν ἀνάγκην μεταβολῆς αἱ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως, διότι ὁ φόρος δὲν βεαιοῦται πανταχοῦ καὶ δὲν εἰσπράττεται. Παρετηρήθη μάλιστα ἀνισότης καὶ ἀδικία, διότι μερικαὶ μόνον περιφέρειαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, οὐχὶ δὲ πᾶσαι. Ἔχω στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αἵτινες ἐξετυπώθησαν ἐν πίνακι, ὅστις ἀπεστάλη εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων βεβαιοῦται, ὅτι ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν καὶ ἐν ἄλλαις τισὶν ὀλίγαις εἰσεπράχθη ὁ φόρος οὗτος, ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἀτελῶς ἢ ἥκιστα ἐφηρμόσθη ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι εἶνε ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ἵνα βεβαιοῦται πανταχοῦ ὁ φόρος, εἴτε ἔγγειος εἶνε, εἴτε φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἐγὼ εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, ἢ ὑπὲρ τοῦ τῆς καταναλώσεως, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν καταργηθῇ ἐντελῶς ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου, εἰσάγεται ἀνισότης, ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται ἐπ’ ἄλλων προϊόντων ὁ ἔγγειος φόρος καὶ ἐπιβαρύνονται ἄλλαι παραγωγικαὶ τάξεις δι’ αὐτοῦ. Καὶ δὲν εἶνε μόνη ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἰσότητος, ἥτις με ἐπηρέασε — καὶ χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν — με ἐπηρέασε καὶ ἄλλο τι, ἡ ἐπιθυμία νὰ αὐξήσω τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν παροῦσαν ἰδίως ὥραν, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἔχει ἀνάγκην μεγάλην ὑποστηριγμάτων, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνυψωθῇ μέχρι τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων· ἐνόμισα, ὅτι ἓν ἔτι τῶν ὑποστηριγμάτων δύναται νὰ ᾖνε καὶ ὁ φόρος οὗτος, διότι θέλει προσφέρει ποσόν τι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ θέλει συντελέσει, ἵνα καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπαρκέστερα εἰς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες μᾶς ἐπιβάλλονται.
§30Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι βουλευταὶ, ὑποθέτω, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ οἴνου, ὅπως ἐγένετο διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πολὺ ἐπεβάρυνε καὶ ἐζημίωσεν, ἂν θέλετε, τοὺς παραγωγοὺς καὶ δι’ ὅσους λόγους ἐξέθηκε καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἰδίως δὲ ὁ φόρος ὁ ἐπιβληθεὶς ὡς φόρος καταναλώσεως ἐπεβάρυνε τοὺς παραγωγούς, διότι οὗτοι, καί τοι θέλοντες νὰ πωλήσωσι λιανικῶς οἶνον, δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι εἶχον τοσαύτας ὑποχρεώσεις, αἵτινες τοὺς ἐδέσμευον. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον θεωρῶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καταλληλότερον, καί τοι ἐπιβάλλον φόρον ἔγγειον, διότι καὶ τότε, ἀφοῦ ἐζημιοῦντο οἱ φορολογούμενοι ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, καθίστατο ἔγγειος φόρος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ὡς καὶ κατὰ 1882 ἐξέθεσα, προτιμῶ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, διότι ἅπαξ ὁ ἰδιοκτήτης ἤθελε δηλώσει τὴν ἄμπελον, ἡ ὁποία ἠδύνατο διὰ τῶν γεωμετρῶν καὶ ἐκτιμητῶν νὰ καταμετρηθῇ καὶ ἐκτιμηθῇ δεόντως καὶ ἤθελε μείνει ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ δὲν ἤθελεν ἔχομεν ἀνάγκην τόσων διατυπώσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄλλων νόμων, διότι τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τὴν ἀκίνητον περιουσίαν, ὅταν ἐξ αὐτῆς δοθῇ προὶξ ἢ καταναγκαστικὴ ἐκποίησις ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν διὰ μιᾶς μόνης αἰτήσεως ἤθελε μεταβάλλεσθαι τὸ κτηματολόγιον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν ἀμπέλων εἶχε ναυαγήσει κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διότι ἦτο κακὴ, ἀλλὰ διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσκέφθη νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τῆς φορολογίας ταύτης. Καὶ νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ βελτιώσῃ τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας, ὥστε ἀντὶ ν’ ἀρχίζῃ ἀπὸ 80 λεπτὰ κατὰ στρέμμα, ν’ ἀρχίζῃ ἀπὸ δραχμὰς 2 καὶ νὰ φθάνῃ εἰς τὰς δραχμὰς 5 καὶ νὰ διατάξῃ δὲ τὴν ἀνανέωσιν τῶν δηλώσεων καὶ τὴν τακτοποίησιν αὐτῶν διὰ τακτικῆς καταμετρήσεως καὶ ἐκτιμήσεως, καὶ τότε βεβαίως ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωμεν κατὰ μέσον ὅρον 2½ ἢ 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα καὶ νὰ ἔχωμεν φορολογίαν πολὺ σπουδαιοτέραν. Ἀλλὰ τώρα ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐπιβάλλονται διάφοροι φορολογίαι, καὶ ὅμως οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες πωλοῦσι σταφυλάς, ἐνῷ κερδίζωσι περισσότερα ἀπὸ τοὺς πωλοῦντας μοῦστον, δὲν φορολογοῦνται καθόλου. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, θὰ ἦναι πλέον τῶν 150,000 στρεμμάτων ἡ ἔκτασις τῶν εἰς σταφυλὰς πωλουμένων ἀμπέλων, εἰς τὰ ὁποῖα, ἐὰν θέσωμεν φόρον κατὰ μέσον ὅρον τεσσάρων δραχμῶν δι’ ἕκαστον στρέμμα, θέλομεν ἔχει πρόσοδον 600,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐκ τούτων, ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤδη οὔτε φορολογεῖται, οὔτε εἰσπράττεται. Ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι ἄμπελοι βεβαίως θὰ ὑπερβαίνωσι τὰς 800,000 στρεμμάτων, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν αὐτὰς πρὸς 2 δραχμὰς, θέλομεν ἔχει καὶ ἐξ αὐτῶν πρόσοδον 1,600,000 δραχμῶν. Καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ εἶναι εὐκολωτάτη, διότι δὲν ἔχει ἐτησίας δηλώσεις, καὶ καταμετρήσεις, οὔτε πρωτόκολλα, οὔτε εἰρηνοδίκας, οὔτε τίποτε· διότι καθίσταται παγία φορολογία περίπου. Καὶ λυποῦμαι διότι κατὰ τὸ 1882 δὲν ἐγένετο αὕτη δεκτή, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τότε Κυβέρνησις ἐθεώρησε δύσκολον τὴν ἐφάπαξ καταμέτρησιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἀκριβοῦς τῶν τοιούτων δηλώσεων καὶ ἐπροτίμησε τὴν ἐπιβληθεῖσαν φορολογίαν, δι’ ἧς ἐπεβάρυνε τοὺς φορολογουμένοις ἄνευ ὠφελείας τοῦ Δημοσίου.
§31ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἔχει θέσιν τοῦτο, ἐπιφυλασσομένων ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνοικιάσεις τῶν περὶ μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν ἢ φυτειῶν δικαιωμάτων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§33ΤΡΑΚΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· εἶπον ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, διότι καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου θὰ εἶνε ἀνωτέρα καὶ ἡ φορολογία θὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατά τε τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων δὲν ἦτον εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην καὶ τότε καὶ ἤδη νὰ παραδεχθῶ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ αὐτὸ καταλληλότερον τοῦ προηγουμένου νόμου, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἤδη, ἐπειδὴ διακόπτομαι ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου, ὑποβάλλω συντόμως τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις σύμφωνα μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Θεωρῶ λοιπὸν δικαιότερον νὰ εἶνε ἴση ἡ φορολογία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: διότι, ἂν εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχῃ πληθυσμὸς ἀνώτερος, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἀνώτερος φόρος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ κατώτερος εἰς τὸ Βραχάμιον, διότι ὁ οἶνος ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸ Βραχάμιον. Τί κερδίζει μᾶλλον ὁ Ἀθηναῖος διὰ νὰ πληρώνῃ 4 λεπτὰ φόρον κατ’ ὀκᾶν καὶ ὁ Βραχαμιώτης νὰ πληρώνῃ ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ἀφοῦ ἡ ἀξία σχεδὸν εἶναι ἡ αὐτή; δὲν ὑπάρχει ἢ μόνον τὸ ἔξοδον τῆς μεταφορᾶς, τὸ ὁποῖον εἶναι παραπολὺ ὀλίγον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι ἐν Ἀθήναις διὰ νὰ ἀγοράσῃς ἓν στρέμμα διὰ νὰ τὸ φυτεύσῃς, θὰ πληρώσῃς 200 καὶ 300 δραχμάς, ἐνῷ εἰς τὸ Βραχάμιον καὶ ἐν γένει εἰς τὰ χωρία θὰ πληρώσῃς δι’ ἀγορὰν ἑνὸς στρέμματος γῆς 40 –50 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἰς τὰς πόλεις ἡ καλλιέργεια εἶναι πολὺ δαπανηρὰ καὶ δὲν ἐξομοιοῦται πρὸς τὴν τῶν χωρίων, διότι ἐκεῖ συνήθως οἱ χωρικοὶ ἐργάζονται σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων.
