Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ι · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 32

1885.11.18

2.355 στίχοι · 17.870 λέξεις · 1 πίνακας · 68 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1885.11.18
Προεδρεία
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΡΙΚΑΚΗ
Περίοδος
Ι
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1886)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

Τῆς 18 Νοεμβρίου 1885.

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Βασιλικὸν Αὐλαρχεῖον γνωστοποιεῖ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς διέταξεν ἀπὸ σήμερον αὐλικὸν πένθος τριῶν ἑβδομάδων ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς Ἱσπανίας Ἀλφόνσου τοῦ ΧΙΙ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ καταδίκου Ἀνδρέου Σκουρλῆ, αἰτοῦντος χάριν. Θέλει σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Νικόλαος Παπαδόπουλος ὑποβάλλει αἴτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίαι αὐτοῦ καὶ οἱ ἀγῶνές του καὶ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἀνήκουσα πρὸς τὸν βαθμόν του ἀμοιβή. Θέλει σταλῆ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον συστημένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἀναφορά.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας.

§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνεκα ἀσθενείας τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ μέλη αὐτῆς δὲν ἐργάζονται.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἑλένης χήρας Κυριάκου Γεωργ. Ἀνδρούτζου, αἰτούσης χορηγίαν μηνιαίου βοηθήματος. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον συστημένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Πρόεδρος πάσχει καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἔλθῃ.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ παρατείνεται ἡ ἀργία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν θέλουν τὰ μέλη, δύνανται νὰ συνέλθωσι καὶ ἄνευ τοῦ Προέδρου καὶ νὰ ἐργασθῶσι. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ συνέλθωσι τὰ μέλη καὶ νὰ ἐργασθῶσιν, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ παρευρίσκεται.

§8ΖΑΪΜΗΣ. Τότε πρέπει νὰ μᾶς καλέσητε σεῖς.

§9ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν συνέρχονται, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ μᾶς καλέσῃ. Ἐπειδὴ δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν ἄνευ τοῦ Προέδρου, ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ συνέλθωσιν, ἐγὼ θὰ καλέσω τὰ μέλη δι’ αὔριον.

§11ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ προτάξωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν συζήτησιν τῆς εἰς ἐργολαβίαν παραχωρήσεως τοῦ ἅλατος, διότι κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν διαχείρισιν, ὅπως ὑπάρχει, θὰ φάγωμεν τὸ ἅλας ἑβδομήκοντα καὶ ὀγδοήκοντα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν ἡ διαχείρισις τοῦ ἅλατος καὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τοιοῦτος Νόμος καὶ ὄχι μόνον διὰ τὸ ἅλας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ πετρέλαιον, διότι ὑποφέρει ὁ Τόπος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ ἓν ἀποτέλεσμα καὶ νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς δι’ ἐργολαβίας διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων ἅλατος καὶ πετρελαίου, ἵνα μὴ φάγωμεν τὸ πρῶτον ὑπερτιμημένον, καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου νὰ καίωμεν πετρέλαιον, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἀγοράζομεν πετρέλαιον, ἀλλὰ δὲν καίομεν πετρέλαιον, ἀλλὰ ἄλλας ὕλας.

§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠσθένει, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν προώδευσαν, ἐὰν δὲν ἐσταμάτησαν, τὰ ἔργα τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐσκόπουν νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ νὰ καλέσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκλέξωσι προσωρινῶς τὸν μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἐν ἀναῤῥώσει τὴν Δευτέραν, καὶ ὅτι ἑπομένως σήμερον ἤθελεν ἡ Ἐπιτροπὴ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ σήμερον ἤκουσα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Πρόεδρος ἀσθενῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συγκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκλέξωσι τὸν προσωρινῶς μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Προέδρου. Ἀλλὰ δὲν εἶχον τοῦτο μόνον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν· εἶχον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν περὶ πολλῶν πραγμάτων, ἀναγομένων εἰς τὰς ἐργασίας τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον αὐτῆς· ἰδίως δὲ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ κανονίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν σκοπιμώτερον καὶ ταχύτερον εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνδεικνύει καὶ ἀναγκαῖον συμβεβηκός, λαβὸν χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ἢ Πέμπτην κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδεχθῇ, ἵνα μεταβάλῃ τὴν συνεδρίασίν της εἰς μυστικήν· καὶ ἡ πρότασις αὕτη, ὡς εἰκός, ἦλθεν εἰς συζήτησιν κατὰ τὸ Σάββατον τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ συζήτησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἐν φανερᾷ συνεδριάσει, διότι κατ’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἀνακοινωθῶσιν οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπειθον τοὺς προβαλόντας τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει καὶ συμφέρει νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Ἑπομένως ἐγένετο τὸ Σάββατον μυστικὴ συνεδρίασις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, μὴ παραδεχθείσης τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Δὲν πρέπει ἐγὼ νὰ ἐρευνήσω σήμερον ποίαν τινὰ ἔχει ἔννοιαν πᾶσα πρότασις, προβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ἡ πρότασις γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἔννοια εἶναι εὐκρινής. Τὸ Ὑπουργεῖον κρίνει ἀναγκαῖον νὰ ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, τῶν ὁποίων ἡ δημοσίευσις βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἑπομένως ζητεῖ νὰ ποιήσηται τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, καὶ οὕτω προβάλλει τὴν μετατροπὴν τῆς συνεδριάσεως εἰς μυστικήν. Ἐὰν ὅμως ἡ πρότασις δὲν γένηται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὸ οἱουδήποτε καὶ ἂν γένηται ἄλλου, ἐμφαίνει αὕτη τὴν περιέργειαν αὐτοῦ, ἵνα λάβῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ δημοσίᾳ, εἴτε ἐπιθυμίαν νὰ ἐλέγξῃ τὸ ἀνεπιτυχὲς ἢ τὸ μὴ ἄρτιον τῶν Κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν. Μ’ ὅλα ταῦτα μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ποιήσωμαι ἑρμηνείαν τινὰ τῆς γενομένης προτάσεως. Μοὶ ἐφάνη μάλιστα, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ λυσιτελής, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀντετάχθην ἀμέσως καὶ κατὰ μέτωπον, ἵνα ἀποκρούσω τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἑπομένως ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν. Τὰ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει λεγόμενα συνήθως δὲν γνωστοποιοῦνται ἐκτὸς αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν διεφάνησάν που ἐν τῷ κοινῷ, διεφάνη ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μυστικῆς ἐκείνης συνεδριάσεως, ἤτοι ἡ ψηφοφορία, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῆς περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως προτάσεως, ἥτις ψηφοφορία ἐδήλωσεν, ὅτι 36 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἵνα γένηται μυστικὴ συνεδρίασις, 110 δὲ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ γένηται παραδεκτή. Διεφάνη προσέτι καί τι ἄλλο περισσότερον, φυσικὸν ἄλλως τε, ἤτοι ἡ ἀνατομία τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης, διότι ἐζητήθησαν αἱ ἀποχρώσεις ἢ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν λευκὴν ἢ μέλαιναν ψῆφον· ἑπομένως διεφάνη, ὅτι μετὰ τῶν ψηφοφορησάντων κατὰ τῆς προτάσεως ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖνα τὰ μέλη τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν ὁποίων τὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πολιτικὰ φρονήματά εἰσι γνωστά. Ἡ τοιαύτη ἔρευνα προέβη καὶ εἰς ἄλλας περαιτέρω μελέτας, καὶ κατεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν τινῶν, ἵνα ἀνεύρωσι ποίαν πολιτικὴν σημασίαν εἶχεν ἡ ψηφοφορία αὕτη, ποίαν λόγου χάριν εἶχεν ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει καὶ ποίαν ἀπονέμει τὸ Κοινοβούλιον σημασίαν, ἢ ποίαν εἶχε πολιτικὴν σημασίαν ἐπὶ τῆς εἰς τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει πρόσωπα ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀπεδέξατο ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, ἅμα γενομένη γνωστὴ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔτυχε τῆς πλήρους ἐπιδοκιμασίας αὐτοῦ, διότι ἐκ τῶν παρόντων μελῶν τῆς Βουλῆς 10 μόνον ἔδωκαν ψῆφον κατὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ δὲν εἶναι μὲν γνωστὸν ἐὰν αἱ δέκα εἰρημέναι ψῆφοι ἦσαν ψῆφοι ἀποκρούουσαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ περιελάμβανον καὶ ψήφους ἐπιθυμούσας νὰ ἐλέγξωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ ἐνεργήσασαν ἐσπευσμένως καὶ δρομαίως, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδώσει εἰς τὰς 10 ἐκείνας ψήφους σημασίαν καὶ ὅτι αὐταὶ ἦσαν κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο τοσοῦτον ἀσήμαντος ἡ μειοψηφία, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ θαῤῥούντως, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους σχεδὸν παμψηφεὶ ἀπεδέξατο τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός. Ἐὰν ζητήσω νὰ παραβάλω τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην πρὸς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Σαββάτου προχθές, καὶ ζητήσω νὰ ἀνεύρω τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περικαλύπτουσιν ἐν ἑαυταῖς αἱ 36 ψῆφοι, αἱ δοθεῖσαι ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὰς ψήφους ταύτας τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς ἐφαρμοζομένης παρ’ ἡμῖν πολιτικῆς, διότι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν 36 ψηφοφορησάντων πρὸ μικροῦ ἔτι ἐψηφοφόρουν, ἐπιδοκιμάζοντες τὴν πολιτικήν, ἥτις ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ ἂν περιστάσει ἡ ἔννοια τῶν 36 ψήφων ἦτον ἔννοια ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἐφαρμοζομένην πολιτικήν, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου εἶνε τοσοῦτον μικρός, ὥστε δὲν ἤθελε μοὶ δώσει ἀφορμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκαλῶν νέαν ἀπόφασιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μὲ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν ἡ περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς οἱαδήποτε ἔννοια τῶν 36 ψήφων, ἡ ἔννοια ὅμως αὐτῶν μοὶ ἐμποιεῖ ποιάν τινα ἀνησυχίαν ἐὰν περιέχῃ ἔκφρασιν δυσμενῆ πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ἐνεργείας, διότι τοιαύτην τινὰ δύναται νὰ ἐνδείξῃ δυσμένειαν ἡ φροντίς, τὴν ὁποίαν ἰδιαζόντως ἠθέλησαν νὰ καταδηλώσωσιν οἱ ψηφοφορήσαντες περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν κεκλημένων πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἐγκριθείσης πολιτικῆς προσώπων. Καὶ ἐὰν ἐκδηλώνῃ τὴν ἀνησυχίαν, ὡς εἶπον, τῶν ψηφοφορησάντων καὶ ἐὰν ἐκδηλώνῃ τὴν φροντίδα τὴν ἰδιάζουσαν αὐτῶν, παριστᾷ τότε τὴν μείωσιν τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἤθελεν ὑποτεθῇ ὀρθή, τότε ἡ προσθήκη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 36 ψήφων τῶν κατὰ τῆς προτάσεως περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ψηφοφορησάντων ὡσαύτως γνωστῶν μελῶν τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν μελῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἔλειψαν νὰ ἐκδηλώσωσι ποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν προσώπων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, θέλει μᾶς ἀγάγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑφίσταται εἰσέτι ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ αὕτη τοσοῦτον ἐμειώθη, ὥστε μικρὰ πλέον διασώζεται ἡ δύναμις ἐξ ἐκείνης, ἥτις τὸ πρίν, μέχρι τῆς προχθές, περιέβαλε τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀσθενὲς δὲ πλέον κατεστάθη τὸ κῦρος τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐν χρόνοις μὴ ὁμαλοῖς, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀποστολὴν μόνον νὰ ῥυθμίζῃ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ἢ μόνον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς κυβερνήσεως τῆς Χώρας, τοιαύτη τις μείωσις ἢ μεταβολὴ δὲν ἤθελεν ἴσως ἐπιφέρει ζημίαν τινὰ ἢ βλάβην. Ἐὰν συνέβαινεν εἰς τοὺς ὁμαλοὺς καιροὺς ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑποστηρίζεται ὑπὸ μεγίστης πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ κυβερνᾶται ἀζημίως. Ἀλλ’ ἐν χρόνοις ἀνωμάλοις, οἷοι ἐκεῖνοι οὓς διανύομεν, ἐν χρόνοις καθ’ οὓς ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἐπιδοκιμασίαν παντὸς εἰ δυνατὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ τὴν ἐλάφρυνσιν πάντων εἰ δυνατὸν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον τὸ συμβεβηκὸς τῆς ψηφοφορίας τοῦ Σαββάτου. Νομίζω δὲ πρὸ παντός, ὅτι ἡ μεγίστη εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ὑπέχομεν κατὰ τὰς παρούσας μεγίστας περιστάσεις, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς ἐμέ, ὡς εἰσηγούμενον τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἀναζητήσω καὶ ἐξακριβώσω τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ τις, ὅστις ἤθελεν ἀποδώσει εἰς τὸ διάβημά μου τολμηράν τινα σκέψιν ἢ ταπεινὴν προαίρεσιν. Ἀφ’ ἧς συνηντήθημεν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἐδηλώσαμεν εἰς αὐτήν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη σκέψις δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἡμᾶς, καθότι πρὸ παντὸς ἄλλου προσέχομεν εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν ὑπεράσπισιν ὡς Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθημεν νὰ ἀναλάβωμεν. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ἐπῆλθε τοιαύτη τις μεταβολὴ εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου οὐ μόνον μὴ συνήθη ἀλλὰ εὐρεῖαν ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν ὁρίων ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἢ καθ’ ὃν χρόνον, ἀπόντος τοῦ Κοινοβουλίου, δύναται νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐντείνῃ τὴν ἑαυτῆς ἐξουσίαν καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέγραψεν εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, πρὶν ἢ προβῶμεν σήμερον εἰς τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἡμερησία διάταξις, ἐνομίσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δηλώσῃ διὰ τῆς ψήφου της ἐὰν ἐξακολουθῇ μεταδίδουσα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν μᾶς παρεῖχε μέχρι τοῦδε.

§14Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὸν ζητοῦντα τὸν λόγον ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὰ μέλη ἐκεῖνα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκπεφρασμένην περὶ τῶν προσώπων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν γνώμην, οὐδεμίαν εἶχον ἀξίωσιν νὰ μεταβάλωσιν αὐτήν, οὐδ’ ἐννοοῦμεν διὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον τίθεμεν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ μεταπείσωμεν αὐτὰ, ἢ ἄλλως νὰ πιέσωμεν ἢ νὰ ὑφαρπάσωμεν τὰς ψήφους αὐτῶν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ διεφάνη ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ πιστευθῇ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνελύθη διά τινων ὀργάνων τοῦ τύπου, εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἀποτελοῦντα μέχρι τοῦδε τὴν πλειονοψηφίαν αὐτοῦ, δὲν ἐξακολουθοῦσι πλέον μεταδίδοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε παρεῖχον εἰς αὐτήν. Ἐὰν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, τὸ συμφέρον τῆς Χώρας ἀπαιτεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διὰ νὰ ἀπέλθωσι τῆς διοικήσεως τῶν κοινῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν τυγχάνουσι περιβεβλημένοι διὰ τῆς μεγίστης ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας ἕνεκα τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων χρήζουσιν, ἵνα διαχειρίζωνται αὐτά. Δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ παντάπασιν, οὐδὲ ἤθελε μειωθῆ τὸ θάῤῥος ἡμῶν ὡς Κυβερνητῶν, ἐὰν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ γνωσταὶ ψῆφοι, αἱ πάντοτε ἐκδηλώσασαι δυσπιστίαν πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, δηλωθῶσι καὶ νῦν τὴν αὐτὴν ἔχουσαι δυσπιστίαν· ἐὰν ὅμως ἐκεῖναι αἱ ψῆφοι, αἵτινες πάντοτε ἐδηλώθησαν εὐνοϊκαὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνέβη νὰ μειωθῶσι, τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἀποδειχθῇ, διὰ νὰ μᾶς διδάξῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν κυβερνῶντες ἢ πρέπῃ νὰ ἀφήσωμεν τὰς θέσεις μας εἰς ἄλλους, οἵτινες θέλουσιν ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ μεταλαμβάνωσι πλείονος ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῶν μικρῶν ἐκείνων τεχνασμάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν κρατοῦσαν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ γνώμην. Εἰς τοὺς συνήθεις καιροὺς δύνανται νὰ συμβαίνωσι μεταστάσεις ἀπὸ γνώμης εἰς γνώμην, ἢ νὰ τροποποιῶσιν οἵαν εἶχον γνώμην τινὰ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς ἢ καὶ νὰ μεταβάλλωσι καὶ καθόλου τὴν γνώμην αὐτῶν, ἢ καὶ νὰ ἐπηρεάζωνται ἐκ διαφωνιῶν περὶ τὰς λεπτομερείας. Οἱ παρόντες ὅμως καιροί εἰσιν ἐντελῶς διάφοροι. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει μὲ παρεξηγήσει, διότι ἐπιμένω παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν της, καθ’ ἣν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὴν αἴτησιν.

§16Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίως, φρονῶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει κατὰ τὴν προχθὲς ἡ συζήτησις, ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν γενομένη, δικαίως, λέγω, μετὰ τὴν τροπὴν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιζητεῖ διαφώτισίν τινα. Ἡ τροπὴ ἐκείνη, εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον τοὺς προτείναντας, εἶχέ τι τὸ ἀπροσδόκητον. Καὶ τῷ ὄντι μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν, ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ ἀληθῶς, τίνες ἄρα εἶναι οἱ παρέχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; εἶναι οἱ 37, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἢ εἶναι οἱ 100, νομίζω, περίπου, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν κατὰ τῆς προτάσεως; Καὶ ἐάν τις, κύριοι, ἤθελε προσέξει εἴτε εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προέτειναν τὴν πρότασιν ἐκείνην, εἴτε ἀκόμη περισσότερον εἰς τὰς ἐπισήμους δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅλα ταῦτα καὶ αἱ δικαιολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, τὰ πάντα, λέγω, συντρέχοντα, ἠδύναντο νὰ δώσωσι χώραν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην παρέχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἦσαν οἱ 37, ὅτι ἔγεινε μία ἐκκαθάρισις καὶ ἐμείναμεν καθαροὶ Ὑπουργικοὶ μόνον 37!

§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί λέγεις ἀδελφέ; πῶς ἐξηγεῖς οὕτω τὰ πράγματα;

§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἠδύνατό τις νὰ συναγάγῃ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε δίκαιον ν’ ἀπορῆτε.

§19ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς φανερὰν συνεδρίασιν, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε τί ἐψηφίσατε ὑμεῖς; Εἶσθε μὲ τοὺς 37, ἢ μὲ τοὺς 100;

§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν προτεινάντων τὴν ψηφοφορηθεῖσαν πρότασιν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε κατὰ νοῦν κἀνὲν προηγούμενον σχετικὸν διὰ νὰ ὑποπτεύσητε, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεώς μου, ἢ νὰ μὴ ψηφοφορῶ ὑπὲρ ὅσων προτείνω.

§21ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀνεχωρήσατε καὶ ἀφήσατε ἄλλον νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.

§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμὸς, κύριε Συνταγματάρχα, ἀποτείνεται πρὸς ἐμέ· ἀλλὰ δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ἐγὼ ἐψήφισα καὶ εἶτα ἀνεχώρησα.

§23ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σεῖς ἐψηφίσατε.

§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὰ παράδοξα ταῦτα συμπεράσματα, διὰ τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ μειδιάσῃ, καὶ κατόπιν τῆς γενομένης προκλήσεως, τῆς ἀπευθυνομένης κυρίως πρὸς ἡμᾶς, περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον οἱ προτείνοντες, καὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν τῇ προτάσει, βεβαίως μὲ ἀναγκάζουσι νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἦσαν περιττά.

§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περιττά!

§26ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτᾷ τις ἐκ τῶν προτέρων τοὐλάχιστον τὶ φρονεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑνὸς Συνταγματικοῦ δικαιώματος, ἀπονεμομένου εἰς δέκα βουλευτάς. Δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ χρῆσις ἑνὸς Συνταγματικοῦ δικαιώματος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ ὅταν προτείνῃ τις μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις δὲν προβῇ εἰς τὴν οὐσίαν, οὕτως εἰπεῖν, δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν προτείνοντα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἑνὸς Συνταγματικοῦ δικαιώματος· πρόκειται περὶ ἑνὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον κατέστησε χρήσιμον αὐτὴ ἡ πολιτικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Ὑπουργείου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἐν περιπτώσει παρασκευῆς πολέμου ἔχει ἀπόλυτον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλῇ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, νὰ προκαλῇ ὅπως ἕκαστος ἐκφράσῃ καὶ συνεισφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Θεωρῶ ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐντεταλμένη νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰ περὶ πολέμου καὶ εἰρήνης. Νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ Συνταγματικῶς ἄτοπον νὰ ζητῆται παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τούτῳ πέποιθα, δὲν δύναμαι καὶ νὰ θεωρήσω ἀδικαιολόγητον τὴν πρόκλησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε πρὸς πάντα βουλευτὴν καὶ πρὸς πάντα τὰ κόμματα, ἵνα ἕκαστος συνεισφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναί τις τοσοῦτον προσηλωμένος μόνον εἰς τὴν τήρησιν Κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἢ δικαιωμάτων τυπικῶν, ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης θέσεως τοῦ Τόπου. Καὶ εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διατὶ δικαιολογῶ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι ἔχω καὶ ἄλλην ἰδέαν σχετικὴν, ὅτι ὅπως ἡ Ἑλλὰς πολεμήσῃ μὲ ὅλην αὐτῆς τὴν δύναμιν, δέον νὰ παραστῇ ὄχι μόνον ὡς Κράτος, ὄχι μόνον ὡς Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ καὶ κομματική, ἀλλὰ καὶ ὡς Κυβέρνησις συγκεντροῦσα ὅλας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις. Καὶ ὅταν δὲν βλέπω ἀντιπροσώπευσιν πραγματικὴν τῆς τοιαύτης ἑνώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι δικαίως ἐπιδοκιμάζομεν τὴν πρόκλησιν ἐκείνην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς πρακτικήν. Κοινοβουλευτικῶς βεβαίως δὲν ἦτο ἀναπόφευκτος, ἦτο ὅμως οὐσιωδῶς ἐνδιαφέρουσα, προκειμένου περὶ ἀγῶνος ἐνδεχομένου. Καὶ ὅταν ἀπέναντι τοιαύτης προκλήσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἶχον ἀκούσει ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὅτι αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται, δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι διετέλεσαν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἀκροατηρίων, δὲν ἦτο ἆρά γε εὐλόγως συγκεχωρημένον νὰ σκεφθῶμεν οἱ προτείναντες, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόκλησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἄρσιν δηλαδὴ τῆς δυσκολίας, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ αἰσθανθῶσιν ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἀκροατηρίων, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης θέσεως δὲν ἐπεβάλλετο πλέον ἡ ἰδέα τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεμαρτυρήθη προκαταβολικῶς, ὅτι οὐδὲν ἤθελεν εἴπει ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει. Ἀλλὰ παραίτησις τοιαύτη ἀπὸ τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, δὲν ἔχει οὐδὲν ἀποτέλεσμα, οὐδὲν κῦρος, οὐδὲ δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη παραίτησις, καθόσον μάλιστα οὐδεὶς γινώσκει τὶ ἐν τοιαύτῃ μυστικῇ συνεδριάσει δύναται νὰ συζητηθῇ, τὶ εἷς συνάδελφος δύναται νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ἂν εἰς μίαν τοιαύτην ἐρώτησιν θὰ εἶναι εὐχερὲς εἰς τὸν κύριον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ὅντινα δήποτε ἄλλον νὰ κλείσῃ τὸ στόμα. Λοιπὸν ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καθ’ ἑαυτὴν, ἐὰν ἐπρόκειτό τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ μικρὰ ἐκεῖνα καὶ ταπεινὰ ἀπέναντι κρισίμων περιστάσεων τῆς Πατρίδος, δὲν ἔτεινε βεβαίως νὰ ἐκφράσῃ διάφορόν τινα περὶ τῆς Κυβερνήσεως γνώμην τῶν προτεινόντων ἀπέναντι τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν ἐν τοιαύταις στιγμαῖς ἐσκέφθησαν κυρίως καὶ πρὸ πάντων, ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν χρησιμότητα μιᾶς μυστικῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς· διότι ναὶ μὲν ὑπάρχουσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶνε τοσοῦτον ἀπόῤῥητα, ὥστε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὰ κατέχῃ μόνη, ὡς ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα δημοσίᾳ πρέπει νὰ συζητῶνται, ἀλλὰ τὰ Συντάγματα ὅλων σχεδὸν τῶν Ἐπικρατειῶν ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὑπάρχει καὶ μέση τις τάξις γεγονότων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀποῤῥήτου. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τηρεῖται τὸ ἀπόῤῥητον ἀπολύτως, ὅταν γίνεται τι γνωστὸν ἐνώπιον τοσούτων προσώπων· ἀλλ’ ὑπάρχει μέση τις τάξις γεγονότων, ὡς εἶπον, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰ Συντάγματα, γεγονότων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐν μιᾷ ἰδιαιτέρᾳ συνεδριάσει τῶν βουλευτῶν νὰ ἀνακοινῶνται εὐχερέστερον, διότι δὲν προξενεῖται ἀμέσως παρεξήγησις ἢ κακή τις ἐντύπωσις εἰς τὸ Δημόσιον, ἔχει δὲ ἄλλην εὐκολίαν ὁ θέλων νὰ ἐκφράσῃ γνώμην τινά, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκφράσῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του μόνον· διότι πολλάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσῃ γνώμας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ σκανδαλίζωσί τινας ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Λοιπὸν τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν τοῦ νὰ γνωμοδοτήσωσι πάντες οἱ συνάδελφοι ἐπὶ κρισίμων περιστάσεων τῆς Πατρίδος ἄνευ τοιούτων ἐπηρεασμῶν, ἄνευ τοιούτων δυσκολιῶν, τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων ἐπεδίωκον οἱ προτείναντες τὴν γνωστὴν πρότασιν· οὐδὲ εὑρέθησαν εἰς τὴν ψυχολογικὴν ἐκείνην πάλην καὶ δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι διετέλει. Παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου μίαν ἡμέραν, ὅτι ὡς Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἔχῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ὡς πολίτης ὀφείλει νὰ σκεφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἡμεῖς ὡς συμπολιτευόμενοι δὲν αἰσθανόμεθα τοιαύτην ψυχολογικὴν πάλην τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς συμπολιτευόμενοι, καὶ τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς πολῖται. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἀπαντῶνται καὶ τοιούτου εἴδους δυσχέρειαι, ἐνομίζομεν, ὅτι μία μυστικὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ἄρῃ αὐτὰς καὶ νὰ συντελέσῃ νὰ ἰδωθῶμεν κατὰ πρόσωπον οὐχὶ ὡς συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλ’ ὡς πολῖται καὶ μόνον ὡς πολῖται σκεπτόμενοι περὶ τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχον οἱ προτείναντες καὶ δὲν ἠδύναντο περὶ ἄλλων νὰ σκεφθῶσι, μάλιστα προκαταβολικῶς, πρὶν ἢ χορηγηθῇ τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν, πρὶν γείνωσιν αἱ ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἤθελον προκληθῆ, καὶ πρὶν φέρωσιν ὅλοι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας τυχὸν ἤθελον ἐπιζητήσει· διότι, ἐὰν συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι, τότε τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ταύτης, εἴτε ἄλλης, θὰ εἶνε πόρισμα ἐνισχύον πράγματι τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φρονῶ, ὅτι εἶνε ἐνίσχυσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ παρακάθησθαι ἐνταῦθα ὑλικῶς καὶ λέγειν: «Ἔχω καὶ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην! παρίσταμαι δι’ ἀπαρτίαν, δὲν ὁμιλῶ, ἀλλὰ δὲν φέρω πρόσκομμα.» Καὶ τοῦτο τὸ χαρακτηρίζετε ἐμπιστοσύνην! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶδος τῆς δῆθεν ἐμπιστοσύνης καὶ συνδρομῆς εἶνε ἡ ἐπιβλαβεστάτη τῶν καταδιώξεων εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Δὲν τὸ κάμνουσι, πιστεύω, ἐκ προθέσεως· πιθανὸν ἡ θέσις των νὰ εἶνε δυσχερὴς καὶ νὰ νομίζωσιν ἄλλως τε, ὅτι δύνανται βλάβην τινὰ νὰ προξενήσωσιν, ἄλλως πράττοντες. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἁπλῶς ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων μελῶν αὐτοῦ δὲν ἐμπνέει εἰς τὴν Κυβέρνησιν θάῤῥος, ὅταν μάλιστα ἐπανειλημμένως γίνεται εἰς αὐτὴν ἡ ὑπόμνησις ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος, ὅτι κάκιστα διαχειρίζεται τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα λέγονται, μολαταῦτα προστίθεται ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ λάβωσι τὴν Ἐξουσίαν, διότι δῆθεν ἐπέρχεται κλονισμός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καθῆκον παντὸς εἶναι νὰ ἐπιζητῇ τὴν Ἐξουσίαν, ὅταν φρονῇ, ὅτι μία ἐθνικὴ ὑπόθεσις διεξάγεται κακῶς. Καὶ δὲν ἠξεύρω ἤδη ἄν, ἀφοῦ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν προέκυψε τοιαύτη σύγχυσις, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ τις ποίους δύναται πλειότερον νὰ θεωρήσῃ ἐμπιστευομένους τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ποίους ὀλιγώτερον, δὲν ἠξεύρω, λέγω, ἐὰν καὶ πάλιν δὲν θὰ ἐγείρεται ἡ τοιαύτη ἀμφιβολία μετὰ πᾶσαν ψηφοφορίαν κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ἐὰν αἱ ψῆφοι ἡμῶν, τῶν προτεινάντων τὴν πρότασιν, θεωρῶνται ψῆφοι ὕποπτοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, αἱ δὲ ἄλλαι ἤθελον εἶσθαι ψῆφοι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν αἰσθανθῆ μεγίστην εὐχαρίστησιν, διότι εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀδιαφορῇ περὶ τῶν ψήφων ἐκείνων. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸς ὁ ἐκκαθαρισμὸς, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τίνι τρόπῳ θὰ φανῇ ἡ διαφορά, ἣν εὐλόγως φαίνεται ζητοῦσα ἡ Κυβέρνησις· διότι, ὅταν δίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην οἱ κακίστην ἰδέαν περὶ αὐτῆς ἔχοντες, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἔχομεν τοιαύτην κακὴν ἰδέαν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε καταψηφίζομεν αὐτῆς, μολονότι εἶνε κατὰ τὴν ἰδίαν Ἀντιπολίτευσιν μία κακὴ κυβερνητικὴ μεταβολὴ σήμερον; Τὸ συμπέρασμα τῆς ψηφοφορίας θὰ εἶνε τὸ αὐτό· οἱ λόγοι θὰ διαφέρουν δι’ οὓς ἕκαστος ἤθελε δίδει τὴν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου ψῆφον· ἀλλὰ τότε ἕκαστον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα νὰ εἴπῃ διατί παρέχει τὴν ψῆφόν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ διατὶ ἀρνεῖται αὐτήν. Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο ἐξ ἀρχῆς, οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐπεισόδια εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν διαμάχην, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον μέχρι τοῦδε, ἢ ἐὰν τὸ Ἔθνος ἡμῶν δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἔκτακτον ἐκείνην περίστασιν νὰ ἔχῃ ἀνάγκην συγκεντρώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, τότε ὅλα ταῦτα θὰ ἦσαν ἀληθῶς περιττά. Ἡ Κυβέρνησις, διαχειριζομένη τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην εἰμὴ τῆς ψηφίσεως τῶν ὑλικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα χρειάζονται εἰς αὐτήν. Τὸ πότε καὶ τὸ πῶς ἤθελεν ἐνεργήσει, βεβαίως ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Μόνον ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἐπέλθει ἄρνησις τῆς χορηγήσεως τῶν ὑλικῶν μέσων, τότε ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶνε δικαιολογημένη ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προχθεσινῆς ψηφοφορίας ἔδωκε χώραν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ περὶ τῶν καθ’ ἡμῶν παρεξηγήσεων οἱουδήποτε, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν, ἐντελῶς ἀδιαφοροῦμεν. Ἐνδιαφερόμεθα μόνον περὶ ἐκείνου, περὶ οὗ ἐνδιαφέρεται πᾶς πολίτης, αἰσθανόμενος τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον, περὶ τῆς διασώσεως τοῦ ὅλου ἀπειλουμένου· διότι, ὅταν τὸ ὅλον ἀπειλεῖται, δὲν ἐξεύρω εἰς τὶ δύναται ν’ ἀποβλέψῃ οἱοσδήποτε πολιτευόμενος, εἴτε ἐκ τῶν πρεσβυτέρων, εἴτε ἐκ τῶν νεωτέρων. Δύνανται μάλιστα τινὲς τῶν νεωτέρων πολιτευομένων νὰ ἔχωσι καὶ πρόσθετον, οὕτως εἰπεῖν, ἰδιαιτέραν ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Τόπου. Πάντες βεβαίως θέλουσι νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐλευθερία ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ διατηρηθῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀμείωτος ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην θέσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὥστε οἱ ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὁμιλῶσι διὰ πολὺ μεγαλειτέραν ἔκτασιν.

§27ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν πρὸ ὀλίγου καταβάντα ἀπὸ τὸ βῆμα. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς ἀπὸ τὸ βῆμα εἰς μάτην προσεπάθησε νὰ περικαλύψῃ τὴν σκληρὰν ἀμφιβολίαν, ἥτις κατοικεῖ ἐν τῇ ψυχῇ του. Δύναταί τις νὰ λέγῃ τὰς περιόδους ἀπὸ τὴν ἀρχὴν εἰς τὸ τέλος καὶ ἀντιθέτως, ἀλλ’ ὅταν κατοικῇ ἡ ἀμφιβολία ἐν τῇ ψυχῇ του, δὲν ὑπάρχει δικηγόρος εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ γίνῃ κρείττων ἑαυτοῦ. Καὶ ἐσυνειθίσαμεν εἰς τὴν ζωὴν ἡμῶν ν’ ἀκούωμεν ποικιλίαν ἰδεῶν καὶ συλλογισμῶν, ὥστε νὰ κρίνωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἀναλύσεων οὔτε ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῆς χημείας, οὔτε ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῆς ῥητορικῆς. Ἐὰν δὲν εἴχετε, κύριοι, οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως ἀμφιβολίαν....

§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§29ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐὰν ἐμπιστεύεσθε ἐντελῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας λέγετε ὅτι εἶσθε φίλοι, διατί κατασκευάζετε προβληματικὴν τὴν ὀξυδέρκειαν τὴν πολιτικὴν τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἀκολουθεῖτε τὴν πορείαν; Διὰ τοῦτο εὗρον λογικωτάτην τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι διέγνωσεν ἐντελῶς τὸ πνεῦμα τῶν 36 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ περικαλύψουν τὸ νόημα αὑτῶν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαρῶς τὸ λέγουν, βαδίζουσιν εἰς μίαν γραμμήν. Δύνανταί τινες νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ βλέπουν καὶ ἄλλους παρακολουθοῦντας εἰς αὐτήν. Καὶ ἐὰν δὲν τὸ λέγουν φανερῶς, τὸ λέγει ὅμως ἡ καρδία των, καὶ εἰς τὴν καρδίαν σας ἀποτείνομαι λέγων τοῦτο. Δύνανταί τινες νὰ προχωροῦν, τὸ ἐπαναλαμβάνω δευτέραν φοράν, διότι θέλω νὰ σημειωθῇ καλῶς εἰς τὴν μνήμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκούουν. Ἡ πολιτικὴ εἶναι μία γραμμή· ἐὰν βαδίζουν τινὲς ἐμπρός, ἐξ ἀνάγκης βαδίζουν ἄλλοι εἰς τὴν σειρὰν τῆς γραμμῆς ὀπίσω. Ἐάν τινες διαῤῥήδην καταδικάζωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα, τὴν ὁποίαν ἀτενίζω αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἐνδομύχως τὴν καταδικάζουν ἐπίσης. Τὸ ζήτημα λοιπόν, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέτει ἐνώπιόν σας, εἶναι ζήτημα ἀποῤῥέον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὅτι ἀπεκάλυψεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὰ μυστήρια τῆς μυστικῆς (Θόρυβος δεξιᾷ). Εἶδον τὴν ἀποκάλυψιν εἰς δύο ἐφημερίδας τῆς χθές, τὰς ὁποίας συντάττει ἡ ἔμπνευσις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἐνόμιζον, ὅτι οἱ μυστικοὶ ἀριθμοὶ τῶν καταψηφισάντων εἶχον διέλθει ἐν αὐταῖς, δὲν εἰξεύρω διὰ ποίας μηχανικῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ νὰ ἴδω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐρχόμενον ν’ ἀποκαλύπτῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ μυστήρια τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, μοὶ ἔκαμεν, ὁμολογῶ, ἔντιμοι κύριοι, βαθυτάτην ἐντύπωσιν. Λέγετε, δὲν εἶναι μυστικοὶ οἱ ἀριθμοί· ἀλλ’ εἴδετε πρὸ ὀλίγου τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῶν ὁ ἴδιος ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς δίδει. Νομίζετε, ὅτι 36 ψῆφοι δυσμενεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει εἶναι μικρὸν πρᾶγμα; Εἶναι μέγιστον. Καὶ ὅταν σήμερον ἀπεκαλύφθη αὐτὸς ὁ ἐνδοιασμὸς τοῦ Κοινοβουλίου, λέγω «εὖγε» εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι θέλει ἐν φανερᾷ συνεδριάσει ν’ ἀποκαλυφθῇ ἐντελῶς ἡ δύναμις τοῦ ἐνδοιασμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, προσπαθῶν νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν του πρὸς τοὺς 36 Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἐξασκεῖ ὑπερβολικὴν πίεσιν ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως αὐτῶν (Θόρυβος δεξιᾷ). Αὐτοὶ οἱ 36, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἔδωκαν τὴν ψῆφον τοὐλάχιστον τῆς δυσμενείας......

§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§31Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶναι λίαν ἀληθὲς, κύριε βουλευτὰ, ὅτι σήμερον θέλετε ἀποδείξει ὅτι θέλετε δώσει ψῆφον εὐμενείας. Τοῦτο λέγεται πίεσις, πίεσις ἀναξία ἐλευθέρου Κοινοβουλίου.

§32ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Εὖγε.

§33ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτοὶ οἱ 36, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, θέλουν ἐλαττωθῆ δὲν ἠξεύρω μέχρι ποίου ἀριθμοῦ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ κλαύσω διὰ νὰ σᾶς συγκινήσω, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἐξευτελισμός.

§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσαι ἀνάξιος νὰ κρίνῃς τὰ αἰσθήματά μας καὶ τὰς ἰδέας μας (θόρυβος).

§35ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κάθισον εἰς τὴν θέσιν σου, κύριε Κουμουνδοῦρε, διὰ νὰ ἀκούσῃς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ πολλῶν ἄλλων ἐδῶ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ μᾶς ἐπιβληθῆτε. Ἤλθομεν ἐδῶ ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ ...

§36ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ προσβάλλητε.

§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ περιορίζησθε νὰ ἐκφράζητε τὰς ἰδέας σας, καὶ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔφερε, γνωρίζετε πῶς σᾶς ἔφερε καὶ ποίαν ἐμπιστοσύνην ἔχει πρὸς ὑμᾶς (θόρυβος).

§38ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Λοιπὸν ἐρεθίζεσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐρεθίζεσθε; ἐρεθίζεσθε ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ ὑπαναγκάσῃ εἰς τὴν πειθαρχίαν τὴν κομματικὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην (θόρυβος δεξιά).

§39ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν παραχάραξιν τῶν ἰδεῶν των ἐρεθίζονται.

§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν γλῶσσαν καὶ δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν.

§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε τὴν γλῶσσάν σας. Τὴν γλῶσσαν ὑμῶν τὴν γνωρίζομεν καὶ τὴν περιμένομεν. Ὅταν ὅμως ἐδῶ πράττωμεν ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ, μὴ νομίζετε, ὅτι ἤλθομεν νὰ παίξωμεν. Ἤλθομεν σπουδαίως νὰ δράσωμεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἔχει λοιπὸν δίκαιον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ καταλαβούσῃ αὐτὸν ἀνησυχίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμά του μὲ τὴν ἀνήκουσαν ὑπόληψιν εἰς Κοινοβούλιον ἐλευθέρου Ἔθνους. Εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν ἔχῃ ἀκολούθους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸν ὑποστηρίξωσι μέχρις ἐκεῖ· ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἡμῶν βεβαίως δὲν θὰ δοθῇ εἰς τοιοῦτον σύστημα πολιτικῆς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ ἐμπιστοσύνην καὶ θὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω τὸν συγχαρῇ, διότι ψῆφος Κοινοβουλίου ἐκβιαζομένου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι ψῆφος ἀξία τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀτενίζει ὁ Ἑλληνισμός.

§42ΤΙΝΕΣ. Ποία εἶναι ἡ βία;

§43ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θέλομεν ψηφίσει ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτὸ, θέλομεν ψηφίσει μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀξία τῶν σημερινῶν καιρῶν, θέλομεν ψηφίσει μὲ τὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία συνεκοινώνησε πρὸς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης χθὲς κατεδίκαζον καὶ σήμερον ὑπερψηφίζουν.

§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;

§45ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχῃς τὴν γενναιότητα, νὰ τοὺς ὀνομάσῃς.

§46ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσω! Ἀλλὰ μήπως εἶσθε κατηγορούμενοι; Δὲν σᾶς κατηγορῶ· θέλω μόνον νὰ σᾶς βοηθήσω, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐξέλθητε ἀπ’ αὐτὸν τὸν χείμαῤῥον, ὁ ὁποῖος σᾶς παρασύρει. Αὐτὰ, ἔντιμοι συνάδελφοι, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀνεπηρέαστον Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, αὐτὰ ἐνόμισα πρέπον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπόκειται δὲ εἰς τοὺς 36 ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, νὰ ἐνθυμηθοῦν, ὅταν μετ’ ὀλίγον ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας, ὅτι ὀφείλουν νὰ κρατήσωσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.

§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀριθμῶ ἀγῶνας Κοινοβουλευτικοὺς τοσούτους, ὅσους ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἄμοιρος τῶν βουλευτικῶν ἐθίμων. Θὰ μὲ συγχωρήσετε λοιπὸν νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν τινὰ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑπῆρξεν, ὅπερ θὰ ἀποδείξω. Ἐνθυμεῖσθε καὶ ἐν τῇ φανερᾷ καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει πῶς ἐτέθη παρ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σκεφθῶσιν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ συνέπειαν εἶνε κατάδηλον, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἐκφράσαντες ἢ οἱ ὑποτιθέμενοι, ὅτι ἐξέφρασαν ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶνε ἁπλοῦν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν μυστικὴν συνεδρίασιν ὄχι διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔκαμεν ἐντὸς 40 ἡμερῶν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εὗρε τίποτε, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν τί δὲν εἶχε, διὰ νὰ ἴδωμεν τί θὰ ψηφίσωμεν καὶ πόσα θὰ ψηφίσωμεν καὶ πῶς θὰ ψηφίσωμεν καὶ ἕως ποῦ, καὶ εἰς ποῖον ἀκρότατον σημεῖον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα αὐτὸ ἔργον. Αὐτὸ ἦτο καθαρῶς τὸ ζήτημα, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέτει σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, κλονίζων τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλήνων. Ζήτημα λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, διότι οὔτε τῶν περιστάσεων εἶνε, οὔτε πολιτικὴ εἶνε, οὔτε πατριωτική. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθήμεθα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐὰν ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Κράτους, ἠδυνάμεθα, καὶ ἴσως περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος κατέβη ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, νὰ ἐκδηλώσωμεν φανερὰ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὴν γνώμην ἡμῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ἐπιτετραμμένον ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ συμφέρον νὰ ζητήσῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις τοιαύτην ἐκδήλωσιν, ἀφοῦ τὴν ἔχει πάνδημον ἐκτὸς ὀλίγων, οἵτινες ἐνόμισαν εὔκαιρον τὴν περίστασιν διὰ νὰ ὀνομασθῶσιν ἀρχηγοί. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ἀντιπολιτεύηταί τις, τοῦτο εἶνε κανὼν κοινοβουλευτικός, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶνε ἄλλαι αἱ περιστάσεις, αἱ ἐπιτρέπουσαι τοιοῦτον εἶδος ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ θέλων εἰς τοιαύτας ἐκτάκτους καὶ σοβαρὰς περιστάσεις νὰ ἀντιπολιτευθῇ, ἀνέρχεται τὸ Βῆμα καὶ ὑποβάλλει τὸ σύστημά του καὶ δεικνύει τὸν τρόπον, τὴν ὁδὸν, καθ’ ἣν θὰ πολιτευθῇ ἀπέναντι τοιούτων μεγάλων περιστάσεων· καὶ ἂν ἀληθῶς τὰ προτεινόμενα παρ’ αὐτοῦ εἶναι ἄξια τῶν καιρῶν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει καὶ ὑποστηρίξει μὲ πᾶσαν θυσίαν πολιτευόμενον ἄνδρα τοιοῦτον. Δὲν ἐπερίμενον μάλιστα, ὅτι ἐκ τῆς θέσεως ταύτης διακοπτόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἠξίου ἀπαντήσεως ἀνθρώπους, νομίζοντας, ὅτι εἶνε πατριωτικὸν ἔργον νὰ ἀντιπολιτεύωνται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀνειλικρινῶς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, μεγαλύνονται καὶ ἀποκτῶσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιβάλληται πᾶς ὁ ἐπὶ κεφαλῆς πτέρυγός τινος. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσω πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀνερχόμενος εἰς τὸ Βῆμα, προσπαθεῖ διὰ σοφισμάτων καὶ λόγων ἀναξίων τῶν περιστάσεων νὰ θέση ἀντιθέτως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι πρὸς ζήτημα σπουδαῖον μὲν, ἀλλὰ παντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν καθόλου πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶνε ἀπρεπὲς νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν πρὸς ἀνατροπὴν ποταπῶν πολιτικῶν ἐπιχειρημάτων, ἵνα μὴ εἴπωμεν κερδοσκοπικῶν, συζητῶ πρὸς τοιούτους. Νομίζω ὅμως πατριωτικὸν καὶ δίκαιον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης· ἂν δὲ ταύτην δὲν ἀποσύρῃ, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν σχετίζω καθόλου τὰ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει πρὸς τὸ παρὸν ζήτημα.

§48Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ὅσα εἶπον καὶ ἤδη καὶ ὅταν ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἀδιαφορῶν ἂν ἐγενόμην εὐάρεστος ἢ δυσάρεστος εἰς τὸν μὲν ἢ τὸν δὲ, καὶ μετὰ τὰ ὅσα κατόπιν ἐξήγησα καὶ τὰ ὁποῖα, πιστεύω, ἔχετε ἐν τῇ μνήμῃ ὑμῶν, δὲν ἐφανταζόμην, λέγω, ποτὲ, ὅτι ἠδύνατο πορεία τοιαύτη συμπολιτευομένου μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον ταύτης, ἀλλὰ συμπολιτευομένου βεβαίως οὐδαμῶς θωπεύοντος, ὅτι πορεία τοιαύτη ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς! Ἀλλὰ τοιούτου εἴδους ἀνεξαρτησίας τὴν κατανόησιν ἡ διάνοια καὶ αἱ τάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ· καὶ τὸ μόνον εἶδος ἀνεξαρτησίας, κατὰ τὸν κ. Οἰκονόμου, εἶναι τὸ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν τοιαύταις περιστάσεσι τῆς Πατρίδος φροντίζειν καὶ ἀποπειρᾶσθαι καὶ ἄνευ μάλιστα ἀναμετρήσεως τῶν ἰδίων δυνάμεων, ὅπως τὸ πᾶν, τὸ ὁποῖον βλέπει ἐνώπιόν του, συντρίψῃ. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀνεξαρτησία, καὶ ὅστις δὲν ἀκολουθεῖ τοιαύτην γνώμην δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος· πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὸν ἀξιοῦντα καὶ ἐπιθυμοῦντα ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ συντρίψῃ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ· διότι ἄλλως, ἐὰν συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὰς δύο πτέρυγας, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, πιέζεται. Καὶ πιέζεταί τις ὄχι βεβαίως παρὰ τῆς μιᾶς μόνης πτέρυγος, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν δύο, ὅταν καὶ αἱ δύο πτέρυγες ἐξέφρασαν τὴν αὐτὴν γνώμην. Κατὰ τὰς ἐννοίας τῶν λόγων τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ φαίνεται, ὅτι πρέπει ἀπὸ τὰ πάντα νὰ γίνωμεν ἀνεξάρτητοι, καὶ ἀπὸ τὴν λογικὴν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ἐπιτρέπεται δὲ μόνον νὰ ἐξαρτηθῶμεν ἀπὸ τῆς ἰδέας αὐτοῦ! Ἀλλὰ, κύριοι, πιστεύω, μὲ ἠξιώσατε προσοχῆς τινος, λαβόντα τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου ν’ ἀγορεύσω ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ ἐγὼ ὑπέμνησα ὑμῖν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος παρετήρησεν ἐντεῦθεν. Εἶπον δηλαδὴ δικαιολογημένη μὲν εἶναι ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ζητῇ μετὰ τὴν παράδοξον καὶ ἀδικαιολόγητον τροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε προχθὲς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἀλλὰ πάλιν οὐδὲν πόρισμα θὰ ἐξήγετο ἐκ τῆς νέας ψηφοφορίας· διότι, ὅταν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγῃ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ δίδῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τί θὰ ἐξαγάγῃ ἤδη ἡ Κυβέρνησις; Ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ ζήτημά τι ἕτερον, ὡρισμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς τότε κυρίως ἀποφανθῆ, καὶ λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξυπακούεται οἴκοθεν, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν τότε θὰ εἶχεν ἀξίαν πλειοτέραν, ὅταν καὶ ἐκείνου τοῦ μέσου θὰ ἐγίνετο χρῆσις, τὸ ὁποῖον ἐζητοῦμεν, ὅπως ὅλαι αἱ γνῶμαι συνεισφερθῶσιν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅταν ὅμως γνώμη οὐδεμία συνεισφέρεται, ὅταν συζήτησις οὐδεμία πρόκηται, ποίαν ἀξίαν ἔχει διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνη ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἤθελε χορηγεῖ τις πρὸς οἱονδήποτε πολίτην Ἕλληνα; Θὰ ἦναι ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ πραγματική, ἡ δ’ ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως τῶν πραγμάτων; ἓν θὰ εἶναι αὐτή, διότι ἡ ἐπίγνωσις πραγμάτων, σχετικῶς τοὐλάχιστον πρὸς τὸ μέγα ζήτημα, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου! Θὰ ἦνε ἡ δυσπιστοῦσα ἐκείνη ἐμπιστοσύνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τί ἐκ τῆς ψηφοφορίας θὰ ἐξαχθῇ, διότι θὰ συναναμιχθῶσιν αἱ ψῆφοι. Λοιπὸν οὐδὲν πόρισμα θὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγώ, κύριοι, ὑπέδειξα προηγουμένως μᾶλλον ὡς οὐσιαστικῶς περιττὴν τὴν συζήτησιν ταύτην, ὡς περιττὴν τὴν πρόκλησιν, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρόκηται νὰ ἀποφανθῇ ξηρῶς, ὅτι θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶπεν, ὅτι θέλει διατηρήσει τὴν Κυβέρνησιν. Εἷς μόνος ἀξιότιμος συνάδελφος συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ἀναδεχθῇ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνώπιον ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν συνελάβομεν ἀκόμη τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ συντρίψωμεν τοὺς ἄλλους· ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν ταύτην, οὐδέποτε ἠθέλομεν φαντασθῆ, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐνταῦθα, εἶναι ἄνδρες ἄχρηστοι εἰς τὸν Τόπον, καὶ ὅτι μόνον κομῆταί τινες ἀναφαινόμενοι δύνανται νὰ ἀξιωθῶσι τῆς προσοχῆς τῶν πολιτῶν. Ἡμεῖς δὲν τείνομεν οὔτε κἂν νὰ ἐλέγξωμεν, οὔτε νὰ ἀδικήσωμεν· εἴμεθα μᾶλλον τεθλιμμένοι διότι βλέπομεν ἐν ἀχρηστίᾳ τόσας ἱκανότητας· ζητοῦμεν καὶ ἐπιδιώκομεν πάντοτε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνώσωμεν ταύτας τὰς δυνάμεις. Πρὸς τοῦτο ἠθέλομεν νὰ εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῶμεν καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Καὶ δὲν νομίζω ἐγώ, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς μίαν Κυβέρνησιν σημαίνει παραίτησιν ἀπὸ τῆς λογικῆς, ὅτι σημαίνει ἐξανδραποδισμὸν· δὲν νομίζω, ὅτι, ὅταν ἀπονέμῃ τις μίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν, θεωρεῖ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀναμάρτητος καὶ ὑπεράνθρωπος· τὴν ψῆφον ταύτην τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπονέμει τις βέβαια σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις, οὐδὲ ἐννοεῖ ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης τὸ ἀπόλυτον ἐν τῇ δυνάμει, ἐν τῇ ἐπαρκείᾳ τῶν Κυβερνήσεων· οὐδὲ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἤθελέ τις ἀμφισβητήσει τὴν ἐμπιστοσύνην, καθ’ ὑπόθεσιν, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἤθελεν εἴπει πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ εἰσφέρωνται ἐνταῦθα τὰ φῶτα τόσων ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἤθελέ τις εἴπει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἤθελε νὰ εἰσφέρωνται καὶ τὰ φῶτα καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὅπως πᾶσα ἔλλειψις ἀνορθωθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τάχιον· οὔτε ἤθελέ τις ἀμφισβητήσει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἐπιθυμῶ καὶ τὰ φῶτα συνεισφερόμενα καὶ ἄλλων εἰδικωτάτων περὶ τὰ οἰκονομικά. Ἀλλὰ τὰ φῶτα ὅλα δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ συνυπάρχωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Εἶναι δυσχερὲς, ἂν καὶ κατ’ ἐμὲ ἤθελεν εἶσθαι εὐκταῖον, ἐν ὁμοίαις μάλιστα περιστάσεσι, πάντα ταῦτα τὰ φῶτα νὰ συγκεντρώσῃ τις ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συγκροτήσει τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ ἂν εἶναι τοῦτο δυσχερὲς, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ συνεισφερθῶσι, καὶ εἰς τοῦτο ἐσκόπει ἡ μυστικὴ συνεδρίασις. Καὶ ἂν ψέξω μέτρον τι τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἰδιότητα ἐκείνην τοῦ ἐξηρτημένου, τὴν ὁποίαν τολμᾷ νὰ ἀπευθύνῃ εἰς οἱονδήποτε ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς· ἀλλὰ δὲν ἕπεται καὶ ὅτι προσλαμβάνω καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ αἴροντος ἐντελῶς τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν. Χάνω μόνον τὴν ἰδιότητα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ περιποιουμένου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἰδιότητος ταύτης οὐδέποτε ἐσκέφθην. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμος δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἀξιώσεις του, δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας του, δύναται νὰ ὁμιλῇ ἑκάστοτε ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος καὶ νὰ ὁμιλῇ μὲ τὴν στωμυλίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἐνίοτε μᾶς θέλγει· ἀλλὰ πρὶν λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἰδίως ἐκείνων τῶν προσωπικῶν ἢ πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα πολὺ τὸν γαργαλίζουν, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι δι’ αὐτὸν καὶ συμφέρον του νὰ προσέχῃ τοὐλάχιστον εἰς τὰς περὶ τῶν προσώπων ἐκτιμήσεις του· τὸ ἐναντίον, ἄν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ τῷ δώσω γνωμοδότησιν, δὲν τὸν ὠφελεῖ. Ἤθελε πολὺ περισσότερον τὸν ὠφελήσει διὰ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει, ἡ προσοχὴ περὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν, ἡ ἀποφυγὴ τῆς διαστροφῆς, ἡ ἀποφυγὴ τοῦ νὰ καταπροδίδεται, ἴσως ἐκ παραξηγήσεώς τινων, δι’ ἄλλα μεριμνῶν παρὰ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μεριμνῶσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἤθελε τὸ στάδιον αὐτοῦ προλειάνει κάπως ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον. Δὲν πρέπει νὰ τὸ καθιστᾷ πλῆρες ἀκανθῶν, ἐνῷ ἀρχίζει νὰ πορεύεται εἰς τὸ στάδιον αὐτό. Ἐγὼ ἀποδίδων τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν εἰς ἰδιότητάς τινας πνευματικάς, τὰς ὁποίας ἔχει, εἰς στωμυλίαν τινά, εἰς θάῤῥος τι, ἤθελον ἐγκαρδίως εὐχηθῆ νὰ ἀφαιρέσῃ, εἰ δυνατόν, ἐκεῖνα τὰ αἴτια ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἐκ προκαταβολῆς συντελοῦσιν, ὥστε ἀντὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ περίστασις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι εὐτυχής, τοῦ νὰ συντριβῶσιν ἄλλοι ὑπ’ αὐτοῦ, εἶναι φόβος μήπως αὐτὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ συντριφθῇ ὁ ἴδιος, καὶ νὰ συντριφθῇ πρὶν ἀκόμη κἂν ἀναφανῇ εἰς τὸν ὁρίζοντα, ὥστε νὰ τὸν ἴδωμεν ἐντελῶς.

§49Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῶν δέκα περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι σπουδαία, ἀλλ’ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπεστήριξαν εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχε σημασίαν καὶ σημασίαν σπουδαίαν. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες αὐτὴν δὲν τὴν ὑπεστήριξαν οὔτε χάριν παιδιᾶς, οὔτε χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ δὲ ψηφοφορήσαντες εἶχον κἄτι τι εἰς τὴν κεφαλήν των καὶ ἔδωκαν τὴν ψῆφον αὐτῶν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς διέγνωσα, ὅτι ἐπεδιώκοντο δύο τινά· οἱ μὲν ἐζήτουν μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἡσύχως ἀνεμασσήθη ἐνταῦθα πρὸ ἡμερῶν, ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις ἀπαιτοῦν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἀφίνω ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε τοιαύτη Κυβέρνησις ὡς δοκιμὴ καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς, καὶ τοῦτο γνωρίζομεν πάντες· ἀλλ’ ἂν ἐζητήθη τότε Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ὑπῆρχον καὶ τὰ πρόσωπα νὰ τὴν ἀποτελέσουν, ὑπῆρχεν ὁ Κανάρης, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐμης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Τρικούπης καὶ ὁ Δηλιγιάννης. Δὲν ἠξεύρω τώρα ἂν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν φρονοῦν τινες, ὅτι ἡ ἐξοχότης τῶν προσώπων συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐπῆρε τις τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν ὑπουργικὴν θέσιν δύω ἢ καὶ περισσότερας φοράς, ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν μόνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καθιστᾷ τὴν ἐξοχότητα τῶν προσώπων, ἢ ἔχωσιν ἰσχυροτέραν ἀνάγκην καὶ τῆς περὶ τούτου κυρώσεως τοῦ Ἔθνους. Τοῦ Βασιλέως τὴν ὑπογραφὴν εἶχεν ὁ Πάϊκος 20 ἔτη, καὶ ἐν τοσούτῳ, ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, οὐδεὶς τὸν ἐνεθυμήθη, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τῶν σχηματισάντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἶχε τόσων ἐτῶν τὴν Βασιλικὴν ὑπογραφήν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τινὲς κινδυνεύουσι νὰ πάθωσιν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ βάτραχος, θέλων νὰ γίνῃ βοῦς. Λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἀπαίτησις τῶν μὲν ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἦτο σφαλερά· οἱ δὲ ὑπεστήριξαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι εἶναι εἰρηνικοί, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ τὸ εἴπουν, ἀλλὰ τὸ εἶπον περιφραστικῶς. Τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον δὲν ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν παρὰ νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ συμβολαιογραφικῶς, ὅτι θὰ νικήσῃ ἂν θὰ κάμῃ τὸν πόλεμον· τὸ κακὸν ὅτι δὲν ὥρισαν καὶ τὴν ποινικὴν ρήτραν διὰ τὴν τυχὸν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου. Οἱ μὲν λέγουν: ποῦ εἶναι αἱ προπαρασκευαί; ἀφήσατέ μας ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε· οἱ δὲ ἦλθον ὡς οἱ κ. κ. Λεβίδης καὶ Μεσσηνέζης καὶ ἔλεγον φανερὰ, ὅτι τρέχομεν διὰ τοῦ πολέμου τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ἠπόρησα μάλιστα μὲ τὴν δειλίαν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ὅστις ἐζήτει ἄλλοτε νὰ ἐκστρατεύσωμεν κατὰ τῆς Αἰγύπτου διὰ νὰ αἰχμαλωτίσωμεν τὸν Ἀραβῆ (ἱλαρότης). Τινὲς ἐζήτησαν ἐπάνω κάτω νὰ τοῖς ἐγείρωμεν ἀπὸ ἓν πρόχωμα καὶ νὰ θέσωμεν ἀνὰ μίαν ἐνωμοτίαν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ εἰς τὰς οἰκίας των καὶ οὕτως ἐφαίνοντο ἱ εἰρηνικαὶ διαθέσεις εἰς τὰς ὁμιλίας των. Ὥστε δὲν ἦτο τυχαία ἡ ψηφοφορία τῶν 36. Πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Οἰκονόμος, ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἠδύναντο νὰ κατακρίνωσι καὶ νὰ καταψηφίσωσι καὶ τώρα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· διότι ὅπως καὶ τότε, οὕτω καὶ τώρα ἐξακολουθοῦν νὰ φρονῶσιν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἐφρόνουν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν συμβιβάζονται. Ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι—ὄχι πάντες οἱ 36, διότι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι 6–7 ἐκ τῶν 10—λέγουν, ὅτι μετενόησαν, διότι κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνην, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέτων ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν ἔχει δίκαιον· καθόσον, ἐνῷ εἶναι ὀρθὸν εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ζητῇ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ ἀνέτως, οὐχ ἧττον ὅμως, ἀφοῦ διὰ τῆς μετανοίας τῶν 30 ἐκ τῶν 36 φαίνεται ἐξασφαλισμένη ἡ πλειοψηφία, ἡ περαιτέρω δοκιμασία αὐτῶν εἶναί τι σκληρόν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ συγχωρήσῃ τριάκοντα πταίσαντας πρὸς αὐτὸν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς, τοῦ ὁποίου εἶναι λάτρης, οὔτε ἕνα μετανοήσαντα ὀπαδόν του ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ, ἀφοῦ ἔπταισε διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς πρὸς τὸν ἀρχηγόν του πεποιθήσεως. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει πλέον ἰσχυρὸν δικαιολόγημα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν ὀρθῶς καὶ δικαίως καὶ φιλοτίμως ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν φανερὰν ταύτην συζήτησιν, ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν μυστικὴν ἐδήλωσα, ὅτι θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον, διὰ τοῦτο καὶ μόνον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω δημοσίᾳ τὴν ἐμὴν γνώμην. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἐν ἀρχῇ, καὶ κυρίως δὲν ἐζήτησαν ταύτην ἀμφιβάλλοντες περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἀπροκαλύπτως καὶ καθαρῶς, οὐδὲ ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἵνα ἀνακοινωθῶσιν εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλην, ἔστω καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ἂν τυχὸν ὑπάρχωσι διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις· διότι ἐννοοῦσι καὶ γινώσκουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι εὐθὺς ὡς αἱ διαπραγματεύσεις αἱ διπλωματικαὶ γίνονται θέμα ἔστω καὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἐπειδὴ ἀδύνατον εἶναι καὶ τὰ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει γινόμενα νὰ μὴ λάβωσιν ὁπωσδήποτε δημοσιότητά τινα, αἱ διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις τίθενται ὑπὸ συζήτησιν δημοσίᾳ, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδαμῶς δύνανται αὗται νὰ ἐπιτυγχάνωσι, διότι τὰ Κράτη, πρὸς ἃ αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις, ἀμφιβάλουσι πλέον περὶ τῆς ἐχεμυθίας τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Ἐνόουν ὅμως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ὅτι καθῆκον ὑπέρτατον πρὸς τὴν Πολιτείαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ζητουμένας πληροφορίας τοιαύτας, αἵτινες οὔτε τὰς διπλωματικὰς διαπραγματεύσεις διακυβεύουσιν, οὔτε τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἐπικρατείας ἀπειλοῦσιν. Ἀλλ’ ἐπανειλημμένως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ τοιαύτας ἀνακοινώσεις δύσκολον μὲν εἶναι εἰς αὐτὸν νὰ ποιήσηται. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὁπωσδήποτε δύναται νὰ δώσῃ τινὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει βεβαιοῦντα, ὅτι ἄν περὶ τούτων τῶν δευτέρων πρόκηται, τοιαύτας ἀνακοινώσεις δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγομαι καὶ ἐγώ, οἵτινες ἐπιεικεστέραν ἀκόμη γνώμην εἶχον· εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἄν ἦναι πεφωτισμένη, ὅσον καὶ ἄν ἦναι φιλόπατρις, καὶ περὶ τούτων οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, καθῆκον ἔχει ὑπέρτατον πρὸς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀκούῃ τὴν γνώμην μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δυναμένων νὰ γνωρίζωσι γεγονότα, συνδεόμενα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξαν ἀξιότιμοι στρατιωτικοὶ συνάδελφοι, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, οἵτινες ἐδήλωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπεθύμουν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει νὰ ἐκθέσωσι τοιαῦτα πράγματα πρὸς αὐτήν, ἅτινα εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σημείωσιν καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις, δεχομένη τὴν πρώτην γνώμην, δὲν ἐδύνατο ἢ νὰ δεχθῇ πολὺ περισσότερον τὴν δευτέραν, ἥτις ἦτο μᾶλλον ἐπιεικής· καὶ πάντες ἐπίστευον, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον κλεισθῇ πάλιν αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἠθέλομεν ἀκούσει ἐνταῦθα ἀναλυόμενα ζητήματα, σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ διὰ τοῦτο παρέστημεν θεαταὶ εὐχαρίστου γεγονότος, σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἐγειρομένης καὶ θελούσης τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἐνθυμοῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὶς ἐθέσατε τὸ ζήτημα, καὶ σύσσωμος ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ αἴφνης ἀκούομεν, ὅτι ἐγείρεται ζήτημα Ὑπουργικόν. Ἴσως συνεννόησίς τις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ ἠνάγκασε τὸν δεύτερον, θέλοντα νὰ κολακεύσῃ καὶ περισώσῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ πρώτου, νὰ θέσῃ ζήτημα Ὑπουργικόν. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν τοῦτο συμβαίνει· ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτε, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε ζήτημα Ὑπουργικόν, εὐθὺς ὡς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐδήλωσεν, ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὸν προσβεβλημένον ἔκ τινος ψηφοφορίας ἐπὶ νομοσχεδίου τινός, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, τότε δὲ Πρωθυπουργός, ἔθηκε ζήτημα Ὑπουργικόν, ὅτε καὶ παρέστημεν εἰς θέαμα κωμικὸν βουλευτοῦ, ψηφίσαντος πρῶτον μὲν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, καὶ ἔπειτα ὑπέρ. Ἐννοῶ τὸν κ. Ζέγγελην, τὸν μακαρίτην.

§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπέθανεν.

§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς βουλευτής.—Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ἐζητήσαμεν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐξετελέσαμεν, τὸ καθ’ ἡμᾶς, τὸ ἡμέτερον καθῆκον. Δυνάμεθα νὰ πλανώμεθα, ἀλλὰ ἐπράξαμεν τοῦτο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν παντὶ θάῤῥει. Παριστάμεθα πρὸ πολλοῦ θεαταὶ μακρῶν συνεδριάσεων, καὶ μεθ’ ἡμῶν παρίσταται θεατὴς τούτων καὶ ὁ ἐλεύθερος καὶ ὁ δοῦλος Ἑλληνισμός· καὶ ἀκούομεν τὸν μὲν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγοντα, ὅτι ψέγει τὰ μέτρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην δέχεται αὐτός, ἀλλὰ συγχρόνως καθῆκον ἔχει, ἰσχυρίζεται, νὰ μὴ προβάλλῃ αὐτὸς τὰ ἴδια αὐτοῦ μέτρα. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, προτείνοντα τὰ ἴδια μέτρα· ἔχομεν καὶ παρατεταμένας συνεδριάσεις ἐπὶ δύο μῆνας, ἀσκόπους πολλὰς ἐξ αὐτῶν καὶ ματαίας, ἐνῷ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδυνεύουσι καὶ διακυβεύονται. Ὑπάρχουσι λοιπὸν βουλευταὶ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, μὴ ἀνήκοντες βεβαίως εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἴσως ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας αὐτῶν, ἢ τῶν περιστάσεων μὴ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅσην ὑπόληψιν καὶ ἂν ἔχωσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. Μεταξὺ δὲ τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς. Ὑπάρχουσι μέλη εἴτε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, εἴτε εἰς ἐκείνην, ἅτινα ἐν τοιαύτῃ ἀμφιβολίᾳ δὲν δύνανται εὐθαρσῶς καὶ ἐν ἐπιγνώσει νὰ δηλώσωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν γνώμην. Δὲν γνωρίζομεν τί ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τε τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὸ Ἔθνος, τὸ τε ἐλεύθερον καὶ δοῦλον. Ἔχομεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σιωπῶντα δίκην ἰχθύος, ἐνῷ καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ὑψίστης θέσεως, ἣν κατέχει, καὶ τῶν φώτων καὶ τῆς φιλοπατρίας, ἂν δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην καὶ δὲν ἀποδέχεται τὰ μέτρα αὐτῆς, ὀφείλει, νομίζω, νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ προτείνῃ τὰς ἰδίας γνώμας. Δύναται νὰ μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι καλῶς γνωρίζει, ὅτι εἰς τοῦτο θέλει ἡττηθῆ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ καὶ περὶ τῶν ἐσωτερικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀπέναντι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δὲν γνωρίζω διὰ ποίους ἀνωτέρους ἢ μυστικοὺς λόγους θέλει νὰ ἔχῃ παροῦσαν τὴν Βουλήν, βωβὴν καὶ μὴ δυναμένην νὰ γνωρίζῃ τὶ τρέχει. Θέλει παρατεταμένας συνεδριάσεις. Παριστάμεθα δὲ θεαταὶ καὶ ἀκροαταὶ ἡμερησίας διατάξεως, εἰς ἣν, καί τοι πρόκειται περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς Πατρίδος, βλέπομεν ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ τοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου καὶ περὶ τῶν ὑδραγωγείων τοῦ Ναυπλίου. Ἡμεῖς δὲ διαποροῦμεν καὶ δὲν γνωρίζομεν ἐν τοιαύτῃ ἐπισήμῳ στιγμῇ τί μέλλομεν νὰ πράξωμεν. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω οὐδένα. Δύνανται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ δικαίῳ, θέλοντες σήμερον νὰ ψηφίσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν συμμερίζομαι ὅμως καὶ τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Οἰκονόμου, καὶ διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν θέλω καταψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἐδήλωσα καὶ ἤδη δηλῶ, ὅτι ἐὰν κακοδαιμονῇ ὁ τόπος, ἓν ἐκ τῶν μεγίστων αἰτίων ὑπῆρξεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις· καταδικάζων δὲ διὰ τῆς ψήφου μου τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δύναμαι νὰ φέρω εἰς τὰ πράγματα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν, ὅπερ ἀπεύχομαι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ὑπερασπισθῶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δεικνύει, ἂν οὐχὶ ἄλλο, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς φίλους αὑτῆς, καὶ δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ τῆς γνώμης αὐτῶν. Δύναται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ κ. Οἰκονόμου, νὰ καταψηφίσῃ τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονεῖ, ὅτι, καταψηφίζων ταύτης, δύναται νὰ πλάσῃ δι’ ἑαυτὸν μέγα ἀνάστημα καὶ ἓν μέλλον. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὅστις δὲν ἔχω τοιαύτας ἰδέας, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ διὰ τοὺς ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει λόγους καὶ διὰ τοὺς ἤδη ῥηθέντας νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.

§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§54Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Μετ’ ἀπορίας εἶδον τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ποῖοι οἱ λόγοι; Μήπως διότι οἱ 36 ἐθεωρήθησαν καταψηφίσαντες αὐτοῦ, ὡς ζητήσαντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν; Διατὶ ἐζητήθη ἡ μυστικὴ συνεδρίασις; ἐζητήθη αὕτη, διὰ νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ πράγματα, τὰ ὁποῖα κατά τινας δὲν βαίνουσι καλῶς, καὶ διὰ νὰ γίνωσιν ἑπομένως γνωστὰ τὰ ἐλλείποντα, διορθωθῶσι δὲ τὰ κακῶς πεπραγμένα, ἂν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι ὑπάρχωσι τοιαῦτα· ἐνῷ δὲ κατ’ ἀρχὴν παρεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πρότασιν, αἴφνης μετέβαλε γνώμην. Ἐπειδὴ ἡ θέσις μου εἶναι κατά τινα τρόπον ἐξαιρετικὴ, ὀφείλω κατὰ πρῶτον νὰ δικαιολογήσω τὴν προχθεσινὴν ψῆφόν μου, προσθέτω δὲ ἀπὸ τοῦδε ὅτι θὰ καταψηφίσω τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ μὴ γίνῃ ἡ μυστικὴ συνεδρία. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν προεβάλετο ἤθελον ἀκολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν περιμένων νὰ φωτισθῶ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔμελλον νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐκεῖνος ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς προτάσεως τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, τῶν προτεινάντων αὐτὴν μὴ θεωρούντων ἁρμόζον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς: πῶς, ἀφοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐνεκρίνατε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχεσθε τανῦν νὰ ζητήσητε λόγον ἀπ’ αὐτῆς; Μικρὸν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θελήσας ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ, τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, προσέτι δὲ καὶ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν πεπραγμένων, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καλέσῃ μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν σύσκεψιν. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, λαβὼν τὸν λόγον μόνος, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, μεταξὺ ὅλων, εἶπον ὅτι τὰ γενόμενα δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐνσταλάξωσι τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι σπουδαίως ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς προπαρασκευῆς τοῦ Ἔθνους. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ μὲ ἀκούσῃ μετά τινος προσοχῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς ἀπάντησιν ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνειθίζει νὰ κάμνῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, νὰ εἰρωνευθῇ τουτέστι τοὺς λόγους μου. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἤλπιζον νὰ μὲ ἀκούσῃ, καθόσον ὡς φίλος εἶπον αὐτῷ τὰ κατ’ ἐμὲ πρέποντα, νὰ συζητήσῃ αὐτὰ καὶ ὠφεληθῇ μάλιστα, ἐπανορθῶν τὰ ἐσφαλμένα, ἐὰν ἀπεδεικνύοντο τοιαῦτα. Τούτου μὴ γενομένου, δὲν δικαιοῦται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον μετέβαλον γνώμην, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθῶμεν παρέχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὰ τυφλά. Καὶ ὅμως παρέμεινα εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅπως ἴδω βελτιουμένην τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον, ὑπεστήριξα τὴν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως πρότασιν, ὅπως συζητηθῶσιν ἐν ἐκτάσει καὶ ἐλευθέρως τὰ στρατιωτικὰ πράγματα. Εἰς τὴν ἀπάντησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ λύπην μου εἶδον, ἀντὶ νὰ συζητήσῃ μετ’ ἐμβριθείας καὶ ἀταραξίας τὸ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον τῶν στρατιωτικῶν, παρ’ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἅπαντος, ἀπήντησε πάλιν μετ’ εἰρωνείας λέγων, ὅτι ζητοῦμεν τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου καὶ τοὺς Μόλτκε. Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πῶς κάλλιον νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν Πατρίδα, καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἀπαντήσετε δι’ εἰρωνειῶν. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καὶ μόνος, εἰς ὃν ἀνεθέσαμεν τὴν τύχην τῆς Πατρίδος, εἶναι πάνσοφος, εὑρίσκεσθε εἰς μεγάλην ἀπάτην, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν φέρω τὴν μαρτυρίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμανίας, πρὶν δὲ καθηγητοῦ τῆς στρατιωτικῆς τέχνης εἰς τὴν ἐν Βερολίνῳ στρατιωτικὴν Ἀκαδημίαν, ὅστις ἐν τῷ κλασικῷ συγγράμματί του περὶ ὑπηρεσίας τῶν ἐπιτελῶν λέγει ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀλαζονεία ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀξίωσις νὰ ζητῇ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν τὰ πάντα, ἰδίως δὲ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Οὐδεὶς εἶναι ἱκανὸς εἰς τοῦτο, λέγει, καὶ ἐξαιρετικοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται νὰ γνωρίζωσι πάντα ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν προπαρασκευὴν εἰς πόλεμον. Καὶ σήμερον τί γίνεται παρ’ ἡμῖν ἢ τὸ κατ’ ἐξαίρεσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γερμανίας, διότι ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος κρέμαται ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ μόνου; Καὶ ἔχω μὲν τὴν καλλιτέραν περὶ αὐτοῦ ἰδέαν, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ τόσα πράγματα ἐξ ὅσων σύγκειται ὁ στρατός. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει μόνον γενικήν τινα γνῶσιν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ ἰδίᾳ ἴσως καὶ τοῦ ὅπλου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, στερεῖται ὅμως τῶν γνώσεων τῶν τοσούτων κλάδων, ἐξ ὧν σύγκειται ὁ στρατός· ἀλλὰ καὶ ἂν κατεῖχε ταύτας ὁ Ὑπουργὸς, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐνασχολῆτε εἰς λεπτομερείας, ἀσχολούμενος εἰς τὰ Κυβερνητικὰ ἔργα καὶ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, προσέτι δὲ οὗτος δυνατὸν νὰ εἶναι ἀποκύημα τῆς πολιτικῆς. Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα λέγει αὐτὸς ὁ διδάσκαλος τῆς στρατιωτικῆς Ἀκαδημίας ὁ καὶ Ὑπουργὸς τὰ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμανίας τί πρέπει νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς διὰ τὸν ἑαυτόν μας; Λοιπὸν, κύριοι, εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἔχει τὸν τόπον της, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.

§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξαίφνης ὡς βόμβα ἐῤῥίφθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, διότι ἔλαβον τὴν τιμὴν πλέον ἢ ἅπαξ νὰ ἐκθέσω ταύτην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ εἰς συνεδρίασιν, καθ’ ἣν τῆς ἀνατομίας ἐγένετο μεγίστη χρῆσις πρὸς ἔρευναν τῆς ἐννοίας τῶν δέκα ψήφων, τῶν καταψηφισάντων ἄλλοτε εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ τῶν 36 ψήφων τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς προτάσεως πρὸς συγκρότησιν μυστικῆς συνεδριάσεως, εἰς συνεδρίασιν, καθ’ ἣν βουλευτικαί τινες πλειάδες, αἵτινες ἀρτίως ἐνεφανίσθησαν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος, ἐνδέχεται νὰ ὑπερέβησαν καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ἐπιστήμης, ὅπως φανῶσιν ὡς συγκείμεναι ἐκ πλειοτέρων ἀστέρων, οὕτω δ’ ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ψήφων ἑκάστων, ἀναγκάζομαι δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην, ἣν εἶχον, ἔχω καὶ θὰ ἔχω, διότι τὴν γνώμην μου καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα καὶ πολὺ ἐπιθυμῶ αἱ περιστάσεις νὰ διαψεύσωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Εἶχον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅταν εἰσῆλθον ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ταχθῶ δηλαδὴ εἰς ἐκεῖνο τὸ κόμμα, οἷον δήποτε καὶ ἂν ἦτο, τὸ ὁποῖον ἐξέφραζεν ὡρισμένως ἓν πρόγραμμα ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, ἵνα διαφύγωμεν τὸν ἐπαπειλοῦντα ἡμᾶς κίνδυνον· εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ προκαταλήψεως, ἐννοῶν ν’ ἀφεθῇ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἕως ὅτου ἀνοιχθῶσιν αἱ βίβλοι καὶ ὅτε θέλει ἐξετασθῆ τὸ παρελθὸν ἑκάστου ὁπωσδήποτε ὑπευθύνου, ἀλλ’ ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἐταράχθη κατὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἐργασίαν ἐκ τοῦ συμβάντος ἐν Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, καθῆκον εἶχεν ὡς ἐντολοδόχος νὰ καλέσῃ τὸν ἐντολέα λαόν, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπίαν, νὰ συγκαλέσῃ ἄλλαις λέξεσι τὴν Βουλὴν εἰς συνέχειαν τῆς τακτικῆς Συνόδου ἢ ἔστω καὶ ἔκτακτον Σύνοδον τηλεγραφικῶς, ἐντὸς δὲ δέκα ἡμερῶν νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα ἂν ὄχι ὅλοι οἱ Ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ βεβαίως μέγας ἀριθμὸς τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οἵτινες νὰ ἐρωτηθῶσιν ἐπισήμως περὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Τόπου, πρὸ παντὸς ἄλλου διαβήματος. Ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του, εἶχε λήξει, διότι ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις τὴν ἀνέλαβε· τὰ ἐπελθόντα συμβάντα μετέβαλον τὰ πράγματα. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον οἱ κυβερνῶντες αὐτοὶ πρῶτοι ἀναγκαζόμενοι ὑπὸ τῶν πραγμάτων, πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, πρὸ παντὸς ἐκτάκτου μέτρου, πρὸ τῶν ἀγορεύσεών των ἐκ τῶν παραθύρων καὶ τῶν ἐξωστῶν, νὰ ἐκφράσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὴν γνώμην των, καὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς αὐτὴν ὡρισμένον σχέδιον. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, τρεῖς τρόποι ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν· ἢ εὐθὺς ἐπωφελούμενοι τῆς γυμνότητος τῶν ὁρίων ἐκ Τούρκων στρατιωτῶν μὲ τὸν ὀλίγον μὲν, ἀλλὰ γεγυμνασμένον ὅπως δήποτε στρατὸν, κατηρτισμένον ἐκ τῶν ἐνόντων κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, χρησιμεύοντα ὡς πυρῆνα, καὶ ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ταραχῆς καὶ τῆς ῥήξεως, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα ἐν τῇ πεποιθήσει, οὐχὶ ὅτι ἠθέλομεν εὕρει τὰ πάντα εὔκολα καὶ ῥόδινα, ἀλλ’ ἐν τῇ βεβαιότητι, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ νὰ δημιουργήσωμεν γεγονότα πρὸς ἐξέτασιν ὑπὸ τῆς Διπλωματίας, ἀντιτάσσοντες τόλμημα Ἑλληνικὸν εἰς τὸ Βουλγαρικὸν τόλμημα· θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν τότε νὰ καταλάβωμεν τὴν γραμμὴν, ἣν διέγραψαν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ὡς Ἑλληνικὴν ἐν Βερολίνῳ, καὶ νὰ προβάλωμεν εὐλόγως τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν κατορθώσει ἂν οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ σώσωμεν τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἴσως, ὅτι διάβημα τοιοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πολὺ τολμηρὸν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἴχομεν πρὸ πάσης ἐνεργείας ἑτοιμάσει οὐχὶ προπαρασκευὰς τακτικὰς, διότι ἀτυχῶς παρῆλθε πλέον πρὸ πολλοῦ ὁ χρόνος πρὸς τοιαύτας—μολονότι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων ἐθυσιάσθησαν ματαίως πρὸς τοῦτο —παρῆλθε, λέγω, ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἤδη, ὅτε εὑρέθημεν εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὰς παρασκευὰς τῶν τελευταίων στιγμῶν πρὸς ταχίστην ἐνέργειαν. Ἡ δευτέρα σκέψις, κατ’ ἐμὲ, εἶνε καὶ διαρκοῦντος τοῦ χειμῶνος νὰ ἐνεργήσωμεν, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἀνωφελῶς αἱ διπλωματικαὶ εὐκαιρίαι· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι κατά τι χείρων ἢ ἐὰν ἀμέσως ἐνεργοῦμεν, πρῶτον ἕνεκα τῆς ἀναμίξεως τοῦ γεγυμνασμένου στρατοῦ μετὰ τοῦ ἀγυμνάστου, καὶ δεύτερον ἕνεκα τοῦ χειμῶνος. Ναὶ μὲν δὲν πρόκειται νὰ ἐνεργήσωμεν εἰς ξένην ἐντελῶς Χώραν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ θέσις ἡμῶν, ἐπιδιωκόντων ἐπίθεσιν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ τόσον καλή. Τρίτη σκέψις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἐὰν ἐκρίνετο, ὅτι οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα λόγον. Ἐὰν προεβλέπετο τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐνεργείας, διαρκοῦντος τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ τοῦ χειμῶνος, τότε ἀντὶ τῶν 17 ἢ 18,000 στρατιωτῶν, οὓς εἴχομεν, φρόνιμον θὰ ἦτο νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν 40 χιλιάδες ἢ 50,000, ἀλλὰ καλῶς ἐξησκημένον, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν δυνάμεις τὸ ἐπέτρεπον, νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στρατὸν αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀναβιβάσωμεν μέχρι τῶν 80,000. Ἀλλὰ τοιοῦτο σχέδιον θὰ παρουσίαζεν ἄλλην δυσκολίαν, ὅτι αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι, διότι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς μεγαλειτέρας δυσχερείας οἰκονομικῶς. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συντηρήσωμεν τοιοῦτον στρατὸν καὶ ἂν ἔχωμεν τοιαύτας δυνάμεις, ὥστε, ἐπερχομένης τῆς ἀνοίξεως, νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἰσὶν αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις, ἐὰν δηλαδὴ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἀκλόνητοι καὶ νὰ παλαίσωμεν ἐναντίον οἱωνδήποτε προσκομμάτων, δημιουργοῦντες ἐν ἀνάγκῃ ἡμεῖς αὐτοὶ ζήτημα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Διπλωματία ἤθελε τυχὸν ἔχει κλείσει τὸν λογαριασμὸν τῶν Βουλγάρων, ἐὰν εἴχομεν στερεὰν ἀπόφασιν νὰ καταδείξωμεν εἰς τὸν Τόπον τοῦτο σαφῶς, νὰ ἐννοήσῃ δὲ καὶ ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν, ὅτι ἠθέλομεν ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα, οἱαιδήποτε καὶ ἐὰν εἰσὶν αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις, οἱαδήποτε καὶ ἐὰν ἦτο ἡ κατάστασις τῶν λοιπῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Λαῶν. Ἄλλαις λέξεσι νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἓν ὡρισμένον καὶ σαφῶς προδιαγεγραμμένον σχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὸ τόλμημα νὰ προβῇ εἰς ἡμιτελῆ μέτρα ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, τοῦθ’ ὅπερ βεβαίως θέλει ἔχει μεγάλας συνεπείας διὰ τὸν Ἑλληνισμόν· τὰ δὲ Κυβερνητικὰ μέτρα φαίνεται, ὅτι ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Ῥέουτερ καὶ τοῦ Χαβᾶς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ βαδίζῃ ἓν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἓν βῆμα πρὸς πόλεμον καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὴν εἰρήνην, ἢ μὲ μίαν λέξιν πρὸς τὸν εἰρηνοπόλεμον. Ὅλαι αὐταὶ αἱ κινήσεις καὶ ὅλαι αἱ ἐνέργειαι φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν ἐκ τῶν τριῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, εἷς τῶν ὁποίων φρονῶ, κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ οὕτως ἔφερε ταραχὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας· κηρύττει τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν, πότε; μετὰ 25 ἡμέρας, ἐνῷ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρώτης εἰδήσεως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἠδύνατο νὰ εἶνε παροῦσα καὶ νὰ δηλώσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, ἵνα λάβῃ ὡρισμένην εὐθύνην, πρὶν ἢ τὸ Ἔθνος ἐκτεθῇ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Αὕτη ἤθελεν ἔλθει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἤθελεν ἐκφράσει τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ Τόπου καὶ ἤθελε παραδεχθῆ ὡρισμένον σχέδιον. Ἴσως ἐν τούτοις, ἐσκεπτόμην, ὑπάρχει σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁ μύωψ δὲν βλέπω, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ, ὅστις δὲν ἐνόουν τὸν λόγον τῆς βραδύτητος τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, εἰσῆλθον ἐνταῦθα ἄνευ προκαταλήψεως, ἐλπίζων, ὅτι θέλω ἀκούσει τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις καὶ εἶχε καὶ ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ ἐκφρασθῇ, καὶ ἤθελον οὕτω καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ποίαν ὁδὸν ὀφείλω νὰ ἀκολουθήσω. Βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅλα τὰ μυστήρια τὰ διπλωματικά, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἐδικαιούμην νὰ μάθω τὰ κυριώτερα σημεῖα τοῦ σχεδίου αὐτῆς ἐν μυστικῇ συνεδριάσει. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν δειχθῆ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος, οὔτε δικαιοῦταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ προδώσωμεν τὸ μυστήριον. Ὀλίγον φῶς ῥίψατέ μας, δύο λέξεις εἴπατέ μας. Αἱ πρῶται ἐντυπώσεις δὲν ἦσαν καλαὶ εἰς ἐμέ· ἤλπιζον τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐκφράσει ὡρισμένην γνώμην, ἀλλ’ ἠπατήθην. Εὔχομαι δὲ καὶ τὸ ηὐχόμην ἐγκαρδίως νὰ μὴ μετανοήσῃ ὁ νῦν διευθύνων τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν τοιαύτην πολιτικήν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι θέλει μετανοήσει καὶ ὅτι ὁ Τόπος σπουδαίως θὰ αἰσθανθῇ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κόμμα τοιοῦτον νὰ λέγῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: δὲν εὑρίσκω καλὰ τὰ μέτρα, δὲν ἐμπιστεύομαι τὴν Κυβέρνησιν, σιωπῶ ὅμως· δὲν σᾶς λέγω τώρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γίνωσι, θὰ σᾶς τὰ εἴπω εἰς τὸ μέλλον. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀφοῦ ἐματαιώθησαν οἱ κόποι ἐμοῦ καὶ ἄλλων περὶ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, ὅπου ἠδυνάμεθα ἀδελφικῶς καὶ ἐν ὁμονοίᾳ νὰ ἐκφρασθῶμεν. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, περιορίζομαι δὲ μόνον σήμερον νὰ δηλώσω ὅ,τι καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει προχθὲς ἐδήλωσα καὶ εἶπον, ὅτι θὰ τὸ δηλώσω καὶ ἐν τῇ φανερᾷ συνεδριάσει: ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἀδικαιολογήτως νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κυριώτερα στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν πεποιθήσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας ἀπηύθυνε παράκλησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπητε ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ ῥητῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει συζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δίδω ἀνεξελέγκτως τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι συνάδελφοι ἔχοντες τοσοῦτον ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι μεταξὺ αὐτῶν· ἐσυνείθισα νὰ δυσπιστῶ, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, διότι τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα στηρίζεται εἰς τὴν πρὸς τοὺς Κυβερνῶντας δυσπιστίαν. Ἐνόσω δὲν γνωρίζω τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου διὰ νὰ μορφώσω τὴν πεποίθησίν μου, ἐνόσω ἐκ τῶν φαινομένων, τὰ ὁποῖα βλέπω μὴ ὢν μεμυημένος τῶν μυστηρίων τῆς Διπλωματίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, σχηματίζω τὴν γνώμην, ἐνόσω δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀφεύκτως πρὸς ὄφελος τοῦ Τόπου, ἔστω καὶ ἠθικὸν, ὅλα αὐτὰ τὰ δυσβάστακτα βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποχρεώσει ὄχι μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὰς μελλούσας γενεὰς, ὅτι θέλουσιν ἀποβῆ ταῦτα ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, ἐνόσω δὲν βλέπω ὡρισμένον τι σχέδιον ἵνα κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοὐλάχιστον ὁ Τόπος ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον ἀξιοπρεπῶς καὶ τελεσφόρως, δὲν δύναμαι νὰ ψηφίζω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξετάστως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Λυποῦμαι δὲ καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἐκεῖνοι οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐκφράσωσι γνώμην, ἥτις ἠδύνατο ν’ ἀκουσθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, μένουσι σιωπηλοί, καὶ νομίζουσιν ὅτι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν διὰ τῆς σιγῆς ἢ διὰ τῆς ψήφου ὁμοίας ἐκείνης, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Καὶ τότε δὲν ἐπείσθην καὶ ἤδη δὲν πείθομαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§56Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶπον, κύριοι, κατὰ προηγουμένην πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ περιήγαγε τὰ τῆς Πολιτείας εἰς ὃ σημεῖον ἤδη ὑφίστανται, ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ἰλιγγιᾷ ἤδη, διστάζει, δειλιᾷ καὶ κυμαίνεται μεταξὺ τοῦ ἐμπρὸς ἢ ὀπίσω. Μεγαλειτέραν τούτου ἀπόδειξιν ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις τῆς ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως προκυπτούσης. Χθὲς ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ, ψηφοφορίας γενομένης, ὑπερτέρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατὰ 60 περίπου ψήφους. Δὲν ἀρκεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ὑποβάλλει σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἀπώλεσεν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρον τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ μεγάλου ζητήματος: πρέπει νὰ τεθῇ ἢ περιττὸν νὰ τεθῇ ἐκ νέου ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν μεγάλην, ἣν ἔχει· δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν σύμπραξιν μετ’ αὐτῆς τῆς συντεταγμένης Ἀντιπολιτεύσεως. Θέλει τί; τὴν παμψηφίαν. Δὲν δύναται, λέγει, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον νὰ διευθύνῃ τὰ κοινά, νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτός, ἐὰν δὲν ἔχῃ περὶ αὐτὸν τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, συγκινοῦσαν καὶ ὑποκύπτουσαν εἰς ὅλας τὰς θελήσεις του, πεφωτισμένας ἢ μή. Κύριοι, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν εὐθύνην νὰ διοικῶσι τὰ ἔθνη, νὰ προβαίνωσιν εἰς τολμήματα, ὁποῖα εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προέβη, δὲν πρέπει νὰ διστάζωσιν, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες ἀποκρούουσι τὰς ἰδέας των καὶ δὲν ἔχουσι παμψηφίαν. Δὲν διστάζουσι, διότι ἐξενέγκονται ἀμφιβολίαι περὶ τῆς πολιτικῆς των· δὲν σπεύδουν νὰ κλονίζωσι τὰς εἰς τὴν πολιτικήν των πεποιθήσεις, προκαλοῦντες ἀδιακόπως ζητήματα ἐμπιστοσύνης· δὲν ἀφίνουν τὸ φρόνημα τοῦ Κοινοβουλίου νὰ καταπίπτῃ, εἰς συζητήσεις σκαιὰς καταγινόμενοι καὶ καταναλίσκοντες τὸν χρόνον εἰς τὸ νὰ διδάσκωσιν ἐν οὐ δέοντι τὰ καθήκοντα τῆς Συμπολιτεύσεως ἢ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ πράττουν καὶ πράττουν πυρετωδῶς καὶ δὲν χάνουν οὐδεμίαν στιγμήν, ἣν νὰ μὴ ἀφιερώνωσιν εἰς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουσι. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διστάζει, δὲν τολμᾷ, αἰσθάνεται ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπεχείρησεν, εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών της· δὲν τολμᾷ νὰ βαδίσῃ οὔτε ἐμπρός, οὔτε ὀπίσω, καὶ καταφεύγει εἰς σκαιὰς συζητήσεις, ὅπως πλάσῃ ἀφορμήν, ἵνα ἐκπέσῃ τῆς Ἐξουσίας καὶ ἀποβάλῃ τὴν εὐθύνην τὴν βαρυτάτην, διότι ἔφερε τὰ πράγματα τοῦ Τόπου εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἵστανται. Πρέπει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὴν μὴ ἐκδηλουμένην θέλησιν τῶν φίλων των, καὶ νὰ βαδίσωσιν ἐμπρὸς ἢ ὀπίσω καὶ νὰ σώσωσι τὸν Τόπον, τὸν ὁποῖον περιήγαγον εἰς θέσιν λίαν ἐπισφαλῆ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχουν τὴν τόλμην αὐτήν, καὶ διὰ τοῦτο λέγω πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τό: «Οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον».

§57Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἀποτεινόμενος εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας κύριον Κρεστενίτην, ὅτι οὔτε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγένετο συνεδρίασίς τις ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, οὔτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ εἰς πολιτικὰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως πρότασιν, ἢ ψηφοφορήσαντας ὑπὲρ αὐτῆς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἡ ψηφοφορία τοῦ παρελθόντος Σαββάτου εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαγράψῃ, ὕστερον μάλιστα ἀφ’ ὅσα δημοσίᾳ σήμερον ἐῤῥέθησαν περὶ αὐτοῦ. Καθὼς γνωρίζετε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· ὁμολογῶ δέ, ὅτι δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, οὔτε νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας τινὰς ἢ διασαφήσεις. Ἀλλὰ ὅτε ἤκουσα δύο ἀξιοτίμους συναδέλφους ἄνδρας εἰδικοὺς περὶ τὰ στρατιωτικά, τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας κύριον Κρεστενίτην καὶ τὸν ἔγκριτον βουλευτὴν Κηθύρων κύριον Κορωναῖον, βεβαιοῦντας τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρωσιν εἰς φῶς περιστατικὰ καὶ νὰ ἀνακοινώσωσι γνώμας, αἱ ὁποῖαι θέλουν φωτίσει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἔχουσι νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διαφόρους πληροφορίας, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· διότι ἐθεώρησα εὔλογον νὰ δοθῇ πᾶσα εὐκολία εἰς τοὺς συναδέλφους μας ἐκείνους νὰ εἴπωσιν ὅσα ἐνόμισαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέσωσι δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῖς χορηγηθῇ ἡ ἐλευθερία νὰ δηλώσωσιν ὅ,τι αἰσθάνονται καὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οἱανδήποτε πληροφορίαν, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐξαναγκασθῆ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ. Ὑπεστήριξα λοιπὸν τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ, εἶχον καὶ τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς· διότι, ὅτε δὶς προσεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἀποδέχεται ἢ ὄχι τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἠγέρθησαν τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς καὶ παρεδέχθησαν τὴν πρότασιν· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐζητήθη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ παραδόξως ἐψήφισαν μόνον 36 ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, οἱ δὲ ἄλλοι κατεψήφισαν. Εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς ψηφοφορίας ἕκαστος εἶναι κύριος νὰ δώσῃ οἱανδήποτε θέλει πολιτικὴν ἔννοιαν· τὸ κατ’ ἐμὲ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον κατὰ νοῦν νὰ δώσω οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφόν μου, καθόσον φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ γεννῶνται πολιτικὰ ζητήματα. Ἐν τούτοις ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι τὴν ψῆφον, τὴν δοθεῖσαν ἐκ μέρους 36 βουλευτῶν, τὴν θεωρεῖ ψῆφον δυσπιστίας, καὶ ἐπειδὴ παρετήρησεν, ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ 30 ἐκεῖναι ψῆφοι ἀνῆκον εἰς τὴν πτέρυγα, ἥτις τὸν ὑποστηρίζει, φέρει ἐνώπιόν σας ὑπουργικὸν ζήτημα καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄν τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφον τῶν 36, νομίζω, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ σήμερον καὶ νὰ θέσῃ ζήτημα ὑπουργικόν. Κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ τὰς ψήφους τῶν 36 εἰς τὰς ψήφους ἐκείνας, τὰς ὁποίας γνωρίζει, ὅτι, καὶ τοι δοθεῖσαι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ κρίνῃ ἂν μένουν ἀκόμη εἰς αὐτὴν ἀρκεταὶ ψῆφοι, ὥστε νὰ ἐξακολουθῇ διατηρῶν τὴν θέσιν, εἰς ἣν κάθεται. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, δὲν ἔπραξε τοῦτο, μένει δὲ εἰς αὐτὸν ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι ἐνέφαινον δυσπιστίαν, δὲν ἐννοῶ πῶς θέλει ἐξαγάγει ἑαυτὸν ἀπὸ τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ἀνησυχίαν, εἰς ἣν ἐτέθη, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ ψηφοφορία, ἣν προκαλεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι, ὅταν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἀποφαίνονται ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ὄχι διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ διότι νομίζουν, ὅτι δὲν εἶνε ἡ κατάλληλος στιγμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις τοὺς ἀξιοῦντας νὰ διαδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι τὴν συντεταγμένην Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζει, ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ἡ ὥρα τῆς διαδοχῆς. Ἐπίσης καὶ ἄλλοι βουλευταί, οἵτινες δὲν ἀξιοῦν οὔτε προσδοκοῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς καθεστώσης Κυβερνήσεως, διότι νομίζουν, ὅτι δὲν πρέπει, ἢ ὅτι δὲν εἶνε συμφέρον νὰ ἐπέλθῃ Κυβερνητικὴ μεταβολή. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν κατὰ τί θέλει ὠφελήσει σήμερον ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπουργικώτατον καὶ πολιτικώτατον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλή, μὴ ἐξαιρουμένης οὔτε τῆς πτέρυγος ταύτης, ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι εἶχε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι δὲν εἶνε καιρὸς νὰ διαδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἔννοιαν, οὔτε δύναται νὰ ἐξαγάγῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς καὶ πάντα ἄλλον ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν, εἰς ἣν ἀδίκως, κατ’ ἐμὲ, τὸν ἐνέβαλεν ἡ ψηφοφορία τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, καὶ ἐπιμένῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν ἔδωκα οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, οὔτε εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, οὔτε εἰς τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκαν ὑπὲρ αὐτῆς, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου.

§58ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, εἷς ἐκ τῶν 36, οἵτινες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον εἰμὴ διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν ἀφορῶσαν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Ἄρτης. Ἐνόμισα δὲ ὅτι εἰς γενικὴν συνεδρίασιν δὲν δύναμαι νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ὅμως περιεστράφη καὶ περιεπλάκη τὸ ζήτημα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἤκουσα οὐδὲν ἄλλο πρόγραμμα νὰ ἐκτυλιχθῇ διὰ νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ ἐκείνου.

§59Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθηκαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἰδίως ὁ κ. Χατζόπουλος, καίτοι ὢν ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως καὶ ἐκ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ αὐτῆς, θὰ ψηφίσω σήμερον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο πράττων δὲν ἀντιφάσκω καθόλου εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἔδωκα προχθὲς διὰ τῆς ψήφου μου, οὔτε ἐννοῶ ὅτι ἀποδοκιμάζω τὴν πρότασίν μου περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ὅταν ὑπέγραψα τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως μετ’ ἄλλων ἐννοοῦμεν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ βλάψωσι τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ὠφελήσωσιν αὐτό· ἐννοῦμεν κυρίως νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις περὶ τῆς παραδόξου ἀληθῶς στάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ καθόλου δὲν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ἡ ἰδέα τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἐπίστευον ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεώς μου σήμερον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἡ ἐλαχίστη περὶ τοῦ ἀνεξαρτήτου τοῦ χαρακτῆρός μου ἀμφιβολία, ἤθελον καταψηφίσει αὐτήν.

§60ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ψηφίσας καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου μου. Ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνιδριάσεως, καθόσον παρετήρησα, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐδήλωσαν ῥητῶς, ὅτι ἤθελον νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, κατὰ συνέπειαν ἐθεώρουν κάκιστον νὰ στερηθῶμεν τῶν πολυτίμων ἐκείνων πληροφοριῶν, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τινων ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ ἰδίως παρὰ τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες εἶνε εἰς θέσιν καλλιτέραν παντὸς ἄλλου νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Προχθὲς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀποκρούει τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀκολούθως οὐ μόνον ἀπέκρουσε ταύτην, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἔθεσε τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ὑποστηρίζει, διότι δὲν γνωρίζω προπάντων τὰς ἐνεργείας της. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν σιωπὴν αὐτῆς· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ καθῆκον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ ἐπίσης εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ ἀκούσωμεν ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες πρὸ πάντων εἶνε οἱ καταλληλότατοι διὰ νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν συμπολιτῶν μας, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι εἴμεθα συνυπεύθυνοι καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μας, οἵτινες ἔστειλον τὰ τέκνά των εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐκ τούτου πολλαὶ οἰκογένειαι σήμερον δὲν ἔχουσιν ἄρτον πρὸς συντήρησίν των. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἤμην ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προταθῇ καὶ ἐκ νέου, θὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ ὅτι πρέπει καὶ σήμερον νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ δὲν τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ ὡρισμένου προγράμματος καὶ ἀφοῦ σύμπασα ἡ Βουλὴ ὑποστηρίζει αὐτὴν ἤδη. Ἄν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ μάθῃ ὁποία εἶνε ἡ ἀληθὴς δύναμίς της, ὤφειλε πρῶτον νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐκτυλιχθῶσι κατ’ αὐτὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἴπωσιν ἡμῖν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, καὶ τότε θὰ ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης πραγματικόν. Σήμερον ὅμως ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, ὑποστηρίζουσιν ὅλοι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀγνοῶ ἂν τὴν ὑποστηρίζωσιν ἐκ πεποιθήσεως ἢ ἀκολουθοῦντες τὸ ρητὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει «μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον».

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς συζητήσεως δὲν εἶχον οὐδ’ ἔχω σκοπὸν νὰ μετάσχω, διότι καὶ αὐτὸς ὁ προτείνας τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πραγματευόμεθα, ἐζήτησε νὰ μὴ μετάσχωμεν, εἰπὼν, ὅτι ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τῆς πλειοψηφίας, ἥτις μέχρι τοῦδε ὑπεστήριζε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλει νὰ διευκρινήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτε μάλιστα αἱ τέως γενόμεναι ψηφοφορίαι δὲν ὑπῆρξαν ἐπαρκεῖς πρὸς τοῦτο· διότι ἐν ταῖς ψηφοφορίαις ἐκείναις μετεῖχεν αὐτῶν καὶ τὸ Τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν, ὅτι προσωπικῶς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς νῦν κυβερνῶντας, ἀλλὰ ψῆφον κατ’ αὐτῶν δὲν δίδει. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ἡ συντεταγμένη Ἀντιπολίτευσις ἔδωκε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, οἷον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Δοῦσα δὲ τοιαύτην ψῆφον, τρανῶς ἐξήγησεν, ὅτι δίδει αὐτὴν, οὐχὶ διότι ἀποδέχεται τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλὰ διότι θεωρεῖ τὴν ψηφοφορίαν ὡς περιέχουσαν ζήτημα ὑπουργικὸν, θεωρεῖ δὲ τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ὡς ἀκαταλλήλως τιθέμενα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρει τότε, θεωρεῖ καὶ ἤδη τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ὡς ἀκαταλλήλως τιθέμενα καὶ θέλει ἐξακολουθεῖ θεωροῦσα αὐτὰ ὡς ἀκαταλλήλως τιθέμενα ἐνόσῳ αὐτὴ δὲν διστάσῃ περὶ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, οἵα ὑπῆρχε καὶ πρότερον, τοιαύτη περίπου ὑπάρχει καὶ σήμερον ὑπὲρ τοῦ νῦν Ὑπουργείου. Ἐνόσῳ δὲν λάβῃ ἀφορμὰς ἵνα πιστεύσῃ τὸ ἐναντίον, θέλει πράξει τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον ὑπουργικῶν ζητημάτων ἐν τῇ Βουλῇ. Τὴν πρόοδον ταύτην ὅσον δύναται ἐμποδίζει, μὴ μετέχουσα συζητήσεων τοιούτων ζητημάτων· ἂν δὲ αὐτὴ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, θεωρῇ πρέπον ἐν τοιούτοις ζητήμασι νὰ παρατείνῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ θεωρῇ ὅτι τοιουτοτρόπως παρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο εἰς ἐκείνην ἀνήκει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι ἐν ὥρᾳ, οἵαν διανύομεν σήμερον, ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἀνωτέραν ἐκείνης, ἥτις εἶναι ἀναγκαία ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, ὅτι πλὴν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν χορηγοῦσιν εἰς αὐτὴν ἐκ πεποιθήσεως οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, δέον νὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν δύναται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀριθμητικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν, δὲν θεωρεῖ πρέπον, λέγω, ἐνόσῳ τοιαύτη ὑπάρχει κατάστασις, νὰ φέρῃ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι νὰ δίδῃ ἐν τῇ Βουλῇ δημοσίᾳ ἢ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει γνώμας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἂν ἔδιδε τοιαύτας γνώμας, θὰ προεκάλει συζητήσεις καὶ θὰ προεκάλει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ ἐπικρίνῃ τις τὰ γενόμενα, χωρὶς νὰ φθάσῃ ἀληθῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἄν τυχὸν — διότι περὶ τούτου δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω — ἂν τυχὸν φρονῶμεν, ὅτι κακῶς διεξήχθησαν ἔργα τινὰ μέχρι τοῦδε, ὅτι κακῶς διεξάγονται, καὶ περὶ τούτου ἠθέλομεν φέρει ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν ἔπειτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐξηγηθῶμεν διὰ συζητήσεως καὶ διὰ ψηφοφορίας περὶ ἐμπιστοσύνης; Ὅτε ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβον τὸν λόγον βουλευταί, προτιθέμενοι ν’ ἀποφύγωσι πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἔριδας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ μετεχειρίσθησαν οὗτοι τὴν λέξιν «σημαία» καὶ ἐπειδὴ μετεχειρίσθησαν τὴν λέξιν «παρελθόν», ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ δύω ὥρας ἀπαντῶντος εἰς τὰς βραχείας ἀγορεύσεις ἐκείνων καὶ προκαλοῦντος τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα. Ὅταν τοιαύτας ἔχωμεν ἀποδείξεις περὶ τοῦ ἀδυνάτου νὰ θιγῶσι τὰ μεγάλα ζητήματα, περὶ ὧν σήμερον βουλευόμεθα, χωρὶς νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ θεωροῦντες τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ὡς μὴ ἐπιτρεπόμενα, νὰ ἔλθωμεν σήμερον, προκαλοῦντες δι’ ἐκθέσεως γνωμῶν συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ; Ἔχοντες ἄρα τοιαύτην γνώμην, θεωροῦντες ὅτι ὀφείλομεν, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀριθμητικῆς δυνάμεως νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλομεν, λέγω, νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτήν, τὴν ὑποστήριξιν ταύτην θέλομεν παράσχει καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Θὰ παρείχομεν αὐτὴν, δίδοντες καὶ τὴν ψῆφον, ἣν ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τοιαύτη ψῆφος θέλει βλάψει τὸ Ὑπουργεῖον, διότι θέλει ἐπέλθει σύγχυσις τῆς ψήφου ἡμῶν πρὸς τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἵτινες δίδουσιν αὐτὴν ὑπὸ ἔννοιαν ὅλως διάφορον τῆς ἡμετέρας. Ἵνα διευκολύνωμεν ἄρα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ λύσῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἐτέθη, θέλομεν τῇ παράσχει καὶ τὴν πρόσθετον εὐκολίαν τοῦ νὰ ἀπόσχωμεν ἐντελῶς τῆς τοιαύτης ψηφοφορίας, νὰ μετάσχωμεν δὲ αὐτῆς μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι τυχὸν ἀναγκαῖος ἀριθμός τις ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαρτίας. Ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν ἀφορμήν, ἵνα πρεσβεύωμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔπαυσε φρονοῦσα περὶ Κυβερνήσεως ὅσα ἐφρόνει μέχρι τοῦδε· ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐξακολουθῇ φρονῶν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ψήφου, οὐχὶ τῆς Βουλῆς κυριολεκτικῶς, ἀλλὰ τῆς πλειοψηφίας, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἀπολαύει τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, ἧς εἶναι βέβαιος ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν διὰ τῶν ψήφων ἡμῶν παρεμποδίσει ὅπως γνωρίσῃ ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας καὶ γνωρίσῃ τοῦτο διὰ τρόπου ἐντελῶς ἐπισήμου καὶ ἀνεπιδέκτου ἀμφιβολίας. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, εἶπον, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται, ἐὰν ἔχῃ ἐνδοιασμοὺς, νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐπειδὴ ζητεῖ αὐτὴν διὰ τοιούτου τρόπου, τουτέστιν ἄνευ ἀναμίξεως τῶν ψήφων τῶν ἀντιπολιτευομένων, θέλομεν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον ταύτην διὰ τοιούτου τρόπου.

§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω περὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν συντεταγμένην Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὴν πολιτείαν αὐτῆς, καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρευνήσω οὐδὲ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτεται, οὐδὲ περὶ τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει, οὐδὲ περὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Ἂν ἤθελεν ἔλθει στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν διανοημάτων ἢ τῶν διαβημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔπρεπε πρὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἢ ἀμέσως κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ τραπῶ τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα ἄγουσαν καὶ νὰ καταθέσω τὴν Ἀρχήν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι Πολιτικὸν Σωματεῖον, ἔχον ἰδίαν ζωὴν, λειτουργοῦν καθ’ ὃν τρόπον κρίνει προσῆκον, ἢ συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Ἀλλ’ οὐδὲ ἐπὶ τῆς συμπράξεως αὐτῆς ἠδυνάμην νὰ στηρίξω τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν πρόοδον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἐπὶ τῆς ἀνοχῆς αὐτῆς. Καθ’ οἷον δήποτε τρόπον καὶ ἂν πολιτεύηται, ὅ,τι ἂν κρίνῃ, τὸ πράττει ἐπ’ ἰδίῳ αὐτῆς κινδύνῳ, ὡς καὶ ἡ πλειοψηφία καθ’ οἷον δήποτε καὶ ἂν πολιτευθῇ τρόπον ἢ καθ’ οἷον δήποτε τρόπον ἤθελε κρίνει, θέλει τὸ πράξει ἐπὶ τῷ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην. Ἐπειδὴ ὅμως κατέστη ἀμφίβολον ἂν ὑπάρχῃ ἀκεραία καὶ πλήρης ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς, διότι ἄνευ τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀνεύρω ἐν ἐμαυτῷ τὴν δύναμιν, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην ἵνα ἐξακολουθῶμεν κυβερνῶντες. Καὶ ἂν ἐν ἐμοὶ δὲν κατέστη οὐδέποτε ἀμφίβολον, ἂν ἐξακολουθῇ ἀκεραία καὶ πλήρης ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνη τῆς πλειοψηφίας, διότι γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ διότι ἐξεύρω πῶς σκέπτονται καὶ πῶς λειτουργοῦσιν, ὑπῆρξε δημοσία ἐνέργεια διὰ νὰ παρασταθῇ ὅτι κατέστη πλέον ἀμφίβολον ἂν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας παρέχωσιν ἀκεραίαν καὶ πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν ἐγένετο ὑπὸ ἀτόμων, μὴ δρώντων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν ἐγένετο ὑπὸ πολιτικῶν Ἀρχῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη δὲν ἔχει αὐθεντίαν, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόφασις στερεῖται παντὸς κύρους. Ἡ ἐνέργεια, ἥτις ἐπεφάνη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐγένετο δι’ ὀργάνων δημοσιογραφικῶν καὶ τὰ ὁποῖα εὐλόγως ὑπολαμβάνονται καὶ θεωροῦνται ὅτι διερμηνεύουσι πρὸς τὸ κοινὸν τὰς γνώμας ἑνὸς τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ δρώντων Πολιτικῶν Σωματείων, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο εἶναι τὸ μειονοψηφοῦν ἐν τῇ Βουλῇ. Τὴν ἀμφιβολίαν λοιπὸν ταύτην δὲν εἶχον ἐγὼ ἐν τῇ ἐμοὶ πεποιθήσει, δὲν κατεδήλωσαν εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, δὲν ἐπίστευσαν οἱ πολιτικοὶ φίλοι οἱ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου συμπράττοντες, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην διέδωκαν ἄλλοι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν διέδωκαν μετέρχονται πολιτικὴν λειτουργείαν, ἣν ἐξασκοῦσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἡ δ’ ὑπ’ αὐτῶν γιγνομένη συνάντησις δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ τὴν Κυβέρνησιν κλονιζομένην καὶ ὑποσκάζουσαν. Ἂν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν ἀμφιβάλει ἂν οἱ κυβερνῶντες τυγχάνουσιν ἢ μὴ τῆς γνωστῆς ἐκείνης ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν γνωρίζει ἂν ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἠδύνατο νὰ δρᾷ καὶ νὰ ἀπεργάζηται ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις νομίζει χρήσιμον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἐν τῇ χώρᾳ ἔδωκαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἀλλὰ τὰς ψήφους καὶ τὰς ψηφοφορίας οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ, οὐδὲ αὐτοὶ οἱ τὰς ψήφους δίδοντες δύνανται νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὰς ἔννοιαν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἱ ψῆφοι αὐτῶν περιλαμβάνουσιν. Ἤθελεν εἶσθαι οἰκτρὸν θέαμα, ἂν ψηφοφορῶν τις ὑπὲρ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον περιέχει πολιτικὰς ἐννοίας, τὸ ὁποῖον κρίνει πολιτικὴν κεκηρυγμένην, ἂν ψηφίζων ὑπὲρ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἤθελε μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψηφοφορίας δηλώσει ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν εἶχεν οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ ὅτι ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τοῦ ἐγγράφου τούτου, διότι ἐὰν δὲν ἐψηφοφόρει, δὲν ἤθελε δυνηθῆ, ἀρνούμενος τὴν ψῆφόν του, νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ὡς ἐπίσης δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἁρμόζον εἰς βουλευτὴν νὰ πειρᾶται νὰ δώσῃ εἰς τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἔννοιαν ἄλλην ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ κοινὸν ἀκοῦσαν τὴν ψηφοφορίαν αὐτοῦ ἤθελε δώσει εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐμερίμνησα ἵνα ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὡς δὲν θέλω μεριμνήσει ἵνα ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν μετ’ ὀλίγον θέλει δώσει. Πᾶς ὅστις δὲν ἀποσκευάζει, δὲν καταστρέφει, αὐτὸς συντηρεῖ, καὶ ὑπὸ οἱασδήποτε σκέψεως καὶ ἂν ὁρμᾶται, ἐκπληροῖ τὸ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ μὴ καταστρέψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσῃ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐπιφυλάσσεται μετὰ δύω ἡμέρας νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας τὴν σκαπάνην καὶ νὰ κατεδαφίσῃ τὸ οἰκοδόμημα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ εὐκαιρία αὕτη, ἡ προθυμία δὲν ἤθελε λείψει ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν περιῆλθεν ἡ σκαπάνη. Διὰ τοῦτο ὁμιλῶν περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐξήγησα σαφῶς ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου δὲν εἶχεν ἀντικείμενον τὰς ψήφους ἐκείνων οἵτινες διετράνωσαν πολλάκις τὴν περὶ τοῦ ὑπουργείου δυσμενῆ γνώμην των. Εἴτε θετικαὶ εἴτε ἀρνητικαὶ ἐὰν ἦσαν αἱ ψῆφοι αὐτῶν, δὲν ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐφόδια ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν της· οὐδ’ ἐπεριμένομεν, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν ἐπερίμενεν οὐδ’ ἡ πλειονοψηφία νὰ γένηται δήλωσις, ὅτι οἱ ὀλιγώτεροι θέλουσιν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν περὶ τῶν κοινῶν γνώμην της. Ἤθελε καταλογισθῆ ἀληθὴς ἀμάθεια εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα, ὅστις ἤθελεν ὑπολάβει ὅτι καὶ ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ ἄρνησις ὑποστηρίξεως πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν συντελεῖται ὑπὸ ὅρους ἀπολύτους. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐπλανήθην ἀπὸ τοιαύτην πεπλανημένην γνώμην. Ὑπέλαβον ὅμως πάντοτε ὅτι εἶναι ἄδωρος δωρεά, οὐδὲ πρέπει νὰ παριστάνεται δωρεὰ ἡ δῆθεν χαριστικὴ πολιτεία, τὴν ὁποίαν ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ ἀνικανότης ἐπιβάλλει ὡς ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαίαν. Οὐδ’ ἔπρεπε νὰ γένηται μνεία τῶν λόγων τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, οἵτινες ἠκούσθησαν ἀπὸ τὸ βῆμα ἡμέραν τινὰ ἐκ τῶν παρελθουσῶν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πλειοψηφίαν καὶ ζωγραφίζων ἡμᾶς ὡς ἀνικάνους διὰ νὰ κρατήσωμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὅτι δῆθεν ἐκράτει ἐκεῖνος, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία ἤθελε δώσει εἰς αὐτόν. Ὡς ἂν εἶνε συγκεχωρημένον εἴς τινα νὰ ἐκκενώνῃ τὸ τουφέκιόν του καὶ μετὰ τοῦτο νὰ τρέπηται εἰς φυγήν. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξακολουθῶμεν πεποιθότες ἐπὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς τὸ μετέδωκαν αἱ μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο μᾶς συνεπήγαγεν ἴσον ὡσαύτως δικαίωμα νὰ παρακαλέσωμεν τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀποφαίνηται τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀφοῦ ὑπῆρξαν οἱ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀναγγείλαντες ὅτι ἡ πλειονοψηφία μετέβαλεν ἤδη γνώμην, ἀφοῦ ἐπεφάνησαν οἱ ἐπικαλεσάμενοι τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Σαββάτου ὡς ἀπόδειξιν τῆς μεταβολῆς ταύτης τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου. Λυποῦμαι διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἐπροκάλεσεν ἐπὶ τὸ βῆμα πεφιλημένον σύντροφόν μου, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐνέχουσαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καὶ ἐκεῖνον, ἐξεπλάγην δὲ μάλιστα ὅταν ἤκουσα ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ συναθροίσεων ἐν οἰκίαις, αἵτινες δὲν ἐγνώσθησαν μέχρι τοῦδε ὡς χρησιμεύσασαι ποτὲ εἰς τοιαύτας συναθροίσεις. Ὁ φιλότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας περιέπεσεν εἰς ἀδίκημα, ὅταν ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ὑπὸ τοιούτων διαδόσεων ἐπηρεάσθην. Γνωρίζω καλῶς τὸν χαρακτῆρά του. Ὅσον δὲ καὶ ἂν ἠσχολήθη νὰ μοὶ ἀναμνήσῃ ὅτι ἡγούμην πέντε μόνον βουλευτῶν, δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ὅμως, διότι ἔλαβε πολλάκις τὴν πεῖραν ἵνα πείσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν πεποιθήσεών μου ἦτο πάντοτε ἴση καὶ ὅταν ἡγούμενος πέντε βουλευτῶν καὶ ὅταν 100 ἢ 150 βουλευταὶ μοὶ χαρίζωσι τὴν ἐπιεικῆ συνδρομήν των. Ἀλλ’ ὅσα εἶπον περὶ τῆς μειοψηφίας ὡς σωματείου πολιτικοῦ ἔχοντος ἰδίαν λειτουργίαν καὶ ἑπομένως εὐθυνομένου καὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται, καὶ διὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται, αὐτὰ ταῦτα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς πλειοψηφίας. Πρὸς αὐτὴν δὲ ἰδίως ἐσκόπουν ν’ ἀποταθῶ καὶ δικαίωμα εἶχον ν’ ἀποταθῶ, διότι μετ’ αὐτῆς μὲ συνέδεσαν κοινότης φρονήματος καὶ ἑνότης πολιτικῶν ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν μακρὸς χρόνος διαρκὴς ἐκύρωσε καὶ ἐκράτησε. Πρὸς αὐτὴν λοιπὸν ἀπετάθην ζητῶν ν’ ἀποφανθῇ γνώμην ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔπραττε μέχρι τοῦδε, διότι αὐτῆς τῆς γνώμης ἰδίως ἔχρηζον ἐγώ τε καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἵνα χειραγωγήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπὶ τὸ μέλλον.

§63Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ψῆφος ἑκάστου ἡμῶν ἔχει μίαν μόνην ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν τὴν θετικήν· οὐδεμία ἐξήγησις εἴτε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, εἴτε μετ’ αὐτὴν δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ τὸ θετικὸν αὐτῆς ἀποτέλεσμα. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ τῆς σημερινῆς, ὅτι εἰς ἐποχὴν κρισιμωτάτην διὰ τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν κόμματος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραττεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ψῆφος τοιαύτη δοθεῖσα μὲν θετικῶς, ἀλλὰ παρασταθεῖσα, ὅτι δῆθεν δὲν εἶχε πολιτικὴν ἔννοιαν, ἡ ψῆφος αὕτη ἐχρησίμευσεν, ἵνα ἡ διάδοχος τῆς Κυβερνήσεως ἧς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπετέλει μέρος, μείνῃ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ὑπέμνησα τοῦτο, διότι εἶχον καὶ τότε, βουλευτὴς ὢν καὶ φίλος τῆς σφαλείσης πολιτικῆς ἐκείνης, τὴν αὐτὴν γνώμην. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω καὶ σήμερον καὶ χθὲς, καὶ χαίρω, διότι συμφωνῶ κἂν ἤδη μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχων τὴν γνώμην ταύτην, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θ’ ἀρνηθῶ ψῆφον, ὀφείλω δὲ νὰ ἐξηγήσω εἰς αὐτὴν διατὶ θὰ πράξω οὕτω. Ἐψήφισα ἀληθῶς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· ἐψήφισα δὲ ταύτην, οὐδεμίαν ἄλλην δοὺς εἰς τὴν ψῆφόν μου ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν αὐτῆς καὶ θετικὴν ἔννοιαν. Παρεδεχόμην, ἐν ᾧ τὰ πράγματα εἶχον περιέλθει σημείῳ, καὶ εἶπον τοῦτο τότε σαφῶς, παρεδεχόμην τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν τὴν τότε ἀναγραφομένην διὰ τοῦ Β. Λόγου. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω, διότι δὲν δύναμαι οὔτε τοῦτο κἂν νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου· δὲν δύναμαι τουτέστι νὰ εἴπω σήμερον, ὅτι ψηφίζω, διότι δὲν θέλω νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ψηφίζω διότι τὰ μέτρα τὰ, ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ λάβωσιν ἐφαρμογὴν, ἀφοῦ ἄλλα μέτρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως, διότι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης περιλαμβάνει ἅπασαν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνει αὐτὴν ἐν ὅλαις αὐτῆς ταῖς πράξεσιν, ἐν ὅλοις αὐτῆς τοῖς διαλογισμοῖς, ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ παρελθόντος, ἐν ταῖς τελουμέναις ἤδη καὶ ἐν ταῖς σχεδιαζομέναις ἐν τῷ μέλλοντι. Ἤμην ἐξ ἀρχῆς ἀντίθετος εἰς τὴν πρότασιν τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως καὶ τότε συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἐκείνη καὶ προχθὲς ἐψήφισα κατ’ αὐτῆς. Εἶμαι δὲ ἀντίθετος ὄχι μόνον ἑπόμενος εἰς τὰς σαφεῖς καὶ ἀνεπιδέκτους ἀμφιβολίας καὶ ἀναντιῤῥήτως δὲ ὀρθὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις ἐκτὸς τοῦ ὅτι πράγματι δὲν τηροῦνται μυστικαί, ἀλλὰ προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτων ζητημάτων, περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἁπλῶς τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ἀλλὰ τῆς καθόλου πολικῆς τοῦ Ἔθνους, αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις δύνανται νὰ ὦσιν ὀλέθριαι, ὀλέθριαι οὐχὶ κυρίως διὰ τὰ ἐν αὐταῖς λεχθησόμενα, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄγνοιαν περὶ τῶν ἐν αὐταῖς λεχθησομένων ἐκ μέρους ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἔθνους διαπραγματεύεται τὸ μέγα Ἐθνικὸν ζήτημα. Ποίαν ἀληθῶς πεποίθησιν θὰ ἔχωσι πρὸς αὐτὴν οἱ ξένοι, ποίαν πίστιν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅταν δὲν ὦσι βέβαιοι περὶ τῆς μυστικότητος τῶν διαπραγματεύσεων; Διὰ τοῦτο ἤμην καὶ εἶμαι ἐναντίος τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐννοῶ τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις—καίπερ ἀναγνωρίζων, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος—ἐννοῶ αὐτὰς ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι περιλαμβανούσαις ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἔθνους· τὰς ἐννοῶ, λέγω, τότε μόνον δυνατὰς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην αὐτῶν καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ αὐτάς. Συνέπεια δὲ τῶν σκέψεών μου τούτων ἦτο καὶ τοῦτο τὸ δηλούμενον σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προβαλλομένης προτάσεως ἐμπιστοσύνης. Δὲν θὰ δυνηθῶ, διότι καὶ ὑποχρεωμένος εἶμαι ἐξ ὅσων ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καλῶς, ὅτι ὀρθότατα, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος ἔθηκε τὰ ὅρια τοῦ εὐσπευσμένως, ἧς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, προκληθέντος τότε ἐλέγχου, ἐξηγήσας, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν οὐδὲ τὰ πρὸ τῆς 6 Σεπτεμβρίου, οὐδὲ τὰ μέλλοντα, δὲν δυνάμεθα δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐν τῷ παρόντι τελουμένων νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ τῶν σπουδαιοτέρων. Τούτων τεθέντων, εἶναι ἀδύνατον, εἶναι φυσικῶς, εἶναι ψυχολογικῶς ἀδύνατον νὰ προκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης. Ταῦτα λέγων ὁμιλῶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι βεβαίως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι μου πρέπει ν’ ἀκουσθῶσιν ἰδίως παρ’ αὐτῆς. Τὴν ψῆφον ἡμῶν θὰ κρίνῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν μᾶς ἐρωτήσῃ διατὶ ἐδώκαμεν τὴν ψῆφον ταύτην, τί θὰ τῷ ἀποκριθῶμεν; Τί γνωρίζομεν σήμερον, τί ἠξεύρωμεν διὰ τὴν αὔριον, περὶ τίνος ἆρά γε πρόκειται; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι περὶ πάντων τῶν μέτρων, τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένων, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν· διότι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν Κυβέρνησιν Ἐθνικὴν, ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, ἅπερ λαμβάνει, τὰ λαμβάνει πρὸς ἕνα σκοπόν. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος καλῶς ἐκρίθη καὶ καλῶς ἐπιδιώκεται; Οἱ λόγοι μου, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν γνώμην οὐδενὸς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ποιήσω τὴν ὑπόμνησιν ταύτην εἰς τὸ μέγα τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν αὐτῆς. Ἐχρεώστουν δὲ νὰ πράξω τοῦτο καὶ ἐκ στοργῆς πρὸς τοὺς συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ὑπέροχον δύναμιν, τὴν ὁποίαν πάντοτε πρέπει νὰ παριστᾷ ἐν τῷ Τόπῳ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Πατρίδος. Ἰδού, φίλοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, ἰδοὺ τίνες οἱ λόγοι, οἵτινες μοὶ ὑπαγορεύουν ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον. Δὲν εὑρίσκω τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης δεδικαιολογημένην οὐδ’ ἐπίκαιρον, καὶ ἤθελον παρακαλέσῃ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σκεφθῇ καλῶς πρὶν ἢ ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν ταύτην· διότι τί σημαίνουν, μήπως—δὲν ἔχομεν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν ἡμῶν—; τί σημαίνουν αἱ ἀριθμητικαὶ πλειονοψηφίαι, ἐὰν ἀφοῦ τὰ πράγματα εἰσὶν ἱκανὰ, καὶ ὑπῆρξαν πάντοτε ἱκανὰ, ν’ ἀνατρέψωσι τοὺς ἀριθμούς; Τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ κύρους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐμμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου καὶ ἐμμένω εἰς αὐτὴν ἀδιστάκτως. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρεδέχετο τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν, δὲν λέγω μομφῆς, ἀλλὰ δικαίας τοὐλάχιστον ἐπικρίσεως, ὅτι ἐκλήθημεν καὶ ἀπεφάνθημεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γεγονότων, ἐφ’ ὧν ἔδει ἀναγκαίως νὰ στηρίξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς πρόκειται λόγος, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤθελον εἶσθαι εὐχῆς ἔργον νὰ προχωρήσωμεν ταχέως, ἀστραπηδὸν εἰ δυνατὸν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Αἱ περιστάσεις, περὶ ὧν πρόκειται—καὶ δὲν θὰ εἴπω θεωρίας, οὐδὲ θὰ ἐξηγήσω αἰσθήματα—εἶναι ὑπερτάτης σημασίας. Πᾶν τὸ ἐν αὐταῖς τελούμενον πρέπει νὰ τελῆται ἐν ταχύτητι καὶ ἐν μυστικότητι μετεχούσαις, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ θαυμασίου· ἄλλως, τοιαῦτα ἔργα δὲν ἐπιτυγχάνουν. Ἀναγκαζομένη ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποχρεωμένη νὰ ἐξοικονομῇ, κατ’ ἀνάγκην λυπηρὰν, ἀλλ’ ἀναπόφευκτον, τὰς κοινοβουλευτικὰς λεγομένας ἀνάγκας, προκαλουμένη πολλάκις νὰ λέγῃ ὅ,τι ἴσως δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λεχθῇ, καθίσταται ὀλιγώτερον ἐπαρκὴς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς. Τὴν σκέψιν ταύτην ὑποβάλλων, φρονῶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα ἀποδέχεται αὐτήν. Ἠξεύρω δὲ, ὡς πάντες ὑμεῖς τὸ ἠξεύρετε, ὅτι ἀρκεῖ ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ οὐδόλως ἀλλοιωθεῖσα μέχρι τοῦδε πλειοψηφία, ἀρκεῖ αὕτη μόνη ἡ θέλησις νὰ θεραπεύσῃ καὶ ταύτην τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ἐπιτακτικωτάτην.