§34ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ ἐργασία δὲν ἔχει ἀξίαν;
§35ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα εἶνε πολὺ ἀκριβὰ εἰς τὰς Ἀθήνας;
§36ΤΡΑΚΑΣ. Ἡ οἰκογενειακὴ ἐργασία ἔχει καὶ αὕτη ἀξίαν, ἀλλὰ πολὺ μετριωτέραν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐπιβαρύνσεως εἰς τὰς πόλεις διὰ τῶν ὑπερόγκων ἐνοικίων τῶν ἀποθηκῶν, πλεῖστοι λόγοι ἄλλοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἦναι ὁ φόρος ἴσος, ἡ δὲ ἄνισος φορολογία θὰ φέρῃ καὶ δυσκολίας πολλάς· διότι, ἐνῷ ὁ κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν θὰ πληρώσῃ 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ὁ κάτοικος τοῦ Βραχαμίου θὰ πληρώσῃ ἥμισυ λεπτόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ παραδεχθῇ ἵνα ἦναι ἴση ἡ φορολογία, διότι αὐτὴ εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἐν ᾗ ὑπάρχει καὶ πρόσθετον ἄρθρον, ἀφορῶν εἰς τὸν Δημοτικὸν φόρον, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ὁ ὑπὲρ τῶν Δήμων Δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου προσδιορίζεται εἰς τὸ δεκατημόριον τοῦ ἐγγείου φόρου, βεβαιούμενος καὶ εἰσπραττόμενος ταὐτοχρόνως διὰ λογαριασμὸν τῶν οἰκείων Δήμων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος Νόμου»· διότι, ἐὰν δὲν συμπεριλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὸν Νόμον, θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἐνοικιάζοντες τὸν Δημοτικὸν φόρον νὰ λαμβάνωσι τοῦτον εἰς εἶδος, καὶ θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωσιν ἀσκόπουλα μεθ’ ἑαυτῶν, διὰ νὰ παραλαμβάνωσι τὸν φόρον τὸν Δημοτικόν, διότι ὑπάρχει ἡ ἀνισότης τῆς φορολογίας τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτω θὰ ἐπαναληφθῶσι νέαι καταπιέσεις καὶ περιπέτειαι ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ Δημοτικοῦ φόρου, καὶ διὰ τοῦτο εἶνε ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ Νόμου ἡ διάταξις αὕτη, περὶ τοῦ ὅτι ὁ Δημοτικὸς φόρος θὰ εἰσπράττεται ὁμοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου φόρου, ὑπολογιζόμενος εἰς τὸ δεκατημόριον αὐτοῦ.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἴσος εἰς ὅλα τὰ μέρη ὁ Δημμοτικὸς φόρος.
§38ΤΡΑΚΑΣ. Ὀλίγιστοι Δῆμοι εἶναι ἐκεῖνοι ὅπου ἔχουσι φόρον Δημοτικὸν 1, ἢ 1 καὶ ½%, ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία. Ὥστε προτιμότερον εἶναι νὰ πληρώσωσι κατά τι καὶ οὗτοι μεγαλείτερον φόρον καὶ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ἄλλων καταχρήσεων καὶ καταπιέσεων. Ἐκτὸς τούτου ἡ προθεσμία μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου εἶναι μικρὰ, διότι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον εἰς πολλὰ μέρη τρυγοῦν εἰσέτι, εἰς πλεῖστα δὲ μέρη ἀφίνουν τὸν οἶνον μετὰ τῶν στεμφύλων εἰς κάδους καὶ βράζει ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας καὶ μετὰ ταῦτα ἐξάγουν αὐτὸν καὶ βάλλουν εἰς τὰ βαρέλια· ὥστε καλὸν εἶναι νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τοῦ τέλους Νοεμβρίου, διότι δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι θὰ καταναλώσουν οἶνον, διότι ὁ οἶνος εἶναι μέχρι τέλους Νοεμβρίου γλεῦκος ἀκόμη καὶ δὲν γίγνεται χρῆσις αὐτοῦ. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὥστε ἡ δήλωσις νὰ γίνηται μέχρι τέλους Νοεμβρίου. Προσέτι δὲ νὰ διευκρινισθῇ καὶ τὸ ἑξῆς. Πολλοὶ πωλοῦν τὸ γλεῦκος εἰς τὰ ἀμπέλια, εἰς τοὺς λινοὺς, ποῖος θὰ δηλώσῃ τὸ γλεῦκος αὐτὸ τὸ πωληθέν; ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἀμπέλου, ὁ παραγαγὼν τὸ γλεῦκος, ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ τοποθετεῖ;
§39Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, πρὶν φέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἀνάγκη νὰ διέλθω καὶ ἐγὼ, ἢ μᾶλλον νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου· καὶ συστέλλομαι νὰ διορθώσω τὰς πληροφορίας του, διότι εἶναι πρεσβύτερος ἐμοῦ, καὶ τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν (γέλως). Τί γελᾶτε; ἐγὼ διωρίσθην εἰς τὰ 1845 καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἰς τὰ 1840, προσέτι δὲ διετέλεσε καὶ Διευθυντὴς τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ κύριος βουλευτὴς Τριφυλίας, διερχόμενος τὰς ἐποχὰς τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ οἴνου, παρέστησεν ὑπὸ εἰδεχθῆ εἰκόνα τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως. Κύριοι, οἱ φόροι ἐπὶ ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ Κυβερνήτου ἐνοικιάζοντο ὅλοι ὁμοῦ κατὰ τὸν Μάρτιον. Τὸ 1833 διῃρέθη ἡ ἐνοικίασις πάντων τῶν λοιπῶν προϊόντων χωριστὰ καὶ κατ’ ἐποχάς· μόνοι οἱ φόροι τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν δημητριακῶν προϊόντων συνενοικιάζοντο. Ἡ ἐνοικίασις δὲν εἶναι πάντοτε κακή. Ἰδοὺ τὴν διατηροῦμεν μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου. Ἐρωτῶ ὅλους τοὺς ἐκ τῶν ἐλαιοφόρων Ἐπαρχιῶν, γίνονται καθόλου παράπονα κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης; Τοῦτο συνέβαινε καὶ εἰς τὰ κουκούλια· ὑπῆρχεν ἐκτίμησις, εἰς ἣν ἂν δὲν συνεβιβάζετο ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ φορολογούμενος, ἀπέβαινε κατὰ τοῦ πρώτου, ὅστις ὤφειλε νὰ παραστῇ εἰς τὸ τρύγημα, ὅπερ δὲν τῷ ἦτο εὔκολον νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν ἐπὶ πολλῶν κουκουλοτρόφων καὶ ἠναγκάζετο νὰ ὑποκύψῃ ὁ ἐνοικιαστὴς εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ φορολογουμένου. Ἡ ἐνοικίασις τῶν κουκουλίων κατηργήθη τὸ 1845–1848, ὅταν ἐφηρμόσθη εἰς ὅλα τὰ προϊόντα ἡ ἄμεσος βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις, ἀλλ’ ἐπαναληφθείσης τῆς ἐνοικιάσεως διὰ τὰ ἄλλα προϊόντα ἐπανελήφθη διὰ τὰ κουκούλια μέχρι τοῦ 1858, ὅτε, ἐνσκηψάσης τῆς ἀσθενείας, ἡ ἐνοικίασις ἦτον ἐπισφαλὴς πολὺ διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἐκ τούτου πληροφορεῖσθε, ὅτι ἡ ἐνοικίασις καὶ εἰς τὰ κουκούλια δὲν ἦτον ἐπαχθής. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν οἴνων δὲν ἦτον ἐπαχθὴς ἡ ἐνοικίασις, καθ’ ὅσον ἀφώρα τὴν βεβαίωσιν, διότι αὕτη ἐγίνετο τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀποθηκεύσεως, ὅτε βράζει ἀκόμη ὁ οἶνος ἐν τοῖς βαρελίοις, καὶ ἐγίνετο διὰ τοῦ πήχεως μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἡσυχίαν χωρὶς νὰ γεννᾶται τὸ ἐλάχιστον παράπονον, καθόσον ὁ πῆχυς εἶναι ἀδέκαστος ἐκτιμητής. Ἐγένετο, λέγω, τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς βράζει ὁ οἶνος καὶ δὲν βλάπτει νὰ βάλῃ τις ἢ ξύλινον ἢ μετάλλινον πῆχυν, ὅπερ δὲν δύναται νὰ πράξῃ μετὰ τὸ ἀπόβρασμα τοῦ οἴνου καὶ σφάλισμα τῆς ὀπῆς τοῦ βαρελίου, διότι μετὰ τοῦτο εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ποιότητα τοῦ οἴνου ἡ εἰσαγωγὴ οἱασδήποτε ὕλης. Παράπονα κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ οἴνου ἐγέννησεν ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς, καθ’ ἣν ὤφειλεν ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς χρήματα, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τὸ δικαίωμά του ἢ εἰς εἶδος, ὅπερ τῷ ἦτον ἀδύνατον, ἢ εἰς χρῆμα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ἀλλὰ ποία ἦτον ἡ ἀγοραία αὕτη τιμή; ὁ Δημήτριος ἐπώλησεν 8 δραχμὰς τὴν βαρέλαν, ὁ Πέτρος 3· καὶ τοῦτο ἐγέννα τὴν ἔριν μεταξὺ ἐνοικιαστοῦ καὶ φορολογουμένων. Ἡ φιλονεικία αὐτὴ ἐφέρετο ἐνώπιον τῶν Διοικητικῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον τόπον διαιτητικῶν, ἀλλ’ ἦτο τὰ βασανιστήρια διὰ τοὺς φορολογουμένους, ἀφοῦ οἱ Δικασταὶ πληρωνόμενοι πάντοτε ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς κατεδίκαζον τοὺς φορολογουμένους. Τοῦτο ἐγέννησεν ἰσχυρὰ παράπονα κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν οἴνων, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε σύστημα φορολογίας, ἐκδοῦσα τὸ 1839 καὶ 1840 νόμον, δι’ οὗ ὥριζε νὰ ἐκτιμᾶται ὁ φόρος εἰς σταφυλὰς ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, πληρωνόμενος εἰς χρήματα, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἦτο ἔτι καταπιεστικόν, διότι οἱ ἐκτιμῶντες, διαφθειρόμενοι ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐπεβάρυνον τοὺς φορολογουμένους· εἰς τοῦτο προσετίθετο καὶ ἑτέρα διάταξις τοῦ Νόμου πολὺ σκανδαλώδης διὰ τοὺς ἐν τοῖς χωρίοις φορολογουμένους· ἡ διάταξις αὕτη ἔλεγεν, ὅτι μόνον διὰ τὰς ἐντὸς τῆς ἀμπέλου τρυγουμένας σταφυλὰς δὲν πληρώνεται φόρος, ἐνῷ ἕκαστος ἀμπελουργὸς θὰ ἐπισκεφθῇ τοὐλάχιστον ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος τὴν ἄμπελόν του, καὶ ἀναχωρῶν θὰ λάβῃ ὀλίγας σταφυλὰς νὰ φάγῃ καὶ ἡ οἰκογένειά του· νὰ τῷ ζητεῖται λοιπὸν φόρος διὰ τὰς σταφυλὰς αὐτάς, τὸ ἐθεώρει ὡς τι ἀπαίσιον. Ἐκ τούτου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ νομοθετήσῃ τὸ 1841 τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἥτις διὰ τοὺς φορολογουμένους δὲν ἦτο καθόλου κακή· ἴσως ἐζημιοῦτο τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἠδύνατο νὰ διορθώσῃ, διατάττον ἐπιμελέστερον τὴν καταμέτρησιν τῆς ἐκτάσεως τῶν ἀμπέλων· ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ὑπέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν σχεδὸν ἕνεκα τῶν μεγάλων καθυστερήσεων τοῦ φόρου. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἔπταισε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ὅταν τὸ 1853 ἐνέσκηψεν ἡ ἀσθένεια εἰς τὰς ἀμπέλους μέχρι τοῦ 1857, ὅτε εὑρέθη ἡ θείωσις, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παύσῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς ἀσθενείας οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἀπελάμβανον εἰσόδημα. Ἡ περὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ ἀδράνεια ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θειώσεως, καὶ τοῦτο ἐπήνεγκε τὴν ὄντως ὀγκώδη καθυστέρησιν ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὅπερ, ὡς εἶπε τοὐλάχιστον ὁ τότε Ὑπουργός, ἦτο τὸ ἰσχυρότερον ἐλατήριον τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος τὸ 1833. Ἴδετε, κύριοι, ἐξ ὅσων διέλαβον, ὅτι ἡ ἐνοικίασις δὲν εἶναι τρομερὸν φάσμα ὅπως τὸ παρέστησεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἀπήντησα τοιοῦτον, δὲν πιστεύω δὲ νὰ τὸ εὗρε τοιοῦτο καὶ ὁ κύριος βουλευτὴς Τριφυλίας, ὅστις διατελέσας τοσάκις ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον δὲν τὸ κατήργησεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐτήρησεν ἀσφαλῶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ νὰ τὸ παραδίδῃ εἰς τοὺς διαδόχους του. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἶναι κακὴ ἡ ἐνοικίασις, δυνάμεθα ἀφόβως νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ διαφωνῶ διὰ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν τὴν ἐνοικίασιν μετὰ τὴν δήλωσιν διὰ τὰ μὴ δηλωθέντα, συμφέρει διὰ τοὺς φορολογουμένους νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐνοικίασιν ἐξ ὑπαρχῆς, καθόσον ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ καταμετρήσῃ διὰ πήχεως κατὰ τὴν βράσιν τοῦ οἴνου, ὅτε δὲν βλάπτει, καὶ ἡ βεβαίωσις εἶναι ἀληθὴς καὶ ἄνευ ἐρίδων· τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κατ’ ὀκᾶν εἶναι ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ Νόμου, δὲν ὑπολείπεται περίστασίς τις, ἥτις νὰ προκαλέσῃ ἔριν. Ὁ χρόνος δὲ τῆς καταμετρήσεως εἰς ἕκαστον τόπον ὁρίζεται ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἐχουσῶν βεβαίως πληροφορίας περὶ τοῦ χρόνου τοῦ τρύγους καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ἀποθηκεύσεως τοῦ γλεύκους. Τὴν ἐνοικίασιν ὅμως διὰ μόνα τὰ μὴ δηλωθέντα θεωρῶ καταπιεστικήν, διότι θὰ τὴν ὑποστῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ πάντες οἱ φορολογούμενοι, εἴτε ἐλλιπῶς δηλώσαντες, εἴτε ἀκριβῶς δηλώσαντες, μολονότι οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ δηλώσωσιν ἀκριβῶς, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἐσυνείθισαν εἰς ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν φορολογικῶν καθηκόντων των. Θὰ ἦναι δὲ καταθλιπτικώτερον τῆς ἀπ’ ἀρχῆς ἐνοικιάσεως αʹ) διότι θὰ μετρῶνται τὰ ἀγγεῖα μετὰ τὴν βράσιν τοῦ γλεύκους, καὶ διὰ κυβικῶν καταμετρήσεων, ἀφοῦ ἐπιτήδειοι πρὸς τοιαύτην καταμέτρησιν δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς πλείστας Ἐπαρχίας, καὶ μεταχειρίζονται αἱ Ἀρχαὶ ὡς τοιούτους τοὺς ἁπλοῦς ῥακοπώλας· βʹ) διότι ἀπαλλάττονται οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τὰς διατυπώσεις τῶν δηλώσεων, διότι καὶ αὗται εἶναι δι’ αὐτοὺς ἀνιαραὶ ἐνοχλήσεις, καὶ γʹ) διότι ἀπαλλάττονται οἱ φορολογούμενοι καὶ ἀπὸ τὴν κακοήθειαν τῶν καταχρήσεων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἀρχῶν, τῶν συντρεχόντων εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν μὴ δηλωθέντων οἴνων, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι θὰ ἦναι ἢ ἄνθρωποι ἠγορασμένοι ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἢ συμμέτοχοι εἰς τὴν ἐνοικίασιν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ συνεχέστερον· ἐπιβάλλεται δὲ εἰς τὰς Ἀρχὰς ὁ διορισμὸς τῶν τοιούτων ἀντιπροσώπων ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, διότι τῇ ἀπαιτήσει τῶν ἐνοικιαστῶν, φίλων τῶν Ὑπουργικῶν βουλευτῶν, οἵτινες τοὺς συνιστῶσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσωπευομένους ὑπαλλήλους (Θόρυβος). Τί θορυβεῖτε; πρέπει νὰ λέγωμεν τὰ ἐλαττώματα τῆς κοινωνίας μας, καὶ τὴν κατάστασιν τῆς τάξεως τῶν φορολογουμένων, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δηλώσωσιν οἱ φορολογούμενοι ἀκριβῶς τοὺς οἴνους των, καὶ πρόχειρον παράδειγμα ἔχομεν τοὺς ποιμένας, οἵτινες κρύπτουσιν 20, καὶ ἐνῷ οἱ ἐνοικιασταὶ τοὺς ἀναγκάζουν νὰ πληρώνωσι διὰ τὰ 20 πενῆντα, πάλιν τὸ ἑπόμενον ἔτος εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν. Ἆρά γε δὲν ἦτο καλλίτερον νὰ ἐνοικιάζετο καὶ αὐτὸς ὁ φόρος ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς; Θὰ μετέβαινεν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ θὰ κατεμέτρει τὴν ποίμνην, καὶ ὁ ποιμὴν θὰ ἔλειπεν ἀπὸ τὰ βάσανα τῶν δηλώσεων καὶ τὰς ζημίας τῆς μὴ ἀκριβοῦς δηλώσεως. Πιστεύω, κύριοι, ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἐξέθηκα, ὅτι ἐπείσθητε ὅτι συμφέρει ἡ ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἐνοικίασις τοῦ φόρου τῶν οἴνων, ἀφοῦ παραδεχόμεθα τὴν ἐνοικίασιν διὰ τὸ μὴ δηλωθὲν μέρος αὐτοῦ, καὶ πιστεύω συνάμα, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ βάσανα περιττῆς καὶ πολυπλόκου ἐργασίας. Ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλομεν τοὺς φόρους, καὶ τὸ πολύπλοκον τοῦ συστήματος τῆς δηλώσεως, πρέπει νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὴν τοιαύτην διαδικασίαν, ἥτις εἶναι τῷ ὄντι ἀνιαρά.