§64Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμένῃ, ὡς φαίνεται, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς, νομίζω δ’ ὀρθὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου μου ταύτης. Τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν δὲν δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν ἀπὸ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καὶ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ἥτις ἐπηκολούθησε τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ παρελθόντος Σαββάτου δὲν νομίζω, ὅτι ἐξεδηλώθη σαφῶς καὶ ῥητῶς παρὰ τῶν λαλησάντων ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ πρὸς μέλη τοῦ Ὑπουργείου (θόρυβος ἀριστερά). Πιθανὸν πολλοὶ ἐκ τῶν λαλησάντων νὰ ἠλαύνοντο εἰς τὰς γνώμας των ἐκ τοιαύτης ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἢ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ πρὸς μέλη αὐτοῦ, δὲν εἶδον ὅμως οὐδένα κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐκθέσαντα ὡρισμένας πράξεις ἢ παραλείψεις ὁρώσας τὴν πολιτικὴν τοῦ ὅλου Ὑπουργείου ἢ τὴν ἐνέργειαν μόνον μελῶν τινων αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων καὶ δυστυχῶς ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἦτο τι σοβαρώτερον τῆς ἁπλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης ἢ μή, διότι ἐξεδηλώθη ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους· ἐξεδηλώθη δὲ ἡ ἔλλειψις αὕτη ἐμπιστοσύνης κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἐὰν πάντες οἱ προλαλήσαντες μὴ κατέληξαν εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα, πολλοὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιτηδειότητα, δι’ ἧς προσεπάθησαν νὰ περικαλύψωσι τὴν γνώμην των ταύτην, ἀρκετὰ καθαρῶς ἔδειξαν τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης σήμερον πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Ἂν ἐπρόκειτο τοὐλάχιστον αὔριον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος, ἂν ἐπρόκειτο αὔριον ὁριστικῶς ν’ ἀπαντήσῃ περὶ αὐτοῦ πρὸς ἐχθροὺς ἢ φίλους, θὰ ἐνοόυν τοιαύτην συζήτησιν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐκτιμῶσι ὡς ἀρκούσας τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ θέλουσι ν’ ἀποτρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ῥιψοκινδύνου ἐπιχειρήματος. Ἀλλ’ ὅταν δὲν εἴμεθα βέβαιοι ἐὰν τὸ ζήτημα θὰ τελειώσῃ μὲ 15 ἡμέρας ἢ μετὰ μῆνας, ὅταν εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ ὀφείλομεν ἀκαταπαύστως νὰ παρασκευαζώμεθα, πῶς θέλομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν μόνην δύναμιν, τὴν ὁποίαν κέκτηται σήμερον, τὴν δύναμιν τὴν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους; Πῶς θέλετε εἴτε ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ εἴτε ἀπέναντι τῶν ξένων καὶ εἴτε ἐν ταῖς ἄλλαις ἐνεργείαις αὐτῆς, εἴτε ἐν ταῖς διπλωματικαῖς ἐργασίαις νὰ τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ λαλῇ ἀξιοπρεπῶς καὶ νὰ πράττῃ, ὅταν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἐξέρχωνται φωναὶ ἀπελπιστικαὶ περὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν, καταγγέλλεται δ’ ἡ Κυβέρνησις ὡς μὴ παρακολουθουμένη καὶ ὑποστηριζομένη εἰς τὸ Ἐθνικὸν ἔργον σύμπαντος τοῦ Ἔθνους; Πῶς θέλομεν οἱ λόγοι αὐτῆς νὰ θεωρῶνται σπουδαῖοι καὶ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν μετὰ τοιαύτας καταγγελίας ἐκ μέρους ἡμῶν αὐτῶν; Τοιαύτη ἦτον ἡ ἔννοια τῶν λόγων πολλῶν ἐκ τῶν λαλησάντων κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τῶν λόγων αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δυσκόλως δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἂν ἠδυνάμεθα σήμερον διὰ μεταβολῆς προσώπων νὰ βελτιώσωμεν τὰ πράγματα, ἡ καταγγελία τῆς ἀθλιότητος, ἂν ἦναι ἀληθής, δὲν θὰ ἦτο ἐπιβλαβής· ἀλλὰ τοιαύτη ἀθλιότης δὲν θεραπεύεται σήμερον διὰ μεταβολῆς τῶν προσώπων. Ἐὰν δὲ ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων δύναται νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τινα χρόνον καὶ δι’ εὐστοχωτέρας ἐργασίας, τότε καθῆκον εἶχον οἱ νομίζοντες, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἐπαρκῆ πρὸς ἐνέργειαν νὰ ἐκθέσωσι δημοσίᾳ κατὰ τὶ ὑστεροῦμεν καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζουν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι εὐχάριστος καὶ νὰ συμβουλεύσουν τὰ μέσα τὰ κατ’ αὐτοὺς κατάλληλα πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν, χωρὶς ὅμως νὰ συνδέουν τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν μὲ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀφεθῇ σήμερον ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος εἰς μόνην τὴν εὐθύνην αὐτῆς. Καθὼς ἄλλοτε ὑπεστήριξα ἐνταῦθα, ὅτι δὲν πρέπει δι’ ἀπειλῶν νὰ ἐκβιάζωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, διότι δυνατὸν νὰ ὠθήσωμεν αὐτὴν εἰς ἄκαιρα καὶ παράβολα κινήματα, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὠθῶμεν αὐτὴν πρὸς ὑποχώρησιν ἐπισείοντες κινδύνους καὶ εὐθύνας, ἃς αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν παντὸς ἄλλου νὰ κρίνῃ καὶ ἐκτιμήσῃ. Τοιαύτη τακτικὴ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν βαρύτητα τῆς Κυβερνήσεως μειοῖ καὶ τὴν Ἐθνικὴν ὑπόθεσιν βλάπτει χωρὶς νὰ συντελῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ἓν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ πράττῃ οὔτε τὸ ἄλλο, οὔτε δηλαδὴ πρὸς πολεμικὴν, οὔτε πρὸς εἰρηνικὴν πολιτικὴν νὰ ὠθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὰς παραλείψεις καὶ νὰ συμβουλεύῃ αὐτὴν νὰ πράξῃ τὰ δέοντα καὶ συμπληρώσῃ τὰ ἐλλιπῆ ἀφίνουσα τὴν εὐθύνην περὶ τῆς ἀποφάσεως καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας εἰς αὐτήν, ἥτις ἐκ τῆς θέσεώς της εἶναι ἡ ἁρμοδιωτέρα πρὸς τοῦτο. Ἀναλαμβάνοντες ἡμεῖς τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως βλάπτομεν τὸν ἀγῶνα καὶ δὲν ὑπηρετοῦμεν αὐτόν. Λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ ψῆφος τῆς πλειοψηφίας πρέπει νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ χάριν τῶν προσώπων, διότι ταῦτα δὲν κατηγγέλθησαν ῥητῶς, ἀλλὰ χάριν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας, ἥτις πρέπει μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Σαββάτου νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἰσχυροτέρα. Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα καὶ παρασκευάζουσα τὸν Ἐθνικὸν ἀγῶνα, πρέπει νὰ ἦναι πανίσχυρος, ὅπως καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐπαρκέσῃ, δὲν εἶναι δὲ πανίσχυρος καὶ ἀποτυγχάνει, ὅταν παρίσταται ἡγουμένη Ἔθνους ἀδυνάτου καὶ ἀπηλπισμένου. Ψῆφος ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀποδοκιμασία τῶν λόγων ἐκείνων δι’ ὧν ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἔθνους σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ αὐτῆς.

§65Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀκούω πολλάκις νὰ λέγεται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν πολιτικὴν μεταβολήν· καὶ εὐτυχῶς τὸ ἤκουσα καὶ ἀπὸ πρόσωπον ἔξοχον κατέχοντα θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς π. χ. ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κακῶς πράττομεν καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρω μίαν λυπηρὰν ἀνάμνησιν. Ὁ Μαρεσσάλος Λεμπὲφ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Ναπολέοντος, ὅτε κατὰ τὸ 1870 ἐπρόκειτο νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Γερμανίας, ἀποτρεπόμενος ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαιούσης ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Γαλλίας δὲν ἦτο ἕτοιμος, ἀπήντησεν ὅτι εἶναι τόσον ἕτοιμος, ὥστε οὔτε ἕνα κομβίον λείπει· καὶ ὅμως ἐφάνη ὅτι ὄχι μόνον τὰ κομβία ἔλιπον ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνδρες καὶ αἱ ψυχαί. Ἐν ᾗ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τότε ἤκουε τοὺς ἔχοντας τὸ θάῤῥος νὰ τῇ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἤθελον πάθει ὅσα ἔπαθον. Καὶ πῶς θέλετε νὰ σιωπήσω, ὅταν γνωρίζω, ὅτι εἶναι κακὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν περὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ κλείσω τὸ στόμα; Ταῦτα λέγω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θεωροῦσι κακὸν νὰ καταδείξωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα καὶ ἐπανορθώσωμεν αὐτὰ ἐν ὅσῳ εἶναι καιρός, ἀλλ’ οἵτινες δὲν μοὶ ἔδοσαν τὰ μέσα νὰ ἐξετάσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰ τοῦ στρατοῦ, ὅτε προχθὲς ἐζητήσαμεν τὴν μυστικὴν συνδρίασιν καὶ ἠρνήθησαν αὐτήν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα τανῦν. Ἀναφέρων τὸ ἀνωτέρω ἱστορικὸν δὲν τὸ ἔπραξα φοβούμενος τὰς αὐτὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ὁ λόγος τοῦ Λεμπὲφ ἔφερεν, ἀλλὰ πρὸς ὁδηγίαν μας μόνον. Λέγω μάλιστα ὅτι ἴσως ἀπαντήσωμεν πολλὰς δυσχερείας, ἴσως διέλθωμεν ἀπὸ περιπετείας ἀτυχεῖς, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀποφασίσῃ νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον ὡς κατὰ τὸ 1821 καὶ ἐπανορθώσῃ τὰ γενόμενα σφάλματα, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν νικηταί. Ἐγνώρισα τὸν Ἕλληνα στρατιώτην ἐν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἐν ἀνέσει καὶ ἐν κακουχίαις· ἀγνοῶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ φιλοτιμία μὲ κάμνῃ νὰ εἴπω ὅτι θεωρῶ αὐτὸν ἀνώτερον πάντων τῶν λοιπῶν, καὶ μετ’ αὐτοῦ δύναταί τις νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ μεγαλείτερα ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ὑπὸ μίαν μόνον συνθήκην, νὰ ὁδηγῆται καλῶς. Εἶπόν τινες ὅτι δὲν ὑποβάλλεται εὐκόλως εἰς τὴν πειθαρχίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὢν νοήμων ἐννοεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς πειθαρχίας ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τούτου πάλιν ἀπόλλυσι τὸ σθένος τῆς ψυχῆς του καὶ ἀποθαῤῥύνεται, ὅταν ὁδηγῆται κακῶς. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὅπως θέσω ὑμᾶς εἰς γνῶσιν τῶν σφαλμάτων, ἀναβάλλων τὴν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ συζήτησιν, ὅτε πρέπει μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἀταραξίας νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ.

§66ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ συγκίνησις, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησαν ὁ ἐκ Κυθήρων καὶ ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτής, ἀποδεικνύει πόσον εἶναι πεπλανημένη ἡ ἀντίληψις τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, δὲν ὑπετίμησαν τὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ περίεργος, ξένος ἢ ἐχθρός, ἂς μάθῃ ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὑπῆρξε παρὰ ὑπόληψις πρὸς τὰς ζωτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνασχολεῖ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς, εἶναι ὅτι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν. Θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὰς ζώσας, τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις τῆς Ἐπικρατείας διοίκησιν ἀξίαν τοῦ μεγαλείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ οὐδὲν ἄλλο.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν καὶ ἐφ’ ἧς θέλει γίνει ψηφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἡ πρότασις εἶνε ἡ ἑξῆς· «Ἡ Βουλή, ἐκφράζουσα τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην της, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» (Ἀποχωροῦσιν εἰς τὰ δωμάτια πολλοὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Εὐθύμιος Βαζᾶς Ν Κ. Καραπάνος
Ἀπόστολος Φιλίππου Ν Π. Γαρουφαλιᾶς
Γ. Ξενουδάκης Ν Δ. Καλλιφρονᾶς Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης Ἀρν.Ἀντ. Ζυγομαλᾶς
Α. Παναγιωτόπουλος Δ. Ράλλης Ν
Σπ. Μαρκέλλος Ν Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Ρόκος Χοϊδᾶς
Δημ. Παρηνεσίδης Ν Ἄγγελος Βλάχος Ἀρν.
Κ. Ἀργυρόπουλος Ν Ν. Λεβίδης Ἀρν.
Ὑπάτιος Καμπάνης Ν Π. Πετράκης
Δ. Καΐρης Βλάσιος Βαλτινός Ἀρν.
Μιχ. Παπαλεξόπουλος Ν Ἀθ. Ἴσκος Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ν. Ἀξελὸς Ν
Ι. Καρτάλης Ο Γ. Φραγκίδης
Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ἀθαν. Καζαμπάκας
Γ. Φιλάρετος Ο Δημ. Νικολαΐδης Ἀρν.
Ζήσης Χ. Κυτιλῆς Ο Γ. Παπαγεωργίου Ν
Εὐστάθ. Ἰωαννίδης Π. Λεβέντης Ν
Δημ. Γρίβας Γεώργ. Μέρμιγκας Ν
Γ. Τσέλιος Ν Νικ. Μπαλάφας
Τατσέλ. Μαυρομμάτης Ν Γ. Κόρπας
Θεόδ. Δηλιγιάννης Γ. Ἱερομνήμων
Β. Νικολόπουλος Γεώργιος Θεοτόκης
Α. Ἀθανασιάδης Νικόλ. Βασιλάκης
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν Ἰωάννης Τόμπρος Ἀρν.
Κ. Μαντζουράνης Ν Δ. Πετρίδης Ν
Ἡλ. Παλαμήδης Ο Γ. Κούστας
Κ. Κοσσονάκος Α. Δημητριάδης Ο
Χ. Τζανετάκης Ν Α. Μεντζελόπουλος
Θ. Μαργέλλος Ἀρν.Γ. Πετρούλιας
Γ. Λιδωρίκης Θεόφραστος Μεταξᾶς
Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Ν. Βαλσαμάκης
Π. Ρίτσος Ν Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ἀρν.
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δ. Σπινέλης Ν
Ι. Καπιτσίνης Ν Π. Κορωναῖος Ο
Ἀνδ. Βασιλείου Ν Μ. Νικηφοράκης Ν
Λάζ. Βούλγαρης Α. Βαρβαρῆγος Ν
Δημ. Χατζόπουλος Ν Κ. Κατσικόπουλος
Γεώρ. Τσιτσάρας Δ. Σταματόπουλος Ο
Γ. Ζηνόπουλος Ἀρν.Ι. Καλαμβοκίδης Ν
Δ. Βουλπιώτης Ἀντ. Καρδαρᾶς Ν
Α. Φαρμάκης Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ν
Κ. Λομβάρδος Ι. Βαλασσόπουλος
Ροβέρτος Ρώμας Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ν
Φρειδερῖκος Καῤῥέρ Λ. Μελετόπουλος
Ἀναστ. Λούντζης Ἀρν.Δ. Δημητρακάκης Ν
Κωνστ. Βοῦλτσος Ν Δ. Ματάλας Ν
Γ. Κρεστενίτης Ο Α. Ἀστεριάδης Ν
Ἀντ. Πετραλιᾶς Ν Ἰω. Τσιαπαλίδης Ν
Ἀναγν. Δαλιάνης Ν Ἀθ. Οἰκονόμου Ν
Χ. Στεφανόπουλος Ι. Φίλιος Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος Ν. Μπουφίδης
Γ. Ἡλιόπουλος Μιχαὴλ Λάππας Ν
Σπ. Κουκούλεζας Λ. Παπασταθόπουλος Ν
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ε. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γ. Πετούσης Ν Γ. Ἀσπρογέρακας
Ι. Ἀνεξάρτητος Ν Γ. Σέρβος Ν
Ν. Συνοδινός Ν Α. Εὐταξίας
Θ. Μαρκεζίνης Ν Δ. Γαβριὴλ Ν
Π. Μαυροκέφαλος Ο Κ. Χαλκιόπουλος
Σ. Πεταλᾶς Ν Κ. Κωνσταντόπουλος Ν
Ἀλ. Ζαΐμης Ν Παναγ. Μανέτας
Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ν Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
Ἀλ. Φωτήλας Ν Χρ. Χρηστόπουλος Ν
Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ν
Γ. Τάκης Ι. Κολοκοτρώνης
Γ. Σιβιτανίδης Ν Ἠλίας Φλέσσας
Κ. Ἀλεξιάδης Ν Ι. Βούτουνας
Π. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
Δ. Τζάνες Ν Ν. Φιλάρετος Ν
Περ. Πεῤῥωτῆς Ν Στ. Δραγούμης Ἀρν.
Δ. Κάρτσωνος Ν Κ. Βασιλάκης
Δ. Τερτίπης Ν Σ. Ἀλαμάνος Ν
Ι. Παπαδατὸς ἢ Παλάσκας Ν Σ. Παγκράτης Ν
Ζάχος Φαλιάγκας Ν Χαρίλ. Τρικούπης
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Λ. Δεληγεώργης Ν
Κ. Βαλτινός Γ. Φλωριᾶς Ν
Κ. Κουμουνδοῦρος Ν Εὐάγ. Ἀντύπας
Σπύλ. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀναστ. Ζερβός
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ρεμπάκης Ν
Ι. Νικολαΐδης Ν Ι. Γεωργιάδης Ν
Ι. Νοστράκης Δ. Γουδῆς
Α. Πρεζάνης Ν Γ. Λεωνίδας Ο
Ν. Κρίσπης Ἀλοΐσιος Τόμαν
Μιχαὴλ Δαμηράλης Ν Ἀνδρέας Συγγρός
Ἐλευθ. Μυκόνιος Ἀντ. Μαυρογορδάτος
Γ. Σισμάνης Ν Εὐστ. Κεχαγιᾶς
Ν. Φαρμάκης Ἀλέξ. Μάσχας
Ν. Καναβὸς Ν Κ. Κοτίκας Ν
Ἀλ. Ἀντωνόπουλος Ι. Καραπάνος Ν
Χρ. Φικιώτης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Κ. Σινέλης Ν. Δρόσος Ν
Δ. Χαρίδημος Ν Ι. Ζαλώνης Ν
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Σ. Χατζηγάκης
Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Γεωργούλης Κανούτης
Στέφος Κωνσταντίνου
Κυρ. Μαυρομιχάλης Ν Κωστῆς Γκίκας Ν
Ἠλίας Μαυρομιχάλης Σ. Σωτηρόπουλος Ν
Ζαχ. Ζαρειφόπουλος Ν Δ. Ἀντωναρόπουλος Ν
Ἀσημ. Χρηστόπουλος Γρ. Μανοῦσος Ν
Ἀθ. Πανταζόπουλος Κ. Πονηρόπουλος
Π. Κωσταντᾶς Ν Ἀθ. Τρυγώνης
Λ. Ἀγάθης Ν Γεώρ. Στάϊκος Ν
Σ. Λάσκαρης Γ. Κοριζῆς
Ε. Ἀρδαβάνης Χ. Δουζίνας
Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Ν Ι. Παπαδόπουλος
Γ. Ρουχωτᾶς Ο Ἐμμ. Μουζᾶς Ν
Ν. Κάγκας Ἐλευθ. Κωσταντινίδης
Λουκᾶς Καραλίβανος Ν Ε. Κριεζῆς Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Θ. Γκίκας Ν
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Κομνᾶς Τράκας Ν
Βασ. Παπανικολάου Ν Κ. Χατζίισκος
Ἀντ. Ρικάκης Ν Πρ. Τσάλλης
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν Ν. Κοντογιάννης
Ν. Κουμανιώτης Ν Θεμ. Παπακώστας Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν. Καλογερόπουλος
Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Μ. Ἀβέρωφ Ν
Τ. Τσερτίδης Ν Β. Βουδούρης
Ν. Μισυρλῆς Δ. Κριεζώτης Ν
Α. Μισυρλῆς Ν. Καλάρης
Δ. Τριγγέτας Κ. Παπανικολῆς