§40ΤΡΑΚΑΣ. Ἀνιαρωτάτη.
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν διάταξιν τῆς ἐπιδιαιτησίας τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐν περιπτώσει ἔριδος περὶ τοῦ ἂν ἦνε περυσινὸς, ἑπομένως μὴ ὑπαγόμενος εἰς δήλωσιν ὁ οἶνος, ἢ ἐφετινός. Ἀφίνω δὲ ὅτι καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι δυσεφάρμοστον· διότι πῶς θὰ προφθάσῃ ὁ Εἰρηνοδίκης εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς δικαιοδοσίας του; ἀλλὰ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστήσωμεν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύω ἐτῶν πάντας τοὺς Εἰρηνοδίκας μας μπεκρήδας· διότι ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διέλθῃ εἰς μίαν ἡμέραν πολλὰς οἰκίας, διότι ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀμπελοφυτείας, οἱ ἡμίσεις φορολογούμενοι τοὺς πρώτους μῆνας διατηροῦν ἀκόμη οἴνους τῆς παρελθούσης ἐσοδείας, ἑπομένως εἰς ὅλων αὐτῶν τὰς οἰκίας θ’ ἀναπτυχθῇ ἔρις μεταξὺ φορολογουμένων καὶ ἐνοικιαστῶν, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης διὰ νὰ διακρίνῃ τὸν οἶνον ἂν ἦναι παρελθούσης ἢ τρεχούσης ἐσοδείας, θὰ δοκιμάζῃ ἀμφοτέρους ἐξ ἑκάστου ἥμισυ ποτήριον. Συλλογισθῆτε λοιπὸν τόσα ἥμισυ ποτήρια ἂν δὲν θὰ μεθύσωσι τὸν Εἰρηνοδίκην· καὶ ἠξεύρετε ὅταν τις συνειθίζῃ δέκα καὶ εἴκοσιν ἡμέρας κατὰ συνέχειαν νὰ μεθᾷ, θὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἔχῃ διαρκῶς τὴν τοιαύτην εὔθυμον κατάστασιν τοῦ μεθύσου. Ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ φόρου θεωρῶ κατάλληλον, ὅπως τὴν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καθὼς καὶ τὴν κλίμακα τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Τράκα, ὅστις μεταξὺ τῶν ἄλλων διὰ νὰ ἀποδείξῃ σφαλερὰν τὴν κλίμακα τῆς διατιμήσεως, μᾶς εἶπεν, ὅτι κάτοικος πολυπληθοῦς πόλεως, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν μεγάλον φόρον, ἀποταμιεύει τὸ γλεῦκος εἰς μικρὸν χωρίον, καὶ μετὰ τὸν χρόνον τῆς καταμετρήσεως τὸν μεταφέρει εἰς τὴν πόλιν. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ τολμήσῃ τις διὰ ν’ ἀποφύγῃ φόρον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκὰν νὰ μετακινήσῃ τὸν οἶνόν του μετὰ τὴν βράσιν, καὶ νὰ ἔχῃ καὶ διπλᾶς ἀποθήκας, ὧν τὴν μίαν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του; Ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου Τράκα περὶ τοῦ φόρου τῶν πρὸς βρῶσιν πωλουμένων σταφυλῶν εἶναι ὀρθοτάτη, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω καὶ τροπολογίαν περὶ φορολογίας αὐτῶν, διότι ἀπαλλάττονταί τινες φόρου σπουδαίου, ὃν ζημιοῦται τὸ Δημόσιον. (Ὅρα Παράρτημα). Μὴ νομίσετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐνοικίασις καὶ διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἦτο καταπιεστική, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ ὄψιμα, ἅπερ, ἐπερχομένων τῶν βροχῶν, δὲν δύναται ὁ γεωργὸς νὰ ἁλωνίζῃ, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς τὸν πιέζει καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν συγκομιδὴν τῶν ἐκ τούτου φόρων. Ἀλλὰ μήπως διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀροτήρων κτηνῶν ἐκέρδισαν οἱ γεωργοί; καθόλου! ἐκτὸς ὀλιγίστων. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος νὰ δίδῃ ἓν ζεῦγος βοῶν εἰσόδημα καθαρὸν 400–1000 δραχμῶν, ἀφοῦ πληρώνουν οἱ ἔχοντες αὐτὰ γεωργοὶ 30–70 δραχμὰς φόρον; Ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἦτον 7% καὶ πρότασις εἶχε γίνει νὰ μετριασθῇ εἰς 5%, καὶ ἡ πρότασις αὕτη εἶχε γίνει ἀσπαστὴ ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν δεκάτην. Ἐκ τούτου γίνεται καὶ ἄλλη ζημία, ὅτι κατ’ ἔτος ἐλαττοῦνται τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, διότι δὲν ἀντέχουν εἰς τὸν φόρον οἱ ἔχοντες αὐτὰ γεωργοί. Περαίνων ἐπιμένω νὰ δεχθῇ ἡ πρότασίς μου ὅπως γίνεται ἡ ἐνοικίασις διὰ τὸν φόρον τῶν οἴνων ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς καὶ οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς ἀδηλώτους, καὶ παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀντιτείνῃ.
§42Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Δημητρακάκης μὲ προὐκάλεσε νὰ ἀποφανθῶ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, λέγω τὸ ἑξῆς. Ἤμην ὑπὲρ τῆς βοδολογίας μανιώδης καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριε Κάρτσωνα, ὅταν παρεπονεῖσθε, ὅτι ἔχετε βόας, οἵτινες τραβοῦν μόνον τὰ ἁμάξια καὶ δὲν ἀροτριοῦν, παρεκάλεσα ἐγὼ τότε τὸν Πρόεδρον νὰ σᾶς ἐξαιρέσωμεν τοὺς βόας, οἵτινες τραβοῦν τὰ ἁμάξια. Λοιπὸν ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη δοκιμάζομεν τὸν νόμον αὐτόν· σᾶς λέγω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος καὶ ἐπιβαρύνει τὸν πτωχὸν λαόν. Πρῶτον εἶναι ἄνισος, διότι ἐγὼ ὁ κάτοικος τῆς Εὐρυτανίας δηλώνω εἰς τὸν Δῆμόν μου τοὺς βόας καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν πεδιάδα καὶ καλλιεργῶ, καὶ ἐγὼ μὲν πληρώνω δι’ ἕκαστον κτῆνος 6 δραχμὰς, ὁ γεωργὸς ὅμως τῆς Τριχωνίας πληρώνει 45 δραχμάς. Καὶ ὅσων ἐψόφησαν τὰ βόδια καὶ δὲν ἦσαν φίλοι μὲ τὸν Δήμαρχον, δὲν ἐξῃρέθησαν τὰ βόδιά των. Ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω ἕνα Βασίλειον Μανιαδὸν ἀπὸ τὸ χωρίον Βελάουστα, ὅστις ἐδήλωσεν, ὅτι ἐψόφησεν ὁ βοῦς αὐτοῦ καὶ ἐξακολουθεῖ εἰσέτι νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον τούτου. Μεταβαίνομεν κατ’ ἔτος εἰς τὰ Δικαστήρια 100 καὶ 150 ἄνθρωποι δι’ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεις. Ἂν καὶ ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν δεκάτην καὶ τὴν κατεψήφισα, βλέπων τώρα ὅτι δύο βόες πληρόνουν 70 δραχμὰς, ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλὴν ἐνώπιόν της, καὶ συνιστῶ λίαν σοβαρῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ, εἰ δυνατὸν, εἰς ἐνοίκιον ἁπάσας τὰς προσόδους, διὰ νὰ εἰσπράττῃ δεκαπλάσια.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§44Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπου τὸ γλεῦκος ἔχει πάχος, μετὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ πρώτου οἴνου ῥίπτεται ὕδωρ ἐντὸς τῶν στεμφύλων, ῥίπτεται δὲ καὶ εἰς τὸν πρῶτον οἶνον. Εἰς τὰ 50 φορτώματα εἰς τὸ Αἴγιον θὰ ῥίψωμεν 5 φορτώματα ὕδατος. Μετὰ τοῦτο εἰς τὰ στέμφυλα θὰ ῥίψωμεν 8 ἕως 10 φορτώματα ὕδατος εἰς τὰ 50 φορτώματα γλεύκους, ἢ μᾶλλον εἰς τὰ ἐκ τούτων στέμφυλα, καὶ ὁ οἶνος ὅστις, ἐξάγεται ἐκ τῶν στεμφύλων καὶ τοῦ ὕδατος, ὀνομάζεται λάγγερα. Ὁ φόρος τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν δύο λεπτῶν θὰ ἐπιβάλληται καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου τούτου; Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἀφοῦ ἐξαχθῇ τὸ πρῶτον λάγγερο, ῥίπτεται ὕδωρ ἐκ νέου καὶ ἐξάγεται τὸ δεύτερον λάγγερο. Μετὰ τοῦτο τὰ στέμφυλα τὰ πιέζουν καὶ ἐξάγεται καὶ ἄλλο λεπτότατον εἶδος οἴνου. Λοιπὸν ὁ φόρος θὰ ἐπιβάλληται καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου τούτου; Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ δηλώσῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλληται ὁ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν λαγγέρων αὐτῶν, ἢ ἂν θὰ ἐπιβάλληται μόνον εἰς τὸν πρῶτον οἶνον, εἰς τὸ κεφάλι λεγόμενον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσι διάφοροι τροπολογίαι.