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139, ἐξ ὧν εἶπον Ναὶ 117, Ὄχι 12, καὶ 10 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ ½ Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2Τῆς 18 Νοεμβρίου 1885.
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 3 Μ. Μ.
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Βασιλικὸν Αὐλαρχεῖον γνωστοποιεῖ
8εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς διέ-
9ταξεν ἀπὸ σήμερον αὐλικὸν πένθος τριῶν ἑβδομάδων ἐπὶ
10τῷ θανάτῳ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς
11Ἱσπανίας Ἀλφόνσου τοῦ ΧΙΙ.
12Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης ὑποβάλλει
13αἴτησιν τοῦ καταδίκου Ἀνδρέου Σκουρλῆ, αἰτοῦντος χάριν.
14Θέλει σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
15Ὁ Νικόλαος Παπαδόπουλος ὑποβάλλει αἴτησιν εἰς τὴν
16Βουλὴν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ πρὸς τὴν Πατρίδα ὑ-
17πηρεσίαι αὐτοῦ καὶ οἱ ἀγῶνές του καὶ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ
18ἀνήκουσα πρὸς τὸν βαθμόν του ἀμοιβή. Θέλει σταλῆ εἰς τὸ
19ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον συστημένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
20§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἀναφορά.
21§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
22ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου
23ἡλικίας.
24§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνεκα ἀσθενείας τοῦ Προέδρου τῆς
25Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ μέλη αὐτῆς δὲν
26ἐργάζονται.
27§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἑλένης χήρας Κυριάκου Γεωργ.
28Ἀνδρούτζου, αἰτούσης χορηγίαν μηνιαίου βοηθήματος. Θὰ
29ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον συστημένη ὑπὸ τῆς
30Βουλῆς.
31§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Πρόεδρος πάσχει καὶ αὔριον ἢ
32μεθαύριον θὰ ἔλθῃ.
33§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τοῦ
34Προέδρου δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ παρατείνεται ἡ ἀργία τῆς
35Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν θέλουν τὰ μέλη, δύνανται νὰ συνέλθωσι
36καὶ ἄνευ τοῦ Προέδρου καὶ νὰ ἐργασθῶσι. Λοιπὸν παρακα-
37λῶ νὰ συνέλθωσι τὰ μέλη καὶ νὰ ἐργασθῶσιν, ἀφοῦ μετ’ ὀ-
38λίγας ἡμέρας θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ
39παρευρίσκεται.
40§8ΖΑΪΜΗΣ. Τότε πρέπει νὰ μᾶς καλέσητε σεῖς.
41§9ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν συνέρχονται, ἀλλὰ
42δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις νὰ μᾶς καλέσῃ. Ἐπειδὴ δὲ δὲν δυνά-
43μεθα νὰ συνέλθωμεν ἄνευ τοῦ Προέδρου, ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’
44αὐτοῦ ἡ Βουλή.
45§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ συνέλθω-
46σιν, ἐγὼ θὰ καλέσω τὰ μέλη δι’ αὔριον.
47§11ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
48§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν
49τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ προτάξωμεν εἰς τὴν ἡ-
50μερησίαν διάταξιν τὴν συζήτησιν τῆς εἰς ἐργολαβίαν πα-
51ραχωρήσεως τοῦ ἅλατος, διότι κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον
52ἐκάμαμεν, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν δια-
53χείρισιν, ὅπως ὑπάρχει, θὰ φάγωμεν τὸ ἅλας ἑβδομήκοντα
54καὶ ὀγδοήκοντα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ
55δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν ἡ διαχείρισις τοῦ ἅλατος καὶ νὰ τεθῇ
56εἰς ἐνέργειαν τοιοῦτος Νόμος καὶ ὄχι μόνον διὰ τὸ ἅλας,
57ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ πετρέλαιον, διότι ὑποφέρει ὁ Τόπος. Πρέπει
58λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ ἓν ἀποτέλεσμα καὶ νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ
59ζήτημα τῆς δι’ ἐργολαβίας διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων
60ἅλατος καὶ πετρελαίου, ἵνα μὴ φάγωμεν τὸ πρῶτον ὑπερ-
61τιμημένον, καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου νὰ καίωμεν πετρέλαιον, διότι
62ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἀγοράζομεν πετρέλαιον, ἀλλὰ δὲν
63καίομεν πετρέλαιον, ἀλλὰ ἄλλας ὕλας.
64§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν παρελθοῦσαν Πα-
65ρασκευὴν μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπι-
66τροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠσθένει, καὶ ὅτι ἕνεκα τού-
67του δὲν προώδευσαν, ἐὰν δὲν ἐσταμάτησαν, τὰ ἔργα τῆς ἐξε-
68λέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐσκόπουν νὰ συνεν-
69νοηθῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ νὰ καλέσῃ τὰ
70μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκλέξωσι
71προσωρινῶς τὸν μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις αὐ-
72τῆς, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτρο-
73πῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἐν ἀναῤῥώσει
74τὴν Δευτέραν, καὶ ὅτι ἑπομένως σήμερον ἤθελεν ἡ Ἐπι-
75τροπὴ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολο-
76γισμοῦ. Ἐπειδὴ σήμερον ἤκουσα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Πρόε-
77δρος ἀσθενῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω τὸν
78κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συγκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπι-
79τροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκλέξωσι τὸν προσω-
80ρινῶς μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτρο-
81πῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Προέδρου.
82Ἀλλὰ δὲν εἶχον τοῦτο μόνον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν·
83εἶχον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν περὶ πολλῶν πραγμά-
84των, ἀναγομένων εἰς τὰς ἐργασίας τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον
85αὐτῆς· ἰδίως δὲ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ
86κανονίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ
87προβῶμεν σκοπιμώτερον καὶ ταχύτερον εἰς τὰς ἐργασίας
88ἡμῶν, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας αὐτῶν.
89Ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι ἀνα-
90κοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνδεικνύει καὶ
91ἀναγκαῖον συμβεβηκός, λαβὸν χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν
92ἡμέραν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος. Κατὰ τὴν παρελθοῦ-
93σαν Παρασκευὴν ἢ Πέμπτην κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν πρό-
94τασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀπο-
95δεχθῇ, ἵνα μεταβάλῃ τὴν συνεδρίασίν της εἰς μυστικήν· καὶ
96ἡ πρότασις αὕτη, ὡς εἰκός, ἦλθεν εἰς συζήτησιν κατὰ τὸ
97Σάββατον τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος.
98Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ συζήτησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
99γένηται ἐν φανερᾷ συνεδριάσει, διότι κατ’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ
100ἀνακοινωθῶσιν οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπειθον τοὺς προβαλόντας
101τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει καὶ συμφέρει νὰ γείνῃ μυστικὴ συν-
102εδρίασις. Ἑπομένως ἐγένετο τὸ Σάββατον μυστικὴ συνεδρία-
103σις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, μὴ πα-
104ραδεχθείσης τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Δὲν
105πρέπει ἐγὼ νὰ ἐρευνήσω σήμερον ποίαν τινὰ ἔχει ἔννοιαν
106πᾶσα πρότασις, προβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μυστι-
107κῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν ἡ πρότασις γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
108γείου, ἡ ἔννοια εἶναι εὐκρινής. Τὸ Ὑπουργεῖον κρίνει ἀναγ-
109καῖον νὰ ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, τῶν ὁ-
110ποίων ἡ δημοσίευσις βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
111ἑπομένως ζητεῖ νὰ ποιήσηται τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας ἐν
112μυστικῇ συνεδριάσει, καὶ οὕτω προβάλλει τὴν μετατροπὴν
113τῆς συνεδριάσεως εἰς μυστικήν. Ἐὰν ὅμως ἡ πρότασις δὲν
114γένηται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὸ οἱουδήποτε καὶ ἂν γέ-
115νηται ἄλλου, ἐμφαίνει αὕτη τὴν περιέργειαν αὐτοῦ, ἵνα
116λάβῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ ἰδι-
117αιτέρως, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ δημοσίᾳ, εἴτε ἐπιθυμίαν
118νὰ ἐλέγξῃ τὸ ἀνεπιτυχὲς ἢ τὸ μὴ ἄρτιον τῶν Κυβερνητι-
119κῶν ἐνεργειῶν. Μ’ ὅλα ταῦτα μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
120ποιήσωμαι ἑρμηνείαν τινὰ τῆς γενομένης προτάσεως. Μοὶ
121ἐφάνη μάλιστα, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ πρότα-
122σις δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ λυσιτελής, καὶ διὰ τοῦτο ἐν
123ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀντετάχθην ἀμέσως καὶ κατὰ
124μέτωπον, ἵνα ἀποκρούσω τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἑπομέ-
125νως ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν.
126Τὰ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει λεγόμενα συνήθως δὲν γνω-
127στοποιοῦνται ἐκτὸς αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν τὰ λεχθέν-
128τα κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν διεφάνησάν που ἐν τῷ
129κοινῷ, διεφάνη ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μυστικῆς ἐκείνης
130συνεδριάσεως, ἤτοι ἡ ψηφοφορία, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῆς περὶ
131μυστικῆς συνεδριάσεως προτάσεως, ἥτις ψηφοφορία ἐδήλω-
132σεν, ὅτι 36 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προ-
133τάσεως, ἵνα γένηται μυστικὴ συνεδρίασις, 110 δὲ ὅτι ἡ πρό-
134τασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ γένηται παραδεκτή. Διεφάνη
135προσέτι καί τι ἄλλο περισσότερον, φυσικὸν ἄλλως τε, ἤτοι
136ἡ ἀνατομία τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης, διότι ἐζητήθησαν αἱ
137ἀποχρώσεις ἢ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν λευκὴν ἢ μέ-
138λαιναν ψῆφον· ἑπομένως διεφάνη, ὅτι μετὰ τῶν ψηφοφορη-
139σάντων κατὰ τῆς προτάσεως ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖνα τὰ μέλη
140τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν ὁποίων τὰ
141πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πολιτικὰ φρονήματά εἰσι γνωστά.
142Ἡ τοιαύτη ἔρευνα προέβη καὶ εἰς ἄλλας περαιτέρω με-
143λέτας, καὶ κατεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν τινῶν, ἵνα ἀνεύρωσι
144ποίαν πολιτικὴν σημασίαν εἶχεν ἡ ψηφοφορία αὕτη, ποίαν
145λόγου χάριν εἶχεν ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν ἡ
146Κυβέρνησις ἐφαρμόζει καὶ ποίαν ἀπονέμει τὸ Κοινοβούλιον
147σημασίαν, ἢ ποίαν εἶχε πολιτικὴν σημασίαν ἐπὶ τῆς εἰς τὰ
148ἐν τῇ Κυβερνήσει πρόσωπα ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου.
149Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀπεδέξατο ἡ
150Κυβέρνησις μετὰ τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, ἅμα
151γενομένη γνωστὴ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔτυχε τῆς πλήρους
152ἐπιδοκιμασίας αὐτοῦ, διότι ἐκ τῶν παρόντων μελῶν τῆς
153Βουλῆς 10 μόνον ἔδωκαν ψῆφον κατὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ
154Ὑπουργείου. Καὶ δὲν εἶναι μὲν γνωστὸν ἐὰν αἱ δέκα εἰρη-
155μέναι ψῆφοι ἦσαν ψῆφοι ἀποκρούουσαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πο-
156λιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ περιελάμβανον καὶ ψήφους ἐπι-
157θυμούσας νὰ ἐλέγξωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς μὴ ἐνεργήσασαν
158ἐσπευσμένως καὶ δρομαίως, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδώ-
159σει εἰς τὰς 10 ἐκείνας ψήφους σημασίαν καὶ ὅτι αὐταὶ ἦσαν
160κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο τοσοῦτον ἀσή-
161μαντος ἡ μειοψηφία, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ θαῤῥούντως,
162ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους σχεδὸν παμψηφεὶ ἀπεδέ-
163ξατο τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζει
164ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός.
165Ἐὰν ζητήσω νὰ παραβάλω τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην πρὸς
166τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Σαββάτου προχθές, καὶ ζητήσω νὰ ἀ-
167νεύρω τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περικαλύ-
168πτουσιν ἐν ἑαυταῖς αἱ 36 ψῆφοι, αἱ δοθεῖσαι ὑπὲρ τῆς μυστι-
169κῆς συνεδριάσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὰς ψήφους
170ταύτας τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς ἐφαρμοζομένης
171παρ’ ἡμῖν πολιτικῆς, διότι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν 36 ψηφοφο-
172ρησάντων πρὸ μικροῦ ἔτι ἐψηφοφόρουν, ἐπιδοκιμάζοντες τὴν
173πολιτικήν, ἥτις ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός.
174Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ ἂν περιστάσει ἡ ἔννοια τῶν 36 ψήφων ἦτον
175ἔννοια ἀποδοκιμάζουσα τὴν ἐφαρμοζομένην πολιτικήν, ὁ
176ἀριθμὸς αὐτῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν
177τοῦ Κοινοβουλίου εἶνε τοσοῦτον μικρός, ὥστε δὲν ἤθελε μοὶ
178δώσει ἀφορμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκαλῶν νέαν
179ἀπόφασιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου.
180Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μὲ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν ἡ περὶ τῆς ὑπὸ
181τοῦ ὑπουργείου ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς οἱαδήποτε ἔννοια
182τῶν 36 ψήφων, ἡ ἔννοια ὅμως αὐτῶν μοὶ ἐμποιεῖ ποιάν τινα
183ἀνησυχίαν ἐὰν περιέχῃ ἔκφρασιν δυσμενῆ πρὸς τὰς Κυβερ-
184νητικὰς ἐνεργείας, διότι τοιαύτην τινὰ δύναται νὰ ἐνδείξῃ
185δυσμένειαν ἡ φροντίς, τὴν ὁποίαν ἰδιαζόντως ἠθέλησαν νὰ
186καταδηλώσωσιν οἱ ψηφοφορήσαντες περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν
187κεκλημένων πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἐγκριθείσης πολιτικῆς προ-
188σώπων. Καὶ ἐὰν ἐκδηλώνῃ τὴν ἀνησυχίαν, ὡς εἶπον, τῶν ψη-
189φοφορησάντων καὶ ἐὰν ἐκδηλώνῃ τὴν φροντίδα τὴν ἰδιάζου-
190σαν αὐτῶν, παριστᾷ τότε τὴν μείωσιν τῆς πρὸς τὴν Κυβέρ-
191νησιν ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἤθελεν ὑποτεθῇ
192ὀρθή, τότε ἡ προσθήκη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 36 ψήφων τῶν
193κατὰ τῆς προτάσεως περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ψηφοφορη-
194σάντων ὡσαύτως γνωστῶν μελῶν τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος
195τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν μελῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε
196ἔλειψαν νὰ ἐκδηλώσωσι ποίαν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν
197προσώπων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, θέλει μᾶς
198ἀγάγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑφίστα-
199ται εἰσέτι ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ αὕτη
200τοσοῦτον ἐμειώθη, ὥστε μικρὰ πλέον διασώζεται ἡ δύνα-
201μις ἐξ ἐκείνης, ἥτις τὸ πρίν, μέχρι τῆς προχθές, περιέβαλε
202τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀσθενὲς δὲ πλέον κατεστάθη
203τὸ κῦρος τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς.
204Ἐν χρόνοις μὴ ὁμαλοῖς, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν
205ἔχει ἀποστολὴν μόνον νὰ ῥυθμίζῃ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν,
206ἢ μόνον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς κυβερνήσεως τῆς Χώρας, τοι-
207αύτη τις μείωσις ἢ μεταβολὴ δὲν ἤθελεν ἴσως ἐπιφέρει ζη-
208μίαν τινὰ ἢ βλάβην. Ἐὰν συνέβαινεν εἰς τοὺς ὁμαλοὺς και-
209ροὺς ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὑποστηρίζεται ὑπὸ μεγίστης πλειο-
210ψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ κυβερνᾶται
211ἀζημίως. Ἀλλ’ ἐν χρόνοις ἀνωμάλοις, οἷοι ἐκεῖνοι οὓς διανύο-
212μεν, ἐν χρόνοις καθ’ οὓς ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια πρέπει νὰ
213ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἐπιδοκιμασίαν παντὸς εἰ δυνατὸν τοῦ
214Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ τὴν ἐλάφρυν-
215σιν πάντων εἰ δυνατὸν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, μοὶ
216φαίνεται, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήσω νὰ παρέλ-
217θῃ ἀπαρατήρητον τὸ συμβεβηκὸς τῆς ψηφοφορίας τοῦ Σαββά-
218του. Νομίζω δὲ πρὸ παντός, ὅτι ἡ μεγίστη εὐθύνη, τὴν ὁ-
219ποίαν ὑπέχομεν κατὰ τὰς παρούσας μεγίστας περιστάσεις, ἐ-
220πιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου
221εἰς ἐμέ, ὡς εἰσηγούμενον τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου,
222νὰ ἀναζητήσω καὶ ἐξακριβώσω τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου
223μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου.
224Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ τις, ὅστις
225ἤθελεν ἀποδώσει εἰς τὸ διάβημά μου τολμηράν τινα σκέψιν
226ἢ ταπεινὴν προαίρεσιν. Ἀφ’ ἧς συνηντήθημεν μετὰ τῆς
227Βουλῆς, ἐδηλώσαμεν εἰς αὐτήν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη σκέψις
228δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἡμᾶς, καθότι πρὸ παντὸς ἄλλου
229προσέχομεν εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν ὑ-
230περάσπισιν ὡς Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθημεν νὰ ἀνα-
231λάβωμεν. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνη-
232σιν τῆς Χώρας νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ἐπῆλθε
233τοιαύτη τις μεταβολὴ εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν μελῶν τοῦ
234Κοινοβουλίου, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις θέλει εὑρεθῆ εἰς
235τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου οὐ μόνον
236μὴ συνήθη ἀλλὰ εὐρεῖαν ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν ὁρίων
237ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἢ καθ’ ὃν χρόνον, ἀπόντος τοῦ
238Κοινοβουλίου, δύναται νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐντείνῃ τὴν ἑαυτῆς
239ἐξουσίαν καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέ-
240γραψεν εἰς αὐτήν.
241Διὰ τοῦτο, κύριοι, πρὶν ἢ προβῶμεν σήμερον εἰς τὰς ἐρ-
242γασίας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἡμερησία διάταξις, ἐνομί-
243σαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ
244μᾶς δηλώσῃ διὰ τῆς ψήφου της ἐὰν ἐξακολουθῇ μεταδί-
245δουσα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν μᾶς παρεῖχε
246μέχρι τοῦδε.
247§14Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
248§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἐπαναλαμ-
249βάνω καὶ αὖθις, λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὸν ζητοῦντα τὸν
250λόγον ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὰ μέλη ἐ-
251κεῖνα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκπεφρασμένην
252περὶ τῶν προσώπων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν γνώ-
253μην, οὐδεμίαν εἶχον ἀξίωσιν νὰ μεταβάλωσιν αὐτήν, οὐδ’
254ἐννοοῦμεν διὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον
255τίθεμεν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ μεταπείσωμεν αὐτὰ,
256ἢ ἄλλως νὰ πιέσωμεν ἢ νὰ ὑφαρπάσωμεν τὰς ψήφους αὐ-
257τῶν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ διεφάνη ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον
258ἐνδέχεται νὰ πιστευθῇ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνελύθη διά τινων
259ὀργάνων τοῦ τύπου, εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ
260ἀποτελοῦντα μέχρι τοῦδε τὴν πλειονοψηφίαν αὐτοῦ, δὲν ἐ-
261ξακολουθοῦσι πλέον μεταδίδοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν
262ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε παρεῖχον εἰς αὐτήν.
263Ἐὰν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, τὸ συμφέρον τῆς Χώρας ἀπαι-
264τεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διὰ νὰ ἀπέλθωσι τῆς διοι-
265κήσεως τῶν κοινῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν τυγχάνουσι περιβε-
266βλημένοι διὰ τῆς μεγίστης ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας ἕνεκα
267τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων χρήζουσιν, ἵνα διαχειρί-
268ζωνται αὐτά. Δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ παντάπασιν, οὐδὲ ἤθελε
269μειωθῆ τὸ θάῤῥος ἡμῶν ὡς Κυβερνητῶν, ἐὰν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ
270γνωσταὶ ψῆφοι, αἱ πάντοτε ἐκδηλώσασαι δυσπιστίαν πρὸς
271τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, δηλωθῶσι καὶ νῦν τὴν αὐτὴν
272ἔχουσαι δυσπιστίαν· ἐὰν ὅμως ἐκεῖναι αἱ ψῆφοι, αἵτινες
273πάντοτε ἐδηλώθησαν εὐνοϊκαὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνέβη
274νὰ μειωθῶσι, τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἀποδει-
275χθῇ, διὰ νὰ μᾶς διδάξῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν
276κυβερνῶντες ἢ πρέπῃ νὰ ἀφήσωμεν τὰς θέσεις μας εἰς
277ἄλλους, οἵτινες θέλουσιν ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ μεταλαμβά-
278νωσι πλείονος ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου.
279Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῶν μικρῶν ἐκείνων τεχνασμάτων, τὰ
280ὁποῖα πολλάκις καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν κρατοῦσαν ἐν τῇ
281Αἰθούσῃ ταύτῃ γνώμην. Εἰς τοὺς συνήθεις καιροὺς δύναν-
282ται νὰ συμβαίνωσι μεταστάσεις ἀπὸ γνώμης εἰς γνώμην, ἢ
283νὰ τροποποιῶσιν οἵαν εἶχον γνώμην τινὰ τῶν μελῶν τῆς
284Βουλῆς ἢ καὶ νὰ μεταβάλλωσι καὶ καθόλου τὴν γνώμην
285αὐτῶν, ἢ καὶ νὰ ἐπηρεάζωνται ἐκ διαφωνιῶν περὶ τὰς λε-
286πτομερείας. Οἱ παρόντες ὅμως καιροί εἰσιν ἐντελῶς διάφοροι.
287Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει μὲ παρεξηγήσει, διότι
288ἐπιμένω παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἐκφέρῃ
289τὴν ψῆφόν της, καθ’ ἣν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὴν αἴτησιν.
290§16Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίως, φρονῶ, ὁ κ. Πρωθυ-
291πουργὸς μετὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν
292εἶχε λάβει κατὰ τὴν προχθὲς ἡ συζήτησις, ἡ ἐπὶ τῆς προ-
293τάσεως ἡμῶν γενομένη, δικαίως, λέγω, μετὰ τὴν τροπὴν ἐ-
294κείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιζητεῖ διαφώτισίν τινα. Ἡ
295τροπὴ ἐκείνη, εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον τοὺς προτείναντας, εἶχέ τι
296τὸ ἀπροσδόκητον. Καὶ τῷ ὄντι μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ
297ὁποῖον ἐπῆλθεν, ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ ἀληθῶς, τίνες ἄρα
298εἶναι οἱ παρέχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν;
299εἶναι οἱ 37, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως,
300ἢ εἶναι οἱ 100, νομίζω, περίπου, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν
301κατὰ τῆς προτάσεως; Καὶ ἐάν τις, κύριοι, ἤθελε προσέξει
302εἴτε εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προέτειναν τὴν πρότασιν ἐ-
303κείνην, εἴτε ἀκόμη περισσότερον εἰς τὰς ἐπισήμους δηλώσεις,
304αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅλα ταῦτα
305καὶ αἱ δικαιολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τῆς προτά-
306σεως ἐκείνης, τὰ πάντα, λέγω, συντρέχοντα, ἠδύναντο νὰ
307δώσωσι χώραν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ψηφο-
308φορίαν ἐκείνην παρέχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρ-
309νησιν ἦσαν οἱ 37, ὅτι ἔγεινε μία ἐκκαθάρισις καὶ ἐμείναμεν
310καθαροὶ Ὑπουργικοὶ μόνον 37!
311§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί λέγεις ἀδελφέ;
312πῶς ἐξηγεῖς οὕτω τὰ πράγματα;
313§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἠδύνατό τις
314νὰ συναγάγῃ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε δίκαιον ν’ ἀπορῆτε.
315§19ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς φανερὰν συνεδρία-
316σιν, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε τί ἐψηφίσατε ὑμεῖς; Εἶσθε μὲ
317τοὺς 37, ἢ μὲ τοὺς 100;
318§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν προτεινάντων τὴν
319ψηφοφορηθεῖσαν πρότασιν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε κατὰ
320νοῦν κἀνὲν προηγούμενον σχετικὸν διὰ νὰ ὑποπτεύσητε, ὅτι
321ἠδυνάμην νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προτάσεώς μου, ἢ νὰ μὴ
322ψηφοφορῶ ὑπὲρ ὅσων προτείνω.
323§21ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀνεχωρήσατε καὶ ἀφήσατε ἄλλον νὰ ψη-
324φίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.
325§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμὸς, κύριε
326Συνταγματάρχα, ἀποτείνεται πρὸς ἐμέ· ἀλλὰ δὲν ἔχετε
327δίκαιον, διότι ἐγὼ ἐψήφισα καὶ εἶτα ἀνεχώρησα.
328§23ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σεῖς ἐψηφίσατε.
329§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τὰ παράδοξα ταῦτα
330συμπεράσματα, διὰ τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ μει-
331διάσῃ, καὶ κατόπιν τῆς γενομένης προκλήσεως, τῆς ἀπευ-
332θυνομένης κυρίως πρὸς ἡμᾶς, περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον
333εἶχον οἱ προτείνοντες, καὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν
334τῇ προτάσει, βεβαίως μὲ ἀναγκάζουσι νὰ δώσω ἐξηγήσεις
335περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἦσαν περιττά.
336§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περιττά!
337§26ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτᾷ
338τις ἐκ τῶν προτέρων τοὐλάχιστον τὶ φρονεῖ ἐκεῖνος, ὁ
339ὁποῖος θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑνὸς Συνταγματικοῦ δικαιώ-
340ματος, ἀπονεμομένου εἰς δέκα βουλευτάς. Δὲν πιστεύω νὰ
341ἐννοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ χρῆσις ἑνὸς Συνταγματι-
342κοῦ δικαιώματος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην
343πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ ὅταν προτείνῃ τις μυστικὴν συνε-
344δρίασιν, καὶ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις δὲν προβῇ εἰς τὴν οὐ-
345σίαν, οὕτως εἰπεῖν, δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ εἴπῃ πρὸς
346τὸν προτείνοντα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ νὰ δυσ-
347πιστῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον
348περὶ ἑνὸς Συνταγματικοῦ δικαιώματος· πρόκειται περὶ ἑνὸς
349μέτρου, τὸ ὁποῖον κατέστησε χρήσιμον αὐτὴ ἡ πολιτικὴ
350συμπεριφορὰ τοῦ Ὑπουργείου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δὲν φρονῶ,
351ὅτι ἐν περιπτώσει παρασκευῆς πολέμου ἔχει ἀπόλυτον κα-
352θῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλῇ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων,
353νὰ προκαλῇ ὅπως ἕκαστος ἐκφράσῃ καὶ συνεισφέρῃ τὴν ἑαυ-
354τοῦ γνώμην. Θεωρῶ ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἶναι κατ’
355ἐξοχὴν ἐντεταλμένη νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς ἐξωτερικῆς
356πολιτικῆς, τὰ περὶ πολέμου καὶ εἰρήνης. Νομίζω, ὅτι εἶναι
357καὶ Συνταγματικῶς ἄτοπον νὰ ζητῆται παρὰ τοῦ Κοινο-
358βουλίου νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ πολέμου ἢ
359εἰρήνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τούτῳ πέποιθα, δὲν δύναμαι καὶ νὰ
360θεωρήσω ἀδικαιολόγητον τὴν πρόκλησιν ἐκείνην, τὴν ὁ-
361ποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε πρὸς πάντα βουλευτὴν καὶ πρὸς
362πάντα τὰ κόμματα, ἵνα ἕκαστος συνεισφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ
363γνώμην, διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναί τις τοσοῦτον
364προσηλωμένος μόνον εἰς τὴν τήρησιν Κοινοβουλευτικῶν ἐθί-
365μων, ἢ δικαιωμάτων τυπικῶν, ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύ-
366της θέσεως τοῦ Τόπου. Καὶ εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήμα-
367τος τούτου διατὶ δικαιολογῶ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ
368κυρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι ἔχω καὶ ἄλλην ἰδέαν σχετι-
369κὴν, ὅτι ὅπως ἡ Ἑλλὰς πολεμήσῃ μὲ ὅλην αὐτῆς τὴν δύ-
370ναμιν, δέον νὰ παραστῇ ὄχι μόνον ὡς Κράτος, ὄχι μόνον ὡς
371Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ καὶ κομματική, ἀλλὰ καὶ ὡς
372Κυβέρνησις συγκεντροῦσα ὅλας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις. Καὶ
373ὅταν δὲν βλέπω ἀντιπροσώπευσιν πραγματικὴν τῆς τοιαύ-
374της ἑνώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως
375καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι δικαίως ἐπιδοκιμάζομεν τὴν
376πρόκλησιν ἐκείνην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς πρακτικήν.
377Κοινοβουλευτικῶς βεβαίως δὲν ἦτο ἀναπόφευκτος, ἦτο ὅμως
378οὐσιωδῶς ἐνδιαφέρουσα, προκειμένου περὶ ἀγῶνος ἐνδεχομέ-
379νου. Καὶ ὅταν ἀπέναντι τοιαύτης προκλήσεως τοῦ κυρίου
380Πρωθυπουργοῦ εἶχον ἀκούσει ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν ἀριστε-
381ρὰν) ὅτι αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι
382ἐκφράζονται, δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι διετέλεσαν
383ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἀκροατηρίων, δὲν ἦτο ἆρά γε εὐλό-
384γως συγκεχωρημένον νὰ σκεφθῶμεν οἱ προτείναντες, ὅτι
385ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόκλησιν τῆς Κυβερνή-
386σεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
387τὴν ἄρσιν δηλαδὴ τῆς δυσκολίας, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ
388αἰσθανθῶσιν ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἀκροατηρίων, καὶ ἀπέ-
389ναντι τοιαύτης θέσεως δὲν ἐπεβάλλετο πλέον ἡ ἰδέα τῆς
390μυστικῆς συνεδριάσεως; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κύριος
391ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεμαρτυρήθη προκαταβολι-
392κῶς, ὅτι οὐδὲν ἤθελεν εἴπει ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει.
393Ἀλλὰ παραίτησις τοιαύτη ἀπὸ τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ
394δικαιώματος νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, δὲν ἔ-
395χει οὐδὲν ἀποτέλεσμα, οὐδὲν κῦρος, οὐδὲ δύναται ἐκ τῶν
396προτέρων νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη παραίτησις, καθόσον μά-
397λιστα οὐδεὶς γινώσκει τὶ ἐν τοιαύτῃ μυστικῇ συνεδριάσει
398δύναται νὰ συζητηθῇ, τὶ εἷς συνάδελφος δύναται νὰ ἐρω-
399τήσῃ καὶ ἂν εἰς μίαν τοιαύτην ἐρώτησιν θὰ εἶναι εὐχερὲς
400εἰς τὸν κύριον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ὅντινα δή-
401ποτε ἄλλον νὰ κλείσῃ τὸ στόμα.
402Λοιπὸν ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καθ’ ἑαυτὴν,
403ἐὰν ἐπρόκειτό τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ μικρὰ ἐκεῖνα καὶ
404ταπεινὰ ἀπέναντι κρισίμων περιστάσεων τῆς Πατρίδος, δὲν
405ἔτεινε βεβαίως νὰ ἐκφράσῃ διάφορόν τινα περὶ τῆς Κυβερ-
406νήσεως γνώμην τῶν προτεινόντων ἀπέναντι τῆς γνώμης,
407τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ οἱ προ-
408τείναντες τὴν πρότασιν ἐν τοιαύταις στιγμαῖς ἐσκέφθησαν
409κυρίως καὶ πρὸ πάντων, ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν
410χρησιμότητα μιᾶς μυστικῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς· διότι
411ναὶ μὲν ὑπάρχουσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶνε τοσοῦτον ἀπόῤ-
412ῥητα, ὥστε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὰ κατέχῃ μόνη, ὡς ὑ-
413πάρχουσι καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα δημοσίᾳ πρέπει νὰ συζητῶν-
414ται, ἀλλὰ τὰ Συντάγματα ὅλων σχεδὸν τῶν Ἐπικρατειῶν
415ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὑπάρχει καὶ μέση τις τάξις γεγονότων ὑπὸ
416τὴν ἔποψιν τοῦ ἀποῤῥήτου. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυ-
417ρισθῇ, ὅτι τηρεῖται τὸ ἀπόῤῥητον ἀπολύτως, ὅταν γίνεται τι
418γνωστὸν ἐνώπιον τοσούτων προσώπων· ἀλλ’ ὑπάρχει μέση
419τις τάξις γεγονότων, ὡς εἶπον, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψιν
420τὰ Συντάγματα, γεγονότων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐν μιᾷ ἰ-
421διαιτέρᾳ συνεδριάσει τῶν βουλευτῶν νὰ ἀνακοινῶνται εὐ-
422χερέστερον, διότι δὲν προξενεῖται ἀμέσως παρεξήγησις ἢ κα-
423κή τις ἐντύπωσις εἰς τὸ Δημόσιον, ἔχει δὲ ἄλλην εὐκολίαν
424ὁ θέλων νὰ ἐκφράσῃ γνώμην τινά, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκ-
425φράσῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του μόνον· διότι πολ-
426λάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσῃ γνώμας, αἱ
427ὁποῖαι δύνανται νὰ σκανδαλίζωσί τινας ἐν τοῖς ἀκροατη-
428ρίοις.
429Λοιπὸν τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν τοῦ νὰ γνωμοδοτήσωσι
430πάντες οἱ συνάδελφοι ἐπὶ κρισίμων περιστάσεων τῆς Πα-
431τρίδος ἄνευ τοιούτων ἐπηρεασμῶν, ἄνευ τοιούτων δυσκο-
432λιῶν, τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων ἐπεδίωκον
433οἱ προτείναντες τὴν γνωστὴν πρότασιν· οὐδὲ εὑρέθησαν εἰς
434τὴν ψυχολογικὴν ἐκείνην πάλην καὶ δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁ-
435ποίαν παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι
436διετέλει. Παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου
437μίαν ἡμέραν, ὅτι ὡς Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἔχῃ δυσ-
438πιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ὡς πολίτης ὀφείλει
439νὰ σκεφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἡμεῖς ὡς συμπολιτευόμενοι
440δὲν αἰσθανόμεθα τοιαύτην ψυχολογικὴν πάλην τῶν αἰσθη-
441μάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς συμπολιτευόμενοι, καὶ τῶν
442αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς πολῖται. Ἀλλὰ τέλος
443πάντων ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἀπαντῶνται καὶ τοιούτου εἴ-
444δους δυσχέρειαι, ἐνομίζομεν, ὅτι μία μυστικὴ συνεδρίασις
445τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ἄρῃ αὐτὰς καὶ νὰ συντελέσῃ νὰ
446ἰδωθῶμεν κατὰ πρόσωπον οὐχὶ ὡς συμπολιτευόμενοι καὶ
447ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλ’ ὡς πολῖται καὶ μόνον ὡς πολῖται
448σκεπτόμενοι περὶ τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Ταύτην τὴν ἔννοιαν
449εἶχον οἱ προτείναντες καὶ δὲν ἠδύναντο περὶ ἄλλων νὰ
450σκεφθῶσι, μάλιστα προκαταβολικῶς, πρὶν ἢ χορηγηθῇ τὸ
451μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν, πρὶν γείνωσιν αἱ ἀνακοινώ-
452σεις, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἤθελον προκληθῆ, καὶ πρὶν φέρωσιν
453ὅλοι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας τυχὸν ἤθελον ἐπιζητήσει·
454διότι, ἐὰν συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι, τότε τὸ πόρι-
455σμα, τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε
456ταύτης, εἴτε ἄλλης, θὰ εἶνε πόρισμα ἐνισχύον πράγματι
457τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φρονῶ, ὅτι
458εἶνε ἐνίσχυσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ παρακάθησθαι ἐν-
459ταῦθα ὑλικῶς καὶ λέγειν: «Ἔχω καὶ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην!
460παρίσταμαι δι’ ἀπαρτίαν, δὲν ὁμιλῶ, ἀλλὰ δὲν φέρω πρό-
461σκομμα.» Καὶ τοῦτο τὸ χαρακτηρίζετε ἐμπιστοσύνην! Ἀλ-
462λὰ νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶδος τῆς δῆθεν ἐμπιστοσύνης
463καὶ συνδρομῆς εἶνε ἡ ἐπιβλαβεστάτη τῶν καταδιώξεων εἰς
464τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Δὲν τὸ κάμνουσι, πιστεύω, ἐκ
465προθέσεως· πιθανὸν ἡ θέσις των νὰ εἶνε δυσχερὴς καὶ νὰ νο-
466μίζωσιν ἄλλως τε, ὅτι δύνανται βλάβην τινὰ νὰ προξενή-
467σωσιν, ἄλλως πράττοντες. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἁπλῶς ἡ ἐμ-
468φάνισις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ
469τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων μελῶν αὐτοῦ δὲν ἐμπνέει εἰς τὴν Κυ-
470βέρνησιν θάῤῥος, ὅταν μάλιστα ἐπανειλημμένως γίνεται εἰς
471αὐτὴν ἡ ὑπόμνησις ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος, ὅτι κάκιστα
472διαχειρίζεται τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα λέ-
473γονται, μολαταῦτα προστίθεται ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν θέλουσι
474νὰ λάβωσι τὴν Ἐξουσίαν, διότι δῆθεν ἐπέρχεται κλονισμός.
475Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καθῆκον παντὸς εἶναι νὰ ἐπιζητῇ τὴν Ἐ-
476ξουσίαν, ὅταν φρονῇ, ὅτι μία ἐθνικὴ ὑπόθεσις διεξάγεται
477κακῶς. Καὶ δὲν ἠξεύρω ἤδη ἄν, ἀφοῦ κατὰ τὴν προχθεσι-
478νὴν συνεδρίασιν προέκυψε τοιαύτη σύγχυσις, ὥστε νὰ μὴ
479γνωρίζῃ τις ποίους δύναται πλειότερον νὰ θεωρήσῃ ἐμπι-
480στευομένους τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ποίους ὀλιγώτερον, δὲν ἠ-
481ξεύρω, λέγω, ἐὰν καὶ πάλιν δὲν θὰ ἐγείρεται ἡ τοιαύτη
482ἀμφιβολία μετὰ πᾶσαν ψηφοφορίαν κατόπιν τῶν δηλώσεων
483τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ἐὰν αἱ ψῆφοι ἡμῶν, τῶν
484προτεινάντων τὴν πρότασιν, θεωρῶνται ψῆφοι ὕποπτοι πρὸς
485τὴν Κυβέρνησιν, αἱ δὲ ἄλλαι ἤθελον εἶσθαι ψῆφοι ὑπὲρ τῆς
486Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν αἰσθανθῆ μεγίστην εὐχαρίστησιν,
487διότι εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀδιαφορῇ περὶ
488τῶν ψήφων ἐκείνων. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς δύναται νὰ ἐ-
489πέλθῃ αὐτὸς ὁ ἐκκαθαρισμὸς, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνη-
490σις κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τίνι
491τρόπῳ θὰ φανῇ ἡ διαφορά, ἣν εὐλόγως φαίνεται ζητοῦσα
492ἡ Κυβέρνησις· διότι, ὅταν δίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπι-
493στοσύνην οἱ κακίστην ἰδέαν περὶ αὐτῆς ἔχοντες, πῶς εἶνε
494δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἔχομεν τοιαύτην κακὴν ἰδέαν
495περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε καταψηφίζομεν αὐτῆς, μολο-
496νότι εἶνε κατὰ τὴν ἰδίαν Ἀντιπολίτευσιν μία κακὴ κυβερ-
497νητικὴ μεταβολὴ σήμερον; Τὸ συμπέρασμα τῆς ψηφοφο-
498ρίας θὰ εἶνε τὸ αὐτό· οἱ λόγοι θὰ διαφέρουν δι’ οὓς ἕκαστος
499ἤθελε δίδει τὴν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου ψῆφον· ἀλλὰ τότε ἕ-
500καστον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἀνέλθῃ
501τὸ βῆμα νὰ εἴπῃ διατί παρέχει τὴν ψῆφόν του πρὸς τὴν
502Κυβέρνησιν, ἢ διατὶ ἀρνεῖται αὐτήν. Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρο-
503νῶ, ὅτι ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο ἐξ ἀρχῆς, οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος
504τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐπεισόδια εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν
505διαμάχην, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον μέχρι τοῦδε, ἢ ἐὰν τὸ Ἔθνος
506ἡμῶν δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἔκτακτον ἐκείνην περίστασιν νὰ
507ἔχῃ ἀνάγκην συγκεντρώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, τότε ὅ-
508λα ταῦτα θὰ ἦσαν ἀληθῶς περιττά. Ἡ Κυβέρνησις, διαχει-
509ριζομένη τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην εἰμὴ τῆς
510ψηφίσεως τῶν ὑλικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα χρειάζονται εἰς αὐ-
511τήν. Τὸ πότε καὶ τὸ πῶς ἤθελεν ἐνεργήσει, βεβαίως ἀπόκει-
512ται εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
513Μόνον ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἐπέλθει ἄρνησις τῆς χορηγήσεως
514τῶν ὑλικῶν μέσων, τότε ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ζήτημα ἐμπι-
515στοσύνης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶνε δικαιολογημένη ἡ
516αἴτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνη-
517σις, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προχθεσινῆς
518ψηφοφορίας ἔδωκε χώραν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ
519περὶ τῶν καθ’ ἡμῶν παρεξηγήσεων οἱουδήποτε, ἡμεῖς τοὐ-
520λάχιστον, οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν, ἐντελῶς ἀδιαφοροῦ-
521μεν. Ἐνδιαφερόμεθα μόνον περὶ ἐκείνου, περὶ οὗ ἐνδιαφέρεται
522πᾶς πολίτης, αἰσθανόμενος τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον,
523περὶ τῆς διασώσεως τοῦ ὅλου ἀπειλουμένου· διότι, ὅταν τὸ
524ὅλον ἀπειλεῖται, δὲν ἐξεύρω εἰς τὶ δύναται ν’ ἀποβλέψῃ
525οἱοσδήποτε πολιτευόμενος, εἴτε ἐκ τῶν πρεσβυτέρων, εἴτε ἐκ
526τῶν νεωτέρων. Δύνανται μάλιστα τινὲς τῶν νεωτέρων πο-
527λιτευομένων νὰ ἔχωσι καὶ πρόσθετον, οὕτως εἰπεῖν, ἰδιαιτέ-
528ραν ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Τόπου. Πάντες βε-
529βαίως θέλουσι νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐλευθερία ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ
530διατηρηθῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀμείωτος ἡ ἐλευθερία τοῦ βή-
531ματος ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην θέ-
532σιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὥστε οἱ ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος
533τούτου νὰ ὁμιλῶσι διὰ πολὺ μεγαλειτέραν ἔκτασιν.
534§27ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα μετὰ
535προσοχῆς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν
536πρὸ ὀλίγου καταβάντα ἀπὸ τὸ βῆμα. Ὁ πρὸ ὀλίγου κατα-
537βὰς ἀπὸ τὸ βῆμα εἰς μάτην προσεπάθησε νὰ περικαλύψῃ
538τὴν σκληρὰν ἀμφιβολίαν, ἥτις κατοικεῖ ἐν τῇ ψυχῇ του.
539Δύναταί τις νὰ λέγῃ τὰς περιόδους ἀπὸ τὴν ἀρχὴν εἰς τὸ
540τέλος καὶ ἀντιθέτως, ἀλλ’ ὅταν κατοικῇ ἡ ἀμφιβολία ἐν τῇ
541ψυχῇ του, δὲν ὑπάρχει δικηγόρος εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁ-
542ποῖος νὰ δύναται νὰ γίνῃ κρείττων ἑαυτοῦ. Καὶ ἐσυ-
543νειθίσαμεν εἰς τὴν ζωὴν ἡμῶν ν’ ἀκούωμεν ποικιλίαν ἰδεῶν
544καὶ συλλογισμῶν, ὥστε νὰ κρίνωμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγ-
545κην ἀναλύσεων οὔτε ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῆς χημείας, οὔτε
546ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῆς ῥητορικῆς. Ἐὰν δὲν εἴχετε, κύριοι, οἱ
547ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως
548ἀμφιβολίαν....
549§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
550§29ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐὰν ἐμπιστεύεσθε ἐντελῶς εἰς τὴν Κυ-
551βέρνησιν, τῆς ὁποίας λέγετε ὅτι εἶσθε φίλοι, διατί κατα-
552σκευάζετε προβληματικὴν τὴν ὀξυδέρκειαν τὴν πολιτικὴν
553τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἀκολουθεῖτε τὴν πορείαν; Διὰ
554τοῦτο εὗρον λογικωτάτην τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Προέδρου
555τῆς Κυβερνήσεως, διότι διέγνωσεν ἐντελῶς τὸ πνεῦμα τῶν
55636 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συ-
557νεδρίασιν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ περικαλύψουν τὸ
558νόημα αὑτῶν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαρῶς τὸ λέγουν, βα-
559δίζουσιν εἰς μίαν γραμμήν. Δύνανταί τινες νὰ προπορεύων-
560ται εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ
561βλέπουν καὶ ἄλλους παρακολουθοῦντας εἰς αὐτήν. Καὶ ἐὰν
562δὲν τὸ λέγουν φανερῶς, τὸ λέγει ὅμως ἡ καρδία των, καὶ
563εἰς τὴν καρδίαν σας ἀποτείνομαι λέγων τοῦτο. Δύνανταί
564τινες νὰ προχωροῦν, τὸ ἐπαναλαμβάνω δευτέραν φοράν,
565διότι θέλω νὰ σημειωθῇ καλῶς εἰς τὴν μνήμην ἐκείνων, οἱ
566ὁποῖοι μὲ ἀκούουν. Ἡ πολιτικὴ εἶναι μία γραμμή· ἐὰν βα-
567δίζουν τινὲς ἐμπρός, ἐξ ἀνάγκης βαδίζουν ἄλλοι εἰς τὴν
568σειρὰν τῆς γραμμῆς ὀπίσω. Ἐάν τινες διαῤῥήδην καταδικά-
569ζωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, δὲν ἔχω ἀμ-
570φιβολίαν ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα, τὴν ὁποίαν ἀτενίζω αὐτὴν
571τὴν στιγμήν, εἶναι ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἐνδομύχως τὴν κατα-
572δικάζουν ἐπίσης. Τὸ ζήτημα λοιπόν, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος
573Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέτει ἐνώπιόν σας, εἶναι ζήτημα
574ἀποῤῥέον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
575δὲν εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ Πρωθυ-
576πουργοῦ εἶναι ὅτι ἀπεκάλυψεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὰ
577μυστήρια τῆς μυστικῆς (Θόρυβος δεξιᾷ). Εἶδον τὴν ἀποκά-
578λυψιν εἰς δύο ἐφημερίδας τῆς χθές, τὰς ὁποίας συντάττει
579ἡ ἔμπνευσις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς ἐνεστώσης Κυβερνή-
580σεως καὶ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς προηγουμένης Κυβερνή-
581σεως. Ἐνόμιζον, ὅτι οἱ μυστικοὶ ἀριθμοὶ τῶν καταψηφισάν-
582των εἶχον διέλθει ἐν αὐταῖς, δὲν εἰξεύρω διὰ ποίας μηχα-
583νικῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ νὰ ἴδω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
584σεως, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐρχόμενον ν’
585ἀποκαλύπτῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ μυστήρια τῆς μυστικῆς
586συνεδριάσεως, μοὶ ἔκαμεν, ὁμολογῶ, ἔντιμοι κύριοι, βαθυτά-
587την ἐντύπωσιν. Λέγετε, δὲν εἶναι μυστικοὶ οἱ ἀριθμοί· ἀλλ’
588εἴδετε πρὸ ὀλίγου τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτῶν ὁ ἴδιος ὁ
589Πρωθυπουργὸς σᾶς δίδει. Νομίζετε, ὅτι 36 ψῆφοι δυσμε-
590νεῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει εἶναι μι-
591κρὸν πρᾶγμα; Εἶναι μέγιστον. Καὶ ὅταν σήμερον ἀπεκα-
592λύφθη αὐτὸς ὁ ἐνδοιασμὸς τοῦ Κοινοβουλίου, λέγω «εὖγε»
593εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι θέλει ἐν φανερᾷ συνεδριάσει ν’
594ἀποκαλυφθῇ ἐντελῶς ἡ δύναμις τοῦ ἐνδοιασμοῦ τούτου.
595Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
596νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, προσπαθῶν νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν του
597πρὸς τοὺς 36 Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἐξασκεῖ ὑπερβο-
598λικὴν πίεσιν ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως αὐτῶν
599(Θόρυβος δεξιᾷ). Αὐτοὶ οἱ 36, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν μυστι-
600κὴν συνεδρίασιν ἔδωκαν τὴν ψῆφον τοὐλάχιστον τῆς δυσμε-
601νείας......
602§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
603§31Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶναι λίαν ἀληθὲς, κύριε βουλευτὰ,
604ὅτι σήμερον θέλετε ἀποδείξει ὅτι θέλετε δώσει ψῆφον εὐ-
605μενείας. Τοῦτο λέγεται πίεσις, πίεσις ἀναξία ἐλευθέρου Κοι-
606νοβουλίου.
607§32ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Εὖγε.
608§33ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτοὶ οἱ 36, οἱ ὁποῖοι
609ἐψήφισαν ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν μυστικὴν
610συνεδρίασιν, θέλουν ἐλαττωθῆ δὲν ἠξεύρω μέχρι ποίου ἀριθ-
611μοῦ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ κλαύσω διὰ νὰ σᾶς συγκινήσω,
612ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἐξευτελισμός.
613§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσαι ἀνάξιος νὰ κρίνῃς τὰ αἰ-
614σθήματά μας καὶ τὰς ἰδέας μας (θόρυβος).
615§35ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κάθισον εἰς τὴν θέσιν σου, κύριε Κου-
616μουνδοῦρε, διὰ νὰ ἀκούσῃς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ
617πολλῶν ἄλλων ἐδῶ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ διὰ
618νὰ μᾶς ἐπιβληθῆτε. Ἤλθομεν ἐδῶ ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ ...
619§36ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ προσβάλλητε.
620§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ περιορίζησθε νὰ ἐκφράζητε
621τὰς ἰδέας σας, καὶ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔφερε, γνωρίζετε πῶς
622σᾶς ἔφερε καὶ ποίαν ἐμπιστοσύνην ἔχει πρὸς ὑμᾶς (θό-
623ρυβος).
624§38ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Λοιπὸν ἐρεθίζεσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέ-
625πει νὰ ἐρεθίζεσθε; ἐρεθίζεσθε ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὁ Πρωθυ-
626πουργὸς θὰ ὑπαναγκάσῃ εἰς τὴν πειθαρχίαν τὴν κομματι-
627κὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην (θόρυβος δεξιά).
628§39ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν παρα-
629χάραξιν τῶν ἰδεῶν των ἐρεθίζονται.
630§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν γλῶσσαν καὶ δυνά-
631μεθα νὰ ὁμιλήσωμεν.
632§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε τὴν γλῶσσάν σας. Τὴν
633γλῶσσαν ὑμῶν τὴν γνωρίζομεν καὶ τὴν περιμένομεν. Ὅταν
634ὅμως ἐδῶ πράττωμεν ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ, μὴ νο-
635μίζετε, ὅτι ἤλθομεν νὰ παίξωμεν. Ἤλθομεν σπουδαίως νὰ
636δράσωμεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ.
637Ἔχει λοιπὸν δίκαιον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ καταλα-
638βούσῃ αὐτὸν ἀνησυχίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμά του
639μὲ τὴν ἀνήκουσαν ὑπόληψιν εἰς Κοινοβούλιον ἐλευθέρου
640Ἔθνους. Εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν ἔχῃ ἀκολούθους, οἱ
641ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸν ὑποστηρίξωσι μέχρις ἐκεῖ· ἀλλ’ ἡ
642ψῆφος ἡμῶν βεβαίως δὲν θὰ δοθῇ εἰς τοιοῦτον σύστημα πο-
643λιτικῆς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ ἐμπιστοσύνην καὶ θὰ λάβῃ
644τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω τὸν συγ-
645χαρῇ, διότι ψῆφος Κοινοβουλίου ἐκβιαζομένου εἶναι ἀδύ-
646νατον νὰ ἦναι ψῆφος ἀξία τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀ-
647τενίζει ὁ Ἑλληνισμός.
648§42ΤΙΝΕΣ. Ποία εἶναι ἡ βία;
649§43ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θέλομεν ψηφίσει ἐναντίον τοῦ Ὑπουρ-
650γείου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτὸ, θέλομεν
651ψηφίσει μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀξία
652τῶν σημερινῶν καιρῶν, θέλομεν ψηφίσει μὲ τὴν συνείδη-
653σιν, ἡ ὁποία συνεκοινώνησε πρὸς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι
654ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης χθὲς κατεδίκαζον καὶ σήμε-
655ρον ὑπερψηφίζουν.
656§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖοι εἶναι αὐ-
657τοί;
658§45ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχῃς τὴν γενναιότητα, νὰ τοὺς
659ὀνομάσῃς.
660§46ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσω! Ἀλλὰ μήπως εἶ-
661σθε κατηγορούμενοι; Δὲν σᾶς κατηγορῶ· θέλω μόνον νὰ
662σᾶς βοηθήσω, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐξέλθητε ἀπ’ αὐτὸν
663τὸν χείμαῤῥον, ὁ ὁποῖος σᾶς παρασύρει.
664Αὐτὰ, ἔντιμοι συνάδελφοι, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀνε-
665πηρέαστον Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, αὐτὰ ἐνόμισα πρέ-
666πον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπό-
667κειται δὲ εἰς τοὺς 36 ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τῆς
668Κυβερνήσεως ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, νὰ ἐνθυμηθοῦν,
669ὅταν μετ’ ὀλίγον ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας, ὅτι
670ὀφείλουν νὰ κρατήσωσι τὸ μέτωπον ὑψηλὰ ἐνώπιον τοῦ
671Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
672§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀριθμῶ ἀγῶνας Κοινοβου-
673λευτικοὺς τοσούτους, ὅσους ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως·
674κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἄμοιρος τῶν βουλευτικῶν ἐθίμων. Θὰ
675μὲ συγχωρήσετε λοιπὸν νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν τινὰ πῶς ὁ κ.
676Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ,
677κατὰ τὴν κρίσιν μου, τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑπῆρξεν, ὅπερ θὰ
678ἀποδείξω. Ἐνθυμεῖσθε καὶ ἐν τῇ φανερᾷ καὶ ἐν τῇ μυστικῇ
679συνεδριάσει πῶς ἐτέθη παρ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς μυστικῆς
680συνεδριάσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς μυστικῆς συνεδριά-
681σεως τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐκ τῶν συναδέλφων ἐξέφρασαν τὴν γνώ-
682μην, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς
683ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σκε-
684φθῶσιν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑποστηρίζοντες τὴν
685Κυβέρνησιν. Κατὰ συνέπειαν εἶνε κατάδηλον, ὅτι καὶ αὐ-
686τοὶ ἀκόμη οἱ ἐκφράσαντες ἢ οἱ ὑποτιθέμενοι, ὅτι ἐξέφρασαν
687ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνη-
688σιν, καὶ αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν
689ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶνε
690ἁπλοῦν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν μυστικὴν συνεδρίασιν ὄχι διὰ νὰ
691ἴδωμεν τί ἔκαμεν ἐντὸς 40 ἡμερῶν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία
692δὲν εὗρε τίποτε, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν τί δὲν εἶχε, διὰ νὰ ἴ-
693δωμεν τί θὰ ψηφίσωμεν καὶ πόσα θὰ ψηφίσωμεν καὶ πῶς θὰ
694ψηφίσωμεν καὶ ἕως ποῦ, καὶ εἰς ποῖον ἀκρότατον σημεῖον
695νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ
696μέγα αὐτὸ ἔργον. Αὐτὸ ἦτο καθαρῶς τὸ ζήτημα, καὶ ἀπορῶ
697πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέτει σήμερον ζήτημα
698ἐμπιστοσύνης, κλονίζων τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοιαύτας περι-
699στάσεις καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐντὸς καὶ
700ἐκτὸς Ἑλλήνων. Ζήτημα λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ
701δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν
702νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, διότι οὔτε τῶν περιστάσεων εἶνε,
703οὔτε πολιτικὴ εἶνε, οὔτε πατριωτική. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καθή-
704μεθα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐὰν ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ παροῦσα
705Κυβέρνησις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ
706Κράτους, ἠδυνάμεθα, καὶ ἴσως περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν, ὁ ὁ-
707ποῖος κατέβη ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, νὰ ἐκδηλώσωμεν
708φανερὰ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὴν γνώμην ἡμῶν κατὰ τῆς
709Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ἐπιτετραμμένον ἐκ μέρους τοῦ
710Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ συμφέρον νὰ ζητήσῃ εἰς
711τοιαύτας περιστάσεις τοιαύτην ἐκδήλωσιν, ἀφοῦ τὴν ἔχει
712πάνδημον ἐκτὸς ὀλίγων, οἵτινες ἐνόμισαν εὔκαιρον τὴν περί-
713στασιν διὰ νὰ ὀνομασθῶσιν ἀρχηγοί. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἐπι-
714τετραμμένον νὰ ἀντιπολιτεύηταί τις, τοῦτο εἶνε κανὼν κοι-
715νοβουλευτικός, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶνε ἄλλαι αἱ περιστάσεις, αἱ
716ἐπιτρέπουσαι τοιοῦτον εἶδος ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ θέλων εἰς
717τοιαύτας ἐκτάκτους καὶ σοβαρὰς περιστάσεις νὰ ἀντιπολι-
718τευθῇ, ἀνέρχεται τὸ Βῆμα καὶ ὑποβάλλει τὸ σύστημά
719του καὶ δεικνύει τὸν τρόπον, τὴν ὁδὸν, καθ’ ἣν θὰ πολιτευ-
720θῇ ἀπέναντι τοιούτων μεγάλων περιστάσεων· καὶ ἂν ἀλη-
721θῶς τὰ προτεινόμενα παρ’ αὐτοῦ εἶναι ἄξια τῶν καιρῶν, δὲν
722ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος
723δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει καὶ ὑποστηρίξει μὲ πᾶσαν θυσίαν
724πολιτευόμενον ἄνδρα τοιοῦτον. Δὲν ἐπερίμενον μάλιστα, ὅτι
725ἐκ τῆς θέσεως ταύτης διακοπτόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ
726ἠξίου ἀπαντήσεως ἀνθρώπους, νομίζοντας, ὅτι εἶνε πατριω-
727τικὸν ἔργον νὰ ἀντιπολιτεύωνται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀ-
728νειλικρινῶς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν τοιαύ-
729τῃ στιγμῇ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, μεγαλύνονται
730καὶ ἀποκτῶσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιβάλληται
731πᾶς ὁ ἐπὶ κεφαλῆς πτέρυγός τινος. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἀνάξιον
732νὰ ἀπαντήσω πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀνερχόμενος εἰς τὸ
733Βῆμα, προσπαθεῖ διὰ σοφισμάτων καὶ λόγων ἀναξίων τῶν
734περιστάσεων νὰ θέση ἀντιθέτως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεί-
735νους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι πρὸς ζήτημα σπουδαῖον μὲν, ἀλ-
736λὰ παντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν καθόλου πολιτικὴν τῆς
737Κυβερνήσεως, τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Διὰ
738τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶνε ἀπρεπὲς νὰ ἐξακολουθήσω
739τὴν συζήτησιν πρὸς ἀνατροπὴν ποταπῶν πολιτικῶν ἐπιχει-
740ρημάτων, ἵνα μὴ εἴπωμεν κερδοσκοπικῶν, συζητῶ πρὸς τοι-
741ούτους. Νομίζω ὅμως πατριωτικὸν καὶ δίκαιον νὰ παρακα-
742λέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν περὶ ἐμπι-
743στοσύνης· ἂν δὲ ταύτην δὲν ἀποσύρῃ, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς
744Κυβερνήσεως, διότι δὲν σχετίζω καθόλου τὰ ἐν τῇ μυστικῇ
745συνεδριάσει πρὸς τὸ παρὸν ζήτημα.
746§48Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφανταζόμην, κύριοι, ὅτι μετὰ
747τὰ ὅσα εἶπον καὶ ἤδη καὶ ὅταν ὑπέβαλον τὴν πρότασιν,
748ἀδιαφορῶν ἂν ἐγενόμην εὐάρεστος ἢ δυσάρεστος εἰς τὸν μὲν
749ἢ τὸν δὲ, καὶ μετὰ τὰ ὅσα κατόπιν ἐξήγησα καὶ τὰ ὁποῖα,
750πιστεύω, ἔχετε ἐν τῇ μνήμῃ ὑμῶν, δὲν ἐφανταζόμην, λέγω,
751ποτὲ, ὅτι ἠδύνατο πορεία τοιαύτη συμπολιτευομένου μέχρι
752τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον ταύτης, ἀλλὰ συμπολιτευομένου
753βεβαίως οὐδαμῶς θωπεύοντος, ὅτι πορεία τοιαύτη ἠδύνατο
754νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς!
755Ἀλλὰ τοιούτου εἴδους ἀνεξαρτησίας τὴν κατανόησιν ἡ
756διάνοια καὶ αἱ τάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ
757δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ· καὶ τὸ μόνον εἶδος ἀνεξαρτησίας,
758κατὰ τὸν κ. Οἰκονόμου, εἶναι τὸ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν
759τοιαύταις περιστάσεσι τῆς Πατρίδος φροντίζειν καὶ ἀπο-
760πειρᾶσθαι καὶ ἄνευ μάλιστα ἀναμετρήσεως τῶν ἰδίων δυ-
761νάμεων, ὅπως τὸ πᾶν, τὸ ὁποῖον βλέπει ἐνώπιόν του, συντρί-
762ψῃ. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀνεξαρτησία, καὶ ὅστις δὲν ἀκολουθεῖ
763τοιαύτην γνώμην δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος· πρέπει νὰ παρα-
764κολουθήσῃ τὸν ἀξιοῦντα καὶ ἐπιθυμοῦντα ἐν τοιαύτῃ στιγ-
765μῇ νὰ συντρίψῃ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ· διότι ἄλλως, ἐὰν
766συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὰς
767δύο πτέρυγας, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, πιέζεται. Καὶ πιέζε-
768ταί τις ὄχι βεβαίως παρὰ τῆς μιᾶς μόνης πτέρυγος, ἀλλὰ
769καὶ παρὰ τῶν δύο, ὅταν καὶ αἱ δύο πτέρυγες ἐξέφρασαν τὴν
770αὐτὴν γνώμην. Κατὰ τὰς ἐννοίας τῶν λόγων τοῦ ἐξ Ἀτ-
771τικῆς βουλευτοῦ φαίνεται, ὅτι πρέπει ἀπὸ τὰ πάντα νὰ
772γίνωμεν ἀνεξάρτητοι, καὶ ἀπὸ τὴν λογικὴν ἀκόμη καὶ ἀπὸ
773τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ἐπιτρέπεται δὲ μόνον νὰ ἐξαρ-
774τηθῶμεν ἀπὸ τῆς ἰδέας αὐτοῦ! Ἀλλὰ, κύριοι, πιστεύω, μὲ
775ἠξιώσατε προσοχῆς τινος, λαβόντα τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου
776ν’ ἀγορεύσω ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ ἐγὼ ὑπέμνησα ὑμῖν ἐκεῖνο,
777τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουμουν-
778δοῦρος παρετήρησεν ἐντεῦθεν. Εἶπον δηλαδὴ δικαιολογη-
779μένη μὲν εἶναι ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ζητῇ
780μετὰ τὴν παράδοξον καὶ ἀδικαιολόγητον τροπὴν, τὴν ὁποίαν
781ἔλαβε προχθὲς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἀλλὰ
782πάλιν οὐδὲν πόρισμα θὰ ἐξήγετο ἐκ τῆς νέας ψηφοφορίας·
783διότι, ὅταν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγῃ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως
784νὰ δίδῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τί θὰ ἐξαγάγῃ ἤδη ἡ Κυ-
785βέρνησις; Ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ ζήτημά τι
786ἕτερον, ὡρισμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή,
787καὶ ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς τότε κυρίως ἀποφανθῆ, καὶ λέγω
788ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξυπακούεται οἴκοθεν, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν
789τότε θὰ εἶχεν ἀξίαν πλειοτέραν, ὅταν καὶ ἐκείνου τοῦ μέ-
790σου θὰ ἐγίνετο χρῆσις, τὸ ὁποῖον ἐζητοῦμεν, ὅπως ὅλαι αἱ
791γνῶμαι συνεισφερθῶσιν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅταν ὅμως
792γνώμη οὐδεμία συνεισφέρεται, ὅταν συζήτησις οὐδεμία πρό-
793κηται, ποίαν ἀξίαν ἔχει διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνη ἡ ἐμ-
794πιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἤθελε χορηγεῖ τις πρὸς οἱονδήποτε
795πολίτην Ἕλληνα; Θὰ ἦναι ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ πραγματική,
796ἡ δ’ ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως τῶν πραγμάτων; ἓν θὰ εἶναι αὐτή,
797διότι ἡ ἐπίγνωσις πραγμάτων, σχετικῶς τοὐλάχιστον πρὸς
798τὸ μέγα ζήτημα, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου! Θὰ ἦνε
799ἡ δυσπιστοῦσα ἐκείνη ἐμπιστοσύνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;
800δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τί ἐκ τῆς ψηφοφορίας θὰ ἐξα-
801χθῇ, διότι θὰ συναναμιχθῶσιν αἱ ψῆφοι. Λοιπὸν οὐδὲν πό-
802ρισμα θὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο καὶ
803ἐγώ, κύριοι, ὑπέδειξα προηγουμένως μᾶλλον ὡς οὐσιαστικῶς
804περιττὴν τὴν συζήτησιν ταύτην, ὡς περιττὴν τὴν πρόκλησιν,
805ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρόκηται νὰ ἀποφανθῇ ξηρῶς,
806ὅτι θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
807Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶπεν, ὅτι θέλει
808διατηρήσει τὴν Κυβέρνησιν. Εἷς μόνος ἀξιότιμος συνάδελ-
809φος συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ ταύ-
810την τὴν στιγμὴν νὰ ἀναδεχθῇ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, καὶ νὰ
811διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνώπιον ἡμῶν, ὁ ἀξιό-
812τιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν συνε-
813λάβομεν ἀκόμη τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ συντρίψωμεν τοὺς ἄλ-
814λους· ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν ταύτην, οὐδέποτε
815ἠθέλομεν φαντασθῆ, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται
816ἐνταῦθα, εἶναι ἄνδρες ἄχρηστοι εἰς τὸν Τόπον, καὶ ὅτι μό-
817νον κομῆταί τινες ἀναφαινόμενοι δύνανται νὰ ἀξιωθῶσι τῆς
818προσοχῆς τῶν πολιτῶν. Ἡμεῖς δὲν τείνομεν οὔτε κἂν νὰ
819ἐλέγξωμεν, οὔτε νὰ ἀδικήσωμεν· εἴμεθα μᾶλλον τεθλιμμένοι
820διότι βλέπομεν ἐν ἀχρηστίᾳ τόσας ἱκανότητας· ζητοῦμεν
821καὶ ἐπιδιώκομεν πάντοτε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνώσω-
822μεν ταύτας τὰς δυνάμεις. Πρὸς τοῦτο ἠθέλομεν νὰ εἴχομεν
823τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῶμεν καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν
824ἄλλην πτέρυγα. Καὶ δὲν νομίζω ἐγώ, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη
825πρὸς μίαν Κυβέρνησιν σημαίνει παραίτησιν ἀπὸ τῆς λογι-
826κῆς, ὅτι σημαίνει ἐξανδραποδισμὸν· δὲν νομίζω, ὅτι, ὅταν
827ἀπονέμῃ τις μίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν,
828θεωρεῖ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀναμάρτητος καὶ ὑπεράνθρωπος· τὴν
829ψῆφον ταύτην τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπονέμει τις βέβαια
830σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις, οὐδὲ ἐννοεῖ ἡ ψῆφος τῆς ἐμ-
831πιστοσύνης τὸ ἀπόλυτον ἐν τῇ δυνάμει, ἐν τῇ ἐπαρκείᾳ τῶν
832Κυβερνήσεων· οὐδὲ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἤθελέ τις ἀμφισβη-
833τήσει τὴν ἐμπιστοσύνην, καθ’ ὑπόθεσιν, πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
834γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἤθελεν εἴπει πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν
835εἶναι περιττὸν νὰ εἰσφέρωνται ἐνταῦθα τὰ φῶτα τόσων ἄλ-
836λων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ Αἰθούσῃ
837ταύτῃ, οὐδὲ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν
838ἤθελέ τις εἴπει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτι-
839κῶν, ὅτι ἤθελε νὰ εἰσφέρωνται καὶ τὰ φῶτα καὶ τῶν ἄλ-
840λων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὅπως πᾶσα ἔλλειψις ἀνορ-
841θωθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τάχιον· οὔτε ἤθελέ τις ἀμφισβητήσει
842τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν
843ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἐπιθυμῶ καὶ τὰ φῶτα συνεισφερόμενα καὶ
844ἄλλων εἰδικωτάτων περὶ τὰ οἰκονομικά. Ἀλλὰ τὰ φῶτα
845ὅλα δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ συνυπάρχωσιν ἐν τῇ
846Κυβερνήσει. Εἶναι δυσχερὲς, ἂν καὶ κατ’ ἐμὲ ἤθελεν εἶσθαι
847εὐκταῖον, ἐν ὁμοίαις μάλιστα περιστάσεσι, πάντα ταῦτα τὰ
848φῶτα νὰ συγκεντρώσῃ τις ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συγκροτήσει
849τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ ἂν εἶναι τοῦτο δυσχερὲς, δὲν νο-
850μίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ συνεισφερ-
851θῶσι, καὶ εἰς τοῦτο ἐσκόπει ἡ μυστικὴ συνεδρίασις. Καὶ ἂν
852ψέξω μέτρον τι τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἔχω τὴν
853ἰδιότητα ἐκείνην τοῦ ἐξηρτημένου, τὴν ὁποίαν τολμᾷ νὰ
854ἀπευθύνῃ εἰς οἱονδήποτε ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς· ἀλλὰ δὲν
855ἕπεται καὶ ὅτι προσλαμβάνω καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ αἴροντος
856ἐντελῶς τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν. Χάνω μό-
857νον τὴν ἰδιότητα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ περιποιουμένου, ἀλλὰ
858περὶ τῆς ἰδιότητος ταύτης οὐδέποτε ἐσκέφθην.
859Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμος δύναται νὰ ἔχῃ τὰς
860ἀξιώσεις του, δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας του, δύναται νὰ ὁμι-
861λῇ ἑκάστοτε ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος καὶ νὰ ὁμιλῇ μὲ τὴν
862στωμυλίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ ἡ ὁποία τῷ
863ὄντι ἐνίοτε μᾶς θέλγει· ἀλλὰ πρὶν λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν
864ζητημάτων ἰδίως ἐκείνων τῶν προσωπικῶν ἢ πολιτικῶν, τὰ
865ὁποῖα πολὺ τὸν γαργαλίζουν, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι δι’ αὐτὸν
866καὶ συμφέρον του νὰ προσέχῃ τοὐλάχιστον εἰς τὰς περὶ τῶν
867προσώπων ἐκτιμήσεις του· τὸ ἐναντίον, ἄν μοὶ ἐπετρέπετο
868νὰ τῷ δώσω γνωμοδότησιν, δὲν τὸν ὠφελεῖ. Ἤθελε πολὺ
869περισσότερον τὸν ὠφελήσει διὰ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώ-
870κει, ἡ προσοχὴ περὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν, ἡ
871ἀποφυγὴ τῆς διαστροφῆς, ἡ ἀποφυγὴ τοῦ νὰ καταπροδί-
872δεται, ἴσως ἐκ παραξηγήσεώς τινων, δι’ ἄλλα μεριμνῶν παρὰ
873δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μεριμνῶσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους
874εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἤθελε τὸ στάδιον αὐτοῦ προλειά-
875νει κάπως ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον. Δὲν πρέπει νὰ τὸ
876καθιστᾷ πλῆρες ἀκανθῶν, ἐνῷ ἀρχίζει νὰ πορεύεται εἰς τὸ
877στάδιον αὐτό. Ἐγὼ ἀποδίδων τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν
878εἰς ἰδιότητάς τινας πνευματικάς, τὰς ὁποίας ἔχει, εἰς στω-
879μυλίαν τινά, εἰς θάῤῥος τι, ἤθελον ἐγκαρδίως εὐχηθῆ νὰ ἀ-
880φαιρέσῃ, εἰ δυνατόν, ἐκεῖνα τὰ αἴτια ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἐκ προ-
881καταβολῆς συντελοῦσιν, ὥστε ἀντὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ περίστασις,
882ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι εὐτυχής, τοῦ νὰ συντριβῶσιν ἄλ-
883λοι ὑπ’ αὐτοῦ, εἶναι φόβος μήπως αὐτὰ φέρουν τὸ ἀποτέλε-
884σμα τοῦ νὰ συντριφθῇ ὁ ἴδιος, καὶ νὰ συντριφθῇ πρὶν ἀκόμη
885κἂν ἀναφανῇ εἰς τὸν ὁρίζοντα, ὥστε νὰ τὸν ἴδωμεν ἐντελῶς.
886§49Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῶν δέκα περὶ μυ-
887στικῆς ψηφοφορίας, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι σπουδαία,
888ἀλλ’ ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπε-
889στήριξαν εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἀπέδειξεν, ὅτι
890εἶχε σημασίαν καὶ σημασίαν σπουδαίαν. Ἕπεται λοιπὸν
891ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες αὐτὴν δὲν τὴν ὑπεστήριξαν οὔτε χά-
892ριν παιδιᾶς, οὔτε χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ
893δὲ ψηφοφορήσαντες εἶχον κἄτι τι εἰς τὴν κεφαλήν των καὶ
894ἔδωκαν τὴν ψῆφον αὐτῶν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως
895αὐτῆς διέγνωσα, ὅτι ἐπεδιώκοντο δύο τινά· οἱ μὲν ἐζήτουν
896μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἡσύχως ἀνεμασσήθη ἐνταῦθα πρὸ ἡμε-
897ρῶν, ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις ἀπαιτοῦν Οἰκουμενικὴν
898Κυβέρνησιν. Ἀφίνω ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε τοιαύτη Κυ-
899βέρνησις ὡς δοκιμὴ καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς, καὶ τοῦτο γνω-
900ρίζομεν πάντες· ἀλλ’ ἂν ἐζητήθη τότε Οἰκουμενικὴ Κυβέρ-
901νησις, ὑπῆρχον καὶ τὰ πρόσωπα νὰ τὴν ἀποτελέσουν, ὑπῆρ-
902χεν ὁ Κανάρης, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐμης,
903ὁ Δεληγεώργης, ὁ Τρικούπης καὶ ὁ Δηλιγιάννης. Δὲν ἠ-
904ξεύρω τώρα ἂν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν αὐτὴν τὴν Κυ-
905βέρνησιν. Ἂν φρονοῦν τινες, ὅτι ἡ ἐξοχότης τῶν προσώ-
906πων συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐπῆρε τις τὴν ὑπογραφὴν τοῦ
907Βασιλέως διὰ τὴν ὑπουργικὴν θέσιν δύω ἢ καὶ περισσότε-
908ρας φοράς, ἀλλ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν μόνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ
909Βασιλέως καθιστᾷ τὴν ἐξοχότητα τῶν προσώπων, ἢ ἔχωσιν
910ἰσχυροτέραν ἀνάγκην καὶ τῆς περὶ τούτου κυρώσεως τοῦ
911Ἔθνους. Τοῦ Βασιλέως τὴν ὑπογραφὴν εἶχεν ὁ Πάϊκος 20
912ἔτη, καὶ ἐν τοσούτῳ, ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυ-
913βέρνησις, οὐδεὶς τὸν ἐνεθυμήθη, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τῶν σχηματι-
914σάντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἶχε τόσων ἐτῶν τὴν Βασι-
915λικὴν ὑπογραφήν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τινὲς κινδυνεύουσι νὰ
916πάθωσιν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ βάτραχος, θέλων νὰ γίνῃ βοῦς. Λοι-
917πὸν ἡ τοιαύτη ἀπαίτησις τῶν μὲν ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων
918τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἦτο σφαλερά· οἱ δὲ ὑπεστήριξαν
919τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι εἶναι εἰρηνικοί, καὶ δὲν ἐ-
920τόλμησαν νὰ τὸ εἴπουν, ἀλλὰ τὸ εἶπον περιφραστικῶς. Τί-
921ποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον δὲν ἐζήτησαν ἀπὸ
922τὴν Κυβέρνησιν παρὰ νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ συμβολαιογρα-
923φικῶς, ὅτι θὰ νικήσῃ ἂν θὰ κάμῃ τὸν πόλεμον· τὸ κακὸν
924ὅτι δὲν ὥρισαν καὶ τὴν ποινικὴν ρήτραν διὰ τὴν τυχὸν μὴ
925ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου. Οἱ μὲν λέγουν:
926ποῦ εἶναι αἱ προπαρασκευαί; ἀφήσατέ μας ἐν μυστικῇ
927συνεδριάσει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τίποτε· οἱ δὲ ἦλ-
928θον ὡς οἱ κ. κ. Λεβίδης καὶ Μεσσηνέζης καὶ ἔλεγον φανερὰ,
929ὅτι τρέχομεν διὰ τοῦ πολέμου τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ἠ-
930πόρησα μάλιστα μὲ τὴν δειλίαν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ὅστις
931ἐζήτει ἄλλοτε νὰ ἐκστρατεύσωμεν κατὰ τῆς Αἰγύπτου διὰ
932νὰ αἰχμαλωτίσωμεν τὸν Ἀραβῆ (ἱλαρότης). Τινὲς ἐζήτη-
933σαν ἐπάνω κάτω νὰ τοῖς ἐγείρωμεν ἀπὸ ἓν πρόχωμα καὶ νὰ
934θέσωμεν ἀνὰ μίαν ἐνωμοτίαν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ εἰς τὰς
935οἰκίας των καὶ οὕτως ἐφαίνοντο ἱ εἰρηνικαὶ διαθέσεις εἰς
936τὰς ὁμιλίας των. Ὥστε δὲν ἦτο τυχαία ἡ ψηφοφορία τῶν
93736. Πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Οἰκονόμος, ὡς καὶ ὁ
938κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τὴν ἀ-
939πάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἠδύναντο νὰ κατακρί-
940νωσι καὶ νὰ καταψηφίσωσι καὶ τώρα κατὰ τῆς Κυβερνή-
941σεως· διότι ὅπως καὶ τότε, οὕτω καὶ τώρα ἐξακολουθοῦν νὰ
942φρονῶσιν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἐφρόνουν περὶ τῆς Κυβερνήσεως,
943πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν συμβιβάζονται. Ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ οἱ
944ἴδιοι—ὄχι πάντες οἱ 36, διότι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι 6–7 ἐκ
945τῶν 10—λέγουν, ὅτι μετενόησαν, διότι κατέκριναν τὴν Κυ-
946βέρνησιν, εἰς ἣν ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνην, ὁ κ.
947Πρωθυπουργὸς θέτων ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν ἔχει δίκαι-
948ον· καθόσον, ἐνῷ εἶναι ὀρθὸν εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ
949ζητῇ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις
950διὰ νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ ἀνέτως, οὐχ ἧττον ὅμως, ἀφοῦ
951διὰ τῆς μετανοίας τῶν 30 ἐκ τῶν 36 φαίνεται ἐξασφαλι-
952σμένη ἡ πλειοψηφία, ἡ περαιτέρω δοκιμασία αὐτῶν εἶναί
953τι σκληρόν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ συγχωρήσῃ
954τριάκοντα πταίσαντας πρὸς αὐτὸν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς, τοῦ ὁ-
955ποίου εἶναι λάτρης, οὔτε ἕνα μετανοήσαντα ὀπαδόν του ἠ-
956θέλησε νὰ τιμωρήσῃ, ἀφοῦ ἔπταισε διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς
957πρὸς τὸν ἀρχηγόν του πεποιθήσεως. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω
958καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει πλέον ἰσχυρὸν δι-
959καιολόγημα νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
960§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν ὀρθῶς καὶ
961δικαίως καὶ φιλοτίμως ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ
962τὴν φανερὰν ταύτην συζήτησιν, ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν μυστικὴν
963ἐδήλωσα, ὅτι θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον, διὰ τοῦτο καὶ μόνον εἶ-
964μαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω δημοσίᾳ τὴν ἐμὴν γνώμην.
965Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτη-
966σαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἐν ἀρχῇ, καὶ κυρίως δὲν ἐζή-
967τησαν ταύτην ἀμφιβάλλοντες περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερ-
968νήσεως ἀπροκαλύπτως καὶ καθαρῶς, οὐδὲ ἐζήτησαν τὴν μυ-
969στικὴν συνεδρίασιν, ἵνα ἀνακοινωθῶσιν εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς
970τὴν Βουλὴν ὅλην, ἔστω καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ἂν τυ-
971χὸν ὑπάρχωσι διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις· διότι ἐν-
972νοοῦσι καὶ γινώσκουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι εὐθὺς
973ὡς αἱ διαπραγματεύσεις αἱ διπλωματικαὶ γίνονται θέμα
974ἔστω καὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἐπειδὴ ἀδύνατον εἶναι καὶ
975τὰ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει γινόμενα νὰ μὴ λάβωσιν ὁ-
976πωσδήποτε δημοσιότητά τινα, αἱ διπλωματικαὶ διαπραγ-
977ματεύσεις τίθενται ὑπὸ συζήτησιν δημοσίᾳ, καὶ τοιουτο-
978τρόπως οὐδαμῶς δύνανται αὗται νὰ ἐπιτυγχάνωσι, διότι
979τὰ Κράτη, πρὸς ἃ αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται εἰς τοιαύτας
980διαπραγματεύσεις, ἀμφιβάλουσι πλέον περὶ τῆς ἐχεμυθίας
981τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν. Ἐνόουν ὅμως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐ-
982ζήτησαν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ὅτι καθῆκον ὑπέρτα-
983τον πρὸς τὴν Πολιτείαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ζη-
984τουμένας πληροφορίας τοιαύτας, αἵτινες οὔτε τὰς διπλω-
985ματικὰς διαπραγματεύσεις διακυβεύουσιν, οὔτε τὸ συμφέ-
986ρον καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἐπικρατείας ἀπειλοῦσιν. Ἀλλ’
987ἐπανειλημμένως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ
988τοιαύτας ἀνακοινώσεις δύσκολον μὲν εἶναι εἰς αὐτὸν νὰ ποιή-
989σηται. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὁπωσδήποτε δύναται νὰ δώσῃ τι-
990νὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἴδομεν τὸν κ. Πρω-
991θυπουργὸν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει βεβαιοῦντα, ὅτι ἄν
992περὶ τούτων τῶν δευτέρων πρόκηται, τοιαύτας ἀνακοινώσεις
993δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλ-
994λοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγομαι
995καὶ ἐγώ, οἵτινες ἐπιεικεστέραν ἀκόμη γνώμην εἶχον· εἶχον
996τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἄν ἦναι πεφωτι-
997σμένη, ὅσον καὶ ἄν ἦναι φιλόπατρις, καὶ περὶ τούτων οὐ-
998δεὶς ἀμφιβάλλει, καθῆκον ἔχει ὑπέρτατον πρὸς τὴν Πολι-
999τείαν νὰ ἀκούῃ τὴν γνώμην μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δυ-
1000ναμένων νὰ γνωρίζωσι γεγονότα, συνδεόμενα πρὸς τὸ συμ-
1001φέρον τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξαν ἀξιότιμοι στρατιωτικοὶ συνά-
1002δελφοι, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ
1003Ἠλείας, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, οἵτινες ἐδήλω-
1004σαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπεθύμουν ἐν μυστικῇ συνε-
1005δριάσει νὰ ἐκθέσωσι τοιαῦτα πράγματα πρὸς αὐτήν, ἅτινα
1006εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σημείωσιν καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς
1007γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις, δεχομένη τὴν
1008πρώτην γνώμην, δὲν ἐδύνατο ἢ νὰ δεχθῇ πολὺ περισσότερον
1009τὴν δευτέραν, ἥτις ἦτο μᾶλλον ἐπιεικής· καὶ πάντες ἐπί-
1010στευον, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως ἤ-
1011θελον κλεισθῇ πάλιν αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἠθέ-
1012λομεν ἀκούσει ἐνταῦθα ἀναλυόμενα ζητήματα, σχέσιν ἔχοντα
1013πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ διὰ τοῦτο παρέ-
1014στημεν θεαταὶ εὐχαρίστου γεγονότος, σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς
1015Βουλῆς ἐγειρομένης καὶ θελούσης τὴν μυστικὴν συνεδρία-
1016σιν. Ἐνθυμοῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὶς ἐθέσατε τὸ ζήτημα,
1017καὶ σύσσωμος ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς
1018μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ αἴφνης ἀκούομεν, ὅτι ἐγείρε-
1019ται ζήτημα Ὑπουργικόν. Ἴσως συνεννόησίς τις τοῦ ἀξιο-
1020τίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν προϊστάμενον
1021αὐτοῦ ἠνάγκασε τὸν δεύτερον, θέλοντα νὰ κολακεύσῃ καὶ
1022περισώσῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ πρώτου, νὰ θέσῃ ζήτημα
1023Ὑπουργικόν. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν τοῦτο συμβαί-
1024νει· ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτε, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε ζήτημα Ὑ-
1025πουργικόν, εὐθὺς ὡς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ.
1026Καλλιγᾶς, ἐδήλωσεν, ὅτι θεωρεῖ ἑαυτὸν προσβεβλημένον ἔκ
1027τινος ψηφοφορίας ἐπὶ νομοσχεδίου τινός, ὁ ἀξιότιμος ἀρχη-
1028γὸς τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, τότε δὲ Πρωθυπουργός, ἔ-
1029θηκε ζήτημα Ὑπουργικόν, ὅτε καὶ παρέστημεν εἰς θέαμα
1030κωμικὸν βουλευτοῦ, ψηφίσαντος πρῶτον μὲν κατὰ τοῦ νομο-
1031σχεδίου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, καὶ ἔπειτα ὑπέρ. Ἐννοῶ τὸν κ.
1032Ζέγγελην, τὸν μακαρίτην.
1033§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀπέθανεν.
1034§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς βουλευτής.—Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς,
1035οἵτινες ἐζητήσαμεν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐξετελέσαμεν,
1036τὸ καθ’ ἡμᾶς, τὸ ἡμέτερον καθῆκον. Δυνάμεθα νὰ πλανώ-
1037μεθα, ἀλλὰ ἐπράξαμεν τοῦτο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν
1038παντὶ θάῤῥει. Παριστάμεθα πρὸ πολλοῦ θεαταὶ μακρῶν συ-
1039νεδριάσεων, καὶ μεθ’ ἡμῶν παρίσταται θεατὴς τούτων καὶ
1040ὁ ἐλεύθερος καὶ ὁ δοῦλος Ἑλληνισμός· καὶ ἀκούομεν τὸν
1041μὲν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγοντα, ὅτι
1042ψέγει τὰ μέτρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ οὐδεμίαν
1043εὐθύνην δέχεται αὐτός, ἀλλὰ συγχρόνως καθῆκον ἔχει, ἰσχυ-
1044ρίζεται, νὰ μὴ προβάλλῃ αὐτὸς τὰ ἴδια αὐτοῦ μέτρα. Ἀλλ’
1045ἔχομεν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, προτείνοντα τὰ
1046ἴδια μέτρα· ἔχομεν καὶ παρατεταμένας συνεδριάσεις ἐπὶ δύο
1047μῆνας, ἀσκόπους πολλὰς ἐξ αὐτῶν καὶ ματαίας, ἐνῷ τὰ
1048ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδυνεύουσι καὶ δια-
1049κυβεύονται.
1050Ὑπάρχουσι λοιπὸν βουλευταὶ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, μὴ ἀ-
1051νήκοντες βεβαίως εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1052σεως, ἀλλ’ ἴσως ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας αὐτῶν, ἢ τῶν περι-
1053στάσεων μὴ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ τὴν πτέρυγα
1054ταύτην, ὅσην ὑπόληψιν καὶ ἂν ἔχωσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν
1055αὐτῆς. Μεταξὺ δὲ τούτων εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς. Ὑπάρχουσι
1056μέλη εἴτε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, εἴτε εἰς ἐκείνην, ἅτινα
1057ἐν τοιαύτῃ ἀμφιβολίᾳ δὲν δύνανται εὐθαρσῶς καὶ ἐν ἐπι-
1058γνώσει νὰ δηλώσωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν γνώμην. Δὲν γνω-
1059ρίζομεν τί ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τε τοὺς ἐκλογεῖς καὶ
1060τὸ Ἔθνος, τὸ τε ἐλεύθερον καὶ δοῦλον. Ἔχομεν τὸν ἀρ-
1061χηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σιωπῶντα δίκην ἰχθύος, ἐνῷ
1062καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ὑψίστης θέσεως,
1063ἣν κατέχει, καὶ τῶν φώτων καὶ τῆς φιλοπατρίας, ἂν δὲν
1064ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην καὶ δὲν
1065ἀποδέχεται τὰ μέτρα αὐτῆς, ὀφείλει, νομίζω, νὰ ἀνέλθῃ τὸ
1066βῆμα καὶ νὰ προτείνῃ τὰς ἰδίας γνώμας. Δύναται νὰ
1067μὴ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι καλῶς γνωρίζει,
1068ὅτι εἰς τοῦτο θέλει ἡττηθῆ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν
1069γνώμην αὑτοῦ καὶ περὶ τῶν ἐσωτερικῶν μέτρων τῆς Κυ-
1070βερνήσεως καὶ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀπέναντι τοῦ ἀρ-
1071χηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυ-
1072βερνήσεως, ὅστις δὲν γνωρίζω διὰ ποίους ἀνωτέρους ἢ μυ-
1073στικοὺς λόγους θέλει νὰ ἔχῃ παροῦσαν τὴν Βουλήν, βω-
1074βὴν καὶ μὴ δυναμένην νὰ γνωρίζῃ τὶ τρέχει. Θέλει παρα-
1075τεταμένας συνεδριάσεις. Παριστάμεθα δὲ θεαταὶ καὶ ἀκροα-
1076ταὶ ἡμερησίας διατάξεως, εἰς ἣν, καί τοι πρόκειται περὶ
1077ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς Πατρίδος, βλέπομεν ἀναγε-
1078γραμμένον νομοσχέδιον περὶ τοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας
1079Τήνου καὶ περὶ τῶν ὑδραγωγείων τοῦ Ναυπλίου. Ἡμεῖς
1080δὲ διαποροῦμεν καὶ δὲν γνωρίζομεν ἐν τοιαύτῃ ἐπισήμῳ
1081στιγμῇ τί μέλλομεν νὰ πράξωμεν.
1082Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω οὐδένα. Δύνανται ἐκεῖνοι,
1083οἵτινες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, νὰ εὑρί-
1084σκωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ δικαίῳ, θέλοντες σήμερον
1085νὰ ψηφίσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν συμμε-
1086ρίζομαι ὅμως καὶ τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
1087ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Οἰκονόμου, καὶ διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐ-
1088λάχιστον, δὲν θέλω καταψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως, διότι
1089καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἐδήλωσα καὶ ἤδη δηλῶ,
1090ὅτι ἐὰν κακοδαιμονῇ ὁ τόπος, ἓν ἐκ τῶν μεγίστων αἰ-
1091τίων ὑπῆρξεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις· καταδικάζων δὲ
1092διὰ τῆς ψήφου μου τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δύναμαι
1093νὰ φέρω εἰς τὰ πράγματα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου
1094βουλευτὴν, ὅπερ ἀπεύχομαι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ
1095ὑπερασπισθῶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δεικνύει,
1096ἂν οὐχὶ ἄλλο, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς φίλους
1097αὑτῆς, καὶ δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ τῆς γνώμης αὐτῶν. Δύ-
1098ναται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ κ. Οἰκονό-
1099μου, νὰ καταψηφίσῃ τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονεῖ, ὅτι,
1100καταψηφίζων ταύτης, δύναται νὰ πλάσῃ δι’ ἑαυτὸν μέγα
1101ἀνάστημα καὶ ἓν μέλλον. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὅστις δὲν ἔχω τοι-
1102αύτας ἰδέας, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ διὰ τοὺς ἐν τῇ μυ-
1103στικῇ συνεδριάσει λόγους καὶ διὰ τοὺς ἤδη ῥηθέντας νὰ
1104ἀρνηθῶ ψῆφον.
1105§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1106§54Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Μετ’ ἀπορίας εἶδον τὸν κύριον Πρωθυπ-
1107ουργὸν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ποῖοι οἱ λόγοι; Μή-
1108πως διότι οἱ 36 ἐθεωρήθησαν καταψηφίσαντες αὐτοῦ, ὡς
1109ζητήσαντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν; Διατὶ ἐζητήθη ἡ μυ-
1110στικὴ συνεδρίασις; ἐζητήθη αὕτη, διὰ νὰ ἐξετασθῶσι τὰ
1111τοῦ στρατοῦ πράγματα, τὰ ὁποῖα κατά τινας δὲν βαίνουσι
1112καλῶς, καὶ διὰ νὰ γίνωσιν ἑπομένως γνωστὰ τὰ ἐλλεί-
1113ποντα, διορθωθῶσι δὲ τὰ κακῶς πεπραγμένα, ἂν ἀποδει-
1114χθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι ὑπάρχωσι τοιαῦτα· ἐνῷ δὲ κατ’
1115ἀρχὴν παρεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πρότασιν, αἴ-
1116φνης μετέβαλε γνώμην.
1117Ἐπειδὴ ἡ θέσις μου εἶναι κατά τινα τρόπον ἐξαιρετικὴ,
1118ὀφείλω κατὰ πρῶτον νὰ δικαιολογήσω τὴν προχθεσινὴν
1119ψῆφόν μου, προσθέτω δὲ ἀπὸ τοῦδε ὅτι θὰ καταψηφίσω τῆς
1120προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ μὴ γίνῃ ἡ μυστικὴ
1121συνεδρία. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν προεβάλετο
1122ἤθελον ἀκολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν περιμένων νὰ φωτισθῶ
1123ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔμελλον νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ
1124ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐκεῖνος ἦτο ἡ ἀφορμὴ τῆς
1125προτάσεως τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, τῶν προτεινάν-
1126των αὐτὴν μὴ θεωρούντων ἁρμόζον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις
1127αὕτη ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1128γὸς: πῶς, ἀφοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐνεκρίνατε τὴν πορείαν τῆς Κυ-
1129βερνήσεως, ἔρχεσθε τανῦν νὰ ζητήσητε λόγον ἀπ’ αὐτῆς;
1130Μικρὸν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Πρωθυ-
1131πουργὸς, θελήσας ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν
1132Κυβέρνησιν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ,
1133τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, προ-
1134σέτι δὲ καὶ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν πεπραγ-
1135μένων, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καλέσῃ μετὰ τῶν ἄλ-
1136λων εἰς τὴν σύσκεψιν. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου Πρωθυ-
1137πουργοῦ, λαβὼν τὸν λόγον μόνος, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι,
1138μεταξὺ ὅλων, εἶπον ὅτι τὰ γενόμενα δὲν εἶναι τοιαῦτα,
1139ὥστε νὰ ἐνσταλάξωσι τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι
1140σπουδαίως ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς προπαρασκευῆς
1141τοῦ Ἔθνους. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ μὲ ἀκούσῃ μετά τινος
1142προσοχῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς ἀπάντησιν ἔπραξεν ἐκεῖνο,
1143τὸ ὁποῖον συνειθίζει νὰ κάμνῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις,
1144νὰ εἰρωνευθῇ τουτέστι τοὺς λόγους μου. Τοσούτῳ δὲ μᾶλ-
1145λον ἤλπιζον νὰ μὲ ἀκούσῃ, καθόσον ὡς φίλος εἶπον αὐτῷ
1146τὰ κατ’ ἐμὲ πρέποντα, νὰ συζητήσῃ αὐτὰ καὶ ὠφεληθῇ
1147μάλιστα, ἐπανορθῶν τὰ ἐσφαλμένα, ἐὰν ἀπεδεικνύοντο τοι-
1148αῦτα. Τούτου μὴ γενομένου, δὲν δικαιοῦται ὁ κύριος Πρωθ-
1149υπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον μετέβαλον γνώ-
1150μην, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξα-
1151κολουθῶμεν παρέχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὰ τυ-
1152φλά. Καὶ ὅμως παρέμεινα εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολι-
1153τεύσεως, ὅπως ἴδω βελτιουμένην τὴν κατάστασιν τῶν πραγ-
1154μάτων, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν τοιοῦτον εἶδον, ὑπεστήριξα τὴν