§46Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπέβαλον τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω οὐχὶ λόγῳ δημοκοπίας, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἔχω δίκαιον, νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὴν Τρίπολιν, καθόσον πάντες οἱ διελθόντες ἐκ Τριπόλεως γνωρίζουν, ὅτι τὸ γλεῦκος κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἔχει 15 λεπτὰ, ὅταν εἶναι ἐλαχίστη ἐσοδεία, ἢ 10 λεπτὰ, συνήθως δὲ μόνον 5 λεπτά· ὥστε ζητεῖται ἤδη νὰ δώσῃ ἡ Τρίπολις ὅλον τὸ προϊὸν ὡς φόρον εἰς τὸ Δημόσιον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Τρίπολις.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλοι οἱ προλαλήσαντες, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, γνωρίζουν, ὅτι ἐν Τριπόλει ὑπάρχει μία σπουδαιοτάτη ἐξαίρεσις. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι γενικῶς ἀνεγνωρισμένον, εἶναι δίκαιον νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ διὰ τοῦ νόμου, νὰ ὁρισθῇ ὁ φόρος διὰ τὴν Τρίπολιν εἰς τὴν κατωτάτην τάξιν.
§48Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος, ἀλλ’ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ὑπάγεται καὶ ἡ Ἐπαρχία τῆς Κορινθίας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη τροπολογία εἶναι τοῦ κυρίου Τζανετάκη. (Ἀναγινώσκεται).
§50ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§51ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ τροπολογία, καθόσον πρόκειται περὶ ἐγγείου φόρου, καὶ αἱ Ἐπαρχίαι αὗται πληρόνουν τὸν φόρον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν (θόρυβος).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐρωτηθεὶς, εἶπον ποίαν ἔχω γνώμην. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἐκεῖ πληρόνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις Γυθείου καὶ Οἰτύλου ἐπίσης. Καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ ἐὰν ἔχετε ἀντίῤῥησιν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγω.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§57ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν νὰ γείνῃ καταφανὴς ἡ ψηφοφορία. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Τζανετάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἔγεινε δεκτὴ ἡ τροπολογία. Τώρα εἶναι δευτέρα τροπολογία τοῦ κυρίου Τράκα. Ὁ κ. Τράκας προτείνει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
§59ΤΡΑΚΑΣ. Ἂς μείνῃ ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπωμένη καὶ διανεμημένη, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ψηφοφορίαν.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν φέρω τὴν παρατήρησιν εἰδικῶς ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Τράκα, νομίζω ὅμως, ὅτι ἀσφαλέστερον εἶναι νὰ μὴ τίθενται εἰς ψηφοφορίαν ὁριστικὴν τροπολογίαι, προτεινόμεναι κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι δίδεται περισσότερος καιρὸς εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ δίδωσι ψῆφον ἐν ἐπιγνώσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν δὲν κάμνω ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Τράκα, ἀλλ’ ἐν γένει ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο, ἐὰν θέλετε, μὴ προκαλέσητε ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Τράκα, διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ τροπολογία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸ τῆς συζητήσεως, δὲν δύναται παρὰ νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν, δὲν ἔχω δυσκολίαν. Τότε ὅλαι αἱ τροπολογίαι μένουν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§63Λ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τροπολογίαν ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὸ ὁποῖον δίδεται τελευταία προθεσμία πρὸς δήλωσιν ἡ 15 Ὀκτωβρίου. Πολλοὶ ὀρεινοὶ Δῆμοι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ συμμορφωθῶσι, π. χ. ἡ Ἀράχωβα ἀρχίζει νὰ τρυγᾷ εἰς τὰς 15 Ὀκτωβρίου.
§64Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Τρίπολιν συμβαίνει τὸ αὐτό.
§65ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν αὐτὴν μέχρι τέλους Νοεμβρίου.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ πωληθῇ ὁ οἶνος ἀφορολόγητος.
§67ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 15 Ὀκτωβρίου ἀρχίζει ὁ τρυγητός· μετὰ τοῦτον ἔρχεται τὸ κρασὶ μὲ τὰ τσίπουρα καὶ βράζουν ἐπὶ 40 ἡμέρας.
§68ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν 40 ἡμέρας.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι 20 ἡμέραι καὶ 20 νύκτες, καὶ ἀθροιζόμεναι κάμνουν 40 ἡμέρας.
§70ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ 40 ἡμέρας. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συμμορφωθῶμεν. Δὲν τρέχει δὲ τὸ Δημόσιον τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσῃ τὸν φόρον, διότι ἡμεῖς τὸ κρασὶ τὸ πωλοῦμεν μετὰ τὸν Μάϊον (θόρυβος).
§71ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν (θόρυβος).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐτέθη ἡ ἀρχή, αἱ τροπολογίαι νὰ ἀποφασισθοῦν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· μὴ κάμνετε θόρυβον. Ἠκούσατε τὰς παρατηρήσεις καὶ προχωροῦμεν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§73ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7½ μ. μ.)