1155περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως πρότασιν, ὅπως συζητηθῶσιν ἐν
1156ἐκτάσει καὶ ἐλευθέρως τὰ στρατιωτικὰ πράγματα.
1157Εἰς τὴν ἀπάντησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκε προχθὲς ὁ κ.
1158Πρωθυπουργὸς μὲ λύπην μου εἶδον, ἀντὶ νὰ συζητήσῃ
1159μετ’ ἐμβριθείας καὶ ἀταραξίας τὸ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο σπου-
1160δαῖον τοῦτο ἀντικείμενον τῶν στρατιωτικῶν, παρ’ οὗ ἐξαρτᾶ-
1161ται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἅπαντος, ἀ-
1162πήντησε πάλιν μετ’ εἰρωνείας λέγων, ὅτι ζητοῦμεν τὸν τε-
1163τραγωνισμὸν τοῦ κύκλου καὶ τοὺς Μόλτκε. Ὄχι, κύριε Πρω-
1164θυπουργέ· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πῶς κάλ-
1165λιον νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν Πατρίδα, καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν
1166εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς ἀπαντήσετε δι’ εἰρωνειῶν.
1167Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καὶ μόνος, εἰς ὃν ἀνεθέσα-
1168μεν τὴν τύχην τῆς Πατρίδος, εἶναι πάνσοφος, εὑρίσκεσθε
1169εἰς μεγάλην ἀπάτην, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν φέρω τὴν μαρ-
1170τυρίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμα-
1171νίας, πρὶν δὲ καθηγητοῦ τῆς στρατιωτικῆς τέχνης εἰς τὴν
1172ἐν Βερολίνῳ στρατιωτικὴν Ἀκαδημίαν, ὅστις ἐν τῷ κλα-
1173σικῷ συγγράμματί του περὶ ὑπηρεσίας τῶν ἐπιτελῶν
1174λέγει ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀλαζονεία ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1175Στρατιωτικῶν ἀξίωσις νὰ ζητῇ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν
1176τὰ πάντα, ἰδίως δὲ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπι-
1177τελείου. Οὐδεὶς εἶναι ἱκανὸς εἰς τοῦτο, λέγει, καὶ ἐξαιρε-
1178τικοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται νὰ γνωρίζωσι
1179πάντα ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν προπαρασκευὴν εἰς πόλε-
1180μον. Καὶ σήμερον τί γίνεται παρ’ ἡμῖν ἢ τὸ κατ’ ἐξαί-
1181ρεσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γερμανίας,
1182διότι ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος κρέμαται ἀπὸ τὴν γνώμην
1183τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ μόνου; Καὶ ἔχω μὲν τὴν καλλιτέραν περὶ
1184αὐτοῦ ἰδέαν, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ τόσα
1185πράγματα ἐξ ὅσων σύγκειται ὁ στρατός. Ὁ Ὑπουργὸς
1186τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει μόνον γενικήν τινα γνῶσιν τῶν
1187πραγμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ ἰδίᾳ ἴσως καὶ τοῦ ὅπλου, εἰς
1188τὸ ὁποῖον ἀνῆκε, στερεῖται ὅμως τῶν γνώσεων τῶν το-
1189σούτων κλάδων, ἐξ ὧν σύγκειται ὁ στρατός· ἀλλὰ καὶ ἂν
1190κατεῖχε ταύτας ὁ Ὑπουργὸς, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐνασχο-
1191λῆτε εἰς λεπτομερείας, ἀσχολούμενος εἰς τὰ Κυβερνητικὰ
1192ἔργα καὶ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, προσέτι δὲ οὗτος δυ-
1193νατὸν νὰ εἶναι ἀποκύημα τῆς πολιτικῆς. Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα
1194λέγει αὐτὸς ὁ διδάσκαλος τῆς στρατιωτικῆς Ἀκαδημίας
1195ὁ καὶ Ὑπουργὸς τὰ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμανίας τί
1196πρέπει νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς διὰ τὸν ἑαυτόν μας;
1197Λοιπὸν, κύριοι, εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πρω-
1198θυπουργοῦ ἔχει τὸν τόπον της, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ
1199ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ν’ ἀνα-
1200βληθῇ μέχρι τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.
1201§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξαίφνης ὡς βόμβα ἐῤῥίφθη εἰς τὸ
1202Κοινοβούλιον ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἀνάγ-
1203κη νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
1204γνώμην μου, διότι ἔλαβον τὴν τιμὴν πλέον ἢ ἅπαξ νὰ ἐκ-
1205θέσω ταύτην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ εἰς συνεδρία-
1206σιν, καθ’ ἣν τῆς ἀνατομίας ἐγένετο μεγίστη χρῆσις πρὸς ἔ-
1207ρευναν τῆς ἐννοίας τῶν δέκα ψήφων, τῶν καταψηφισάντων
1208ἄλλοτε εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ
1209Λόγου, καὶ τῶν 36 ψήφων τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς προτά-
1210σεως πρὸς συγκρότησιν μυστικῆς συνεδριάσεως, εἰς συνεδρία-
1211σιν, καθ’ ἣν βουλευτικαί τινες πλειάδες, αἵτινες ἀρτίως ἐνε-
1212φανίσθησαν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος, ἐνδέχεται νὰ ὑπε-
1213ρέβησαν καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ἐπιστήμης, ὅπως φανῶσιν
1214ὡς συγκείμεναι ἐκ πλειοτέρων ἀστέρων, οὕτω δ’ ἐνδέχεται
1215νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ψήφων ἑκάστων, ἀ-
1216ναγκάζομαι δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην, ἣν εἶ-
1217χον, ἔχω καὶ θὰ ἔχω, διότι τὴν γνώμην μου καὶ ἄλλοτε ἐ-
1218ξέφρασα καὶ πολὺ ἐπιθυμῶ αἱ περιστάσεις νὰ διαψεύσωσι τὰ
1219παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
1220Εἶχον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν
1221ὁποίαν εἶχον, ὅταν εἰσῆλθον ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ταχθῶ δηλα-
1222δὴ εἰς ἐκεῖνο τὸ κόμμα, οἷον δήποτε καὶ ἂν ἦτο, τὸ ὁποῖον ἐ-
1223ξέφραζεν ὡρισμένως ἓν πρόγραμμα ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, ἵνα
1224διαφύγωμεν τὸν ἐπαπειλοῦντα ἡμᾶς κίνδυνον· εἰσῆλθον εἰς
1225τὴν Βουλὴν ἄνευ προκαταλήψεως, ἐννοῶν ν’ ἀφεθῇ τὸ πα-
1226ρελθὸν εἰς τὴν ἱστορίαν, ἕως ὅτου ἀνοιχθῶσιν αἱ βίβλοι καὶ
1227ὅτε θέλει ἐξετασθῆ τὸ παρελθὸν ἑκάστου ὁπωσδήποτε ὑπευ-
1228θύνου, ἀλλ’ ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἐνεστῶ-
1229τος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος.
1230Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἐταράχθη κατὰ
1231τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἐργασίαν ἐκ τοῦ συμβάντος ἐν
1232Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, καθῆκον εἶχεν ὡς ἐντολοδόχος νὰ
1233καλέσῃ τὸν ἐντολέα λαόν, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπίαν,
1234νὰ συγκαλέσῃ ἄλλαις λέξεσι τὴν Βουλὴν εἰς συνέχειαν τῆς
1235τακτικῆς Συνόδου ἢ ἔστω καὶ ἔκτακτον Σύνοδον τηλεγρα-
1236φικῶς, ἐντὸς δὲ δέκα ἡμερῶν νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα ἂν
1237ὄχι ὅλοι οἱ Ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ βεβαίως μέγας ἀριθμὸς τῶν
1238Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οἵτινες νὰ ἐρωτηθῶσιν ἐπισήμως
1239περὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Τόπου, πρὸ παντὸς ἄλλου διαβή-
1240ματος.
1241Ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ
1242οἱ συνάδελφοί του, εἶχε λήξει, διότι ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις
1243τὴν ἀνέλαβε· τὰ ἐπελθόντα συμβάντα μετέβαλον τὰ πράγ-
1244ματα. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον οἱ κυβερνῶντες αὐτοὶ πρῶτοι
1245ἀναγκαζόμενοι ὑπὸ τῶν πραγμάτων, πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς
1246ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, πρὸ
1247παντὸς ἐκτάκτου μέτρου, πρὸ τῶν ἀγορεύσεών των ἐκ τῶν
1248παραθύρων καὶ τῶν ἐξωστῶν, νὰ ἐκφράσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν
1249Ἀντιπροσωπείαν τὴν γνώμην των, καὶ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς
1250αὐτὴν ὡρισμένον σχέδιον.
1251Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, τρεῖς τρόποι ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν
1252ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν· ἢ εὐθὺς ἐπωφελούμε-
1253νοι τῆς γυμνότητος τῶν ὁρίων ἐκ Τούρκων στρατιωτῶν μὲ
1254τὸν ὀλίγον μὲν, ἀλλὰ γεγυμνασμένον ὅπως δήποτε στρα-
1255τὸν, κατηρτισμένον ἐκ τῶν ἐνόντων κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον,
1256χρησιμεύοντα ὡς πυρῆνα, καὶ ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ταρα-
1257χῆς καὶ τῆς ῥήξεως, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ πρά-
1258ξωμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα ἐν τῇ πεποιθήσει, οὐχὶ ὅτι ἠθέλομεν
1259εὕρει τὰ πάντα εὔκολα καὶ ῥόδινα, ἀλλ’ ἐν τῇ βεβαιότητι,
1260δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ νὰ δημιουργήσωμεν γεγονότα πρὸς ἐ-
1261ξέτασιν ὑπὸ τῆς Διπλωματίας, ἀντιτάσσοντες τόλμημα Ἑλ-
1262ληνικὸν εἰς τὸ Βουλγαρικὸν τόλμημα· θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν
1263τότε νὰ καταλάβωμεν τὴν γραμμὴν, ἣν διέγραψαν οἱ ἰσχυ-
1264ροὶ τῆς γῆς ὡς Ἑλληνικὴν ἐν Βερολίνῳ, καὶ νὰ προβάλω-
1265μεν εὐλόγως τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν
1266κατορθώσει ἂν οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ σώσωμεν τὴν ἐ-
1267θνικὴν τιμήν.
1268Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἴσως, ὅτι διάβημα
1269τοιοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πολὺ τολμηρὸν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο προ-
1270τιμότερον νὰ εἴχομεν πρὸ πάσης ἐνεργείας ἑτοιμάσει οὐχὶ
1271προπαρασκευὰς τακτικὰς, διότι ἀτυχῶς παρῆλθε πλέον
1272πρὸ πολλοῦ ὁ χρόνος πρὸς τοιαύτας—μολονότι ἑκατοντά-
1273δες ἑκατομμυρίων ἐθυσιάσθησαν ματαίως πρὸς τοῦτο —πα-
1274ρῆλθε, λέγω, ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἤδη, ὅτε
1275εὑρέθημεν εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὰς παρα-
1276σκευὰς τῶν τελευταίων στιγμῶν πρὸς ταχίστην ἐνέργειαν.
1277Ἡ δευτέρα σκέψις, κατ’ ἐμὲ, εἶνε καὶ διαρκοῦντος τοῦ χει-
1278μῶνος νὰ ἐνεργήσωμεν, ἵνα μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἀ-
1279νωφελῶς αἱ διπλωματικαὶ εὐκαιρίαι· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ πε-
1280ριπτώσει βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι κατά τι χεί-
1281ρων ἢ ἐὰν ἀμέσως ἐνεργοῦμεν, πρῶτον ἕνεκα τῆς ἀναμίξεως
1282τοῦ γεγυμνασμένου στρατοῦ μετὰ τοῦ ἀγυμνάστου, καὶ δεύ-
1283τερον ἕνεκα τοῦ χειμῶνος. Ναὶ μὲν δὲν πρόκειται νὰ ἐνερ-
1284γήσωμεν εἰς ξένην ἐντελῶς Χώραν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ θέ-
1285σις ἡμῶν, ἐπιδιωκόντων ἐπίθεσιν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ἤθελεν
1286εἶσθαι οὐχὶ τόσον καλή.
1287Τρίτη σκέψις ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἐὰν ἐκρίνετο, ὅτι οὔτε τὸ
1288πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ τὸν δεῖνα
1289ἢ δεῖνα λόγον. Ἐὰν προεβλέπετο τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐνερ-
1290γείας, διαρκοῦντος τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ τοῦ χειμῶνος, τότε
1291ἀντὶ τῶν 17 ἢ 18,000 στρατιωτῶν, οὓς εἴχομεν, φρόνιμον
1292θὰ ἦτο νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν 40 χιλιάδες ἢ 50,000,
1293ἀλλὰ καλῶς ἐξησκημένον, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν
1294δυνάμεις τὸ ἐπέτρεπον, νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στρατὸν αὐ-
1295τὸν καὶ νὰ τὸν ἀναβιβάσωμεν μέχρι τῶν 80,000. Ἀλλὰ
1296τοιοῦτο σχέδιον θὰ παρουσίαζεν ἄλλην δυσκολίαν, ὅτι αἱ
1297διπλωματικαὶ περιστάσεις ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι, διότι
1298ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς μεγαλειτέρας δυσχερείας οἰκονομικῶς.
1299Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συντηρήσω-
1300μεν τοιοῦτον στρατὸν καὶ ἂν ἔχωμεν τοιαύτας δυνάμεις,
1301ὥστε, ἐπερχομένης τῆς ἀνοίξεως, νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα
1302οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἰσὶν αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις, ἐὰν
1303δηλαδὴ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἀκλόνητοι καὶ νὰ παλαί-
1304σωμεν ἐναντίον οἱωνδήποτε προσκομμάτων, δημιουργοῦντες
1305ἐν ἀνάγκῃ ἡμεῖς αὐτοὶ ζήτημα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Δι-
1306πλωματία ἤθελε τυχὸν ἔχει κλείσει τὸν λογαριασμὸν τῶν
1307Βουλγάρων, ἐὰν εἴχομεν στερεὰν ἀπόφασιν νὰ καταδεί-
1308ξωμεν εἰς τὸν Τόπον τοῦτο σαφῶς, νὰ ἐννοήσῃ δὲ καὶ ὁ
1309ἐχθρὸς ἡμῶν, ὅτι ἠθέλομεν ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα, οἱαιδήπο-
1310τε καὶ ἐὰν εἰσὶν αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις, οἱαδήποτε
1311καὶ ἐὰν ἦτο ἡ κατάστασις τῶν λοιπῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ
1312Λαῶν. Ἄλλαις λέξεσι νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἓν
1313ὡρισμένον καὶ σαφῶς προδιαγεγραμμένον σχέδιον.
1314Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὸ τόλμημα νὰ
1315προβῇ εἰς ἡμιτελῆ μέτρα ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς,
1316τοῦθ’ ὅπερ βεβαίως θέλει ἔχει μεγάλας συνεπείας διὰ τὸν
1317Ἑλληνισμόν· τὰ δὲ Κυβερνητικὰ μέτρα φαίνεται, ὅτι ἀποῤ-
1318ῥέουσιν ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Ῥέουτερ καὶ τοῦ Χα-
1319βᾶς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ βαδίζῃ ἓν
1320βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἓν βῆμα
1321πρὸς πόλεμον καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὴν εἰρήνην, ἢ μὲ μίαν λέ-
1322ξιν πρὸς τὸν εἰρηνοπόλεμον. Ὅλαι αὐταὶ αἱ κινήσεις καὶ
1323ὅλαι αἱ ἐνέργειαι φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἕνα ὡρισμένον
1324σκοπὸν ἐκ τῶν τριῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, εἷς τῶν ὁποίων
1325φρονῶ, κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ.
1326Ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν
1327καὶ οὕτως ἔφερε ταραχὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας·
1328κηρύττει τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν,
1329πότε; μετὰ 25 ἡμέρας, ἐνῷ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς
1330πρώτης εἰδήσεως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἠδύνατο νὰ εἶνε
1331παροῦσα καὶ νὰ δηλώσῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, ἵνα
1332λάβῃ ὡρισμένην εὐθύνην, πρὶν ἢ τὸ Ἔθνος ἐκτεθῇ ἠθι-
1333κῶς καὶ ὑλικῶς. Αὕτη ἤθελεν ἔλθει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς
1334Ἑλλάδος καὶ ἤθελεν ἐκφράσει τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ
1335Τόπου καὶ ἤθελε παραδεχθῆ ὡρισμένον σχέδιον.
1336Ἴσως ἐν τούτοις, ἐσκεπτόμην, ὑπάρχει σχέδιον, τὸ
1337ὁποῖον ἐγὼ ὁ μύωψ δὲν βλέπω, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπανα-
1338λαμβάνω, ἐγὼ, ὅστις δὲν ἐνόουν τὸν λόγον τῆς βραδύ-
1339τητος τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, εἰσῆλθον ἐνταῦθα
1340ἄνευ προκαταλήψεως, ἐλπίζων, ὅτι θέλω ἀκούσει τὴν γνώ-
1341μην τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντι-
1342πολιτεύσεως, ἥτις καὶ εἶχε καὶ ἔχει καθῆκον ἀπαραί-
1343τητον νὰ ἐκφρασθῇ, καὶ ἤθελον οὕτω καταλήξει εἰς τὸ
1344συμπέρασμα ποίαν ὁδὸν ὀφείλω νὰ ἀκολουθήσω. Βεβαίως
1345δὲν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνή-
1346σεως ὅλα τὰ μυστήρια τὰ διπλωματικά, ἀλλ’ ὡς ἀν-
1347τιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἐδικαιούμην νὰ μάθω τὰ κυρι-
1348ώτερα σημεῖα τοῦ σχεδίου αὐτῆς ἐν μυστικῇ συνεδριά-
1349σει. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν δειχθῆ ἐχθροὶ τῆς
1350Πατρίδος, οὔτε δικαιοῦταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς ἠδυ-
1351νάμεθα νὰ προδώσωμεν τὸ μυστήριον. Ὀλίγον φῶς ῥίψατέ
1352μας, δύο λέξεις εἴπατέ μας.
1353Αἱ πρῶται ἐντυπώσεις δὲν ἦσαν καλαὶ εἰς ἐμέ· ἤλπι-
1354ζον τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐκφράσει
1355ὡρισμένην γνώμην, ἀλλ’ ἠπατήθην. Εὔχομαι δὲ καὶ τὸ ηὐ-
1356χόμην ἐγκαρδίως νὰ μὴ μετανοήσῃ ὁ νῦν διευθύνων τὴν
1357Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν τοιαύτην πολιτικήν. Φρονῶ ὅμως,
1358ὅτι θέλει μετανοήσει καὶ ὅτι ὁ Τόπος σπουδαίως θὰ αἰ-
1359σθανθῇ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, διότι
1360δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κόμμα τοιοῦτον νὰ λέγῃ πρὸς τὴν
1361Κυβέρνησιν: δὲν εὑρίσκω καλὰ τὰ μέτρα, δὲν ἐμπιστεύομαι
1362τὴν Κυβέρνησιν, σιωπῶ ὅμως· δὲν σᾶς λέγω τώρα ἐκεῖνα
1363τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γίνωσι, θὰ σᾶς τὰ εἴπω εἰς τὸ μέλλον.
1364Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ
1365κ. Πρωθυπουργοῦ, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολο-
1366γίαν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
1367Λόγον, ἀφοῦ ἐματαιώθησαν οἱ κόποι ἐμοῦ καὶ ἄλλων περὶ
1368τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, ὅπου ἠδυνάμεθα ἀδελφικῶς καὶ
1369ἐν ὁμονοίᾳ νὰ ἐκφρασθῶμεν. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι
1370εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, περιορίζομαι δὲ μόνον
1371σήμερον νὰ δηλώσω ὅ,τι καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει προ-
1372χθὲς ἐδήλωσα καὶ εἶπον, ὅτι θὰ τὸ δηλώσω καὶ ἐν τῇ φα-
1373νερᾷ συνεδριάσει: ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἀδικαιο-
1374λογήτως νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κυριώτερα
1375στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν πεποιθήσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω
1376ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι ἕτοιμος
1377νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα κατὰ τὴν
1378συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ ὅταν ὁ ἀξιότιμος βου-
1379λευτὴς Ἠλείας ἀπηύθυνε παράκλησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠ-
1380θέλησε νὰ μᾶς εἴπητε ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρα-
1381τοῦ καὶ τοῦ στόλου, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ ῥητῶς
1382καὶ ὡρισμένως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει συζήτησιν περὶ τῆς κατα-
1383στάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι
1384ἐπιτετραμμένον νὰ δίδω ἀνεξελέγκτως τὴν ψῆφόν μου εἰς
1385τὴν Κυβέρνησιν. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι συνάδελφοι ἔχοντες
1386τοσοῦτον ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
1387ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι μεταξὺ αὐτῶν· ἐσυνείθισα νὰ δυσπιστῶ,
1388ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πᾶσαν Κυ-
1389βέρνησιν, διότι τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα στηρίζεται εἰς
1390τὴν πρὸς τοὺς Κυβερνῶντας δυσπιστίαν.
1391Ἐνόσω δὲν γνωρίζω τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ
1392τοῦ στόλου διὰ νὰ μορφώσω τὴν πεποίθησίν μου, ἐνόσω ἐκ
1393τῶν φαινομένων, τὰ ὁποῖα βλέπω μὴ ὢν μεμυημένος τῶν μυ-
1394στηρίων τῆς Διπλωματίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, σχηματίζω
1395τὴν γνώμην, ἐνόσω δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκο-
1396πεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀφεύκτως πρὸς ὄφελος τοῦ Τόπου, ἔστω
1397καὶ ἠθικὸν, ὅλα αὐτὰ τὰ δυσβάστακτα βάρη, τὰ ὁποῖα
1398θέλουσιν ὑποχρεώσει ὄχι μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὰς
1399μελλούσας γενεὰς, ὅτι θέλουσιν ἀποβῆ ταῦτα ὑπὲρ τοῦ
1400μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, ἐνόσω δὲν βλέπω ὡρισμένον τι
1401σχέδιον ἵνα κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοὐλάχιστον ὁ Τόπος ἐκπλη-
1402ρώσῃ τὸ καθῆκον ἀξιοπρεπῶς καὶ τελεσφόρως, δὲν δύναμαι
1403νὰ ψηφίζω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξετάστως. Διὰ τοὺς
1404λόγους τούτους, κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω τὴν
1405γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
1406εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Λυποῦμαι δὲ καὶ
1407λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἐκεῖνοι οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐκ-
1408φράσωσι γνώμην, ἥτις ἠδύνατο ν’ ἀκουσθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ
1409καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, μένουσι σιωπηλοί, καὶ νο-
1410μίζουσιν ὅτι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν διὰ τῆς σιγῆς
1411ἢ διὰ τῆς ψήφου ὁμοίας ἐκείνης, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν ἀπάν-
1412τησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Καὶ τότε δὲν ἐπείσθην καὶ
1413ἤδη δὲν πείθομαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυ-
1414βέρνησιν.
1415§56Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶπον, κύριοι, κατὰ προηγουμένην
1416πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ περιήγαγε τὰ
1417τῆς Πολιτείας εἰς ὃ σημεῖον ἤδη ὑφίστανται, ἐπὶ ξυροῦ
1418ἀκμῆς, ἰλιγγιᾷ ἤδη, διστάζει, δειλιᾷ καὶ κυμαίνεται μεταξὺ
1419τοῦ ἐμπρὸς ἢ ὀπίσω. Μεγαλειτέραν τούτου ἀπόδειξιν ἀδύ-
1420νατον νὰ ἔχῃ τις τῆς ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως προ-
1421κυπτούσης.
1422Χθὲς ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ, ψηφοφορίας γε-
1423νομένης, ὑπερτέρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἀντιπολίτευσιν κα-
1424τὰ 60 περίπου ψήφους. Δὲν ἀρκεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν
1425ψηφοφορίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ὑποβάλλει σήμερον ζήτημα ἐμ-
1426πιστοσύνης καὶ ἀπώλεσεν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρον τὴν σημερι-
1427νὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ μεγάλου ζητήμα-
1428τος: πρέπει νὰ τεθῇ ἢ περιττὸν νὰ τεθῇ ἐκ νέου ζήτημα
1429ἐμπιστοσύνης.
1430Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν
1431τὴν μεγάλην, ἣν ἔχει· δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν σύμπραξιν μετ’
1432αὐτῆς τῆς συντεταγμένης Ἀντιπολιτεύσεως. Θέλει τί; τὴν
1433παμψηφίαν. Δὲν δύναται, λέγει, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον
1434νὰ διευθύνῃ τὰ κοινά, νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτός, ἐὰν
1435δὲν ἔχῃ περὶ αὐτὸν τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, συγκινοῦσαν καὶ
1436ὑποκύπτουσαν εἰς ὅλας τὰς θελήσεις του, πεφωτισμένας
1437ἢ μή.
1438Κύριοι, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν εὐθύνην νὰ
1439διοικῶσι τὰ ἔθνη, νὰ προβαίνωσιν εἰς τολμήματα, ὁποῖα εἶ-
1440ναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προέβη, δὲν πρέπει
1441νὰ διστάζωσιν, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες ἀποκρούουσι τὰς
1442ἰδέας των καὶ δὲν ἔχουσι παμψηφίαν. Δὲν διστάζουσι, διότι
1443ἐξενέγκονται ἀμφιβολίαι περὶ τῆς πολιτικῆς των· δὲν σπεύ-
1444δουν νὰ κλονίζωσι τὰς εἰς τὴν πολιτικήν των πεποιθήσεις,
1445προκαλοῦντες ἀδιακόπως ζητήματα ἐμπιστοσύνης· δὲν ἀ-
1446φίνουν τὸ φρόνημα τοῦ Κοινοβουλίου νὰ καταπίπτῃ, εἰς
1447συζητήσεις σκαιὰς καταγινόμενοι καὶ καταναλίσκοντες τὸν
1448χρόνον εἰς τὸ νὰ διδάσκωσιν ἐν οὐ δέοντι τὰ καθήκοντα τῆς
1449Συμπολιτεύσεως ἢ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ πράττουν
1450καὶ πράττουν πυρετωδῶς καὶ δὲν χάνουν οὐδεμίαν στιγμήν,
1451ἣν νὰ μὴ ἀφιερώνωσιν εἰς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπι-
1452διώκουσι.
1453Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διστάζει, δὲν τολμᾷ, αἰσθάνεται
1454ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπεχείρησεν, εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνά-
1455μεών της· δὲν τολμᾷ νὰ βαδίσῃ οὔτε ἐμπρός, οὔτε ὀπίσω,
1456καὶ καταφεύγει εἰς σκαιὰς συζητήσεις, ὅπως πλάσῃ ἀφορ-
1457μήν, ἵνα ἐκπέσῃ τῆς Ἐξουσίας καὶ ἀποβάλῃ τὴν εὐθύνην
1458τὴν βαρυτάτην, διότι ἔφερε τὰ πράγματα τοῦ Τόπου εἰς
1459τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἵστανται.
1460Πρέπει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην νὰ ἐκ-
1461φράσωσι τὴν γνώμην των, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὴν μὴ
1462ἐκδηλουμένην θέλησιν τῶν φίλων των, καὶ νὰ βαδίσωσιν
1463ἐμπρὸς ἢ ὀπίσω καὶ νὰ σώσωσι τὸν Τόπον, τὸν ὁποῖον πε-
1464ριήγαγον εἰς θέσιν λίαν ἐπισφαλῆ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχουν
1465τὴν τόλμην αὐτήν, καὶ διὰ τοῦτο λέγω πρὸς τὸν κύριον
1466Πρωθυπουργὸν τό: «Οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον».
1467§57Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὀφείλω νὰ
1468ἐπαναλάβω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον,
1469ἀποτεινόμενος εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας κύριον
1470Κρεστενίτην, ὅτι οὔτε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐγένετο συνεδρίασίς τις
1471ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, οὔτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ εἰς πο-
1472λιτικὰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν περὶ μυ-
1473στικῆς συνεδριάσεως πρότασιν, ἢ ψηφοφορήσαντας ὑπὲρ
1474αὐτῆς.
1475Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν
1476Βουλήν. Ἡ ψηφοφορία τοῦ παρελθόντος Σαββάτου εἶναι
1477γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοι-
1478νοβουλίου ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαγράψῃ, ὕστε-
1479ρον μάλιστα ἀφ’ ὅσα δημοσίᾳ σήμερον ἐῤῥέθησαν περὶ αὐτοῦ.
1480Καθὼς γνωρίζετε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων
1481τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· ὁμολογῶ δέ, ὅτι δὲν
1482ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις, οὔτε νὰ ζη-
1483τήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας τινὰς ἢ διασα-
1484φήσεις. Ἀλλὰ ὅτε ἤκουσα δύο ἀξιοτίμους συναδέλφους ἄν-
1485δρας εἰδικοὺς περὶ τὰ στρατιωτικά, τὸν ἀξιότιμον βουλευ-
1486τὴν Ἠλείας κύριον Κρεστενίτην καὶ τὸν ἔγκριτον βουλευ-
1487τὴν Κηθύρων κύριον Κορωναῖον, βεβαιοῦντας τὴν Βουλὴν
1488ἐπισήμως, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρωσιν εἰς φῶς περιστατι-
1489κὰ καὶ νὰ ἀνακοινώσωσι γνώμας, αἱ ὁποῖαι θέλουν φωτίσει
1490καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἔχουσι νὰ
1491ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διαφόρους πληροφορίας, ἐ-
1492νόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησιν περὶ μυστι-
1493κῆς συνεδριάσεως· διότι ἐθεώρησα εὔλογον νὰ δοθῇ πᾶσα
1494εὐκολία εἰς τοὺς συναδέλφους μας ἐκείνους νὰ εἴπωσιν ὅσα
1495ἐνόμισαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέσωσι δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βή-
1496ματος τούτου, διότι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι ἐν-
1497δεχόμενον νὰ βλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐφρόνουν καὶ
1498φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῖς χορηγηθῇ ἡ ἐλευθερία νὰ δηλώ-
1499σωσιν ὅ,τι αἰσθάνονται καὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
1500νησιν οἱανδήποτε πληροφορίαν, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἐννοῶ, ὅτι
1501καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐξαναγκασθῆ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις,
1502τὰς ὁποίας φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ.
1503Ὑπεστήριξα λοιπὸν τὴν αἴτησιν περὶ μυστικῆς συνεδριά-
1504σεως καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ αὐτῆς, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς
1505ψηφοφορίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ
1506ἐγὼ, εἶχον καὶ τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1507γὸς· διότι, ὅτε δὶς προσεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Βου-
1508λὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἀποδέχεται ἢ ὄχι τὴν πρότασιν περὶ
1509μυστικῆς συνεδριάσεως, ἠγέρθησαν τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς καὶ
1510παρεδέχθησαν τὴν πρότασιν· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐζητήθη
1511ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ παραδόξως ἐψήφι-
1512σαν μόνον 36 ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, οἱ δὲ ἄλλοι κα-
1513τεψήφισαν. Εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς ψηφοφορίας ἕκαστος εἶ-
1514ναι κύριος νὰ δώσῃ οἱανδήποτε θέλει πολιτικὴν ἔννοιαν· τὸ
1515κατ’ ἐμὲ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον κατὰ νοῦν νὰ δώσω οὐδε-
1516μίαν πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφόν μου, καθόσον φρονῶ,
1517ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ γεννῶνται πολιτικὰ
1518ζητήματα. Ἐν τούτοις ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1519γόν, ὅτι τὴν ψῆφον, τὴν δοθεῖσαν ἐκ μέρους 36 βουλευτῶν,
1520τὴν θεωρεῖ ψῆφον δυσπιστίας, καὶ ἐπειδὴ παρετήρησεν, ὅτι
1521ὅλαι σχεδὸν αἱ 30 ἐκεῖναι ψῆφοι ἀνῆκον εἰς τὴν πτέρυγα,
1522ἥτις τὸν ὑποστηρίζει, φέρει ἐνώπιόν σας ὑπουργικὸν ζήτημα
1523καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι ἐμ-
1524πιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄν τῷ ὄντι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1525γὸς ἔδωκε τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφον τῶν 36, νομίζω,
1526ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ σήμερον καὶ νὰ θέσῃ ζήτη-
1527μα ὑπουργικόν. Κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ τὰς ψήφους
1528τῶν 36 εἰς τὰς ψήφους ἐκείνας, τὰς ὁποίας γνωρίζει, ὅτι, καὶ
1529τοι δοθεῖσαι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν,
1530καὶ νὰ κρίνῃ ἂν μένουν ἀκόμη εἰς αὐτὴν ἀρκεταὶ ψῆφοι, ὥ-
1531στε νὰ ἐξακολουθῇ διατηρῶν τὴν θέσιν, εἰς ἣν κάθεται.
1532Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, δὲν ἔπραξε τοῦτο, μένει δὲ εἰς αὐτὸν
1533ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ψῆφοι ἐκεῖναι ἐνέφαινον δυσπιστίαν, δὲν ἐν-
1534νοῶ πῶς θέλει ἐξαγάγει ἑαυτὸν ἀπὸ τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν
1535ἀνησυχίαν, εἰς ἣν ἐτέθη, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ
1536ἡ ψηφοφορία, ἣν προκαλεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν
1537ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι, ὅταν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης,
1538πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἀποφαίνονται ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου,
1539ὄχι διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ
1540διότι νομίζουν, ὅτι δὲν εἶνε ἡ κατάλληλος στιγμὴ διὰ νὰ
1541ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο βλέπομεν
1542πολλάκις τοὺς ἀξιοῦντας νὰ διαδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν,
1543ἤτοι τὴν συντεταγμένην Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ
1544τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζει, ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ἡ
1545ὥρα τῆς διαδοχῆς. Ἐπίσης καὶ ἄλλοι βουλευταί, οἵτινες
1546δὲν ἀξιοῦν οὔτε προσδοκοῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐξουσίαν,
1547ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς καθεστώσης Κυβερνήσεως, διότι νομίζουν,
1548ὅτι δὲν πρέπει, ἢ ὅτι δὲν εἶνε συμφέρον νὰ ἐπέλθῃ Κυβερ-
1549νητικὴ μεταβολή. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν κατὰ τί θέλει ὠφε-
1550λήσει σήμερον ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ζη-
1551τεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν ἐνθυμοῦνται,
1552ὅτι πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπουρ-
1553γικώτατον καὶ πολιτικώτατον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀ-
1554παντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βου-
1555λή, μὴ ἐξαιρουμένης οὔτε τῆς πτέρυγος ταύτης, ἐψήφισεν
1556ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι εἶχε ἐμπιστοσύνην πρὸς
1557τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι δὲν εἶνε
1558καιρὸς νὰ διαδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ
1559ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ σήμε-
1560ρον ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἔννοιαν,
1561οὔτε δύναται νὰ ἐξαγάγῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς καὶ πάντα
1562ἄλλον ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν, εἰς ἣν ἀδίκως, κατ’ ἐμὲ, τὸν ἐνέ-
1563βαλεν ἡ ψηφοφορία τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Ἂν ὅμως
1564ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν του, καὶ ἐπιμένῃ νὰ
1565θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, καθὼς σᾶς εἶπον,
1566δὲν ἔδωκα οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, οὔτε εἰς τὴν ὑπο-
1567στήριξιν τῆς προτάσεως ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν μυ-
1568στικὴν ψηφοφορίαν, οὔτε εἰς τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκαν ὑπὲρ
1569αὐτῆς, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου.
1570§58ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, εἷς ἐκ τῶν 36, οἵτινες ἐψή-
1571φισαν ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, ὄχι δι’ ἄλλον λό-
1572γον εἰμὴ διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1573τικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν ἀφορῶσαν εἰς τὸ Ἀρ-
1574χηγεῖον Ἄρτης. Ἐνόμισα δὲ ὅτι εἰς γενικὴν συνεδρίασιν
1575δὲν δύναμαι νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸν Ὑ-
1576πουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ὅμως περιεστράφη καὶ
1577περιεπλάκη τὸ ζήτημα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, καὶ
1578παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς
1579Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἤκουσα οὐδὲν ἄλλο πρόγραμμα νὰ
1580ἐκτυλιχθῇ διὰ νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ ἐκείνου.
1581§59Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθηκαν
1582καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἰδίως ὁ κ. Χατζόπουλος, καίτοι
1583ὢν ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συ-
1584νεδριάσεως καὶ ἐκ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ αὐτῆς, θὰ ψηφίσω
1585σήμερον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο
1586πράττων δὲν ἀντιφάσκω καθόλου εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἔδω-
1587κα προχθὲς διὰ τῆς ψήφου μου, οὔτε ἐννοῶ ὅτι ἀποδοκιμά-
1588ζω τὴν πρότασίν μου περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ὅταν
1589ὑπέγραψα τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως μετ’
1590ἄλλων ἐννοοῦμεν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας καὶ ἐξη-
1591γήσεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ βλάψωσι τὸ Ἐ-
1592θνικὸν ζήτημα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ὠφελήσωσιν αὐτό· ἐννοῦ-
1593μεν κυρίως νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις περὶ τῆς παραδόξου
1594ἀληθῶς στάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ
1595καθόλου δὲν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ἡ ἰδέα τῆς πρὸς τὸ
1596Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἐπίστευον ὅτι διὰ τῆς ψη-
1597φίσεώς μου σήμερον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ γεν-
1598νηθῇ ἡ ἐλαχίστη περὶ τοῦ ἀνεξαρτήτου τοῦ χαρακτῆρός
1599μου ἀμφιβολία, ἤθελον καταψηφίσει αὐτήν.
1600§60ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ψηφίσας καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς συνε-
1601δριάσεως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς
1602τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου μου. Ἐψήφισα ὑπὲρ
1603τῆς μυστικῆς συνιδριάσεως, καθόσον παρετήρησα, ὅτι πολλοὶ
1604τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐδήλωσαν ῥητῶς, ὅτι ἤθελον
1605νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ περὶ τῆς κατα-
1606στάσεως τοῦ στρατοῦ, κατὰ συνέπειαν ἐθεώρουν κάκιστον νὰ
1607στερηθῶμεν τῶν πολυτίμων ἐκείνων πληροφοριῶν, αἵτινες
1608ἔμελλον νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τινων ἐκ
1609τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ ἰδίως παρὰ τῶν στρατιωτικῶν, οἵ-
1610τινες εἶνε εἰς θέσιν καλλιτέραν παντὸς ἄλλου νὰ πληροφο-
1611ρήσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώ-
1612ρας. Προχθὲς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπο-
1613κρούει τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀκολούθως οὐ μόνον
1614ἀπέκρουσε ταύτην, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἔθεσε
1615τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ καταψηφίσω τὴν Κυ-
1616βέρνησιν, ἣν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ὑποστηρίζει, διότι δὲν γνω-
1617ρίζω προπάντων τὰς ἐνεργείας της. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ
1618παραπονώμεθα κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν σιω-
1619πὴν αὐτῆς· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ καθῆκον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρ-
1620νησις σιωπᾷ ἐπίσης εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ ἀκού-
1621σωμεν ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες πρὸ πάν-
1622των εἶνε οἱ καταλληλότατοι διὰ νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς
1623περὶ τῶν συμπολιτῶν μας, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς τά-
1624ξεις τοῦ στρατοῦ, διότι εἴμεθα συνυπεύθυνοι καὶ ἡμεῖς οἱ
1625ἀντιπρόσωποι ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μας, οἵτινες ἔστει-
1626λον τὰ τέκνά των εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐκ
1627τούτου πολλαὶ οἰκογένειαι σήμερον δὲν ἔχουσιν ἄρτον πρὸς
1628συντήρησίν των. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἤμην ὑπὲρ τῆς
1629μυστικῆς συνεδριάσεως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προτα-
1630θῇ καὶ ἐκ νέου, θὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἐν-
1631νοῶ ὅτι πρέπει καὶ σήμερον νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνη-
1632σιν, ἀφοῦ δὲν τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ
1633ὡρισμένου προγράμματος καὶ ἀφοῦ σύμπασα ἡ Βουλὴ ὑπο-
1634στηρίζει αὐτὴν ἤδη. Ἄν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ μάθῃ
1635ὁποία εἶνε ἡ ἀληθὴς δύναμίς της, ὤφειλε πρῶτον νὰ ἀπο-
1636δεχθῇ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐκτυλιχθῶσι κατ’
1637αὐτὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἴπωσιν ἡμῖν οἱ ἔν-
1638τιμοι συνάδελφοι, καὶ τότε θὰ ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστο-
1639σύνης πραγματικόν. Σήμερον ὅμως ὅπως ἔχουν τὰ πράγμα-
1640τα, ὑποστηρίζουσιν ὅλοι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀγνοῶ ἂν
1641τὴν ὑποστηρίζωσιν ἐκ πεποιθήσεως ἢ ἀκολουθοῦντες τὸ ρη-
1642τὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει «μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον».
1643§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς συζητήσεως δὲν εἶχον οὐδ’ ἔχω σκο-
1644πὸν νὰ μετάσχω, διότι καὶ αὐτὸς ὁ προτείνας τὸ ζήτημα,
1645περὶ οὗ πραγματευόμεθα, ἐζήτησε νὰ μὴ μετάσχωμεν, εἰ-
1646πὼν, ὅτι ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τῆς πλειοψηφίας, ἥτις μέ-
1647χρι τοῦδε ὑπεστήριζε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλει νὰ διευκρινή-
1648σῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτε μάλιστα αἱ τέως γενόμεναι ψη-
1649φοφορίαι δὲν ὑπῆρξαν ἐπαρκεῖς πρὸς τοῦτο· διότι ἐν ταῖς ψη-
1650φοφορίαις ἐκείναις μετεῖχεν αὐτῶν καὶ τὸ Τμῆμα τῆς Βου-
1651λῆς, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν, ὅτι προσωπικῶς δὲν ἔχει ἐμπι-
1652στοσύνην πρὸς τοὺς νῦν κυβερνῶντας, ἀλλὰ ψῆφον κατ’ αὐ-
1653τῶν δὲν δίδει. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ἐπὶ τῆς
1654ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ἡ συντεταγμένη
1655Ἀντιπολίτευσις ἔδωκε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαν-
1656τήσεως, οἷον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτρο-
1657πῆς τῆς Βουλῆς. Δοῦσα δὲ τοιαύτην ψῆφον, τρανῶς ἐξήγη-
1658σεν, ὅτι δίδει αὐτὴν, οὐχὶ διότι ἀποδέχεται τὸ κείμενον τῆς
1659ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλὰ διότι θεωρεῖ
1660τὴν ψηφοφορίαν ὡς περιέχουσαν ζήτημα ὑπουργικὸν, θεω-
1661ρεῖ δὲ τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ὡς ἀκα-
1662ταλλήλως τιθέμενα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρει τότε, θεω-
1663ρεῖ καὶ ἤδη τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα ὡς ἀκαταλλήλως τι-
1664θέμενα καὶ θέλει ἐξακολουθεῖ θεωροῦσα αὐτὰ ὡς ἀκαταλ-
1665λήλως τιθέμενα ἐνόσῳ αὐτὴ δὲν διστάσῃ περὶ τῆς γνώμης
1666τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
1667Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς,
1668οἵα ὑπῆρχε καὶ πρότερον, τοιαύτη περίπου ὑπάρχει καὶ σή-
1669μερον ὑπὲρ τοῦ νῦν Ὑπουργείου. Ἐνόσῳ δὲν λάβῃ ἀφορ-
1670μὰς ἵνα πιστεύσῃ τὸ ἐναντίον, θέλει πράξει τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ,
1671ἵνα παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον ὑπουργικῶν ζητημάτων ἐν τῇ
1672Βουλῇ. Τὴν πρόοδον ταύτην ὅσον δύναται ἐμποδίζει, μὴ
1673μετέχουσα συζητήσεων τοιούτων ζητημάτων· ἂν δὲ αὐτὴ ἡ
1674πλειοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, θεωρῇ πρέ-
1675πον ἐν τοιούτοις ζητήμασι νὰ παρατείνῃ τὰς συνεδριάσεις
1676καὶ θεωρῇ ὅτι τοιουτοτρόπως παρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν
1677Κυβέρνησιν, τοῦτο εἰς ἐκείνην ἀνήκει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις
1678θεωρεῖ, ὅτι ἐν ὥρᾳ, οἵαν διανύομεν σήμερον, ἡ Κυβέρνησις
1679δέον νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἀνωτέραν ἐκείνης, ἥτις εἶναι ἀ-
1680ναγκαία ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, ὅτι πλὴν τῆς ἐμπιστοσύ-
1681νης, ἣν χορηγοῦσιν εἰς αὐτὴν ἐκ πεποιθήσεως οἱ ἀνήκοντες
1682εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, δέον νὰ ἀπολαμβάνῃ
1683καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπο-
1684στηρίζει τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ
1685ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν δύναται ὡς ἐκ τῆς ἐλ-
1686λείψεως ἀριθμητικῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀντικα-
1687ταστήσῃ αὐτήν, δὲν θεωρεῖ πρέπον, λέγω, ἐνόσῳ τοιαύτη
1688ὑπάρχει κατάστασις, νὰ φέρῃ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυ-
1689βερνήσεως.
1690Ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι νὰ δίδῃ ἐν τῇ
1691Βουλῇ δημοσίᾳ ἢ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει γνώμας πρὸς τὴν
1692Κυβέρνησιν, διότι ἂν ἔδιδε τοιαύτας γνώμας, θὰ προεκά-
1693λει συζητήσεις καὶ θὰ προεκάλει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστο-
1694σύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ ἐπικρίνῃ
1695τις τὰ γενόμενα, χωρὶς νὰ φθάσῃ ἀληθῶς εἰς τὸ ζήτημα
1696τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἄν τυχὸν — διότι περὶ
1697τούτου δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω — ἂν τυχὸν φρονῶμεν,
1698ὅτι κακῶς διεξήχθησαν ἔργα τινὰ μέχρι τοῦδε, ὅτι κακῶς
1699διεξάγονται, καὶ περὶ τούτου ἠθέλομεν φέρει ζήτημα ἐνώ-
1700πιον τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν ἔπειτα
1701εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐξηγη-
1702θῶμεν διὰ συζητήσεως καὶ διὰ ψηφοφορίας περὶ ἐμπιστο-
1703σύνης; Ὅτε ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβον
1704τὸν λόγον βουλευταί, προτιθέμενοι ν’ ἀποφύγωσι πᾶν τὸ δυ-
1705νάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἔριδας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ
1706μετεχειρίσθησαν οὗτοι τὴν λέξιν «σημαία» καὶ ἐπειδὴ μετε-
1707χειρίσθησαν τὴν λέξιν «παρελθόν», ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρω-
1708θυπουργοῦ ἐπὶ δύω ὥρας ἀπαντῶντος εἰς τὰς βραχείας ἀ-
1709γορεύσεις ἐκείνων καὶ προκαλοῦντος τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα.
1710Ὅταν τοιαύτας ἔχωμεν ἀποδείξεις περὶ τοῦ ἀδυνάτου νὰ
1711θιγῶσι τὰ μεγάλα ζητήματα, περὶ ὧν σήμερον βουλευό-
1712μεθα, χωρὶς νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸ ὑπουργικὸν ζήτη-
1713μα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ θεωροῦντες τὰ ὑπουργικὰ
1714ζητήματα ὡς μὴ ἐπιτρεπόμενα, νὰ ἔλθωμεν σήμερον, προ-
1715καλοῦντες δι’ ἐκθέσεως γνωμῶν συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ;
1716Ἔχοντες ἄρα τοιαύτην γνώμην, θεωροῦντες ὅτι ὀφείλομεν,
1717ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀριθμητικῆς δυνά-
1718μεως νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφεί-
1719λομεν, λέγω, νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτήν, τὴν ὑποστήριξιν
1720ταύτην θέλομεν παράσχει καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Θὰ
1721παρείχομεν αὐτὴν, δίδοντες καὶ τὴν ψῆφον, ἣν ζητεῖ τὸ Ὑ-
1722πουργεῖον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, ἀλλ’ ὁ κ.
1723Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τοιαύτη ψῆφος θέλει
1724βλάψει τὸ Ὑπουργεῖον, διότι θέλει ἐπέλθει σύγχυσις τῆς
1725ψήφου ἡμῶν πρὸς τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἵτινες δίδουσιν αὐτὴν
1726ὑπὸ ἔννοιαν ὅλως διάφορον τῆς ἡμετέρας. Ἵνα διευκολύνω-
1727μεν ἄρα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ἵνα δυνηθῇ
1728αὕτη νὰ λύσῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τὸ ζήτημα, τὸ ὁ-
1729ποῖον νομίζει ὅτι ἐτέθη, θέλομεν τῇ παράσχει καὶ τὴν
1730πρόσθετον εὐκολίαν τοῦ νὰ ἀπόσχωμεν ἐντελῶς τῆς τοιαύ-
1731της ψηφοφορίας, νὰ μετάσχωμεν δὲ αὐτῆς μόνον ἐφ’ ὅσον
1732εἶναι τυχὸν ἀναγκαῖος ἀριθμός τις ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολι-
1733τεύσεως πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαρτίας. Ἡμεῖς δὲν ἐλά-
1734βομεν ἀφορμήν, ἵνα πρεσβεύωμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔ-
1735παυσε φρονοῦσα περὶ Κυβερνήσεως ὅσα ἐφρόνει μέχρι τοῦδε·
1736ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν
1737κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐξακολουθῇ φρονῶν, ὅτι ἔχει
1738ἀνάγκην ψήφου, οὐχὶ τῆς Βουλῆς κυριολεκτικῶς, ἀλλὰ τῆς
1739πλειοψηφίας, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἀπολαύει τῆς ὑποστηρί-
1740ξεως αὐτῆς, ἧς εἶναι βέβαιος ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν διὰ τῶν
1741ψήφων ἡμῶν παρεμποδίσει ὅπως γνωρίσῃ ὁποία εἶναι ἡ
1742γνώμη τῆς πλειονοψηφίας καὶ γνωρίσῃ τοῦτο διὰ τρόπου
1743ἐντελῶς ἐπισήμου καὶ ἀνεπιδέκτου ἀμφιβολίας. Τὸ καθ’ ἡ-
1744μᾶς, εἶπον, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς πλειοψη-
1745φίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται,
1746ἐὰν ἔχῃ ἐνδοιασμοὺς, νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τούτου ἀπόφα-
1747σιν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐπειδὴ ζητεῖ αὐτὴν διὰ τοιούτου τρό-
1748που, τουτέστιν ἄνευ ἀναμίξεως τῶν ψήφων τῶν ἀντιπολι-
1749τευομένων, θέλομεν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν νὰ λάβῃ τὴν ψῆ-
1750φον ταύτην διὰ τοιούτου τρόπου.
1751§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω
1752περὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν
1753συντεταγμένην Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπι-
1754κρίνω τὴν πολιτείαν αὐτῆς, καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐ-
1755ρευνήσω οὐδὲ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτε-
1756ται, οὐδὲ περὶ τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει, οὐδὲ περὶ
1757τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Ἂν ἤθελεν ἔλθει
1758στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν
1759διανοημάτων ἢ τῶν διαβημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔ-
1760πρεπε πρὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἢ ἀμέσως κατὰ τὴν στιγ-
1761μὴν ἐκείνην νὰ τραπῶ τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα ἄγουσαν
1762καὶ νὰ καταθέσω τὴν Ἀρχήν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι Πο-
1763λιτικὸν Σωματεῖον, ἔχον ἰδίαν ζωὴν, λειτουργοῦν καθ’ ὃν
1764τρόπον κρίνει προσῆκον, ἢ συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα
1765αὐτῆς. Ἀλλ’ οὐδὲ ἐπὶ τῆς συμπράξεως αὐτῆς ἠδυνάμην
1766νὰ στηρίξω τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν πρόοδον τῆς Κυβερ-
1767νήσεως, οὐδὲ ἐπὶ τῆς ἀνοχῆς αὐτῆς. Καθ’ οἷον δήποτε
1768τρόπον καὶ ἂν πολιτεύηται, ὅ,τι ἂν κρίνῃ, τὸ πράττει ἐπ’
1769ἰδίῳ αὐτῆς κινδύνῳ, ὡς καὶ ἡ πλειοψηφία καθ’ οἷον δή-
1770ποτε καὶ ἂν πολιτευθῇ τρόπον ἢ καθ’ οἷον δήποτε
1771τρόπον ἤθελε κρίνει, θέλει τὸ πράξει ἐπὶ τῷ ἰδίῳ κινδύνῳ
1772καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην.
1773Ἐπειδὴ ὅμως κατέστη ἀμφίβολον ἂν ὑπάρχῃ ἀκεραία
1774καὶ πλήρης ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὸ
1775Ὑπουργεῖον, εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν ἔκφρασιν αὐ-
1776τῆς, διότι ἄνευ τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης δὲν ἠδυνά-
1777μην νὰ ἀνεύρω ἐν ἐμαυτῷ τὴν δύναμιν, ἧς ἔχομεν ἀνάγ-
1778κην ἵνα ἐξακολουθῶμεν κυβερνῶντες. Καὶ ἂν ἐν ἐμοὶ δὲν
1779κατέστη οὐδέποτε ἀμφίβολον, ἂν ἐξακολουθῇ ἀκεραία καὶ
1780πλήρης ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνη τῆς πλειο-
1781ψηφίας, διότι γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ διότι
1782ἐξεύρω πῶς σκέπτονται καὶ πῶς λειτουργοῦσιν, ὑπῆρξε
1783δημοσία ἐνέργεια διὰ νὰ παρασταθῇ ὅτι κατέστη πλέον
1784ἀμφίβολον ἂν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας παρέχωσιν ἀ-
1785κεραίαν καὶ πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸ Ὑπ-
1786ουργεῖον. Καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν ἐγένετο ὑπὸ ἀτόμων,
1787μὴ δρώντων ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν ἐγένετο ὑπὸ πολιτικῶν Ἀρ-
1788χῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη δὲν ἔχει αὐθεντίαν, τῶν ὁ-
1789ποίων ἡ ἀπόφασις στερεῖται παντὸς κύρους. Ἡ ἐνέργεια,
1790ἥτις ἐπεφάνη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐγένετο δι’ ὀργάνων δημο-
1791σιογραφικῶν καὶ τὰ ὁποῖα εὐλόγως ὑπολαμβάνονται καὶ
1792θεωροῦνται ὅτι διερμηνεύουσι πρὸς τὸ κοινὸν τὰς γνώμας
1793ἑνὸς τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ δρώντων Πολιτικῶν Σωματείων,
1794ἔστω καὶ ἂν τοῦτο εἶναι τὸ μειονοψηφοῦν ἐν τῇ Βουλῇ.
1795Τὴν ἀμφιβολίαν λοιπὸν ταύτην δὲν εἶχον ἐγὼ ἐν τῇ
1796ἐμοὶ πεποιθήσει, δὲν κατεδήλωσαν εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ μέλη
1797τῆς πλειοψηφίας, δὲν ἐπίστευσαν οἱ πολιτικοὶ φίλοι οἱ
1798μετὰ τοῦ Ὑπουργείου συμπράττοντες, τὴν ἀμφιβολίαν ταύ-
1799την διέδωκαν ἄλλοι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν διέδωκαν
1800μετέρχονται πολιτικὴν λειτουργείαν, ἣν ἐξασκοῦσιν ἐν τῷ
1801Κοινοβουλίῳ, ἡ δ’ ὑπ’ αὐτῶν γιγνομένη συνάντησις δὲν
1802ἦτο ἀπίθανον νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνι-
1803κοῦ λαοῦ καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ τὴν
1804Κυβέρνησιν κλονιζομένην καὶ ὑποσκάζουσαν.
1805Ἂν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν
1806ἀμφιβάλει ἂν οἱ κυβερνῶντες τυγχάνουσιν ἢ μὴ τῆς γνω-
1807στῆς ἐκείνης ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοι-
1808νοβουλίου, δὲν γνωρίζει ἂν ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἠδύνατο
1809νὰ δρᾷ καὶ νὰ ἀπεργάζηται ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις νομίζει
1810χρήσιμον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
1811Δὲν γνωρίζω ποίαν ἐν τῇ χώρᾳ ἔδωκαν ἑρμηνείαν εἰς
1812τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς
1813ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἀλλὰ τὰς ψήφους
1814καὶ τὰς ψηφοφορίας οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ,
1815οὐδὲ αὐτοὶ οἱ τὰς ψήφους δίδοντες δύνανται νὰ ἀποδώ-
1816σωσιν εἰς αὐτὰς ἔννοιαν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἱ
1817ψῆφοι αὐτῶν περιλαμβάνουσιν. Ἤθελεν εἶσθαι οἰκτρὸν
1818θέαμα, ἂν ψηφοφορῶν τις ὑπὲρ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον
1819περιέχει πολιτικὰς ἐννοίας, τὸ ὁποῖον κρίνει πολιτικὴν κε-
1820κηρυγμένην, ἂν ψηφίζων ὑπὲρ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἤθελε
1821μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψηφοφορίας δη-
1822λώσει ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν εἶχεν οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔν-
1823νοιαν, καὶ ὅτι ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τοῦ ἐγγράφου τούτου,
1824διότι ἐὰν δὲν ἐψηφοφόρει, δὲν ἤθελε δυνηθῆ, ἀρνούμενος τὴν
1825ψῆφόν του, νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώ-
1826ρας. Ὡς ἐπίσης δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἁρμόζον εἰς βουλευτὴν
1827νὰ πειρᾶται νὰ δώσῃ εἰς τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἔννοιαν ἄλλην ἢ
1828ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ κοινὸν ἀκοῦσαν τὴν ψηφοφορίαν αὐ-
1829τοῦ ἤθελε δώσει εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐμερίμνησα ἵνα
1830ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐπὶ
1831τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὡς δὲν θέλω
1832μεριμνήσει ἵνα ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν
1833ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν μετ’ ὀλίγον θέλει δώσει.
1834Πᾶς ὅστις δὲν ἀποσκευάζει, δὲν καταστρέφει, αὐτὸς
1835συντηρεῖ, καὶ ὑπὸ οἱασδήποτε σκέψεως καὶ ἂν ὁρμᾶται,
1836ἐκπληροῖ τὸ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην καθῆκόν του
1837πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ μὴ καταστρέψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1838νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσῃ. Ἠμπορεῖ
1839νὰ ἐπιφυλάσσεται μετὰ δύω ἡμέρας νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας
1840τὴν σκαπάνην καὶ νὰ κατεδαφίσῃ τὸ οἰκοδόμημα, καὶ δὲν
1841ἀμφιβάλλω ὅτι ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ εὐκαιρία αὕτη,
1842ἡ προθυμία δὲν ἤθελε λείψει ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τὰς χεῖ-
1843ρας τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν περιῆλθεν ἡ σκαπάνη.
1844Διὰ τοῦτο ὁμιλῶν περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐξήγησα σαφῶς
1845ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου δὲν εἶχεν ἀντικείμενον τὰς ψήφους
1846ἐκείνων οἵτινες διετράνωσαν πολλάκις τὴν περὶ τοῦ ὑπουρ-
1847γείου δυσμενῆ γνώμην των. Εἴτε θετικαὶ εἴτε ἀρνητικαὶ
1848ἐὰν ἦσαν αἱ ψῆφοι αὐτῶν, δὲν ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν
1849Κυβέρνησιν ὡς ἐφόδια ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν της·
1850οὐδ’ ἐπεριμένομεν, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν ἐπερίμενεν οὐδ’ ἡ
1851πλειονοψηφία νὰ γένηται δήλωσις, ὅτι οἱ ὀλιγώτεροι θέ-
1852λουσιν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν περὶ τῶν κοι-
1853νῶν γνώμην της.
1854Ἤθελε καταλογισθῆ ἀληθὴς ἀμάθεια εἰς πάντα πολι-
1855τικὸν ἄνδρα, ὅστις ἤθελεν ὑπολάβει ὅτι καὶ ἡ ὑποστήρι-
1856ξις καὶ ἡ ἄρνησις ὑποστηρίξεως πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρ-
1857νησιν συντελεῖται ὑπὸ ὅρους ἀπολύτους. Ἐγὼ οὐδέποτε
1858ἐπλανήθην ἀπὸ τοιαύτην πεπλανημένην γνώμην. Ὑπέ-
1859λαβον ὅμως πάντοτε ὅτι εἶναι ἄδωρος δωρεά, οὐδὲ πρέπει
1860νὰ παριστάνεται δωρεὰ ἡ δῆθεν χαριστικὴ πολιτεία, τὴν
1861ὁποίαν ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ ἀνικανότης ἐπιβάλλει ὡς ἀνα-
1862πόφευκτον καὶ ἀναγκαίαν. Οὐδ’ ἔπρεπε νὰ γένηται μνεία
1863τῶν λόγων τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, οἵτινες ἠκούσθη-
1864σαν ἀπὸ τὸ βῆμα ἡμέραν τινὰ ἐκ τῶν παρελθουσῶν. Ὁ
1865βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πλειοψηφίαν
1866καὶ ζωγραφίζων ἡμᾶς ὡς ἀνικάνους διὰ νὰ κρατήσωμεν
1867τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὅτι δῆθεν ἐκράτει
1868ἐκεῖνος, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν
1869ἡ πλειοψηφία ἤθελε δώσει εἰς αὐτόν. Ὡς ἂν εἶνε συγκεχω-
1870ρημένον εἴς τινα νὰ ἐκκενώνῃ τὸ τουφέκιόν του καὶ μετὰ
1871τοῦτο νὰ τρέπηται εἰς φυγήν.
1872Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξακολουθῶμεν πε-
1873ποιθότες ἐπὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς τὸ με-
1874τέδωκαν αἱ μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλὰ
1875τὸ δικαίωμα τοῦτο μᾶς συνεπήγαγεν ἴσον ὡσαύτως δι-
1876καίωμα νὰ παρακαλέσωμεν τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀποφαί-
1877νηται τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀφοῦ ὑπῆρξαν οἱ πρὸς τὸν Ἑλ-
1878ληνικὸν λαὸν ἀναγγείλαντες ὅτι ἡ πλειονοψηφία μετέβα-
1879λεν ἤδη γνώμην, ἀφοῦ ἐπεφάνησαν οἱ ἐπικαλεσάμενοι τὴν
1880ψηφοφορίαν τοῦ Σαββάτου ὡς ἀπόδειξιν τῆς μεταβολῆς
1881ταύτης τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου.
1882Λυποῦμαι διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἐπροκάλεσεν ἐπὶ τὸ
1883βῆμα πεφιλημένον σύντροφόν μου, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβε τὴν
1884πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐνέ-
1885χουσαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καὶ ἐκεῖνον, ἐξεπλάγην δὲ μά-
1886λιστα ὅταν ἤκουσα ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ συναθροίσεων ἐν
1887οἰκίαις, αἵτινες δὲν ἐγνώσθησαν μέχρι τοῦδε ὡς χρησιμεύσα-
1888σαι ποτὲ εἰς τοιαύτας συναθροίσεις. Ὁ φιλότιμος βουλευτὴς
1889ἐξ Ἠλείας περιέπεσεν εἰς ἀδίκημα, ὅταν ὑπέλαβεν, ὅτι
1890ἐγὼ ὑπὸ τοιούτων διαδόσεων ἐπηρεάσθην. Γνωρίζω κα-
1891λῶς τὸν χαρακτῆρά του. Ὅσον δὲ καὶ ἂν ἠσχολήθη νὰ
1892μοὶ ἀναμνήσῃ ὅτι ἡγούμην πέντε μόνον βουλευτῶν, δὲν θὰ
1893ἐλησμόνησεν ὅμως, διότι ἔλαβε πολλάκις τὴν πεῖραν ἵνα
1894πείσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν πεποιθήσεών μου ἦτο πάν-
1895τοτε ἴση καὶ ὅταν ἡγούμενος πέντε βουλευτῶν καὶ ὅταν
1896100 ἢ 150 βουλευταὶ μοὶ χαρίζωσι τὴν ἐπιεικῆ συνδρο-
1897μήν των.
1898Ἀλλ’ ὅσα εἶπον περὶ τῆς μειοψηφίας ὡς σωματείου πο-
1899λιτικοῦ ἔχοντος ἰδίαν λειτουργίαν καὶ ἑπομένως εὐθυνο-
1900μένου καὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται, καὶ διὰ τὴν
1901τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται, αὐτὰ ταῦτα ὀφείλω νὰ
1902εἴπω καὶ περὶ τῆς πλειοψηφίας. Πρὸς αὐτὴν δὲ ἰδίως
1903ἐσκόπουν ν’ ἀποταθῶ καὶ δικαίωμα εἶχον ν’ ἀποταθῶ,
1904διότι μετ’ αὐτῆς μὲ συνέδεσαν κοινότης φρονήματος καὶ
1905ἑνότης πολιτικῶν ἰδεῶν, τὴν ὁποίαν μακρὸς χρόνος διαρκὴς
1906ἐκύρωσε καὶ ἐκράτησε. Πρὸς αὐτὴν λοιπὸν ἀπετάθην ζη-
1907τῶν ν’ ἀποφανθῇ γνώμην ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ὑποστηρίζῃ
1908τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔπραττε μέχρι τοῦδε, διότι αὐτῆς τῆς
1909γνώμης ἰδίως ἔχρηζον ἐγώ τε καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἵνα
1910χειραγωγήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπὶ τὸ μέλλον.
1911§63Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ κυ-
1912ρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ψῆφος ἑκάστου ἡμῶν ἔχει μίαν
1913μόνην ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν τὴν θετικήν· οὐδεμία ἐξήγησις
1914εἴτε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, εἴτε μετ’ αὐτὴν δύναται ν’ ἀλ-
1915λοιώσῃ τὸ θετικὸν αὐτῆς ἀποτέλεσμα. Ἐνθυμοῦμαι μάλι-
1916στα τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρω-
1917θυπουργὸν πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ τῆς σημε-
1918ρινῆς, ὅτι εἰς ἐποχὴν κρισιμωτάτην διὰ τὴν πολιτικὴν ὕ-
1919παρξιν κόμματος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραττεν ἐν τῇ Κυ-
1920βερνήσει, ψῆφος τοιαύτη δοθεῖσα μὲν θετικῶς, ἀλλὰ παρα-
1921σταθεῖσα, ὅτι δῆθεν δὲν εἶχε πολιτικὴν ἔννοιαν, ἡ ψῆφος
1922αὕτη ἐχρησίμευσεν, ἵνα ἡ διάδοχος τῆς Κυβερνήσεως ἧς
1923καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπετέλει μέρος, μείνῃ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ.
1924Ὑπέμνησα τοῦτο, διότι εἶχον καὶ τότε, βουλευτὴς ὢν καὶ
1925φίλος τῆς σφαλείσης πολιτικῆς ἐκείνης, τὴν αὐτὴν γνώμην. Τὴν
1926αὐτὴν γνώμην ἔχω καὶ σήμερον καὶ χθὲς, καὶ χαίρω, διότι
1927συμφωνῶ κἂν ἤδη μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχων τὴν
1928γνώμην ταύτην, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θ’
1929ἀρνηθῶ ψῆφον, ὀφείλω δὲ νὰ ἐξηγήσω εἰς αὐτὴν διατὶ θὰ
1930πράξω οὕτω. Ἐψήφισα ἀληθῶς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βα-
1931σιλικὸν Λόγον· ἐψήφισα δὲ ταύτην, οὐδεμίαν ἄλλην δοὺς
1932εἰς τὴν ψῆφόν μου ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν αὐτῆς
1933καὶ θετικὴν ἔννοιαν. Παρεδεχόμην, ἐν ᾧ τὰ πράγματα εἶ-
1934χον περιέλθει σημείῳ, καὶ εἶπον τοῦτο τότε σαφῶς, παρε-
1935δεχόμην τοὐλάχιστον τὴν πολιτικὴν τὴν τότε ἀναγραφο-
1936μένην διὰ τοῦ Β. Λόγου. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω,
1937διότι δὲν δύναμαι οὔτε τοῦτο κἂν νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκει-
1938μένου· δὲν δύναμαι τουτέστι νὰ εἴπω σήμερον, ὅτι ψηφίζω,
1939διότι δὲν θέλω νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὰς πράξεις
1940τῆς Κυβερνήσεως, ψηφίζω διότι τὰ μέτρα τὰ, ὁποῖα προτεί-
1941νει ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ λάβωσιν ἐφαρμογὴν, ἀφοῦ ἄλλα
1942μέτρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Δὲν δύναμαι νὰ
1943ψηφίσω ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως, διότι ἡ ψῆφος τῆς
1944ἐμπιστοσύνης περιλαμβάνει ἅπασαν τὴν πολιτικὴν τῆς
1945Κυβερνήσεως, περιλαμβάνει αὐτὴν ἐν ὅλαις αὐτῆς ταῖς πρά-
1946ξεσιν, ἐν ὅλοις αὐτῆς τοῖς διαλογισμοῖς, ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ
1947παρελθόντος, ἐν ταῖς τελουμέναις ἤδη καὶ ἐν ταῖς σχεδια-
1948ζομέναις ἐν τῷ μέλλοντι.
1949Ἤμην ἐξ ἀρχῆς ἀντίθετος εἰς τὴν πρότασιν τῆς μυστικῆς
1950συνεδριάσεως καὶ τότε συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ
1951ἡ πρότασις ἐκείνη καὶ προχθὲς ἐψήφισα κατ’ αὐτῆς. Εἶμαι
1952δὲ ἀντίθετος ὄχι μόνον ἑπόμενος εἰς τὰς σαφεῖς καὶ ἀνεπιδέ-
1953κτους ἀμφιβολίας καὶ ἀναντιῤῥήτως δὲ ὀρθὰς δηλώσεις τῆς
1954Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἐν μυστικῇ συνε-
1955δριάσει, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ μυστικαὶ
1956συνεδριάσεις ἐκτὸς τοῦ ὅτι πράγματι δὲν τηροῦνται μυστι-
1957καί, ἀλλὰ προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτων ζητημάτων,
1958περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι
1959ἁπλῶς τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ἀλλὰ τῆς καθόλου πολι-
1960κῆς τοῦ Ἔθνους, αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις δύνανται νὰ ὦσιν
1961ὀλέθριαι, ὀλέθριαι οὐχὶ κυρίως διὰ τὰ ἐν αὐταῖς λεχθησό-
1962μενα, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄγνοιαν περὶ τῶν ἐν αὐταῖς λεχθησο-
1963μένων ἐκ μέρους ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις τοῦ
1964Ἔθνους διαπραγματεύεται τὸ μέγα Ἐθνικὸν ζήτημα. Ποίαν
1965ἀληθῶς πεποίθησιν θὰ ἔχωσι πρὸς αὐτὴν οἱ ξένοι, ποίαν
1966πίστιν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅταν δὲν ὦσι βέβαιοι περὶ τῆς
1967μυστικότητος τῶν διαπραγματεύσεων; Διὰ τοῦτο ἤμην καὶ
1968εἶμαι ἐναντίος τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐν-
1969νοῶ τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις—καίπερ ἀναγνωρίζων, ὅτι
1970εἶναι ἀπόλυτος ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος—ἐννοῶ αὐτὰς
1971ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι περιλαμβανούσαις ὁλόκληρον τὴν
1972πολιτικὴν τοῦ Ἔθνους· τὰς ἐννοῶ, λέγω, τότε μόνον δυνατὰς,
1973ὅταν ἡ Κυβέρνησις αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην αὐτῶν καὶ ὅταν
1974ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ αὐτάς. Συνέπεια δὲ τῶν σκέψεών
1975μου τούτων ἦτο καὶ τοῦτο τὸ δηλούμενον σήμερον ἐν τῇ
1976Βουλῇ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προβαλλομέ-
1977νης προτάσεως ἐμπιστοσύνης. Δὲν θὰ δυνηθῶ, διότι καὶ ὑπο-
1978χρεωμένος εἶμαι ἐξ ὅσων ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος
1979τούτου. Εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καλῶς,
1980ὅτι ὀρθότατα, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πα-
1981τρίδος ἔθηκε τὰ ὅρια τοῦ εὐσπευσμένως, ἧς μοὶ συγχωρη-
1982θῇ ἡ ἔκφρασις, προκληθέντος τότε ἐλέγχου, ἐξηγήσας, ὅτι
1983δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν οὐδὲ τὰ πρὸ τῆς 6 Σεπτεμ-
1984βρίου, οὐδὲ τὰ μέλλοντα, δὲν δυνάμεθα δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐν
1985τῷ παρόντι τελουμένων νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ τῶν σπουδαιο-
1986τέρων. Τούτων τεθέντων, εἶναι ἀδύνατον, εἶναι φυσικῶς, εἶναι
1987ψυχολογικῶς ἀδύνατον νὰ προκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκφρα-
1988σιν ἐμπιστοσύνης. Ταῦτα λέγων ὁμιλῶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι βε-
1989βαίως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, νομίζω,
1990ὅτι οἱ λόγοι μου πρέπει ν’ ἀκουσθῶσιν ἰδίως παρ’ αὐτῆς.
1991Τὴν ψῆφον ἡμῶν θὰ κρίνῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν
1992μᾶς ἐρωτήσῃ διατὶ ἐδώκαμεν τὴν ψῆφον ταύτην, τί θὰ τῷ
1993ἀποκριθῶμεν; Τί γνωρίζομεν σήμερον, τί ἠξεύρωμεν διὰ τὴν
1994αὔριον, περὶ τίνος ἆρά γε πρόκειται; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
1995περὶ πάντων τῶν μέτρων, τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προ-
1996τεινομένων, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν· διότι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν
1997ἡμῶν Κυβέρνησιν Ἐθνικὴν, ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς πλειο-
1998ψηφίας, δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, ἅπερ
1999λαμβάνει, τὰ λαμβάνει πρὸς ἕνα σκοπόν. Ἀλλὰ πῶς δυνά-
2000μεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν γνω-
2001ρίζομεν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅτι
2002ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος καλῶς ἐκρίθη καὶ καλῶς ἐπιδιώκεται;
2003Οἱ λόγοι μου, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀντιπροσωπεύουσι
2004τὴν γνώμην οὐδενὸς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον
2005νὰ ποιήσω τὴν ὑπόμνησιν ταύτην εἰς τὸ μέγα τμῆμα τῆς
2006Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν αὐτῆς. Ἐ-
2007χρεώστουν δὲ νὰ πράξω τοῦτο καὶ ἐκ στοργῆς πρὸς τοὺς
2008συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ὑπέροχον
2009δύναμιν, τὴν ὁποίαν πάντοτε πρέπει νὰ παριστᾷ ἐν τῷ
2010Τόπῳ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Πατρίδος.
2011Ἰδού, φίλοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, ἰδοὺ τίνες οἱ
2012λόγοι, οἵτινες μοὶ ὑπαγορεύουν ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον. Δὲν εὑ-
2013ρίσκω τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης δεδικαιολογημένην
2014οὐδ’ ἐπίκαιρον, καὶ ἤθελον παρακαλέσῃ καὶ τὸν κ. Πρω-
2015θυπουργὸν νὰ σκεφθῇ καλῶς πρὶν ἢ ἐπιμείνει εἰς τὴν πρό-
2016τασιν ταύτην· διότι τί σημαίνουν, μήπως—δὲν ἔχομεν τὴν
2017κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν ἡμῶν—; τί σημαίνουν αἱ ἀριθ-
2018μητικαὶ πλειονοψηφίαι, ἐὰν ἀφοῦ τὰ πράγματα εἰσὶν ἱκανὰ,
2019καὶ ὑπῆρξαν πάντοτε ἱκανὰ, ν’ ἀνατρέψωσι τοὺς ἀριθμούς;
2020Τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ κύρους τῆς πλειονο-
2021ψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐμμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου καὶ ἐμμένω
2022εἰς αὐτὴν ἀδιστάκτως. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ παρεδέχετο τὴν
2023γνώμην ταύτην καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν,
2024δὲν λέγω μομφῆς, ἀλλὰ δικαίας τοὐλάχιστον ἐπικρίσεως,
2025ὅτι ἐκλήθημεν καὶ ἀπεφάνθημεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γεγονότων,
2026ἐφ’ ὧν ἔδει ἀναγκαίως νὰ στηρίξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν.
2027Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ
2028περὶ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς πρόκειται λόγος, αἰσθάνομαι
2029τὸ καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βου-
2030λήν, ὅτι ἤθελον εἶσθαι εὐχῆς ἔργον νὰ προχωρήσωμεν τα-
2031χέως, ἀστραπηδὸν εἰ δυνατὸν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Αἱ περι-
2032στάσεις, περὶ ὧν πρόκειται—καὶ δὲν θὰ εἴπω θεωρίας, οὐδὲ
2033θὰ ἐξηγήσω αἰσθήματα—εἶναι ὑπερτάτης σημασίας. Πᾶν
2034τὸ ἐν αὐταῖς τελούμενον πρέπει νὰ τελῆται ἐν ταχύτητι
2035καὶ ἐν μυστικότητι μετεχούσαις, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ θαυμα-
2036σίου· ἄλλως, τοιαῦτα ἔργα δὲν ἐπιτυγχάνουν. Ἀναγκαζο-
2037μένη ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον αὐτῆς
2038ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποχρεωμένη νὰ ἐξοικονομῇ, κατ’ ἀνάγκην
2039λυπηρὰν, ἀλλ’ ἀναπόφευκτον, τὰς κοινοβουλευτικὰς λε-
2040γομένας ἀνάγκας, προκαλουμένη πολλάκις νὰ λέγῃ ὅ,τι
2041ἴσως δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λεχθῇ, καθίσταται ὀλιγώτερον ἐπαρ-
2042κὴς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς.
2043Τὴν σκέψιν ταύτην ὑποβάλλων, φρονῶ ὅτι ἡ πλειονο-
2044ψηφία, ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα ἀποδέχεται αὐτήν. Ἠξεύρω
2045δὲ, ὡς πάντες ὑμεῖς τὸ ἠξεύρετε, ὅτι ἀρκεῖ ἡ θέλησις τῆς
2046Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ οὐδόλως ἀλλοιω-
2047θεῖσα μέχρι τοῦδε πλειοψηφία, ἀρκεῖ αὕτη μόνη ἡ θέλησις
2048νὰ θεραπεύσῃ καὶ ταύτην τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
2049θεωρῶ ἐπιτακτικωτάτην.
2050§64Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμένῃ,
2051ὡς φαίνεται, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως
2052ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς, νο-
2053μίζω δ’ ὀρθὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς
2054ψήφου μου ταύτης. Τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν δὲν δυνά-
2055μεθα νὰ χωρίσωμεν ἀπὸ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο
2056κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καὶ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ἥτις
2057ἐπηκολούθησε τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Κατὰ τὰς συζητή-
2058σεις τοῦ παρελθόντος Σαββάτου δὲν νομίζω, ὅτι ἐξεδη-
2059λώθη σαφῶς καὶ ῥητῶς παρὰ τῶν λαλησάντων ἔλλειψις ἐμ-
2060πιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ πρὸς μέλη τοῦ Ὑ-
2061πουργείου (θόρυβος ἀριστερά). Πιθανὸν πολλοὶ ἐκ τῶν
2062λαλησάντων νὰ ἠλαύνοντο εἰς τὰς γνώμας των ἐκ τοιαύ-
2063της ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἢ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ
2064πρὸς μέλη αὐτοῦ, δὲν εἶδον ὅμως οὐδένα κατὰ τὰς συζη-
2065τήσεις αὐτὰς ἐκθέσαντα ὡρισμένας πράξεις ἢ παραλεί-
2066ψεις ὁρώσας τὴν πολιτικὴν τοῦ ὅλου Ὑπουργείου ἢ τὴν
2067ἐνέργειαν μόνον μελῶν τινων αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ
2068πάντων καὶ δυστυχῶς ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐ-
2069κείνην ἦτο τι σοβαρώτερον τῆς ἁπλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
2070ἐμπιστοσύνης ἢ μή, διότι ἐξεδηλώθη ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης
2071πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους· ἐξεδηλώθη δὲ ἡ ἔλλειψις
2072αὕτη ἐμπιστοσύνης κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἐὰν
2073πάντες οἱ προλαλήσαντες μὴ κατέληξαν εἰς τοιοῦτον συμ-
2074πέρασμα, πολλοὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιτηδειό-
2075τητα, δι’ ἧς προσεπάθησαν νὰ περικαλύψωσι τὴν γνώμην
2076των ταύτην, ἀρκετὰ καθαρῶς ἔδειξαν τὴν τοιαύτην ἔλλει-
2077ψιν ἐμπιστοσύνης σήμερον πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας.
2078Ἂν ἐπρόκειτο τοὐλάχιστον αὔριον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφα-
2079σίσῃ ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος, ἂν ἐπρόκειτο αὔριον ὁ-
2080ριστικῶς ν’ ἀπαντήσῃ περὶ αὐτοῦ πρὸς ἐχθροὺς ἢ φίλους,
2081θὰ ἐνοόυν τοιαύτην συζήτησιν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες
2082δὲν ἐκτιμῶσι ὡς ἀρκούσας τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ
2083θέλουσι ν’ ἀποτρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ῥιψοκινδύνου
2084ἐπιχειρήματος. Ἀλλ’ ὅταν δὲν εἴμεθα βέβαιοι ἐὰν τὸ ζή-
2085τημα θὰ τελειώσῃ μὲ 15 ἡμέρας ἢ μετὰ μῆνας, ὅταν
2086εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ ὀφείλομεν ἀκαταπαύστως νὰ πα-
2087ρασκευαζώμεθα, πῶς θέλομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαι-
2088ρέσωμεν τὴν μόνην δύναμιν, τὴν ὁποίαν κέκτηται σήμερον,
2089τὴν δύναμιν τὴν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὰς δυνάμεις
2090τοῦ Ἔθνους; Πῶς θέλετε εἴτε ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ εἴτε
2091ἀπέναντι τῶν ξένων καὶ εἴτε ἐν ταῖς ἄλλαις ἐνεργείαις αὐ-
2092τῆς, εἴτε ἐν ταῖς διπλωματικαῖς ἐργασίαις νὰ τολμᾷ ἡ Κυ-
2093βέρνησις νὰ λαλῇ ἀξιοπρεπῶς καὶ νὰ πράττῃ, ὅταν ἐκ
2094τοῦ Κοινοβουλίου ἐξέρχωνται φωναὶ ἀπελπιστικαὶ περὶ τῶν
2095δυνάμεων ἡμῶν, καταγγέλλεται δ’ ἡ Κυβέρνησις ὡς μὴ
2096παρακολουθουμένη καὶ ὑποστηριζομένη εἰς τὸ Ἐθνικὸν ἔρ-
2097γον σύμπαντος τοῦ Ἔθνους; Πῶς θέλομεν οἱ λόγοι αὐτῆς
2098νὰ θεωρῶνται σπουδαῖοι καὶ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν μετὰ
2099τοιαύτας καταγγελίας ἐκ μέρους ἡμῶν αὐτῶν; Τοιαύτη
2100ἦτον ἡ ἔννοια τῶν λόγων πολλῶν ἐκ τῶν λαλησάντων
2101κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔν-
2102νοια τῶν λόγων αὐτῶν, νομίζω, ὅτι δυσκόλως δύναται νὰ
2103μεταβληθῇ ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἂν ἠ-
2104δυνάμεθα σήμερον διὰ μεταβολῆς προσώπων νὰ βελτιώ-
2105σωμεν τὰ πράγματα, ἡ καταγγελία τῆς ἀθλιότητος, ἂν
2106ἦναι ἀληθής, δὲν θὰ ἦτο ἐπιβλαβής· ἀλλὰ τοιαύτη ἀ-
2107θλιότης δὲν θεραπεύεται σήμερον διὰ μεταβολῆς τῶν προ-
2108σώπων. Ἐὰν δὲ ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων δύναται νὰ
2109ἐπέλθῃ μετὰ τινα χρόνον καὶ δι’ εὐστοχωτέρας ἐργασίας,
2110τότε καθῆκον εἶχον οἱ νομίζοντες, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατά-
2111στασιν ἐπαρκῆ πρὸς ἐνέργειαν νὰ ἐκθέσωσι δημοσίᾳ κατὰ
2112τὶ ὑστεροῦμεν καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζουν, ὅτι ἡ κατά-
2113στασις αὕτη δὲν εἶναι εὐχάριστος καὶ νὰ συμβουλεύσουν
2114τὰ μέσα τὰ κατ’ αὐτοὺς κατάλληλα πρὸς θεραπείαν τῶν
2115κακῶν, χωρὶς ὅμως νὰ συνδέουν τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς
2116γνώμας αὐτῶν μὲ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὸ καθῆκον τῆς Κυ-
2117βερνήσεως. Ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀφεθῇ
2118σήμερον ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος εἰς μόνην τὴν
2119εὐθύνην αὐτῆς.
2120Καθὼς ἄλλοτε ὑπεστήριξα ἐνταῦθα, ὅτι δὲν πρέπει δι’
2121ἀπειλῶν νὰ ἐκβιάζωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν
2122πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, διότι δυνατὸν νὰ ὠθήσωμεν αὐτὴν
2123εἰς ἄκαιρα καὶ παράβολα κινήματα, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον
2124ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὠθῶμεν αὐτὴν
2125πρὸς ὑποχώρησιν ἐπισείοντες κινδύνους καὶ εὐθύνας, ἃς
2126αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν παντὸς ἄλλου νὰ κρίνῃ
2127καὶ ἐκτιμήσῃ. Τοιαύτη τακτικὴ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν
2128βαρύτητα τῆς Κυβερνήσεως μειοῖ καὶ τὴν Ἐθνικὴν ὑπό-
2129θεσιν βλάπτει χωρὶς νὰ συντελῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν διόρ-
2130θωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων.
2131Νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ἓν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ πράττῃ
2132οὔτε τὸ ἄλλο, οὔτε δηλαδὴ πρὸς πολεμικὴν, οὔτε πρὸς εἰ-
2133ρηνικὴν πολιτικὴν νὰ ὠθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μόνον
2134νὰ ἐξετάζῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὰς παραλεί-
2135ψεις καὶ νὰ συμβουλεύῃ αὐτὴν νὰ πράξῃ τὰ δέοντα καὶ
2136συμπληρώσῃ τὰ ἐλλιπῆ ἀφίνουσα τὴν εὐθύνην περὶ τῆς
2137ἀποφάσεως καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας εἰς αὐτήν, ἥτις
2138ἐκ τῆς θέσεώς της εἶναι ἡ ἁρμοδιωτέρα πρὸς τοῦτο.
2139Ἀναλαμβάνοντες ἡμεῖς τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς
2140Κυβερνήσεως βλάπτομεν τὸν ἀγῶνα καὶ δὲν ὑπηρετοῦ-
2141μεν αὐτόν.
2142Λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ ψῆφος τῆς
2143πλειοψηφίας πρέπει νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ
2144χάριν τῶν προσώπων, διότι ταῦτα δὲν κατηγγέλθησαν
2145ῥητῶς, ἀλλὰ χάριν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας, ἥτις πρέ-
2146πει μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Σαββάτου νὰ ἐξέλθῃ τῆς
2147Βουλῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἰσχυροτέρα. Κυβέρνησις, ἀναλα-
2148βοῦσα καὶ παρασκευάζουσα τὸν Ἐθνικὸν ἀγῶνα, πρέπει
2149νὰ ἦναι πανίσχυρος, ὅπως καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ
2150ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐπαρκέσῃ, δὲν εἶναι δὲ πανίσχυρος καὶ
2151ἀποτυγχάνει, ὅταν παρίσταται ἡγουμένη Ἔθνους ἀδυνά-
2152του καὶ ἀπηλπισμένου. Ψῆφος ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυ-
2153βερνήσεως εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀποδοκιμασία τῶν λόγων ἐκείνων
2154δι’ ὧν ἐκλονίσθη ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἔ-
2155θνους σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ αὐτῆς.
2156§65Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀκούω πολλάκις νὰ λέγεται ἀπὸ τοῦ
2157βήματος, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν
2158Κυβέρνησιν, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν
2159πρέπει νὰ φέρωμεν πολιτικὴν μεταβολήν· καὶ εὐτυχῶς τὸ
2160ἤκουσα καὶ ἀπὸ πρόσωπον ἔξοχον κατέχοντα θέσιν ἐν
2161τῇ Βουλῇ, ὡς π. χ. ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2162σεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κακῶς πράττομεν καὶ εἰς ἀπό-
2163δειξιν φέρω μίαν λυπηρὰν ἀνάμνησιν. Ὁ Μαρεσσάλος Λεμ-
2164πὲφ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Ναπολέοντος, ὅτε
2165κατὰ τὸ 1870 ἐπρόκειτο νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς
2166Γερμανίας, ἀποτρεπόμενος ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βε-
2167βαιούσης ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Γαλλίας δὲν ἦτο ἕτοι-
2168μος, ἀπήντησεν ὅτι εἶναι τόσον ἕτοιμος, ὥστε οὔτε ἕνα
2169κομβίον λείπει· καὶ ὅμως ἐφάνη ὅτι ὄχι μόνον τὰ κομ-
2170βία ἔλιπον ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνδρες καὶ αἱ ψυχαί. Ἐν ᾗ
2171Γαλλικὴ Κυβέρνησις τότε ἤκουε τοὺς ἔχοντας τὸ θάῤῥος
2172νὰ τῇ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἤθελον πάθει ὅσα ἔπαθον.
2173Καὶ πῶς θέλετε νὰ σιωπήσω, ὅταν γνωρίζω, ὅτι εἶναι κακὰ
2174τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν περὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ
2175κλείσω τὸ στόμα; Ταῦτα λέγω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι
2176θεωροῦσι κακὸν νὰ καταδείξωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα καὶ
2177ἐπανορθώσωμεν αὐτὰ ἐν ὅσῳ εἶναι καιρός, ἀλλ’ οἵτινες
2178δὲν μοὶ ἔδοσαν τὰ μέσα νὰ ἐξετάσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰ
2179τοῦ στρατοῦ, ὅτε προχθὲς ἐζητήσαμεν τὴν μυστικὴν συν-
2180δρίασιν καὶ ἠρνήθησαν αὐτήν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκα-
2181ζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα τανῦν. Ἀναφέρων τὸ ἀνω-
2182τέρω ἱστορικὸν δὲν τὸ ἔπραξα φοβούμενος τὰς αὐτὰς
2183συνεπείας, τὰς ὁποίας ὁ λόγος τοῦ Λεμπὲφ ἔφερεν, ἀλλὰ
2184πρὸς ὁδηγίαν μας μόνον. Λέγω μάλιστα ὅτι ἴσως ἀπαν-
2185τήσωμεν πολλὰς δυσχερείας, ἴσως διέλθωμεν ἀπὸ περιπε-
2186τείας ἀτυχεῖς, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀπο-
2187φασίσῃ νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον ὡς κατὰ τὸ 1821 καὶ ἐ-
2188πανορθώσῃ τὰ γενόμενα σφάλματα, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι
2189θὰ ἐξέλθωμεν νικηταί. Ἐγνώρισα τὸν Ἕλληνα στρατι-
2190ώτην ἐν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἐν ἀνέσει καὶ ἐν κα-
2191κουχίαις· ἀγνοῶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ φιλοτιμία μὲ κάμνῃ νὰ
2192εἴπω ὅτι θεωρῶ αὐτὸν ἀνώτερον πάντων τῶν λοιπῶν, καὶ
2193μετ’ αὐτοῦ δύναταί τις νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ μεγαλείτερα
2194ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ὑπὸ μίαν μόνον συνθήκην, νὰ ὁδηγῆται
2195καλῶς. Εἶπόν τινες ὅτι δὲν ὑποβάλλεται εὐκόλως εἰς
2196τὴν πειθαρχίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὢν νοήμων
2197ἐννοεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς πειθαρχίας ἀλλὰ καὶ ἕνεκα
2198τούτου πάλιν ἀπόλλυσι τὸ σθένος τῆς ψυχῆς του καὶ ἀ-
2199ποθαῤῥύνεται, ὅταν ὁδηγῆται κακῶς. Ταῦτα ἐνόμισα κα-
2200θῆκόν μου νὰ εἴπω ὅπως θέσω ὑμᾶς εἰς γνῶσιν τῶν σφαλ-
2201μάτων, ἀναβάλλων τὴν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν περὶ ὀργανισμοῦ
2202τοῦ στρατοῦ συζήτησιν, ὅτε πρέπει μετὰ μεγίστης προσο-
2203χῆς καὶ ἀταραξίας νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ.
2204§66ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ συγκίνησις, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλη-
2205σαν ὁ ἐκ Κυθήρων καὶ ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτής, ἀποδεικνύει
2206πόσον εἶναι πεπλανημένη ἡ ἀντίληψις τοῦ βουλευτοῦ Με-
2207σολογγίου. Οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ καθὼς καὶ οἱ ἄλ-
2208λοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τὴν μυστικὴν
2209συνεδρίασιν, δὲν ὑπετίμησαν τὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνι-
2210κοῦ Ἔθνους. Ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ περίεργος, ξένος
2211ἢ ἐχθρός, ἂς μάθῃ ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν
2212ὑπῆρξε παρὰ ὑπόληψις πρὸς τὰς ζωτικὰς δυνάμεις τῆς
2213Χώρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνασχολεῖ ἀπὸ τῆς πρώτης
2214ἀρχῆς, εἶναι ὅτι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν διοικητι-
2215κὴν ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν. Θέ-
2216λομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὰς ζώσας, τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις
2217τῆς Ἐπικρατείας διοίκησιν ἀξίαν τοῦ μεγαλείου, τὸ ὁποῖον
2218ζητεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ οὐδὲν ἄλλο.
2219§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προ-
2220τάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν καὶ ἐφ’ ἧς θέλει γίνει ψη-
2221φορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἡ πρότασις εἶνε ἡ ἑξῆς·
2222«Ἡ Βουλή, ἐκφράζουσα τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπι-
2223στοσύνην της, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2224(Ἀποχωροῦσιν εἰς τὰ δωμάτια πολλοὶ τῶν ἀντιπολι-
2225τευομένων).
2226Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν λέγουσι
2227Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2228(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ τὸ
2229ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2230Εὐθύμιος Βαζᾶς Ν Κ. Καραπάνος
2231Ἀπόστολος Φιλίππου Ν Π. Γαρουφαλιᾶς
2232Γ. Ξενουδάκης Ν Δ. Καλλιφρονᾶς Ν
2233Ἰω. Μεσσηνέζης Ἀρν.Ἀντ. Ζυγομαλᾶς
2234Α. Παναγιωτόπουλος Δ. Ράλλης Ν
2235Σπ. Μαρκέλλος Ν Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο
2236Δημ. Οἰκονομίδης Ν Ρόκος Χοϊδᾶς
2237Δημ. Παρηνεσίδης Ν Ἄγγελος Βλάχος Ἀρν.
2238Κ. Ἀργυρόπουλος Ν Ν. Λεβίδης Ἀρν.
2239Ὑπάτιος Καμπάνης Ν Π. Πετράκης
2240Δ. Καΐρης Βλάσιος Βαλτινός Ἀρν.
2241Μιχ. Παπαλεξόπουλος Ν Ἀθ. Ἴσκος Ν
2242Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ν. Ἀξελὸς Ν
2243Ι. Καρτάλης Ο Γ. Φραγκίδης
2244Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ἀθαν. Καζαμπάκας
2245Γ. Φιλάρετος Ο Δημ. Νικολαΐδης Ἀρν.
2246Ζήσης Χ. Κυτιλῆς Ο Γ. Παπαγεωργίου Ν
2247Εὐστάθ. Ἰωαννίδης Π. Λεβέντης Ν
2248Δημ. Γρίβας Γεώργ. Μέρμιγκας Ν
2249Γ. Τσέλιος Ν Νικ. Μπαλάφας
2250Τατσέλ. Μαυρομμάτης Ν Γ. Κόρπας
2251Θεόδ. Δηλιγιάννης Γ. Ἱερομνήμων
2252Β. Νικολόπουλος Γεώργιος Θεοτόκης
2253Α. Ἀθανασιάδης Νικόλ. Βασιλάκης
2254Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν Ἰωάννης Τόμπρος Ἀρν.
2255Κ. Μαντζουράνης Ν Δ. Πετρίδης Ν
2256Ἡλ. Παλαμήδης Ο Γ. Κούστας
2257Κ. Κοσσονάκος Α. Δημητριάδης Ο
2258Χ. Τζανετάκης Ν Α. Μεντζελόπουλος
2259Θ. Μαργέλλος Ἀρν.Γ. Πετρούλιας
2260Γ. Λιδωρίκης Θεόφραστος Μεταξᾶς
2261Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Ν. Βαλσαμάκης
2262Π. Ρίτσος Ν Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ἀρν.
2263Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δ. Σπινέλης Ν
2264Ι. Καπιτσίνης Ν Π. Κορωναῖος Ο
2265Ἀνδ. Βασιλείου Ν Μ. Νικηφοράκης Ν
2266Λάζ. Βούλγαρης Α. Βαρβαρῆγος Ν
2267Δημ. Χατζόπουλος Ν Κ. Κατσικόπουλος
2268Γεώρ. Τσιτσάρας Δ. Σταματόπουλος Ο
2269Γ. Ζηνόπουλος Ἀρν.Ι. Καλαμβοκίδης Ν
2270Δ. Βουλπιώτης Ἀντ. Καρδαρᾶς Ν
2271Α. Φαρμάκης Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ν
2272Κ. Λομβάρδος Ι. Βαλασσόπουλος
2273Ροβέρτος Ρώμας Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ν
2274Φρειδερῖκος Καῤῥέρ Λ. Μελετόπουλος
2275Ἀναστ. Λούντζης Ἀρν.Δ. Δημητρακάκης Ν
2276Κωνστ. Βοῦλτσος Ν Δ. Ματάλας Ν
2277Γ. Κρεστενίτης Ο Α. Ἀστεριάδης Ν
2278Ἀντ. Πετραλιᾶς Ν Ἰω. Τσιαπαλίδης Ν
2279Ἀναγν. Δαλιάνης Ν Ἀθ. Οἰκονόμου Ν
2280Χ. Στεφανόπουλος Ι. Φίλιος Ν
2281Στέφ. Στεφανόπουλος Ν. Μπουφίδης
2282Γ. Ἡλιόπουλος Μιχαὴλ Λάππας Ν
2283Σπ. Κουκούλεζας Λ. Παπασταθόπουλος Ν
2284Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ε. Τσαρλαμπᾶς Ν
2285Γ. Πετούσης Ν Γ. Ἀσπρογέρακας
2286Ι. Ἀνεξάρτητος Ν Γ. Σέρβος Ν
2287Ν. Συνοδινός Ν Α. Εὐταξίας
2288Θ. Μαρκεζίνης Ν Δ. Γαβριὴλ Ν
2289Π. Μαυροκέφαλος Ο Κ. Χαλκιόπουλος
2290Σ. Πεταλᾶς Ν Κ. Κωνσταντόπουλος Ν
2291Ἀλ. Ζαΐμης Ν Παναγ. Μανέτας
2292Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ν Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
2293Ἀλ. Φωτήλας Ν Χρ. Χρηστόπουλος Ν
2294Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ν
2295Γ. Τάκης Ι. Κολοκοτρώνης
2296Γ. Σιβιτανίδης Ν Ἠλίας Φλέσσας
2297Κ. Ἀλεξιάδης Ν Ι. Βούτουνας
2298Π. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν
2299Δ. Τζάνες Ν Ν. Φιλάρετος Ν
2300Περ. Πεῤῥωτῆς Ν Στ. Δραγούμης Ἀρν.
2301Δ. Κάρτσωνος Ν Κ. Βασιλάκης
2302Δ. Τερτίπης Ν Σ. Ἀλαμάνος Ν
2303Ι. Παπαδατὸς ἢ Παλάσκας Ν Σ. Παγκράτης Ν
2304Ζάχος Φαλιάγκας Ν Χαρίλ. Τρικούπης
2305Τιμ. Ἀδαμόπουλος Λ. Δεληγεώργης Ν
2306Κ. Βαλτινός Γ. Φλωριᾶς Ν
2307Κ. Κουμουνδοῦρος Ν Εὐάγ. Ἀντύπας
2308Σπύλ. Ἀντωνόπουλος Ν Ἀναστ. Ζερβός
2309Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ρεμπάκης Ν
2310Ι. Νικολαΐδης Ν Ι. Γεωργιάδης Ν
2311Ι. Νοστράκης Δ. Γουδῆς
2312Α. Πρεζάνης Ν Γ. Λεωνίδας Ο
2313Ν. Κρίσπης Ἀλοΐσιος Τόμαν
2314Μιχαὴλ Δαμηράλης Ν Ἀνδρέας Συγγρός
2315Ἐλευθ. Μυκόνιος Ἀντ. Μαυρογορδάτος
2316Γ. Σισμάνης Ν Εὐστ. Κεχαγιᾶς
2317Ν. Φαρμάκης Ἀλέξ. Μάσχας
2318Ν. Καναβὸς Ν Κ. Κοτίκας Ν
2319Ἀλ. Ἀντωνόπουλος Ι. Καραπάνος Ν
2320Χρ. Φικιώτης Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
2321Κ. Σινέλης Ν. Δρόσος Ν
2322Δ. Χαρίδημος Ν Ι. Ζαλώνης Ν
2323Ἀντ. Μαυρομιχάλης Σ. Χατζηγάκης
2324Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Γεωργούλης Κανούτης
2325 Στέφος Κωνσταντίνου
2326Κυρ. Μαυρομιχάλης Ν Κωστῆς Γκίκας Ν
2327Ἠλίας Μαυρομιχάλης Σ. Σωτηρόπουλος Ν
2328Ζαχ. Ζαρειφόπουλος Ν Δ. Ἀντωναρόπουλος Ν
2329Ἀσημ. Χρηστόπουλος Γρ. Μανοῦσος Ν
2330Ἀθ. Πανταζόπουλος Κ. Πονηρόπουλος
2331Π. Κωσταντᾶς Ν Ἀθ. Τρυγώνης
2332Λ. Ἀγάθης Ν Γεώρ. Στάϊκος Ν
2333Σ. Λάσκαρης Γ. Κοριζῆς
2334Ε. Ἀρδαβάνης Χ. Δουζίνας
2335Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Ν Ι. Παπαδόπουλος
2336Γ. Ρουχωτᾶς Ο Ἐμμ. Μουζᾶς Ν
2337Ν. Κάγκας Ἐλευθ. Κωσταντινίδης
2338Λουκᾶς Καραλίβανος Ν Ε. Κριεζῆς Ν
2339Ἀνάργ. Σιμόπουλος Θ. Γκίκας Ν
2340Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Κομνᾶς Τράκας Ν
2341Βασ. Παπανικολάου Ν Κ. Χατζίισκος
2342Ἀντ. Ρικάκης Ν Πρ. Τσάλλης
2343Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ν Ν. Κοντογιάννης
2344Ν. Κουμανιώτης Ν Θεμ. Παπακώστας Ν
2345Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν. Καλογερόπουλος
2346Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Μ. Ἀβέρωφ Ν
2347Τ. Τσερτίδης Ν Β. Βουδούρης
2348Ν. Μισυρλῆς Δ. Κριεζώτης Ν
2349Α. Μισυρλῆς Ν. Καλάρης
2350Δ. Τριγγέτας Κ. Παπανικολῆς
2351§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139, ἐξ ὧν εἶπον Ναὶ
2352117, Ὄχι 12, καὶ 10 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἑπομένως ἡ πρό-
2353τασις ἐγένετο δεκτή.
2354Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2355(Ὥρᾳ 7 καὶ ½ Μ. Μ.)